διαδρομές

Ν ο ητ ι κ έ ς

διαδρομές

στόν

χῶρο

τῆς

πίστης

Μηνιαῖο φυλλάδιο τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως | Σουλίου 167 - Τηλ.: 210 5013108 | Τεῦχος 10ο - Ἰανουάριος 2015
ierosnaosagiastriadospetroupoleos.blogspot.gr - agiatriadapetroupoleos.gr - facebook: agiatriadapetroupolis

Δρόμος δέν ὑπάρχει...
τόν δρόμο
τόν ἀνοίγουμε...
προχωρώντας
καί συγχωρώντας...

Οἱ γεωργοί καί ἡ ἄμπελος.
Μικρογραφία εἰκονογραφημένου
χειρογράφου, 11ος αἰ. μ.Χ.,
Ἐθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων.

Καὶ τὸ Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς

μεῖς οἱ Χριστιανοὶ
πιστεύουμε ΚΑΙ
«εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ
Ἅγιον, τὸ Κύριον, τὸ Ζωοποιόν […]»1.Τὸ Ἅγιο Πνέυμα, τὸ τρίτο πρόσωπο
τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸ ὁποῖο εἶναι ΚΑΙ Αὐτὸ
ὁ Γιαχβὲ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Εἶναι ΚΑΙ
Αὐτὸ ὁ Ἕνας Θεός, ὁμοούσιο καὶ συναΐδιο μὲ
τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό. Δὲν ὑπάρχει στιγμὴ
ποὺ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν
Πατέρα διότι ΚΑΙ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν εἶναι
δημιούργημα ἀλλὰ εἶναι Θεὸς δημιουργὸς καὶ
κατέχει τὰ ὑποστατικά, τὰ προσωπικά Του
δηλαδή, ἰδιώματα αἰωνίως καὶ ἀχρόνως.
Πρώτη ἀναφορὰ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔχουμε
ἤδη στοὺς ἀρχικοὺς στίχους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Ἐν ἀρχὴ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν
καὶ τὴν γῆν. ἡ δὲ γῆ ἣν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω της ἀβύσσου,
καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω του ὕδατος»2. Ὁ Ἰώβ, ἐπίσης, λέει: «Μὲ δημιούργησε
τὸ θεῖο Πνεῦμα καὶ μὲ συγκρατεῖ ἡ πνοὴ τοῦ
παντοκράτορα». Καὶ τὸ Πνεῦμα ποὺ ἀποστέλλεται, δημιουργεῖ, σταθεροποιεῖ καὶ συγκρατεῖ
δὲν εἶναι ἕνας ἀέρας ποὺ χάνεται, ὅπως καὶ τὸ
στόμα δὲν εἶναι μέλος τοῦ σώματος τοῦ Θεοῦ·
διότι καὶ τὰ δύο πρέπει νὰ τὰ ἐννοήσουμε μὲ
θεοπρεπῆ τρόπο3.
Ἐπίσης στὴν Καινὴ Διαθήκη γίνεται σαφὲς
ὅτι τὴν Ἐκκλησία συνέχει ὁ ἄλλος Παράκλητος, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ ἔρχεται καὶ μένει
κοντά μας εἰς τὸν αἰώνα4 σταλμένο ἀπὸ τὸν
Υἱὸ καὶ ἐκπορευόμενο ἐκ τοῦ Πατρός5. Ὁ
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στὸν λὰ΄ Λόγο
Περὶ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπαντώντας στοὺς
αἱρετικοὺς ἀναφέρει: «Σκέψου λοιπὸν τὰ ἑξῆς:

Γεννιέται ὁ Χριστός; Τὸ Πνεῦμα προηγεῖται·
βαπτίζεται; Αὐτὸ δίνει μαρτυρία· δέχεται πειρασμούς; Τὸν ὁδηγεῖ. Ἐπιτελεῖ θαύματα; Τὸν
συνοδεύει. Ἀνέρχεται; Τὸν διαδέχεται. […] Ἐγὼ
φρίττω ἀναλογιζόμενος τὸν πλοῦτο τῶν ὀνομασιῶν τοῦ Πνεύματος καὶ σὲ πόσες ἀπὸ αὐτὲς
δείχνουν τὴν ἀσέβειά τους αὐτοὶ ποὺ ἐπιτίθενται στὸ Πνεῦμα. Λέγεται λοιπὸν Πνεῦμα
Θεοῦ, Πνεῦμα Χριστοῦ, νοῦς Χριστοῦ, Πνεῦμα
Κυρίου, τὸ ἴδιο ἐπίσης Κύριος, Πνεῦμα υἱοθεσίας, ἀληθείας, ἐλευθερίας· Πνεῦμα σοφίας,
συνέσεως, θελήσεως, δυνάμεως, γνώσεως,
εὐσεβείας, φόβου Θεοῦ. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ
ὁποῖο προκαλεῖ ὅλα αὐτά. Ὅλα τα γεμίζει μὲ
τὸ εἶναι του, ὅλα τα συγκρατεῖ. […] λέγεται
δάκτυλος Θεοῦ καὶ φωτιὰ ὅπως ὁ Θεός, γιὰ
νὰ δοθεῖ νομίζω, ἔμφαση στὸ ὁμοούσιο. Τὸ
Πνεῦμα εἶναι αὐτὸ ποὺ δημιούργησε, ποὺ μᾶς
ἀνακαινίζει μὲ τὸ βάπτισμα καὶ τὴν ἀνάσταση.
Τὸ Πνεῦμα εἶναι αὐτὸ ποὺ γνωρίζει τὰ πάντα,
ποὺ διδάσκει, ποὺ πνέει ὅπου καὶ ὅσο θέλει,
ποὺ ὁδηγεῖ, λαλεῖ, ἀποστέλλει, ἀφορίζει, παροργίζεται, πειράζεται, ἀποκαλύπτει, φωτίζει,
δίνει ζωή, μᾶλλον εἶναι τὸ ἴδιο φῶς καὶ ζωή.
Εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς κάνει ναούς, μᾶς θεώνει,
μᾶς τελειοποιεῖ, ὥστε καὶ νὰ προηγεῖται τοῦ
βαπτίσματος, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιζητεῖται μετὰ
τὸ βάπτισμα. Ἐνεργεῖ ἐπίσης ὅσα κι ὁ Θεός,
διαμοιράζεται σὲ γλῶσσες πύρινες, μοιράζει
χαρίσματα, καθιστᾶ ἀποστόλους, προφῆτες,
εὐαγγελιστές, ποιμένες καὶ διδασκάλους6».
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐμφανίζεται «ἐν εἴδει περιστερᾶς» δηλαδὴ μὲ τὴν μορφὴ περιστεριοὺ7
στὴν βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη καὶ
ὡς πύρινες γλῶσσες, ὡς γλῶσσες φωτιᾶς, κατὰ
τὴν Πεντηκοστή. Ἡ ἐμφάνιση ὡσεὶ περιστερᾶς
ἐκτὸς ἀπὸ τὸν συμβολισμὸ τῆς καθαρότητας

καὶ τῆς ἁγνότητας ἔχει καὶ Παλαιοδιαθηκικὸ
συμβολισμό. Ὅπως στὸν Νῶε, ποὺ ἦρθε τὸ
περιστέρι καὶ τοῦ ἔφερε τὸ μήνυμα τῆς καταλλαγῆς τῶν ὑδάτων μετὰ τὸν Κατακλυσμὸ
ἔτσι καὶ ἐδῶ το Ἅγιο Πνεῦμα, ὡσεὶ περιστερά, ἐπιβεβαιώνει τὸ μήνυμα τῆς καταλλαγῆς
τῆς ἁμαρτίας μὲ τὴν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ. Οἱ
γλῶσσες φωτιᾶς συμβολίζουν, ὅπως μᾶς λέει ὁ
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὴν ὁμοουσιότητα
καὶ τὴν σχέση τοῦ Πνεύματος μὲ τὸν Λόγο,
ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάγκη τῆς ἴδιας της γλώσσας
γιὰ τὴν διδασκαλία καθὼς ἐπίσης καὶ τὴν
διπλὴ ἐνέργεια τῆς φλόγας τοῦ Πνεύματος
ποὺ φωτίζει ὅσους πιστεύουν ἀλλὰ καὶ «καίει»
ὅσους ἀρνοῦνται τὴν Ἀλήθεια8.
Ὁ Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος ἀποδέχθηκε κάθε προσβολὴ στὸ πρόσωπό Του, ἀναφέρει ρητὰ ὅτι
κάθε ἁμαρτία μπορεῖ νὰ συγχωρηθεῖ ἐκτὸς ἀπὸ
τὴν βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος9.
Καὶ ποιὰ μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ «βλασφημία»
ἂν ὄχι ἡ κακοδοξία καὶ ἡ αἵρεση, ἀφοῦ τὸ Ἅγιο
Πνεῦμα εἶναι ἡ Ἀλήθεια καὶ Αὐτὸ μας ὁδηγεῖ
βαθμιαία στὴν γνώση καὶ τὴν κατανόησή της.
Τὴν Θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
ἀρνοῦνται ἀκόμη καὶ σήμερα κάποιοι ἀκραῖοι
Προτεστάντες καθὼς καὶ οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβὰ οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται στὸ Ἅγιο Πνεῦμα
ὡς δύναμη καὶ ὄχι ὡς πρόσωπο, δηλαδὴ ὡς
Θεὸ ὁμοούσιο μὲ τὸν Υἱὸ καὶ τὸν Πατέρα.
Ἀρνοῦνται δηλαδὴ τὸ Μυστήριο τῆς Ἁγίας
Τριάδος, τὸ Κεφάλαιο τῆς πίστεώς μας, γιὰ
τὸ ὁποῖο θὰ μιλήσουμε σὲ ἑπόμενο σημείωμά
μας. Ὡς τότε Χαρὰ Χριστοῦ καὶ Καλὴ Χρονιὰ
σὲ ὅλους.
Ἑλένη Λιντζαροπούλου
Θεολόγος

8ο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως.
Γένεσις, 1,1-2.
3
Ἄγ. Ἰωάννης Δαμασκινός, Ἔκδοσις Ἀκριβής
της Ὀρθοδόξου Πίστεως.
4
«ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν Πατέρα καὶ ἄλλον Παράκλητον δώσει ὑμίν, ἴνα μένη μεθ’ ὑμῶν εἰς τὸν
αἰώνα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Ἰωάν. Ἰδ’ 16.
5
Ἐκπορεύεται τὸ Πνεῦμα ἀπὸ τὸν Πατέρα
καὶ μόνον καὶ ὄχι ὅπως κακοδόξως μπορεῖ νὰ
ἐκφράζεται ἀπὸ τὴν δυτικὴ Ἐκκλησία «καὶ ἐκ
τοῦ Υἱοῦ» δηλαδὴ σύμφωνα μὲ τὴν αἵρεση τοῦ
filioque. Ἐξάλλου εἶναι σαφέστερη ὅλων ἡ διατύπωση τοῦ Εὐαγγελίου ὅπου ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς ἀναφέρει: «ὅταν δὲ ἔλθη ὁ παράκλητος ὃν
ἐγὼ πέμψω ὑμὶν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα
τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται,
ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ» (Ἰωάν. ἴε’ 26.)

«ἐγὼ πέμπω» ἀλλὰ «παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται» καὶ «ὅταν ἔλθη» διότι ἡ Θεότητα τῶν
τριῶν προσώπων ἀλλὰ καὶ τὰ προσωπικὰ ἰδιώματα, φανερώνονται σὲ κάθε χωρίο τῆς Καινῆς
Διαθήκης καὶ μὲ τὰ χρησιμοποιούμενα ρήματα.
6
Στυλ. Γ. Παπαδόπουλος (ἐπιμ.), Μιλάει ὁ
Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, μτφρ. Διονύσιος Κακαλέτρης, ἔκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία, Ἀθήνα 1991.
7
Λέγει σχετικὰ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Ὁ Υἱὸς
τοῦ Θεοῦ πῆρε τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἐνῶ τὸ
Πνεῦμα δὲν πῆρε τὴ φύση τῆς περιστερᾶς. Γι’
αὐτὸ καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς δὲν εἶπε «μὲ τὴ φύση
τῆς περιστερᾶς» ἀλλὰ «μὲ τὴ μορφὴ τῆς περιστερᾶς». (Ε.Π.Ε. 9,394).
8
Λόγος εἰς τὴν Πεντηκοστήν του Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. ἀπόσπασμα ἀπὸ τὶς Πατερικὲς
ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», τόμος 10ος.

9
«Διὰ τοῦτο λέγω ὑμίν, πάσα ἁμαρτία καὶ
βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δὲ
τοῦ Πνεύματος βλασφημία οὐκ ἀφεθήσεται τοῖς
ἀνθρώποις» (Ματθ. 12,31) καὶ «Ἀμὴν λέγω ὑμὶν
ὅτι πάντα ἀφεθήσεται τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων
τὰ ἁμαρτήματα καὶ αἱ βλασφημίαι ὄσας ἂν βλασφημήσωσιν· ὃς δ’ ἂν βλασφημήση εἰς τὸ Πνεῦμα
τὸ Ἅγιον, οὐκ ἂν ἔχει ἄφεσιν εἰς τὸν αἰώνα, ἀλλ’
ἔνοχος ἐστιν αἰωνίου κρίσεως· ὅτι ἔλεγον, πνεῦμα
ἀκάθαρτον ἔχει.» (Μάρκ. 3, 28-31)

1

2

Συντακτική ὁμάδα

> Ὁμάδα Νεότητας
Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως
> π. Σπυρίδων Ἀργύρης

Τό ὄφελος τῆς βραδυνῆς προσευχῆς

ταν ἔλθει ἡ νύχτα, τότε ποὺ μᾶς φαίνεται ἡ ἀλλαγὴ τῆς μέρας μὲ τὴ νύχτα,
ὅταν αἰσθητὰ τὸ σκοτάδι διαδέχεται τὸ φῶς,
τότε ἃς μὴν ἀμελήσουμε μέσα στὴν ἠρεμία τοῦ
σπιτιοῦ μας νὰ ἀνάψουμε τὸ καντηλάκι, τὸ κεράκι, τὸ θυμιατό μας, νὰ μὴν ξεχνᾶμε νὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Πανάγαθο Θεό μας, γιὰ τὴν ἡμέρα
ποὺ περάσαμε, γιὰ τοὺς κινδύνους ποὺ διατρέξαμε εἴτε τοὺς ἀντιληφθήκαμε εἴτε ὄχι καὶ γιὰ
ὁτιδήποτε ἄλλο μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, καὶ ἐπέτρεψε
τὴν ἡμέρα αὐτή. Νὰ παρακαλέσουμε γιὰ τὴν
ἐπερχόμενη νύχτα νὰ μᾶς διαφυλάξει ἀπὸ κάθε
εἴδους κακό. Αὐτὸ ἐκπληρώνεται ὅταν εἶναι
ἀναπόσπαστο κομμάτι μᾶς τὸ μικρὸ ἀπόδειπνο.
Αὐτὴ ἡ σύντομη ἀλλὰ τόσο δυνατὴ προσευχή,
μὲ αὐτὲς τὶς ὡραιότατες τρεῖς (3) εὐχές, στὴν
μάνα Παναγιά, στὸν Κύριο καὶ Δεσπότη μᾶς
Χριστὸ ἀλλὰ καὶ σ` αὐτὸν τὸν φύλακα ἄγγελό
μας, τὸν Ἅγιο Ἄγγελο, ἐκεῖ στὸ τέλος τῆς ἀκολουθίας. Ὅλα αὐτὰ μπορεῖ νὰ μᾶς φαίνονται
μικρὰ ὅμως κρύβουν μιὰ τέτοια δυναμικὴ μέσα
τους ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ πιστέψουμε ὡς
ἄνθρωποι τοῦ σύγχρονου κόσμου, πολιτισμοῦ
καὶ τῆς πολυπραγμοσύνης ποὺ μᾶς διακατέχει.
Ὅταν οἱ πατέρες μας, ἐνῶ εἶχαν χάσει φαινομενικά τα πάντα ἀλλὰ εἶχαν διαφυλάξει αὐτὰ
τὰ λίγα καὶ μικρὰ διασώθηκαν ὡς ἄνθρωποι

ἐπίκαιρα

καὶ ὡς ἔθνος, ἐνῶ ἐμεῖς σήμερα ποὺ ἀφήσαμε
καὶ χάθηκαν αὐτὰ τὰ μικρὰ καὶ κρατήσαμε καὶ
τὰ ἀντικαταστήσαμε μὲ αὐτὰ ποὺ θεωρούσαμε
μεγάλα το μόνο ποὺ ἐπιτύχαμε ἦταν νὰ χάσουμε
τὰ πάντα δυστυχῶς. Γι' αὐτὸ ἃς κάνουμε καὶ
τώρα μία ἀρχή, ὅσοι τυχὸν δὲν τὸ γνωρίζαμε ἃς
ξεκινήσουμε νὰ τὸ βάλουμε στὴν πνευματική μας
ζωὴ κατόπιν τῆς συμφώνου γνώμης καὶ εὐλογίας τοῦ πνευματικοῦ μας πατέρα. Πάντως ἡ
Ἐκκλησία μᾶς τὸ θέτει ὡς προσευχητικὸ κανόνα
στὴ ζωή μας ἔτσι ἡ μαρτυρία καὶ ἐμπειρία ὅσων
τὸ ἐφαρμόζουν, γνωρίζουμε πόσο πιὸ ἥσυχος
καὶ εὐεργετικὸς γίνεται ὁ ὕπνος μας καὶ πόσο
σημαντικὸ καὶ ὠφέλιμο εἶναι αὐτὸ στὶς μέρες
μας μὲ τὸ ἄγχος τὸ ὁποῖο βιώνουμε καὶ τὴν
πίεση τὴν ὁποία δεχόμαστε. – Ποιὸς δὲν εἶναι
μάρτυρας ἢ δὲν ἔχει ζήσει ἕναν ἄστατο ὕπνο
ποὺ νὰ στριφογυρνᾶ πάνω στὸ κρεβάτι καὶ νὰ
εὔχεται πότε νὰ ξημερώσει καὶ πόσες φορὲς δὲν
ἔγινε ἀληθινὰ ὁ ὕπνος μᾶς ἐφιάλτης ποὺ μᾶς
χάλασε καὶ τὴν ἑπόμενη μέρα. Συγχωρέστε μὲ λοιπὸν ποὺ ἐπαναλαμβάνομαι
καὶ γίνομαι κουραστικὸς ἀλλὰ ἃς μὴν ξεχνᾶμε
τὸ ἀπόδειπνό μας καὶ τάχιστα θὰ συλλέξουμε
τοὺς καρποὺς αὐτῆς τῆς προσπάθειάς μας,
ποὺ στὸ κάτω – κάτω ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία
τὸ ἔχει ὄχι τυχαία ἐντάξει στὶς ἀκολουθίες
τοῦ νυχθημέρου. Αὐτὸ τὸ ἀντιλαμβανόμαστε
εὔκολα ὅταν στοὺς ἱεροὺς ναοὺς ἢ στὶς ἱερές
μας μονὲς τελεῖται ἀγρυπνία, αὐτὴ ξεκινάει
τὶς περισσότερες φορές, ἂν ὄχι ὅλες μὲ τὴν
ἀκολουθία τοῦ μικροῦ ἀποδείπνου.
Τὸ βράδυ ἀνοίγει ἡ ψυχὴ πλαταίνει ὁ πνευματικὸς κόσμος λειτουργεῖ διαφορετικὰ χωρὶς
ὑπερδιέγερση καὶ ὑπερένταση τοῦ ψυχικοῦ μας
κόσμου καὶ ἔτσι ὁ νοῦς παύει νὰ γυροφέρνει
ἐδῶ καὶ ἐκεῖ συγκεντρώνεται καὶ ἐπιστρέφει

