You are on page 1of 15

ΕΠΟ12.

ΓΕΝΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ, ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΥΛΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ.

Καθηγήτρια : Χρυσάνθη Πετροπούλου.
Φοιτήτρια

: Μυστεγνιώτη Κλεονίκη.

Μάρτιος 2014.

ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΡΙΤΗ

Η κρίση του φορντικού καθεστώτος συσσώρευσης δημιουργεί
νέες χωρο-οικονομικές ανισότητες στην Ευρώπη. Αναφερθείτε στους
τρόπους που διαμορφώθηκαν φορντικά βιομηχανικά τοπία σε πόλεις και
περιφέρειες της μεταπολεμικής Ευρώπης. Στη συνέχεια αναλύστε τους
μετασχηματισμούς των τοπίων αυτών από τα τέλη της δεκαετίας του
1970, συσχετίζοντάς τους με την αποβιομηχάνιση και τη μετάβαση στην
ευέλικτη συσσώρευση. Μέσα από σχετικά παραδείγματα φορντικών
τοπίων σε πόλεις της Ευρώπης, αναγνωρίστε τον χώρο ως αποτέλεσμα
αλλά και ως ενεργητικό διάμεσο των κοινωνικο-οικονομικών
μετασχηματισμών.

Περιεχόμενα

Ι. ΠΡΟΛΟΓΟΣ...................................................................................................3
ΙΙ. ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ
1. Το φορντικό καθεστώς συσσώρευσης................................................................4
2. Τόπος και ανάπτυξη.......................................................................................5
3. Η διαφοροποιημένη επικράτηση του φορντικού μοντέλου στον ευρωπαϊκό
χώρο ..........................................................................................................6
4. Η πολιτικο-οικονομική προσέγγιση της κρίσης του φορντισμού.............................8
5. Το καθεστώς της ευέλικτης συσσώρευσης..........................................................9
6. Μεταφορντικές χωρο-οικονομικές ανισότητες στην Ευρώπη................................10
7. Το παράδειγμα της Τρίτης Ιταλίας...................................................................12
8. Το παράδειγμα της περιοχής Barnsbury στο Λονδίνο.........................................12
ΙΙΙ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ................................................................................................14
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙA................................................................................................15

Ι. ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Οι εξελίξεις που συντελέστηκαν στην βιοτεχνική παραγωγή από τον 16ο έως τον
19ο αιώνα ήταν αυτές που διαμόρφωσαν τις συνθήκες για τη μετάβαση στη μοντέρνα
εποχή

(Λεοντίδου,κ.α.,2008:217).

Οι

απαρχές

της

νεωτερικότητας

και

του

μοντερνισμού τοποθετήθηκαν στη μετάβαση στο εργοστασιακό σύστημα παραγωγής
(Λεοντίδου,κ.α.,2008:215). Η μοντέρνα πόλη διαμορφώθηκε και διαμόρφωσε το
πλαίσιο του φορντικού μοντέλου συσσώρευσης, που αναπτύχθηκε μεταπολεμικά. Μετά
τη δεκατία του 1970 οπότε και το μοντέλο αυτό εισέρχεται σε περίοδο κρίσης
αναπτύσεται το νέο μοντέλο της ευέλικτης συσσώρευσης. Αυτό ταυτίζεται με τη νέα
εποχή της μετανεωτερικότητας, που έχει ως θύλακες τις μεταμοντέρνες πόλεις.
Η

πολιτικο-οικονομική

προσέγγιση,

ως

επιστημολογία

και

μέθοδος

της

Γεωγραφίας, επικεντρώνεται στις επιπτώσεις των παραγωγικών αναδιαρθώσεων στο
γεωγραφικό χώρο και χρησιμοποιήθηκε για να ερμηνευτούν οι μετασχηματισμοί των
τοπίων με τη κρίση του φορντικού μοντέλου συσσώρευσης (Λεοντίδου,2011:203).

ΙΙ. ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ

1. Το φορντικό καθεστώς συσσώρευσης.
Η αυτοκινητοβιομηχανία του Ford ήταν για τον 20ο αιώνα το σύμβολο του νέου
μοντέλου οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας, που εξ αυτού ονομάστηκε
φορντικό (Λεοντίδου,κ.α.,2008:222). Η σημαντικότερη καινοτομία που εισήχθει ήταν η
οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας ως “γραμμή συναρμολόγησης”. Πρόκειτο για
μια δίασπαση του αντικειμένου εργασίας σε στάδια. Το προΙόν μεταφερόταν μέσω μιας
ταινίας μεταφοράς από εργάτη σε εργάτη, έτσι ώστε όταν κάθε εργάτης παραλάμβανε
το αντικειμένο να εκτελούσε μια τυπική εργασία, εως ότου παραχθεί το τελικό προϊόν 1.
Η χωρική συγκέντρωση των επιμέρους σταδίων εργασίας και η μετατροπή ουσιαστικά
του εργάτη σε εξάρτημα της συναρμολόγησης, καθιστούσε τη διαδικασία αυτή
αυτοποιημένη, οδηγούσε σε οικονομία χρόνου και τελικά σε αυξημένη παραγωγή.
Ο Francis Taylor, διευθυντής της βιομηχανίας της Ford, επίσης έδωσε έμφαση στο
διαχωρισμό της διαχειριστικής εργασίας (σχεδιασμό προϊόντος) από το τελικό στάδιο
της συναρμολόγησης. Εφάρμοσε μια σαφή ιεραρχία ανάμεσα στους ειδικευμένους
εργαζόμενους του πρώτου σταδίου και τους ανειδίκευτους εργάτες του δεύτερου. (Ο
καταμερισμός αυτός του εργατικού δυναμικού έμεινε γνωστός ως τευλορισμός.)
Το φορντικό μοντέλο είχε ως στόχο τη μαζική παραγωγή και απαιτούσε και
μαζική

κατανάλωση.

