You are on page 1of 268

3β)9·ββ01β9ΐ·^β

πεναντι στο ακραίο

Τ

ό

ν

τ

ο

ρ

ο

φ

Ο Τσβετάν Τόντοροφ γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βουλγαρία. Τα σαράντα τελευταία χρόνια ζει στη Γαλλία. Είναι τώρα διευθυντής ερευνών στο γαλλικό Εθνικό'Ιδρυμα Ερευνών (Ο.Ν.Κ.5.). Γράφει κριτικά κείμενα και δοκίμια, αλλά έχει εκδώσει και λογοτεχνικά έργα. Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί αρκετά έργα του, όπως:

0 εκπατρισμένος Ποιητική Εισαγωγή στη φανταστική λογοτεχνία Κριτική της κριτικής

Οι καταχρήσεις της μνήμης [στον τόμο Εβραϊκή ιστορία και μνήμη]

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

9

9

9

 

1944,

10.- Το γκέτο το

1943,

18.- Ερωτήματα,

27.-

Μία θέση για την ηθική, 31.- Ο πόλεμος όλων εναντίον όλων, 31 .-

 

42

42

Το πρότυπο και οι μετασχηματισμοί του, 42.- Σε ακραία κατάσταση

48

53

Ορισμός, 53.- Η άσκηση της θέλησης, 55.- Ο αυτοσεβασμός, 58.-

Ηθικά διλήμματα, 60.

Φροντίδα/Έγνοια

63

Πρακτικές, 63.- Πράττοντες, 67.- Όρια, 72.- Αποτελέσματα,

76.

81

Αισθητικές και διανοητικές εμπειρίες, 81.- Πνεύμα και ηθική, 86.- Ιεραρχία των αρετών, 91.- Αρετές καθημερινές και ηρωικές, 95.- Καλό και καλοσύνη, 98.

 

105

105

Εξηγήσεις του κακού, 105.-Εγκλήματα του ολοκληρωτισμού, 107.- Οι αυτουργοί του κακού, 114.- Οι μάρτυρες, 120.- Καθημερινά ελαττώματα, 133.

Κατακερματισμός

138

Μορφές ασυνέχειας, 138.- Ιδιωτικό και δημόσιο, 141.- Αιτίες και

αποτελέσματα, 148.

Αποπροσωποποίηση

153

Απανθρωποποίηση των θυμάτων, 153.- Υποταγή των φυλάκων,

158.- Πορτραίτα, 162.

Απόλαυση της εξουσίας

171

Η εξουσία πάνω στους άλλους, 171.- Καθημερινά ελαττώματα και αρετές, 176.- Ηρωισμός του ολοκληρωτισμού; 178.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΚΑΚΟ

185

Μίμηση ή άρνηση, ηθική, 195.

185.- Η αποδοχή του κόσμου,

Οι μορφές μάχης

189.- Πολιτική ή

199

Αποδοχή ή αντίσταση,

199.- Ο πειρασμός της εκδίκησης, 202.-

Η

αρετή των σωτήρων, 206

Λέγειν, κρίνειν, κατανοείν

214

Σοφία των επιζησάντων, 214.- Να μιλούμε γι’

αυτά σήμερα, 216.-

Πρίμο Λέβι, 222.- Ολοκαύτωμα, 232.- «Στο βάθος του σκότους», 238

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

243

Η έννοια του ακραίου, 243.- Ενότητα ή ενικότητα, 247.- Σημειώσεις

 

263

269

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ταξίδι στη Βαρσοβία

Κυριακάτικες επισκέψεις

Η ιστορία άρχισε πολύ απλά τον Νοέμβριο του 1987. Ένας φίλος εί­ χε προτείνει να μας δείξει ορισμένα ανεπίσημα μνημεία της Βαρσο­ βίας· κι εμείς είχαμε σπεύσει να δεχθούμε, ικανοποιημένοι που θα ξε- φεύγαμε έτσι από το πρόγραμμα στο οποίο μας δέσμευε το επίσημο συνέδριο, λόγος ή πρόσχημα της παρουσίας μας στην πόλη. Έτσι βρέ­ θηκα μια Κυριακή, κατά το μεσημέρι, στην εκκλησία στην οποία λει­ τουργούσε ο πατήρ Ποπιελούτσκο —ο παπάς συνεργάτης της Αλλη­ λεγγύης, που δολοφονήθηκε από τις μυστικές υπηρεσίες— και στην ο­ ποία βρισκόταν τώρα ο τάφος του. Ήταν πράγματι κάτι εντυπωσιακό. Ήδη η αυλή της εκκλησίας ήταν σαν θύλακας μιας χώρας μέσα σε μιαν άλλη χώρα, θενά αλλού. Στο εσωτερικό της εκκλησίας, μέσα στο ημικύκλιο της χο­ ρωδίας, μια έκθεση παρουσίαζε τη ζωή του μάρτυρα: κάθε βιτρίνα, κά­ θε στάδιο της σταδιοδρομίας του, ήταν σαν μία στάση στον Γολγοθά του. Έβλεπες εικόνες πλήθους ή συναντήσεις ατόμων, έπειτα μία καρ­ τέλα τόυ επιτελείου που έδειχνε την στερνή του διαδρομή: τέλος, μία φωτογραφία της γέφυρας από την οποία τον πέταξαν στο ποτάμι. Λί­ γο πιο πέρα, μια Σταύρωση με τον Ποπιελούτσκο στη θέση του Χρι­ στού. Έξω, η ταφόπλακα και, γύρω της, ένα διάγραμμα της επικράτει­ ας της Μεγάλης Πολωνίας (που περιλάμβανε εδάφη της Λιθουανίας και της Ουκρανίας), σχεδιασμένο με βαριές αλυσίδες πάνω σε πέτρες. Συνολικά, μια συγκινησιακή πυκνότητα που σε έπνιγε. Κι ολόγυρα, το πλήθος, ατελείωτο: η λειτουργία τελείωσε, περιμέναμε ώρα πολλή ώ- σπου να χυθεί έξω το ανθρώπινο ποτάμι, για να μπορέσουμε να μπού­ με, αλλά, μόλις μπαίνουμε, διαπιστώνουμε, θαύμα, ότι η εκκλησία είναι μονίμως γεμάτη. Αμέσως, δεν μπόρεσα να συγκροτηθώ και να μην κάνω τον παραλ­ ληλισμό με την προηγούμενη επίσκεψή μας, το ίδιο πρωί, στο εβραϊκό νεκροταφείο της Βαρσοβίας. Ήμασταν μόνοι. Μόλις εγκαταλείψαμε την κεντρική αλέα, είχαμε χωθεί σ’ έναν απερίγραπτο κυκεώνα: δέν­ δρα είχαν φυτρώσει ανάμεσα στους τάφους, ξετρελαμένα χορτάρια τους είχαν κυριεύσει, σβήνοντας τα όρια και τις διαχωριστικές γραμ­ μές· και οι ταφόπλακες ήταν μπηγμένες στη γη, θαμμένες, όπως τα φέρετρα. Καταλάβαινες ξαφνικά, από αντίθεση, ότι τα άλλα κοιμητήρια ήταν τόποι ζωής, αφού το παρελθόν έμενε εκεί παρόν, ενώ εδώ οι τά­ φοι, απολίθωση της μνήμης, πέθαιναν με τη σειρά τους κι αυτοί. Η εξο- λόθρευση των Εβραίων κατά τον πόλεμο, που την υπενθύμιζαν ορισμέ­

ξεχείλιζε από λάβαρα και αφίσες που δεν τα έβλεπες που­

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

να μνημεία στην είσοδο του κοιμητηρίου, είχε το ακόλουθο επιπρόσθε­ το αποτέλεσμα: να σκοτώσει για δεύτερη φορά τους προηγούμενους

του 19ου αι.· απ’ αυτή τη στιγμή και μετά, δεν υπήρχε πια μνή­ μη στην οποία να μπορούσαν να κατοικήσουν. Επικρατούσε μεγάλη

νεκρούς,

σιωπή, κι ωστόσο οι φωνές δεν ακούγονταν: μόλις μπήκαμε στο κοιμη­ τήριο, χάσαμε οι μεν τους δε- τα δένδρα, που είχαν φυτρώσει ανάμεσα στους τάφους, μας εμπόδιζαν να διακρίνουμε ο ένας τον άλλο, και φω­ νάζαμε κι απάντηση δεν παίρναμε. Ξαναβρεθήκαμε μετά, εξ ίσου αιφνί­ δια, και βαλθήκαμε να τριγυρίζουμε αμίλητοι, σταματώντας μπροστά στα ταφικά μνημεία που ορθώνονταν μέσα σ’ αυτό το δάσος. Υπήρχε ανάμεσα στα δύο αυτά μισά του πρωινού μια συνέχεια, της συγκίνησης, και μια αντίθεση, που την ένιωθα διάχυτα, μα αδυνατούσα να την διασαφηνίσω. Επιστρέφοντας στο Παρίσι έπειτα από μερικές μέρες, εξακολουθούσα να σκοντάφτω σε μιαν απροσδιόριστη δυσφο­ ρία, που την προκαλούσε αυτό το ακατανόητο. Γ ια να την ξεπεράσω, θέλησα να διαβάσω ορισμένα βιβλία με ιστορίες από την Πολωνία. Κα­ τά την εκεί διαμονή μου, μου είχαν μιλήσει, σε δύο διαφορετικές περι­ πτώσεις, για δύο βιβλία που θα με ενδιέφεραν μήπως το κλειδί του αι­ νίγματος, της ελαφρός δυσφορίας που μου προκάλεσαν οι δύο επισκέ­ ψεις, βρισκόταν σ’ αυτά τα βιβλία, που κάποιοι ανέφεραν σε τελείως διαφορετικές περιστάσεις αλλά κατά το ίδιο ταξίδι; Τα προμηθεύτηκα, λοιπόν, και βυθίστηκα στην ανάγνωση. Αποκαλύφθηκε ότι μιλούσαν για δύο συμβάντα της πρόσφατης ιστορίας, για την εξέγερση του ε­ βραϊκού γκέτο της Βαρσοβίας, το 1943, και για την εξέγερση της Βαρ­ σοβίας, το 1944. Ξάφνου, μου φάνηκε ότι το παρελθόν μπορούσε να φωτίσει το παρόν θέλησα να μάθω περισσότερα και έψαξα να βρω κι άλλα κείμενα, που περιέγραφαν τα ίδια γεγονότα. Ιδού τι βρήκα.

Η Βαρσοβία το 1944 Το πρώτο από τα δύο βιβλία τιτλοφορείται Βαρσοβία

1944. Η εξέ­

γερση. Αποτελείται από συνεντεύξεις που πήρε ο Ζαν-Φρανσουά Στάι­ νερ από συμμετέχοντες στην εξέγερση του καλοκαιριού του 1944 ή α­ πό αυτόπτες μάρτυρες ή από γνώστες της πολωνικής ιστορίας· όλ’ αυ­ τά ανακατωμένα με διάφορα ντοκουμέντα εποχής και αποσπάσματα λογοτεχνικών έργων. Το όλο, αποτελεί ένα εκτενές μοντάζ κειμένων, που περιστρέφεται γύρω από το ακόλουθο ζήτημα: πώς έφτασαν οι άνθρωποι να πάρουν την απόφαση να εξεγερθούν; Δια μέσου της λε­

πτομερούς αφήγησης της έξαψης των παθών και της αλύσωσης των συμβάντων, έφτασα να διαβάσω σ’ αυτό έναν αναστοχασμό για τον η­ ρωισμό. Οι εξεγερμένοι ήταν ασφαλώς ήρωες· αλλά, επιπλέον, μια ο­ ρισμένη επιρροή των αξιών του ηρωισμού στο πνεύμα τους, φαίνεται πως είχε παίξει αποφασιστικό ρόλο στο ξέσπασμα και στο ξετύλιγμα της εξέγερσης· αυτό το ηρωικό πνεύμα φαινόταν ότι είχε ενεργήσει

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

σαν ναρκωτικό, που διατηρούσε τους μαχητές σε κατάσταση έξαρσης και τους βοηθούσε έτσι να υπομείνουν τις πιο επώδυνες δοκιμασίες. Αλλά τι είναι ο ηρωισμός; αναρωτήθηκα διαβάζοντας. Σε σχέση με την μεγάλη αντινομία που υποβαστάζει τις ανθρώπινες συμπεριφορές, την αντινομία της αναγκαιότητας και της ελευθερίας, ή του απρόσω­ που νόμου και της ατομικής θέλησης, ο ηρωισμός είναι καθαρά με το Εκεί που, για τους συνηθισμένους ανθρώπους, πρόκειται για μία κατάσταση που δεν αφή­ νει κανένα περιθώριο επιλογής, στην οποία απλώς οφείλουμε να υπο­ ταχθούμε στις περιστάσεις, ο ήρωας εξεγείρεται εναντίον των φαινο­ μένων και, μ’ αυτή την ενέργεια που ξεφεύγει από το συνηθισμένο, κα­ τορθώνει να βιάσει το πεπρωμένο. Ο ήρωας είναι το αντίθετο του μοι­ ρολάτρη, είναι με το μέρος των επαναστατών και εναντιώνεται στους συντηρητικούς, αφού δεν τρέφει κανέναν ιδιαίτερο σεβασμό προς τους ήδη υπάρχοντες κανόνες και φρονεί ότι μπορεί να επιτευχθεί κά­ θε στόχος, φτάνει να έχουμε επαρκώς ισχυρή θέληση. Οι ηγέτες της εξέγερσης της Βαρσοβίας, οι υπεύθυνοι για το ξέ­ σπασμά της, ενεργούν σε σαφή συμφωνία με το ηρωικό αυτό πνεύμα. Σύμφωνα με τις αναμνήσεις των επιζησάντων, ο αρχηγός των επιχει­ ρήσεων Οκουλίτσκι (η μοίρα του θα είναι ιδιαίτερα τραγική: θα πεθάνει όχι από τις χιτλερικές σφαίρες, όπως θα ήθελε, αλλά στα σταλινικά κά­ τεργα, που τα φοβόταν περισσότερο απ’ όλα) τοποθετούνταν εξ αρχής στην οπτική του ήρωα. «Ήθελε τα πράγματα να είναι όπως θα έπρεπε να είναι και δεν δεχόταν να είναι διαφορετικά» (101)*. Το ενδιαφέρον του για το δέον-είναι επικρατεί κατά πολύ σε σχέση με την προσοχή του προς το είναι. Το ίδιο ισχύει για τον Πελτζύνσκι, τον επιτελάρχη

μέρος της ελευθερίας και της ατομικής θέλησης.

του Στρατού του Εσωτερικού (αυτού που κάνει την εξέγερση· συνδέε­ ται με το Λονδίνο και όχι με τη Μόσχα, όπως ο μικρός Λαϊκός Στρα­ τός): ανήκει στους μάρτυρες που μίλησαν, τριάντα χρόνια μετά, με τον Στάινερ.

«Γνωρίζαμε ότι η Πολωνία ήταν καταδικασμένη, αλλά δεν μπορούσαμε να δεχθούμε μία τέτοια ετυμηγορία», αναθυμάται (241). Ο διοικητής του Στρατού του Εσωτερικού στρατηγός Μπορ-Κομορόφ- σκι θυμάται με τη σειρά του ότι την προηγουμένη των γεγονότων είχε διώξει τελείως απ’ το μυαλό του το ότι θα ήταν δυνατόν να μην πετύ- χει η εξέγερση: τα πράγματα θα είναι όπως θα πρέπει να είναι (Τσιεχα- νόφσκι, 247). Όταν, αφού άρχισαν οι μάχες, αναγγέλλει κάποιος στον συνταγματάρχη Μοντέρ (στρατιωτικό διοικητή της περιοχής της Βαρ­ σοβίας) ότι μία συνοικία έχει πέσει στα χέρια των Γερμανών, απαντάει:

«Δεν δέχομαι αυτή τη δήλωση» (Τζαβόντνυ, 22). Ιδού τι είναι χαρακτη­ ριστικό του ήρωα: μπορεί να γνωρίζει ότι το ιδεώδες του είναι απραγ­ ματοποίητο (η Πολωνία, εξ αιτίας της γεωγραφικής της θέσης και εξ αιτίας των υπαρχουσών στρατιωτικών δυνάμεων, δεν μπορεί να

* Πλήρεις παραπομπές στο τέλος του βιβλίου [σελ. 263 κ.ε.].

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

ξεφύγει από την σοβιετική κατοχή)· αλλά, καθώς το ποθεί περισσότερο απ' όλα,

θα κάνει ό,τι μπορεί για να το πετύχει.

Αυτή την ηρωική βασική αρχή, ο Πελτζύνσκι την υψώνει σε κάτι σαν κώδικα στρατιωτικής τιμής:

«Για έναν στρατιώτη, κάθε διαταγή είναι ε­ κτελεστή, αν το θέλει» (Στάινερ, 112). Δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα

σε διαταγές λογικές και διαταγές παράλογες, σε διαταγές που συνυπο­ λογίζουν ή όχι την κατάσταση, αλλά μόνον ανάμεσα στην παρουσία ή την απουσία μίας επαρκούς δόσης θέλησης. Φαίνεται πως τέτοια ήταν η πολωνική στρατιωτική παράδοση. Ένας προπολεμικός στρατηγός είχε εξηγήσει στους υφισταμένους του ότι η έλλειψη υλικών μέσων μπορού­ από την ι­ κανότητα των μαχητών να θυσιαστούν. «Βάλτε στη μια μεριά της ζυγα­ ριάς τα πολεμοφόδια και στην άλλη το πολωνικό αίμα, και κάθε φορά που θα σας λείπουν τα μεν, αντικαταστείστε τα με το δε» (122). Και μ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο θα αντιδράσει ο Οκουλίτσκι: ένα ραβδί, ένα μπουκάλι θα είναι αρκετά εναντίον των γερμανικών τανκς, λέει, φτάνει να βρίσκονται στα χέρια αποφασισμένων Πολωνών. Και ο Πελτζύνσκι θα πει αργότερα: «Είδαμε ότι ήταν υπέρτεροι μας στο υλικό επίπεδο.

σε πάντα να αντισταθμιστεί από μια προσπάθεια της θέλησης,

Ωστόσο [

...

]

οι Πολωνοί είχαν το πλεονέκτημα του καλύτερου ηθικού».

Αλλωστε, οι Πολωνοί δεν θα ήταν οι μόνοι που διάλεξαν αυτό τον δρό­ μο: «Όταν ο λαός του Παρισιού βάδισε εναντίον της Βαστίλης, μάτησε για να μετρήσει τα ρόπαλά του» (Τσιεχανόφσκι, 261). Ωστε οι ήρωες προτιμούν, κι αυτό είναι το ελάχιστο που μπορούμε να πούμε, το ιδεώδες από το πραγματικό. Κατά την εξέγερση της Βαρ­ σοβίας, αυτό το ιδεώδες έχει πολλά ονόματα. Θα μπορούσαμε να βε­ βαιώσουμε ότι μάχονται για να ζήσει η (ελεύθερη) Βαρσοβία. Αλλά πιο συχνά ανεβαίνουν κατά μία βαθμίδα και ονομάζουν το ιδεώδες αυτό «πατρίδα». Πρέπει να πολεμήσουμε, λέει ο Οκουλίτσκι, «χωρίς να λο­ γαριάζουμε τίποτε και κανέναν, με μια μόνη σκέψη στα μύχια της καρ­ διάς μας: την Πολωνία» (Στάινερ, 108). Δεν αρκεί να πούμε ότι το ιδε­ ώδες είναι το έθνος, γιατί το έθνος μπορεί να ταυτιστεί και μ’ ένα σύ­ νολο ανθρώπινων όντων, με τους πλησίον μου, με τους συμπατριώτες μου, όπως και με ορισμένες τοποθεσίες, δρομάκια, σπίτια· αλλά ο Οκουλίτσκι απορρίπτει ρητά την ερμηνεία αυτή: δεν πρέπει, λέει, να δι­ στάσουμε να εξαπολύσουμε την εξέγερση «με πρόσχημα να σώσουμε μερικές ανθρώπινες ζωές ή μερικά σπίτια» (108). Το ζήτημα είναι να σώσουμε όχι τους Βαρσοβιανούς, αλλά την ιδέα της Βαρσοβίας- όχι τους Πολωνούς ως άτομα, ούτε τα πολωνικά εδάφη, αλλά την αφαίρε­ ση που ονομάζεται Πολωνία. «Η Πολωνία για μας, λέει ένας άλλος στρατιωτικός αρχηγός της εξέγερσης, ήταν αντικείμενο μιας γνήσιας λατρείας. Την αγαπούσαμε περισσότερο από μια απλή χώρα σαν μά­ να, σαν βασίλισσα, σαν παρθένο» (31). Η χώρα θεοποιείται (και θηλυ-

δεν στα­

κοποιείται)· χρειάστηκε γι’ αυτό να απορριφθούν πολλά πραγματικά της χαρακτηριστικά.

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

Ώστε αυτό που πρέπει να σωθεί δεν είναι ο λαός, αλλά ορισμένες ι- διότητές του: η θέλησή του για ελευθερία, ο πόθος του για ανεξαρτη­ σία, η εθνική περηφάνια. «Αν δεν πολεμήσουμε, βεβαιώνει ο Πελτζύν- σκι, (121). Αφού αδυνατούμε να υπερασπίσουμε τις υλικές αξίες, διακη­ ρύσσει σε μία άλλη περίπτωση, οφείλουμε να εμμείνουμε στις ηθικές αξίες (Τσιεχανόφσκι, 277). Ο αρχιηγέτης του Λονδίνου Σοσνοκόφσκι βεβαιώνει επίσης (σε γράμμα του στον πρωθυπουργό Μικολάιτζυκ):

το πολωνικό έθνος διακινδυνεύει μια τρομερή ηθική κατάρρευση»

«Στη ζωή των εθνών, οι χειρονομίες απελπισίας είναι μερικές φορές α­ ναπόφευκτες, με δεδομένα τα αισθήματα του πληθυσμού, τον πολιτικό συμβολισμό των χειρονομιών αυτών και την ηθική σημασία με την ο­ ποία τις επενδύουν οι μεταγενέστεροι» (158). Τα άτομα οφείλουν να πεθάνουν, για να επιζήσουν οι ηθικές και πολιτικές αξίες. Αυτό σημαί­ νει και ότι κάποιος οφείλει να ορίζει τι είναι και τι δεν είναι ηθικό, και να κρίνει, ενώπιον της Ιστορίας και του μέλλοντος, την πορεία που πρέπει ν’ ακολουθούμε στο παρόν. Αλλά η αφαίρεση την οποία αντιπροσωπεύει «η Πολωνίά» δεν αρ­ κεί πάντα: η ίδια η Πολωνία οφείλει να θυσιαστεί στα πόδια ενός ιδεώ­ δους ακόμα πιο απόμακρου: της Δύσης· η οποία, με τη σειρά της, εν­ σαρκώνει τον πολιτισμό, και δη «τον Ανθρωπο». Οι Ρώσοι είναι η βαρ­ βαρότητα, και η Πολωνία είναι το τελευταίο οχυρό που μπορεί να τους σταματήσει. Γίνεται έτσι δυνατόν να θυσιάσουμε απροσδιόριστον αριθ­ μό ανθρώπινων ζωών στο όνομα της άμυνας του Ανθρώπου. Ο Σοσ- νκόφσκι εκφράζει (σε γράμμα του στον Μπορ-Κομορόφσκι) την επιθυ­ μία να μετατρέψει το πολωνικό πρόβλημα σε «πρόβλημα για την πα­ γκόσμια συνείδηση, δοκιμαστήριο για το μέλλον των ευρωπαϊκών ε­ θνών» (185). Ο ίδιος ο Μπορ θυμάται: «Σκεφτόμασταν ότι ο αγώνας για να σώσουμε τη Βαρσοβία έπρεπε να προκαλέσει μία απάντηση ό­ λου του κόσμου» (269). Ο Οκουλίτσκι δικαιολογεί παρόμοια την εξέ­ γερση: «Χρειαζόταν μια προσπάθεια που θα αφύπνιζε την παγκόσμια συνείδηση» (211). Η εξέγερση είναι μια θυσία, που ο παραλήπτης της μπορεί να θεωρηθεί ότι γινόταν ολοένα πιο απόμακρος —η Βαρσοβία, η Πολωνία, η Δύση, ο κόσμος— αλλά παρέμενε πάντα εξ ίσου απρό­ σωπος: θυσιαζόμαστε για ιδέες, όχι για όντα. Εν τέλει, μόνο το απόλυ­ το μπορεί να ικανοποιήσει τα ηρωικά αυτά πνεύματα. Στη ζωή του ήρωα, ορισμένες ανθρώπινες ιδιότητες είναι πιο ευυ­ πόληπτες από άλλες. Η πρώτη, πιθανόν, είναι η πίστη σ’ ένα ιδεώδεςλ —πίστη την οποία υποληπτόμαστε αυτήν καθαυτήν, ανεξάρτητα από/ τη φύση αυτού του ιδεώδους (γι’ αυτό και μπορούμε να θαυμάσουμε έ­ ναν ήρωα εχθρό). Από την άποψη αυτή, ο ήρωας είναι το αντίθετο του προδότη: δεν προδίδει ποτέ, όποιες κι αν είναι οι περιστάσεις (πρόκει­ ται, αναμφίβολα, για υπόλειμμα του ιπποτικού κώδικα τιμής). Ετσι ο Οκουλίτσκι, που συνελήφθη και ανακρίθηκε από την σοβιετική μυστική αστυνομία, μένει απλούστατα αμίλητος- αυτό προφανώς συνεπάγεται

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

και μεγάλες ικανότητες σωματικής αντοχής. Ο ήρωας είναι μοναχικός, κι αυτό από δύο πλευρές: αφ’ ενός, μάχεται περισσότερο για αφαιρέ­ σεις και λιγότερο για άτομα- αφ’ ετέρου, η ύπαρξη οικείων του ανθρώ­ πων θα τον έκανε τρωτό. Η εκπαίδευση του ήρωα είναι η μαθητεία στη μοναξιά- και, βέβαια, στην ενίσχυση του θάρρους. Η θαρραλέα πράξη είναι η πιο άμεση εκδήλωση του ηρωισμού. Μπορεί κι εδώ να χρησι­ μεύσει σαν παράδειγμα ο Οκουλίτσκι: σε μια μάχη, προσφέρεται

εθε­ λοντικά για να επιτεθεί στη φωλιά ενός εχθρικού μυδραλιοβόλου- σκε­ πασμένος με χειροβομβίδες, ρίχνεται στον ακάλυπτο χώρο. Ώστε το διακινδυνεύεις τη Η ζωή δεν είναι η υπέρτατη αξία- μπορεί μάλιστα να θυσιαστεί ανά πάσα στιγμή. Όταν ο αντικειμενικός στόχος είναι ανύπαρκτος ή ασήμαντος, η ανδρεία μετα- τρέπεται σε θράσος: ο άνθρωπος διακινδυνεύει να πεθάνει, χωρίς να προεξοφλεί με αυτή του την ενέργεια κανένα αποτέλεσμα. Ετσι, ο Οκουλίτσκι περιφρονεί το να κρύβεται. «Οι βόμβες και οι οβίδες έπε­ φταν από παντού, οι λιγοστοί άνθρωποι με τους οποίους διασταυρωνό­ μασταν προχωρούσαν με άλματα, από καταφύγιο σε καταφύγιο- εκεί­ νος βάδιζε στο μέσο του πεζοδρομίου, σαν να μη λογάριαζε τον κίνδυ­ νο» (Στάινερ, 98). Αντίστοιχα, αυτό που οι ήρωες περιφρονούν περισ­ σότερο στους άλλους είναι η δειλία. Ώστε ο ήρωας είναι έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του, όπως και τη ζωή των άλλων, φτάνει να εξυπηρετήσει η θυσία του τον επιλεγμένο αντικειμενικό στόχο. Ακόμα κι αυτός ο περιορισμός αίρεται, από τη στιγμή που ο άνθρωπος αποφασίζει ν’ απευθυνθεί σ’ έναν παραλήπτη απόμακρον, όπως η Ιστορία ή η ανθρωπότητα: αυτές ποτέ δεν κινδυ­ νεύουν να διαψεύσουν τις ελπίδες των ηρώων. Γι’ αυτό και οι στρατιω­ τικοί αρχηγοί αποφασίζουν να ξεκινήσουν την εξέγερση «όποιο κι αν είναι το τίμημα» (215). Αφού δεν υπάρχει συγκεκριμένος παραλήπτης, η μάχη γίνεται αυτοσκοπός, γιατί είναι η ακαταμάχητη απόδειξη του η­ ρωικού πνεύματος εκείνων που την δίνουν. Πρέπει να πολεμήσουν, «κι αν ακόμα η μάχη που μας περιμένει είναι μάταιη»: αυτό ήταν ήδη το παράγγελμα του ανώτερου αρχηγού του Στρατού του Εσωτερικού Γκροτ-Ροβέτσκι» (Τσιεχανόφσκι, 137). «Θα σφαχτούμε όλοι—προβλέ­ πει ένας από τους συμμετέχοντες κατά τη στιγμή των γεγονότων— αλλά τουλάχιστον θα έχουμε πολεμήσει» (Στάινερ, 190)- και ο Πελ- τζύνσκι αναδρομικά σχολιάζει: «Ήταν καθήκον μας να πολεμήσουμε. Μόνον αυτό μετρούσε για μένα» (241). Ο Οκουλίτσκι κάνει πιο εκλεπτυσμένους υπολογισμούς: αν η εξέ­ γερση ξεσπάσει και οι Ρώσοι βοηθήσουν τους εξεγερμένους, έχουμε κερδίσει το στοίχημα- αν πάλι δεν παρέμβουν και αφήσουν τους Γερ­ μανούς να τους σφάξουν, δεν χάθηκε και τίποτε: η Βαρσοβία θα ισοπεδωθεί, πολλοί Πολωνοί θα πεθάνουν, αλλά ευθύς θα ξεσκεπαστεί ολοκάθαρα η ατιμία των Σοβιετικών- οι δυτικές δυνάμεις θα εξαπολύ­

θάρρος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ικανότητα να

ζωή σου, για να πετύχεις έναν αντικειμενικό στόχο.

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

σουν τον Τρίτο Παγκόσμιο πόλεμο, κι από τις στάχτες θα γεννηθεί μια καινούρια ... Πολωνία Οι προβλέψεις του αποδείχθηκαν μόνο κατά το ή- μισυ σωστές: ο σοβιετικός στρατός δεν θα υποστηρίξει την εξέγερση, που κατευθύνεται πιο πολύ εναντίον του παρά εναντίον των Γερμανών οι Γερμανοί θα πνίξουν τον ξεσηκωμό σκοτώνοντας 200.000 ανθρώ­ πους, εκτοπίζοντας 700.000 και ισοπεδώνοντας τη Βαρσοβία- αλλά ο Τρίτος Παγκόσμιος πόλεμος δεν θα γίνει, και η Πολωνία θα υποταχθεί στην Σοβιετική Ένωση, όπως θα είχε γίνει και χωρίς την εξέγερση. Ώστε ο αντικειμενικός στόχος δεν επιτεύχθηκε- αλλά, αν είχε επιτευχθεί, θα ήταν δικαιολογημένο το τίμημα που καταβλήθηκε: Ποιες πράξεις πρέπει να κάνουμε «όποιο κι αν είναι το τίμημά τους»; Οι αρχηγοί της εξέγερσης ενεργούν σαν να υπακούουν στο παράγ­ γελμα: κάλλιο νεκρός παρά κόκκινος. Έχουν την εντύπωση πως βρί­ σκονται μπροστά στο ακόλουθο δίλημμα: να εξεγερθούν και να πεθά- νουν ή να μείνουν ζωντανοί και να υποταχθούν- και προτιμούν το πρώ­ το. Ο Οκουλίτσκι διακηρύσσει: «Ένας Πολώνός προτιμά να πεθάνει πα­ ρά να είναι δειλός» (107)· και για τον Πελτζύνσκι κάποιος λέει: «Αφού αίφνης έκρινε ότι δεν είχε άλλη δυνατότητα από το να παραδοθεί ή να πεθάνει, διάλεξε να πεθάνει» (238). Ο Μπορ-Κομορόφσκι προτιμά κι αυτός τη δράση, κι ας είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, από την παθη­ τική αναμονή. Ο Μοντέρ μεθερμηνεύει αυτή την κατάσταση πνεύματος σε μία διαταγή που απευθύνει στους υπερασπιστές του Μοκοτόφ (μιας συνοικίας της Βαρσοβίας) κατά την 56η μέρα της μάχης: «σας απαγο­ ρεύεται να υποχωρήσετε» (Τζαβόντνυ, 22). Μια τέτοια ηρωική στάση απαιτεί τον σεβασμό. Αλλά συγχρόνως μπορούμε ν’ αναρωτηθούμε αν το δίλημμα, που διατυπώθηκε έτσι, ανταποκρίνεται στις πραγματικές δυνατότητες. Αντίθετο του «κόκκινος» είναι όχι το «νεκρός», αλλά μό­ νο το «λευκός», «φαιός» ή «μαύρος»- χρώμα δε, έχουν μόνον οι ζω­ ντανοί. Ένας μαχητής που δεν συμφωνούσε με την εξαπόλυση της ε­ ξέγερσης σχολιάζει: «Αν δεν σταματήσουμε να θέλουμε όλοι να πεθά- νουμε μια μέρα για την Πολωνία, σε λίγο δεν θα υπάρχει Πολωνός για να κατοικήσει την Πολωνία» (Στάινερ, 108). Αποτέλεσμα: και οι ήρωες της Βαρσοβίας νεκροί, και η Βαρσοβία «κόκκινη». Πράγματι, στον ηρωισμό, ο θάνατος έχει αξία ανώτερη από τη ζωή. Μόνον ο θάνατος —ο δικός του και των άλλων— επιτρέπει να φτάσει στο απόλυτο: θυσιάζοντας τη ζωή το·.·, αποδεικνύει ότι αγαπά το ιδανι­ κό του περισσότερο απ’ αυτή. «Στο επίπεδο απόλυτης ύπαρξης, στο ο­ ποίο τους είχε οδηγήσει η απελπισία, δεν υπήρχε γι’ αυτούς άλλη λύ­ ση παρά να πεθάνουν» (230). Η ζωή —απέναντι στις απαιτήσεις του α­ πόλυτου— παρουσιαζόταν σαφώς σαν ελάχιστα ικανοποιητικό μείγμα. «Οι ήρωες δεν είναι φτιαγμένοι για να ζουν», διαπιστώνει ένας μάρτυ­ ρας (11). Θα μπορούσαμε ωστόσο ν’ αναρωτηθούμε, αν ζωή και θάνα­ τος δεν είναι αντίθετα και μ’ έναν άλλο τρόπο. Σε ορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις, και μία απ’ αυτές είναι η εξέγερση της Βαρσοβίας, ο θάνα­

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

τος μπορεί να είναι εύκολος, ιδίως αν πιστεύεις στην ανάσταση των ψυ­ χών, αλλά ώς και χωρίς αυτό: ο θάνατος παραμένει ένας άγνωστος, και μ’ αυτό συναρπάζει- να χάνεις τη ζωή, σημαίνει να βάζεις όλο σου το θάρρος σε μία μόνο χειρονομία. Η ζωή μπορεί ν’ απαιτεί ένα θάρρος κα­ θημερινό, όλων των στιγμών- μπορεί να είναι κι αυτή μια θυσία, μα χω­ ρίς τίποτε το σπινθηροβόλο: αν οφείλω να θυσιάσω τον χρόνο και τις δυνάμεις μου, είμαι σαφώς υποχρεωμένος να παραμείνω ζωντανός. Από την άποψη αυτή, η ζωή γίνεται δυσκολότερη από τον θάνατο. Αυτοί που, την εποχή της εξέγερσης, εναντιώνονται στο σχέδιό της, δεν το κάνουν στο όνομα ενός συνθήματος απλώς αντίθετου προς την βασική αρχή του ηρωισμού- δεν λένε: κάλλιο κόκκινος παρά νεκρός, κάλλιο να υποχωρήσουμε παρά να θυσιαστούμε. Κι όμως, αυ­ τό θα ήθελαν να μας κάνουν να πιστέψουμε οι αντίπαλοί τους. Αφού άκουσε τις αντιρρήσεις, «ο Οκουλίτσκι άρχισε να μας αντιμετωπίζει σαν δειλούς, λέγοντας ότι κωλυσιεργούσαμε για να μη ληφθεί η από­ φαση, επειδή δεν είχαμε το θάρρος να πολεμήσουμε» (248). Οπότε, δεν μπορεί να διαμαρτυρηθεί κανένας. «Δεν τολμήσαμε πια, πρακτικά, να επικρίνουμε την παραμικρότερη πρόταση, από φόβο μη θεωρηθού­ με δειλοί ή προδότες» (171). Αυτή η τελευταία διατύπωση είναι αποκα­ λυπτική: μπορεί ένας άνθρωπος να ενεργήσει σαν ήρωας, από φόβο μη θεωρηθεί δειλός. Ο ήρωας δεν είναι αναγκαστικά απαλλαγμένος α­ πό φόβο- αλλά ο φόβος του είναι ιδιαίτερου είδους: φοβάται να φοβά­ ται- και το συναίσθημα αυτό δεσπόζει και σβήνει όλα τ’ άλλα. Αυτοί που δεν είναι σύμφωνοι με τον Οκουλίτσκι δεν τάσσονται υ­ πέρ του δεύτερου σκέλους του παραπάνω διλήμματος, αλλά υπέρ ενός άλλου διλήμματος. Ένας απ’ αυτούς λέει στον Στάινερ ότι η πραγματική επιλογή ήταν ανάμεσα «σε μια σοβαρή πολιτική και στρατιωτική πράξη» και «σε μία αυτοκτονία που θα διέπρατταν οι ανεύθυνοι αρχηγοί οι ο­ ποίοι καταφεύγουν στον ένδοξο θάνατο, επειδή δεν έχουν το θάρρος ν’ αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ζωής» (221). Γι’ αυτόν, πιο δύσκολο —και πιο πολύτιμο— είνπι το θάρρος να ζεις από το θάρρος να πεθαί­ νεις. Ένας άλλος εισάγει τον όρο «ευθύνη» (249). Η πολιτική και ο πό­ λεμος δεν πρέπει να γίνονται στο όνομα αυτού που ονομάζεται ηθική της πεποίθησης, τα πράγματα αυτά δεν είναι ζήτημα βασικής αρχής:

δεν αρκεί να πιστεύουμε σε κάτι, για να είναι, όταν εφαρμοστεί, ευερ­ γετικό για ολόκληρη την κοινότητα. Απεναντίας, πρέπει να προβλέπου­ με τις συνέπειές του: να παίρνουμε υπ’ όψη το πραγματικό, όχι μόνο το επιθυμητό ξετύλιγμα των γεγονότων. Η λέξη «ευθύνη» ξαναβρίσκει ε­ δώ το πρώτο της νόημα: ένας ηγέτης δίνει λόγο για τη ζωή, για την ευ­ ημερία εκείνων τους οποίους διοικεί- και συγχρόνως ανταποκρίνεται στα καλέσματα που του απευθύνουν από διάφορες κατευθύνσεις. Ο κόσμος των ηρώων, και σ’ αυτό έγκειται η αδυναμία του, είναι έ­ νας κόσμος μονοδιάστατος, που έχει μόνο δύο αντίθετους όρους: ε­ μείς και αυτοί, φίλος και εχθρός, θάρρος και δειλία, ήρωας και προδό­

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

της, μαύρο και άσπρο. Αυτό το σύστημα αναφορών ταιριάζει καλά σε μία κατάσταση που προσανατολίζεται προς τον θάνατο, αλλά όχι στις καταστάσεις της ζωής. Στη Βαρσοβία, το 1944, δεν υπάρχουν μόνον οι

δυνάμεις του καλού και του κακού που στέκουν αντιμέτωπες. Υπάρ­ χουν σι Ρώσοι και οι Γερμανοί, ο Στρατός του Εσωτερικού και ο Λαϊκός Στρατός, η εξόριστη κυβέρνηση και ο άμαχος πληθυσμός. Σε μία τόσο

περίπλοκη κατάσταση, η καλύτερη λύση —που όμως, αλίμονο!,

στην προκειμένη περίπτωση είναι μόνον η λιγότερο κακή— περνάει από την προσωπική ακρόαση όλων, και όχι από την ακλόνητη πίστη στο ιδανικό

σου. Από την άποψη αυτή, οι αξίες της ζωής δεν είναι απόλυτες: η ζωή έχει ποικιλία, όλες οι καταστάσεις είναι ετερογενείς· έτσι, οι επιλογές που κάνουμε είναι το αποτέλεσμα όχι παραχωρήσεων ή δειλών συμβι­ βασμών, αλλά ενός συνυπολογισμού αυτής της ποικιλότητας. Ωστόσο, αυτή η μη ηρωική στάση έχει ένα ελάττωμα: προσφέρεται δύσκολα στις αφηγήσεις ή, εν πάση περιπτώσει, στις αφηγήσεις κλασι­ κού τύπου· ε λοιπόν, η αφηγηματική λειτουργία είναι απαραίτητη σ’ ό­ λες τις κοινωνίες. Πράγματι, οι ήρωες εμπνέονται αναλλοίωτα από το παράδειγμα των βιβλίων ή των θρύλων που έμαθαν στα νιάτα τους. Και, μες στη φωτιά της δράσης τους, προβλέπουν ήδη το αποτέλεσμα που θα έχει η δράση τους από τη στιγμή που θα μεταγραφεί σε λέξεις:

η μελλοντική αφήγηση διαμορφώνει το παρόν. Ο Οκουλίτσκι καταλογί­ ζει στα άλλα σχέδια εξέγερσης ότι «δεν είναι αρκετά θεαματικά» (106), ενώ το δικό του θα κάνει «όλο τον κόσμο να μιλάει γι’ αυτό»

(107).