ΣΤ΄ (6ο) μέρος
στὸν ἑαυτό του. Καὶ ἐνῶ ἡ μέρα στρέφεται
κυρίως γύρω ἀπ` τὶς φροντίδες, τὶς ὑποχρεώσεις, τὸν κόσμο, τὴν κοινωνία, ἡ νύχτα εἶναι
ἀφιερωμένη καὶ πρέπει νὰ εἶναι στὸν Θεό. Γιατί
τότε συμμαζεύεται ὁ νοῦς καὶ συναντάει – βρίσκει τὸν Θεό. Σ` αὐτὸ βοηθᾶνε καὶ διάφοροι
ἐξωτερικοὶ παράγοντες, ὅπως ὁ χαμηλὸς φωτισμὸς τοῦ ναοῦ, ἡ κατανυκτικὴ ψαλμωδία τῶν
ἱεροψαλτῶν, τὸ κομποσχοίνι ποὺ δουλεύει στὸ
χέρι, μᾶς μεταφέρουν σ' ἕνα κλίμα διαφορετικὸ
ἀπ` αὐτὸ ποὺ βιώνουμε στὴν καθημερινότητά
μας. Ἡ ἀτμόσφαιρα πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε
σοβαρή, ἀξιοπρεπής, ἀληθινὰ κατανυκτική.
Ἐκεῖ λοιπὸν μέσα σ' αὐτὴν τὴν ἀτμόσφαιρα
θὰ συναντηθοῦμε ἐμεῖς καὶ ὁ Χριστός μας, ἡ
Παναγία μας, καὶ ὁ ἅγιος τὸν ὁποῖον τιμοῦμε
ἰδιαιτέρως ἐκεῖνο τὸ βράδυ. Ἐκεῖ δίνουμε ἕνα
ξεχωριστὸ καὶ μοναδικὸ ραντεβού, ποὺ θὰ
πρέπει πάση θυσία νὰ τὸ ἐκμεταλλευτοῦμε
σωστὰ, ἀπὸ πνευματικῆς πλευρᾶς συμφεροντολογικά, γιατί αὐτὴ ἡ εὐκαιρία ἐφ' ὅσον μᾶς
τὴν προσφέρει ὁ Θεός μας δὲν ξέρουμε ἐὰν θὰ
ὑπάρξει ἄλλη, ὥστε νὰ βγάλει μέσα ἀπ` αὐτή,
αὐτὸ ποὺ Ἐκεῖνος μόνο γνωρίζει. Καὶ ἐνῶ ὅλη
τὴν ἡμέρα βρισκόμαστε σὲ μιὰ ὑπερδιέγερση
κοσμικὴ – βιοτική, τὴ νύχτα πρέπει ὅλη αὐτὴν
τὴν κατάσταση νὰ τὴν μετασχηματίζουμε καὶ νὰ
τὴν μετατρέπουμε σὲ ἐγρήγορση πνευματικὴ καὶ
θεία. Νὰ πραγματώνουμε αὐτὸ ποὺ μᾶς προτρέπει ὁ λειτουργὸς – ἱερεὺς ‘‘πάσαν τὴν βιοτικὴν
ἀποθώμεθα μέριμναν’’. Ἐὰν τὸ ἐπιτύχουμε αὐτὸ
θὰ μπορέσουμε νὰ ἀφήσουμε μακρυὰ τὰ τοῦ
κόσμου καὶ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν οἰκοδεσπότη
Θεὸ ποὺ μᾶς προσκάλεσε. Μέσα στὴ νύχτα γιὰ
ὅλους τους παραπάνω λόγους ποὺ ἀναφέραμε
αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται πιὸ εὔκολα. (συνεχίζεται)
Πρωτοπρ. π. Ἀντώνιος Μπαφαλοῦκος

Ὁ νέος κόσμος ποὺ ἀρχίζει μὲ τὴ βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ
«Καὶ ἰδοὺ ἀνεώχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί…»

Τ

ότε ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴ Γαλιλαία στὸν
Ἰορδάνη, πρὸς τὸν Ἰωάννη γιὰ νὰ βαφτιστεῖ
ἀπ' αὐτόν. Ὁ Ἰωάννης ὅμως τὸν ἐμπόδιζε λέγοντάς του: «Ἐγὼ ἔχω ἀνάγκη νὰ βαφτιστῶ ἀπὸ
σένα κι ἔρχεσαι ἐσὺ σ' ἐμένα;» Ὁ Ἰησοῦς ὅμως
τοῦ ἀποκρίθηκε: «Ἃς τ' ἀφήσουμε τώρα αὐτά,
γιατί πρέπει νὰ ἐκπληρώσουμε κι οἱ δυό μας
ὅ,τι προβλέπει τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ». Τότε ὁ
Ἰωάννης τὸν ἄφησε νὰ βαφτιστεῖ.Βαφτίστηκε,
λοιπόν, ὁ Ἰησοῦς κι ἀμέσως βγῆκε ἀπὸ τὸ νερό.
2

τοῦ Ἰωάννη Καραβιδόπουλου, Ὁμότ. Καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

Κι ἀμέσως ἄνοιξαν γι' αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ καὶ εἶδε
τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ σὰν περιστέρι νὰ κατεβαίνει καὶ νὰ ἔρχεται πάνω του. Ἀκούστηκε τότε
μιὰ φωνὴ ἀπὸ τὰ οὐράνια ποὺ ἔλεγε: «Αὐτὸς
εἶναι ὁ ἀγαπημένος μου Υἱός, αὐτὸς εἶναι ὁ
ἐκλεκτός μου» (Ματθ. 3,13-17).
Τρία εἶναι τὰ σημεῖα ποὺ θέλουμε νὰ σχολιάσουμε στὴ σύντομη καὶ λιτὴ διήγηση τῆς
βάπτισης τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο: α) ἡ διάνοιξη τῶν οὐρανῶν, β) ἡ ἐμφάνιση
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴ μορφὴ περιστερᾶς
καὶ γ) ἡ ἐξ οὐρανῶν φωνὴ τοῦ Θεοῦ Πατέρα,
μὲ τὴν ὁποία ὁλοκληρώνεται ἡ Ἐπιφάνεια ἢ
Θεοφάνεια. Ἡ Ἁγία Τριάδα μετέχει στὸ γεγονὸς
μὲ τὸ ὁποῖο ἀρχίζει ἡ ἐπὶ γῆς δραστηριότητα
τοῦ Μεσσία. Ὁ εὐαγγελιστὴς δὲν ἐνδιαφέρεται
νὰ καθορίσει ὡς ἱστορικὸς τὸν χρόνο κατὰ τὸν
ὁποῖο ἔλαβε χώρα τὸ γεγονὸς τῆς βαπτίσεως
(ἀντίθετα βλ. Λοὺκ 3, 1-2), ἀλλὰ κυρίως ἐνδιαφέρεται ὡς θεολόγος νὰ ἐξάρει τὴ σημασία
τοῦ γεγονότος ποὺ βρίσκεται στὰ τρία σημεῖα
ποὺ θὰ σχολιάσουμε:

α) Ἡ διάνοιξη τῶν οὐρανῶν, γνωστὸ θέμα
τῆς ἀποκαλυπτικῆς φιλολογίας τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, δηλώνει μὲ παραστατικὸ τρόπο τὴν
ἐπικοινωνία ἐπίγειου καὶ οὐράνιου κόσμου,
κατὰ τὴν ὁποία «τάανω τοῖς κάτω συνεορτάζει, καὶ τὰ κάτω τοῖς ἄνω συνομιλεῖ» (Ἀπὸ τὸ
ποίημα Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων,
ποὺ διαβάζεται στὸν Μ. Ἁγιασμὸ τῆς ἑορτῆς
τῶν Θεοφανείων). Δεδομένου ὅτι οἱ οὐρανοὶ
παραμένουν κλειστοὶ καὶ μόνο σὲ ἐξαιρετικὲς
περιπτώσεις ἀνοίγουν, ἡ διάνοιξή τους στὴν
παροῦσα περίσταση ἐκφράζει, μὲ τὶς παραστάσεις βέβαιά του κοσμοειδώλου τῆς ἐποχῆς
ἐκείνης, τὴν ἄμεση σχέση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου
ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ
Θεὸς βρίσκεται κοντὰ στὸν ἄνθρωπο, χωρὶς νὰ
ὑπάρχει κάποιο ἐμπόδιο ἀνάμεσά τους. Τὸ ἴδιο
νόημα ἔχει καὶ τὸ σχίσιμο τοῦ καταπετάσματος
τοῦ Ναοῦ ποὺ χώριζε τὰ «Ἅγια των Ἁγίων» ἀπὸ
τὰ «΄Ἅγια» τὴν ὥρα τοῦ θανάτου τοῦ Ἰησοῦ ἐπὶ
τοῦ σταυροῦ πρὸς τὸ τέλος τοῦ Εὐαγγελίου
(Ματθ. 27,51 κ.πάρ.).

3

3

ἐπίκαιρα
β) Ἡ ὁρατὴ μορφὴ μὲ τὴν ὁποία κατέρχεται
τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ δηλώνεται
μὲ τὸ «ὡσεὶ περιστερά». Ἡ περιστερὰ εἶναι
τὸ μόνο ἀπὸ τὰ πτηνὰ ποὺ μπορεῖ νὰ προσφερθεῖ ὡς θυσία στὸ Ναὸ (Λευιτ 1, 14) καὶ
ἀποτελεῖ σύμβολο ἀκεραιότητας (Μὰτθ 10, 16).
Ἡ κάθοδος τοῦ Πνεύματος «ὡσεὶ περιστερὰ»
ἔχει κατὰ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἕνα
βαθύτατο συμβολισμό, στηριγμένο σὲ ἀντίστοιχο
παράλληλό της Π.Δ.: Ὅπως στὴν περίπτωση
τοῦ Νῶε ἡ περιστερὰ ποὺ ἔφερε κλαδὶ ἐλιᾶς
ὑπῆρξε ἄγγελος καλῆς εἴδησης, γιατί δήλωσε τὸ
τέλος τοῦ κατακλυσμοῦ (Γὲν 8, 8-12), ἔτσι καὶ
τώρα ἡ κάθοδος τοῦ Πνεύματος μὲ τὴ μορφὴ
περιστερᾶς δηλώνει τὸ τέλος τοῦ κατακλυσμοῦ
τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν ἔναρξη νέας ἐποχῆς γιὰ
τὴν ἀνθρωπότητα, τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεσσία.
Τότε μέν, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «τὸ περιστέρι ποὺ φάνηκε βγάζει
ἀπὸ τὴν κιβωτὸ ἕναν ἄνθρωπο», ἐνῶ τώρα «ὅλη
τὴν οἰκουμένη ἀνεβάζει στὸν οὐρανό, καὶ ἀντὶ
κλάδου ἐλιᾶς προσφέρει τὴν υἱοθεσία σὲ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη»· «καὶ τότε ποὺ βασίλευε
ἡ ἀπόγνωση ἔδωσε λύση καὶ διόρθωση, ἀλλὰ
τότε μὲν μὲ τὴν τιμωρία, τώρα ὄμως μὲ τὴ
χάρη καὶ τὴ δωρεὰ» (PG 57,205). Ἐκφράζεται
συνεπῶς μὲ τὴν περιστερὰ ἕνα μήνυμα ἐλπίδας
γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα, τὸ μήνυμα ὅτι ἔφτασε ἡ
ὥρα τῆς ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὴ δουλεία στὶς
δυνάμεις τῆς φθορᾶς καὶ τῆς καταστροφῆς.
γ) Τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος βρίσκονται ἐπὶ σκηνῆς: Ὃ Πατέρας ἀπευθύνεται
πρὸς τὸν Υἱόν, ὁ ὁποῖος βαπτίζεται ἀρχίζοντας
ἔτσι τὸ μεσσιανικὸ ἔργο του, καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ
Θεοῦ κατέρχεται ἐπάνω του. Ἡ διήγηση ἀποκορυφώνεται στὴ φωνὴ ἐξ οὐρανοῦ τοῦ στίχου
17: «Οὗτος ἐστιν ὁ υἷός μου ὀαγαπητός, ἐν ὢ

εὐδόκησα». Ἡ ἐπιγραμματικὴ αὐτὴ προσφώνηση τοῦ Θεοῦ Πατέρα πρὸς τὸν Ἰησοῦ μᾶς φέρει
στὸ νοῦ δύο κυρίως χωρία τῆς Π.Δ., τὸ Ψάλμ.2,
7 («Υἱός μου εἰ σύ…») καὶ τὸ Ἢσ 42,1 («Ἰσραὴλ
ὄεκλεκτός μου, προσεδέξατο αὐτὸν ἡ ψυχή μου·
ἔδωκα τὸ πνεῦμά μου ἐπ’ αὐτόν...».). Γιὰ τὴ
μεσσιανικὴ ἑρμηνεία τοῦ Ψαλμοῦ 2 στὴν Κ.Δ.
βλ. τὰ χωρία Πρὰξ 4,25. 13,33, Ἔβρ 1,5. 5,5 κ.α.
Τὸ δεύτερο τμῆμα τῆς πατρικῆς προσφώνησης
μᾶς θυμίζει τὰ ἄσματα τοῦ Πάσχοντος Δούλου
τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ προφήτη Ἠσαΐα.
Μὲ τὴ φωνὴ ἀπὸ τὰ οὐράνια σημειώνεται μιὰ
σημαντικὴ στιγμὴ στὴν ἱστορία τοῦ Ἰησοῦ καὶ
στὴν ἀποκάλυψη τοῦ προσώπου καὶ τῆς ἀποστολῆς του στὸν κόσμο: Ἀναγνωρίζεται δημόσια
ὅτι εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Δεδομένου ὅτι στὸν
ἰουδαϊσμὸ δὲν μαρτυρεῖται ὁ τίτλος Υἱὸς Θεοῦ
γιὰ τὸν Μεσσία, μποροῦμε νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι πρόκειται γιὰ χριστιανικὴ θεώρηση τοῦ
προσώπου τοῦ Ἰησοϋ, ἡ ὁποία ἀπορρέει ὄχι
μόνο ἀπὸ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας σ’ αὐτὸν
ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὴ συνείδηση ποὺ εἶχε ὁ
ἴδιος ὁ Ἰησοῦς γιὰ τὸν ἑαυτό του, συνείδηση
ποὺ ἐκφράζεται σαφῶς στὶς προσφωνήσεις τοῦ
Θεοῦ ὡς Πατέρα καὶ στὸν αὐτοχαρακτηρισμό
του ὡς Υἱοῦ. Ὅπως ὁ βασιλιὰς μὲ τὰ λόγια τοῦ
Ψαλμοῦ 2 ἐνθρονίζεται καὶ ἀρχίζει τὸ ἔργο του,
ἔτσι καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀρχίζει τὴ δημόσια δράση
του μὲ τὴν ἀναγνώρισή του ὡς Υἱοῦ ἀπὸ τὸν
Θεὸ Πατέρα, δηλ. μὲ τὴν ἐπίσημη διακήρυξη
τῆς μεσσιανικῆς του ἰδιότητας, γιατί τελικά το
«Σὺ εἶο υἱός μου» ἰσοδυναμεῖ μέ το: Σὺ εἶσαι
ὁ Μεσσίας. Ὅτι ὅμως δὲν εἶναι ὁ πολιτικὸς
ἐπίγειος Μεσσίας τῶν Ἰουδαϊκῶν προσδοκιῶν
τῆς ἐποχῆς διαφαίνεται στὸ δεύτερο μέρος τῆς
πατρικῆς φωνῆς: Ὁ Μεσσίας ἀναλαμβάνει τὸ
δύσκολο ἔργο τοῦ πάσχοντος δούλου τοῦ Θεοῦ

(Ἢσ 42,1.52,13-53,12) γιὰ τὸ ὁποῖο ἐπανειλημμένως γίνεται λόγος στὴν Κ.Δ. καὶ τὸ ὁποῖο
ὁλοκληρώνεται μὲ τὸ πάθος, Ὃ θρόνος ἐπὶ
τοῦ ὁποίου θὰ καθήσει ὁ Μεσσίας Ἰησοῦς θὰ
εἶναι ὁ σταυρός, γιὰ τὸν ὁποῖο προετοιμάζεται
ὁ ἀναγνώστης ἤδη ἀπὸ τὰ πρῶτα κεφάλαια
τῶν εὐαγγελίων. Υἱὸς Θεοῦ καὶ Πάσχων Δοῦλος
εἶναι δύο μεσσιανικοὶ τίτλοι ποὺ θὰ συνοδεύσουν τὸν Ἰησοῦ σὲ ὅλο το ἐπίγειο ἔργο του.
Στὴ διήγηση αὐτὴ φαίνεται σαφῶς ἡ ἔναρξη
τῆς καινούργιας ἐποχῆς γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα, τῆς μεσσιανικῆς ἐποχῆς, ἐφόσον ἡ παλαιοδιαθηκικὴ προσδοκία τοῦ Πνεύματος γίνεται
πραγματικότητα μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Πνεύματος
κατὰ τὴ βάπτιση. Ἡ διάνοιξη τῶν οὐρανῶν, ποὺ
στὸ Ἢσ 64, 1 ἀποτελεῖ ἔκφραση ἐπιθυμίας τοῦ
λαοῦ γιὰ τὴν ἔναρξη τῶν ἐσχάτων, στὴ διήγησή
μας δηλώνει τὴν ἔναρξη τῆς νέας ἐποχῆς κατὰ
τὴν ὁποία οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ ἐκπληρώνονται στὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ἴησου.
Τὸ βασικὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς καινούργιας ἐποχῆς ποὺ ἀρχίζει εἶναι τὸ Πνεῦμα
τοῦ Θεοῦ ποὺ «ὅλον συγκροτεῖ» τὸν θεσμὸν τῆς
ἐκκλησίας». Τὸ Πνεῦμα, ἐνῶ κατέρχεται στὸν
Ἰησοῦ καὶ δρᾶ ἤδη μέσα στὸν κόσμο, συνάμα
ἀναγγέλλεται ἀπὸ τὸν Ἴησου ὡς ὁ Παράκλητος
ποὺ θὰ ἔλθει μετὰ τὴ δική του ἐπάνοδο στὸν
Θεὸ Πατέρα γιὰ νὰ ὁδηγήσει τὴν Ἐκκλησία «εἰς
τὴν ἀλήθειαν πάσαν» (Ἰω 16, 13). Ἡ περικοπὴ
αὐτὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὸν σαφῆ μεσσιανικό της χαρακτήρα ἔχει καὶ ἐκκλησιολογικὸ προσανατολισμό. Ἡ βάπτιση τοῦ Υἱοῦ, ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ
Πατέρα καὶ ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
ἀποτελοῦν τὴ τριαδολογικὴ βάση καὶ πίστη τῆς
Ἐκκλησίας. Ἤδη ἐδῶ ἔχουμε τὶς ἀπαρχὲς τῆς
ἐκκλησιολογίας, ποὺ θὰ ἀναπτυχτεῖ ἀργότερα
στὴ θεολογικὴ σκέψη τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ σημασία τῆς βαπτίσεως τοῦ Ἰησοῦ
τοῦ Ἰωάννη Καραβιδόπουλου, Ὁμότ. Καθηγητὴ Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

«Τ

ότε ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴ Γαλιλαία
στὸν Ἰορδάνη, πρὸς τὸν Ἰωάννη γιὰ νὰ
βαφτιστεῖ ἀπ' αὐτόν. Ὁ Ἰωάννης ὅμως τὸν
ἐμπόδιζε λέγοντάς του: «Ἐγὼ ἔχω ἀνάγκη νὰ
βαφτιστῶ ἀπὸ σένα κι ἔρχεσαι ἐσὺ σ' ἐμένα;» Ο
Ἰησοῦς ὅμως τοῦ ἀποκρίθηκε: «Ἃς τ' ἀφήσουμε
τώρα αὐτά, γιατί πρέπει νὰ ἐκπληρώσουμε κι
οἱ δυό μας ὅ,τι προβλέπει τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ».
Τότε ὁ Ἰωάννης τὸν ἄφησε νὰ βαφτιστεῖ. Βαφτίστηκε, λοιπόν, ὁ Ἰησοῦς κι ἀμέσως βγῆκε ἀπὸ
τὸ νερό. Κι ἀμέσως ἄνοιξαν γι' αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ
καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ σὰν περιστέρι νὰ
κατεβαίνει καὶ νὰ ἔρχεται πάνω του. Ἀκούστηκε τότε μιὰ φωνὴ ἀπὸ τὰ οὐράνια ποὺ ἔλεγε:
«Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγαπημένος μου Υἱός, αὐτὸς
εἶναι ὁ ἐκλεκτός μου» (Ματθ. 3,13-17).
Τρία εἶναι τὰ σημεῖα ποὺ θέλουμε νὰ σχολιάσουμε στὴ σύντομη καὶ λιτὴ διήγηση τῆς βαπτίσεως τοῦ Ἰησοῦ: α) ἡ διάνοιξη τῶν οὐρανῶν, β)
ἡ ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴ μορφὴ
περιστερᾶς καὶ γ) ἡ ἐξ οὐρανῶν φωνὴ τοῦ
Θεοῦ Πατέρα, μὲ τὴν ὁποία ὁλοκληρώνεται ἡ
Ἐπιφάνεια ἡ Θεοφάνεια. Ἡ Ἁγία Τριάδα μετέχει στὸ γεγονὸς μὲ τὸ ὁποῖο ἀρχίζει ἡ ἐπὶ γῆς
δραστηριότητα τοῦ Μασσία. Ὁ εὐαγγελιστὴς

