διαδρομές

Ν ο ητ ι κ έ ς

διαδρομές

στόν

χῶρο

τῆς

πίστης

Μηνιαῖο φυλλάδιο τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως | Σουλίου 167 - Τηλ.: 210 5013108 | Τεῦχος 9ο - Δεκέμβριος 2014
ierosnaosagiastriadospetroupoleos.blogspot.gr - agiatriadapetroupoleos.gr - facebook: agiatriadapetroupolis

Δρόμος δέν ὑπάρχει...
τόν δρόμο
τόν ἀνοίγουμε...
προχωρώντας
καί συγχωρώντας...

Οἱ γεωργοί καί ἡ ἄμπελος.
Μικρογραφία εἰκονογραφημένου
χειρογράφου, 11ος αἰ. μ.Χ.,
Ἐθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων.

Γεννᾶται Παιδίον νέον ὁ πρὸ αἰώνων Θεὸς

Σ

τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως σαφῶς διατυπώνεται ὅτι ἐμεῖς οἱ
Χριστιανοὶ πιστεύουμε ΚΑΙ
«Εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν
μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς
γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων». Πιστεύουμε
δηλαδὴ ΚΑΙ στὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας
Τριάδος, τὸν ὁμοούσιο Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ ὁποῖος γεννᾶται ἀχρόνως1 ἀπὸ τὸν Πατέρα
καὶ ἐν χρόνω σαρκώνεται «δι' ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν». Γεννᾶται
δηλαδὴ ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ἐνανθρωπίζεται
ὁ Θεὸς Λόγος, «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας
τῆς Παρθένου», μὲ μοναδικὸ σκοπὸ τὴν σωτηρία
τοῦ ἀνθρώπου2.
Ποιὸς εἶναι ὅμως ὁ Χριστός; Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης
ὁ Δαμασκηνός, ὁ ἀκριβολόγος δογματικός, ἀναφέρει: «ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ
καὶ Θεός3 διὰ σπλάγχνα ἐλέους αὐτοῦ, διὰ τὴν
ἡμετέραν σωτηρίαν, εὐδοκία τοῦ Πατρὸς καὶ
συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀσπόρως συλληφθεῖς ἀφθόρως ἐκ τῆς Ἁγίας Παρθένου καὶ

Θεοτόκου Μαρίας γεγέννηται διὰ Πνεύματος
Ἁγίου καὶ ἄνθρωπος τέλειος ἐξ αὐτῆς γέγονε»4.
Τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος Ἄνθρωπος εἶναι ὁ
Χριστός. Αὐτὸ κηρύττει καὶ πιστεύει ἡ Ἐκκλησία μας. Δύο φύσεις, δύο οὐσίες, τελείως ξένες
μεταξύ τους, ἡ ἀνθρώπινη καὶ ἡ θεία, ἑνωμένες
σὲ μία ὑπόσταση, σὲ ἕνα πρόσωπο, τὸ δεύτερο
πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, αὐτὸ τοῦ Θεοῦ Υἱοῦ
ὅπως σαφῶς δογμάτισε ἡ ἐν Ἐφέσω Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἡ ὁποία ὅρισε ὅτι ἡ Παναγία5 εἶναι
«Χριστοτόκος» καὶ «Θεοτόκος» γιατί συνέλαβε6
καὶ γέννησε7 τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν ἐνανθρωπήσαντα Θεό. Ἡ ἐν Χαλκηδόνα Δ΄ Οἰκουμενικῆς
Σύνοδος, ἐπίσης, δογμάτισε σαφῶς ὅτι οἱ δύο
φύσεις εἶναι ἑνωμένες στὸ ἕνα πρόσωπο «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως» καὶ
ἐπίσης ἡ ἀνθρώπινη φύση Του οὔτε ἔχει δική της
ὑπόσταση, οὔτε εἶναι ἰδιοσύστατη (δηλαδὴ αὐθύπαρκτη), οὔτε ἀνυπόστατη (δηλαδὴ ἀνύπαρκτη),
ἀλλὰ εἶναι «ἐνυπόστατη» δηλαδὴ ἐνυπάρχει στὴν
σύνθετη ὑπόσταση τοῦ Χριστού8.
Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐνυπόστατης ὕπαρξης
τῶν δύο φύσεων εἶναι καὶ ἡ ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων τῆς Θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης φύσης. «Οἰκει-

οῦται δὲ τὰ ἀνθρώπινα ὁ Λόγος· αὐτοῦ γὰρ εἰσι τὰ
τῆς ἁγίας αὐτοῦ σαρκὸς ὄντα, καὶ μεταδίδωσι τὴ
σαρκὶ τῶν ἰδίων κατὰ τὸν τῆς ἀντιδόσεως τρόπον
διὰ τὴν εἰς ἄλληλα τῶν μερῶν περιχώρησιν καὶ τὴν
κὰθ ὑπόστασιν ἕνωσιν, καὶ ὅτι εἷς ἣν καὶ ὁ αὐτὸς ὁ
καὶ τὰ θεία καὶ τὰ ἀνθρώπινα ἐνεργῶν ἐν ἑκατέρα
μορφὴ μετὰ τῆς θατέρου κοινωνίας»9. Ὁ ἴδιος ὁ
Χριστὸς εἶναι ποὺ ἐνεργεῖ πάντοτε καὶ τὰ θεία καὶ
τὰ ἀνθρώπινα. Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ ταυτότητα τῆς
μιᾶς ὑπόστασης καὶ ἡ περιχώρηση τῶν δύο φύσεων,
γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς δὲν ἐνεργεῖ μεμονωμένα πότε τὰ
ἀνθρώπινα ὡς ἄνθρωπος καὶ πότε τὰ θεία ὡς Θεός,
ἀλλὰ τὰ ἀνθρώπινα ἐνεργεῖ ὡς ἄνθρωπος καὶ Θεός,
καὶ τὰ θεία ὡς Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Αὐτή, λοιπόν,
ἡ ταυτότητα τῆς μιᾶς ὑπόστασης σὲ κάθε πράξη,
ἀνθρώπινη ἢ θεία, συντελεῖ ὥστε ἡ μιὰ φύση νὰ
ἀντιδίδει στὴν ἄλλη τὰ δικά της γνωρίσματα. Ἔτσι
ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, κτιστὸς καὶ
ἄκτιστος, παθητὸς καὶ ἀπαθὴς κτλ10. Ἔτσι πεθαίνει
ὁ ἀθάνατος, πονάει ὁ ἀπαθής, χωράει ὁ ἀχώρητος,
γεννᾶται ὁ προαιώνιος… γιὰ νὰ δοξάζει πάλι καὶ
πάλι ὅλη ἡ πλάση διότι «Δι' ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη,
Παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός».
Ἑλένη Λιντζαροπούλου

Δὲν ὑπῆρξε στιγμὴ ποὺ ὁ Πατέρας δὲν ἦταν Πατέρας, δὲν
ὑπῆρξε στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Υἱὸς δὲν ἦταν Υἱὸς ὅπως μᾶς
λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «οὐ γὰρ ἣν πότε ὁ Πατήρ,
ὄτε οὐκ ἣν ὁ Υἱός, ἀλλ' ἅμα Πατήρ, ἅμα Υἱὸς ἐξ αὐτοῦ γεγεννημένος». Διότι ἂν συνέβαινε τὸ ἀντίθετο τότε δὲν θὰ μπορούσαμε
νὰ μιλᾶμε γιὰ τὸ ἀναλλοίωτό της Θεότητος. «ὁ Θεὸς ὁ νῦν ἐστὶ
κι ἀεὶ ἐστὶν» ὅπως μᾶς λέει ὁ Γρηγόριος Νύσσης καὶ συνολικὰ ἡ
θεολογία ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς στὸν Προφήτη Μαλαχία (3,7)
λέει: «ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν καὶ οὐκ ἠλλοίωμαι».
2
«Ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χρηστὸς εἶναι τὸ κέντρον τῆς ὅλης
σωτηριώδους θείας οἰκονομίας. […] Δὲν δυνάμεθα συνεπῶς νὰ
νοήσωμεν τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρίαν, πολλῶ δὲ μᾶλλον νὰ καρπωθῶμεν προσωπικῶς τὰ σωτήρια αὐτῆς ἀποτελέσματα ἄνευ
τῆς ὀρθῆς τοποθετήσεως ἔναντι τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου.
Διὰ τοῦτο ἡ Χριστολογία ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς Σωτηριο-

λογίας.» ὅπως ἀναφέρει στὰ Θέματα Ὀρθοδόξου Δογματικῆς
Θεολογίας ὁ Νικόλαος Μητσόπουλος (σ. 73).
3
«Θεὸς ἦν ὁ λόγος» (Ἰω. 1,1) «καὶ ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο»
(Ἰω. 1,14).
4
Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἀπόδοση εἰς τὴν νέα ἑλληνική: Ἀρχιμανδρίτης
Δωρόθεος Πάπαρης, «ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ
καὶ Θεὸς ὁ ἴδιος, ἀπὸ τὴ μεγάλη του εὐσπλαγχνία καὶ γιὰ
τὴ δική μας σωτηρία, μὲ τὴν καλὴ θέληση τοῦ Πατέρα του
καὶ τὴ συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, συνελήφθη ἀσπόρως
καὶ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν ἁγία Παρθένο καὶ Θεοτόκο Μαρία μὲ
τὴν ἐπέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· ἔγινε ἀπ’αὐτὴν τέλειος
ἄνθρωπος.»
5
Καὶ ὅπως ψάλλει τὸ Θεοτοκίον: «ἔτεκες ἀπάτορα Υἱὸν
ἐν σαρκί, τὸν πρὸ αἰώνων ἐκ Πατρὸς γεννηθέντα ἀμήτορα».

6

Κεφαλληνίας:
''Ἐτέχθη ἡμῖν
σήμερον Σωτήρ''

Εἶναι ὁ μοναδικὸς καὶ ἀληθινὸς Σωτήρας καὶ Λυτρωτής μας.
Τὸ κοσμοχαρμόσυνο καὶ πανευφρόσυνο γεγονὸς
τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως συνεχίζει νὰ μεταδίδει
ἀφειδῶς πρὸς κάθε κατεύθυνση ἀνείπωτη χαρὰ καὶ
παραδεισένια μακαριότητα. Πραγματικὸς ἀποδέκτης
ὅμως γίνεται ὅποιος μὲ πίστη καὶ πόθο ὑπακούει
στὸ κάλεσμα τῶν Ἀγγέλων, ἀκολουθεῖ τὴν λάμψη
τοῦ Ἀστέρος, ἀποδέχεται τὶς ἄπειρες καὶ ἀκριβεῖς
φωνὲς τῶν Προφητῶν.
Καὶ ἐφέτος- ἔτος ὁμολογουμένως δίσεκτο καὶ
ἀνθρωπίνως ἀπελπιστικὸς- οἱ πιστοὶ διαδηλώνουν
ὅτι ἡ μόνη ἀκαταίσχυντη καὶ βεβαῖα ἐλπίδα μας
εἶναι ὁ γλυκύτατος καὶ ποθητός μας Χριστός.
Αὐτὸς πού «ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, μορφὴν δούλου
λαβών». Αὐτὸς πού ἐνανθρώπησε πρὸς χάριν τοῦ
καθενὸς ἀπὸ ἐμᾶς ὥστε νὰ μᾶς θεοποιήσει.
Καὶ παρέχοντάς μας τὸ τέλειο καὶ ὑψηλότερο
ὅλων- δηλαδή, τὴν σωτηρία καὶ τὸν ἁγιασμὸ μας-

μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἀσχολεῖται μὲ Πατρικὴ ἀγάπη καὶ
μὲ ὅ,τι ἄλλο πρόσκαιρο καὶ γήινο μᾶς ἀπασχολεῖ.
Εἴθε, ἀδελφοί μου, Κεφαλλῆνες τῆς νήσου καὶ τῆς
διασπορᾶς, νὰ ἔχουμε στραμένες τὶς ἐλπίδες μας στὸ
θεοδέγμον σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ καὶ μὲ πόθο νὰ καταστοῦμε αἰώνιοι προσκυνητὲς τοῦ Θείου Βρέφους.
Ἄς μὴν λησμονοῦμε ὅμως τὴν δύσκολη ζωὴ τῶν
Ποιμένων, τὴν κοπιαστικὴ ὁδοιπορεία τῶν Μάγων,
τὸν πειρασμὸ τοῦ δικαίου Ἰωσήφ.
Ἡ πραγματικὴ χαρὰ εἶναι πάντοτε συνδεδεμένη
μὲ τὸν κόπο καὶ τὴν δοκιμασία.
Καλὰ Χριστούγεννα Χρόνια Πολλά!

1

γαπητοὶ ἀδελφοί,
«Ἐτέχθη ἡμῖν σήμερον Σωτήρ!».
Γιὰ ἄλλη μία φορά, ἀδελφοί μου, ζοῦμε
τὴ γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων, τὴν Μητρόπολη τῶν
ἑορτῶν, κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο.
Χριστούγεννα!
«Σήμερον ὁ Ἄναρχος ἄρχεται καὶ ὁ Λόγος σαρκοῦται». Γεγονὸς μοναδικό! Μᾶς αὐτοαποκαλύφθηκε ὁ Θεὸς στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ
Χριστοῦ.
Αὐτὸν πού αἰῶνες ἀναζητοῦσε ὁ ἄνθρωπος νὰ
Τὸν ἀνακαλύψει, ζεῖ πλέον ἀνάμεσά μας. Καὶ καλούμαστε νὰ Τὸν πιστεύσουμε, νὰ Τὸν γνωρίσουμε,
νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε, γιὰ νὰ ἀποκαλύπτεται καὶ
φανερώνεται ὁλοένα καὶ περισσότερο στὴ ζωή μας.

«Ἓξ ἄκρας συλλήψεως», δηλαδὴ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς
σαρκώσεως συλλαμβάνεται τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος.
7
Χωρὶς πόνους καὶ χωρὶς λοχεία γέννησε ἡ Παναγία διατηρώντας τὴν παρθενία της «ἀδιαφθόρως τεκοῦσα» καὶ
ἀλόχευτον ἔχουσα τὸν τόκον, ὅπως βεβαιώνει καὶ ἡ Πενθέκτη
Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (Καν. 79) ἡ ὁποία μάλιστα ὁρίζει νὰ
ἀφορίζονται ὅσοι τιμοῦν τὰ λόχια τῆς Θεοτόκου:
8
«Τούτη ἡ ἕνωση λέγεται καθ’ ὑπόσταση δηλαδὴ οὐσιαστική,
ἀληθινή, πραγματική. Ὁ ὅρος αὐτὸς εἶναι πατερικός· νεώτερος
ὅρος εἶναι ἡ ἔκφραση: ὑποστατικὴ ἕνωση τῶν δύο φύσεων
τοῦ Χριστοῦ.» Νικολάου Ματσούκα, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Γ΄, Ἐκδόσεις Π. Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 2001.
9
Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. 3, 3 Pg 94, 993A κ.ε.
10
Ο.π.

Συντακτική ὁμάδα

> Ὁμάδα Νεότητας
Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως
> π. Σπυρίδων Ἀργύρης

ἐπίκαιρα

Χριστὸς Γεννᾶται
τὴ θεολογικὴ σαφήνεια, τέρπει, πείθει, ἐνθουσιάζει,
συναρπάζει...
Μὲ συνοδοιπόρο λοιπὸν τὸν ἱερὸ πατέρα καὶ τὰ
χρυσά του λόγια, ἃς πορευθοῦμε μέχρι τὸ «θεοδέγμον
σπήλαιον», κι ἃς προσκυνήσουμε τὸν «σπαργάνοις
εἰλημένον» γιὰ τὴ σωτηρία μας Θεάνθρωπο Κύριο.

Χ

ριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε...» Ἡ ὀρθόδοξη
ὑμνολογία τῶν Χριστουγέννων ἀναγγέλλει
θριαμβευτικά, ἀλλὰ καὶ τοποθετεῖ θεολογικά, τὸ
μέγα μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως.
Ἀφ’ ὅτου οἱ προπάτορές μας, ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα,
παρήκουσαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκδιώχθηκαν
ἀπὸ τὸν παράδεισο, «ἡ ἁμαρτία ἠγέρθη ὡς μεσότοιχον ἔχθρας μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου», ὅπως
γράφει στὴν Ἱερὰ Κατήχησί του ὁ ἅγιος Νεκτάριος
Πενταπόλεως, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ὀλέθρια ἀποδέσμευσι τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ
καὶ τὴν ἀναπόφευκτη ὑποταγή του στὸν μισόκαλο
διάβολο, στὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο. Ἔτσι, «πρὸ
τῆς Χριστοῦ παρουσίας - λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ
Χρυσόστομος - ἐβασιλεύετο ἡμῶν ἡ φύσις ὑπὸ τοῦ
διαβόλου, ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας, ὑπὸ τοῦ θανάτου...
Καὶ ὁ μὲν διάβολος ἡπάτα, ἡ δὲ ἁμαρτία ἔσφαζεν,
ὁ δὲ θάνατος ἔθαπτεν».
Γιὰ τὴ λύτρωσι τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν τυραννία
τῆς ψυχοκτόνου αὐτῆς τριάδος (διάβολος, ἁμαρτία,
θάνατος), δὲν ἀπέμενε ἄλλη ἐλπίδα ἀπὸ τὴν ἄφατη
θεία φιλανθρωπία.
Ἔτσι «ὁ πανάγιος τοῦ Πατρὸς Υἱός, εἰκὼν ὧν τοῦ
Πατρός, παρεγένετο ἐπὶ τοὺς ἡμετέρους τόπους, ἴνα
τὸν κατ’ αὐτὸν πεποιημένον ἄνθρωπον ἀνακαίνιση»
(Μ. Ἀθανάσιος).
Γι’ αὐτὸ λοιπὸν χαίρει ἡ οἰκουμένη. γι’ αὐτὸ πανηγυρίζει ἡ Ἐκκλησία. γι’ αὐτὸ τοῦ Χρυσορρήμονος
ἡ γλώσσα ἀποκαλεῖ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων
«μητρόπολιν πασῶν τῶν ἑορτῶν». γι’ αὐτὸ ὅλοι οἱ
ἄνθρωποι σκιρτοῦμε τώρα μὲ ἐλπίδα: «ὅτι Θεὸς ἐν
σαρκὶ ἐφάνη, σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν».
Ἡ ὁμιλία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
«Εἰς τὸ γενέθλιόν του Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», τῆς ὁποίας τὸ μεγαλύτερο μέρος ἀκολουθεῖ
σὲ ἐλεύθερη νεοελληνικὴ ἀπόδοσι, ἐκφωνήθηκε στὴν
Ἀντιόχεια, κάποια Χριστούγεννα τῆς προτελευταίας
δεκαετίας τοῦ 4ου αἰ.
Θέμα της εἶναι τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ
Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἑρμηνεία τοῦ μεγαλειώδους
σχεδίου τῆς θείας οἰκονομίας. Συγκρίνοντας ὁ ἅγιος
πατὴρ τὰ γεγονότα Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ Καινῆς,
διαπιστώνει τὴν προαγγελία τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ
Κυρίου, τὴν ὁποία, ἂν καὶ γνώριζαν οἱ Ἰουδαῖοι, δὲν
ἀποδέχθηκαν. Ἔτσι, τόσο αὐτοὶ ὅσο, κατ’ ἐπέκτασι,
καὶ ὅλοι οἱ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες ἄπιστοι καὶ ἀμφισβητίες ἐλέγχονται γιὰ τὴν ἀγνωμοσύνη τους πρὸς τὸν
εὐεργέτη μας Κύριο.
Ὁ λόγος τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου μὲ τὸ ἐνθουσιῶδες πανηγυρικὸ ὕφος, τὴ συστηματικὴ ἁγιογραφικὴ κατοχύρωσι, τὸν πλοῦτο τῶν ἐπιχειρημάτων καὶ

2

Χριστὸς γεννᾶται
Μυστήριο παράξενο καὶ παράδοξο ἀντικρύζω.
Φωνὲς ποιμένων φθάνουν μέχρι τ’ αὐτιά μου. Δὲν
παίζουν σήμερα μὲ τὶς φλογέρες τους κάποιο τυχαῖο
σκοπό. Τὰ χείλη τους ψάλλουν ὕμνο οὐράνιο.
Οἱ ἄγγελοι ὑμνολογοῦν, οἱ ἀρχάγγελοι ἀνυμνοῦν,
ψάλλουν τὰ χερουβεὶμ καὶ δοξολογοῦν τὰ σεραφείμ.
Πανηγυρίζουν ὅλοι βλέποντας τὸν Θεὸ στὴ γῆ καὶ
τὸν ἄνθρωπο στοὺς οὐρανούς.
Σήμερα ἡ Βηθλεὲμ μιμήθηκε τὸν οὐρανό: ἀντὶ
γιὰ ἀστέρια δέχθηκε τοὺς ἀγγέλους. ἀντὶ γιὰ ἥλιο,
δέχθηκε τὸν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης. Μὴ ζητᾶς νὰ
μάθης πῶς. «Ὅπου γὰρ βούλεται Θεός, νικᾶται
φύσεως τάξις».
Ἐκεῖνος λοιπὸν τὸ θέλησε. Καὶ τὸ ἔκανε. Κατέβηκε στὴ γῆ καὶ ἔσωσε τὸν ἄνθρωπο. Ὅλα συνεργάστηκαν μαζί του γι’ αὐτὸ τὸν σκοπό.
Σήμερα γεννιέται αὐτὸς ποὺ ὑπάρχει αἰώνια,
καὶ γίνεται αὐτὸ ποὺ ποτὲ δὲν ὑπῆρξε. Εἶναι Θεὸς
καὶ γίνεται ἄνθρωπος. Γίνεται ἄνθρωπος, καὶ πάλι
Θεὸς μένει.
Ὅταν γεννήθηκε, οἱ Ἰουδαῖοι δὲν δέχονταν τὴν
παράδοξη γέννησί του: Ἀπὸ τὴ μιὰ οἱ Φαρισαῖοι
παρερμήνευαν τὰ ἱερὰ βιβλία. κι ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ
γραμματεῖς δίδασκαν ἄλλα ἀντὶ ἄλλων. Ὁ Ἡρώδης
πάλι ζητοῦσε νὰ βρῆ τὸ νεογέννητο βρέφος ὄχι γιὰ
νὰ τὸ τιμήση, μὰ γιὰ νὰ τὸ σκοτώση.
Ε, λοιπόν, ὅλοι αὐτοὶ σήμερα τρίβουν τὰ μάτια
τους, βλέποντας τὸν βασιλιὰ τ’ οὐρανοῦ νὰ βρίσκεται στὴ γῆ, μ’ ἀνθρώπινη σάρκα, γεννημένος ἀπὸ
παρθενικὴ μήτρα.
Καὶ ἦρθαν οἱ βασιλεῖς νὰ προσκυνήσουν τὸν
ἐπουράνιο βασιλιὰ τῆς δόξης.
Ἦρθαν οἱ στρατιῶτες νὰ ὑπηρετήσουν τὸν ἀρχιστράτηγο τῶν οὐρανίων δυνάμεων.
Ἦρθαν οἱ γυναῖκες νὰ προσκυνήσουν ἐκεῖνον
ποὺ μετέβαλε τὶς λύπες τῆς γυναίκας σὲ χαρά.
Ἦρθαν οἱ παρθένες νὰ προσκυνήσουν ἐκεῖνον
ποὺ δημιούργησε τοὺς μαστοὺς καὶ τὸ γάλα, καὶ
τώρα θηλάζει ἀπὸ μητέρα παρθένο.
Ἦρθαν τὰ νήπια νὰ προσκυνήσουν ἐκεῖνον ποὺ
ἔγινε νήπιο, γιὰ νὰ συνθέση δοξολογικὸ ὕμνο «ἐκ
στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων».
Ἦρθαν τὰ παιδιὰ νὰ προσκυνήσουν ἐκεῖνον ποὺ
ἡ μανία τοῦ Ἡρώδη τὰ ἀνέδειξε σὲ πρωτομάρτυρες.
Ἦρθαν οἱ ἄνδρες νὰ προσκυνήσουν ἐκεῖνον ποὺ
ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ ν’ ἀπαλλάξη τοὺς ἀνθρώπους
ἀπὸ τὰ δεινά τους.
Ἦρθαν οἱ ποιμένες νὰ προσκυνήσουν τὸν καλὸ
ποιμένα, ποὺ θυσίασε τὴ ζωή του γιὰ χάρι τῶν
προβάτων.
Ἦρθαν οἱ ἱερεῖς νὰ προσκυνήσουν ἐκεῖνον ποὺ
ἔγινε ἀρχιερεὺς «κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ».
Ἦρθαν οἱ δοῦλοι νὰ προσκυνήσουν ἐκεῖνον ποὺ
πῆρε δούλου μορφή, γιὰ νὰ μετατρέψη τὴ δουλεία
μᾶς σ’ ἐλευθερία.
Ἦρθαν οἱ ψαράδες νὰ προσκυνήσουν ἐκεῖνον
ποὺ τοὺς μετέβαλε σὲ «ἁλιεῖς ἀνθρώπων».
Ἦρθαν οἱ τελῶνες νὰ προσκυνήσουν ἐκεῖνον ποὺ
ἀπὸ τοὺς τελῶνες ἀνέδειξε εὐαγγελιστή.
Ἦρθαν οἱ πόρνες νὰ προσκυνήσουν ἐκεῖνον ποὺ
παρέδωσε τὰ πόδια του στὰ δάκρυα μιᾶς πόρνης.
Κοντολογής, ἦρθαν ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ νὰ δοῦν
τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ σηκώνει στοὺς ὤμους του
τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου:
Οἱ μάγοι γιὰ νὰ τὸν προσκυνήσουν.
οἱ ποιμένες γιὰ νὰ τὸν δοξολογήσουν.
οἱ τελῶνες γιὰ νὰ τὸν κηρύξουν.
οἱ πόρνες γιὰ νὰ τοῦ προσφέρουν μύρα.
ἡ Σαμαρείτις γιὰ νὰ ξεδιψάση.