Ο

στόχος

της

“κοινωνίας

της

ευημερίας”,

που

τέθηκε

μεταπολεμικά, οδήγησε σε πολιτικές που ευνοούσαν την ανάπτυξη του φορντικού
μοντέλου, όπως τονίστηκε από την πολιτικο-οικονομική προσέγγιση της Γεωγραφίας
και την “θεωρία της ρύθμισης” (Λεοντίδου,κ.α.,2008:223). Οι πολιτικές αυτές
βασίστηκαν σε απόψεις

του οικονομολόγου Μ. Κaynes και στηρίζονταν στον έντονο

κρατικό παρεμβατισμό και αφορούσαν αναδιανομή του εισοδήματος και προνοιακές
αποφάσεις με στόχο την προστασία της καταναλωτικής δυνατότητας των εργατικών
μαζών (Λεοντίδου,κ.α.,2008:222). Στο πλαίσιο του φορντικού μοντέλου γενικεύτηκε η
μισθωτή εργασία και ο θεσμός των συλλογικών συμβάσεων, με την παρέμβαση του
κράτους. Καίριοι τομείς της εθνικής οικονομίας, όπως της ενέργειας, των μεταφορών,
του τραπεζικού τομέα, της αυτοκινητοβιομηχανίας κρατικοποιούνταν. Στόχος όλων των
παραπάνω κρατικών παρεμβάσεων ήταν η εξασφάλιση της μακροπρόθεσμης

1εν προκεμένω τη συναρμολόγηση του «μοντέλου Τ» αυτοκινήτου

οικονομικής σταθερότητας και ο έλεγχος της ανεργίας (Ασημακοπούλου, 2008: 256).
Επίσης οι κινήσεις αυτές έμμεσα αποσκοπούσαν στην στήριξη του καπιταλιστικού
συστήματος που αγωνιούσε από την ανάπτυξη του ανταγωνιστικού μοντέλου της
Ανατολικής Ευρώπης με επίκεντρο την Ε.Σ.Σ.Δ. .
Ο

φορντισμός

ιδεολογικά

εκφράσθηκε

από

τον “homo

economicus”, το

“ορθολογιστή οικονομικό άνθρωπο”, ο οποίος είχε τη δυνατότητα λήψης λογικών
αποφάσεων με κριτήριο τη μεγιστοποίηση του οικονομικού του οφέλους είτε ως
καταναλωτής είτε ως παραγωγός (Λεοντίδου,κ.α.,2008:156).
Η μοντέρνα εποχή που σε επίπεδο παραγωγής εκφράσθηκε από το μοντέλο του
φορντισμού ταυτίστηκε με το απόγειο του καπιταλισμού (Λεοντίδου, κ.α.,2008:217).
Βασικά χαρακτηριστικά της μοντέρνας εποχής που εισήλθαν από το φορντικό
μοντέλο ήταν πέρα από τη διαίρεση της εργασίας και η διαίρεση του κόσμου σε
αναπτυγμένες και υποανάπτυκτες χώρες και στις ενδιάμεσες χώρες περιφερειακού
φορντισμού,

καθώς

και

η

άνιση

ανάπτυξη

σε

διεθνές

επίπεδο

(Λεοντίδου,κ.α.,2008:221,224).

2. Τόπος και ανάπτυξη.
Η άνιση ανάπτυξη προκύπτει από τον διαφοροποιημένο γεωγραφικό καταμερισμό
της εργασίας και αποτελεί θεσμικό χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού συστήματος
(Λεοντίδου,κ.α.,2008:205).
Η αλληλεπίδραση μεταξύ κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών και γεωγραφικής
δομής στην μοντέρνα εποχή καταδεικνύεται ως βασικό χαρακτηριστικό, συγκριτικά με
παλαιότερες εποχές, καθώς παρατηρείται μια επιτάχυνση των εξελίξεων (Τσάμπρα,
2008:215). Σύμφωνα με τη πολιτικο-οικονομική προσσέγγιση η δομή εκφράζει τη
οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας μιας κοινωνίας και τις ίδιες τις κοινωνικές
σχέσεις όπως αυτή της διαμορφώνει (Λεοντίδου,κ.α.,2008:223).
Ο οικονομολόγος Paul Krugman σε εργασίες του ανέδειξε τη σημασία που έχουν
τα ενδημικά χαρακτηριστικά του τόπου στην οικονομική συγκέντρωση και στη χωρική
κατανομή αυτής. Τα ενδογενή χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν στοιχεία πέρα των
οικονομικών παραγόντων όπως ιστορικές συγκυρίες, πολιτιστικά δεδομένα, κοινωνικές
σχέσεις και εδραιωμένες παραδόσεις (Λεοντίδου,κ.α.,2008:206). Υπογραμμίστηκε
δηλαδή η σημασία της ιδιαιτερότητας του κάθε τόπου στη οικονομική γεωγραφική
κατανομή. Από μια απόψη συνάγεται ότι η ιδιαιτερότητα του κάθε τόπου μπορεί να