Το δελτίο των εξεγερμένων, με ημερομηνία 3 Οκτωβρίου 1944,

διακηρύσσει: «Κανένας στην Πολωνία ούτε στη Βαρσοβία ούτε σε ο­

 

κόσμο δεν μπορεί [

]

από όσο έπρεπε» (Τζαβόντνυ, 194): Γ; ανησυχία για τις μελλοντικές α­ φηγήσεις είναι παρούσα ήδη τη στιγμή της δράσης. Οι μαχητές έχουν τη συνείδηση ότι, σύμφωνα με την καθαγιασμένη διατύπωση, γράφουν μία από τις ενδοξότερες σελίδες της πολωνικής ιστορίας. Όταν ο Πελ- τζύνσκι αντιλαμβάνεται ότι ο συνομιλητής του, ο Στάινερ, δεν επιδιώ­ κει αναγκαστικά να δοξάσει τους ήρωες, ξεσπάει αγανακτισμένος: «Αν λογαριάζετε να γράψετε το βιβλίο μ’ αυτό το πνεύμα, καλύτερα να σταματήσουμε να συζητούμε» (Στάινερ, 260). Οι ωραίες αφηγήσεις ο­ φείλουν να έχουν καθαρούς ήρωες. Απεναντίας, τα πραγματιστικά πνεύματα, αυτοί που επιδιώκουν να συμβιβαστούν με τους καταναγκα­ σμούς του πραγματικού, δεν προσφέρονται καλά στην αφηγηματική τέχνη. Ο Μικολάιτζυκ φαίνεται πως ήταν μία τέτοια προσωπικότητα. «Δεν έπαιρνε τον εαυτό του ούτε για τον Χριστό ούτε για τον άγιο Γε­ ώργιο ούτε για την Παναγία» (58): πώς νά κάνεις έναν τέτοιον άνθρω­ πο ήρωα μιας ιστορίας;

Το γκέτο το 1943

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

Η σχέση αφήγησης και ηρωισμού αποτελεί και ένα από τα κύρια θέ­ ματα του δεύτερου βιβλίου που μου είχαν συστήσει στην Πολωνία. Πρόκειται πάλι για μια συνέντευξη, αλλά τούτη τη φορά την παίρνει μια γυναίκα- και, αντί να παράγει ένα μοντάζ από το οποίο θα ήταν α­ πούσα, η συγγραφέας προτίμησε να αντιπροσωπεύεται μέσα στο κεί­ μενο. Η Χάνα Κραλ, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, ρωτάει τον Μά- ρεκ Έντελμαν για την άλλη εξέγερση που έγινε στη Βαρσοβία: την ε­ ξέγερση του γκέτο, την άνοιξη του 1943. Το βιβλίο που προέκυψε τιτ­ λοφορείται ΡίβηόΓθ Ιθ όοη Ωίβυ όθ νίίβεεβ' στη γαλλική του μετάφρα­ ση, προηγείται ένα άλλο κείμενο, μία αφήγηση της εξέγερσης, που την έγραψε ο Εντελμαν (ένας από τους ηγέτες της εξέγερσης) και που χρονολογείται το 1945. Βέβαια, η εξέγερση του γκέτο έχει αποτελέσει κι αυτή μία από τις ωραιότερες σελίδες της ιστορίας του ηρωισμού, του εβραϊκού τούτη τη φορά- αυτό έχει ειπωθεί χίλιες φορές. Αλλά διαπιστώνουμε ότι, την εποχή των γεγονότων, ο Έντελμαν δεν κατόρθωσε να συνθέσει μιαν αληθινά ηρωική αφήγηση. Η Χάνα Κραλ διηγείται την πρώτη του από­ πειρα: τρεις μέρες μετά την έξοδό του από το γκέτο, εκθέτει τα όσα συνέβησαν στους εκπροσώπους των πολιτικών κομμάτων. Είναι μία α­ φήγηση επίπεδη, ουδέτερη, χωρίς λάμψη. Μας έλειπαν όπλα και πείρα, λέει. Οι Γ ερμανοί πολεμούσαν καλά. Οι ακροατές απογοητεύονται πο­ λύ και αποδίδουν την μέτρια ποιότητα της αφήγησης στην κατάσταση στην οποία θα πρέπει να βρισκόταν ο αφηγητής. «Δεν είχε μιλήσει ό­ πως θα έπρεπε. “Πώς πρέπει να μιλώ;” αναρωτήθηκα. Πρέπει να μιλάς με μίσος, με πάθος, ουρλιάζοντας, γιατί αυτό δεν μπορεί να το πει τί­ ποτε άλλο παρεκτός μία κραυγή. Έτσι, από την πρώτη κιόλας στιγμή, δεν ήξερε να μιλάει, γιατί δεν ήξερε να κραυγάζει. Δεν στάθηκε στο ύ­ ψος του ήρωα, γιατί δεν είχε τίποτε το παθιασμένο» (77). Το μίσος για τον εχθρό, η εξύψωση του εαυτού (το πάθος), ο υπερθε­ τικός τόνος φωνής (η κραυγή): ιδού τα συστατικά που λείπουν από την αφήγηση του Έντελμαν. Η αλήθεια είναι ότι δεν απουσιάζουν τελείως α­ πό το κείμενό του του 1945: αφήγηση νηφάλια, που όμως αποσκοπεί ν’ αναδείξει τον ηρωισμό των εξεγερμένων. Οταν, έπειτα από τριάντα χρό­ νια, ο Έντελμαν ξανασκέφτεται τα ίδια γεγονότα, βλέπει τον εαυτό του όνει­

σαν αγοράκι που ήθελε να μοιάσει τους συμβατικούς του ήρωες. Τ ρό του τότε, λέει, ήταν να τρέχει «με δυο εξάσφαιρα στη ζώνη.

Αυτό μας φαινόταν το αποκορύφωμα του κόσμου, δυο εξάσφαιρα» (67). Φρο­ νεί τώρα ότι η μεγάλη του επιθυμία να δει τον εαυτό του ήρωα οδήγησε στην κλίση για τα πυροβόλα όπλα, στο γεγονός του πυροβολείν. «Οι άν­

θρωποι πιστεύουν πάντα ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο ηρωικό από το να πυροβολείς. Οπότε πυροβολήσαμε» (68).

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

Αλλά η τωρινή του οπτική είναι πολύ διαφορετική. Αυτό που συνέβη δεν του φαίνεται να απεικονίζει την επίσημη εκδοχή του ηρωισμού.

«Μπορούμε να μιλήσουμε για εξέγερση; [

...

]

Κατά βάθος, το ζήτημα ή­

ταν μόνο να διαλέξεις με ποιον τρόπο θα πεθάνεις» (74). Ο διοικητής

της εξέγερσης Μορντεχάι Ανιέλεβιτς, που είχε καυχηθεί πριν τριάντα χρόνια για την «ηρωική στάση» του (48), παρουσιάζεται τώρα κάτω α­ πό διαφορετικό φως: όχι βέβαια λιγότερο συμπαθητικός, αλλά πιο πολύ αντικείμενο ειδωλολατρείας. Αν είχε εκλεγεί διοικητής, ο λόγος είναι

«ότι το ήθελε πολύ»· και, προσθέτει ο Εντελμαν, «είχε κάτι το παιδιά­ στικο αυτή του η φιλοδοξία» (69). Αφηγείται και ότι, όταν ήταν πιο νέ­ ος, ο Ανιέλεβιτς έβαφε κόκκινα τα βράγχια των ψαριών που πουλούσε η μητέρα του, για να φαίνονται πιο φρέσκα. Αλλά η αφήγηση αυτή, που

εκδόθηκε σε πολλές γλώσσες, «έχει σκανδαλίσει πολλούς. [

] Είχε α-

... φαιρέσει από το συμβάν το μεγαλείο του» (74). Όπως ο Πελτζύνσκι ε­

νώπιον του Στάινερ, το κοινό θέλει να μείνουν οι ήρωες ήρωες. Ο Έντελμαν θέλει πολύ να αφηγείται τα πράγματα όπως ακριβώς

τα θυμάται και όχι σύμφωνα με τους κανόνες της ηρωϊκής αφήγησης. Αυτό τον ωθεί να κάνει παρατηρήσεις του τύπου: «Στο γκέτο, θα έπρε­

πε να υπάρχουν μάρτυρες και Ιωάννα ντ’ Αρκ, έτσι δεν είναι;

Αλλά, α­ φού θέλεις να μάθεις, είχε και πόρνες στο αμπρί του Ανιέλεβιτς, στην

οδό Μίλα, και ώς κι έναν μαστροπό, έναν ψηλό με τατουάζ και γερά

μπράτσα»

(95). Ή πάλι: αν ο ίδιος ο Έντελμαν έχει επιβιώσει, αυτό δεν

οφείλεται σε μία ηρωική πράξη, αλλά στο ότι ο 83 που του έδωσε τη χαριστική βολή θα πρέπει να είχε αστιγματισμό: όλες οι σφαίρες χτύ­ πησαν λίγο πιο ... δεξιά Αυτό δεν σημαίνει ότι η εξέγερση του γκέτο δεν έδωσε τα περιθώ­ λό­

ρια για ηρωικές πράξεις όπως του Οκουλίτσκι. Ο Μίκαελ Κλέπφιτς, γου χάρη, ρίχνεται σ’ ένα γερμανικό μυδράλιο, για .να δώσει στους

συ­ ντρόφους του τη δυνατότητα να εγκαταλείψουν το αμπρί. Αλλά δεν εί­ ναι οι πράξεις αυτού του τύπου που αποσπούν περισσότερο την προ­ σοχή του Έντελμαν, και αν ακόμα, προφανώς, τις σέβεται. Μένει προ- σκολλημένος σε πράξεις άλλου είδους, που μπορούμε να τις θεωρή­ σουμε κι αυτές ενάρετες, αλλά που υΐαφοροποιούνται τόσο πολύ από τις προηγούμενες ώστε θα έπρεπε να τις χαρακτηρίσουμε κάπως δια­ φορετικά: ώστε θα μιλούμε για ηρωικές αρετές όταν αναφερόμαστε στον Οκουλίτσκι και για καθημερινές αρετές στις περιπτώσεις που α­ ναφέρει ο Έντελμαν. Όπως οι ηρωικές αρετές, οι καθημερινές συγγενείς τους είναι προ­ πάντων πράξεις της θέλησης, ατομικές προσπάθειες με τις οποίες ο άνθρωπος αρνείται αυτό που του φαίνεται αδήριτη αναγκαιότητα. Αλλά αυτή η απαίτηση για θέληση δεν οδηγεί πια στο συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο «όλες οι διαταγές μπορούν να εκτελεστούν». Η αλήθεια είναι ότι δεν οδηγεί σε κανένα, γιατί βρίσκει τη δικαιολογία της στον εαυτό της. Ο Έντελμαν διηγείται πώς μια μέρα αποφάσισε να

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

ενταχθεί στην αντίσταση. Σ’ έναν δρόμο του γκέτο, βλέπει έναν γέρο που δύο γερμανοί αξιωματικοί τον έχουν βάλει πάνω σ’ ένα βαρέλι:

του κόβουν τη γενειάδα με μεγάλα ψαλίδια και ξεκαρδίζονται στα γέ­ λια. «Τότε κατάλαβα ότι το πιο σημαντικό ήταν να μην αφήσεις να σε βάλουν πάνω στο βαρέλι, ποτέ και κανένας» (94). Αυτό που κατάλαβε ο Έντελμαν είναι, σε μικρές και μεγάλες ταπεινώσεις· και, δεύτερον, ότι μπορείς πάντα να εκφράσεις τη θέλησή σου, να διαλέξεις τη συμπεριφορά σου —και ν’ αρνηθείς να εκτελέσεις μια διαταγή. Η εξέγερση ήταν μόνον ένας τρόπος να διαλέξουμε τον θάνατό μας, λέει —αλλά η διαφορά ανάμε­ σα στο να διαλέγεις τον θάνατο και να τον υφίστασαι είναι τεράστια:

πρώτον, ότι δεν υπάρχει ποιοτική διαφορά ανάμεσα

είναι η διαφορά που χωρίζει τον άνθρωπο από τα ζώα. Διαλέγοντας τον θάνατό του, εκτελεί ,αία πράξη θέλησης και επιβεβαιώνει μ’ αυτό ό­ τι ανήκει στο ανθρώπινο είδος —με το ισχυρό νόημα του όρου. Οι Εβραίοι άλλων πολωνικών πόλεων αφέθηκαν να τους καταβάλουν χω­ ρίς αντίσταση· οι Εβραίοι του γκέτο της Βαρσοβίας ντρέπονται γι’ αυτό και αποφασίζουν να αντιδράσουν. Και μ’ αυτό, έχουν πετύχει ήδη τον στόχο: έχουν βεβαιώσει πάλι ότι ανήκουν στο ανθρώπινο είδος. «Να διαλέξεις ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο ήταν η τελευταία ευκαιρία να διατηρήσεις την αξιοπρέπειά σου», επισημαίνει η Χάνα Κραλ (117). Η αξιοπρέπεια: ιδού η πρώτη καθημερινή αρετή. Δεν ση­ μαίνει τίποτε άλλο παρά την ικανότητα του ατόμου να παραμείνει υπο­ κείμενο εφοδιασμένο με θέληση· το απλό αυτό γεγονός το κάνει να νιώθει μέλος του ανθρώπινου είδους. Βλέπουμε ότι το να διαλέγεις τον θάνατο έχει εδώ μία σημασία τελείως διαφορετική από ότι στις η­ ρωικές αρετές. Εκεί, σκοπός, γιατί ενσαρκώνει το απόλυτο καλύτερα από ότι η ζωή. Εδώ, είναι μέσον και όχι σκοι .ος· είναι η ύστατη καταφυγή του ατόμου που επιθυμεί να επιβεβαιώσει την αξιοπρέπειά του. Ώστε αυτό που αποκτά θετική αξία δεν είναι η αυτοκτονία- αλλά η αυτοκτονία ως έκφραση της θέλησης. Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί για να την καταστήσει πράξη αληθινά θαυμαστή, στην οπτική της καθημερι­ νής αρετής. Η αξιοπρέπεια είναι μία αναγκαία προϋπόθεση των πράξε­ ων αυτών, αλλά δεν είναι ακόμα ικανή. Το βλέπουμε αυτό καλά στα σχόλια που κάνει ο Έντελμαν για δύο διάσημες αυτοκτονίες. Η πρώτη είναι του μηχανικού Αδάμ Τσερνιάκοφ, προέδρου του Εβραϊκού συμ­ βουλίου που διόρισαν οι Γερμανοί, που σκοτώνεται μες στο γραφείο του όταν μαθαίνει την απόφαση να εκτοπιστούν οι κάτοικοι του γκέτο στην Τρεμπλίνκα. «Θέλησε έτσι να κάνει τον θάνατό του προσωπική του υπόθεση. Εμείς νομίζαμε ότι έπρεπε να πεθάνει δημόσια, μπροστά στα μάτια του κόσμου» (73). Ο μεγάλος ιστορικός του γκέτο Εμάνουελ Ρίνγκελμπλουμ το επιβεβαιώνει στις σημειώσεις του: «Η αυτοκτονία του Τσερνιάκοφ ήρθε υπερβολικά αργά, σημάδι αδυναμίας —θα έπρε­ πε να προτρέψει τους ανθρώπους στην αντίσταση— αδύναμος άνθρω­

ο θάνατος καταλήγει να γίνει μία αξία και ένας

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

πος» (327). Επιλέγοντας να αυτοκτονήσει χωρίς να φανερώσει στην κοινότητά του το τι την περίμενε, χωρίς να προσπαθήσει να την προ­ σανατολίσει στην αντίσταση, ο Τσερνιάκοφ συμπεριφέρθηκε αξιοπρε- πώς, αλλά χωρίς ακόμα να ενδιαφέρεται για τους άλλους. Η αλήθεια είναι ότι δεν αγνοεί την κοινότητά του, το αποδεικνύει το γεγονός ότι κρατούσε ημερολόγιο στο οποίο κατέγραφε τις εντυπώσεις του- και στο γράμμα που αφήνει αυτοκτονώντας, λέει: «Η καρδιά μου τρέμει α­ πό πόνο και οίκτο. Δεν μπορώ πια να το αντέξω όλο αυτό. Η πράξη μου θα δείξει σε όλους τι πρέπει να'κάνουν» (Τούσνετ, 183). Ώστε η πρόθεσή του είναι να απευθυνθεί και στους συγκαιρινούς του- αλλά το μέσο που διαλέγει είναι τέτοιο, που δεν το καταλαβαίνουν. Άλλωστε, ήταν η αυτοκτονία ο μοναδικός δρόμος που ανοιγόταν μπροστά του; Η δεύτερη αυτοκτονία (που, βέβαια, δεν είναι καθόλου σίγουρη) είναι του διοικητή Μορντιχάι Ανιέλεβιτς. «Δεν έπρεπε να το κάνει, λέει ο Εντελμαν. Κι ας είναι πολύ ωραίο σύμβολο. Δεν θυσιάζεις τη ζωή σου για τα σύμβολα» (70). Ώστε εδώ βρισκόμαστε στο αντίθετο των συστά­ σεων του Σοσνκόφσκι, που αξίωνε να πεθαίνουν οι άνθρωποι για τα σύμ­ βολα. Διαφορετικές από πολλές απόψεις —η μία, πράξη υπερβολικά ι­ διωτική, η άλλη υπερβολικά συμβολική—, οι δύο αυτές αυτοκτονίες έ­ χουν και κάτι κοινό: παίρνουν υπ’ όψη το υποκείμενο της πράξης και έναν απόμακρο παραλήπτη, την Ιστορία· αλλά, ανάμεσα στα δύο, αμελούν τον κοντινό παραλήπτη: τους άλλους κατοίκους του γκέτο. Οι δύο αυτές αυ­ τοκτονίες έχουν γίνει πράξεις που δεν οδηγούν πέρα από τον εαυτό τους, αντί να χρησιμεύσουν ως μέσα για να βοηθήσουν τους άλλους. Αυτή την καινούρια ιδιότητα την οποία απαιτείται να έχουν οι ενά­ ρετες πράξεις, που οφείλουν όχι μόνο να αποδεικνύουν την αξιοπρέ­ πεια των αυτουργών τους, αλλά και να ωφελούν τους άλλους, μπο­ ρούμε να την ονομάσουμε έγνοια, φροντίδα, μέριμνα. Αυτή είναι η δεύτερη καθημερινή αρετή: πρόκειται πάντα για μία πράξη που απευ­ θύνεται σε ένα άτομο πολύ κοντινό, όχι στην πατρίδα ούτε στην αν­ θρωπότητα. Αυτή η φροντίδα για τους άλλους φέρνει μέσα της την α­ νταμοιβή της: βρίσκεται ότι ένας άνθρωπος είναι ικανός να τελέσει για τους άλλους πράξεις που δεν θα επιχειρούσε μόνο για τον εαυτό του- κι αυτές τον αποδίδουν στη ζωή. «Έπρεπε να έχει κάποιον που να τον κάνει επίκεντρο της ζωής του, κάποιον για τον οποίο να αναλω­ θεί», διηγείται ο Έντελμαν (97). «Η μόνη δυνατότητα να ζήσεις μέσα στο γκέτο, ήταν να είσαι μαζί μ’ έναν άλλο. Αν από θαύμα μπορού­ σες να σωθείς και να επιβιώσεις, έπρεπε να γαντζωθείς σ’ έναν άλλο ζωντανό» (101). Γ ια τον θάνατο από φροντίδα για κάποιον άλλον, ο Έντελμαν δεν νιώθει κανένα δισταγμό· απεναντίας, οι πράξεις που τον έχουν εντυ­ πωσιάσει περισσότερο είναι οι πράξεις καθημερινής αρετής. Είναι, λό­ γου χάρη, η ιστορία μιας κοπελίτσας, της Πόλα Λίφστζυκ, που εκτυλίσ­ σεται όταν οι φάλαγγες αναχωρούν για την Τρεμπλίνκα. «Περνώντας

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

από το σπίτι της, είδε ότι η μάνα της δεν ήταν πια εκεί. Ήταν ήδη στο κοπάδι που έσερναν στην υπίδοΐιΐβςρίδΐζ, και η Πόλα έτρεξε από την ο­ δό Λέστζνο στην οδό Στάφσκι· συνάντησε τον αρραβωνιαστικό της, που την πήρε στο μοτοποδήλατό του για να πάνε πιο γρήγορα, κι έ- φτασε εκεί. Την τελευταία στιγμή, χώθηκε μέσα στο πλήθος για να μπορέσει ν’ ανεβεί στο βαγόνι μαζί με τη μάνα της» (99). Ήταν ένα από τα βαγόνια που οι επιβάτες τους δεν θα ξαναγύριζαν ποτέ στην αφετη­ ρία τους. Γ ιατί η Πόλα βιάστηκε τόσο; Ήξερε ο αρραβωνιαστικός της σε τι χρησίμευσε το μοτοποδήλατό του;

μιας νοσοκόμας, της κυρίας Τένενμπαουμ: απέ­

Είναι και η ιστορία κτησε ένα «εισιτήριο» τητα να αποφύγει την εκτόπιση· η κόρη της δεν είχε «εισιτήριο», της ζητά να το κρατήσει για λίγο, έπειτα ανεβαίνει επάνω και παίρνει μία γερή δόση λουμινάλ- έτσι, αποφεύγει όλες τις συζητήσεις. Τους τρεις μήνες που ζει μετά απ’ αυτή την αναβολή, η κόρη της κυρίας Τένεν­ μπαουμ ερωτεύεται κάποιον και γνωρίζει την ευτυχία. Ή πάλι, η ιστο­ ρία μιας ανιψιάς της Τόζια Γκολιμπόρσκα (συναδέλφου του Έντελμαν), που, βγαίνοντας από τον γάμο της, βρίσκει την κάννη ενός όπλου να την σημαδεύει στο στομάχι. Ο νεόνυμφος βάζει το χέρι μπροστά στην κάννη —κι αμέσως κομματιάζεται το ένα χέρι του. «Αυτό ακριβώς με­ τρούσε: να έχεις κάποιον έτοιμο να προστατέψει το στομάχι σου, αν ή­ ταν ανάγκη» (101). Βλέπουμε ότι το πιο συχνά ο επωφελούμενος από την φροντίδα είναι άνθρωπος κοντινός, συγγενής: μάνα ή κόρη, αδελφός ή αδελ­ φή, ο σύζυγος ή η σύζυγος. Αλλά καθώς οι πιο κοντινοί έχουν πολ­ λές φορές χαθεί, ο άνθρωπος βρίσκει άλλους «συγγενείς», υποκα­ τάστατους κατά κάποιον τρόπο. Κι όταν ακόμα αυτός ο επωφελού­ μενος είναι πολλαπλός, όπως για τον δόκτορα Γιάνους Κόρτσακ, που αναχωρεί για την Τρεμπλίνκα μαζί με τα παιδιά του ορφανοτρο­ φείου του, ή για τον πλούσιο βιομήχανο Αβραάμ Γκέπνερ, που διά­ λεξε να μείνει με τους ομόθρησκούς του, δεν πρόκειται ποτέ για μια αφαίρεση, αλλά για άτομα ζωντανά, που τα γνωρίζεις προσωπικά. Το να μην έχεις αυτή την φροντίδα δεν είναι έλλειψη που θα σου την καταλογίσουν αλλά είναι μια σιωπηρή ρήξη συμβολαίου. Αυτό ακριβώς απεικονίζει μία σκηνή που διηγήθηκε ένας από τους μάρτυ­ ρες τους οποίους ρώτησε ο Στάινερ. Ο μάρτυρας αυτός συναντά, μες στα ερείπια του γκέτο —μετά την πρώτη εξέγερση και πριν από τη δεύτερη— τον χριστιανό σύζυγο μιας Εβραίας.

που της έδινε —για ένα διάστημα— τη δυνατό­

Η γυναίκα απο­ φάσισε μια μέρα, όπως η Πόλα, να πάρει το τραίνο μαζί με τοϋς οι­

κείους της· εκείνος έμεινε. « Αυτό που θα είχε προτιμήσει η γυναίκα,

Η γυναίκα δεν τον κατηγόρησε, αλλά

κάτι μεταξύ τους έσπασε. το έχω έκτοτε καταλάβει: ήταν να πάει να πεθάνω μαζί της. Μα την

άφησα να φύγει και την άφησα να πεθάνει. Έκτοτε, εξιλεώνομαι» (Στάινερ, 202).

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

Μερικές φορές, από φροντίδα δεν δίνεις τη δική σου ζωή, αλλά, παραδόξως, τη ζωή των άλλων. Έτσι, μία γιατρίνα δηλητηριάζει τα παι­ διά του νοσοκομείου στο οποίο εργάζεται, πριν προλάβουν να τα πά­ ρουν οι 85. «Τα έσωσε από τους θαλάμους αερίων». Μα για να το κά­ νει αυτό, χρειάστηκε να θυσιάσει το δηλητήριό της. «Είχε δωρίσει το κυάνιό της στα παιδιά των άλλων!» (Εντελμαν, 73). Ιδού από ποιαν ά­ ποψη μπορεί το να ζεις να είναι δυσκολότερο από το να πεθάνεις. Έχουμε και τη γιατρίνα που, την ώρα που οι Γερμανοί εκκενώνουν το ι­ σόγειο του νοσοκομείου, παραστέκεται σε μια γέννα στο πρώτο πάτω­ μα- μόλις το μωρό γεννήθηκε, «το έβαλε πάνω σ’ ένα μαξιλάρι και το σκέπασε με άλλο ένα. Το μωρό έκλαψε λίγο και μετά σώπασε» (100). Η γιατρίνα έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει, και όλοι το ενέκριναν. Δεν αληθεύει λιγότερο ότι, σαράντα πέντε χρόνια αργότερα, η «για­ τρίνα» αυτή (ονομάζεται Αντίνα Μπλάντυ Τσβάιγκερ) δεν λέει να λη­ σμονήσει ότι ξεκίνησε την ιατρική της πρακτική θανατώνοντας. Ώστε οι καθημερινές αρετές έχουν χαρακτηριστικά πολύ διαφορε­ τικά. Το βλέπουμε και μετά τον πόλεμο. Οι περιστάσεις είναι λιγότερο δραματικές, και ο Έντελμαν δεν είναι πια υποχρεωμένος να διακινδυ­ νεύει τη ζωή του- αλλά οι πρώτες του επιλογές τον οδήγησαν στο τω­ ρινό του επάγγελμα: γίνεται γιατρός καρδιολόγος. «Ως γιατρός, μπο­ ρώ να είμαι υπεύθυνος για ανθρώπινες ζωές. —Μα γιατί θέλεις να εί­ σαι υπεύθυνος για ζωές; —Μάλλον επειδή όλα τα άλλα μού φαίνονται λιγότερο σημαντικά» (126). Η υπευθυνότητα είναι μία επιμέρους μορ­ φή φροντίδας, που εμπλέκει ανθρώπους οι οποίοι κατέχουν προνομι­ ούχες θέσεις: τους γιατρούς ή και τους αρχηγούς. Επειδή δεν ήταν παλαιότερα μέχρι τέρμα υπεύθυνοι, οι Ανιέλεβιτς και Τσερνιάκοφ — πολύ διαφορετικά— δεν πληρούν τις απαιτήσεις της φροντίδας. Τα δυο είδη αρετής αντιτίθενται ως προς τους παραλήπτες των πράξεων που εμπνέουν:

ένα άτομο ή μία αφαίρεση, τη δεσποινίδα Τέ-

νεμπαουμ ή μια ορισμένη ιδέα της Πολωνίας. Και για τα δύο χρειάζεται θάρρος, και για τα δύο δίνεις τις δυνάμεις σου ή τη ζωή σου. Πρέπει κάθε φορά ν’ αποφασίσεις πολύ γρήγορα: ο Οκουλίτσκι που επιτίθεται στο εχθρικό μυδράλιο, η Πόλα που σπεύδει στο μοτοποδήλατο του φί­ λου της. Οι ηρωικές αρετές κερδίζουν περισσότερο την εκτίμηση των ανθρώπων, ενώ οι καθημερινές αρετές εμφανίζονται εξ ίσου, αν όχι και περισσότερο, στις γυναίκες (αλλά είναι αλήθεια ότι οι απαιτούμε- νες σωματικές ιδιότητες είναι στις δύο περιπτώσεις διαφορετικές). Ωστόσο, το πραγματικό ζήτημα είναι αν κάποιος πεθαίνει (και αν ζει) για τους ανθρώπους ή για τις ιδέες. Η αντίθεση αυτή δεν συγχέεται με την αντίθεση του επιμέρους και του γενικού —στην προκειμένη περίπτωση, με την πίστη στην ομάδα της οποίας είσαι μέλος και με την αγάπη για την ανθρωπότητα. Οι ξέ­ νοι και οι άγνωστοι είναι άτομα όπως τα άλλα, και η ηθική απαίτηση εί­ ναι οικουμενική, μα όχι αφηρημένη: η ανθρωπότητα είναι ένα σύνολο

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

ατόμων. Η προτίμηση για τους δικούς, η τυφλή πίστη σ’ αυτούς, δεν δί­ νουν αξία στα όντα σε βάρος των ιδεών, αλλά διχάζουν τα ίδια τα άτο­ μα. Ενώ, αν η ανθρωπότητα θεωρείται αφαίρεση, μπορούμε να διαπρά- ξουμε και εγκλήματα στο όνομά της —και μάλιστα ακόμα πιο εύκολα, γιατί οι ιδέες καλύπτουν, ανάλογα με τις στιγμές και τα άτομα, πολύ διαφορετικές πραγματικότητες, και επειδή ώς και αυτές που φαίνονται οι πιο καθαρές, οι πιο γενναιόψυχες, μπορούν να τεθούν στην υπηρε­ σία καταστροφικών προταγμάτων. Στο κάτω κάτω, και ο Χίτλερ έλεγε ότι έκανε τον πόλεμο εναντίον των Ρώσων για να αναχαιτίσει τη βαρ­ βαρότητα και να σώσει τον πολιτισμό! Δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος με τους ανθρώπους: αντιπροσωπεύουν μόνο τον εαυτό τους. Ας χρονοτριβήσουμε λίγο στην προσωπικότητα του Ανιέλεβιτς. Μοιάζει από πολλές απόψεις με τους παραδοσιακούς ήρωες —με τον Οκουλίτσκι, λόγου χάρη. Είναι προικισμένος με σωματική δύναμη και προσωπικό θάρρος, που τον ωθούν στη δράση· είναι έτοιμος, αν χρεια­ στεί, να ριχτεί στη φωτιά για να σώσει έναν σύντροφο: η πίστη του στον σκοπό είναι δοκιμασμένη. Τον εμπνέει ένα πνεύμα ανιδιοτελούς ιδεαλισμού. Η ζωή του έχει μόνον έναν σκοπό: να πολεμήσει τον ε­ χθρό, δηλαδή τους ναζί- γι’ αυτό και, όταν αρχίζει η εξέγερση, μπορεί και γράφει σ’ ένα γράμμα: «Το όνειρο της ζωής μου πραγματοποιήθη-

κε»

(Σουλ, 109). Το 1940, ενώ είναι στο γκέτο, και η φίλη του Μίρα

Φούχρερ εκμυστηρεύεται σ’ ένα γράμμα: «Ποτέ δεν ήμουν τόσο ευτυ­ χισμένη» (Κούρτσμαν, 34). Διώχνεται κάθε άλλη έγνοια. Στην οργάνω­ ση του Ανιέλεβιτς απαγορεύεται στους άνδρες να καπνίζουν, να πί­ νουν ή να έχουν σεξουαλικές σχέσεις· αναγνωρίζουμε εδώ τη χαρα­ κτηριστική εγκράτεια των πολιτικών ή θρησκευτικών αγωνιστών. Ο φί­ λος του Ρίνγκελμπλουμ γράφει μετά τον θάνατό του: «Από τη στιγμή που ο Μορντοχάι είχε αποφασίσει να αγωνιστεί, δεν υπήρχε γι’ αυτόν κανένα άλλο ζήτημα. Οι επιστημονικοί κύκλοι και τα σεμινάρια τελείω­ σαν, οι διάφορες πολιτιστικές και μορφωτικές εργασίες διακόπηκαν. Εκτοτε, αυτός και οι σύντροφοί του έστιασαν όλες τους τις ενέργειες στο πεδίο της μάχης» (Σουλ, 89). Οπως οι ηγέτες της εξέγερσης του 1944, ο Ανιέλεβιτς θέλει ο θάνατός του να φορτιστεί με ένα συμβολικό νόημα και να γίνει μήνυμα για απόντες παραλήπτες: «Θα δώσουμε στον θάνατό μας ένα ιστορικό νόημα και μια πλήρη σημασία για τις μέλλουσες γενεές», γράφει σ’ ένα άλλο γράμμα (Κούρτσμαν, 98). Σαν αληθινός ήρωας, ο Ανιέλεβιτς έχει πράγματι δεχθεί την ιδέα του θανάτου του. Κατά τον Ρίνγκελμπλουμ, η παρούσα κατάσταση έ­ θετε γι’ αυτόν μόνον ένα ερώτημα: «Τι είδους θάνατο θα διαλέξουν οι πολωνοί Εβραίοι; Θα εΚ^ι ο θάνατος των προβάτων που αφήνονται να τα σύρουν στο σφαγείο χωρίς αντίσταση, ή ο θάνατος ανθρώπων με τιμή που θα ήθελαν να δουν τον εχθρό να πληρώνει με το αίμα του τον θάνατό τους;» (Σουλ, 89). Η επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε ζωή και θά­ νατο, αλλά ανάμεσα σε δύο μορφές θανάτου: των ανθρώπων με τιμή ή

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

των προβάτων. Όπως ο Οκουλίτσκι, ο Ανιέλεβιτς περιστέλλει το μέλλον σε ένα τέτοιο εναλλακτικό σχήμα, που να δέχεται αναμφισβήτητη απά­ ντηση. Αλλά η διατύπωση αυτή εξαντλεί αληθινά όλες τις δυνατότητες; Εν πάση περιπτώσει, σ’ αυτό το εναλλακτικό σχήμα, ο τιμημένος θάνα­ τος είναι η επιθυμητή λύση: καθώς δε'· αποδέχεται κανένα συμβιβασμό, ο Ανιέλεβιτς θέλει να νικήσει ή να πεθάνει· άρα, στην προκειμένη περί­ πτωση, να πεθάνει. Αυτό ακριβώς εξηγεί την αυτοκτονία του (αν αυτο- κτόνησε): το μπούνκερ στο οποίο έχει κλειστεί έχει μία έξοδο που δεν την φυλάγουν οι 35· αλλά αφού ο υπέρτατος στόχος του Ανιέλεβιτς δεν είναι η επιβίωση, δεν θα την χρησιμοποιήσει. Ενας από τους συ­ ντρόφους τόυ, ο Αριέ Βίλνερ, βεβαιώνει κι αυτός: «Δεν θέλαμε να σώ­ ]

σουμε τη ζωή μας. [

... α» (Μπόρβιτς, 69). Θα πρέπει να προσθέσουμε ότι αν ορισμένοι σύντρο­ φοί του συμμερίζονται την άποψή του, άλλοι, τον ίδιο καιρό, διαφορο­ ποιούνται —όπως ο Έντελμαν, που δεν είναι ο μόνος. Ο Ανιέλεβιτς θεωρεί αξία δεύτερης τάξεως όχι μόνο τη δική του ζωή, αλλά και τη ζωή των γύρω του (καίτοι είναι έτοιμος να θυσιαστεί γι’ αυτούς). Τους μήνες που προηγούνται της εξέγερσης, η Εβραϊκή Οργάνωση Μάχης της οποίας ηγείται, αρνείται να σκάψει κρύπτες ή σήραγγες προς τη μεριά των «Αριών», πράγμα που απεναντίας κάνουν τα μέλη της ΖΖ\Λ/, της άλλης αντιστασιακής οργάνωσης (δεξιάς): ο Ανιέλεβιτς φοβάται μήπως μία τέτοια προετοιμασία εξασθενήσει το με πλη­ ρωμή, να κρύψουν ανθρώπους από την άλλη μεριά του τοίχου που πε­ ριβάλλει το γκέτο- ο Ανιέλεβιτς εναντιώνεται και σ’ αυτό, για τον ίδιο λόγο: τα χρήματα οφείλουν να εξυπηρετήσουν τον αγώνα, όχι να γλι­ τώσουν ζωές ατόμων. «Γι’ αυτόν, υπήρχε πια στο εξής μόνον ένας σκοπός, και ήταν έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα σ’ αυτόν: η πάλη ενα­ ντίον του εχθρού», σχολιάζει ο Ρίνγκελμπλουμ (Σουλ, 90). Εξ ίσου ε­ χθρικά αντιμετωπίζει και μία άλλη πρωτοβουλία: της Εθνικής επιτρο­ πής, της οποίας είναι μέλος, που θέλει, τον Φεβρουάριο-Μάρτιο του 1943, να μεταφέρει «από την άλλη πλευρά» ορισμένες πολιτιστικές ή κοινοτικές δραστηριότητες για να εξασφαλίσει ότι δεν θα σβήσουν και πάλι, αυτό θα σήμαινε να ευνοείς την επιβίωση σε βάρος της μάχης. Ο Ρίνγκελμπλουμ βεβαιώνει ότι αι ,ή η διένεξη στην εβραϊκή κοινό­ τητα ως προς τον καλύτερο τρόπο για να αντιμετωπίσουν τις διώξεις των ναζί μετατρεπόταν σε διένεξη μεταξύ των γενεών. Οι πιο ηλικιω­ μένοι προσδοκούσαν να επιβιώσουν, οι ίδιοι και οι κοντινοί τους —για­ τί ήταν «δεμένοι χειροπόδαρα με οικογενειακούς δεσμούς». Οι νέοι, που είναι απαλλαγμένοι από τέτοιες προσκολλήσεις, προτιμούν την τι­ μή από τη ζωή. «Οι νέοι —οι καλύτεροι, οι ωραιότεροι, οι λεπτότεροι ανθοί του εβραϊκού λαού— μιλούσαν πια για έναν τιμητικό θάνατο, και αυτόν σκέφτονταν. Δεν αναρωτιόντουσαν πια πώς να επιζήσουν από τον πόλεμο. Δεν επιδίωκαν να προμηθευτούν χαρτιά Αριών. Δεν είχαν

Θέλαμε να σώσουμε την ανδρική μας αξιοπρέπει­

μαχητικό πνεύμα των μαχητών. Σε μια στιγμή, γίνεται εφικτό,

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

κατάλυμα έξω από το γκέτο. Μοναδική τους έγνοια ήταν να ανακαλύ- ψουν τον πιο αξιοπρεπή θάνατο, τον πιο τιμητικό, αυτόν που ταίριαζε καλύτερα σε έναν λαό αρχαίο με ιστορία πολλών χιλιετιών» (90). Οι νέοι, με επικεφαλής τον Ανιέλεβιτς (μα και τον Ρίνγκελμπλουμ), αγα­ πούν τις ηρωικές αξίες· οι παντρεμένοι, άνδρες και γυναίκες, εμποδι­ ζόμενοι από την μεταξύ τους αγάπη, από την αγάπη για τα παιδιά τους και για τους γηράσκοντες γονείς τους, τάσσονται υπέρ των καθημερι­ νών αρετών. Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στην ιστορία μας και στο πρόταγμα της ερ­ γασίας που ανέλαβαν ο Έντλεμαν και η Χάνα Κραλ. Δεν αποσκοπούν να ξανακάνουν την Ιστορία, που έχει ήδη εδραιωθεί· αλλά —όπως οι ή­ ρωες— δεν νοιάζεται για τα άτομα. Ε λοιπόν, αυτοί έχουν διαλέξει να «Δεν γράφουμε την Ιστορία. Μιλούμε για τη μνήμη» (Εντελμαν, 116). Πρέ­ πει να δυσπιστούμε ακόιια και για τα άτομα, από τη στιγμή που είναι πάρα πολλά: πέρα από ένα ορισμένο κατώφλι, η μάζα γίνεται αφαίρε­ ση. Ο Έντελμαν διηγείται πώς κάποιος κάηκε ζωντανός, και ρωτά την συνομιλήτριά του: «Πιστεύεις ότι αυτό θα μπορούσε ακόμα να εντυπω­ σιάσει, ένας καμένος έπειτα από τετρακόσιες χιλιάδες καμένους;» Αυ­ τός είναι πράγματι ο αριθμός των θυμάτων του γκέτο. Η Χάνα Κραλ α­ ποκρίνεται, με το ίδιο πνεύμα: «Πιστεύω ότι ένας που καίγεται ζωντα­ νός είναι πιο εντυπωσιακός από τετρακόσιες χιλιάδες, και οι τετρακό­ σιες χιλιάδες πιο εντυπωσιακοί από έξι εκατομμύρια» (69). Ένας θάνατος μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο ωραίος. Ο Έντελμαν αναθυμάται τον θάνατο μιας κοπέλας που τρέχει σ’ έναν κά­ μπο με ηλιοτρόπια και δεν μπορεί να μη σχολιάσει: «Ένας θάνατος πραγματικά αισθητικά ωραίος» (78). Η δεύτερη εξέγερση, της Βαρσο­ βίας, στην οποία συμμετέχει πάλι ο Έντελμαν, έχει ανώτερες αισθητι­ κές ιδιότητες από την πρώτη: οι εξεγερμένοι έχουν όπλα, αντιμετωπί­ ζουν τον εχθρό με ξέσκεπο πρόσωπο, σε αληθινές οδομαχίες: «Ήταν μια μάχη υπέροχη, άνετη!» (118). Αυτό το επιχείρημα της ομορφιάς δεν ήταν ξένο και προς την απόφαση να ξεσπάσει η εξέγερση στο γκέ­ το. Έπειτα από τριάντα χρόνια, ο Έντελμαν παραιτημένος λέει: «Αφού η ανθρωπότητα είχε δεχθεί πως ήταν πολύ πιο ωραίο να πεθαίνεις με τα όπλα στο χέρι παρά με γυμνά χέρια, δεν μπορούσαμε παρά να δε­ χθούμε τη σύμβαση αυτή» (74). Μπορούμε να συζητήσουμε, για να κα­ ταλήξουμε αν είναι πιο ωραίο να τρέχεις πάνω στις στέγες παρά να μένεις θαμμένος σε ένα υπόγειο, σύμβαση. Αλλά ένα τουλάχιστον είναι βέβαιο: δεν είναι λιγότερο αξιο­ πρεπές να παθαίνεις ασφυξία σε μια τρύπα από το να πεθαίνεις προ­ σπαθώντας να σκαρφαλώσεις σ’ έναν τοίχο. Ε λοιπόν σήμερα, παρα- συρμένοι από την απόλαυση του θεατή, προτιμούμε εν τέλει την ομορ­ φιά από την αξιοπρέπεια. «Είναι πιο εύκολο να βλέπεις κάποιον να πε­ θαίνει στη μάχη από το να κοιτάζεις τη μητέρα της Πόλα Λίφτσυκ να α­

ενδιαφερθούν ίσα ίσα για τις λεπτομέρειες και για τα άτομα.