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
ἡ Χαναναία γιὰ νὰ εὐεργετηθῆ.
Ἀφοῦ λοιπὸν ὅλοι σκιρτοῦν ἀπὸ χαρά, θέλω κι
ἐγὼ νὰ σκιρτήσω, θέλω νὰ χορέψω, θέλω νὰ πανηγυρίσω. Χωρὶς κιθάρα, χωρὶς αὐλό, χωρὶς λαμπάδες
ἀναμμένες στὰ χέρια μου. Πανηγυρίζω κρατώντας,
ἀντὶ γι’ αὐτά, τὰ σπάργανα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὰ εἶναι
ἡ ἐλπίδα μου, αὐτὰ ἡ ζωή μου, αὐτὰ ἡ σωτηρία μου,
αὐτὰ ὁ αὐλός μου, αὐτὰ ἡ κιθάρα μου. Γι’ αὐτὸ
τὰ 'χω μαζί μου: γιὰ νὰ πάρω ἀπὸ τὴ δύναμί τους
δύναμι, γιὰ νὰ φωνάξω μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους «δόξα
ἐν ὑψίστοις Θεῶ», καὶ μὲ τοὺς ποιμένες «καὶ ἐπὶ
γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. 2, 14).
Καὶ ξέρετε γιατί; Γιατί ἐκεῖνος ποὺ προαιώνια
γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα ἀνεξήγητα, γεννιέται
σήμερα ἀπὸ παρθένο ὑπερφυσικά. Τὸ πῶς, τὸ γνωρίζει ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐμεῖς μόνο τοῦτο
μποροῦμε νὰ ποῦμε: ὅτι ἀληθινὴ εἶναι καὶ ἡ οὐράνια
γέννησίς του, ἀδιάψευστη εἶναι καὶ ἡ ἐπίγεια. Ἀλήθεια εἶναι ὅτι γεννήθηκε Θεὸς ἀπὸ Θεό, ἀλήθεια
εἶναι καὶ ὅτι γεννήθηκε ἄνθρωπος ἀπὸ παρθένο.
Στὸν οὐρανὸ εἶναι ὁ μόνος ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸν
Πατέρα μόνο, Υἱὸς τοῦ μονογενής. Καὶ στὴ γῆ εἶναι
ὁ μόνος ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο μόνο. Υἱὸς
της μονογενής. Ὅπως στὴν περίπτωσιν τῆς οὐράνιας
γεννήσεώς του εἶναι ἀσέβεια νὰ σκεφθοῦμε μητέρα,
ἔτσι καὶ στὴν περίπτωσι τῆς ἐπίγειας γεννήσεώς
του εἶναι βλασφημία νὰ ὑποθέσουμε πατέρα. Ὁ
Θεὸς τὸν ἐγέννησε μὲ τρόπο θεϊκό. Ἡ Παρθένος
τὸν ἐγέννησε μὲ τρόπο ὑπερφυσικό. Ἔτσι, οὔτε ἡ
οὐράνια γέννησίς του μπορεῖ νὰ ἐξηγηθῆ, οὔτε ἡ
ἐνανθρώπησίς του μπορεῖ νὰ ἐρευνηθῆ. Τὸ ὅτι τὸν
ἐγέννησε ἡ Παρθένος σήμερα τὸ γνωρίζω. Τὸ ὅτι
τὸν ἐγέννησε ὁ Θεὸς προαιώνια τὸ πιστεύω. Κι ἔχω
μάθει νὰ τιμῶ σιωπηλὰ τὴ γέννησί του, χωρὶς φιλοπερίεργες ἔρευνες κι ἀνώφελες συζητήσεις. Γιατί, σ’
ὅ,τι ἀφορᾶ τὸν Θεό, δὲν πρέπει νὰ στέκεται κανεὶς
στὴ φυσικὴ ἐξέλιξι τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ νὰ πιστεύη
στὴ δύναμι ἐκείνου ποὺ κατευθύνει τὰ πάντα.
Τί φυσικώτερο άπ’ τὸ νὰ γεννήση μιὰ παντρεμένη γυναίκα; Ἀλλὰ καὶ τί πιὸ παράδοξο άπ’ τὸ νὰ
γέννηση παιδὶ μιὰ παρθένος, χωρὶς ἄνδρα, καὶ πάλι
παρθένος νὰ μείνη;
Γι’ αὐτὸ λοιπόν, μποροῦμε νὰ ἐρευνοῦμε ὅ,τι γίνεται σύμφωνα μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους. Ὅ,τι ὅμως
συμβαίνει μὲ τρόπο ὑπερφυσικό, νὰ τὸ σεβόμαστε
σιωπηλά. Ὄχι γιατί εἶναι ἐπικίνδυνο, ἀλλ’ ἐπειδὴ
εἶναι ἀνερμήνευτο.
Φόβο νιώθω μπροστὰ στὸ θεῖο μυστήριο.
«Τί εἴπω ἢ τί λαλήσω;»
Βλέπω ἐκείνη ποὺ γέννησε. Βλέπω κι ἐκεῖνον
ποὺ γεννήθηκε. Ἀλλὰ τὸν τρόπο τῆς γεννήσεως
δὲν μπορῶ νὰ τὸν καταλάβω. Ὅπου θέλει, βλέπετε,
ὁ Θεός, νικῶνται οἱ φυσικοὶ νόμοι. Ἔτσι ἔγινε κι
ἐδῶ: ἡ φυσικὴ τάξις παραμερίσθηκε, καὶ ἐνήργησε
ἡ θεία θέλησις.
Πόσο ἀνέκφραστη εἶναι ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ!
Ὁ προαιώνιος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄφθαρτος καὶ
ἀόρατος καὶ ἀσώματος, κατοίκησε μέσα στὸ φθαρτὸ
καὶ ὁρατὸ σῶμα μας. Γιὰ ποιὸ λόγο; Νά, ὅπως ξέρετε, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι πιστεύουμε περισσότερο
σ’ ὅ,τι βλέπουμε παρὰ σ’ ὅ,τι ἀκοῦμε. Στὰ ὁρατὰ
πιστεύουμε. Στὰ ἀόρατα ἀπιστοῦμε. Ἔτσι, δὲν πιστεύαμε στὸν ἀόρατο ἀληθινὸ Θεό, ἀλλὰ λατρεύαμε
ὁρατὰ εἴδωλα μὲ μορφὴ ἀνθρώπων.
Δέχθηκε λοιπὸν ὁ Θεὸς νὰ παρουσιαστῆ μπροστὰ
μας μὲ ὁρατὴ μορφὴ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ διαλύση μ’
αὐτὸ τὸν τρόπο κάθε ἀμφιβολία γιὰ τὴν ὕπαρξί του.
Κι ὕστερα, ἀφοῦ μᾶς διδάξη μὲ τὴν αἰσθητὴ καὶ
ἀναμφισβήτητη παρουσία του, νὰ μᾶς ὁδηγήση εὔκολα στὴν ἀληθινὴ πίστι, στὰ ἀόρατα καὶ ὑπερφυσικά.
Κατάπληξι μὲ γεμίζει τὸ θαῦμα!
Παιδὶ βλέπω τὸν παλαιό τῶν ἡμερῶν!
Σὲ φάτνη ἀναπαύεται, αὐτὸς ποὺ ἔχει θρόνο τὸν
οὐρανό!
Χέρια ἀνθρώπινα ἀγγίζουν τὸν ἀπρόσιτο κι ἀσώματο!
Μὲ σπάργανα εἶναι σφιχτοδεμένος, αὐτὸς ποὺ
σπάει τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας!

3

3

ἐπίκαιρα
Ὅμως... αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημά του: τὴν ἀτιμία νὰ
μεταβάλη σὲ τιμή. μὲ δόξα νὰ ντύση τὴν εὐτέλεια.
καὶ τὴν προσβολὴ σὲ ἀρετὴ νὰ μεταπλάση.
Πῆρε τὸ σῶμα μου. Μοῦ προσφέρει τὸ Πνεῦμα
του. Μοῦ χαρίζει τὸν θησαυρὸ τῆς αἰώνιας ζωῆς
παίρνοντας ἀλλὰ καὶ δίνοντάς μου: παίρνει τὴ σάρκα μου γιὰ νὰ μὲ ἁγιάση. μοῦ δίνει τὸ Πνεῦμα του
γιὰ νὰ μὲ σώση.
«Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρι ἔξει» (Ἡσ. 7, 14).
Τὰ λόγια εἶναι τῆς συναγωγῆς, μὰ τὸ ἀπόκτημα
τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ συναγωγὴ βρῆκε τὰ κείμενα ποὺ ἤτανε γραμμένο. ἡ Ἐκκλησία ἀνεκάλυψε τὸν θησαυρὸ ποὺ ἦταν
μέσα τους κρυμμένος.
Ἡ συναγωγὴ ἔβαψε τὸ νῆμα. ἡ Ἐκκλησία φόρεσε
τὴ βασιλικὴ στολή.
Ἡ Ἰουδαία τὸν ἐγέννησε. ἡ οἰκουμένη τὸν ὑποδέχθηκε.
Ἡ συναγωγὴ τὸν ἐθήλασε καὶ τὸν ἔθρεψε. ἡ
Ἐκκλησία τὸν παρέλαβε καὶ ὠφελήθηκε.
Στὴ συναγωγὴ βλάστησε τὸ κλῆμα. ἐμεῖς ὅμως
ἀπολαμβάνουμε τὰ σταφύλια τῆς ἀλήθειας.
Ἡ συναγωγὴ τρύγησε τὰ σταφύλια. οἱ εἰδωλολάτρες ὅμως πίνουν τὸ μυστικὸ πιοτό.
Ἐκείνη ἔσπειρε στὴν Ἰουδαία τὸν σπόρο. οἱ εἰδωλολάτρες ὅμως θέρισαν τὸ στάχυ μὲ τὸ δρεπάνι τῆς
πίστεως. Αὐτοὶ ἔκοψαν μὲ σεβασμὸ τὸ ρόδο, καὶ
στοὺς Ἰουδαίους ἔμεινε τὸ ἀγκάθι τῆς ἀπιστίας.
Τὸ πουλάκι πέταξε, κι αὐτοὶ οἱ ἀνόητοι κάθονται
καὶ φυλᾶνε ἀκόμη τὴ φωλιά.
Οἱ Ἰουδαῖοι πασχίζουν νὰ ἑρμηνεύσουν τὸ βιβλίο
τοῦ γράμματος, καὶ οἱ εἰδωλολάτρες τρυγοῦν τὸν
καρπὸ τοῦ Πνεύματος.
«Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρι ἔξει».
Πές μου Ἰουδαῖε, πές μου λοιπόν, ποιὸν ἐγέννησε;
Δεῖξε, σὲ παρακαλῶ, θάρρος, ἔστω καὶ σὰν ἐκεῖνο
ποὺ ἔδειξες μπροστὰ στὸν Ἡρώδη. Ἀλλὰ δὲν ἔχεις
θάρρος. Καὶ ξέρω γιατί: ἐξ αἰτίας τῆς ἐπιβουλῆς σου.
Στὸν Ἡρώδη, μίλησες γιὰ νὰ τὸν ἐξολοθρεύση. σὲ
μένα ὅμως δὲν μιλᾶς γιὰ νὰ μὴν τὸν προσκυνήσω.
Ποιὸν λοιπὸν ἐγέννησε; Ποιόν;
Τὸν δημιουργό τῆς κτίσεως. Κι ἂν ἐσὺ σωπαίνεις,
ἡ φύσις τὸ βροντοφωνάζει. Τὸν ἐγέννησε λοιπὸν μὲ
τὸν τρόπο ποὺ ὁ ἴδιος θέλησε νὰ γεννηθῆ. Στὴ φύσι
δὲν ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα μιᾶς τέτοιας γεννήσεως.
Ἐκεῖνος ὅμως, σὰν κύριος τῆς φύσεως, ἐπενόησε
τρόπο γεννήσεως παράδοξο. Κι ἔδειξε ἔτσι ὅτι, καὶ
ἄνθρωπος ποὺ ἔγινε, δὲν γεννήθηκε σὰν ἄνθρωπος,
μὰ ὅπως μόνο σὲ Θεὸ ταιριάζει.
Ἐκεῖνος ποὺ ἔπλασε τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ παρθένα γῆ,
ἐκεῖνος ποὺ ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ κατόπιν ἔκαμε γυναίκα,
γεννήθηκε σήμερα ἀπὸ παρθένο κόρη ποὺ νίκησε
τὴ φύσι, ξεπερνώντας τὸν νόμο τοῦ γάμου.
Ὁ Ἀδάμ, τότε, χωρὶς νὰ ἔχη γυναίκα, γυναίκα
ἀπέκτησε.
Ἡ Παρθένος τώρα, χωρὶς νὰ ἔχη ἄνδρα, ἄνδρα
γέννησε.
Καὶ γιατί ἔγινε αὐτό; Νὰ γιατί:
Οἱ γυναῖκες εἶχαν ἕνα παλιὸ χρέος πρὸς τοὺς
ἄνδρες, ἀφοῦ ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ εἶχε βλαστήσει γυναίκα
χωρὶς τὴ μεσολάβησι ἄλλης γυναίκας. Γι’ αὐτὸ ἡ
Παρθένος σήμερα, ξεπληρώνοντας στοὺς ἄνδρες τὸ
χρέος τῆς Εὔας, γέννησε χωρὶς ἄνδρα, δείχνοντας
ἔτσι τὴν ἰσοτιμία τῆς φύσεως.
Σῶος ἔμεινε ὁ Ἀδὰμ μετὰ τὴν ἀφαίρεσι τῆς
πλευρᾶς του.
Ἀδιάφθορη ἔμεινε κι ἡ Παρθένος μετὰ τὴ γέννησι
τοῦ βρέφους.
Ἀλλὰ πρόσεξε καὶ κάτι ἀκόμη:
Δὲν ἔπλασε ὁ Κύριος κάποιο ἄλλο σῶμα γιὰ νὰ
ἐμφανισθῆ στὴ γῆ. Προσέλαβε τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ μὴ φανῆ ὅτι περιφρονεῖ τὴν ὕλη ἀπὸ τὴν
ὁποία δημιουργήθηκε ὁ Ἀδάμ. Ἦρθαν ἔτσι, Θεὸς καὶ
ἄνθρωπος, σὲ μυστικὴ ἕνωσι. Κι ὁ διάβολος, ποὺ
εἶχε ὑποδουλώσει τὸν ἄνθρωπο, τράπηκε σὲ φυγή.
Ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, ἀλλὰ γεννιέται σὰν
Θεός. Ἂν προερχόταν, ὅπως ἐγώ, ἀπὸ ἕνα κοινὸ
γάμο, πολλοὶ θὰ θεωροῦσαν ἀπάτη τὴ γέννησί του.
Γι’ αὐτὸ γεννιέται ἀπὸ παρθένο. γι’ αὐτὸ διατηρεῖ

τὴ μήτρα τῆς ἄθικτη. γι’ αὐτὸ διαφυλάττει τὴν παρθενία της ἀκεραία: γιὰ νὰ γίνη ὁ παράξενος τρόπος
τῆς γεννήσεως αἰτία ἀκλόνητης πίστεως.
Σ’ αὐτὸν λοιπὸν ποὺ θὰ ἀμφισβητήση τὴν ἄσπορη
γέννησι τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, θὰ ἐπικαλεσθῶ σὰν
μάρτυρα τὴν ἀμόλυντη σφραγίδα τῆς παρθενίας.
Πές μου λοιπόν, Ἰουδαῖε, γέννησε ἡ Παρθένος
ἢ ὄχι; Κι ἂν μὲν ἐγέννησε, γιατί δὲν ὁμολογεῖς τὴν
ὑπερφυσικὴ γέννησι; Ἂν πάλι δὲν ἐγέννησε, γιατί
ἐξαπάτησες τὸν Ἡρώδη; Ὅταν ἐκεῖνος ζητοῦσε νὰ
μάθη «ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται», ἐσὺ δὲν εἶπες «ἐν
Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας;» (Ματθ. 2, 4). Μήπως ἐγὼ
γνώριζα τὴν πόλι ἢ τὸν τόπο; Μήπως ἐγὼ γνώριζα
τὴν ἀξία τοῦ βρέφους πού ἦρθε στὸν κόσμο; Ὁ
Ἠσαΐας καὶ οἱ προφῆτες σας δὲν μίλησαν γι’ αὐτό;
Κι ἐσεῖς, οἱ ἀγνώμονες ἐχθροί, δὲν ἐξηγήσατε τὴν
ἀλήθεια; Ἐσεῖς, οἱ γραμματεῖς κι οἱ Φαρισαῖοι, οἱ
ἀκριβεῖς φύλακες τοῦ νόμου, δὲν μᾶς διδάξατε γιὰ
τὸν Χριστό; Ἐσεῖς δὲν ἑρμηνεύσατε τὶς Γραφές;
Μήπως ἐμεῖς γνωρίζαμε τὴ γλώσσα σας; Καὶ ὅταν
ἐγέννησε ἡ Παρθένος, ἐσεῖς δὲν παρουσιάσατε στὸν
Ἡρώδη τὴ μαρτυρία τοῦ προφήτη Μιχαία: «Καὶ σὺ
Βηθλεέμ, οἶκος τοῦ Ἐφραθᾶ, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἰ
ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα. ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται
ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ»; (Ματθ. 2, 6).
Πολὺ καλὰ εἶπε ὁ προφήτης «ἐκ σοῦ». Ἀπὸ σᾶς
προῆλθε καὶ παρουσιάσθηκε σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο.
Παρουσιάσθηκε σὰν ἄνθρωπος γιὰ νὰ καθοδηγήση τοὺς ἀνθρώπους. Παρουσιάσθηκε σὰν Θεὸς
γιὰ νὰ σώση τὴν οἰκουμένη.
Μὰ τί ὠφέλιμοι ἐχθροὶ εἶστε ἐσεῖς! Τί φιλάνθρωποι κατήγοροι!
Ἐσεῖς κατὰ λάθος δείξατε πὼς τὸ νεογέννητο τῆς
Βηθλεὲμ εἶναι Θεός. Ἐσεῖς τὸν κηρύξατε χωρὶς νὰ
τὸ θέλετε. Ἐσεῖς τὸν φανερώσατε πασχίζοντας νὰ
τὸν κρύψετε. Ἐσεῖς τὸν εὐεργετήσατε ἐπιθυμώντας
νὰ τὸν βλάψετε.
Τί ἀστοιχείωτοι δάσκαλοι εἶστε, ἀλήθεια; Ἐσεῖς
πεινᾶτε, καὶ τρέφετε ἄλλους. Ἐσεῖς διψᾶτε, καὶ
ποτίζετε ἄλλους. Πάμπτωχοι εἶστε καὶ πλουτίζετε
ἄλλους.
Ἐλᾶτε λοιπὸν νὰ γιορτάσουμε. Ἐλᾶτε νὰ πανηγυρίσουμε. Εἶναι παράξενος ὁ τρόπος τῆς γιορτῆς
- ὅσο παράξενος εἶναι κι ὁ λόγος τῆς γεννήσεως
τοῦ Χριστοῦ.
Σήμερα λύθηκαν τὰ μακροχρόνια δεσμά.
Ὁ διάβολος καταντροπιάσθηκε.
Οἱ δαίμονες δραπέτευσαν.
Ὁ θάνατος καταργήθηκε.
Ὁ παράδεισος ἀνοίχθηκε.
Ἡ κατάρα ἐξαφανίσθηκε.
Ἡ ἁμαρτία διώχθηκε.
Ἡ πλάνη ἀπομακρύνθηκε.
Ἡ ἀλήθεια ἀποκαλύφθηκε.
Τὸ κήρυγμα τῆς εὐσεβείας ξεχύθηκε καὶ διαδόθηκε παντοῦ.
Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μεταφυτεύθηκε στὴ γῆ.
Οἱ ἄγγελοι συνομιλοῦν μὲ τοὺς ἀνθρώπους.
Ὅλα ἔγιναν ἕνα.
Γιατί;
Γιατί κατέβηκε ὁ Θεὸς στὴ γῆ κι ὁ ἄνθρωπος
ἀνέβηκε στοὺς οὐρανούς. Κατέβηκε ὁ Θεὸς στὴ γῆ
καὶ πάλι βρίσκεται στὸν οὐρανό. Ὁλόκληρος εἶναι
στὸν οὐρανὸ κι ὁλόκληρος στὴ γῆ. Ἔγινε ἄνθρωπος
κι εἶναι Θεός. Εἶναι Θεὸς κι ἔλαβε σάρκα. Κρατιέται
σὲ παρθενικὴ ἀγκαλιά, καὶ στὰ χέρια του κρατεῖ
τὴν οἰκουμένη.
Τρέχουν κοντά του οἱ μάγοι. Τρέχουμε κι ἐμεῖς.
Τρέχει καὶ τ’ ἀστέρι γιὰ νὰ φανερώση τὸν Κύριο τοῦ
οὐρανοῦ. Μά... κι ἐκεῖνος τρέχει. Τρέχει πρὸς τὴν
Αἴγυπτο. Καὶ φαίνεται βέβαια πὼς πηγαίνει ἐκεῖ γιὰ
ν’ ἀποφύγη τὴν ἐπιβουλὴ τοῦ Ἡρώδη. Ὅμως τοῦτο
γίνεται γιὰ νὰ ἐκπληρωθοῦν τὰ προφητικὰ λόγια:
«Ἔσται ἐν τῇ ἡμέρα ἐκείνη Ἰσραὴλ τρίτος ἐν τοῖς
Ἀσσυρίοις, καὶ ἐν τοῖς Αἰγυπτίοις εὐλογημένος ἔσται
ὁ λαός μου ἐν τῇ γῆ ἣν εὐλόγησε Κύριος Σαβαὼθ»
(πρβλ. Ἡσ. 19, 24).

Τί λές, Ἰουδαῖε; Ἐσὺ πού ἤσουν πρῶτος ἔγινες
τρίτος; Οἱ Αἰγύπτιοι καὶ οἱ Ἀσσύριοι μπῆκαν μπροστά, καὶ ὁ πρωτότοκος Ἰσραὴλ πῆγε πίσω;
Ναί. Ἔτσι εἶναι. Οἱ Ἀσσύριοι θὰ γίνουν πρῶτοι,
ἐπειδὴ αὐτοὶ πρῶτοι μὲ τοὺς μάγους τους προσκύνησαν τὸν Κύριο. Πίσω τους οἱ Αἰγύπτιοι, ποὺ
τὸν δέχθηκαν ὅταν κατέφυγε στὰ μέρη τους γιὰ
ν’ ἀποφύγη τὴν ἐπιβουλὴ τοῦ Ἡρώδη. Τρίτος καὶ
τελευταῖος ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός, ποὺ γνώρισε τὸν
Κύριο ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους, μετὰ τὴ βάπτισί του
στὸν Ἰορδάνη.
Τί ἄλλο μένει νὰ πῶ;
Δημιουργὸ καὶ φάτνη βλέπω... Βρέφος καὶ σπάργανα... Λεχώνα παρθένο, περιφρονημένη. Φτώχεια
πολλή... Ἀνέχεια πολλή...
Εἶδες ὅμως τί πλοῦτος μέσα στὴ μεγάλη φτώχεια;
Ὁ πλούσιος πτώχευσε γιὰ χάρι μας. Δὲν ἔχει οὔτε
κρεββάτι οὔτε στρῶμα. Μέσα σὲ φάτνη ταπεινὴ τὸν
ἔχουν ἀποθέσει...
Ὢ φτώχεια, πλούτου πηγή!
Ὢ πλοῦτε ἀμέτρητε, κρυμμένε μὲς στὴ φτώχεια!
Μέσα στὴ φάτνη κείτεσαι, καὶ τὴν οἰκουμένη
σαλεύεις.
Μέσα σὲ σπάργανα τυλίγεσαι, καὶ σπᾶς τὰ δεσμὰ
τῆς ἁμαρτίας.
Λέξι ἀκόμη δὲν ἄρθρωσες, καὶ δίδαξες τοὺς μάγους τὴ θεογνωσία.
«Τί εἴπω ἢ τί λαλήσω;»
Νὰ βρέφος σπαργανωμένο.
Νὰ ἡ Μαρία, μητέρα καὶ παρθένος μαζί.
Νὰ ὁ Ἰωσήφ, πατέρας τάχα τοῦ παιδιοῦ.
Ἐκείνη ἡ γυναίκα, αὐτὸς ὁ ἄνδρας. Νόμιμες οἱ
ὀνομασίες, ἀλλὰ χωρὶς περιεχόμενο.
Ὁ Ἰωσὴφ μνηστεύθηκε μόνο τὴν Μαρία, καὶ τὸ
Ἅγιο Πνεῦμα τὴν ἐπεσκίασε. Ἔτσι, γεμάτος ἀπορία,
δὲν ἤξερε τί νὰ ὑποθέση γιὰ τὸ βρέφος: Νὰ πῆ πὼς
ἦταν καρπὸς μοιχείας δὲν τολμοῦσε. Νὰ προφέρη
λόγο βλάσφημο κατὰ τῆς Παρθένου δὲν μποροῦσε.
Οὔτε πάλι δεχόταν τὸ παιδὶ σὰν δικό του, γιατί τοῦ
ἦταν ἄγνωστο τό πῶς καὶ ἀπὸ ποιὸν γεννήθηκε.
Ἀλλὰ νὰ ποὺ πάνω στὴ σύγχυσί του παίρνει
ἀπάντησι ἀπὸ τὸν οὐρανό, μὲ τὴ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου:
«Μὴ φοβοῦ, Ἰωσήφ. τὸ γὰρ γεννώμενον ἐξ αὐτῆς ἐκ
Πνεύματος ἐστιν ἁγίου» (Ματθ. 1, 20). Καὶ φανέρωσε ἔτσι σ’ ἐκεῖνον καὶ σὲ μᾶς ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα
ἐπεσκίασε τὴν Παρθένο.
Γιατί ὅμως ὁ Χριστὸς θέλησε νὰ γεννηθῆ ἀπὸ
παρθένο ἀφήνοντας ἀβλαβῆ τὴν παρθενία της;
Νὰ γιατί:
Κάποτε ὁ διάβολος ἐξαπάτησε τὴν παρθένο Εὔα.
Τώρα ὁ ἄγγελος ἔφερε τὸ λυτρωτικὸ μήνυμα στὴν
παρθένο Μαριάμ.
Κάποτε ἡ Εὔα ξεστόμισε λόγο ποὺ ἔγινε αἰτία
θανάτου. Τώρα ἡ Μαρία γέννησε τὸν Λόγο ποὺ ἔγινε
αἰτία αἰώνιας ζωῆς.
Ὁ λόγος τῆς Εὔας ἔδειξε τὸ δέντρο ποὺ ἔβγαλε
τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν παράδεισο.
Ὁ Λόγος τῆς Μαρίας ἔδειξε τὸν Σταυρὸ ποὺ
ἔβαλε τὸν Ἀδὰμ πάλι στὸν παράδεισο.
Σ’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸ τῆς
Παρθένου, ποὺ ἄνοιξε δρόμο μέσα σὲ τόπο ἀδιάβατο, ἄς ἀναπέμψουμε δοξολογία «σὺν τῷ Πατρὶ
καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς
αἰώνας τῶν αἰώνων Ἀμήν».