λειτουργήσει ως διαμορφωτής της οικονομικής συγκέντρωσης. Από μια άλλη άποψη
εξηγεί την εμπειρική διαπίστωση διαφοροποιημένης ανάπτυξης κάθε τόπου από την
είσοδο κεφαλαίου σε αυτόν (Λεοντίδου,κ.α.,2008:206).
Ο τόπος συνεπώς είναι ένας παράγοντας που διαμορφώνει και διαμορφώνεται
από τις οικονομικές συγκεντρώσεις. Ο χώρος και η κοινωνία λειτουργούν αλληλένδετα
στις όποιες ανακατατάξεις. (Λεοντίδου, 2011:210).

3. Η διαφοροποιημένη επικράτηση του φορντικού μοντέλου στον ευρωπαϊκό χώρο.
Το φορντικό μοντέλο είχε διαφορετική ανάπτυξη στις διάφορες πόλεις και
περιφέρειες της Ευρώπης (όπως και παγκόσμια). Η γεωγραφική κατανομή της άνισης
αυτής ανάπτυξης ανέδειξε την πρωτοκαθεδρία του Βορρά και την υστέρηση του
ευρωπαϊκού Νότου. Η έντονη βιομηχανική δραστηριότητα στις περιοχές της Βόρειας και
Κεντρικής Ευρώπης διαμόρφωσε εκτεταμένα βιομηχανικά τοπία και γειτνιάζουσες
μεγάλες εργατικές συνοικίες. Οι φορντικές βιομηχανίες προσέλκυαν εργατικό δυναμικό 2
με άμεση συνέπεια τη μαζική αστικοποίηση, που επηρέασε την ευρύτερη γεωγραφία
της ευρωπαϊκής ανάπτυξης. Τότε αναδείχθηκε η μοντέρνα πόλη.
Η διαφοροποιημένη επικράτηση του φορντικού μοντέλου στον Βορρά και στον
Νότο της Ευρώπης κατέδειξε και διαφοροποιημένη αστική διαμόρφωση.
Α) Χαρακτηριστικά πόλεων Βόρειας Ευρώπης
Την εποχή αυτή οργανώνονται πολεοδομικά προγράμματα και σχεδιάζονται νέες
πόλεις στις χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης, που έχουν στόχο να οργανώσουν
τις χρήσεις γης και ταυτόχρονα να διευκολύνουν την βιομηχανία που αποτελούσε την
κυρίαρχη οικονομική δραστηριότητα. Η δημιουργία μέσων μαζικής μεταφοράς 3 έδωσε
επεκτατική δυνατότητα στις μοντέρνες πόλεις. Έγιναν μετακινήσεις πληθυσμών στα
παλαιότερα όρια της πόλης (προαστιοποίηση) και τελικά καθώς επεκτάθηκε ο αστικός
ιστός διαμορφώθηκαν πόλεις μεγάλης κλίμακας 4. Στις βόρειες πόλεις επικράτησε η
δομή του μοντέλου Burgess με την εγκατάσταση των πιο εξουθενωμένων στρωμάτων
στο κέντρο και των εύπορων στην περιφέρεια.
Νέες παρεμβάσεις όπως η δημιουργία συστήματος ύδρευσης και αποχέτευσης, ο
2 από τις περιφέρειες των ίδιων των χωρών, αλλά και από άλλες χώρες (μεταναστευτικά
ρεύματα).
3 Τραμ και αργότερα μετρό.
4 Τότε κάνει την εμφάνιση της και η παραθεριστική κατοικία για αστούς και μεσοαστούς
(Λεοντίδου,κ.α.,2008:206).

φωτισμός του κέντρου, η θέσπιση πολεοδομικών κανονισμών προσπάθησαν να
λειτουργήσουν ευεργετικά στην αστική διαμόρφωση (Λεοντίδου,κ.α.,2008:280).
Ωστόσο το κεντρικό ζήτημα που καλέστηκαν να χειριστούν οι νέες πόλεις στο
σχεδιασμό τους ήταν η λαϊκή στέγαση. Μετά τον ΄Β Παγκόσμιο Πόλεμο στις σοσιαλιστικές
χώρες αναπτύχθηκαν προγράμματα κοινωνικής κατοικίας για τη στέγαση των συρρεόντων
μαζών (Λεοντίδου,κ.α.,2008:280). Τα Διεθνή Συνέδρια Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής (CIAM)
έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση του αστικού τοπίου. Στη Χάρτα των Αθηνών,
που δημοσίευσε ο Le Corbusier συνοψίστηκαν τα χαρακτηριστικά της “λειτουργικής πόλης”
όπως αναπτύχθηκαν στο CIAM του 1933. Εκεί διακρίθηκε μια εμφανής εμμονή στη
λειτουργικότητα, με σύνθημα του μοντερνισμού “η μορφή ακολουθεί τη λειτουργία”, ιδέες
που μεταπολεμικά καθόρισαν τον πολεοδομικό σχεδιασμό (Λεοντίδου,κ.α.,2008:282). Στη
Γερμανία,