αν πρέπει ή όχι να δεχθείς αυτή τη

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

νεβαίνει στο βαγόνι» (93). Αυτό ακριβώς δεν θα ήθελε να παραδεχθεί ο Έντελμαν. «Αρχίζει τότε να φωνάζει, διηγείται η Χάνα Κραλ. Με κατηγορεί ότι βάζω αυ­

τούς που πολεμούν με το όπλο στο χέρι πιο πάνω από κείνους που

στριμώχνονται στα βαγόνια. [

]

... στον θάλαμο αερίων δεν αξίζει λιγότερο από τον θάνατο στη μάχη· α­ πεναντίας, αναφωνεί, είναι πιο τρομερός· είναι πολύ πιο εύκολο να πε­ θαίνεις με το δάχτυλο στη σκανδάλη» (93). Αλλά οι φωνές δεν βοη­ θούν σε τίποτε. Η Ιστορία επιβάλλεται στη μνήμη, ή η Ιστορία έχει ανά­ γκη από ήρωες. Πάνω στον τάφο του Μίκαελ Κλέπφιτς και ορισμένων άλλων, υπάρχει σήμερα ένα γλυπτό. « Ένας άνδρας με φουσκωμένο το στήθος, με όπλο στο ένα χέρι, μια χειροβομβίδα στο άλλο, τεντωμέ­ νος, με σφαίρες στο ζωνάρι, με χιαστί τον τελαμώνα του όπλου». Κα­ νένας από τους εξεγερμένους του γκέτο δεν ήταν ποτέ έτσι: τους έ­ λειπαν όπλα, πολεμοφόδια, ήταν απαίσιοι, μαυριδεροί και βρόμικοι. «Αλλά το μνημείο είναι μάλλον όπως πρέπει να είναι ένα μνημείο, ω­ ραίο και από λευκό μάρμαρο» (122). Τα μνημεία υπακούουν στους κα­ νόνες του είδους τους: δεν επιδιώκουν να πουν την αλήθεια. Τα αγριό­ χορτα κατακλύζουν τους τάφους στο εβραϊκό κοιμητήριο της Βαρσο­ βίας, και τα λευκά μνημεία, οι ηρωικές αφηγήσεις σκεπάζουν με τον θόρυβό τους τα λόγια και τα έργα των κατοίκων του γκέτο.

Ε λοιπόν είναι ηλίθιο, λέει, ο θάνατος

Ερωτήματα

αναγνώσεις αυτές, μου φάνηκε ότι η διαφορά της

Τελειώνοντας τις εξέγερσης του 1944 από την εξέγερση του 1943 δεν ήταν στο πνεύμα

που εμψύχωνε τους ηγέτες τους. κατοίκους να πεθάνουν τιμημένα- η ίδια σκέψη κυριαρχούσε στους μα­ χητές του Στρατού του Εσωτερικού. Η «εθνική αξιοπρέπεια», γράφει ο Ρίνγκελμπλουμ, οδηγούσε τους Εβραίους στη μάχη (Σουλ, 94)· και έ­

Οι αφίσες στο γκέτο καλούσαν τους

πειτα από ενάμισυ χρόνο, έμελλε να οδηγήσει στη μάχη τους Πολω­

Ο Οκουλίτσκι έβλεπε στην εξέγερση του 1944 ένα μήνυμα που απευθυνόταν στον κόσμο- αλλά με την ίδια ορολογία εκφράζονταν και

νούς.

οι ηγέτες του 1943:

μάχονταν για να «ξυπνήσουν τον κόσμο» (γράμμα Σουλ, 117), για να «δει ο κόσμος μέχρι ποίου ση­

στον Σβάρτσμπαρτ, μείου η μάχη μας είναι απεγνωσμένη —και αυτό να του χρησιμεύσει ως απόδειξη και ως μομφή» (γράμμα στον Κάρσκι, Κούρτσμαν, 52). Γ ια πολλούς Πολωνούς, η εξέγερση της Βαρσοβίας έχει γίνει το καλύτερο σύμβολο του ανιδιοτελούς τους ηρωισμού- παρόμοια, η 19η Απριλίου, εικοστή έβδομη μέρα του Νισάν κατά το εβραϊκό ημερολόγιο, επιλέ- χθηκε στο Ισραήλ ως εθνική εορτή σε ανάμνηση του ηρωικού πνεύμα­

τος του εβραϊκού λαού. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο εξεγέρσεις δεν

έγκειται ούτε στα σε­ νάρια που εφαρμόστηκαν στις δύο περιπτώσεις. Όταν εξεγείρονται οι

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

Εβραίοι, τα μέλη του Στρατού του Εσωτερικού που είναι εκεί δίπλα δεν παρεμβαίνουν- ο άμεσος λόγος γι’ αυτό δεν είναι μόνον ο πολωνικός αντισημιτισμός ούτε η πατροπαράδοτη απομόνωση των δύο κοινοτή­ των, αλλά και ο φιλοσοβιετισμός των Εβραίων («Ο προσανατολισμός της Χασχόμερ [της οργάνωσης από την οποία προήλθε ο Ανιέλεβιτς] ήταν φιλοσοβιετικός: η πίστη στη νίκη της Σοβιετικής Ένωσης και του ηρωικού στρατού της», γράφει ο Ρίνγκελμπλουμ [Σουλ, 87]), κι αν ακό­ μα υποθέσουμε ότι οι Εβραίοι στράφηκαν στον φιλοσοβιετισμό εξ αι­ τίας του περιρέοντος αντισημιτισμού. Στην πραγματικότητα, ο Στρατός του Εσωτερικού δεν ήταν λιγότερο εχθρικός στον Στάλιν από όσο στον Χίτλερ (δεν θα μπορούσαμε να του το καταλογίσουμε αυτό- αλλά άντλησε απ’ αυτό καταχρηστικά συμπεράσματα). Γιατί να πήγαινε να βοηθήσει αυτούς που του φαίνονταν οπαδοί του χειρότερου εχθρού του; Όταν, την επόμενη χρονιά, εξεγέρθηκαν οι Πολωνοί, οι Σοβιετικοί που ήταν δίπλα δεν επεμβαίνουν: γνωρίζουν ότι η εξέγερση κατευθύ- νεται τόσο εναντίον αυτών όσο και εναντίον των Γερμανών- γιατί να βοηθήσουν εκείνους που τους μισούν και τους μάχονται; Η Ιστορία ε­ παναλαμβάνεται τραγικά, η λογική της μνησικακίας επικρατεί κάθε φο­ ρά. Ωστόσο οι αντισοβιετικοί Πολωνοί δεν είχαν αληθινά απειληθεί, το 1943, από τους εξεγερμένους Εβραίους- ούτε οι Σοβιετικοί, το 1944, α­ πό τους εξεγερμένους Πολωνούς. Ωστόσο, η ιδεολογική πεποίθηση ε­ πιβάλλεται στην φροντίδα να προστατεύσουν ανθρώπινες ζωές. Αλλά το πλαίσιο στο οποίο εκτυλίσσονται οι δύο εξεγέρσεις είναι τελείως διαφορετικό, και για τον λόγο αυτόν διαφέρει και το ιστορικό τους νόημα. Ο ξεσηκωμός του γκέτο είναι μία υγιής αντίδραση σε μία συστηματική πολιτική εξόντωσης: οι ναζί κατακτητές στέλνουν καθη­ μερινά ένα τραίνο με θύματα στην Τρεμπλίνκα όπου τους περιμένει ά­ μεσος θάνατος- αν δεν υπήρχε αντίδραση, το γκέτο θα είχε σύντομα εξαφανιστεί, έτσι κι αλλιώς. Η αντίδραση αυτή κινητοποιείται σε ορι­ σμένους από τον κάπως μάταιο ηρωισμό που έχουμε παρατηρήσει- αλ­ λά η εξέγερση εκτυλίσσεται σε συνθήκες στις οποίες δεν υπάρχει κα­ μία πιθανή διέξοδος, και η ύπαρξή της θα είχε μπορέσει να βοηθήσει άλλους να ζήσουν, δείχνοντάς τους τη δυνατότητα μιας ενεργητικής αντίστασης. Ο ξεσηκωμός της Βαρσοβίας, το 1944, έχει κι αυτός πολ­ είναι η απελπισία μπροστά στο πολιτικό αδιέξοδο- αλλά δεν είναι αληθινά αναπόφευ­ κτος: είναι το αποτέλεσμα ενός υπολογισμού που αποδείχθηκε λαθε­ μένος, σε μία κατάσταση στην οποία υπήρχαν και άλλες διέξοδοι. Θυ­ σιάζει τα συμφέροντα των ατόμων στην αγάπη των αφαιρέσεων, και η εξαπόλυσή του δεν βοηθά κανέναν: ούτε τότε ούτε αργότερα- ούτε ε­ πί τόπου ούτε αλλού. Η εξέγερση του γκέτο αξίζει τον σεβασμό, αλλά όχι αναγκαστικά για τους λόγους που αναφέρονται συνήθως. Βρίσκουμε ότι δεν έχει ε- μπνεύσει άλλες παρόμοιες ενέργειες κατά τη διάρκεια του πολέμου-

λαπλά ελατήρια, από τα οποία το μικρότερο δεν

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

πολύ αργότερα, στο Ισραήλ, έχει χρησιμεύσει ως ηθική εγγύηση για ε­ νέργειες πιθανόν ηρωικές αλλά όχι αναγκαστικά δίκαιες. Απεικονίζει, βέβαια, την αξιοπρέπεια των κατοίκων, αλλά δεν είναι η μόνη που τό κάνει. Ο μεγάλος σοβιετικός συγγραφέας Βασίλη Γκρόσμαν, αφού πρώτα οικτίρει την παθητικότητα των εβραίων θυμάτων εν γένει, βεβαι­ ώνει: «Οι ένδοξες εξεγέρσεις του γκέτο της Βαρσοβίας, της Τρεμλίνκα,

του Σομπιμπόρ [

],

... θερίας στον άνθρωπο είναι ανίκητο» (Ζωή, 199-200). Και ο Ζαν Αμερύ,

όλα αυτά έχουν αποδείξει ότι το ένστικτο της ελευ­

που επέζησε από το Αουσβιτς, καταδικάζει την εβραϊκή στάση φόβου

και φυγής: «Η αξιοπρέπεια αποκαταστάθηκε εξ ολοκλήρου [

...

]

από την

ηρωική εξέγερση του γκέτο της Βαρσοβίας» (Νους, 91). «Χάρη στους Εβραίους που εξεγέρθηκαν σε ορισμένα στρατόπεδα, και προπάντων στο γκέτο της Βαρσοβίας, ο Εβραίος μπορεί σήμερα να θεωρεί το πρό­ σωπό του ανθρώπινο, τον εαυτό του άνθρωπο» (Ανθρωπισμός, 34). Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι ανάγκη να εξεγερθεί με το όπλο στο χέρι για να παραμείνει ανθρώπινος, για να επιβεβαιώσει την αξιοπρέπειά του ή τον πόθο του για ελευθερία- και δεν ήταν ανάγκη να περιμένουμε την εξέγερση του γκέτο για να βεβαιωθούμε ότι οι ιδιότητες αυτές δεν ή­ ταν νεκρές. Η εξέγερση αυτή ήταν η θαρραλέα αντίδραση σε μιαν α­ πελπιστική κατάσταση- αλλά η χειρονομία της Πόλα ήταν, κι αυτή, ε­ λεύθερη, αξιοπρεπής και ανθρώπινη. Γ ιατί η αξιοπρέπεια είναι πάντα και μόνον η αξιοπρέπεια ενός ατόμου, όχι μιας ομάδας ούτε ενός έθνους. Και η τιμή δεν λούζεται μόνο με το αίμα του εχθρού. Εχω κλείσει τα βιβλία μου. Η δυσφορία που με είχε οδηγήσει σ’ αυ­ τά είχε βέβαια φύγει- αλλά είχε αντικατασταθεί από μία πιο επίμονη α­ νησυχία. Πίστεψα πως ένιωθα ότι οι ιστορίες αυτές, που μου τις έφεραν στο μυαλό οι δύο επισκέψεις σε τάφους, μία Κυριακή πρωί στη Βαρσο­ βία, είχαν ξυπνήσει μέσα μου μια ανησυχία που δεν αναγόταν σε ένα καθαρό νοητικό πρόβλημα, το πρόβλημα του ηρωισμού. Είχα την εντύ­ πωση ότι οι εξεγέρσεις αυτές, αξιοθαύμαστες ή τραγικές, μου φανέρω­ ναν τον εαυτό μου —που η ζωή μου δεν είχε κανένα δραματικό συμ­ βάν. Έχω καταλάβει ότι, για να προχωρήσω πιο γρήγορα, δεν μπορού­ σα να αποφύγω να εξετάσω τη μοίρα μου —ότι αυτό έμελλε να κάνω ε­ πιδιώκοντας να γνωρίσω την Ιστορία και αναρίθμητες μικρές ιστορίες. Ζούμε σήμερα στην Ευρώπη την κατάρρευση του δεύτερου μεγά­ λου ολοκληρωτικού συστήματος, του κομμουνιστικού, και άρα και την πραγματική λήξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου. Θα μπορούσαμε να ζή- σουμε τούτη τη στιγμή σαν παρακίνηση να γυρίσουμε σελίδα, να σκε- φτούμε επιτέλους κάτι άλλο. Αλλωστε, ο πόλεμος, στιγμή του ολοκλη­ ρωτικού παροξυσμού, απομακρύνεται ολοένα περισσότερο- ο αριθμός των ανθρώπων που δεν τον έχουν γνωρίσει, ακόμα και στην Ευρώπη, είναι τώρα μεγαλύτερος από των μαρτύρων- αυτοί οι «νέοι» θα Πρέπει να συνεχίσουν να ενδιαφέρονται για ένα συμβάν προϊστορικό, ενώ το 1968 φαίνεται ήδη σε πολλούς σαν όριο πέρα από το οποίο δεν θα

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

μπορούσαν να ανατρέξουν, κάτι όπως η γέννηση του Χριστού; Ε λοιπόν, αντί να συμμετάσχω στην γενική ευφορία μπροστά σ’ αυτή την αληθινή λήξη του πολέμου, αισθάνομαι την ανάγκη να ξαναγυρίσω πίσω, στα χρόνια του άγχους, στην ζοφερή εποχή κατά την οποία το να- ζιστικό και το κομμουνιστικό καθεστώς έφταναν στην μέγιστη ισχύ τους, και στον παραδειγματικό τους θεσμό, τα στρατόπεδα. Το σκέφτο­ μαι μάλιστα περισσότερο από κάθε άλλη φορά- μήπως πρόκειται να γί­ νω εξ ίσου αναχρονιστικός με έναν παλαιό πολεμιστή; Επειδή πιθανόν τα στρατόπεδα —καθώς και ό,τι στο βασίλειο των ναζί χρησίμευε ως προθάλαμος τους, τα γκέτο— φρονώ πως είναι το έμβλημα του ολοκληρωτισμού, αισθάνομαι την υποχρέωση να τα μελε­ τήσω εξονυχιστικά. Δεν βρέθηκα ποτέ σε στρατόπεδο, ούτε από κοντά ούτε από μακριά, με εξαίρεση τα ναζιστικά στρατόπεδα που έχουν με- τατραπεί σε μουσεία- αλλά έχω ζήσει, μέχρι τα εικοσιτέσσερά μου χρόνια, σε μία χώρα τότε ολοκληρωτική. Εκεί εδράζεται η ταύτισή μου, μου έρχονται και οι πρώτες μύχιες εμπειρίες του πολιτικού κακού που μου επιβλήθηκε και δεν το υφίσταμαι πια. Ω, τίποτε συνταρακτικό, μάλλον η κοινή μοίρα: η πειθήνια συμμετοχή σε διάφορες δημόσιες εκδηλώ­ σεις, η αδιαμαρτύρητη χρησιμοποίηση του κώδικα κοινωνικής συμπερι­ φοράς, η σιωπηλή συγκατάνευση στην κατεστημένη τάξη πραγμάτων. Τα χρόνια που φεύγουν δεν με κάνουν να λησμονήσω την εμπειρία αυτή. Αν αισθάνομαι υποχρεωμένος να επανέλθω εδώ σ’ αυτή, ο λό­ γος δεν είναι μόνον ότι ο ολοκληρωτισμός δεν έχει ακόμα πεθάνει πα­ ντού- ο αληθινός λόγος είναι πως πιστεύω ότι, όταν αγνοούμε το πα­ ρελθόν, κινδυνεύουμε να το επαναλάβουμε. Κι αυτό που με απασχο­ λεί, δεν είναι το παρελθόν ως τέτοιο- είναι μάλλον ότι πιστεύω πως διαβάζω σ' αυτό ένα δίδαγμα που απευθύνει σ’ εμάς, σήμερα. Ποιο, ό­ μως; Τα συμβάντα δεν αποκαλύπτουν ποτέ από μόνα τους το νόημά τους, τα γεγονότα δεν είναι διαφανή- για να μάθουμε κάτι, είναι ανά­ γκη να τα ερμηνεύσουμε. Και για την ερμηνεία αυτή θα επωμιστώ μό­ νος μου την ευθύνη- θα προσπαθήσω να πω εδώ το μάθημα που πήρα από τα στρατόπεδα και τον ολοκληρωτισμό.

όσο μερική και αν είναι, με τους κρατούμενους. Από κει, ωστόσο,

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

Μια θέση για την ηθική;

Ο πόλεμος όλων εναντίον όλων

Οι αφηγήσεις για τα ολοκληρωτικά στρατόπεδα μπορούν να ξανα­ διαβαστούν από διάφορες οπτικές γωνίες. Μπορούμε ν’ αναρωτηθού- με για την ακριβή ιστορική αλύσωση που έχει οδηγήσει στη δημιουργία των στρατοπέδων, κατόπιν στον αφανισμό τους· μπορούμε να συζητή­ σουμε έντονα για την πολιτική τους σημασία- μπορούμε ν’ αντλήσουμε απ’ αυτά μαθήματα κοινωνιολογίας ή ψυχολογίας.

Οσο για μένα, θα ή­ θελα να εγείρω εδώ ένα διαφορετικό ζήτημα, κι ας μη μπορώ να α­ γνοήσω τελείως αυτές τις άλλες οπτικές: θα ήθελα να καταλάβω καλύ­ τερα την αντίθεση που έχω συναντήσει, ανάμεσα σε ηρωικές αρετές και σε καθημερινές αρετές- ώστε το πεδίο που διάλεξα είναι το πεδίο της ηθικής και, όπως ο Εντελμαν και η Κραλ, θα ενδιαφερθώ περισσό­ τερο για τα ατομικά πεπρωμένα παρά για τους αριθμούς και τις ημερο­ μηνίες. Αλλά ακούω κιόλας μια ένσταση: δεν έχει ρυθμιστεί από καιρό το ζήτημα; Δεν μας είναι γνωστό, σ’ αυτό το επίπεδο, ότι τα στρατόπε­ δα μάς έχουν φανερώσει μία απλή και θλιβερή αλήθεια, δηλαδή ότι, σ’ αυτές τις ακραίες συνθήκες, όλα τα ίχνη ηθικής ζωής εξατμίζονται και οι άνθρωποι μεταμορφώνονται σε ζώα μπλεγμένα σ’ έναν ανελέητο πόλεμο επιβίωσης, τον πόλεμο όλων εναντίον όλων; Η άποψη αυτή δεν είναι μόνο κοινός τόπος τού πώς παρουσιάζει ο λαός τα συμβάντα αυτά- την συναντούμε πλουσιοπάροχα και στις αφη­ γήσεις των ίδιων των επιζησάντων. Είχαμε γίνει αδιάφοροι για τη δυ­ στυχία των άλλων- για να επιβιώσεις, έπρεπε να σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου: αυτό το μάθημα πήρε από το Αουσβιτς ο Ταντέους Μπο- ρόφσκι, που έμελλε ν’ αυτοκτονήσει το 1951. «Σ’ αυτό τον πόλεμο, η ηθικότητα, η εθνική αλληλεγγύη, ο πατριωτισμός και τα ιδεώδη της ε­ λευθερίας, της δικαιοσύνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας έχουν

γλιστρήσει και φύγει απ’ τον άνθρωπο σαν σάπια κουρέλια [

...

].

Ποιο έ­

γκλημα δεν θα διέπραττε ο άνθρωπος για να σωθεί;» (Από δω, 168). Η

ηθική δεν είναι έμφυτη στον άνθρωπο: αυτό είναι το συμπέρασμα και ενός άλλου τροφίμου του Αουσβιτς, του Ζαν Αμερύ, που έμελλε να αυτοκτονήσει το 1978. «Το φυσικό δίκαιο δεν υπάρχει, και οι ηθικές κατηγορίες είναι ευμετάβολες όπως η μόδα» (Διανοούμενοι, 22). Οι στερήσεις ήταν τέτοιες, επιβεβαιώνει ένας τρίτος επιζήσας του Άου- σβιτς, ο Πρίμο Λέβι, που έμελλε ν’ αυτοκτονήσει το 1987, ώστε οι ηθι­ κές στάσεις είχαν καταστεί ανέφικτες. «Εδώ, ο αγώνας για τη ζωή εί­ ναι αμείλικτος, γιατί ο καθένας είναι απελπιστικά και άγρια μόνος». Ε λοιπόν, για να επιβιώσεις έπρεπε «να εγκαταλείψεις κάθε αξιοπρέπεια, να σβήσεις κάθε σπίθα συνείδησης, να ριχτείς στη συμπλοκή σαν ζώο

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

εναντίον άλλων ζώων, να εγκαταλειφθείς στις ανυποψίαστες υπόγειες δυνάμεις που στηρίζουν τις γενεές και τα άτομα στις αντιξοότητες» (Εάν, 115-20). «Ήταν μία ύπαρξη σύμφωνα με τον Χομπς, ένας συνε­ χής πόλεμος όλων εναντίον όλων» (Αυτοί που βούλιαξαν, 132). Δεν διαφέρει πολύ η πείρα από τα κομμουνιστικά στρατόπεδα. Ο Βαρλάμ Τσαλάμοφ, που έμεινε σ’ αυτά είκοσι πέντε χρόνια, από τα ο­ ποία δεκαεπτά στην Κολύμα, είναι ιδιαίτερα απαισιόδοξος. «Όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα — αγάπη, φιλία, ζήλεια, αγάπη για τον πλη­ σίον, ευσπλαχνία, δίψα για δόξα, τιμιότητα— όλα τα συναισθήματα αυ­

τά μας είχαν εγκαταλείψει, μαζί με τη σάρκα που την είχαμε χάσει κα­

τά την παρατεταμένη πείνα μας. [

]

... δοκιμασία των ηθικών δυνάμεων του ανθρώπου, της συνηθισμένης ηθι­

Το στρατόπεδο ήταν μία μεγάλη

κής, και το 99% των ανθρώπων δεν τα έβγαζαν πέρα σ’ αυτή τη δοκι­

μασία. [

...

]

Οι συνθήκες του στρατοπέδου δεν επέτρεπαν στους ανθρώ­

πους να παραμείνουν άνθρωποι, τα στρατόπεδα δεν είχαν δημιουργη- θεί για ανθρώπους» (31 και 11). Η ηθική ζωή δεν ήταν πια εφικτή, δια­ πιστώνει και η Ευγενία Γ κίνσμπουργκ, που έζησε είκοσι χρόνια στην Κολύμα. «Ενα ανθρώπινο πλάσμα σπρωγμένο στον πάτο από μορφές

απάνθρωπης ζωής [

]

καλό και το κακό. [

]

Ήμασταν, αναμφίβολα, ηθικά νεκροί» (II,

21 και

179).

Αν το μόνο που σκέφτεσαι είναι πώς θα επιβιώσεις, αναγνωρίζεις

μόνο τον νόμο της ζούγκλας, δηλαδή την απουσία κάθε νόμου και την αντικατάστασή του από την ωμή δύναμη. Το κύριο αποτέλεσμα αυτής της απόλυτης επικράτησης του ενστί­ κτου της αυτοσυντήρησης πάνω στην ηθική ζωή είναι η απουσία συ­ μπόνιας για τα βάσανα των άλλων και, επιπλέον, η έλλειψη βοήθειας που θα έπρεπε να του δοθεί- απεναντίας, ο άνθρωπος συντελεί στον μαρασμό τού πλησίον, για να μπορέσει να ελαφρύνει λιγάκι τη δική του ζωή. Κι αν ακόμα δεν διαπράττουν επιθετικές πράξεις, οι κρατού­ μενοι παραλείπουν τα υποτυπώδη καθήκοντα της αλληλεγγύης. Σ’ ένα κεφάλαιο της μαρτυρίας του, με τίτλο «Είναι δύσκολο να μείνεις άν­ θρωπος», ο Ανατόλη Μαρτσένκο, που είχε εκτοπιστεί στη Μορδοβία, αφηγείται πώς, ενώ ένας κρατούμενος κόβει τις φλέβες του και σωριά­ ζεται μέσα στο αίμα του, οι σύντροφοί του στο κελί τελειώνουν ήρεμα το πρωινό τους. «Ένας άνθρωπος αιμορραγεί μπροστά στα μάτια μου κι εγώ γλείφω καλά καλά το κουτάλι μου και σκέφτομαι μόνο τη στιγ­ μή που θα μου ξαναδώσουν να φάω. Εξακολουθεί να υπάρχει μέσα σ’ εμένα, μέσα σε όλους που είμαστε εδώ, κάτι ανθρώπινο;» (132). Τα μέ­ λη των ομάδων που καθάριζαν τα βαγόνια τα οποία κατέφταναν στο Αουσβιτς δεν αισθάνονται την παραμικρή τύψη όταν τσεπώνουν τα τρόφιμα και τα αντικείμενα των καινούριων εκτοπισμένων. «Αφού δεν μπορούμε να σταματήσουμε αυτό τον κατακλυσμό των πτωμάτων, για­ τί να μην επωφεληθούμε από τις ημέρες που μας χαρίζονται;» (Ι_3ΐ<3-

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

ΟουοΙν, 129). Ο Ρίχαρντ Γκλάζαρ, που κάνει την ίδια δουλειά στην Τρε­ μπλίνκα και επωφελείται με τον ίδιο τρόπο, αναθυμάται την περίοδο κατά την οποία οι αποστολές κρατουμένων σπάνιζαν και την αντίδρα­

σή του όταν ξαναπύκνωσαν: «Είχαμε φωνάξει: “Ζήτω! Ζήτω!” [

] Δεν

... αμφισβητούσαμε το γεγονός ότι ίσα ίσα ο θάνατος των άλλων, όποιοι κι αν ήταν, σήμαινε για μας ζωή» (Σερένυ, 227). Ως και οι πιο στενοί οι­ κογενειακοί δεσμοί δεν αντιστέκονταν σ’ αυτή τη μάχη για την επιβίω­ ση: ο Μπορόφσκι αφηγείται πώς μια μητέρα, για να σώσει τη ζωή της, προσποιήθηκε ότι δεν γνώριζε το παιδί της· ο Ελί Βήζελ, που επέζησε από το Άουσβιτς, έχει περιγράφει στο βιβλίο του Νύχτα πώς ο γιος αρ­ πάζει το ψωμί από τα χέρια του πατέρα του ή πώς αυτός ο ίδιος αισθά­ νεται ανακούφιση για τον θάνατο του πατέρα του, καθώς βλέπει έτσι να αυξάνονται οι δικές του πιθανότητες επιβίωσης. Αν κάθε χειρονομία του ατόμου καθορίζεται από τις διαταγές των α- νωτέρων του και από την ανάγκη να επιβιώσει, η ελευθερία του περιορί­ ζεται στο μηδέν και δεν μπορεί αληθινά να ασκήσει τη θέλησή του για να διαλέξει την άλφα και όχι την βήτα συμπεριφορά. Ε λοιπόν, εκεί που δεν υπάρχει επιλογή, δεν υπάρχει και χώρος για οποιαδήποτε ηθική ζωή.

Αμφιβολίες

Αν ωστόσο ξαναδιαβάσω τις αφηγήσεις των επιζησάντων, έχω την εντύπωση ότι η κατάσταση δεν είναι τόσο μαύρη όσο μπορεί να φαινό­ ταν. Δίπλα σε παραδείγματα που παρουσιάζουν την εξαφάνιση κάθε η­ θικού συναισθήματος, βρίσκουμε κι άλλα, που μας δείχνουν κάτι δια­ φορετικό. Ο ίδιος Λέβι, που έβλεπε στο στρατόπεδο μόνο την εξουθενωτική πάλη όλων εναντίον όλων, που γράφει: «Ο καθένας είναι για τον καθέ­ να εχθρός ή αντίπαλος», σταματά και παραδέχεται ότι η γενίκευση αυ­ τή είναι παρατραβηγμένη: «Μα όχι», ο τάδε δεν ήταν ούτε εχθρός ού­ τε αντίπαλος (Εάν, 52). Αλλωστε, πολλές ιστορίες στο Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος εναντιώνονται στον ζοφερό γενικό νόμο που διατύπωσε ο Λέβι. Ο καλός του φίλος Αλμπέρτο, που θα πεθάνει κατά τις αναγκα­ στικές πορείες εκκένωσης των στρατοπέδων, παλεύει για την επιβίω­ σή του, χωρίς ωστόσο να γίνει διόλου κυνικός· ξέρει να είναι συγχρό­ νως δυνατός και γλυκύς. Ενας άλλος φίλος, ο Ζαν ο Πίκολο (που θα ε- πιζήσει) επιδιώκει κι αυτός να μείνει στη ζωή, κι ωστόσο «δεν παρέλει- πε να διατηρεί ανθρώπινες σχέσεις με τους λιγότερο προνομιούχους συντρόφους του» (143). Αλλά αν υπάρχουν τόσες εξαιρέσεις, εξακο­ λουθεί να ισχύει ο κανόνας; Ο ίδιος Μπορόφσκι, που οι αφηγήσεις του για το Άουσβιτς είναι οι πιο αμείλικτες, γράφει: «Νομίζω ότι ο ο άνθρωπος ξαναβρίσκει πάντα εκ νέου τον άνθρωπο —δια μέσου της αγάπης. Κι αυτό είναι το πιο ση­ μαντικό και το πιο ανθεκτικό πράγμα» (Ο κόσμος, 135). Είναι άλλωστε

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

γνωστό ότι ο Μπορόφσκι συμπεριφέρθηκε στο Αουσβιτς τελείως δια­ φορετικά από τα πρόσωπα του έργου του: η αφοσίωσή του στους άλ­ λους έφτανε να γίνει ηρωισμός. Αλλά έχει καταλάβει από τα έσω μέχρι πού μπορούσε να φτάσει η ανθρώπινη εξαχρείωση και δεν έχει θελήσει ν’ αποτελεί εξαίρεση από την περιρρέουσα διαφθορά:

το πρόσωπο του έργου του ονομάζεται κι αυτό Ταντέους, όπως αυτός ο ίδιος, και μιλάει σε πρώτο πρόσωπο- είναι κάπο κυνικός —και αμείλικτος. Ιδού ο κανό­ νας που έχει ορίσει για καθετί που γράφεται για το Αουσβιτς: να μη

γράφεις, πεινώσεις που έχει επιβάλει το στρατόπεδο στους κρατούμενους. Μ’ αυτό, έκανε μία καινούρια επιλογή, και μία καινούρια ηθική πράξη. Ο ίδιος Χαλάμοφ, που αφηγείται την απελπισία της Κολύμα και την εσωτερική εξαχρείωση όλων, βεβαιώνει: «Δεν θα φτάσω ασφαλώς να ό,τι κι αν που εξα­ σφαλίζει τη δυνατότητα να παραμείνεις στη ζωή» (33). Οπως έχει επι- σημάνει ο Σολζενίτσυν, μία τέτοια απόφαση αποδεικνύει ότι δεν απα­ γορεύονται όλες οι επιλογές και ότι, ο ίδιος ο Χαλάμοφ τουλάχιστον, κανόνα που διατυπώνει. Οι ίδιοι Ι_3ΐ<5 και

παρά μόνον αν είσαι ικανός να επωμιστείς τις χειρότερες τα­

καταγγείλω έναν άνθρωπο που είναι κρατούμενος όπως εγώ,

κάνει. Ούτε και θα επιδιώξω να πάρω τη θέση του ομαδάρχη,

αποτελεί εξαίρεση από τον Οουάν, που επέζησαν από το Αουσβιτς και διαπιστώνουν την απώλεια της ανθρώπινης ταυτότητάς τους, επισημαίνουν ότι χωρίς βοήθεια η ε­ πιβίωση ήταν αδύνατη- ώστε υπήρχε βοήθεια; Επειτα από τριάντα χρό­ νια, ο Ι_3Κ3 το επιβεβαιώνει: οφείλω την επιβίωσή μου «στη συνάντησή μου με ορισμένους συμπατριώτες μου με ανθρώπινο πρόσωπο και με ανθρώπινη καρδιά» (19). Η Γκίνσμπουργκ αναφέρει αναρίθμητες χειρο­ νομίες αλληλεγγύης, τις οποίες δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει η βασική αρχή που η ίδια διατύπωσε. Και αν υπήρξαν γιοι που άρπαξαν το ψωμί από τα χέρια των πατεράδων τους, ο Ρομπέρ Αντέλμ, κρατού­ μενος στο Μπούχενβαλντ, έχει συναντήσει κι άλλους γιους. «Ο πεινα-

σμένος γέροντας που θα έκλεβε μπροστά στον γιο του, για να φάει ο ]

γιος του. [

... ψωμί του στον άλλο με μάτια όλο λατρεία» (274). Η αυστριακή κρατούμενη Έλα Λίνγκερς-Ράινερ αναφέρει στις ανα­ μνήσεις της από το Αουσβιτς ότι είχε συναντήσει εκεί μία άλλη γιατρί­ να, Εβραία, την Ένα Βάις, που εξέφραζε τη φιλοσοφία της για τη ζωή ως εξής: «Πώς επιβιώνω στο Αουσβιτς; Η βασική αρχή μου: πρώτον ε­ γώ, δεύτερον εγώ, τρίτον εγώ. Έπειτα τίποτε. Έπειτα πάλι εγώ, και με­ τά όλοι οι άλλοι» (118). Η διατύπωση αυτή, που την παραθέτουν συ­ χνά, θεωρείται η πιο σωστή έκφραση του ηθικού νόμου —ή μάλλον της απουσίας του— στο Αουσβιτς. Ωστόσο, η Λίνγκενς-Ράινερ σπεύδει να προσθέσει ότι η γιατρίνα παραβίαζε καθημερινά την παραπάνω βασική της αρχή και βοηθούσε δεκάδες, εκατοντάδες άλλες κρατούμενες. Αφού είχε διηγηθεί την ιστορία της, την συμπλήρωσε με μία παρόμοια χειρονομία. Ιδού πώς περιγράφει τις μεταμορφώσεις που υπέστη η ηθι­

Οι δύο μαζί πεινασμένοι, που πρόσφεραν ο καθένας το

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

κή: «Εμείς οι άλλοι κρατούμενοι του στρατοπέδου είχαμε έναν μόνο κανόνα: ό,τι συντελούσε στην επιβίωσή μας ήταν καλό, ό,τι την απει­ λούσε ήταν κακό και αποφευκταίο» (142). Κι ωστόσο μάς περιγράφει εκτενώς μία συνειδησιακή σύγκρουση που την είχε αναστατώσει: έ­ πρεπε να παρέμβει προς όφελος μιας εβραίας ασθενούς και να θέσει έτσι σε κίνδυνο τις δικές της πιθανότητες επιβίωσης ή έπρεπε να μη παρέμβει και να σκεφτεί μόνο τον εαυτό της; Διάλεξε τελικά το πρώτο- αλλά, κι αν ακόμα είχε προτιμήσει το δεύτερο, ο δισταγμός που ένιωθε θα αποδείκνυε ότι δεν είχε σβήσει μέσα της το ηθικό συναίσθημα. Άλλωστε, οι συνειδησιακές συγκρούσεις δεν είναι σπάνιες στις α­ κραίες καταστάσεις και επιβεβαιώνουν με την ύπαρξή τους τη δυνατό­ τητα επιλογής, και άρα ηθικής ζωής. Θα θέλαμε να απαλλαγούμε απ’ αυτή, γιατί οδηγούμαστε να διαλέξουμε ελεύθερα ένα κακό, που το θεωρούμε ωστόσο μικρότερο απ’ αυτό που θα συνέβαινε αλλιώς· αλλά δεν το κατορθώνουμε πάντα. Η Λίνγκενς-Ράινερ είναι γιατρίνα: οφεί­ λει ή όχι να σκοτώσει τα νεογέννητα, για να έχουν οι μητέρες μεγαλύ­ τερες πιθανότητες επιβίωσης; Οφείλει να χρησιμοποιήσει το μοναδικό της φάρμακο για να ανακουφίσει μία βαριά άρρωστη ή δύο πιο ελα­ φριά; Οι αντιστεκόμενοι της Βίλνο αντιμετωπίζουν ένα τρομερό δίλημ­ μα: πρέπει να παραδώσουν οι ίδιοι στην Γκεστάπο τον αρχηγό τους Ισαάκ Βίτενμπεργκ ή να δεχθούν να εκμηδενιστεί το γκέτο από τα ταν- κς; Όλες οι διαπραγματεύσεις με τον καταχτητή εμπλέκουν οδυνηρές συνειδησιακές συγκρούσεις. Δεν είναι αλήθεια ότι η ζωή στο στρατόπεδο υπακούει μόνο στον νόμο της ζούγκλας: οι κανόνες της κοινωνικής ζωής δεν είναι οι ίδιοι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν. Η κλοπή σε βάρος της διοί­ κησης είναι όχι μόνο νόμιμη, μα και αξιοθαύμαστη· απεναντίας, η κλο­ πή, ιδίως ψωμιού, από συγκροτούμενους αντιμετωπίζεται με περιφρό­ νηση και, τις περισσότερες φορές, τιμωρείται αυστηρά. Ο νόμος αυτός ισχύει αυστηρά τόσο στα ναζιστικά όσο και στα κομμουνιστικά στρατό­ πεδα. Παρόμοια, οι χαφιέδες περιφρονούνται και τιμωρούνται και στα δυο είδη στρατοπέδων. Οι δέκα εντολές, γράφει η Άννα Παβελτσύν- σκα, που επέζησε του Άουσβιτς, δεν είχαν εξαφανιστεί, αλλά είχαν ε- πανερμηνευτεί. Το να σκοτώσεις μπορούσε να είναι μία ηθική πράξη, αν μ’ αυτό εμπόδιζες έναν βίαιο δολοφόνο να εξακολουθεί να ρημάζει. Η ψευδομαρτυρία μπορούσε να γίνει πράξη ενάρετη, αν έδινε τη δυνα­ τότητα να σώσεις ανθρώπινες ζωές. Το να αγαπάς τον πλησίον σου ό­ πως τον εαυτό σου ήταν απαίτηση υπερβολική, αλλά το να αποφεύγεις να τον ενοχλείς δεν ήταν. Η Ζερμαίν Τιγιόν, που επέζησε του Ράβεν- σμπρυκ, καταλήγει, κατά τη γνώμη μου λογικά, στην ακόλουθη μη κα­ τηγορηματική κρίση για την ηθική ζωή του στρατοπέδου: «Τα τεταμένα νήματα της φιλίας θαρρείς και είχαν βουλιάξει κάτω από την γυμνή κτηνωδία του αναβρύζοντος εγωισμού, αλλά όλο το στρατόπεδο ήταν αόρατα μπλεγμένο στα νήματα αυτά» (II, 26).

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

Υπάρχουν τόσα αντιπαραδείγματα προς τις βασικές αρχές ανηθικό- τητας που αναφέρουν οι επιζήσαντες, ώστε η παρουσία των βασικών αυτών αρχών στα γραπτά τους απαιτεί με τη σειρά της εξήγηση. Γ ιατί οι μερικές περιπτώσεις, που αυτοί οι ίδιοι αναφέρουν, δεν απεικονί­ ζουν τα γενικά συμπεράσματα στα οποία φρονούν ότι μπορούν να κα­ ταλήξουν; Ο Τεράνς Ντε Πρε, που έγραψε μια μελέτη για τους επιζή­ σαντες των στρατοπέδων, έχει προτείνει μια απάντηση: οι πρώην κρα­ τούμενοι επιμένουν στην αρνητική πλευρά της εμπειρίας τους, γιατί αυτό ακριβώς είναι σε τούτη μοναδικό, και κυρίως δεν θέλουν να το κρύψουν από την άλλη μεριά, τα παραδείγματά τους αντανακλούν την πολυπλοκότητα της κατάστασης. «Ως μάρτυρας, ο επιζήσας αποσκο- πεί κυρίως στο να μεταδώσει την απόλυτη ξενότητα των στρατοπέ­ δων, την ιδιαίτερη απανθρωπιά τους·» (99). Μπορούμε σ’ αυτό να προ­ σθέσουμε ότι οι επιζήσαντες υποφέρουν από τύψεις πως δεν βοήθη­ σαν τους πλησίον τους, καίτοι η συμπεριφορά τους είναι απόλυτα ερ- μηνεύσιμη και δικαιολογήσιμη, απλώς επειδή οι συνέπειες αυτής της μη-επέμβασης είναι θηριώδεις: ο θάνατος. Η Ζερμαίν Τιγιόν είναι στο νοσηλευτήριο, άρρωστη, και μία «επιλογή» παίρνει τη μάνα της, κρα­ τούμενη κι αυτή στο Ράβενσμπρυκ. Η ίδια δεν μας λέει τίποτε άλλο, αλλά ξέρουμε, από την αφήγηση της φίλης της Μπούμπερ-Νόυμαν, ότι κατηγορεί πικρά τον εαυτό της που άφησε τη μάνα της να φύγει. «Η Ζερμαίν αναπήδησε στο κρεβάτι, κλαψουρίζοντας σαν λαβωμένο ζώο, κι άρχισε να κλαίει με αναφιλητά: “Πώς έγινε και σκέφτηκα μόνο τον ε­

αυτό μου και ξέχασα τη μάνα μου;”»

(Ράβενσμπρυκ, 201). Το εσωτερι­

κό της δικαστήριο την κρίνει πιθανόν ένοχη· αλλά κανένα άλλο ανθρώ­ πινο δικαστήριο δεν θα μπορούσε να κάνει το ίδιο. Υπάρχει και άλλος ένας λόγος, για τον οποίο η παραπάνω ιδέα είναι παρούσα στα γραπτά των επιζησάντων. Λένε ότι τα στρατόπεδα έχουν αποδείξει ότι η συμπεριφορά του ατόμου εξαρτάται από τις συνθήκες του περιβάλλοντος και όχι από τη θέλησή του, ότι η ζωή είναι πόλεμος όλων εναντίον όλων, ότι η ηθική είναι μόνο μία επιφανειακή σύμβαση. Αλλά οι διαβεβαιώσεις αυτές υπάρχουν σε αφθονία και έξω από τα γραπτά των επιζησάντων, στην ευρωπαϊκή σκέψη των δύο προηγούμε­ νων αιώνων και, ιδιαίτερα, στην κυρίαρχη ιδεολογία των ολοκληρωτι­

κών χωρών μπορούμε να τις βρούμε και στον Μαρξ και στον Νίτσε. Τα στρατόπεδα πράγματι δημιουργήθηκαν κατά το πνεύμα αυτής της ιδεο­ λογίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το απεικονίζουν τέλεια. Όταν ο Μπορόφσκι διακηρύσσει: «Στην πραγματικότητα, όλος ο κό­

σμος μοιάζει με στρατόπεδο συγκεντρώσεως [

...

].

Ο κόσμος δεν κυ-

βερνάται ούτε από τη δικαιοσύνη ούτε από την ηθικότητα [

].

... σμος κυβερνάται από τη δύναμη» (Από δω, 168), δεν βγάζει μόνον ένα

Ο

κό­

συμπέρασμα με αφετηρία την πείρα του- αναδιατυπώνει κιόλας με τον τρόπο του έναν κοινό τόπο της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, που τον προ­ σάρμοσε στα μέτρα του το ναζιστικό καθεστώς. Ο Τσέσλαβ Μίλος, που

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

τον είχε γνωρίσει πριν από το Αουσβιτς και που του έδωσε τα χαρα­ κτηριστικά του χαρακτήρα «Βήτα» στο βιβλίο του Η αιχμάλωτη σκέψη, μαρτυρεί: ήδη το 1942 ο Μπορόφσκι θεωρούσε τον κόσμο έδαφος α- ντιπαράταξης γυμνών δυνάμεων, και τίποτε άλλο. Ο ήρωας των αφη- γήσεών του ενσαρκώνει αυτή την πίστη στην επιτυχία ως απόδειξη της ποιότητας: επιβιώνουν οι καταλληλότεροι. Αυτόν ακριβώς τον κοινωνι­

κό δαρβινισμό θέλει να απεικονίσει ο Μπορόφσκι με τις ιστορίες που διηγείται· και γι’ αυτό δεν έχουν θέση σ’ αυτές, ή έχουν μικρή θέση, οι πράξεις καλοσύνης. Αποκαλυπτική είναι η εμπλοκή του, μετά τον Πό­ λεμο, στην υπηρεσία της κομμουνιστικής εξουσίας στην Πολωνία: έχει βρει την ιδεολογία που του ταίριαζε —αλλά, από την άποψη αυτή, η ι­ δεολογία αυτή δεν διαφέρει πολύ από την ναζιστική- πρέπει, άλλωστε, ο κόσμος να είναι τόσο άσχημος όσο τον έχει απεικονίσει, για να είναι δικαιολογημένη η στάση του, στάση μίσους και αποκλεισμού. Ε λοι­ πόν, ίσα ίσα οι ναζί δεν πιστεύουν ότι υπάρχουν ανθρώπινα όντα ελά­ χιστα πιο αξιοσέβαστα από τα ζώα, απ’ τη στιγμή που αφαιρούμε τα στολίδια των καλών τρόπων; Ο Μπορόφσκι δηλώνει και έναν ντετερμινισμό, που συμμερίζονται κομμουνιστές και ναζί: τις πράξεις των ανθρώπων τις κυβερνούν οι κοι­ νωνικές συνθήκες ή η φυλετική κληρονομιά, μα όχι η ατομική θέληση· τα στρατόπεδα, τόπος μετασχηματισμού του ανθρώπινου υλικού, απο- τελούν το ακραίο αποκορύφωμα του δόγματος αυτού. Διαμορφώνο­ ντας τις κατάλληλες συνθήκες, δηλαδή μία μέγιστη πίεση, δεν μπορεί παρά να πετύχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η πείνα, το κρύο, οι ξυ­ λοδαρμοί, η καταναγκασπκή εργασία, θα μετατρέψουν τους ανθρώ­ πους σε ό,τι επιθυμούν οι κάτοχοι της εξουσίας. Αυτή είναι η φιλοσο­ των στρατοπέδων —αλλά όχι η φιλοσοφία την οποία μπορούμε να συναγάγουμε από την παρατήρηση της συμπεριφοράς των κρατουμένων. Πρέπει, ωστόσο, να εισαγάγουμε εδώ μια διάκριση, ή μάλλον την έννοια ενός κατωφλιού βασάνων, πέρα από το οποίο οι πράξεις του α­ τόμου δεν μας μαθαίνουν πια τίποτε για το συγκεκριμένο άτομο, αλλά μόνο για τις μηχανικές αντιδράσεις στα βάσανα αυτά. Το κατώφλι αυ­ τό το φτάνουμε έπειτα από μία παρατεταμένη πείνα ή μία επικρεμάμε- νη απειλή θανάτου, ή ακόμα, στα ναζ.οτικά στρατόπεδα, την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα των πρώτων ημερών μετά την άφιξη στο στρατόπεδο. «Η πείνα είναι μία ανυπέρβλητη δοκιμασία. Ο άνθρωπος που φτάνει σ’ αυ­ τό το έσχατο σκαλί εξαχρείωσης είναι γενικά έτοιμος για όλα», διαπι­

φία που κρύβεται κάτω από την ίδρυση

στώνει ο Ανατόλη Μαρτσένκο (108-9).

Είκοσι χρόνια νωρίτερα, ένας άλλος κάτοικος του Γκουλάγκ, ο Γκούσταβ Χέρλινγκ, συμπέραινε:

«Όλα μπορεί [να κάνει] ένας άνθρωπος που του έχεις επιβάλει μεγάλη πείνα και μεγάλα βάσανα» (164). Χρησιμοποιώντας ακραία μέσα, είναι πράγματι δυνατόν να καταστρέψεις εκ θεμελίων το κοινωνικό συμβό­ λαιο, και να κάνεις τους ανθρώπους να αντιδρούν καθαρά ζωικά.

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

Ποια είναι, όμως, η σημασία της παρατήρησης αυτής; Μήπως σημαί­ νει ότι σ’ αυτό ακριβώς έγκειται η αλήθεια της ανθρώπινης φύσης, και ότι η ηθική είναι μόνο και μόνο μία επιφανειακή σύμβαση, που εγκατα- λείπεται στην πρώτη ευκαιρία; Καθόλου- αυτό που, απεναντίας, αποδει- κνύει είναι ότι οι ηθικές αντιδράσεις είναι αυθόρμητες και πανταχού πα­ ρούσες, και ότι είναι ανάγκη να μετέλθουμε τα πιο βίαια μέσα για να τις ξεριζώσουμε. Μπορούμε να αναγκάσουμε τα φυτά να μεγαλώσουν ορι­ ζόντια, έλεγε ο Ρουσώ- αυτό δεν σημαίνει ότι, χωρίς καταναγκασμό, δεν μεγαλώνουν κατακόρυφα. Ο άνθρωπος δεν φανερώνει την γνήσια ταυτότητά του με τα βασανιστήρια. Γ ια να καταργήσουμε τα συνηθι­ σμένα συστατικά της ανθρώπινης κοινωνικής ζωής, δημιουργούμε μία τελείως τεχνητή κατάσταση, που μας μαθαίνει ορισμένα πράγματα μό­ νο για τον εαυτό της. Ο Χέρλινγκ έχει δίκιο: «Έφτασα να πιστεύω ότι έ­ νας άνθρωπος μπορεί να είναι ανθρώπινος μόνον όταν ζει σε συνθήκες ανθρώπινες, και όπ δεν υπάρχει μεγαλύτερος παραλογισμός από το να τον κρίνουμε με βάση τις πράξεις που διαπράττει σε συνθήκες απάνθρω­ πες» (164). Γι’ αυτό και δεν θα χρονοτριβήσω περισσότερο στις καταστά­ σεις που βρίσκονται πέρα από το κατώφλι που όρισα. Μπορούμε ήδη να συμπεράνουμε στο σημείο αυτό, πριν καν εισέλ- θουμε στις λεπτομέρειες της ηθικής ζωής στα στρατόπεδα, ότι η υπόθε­ ση, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος είναι, κατά βάθος, λύκος για τον άνθρωπο, δεν επιβεβαιώνεται από τα όσα μπορούμε να παρατηρήσου­ με. Το ίδιο είχε διαπιστώσει και ο Ντε Πρε, διαβάζοντας τις αφηγήσεις αυτές: «Βρίσκεται ότι η “φυσική κατάσταση” δεν είναι φυσική. Ο πό­ λεμος όλων εναντίον όλων πρέπει να επιβληθεί με τη βία» (142). Η λαϊκή εκδοχή του δόγματος του Χομπς είναι εσφαλμένη: αν δεν υ­ πάρχει ακραίος καταναγκασμός, οι άνθρωποι τείνουν, μεταξύ άλλων, να επικοινωνούν μεταξύ τους, να αλληλοβοηθούνται, να ξεχωρίζουν το καλό από το κακό.

Ενας ίδιος κόσμος

Το συμπέρασμα αυτό δεν πρέπει να εκληφθεί ως έκφραση μιας μα­ κάριας αισιοδοξίας. Βεβαιώνοντας τη συνέχεια της καθημερινής εμπει­ ρίας και της εμπειρίας των στρατοπέδων, με εξαίρεση το πέρα από το κατώφλι του υποφερτού, και άρα την εγκυρότητα των ηθικών ζητημά­ των και στους δύο χώρους, διόλου δεν βεβαιώνω ότι το καλό βασιλεύ­ ει αμετρίαστο παντού. Κάθε άλλο: θα έλεγα μάλλον ότι, από τη συνέ­ χεια του κοινού και του ακραίου, θα μπαίναμε στον πειρασμό να αντλή­ σουμε πολύ λίγο ενθαρρυντικά συμπεράσματα. Στην τρέχουσα ζωή, όπως και στα στρατόπεδα, μπορούμε να παρα­ τηρήσουμε την άντίθεση δύο τύπων συμπεριφοράς και δύο τύπων α­ ξιών, δηλαδή: των ζωτικών αξιών και των ηθικών αξιών. Στην πρώτη περίπτωση, αυτό που μετράει περισσότερο είναι, πρώτα πρώτα, η δια­

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

τήρηση της ζωής μου, και μετά η βελτίωση της καλοπέρασής μου. Στην δεύτερη, θεωρώ ότι υπάρχει κάτι πιο πολύτιμο από τη ζωή: να παραμεί- νεις άνθρωπος είναι πιο σημαντικό από το να παραμείνεις ζωντανός. Αυτή η επιλογή των ηθικών αξιών δεν συνεπάγεται αναγκαστικά την υ­ ποτίμηση της ζωής, αφού η επιβίωση εξακολουθεί να είναι ένας τελεί­ ως αξιοσέβαστος στόχος (έχουμε δει ότι υπάρχει έδαφος για να αντι- διαστείλουμε, από αυτή την άποψη, ηρωικές αρετές και καθημερινές α­ ρετές, που είναι ωστόσο όλες από την πλευρά των ηθικών αξιών) — αλλά όχι με οποιοδήποτε τίμημα. Οι όροι που χρησιμοποιήσαμε για να περιγράψουμε την επιλογή αυ­ τή δεν πρέπει να μας οδηγήσουν σε λάθος: δεν εννοώ ότι η ηθική εί­ ναι, κατά έναν οποιονδήποτε τρόπο, εξωτερική προς τη ζωή, μια ξένη υπόσταση με την οποία καταστέλλουμε τη ζωή- φρονώ ότι είναι μάλι­ στα μία συστατική της διάσταση. Παραμένει μία διαφορά: στην πρώτη περίπτωση, ιερή είναι η δική μου ζωή, στην δεύτερη, η ζωή ενός άλ­ λου- αλλά οι δύο βασικές αρχές είναι εξ ίσου κοινές. Αυτό είναι το μά­ θημα από τις ακραίες καταστάσεις. Ο Χόρχε Σεμπρούν, που επέζησε α­ πό το Μπούχενβαλντ, γράφει: «Στα στρατόπεδα, ο άνθρωπος γίνεται το ζώο που είναι ικανό να κλέψει το ψωμί ενός συντρόφου, να τον σπρώξει στον θάνατο. Αλλά στα στρατόπεδα ο άνθρωπος γίνεται και το ανίκητο πλάσμα που είναι ικανό να μοιραστεί ώς και το στερνό του αποτσίγαρο, ώς και την στερνή του μπουκιά ψωμί, ώς και την στερνή του ανάσα, για να υποστηρίξει τους συντρόφους του» (72). Και ο Ανα­ τολή Μαρτσένκο: «Πίσω από τα συρματοπλέγματα, οι άνθρωποι είναι εξ ίσου διαφορετικοί μεταξύ τους όπως όταν είναι ελεύθεροι: πολύ κα­ λοί και παλιάνθρωποι, δειλοί και θαρραλέοι, πρότυπα εντιμότητας και αυστηρότητας, ξεσκολισμένα καθίκια, έτοιμοι για οποιαδήποτε προδο­ σία» (242). Ναι, αλήθεια: στην κοινή ζωή που διάγουμε, η κατάσταση δεν είναι διαφορετική απ’ αυτή που περιγράφουν ο Μαρτσένκο και ο Σεμπρούν. Αυτή η ποικιλία παρατηρείται στα στρατόπεδα όχι μόνον ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά και στο εσωτερικό της κάθε ατομικής διαδρο­ μής. Ακόμα και οι πιο αξιοπρεπείς άνθρωποι περνούν συνήθως από πολλές φάσεις. Κατά τη διάρκεια της πρώτης, πριν το στρατόπεδο, υ­ πήρξε αφύπνιση της ηθικής συνείδησης. Κατά την δεύτερη, που αντι­ στοιχεί συχνά στους πρώτους μήνες στο στρατόπεδο, επέρχεται η κα­ τάρρευση των προγενέστερων ηθικών αξιών μπροστά στην ωμότητα των καινούριων περιστάσεων. Ο άνθρωπος ανακαλύπτει έναν κόσμο α­ νελέητο και αντιλαμβάνεται πως είναι ικανός να τον κατοικήσει. Ωστό­ σε μία τρίτη, που κατά τη διάρκειά της ξαναβρίσκει ένα σύνολο ηθικών αξιών, κι ας μην είναι ακριβώς το ίδιο με το παλαιότερό του- τα κάρβουνα δεν έχουν σβήσει και αρκεί μία ελάχιστη ανακούφιση για να ξανανάψει η φωτιά. «Ακόμα και στη ζούγκλα του Μπίρκεναου ο άνθρωπος δεν ήταν

σο, αν επιζήσει από αυτή τη δεύτερη περίοδο, μπορεί να φτάσει

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

αναγκαστικά λύκος για τον άνθρωπο», διαπιστώνει η Όλγα Λενγκύελ, που ήταν γιατρίνα στο Άουσβιτς (290). Δεν θα ήθελα ούτε να ερμηνεύσει κάποιος αυτή τη διαπίστωση της ύπαρξης ηθικών ιδιοτήτων στο στρατόπεδο σαν εγκώμιο στα βάσανα, που είναι γεννήτορες αρετών. Βρίσκουμε αυτή την τελευταία ιδέα σε ορισμένους παλαιούς κρατούμενους, πιθανόν υπό την επιρροή της χρι­ στιανικής παράδοσης. Ο Σολζενίτσυν έχει επιμείνει στα ευεργετικά α­ ποτελέσματα της φυλακής, που οδηγεί σε μιαν εμβάθυνση του όντος, και έχει υποστηρίξει, σε αντίθεση προς άλλους επιζήσαντες, ότι το ίδιο ισχύει και για τα στρατόπεδα. Η Ιρίνα Ρατουτσίνσκαγια, που εκτοπί­ στηκε στα στρατόπεδα της Μορδοβίας, ακούει πίσω από τα συρματο­ πλέγματα το ακόλουθο τραγούδι:

«Ευχαριστώ, σκουριασμένα κάγκελα, ευχαριστώ, ξιφολόγχη! Χωρίς εσάς, μόνον ένα πολύ μακρό παρελθόν θα μου είχε δώσει τούτη τη σοφία» (159).

Και αναφωνεί: «Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, που μ’ έκανες να υπομείνω τις μετακινήσεις, που με υποχρέωσες [ ... ] να συρθώ μες στα μπουντρούμια και να γνωρίσω την πείνα» (175). Είναι βέβαιο ότι το ηθικό θάρρος ανθρώπων όπως ο Σολζενίτσυν ή η Ρατουτσίνσκαγια αξιώνει τον σεβασμό μας· αλλά η θέση τους μου φαί­ νεται πως είναι μια καταχρηστική γενίκευση με αφετηρία την δική τους περίπτωση. Από τα όσα έχω δει κι έχω διαβάσει, μου φαίνεται ότι, από την άποψη αυτή, τα βάσανα είναι αμφισήμαντα: βελτιώνουν ορισμέ­ νους και εξαχρειώνουν άλλους· και όλα τα βάσανα δεν μοιάζουν μετα­ ξύ τους. Αυτό που πιθανόν αληθεύει, είναι ότι μία εμπειρία όπως των στρατοπέδων ωριμάζει τα άτομα πιο γρήγορα και τους διδάσκει μαθή­ ματα που δεν θα είχαν πάρει έξω- οι επιζήσαντες έχουν συχνό την ε­ ντύπωση ότι, κατά την περίοδο αυτή, ήταν πιο κοντά στην αλήθεια από όσο σε όλη την υπόλοιπη ζωή τους. Αλλά αυτός ο εμπλουτισμός ή ωρί- μανση του πνεύματος, αν υποθέσουμε ότι συμβαίνει, δεν είναι ηθική α­ ρετή. Τέλος, κι αν ακόμα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε μία σχέση α­ νάμεσα σε βάσανα και ηθική, δεν καταλαβαίνω τι είδους συμπέρασμα θα έπρεπε να βγάλουμε: κανένας δεν μπορεί να σφετεριστεί το δικαίω­ μα να συστήσει στους άλλους να επιθυμούν τη δυστυχία για να γίνουν πιο ενάρετοι. Αφού πέρασε είκοσι χρόνια στα στρατόπεδα, η Ευγενία Γκίνσμπουργκ έγινε ασφαλώς άνθρωπος πιο σοφός και πιο πλούσιος, από το αν είχε παραμείνει η δογματική και κατηγορηματική κομμουνί- στρια της δεκαετίας του 1930' αλλά ποιος ανελέητος θεός θα τολμού­ σε να ισχυριστεί ότι πρέπει εθελοντικά να προτιμήσει τα βάσανα; Η διαφορά ανάμεσα στη ζωή στο στρατόπεδο και την κοινή ζωή δεν έγκειται στην παρουσία ή την απουσία ηθικής; έγκειται αλλού. Εί­ ναι ότι, στην συνηθισμένη ύπαρξη, οι αντιθέσεις για τις οποίες μιλώ

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

δεν εμφανίζονται καθαρά. Σ’ αυτήν, οι εγωιστικές χειρονομίες είναι με­ ταμφιεσμένες σε πράξεις ρουτίνας, και, ακόμα, το διακύβευμα της κα­ θεμιάς τους είναι σαφώς περιορισμένο: δεν εξαρτώνται απ’ αυτό αν­ θρώπινες ζωές. Στο στρατόπεδο, στο οποίο πρέπει μερικές φορές να διαλέξεις ανάμεσα στο να σώσεις το ψωμί σου και να σώσεις την αξιο- πρέπειά σου, ανάμεσα στην σωματική ασιτία και την ηθική ασιτία, όλα προβάλλονται καθαρά. «Τα στρατόπεδα, γράφει ο Σεμπρούν, είναι κα­ ταστάσεις οριακές, στις οποίες γίνεται πιο ωμά ο διαχωρισμός ανάμε­ σα στους ανθρώπους και τους άλλους» (72). Η διαφθορά των μεν επι­ ταχύνεται και εκτίθεται ενώπιον όλων αλλά ενισχύεται και η εξύψωση των δε. «Το στρατόπεδο εξαγνίζει τη συνείδηση, ή την καταστρέφει ο­ λοκληρωτικά. Εδώ, γίνεσαι καλύτερος ή χειρότερος, ανάλογα με το τι επικρατούσε στην αρχή», λέει η Ρατουτσίνσκαγια (231). Ε λοιπόν, δια­ φθορά και εξύψωση υπάρχουν και έξω από τα στρατόπεδα, μα εκεί τις αναγνωρίζουμε πιο δύσκολα. Η ζωή των στρατοπέδων μεγεθύ­ νει και κάνει εύγλωττο αυτό που, στην κανονική καθημερινότητα, θα μπορούσε εύκολα να διαλάθει της προσοχής μας. Κάτι που έχουν, επίσης, κοινό το ακραίο και το συνηθισμένο εί­ ναι ότι, και στις δύο περιπτώσεις, τα άτομα στην πλειονότητά τους τάσσονται υπέρ των ζωτικών αξιών, γουν τον άλλο δρόμο. Ή ίσως: τον περισσότερο καιρό, όλα τα άτο­ αλλά δεν αγνοούν καθό­ λου τις ηθικές αντιδράσεις. Γ ια μιαν ακόμα φορά, αυτό είναι πολύ πιο εμφανές στα στρατόπεδα, και γι’ αυτό ακριβώς πιστεύουμε ότι μπορούμε να βγάλουμε απ’ αυτά ένα γενικό μάθημα ανηθικότητας· αλλά αληθινά ο εγωισμός επικρατεί και στις καταστάσεις της κοι­ νής ζωής. Απλώς, το κακό δεν είναι αναπόφευκτο: αυτό είναι το πιο αισιόδοξο συμπέρασμα που θα μπορούσαμε να αντλήσουμε α­ πό την εμπειρία των στρατοπέδων (όπως και από της έξω ζωής). Ο

και μόνον ορισμένοι διαλέ­

μα τάσσονται υπέρ των ζωτικών αξιών

από μία ορισμένη σκοπιά, χωρίς σημασία:

αριθμός ωστόσο είναι, αυτό που μετράει, είναι να υπάρχει πάντα η δυνατότητα να τα­ χθούμε υπέρ των ηθικών αξιών. «Κι αν ακόμα υπήρχαν πάρα πολύ λίγοι, κι αν ακόμα υπήρχε ένας μόνο, θα αρκούσε για να μαρτυρή­

σει ότι ο άνθρωπος μπορεί να είναι εσωτερικά πιο δυνατός από το πεπρωμένο του», συμπεραίνει ο Βίκτορ Φράνκλ, που επέζησε από το Αουσβιτς (117).

είναι δυνατόν, και σ’ αυτό στοιχηματίζει το βιβλίο μου,

Ώστε να στοχαστούμε την ηθική με αφετηρία την ακραία εμπειρία των στρατοπέδων, όχι επειδή εκεί είναι ανώτερη, αλλά επειδή εκεί εί­ Θα εξετάσω με τη σειρά τις δύο πτυ­

ναι πιο ορατή και πιο εύγλωττη. χές της: την πτυχή των καθημερινών ή ηρωικών αρετών και την πτυχή

των καθημερινών ή τερατωδών ελαττωμάτων. Τέλος, θα επιχειρήσω να αναλύσω τις αντιδράσεις μας μπροστά στο κακό.

ΟΥΤΕ ΗΡΩΕΣ ΟΥΤΕ ΑΓΙΟΙ Ηρωισμός και αγιότητα

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

Το πρότυπο και οι μετασχηματισμοί του

Οι αφηγήσεις των εξεγέρσεων της Βαρσοβίας μας έχουν κάνει ν’ α- νακαλύψουμε δύο ειδών αρετές, τις ηρωικές και τις καθημερινές. Θα ή­ θελα τώρα, κλητεύοντας το πολύ ευρύ υλικό που προέρχεται από τα ο­ λοκληρωτικά στρατόπεδα, να επιδιώξω να καταλάβω καλύτερα τα δύο είδη αρετών. Προηγουμένως, ωστόσο, προτίθεμαι να ερωτήσω την πα­ ράδοση του ηρωισμού και της αγιότητας, όπως αυτή διαιωνίζεται στην Ευρώπη επί περίπου τρεις χιλιετίες. Δεν τίθεται, προφανώς, ζήτημα να ανασυγκροτήσουμε στο σύνολό της την παράδοση αυτή· αλλά μόνο να εξάρουμε ορισμένα χαρακτηριστικά που θα μας δώσουν τη δυνατότητα να τοποθετήσουμε τα όσα μόλις πριν λίγο παρατηρήσαμε: οι εξεγερμέ- νοι της Βαρσοβίας ήταν ήρωες τυπικοί ή ασυνήθιστοι; Η αφετηρία του ήρωα, όπως μας τον έχει παραδώσει η επική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων, είναι η απόφαση να φτάσει, όποιο κι αν είναι το τίμημα, στο έξοχο, ένα ιδεώδες του οποίου, αυτό είναι ουσιώδες, το μέ­ τρο το φέρει μέσα του. Ο πρωταρχικός ήρωας, ο Αχιλλέας, δεν υπηρε­ τεί πραγματικά καμία υπόθεση (ή την υπηρετεί κακά) και δεν μάχεται για ένα ιδεώδες έξω από τον εαυτό του· είναι ήρωας επειδή επιδιώκει το δικό του πρότυπο ηρωικής τελειότητας. Αυτό σημαίνει, στην προκει­ μένη περίπτωση, ότι γίνεται μία ενσάρκωση της ισχύος: σωματική δύνα­ μη, βέβαια, μα και ηθική δύναμη, ενεργητικότητα, θάρρος. Αυτό το εσω­ τερικό κριτήριο υπεροχής εκφράζεται στον εξωτερικό κόσμο με μορφή δόξας, άρα με αφηγήσεις που εδραιώνουν αυτή τη δόξα. Χωρίς αφήγη­ ση που τον δοξάζει, ο ήρωας δεν είναι πια ήρωας. Όποιο κι αν είναι το τίμημα: μ’ άλλα λόγια, ο ήρωας αγαπά πάντα κάτι πάνω από τη ζωή του (τον έξοχο χαρακτήρα του: δεν είναι με το μέρος των ζωτικών αξιών)· κατά συνέπεια, είναι εξ αρχής συνδεδεμέ- νος και με τον θάνατο. Η επιλογή είναι ανάμεσα στη ζωή χωρίς δόξα και στον ένδοξο θάνατο. Ο ήρωας διαλέγει τον θάνατο όχι επειδή τον εκτιμά αυτόν καθαυτόν (δεν είναι νοσηρός), αλλά επειδή είναι ένα α­ πόλυτο —κάτι που η ζωή δεν είναι (η συμμετρία των όρων είναι απατη­ λή). Ο θάνατος είναι εγγεγραμμένος στο πεπρωμένο του ήρωα. Σ’ αυ­ τό ο ήρωας διαφέρει από τους άλλους ανθρώπους. Καθώς είναι εφο­ διασμένος με εξαιρετική ισχύ, βρίσκεται ήδη μακριά από τους συνηθι­ σμένους ανθρώπους· καθώς έχει προτιμήσει τον θάνατο από τη ζωή, αποχωρίζεται πιο εύκολα τη ζωή. Ο Αχιλλέας είναι ο αμιγής ήρωας, η ενσάρκωση αυτού που θα μπο­ ρούσαμε να ονομάσουμε αρχαίο ηρωισμό- άλλοι ήρωες, οι συγκαιρινοί

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

του ωστόσο, διατηρούν μόνον ορισμένες πτυχές αυτού του προτύπου ή το κάμπτουν με τον τρόπο τους. Ο Έκτορας, λόγου χάρη, συμμορ­ φώνεται γενικά στο πρότυπο αυτό- συγχρόνως, φιλοδοξεί όχι μόνο να φτάσει στην ηρωική υπεροχή, αλλά και να προστατεύσει την πατρίδα του (την πόλη του). Εγκαινιάζει έτσι την μακρά παράδοση των ηρώων που δεν υπηρετούν πια μόνο το ηρωικό ιδεώδες, αλλά και μία εξωτερι­ κή αρχή: τον βασιλέα, την πατρίδα, τον λαό ή μία ευγενή υπόθεση· η παράδοση αυτή θα συνεχιστεί μέχρι τους «νεκρούς για την πατρίδα» του 20ού αιώνα, αλλά δεν προορίζεται μόνο για τους στρατιώτες: ας θυμηθούμε τον μικρό Χανς Μπρίνκερ, το παιδί από το Χάρλεμ που κλείνει με το δάχτυλό του την τρύπα στο φράγμα και σώζει έτσι το χω­ ριό του άπό την πλημμύρα. Μία άλλη παραλλαγή του ήρωα διατηρεί την εξύψωση της ψυχής, χωρίς να κλητεύει τη σωματική δύναμη: είναι ο ηρωικός σοφός, με κα­ λύτερο παράδειγμα τον Σωκράτη και τον θάνατό του. Προτιμά τον θά­ νατο για τη δικαιοσύνη από την επιβίωση χάρη στην αδικία- ώστε δικαι­ ολογημένα επικαλείται το παράδειγμα του Αχιλλέα, για να εξηγήσει τη συμπεριφορά του. Μ’ αυτό, συγγενεύει και με τους άγιους, ή θρησκευ­ τικούς ήρωες, καίτοι αυτοί ανήκουν περισσότερο στη βιβλική παράδοση και λιγότερο στην παράδοση του Όμηρου (αλλά οι ηθικολόγοι σχολια­ στές του Όμηρου προετοιμάζουν ήδη την εξομοίωση των δύο). Ανάμε­ σα σε άγιους και ήρωες υπάρχουν προφανώς διαφορές, αλλά ένας η­ ρωικός σοφός όπως ο Σωκράτης παραπέμπει και στις δύο κατηγορίες. Ιδού, λόγου χάρη, ο γέροντας Ελεάζαρ, μάρτυρας και άγιος της Παλαιός Διαθήκης. Υποβάλλεται σε μία δοκιμασία που εναντιώνεται στη θρησκεία του: τον υποχρεώνουν να φάει χοιρινό! Αλλά, πιστός στο ιδεώδες του Αχιλλέα, προτιμά «έναν ένδοξο θάνατο παρά μία ατιμα­ σμένη ζωή» και, όπως ο Σωκράτης, αρνείται να αποφύγει την θανατική ποινή με μέσα που θεωρεί ανέντιμα. Επιλέγει να υπηρετήσει τη δόξα του Θεού: «Θα αφήσω στους νέους ένα ηρωικό παράδειγμα πεθαίνο- ντας με έναν ωραίο θάνατο, αυθόρμητα και ηρωικά, για την υπεράσπι­ ση των άγιων και ιερών νόμων». Το ’πε και το ’κανε- και ο χρονικογρά­ φος προσθέτει: «Ώστε ο άνθρωπος εγκατέλειψε έτσι τη ζωή αφήνο­ ντας με τον θάνατό του, όχι μόνο για τους νέους, αλλά και για ολόκλη­ ρο το έθνος, ένα παράδειγμα ηρωισμού και ένα μνημείο αρετής» (Μακ- καβαίων, Β, στ, 18-31). Βρισκόμαστε σαφώς μέσα στην σωκρατική πα­ ράδοση, έστω και αν η ιδέα της δικαιοσύνης δεν συγχέεται με την υπα­ κοή στους διατροφικούς κανόνες. Όπως ο ήρωας, είναι και ο άγιος εξαιρετικό ον, που δεν υποτάσσε­ ται στους νόμους της κοινωνίας στην οποία ζει* δεν αντιδρά όπως οι άλλοι, και οι εξαιρετικές του ιδιότητες (το σθένος της ψυχής του) τον κάνουν μοναχικό, που λίγο νοιάζεται για το αποτέλεσμα που έχουν οι πράξεις του στους κοντινούς του. Οριακά, ο άγιος δεν γνωρίζει την ε­ σωτερική πάλη, ούτε εν τέλει τα βάσανα. Όπως ο ήρωας, δεν δέχεται

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

τον συμβιβασμό- κατά συνέπεια, είναι πάντα έτοιμος να πεθάνει για την πίστη του, πράγμα που δεν κάνουν οι άλλοι κάτοικοι της πολιτείας, όσο ευσεβείς κι αν είναι. Η αγάπη του Θεού γεμίζει την καρδιά του άγιου και δεν αφήνει σ’ αυτήν χώρο για μία εφάμιλλη αγάπη που κατευθύνεται προς τους αν­ θρώπους: να αγαπάς τους ανθρώπους με μια τέτοια αγάπη θα φανέρω­ νε ειδωλολατρεία, γιατί οι άνθρωποι ανήκουν στον ενθαδικό κόσμο, ό­ χι στο βασίλειο του Θεού. Γ ια να υποχρεώσουν μια γυναίκα να απαρ- νηθεί τη χριστιανική θρησκεία, οι δικαστές φέρνουν μπροστά στην κα­ τηγορούμενη, την μέλλουσα αγία Περπέτουα, τους γέροντες γονείς της, τον άνδρα της και το μικρό παιδάκι της: αν επιμείνει πεισματικά στην πίστη της, της λένε, καταδικάζει το παιδάκι να ορφανέψει, τον άνδρα να χηρέψει, τους γονείς της να γεράσουν μέσα στη μοναξιά και την ανέχεια. Παρεμβαίνει ο πατέρας: «Σπλαχνίσου μας, κόρη μου, και ζήσε μαζί μας». Μα η Περπέτουα, απομακρύνοντας το παιδί της και α­ πωθώντας τους, λέει: «Φύγετε μακριά μου, εχθροί του Θεού, γιατί δεν σας γνωρίζω» (\/0Γ39ΐηβ II, 400). Η αγία Περπέτουα αγαπά τον Θεό πε­ ρισσότερο από τους κοντινούς της και διαλέγει τον θάνατο: ως προς αυτό είναι άγια. Εδώ, μονον ο Θεός είναι σκοπός, και επιλέγεται σε βάρος των συγκεκριμένων ανθρώπων. Αυτό το πρότυπο ηρωισμού και αγιότητας, καίτοι ήδη πολλαπλό, δεν έχει διατηρηθεί ανέπαφο, κι αν ακόμα εμμένουμε σ’ αυτό στο επί­ πεδο των εξιδανικευμένων εικόνων (δηλαδή χωρίς να μιλούμε για πραγματικές συμπεριφορές). Ο ήρωας της Οδύσσειας ενσαρκώνει ήδη ένα άλλο ιδεώδες: όχι πια την ισχύ, αλλά την πανουργία και το λογικό. Η Οδύσσεια καθαγιάζει τον θρίαμβο του Οδυσσέα: αντί να χρειαστεί να διαλέξει, όπως ο Αχιλλέας, ανάμεσα σε μακρά ζωή δίχως δόξα και ένδοξο θάνατο, απεικονίζει τη δυνατότητα να διαφυλάξει τα πλεονε­ κτήματα και των δύο όρων: αποκτά τη δόξα (όπως αποδεικνύει η ύπαρ­ ξη του έπους), αλλά κρατά και τη ζωή και γερνά ειρηνικά ανάμεσα στους δικούς του. Στις παραδοσιακές κατηγορίες των αγίων, στον μάρτυρα και τον α­ σκητή, προστίθεται ο ελεήμων άγιος, αυτός που αφιερώνει τη ζωή του στους φτωχούς και τους βασανισμένους. Κι αν ακόμα αφοσιώνεται με αυταπάρνηση, ο άγιος αυτός δεν ζει στον ίσκιο του θανάτου: ο άγιος Βι­ κέντιος ντε Πωλ, τον 17ο αιώνα, μοιάζει περισσότερο με επιθεωρητή της Κοινωνικής πρόνοιας και λιγότερο με πλάσμα που προορίζεται για ένδοξο θάνατο- το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε για την αδελφή Τερέ­ ζα σήμερα, που φροντίζει τους φτωχούς στην Καλκούτα ή αλλού. Οι ε- λεήμονες άγιοι αφιερώνονται στους ανθρώπους, αλλά δεν παύουν, δια μέσου αυτών, να προσβλέπουν στον Θεό- τα ανθρώπινα όντα παραμέ­ νουν μέσον, για να βασιλέψει στη γη ο νόμος του Θεού. Δια μέσου των μετασχηματισμών αυτών (και πολλών άλλων), που εξασφαλίζουν τη θέση καινούριων αξιών στο φαντασιακό των ευρω-

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

πάίκών πληθυσμών, μια μεταμόρφωση του ηρωικού ιδεώδους διατηρεί­ ται σε όλο τον Μεσαίωνα, οπότε και γεννά τον ιπποτικό κώδικα (ήδη πολύ διαφορετικό από τον κώδικα του Αχιλλέα)· κι ακόμα πιο πέρα, μέ­ χρι τουλάχιστον τον 17ο αιώνα, οπότε και τον ξανασυναντούμε στις α­ ριστοκρατικές αρετές και στην ιδέα της τιμής. Αλλά, με την θριαμβευ­ τική έλευση του ατομικισμού ως ιδεολογίας, περί τα τέλη του 18ου αι­ ώνα, το ηρωικό πρότυπο χάνεται στις ευρωπαϊκές χώρες: ο άνθρωπος δεν ονειρεύεται πια άθλους και δόξα, αποσκοπεί στην προσωπική ευ­ τυχία, αν όχι και σε μια ζωή μες στην απόλαυση. Οι οξυδερκείς παρα­ τηρητές των μέσων του 19ου αιώνα, ο Τοκβίλ, ο Χάινε, ο Ρενάν, κι ό­ ταν ακόμα δεν αμφισβητούν την γενική κατεύθυνση της εξέλιξης της κοινωνίας, δεν μπορούν να μην εκφράσουν τη λύπη τους για την εξα­ φάνιση κάθε ηρωικού πνεύματος και την αντικατάστασή του από την προτίμηση της προσωπικής και «αστικής» άνεσης. Οι μυθιστοριογρά- φοι παίρνουν για ήρωες των μυθιστορημάτων τους πρόσωπα εξόχως αντιηρωικά: ο Ζυλιέν Σορέλ και η Έμα Μποβαρύ δεν μοιάζουν αληθινά τον Αχιλλέα και την Αντιγόνη. Η αλήθεια είναι ότι ο Αχιλλέας ήταν με τον τρόπο του ατομικιστής, αφού δεν πολεμούσε για το καλό της κοι­ νότητας ή για την υπεράσπιση ενός κοινωνικού ιδεώδους, αλλά για να συμμορφωθεί στην δική του απαίτηση υπεροχής· εν τούτοις, η ομοιό­ τητα είναι μόνον επιφανειακή, και η κοινωνία των αρχαίων ελλήνων η­ ρώων ήταν το αντίθετο των νεοτερικών δημοκρατιών. Η υποβάθμιση θα συνεχιστεί κατά τον 20ό αιώνα, και θα καταλήξει στους αλήτες του Τσάπλιν ή στους κλοσάρ του Μπέκετ οι ηττημένοι προκαλούν σήμερα μεγαλύτερη συμπάθεια από όσο οι νικητές. Η σελίδα του ηρωισμού φαίνεται, τούτη τη φορά, ότι έχει οριστικά γυρίσει. Ο πόλεμος, αγαπημένος χώρος των αρχαίων ηρώων, καταδικάζεται σήμερα, στο δικό μας μέρος του κόσμου, από σχεδόν όλους, και επι­ πλέον γίνεται δεκτός ως αναγκαίο κακό, ως μοιραία καταστροφή. Οι στρατιωτικές αρετές δεν εκτιμώνται καθόλου. Το να πεθαίνεις για την πατρίδα (η πιο κοινή εκδοχή του κλασικού ηρωικού προτύπου) δεν φαί­ νεται πια να βάζει πολλούς σε πειρασμό. Θα πρέπει να πούμε ότι ο ση­ μερινός πόλεμος δεν έχει καμία σχέση με τις ατομικές μονομαχίες στις οποίες μπορούσε να εμπλακεί ο Αχιλλέας. Η τελειότητα των ό­ πλων, και όχι το θάρρος ή η ισχύς των μαχητών, αποφασίζει την έκβα­ ση της μάχης· η νίκη οφείλεται σε έναν μηχανικό που κάθεται ήρεμα στο γραφείο του, και όχι στον στρατιώτη της πρώτης γραμμής. Αλλω­ στε, φού ο πιλότος, τα θύματά του. Αμφισβητείται ώς και η ιδέα του επαγγελματία πολεμι­ στή, στην περίπτωση που αποφασίζουν κάποιοι να διεξάγουν «ολοκλη­ ρωτικό» πόλεμο, αφού η καταστροφή του βιομηχανικού δυναμικού ή η εξόντωση του άμαχου πληθυσμού είναι μία πολεμική πράξη εξ ίσου α­ ποτελεσματική με όλες τις άλλες, αν όχι πιο αποτελεσματική (συνθη­