3

ἐπίκαιρα
«Χριστὸς
ἐνηνθρώπησε,
ἴνα ἠμεῖς
θεοποιηθῶμεν»
Τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτη Λεμεσοῦ Ἀθανασίου

περίοδος μέχρι τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἰδιαίτερα εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεό, γιατί μᾶς
ὁδηγεῖ λειτουργικὰ καὶ ἑορταστικὰ πρὸς τὴν κυρία
ἡμέρα, ὅπου ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει τὸ
γεγονὸς τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ὅλες
οἱ γιορτὲς τῆς Ἐκκλησίας μας ἔτσι καὶ τὰ Χριστούγεννα δὲν ἔχουν ἕνα χαρακτήρα μόνο ἀναμνηστικό,
ἀλλὰ κύριος σκοπὸς εἶναι νὰ μετάσχει ὁ ἄνθρωπος
μέσα σ’αὐτὴ τὴ χάρη, ποῦ δίνει ὁ Θεὸς διὰ τῶν
ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας μας.
Εἶναι παρατηρημένο μέσα ἀπὸ τὴν πείρα τῶν
Ἁγίων καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι
αὐτὲς οἱ μέρες διακρίνονται γιὰ τὴν ὑπερβάλλουσα
χάρη ἡ ὁποία διαχέεται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸ Ἅγιο
Πνεῦμα στοὺς πιστοὺς καὶ εἶναι σταθμοὶ μέσα στὴ
ζωή μας ἀπὸ τοὺς ὁποίους μποροῦμε νὰ ἀντλήσουμε
αὐτὴ τὴ χάρη καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Βέβαια, καθημερινὰ ἑορτάζουμε τὸ μυστήριο
τῆς γεννήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ μετέχουμε σὲ
ὅλη τὴ ζωὴ τοῦ Κυρίου μὲ τὴν τέλεση τῆς Θείας
Εὐχαριστίας. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς μᾶς παρέδωσε κάποια
πράγματα τὰ ὁποῖα τηρώντάς τα βοηθούμαστε νὰ
προχωρήσουμε πνευματικά. Πρῶτα μας ἑτοιμάζει
μὲ τὴν περίοδο τῆς νηστείας. Ἡ νηστεία βοηθᾶ
τὸν ἄνθρωπο νὰ ξεκολλήσει τὸ μυαλό του ἀπὸ τὰ
γήινα πράγματα, βοηθᾶ τὸν νοῦ του στὴν προσευχή,
σπρώχνει τὴν καρδία στὴν ἀναζήτηση τῆς Θείας Χάριτος, κινεῖ τὴν καρδία εἰς προσευχὴ καὶ ἕνωση μετὰ
τοῦ νοός, καθαρίζει τὸ σῶμα ἀπὸ τὶς ροπὲς πρὸς
τὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία. Γενικὰ ὡς μέσο το ὁποῖο
ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς παρὲ- δῶσε θεωρεῖται ἀπὸ
τοὺς Πατέρες ὅτι εἶναι ἀπὸ τὰ πρῶτα καὶ βασικὰ
ὅπλα στὸν πνευματικὸ ἀγώνα. Βέβαια, νηστεία δὲν
εἶναι μόνο των φαγητῶν. Εἶναι ἡ νηστεία ἀπὸ ὅλες
μας τὶς ἐπιθυμίες, στὰ ἔξοδα, ἐνδύματα, ἐκδηλώσεις,
στὸ τί ἀκοῦμε καὶ στὸ τί βλέπουμε.
Ἐφόσον εἶναι καιρὸς νηστείας εἶναι καὶ καιρὸς
ἐλεημοσύνης. Οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ κατὰ τὴ νηστεία
διέθεταν τὸ ὑπόλοιπό των χρημάτων ποῦ τοὺς περίσσευε ἀπὸ τὰ καθημερινὰ πράγματα γιὰ ἐλεημοσύνη. Ἄλλο πνευματικὸ ὅπλο εἶναι ἡ ἐξομολόγηση.
Προσερχόμαστε στὸ μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως,
γιὰ νὰ καθαρίσουμε τὴν ψυχή μας ἀπὸ ὅλα ὅσα ὡς
ἄνθρωποι ἔχουμε προσλάβει μέσα στὰ καθημερινά
μας γεγονότα καὶ τὶς περιπέτειες τῆς καθημερινῆς
μας ζωῆς. Ὁ Θεὸς δὲν ἀπαιτεὶ νὰ γίνουμε ἀναμάρτητοι, γιατί αὐτὸ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴ φύση μας. Μέσα
στὴν ἀδυναμία μᾶς βρισκόμαστε ἀντιμέτωποι μὲ
πάθη, ἁμαρτίες, ἀδυναμίες καὶ τὶς ἐλλείψεις μας.
Γιατί ἁμαρτία δὲν εἶναι μόνο ἡ παράβαση τοῦ νόμου
τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἡ ἔλλειψη τῆς ἀγάπης μας
πρὸς τὸν Θεό, ἡ βίωση τῆς στροφῆς τῆς ψυχῆς μας
πρὸς τὸν Θεό. Τὸ ὅτι δηλαδὴ καλούμεθα νὰ ἀγαπήσουμε ἀπόλυτα τὸν Θεὸ καὶ ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ
ἀνταποκριθοῦμε εἶναι ἡ οὐσία τῆς ἁμαρτίας μας.
Πέραν τῆς νηστείας, ἐλεημοσύνης καὶ ἐξομολόγησης ἕνα ἄλλο πνευματικὸ ὅπλο εἶναι ἡ προσευχή.
Αὐτὸ τὸ διάστημα ἂν ὁ χριστιανὸς γεμίσει τὸν χρόνο
του μὲ προσευχὴ, κυρίως μὲ τὴ μονολόγηση τῆς
νοερᾶς προσευχῆς καὶ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος

4

τοῦ Χριστοῦ, θὰ ἔχει συνεχῆ κοινωνία μὲ τὸν Θεό,
ἡ ὁποία ἑτοιμάζει τὴν καρδία πρὸς τὴν κοινωνία
μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἕνας χριστιανὸς
δὲν περιμένει νὰ ἔρθουν οἱ 25 Δεκεμβρίου, γιὰ νὰ
γιορτάσει τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Ὡστόσο εἶναι
ἀπὸ τὴν πείρα τῶν Ἁγίων ὅτι αὐτὲς οἱ μέρες εἶναι
σημαδεμένες ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μας
καὶ ὑπάρχει περίσσια χάριτος. Ἑπομένως προετοιμαζόμαστε ἔτσι καὶ ἀντιμετωπίζουμε τὴν ἑορτὴ
τῶν Χριστουγέννων ὅσο μποροῦμε πιὸ πνευματικὰ
χωρὶς νὰ καταργήσουμε καὶ ὅλες τὶς κοινωνικὲς καὶ
οἰκογενειακὲς ὑποχρεώσεις, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲν
εἶναι μόνο ψυχὴ ἀλλὰ καὶ σῶμα. Ἔτσι συμμετέχει
στὴ χαρὰ τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου μᾶς ψυχὴ τὲ
καὶ σώματι καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ σπουδαῖο, γιατί
ἡ Ἐκκλησία μᾶς διακρίνεται γιὰ τὴν πνευματική
της ἰσορροπία.
Τὸ ὅτι τὰ λειτουργικὰ βιβλία γράφουν ὅτι τὴν
ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων γίνεται κατάλυση εἰς
πάντα, εἶναι γιατί οἱ Πατέρες ἤθελαν νὰ δείξουν
ὅτι ἡ γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων εἶναι γιορτὴ ποῦ
ἀγκαλιάζει ὅλον τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος φαιδρύνεται καὶ στὴν ψυχὴ ἡ ὁποία ἀγάλλεται μέσα στὴν
προσευχὴ καὶ στὶς πνευματικὲς θεωρίες ἀλλὰ καὶ
στὸ σῶμα, τὸ ὁποῖο προσλαμβάνει τὴν ὑλικὴ τροφὴ
λύοντας τὴ νηστεία καὶ μετέχοντας σὲ κοινωνία
ἀγάπης μὲ τοὺς ἀδελφούς του. Ὁ Χριστὸς δὲν
καλεῖ τὸν ἄνθρωπο μόνο σὲ πνεῦμα- τικὲς ἐξάρσεις, ἀλλὰ καλεῖ ὅλον τὸν ἄνθρωπο. Γι’αὐτὸ στὴν
Ὀρθόδοξη παραδοση τὶς ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων
οἱ χριστιανοὶ ἑόρταζαν καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ στὶς
οἰκογενειακὲς καὶ κοινωνικές τους ἐπαφές. Ὅλος ὁ
κόσμος συνεορτάζει καὶ ὅλη ἡ κτίση καὶ τὰ πάντα
γιορτάζουν αὐτὸ τὸ γεγονός. Τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων οἱ Ἄγγελοι δοξολογοῦσαν καὶ αἰνοῦσαν
τὸν Θεό, διότι ὑπάρχει μία συγκεκριμένη εἰσβολὴ τοῦ
Θεοῦ Λόγου στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ
Χριστὸς γεννήθηκε σὰν ἄνθρωπος τὴ συγκεκριμένη
ἡμέρα καὶ αὐτὸ εἶναι σπουδαῖο γιὰ τὴ θεολογία τῆς
Ἐκκλησίας μας καὶ τὴ ζωή μας, γιατὶ ἐμεῖς δὲν
εἴμαστε χριστιανοὶ ποῦ πιστεύουμε σὲ μία θεωρία
ποῦ ἔφερε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, ἀλλὰ εἴμαστε
χριστιανοί, γιατί πιστεύουμε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς εἶναι γιὰ μᾶς τὸ πᾶν, δὲν εἶναι ἡ
διδασκαλία τοῦ τὸ πᾶν ἀλλὰ ὁ Ἴδιος. Καὶ ἂν ἀκόμη
κάποτε χαθοῦν τὰ κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, δὲν
θὰ μειωθεῖ σὲ τίποτα τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ, διότι
καὶ ἡ Γραφὴ καὶ ἡ Διδασκαλία μᾶς ὁδηγοῦν στὸν
Χριστό. Γι’αὐτὸ ὁ Χριστὸς ἦρθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ
μᾶς δώσει τὸν ἑαυτὸ Τοῦ ὄχι γιὰ νὰ μᾶς πεῖ μία
διδασκαλία. Ὁ ἴδιος ἦταν ἀνάγκη νὰ γίνει ἄνθρωπος, γιατί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔπλασε τὸν Ἀδὰμ καὶ
ἔπρεπε νὰ τὸν ἀναπλάσει καὶ νὰ γίνει Αὐτὸς ὁ νέος
Ἀδάμ, ὥστε γενόμενος ὁ Ἴδιος ἄνθρωπος, νὰ μᾶς
δώσει τὴ δυνατότητα νὰ ἐγκεντριστοῦμε σ’Αὐτὸν νὰ
μπολιαστοῦμε στὸ δικό Του σῶμα καὶ νὰ γίνουμε
κληρονόμοι τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Γι’αὐτὸ ἦταν
μέσα στὴν πάνσοφο πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἡ σάρκωση
τοῦ Θεοῦ Λόγου, γιὰ νὰ μᾶς δοθεῖ ἡ δυνατότητα νὰ
κοινωνήσουμε μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ὁ Λόγος ἔγινε
τέλειος ἀνθρωπος ἄνευ ἁμαρτίας, ταπείνωσε τὸν
Ἑαυτό Του καὶ πὸ- ρεύθηκε αὐτὸ τὸν δρόμο τῆς
ἐνσαρκώσεώς Του, γιὰ νὰ μᾶς διδάξει αὐτὴ τὴν ταπείνωση. Νὰ μᾶς δείξει ὅτι ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ μᾶς
καὶ ὅτι δὲν βδελύχθηκε τὴ φύση μας, τὴν πτωχεία
μας καὶ γεννήθηκε ὅπως ἕνα μικρὸ παιδί. Αὔξανε
ὅπως ἕνας κανονικὸς ἄνθρωπος, ἦταν ἀπόλυτα τέλειος ἄνθρωπος καὶ ἀπόλυτα τέλειος Θεός, ὥστε μὲ
τὸ παράδειγμα τῆς πὰ- ναρέτου ζωῆς Του καὶ μὲ τὴν
ἴδια τὴν ὑπόστασή Του νὰ μᾶς δείξει ποιὸ δρόμο νὰ
βαδίσουμε. Ὁ Ἄπ. Παῦλος λέει ὅτι ἔγινε κατὰ πάντα
ὅμοιος μέ μας καὶ ἀνέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση
καὶ ἔτσι ἔγινε σύμφυτος μὲ τὴ δική μας φύση, γιὰ
νὰ δώσει σὲ μᾶς τὴν ἐλπίδα καὶ τὴ δυνατότητα νὰ

πορευθοῦμε μέσα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινή μας ἀδυναμία,
τὰ προβλήματα καὶ τὸν πόνο μᾶς ἔχοντες πάντοτε
μπροστὰ μας αἰώνιο πρότυπο τὸν ἴδιο τὸν Χριστό
μας, ποῦ αὐτὸς εἶναι ἡ παρηγοριά μας, ὁ ἀρχηγός
μας καὶ ὁ τελειωτὴς τῆς πίστεώς μας.
Αὐτὲς τὶς μέρες ψάλλουμε:«Χριστὸς γεννᾶται,
δοξάσατε, Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν ἀπαντήσατε, Χριστὸς
ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε». Ὁ Χριστὸς ἦρθε ὄχι κατὰ φαντασία ἀλλὰ κατὰ πραγματικότητα σ’αὐτὸν τὸν κόσμο,
μ’αὐτὰ τὰ προβλήματα, τὶς δυσκολίες. Ἦρθε γιὰ
νὰ ὑψώσει τοὺς ἀνθρώπους πάνω ἀπὸ τὸν κόσμο
αὐτὸ καὶ νὰ μᾶς δώσει ὡς μόνιμη κιβωτὸ τὴν Ἁγία
Του Ἐκκλησία. Ὅταν μποῦμε μέσα στὴν Ἐκκλησία
καὶ ἐναποθέσουμε στὸν Χριστὸ τὴν τραγωδία τῆς
ὑπάρξεώς μας καὶ ἐκεῖ ταπεινὰ παρακαλέσουμε
τὸν Χριστὸ νὰ μᾶς ὑψώσει ἐκ τῶν πραγμάτων τοῦ
κόσμου τούτου καὶ νὰ ἔρθει στὴν καρδιά μας νὰ
κατοικήσει, τότε εἶναι ἀδύνατο ὁ Χριστὸς νὰ μὴν
ἐπισκεφθεῖ τὴν καρδιά μας. Ὁ Χριστὸς ἐγεννήθη
στὸν πιὸ εὐτελῆ τόπο, σὲ μία σπηλιὰ ποῦ ἦταν
στάβλος, γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὅτι κατέρχεται μὲς στὴ
σπηλιὰ τῆς καρδιᾶς μας, ἡ ὁποία εἶναι γεμάτη μὲ
τὰ ἄλογα πάθη μας. Φτάνει ἐμεῖς νὰ τὸ ζητήσουμε.
Περιγράφεται ἕνα ὅραμα τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου,
ποῦ ἀσκήτευε στὴ Βηθλεέμ, ὅταν εἶδε τὸν Χριστὸ
ὡς βρέφος στὴ φάτνη προσευχόμενος ἡ καρδιὰ τοῦ
σκίρτησε ἀπὸ ἀγάπη καὶ εἶπε: «Χριστέ μου, τί δῶρο
νὰ σοὺ προσφέρω; Οἱ μάγοι Σου πρόσφεραν τὰ
δῶρα, οἱ ποιμένες τὴν προσκὺνηση, οἱ ἄγγελοι τὸν
ὕμνο». Τότε ὁ Χριστὸς τοῦ εἶπε: «Ἱερώνυμε, τὸ δῶρο
ποῦ θέλω νὰ μοῦ κάνεις εἶναι οἱ ἁμαρτίες σου, θέλω
νὰ μοῦ προσφέρεις τὸν ἑαυτό σου». Αὐτὸς εἶναι
καὶ ὁ λόγος ποῦ ἦρθε στὴ γῆ ὁ Χριστός. Ὄχι γιὰ
νὰ καλέσει τοὺς δικαίους ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς
σὲ μετάνοια. Ἔτσι γιὰ τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο τὸν
ταλαιπωρημένο, τὸν κουρασμένο, τὸν θλιμμένο, ὁ
ὁποῖος συνθλίβεται καὶ πολιορκεῖται μέσα ἀπὸ τὰ
ποικίλα ρεύματα ποῦ ὑπάρχουν ἐναντίον του, ὁ
Χριστὸς εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα, εἶναι ὁ μόνος χῶρος
ποῦ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ξεκουραστεῖ. Ὁ Χριστὸς
εἶναι ὁ πατέρας μᾶς ὁ ὁποῖος μᾶς περιμένει. Ἔτσι
σ’ἐμάς ἀπομένει νὰ ζητήσουμε τὸν Θεό, νὰ τὸν παρακαλέσουμε νὰ ἔρθει μέσα μας καὶ ὁ Χριστὸς ἀπὸ
τὴν ἄπειρη ἀγάπη ποῦ ἔχει, ἀμέσως θὰ βρεθεῖ μέσα
μας. Ὅπως λέει στὴ Γραφὴ «ἔτι λαλοῦντος σου
ἐρῶ, ἰδοὺ παρειμι», ἐνῶ ἀκόμη μιλᾶς, θὰ σοὺ πῶ
ὅτι εἶμαι ἤδη παρών. Ἑπομένως εἶναι χαρμόσυνό το
μήνυμα τῆς ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Χριστὸς
κατέρχεται κοντά μας καὶ κατερχόμενος μᾶς ἀνεβάζει. Αὐτὸς κατῆλθε πρῶτος στὴ γῆ γιὰ νὰ μᾶς
ἀνυψώσει. Εἰδικὰ στὴν ἐποχὴ μᾶς βρισκόμαστε σὲ
μία ἁλματώδη πρόοδο τῆς ἐπιστήμης.
Ὁ χριστιανὸς ὁ ὁποῖος βιώνει τὴν πραγματικότητα
τοῦ Χριστοῦ σὰν τοῦ μόνου γεγονότος τὸ ὁποῖο
εἶναι τὸ μόνο καινὸ ὑπὸ τὸν ἥλιο, δὲν πρέπει νὰ
διακατέχεται ἀπὸ φόβο μπροστὰ στὴν καθημερινότητα, μπροστὰ στὶς σύγχρονες ἐξελίξεις καὶ τὰ
προσφε- ρόμενα πράγματα. Ἀλλὰ σὰν ἐλεύθερα
παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ἄνθρωποι οἱ ὁποίοι ἔχουμε μέσα
μας τὴ βεβαῖα ἐλπίδα τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ,
μποροῦμε ἀπὸ μόνοι μας νὰ κρίνουμε ἀνάλογα μὲ
τὴν πνευματική μας κατάσταση καὶ ἀνάλογα μὲ τὶς
ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ ὅ,τι μᾶς παρέδωσαν οἱ
Ἅγιοι Πατέρες μας, τί ἀπ’ὅλα ὅσα μᾶς προσφέρει ὁ
σύγχρονος κόσμος καὶ πολιτισμὸς θὰ προσλάβουμε
ἢ ὄχι. Εἶναι ὅμως ἀπαραίτητο νὰ μὴν κολλοῦμε
φανατικὰ σὲ τύπους καὶ νὰ χάνουμε τὴν οὐσία.
Ἡ οὐσία εἶναι ἡ σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου στὸν
κόσμο. Ἔτσι ἂν ὁ χριστιανὸς εἶναι ἄτομο ποῦ ἀγωνίζεται καὶ προσεύχεται, ἔχει τὴ συνείδηση ποῦ τὸν
προφυλάσσει καὶ τοῦ δείχνει μέχρι ποιοῦ σημείου
μπορεῖ νὰ μετάσχει τῶν ἀγαθῶν των ἡμερῶν, γιὰ νὰ
μὴ χαθεῖ ἡ οὐσία τοῦ γεγονότος τῶν Χριστουγέννων.

5

5

Χριστούγεννα τῶν αἰσθήσεων

ἐπίκαιρα

Τοῦ Ἀρχιμ. Χρυσόστομου Χρυσόπουλου

Σ

τὰ μάτια τῶν πολλῶν τά φετινὰ Χριστούγεννα φαίνονται νὰ εἶναι δύσκολα
καὶ ζοφερά. Ἡ οἰκονομικὴ κρίση θὰ εἶναι ἡ
αἰτία. Ἀλλὰ μήπως καὶ στὰ προηγούμενα
εἶχαν στὴν οὐσία τὴν ἴδια ψυχολογία; Μπορεὶ
οἱ ἐπισκέψεις στὴν ἀγορὰ νὰ τοὺς ἔδιναν
δῶρα, τὸ τραπέζι τῆς ἑορτῆς νὰ ἦταν πλούσιο
σὲ ἐδέσματα καὶ οἱ προσκεκλημένοι ἀρκετοὶ
ἀλλά, ὅλα μέχρι ἐκεῖ.
Ὁ Χριστὸς ἐμφανίστηκε σὲ καιρούς ποὺ ἡ
ἀξιοπρέπεια εἶχε κρυφτεὶ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία
καὶ τὴν ἀδικία. Ἔρχεται καὶ τώρα, ποὺ οἱ
ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος θέλουν νὰ μᾶς
κάνουν μίζερους καὶ μᾶς φωνάζει, μὴν ἀφήσουμε τὴν θλίψη νὰ ἐπισκιάσει τὴν γιορτή.
Μὲ τὰ λίγα ποὺ ἔχουμε ἄς τὴν κάνουμε πανηγύρι καὶ τραγούδι. Τὸ γένος μας, καὶ μάλιστα
αὐτὸ τῶν Ἑλλήνων, ἔμαθε νὰ ξεπερνὰ τὰ
προβλήματα μὲ αἰσιοδοξία, μὲ ἀλληλεγγύη.
Μὲ τὰ πολλὰ ἢ μὲ τὰ λίγα ἐπιβιώσαμε, τὰ
καταφέραμε. Ὅταν μᾶς μειώνονται τὰ εἰσοδήματα, μὴν ἐπιτρέπουμε στοὺς ἄλλους νὰ
μᾶς μειώνουν τὴν ἀξιοπρέπεια καὶ τὴν θέληση νὰ ἐπανακάμψουμε, νὰ ζήσουμε ἕνα
καλύτερο αὔριο. Ὁ νεογέννητος Κύριος θὰ τὸ
προσπαθήσει γιὰ μιὰ ἀκόμη φορᾶ, ὅπως τὸ
ἔκανε πρὶν 2.000 καὶ πλέον χρόνια. Μπορεὶ
οἱ λίγοι νὰ μᾶς παίρνουν πολλά, ἐμεῖς οἱ
πολλοὶ ὅμως θὰ ἐπιβιώσουμε καὶ μὲ τὰ λίγα
ἔχοντας ἀναπτύξει γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὴν
φιλαδελφεία καὶ τὴν ἀλληλεγγύη. Τὸ ἀπαιτοῦν οἱ περιστάσεις.
Τὸ παρελθὸν μᾶς κοιτᾶ μὲ ἐκδίκηση γιὰ τὰ
ὅσα πρὸ ἐτῶν ζούσαμε. Τότε ποὺ τὰ πολλὰ
λαμπιόνια μᾶς ἔκρυβαν τὸ ἀστέρι τοῦ οὐρανοῦ καὶ μὲ τὰ ξενύχτια γεμάτα διασκέδαση
ξεχνούσαμε τὴν νύχτα τῆς Χριστοῦ Γέννησης.
Τώρα μπορεὶ νὰ τὰ μειώσαμε ἢ νὰ τὰ διαγράψαμε ἀπὸ τὴν ζωὴ μας ὅλα τοῦτα, ἀλλὰ
τὰ Χριστούγεννα ἐπειδὴ δὲν ἦταν ὅλα αὐτά,
δὲν ἀλλάζουν, δὲν περιορίζονται. Παραμένουν τὰ ἴδια σὰν γεγονὸς καὶ μᾶς καλοῦν
νὰ προσανατολίσουμε τὴν σκέψη μας, τὴν
ὕπαρξή μας, τὴν συνήθεια μας πρὸς τὰ ἐκεῖ
καὶ νὰ ταυτίσουμε τὶς αἰσθήσεις μας μὲ τὶς
αἰσθήσείς τους, γιὰ νὰ γιορτάσουμε κάποτε
Χριστούγεννα μὲ Χριστὸ καὶ ὄχι γύρω ἀπὸ
τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἦρθε στὴ γὴ γιὰ νὰ
φανερώσει τὴν ἀλήθεια (1) καὶ στὴν συνέχεια
γνωρίζοντας την ὅλοι ἐμεῖς νὰ σωθοῦμε, ἂν
καὶ ἁμαρτωλοί. (2)
Ζούσαμε στὸ ψέμα, ἀπολαμβάναμε τὴν
ἁμαρτία. Ἴσως τὸ κάνουμε καὶ σήμερα. Δὲν
ἔχουμε δικαιολογία ὅμως. Τότε ἴσως εἴμαστε
στὴν ἄγνοια, τώρα βρισκόμαστε στὸ χῶρο τῆς
Ἐκκλησίάς Του. Οἱ ἐπιλογὲς μας εἶναι δικές
μας καὶ τις συνέπειες τῶν ἐσφαλμένων μᾶς
ἀντιμετωπίζουμε καθημερινά. Μιά ἀπ’ αὐτὲς
εἶναι καὶ ἡ κρίση ποὺ περνᾶμε, ἠθικὴ καὶ
οἰκονομικὴ ταυτόχρονα.
Ἡ Παναγία, εἶναι πρόσωπο ποὺ κυριαρχεῖ στὸ σχέδιο της Ἐνανθρώπισης τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι ἐκλογὴ Του καὶ καλεῖται νὰ συμμετάσχει σ’ αὐτό, γιατί ἦταν ἡ μόνη ποὺ μποροῦσε, λόγω καθαρότητας ψυχῆς καὶ σώματος. Δίνει τὴν σάρκα Της, τὸ αἷμα Της.
Στὴν γέννηση δίδει ὅμως καὶ τὴν ἁφή. Ἐκείνη
βαστάζει πρώτη Ἐκεῖνον ποὺ ἔπλασε καὶ