δὲν ἐνδιαφέρεται νὰ καθορίσει ὡς ἱστορικός το
χρόνο κατὰ τὸν ὁποῖο ἔλαβε χώρα τὸ γεγονὸς
τῆς βαπτίσεως (ἀντίθετα βλ. Λοὺκ 3, 1-2), ἀλλὰ
κυρίως ἐνδιαφέρεται ὡς θεολόγος νὰ ἐξάρει τὴ
σημασία τοῦ γεγονότος ποὺ βρίσκεται στὰ τρία
σημεῖα ποὺ θὰ σχολιάσουμε:
α) Ἡ διάνοιξη τῶν οὐρανῶν, γνωστὸ θέμα τῆς
ἀποκαλυπτικῆς φιλολογίας τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ,
δηλώνει μὲ παραστατικὸ τρόπο τὴν ἐπικοινωνία
ἐπίγειου καὶ οὐράνιου κόσμου, κατὰ τὴν ὁποία
«τὰ ἄνω τοῖς κάτω συνεορτάζει, καὶ τὰ κάτω
τοῖς ἄνω συνομιλεῖ» (Ἀπὸ τὸ ποίημα Σωφρονίου
Πατριάρχου Ἱεροσολύμων, ποὺ ἀναγινωσκεται
στὸν Μ. 'Ἁγιασμὸ τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων).
Δεδομὲνοῦ ὅτι οἱ οὐρανοὶ παραμένουν κλειστοὶ
καὶ μόνο σὲ ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις ἀνοίγουν, ἡ
διάνοιξή τους στὴν παροῦσα περίσταση ἐκφράζει, μὲ τὶς παραστάσεις βέβαιά του κοσμοειδώλου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὴν πραγματικὴ σχέση
Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ
ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Θεὸς βρίσκεται κοντὰ στὸν
ἄνθρωπο, χωρὶς νὰ ὑπάρχει κάποιο ἐμπόδιο
ἀνάμεσά τους. Τὸ ἴδιο νόημα ἔχει καὶ τὸ σχίσιμο τοῦ καταπετάσματος τοῦ Ναοῦ ποὺ χώριζε
τὰ «Ἅγια των Ἁγίων» ἀπὸ τὰ « Ἅγια» τὴν ὥρα

τοῦ θανάτου τοῦ Ἰησοῦ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ πρὸς
τὸ τέλος τοῦ Εὐαγγελίου (Ματθ. 27,51 κ.πάρ.).
β) Ἡ ὁρατὴ μορφὴ μὲ τὴν ὁποία κατέρχεται
τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ δηλώνεται μὲ
τὸ «ὡσεὶ περιστερά». Ἡ περιστερὰ εἶναι τὸ μόνο
ἀπὸ τὰ πτηνὰ ποὺ μπορεῖ νὰ προσφερθεῖ ὡς
θυσία στὸ Ναὸ (Λευιτ 1, 14) καὶ ἀποτελεϊ σύμβολο ἀκεραιότητας (Μὰτθ 10, 16). Ἡ κάθοδος τοῦ
Πνεύματος «ὡσεὶ περιστερὰ» ἔχει κατὰ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἕνα βαθύτατο συμβολισμό,
στηριγμένο σὲ ἀντίστοιχο παράλληλό της Π.Δ.:
Ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Νῶε ἡ περιστερὰ
ποὺ ἔφερε κλαδὶ ἐλιᾶς ὑπῆρξε ἄγγελος καλῆς
εἴδησης, γιατί δήλωσε τὸ τέλος τοῦ κατακλυσμοῦ (Γὲν 8, 8-12), ἔτσι καὶ τώρα ἡ κάθοδος τοῦ
Πνεύματος μὲ τὴ μορφὴ περιστερᾶς δηλώνει
τὸ τέλος τοῦ κατακλυσμοῦ τῆς ἁμαρτίας καὶ
τὴν ἔναρξη νέας ἐποχῆς γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα,
τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεσσία. Τότε μέν, παρατηρεῖ ὁ
ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «ἀπὸ κιβωτοῦ
3

ἐπίκαιρα
ἄνθρωπον ἐξάγει ἕναν», ἐνῶ τώρα «τὴν οἰκουμένην ἅπασαν εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνάγει φανεῖσα,
καὶ ἀντὶ κλάδου ἐλαίας τὴν υἱοθεσίαν τῷ κοινῶ
τῆς οἰκουμένης κομίζει γένει»· «καὶ γὰρ τότε τῶν
πραγμάτων ἀπογνωσθέντων. γέγονε λύσις τὶς καὶ
διόρθωσις, ἀλλὰ τότε διὰ τιμωρίας, νῦν δὲ διὰ
χάριτος καὶ δωρεᾶς ἀφάτου» (PG 57,205. Ὁ ἴδιος
παραλληλισμὸς καὶ στοὺς Κύριλλο Ἱεροσολύμων,
Θεοφύλακτο,. Ζιγαβηνό). Ἐκφράζεται συνεπῶς
μὲ τὴν περιστερὰ ἕνα μήνυμα ἐλπίδας γιὰ τὴν
ἀνθρωπότητα, τὸ μήνυμα ὅτι ἔφτασε ἡ ὥρα τῆς
ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὴ δουλεία στὶς δυνάμεις
τῆς φθορᾶς καὶ τῆς καταστροφῆς.
γ) Τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος βρίσκονται ἐπὶ σκηνῆς: Ὁ Πατέρας ἀπευθύνεται
πρὸς τὸν Υἱόν, ὁ ὁποῖος βαπτίζεται ἀρχίζοντας
ἔτσι τὸ μεσσιανικὸ ἔργο του, καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ
Θεοῦ κατέρχεται ἐπάνω του. Ἡ διήγηση ἀποκορυφώνεται στὴ φωνὴ ἐξ οὐρανοῦ τοῦ στίχου
17: «Οὗτος ἐστιν ὁ υἷός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ὢ
εὐδόκησα». Ἡ ἐπιγραμματικὴ αὐτὴ προσφώνηση
τοῦ Θεοῦ Πατέρα πρὸς τὸν Ἴησοϋ μᾶς φέρει
στὸ νοῦ δύο κυρίως χωρία τῆς Π.Δ., τὸ Ψάλμ.2,
7 («Υἱός μου εἰ σύ…») καὶ τὸ Ἢσ 42,1 («Ἰσραὴλ
ὁ ἐκλεκτός μου, προσεδέξατο αὐτὸν ἡ ψυχή
μου· ἔδωκα τὸ πνεῦμά μου ἐπ’ αὐτόν...».). Γιὰ
τὴ μεσσιανικὴ ἑρμηνεία τοῦ Ψαλμοῦ 2 στὴν Κ.Δ.
βλ. τὰ χωρία Πρὰξ 4,25. 13,33, Ἔβρ 1,5. 5,5 κ.α.
Τὸ δεύτερο τμῆμα τῆς πατρικῆς προσφώνησης
μᾶς θυμίζει τὰ ἄσματα τοῦ Πάσχοντος Δούλου
τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ προφήτη Ἠσαΐα.

Μὲ τὴ φωνὴ ἀπὸ τὰ οὐράνια σημειώνεται μιὰ
σημαντικὴ στιγμὴ στὴν ἱστορία τοῦ Ἰησοῦ καὶ
στὴν ἀποκάλυψη τοῦ προσώπου καὶ τῆς ἀποστολῆς του στὸν κόσμο: Ἀναγνωρίζεται δημόσια
ὅτι εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Δεδομένου ὅτι στὸν
ἰουδαϊσμὸ δὲν μαρτυρεῖται ὁ τίτλος Υἱὸς Θεοῦ
γιὰ τὸν Μεσσία, μποροῦμε νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι
πρόκειται γιὰ χριστιανικὴ θεώρηση τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοϋ, ἡ ὁποία ἀπορρέει ὄχι μόνο ἀπὸ
τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας σ’ αὐτὸν ἀλλὰ κυρίως
ἀπὸ τὴ συνείδηση ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς
γιὰ τὸν ἑαυτό του, συνείδηση ποὺ ἐκφράζεται
σαφῶς στὶς προσφωνήσεις τοῦ Θεοῦ ὡς Πατέρα καὶ στὸν αὐτοχαρακτηρισμό του ὡς Υἱοῦ.
Ὅπως ὁ βασιλιὰς μὲ τὰ λόγια τοῦ Ψαλμοῦ 2
ἐνθρονίζεται καὶ ἀρχίζει τὸ ἔργο του, ἔτσι καὶ
ὁ Ἰησοῦς ἀρχίζει τὴ δημόσια δράση του μὲ τὴν
ἀναγνώρισή του ὡς Υἱοῦ ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα,
δηλ. μὲ τὴν ἐπίσημη διακήρυξη τῆς μεσσιανικῆς
του ἰδιότητας, γιατί τελικά το «Σὺ εἰ ὁ υἱός
μου» ἰσοδυναμεῖ μέ το: Σὺ εἶσαι ὁ Μεσσίας.
Ὅτι ὅμως δὲν εἶναι ὁ πολιτικὸς ἐπίγειος Μεσσίας τῶν Ἰουδαϊκῶν προσδοκιῶν τῆς ἐποχῆς
διαφαίνεται στὸ δεύτερο μέρος τῆς πατρικῆς
φωνῆς: Ὁ Μεσσίας ἀναλαμβάνει τὸ δύσκολο
ἔργο τοῦ πάσχοντος δούλου τοῦ Θεοϋ (Ἢσ
42,1.52,13-53,12) γιὰ τὸ ὁποῖο ἐπανειλημμένως
γίνεται λόγος στὴν Κ.Δ. καὶ τὸ ὁποῖο ὁλοκληρώνεται μὲ τὸ πάθος, Ὁ θρόνος ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ
καθήσει ὁ Μεσσίας Ἰησοῦς θὰ εἶναι ὁ σταυρός,
γιὰ τὸν ὁποῖο προετοιμάζεται ὁ ἀναγνώστης ἤδη

ἀπὸ τὰ πρῶτα κεφάλαια τῶν εὐαγγελίων. Υἱὸς
Θεοῦ καὶ Πάσχαν Δοῦλος εἶναι δύο μεσσιανικοὶ
τίτλοι ποὺ θὰ συνοδεύσουν τὸν Ἰησοῦ σὲ ὅλο
το ἐπίγειο ἔργο του.
Στὴ διήγηση αὐτὴ φαίνεται σαφῶς ἡ ἔναρξη τῆς μεσσιανικῆς ἐποχῆς, ἐφόσον ἡ παλαιοδιαθηκικὴ προσδοκία τοϋ Πνεύματος γίνεται
πραγματικότητα μὲ τὴν κάθοδο τουὺ Πνεύματος
κατὰ τὴ βάπτιση. Ἡ διάνοιξη τῶν οὐρανῶν,
ποὺ στὸ Ἢσ 64, 1 ἀποτελεῖ ἔκφραση ἐπιθυμίας τοϋ λαοῦ γιὰ τὴν ἔναρξη τῶν ἐσχάτων,
στὴ διήγησή μας δηλώνει τὴν ἔναρξη τῆς νέας
ἔποχης κατὰ τὴν ὁποία οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ
ἐκπληρώνονται στὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ
Ἴησου. Τὸ βασικὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς
νέας ἐποχῆς ποὺ ἀρχίζει εἶναι τὸ Πνεῦμα τοῦ
Θεοῦ ποὺ «ὅλον συγκροτεῖ» τὸν θεσμὸν τῆς
ἐκκλησίας». Τὸ Πνεΰμα, ἐνῶ κατέρχεται στὸν
Ἰησοῦ καὶ δρᾶ ἤδη μέσα στὸν κόσμο, συνάμα
ἀναγγέλλεται ἀπὸ τὸν Ἴησου ὡς ὁ Παράκλητος
ποὺ θὰ ἔλθει μετὰ τὴ δική του ἐπάνοδο στὸν
Θεὸ Πατέρα γιὰ νὰ ὁδηγήσει τὴν ἐκκλησία «εἰς
τὴν ἀλήθειαν πάσαν» (Ἰω 16, 13). Ἡ περικοπὴ
αὐτὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὸν σαφῆ μεσσιανικό της χαρακτήρα ἔχει καὶ ἐκκλησιολογικὸ προσανατολισμό. Ἡ βάπτιση τοῦ Υἱοῦ, ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ
Πατέρα καὶ ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
ἀποτελοΰν τὴ τριαδολογικὴ βάση καὶ πίστη τῆς
ἐκκλησίας. Ἤδη ἐδῶ ἔχουμε τὶς ἀπαρχὲς τῆς
ἐκκλησιολογίας, ποὺ θὰ ἀναπτυχτεῖ ἀργότερα
στὴ θεολογικὴ σκέψη τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες - Οἱ ἀσυμβίβαστοι

Ο

ἱ Τρεῖς Ἱεράρχες πρώτευσαν
σὲ ὅλους τους τομεῖς τῆς
πνευματικῆς ζωῆς. Κατέκτησαν
μὲ τὸν προσωπικό τους ἀγώνα
καὶ τὴν βοήθεια τῆς θείας Χάριτος τὶς κορυφὲς τῆς ἁγιότητος
καὶ καλοῦσαν τοὺς πιστοὺς νὰ
ἀνεβαίνουν στὶς ὡραῖες πνευματικὲς ἀναβάσεις.
Ἄσκησαν στὸν ὕψιστο βαθμὸ
τὴν φιλανθρωπία καὶ ἀνακούφισαν τὸν πόνο χιλιάδων ἀναξιοπαθούντων. Δίδασκαν καθημερινά
τους πιστοὺς ἀναλύοντάς τους τὶς θεόπνευστες
ἀλήθειες τῆς Πίστεώς μας καὶ διαφωτίζοντάς τους
γιὰ τὰ μεγάλα θέματα, ποὺ ἀπασχολοῦν τὴν ψυχὴ
κάθε ἀνθρώπου. Καθόρισαν συστηματικὰ τὴν
λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ μποροῦν
νὰ λατρεύουν οἱ πιστοὶ θεάρεστα τὸν Κύριο.
Συνέγραψαν θαυμάσια συγγράμματα, τὰ ὁποῖα
ξεπέρασαν τὴ φθορὰ τοῦ χρόνου καὶ ἰσχύουν
καὶ γιὰ τὶς μέρες μας. Ὁ ἐθνικός μας ἱστορικὸς
Κωνσταντῖνος Παπαρρηγόπουλος γράφει ὅτι μὲ
τὰ συγγράματά τους οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι «ἀπετελέσαν ἐποχὴν λόγου νέαν, μεγάλην καὶ ἔνδοξον διὰ
τὸ ἀνθρώπινον γένος» (Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ
Ἔθνους, τόμ. 2ος, μέρος Β’ σέλ. 1, 6).
Πολὺ εὔστοχα ἐλέχθη γι’ αὐτοὺς ὅτι ἦταν
«εὔγλωττοι κατὰ τὸν λόγον, εὐγλωττότεροι κατὰ
τὸν βίον, εὐγλωττότατοι κατὰ τὸν θάνατον».
Βασικὸ στοιχεῖο τῆς ἁγιότητος καὶ τῶν τριῶν
εἶναι ὅτι ἦταν ἀσυμβίβαστοι μὲ τὸ κακό, τὴν
ἁμαρτία καὶ τὴν αἵρεση. Δὲν γνώριζαν τὴ γλώσσα
τῶν συμβιβασμῶν καὶ τῆς διπλωματίας. Προτιμοῦσαν νὰ χάσουν τὴ θέση τους καὶ αὐτὴ τὴ ζωή

4

τους, παρὰ νὰ συμβιβαστοῦν σὲ θέματα ἀρχῶν
καὶ πίστεως. Δὲ σκέφτηκαν ποτὲ ἐὰν ἀντίπαλοί
τους ἤσαν αὐτοκράτορες ἢ σοφοὶ διάφοροι ἢ
ἰσχυροὶ κατὰ κόσμον. Ἔμειναν ἀκλόνητοι στὴν
ὀρθὴ πίστη καὶ ζωὴ ἀψηφώντας τὶς συνέπειες.
Ἐμεῖς, ἔπαρχε Μόδεστε, εἶπε στὸν ἀπεσταλμένο τοῦ ἀρειανοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλη ὁ Μ.
Βασίλειος, εἴμαστε ἤρεμοι καὶ πράοι ἄνθρωποι
καὶ ὑποχωροῦμε ὅταν πρόκειται γιὰ προσωπικά
μας θέματα. Ὅταν ὅμως πρόκειται γιὰ τὴν πίστη
μας στὸν Θεό, «ὅταν Θεὸς ἢ τὸ κινδυνευόμενον»
δὲν ὑπολογίζουμε τίποτε, ἀγωνιζόμαστε μέχρι
θανάτου, χωρὶς νὰ φοβόμαστε ὁποιοδήποτε βασανιστήριο. «Ἀκουέτω ταῦτα καὶ βασιλεύς». Νὰ
τὰ πεῖς καὶ νὰ τ’ ἀκούσει αὐτὰ κι ὁ βασιλιὰς
(PG 36, 561).
Καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀφοῦ νίκησε
τοὺς ἀρειανοὺς καὶ πῆρε πίσω τους Ναοὺς τῆς
Κωνσταντινούπολης, ποὺ τοὺς εἶχαν καταπατήσει
αὐτοί, καὶ ἐνῶ εἶχε φίλο του τὸν αὐτοκράτορα
Θεοδόσιο τὸν Μέγα καὶ μαζί του τὸ μεγαλύτερο
μέρος τοῦ πιστοῦ λαοῦ, ὅταν μερικοὶ ζηλόφθονες
ἐπισκόπου ἀμφισβήτησαν τὴν ἐκλογή του, παρητήθη ἀμέσως. Δὲ θέλησε νὰ ἔλθει σὲ συμβιβασμοὺς μὲ μοχθηροὺς ἀνθρώπους. Παρητήθη καὶ
ἀπὸ τὴν προεδρία τῆς Β’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου
καὶ ἀπὸ τὸν Πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀντὶ τῆς θέσεως προτίμησε τὴν
ἀκεραιότητα καὶ τὸ ἀσυμβίβαστό του χαρακτῆρος
του. Δὲν γνώριζε τοὺς διπλωματικοὺς ἑλιγμούς,
ἀλλὰ γνώρισμά του ἦταν ὅπως ἔγραφε, τὸ «μὴ
παρασυρῆναι», νὰ μὴ παρασύρεται καὶ νὰ ἔχει
«παρρησίαν» (PG 37, 32-33).
Καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὅταν ἔγινε Ἀρχιε-

πίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως καὶ θέλησε νὰ
καθαρίσει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ ἀναξίους κληρικούς,
οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴν προστασία τῆς αὐτοκράτειρας Εὐδοξίας, δὲν ἐδίστασε νὰ ἐλέγξει καὶ τὴν
αὐτοκράτειρα γιὰ τὴ ζωή της. Δὲν συμβιβάστηκε
μαζί της. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐξορίστηκε καὶ πέθανε ἐξόριστος μέσα σὲ ἀφάνταστες κακουχίες, μὲ πνεῦμα
ὅμως ἀπτόητο καὶ ἀδούλωτο. Χαρακτηριστικό
του γενναίου καὶ ἀσυμβίβαστου φρονήματός του
βλέπουμε στὴν ὁμιλία, ποὺ ἐκφώνησε φεύγοντας
γιὰ τὴν ἐξορία: «Πολλά τα κύματα καὶ χαλεπόν το
κλυδώνιον· ἀλλ’ οὐ δεδοίκαμεν (δὲν φοβόμαστε)
μὴ καταποντισθῶμεν· ἐπὶ γὰρ τῆς πέτρας ἐστήκαμεν. Μαινέσθω ἡ θάλασσα, πέτραν διαλύσαι
οὐ δύναται· ἐγειρέσθω τὰ κύματα, τοῦ Ἰησοῦ τὸ
πλοῖον καταποντίσαι οὐκ ἰσχύει» (PG 52, 427).
Τέτοιους ἅγιους, γενναίους καὶ ἀσυμβίβαστους
μὲ τὸ κακὸ καὶ τὴν αἵρεση ἐκκλησιαστικοὺς ἡγέτες χρειαζόμαστε καὶ σήμερα. Καὶ ἃς παρακαλοῦμε τὴν Ἱδρυτὴ τῆς Ἐκκλησίας μας νὰ μᾶς
τοὺς χαρίζει.
“Η Δράσις μας”

5

5

ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

σημερινὴ Κυριακὴ εἶναι ἀφιερωμένη σὲ
τρεῖς μεγάλους Πατέρες καὶ Ἱεράρχες
τῆς Ἐκκλησίας μας. Πρόκειται γιὰ τὴ γιορτὴ
τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τοῦ Μεγάλου Βασιλείου,
τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Γρηγορίου
τοῦ Θεολόγου. Ἡ Ἐκκλησία τοὺς ὀνομάζει
«φωστῆρες τῆς τρισηλίου θεότητος». Καὶ ἡ
ἑλληνικὴ Παιδεία τιμᾶ τοὺς ἐμπνευστὲς καὶ
προστάτες τῆς σύνθεσης τῆς ἑλληνικῆς σοφίας
μὲ τὴ θεία Ἀποκάλυψη τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου. Μιὰ σύνθεση ποὺ ἄρχισε ἤδη ἀπὸ τοὺς
μαθητὲς καὶ ἀποστόλους τοῦ Κυρίου, μὲ μιὰ
θαυμάσια ἑλληνιστικὴ παιδεία, καὶ ἔφτασε
στὴν ἀποκορύφωση μὲ τοὺς μεγάλους πατέρες
καὶ διδασκάλους τοῦ τετάρτου αἰώνα μ.Χ. Ὁ
οἰκουμενικὸς Ἑλληνισμὸς συναντᾶται μὲ τὴν
οἰκουμενικότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Τίθεται ὅμως τὸ ἐρώτημα, γιατί ἡ Ἐκκλησία
ἐπέλεξε αὐτοὺς τοὺς συγκεκριμένους τρεῖς
Ἱεράρχες ἀπὸ μιὰ χορεία μεγάλων Πατέρων
καὶ Διδασκάλων τῆς πίστεώς μας; Θεωροῦνται
αὐτοὶ ὡς οἱ σημαντικότεροι καὶ οἱ μοναδικοί,
ἢ παρουσιάζουν κάποια ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα ποὺ χρειάζεται σήμερα
νὰ ἐπισημάνουμε καὶ νὰ τὰ προβάλουμε πρὸς
πνευματικὴ ὠφέλεια καὶ οἰκοδομῆ ὅλων μας;
Γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία
πὼς ὑπῆρξε ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς κορυφαίων πατέρων καὶ σοφῶν διδασκάλων ποὺ δὲν
περιλαμβάνονται μεταξύ των Τριῶν Ἱεραρχῶν
τῆς σημερινῆς ἑορτῆς.
Καὶ ὅμως ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Παιδεία ἐπέλεξε μόνο αὐτοὺς τοὺς τρεῖς γνωστούς μας
Ἱεράρχες.
Φαίνεται, πὼς κριτήριο τῆς ἐπιλογῆς τους
δὲν ἦταν οὔτε ἡ μοναδικὴ θεολογικὴ προσφορά
τους οὔτε ἡ ἀνεπανάληπτη ποιμαντικὴ διακονία τους. Ἀκόμη κριτήριο δὲν ἦταν οὔτε ἡ
ποιότητα τῆς ἁγιότητας τοὺς οὖτε ἡ μοναδικότητα τοῦ μαρτυρικοῦ τέλους τους. Τὸ κριτήριο
βρίσκεται, σὲ μιὰ μοναδικὴ ἰδιαιτερότητα τοῦ
καθενὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς, ποὺ μόνο στὴ σύνθεση καὶ στὴν ἑνότητα τῶν ἰδιαίτερων χαρακτηριστικῶν γνωρισμάτων τοὺς σηματοδοτεῖται
τὸ νόημα τῆς σημερινῆς ἑορτῆς, ὡς ἡμέρας τῶν
Γραμμάτων καὶ τῆς ἑλληνικῆς Παιδείας.
1. Ἀνάγκη ἀσκητικοῦ ἤθους ζωῆς
Ὁ Μέγας Βασίλειος εἶναι γνωστὸ ὅτι ἀνέπτυξε ἕνα τεράστιο κοινωνικὸ ἔργο. Τὸ σημερινὸ
κοινωνικὸ σύστημα μὲ τὰ διάφορα ἱδρύματα
περίθαλψης ἔχει τὶς ρίζες του στὴ Βασιλειάδα
τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, μιὰ καταπληκτικὴ
κοινωνικὴ ὀργάνωση ἱδρυμάτων γιὰ τοὺς πάσχοντες, τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀδύναμούς
της ζωῆς. Παράλληλα, ὅμως, ὁ Μέγας Βασίλειος θεωρεῖται καὶ μέγιστος στὴ θεσμοθέτηση
κανόνων ὀργάνωσης τῆς μοναχικῆς πολιτείας.
Μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ ὑπῆρχε ἕνας ἰδιότυπος
ἀναχωρητικὸς μοναχισμός. Σὲ πολλὲς δὲ περιπτώσεις ὁ μοναχισμὸς αὐτὸς λειτουργοῦσε
αὐθαίρετα, χωρὶς κανόνες, χωρὶς ἔλεγχο καὶ
ἀσφαλῶς χωρὶς ὑπακοὴ καὶ ὑποταγὴ στὴν

πνευματικὴ καθοδήγηση κάποιου Γέροντα.
Αὐτὸν τὸν ἰδιότυπο καὶ αὐθαίρετο τρόπο
ἀτομικῆς καὶ προσωπικῆς βίωσης τοῦ μοναχικοῦ ἰδεώδους θέλησε ὁ Μέγας Βασίλειος νὰ
τὸν ἐλέγξει καὶ νὰ τὸν περιορίσει μὲ τὴ θεσμοθέτηση ἑνὸς ὀργανωμένου κοινοβιακοῦ συστήματος καὶ μὲ τὴν ἐνσωμάτωση τῶν μοναχῶν, σὲ
μοναστικὲς κοινότητες ὑπὸ τὸν ἄμεσο ἔλεγχο
τῆς τοπικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας. Κατόρθωσε μὲ ἄλλα λόγια τὴν ἐκκλησιοποίηση τοῦ
μοναχισμοῦ καὶ ἀναχωρητισμοῦ. Καὶ αὐτὴ ἦταν
μιὰ προσφορὰ πρὸς τὴν Ἐκκλησία ὑψίστης
σημασίας στὸ θεωρητικὸ καὶ πρακτικὸ τομέα.
Ἕνας μοναχισμὸς αὐτονομημένος καὶ ἀποκομμένος ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ μέγιστο κίνδυνο καὶ παρεκκλίνει πρὸς
ἐκκλησιολογικὴ αἵρεση, ὄχι μόνο ἐξαιτίας τῶν
ἐνεργειῶν διαφοροποίησης ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία, ἀλλὰ κυρίως ἐξαιτίας τὸν ζηλωτικῶν τάσεων ποὺ ἀναπτύσσονται στοὺς
χώρους αὐτούς.
Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὁ μοναχισμὸς
ἀσφαλῶς καὶ ἀποτελεῖ μιὰ βασικὴ καὶ οὐσιώδη
μορφὴ ζωῆς, βίωσης τῆς πίστεως. Ἔρχεται ὡς
συνέχεια τῆς πιστότητας καὶ τῆς συνέπειας
τῶν Μαρτύρων τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Γι’
αὐτὸ ὁ μοναχισμὸς εἶναι οὐσιαστικὰ μορφὴ
μαρτυρίου καὶ ἐσχατολογικὴ βίωση τῆς ἱστορίας. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια ὁ μοναχισμὸς δὲν
ἐκφράζει τὸ σύνολο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι
μιὰ ἐπιμέρους λειτουργία τῆς ἐκκλησιαστικῆς
ζωῆς καὶ «ἐκ μέρους» γνώση καὶ βίωση τῆς
πίστεως. Ὑπ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὁ μοναχισμὸς
οὐσιαστικὰ καταξιώνεται κυρίως ὡς μορφὴ
μαρτυρίου, παρὰ ὡς μορφὴ βίωσης τῆς πίστεως
καὶ λιγότερο ὡς μορφὴ ποιμαντικῆς διακονίας.
Πέρα, ὅμως, ἀπὸ τὴν ἐσχατολογικὴ αὐτὴ
προοπτική, ὑπάρχει γιὰ τοὺς πιστοὺς καὶ
ἡ καθημερινὴ βίωση τῆς πίστεως μέσα στὴν
ἱστορία. Ὁ μοναχισμὸς ἐπισημαίνει σὲ ὅλους
μας καὶ τὴν ἀσκητικὴ θεώρηση τῆς ἱστορίας.
Καὶ αὐτὴ εἶναι μιὰ βασικὴ παράμετρος τῆς
πίστεως καὶ τῆς ζωῆς. Στὴ δὲ περίπτωση τῆς
συμβολῆς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἔχουμε μιὰ

ἐπίκαιρα

θαυμαστὴ σύνθεση τοῦ ἱστορικοῦ καὶ ἐσχατολογικοῦ στοιχείου, μὲ τὴν παράλληλη σύνθεση
κοινωνικῶν ἀξιῶν καὶ ἀσκητικῆς προσέγγισης
τῆς ζωῆς. Οὔτε ἄκρατος ἀκτιβισμὸς οὔτε ἄκριτος ἐγκρατισμὸς καὶ θεωρητικὸς βίος.
2. Ἀνάγκη ποιότητος ζωῆς στὸ χριστιανικὸ βίωμα
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος βίωσε κατὰ τρόπο
ἀπόλυτα ἀσκητικὸ καὶ μαρτυρικό το ἀρχιερατικό του ἀξίωμα. Ἀπόλυτος στὶς πνευματικὲς πεποιθήσεις του καὶ ἀσυμβίβαστος στὶς
προκλήσεις τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας. Ἀπὸ τὰ
τριανταπέντε χρόνια της ἀρχιερατείας τοῦ τὰ
δεκαέξι τα πέρασε στὴν ἐξορία, διωκόμενος
ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς ἄρχοντες ἀλλὰ
καὶ ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς παράγοντες. Ὁ
ἱερὸς Χρυσόστομος, μοναχικὸς καὶ ἀσκητικός,
μαρτυρικὸς στὶς ἐπιλογές του καὶ φιλάνθρωπος
στὶς ἐκτιμήσεις του γιὰ τοὺς ἄλλους, ἀναδείχθηκε συγχρόνως κι ἕνας θαυμάσιος κοινωνικὸς
ἀναμορφωτής.
Καὶ μόνο το γεγονός, ὅτι ἀναδείχθηκε στὴν
ἐποχή του καὶ θεωρεῖται σήμερα ἀπὸ ἐμᾶς ὁ
μεγάλος θεολόγος καὶ ποιμένας τοῦ γάμου καὶ
τοῦ ἔρωτα, μὲ μιὰ βαθιὰ μάλιστα καὶ ἀπέραντα
φιλάνθρωπη κατανόηση τῶν ἰδιαιτεροτήτων
τοῦ ἔγγαμου καὶ συζυγικοῦ βίου, φανερώνει τὴ
χαρισματικὴ συμβολή του στὴ διαμόρφωση μιᾶς
ὑγιοῦς καὶ ρεαλιστικῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας. Ἡ ἀξεπέραστη αὐτὴ συμβολὴ τοῦ
σώζει διαμέσου τῶν αἰώνων τὶς παρατηρούμενες λεπτὲς ἰσορροπίες στὶς ἐκτιμήσεις μεταξύ
των πιστῶν της ἀξίας εἴτε τοῦ ἔγγαμου εἴτε
τοῦ μοναχικοῦ τρόπου βίωσης τῆς χριστιανικῆς
πίστεως. Διότι δὲν πρόκειται περὶ διλήμματος
ἀλλὰ περὶ ὑπακοῆς στὸ ἴδιον ἑκάστου χάρισμα,
κατὰ τὴ διατύπωση τοῦ ἀποστόλου Παύλου.
Γνωρίζουμε, ἐπίσης, ὅτι μελέτησε ὁ ἱερὸς
Χρυσόστομος μὲ κάθε σοβαρότητα τὰ καθημερινὰ προβλήματα τῆς ζωῆς. Θεολόγησε
μὲ βαθύνοια γιὰ τὸ πρόβλημα τῆς ἐργασίας,
τῆς σχέσεως ἐργοδοτῶν καὶ ἐργαζομένων, γιὰ
τὸ θεσμὸ τῆς δουλείας καὶ σχεδὸν γιὰ ὅλους
5

ἐπίκαιρα
τους κοινωνικοὺς θεσμοὺς τῆς ἐποχῆς του.
Εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔθεσε τὴν Ἐκκλησία πρὸ τῶν
εὐθυνῶν της καὶ κάλεσε τὴ θρησκευτικὴ ἡγεσία νὰ πάρει ὑπεύθυνη θέση γιὰ τὰ μεγάλα
καὶ σοβαρὰ κοινωνικὰ προβλήματα. Ἤθελε
τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ χριστιανικὸ κήρυγμα νὰ
βρίσκονται στὸ κέντρο τῶν γεγονότων, νὰ παρεμβαίνουν ἄμεσα καὶ ὑπεύθυνα στὸ ἱστορικὸ
γίγνεσθαι καὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ μὴ στέκεται θεατὴς καὶ ἐπικριτὴς στὰ κοινωνικὰ δρώμενα.
Ἡ Ἐκκλησία γιὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο δὲν
πρέπει νὰ ἐκφράζει ἕνα πνευματικὸ ἐλιτισμὸ
καὶ πολὺ περισσότερο δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι
μιὰ ἀναχωρητὴ περιθωριακὴ παρουσία. Ἡ ἀνάμιξή της μὲ τὸ ἱστορικὸ καὶ κοινωνικὸ γίγνεσθαι
συνεπάγεται ἀσφαλῶς θυσίες, μαρτυρικὸ βίο
καὶ καθημερινὸ κόστος ζωῆς. Ὅμως, ἡ Ἐκκλησία πρέπει πάντα νὰ μένει συνεπὴς στὶς δικές
της πεποιθήσεις καὶ ἀξίες, στὶς ἱστορικὲς σωτηριολογικὲς καὶ ἐσχατολογικές της ἐπιλογές.
Ἡ παρουσία καὶ μετοχὴ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου στὴν τριάδα τῶν μεγάλων Ἱεραρχῶν
τῆς σημερινῆς γιορτῆς ἀποτελεῖ καὶ αὐτὴ μιὰ
ἀναντικατάστατη καὶ ἀξεπέραστη συμβολή,
ἰδιαίτερα γιὰ τὴ θεώρηση τῆς χριστιανικῆς
βιωτῆς στὴν ὁλότητά της καὶ ὄχι σ’ ἕνα διακριτὸ καὶ ἀξιολογικὸ ἐπιμερισμό. Δὲν τίθεται
θέμα, ἑπομένως, κάποιων τραγικῶν διλημμάτων
τοῦ τύπου «γάμος ἢ ἀγαμία», μὲ σκοπὸ τὴν
προβολὴ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μορφῆς ζωῆς.
Ἐδῶ τίθεται, ὡς ἐπείγουσα ἀνάγκη ἡ ἐπιταγὴ
ὑψηλῆς ποιότητας καὶ χαρισματικῆς βίωσης
εἴτε τοῦ γάμου εἴτε τῆς ἀγαμίας. Πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος συνέβαλε
τὰ μέγιστα καὶ ὅλοι του ὀφείλουμε εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴν ἰσόρροπη αὐτὴ ἀντιμετώπιση καὶ
καταξίωση τῆς προσωπικῆς ἐπιλογῆς ἀνάλογα
μὲ τὸ χάρισμα ἑκάστου.
3. Ἡ θεολογία καὶ ἡ θεογνωσία ὡς κριτήριο τῆς πνευματικῆς ζωῆς
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θεωρεῖται
ἀπὸ τοὺς συστηματικότερους πατέρες τῆς
Ἐκκλησίας ποὺ συνέβαλε καὶ αὐτὸς ἀποφασιστικὰ στὴ διαμόρφωση τοῦ χριστιανικοῦ
δόγματος. Παρὰ δὲ τὸ γεγονὸς τῆς βαθύνοιας
καὶ τῆς φιλοσοφικῆς ὑποδομῆς τῆς θεολογικῆς
σκέψης του, ἔκανε παράλληλα καὶ τὴ μεγάλη
θεολογική του παρέμβαση στὴ διαμόρφωση τῆς
κλασικῆς παιδείας καὶ τοῦ ἀνθρωπιστικοῦ πολιτισμοῦ. Ἔθεσε τὶς χριστιανικὲς ἀρχὲς καὶ τὶς
πνευματικὲς ἀξίες ὡς κριτήρια τῆς γνώσης καὶ
τῆς παιδείας, ποὺ παρέχονται ἀπὸ τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα. Ὕψιστο κριτήριο γιὰ τὴν
ἀληθινὴ παιδεία καὶ τὴν ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν
θεώρησε ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἡ θεολογία καὶ
κυρίως ἡ θεογνωσία, ἀντὶ τῆς ψευδοῦς φιλοσοφίας καὶ τῆς εἰδωλολατρικῆς μυθοπλασίας.
Εἶναι γνωστό, ἀπὸ τὴν ἱστορία, ὅτι τὰ περίφημα «ἔπη» του, ὅπου συμπεριέλαβε μιὰ θαυμάσια τριαδολογικῆ θεολογία καὶ θεωροῦνται
ὡς μοναδικὰ ἀριστουργήματα τῆς παγκόσμιας
φιλολογίας καὶ ἰδιαίτερά της γόνιμης ποιητικῆς
6