δεν υπάρχουν πια γραμμές ούτε επαφή μεταξύ των αντιπάλων, α­

που αφήνει τις βόμβες του να πέσουν, δεν βλέπει ποτέ

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

κολόγηση της Ιαπωνίας μετά τη Χιροσίμα). Όχι, οι ήρωες σαφώς δεν φαίνεται να έχουν θέση στον κόσμο μας. Έχω φτάσει, όμως, να αμφιβάλλω για την τόσο ολοκληρωτική εξα­ φάνιση του προτύπου του ήρωα. Νομίζω μάλλον ότι το πρότυπο αυτό έχει μετασχηματιστεί κι άλλο, δίχως εμείς να το αντιληφθούμε καλά καλά, και δεσπόζει σε ορισμένα μέρη της ζωής μας, αλλά όχι σε όλα:

οι κοινωνίες μας αποδέχονται την ιδεολογική ετερογένεια, και άρα την συγκατοίκηση πολλών προτύπων που ο ανταγωνισμός τους παρουσιά­ ζεται μόνο σποραδικά. Λέγοντας αυτό, δεν αναφέρομαι σε προσωπι­ κότητες που είναι αντικείμενα θαυμασμού αλλά σχετικώς περιθωρια­ κές, όπως οι πρωταθλητές στον αθλητισμό, αυτοί οι σύγχρονοι Ηρα- κλείς, ή όπως οι εμψυχωτές των φιλανθρωπικών ομίλων, οι άγιοί μας, που διακινδυνεύουν τη ζωή τους ανάμεσα στους λεπρούς ή τους πιο στερημένους- νομίζω ότι, πρόκειται για πολύ πιο εκτεταμένα φαινόμε­ να. Δεν μπορώ να μη σκεφτώ εδώ την εικόνα που βρίσκεται στην αρχή της Βασίλισσας του χιονιού του Άντερσεν: ο διάβολος έχει σκαρώσει έναν τεράστιο καθρέφτη, τον καθρέφτη του κακού, και τον στέλνει στον Θεό. τον κουβαλούν, και ο καθρέφτης σπάζει- αλλά δεν εξαφανίζεται. «Έσπασε στη γη, όπου κατακερματίστηκε σε εκατοντάδες εκατομμύ­ ρια ή δισεκατομμύρια κομματάκια κι ακόμα πιο πολλά, και έτσι έκανε πολύ περισσότερο κακό από προηγουμένως- γιατί πολλά κομματάκια του δεν ήταν καθόλου πιο μεγάλα από σπυριά στάρι και πετούσαν πα­ ντού στον κόσμο» (392). Ο ηρωισμός δεν είναι, βέβαια, το κακό- αλλά, όπως αυτός ο περίφημος καθρέφτης, που εξαφανίστηκε ως σύνολο, ξανασυναντάται, σε ολοένα μικρότερες ποσότητες, σε αναρίθμητες ανθρώπινες δραστηριότητες. Ο κόσμος των ανθρώπινων σχέσεων επηρεάζεται σήμερα από του­ λάχιστον δύο ιδεολογικά πρότυπα, από τα οποία το ένα είναι η νεοτε- ρική μεταμόρφωση του κλασικού ηρωισμού. Αυτό το πρώτο πρότυπο διέπει τις σχέσεις που παίζονται στη δημόσια σφαίρα: τον πολιτικό κό­ σμο, τον κόσμο των οικονομικών υποθέσεων, εν μέρει και τον κόσμο της επιστημονικής ή καλλιτεχνικής έρευνας. Το άλλο, ή τα άλλα πρό­ τυπα διέπουν τη σφαίρα του ιδιωτικού αισθηματικές σχέσεις, καθημε­ ρινή ζωή, ηθικές βλέψεις. Σε τι, λοιπόν, συνίσταται ο μετασχηματισμός του προτύπου του η­ ρωισμού; Πρώτα πρώτα, η απειλή του θανάτου δεν πλανάται πια πάνω από τις ενέργειες του νεοτερικού ήρωα: δεν είναι έτοιμος να διακινδυ­ νεύσει τη ζωή του για να τον παραδεχθούν ως ήρωα. Συνάμα, ο ήρωας αυτός δεν είναι πια ένα εξαιρετικό πλάσμα, σημαδεμένο από μία θαυ­ ματουργή γέννηση, από μία συναναστροφή με τους θεούς ή τα ζώα- είναι ένας άνθρωπος όπως οι άλλοι, και όχι αποκομμένος από τον κοι­ νωνικό ιστό. Αλλά διατηρείται και η συνέχεια. Ας πάρουμε αρχικά τη λατρεία της ισχύος —που δεν είναι πια σωματική, αλλά μάλλον πολιτι­

Εκείνος τον κάνει να γλιστρήσει από τα χέρια αυτών που

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

κή, οικονομική ή διανοητική. Σε όλα αυτά τα πεδία, οι άνθρωποι εκτι­ μούν τις ίδιες ιδιότητες, που θυμίζουν πολύ τις στρατιωτικές αρετές:

τη σκληρότητα και το μαχητικό πνεύμα (στις διαπραγματεύσεις με τους συνεργάτες ή στις διενέξεις με τους αντιπάλους), την τακτική και στρατηγική ευελιξία (απόκρυψη των αντικειμενικών στόχων, αλλαγές

συμμαχιών, ικανότητα να προβλέπει τις κινήσεις των άλλων), την απο- δοτικότητα (ταχύτητα στη λήψη των αποφάσεων, κατάλληλη επιλογή των μέσων)- και, πάνω απ’ όλα: την ικανότητα να κερδίζει, να είναι ο καλύτερος, να πετυχαίνει σε ό,τι επιχειρεί. Η Γερμανία, γράφει ο Ζαν Αμερύ, «αναφέρεται όχι πια στον ηρωισμό της στο πεδίο της μάχης, αλλά στην παραγωγικότητά της, που είναι απαράμιλλη σε ολόκληρο

κόσμο» (Νους, 81). Ο καλός πολιτικός είναι ο πολιτικός που κερδί­

τον ζει- το ίδιο ανταγωνιστικό πνεύμα λειτουργεί και στις επιστήμες και στις τέχνες. Σε αντίθεση προς τους ήρωες που θυσιάζονται για την πα­ τρίδα ή για ένα ιδεώδες, ο νεοτερικός κληρονόμος τους δεν υποτάσ­ σει τη δραστηριότητά του σ’ έναν στόχο που θα του ήταν εξωτερικός (αλλά σ’ αυτό παραμένει όπως ο αρχικός ήρωας, ο υπεροπτικός Αχιλ- λέας). Η όρεξη για την εξουσία δεν είναι μία μεταβατική ιδιότητα, δεν οδηγεί σε τίποτε πέρα από τον εαυτό της, οι άνθρωποι δεν αποσκο- πούν σ’ αυτή για ν’ αποκτήσουν το οποιοδήποτε ευεργέτημα ή για να υπηρετήσουμε ένα οποιοδήποτε ιδεώδες: επιδιώκουν την εξουσία για την εξουσία- είναι σκοπός, όχι μέσον. Η παράσταση των ανθρώπινων σχέσεων στις συμβολικές πρακτικές που προσιδιάζουν στις κοινωνίες μας ακολουθεί μία παρόμοια διαίρε­ ση. Πρώτα πρώτα, οι νεοτερικοί ήρωες της πολιτικής, οικονομικής ή διανοητικής ζωής έχουν ανάγκη από ορισμένες από τις πρακτικές αυ­ τές, που τις ενσαρκώνουν τα μεγάλα Μ.Μ.Ε.: όπως οι αρχαίοι ήρωες δεν μπορούσαν να παραιτηθούν από τη δόξα και από τις αφηγήσεις που κατέγραφαν τους άθλους τους, οι σύγχρονοι ήρωες δεν θα ήταν αυτό που είναι χωρίς τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο και προπάντων την τηλε­ όραση. Από την άλλη μεριά, τα μυθοπ.1 .αστικά αφηγήματα που γεννιού­ νται στις κοινωνίες μας, αναφέρονται κάποτε στο ένα, άλλοτε στο άλλο πρότυπο- η διάκριση συμπίπτει συχνά με τη διάκριση που κάνουμε εύκο­ λα ανάμεσα στο «δημοφιλές» και το «καλλιτεχνικό». Στην πρώτη ομά­ δα συναντούμε τις αναρίθμητες τηλεοπτικές περιπέτειες που ξαναπαί- ζουν ακούραστα το κυνηγητό του κλέφτη και του αστυνόμου, τις περι­ πετειώδεις ταινίες, τα κατασκοπικά μυθιστορήματα- στην δεύτερη, τα μυθιστορήματα και τις κινηματογραφικές ταινίες που γυρίζουν την πλά­ τη σ’ αυτή τη θεματική. Όταν μία πολεμική ταινία δοξάζει τους νικητές («τους δικούς μας»), αναφέρεται στο ένα από τα τρέχοντα πρότυπα- ό­ ταν ενδιαφέρεται για την εμπειρία ενός λιποτάκτη ή για τα βάσανα του άμαχου πληθυσμού, επικαλείται το άλλο. Αυτός ο δεύτερος ηρωισμός δεν είναι ιδιαίτερα αξιοθαύμαστος. Αν ωστόσο σκεφτώ μία κατάσταση πραγματικού πολέμου, η έγκρισή μου

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

προς αυτό το πρότυπο τροποποιείται. Εδώ διαχωρίζομαι από τον ριζο­ σπαστικό ειρηνόφιλο: αν κάθε πόλεμος ήταν αναγκαστικά κακός, οι Ε λοιπόν, νομίζω ότι μερικές φορές είναι καλές, γιατί ορισμένοι πόλεμοι είναι δί­ καιοι. Φαντάζομαι μία κατάσταση όπως του Δεύτερου Παγκοσμίου πο­ λέμου (κανείς ακόμα δεν ξέρει πώς θα είναι ο Τρίτος): να κάνεις πόλε­ μο στον Χίτλερ ήταν η σωστή, δίκαιη στάση, από τη στιγμή που δεν μπορούσε κανένας να τον αναχαιτίσει με άλλα μέσα. Σε τέτοιες περι­ στάσεις, οι πολεμικές αρετές και ο κλασικός ηρωισμός μού φαίνονται σωστά: απαιτώ από τον στρατιωτικό μου αρχηγό να είναι μάλλον απο­ φασιστικός και όχι αναποφάσιστος ή ηττοπαθής (προτιμώ τον Τσώρ- τσιλ από τον Τσάμπερλαιν, ή τον Ντε Γκωλ από τον Νταλαντιέ)· απαι­ τώ από τον διπλανό μου στρατιώτη στα χαρακώματα να με «καλύπτει» μέχρι τέλους, και όχι να εγκαταλείψει τη θέση του από φόβο ή αδιαφο­ ρία. Πίστη, θάρρος, επιμονή, αντοχή είναι οι ιδιότητες που εγκρίνουμε εδώ: ιδιότητες απαραίτητες. Αλλά ο πόλεμος δεν είναι μία συνέχιση της ειρήνης με άλλα μέσα (το ότι αυτό πιστεύουμε σήμερα, εξ αιτίας της τρομοκρατίας, είναι μία από τις μεγάλες αποδείξεις τού ότι η παγκόσμια ιστορία δεν υπακούει στην πρόοδο, σαν να ήταν πρόοδος η μετάβαση από τον επαγγελματι­ κό πόλεμο στον ολοκληρωτικό πόλεμο ή από το δίκαιο του πολέμου στην «νίκη με κάθε τίμημα»). Και, σε καινούρια κατάσταση, καινούριες ιδιότητες: πιθανόν δεν επιδεικνύουμε αχαριστία αλλά διαύγεια όταν στέλνουμε, αφού τελειώσει ο πόλεμος, τους ήρωες στη σύνταξη: ο Τσώρτσιλ και ο Ντε Γκωλ δεν είναι τότε πια απαραίτητοι, μπορούν μά­ λιστα να γίνουν επικίνδυνοι. Στην κανονική της λειτουργία (που ανα­ στέλλεται σε καιρό πολέμου), ή δημοκρατία μπορεί να ζήσει πολύ κα­ λά χωρίς κάτι τέτοιους «μεγάλους άνδρες». Αλίμονο στη χώρα που έ­ χει ανάγκη από ήρωες, λέει έτσι, με πνεύμα σαφώς δημοκρατικό, ο Γα- λιλέος στο θεατρικό έργο του Μπρεχτ.

πολεμικές αρετές δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι καλές.

Σε ακραία κατάσταση

Μπορούμε τώρα, μετά από αυτή την σύντομη παρέκβαση στον «η­ ρωισμό» εν γένει, να επανέλθουμε στις ακραίες καταστάσεις που μας απασχολούν. Στα στρατόπεδα, είχαμε πράξεις ηρωισμού ή αγιότητας· αλλά, και σ’ αυτό συμφωνούν όλοι οι επιζήσαντες, ήταν εξαιρετικά σπάνιες. Απαιτούνται εξαιρετικές ιδιότητες για να συμπεριφερθεί κά­ ποιος έτσι στις καταστάσεις αυτές, και, εξ ορισμού, πολύ λίγοι άνθρω­ ποι είναι προικισμένοι μ’ αυτές· οι φύλακες, από την άλλη μεριά, κά­ νουν ό,τι μπορούν για να καταστήσουν ανέφικτες (ή, κάτι που ανάγε­ ται στο ίδιο, να αποκρύψουν) τις πράξεις ηρωισμού ή μαρτυρίου. Αλλά τέτοιες πράξεις υπάρχουν, και μπορούμε να αναφέρουμε ορισμένους παραδειγματικούς ανθρώπους.

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

Ένας από τους πιο αναμφισβήτητους ήρωες του έπους αυτού είναι ασφαλώς ο αρχηγός της εξέγερσης στο στρατόπεδο εξοντώσεως Σο- μπιμπόρ, Σάτσα Πετσέρσκι. Τίποτε, ωστόσο, δεν φαίνεται να τον προο­ ρίζει να παίξει αυτό τον ρόλο: πριν τον πόλεμο, σπουδάζει μουσική και είναι η ψυχή αρκετών ομάδων ερασιτεχνών μουσικών. Στρατολογήθη- κε την πρώτη κιόλας μέρα των εχθροπραξιών και αιχμαλωτίστηκε τον Οκτώβριο του 1941. Στην αιχμαλωσία αρχίζει να δίνει δείγματα των η­ ρωικών του ικανοτήτων: επιβιώνει σε περιστάσεις δύσκολες, προσπα­ θεί να δραπετεύσει, ξανασυλλαμβάνεται και επιζεί. Τον στέλνουν στο Σομπιμπόρ τον Σεπτέμβριο του 1943. Δέκα μέρες μετά, έχει πάρει την απόφασή του: οι κρατούμενοι πρέπει να εξεγερθούν και να φύγουν. Βρίσκει κι άλλους που σκέφτονται όπως αυτός και που μπορεί να τους έχει εμπιστοσύνη: η επιλογή των συνεργατών είναι προφανώς αποφα­ σιστική. Περιτριγυρίζεται από κρατούμενους που έχουν ήδη πολεμήσει και που η φυσική και ηθική τους κατάσταση δεν είναι πάρα πολύ κακή· μπροστά στους άλλους, υποκρίνεται ότι δεν ξέρει τίποτε για όσα εξυ- φαίνονται. Η ηρεμία, η καλή του διάθεση, η αξιοπρέπειά του, η προσο­ χή με την οποία αντιμετωπίζει τους άλλους τον κάνουν αγαπητό σε ό­ λους. Θέτει σε εφαρμογή το σχέδιό του- στις 14 Οκτωβρίου, ώρα 4 το απόγεμα, αρχίζει η εξέγερση. Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου σκοτώ­ νουν, τον ένα μετά τον άλλο, πολλούς μεμονωμένους φρουρούς και παίρνουν τα όπλα τους. Ο Πετσέρσκι κάνει επίθεση στο οπλοστάσιο του στρατοπέδου, που αποτυγχάνει. Στο μεταξύ, άλλοι κρατούμενοι α­ νοίγουν πέρασμα στα συρματοπλέγματα, για να δώσουν τη δυνατότη­ τα να δραπετεύσουν μαζικά οι κρατούμενοι. Μια δωδεκάδα 58 σκοτώ­ νονται- περίπου τετρακόσιοι κρατούμενοι δραπετεύουν, από τους οποί­ ους επιζούν περί τους εκατό. Ανάμεσά τους ο Πετσέρσκι, που εντάσ­

σεται σε μία ομάδα παρτιζάνων και ζει τη λήξη του πολέμου. Έπειτα α­ πό την εξέγερση, το στρατόπεδο Σομπιμπόρ θα κλείσει. Ο Σάτσα Πετσέρσκι είναι ένας ήρωας όπως θα θέλαμε να σ’ αυτές τις ακραίες συνθήκες: αποφασισμένος και αποτελεσματικός, και συνάμα ευαίσθητος και μετριοπαθής τη συμπεριφορά- δεν ενεργεί

είναι όλοι

στο όνομα μιας ιδεολογίας. Χωρίς αυτόν (ή κάποιον σαν κι αυτόν),

ε­ ξέγερση δεν θα είχε γίνει. Διακινδυνεύει, για να εξασφαλίσει την επι­ βίωση ενός μέρους της κοινότητάς το.)· αλλά ξέρει να περιορίζει τους κινδύνους αυτούς στο ελάχιστο. Έχει θάρρος, κρίση και δύναμη. Πε­ ρισσότερο από όσο σε άλλους αρχαίους ήρωες, μοιάζει στον Οδυσ- σέα, που οδηγεί τους συντρόφους του έξω από το σπήλαιο του ανθρω- ποφάγου Κύκλωπα. Και, όπως ο Οδυσσέας, θα γυρίσει στο σπίτι του και θα ζήσει ώς τα γηρατιά (δεν ξέρω αν σήμερα έχει πεθάνει) —μονα­ δικό εμπόδιο στο να γίνει ήρωας ευρείας κυκλοφορίας. Ο Μαξιμιλιανός Κόλμπε έγινε πολύ πιο διάσημος και η Καθολική εκ­ κλησία τον αγιοποίησε. Η χειρονομία του είναι πασίγνωστη: ο ιερέας αυτός κρατείται στο Αουσβιτς- μια μέρα, έπειτα από μία απόδραση, ο­

η

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

ρίζονται δεκαπέντε κρατούμενοι για να πεθάνουν από ασιτία μέσα στο μπούνκερ. Ο Κόλμπε ξέρει ότι ο ένας απ’ αυτούς έχει γυναίκα και παι­ διά- βγαίνει από τη γραμμή και προτείνει να πεθάνει στη θέση του. Η ο κρα­ Η θυσία αυτή, που πο­ τέ δεν θα μάθουμε τα έσχατα κίνητρά της, μου φαίνεται ωστόσο αξε­ χώριστη από την πίστη του Κόλμπε στον Θεό- θαρρώ πως πεθαίνει λι- γότερο για τον Φράνσλιτζεκ Γκαγιοβνίτσε και περισσότερο για να ε- κτελέσει μέχρι τέλους το χριστιανικό του καθήκον. Ο Κόλμπε έχει κάτι από τη σκληρότητα των αγίων της αρχαιότητας. Πριν τον πόλεμο, είναι εξ ίσου ένθερμος αντισημίτης: δημοσιεύει κείμενα που μάχονται την κυριαρχία των Εβραίων στην παγκόσμια οικονομία. Ο Ρούντι Μάσαρεκ συμμετέχει στην εξέγερση της Τρεμπλίνκα, αλ­ λά δεν έχει την τύχη (ή τη θέληση για ζωή) του Πετσέρσκι. Αυτός ο μι- σο-εβραίος από την Πράγα θα είχε καταφέρει να ξεφύγει από την ε- κτόπιση, ακόμα περισσότερο αφού είναι ψηλός και ξανθός, αληθινός Βίκινγκ- αλλά παντρεύεται μία Εβραία και την ακολουθεί, πρώτα στο γκέτο της Τερεζίν, κατόπιν στην Τρεμπλίνκα. Εκεί η γυναίκα του σκο­ τώνεται αμέσως. Έπειτα από μία περίοδο αποσβόλωσης, ο Ρούντι συμ­ μετέχει στην ομάδα που ετοιμάζει την εξέγερση- όταν ξεσπάει η εξέ­ γερση, επιλέγει να μείνει πίσω, για να καλύψει τη φυγή των άλλων. «Πέθανε, εθελημένα, για μας», λέει ένας από τους επιζήσαντες (Σερέ­ νυ, 263) κι ακόμα: «Κανένας δεν θα είχε βγει από την Τρεμπλίνκα, αν δεν υπήρχαν εκεί αληθινοί ήρωες: άνθρωποι που, έχοντας χάσει γυναί­ κα και παιδιά, είχαν επιλέξει να πολεμήσουν μέχρι το τέλος για να δώ­ σουν την ευκαιρία στους άλλους να σωθούν» (262-3). Η συμπεριφορά του θυμίζει τη συμπεριφορά του Μίκαελ Κλέπφιτς στο γκέτο της Βαρ­ σοβίας. Νομίζω ότι τα κίνητρα του Ρούντι είναι διαφορετικά από του πατρός Κόλμπε: ο μεν γίνεται ήρωας εξ αιτίας της γυναίκας που αγα­ πούσε, όχι του Θεού- κσ·. η χειρονομία του έχει νόημα διαφορετικό από του Πετσέρσκι: ο ένας διαλέγει να πεθάνει, ο άλλος να ζήσει. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς που πέθαναν ηρωικά στα στρατόπεδα είναι πιστοί: χριστιανοί ή κομμουνιστές- καταλαβαίνουμε ότι η πίστη τους τους βοηθάει όταν πρέπει να πεθάνουν. Αυτοί που διακινδυνεύ­ ουν πιο εύκολα τη ζωή τους δεν μοιάζουν του Πετσέρσκι: ενεργούν, κάπως όπως οι τρομοκράτες σήμερα, στο όνομα μιας ιδεολογίας, όχι από αγάπη για τη ζωή. Αυτό τους δίνει τη δυνατότητα να συναντούν τον θάνατο υποφέροντας λιγότερο βαριά. Όπως οι αρχαίοι ήρωες, που αποβλέπουν στη μάχη για να ολοκληρωθούν, χαίρονται μερικές φορές να ρίχνονται σε καταστάσεις εξ ίσου δύσκολες, γιατί εκεί ακριβώς μπορούν να αποδείξουν τον ηρωισμό τους. Ο Σολζενίτσυν διηγείται την ιστορία ενός θανατοποινίτη: η βδομάδα που του απομένει να ζήσει, του φαίνεται η πιο λαμπρή της ζωής του. «Αυτή ακριβώς η έκσταση κα­ τακυριεύει, σε αντιστάθμισμα, την ψυχή όταν ο άνθρωπος έχει παραι­

πρότασή του ξαφνιάζει, μα γίνεται δεκτή. Ο Κόλμπε πεθαίνει,

τούμενος τον οποίο έσωσε επιζεί του πολέμου.

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

τηθεί από κάθε ελπίδα σε μία ανέφικτη σωτηρία και εγκαταλείπεται ο­ λοκληρωτικά στον ηρωισμό» (II, 488). Η Σαρλότ Ντελμπό, που επέζησε από το Αουσβιτς, μεταφέρει την ανάμνηση μίας συντρόφου της, που γράφει σε ένα εισιτήριο την ημέρα της αναχώρησής της για το Άου- σβιτς: «Εκτοπίστηκα. Είναι η ωραιότερη μέρα της ζωής μου”. Ήμουν τρελή, τρελή. Η ηρωίδα με το φωτοστέφανό της, η μάρτυρας που οδεύ­ ει τραγουδώντας στον θάνατο. Πιθανόν μας χρειαζόταν αυτή η έξαρση για να αντέξουμε στην παρανομία υποκρινόμενες πως είμαστε όπως ό­ λος ο κόσμος και γλιτώνοντας από τον θάνατο» (Αουσβιτς, III, 52). Μία δραματική μαρτυρία της σύγκρουσης ανάμεσα σε ηρωική έξαρ­ ση και αγάπη για τη ζωή συναντούμε στα αποχαιρετιστήρια γράμματα του Μαρσέλ Ράίμάν, που τουφεκίστηκε στο όρος Βαλεριέν τον Φε­ βρουάριο του 1944. Ο Ράίμάν, εβραίος μαχητής των Κομμουνιστικών νεολαιών, είναι, στην γερμανική Κατοχή, θαρραλέος τρομοκράτης:

σκοτώνει γερμανούς αξιωματικούς ή στρατιώτες στους δρόμους του Παρισιού, πυροβολώντας από πολύ κοντά ή ρίχνοντας χειροβομβίδες. Συλλαμβάνεται τον Νοέμβριο του 1943 και επί μήνες υποβάλλεται σε βασανιστήρια. Την προηγουμένη της εκτέλεσής του, γράφει στην οικο-

γένειά του. Στη θεία του: «Είμαι εντελώς ήρεμος και γαλήνιος. [

...

]

Εί­

μαι βέβαιος ότι αυτό θα πονέσει περισσότερο εσάς παρά εμάς» (Ντια- μάντ, 163-4). Έπειτα γράφει άλλα γράμματα, στη μητέρα του και στον αδελφό του, που ήταν τότε εκτοπισμένοι (δεν θα επιστρέφουν). Στη μητέρα του: «Συγχώρεσέ με που έκανα τόσον καιρό να σου γράψω,

αλλά είμαστε όλοι τόσο χαρούμενοι που μου είναι αδύνατον, όταν

σκέφτομαι πόσο θα πονέσεις». Στον αδελφό του Σιμόν: «Σε φιλώ, σε [

]

... που είναι τρελό, αλλά δεν μπορώ να μείνω σοβαρός». Κι ωστόσο ο Μαρσέλ Ράίμάν δεν καταφέρνει να μη γράψει αυτό το γράμμα, σαν να

λατρεύω, είμαι ικανοποιημένος.

Μη δίνεις σημασία στο γράμμα μου

του εξασφάλιζε ότι έμενε ακόμα στη ζωή και σε επαφή με τους κοντι­ νούς του. Όταν τελειώνει τα τρία γράμματα, γράφει πολλά υστερό­ γραφα. «Αγαπώ όλο τον κόσμο και ζήτω η ζωή. Να ζήσει ευτυχισμένος σαν παιδί: «Μαμά και Σι­

όλος ο κόσμος. Μαρσέλ». Κι έπειτα ξαφνικά,

Μαρσέλ» (164). Ο Μαρσέλ Ράίμάν είναι ήρωας που αγαπά τους ανθρώπους. Αλλά στους αληθινούς πιστούς, όπως είδαμε, η αγάπη του Θεού (ή του κομ­ μουνιστικού ιδεώδους: «Στάλιν, σ’ αγαπώ!» αναφωνεί μία αγωνίστρια όταν αρχίζει να παραληρεί) μπορεί να φτάσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να τους κάνει να ξεχάσουν να αγαπούν τους συγκεκριμένους ανθρώ­ πους. Η Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν, πσυ εκτοπίστηκε αρχικά στο Καζακστάν, και κατόπιν στο Ράβενσμπρυκ, έχει περιγράψει εκτενώς τη συμπεριφορά, σ’ αυτό το τελευταίο στρατόπεδο, των μαρτύρων του Ιε­ χωβά, που επί δύο χρόνια διατέλεσε ΒΙοοΚ&ΚθδΙβ [ομαδάρχισσά] τους. Οι γυναίκες της θρησκευτικής αυτής αίρεσης κρατούνται στο στρατό­ πεδο επειδή φρονούν ότι ο Χίτλερ είναι η ενσάρκωση του διαβόλου και

μόν, σας αγαπώ και θα ήθελα να σας ξαναδώ.

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

επειδή αρνούνται να εκτελέσουν μια δουλειά που θα μπορούσε να εξυ­ πηρετήσει την πολεμική προσπάθεια- για να φύγουν από το στρατόπε­ δο, θα τις ήταν αρκετό να απαρνηθούν την πίστη τους, αλλά δεν το κά­ νουν ποτέ. Αποτελούν την πιο συνεκτική ομάδα του στρατοπέδου (και αυτή που υπολογίζουν περισσότερο οι 83)- δεν δέχονται κανένα συμ­ βιβασμό, Αλλά η αγάπη αυτή δεν ωφελεί ποτέ τους ανθρώπους που είναι γύ­ ρω τους. Η Μπούμπερ-Νόυμαν συναντά μια γυναίκα, την Έλα Χέμπελ, που φαίνεται εξ ίσου αποφασισμένη με την αγία Περπέτουα: έχει ε- γκαταλείψει τον άνδρα της με τα τέσσερα μικρά τους παιδιά, για να μην αρνηθεί την πίστη της. Τα γράμματα που λαμβάνει από το σπίτι δεν μπορούν να την κάμψουν: προτιμά να ζει την πίστη της στο Ράβενσμπρυκ. Όπως τα μέλη των οικογενειών τους, έτσι και οι άλλοι κρατούμενοι δεν προκαλούν τον οίκτο των μαρτύρων του Ιεχωβά. «Αν διακινδύνευαν, το έκαναν μόνο προς το συμφέρον του Ιεχωβά —όχι προς το συμφέρον οποιουδήποτε συγκρατουμένου τους» (Ράβενσ­ μπρυκ, 147). Η Μπούμπερ-Νόυμαν το βίωσε αυτό, όταν ήταν κλεισμένη στο μπουντρούμι. Επιπλέον, τα μέλη της αίρεσης αυτής, όπως και άλ­

τόσο μεγάλη είναι η αγάπη τους για τον Ιεχωβά.

λοι ζηλωτές πιστοί, δεν ^χουν καμία αγάπη για τον

εαυτό τους και εί­ ναι έτοιμοι να υποφέρουν, αν όχι και να πεθάνουν, παρά να παραβιά­

σουν μία διατροφική απαγόρευση (ας θυμηθούμε τον Ελεάζαρ) —χω­ ρίς να νοιάζονται για το γεγονός ότι, έτσι, συμμετέχουν στην εκμηδέ-

νισή τους και άρα βοηθούν τα εγκληματικά σχέδια των ναζί. «Να αρ- νείσαι ένα κομμάτι λουκάνικο με το πρόσχημα ότι δεν είναι κασέρ, ενώ

πεθαίνεις της πείνας, είναι ηρωικό. [

]

Στα κομάντο, να τηρείς την ε­ (Φενελόν, 255). Αλλά οι ήρωες δεν αγαπούν αναγκαστικά τους ανθρώπους, κι ό­ ταν ακόμα οι εν λόγω άνθρωποι είναι ο εαυτός τους. Ώστε είναι δυνατόν να εισαγάγουμε μία διάκριση στο εσωτερικό των ηρώων και των αγίων: ανάμεσα σ’ αυτούς που επιθυμούν να επω­ φελούνται οι άνθρωποι από την ενέργειά τους — και σ’ εκείνους που

...

βραϊκή θρησκεία γίνεται γοργά μία μορφή αυτοκτονίας»

τους λησμονούν, και αποσκοπούν στο να έχουν μία συμπεριφορά σύμ­ φωνη με το ιδεώδες του ηρωισμού ή της αγιότητας. Ο Κόλμπε θυσιά­ ζεται εξ αιτίας της θρησκείας του, αλλά για έναν άνθρωπο- η Έλα Χέ­ μπελ ενεργεί από τα ίδια κίνητρα, αλλά κανένας άνθρωπος δεν ωφε­ λείται απ’ αυτό. Ο ηρωισμός έχει εδώ διαστρεβλωθεί σε ενέργεια στε­ ρημένη από ανθρώπινη σκοπιμότητα. Είδαμε ακόμα, κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων της Βαρσοβίας, ότι οι δύο αυτές μορφές ηρωισμού συναντιούνται δίπλα δίπλα, και μερικές φορές στον ίδιον άνθρωπο- ε λοιπόν, δεν μπορούμε να τις κρίνουμε με τον ίδιο τρόπο. Ακόμα και στις εξαιρετικές περιστάσεις του πολέμου και της εξέγερσης, όλοι οι ήρωες δεν είναι αξιέπαινοι.

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

Αξιοπρέπεια

Ορισμός

Ας γυρίσουμε τώρα στις πράξεις καθημερινής αρετής, που νομίζω πως είναι απείρως περισσότερες από τις ηρωικές πράξεις. Η αξιοπρέ­ Αλλά τι ακρι­ βώς είναι η αξιοπρέπεια; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι αυ­ τονόητη. Ο Ζαν Αμερύ, που το αληθινό του όνομα είναι Χανς Μάγιερ, είναι αυστριακός εβραίος διανοούμενος, που μετά την απελευθέρωσή του από το στρατόπεδο θα ζήσει στο Βέλγιο· είναι από τους επιζήσαντες που έχει σκεφτεί πολύ την εμπειρία του και μας έχει αφήσει τα ίχνη της στα βιβλία του. Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται την αξιο­ πρέπεια έχει αλλάξει πολλές φορές. Έναν πρώτο καιρό, αναθυμούμε- νος τα όσα είδε και άκουσε, καταλήγει σε μία σκεπτικιστική διατύπω­ ση: ο καθένας έχει διαφορετική ιδέα για την αξιοπρέπεια, πράγμα που, οριακά, καθιστά τη λέξη άχρηστη. Γ ια τον ένα, είναι το καθημερινό μπάνιο, για τον άλλο, η δυνατότητα να επικοινωνεί στη μητρική του γλώσσα, για τον τρίτο, το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση, για τον τέταρτο, το να έχει τους ερωτικούς συντρόφους που επιθυμεί! Θα μπο­ ρούσαμε να προσθέσουμε ότι η διαφωνία μεγαλώνει, αν αποφασίσου­ με να συμβουλευτούμε τους φιλοσόφους: ο Πασκάλ δεν έλεγε ότι «ό­ λη η αξιοπρέπεια του ανθρώπου συνίσταται στη σκέψη» (Γρ. 365) και ο

πεια θεωρήσαμε πως ήταν η πρώτη από τις αρετές αυτές.

Καντ ότι προέρχεται από το να μην αντιμετωπίζεις τον άνθρωπο ως μέσον, αλλά πάντα ως σκοπό; Ο Καμύ δεν βεβαίωνε ότι η μοναδική α­ ξιοπρέπεια του ανθρώπου έγκειται «πην επίμονη εξέγερση εναντίον

της κατάστασής του»

(156); Τι να βγάλουμε από αυτό το χάος αντι-

κρουόμενων απόψεων; Αναλύοντας τη δική του στάση, και όχι πια των άλλων, ο Αμερύ προτείνει, σε δεύτερο στάδιο, μία προσωπική ερμηνεία. Η αξιοπρέπεια του φαίνεται τώρα πως είναι μια μορφή κοινωνικής αναγνώρισης: η κοινωνία διακηρύσσει ότι ένα άτομο είναι αξιοπρεπές ή όχι. Το άτομο απατάται αν φαντάζεται ότι μπορεί να προχωρήσει στις εκτιμήσεις αυ­

τές με μόνη την κρίση του. Είναι μάταιο να θέλεις να απονείμεις στον εαυτό σου τίτλο αξιοπρέπειας, αν η κοινωνία σού το αρνείται. Τι πρέ­ πει να κάνουμε στην περίπτωση —των Εβραίων στη ναζιστική Γερμα­ νία— που η κοινωνία όχι μόνο δεν σου αναγνωρίζει καμία αξιοπρέπεια,

σε κηρύσσει κιόλας ανάξιο να ζεις; Μόνον ένας δρόμος φαίνεται

αλλά τότε ανοιχτός στο άτομο που δεν συναινεί, ο δρόμος της βίαιης εξέ­

γερσης: πρέπει να ανταποδώσει το χτύπημα. Αν η κοινωνία σε καταδι­ κάζει, η αξιοπρέπεια συνίσταται στο νη πολεμήσεις αυτή την κοινωνία. Αν σε χτυπήσει, πρέπει να της ανταποδώσεις το χτύπημα. Ο Αμερύ

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

διηγείται το ακόλουθο επεισόδιο: στο Άουσβιτς τον χτύπησε ένας πο- λωνός ποινικός κρατούμενος, ο κολοσσός Γ ιούστζεκ. Γ ια να διατηρή­

σει την αξιοπρέπειά του, ο Αμερύ του δίνει μια γροθιά στο πρόσωπο — με αποτέλεσμα να τον δείρει ακόμα πιο άγρια ο Γ ιούστζεκ- αλλά δεν το μετανιώνει.

«Το σώμα μου, ντιπροσώπευε την φυσική και μεταφυσική μου αξιοπρέπεια [

όταν συσπειρωνόταν για να χτυπήσει, α­

]. Έδινα

... στην αξιοπρέπειά μου συγκεκριμένη κοινωνική μορφή χτυπώντας στο πρόσωπο έναν άνθρωπο (Νους, 91). Βλέπουμε ότι ο Αμερύ, την επο­ χή των σκέψεων αυτών, βρίσκεται κοντά στη σκέψη του Φραντς Φανόν για την αναγκαία αντι-βία. Ωστόσο, η ερμηνεία αυτή δεν τον ικανοποιεί για πολύ. Καθώς ανα- λογίζεται τη μοίρα των Εβραίων στα γκέτο ή στα στρατόπεδα, την βρί­ σκει ακόμα πιο απελπιστική από των αλγερινών χωρικών- οι δυνατότη­ τες αντίδρασης ήταν κι αυτές πιο περιορισμένες, και οι θεραπείες που σύστηνε ο Φανόν ανεφάρμοστες. Πρέπει γι’ αυτό να πούμε ότι οι άν­ θρωποι αυτοί ήταν πάντα αναξιοπρεπείς; Η διαισθητική αντίδραση του Αμερύ εναντιώνεται σε ένα τέτοιο συμπέρασμα- γι’ αυτό και μιλάει τώ­ ρα για την εσφαλμένη πίστη —που ο ίδιος την έχει εγκαταλείψει— σύμφωνα με την οποία ανταποδίδοντας τα χτυπήματα ξαναβρίσκεις την αξιοπρέπειά σου. Θα έπρεπε να προσθέσουμε ότι θα υπήρχε εκεί, επιπλέον, μία λογική της εκδίκησης, που δυσκολευόμαστε να δούμε γιατί μια μέρα θα σταματούσε —ή τι το ιδιαίτερα ενάρετο έχει (θα επα- νέλθουμε στο ζήτημα αυτό). Δεν είναι βέβαιο, τέλος, ότι θέλοντας να δώσει μία κοινωνική έγκριση στην αξιοπρέπεια, ο Αμερύ δεν την έχει μπερδέψει μ’ αυτό που θα ονομάζαμε σωστότερα τιμή: η δε, συνίστα- ται σαφώς σε μια μορφή αναγνώρισης που απονέμει η κοινωνία με τους κώδικές της- απεναντίας, την μεν μπορεί να την νιώσει το μεμο­

νωμένο άτομο. Ο Μπρούνο Μπέτελχάιμ είναι άλλος ένας που γλίτωσε από τα στρατόπεδα (ήταν κρατούμενος στο Μπούχενβαλντ και στο Νταχάου) και για καιρό μελετούσε τα ηθικά προβλήματα που τέθηκαν εκεί. Το θέ­ μα της αξιοπρέπειας το επικαλείται αυτός στο πλαίσιο της αυτονομίας. Μ’ αυτό εννοεί όχι την απομόνωση του ατόμου στους κόλπους της κοι­ νωνίας, αλλά «την εσωτερική ικανότητα του ανθρώπου να αυτοκυβερ- νάται» (Καρδιά, 111), ενώ η θέληση παίζει τον συνδετικό ρόλο ανάμε­ σα στη συνείδηση και την πράξη. Τα στρατόπεδα αποσκοπούν ακριβώς στην καταστροφή αυτής της αυτονομίας: «Ο κρατούμενος δεν έπρεπε να έχει δική του θέληση' (209)- να εμποδίζεις αυτή την καταστροφή ι-

σοδυναμεί με το να διατηρείς την αξιοπρέπειά σου, όσο περιορισμένη κι αν είναι η ανακτηθείσα αυτονομία. Το σημαντικό είναι να τελείς πρά­ ξεις με τη δύναμη της θέλησής σου, με δική σου πρωτοβουλία, να α­ σκείς μία ελάχιστη έστω επιρροή στο περιβάλλον σου. «Οι κρατούμε­

νοι [

...

]

ήξεραν [

...