βαστάζει τὸν κόσμο ὁλόκληρο, τὰ πλάσματα
Του καὶ τὰ δημιουργήματά Του, ἔμψυχα καὶ
ἄψυχα καὶ πλέον, «ὁ ἀόρατος γίνεται ὁρατός. Ο ἀνέγγιχτος μπορεῖ νὰ ψηλαφισθεῖ. Ὁ
ἄχρονος λαμβάνει ἀρχὴ» (3), μᾶς λέει πατέρας τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖνοι
ποὺ πρόσφεραν τὴν ὅρασή τους, οἱ μάγοι.
Ξεκίνησαν μίλια μακριὰ μὲ ὁδηγὸ τὸν ἀστέρα
τοῦ οὐρανοῦ καὶ Τὸν εἶδαν (4) στὸ σπίτι τῆς
φιλοξενίας του καὶ δῶρα ἔφεραν.
Ποιμένες ἦταν κοντὰ στὸν τόπο τῆς μοναδικῆς καὶ ἀνεπανάληπτης Γέννησης. Ἐκεῖνοι
ἁπλοὶ ἄνθρωποι τῆς ὑπαίθρου εἶχαν κάτι
νὰ προσφέρουν: τὴν ἀκοή. Θὰ τοὺς θυμηθεὶ
αἰώνες ὕστερα ὁ συντάκτης τοῦ Ἀκαθίστου
Ὕμνου, τότε ποὺ θὰ πληροφορεῖ ὅτι ἄκουσαν οἱ Ποιμένες (5) τῶν Ἀγγέλων τὸν ὕμνο, τὸ
«Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνης»
(6), λόγια ἀγγελικά, ποὺ ἔγιναν τραγούδια,
θέματα συζητήσεων, ὅλα χωρίς ἀντίκρισμα.
Ἡ εἰρήνη ποὺ ἀντὶ νὰ εἴναι ἐπιδίωξη τοῦ
καθενὸς μας (7) (ὅπως μᾶς προτρέπει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ προστάτης τῆς Ἐνορίας),
εἶναι ὄνειρο, καὶ ἡ ἀνυπαρξία της δίνει συχνὰ
πυκνὰ τὴν θέση της στὸν ἐφιάλτη τοῦ πολέμου, σὲ κάποια γωνιὰ τοῦ πλανήτη, χωρίς
νὰ ἐξαιρεῖται καὶ αὐτὴ ἡ γενέθλια πόλη τοῦ
Ἰησοῦ.
Μαζὶ μὲ τοὺς ποιμένες στὸν χῶρο τῆς θεϊκῆς ἄφιξης ἦταν καὶ τὰ πρόβατά τους, πλάσματα καὶ αὐτὰ δικά Του. Ἐκεῖνα τοῦ κάνουν
δῶρο τὴν ὄσφρηση. Ἀφοῦ «ἡ φύση βγῆκε ἀπὸ
τὰ ὅριά της, γιατί γνώρισε καλὰ τὸν κυρίαρχο
Θεὸ» (8), κατὰ τὴν πατερικὴ διαπίστωση,
καὶ τὰ πρόβατα ὡς μέρος τῆς φύσης ἦρθαν
κοντὰ στὸν Πλάστη τους, ἐκπρόσωποι ἁγνοὶ
τοῦ ζωικοῦ βασιλείου καὶ αὐτά.
Τέλος, ὑπάρχει ἡ γεύση καὶ αὐτὴ ἀπομένει σ’ ἐμᾶς. Ἐμεῖς Τὸν γευόμαστε, μέσω τῆς
Θείας Κοινωνίας. Τὸ Σῶμα Του καὶ τὸ Αἷμα
Του δὲν εἶναι ἁπλὴ ἀνάμνηση τῆς ὕπαρξής
Του ἢ ὑποκατάστατά Του, ἀλλὰ βεβαίωση
αἰώνιας ζωῆς (9) Ἐκεῖνος μᾶς τὸ δηλώνει
γιατὶ Ἐκεῖνος μᾶς τὰ ἔκανε χάρισμα. Στὴν
δικὴ μας θέληση καὶ καθαρὴ καρδιὰ ἀπομένει
ἂν θὰ Τὸν γευόμαστε, διά τῆς Θ. Εὐχαριστίας
ἢ ἁπλά του θὰ Τον θαυμάζουμε ἀπὸ μακριὰ γιὰ ὅσα εἶπε καὶ ἔκανε. Ὁ Χριστός δὲν
ἦταν ἔνας φιλόσοφος μέσα στοὺς ἄλλους ἢ
ἕνας παράξενος θαυματοποιός ἢ ταχυδακτυλουργός. Ἦταν καὶ εἶναι Αὐτός ποὺ «Ἦρθε
φορέσας ἀνθρώπινης σάρκα… «φασκιώνεται
μὲ φτωχικὰ κουρέλια» (10) κατὰ τὸν Ἱερὸ
Ὑμνωδὸ γιὰ νὰ μας ἀποδείξει ὅτι τὰ πολλὰ
καὶ πλούσια ρούχα ἢ ἀγαθὰ χάνουν τὴν ἀξία
τοὺς ἐμπρός στὴν ἁπλότητα καὶ τὴν πτωχεία
ποὺ ξεκίνησε καὶ βίωσε ὁ Ἴδιος ὁ Ἐνανθρωπησθείς Θεός.
Ἡ οἰκονομικὴ ἀναταραχὴ ποὺ περνάμε
εἴναι ἕνα δίδαγμα καὶ μιὰ ἀπόδειξη τῶν ὅσων
πρὸ αἰώνων κήρυττε ὁ Χριστός, λέγοντας ὅτι
δὲν μποροῦμε νὰ δουλεύουμε καὶ στὸ Θεὸ
καὶ στὸ χρῆμα (11) καὶ ἡ ἄσκηση τῆς ὅποιας
φιλανθρωπίας μας νὰ εἶναι ἀφορμὴ γιὰ νὰ
καθησυχάσουμε τὴν συνείδησή μας, ἰδιαίτερα τὶς μεγάλες γιορτές τῆς Χριστιανοσύνης.
Νομίζουμε ὄτι ἔτσι κερδίζουμε θέσεις στὸν
Παράδεισο, σὰν Ἐκείνες νὰ ἐξαγοράζονται μὲ

χρήμα ἢ φαγητὸ καὶ μάλιστα αὐτὸ ποὺ μᾶς
περισσεύει ἢ ποὺ θὰ πετάγαμε. Ὅλα κρύβουν
ὑστεροβουλία καὶ ἀνωριμότητα. Ἀγαπᾶμε,
φροντίζουμε, βοηθάμε τὸν πάσχοντα συνάνθρωπό μας ὄχι κάποιες μέρες τοῦ χρόνου,
ὄχι γιά νὰ κερδίσουμε αὐτὸ ποὺ χάνουμε μὲ
τὴν ὑπόλοιπη βιωτή μας, τὴν χάρη τοῦ Θεοὺ
τὴν αἰώνια.
Ὑπάρχει, κατὰ τοὺς διανοούμενους, καὶ μιὰ
ἄλλη αἴσθηση, αὐτὴ τῆς ἀγάπης. Δέν διδάσκεται, δὲν ἀπαιτεῖται, εἶναι θέμα καρδιᾶς.
Αὐτὴ τὴν ἀγάπη εἶχε ὁ Θεός γι’ αὐτὸ καὶ
ἔστειλε τὸ Παιδὶ Του (12), τὸν Ἐμμανουήλ γιὰ
νὰ εἶναι μαζί μας (13), ὄχι ἁπλὰ συντροφος
ἢ συνοδοιπόρος ἀλλὰ ρυθμιστής τῆς ζωῆς
μας, τῆς ποτισμένης μὲ τὸ καλὸ καὶ τῆς προσανατολισμένης πρὸς τὴν ἁγιότητα, ἔχοντα
πρότυπο τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό.
Ὁ λόγος εἶναι γιὰ τὴν ἀγάπη, πρὸς ὅλους,
τοὺς κατὰ σάρκα ἢ πνεῦμα συγγενεῖς, γιὰ
τὸν ξένο, γιὰ τὸν ἄλλο, γιὰ ὅλους ποὺ ἀγάπησε ὁ Θεός, μέσα σ’ αὐτούς καὶ ἐμεῖς παρ’
ὅλη τὴν ἁμαρτωλότητά μας. Εἶναι ὀφειλὴ ἡ
ἀγάπη στούς ἄλλους (14) καὶ ἀνταπόδοση
της ἀγάπης Του, ποὺ εἶναι ἄλλωστε καὶ ἡ
οὐσία τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας Τοῦ Κυρίου,
ἀπὸ τὴν Βηθλεέμ μέχρι τὸν Γολγοθά. Πάντα
ἀπὸ ἀγάπη, τὰ πάντα γιὰ τὴν ἀγάπη, ὄχι ὡς
θέμα συζητήσεων ἢ κηρυγμάτων, ἀλλὰ ὡς
βίωμα, ὡς ἀναγκη καρδιᾶς καὶ ἀνυπὸκριτης
ἀπόδειξης ὅτι εἴμαστε γνήσια παιδιὰ Του
καὶ ὅ,τι κάνουμε πρέπει νὰ γίνεται μὲ ἀγάπη
(15), ἡ ὁποία εἶναι καὶ κάλυμμα πλήθους
ἁμαρτιῶν (16). Μιλάμε πάντα γιὰ τὴν ἀγάπη, ἡ ὁποία σὰν αἴσθηση δὲν ζυγίζεται, δὲν
μετριέται, δὲν κοστολογεῖται, δέν ἀμείβεται,
δὲν ὑπερηφανεύεται (17) γιατί ἔτσι χάνει τὴν
ἀξία της. Ἂν ὅμως αὐτὴ ἡ ἀγάπη φτάνει
στὴν αὐτοθυσία, δείχνει νὰ μὴν εἶναι ἁπλὸ
ἀντικείμενο ἢ ἀφορμὴ στοχασμῶν ἀνέξοδων
καὶ ἐφήμερων, ἀλλὰ πηγαία ἀνάγκη γιά τὴν
ἄσκησηή της κάθε τρόπο ἢ μέσο.
Οἱ αἰσθήσεις τῶν Χριστουγέννων αὐτὲς
ἦταν, πέντε καὶ μία. Μὲ τὶς πέντε ἐρχόμαστε
στὸν κόσμο, μὲ τὴν ἔκτη ζοῦμε στὸν κόσμο.
Προσπάθεια καὶ ἀγώνα ἃς κάνουμε ὥστε, νὰ
κατανοήσουμε ὅτι ὁ διπλανός μας δὲν εἶναι ὁ
ἐχθρός μας, ἀντίθετα εἴναι ὁ ἄνθρωπός μας.
Καὶ τὶς αἰσθήσεις τὶς παραπάνω ἂν δὲν τὶς
ἔχουμε, ἄς τὶς ἀποκτήσουμε. Ἂν τὶς ἔχουμε
νὰ τὶς διατηρήσουμε καὶ τὸ κυριότερο νὰ
τὶς ἀξιοποιήσουμε γιὰ τὸ δικὸ μας καλὸ καὶ
τῶν γύρων μας.

5

ἐπίκαιρα
1. Εἰσαγωγὴ

Ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων κατά τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία

Ἡ πολὺ σημαντικὴ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων,
τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, δυστυχῶς, κακοποιεῖται ἀπὸ πολλούς, οἱ ὁποῖοι ὁμολογοῦν ὅτι
εἶναι Χριστιανοὶ καὶ συχνὰ φέρουν ἐπιχειρήματα
γιὰ νὰ στηρίξουν τὶς ἐσφαλμένες ἀπόψεις τους
ὅτι τὰ Χριστούγεννα δὲν πρέπει νὰ ἑορτάζονται
διότι, δῆθεν, δὲν εἶναι χριστιανικὴ ἑορτὴ ἢ ὅτι ὁ
Θεὸς δὲν ἀρέσκεται σὲ τέτοιου εἴδους λατρεία.
Θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀπαντήσουμε σὲ συγκεκριμένα ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὸ θέμα τῶν Χριστουγέννων. Συνοπτικά, ἐὰν πρέπει νὰ ἑορτάζονται
τὰ Χριστούγεννα καὶ γενικότερα ἐὰν ὑπάρχον χριστιανικὲς ἑορτές, ἑορτὲς ποὺ πρέπει νὰ γιορτάζουν οἱ χριστιανοὶ σὲ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα
ἢ ἡμερομηνίες, καὶ πότε καὶ πῶς καὶ τί πρέπει νὰ
ἑορτάζουν οἱ χριστιανοὶ ἐν γένει. Πιὸ συγκεκριμένα
ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ἑορτὴ
κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἐνθυμεῖται καὶ
χαίρεται καὶ ἑορτάζει τὸ γεγονὸς τῆς Χριστοῦ γεννήσεως, τὸ γεγονός, δηλαδή, τῆς σαρκώσεως τοῦ
Λόγου, τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.
Τὸ ἐρώτημα εἶναι γιὰ τὸ πότε πρέπει νὰ
ἑορτάζονται τὰ Χριστούγεννα καὶ συγκεκριμένα ἐὰν πρέπει νὰ ἑορτάζονται τὴν 25η Δεκεμβρίου ἢ κάποια ἄλλη ἡμερομηνία, ὅπως
τοποθετοῦν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς,
τὴν ἡμερομηνία τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ.
Ἕνα ἄλλο ἐρώτημα στὸ ὁποῖο ὑπάρχει ἐσφαλμένη πληροφόρηση ἀπὸ πλευρᾶς τῶν ἀντιθέτων
εἶναι τό ἀπὸ πότε ἄρχισαν νὰ ἑορτάζουν οἱ χριστιανοί, ἡ Ἐκκλησία μας, αὐτὴ τὴν ἑορτή. Τέλος,
θὰ ἀσχοληθοῦμε καὶ μὲ τὸ ζήτημα τῆς προσκύνησης τῶν Μάγων, γιὰ τὸ ὁποῖο πολλὰ λέγονται καὶ παράλληλα μὲ τὸ ζήτημα τοῦ Ἀστέρος.
Εἴχαμε ἤδη ἐξετάσει τὸ ἐὰν πραγματικὰ οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἑορτάζουν τὴν γιορτὴ αὐτὴ τῆς
Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Διαπιστώσαμε μέσα ἀπὸ
τὶς ἀφηγήσεις τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἰδιαίτερα, ὅτι
τὸ γεγονὸς τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου καὶ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία, ἀποτέλεσε ἕνα συγκλονιστικὸ γεγονός, ὄχι μόνο γιὰ τὴν
γῆ ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν οὐρανό. Παρατηροῦμε ὅτι ἄγγελοι εὐαγγελίζονται τὸ γεγονὸς αὐτὸ στοὺς ποιμένες.
Δηλαδή, ἄγγελος Κυρίου ἀναγγέλλει μὲ χαρά, αὐτὸ
τὸ χαρμόσυνο, τὸ συγκλονιστικὸ γεγονὸς στοὺς
ποιμένες καὶ τοὺς προσκαλεῖ στὴν προσκύνηση τοῦ
γεννηθέντος Χριστοῦ καὶ στὸν συνεορτασμό. Παράλληλα παρατηροῦμε ὅτι πλῆθος ἀγγέλλων ὑμνοῦν,
δοξολογοῦν τὸ Θεὸ καὶ ψάλλουν εὐχαριστιακοὺς
ὕμνους ὁρμώμενοι, ἀκριβῶς, ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονός.
Διαπιστώσαμε –ἄλλοτε– κάποιες ἀπὸ τὶς αἰτίες
γι’ αὐτὸ τὸν χαρμόσυνο τρόπο καὶ τὴν χαρμόσυνη
ἐκδήλωση ἀπὸ πλευρᾶς τῶν ἀγγέλων. Ταυτόχρονα παρατηροῦμε ὅτι ἕνας Ἀστέρας οὐράνιος καθοδηγεῖ τοὺς Μάγους –ἄνθρωποι ποὺ μέχρι τότε
δὲν ἦταν στὴν ὀρθὴ πορεία τῆς πίστης– καὶ τοὺς
ὁδηγεῖ στὸ νὰ προσκυνήσουν τὸν γεννηθέντα Βασιλέα καὶ νὰ τοῦ προσφέρουν δῶρα. Ἔτσι, λοιπόν,
ἤδη ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ συνέβη τὸ γεγονὸς αὐτὸ
ἀντιμετωπίστηκε μὲ χαρμόσυνο καὶ ἑορταστικὸ
τρόπο. Εἶναι, λοιπόν, ἀπολύτως φυσικὸ οἱ χριστιανοὶ νὰ ἀκολουθήσουμε αὐτὴ τὴν παράδοση
καὶ μὲ τὸν τρόπο μας κι ἐμεῖς νὰ συμμετέχουμε
σ’ αὐτὸ τὸ τόσο σπουδαῖο γεγονὸς ποὺ ἀποτελεῖ, τρόπον τινά, τὴν ἀφετηρία τῆς σωτηρίας μας.
Ἕνα δεύτερο σημεῖο ποὺ εἴδαμε ἄλλοτε, εἶναι
ὅτι πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ κακόδοξα πιστεύουν
ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἑορτάζονται τὰ Χριστούγεννα,
φέρουν –ἐκ τῶν ὑστέρων, προφανῶς– διάφορα
ἐπιχειρήματα γιὰ νὰ πείσουν τοὺς ὀπαδούς τους
γιὰ κάτι τέτοιο, ὅπως ὅτι ἑορτάζεται σὲ μιὰ ἡμερομηνία ποὺ συμπίπτει μὲ κάποιες εἰδωλολατρικὲς
ἑορτές. Συγκεκριμένα οἱ Εὐαγγελιστές, ἀλλὰ καὶ οἱ
λεγόμενοι Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβὰ ἰσχυρίζονται ὅτι
ἡ 25η Δεκεμβρίου ἀποτελεῖ ἡμερομηνία κατὰ τὴν
ὁποία οἱ εἰδωλολάτρες συνήθιζαν νὰ ἑορτάζουν τὰ

6

Σατουρνάλια. Ἐν τούτοις, οἱ ἴδιοι ἀναιροῦν τοὺς
ἑαυτούς τους καὶ ἀντιφάσκουν μὲ τὰ ὅσα λένε γιατί
ὅπως εἴδαμε ἀπὸ δικές τους παραθέσεις, ἀπὸ δικά
τους ἔντυπα, σὲ ἄλλες περιπτώσεις καθοδηγοῦν
καὶ διδάσκουν τοὺς ὀπαδούς τους νὰ μὴν ἀκολουθοῦν αὐτὴ τὴν συλλογιστικὴ στὸ νὰ ἐρευνοῦν μὲ
κάθε λεπτομέρεια ἤθη, ἔθιμα, ἀντικείμενα γιὰ τὸ
ἐὰν ἀποτελοῦσαν στὸ παρελθὸν εἰδωλολατρικὲς
συνήθειες. Νὰ μὴν ἀσχολοῦνται καὶ νὰ μὴ τρῶνε
τὸν χρόνο τους μὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὶς ἀκαρποφόρητες ἔρευνες παρὰ νὰ προσπαθοῦν μὲ κάθε
τρόπο στὴ σημερινὴ κοινωνία καὶ μὲ τὶς σημερινὲς
ἀντιλήψεις, νὰ προστρέχουν στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ.

2. Μιὰ ἐσφαλμένη προσπάθεια χρονολόγησης
τῆς γέννησης τοῦ Κυρίου

Θὰ προσπαθήσουμε νὰ δώσουμε ἀπαντήσεις
κατὰ τὸ δυνατὸν στὰ ὑπόλοιπα ἐρωτηματικὰ καὶ
πρῶτα ἀπ’ ὅλα ξεκινώντας ἀπὸ τὸ πότε πρέπει νὰ
ἑορτάζονται τὰ Χριστούγεννα. Καὶ πιὸ συγκεκριμένα, ἐὰν θὰ πρέπει νὰ ἑορτάζονται τὴν 25η Δεκεμβρίου ἢ κάποια ἄλλη ἡμερομηνία ὅπως ἡ 1η Ὀκτωβρίου
–ἐπὶ παραδείγματι– ποὺ κάποιοι τοποθετοῦν σ’
αὐτὴ τὴν ἡμερομηνία τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ.
Στὸ Λουκ. α΄/1, 5 (ἀπόδοση Βάμβα), διαβάζουμε:
«ὑπῆρξε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν Ἡρώδου τοῦ βασιλέως
τῆς Ἰουδαίας βασιλεὺς τὶς τῷ ὄνομα Ζαχαρίας
ἐκ τῆς ἐφημερίας Ἀβιᾶ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἦτο ἐκ
τῶν θυγατέρων τοῦ Ἀαρῶν καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς
Ἐλισσάβετ». Ἀπὸ τὸ χωρίο αὐτό, ξεκινώντας, οἱ
Εὐαγγελιστὲς ἀλλὰ καὶ οἱ λεγόμενοι Μάρτυρες τοῦ
Ἰεχωβά, λένε ὅτι μποροῦν νὰ προσδιορίσουν πότε
ἦταν ἡ ἐφημερία Ἀβιά, συνεπῶς, πότε συνελήφθη
ἀπὸ τὴν Ἐλισσάβετ ὁ προφήτης Ἰωάννης καὶ ἄρα,
προσθέτοντας στὴ συνέχεια ἕξι μῆνες –ἐπειδὴ τόσο
ἦταν ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν Ἰωάννη καὶ τὸν
Κύριο μας– νὰ προσδιορίσουν πότε συνελήφθη ὁ
Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία,
ἐκ Πνεύματος Ἁγίου. Λένε, λοιπόν, ὅτι μὲ βάση
τὸ Α΄ Χρόν. δ΄/4, 10 (ἀπόδ. Βάμβα), ὁ Δαυὶδ εἶχε
χωρίσει τὶς ἱερατικὲς οἰκογένειες κατὰ κλήρους,
σὲ 24 ὁμάδες, γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν στὴ διάρκεια τοῦ
ἔτους. Ὁ ὄγδοος κλῆρος ἔπεσε στὸν Ἀβιά. Λένε,
λοιπὸν οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβά, ὅτι ἐπὶ 15 ἡμέρες
ἱεράτευαν ὡς ἐφημέριοι ἱερεῖς ἡ κάθε μιὰ ἀπὸ αὐτὲς
τὶς ὁμάδες. Παίρνουν λοιπόν, τὸ 8ο δεκαπενθήμερο
τοῦ ἔτους κι ἀπὸ’ κεῖ καὶ πέρα ξεκινάει ἡ μέτρηση.
Ἔχουμε νὰ κάνουμε τὶς ἑξῆς παρατηρήσεις,
οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ ληφθοῦν σοβαρὰ ὑπ’ ὄψιν
ὅταν κανεὶς μπαίνει σὲ τέτοια συλλογιστική. Καὶ
τὸ λέμε αὐτὸ γιατί στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν
γιορτάζονται ἡμερομηνίες. Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κηρύττουμε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Καὶ
τὴν μιὰ μέρα τονίζουμε τὴν Γέννησή Του, τὴν ἄλλη
μέρα τονίζουμε τὸ γεγονὸς ὅτι βαπτίστηκε, τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάκουε στὸν προφήτη τοῦ Θεοῦ, τὴν
ἄλλη μέρα τονίζουμε τὸ γεγονὸς ὅτι σταυρώθηκε
γιὰ μᾶς, τὴν ἄλλη μέρα τονίζουμε ὅτι ἀναλήφθηκε. Ὁποιαδήποτε μέρα τοῦ ἔτους θὰ μποροῦσε
νὰ γίνει αὐτὸ τὸ πράγμα, διότι ὁ στόχος μας δὲν
εἶναι νὰ τονίσουμε ἡμερομηνίες. Εἶναι νὰ κηρύξουμε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ περιλαμβάνει
τὰ πάντα: τὴν Γέννησή Του, τὴν Βάπτισή Του,
τὴν Σάρκωση, τὴν ἐπὶ γῆς πρώτη Του Παρουσία, τὴν σταυρική του Θυσία, τὴν Ἀνάστασή Του.
Καμία ἀπὸ τὶς σοβαρὲς μελέτες ποὺ ἀφοροῦν
τὸ θέμα τῆς ἱερωσύνης τοῦ Ἰσραὴλ λέει ὅτι ἐπὶ
15 ἡμέρες ἱεράτευε ἡ ἐφημερία. Ἡ ἐφημερία ἦταν
μόνο γιὰ μία ἑβδομάδα, ἀπὸ τὸ Σάββατο ἕως τὸ
ἑπόμενο Σάββατο. Καὶ αὐτὸ γινόταν περίπου 2
φορὲς τὸ χρόνο. Παραπέμπουμε στὸ ἔργο τοῦ
Φλαβίου Ἰώσηππου "Ἀρχαιότητες", βιβλ. 7ο, 14-7:
οἱ ἐφημερίες ἦταν ἑβδομαδιαῖες ἐναλλασσόμενες
ἀνὰ Σάββατο, περίπου 2 φορὲς τὸ χρόνο. Ἀλλὰ
μὴ φανταστεῖ κανεὶς ὅτι κι ἔτσι μπορεῖ νὰ βρεῖ
πότε ἦταν ἡ ἐφημερία Ἀβιὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ζαχαρία. Διότι ἄλλη κατάσταση ἔχουμε πρὶν ἀπὸ τὴν

