διαδρομές

Ν ο ητ ι κ έ ς

διαδρομές

στόν

χῶρο

τῆς

πίστης

Μηνιαῖο φυλλάδιο τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως | Σουλίου 167 - Τηλ.: 210 5013108 | Τεῦχος 11ο-Φεβρουάριος 2015
ierosnaosagiastriadospetroupoleos.blogspot.gr - agiatriadapetroupoleos.gr - facebook: agiatriadapetroupolis

Δρόμος δέν ὑπάρχει...
τόν δρόμο
τόν ἀνοίγουμε...
προχωρώντας
καί συγχωρώντας...

Οἱ γεωργοί καί ἡ ἄμπελος.
Μικρογραφία εἰκονογραφημένου
χειρογράφου, 11ος αἰ. μ.Χ.,
Ἐθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων.

Ἕνας Θεός, τρία πρόσωπα, μία οὐσία

πὸ τὰ θεμελιώδη δόγματα
τῆς πίστης μας
εἶναι τὸ Τριαδικὸ δόγμα. «Τριάδα Ὁμοούσιος
καὶ Ἀχώριστος», «Τρισυπόστατη Μονάδα», «Μονὰς ἐν Τριάδι»,
«Τριὰς ἐν Μονάδι», «Μονὰς ἅμα καὶ Τριάς», λέμε, χωρὶς πολλὲς φορὲς νὰ κατανοοῦμε τὸ μέγεθος καὶ τὴν ἀξία τῶν λόγων
αὐτῶν γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν ζωή μας.
Στὴν καθιέρωση τῆς ὁμολογίας πίστεως
στὸν Τριαδικὸ Θεό, συνέβαλε κυρίως ἡ
λειτουργικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας κατὰ
τὸ Βάπτισμα, τὸ ὁποῖο σύμφωνα μὲ τὴν
ἐντολὴ τοῦ Κυρίου ἔπρεπε νὰ γίνεται «εἰς
τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28,19). Τὸ
Τριαδικὸ δόγμα διατυπώνει τὴν σχέση τῶν
τριῶν Προσώπων τῆς Θεότητας, Πατέρα, Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος. Τὰ τρία
Αὐτὰ πρόσωπα, ἀποτελοῦν τὴν ὁμοούσιον θεότητα. Τὸν Ἕναν Θεὸ ὁ ὁποῖος
δὲν ἐμφανίζεται μὲ τρεῖς διαφορετικοὺς
τρόπους, τρία προσωπεῖα, ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ αἱρετικὸς Σαβέλλιος, ἀλλὰ ΕΙΝΑΙ
τρία διαφορετικὰ πρόσωπα στὰ Ὁποῖα
περικλείεται, σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ Αὐτά, ὅλη
ἡ θεία οὐσία ἐνῶ κάθε ἕνα ἀπὸ Αὐτὰ
διατηρεῖ τὰ προσωπικά Του ἰδιώματα,
τὸν τρόπο δηλαδὴ ὑπάρξεώς Του ὅπου
τοῦ Πατρὸς εἶναι τὸ ἀγέννητο, τοῦ Υἱοῦ
εἶναι τὸ γεννητὸ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
εἶναι τὸ ἐκπορευτό. Αὐτὰ εἶναι τὰ προσωπικὰ - ὑποστατικὰ ἰδιώματα τὰ ὁποῖα
δὲν κοινωνοῦνται ἀπὸ τὸ Ἕνα πρόσωπο
στὸ Ἄλλο1. Ποτὲ δηλαδὴ ὁ Πατέρας δὲν
γίνεται Υἱὸς καὶ τὸ ἀντίθετο καθὼς ἐπίσης
καὶ κανένας ἀπὸ τοὺς δυὸ δὲν γίνεται
Ἅγιο Πνεῦμα.
Ὁ Πατέρας μὲ τὴν προαιώνιον γέννηση
κοινωνεῖ τὴν φύση (τὴν οὐσία) Του στὸν

Υἱὸ καὶ μὲ τὴν ἐπίσης προαιώνιον ἐκπόρευση στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Κοινωνώντας ὁ
Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τῆς οὐσίας
τοῦ Πατρὸς εἶναι ὁμοούσιοι μὲ Αὐτὸν καὶ
μεταξύ τους, ἔχουν κατὰ συνέπεια τὴν
ἴδια ἐνέργεια, δόξα καὶ Βασιλεία. Αὐτὴ ἡ
«ἑνιαία τριαδικὴ ἐνέργεια», συχνὰ ἀναφέρεται μὲ τὸ σχῆμα: «ἐκ Πατρός, δι’ Υἱοῦ,
ἐν Ἁγίᾳ Πνεύματι». Τὸ σχῆμα αὐτὸ δὲν
εἶναι τυχαῖο καὶ δὲν μεταβάλλεται κατὰ
βούληση ἀπὸ τὰ τρία Πρόσωπα. Εἶναι
σχῆμα ἀπαράβατο, μὲ τὸ ὁποῖο ἐνεργεῖ
ΠΑΝΤΑ ἡ Ἁγία Τριάδα. Κανένα Πρόσωπο
δὲν παρακάμπτει τὸ ἄλλο, σύμφωνα μὲ
τὸν Μ. Βασίλειο. «Ἂν ὁ Πατὴρ δημιουργεῖ
«διὰ τοῦ Υἱοῦ» [...] αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι
ἡ δημιουργικὴ δύναμη τοῦ Πατρὸς εἶναι
ἀτελής, ἢ ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν ἔχει δύναμη γιὰ
νὰ ἐνεργήσει. Ἀντίθετα, αὐτὸ δείχνει τὴ
μοναδικότητα τῆς θελήσεώς τους. Κάθε
Θεία Ἐνέργεια εἶναι ἑνιαία καὶ προέρχεται
ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν Τριάδα2».
Ἄς ποῦμε δυὸ λόγια ἐδῶ καὶ γιὰ τὴν
ἀρίθμηση τῶν προσώπων. Περὶ αὐτοῦ λέει
χαρακτηριστικὰ ὁ Μέγας Βασίλειος3: «Γιὰ
τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα
διδάσκοντας ὁ Κύριος, δὲν χρησιμοποίησε
μαζὶ κι ἀρίθμηση. Δὲν εἶπε δηλαδή: Στὸν
πρῶτο καὶ δεύτερο καὶ τρίτο. Οὔτε: Σ' ἕνα
καὶ δύο καὶ τρία. Ἀλλὰ μὲ ἅγια ὀνόματα,
χάρισε τὴ γνώση τῆς πίστης ποὺ ἄγει στὴ
σωτηρία. Ἄρα, ὅ,τι μᾶς σώζει, εἶναι ἡ πίστη.
Κι ὁ ἀριθμὸς ἐπινοήθηκε σὰν σημάδι γιὰ
νὰ γνωρίζουμε πόσα εἶναι τὰ πρόσωπα.
[…] ἂν πρέπει καὶ ν' ἀριθμοῦμε, ἄς ἔχουμε
τὸ νοῦ μας μὴν κι ἔτσι κακοποιήσουμε τὴν
ἀλήθεια. Ἢ μὲ σιγῆ πρέπει νὰ τιμᾶμε τὰ
ἀνείπωτα ἢ μ' εὐσέβεια ν' ἀριθμοῦμε τὰ
ἅγια.» Συμπεραίνουμε λοιπόν, πολὺ ἁπλά,
ὅτι ἡ ἀρίθμηση δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ διαβάθμιση καὶ προτεραιότητα, ἀλλὰ μὲ τὸ
πλῆθος τῶν προσώπων τῆς θεότητας.

1. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου
Βλασίου Ἰεροθέου, "Κοινωνία προσώπων ἢ
κοινωνία φύσεων;"
2. Φλορόφσκυ Γεώργιος, «Οἱ Ἀνατολικοὶ
Πατέρες τοῦ Τέταρτου αἰώνα», Πουρναρᾶς,
Θεσσαλονίκη 1991, σέλ. 151-152.
3. Ἐπιστολὲς καὶ ἄλλα κείμενα, Μεγάλου
Βασιλείου, Εἰσαγωγή: Στυλ. Παπαδόπουλος,

Ἀπόδοση: Βασ. Μουστάκης, Ἀποστολικὴ
Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
4. Βλαδίμηρου Λόσκυ, Ἡ μυστικὴ θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Ἐκδόσεις
Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1973.
5. ΕΡΓΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ,
Ε.Π.Ε. ἔκδ. «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ»
τ. 4, σέλ. 184

Τὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα δηλώνουν τὴν
σχέση ἀνάμεσα στὰ πρόσωπα τῆς Τριάδος.
Ὅμως αὐτὸ ποὺ ἀποτελεῖ σωτηριολογικὴς
σημασίας μέγεθος γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ
κατανόηση καὶ ἡ βίωση τῆς σχέσης αὐτῆς
ἐκκλησιολογικᾶ, δηλαδὴ διὰ τῆς δοξολογίας καὶ τῆς σιωπῆς. Γιατί τὸ δόγμα τῆς
Ἁγίας Τριάδος, τὸ κεφάλαιον τῆς πίστεώς
μας εἶναι μυστήριο, «εἶναι σταυρὸς γιὰ τὸν
ἀνθρώπινο τρόπο σκέψης… Κανένας φιλοσοφικὸς στοχασμὸς δὲν κατάφερε ποτὲ νὰ
ἀρθεῖ στὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος»4.
Ὅμως ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτὸ
Του μέσα στὸν χρόνο καὶ στὴν ἱστορία
σταδιακά. «Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη «εἰσάγει»
στὸν κόσμο τὸν Πατέρα, παρουσιάζει δὲ
«ἀμυδρὰ» τὸν Υἱό, ὡς «ἄσαρκο λόγο». Ἡ
Καινὴ Διαθήκη στὴ συνέχεια, (καὶ ἀφοῦ
ἔχει «στερεωθεῖ» ἡ περὶ τοῦ Πατρὸς διδασκαλία), κηρύττει φανερὰ τὸν Υἱὸ καὶ
Λόγο, προαναγγέλλει δὲ τὸν ἐρχομὸ τοῦ
πνεύματος, διὰ τοῦ ὁποίου συγκροτεῖται
ὁ θεσμὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐπιτελοῦνται
τὰ Ἅγια Μυστήρια. Ἡ Σταδιακὴ Φανέρωση τῆς Τριάδος, δὲν σημαίνει πὼς κάθε
πρόσωπο δρᾶ σὲ διαφορετικοὺς χρόνους,
ἐφ’ ὅσον «ἀδιάκοπα» «ὁ πατὴρ δι’ Υἱοῦ
ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ποιεῖ τὰ πάντα». Τὰ
τρία στάδια τῆς ἀποκαλύψεως, ἁπλῶς
δείχνουν τὸ «ἀνέτοιμο» τοῦ ἀνθρώπου
νὰ ἀντιληφθεῖ ὀρθῶς τὴν ἀληθινὴ περὶ
Θεοῦ διδασκαλία, ὁπότε ὑπάρχει «συγκατάβασις» σὲ αὐτὴ τὴν ἀδυναμία, τοῦ
Θεοῦ ἐπιτρέποντος κάθε φορά νὰ ἀποκαλύπτεται «ἕνα μέρος» τῆς περὶ Τριάδας
ἀλήθειας (μὲ στόχο τὴν ἀφομοίωσή της
ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο) «χωρὶς νὰ πιεσθοῦμε»,
ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, «ἀλλὰ ἀφοῦ
πρῶτα πεισθοῦμε»5.
Ἑλένη Λιντζαροπούλου
Θεολόγος

Συντακτική ὁμάδα

> Ὁμάδα Νεότητας
Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως
> π. Σπυρίδων Ἀργύρης

Τό ὄφελος τῆς βραδυνῆς προσευχῆς

Π

οιὸς ἀπὸ ἐμᾶς, παρόλο ποὺ ζοῦμε
στὸν κόσμο, δὲν ἔχει βιώσει καὶ ἀποδεχτεῖ πόσο περισσότερο ἀναπαύεται στὶς
ἱερὲς ἀγρυπνίες; Δεῖτε πὼς οἱ ναοί μας
ποὺ τελοῦν ἀγρυπνίες - βραδινὲς λειτουργίες συχνὰ γεμίζουν σὲ αὐτὲς ἐνῶ ὁ κόσμος ποὺ ἐκκλησιάζεται τὰ πρωινὰ εἶναι
ἐλάχιστος, καὶ ἐνῶ κουραζόμαστε καὶ ἴσως
ὑποφέρουμε δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος
νὰ φτάσουμε τὸν Θεὸ ἀπ’ τὴ ραθυμία καὶ
ὑπνηλία μας, γι΄ αὐτὸ αὐτὸς ὁ τρόπος
προσευχῆς καὶ ἐπικοινωνίας μαζί Του,
μᾶς ἀναπαύει καὶ τελικά μᾶς ξεκουράζει
πνευματικὰ καὶ ψυχικά, κάτι ποὺ ἔχουμε
ἰδιαίτερα τόσο ἀνάγκη στὶς μέρες μας. Τὸ
πόσο αὐτὸ ἀναπαύει τὴν ψυχὴ καὶ ὅλη
μας τὴν ὕπαρξη δὲν μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ
μὲ λόγια παρὰ μόνο βιώνεται. Ἐὰν λοιπὸν
γιὰ τοὺς μοναχούς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῶν
Ἱεροσολύμων καὶ πολλῶν ἄλλων μοναστηριῶν ἐδῶ στὸν κόσμο αὐτὸ εἶναι τὸ
καθημερινό τους πνευματικὸ φαγοπότι
καὶ ἀπ΄ αὐτὸ στηρίζονται οἱ ἴδιοι ἀλλὰ
στηρίζουν καὶ ὅλους ἐμᾶς, ὅλο αὐτὸ τὸ
πνεῦμα θὰ πρέπει νὰ τὸ ἐνεργοποιήσουμε καὶ ἐμεῖς στὸν κόσμο, στὸ βαθμὸ ποὺ
μποροῦμε στὶς ἐνορίες μας, στὶς δικές μας
ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες. Ἐὰν ἀπουσιάζει ἡ ἀγρυπνία ὡς κατάσταση ἀπ’ τὴν
προσευχή μας τότε δὲν ἔχουμε τὸ σημαντικότερο κομμάτι τῆς πνευματικῆς μας
ζωῆς. Ἐκεῖ στὴν ἀγρυπνία μᾶς φαίνεται
ἐὰν ἔχουμε τὸν Θεὸ στὴ ζωή μας ἢ ὄχι, ἂν
ἔχουμε διάθεση καὶ θέλουμε νὰ τὸν ἀπο-

κτήσουμε ἤ ὄχι. Ἐὰν δὲν τὸ ζοῦμε αὐτὸ
στὴν πνευματική μας ζωὴ πρέπει νὰ προσέξουμε πολὺ μήπως αὐτοαπατώμεθα ὅτι
ἔχουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ‘‘τὸ ἐνεργοῦν καὶ
λαλοῦν ἐν ἡμῖν’’ ἀλλὰ τελικὰ βρισκόμαστε
σὲ μία πλάνη, νομίζοντας ὅτι ζοῦμε ἐν τῷ
Θεῶ. Αὐτὸ ποὺ μᾶς κληροδότησε ἡ πνευματικὴ – ἡσυχαστική μας παράδοση, ἐδῶ
στὴν Ἀνατολή, στηρίζεται στὴ ταπείνωση.
Καὶ ἂν πολλὲς φορὲς θὰ μοῦ πεῖτε δὲν
μποροῦμε νὰ ἔχουμε βραδινὴ πνευματικὴ
ζωή, δὲν ὑπάρχουν οἱ κατάλληλες προϋποθέσεις γι΄ αὐτήν, τότε; Μπορῶ ἁπλὰ
καὶ ταπεινὰ νὰ τὸ κατανοήσω καὶ νὰ τὸ
γνωρίζω αὐτὸ χριστιανοί μου, ὅμως ἂν δὲν
ὑπάρχουν ὅλα αὐτὰ ἄς ὑπάρχει μέσα μας
Τί; ὁ πόθος καὶ ἡ λαχτάρα νὰ τὶς δημιουργήσουμε ἤ νὰ ψάξουμε νὰ τὶς βροῦμε.
Τότε ὁ Θεός μας ποὺ ξέρει τὰ κρύφια
τῶν καρδιῶν μας. Αὐτὸς ποὺ ἐτάζει νεφροὺς καὶ καρδίας καὶ γνωρίζει ποιὸ εἶναι
τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς μας, θὰ δεῖ τὸν
πόθο μας καὶ τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ εἶναι τὸ
πλήρωμα τοῦ χρόνου θὰ τὸν ἐκπληρώσει
καὶ πραγματώσει. Τὸ σίγουρο εἶναι ὅτι
ὅταν αὐτὸ τὸ ζήσουμε καὶ τὸ κάνουμε
δικό μας κτῆμα, τότε αὐτὴ ἡ νυχτερινὴ
λειτουργία φέρνει τὸν φωτισμὸ στὸ νοῦ
καὶ ἑνώνει τὴν ψυχὴ μὲ τὸ Θεό. Τὸ μεγάλο
ὄφελος τῆς ἀγρυπνίας εἶναι ὅτι φωτίζεται
ὁ ἄνθρωπος, καθαρίζεται ἡ διάνοιά του,
φεύγουν - φυγαδεύονται οἱ λογισμοὶ ποὺ
τόσο μᾶς βασανίζουν, ἁπαλλασσόμεθα
ἀπ΄ αὐτοὺς καὶ μένει μόνος ὁ ἄνθρωπος
ἐκεῖ στὴν ἡσυχία μὲ τὸν Πλάστη καὶ Δημιουργό του.
Ἐκεῖ γνωρίζει τὸν Θεό, δὲν εἶναι πιὰ ὁ
ἄγνωστος καὶ ἀπρόσωπος Θεὸς μακριὰ
ἀπ' αὐτὸν κάπου ἐκεῖ ψηλά, ἀλλὰ γίνεται ὁ δικός του προσωπικὸς Θεός, ποὺ
τὸν ζεῖ, τὸν νοιώθει, τὸν ξέρει πιά, καὶ
πλέον μπορεῖ καὶ τὸν ἀγαπᾶ ἀλλὰ ἔχει
καὶ σημασία ὅτι ἀγαπιέται ἀπ΄ Αὐτόν.
Αὐτὸ γεννᾶ τὸ μεγάλο δῶρο τῆς χαρᾶς