]

ότι διατηρούσαν την τελευταία, αν όχι και την μεγα­

λύτερη ελευθερία: να επιλέξουν τη στάση τους σε οποιαδήποτε περί-

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

στάση. Οι κρατούμενοι που το είχαν καταλάβει πλήρως αυτό, αντι­ λαμβάνονταν ότι αυτό, και μόνον αυτό, αποτελούσε την κρίσιμη δια­ φορά ανάμεσα στο να διατηρείς την ανθρωπιά σου (και συχνά τη ζωή σου) και στο να δέχεσαι να πεθάνεις ηθικά (κάτι που συχνά επέφερε και τον σωματικό θάνατο): να διατηρείς την ελευθερία να διαλέγεις τη στάση σου σε μία ακραία κατάσταση, και αν ακόμα, φαινομενικά,

δεν είχες καμία δυνατότητα να επιδράσεις σ’ αυτήν»

(214-5). Συνε­

πώς, οι όροι ελευθερία, θέληση, αυτονομία, αξιοπρέπεια θα ήταν εδώ περίπου συνώνυμοι. Καμία δύναμη δεν μπορεί να καταστείλει αυτή την έσχατη επιλογή, δεν μπορεί να στερήσει τον άνθρωπο απ’ αυτή την μορφή της ελευθε­ ρίας, που πραγματικά του δίνει την ιδιότητα «άνθρωπος», που του δίνει τη δυνατότητα να παραμείνει άνθρωπος σε όλες τις περιστάσεις. Ο κα­ ταναγκασμός (και συνεπώς ο καθορισμός από το περιβάλλον) δεν μπο­ ρεί ποτέ να είναι πλήρης: «Όλα μπορείς να τα πάρεις από τον άνθρω­ πο στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως, εκτός από ένα: την έσχατη ελευ­ θερία να διαλέγει την τάδε ή την δείνα στάση μέσα στις συνθήκες που του επιβάλλονται» (Φρανκλ, 114). Αλλά θα πρέπει να προσθέσουμε ότι ο Αμερύ, που εν τέλει συντάσσεται με την ίδια άποψη, είχε δίκιο όταν αρνήθηκε τον καθαρά υποκειμενικό, εσωτερικό ορισμό της αξιοπρέπει­ ας: δεν αρκεί να πάρεις μέσα σου μια απόφαση για να αποκτήσεις αξιο­ πρέπεια- πρέπει την απόφαση αυτή να την ακολουθήσει μια πράξη που απορρέει απ’ αυτή, και που γίνεται αντιληπτή απ’ τους άλλους (κι αν α­ κόμα δεν είναι παρόντες για να την αντιληφθούν). Αυτός, λοιπόν, θα εί­ ναι ο πρώτος μας ορισμός της αξιοπρέπειας.

Η άσκηση της θέλησης

Γ ια να διατηρήσει ο άνθρωπος την αξιοπρέπειά του, οφείλει να με­ τατρέψει μια κατάσταση καταναγκασμού σε κατάσταση ελευθερίας- στην περίπτωση που ο καταναγκασμός είναι ακραίος, αυτό ανάγεται στο να εκτελέσει σαν πράξη της θέλησής του τη χειρονομία που τον υ­ ποχρεώνουν να κάνει. Ο Αμερύ είχε φτάσει στο ίδιο συμπέρασμα: η ε­ λάχιστη αξιοπρέπεια, η αξιοπρέπεια των καταστάσεων στις οποίες ο άνθρωπος δεν έχει πια καμία επιλογή, συνίσταται στο να πηγαίνει οι- κειοθελώς στον θάνατο —για τον οποίο τον έχουν προορίσει- είναι η αυτοκτονία του καταδικασμένου σε θάνατο: διαφορά απειροελάχιστη,

μα ωστόσο επαρκής. Ο Μπορόφσκι, στο βιβλίο του Από δω για τα αέ­

την ακόλουθη σκηνή: μια νέα, που κα­

ρια, κυρίες και κύριοι, αφηγείται τάλαβε ποια τύχη την περίμενε, οδηγεί τους νεοφερμένους στους θαλάμους αερίων. Αυτό προκαλεί τον θαυμασμό του Τσάλμον Γκραντόφσκι, μέλους του δοηοίΘΓΐίοιτίΓηβηάο του Αουσβιτς που δεν επέζησε αλλά έθαψε το χειρόγραφό του δίπλα στα κρεματόρια του Μπίρκεναου, όπου και βρέθηκε μετά τον πόλεμο.

πηδάει από μόνη της στο καμιόνι που

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

«Τα θύματα βάδιζαν περήφανα, τολμηρά, αποφασιστικά, σαν να βάδι­ ζαν προς τη ζωή» (Ρόσκις, 557). Αυτή είναι και η αντίδραση των κατα­ δικασμένων του «στρατοπέδου των οικογενειών», που τους αναγγέλ­ λουν ανοιχτά τον επικείμενο θάνατό τους, όπως διηγείται ο Φίλιπ Μύ­ λερ, ένα άλλο μέλος του ίδιου δοηοίθΐΐωιηιτοηάο: αντί να διαμαρτυρη- θούν, πιάνουν το τραγούδι, τον τσέχικο εθνικό ύμνο και το εβραϊκό ΗβίίΙ<ν3ΐΊ. Και άλλοι καταδικασμένοι τραγουδούν μες στο καμιόνι που τους οδηγεί στους θαλάμους αερίων. Ιδού μία άλλη περίπτωση προσαρμογής της θέλησης στην πραγμα­ τικότητα, που ωστόσο παράγει ένα αίσθημα αξιοπρέπειας: είναι η περί­ πτωση του «δολοφόνου του Στάλιν» (την ιστορία διηγείται ο Γκούσταβ Χέρλινγκ). Ο άνθρωπος αυτός, υψηλόβαθμος σοβιετικός αξιωματού- χος, αρέσκεται να καυχιέται πως είναι καλός σκοπευτής: θα μπορούσε να πετύχει το αυτί του Στάλιν, σε μια φωτογραφία κρεμασμένη στον τοίχο, είπε μια φορά προκλητικά, μόνο με μια βολή με το πιστόλι. Κερ­ δίζει το στοίχημα, αλλά έπειτα από λίγους μήνες βρίσκεται στη φυλα­ κή, και μετά στο στρατόπεδο. Είναι παράλογο: δεν ήθελε το κακό του Στάλιν. Ωστόσο, από τη στιγμή που καταδικάστηκε, αρχίζει να επανερ- μηνεύει τη χειρονομία του, φτάνοντας να την επωμιστεί ως πράξη ε- σκεμμένη (επιθετική απέναντι στον Στάλιν), πράγμα που αρχικά δεν ή­ ταν. Διακηρύσσει τώρα σε όποιον θέλει να τον ακούσει: «“Σκότωσα

τον Στάλιν! [

...

]

Τον σκότωσα σαν σκυλί [

...

]”

Πριν πεθάνει, ως τελευ­

ταία χάρη, ήθελε να επωμιστεί το έγκλημα που δεν είχε διαπράξει» (73-4). Επωμιζόμενος το «έγκλημα», αποδέχεται και την τιμωρία: μο­ ναδικός τρόπος για να επανακτήσει την αξιοπρέπειά του. Η αυτοκτονία, ακόμα και σε ένα περιβάλλον συχνών ανθρωποκτο­ νιών, υπονοεί ήδη μία μεγαλύτερη ελευθερία: ο άνθρωπος τροποποιεί την πορεία των συμβάντων, έστω και για τελευταία φορά στη ζωή του, αντί να αρκεστεί να αντιδράσει στα ίδια συμβάντα με τον τρόπο που έ­ χει διαλέξει. Οι αυτοκτονίες αυτές διαπράττονται από πρόκληση, όχι α­ πό απελπισία, και αποτελούν μία έσχατη ελευθερία, όπως το καταλα­ βαίνει η Όλγα Λενγκύελ, που περιγράφει την ανακούφισή της ξέρο­ ντας ότι είχε πάντα πάνω της δηλητήριο: «Η βεβαιότητα ότι σε τελευ­ ταία ανάλυση ο άνθρωπος είναι κύριος της ζωής του αντιπροσωπεύει την έσχατη ελευθερία» (40). Η Ευγενία Γκίνσμπουργκ, ατενίζοντας στην Κολύμα τη σορό μιας φίλης που αυτοκτόνησε, βρίσκει κι αυτή μια ανακούφιση στη σκέψη ότι η ελευθερία αυτή είναι πάντα προσιτή: «Αν

θέλω, θα δώσω μόνη μου τέλος στη ζωή μου» (II, 123). Οι φύλακες των στρατοπέδων το ξέρουν καλά: να διαλέγεις τη στιγμή και τον τρόπο του θανάτου σου, σημαίνει να επιβεβαιώνεις την ελευθερία σου- ε λοιπόν, ο σκοπός του στρατοπέδου είναι ακριβώς η άρνηση της ελευθερίας αυτής, και άρα της αξιοπρέπειας αυτής. Γι’ αυ­ τό, ενώ σκοτώνουν με τόση ευκολία, οι φύλακες εμποδίζουν με όλα τα μέσα τις αυτοκτονίες. Ο Φίλιπ Μύλερ μπαίνει εκούσια στον θάλαμο αε­

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

ρίων, για να πεθάνει- μα οι φρουροί τον ανακαλύπτουν και τον βγά­ ζουν βίαια έξω: «Κωλάνθρωπε, σατανικέ μπαμπέση, μάθε ότι εμείς, και όχι εσύ, αποφασίζουμε αν θα ζήσεις ή θα πεθάνεις!» (155). Πιο σημα­ ντική από τον θάνατο είναι η αλλοτρίωση της θέλησης: αυτή ακριβώς δίνει τη δυνατότητα να απολαμβάνεις πλήρως την εξουσία σου πάνω στους άλλους. Έτσι εξηγεί ο Μπέτελχάίμ την ενόχληση των φυλάκων μπροστά στις αυτοκτονίες, οι οποίες, ωστόσο, τους απαλλάσσουν από μια «βρομοδουλειά»: κάθε πράξη αυτοκαθορισμού οφείλει να τιμωρεί­ ται αυστηρά. Η επιτυχία μιας αυτοκτονίας ως πρόκλησης εξαγριώνει τους φύλα­ κες. Τέτοια θα είναι η ιστορία της Μάλα Τσίμετμπαουμ. Δραπετεύει α­ πό το Αουσβιτς, την συλλαμβάνουν- την βασανίζουν για να πει τα ονό­ ματα των συνεργών της, δεν μιλάει- την πηγαίνουν τότε μπροστά στην αγχόνη, στην πλατεία του στρατοπέδου, εν μέσω των κρατουμένων. Εκείνη τη στιγμή (και αφού απευθύνεται στους συντρόφους της) κα­ τορθώνει να κόψει τις φλέβες της, με ένα ξυραφάκι που έχει κρυμμένο πάνω της. Ο 85 της υπηρεσίας, που ωστόσο θα την εκτελούσε έπειτα από λίγα λεπτά, εξαγριώνεται: «Θέλεις να γίνεις ηρωίδα! Θέλεις να σκοτωθείς μονάχη σου! Εμείς είμαστε εδώ για να σας σκοτώνουμε. Αυτό είναι δική μας δουλειά!» (Σουλ, 188). Σε βαθμό λιγότερο ισχυρό, την ίδια οργισμένη αντίδραση προκα- λούν οι απεργίες πείνας των κρατουμένων —κι ας τους φέρνουν πιο κοντά σ’ έναν θάνατο που, αλλιώς, θα άφηνε αδιάφορους τους φύλα­ κες- αλλά, όπως εκείνοι που αυτοκτονούν, οι κρατούμενοι αυτοί έχουν διαλέξει την ασιτία αντί να την υποστούν. Η Ρατουσίνσκαγια διηγείται πώς οι γυναίκες απεργοί πείνας, στα σοβιετικά στρατόπεδα της δεκαε­ τίας του 1980, ταΐζονταν με τη βία (έχουν ωστόσο μερίδες πείνας τις άλλες μέρες, και η πείνα είναι το μόνιμο πρόβλημά τους)- μια διαδικα­ σία που της θυμίζει έντονα βιασμό: έχει τα χέρια δεμένα στην πλάτη και, μ’ ένα κουταλάκι, της βάζουν στο σώμα ένα υγρό. Μια σχετικά κοινή μορφή της άσκησης της θέλησης είναι η άρνηση να υπακούσεις σε μία διαταγή: αντίσταση, από μιαν άποψη, καθαρά πα­ θητική (δεν κάνεις κάτι), μα που μπορεί εύκολα να σου στοιχίσει τη ζωή. Ορισμένοι γιατροί, στο Αουσβιτς, αρνούνται να κάνουν διάκριση Εβραίων και «Αριών»- άλλοι, να συμμετέχουν στα «ιατρικά» πειράμα­ τα- η αλήθεια είναι ότι τους τιμωρούν με καψώνια, όχι με θάνατο. Όταν, απεναντίας, τα μέλη του δοπάβιΙωΓηΐ'ηδηάο αρνούνται να ενερ­ γήσουν, σκοτώνονται στη θέση των θυμάτων τους. Ο Λάνγκμπαϊν διη­ γείται και την περίπτωση του Χίασλ Νόυμεγιερ στο Νταχάου: αυτός ο γερμανός κομμουνιστής «είχε γίνει εκεί διάσημος για την άρνησή του να επιβάλλει ποινές ραβδισμού στους συντρόφους του. Προτιμούσε να τις υφίσταται ο ίδιος» (157). Σύγχρονη εκδοχή της σωκρατικής αρχής:

καλύτερα να υπομένεις την αδικία παρά να την επιβάλλεις. Πιο τραγική είναι η μοίρα της Έλζε Κρουγκ στο Ράβενσμπρυκ: πρώην πόρνη ειδι­

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

κευμένη στην μαζοχιστική πελατεία, συνεπώς μεγάλη ειδήμων στις σαδιστικές πρακτικές, αρνείται να ραβδίσει μια άλλη κρατούμενη. Η άρνηση αυτή προκαλεί την καταδίκη της σε θάνατο (Μπούμπερ-Νόυ- μαν, Ράβενσμπρυκ, 34). Η ανυπακοή στις διαταγές: αυτή είναι η βασική αρχή της αξιοπρε­ πούς συμπεριφοράς μιας άλλης εξαιρετικής τροφίμου των στρατοπέ­ δων, της τσέχας δημοσιογράφου και παλιάς φίλης του Κάφκα, Μίλενα Γιέσενσκα. Μετά την κατάληψη της χώρας της από τους Γερμανούς, βρίσκεται στο Ράβενσμπρυκ, όπου συναντά, στο πρόσωπο της Μαργα- ρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν μία απαράμιλλη φίλη (και, αργότερα, βιογρά­ φο). Η Μίλενα επιβεβαιώνει την αξιοπρέπειά της με τις πιο ανώδυνες χειρονομίες, που ο κοινός τους παρονομαστής είναι η περιφρόνηση για την αυθαιρεσία που επικρατεί στο στρατόπεδο. «Ποτέ δεν έμπαινε σωστά στις πεντάδες, ποτέ στις αναφορές δεν έστεκε όπως όριζαν οι κανονισμοί, δεν βιαζόταν όταν έπρεπε να εκτελέσει μια διαταγή, δεν Ούτε μια λέξη που έβγαινε απ’ το στό­

κολάκευε τους ανωτέρους της. μα της δεν ήταν «σύμφωνη με την τάξη πραγμάτων του στρατοπέ­ δου» (Μίλενα, 21). Να κουνάς ένα μαντήλι, να σφυρίζεις ένα τραγουδάκι γίνονται πρά­ ξεις αυτονομίας και πρόκλησης (που προκαλούν, άλλωστε, την οργή όχι μόνο των φυλάκων αλλά και των άλλων κρατουμένων που έχουν εσω- τερικεύσει την κρατούσα τάξη). Μια φορά, κάνει να ηχήσει η σειρήνα

του στρατοπέδου, χωρίς αποχρώντα λόγο. « Εστω και για μια φορά, ή­

θελε [

...

]

να είναι [

...

]

ο άνθρωπος που κατέχει όλες τις εξουσίες» (218).

Η φαινομενικά τυχαία πράξη τής δίνει τη δυνατότητα να επιβεβαιώσει την αξιοπρέπειά της —πράγμα που δεν θα μπορούσε να παραγάγει κα­ μία πράξη χρησιμοθηρική, κι αν ακόμα ήταν το αποτέλεσμα μιας θέλη­ σης. Το να ψάξεις για νερό για να σβήσεις τη δίψα σου απαιτεί σαφώς την παρέμβαση της θέλησης, αλλά η αποτελεσματικότητα της χειρονο­ μίας εμποδίζει να δρέψουμε μ’ αυτήν ηθικούς καρπούς· το να βάζεις μπρος τη σειρήνα είναι πράξη ανιδιοτελής και, γι’ αυτό, αποτελεί μία ε­ πιβεβαίωση της αξιοπρέπειας του υποκειμένου. Ας επισημάνουμε ωστό­ σο ότι δεν πρόκειται και για μια πράξη που θίγει τους άλλους: η Μίλενα δεν έχει τίποτε κοινό με τον Ρασκόλνικοφ ή τον Λαφκάντιο.

Ο αυτοσεβασμός

Η άσκηση της θέλησης είναι ένας τρόπος να επιβεβαιώσεις την α-

ξιοπρέπειά σου- αλλά δεν είναι ο μοναδικός. Για να μπορείς να πάρεις

υπ’ όψη και άλλες μορφές αξιοπρέπειας,

θα πρέπει να διασαφήσεις α­ κόμα περισσότερο τα περιγράμματα της έννοιας. Ενεργώντας οικειο- θελώς (αυτοκτονώντας, λόγου χάρη), αποδεικνύεις όχι μόνο την ύπαρ­ ξη της ελεύθερης βούλησης, αλλά και τη δυνατότητα να εγκαθιδρύ­ σεις μία ισοδυναμία εσωτερικού και εξωτερικού: μια απόφαση καθαρά

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

εσωτερική δεν οδηγεί, όπως είδαμε, στην αξιοπρέπεια. Εχω πάρει μία απόφαση και έχω ενεργήσει σε συμφωνία μ’ αυτήν: ιδού σε τι συνίστα- ται η αξιοπρέπειά μου. Η άσκηση της θέλησης ήταν μία από τις συνι­ στώσες της αρετής αυτής· η άλλη είναι η συμφωνία εσωτερικού και ε­ ξωτερικού. Αλλά αν έτσι έχουν τα πράγματα, μπορούμε να ορίσουμε την αξιοπρέπεια ως την ικανότητα να ικανοποιήσουμε με τις πράξεις μας τα κριτήρια που έχουμε εσωτερικεύσει. Η αξιοπρέπεια γίνεται τότε συνώνυμο του αυτοσεβασμού: θέλω η ενέργειά μου να εγκριθεί από την κρίση μου. Ένα πρώτο παράδειγμα αξιοπρέπειας που νοείται έτσι θα μπορούσε είναι το απλό γεγονός να μένεις καθαρός, κι ας σε ωθούν όλα προς

να την αντίθετη στάση: το νερό είναι λιγοστό ή κρύο ή βρόμικο, οι νιπτή­ ρες είναι μακριά, το κλίμα δριμύ. Αλλά πολλές είναι οι μαρτυρίες που το βεβαιώνουν: ένας άνθρωπος που κατορθώνει να διατηρηθεί καθα­ ρός, να φροντίσει έστω και ελάχιστα τα ρούχα του, εμπνέει τον σεβα­ σμό στους άλλους κρατούμενους (και αυξάνει τις πιθανότητές του να επιζήσει: η ηθική, εδώ, αποδίδει). Ο Πρίμο Λέβι βεβαιώνει ότι χρωστά τη σωτηρία του σε ένα μάθημα που του έδωσε ο λοχίας Στάινλαουφ στις αρχές της εκτόπισής του: να μένεις καθαρός για να μην εξευτελι­ στείς στα μάτια σου. πλένουμε το πρόσωπο χωρίς σαπούνι, με βρόμικο νερό και να σκουπι­ ζόμαστε με τη ζακέτα μας. Χρέος να γυαλίζουμε τα παπούτσια μας, ό­ χι βέβαια επειδή έτσι ορίζει ο κανονισμός, αλλά από αξιοπρέπεια και καθαριότητα» (Εάν, 50). Ένα άλλο παράδειγμα αυτής της ίδιας αξιοπρέπειας της επάρκειας είναι η άρνηση να υποτάξεις τη συμπεριφορά σου στην καθαρή λογική του προσωπικού συμφέροντος και του άμεσου κέρδους — αν υποθέ­ σουμε, βέβαια, ότι δεν έχεις εσωτερικεύσει ως κριτήρια ίσα ίσα το κέρ­ δος και το συμφέρον. Να ενδιαφέρεσαι για τους άλλους και όχι μόνο για τον εαυτό σου, για τους απόντες και όχι πάντα για τους παρόντες, σημαίνει ήδη να κάνεις ένα βήμα προς την αξιοπρέπεια. Να μη ταπει­ νώνεσαι μπροστά στους ανωτέρους σου είναι αξιοπρεπής συμπεριφο­ ρά. Να αρνείσαι ένα προνόμιο που κρίνεις πως δεν το αξίζεις, ένα φα­ γητό που σου δίνουν για να υπογραμμίσουν την κατωτερότητά σου, το ξεπλήρωμα μιας πράξης που έχεις τελέσει από εσωτερικό χρέος και ό­ χι από συμφέρον, σημαίνει να δείχνεις αξιοπρέπεια. Ο Χέρλινγκ διηγεί­ ται και την ιστορία της νοσοκόμας Ευγενίας Φεοντόροβνα στο στρατό­ πεδο της Βολογκντά: είναι ερωμένη του αρχίατρου και έχει πολλά προ­ νόμια: αλλά ερωτεύεται μια μέρα έναν απλό κρατούμενο. Να φερθεί σύμφωνα με τα αισθήματά της και όχι με το υλικό συμφέρον της, είναι τούτη τη στιγμή μια πράξη αξιοπρέπειας. Που θα της στοιχίσει ακριβά:

«Είναι και χρέος απέναντι στον εαυτό μας να

για τιμωρία, ο αγαπημένος της μετατίθεται σε άλλο στρατόπεδο- τότε η γυναίκα ζητά να μετατεθεί κι αυτή, για να μην είναι δίπλα στον αρχία­ τρο και αμέσως απαρνείται τα προνόμιά της. «Τον Ιανουάριο του 1942

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

η Ευγενία Φεοντόροβνα πέθανε γεννώντας το παιδί του αγαπημένου της, πληρώνοντας έτσι με τη ζωή της την σύντομη εξέγερσή της» (140). Η αξιοπρέπεια δεν εξασφαλίζει πάντα την επιβίωση. Μια άλλη μορφή αξιοπρέπειας είναι η ικανοποίηση που πορίζεσαι ό­ ταν κάνεις καλά τη δουλειά σου. Κατέχεις μία τεχνική, μία τεχνογνω­ σία: να τις κινητοποιείς όσο καλύτερα μπορείς, σου επιτρέπει να διατη­ ρήσεις τον αυτοσεβασμό σου. Ο Σολζενίτσυν έχει περιγράφει την ευ­ χαρίστηση και την περηφάνια που μπορείς να ποριστείς από το γεγο­ νός ότι έχτισες έναν τοίχο όπως έπρεπε: «Έχεις μόνο να κάνεις αυτό τον τοίχο, δεν πιστεύεις ότι αυτό θα μπορούσε να συμβάλει στην μελ­ λοντική ευτυχία της ανθρωπότητας, αλλά, ελεεινός κουρελιάρης δού­ λος, κοιτάζοντας αυτό που έκαναν τα χέρια σου, χαμογελάς μέσα σου» (II, 455-6). Ο Πρίμο Λέβι έχει με την πείρα του κάνει παρόμοιες παρατηρήσεις: ο χτίστης Λορέντσο που του σώζει τη ζωή στο Άου- σβιτς έχει διατηρήσει την αξιοπρέπειά του κάνοντας καλά τη δουλειά που τον υποχρέωναν να κάνει. «Όταν τον έβαζαν να χτίσει τοίχους που προστατεύουν από τις βόμβες, τους έκανε ίσιους, στέρεους, με τα τούβλα καλά τοποθετημένα και με όλο το κονίαμα που χρειαζόταν, όχι από υπακοή στις διαταγές, αλλά από επαγγελματικό εγωισμό» (Αυτοί που βούλιαξαν, 121). Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι ιδιαίτερα εξευ­ τελιστική μια παράλογη δουλειά: να μεταφέρεις άμμο πρώτα δεξιά, έ­ πειτα αριστερά, να σκάβεις έναν λάκκο, κι έπειτα να τον βουλώνεις· εί­ ναι αδύνατον να κάνεις καλά μια τέτοια δουλειά και άρα να διατηρή­ σεις τον αυτοσεβασμό σου. Στο στρατόπεδό τους, η Ρατουτσίνσκαγια και οι φίλες της προσπαθούν να δουλεύουν όσο γίνεται καλύτερα, ό­ ταν παράγουν χρήσιμα αντικείμενα: «Φτιάχνουμε καλής ποιότητας πή­ λινα σκεύη, θεωρούμε πως είναι αναξιοπρεπές να σαμποτάρουμε τη δουλειά, δεν χαλούμε επίτηδες τις μηχανές μας και δεν βλέπουμε τί­ ποτε κακό σ’ αυτή τη δουλειά» (85).

Ηθικά διλήμματα

Ωστόσο, η αρετή την οποία απεικονίζει η καλοφτιαγμένη δουλειά παραμένει συζητήσιμη. Ο Όργουελ το είχε επισημάνει κατά τον πόλε­ μο: «Το πρώτο πράγμα που απαιτούμε από έναν τοίχο, είναι να μένει όρθιος. Αν μένει όρθιος, είναι καλός τοίχος και το ζήτημα της λειτουρ­ γίας που εκπληρώνει δεν μετράει απολύτως καθόλου. Κι ωστόσο, ακό­ μα και ο καλύτερος τοίχος του κόσμου θα πρέπει να καταστραφεί, άμα περιβάλλει ένα στρατόπεδο συγκεντρώσεως» (134). Οι τοίχοι τους ο­ ποίους έκτισαν ο Λορέντσο ή ο ήρωας του Σολζενίτσυν ήταν τέτοιοι; Οφείλουμε να κρίνουμε μία πράξη ή ένα έργο όχι μόνον από αυτό που είναι, αλλά και από αυτό που κάνουν οφείλουμε να πάρουμε υπ’ όψη τη λειτουργία, εκτός από την ποιότητα. Ακριβώς επειδή η αξιοπρέπεια δεν απαιτεί κοινωνική επικύρωση αλλά μόνο τη συνοχή συνείδησης και

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

πράξεων, η αρετή της επιδέχεται αμφισβήτηση. Ή ακόμα: κάθε αξιο­

πρέπεια δεν είναι ηθική· αυτή η τελευταία ιδιότητα μπορεί εν τέλει να

έρθει μόνον από τα έξω: άξια σεβασμού είναι μόνον η αξιοπρέπεια που

υπηρετεί το καλό. Ο Μπέτελχάιμ αναθυμάται αυτές τις συγκρούσεις

μεταξύ κρατουμένων: «Όταν το ζήτημα ήταν να χτίσουν κτίσματα για

την Γκεστάπο, συζητούσαν για ν’ αποφασίσουν αν έπρεπε να τα χτί­

σουν καλά. Οι νεοφερμένοι υποστήριζαν το σαμπστάζ, οι παλιοί στην

πλειονότητά τους τη σωστή δουλειά» (Καρδιά, 270). Αν ο τοίχος περι­

βάλλει ένα στρατόπεδο, δεν είναι καλός. Ένας τοίχος κακοφτιαγμέ­

νος, με το πνεύμα της αντίστασης, θα ήταν προτιμότερος.

Οι αφηγήσεις και οι μαρτυρίες των φυλάκων είναι κι αυτές γεμάτες

από παραδείγματα αγάπης για τη σωστή δουλειά. Ο διοικητής του

Αουσβιτς Ρούντολφ Ες περιγράφει τον εαυτό του ως άνθρωπο «κατα-

κυριευμένο από τη δουλειά του» (139) — λησμονώντας να διασαφήσει

ότι η δουλειά του ήταν να σκοτώνει σε βιομηχανική κλίμακα. «Είχα α-

φοσιωθεί ολόψυχα στην εκτέλεση του καθήκοντος μου», συνεχίζει

(140). «Σκεφτόμουν πια μόνο τη δουλειά μου, και παρέπεμπα στο δεύ­

τερο επίπεδο κάθε ανθρώπινο συναίσθημα» (142): καταλαβαίνουμε ότι

στο τέλος τα δύο μπορούν να γίνουν αντίθετα. Μέχρι σημείου που η

γυναίκα του τον επιπλήττει: «Μα μη σκέφτεσαι συνέχεια την υπηρεσία,

σκέψου κι εμάς!»

(216). Λίγο λιγότερη τέτοια αξιοπρέπεια θα ήταν

μάλλον προτιμότερη, από την άποψη της «μελλοντικής ευτυχίας της

ανθρωπότητας»! Το ίδιο ισχύει για τον διοικητή του Σομπιμπόρ και της

Τρεμπλίνκα Στανγκλ: τριάντα χρόνια αργότερα, οι πρώην κρατούμενοι

εξακολουθούν να θυμούνται την «έκδηλη απόλαυση που του έδινε η

δουλειά του» (Σερένυ,

139). Ο ίδιος, απαντώντας σε μία ερώτηση,

παίρνει την ακόλουθη αξιοπρεπή στάση: «Όλα όσα έκανα με την ελεύ­

θερη θέλησή μου, μου αποκρίθηκε πικρά, έπρεπε να τα κάνω όσο καλύ­

τερα μπορούσα. Έτσι είμαι» (244). Ο γιος ενός

πέδου δηλώνει: «Ο πατέρας μου [

...

]

άλλου φύλακα στρατο­

έπρεπε να προσεγγίζει την Τρε­

μπλίνκα εξ ίσου ευσυνείδητα με το όπως έκανε τα ξυλουργικά στο σπί­

τι: ήταν η βασική του ιδιότητα ως τεχνίτη» (240). Αλλά η ιδιότητα του

τεχνίτη δεν είναι αναγκαστικά και του ανθρώπου.

Το ίδιο αληθεύει ακόμα περισσότερο για ασχολίες που εμπλέκο­

νταν λιγότερο άμεσα στην καταστροφή ανθρώπων. Πριν τον πόλεμο ή

κατά τη διάρκειά του, ο καθηγητής Πόρσε κάνει τη δουλειά του όσο

καλύτερα μπορεί, δηλαδή σχεδιάζει τανκς ολοένα πιο ισχυρά και φονι­

κά. Ο Αλμπερτ Σπέερ θέτει

την οργανωτική του ιδιοφυία στην υπηρε­

σία της βιομηχανίας όπλων: από αγάπη για τη δουλειά του, παράγει ό­

πλα ολοένα πιο πολλά και αποτελεσματικά. Στο άλλο άκρο της ιεραρ­

χικής κλίμακας, η διάσημη βιολινίστα και διευθύντρια της γυναικείας

ορχήστρας του Αουσβιτς Άλμα Ρόζε είναι έτοιμη να θυσιάσει την κα­

λοπέραση των μελών της ορχήστρας, για να κατορθώσει να παίξει μια

τελειότερη μουσική: «Πρέπει να κάνουμε σωστά τη δουλειά μας», λέει

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

(Φενελόν, 178). «Εδώ ή αλλού, ό,τι κάνουμε οφείλουμε να το κάνουμε

καλά, έστω και μόνον από αυτοσεβασμό» (184). Δεν ορρωδεί, λοιπόν,

προ ουδεμιάς ωμότητας: όπως ο Ες, απωθεί τα ανθρώπινα αισθήματα

στο όνομα της τελειότητας στη δουλειά. Μια τέτοια συμπεριφορά μάς

είναι πολύ οικεία στην καθημερινή ζωή, μακριά από τα ολοκληρωτικά

στρατόπεδα. Ο Μπέτελχαϊμ συμπεραίνει: «Ενώ τα στρατόπεδα του θα­

νάτου και τα κρεματόρια έχουν εξαφανιστεί, αυτού του τύπου η επαγ­

γελματική έπαρση, που έκανε τους ανθρώπους τόσο επικίνδυνους, ε­

ξακολουθεί να υπάρχει- είναι χαρακτηριστική μιας νεοτερικής κοινω­

νίας στην οποία η σαγήνη της τεχνικής επάρκειας έχει πνίξει το αν­

θρώπινο νόημα» (Επιβίωση, 320).

Όλες οι μορφές αξιοπρέπειας έχουν αυτή την ίδια αμφισημαντότη-

τα — γιατί όλες εξαρτώνται από ένα κριτήριο που, αντί να υπερβαίνει

τη σκοπιά του ατόμου, της μένει εμμενής. Το να μένει καθαρός και να

του βοήθησε τον Λέβι να διαφυλάξει τον αυτο­

γυαλίζει τα παπούτσια

σεβασμό του- αλλά το ίδιο ισχύει και για τους φύλακές του: «Δεν ξέρω

αν αυτή η μέριμνα για την εμφάνιση αποτελεί μέρος της ναζιστικής ι­

δεολογίας, αλλά καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της ζωής τους. Άλλω­

στε, έχουν πάντα παπούτσια και μπότες λαμπερά και δυσώδη

...

»

(Φε­

νελόν, 153). Γ ια να κάνουμε τη διάκριση των δύο καταστάσεων, οφεί­

λουμε να εισαγάγουμε στοιχεία του ευρύτερου περιγύρου: η ζωή του

Λέβι και των συντρόφων του δεχόταν απειλές, πράγμα που δεν συνέ-

βαινε με τη ζωή των φυλάκων.

Η καθαρή συνοχή ανάμεσα σε εσωτερικά κριτήρια και εξωτερικές

συμπεριφορές, που οδηγεί στον αυτοσεβασμό, δεν είναι λιγότερο

παρούσα στους φύλακες από όσο στους κρατούμενους, και δίνει και

στους μεν και στους δε το ίδιο αίσθημα αξιοπρέπειας. Ο Ες είναι πεπει­

σμένος ναζί και συμπεριφέρεται σε συμφωνία με τις πεποιθήσεις του.

Το ίδιο ισχύει για τον Μένγκελε, που δεν φαίνεται να υπέφερε από τον

διχασμό προσωπικότητας που χαρακτήριζε τόσους άλλους φύλακες. Ο

Χίμλερ έχει τη φήμη, ώς και στους ναζί, ότι συμπεριφέρεται με παγερή

αυστηρότητα. Ο Γ καίρινγκ, από όλους τους κατηγορούμενους της Νυ­

ρεμβέργης, ήταν αυτός που μένει πιο συνεπής με τον εαυτό του. Πρέ­

πει να τον θαυμάσουμε γι’ αυτό; Αν δεν το κάνουμε, ο λόγος είναι ότι

έχουμε κάνει τη διάκριση ανάμεσα σε μία ηθική αξιοπρέπεια και σε μιαν

άλλη που δεν είναι ηθική, ανάμεσα σ’ έναν άξιο θαυμασμού αυτοσεβα­

σμό και σε έναν άλλον που δεν μας αγγίζει. Ο ναζί που ενεργεί πάντα

σε συμφωνία με τις πεποιθήσεις του αξίζει πιθανόν κάπ σαν σεβασμό,

αλλά αυτό δεν κάνει ηθική τη συμπεριφορά του. Γ ια να γίνει, δεν αρκεί

να υπάρχει αρμονία ανάμεσα στις πράξεις και τα ιδεώδη· χρειάζεται

αυτά να μην εναντιώνονται στο καλό της ανθρωπότητας.

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

Φροντίδα/έγνοια

Πρακτικές

Έχω ονομάσει «φροντίδα» την δεύτερη καθημερινή αρετή. Περί τίνος

πρόκειται; Θα ήθελα πρώτα να δώσω μία διαισθητική της εικόνα, αναφέ-

ροντας ορισμένα παραδείγματα που μου φαίνονται αναμφισβήτητα.

Κι εδώ, πρέπει να ξεκινήσουμε κάνοντας τη διάκριση δύο τύπων κα­

ταστάσεων, δώθε και κείθε από το κατώφλι του ακραίου. Κείθε

από το

κατώφλι σημαίνει ουσιαστικά: μπροστά στον επικείμενο θάνατο. Τι

μπορούμε να κάνουμε τότε, σε τι μπορεί να εκφραστεί η φροντίδα για

τους άλλους; Μπορούμε να χαθούμε μαζί του ή μαζί της, όπως έκανε

στη Βαρσοβία η Πόλα Λίφτσυκ. Ο Μπορόφσκι διηγείται την ιστορία

μιας άλλης νέας γυναίκας, που πήγε να πεθάνει στο Άουσβιτς μαζί με

τη μητέρα της· η Τζ. Κοστσιούστζκοβα, που επέζησε από το ίδιο στρα­

τόπεδο, διηγείται για μια μητέρα που γέννησε και κατάφερε να κρύψει

το νεογέννητο επί πέντε μήνες· όταν την ανακάλυψαν και απαίτησαν

να τους το δώσει, επέλεξε να το ακολουθήσει. «Σφίγγοντας το μωρό

στην αγκαλιά της, μπήκε μαζί του στα αέρια» (Λάνγκμπάίν, 231). Όταν

ένας νεαρός παραείναι αδύναμος για να ξαναρχίσει να δουλεύει, ο πα­

τέρας του ξαπλώνει δίπλα του, για να περιμένουν μαζί τον θάνατο

(107). Μία Ολλανδέζα πηγαίνει μαζί με τον άνδρα της που τον «διάλε­

ξαν», για να πεθάνουν μαζί στο Σομπιμπόρ (Σουλ, 31.)· μία άλλη Ολλαν­

δέζα διαλέγει να πεθάνει μαζί με τον πολωνό εραστή της, έναν από

τους δέκα όμηρους που θα τουφεκιστούν σε αντίποινα για μία απόδρα­

ση (Τρουνκ, 280).

Οι άνθρωποι που τελούν αυτές τις πράξεις ξέρουν πως είναι από ό­

λες τις απόψεις καταδικασμένοι, αλλά προτιμούν να καθοδηγήσουν το

πεπρωμένο τους παρά να το υποστούν παθητικά. Από την άποψη αυτή,

μοιάζουν μ’ εκείνους που αυτοκτονούν για να ανακτήσουν την αξιο-

πρέπειά τους, με τη μόνη διαφορά ότι η δική τους χειρονομία κατευθύ-

νεται όχι προς τη συνείδησή τους, αλλά προς έναν άλλον άνθρωπο,

προς τον οποίο εκφράζουν έτσι την αφοσίωσή τους. Κανένας δεν θα

μας πει αν οι παραλήπτες των χειρονομιών αυτών, η μητέρα της Πόλα,

ο πολωνός εραστής, ήταν ευτυχισμένοι που δέχθηκαν αυτή την από­

δειξη αγάπης ή αν αισθάνθηκαν ένοχοι που παρέσυραν στον θάνατο έ­

να πλάσμα που κι αυτοί αγαπούσαν.

Στο γκέτο της Βαρσοβίας, έπρεπε μερικές φορές, από φροντίδα για

τον άλλο, να τον θανατώσεις. Στο Άουσβιτς, ένας άνδρας σκοτώνει

τον αδελφό του, «για να τον απαλλάξει από τη διαδρομή με το φορτη­

γό μέχρι τον θάλαμο αερίων» (Λάνγκμπάίν, 108). Τα παιδιά που γεννι­

ούνται εκεί τα σκοτώνουν κατά κανόνα οι νοσοκόμες (τα ρίχνουν σ’ έ­

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

ναν κουβά νερό ή τα δηλητηριάζουν ή τα στραγγαλίζουν ή τα πνίγουν

με ένα μαξιλάρι- 231-2). Η Όλγα Λενγκύελ αφηγείται: «Όσο για την

τύχη του μωρού, ήταν πάντοτε η ίδια. Αφού παίρναμε όλες τις δυνατές

προφυλάξεις, σφίγγαμε τη μύτη του μωρού και όταν άνοιγε το στόμα

για να αναπνεύσει του δίναμε μία επαρκή δόση ενός παρασκευάσμα­

τος που δεν μπορούσε να μη φέρει αποτέλεσμα» (171-2). Αυτό δίνει

τη δυνατότητα να σωθεί η ζωή της μητέρας, ενώ το παιδί είναι από ό­

λες τις απόψεις καταδικασμένο· όπως είδαμε, αυτό δεν είναι λιγότερο

ωμή συνειδησιακή σύγκρουση για όποιον κάνει τη χειρονομία.

Αλλά τέτοιες καταστάσεις είναι, μολαταύτα, εξαιρέσεις, και, αν μέ­

ναμε αποκλειστικά σ’ αυτές, θα διακινδυνεύαμε να μη δούμε στο τι μία

τέτοια φροντίδα είναι «καθημερινή». Ας επανέλθουμε λοιπόν δώθε α­

πό το κατώφλι, για να παρατηρήσουμε άλλα παραδείγματα φροντίδας.

Το πιο απλό, και πιθανόν και το πιο σημαντικό στα στρατόπεδα, είναι:

να μοιράζεσαι την τροφή σου με έναν όιλλο. Κι εδώ, υπάρχει ένα κατώ­

φλι, που πέρα απ’ αυτό η μοιρασιά είναι αδύνατη, γιατί η πείνα ή η δί­

ψα παραείναι μεγάλες. Αλλά, αν περαστεί το κατώφλι αυτό, ορισμένοι

μοιράζονται και άλλοι όχι. Η Ευγενία Γκίνσμπουργκ θυμάται τη μέρα

που ανακάλυψε στην τάιγκα τους μυρτίλλους. «Ετρωγα τους καρπούς

δύο κλαδιών, ολομόναχη. Και μόνο μόλις ανακάλυψα ένα τρίτο κλαδί,

ξανάγινα άνθρωπος, ικανή για αλληλεγγύη» (1,389). Αλλά θυμάται κιό-

λας πως ήταν και ο παραλήπτης τέτοιων πράξεων: ένας γέρος βαρυ­

ποινίτης της φέρνει ζελέ βρώμης, που το έχει παρασκευάσει με αγάπη,

και αρνείται να το γευτεί ο ίδιος· του αρκεί να μπορεί να κοιτάζει την

Γ κίνσμπουργκ να το τρώει: «Είχε καρφωμένα πάνω μου κάτι μάτια που

έλαμπαν από καλοσύνη και ευτυχία» (II, 62).