ἔκφρασης τῆς θεολογίας τῆς Ἀνατολῆς, σύντομα ἀντικατέστησαν τὰ Ὁμηρικὰ ἔπη στὰ ἀνώτατα φιλοσοφικὰ ἱδρύματα τῆς ἐποχῆς. Μέσα
στὰ ἔργα αὐτὰ ἔχουμε μιὰ θαυμάσια σύνθεση
τῆς ἀνθρώπινης γνώσης καὶ τῆς ἀποκεκαλυμμένης θεολογίας. Ἡ ἀκαδημαϊκὴ γνώση καὶ
παιδεία συναντᾶται μὲ τὴν ἀσκητικὴ θεολογία
τῆς ἔρημου. Ὁ δάσκαλος δὲν κρίνεται μόνο
ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῶν λόγων του καὶ τῆς
κοσμικῆς σοφίας του, ἀλλὰ πρώτιστα πρέπει
νὰ κρίνεται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς σιωπῆς
του, τοῦ στοχασμοῦ του καὶ τῆς προσευχῆς
του. Ὅπως γνωρίζουμε, ὅτι καὶ ἡ προσευχὴ δὲν
κρίνεται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῶν λόγων, τῶν
αἰτημάτων καὶ τῆς σχολαστικῆς «βαττολογίας»,
ἀλλὰ ἀπὸ τὴ βαθιὰ αἴσθηση τῆς κοινωνίας μὲ
τὸ Θεὸ καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης στὴ δική του
πρόνοια. Ἡ οὐσιαστικότερη προσευχὴ εἶναι
ἡ προσευχὴ τῆς σιωπῆς καὶ μάλιστα ἡ νοερὰ
προσευχή. Ὁ ποιητικὸς λόγος εἶναι πάντοτε
οὐσιώδης, μεστὸς καὶ δημιουργικός. Ἡ ποίηση
πάντα γεννάει ἰδέες καὶ ἀνοίγει νέους δρόμους
στὴ σκέψη. Ἔτσι καὶ τὰ ποιητικὰ ἔργα τοῦ
ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου θὰ μποροῦσαν
νὰ θεωρηθοῦν οὐσιωδέστερα ἀπὸ τὰ συστηματικά του, ποὺ δημιούργησαν μιὰ νέα ἐποχὴ
γιὰ τὴ θεολογία καὶ τὴ χριστιανικὴ παιδεία. Ἡ
θεολογικὴ παραγωγὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου μᾶς
ἐνθαρρύνει καὶ πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ μιᾶς
σύνδεσης τοῦ συστηματικοῦ λόγου μὲ τὸν ποιητικὸ στοχασμὸ καὶ τῆς διδακτικῆς προσφορᾶς
μὲ τὴ σιωπὴ τῆς προσευχῆς. Ἡ θεολογία καὶ ἡ
παιδεία κρίνονται ἀπὸ τὴ διπολικότητα αὐτὴ
τοῦ ἔργου τοῦ μεγάλου Θεολόγου τοῦ τετάρτου αἰώνα.
4. Ἀπέκδυση τοῦ πλούτου καὶ τῆς σοφίας καὶ ἔνδυση τῆς πτώχειας καὶ τῆς σεμνότητας
Πέρα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τῆς προσωπικῆς
ἰδιαιτερότητας, ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο κοινὸ
γνώρισμα στοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες μας, ποὺ ἰδιαίτερα καλούμαστε νὰ προβάλουμε σὲ κάθε
ἐποχή, ὡς κριτήριο ἀληθινῆς θρησκευτικότητας
καὶ θεοσεβοῦς παιδείας. Κριτήριο γιὰ ἡγέτες,
δασκάλους, μαθητὲς καὶ ἁπλοὺς πιστούς.
Καὶ οἱ τρεῖς Ἱεράρχες ὑπῆρξαν γόνοι πλούσιων καὶ ἀριστοκρατικῶν οἰκογενειῶν. Καὶ οἱ
τρεῖς ἤσαν ἱκανοὶ στὴ γνώση καὶ στὸ νοῦ καὶ
ταλαντοῦχοι χαρισματικοὶ στὸ πνεῦμα καὶ στὴ
ψυχή. Ἡ παιδεία τους σὲ ὅλα τα ἐπίπεδά της
γνώσης καὶ τῆς ἐπιστήμης ἦταν μοναδικὴ καὶ
ἀνεπανάληπτη. Ἡ δὲ κοινωνική τους καταξίωση ἀξιοζήλευτη ἀπὸ ὅλους. Ὅ,τι τὸ ἐκλεκτότερο δηλαδὴ σὲ νοῦ, σὲ γνώση, σὲ χαρακτήρα
καὶ προσφορά, ὄχι μόνο στὸν κοσμικὸ χῶρο
ἀλλὰ καὶ στὸν ἐκκλησιαστικό, συγκεντρώθηκε
στὴν τριάδα αὐτή. Τὸ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι καὶ οἱ
τρεῖς αὐτοὶ νέοι εἰσερχόμενοι στὴν Ἐκκλησία
καὶ θέτοντας τοὺς ἑαυτούς τους στὴ διακονία
τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀπεκδύθηκαν ὅλα αὐτὰ
ποὺ εἶχαν καὶ κατεῖχαν, γυμνώθηκαν καὶ πτώχευσαν, κατὰ κυριολεξία, σὲ ὅλα τα ἐπίπεδα

πρὸς χάριν τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν
ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν.
Ἐνῶ σήμερα, δυστυχῶς, συμβαίνει τὸ ἐντελῶς
ἀντίθετο.
Ἡ ἔνταξή μας στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας δὲν
συνεπάγεται, ὅπως παλαιότερα, θυσίες καὶ
ταπεινώσεις, ὀνειδισμοὺς καὶ διώξεις.
Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, πάντοτε καὶ σήμερα μὲ
τὴν προβολὴ τῶν τριῶν αὐτῶν μεγάλων Ἱεραρχῶν θέλει καὶ προσπαθεῖ νὰ μᾶς στείλει
κάποιο μήνυμα. Ἃς προσέξουμε καὶ ἃς τὴν
ἀκούσουμε σεμνὰ καὶ ταπεινά, ὥστε μὲ κάθε
σεμνότητα καὶ ταπείνωση νὰ παραμένουμε ὡς
πιστοὶ καὶ νὰ διακονοῦμε τὴν Ἐκκλησία τοῦ
Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι
ἀλλὰ διακονῆσαι».
Πράγματι, ἡ Ἐκκλησία καλεῖ ὅλους μας μὲ
τὴ σημερινὴ ἑορτὴ νὰ δεχθοῦμε τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες, ὅπως παλαιοτέρα ἔτσι καὶ σήμερα, ὡς
«φῶς» καὶ «λυχνία» μὲ τὸ λόγο τους καὶ τὰ
ἔργα τους, γιὰ μιὰ ὀρθὴ κατεύθυνση καὶ τῆς
δικῆς μας πορείας. Μᾶς καλεῖ ὄχι ἁπλῶς νὰ
μνημονεύσουμε τὰ ὀνόματά τους καὶ νὰ τοὺς
δοξάσουμε, ἀλλὰ νὰ τοὺς μιμούμαστε ὡς ἄτομα,
ὡς λαὸς καὶ ἔθνος, ἂν θέλουμε νὰ ἐπιβιώσουμε
πνευματικὰ στοὺς δύσκολους καιρούς. Οἱ Τρεῖς
Ἱεράρχες ὑπῆρξαν καὶ πρέπει νὰ συνεχίσουν νὰ
εἶναι φωστῆρες ἀλλὰ καὶ φωτοδότες τῆς θεολογίας, τῆς παιδείας καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς
διακονίας. Ἡ οὐσιαστικὴ συμβολή τους δὲν
συνίσταται τόσο στὰ ἐξαίρετα καὶ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς προσωπικότητάς
τους, τοῦ θεολογικοῦ στοχασμοῦ τους καὶ τοῦ
ποιμαντικοῦ ἔργου τους, ὅσο στὴ σύνθεση καὶ
στὴν ἐναρμόνιση τῆς συμβολῆς τους, τὴν ὁποία
πραγματοποίησε ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν προβολὴ
τῆς ἑνιαίας ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.
Μοναχικὸ καὶ ἀσκητικὸ ἰδεῶδες, κοινωνικὴ
εὐαισθητοποίηση καὶ δυναμικὴ ἱστορικὴ παρέμβαση, ποιητικὴ καὶ δημιουργικὴ θεολογία,
θυσιαστικὴ καὶ μαρτυρικὴ ἐμπειρία ζωῆς, εἶναι
τὸ τρίπτυχο μιᾶς ἰσόρροπης θρησκευτικῆς
ἀγωγῆς καὶ κλασικῆς παιδείας. Κάθε ἀπόπειρα καὶ προσπάθεια ἀπὸ ἐμᾶς μιᾶς ἄκριτης
ἀπολυτοποίησης, εἴτε τῆς μοναχικῆς εἴτε τῆς
κοινωνικῆς, ἀλλὰ εἴτε τῆς θεολογικῆς καὶ τῆς
κοσμικῆς ἑρμηνείας γιὰ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου καὶ γιὰ τὰ πράγματα τοῦ Θεοῦ,
ἀποτελεῖ μεγάλο λάθος, γιατί οὐσιαστικὰ διολισθαίνει πρὸς τὴν αἵρεση. Τὸ μεγάλο μυστικὸ
οὐσιαστικὰ βρίσκεται στὴ σύνθεση καὶ στὴν
ἐναρμόνιση τῶν βασικῶν αὐτῶν στοιχείων ποὺ
μᾶς ὑπενθυμίζει ἡ ἑορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.
Μιὰ παιδεία καὶ ἀγωγὴ ποὺ πλουτίζεται ἀπὸ
τοὺς κρουνοὺς τῆς σοφίας καὶ τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας τῶν Ἱεραρχῶν μας δὲν μπορεῖ
παρὰ στὸ τέλος νὰ δώσει καὶ στὴν ἐποχὴ μᾶς
εὔχυμους καὶ ἀγαθοὺς καρπούς.
(Γ. Π. Πατρώνου,
ὁμοτιμ. Καθηγητοὺ Πὰν/μίου Ἀθηνῶν,
«Κήρυγμα καὶ Θεολογία», τ. Β΄)

7

7

ἐνοριακά
ΤΟ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟ
ΤΡΙΩΔΙΟ

Σ

υνήθως μέσα στὸ μήνα Φεβρουάριο ἀρχίζει στὴν
Ἐκκλησία μᾶς μιὰ μεγάλη καὶ ἰδιαίτερα πνευματικὴ περίοδος ποὺ διαρκεῖ περισσότερο ἀπὸ
δύο μῆνες καὶ ὀνομάζεται «ΤΡΙΩΔΙΟ». Ἡ Ἐκκλησία
ὅλες καθημερινές της Μ .Σαρακοστῆς καθόρισε στὸν
ὄρθρο νὰ ψάλλονται κατὰ βάση τρεῖς Ὠδές. Δηλ.
τρεῖς ὁμάδες τροπαρίων, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ περίοδος
αὐτὴ λέγεται Τριώδιο.
Τὰ τροπάρια αὐτὰ τῶν τριῶν Ὠδῶν καθημερινὰ
ἐκφράζουν σὲ βάθος ὅλη τὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας
μας. Ἀναφέρονται στὴ δημιουργία, στὴν πτώση καὶ
στὴν ἀνάπλαση τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Εἶναι πνευματικὰ κεντρίσματα ποὺ θέλουν μὲ τὴ θεία λατρεία
νὰ ἀφυπνίσουν τὶς συνειδήσεις μας.
Πολλοὶ ξέρουν πὼς τὸ Τριώδιο συνδέεται μὲ τὶς
ἀπόκριες ποὺ εἶναι εὐκαιρία γιὰ γλέντια καὶ ξεφαντώματα. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι. Κι’
ἐμᾶς μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ ξέρουμε τί εἶναι τὸ Τριώδιο
κατὰ τὴν Ἐκκλησία κι’ ὄχι πὼς τὸ παίρνει καὶ τὸ
ἐννοεῖ ὁ κόσμος, σὰν εὐκαιρία γιὰ ἀκαταστασία
καὶ παρεκτροπὲς στὴ ζωή μας. Γιατί αὐτὸ γίνεται
σήμερα. Ὅλος ὁ κόσμος χοροπηδᾶ στοὺς δρόμους.
Δὲν εἶναι βέβαια κακὸ πράγμα αὐτὸ. Οἱ χαρούμενοι ἄνθρωποι μποροῦν νὰ χορεύουν. Ἀλλὰ πολλοὶ
χριστιανοὶ χορεύουν μασκαρεμένοι στὸ δρόμο, ξαναφέρνοντας παλιὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθιμα. Πολλοὶ
νομίζουν ὅτι ὅλες οἱ ἀσχήμιες ποὺ γίνονται στιὰ
ἀπόκριες, εἶναι δικά μας ἑλληνικὰ καὶ χριστιανικὰ
ἔθιμα, ποὺ πρέπει νὰ διατηρήσουμε. Ὄχι, εἶναι κακὴ
κληρονομιὰ τῆς εἰδωλολατρίας
Οἱ ἀσχήμιες ποὺ γίνονται στοὺς δρόμους δὲν εἶναι
δικά μας ἑλληνικὰ καὶ χριστιανικὰ ἔθιμα τώρα τὶς
ἀποκριές. Δὲν εἶναι καλὰ ἔθιμα αὐτά, νὰ μασκαρεύονται καὶ νὰ ἐξευτελίζονται οἱ ἄνθρωποι στὸ
δρόμο. Κανένας σοβαρὸς καὶ νοικοκύρης ἄνθρωπος,
ὄχι δὲν μασκαρεύεται, ἀλλὰ καὶ δὲν βγαίνει στὸ
δρόμο νὰ βλέπει τέτοιες ἀσχήμιες. Ἡ Ἐκκλησία δὲν
τὰ ἐπαινεῖ αὐτὰ καὶ δὲν τὰ ἐπιτρέπει. Βέβαια δὲν
ἔχει πολιτικὴ δύναμη γιὰ νὰ τὰ ἀπαγορεύσει καὶ νὰ
ἐμποδίσει τὶς ἀσχήμιες.
Ἔχει ὅμως λόγο γιὰ νὰ τὸν μεταχειρίζεται ὡς
ὅπλο, γιὰ νὰ πεῖ τί εἶναι καὶ τί γίνονται τὶς ἀπόκριες
καὶ γιὰ νὰ προτρέψει τὸ λαὸ νὰ ἀπέχει ἀπὸ τέτοιες
ἀσχήμιες. Γιατί ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ξεχύνονται στοὺς δρόμους μασκαρεμένοι χορεύοντας καὶ
γελώντας, δὲν εἶναι ἁπλῶς λαός, ἀλλὰ εἶναι ὁ λαὸς
τοῦ Θεοῦ. Εἶναι χριστιανοί, παιδιὰ τῆς Ἐκκλησίας
ποὺ τὸ Πάσχα θὰ προσέλθουν νὰ κοινωνήσουν.
Τὸ Τριώδιο λοιπὸν δὲν εἶναι μιὰ εὐκαιρία γιὰ νὰ
ἀσωτέψουν οἱ πιστοί, ἀλλὰ καιρὸς γιὰ νὰ ἑτοιμαστοῦν σὰν φρόνιμοι ἄνθρωποι, γιὰ τὴ μεγάλη γιορτὴ
τοῦ Πάσχα. Τὰ Τριώδιο γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐνδιαφέρονται
γιὰ τὴν πνευματική τους προκοπὴ καὶ σωτηρία εἶναι
ἕνα στάδιο πνευματικῶν ἀγώνων καὶ αὐτὸ πρέπει
νὰ ξέρει καὶ νὰ ἐνδιαφέρονται οἱ χριστιανοί, κι ‘ὄχι
τὰ καρναβάλια ποὺ γίνονται στὸ δρόμο.
Βρισκόμαστε σὲ πολὺ δύσκολους καιρούς. Δὲν μᾶς
μένουν εὐκαιρίες γιὰ μασκαρέματα καὶ καρναβάλια.
Ἐκτὸς κι ἂν θέλουμε νὰ τὸ ρίξουμε ἔξω κι’ ὅ, τί γίνει
ἃς γίνει. Μὰ κι ἂν θέλουμε νὰ γιορτάσουμε μὲ γιορτὲς
στοὺς δρόμους δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε τὶς κρίσιμες
ὧρες ποὺ περνάει ἡ πατρίδα μας.
Ἡ Ἐκκλησία πιστεύει, ὅτι οἱ ‘Ἕλληνες χριστιανοὶ
δὲν ἔχουν χάσει τὴν πίστη τους καὶ δὲν θέλουν νὰ
ἐπιστρέψουν στὴν εἰδωλολατρία. Γι’ αὐτὸ αὐτὲς
τὶς ἡμέρες ποὺ ἔρχονται ἃς ζήσουμε τὴν ἀληθινὴ
χριστιανικὴ ζωὴ γιὰ νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ
μὲ τὴ δική μας ζωὴ καὶ νὰ ἔχουμε σωτηρία στὸ Θεό.
Καλὸ Τριώδιο.

Ἡ αὐτάρκεια τοῦ Φαρισαίου
καὶ ἡ ταπείνωση τοῦ τελώνη

τοῦ Ἰωάννη Καραβιδόπουλου, Ὁμότιμου Κηθηγητῆ Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.
ἶπε ὁ Κύριος αὐτὴ τὴν παραβολή: «Δύο προσευχὴ τοῦ τελώνη. Αὐτὸς συντριμμένος ἀπὸ
ἄνθρωποι ἀνέβηκαν στὸ ναὸ γιὰ νὰ προσευχη- τὶς ἁμαρτίες του καὶ βλέποντας ὅτι κάθε δική του
θοῦν. Ὁ ἕνας ἦταν Φαρισαῖος κι ὁ ἄλλος τελώνης. πράξη καὶ ἐκδήλωση συνδέεται μὲ τὴν ἅμαρτια,
Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε ἐπιδεικτικὰ κι ἔκανε τὴν ζητεῖ ταπεινωμένος καὶ κτυπώντας τὸ στῆθος τοῦ
ἑξῆς προσευχὴ σχετικὰ μὲ τὸν ἑαυτό του: “Θεέ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ: «Θεέ μου, σπλαχνίσου μὲ τὸν
μου, σ' εὐχαριστῶ ποὺ ἐγὼ δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἁμαρτωλό». Δὲν κρίνει κανένα, κατακρίνει μόνο
ἄλλους ἀνθρώπους ἅρπαγας, ἄδικος, μοιχός, ἢ τὸν ἑαυτό του, τὸν ὁποῖο βλέπει τελείως χαμένο
καὶ σὰν αὐτὸν ἐδῶ τὸν τελώνη. Ἐγὼ νηστεύω δύο χωρὶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ δίνω στὸ ναὸ τὸ δέκατο
«Δικαιώθηκε», βρῆκε δηλ. χάρη, καὶ «ἔφυγε γιὰ
ἀπ' ὅλα τα εἰσοδήματα μού”. Ὁ τελώνης, ἀντίθετα, τὸ σπίτι τοῦ ἀθῶος καὶ συμφιλιωμένος μὲ τὸ Θεστεκόταν πολὺ πίσω καὶ δὲν τολμοῦσε οὔτε τὰ ό»,μᾶς λέγει τὸ τέλος τῆς παραβολῆς, ὁ ταπεινὸς
μάτια του νὰ σηκώσει στὸν οὐρανό. Χτυποῦσε τὸ τελώνης καὶ ὄχι οὐψηλόφρων Φαρισαῖος. Διότι
στῆθος του καὶ ἔλεγε: “Θεέ μου, σπλαχνίσου μὲ «ὅποιος ὑψώνει τὸν ἑαυτό του θὰ ταπεινωθεῖ,
τὸν ἁμαρτωλό”. Σᾶς βεβαιώνω πὼς αὐτὸς ἔφυγε κι ὅποιος τὸν ταπεινώνει θὰ ὑψωθεῖ». Αὐτὸ τὸ
γιὰ τὸ σπίτι τοῦ ἀθῶος καὶ συμφιλιωμένος μὲ τὸ τέλος τῆς διηγήσεως θὰ πρέπει νὰ ξαφνίασε ἀρκεΘεό, ἐνῶ ὁ ἄλλος ὄχι• γιατί ὅποιος ὑψώνει τὸν τά τους ἀκροατὲς τουΙησού, γιατί ὅλοι πίστευαν
ἑαυτό του θὰ ταπεινωθεῖ, κι ὅποιος τὸν ταπει- στὴ θρησκευτικὴ ὑπεροχὴ τῶν Φαρισαίων ἔναντί
νώνει θὰ ὑψωθεῖ» (Λουκ. 18, 10-14).
των ἁμαρτωλῶν τελωνῶν. Ὃ Ἰησοῦς ὅμως θέλει
Δυὸ χαρακτηριστικοὺς τύπους ἀνθρώπων μᾶς ναανατρέψει τὴν ἐπικρατοῦσα γνώμη, ποὺ βλέπει
παρουσιάζει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή: τελείως ἐξωτερικὰ τὶς ἀνθρώπινες ἐκδηλώσεις καὶ
Ἕνα Φαρισαΐο καὶ ἕναν τελώνη ποὺ προσεύχονται νὰ δείξει ὅτι τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς, ποὺ βλέπει
στὸ Ναό. Ἀποτελοῦν τοὺς δυὸ ἀντίθετους πόλους μόνο ὁ Θεός, δὲν συμφωνοῦν πάντα μὲ τὴ φαιτῆς κοινωνίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὃ ἕνας εἶναι νομενικὴ ζωή.
ὁ εὐσεβὴς καὶ δίκαιος στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων,
Βέβαια πρέπει νὰ λεχθεῖ πρὸς ἀποφυγὴ παὁ γνώστης τοῦ Νόμου, ὀανήκων στὴν ὁμάδα τῶν ρεξηγήσεως, ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν κατηγορεῖ τόνΦαΦαρισαίων ποὺ ἦταν ἡ ἄρχουσα θρησκευτικὴ ρισαιο γιατί εἶναι ἐνάρετος ἄνθρωπος καιεκτελεϊ
τάξη. Ὃ ἄλλος εἶναι ὁ ἐκπρόσωπος τῆς τάξεως τὰ θρησκευτικά του καθήκοντα- ἀλλὰ τὸν κατῶν ἁμαρτωλῶν, τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸ ἐπάγγελ- τηγορεῖ γιατί σ’ αὐτὰ στηρίζει τὴ ζωή του καὶ
μά τους ἦταν συνυφασμένο μὲ τὴν ἁρπαγή, τὴ ὄχι στὸν Θεό, γιατί αἰσθάνεται αὐτάρκεια καὶ
βιαιότητα, τὴν ἀπομύζηση τῶν ὑπαρχόντων τοῦ δὲν ὑποπτεύεται καθόλου ὅτι βάση ὅλων των
λαοῦ. Τελώνης στὴ συνείδηση ὅλης της κοινωνίας ἀρετῶν εἶναι ἡ ταπείνωση. Ἐπίσης, ὁ Ἰησοῦς δὲν
τῆς ἐποχῆς εἶναι ὁ ἔσχατός των ἁμαρτωλῶν.
ἐπαινεῖ τὸν τελώνη γιὰ τὴν ἁμαρτωλότητά του,
Τί λέγουν λοιπὸν οἱ δυὸ αὐτοὶ ἄνθρωποι στὴν ἀλλὰ γιατί ἔχει συνείδηση αὐτῆς καὶ τοποθετεῖ
προσευχή τους; Ἃς δοῦμε κατ’ ἀρχὴν τὴν προ- σωστὰ τὸν ἑαυτὸ τοῦ μπροστὰ στὴν κρίση τοῦ
σευχὴ τουΦαρισαίου, προσπαθώντας νὰ διερευ- Θεοῦ, ζητώντας τὸ ἔλεός του. γιατί ἀπὸ τὸν Θεὸ
νήσουμε ἐὰν ὁ τύπος αὐτοῦ του θρησκευόμενου περιμένει τὴ σωτηρία του, μὴ ἔχοντας τίποτε δικό
ἀνθρώπου εἶναι γνωστὸς καὶ σὲ μᾶς σήμερα: «Θεέ του στοοποῖο νὰ στηριχτεῖ.
μου, σ' εὐχαριστῶ ποὺ ἐγὼ δὲν εἶμαι σὰν τοὺς
Ἡ παραβολὴ ἀπευθύνεται, ὅπως λέγεται λίγο
ἄλλους ἀνθρώπους ἅρπαγας, ἄδικος, μοιχός, ἢ πρὶν ἀπ’ αὐτὴν στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ,πρὸς
καὶ σὰν αὐτὸν ἐδῶ τὸν τελώνη. Ἐγὼ νηστεύω αὐτοὺς«ποὺ ἦταν σίγουροι γιὰ τὴν εὐσέβειά τους
δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ δίνω στὸ ναὸ τὸ καὶ περιφρονοῦσαν τοὺς ἄλλους», πρὸς ἀνθρώδέκατο ἀπ' ὅλα τα εἰσοδήματά μου». Ἡ προ- πους δηλ. τοὺς ὁποίους συναντᾶ κανεὶς σὲ ὅλες
σευχὴ αὐτὴ εἶναι ἔπαινος τουεαυτού του καὶ τῶν τὶς ἐποχές, Ἀνθρώπους, οἰοποῖοι θεωρώντας τὸν
ἀρετῶν του. Ἀπαριθμεῖ ὀΦαρισαῖος τὰ ἔργα του ἑαυτὸ τοὺς θρησκευτικῶς αὐτάρκη καὶ φτασμένο
καὶ αἰσθάνεται ἀσύγκριτη ὑπεροχὴ ἔναντί των στὴν ἀρετή, κατακρίνουν τοὺς ἄλλους, τοὺς θελοιπῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους γενικὰ χαρα- ωροῦν ἀνεπανόρθωτα πεσμένους στὴν ἁμαρτία
κτηρίζει ὡς ἁμαρτωλούς. Εὐχαριστεῖ τὸν Θεὸ ἢ καιενασμενίζονται στὸ νὰ περιγράφουν τὶς τιμωμᾶλλον συγχαίρει τὸν ἑαυτό του, γιατί ὑπερέχει ρίες ποὺ ὅρισε ὁ Θεὸς γι’ αὐτούς, ξεχνώντας ὅτι
ἀπ’ ὅλους τους ἄλλους. Δὲν αἰσθάνεται νὰ του- καὶ αὐτοὶ βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴν ἀδέκαστη
λείπει τίποτε! Εἶναι αὐτάρκης καὶ δὲν φαίνεται κρίση τοῦ Θεοῦ. Κι ἐπειδὴ μιὰ τέτοια συμπεριναεξαρτᾶται καθόλου ἀπὸ τὸν Θεό, ἀφοῦ ἔχει φορὰ ἐμπεριέχει ὑποκρισία, στὰ Νέα Ἑλληνικά
τόσα δικά του ἔργα σταοποία μπορεῖ νὰ στηριχθεῖ το φαρισαῖος ἀπέβη συνώνυμό του ὑποκριτής.
καὶ γιὰ ταοποία μπορεῖ νὰ καυχηθεῖ. Σὰν κέντρο
Ἡ Ἐκκλησία τοποθετώντας τὴν περικοπὴ αὐτὴ
τοῦ κόσμου βλέπει ὄχι τὸν Θεὸ ἀλλὰ τὸν ἑαυτό ὠςανάγνωσμα στὴν ἀρχὴ τοῦ Τριωδίου θέλει νὰ
του μὲ τὶς πανθομολογούμενες ἀρετές του. Τὸν προφυλάξει τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τὸν «ὑψηλόφροΘεὸ τὸν χρειάζεται μόνο γιὰ ναεπιβεβαιώσει καὶ να λογισμὸ» τουΦαρισαίου, ποὺ εἶναι δυνατὸ νὰ
νὰ ἀναγνωρίσει τὶς ἀρετές του. Δὲν εἶναι δυνατὸ φωλιάζει ἐπίσης καὶ σὲ κάθε εὐσεβῆ χριστιανό,
νὰ ἔχει ὁ Θεὸς διαφορετικὴ γνώμη γιὰ τὸν φτα- καὶ νὰ προβάλει τουπόδειγμα τοῦ τελώνη ποὺ
σμένο αὐτὸν ἐνάρετο ἄνθρωπο! Αἰσθάνεται τόσο μετανοιωμένος γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ προσεύχεται μὲ
κοντὰ στὸν Θεό, σὰν νὰ ἔχει συνάψει συμφωνία συντριβή. Ὃ ἀκόλουθος ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας
μαζί του γιὰ νὰ κρίνουν καὶ νὰ κατακρίνουν ἀπὸ συνοψίζει ἄριστά το μήνυμα τῆς παραβολῆς:
κοινοῦ ὅλους τους ἁμαρτωλούς!
«Φαρισαίου φύγωμεν ὑψηγορίαν
Συμφωνεῖ ἄραγε καιο Θεὸς μὲ τὴ βεβαιότητα καὶ τελώνου μάθωμεν τὸ ταπεινὸν ἐν στεναγμοῖς,
αὐτὴ τοῦ Φαρισαίου; Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴν δίνει
πρὸς τὸν Σωτήρα κρανγάζοντες:
τὸ τέλος τῆς παραβολῆς. Ἃς δοῦμε ὅμως καὶ τὴν
ἴλαθι, μόνε ἠμὶν εὐδιάλλακτε».

Ε

7

ἀπόψεις
Μαρτυρία τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσοῦ
κ.κ. Ἀθανασίου γιὰ τὸν
† ΑΓΙΟ Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη (1924-1994)

Κ

ατ’ ἀρχὰς ἐπειδὴ ποτὲ δὲ διανοήθηκα ὅτι θὰ
ἔρθει κάποια ὥρα ποὺ θὰ διηγηθῶ τὴ ζωὴ τοῦ
πατρὸς Παϊσίου -καὶ ὁ ἴδιος ποτὲ δὲ διηγόταν τὴ
ζωὴ τοῦ συνεχόμενη- γι' αὐτὸ μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν
μερικὰ κενὰ στὶς ἡμερομηνίες καὶ στὴν ἰστο¬ρία τῶν
πραγμάτων. Ἐγὼ ἁπλῶς, ἀπὸ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὸν
Γέροντα, δέχτηκα νὰ ἔρθω ἐδῶ κ. Νικολαΐδη, στὸν
τηλεοπτικὸ σταθμό, γιὰ νὰ δώσω μιὰ δική μου μαρτυρία γιὰ τὴν ὅσια ζωή του, τὴν παρουσία του στὴν
Ὀρθοδοξία, στὴν Ἐκκλησία μας, γιὰ ὅσα πράγματα
εἶδα ἀπὸ τὴν παραμονή μου στὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ὅσα
ἄλλοι ἀξιόπιστοι ἄνθρωποί μου διηγήθηκαν. Αὐτὰ
θὰ προσπαθήσω νὰ πῶ αἰσθανόμενος, βέβαια, ὅτι
τὸ νὰ διηγεῖται κανεὶς τὴ ζωὴ ἁγίων ἀνθρώπων εἶναι
ἕνα πολὺ δύσκολο ἔργο. Εἶναι ἰδιαίτερα δύσκολο.
γιατί ὁ Γέροντας ἦταν ἅγιος ἄνθρωπος πραγματικά,
καὶ ἐμεῖς δὲν ἤμαστε τίποτα καὶ ἐλάχιστα πράγματα
καταλάβαμε. Ἃς εὐχηθοῦμε τουλάχιστον νὰ βοηθήση
ὁ Θεός, νὰ μεταφέρουμε τὰ γεγονότα ὅπως τὰ εἴδαμε
καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι τὰ ἀκοῦν, νὰ τὰ ἀξιολογήσουν μὲ τὴ δική τους διάθεση.
Ἐγνώρισα τὸν πατέρα Παΐσιο τὸ 1976, τὸ Σεπτέμβριο. Πρώτη φορὰ πήγαινα στὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ἐκεῖ
μαζὶ μὲ ἄλλους συμφοιτητές μου ἐπισκεφθήκαμε τὸ
Γέροντα, ὅταν εὐρίσκετο στὸ καλυβάκι του, στὸν
Τίμιο Σταυρό, κοντὰ στὴ Μονὴ Σταυρονικήτα. Ἐγὼ
ἐκεῖ τὸν ἐγνώρισα. Μπορῶ νὰ πῶ ὅτι πήγαμε μὲ
διαθέσεις περιέργειας νὰ δοῦμε τὸ Γέροντα, γιὰ τὸν
ὁποῖον τόσα εἴχαμε ἀκούσει. Μᾶς ἐδέχθηκε μὲ πολλὴ
ἀγάπη καὶ μπορῶ νὰ πῶ ὅτι ἡ πρώτη συνάντηση,
στὴν ἀρχή, μὲ ἀπογοήτευσε λίγο, γιατί δὲν ἤξερα τὰ
μυστικὰ αὐτῶν τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων. Ὅταν
εἶδα τὸ Γέροντα, ὁ ὁποῖος μὲ τόση ἁπλότητα μᾶς
δέχτηκε, μᾶς κερνοῦσε διάφορα πράγματα καὶ μᾶς
ἔλεγε ἀστεία καὶ γελοῦσε, ἄρχισα νὰ ἀμφιβάλλω ὅτι
αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι τόσο ἅγιος, ὅσο εἶχε λεχθεῖ.
Διότι οἱ ἅγιοι νόμιζα ὅτι πρέπει νὰ εἶναι σιωπηλοί,
ἀμίλητοι καὶ σκυθρωποί. Αὐτὴ τὴν ἐντύπωση εἶχα.
Ὅμως στὴ συνέχεια ἡ πραγματικότητα μᾶς διέψευσε,
διότι ὁ Γέροντας μιλοῦσε γιὰ πράγματα πρωτάκουστα γιὰ μᾶς καὶ εἶχε τὴ μαρτυρία τῆς προσωπικῆς
του ζωῆς.
Τὸ δὲ πρῶτο γεγονός, ποὺ τὸ καταθέτω μὲ πάσαν
εἰλικρίνεια, εἶναι ὅτι, τὴν ὥρα ποὺ βγήκαμε νὰ τὸν
ἀποχαιρετήσουμε καὶ φιλήσαμε τὸ χέρι του, ἔγινε ἕνα
γεγονὸς ποὺ ἤτανε πραγματικὰ μιὰ ἐπέμβαση τοῦ
Θεοῦ, διότι ὅλα τα βουνά, ὅλη ἡ ἀτμόσφαιρα τριγύρω
ἐξεχύλισαν ἀπὸ μία ἄρρητον εὐωδία. Εὐωδίαζε ὅλος
ὁ τόπος. Ὁ Γέροντας κατάλαβε αὐτὸ τὸ πράγμα
καὶ ἀμέσως μᾶς συνέστησε νὰ φύγουμε, ἐνῶ ἐκεῖνος
κατευθύνθηκε στὸ κελλί του. Ἐμεῖς, τὰ τρία παιδιὰ
ποὺ ἤμασταν, χωρὶς νὰ καταλαβαίνουμε τί γινόταν,
φύγαμε γιὰ τὶς Καρυές, ἐνῶ μέσα μας ἐπικρατοῦσε
μιὰ ἀνέκφραστη χαρά, ἡ ὁποία δὲν εἶχε ἐξήγηση. Οὔτε
γιατί τρέχαμε καταλαβαίναμε, οὔτε γιατί εὐωδίαζαν
τριγύρω μας τὰ βουνά, ὁ ἀέρας, οἱ πέτρες, τὰ πάντα.
Αὐτὸ ἦταν κάτι τὸ συγκλονιστικὸ ποὺ ἔζησα, ὅταν
συνάντησα γιὰ πρώτη φορὰ τὸν πατέρα Παΐσιο.
Τὴν παιδική του ζωὴ τὴν πέρασε στὴν Κόνιτσα. Τὸ
γεγονὸς ποὺ μᾶς διηγήθηκε κάποτε εἶναι ὅτι, ὅταν
ἦταν δεκαπέντε ἐτῶν, εἶχε μιὰ συνήθεια νὰ ἀποτραβιέται στὸ δάσος, ὅπου εἶχε φτιάξει ἕναν τόπο μὲ
ξύλα καὶ κλαδιὰ -σὰν ἀσκητήριο-, καὶ ἐκεῖ προσευχόταν μετὰ δακρύων. Αὐτὸ βέβαια ἦταν ἐνέργεια τῆς
Χάριτος. Αἰσθανόταν αὐτὴ τὴ γλυκύτητα καὶ ἤθελε
νὰ μένει μόνος του καὶ νὰ προσεύχεται στὸ Χριστό.
Ὅμως. ἐνῶ προσευχόταν, εἶδε τὸ Χριστὸ μπροστά

8

του, ὄχι στὸν ὕπνο του, ζωντανά, ἔχοντας στὸ χέρι
τοῦ τὸ Εὐαγγέλιο ἀνοιχτό, καὶ τοῦ μίλησε, ἐνῶ ταυτόχρονα αὐτὰ τὰ ὁποῖα τοῦ ἔλεγε ἤτανε γραμμένα
καὶ στὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ τοῦ εἶπε ὅτι:
"Ἀρσένιε. ἐγὼ εἶμαι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ Ζωή. ὁ
πιστεύων εἰς ἐμὲ καν ἀποθάνη ζήσεται". Αὐτὴ ἡ
ἐμπειρία τῆς ἐμφάνισης τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπ' ὅτι
ξέρω ἡ πρώτη του μικροῦ Ἀρσενίου μέσα στὸ χῶρο
τῶν ὑπερφυσικῶν ἀποκαλύψεων καὶ τὸ καθοριστικό,
ἴσως, σημεῖο τῆς πορείας τοῦ μετὰ στὸ μοναχισμό.
Ὁ Γέροντας ἀπέφευγε ἐπιμελῶς κάθε θόρυβο γύρω
ἀπὸ τὸ ὄνομά του καὶ μπορῶ νὰ πῶ ὅτι οἱ μόνες
φορὲς ποὺ γινόταν αὐστηρός, τόσο αὐστηρὸς ποὺ
τρόμαζε κανείς, ἦταν ὅταν κάποιος μιλοῦσε γι' αὐτόν,
θύμιζε ἢ ἔλεγε πράγματα θαυμαστὰ γύρω ἀπ’ αὐτόν.
Ὅταν πῆγα τὸ 1976 καὶ τὸν εἶδα τοῦ λέω: "Γέροντα
ἔχετε μεγάλη φήμη ἔξω στὸν κόσμο- οἱ ἄνθρωποι
ἔχουν καλὴ γνώμη γιὰ σᾶς, γιὰ τὸ ὄνομά σας". Μοῦ
λέει γελώντας, ὅπως συνήθως ἔλεγε μὲ ἀστεία καὶ
μὲ ἕναν πολὺ εὔθυμο τρόπο καὶ σοφό: "Τώρα ποῦ
ἐρχόσουνα ἀπὸ κάτω πέρασες ἀπὸ τὸν σκουπιδότοπο;" (ποῦ ἦταν στὶς Καρυές). Τοῦ λέω: "Πέρασα...". "Ἐκεῖ στὸ σκουπιδότοπο τῶν Καρυῶν ἔχει
κάμποσα κονσερβοκούτια ἀπὸ καλαμάρια καὶ ἐκεῖ,
ὅταν πέφτει ὁ ἥλιος, γυαλίζουν. Ἔτσι πάθανε καὶ οἱ
ἄνθρωποι. Βλέπουν τὸν ἥλιο ποὺ γυαλίζει πάνω στὸ
κονσερβοκούτι, ποὺ εἶμαι ἐγώ, καὶ νομίζουν ὅτι εἶναι
χρυσάφι. Ἀλλά, ἂν πᾶς παιδί μου κοντά, βλέπεις ὅτι
εἶναι ἕνα κονσερβοκούτι ἀπὸ καλαμάρια". Τὸ ἔλεγε
διασκεδάζοντας αὐτό.
Ἀργότερα ὅμως. ὅταν μιλούσαμε σοβαρά, θλιμμένος μερικὲς φορές μου ἔλεγε: "Ἐμένα, πάτερ μου, ὁ
μεγαλύτερος ἐχθρὸς εἶναι τὸ ὄνομά μου. Ἀλλοίμονο
στὸν ἄνθρωπο καὶ στὸ μοναχὸ ποὺ «βγάζει ὄνομα».
Διότι μετὰ οὔτε ἡσυχία ἔχει, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνθρωποι
ἀρχίζουν καὶ πλάθουν διάφορα πράγματα, τὰ ὁποῖα
πολλὲς φορὲς δὲν εἶναι πραγματικότητες καὶ γίνεται
ἕνα σημεῖο ἀντιλεγόμενο". Ἑκατοντάδες ἄνθρωποι
ἐπισκέπτονταν τὸ κελλί του. Μόλις ἐρχόταν τὸ λεωφορεῖο στὶς Καρυὲς καὶ ἔπαιρναν τὸ διαμονητήριο,
κατευθείαν ὅλοι στὸν πατέρα Παΐσιο. Ἔβλεπες ἕνα
καραβάνι ἀνθρώπων νὰ πηγαίνουν ἐκεῖ. Ἦταν ὁ
πρῶτος στόχος, ὁ πρῶτος σταθμός. Μερικὲς φορὲς
ποὺ ἔτυχε νὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ μαζί του καὶ δὲν ἄνοιγε,
διερωτώμουν. Τότε μου ἔλεγε: "Κοίταξε, θὰ κάνουμε προσευχὴ κι ἂν ὁ Θεὸς μᾶς πληροφόρηση, θὰ
ἀνοίξουμε."
Ἤτανε ἄνθρωπος τοῦ ὁποίου τὸ ὕψιστον ἔργο
ἦταν ἡ προσευχή. Μετὰ πλέον ἀφιέρωσε τὸν ἐαυτόν
του στὸν κόσμο. Παρ’ ὅλη τὴν κακουχία του, τὴν
ταλαιπωρία του, ἦταν ἕνας ἄσαρκος ἄνθρωπος. Ἕνας
ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἤξερε τί σημαίνει οὔτε ὕπνος
οὔτε ξεκούραση. Ἦταν πάντοτε εὐδιάθετος καὶ εἶχε
πάντοτε στὴν καρδιὰ τοῦ ἀγάπη νὰ δεχτεῖ τὸν πόνο
τῶν ἀνθρώπων. Θυμᾶμαι τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1981
πῆγα καὶ τὸν συνάντησα, μετὰ τὴν ἀγρυπνία τῶν
Χριστουγέννων, καὶ κουβεντιάζαμε καὶ μοῦ ἐξηγοῦσε
πόσο μεγάλο πράγμα ἦταν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ
ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἔλεγε, κατοικεῖ μέσα στὸν ἄνθρωπο
σὰν πῦρ. Μοῦ εἶπε: "Πρὶν μερικὰ χρόνια τόσο πολὺ
ἔκαιγε μέσα μου αὐτὴ ἡ ἀγάπη, ποὺ τὰ κόκκαλά μου
ἔλειωναν σὰν τὶς λαμπάδες. Καὶ μάλιστα μιὰ φορὰ
ἔπεσε πάνω μου τόση χάρις πού, ἐνῶ περπατοῦσα,
γονάτισα καὶ δὲν μποροῦσα νὰ συνεχίσω. Φοβόμουν
κι ὄλας μὴ μὲ δὴ καὶ κανένας ἄνθρωπος καὶ δὲν ξέρει
τί ἔπαθα". Ὀκτὼ χρόνια μετά, αὕτη ἡ μεγάλη ἀγάπη
μετεβλήθη, χωρὶς βέβαια νὰ τὸν ἐγκατάλειψη, σ1 ἕναν

μεγάλο πόνο γιὰ τὸν κόσμο. Ἄπο τότε φαίνεται ὅτι ὁ
Γέροντας διέθεσε τὸν ἑαυτό του, ἀφοῦ εἶχε γί¬νει κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, στοὺς πονεμένους ἀνθρώπους.
Τὸν πατέρα Παΐσιο τὸν ἐπισκέπτονταν ἄνθρωποι
ὅλων των τάξεων. Καὶ μορφωμένοι καὶ ἀμόρφωτοι καὶ
ἐπίσκοποι καὶ πολλοὶ καθηγητές, ἄνθρωποι ἀκόμα
καὶ ἄλλων θρησκειῶν κάθε λογῆς ἄνθρωποι.
Γενικὰ καὶ οἱ τόποι ποὺ κατοικοῦσε ἦταν ἀπαραμύθητοι: τὸ Κελλὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἦταν ἕνα τόσο
ἀπομακρυσμένο κελλὶ ποὺ θυμᾶμαι ὅτι, ὅσο ἔβλεπε
τὸ μάτι μᾶς τριγύρω, δὲν βλέπαμε κανένα ἄλλο κελλὶ
μοναχοῦ. Ἔρημος. Θυμᾶμαι πού μου ἔλεγε ὁ Γέροντας:
"Ἂν ἀκούσης τίποτα θορύβους τὴ νύχτα, μὴ φοβηθῆς.
Εἶναι ἀγριογούρουνα καὶ τσακάλια".
Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τοῦ Γέροντα
πέρασε μέσα σὲ πολλὲς ἀσθένειες. Καὶ ἐγὼ θυμᾶμαι
ὅτι, ὅταν εἶχε ἰσχυροὺς πονοκεφάλους, ἔβαζε πάνω
στὸ μέτωπο ἔμπλαστρα, γιὰ νὰ μπόρεση νὰ καταστείλη τοὺς πονοκεφάλους. Καμιὰ φορᾶ ποὺ ἀρρωσταίναμε κι ἐμεῖς, ἔλεγε: "Ἄκουσε νὰ σοὺ πῶ, παπά
μου, ἐμένα ἡ ἀρρώστια μου μὲ ὠφέλησε πιὸ πολὺ
ἀπὸ τὴν ὑγεία μου".
Καὶ αὐτός, παρὰ τὶς ἀρρώστιες του, ποτὲ δὲν
ἀμελοῦσε τὰ καθήκοντά του. Εἶναι φοβερό το ὅτι
μέχρι τελείας ἐξαντλήσεως συνέχιζε τὸν ἀγώνα του.
Θυμᾶμαι στὸ Μοναστήρι εἴχαμε τὴν ἀγρυπνία τῶν
Χριστουγέννων, ἡ ὁποία κράτησε περίπου δέκα
ὧρες. Ὁ Γέροντας ὅλη μέρα εἶχε κόσμο καὶ δὲν εἶχε
ξεκουραστεῖ καθόλου. Ὅλη νύχτα στὴν ἀγρυπνία
ἤτανε ὄρθιος. Ἐγὼ καθόμουνα ἀκριβῶς δίπλα του
καὶ περίμενα νὰ δῶ πότε θὰ καθίσει. Δὲν κάθισε
καθόλου ὅλη νύχτα- ἦταν ὄρθιος. Μοῦ λέει σὲ μιὰ
στιγμή: "Δὲ φεύγεις λίγο πιὸ ἐκεῖ; Ἀστυνομικὸς εἶσαι
ἐσύ!" Κατάλαβε ὅτι στεκόμουν δίπλα του, γιὰ νὰ δῶ
τί θὰ κάνει.
Ἡ ἀγάπη τοῦ ἐκδηλωνόταν ἀπεριόριστα καὶ πλούσια στὸν καθένα ποὺ τὸν ἐπισκεπτόταν, ἰδιαίτερα
στοὺς πονεμένους ἀνθρώπους καὶ στὰ νέα παιδιά.
Θυμᾶμαι κάτι ποὺ τὸ ἔζησα πολὺ καλά, τὸ 1982,
ὅταν εἶχε ἔρθει στὸ Ἅγιον Ὅρος ἕνα παιδὶ ἀπὸ τὴν
Ἀθήνα, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας σύγχρονος νέος, γεμάτος
ἀνησυχίες, μπλεγμένος μὲ πολλὰ πράγματα δύσκολα,
ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὴ ζωή του καὶ τὸ περιβάλλον
του, μὲ ροῦχα βρώμικα- μιὰ κατάσταση ποὺ μαρτυροῦσε τὴν ἀκαταστασία καὶ τὴν ἀνησυχία τοῦ νέου
αὐτοῦ. Πῆγε τὸ παιδὶ αὐτὸ στὸν πατέρα Παΐσιο,
μίλησαν καὶ μετὰ ἔφυγε.
Μετὰ ἀπὸ δύο-τρεῖς μῆνες ξαναγύρισε καὶ μοῦ
διηγήθηκε κλαίγοντας τὸ ἑξῆς πράγμα. Στὴν Ἀθήνα,
ὅταν εἶχε κάποιες ἀτυχίες καὶ τὸν ἐπίασε ἡ μελαγχολία αὐτή, ἡ κατάθλιψη, ἀνέβηκε στὴ μηχανή του

9

9

ἀπόψεις
νὰ πάει νὰ αὐτοκτονήσει. Τρέχοντας, ἔλεγε: "Δὲν
ὑπάρχει κανένας στὸν κόσμο, κανένας δὲ μὲ ἀγαπάει, δὲν ἔχει ἐνδιαφέρον, καλύτερα νὰ σκοτωθῶ, νὰ
τελείωση ἡ ζωή μου".
Βγῆκε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, πορευόταν στὸν δρόμο
καὶ εἶχε σκοπὸ νὰ τελείωση τὴ ζωή του. Ἐνῶ ἔτρεχε, ξαφνικὰ ἀκινητοποιήθηκε ἡ μηχανὴ τοῦ δίχως
νὰ πάθη τίποτα. Συγχρόνως εἶδε μπροστά του τὸν
πατέρα Παΐσιο, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε: "Σταμάτα- μὴν
κάνης αὐτὸ τὸ πράγμα". Μόλις εἶδε τὴ μορφὴ τοῦ
Γέροντα, ἀμέσως θυμήθηκε ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ μόνος
ἄνθρωπος ποὺ τὸν ἀγάπησε πραγματικὰ καὶ τοῦ
ἐξέφρασε τὴν ἀγάπη του. Ὁ πατὴρ Παΐσιος ἦταν
ἄνθρωπος πολὺ ἐκδηλωτικός. Ὅταν πήγαιναν παιδιὰ
μὲ προβλήματα, τοὺς ἔδειχνε τόση ἀγάπη, ὅπως σ'
ἕνα μικρὸ παιδί. Ἔτσι τὰ παιδιὰ αὐτὰ παρηγοριόντουσαν. Μετά. ἀφοῦ μου εἶπε τὴν ἱστορία αὐτή,
πῆγα στὸν Γέροντα καὶ τὸν ρώτησα: "Μὰ ἀλήθεια
εἶναι ὅτι ἔγινε αὐτὸ τὸ γεγονός;" Μοῦ λέει: "Δὲν
ξέρω, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ ξέρω εἶναι ὅτι πολλὲς φορὲς
ἐκεῖ ποὺ προσεύχομαι στὸ κελλί μου, τὸ Πνεῦμα τὸ
Ἅγιο μὲ μεταφέρει σὲ νοσοκομεῖα, σπίτια πονεμένων
ἀνθρώπων, σὲ ἀνθρώπους ποὺ εἶναι ἕτοιμοι ν' αὐτοκτονήσουν κ.λ.π. Ἐγὼ δὲν κάνω τίποτε, παρὰ μόνο
προσεύχομαι καὶ ἀνάβω κεριά".
Μέσα στὸ κελλάκι τοῦ εἶχε συνεχῶς ἀναμμένα
κεριὰ μπροστὰ στὶς εἰκόνες του. Ἦταν ἕνα ἀπέριττο
κελλί, ἀσκητικώτατο, πάμφτωχο, μὲ εἰκόνες χωμένες
στὸν τοῖχο καὶ κεριὰ ἀναμμένα.
Κάποτε ποὺ ἦταν ἄρρωστος στὸν Τίμιο Σταυρὸ
καὶ τὸν ὑπηρετοῦσα, ἔμπαινα συνεχῶς στὸ κελλί
του. Ἦταν ἕνα πολὺ μικρὸ κελλὶ (2,50x2) καὶ πάντα
ὁ Γέροντας ἔκαιγε μιὰ σόμπα ρωσικὴ χωνευτῆ στὸν
τοῖχο, γιατί ὑπέφερε ἀπὸ τὸ κρύο. Στὴν μία γωνιὰ
ἦταν τὸ κρεβατάκι του, τὸ ὁποῖο ἦταν ξύλινο, σὰν
φέρετρο, γεμάτο εἰκόνες καὶ ἕνα μεγάλο «μοναχικὸ
σχῆμα» ρωσικὸ ἐπάνω. Στὴν ἄλλη γωνιὰ κάτω εἶχε
κάτι παλιοκουρέλια, τὰ ὁποῖα τάχα ἦταν τὸ χαλί
του. Μὲ κορόιδευε καὶ μοῦ ἔλεγε: "Αὐτὸ τὸ χαλὶ
εἶναι περσικὸ καὶ μοῦ τὸ ἔστειλαν ἀπὸ τὴ Βαγδάτη."
Ἦταν ἕνα παλιοκουρέλι, τὸ ὁποῖο τὸ χρησιμοποιοῦσαν γιὰ νὰ βάζουν τὸ σαμάρι στὰ μουλάρια. Εἶχε
καὶ ἕνα σκαμνάκι, στὸ ὁποῖο καθόταν καὶ προσευχόταν, ἕνα ξύλο ποὺ ἔβαζε στὰ γόνατα καὶ ἔγραφε,
μιὰ τρύπα ποὺ εἶχε κάμποσες κόλλες καὶ ἕνα-δυὸ
μολύβια ποὺ ἔγραφε.
Ἦταν πάμφτωχος ὁ πατὴρ Παΐσιος. Δὲν εἶχε τίποτα. Πολλοὶ ἄνθρωποι τοῦ ἄφηναν χρήματα. Τὰ
ἔκρυβαν, γιὰ νὰ τὰ βρῆ μετά. Ὅμως ὁ Γέροντας, ὅταν
ἔβρισκε χρήματα, συνήθως τὰ ἔβαζε μέσα σὲ βιβλία ἢ
περιοδικὰ καὶ τὰ ἔδινε. Τόσο φτωχὸς ἤτανε, ποὺ κάποτε θυμᾶμαι μου εἶπε ὅτι δὲν εἶχε οὔτε πεντακόσιες
δραχμὲς γιὰ νὰ ἀγοράση ψωμί. Δὲν εἶχε πετρογκάζ,
δὲν εἶχε τίποτε ἀπ’ αὐτὰ τὰ μαγειρικὰ εἴδη. Εἶχε ἕναδύο κουτιὰ ἀπὸ κονσέρβες, καὶ μέσα σ’ αὐτὰ ἔρριχνε
τσάι ἢ ἔβραζε ρύζι. Εἶχε καὶ μία μικρὴ κατσαρόλα,
ποὺ τὴ χρησιμοποιοῦσε, ὅταν σπάνια φιλοξενοῦσε
ξένους. Τότε. ὅπως ἔλεγε, ἔρριχνε καὶ μιὰ κουταλιὰ
φακὲς μέσα γιὰ νὰ γίνη ἐπίσημο γεῦμα.
Ἔτρωγε καὶ καμιὰ ντομάτα ἢ χόρτα, ποὺ εἶχε
ἀπὸ τὸ μικρό του κῆπο. Ὅταν ἔμενα ἐγὼ μαζί του,
μοῦ ἔλεγε κάθε δύο μέρες: "Σήκω νὰ πᾶς νὰ φᾶς σὲ
κανένα Μοναστήρι καὶ νὰ ‘ρθῆς πίσω". Στὸ κελλὶ τοῦ
εἶχε μόνο τσάι καὶ παξιμάδια. Τίποτε ἄλλο. Αὐτὸς
ὁ ἄνθρωπος μπορῶ νὰ πῶ ὅτι, ὅσο τρῶμε ἐμεῖς σ'
ἕνα γεῦμα, τὸ ἔτρωγε σὲ δυὸ ἑβδομάδες. Πραγματικὰ
ἦταν ἕνας ἄσαρκος ἄνθρωπος, ἕνας ἐπίγειος ἄγγελος
καὶ ἕνας οὐράνιος ἄνθρωπος. Δὲν ἦταν μόνο ὅτι
δὲν ἔτρωγε σχεδὸν τίποτα, ἀλλὰ καὶ δὲν κοιμόταν
σχεδὸν καθόλου...
Σὰν μοναχὸς ἀσφαλῶς τηροῦσε μὲ ἀκρίβεια τὸ
πρόγραμμα τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ καθημερινά, τοῦ
ἑσπερινοῦ, τοῦ ἀποδείπνου, τοῦ μεσονυκτικοῦ, τοῦ

ὄρθρου, τῶν ὡρῶν. Ἀργότερα, ἀντικαθιστοῦσε τὶς
περισσότερες ἀπὸ τὶς ἀκολουθίες αὐτὲς μὲ τὸ κομποσχοίνι. Κάθε βράδυ ἀγρυπνοῦσε. Ξεκουραζόταν λίγο
μετὰ τὴ δύση τοῦ ἡλίου καὶ ἐλάχιστα ἀκόμη πρὶν τὴν
ἀνατολή. Καὶ αὐτὸ τὸ ἔβλεπα καὶ ἐγώ, ὅταν πήγαινα.
Θὰ σᾶς πῶ μιὰ ἐμπειρία ποὺ εἶχα προσωπική,
γιατί εἶναι μία μαρτυρία γιὰ τὴν ἁγιότητα αὐτοῦ του
ἀνθρώπου. Ὅταν τὸ 1977 πῆγα κοντά του καὶ ἔμεινα
ἀρκετὲς μέρες, συνέπεσε νὰ εἶναι ἡ γιορτὴ τοῦ Τιμίου
Σταυροῦ. Ἦταν 13 Σεπτεμβρίου μὲ τὸ παλιὸ ἡμερολόγιο καὶ μοῦ λέει: "Θὰ κάνουμε ἀγρυπνία ἀπόψε
καὶ τὸ πρωὶ θὰ ἔρθει ἕνας ἱερέας νὰ λειτουργήση"
(ἐγὼ ἤμουνα διάκος τότε).
Πράγματι ἔμεινα ἐκεῖ καὶ ἀπὸ τὶς τέσσερις περίπου
τὸ ἀπόγευμά μου εἶπε νὰ κάνουμε ἑσπερινὸ λέγοντας τὴν εὐχὴ μὲ τὸ κομποσχοίνι. Πράγματι κάναμε
1,30-2 ὧρες προσευχὴ μὲ τὸ κομποσχοίνι. Στὶς 6 ἡ
ὥρα μὲ φώναξε. μοῦ ἔκανε ἕνα τσάι, μοῦ ἔδειξε πῶς
νὰ κάνω τὴν ἀγρυπνία μὲ τὸ κομποσχοίνι καὶ μοῦ
εἶπε ὅτι γύρω στὶς 1:30 ἡ ὥρα τὰ μεσάνυχτα, θὰ μὲ
εἰδοποιοῦσε γιὰ νὰ διαβάσουμε τὴν ἀκολουθία τῆς
Θείας Μεταλήψεως καὶ μετὰ πάλι θὰ συνεχίζαμε
μέχρι τὸ πρωὶ ποὺ θὰ ἐρχόταν ὁ ἱερέας. Πράγματι
προσπαθοῦσα καὶ ἐγὼ νὰ κάνω ὅτι μου εἶπε.
Ὅλη τὴ νύχτα ἄκουγα τὸ Γέροντα ποὺ προσευχόταν καὶ περπατοῦσε πάνω κάτω καὶ ἀναστέναζε.
Ἦταν μιὰ συγκλονιστικὴ ἐμπειρία, γιατί μέσα σ’
ἐκείνη τὴν ἔρημο ἐγὼ φοβόμουνα, ἀλλὰ ὁ Γέροντας
ἦταν σὰν στύλος ἀκλόνητος καὶ προσευχόταν δίπλα.
Πήγαμε στὴν ἐκκλησία. Τὸ ἐκκλησάκι τοῦ ἦταν
στενόμακρο καὶ εἶχε πέντε εἰκόνες μέσα στὸ τέμπλο,
ἀλλὰ μόνο ἕνα στασίδι μέσα. Μ' ἔβαλε ἔμενα στὸ
στασίδι, ὁ Γέροντας δίπλα μου κι ἀρχίσαμε νὰ διαβάζουμε τὴν ἀκολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως. Ὁ
Γέροντας ἔλεγε τοὺς στίχους «Δόξα σοὶ ὁ Θεὸς ἠμῶν
δόξα σοὶ» καὶ ὕστερα στὰ Θεομητορικὰ τροπάρια
«Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἠμᾶς». Κάθε φορᾶ ποὺ
ἔλεγε ἕνα στίχο ἔκανε μιὰ ἐδαφιαία μετάνοια. Καὶ ἐγὼ
δίπλα μὲ τὸ κερὶ ἔβλεπα καὶ διάβαζα τὸ τροπάριο.
Ὅταν φτάσαμε στὸ τροπάριο ποὺ λέει, «Μαρία μήτηρ
Θεοῦ τῆς εὐωδίας τὸ σεπτὸν σκήνωμα», καὶ εἶπε ὁ
Γέροντας «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἠμᾶς», μ' ἕναν
πολὺ πονεμένο τρόπο, τότε ἀμέσως ἐγὼ πῆγα νὰ πῶ
τὸ «Μαρία Μήτηρ Θεοῦ». Ἀμέσως, ὅμως, ἄλλαξαν ὅλα
τα πράγματα- δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω τί ἔγινε. Ξαφνικὰ φωτίστηκε ὅλο το κελλί, σὰν ἕνας λεπτὸς ἀέρας
μπῆκε μέσα στὸ ἐκκλησάκι καὶ ἄρχισε τὸ καντήλι τῆς
Παναγίας νὰ κινῆται μόνο του. Ἦταν πέντε καντήλια
στὸ τέμπλο, ἀλλὰ μόνο αὐτὸ τὸ καντήλι κουνιόταν
συνέχεια. Ἐγὼ γύρισα πρὸς τὸ μέρος τοῦ Γέροντα, μὲ
εἶδε καὶ μοῦ ἔκανε νόημα νὰ σωπάσω. Αὐτὸς ἔσκυψε
κάτω, ἔμεινε σκυμμένος, κι ἐγὼ ἔμεινα μὲ τὸ κερὶ στὸ
χέρι, ἀλλὰ τὸ κερὶ δὲ χρειαζόταν, διότι ἐφωτίστηκαν
ὅλα- ὑπῆρχε ἄπλετο φῶς. Σὰν νὰ ξημέρωσε ξαφνικά.
Περίμενα ἀρκετὴ ὥρα, τὸ καντήλι κουνιόταν, τὸ φῶς
παρέμενε, ὁ Γέροντας δὲν ἔλεγε τίποτα. Μετὰ ἀπὸ
μισῆ ὥρα περίπου ἄρχισα νὰ διαβάζω μόνος μου,
ἀφοῦ ὁ Γέροντας δὲ μιλοῦσε. Διάβαζα μόνος μου
τὴν ἀκολουθία, μέχρι ποὺ ἔφθασα στὴν ἕβδομη εὐχὴ
τοῦ Ἁγίου Συμεών. Ἐκεῖ ἔτσι, πάλι κατὰ ἕνα πολὺ
ἱλαρὸ τρόπο, σταμάτησε νὰ κινεῖται τὸ καντήλι, τὸ
φῶς ἐξαφανίσθηκε καὶ ἐγὼ χρειαζόμουν πάλι τὸ κερὶ
γιὰ νὰ διαβάσω.
Ὅταν τελειώσαμε τὴ Θεία Μετάληψι, τοῦ λέω: "Γέροντα τί ἦταν αὐτό;" Μοῦ λέει: "Τί πράγμα;" Τοῦ λέω:
"Τὸ γεγονὸς στὴν Ἐκκλησία. Εἶδα τὸ καντήλι τῆς Παναγίας ποὺ κουνιόταν καὶ φωτίστηκε τὸ κελλί". Μοῦ
λέει: "Τίποτα ἄλλο εἶδες;" Τοῦ ἀπάντησα ὅτι δὲν εἶδα
τίποτα ἄλλο. Ἤθελα νὰ σᾶς πῶ ὅτι ἐκείνη τὴν ὥρα ὁ
νοῦς μου δὲ λειτουργοῦσε, οὔτε σκεφτόμουνα τίποτα.
Δὲν μποροῦσα νὰ καταλάβω τίποτα. Ἁπλῶς ἔβλεπα αὐτὰ τὰ πράγματα σὰν θεατής. Μοῦ λέει: "Βρὲ
παιδάκι μου, τί ἦταν! Δὲν ξέρεις ὅτι ἡ Παναγία, ἐδῶ

στὸ Ἅγιον Ὅρος, γυρνάει ὅλα τα μοναστήρια, ὅλα τα
κελλιά, γιὰ νὰ δὴ τί κάνουμε. Πέρασε ἀπὸ δῶ, εἶδε
δύο παλαβοὺς ἐδῶ πέρα καὶ κούνησε τὸ καντήλι νὰ
μᾶς πῆ ὅτι πέρασε." Καὶ γελοῦσε ὁ Γέροντας. Μετὰ
ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονός, ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ὁ ἴδιος μου
διηγήθηκε πάρα πολλὰ περιστατικὰ ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ
-ἦταν πολὺ συγκινημένος- καὶ ἴσως ἦταν ἡ αἰτία ποὺ
ἀπὸ τότε ἀποκτήσαμε μιὰ στενὴ σχέση μὲ τὸ Γέροντα.
Μοῦ ἐκμυστηρευόταν πάρα πολλὰ πράγματα ποὺ
ἀφοροῦσαν τὸν ἴδιο.
Πραγματικὰ μπορῶ νὰ πῶ μὲ πεποίθηση ὅτι ὁ
πατὴρ Παΐσιος ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ στήριζε τὴν
οἰκουμένη μὲ τὶς προσευχές του. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ἰσάξιος των μεγάλων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.
Μπορεῖ κανεὶς νὰ μιλάη ὧρες καὶ μέρες γιὰ τὸ
Γέροντα Παΐσιο. Τὰ θαύματα τὰ ὁποῖα ἔγιναν μὲ
τὴν προσευχὴ τοῦ εἶναι ἴσως ἀναρίθμητα. Θὰ σᾶς
πῶ κάτι ποὺ συνέβη τὸν τελευταῖο καιρό. Ἕνας
πατέρας, ὁ ὁποῖος εἶχε ἕνα μικρὸ παιδάκι, γυρνοῦσε
ὅλο το Ἅγιον Ὅρος νὰ βρῆ τὸ μοναχὸ ποὺ ἔσωσε τὸ
παιδί του ἀπὸ τὸ θάνατο. Τὸ μικρὸ παιδὶ ὁδηγοῦσε
ἕνα ποδήλατο κάποιο βράδυ καὶ πηγαίνοντας νὰ
στρίψη κάπου, τὸ χτύπησε φορτηγό. Τὸ φορτηγὸ
θὰ πολτοποιοῦσε τὸ παιδὶ μὲ τὶς ρόδες του, ὅταν
ἐμφανίστηκε ἕνας μοναχός, ὁ ὁποῖος τὸ ἅρπαξε, τὸ
πέταξε στὸ πεζοδρόμιο καὶ ἔτσι τὸ παιδὶ σώθηκε. Ὁ
μικρὸς εἶδε τὸ μοναχό, ἀλλὰ δὲν ἤξερε ποιὸς εἶναι.
Εἶπε στὸν πατέρα τοῦ ὅ,τι συνέβη καὶ αὐτὸς ἔφερε
τὸ παιδί του στὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ γυρνοῦσαν ὅλα τα
κελλιὰ καὶ τὰ μοναστήρια, γιὰ νὰ βροῦν ποιὸς ἦταν
αὐτὸς ὁ μοναχός. Μέχρι ποὺ κατέβηκαν στὸν πατέρα
Παΐσιο καὶ τὸ μικρὸ παιδὶ ἀμέσως τὸν ἀνεγνώρισε.
Ἐπίσης, κάποιο ἄλλο γεγονὸς ποὺ ἔγινε πρὶν φύγω
ἀπὸ τὴν Κύπρο. Ἐπισκέφτηκε ἕνας νεαρός το Γέροντα καὶ ἤθελε νὰ τοῦ πῆ ὅτι ἡ γυναίκα τοῦ ἦταν
πολὺ βαριὰ ἄρρωστη. Ὁ Γέροντας εἶχε πολὺ κόσμο,
ἦταν κουρασμένος καὶ τοὺς λέει: "Παιδιὰ δὲν μπορῶ,
ἄντε νὰ φύγετε, νὰ πᾶτε στὴν Ἰβήρων". Ἐπῆγε αὐτὸς
καὶ τοῦ λέει: "Θέλω νὰ σοῦ πῶ κάτι". Τοῦ ἀπαντάει
ὁ Γέροντας: "Ἄντε, παιδί μου, πήγαινε, πήγαινε". "Μὰ
ἔχω κάτι σοβαρὸ νὰ σοῦ πῶ Γέροντα!" "Πήγαινε, παιδί
μου, δὲν ὑπάρχει τίποτα. Πήγαινε καὶ ὁ Θεὸς θὰ
βοηθήσει". Αὐτὸς ἐπέμενε, ἀλλὰ ὁ Γέροντας τοῦ λέει:
"Βρὲ παιδί μου, πήγαινε νὰ προλάβης τὸ Μοναστήρι, μὴν κλείση". Τότε αὐτὸς ἀποκάλυψε τὸ γεγονός:
"Γέροντα, ἡ γυναίκα μου εἶναι ἄρρωστη!" "Πήγαινε
καὶ δὲν ἔχει τίποτα ἡ γυναίκα σου". Ὁ νέος κοίταξε
τὸ ρολόι, γιὰ νὰ δὴ πόση ὥρα τοῦ μένει νὰ πάη στὸ
Μοναστήρι- ἦταν 14:45. Ἔφυγε ἀπογοητευμένος, γιατί
δὲν ἔκανε τίποτα. Ὅταν ἐπέστρεψε σπίτι του, ἡ
γυναίκα του, τελείως καλά, τοῦ διηγήθηκε τὰ ἑξῆς:
"Ξαφνικά, ἐνῶ καθόμουν ἐκεῖ στὸ κρεβάτι, μ' ἐπίασε
κρύος ἱδρώτας, καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὥρα θεραπεύτηκα.
Πῆγα στὸ γιατρὸ καὶ μὲ βρῆκε τελείως καλά". Τὴ
ρωτάει: "Ποιὰ ὥρα ἔγινε αὐτό;" "Ἦταν Παρασκευὴ
14:45". Τὴν ὥρα, δηλαδή, ποὺ ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε:
"Πήγαινε καὶ δὲν ἔχει τίποτα ἡ γυναίκα σου".
Τέτοια εἶναι πάμπολλα ποὺ μποροῦμε νὰ ποῦμε.
Ὅμως μεγάλη σημασία δὲν ἔχουν τὰ θαύματα τοῦ
Γέροντα, ἀλλὰ ἡ μεγάλη ἀγάπη του στὸ Θεό, ἡ βαθιά
του πίστη καὶ ὅτι ἦταν ἕνα πραγματικὸ τέκνο τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Μοναχισμοῦ. Νομίζω
ὅτι ὅ,τι καὶ νὰ πῆ κανείς, δὲν μπορεῖ νὰ περιγράψη τὸ
Γέροντα. Ὁ λόγος ποὺ πάντα ἔλεγε ἦταν: "Ν' ἀγαπᾶμε
τὸ Θεὸ καὶ ν’ ἀγωνιζόμαστε πάντοτε μὲ φιλότιμο".
Ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὀξυγόνο. Ἐμεῖς νὰ μὴν τὸ
κάνουμε διοξείδιο τοῦ ἄνθρακος. Καὶ γι’ αὐτὸ ἤθελε
πάντοτε ὅλοι οἱ χριστιανοὶ νὰ ἔχουν θάρρος, νὰ εἶναι
γεμάτοι χαρὰ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ποτὲ νὰ
μὴν ἀπογοητεύωνται, διότι, ὅπως ἔλεγε, τὸ ἄγχος καὶ
ἡ ἀπογοήτευση εἶναι πάντοτε ἀπὸ τὸ διάβολο καὶ
οὐδέποτε ἀπὸ τὸ Θεό.
Πηγή: ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΩΝ

9

νεότητα

Β

Λίγα λόγια... πολλὴ προσευχὴ

λέποντας σήμερα μιὰ κατάσταση δύσκολη
ὁμολογουμένως, στὶς σχέσεις γονέων καὶ
παιδιῶν, δὲν μποροῦμε νὰ μὴν σκεφτοῦμε τὰ
λάθη ποῦ κάνουμε καθημερινὰ στὴν ἀγωγὴ τῶν
παιδιῶν μας.
Τὰ παιδιὰ δείχνουν νὰ μὴν συγκινοῦνται ἀπὸ
τὰ πολλὰ λόγια.
Θέλουν τὸ παράδειγμά μας γιὰ νὰ ἐνεργοποιηθοῦν πρὸς μιὰ σωστὴ κατεύθυνση καὶ δυστυχῶς αὐτὸ τὸ παράδειγμα λείπει στὶς μέρες
μας, γιατί ἡ δική μας πορεία, δὲν εἶναι αὐτὴ
ποῦ θὰ 'πρεπε νὰ ἀκολουθοῦμε.
Ἡ ἀδυναμία μας νὰ τὰ παιδαγωγήσουμε σωστά, καθιστᾶ ἀπαραίτητη τὴν ἔντονη προσευχή
μας πρὸς τὸ Θεὸ Πατέρα. Τὰ πολλὰ λόγια
εἶναι βαρετά, δὲν ἔχουν ἀποτέλεσμα καὶ στὶς
περισσότερες περιπτώσεις ἔχουν ἀντίθετα ἀποτελέσματα ἀπὸ τὰ προσδοκώμενα.
Ὅλες αὐτὲς οἱ ἀνυποχώρητες ἐμμονές μας,
εἶναι δηλητήρια ποῦ δημιουργοῦν συνθῆκες
ἀσφυξίας στὰ παιδιά. Δὲν αἰσθάνονται ἀγάπη
γιατί νιώθουν ἀνελεύθερα. Καὶ ὅπως μᾶς λένε
οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησιᾶς μας, ἀγάπη καὶ ἐλευθερία πᾶνε πάντα μαζί.
Ὅταν προσπαθοῦμε ὡς γονεῖς νὰ ἐπικεντροποιήσουμε τὴν πρόοδο τῶν παιδιῶν μας, σὲ
φθαρτὰ καὶ ἀνούσια πράγματα, ποῦ ἔχουν νὰ
κάνουν μὲ ὅλες αὐτὲς τὶς δραστηριότητες ποῦ
τὰ τοποθετοῦμε καθημερινά.
Ἂν π.χ σήμερα μετρήσουμε πόσα παιδιὰ πηγαίνουν νὰ μάθουν πολεμικὲς τέχνες καὶ τὸ
συγκρίναμε, μὲ τὸ πόσα παιδιὰ γνωρίζουν τὸν
πραγματικὸ προορισμὸ τοῦ ἀνθρώπου, ποῦ
εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ θέωση, τότε πραγματικὰ θὰ

ἀπογοητευόμασταν.
Ὅταν ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὴν πνευματική τους
ἀνάπτυξη, ποῦ θὰ πρέπει νὰ ἔχει ὀντολογικὸ
προσανατολισμό, τί ἀποτελέσματα θὰ ἔχει αὐτή
μας ἡ ἀδιαφορία;
Ὅταν χρησιμοποιοῦμε σκουριασμένες πρακτικὲς διαπαιδαγώγησης ὅπως π.χ τὸ νὰ μὴν σὲ
«πιάνουν κορόϊδο» λέγοντάς τους στὴν οὐσία νὰ
εἶναι «θύτες» παρὰ «θύματα» στὴ ζωή, λὲς καὶ
κάποιοι πρέπει πάντα νὰ ἐπικρατοῦν, ἔναντί
των ἄλλων καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ὑπάρξουμε
ὡς κοινωνία ποῦ χρειάζεται καὶ τὸν ὑδραυλικὸ
καὶ τὸ δικηγόρο.
Βαθμοθηρίες, νὰ εἶναι τοῦ «ἄριστα» γιὰ νὰ
τὸ προβάλουμε ἐμεῖς ὡς δικό μας ἔργο, γιατί τὰ
θεωροῦμε προέκταση τοῦ ἐαυτοῦ μας.
Συμβουλεύουμε τὰ ἀγόρια μας νὰ εἶναι «κυνηγοὶ» ἀπὸ πολὺ νωρίς, ἐνῶ τὰ κορίτσια πορσελάνινες κοῦκλες. Δηλαδὴ ὁ γιὸς μᾶς ποιανοὺ
τὴν κόρη θὰ «κυνηγήσει» ἂν κι αὐτὴ εἶναι ἀπὸ
πορσελάνη; Νὰ εἶναι δηλαδὴ π.χ ἡ κόρη τοῦ
γείτονα ἡ «λεία» τοῦ γιοῦ μας, ἀλλὰ ἡ δική μας
κόρη ἀνέγγιχτη.
Πράγματα ἀντίθετα μεταξύ τους χωρὶς ἰσορροπία, ποῦ δείχνουν ὅτι εἴμαστε σὲ σύγχυση
καὶ ὡς γονεῖς καὶ ὡς ἄνθρωποι.
Μᾶς εἶναι ἀδύνατο νὰ παιδαγωγήσουμε τὰ
παιδιά μας μὲ ἀγάπη καὶ νὰ τοὺς τονίζουμε ὅτι
δὲν μποροῦν νὰ ζητοῦν τὸν καρπὸ μιᾶς σχέσης
χωρὶς τὶς προϋποθέσεις ποῦ θὰ τὴν καταστήσει
δυνατὴ καὶ ὑγειή.
Ὅτι δὲν μποροῦν νὰ ζητοῦν τὸ ἐπιστέγασμα
μιᾶς σχέσης χωρὶς τὰ θεμέλια καὶ χωρὶς νὰ τὰ
ἔχουν βρεῖ καλὰ-καλὰ μὲ τὸν ἑαυτό τους.

Ἃς κάνουμε τουλάχιστον προσευχὴ στὸν Κύριό μας γιὰ τὰ παιδιά μας, ἐφόσον ἐμεῖς εἴμαστε
ἀνάπηροι νὰ τὰ παιδαγωγήσουμε καὶ ἃς ἀφήσουμε στὴν ἄκρη τὰ βαρετὰ καὶ νεκρὰ λόγια
μιᾶς ὠφελιμιστικῆς ἠθικολογίας τοῦ τύπου:
"Νὰ γίνεις καλὸς ἄνθρωπος."
Καὶ μπαίνει ἐδῶ το ἐρώτημα: Μὲ ποιὰ κριτήρια νὰ γίνει καλὸς ἄνθρωπος;
Μιᾶς ἀόριστης ἠθικῆς, ἢ μέσα ἀπὸ μία ὁλοζώντανη σχέση μὲ τὸν ἴδιο το Θεό;
Δὲν συνάδει πολλὲς φορὲς ὁ λόγος μας μὲ τὰ
ἔργα μας καὶ αὐτὸ τοὺς δημιουργεῖ σύγχυση.
Καλύτερα λοιπὸν προσευχὴ στὸ Θεό, παρὰ
νεκρὰ λόγια πρὸς τὰ παιδιά, ποῦ ὑπερασπίζουν
ἕνα νεκρὸ γράμμα μιᾶς ἠθικῆς, ποῦ εἶναι γεμάτη
ἰδιοτέλεια καὶ αὐτοδικαίωση.
Ἂν στὸ παράδειγμα τὸ δικό μας, ὑπάρχει ἀναζήτηση Χριστοῦ βιωματικά, τότε καὶ τὰ παιδιὰ
θὰ τὰ ὠθήσει σὲ μιὰ πνευματικὴ καρποφορία
καὶ σὲ πληρότητα τῆς ὕπαρξης τοὺς ἐν Χριστῷ.
Γιῶργος Ἀραμπατζόγλου
Κατηχητὴς τῆς Ἐνορίας

Προσευχή στό ξεκίνημα
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἕνας χρόνος πέρασε καί ἕνας νέος ἀνατέλλει. Ἄλλη μιά
ἀφορμή γιά νά Σέ εὐχαριστήσω καί νά δοξολογήσω τό ἅγιο ὄνομά Σου: γιά τίς
δωρεές, γιά τούς ἀγώνες τῆς χρονιᾶς πού πέρασε, γιά τίς προσδοκίες καί τήν
ἐλπίδα τῆς χρονιᾶς πού ἔρχεται.
Κύριε, στήν κάθε δοκιμασία, στήν κάθε κρίση, ἀπ’ ὅπου κι ἄν προέρχονται,
ἀπό πειρασμούς, πτώσεις, ἀσθένειες, ἀπώλειες, ἀδικίες καί ὅ,τι ἄλλο, ἡ ψυχή
μου θέλει νά παραμένει ἐπίμονα στραμμένη σέ Ἐσένα, ὄχι γιατί ἔτσι «πρέπει»,
ἀλλά διότι ἔτσι ἀνακαλύπτω τόν ἑαυτό μου, μπορῶ νά μένω σταθερός ἀπέναντι
στίς ὁποιεσδήποτε δοκιμασίες μέ χτυποῦν, νά γαληνεύω καί νά ἐλπίζω…
Κύριε τοῦ ἐλέους, τῆς ἀγάπης, τῆς σοφίας, τῆς μακροθυμίας, τοῦ φωτισμοῦ
βοήθησέ με, στήριξέ με καί ὄξυνε τίς πνευματικές μου κεραίες καί φέτος, νά
προσλαμβάνω τίς ἐνέργειες τοῦ ἐλέους Σου, τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς ὑπομονῆς
καί τῆς ἀγάπης Σου. Νά μήν τίς θεωρῶ ποτέ δικαιωματικά ἤ αὐτόματα δεδομένες, μετάνοιας καί ἀνταποδώσεως, ἁπλά καί ἀβίαστα, σέ Σένα καί τούς
συνανθρώπους μου τῶν ἀγαθῶν πού μοῦ προσφέρεις».
10

11

1

Εὐχαριστοῦμε θερμά
τούς καθηγητές
τοῦ Φροντιστηρίου
Μέσης Ἐκπαίδευσης

γιά τήν προσφορά τους
στό Ἐνοριακό Φροντιστήριο
τοῦ Ἱεροῦ μας Ναοῦ.
(Ἁγίας Τριάδος 4, τηλ.: 210-5060700)

ΚΥΡΙΑΚΗ 1 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2015
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΗ ΕΚΔΡΟΜΗ
Α) Στήν Ἱερά Μονή Ἁγίου Ἐφραίμ Νέας Μάκρης
Β) Στήν Ἱερά Μονή Ἁγίου Νεκταρίου Γέρακα Ἀττικῆς

Ὥρα ἀναχώρησης: 2.00 μ.μ.
Εἰσητήριο: 10 €
11