Βαβυλώνια αἰχμαλωσία καὶ ἄλλη μετὰ ἀπὸ αὐτήν.
Ἀπὸ τὰ δεδομένα τοῦ βιβλίου τοῦ Ἔσδρα β΄/2,
36 (ἀπόδ. Βάμβα) πληροφορούμαστε ὅτι ἐκεῖνοι
ποὺ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία ἦταν οἱ ἐκπρόσωποι ΜΟΝΟ 4 ὁμάδων. Διαβάζουμε (στίχοι 36-39): «36 οἱ ἱερεῖς υἱοὶ Ἰεδαΐα»,
ποὺ ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς κλήρους τοῦ Ἰεδαΐα. Παρακάτω: «37 υἱοὶ Ἰμμήρ», «38 υἱοὶ Πασχὼρ» καὶ
«39 υἱοὶ Χαρήμ». Μόνο 4 κλῆροι ἐπιστρέφουν,
μόνο 4 ὁμάδες. Οἱ ἄλλες 20 δὲν ἐπέστρεψαν.
Ὅταν, τὸν καιρὸ τοῦ Νεεμία ξεκινᾶ πάλι ἡ ὑπηρεσία στὸν Ναό, ἔχουμε καὶ πάλι 24 ὁμάδες ποὺ
ὑπηρετοῦν. Τὸ ἐρώτημα εἶναι: ἡ ἐφημερία τοῦ Ἀβιᾶ
στὴν ὁποία ἐμφανίζεται ὁ Ζαχαρίας νὰ ἀνήκει, εἶναι
μὲ βάση τὰ ἀρχαῖα ὀνόματα ἢ μὲ βάση τὰ ὀνόματα
ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Νεεμία; Λ.χ. στὸ Νεεμ.ιβ΄/12, 17
ἀναφέρεται ὁ Ἀβιὰ καί, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Ἀβιᾶ,
ὁ Ζιχρί. Ἀλλὰ ἡ διάταξη ἐδῶ, μᾶς δίνει 11ο τὸν Ἀβιά.
Τί θέλουμε νὰ ποῦμε; Ὅτι ὑπάρχει σοβαρὸ πρόβλημα στὸ νὰ προσδιορίσουμε:
α) ποιὰ εἶναι ἡ ἐφημερία Ἀβιὰ στὴν ὁποία ἀνήκει
ὁ Ζαχαρίας, ἂν εἶναι ἡ παλαιὰ ἢ μετὰ τὴν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία
β) δὲν εἶναι δυνατόν, ἐπίσης, νὰ προσδιοριστεῖ μὲ
κανέναν τρόπο ποιὰ στιγμὴ τοῦ χρόνου ἐμφανίζεται
ἡ δεδομένη ἐφημερία, ὅποια κι ἂν εἶναι αὐτή, γιὰ
τὸ λόγο ὅτι οἱ ἐφημερίες προχωροῦν καθέτως ἀλλὰ
κάθε τρία χρόνια, περίπου, ἔχουμε ἕναν ἐμβόλιμο
μήνα. Καὶ στὴν διάρκεια τοῦ ἐμβόλιμου μήνα θὰ
ὑπηρετήσουν κάποιες ἐφημερίες, ὁπότε τὸ νέο ἔτος
θὰ ἀρχίσει μὲ κάποια ἄλλη κι ὄχι μὲ τὴν πρώτη
ἐφημερία, ὅπως εἶχε κανονικὰ ξεκινήσει. Ὑπάρχουν,
λοιπόν, ὅπως καὶ νὰ τὸ ποῦμε, πολλὰ προβλήματα στὸ νὰ προσδιορίσουμε μὲ βάση τὶς ἐφημερίες, μὲ βάση τοὺς ἱερατικοὺς κλήρους τὴν ἀκριβῆ
ἡμερομηνία στὴν ὁποία ὑπηρέτησε ὁ Ζαχαρίας.
Ἀρχαία πληροφορία μᾶς λέει ὅτι ὁ Ζαχαρίας
ὑπηρέτησε κατὰ μήνα Σεπτέμβριο. Ἀλλὰ δὲν θὰ
ἐπιμείνουμε σ’ αὐτὴν ἐμεῖς, διότι εἴδαμε ὅτι δὲν εἶναι
ἡ ἡμερομηνία αὐτὴ ποὺ προσδιορίζει τὰ πράγματα. Ἐπίσης, ἀρχαία πληροφορία καὶ συγκεκριμένα
ἀπὸ τὸν Ἰώσηππο, μᾶς λέει ὅτι ἡ ἀπογραφὴ στὴν
ὁποία ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐμφανίζεται νὰ γεννᾶται,
ἔγινε τὴν 9η τοῦ μηνὸς Σαπὲτ (ἀπὸ χειρόγραφο
τοῦ Ἰωσήππου ποὺ πάρθηκε μαζὶ μὲ τὰ ὑπόλοιπα
ποὺ πῆρε ὁ Τίτος, ὁ αὐτοκράτορας τῆς Ρώμης,
καὶ φυλάσσεται αὐτὴ τὴ στιγμὴ στὰ μουσεῖα τῆς
Ρώμης), ποὺ εἶναι περίπου 25 Δεκεμβρίου. Ἐκεῖνο
ποὺ θέλουμε νὰ ὑπογραμμίσουμε εἶναι ὅτι δὲν εἶναι
δυνατὸν οὔτε μὲ βάση τὴν ἱερωσύνη, τὶς ἐφημερίες, οὔτε μὲ ἄλλη πληροφορία νὰ προσδιοριστεῖ
ἐπακριβῶς ἡ ἡμερομηνία, τουλάχιστον μέχρι τώρα.
Διαπιστώσαμε μέχρι στιγμῆς ὅτι σύμφωνα μὲ τὴ
μαρτυρία ποὺ ἐκτίθεται στὴν Καινὴ Διαθήκη περὶ
τῆς ἱερωσύνης τοῦ Ζαχαρία καὶ περὶ τὶς ἱερατείας, κατὰ τὴν τάξη τοῦ Ἀβιᾶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
προσδιοριστεῖ ἡ ἡμερομηνία τῆς Γεννήσεως τοῦ
Χριστοῦ. Διότι αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, κυρίως, χρησιμοποιεῖ μιὰ ὁμάδα καθ’ ὁμολογίαν χριστιανῶν,
καὶ συγκεκριμένα οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβά, γιὰ νὰ
ἀποδείξουν μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐπιχειροῦν, ὅτι δὲν
εἶναι ὀρθὴ ἡ ἡμερομηνία τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία
μας ἔχει καθορίσει, ὅπως καὶ ἄλλες ἐπίσης, γιὰ τὸν
ἑορτασμὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως. Τὸ ἐπιχείρημά
τους αὐτό, λοιπόν, ὅπως καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα
ἱστορικῆς φύσεως ποὺ χρησιμοποιοῦν, εἶναι βεβιασμένο, εἶναι ἕνα ἐπιχείρημα ποὺ δὲν ἀπορρέει ἀπὸ
τὰ ἱστορικὰ δεδομένα ἀλλὰ πιέζουν τὰ ἱστορικὰ
γεγονότα, τὰ χωρία τῆς Γραφῆς καὶ κάποια συλλογιστικὴ δική τους, ὥστε νὰ ἀποδείξουν ὅτι ἡ ἡμερομηνία αὐτὴ δὲν εἶναι σωστή. Καὶ μὲ τὸ ἴδιο σκεπτικό,
μὲ τὸν συλλογισμό, ὁδηγοῦνται στὴν ἡμερομηνία
τῆς 1ης Ὀκτωβρίου. Εἶναι λοιπὸν σαφές, ἀπὸ τὰ
ἱστορικὰ δεδομένα ποὺ ὑπάρχουν σήμερα, ὅτι δὲν
εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὴν ἐφημερία τοῦ Ἀβιᾶ νὰ προσδιοριστεῖ ἡ ἡμερομηνία τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ
καὶ προφανῶς, τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ καταπίπτει.

7

7

3. Ἡ καταλληλότητα τοῦ χρόνου τῆς ἀπογραφῆς

Παράλληλα, ὅμως, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸ τὸ κεντρικὸ
ἐπιχείρημα ποὺ χρησιμοποιοῦν, χρησιμοποιοῦν
καὶ μιὰ ἄλλη εἴδους συλλογιστικὴ ὅπως ὅτι δὲν
μπορεῖ, –δήθεν–, νὰ εἶναι ἡ 25η Δεκεμβρίου ἡ
ἡμέρα Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ διότι κατ’ ἐκεῖνον
τὸν καιρὸ ἔγινε ἡ ἀπογραφή. Καὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ βγεῖ διάταγμα περὶ ἀπογραφῆς καιρὸ
χειμῶνος, διότι δὲν θὰ μποροῦσαν –δήθεν– νὰ
μετακινηθοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ἢ ὅτι ἀναφέρει τὸ
εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ὅτι ὑπῆρχαν ποιμένες
ἀγραυλοῦντες. Σ’ αὐτὰ τὰ δυὸ περιστασιακά, θὰ
μπορούσαμε νὰ ἀπαντήσουμε τὰ ἑξῆς μὲ λίγα λόγια.
Κατ’ ἀρχήν, οἱ ποιμένες ποὺ ἦταν ἀγραυλοῦντες
φύλαγαν «φυλακάς», δηλαδὴ σκοπιές, τὴν νύχτα.
Δὲν λέει τὸ κείμενο ὅτι παρέμεναν ὅλη τὴ νύχτα
στὸ ὕπαιθρο. Γνωρίζουμε ἀπὸ τὰ κλιματολογικὰ
στοιχεῖα γιὰ τὴν περιοχὴ ἐκείνη ὅτι ὁ χειμώνας
εἶναι ἀρκετὰ ἤπιος καὶ τουλάχιστον, γιὰ κάποια
μικρὴ χρονικὴ περίοδο τῆς νύχτας καὶ ἐναλλάξ,
θὰ μποροῦσαν οἱ ποιμένες νὰ φυλοῦν πραγματικὰ
σκοπιὲς χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἄμεσο πρόβλημα ψύχους.
Ὅσο δέ, γιὰ τὸ ἐπιχείρημα ποὺ χρησιμοποιοῦν περὶ
τοῦ ὅτι ὁ χειμώνας δὲν εἶναι κατάλληλη ἐποχὴ
γιὰ τὶς ἀπογραφές, θὰ θέλαμε νὰ ποῦμε ὅτι συμβαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Διότι οἱ περίοδοι τῆς
ἀπογραφῆς πρέπει νὰ ἐπιλέγονται κατὰ τέτοιο
τρόπο ὥστε νὰ μὴ συμπίπτουν μὲ περιόδους κατὰ
τὶς ὁποῖες ὑπάρχουν αὐξημένες γεωργικὲς ἢ κτηνοτροφικὲς ἐργασίες. Δηλαδή, δὲν θὰ ἔπρεπε οἱ
πολίτες, ὁ κόσμος ποὺ θὰ ἀπεγραφόταν, νὰ εἶναι
ἀπασχολημένος μὲ ἀγροτικὲς ἐργασίες οὕτως ὥστε
νὰ μπορεῖ νὰ μετακινηθεῖ ὅπως στὴ περίπτωσή
μας, ὁ Ἰωσὴφ μὲ τὴν Παρθένο Μαρία. Ἀντίθετα,
λοιπόν: τὸ ἐπιχείρημα ποὺ χρησιμοποιοῦν ἀπὸ τὴ
συλλογιστική τους, καὶ μᾶλλον ἀποδεικνύει ὅτι
ἡ 1η Ὀκτωβρίου ὅπου οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβὰ
τοποθετοῦν σὰν ἡμερομηνία τὴν Γέννηση τοῦ
Χριστοῦ δὲν θὰ ταίριαζε γιὰ περίοδο ἀπογραφῆς
διότι, ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ περίοδος αὐτὴ εἶναι
φορτισμένη μὲ ἕνα σωρὸ ἀπὸ ἀγροτικὲς ἐργασίες.

4. Ἡ Ὀρθόδοξη θεώρηση τῶν Χριστουγέννων

Ὡστόσο, ἐπαναλαμβάνουμε καὶ τονίζουμε, ὅτι ἡ
χριστιανικὴ Ἐκκλησία δὲν στέκεται σὲ ἡμερομηνίες, στέκεται ὅμως στὰ γεγονότα. Καὶ αὐτὰ εἶναι
ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐνθυμεῖται, αὐτὰ εἶναι τὰ ὁποῖα
ἑορτάζει διότι αὐτὰ τὰ γεγονότα σὰν σύνολο εἶναι
ἡ ἱστορία τῆς Πρώτης Παρουσίας καὶ κατ’ ἐπέκταση εἶναι τὸ περιεχόμενο τοῦ Εὐαγγελίου, εἶναι
τὸ περιεχόμενο τοῦ σωτηριολογικοῦ κηρύγματος.
Οἱ χριστιανοί, ὅταν γιορτάζουμε, εἴπαμε ὅτι τιμοῦμε καὶ τονίζουμε κάθε φορᾶ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα
τῆς ζωῆς καὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου μας
Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιορτάζουμε πνευματικά, τιμοῦμε
μὲ τοῦτο. Δὲν εἶπε ὁ Κύριός μας ὅτι, ἂν τηροῦμε
τὶς ἐντολές Του κι ἔτσι ἂν τὸν ἀγαποῦμε, Αὐτὸς
καὶ ὁ Πατέρας θὰ’ ρθοῦν καὶ θὰ κατοικήσουν μέσα
μας; Ἔρχεται ὁ Χριστὸς καὶ γεννιέται μέσα μας! Καὶ
κατοικεῖ καὶ μορφώνεται μέσα μας. Αὐτὸ εἶναι τὸ
Εὐαγγέλιο, αὐτὴ εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης
χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῆς πίστης μας. Μήπως
ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν Γαλ. δ΄/4, 19 δὲν μιλεῖ
γι’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ γέννηση, τὴν πνευματικὴ
γέννηση τοῦ Χριστοῦ μέσα μας; Λέει: «19 τεκνία
μου, οὖς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὐ μορφωθῆ Χριστὸς
ἐν ὑμῖν!». Γιὰ χάρη τῶν ὁποίων πάει, βρίσκεται σὲ
ὠδίνες τοκετοῦ, «ἄχρις οὐ μορφωθῆ Χριστὸς ἐν
ὑμῖν», «μέχρις ὅτου πάρει μορφή, νὰ σαρκωθεῖ μέσα
σας ὁ Χριστός». Αὐτὴ εἶναι ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ.
Γιὰ τὴν ὁποία γέννηση ὁ πνευματικὸς πατέρας
βρίσκεται σὲ ὠδίνες. Αὐτὴ τὴ γέννηση τονίζουμε
κι ἔτσι θέλουμε νὰ ἑορτάζουμε. Πῶς τὴν ἑπόμενη μέρα τὸ πρωί, ὅταν ἔχουμε ἕνα βραδινὸ γλέντι
ἢ γλεντοκόπι, γιὰ τὸ ὁποῖο μᾶς κατηγοροῦν γιὰ
οἰνοποσίες, θὰ συγκεντρωθοῦμε στὴν Θεία Εὐχαριστία στὸ Δεῖπνο τοῦ Κυρίου θὰ ὑμνολογήσουμε
καὶ νωρὶς τὸ πρωὶ θὰ ἀποδεχτοῦμε τὸν Ἥλιο τῆς
Δικαιοσύνης, τὸν Κύριό μας, ὁ ὁποῖος ἦλθε ἀκριβῶς

γιὰ νὰ φέρει τὴ ζωὴ καὶ τὸ φῶς, σὲ ὅλους μας; Ἃς
εἴμαστε σοβαροὶ ὅταν κρίνουμε μερικὰ πράγματα.
Ἡ Ὀρθόδοξη χριστιανικὴ Ἐκκλησία διαφέρει
σὲ πολλὰ ἀπὸ τὴν Δυτική. Καὶ ἴσως γιὰ ὁρισμένα ἀπὸ ὅσα κατηγοροῦν τοὺς χριστιανοὺς
νὰ ἐννοοῦν τὴν δυτική, τὴν Παπικὴ Ἐκκλησία. Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς προσεκτικὸς στὸ τί λέει, γιατί τὸ λέει καὶ ποὺ τὸ λέει.

5. Ἀπὸ πότε γιορτάζουμε Χριστούγεννα;

Ἃς δοῦμε τώρα ἀπὸ πότε ἔχουμε τὴν ἑορτὴ τῶν
Χριστουγέννων. Κατ' ἀρχὴν μᾶς λένε ἐκεῖνοι ποὺ
προσπαθοῦν νὰ κρίνουν τὴν πίστη μας ὅτι γιὰ
πρώτη φορὰ καθιερώθηκε ἡ 25η Δεκεμβρίου ὡς
ἡμέρα ἑορτασμοῦ τῶν Χριστουγέννων, γύρω στὸ
335 ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τῆς Ρώμης καὶ κατόπιν στὶς
ὑπόλοιπες ἐκκλησίες ἐμφανίζεται ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων. Θέλουμε νὰ τονίσουμε ὅτι σὰν μεμονωμένη ἡμερομηνία ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ
ξεκινᾶμε ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα νὰ τὴν ἑορτάζουμε.
Ἀλλὰ τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ τὴν γιορτάζουμε
ἀπὸ τὴν ἀρχή. Καὶ μάλιστα, ὡς τὴν Ἐπιφάνεια τοῦ
Κυρίου μας (ἢ Τὰ Ἐπιφάνεια, ἀφοῦ γιορτάζουμε τὴν
Γέννηση μαζὶ μὲ τὴν Βάπτιση). Τὰ γεγονότα αὐτὰ
ποὺ τονίζουν ὅτι ὁ Κύριός μας ἦρθε καὶ σαρκώθηκε, πῆρε τὴ δική μας σάρκα κι ἔτσι σωζόμεθα.
Μάλιστα ἀπὸ τὸ 180 μ.Χ. ἔχουμε μιὰ φιλολογία
ποὺ ἀναφέρεται, ἀκριβῶς, σ’ αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅτι
προηγεῖται τῶν ἐτῶν ποὺ μᾶς λένε, τὸ γεγονὸς τῆς
ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, προκύπτει καὶ
ἀπὸ ἐπιστολὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Νικαίας Ἰωάννου, πρὸς Ζαχαρίαν τὸν Καθολικόν τῆς Μεγάλης
Ἀρμενίας ὅπου πληροφορούμαστε ὅτι ὁ Πάπας
Ρώμης Ἰούλιος ὁ Α΄, ἀπαντάει στὸν Ἐπίσκοπο Ἱεροσολύμων, ὁ ὁποῖος Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων,
ἔγραφε σ' ἐκεῖνον: «Πὼς νὰ παραστῶ συγχρόνως
καὶ στὴ γιορτὴ τῆς γεννήσεως στὴ Βηθλεέμ, καὶ
στὴ γιορτὴ τῆς Βαπτίσεως στὸν Ἰορδάνη;» Καὶ τότε
ὁ Πάπας Ρώμης, τοῦ ἀπάντησε ὅτι ὑπάρχει στὰ
ἀρχεῖα τῆς Ρώμης, τμήματα ἀπὸ διασωθὲν ἔγγραφο
τοῦ Ἰωσήπου, ποὺ λέει ὅτι τὴν 9η τοῦ μηνὸς Σαπὲτ
(25 Δεκεμβρίου), ἔγινε ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ.
Ἐν πάση περιπτώσει δὲν θὰ μείνουμε σ’ αὐτά,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχουμε νὰ ποῦμε εἶναι ὅτι πράγματι, οἱ χριστιανοί, ἀπὸ πάντα τιμοῦσαν τὴν Σάρκωση τοῦ Κυρίου, τὴν ἐπὶ γῆς Παρουσία Του.

6. Οἱ κοσμικότητες καὶ ὁ ἅγιος Βασίλειος

Ἕνα ἄλλο πράγμα γιὰ τὸ ὁποῖο κατηγοροῦν τὴν
Ὀρθόδοξη πίστη, γενικά τούς χριστιανούς, εἶναι τὰ
χριστουγεννιάτικα δῶρα σὰν μέρος τῆς γιορτῆς καὶ
ὅσα ἔχουν σχέση μὲ τὸν Ἅγιο Βασίλη. Κατ’ ἀρχὴν
ἔχουμε νὰ ποῦμε ὅτι ὅταν κανεὶς γιορτάζει καὶ ὅταν
χαίρεται γιὰ ὅσα ἔκανε ὁ Κύριος γιὰ μᾶς, πραγματικὰ μοιράζεται μὲ τοὺς ἀδερφοὺς του ὅ,τι ἔχει.
Ὅπως λ.χ. ὁ Νεεμίας στὸ Νεεμ. η΄/8, 9: «αὕτη εἶναι
ἁγία εἰς Κύριον τὸν Θεόν σας μὴ πενθεῖτε μηδὲ
κλαίετε 10 καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· ὑπάγετε φάγετε
παχέα καὶ πίετε γλυκάσματα καὶ ἀποστείλατε μερίδας πρὸς τοὺς μὴ ἔχοντας μηδὲν ἡτοιμασμένον διότι
ἡ ἡμέρα εἶναι ἁγία εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν» (ἀπόδ.
Βάμβα). Τὸ νὰ μοιραζόμαστε μὲ τοὺς ἀδερφοὺς μας
ὅ,τι ἔχουμε εἶναι ἅγιο. Δὲν ἐπιμένουμε οὔτε στὰ
δῶρα ποὺ ὑπάρχουν στὴ Δύση, οὔτε σὲ κραιπάλες,
οὔτε σὲ οἰνοποσίες. Αὐτὸ νὰ τὸ ποῦμε καὶ νὰ τὸ τονίσουμε ξανά. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἔλεγε
ὅτι «δὲν ἑορτάζουμε κοσμικῶς ἀλλὰ ὑπερκοσμίως».
Τώρα, ὅσον ἀφορᾶ τὶς ἱστορίες σχετικὰ μὲ τὸν
Ἅγιο Βασίλειο: κατ’ ἀρχὴν τὴν πρώτη Ἰανουαρίου,
τιμοῦμε τὴν περιτομὴ τοῦ Κυρίου μας. Βεβαίως, τιμοῦμε καὶ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Ὁ Ἅγιος
Βασίλειος ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔκανε πάρα
πολλὰ γιὰ τὸν κόσμο, πνευματικῶς καὶ ὑλικῶς.
Στὴ Δύση ὑπάρχει ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ὁ λεγόμενος
Santa Claus, ἕνας ἄνθρωπος πολὺ πλούσιος ποὺ τὰ
μοίρασε ὅλα στοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶχαν ἀνάγκες.
Καὶ μάλιστα κατὰ τὸ ἁγιογραφικὸ «μὴ γνώτω ἡ
ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. ς΄/6, 3),
πολλὲς φορὲς νύχτα πήγαινε μεταμφιεσμένος, γιὰ
νὰ μὴ τὸν γνωρίσουν. Μάλιστα ἦταν πολὺ χαρα-

κτηριστικὴ ἡ περίπτωση ὅπου πέταξε τρία τσουβάλια χρυσάφι σὲ ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἦταν σὲ
φοβερὴ ἀνάγκη, εἶχε πολλὰ χρέη καὶ ἦταν ἕτοιμος,
κυριολεκτικά, νὰ πουλήσει τὶς τρεῖς θυγατέρες του.
Ὑπάρχει μιὰ βάση γιὰ ὅλα αὐτὰ ἀλλὰ ὄχι καὶ
νὰ φτάσουμε σ’ αὐτὴ τὴν ἐμπορικὴ διαφήμιση ποὺ
ὑπάρχει. Πρὸς Θεοῦ, δὲν εἶναι οὔτε μέρος τῆς πίστης μας οὔτε μέρος τῆς χριστιανικῆς μας πορείας.
Τὸ τί κάνει ὁ ὑπόλοιπος κόσμος εἶναι δικό του θέμα
καὶ ὁ Θεὸς θὰ κρίνει, γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα.

7. Ἐπιλεγόμενα

Τονίζουμε λοιπόν, συμπερασματικά, ὅτι σχετικὰ μὲ τὸ πότε ἐμφανίζεται ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ἔχουμε νὰ ποῦμε ὅτι δὲν ἐμφανίζεται
στὸν 4ο αἰώνα. Τὸν 4ο αἰώνα ἔχουμε τὴν τοποθέτησή της σὲ μιὰ ἰδιαίτερη ἡμερομηνία. Ἀλλὰ
οἱ χριστιανοὶ τιμοῦν τὰ Χριστούγεννα ἀπὸ τὴν
ΑΡΧΗ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπάρχει ἡ φιλολογία ἀπὸ
τὸν 2ο αἰώνα. Νὰ τὸ τονίσουμε γιατί ὑπάρχει
καὶ παραπλάνηση καὶ ἐλλειπῆς πληροφόρηση.
Ἃς θίξουμε ἐπίσης, ἔστω κατ’ ἐλάχιστον, τὸ ζήτημα τῆς προσκύνησης τῶν Μάγων καὶ τοῦ Ἀστέρος.
Ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ ἀφήγηση ὁ Ἀστέρας ὁδήγησε
τοὺς Μάγους στὸ νὰ προσκυνήσουν τὸ Χριστὸ καὶ
νὰ τοῦ προσφέρουν δῶρα. Οἱ αὐτὸ-ὀνομαζόμενοι
Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβά, ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Ἀστέρας
ἦταν ὄργανο τοῦ Σατανᾶ ποὺ ὁδήγησε τοὺς Μάγους
ὄχι γιὰ νὰ προσφέρουν ἀληθινὴ λατρεία στὸ Χριστὸ
ἀλλὰ ποὺ τελικά, ὁδήγησε στὴ σφαγὴ τῶν 14.000
νηπίων. Τοῦτο ὅμως, εἶναι πέρα γιὰ πέρα ἐσφαλμένο καὶ ἀποδεικνύεται καὶ μέσα ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ
ἀφήγηση ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Κατ’ ἀρχή, ποτὲ ὁ Σατανᾶς δὲν ἔχει ὁδηγήσει ἀνθρώπους πιστοὺς στὸ νὰ προσκυνήσουν τὸ
Χριστὸ καὶ νὰ τοῦ προσφέρουν δῶρα, νὰ τὸν τιμήσουν, δηλαδή, ὡς Βασιλέα, ὡς Θεὸ καὶ νὰ τιμήσουν
τὴν Σταύρωση καὶ τὴν ταφή Του, ὅπως συμβολίζουν
τὰ δῶρα ποὺ προσεφέρθησαν. Ἀντιθέτως, ἡ Παράδοσις, σὲ συμφωνία μὲ τὴν Ἁγία Γραφή, λέγει ὅτι
ἦταν σοφοὶ ἐκ τῆς Ἀραβίας (γιατί ἡ ἔννοια Μάγος
εἶχε καὶ αὐτὴ τὴν ἔννοια, μαζὶ μὲ τὸ «διδάσκαλος»,
«ἱερέας», κ.ο.κ. τὴν ἐποχὴ ἐκείνη). Πορεύτηκαν κατὰ
πάσα πιθανότητα ἀπὸ τὴν Ἀραβία καὶ προσέφεραν
ἀντίστοιχα δῶρα. Ἔτσι, λοιπόν, ἐκπληρώνεται ἡ
προφητεία ποὺ ἀναφέρεται στὸ Ψαλμ. οβ΄/72, 10,
(Ψαλμ. οα΄/71, 10 κατὰ τοὺς Ο΄) ὅπου ἀναφέρει «οἱ
βασιλεῖς τῆς Θαρσεῖς καὶ τῶν νήσων θέλουσι προσφέρει προσφορᾶς, οἱ βασιλεῖς τῆς Ἀραβίας καὶ τῆς
Σεβᾶ θέλουσι προσφέρει δῶρα». Ταυτόχρονα ὅμως,
μᾶς θυμίζει καὶ μιὰ ἄλλη προφητεία ποὺ ἔκανε ἕνας
ἀνάλογος τῶν Μάγων ἀλλὰ πολὺ προγενέστερος
καὶ αὐτὸς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Βαλαάμ. Ἡ
δὲ προφητεία τοῦ ἀναφέρεται στὸ Ἀριθ. κδ΄/24.
Ἐκεῖ, ἕνας μάγος, ἕνας προφήτης ἐκτὸς Ἰσραὴλ
ὁδηγεῖται στὸ νὰ δεῖ σὲ ὅραση τὸν Παντοδύναμο
καὶ νὰ προφητεύσει γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Μεσσίου.
Δὲν ἦταν, λοιπόν, στοὺς λαοὺς αὐτοὺς ἄγνωστος ὁ
ἐρχομὸς τοῦ Χριστοῦ καὶ κατ’ ἐπέκτασιν καὶ κατὰ
συνέπειαν αὐτὸς ἦταν ὁ λόγος ποὺ ὁδηγήθηκαν
στὸ νὰ τὸν βροῦν, στὸ νὰ τὸν ἀναζητήσουν καὶ
νὰ Τοῦ προσφέρουν αὐτοῦ του εἴδους τὰ δῶρα.
Ἐν κατακλείδι μεταφέρουμε τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου
Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὅπου φαίνεται μὲ σαφῆ
τρόπο τό πῶς ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ βλέπουμε αὐτὴ
τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ πὼς πρέπει νὰ
τὴν ἑορτάζουμε: «Τοίνυν ἑορτάζομεν μὴ πανηγυρικῶς ἀλλὰ θεϊκῶς, μὴ κοσμικῶς ἀλλὰ ὑπερκοσμίως,
μὴ τὰ ἡμέτερα ἀλλὰ τὰ τοῦ Ἡμετέρου, μᾶλλον δὲ
τὰ τοῦ Δεσπότου». Δηλαδή, ὄχι νὰ τιμοῦμε τοὺς
ἑαυτοὺς μας ἀλλὰ νὰ τιμοῦμε τὸ Χριστὸ τὸν Δεσπότη. «Μὴ τὰ τῆς ἀσθενείας ἀλλὰ τὰ τῆς ἰατρείας,
μὴ τὰ τῆς πλάσεως ἀλλὰ τὰ τῆς ἀναπλάσεως».
Αὐτὸ εἶναι τὸ πραγματικὸ περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς
τῶν Χριστουγέννων καὶ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο πρέπει
οἱ χριστιανοὶ νὰ ἑορτάζουμε αὐτὴ τὴν ἁγία ἡμέρα.
Ὁ ἐνορίτης

7

ἐπίκαιρα

Τὰ Χριστούγεννα, εἶναι Θεοφανεῖα.

Τὰ Χριστούγεννα, εἶναι Θεοφανεῖα. Φανέρωσις τοῦ
Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, στὴν Α΄ πρὸς Τιμόθεον
ἐπιστολὴ τοῦ κεφ. Γ: 16, γράφει: «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν
σαρκί”. Καὶ πῶς ἐφανερώθη ὁ Θεὸς ἐν σαρκί; Ἀφοῦ
γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος. Δηλαδή, ἄνθρωπος σὰν κι
ἐμᾶς, ἀπὸ σάρκα καὶ αἷμα. «Κεκοινώνηκεν σαρκὸς
καὶ αἵματος», ὅπως ἀναφέρει στὴν Πρὸς Ἑβραίους
ἐπιστολὴ 2/β: 14.
Τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἡ ἡμέρα ποὺ ἡ ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν κατὰ σάρκα γέννηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἐκ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου
στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ἐπὶ Καίσαρος
Αὐγούστου. Ἀπὸ τότε δέ, ἀρχίζει καὶ ἡ ἐκκλησιαστική
μας ἱστορία. Αὐτὴ ἡ φανέρωση τοῦ Θεοῦ ἐν σαρκί,
αὐτὴ ἡ γέννηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου, εἶναι ἕνα
πάρα πολὺ σημαντικὸ γεγονὸς διότι αὐτό, ἂν ἑξαιρέσει κανεὶς τὸν Εὐαγγελισμὸ πρὸς τὴν Παρθένο Μαρία
ποὺ προηγήθηκε στὴν οὐσία, σηματοδοτεῖ τὴν ἔναρξη
τῆς σωτηριώδους οἰκονομίας καὶ τῶν γεγονότων ποὺ
ὁδήγησαν τὸν ἄνθρωπο στὴν λύτρωση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία
καὶ στὴ δυνατότητα τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς θεώσεως.
Διότι φυσικὰ ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ μυστήριον τῆς σάρκωσης
τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ,, δὲν θὰ ὑπῆρχε καὶ τὸ σωτηριῶδες
Πάθος καὶ δὲν θὰ ἀκολουθοῦσε ἡ Ἀνάστασις διὰ τῆς
ὁποίας ἀναστήθηκε ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ
τὸν θάνατο καὶ τὴν πτώση τῆς ἁμαρτίας.
Γιατί ὅμως εἶναι ἑορτή, καὶ γιατί ἑορτάζεται; Στὴν
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι τὸ σῶμα
τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ, δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξύ των ἐκκλησιαστικῶν ἑορτῶν καὶ τῶν γεγονότων ποὺ ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες
της. Γιατί, ἕνα σωτηριῶδες καὶ θεόσταλτο γεγονός ποὺ
κατὰ τὴ Θεία Οἰκονομία τῆς Σωτηρίας τοῦ Κόσμου
συνέβη σὲ μιὰ δεδομένη ἱστορικὴ στιγμή, συνέβη μὲ
τέτοιο τρόπο καὶ μὲ τέτοιο σκοπό, ὥστε νὰ μείνει μετὰ
γιὰ πάντα. Δηλαδὴ συνέβη κατὰ τέτοιον τρόπο, γιὰ
νὰ γίνει λειτουργικό, ποὺ σημαίνει ἀνθρωποσωτήριο,
συνεχῶς παρατεινόμενο, μέσω ὅλης της ἱστορίας τῆς
ἐκκλησίας ἐπὶ γῆς, μέχρι τὴ Δευτέρα Παρουσία καὶ σ’
ὅλη τὴν αἰωνιότητα. Καὶ αὐτὴ ἡ λειτουργικὴ γιὰ τὸν
ἄνθρωπο σωτήριος μεταφορὰ καὶ προέκταση τῶν θείων γεγονότων μέσω τῆς ζωῆς μας σ’ αὐτὴ τὴ γῆ, εἶναι
πράγματι ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὸ ἑορτολόγιο τῆς
ἐκκλησίας εἶναι πράγματι ἡ λειτουργία της. Ἡ λειτουργία τοῦ ζῶντος Θεοῦ ποὺ μὲ ζωοποιεῖ καὶ μᾶς σώζει.
Ὁλόκληρο τό Εὐαγγέλιο καὶ τὰ Καινοδιαθηκικὰ γεγονότα τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας, συνοψίζονται στὸ
Εὐαγγέλιο, δηλαδὴ στὴ χαρμόσυνη ἀγγελία τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὁ
Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ὁ Θεὸς Λόγος ἔλαβε σῶμα,
ἔγινε ἄνθρωπος. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ Θεανθρώπινο
γεγονὸς εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἐμεῖς ἑορτάζομε τὰ Χριστούγεννα. Τὸ συγκεκριμένο γεγονὸς εἶναι ἡ κατὰ σάρκα
γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς ἀνθρώπου. Καὶ γι’ αὐτὸ
εἶναι ἐπίσης ἕνα συγκεκριμένο γεγονὸς καὶ ἡ Ὀρθόδοξη χριστιανικὴ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων μας. Γιατί
κάθε Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ ἑορτὴ καὶ ἰδιαίτερα τά
Χριστούγεννα, εἶναι γιὰ μᾶς ὀρθόδοξη, λειτουργικὴ καὶ
εὐχαριστιακὴ μετοχὴ καὶ κοινωνία μας, καὶ οἰκείωσή
μας, πρὸς τὸ μυστηριακὸ ἀλλὰ καὶ πραγματικὸ γεγονὸς
τῆς σαρκώσεως τοῦ σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ, «δι’ ἡμᾶς
καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν», ὡς λέγει ἡ Ἐκκλησία.
«Ὅτι ἐτέχθη ἡμῖν σήμερον, Σωτήρ, ὃς ἐστὶν Χριστός,
Κύριος ἐν πόλει Δαυίδ».

2. Ἀντιρρήσεις γιὰ τὴ γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων

Ἐν τούτοις ὑπάρχουν πολλοὶ οἱ ὁποῖοι ὀνομάζονται «Χριστιανοὶ» οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται, (ὅσο παράξενο καὶ ἂν φαίνεται αὐτὸ) νὰ ἑορτάσουν αὐτὸ τὸ
συγκλονιστικὸ καὶ συνάμα χαρμόσυνο γεγονὸς στὴν
ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Ἔχουμε κατὰ νοῦ τοὺς
ἐπονομαζόμενους «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ» οἱ ὁποῖοι
προβάλλουν τὶς ἀντιρρήσεις τους γιὰ τὸ ἐὰν πρέπει
νὰ ἑορτάζεται τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς σαρκώσεως τοῦ
Κυρίου καὶ ὅσο μᾶς ἐπιτρέψει ὁ χρόνος, καλούμαστε

8

νὰ δώσουμε ὅσες ἀπαντήσεις μποροῦμε, δίνοντας
ταυτόχρονα καὶ τὴν πραγματικὴ διάσταση αὐτοῦ του
χαρμόσυνου γεγονότος.
Ἃς ἀρχίσουμε ὅμως θέτοντας τὰ βασικὰ ἐρωτηματικὰ
ποὺ καλούμαστε νὰ ἀπαντήσουμε καὶ νὰ ἀναλύσουμε.
Τὸ πρῶτο ἐρώτημα ποὺ τίθεται εἶναι «ἐὰν πρέπει νὰ
ἑορτάζονται τὰ Χριστούγεννα», καὶ γενικότερα «ἐὰν
ὑπάρχουν ἑορτὲς γιὰ τοὺς χριστιανούς». Ἐὰν δηλαδὴ
οἱ Χριστιανοὶ ἁρμόζει νὰ ἑορτάζουν ὁρισμένα θρησκευτικὰ γεγονότα.
Στὴ συνέχεια τὸ ἑπόμενο ἐρώτημα, ἔχει πολλὲς ὄψεις.
Θὰ μπορούσαμε λοιπὸν νὰ τὸ θέσουμε ὡς ἑξῆς: «Πότε
καὶ πῶς καὶ τί πρέπει νὰ ἑορτάζουν οἱ χριστιανοί;»
Αὐτὸ βέβαια τό ἐρώτημα μποροῦμε νὰ τὸ συγκεκριμενοποιήσουμε καὶ πρέπει γιὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων. Ἕνα ἄλλο ἐρώτημα ποῦ ἀκολουθεῖ, εἶναι τό
«ἀπὸ πότε ἄρχισαν οἱ Χριστιανοὶ νὰ ἑορτάζουν τὰ
Χριστούγεννα;» Καὶ αὐτὸ τὸ θέτουμε ὄχι μόνο γιὰ τὴν
ἱστορικὴ διάσταση τοῦ θέματος, ἀλλὰ καὶ διότι ἔχουν
προσπαθήσει οἱ ἐπονομαζόμενοι «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ» ποὺ προηγουμένως ἀναφέραμε, νὰ «ἀποδείξουν»
ἱστορικά, ὅτι αὐτὴ εἶναι μία ἑορτὴ ἡ ὁποία δῆθεν εἰσήχθη πολὺ ἀργότερα καὶ κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἐπιχειροῦν
νὰ δικαιολογήσουν τὸ γιατί ἀρνοῦνται τὸν ἑορτασμό
της. Ἕνα ἐπιπλέον ἐρώτημα ἢ θέμα ποὺ μπαίνει καὶ
ποὺ ἔχει σχέση μὲ αὐτὴ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων,
εἶναι τὰ περὶ τῆς προσκύνησης τῶν Μάγων καὶ περὶ
τοῦ Ἀστέρος, ποὺ τοὺς ὁδήγησε στὸ νὰ ἀναζητήσουν
καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸν βασιλιὰ τῶν Ἰουδαίων.
Τέλος, θὰ διερευνήσουμε τὸ πότε πρέπει νὰ ἑορτάζομε τὰ Χριστούγεννα καὶ αὐτὸ διότι ἔχουν ἀναφερθεῖ ἀντιρρήσεις ἀπὸ τὴν προαναφερθεῖσα ὁμάδα
ἀνθρώπων, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ὀρθὴ ἡμερομηνία, (ὁ
Δεκέμβριος μήνας), ἀλλὰ τοποθετοῦν τὴ Γέννηση τοῦ
Χριστοῦ στὸ μήνα Ὀκτώβριο. Αὐτὲς καὶ ἄλλες ἐρωτήσεις, γύρω ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς τοῦ
Χριστοῦ Γεννήσεως, θὰ προσπαθήσουμε νὰ διερευνήσουμε καὶ νὰ ἀπαντήσουμε.
Ἃς εἴμαστε λοιπὸν πολὺ συγκεκριμένοι, γιατί εἶναι
σημαντικὸ νὰ δοῦμε ἀπὸ κοντὰ τὶς θέσεις αὐτῶν τῶν
μικρῶν ὁμάδων τῶν λεγομένων «Χριστιανῶν», ὅπως
εἶναι οἱ λεγόμενοι «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβά».
Μιὰ πρώτη δικαιολογία ποὺ προβάλλεται, εἶναι ἡ
ἀκόλουθη: «Οἱ ἑορτὲς γενικῶς καὶ εἰδικὰ αὐτὴ τῆς
Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ φαίνεται,
ἀλλὰ ἔχει (καὶ ἔχουν οἱ ἑορτές), μία παγανιστική, μὴ
Χριστιανικὴ προέλευση, καὶ μάλιστα συχνὰ συνοδεύονται ἀπὸ ἐλευθεριάζουσες πράξεις καὶ δραστηριότητες,
ὅπως εἶναι ἡ οἰνοποσία, ἡ μέθη, ἡ πορνεία καὶ ἄλλα.
Αὐτὸ ἀναφέρεται καὶ αὐτὴ τὴ δικαιολογία ἐπικαλεῖται,
τὸ βιβλίο «Τὰ Πάντα Δοκιμάζετε..» στὴ σελίδα 241.
Εἶναι βιβλίο τῶν λεγομένων «Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβά».
Ἕνα δεύτερο ἐπιχείρημα ποὺ προβάλλεται, εἶναι ὅτι
οἱ γιορτὲς δὲν μνημονεύονται στὴν Ἁγία Γραφὴ ἐκτὸς
κάτω ἀπὸ ἀρνητικὲς περιστάσεις, ὅπως οἱ συντροφιὲς τῶν γεννεθλίων, στὶς ὁποῖες κάποιος πάντοτε
θανατώθηκε. Καὶ προβάλλεται ἡ περίπτωση τόσο τῶν
γεννεθλίων τοῦ Φαραὼ ὅπου ἄνθρωποι θανατώθηκαν,
ὅσο καὶ τῶν γεννεθλίων τοῦ Ἡρώδη κατὰ τὰ ὁποῖα
θανατώθηκε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής. Προβάλλεται ἀντ’ αὐτοῦ ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ μόνη προσταγὴ τοῦ
Κυρίου γιὰ νὰ γιορτάζουμε κάτι, εἶναι «τὸ Δεῖπνο τοῦ
Κυρίου». Ὅλα αὐτὰ βρίσκονται στὸ ἴδιο βιβλίο «Τὰ
Πάντα Δοκιμάζετε» στὴ σελίδα 235 -236.
Καὶ ἕνα τελευταῖο ἐπιχείρημα καὶ ἀντίληψη - αἰτιολογία ποὺ προβάλλεται, εἶναι ὅτι οἱ γιορτὲς γενικῶς
εἰδωλοποιοῦν κάτι ἢ κάποιον ἄλλον ἐκτός τοῦ Θεοῦ,
καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ λέει «φεύγετε ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία»
καὶ δὲν εἶναι οἱ Χριστιανοὶ μέρος τοῦ κόσμου, δὲν εἶναι
ἐκ τοῦ κόσμου, καὶ συνεπώς γιατί νὰ γιορτάζουν πράγματα τὰ ὁποῖα εἰδωλοποιοῦν ὁτιδήποτε; Αὐτὰ ἀπὸ τὸ
ἴδιο βιβλίο ποὺ ἀναφέραμε, ἀπὸ τὴ σελίδα 241 καὶ 242.
Τέλος σχετικὰ μὲ τὰ Χριστούγεννα, προβάλλουν τὸ
ἐπιχείρημα ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν γεννήθηκε στὶς 25 Δεκεμβρίου, καὶ ἔτσι, γιατί νὰ γιορτάζει κανείς, κάποια
ἡμερομηνία ποῦ συμπίπτει μὲ τὸ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο

πού ἑορταζόταν παλιὰ ἀπὸ τοὺς λάτρεις τοῦ ἥλιου;
Προτοῦ νὰ ἐξετάσουμε αὐτὲς τὶς ἀντιρρήσεις, ἃς
δοῦμε κάποιες ἀρχές, γενικὲς ἀρχὲς πρῶτα, ποὺ τόσο οἱ
λεγόμενοι Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβά, ὅσο καὶ οἱ Χριστιανοὶ
συμφωνοῦμε, ὅτι εἶναι βασικὲς καὶ δὲν ἐπιδέχονται περαιτέρω διαπραγμάτευση. Στὴ συνέχεια θὰ ἐξετάσουμε
τὴν ἑρμηνεία ποὺ δίνουν οἱ λεγόμενοι Μάρτυρες τοῦ
Ἰεχωβὰ σ’ αὐτά, καὶ θὰ ἀποκαλύψουμε τὴν ἀσυνέπεια
τῆς Ἐταιρίας Σκοπιὰ καὶ τὴν ἀποτυχία τους νὰ ἀντιληφθοῦν τὴ Χριστιανοσύνη.
Κατ’ ἀρχὴν νὰ ποῦμε ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι πολὺ
σαφὴς ὅταν λέει μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δεχόμαστε:
Ὅτι δὲν εἴμαστε ἐκ τοῦ κόσμου. Καὶ ἐμεῖς πιστεύουμε
ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχουμε κοσμικὸ φρόνημα, κατὰ τὸ
κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, 17/ιζ κεφάλαιο, 16 ἐδάφιο.
Ὅτι πρέπει νὰ ἀπέχουμε ἀπὸ τὸ πονηρό, σύμφωνα μὲ
τὴν προτροπὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, στὴν Α΄ Θεσσαλονικεῖς, 5/ε: 22. Ὅτι δὲν συμμετέχουμε, καὶ πρέπει
νὰ ἀποφεύγουμε νὰ συμμετέχουμε στὰ ἔργα τὰ ἄκαρπα
τοῦ σκότους, σύμφωνα μὲ τὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολὴ
ἐπίσης τοῦ ἀποστόλου Παύλου, 5/ε: 11, καὶ 13/ιγ: 12.
Καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει κοινωνία ἀνάμεσα στὸ φῶς καὶ στὸ
σκότος, σύμφωνα μὲ τὴ Β΄ Κορινθίους ἐπιστολὴ τοῦ
ἀποστόλου Παύλου, 6/στ: 14. Ὅλοι ὅσοι ἰσχυριζόμαστε ὅτι εἴμαστε Χριστιανοί, πράγματι πιστεύουμε, καὶ
θέλουμε νὰ ζοῦμε μ’ αὐτὲς τὶς ἀρχές. Ἡ ἀντιπαράθεση
ἀρχίζει, ὅταν αὐτὲς οἱ ἀρχὲς ἑρμηνεύονται γιὰ νὰ τεθοῦν
σὲ ἐφαρμογὴ στὴν καθημερινὴ ζωή.
Ἃς δοῦμε λοιπόν, ἀναλυτικότερα τὶς ἀντιρρήσεις
ποὺ προαναφέραμε:

3. Εἰδωλολατρικὴ προέλευση;

Θὰ ἐξετάσουμε πρῶτα, τὴν ἀντίρρηση ὅτι οἱ γιορτὲς
γενικά, (ἀλλὰ καὶ τὰ Χριστούγεννα), ἔχουν μία εἰδωλολατρικὴ προέλευση, μιὰ μὴ Χριστιανικὴ προέλευση,
καὶ ὅτι συνοδεύονται ἀπὸ ἔργα ὅπως εἶναι ἡ μέθη ἢ
ἡ πορνεία.
Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι μπορεῖ νὰ φαίνεται πὼς διάφορες
γιορτές, συμπίπτει νὰ γίνονται σὲ χρόνο ποὺ παλιά,
ἀρχαῖοι λαοί, γιόρταζαν τὶς δικές τους γιορτές. Νὰ
φαίνεται ὅτι τάχα αὐτὲς οἱ γιορτὲς ἔχουν προέλευση
ποὺ σχετίζονται μὲ ἔθιμα καὶ ἤθη καὶ πράξεις εἰδωλολατρείας, ἢ παγανισμοῦ. Εἶναι ἐπίσης ἀλήθεια ὅμως,
ὅτι ὑπάρχουν ἕνα σωρὸ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν
τὴν προέλευσή τους στὸν παγανισμὸ καὶ τὰ χρησιμοποιοῦμε. Ἕνα παράδειγμα εἶναι τὸ ἡμερολόγιό μας!
Ὁ μήνας Ἰανουάριος φερ’ εἰπεῖν. Ἔχει τὸ ὄνομά του
παρμένο ἀπὸ ἕναν ἀρχαῖο «θεό». Ἢ ὁ Αὔγουστος, εἶναι
τίτλος τιμῆς, ἑνὸς εἰδωλολάτρη βασιλέα. Πολλὲς φορές,
ζευγάρια γιορτάζουν τὴν ἐπέτειο τοῦ γάμου τους. Ἀλλὰ
τὸ ἴδιο συνήθιζαν ζευγάρια στὴν εἰδωλολατρικὴ ἐποχὴ
τῶν ἀρχαίων λαῶν. Τὸ ἴδιο συνηθίζουν καὶ οἱ λεγόμενοι «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβά». Τὰ δαχτυλίδια στὸ γάμο,
ἔχουν ἐπίσης ρίζες παγανιστικές. Καὶ ἄλλα παρόμοια
σύμβολα χρησιμοποιοῦνται καὶ στὸν καθημερινὸ κόσμο
τῶν ἐπιχειρήσεων. Μήπως πρέπει νὰ ξεδιαλέγουμε,
ὅλα τά μικρὰ καὶ μεγάλα πράγματα, γιὰ νὰ βροῦμε
τί ρίζα ἔχει τὸ καθένα, καὶ ἔτσι νὰ τὰ ἀπορρίψουμε;
Αὐτὸς εἶναι ὁ στόχος τῆς Χριστιανικῆς μας πορείας;
Μήπως αὐτὸ φέρνει στὴ μνήμη μας τοὺς Φαρισαίους
οἱ ὁποῖοι «διύλιζαν τὸν κώνωπα, καὶ κατάπιναν τὴν
κάμηλο», ψάχνοντας νὰ βροῦν τί εἶναι καθαρὸ καὶ τί
εἶναι ἀκάθαρτο; Αὐτὸς εἶναι ὁ στόχος τῆς σωτηρίας μας;
Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἡ ἐταιρία Σκοπιὰ λέει: «ὄχι, χρειάζεται νὰ ἔχουμε μιὰ ἰσορροπία, καὶ ὑπάρχει ἕνα ἄρθρο
στὸ περιοδικὸ τῆς «Ξύπνα» τῆς 22ας Δεκεμβρίου 1976,
(στὴν Ἀγγλική), στὶς σελίδες 12-15, ποὺ ἐκεῖ ἀναφέρεται
πολὺ συγκεκριμένα, ὅτι «τὸ γεγονὸς ὅτι ἄλλες θρησκεῖες μπορεῖ νὰ χρησιμοποιοῦν κάποια πράγματα ποὺ
εἶναι τῆς φύσης ποὺ ὁ Θεὸς δημιούργησε, καὶ νὰ τὰ
χρησιμοποιοῦν ὡς σύμβολα στὴ λατρεία τῶν εἰδώλων,
δὲν καθιστᾶ αὐτὰ τὰ πράγματα ἐσφαλμένα γιὰ τοὺς
ἀληθινοὺς λάτρεις, ποὺ τὰ χρησιμοποιοῦν διαφορετικά».
Ὁποιοσδήποτε ἐπισκεπτόταν τὸν Ναὸ τοῦ Θεοῦ τοῦ
Σολομώντα, μποροῦσε νὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι οἱ λάτρεις τοῦ
Θεοῦ, δὲν λάτρευαν ἐκεῖνα τὰ διακοσμητικὰ σύμβολα

9

9

ποὺ ὑπῆρχαν στοὺς τοίχους. Ἔτσι, οἱ Χριστιανικὲς
ἀνάγκες, δὲν πρέπει πρωτίστως νὰ ἐπικεντρώνονται σ’
ἕνα συγκεκριμένο σύμβολο, καὶ νὰ σκέπτονται τί μπορεῖ
αὐτὸ νὰ ἐννοοῦσε καὶ νὰ σήμαινε πρὶν ἀπὸ χιλιάδες
χρόνια, ἢ πῶς μπορεῖ νὰ τὸ θεωροῦν στὴν ἄλλη μεριὰ
τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἐπικεντρώνονται στὸ
ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ, γιὰ τοὺς περισσότερους ἀνθρώπους, μεταξύ τῶν ὁποίων οἱ Χριστιανοὶ ζοῦν. Αὐτὸ λέει
τὸ περιοδικὸ «Ξύπνα» τοῦ 1976, καὶ τὰ ἴδια ἀναφέρει
καὶ ἡ «Σκοπιὰ» 15 Μαΐου τοῦ 1972. Ὅτι ἐὰν ἕνα ἀντικείμενο εἶναι εἴδωλο ἢ ὄχι, πρωτίστως ἐξαρτᾶται, ἀπὸ
τὸ πῶς τὸ θεωρεῖ κανείς.
Αὐτὰ δείχνουν κάτι πολὺ βασικό. Ἡ ἐταιρία Σκοπιά,
τονίζει ὅτι:
1. Ὅτι τὰ σχήματα ἢ τὰ σύμβολα καθεαυτά, δὲν
εἶναι κάτι κατ’ ἀνάγκην κακό, νὰ χρησιμοποιοῦνται
σήμερα, ἀκόμα καὶ ἂν κάποτε χρησιμοποιοῦνταν ἀπὸ
τοὺς εἰδωλολάτρες στὴν ἐσφαλμένη λατρεία.
2. Ὅτι εἶναι χάσιμο χρόνου, καὶ δὲν εἶναι ἀναγκαῖο,
νὰ καθίσουμε νὰ δοῦμε, τί σήμαινε κάθε ἀντικείμενο
ποὺ βρίσκεται πάνω στὴ γῆ στὸ παρελθόν, ἢ σήμερα.
Κι ἐδῶ φαίνεται ἡ ἀσυνέπεια τῆς ἐταιρίας Σκοπιά:
Καμιὰ Χριστιανικὴ γιορτή, δὲν γιορτάζει ΤΙΠΟΤΑ ἀπὸ
ἐκεῖνα ποὺ γιόρταζαν οἱ ἀρχαῖοι εἰδωλολάτρες. Καὶ
ἂν στὴν ἡμερομηνία κάποιας Χριστιανικῆς γιορτῆς,
συνέπιπτε νὰ ὑπάρχει κάποια εἰδωλολατρικὴ γιορτή,
δὲν ἔχει καμία τέτοια σημασία ἡ ἡμέρα αὐτὴ σήμερα
γιὰ μᾶς. Γιὰ παράδειγμα τὰ Χριστούγεννα. Πολὺ πρὶν
ἀρχίσουν νὰ γιορτάζουν τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ οἱ
Χριστιανοί, οἱ εἰδωλολάτρες γιόρταζαν τὸν ἥλιο, στὶς 25
Δεκεμβρίου. Ἦταν ἡ ἡμέρα τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοστασίου.
Ἦταν τότε γι’ αὐτούς, ἕνας καιρὸς ποὺ ἔδιναν δῶρα,
καὶ βέβαια ὑπῆρχε καὶ κραιπάλη. Ὅταν ἄρχισαν οἱ
Χριστιανοὶ νὰ γιορτάζουν, τὴν Χριστοῦ Γέννηση, ὅλα
αὐτὰ ἀντικαταστάθηκαν. Καὶ στὴν παλαιὰ γιορτὴ τοῦ
αὐτοκράτορα Αὐρηλίου, ποὺ εἶχε ξεκινήσει τὸν 3ο αἰώνα οἱ Χριστιανοὶ ἔβαλαν τὴ δική τους γιορτή. Τώρα τί
θὰ ποῦμε; Ὅτι ἡ σημερινὴ γιορτή, ἔχει σχέση, καὶ εἶναι
ἀπομεινάρι τῆς ἀρχαίας γιορτῆς; Μήπως οἱ Χριστιανοὶ
ἐννοοῦν σήμερα μὲ τὴ γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων, αὐτὰ
πού ἐννοοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι εἰδωλολάτρες; Μήπως ἐξακολουθοῦμε δηλαδή, νὰ λατρεύουμε τὸν Ἥλιο; Ὄχι!
Μπορεῖ γιὰ μερικοὺς νὰ εἶναι καιρὸς ποὺ ὑπάρχει
κατάχρηση. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ Χριστιανικὸ μήνυμα. Γιὰ ἐμᾶς, ἡ δόξα τοῦ Ἥλιου τῆς Δικαιοσύνης, ποὺ
ἀνέτειλε στὸν κόσμο, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ,
ποὺ γεννήθηκε γιὰ ἐμᾶς ὡς ἄνθρωπος, δὲν ἔχει καμία
σχέση μὲ τὴν τιμὴ ποὺ ἀπέδιδαν στὸν ἥλιο, (τὸν κτιστὸ
ἥλιο), οἱ ἀρχαῖοι λάτρεις του.
Οἱ ἴδιοι λοιπὸν οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβά, ἐρχόμενοι
σὲ σύγκρουση μὲ τοὺς ἑαυτούς τους, ἀντιφάσκοντας,
ἔχουν γράψει στὰ ἐπίσημα ἔντυπά τους, ὅτι δὲν χαρακτηρίζει τὴν λατρεία ἡ ἱστορία τῶν μέσων ποὺ χρησιμοποιοῦνται, ἀλλὰ ἡ λατρεία χαρακτηρίζεται ἄμεσα, ἀπὸ
τὸ πῶς χρησιμοποιεῖται καὶ τὸ πῶς τελεῖται. Λέγουν
λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἐξετάζει κανεὶς
μὲ λεπτομέρεια τὰ ἀντικείμενα ποὺ χρησιμοποιεῖ, ἐὰν
εἶχαν εἰδωλολατρικὴ προέλευση, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι ἐὰν
κανεὶς χρησιμοποιεῖ τρόπους ἢ μεθόδους γιὰ τὴ λατρεία
τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ποὺ πιθανὸν χρησιμοποιοῦνταν
στὸ παρελθὸν καὶ ἀπὸ μὴ Χριστιανικοὺς λαούς, αὐτὸ
δὲν ἀλλοιώνει τὴν ἀπόδοση τῆς λατρείας. Ἔτσι λοιπόν,
στηριζόμενοι στὰ ἴδια τους τὰ λεγόμενα, μποροῦμε νὰ
ποῦμε, ὅτι ἡ γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ὅπως καὶ κάθε
ἄλλη Χριστιανικὴ γιορτή, ἀποδίδει δόξα καὶ τιμὴ καὶ
λατρεία καὶ αἶνο, στὸν ἀληθινὸ Θεό, καὶ κατὰ συνέπειαν κανένας δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζει καὶ νὰ ἀσχολεῖται,
μὲ τὸ ποιοὶ καὶ πότε στὸ παρελθόν, ἑόρταζαν πιθανὸν
σὲ παρόμοιες ἡμέρες θεοὺς εἰδωλολατρικούς.

4. Πρέπει οἱ Χριστιανοὶ νὰ ἔχουν γιορτές;

Καὶ ἐρχόμαστε τώρα στὸ δεύτερο σημεῖο, στὸ σημεῖο
ποὺ λένε ὅτι στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἰδιαίτερα στὴν Καινὴ
Διαθήκη, δὲν ἀναφέρονται ἑορτές, ὅτι πρέπει δηλαδὴ οἱ
Χριστιανοὶ νὰ ἑορτάζουν ἑορτές, ἀλλὰ μόνο τὴν ἑορτὴ
τοῦ «Δείπνου τοῦ Κυρίου».
Κατ’ ἀρχήν, θέλουμε νὰ ποῦμε, ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή, θὰ
μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἑορτὲς γιὰ

τὸν Κύριο. Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, καὶ στὴν Καινή, ἔχει θεσπίσει ἑορτές, καὶ μάλιστα
μέσω αὐτῶν τῶν ἑορτῶν, καθαγιάζεται καὶ ὁ χρόνος.
Ἃς πάρουμε ὅμως τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή:
Ἡ πρώτη ἑορτή, ποὺ ἀναφέρεται στὴν Καινὴ Διαθήκη, εἶναι αὐτὴ καθεαυτὴ αὐτὴ ἡ ἑορτὴ γιὰ τὴν ὁποία
μιλοῦμε σήμερα. Εἶναι δηλαδή, ἡ ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου. Χαρακτηριστικά, στὸ κατὰ Λουκᾶν
Εὐαγγέλιο, στὸ 2/β: 6-14, ἀναφέρονται (συνοπτικὰ καὶ
ἀποσπασματικά) τά ἑξῆς: «Καὶ εἶπεν αὐτοῖς, (δηλαδὴ
στοὺς ποιμένες ὁ ἄγγελος): Μὴ φοβεῖσθε, ἰδοὺ γάρ,
εὐαγγελίζομαι ἡμῖν χαρὰν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντὶ
τῷ λαῶ». Ὁ ἄγγελος λοιπόν, φέρνει ἕνα χαρμόσυνο
ἄγγελμα στοὺς ποιμένες, καὶ μάλιστα ἀναφέρει τὴ χάρα
σὰν μεγάλη χαρά. Εἶναι πολὺ χαρμόσυνο δηλαδὴ τὸ
γεγονὸς τῆς Θείας Ἐνανθρωπίσεως. Καὶ μάλιστα δὲν
ἀφορᾶ μόνο αὐτούς, ἀλλὰ καὶ «παντὶ τῷ λαῶ», ὅπως
λέει ὁ ἄγγελος στὴ συνέχεια. Ἀλλὰ δὲν περιορίζεται
μόνο σ’ αὐτοὺς ἡ χαρά, δηλαδὴ στοὺς ποιμένες, ἀλλὰ
στὴ χαρὰ αὐτὴ συμμετέχει καὶ πλῆρος ἀγγέλων. Στὸ
στίχο 13 ἀναφέρεται: «Καὶ ἐξαίφνης, ἐγένετο σὺν τῷ
ἀγγέλω, πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου, αἰνούντων τῷ Θεῶ
καὶ λεγόντων: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ, καὶ ἐπὶ γῆς
εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκίας». Παρατηροῦμε λοιπόν, ὅτι αὐτὸ τὸ χαρμόσυνο, τὸ γιορταστικὸ γεγονός,
γιορταζόταν καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπὸ τοὺς
ἀγγέλους, καὶ μάλιστα μὲ αἴνους πρὸς τὸν Θεό.
Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, οἱ λεγόμενοι Μάρτυρες τοῦ
Ἰεχωβὰ μὲ τὴ Σκοπιὰ 15 Δεκεμβρίου τοῦ 1991 στὴν
Ἑλληνική, προβάλλουν στὴν 5 σελίδα τὴν ἀντίρρηση,
καὶ λένε, ὅτι «ἀλλοίμονο, ἂν πρόκειται νὰ γιορτάζουμε
κάθε γεγονός, γιὰ τὸ ὁποῖο οἱ ἄγγελοι ἀλλαλάζουν! Νά,
λένε, οἱ ἄγγελοι χαίρονταν καὶ ὅτι δημιουργήθηκε ἡ
γῆ. Μήπως πρέπει νὰ γιορτάζουμε κάθε χρόνο καὶ τὴ
δημιουργία τῆς γῆς;
Ἡ Χριστιανικὴ ἀπάντηση σὲ αὐτό, εἶναι ἡ ἑξῆς,
ὅτι πράγματι ὁ Κύριος εἶχε θεσπίσει στὸν Ἰσραὴλ τὴν
ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, ὡς «ἡμέρα ἀναπαύσεως ἀπὸ πάντων των ἔργων αὐτοῦ», ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ὅλη
ἡ δημιουργία χαιρόταν, γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κτίστης
εἶχε συντελέσει αὐτὴ τὴ δημιουργία. Καὶ οἱ Χριστιανοὶ
ποτὲ δὲν ἔπαψαν νὰ τιμοῦν αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γεγονός,
ἀλλὰ πῶς; Μέσα στὴν ἡμέρα τῆς ΑΝΑ-δημιουργίας,
μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἀνάστασης τοῦ Κυρίου. Ὅλη
αὐτὴ λοιπὸν ἡ χαρὰ τῶν ἀγγέλων γιὰ τὴ δημιουργία,
περιλαμβάνεται στὴν ἀνακαίνιση τῆς κτίσεως, καὶ τοῦ
σύμπαντος, ποὺ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ἀνάστασης τοῦ Κυρίου. Καὶ ὅλα αὐτά, καὶ ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ δημιουργία,
ἡ ἀναδημιουργία, ἡ προοπτική τοῦ μέλλοντος αἰῶνος,
ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Κυρίου μας…, ὅλα αὐτά, περιλαμβάνονται σὲ αὐτὴ τὴ σύναξη, γύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ
Δείπνου τοῦ Κυρίου. Τὴ Σύναξη τὴν Εὐχαριστιακή,
ποὺ λέμε ἐμεῖς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπέρτατη γιορτή. Εἰδικὰ
μέσα στὸ δεῖπνο τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶναι ἡ σύναξη τῆς
Βασιλείας καὶ ἡ χαρὰ τῆς Βασιλείας, περιλαμβάνονται
ὅλα: Περιλαμβάνεται καὶ ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ
πορεία του στὴ γῆ, καὶ ἡ ἀνάστασή του, καὶ ὁ θάνατός
του καὶ ἡ ἀνάληψη, καὶ ἡ ἀναδημιουργία.

5. Περὶ ἑορτασμοῦ γενεθλίων καὶ ἁγιασμοῦ τοῦ
χώρου

Ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἄλλο ποὺ λένε, ὅτι οἱ Χριστιανοὶ
δὲν γιορτάζουν γενέθλια, καὶ ἀναφέρονται σὲ μία παραπομπὴ ἀπὸ τὴν Παγκόσμια Ἐγκυκλοπαίδεια τοῦ
Βιβλίου, ὅτι οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ δὲν γιόρταζαν τὴ
γέννηση ὁποιουδήποτε ἀτόμου, γιατί τὸ θεωροῦσαν
εἰδωλολατρικὸ ἔθιμο, ἔχουμε νὰ ποῦμε τὰ ἑξῆς: Ἐντάξει,
δὲν διαφωνοῦμε. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δὲν γιορτάζει
γενέθλια. Ἐμεῖς γιορτάζουμε τὴ σχέση τῆς ἀναγέννησης
μὲ τὸν Κύριο. Ἡ ἀναγέννηση σχετίζεται μὲ αὐτὸ τὸ ὄνομα τὸ καινούργιο ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο. Ὄχι
μὲ τὴ γέννηση κανενὸς ἀνθρώπου. Ὅσο δὲ γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τοῦ Ὁποίου τὴ γέννηση γιορτάζουμε,
δὲν εἶναι ὁ Κύριος ἕνας «ἁπλὸς ἄνθρωπος». Εἶναι ὁ
Θεὸς ποὺ ἐνανθρώπισε! Καὶ ἐκεῖ βρίσκεται ἡ οὐσία
αὐτῆς τῆς ὑπόθεσης. Δὲν εἶναι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος,
ἀλλὰ εἶναι ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ. Καὶ δὲν ἐντάσσεται σὲ μιὰ
τέτοια συλλογιστική, γιὰ μιὰ δική του γιορτή, γιὰ μιὰ

γιορτὴ τῆς γεννήσεώς Του. Συνεπῶς, δὲν πρόκειται
γιὰ καμία γιορτὴ εἰδωλολατρείας, ἀλλὰ γιὰ μιὰ γιορτὴ
τιμῆς στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας, καὶ συνεπῶς ἡ
ὅλη ἐνέργεια τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι μιὰ ἐνέργεια ποὺ
χάριτι Θεοῦ, δίνει ἁγιασμὸ διὰ τοῦ γεγονότος τῆς δικῆς
Του ἐνανθρωπίσεως καὶ στὸν χρόνο καὶ στὸν χῶρο.
Αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν ἁγιασμὸ τῆς κτίσεως, εἶναι ἐκεῖνο
ποὺ ἐπιδιώκει ἡ Ἐκκλησία καὶ τὰ μέλη της τὸ καθένα
ξεχωριστά, καὶ γι’ αὐτὸ γιορτάζουν ὅλα αὐτὰ τὰ Θεῖα
γεγονότα, μεταξύ τῶν ὁποίων καὶ τὸ πολὺ σημαντικὸ
γεγονὸς τῆς Θείας Ἐνανθρωπίσεως ποὺ ἑορτάζει ἡ Χριστιανικὴ Ἐκκλησία κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων.
Ὅπως καὶ προηγουμένως τονίσαμε, ἀποκορύφωμα
καὶ κέντρο τοῦ ἑορτασμοῦ, εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία,
τὸ Δεῖπνο τοῦ Κυρίου, καὶ σὲ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει καμία
ἀντίρρηση καὶ ἀμφιβολία. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ γεγονός,
οἱ Χριστιανοὶ ἑορτάζουν ὁλόκληρη τὴ Θεία Οἰκονομία,
ἡ ὁποία βεβαίως περιλαμβάνει ὅλα τά στάδια καὶ τὶς
φάσεις τῆς Θείας Ἐνανθρωπίσεως, καὶ τῆς σωτηρίας
τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ποὺ αὐτὴ συνεπάγεται. Ὡστόσο, ἃς δοῦμε αὐτὸ τὸ γεγονός, (τὸ σημαντικὸ γεγονός),
μέσα ἀπὸ κάποια χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
Κατ’ ἀρχήν, ἃς ἀνατρέξουμε στὸ βιβλίο τῆς Ἐξόδου,
3/γ: 5. Ἐκεῖ ὁ Θεὸς λέει τὰ ἑξῆς στὸν Μωυσῆ, ὅταν
ἐμφανίσθηκε ἐν μέσω τῆς φλεγομένης καὶ μὴ κατακαιομένης βάτου: «Λύσον τὰ ὑποδήματά σου ἐκ τῶν
ποδῶν σου, διότι ὁ τόπος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἵστασαι εἶναι
γῆ ἁγία». Ὁ τόπος λοιπόν, μὲ τὴν ἐμφάνιση καὶ τὴν
παρουσία τοῦ Κυρίου, ἁγιάσθηκε.

6. Ὁ ἁγιασμὸς τοῦ χρόνου καὶ τὸ γλέντι

Ὅμοια ὅμως, ἁγιάζεται καὶ ὁ χρόνος. Ἕνα μικρὸ
παράδειγμα θὰ ἀναφέρουμε ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Νεεμία.
Ἐκεῖ, στὸ 8ο κεφάλαιο καὶ στίχους 8-11, ἀναφέρονται
τὰ ἑξῆς: «Καὶ ἀνέγνωσαν ἐν βιβλίω νόμου τοῦ Θεοῦ, καὶ
ἐδίδασκεν Ἔσδρας καὶ διέστελλεν ἐν ἐπιστήμη Κυρίου,
καὶ συνῆκεν ὁ λαὸς ἐν τῇ ἀναγνώσει. 9 καὶ εἶπε Νεεμίας
καὶ Ἔσδρας ὁ ἱερεὺς καὶ γραμματεὺς καὶ οἱ Λευίται καὶ
οἱ συνετίζοντες τὸν λαὸν καὶ εἶπαν παντὶ τῷ λαῷ· ἡμέρα
ἁγία ἐστι τῷ Κυρίω Θεῷ ἡμῶν…». Καὶ σημειώνουμε ἐδῶ,
ὅτι αὐτὴ ἡ ἡμέρα, ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ 8ου μηνός.
Δὲν ἦταν δηλαδὴ μία ἀπὸ τὶς καθιερωμένες ἡμέρες
ἑορτῆς ἀπὸ τὸν Νόμο. Ἐδῶ συμβαίνει ἕνα χαρούμενο
γεγονός, ἕνα γεγονὸς ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν ἐπιστροφὴ
τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπὸ τὴ Βαβυλώνια αἰχμαλωσία, καὶ ὁ
λαὸς τοῦ Θεοῦ ὁρίζει τὴν ἡμέρα αὐτὴ ὡς ἁγία, καὶ μ’
αὐτὸν τὸν τρόπο στὴν οὐσία νομοθετεῖ θὰ μπορούσαμε
νὰ ποῦμε, ὡς λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἁγιάζει, καθαγιάζει τὸν
χρόνο. Ἐπανερχόμαστε λοιπόν, διαβάζοντας: «…ἡμέρα
ἁγία ἐστι τῷ Κυρίῳ Θεῷ ἡμῶν, μὴ πενθεῖτε μηδὲ κλαίετε·
ὅτι ἔκλαιε πᾶς ὁ λαός, ὡς ἤκουσαν τοὺς λόγους τοῦ νόμου. 10 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· πορεύεσθε φάγετε λιπάσματα
καὶ πίετε γλυκάσματα καὶ ἀποστείλατε μερίδας τοῖς μὴ
ἔχουσιν· ὅτι ἁγία ἐστὶν ἡ ἡμέρα τῷ Κυρίῳ ἡμῶν· καὶ μὴ
διαπέσητε, ὅτι ἐστὶ Κύριος ἰσχὺς ἡμῶν. 11 καὶ οἱ Λευίται
κατεσιώπων πάντα τὸν λαὸν λέγοντες· σιωπᾶτε, ὅτι
ἡμέρα ἁγία, καὶ μὴ καταπίπτετε». Παρατηροῦμε λοιπόν,
μὲ ποιὸ τρόπο καθιερώθηκε ἡ ἡμέρα αὐτὴ ὡς ἁγία, ὡς
ἡμέρα ἑορτῆς, καὶ μὲ ποιὸ τρόπο προτρέπει ὁ Νεεμίας
καὶ ὁ Ἔσδρας τοὺς Ἰσραηλίτες νὰ τὴ γιορτάσουν. Ποιὸς
ἦταν λοιπὸν ὁ τρόπος τὸν ὁποῖο ὑπεδείκνυε ἐμμέσως
ὁ Θεός, γιὰ νὰ ἑορτάζεται αὐτὴ ἡ ἁγία ἡμέρα; Ἦταν
ἡ ἀνάγνωση καὶ ἡ ἑρμηνεία τοῦ Νόμου, τοῦ λόγου τοῦ
Θεοῦ, ἀλλὰ ἦταν ἐπίσης (ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πνευματικὴ
θὰ λέγαμε εὐχαρίστηση καὶ τροφή), ἦταν καὶ ἡ ὑλικὴ
ἀγαλλίαση, καὶ αὐτὸ γινόταν μὲ παράσταση τραπέζης,
δηλαδὴ μὲ φαγητὸ καὶ ποτό. Παράλληλα ὅμως, ἡ τράπεζα αὐτή, εἶχε τὸ χαρακτήρα καὶ τῆς κοινωνίας, καὶ
τῆς ἐλεημοσύνης πρὸς τοὺς μὴ ἔχοντας.
Ἡ ἁγία ἡμέρα, ἡ ἑορτὴ δηλαδὴ γιὰ τὸν Κύριο, συμπεριλαμβάνει τὴ χαρὰ ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ, καὶ ἔτσι
πρέπει νὰ ἑορτάζονται καὶ οἱ Χριστιανικὲς ἑορτές.
Αὐτὸ βέβαια πόρω ἀπέχει, ἀπὸ τὸ νὰ ὁδηγεῖται κανεὶς
σὲ κραιπάλη καὶ μέθη, καὶ τελικὰ νὰ ἀπομακρύνεται
ἀπὸ τὸ σκοπὸ τῆς ἑορτῆς, ποὺ εἶναι ὁ αἶνος καὶ ἡ
δόξα πρὸς τὸν Κύριο, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑλικὴ εὐφροσύνη.
Ὁ ἐνορίτης

9

ἐπίκαιρα
Ε

ἶναι γεγονὸς τὸ ὁποῖο λειτουργεῖ συνειρμικὰ καὶ αὐτοματικά: τὰ Χριστούγεννα
ὡς συναισθηματικὴ προσέγγιση τοῦ βαθύτατου
καὶ ὑπερφυέστατου μυστηρίου τῆς σάρκωσης
τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐν-σάρκωση τοῦ θείου, ἡ εἴσοδός
του δηλαδὴ στὴν κτιστὴ πραγματικότητα καὶ ἡ
σχεσιακὴ του νέα διάσταση μὲ τὴν τελευταία,
δὲν ἦταν κάτι ξένο πρὸς τὶς προγενέστερες
θρησκευτικὲς παραδόσεις τῶν λαῶν. Μιὰ ἁπλὴ
ματιὰ στὶς ἐνανθρωπίσεις καὶ ἐνσαρκώσεις τοῦ
ἑλληνικοῦ, ἰνδικοῦ καὶ αἰγυπτιακοῦ πανθέου
ἀρκεῖ ἀποδεικτικῶς ἐν προκειμένω. Ὡστόσο,
παρὰ τὶς ἐξωτερικὲς ὁμοιότητες, ἄφευκτες
ἐξαιτίας τῆς ὁμοουσιότητος τοῦ ἀνθρωπίνου
γένους καὶ τῶν προσδοκιῶν του ἀναφορικὰ
μὲ τὴν ὑπέρβαση τῆς ἐγγενοῦς του ροπῆς στὴ
φθαρτότητα, καθὼς καὶ τῶν ἱστορικῶν ἀντιγραφῶν τῶν πάσης φύσεως δεδομένων ἀναμεταξύ των λαῶν, ὅταν μιλᾶμε γιὰ χριστιανισμό,
ἔχουμε κάτι πολὺ διαφορετικό.
Ὁ Χριστός, λοιπόν, δὲν ἔκανε μιὰ ἁπλὴ εἴσοδο στὴν ἱστορία καὶ στὴν κτίση. Προσέλαβε
ἀμφότερα, ἔγινε ἀμφότερα γιὰ τὴν ἀκρίβεια.
Δὲν ἐν-σαρκώθηκε, δὲν εἰσῆλθε μέσα στὴ
δημιουργία του ἁπλά, ἀλλὰ μεταποιήθηκε ὁ
ἴδιος σὲ πλήρη κτίση, σὲ τέλειο, σὲ ὁλόκληρο
κτίσμα. Κατὰ τὴ βιβλική, τουτέστιν τὴν ἀποκαλυπτικὴ ὁρολογία, σαρκώθηκε (Ἰω. 1:14). Τὸ
ἀσύλληπτο γεγονὸς τῆς περὶ-γραφῆς τοῦ ἀπερίγραπτου, τοῦ ἁφῆς τοῦ ἀναφούς, τῆς ὅρασης
τοῦ ἀοράτου, τῆς σύλληψης καὶ τοῦ τόκου τοῦ
ἀσύλληπτου καὶ ἀϊδίου Θεοῦ, φαίνεται πιά,
μέσα στὶς παραδεδομένες, σχεδὸν αὐτονόητες
χριστιανικὲς καταβολὲς τοῦ δυτικοῦ κόσμου,
φυσικό, ἁπλό, πεζὸ καὶ ἐξάπαντος ὀντολογικῶς ἀδιάφορο. Τὰ πράγματα, ὅμως, εἶναι
ὅλως διάφορα τοῦ νοησιαρχικοῦ, ἰδεοληπτικοῦ
καὶ ἠθικοσυναισθηματικοῦ μας πλησιάσματος
στὸ μυστήριο αὐτὸ τῆς σωτηρίας μας.
Ἡ σωτηρία ὡς λέξη καὶ πολὺ περισσότερο ὡς ἔννοια καὶ μεταφυσικὴ ἀγωνία ἔπαψε
νὰ ἀγγίζει καὶ νὰ ἐνδιαφέρει τὸν μετανεωτερικὸ ἄνθρωπο ἤ, τουλάχιστον, νὰ ἐντάσσεται
στὶς ἄμεσες ψυχοβιολογικὲς καὶ ἰδεο-λογικὸπνευματικές του προτεραιότητες. Κουρασμένος ἐμφανέστατα ἀπὸ τὶς πολλὲς προτάσεις
σωτηρίας ποὺ κυκλοφοροῦν γύρω του – ἐξάπαντος βραχύβιου, χρονικῶς συντετμημένου,
ἐνδοκτισιακοῦ, ἠδονοθηρικοῦ καὶ γενικότερου
χρηστικοῦ χαρακτῆρος – λησμόνησε πὼς ἡ
σωτηρία του ἄρχεται μὲ τὴν ὑπέρβαση τῆς
κτιστότητας – πιὸ συγκεκριμένα τῆς φθαρτότητας καὶ θνητότητάς της. Καὶ τοῦτο ἦταν
ἀδιανόητο νὰ πιστευτεῖ καί, πολὺ πολὺ περισσότερο, ἀδύνατο νὰ πραγματωθεῖ ἄνευ τῆς
παρέμβασής του «ἀπὸ μηχανῆς Θεοῦ», κάτι
ποὺ διαισθάνθηκαν καὶ δραματοποίησαν οἱ
ὑψηλοὶ προγονικοί μας νόες.
Ἂν ὁ ἴδιος ὁ ἄκτιστος Θεὸς δὲν προσελάμβανε τὸ κτιστό, τὴ δημιουργία του στὸν Ἑαυτό του, ὅπως τοῦτο συνέβη στὸ Πρόσωπο
τῆς δεύτερης ὑπόστασης τῆς Τριάδος, δὲν θὰ
μποροῦσε νὰ τὸ ζωοποιεῖ αἰωνίως. Τώρα πιὰ
τοῦτο πραγματώνεται ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ φυσικῶ τῷ τρόπω. Ἔτσι θέλησε ὁ Θεὸς νὰ σώσει
τὸν κόσμο καὶ μάλιστα ὄχι ἐξωτερικά, ὅπως
πρέσβευε ἡ αἵρεση τοῦ Νεστόριου, οὔτε ἠθικά, ὅπως ἡ ἴδια αἵρεση καὶ κάθε πιετιστικὴ
καὶ πουριτανικὴ – ἄρα αἱρετικὴ – ἔκδοση τοῦ
χριστιανισμοῦ τὸ νομίζει – βλέπε μάρτυρες τοῦ
Ἰεχωβά, Προτεστάντες, Ρωμαιοκαθολικοὺς κ.α.-

10

Χριστούγεννα: ἀποδοχὴ πάσης τῆς ἀνθρώπινης
ἑτερότητας ἢ πρόσληψη θέωσης;
τοῦ θεολόγου-φιλολόγου Κωνσταντίνου Νούση

ἀλλὰ νὰ τὸν σώσει ἐνυποστάτως, δηλαδὴ σὲ
πλήρη, ὁλοτελῆ καὶ ἀδιάστατη ἕνωση μὲ τὴν
ἄκτιστη θεότητα: μὲ ἄλλα λόγια δὲν θέλησε
ἁπλὰ νὰ τὸν σώσει, ἐξ ἀνάγκης καὶ διὰ βίας
τινὶ τρόπω, ἀλλὰ νὰ τὸν ἁγιάσει τὸν κόσμο, νὰ
τὸν θεώσει, ἐν ἐλευθερία, ἀρχοντιὰ καὶ ἀκριβεῖ
ἀγάπη. Αὐτὸ εἶναι τὸ πελώριο, τὸ ἰλιγγιῶδες,
τὸ ἀσύλληπτο ὅραμα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ δημιουργία του, μέσα στὸ ὁποῖο προαιώνιο σχέδιο
ἡ ἀνθρωπότητα κατέχει ἰδιάζουσα, ὑπερβάλλουσα, ὅλως ἐξαίρετη θέση.
Ἡ ταπείνωση τοῦ Θεοῦ τὸν ἔφερε ἀνάμεσά
μας ὄχι σὰν ἁπλὸ ἐπισκέπτη καὶ περιστασιακὸ κατασκηνωτὴ (Ἰω. 1:14), ἀλλὰ ὡς ἕναν ἐξ
ἡμῶν. Τὰ γλωσσικὰ σημαίνοντα καὶ σημαινόμενα ἀδυνατοῦν νὰ ἀποδώσουν τὸ μέγεθος τῆς
ὑψοποιοῦ γιὰ ἐμᾶς καὶ ὅλη τὴν κτίση τούτης
(σὺγ)κατάβασης. Τὸ ζήτημα εἶναι πλέον ἡ ἀντίστροφη πορεία μας, ἡ ἄνοδός μας στὸν οὐρανό,
ἡ ἕνωση μὲ τὸν Κύριο, ἡ θεοποίηση τῶν ὄντων.
Ἔτυχε πέρυσι τέτοιον καιρὸ νὰ παρίσταμαι σὲ
μιὰ σχετικὴ ὁμιλία ἑνὸς διαπρεποῦς θεολόγου,
ὁ ὁποῖος μίλησε γιὰ τὸ μήνυμα ποὺ γεννᾶται
ἐκ τῆς θείας Γέννας: πιὸ συγκεκριμένα περὶ
τῆς ἀποδοχῆς (ὑπὸ Θεοῦ) τῆς ἀνθρωπότητας
σὲ ὅλες τὶς διαστάσεις της. Τὸ σημεῖο ἐδῶ
εἶναι καὶ κομβικό, ἀλλὰ καὶ κάπως ἐπικίνδυνο:
ποιὲς διαστάσεις ἀκριβῶς καταφάσκει ὁ Κύριος «γενόμενος σάρκα»; Προφανῶς τὰ πάντα
ἐκτός της ἁμαρτίας (Ἑβρ. 4:15). Ἐδῶ εἶναι καὶ
τὸ μέγα μυστήριο: νὰ καθαρίσουμε ἀπὸ τὴν
ὅρασή μας τὴν τάση δαιμονοποίησης τῶν πάντων, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπορρέουν πλεῖστα ὅσα
ἐνοχικὰ (ἀνυπόστατα ἐν πολλοῖς) σύνδρομα –
σφάλμα καὶ ἀρρώστημα στὸ ὁποῖο εὔκολα διολισθαίνουν οἱ χριστιανοὶ – ἀλλὰ καὶ νὰ διακρίνουμε τὸ ἀνθρώπινο ἀπὸ τὸ ἐφάμαρτο – στὸν
ἀντίποδα τῆς ἀμοραλιστικῆς νοοτροπίας ποὺ
διέπει σὲ μεγάλο βαθμό τούς μὴ θρησκεύοντες.
Αὐτὴ εἶναι, ἐξάλλου, καὶ ἡ ὀντολογική, μυστικὴ
πρόκληση τῆς Σάρκωσης. Τοῦτο, ἐξάπαντος,
«διδάσκει» καὶ τὸ ὅλο Μυστήριο τοῦ Χριστοῦ.
Καὶ αὐτὸ τὸ σωτηριώδες μυστήριο δὲν μπορεῖς
νὰ τὸ πλησιάσεις οὔτε νὰ τὸ βιώσεις ἔξω ἀπὸ

τὸ Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, νὰ τὸ ἐν-νοήσεις,
νὰ τὸ ἐνστερνισθεῖς καὶ νὰ τὸ γευθεῖς ἐμπειρικὰ χωρὶς τὴ συνδρομὴ τῆς πληρότητος τῆς
ἄκτιστης ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μόνον
ἐν Ἐκκλησία - Χριστῷ ὑφίσταται χορηγούμενη.
Ὁ Χριστὸς ἀποδέχθηκε καὶ προσέλαβε τὸν
παγγενὴ Ἀδάμ, τὸν ἄνθρωπο ὁλόκληρο, σὲ
ὅλες τὶς πτυχὲς τοῦ βίου του καὶ τῆς κτιστῆς,
τῆς φθαρτῆς του μεταπτωτικῆς πραγματικότητας. Ἀπέρριψε, ὅμως, καθάρισε καὶ καθήρεσε
τὴν ἁμαρτία. Μιὰ ἔννοια - κατάσταση, ἐπίσης,
ποὺ ἐνοχλεῖ τόσο ἔντονα τὸν ἄνθρωπο σήμερα. Πιὸ ὀχλοῦσες, ὡστόσο, καὶ ἀναπόφευκτες
εἶναι οἱ συνέπειές της. Καὶ εἶναι, δυστυχῶς,
τόσο τραγικὰ ὁρατὲς σήμερα… Ἡ προαιώνια
βουλὴ τῆς Σάρκωσης τοῦ Θεοῦ - κατὰ πολλοὺς
Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴν
ἁμαρτία τοῦ Ἀδὰμ - εἶναι πιὰ τετελεσμένο
γεγονός, στὸ ὁποῖο καλούμαστε νὰ «ἐγκεντρισθοῦμε»: σὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου, στὴν Ἐκκλησία. Ἔτσι μονάχα ἱστάμεθα
ὑπεράνω τῆς σχετικότητας, τῆς ἀδυναμίας,
τῆς ἁμαρτωλότητας, τῆς μικρότητας, τῆς παροδικότητας καὶ τοῦ αἰώνιου ἀφανισμοῦ μας
στὰ χάη τοῦ Ἅδη ἢ τοῦ μηδενὸς καὶ καθιστάμεθα (κατὰ Χάριν) θεοὶ ἐν Χριστῷ, πλήρεις,
τελειωμένοι καὶ τελειούμενοι, αἰώνιοι, ἀΐδιοι,
ἀθάνατοι. Στὸ χέρι τῆς προαίρεσής μας εἶναι
τὸ ἂν θὰ συνεχίσουμε νὰ πορευόμαστε θλιβεροὶ καὶ ἀξιοθρήνητοι στὸ θνησιγενὲς ἀπὸ τὴν
ἐμβρυώδη σύλληψη καὶ τὴ γέννα μας φυσικὸ
πεπρωμένο ἢ ἂν θὰ συλλάβουμε πνευματικὰ
καὶ θὰ κυοφορήσουμε τὸν Θεὸ ἐν ἡμῖν, ἀναγεννημένοι ἕτεροι Χριστοὶ στὴν αἰώνια, ὁσονούπω ἐρχόμενη, Βασιλεία Του: καὶ αὐτὸ δὲν
εἶναι θεωρία οὔτε φαντασία. Εἶναι πραγματικότητα ποὺ βιώνεται καὶ σαρκώνεται μόνον
ἐν τῇ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καταγεγραμμένη
ἐξάπαντος στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων. Ὁ Χριστὸς
συνεχίζει διαχρονικὰ νὰ μᾶς καλεῖ, ἅπαντας
καὶ ἕναν ἕκαστον, ἐν συνόλω καὶ κατ’ ὄνομα,
ὅπως τότε στὴ φάτνη τοὺς Μάγους καὶ τοὺς
βοσκούς: «ἔρχου καὶ ἴδε» (Ἰω. 1:47).

11

1

ἐπίκαιρα

νεότητα

Χριστέ μου, ἔλα νὰ γεννηθεῖς Ἡ ρωγμὴ
στὶς καρδιές μας!
τῆς στάμνας
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας, Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Χ

ριστούγεννα! Ὅλος ὁ χριστιανικὸς κόσμος γιορτάζει, Χριστέ μου, τὴ γέννησή Σου. Γιορτάζει
καὶ πανηγυρίζει καὶ χαίρεται καὶ ἀνταλλάσσει εὐχές. Ὅμως, Κύριέ μου, προβληματίζομαι!
Γιορτάζει συνειδητὰ ἢ ἀπὸ συνήθεια, ἐπειδὴ ἔτσι πράττουν ὅλοι, σὰν κατευθυνόμενες μαριονέττες ἀπὸ τοὺς ἐμπορικοὺς καταναλωτικοὺς κύκλους;
Συμμετέχει σὲ μιὰ γιορτὴ ἀγαπημένου προσώπου, στὴ γέννηση τοῦ ἐφετοῦ τῆς καρδιᾶς
ὅλων τῶν Ἁγίων καὶ Μαρτύρων τῆς πίστεώς μας, ὅπως Ἐσύ, μὲ ἐπίγνωση πού ἔχει βάθος καὶ
πολλαπλασιάζει τὴ χαρὰ ἢ γιορτάζει ἐπιδερμικὰ γιὰ κάτι πού δὲν τὸν συγκινεῖ, δὲν δονεῖ τὰ
σωθικά του; Φοβοῦμαι πῶς ἰσχύει τὸ δεύτερο.
Τότε πρὸς τί οἱ στολισμοὶ καὶ οἱ φωτοχυσίες; Πρὸς τί τὰ ἐπίσημα δεῖπνα καὶ τὰ γέλια; Δὲν
εἶναι ὑποκριτικά; Συγχώρεσέ μας, καλέ μας Χριστέ! Γιορτάζουμε τὰ γενέθλιά Σου χωρὶς ἐσένα.
Πήραμε τὸ ὄνομά Σου καὶ κτίσαμε πάνω Του ἔθιμα καὶ γλέντια.
Ἐσένα σὲ βάλαμε στὸ περιθώριο καὶ σὰν εἰδωλολάτρες στολίζουμε χριστουγενιάτικα δένδρα,
στολίζουμε βιτρίνες, στολίζουμε δρόμους, στολίζουμε τὰ σπίτια μας, ἀλλὰ καμμιὰ μέριμνα γιὰ
στολισμὸ τῆς καρδιᾶς μας.
Αὐτὴν πού μᾶς ζητᾶς Ἐσύ, νεογέννητε Χριστέ μας, νὰ Σοῦ δώσουμε σιγοψελλίζοντας στὰ
αὐτιά μας: «Υἱέ μου, δὸς μοὶ σὴν καρδίαν» (Σόφ. Σόλ. 18΄ 26)!
Ζητᾶς, Χριστέ μου, τὴν καρδιά μας, ἀλλὰ μὲ διάκριση. Δὲν τὴν ἀπαιτεῖς. Θέλεις μόνοι μας
νὰ Σοῦ τὴν δώσουμε. Θέλεις νὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖς καὶ νὰ κατοικήσεις μαζί μας. Νὰ μᾶς μεταβάλλεις μὲ τὴ χάρη Σου καὶ νὰ μᾶς θεώσεις. Ὁποία τιμὴ γιὰ ἐμᾶς! Ὁποία ἐξύψωσις! Ὁποῖος
ἐξαγιασμός, ἀλλὰ καὶ ὁποῖο προνόμιο!
Εἴμαστε ἄθλιοι, Χριστέ μου! Δὲν κατανοοῦμε τὴν τιμὴ ποὺ μᾶς ἔχεις κάνει! Δὲν κατανοοῦμε
τὸ πόσο προνομιούχους μας ἔχεις καταστήσει! Θέλουμε νὰ γιορτάζουμε χωρὶς Ἐσένα. Ἡ παρουσία Σου μᾶς εἶναι ἐμπόδιο στὶς φαῦλες καὶ πονηρὲς συνήθειές μας.
Θέλουμε, οἱ τυφλοὶ ἀπὸ ἁμαρτίες νὰ γιορτάζουμε σὲ φωταγωγημένη ἀτμόσφαιρα, μὲ λαμπιόνια
καὶ βεγγαλικὰ καὶ ὄχι μὲ φωταγωγημένες καρδιὲς ἀπὸ μετάνοια, συμπόνοια, ἀγάπη, ἐλεημοσύνες.
Γιορτάζουμε Ἐσένα πού ποτὲ ἀληθινὰ δὲν γνωρίσαμε «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθεία» (Ἰωάν, δ΄
23), ἀφοῦ δὲν εἴδαμε καὶ ἐξακολουθοῦμε νὰ μὴν βλέπουμε τὴν παρουσία Σου στὰ πρόσωπα
τῶν συνανθρώπων μας, τῶν ἀδελφῶν μας πού πάσχουν, πού ὑποφέρουν, πού στεροῦνται τὰ
ἀναγκαῖα, ἐνῶ ἐμεῖς σπαταλοῦμε αὐτὰ πού μᾶς ἔδωσες σὲ περιττὰ πράγματα. Δὲν σὲ ἀγαπᾶμε,
Χριστέ μου, καὶ ἃς γιορτάζουμε τὴ γιορτή Σου.
Εἴμαστε Χριστιανοὶ κατ’ ὄνομα, χωρὶς πνευματικὴ ἀναγέννηση. Εἴμαστε Χριστιανοὶ χωρὶς
Ἐσένα ἰδιοκτήτη τῆς καρδιᾶς μας. Καὶ μετὰ διερωτώμεθα γιατί ἡ κρίση τῆς κοινωνίας μας!
Παιδαγώγησέ μας, Χριστέ μου, ὅπως Ἐσὺ θέλεις, ἀλλὰ μὴ συνερισθεῖς τὰ ἄνομα πλάσματά σου.
Τὸ δῶρο Σου πρὸς ἐμᾶς στὴν γιορτή Σου ἃς εἶναι νὰ μᾶς ἀξιώσεις νὰ Σὲ ἀγαπήσουμε. Νὰ
σὲ ἀγαπήσουμε, γιὰ νὰ νιώσουμε τὴν πραγματικὴ χαρὰ τῆς γιορτῆς Σου, νὰ ζήσουμε μὲ νόημα
τὰ γενέθλιά Σου!
Βοήθησέ μας νὰ ἐνδοσκοπήσουμε· νὰ ἔλθουμε σὲ περισυλλογὴ καὶ αὐτοσυγκέντρωση· νὰ
ἐγκαταλείψουμε τὸ σκοτεινὸ παρελθόν μας καὶ νὰ χαράξουμε μαζί Σου τὸ ἀνεξίτηλο μέλλον
μας μὲ πνεῦμα ἥσυχο καὶ ἀτάραχο, μὲ ἐμπιστοσύνη σὲ Σένα, τὴν ὄντως Ἀγάπη, πού ἦλθες
στὴ γῆ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ μᾶς ἀνεβάσεις στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ γιορτάζουμε μόνιμα μαζί Σου
καὶ νὰ Σὲ δοξολογοῦμε μαζὶ μὲ τοὺς Ἀγγέλους Σου ψάλλοντας ἀδιάκοπα: «Δόξα ἐν ὑψίστοις
Θεῶ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β΄ 14).

Μ

ιὰ γερόντισσα κινέζα κουβαλοῦσε νερὸ μὲ
δύο μεγάλες στάμνες, κρεμασμένες ἀπὸ
τοὺς ὤμους της.
Ἡ μία στάμνα ἦταν γερὴ καὶ ξεχείλιζε ἀπὸ δροσιὰ καὶ φούσκωνε καμαρωτή, καθὼς οὔτε σταγόνα
δὲν τῆς ἔπεφτε στὴ γῆ, εἶχε πλαστεῖ ἀψεγάδιαστη·
μετέφερε ὅλη τὴν ποσότητα νεροῦ πού ἔπαιρνε.
Ἡ ἄλλη στάμνα εἶχε μιὰ ρωγμὴ· καὶ ντρεπόταν
γιὰ τὴν ἀτέλειά της. Γιὰ ποιὸ σκοπὸ τάχα νὰ εἶχε
κατασκευαστεῖ; Ἦταν δυστυχισμένη... Καὶ δὲν μποροῦσε νὰ συγκρατήσει τὰ νερένια δάκρυά της. Γι’
αὐτὸ καὶ στὸ τέλος τῆς μακριὰς διαδρομῆς ἀπὸ τὸ
ρυάκι στὸ σπίτι ἔφθανε μισοάδεια.
Ἔτσι γιὰ δύο ὁλόκληρα χρόνια ἡ γερόντισσα
Κινέζα κουβαλοῦσε καθημερινὰ μόνο ἑνάμισι δοχεῖο
νερὸ στὸ σπίτι της.
Ἀφοῦ πέρασαν δύο χρόνια ἡ ραγισμένη στάμνα
δὲν ἄντεχε ἄλλο τὸν ἐλαττωματικὸ ἑαυτό της. Καὶ
ἔσπασε τὴ σιωπή:
- Πόσο ντρέπομαι γιὰ τὸν ἑαυτό μου! Θέλω νὰ
σοῦ ζητήσω συγγνώμη, εἶπε στὴ μεγάλη γυναίκα
ἕνα ἀπομεσήμερο, ἐνῶ ἐπέστρεφαν ἀπὸ τὴν πηγή.
- Μὰ γιατί; Γιατί νιώθεις ντροπή; ρώτησε ἡ ἡλικιωμένη Κινέζα.
- Ε, νά! Ἐδῶ καὶ δύο χρόνια μεταφέρω τὸ μισὸ
νερὸ πού μοῦ ἀπομένει λόγω τῆς ρωγμῆς μοὺ· καὶ
ἐξαιτίας μου κουράζεσαι ἄδικα κι ἐσύ!
Τὸ ξερακιανὸ πρόσωπο χαμογέλασε:
- Παρατήρησες ὅτι σὲ ὅλο τό δρομάκι ὑπάρχουν
λουλούδια μόνο ἀπὸ τὴ δική σου πλευρὰ καὶ ὄχι
στὴ μεριὰ τῆς ἄλλης στάμνας;
Διαπίστωσα τὴν ἀτέλειά σου καὶ τὴ χρησιμοποίησα. Φύτεψα σπόρους ἀπὸ τὴ μεριά σου καὶ ἐσὺ
μὲ τὴ ρωγμὴ τοὺς πότιζες. Ἔτσι, δύο χρόνια τώρα
μαζεύω τὰ ἄνθη μπουκέτα-μπουκέτα καὶ στολίζω
μὲ αὐτὰ τὸ φτωχικό μου. "Ἂν δὲν ἤσουν ἐσύ, δὲν
θὰ μοσχομύριζε τὸ σπίτι μου! Καὶ ἡ χαρὰ ἀπὸ τὰ
χρώματά τους δὲ θὰ φτερούγιζε στὴν καρδιά μου.
Δὲν ἦταν ἡ ἀτέλεια τῆς στάμνας πού τὴν ἔκανε
ξεχωριστή, ἀλλὰ ἡ ἰδιαίτερη ἱκανότητα τῆς γερόντισσας νὰ διακρίνει καὶ νὰ ἀξιοποιήσει τὴν ἀδυναμία της.
"Ἂν ὁ καθένας μας μετέτρεπε, σὰν τὴν ἡλικιωμένη
Κινέζα, τὶς ἀτέλειες - ρωγμὲς τοῦ διπλανοῦ του σὲ
κάτι ὄμορφο καὶ χρήσιμο, σίγουρα ὁ κόσμος μας θὰ
ἦταν καλύτερος· καὶ πιότερο θὰ εὐωδίαζε τὸ ἄρωμα
τῶν λουλουδιῶν ποὺ φυτρώνουν στὴ μεριά τους.

11

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΙΛΙΟΥ,
ΑΧΑΡΝΩΝ & ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΕΩΣ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑ∆ΟΣ
ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΕΩΣ

Πρόσκληση

Τήν Κυριακή 21 Δεκεμβρίου & ὥρα 5 μ.μ.
εἰς τό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ναοῦ
θά πραγματοποιηθεῖ

Χριστιανική Φιλανθρωπική
Ἐκδήλωση - ΤΣΑΪ
Ἄς δημιουργήσουμε στή ψυχή μας
τή φάτνη γιά τόν τεκθέντα Χριστό...

Ὑπέρ τοῦ Φιλοπτώχου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ
γιά τούς 130 ἀπόρους συνανθρώπους
τοῦ Συσσιτίου

Τιμή πρόσκλησης: 5 €
ΣΟΥΛΙΟΥ 167 - ΤΗΛ.: 210-5013108
agiatriadapetroupolis@yahoo.gr

ΣΑΒΒΑΤΟ 27 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2014
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΕΚΔΡΟΜΗ

Στό ὀρφανοτροφεῖο Ἁγίας Ταβιθᾶς στήν Λιβαδειά,
ὅπου θά παρακολουθήσουμε τή χριστουγεννιάτικη
ἑορτή τῶν παιδιῶν στίς 5.00 μ.μ.
Ὥρα ἀναχώρησης: 2.00 μ.μ.
Εἰσητήριο: 10 €

Πρόγραµµα

Ἑορταστικό χριστουγεννιάτικο πρόγραμμα τῆς
Παιδικῆς Νεανικῆς Συμφωνικῆς Ὀρχήστρας
(πρώην ΕΡΤ), ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπό 50
μουσικούς καί θά ἐκτελέσει ἔργα μεγάλων δημιουργῶν (Prokofiev, Mussorgsky, Strauss, Schubert,
Brahms, Χατζηδάκις, κ.ἄ.) ὑπό τήν καλλιτεχνική
δ/νση τῆς μαέστρου Νίνας Πατρικίδου.
Ἑορταστικό πρόγραμμα ἀπό τή Μικτή Τετράφωνη
καί Παιδική Χορωδία τοῦ Δήμου Κορυδαλλοῦ,
ὑπό τήν καλλιτεχνική διεύθυνση τῆς μαέστρου
Elena Kasarova.
Ἡ θεατρική ὁμάδα Νέων τῆς Ἁγίας Τριάδος θά
παρουσιάσει τό χριστουγεννιάτικο ἔργο «ΚΑΡΥΟΘΡΑΥΣΤΗΣ», ὑπό τήν καλλιτεχνική ἐποπτεία
τοῦ ἠθοποιοῦ παιδικῆς σκηνῆς Κων/νου Τζαφέρη.
Θά ψαλλοῦν χριστουγεννιάτικοι βυζαντινοί ὕμνοι
ὑπό τήν διεύθυνση τοῦ πρωτοψάλτου κ. Θωμά
Κραβαρίτη.

Εὐχαριστοῦμε θερμά τούς καθηγητές
τοῦ Φροντιστηρίου Μέσης Ἐκπαίδευσης

γιά τήν προσφορά τους
στό Ἐνοριακό Φροντιστήριο τοῦ Ἱεροῦ μας Ναοῦ.
(Ἁγίας Τριάδος 4, τηλ.: 210-5060700)