Η Ιρίνα Ρατουτσίνσκαγια και οι συντρόφισσές της δέχονται ως δώ­

ρο όχι τρόφιμα, αλλά ρούχα ραμμένα με τη βοήθεια διάφορων κουρε-

λιών από τις προηγούμενες ενοίκους του στρατοπέδου, γριές γιαγιά­

δες. «Πόση ανθρώπινη ζεστασιά διατηρούνταν σ’ αυτά τα ράκη, από­

δειξη της επινοητικότητας των γιαγιάδων!» (68). Αυτά τα παλιά ρούχα,

που μεταβιβάζονταν ατελεύτητα, έχουν γίνει κάτι σαν απόθεμα προγε­

νέστερης φροντίδας. Κάθε κρατούμενος, άνδρας ή γυναίκα, θυμάται ό­

τι τουλάχιστον μια φορά τον φρόντισε, τον συμβούλευσε, τον προστά-

τευσε κάποιος άλλος — γείτονας στο κρεβάτι, σύντροφος στην αγγα­

ρεία. Μερικές φορές αρκεί μια ματιά. Ο Δαυίδ οδηγείται σε ένα στρα­

τόπεδο εργασίας, στην Πολωνία- η φάλαγγα διασχίζει ένα χωριό.

Ένας νεαρός βγαίνει από το σπίτι του- το βλέμμα του κυριαρχείται από

θλίψη και οίκτο. Έπειτα από σαράντα χρόνια, ο Δαυίδ θυμάται: «Θα

μπορούσα να αναγνωρίσω το σπίτι δίπλα στο οποίο έστεκε. Βλέπω α­

κόμα στο πρόσωπο του νεαρού το πόσο υπέφερε, το χρώμα του που­

καμίσου του [

...

].

Με εντυπώσιασε που κάποιος νοιάστηκε για μένα, α­

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

(Ο Σαχάροφ μόλις πέθανε. Του αφιερώνουν μία εκπομπή στην τη­

λεόραση. Η σκηνή που με συγκινεί προέρχεται από ένα βίντεο που εί­

χε στείλει στην οικογένεια του στις Η.Π.Α., την εποχή που ήταν εξόρι­

στος στο Γκόρκι. Κοιτάζει τον θεατή, χαμογελά και λέει: «Για σας χα­

μογελώ, παιδιά μου». Όταν δεν τον έπαιρνε η κάμερα, δεν θα πρέπει

να γελούσε συχνά, εκείνη την εποχή. Εκείνο τον απελπιστικό καιρό, το

μόνο που μπορούσε να στείλει ήταν ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο. Αλλά

ήξερε ότι αυτό ήταν κάτι).

Άλλοι τελούν πράξεις πιο ριψοκίνδυνες. Ο τάδε προτείνει να στεί­

λει ένα γράμμα σου χωρίς να περάσει από λογοκρισία- ο δείνα σε κρύ­

βει: η Ζερμαίν Τιγιόν, πάρα πολύ λεπτοκαμωμένη, γλιστράει κάτω από

την Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν που είναι ξαπλωμένη στο νοση­

λευτήριο, για να ξεφύγει από μία «επιλογή»· αν είχε ανακαλυφθεί η α­

πάτη, θα τις έπαιρναν και τις δυο. Τον Σάτσα Πετσέρσκι και τον Ρού-

ντολφ Βέρμπα, δραπέτες από το Σομπιμπόρ και το Άουσβιτς, θα τους

κρύψουν πολωνοί χωρικοί. Ένας τρίτος αρνείται να σε καταδώσει και

υπομένει αλληλέγγυα την ποινή που επιβάλλεται για την κλοπή που έ­

χεις διαπράξει εσύ. Ένας τέταρτος σε γλιτώνει από κλοπή, έστω και

αν, αμέσως, ο άνθρωπος αυτός χάνει «τη δουλειά του, που την έκανε

προφυλαγμένος κάτω από μία στέγη» (Γκίνσμπουργκ, I, 372)· πράγμα

που, στο στρατόπεδο, σημαίνει συχνά: τη ζωή.

Οι επιζήσαντες έχουν πάρει μαζί τους τα πορτραίτα ορισμένων ατό­

μων, που τους έχουν φανεί ενσαρκώσεις αυτής της φροντίδας για τον

άλλον. Γ ια τον Πρίμο Λέβι, λόγου χάρη, είναι ο κτίστης Λορέντσο, έ­

νας Ιταλός μη Εβραίος, που τον επιστράτευσαν ως χειρώνακτα εργά­

τη, που του φέρνει καθημερινά, καθώς και σ’ έναν άλλον Ιταλό, μια

καραβάνα σούπα για συμπλήρωμα. Δεν δέχεται τίποτε σε αντάλλαγ­

μα και δεν μιλά σχεδόν ποτέ, ούτε καν στους προστατευόμενούς

του (που ήταν πιο πολλοί από όσους υποψιάζονταν ο Λέβι κι ο άλ­

λος). Γ ια τον Ρομπέρ Αντέλμ, είναι ο Τζο, ένας άλλος μεγάλος αμί­

λητος. Στο βαγόνι που τους μεταφέρει στο άγνωστο, κατά την τελι­

κή εκκένωση του στρατοπέδου, ο Ρομπέρ δεν βρίσκει θέση. «Ξαπλώ­

νω πάνω στον Τζο, που αντιδρά αλλά δεν φωνάζει» (279). Αργότε­

ρα, πάλι αμίλητος, ο Τζο του απλώνει το χέρι, που έχει λίγους σπό­

ρους σόγια: μπορεί να τους μασήσει, είναι θρεπτικοί. Ακόμα αργότε­

ρα, πρέπει να προχωρήσει: «Ο Τζο με βοηθάει να βαδίσω. Αδελφο­

σύνη του Τζο, αμίλητη» (287).

Γ ια την Γ κίνσμπουργκ, το φωτεινό πλάσμα είναι ένας γιατρός γερ­

μανικής καταγωγής, ο Αντόν Βάλτερ, που θα γίνει ο δεύτερος σύζυγός

της· τον αποκαλεί «χαρούμενο άγιο» (σπάνια συνύπαρξη ιδιοτήτων).

«Θυμάμαι τον Αντόν να τριγυρνάει σε

όλο το συγκρότημα του Τασκάν

για να βρει μια γουλιά κρασί, για έναν αλήτη που ήθελε να πιεί ένα τε­

λευταίο ποτήρι πριν πεθάνει» (II, 170). Για την Ρατουτσίνσκαγια, είναι

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

η πολύ παλιά κρατούμενη Τατιάνα Μιχαήλοβνα Βελικάνοβα, αγωνί­

στρια των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που υπομένει καρτερικά τα ανυ­

πόφορα, την επιθετικότητα των συντρόφων της και που δίνει θέση στο

στρατόπεδο «στις γενναιόδωρες παραδόσεις της αξιοπρέπειας και της

φροντίδας για τους άλλους» (91). Για πολλούς επιζήσαντες του Άου-

σβιτς, είναι η Μάλα Τσίμετμπαουμ, αυτή που κατόρθωσε να αυτοκτο-

νήσει πριν την εκτελέσουν. Προηγουμένως, η Μάλα είναι διερμηνέας

και του εφοδιασμού, και είναι πολύ δημοφιλής στο στρατόπεδο. «Χρη­

σιμοποίησε το προνόμιο αυτό για να βοηθήσει να εδραιωθεί η επικοι­

νωνία ανάμεσα στα μέλη χωρισμένων οικογενειών, και πολλές φορές

διακινδύνευσε τη ζωή της μεταφέροντας μηνύματα και φάρμακα [

...

].

Μία από τις ευθύνες της Μάλα ήταν να ορίζει στις διάφορες δουλειές

τους αρρώστους όταν έβγαιναν από το νοσοκομείο. Προσπαθούσε πά­

ντα να στέλνει τις γυναίκες, που ήταν ακόμα αδύναμες από την αρρώ­

στια, στις πιο ελαφριές δουλειές. Και προειδοποιούσε πάντα τους αρ­

ρώστους όταν ήταν να γίνει επιλογή και τους εξόρκιζε να φύγουν το

ταχύτερο από το νοσοκομείο» (Σουλ, 184). «Όταν έχουν δυσκολίες, ό­

ταν ανακύπτει ένα πρόβλημα, οι κρατούμενες πηγαίνουν να την

βρουν» (Φενελόν, 237).

Γ ια την Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν και για πολλές άλλες κρα­

τούμενες στο Ράβενσμπρυκ, ο άνθρωπος που ενσαρκώνει καλύτερα τη

στάση της φροντίδας είναι η Μίλενα Γιέσενσκα. Η Μίλενα, όπως είδα­

με, δεν υποτάσσεται στις διαταγές· αλλά συνδέεται με πλάσματα που

της είναι αγαπητά, ξέρει να προσφέρει την φωτεινή προσωπικότητά

της. Στο νοσηλευτήριο, κρατά τους φακέλους που αφορούν στις άρρω­

στες με αφροδίσια· αλλοιώνει τα αποτελέσματα των συφιλιδικών, για

να τις σώσει από θανάσιμες «επιλογές»· μ’ αυτό, διακινδυνεύει, κάθε

φορά, τη ζωή της. Οι άρρωστες αυτές την ενδιαφέρουν προσωπικά, κι

ας ανήκουν σε περιβάλλον πολύ διαφορετικό από το δικό της (είναι

«ακοινωνικές», πόρνες): ξέρει ν’ ανακαλύπτει μέσα τους την «σπίθα

ανθρωπιάς». Με την Μπούμπερ-Νόυμαν ζει τη μεγάλη φιλία, που της

αρέσει περισσότερο να δίνει παρά να παίρνει. Μικρή σημασία έχει το τι

δίνει: μια φορά η Μίλενα φέρνει στη φίλη της έναν καφέ με ζάχαρη και

γάλα — αλλά πρόκειται για αγαθό εξαιρετικό, που το απέκτησε έπειτα

από πολλές διαπραγματεύσεις· επιπλέον, απαγορεύεται η μετακίνηση

μέσα στο στρατόπεδο και, κάνοντας αυτό, η Μίλενα διακινδυνεύει μια

σκληρή τιμωρία. Μια άλλη φορά, το ζήτημα είναι πολύ πιο σοβαρό: η

Μπούμπερ-Νόυμαν είναι στο μπουντρούμι, και η Μίλενα παρουσιάζεται

στον αρχηγό της Γκεστάπο του στρατοπέδου· κατορθώνει να του επι­

βάλει να την ακούσει και μάλιστα να της επιτρέψει να συναντήσει τη

φίλη της στη φυλακή — πρωτοφανής παραχώρηση. Όταν ζυγώνει ο θά­

νατος, η Μίλενα είναι περιτριγυρισμένη από πολλούς κοντινούς της

ανθρώπους. Κατόπιν, η φίλη της συμπεραίνει: «Η ζωή έχασε κάθε νόη­

μα για μένα» (Μίλενα, 267). Η Μπούμπερ-Νόυμαν έχει και την ακόλου­

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

θη απίστευτη φράση: «Ευχαριστώ τη μοίρα που με έστειλε στο Ράβεν­

σμπρυκ και μου έδωσε έτσι τη δυνατότητα να συναντήσω εκεί την Μί­

λενα» (Ράβενσμπρυκ, 73).

(Η Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν πεθαίνει με τη σειρά της κι αυτή

— τη μέρα που έπεσε το τείχος του Βερολίνου. Είχε γεννηθεί την ίδια

χρονιά με τη μητέρα μου, στις αρχές του αιώνα· και, όπως εκείνη, είχε

ξεμωραθεί λίγο πριν από τον θάνατό της. Ο πατέρας μου, που αγωνι­

ζόταν στις τάξεις των κομμουνιστών στο Βερολίνο κατά τη δεκαετία

του 1920, θα μπορούσε να την συναντήσει, να φύγει μαζί της, να πεθά-

...

νει στην εξορία

Τι εμβληματική ζωή του αιώνα μας είναι η δική της:

παραδόθηκε από τους αξιωματούχους της σοβιετικής ΝΚνΰ στους α-

ξιωματούχους της γερμανικής Γκεστάπο, το 1940, αφού είχε περάσει

δύο χρόνια στα ρωσικά στρατόπεδα, για να περάσει πέντε στο Ράβεν­

σμπρυκ! Μετά το πρώτο στρατόπεδο, έδινε όλες τις δυνάμεις της στην

πάλη υπέρ του κομμουνισμού· μετά το δεύτερο, στην πάλη εναντίον

του κομμουνισμού. Και έχει γράψει, μεταξύ άλλων, και το εξαίρετο βι­

βλίο Μίλενα; μοναδικό στη λογοτεχνία των αναμνήσεων για τα στρα­

τόπεδα, γιατί αφηγείται τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου).

Πράττοντες

Ποιοι είναι αυτοί τους κάνουν αυτές τις πράξεις φροντίδας; Η αλή­

θεια είναι: οποιοιδήποτε. Δεν υπάρχει κοινωνική ή επαγγελματική κα­

τηγορία στην οποία να μη τους συναντούμε, κι ας είναι μερικές φορές

λιγοστοί. Υπάρχουν και κάπο ή ΒΙοοΚέϋΙθδΙβπ που νοιάζονται για τους

υφισταμένους τους. Ή επόπτες και φύλακες, που επιτρέπουν στην κα­

λοσύνη να επιβληθεί στο «καθήκον» τους. Ενας στρατιώτης που ορί­

στηκε να επιβλέπει μία ομάδα γυναικών που δούλευαν έξω δέχεται να

πάει στην πόλη και να τις αφήσει μόνες, για να τις αγοράσει τρόφιμα.

«Έκανε πάνω από μισή ώρα να επιστρέφει. Αυτή την μισή ώρα, οι κρα­

τούμενες έτρεμαν για λογαριασμό ενός φύλακα» (Μπούμπερ-Νόυμαν,

Σιβηρία, 131). Ώς και οι εγκληματίες κρατούμενοι του κοινού ποινικού

δικαίου, η πληγή των στρατοπέδων, είναι ικανοί για τέτοιες πράξεις, έ­

στω και σποραδικά- αυτό είναι ωστόσο πολύ πιο συχνό στους «πολιτι­

κούς».

Είναι φανερό ότι ορισμένες ανθρώπινες σχέσεις παρακινούν στη

φροντίδα περισσότερο από άλλες. Είναι πρώτα πρώτα οι σχέσεις στε­

νής συγγένειας: η φροντίδα είναι η κατ’ εξοχήν μητρική στάση. Στα βα­

γόνια για ζώα που τους μετέφεραν στα στρατόπεδα, από τη Θεσσαλο­

νίκη στο Αουσβιτς, από τη Μόσχα στη Μαγκαντάν, οι μητέρες συνεχί­

ζουν να θηλάζουν τα μωρά και προσπαθούν να στεγνώσουν τις πάνες

τους. Στους θαλάμους αερίων, διηγούνται ο Μύλερ ή ο Γκραντόφσκι,

συνεχίζουν να χαϊδεύουν τα μαλλιά των παιδιών για να τα καθησυχά­

σουν. Και άλλοι δεσμοί συγγένειας ευνοούν τη φροντίδα. Ένα δωδε­

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

κάχρονο κοριτσάκι στέλνει ένα δέμα στη γιαγιά του στο στρατόπεδο.

«Αγαπημένη μου γιαγιούλα, έσπασα τη ζάχαρη σε πολύ μικρά κομμα­

τάκια, όπως σου αρέσει» (169). Μια άλλη, συνομήλικη, ανακαλύπτει ότι

ο εξάδελφός της Ρούντι έχει συλληφθεί και καταφθάνει καταλαχανια-

σμένη στη φυλακή μ’ ένα δεματάκι: «Είχε τρέξει σ’ ένα μαγαζί και, με

το χαρτζιλίκι της, κατόρθωσε να του αγοράσει μόνο κεράσια» (Βέρ­

μπα, 54). Στο Άουσβιτς, η Ισαβέλα αισθάνεται φρίκη να αγγίξει τα πτώ­

ματα, και την υποχρεώνουν να σηκώσει ένα πτώμα- η αδελφή της Τσί-

τσα βάζει τα χέρια της ανάμεσα στης αδελφής της και στο νεκρό σώ­

μα (Λάιτνερ, 68). Οι άνδρες προσπαθούν να στείλουν τρόφιμα στις γυ­

ναίκες που αγαπούν, που άλλωστε κρατούνται στο ίδιο στρατόπεδο-

παραιτούνται από τα προνόμιά τους, για να μπορούν να μείνουν μαζί.

Το ίδιο και οι φίλοι: οι κρατούμενοι του στρατοπέδου της Μορδοβίας

θυμούνται με συγκίνηση ότι ο Γιούλι Ντάνιελ ανησυχούσε λιγότερο για

τον εαυτό του και περισσότερο για τη μοίρα του συντρόφου του στην

ατυχία Αντρέι Σινιάφσκι (Μαρτσένκο, 291). Γιατροί και νοσοκόμοι, άν­

δρες ή γυναίκες, νοιάζονταν για τους άλλους, πιθανόν από επαγγελ­

ματική συνήθεια, μα πιθανόν και από κλίση.

Τίθεται, λοιπόν, ένα γενικότερο ζήτημα: λέγοντας ότι η φροντίδα

είναι η κατ’ εξοχήν μητρική στάση, βεβαιώνω, άραγε, ότι η φροντίδα εί­

ναι μάλλον «γυναικεία» ιδιότητα παρά «ανδρική», και αν έτσι έχουν τα

πράγματα, πρόκειται για βιολογικό προκαθορισμό; για κοινωνική παρά­

δοση; και πρέπει να χαιρόμαστε γι’ αυτή την κατανομή των αρετών α­

νάλογα με τα φύλα, ή να λυπόμαστε,-

Μπορούμε να εκκινήσουμε από την ακόλουθη διαπίστωση: αναλογι­

κά, οι γυναίκες έχουν επιζήσει στα στρατόπεδα καλύτερα από τους

άνδρες- με ποσοτικούς όρους, αλλά και στο ψυχολογικό επίπεδο. Το

πλεονέκτημα αυτό πρέπει να έχει μία εξήγηση- και μπαίνουμε στον πει­

ρασμό να την αναζητήσουμε σε άλλα αντίθετα χαρακτηριστικά. Οι άν­

δρες πιθανόν γνώρισαν χειρότερη κακομεταχείριση από τους φύλακες,

που γενικά είναι κι αυτοί άνδρες: υπάρχουν εκεί οι συνθήκες μιας αντι-

παράταξης, άρα η επιθυμία να επιδείξεις την ανωτερότητά σου, να δώ­

σεις απόδειξη της εξουσίας σου- στοιχεία όλ’ αυτά που γεννούν περισ­

σότερη ωμότητα από όση θα υπάρξει στις αρχικά ασύμμετρες σχέσεις

μεταξύ ανδρών και γυναικών. Αλλά, από την άλλη μεριά, φαίνεται και ό­

τι υπήρχαν διαφορές στη συμπεριφορά των ίδιων των κρατουμένων: οι

γυναίκες δείχνονται πιο πρακτικές και πιο επιρρεπείς στην αλληλοβοή­

θεια. Η Ζερμαίν Τιγιόν επισημαίνει ότι οι άνδρες είχαν μάλλον την τάση

να σκληραίνουν, να αποκτηνώνονται, να αντιπαρατάσσονται οι μεν

στους δε: «Μου φαίνεται ότι στα στρατόπεδα των γυναικών η φιλική

στήριξη ήταν πιο σταθερή, πιο στέρεη, πιο μοιρασμένη» (III, 196- πρβλ.

434)- ιδού τι θα μας έδινε τη δυνατότητα να εξηγήσουμε και μία καλύτε­

ρη αναπροσαρμογή στον εξωτερικό κόσμο μετά την απελευθέρωση.

Η Γκίνσμπουργκ κάνει την ίδια διαπίστωση: «Δύστυχοι σύντροφοί

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

μας! Το πραγματικά ασθενές φύλο

...

Εκεί που εμείς, οι γυναίκες, λυγί­

σαμε αλλά μείναμε στη ζωή, εκείνοι πέθαιναν. Μας ξεπερνούσαν στην

τέχνη να χειρίζονται το τσεκούρι, το σκεπάρνι ή το καροτσάκι, αλλά έ­

μεναν πολύ πίσω μας στην τέχνη τού να υπομένουν τα βάσανα» (II,

202). Πώς εξηγείται αυτή η διαφορά; «Οι άνδρες έπρεπε να είναι πιο

δυνατοί από μας· κι ωστόσο εμείς νιώθουμε γι’ αυτούς κάτι σαν μητρι­

κή συμπόνια. Μας φαίνονται πιο ανυπεράσπιστοι από μας, λιγότερο

καμωμένοι για να υπομείνουν τη λύπη, ανίκανοι να πλύνουν ή να μα­

ντάρουν τα κουρέλια τους στα κρυφά» (I, 327). Η σωματική δύναμη

φαίνεται ότι συμβαδίζει με μία ψυχολογική αδυναμία, και αντιστρό-

φως. Πολύ διαφορετικές είναι οι εντυπώσεις μας, αν διαβάσουμε μαρ­

τυρίες ανδρών και μαρτυρίες γυναικών. Το στρατόπεδο στο οποίο εί­

ναι κλεισμένος ο Μαρτσένκο εντυπωσιάζει με την απανθρωπιά του-

της Ρατουτσίνσκαγια, που ωστόσο δεν είναι πολύ μακριά απ’ αυτό, με

τη ζεστασιά της ατμόσφαιράς του. Πρόκειται για διαφορά όχι των συν­

θηκών, αλλά των συμπεριφορών: εκεί που οι άνδρες αντιδρούν, λόγου

χάρη, με αυτοτραυματισμό, οι γυναίκες φροντίζουν οι μεν τις δε. Η με­

γαλύτερη έκπληξη, στη διήγηση της Ρατουτσίνσκαγια, μας προκαλεί-

ται από την ευτυχία που ζουν οι γυναίκες επειδή είναι μαζί: έχουν κα­

τορθώσει να δημιουργήσουν έναν χώρο ελευθερίας, αξιοπρέπειας και

αλληλοβοήθειας, που κινδυνεύουν πολύ να μη τον ξαναβρούν όταν

«απελευθερωθούν». «Τι ευτυχία να ξαναγυρίζεις στη Ζώνη!» αναφωνεί

σε μια στιγμή η Ρατουτσίνσκαγια (229). Βγαίνοντας από το στρατόπεδο,

ο Μαρτσένκο λυπάται κι αυτός που αφήνει τους φίλους του- αλλά η γε­

νική ατμόσφαιρα των δύο ομάδων είναι ασυγκρίτως διαφορετική.

Η εξήγηση αυτών των διαφορετικών συμπεριφορών, με τη σειρά

της, μπορεί να βρίσκεται μόνο στους ρόλους που παραδοσιακά απονέ-

μονται στους άνδρες και τις γυναίκες στις κοινωνίες μας. Υπενθυμίζω

επιτροχάδην τις ακόλουθες προδηλότητες: αφού μόνον οι γυναίκες

γεννούν και θηλάζουν παιδιά, εγκαθιδρύεται ένας καταμερισμός των

ρόλων με αφετηρία αυτή τη βιολογική βάση, που επεκτείνει σε μία ολό­

κληρη ζωή τις επιπτώσεις ενάμισυ χρόνου ή εννέα μηνών (ή του τίπο­

τε, στην περίπτωση άτεκνων γυναικών). Ο καταμερισμός αυτός περι­

λαμβάνει τις φροντίδες της πρακτικής ζωής ως αντίθετες προς τις αφη-

ρημένες και απρόσωπες ενασχολήσεις (πολιτική, επιστήμη, τέχνες)·

την παρουσία του σώματος έναντι της λατρείας του πνεύματος· και την

εμπλοκή στο πλέγμα των διϋποκειμενικών σχέσεων σε αντίθεση προς

την μοναχική επιδίωξη ενός αντικειμενικού στόχου. Αφού ξεπαιδιά-

σουν (ή και όχι), οι γυναίκες βλέπουν να τους εμπιστεύονται τη φύλαξη

των παιδιών τους, των γονέων τους, του συζύγου τους. Κι αν ακόμα, ε­

δώ και πολλές δεκαετίες, η νομική κατάσταση των γυναικών εξελίσσε­

ται προς μεγαλύτερη ισότητα και ορισμένα από τα παραδοσιακά τους

καθήκοντα τα αναλαμβάνει η κοινωνία (βρεφοκομεία, καντίνες, γηρο­

κομεία), η δύναμη της παράδοσης δεν παύει να γίνεται αισθητή. Αυτό

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

ακριβώς αντιλαμβάνεται μια κοπέλα, η Φάνια Φενελόν, κοιτάζοντας τις

γυναίκες που κοιμούνται γύρω της σ' ένα παράπηγμα του Αουσβιτς.

«Τις κοιτάζω, και γεννιέται μέσα μου, γι’ αυτές, μια προστατευτική τρυ­

φερότητα που προέρχεται από τα βάθη των αιώνων από πού μπορεί να

μου έρχεται, εμένα, που είμαι από τις πιο νέες εδώ μέσα;» (87).

Θα ήθελα να επικαλεστώ δύο ιστορίες που απεικονίζουν αυτή την

φροντίδα, την οποία δεν μπορούμε να μη συνδέσουμε με τις γυναίκες.

Η πρώτη προέρχεται από την ίδια αφήγηση της Φενελόν. Η Φάνια έχει

μεταφερθεί στο Μπέργκεν-Μπέλσεν, και συνδέεται φιλικά με τη γιατρί­

να Μαρία. Μια Πολωνέζα έρχεται να δει τη Μαρία στο στρατόπεδο- δεν

είναι άρρωστη: είναι ετοιμόγεννη. Οι δύο φίλες πανικοβάλλονται λιγάκι,

έπειτα την βάζουν πάνω σ’ ένα τραπέζι. Η σιωπή είναι επιβλητική: η Πο­

λωνέζα, «με χείλια και δόντια σφιγμένα, δεν βγάζει ούτε μια κραυγή,

ούτε ένα βογκητό. Δεν αγνοεί την τύχη που επιφυλάσσουν στα παιδιά

οι 55». Ευτυχώς, το παιδί βγαίνει γρήγορα. Δεν υπάρχει ψαλίδι: η Μα­

ρία κόβει τον ομφάλιο λώρο με τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό: η Φάνια

σκίζει τη φόδρα του παλτού της και την κάνει φανελάκι, που μ’ αυτό τυ­

λίγουν το ακόμα βρόμικο μωρό. «Η γυναίκα, μονίμως αμίλητη, ξαναφο-

ράει την κιλότα της χωρίς να πλυθεί, ξαναβάζει τη φούστα της, παίρνει

το μωρό αγκαλιά, με μία αξιοθαύμαστη χειρονομία κατοχής και προστα­

σίας» (381). Παιδί και μητέρα θα επιζήσουν.

Η δεύτερη ιστορία διαδραματίζεται στη Ρωσία, είκοσι χρόνια αργότε­

ρα, και την αφηγείται ένας άνδρας, ο Ανατόλη Μαρτσένκο. Οι κρατούμε­

μεταφέρονται με το τραίνο σε άλλο στρατόπεδο- ένα βαγόνι προορί­

νοι

ζεται για τις γυναίκες. Η μία απ’ αυτές έχει ένα βυζασταρούδι στην αγκα­

λιά- οι πάνες είναι κιόλας πολύ βρόμικες. Η γυναίκα ζητάει να την αφή-

σουν να πάει να τις πλύνει, μα οι φύλακες αρνούνται: δεν το επιτρέπουν

οι κανονισμοί! Θα πρέπει να πούμε ότι οι κρατούμενοι έχουν δικαίωμα να

πάνε στην τουαλέτα μόνο μία συγκεκριμένη ώρα, και όχι για πολύ.

«Έρχεται, επιτέλους, η ώρα να πάνε στην τουαλέτα, έρχεται και η σειρά

των γυναικών- η μητέρα του μωρού πηγαίνει πρώτη. Αρχίζει να πλένει

στον νιπτήρα μια πάνα, και την αφήνει εκεί. Η επόμενη συνεχίζει. Και πά­

ει λέγοντας. Αφού τελειώσουν όλες οι γυναίκες, οι πάνες έχουν πλυθεί

και η τελευταία τις φέρνει στο βαγόνι για να τις στεγνώσουν» (38).

Η στάση της φροντίδας έχει καλλιεργηθεί πολύ στην γυναικεία, και

ιδίως στην μητρική παράδοση, κι αν ακόμα δεν απορρέει απλώς απ’ αυ­

τή. Και η μητρική μορφή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στους κρατούμε­

νους — κυρίως στις γυναίκες, που μπορούν να ταυτιστούν μ’ αυτή.

Όταν πεθαίνει η μητέρα της, η Γ κίνσμπουργκ αναθυμάται «τα θαύματα

σιωπηλού ηρωισμού της, που ποτέ δεν τα συνειδητοποίησε» (II, 366),

μια μητέρα όπως τόσες άλλες (μα αν είναι σιωπηλός, εξακολουθεί, ά­

ραγε, να είναι ηρωισμός;) Φεύγοντας από το στρατόπεδο, η Μπού­

μπερ-Νόυμαν κατευθύνεται προς το σπίτι της μητέρας της και την βρί­

σκει στο κατώφλι, να λέει και να ξαναλέει: «Είναι αλήθεια, ξαναγύρισε;

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

Είναι αλήθεια, ξαναγύρισε

...

(Ράβενσμπρυκ, 324).

(Το ίδιο περίπου έλεγε η μητέρα μου κατά τις τελευταίες μου επι­

σκέψεις, όταν, σε περιστάσεις απείρως λιγότερο δραματικές, πήγαινα

να την δω, μια φορά τον χρόνο, στο σπίτι της. Ζωήρευε όταν με ανα­

γνώριζε και με φώναζε με τ’ όνομά μου· μου χάιδευε το πρόσωπο με

τα ρυτιδωμένα χέρια της και με φιλούσε αχόρταγα. Η ζωή της είχε α­

ναλωθεί σε πράξεις φροντίδας, κυρίως από τότε που, γύρω στα σαρά­

ντα της, μια αρρώστια την είχε αναγκάσει ν’ αφήσει τη δουλειά της: ε­

νώ ο πατέρας μου δινόταν ψυχή τε και σώματι σε σχέδια (να οργανώ­

σει θεσμούς, να φτιάξει κτίρια, να μορφώσει τους φοιτητές), εκείνη

φρόντιζε — για τους κοντινούς της: τα παιδιά· τον πατέρα μου· την α­

δελφή της, που ήταν ανύπανδρη και λίγο μποέμ. Κατά τα τελευταία

της χρόνια, έπαθε άνοια, ξέχασε λόγου χάρη τον θάνατο της αδελφής

της· μετά το φαγητό ανησυχούσε πάντα: Έχει μείνει φαγητό, θα έρθει

...

η Ντόρα και θα πεινάει

Δεν ήταν σκόπιμη αφοσίωση: φαινόταν σαν

να μη μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Δεν παραπονιόταν γι’ αυτή την

κατάσταση, δεν έδινε ποτέ την εντύπωση ότι θυσιαζόταν νομίζω πως

ήταν ευτυχισμένη μ’ αυτά: την ευτυχία της μπορούσε να την ζήσει μό­

νο δια μέσου των άλλων. Δεν της άρεσε να ασχολείται με τον εαυτό

της, μόνο με τους άλλους, αν έμενε μόνη, βαριόταν ανεχόταν ακόμα

λιγότερο να ασχολούνται οι άλλοι μαζί της, δεν ήθελε ούτε να την

προσέχουν. Πέθανε πολύ ήρεμα, με τους δικούς της έξω από το δωμά­

τιό της: δεν της άρεσε να αναστατώνει. Ο πατέρας μου έχει μία άλλη

ερμηνεία: παρακάλεσε τον Θεό να την θυμηθεί, νομίζει ο πατέρας μου,

για να μην είναι πια υπεύθυνη για τον σύζυγό της).

Ορισμένες γυναίκες, που έχουν γίνει συγγραφείς, και έχουν συνε­

πώς απαρνηθεί τουλάχιστον εν μέρει την παραδοσιακή στάση της φρο­

ντίδας, έχουν αναρωτηθεί αν οι γυναίκες δεν θα έπρεπε να απελευθε­

ρωθούν από αυτό τον ρόλο και να προσπαθήσουν να μιμηθούν καλύτε­

ρα το αρσενικό ήμισυ της ανθρωπότητας: να ασχολούνται, λόγου χά­

ρη, με τον Ανθρωπο, και όχι με τα συγκεκριμένα ανθρώπινα όντα. Έχω

στο μυαλό μου λιγότερο την Σιμόν ντε Μπωβουάρ και περισσότερο την

Ολλανδοεβραία Έτυ Χίλεζουμ, που χάθηκε στο Αουσβιτς, αλλά η μαρ­

τυρία της έχει διασωθεί· ήταν αξιόλογη συγγραφέας, και αναρωτιέται:

«Είναι αυτό μία προαιώνια παράδοση από την οποία θα έπρεπε η γυ­

ναίκα να απελευθερωθεί, ή μήπως, απεναντίας, είναι ένα στοιχείο τόσο

ουσιώδες στη γυναικεία φύση, ώστε η γυναίκα θα έπρεπε να βιάσει

τον εαυτό της για να δώσει την αγάπη της σε όλη την ανθρωπότητα,

και όχι πια μόνο σ’ έναν άνθρωπο;» Την θέλγει η πρώτη απάντηση (αλ­

της τη δεύτερη): «Ίσως η αληθινή, η γνήσια

λά θα εφαρμόσει στη ζωή

γυναικεία χειραφέτηση να μην έχει ακόμα αρχίσει. Δεν είμαστε ακόμα

εντελώς ανθρώπινα όντα, είμαστε θηλυκά. [

...

]

Που πρέπει να γεννη­

θούμε ως γνήσιοι άνθρωποι- υπάρχει εδώ ένα συναρπαστικό καθήκον

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

για τη γυναίκα» (I, 47-8). Να απαρνηθούμε τη φροντίδα, παραδοσιακό

πεπρωμένο των γυναικών, είναι συναρπαστικό καθήκον; Έτσι, η γυναίκα

θα μοιάσει πιθανόν περισσότερο στον άνδρσ αλλά και οι δυο τους θα

είναι εξ ίσου λιγότερο ανθρώπινοι. Αν υπάρχει ένα συναρπαστικό καθή­

κον, δεν θα ήταν μάλλον να δώσουμε στους άνδρες να καταλάβουν —

σε όλους, και όχι πια μόνο σε μερικούς—

ότι, χωρίς την φροντίδα, δια­

κινδυνεύουν να είναι μόνον αρσενικοί, που πρέπει να γεννηθούν ως

γνήσιοι άνθρωποι; Να παραμείνεις άνθρωπος, σημαίνει να θυσιάζεσαι

για αφαιρέσεις ή να φροντίζεις για συγκεκριμένους ανθρώπους;

Όλα αυτά δεν συνεπάγονται ότι θα πρέπει να πλέξουμε χωρίς ό­

ρους το εγκώμιο του γυναικείου ή του μητρικού στοιχείου. Αυτό που

είναι αξιοθαύμαστο ως πράξη — η φροντίδα—

μπορεί να πάψει να είναι

από τη στιγμή που θα παγιωθεί σε αυτόματη στάση: θα είναι καλύτερα

να υπάρχει μητρική μέριμνα σχεδόν παντού στον κόσμο, παρά να δια­

τηρηθεί μία κατηγορία «επαγγελματιών» μητέρων. Οι μητέρες έχουν κι

αυτές ανάγκη να τις φροντίζουν, τα παιδιά δεν θέλουν να τα νταντεύ­

ουν αιωνίως οι μανάδες τους. Και η φροντίδα μπορεί να πάρει μορφές

αντίθετες προς της συνηθισμένης μητρικής προστασίας: κατά τον πόλε­

μο, ο καλύτερος τρόπος για να ασχοληθείς με ένα παιδί ήταν συχνά —

στις εβραϊκές οικογένειες, λόγου χάρη— να το αποχωριστείς, να το εγκα­

ταλείψεις· μία ολόκληρη οικογένεια μπορούσε να εντοπιστεί πιο εύκολα,

ένα παιδί μονάχο μπορούσαν να το σώσουν χριστιανικές οικογένειες.

Όρια

Θα ήθελα τώρα να κάνω τη διάκριση της «φροντίδας για κάποιον»

από ορισμένες άλλες στάσεις ή δραστηριότητες που της μοιάζουν — ε­

πιφανειακά τουλάχιστον.

Πρώτα πρώτα, η φροντίδα δεν είναι η αλληλεγγύη που αισθάνονται

μεταξύ τους τα μέλη μίας και της αυτής ομάδας. Η αλληλεγγύη είναι

ένα συναίσθημα που μπορεί να εκδηλωθεί σε κάθε λογής καταστάσεις.

Όταν ο επαρχιώτης ανεβαίνει στο Παρίσι, από αλληλεγγύη προς τους

άλλους επαρχιώτες θέλω να τον ευεργετήσω διαφοροτρόπως. Όντας

γάλλος πολίτης, από αλληλεγγύη προς τους συμπολίτες μου αρνούμαι

να επεκτείνω τα πλεονεκτήματα της Κοινωνικής πρόνοιας ή των παιδι­

κών σταθμών στους αλλοδαπούς. Κι αν ακόμα κάνουμε εξ αρχής μια

διάκριση ανάμεσα στην αλληλεγγύη ως μέσον για να αποκτήσουμε

πλεονεκτήματα και στην αλληλεγγύη ως στήριγμα στις αντιξοότητες,

και διατηρήσουμε μόνο την δεύτερη, μια τέτοια στάση δεν πρέπει να

την συγχέουμε με την φροντίδα. Η αλληλεγγύη στο εσωτερικό μιας ο­

μάδας σημαίνει ότι βοηθώ αυτόματα όλα τα μέλη της και ότι δεν αισθά­

νομαι να με αφορούν οι ανάγκες εκείνων που δεν ανήκουν στην ομά­

δα. Η αλληλεγγύη που γίνεται κατανοητή ως αλληλοβοήθεια, απλώς ε­

πεκτείνει ποσοτικά την βασική αρχή του ατομικού συμφέροντος: αντι­

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

καθιστά τον εγωισμό με αυτό που ο Πρίμο Λέβι ονομάζει «εμεισμό»,

με τον εγωισμό του «εμείς».

Η αλληλεγγύη για τους δικούς μου υπονοεί τον αποκλεισμό των άλ­

λων. Ώστε τα θύματά της είναι οι ξένοι — με όλες τις σημασίες της λέ­

ξης. Ο νεοφερμένος, ακόμα και σ’ ένα στρατόπεδο, προσκρούει αρχικά

στην εχθρότητα της ήδη συγκροτημένης ομάδας: οι παλιοί διστάζουν

να τον εντάξουν στην αλληλεγγύη, τον κρατούν απ’ έξω, γιατί πιθανόν

φοβούνται μήπως απειλήσει τα κεκτημένα οφέλη. Όλες οι ομάδες ανα­

πτύσσουν αυτό το σωματειακό πνεύμα, για να αμυνθούν στις έξωθεν

εισβολές. Ο δήμαρχος του Σαμπόν-συρ-Λινιόν, αυτού του χωριού στις

Σεβέν που χρησίμευσε ως καταφύγιο στους καταδιωγμένους κατά τον

πόλεμο, διακήρυσσε πως ήταν έτοιμος να κρύψει και να προστατεύσει

τους Εβραίους, αλλά μόνον εκείνους που ήταν από τη χώρα μας· οι ξέ­

νοι Εβραίοι, γι’ αυτόν όπως άλλωστε και για ορισμένους Γαλλοεβραί-

ους, ήταν μόνο μια πηγή ενοχλήσεων: εξ αιτίας αυτών διέτρεχαν τον

κίνδυνο του διωγμού και οι «καλοί» Γαλλοεβραίοι. Η αίρεση των ντρα-

μπυστών (φονταμενταλιστών προτεσταντών), που ήταν κι αυτή παρού­

σα στην περιοχή, εφαρμόζει μία διαφορετική αλληλεγγύη: προτιμούν

να σώζουν Εβραίους, και όχι άλλους Γάλλους λόγου χάρη, γιατί στο

πρόσωπό τους θαυμάζουν «τον λαό της Βίβλου». Ο Πεταίν, όπως και ο

Χίτλερ, παίζουν σταθερά πάνω στο ακόλουθο αντανακλαστικό: εκτοπί­

ζουν «μόνο» τους Εβραίους τους ξένους, ή τους πρόσφατα πολιτογρα-

φημένους ή τους πρόσφατα ενσωματωθέντες· «μόνο» τους Εβραίους,

αλλά όχι τους άλλους Γάλλους· και πάει λέγοντας.

Γ ια ευνόητους λόγους, η αλληλεγγύη στα στρατόπεδα είναι πρώτα

πρώτα εθνική — ή ακριβέστερα γλωσσική. Σε μία Βαβέλ όπως το Άου-

σβιτς, πώς να αισθανθείς αλληλεγγύη για ανθρώπους που δεν καταλα­

βαίνεις τη γλώσσα τους, με τους οποίους δεν μπορείς να συνεννοη-

θείς; Ο Αντέλμ αναφέρει πραγματικές συνειδησιακές συγκρούσεις που

αναφαίνονται κατά τις φονικές μετακινήσεις κρατουμένων από ένα

στρατόπεδο στο άλλο, στο τέλος του πολέμου, όταν οι μερίδες φαγη­

τού περιορίζονται σταδιακά στο μηδέν. Οι Πολωνοί μοιράζονται το φα­

γητό μεταξύ τους, δεν δίνουν τίποτε στους Γάλλους. Όταν επιτέλους

οι Γάλλοι παραλαμβάνουν δέματα του Ερυθρού Σταυρού, τα μοιράζουν

δίκαια — στους Γάλλους· όταν πλησιάζουν οι Ρώσοι, παρότι αδέλφια

στο πεπρωμένο, τους απομακρύνουν με τα ρόπαλα. «Οι Ρώσοι μένουν

ακίνητοι κάτω από τα ραβδιά των συντρόφων. Οι Γάλλοι τρώνε. [

...

]

Το

βασανιστήριο των Ρώσων ολόγυρά μας, ούτε που μας αγγίζει. Είμαστε

απορροφημένοι στο φαί». Η ομάδα μπορεί να είναι ακόμα πιο στενή:

«Βρισκόμαστε στο σημείο στο οποίο είναι αδιανόητο να μοιραστείς το

φαγητό σου με άλλον εκτός από τον σύντροφό σου στο βαγόνι» (289).

Ωστόσο, όπως η Γκίνσμπουργκ μπροστά στα κλαδιά με τους μυρτίλ-

λους, αφού περάσει η πρώτη πείνα, ο άνθρωπος γίνεται ικανός να αλ­

λάξει στάση: βοηθάει αυτούς που έχουν περισσότερο ανάγκη, κι αν α­

κόμα δεν ανήκουν στην ίδια εθνότητα.

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

Οι κομμουνιστές, λόγου χάρη, σχηματίζουν συλλογικότητες με με­

γάλη αλληλεγγύη — από τις οποίες φυσικά αποκλείονται όλοι όσοι δεν

είναι ομοϊδεάτες τους. Οι κομμουνιστές, προπάντων οι Γερμανοί, κατέ­

χουν συχνά υπεύθυνες θέσεις στην εσωτερική ιεραρχία των στρατοπέ­

δων. Αυτό τους δίνει τη δυνατότητα, λόγου χάρη, να σβήσουν το όνο­

μα ενός συντρόφου τους από έναν κατάλογο «επιλεγμένων», που

προορίζονται για τους θαλάμους αερίων. Αλλά ο αριθμός των προσώ­

πων του καταλόγου είναι καθορισμένος εκ των προτέρων. Οπότε, αν

σβήσεις ένα όνομα, πρέπει στη θέση του να βάλεις ένα άλλο. Η αλλη­

λεγγύη των μεν μπορεί να σημαίνει τον θάνατο των δε.

Να ενεργείς σε αλληλεγγύη με την ομάδα σου είναι πράξη πολιτι­

κή, όχι ηθική: δεν υπάρχει ελεύθερη επιλογή, και εξειδικεύεις την κρί­

ση σου αντί να την γενικεύεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε ή οφεί­

λουμε να απαλλαγούμε από την αλληλεγγύη: δεν θα ήταν δυνατόν να

φανταστούμε ένα σύστημα Κοινωνικής πρόνοιας (που δεν έχει καμία

σχέση με την ηθική) που να επεκτείνεται γενναιόψυχα σε όλους. Στην

καλύτερη περίπτωση, ωστόσο, η αλληλεγγύη στο εσωτερικό της ομά­

δας ενεργεί ως προετοιμασία, σχολείο, στάδιο για τη γενναιοδωρία

που απλώνεται και πιο πέρα. Η Γκίνσμπουργκ περιγράφει τη συνάντη­

ση δύο ομάδων κρατουμένων- η πρώτη αντίδραση είναι απόρριψη, η

δεύτερη συναδέλφωση. Βλέπει «την έκφραση τρόμου που ζωγραφίζε­

ται στα πρόσωπά τους όταν έρχονται να μας συναντήσουν. Επειτα, εί­

ναι ένας αδελφικός οίκτος και η επιθυμία να μοιραστούν τα πάντα μ’ ε­

μάς» (I, 316). Πού θα μάθαινε ο άνθρωπος τη φροντίδα για άλλους ε­

κτός από τον εαυτό του, αν όχι μαζί με τους ανθρώπους που βρίσκο­

νται συνεχώς γύρω μας;

Η φροντίδα διαφέρει από την αλληλεγγύη κατά το ότι οι επωφε­

λούμενοι απ’ αυτή δεν μπορούν να βασιστούν αυτόματα σ’ αυτή και εί­

ναι πάντα άτομα, όχι μέλη μιας ομάδας. Η φροντίδα δεν μπορεί να α­

φορά όλους τους άλλους· ούτε στο σύμπαν, ούτε και στο εσωτερικό ε­

νός στρατοπέδου. Αλλά η επιλογή γίνεται με βάση κριτήρια διαφορετι­

κά από το πού ανήκεις εθνικά, πολιτικά ή επαγγελματικά- κάθε άνθρω­

επωφελείται από τη μέριμνα, επωφελείται ατομικά. Η κοινή

πος που

γλώσσα, ωστόσο, θα παίξει κι εδώ ρόλο: πώς να αντιληφθείς ένα άτο­

μο, αν δεν το καταλαβαίνεις;

Θα πρέπει να διασαφήσουμε κι ένα δεύτερο σύνορο, το σύνορο α­

νάμεσα σε φροντίδα και φιλανθρωπία (ένα από τα συνώνυμό της). Σε

αντίθεση προς την αλληλεγγύη, η φιλανθρωπία ασκείται απέναντι σε

όλους (δεν αποκλείει κανέναν) και απευθύνεται μόνο σε πλάσματα

που υποφέρουν ή απειλούνται- εδώ, δεν υπάρχει κίνδυνος να την δού­

με να μετατρέπεται σε μέσον που θα εξασφαλίσει μεγαλύτερα πλεο­

νεκτήματα σε μία ομάδα. Αναμφισβήτητα, είναι και πράξη ηθική. Δια­

φέρει από τη μέριμνα κατά το ότι ίσα ίσα απευθύνεται σε όλους, και ό­

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

χι σε ορισμένους συγκεκριμένους ανθρώπους: ο τυπικός επωφελούμε­

νος από τη φιλανθρωπία είναι ο ανώνυμος ζητιάνος που είναι ξαπλω­

μένος στον δρόμο, όχι ο.άνθρωπος που κοιμάται πάνω μου σ’ ένα βα­

γόνι ή κάτω μου στο αναρρωτήριο. Ο Πασκάλ σύστηνε μάλιστα ρητά

να αποφεύγουμε να γνωρίζουμε αυτούς που βοηθούμε με τη φιλαν­

θρωπία, γιατί διατρέχουμε τον κίνδυνο να δεθούμε μαζί τους και να ε­

νεργούμε από αγάπη για τους συγκεκριμένους ανθρώπους και όχι για

τον Θεό: η χειρονομία τότε θα ήταν λιγότερο ενάρετη.

Ο Τζ.

Γκλεν Γκρέυ, που έζησε τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο αλ­

λά όχι τα στρατόπεδα, περιγράφει ένα παρόμοιο συναίσθημα που το ο­

νομάζει «προστατευτική αγάπη», και του οποίου αναφέρει ως παρά­

δειγμα τη χειρονομία του Καρατάγιεφ, στο Πόλεμος και ειρήνη, που

σώζει τη ζωή του Πιέρ Μπεζούχοφ: ο άνθρωπος αυτός θα είχε βοηθή­

σει παρόμοια κι ένα ζώο. Ο Γ κρέυ χαρακτηρίζει την αγάπη αυτή μητρι­

κή — μα η μητέρα δεν θ’ αγαπούσε το οποιοδήποτε παιδί στη θέση του

δικού της! Σ’ αυτή τη μορφή αγάπης, «το αντικείμενο της φροντίδας εί­

ναι λιγότερο ουσιώδες από το ίδιο το γεγονός ότι ανησυχείς για τους

άλλους και έχεις ανάγκη να τους προφυλάξεις» (85)· αυτό, κατά τη

γνώμη μου, το διαφοροποιεί από τη φροντίδα: το κάνει μία παραλλαγή

της φιλανθρωπίας. Η μέριμνα δεν θα μπορούσε να είναι οικουμενική:

υπονοεί ότι αισθάνεσαι προσωπική συμπάθεια για το πλάσμα που επω­

φελείται απ’ αυτή. Η Γ κίνσμπουργκ δεν κατορθώνει ποτέ να την αι­

σθανθεί για τους ποινικούς κρατούμενους ολόγυρά της· άρα δεν τους

φροντίζει. Το ότι τους βοηθάει στις περιστάσεις αυτές προέρχεται από

μια στάση φιλανθρωπίας.

Η σχέση φιλανθρωπίας είναι ασύμμετρη: δεν βλέπω ποια βοήθεια θα

μπορούσε να μου δώσει ο ζητιάνος, γι’ αυτό και δεν επιδιώκω να τον

γνωρίσω. Γι’ αυτό και η πράξη φιλανθρωπίας ή οίκτου μπορεί να είναι

ταπεινωτική γι' αυτόν που την υφίσταται- δεν έχει καμία δυνατότητα να

την ανταποδώσει. Η φροντίδα για ένα άτομο προκαλεί κανονικά μία α­

ντίστροφη μέριμνα, κι αν ακόμα μπορεί να περάσουν χρόνια ανάμεσα

στις δύο χειρονομίες: αυτό συμβαίνει με τους γονείς και τα παιδιά.

Τέλος, η φροντίδα δεν συγχέεται ούτε με τη θυσία. Οχι μόνον επει­

δή η θυσία, όπως άλλωστε και η φιλανθρωπία, δίνει αναγκαστικά έναν

θρησκευτικό χρωματισμό στις πράξεις που την συγκροτούν, ενώ η

φροντίδα μένει περιορισμένη αποκλειστικά στην ανθρώπινη σφαίρα.

Αλλά και επειδή η θυσία υπονοεί ότι αποχωριζόμαστε κάτι που μας εί­

ναι πολύτιμο, αποδεχόμαστε μία επώδυνη στέρηση — αλλά απαλλαγ­

μένη από την αίσθηση του καθήκοντος. Να φροντίζεις για κάποιον, δεν

σημαίνει να θυσιάζεις γι’ αυτόν τον χρόνο και τις προσπάθειές σου, αλ­

λά να του τα αφιερώνεις και να το χαίρεσαι: ξανασυναντιόμαστε στο

τέλος μιας διεργασίας πιο πλούσιας, όχι πιο φτωχής. Η θυσία, όπως η

φιλανθρωπία, είναι μία πράξη χωρίς αμοιβαιότητα (σκέφτομαι εδώ όχι

τις τελετουργικές θυσίες, αλλά τις μητέρες που θυσιάζουν την επαγ­

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

γελματική τους ζωή για ν’ ασχοληθούν με τα παιδιά τους, τις συζύγους

που θυσιάζουν την προσωπική τους ζωή για να επιτύχει ο σύζυγος στην

καριέρα του και πάει λέγοντας — κι ας φαίνεται ότι αυτό γίνεται πια ολο­

ένα λιγότερο). Γι’ αυτό η θυσία γεννά τη ματαίωση, τη μνησικακία, τη

διεκδίκηση. Αν κάνεις μια θυσία, θέλεις να κάνεις να την νιώσουν οι άλ­

λοι, τους θυμίζεις πόσο σου στοίχισε· απεναντίας, η φροντίδα εμπεριέ­

χει την ανταμοιβή της, γιατί κάνει ευτυχισμένον εκείνον που την ασκεί.

Η υπέρτατη θυσία, η θυσία της ζωής, κι αν ακόμα γίνεται φαινομενι­

κά για ένα άτομο και όχι για μιαν αφαίρεση, απορρέει εν μέρει από τις

ηρωικές αρετές, όχι από τη λογική της φροντίδας: ο Κόλμπε θυσιάζε­

ται για να σώσει έναν άνθρωπο, αλλά, έχω την εντύπωση, ότι το κάνει

περισσότερο για να διακηρύξει την πίστη του στον Θεό- λίγο τον νοιά­

ζει αν πρόκειται για τον άλφα ή τον βήτα άνθρωπο. Οι μητέρες και οι

θυγατέρες, οι πατέρες και οι γιοί που έχουμε δει να πηγαίνουν στον

θάνατο μαζί με τους κοντινούς τους ενεργούν με τελείως διαφορετικό

πνεύμα: η προσήλωσή τους στο τάδε συγκεκριμένο άτομο είναι πιο δυ­

νατή από τον πόθο τους να ζήσουν. Από μιαν άποψη, είναι πιο εγωι­

στές: δεν θέλουν να πεθάνουν για να ζήσει ο άλλος, θα είχαν θελήσει

να ζήσουν και οι δύο, για να μπορούν να χαίρονται ο ένας τον άλλο- α­

φού αυτό είναι ανέφικτο, δέχονται να πεθάνουν — μαζί του, όχι στη

θέση του. Αυτό είναι, λέει ο Γκλεν Γκρέυ, το πνεύμα της φιλίας, τελεί­

ως διαφορετικό από το πνεύμα της θυσίας: «Για τους φίλους, είναι φο­

βερά δύσκολο να πεθάνουν, ακόμα και ο ένας για τον άλλο1 έχουν κι οι

δυο να χάσουν πολλά» (91). Η θυσία κάνει ένδοξο τον θάνατο· η φρο­

ντίδα έχει νόημα μόνο στη ζωή.

Αποτελέσματα

Οι πράξεις φροντίδας παράγουν την άμεση ικανοποίηση του επω­

φελούμενου απ’ αυτές· ε λοιπόν, το πλεονέκτημα αυτό ο δότης μπορεί

να ελπίζει να το λάβει σε αντάλλαγμα, αν τύχει να αντιστραφούν οι

ρόλοι. Εξυπακούεται ότι έχουμε εδώ ένα κεκτημένο που δεν θα μπο­

ρούσαμε να το αγνοήσουμε. Μ' αυτό ο Ρίχαρντ Γκλάζαρ εξηγεί την τύ­

χη των επιζησάντων: « Εχουν επιζήσει επειδή υποστηρίχθηκαν από κά­

ποιον, κάποιον που τους φρόντιζε όπως ή σχεδόν όπως τον εαυτό

του» (Σερένυ, 199). Η Ζερμαίν Τιγιόν βεβαιώνει ότι κανένας δεν μπο­

·<αν δεν υπήρχαν απλωμένα χέρια» (II, 196). Αυτή

ρούσε να επιβιώσει

είναι η γνώμη και της Σαρλότ Ντελμπό: «Ολοι όσοι επέστρεψαν, ξέ­

ρουν ότι, χωρίς τους άλλους, δεν θα είχαν επιστρέφει» (ίθ οοηνοϊ, 17).

«Οι άλλοι είναι οι γυναίκες της ομάδας σας, αυτές που σας στηρίζουν

ή σας κουβαλούν όταν δεν μπόρείτε πια να βαδίσετε, αυτές που σας

βοηθούν να σταθείτε όρθια όταν έχουν εξαντληθεί οι δυνάμεις ή το

θάρρος σας» (Άουσβιτς, II, 132). Και η Παβελτσύνσκα: «Δεν υπάρχει ού­

τε ένας επιζήσας που να μη βοηθήθηκε και στηρίχθηκε από τους άλλους

κρατούμενους. Κανένας δεν θα είχε επιζήσει μόνο με τη σωματική και

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

την ψυχική του δύναμη» (121). Πρέπει να προσθέσουμε ότι ο αποδέκτης

της πράξης λαμβάνει και ένα συμπληρωματικό ευεργέτημα: αναγνωρί­

ζεται ως ανθρώπινο πλάσμα που μπορεί να γίνει όχι μόνο το όργανο

μιας ενέργειας, αλλά και ο σκοπός της. Ο άνθρωπος αμφιβάλλει για την

αξία του, ώς και για τον λόγο ύπαρξής του, όσο δεν τον επιβεβαιώνουν

οι άλλοι. «Από τη στιγμή που ο άνθρωπος είναι μόνος, σκέφτεται: Προς

τι; Γ ια να κάνω τι; Γιατί να μην παραιτηθώ

...

»

(Ντελμπό, Αουσβιτς, I,

165). Η προσοχή των άλλων σάς δίνει έναν λόγο για να αντισταθείτε.

Ιδού δύο παραδείγματα, από πολλά άλλα, για το σταθερό αποτέλε­

σμα που παράγει η φροντίδα από την οποία επωφελήθηκες. Ο Κάρλο

Στάγινερ, που έζησε, όπως λέει ο τίτλος του βιβλίου του, επτά χιλιάδες

μέρες στη Σιβηρία, παίρνει ένα πρωί ένα γράμμα από τη γυναίκα του —

έπειτα από πέντε χρόνια μοναξιάς, που είχε περάσει στα στρατόπεδα

του Απω Βορρά. «Ήταν η πρώτη μου μέρα ευτυχίας στο στρατόπεδο.

Τώρα, είχα επιτέλους μία απάντηση στο τρομερό ερώτημα: τι ωφελεί

να ζω;» (252). Η γυναίκα αυτού του γιουγκοσλάβου κομμουνιστή (και

«μέλους της Διεθνούς») ήταν Ρωσίδα, έγκυος στον ένατο μήνα όταν

τον συνέλαβαν το κοριτσάκι πεθαίνει λίγο μετά τη γέννα. Το πρώτο

γράμμα το ακολουθούν και άλλα- ο Στάγινερ ξέρει ότι επιζεί επειδή

μπορεί να σκέφτεται τη γυναίκα του. Όταν, έπειτα από δεκαοχτώ χρό­

νια χωρισμού, έρχεται να τον συναντήσει, της λέει, αφού αγκαλια­

στούν: «Δεν έχεις αλλάξει!» Και προοθέτει: «Οι επόμενες μέρες ήταν

οι ωραιότερες της ζωής μου» (404). (Αλλά ο Ντανίλο Κις, που τους είχε

συναντήσει και τους δύο, είχε επισημάνει την αλλαγή: το πρόσωπο της

γυναίκας ήταν ανησυχητικό, γιατί μέσα του έλαμπαν δυο νεκρά μάτια).

Ο Αλμπερτ Σπέερ κάνει ένα ταξίδι στην περιοχή του Ντνιεπροπε-

τρόφσκ τον Φεβρουάριο του 1942, παραμονή του διορισμού του στη

θέση του υπουργού Εξοπλισμών του Τρίτου Ράιχ. Μένει ώρα πολλή

στο ύπαιθρο και βλέπει ξαφνικά μερικούς ρώσους χωρικούς, που δου­

λεύουν εκεί δίπλα, να δείχνουν ταραγμένοι το πρόσωπό του: είναι πα­

γωμένο. Ο ένας απ’ αυτούς παίρνει χιόνι και αρχίζει να το τρίβει. Ένας

άλλος βγάζει από την τσέπη του ένα καθαρό μαντήλι και τον σκουπίζει

με επιμέλεια. Όταν, έπειτα από είκοσι πέντε χρόνια, ο Σπέερ γράφει

τα Απομνημονεύματά του, του έρχεται στο μυαλό αυτή η σκηνή, και με

αφετηρία αυτήν επιχειρεί να ξανασκεφτεί το παρελθόν του (δεν το κα­

τορθώνει πάντα)· η σκηνή αυτή γίνεται το αγκωνάρι της αντίληψής του

για το καλό και το κακό.

Από μιαν άλλη πλευρά, ο δότης είναι και επωφελούμενος. Λαμβά­

νει, ανεξάρτητα από κάθε μελλοντική ανταμοιβή, ένα κέρδος επειδή

τελεί την πράξη του: όλες οι μαρτυρίες συμφωνούν σ’ αυτό. Η Ρατου-

τσίνσκαγια επισημαίνει: «Να νοιάζεσαι περισσότερο για τα βάσανα

των άλλων παρά για τα δικά σου, είναι πιθανόν ο μόνος τρόπος να πα-

ραμείνεις άνθρωπος μέσα στο στρατόπεδο. Για κανέναν από μας κάτι

τέτοια δεν ήταν ηρωισμός, ήταν μάλλον πράξεις αυτοσυντήρησης»

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

(277). Αλλά γιατί αυτό; Μπορούμε να αναζητήσουμε πολλές ερμηνείες

του γεγονότος. Η μία είναι να πούμε ότι δια μέσου της φροντίδας για

τους άλλους, ο άνθρωπος έχει την εντύπωση ότι ξαναβρίσκει την αξιο­

πρέπεια, τον αυτοσεβασμό, αφού τελεί πράξεις που η ηθική θεωρούσε

πάντα αξιέπαινες· ε λοιπόν, το αίσθημα αξιοπρέπειας ενδυναμώνει την

ζωντανοί. Η Όλγα Λενγκύελ βρίσκει έναν

ικανότητά μας να μείνουμε

λόγο να ζει, όταν κάποια της προτείνει να οργανώσουν ένα αναρρωτή­

ριο: σύμφωνα με ένα πασίγνωστο παράδοξο, όσο περισσότερο πρέπει

να ξοδεύει τους πόρους της, τόσο περισσότερους έχει. «Η αίσθηση ότι

κάνεις κάτι χρήσιμο αρκούσε για να μου ξαναδώσει δυνάμεις» (235). Ο

Βίκτορ Φρανκλ, που έγινε ψυχίατρος μετά την έξοδό του από το στρα­

τόπεδο, εξηγεί αυτό το έμμεσο όφελος με την ανθρώπινη ανάγκη να

βρούμε νόημα στη ζωή μας, σκοπό έξω από τη συντήρησή μας: απένα­

ντι στον καθημερινό παραλογισμό των στρατοπέδων, το να βοηθάς κά­

ποιον, ή απλώς να τον προσέχεις, είναι πράξη πολύ λογική.

Μπορούμε να επισημάνουμε και ότι το άτομο βρίσκει πολύ μεγαλύ­

τερες δυνάμεις μέσα του όταν ασχολείται με έναν άλλον από όταν έ­

χει να νοιαστεί μόνο για τον εαυτό του. Αυτό ακριβώς φαίνεται να σκέ­

φτεται ένας κρατούμενος, που λέει στους συντρόφους του τα ακόλου­

θα: «Για να αντέξουμε, θα πρέπει ο καθένας μας να βγει από τον εαυ­

τό του, πρέπει να αισθάνεται υπεύθυνος για όλους» (Αντέλμ, 203). Η

Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν δεν γνωρίζει άλλη ερμηνεία για την ε­

πιβίωσή της. «Εβρισκα πάντα ανθρώπους που τους ήμουν απαραίτητη·

είχα πάντα την ευκαιρία να μοιράζομαι την ευτυχία της φιλίας, των αν­

θρώπινων σχέσεων» (Ράβενσμπρυκ; 40). Πώς να επιβιώσεις από την α­

πελπισία στην απομόνωση; Ασχολούμενος με τους άλλους. Δυο φίλες

της οδηγούνται εκεί: η προσπάθεια να τις βοηθήσει στα βάσανά τους,

την κάνουν να λησμονήσει τα δικά της. Αυτό που έπρεπε να είναι ποι­

νή, γίνεται ευτυχία. «Στη μνήμη μου, αυτές οι μέρες που πέρασα στο

κελί με συντροφιά την Μαρία Γκραφ και την Μαρία Πρεσέροβα ήταν ό­

λο χαρά και γαλήνη» (158). Όταν απελπίζεται, γαντζώνεται από την ι­

δέα ότι την έχει ανάγκη η Μίλενα. «Δεν μπορώ να την αφήσω μονάχη

στο στρατόπεδο! Ποιος θα ασχολούνταν μ’ αυτήν, αν της ξανάρχιζε ο

πυρετός;» (Μίλενα, 244). Η ανταμοιβή εμπεριέχεται στην πράξη, και ό­

ταν νοιάζεσαι για τον άλλον δεν παύεις να ασχολείσαι με τον εαυτό

σου: εδώ, ο πιο σπάταλος είναι ο πιο πλούσιος.

Αλλά ο άνθρωπος που νοιάζεται για τους άλλους δεν πορίζεται από

την πράξη του μόνον οφέλη. Οι κίνδυνοι έρχονται από δύο πλευρές: α­

πό μία ανεπάρκεια του δότη ή του επωφελούμενου. Αν η φροντίδα α­

ποτελεί μέρος του τρόπου ζωής σου, τότε το να μη την δώσεις — κάτι

που συχνά συμβαίνει—

σε κάνει να νιώσεις μία οδυνηρή ενοχή. Η Έλα

Λίνγκενς-Ράινερ δεν μπορεί να συγχωρήσει στον εαυτό της τον θάνα­

το ενός ανθρώπου από τα εκατομμύρια του Αουσβιτς: μιας φίλης, που

της είχε υποσχεθεί να πάει να την φροντίσει, αν αρρώσταινε. «Ξέρω

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

πως με περίμενε και βασιζόταν σ’ εμένα. Και δεν πήγα»

(84). Αυ­

τοί που ελευθερώνονται από τα στρατόπεδα υποφέρουν επειδή έ­

χουν αφήσει κλεισμένους μέσα ανθρώπους για τους οποίους νοιά­

ζονται. Αυτό που βασανίζει περισσότερο την Γκίνσμπουργκ δεν εί­

ναι μία από τις τρομερές τιμωρίες που της επιβάλλουν είναι η α­

νάμνηση

της ξυλιάς που

είχε

δώσει στο αγοράκι της τον

Βάσια

(τον μελλοντικό συγγραφέα Αξιόνοφ) για μία ασήμαντη ανοησία.

«Η ανάμνηση αυτή με έκανε να υποφέρω αφόρητα»: δεν του έδω­

σε την φροντίδα που του έπρεπε. «Η λύπη που ένιωθα κείνη τη νύ­

χτα ήταν τόσο μεγάλη, ώστε έμεινε μέσα μου όλα τα χρόνια που

ακολούθησαν.

Σήμερα,

από είκοσι χρόνια,

στιγμή που γράφω τούτες τις σελίδες, δεν παύω να την νιώθω» (I,

116).

Ο άλλος κίνδυνος, είναι ο άνθρωπος για τον οποίο νοιαζόμαστε

να υποφέρει, κι ακόμα περισσότερο να χάνεται — ενώ αντιπροσω­

πεύει τόσα για μας. Αυτό το ξέρουν καλά όλοι οι ερωτευμένοι: ό­

σο περισσότερο αφήνεσαι στον έρωτα για κάποιον, τόσο περισσό­

τερο τρωτός γίνεσαι- και αν ξαφνικά το αγαπημένο πλάσμα σου έ­

παυε να ανταποκρίνεται; Αυτό είναι και το αιώνιο πεπρωμένο των

γονέων

και των παιδιών.

Ο Λουί

Μίχεελς

μαθαίνει ότι φέρνουν

καινούριους Ολλανδοεβραίους στο Άουσβιτς, όπου βρίσκεται: λο­

γαριάζει την πιθανότητα να

συναντήσει εκεί τον πατέρα του

και

«να βλέπει τα βάσανα και τον αργό του θάνατο. Δεν μπορούσα να

φανταστώ πιο φρικτό πράγμα» (87). «Μπορούσα να αστειεύομαι ό­

πως οι περισσότεροι για το γεγονός να βγω από την καμινάδα αλ­

λά, όταν αυτό αφορούσε κάποιον κοντινό μου, γινόταν ανείπωτο,

αδιανόητο» (122). Εμπειρία που έζησαν, μεταξύ αναρίθμητων άλ­

λων, ο Ελί Βήζελ ή η Ζερμαίν Τιγιόν, που θυμάμαι τις τύψεις της

και που έγραψε κιόλας: «Υπάρχουν δεινά ανυπόφορα και δυσανά­

λογα προς τις ανθρώπινες δυνάμεις: είναι τα βάσανα και ο θάνα­

τος των ανθρώπων που αγαπάς» (II, 39).

Να ζεις σύμφωνα με την ηθική της φροντίδας, στα στρατόπεδα,

σημαίνει να γίνεσαι ιδιαίτερα τρωτός: ο άνθρωπος προσθέτει στα

βάσανά του και τα βάσανα των ανθρώπων για τους οποίους νοιά­

ζεται.

Η Μίλενα ξέρει κι αυτή για τι μιλά: «Είναι φρικτό θέαμα να

να κλαίνε οι άνθρωποι που αγαπάς» (Μίλενα, 234). Ο άν­

θρωπος είναι πολύ πιο προστατευμένος, αν αγωνίζεται για ένα ι­

δεώδες: η εξαφάνιση ενός ατόμου μπορεί τότε να σχετικοποιηθεί,

δεν θίγει την ελπίδα να δεις την υπόθεσή σου να θριαμβεύει. Μπο­

ρεί,

όμως, ο άνθρωπος, για να προφυλαχθεί από τους κινδύνους

αυτούς, να πάψει ν’ αγαπά τους κοντινούς του ή να πάψει να νοιά­

ζεται γι’ αυτούς; Υποφέροντας για, και μαζί με, κάποιον, όπως κά­

νει η Πόλα Λίφτσυκ, προσθέτεις στη δυστυχία του κόσμου- αλλά η

καλοσύνη της χειρονομίας κάνει ώστε, στο σύνολό του, να γίνεται

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

ο κόσμος περισσότερο, και όχι λιγότερο, αποδεκτός.

Η φροντίδα, αξερίζωτο ανθρώπινο συναίσθημα, θα ανακουφίσει

αυτούς που έχουν γονείς ή παιδιά, ερωμένη ή σύζυγο, σύντροφο

ή φίλο. Μα ποιος θα βοηθήσει αυτούς που δεν γνωρίζουν κανέναν,

τους ξένους — δηλαδή τον εαυτό μας, αλλά σε άλλες περιστάσεις,

γιατί όλοι είμαστε, δυνητικά, ξένοι, εγκαταλειμμένοι άγνωστοι; Γι’

αυτούς, δεν αρκεί η φροντίδα των ανθρώπων που τους αγαπούν.

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

Δραστηριότητα του πνεύματος

Αισθητικές και διανοητικές εμπειρίες

Στην αφήγησή του για τη ζωή στα στρατόπεδα, ο Βίκτορ Φρανκλ α­

ναφέρει ότι, καθώς μεταφέρονται από το Άουσβιτς στο Νταχάου, οι

κρατούμενοι ανακαλύπτουν ξαφνικά μια καινούρια εμπειρία. «Έτυχε,

κείνο το βράδυ που ήμασταν ξαπλωμένοι στο πάτωμα του παραπήγμα­

τος από πατημένο χώμα, πεθαμένοι από την κούραση μετά τη δουλειά

της ημέρας, με τις καραβάνες με τη σούπα στα χέρια, ξαφνικά, να μπει

τρέχοντας μέσα ένας σύντροφος, για να μας παρακαλέσει να βγούμε

στον Χώρο Αναφοράς, μόνο και μόνο για να μη χάσουμε, παρά την ε­

ξάντλησή μας και παρά την παγωνιά έξω, μία θαυμάσια δύση του ήλι­

ου!» (76). Η φύση είναι ωραιότερη στο Νταχάου από όσο στο Αου­

σβιτς, και οι συνθήκες ζωής, παρ’ όλα αυτά, κάπως λιγότερο ανυπόφο­

ρες· αυτό αρκεί για να ξαναζωντανέψει μιαν εμπειρία λησμονημένη μέ­

χρι τότε: την παρατήρηση και τον θαυμασμό της φύσης.

Η Ευγενία

Γκίνσμπουργκ θυμάται και τη μέρα που την οδήγησαν στο δικαστήριο,

έπειτα από την μακρά προληπτική φυλάκιση. Εκεί έμελλε ν’ ακούσει

την καταδίκη της — πιθανόν σε θάνατο- αλλά αντί να το σκέφτεται με

άγχος, είναι περιχαρής που ξαναβλέπει, φευγαλέα, τον εξωτερικό κό­

σμο. «Πέρα από τα παράθυρα ορθώνονται μεγάλα σκοτεινά δέντρα- α­

κούω συγκινημένη το κρυφό και δροσερό μουρμουρητό των φύλλων.

Νομίζω πως το ακούω πρώτη φορά. Πόσο με συγκινεί αυτό το θρόισμα

των φύλλων!» (1,164).

Όταν διαβάζουμε τέτοια κείμενα νιώθουμε ότι η εμπειρία αυτή —

που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε αισθητική—

αντιπροσωπεύει

για κείνον που την νιώθει όχι μόνο μία απόλαυση, αλλά και μία ηθική ε­

ξύψωση: το πνεύμα εγκαταλείπει τις άμεσες, χρησιμοθηρικές ενασχο­

λήσεις του, για να ατενίσει την ομορφιά- και με τούτο εξωραΐζεται κι

αυτό. Ώστε θα ήταν εφικτό να προσθέσουμε στην αξιοπρέπεια και τη

φροντίδα μία τρίτη καθημερινή αρετή, που ελάχιστα είχε προβάλει

στην αφήγηση του 'Εντελμαν για την εξέγερση του γκέτο- θα την ονό­

μαζα δραστηριότητα του πνεύματος, όχι για να την αντιπαρατάξω στη

δραστηριότητα του σώματος, αλλά για να έχω έναν μόνον όρο που να

ορίζει δύο πράξεις οι οποίες, αφ’ εαυτές, είναι ξένες προς την ηθική:

την αναζήτηση του αληθινού και την αναζήτηση του ωραίου. Η δρα­

στηριότητα αυτή δεν φυλάσσεται αποκλειστικά για τους επαγγελμα-

τίες του πνεύματος, σοφούς ή καλλιτέχνες- είναι προσιτή σε όλους.

Σε ορισμένες συνθήκες, ιδιαίτερα στη φυλακή, μπορούμε να διαβά­

σουμε βιβλία. Είμαστε πρόθυμοι να πληρώσουμε ακριβά για να τα απο­

κτήσουμε: η Σαρλότ Ντελμπό αγοράζει τον Μισάνθρωπο, στη συλλογή

ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ

των Μικρών Κλασικών Λαρούς, με τη μερίδα ψωμιού μιας μέρας. Το α­

ποτέλεσμα της ανάγνωσης είναι τότε πολύ ισχυρά και, μάλιστα, ανε­

ξάρτητα από το συγκεκριμένο περιεχόμενο του βιβλίου, φτάνει να εί­

ναι κατάλληλη η ποιότητα της γραφής. Το σημαντικό δεν είναι το άλ­

φα ή το βήτα μήνυμα, αλλά η ύπαρξη της ομορφιάς που ενσαρκώνουν

τα βιβλία αυτά και η εμπειρία της ελευθερίας του πνεύματος που αι­

σθάνεσαι όταν επικοινωνείς με τους δημιουργούς και, ως εκ τούτου,

με το οικουμενικό. Ο νεαρός κομμουνιστής Κοστύλεφ ανακαλύπτει τυ­

χαία στη βιβλιοθήκη ορισμένα γαλλικά μυθιστορήματα, την Αισθηματι­

κή αγωγή, τον Αδόλψσ η ανάγνωσή τους τον επηρεάζει σε βαθμό τέ­

τοιον, ώστε αρχίζει να παραμελεί τις κομματικές του υποχρεώσεις· λί­

γο αργότερα συλλαμβάνεται. Δεν το μετανιώνει: «Αν ποτέ έμαθα, έ­

στω και για μια φευγαλέα στιγμή, τι ήταν η ελευθερία, το οφείλω στην

ανάγνωση αυτών των παλιών γαλλικών βιβλίων». Ο Χέρλινγκ, που διη­

γείται αυτή την ιστορία (95), περιγράφει με τη σειρά του το κεραυνο­

βόλο αποτέλεσμα που ασκεί πάνω του η ανάγνωση των Αναμνήσεων

από το σπίτι των πεθαμένων του Ντοστογιέφσκι, που ανακάλυψε στα

στρατόπεδα της Βολόγκντα.

Όταν απουσιάζουν τα βιβλία, μπορείς να επιχειρήσεις να τα ανασυ-

στήσεις με μια προσπάθεια της

μνήμης (όπως στο Φαρενάιτ 451 του

Μπράντμπερυ). Η Γκίνσμπουργκ ξέρει απ’ έξω αναρίθμητους ποιητές,

από τον Πούσκιν μέχρι τον Πάστερνακ, και δεν χάνει ευκαιρία να τους

απαγγέλλει, συγκινώντας τους ακροατές της. Μια σκηνή είναι ιδιαίτε­

ρα αξιομνημόνευτη. Στο τραίνο που την οδηγεί στη Σιβηρία, η Γκίν-

σμπουργκ απαγγέλλει ποιήματα στις συγκρατούμενές της για να τις

διασκεδάσει. Μπαίνει ένας φύλακας: έχει ακούσει κάποιον να διαβάζει,

και η ανάγνωση είναι απαγορευμένη. Η Γκίνσμπουργκ τον βεβαιώνει ό­

τι απαγγέλλει από μνήμης, αλλά εκείνος δυσκολεύεται να την πιστέ­

ψει και την προκαλεί: «Αν διαβάζεις μισή ώρα χωρίς βιβλίο, χωρίς να

σταματήσεις, θα σε πιστέψω. Αν δεν τα καταφέρεις, όλο το βαγόνι

στην απομόνωση μέχρι το Βλαδιβοστόκ» (I, 283). Το βαγόνι κρατάει

την ανάσα του: θα χρειαστεί να πληρώσει ακριβά την αισθητική του ε­

μπειρία: Νέα Σεχραζάτ, η Γκίνσμπουργκ χαμογελάει και αρχίζει να α-

παγγέλει τον Ευγένιο Ονιέγκιν

...

Έπειτα από μισή ώρα, της φέρνουν

νερό γιατί είχε στεγνώσει ο λαιμός της· και συνεχίζει. Το στοίχημα

κερδήθηκε και όλοι, απαγγέλλουσα και ακροάτριες, αισθάνονται ότι έ­

χουν κερδίσει μία μικρή νίκη επί του περιβάλλοντος κακού. Η Γκίν-

σμπουργκ θα πιστεύει σ’ αυτή τη μορφή αντίστασης μέχρι το τέλος

του εγκλεισμού της: «Το ένστικτό μου μου έλεγε ότι, κι αν ακόμα τα

πόδια μου έτρεμαν, κι αν ακόμα η πλάτη μου έσπαζε κάτω από το βά­

ρος των καροτσιών των παραγεμισμένων με καυτές πέτρες, θα παρέ­

μενα ζωντανή όσο θα εξακολουθούσαν να με συγκινούν το αεράκι, τ’

αστέρια και η ποίηση» (1,325).

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΚΡΑΙΟ

Ο Πρίμο Λέβι, σ’ ένα κεφάλαιο του βιβλίου του Εάν αυτό είναι ο άν­

θρωπος, έχει ξαναζωντανέψει μιαν άλλη απαράμιλλη σκηνή απαγγε­

λίας ποίησης. Κρατούμενος στο Αουσβιτς, διδάσκει ιταλικά στον φίλο

του Ζαν τον Πίκολο, σε αντάλλαγμα για μαθήματα γαλλικών: αυτή η

διανοητική δραστηριότητα δημιουργεί ήδη μία νησίδα ελευθερίας στο

μέσον της περιβάλλουσας αθλιότητας. Αλλά ο Λέβι κυριεύεται από

μιαν ακόμα πιο φιλόδοξη ιδέα: αποφασίζει να κάνει τον φίλο του ν’ α-

κούσει τη μουσική του Δάντη κι αρχίζει να του απαγγέλλει τη σκηνή

του ταξιδιού του Οδυσσέα, στο άσμα XXVI της Κόλασης. Κι αν ακόμα

δεν έχει καμία γνώση της ποίησης, ο Πίκολο καταλαβαίνει τη σπουδαι-

ότητα της σκηνής: «Ένιωσε ότι τα λόγια αυτά τον αφορούν, ότι αφο­

ρούν όλους τους ανθρώπους που υποφέρουν, και ιδιαίτερα εμάς» (149).

Όσο για τον Λέβι, αισθάνεται έντονη την ανάγκη να συνεχίσει την α­

παγγελία, και είναι πρόθυμος να δώσει τα πάντα — δηλαδή, λόγου χάρη,

το ψωμί και τη σούπα—

για να μπορέσει να ξαναβρεί λίγους στίχους

που του έλειπαν. «Είναι απολύτως απαραίτητο και επιτακτικό ν’ ακούσει,

να καταλάβει [

...

]

πριν είναι πάρα πολύ αργά- αύριο, εκείνος ή εγώ μπο­

ρεί να είμαστε νεκροί ή να μη ξανανταμώσουμε πια» (151). Κι αν έτσι

συνέβαινε, οι στίχοι του Δάντη θα είχαν ενοικήσει μία ανθρώπινη συνεί­

δηση λιγότερο, μια στιγμή πνευματικής εξύψωσης δεν θα είχε βιωθεί και

ο κόσμος θα έχανε ένα κομμάτι από την ομορφιά του.

Δεν έχουν όλοι συμμεριστεί τα συναισθήματα του Λέβι. Στις σκέ­

ψεις του για το Άουσβιτς, ο Ζαν Αμερύ, που ήταν ωστόσο κλεισμένος

στο ίδιο τμήμα του Μόνοβιτς και που, όπως πιστεύει, έχει κοιμηθεί στο

ίδιο παράπηγμα με τον Λέβι, έχει διατηρήσει την εντύπωση ότι το να

είσαι διανοούμενος ή συγγραφέας (όπως ο ίδιος), δηλαδή επαγγελμα-

τίας του πνεύματος, ήταν μειονέκτημα και όχι πλεονέκτημα: δεν γνώ­

ριζες καμία πρακτική τέχνη και η γνώση σου ήταν ανώφελη. Μια μέρα,

γυρίζει στο μυαλό του μία στροφή του Χαίλντερλιν μα δεν γίνεται τί­

ποτε. «Το ποίημα δεν υπερέβαινε πια την πραγματικότητα. Έμεναν πια

απ' αυτό μόνο λέξεις, φράσεις: ιδού, ο συγγραφέας λέει το τάδε ή το

δείνα πράγμα, ο κάπο αρχίζει να φωνάζει “αριστερά, αριστερά”, η σού­

πα είναι νερουλή και οι σημαίες ανεμίζουν στον αέρα. Αν είχα δίπλα

μου έναν σύντροφο που τον ενέπνεε το ίδιο πνεύμα όπως εμένα, και

στον οποίο θα μπορούσα να απαγγείλω την στροφή αυτή, ίσως η ποιη­

τική συγκίνηση που υπέφωσκε στον ψυχισμό μου να είχε αναβρύσει.

Αλλά τον σύντροφο αυτό δεν τον είχα, ούτε δίπλα μου ούτε κάπου αλ­

λού στο στρατόπεδο» (Διανοούμενοι, 18). Γι’ αυτό και βγάζει ένα απο-

γοητευτικό συμπέρασμα: «Εμείς [δηλαδή οι διανοούμενοι κρατούμενοι

στο Άουσβιτς] έχουμε αποκομίσει την αμετάκλητη πεποίθηση ότι το

πνεύμα, σε πολύ μεγάλο βαθμό, αποκαλύπτεται πως είναι παιχνίδι [

...

].

Έτσι, έχουμε χάσει ένα μεγάλο μέρος της υπεροχής μας και των αλα-

ζονικών μεταφυσικών μας ψευδαισθήσεων, αλλά και τις απλοϊκές χα­