στην

δημιουργήθηκαν

Αγγλία,
μέσω

στη

άλλων

Γαλλία

και

πολιτικών,

ευρύτερα
μεγάλα

στη

βόρειοκεντρική

συγκροτήματα

κατοικιών

ευρώπη
μαζικής

παραγωγής , με τη μορφή πύργων.
Καταλήγοντας, η εκτεταμένη ανάπτυξη του φορντικού μοντέλου συσσώρευσης στην
βόρεια Ευρώπη αντανακλάστηκε και στον πολεοδομικό σχεδιασμό, οδηγώντας στη
δημιουργία “φορντικών πόλεων”. Η εμμονή στη λειτουργικότητα και το οικονομικό όφελος
δημιούργησαν ως επί το πλείστον απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης για τις μάζες, παγίωσαν
τον

κοινωνικό

διαχωρισμό

και

επηρέασαν

καταστροφικά

το

φυσικό

περιβάλλον

(Λεοντίδου,κ.α.,2008:284).

Β) Χαρακτηριστικά πόλεων Μεσογείου Νότιας Ευρώπης
Για ιστορικούς λόγους στις Μεσογειακές πόλεις δεν αναπτύχθηκε κατά κύριο
λόγο

η

οργανωμένη

δόμηση.

Η

πρόσφατη

συγκρότηση

εθνών-κρατών,

οι

προυπάρχουσες της βιομηχανικής ανάπτυξης αστικές δομές, η αστικοποίηση χωρίς
εκβιομηχάνιση,

η επέκταση του αστικού ιστού χωρίς προβλεπόμενες υποδομές, η

άνθηση της άτυπης οικονομίας, η περιορισμένες πολεοδομικές παρεμβάσεις, η
κυριαρχία της μικρο-ιδιοκτησίας και η διαδεμομένη πρακτική της “αυθόρμητης
αστικοποίησης” ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά των Μεσογειακών πόλεων, που
καθόρισαν μια διαφορετική πορεία ανάπτυξης τους από αυτές της Βόρειας Ευρώπης
(Λεοντίδου,κ.α.,2008:285).

Μεταπολεμικά, η ανάπτυξη μέσω προγραμμάτων στήριξης (Μάρσαλ), καθώς και
κοινωνικοοικονομικοί και πολιτικοί λόγοι, οδήγησαν σε βίαιη αστικοποίηση τις
μεσογειακές περιοχές (Λεοντίδου,κ.α.,2008:286).

Το μοντέλο που κυριάρχησε εως τη

δεκαετία του 1980 στις μεσογειακές πόλεις ήταν αντεστραμμένο το μοντέλο Burgess
(Λεοντίδου,κ.α.,2008:287). Το στεγαστικό ζήτημα που ανέκυψε αντιμετωπίστηκε με την

πρακτική της λαϊκής αυτοστέγασης, συνήθως σε μικρά οικόπεδα εκτός σχεδίου πόλεως,
την αυθαίρετη δόμηση από τα μεσοαστικά στρώματα εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως και
την κατασκευή πολυόροφων πολυκατοικιών, συχνά με το καθεστός της αντιπαροχής
(Λεοντίδου,κ.α.,2008:286). Ο περιορισμένος πολεοδομικός σχεδιασμός των μεσογειακών

πόλεων, έδωσε έδαφος στην επικράτηση της ανώνυμης αρχιτεκτονικής καθώς και στην
κυριαρχία περιοχών μικτών χρήσεων γης, που γίνονταν τόσο με οριζόντιους όσο και με
κάθετους διαχωρισμούς (Λεοντίδου,2011:224).

4. Η πολιτικο-οικονομική προσέγγιση της κρίσης του φορντισμού.
Η πολιτικο-οικονομική προσέγγιση επικράτησε στη γεωγραφική σκέψη τη
δεκαετία του 1980 και ερμηνεύει τους γεωγραφικούς μετασχηματισμούς και την άνιση
ανάπτυξη ως απόρροια των αναδιαρθώσεων των μοντέλων συσσώρευσης στο
γεωγραφικό χώρο. Χρησιμοποιήθηκε από πολλούς γεωγράφους, για να ερμηνευτούν οι
μετασχηματισμοί των τοπίων με τη κρίση του φορντικού μοντέλου συσσώρευσης
(Λεοντίδου,2011:202,203).
Μετά τη δεκαετία του 1970 το φορντικό μοντέλο βρέθηκε σε κρίση. Ως αιτίες
αυτής της κρίσης έχουν επισημανθεί μεταξύ άλλων η πετρελαϊκή κρίση, ο ανάπτυξη
του εργατικού συνδικαλισμού, η έλλειψη πολιτικών ρύθμισης, η νέα καταναλωτική
προτίμηση αποβιομηχανοποιημένων προϊόντων (Λεοντίδου,2011:203).
Ως αποτέλεσμα της κρίσης ήρθε η αποβιομηχάνιση με το μαζικό κλείσιμο
εργοστασίων και τη μεταφορά πολλών αυτών σε άλλες περιφέρειες. Ακολούθησε
δομική ανεργία, η μείωση της

κατανάλωσης και τελικά η οικονομική ύφεση

(Λεοντίδου,κ.α.,2008:224).

Σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο επίσης παρατηρήθηκαν μεγάλες εντάσεις και
καθημερινά κινήματα διαμαρτυρίας ποικίλης αντζέντας. Αναπτύχθηκε κριτική της
φορντικής πόλης, που σε μεγάλο βαθμό σχετίστηκε με τις εξεγέρσεις του 1968 και η
ανθρωποκεντρική και οικολογική προσέγγιση τέθηκαν ως καίρια ζητούμενα στον
σχεδιασμό των πόλεων (Λεοντίδου,2011:289,290).

5. Το καθεστώς της ευέλικτης συσσώρευσης.
Ήδη από τη δεκαετία του 1950 η Ιαπωνία εμφανίζει σημαντική μεγέθυνση της
ανάπτυξης της. Η αυτοκινητοβιομηχανία της Toyota αποτέλεσε εδώ το σύμβολο της
νέας παραγωγικής διαδικασίας. Η ευέλικτη συσσώρευση ήταν το νέο μοντέλο που
εφαρμόστηκε. Η λογική της ήταν η κατά παραγγελία παραγωγή, “παραγωγή τότε-πουχρειάζεται” (just in time)5, στον αντίποδα αυτής του φορντικού μοντέλου που ήταν
“παραγωγή για-όταν-χρειαστεί” (just in case) (Λεοντίδου,2011:204).
Στο νέο μοντέλο οι διαδικασίες παραγωγής, ο τύπος και η ποσότητα των
προϊόντων μεταβάλλονταν ανάλογα με τη ζήτηση, καθιστώντας το ένα ευέλικτο σχήμα
που λειτουργούσε αποτελεσματικά. Για να επιτευχθεί αυτή η ευελιξία στην παραγωγή
χρησιμοποιήθηκαν

αφ'

ενός

υψηλής

τεχνολογίας

εξοπλισμός

και

πληροφορικά

συστήματα και αφ' ετέρου ευέλικτες μορφές εργασιακών σχέσεων. Τέτοιες ήταν η κατ'
οίκον εργασία και η αμοιβή με τοκομμάτι, η ημιαπασχόληση, η άτυπη εργασία, η
υπερεργολαβία, η μικρή βιοτεχνική μονάδα (Λεοντίδου, 2011:210). Επίσης ο οριζόντιος
λειτουργικός συντονισμός, η ανάπτυξη των τεχνικών δεξιοτήτων, η δημιουργία
επιπέδων έρευνας και ανάπτυξης των προϊόντων, η συνήθης πρακτική του τραπεζικού
δανεισμού καθόρισαν την ευελιξία του νέου μοντέλου παραγωγής

(Λεοντίδου,

κ.α.,2008:225).

Το ζητούμενο της ευελιξίας σε επίπεδο εργασίας προώθησε την κατάρτηση των
εργαζομένων, την ομαδική εργασία και δημιουργία δικτύων συνεργασίας. Η

έμφαση

που δόθηκε στη γνώση και στην καινοτομία επίσης οδήγησε στη δημιουργία ενός νέου
τομέα απασχόλησης του τεταρτογενή (Λεοντίδου, κ.α.,2008:227)6.
Η πολιτικο-οικονομική προσέγγιση τόνισε στη μετανεωτερική πραγματικότητα
της άνισης ανάπτυξης την ίδια τη διάρθρωση των κοινωνιών. Η διαφορετική επίδραση
που μπορεί να έχει η εισροή κεφαλαίου σε κάθε κοινωνία ερμηνεύτηκε από τις σχέσεις
εξουσίας που έχει σε διεθνές επίπεδο αλλά και τα ενδημικά χαρακτηριστικά της, όπως η
ενθήκευση7 και η πολιτική της κατεύθυνση σε ζητήματα φορολογίας, οικολογίας, ή
εργασιακών σχέσεων. Η επιχειρηματική εκμετάλλευση των τόπων γινόταν ανάλογα τη
συγκέντρωση συντελεστών παραγωγής που διέθεταν (π.χ. διαθέσιμο ειδικευμένο
προσωπικό σε πανεπιστημιουπόλεις) στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. (Λεοντίδου,
2011:210).
5 Σύστημα kanban
6 Αυτός αφορά άυλα αγαθά
7 Στη θεωρία της ενθήκευσης τονίζεται η ποιότητα των ατομικών σχέσεων (Λεοντίδου,
2011:210).

Βασικά χαρακτηριστικά των μεταφορντικών τοπίων

Η επαναμφάνιση βιομηχανικών ζωνών (σε άλλες περιφέρειες από αυτές του
φορντικού μοντέλου).

Η

αποκέντρωση

της

παραγωγής

και

του

εργατικού

πληθυσμού

σε

μη

αναπτυγμένες περιοχές.

Η συγκέντρωση του σχεδιασμού παραγωγής και διαχείρησης σε μητροπολιτικά
κέντρα (τεταρτογενής τομέας οικονομικής δραστηριότητας).

Η ιεραρχία των γεωγραφικών χώρων με κορυφή τα μητροπολιτικά κέντρα και
πρόποδες τις εργατικές περιφέρειες (Λεοντίδου, 2011:210).