ἐπίκαιρα

Ο

ποὺ εἴπαμε. Μέχρι νὰ τὸ ἐπιτύχουμε αὐτὸ
καὶ νὰ λάβουμε τὸ δῶρο θὰ κουραστοῦμε,
θὰ ταλαιπωρηθοῦμε, θὰ πονέσουμε ἴσως
ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ μετράει εἰλικρινὰ εἶναι ὅτι
θὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ τὸ ζήσουμε.
Μέσα στὶς δυσκολίες ποὺ μπορεῖ νὰ
ἀντιμετωπίσουμε εἶναι ὅτι πολλὲς φορὲς
ἡ νυχτερινὴ προσευχὴ καὶ ἡμῶν τῶν
κοσμικῶν ἀλλὰ καὶ ὑμῶν τῶν μοναχῶν
γίνεται μὲ δυσκολία, γιὰ νὰ μὴ πῶ ὅτι
καταντάει ἀγγαρεία, χωρὶς ἀγαπητικὴ διάθεση νὰ Τὸν συναντήσουμε. Ἄλλες φορὲς
ὑπάρχει τέτοια διάσπαση τοῦ νοῦ καὶ
ἀδυναμία συγκεντρώσεως ὥστε φτάνει
ἐντέλει νὰ καλυφθεῖ ἡ ὅλη μας προσπάθεια ἀπὸ ἕνα σκοτάδι. Τότε θὰ σκύψω, θὰ
κλάψω, θὰ γονατίσω, θὰ ξανακλάψω, μέχρις ὅτου νοιώσω ταπείνωση καὶ συντριβὴ
στὴν καρδιά μου καὶ μὲ αὐτὴ τὴν ἐπιμονὴ
καὶ ἐπίπονη προσπάθεια διαλύεται αὐτὸ
τὸ σκοτάδι καὶ τότε τὶς ὧρες αὐτὲς γίνεται
ἡ συνάντηση μαζί Του.
Τὸ ὅτι θὰ διαθέσουμε λίγο ἀπ’ τὸν χρόνο, τὸν ὕπνο καὶ τὴν ξεκούρασή μας ὁ
Θεὸς τὸ βλέπει, τὸ γνωρίζει, τὸ ἀναγνωρίζει καὶ λογίζει αὐτὴ τὴν θυσία μας.
Καλύτερα μᾶς λένε οἱ πατέρες νὰ κοιμόμαστε ἀγρυπνοῦντες (στὸ στασίδι) παρὰ
στὸ κρεβάτι μας. Προτιμότερο νὰ κοιμόμαστε ὄρθιοι μπροστὰ στὸν Κύριό μας ὥστε
νὰ βλέπει Ἐκεῖνος τὸν ἀγώνα καὶ τὴν ἀγωνία μας παρὰ νὰ κοιμόμαστε ἤ ἀκόμα καὶ
τὸ χειρότερο νὰ μὴν ἔχουμε τὴ διάθεση νὰ
πᾶμε καθόλου στὴν ἀγρυπνία. Γιατί εἶναι
ἀναγκαῖο καὶ σπουδαῖο νὰ συμμετέχουμε
σ΄ αὐτὴν τὴ νυχτερινὴ σύναξη.
Ἐὰν αὐτὸ δὲν τὸ ἐπιθυμοῦμε καὶ δὲν
τὸ ἐπιδιώκουμε ἀσχέτως σὲ ποιὸ βαθμὸ
τὸ καταφέρνουμε, τότε δὲν θὰ νοιώσουμε τὴν ἐκκλησία ὡς μία κοινότητα, ὡς
μία συντροφιά, ὡς μία οἰκογένεια μὲ τὸν
Χριστὸ κέντρο ὅλων αὐτῶν ἄρα καὶ τῆς
ζωῆς μας. (συνεχίζεται)
Πρωτοπρ. π. Ἀντώνιος Μπαφαλοῦκος

Ἡ πνευματικότητα τῆς Ἁγίας
καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς

ἱ ἄξονες τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν πιστῶν
κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης
Τεσσαρακοστῆς εἶναι:
α. Ἡ προσευχὴ
Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς προσευχόταν καὶ ἐδίδαξε τοὺς μαθητές Του πῶς νὰ
προσεύχονται.
Ἡ Ἐκκλησία μας ὀργάνωσε μὲ τὶς ἱερὲς
ἀκολουθίες τὸν κανόνα τῆς προσευχῆς τῶν
πιστῶν. Κέντρο τῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ θεία λειτουργία, ποὺ θεωρεῖται ἡ
κατεξοχὴν προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν κοινὴ προσευχὴ ποὺ
γίνεται συλλογικὰ ἀπὸ ὅλους τούς πιστούς,
κάθε πιστὸς προσεύχεται ἀτομικὰ καὶ κατὰ
μόνας εἰσερχόμενος στὸ ταμεῖο τῆς ψυχῆς του.
2

Ζ΄ (7ο) μέρος

β. Νηστεία καὶ ἄσκηση γιὰ τὴ νέκρωση τῶν
παθῶν
Τὴν περίοδο τῆς νηστείας διεξάγεται ὁ ἀγώνας γιὰ τὴ νέκρωση τῶν παθῶν κατὰ τὴν ἀποστολικὴ προτροπή:
«Νεκρώσατε τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς Γῆς»
(Πρὸς Κολασσαεῖς γ, 5)
Ὁ ἅγιος πατέρας μας Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διακρίνει διάφορα εἴδη νεκρώσεως, τὴ
νέκρωση τοῦ σώματος, τὴ νέκρωση τῆς ψυχῆς,
τὴ νέκρωση ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος,
τὴ νέκρωση τῶν παθῶν.
γ. Συγχωρητικότητα, μακροθυμία καὶ ἀνοχὴ
πρὸς ὅλους
Ὁ Κύριος ἐδίδαξε ὅταν προσευχόμαστε νὰ
ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς συγχωρέσει, ὅπως

3

3

τοῦ Σεβ.
Σέβ. Μητροπολίτου Σάμου
καὶ Ἰκαρίας Εὐσεβίου

Ἡ Κυριακή
τῆς Ὀρθοδοξίας

Τ

ὸ περιεχόμενο τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας
εἶναι ἡ πανηγυρικὴ διακήρυξη τῆς πίστεώς
μας στὸν Κύριό μας Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν μόνο
ἀληθινὸ Θεό.
Ἡ ἐνθουσιώδης ὁμολογία, πώς ὁ Ἰησοῦς
Χριστὸς εἶναι ὁ Μεσσίας, πού θὰ σώσει τὸν
κόσμο, ἀποτελεῖ καὶ τὴν διήκουσα ἔννοια τῆς
εὐαγγελικῆς περικοπῆς, πού διαβάζεται στὴ
θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ὅπως μᾶς περιγράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης
στὸ πρῶτο κεφάλαιο τοῦ εὐαγγελίου Του: «Αὐτὸν
πού ἔγραψε ὁ Μωϋσῆς στὸν Νόμο καὶ προανήγγειλαν οἱ Προφῆτες Τὸν εὑρήκαμε, εἶναι ὁ
Ἰησοῦς» (βλ. Ἰωάν. Α, 46).
Δὲν εὑρήκαμε ἁπλῶς ἕνα ἱστορικὸ πρόσωπο,
πού ποθοῦσε ἡ καρδιά μας, ἀλλὰ τὸ θεανδρικὸ
ἐκεῖνο Πρόσωπο, τὸ Ὁποῖον ὄχι μόνο γεμίζει
τὴν καρδιά μας, ἀλλὰ καὶ σώζει τὴν ὕπαρξή μας.
Εὑρήκαμε τὸν Κύριό μας Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν
Σωτήρα καὶ Λυτρωτή μας.
Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ζωή μας, ὅπως τονίζει ὁ
Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Κολασσαεῖς ἐπιστολή του: «Ὅταν ὁ Χριστός, πού εἶναι ἡ ζωή
μας καὶ ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς μας, φανερωθεῖ ἔνδοξος
κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία Του, τότε καὶ ἐσεῖς
θὰ φανερωθεῖτε μαζί Του καὶ θὰ λάμψετε σὲ
δόξα» (βλ. Κολ. γ΄ 4).
Ζοῦμε ἐν Χριστῷ. Ζοῦμε μὲ τὸν Χριστό. Ζοῦμε
γιὰ τὸν Χριστό. Ὁ Χριστὸς εἶναι γιὰ ἐμᾶς τὰ
πάντα.
Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἐνυπόστατη πίστη μας,
ὅπως μᾶς λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητὴς
(βλ. Πρὸς Θαλάσσιον, Ἀπόκρισις 25, PG 90,332).
Δηλαδὴ γνωρίζουμε Αὐτόν, στὸν Ὁποῖον πιστεύουμε. Καὶ ὅπως Τὸν γνωρίζουμε, Τὸν ζοῦμε
μέσα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει

κι ἐμεῖς συγχωροῦμε ὅσους μᾶς ἔβλαψαν μὲ
κάθε τρόπο.
Διευκρίνισε ἐπίσης ὅτι, ἐὰν δὲν συγχωρήσουμε τοὺς ἀδελφούς μας, δὲν θὰ συγχωρηθοῦμε
ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ προέτρεψε τοὺς μαθητές
Του νὰ δείχνουν εὐσπλαχνία καὶ ἀγάπη πρὸς
ὅλους, ἀκόμη καὶ πρὸς τοὺς ἐχθρούς τους.
δ. Ἐλεημοσύνη καὶ φιλανθρωπία
Ἕνας τέταρτος πόλος γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο
ἐξελίσσεται ἡ πνευματικὴ ζωὴ τὴν περίοδο
τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι
ἡ ἐλεημοσύνη καὶ ἡ φιλανθρωπία.
Στοὺς λόγους τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ στοὺς ὕμνους τῆς περιόδου συνδυάζεται ἡ νηστεία, ἡ λιτότητα τοῦ βίου μὲ
τὴ φιλανθρωπία. Μὲ τὴν ἑκούσια ἀποχὴ τῶν
τροφῶν καὶ τὸν περιορισμὸ τῶν δαπανῶν ὁ
πιστὸς ἐξοικονομεῖ χρήματα καὶ ἀγαθὰ γιὰ
τοὺς πτωχούς.
Ἔτσι ἡ περίοδος τῆς νηστείας τῆς προσευχῆς καὶ τῆς καταλλαγῆς ἀναδεικνύεται σὲ

«στύλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α΄ Τιμ. γ΄
15), αὐθεντικὸς ἑρμηνευτὴς καὶ πάροχος τῆς ἐν
Χριστῷ ζωῆς.
Ἔχουμε τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν ἀπολαμβάνουμε μέσα ἀπὸ τὸν λόγο τῆς θείας διδαχῆς Του,
μέσα ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ κυρίως μέσα ἀπὸ
τὰ ἄχραντα μυστήρια!
Μέσα στὴν Ἐκκλησία, μᾶς ἀποκαλύπτεται
ὁ Χριστός. Μέσα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας
γνωρίζουμε τὸν Χριστό. Ἐκεῖ Τὸν ἀναγνωρίζουμε.
Στὴν Ἐκκλησία Τὸν μεταλαμβάνουμε. Μέσα
στὴν Ἐκκλησία ἀπολαμβάνουμε τὴν χάρη Του
καὶ ἑτοιμάζουμε τὴ σωτηρία μας. Ὅλα στὴν
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας καὶ τὴν παράδοσή της
μιλοῦν γιὰ τὸν Χριστό, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀληθινὸς
Χριστιανὸς παντοῦ ὀφείλει νὰ βλέπει τὸν Χριστό.
«Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐκήρυξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, ἡ οἰκουμένη
ὡς συμπεφρόνηκεν,..., οὕτω κηρύσσομεν Χριστὸν
τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν». (Ἐκ τοῦ Συνοδικοῦ
τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας)
Κι ἂν μᾶς κυκλώνουν δυσκολίες τῆς ζωῆς καὶ
τὰ διάφορα προβλήματα, κι ἂν τὰ ἐμπόδια ὑψώνονται ἀνυπέρβλητα ἐνώπιόν μας, κι ἂν ἡ ζωὴ
μας στριμώχνεται ἀπὸ τὴν καθημερινότητα καὶ
γίνεται πολλὲς φορὲς μαρτυρικὴ καὶ ἀδυσώπητη,
τότε νὰ ἔχουμε κατὰ νοῦν τὴν καθησυχαστικὴ καὶ
ἐλπιδοφόρα προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου,
πού ἀκούσαμε σήμερα, ἀπὸ τὸ 12ο κεφάλαιο τῆς
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς, ὅτι «τρέχουμε μὲ ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονὴ τὸν ἀγώνα, πού βρίσκεται ἐνώπιόν μας, καὶ γιὰ νὰ ἀντλοῦμε θάρρος, δύναμη
καὶ ἐλπίδα ἃς ἔχουμε προσηλωμένα τὰ βλέμματά
μας στὸν Χριστὸν τὸν ἀρχηγὸν καὶ ἱδρυτὴ τῆς
πίστεως καὶ τῆς Ἐκκλησίας μας, καθὼς Ἐκεῖνος
μᾶς χειραγωγεῖ μὲ τὴ χάρη Του στὸ δρόμο τῆς
τελειότητας» (βλ. Ἑβρ. ιβ΄ 1) καὶ γι’ αὐτὸ ποτὲ
νὰ μὴν πάρουμε τὰ μάτια μας ἀπὸ τὸν Χριστό.
Κι ἂν μιὰ ἄλλη σύγχρονη εἰκονομαχία, δηλαδὴ ἡ ἐκκοσμίκευση, προσπαθεῖ νὰ ἐπηρεάσει
τὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ τὴν μετατρέψει σὲ κόσμο
μέσα ἀπὸ τὸν πανθρησκειακὸ συγκρητισμό, τὸν
οἰκουμενισμό, τὴν παγκοσμιοποίηση καὶ τὴ νέα
τάξη πραγμάτων, ἐμεῖς θὰ ὁμολογοῦμεν Χριστόν.
Ὅπως ρητῶς ὁ Κύριος μᾶς εἶπε: «Ὅποιος λοιπὸν
μὲ πίστη καὶ θάρρος καὶ χωρὶς νὰ φοβᾶται τοὺς
διωγμοὺς θὰ μὲ ὁμολογήσει Σωτήρα του καὶ Θεὸν
μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ ὁμολογήσω καὶ
ἐγὼ γι’ αὐτὸν μπροστὰ στὸν οὐράνιο Πατέρα μου
ὅτι εἶναι δικός μου» (βλ. Ματθ. ι΄ 32).
Θὰ ὁμολογοῦμε τὸ φρόνημα τῶν Ὀρθοδόξων
Ἑλλήνων, ὅπως ἀκριβῶς τὸ διακήρυτταν καὶ
οἱ ἡρωϊκοὶ πολεμιστὲς τοῦ 1821, λέγοντας: «Ἡ
ὑπὲρ τῆς πατρίδος μας ἀγάπη, ὁ ὑπὲρ Χριστοῦ

περίοδο φιλανθρωπίας καὶ ἐλεημοσύνης:
ε. Καιρὸς τῆς μετανοίας
Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νὰ ἐργασθοῦμε μὲ τὴ
μετάνοια, νὰ καλλιεργήσουμε τὴν ψυχή μας,
γιὰ νὰ παραχθοῦν οἱ εὐλογημένοι καρποὶ ποὺ
εἶναι οἱ ἀρετές.
Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ἀρχή, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα μέσα στὴν ὁποία βιώνεται μία ἀληθινὴ
χριστιανικὴ ζωή. Μὲ τὴ μετάνοια προσεγγίζουμε τὸν Θεό. Παραδεχόμαστε ὅτι ἔχουμε ἀποξενωθεῖ ἀπὸ τὴν κοινωνία μαζί Του ἀπὸ τὴν
ἀληθινὴ ζωή, ὅπως τὴ δημιούργησε καὶ μᾶς τὴν
ἔδωσε Ἐκεῖνος, ὅτι ἔχουμε χάσει τὴν πνευματικὴ ὀμορφιὰ τῆς ψυχῆς μας, ὅτι ἔχει ἀνέλπιστα καταστραφεῖ κάτι πολύτιμο καὶ ἁγνὸ καὶ
ὄμορφο στὴ δομὴ τῆς ὕπαρξής μας. Μετάνοια
εἶναι μία βαθιὰ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς, ἐπιθυμία
νὰ διορθώσουμε τὴν πορεία τῆς ζωῆς μας, τὶς
ἀποφάσεις μας, τὴ συμπεριφορά μας, ἐπιθυμία
νὰ ἀποκτήσουμε τὰ θαυμάσια πλούτη ποὺ μᾶς
ἔδωσε ὁ Θεός, δηλαδὴ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δυνατό-

ἐπίκαιρα
ἔρως καὶ ἡ σταθερά μας τελευταία ἀπόφασίς
του νὰ ζήσωμεν Χριστιανοὶ ἐλεύθεροι, εἰ δὲ μὴ
νὰ χαθῶμεν».
Ἑορτάζουμε σήμερα τὴν ἱερὰ μνήμη ὅλων ὅσοι
ἀγωνίσθηκαν γιὰ τὴν Ἀλήθεια καὶ θυσιάσθηκαν
γιὰ τὸν Χριστόν.
Ἑορτάζουμε τοὺς Μάρτυρες, τοὺς Ὁμολογητές,
τοὺς Ἥρωες τῆς πίστεως ὅλων των ἐποχῶν, πού
συνθέτουν τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ,
Αὐτῆς πού εἶναι στρατευμένη στὴ γῆ καὶ Αὐτῆς
πού θριαμβεύει στὸν οὐρανό.
Ἑορτάζουμε τὴν παρουσία τῶν ψυχῶν τοὺς
κάτω ἀπὸ τὸν ὑπερουράνιο θυσιαστήριο, ἀπ’
ὅπου, σύμφωνα μὲ τὴν ἀποκαλυπτικὴ ὅραση
τοῦ Ἰωάννου (βλ. Ἀποκάλυψη, ς΄7), πλημμυρισμένοι στὸ μαρτυρικό τους αἷμα, ἐναγωνίως μᾶς
περιμένουν καὶ δέονται γιὰ τὴν αἴσια ἔκβαση τοῦ
ἀγῶνος τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς βιοτῆς μας.
Ὅλοι τούς συντροφεύουν τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πορεία μας, ὥστε νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε
στὶς πονηρὲς ἡμέρες πού ζοῦμε, ἐν μέσῳ κρίσεων
στὴ ζωὴ καὶ τὴν πατρίδα μας. Ἰδιαιτέρως σήμερα
ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δὲν πρέπει νὰ χάσουμε τὴν πίστη
μας στὸν Χριστό, τὸν ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς, τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα μᾶς σ’ Ἐκεῖνον, πού μᾶς εἶπε:
«Ἐγὼ εἶμαι γιὰ ἐσᾶς ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ
ζωὴ» (βλ. Ἰω. ιδ΄ 6). Θὰ προχωρήσουμε κρατώντας
τὸ αἰσιόδοξο κήρυγμα πού μὲ δύο μόνο λέξεις μᾶς
λέει τὰ πάντα: «Εὑρήκαμεν τὸν Χριστόν».
Ἐμεῖς, οἱ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι, ἃς μὴ ξεχνᾶμε
ποτὲ ὅτι εὐρήκαμεν τὸν Χριστόν, εὐρήκαμεν τὸν
Σωτήρα τῆς ψυχῆς μας, τὴν αἰώνια Λύτρωσή μας!
Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς ἀγωνιστῆς ἀπαιτεῖται
καθημερινὰ νὰ δίνει τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως,
νὰ ὀρθοδοξεῖ, νὰ ὀρθοτηρεῖ, νὰ εἶναι γνήσια καὶ
αὐθεντικὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ.
Καὶ στὸν ἀγώνα τῆς ζωῆς μας, ὅσο δύσκολος κι
ἂν ὑπάρχει, ἄς ἔχουμε ὑπ’ ὄψιν μας καὶ τὸν ἅγιον
Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐνθαρρύνει λέγοντας: «Προχωροῦμε διὰ τῆς στενῆς ὁδοῦ
καὶ μὲ θάρρος καὶ μὲ φόβο. Μὲ φόβο ἐξαιτίας τῶν
γκρεμῶν, πού ὑπάρχουν ἐκατέρρωθεν τοῦ δρόμου
τῆς ζωῆς μας. Μὲ θάρρος διότι προηγεῖται καὶ
μᾶς συνοδεύει ὁ Χριστός. Κοίταξε πρὸς τὰ πίσω
καὶ θὰ δεῖς τὸν Χριστὸ νὰ πεθαίνει γιὰ ἐσένα,
κοίταξε μπροστά σου καὶ θὰ δεῖς τὸν Χριστὸ νὰ
ἔρχεται γιὰ ἐσένα. Κοίταξε μέσα σου καὶ θὰ δεῖς
τὸν Χριστὸ νὰ ζεῖ γιὰ σένα» (βλ. Ὁμιλία κστ΄ Εἰς
τὸ κατὰ Ματθαῖον, PG 57, 340).
Εὔχομαι ἡ γήϊνη πορεία μας νὰ εἶναι οὐρανόδρομη, ἀγωνιστικὴ καὶ νικηφόρα.

τητα νὰ τὴ χαιρόμαστε, νὰ τὴν ὀμορφαίνουμε
δίνοντάς της νόημα μὲ τὴν πίστη, τὴν ἀγάπη
καὶ τὴ γνώση. Ἐλάβαμε τὴν εἰρήνη καὶ τὴ
χαρά, τὴν τιμὴ νὰ εἴμαστε «τέκνα Θεοῦ». Καὶ
ὅλα αὐτὰ τὰ χάσαμε, τὰ χάνουμε καθημερινὰ
ζωντας μακριὰ ἀπὸ τὸ ὄμορφο σπίτι τοῦ Θεοῦ
Πατέρα μας.
Ἡ Ἐκκλησία ὅμως μᾶς ὑπενθυμίζει αὐτὰ
ποὺ ἔχουμε χάσει, αὐτὰ ποὺ ἔχουμε ἐγκαταλείψει, ὅτι μὲ τὶς αἰσχρὲς ἁμαρτίες λερώσαμε
τὴν ψυχή μας, ὅτι δαπανήσαμε τὸν χρόνο τῆς
ζωῆς μας μὲ τὴ ραθυμία τῆς ψυχῆς μας.
Ὁ ἅγιος πατέρας μας Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στοὺς ἐννέα λόγους του «Περὶ μετανοίας»
μᾶς ὑποδεικνύει τὶς ὁδοὺς τῆς μετανοίας, δηλαδὴ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους βιώνεται
ἡ μετάνοια ἀπὸ τὸν πιστό.
Μητροπολίτου Καισαριανῆς,
Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ Δανιήλ
3

ἐνοριακά Περὶ νηστείας λόγος
τοῦ Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαθανασίου,
Ἱεροκήρυκος Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῶν Ἀθηνῶν

ς σταθοῦμε σήμερα στὸ θέμα τῆς
νηστείας ἐν ὄψει μάλιστα τῆς
ἀρχῆς τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τῆς κατ’ ἐξοχὴν κατανυκτικῆς
καὶ ἀγωνιστικῆς αὐτῆς περιόδου τοῦ
ὅλου ἐνιαυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἴσως θεωροῦμε ὅτι τὸ θέμα «νηστεία»
εἶναι παλαιὸ θέμα. Ναί, εἶναι παλαιό,
ὅσο καὶ ἡ ἀνθρωπότης. Γράφει σχετικὰ
ὁ Μ. Βασίλειος: «Δεῦρο δὴ διὰ τῆς ἱστορίας βαδίζων, ἀνερεύνησον τὴν ἀρχαιογονίαν αὐτῆς. Οὐ γὰρ νεώτερον τό
ἐφεύρημα· πατέρων ἐστὶ τὸ κειμήλιον.
Πάν το ἀρχαιότητι διαφέρον, αἰδέσιμον.
Δυσωπήθητι τὴν πολιᾶν τῆς νηστείας.
Συνηλικιώτίς ἐστι τῆς ἀνθρωπότητος·
νηστεία ἐν τῷ παραδείσω  ἐνομοθετήθη» (Λόγος περὶ νηστείας, Α΄, 3 ΒΕΠΕΣ
54, 12). Ὁ Ἀδὰμ ἔλαβε στὸν παράδεισο
τὴν ἐντολὴν «ἀπὸ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν οὐ φάγεσθε».
Σ’ αὐτὸ τὸ «οὐ φάγεσθε» εὑρίσκεται ἡ
ἔννοια τῆς  νηστείας. Ἀλλὰ εἶναι καὶ
γνωστὸ θέμα γιατί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι
κάτι ἔχουν ἀκούσει γι’ αὐτό, ἔχουν νηστέψει λίγο ἢ πολὺ ἰδιαίτερα ἐδῶ στὸν
ἑλλαδικὸ χῶρο. 
Ὡστόσο τὰ θέματα τὰ πνευματικὰ δὲν
εἶναι πρόσκαιρα, φευγαλέα, ἐφήμερα,
Ἔχουν σχέση μὲ τὸ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ φέρνουμε πάντοτε ἐνώπιόν μας,  νὰ τὰ μελετοῦμε,
καὶ  νὰ τὰ θέτουμε σὲ ἐφαρμογὴν στὴν
καθημερινή μας ζωή. Ὑπάρχει ἐξ ἄλλου
καὶ ἡ λησμοσύνη, ἡ ἄγνοια, ἡ ἡμιμάθεια,
ἡ διαστρέβλωσις, ἡ πλάνη καὶ τελικὰ
καὶ ὁ πόλεμος τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος
καὶ δὲν θέλει ἐπ’ οὐδενὶ τὴν κατὰ Θεὸν
προκοπὴν τοῦ ἀνθρώπου, γιατί γνωρίζει
ὅτι «νηστεία ὅπλον ἐστι πρὸς τὴν κατὰ
τῶν δαιμόνων στρατιὰν» (ὄπ. πάρ.).
Τί εἶναι λοιπὸν ἡ νηστεία; Κατ’
ἀρχὴν ἡ λέξη νηστεία εἶναι σύνθετη
λέξη ἀπὸ τὸ ἀρνητικὸ νὴ καὶ τὸ ρῆμα
ἐσθίω. Νῆστις δὲ σημαίνει αὐτὸς πού
δὲν ἐσθίει, δὲν τρώγει. Νηστεία εἶναι
ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τροφές, εἴτε πλήρης
ἀποχή, εἴτε μερική. Κατ’ ἀκολουθίαν
οἱ τροφὲς διακρίνονται σὲ νηστήσιμες
καὶ ἀρτυμένες (ἀπὸ τὸ ρῆμα ἀρτύω [καὶ
ἀρταίνω] πού σημαίνει μαγειρεύω ἕνα
φαγητό, καρυκεύω). Ἡ νηστεία τυγχάνει παλαιότατος θεσμὸς στὴ ζωὴ τῆς
Ἐκκλησίας, ἕνα πνευματικὸ μέσο, μία
ἄσκηση, μία πνευματικὴ γυμνασία, ἕνα
ὅπλο τοῦ πνεύματος γιὰ τὴν ὑπερνίκηση τῶν παθῶν καὶ τὴν ἀπόκτηση
τῶν χριστιανικῶν ἀρετῶν. Εἶναι προσέτι
ἐκδήλωσις πένθους καὶ συντριβῆς γιὰ
τὶς ἁμαρτίες μας.
Πρωτίστως δὲν εἶναι αὐτοσκοπός,
4

οὔτε ἔχει σχέση μὲ κοσμικοῦ τύπου
δίαιτες. 
Γιὰ τὸ ὅλο θέμα τῆς νηστείας πρότυπὸ  μας εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ
Ὁποῖος στὴν ἔρημο πρὶν ἀρχίσει τὸ
δημόσιο ἔργο Του γιὰ τὴν σωτηρία τῶν
ἀνθρώπων ἔμεινε 40 ἡμέρας «ἐν νηστεία» (Ματθ. 4, 2) καὶ μᾶς εἶπε ἀκόμη
ὅτι τὸ γένος τῶν δαιμόνων, πού πειράζει τὸν ἄνθρωπο, «ἐν οὐδενὶ δύναται
ἐξελθεῖν, εἰ μὴ ἐν προσευχὴ καὶ νηστεία» (Μάρκ. 9, 29). 
Οἱ Ἀπόστολοι στὴ συνέχεια καὶ οἱ
θεοφόροι Πατέρες, καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι
καὶ ἰδία οἱ ἀσκητικοὶ πατέρες κήρυξαν,
ἔγραψαν, ἐφήρμοσαν στὴ ζωὴ τους τὴν
νηστεία. Παραθέτουμε θέσεις τῶν ἁγίων
Πατέρων γιὰ τὴ νηστεία.  «Ἐπειδὴ οὐκ
ἐνηστεύσαμεν, ἐξεπέσομεν τοῦ παραδείσου· νηστεύσωμεν τοίνυν, ἵνα πρὸς
αὐτὸν ἐπανέλθωμεν» (Μ. Βασίλειος, ὄπ.
πάρ.). «Νηστεία ἐστὶ γαλήνη τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, ἡ τῶν γεγηρακότων εὐκοσμία, ἡ τῶν νέων παιδαγωγός, ἡ τῶν
σωφρονούντων διδάσκαλος, ἡ πάσαν
ἡλικίαν καὶ φύσιν καθάπερ διαδήματι
τινι κατακοσμοῦσα» (Ἱ. Χρυσόστομος,
Εἰς τὴν Γένεσιν, Β΄, 1 P.G. 52, 27). «Δρόμος μέγας εἰς πᾶν ἀγαθὸν ἐστιν ἡ νηστεία ἡ μετὰ διακρίσεως· καὶ ὁ ἀμελῶν
αὐτῆς πᾶν ἀγαθὸν διασείει» (Ἰσαὰκ
ὁ Σύρος, Τὰ εὑρεθέντα ἀσκητικά…,
Ἀθῆναι 18952,, σέλ. 334).  «Νηστεία
ἐστὶ βία φύσεως καὶ περιτομὴ ἡδύτητος
λάρυγγος, πυρώσεως ἐκτομή, πονηρῶν
ἐννοιῶν ἐκκοπῆ, ἐνυπνιασμῶν ἐλευθερία, προσευχῆς καθαρότης· ψυχῆς
φωστήρ, νοὸς φυλακὴ» (Ἰωάννης τῆς
Κλίμακος, Κλίμαξ, 14, P.G. 88, 869A).
«Ἡ νηστεία τήν  μὲν ἐπιθυμίαν μαραίνει,
τὴ δὲ προσευχὴ τὸν νοῦν καθαίρει καὶ
πρὸς τὴν ὄντως θεωρίαν παρασκευάζει»
(Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Φιλοκαλία,
Ἀθῆναι 19573, τόμ. Β΄, σελ. 11).
Ὡστόσο ἡ Ἐκκλησία ἔχει κανονίσει 
τὴν νηστεία, οὔτε ὡς ὑπερβολὴ οὔτε
ὡς ὑποβάθμιση. Πρωτίστως ὑπάρχει
καὶ ἔχει θεσμοθετηθεῖ ἡ νηστεία τῆς
Τετάρτης (γιὰ τὴν προδοσία τοῦ Χριστοῦ) καὶ τῆς Παρασκευῆς (γιὰ τὴν
Σταύρωση) καὶ ἡ νηστεία τῆς Μεγάλης
Τεσσαρακοστῆς. Οἱ ἱεροὶ κανόνες διακελεύουν συγκεκριμένα τὰ ἑξῆς: «Οὐκ
ἐγκαλέσει τὶς ἡμῖν παρατηρουμένοις
Τετράδα καὶ Παρασκευήν, ἐν αἶς καὶ
νηστεύειν ἡμῖν κατὰ παράδοσιν εὐλόγως προστέτακται. Τὴν μὲν γὰρ Τετράδα
διὰ τὸ γινόμενον συμβούλιον ὑπὸ τῶν
Ἰουδαίων ἐπὶ τῇ προδοσία τοῦ Κυρίου·
τὴν δὲ Παρασκευήν, διὰ τὸ πεπονθέναι
αὐτὸν ὑπὲρ ἡμῶν» (15ος Καν. Ἁγίου

Πέτρου Ἀλεξανδρείας). Ὁ 69ος Ἀποστ.
Κανὼν ὁρίζει: «Εἰ τὶς Ἐπίσκοπος, ἢ
Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, ἢ Ὑποδιάκονος, ἢ Ἀναγνώστης, ἢ Ψάλτης, τὴν
ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν οὐ νηστεύει, ἢ
Τετράδα, ἢ Παρασκευήν, καθαιρείσθω.
Ἐκτὸς εἰμὴ δὶ’ ἀσθένειαν σωματικὴν
ἐμποδίζοιτο. Ἐὰν δὲ λαϊκὸς ἤ, ἀφοριζέσθω». Ἐπίσης ὁ 50ος Κανὼν τῆς
Λαοδικείας διακελεύει: «Ὅτι οὐ δεῖ ἐν
Τεσσαρακοστῇ τῇ ὑστέρᾳ ἑβδομάδι τὴν
Πέμπτην λύειν, καί ὅλην τὴν Τεσσαρακοστὴν ἀτιμάζειν, ἀλλὰ δεῖ πάσαν
τὴν Τεσσαρακοστήν νηστευειν ξηροφαγούντας». Βεβαίως ὑπάρχουν καὶ
ἄλλες ἡμέρες νηστείας, ὅπως πρὸ τῶν
Χριστουγέννων, τῶν ἁγίων Ἀποστόλων,
τοῦ Δεκαπενταυγούστου, τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων, τῆς Ὑψώσεως
τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τῆς ἀποτομῆς τῆς
Τιμίας Κεφαλῆς τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ
Προδρόμου κ.ἄ.).
  Ὀφείλουμε ὅμως νὰ ὑπογραμμίσουμε
ὅτι στὴ χριστιανὴ ζωὴ ὅταν ὁμιλοῦμε
περὶ νηστείας δὲν ἐννοοῦμε μόνον τὴν
ἀποχὴ ἀπὸ ὠρισμένα φαγητά. Δὲν εἶναι
ἡ νηστεία μόνο ἡ διάκριση τῶν τροφῶν
καὶ ἡ ἀποχὴ βρωμάτων, ἡ νηστεία ὡς
ἀλλαγὴ διαιτολογίου καὶ ἀποτοξίνωση τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ σώματος. Παράλληλα ἔχουμε καὶ τὴν πνευματικὴ
νηστεία. Ὡραιότατα ὁ Μ. Βασίλειος
γράφει: «Ἀληθὴς νηστεία ἡ τοῦ κακοῦ
ἀλλοτρίωσις, ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ
ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός, καταλαλιᾶς, ψεύδους, ἐπιορκίας. Ἡ τούτων
ἔνδεια νηστεία ἐστὶν ἀληθὴς» (Περὶ
νηστείας Λόγος Β΄, 7, ΒΕΠΕΣ 54, 26).
Πρόκειται ἐπακριβῶς γιὰ τὴν  νηστεία
ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τήν  ἁμαρτία. Τοῦτο
εἶναι λίαν σημαντικὸ γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ
ζωή.
Στὴν ὑμνολογία μάλιστα τῶν ἡμερῶν
τῆς Μ. Τεσσαρακοστής εὐρίσκουμε ὑπέροχους ὕμνους καὶ θαυμάσιες ἐκφράσεις
καὶ λέξεις γιὰ τὴν ἀληθινὴ νηστεία καὶ
τὸ βαθύτερο νόημά της. «Νηστεύοντες
ἀδελφοὶ σωματικῶς νηστεύσωμεν καὶ
πνευματικῶς, λύσωμεν πάντα σύνδεσμον ἀδικίας· διαρρήξωμεν στραγγαλιᾶς
βιαίων συναλλαγμάτων· πάσαν συγγραφὴν ἄδικον διασπάσωμεν· δώσωμεν
πεινῶσιν ἄρτον καὶ πτωχοὺς ἀστέγους
εἰσαγάγωμεν εἰς οἴκους, ἴνα λάβωμεν
παρὰ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ τὸ μέγα ἔλεος»

5

5

ἐνοριακά
(Στιχηρὸ ἰδιόμελο Ἑσπερινοῦ Τετάρτης
Α΄ Ἑβδομάδος).
Συνεπῶς δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχουμε μόνο
ὑπ’ ὄψιν μας τὴν νηστεία τροφῶν.
Χρειάζεται καὶ ἡ πνευματικὴ νηστεία.
Ἡ οὐσία τοῦ νοήματος τῆς νηστείας
πρέπει νὰ γίνει κατανοητὴ ἀπ’ ὅλους
μας. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἔκφραση  τῆς
ἐσωτερικῆς στροφῆς τοῦ ἀνθρώπου
πρὸς τὸν Θεό. Οἱ χριστιανοὶ δὲν εἶναι
σωματοκτόνοι ἀλλὰ παθοκτόνοι κατὰ
τὴν «Φιλοκαλία».
Ἄσκηση λοιπὸν ἡ νηστεία. «Φυλακὴ
τῶν πέντε αἰσθήσεων», ὡς λέγει στὸ
περίφημο σύγγραμμα του ὁ ἅγιος Νικό-

δημος ὁ Ἁγιορείτης. Ἡ νηστεία βοηθᾶ
τὸν πιστὸ στὴ σωφροσύνη, στὴν ἐγκράτεια, στὴν πραότητα, στὴν ἐλεημοσύνη, στὴν ἀπάθεια. Μέσον ἐξαγνισμοῦ
πού βοηθᾶ στὴν προσευχή, ἀποβλέπει
στὴν χαλιναγώγηση τοῦ σώματος καὶ
τυγχάνει μήτηρ σωφροσύνης καὶ ἀρχὴ
μετανοίας. 
Ἄς μὴ περιφρονήσουμε τὴν νηστεία.
Ἔχουμε χρέος νὰ τὴν φυλάττουμε.
Ἐκεῖνος πού τὴν περιφρονεὶ ἢ ἀδιαφορεῖ, ζεῖ ἀλλοτριωμένος πνευματικά.
Ἡ νηστεία εἶναι παιδαγωγὸς τῆς νεότητος καὶ στολισμὸς γερόντων·  Εἶναι
λίαν εὐεργετικὴ γιὰ ὅλους μας.

Ἔρχεται καὶ  ὑπενθυμίζει τὴν ἐξορία
τοῦ Ἀδάμ, τὴν ἀκρασία μας καὶ τὴν
ἐκπεσοῦσα κατάστασή μας, ἔρχεται ὡς
ὀδός ἐπανόδου  στὸν Παράδεισο!
Στὴν ποικίλη ἀλλοτρίωση καὶ παθογένεια τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας
μας, ἡ νηστεία ἀποτελεὶ  ἕνα ἰσχυρὸ
ἀντίδοτο. Νὰ τὴν σπουδάσουμε καὶ νὰ
τὴν ἐφαρμόσουμε ὄχι μὲ πνεῦμα μονομέρειας ἀλλὰ ὡς ἕνα συνολικὸ πνευματικὸ
ἄθλημα.
Λοιπόν, δεῦτε νηστεύοντες προσάξωμεν δάκρυα μετανοίας. Ὁ καιρὸς ἔφθασε. Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ἀνοίγει.
Νηστείαν δεκτήν, εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ!  

Περὶ Κατακρίσεως καὶ Καταλαλιᾶς

ν ἔλθη κάποιος ἄλλος σὲ σένα κι’
ἀρχίση νὰ κατηγορῆ καὶ νὰ κατακρίνη
ἕνα τρίτον, πρόσεξε καλὰ μήπως παρασυρθῆς καὶ τοῦ εἰπῆς: «δίκαιο ἔχεις, ἔτσι
εἶναι». Καλλίτερα νὰ σωπάσης ἡ νὰ τοῦ
εἰπῆς: «Ἐγώ, ἀδελφέ μου, εἶμαι καταδικασμένος γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου· δὲν ἔχω
δικαίωμα νὰ καταδικάζω ἄλλον». Μ’ αὐτὸν
τὸν τρόπο καὶ τὸν ἑαυτό σου σώζεις καὶ
τὸν ἀδελφόν σου.
Ο ΑΒΒΑΣ Ὑπερέχιος δίνει τὴν ἀκόλουθη συμβουλὴ στοὺς ἐγκρατεῖς καὶ νηστευτάς: - Φάγε κρέας καὶ πιὲς κρασὶ καὶ μὴ
κατατρώγης μὲ τὴν καταλαλιὰ τὶς σάρκες
τοῦ ἀδελφοῦ σου. Καὶ πάλι: - Καταλαλώντας ὁ ὄφις τὸν Θεό, ἐπέτυχε νὰ βγάλη
τοὺς πρωτοπλάστους ἀπὸ τὸν Παράδεισο.
Τὸ ἴδιο κάνει κι’ ἐκεῖνος ποὺ καταλαλεῖ
τὸν πλησίον του· βαραίνει τὴν ψυχή του
καὶ παρασύρει στὸ κακὸ ἐκεῖνον ποὺ τὸν
ἀκούει. ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ Γέροντας εἶδε μιὰ
μέρα μὲ τὰ μάτια του κάποιον ἀδελφὸ
νὰ πέφτη σὲ βαρὺ ἁμάρτημα, κι’ ὄχι μόνο
δὲν τὸν κατέκρινε, ἀλλὰ ἔκλαψε καὶ εἶπε:
«Αὐτὸς ἔπεσε σήμερα κι’ ἐγὼ ἐξάπαντος
αὔριο. Κι’ αὐτὸς μὲν χωρὶς ἄλλο θὰ μετανοήση, ἐνῶ ἐγὼ δὲν εἶμαι βέβαιος γι’
αὐτό». ΕΝΑΣ μοναχὸς σ’ ἕνα Κοινόβιο,
ἀμελὴς στὰ πνευματικά, ἔπεσε βαρειὰ
ἄρρωστος κι’ ἦλθε ἡ ὥρα του νὰ πεθάνη.
Ὁ Ἡγούμενος κι’ ὅλοι οἱ ἀδελφοὶ τὸν περικυκλώσανε γιὰ νὰ τοῦ δώσουν θάρρος
στὶς τελευταῖες του στιγμές. Παρατήρησαν
ὅμως ἔκπληκτοι, πὼς ὁ ἀδελφὸς ἀντίκρυζε
τὸν θάνατο μὲ μεγάλη ἀταραξία καὶ ψυχικὴ γαλήνη. - Παιδί μου, τοῦ εἶπε τότε
ὁ Ἡγούμενος, ὅλοι ἐδῶ ξεύρομε πὼς δὲν
ἤσουν καὶ τόσο ἐπιμελὴς στὰ καθήκοντά
σου. Πῶς πηγαίνεις μὲ τόσο θάρρος στὴν
ἄλλη ζωή; - Εἶναι ἀλήθεια, Ἀββᾶ, ψιθύρισε
ὁ ἑτοιμοθάνατος, πὼς δὲν ἤμουν καλὸς
μοναχός. Ἕνα πράγμα ὅμως ἐτήρησα μὲ
ἀκρίβεια στὴ ζωή μου: Δὲν κατέκρινα ποτέ
μου ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ σκοπεύω νὰ εἰπῶ
στὸ Δεσπότη Χριστό, ὅταν παρουσιαστῶ
ἐνώπιόν Του: «Σύ, Κύριε, εἶπες, μὴ κρίνε-

τε, ἴνα μὴ κριθῆτε», κι’ ἐλπίζω ὅτι δὲ θὰ
μὲ κρίνη αὐστηρά. - Πήγαινε εἰρηνικὰ στὸ
αἰώνιο ταξίδι σου, παιδί μου, τοῦ εἶπε μὲ
θαυμασμὸ ὁ Ἡγούμενος. Ἐσὺ κατώρθωσες,
χωρὶς κόπο νὰ σωθῆς. ΠΗΓΕ κάποτε ἕνας
ἀδελφὸς ἀπὸ τὴ σκήτη σὲ κάποιο Γέροντα ἀναχωρητὴ καὶ τοῦ εἶπε γιὰ κάποιον
ἄλλον ἀδελφὸ πὼς εἶχε πέσει σὲ μεγάλο
σφάλμα. -Ὤ, πολὺ ἄσχημα ἔκανε, εἶπε
στενοχωρημένος ὁ Γέροντας. Ὕστερα ἀπὸ
λίγες ἡμέρες συνέβη νὰ πεθάνη ὁ μοναχὸς
ποὺ ἔσφαλε. Ἄγγελος Κυρίου τότε πῆγε
στὸν ἀναχωρητή, κρατώντας τὴν ψυχή
του. -Αὐτὸς ποὺ κατέκρινες, τοῦ εἶπε,
πέθανε. Ποῦ ὁρίζεις νὰ τὸν κατατάξω; Ἥμαρτον, ἐφώναξε μὲ δάκρυα ὁ Γέροντας.
Κι’ ἀπὸ τότε παρακαλοῦσε κάθε μέρα τὸν
Θεὸ νὰ τοῦ συγχωρήση ἐκείνη τὴν ἁμαρτία
καὶ δὲν τόλμησε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς
του νὰ κατακρίνη ἄνθρωπο.
Ἀδελφὸς ἠρώτησε τὸν Ἀββᾶν Ἰωσήφ·
τί νὰ κάνω, διότι οὔτε νὰ κακοπαθήσω
διὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἠμπορῶ, ἀλλ’
οὔτε καὶ νὰ ἐργασθῶ καὶ νὰ δώσω ἐλεημοσύνην. Εἰς ἀπάντησιν ὁ Γέρων τοῦ λέγει· «Ἐὰν δὲν ἠμπορῆς νὰ κάνης τίποτε
ἀπὸ αὐτὰ τουλάχιστον διατήρησον τὴν
συνείδησίν σου καθαρὰν ἀπὸ λογισμοὺς
κατακρίσεως ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου
καὶ ἀπόφευγε νὰ τὸν ταπεινώνης. Τοιουτοτρόπως ἀσφαλῶς θὰ σωθῆς».
Ἕνας ἀπὸ τοὺς Γέροντας διηγήθη, ὅτι
ἔζη κάποτε ἕνας καλόγηρος μέθυσος· ὅλην
τὴν ἡμέραν ἔπλεκε τὴν ψάθαν εἰς τὸ κελλί
του καὶ τὸ βράδυ ἐπώλει τὸ ἐργόχειρόν
του εἰς τὸ χωρίον καὶ ὅσα εἰσέπραττε
τὰ ἔπινε κρασί. Μετὰ καιρὸν ἦλθε κοντά του, ὡς ὑποτακτικός, ἕνας ἀδελφὸς
καὶ παρέμεινε μαζί του· ἔπλεκε δὲ καὶ
αὐτὸς ὅλην τὴν ἡμέραν ψάθαν καὶ τὴν
ἐπώλει καὶ αὐτὴν ὁ καλόγηρος καὶ ὅσα
εἰσέπραττε καὶ ἀπὸ τὰ δύο ἐργόχειρα τὰ
ἔπινε κρασί· εἰς τὸν ὑποτακτικό του ἔφερε
μόνον ὀλίγον ἄρτον ἀργὰ τὸ βράδυ. Ἐπὶ
τρία ἔτη συνέβαινε αὐτό, χωρὶς ὁ ὑποτακτικὸς νὰ τοῦ ἀντιμιλήση καθόλου ἡ νὰ

διαμαρτυρηθῆ.
Μίαν ἡμέραν λέγει μέσα του ὁ ὑποτακτικός· εἶμαι γυμνὸς καὶ τρώγω τὸ ψωμί μου
μὲ μεγάλην στέρησιν· θὰ σηκωθῶ λοιπὸν
νὰ φύγω ἀπ’ ἐδῶ· ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐσκέφθη· ποῦ ἠμπορῶ νὰ ὑπάγω; ἃς μείνω
ἐδῶ, διότι ἐγὼ χάριν τοῦ Θεοῦ κοινοβιάζω.
Μόλις ἐσκέφθη αὐτὰ ἐμφανίζεται ἐνώπιόν
του Ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ λέγει:
- Πουθενὰ νὰ μὴ ἀναχωρήσης, διότι
αὔριον θὰ σὲ ἐπισκεφθῶ. Τὴν ἑπομένην
λοιπόν, εἶπεν ὁ ὑποτακτικὸς εἰς τὸν Γέροντα·
- Πάτερ, σὲ παρακαλῶ, νὰ μὴ φύγης
πουθενὰ σήμερα, διότι ἔρχονται τώρα οἱ
ἰδικοί μου νὰ μὲ πάρουν.
Ὅταν ὅμως ἦλθεν ἡ ὥρα, ποὺ ἐσυνήθιζεν ὁ καλόγηρος νὰ φεύγη διὰ τὸ χωρίον,
λέγει εἰς τὸν ὑποτακτικόν·
- Τέκνον, ὅπως φαίνεται, δὲν θὰ ἔλθουν
σήμερον, διότι ἄργησαν,
- Ναί, Γέροντά μου, ὁπωσδήποτε ἔρχονται· ἐνῶ δὲ συνωμίλει μὲ τὸν Ἀββᾶν, ἐκοιμήθει ἐν Κυρίῳ.
Μόλις εἶδεν αὐτὸ τὸ πράγμα ὁ γέρων
ἤρχισε νὰ κλαίη καὶ νὰ λέγη:
- Ἀλλοίμονον, τέκνον μου, ὅτι πολλὰ
χρόνια εἶναι ποὺ ζῶ εἰς τὴν ἀμέλειαν· ἐνῶ
σὺ μέσα εἰς ὀλίγον διάστημα ἔσωσες τὴν
ψυχήν σου, διὰ τῆς ὑπομονῆς. Καὶ ἀπὸ
τότε ἐσωφρονίσθη καὶ αὐτὸς καὶ ἔγινε
δόκιμος.
Ὄντας πολὺ διαδεδομένα σήμερα τὰ
πάθη τῆς κατακρίσεως καὶ τῆς καταλαλιᾶς, δὲν θεωροῦνται ἡ δὲν κατανοοῦνται
ἀπὸ πολλοὺς ὡς πάθη, ἀλλὰ βαπτίζονται
μὲ διάφορα ἄλλα ὀνόματα.
Προβαίνουμε μὲ εὐκολία σὲ δυσμενεῖς
κρίσεις ὡσὰν δίκαιοι καὶ ἀμερόληπτοι Κριτές. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ξεχνοῦμε τελείως
(σὰν τὴν γνωστὴ καμήλα τῆς ἱστορίας ποὺ
βλέπει μόνο τὴν «καμπούρα» τῆς μπροστινῆς της καὶ ὄχι τὴν ἰδική της) ὅτι ἔχουμε καὶ ἐμεῖς στὸ ἐνεργητικό μας πολλὰ
σφάλματα καὶ ἁμαρτίες, σὰν ἁμαρτωλοὶ
καὶ ἀδύναμοι ἄνθρωποι ποὺ εἴμαστε, καὶ
5

ἐνοριακά
ἐπικεντρώνουμε τὴν «δικαιοκριτικὴ» μας
ἱκανότητα στὸ σφάλμα τοῦ συνεργάτη,
τοῦ διπλανοῦ, τοῦ πλησίον, τοῦ ἀδελφοῦ
μας, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ κοιτάζουμε πρῶτα
τό δοκάρι ποὺ ἔχουμε ἐμεῖς στὰ μάτια
μας καὶ ὕστερα τό ξυλαράκι ποὺ ἔχει ὁ
ἀδελφός μας στὸ δικό του μάτι, ὅπως μᾶς
τονίζει πολὺ ὀρθὰ ὁ Κύριός μας στὸ ἱερὸ
Εὐαγγέλιο. «Ὑποκριτὰ ἔκβαλε πρῶτον τὴν
δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε
διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος ἐκ τοῦ
ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου.» (Ματθ. ζ΄ 5).
Τὴν ἐπιθυμία μας ὅμως γιὰ διόρθωση
τῆς ἀδικίας, τὴν ἐπικράτηση τῆς «ἀληθείας», τῆς ἀρετῆς, τῆς σωστῆς χριστιανικῆς
συμπεριφορᾶς, τὴν ἐξαντλοῦμε, μὲ τὸ πάθος τῆς ΚΑΤΑΚΡΙΣΕΩΣ, στὸν ἔλεγχο τοῦ
ἄλλου καὶ ὄχι τοῦ ἑαυτοῦ μας!
Ἴσως ἐὰν ἐκείνη τὴν στιγμή, ἐρχόταν
στὸ μυαλό μας, ὁ λόγος τοῦ Κυρίου· «Μὴ
κρίνετε ἴνα μὴ κριθῆτε...» καθὼς καὶ τὰ
λόγια τοῦ Προφητάνακτος Δαϋίδ· «Τὸν
καταλαλοῦντα λάθρα (κρυφὰ) τὸν πλησίον τοῦτον ἐξεδίωκα» νὰ πράτταμε διαφορετικά.
Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ· «Δὲν εἶναι, ἀλήθεια, ν’ ἀπορῆ καὶ νὰ ἐξίσταται ὁ ἄνθρωπος
καὶ νὰ χάνη κυριολεκτικά τό νοῦ του ὅταν
σκέπτεται πὼς ὁ μὲν Θεὸς καὶ Πατὴρ δὲν
κρίνει κανένα, ὅλη δὲ τὴν κρίσι ἔχει παραδώσει στὸν Υἱὸν Του (Ἰωάν. ε΄, 27), ὁ δὲ
Υἱὸς διδάσκει «μὴ κρίνετε, ἴνα μὴ κριθῆτε»
(Ματθ. ζ’, 1) καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπίσης, «μὴ πρὸ καιροῦ κρίνετε, ἕως ἂν ἔλθη
ὁ Κύριος» (Α’ Κορ. δ’, 5), καὶ «ἐν ὢ γὰρ
κρίνεις τὸν ἕτερον, σεαυτὸν κατακρίνεις»,
οἱ δὲ ἄνθρωποι, ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὶς
δικές τους ἁμαρτίες, ἀφαιροῦν τὸ δικαίωμα
τοῦ Υἱοῦ νὰ κρίνη καί, σὰν ἀναμάρτητοι,
κρίνουν οἱ ἴδιοι καὶ καταδικάζουν ὁ ἕνας
τὸν ἄλλον; Ὁ οὐρανὸς ἐξίσταται γι’ αὐτὸ
κι’ ἡ γῆ φρίττει, ἐνῶ αὐτοί, σὰν ἀναίσθητοι,
δὲ νοιώθουν καμμιὰ ντροπή.
Τὸ λυπηρὸ εἶναι ὅτι ἡ πτωτικὴ ἐποχὴ
μας προβάλλει τόσο ἔντονα τὸν ἐγωκεντρικὸ ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος, μὴ ἔχοντας τὸ
θάρρος τῆς αὐτοκριτικῆς καὶ αὐτομεμψίας
καὶ στερημένος ἀπὸ τὴν ἀρετὴ τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς ἀγάπης ἐπιδίδεται στὸ
ν’ ἀσχολεῖται μὲ τὶς πράξεις τῶν ἄλλων,
κρίνοντας, ἐπικρίνοντας, κατακρίνοντας
καὶ καταδικάζοντας ὄχι μόνον τὶς πράξεις,
ἀλλὰ καὶ τοὺς πράξαντας, χωρὶς μάλιστα
τὶς περισσότερες φορὲς νὰ γνωρίζει τὰ
πρόσωπα αὐτά, ἡ νὰ ἔχει προσωπικὴ καὶ
ἀντικειμενικὴ εἰκόνα ὅλων τῶν πραγμάτων
καὶ τῶν γεγονότων, ξεχνώντας τὸ τόσο
γνωστὸ ἀρχαῖο γνωμικό· «Μηδεμίαν δίκην
δικάσης πρὶν ἀμφοὶν μύθον ἀκούσης».
Δηλαδή, καμμία δίκη νὰ μὴν δικάσης πρὶν
ἀκούσης καὶ τὶς δύο πλευρές.
Ἔτσι, συνήθως, πέφτει «ἔξω» καὶ κρίνει ἄδικα, διότι κρίνει ἐπιφανειακὰ καὶ
ἐπιπόλαια, πολλὲς φορὲς μάλιστα καὶ μὲ
αὐστηρότητα καὶ χωρὶς νὰ ἔχει τὴν ἀγάπη
καὶ τὴν ὑπομονὴ νὰ ψάξει σὲ βάθος τὴν
6

συμπεριφορὰ τοῦ ἄλλου, πολλῶ μᾶλλον
νὰ τὴν δικαιολογήσει. «Μὴ κρίνεται κατ’
ὄψιν, ἀλλὰ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνεται.»
(Ἰωάν. ζ, 24),
Εἴμαστε δὲ ὅλοι παρατηρητές τοῦ ὅτι
«διαπρέπουμε» στὸ μοντέλο αὐτὸ συμπεριφορᾶς παιδιόθεν. Τὰ παιδιὰ μὲ τὴν ὀξεία
ἀντίληψη καὶ εὐφράδεια ποὺ διαθέτουν
σήμερα, μὴ διδασκόμενα ἀπὸ τὴν οἰκογένεια καὶ τὸ σχολεῖο, τὴν ἀρετὴ τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς συγκαταβάσεως, εἶναι
διαποτισμένα μὲ ἕνα πνεῦμα ἀτομικισμοῦ,
αὐθάδειας, προπέτειας, ἀντιλογίας, ἀνυπακοῆς καὶ εὔκολης κρίσεως καὶ κατακρίσεως τῶν πράξεων τῶν ἄλλων, ἀκόμη καὶ
αὐτῶν τῶν γονέων τους! Βέβαια δὲ μιλᾶμε
γιὰ τὸ σύνολο τῶν παιδιῶν, ἀλλὰ γιὰ τὴν
κυρίαρχη κατάσταση καὶ τὴν ὁποία δυστυχῶς, εἶχε προφητέψει ὁ Ἀπ. Παῦλος
στὴν Β’ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολήν του,
κέφ. γ’ ἐδάφια 1-5.
Πρέπει ὅμως νὰ προσέξουμε πάρα
πολύ, διότι μὲ τὸ πάθος τῆς κατακρίσεως, ποὺ στὴν οὐσία της δὲν εἶναι τίποτε
ἄλλο, παρὰ ἡ ἔλλειψη ἀγάπης, ἀπογυμνωνόμαστε ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ
ἡ ἐξέλιξή μας εἶναι ἡ βέβαιη ἀπώλεια,
ἐὰν δὲν μπορέσουμε ἡ δὲν προλάβουμε
νὰ μετανοήσουμε εἰλικρινῶς.
Εἶναι πολὺ ἐντυπωσιακό το περιστατικὸ
τοῦ γεροντικοῦ, ποὺ προαναφέραμε, ὅπου
ὁ ἀμελὴς στὰ πνευματικὰ Μοναχός, περιμένει μὲ χαρακτηριστικὴ ἠρεμία τὸ τέλος τῆς
ἐπίγειας ζωῆς του, μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι θὰ
τὸν κρίνει εὐνοϊκὰ ὁ Θεός, γιατί ΟΥΔΕΠΟΤΕ
εἶχε κατακρίνει καὶ κατηγορήσει ἄνθρωπο.
Βλέπουμε λοιπόν, πολὺ καθαρὰ ἀπὸ τὸ
γεγονὸς αὐτό, ὅτι ἡ ἀρετή μας, τοῦ νὰ μὴν
κατακρίνουμε τὸν πλησίον, μπορεῖ νὰ μᾶς
ὁδηγήσει μὲ βεβαιότητα στὸν Παράδεισο.
 Νὰ σημειώσουμε ἀκόμη, ὅτι μία διαστάση τοῦ φοβεροῦ αὐτοῦ πάθους εἶναι καὶ
ἡ κατάκριση ποὺ διαπράτουμε ἐσωτερικά.
Ὅπως καὶ ὅταν ἐμπιστευόμαστε ὑπόνοιες
καὶ κατακρίνουμε κάποιους, κινούμενοι
ἀπ’ αὐτές.
Τὰ λόγια, ἐν προκειμένω, τοῦ Ἁγίου
Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ εἶναι ἀποκαλυπτικά:
"Ὁ τὰς τῶν ἄλλων ἁμαρτίας περιεργαζόμενος, ἡ ἐξ ὑπονοίας τὸν ἀδελφὸν
κατακρίνων, οὔπω ἔβαλεν ἀρχὴν μετανοίας, οὐδὲ ἐρευνᾶ τοῦ γνῶναι τὰς ἑαυτοῦ
ἁμαρτίας, ἐν ἀληθείᾳ βαρυτέρας οὔσας μολύβδου πολυταλάντου, οὐδὲ ἔγνω πόθεν
γίνεται ὁ ἄνθρωπος βαρυκάρδιος, ἀγαπῶν
ματαιότητα, καὶ ζητῶν ψεῦδος· διὰ τοῦτο
ὡς ἄφρων καὶ ἐν σκότει διαπορευόμενος,
ἀφεῖς τὰς ἐαυτοῦ ἁμαρτίας τὰς τῶν ἄλλων
φαντάζεται, ἡ οὔσας, ἡ νομιζομένας ἐξ
ὑπονοίας". Δηλαδή, «Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐκ
περιεργείας ἀσχολεῖται μὲ τὰς ἁμαρτίας
τῶν ἄλλων καὶ κατακρίνει τὸν ἀδελφό
του, διότι τὸν ὑποψιάζεται, ἀκόμη δὲν
ἤρχισε τὸ ἔργον τῆς μετανοίας, ἀλλ’ οὔτε
καὶ ἀπεφάσισε νὰ ἐλέγξη τὰ ἰδικάς του
ἁμαρτίας, αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς εἶναι
βαρύτεραι καὶ ἀπὸ τὴν μεγαλυτέραν

ποσότητα μολύβδου· οὔτε ἀντελήφθη ὁ
ἄνθρωπος αὐτὸς ἀπὸ ποίαν αἰτίαν καθίσταται ὁ ἄνθρωπος βαρυκάρδιος, ἀγαπῶν
τὴν ματαιότητα καὶ ζητῶν τὸ ψεῦδος. Ἐξ
ἀφορμῆς δὲ αὐτῶν, ὡς ἀπερίσκεπτος καὶ
προχωρῶν διὰ μέσου πνευματικοῦ σκότους, ἐγκαταλείπει τὴν φροντίδα διὰ τὰς
ἰδικάς του ἁμαρτίας, ὥστε νὰ ἀπαλλαγῆ
αὐτῶν, καὶ ἀσχολεῖται διὰ τῆς φαντασίας
του μὲ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἄλλων, ἀνεξαρτήτως ἐὰν ἔχουν γίνει πραγματικῶς ἡ νομίζη
αὐτός, ἐξ ὑπονοίας, ὅτι ἔχουν γίνει».
Αὐτὰ ὅμως ὅλα ποὺ ἀναφέραμε ἀνωτέρω, ἰσχύουν, ὅσον ἀφορᾶ τὴν προσωπικὴ
ζωή, τὰ λάθη, τὰ σφάλματα, τὶς ἀδικίες
καὶ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀδελφῶν μας.
Γιατί ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ὅταν δημόσια διαπράττονται κοινωνικὲς ἀδικίες καὶ
ἀνισότητες ἡ ὅταν κινδυνεύει κυρίως ἡ
Πίστις μας, δὲν πρέπει νὰ παραμένουμε ἀδιάφοροι καὶ χλιαροί, ἀλλὰ εἴμαστε
ὑποχρεωμένοι ὡς συνειδητοὶ χριστιανοὶ
ἀλλὰ καὶ ἐνεργοὶ πολίτες, ἀναλόγως βέβαια τῆς θέσεως ἑνὸς ἑκάστου, νὰ στηλιτεύουμε καὶ νὰ ἐλέγχουμε μὲ παρρησία
αὐτοὺς ποὺ προσπαθοῦν νὰ ἀλλοιώσουν
ἡ νὰ προδώσουν τὴν Πίστιν μας -ὅπως
ἄλλωστε ἐπραταν ὅλοι οἱ Ἅγιοί μας- καταδικάζοντας στεντορεία τὴ φωνὴ πράξεις
καὶ συμπεριφορές, πλάνες καὶ αἱρέσεις,
ἀντίχριστους νόμους καὶ συνθῆκες, ποὺ
προσβάλλουν καὶ ἀπειλοῦν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ
ὅσια τῆς Πίστεως καὶ τῆς Πατρίδος μας.
Κλείνοντας, ἃς εὐχηθοῦμε ὅλοι μας μὲ
τὴν βοήθεια τοῦ Πανάγαθου καὶ Πολυεύσπλαχνου Θεοῦ, νὰ καταφέρουμε νὰ
ἀπομακρύνουμε ἀπὸ ἐπάνω μας αὐτὸ τὸ
ψυχοφθόρο καὶ καταραμένο πάθος τῆς
καταλαλιᾶς καὶ κατακρίσεως, κοιτάζοντας
μόνο τα δικά μας πταίσματα καὶ καλύπτοντας μὲ ἀγάπη, συμπόνια καὶ κατανόηση
τὰ σφάλματα τῶν ἀδελφῶν μας, ὅπως
πολὺ σοφὰ ἀναφέρει καὶ ἡ εὐχὴ τοῦ Ἁγ.
Ἐφραὶμ τοῦ Συρρου, κατὰ τὴν περίοδο
τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς:
«Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου πνεῦμα
ἀργίας περιεργείας φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μὴ μοὶ δῶς. Πνεῦμα δὲ ταπεινοφροσύνης ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης χάρισαι μοὶ
τῷ σῶ δούλω. Ναὶ Κύριε χάρισαι μοὶ τοῦ
ὁρᾶν τὰ ἐμᾶ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητὸς εἰ
πάντοτε νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας
τῶν αἰώνων ἀμήν.»
Ἀπό τό γεροντικό τῆς Καθηγουμένης τῆς
Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Θεοδοσίου Θεοδώρας Χαμπάκη

7

7

Ὁ ἀγώνας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς

ἐνοριακά

Μητροπολίτου Λεμεσοῦ π. Ἀθανασίου

κεῖνο τὸ ὁποῖο οὐσιαστικὰ καθαρίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ
τὴν καλλιεργεῖ εἶναι ἡ μετάνοια. Εἶναι
ἡ αἴσθηση τῆς μετανοίας ἡ ὁποία εἶναι
μὲ πόνο ποὺ γίνεται στὴν καρδιά μας
καὶ μὲ πένθος καὶ δάκρυα καὶ ἀγωνία
πολλή. Ἔχει ὅμως γλυκεῖς καρπούς,
ἀφοῦ αἴρει ἀπὸ ἐμᾶς τὸν βαρὺ κλοιὸ
τῆς ἁμαρτίας.
Καὶ μᾶς ἐπισκέπτεται ξανὰ ἡ χάρις
τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μᾶς ἀνακαινίζει,
μᾶς ἐλαφρύνει καὶ μᾶς δίνει τὴν πρώτη ἐκείνη ὡραιότητα καὶ τὸ κάλλος τῆς
δημιουργηθείσης εἰκόνος τοῦ Θεοῦ εἰς
τὸν ἑαυτό μας. Αὐτὸ εἶναι ὁ ἀγώνας
τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀγώνας
μετανοίας.
Ἡ νηστεία, οἱ ἀγρυπνίες, οἱ πολλὲς
ἀκολουθίες, οἱ γονυκλισίες, οἱ ὀρθοστασίες, οἱ ἀναγνώσεις, σκοπὸ ἔχουν
νὰ κατανύξουν τὴν καρδιά μας. Εἶναι
σὰν βαριὰ πλήγματα, ποὺ ἐπιφέρει ὁ
ἄνθρωπος πάνω στὴ σκληρὴ καρδιά
του. Αὐτὴ ἡ πέτρινη καρδιά, ἡ ὁποία
ἔγινε σκληρὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ δὲν
βγάζει ἴχνος δακρύων γιὰ τὸ πλῆθος τῶν
ἁμαρτιῶν της καὶ δὲν πονᾶ γιατί ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, μὲ ὅλη τὴν
ἀσκητικὴ ἀγωγὴ τῆς Ἐκκλησίας σπάζει
καὶ χάνει τὴ σκληρότητά της. Ἀπ’αὐτὴ
τὴ θραύση ἐκπηδοῦν τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας ποὺ μᾶς καθαρίζουν, μᾶς ἀνακαινίζουν καὶ μᾶς φωτίζουν. Καὶ ἐνῶ
στὴν ἀρχὴ εἶναι σὰν πῦρ ποὺ φλέγει,
στὴ συνέχεια εἶναι φῶς ποὺ φωτίζει
τὸν ἄνθρωπο, τὸν γλυκαίνει καὶ τὸν
πληροφορεῖ ὅτι Χριστὸς ὁ Κύριος ὑπὲρ
πάσαν ἄλλην γλυκύτητα τοῦ κόσμου
τούτου. Γι’ αὐτὸ ἄς ξεκινήσουμε αὐτὸ τὸ
στάδιο μὲ πολλὴ προθυμία ὄχι μὲ δειλία.

Αὐτὸς ποὺ φοβᾶται δὲν πρόκειται νὰ
καταφέρει τίποτα. Γιατί ὁ δειλὸς δὲν
ἔχει μέρος εἰς τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ,
γιατί νομίζει ὅτι ἐξαρτᾶται ἡ πορεία του
μέσα ἀπὸ τὶς δικές του δυνάμεις. Ξεχνᾶ
τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ξεχνᾶ αὐτὸ ποὺ
ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε: «πάντα
ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμούντι μὲ Χριστῷ»
Μπορῶ νὰ κάνω τὰ πάντα, ὄχι μόνος
μου βέβαια, ὄχι μὲ τὶς δυνάμεις μου,
ἀλλὰ μὲ τὸν Χριστὸ ποὺ μὲ δυναμώνει.
Ἔτσι πρέπει νὰ εἰσερχόμαστε στὸ
εὐλογημένο αὐτὸ στάδιο μετὰ χαρᾶς,
ὅπως ἔλεγε ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος καὶ
σὰν λιοντάρια γεμάτα δύναμη καὶ ὁρμὴ
νὰ μὴ φοβηθοῦμε οὔτε νὰ ἔχουμε σκέψεις ὅτι δὲν θὰ τὰ καταφέρουμε. Ὁ
Θεὸς εἶναι μαζί μας, δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει,
θὰ μᾶς ἐνδυναμώσει. Δῶσε στὸν Θεὸ τὴν
πρόθεσή σου καὶ θὰ πάρεις ἀπὸ τὸν
Θεὸ τὴ δύναμη νὰ ἐπιτελέσεις τὸ ἔργο
αὐτὸ τῆς σωτηρίας σου. Καὶ δὲν εἶναι
μόνο ἔργο νηστείας. Ἂν δὲν καταφέρουμε νὰ νηστεύσουμε ὅπως ἡ Ἐκκλησία μας ὁρίζει, καὶ κάνουμε, κατόπιν
εὐλογίας τοῦ πνευματικοῦ μας πατρός,
οἰκονομία γιὰ τὴ σωματικὴ ἀσθένεια
καὶ σωματικὴ ἀδυναμία, αὐτὸ δὲν ἔχει
τόσο μεγάλη σημασία. Ἀλλὰ ποιὸς εἶναι
αὐτὸς ποὺ μᾶς ἐμποδίζει νὰ ταπεινωθοῦμε καὶ νὰ μετανοήσουμε; Δὲν χρειάζονται σωματικὲς δυνάμεις, νὰ εἶσαι
νέος καὶ ἀκμαῖος, γιὰ νὰ ἔχεις ταπεινὸ
φρόνημα καὶ νὰ μὴν ἁμαρτάνεις καὶ νὰ
ἔχεις τὴν καρδιά σου συντετριμμένη.
Οἱ πάντες, νέοι καὶ γέροι, ὑγιεῖς καὶ
ἀσθενεῖς, δυνατοὶ καὶ ἀδύνατοι μποροῦμε αὐτὴ τὴ χάρη τῆς μετάνοιας, ποὺ
γεννᾶται μέσα ἀπὸ τὴν ταπείνωση, νὰ
τὴν ἔχουμε στὴν καρδιά μας. Αὐτὸ εἶναι

ποὺ θέλει ὁ Θεὸς ἀπό μας, τὴ δική μας
καρδιά. Θὰ τὸ καταφέρουμε αὐτό, ἂν
ἀπελευθερώσουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ
τὰ δεσμὰ τῶν παθῶν.
Ἡ νηστεία εἶναι τὸ πρῶτο σκαλοπάτι, τὸ ὁποῖο μᾶς ὁδηγεῖ σ’ αὐτὴ τὴν
ἀνδρεία κατάσταση, ποὺ κόβει τὰ δεσμὰ
τῶν παθῶν. Καὶ στὴ συνέχεια νὰ προχωρήσουμε μὲ περισσότερο θάρρος στὸν
πνευματικὸ ἀγώνα, νὰ ἀποβάλουμε
τὴν κακία, τὴν πονηριὰ καὶ ὅλα ὅσα
ἀμαυρώνουν τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καὶ
προπάντων ἃς ἐγκολπωθοῦμε τὴν ἁγία
ταπείνωση. Ὁ ταπεινὸς μπορεῖ νὰ μετανοήσει, νὰ προσευχηθεῖ, νὰ ἀποκτήσει
ὑγεία ψυχῆς καὶ σώματος. Ὁ ὑπερήφανος δὲν μπορεῖ νὰ μετανοήσει, δὲν
μπορεῖ νὰ καταλάβει τὴν πραγματικότητά του, ἀφοῦ αἰσθάνεται ὅτι δὲν ἔχει
ἀνάγκη ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ κανένα,
δὲν αἰσθάνεται ποτὲ ἔνοχος. Πάντοτε
ἔχει δίκαιο, δὲν ζητᾶ συγγνώμη καὶ πάντοτε βρίσκεται μέσα στὴ δικαίωση τοῦ
ἑαυτοῦ του. Ἀλλὰ δυστυχῶς πάντοτε
βρίσκεται μέσα στὸ σκότος τῆς ἀπουσίας τοῦ Χριστοῦ, γιατί ὁ Θεὸς κατοικεῖ σὲ ἁμαρτωλὲς καρδιές, ποὺ εἶναι
ταπεινὲς καὶ μετανοοῦν ἀλλὰ ποτὲ σὲ
ὑπερήφανες καρδιές. Στοὺς ὑπερηφάνους ἀντιτάσσεται.
Ἄς λάβουμε λοιπὸν τὴν ἀπόφαση σ’
αὐτὴ τὴν εὐλογημένη περίοδο, μαζὶ μὲ
τὴ σωματικὴ ἄσκηση τῶν ἁγίων νηστειῶν νὰ ἀγωνιστοῦμε περισσότερο
στὴ μετάνοια. Νὰ βροῦμε τὴν εὐλογημένη κατάσταση τῆς μετανοίας, νὰ κλάψουμε μπροστὰ στὸν Θεό, νὰ ζητοῦμε
τὸν Θεὸ τὸν ἴδιο καὶ βλέποντας πόσο
ὁ Θεὸς μᾶς ἀγάπησε καὶ πόσο ἐμεῖς
εἴμαστε μακριά Του, νὰ πονοῦμε. Αὐτὴ
ἡ ἀπόσταση ἡ δική μας ἀπὸ τὸν Θεὸ
νὰ εἶναι γιὰ μᾶς πόνος, δάκρυ, ἀγωνία
προσευχῆς, ὥστε νὰ ζητοῦμε τὸν Θεὸ
Πατέρα μας μέσα στὴν καρδιά μας. Καὶ
νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἔρθει
στὴν καρδιά μας, νὰ μᾶς παρηγορήσει
καὶ νὰ μᾶς πληροφορήσει γιὰ τὴ δική
Του ἀγάπη καὶ τὴ δική μας σωτηρία.
Μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν ζοῦμε μὲ
ψέματα καὶ οὐτοπίες, δὲν ζοῦμε μὲ
ἠθικιστικὲς εὐσέβειες, ἀλλὰ ζοῦμε τὴν
ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν
καὶ ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ ζήσει τὸν
Θεὸ ὡς τὴ μεγαλύτερη ἐμπειρία τῆς
ζωῆς του. Ἀπόδειξη ὅλοι οἱ Ἅγιοι ποὺ
βίωσαν τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι
θὰ εἴμαστε πραγματικὰ χριστιανοί,
ὅπου τό Εὐαγγέλιο δούλεψε μέσα μας
καὶ ἔδωσε καρποὺς καὶ μεταμόρφωσε
τὴν ὕπαρξή μας καὶ τὴν ἔκανε ναὸ τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος καὶ σκεῦος ἐκλογῆς
τοῦ Θεοῦ.
7

ἐνοριακά

Ἰδοὺ νῦν καιρὸς
εὐπρόσδεκτος,
ἰδοὺ νῦν ἡμέρα
σωτηρίας
Μητροπολίτης Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος

Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι
ἕνα λαμπρὸ καὶ φαιδρὸ στάδιο τῶν
ἀρετῶν τὸ ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία μας ἀνοίγει
καὶ μᾶς καλεῖ ὅλους μὲ πολλὴ χαρὰ καὶ
προθυμία νὰ εἰσέλθουμε, γιὰ νὰ ἀγωνιστοῦμε περισσότερο καὶ νὰ προσφέρουμε
τὸν χρόνο μας ὡς δῶρο στὸν Θεὸ διὰ τῆς
μετανοίας καὶ τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος.
«Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν
ἡμέρα σωτηρίας», ὅπως ἀκούγεται στὴν κατανυκτικὴ ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ. Τώρα
λοιπόν, εἶναι καιρὸς εὐπρόσδεκτος εἰς τὸν
Θεό, καιρὸς σωτηρίας καὶ καιρὸς μετανοίας.
Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ χαρακτηρίζεται γιὰ αὐτὴ τὴ χάρη τῆς μετανοίας,
ἡ ὁποία ἑλκύει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων.
Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς Ἁγίας
Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία μας θέτει ὡς
θεμέλιο τὴ μεταξὺ μας συγχώρηση καὶ ὁ
κατανυκτικὸς ἑσπερινὸς λέγεται ἑσπερινός
τῆς συγχωρήσεως. «Ἐὰν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ
ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τά παραπτώματα ὑμῶν», ὅπως ὁ Χριστὸς μας εἶπε.
Γιατί κάθε ἀγώνας πνευματικὸς ἔχει ἀνάγκη
τῆς παρουσίας τῆς Θείας χάριτος. Γιατί δὲν
εἶναι ἕνας ἀγώνας ἀνθρώπινος. Ὁ ἀγώνας
τῶν ἁγίων νηστειῶν δὲν εἶναι, μία δίαιτα
σωματική, τὴν ὁποία κάνει ὁ ἄνθρωπος γιὰ
τὴν ὑγεία του καὶ μὲ μόνη τὴ σωματική του
δύναμη καὶ τὸ διατεταγμένο πρόγραμμα ποὺ
ἔχει. Ἡ Ἁγία Τεσσαρακοστὴ ἔχει ἕνα ἄλλο
νόημα. Τὸ νόημα τῆς ἐλεύσεως τῆς χάριτος
στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀποφυγῆς
τῆς ἁμαρτίας, τοῦ νὰ σκοτώσει τὰ πάθη
ποὺ σκοτώνουν τὴν ψυχή του καὶ νὰ βρεῖ
τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ὁδηγηθεῖ στὴ
Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Γι’ αὐτὸ λοιπὸν μαζὶ μὲ τοὺς σωματικοὺς
ἀγῶνες, μαζὶ μὲ τὸν κόπο καὶ τὸν ἀγώνα τῆς
νηστείας χρειάζεται νὰ ἔχει τὴν ἐνίσχυση τοῦ
Θεοῦ καὶ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ
μεταξὺ μας λαμβάνομε συγχώρηση, ὥστε διὰ
8

τῆς συγχωρήσεως καὶ μετανοίας τὸ Πνεῦμα
τὸ Ἅγιο νὰ ἔρθει στὶς καρδιές μας καὶ νὰ
ἀνοίξει τὰ μάτια μας, γιὰ νὰ ὁδηγηθοῦμε
εἰς ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας καὶ
νὰ στραφοῦμε στὸν Θεὸ καὶ νὰ ζητήσουμε
τὴν ἄφεση τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν.
Γιατί ἂν ὅλος αὐτὸς ὁ ἀγώνας δὲν καταλήξει εἰς ἐκζήτηση ἀφέσεως ἁμαρτιῶν καὶ εἰς
τὴν εὐλογημένη κατάσταση τῆς μετανοίας,
τότε δυστυχῶς παραμένει ἄκαρπος. Ἐκεῖνο
τὸ ὁποῖο οὐσιαστικὰ καθαρίζει τὴν ψυχὴ
τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν καλλιεργεῖ εἶναι ἡ
μετάνοια. Εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς μετανοίας
ἡ ὁποία εἶναι μὲ πόνο ποὺ γίνεται στὴν
καρδιά μας καὶ μὲ πένθος καὶ δάκρυα καὶ
ἀγωνία πολλή. Ἔχει ὅμως γλυκεῖς καρπούς,
ἀφοῦ αἴρει ἀπὸ ἐμᾶς τὸν βαρὺ κλοιὸ τῆς
ἁμαρτίας.
Καὶ μᾶς ἐπισκέπτεται ξανὰ ἡ χάρις τοῦ
Θεοῦ, ἡ ὁποία μᾶς ἀνακαινίζει, μᾶς ἐλαφρύνει καὶ μᾶς δίνει τὴν πρώτη ἐκείνη ὡραιότητα καὶ τὸ κάλλος τῆς δημιουργηθείσης
εἰκόνος τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν ἑαυτό μας. Αὐτὸ
εἶναι ὁ ἀγώνας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀγώνας μετανοίας.
Ἡ νηστεία, οἱ ἀγρυπνίες, οἱ πολλὲς ἀκολουθίες, οἱ γονυκλισίες, οἱ ὀρθοστασίες, οἱ
ἀναγνώσεις, σκοπὸ ἔχουν νὰ κατανύξουν
τὴν καρδιά μας. Εἶναι σὰν βαριὰ πλήγματα, ποὺ ἐπιφέρει ὁ ἄνθρωπος πάνω στὴ
σκληρὴ καρδιά του. Αὐτὴ ἡ πέτρινη καρδιά, ἡ ὁποία ἔγινε σκληρὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ δὲν βγάζει ἴχνος δακρύων γιὰ τὸ
πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν της καὶ δὲν πονᾶ
γιατί ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, μὲ ὅλη
τὴν ἀσκητικὴ ἀγωγὴ τῆς Ἐκκλησίας σπάζει
καὶ χάνει τὴ σκληρότητά της. Ἀπ’αὐτὴ τὴ
θραύση ἐκπηδοῦν τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας
ποὺ μᾶς καθαρίζουν, μᾶς ἀνακαινίζουν καὶ
μᾶς φωτίζουν. Καὶ ἐνῶ στὴν ἀρχὴ εἶναι σὰν
πῦρ ποὺ φλέγει, στὴ συνέχεια εἶναι φῶς
ποὺ φωτίζει τὸν ἄνθρωπο, τὸν γλυκαίνει καὶ
τὸν πληροφορεῖ ὅτι Χριστὸς ὁ Κύριος ὑπὲρ
πάσαν ἄλλην γλυκύτητα τοῦ κόσμου τούτου.
Γι’ αὐτὸ ἄς ξεκινήσουμε αὐτὸ τὸ στάδιο μὲ
πολλὴ προθυμία ὄχι μὲ δειλία. Αὐτὸς ποὺ
φοβᾶται δὲν πρόκειται νὰ καταφέρει τίποτα.
Γιατί ὁ δειλὸς δὲν ἔχει μέρος εἰς τὴ Βασιλεία
τοῦ Θεοῦ, γιατί νομίζει ὅτι ἐξαρτᾶται ἡ πορεία του μέσα ἀπὸ τὶς δικές του δυνάμεις.
Ξεχνᾶ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ξεχνᾶ αὐτὸ ποὺ
ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε: «πάντα ἰσχύω
ἐν τῷ ἐνδυναμούντι μὲ Χριστῷ» Μπορῶ νὰ
κάνω τὰ πάντα, ὄχι μόνος μου βέβαια, ὄχι
μὲ τὶς δυνάμεις μου, ἀλλὰ μὲ τὸν Χριστὸ
ποὺ μὲ δυναμώνει.
Ἔτσι πρέπει νὰ εἰσερχόμαστε στὸ εὐλογημένο αὐτὸ στάδιο μετὰ χαρᾶς, ὅπως ἔλεγε
ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος καὶ σὰν λιοντάρια
γεμάτα δύναμη καὶ ὁρμὴ νὰ μὴ φοβηθοῦμε
οὔτε νὰ ἔχουμε σκέψεις ὅτι δὲν θὰ τὰ καταφέρουμε. Ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας, δὲν θὰ
μᾶς ἀφήσει, θὰ μᾶς ἐνδυναμώσει. Δῶσε στὸν
Θεὸ τὴν πρόθεσή σου καὶ θὰ πάρεις ἀπὸ
τὸν Θεὸ τὴ δύναμη νὰ ἐπιτελέσεις τὸ ἔργο
αὐτὸ τῆς σωτηρίας σου. Καὶ δὲν εἶναι μόνο
ἔργο νηστείας. Ἂν δὲν καταφέρουμε νὰ νηστεύσουμε ὅπως ἡ Ἐκκλησία μᾶς ὁρίζει, καὶ

κάνουμε, κατόπιν εὐλογίας τοῦ πνευματικοῦ μας πατρός, οἰκονομία γιὰ τὴ σωματικὴ
ἀσθένεια καὶ σωματικὴ ἀδυναμία, αὐτὸ δὲν
ἔχει τόσο μεγάλη σημασία. Ἀλλὰ ποιὸς εἶναι
αὐτὸς ποὺ μᾶς ἐμποδίζει νὰ ταπεινωθοῦμε
καὶ νὰ μετανοήσουμε; Δὲν χρειάζονται σωματικὲς δυνάμεις, νὰ εἶσαι νέος καὶ ἀκμαῖος,
γιὰ νὰ ἔχεις ταπεινὸ φρόνημα καὶ νὰ μὴν
ἁμαρτάνεις καὶ νὰ ἔχεις τὴν καρδιά σου
συντετριμμένη. Οἱ πάντες, νέοι καὶ γέροι,
ὑγιεῖς καὶ ἀσθενεῖς, δυνατοὶ καὶ ἀδύνατοι
μποροῦμε αὐτὴ τὴ χάρη τῆς μετάνοιας, ποὺ
γεννᾶται μέσα ἀπὸ τὴν ταπείνωση, νὰ τὴν
ἔχουμε στὴν καρδιά μας. Αὐτὸ εἶναι ποὺ θέλει ὁ Θεὸς ἀπό μας, τὴ δική μας καρδιά. Θὰ
τὸ καταφέρουμε αὐτό, ἂν ἀπελευθερώσουμε
τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῶν παθῶν.
Ἡ νηστεία εἶναι τὸ πρῶτο σκαλοπάτι, τὸ
ὁποῖο μᾶς ὁδηγεῖ σ’ αὐτὴ τὴν ἀνδρεία κατάσταση, ποὺ κόβει τὰ δεσμὰ τῶν παθῶν. Καὶ
στὴ συνέχεια νὰ προχωρήσουμε μὲ περισσότερο θάρρος στὸν πνευματικὸ ἀγώνα, νὰ
ἀποβάλουμε τὴν κακία, τὴν πονηριὰ καὶ ὅλα
ὅσα ἀμαυρώνουν τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καὶ
προπάντων ἃς ἐγκολπωθοῦμε τὴν ἁγία ταπείνωση. Ὁ ταπεινὸς μπορεῖ νὰ μετανοήσει,
νὰ προσευχηθεῖ, νὰ ἀποκτήσει ὑγεία ψυχῆς
καὶ σώματος. Ὁ ὑπερήφανος δὲν μπορεῖ νὰ
μετανοήσει, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει τὴν
πραγματικότητά του, ἀφοῦ αἰσθάνεται ὅτι
δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ κανένα, δὲν αἰσθάνεται ποτὲ ἔνοχος. Πάντοτε
ἔχει δίκαιο, δὲν ζητᾶ συγγνώμη καὶ πάντοτε
βρίσκεται μέσα στὴ δικαίωση τοῦ ἑαυτοῦ
του. Ἀλλὰ δυστυχῶς πάντοτε βρίσκεται μέσα
στὸ σκότος τῆς ἀπουσίας τοῦ Χριστοῦ, γιατί
ὁ Θεὸς κατοικεῖ σὲ ἁμαρτωλὲς καρδιές, ποὺ
εἶναι ταπεινὲς καὶ μετανοοῦν ἀλλὰ ποτὲ σὲ
ὑπερήφανες καρδιές. Στοὺς ὑπερηφάνους
ἀντιτάσσεται.
Ἄς λάβουμε λοιπὸν τὴν ἀπόφαση σ’
αὐτὴ τὴν εὐλογημένη περίοδο, μαζὶ μὲ τὴ
σωματικὴ ἄσκηση τῶν ἁγίων νηστειῶν νὰ
ἀγωνιστοῦμε περισσότερο στὴ μετάνοια. Νὰ
βροῦμε τὴν εὐλογημένη κατάσταση τῆς μετανοίας, νὰ κλάψουμε μπροστὰ στὸν Θεό,
νὰ ζητοῦμε τὸν Θεὸ τὸν ἴδιο καὶ βλέποντας
πόσο ὁ Θεὸς μᾶς ἀγάπησε καὶ πόσο ἐμεῖς
εἴμαστε μακριά Του, νὰ πονοῦμε. Αὐτὴ ἡ
ἀπόσταση ἡ δική μας ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ εἶναι
γιὰ μᾶς πόνος, δάκρυ, ἀγωνία προσευχῆς,
ὥστε νὰ ζητοῦμε τὸν Θεὸ Πατέρα μας μέσα
στὴν καρδιά μας. Καὶ νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι
ὁ Θεὸς θὰ ἔρθει στὴν καρδιά μας, νὰ μᾶς
παρηγορήσει καὶ νὰ μᾶς πληροφορήσει γιὰ
τὴ δική Του ἀγάπη καὶ τὴ δική μας σωτηρία.
Μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν ζοῦμε μὲ ψέματα
καὶ οὐτοπίες, δὲν ζοῦμε μὲ ἠθικιστικὲς εὐσέβειες, ἀλλὰ ζοῦμε τὴν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ. Ὁ
Θεὸς εἶναι παρὼν καὶ ὁ ἄνθρωπος καλεῖται
νὰ ζήσει τὸν Θεὸ ὡς τὴ μεγαλύτερη ἐμπειρία τῆς ζωῆς του. Ἀπόδειξη ὅλοι οἱ Ἅγιοι
ποὺ βίωσαν τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι
θὰ εἴμαστε πραγματικὰ χριστιανοί, ὅπου
τό Εὐαγγέλιο δούλεψε μέσα μας καὶ ἔδωσε
καρποὺς καὶ μεταμόρφωσε τὴν ὕπαρξή μας
καὶ τὴν ἔκανε ναὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ
σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ.

9

9

Ἑρμηνεία τῆς εὐχῆς τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου ἐνοριακά
«Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου» Νικολάου, μητρ. Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς
ὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ φθάσαμε στὸ ξεΜ
κίνημα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ποὺ θὰ
μᾶς ὁδηγήσει στὴ μεγάλη ἑορτὴ τοῦ Πάσχα.

Αὐτὴ ἡ εὐλογημένη περίοδος, εἰδικὰ στὴν ἐποχή μας καὶ στὶς δυσκολίες ποὺ ζοῦμε ὅλοι
μας, δὲν πρέπει σὲ καμία περίπτωση νὰ μᾶς
ἀφήσει ἴδιους... Θὰ ἦταν μεγάλη ἀδικία γιὰ
καθένα ἀπὸ ἐμᾶς νὰ περάσει ἡ Σαρακοστὴ
ἀνεκμετάλλευτη... Θὰ πρέπει νὰ κάνουμε κάτι,
ὥστε νὰ ἀλλάξει λίγο ἡ πορεία τῆς ζωῆς μας,
νὰ μεταμορφωθεῖ λίγο ἡ ψυχή μας.
Στόχος τῆς πνευματικῆς μας πορείας εἶναι
ἡ ὁμοίωσή μας μὲ τὸν Θεό, ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ ἐναρέτου βίου. Ἡ ἀρετὴ εἶναι
μία γενικὴ λέξη, πού ἀναλύεται ὅμως σὲ ἐπὶ
μέρους ἀρετές. Δὲν ἔχει νὰ κάνει τόσο μὲ τὰ
βιώματα, τὶς ἐμπειρίες, ἀλλὰ μὲ κάτι κάπως
πιὸ πρακτικό, κάπως πιὸ καθημερινό, πού
ἀποτελεῖ τὸν καρπὸ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἡ
πνευματική μας ζωὴ μπορεῖ νὰ ἔχει τὰ στοιχεῖα
τῆς ἐξωτερικῆς λατρείας, μπορεῖ νὰ διακατέχεται ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικά τοῦ πνευματικοῦ
λόγου, μπορεῖ νὰ διαβάζουμε τὸν λόγο τοῦ
Θεοῦ, νὰ μιλᾶμε γιὰ τὰ πνευματικά, νὰ ἔχουμε
συνήθειες πνευματικὲς καὶ γνώσεις θεολογικές,
ἀλλά, ἂν τὰ χέρια μας δὲν εἶναι γεμάτα ἀπὸ
καρπούς, ἂν ἡ ζωή μας δὲν εἶναι στολισμένη μὲ
συγκεκριμένες ἀρετές, τότε μᾶλλον ζημιὰ κάνει
ἡ μαρτυρία μας καὶ μᾶλλον καταστροφὴ συμβαίνει στὴν ψυχή μας. Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, νὰ
ὑπάρχουν τὰ σκαλοπάτια τῶν συγκεκριμένων
ἀρετῶν, πού ὁδηγοῦν τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὸ
ἐπίγειο φρόνημα στὶς οὐράνιες καταστάσεις γιὰ
τὶς ὁποῖες διαρκῶς μᾶς μιλάει ἡ Ἐκκλησία μὲ
τόση πίστη, μὲ τόση ἀγάπη, μὲ τόση διάθεση
νὰ μᾶς κάνει μετόχους αὐτῶν τῶν μεγάλων
εὐλογιῶν.
Ἀπὸ ποῦ λοιπὸν νὰ μποῦμε σὲ αὐτὸ τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν, ἀπὸ ποιὰ πόρτα νὰ εἰσέλθουμε σὲ αὐτὸν τὸν χῶρο τοῦ πρακτικοῦ βίου, ἀπὸ
ποῦ νὰ ἀρχίσουμε τὴν ἄνοδο, νὰ ἀκολουθήσουμε τὰ σκαλοπάτια πού θὰ μᾶς φθάσουν στὴν
κορυφή; Τί νὰ χρησιμοποιήσουμε ὡς ἀφορμή;
Ὑπάρχει μία προσευχή, πού εἶμαι βέβαιος
πώς οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς τὴ γνωρίζουν.
Εἶναι μία προσευχὴ πού προσδιορίζει τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τὴ λέμε μόνο σὲ αὐτὴν τὴν
περίοδο. Μία προσευχὴ μετανοίας, πού ἀνοίγει
τοὺς ὁρίζοντές μας. Μία προσευχὴ ἡ ὁποία
ὑπάρχει σὲ ὅλες ἀνεξαιρέτως τὶς ἀκολουθίες. Μάλιστα, σὲ μερικὲς ἐμφανίζεται καὶ δύο
φορές. Μία πολὺ παλιὰ προσευχὴ, ἡ ὁποία
ὅμως πολὺ βαθειὰ περιγράφει τὴν ἀνθρώπινη
ψυχὴ καὶ τὸν ἀγώνα της, τὸ μυστήριο καὶ τὴν
προοπτική της.
Εἶναι ἡ προσευχὴ τοῦ ὁσίου Ἐφραίμ. «Κύριε
καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας,
περιεργείας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μὴ μοὶ
δῶς. Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης, χάρισαί μοι τῷ σῷ
δούλω. Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ
ὁρᾶν τὰ ἐμᾶ πταίσματα, καὶ μὴ κατακρίνειν
τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς
αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».
Τόσο μικρὴ ἀλλὰ τόσο περιεκτική! Μάλιστα,
κατὰ τὸ τυπικό τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀπαγγέλλεται ἁπλὰ ἀλλὰ συνοδεύεται ἀπὸ κινήσεις
μετανοίας. Στὰ μοναστήρια, ἂν τυχὸν ἔχετε
πάει, τηρεῖται ἐπακριβῶς τὸ τυπικὸ αὐτό,
ὅπως ἀναγράφεται στὶς φυλλάδες καὶ στὸ
Ὡρολόγιο. Λέγει ἐκεῖ ὅτι ποιοῦμε τρεῖς μετανοίας μετὰ ἀπὸ τὸν κάθε στίχο καὶ μετὰ κάνουμε δώδεκα μικρὲς καὶ ἐπαναλαμβάνουμε τὸ
τελευταῖο κομμάτι καὶ μετὰ ἄλλη μία μεγάλη.
Δηλαδή, «Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς
μου...» -τελειώνουμε τὸ πρῶτο κομμάτι- καὶ

κάνουμε μία στρωτὴ ἐδαφιαία μετάνοια, ἀπὸ
αὐτὲς τὶς μεγάλες, τὶς βαθιές. Συνεχίζουμε:
«Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης,
ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης...»· δεύτερη μετάνοια.
«Δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμᾶ πταίσματα...»·
τρίτη μετάνοια. Καὶ μετὰ σιωπηρῶς λέγοντας
τὸ «Κύριε ἐλέησον» ἢ τὸ «Ἰλάσθητι μοὶ τῷ
ἁμαρτωλῷ» κάνουμε δώδεκα σταυρωτὲς μικρὲς
μετάνοιες. Αὐτὸ στὰ μοναστήρια. Καὶ ἐπαναλαμβάνουμε τὸ «Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί
μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμᾶ πταίσματα» καὶ κάνουμε
ἄλλη μία μεγάλη μετάνοια. Ὅλα αὐτά, ὥστε
νὰ τὴν καταλάβει τὴν προσευχὴ ὄχι μόνον ἡ
σκέψη μας, ὄχι μόνον ἡ ψυχή μας, ἀλλὰ ἀκόμη
καὶ τὸ σῶμα μας. Νὰ τὴν καταλάβει ὁλόκληρος
ὁ ἑαυτός μας. Εἶναι σημαντικὴ προσευχή. Εἶναι
πόρτα καὶ ὁδὸς καὶ τέρμα γιὰ ὅποιον ἔχει
πνευματικὴ εὐστροφία νὰ ἀξιοποιήσει τὸ περιεχόμενό της καὶ νὰ φιλοτιμηθεῖ στὴ ζωή του.
Ἄς κάνουμε, λοιπόν, μία σύντομη ἑρμηνεία
καὶ ἀνάλυση αὐτῆς τῆς προσευχῆς, νὰ καταλήξουμε σὲ τέσσερις παρατηρήσεις πού δὲν
εἶναι τόσο ἐμφανεῖς, νὰ κρατήσει ὁ καθένας
τὸ μήνυμά του καὶ ἔτσι νὰ τὸ πάρει συνοδό.
«Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου...»· ἔτσι
προσφωνοῦμε τὸν Θεό. Κύριε, Σὺ πού εἶσαι ὁ
κυρίαρχος, ὁ ὁποῖος κυβερνᾶς καὶ δεσπόζεις
στὴ ζωή μου. Ἡ ἔκφραση αὐτὴ εἶναι παρμένη
ἀπὸ τὸ βιβλίο Σοφία Σειράχ, στὸ ὁποῖο ἐπίσης ὑπάρχει καὶ ἄλλη μία σχετικὴ ἀναφορά:
«Κύριε καὶ Θεὲ τῆς ζωῆς μου». Ὁ Κύριος εἶναι
ὁ χορηγός τῆς ζωῆς, αὐτὸς πού δίνει τὴ ζωή.
Ὁ Κύριος εἶναι ὁ ὁδηγὸς τῆς ζωῆς, αὐτὸς πού
κατευθύνει τὴ ζωή. Ὁ Κύριος εἶναι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς, ὅπως λέγει ὁ ψαλμωδὸς
(Ψαλμ. 26,1). Ὁ Κύριος εἶναι αὐτὸς στὸν ὁποῖο
ἀνήκει ἡ ζωή μας.
Ξεκινοῦμε τὴν προσευχὴ μας ὁμολογώντας
μὲ ὅλα τά κύτταρα τῆς ὑποστάσεώς μας ὅτι
ὁ Θεὸς εἶναι ὁ Κύριος τῆς ψυχῆς μας. Σὰν νὰ
λέμε ὅτι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κυβερνῶ τὴν ψυχή
μου. Θέλω ὅλες τὶς λεπτομέρειες νὰ τὶς ρυθμίζει ὁ Θεός, ὅλες της τὶς γωνιὲς Αὐτὸς νὰ τὶς
φωτίζει. Παντοῦ Αὐτὸς νὰ ἔχει τὸ δικαίωμά
Του καὶ σὲ κάθε σημεῖο της νὰ ἐπαληθεύεται
ἡ δική Του παρουσία. «Ἐν ταῖς χερσί σου οἱ
κλῆροι μου» λέγει κάπου ἀλλοῦ ὁ ψαλμωδὸς
(Ψαλμ. 30,16)· ὅτι στὰ χέρια Σου βρίσκονται
οἱ τύχες τῆς ζωῆς μου. Ὅλη μας ἡ ζωή, ἀπὸ
τὴν πρώτη στιγμὴ μέχρι καὶ τὸ τέλος της, τὰ
γεγονότα τὰ ὁποῖα συμβαίνουν ἐνδιαμέσως,
οἱ γνωριμίες πού κάνουμε, οἱ ἀφορμὲς τῆς
σωτηρίας πού ἔχουμε, οἱ πειρασμοὶ ἀπὸ τοὺς
ὁποίους περνᾶμε, ὅλα εἶναι στοιχεῖα τὰ ὁποῖα
βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ καὶ
τὰ ὁποῖα μποροῦμε ἐμεῖς νὰ τὰ ἀναθέσουμε σὲ
Ἐκεῖνον, ὥστε Αὐτὸς νὰ φροντίσει τό πῶς θὰ
τὰ ἀντιμετωπίσουμε, ἢ θὰ τὰ διαχειρισθοῦμε
μὲ τὸν καλύτερο τρόπο.
Ξεκινοῦμε, λοιπόν, τὴν προσευχή μας μὲ
αὐτὴν τὴν ὁμολογία, ὅτι ἡ ζωὴ μας πρῶτον
δὲν μᾶς ἀνήκει -φοβερὸ πράγμα· γιὰ σκεφτεῖτε
το!- καὶ δεύτερον ὅτι ἀνήκει στὸ σύνολό της,
σὲ κάθε λεπτομέρειά της, σὲ κάθε φάση της
καὶ ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Θεό. Γιὰ φαντασθεῖτε
τὸν ἑαυτό σας καὶ τὴ ζωή σας νὰ οἰκοδομεῖται
πάνω σέ αὐτὴν τὴν πραγματικότητα, ὅτι ἡ
ζωή μου εἶναι ἕνα δῶρο σὲ ἐμένα, τὸ ὁποῖο τὸ
ἐπιστρέφω αὐτοβούλως καὶ αὐτεξουσίως στὸν
Δωρητή μου, πού εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ Αὐτὸς
τὴν κυβερνᾶ! Πέφτω τὰ βράδια καὶ κοιμᾶμαι.
Δὲν μὲ νοιάζει τίποτα. Δὲν φοβοῦμαι οὔτε τὶς
δοκιμασίες μου, οὔτε τοὺς πειρασμούς μου,
οὔτε τὸ τέλος μου, οὔτε τὸ τέλος τῶν ἀγαπημένων προσώπων μου, διότι ἡ ζωὴ τους εἶναι
καὶ ζωή μου καὶ ἡ ζωὴ ὅλων μας ἀνήκει στὸν

Θεό. Ἔτσι ξεκινοῦμε. Μὲ αὐτὸ τὸ ἄνοιγμα,
μὲ αὐτὸ τὸ δόσιμο, μὲ αὐτὴν τὴν ἐλευθερία.
«Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου».
Ἡ ἀργία
Τέσσερα πράγματα νὰ μὴν ἐπιτρέψεις νὰ
συμβοῦν μέσα μου. «Πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας». Μὴν ἐπιτρέψεις
νὰ ὑπάρξει μέσα μου μία κατάσταση ἀργίας, τεμπελιᾶς, ραθυμίας, ἀκηδίας, ἀδιαφορίας, ἀνορεξίας. Αὐτὸ θὰ πεῖ ἀργία. Νὰ εἶμαι
ἀργός, βραδύς, χωρὶς ἐσωτερικοὺς παλμούς,
χωρὶς δυναμικὸ μέσα στὴν ψυχή μου. Ἕνας
μουδιασμένος, μαραμένος, χωρὶς ἐνδιαφέρον
γιὰ πνευματικά. Φοβερὴ ἀρρώστια, ἰδίως τῆς
ἐποχῆς μας. Πολλὲς φορὲς βλέπουμε νέα παιδιὰ ἀνόρεκτα, μᾶλλον κουρασμένα -νὰ τὴν πῶ
τὴν λέξη - βαριεστημένα, χωρὶς διάθεση, χωρὶς
χυμούς, χωρὶς ἐνθουσιασμό. Δὲν μποροῦμε ἔτσι
νὰ προχωρήσουμε. Λέει στὸ σοφὸ βιβλίο τῆς
Κλίμακος ὅτι ἡ ἀργία εἶναι περιεκτικόν τοῦ
θανάτου στοιχεῖον, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο θυμίζει
τὸν θάνατο στὸν ἄνθρωπο. Πῶς εἶναι δυνατὸν
νὰ προχωρήσει στὴ ζωὴ ἕνας ὁ ὁποῖος διακρίνεται ἀπὸ τεμπελιά; Γι΄ αὐτὸ καὶ ἡ ἀκηδία,
αὐτὴ ἡ περὶ τὰ πνευματικὰ ἀδιαφορία, θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας
ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ θανάσιμα, ὀλέθρια γιὰ τὴν
ψυχή μας, ἁμαρτήματα. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀκηδία, ἡ
ἀργία. Αὐτὸ θέλει βία καὶ πίεση γιὰ νὰ καταπολεμηθεῖ. «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται
καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτὴν» (Ματθ. 11,12).
Αὐτοὶ πού ξέρουν νὰ ζορίζονται, νὰ
ἀσκοῦνται, νὰ ἐπιμένουν, νὰ ἀγωνίζονται,
αὐτοὶ ἁρπάζουν τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ
πού ἀργοῦν, πού τεμπελιάζουν, πού δὲν μποροῦν, πού παραδίδονται ἔτσι στὸν χαλαρὸ
ἑαυτὸ τους αὐτοὶ μένουν δίχως γεύσεις, δίχως καρπούς. Αὐτὸ μὲ δύο λέξεις σημαίνει,
χωρὶς ἀγώνα, χωρὶς ἄσκηση, τὰ πράγματα δὲν
θὰ μπορέσουν νὰ πάρουν τὴν καλὴ πορεία
γιὰ τὴν ψυχή μας. Νὰ γιατί ξεκινοῦμε τὴ σαρακοστιανὴ προσευχὴ μας ζητώντας νὰ μὴν
ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς τὴν ἀργία καὶ τὴν ἀκηδία
καὶ τὴ ραθυμία στὴν ψυχή μας.
Ἡ περιέργεια
«Πνεῦμα», ἐπίσης, «περιεργίας». Ἐὰν ἡ ἀργία
εἶναι τό νὰ χαθεῖ κανεὶς μέσα στὸ τίποτα, ἡ
περιέργεια εἶναι τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο: νὰ σκορπίζεται μέσα στὸ παντοῦ, νὰ χώνεται παντοῦ
καὶ πάντα. Νὰ θέλει νὰ τὰ μάθει κανεὶς ὅλα.
Λέει ἕνας ἀπὸ τοὺς Πατέρες: «μισῶ τὸ χαμερπὲς πάθος τῆς περιεργίας». Αὐτὸ τὸ πάθος
τῆς περιεργίας πού μὲ κάνει νὰ σέρνομαι χαμηλά. Αὐτὸ θὰ πεῖ χαμερπές· σημαίνει νὰ ἕρπω
χάμω. Αὐτὸ τὸ πάθος ἐνδημεῖ μεταξύ τῶν
χριστιανῶν. Διαβάζουμε πιὸ εὔκολα ἕνα κουτσομπολίστικο θρησκευτικὸ περιοδικὸ παρὰ
τὴν Κλίμακα. Παρακολουθοῦμε πιὸ εὔκολα
μία σκανδαλιστικὴ ἐκπομπὴ στὴν τηλεόραση
παρὰ συμμετέχουμε σὲ μία ἀγρυπνία. Αὐτὴ
εἶναι ἡ περιέργεια· νὰ ξέρεις, νὰ ψάχνεις τὴ
ζωὴ τοῦ διπλανοῦ σου. Σὰν νὰ τὸν βλέπεις μὲ
τὶς πιτζάμες τῆς ὑποστάσεώς του. Νὰ ἀνακαλύπτεις τὰ μυστικά του, χωρὶς κανέναν λόγο.
Νὰ ἀφήνεις στὴν ἄκρη τὸν θησαυρὸ καὶ νὰ
μπερδεύεσαι μὲ τὰ σκουπίδια.
Αὐτὸ δημιουργεῖ ἕναν σκορπισμό, μία διάχυση καὶ ἔτσι δὲν συγκροτεῖται ἡ ψυχή. Ζητοῦμε,
λοιπόν, αὐτὸ τὸ πάθος, τὸ ὁποῖο, πάλι κατὰ
τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, ἀποψύχει τὴ
θερμότητα τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ ρίχνει τὴ θερμοκρασία της καὶ δὲν μπορεῖ νὰ θερμανθεῖ, ὥστε
νὰ λειτουργήσει μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ βάθος, νὰ
μὴν ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς νὰ φωλιάσει μέσα μας.
Συνεχίζεται...

9

νεότητα

Τί θά μοῦ ἔλεγε ὁ Ἰησοῦς σήμερα;
Ἱερομονάχου Εὐσεβίου Βίττη

«Ἄ

κουσομαι τί λαλήσει ἐν ἐμοὶ ὁ Κύριος».
Θὰ ἀφουγκρασθῶ τί θὰ μοῦ πεῖ ὁ Κύριος
στὰ βάθη τῆς καρδίας μου. Αὐτὸ λέει ὁ ἱερὸς
ψαλμωδός. Καὶ ὄντως ἄκουγε τότε τὸν ψίθυρο
τοῦ Θεοῦ ἡ ἀγαπημένη του ἐκείνη καρδιά. Καὶ
ὅτι ἄκουγε μᾶς τὸ ἔλεγε ὁ προφήτης. Καὶ ἐπειδὴ
ἦταν λόγος τοῦ Θεοῦ, ἔμεινε στοὺς αἰῶνες διαχρονικὰ μέχρι σήμερα. Καὶ μᾶς στηρίζει. Ἡ δική
μου ὅμως καρδιὰ δὲν εἶναι τέτοια, Κύριέ μου
Ἰησοῦ, ὥστε νὰ λαλεῖς σὲ αὐτὴν καὶ αὕτη νὰ
ἀκούει τὰ Θεῖα Σου λόγια, ὅπως ὁ ἱερός Σου
προφήτης. Ὅμως μίλησες, ὅταν βρισκόσουν στὴ
γῆ. Καὶ τότε εἶπες ὅτι πιὸ σημαντικὸ γιὰ ὅλους
Καὶ γιὰ μένα. Μὲ βάση λοιπὸν ἀπὸ ὅτι εἶπες
Καὶ διαχρονικὰ μένει μέχρι σήμερα ἀναλλοίωτο,
προσπαθῶ νὰ κάνω μιὰ σύνθεση αὐτῶν, πού θὰ
μοῦ ἔλεγες ἀκριβῶς σήμερα, γιατί δὲν ἔπαψες
νὰ εἶσαι παρών πάντα στὴν Ἐκκλησία Σου Καὶ
ἰδιαίτερα πάντα παρὼν «ὅπου εἰσὶ δύο ἢ τρεῖς
συνηγμένοι εἰς τὸ ὄνομά Σου». Καὶ εἶναι τὸ ἴδιο
σὰν Καὶ τότε. Γιατί ξέρω, Κύριε, ὅτι Ἐσὺ δὲν
φλυαρεῖς Καὶ δὲν μοῦ λὲς περιττὰ πράγματα ἢ
δὲν λὲς Καὶ ξαναλές, ὅτι ἤδη μοῦ εἶπες μέσῳ τοῦ
ἱεροῦ Σου Εὐαγγελίου Καὶ τῶν θείων Ἀποστόλων
Σου. ὅτι λές, τὸ λὲς μιὰ γιὰ πάντα. Καὶ ἔχει ἀξία
γιὰ ὅλους Καὶ γιὰ ὅλα. Πάντοτε. Καὶ σήμερα
ἐτούτη τὴ στιγμή. Καὶ ἑπομένως θὰ μοῦ εἶναι
ἐπίκαιρο. Γιὰ αὐτὸ καὶ τολμῶ τὴ σύνθεση αὐτῶν,
ποῦ θὰ μοῦ ἔλεγες καὶ σήμερα. «Τείνω λοιπὸν
τὸ οὖς μου», τεντώνω τὸ αὐτὶ τῆς καρδιᾶς μου,
καὶ ἀκούω τί θὰ εἶχες νὰ μοῦ πεῖς μὲ ὅλο μου
τὸ σεβασμὸ Καὶ ὅλη τὴν ἀγάπη τῆς καρδιᾶς μου
καὶ ὅλη μου τὴν ἀφοσίωση, πού Σοῦ ἀξίζει. Νά,
τί ἀκούω νὰ μοῦ λές: «Ψυχή, πού λαχταρᾶς νὰ
ἀκούσης τὸ λόγο μου, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ξέρης
πολλὰ οὔτε νὰ κάνης κάποιες εἰδικὲς σπουδὲς ἢ
νὰ πᾶς σὲ κάποια σεμινάρια, γιὰ νὰ εὐαρεστήσεις
ἐνώπιόν μου. Ἀρκεῖ νὰ μὲ ἀγαπᾶς πολὺ Καὶ νὰ
εἶσαι ἕτοιμη νὰ κάνης τὸ θέλημά μου, γιατί αὐτὸ
εἶναι γιὰ σένα σωτήριο. Δὲν σοῦ τὸ ἔχω ἤδη δηλώσει: «Ὁ τηρών τὰς ἐντολάς μου, ἐκεῖνος ἐστὶν
ὁ ἀγαπῶν μέ»; -Ναί, Κύριέ μου Ἰησοῦ. Ἔτσι
εἶναι. Κι ἐγὼ αὐτὸ προσπαθῶ νὰ κάνω, ὅσο κι
ἂν πέφτω. Ὅμως φροντίζω νὰ σηκώνομαι μὲ τὴ
χάρη Σου. Λοιπὸν Σὲ ἀκούω, Κύριε. «Μίλα μου,
ψυχὴ ἀγαπημένη, πού λὲς πώς μὲ ἀγαπᾶς, ὅπως
θὰ μιλοῦσες στὴ γλυκεία μανούλα Σου, ὅταν σὲ
εἶχε στὴ θερμή της ἀγκαλιά, ἢ στὰ γόνατα τοῦ
ἀγαπημένου σου πατέρα καὶ ἔνιωθες τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς τους τῆς γεμάτης ἀγάπη γιὰ
σένα». Καὶ σὲ ρωτῶ:
ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ
ΝΑ ΜΟΥ ΚΑΝΕΙΣ; Πές μου τὰ ὀνόματα τῶν
γονιῶν σου, τῶν συγγενῶν σου, τῶν φιλικῶν σου
προσώπων, τῶν προσώπων, πού ἔτσι ἢ ἀλλιῶς
βρίσκονται στὸ περιβάλλον σου. στὴ δουλειά σου,
στὶς κοινωνικές σου σχέσεις. Καὶ μετὰ τὰ ὀνόματα
ἀνάφερέ μου τί θέλεις νὰ κάνω γιὰ τὸ καθένα.
Δὲν ἔκανε τὸ ἴδιο ὁ Ἰάειρος; «Τὸ θυγάτριόν μου,
εἶπε, ἐσχάτως ἔχει, (παρακαλῶ σὲ) ἵνα ἔλθων
ἐπιθῆς αὐτῇ τὰς χείρας σου, ὅπως σωθῆ καὶ
ζήσεται» (Μάρ. ε' 22). Δὲν ἔκανε τὸ ἴδιο ἕνας
πονεμένος πατέρας γιὰ τὸν δαιμονισμένο γιό
του; Δὲν μοῦ ἀνέφερε δακρυσμένη ἡ Χαναναία
μάνα γιὰ τὴν κόρη της; Δὲν ἔκραξαν σὲ μένα οἱ
δυὸ τυφλοὶ ζητώντας νὰ τοὺς χαρίσω τὸ φῶς
τους; Τὸ ἴδιο Καὶ τόσοι ἄλλοι, τόσοι ἄλλοι; Πές
μου λοιπὸν τί θέλεις γιὰ αὐτοὺς Καὶ ζήτα το μὲ
θέρμη πολλὴ καὶ πίστη ταπεινὰ Καὶ ἐπίμονα.
Ἀγαπῶ πολὺ τὶς εὐγενικὲς καρδιές, πού λησμονοῦν τὸν ἑαυτὸ τοὺς χάριν τῶν ἄλλων. Μίλα μου
γιὰ τοὺς φτωχούς, πού θέλεις νὰ ἐλαφρύνεις
τὴν κατάστασή τους γιὰ τοὺς ἀδικημένους, πού
καταπιέζονται γιὰ τοὺς συκοφαντημένους, πού
δὲν μποροῦν νὰ ἀποδείξουν τὴν ἀθωότητά τους
γιὰ τοὺς ἀρρώστους, πού ὑποφέρουν γιά τοὺς
κακούς, πού θὰ ἤθελες νὰ μεταστραφοῦν στὸ
καλὸ γιὰ τοὺς μοναχικούς, πού μαραζώνουν στὴ

10

μοναξιά τους γιὰ τοὺς ἀπογοητευμένους ἀπὸ τὴ
ζωὴ γιὰ τοὺς βυθισμένους στὸ βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας καὶ περικλεισμένους στὴ φυλακὴ τῶν παθῶν
τους. Γιὰ τοὺς ποικίλως ψυχικὰ ἄρρωστους γιὰ
τὰ πρόσωπα, πού κάποτε σὲ ἀγαποῦσαν, ἀλλὰ
τώρα ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ σένα, ἀλλὰ τόσο
πολὺ θὰ ἤθελες νὰ ξανάρθουν πάλι κοντά σου
γιὰ ὅλους, γιὰ ὅλους καὶ ὅλα, πού νιώθεις τὴν
ἀνάγκη νὰ πεῖς θερμὸν ἕναν λόγο, ἕνα αἴτημα
ἱερό, μιὰ ἱκεσία ὁλοκάρδια. Μὴν ξεχνᾶς πώς ἔχω
ὑποσχεθεῖ νὰ ἀκούω κάθε προσευχή, πού ἀναδύεται ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδίας καὶ πού μὲ τὰ
φτερὰ τῆς ἀγάπης μὲ ταχύτητα ἀφάνταστα πιὸ
μεγάλη ἀπὸ τὸ φῶς διασχίζει τὰ ἄπειρα ὕψη
καὶ φτάνει μπρὸς στὸν οὐράνιο θρόνο μου ὡς
εὐαρεστεῖ καὶ ἱερὴ προσφορά. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους
τὶς προσευχὲς δὲν περιμένει πάντα ἀνυπόμονα;
Δὲν ἔχεις νὰ μοῦ ζητήσης κάποιες χαρές; Γράψε,
ἂν ἔτσι τὸ θέλεις, ἕναν κατάλογο, ὅσο μακρὺς κι
ἂν εἶναι, ὅλων ὅσα λαχταρᾶς, ὅλων τῶν ἀναγκῶν
σου καὶ ἀνάφερέ της στὴν ἀγάπη μου. Ὄχι πώς
δὲν τὰ ξέρω ὅλα. Τὰ ξέρω ὅλα προτοῦ κἄν νὰ
τὰ ἔχεις συνειδητοποιήσει. Ὅμως θέλω νὰ τὰ
ἀκούσω μὲ τὴ δική σου φωνή. Θέλω νὰ μοῦ πεῖς
ἐλεύθερα καὶ ἀγαπητικά ὅτι καὶ ὅπως τὸ νιώθεις,
ὅτι καὶ ὅπως καὶ ὅσο τὸ λαχταρᾶς. Καὶ πές μου,
ψυχὴ ἀγαπημένη, μὲ ὅλη τὴν ἁπλότητα, ὅτι εἶσαι
δούλη τῶν αἰσθήσεών σου, σκλάβα τῶν παθῶν
σου, δέσμια τῆς ὑπερηφάνειάς σου, πληγωμένη
ἀπὸ τὴν εὐθιξία σου, ἐγωιστικὴ ὅσο δὲν τὸ φαντάζεσαι, χαλαρὴ χωρὶς προηγούμενο, φιλύποπτη
χωρὶς λόγο, φίλαυτη χωρὶς ὅρια, ἀδιάφορη Καὶ
ἀμελής, δυσκίνητη σὰν παράλυτη, δεμένη πολὺ
μὲ τὸν κόσμο, ὀλιγόπιστη στὶς δοκιμασίες σου,
πάμφτωχη σὲ ἀρετές, μὲ ἀσήμαντη πνευματικὴ
πρόοδο Καὶ ὅ,τι ἄλλο. Καὶ ζήτα μου νὰ ἔρθω νὰ
σὲ βοηθήσω στὶς προσπάθειες, ποὺ καταβάλλεις,
στὶς πτώσεις σου, στὶς ἀγωνίες σου, στὶς ἀπογοητεύσεις σου. Φτωχό μου παιδί, μὴν κοκκινίζεις
ἀπὸ ντροπή! Ξέρω τὴν κατάστασή σου πιὸ καλὰ
ἀπὸ σένα, ἀλλὰ πρέπει ἐσὺ νὰ ἔκθεσης τὸν ἑαυτό
σου. Διστάζεις; Μὰ γιατί; Λησμονεῖς πώς πολλοὶ
ἅγιοί μου, πού τώρα ζοῦν ἔνδοξοι στὸν οὐρανὸ
μαζί μου, εἶχαν τὰ ἴδια ἢ καὶ χειρότερα πάθη καὶ
ἴδιες καὶ σημαντικότερες πτώσεις καὶ ἁμαρτίες;
Μὴ ξεχνᾶς κάποια Μαρία Αἰγύπτια, κάποια Ταϊσία κάποια Πελαγία, κάποιους Ζακχαίους καὶ
ἀσώτους, κάποιους μεγάλους ἁμαρτωλοὺς ὅλοι
αὐτοὶ σιγὰ-σιγὰ διορθώθηκαν, ἁγιάστηκαν, σώθηκαν, δοξάστηκαν. Μὴ διστάσης ἀκόμη νὰ μοῦ
ζήτησης ὅ,τι καλὸ καὶ γιὰ τὸ σῶμα σου, τὸ μυαλό
σου, ὁλόκληρο τό εἶναι, δηλαδὴ ὑγεία, εὐεξία,
σωστὴ λειτουργία τοῦ λογικοῦ σου, ἐσωτερικὴ
ἰσορροπία, αἰσιοδοξία, δυναμισμό, ἐπιτυχία στὶς
τίμιες προσπάθειές σου καὶ ὅτι ἄλλο νιώθεις ὡς
πιεστικὴ ἀνάγκη. Μπορῶ ὅλα νὰ σοῦ τὰ δώσω,
ἀρκεῖ ὅλα, ἢ κάποια ἀπὸ αὐτά, νὰ εἶναι ὄντως
ἀπαραίτητα γιὰ τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴ σωτηρία σου.
Πρόσεξε ὅμως τὰ μέτρα μου δὲν εἶναι γήινα, ἀλλὰ
οὐράνια. Μετρῶ μὲ μέτρο τὴ μακαριότητα τοῦ
οὐρανοῦ, μὲ ἔκταση τὴν αἰωνιότητα... Τί θέλεις
ὅμως γιὰ σήμερα; Πές μού τὸ. Καὶ ἂν σὲ συμφέρει ἀληθινά, θὰ τὸ ἔχεις. Καὶ ξέρεις πόσο θέλω
τὸ καλό σου!
ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΚΑΠΟΙΑ ΣΧΕΔΙΑ & ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ; Ἀνάφερέ μου τα ὅλα. Ἀφοροῦν Τὸ τώρα
τὸ μέλλον σου, τὴ δουλειά σου, τὴν τακτοποίησή
σου στὴ ζωή, θέλεις νὰ προσφέρεις κάποια χαρὰ
στοὺς γονεῖς σου, στὰ μέλη τῆς οἰκογένειάς σου,
σὲ ψυχές, πού συνδέονται μαζί σου, σὲ κάποιους,
πού δοκιμάζονται πολύ; Σὲ ὅ,τι τέλος πάντων;
Κᾶνε το χωρὶς δισταγμό. Ὡς πρὸς ἐμένα δέ, ψυχή
μου ἀγαπημένη, δὲν ἔχεις κάποιο ἐνδιαφέρον
ἰδιαίτερο γιὰ τὴν μαζί μου σχέση τους; Δὲν θέλεις
νὰ κάνης κάτι πολὺ καλὸ γιὰ τὰ φιλικά σου πρόσωπα, γιὰ ὅσους ἀγαπᾶς πολύ, ἀλλὰ μὲ ἔχουν
ξεχάσει; Πές μου ποιὰ εἶναι τὰ ἐνδιαφέροντά σου
καὶ τὰ κίνητρα, πού σὲ ὠθοῦν, Καὶ ποιὰ μέσα

θὰ ἤθελες νὰ χρησιμοποίησης γιὰ τὸ καλό τους...
Κατάθεσέ μου τὶς ἀποτυχίες σου καὶ ζήτα μου νὰ
σοῦ ὑποδείξω τὶς αἰτίες τους. Τί σὲ ἐνδιαφέρει
γιὰ τὸ ἔργο σου; Εἶμαι, παιδί μου, Κύριος τῶν
καρδιῶν καὶ μπορῶ νὰ τὶς ὁδηγήσω, ὅπου θέλεις,
σύμφωνα βέβαια πάντα μὲ τὶς ἀρχές, πού κατέγραψα μὲ τὸ αἷμα μου πάνω στὸν σταυρό. Καὶ
θὰ τοὺς φέρω σιγὰ-σιγὰ κοντά σου, συνοδοιπόρους σου, ἀρκεῖ νὰ μὴν προβάλλουν πεισματικὰ
ἐμπόδια, γιατί ποτὲ δὲν καταπατῶ τὸ δῶρο τῆς
ἐλευθερίας, πού τοὺς χάρισα.
ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΣΤΕΝΑΧΩΡΙΕΣ; Ω ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ
ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΠΕΣ ΜΟΥ τὶς στενοχώριες σου
μὲ κάθε λεπτομέρεια. Τί σὲ κάνει νὰ κουράζεσαι,
νὰ ἀπογοητεύεσαι, νὰ δυσκολεύεσαι, νὰ στενοχωριέσαι; Τί ἢ ποιὸς τσαλακώνει τὴν καρδιά σου;
Ποιὸς ἔχει συντρίψει τὴ φιλαυτία σου; Ποιὸς
σὲ ὑποτίμησε ἢ σὲ περιφρόνησε; Πές μου τα
ὅλα, ὅλα χωρὶς δισταγμό. Θὰ σὲ ἀνακουφίσει
αὐτό. Καὶ τελειώνοντας τὴν ἀναφορά σου αὐτὴν
πρόσθεσέ μου, ὅτι συγχωρεῖς ὅλα καὶ ὅλους,
ὅτι. τὰ λησμονεῖς ὅλα, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψεις νὰ
σοῦ διώξουν αὐτὰ τὴν εἰρήνη σου Καὶ δὲν θὰ
μειώσουν τὴν ἀγάπη, πού ὅλα τά συγχωρεῖ. Καὶ
ἐγὼ θὰ σὲ εὐλογῶ.
Μήπως σὲ φοβίζουν κάποια κουραστικὰ ζητήματα; Ὑπάρχουν στὴν ψυχή, εἶναι ἀλήθεια,
κάποιοι ἀκαθόριστοι φόβοι, πού ἐνῶ εἶναι
ἀδικαιολόγητοι, ὅμως σὲ κάνουν νὰ τρομάζεις;
Ἐμπιστέψου τὸν ἑαυτό σου πλήρως σὲ μένα Καὶ
τὴν πρόνοιά μου γιὰ σένα. Βρίσκομαι παντοῦ,,
ἰδιαίτερα ὅμως πολὺ κοντά σου, μέσα σου. Τὰ
βλέπω ὅλα, ὅσα σὲ ἀφοροῦν. Τὰ ξέρω ὅλα. Καὶ
μπορῶ τὰ πάντα ὡς παντοδύναμος. Μὴ φοβᾶσαι
ἑπομένως. Δὲν θὰ σὲ ἀφήσω. Μήπως ὑπάρχουν
γύρω σου καρδιές, πού σοῦ φαίνονται λιγότερες
καλὲς ἀπὸ ἄλλοτε καὶ πού ἡ ἀδιαφορία τους ἢ
τὸ ὅτι ἴσως σὲ λησμόνησαν τὶς ἔκαναν νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ κοντά σου, ἂν καὶ ἐσὺ δὲν
ἔκανες τίποτε γιὰ αὐτὴ τους τὴν ἀπομάκρυνση;
Παρακάλεσέ με θερμὰ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς
σου καὶ ἐγὼ θὰ ξαναφέρω κοντά σου, ἀρκεῖ νὰ
σοῦ εἶναι χρήσιμες ἀναγκαία ἡ παρουσία τους
γιὰ τὸν ἁγιασμό σου. Λησμόνησέ τες καλύτερα
κι ἐσύ, ὅσο κι ἂν αὐτό σοῦ κοστίζει. Τέλος. Δὲν
ἔχεις κάποιες χαρὲς νὰ μοῦ ἀνακοίνωσης; Γιατί,
ἀλήθεια, νὰ μὴ μὲ κάνης μέτοχον σέ κάθε χαρά
σου; Πές μου π.χ. ποιὸς ἀπὸ χτὲς ἢ προχτὲς ἢ
τέλος πάντων τελευταία ἦρθε νὰ παρηγόρηση
νὰ σὲ ἐνθαρρύνει, νὰ σὲ βοηθήσει σὲ κάποια
δυσκολία σου, νὰ σοῦ χαρίσει ἕνα χαμόγελο,
προκαλώντας ἔτσι καὶ ἕνα δικό σου; Ποιὸς καὶ
πῶς σὲ ἔκανε νὰ χαρῆς; Μπορεῖ νὰ εἶναι κάποια
ἐπίσκεψη ἀπρόσμενη, κάποιο γράμμα ἐνθαρρυντικό, μιὰ ἀγγελία πού σὲ ἔκανε εὐτυχισμένη, ἕνας
φόβος, πού ξαφνικὰ ἐξαφανίσθηκε, μιὰ ἐπιτυχία, πού ἀμφέβαλλες, ὅτι θὰ πραγματοποιηθεῖ,
ἕνα δεῖγμα ἀγάπης δυνατό, ἕνα ἐνθύμιο ἢ δῶρο
ἀκριβὸ ἀγάπης καὶ φιλίας, μιὰ δοκιμασία, πού
σὲ δυνάμωσε τελικά. Ὅλα αὐτὰ καὶ τόσα ἄλλα
ἐγὼ τὰ φρόντισα καὶ τὰ φροντίζω γιὰ σένα, ψυχὴ
ἀγαπημένη. Πῶς λοιπὸν νὰ μὴ μοῦ δείξεις τὴν
χαρά σου, τὴν εὐγνωμοσύνη σου καὶ νὰ μὴ μοῦ
ἐπαναλαμβάνεις ἀσταμάτητα τὶς «ἐκ βαθέων»
εὐχαριστίες σου; Μὴν ξεχνᾶς, ψυχὴ ἀγαπημένη,
ὅτι ἡ εὐγνωμοσύνη τραβάει τὴν εὐεργεσία κοντά
της. Μὴ λησμονεῖς, ὅτι ἡ εὐγνωμοσύνη συγκινεῖ
τὸν εὐεργέτη. Μὴ σοῦ ξεφεύγει πώς ἡ εὐγνωμοσύνη ἐξευγενίζει καὶ ὀμορφαίνει ἀφάνταστα τὴν
ψυχή, τὴν κάνει ἰδιαίτερα χαριτωμένη καὶ πάρα
πολὺ ἀξία περισσότερων χαρίτων καὶ ἐλέους!».
Αὐτὰ δὲν θὰ μοῦ ἔλεγες σήμερα, Ἰησοῦ γλυκύτατε; Τὰ ἄκουσα μὲ ἀφάνταστη χαρά. Γιὰ ὅλα
αὐτά Σε εὐχαριστῶ καὶ θὰ Σὲ εὐχαριστῶ πάντα
«ἐκ ψυχῆς», Κύριέ μου. Κύριε τῆς ἀγάπης καὶ
τοῦ ἐλέους, καὶ θὰ συμμορφωθῶ μὲ ὅλες τὶς
ὑποδείξεις Σου. Εἶναι τόσο ὄμορφες καὶ πηγὴ
εὐλογιῶν Σου γιὰ μένα! Ἀμήν!

11

1

Εὐχαριστοῦμε θερμά
τούς καθηγητές
τοῦ Φροντιστηρίου
Μέσης Ἐκπαίδευσης

γιά τήν προσφορά τους
στό Ἐνοριακό Φροντιστήριο
τοῦ Ἱεροῦ μας Ναοῦ.
(Ἁγίας Τριάδος 4, τηλ.: 210-5060700)

ΚΥΡΙΑΚΗ 1 ΜΑΡΤΙΟΥ 2015
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΗ ΕΚΔΡΟΜΗ
Α) Στήν Ἱ.Μ. Ἁγίας Αἰκατερίνης Παλλήνης.
Ὥρα ἀναχώρησης: 2.00 μ.μ.
Β) Στήν Ἱερά Μονή Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου Κερατέας,
Εἰσητήριο: 10 €
ὅπου θά πραγματοποιηθεῖ ὁ κατανυκτικός Ἑσπερινός.
11

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΓΑΛΗΣ
ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
στόν Ἱερό Ναό Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως

Θά πραγματοποιεῖται
ἡ Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.
Κάθε Τετάρτη
ἀπόγευμα στίς 19:00 μ.μ.
καί Κάθε Παρασκευή
πρωΐ στίς 7:00 π.μ.
Κάθε Τετάρτη στίς 18:00 π.μ.
θά προηγεῖται ἡ Ἱερά Παράκλησις
εἰς τόν Ἅγιο Φανούριο.
Κάθε ἀπόγευμα στίς 17:30 μ.μ.
θά τελεῖται τό Μέγα Ἀπόδειπνο.
Κάθε Παρασκευή στίς 19:00 μ.μ.
θά τελοῦνται οἱ Στάσεις τῶν Χαιρετισμῶν
εἰς τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο.