You are on page 1of 12
Ν ο ητ ικ έ ς δ ια δ ρ ο μ έ ς σ
Ν ο ητ ικ έ ς δ ια δ ρ ο μ έ ς σ

Ν ο ητ ικ έ ς δ ια δ ρ ο μ έ ς

σ τ ό ν

χ ῶ ρ ο

τ ῆ ς π ίσ τ η ς

μ έ ς σ τ ό ν χ ῶ ρ ο τ ῆ ς π ίσ

Μηνιαῖο φυλλάδιο τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως | Σουλίου 167 - Τηλ.: 210 5013108 | Τεῦχος 12 ο - Μάρτιος 2015 ierosnaosagiastriadospetroupoleos.blogspot.gr - agiatriadapetroupoleos.gr - facebook: agiatriadapetroupolis

Δρόμος δέν ὑπάρχει τόν δρόμο τόν ἀνοίγουμε προχωρώντας καί συγχωρώντας

προχωρώντας καί συγχωρώντας Οἱ γεωργοί καί ἡ ἄμπελος.

Οἱ γεωργοί καί ἡ ἄμπελος. Μικρογραφία εἰκονογραφημένου χειρογράφου, 11ος αἰ. μ.Χ., Ἐθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων.

μ.Χ., Ἐθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων. Ἄκου Ἰσραὴλ Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς

Ἄκου Ἰσραὴλ Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη

στὸ κέφ. 19 τοῦ ἴδιου βιβλίου ἀναφέρεται ἡ καταστροφὴ τῶν Σοδόμων καὶ Γομόρρων ἀπὸ δύο Κυρίους ἐξ ὀνόματος τρίτου Κυρί-

ου, ἐνῶ στὸν Ψλμ. 109 12 διαβάζουμε τὰ ἑξῆς ἐντυπωσιακὰ πού, ἂν δὲν ἑρμηνευτοῦν Τρι- αδολογικὰ καὶ Χριστοκεντρικά, εἶναι ἀκα- τανόητα: «Εἶπε ὁ Κύριος στὸν Κύριό μου:

κάθισε στὰ δεξιά μου μέχρι νὰ κάνω τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιο γιὰ τὰ πόδια σου» καὶ στὸν ἴδιο ψαλμὸ στὸν στίχο 5, μιλάει

ὁ πρῶτος Κύριος καί, ἀπευθυνόμενος στὸν

δεύτερο Κύριο 13 , τοῦ λέγει: «Ὁ Κύριος στὰ δεξιά σου συνέτριψε τὴν ἡμέρα τῆς ὀργῆς του τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς». Ὁ Ψαλμὸς αὐτὸς μιλᾶ φυσικὰ γιὰ τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος μὲ κεντρικὸ ἐκεῖνο τοῦ Ἰησοῦ ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ὁ αἰώνιος Ἀρχιερέ- ας «κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ» ὅπως λέει

ὁ ψαλμός. Ὁ Μελχισεδὲκ ἀποτελεῖ προ-

τύπωση τοῦ Ἰησοῦ ὅπως ρητὰ ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν Πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή του στὸ κέφ. 6,20 «ὅπου πρό- δρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰώνα.». Ὁ Μελχισεδὲκ μάλιστα ἦταν μοναδικὸς ἡγέτης τοῦ Ἰσραὴλ ποὺ

διετέλεσε καὶ ἱερέας καὶ βασιλέας στὴν Σαλὴμ (Ἱερουσαλὴμ) καὶ ἔφερε στὸν πατρι- άρχη Ἀβραὰμ «ἄρτο καὶ οἶνο» εὐλογώντας τον στὸ ὄνομα «τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου» 14 πράξη ποὺ ἀποτελεῖ προτύπωση τοῦ μυ- στηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Οἱ νύξεις αὐτὲς καὶ ἄλλες πολλές, οἱ ἀναφορές, οἱ φανερώσεις καὶ οἱ προτυ- πώσεις, οἱ ὁποῖες ἀφθονοῦν στὴν Πα- λαιὰ Διαθήκη καὶ ἀναφέρονται σὲ ὅλο το σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας, ἀποτελοῦν μέρος τῆς Ἀποκάλυψης τοῦ Χριστοκε- ντρικοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτη- ρία τοῦ ἀνθρώπου, Ἀποκάλυψη ἡ ὁποία ὁλοκληρώνεται στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ κατανοεῖται, μὲ τὴν ἁγιαστικὴ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐντός της Ἐκκλη- σιαστικῆς ἐμπειρίας.

Ἑλένη Λιντζαροπούλου Θεολόγος

Σ τὸ ἐρώτημα πρὸς τὸν Ἰησοῦ, στὸ δωδέκατο κεφά-

λαιο τοῦ Κατὰ Μάρκον Εὐαγγελίου, «ποιὰ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλες τὶς ἐντολές;» 1 , ἡ ἀπάντησή Του εἶναι κάθετη: «ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίθη αὐτῷ ὅτι πρώτη πάντων ἐντολή· ἄκουε, Ἰσραήλ, Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι·» 2 Ἡ ἐντολὴ αὐτή:, יִשְׂרָאֵל: יְהוָה אֱלֹהֵינוּ, יְהוָה אֶחָד βρίσκεται στὸ Δευτερονόμιο 3 καὶ ἀποτελεῖ καθημερινὴ προσευχὴ τῶν Ἑβραί- ων. Ἡ λέξη ὅμως «ἐλωένου - אֱלֹהֵינו» στὴν ἑβραϊκὴ γραμματικὴ εἶναι πληθυντικός 4 καὶ σημαίνει «οἱ Θεοί μας». Δηλαδὴ ἡ κατὰ λέξη μετάφραση εἶναι: «Ἄκου, Ἰσραήλ, ὁ Κύριος οἱ Θεοί μας, ὁ Κύριος εἶναι ἕνας». Ἐπίσης στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀναφέρεται:

«Ἐν ἀρχὴ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.» 5 . Στὴν φράση αὐτὴ ὅμως, ἂν ἀνατρέξουμε στὸ πρωτότυπο Ἐβραϊκὸ 6 κείμενο θὰ διαβάσουμε «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν οἱ Θεοὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Δηλαδὴ ἔχουμε τὸ ρῆμα στὸν ἑνικὸ ἀριθμὸ (ἐποίη- σεν) καὶ τὸ ὑποκείμενο (אֱלֹהִים - Ἐλοχίμ 7 = οἱ Θεοὶ) στὸν πληθυντικό. Φράση θεολο-

γικῶς ὀρθή, διότι τὰ τρία πρόσωπα τῆς

Θεία ἐνέργεια 8 . Στὴν

βίβλο τῆς Γενέσεως, στὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, διαβάζουμε:

«Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέ- ραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» 9 .Ὑπάρχει δηλαδὴ ρῆμα στὸν πληθυντικὸ ἀναφερόμενο σὲ πρόσωπα περισσότερα τοῦ ἑνός τά ὁποῖα συμμετέχουν στὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώ- που. Στὸν πληθυντικὸ αὐτὸ ὑποδηλώνεται σαφῶς τὸ Τριαδικὸ δόγμα 10 καὶ ὄχι κάποια ρίζα πολυθεΐας ἀφοῦ τὸ πλαίσιο τῆς Πα- λαιᾶς Διαθήκης εἶναι αὐστηρὰ μονοθεϊστι- κό. Στὴν Γένεση κέφ. 18, 2-3 11 στὸ γνωστὸ ἐπεισόδιο τῆς Φιλοξενίας τοῦ Ἀβραὰμ τὸ ὁποῖο ὡς γνωστὸν ἀποτελεῖ προτύπωση τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἂν διαβάσουμε προσε- κτικὰ θὰ δοῦμε ἐνῶ ὁ Ἀβραὰμ φιλοξένησε τρεῖς ἄνδρες, ἐν τούτοις τοὺς προσφωνεῖ μόνο ὡς ἕναν μὲ τὴ λέξη Κύριε. Ἐπίσης

Θεότητας ἔχουν κοινὴ

1. Μάρκ. 12,28.

2. Μάρκ. 12,29.

3. Ἄκου, Ἰσραήλ, ὁ Κύριος ὁ Θεός μας, ὁ

Κύριος εἶναι ἕνας. (Δεύτ. 6:4)

4. Ἀποδίδεται μὲ τὴν μορφὴ τῆς συνθετικῆς

ἑνότητας.

5. Γέν. 1,1.

6. Γέν.1בְּרֵאשִׁית בָּרָא אֱלֹהִים אֵת הַשָּׁמַיִם

וְאֵת הָאָֽרֶץ׃

7. Ἄλλα ὀνόματα τοῦ Θεοῦ εἶναι τα: Ἀδωνάϊ,

Ἔλ, Ἒλ Ἐλοχίμ, Γιαχβέ, Σαδδαΐ, Ἐλώχ, Ἐλωά,

Γιὰ Γιαχβέ, Ἒλ Γιαχβέ, Γιαχβὲ Ἐλοχὶμ κ.α. (βλ. λῆμμα “Θεός”, στὸ: Μουστάκης Βασίλειος, Λε- ξικὸ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, Ἀθῆναι 1955, σέλ. 73).

8. Ἱερεμία Φούντα, Γόρτυνος καὶ Μεγαλο-

πόλεως, Γένεσις, Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 2004, σ. 22.

9. Γέν. 1,26.

10. Ἱερεμία Φούντα, Γόρτυνος καὶ Μεγαλο-

πόλεως, Γένεσις, Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 2004, σ. 374.

11. ἀναβλέψας δὲ τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ εἶδε,

καὶ ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες εἰστήκεισαν ἐπάνω αὐτοῦ· καὶ ἰδὼν προσέδραμεν εἰς συνάντησιν αὐτοῖς ἀπὸ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς αὐτοῦ καὶ προσεκύ-

νησεν ἐπὶ τὴν γῆν. καὶ εἶπε· κύριε, εἰ ἄρα εὗρον χάριν ἐναντίον σου, μὴ παρέλθης τὸν παῖδά σου·

12. ΕΙΠΕΝ ὁ Κύριος τῷ Κυρίω μου· κάθου

ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου. 2 ράβδον δυνάμεως ἑξαποστελεῖ σοὶ Κύριος ἐκ Σιῶν, καὶ κατακυ- ρίευε ἐν μέσω τῶν ἐχθρῶν σου. 3 μετά σου ἡ ἀρχὴ ἐν ἡμέρα τῆς δυνάμεώς σου ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν ἁγίων σου· ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε. 4 ὤμοσε Κύριος καὶ οὐ μεταμεληθήσεται· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰώνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ. 5 Κύριος ἐκ δεξιῶν σου συνέθλασεν ἐν ἡμέρα ὀργῆς αὐτοῦ βασιλεῖς· 6

κρινεῖ ἐν τοῖς ἔθνεσι, πληρώσει πτώματα, συν- θλάσει κεφαλὰς ἐπὶ γῆς πολλῶν. 7 ἐκ χειμάρ- ρου ἐν ὀδῶ πίεται· διὰ τοῦτο ὑψώσει κεφαλήν. 13. Μιχαὴλ Χούλη, Ἡ Πεντηκοστή, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ὁ Τριαδικὸς Θεός.

14. (Γένεση 14:18-20).

Συντακτική ὁμάδα

> Ὁμάδα Νεότητας Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως

> π. Σπυρίδων Ἀργύρης

Τό ὄφελος τῆς βραδυνῆς

προσευχῆς Η΄ (8ο) μέρος

βραδυνῆς προσευχῆς Η΄ (8ο) μέρος Γ ιατί ἡ Ἐκκλησία ἀγρυπνᾶ τὴ

Γ ιατί ἡ Ἐκκλησία ἀγρυπνᾶ τὴ νύχτα; Γιατί ἐκεῖνες τὶς ὧρες παλεύει μὲ

τοὺς δαίμονες, τότε ποὺ ἐπικρατεῖ τὸ σκοτάδι ὡς χαρακτηριστικό τοῦ δικοῦ του βασιλείου, τότε αὐτοὶ πειράζουν τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς πλανοῦν ὁδηγώντας τους στὸ κάθε λογῆς κακὸ καὶ γιατί ὄχι καὶ σ' αὐτὸ τὸ ἔγκλημα. Τὶς ὧρες αὐτὲς ὑποφέρουν οἱ ἄρρωστοι, βλέπουν ἐφιάλτες ἢ ἔχουν διάφορες ἄλλες ἐπήρειες οἱ ἀδύναμοι, ταλαιπω- ροῦνται οἱ ἁμαρτωλοί. Ὅμως, ἀδελφοί μου, αὐτὲς εἶναι οἱ ὧρες ἡσυχίας ποὺ τὸ Πανάγιο καὶ Ζωαρχικὸ Πνεῦμα φωτί- ζει τὸν ἄνθρωπο καὶ ἀγαπάει νὰ μιλάει καὶ νὰ ἐπικοινωνεῖ μαζί του. Γι' αὐτὸ τὶς ὧρες αὐτὲς εἰδικὰ ὀφείλουμε νὰ μᾶς βρίσκει ὁ Θεὸς ξύπνιους σὲ ἐπιφυλακή, σὲ προσευχὴ, σὲ συνομιλία μαζί Του ἐντέλει. Τότε καὶ μόνο τότε θὰ κατα- φέρει ὁ μικρὸς καὶ ἀδύναμος ἄνθρωπος νὰ βγεῖ νικητὴς κατὰ τοῦ κακοῦ, τοῦ διαβόλου καὶ τῶν ὑπηρετούντων αὐτὸν γενικά. Ἡ ἀγρυπνία μας, ἡ προσευχή μας ἡ βραδινὴ γιὰ νὰ δώσει τὰ ὀφέλη ποὺ κρύβει, γιὰ νὰ ἀποδώσει σωτήριους καρποὺς πρέπει νὰ γίνεται μὲ τὸν τρόπο ποὺ ζητάει ἡ Ἐκκλησία, μὲ τὶς μεθόδους ποὺ μᾶς κατέλειπαν οἱ ἅγιοι πατέρες καὶ ὄχι μὲ ὅτι νομίζουμε ἐμεῖς πιὸ σωστὸ καὶ ἀποδοτικό. Πολλὲς γιὰ νὰ μὴν πῶ μᾶλλον πάμπολλες φορὲς αὐτὸ ποὺ θεωροῦμε ἐμεῖς ὅτι εἶναι τὸ καλύτερο πνευματικὰ νὰ ὁδηγεῖ σὲ ὑπερβολὲς τὶς ὁποῖες ἔρχεται καὶ ἐκμε- ταλλεύεται ὁ ἐχθρός τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ ὄχι μόνο δὲν κερδίζουμε ἀπ' τὴν προσευχὴ μας αὐτὴ ὅπως νομίζουμε ἀλλὰ στὸ τέλος βλαπτόμεθα. Γι' αὐτὸ χρειάζεται ἰδιαίτερη προσοχὴ σὲ τέτοιες καταστάσεις ἢ γενικὰ καταχρήσεις.

Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ ἐπιζητοῦμε ἁπλὰ καὶ ταπεινὰ εἶναι ἡ εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαση τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ εἶναι μας, ἡ ὁποία ἔχει μεγαλύτερη ἀξία καὶ ἀπὸ θεοφάνειες ἢ διάφορες τέτοιου εἴδους ἐμπειρίες.

Αὐτὸ ποὺ ἄφησα στὸ τέλος ἀλλὰ ἴσως πιὸ σημαντικὸ ἀπ' ὅλα ὅσα ἀνα- φέραμε μέχρι τώρα γιὰ τὰ ὀφέλη τῆς βραδινῆς - νυχτερινῆς προσευχῆς καὶ τὸ ὁποῖο ἐπιβάλλεται νὰ ζητᾶμε ἀπ' τὸν Θεὸ νὰ μᾶς χαρίσει γιατί μόνοι μας δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀποκτήσουμε εἶναι τὸ πῦρ φλέγον, ὁ Θεὸς εἶναι ὁ ποιῶν τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα, ὅπως λέει ὁ ἱ. ψαλμωδὸς στὸν 103,4. Τὸ πῦρ αὐτὸ εἶναι ἡ φωτιὰ ποὺ μονάχα ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ἀνάψει μέσα μας. Νὰ μᾶς ἀνοίξει καὶ σὲ μᾶς τὴν ὄρεξη ὥστε νὰ ἐπιδιώκουμε καθημερινὰ νὰ ἀγρυπνοῦμε, ὄχι ἁπλὰ νὰ ἀντέχουμε ἀλλὰ νὰ εὐχαριστιόμαστε τόσο ποὺ νὰ μὴν θέλουμε νὰ σταματήσουμε ἢ νὰ διακόψουμε τὴν βραδινή μας αὐτὴ προσευχή. Ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα νὰ τε- λειώσουμε γιατί πρέπει νὰ ξεκουρα- στοῦμε ἐφ' ὅσον οἱ ὑποχρεώσεις τὴν ἡμέρα ποὺ ξημερώνει μᾶς καλοῦν νὰ τὶς καλύψουμε καὶ νὰ ἀνταποκριθοῦμε, ἐμεῖς ὅμως πονᾶμε ποὺ φτάνει στὸ τέ- λος της ἡ ἀγρυπνία μας. Ἐπειδὴ πλέ- ον εἴμαστε βέβαιοι στὸ ἀκέραιο χωρὶς ἀμφιβολίες ὅτι ἐπιτελώντας τὴ δική μας βραδινὴ προσευχὴ τὰ πάντα εἶναι τακτοποιημένα, διευθετημένα, καμωμέ- να, γιατί Αὐτὸς ποὺ κατοικεῖ πιὰ στὴν ψυχή μας, στὴ ζωή μας, στὸν ὕπνο καὶ στὴν ἀγρυπνία μας εἶναι Ὁ Τά Πάντα Πληρῶν. Κλείνοντας ἀδελφοί μου αὐτὸ ποὺ ἔχουμε χρέος καὶ ὑποχρέωση νὰ κά- νουμε πρὸς ὄφελος ὅλων μας εἶναι νά βάλουμε "πλάτη" στὰ πνευματικά μας, νὰ γεμίσουμε τὶς πνευματικές μας κατα- θέσεις γιατί καὶ αὐτὲς ἄδειασαν ὅπως καὶ οἱ τραπεζικές μας καὶ νά παρακα- λέσουμε μέσα ἀπ' τὴν καρδιὰ μας τὸν Πανάγαθο Θεό μας νὰ κάνει πυρφόρα τὴν προσευχή μας καὶ ὅλες τὶς ἐκφάν- σεις τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς ὥστε σιγὰ - σιγὰ ὅλη ἡ βιωτή μας νὰ γίνει μία φωτιά. Μιὰ φωτιὰ σὰν καὶ Ἐκεῖνον ποὺ θὰ καίει καθετὶ κακὸ ἀλλὰ ταυτόχρονα θὰ φωτίζει καὶ θὰ διαλύει τὰ σκοτά- δια ποὺ ὑπάρχουν στὶς μέρες μας καὶ στοιχειώνουν τὶς ψυχὲς καὶ τὶς καρδιὲς ὅλων μας.

Ἀμὴν! Γένοιτο!!! (τέλος) Καλὸ ὑπόλοιπο Σαρακοστῆς!!!

Πρωτοπρ. π. Ἀντώνιος Μπαφαλοῦκος

Πολεμικὴ προσφορὰ στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821

νυπολόγιστης ἀξίας εἶναι καὶ ἡ καθαρῶς πολεμικὴ προσφορὰ τῆς

Ἐκκλησίας. Τὸ 1575 κήρυξε ἐπανάσταση στὴ Μάνη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἐπιδαύρου Μακάρι- ος Μελισίδης, καὶ τὸ 1770 στὸ Αἴγιο ὁ Μητροπολίτης Πατρῶν Παρθένιος καὶ στὴν Κόρινθο ὁ Μητροπολίτης Μακάριος Νοταρᾶς.

Τὸ 1600 καὶ τὸ 1609 ἔκανε ἐπαναστα- τικὸ κίνημα ὁ Διονύσιος Φιλόσοφος, Μη- τροπολίτης Τρικάλων, ὁ ὁποῖος τελικὰ βρῆκε μαρτυρικὸ θάνατο στὰ Γιάννενα τὸ 1611. Τὸ 1684 ὁ Μητροπολίτης Ἄμφισσας Φιλόθεος πολέμησε κοντὰ στὴν Κόρινθο μὲ δικό του σῶμα ἐναντίον τῶν Τούρκων, ὅπου καὶ τραυματίστηκε θανάσιμα. Τὸν ἴδιο χρόνο ὁ Μητροπολίτης Κεφαλ- ληνίας Τιμόθεος Τυπάλδος συγκρότησε ἐπαναστατικὸ σῶμα μὲ 150 κληρικοὺς κι ἔλαβε μέρος σὲ ἀπελευθερωτικὲς προ- σπάθειες. 0ἱ Μητροπολίτες Σαλώνων Τιμόθεος, Θηβῶν Ἰερόθεος, Λάρισας Μακάριος, Εὔβοιας Ἀμβρόσιος, διετέλεσαν ὁπλαρ- χηγοί.

Ὁ Παπαβλαχάχας ἦταν ἀρχηγὸς τῶν

ἁρματολῶν τῶν Χασίων. Βρῆκε, μάλιστα, τραγικὸ θάνατο ἀπὸ τὸν Ἀλὴ Πασὰ στὰ Γιάννενα.

Ὁ διάκος τοῦ Πατριάρχη Γρηγορίου τοῦ

Ε' Νικηφόρος Ρωμανίδης, ἀφοῦ χειρο- τονήθηκε ἱερέας καὶ χειροθετήθηκε καὶ Ἀρχιμανδρίτης, ὑπηρέτησε καὶ διακρίθηκε ὡς ναυμάχος κάτω ἀπὸ τὶς διαταγὲς τοῦ Α. Μιαούλη. Ὁ Ἠσαΐας Σαλώνων κήρυξε τὴν ἐπανά- σταση στὶς 27.3.1821 στὴν περιφέρειά του, μέσα στὸ Μοναστήρι τοῦ ὁσίου Λουκᾶ Βοιωτίας.

Ἡ Μονὴ τοῦ ὁσίου Λουκᾶ, μετὰ τὴ σύ- σκεψη τοῦ Δεσπότη Σαλώνων στὰ μέσα τοῦ Μάρτη τοῦ 1821 μὲ τοὺς ὁπλαρχηγοὺς τῆς περιφέρειας Ἀθ. Διάκο, κ.ἄ., ἔγινε κέντρο ἐπαναστατικὸ καὶ κατασκευῆς φυσεκιῶν. Ο Δ. Ὑψηλάντης εἶχε τὸ ἀρχηγεῖο του στὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου Πέ- τρας.

Ὁ Ἀρχιστράτηγος τῆς Ρούμελης Γ.

Καραϊσκάκης εἶχε τ' ὁρμητήριό του στὴ Μονὴ Προυσοῦ τῆς Εὐρυτανίας.

Ὁ Ἱερομόναχος Σεραφεὶμ ἀπὸ τὸ Φανά- ρι Θεσσαλίας ἡγήθηκε τῆς ἐπανάστασης τῶν Ἀγραφιωτῶν. Τὸ Μοναστήρι τοῦ Ὀμπλοῦ Πατρῶν ἦταν στρατηγεῖο τῶν ἐπαναστατῶν τῆς περιοχῆς.

Ὁ Ἄνθιμος Ἀργυρόπουλος, ἱερομό-

ναχος, δέχτηκε στὸ Μοναστήρι του τὴν

οἰκογένεια Μπότσαρη καὶ τὴν περιέθαλ- ψε, μετὰ τὴν ἅλωση τοῦ Σουλίου. Ὁ ἴδιος στὴ Ζάκυνθο, κατὰ τὸν ἱστοριογράφο Π. Χιώτη, ὅρκισε μέλη τῆς Φιλικῆς Ἐταιρίας τὸ Θ. Κολοκοτρώνη, τοὺς Β. καὶ Κ. Πε- τιμεζὰ καὶ τὸν Νικηταρά. Ἐργάστηκε δὲ ὡς παράγοντας μὲ ἀσυνήθιστο ζῆλο γιὰ τὴν εὐόδωση τῆς Ἐπανάστασης.

Ὁ Χρύσανθος Πηγᾶς, Μητροπολίτης

Μονεμβασίας καὶ Καλαμάτας, τὸ 1819 μπῆκε στὴ Φιλικὴ Ἐταιρία κι ἐργάστη- κε ἐντατικὰ γιὰ τὴν προετοιμασία τῆς Ἐπανάστασης. Αὐτὸ εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα τὴ σύλληψή του ἀπὸ τοὺς Τούρκους, τὸ κλείσιμό του στὶς φυλακὲς τῆς Τρίπο- λης, ὅπου μαζὶ μὲ ἄλλους φυλακισμένους Μητροπολίτες πέθανε κι αὐτὸς ἀπὸ τὶς κακουχίες τῆς φυλακῆς. Στὴ Φ. Ἐταιρία εἶχαν μυηθεῖ ὅλοι σχεδὸν οἱ μητροπολίτες καὶ πολλοὶ διακε- κριμένοι ἱερεῖς καὶ μοναχοὶ καὶ ἰδιαίτερα οἱ ἁγιορεῖτες. Τὴν Ἐπανάσταση τοῦ '21, ὅπως εἶναι γνωστό, τὴν κήρυξε Μητροπολίτης, ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός, μέσα στὸ Μοναστήρι τῆς ἅγιας Λαύρας. Ἔστω κι ἂν ἡ ἡρωικὴ Καλαμάτα, ποὺ κήρυξε τὴν ἐπανάσταση στὶς 23 τοῦ Μάρτη καὶ ποὺ τὴν εὐλόγησαν 24 κληρικοί, διεκδικεῖ τὰ πρωτεῖα, γεγονὸς εἶναι ὅτι τὰ παλληκά- ρια τῆς περιοχῆς ὁρκίστηκαν μέσα στὴν ἱστορικὴ Μονή.

Ὁ Διάκος, ὁ Παπαφλέσσας κι ὁ Σα-

μουὴλ εἶναι ἀνεπανάληπτες κληρικὲς μορφὲς τοῦ '21.

Ὁ Ὑψηλάντης ἔλεγε γιὰ τὸν Παπα-

φλέσσα ὅτι «εἶναι τὸ ἄλλο μου ἐγώ». Ἐπίσης, εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ Ὑψηλάντης ξεκίνησε τὸν ἀπελευθερωτικό του ἀγώνα ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Μέσα στὸν ἱ. ναὸ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν τοῦ Ἰασίου ἔλαβε τὸ πολεμικὸ ξίφος ἀπὸ τὸ Μητρο- πολίτη Μολδαυΐας Βενιαμὶν Κωστάκη, ὁ ὁποῖος εὐλόγησε καὶ τὴ σημαία τοῦ ἀγώνα του.

Ἀκόμα, πολλὰ Μοναστήρια καταστρά- φηκαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους γιατί λάβαι- ναν μέρος σ' ἀπελευθερωτικὰ κινήματα. Ἀναφέρουμε μόνο ἕνα γιὰ παράδειγμα, τὴ Μονὴ Στροφάδων ποὺ κατέστρεψε ὁ Σου- λεϊμᾶν Β' (1520-60). Καὶ γενικὰ οἱ Τοῦρκοι κάθε τόσο ζητοῦσαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τὶς εὐθύνες γιὰ κάθε ἀπελευθερωτικὸ κί- νημα. Αὐτὴν αἱματοκυλοῦσαν γιατί αὐτὴν θεωροῦσαν πνευματικὴ καὶ ἐθνικὴ Ἀρχὴ τοῦ Ἔθνους. Καὶ μόνο αὐτὴ ἡ στάση τῶν Τούρκων ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας πολλὲς φορὲς σκότωναν τοὺς φορεῖς της, τὰ λέει ὅλα. Εἶναι χαρακτη- ριστικὴ καὶ ἡ σχετικὴ ὁμολογία τοῦ Μα- κρυγιάννη γιὰ τὴν τεράστια προσφορὰ τῶν Μοναστηριῶν στὸν ἀγώνα: « Τὰ μοναστήρια ἦταν τὰ πρῶτα προπύργια

Οἱ περισσότεροι

καλόγεροι σκοτώθηκαν εἰς τὸν ἀγώνα».

τῆς ἐπανάστασής μας

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦταν τὸ Α καὶ τὸ Ω γιὰ τὸ ὑπόδουλο γένος. Τὸ ράσο

κόλπωνε μέσα του τὴ ρωμιοσύνη καὶ ἡ ρωμιοσύνη κολπωνόταν μέσα στὸ ράσο. Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀνατρέψει καμιὰ δύναμη. Ἡ ρωμιοσύνη καὶ ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ στὴν περίοδο τῆς Τουρκο- κρατίας πορεύτηκαν ἀντάμα τὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου τους, τὸ δρόμο τῆς σταυρικῆς τους πορείας κι' ἐπιβίωσαν χάρις στὴν πίστη τους στὴν Τριαδικὴ Θεότητα. Χάρις στὴν ὀρθόδοξη παράδοση μὲ τὶς ἄπειρες καὶ παντοδύναμες διαστάσεις της. Μέσα ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ εἰκόνα καὶ τὸ ἐκκλησια- στικὸ μέλος, μέσα ἀπὸ τὰ συναξάρια τῶν ἁγίων καὶ μέσα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ἀρχαίων ἡρώων κρατήθηκε ἡ ἑλληνικὴ ψυχὴ ὄρθια ὡς ὅτου βρῆκε τὴ δύναμη καὶ τίναξε ἀπὸ πάνω της τὸν τουρκικὸ ζυγό. Ὅσες προ- παγάνδες κι ἂν θελήσουν ν' ἀλλοιώσουν αὐτὴ τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα δὲν θὰ τὸ κατορθώσουν, γιατί μιλοῦν τὰ ἴδια τὰ γεγονότα. Ἐδῶ ὅμως πρέπει νὰ σταματήσουμε, γιατί ἂν ἐπεκταθοῦμε πιὸ πολὺ σὲ πρό- σωπα καὶ σὲ γεγονότα, σχετικὰ μὲ τὴ συμβολὴ τῆς Ἐκκλησίας στὸν ἀγώνα τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους, δὲν θὰ μᾶς φτά- σουν, ὅπως εἴπαμε καὶ στὴν ἀρχή, τόμοι ὁλόκληροι. Πιστεύουμε ὅμως ὅτι ὅσα δειγματικὰ ἀναφέραμε εἶναι ἱκανὰ νὰ πείσουν κάθε ἀντικειμενικὸ κριτή, σχετικὰ μὲ τὸν πρῶτο ρόλο τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴ μακραίωνη τούρκικη σκλαβιὰ καὶ κατὰ τὴν ἐθνεγερ- σία τοῦ '21. Θὰ 'ταν ὅμως παράλειψη κι ἐδῶ ἂν στὸ κεφάλαιο αὐτὸ δὲν ἀναφέραμε δύο ἀντι- προσωπευτικὲς γνῶμες Φιλελλήνων καὶ ξένων περιηγητῶν, ποὺ ἔχουν ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὴν ἀντικειμενικότητά τους. Ὁ Ἄγγλος Humphreys γράφει ὅτι «Ἀνά- μεσα στοὺς στρατιῶτες βρίσκονταν καὶ μεγάλος ἀριθμὸς παπάδων. Αὐτοὶ ἦταν οἱ πρωτεργάτες τοῦ ξεσηκωμοῦ». Ὁ Κορσικανὸς Πρόξενος τῆς Ὀλλανδί-

ἐπίκαιρα

ας στὴν Ἀθήνα Domenico Origone λέει πὼς «Οἱ Τοῦρκοι στὴν Ἀθήνα κάνουν τὰ πάντα γιὰ νὰ συλλάβουν παπάδες, γιατί, ὅπως διαδίδεται, οἱ παπάδες εἶναι ἀρχη- γοὶ τῶν ἐπαναστατῶν. Ἀκόμα καὶ τὸ πιὸ καταπληκτικό: Τὸ βι- βλίο τῆς Γ’ Λυκείου τῆς Τουρκίας γράφει:

«ὁ Πατριάρχης καὶ ὁ ἀνώτερος Κλῆρος τῶν Ρωμιῶν ἦταν ἐπικεφαλῆς τοῦ Ἔθνους τῶν Γραικῶν σ' αὐτὴ τὴν Ἐπανάσταση, μαζὶ μὲ τοὺς καλόγερους». Καὶ μία ἀνάλογη βεβαίωση ἀπὸ τὴ μα- κρυνὴ Ἀμερική, ἡ ὁποία παρὰ τὴν ἀπό- στασή της, βοήθησε τὸν ἀγώνα ὑλικὰ καὶ ἠθικά. Στὶς 16 Ἰουνίου 1821 ἡ ἐφημερίδα «Γκαζὲττ» τῆς Μασαχουσέτης πληρο- φοροῦσε τοὺς ἀναγνῶστες της ὅτι «

μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν

στὸ Μοριὰ ἔνοπλοι

ΚΛΗΡΟ ἐξεγέρθησαν ἐναντίον τῶν Τούρ- κων » Καὶ ἃς ξανατονιστεῖ ὅτι ἡ συμβολὴ τοῦ κλήρου στὸν ἀγώνα ἦταν βαθειὰ συνεί- δηση τοῦ γένους, ποὺ τὴν ἔκφραζε καὶ στὰ δημοτικά του τραγούδια.

Χαρὰ ποὺ τόχουν τὰ βουνὰ τὰ κάστρα περηφάνια, Γιατί γιορτάζει ἡ Παναγιὰ γιορτάζει κι ἡ Πατρίδα, Σὰν βλέπουν διάκους μὲ σπαθιὰ παπάδες μὲ τουφέκι, Σὰν βλέπουν καὶ τὸν Γερμανὸ τῆς Πάτρας τὸν Δεσπότη νὰ εὐλογάει τ' ἅρματα νὰ εὔχεται τοὺς λεβέντες.

Μιλοῦν τὰ γεγονότα ΕΚΚΛΗΣΙΑ -ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ - 21 ΤΙΜΟΘΕΟΥ Κ. ΚΑΛΙΦΗ Α' ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΝΩΣΕΩΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

- 21 ΤΙΜΟΘΕΟΥ Κ. ΚΑΛΙΦΗ Α' ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΝΩΣΕΩΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ 3

ἐνοριακά

Ἡ Ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ

Γ. Ν. Φίλιας, Ἀπὸ Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, Ἔκδ. ΓΡΗΓΟΡΗ, Ἀθήνα 2002

1. Ἡ δημιουργία τῆς ἑορτῆς Ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στὶς 25 Μαρτίου εἶναι ἡ μόνη θεομητορική, τὰ γεγονότα τῆς ὁποίας μαρτυροῦνται ἀπὸ βιβλικὸ κείμενο, τὸ Λκ. A', 26-38 (1), συγχρόνως δὲ ἀπὸ τὴν ἀπόκρυφη πηγὴ τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου (2). Δύο παραμέτρους τῆς ἑορτῆς θὰ προσπαθήσουμε ἀρχικῶς νὰ διερευνήσουμε:

τὴν ἐποχὴ συστάσεώς της καὶ τὴν αἰτία κα- θορισμοῦ της στὶς 25 Μαρτίου.

(i) Ἡ ἐποχὴ συστάσεως Ὁ Εὐαγγελισμὸς (3) ἀποτελεῖ τὸ σωτηριῶδες γεγονὸς τῆς ἀναγγελίας καὶ συλλήψεως τοῦ Κυρίου. Εἶναι σφάλμα νὰ ταυτίζουμε τὸ γε- γονὸς αὐτὸ μὲ τὴν ἑορτή. Ἡ διήγηση τοῦ κατὰ Λουκᾶν εἶναι παροῦσα στὰ ἀρχαιότερα Σύμβο- λα τῆς πίστεως (ἤδη ἀπὸ τὸ 2ο αἰ.), καθὼς καὶ στὶς παλαιοχριστιανικὲς παραδόσεις, σὲ ἐποχὴ ὅμως κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑφίσταται ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (4). Ἀποτελεῖ, ἄλλωστε, κανόνα τῆς ἱστορίας τῶν ἑορτῶν ἡ ὕπαρξη ἑνὸς ἱεροῦ γεγονότος στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας χωρὶς νὰ συνοδεύεται ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὴν ἐορτολογικὴ θεσμοθέτηση. Σύνηθες, ἐπίσης, φαινόμενο στὴν ἑορτολογία ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς προελεύσεως μιᾶς ἑορτῆς ἀπὸ τὴν ὕπαρξη ναοῦ σχετικοῦ μὲ τὰ γεγονότα τῆς ἑορτῆς. Γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἁγ. Ἑλένη εἶχε ἀνεγείρει βασιλικὴ στὴ Ναζαρέτ, ἐκεῖ ὅπου κατὰ τὴν παράδοση βρισκόταν ὁ οἶκος στὸν ὁποῖο πραγματοποιήθηκε ὁ Εὐαγγελισμὸς (5). Εἶναι προφανὲς ὅτι περὶ τὸ ναὸ αὐτὸ θὰ εἶχε διαμορφωθεῖ κάποια τιμὴ πρὸς τὴ Θεοτόκο καὶ τὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ ὁποία ὅμως δὲ θὰ συνιστοῦσε θεσμοθετημένη ἡμερολογι- ακῶς ἑορτή, ὁπωσδήποτε δὲ ἡ ὕπαρξή της θὰ ἑξαντλεῖτο στὰ ὅρια τῆς πόλεως. Ἂν ὄχι γιὰ τὸν συγκεκριμένο τόπο, φαίνεται πάντως ὅτι στὴ Ναζαρὲτ ὑφίστατο τιμὴ τῆς Θεοτόκου, ὅπως ἀπέδειξαν οἱ ἀνασκαφὲς στὰ θεμέλια τῆς βυζαντινῆς βασιλικῆς, ὅπου ἀνακαλύφθη- κε στήλη ἐπὶ τῆς ὁποίας ἤσαν χαραγμένες οἱ λέξεις «χαῖρε Μαρία» (6). Ἐφόσον οἱ ἐξελίξεις αὐτὲς ἐπισυμβαίνουν διαρκοῦντος τοῦ 4ου αἰ., τὸ ἐνδιαφέρον μας στρέφεται πρὸς τὴ μοναδικὴ πηγὴ τοῦ τέ- λους τοῦ 4ου αἰ., στὴν ὁποία καταγράφονται ἑορτὲς τῶν Ἱεροσολύμων καί, εὐρύτερον, τῆς χριστιανικῆς Παλαιστίνης: τὸ «Ὁδοιπορικό τῆς Αἰθερίας».Ἡ προσκυνήτρια Αἰθερία καταγράφει ἀναλυτικότατα ἑορτὲς καὶ ἀκο- λουθίες. Ἐὰν ἡ περὶ τὴ βασιλική της Να- ζαρὲτ τιμὴ τῆς Θεοτόκου εἶχε θεσμοθετηθεῖ ἡμερολογιακῶς, ἡ Αἰθερία θὰ ἀναφερόταν ὁπωσδήποτε. Ὅπως, ὅμως, προαναφέρθηκε στὰ πλαίσια μελέτης προηγούμενων θεομητο- ρικῶν ἑορτῶν, ἀπὸ τὴ διήγηση τῆς Αἰθερίας ἐλλείπει τὸ τμῆμα τῆς πρὸ τῶν Χριστου- γέννων περιόδου. Θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχει κατὰ τὸ ἐν λόγω τμῆμα κάποια ἑορτὴ τιμῆς τῆς συλλήψεως τοῦ Κυρίου; Σὲ παρόμοια ὑποψία μᾶς εἰσάγει ὁ Θεόδωρος Πέτρας, ὁ ὁποῖος βιογραφώντας περὶ τὸ 530 Θεοδόσιο τὸν Κοινοβιάρχη ἀναφέρει ὅτι, κατὰ περίο- δον, ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ, τῆς Θεοτόκου μνή- μην ἐπιτελοῦμεν (7), ἀναφερόμενος ἐμμέσως σὲ Κυριακὴ πρὸ τῶν Χριστουγέννων( 8). Ἡ

μαρτυρία αὐτὴ ὁδήγησε κάποιους νὰ ὑπο- στηρίξουν -ὄχι χωρὶς ἐρείσματα- ὅτι ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὡς τιμὴ τοῦ γεγονότος τῆς συλλήψεως τοῦ Χριστοῦ, ἦταν συνυφασμένη μὲ τὴ Γέννησή του, προφανῶς δὲ ἡ ἀπὸ τοῦ 4ου αἰ. καὶ ἐκ τῆς βασιλικῆς τῆς Ναζαρὲτ προελθοῦσα τιμὴ τῆς Θεοτόκου θὰ πρέπει νὰ συνυφαίνεται μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέν- νων (9), χωρὶς ὅμως νὰ γνωρίζουμε τὴν ἀκριβῆ ἐπιτέλεσή της (ἐὰν δηλαδὴ ἐτελεῖτο πρὸ ἢ μετὰ τὰ Χριστούγεννα). Μελετώντας τὶς ἑορτὲς στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιοχείας μετὰ τὸν 4ο αἰ., ὁ A. Baumstark ἀποδεικνύει ὅτι ἐκεῖ ὑφίστατο ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ πρὸ τῶν Χριστουγέννων (10). Ἡ Ἀντιόχεια ἐδέχε- το τὴν ἄμεση ἐπίδραση ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα ὡς πρὸς τὴ Λατρεία. Θὰ ἦταν, ἑπομένως, ἀπολύτως νόμιμο νὰ συμπεράνουμε ὅτι ὁ πα- λαιότερος ἑορτασμὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὸ περιβάλλον τῆς Παλαιστίνης τοποθετεῖται κατὰ τὴν πρὸ τῶν Χριστουγέννων περίοδο. Ὁ Μ. Jugie ἀπέδειξε ὅτι τὸ ἴδιο ἴσχυε στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ. στὴν Κωνσταντινούπολη (11), ἐνῶ τὸ ἴδιο διαπιστώνουμε σὲ μεταγε- νέστερα ἑορτολόγια τῆς Δύσεως (ὅπως τὸ Μοζαραβικὸ καὶ τὸ Ἀμβροσιανό), σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ το- ποθετεῖται στὶς 18 Δεκεμβρίου (12). Περὶ τοῦ θέματος ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγ- γελισμοῦ κατὰ τὴν πρὸ τῶν Χριστουγέννων περίοδο θὰ πρέπει νὰ ἀξιολογηθοῦν δύο ἀπὸ τὶς ἀρχαιότερες θεομητορικὲς Ὁμιλίες ἐκκλη- σιαστικῶν συγγραφέων, ἀμφότερες τοῦ 5ου αἰ.: πρόκειται περὶ τῆς Ὁμιλίας «Εἰς τὴν ἁγί- αν Μαρίαν τὴν Θεοτόκον» τοῦ ἱεροσολυμίτη πρεσβυτέρου Χρυσίππου (13) (+πρῶτο ἥμισυ 5ου αἰ.) καθὼς καὶ περὶ τῆς ἀντιστοίχου «Εἰς τὴν ἁγίαν Μαρίαν τὴν Θεοτόκον καὶ εἰς τὴν ἁγίαν του Χριστοῦ Γέννησιν» τοῦ Θεοδότου Ἀγκύρας (+438-446) (14) ἐν λόγω Θεοδοτὸς ὑπῆρξε ἐξέχον μέλος τῆς Γ' Οἰκουμενικῆς Συνό- δου (15), ἑπομένως ἐκ τῶν Πατέρων οἱ ὁποῖοι ἀγωνίσθηκαν γιὰ τὴν περὶ Θεοτόκου ὀρθόδοξη διδασκαλία. Στὴν Ὁμιλία του μᾶς προϊδεάζει ἤδη ἀπὸ τὸν τίτλο περὶ συνάφειας κάποιων γεγονότων περὶ τὴν «ἁγία Μαρία» (ἐπεξηγεῖ σαφῶς ὅτι πρόκειται περὶ τῶν γεγονότων τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (16) καὶ τοῦ γεγονότος τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Χωρίς, ἑπομένως, νὰ παρέχει πληροφορίες γιὰ ἰδιαίτερη ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὑποδηλώνει ὅτι τὰ δύο γεγονό- τα (Εὐαγγελισμὸς καὶ Χριστούγεννα) ἑορτάζο- νταν μὲ χρονικὴ ἐγγύτητα. Ἀλλὰ καὶ ὁ Χρύσιππος συνδέει τὸν ἑορ- τασμὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μὲ τὰ Χριστούγεν- να, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὡς τὸν κατάλληλο χρόνο συνάφειας μὲ τὰ γεγονότα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (17). Μαζὶ μὲ τὸ Θεοδοτὸ Ἀγκύρας ἀπηχοῦν τὴν παλαιὰ παράδοση περὶ ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ σὲ συνάφεια μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου. Ἡ σύλληψη τοῦ Χρι- στοῦ (Εὐαγγελισμὸς) καὶ Ἡ Γέννησή του εὑρίσκοντο στὸ σύνδεσμο δύο ἀλληλοδιαδόχων γεγονότων. Καὶ ἐνῶ ἡ λογικὴ θὰ ἐτοποθετοῦσε τὴ σύλληψη ἐννέα μῆνες πρὸ τῆς Γεννήσεως, αὐτὸ φαίνεται ὅτι δὲν ἴσχυσε κατὰ τὰ πρῶτα στάδια ἐπιτελέσεως τῆς ἑορτῆς, ἀλλὰ ἀπετέλεσε μεταγενέστερη

ἑορτολογικῆ παράμετρο. Τὰ συμπεράσματα περὶ ἑνὸς ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κατὰ τὴν πρὸ τῶν Χριστουγέν- νων περίοδο διαρκοῦντος τοῦ 4ου καὶ 5ου αἰ. ἀμφισβήτησε ὁ Dom Cabrol. Παρατηρώντας τὴν ἀναφορὰ τοῦ «Ὁδοιπορικοῦ της Αἰθερί- ας» (τέλη 4ου αἰ.) σὲ τέλεση Λειτουργίας στὴ Βηθλεὲμ -καὶ συγκεκριμένως στὸ σπήλαιο τῆς Γεννήσεως- κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Ἀναλήψε- ως, διετύπωσε τὴν ἄποψη ὅτι πρόκειται περὶ συνεορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, μὴ μαρτυ- ρούμενου κατὰ τρόπο ἄμεσο ὑπὸ τῆς Αἰθερί- ας (18). Τὸ συμπέρασμα τοῦ Cabrol στερεῖται τεκμηριώσεως, πολὺ περισσότερο ἐφόσον ἡ Αἰθερία δὲν συνηθίζει νὰ ἀποκρύπτει ἑορτὲς καὶ ἀκολουθίες οἱ ὁποῖες ὑφίσταντο. Που- θενά, ἄλλωστε, κατὰ τοὺς 4ο καὶ 5ο αἰ. δὲν μαρτυρεῖται ἑορτασμὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τὴν περίοδο τῆς ἀνοίξεως (περίπου τότε τοποθε- τεῖται ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως), παρὰ μόνο στὴν ἑορτολογικὴ παράδοση τῆς Ἀρμενικῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ὀνομάζεται «Ἀβεδοὺκ» καὶ τελεῖται στὶς 7 Ἀπριλίου, ἐννέα μῆνες δηλαδὴ πρὸ τῶν Θεοφανίων (ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν ἀρμενικὴ παράδοση) (19). Μικρὴ σύνοψη ὅλων τῶν παραπάνω: μετὰ τὴν ἀνέγερση ναοῦ στὴ Ναζαρὲτ ἀπὸ τὴν ἁγ.Ἑλένη ἐνεργοποιεῖται ἡ τιμὴ τοῦ γεγονό- τος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ ὑπάρ- χει ἀκόμα συγκεκριμένος κατ' ἔτος ἑορτασμός. Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἱ. ὑπάρχουν ἐνδείξεις ὅτι παρόμοιος ἑορτασμὸς συνδυάζεται μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, χωρὶς ὅμως πάλι νὰ γίνεται λόγος «expressis verbis» περὶ ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ὁ 51ος κανόνας τῆς συνό- δου τῆς Λαοδικείας (4ος αἰ.) ἀπαγορεύει τὴν κατὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ τέλεση θείας Λειτουργίας σὲ ἡμέρες ἑορτῶν, ἐκτὸς Σαββάτου καὶ Κυριακῆς (20). Στὶς ἑορτὲς αὐτές, ὅμως, δὲν γίνεται μνεία τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, γεγονὸς εὐνόητο περὶ τοῦ 4ου αἰ. Σὲ ἀναλόγου περιε- χομένου, ὅμως, κανόνα, τὸν 52ο τῆς ἐν Τρούλ- λω (692) καθορίζεται ὅτι «κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ δὲν τελεῖται Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων» (21). Στὸ χρονικὸ διάστημα μεταξύ τῶν δύο Συ- νόδων (Λαοδικείας καὶ ἐν Τρούλλῳ) θεσμο- θετεῖται ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἐφόσον τὸν 4ο αἰ. δὲν ἀναφέρεται κατὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἐνῶ τὸν 7ο αἰ. ὑφίσταται. Ἡ ἑορτή, ἑπομένως, εἶναι μεταγενέστερή του 4ου αἰ., γι’αὐτὸ καὶ θεωροῦνται ὡς μὴ γνήσιες οἱ περὶ Εὐαγγελισμοῦ Ὁμιλίες προγενεστέρων συγγραφέων, ὅπως Γρηγορίου τοῦ Θαυματουρ- γοῦ (3ος αἰ.) καὶ Μ. Ἀθανασίου (4ος αἰ.) (22). Πόσο περισσότερο συγκεκριμένοι μποροῦμε νὰ γίνουμε ὡς πρὸς τὴν ἐποχὴ τῆς θεσμοθε- τήσεως; Θὰ θέλαμε νὰ συμμεριστοῦμε τὴ βεβαιότητα τοῦ Β. Στεφανίδη ὅταν γράφει ὅτι, «ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἀπαντᾶ κατὰ τὴν 6η ἑκατο- νταετηρίδα στὴν Ἀνατολή, ἱδρυθεῖσα πιθανῶς ἐν Μικρὰ Ἀσία, σύμφωνα μὲ τὸ σχετικὸ ἐγκώ- μιο τοῦ Ἀβραὰμ Ἐφέσου» (23). Ὁ Ἀβράμιος Ἐφέσου γράφει περὶ τὸ 530-550, ἀφήνοντας νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι πρὸ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει κάποιος

συγγραφέας περὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (24). Ὁ Ἀβράμιος,

συγγραφέας περὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (24). Ὁ Ἀβράμιος, ὅμως, ἔζησε στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου καὶ ἐξεφώνησε τὴ σχετικὴ Ὁμιλία του στὸν Εὐαγγελισμὸ (θὰ ἀποτελέσει παρακάτω ἀντικείμενο μελέτης). Ἡ μαρτυρία του εἶναι ἀπὸ τὶς πρῶτες περὶ τῆς ἑορτῆς (25), χωρὶς ὅμως νὰ ἀποδεικνύεται ὅτι «ἱδρύθηκε ἀπὸ αὐτόν», κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Β. Στεφανίδη. Ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει συγκεκριμένο ἱδρυτὴ σὲ συγκεκριμένη χρονικὴ στιγμή, ἐφόσον κατὰ τὰ φαινόμενα ὑπῆρξε ἀποτέλεσμα «ἱστορικῶν διεργασιῶν». Ὁ Ἀβρά- μιος Ἐφέσου, ἄλλωστε, ἀναφέρεται σὲ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἀλλὰ ὄχι σὲ συγκεκριμένη ἡμερομηνία. Μήπως, ἑπομένως, ἀπηχεῖ ἀκόμα τὴν παράδοση τοῦ 5ου αἰ. περὶ ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ πρὸ τῆς περιόδου τῶν Χρι- στουγέννων; Ἡ σαφὴς μαρτυρία -καὶ συγχρόνως ἡ πρώτη χρονολογικῶς- περὶ ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγε- λισμοῦ τὴν 25η Μαρτίου παρέχεται ἀπὸ τὸ «Πασχάλιο χρονικὸ» (624), στὸ ὁποῖο παρέχε- ται ἡ πληροφορία ὅτι ἡ ἑορτὴ «συνεστήθη τὴν 25η Μαρτίου ὑπὸ τῶν ἁγίων Πατέρων» (26). Εἶναι ἀδύνατον νὰ καθορισθεῖ ἐπακριβῶς τὸ ποιοὶ εἶναι οἱ μνημονευόμενοι «ἅγιοι Πατέρες». Προφανῶς ἡ ἀναφορὰ δὲν γίνεται σὲ Πατέρες κάποιας Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Γι' αὐτὸ εἶναι ὀρθότερη ἡ παρατήρηση τοῦ Δ. Μωραΐτη -σὲ σχέση μὲ τὴν τοῦ Β. Στεφανίδη- ὅτι ὑπῆρξε σταδιακὴ διαμόρφωση τῆς ἑορτῆς ἀπὸ τὰ μέσα του 5ου αἰ. (27), γεγονὸς τὸ ὁποῖο δικαιολογεῖ τὴ μαρτυρία τοῦ «Χρονικοῦ» περὶ συστάσεως τῆς ἑορτῆς ἀπὸ ποικίλους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες. Ἐὰν στὰ δεδομένα αὐτὰ προσθέσουμε τὴν παρατήρηση τοῦ Καλογήρου, ὅτι «ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ σχετίζεται μὲ τὴν ἐκ τοῦ περιεχομένου αὐτῆς προέλευση τοῦ Ἀκάθι- στου Ὕμνου, διὰ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ σχετικοῦ κοντακίου τοῦ Ρωμανοῦ Μελωδοῦ» (28), θέση τὴν ὁποία ἐπιβεβαιώνει ἡ ἐξειδικευμένη μελέτη τοῦ Fletcher (29), θὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε τὴν θεσμοθέτηση τῆς ἑορτῆς κατὰ τὴν 25η Μαρ- τίου στὸ μεταίχμιο 6ου-7ου αἱ.

(ii) Ἡ ἡμερομηνία τῆς 25ης Μαρτίου Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι, ὅταν ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐμφανίζεται στὴ Ρώμη περὶ τὸν 7ο αἰ. (30), λαμβάνει τὸν τίτλο «Annunciatio Domini» («ἀναγγελία τοῦ Κυρίου») (31). Ὁ τίτ- λος αὐτὸς εἶναι ἐνδεικτικός του περιεχομένου τῆς ἑορτῆς, ὅτι δηλαδὴ ἑορτάζεται ἡ σύλληψη τοῦ Κυρίου, ἡ ἀναγγελία τῆς μετὰ ἐννεάμηνο Γεννήσεώς του. Ἐπισημάναμε τὴν παραπάνω διάσταση δι- ότι ἀποτελεῖ τὴν αἰτία καθορισμοῦ τῆς 25ης Μαρτίου ὡς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγ- γελισμοῦ. Εὔλογο εἶναι, ἑπομένως, ἕνα πρῶτο συμπέρασμα ὅτι, μετὰ τὸν κατὰ τὰ τέλη τοῦ

4ου αἰ. καθορισμὸ τῶν Χριστουγέννων τὴν 25η Δεκεμβρίου ὑπολογίσθηκε ἡ κατὰ ἐννέα μῆνες ἐνωρίτερον σύλληψις τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ ὁ Εὐαγγελισμός. Οὐδόλως, ἑπομένως, ἐκπλησσό- μαστε ἀπὸ τὴν μαρτυρία τοῦ Αὐγουστίνου στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ. ὅτι ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Εὐαγγε- λισμοῦ ἐτελεῖτο στὶς 8 Ἀπριλίου τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου (25η Μαρτίου τοῦ Γρηγοριανοῦ) (32). Ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ὁ ἡμερολογιακὸς καθορισμὸς εἶχε ἀρχίσει νὰ παγιώνεται, ἐνῶ ἀκόμα δὲν εἶχε διαδοθεῖ ὁ ἑορτασμὸς (33). Φαίνεται ὅτι ὑφίστανται, τελικῶς, τρία στάδια διαμορφώσεως τῆς ἑορτῆς: ἡ παλαιοχριστια- νικὴ τιμὴ πρὸς τὴ Θεοτόκο καὶ τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς της (ἑπομένως καὶ πρὸς τὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἰδίως μετὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ στὴ Ναζαρὲτ ἀπὸ τὴν ἁγ. Ἑλένη), ὁ καθορισμὸς τῆς 25ης Μαρτίου ὡς ἡμέρας συλ- λήψεως τοῦ Κυρίου, ἐννέα μῆνες πρὸ τῆς κατὰ τὸν 4ο αἰ. καθορισθείσας στὶς 25 Δεκεμβρίου Γεννήσεως τοῦ Κυρίου καί, τέλος, ἡ ὁριστικὴ θεσμοθέτηση καὶ διάδοση τῆς ἑορτῆς στὰ τέλη τοῦ 6ου-ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰ. Μία ἄλλη ἑρμηνευτική τῆς 25ης Μαρτίου παράδοση εἶναι τὸ θέμα τῆς συλλήψεως τοῦ Προδρόμου. Ὁ πατέρας τοῦ Προδρόμου, ὁ Ζα- χαρίας, εἰσῆλθε στὰ ἅγια τῶν ἁγίων κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς σκηνοπηγίας. Ἦταν τότε ἡ μοναδικὴ περίσταση εἰσόδου στὰ ἄδυτα τοῦ ναοῦ, τοῦτο δὲ συνέβαινε κατὰ μήνα Ὀκτώβριο. Ἐφόσον, ἑπομένως, ἡ σύλληψη τοῦ Προδρόμου ἐπισυμ- βαίνει κατὰ μήνα Ὀκτώβριο, ὁ δὲ Πρόδρομος εἶναι ἕξι μῆνες μεγαλύτερος τοῦ Χριστοῦ, τὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τοποθετεῖται κατὰ μήνα Μάρτιο (34). Ὁ Ἀβράμιος Ἐφέσου (6ος αἰ.) σημειώνει ὅτι, κατὰ τὰ τέλη τοῦ Σεπτεμ- βρίου πραγματοποιεῖτο στὸ ναὸ τῶν Ἱεροσο- λύμων «ἐναλλαγὴ ἐφημερίας», γιὰ τὸν λόγο δὲ αὐτὸ ὁ Ζαχαρίας εὑρίσκετο στὰ ἅγια τῶν ἁγίων. Ὁ Ἀβράμιος σχολιάζει τὴ φράση τοῦ ἀγγέλου πρὸς τὴ Θεοτόκο κατὰ τὸν Εὐαγγε- λισμὸ «Καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτὴ τὴ καλούμενη στείρα» (ἀφορᾶ στὴν Ἐλισάβετ), καταλήγοντας: «Ἀρίθμησαν οὒν φιλομαθέστατε, ἐκ τοῦ ὀκτωβρίου μηνὸς ἄχρι τοῦ Μαρτίου καὶ αὐτοῦ, καὶ εὐρήσεις τῶν ἐξ μηνῶν τὸν χρόνον συμπεραιούμενον» (35). Ἄς σημειωθοῦν δύο ἀκόμα ἑρμηνεῖες: (α) Σύμφωνα μὲ ἀπόκρυφη παράδοση, ὁ Κύριος ἀπέθανε τὴν 25η Μαρτίου, ἐπειδὴ δὲ ὑπῆρχε ἡ παράδοση περὶ «τελείου βίου» τοῦ Κυρίου (δηλαδὴ περὶ τοῦ ὅ,τι ἀπέθανε τὴν ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία συνελήφθη), καθορίσθηκε ἡ 25η Μαρτίου καὶ ὡς ἡμερομηνία τῆς συλλήψε- ως (36). (β) Κάποια ἄλλη ἀπόκρυφη παράδο- ση ἐθεωροῦσε τὴν 25η Μαρτίου ὡς τὴν πρώτη ἡμέρα τοῦ κόσμου. Συνέπεια τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἦταν ἡ θεώρηση τῆς συλλήψεως τοῦ Κυρίου ὡς συμπίπτουσα μὲ τὴν πρώτη αὐτὴ ἡμέρα ὁλόκληρης τῆς δημιουργίας (37). Στὰ τέλη τοῦ 6ου αἰ., ὁ Ἀναστάσιος Ἀντιοχείας σημειώνει ὅτι, ἡ περίοδος αὐτὴ τοῦ τέλους τοῦ Μαρτίου εἶναι χαρακτηριστική της ἀνα- γεννήσεως τῆς φύσεως, προσθέτει δὲ ὅτι κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν κόσμο. Γι' αὐτό, καταλήγει ὁ Ἀναστάσιος, ὁ Θεὸς συλλαμβάνεται στὴ μήτρα τῆς Θεοτόκου τὴν ἡμερομηνία αὐτή, ὡς δεύτερος Ἀδὰμ λαμ- βάνων σάρκα τὴν ἴδια ἐποχὴ μὲ τὸν πρῶτο Ἀδὰμ (38).

ἐνοριακά

2. Οἱ περὶ τῆς ἑορτῆς μαρτυρίες ἐκ τῶν πανηγυρικῶν ἢ ἐγκωμιαστικῶν Ὁμιλιῶν (i) Τὸ ἑορτολογικὸ περιεχόμενο τοῦ Εὐαγ- γελισμοῦ Ἡ βιβλικὴ διήγηση περὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (Λκ. 1, 26-38) καταγράφει τὰ γεγονότα μὲ τὴν ἀκόλουθη σειρά: (α) Ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ἐμφα- νίζεται στὴν Παρθένο Μαρία στὸν τόπο δια- μονῆς της ὡς ἀρραβωνιασμένης μὲ τὸν Ἰωσὴφ (στὴ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας), κατὰ τὸν ἕκτο μήνα ἐγκυμοσύνης τῆς Ἐλισάβετ, μητέρας τοῦ Προδρόμου, (β) Ὁ Γαβριὴλ ἀπευθύνει χαιρε- τισμὸ πρὸς τὴ Θεοτόκο, ἡ ὁποία ταράζεται καὶ προσπαθεῖ νὰ ἑρμηνεύσει τὴν αἰτία τοῦ χαιρετισμοῦ, (γ) Ὁ Γαβριὴλ ἀναγγέλλει τὰ τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, (δ) Στὴν ἀμφιβολία τῆς Παρθένου περὶ τῶν ἐξαγγελιῶν, ὁ Γαβριὴλ ἐπι- σημαίνει ὅτι ἡ ἑξαγγελόμενη σύλληψη τοῦ Κυ- ρίου θὰ πραγματοποιηθεῖ διὰ τῆς ἐπελεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πληροφορεῖ, ἐπίσης, τὴ Θεοτόκο περὶ τῆς ἐγκυμοσύνης τῆς συγγενοῦς τῆς Ἐλισάβετ, (ε) Ἡ Θεοτόκος συγκατατίθεται στὰ ἐξαγγελόμενα. Ἡ περὶ Εὐαγγελισμοῦ διήγηση τοῦ Πρωτευ- αγγελίου ἐμφανίζει ὁρισμένες παραλλαγὲς σὲ σχέση μὲ τὴ βιβλική: (α) Ἡ Θεοτόκος εὑρίσκε- ται ἐκτός της οἰκίας γιὰ νὰ ἀντλήσει ὕδωρ. Ἐκεῖ δέχεται τὸ χαιρετισμὸ τοῦ ἀγγέλου, τὸν ὁποῖο ὅμως δὲν βλέπει. Ἔντρομη ἀπὸ τὴν ἄγνωστη φωνή, ἐπιστρέφει στὴν οἰκία καὶ συ- νεχίζει τὸ ἐργόχειρό της. (β) Ὁ ἄγγελος ἐμφανί- ζεται, τὴν καθησυχάζει καὶ τῆς ἀναγγέλλει τὴ σύλληψη τοῦ Σωτῆρος. (γ) Στὴν ἀπορία τῆς Θεοτόκου περὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ἑξαγγελομένων (39), ὁ ἄγγελος ἀπαντᾶ ὅτι ὅλα θὰ πραγματοποιηθοῦν μὲ τὴν ἐπέλευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος. (δ) Ἡ Θεοτόκος συγκατατί- θεται στὶς ἐξαγγελίες. Ὁρισμένοι ἀπὸ τοὺς ἐγκωμιάζοντες τὸ γε- γονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐκκλησιαστικοὺς συγ- γραφεῖς διασώζουν τὴ λιτὴ διήγηση τόσον τοῦ κατὰ Λουκᾶν, ὅσον καὶ τοῦ «Πρωτευαγγελίου». Ὁ Βασίλειος Σελευκείας (+458) σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀρχαιότερα κείμενα περὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (40), καταγράφει τὰ γεγονότα τοῦ χαιρετισμοῦ τοῦ ἀγγέλου, τῆς ἀμφιβολίας τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ καθησυχασμοῦ της ἀπὸ τὸν ἄγγελο (41). Ἀπὸ τὴ βιβλικὴ διήγηση πα- ραλλάσσει μόνο ἡ ἐξαγγελία τῆς σαρκώσεως (42). Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὁ Ἀντιπατρὸς Βόστρων (+460) στὴν Ὁμιλία του «Εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Θεοτόκου» (43) παραθέτει μὲ πιστότητα τὴ διήγηση τοῦ Λουκᾶ, προσθέτοντας περὶ τῆς ταραχῆς τῆς Παρθένου ὅταν ἄκουσε τὸν ἄγγελο, ὅτι ἡ Παρθένος ταράχθηκε διότι δὲν εἶχε συνηθίσει νὰ δέχεται «ἀνδρικὸ ἀσπασμὸ» (44). Παρομοίως λιτὸς ὡς πρὸς τὴ διήγηση τῶν γεγονότων εἶναι ὁ Ἀναστάσιος Ἀντιοχείας στοὺς δύο Λόγους του «Εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς παναχράντου καὶ Θεοτόκου Μαρίας» (45). Ὡς πρὸς τὴ βιβλικὴ καὶ τὴν ἀπόκρυφη διή- γηση περὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ Ἀναστάσιος ἐπιφέρει μία σημαντικὴ προσθήκη: τονίζει ὅτι «ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου» ἐπισυμβαίνει κατὰ τὴ στιγμὴ τοῦ ἀσπασμοῦ τῆς Θεοτόκου ἀπὸ τὸν ἄγγελο(46). Ἡ ἐπισήμανση αὐτὴ θὰ ἐπα- ναληφθεῖ ἀπὸ μεταγενέστερους συγγραφεῖς. Σημαντικότερες εἶναι οἱ προσθῆκες στὴ βιβλικὴ διήγηση περὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, τὶς ὁποῖες ἐπιφέρει ἡ ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία ἀπὸ τοῦ 7ου αἰ., μὲ πρῶτο τὸν κατὰ τὴν ἐποχὴ

ἐνοριακά

ἐκείνη συγγράψαντα Ἠσύχιο Ἱεροσολύμων (47). Οἱ καινοτομίες τῆς διηγήσεως τοῦ Ἠσυ- χίου ἑστιάζονται στὸ διάλογο τῆς Θεοτόκου μὲ τὸν ἄγγελο: ἡ Παρθένος συγκλονίζεται ἀπὸ τὰ ἐξαγγελθέντα καὶ ἐγκαλεῖ τὸν ἄγγελο διότι εἰσῆλθε στὴν οἰκία «μεμνηστευμένης γυναικός», διερωτᾶται πῶς μπορεῖ νὰ τεκνοποιήσει χωρὶς ἄνδρα καὶ καταλήγει μὲ σαφῆ ἀμφισβήτηση (Πῶς πιστεύσω σοὶ πρὸς ἐμὲ κωμωδούντι;) (48). Πρόκειται περὶ σημαντικῆς προσθήκης, ἐφόσον στὰ λόγια τῆς Παρθένου ἐκφράζεται ἡ ἄποψή της ὅτι ὁ ἄγγελος τὴν ἐμπαίζει. Ἡ ἀμφισβήτησή της αὐτή, βεβαίως, ἐξαλείφεται στὴ συνέχεια καὶ μετὰ ἀπὸ τὶς διαβεβαιώσεις τοῦ ἀγγέλου περί, δράσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἤδη, ὅμως, οἱ διηγήσεις περὶ Εὐαγγελισμοῦ ἔχουν ἀρχίσει νὰ καινοτομοῦν ὡς πρὸς τὶς ἀντίστοιχες τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ τοῦ Πρω- τευαγγελίου. Ὁ Ἀνδρέας Κρήτης (+675) στὸ λόγο του «Εἰς τὸν εὐαγγελισμὸν τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου» (49) ἐμφανίζει τὸν ἄγγελο νὰ διερωτᾶται -πρὸ τῆς ἐξαγγελίας του στὴ Θεοτόκο- μὲ ποῖο τρόπο θὰ φέρει εἰς πέ- ρας τὴν ἀποστολὴ του (50). Ὁ προβληματισμὸς τοῦ ἀγγέλου ἔγκειται κυρίως στὸ περιεχόμενο τῆς ἐξαγγελίας, καθόσον καὶ ὁ ἴδιος θεωρεῖ ὡς δυσερμήνευτο μυστήριο τὴν ὑπὸ τῆς Παρ- θένου σύλληψη τοῦ Σωτῆρος. Οἱ καινοτομίες τῆς διηγήσεως τοῦ Ἀνδρέα συνεχίζονται μὲ τὴν παράθεση τῆς ἀπόψεως τῆς Θεοτόκου ὅταν δέχθηκε τὸ χαιρετισμὸ τοῦ ἀγγέλου: ἐθεώρησε τὸ φαινόμενο ὡς «κληδονισμὸ» (μαγεία) (51). Οἱ καινοτομίες τῆς ἐν λόγω διηγήσεως ὁλοκληρώ- νονται μὲ τὴν αὐστηρὴ ἀπάντηση τοῦ ἀγγέλου πρὸς τὴ Θεοτόκο (52) καὶ μὲ τὴν ἐπισήμανση ὅτι ἡ Παναγία δέχθηκε τὸ χαρμόσυνο ἄγγελ- μα «μᾶλλον τῷ τοῦ ἐνοικοῦντος φωτὶ διαυ- γασθεῖσα τὸν νοῦν» ὅτι, δηλαδή, ἡ ἀποδοχὴ τῶν λόγων τοῦ ἀγγέλου ὑπῆρξε συνέπεια τοῦ θείου φωτισμοῦ) (53). Οἱ καινοτομίες τῆς ἐκκλησιαστικῆς γραμμα- τείας ὡς πρὸς τὴν περὶ Εὐαγγελισμοῦ διήγηση σὲ σχέση μὲ τὴν ἀντίστοιχη βιβλικὴ καὶ ἀπό- κρυφη κορυφώνονται στὸ Λόγο τοῦ Γερμα- νοῦ Α' Κωνσταντινουπόλεως (+715) «Εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου» (54). Καταγράφουμε τὰ στάδια τῆς διηγήσεως τοῦ Γερμανοῦ, ὥστε νὰ ἀξιολογηθοῦν στὸ σύνολό τους: (α) Ὁ ἄγγελος διαμηνύει στὴ Θεοτόκο τὴν κύηση τοῦ Λυτρωτῆ, προτρέποντάς την νὰ «ὁπλισθεῖ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ» (δηλαδὴ νὰ λάβει δύναμη ἀπὸ τὸν ὑπ'αὐτῆς κυ- οφορούμενο) (55), (β) Ἡ Παρθένος, προφανῶς αἰφνιδιασμένη, τὸν παρακαλεῖ νὰ φύγει ἀπὸ τὸ δωμάτιό της καὶ τὴν πόλη της. (γ) Ὁ ἄγγελος ἀπαντᾶ ὅτι ὁ Θεὸς «κατὰ τὴν ἀρχαία βουλὴ του» θέλησε νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ κα- ταλήγει μὲ τὴν ἔκφραση τοῦ παραπόνου του (ΤΙ λοιπὸν τὸν ἐμὸν οὐ προσδέχη ἀσπασμὸν ἡ κεχαριτωμένη;) (56). (δ) Ἡ Θεοτόκος τοῦ ἁπαντὰ ὅτι φοβήθηκε μήπως τὴν πλανήσει μὲ τo «ἀξιογράφιστον κάλλος» του καὶ μὲ τὴν «τοῦ χαρακτῆρος αὐγηρὸν θεωρίαν» (57). (ε) Ὁ ἄγγελος ἀπαντᾶ ὅτι μᾶλλον ὁ ἴδιος ἔχει καταπλαγεῖ ἀπὸ τὸ «θεογράφιστον κάλλος» τῆς Παρθένου(58), (στ) Ἡ Θεοτόκος ἀπαντᾶ, μὲ τὴ σειρά της, ὅτι ἄκουσε «γλώσσαν ἣν οὐκ ἔγνω» καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκπλήσσεται ἡ ἴδια διότι, ἐνῶ εἶναι μνηστευμένη, συνομιλεῖ μὲ κάποιον ξένο(59), (ζ) Ὁ ἄγγελος τὴν προτρέπει νὰ δεχθεῖ «ἀγγελίας χαρὰν ἀξιάκουστον»: ὅτι τὸ «ἐξ αὐτῆς τεχθησόμενο» θὰ εἶναι «Υἱὸς τοῦ

Ὑψίστου» (60), (η) Ἡ Θεοτόκος συνεχίζει νὰ ἐκφράζει τὸ φόβο της ὅτι ὁ ἄγγελος προσπαθεῖ νὰ τὴν παραπλανήσει ὅπως κάποτε ὁ διάβολος τὴν Εὕα. Ἐρωτᾶ τὸν ἄγγελο πῶς ἀσπάζεται «κόρη τὴν ὁποία δὲν γνωρίζει ἐκ τῶν προτέ- ρων». Ὁ ἄγγελος ἀπαντᾶ ὅτι τὴν ἀσπάσθηκε ἐπειδὴ «εὐαγγελίζεται χαρᾶς εὐαγγέλια» καί, προσθέτει, ὅτι ἡ πορφύρα τὴν ὁποία ὕφαινε

ἡ Θεοτόκος κατὰ τὴ στιγμὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ «προμηνύει τὸ βασιλικό της ἀξίωμα» (61), (θ) Ἡ Θεοτόκος συνεχίζει νὰ ἀμφιβάλλει καὶ κατηγο- ρεῖ τὸν ἄγγελο ὅτι ἦλθε νὰ τῆς «ἐξουθενώσει τὸ παρθενικὸ ἀξίωμα» καὶ νὰ «λυπήσει τὸ μνη- στήρα της». Τότε ὁ ἄγγελος τὴν προτρέπει νὰ ἀπευθυνθεῖ στοὺς συγγενεῖς της, τὸ Ζαχαρία καὶ τὴν Ἐλισάβετ, ὥστε νὰ πληροφορηθεῖ κά- ποια πράγματα τὰ ὁποῖα θὰ τὴν διαφωτίσουν.