6. Μεταφορντικές χωρο-οικονομικές ανισότητες στην Ευρώπη.
Η μετάβαση από το φορντικό στο μοντέλο της ευέλικτης συσσώρευσης
προκάλεσε τη νέα χωρική αναδιάρθρωση της σύγχρονης ευρωπαϊκής πραγματικότητας.
Πρώην

ανεπτυγμένες

ανάπτυξης. Η

περιφέρειες

υποβαθμίστηκαν

και

αναδύθηκαν

νέοι

πόλοι

νέα γεωγραφική αναδιάρθωση διαιρεί τις γεωγραφικές περιφέρειες σε

τρεις κατηγορίες: α) Στις ανεπτυγμένες. Αυτές ναι μεν αποβιομηχανοποιούνται αλλά
συγκεντρώνουν τον τερτατογενή τομέα και τις νέες τεχνολογίες. β) Στις λιγότερο
αναπτυγμένες. Αυτές ήταν και εξακολουθούν να λειτουργούν ως εξαγωγείς πρώτων
υλών και γ) Στις αναπτυσσόμενες ή ενδιάμεσες. Αυτές υποδέχονται βιομηχανικές
επενδύσεις

που

μετακινούνται

από

τις

ανεπτυγμένες

βιομηχανικά

χώρες

(Λεοντίδου,κ.α.,2008:228).
Η επέκταση της ευέλικτης συσσώρευσης αντιμετωπίστηκε τόσο ως αίτιο, όσο και
ως αποτέλεσμα της σύγχρονης εποχής της μετανεωτερικότητας (Λεοντίδου,2011:221).
Η ανάπτυξη της Πληροφορικής δεν επηρεάζει μόνο τον παραγωγικό τομέα, καινοτόμα
στοιχεία που εισάγει όπως η άμεση πρόσβαση στην πληροφορία και τη γνώση και η
δυνατότητα

εξ

αποστάσεων

ανθρώπινης

δραστηριότητας

παγκοσμιοποιημένη,

ο

συνεργασιών

καθορίζουν

(Λεοντίδου,2011:204).

χώρος

και

ο

χρόνος

Η

όλους

τους

σύγχρονη

παίρνουν

νέες

τομείς
εποχή

της
είναι

διαστάσεις

(Λεοντίδου,κ.α.,2008:228) Επιπλέον η αστική διακυβέρνηση των πόλεων, με την
εμπλοκή του ιδιωτικού συμφέροντος στην πολιτική εξουσία έδωσαν στις σύγχρονες
πόλεις νέο χαρακτήρα. Αυτές επιώκουν την ορατότητα (προσέλκυση κεφαλαίων) και
την κεντρικότητα (να βρεθούν στον κεντρικό άξονα ανάπτυξης). Οι πόλεις λειτουργούν

εννοιολογικά ως επιχείρηση8, αυξάνουν την αυτονομία τους και οδηγούν σε μια πιο
“πολεοκεντρική” θεώρηση της πολιτιοοικονομικής πραγματικότητας (Λεοντίδου,κ.α.,
2008:310). Ανάλογα με τις στρατηγικές προσέλκυσης που εφαρμόζουν, συναντάμε

δομές

όπως

επιστημονικά

κέντρα,

θεματικά

πάρκα,

αθλητικές,

πολιτιστικές

εγκαταστάσεις κ.α. (Λεοντίδου,κ.α.,2008:310)
Στο

πλαίσιο

αυτό

της

ευέλικτης

παγκοσμιοποιημένης

πραγματικότητας

δημιουργήθηκε και ένας νέος τύπος πόλεων οι “παγκόσμιες πόλεις”, αυτές ορίζονται
ως κέντρα παγκοσμιοποίησης στην οικονομία, στην τεχνολογία, στην πολιτική και στον
πολιτισμο” (Λεοντίδου,κ.α.,2008:305). Περαιτέρω οι πόλεις αυτές ταξινομούνται (κατά
GaWC) ανάλογα με την ισχύ τους σε Α) Πλήρεις παγκόσμιες πόλεις υπηρεσιών Β)
μεγάλες

παγκόσμιες

πόλεις

και

Γ)

Δευτερεύουσες

παγκόσμιες

πόλεις

(Λεοντίδου,κ.α.,2008:307). Ακολουθεί σχηματική απεικόνηση αυτών του έτους 1998.

Πηγή:http://www.lboro.ac.uk/gawc/citymap.html
Δεν είναι όλες οι πόλεις παγκόσμιες πόλεις, αποτελούν ένα τύπο πόλης
(Λεοντίδου,κ.α.,2008:307). Επιπλέον αναφορικά με την Ευρώπη βλέπουμε ότι υπεροχή
του Βορρά έναντι του Νότου παραμένει. Οι πόλεις της Βόρειας Ευρώπης είναι σε
8 Εντάσσονται στον “κύκλο ζωής” της επαναστικοποίησης και την συνοδεύουν φαινόμενα
gentrification (Λεοντίδου,2011:204).

υψηλότερες θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη από αυτές της Νότιας Ευρώπης, με την
Κωνσταντινούπολη να είναι η μοναδική πόλη της Νοτιανατολικής Ευρώπης που
περιλαμβάνεται στην κατάταξη. Οι μεσογειακές πόλεις μπορεί ανέκαθεν να είχαν έναν
πιο ευέλικτο χαρακτήρα που σε πρώτη ανάγνωση συμπίπτει με την φιλοσοφία της
σύγχρονης εποχής δεν ευνοήθηκαν όμως από το πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης
(Λεοντίδου,2011:206). Η αποβιομηχάνιση των ανεπτυγμένων χωρών δεν είχε ως
αποτέλεσμα την μετακίνηση κεφαλαίου σε αυτές, επιπρόσθετα η αποβιομηχάνιση των
ίδιων είχε, στην περίπτωση της μετακίνησης μονάδων, συνήθως ως προρορισμό άλλες
χώρες.

Αντίθετα

η

εισροή

μεταναστών

κορυφώθηκε

δημιουργώντας

ποικίλα

προβλήματα. Εξαίρεση μεσογειακής περιοχής που αναπτύχθηκε μεταφορντικά είναι το
παράδειγμα της Τρίτης Ιταλίας.
Παράδειγμα εξέλιξης περιφέρειας της Μεσογειακής Ευρώπης.
7. Το παράδειγμα της Τρίτης Ιταλίας.
Η περιοχή της Τρίτης Ιταλίας εκτείνεται από τις επαρχίες της Βενετίας και μέρος
της Λομβαρδίας στο βορρά, περιλαμβάνοντας την Μπολώνια και την Ανκόνα, μέχρι το
Μπάρι

στο

νότο.

Ονομάτηκε

“Τρίτη”

διαφοροποιούμενη

από

την

εικόνα

του

βιομηχανικού Βορρά της Ιταλίας και αυτή του υπανάπτυκτου Νότου. Στην Τρίτη Ιταλία
περικλείονται βιομηχανικές περιοχές που ειδικεύονται σε

συγκεκριμένα προϊόντα:

όπως το Κάπρι σε πλεκτά, το Πράτο και το Κομό σε μάλλινα και μεταξωτά υφάσματα,
το Μπασάνο και το Μοντελούπο σε κεραμεικά κ.α.
Τα βασικά δομικά χαρακτηριστικά αυτού του μοντέλου ήταν τα εξής:
Ο παραγωγικός ιστός κυρίως αποτελείτο από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Αυτές δεν βρίσκονταν σε ανταγωνιστικές σχέσεις αλλά οργανώνονταν μέσα από δίκτυα
συνεργασίας και συντονισμού που καθόριζαν τη διανομή των πρώτων υλών και των
τελικών προϊόντων. Τα προϊόντα που παρήγαν ήταν εξειδικευμένα και απευθύνονταν
σε συγκεκριμένη ζήτηση της αγοράς. Στη διαδικασία παραγωγής χρησιμοποιούνταν τα
πιο εξελιγμένα μηχανήματα και εν τέλει διασφαλιζόταν η ψηλή ποιότητα προϊόντων
τόσο ποιοτικά όσο και σε επίπεδο design (Λυμπεράκη,σ.13)
Ακολουθεί ένα παράδειγμα εξέλιξης αστικού τοπίου από τη Βόρεια Ευρώπη.
8. Το παράδειγμα της περιοχής Barnsbury στο Λονδίνο.

Η περιοχή Barnsbury στο Λονδίνο είναι μια γειτονιά περίπου δύο μίλια μακριά

από το κέντρο του Λονδίνου. Λόγω της θέσης υπήρξε τόπος κατοικιών εργατικών
λαϊκών στρωμάτων κατά τη μεταπολεμική βιομηχανική περίοδο. Το 1944 οπότε
πολιτικές αποφάσεις προήγαγαν την προαστικοποίηση ατόμων και επιχειρήσεων ο
πληθυσμός της περιοχής συρρικνώθηκε και αυτή υποβαθμίστηκε (Γιαννακοπούλου
Μαριάννα,σ.54).
Τη

δεκαετία

του

1960

οι

ιδιοκτήτες

ανακαίνησαν

τις

κατοικίες

τους

αναβαθμίζοντας έτσι την περιοχή. Ακολούθησε οι προσέλκηση νέων ενοίκων. Η 1η
γενιά εξωραϊστών ήταν κατά βάση νέοι απασχολούμενοι σε δημιουργικά επαγγέλματα,
όπως καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, μηχανικοί, δάσκαλοι, οι οποίοι προτίμησαν

την

περιοχή Barnsbury, έναντι των προαστίων, λόγω της της αρχιτεκτονικής της και της

εύκολης πρόσβασης στο κέντρο του Λονδίνου, στις υπηρεσίες και στην εργασία τους
(Γιαννακοπούλου Μαριάννα,σ.55).
Μετά το 1972, εξ' αιτίας και ευνοϊκών αντίστοιχων κρατικών μέτρων, η
ιδιοκατοίκηση αυξήθηκε κατακόρυφα και η αναναίωση παλαιών κατοικιών που τη
συνόδευσε είχε ιδιαίτερα ευεργητικά αποτελέσματα για την περιοχή (Γιαννακοπούλου
Μαριάννα,σ.55).
Τη δεκαετία του 1980 και της αρχές της δεκαετίας του 1990, εμφανίστηκε η 2η
γενιά εξωραϊστών. Αυτή, συγχρονιζόμενη με τα χαρακτηριστικά της εποχής, αφορούσε
εργαζόμενους που ήθελαν εύκολη πρόσβαση στο μητροπολιτικό κέντρο λόγω του
αντικειμένου της εργασίας σε υψηλές θέσεις στην αγορά ή σε τομείς υπηρεσιών. Το
μορφωτικό επίπεδο και οι απολαβές των ατόμων της 2ης γενιάς εξωραϊστών ήταν
υψηλότερες της πρώτης (Γιαννακοπούλου Μαριάννα,σ.55).
Η 3η γενιά εξωραϊστών πρωτοεμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και
είναι σε εξέλιξη έως τις μέρες. Αφορά άτομα που δραστηριοποιούνται στον τεταρτογενή
τομέα απασχόλησης ακόμα υψηλότερου μορφωτικού και οικονομικού επιπέδου από
τους παλαιότερους κατοίκους (Γιαννακοπούλου Μαριάννα,σ.55).
Βαθμιαία η είσοδος στην περιοχή όλο και περισσότερων ατόμων ανώτερης
αστικής τάξης , μέσω της αύξησης των αντικειμενικών αξιών, οδήγησε και σε βαθμιαίο
εκτοπισμό της εργατικής τάξης (Γιαννακοπούλου Μαριάννα,σ.55).
Οι εξελίξεις στην περιοχή του Barnsbury είναι ένα παράδειγμα του φαινομένου
εξευγενισμού, “gentrification” όπως αναφέρετε στη διεθνή βιβλιογραφία. Μάλιστα η
συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να αναφερθεί ως παράδειγμα του φαινομένου “supergentrification”, όπου ήδη εξωραϊσμένες περιοχές, επιδέχονται περαιτέρω εξωραϊσμού
προς την ικανοποίηση των ελίτ κατοίκων της (Γιαννακοπούλου Μαριάννα,σ.36).

ΙΙΙ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Μεταπολεμικά η θέση “ανάπτυξη ή θάνατος” κυριάρχησε ως στόχος
πόλεων και περιφερειών και ανάλογα με τις δυνατότες υλοποίησης αυτού του στόχου
κατατάχθηκαν στο διεθνή χάρτη διαμορφώνοντας μια γεωγραφική κατανομή άνισης
ανάπτυξης. Κυρίως οι πολιτικο-οικονομικές αναλύσεις επικεντρώνονται στο πώς οι μη
αναπτυγμένοι τόποι θα ενσωματώσουν τις διαδικασίες ανάπτυξης των αναπτυγμένων.
Υπάρχουν όμως και άλλες εναλλακτικές θέσεις, αν και όχι τόσο προβεβλημένες, όπως
του ακαδημαϊκού Arran Gare, που χαρακτηρίζει καταστροφική τη δυναμική της αγοράς
και προτείνει ένα νέο όραμα για το μέλλον στη θέση τόσο του νεοφιλελευθερισμού όσο
και

των

υφιστάμενων

μορφών

σοσιαλισμού,

την

“Περιεκτική

Δημοκρατία”

(www.wikipedia.org). Πρόκειται για μια πολιτική φιλοσοφία με στόχο την άμεση
(πολιτική) δημοκρατία, την οικονομική δημοκρατία σε μια α-κρατική, α-χρήματη και
χωρίς αγορά οικονομία, την κοινωνική και οικολογική δημοκρατία 9.
Το σίγουρο είναι ότι οι στόχοι που μπορούν να τεθούν για το μέλλον είναι
πολλοί, επίσης οι διαδικασίες υλοποίησης. (Πρώτα πρέπει να ορίσεις τί θεωρείς
ανάπτυξη και ύστερα τον τρόπο επίτευξης της). Σε κάθε περίπτωση η δυνατότητα μας
επιλογής του ιδανικού στόχου και της διαδικασίας υλοποίησης σε όλες τις κλίμακες, από
ατομική έως και κρατική, είναι αυτή που θα καθορίσει και το μέλλον μας.

9Το θεωρητικό πλαίσιο της Περιεκτικής Δημοκρατίας προέκυψε από την εργασία του πολιτικού
φιλόσοφου Τάκη Φωτόπουλου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙA

Λεοντίδου

Λ.,

2011,

Αγεωγράφητος

Χώρα:

Ελληνικά

είδωλα

στους

επιστημολογικούς αναστοχασμούς της ευρωπαϊκής γεωγραφίας, 8η έκδοση,
Εκδόσεις Προπομπός, Αθήνα.

Λεοντίδου

Λ.,

κ.α.,

Λεοντίδου

Λ.(επιμ),

2008,

Ευρωπαϊκές

Γεωγραφίες,

Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός, Εγχειρίδιο Μελέτης, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα.

Ασημακοπούλου Ζ., 2008, Κοινωνική & Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης,
Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα.

Λυμπεράκη Αντιγόνη, Στον Αστερισμό της Ευελιξίας: Μεταφορντικά συστήματα
βιομηχανικής οργάνωσης και ευέλικτη εξειδίκευση. Διαθέσιμο στο διακτυακό τόπο

http://www.theseis.com/index2.php?option=com_content&do_pdf=1&id=303 ,
1/3/2014.

Γιαννακοπούλου Μαριάννα, Νέες κοινονικοοικονομικές μεταβολές των κεντρικών
περιοχών της πόλης, Η περίπτωση της περιοχής: “Μεταξουργείο-Γκάζι” στην
Αθήνα, Διαθέσιμο στο διακτυακό τόπο
http://estia.hua.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/972/1/giannkopoulou.p
df, 1/3/2014.

Περιεκτική Δημοκρατία, Διαθέσιμο στο διακτυακό τόπο
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B5%CE
%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%BF
%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1, 1/3/2014.