Ἡ Θεοτόκος ἐπιμένει ὅτι φοβᾶται τὴν κακὴ

φήμη τῆς «ἀταξίας», ἡ ὁποία θὰ πλήξει τὸ «εὐγενέστατο καὶ ἄμεπτο ζεῦγος» τῶν γονέων της Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννας» (62), (ι) Ὁ ἄγγελος τῆς ἀπαντά ὅτι θὰ ἀντιληφθεῖ τὰ πάντα ὅταν πραγματοποιηθοῦν τὰ ἐξαγγελόμενα. Ἡ Θεο- τόκος, ὅμως, ἐκφράζει καὶ πάλι τὴν ἀπορία της περὶ τοῦ πῶς θὰ ὑποδεχθεῖ στὴ μήτρα της τὸν «ἅγιον Ἰησοῦ» (63). (ια) Ὁ ἄγγελος τῆς ἁπαντὰ ὅτι τοῦτο θὰ πραγματοποιηθεῖ διότι ἡ ἴδια ἔχει ἤδη ἐπιλεγεῖ ὡς «βασιλικὴ καθέδρα»(64), (ιβ) Συνεχίζεται ἡ ἔνσταση τῆς Θεοτόκ ου: «Πῶς τὸ ὑπὲρ ἥλιον φῶς ἐκεῖνο καὶ ἀψηλάφητον ψηλαφίσει σὰρξ πηλίνη; Ἀμήχανα κηρύττεις, νεανίσκε, εὐαγγέλια. Ὁ ἄγγελος τὴν ἐπιτιμὰ γιὰ τὴ δυσπιστία της καὶ δηλώνει ὅτι

δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπλάνησε τὴν Εὕα (65) (ιγ) Ἡ Παρθένος δικαιολογεῖται ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τὸν «τοιοῦτον εὐαγγελισμὸν» ἐπειδὴ φοβεῖται τὴν «πολυσχημάτιστον ὄψιν» τοῦ ἀγγέλου καὶ δυσπιστεῖ πρὸς τὰ «πολυθαύ- μαστα ρήματα». Ὁ ἄγγελος, ὅμως, τῆς ἁπαντὰ ὅτι γιὰ τὰ «ρήματα» αὐτὰ θὰ μακαρίζεται ἀπὸ ὁλόκληρη τὴ γῆ. Ἡ Θεοτόκος διερωτᾶται πῶς θὰ πραγματοποιηθοῦν ὅλα τά ἐξαγγελόμενα ἐφόσον τυγχάνει «παρθένος ἀθαλάμευτος» (66). (ιδ) Ὁ ἄγγελος ἀνακοινώνει τὴ γέννηση τοῦ Ἰωάννη ἀπὸ τὴ συγγενῆ τῆς Παρθένου, τὴν Ἐλισάβετ, ἡ ὁποία εὑρίσκεται σὲ ἡλικία

γήρατος. Ἡ Θεοτόκος διερωτᾶται καὶ πάλι ἐὰν πρόκειται περὶ ἀγγέλου ἢ περὶ ἀνθρώπου, ὁ δὲ ἄγγελος τῆς ἀποκαλύπτει ὅτι εἶναι ὁ Γαβριὴλ καὶ ὅτι τὸν ἔχει ξαναδεῖ στὰ ἅγια τῶν ἁγίων τοῦ ναοῦ, ὅταν τῆς ἔφερνε τροφὴ (67). (ιε)

Ἡ Θεοτόκος καὶ πάλι ἐνίσταται: δὲν μπορεῖ

«κατὰ μόνας» νὰ συνομιλεῖ μὲ κάποιον ἄγνωστο ἐφόσον ἔχει μνηστήρα «σώφρονα» καὶ «ἅγιο». Τότε ὁ ἄγγελος ἀνακοινώνει ὅτι ἡ Παρθένος θὰ

γεννήσει τὸν «Βασιλέα τῶν Βασιλέων»(68). (ιστ)

Ἡ Παρθένος ἀρχίζει νὰ ἀποδέχεται τὴν ἀλήθεια

τῶν ἑξαγγελομένων, ἐκφράζει ὅμως τὸ φόβο ὅτι θὰ κριθεῖ «ἔκδοτος» ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ(69), (ιζ) Ὁ ἄγγελος διακηρύσσει τὸ σεβασμό του πρὸς τὴ

Θεοτόκο ὡς μέλλουσα μητέρα τοῦ Κυρίου. Ἡ Θεοτόκος, ὅμως, συνεχίζει νὰ ἀντιτείνει ὅτι ὁ ἄγγελος τὴν πλησίασε ὡς «παιδίσκη» καὶ ὄχι ὡς βασίλισσα. Τότε ὁ ἄγγελος ἀνακοινώνει τὸ

ἐπιτελεσθὲν θαῦμα: «τὴν ὥρα κατὰ τὴν ὁποία ὁμιλοῦσες», «ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης ἐνώκησε ἐν τῇ σὴ βασιλίδι» (70) (ιη) Ἐδῶ τίθεται ὑπὸ τοῦ Γερμανοῦ ἡ βιβλικὴ στιχομυθία (Πῶς ἐσται μοὶ

τοῦτο

(71). (ιθ)

Ὁ ἄγγελος τὴν προτρέπει νὰ ἀποβάλει «τὴν ἄπιστο γνώμη» καὶ ἐπαναλαμβάνει ὅτι, ἤδη κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ διαλόγου των ἡ «κοιλία τῆς βαστάζει ὄγκο». Ἡ Θεοτόκος ἐκφράζει φόβο

περὶ ἑνὸς «καρποῦ ἐκ ρίζης ἀλλοτρίας» ἀπὸ

/Πνεῦμα

ἅγιον ἐπελεύσεται

)

αὐτὸν τοῦ Δαβίδ, ἀπὸ ὅπου κατάγεται (72), (κ) Ὁ ἄγγελος τὴν διαβεβαιώνει ὅτι θὰ γεννήσει τὸ σωτήρα τοῦ κόσμου. Ἡ Θεοτόκος ἀπαντᾶ ὅτι τὰ εὐαγγελιζόμενα εἶναι παράδοξα ἀκόμα

καὶ γιὰ τοὺς ἴδιους τους ἀγγέλους (73) (κα) Ὁ ἄγγελος διακηρύσσει ὅτι ὅλα θὰ ἐπιτελεστοῦν «οὐκ ἐκ θελήματος σαρκός, ἀλλ' ἐκ θελήμα- τος Θεοῦ». Ἡ Παρθένος διερωτᾶται περὶ τοῦ ποιὸς θὰ πληροφορήσει περὶ ὅλων αὐτῶν τὸν Ἰωσήφ. Ὁ ἄγγελος δὲν ἀπαντᾶ στὸ ἐρώτημα, ἀλλὰ συνεχίζει τὸ μακαρισμὸ τῆς Θεοτόκου (74), (κβ) Ἡ Θεοτόκος συνεχίζει νὰ διερωτᾶται: «Πῶς Χριστόν, τὸ φῶς τοῦ κόσμου ἐναγκαλίσομαι»; Ὁ ἄγγελος συνεχίζει τοὺς μακαρισμούς του, ἐνῶ ἐκείνη φοβᾶται τὴν ἀντίδραση τοῦ Ἰωσὴφ καὶ σκέπτεται νὰ καταφύγει στὸν οἶκο τοῦ συγγενοῦς της Ζαχαρία (75), (κγ) Ὁ ἄγγελος συ- νεχίζει τοὺς μακαρισμοὺς χωρὶς νὰ ἀπαντᾶ στὴ Θεοτόκο. Ἐκείνη φαίνεται φοβισμένη ἐνώπιον τῶων γεγονότων: «Καὶ παρθένος λοιπὸν τυγ- χάνουσα, πῶς ἐγὼ μήτηρ ἀκούσω τοῦ παιδός μου»; Ὁ ἄγγελος τότε ἀπαντᾶ ὅτι «ὁ Ὕψιστος δὲν βρῆκε ἄλλη γιὰ μητέρα» (76), (κδ) Ἡ Θεο- τόκος, τότε, μακαρίζει τὸ Θεό, ἐνῶ ὁ ἄγγελος τὴν ἐξυμνεῖ ἐκ νέου. Ὁ διάλογος κατακλείεται μὲ τὴ γνωστὴ φράση ἐκ τῆς βιβλικῆς διηγήσεως

(Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου

Ἕνα πρῶτο ἀξιοσημείωτο θέμα στὴ διήγηση τοῦ Γερμανοῦ εἶναι ἡ ἀμφιβολία τῆς Θεοτόκου ἀπέναντι τόσο στὴν παρουσία τοῦ ἀγγέλου, ὅσο καὶ στὰ ὑπ' αὐτοῦ ἐξαγγελόμενα. Ἡ Παρ- θένος, μάλιστα, ὑποπτεύεται τὸν ἄγγελο γιὰ τὰ χειρότερα: ὅτι ἦλθε νὰ ἀπειλήσει τὴν παρθενία της ἢ νὰ τὴν πλανήσει ὅπως τὴν Εὕα (τὸν θε- ωρεῖ δηλαδὴ ὡς δαίμονα, ἂν καὶ θαυμάζει τὸ «ἀξιογράφιστο κάλλος» τοῦ προσώπου του). Ἡ καχυποψία τῆς Παρθένου σχετίζεται καὶ μὲ τὰ ἐξαγγελθέντα, τὰ ὁποῖα ἡ Θεοτόκος χαρα- κτηρίζει «ἀνερμήνευτη γλώσσα». Ὁ φόβος τῆς Παρθένου ἐκφράζεται σχεδὸν καθ' ὅλη τὴ διάρ- κεια τοῦ διαλόγου της μὲ τὸν ἄγγελο: φοβεῖται ὅτι τὸ ἐπιφαινόμενο σκάνδαλο θὰ ἀμαυρώσει τὴν καλὴ φήμη τῶν γονέων της, διερωτᾶται ποὺ θὰ καταφύγει ὅταν θὰ γνωστοποιηθεῖ ἡ κύησή της καὶ δὲν μετριάζει τὴν ἀμφιβολία της οὔτε ὅταν ὁ Γαβριὴλ τῆς ὑπενθυμίζει τὴν παλαιότερη «γνωριμία» τους κατὰ τὴν παρα- μονὴ τῆς Θεοτόκου στὰ ἅγια τῶν ἁγίων τοῦ ναοῦ. Στοὺς φόβους αὐτοὺς ὁ ἄγγελος ἀπαντᾶ διὰ τῶν ἐξαγγελιῶν περὶ τῆς σαρκώσεως τοῦ Σωτῆρος ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐξυμνήσεως τοῦ προσώπου τῆς Θεοτόκου (εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι αὐτὴ ἡ ἐξύμνηση ἀποτελεῖ -σὲ κάποιες περιπτώσεις- τὴν ἀπάντηση τοῦ ἀγγέλου στὰ ἀγωνιώδη ἐρωτήματα τῆς Θεοτόκου). Ἐκ τοῦ ὑπὸ τοῦ Γερμανοῦ καταγραφομένου διαλόγου τῆς Θεοτόκου μὲ τὸν ἄγγελο πρέπει νὰ ἐξαρθοῦν δύο ἀκόμα καινοτομίες σὲ σχέση μὲ τὴν προηγούμενη ἐκκλησιαστικὴ γραμμα- τεία: ὁ τονισμὸς τῆς πραγματοποιήσεως τῆς σαρκώσεως κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ διαλόγου καὶ ἡ διακήρυξη τοῦ ἀγγέλου ὅτι ὁ «Ὕψιστος» δὲν βρῆκε ἄλλη ἀξιότερη γιὰ μητέρα του ἀπὸ τὴ Μαρία. Ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα ἐγείρουν τὸ ἐρώτημα περὶ τῶν πηγῶν τῆς διηγήσεως τοῦ Γερμανοῦ. Ποιὰ εἶναι ἡ (ἄγνωστη) παράδοση, τὴν ὁποία ἐπεξεργάζεται; Διότι, ἀκόμα καὶ ἐὰν ἀποδώσουμε ἕνα τμῆμα τῆς διηγήσεώς του στὴ συγγραφική του ἔμπνευση (78), ὑφίστα- νται ὅμως στοιχεῖα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχουν παλαιότερη βάση. Ἂν καὶ δὲν ὑπάρχει βεβαῖα ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα περὶ τῶν πηγῶν τοῦ Γερμανοῦ, εἶναι ὅμως σαφὲς ὅτι ἡ διήγησή του δὲν ἀποτελεῖ μυθοπλασία. Φαίνεται ὅτι ἡ

) (77).

περὶ τῆς Θεοτόκου θεολογικὴ παράδοση ἦταν πολὺ καλὰ γνωστὴ στὸ Γερμανό, ὁ ὁποῖος τὴν ἐντάσσει στὴ στιχομυθία τῆς Παρθένου μὲ τὸν ἄγγελο. Ἐδῶ, ἀκριβῶς, ἔγκειται ἡ ἱκανότητα τοῦ συγγραφέα, στὸ γεγονὸς ὅτι ἀνακεφαλαιώ- νει τὴ Μαριολογία τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τρόπο λογοτεχνικὸ καὶ χαρίεντα. Οἱ μεταγενέστεροί του Γερμανοῦ ἐκκλησι- αστικοὶ συγγραφεῖς ἐπαναλαμβάνουν τὴ δι- άσταση τοῦ φόβου τῆς Θεοτόκου ἔναντί των ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου ἐξαγγελομένων. Ὁ Ἰωάννης Γεωμέτρης (10ος αἰ.) σὲ Λόγο του στὸν Εὐαγ- γελισμὸ (79) ἀναφέρει ὅτι ἡ Θεοτόκος «ἔτρεμε τὴ θεία ὁμιλία» (τὰ λόγια τοῦ ἀγγέλου) καὶ αἰσθανόταν ὡς «πορνική» (!) καὶ «ἄτοπη» τὴ συνομιλία ἑνὸς «ἀνδρὸς» μὲ μία κόρη (80). Ἐξαιρετικὸς μαρτυρεῖται ὁ φόβος τῆς Παρ- θένου καὶ ἀπὸ τὸ Γρηγόριο Παλαμὰ (81), ἐνῶ τὸ ἴδιο μαρτυρεῖται στὴ διήγηση τοῦ μοναχοῦ Ἰακώβου (+1099), ἡ ὁποία ὅμως περιέχει καὶ ἄλλες ἀξιομνημόνευτες πτυχὲς (82):

Σύμφωνα μὲ τὴν ἐν λόγω διήγηση, ὁ «τό ἀπόρρητον οἰκονομῶν Δεσπότης» ἀπηύθυνε ἐντολὴ πρὸς τὸν Γαβριὴλ νὰ ἀναγγείλει τὰ περὶ σαρκώσεως τοῦ Σωτῆρος στὴν «ἐκλελεγμένη» πρὸς τοῦτο Παρθένο (83). Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἡ διήγηση τοῦ Ἰακώβου ἐμφανίζει μοναδικὴ καινοτομία σὲ σχέση μὲ τὶς ὑπόλοιπες: ἐμφα- νίζει τὸν Γαβριὴλ νὰ προβληματίζεται περὶ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἀπευθυνθεῖ στὴ Θε- οτόκο, μάλιστα δὲ νὰ «σκέπτεται ἐν ἑαυτῷ» περὶ τοῦ πρακτέου, καθὼς εἰσήρχετο «ἀσχη- μάτιστος» (ἀόρατος) στὴν οἰκία τοῦ Ἰωσὴφ (84). Ὁ Γαβριὴλ ἐμφανίζεται στὴν Παρθένο ἐνῶ ἐκείνη εὑρίσκεται ἐκτός τῆς οἰκίας της (85). Ἐκείνη, τότε, καταλαμβάνεται ἀπὸ φόβο καὶ «ὑποχωρεῖ πρὸς τὴν οἰκία της» ἐνῶ «τὰ μέλη της τρέμουν ἀπὸ φόβο». Ὁ Γαβριήλ, τότε, λαμ- βάνει μορφὴ ἀνθρώπου καὶ χαιρετίζει τὴ Θεο- τόκο (86). Τὸ κείμενο σημειώνει ὅτι «ἀσώματος ἐξηχεῖτο φωνὴ· καὶ ὁ τοῦ Θεοῦ ἀσχημάτιστος Υἱὸς τὴν σωματικὴν ὑπεδύετο φύσιν» (87). Ὁ φόβος τῆς Παρθένου κορυφώνεται ἐπειδὴ βλέπει «μορφὴ ἀνθρώπινη» νὰ τῆς ἐξαγγέλει μηνύματα ὑπερανθρώπινα (88). Ἡ καινοτομία τῆς διηγήσεως τοῦ Ἰακώβου κορυφώνεται στὴν προσωρινὴ ἄρνηση τῆς Θεοτόκου νὰ ἀποδεχθεῖ τὰ ἑξαγγελόμενα, ἐπειδὴ νομίζει ὅτι καλεῖται νὰ ἀνταλλάξει τὴν παρθενία της μὲ τὴν κυοφο- ρία ἑνὸς τέκνου (89). Ἀκόμα καὶ ὅταν ὁ ἄγγε- λος τὴν διαβεβαιώνει ὅτι ὅλα θὰ συντελεσθοῦν διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐκείνη ἐπιμένει ὅτι «τῆς εἶναι ἀπηγορευμένο νὰ ἔλθει εἰς κοινωνία

νὰ ἔλθει εἰς κοινωνία μὲ ἄνδρα» (90) (ὅπερ σημαίνει ὅτι

μὲ ἄνδρα» (90) (ὅπερ σημαίνει ὅτι δὲν πείθεται ἢ δὲν ἀντελήφθη τοὺς λόγους τοῦ ἀγγέλου). Φαίνεται, ὅμως, ὅτι ἡ ἀμφιβολία ἔχει ἀρχίσει νὰ σχετικοποιεῖται καὶ νὰ συνοψίζεται στὸ ἐκφραζόμενο δίλημμα τῆς Παρθένου: «Καὶ τὸ πιστεύειν ἐπίφοβον, καὶ τὸ διαπιστεῖν ἐπικίν- δυνον» (91). Οἱ καινοτομίες τῆς διηγήσεως τοῦ Ἰακώβου ὁλοκληρώνονται διὰ τῆς πληροφορίας ὅτι, μετὰ τὴν τελικὴ συγκατάθεση τῆς Θεοτό- κου στὰ ἑξαγγελόμενα, οἱ «νοερὲς δυνάμεις», ὁ «οὐρανός», οἱ «νεφέλες» καὶ «σύμπας ὁ κό- σμος» ἐχάρησαν «σφόδρα» (92). Ὀλίγον προγενέστερη τῆς διηγήσεως τοῦ Ἰακώβου, μία ἄλλη διήγηση περὶ Εὐαγγελισμοῦ ἐπιφέρει κάποιες καινοτομίες καὶ περιπλέκει τὰ γεγονότα: πρόκειται περὶ τῆς διηγήσεως τοῦ μοναχοῦ Ἐπιφανίου (+1015). Σύμφωνα μὲ τὴν ἐν λόγω διήγηση, σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν ἡ Θεοτόκος, εὑρισκόμενη ἀκόμα στὸ ναό, εἶδε κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς της «ἕνα φῶς λαμπρότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο» καὶ «ἄκουσε φωνὴ προερχόμενη ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο: θὰ γεννήσεις υἱό». Ἡ διήγηση ἐπισημαίνει ὅτι ἡ Θεοτόκος ἐκράτησε τὸ δράμα αὐτὸ μυστικὸ καὶ τὸ ἀπε- κάλυψε μετὰ ἀπὸ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου (93). Ἡ συγκεκριμένη πληροφορία εἶναι μο- ναδικὴ στὴν περὶ τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία. Δὲν πρόκειται, ὅμως, περὶ τοῦ γεγονότος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, διότι ὁ Ἐπιφάνιος παραθέτει τὸ γεγονὸς σὲ ἑπόμενα κεφάλαια τοῦ ἔργου τοῦ (94), σὲ μία διήγηση λιτή, μέν, ἀλλὰ πλήρως ἐναρμονισμένη μὲ τὶς ἀντίστοιχες τῆς ἐκκλησιαστικῆς γραμ- ματείας περὶ Εὐαγγελισμοῦ. Τὸ συμπέρασμα ἀπὸ τὰ παραπάνω προδια- γράφει καὶ τὸ τιθέμενο πρόβλημα: στὴ διήγησή του περὶ τοῦ «βίου τῆς Θεοτόκου» ὁ Ἐπιφάνιος καταγράφει δύο περιπτώσεις Εὐαγγελισμοῦ:

τὴν πρώτη στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐκεῖ παραμονῆς τῆς Παρθένου καὶ τὴ δεύτερη στὸ σπίτι τοῦ Ἰωσὴφ στὴ Ναζα- ρέτ. Ἡ πρώτη περίπτωση ἐμφανίζεται μᾶλλον εἰσαγωγική: ἡ φωνὴ ἡ ὁποία ἀκούγεται ἁπλῶς ἀναφέρει τὸ γεγονὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρί- ου, ἡ Θεοτόκος δὲ ἀποδέχεται τὸ περιεχόμενο τῆς ἐξαγγελίας χωρὶς σχολιασμό. Στὴ δεύτερη, ὅμως, περίπτωση τὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μαρτυρεῖται στὴ συνήθη μορφὴ τοῦ (ἐξαγγελία, ἀμφιβολία τῆς Θεοτόκου καὶ διαβεβαίωση τοῦ ἀγγέλου περὶ πραγματοποιήσεως τῶν ἐξαγ- γελομένων). Ἡ πρώτη περίπτωση, πάντως, εἶναι πολλαπλῶς ἀκατανόητη, διότι κατὰ τὴν περίοδο παραμονῆς της στὸ ναὸ ἡ Θεοτόκος ἐβίωνε τὴν κατάσταση τῆς ἀφιερώσεως καὶ τῆς παρθενίας· ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν ἀντέδρασε σὲ μία λιτὴ ἐξαγγελία περὶ ἐπικεί- μενης κυοφορίας της. Φαίνεται ὅτι πρόκειται περὶ παραδόσεως ἐξαιρετικὰ περιορισμένης, τὴν ὁποία θέλησε νὰ καταγράψει ὁ μοναχὸς Ἐπιφάνιος καὶ ἡ ὁποία δὲν διεσώθη λόγω τοῦ ἀντιφατικοῦ χαρακτήρα της.

(ii) H σημασία τοῦ ἑορτασμοῦ καὶ τὰ τελε- τουργικὰ στοιχεῖα τῆς πανηγύρεως Ἡ ἄποψη τοῦ Μιχαὴλ Ψελλοῦ περὶ τῆς σημασίας τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ θὰ πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἡ ἀντιπροσωπευτικό- τερη σὲ σχέση μὲ τὶς ἀντίστοιχες τῆς ἐκκλη- σιαστικῆς γραμματείας: «Ἀρχὴ δὲ τῶν θείων ἑορτῶν τὲ καὶ πανηγύρεων ἡ τοῦ Εὐαγγελίου ἀγγελία πρὸς τὴν παρθένον καὶ μητέρα τοῦ Λόγου τῆς τοῦ ἀγγέλου φωνῆς» (95). Ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἀποτελεῖ «ἀρχὴ τῶν ἑορτῶν» ἐφόσον ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ξεκινᾶ ἀπὸ

ἐνοριακά

τὴ Σάρκωση τοῦ Κυρίου. Ὁ Γερμανὸς Α' Κων- σταντινουπόλεως τὴν ὀνομάζει «ἑορτὴ ἑορτῶν» καὶ «πανήγυρη πανηγύρεων» τῆς ἐλπίδος μας, ἀποκαλεῖ δὲ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς ὡς «εὔση- μο» (96). Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς προσέλαβε τὸ «ἡμέτερον φύραμα» (ἔλαβε τὴ σάρκα μας) συνιστᾶ κατὰ τὸν Ἀνδρέα Κρήτης τὴν αἰτία τῆς «φαιδρότητας» (χαρᾶς) κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (97). Ὁ Ἀναστάσιος Ἀντιοχείας ἀναφέρεται στὴν διὰ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ «ἀναγέννηση τῶν πά- ντων» καὶ στὴν ὑπὸ τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ παροχὴ «τάξεως» στὴ διασαλευμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία δημιουργία. Ἡ παρεχόμενη «τάξη» προέρχεται ἀπὸ τὴν πρόσληψη τῆς ἀνθρώπι- νης σάρκας ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴν διὰ τῆς προσλήψεως αὐτῆς θέωσή της (98). Ἐφόσον ἡ παρακοὴ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ἐπέφερε τὴ διάσπαση στὶς σχέσεις ἀνθρώπου-Θεοῦ-κτίσεως, ὁ Καβάσιλας τονίζει ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἐπαναφορὰ τῆς ἑνότητας «σὲ ἕνα σχῆμα», δηλαδὴ στὴν προπτωτικὴ κατάσταση (99). Πρόκειται, κατ'οὐσίαν, περὶ μιᾶς -παράλλη- λης μὲ τὴν ἀρχικὴ- δημιουργίας, περὶ ἑορτῆς «συνδρόμου μὲ τὴ δημιουργία» κατὰ τὴ θέση τοῦ Ἰωάννου Γεωμέτρη (100). Ἡ λαμπρότητα κατὰ τὴν ἐπιτέλεση τῆς ἑορτῆς συνδυάζεται μὲ τὰ αἰσθήματα χαρᾶς ἐκ μέρους τῶν ἑορταζόντων. Ἡ γραφίδα τοῦ μο- ναχοῦ Ἰακώβου περιγράφει παρόμοιες πτυχὲς τοῦ ἑορτασμοῦ: «Χαίρω, τῆς χαρᾶς συνευω- χούμενος τὴ αἰτία, ἧς καὶ πρὸ προσώπου μυ- στικώτερον χορεύων, χαριστηρίους αὐτὴ τοὺς ὕμνους ἐπάδω, ἐπιθαλάμιον τὴν εὐφροσύνην κροτῶ, νυμφικὴν τὴν εὐφημίαν πλέκω» (101). Τὸ «ὑπερβάλλον τοῦ μυστηρίου» (τὸ μέγεθος τοῦ μυστηρίου) τῆς Σαρκώσεως τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ, κατὰ τὸν Ἰωάννη Γεωμέτρη αἰτία ἡ ὁποία καθιστᾶ τὴν ἑορτὴ «μεγαλοδωρότατη», «χαριέστατη» ἀλλὰ καὶ «φρικωδέστατη» (102) Ἡ σημασία τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελι- σμοῦ αἰτιολογεῖ τὴν πληροφορία τοῦ Δαμασκη- νοῦ ὅτι «πανδημεῖ ἐπαθροίζονται» οἱ πιστοὶ διὰ τὴν πανήγυρη (103). Ἀναφέρει, μάλιστα, Ὅτι οἱ πιστοὶ συνάζονται «δίκην μελισσῶν» καὶ «πληθαίνουν τὴν ὑμνολογία» πρὸς τὸ ἑορταζό- μενο γεγονός. Ὁ Δαμασκηνὸς εἶναι παραστα- τικότατος στὴ διήγησή του ὅταν μαρτυρεῖ ὅτι οἱ πιστοὶ συνάζονται «ἀγεληδὸν» στοὺς ναοὺς καὶ τιμοῦν τὴ Θεοτόκο μὲ λαμπρὲς φωνὲς («με- γαλοφώνως») (104). Γὶ αὐτὸ καὶ ἡ πανήγυρη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, καταλήγει ὁ Δαμασκηνός, εἶναι «λαμπρότερη ἀπὸ τὶς χρυσαυγεῖς ἀκτίνες τοῦ ἡλίου» καὶ συνιστᾶ «φωτοφόρο δοξολογία» τῆς Παρθένου στὴν Ἐκκλησία (105). Πρόκειται περὶ δοξολογικὴς πανηγύρεως ἀντάξιας τῆς «τιμῆς τῆς βασίλισσας», ὅπως ἐπισημαίνει ὁ αὐτοκράτορας Λέων ὁ ΣΤ (106). Οἱ παραπάνω μαρτυρίες ἀποδεικνύουν ὅτι ὑφίστατο λαμπρὸ τελετουργικὸ κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Παρόμοιο τελε- τουργικὸ μαρτυρεϊται κατὰ τὸ 10 αἰ. ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος ἐκθέτει τὸ τελετουργικό τοῦ Μ. Σαββάτου ἐπισημαί- νοντας, παραλλήλως, τὰ κοινὰ σημεῖα μὲ τὴν ἐπιτέλεση τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (107). Ἡ συγκεκριμένη μαρτυρία ἐπιβεβαιώνει ὅτι ἤδη τὸν 10 αἰ. ἡ ἑορτὴ ὄχι μόνο εἶχε διαδο- θεῖ, ἀλλὰ ἐτελεῖτο καὶ μὲ τὴν λαμπρότητα μὲ τὴν ὁποία καταχωρίζεται ἀργότερα στὰ ἔντυπα Μηναῖα.

ἐνοριακά

Ὁ πνευματικὸς ἀγώνας μέσα στὴν οἰκογένεια (Α΄ μέρος)

Μητροπολίτη Λεμεσοῦ Ἀθανάσιου

Π έρα ἀπὸ τοὺς προσωπικοὺς δισταγ- μοὺς γιὰ τὴν καταλληλότητά μου

ὡς ὁμιλητοῦ περὶ οἰκογενείας, ἡ μικρὴ πείρα στὸ ἔργο τῆς ἐξομολογήσεως καὶ πνευματικῆς καθοδηγήσεως τῶν ἀδελφῶν μας, ποὺ ἀγωνίζονται στὸν κόσμο, στὸν εὐλογημένο χῶρο καὶ τρόπο τῆς οἰκογε- νειακῆς ζωῆς, μὲ ἔπεισε νὰ περιοριστῶ στὴν ἀπάντηση τοῦ ἐρωτήματος καὶ τῆς ἀπορίας, πού συχνὰ ἀκοῦμε ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μας, πού μᾶς λέγουν ὅτι “Πά- τερ μου, ἐμεῖς εἴμαστε μέσα στὸν κόσμο, βρισκόμαστε στὴν κοινωνία, ἔχουμε οἰκο- γένεια, εἶναι δυνατὸ νὰ σωθοῦμε; Είναι δυνατὸ νὰ φθάσουμε στὰ μέτρα αὐτῶν τῶν ἁγίων, πού διαβάζουμε τοὺς βίους τους στὰ βιβλία;” Νομίζω πάνω σ’ αὐτὸ τὸ θέμα μποροῦμε γιὰ λίγο νὰ σταθοῦμε, νὰ δοῦμε πῶς ἐκτυλίσσεται ὁ ἀγώνας τῆς πνευματικῆς ζωῆς μέσα στὴν οἰκογένεια, πῶς πολεμοῦν ἐκεῖ τά πάθη καὶ πῶς θεραπεύονται καὶ ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος. Γνωρίζουμε ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ διαφυλάττουν ἀνόθευτο, τὸ γνήσιο ἦθος τῆς Ὀρθοδο- ξίας, ὅτι “εἰ τὶς τὸν γάμον μέμφοιτο, καὶ τὴν καθεύδουσαν μετὰ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς, οὖσαν πιστὴν καὶ εὐλαβῆ βδελύσσοιτο ἢ μέμφοιτο, ὡς ἂν μὴ δυναμένην εἰς βασι- λείαν Θεοῦ εἰσελθεῖν, ἀνάθεμα ἔστω” (Α΄ Κανὼν τῆς ἐν Γάγγρα Συνόδου). Ἡ ἄνευ συμβιβασμοῦ ἀποτομία καὶ αὐστηρότητα τοῦ κανόνος, ποὺ ἔχει καὶ ἄλλους πολ- λοὺς συμφώνους του, μᾶς δίδει τὴν ὀρθὴ βάση καὶ λύση τοῦ θέματος καὶ ἔτσι σὲ μᾶς ἀπομένει τώρα νὰ δοῦμε πρακτικὰ τὸν πόλεμο τὸν πνευματικὸ μέσα στὴν οἰκογένεια.

Ἡ χριστιανικὴ ζωή, καὶ εἰδικὰ στὸ προ- κείμενο θέμα ἡ οἰκογένεια, εἶναι εἰκόνα τῆς ζωῆς τοῦ τρισυποστάτου τῆς θεό- τητος. Ἡ οἰκογένεια, ὡς κοινωνία προ- σώπων, εἰκονίζει τὴν ἐν πλήρει ἀγάπη ἑνότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπου τά τρία πρόσωπα διατηροῦν τὶς ὑποστάσεις τους χωρὶς νὰ διαλύονται στὴν ἕνωσή τους, ἀλλὰ ζοῦν ὡς μία φύσις τριῶν προσώ- πων. Ὁ κλασσικὸς ὅρος “μονὰς ἐν τριάδι καὶ τριὰς ἐν μονάδι” ἐκφράζει σαφῶς τὴ λεπτότητα καὶ ἀκρίβεια τῆς τριαδικῆς θεϊκῆς σχέσεως καὶ ταυτόχρονα τό ἀρχέ- τυπο κάθε πραγματικῆς οἰκογένειας. Ἐφ’ ὅσον τὸ ἦθος διαμορφώνεται ἀπὸ τὸ δόγμα, ἄρα ἡ ὀρθόδοξη θέση τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὴν οἰκογένεια εἶναι ἡ διάσωση, ἀλλὰ καὶ ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ προσώπου του μέσα στὴν ἕνωση τῆς ἀγαπητικῆς οἰκογενειακῆς ἑνότητας,

ὅπου τά πολλὰ μέλη ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα ἀδιάσπαστο καὶ ἀδιαίρετο. Εἶναι κοινὴ θέση τῶν ἁγίων Πατέρων ὅτι ἡ διαίρεση καὶ ὁ διχασμὸς ὀφείλεται στὴν προσωπική τοῦ κάθε ἑνὸς ἀνθρώ- που διάσπαση καὶ διαστροφὴ τῆς “κατ’ εἰκόνα Θεοὺ” δημιουργίας καὶ φυσικῆς ὡραιότητάς του, μὲ ἀποτέλεσμα τὸν ἀτομισμὸ καὶ τὴν ἀποξένωση μὲ ὅλα τά θλιβερὰ ἑπόμενά τους. Σὰν ἐπακόλουθο τῆς πτώσης ἔρχονται τὰ πάθη, ποὺ ἀπο- τελοῦν ἔκτοτε τὴν ἀρρώστια τῆς φύσης μας, τὸν μόνιμο καὶ ὕπουλο ἐχθρό τῆς σωτηρίας μας. Γι’ αὐτὸ καὶ κάθε ἕνας, ὅπου κι ἂν βρίσκεται, ἔχει μπροστά του αὐτὸ τὸ σκληρὸ τεῖχος τῶν παθῶν, ποὺ πρέπει νὰ ὑπερβεῖ, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ κοινωνή- σει ἐν ἀγάπη μὲ τὸ ζῶντα ἀληθινὸ Θεὸ καὶ δημιουργό του καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώ- πους, ὡς εἰκόνες Θεοῦ καὶ ἀδελφούς του. Πολὺ δὲ περισσότερο μέσα στὴν οἰκογένειά του, ὅπου ἡ σχέση πρέπει νὰ εἶναι τόσο στενή, σὰν ἕνα συμπαγὲς καὶ ἀδιάλυτο σῶμα, ποὺ βαστάζει ὅλα τά βάρη σὰν ἕνας ἄνθρωπος. Οἱ Ἅγιοί μας μέσα ἀπὸ τὴ δική τους πείρα καὶ τὴν ἐν Θεῶ σοφία, κυρίως ὅμως ἀπὸ τὸν πανάρετο καὶ ἀρχέτυπο βίο τοῦ Κυρίου μας, διαιροῦν τὰ πάθη σὲ τρία γενικά, ὅπως τὰ ὀνομάζουν γίγαντες τῶν παθῶν, καὶ ἀπὸ αὐτὰ σὰν πηγὴ ξε- χύνονται τὰ ὑπόλοιπα, ποὺ ἀποτελοῦν τὸν πολυποίκιλο δαίδαλο τῶν ἐναντίων μας μηχανημάτων τοῦ ἐχθροῦ τῆς σω- τηρίας μας. Καὶ αὐτὰ δὲν εἶναι ἄλλα, ἀπ’ ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα σὰν ὅπλα “ἐπείρασεν” ὁ σατανᾶς τὸν Κύριο, ὅταν ἐνήστευε στὴν ἔρημο, καὶ γι’ αὐτὸ δικαίως θεωροῦνται τὰ κυριότερα, γιατί ἐὰν αὐτὰ δὲν συ- μπλήρωναν ὅλο τὸν κύκλο τῆς διαβο- λικῆς πανουργίας, δὲν θὰ ἀφοπλίζετο κατὰ κράτος καθολικὰ ὁ διάβολος. Αὐτὰ λοιπὸν εἶναι ἡ κενοδοξία, ἡ φι- λαυτία καὶ ἡ φιληδονία, καὶ ἐφόσον κτυποῦν καὶ μπαίνουν ὡς ἐμπόδια στὴν ἐν Χριστῷ πορεία τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ἃς ἐξετάσουμε τί γίνεται καὶ μ’ αὐτὰ μέσα στὸ χῶρο τῆς οἰκογένειας καὶ πῶς ἀντιμετωπίζονται, προκειμένου νὰ μὴν ἐπιτύχουν τὸ σκοπό τους, ποὺ εἶναι ἡ διάλυση τῶν πάντων, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, προχωρεῖ στοὺς γύρω μας, στὴν οἰκογένειά μας καὶ καταλήγει στὸ Θεὸ Σωτήρα μας.

τὸ Β' καὶ τελευταῖο μέρος

Ἀκολουθεῖ

Ἑρμηνεία τῆς εὐχῆς τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου

Γ΄ μέρος

Νικολάου, μητρ. Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς

Ἡ φιλαρχία

Τρίτο πάθος ἡ «φιλαρχία», ἡ φιλοπρω- τία. Κοινὴ ἀρρώστια. Ὅλοι τὴν ἔχουμε μέσα μας. Θέλουμε νὰ εἴμαστε οἱ πρῶτοι. Θέλουμε νὰ εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἀποδέκτες, ὄχι ἁπλῶς τιμῶν, ἀλλὰ τῶν καλυτέρων τιμῶν. Στὴ σύγκριση νὰ εἴμαστε ἐμεῖς ἀπὸ τὸν δεύτερο πιὸ μπροστὰ καὶ μάλι- στα μὲ σαφήνεια. Αὐτὸ τὸ πρόβλημα τὸ ἔχουμε καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τόσο συχνὰ τσακωνόμαστε ποιὸς θὰ εἶναι πρῶτος. Μὰ τί σημασία ἔχει αὐτό; Μπο- ρεῖ νὰ εἶσαι ἱερέας καὶ νὰ ἐπιδιώκεις ἐσὺ νὰ διαβάσεις τὸ πρῶτο Εὐαγγέλιο τῆς Μεγάλης Πέμπτης καὶ ὄχι ὁ συνεφημέρι- ός σου. Μπορεῖ νὰ εἶσαι ψάλτης καὶ νὰ διεκδικεῖς ἐσὺ νὰ ψάλεις τὰ καλὰ κομ- μάτια καὶ ὄχι ὁ ἄλλος, πού μπορεῖ καὶ νὰ ἔχει καλύτερη φωνὴ ἢ περισσότερες γνώσεις ψαλτικῆς. Πῶς μᾶς κυβερνάει ὁ διάβολος! Μὲ ἀνόητα πράγματα! Βλέπετε καὶ τοὺς Μαθητές, ἐνῶ ὁ Κύ- ριος τους ἀναγγέλλει περὶ τοῦ πάθους Του, τὴν ἴδια ὥρα, ἀρχίζουν οἱ δύο, ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος, νὰ ζητοῦν πρω- τοκαθεδρίες στὴ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὸ φοβερὸ ποιὸ εἶναι; Ὅτι δὲν ἔμει- ναν μόνοι αὐτοὶ οἱ δύο νὰ διεκδικοῦν τὰ πρωτεῖα, ἀλλὰ ἐνοχλήθηκαν καὶ οἱ ὑπόλοιποι καὶ στράφηκαν ἐναντίον τους. Προφανῶς γιατί καὶ αὐτοὶ ἤθελαν ἀπὸ μέσα τους νὰ εἶναι πρῶτοι. Οἱ ἥρωες αὐτοὶ τῆς πίστεως, αὐτοὶ πού διώχθη- καν καὶ μετὰ μαρτύρησαν, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀρνήθηκαν, οἱ ἴδιοι ἐγκατέλειψαν, οἱ ἴδιοι τσακώθηκαν λίγο πρὸ τοῦ πάθους ποιὸς θὰ εἶναι πρῶτος. Ὁ Κύριος ὅμως τοὺς δίνει τὸ μάθημα τὴ νύχτα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου λέγοντας ὅτι πρῶτος πρέπει νὰ εἶναι αὐτὸς ποῦ ἐπιλέγει μετὰ ἐσωτε- ρικῆς ἐλευθερίας καὶ ἀνέσεως τὴ θέση τοῦ τελευταίου. Τί ὡραῖο πράγμα! Νὰ μπεῖς σὲ ἕναν χῶρο πού θὰ διαδραματι- στεῖ μία ἐκπληκτικὴ σκηνή, ὅπου ἀπὸ μέσα σου νὰ θέλεις νὰ βλέπεις καὶ νὰ ἀκοῦς. Καὶ ἐκεῖ νὰ σοῦ προτείνουν νὰ διαλέξεις ὅποια θέση θέλεις, ἀκόμη καὶ τὴν καλύτερη. Κι ἐσὺ νὰ ἐπιλέγεις εὔκο- λα τὴν τελευταία. Νὰ εἶσαι μέσα ἀλλὰ κρυμμένος στὴν ἄκρη. Καὶ αὐτὸ γιὰ νὰ μποῦν οἱ ἄλλοι πρὶν ἀπὸ ἐσένα, γιὰ νὰ ἀπολαύσουν αὐτοὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅσο ἐσύ. Γιὰ νὰ εἶναι μεγαλύτερη χαρά σου ἀπὸ τὴν ἀπόλαυση τῆς παραστάσεως ἡ χαρά τους. «Τὴ τιμὴ ἀλλήλους προηγούμενοι» (Ρωμ. 12,10), λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὄχι φιλοπρωτία, ὄχι πρωτοκαθεδρία. Ὄχι αὐτὸ τὸ φίλαρχο φρόνημα, νὰ εἶμαι ὁ

πρῶτος, ἀλλὰ νὰ θέλω νὰ τιμήσω τὸν ἄλλο, νὰ θέλω νὰ τιμηθεῖ ὁ ἄλλος. Νὰ τοῦ ἐκχωρήσω τὰ δικαιώματα, νὰ εἶμαι ὁ δια- κονῶν, νὰ εἶμαι ὁ εὐτυχισμένος ἔσχατος, ὁ εὐλογημένος οὐραγός, ἀναπαυμένος στὴ θέση μου, στὴν ἄκρη τῆς οὐρᾶς. Αὐτὸς ὅμως πού θὰ εἶναι μέσα στὴν ἀγκαλιά, ὅπου ὅλοι οἱ ἄλλοι θὰ εἶναι καλύτεροί μου. Τί ὡραῖο πράγμα! Νὰ χαίρομαι τὴν εὐλογία τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀρετῶν τῶν ἀδελφῶν. «Πνεῦμα», λοιπόν, «φιλαρχίας»,νὰ θέλω νὰ ὑπερέχω ἐγώ, καὶ φιλοπρωτίας,«μὴ μοὶ δῶς».

Ἡ ἀργολογία

«Πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρ- χίας» καὶ τέταρτον «ἀργολογίας». Τί θὰ πεῖ ἀργολογία; Κουτσομπολιό. Ἀχρη- στολογία. Ὑπάρχει κάτι πού λέγεται περιαυτολογία· νὰ μιλᾶς γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Κακὸ πράγμα! Ὑπάρχει κάτι ἄλλο πού λέγεται καυχησιολογία· νὰ ἀρχίσεις νὰ καυχᾶσαι γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Ἄλλη ἀρρώστια! Ὑπάρχει ἄλλο ἕνα πάθος πού λέγεται πολυλογία· νὰ μιλᾶς ἀκατάσχετα καὶ ὁ ἄλλος νὰ μὴν μπορεῖ νὰ πάρει σειρὰ νὰ πεῖ κάτι. Καὶ ὑπάρχει καὶ αὐτὸ πού λέγεται ἀργολογία, τὸ ὁποῖο σημαί- νει νὰ λὲς ἀνοησίες ἢ ἄχρηστα πράγματα. Λόγια ποῦ δὲν χρειάζονται, ποῦ δὲν προ- σφέρουν τίποτα. Συχνὰ ὁμολογοῦμε ὅτι «πῆγα καὶ σκότωσα τὴν ὥρα μου. Εἴπαμε καὶ κανένα χαζό». Ὄχι τέτοιο πράγμα. Ἀπὸ τὸ στόμα μας «λόγος ἀργός», δηλαδὴ μὴ ζωντανός, μὴ οὐσιαστικὸς «μὴ ἐκπο- ρευέσθω» (Ἐφεσ. 4,29), νὰ μὴν βγαίνει, μᾶς προτρέπει ἡ Ἐκκλησία μας καὶ οἱ ἅγιοί μας. Γιὰ φαντασθεῖτε πάλι τὴ ζωή μας νὰ οἰκοδομεῖται πάνω σέ περιεκτι- κούς, οὐσιαστικοὺς λόγους. Νὰ μὴν ἔχει, λοιπόν, οὔτε τὸ ἀγκάθι τοῦ ἄχρηστου, ἀνόητου λόγου, οὔτε τοῦ περίεργου λό- γου, οὔτε τοῦ κατακριτικοῦ λόγου, οὔτε τοῦ ὑπεροχικοῦ λόγου, ἀλλὰ νὰ εἶναι στόμα καθαρό, λόγος παστρικός, πε- ντακάθαρος. «Εἰ τὶς ἐν λόγω οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ», λέει στὴν ἐπιστολὴ τοῦ Ἰακώβου (Ἰακ. 3,1). Αὐτὸς πού ἔχει καθαρὸ στόμα καὶ δὲν φταίει μὲ τὸ στόμα του αὐτὸς ἐγγίζει πλέον τὴν κατάσταση τῆς τελειότητος. Καθώς, λοιπόν, ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μὴν ἐπιτρέψει στὴν ψυχὴ μας τὴν παρουσία αὐτῶν τῶν τεσσάρων ἀδυνα- μιῶν, στὴν οὐσία, μὲ τὴν προσευχὴ αὐτή, ζητοῦμε τὴν ὑποκατάστασή τους ἀπὸ τέσσερις ἀρετές: ἀντὶ τῆς ἀργίας, τὸ φι- λότιμο καὶ τὸν ἅγιο ζῆλο. Στὴ θέση τῆς περιέργειας, τὸ ἀπερίεργον, τὸ ἀπερίσπα- στον καὶ τὴ σύνεση. Ἀντὶ τῆς φιλαρχί- ας, τὴν ὑποχωρητικότητα καὶ τὴν εὐγενῆ συστολὴ. Καί, τέλος, ἀντὶ τῆς ἀργολογί- ας, τὴ σιωπὴ καὶ τὸν «ἅλατι ἠρτυμένον λόγον» (Κόλ. 4,6).

Ὁ ὅσιος, ὅμως, Ἐφραὶμ στὴν περίφη- μη προσευχή του δὲν ζητάει μόνον τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὰ τέσσερα μεγάλα πάθη πού προαναφέραμε, ἀλλὰ ζητάει ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ τὸ δῶρο τεσσάρων μεγά- λων ἀρετῶν: «Πνεῦμα σωφροσύνης, τα- πεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης». Τέσσερις ἐκπληκτικὲς ἀρετές! Συνεχίζεται

Τί εἶναι μετάνοια;

Μητροπολίτη Ἀργολίδος Νεκτάριου

μετάνοια ἔχει ὀνομαστεῖ ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς ἐκκλησίας «δεύτερο

βάπτισμα» ἢ «ἀνανέωση τοῦ βαπτίσμα- τος». Μὲ τὸ πρῶτο βάπτισμα, ἀρχίζουμε μιὰ πορεία πρὸς τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας, γνωρίζο- ντας τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία μας καὶ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς πτώσης μας, μᾶς ἔδωσε τὸ δεύτερο βάπτισμα, τὴ μετάνοια μὲ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ξανασηκω- θεῖ ἀπὸ τὴν πτώση του, νὰ γιατρέψει τὶς πληγές του καὶ νὰ συνεχίσει τὴ δύσκολη πορεία του. Δυστυχῶς πολὺ λίγοι γνωρί- ζουμε τί σημαίνει μετάνοια καὶ ποιὸ εἶναι τὸ βαθύτερο νόημά της. Οἱ περισσότεροι ὄχι μόνο δὲ γνωρίζουμε τί εἶναι μετάνοια, ἀλλὰ οὔτε καὶ γιὰ ποιὸ πράγμα πρέπει

νὰ μετανοήσουμε. Ἡ μετάνοια δὲν εἶναι, ὅπως νομίζουμε, μιὰ νομικὴ διαδικασία, ποὺ ἀπαλλάσσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ κάποια αἰσθήματα ἐνοχῆς. Οὔτε εἶναι μιὰ τυπικὴ ἐξομολό- γηση, ποὺ κάνει κανεὶς πρὶν τὶς μεγάλες γιορτὲς ἢ κάτω ἀπὸ σκληρὲς ψυχολογικὲς συνθῆκες. Ἡ στάση καὶ ἡ πορεία τοῦ ἀσώτου δείχνει κάτι ἄλλο. Ὅπως τὸ λέει ἡ λέξη, μετάνοια (μετὰ- νοῶ) σημαίνει τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀλλαγὴ ζωῆς, τὴν ἄρνηση, μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά, τῆς ἁμαρτίας, τὴν ἀλλαγὴ νοοτροπίας. Δηλαδή, νὰ νοιώσουμε μὲ ὅλη μας τὴν ὕπαρξη, ὅτι ὁ δρόμος ποὺ ἀκολουθοῦμε δὲν πάει πουθενά, καὶ νὰ θελήσουμε νὰ ἐπιστρέψουμε. Νὰ αἰσθανθοῦμε ὅτι ζοῦμε σ’ ἕναν ἀχυρώνα, ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ πατέρα μας, καὶ νὰ ποῦμε: «Ποῦ πᾶμε; Τρελαθήκαμε; Ἐδῶ ὁ πατέρας μᾶς ἔχει παλάτι, ὅπου ὅλοι εὐφραίνονται καὶ ἐμεῖς καθόμαστε στὸ βοῦρκο;» Κι ἔπει- τα νὰ ἀποφασίσουμε νὰ γυρίσουμε, νὰ ξαναμποῦμε στὸ πατρικὸ σπίτι, νὰ συμ- φιλιωθοῦμε μὲ τὸ Θεὸ Πατέρα καὶ τοὺς ἀδελφούς μας. Γιὰ νὰ ‘ναὶ ἀληθινὴ ἡ μετάνοια, θὰ πρέπει νὰ ‘ναὶ ἔμπρακτη. Λέει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: «Ὅλοι οἱ πνευματι- κοί, οἱ Πατριάρχες, οἱ Ἀρχιερεῖς κι ὅλος

ἐνοριακά

ὁ κόσμος νὰ σὲ συγχωρήσουν, εἶσαι ἀσυγ- χώρητος ἐὰν δὲν μετανοήσεις ἔμπρακτα». Ἐάν, δηλαδή, θελήσουμε νὰ ἀπομακρυν- θοῦμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ἀλλάξου- με ζωή, τότε ἡ μετάνοιά μας δὲν εἶναι ἀληθινή. Δὲν εἶναι καν μετάνοια. Πολλοὶ προσέρχονται στὴν ἐξομολόγη- ση μὲ ἐνθουσιασμό, κάτω ἀπὸ τὸ βάρος ψυχολογικῶν ἢ ἄλλων προβλημάτων. Ἐξομολογοῦνται μὲ δάκρυα καὶ ὑποσχέ- σεις, ὅτι ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς δὲν θὰ ξαναγυρίσουν στὴν ἁμαρτία, ὅτι ἀποφά- σισαν νὰ ἀλλάξουν ζωὴ κλπ. Κάτι τέτοιο μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει σχέση μὲ τὴ μετάνοια καὶ πρέπει νὰ μᾶς βάλει σὲ ὑποψίες. Γιατί ἡ μετάνοια δὲν εἶναι πυροτέχνημα. Χρειάζεται χρόνο, κόπο, ἄσκηση, ἀγώ- να κάτω ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ πραγματώνεται μὲ ὑπομονὴ καὶ μυστικὰ στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. «Ὡς ἄνθρω- πος βάλη τὸν σπόρον ἐπὶ τῆς γῆς καὶ καθεύδη καὶ ἐγείρεται νύκτα καὶ ἡμέρα, καὶ ὁ σπόρος βλαστάνει καὶ μηκύνηται ὡς οὐκ οἶδεν αὐτός, αὐτόματη γὰρ ἡ γῆ καρποφoρεῖ». Δηλαδή, «σὰν τὸν ἄνθρωπο ποὺ σπέρνει τὸ σπόρο στὴ γῆ, κοιμᾶται τὴ νύκτα καὶ ξυπνάει τὴν ἡμέρα, κι ὁ σπόρος βλασταίνει κι αὐξάνει μὲ τρόπο ποὺ ὁ ἴδιος δὲν ξέρει. Ἡ γῆ καρποφορεῖ ἀπὸ μόνη της». (Μάρκ. Δ. 26-28). Τέλος ἡ μετάνοια εἶναι ἔργο τῆς θείας χάρης. Ὁ ἄνθρωπος ζώντας στὸ σκο- τάδι τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀγνοώντας τὴν ὡραιότητα τῆς θείας ζωῆς, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει τὴ διαφορὰ μεταξύ τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καὶ τῆς θεανθρώπι- νης ζωῆς. Μόνον ὅταν ἡ θεία χάρη ρίξει στὴν καρδιὰ του τὸν σπόρο τῆς θείας ἀγάπης, μπορεῖ νὰ δεῖ τὴν πνευματική του ἐρήμωση. Τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, ὅταν εἰσέρχεται μέσα στὸ σκοτεινὸ δωμάτιο, ἀποκαλύπτει τὰ πάντα. Ἔτσι, ὅταν ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ φωτίσει τὶς ψυχές μας, τότε βλέπουμε τὴν ἐσωτερικὴ ἐρήμωση, τὰ πάθη, τὶς ἁμαρτίες μας. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἅγιοί μας, τόσο ἔντονα ζητοῦσαν ἀπὸ τὸν Θεό: «Δώρησαι μοὶ μετάνοιαν ὁλό- κληρον». Γιατί αὐτὴ ἡ ἀληθινὴ μετάνοια εἶναι ὁ ἀσφαλὴς δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

9

νεότητα

Κρυφὸ

Σχολειὸ

Μ ερικοὶ ἀμφισβητοῦν τὴν ἱστορικὴ ὑπόσταση τῶν Κρυφῶν Σχολεί-

ων, μὲ τὴν αἰτιολογία, ὅπως εἴπαμε, ὅτι ἡ παιδεία δὲν ἀπαγορεύτηκε ἀπὸ τὴν τουρκικὴ αὐτοκρατορία, γι' αὐτὸ ἄλλω- στε ὑπῆρχαν οἱ τόσες ὀνομαστὲς σχολὲς τοῦ γένους. Ἀλλὰ τὰ ἀμφισβητοῦν καὶ γιὰ ἕνα ἀκόμα λόγο, ἀπὸ τὴν «ἔλλειψη» ἱστορικῶν ντοκουμέντων σχετικὰ μὲ τὰ Κρυφὰ Σχολειά. Γιὰ νὰ δοῦμε ὅμως καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἔτσι τὰ πράγ- ματα; «Τὰ Κρυφὰ Σχολειὰ συνεχίζονται ἐκεῖ ποὺ οἱ τοπικοὶ πασάδες καὶ μπέηδες μάχονται τοὺς καλόγερους καὶ τὰ γράμ- ματα», μᾶς λέει ὁ Ἀλ. Ἑλλάδιος τὸ 1714. «Ὁ Γέρο Μαλαξὸς (Πρωτόπαπας) δίνει μαθήματα κρυφὰ στὸ σπίτι του, μέσα σ' ἕνα ἐξαθλιωμένο γυμνὸ δωμάτιο», μᾶς λέει στὴν Περιγραφὴ του ὁ Γκέρλαχ τὸ 1752.

«Τὸ Κρυφὸ Σχολειὸ δὲν εἶναι θρύλος. Τὸ συνετήρησε, παρὰ τὶς καταδιώξεις,

ὁ βαθύτατος πόθος τοῦ τυραννουμέ-

νου ἔθνους νὰ ὑπάρξει», βροντοφωνεῖ

ὁ κριτικὸς - ἀκαδημαϊκὸς - ἱστορικὸς Δ.

Κόκκινος. Ὁ Μ. Πηγᾶς (1535-1602), λόγιος καὶ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, ἔκανε ἔκκληση στὸν τσάρο τῆς Ρωσίας νὰ φτιάξει σπου- δαστήριο ἑλληνικῶν γραμμάτων στὸ βασί-

λειό του, γιατί στὴν Ἑλλάδα κινδυνεύει ν' ἀφανιστεῖ. ἡ πηγὴ τῆς σοφίας. (Ἱστορία Ἕλλην. Ἔθνους). Ἐδῶ φαίνεται καθαρὰ

ὁ διωγμὸς ποὺ πέρασαν τὰ ἑλληνικὰ

γράμματα κυρίως, τὸν 15ο καὶ 16ο αἰώνα, ὁπότε καὶ δημιουργήθηκαν ἀναγκαστικά τά Κρυφὰ Σχολειά, ποὺ λειτουργοῦσαν κατὰ περιόδους κυρίως στὶς περιοχὲς τῶν ἁρματολῶν καὶ κλεφτῶν καὶ μάθαιναν τὰ «κλεφτόπουλα» γράμματα.

«Τὰ λίγα γράμματα ποὺ ξέρω, λέει ὁ γέ- ρος τοῦ Μωριά, τὰ ἔμαθα ἀπὸ τὸ "Ψαλ- τήρι" καὶ τὸ "Ὀχτωήχι" τῆς ἐκκλησίας». Ἀσφαλῶς σὲ κάποιο Μοναστήρι κρυφά. (Διήγηση συμβάντων ἑλληνικῆς φυλῆς). Καὶ πράγματι, πῶς ἦταν δυνατὸ νὰ φοι- τήσει σὲ φανερὸ σχολεῖο ἕνας ἀπόγονός τῶν ἐπικηρυγμένων Κολοκοτροναίων; Χαρακτηριστικὸ γιὰ τὸ πῶς λειτουρ- γοῦσαν τὰ «Κρυφὰ Σχολειὰ» εἶναι καὶ τὸ ἀκόλουθο γεγονός:

Ὅταν ὁ Ἰμπραὴμ σκορποῦσε τὴν κατα- στροφὴ στὴν Πελοπόννησο, ὁ ἱερομόνα- χος Δοσίθεος, μορφωμένος κληρικὸς τῆς Ι. Μονῆς τῶν ἁγίων Θεοδώρων Καλαβρύ- των, πῆρε τὰ παιδιὰ τοῦ Σχολείου τῶν Καλαβρύτων, στὸ ὁποῖο ἦταν δάσκαλος, καὶ τὰ πῆγε καὶ τὰ δίδασκε «ἐν τοῖς σπηλαίοις» τοῦ Χελμοῦ. (Α. Δασκαλάκης, τόμ. Γ «Περὶ Παιδείας»).

τόμ. Γ «Περὶ Παιδείας»). Τὰ φανερὰ λοιπὸν σχολεῖα, σὲ

Τὰ φανερὰ λοιπὸν σχολεῖα, σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις τὴν περίοδο τῆς τουρκοκρα- τίας, γίνονταν κρυφά. Ἔτσι δούλευαν οἱ καλογεροδάσκαλοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Δὲν ἔχαναν καμιὰ εὐκαιρία γιὰ νὰ δι- δάσκουν τὸ γένος. Εἶχαν καὶ μετέδιδαν τὴ συνείδηση ὅτι ἡ «Πόλη» ἔπεσε καὶ ἀλώθηκε μόνο τοπικά, ὄχι πνευματικὰ καὶ ἐθνικά. Ὁ Χριστιανισμὸς καὶ ὁ Ἑλλη- νισμὸς ἔμεναν ἀπτωτα καὶ ἄτρωτα. Αὐτὰ ἔτρεφαν καὶ μόρφωναν τὸ γένος μας. Καὶ πρῶτος λόγος βέβαια γιὰ νὰ λει- τουργοῦν «Κρυφὰ Σχολειὰ» ἦταν τὸ «ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ».

Ὁ Δ. Ζακυνθηνὸς στὴν ἱστορία του «Ἡ

τουρκοκρατία» σελ. 13 γράφει:

«Κατὰ τακτὰ διαστήματα ἀνὰ πεντα- ετίαν ἐπὶ Μωάμεθ τοῦ Β', βραδύτερον δὲ ἀνὰ τετραετίαν, τριετίαν ἡ καὶ συ- χνότερον, διετάσσετο ἡ στρατολογία χρι- στιανόπαιδων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπὸ τῶν τοπικῶν ἡ κοινοτικῶν ἀρχῶν τηρουμένων μητρώων. Οἱ στρατευόμενοι ἤσαν συνή- θως ἡλικίας ἀπὸ δέκα μέχρι δεκαπέντε ἐτῶν».

Τὰ παιδιά, λοιπόν, ποὺ δὲν θὰ ὑποτάσ- σονταν στὸ «παιδομάζωμα» ἦταν ἀδύνατο νὰ πηγαίνουν σὲ φανερὰ σχολεῖα

Ἀλλὰ οἱ Τοῦρκοι, κατὰ περιόδους, ὅταν ἀγρίευαν -καὶ ἀγρίευαν πολλὲς φορές- ἀπαγόρευαν τὴν ἵδρυση σχολείων γιὰ νὰ μὴ μορφωθεῖ καὶ σηκώσει κεφάλι ὁ «ραγιάς». Κάθε τόσο, δηλαδή, ἀναιροῦσαν τὰ περὶ ἐλεύθερης παιδείας.

Ὁ Ρίζος Νερουλὸς γράφει σχετικά, ὅτι

«οἱ Τοῦρκοι ἀπαγόρευαν αὐστηρῶς σὲ μερικὲς περιοχὲς τὴν ἵδρυση δημοσίων σχολείων ἀπὸ φόβο μήπως οἱ χριστιανοὶ μορφωμένοι γίνουν δοῦλοι ἐπικίνδυνοι

καὶ δυσκολοκυβέρνητοι». Ἔτσι, κατ' ἀνάγκη, δημιουργοῦσαν οἱ μορφωμένοι Ἕλληνες δικές τους ἑστίες γραμμάτων κρυφά.

Καὶ οἱ Ἕλληνες αὐτοί, κατὰ κανόνα, ὅπως λέγει καὶ ὁ ἐθνικός μας ἱστορικὸς Κ. Παπαρργόπουλος, ἦταν κληρικοί.

Ὁ Διονύσιος Θερειανὸς λέει χαρακτη-

ριστικὰ ὅτι «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐθέρμανε τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, κατα- ψυγέντα ἐν καιροῖς χαλεπωτάτοις».

Ὁ Παπαφλέσσας, ὅπως γράφει ὁ «Λό-

γιος Ἑρμῆς» τὸ 1819, συνιστᾶ μὲ ἐπιστολή

του στοὺς κατοίκους τῆς Πολιανῆς (στὴν

Πελοπόννησο) νὰ χρησιμοποιήσουν τὸ Μοναστήρι τῆς Σολομονῆς γιὰ Σχολεῖο ἄλλοτε κρυφὸ καὶ ἄλλοτε φανερό, ἀνά- λογα μὲ τὶς περιστάσεις. Ὁ Νεόφυτος Μεταξάς, μοναχός της ἱ.Μονῆς Πεντέλης ἐπὶ τουρκοκρατίας καὶ μετέπειτα Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος καὶ συνέχισε τὴν παράδοση τῶν μοναχῶν τῆς Πεντέλης νὰ διδάσκουν τὰ σκλαβόπουλα γράμματα, γράφει, μεταξύ τῶν ἄλλων, ὅτι «οἱ ἐφημέριοι τῶν μο- ναστηριῶν καὶ τῶν ἐνοριῶν διετήρησαν, ἄλλοτε κρυφὰ καὶ ἄλλοτε φανερά, μὲ τὴν διδασκαλίαν τῆς πατρίου γλώσσης τὴν παρακαταθήκην (δηλαδὴ τὸν Ἑλλη- νισμὸ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία) ἀμόλυντον καὶ ἄμωμον». Καὶ σὰν ἐπιστέγασμα ἄς ξαναθυμη- θοῦμε αὐτὸ ποὺ μαθαίναμε ἀπὸ μικρὰ παιδιὰ καὶ ποὺ τὸ ἔκφρασε θαυμάσια ἡ λαϊκὴ μούσα στὰ χρόνια τῆς τουρκοκρα- τίας, καὶ ποὺ ἂν δὲν ἀποτελοῦσε πραγ- ματικότητα δὲν θὰ τὸ 'κανε τραγούδι ἡ παράδοση τῶν ραγιάδων:

Φεγγαράκι μου λαμπρὸ φέγγε μου νὰ περπατῶ νὰ πηγαίνω στὸ σχολειὸ νὰ μαθαίνω γράμματα, γράμματα σπουδάγματα τοῦ Θεοῦ τὰ πράγματα. Γύρω ἀπὸ τὰ θέματα αὐτὰ γενικῶς πολλὲς πληροφορίες μᾶς δίνουν καὶ τὰ ἔργα τῶν ἱστορικῶν Π. Καρολίδη, Κ. Πα- παρρηγόπουλου, Σπύρ. Τρικούπη, Μιχ. Βολονάκη, Δ. Κόκκινου, Φραντζῆ, Γρήγ. Παπαμιχαήλ, Ἀθ. Βακαλόπουλου, Κ. Καιροφύλα, Ἀν. Γούδα, Κ. Σάθα, Που- κεβὶλ - Γάλλου προξένου σὲ διάφορες πόλεις τῆς Ἑλλάδας τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Δημ. Μπαλάνου, Γ. Σωτηρίου, Χρ. Πα- παδοπούλου, Τ. Γριτσοπούλου, κ.ἄ. Δὲν κάνουμε «σχολαστικὲς» παραπομπές, γιὰ νὰ μὴν εἶναι κουραστικό τό βιβλίο μας. Καὶ ἄς τὸ ξαναποῦμε, τὰ Κρυφὰ Σχο- λειὰ ὅσο καὶ ἂν τὰ πολεμοῦν θὰ βροῦν, γιατί εἶναι ἱστορικὴ πραγματικότητα, ἀπὸ τὴ μιὰ ἄκρη τῆς Ἑλλάδας ὡς τὴν ἄλλη.

Μιλοῦν τὰ γεγονότα ΕΚΚΛΗΣΙΑ -ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ - 21 ΤΙΜΟΘΕΟΥ Κ. ΚΑΛΙΦΗ Α' ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΝΩΣΕΩΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Πλούτωνος 21, Πετρούπολη Τηλ.:210-5016176 Πετρούπολη Μάρκου Μπότσαρη 17,
Πλούτωνος 21, Πετρούπολη Τηλ.:210-5016176
Πλούτωνος 21, Πετρούπολη
Τηλ.:210-5016176
21, Πετρούπολη Τηλ.:210-5016176 Πετρούπολη Μάρκου Μπότσαρη 17,
21, Πετρούπολη Τηλ.:210-5016176 Πετρούπολη Μάρκου Μπότσαρη 17,
21, Πετρούπολη Τηλ.:210-5016176 Πετρούπολη Μάρκου Μπότσαρη 17,
Πετρούπολη Μάρκου Μπότσαρη 17, Τηλ.: 2102628516 Περιστέρι Θηβών 206, Τηλ.:

Πετρούπολη Μάρκου Μπότσαρη 17, Τηλ.: 2102628516

Περιστέρι Θηβών 206, Τηλ.: 2105777472

Καματερό Αραχώβης 13, Τηλ.: 2105013935

Ίλιον Παπανδρέου Ανδρέα 248

ΚΑ Ρ Δ Ι ΟΛΟΓ Ι ΚΟ ΙΑΤ Ρ Ε Ι Ο

Dr Δημήτριος Ν. Ταλιούρας

ΕΙΔΙΚΟΣ ΚΑΡΔΙΟΛΟΓΟΣ τ. Επιμελητής Νοσ. "Ερυθρός Σταυρός" ΥΠΕΡΗΧΟΙ ΚΑΡΔΙΑΣ-DOPPLER-HOLTER ΠΙΕΣΕΩΣ

Ανατολικής Ρωμυλίας & Ιουλιανού 40, Ίλιον (Παλατιανή) Τηλ.: 26.31.080, κιν.: 6977-575002 Δέχεται: Πρωΐ 11:00-21:30 μ.μ. ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΕ ΤΑ ΤΑΜΕΙΑ

Εὐχαριστοῦμε θερμά τούς καθηγητές τοῦ Φροντιστηρίου Μέσης
Εὐχαριστοῦμε θερμά τούς καθηγητές τοῦ Φροντιστηρίου Μέσης Ἐκπαίδευσης
γιά τήν προσφορά τους στό Ἐνοριακό
Φροντιστήριο τοῦ Ἱεροῦ μας Ναοῦ.
(Ἁγίας Τριάδος 4, τηλ.: 210-5060700)
(Ἁγίας Τριάδος 4, τηλ.: 210-5060700) Αγίου Δημητρίου 10, Πετρούπολη
Αγίου Δημητρίου 10, Πετρούπολη Τηλ.: 210 5050208 La maison

Αγίου Δημητρίου 10, Πετρούπολη Τηλ.: 210 5050208

La maison

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΕΙΔΗ 39ο χλμ ΠΑΛΑΙΑΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΔΟΥ ΜΑΝΔΡΑ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΕΙΔΗ
39ο χλμ ΠΑΛΑΙΑΣ
ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΔΟΥ
ΜΑΝΔΡΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Τ.Κ. 19 600
Τηλ. 2293022070
Κιν. 6944 642 861, 6972 888 012

11

Α

Α

Κ

Κ

Υ Ρ Ι Α Κ Η

Υ Ρ Ι Α Κ Η

2 9

2 9

Μ Α Ρ Τ Ι Ο Υ

Μ Α Ρ Τ Ι Ο Υ

2 0 1 5

2 0 1 5

Π Ο Γ Ε Υ Μ Α Τ Ι Ν Η

Π Ο Γ Ε Υ Μ Α Τ Ι Ν Η

Π Ρ Ο Σ Κ Υ Ν Η Μ Α Τ Ι Κ Η

Π Ρ Ο Σ Κ Υ Ν Η Μ Α Τ Ι Κ Η

Ε Κ Δ Ρ Ο Μ Η

Ε Κ Δ Ρ Ο Μ Η

Ὁ Ἱερός μας Ναός καί ἡ Ἐνοριακή Δράση πραγματοποιεῖ ἀπογευματινή προσκυνη- ματική ἐκδρομή:

Α) Στήν Ἱ.Μ. Ὁσίου Παταπίου Λουτρακίου Β) Στήν Ἱ.Μ. Ἀναστάσεως Λουτρακίου ὅπου θά πραγματοποιήσουμε τόν κατανυκτικό Ἑσπερινό τήν Κυριακή 29/3.

Ὥρα ἀναχώρησης: 2.00 μ.μ.

Εἰσητήριο: 10 €

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015 καί ὥρα 18.00 μ.μ. Θά πραγματοποιήσει στόν Ἱερό
Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015 καί ὥρα 18.00 μ.μ.
Θά πραγματοποιήσει στόν Ἱερό Ναό Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως ὁμιλία ὁ
Ἀρχιμ. π. Ἀνδρέας Κονάνος
μέ θέμα Σημάδια πνευματικῆς προόδου
Σᾶς προσκαλοῦμε καί σᾶς παρακαλοῦμε γιά τήν συμμετοχή σας.
ΕΟΡΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ 25 η ΜΑΡΤΙΟΥ 1821 Σας προσκαλούμε να συμμετάσχετε στην
ΕΟΡΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ 25 η ΜΑΡΤΙΟΥ 1821
Σας προσκαλούμε να συμμετάσχετε στην εορτή των Κατηχητικών Σχολείων
και Συνάξεων την Κυριακή 22 Μαρτίου 2015 και ώρα 11:00 π.μ.
η οποία θα πραγματοποιηθεί στο Πνευματικό Κέντρο
του Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος Πετρουπόλεως.
Τα παιδιά θα παρουσιάσουν σκετς, ποιήματα και τραγούδια.
Κύκλος
Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015
ώρα 18:00 μ.μ.
Ομιλιών
Κατανοώντας
το παιδί
και τις ανάγκες του
θα γίνει ομιλία στον Ιερό Ναό Αγ. Τριάδος
Πετρουπόλεως
από την κ. Αλεξάνδρα Κερασιώτη,
Κλινική Ψυχολόγο - Ψυχοθεραπεύτρια με θέμα:
Κατανοώντας την υπερκινητικότητα.
Κάτι το φυσιολογικό ή πρόβλημα;
Κάθε τρίτη Δευτέρα του μήνα στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Πετρουπόλεως
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
στόν Ἱερό Ναό Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως
Θά πραγματοποιεῖται ἡ Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.
Κάθε Τετάρτη
ἀπόγευμα στίς 19:00 μ.μ.
Κάθε ἀπόγευμα στίς 17:30 μ.μ.
θά τελεῖται τό Μέγα Ἀπόδειπνο.
καί Κάθε Παρασκευή πρωΐ στίς 7:00 π.μ.
Κάθε Τετάρτη στίς 18:00 π.μ.
θά προηγεῖται ἡ Ἱερά Παράκλησις
εἰς τόν Ἅγιο Φανούριο.
Κάθε Παρασκευή στίς 19:00 μ.μ.
θά τελοῦνται οἱ Στάσεις τῶν Χαιρετισμῶν
εἰς τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο.