1

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ
(ἀποσπάάσμάτά)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΤΟΜΟΣ Α´
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α´
Παραίίνεση τῶ νἁ γίίων πατείρων γίαὰ προκοπηὰ στηὰν
τελείοίτητα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β´
Γίαὰ τοὰὅ τί πρείπεί ναὰ
ἐ πίδίωίκουμε τηὰν
ἡ « συχίία» μεὰ καίθε
δυνατοὰ τροίπο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ´
Γίαὰ τηὰν καταίνυξη
ΤΟΜΟΣ Β´
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ´
Περίὰἐ γκρατείίας… καίὰ
ὄ χί μοίνο στηὰν τροφηί,

λλαὰ καίὰ στίὰς
ὑποίλοίπες κίνηίσείς ῆ
τ ς ψυχ
ῆ ς
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε´
Δίαίφορες δίηγηίσείςὠ φείλίμες γίαὰ τουὰς πολείμους πουὰ
ξεσηκωίνεί μείσα μας τοὰ παίθοςῆ τ ς πορνείίας
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ´
Περίὰἀ κτημοσυίνης. Παραίλληλα πρείπεί ναὰ φυλαγοίμαστε
καίὰἀ ποὰ τηὰν πλεονεξίία
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ´
Δίαίφορες δίηγηίσείς πουὰᾶμ ἐς νθαρρυίνουν γίαὰ

πομονηὰ καίὰ
ἀνδρείία
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η´
Τίίποτε δεὰν πρείπεί ναὰ καίνουμε γίαὰ

πίίδείξη
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ´
Εἶναί ἀναίγκη ναὰἐ παγρυπνο
ῦ μεὥ στε ναὰ μηὰ κρίίνουμε
κανείνα
ΤΟΜΟΣ Γ´
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι´
Περίὰ δίακρίίσεως
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ´
Εἶναί ἀναίγκη παίντοτε ναὰἴ ε μαστε νηφαίλίοί
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ´
Γίαὰ τηὰνἀ δίαίλείπτη καίὰ νηφαίλία προσευχηί
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ´

2

Εἶναί ἀναίγκη ναὰ φίλοξενο
ῦ με καίὰ ναὰ
ἐ λεο
ῦ με μεὰ
ἱλαροίτητα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ´
Περίὰὑ πακοῆ ς
ΤΟΜΟΣ Δ´
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ´
Περίὰ ταπείνοφροσυίνης
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΣΤ´
Περίὰἀ νεξίκακίίας
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΖ´
Περίὰἀ γαίπης
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΗ´
Περίὰ δίορατίκῶ ν
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΘ´
Περίὰ σημείοφοίρων
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Κ´
Σχετίκαί με τηὰνἐ ναίρετη ζωηί
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑ´
Δίαίλογοςἁ γίίων Γεροίντων μεὰ
ἐ ρωτηίσείς καίὰ

ποκρίίσείς
Ἀποφθείγματα αὐ τῶ ν πουὰ γηίρασαν στηὰν
ἄ σκηση
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΒ´
Γίαὰ τουὰς δωίδεκα
ἀ ναχωρητείς

ΤΟΜΟΣ Α´
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α´
Παραίνεση τῶν ἁγίων πατέρων γιὰ προκοπὴ στὴν τελειότητα
1. Ρώτησε κάποιος τὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο:
«Τί ἂν φυλάξω, θὰ εἶμαι ἀρεστὸς στὸν Θεό;».
Καὶ ἀπάντησε ὁ Γέροντας: «Τήρησε αὐτὰ ποὺ θὰ σοῦ παραγγείλω:

Ὅπου κι ἂν πᾶς, τὸν Θεὸ να᾿ χεῖς μπρὸς στὰ μάτια σου πάντοτε.

Ὅ,τι κι ἂν κάνεις, νὰ στηρίζεται στὴ μαρτυρία τῶν θείων Γραφῶν.

Καὶ σ᾿ ὅποιον τόπο κι ἂν κατοικεῖς, μὴ μετακινεῖσαι εὔκολα ἀπὸ κεῖ. Αὐτεὰς τίὰς τρε
ῖ ς
παραγγελίίες κραίτησεί τες καίὰ σωίζεσαί».

3
8. Ὁ ἀββᾶς Βενιαμὶν πεθαίνοντας εἶπε στὰ πνευματικά του παιδιά:
«Κάντε αὐτὰ ποὺ θὰ σᾶς πῶ καὶ θὰ μπορέσετε νὰ σωθεῖτε: Νὰ εἶστε πάντοτε χαρούμενοι,
νὰ προσεύχεστε ἀδιάκοπα καὶ νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεὸ γιὰ τὸ κάθε τί».
10.Εἶπε ὁ ἀββᾶς Γρηγόριος ὁ Θεολόγος:
«Ὁ Θεὸς ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο ποὺ εἶναι βαφτισμένος αὐτὰ τὰ τρία ζητάει: Ἀπὸ τὴν ψυχὴ
ὀρθὴ πίστη, ἀπὸ τὴ γλῶσσα τὴν ἀλήθεια καὶ ἀπὸ τὸ σῶμα τὴ σωφροσύνη».
13.Ὁ μακάριος Ἐπιφάνιος ἔλεγε:
«Εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀποκτοῦν, ὅσοι μποροῦν, τὰ χριστιανικὰ βιβλία. Καὶ μόνο ποὺ τὰ
βλέπουμε τὰ βιβλία, μᾶς κάνουν πιὸ διστακτικοὺς πρὸς τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ καὶ μᾶς
παρακινοῦν νὰ ἀνοίγουμε τὰ μάτια ὅλο καὶ περισσότερο πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ».
14.Εἶπε πάλι:
«Μεγάλη ἀσφάλεια γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ ἀνάγνωση τῆς ἁγίας Γραφῆς».
15.Εἶπε ἐπίσης:
«Ἡ ἄγνοια τῆς ἁγίας Γραφῆς εἶναι μεγάλος γκρεμὸς καὶ βαθὺ χάσμα».
16.Εἶπε ἀκόμη:
«Τὸ νὰ ἀγνοοῦν οἱ ἄνθρωποι ἐντελῶς τοὺς θείους νόμους εἶναι μεγάλη προδοσία τῆς
σωτηρίας».
8. Εἶπε ὁ ἴδιος πάλι:
«Ὁ Θεὸς στοὺς ἁμαρτωλοὺς χαρίζει καὶ τὸ κεφάλαιο, ὅταν μετανοοῦν, ὅπως στὴν πόρνη
καὶ τὸν τελώνη, ἐνῷ ἀπὸ τοὺς δικαίους ζητάει καὶ τόκους. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο
ποὺ ἔλεγε ὁ Κύριος στοὺς Ἀποστόλους:
Ἐὰν ἡ εὐσέβειά σας δὲν ξεπεράσει τὴν εὐσέβεια τῶν Γραμματέων καὶ τῶν Φαρισαίων, δὲν
θὰ μπεῖτε στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».
9. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Εὐπρέπιος:
«Ἐφόσον παραδέχεσαι ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀξιόπιστος καὶ δυνατός, πίστευέ Τον καὶ θὰ
μετέχεις στὶς εὐλογίες Του. Ἂν ὅμως τὸ παίρνεις ἀψήφιστα τὸ πρᾶγμα, σημαίνει ὅτι δὲν
πιστεύεις».
Καὶ πρόσθεσε:
«Ὅλοι πιστεύουμε ὅτι εἶναι δυνατὸς ὁ Θεός, ἐπίσης πιστεύουμε ὅτι τὰ πάντα μπορεῖ νὰ
κάνει, ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχεις πίστη μέσα σου καὶ γιὰ τὶς προσωπικές σου ὑποθέσεις,
ὅτι δηλαδὴ καὶ σὲ σένα θὰ κάνει θαυμαστὰ σημεῖα».
10. Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἴδιο Γέροντα:

4
«Πῶς ἔρχεται στὴν ψυχὴ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ;»
Καὶ ὁ Γέροντας εἶπε:
«Ἐάν ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀκτημοσύνη, ἔρχεται μέσα του ὁ φόβος τοῦ
Θεοῦ».
22.Στὶς ἀρχὲς τῆς μοναχικῆς του ζωῆς ὁ ἴδιος ὁ ἀββᾶς Εὐπρέπιος ἐπισκέφθηκε κάποιον
Γέροντα καὶ τοῦ εἶπε:
«Ἀββᾶ, πές μου κάποιον λόγο, πῶς θὰ μπορέσω νὰ σωθῶ;»
Κι ἐκεῖνος τοῦ εἶπε:
«Ἐὰν θέλεις νὰ σωθεῖς, ὅπου κι ἂν πᾶς, μὴ βιαστεῖς νὰ πάρεις τὸν λόγο, πρὶν σὲ ρωτήσει
κάποιος».
Αὐτὸς ἔνιωσε συντριβὴ γιὰ τὸν λόγο ποὺ τοῦ εἶπε καὶ ἔβαλε μετάνοια λέγοντας:
«Ἀλήθεια, πολλὰ βιβλία διάβασα καὶ τέτοια ὠφέλεια ποτὲ δὲ γνώρισα». Κι ἔφυγε πολὺ
ὠφελημένος.
23.Εἶπε ἡ ἀμμᾶς Εὐγενία:
«Μᾶς συμφέρει σὰν ζητιάνοι νὰ ζοῦμε, ἀρκεῖ μόνο νὰ εἴμαστε μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ. Γιατὶ
ὅποιος εἶναι μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ, εἶναι πλούσιος κι ἂν ἀκόμη ὑλικὰ εἶναι φτωχός. Αὐτὸς ὁ
ὁποῖος προτιμᾷ τὰ γήινα ἀπὸ τὰ πνευματικά, θὰ χάσει καὶ τὰ δυό, ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ
ἐπιθυμεῖ τὰ οὐράνια, θὰ βρεῖ ὁπωσδήποτε καὶ ἐπίγεια ἀγαθά».
28.Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἡσαΐας ὁ ἱερέας:
«Κάποιος ἀπὸ τοὺς Πατέρες ἔλεγε πὼς ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει, πάνω ἀπ᾿ ὅλα, νὰ ἀποκτήσει
πίστη στὸν Θεὸ καὶ ν᾿ ἀναζητεῖ συνεχῶς καὶ μὲ πόθο τὸν Θεό. Νὰ ἐπιδιώκει ἐπίσης τὴν
κακοπάθεια, τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴν ἁγνότητα, τὴ φιλανθρωπία καὶ τὴν ἀγάπη σ᾿ ὅλους.
Τὴν ὑποταγὴ καὶ τὴν πραότητα, τὴ μακροθυμία καὶ τὴν ὑπομονή, τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὸν Θεό,
καὶ νὰ παρακαλεῖ συνεχῶς τὸν Θεὸ μὲ πόνο καρδιᾶς καὶ ἀληθινὴ ἀγάπη γιὰ νὰ μὴν
κοιτάξει ποτὲ πρὸς τὰ πίσω, ἀλλὰ νὰ ἔχει στραμμένη τὴν προσοχή του σ᾿ αὐτὰ ποὺ
ἀκολουθοῦν. Νὰ μὴν ἔχει πεποίθηση στὰ καλά του ἔργα, δηλαδὴ στὴ διακονία του, καὶ νὰ
ζητάει ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀδιάκοπα τὴ βοήθεια γιὰ ὅ,τι φέρνει ἡ κάθε μέρα».
32.Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ἡσαΐα γιὰ τὴ φράση τῆς προσευχῆς ποὺ ὑπάρχει στὸ
Εὐαγγέλιο:
«Τί σημαίνει τό: Ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου;»
Καὶ ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε:
«Αυτό ἀφορά τους τελείους. Εἶναι ἀδύνατο νὰ ἁγιασθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἐμᾶς,
ἐφόσον μᾶς ἐξουσιάζουν τὰ πάθη».
44. Εἶπε ὁ μακάριος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος:

5
«Ὅταν κάθεσαι νὰ διαβάσεις λόγο Θεοῦ, νὰ ἐπικαλεῖσαι στὴν ἀρχὴ τὸν Θεὸ ν᾿ ἀνοίξει τὰ
μάτια τῆς ψυχῆς σου, ὥστε νὰ μὴν περιοριστεῖς στὸ νὰ διαβάζεις μόνο αὐτὰ ποὺ
γράφτηκαν ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἐκτελεῖς, καὶ ἔτσι νὰ μὴ γίνει καταδίκη μας ἡ μελέτη τοῦ βίου
καὶ τῶν λόγων τῶν ἁγίων».
48.Ἀνηφορίζοντας ἀπὸ τὴ Γεθσημανὴ στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, συναντᾷ κανεὶς τὸ μοναστῆρι
τοῦ ἀββᾶ Ἀβραμίου.
Σ᾿ αὐτὸ τὸ μοναστῆρι ἡγούμενος ἦταν ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Κυζικηνός. Τὸν ρωτήσαμε λοιπὸν
κάποια μέρα:
«Ἀββᾶ, πῶς μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει κανεὶς ἀρετή;»
Καὶ μᾶς ἀπάντησε ὁ Γέροντας:
«Ἂν θέλει κανεὶς ν᾿ ἀποκτήσει μία ἀρετή, δὲν μπορεῖ νὰ τὴν κάνει κτῆμα του, ἂν δὲν
μισήσει τὴν κακία ποὺ εἶναι ὁ ἀντίποδάς της.

Ἂν λοιπὸν θέλεις νὰ ἔχεις πάντοτε πένθος στὴν ψυχή σου, μίσησε τὸ γέλιο.

Θέλεις νὰ ἔχεις ταπείνωση; Μίσησε τὴν ὑπερηφάνεια.

Θέλεις νὰ εἶσαι ἐγκρατής; Μίσησε τὴ λαιμαργία.

Θέλεις νὰ εἶσαι σώφρων; Μίσησε τὴν ἀκόλαστη ζωή.

Θέλεις νὰ εἶσαι ἀκτήμων; Μίσησε τὴ φιλαργυρία.

Αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ εἶναι κάτοικος τῆς ἐρήμου, μισεῖ τὶς πόλεις ἐξαιτίας τῶν
πειρασμῶν.

Αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ ἔχει ἡσυχία, μισεῖ τὴν παρρησία.

Αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ ζεῖ ἄγνωστος, μισεῖ τὴν τάση γιὰ ἐπίδειξη.

Αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ κυριαρχεῖ στὴν ὀργή, μισεῖ νὰ περνάει τὶς ὦρες του μαζὶ μὲ
πολλούς.

Αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ ἔχει ἀμνησικακία, ἀποφεύγει νὰ κακολογεῖ τοὺς ἄλλους.

Αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ εἶναι ἀπερίσπαστος, μένει στὴ μοναξιά.

Αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ κυριαρχεῖ στὴ γλῶσσα, ἂς κλείνει τ᾿ αὐτιά του νὰ μὴν ἀκούει
πολλά.

Αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ ἔχει τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ πάντοτε, θὰ μισήσει τὴ σωματικὴ
ἀνάπαυση καὶ θὰ ἀγαπήσει τὴ θλίψη καὶ τὴ στενοχώρια».

56.Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Μακάριο τὸν μέγα σχετικὰ μὲ τὴν τελειότητα. Καὶ
ἀπάντησε ὁ Γέροντας τὰ ἑξῆς:

6
«Δεν μπορεῖ νὰ εἶναι κανεὶς τέλειος, ἐὰν δὲν ἀποκτήσει ταπείνωση μεγάλη στὴν καρδιὰ
καὶ στὸ σῶμα, ἐὰν δὲν μάθει δηλαδή:

Νὰ μὴν ὑπολογίζει τὸν ἑαυτό του σὲ καμιὰ περίπτωση ἀλλὰ νὰ προτιμᾷ νὰ βάζει
ταπεινὰ τὸν ἑαυτό του χαμηλότερα ἀπ᾿ ὅλη τὴν κτίση, νὰ μὴν κρίνει διόλου
κάποιον, παρὰ μόνο τὸν ἑαυτό του, νὰ ὑπομένει τὴν καταφρόνια καὶ νὰ
ἀποστρέφεται ὁλόψυχα κάθε κακία.

Νὰ βιάζει τὸν ἑαυτό του να᾿ ναι μακρόθυμος, ἀγαθός, ν᾿ ἀγαπᾷ τοὺς ἀδελφούς, νὰ
εἶναι σώφρων, νὰ κυριαρχεῖ στὸν ἑαυτό του, γιατὶ λέει ἡ ἁγία Γραφὴ «ἡ Βασιλεία
τῶν Οὐρανῶν ἀνήκει σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἀσκοῦν βία στὸν ἑαυτό τους καὶ αὐτοὶ οἱ
ἀγωνιστὲς τὴν κερδίζουν».

Νὰ βλέπει ἴσια μὲ τὰ μάτια, νὰ φρουρεῖ τὴ γλῶσσα καὶ ν᾿ ἀποφεύγει ν᾿ ἀκούει
μάταια πράγματα ποὺ φθείρουν τὴν ψυχή.

Τὰ χέρια νὰ κινοῦνται γιὰ νὰ κάνουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἡ καρδιὰ νὰ εἶναι καθαρὴ
ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ σῶμα ἀμόλυντο, νὰ ἔχει τὴ μνήμη τοῦ θανάτου καθημερινά,
ν᾿ ἀποκηρύσσει τὴν ἐσωτερικὴ ὀργὴ καὶ κακία.

Νὰ ἀποτάσσεται τὰ ὑλικὰ καὶ τὶς σαρκικὲς ἡδονές, νὰ ἀποτάσσεται τὸ διάβολο καὶ
ὅλα τὰ ἔργα αὐτοῦ καὶ νὰ συντάσσεται σταθερὰ μὲ τὸν Βασιλιὰ τῶν πάντων Θεὸ
καὶ μ᾿ ὅλες τὶς ἐντολές του, νὰ προσεύχεται ἀδιάκοπα καὶ νὰ παραμένει κοντὰ
στὸν Θεὸ πάντοτε, σὲ κάθε περίσταση καὶ σὲ κάθε ἐργασία».

60. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Μωυσῆς:
«Εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀποκτήσει κανεὶς τὸν Ἰησοῦ, παρὰ μόνο μὲ κόπο, μὲ ταπείνωση καὶ μὲ
προσευχὴ ἀκατάπαυστη».
62. Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε κάποιον Γέροντα: «Ποιὸ καλὸ πρᾶγμα ὑπάρχει, γιὰ νὰ τὸ κάνω
καὶ νὰ βρῶ ζωὴ μέσα σ᾿ αὐτό;»
Καὶ εἶπε ὁ Γέροντας:
«Ὁ Θεὸς γνωρίζει τὸ καλό. Ὅμως ἄκουσα ὅτι κάποιος ἀπὸ τοὺς πατέρες ρώτησε τὸν ἀββᾶ
Νισθερῶο τὸν μεγάλο, τὸν φίλο του ἀββᾶ Ἀντωνίου:
«Ποιὸ θεωρεῖται ἔργο καλὸ γιὰ νὰ τὸ κάνω;»
Κι ἐκεῖνος τοῦ εἶπε:
«Ὅλες οἱ ἀρετὲς δὲν εἶναι ἰσοδύναμες; Ἡ ἁγία Γραφὴ λέει ὅτι ὁ Ἀβραὰμ ὑπῆρξε φιλόξενος
καὶ εἶχε τὸν Θεὸ μαζί του. Ὁ Ἠλίας ἀγαποῦσε τὴν ἡσυχία καὶ ὁ Θεὸς ἦταν μαζί του. Ὁ
Δαβὶδ ἦταν ταπεινὸς καὶ ὁ Θεὸς ἦταν μαζί του. Ὅ,τι λοιπὸν καταλαβαίνεις νὰ θέλει ἡ ψυχή
σου ποὺ εἶναι σύμφωνο μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ κάνε καὶ κράτα ἄγρυπνη τὴν καρδιά
σου».
64. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποιμήν:

7
«Ἡ ἐπαγρύπνηση καὶ ἡ προσοχὴ στὸν ἑαυτό μας καὶ ἡ διάκριση, αὐτὲς οἱ τρεῖς ἀρετὲς
εἶναι ὁδηγοὶ τῆς ψυχής».
70. Εἶπε ἀκόμη ὅτι, ὅταν πρόκειται ἕνας ἄνθρωπος νὰ χτίσει σπίτι, πολλὰ εἶναι τὰ
χρειαζούμενα ποὺ συγκεντρώνει, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ τὸ στήσει τὸ σπίτι, ἀλλὰ καὶ εἴδη
διάφορα συγκεντρώνει, ἔτσι κι ἐμεῖς ἂς ἀποκτήσουμε λίγο, ἔστω, ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἀρετές.
78. Εἶπε πάλι:
«Προσπάθησε ὅσο μπορεῖς νὰ μὴν κακομεταχειρισθεῖς γενικῶς κανένα, καὶ καθαρὴ
κράτησε τὴν καρδιά σου στὶς σχέσεις σου μὲ κάθε ἄνθρωπο».
81. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Παμβώ: «Ἐὰν ἔχεις καρδιά, μπορεῖς νὰ σωθεῖς».
89. Εἶπε κάποιος Γέροντας: «Ἔχε ἕτοιμο τὸ σπαθί σου γιὰ ἀγώνα».
Καὶ ὁ ἀδελφὸς ἀπάντησε: «Τὸ θέλω ἀλλὰ δὲν μ᾿ ἀφήνουν τὰ πάθη».
Κι ὁ Γέροντας πρόσθεσε:
«Ἡ ἁγία Γραφὴ λέει: Ζήτησέ με, ὅταν θλίβεσαι, καὶ θὰ σὲ ἀπαλλάξω καὶ θὰ μὲ δοξάσεις.
Νὰ ἐπικαλεῖσαι λοιπὸν Αὐτὸν καὶ θὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ κάθε πειρασμό».
93. Εἶπε ἐπίσης:
«Άνθρωπέ μου, γιὰ σένα γεννήθηκε ὁ Χριστός, γι᾿ αὐτὸ ἦρθε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ
σωθεῖς ἐσύ.
Καὶ ἔγινε παιδί, καὶ μεγάλωσε ὡς ἄνθρωπος, ἐνῷ ἦταν Θεός.
Κάποια φορὰ ἔκανε τὸν ἀναγνώστη, πῆρε τὸ ἱερὸ βιβλίο μὲς στὴ συναγωγὴ καὶ διάβασε:
«Τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου εἶναι καὶ μένει σὲ μένα, γιατὶ μ᾿ αὐτὸ μὲ ἔχρισε».
Ἄλλη φορὰ ὡς ὑποδιάκονος ἔκαμε φραγγέλιο ἀπὸ σχοινὶ καὶ τοὺς ἔβγαλε ὅλους ἔξω ἀπὸ τὸ
ἱερὸ καὶ τὰ πρόβατα καὶ τὰ βόδια καὶ ὅλα τ᾿ ἄλλα.
Ἄλλοτε πάλι ὡς διάκονος, ζώστηκε τὴν πετσέτα καὶ ἔπλυνε τὰ πόδια τῶν μαθητῶν του,
δίνοντας ἐντολὴ νὰ πλένουν κι αὐτοὶ τὰ πόδια τῶν ἀδελφῶν τους, ὡς Ἱερέας, κάθισε
ἀνάμεσα στοὺς ἱερεῖς καὶ δίδασκε τὸν λαό.
Κι ἄλλη φορὰ ὡς ἐπίσκοπος, πῆρε ἄρτο, τὸν εὐλόγησε καὶ τὸν ἔδωσε στοὺς μαθητές του.
Μαστιγώθηκε ἐξαιτίας σου καὶ σὺ γι᾿ αὐτὸν δὲν σηκώνεις οὔτε μία προσβολή,
ἐνταφιάστηκε καὶ ἀναστήθηκε ὡς Θεός.
Ὅλα γιὰ μᾶς μὲ τὴ σειρά, τὸ ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου τὰ ὑπέστη, γιὰ νὰ μᾶς σώσει.
Ἂς εἴμαστε λοιπὸν νηφάλιοι, ἂς εἴμαστε ἄγρυπνοι, ἂς περνοῦμε τὸν καιρό μας
προσευχόμενοι, ἂς κάνουμε ὅσα εἶναι εὐάρεστα σ᾿ Αὐτόν».

8
98. Εἶπε πάλι κάποιος ἀπ᾿ τοὺς Γέροντες:
«Ἐὰν ὁ μέσα μας ἄνθρωπος εἶναι νηφάλιος, ἔχει τὴ δύναμη νὰ προστατεύσει καὶ τὸν ἔξω
ἄνθρωπο.
Ἐὰν ὅμως λείπει ἡ ἐσωτερικὴ προϋπόθεση ἂς φυλάξουμε μὲ ὅση δύναμη ἔχουμε τὴ γλῶσσα
μας».
103.Εἶπε κάποιος Γέροντας:
«Είτε πέφτεις νὰ κοιμηθεῖς εἴτε σηκώνεσαι ἢ ὁ,τιδήποτε ἄλλο κάνεις, ἐὰν ἔχεις τὸν Θεὸ
μπροστὰ στὰ μάτια σου, σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ σὲ φοβίσει ὁ ἐχθρὸς καὶ ἐὰν ὁ
λογισμὸς μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ μείνει σταθερὰ προσηλωμένος στὸν Θεό, τότε καὶ ἡ δύναμη
τοῦ Θεοῦ θὰ μείνει μέσα σ᾿ αὐτόν».
111.Εἶπε κάποιος ἀπ᾿ τοὺς πατέρες:
«Ἐὰν δὲν μισήσεις πρῶτα, δὲν μπορεῖς ν᾿ ἀγαπήσεις, ἐὰν δηλαδὴ δὲν μισήσεις τὴν
ἁμαρτία, δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀναφέρεται στὴν ἁγία Γραφή,
«Ἀπόφυγε τὸ κακὸ καὶ πρᾶξε τὸ καλό».
Ὅμως καὶ σ᾿ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἡ ψυχικὴ διάθεση εἶναι ἐκείνη ποὺ μετράει πάντοτε.
Γιατὶ ὁ Ἀδὰμ ἂν καὶ ἦταν μέσα στὸν παράδεισο, παρέβη τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ ὁ Ἰώβ,
ἂν καὶ ἦταν καθισμένος πάνω στὴν κοπριά, κράτησε τὴν αὐτοκυριαρχία του.
Λοιπὸν τὸ μόνο ποὺ ζητάει ὁ Θεὸς ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ καλή του διάθεση καὶ νὰ ἔχει
πάντοτε τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ μέσα του».
117.Εἶπε κάποιος Γέροντας:
«Φρόντισε μὲ ἰδιαίτερη προσοχὴ νὰ μὴν ἁμαρτάνεις, γιὰ νὰ μὴν προσβάλεις τὸν Θεὸ ποὺ
κατοικεῖ μέσα σου καὶ τὸν διώξεις ἀπ᾿ τὴν ψυχή σου».
147.Ἔλεγε κάποιος ἀπὸ τοὺς Γέροντες:
«Ὅ,τι ἀποστρέφεσαι, μὴν τὸ κάνεις στὸν ἄλλο.
Ἀποστρέφεσαι τὸ νὰ πεῖ κάποιος λόγια ἐναντίον σου; Μὴν κακολογήσεις κι ἐσὺ κάποιον.
Ἀποστρέφεσαι τὸ νὰ σὲ ἐξευτελίσει κάποιος ἢ νὰ σὲ ἐξυβρίσει ἢ νὰ ἁρπάξει κάτι ἀπὸ τὰ
ὑπάρχοντά σου ἢ ὅ,τι ἄλλο παρόμοιο μπορεῖ νὰ συμβεῖ; Καὶ ἐσὺ οὔτε ἕνα ἀπ᾿ αὐτὰ μὴν
κάνεις σὲ ἄλλον.
Ὅποιος μπορεῖ νὰ κρατήσει αὐτὸν τὸν λόγο, τοῦ ἀρκεῖ γιὰ νὰ σωθεῖ».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β´
Γιὰ τὸ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώκουμε τὴν «ἡσυχία» μὲ κάθε δυνατὸ τρόπο

9
1. Ὅταν ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος ἀσκήτευε στὴν ἔρημο, ἔπεσε κάποτε σὲ ἀκηδία καὶ σὲ μεγάλη
σύγχυση τῶν λογισμῶν του καὶ ἔλεγε στὸν Θεό:
«Κύριε, θέλω νὰ σωθῶ ἀλλὰ δὲν μ᾿ ἀφήνουν οἱ λογισμοί μου. Τί νὰ κάνω μὲ τὴ θλίψη μου
αὐτή; Πῶς νὰ σωθῶ;»
Κάποια φορὰ λοιπὸν βγῆκε λίγο πρὸς τὰ ἔξω καὶ βλέπει κάποιον σὰν τὸν ἑαυτό του νὰ
κάθεται καὶ νὰ κάνει ἐργόχειρο.
Μετὰ ἀπὸ λίγο ἄφηνε τὸ ἐργόχειρο, σηκωνόταν καὶ προσευχόταν, καὶ ξανὰ καθόταν καὶ
συνέχιζε νὰ πλέκει τὸ σχοινί του.
Ὕστερα πάλι σηκωνόταν γιὰ προσευχή.
Ἦταν ἄγγελος Κυρίου ποὺ εἶχε σταλεῖ γιὰ νὰ διορθώσει τὸν Ἀντώνιο καὶ νὰ τοῦ δώσει
σιγουριὰ καὶ ἄκουσε τὸν ἄγγελο νὰ τοῦ λέει:
«Κάνε κι ἐσὺ τὸ ἴδιο καὶ θὰ σωθεῖς».
Καὶ ὁ Ἀντώνιος ὅταν τ᾿ ἄκουσε, πῆρε μεγάλη χαρὰ καὶ κουράγιο. Καὶ ἔτσι κάνοντας
προχωροῦσε στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας του.
16. Κάποτε κάποιοι Γέροντες πῆγαν στὸν ἀββᾶ Ἀρσένιο καὶ τὸν παρακάλεσαν θερμὰ νὰ
τοὺς μιλήσει γιὰ τοὺς ἐρημῖτες μοναχούς, καὶ μάλιστα γι᾿ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν
συναπαντήματα μὲ ἄλλους ἀνθρώπους.
Τότε ὁ Γέροντας εἶπε:
«Ὅταν ἡ παρθένος μένει στὸ σπίτι τοῦ πατέρα της, πολλοὶ ζητοῦν νὰ τὴ μνηστευθοῦν, ὅταν
ὅμως παντρευθεῖ, δὲν ἀρέσει σὲ ὅλους, ἄλλοι τὴ βρίσκουν ψεγάδια καὶ ἄλλοι τὴν
ἐπαινοῦν, καὶ δὲν τιμᾶται, ὅπως πρῶτα, ὅταν ἦταν κρυμμένη. Τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὰ θέματα τῆς
ψυχῆς, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ κοινοποιοῦνται, δὲν μποροῦν νὰ ἱκανοποιήσουν ὅλους».
17.Ὁ ἀββᾶς Βιτίμης διηγήθηκε τὸ ἑξῆς:
«Κάποτε καθὼς κατέβαινα στὴ Σκήτη, κάποιοι μοῦ ἔδωσαν λίγα μῆλα, γιὰ νὰ τὰ μεταφέρω
στοὺς Γέροντες. Καὶ ἐγὼ κτύπησα τὴν πόρτα τοῦ κελιοῦ τοῦ ἀββᾶ Ἀχιλλᾶ, γιὰ νὰ τοῦ τὰ
δώσω.
Μοῦ εἶπε τότε ἐκεῖνος:
«Ἀλήθεια, ἀδελφέ μου, δὲν θὰ ἤθελα τούτη τὴν ὥρα νὰ μοῦ κτυπήσεις τὴν πόρτα, κι ἂν
ἀκόμη μου μετέφερες τὸ μάννα. Μὴν πᾶς καὶ σὲ κανένα ἄλλο κελί».
Ἐγὼ τότε ἀνεχώρησα γιὰ τὸ κελί μου καὶ πρόσφερα τὰ μῆλα στὴν ἐκκλησία».
11. Κάποιος ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ἡσαΐα:
«Πῶς πρέπει νὰ ἡσυχάζει κανεὶς μέσα στὸ κελί;»
Καὶ ἀποκρίθηκε ὁ Γέροντας:

10
«Τὸ νὰ ἡσυχάζει κανεὶς στὸ κελὶ σημαίνει νὰ ἐκθέτει συνεχῶς τὸν ἑαυτό του ἐνώπιον τοῦ
Θεοῦ καὶ νὰ ἐπιστρατεύει ὅλη του τὴ δύναμη γιὰ νὰ ἀντιστέκεται σὲ κάθε λογισμὸ ποὺ
σπέρνει ὁ ἐχθρός, γιατὶ αὐτὸ σημαίνει ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο».
Καὶ εἶπε ὁ ἀδελφός:
«Τί σημαίνει κόσμος;»

«Κόσμος εἶναι -ἀπάντησε ὁ Γέροντας-τὸ νὰ διασπᾶται κανεὶς σὲ πολλὲς καὶ
διάφορες ὑποθέσεις.

Κόσμος εἶναι τὸ νὰ ἐνεργοῦν οἱ ἄνθρωποι τὰ ἀντίθετα πρὸς τὴν ἀνθρώπινη φύση
καὶ νὰ ἱκανοποιοῦν τὰ σαρκικά τους θελήματα.

Κόσμος εἶναι τὸ νὰ νομίσει κανεὶς ὅτι μένει παντοτινὰ στὴ ζωὴ αὐτή.

Κόσμος εἶναι νὰ φροντίζει γιὰ τὸ σῶμα πρὸς βλάβην τῆς ψυχῆς καὶ νὰ καυχιέται γι᾿
αὐτὰ ποὺ ἀφήνει πίσω του.

Κι αὐτὰ δὲν τὰ εἶπα ἀπὸ μόνος μου, ἀλλὰ ὁ Ἰωάννης ὁ Ἀπόστολος εἶναι ποὺ τὰ λέει:
Μὴν ἀγαπᾶτε τὸν κόσμο μήτε ὅσα εἶναι τοῦ κόσμου».
23.Ἕνας ἀδελφὸς τὸν ρώτησε: «Τί χρειάζεται νὰ κάνει ὁ ἡσυχαστής;»
Κι αὐτὸς εἶπε:
«Ὁ ἡσυχαστὴς εἶναι ἀνάγκη νὰ κάνει τὶς τρεῖς αὐτὲς ἐργασίες:

νὰ ἔχει φόβο Θεοῦ συνεχῶς,

ναὰ ζηταίείὑ πομονετίκαὰ

καὶ νὰ μὴ χαλαρώσει στὴν καρδιά του ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ».

28.Εἶπε ἡ ἀμμᾶς Θεοδώρα:
«Καλό πρᾶγμα εἶναι ἡ ζωὴ τῆς ἡσυχίας, ὁ συνετὸς ἄνθρωπος ἡσυχάζει, ἀληθινά, εἶναι
σπουδαῖο νὰ ζεῖ τὸν ἡσύχιο βίο ἡ μοναχὴ ἢ ὁ μοναχὸς καὶ προπάντων οἱ νέοι. Νὰ ξέρεις
ὅμως ὅτι, ἂν κάποιος ἔχει τὴν πρόθεση νὰ ζήσει τὴ ζωὴ τῆς ἡσυχίας, ἔρχεται ἀμέσως ὁ
πονηρὸς καὶ βαρύνει τὴν ψυχὴ μὲ ἀκηδία, μὲ ἀδιαφορία, μὲ λογισμούς, βαρύνει καὶ τὸ
σῶμα μὲ ἀρρώστιες, μὲ ἀτονία, μὲ λύσιμο τῶν γονάτων καὶ ὅλων τῶν μελῶν, γενικὰ
παραλύει τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ὁπότε λέει κανεὶς «εἶμαι ἄρρωστος καὶ
δὲν μπορῶ νὰ κάνω τὴν ἀκολουθία μου». Ὅμως ἂν εἴμαστε νηφάλιοι, ὅλα αὐτὰ
διαλύονται.
Ἦταν ἕνας μοναχὸς ποὺ μόλις ἄρχιζε νὰ κάνει τὴν ἀκολουθία του, τὸν ἔπιανε ρῖγος καὶ
πυρετός, πονοῦσε τὸ κεφάλι του καὶ τότε ἔλεγε στὸν ἑαυτό του: «Νά, εἶμαι ἄρρωστος καὶ
κάποια ὥρα μπορεῖ νὰ πεθάνω, λοιπὸν ἂς σηκωθῶ πρὶν πεθάνω καὶ ἂς κάνω τὴν
ἀκολουθία μού». Μὲ αὐτὸν τὸν λογισμὸ πίεζε τὸν ἑαυτό του καὶ ἔκαμνε τὴν ἀκολουθία του
καὶ μόλις σταματοῦσε ἡ προσευχή, σταματοῦσε καὶ ὁ πυρετός, καὶ πάλι τὴν ὥρα τῆς

11
ἀκολουθίας ἐρχόταν ὁ πυρετός, καὶ πάλι τὴν ὥρα τῆς ἀκολουθίας ἐρχόταν ὁ πυρετός, καὶ
ξανὰ μ᾿ αὐτὸν τὸν λογισμὸ ἀντιστεκόταν ὁ ἀδελφὸς καὶ ἔκαμνε τὴν ἀκολουθία του καὶ
τελικὰ νίκησε τὸν ἀρνητικὸ λογισμό».
30. Ἕνας ἀδελφὸς ζοῦσε σὲ κοινόβιο, κρατώντας αὐστηρὴ ἄσκηση.
Ὅταν μερικοὶ ἀδελφοὶ τῆς Σκήτης ἄκουσαν γι᾿ αὐτόν, ἦρθαν νὰ τὸν δοῦν καὶ μπῆκαν στὸν
τόπο, ὅπου ὁ ἴδιος ἐργαζόταν.
Ἐκεῖνος ἀφοῦ τοὺς ἀσπάστηκε, στράφηκε πίσω καὶ ἄρχισε νὰ ἐργάζεται.
Οἱ ἀδελφοὶ βλέποντας αὐτὸ ποὺ ἔκανε τοῦ λένε: «Ἰωάννη, ποιὸς σοῦ ἔδωσε τὸ σχῆμα ἢ
ποιὸς σὲ ἔκανε μοναχὸ καὶ δὲν σοῦ δίδαξε νὰ παίρνεις ἀπ᾿ τοὺς ἀδελφοὺς τὸ ἐπανωφόρι
καὶ νὰ τοὺς λές: εὐχηθεῖτε ἢ καθῖστε;»
Τοὺς ἀπαντᾶ:
«Ὁ Ἰωάννης ὁ ἁμαρτωλὸς δὲν εὐκαιρεῖ γι᾿ αὐτά».
32. Ζοῦσε κάποτε στὴν Ἀλεξάνδρεια ἕνας μορφωμένος ἄνθρωπος ποὺ τὸν ἔλεγαν Κοσμᾶ.
Ἦταν ἀξιοθαύμαστος καὶ πολὺ ἐνάρετος, μὲ ταπεινὸ φρόνημα, σπλαχνικός, ἐγκρατής,
παρθένος, ἄνθρωπος τῆς ἡσυχίας, φιλόξενος, φίλος τῶν φτωχῶν.
Ἐπειδὴ ἐγὼ τοῦ εἶχα μεγάλη οἰκειότητα, μιὰ φορὰ τοῦ λέω:
«Κάνε ἀγάπη, πόσο χρόνο ζεῖς τὴ ζωὴ τῆς ἡσυχίας;»
Ἐπειδὴ σώπαινε καὶ δὲν μοῦ ἔδινε κἂν μιὰ ἀπάντηση, πάλι τοῦ λέω:
«Γιὰ χάρη τοῦ Κυρίου πές μου».
Κι ἐκεῖνος, ἀφοῦ γιὰ λίγο κρατήθηκε, μοῦ λέει:
«Ἔχω τριάντα τρία χρόνια».
Πάλι τοῦ λέω:
«Κάνε τέλεια τὴν ἀγάπη, γιατὶ ξέρεις πολὺ καλὰ ὅτι γιὰ ὠφέλεια τῆς ψυχῆς σὲ ρωτῶ, πές
μου, τόσο μεγάλο χρονικὸ διάστημα τῆς ἡσυχαστικῆς σου ζωῆς τί κατόρθωσες;»
Ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἀναστέναξε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς, μοῦ λέει: «Ἕνας ἄνθρωπος κοσμικὸς
τί μπορεῖ νὰ κατορθώσει καὶ μάλιστα τὴ στιγμὴ ποὺ κάθεται στὸ σπίτι του;»
Ὅμως ἐγὼ τὸν παρακαλοῦσα:
«Για χάρη τοῦ Κυρίου πές μου καὶ ὠφέλησέ με».
Καὶ ἐπειδὴ τὸν πίεσα πολύ, εἶπε:
«Συγχώρεσέ με, αὐτὰ τὰ τρία ξέρω ὅτι κατόρθωσα: νὰ μὴ γελῶ, νὰ μὴν ὁρκίζομαι καὶ νὰ μὴ
λέω ψέματα».

12
Ἐγὼ ὅταν τ᾿ ἄκουσα, δόξασα τὸν Θεό».
36. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἡσαΐας στὸν ἀββᾶ Μακάριο:
«Πές μου ἕναν λόγο».
Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ λέει:
«Νὰ ἀποφεύγεις τοὺς ἀνθρώπους».
Τὸν ρωτάει ὁ ἀββᾶς Ἡσαΐας:
«Τί σημαίνει νὰ ἀποφεύγει κανεὶς τοὺς ἀνθρώπους;»
Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ ἀπαντᾶ:
«Σημαίνει νὰ καθίσεις στὸ κελί σου καὶ νὰ κλάψεις τὶς ἁμαρτίες σου».
38. Ἕνας ἀδελφὸς ἐπισκέφτηκε στὴ Σκήτη τὸν ἀββᾶ Μωυσῆ καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τοῦ πεῖ
κάποιον λόγο.
Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ λέει:
«Πήγαινε, κάθισε στὸ κελί σου, καὶ τὸ κελί σου θὰ σοῦ τὰ διδάξει ὅλα».
45. Ὁ ἀββᾶς Ἰωσὴφ λέει στὸν ἀββᾶ Νισθερῶο:
«Τί νὰ κάνω μὲ τὴ γλῶσσα μου, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴ συγκρατήσω;»
Τοῦ λέει ὁ Γέροντας:
«Βρίσκεις ἀνάπαυση, ἂν μιλήσεις;»
«Ὄχι», τοῦ ἀπαντᾶ.
Τότε λέει ὁ Γέροντας: «Ἀφοῦ δὲν ἔχεις ἀνάπαυση, γιατί μιλᾷς; Καλύτερα νὰ σιωπᾷς καί,
ἂν γίνεται συζήτηση, προτιμότερο πολλὰ νὰ ἀκοῦς παρὰ νὰ λές».
60. Διηγήθηκε κάποιος ὅτι τρεῖς φιλόπονοι ἄνθρωποι, φίλοι μεταξύ τους, ἔγιναν μοναχοί.
Ὁ πρῶτος διάλεξε σὰν ἔργο του νὰ εἰρηνεύει τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ εἶχαν ἐχθρικὲς σχέσεις
μεταξύ τους, σύμφωνα μὲ τὸν Εὐαγγελικὸ λόγο:
«Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί».
Ὁ δεύτερος νὰ ἐπισκέπτεται τοὺς ἀρρώστους καὶ ὁ τρίτος ἔφυγε γιὰ νὰ ἡσυχάσει στὴν
ἔρημο.
Ὁ πρῶτος λοιπόν, ἂν καὶ κόπιασε γιὰ νὰ σταματήσει τὶς διαμάχες τῶν ἀνθρώπων, δὲν
μπόρεσε νὰ τοὺς θεραπεύσει ὅλους καί, ἐπειδὴ ἔπεσε σὲ ἀκηδία, πῆγε σ᾿ αὐτὸν ποὺ

13
ὑπηρετοῦσε τοὺς ἀρρώστους καὶ τὸν βρῆκε κι αὐτὸν νὰ παραμελεῖ τὸ ἔργο του, καθὼς δὲν
ἐπαρκοῦσε νὰ ἐφαρμόσει πλήρως τὴν ἐντολή.
Συμφώνησαν λοιπὸν καὶ οἱ δυὸ καὶ πῆγαν νὰ δοῦν τὸν ἐρημίτη. Τοῦ ἐξέθεσαν τὴ θλίψη
τους καὶ τὸν παρακάλεσαν νὰ τοὺς πεῖ τί κατόρθωσε αὐτός.
Ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἔμεινε ἀμίλητος γιὰ λίγο, ἔριξε κατόπιν νερὸ στὴ λεκάνη καὶ τοὺς λέει:
«Προσέξτε τὸ νερό».
Ἦταν βέβαια ταραγμένο.
Μετὰ ἀπὸ λίγο τοὺς λέει πάλι:
«Προσέξτε καὶ τώρα πῶς ἔγινε τὸ νερό».
Καὶ μόλις πρόσεξαν τὸ νερό, βλέπουν σὰν σὲ καθρέπτη τὰ πρόσωπά τους.
Τοὺς λέει λοιπὸν τότε:
«Έτσι εἶναι κι αὐτὸς ποὺ ζεῖ ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπους. Ἐξαιτίας τῆς ταραχῆς δὲν βλέπει τὰ
σφάλματά του. Ὅταν ὅμως ἡσυχάσει καὶ προπαντὸς στὴν ἔρημο, τότε βλέπει τὰ
ἐλαττώματα τοῦ ἑαυτοῦ του».
62. Εἶπε ἕνας Γέροντας:
«Ὅπως ἀκριβῶς σ᾿ ἕναν δρόμο, ὅπου πηγαινοέρχονται πολλοὶ πεζοί, ποτὲ δὲν φυτρώνει
χορτάρι οὔτε κι ἂν τὸ σπείρεις, γιατὶ πατιέται τὸ χῶμα, ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ μᾶς.
Παραιτήσου ἀπὸ κάθε φροντίδα καὶ θὰ δεῖς νὰ φυτρώνουν αὐτά, ποὺ δὲν γνώριζες, ὅτι
βρίσκονταν μέσα σου, ἐπειδὴ πάνω σ᾿ αὐτὰ περπατοῦσες».
65. Ἕνας Γέροντας εἶπε:
«Ἐκεῖνος ποὺ ἁμάρτησε στὸν Θεό, ὀφείλει νὰ ξεκόψει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινη
ἀγάπη, ἕως ὅτου πληροφορηθεῖ ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε φίλος του.
Γιατὶ ἡ ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων μᾶς ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ´
Γιὰ τὴν κατάνυξη
1. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος:
«Ἔχοντας τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ ζωντανὸ στὴ σκέψη μας, νὰ θυμόμαστε πάντοτε τὸ θάνατο.
Νὰ μισήσουμε τὸν κόσμο καὶ ὅλα τὰ τοῦ κόσμου, νὰ μισήσουμε κάθε σαρκικὴ ἀνάπαυση,
νὰ ἀπαρνηθοῦμε στὴ ζωὴ αὐτή, γιὰ νὰ ζήσουμε μὲ τὸν Θεό. Νὰ θυμᾶστε τί ὑποσχεθήκατε
στὸν Θεό. Γιατὶ αὐτὸ θὰ μᾶς τὸ ζητήσει τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως.

14
Ἂς δοκιμασθοῦμε λοιπὸν μὲ τὴν πεῖνα, τὴ δίψα καὶ τὴ γύμνια.
Ἂς ἀγρυπνήσουμε, ἂς πενθήσουμε, ἂς στενάξουμε μὲ τὴν καρδιά μας.
Ἂς ἐρευνήσουμε ἂν γίναμε ἄξιοι τοῦ Θεοῦ. Νὰ ἀγαπήσουμε τὴ θλίψη, γιὰ νὰ βροῦμε τὸν
Θεό.
Νὰ καταφρονήσουμε τὴ σάρκα, γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ ψυχή μας».
2. Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Ἀρσένιο, ὅτι ὅλο τὸν χρόνο τῆς ζωῆς του καθισμένος στὸ
ἐργόχειρό του, εἶχε στὸν κόρφο του ἕνα μαντήλι γιὰ τὰ δάκρυα ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὰ μάτια
του.
3. Ἕνας ἀδελφὸς παρακάλεσε τὸν ἀββᾶ Ἀμμωνᾶ:
«Πές μου ἕναν λόγο».
Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ λέει:
«Πήγαινε καὶ νὰ σκέφτεσαι, ὅπως σκέφτονται οἱ κακοῦργοι ποὺ εἶναι στὴ φυλακή, ἐκεῖνοι
πάντα ρωτοῦν τοὺς ἀνθρώπους ποῦ εἶναι ὁ ἄρχοντας καὶ πότε ἔρχεται, καὶ κλαῖνε ἀπὸ τὴν
ἀγωνία.
Ἔτσι καὶ ὁ μοναχὸς ὀφείλει πάντα νὰ προσέχει τὴν ψυχή του καὶ νὰ λέει:
«Ἀλίμονό μου, πῶς θὰ μπορέσω νὰ παρουσιασθὼ στὸ βῆμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τί θὰ τοῦ
ἀπολογηθῶ;»
Ἂν σ᾿ αὐτὸ ἔχεις διαρκῶς στραμμένη τὴν προσοχή σου, μπορεῖς νὰ σωθεῖς».
6. Ἕνας ἀδελφὸς εἶπε στὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
«Μὲ ταράζουν οἱ λογισμοί μου καὶ δὲν μ᾿ ἀφήνουν νὰ φροντίσω γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου,
ἀλλὰ μὲ κάνουν νὰ προσέχω τὶς ἐλλείψεις τοῦ ἀδελφοῦ μου».
Ὁ Γέροντας τοῦ μίλησε τότε γιὰ τὸν ἀββᾶ Διόσκορο, ὅτι στὸ κελί του ἔκλαιγε πάντοτε γιὰ
τὸν ἑαυτό του, ἐνῷ ὁ μαθητής του καθόταν στὸ ἄλλο κελί.
Πῆγε λοιπὸν κάποια φορὰ ὁ μαθητὴς στὸ κελὶ τοῦ Γέροντα καὶ τὸν βρῆκε νὰ κλαίει, ὁπότε
τοῦ λέει:
«Πάτερ, γιατί κλαῖς;»
Κι ὁ Γέροντας τοῦ ἀπαντᾶ:
«Τὶς ἁμαρτίες μου, παιδί μου, κλαίω».
Τοῦ λέει ὁ ἀδελφός:
«Δεν ἔχεις ἁμαρτίες, πάτερ».

15
Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ ἀποκρίνεται:
«Ἀλήθεια, ἂν ἀφεθῶ νὰ δῶ τὶς ἁμαρτίες μου, δὲν μοῦ φθάνουν ἄλλοι τρεῖς ἢ τέσσερις νὰ
κλαῖνε μαζί μου γι᾿ αὐτές».
Εἶπε λοιπὸν ὁ ἀββᾶς Ποιμήν: «Ἔτσι εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ γνώρισε τὸν ἑαυτό του».
8. Ὁ ἀββᾶς Ἠλίας εἶπε:
«Ἐγὼ τρία πράγματα φοβοῦμαι,

τὴν ἔξοδο τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα,

τὴ συνάντησή μου μὲ τὸν Θεὸ καὶ

τὴν ἔκδοση τῆς καταδικαστικῆς ἀπόφασης γιὰ μένα».

9. Ὁ ἀββᾶς Ἡσαΐας εἶπε:
«Εἶναι ἀπαραίτητο αὐτὸς ποὺ ζεῖ τὴ ζωὴ τῆς ἡσυχίας νὰ βάζει τὸν φόβο τῆς συνάντησης μὲ
τὸν Θεὸ μπροστὰ ἀπὸ τὴν ἀνάσα του, γιατὶ ἐνόσω ἡ ἁμαρτία πείθει τὴν καρδιά του νὰ τὴν
ἀκολουθεῖ, δὲν ἦρθε ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ μέσα του ἀκόμα καὶ βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸ ἔλεος
τοῦ Θεοῦ».
14. Ἔλεγε ὁ ἀββᾶς Ἡσαίΐίας:

«Ἀλίμονό μου, ἀλίμονό μου, γιατὶ δὲν ἀγωνίσθηκα γιὰ τὴ σωτηρία μου.

Ἀλίμονό μου, ἀλίμονό μου, γιατὶ δὲν ἀγωνίσθηκα νὰ καθαρίσω τὸν ἑαυτό μου, ὥστε
νὰ εἶμαι ἄξιος νὰ γείρει λίγο πρὸς τὸ μέρος μου ὁ ἐλεήμων Θεός.

Ἀλίμονό μου, ἀλίμονό μου, γιατὶ δὲν ἀγωνίσθηκα νὰ βγῶ νικητὴς στοὺς πολέμους
τῶν ἐχθρῶν σου, ὥστε Ἐσὺ νὰ βασιλεύσεις μέσα μου».

15. Εἶπε παίλί:

«Ἀλίμονό μου, ποὺ ὁλόγυρά μου βρίσκεται τ᾿ ὄνομά Σου, κι ὅμως ἐγὼ ὑπηρετῶ τοὺς
ἐχθρούς σου.

Ἀλίμονό μου, ἀλίμονό μου, γιατὶ κάνω αὐτὰ ποὺ ἀηδιάζει ὁ Θεός, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν
μὲ θεραπεύει».

16. Εἶπε ἀκοίμη:

«Ἀλίίμονοί μου,ἀ λίίμονοί μου, γίατίὰ
ἔ ἀχω πείναντίί μου κατηγοίρουςὅ γίαὰ σα γνωρίίζω καίὰ γίαὰ
ὅσα δεὰν γνωρίίζω καίὰ δεὰν μπορ

ναὰ ἀ
ταὰ ρνηθ

.

Ἀλίίμονοί μου,ἀ λίίμονοί μου,ῶπ ς μπορ

ναὰ συναντηίσω τοὰν Κυίρίοί μου καίὰ
ἁ τουὰς γίίους του,
ἀφοῦ οἱ ἐχθροίί μου δεὰνἄ φησαν ὔο τεἕ να μείλος μου καθαροὰ
ἐ νωίπίονῦτο Θεο

16
17. Ὁ μακάριος Θεόφιλος, ὁ ἀρχιεπίσκοπος, ἔλεγε:
«Πόσο μεγάλο φόβο καὶ τρόμο καὶ δυσκολία ἔχουμε νὰ ἀντικρίσουμε, τὴν ὥρα ποὺ ἡ ψυχὴ
χωρίζεται ἀπὸ τὸ σῶμα! Τότε μᾶς πλησιάζει στρατιὰ καὶ δύναμη τῶν ἀντίθετων δυνάμεων,
οἱ ἄρχοντες τοῦ σκότους, οἱ κυρίαρχοι τῆς πονηρίας καὶ ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, τὰ πονηρὰ
δηλαδὴ πνεύματα, καὶ κρατοῦν τὴν ψυχὴ σὰν σὲ κάποια δίκη, παρουσιάζοντας ἐνώπιόν της
ὅλα τὰ ἁμαρτήματα, ποὺ εἴτε μὲ ἐπίγνωση εἴτε ἀπὸ ἄγνοια ἔκανε, ἀπὸ τὴ νεαρὴ ἡλικία
μέχρι τὴν ὥρα ποὺ στὰ ξαφνικὰ τὴν κατέλαβαν. Στέκονται λοιπὸν καὶ τὴν κατηγοροῦν γιὰ
ὅλα, ὅσα ἔκανε. Λοιπόν, ποιὸν τρόμο νομίζεις ὅτι αἰσθάνεται ἐκείνη τὴν ὥρα, ἕως ὅτου
βγεῖ ἡ ἀπόφαση καὶ ἐλευθερωθεῖ ἀπ᾿ αὐτά; Αὐτὴ εἶναι ἡ κρίσιμη ὥρα γιὰ τὴν ψυχή, μέχρι
νὰ δεῖ ποιὸ θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα γι᾿ αὐτήν.
Ἐπίσης καὶ οἱ θεῖες δυνάμεις στέκονται ἀκριβῶς ἀπέναντι στὶς ἀντίθετες καὶ μὲ τὴ σειρά
τους παρουσιάζουν τὰ καλά της ἔργα. Σκέψου λοιπόν, ἡ ψυχὴ μὲς στὴ μέση μὲ τί φόβο καὶ
τρόμο στέκεται, ἕως ὅτου βγεῖ ἡ ἀπόφαση τῆς δίκης της ἀπὸ τὸν δίκαιο Κριτή, καὶ ἂν εἶναι
ἄξια, οἱ πρῶτοι διώχνονται ἐπιτιμητικὰ καὶ τὴν ψυχὴ τὴν ἁρπάζουν οἱ Θεῖες δυνάμεις ἀπὸ
τὰ χέρια τῶν δαιμόνων καὶ στὸ ἑξῆς κατοικεῖ ἀμέριμνη, σύμφωνα μ᾿ αὐτὸ ποὺ ἔχει γραφεῖ:
«Ὅλοι ὅσοι θὰ κατοικοῦν σὲ σένα θὰ εὐφραίνονται».
Ἔτσι ἐκπληρώνεται καὶ ἄλλος λόγος τῆς Γραφῆς, «Ἔφυγε μακριά τους κάθε πόνος, λύπη
καὶ στεναγμός».
Τότε ἐλευθερωμένη πιὰ προχωρεῖ σ᾿ ἐκείνη τὴν ἀπερίγραπτη χαρὰ καὶ δόξα, στὴν ὁποία
καὶ θὰ ἐγκατασταθεῖ.
Ἐὰν ὅμως βρεθεῖ νὰ ἔχει ζήσει μὲ ἀμέλεια, ἀκούει τὴ φοβερότατη φωνή:
«Νὰ ἀπομακρυνθεῖ ὁ ἀσεβῆς, γιὰ νὰ μὴ δεῖ τὴ δόξα τοῦ Κυρίου».
Τότε τὴν ψυχὴ αὐτὴ τὴν περιμένει ἡμέρα ὀργῆς, ἡμέρα θλίψης καὶ ἀνάγκης, τὸ σκοτάδι καὶ
ἡ μαυρίλα. Ἀφοῦ παραδοθεῖ στὴν κόλαση καὶ στὴν αἰώνια φωτιά, θὰ εἶναι καταδικασμένη
νὰ τιμωρεῖται στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Τότε ποῦ εἶναι ἡ καύχηση τοῦ κόσμου, ποῦ ἡ
κενοδοξία, ποῦ ἡ καλοπέραση καὶ ἡ ἀπόλαυση, ποῦ ἡ ἐπίδειξη, ποῦ ἡ ἀνάπαυση, ποῦ τὰ
μεγάλα λόγια, ποῦ τὰ χρήματα καὶ ἡ ὑψηλὴ καταγωγή, ποῦ ὁ πατέρας, ποῦ ἡ μητέρα, ποῦ οἱ
ἀδελφοί; Ποιὸς ἀπὸ αὐτοὺς θὰ μπορέσει νὰ γλιτώσει αὐτὴν τὴν ψυχή, ποὺ θὰ τὴν καίει ἡ
φωτιὰ καὶ πικρὰ βάσανα θὰ τὴν κατέχουν;
Ἀφοῦ αὐτὰ ἔτσι ἔχουν, τί λογῆς πρέπει νὰ εἶναι ἡ δική μας ζωὴ μὲ ἅγια ἀναστροφὴ καὶ μὲ
κάθε εὐλάβεια πρὸς τὸν Θεό;
Τί ἀγάπη ἔχουμε χρέος νὰ ἀποκτήσουμε, τί λογῆς συμπεριφορά, τί τρόπο ζωῆς, τί λογῆς
πορεία;
Ποιὰ ἀκρίβεια στὴν κάθε μας ἐνέργεια, τί λογῆς πρέπει να᾿ ναι ἡ προσευχή μας, πόση
βεβαιότητα νὰ ἔχουμε;
Αὐτὰ λοιπὸν ἀφοῦ τὰ περιμένουμε νὰ συμβοῦν, ἂς φροντίσουμε νὰ μᾶς βρεῖ ὁ Κύριος
ἀκηλίδωτους καὶ ἄμεμπτους, μὲ εἰρήνη, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ τὸν ἀκούσουμε νὰ λέει:
«Ἐλάτε οἱ εὐλογημένοι ἀπὸ τὸν Πατέρα μου καὶ κληρονομῆστε τὴ βασιλεία, ποὺ ἔχει
ἑτοιμασθεῖ γιὰ σᾶς ἀπὸ τότε ποὺ δημιουργήθηκε ὁ κόσμος».
21. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἰακώβ:

17
«Ὅπως ἀκριβῶς σ᾿ ἕνα σκοτεινὸ θάλαμο, ὅταν μπεῖ ἕνα λυχνάρι, τὸν φωτίζει, ἔτσι καὶ ὁ
φόβος τοῦ Θεοῦ, ἐὰν ἔλθει στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, τὴ φωτίζει καὶ τῆς διδάσκει ὅλες
τὶς ἀρετὲς καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ».
23. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Λογγίίνος:

«Ἡ νηστεία ταπεινώνει τὸ σῶμα,

ἡ ἀγρυπνία καθαρίζει τὸν νοῦ,

ἡ ἡσυχία φέρνει τὸ πένθος,

τὸ πένθος βαπτίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία».

24. Ὁ ἀββᾶς Λογγίνος εἶχε μεγάλη κατάνυξη τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ψαλμῳδίας
του, καὶ μία φορὰ τοῦ λέει ἕνας μαθητής του:
«Ἀββᾶ, αὐτὸς εἶναι ὁ πνευματικὸς κανόνας, νὰ κλαίει ὁ μοναχός, ὅταν κάνει τὴν
ἀκολουθία του;»
Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ ἀπαντᾶ:
«Ναι, παιδί μου, αὐτὸς εἶναι ὁ κανόνας, ποὺ ἐπιζητεῖ ὁ Θεός.
Βέβαια ὁ Θεὸς δὲν ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο νὰ κλαίει, ἀλλὰ νὰ χαίρεται καὶ νὰ εὐφραίνεται
καὶ νὰ τὸν δοξάζει, ὅπως οἱ ἄγγελοι, μὲ τὴν καθαρὴ καὶ ἀναμάρτητη ζωή του.
Ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἔπεσε στὴν ἁμαρτία καὶ γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ κλαίει, ἐνῷ ὅπου δὲν
ὑπάρχει ἁμαρτία, ἐκεῖ δὲν ἔχει θέση τὸ κλάμα».
28. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Παφνούτιος, ὁ μαθητὴς τοῦ ἀββᾶ Μακαρίου, ὅτι εἶπε ὁ Γέροντας:
«Ὅταν ἤμουν μικρὸ παιδί, μαζὶ μὲ ἄλλα παιδιὰ ἔβοσκα μοσχάρια. Κάποια μέρα πῆγαν νὰ
κλέψουν σῦκα, καὶ καθὼς ἔτρεχαν, ἔπεσε ἕνα ἀπὸ τὰ σῦκα κι ἐγὼ τὸ πῆρα καὶ τὸ ἔφαγα.
Ἀπὸ τότε, ὅποτε τὸ θυμᾶμαι αὐτό, κάθομαι καὶ κλαίω».
29. Διηγήθηκαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Μακάριο τὸν μεγάλο ὅτι περπατώντας κάποια φορὰ στὴν
ἔρημο, βρῆκε παραπεταμένο πάνω στὸ χῶμα ἕνα κρανίο νεκροῦ.
Τὸ κούνησε λίγο μὲ τὸ φοινικένιο ραβδὶ τοῦ λέγοντάς του: «Σύ, ποιὸς εἶσαι; Ἀποκρίσου
με».
Τὸ κρανίο τοῦ μίλησε καὶ εἶπε:
«Ἐγὼ ἤμουν ἀρχιερέας τῶν εἰδωλολατρῶν ποῦ παρέμειναν σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπο, κι ἐσὺ εἶσαι
ὁ ἀββᾶς Μακάριος ποὺ ἔχει μέσα σου τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Ὅποια ὥρα λοιπὸν σπλαχνίζεσαι
αὐτοὺς ποὺ εἶναι στὴν κόλαση, παρηγοροῦνται λίγο».
Τὸν ρωτάει ὁ ἀββᾶς Μακάριος: «Καὶ τί λογῆς παρηγοριὰ ἔχουν;»

18
Καὶ ἀπαντᾷ τὸ κρανίο: «Ὅση εἶναι ἡ ἀπόσταση μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς, τόση εἶναι ἡ
φωτιὰ κάτω ἀπὸ μᾶς. Καθὼς λοιπὸν στεκόμαστε μέσα στὴ φωτιὰ ἀπὸ τὸ κεφάλι ὡς τὰ
πόδια, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἕνας νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου, γιατὶ ἡ ράχη τοῦ ἑνὸς εἶναι
κολλημένη στὴ ράχη τοῦ ἄλλου. Ὅταν ὅμως προσεύχεσαι γιὰ μᾶς, βλέπει ἐν μέρει ὁ ἕνας
τὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου».
Ἔκλαψε τότε ὁ Γέροντας καὶ εἶπε: «Ἀλίμονο στὴν ἡμέρα ποὺ γεννήθηκε ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν
αὐτὴ εἶναι ἡ παρηγοριὰ τῆς κόλασης».
Τὸν ξαναρωτάει ὁ Γέροντας: «Ὑπάρχει ἄλλο χειρότερο βάσανο ἀπ᾿ αὐτό;»
Καὶ λέει τὸ κρανίο: «Τὸ μεγαλύτερο βάσανο εἶναι κάτω ἀπὸ μᾶς».
«Και ποιοὶ εἶναι σ᾿ αὐτό;» ρωτᾷ ὁ Γέροντας.
«Ἐμεῖς -ἀπαντᾶ τὸ κρανίο-ποὺ δὲν γνωρίσαμε τὸν Θεό, βρίσκουμε ἔστω λίγο ἔλεος.
Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ γνώρισαν τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἀρνήθηκαν καὶ δὲν ἔκαναν τὸ θέλημά του,
αὐτοὶ εἶναι ποὺ βρίσκονται κάτω ἀπὸ μᾶς».
Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὰ πῆρε ὁ Γέροντας τὸ κρανίο του, τὸ ἔθαψε στὴ γῆ καὶ συνέχισε τὸν δρόμο
του.
30. Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Μωυσῆ:
«Τί νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος σὲ κάθε πειρασμὸ ποὺ τοῦ ἔρχεται ἢ σὲ κάθε λογισμὸ ποῦ τοῦ
ὑποβάλλει ὁ ἐχθρός;»
Ὁ Γέροντας ἀπαντᾷ:
«Ὀφείλει νὰ κλαίει μπροστὰ στὸν ἀγαθότατο Θεό, γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει καὶ πολὺ γρήγορα
θὰ βρεῖ ἀνάπαυση, ἂν παρακαλεῖ μὲ ἐπίγνωση, γιατὶ εἶναι γραμμένο: Δὲν θὰ φοβηθῶ τί θὰ
μοῦ κάνει ἄνθρωπος».
31. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Μωυσῆς:
«Ὅσοι νικηθήκαμε ἀπὸ κάποιο σωματικὸ πάθος, ἂς μὴν ἀμελήσουμε νὰ μετανοήσουμε καὶ
νὰ πενθήσουμε τοὺς ἑαυτούς μας, προτοῦ μᾶς βρεῖ τὸ πένθος τῆς κρίσεως».
32. Εἶπε πάλι:
«Μὲ τὰ δάκρυα ἀποκτᾷ ὁ ἄνθρωπος τὶς ἀρετὲς καὶ μὲ τὰ δάκρυα ἐπίσης συγχωροῦνται οἱ
ἁμαρτίες.
Τὴν ὥρα ὅμως ποὺ κλαῖς, μὴν ὑψώσεις τὸν τόνο τοῦ ἀναστεναγμοῦ σου.
Καὶ ἂς μὴ γνωρίζει τὸ ἀριστερό σου χέρι τί κάνει τὸ δεξί. Τὸ ἀριστερὸ βέβαια εἶναι ἡ
κενοδοξία».
39. Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
«Τί νὰ κάνω μὲ τὶς ἁμαρτίες μου;»

19
Καὶ ἀπαντώντας ὁ Γέροντας τοῦ λέει:
«Αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ λυτρωθεῖ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του, μὲ δάκρυα λυτρώνεται ἀπ᾿ αὐτὲς καὶ
ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ἀποκτήσει ἀρετές, μὲ δάκρυα τὶς ἀποκτᾷ.
Γιατὶ τὸ νὰ κλαῖμε εἶναι ἡ ὁδὸς ποὺ μᾶς παρέδωσε ἡ Γραφή, καθὼς καὶ οἱ πατέρες, ποὺ
ἔλεγαν: Κλᾶψτε, ἄλλη ὁδὸς δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνον αὐτή».
40. Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
«Τί νὰ κάνω μ᾿ αὐτὲς τὶς ἐσωτερικὲς ἀνησυχίες ποὺ μὲ ταράζουν;»
Τοῦ ἀπαντᾷ ὁ Γέροντας:
«Νὰ κλάψουμε μπροστὰ στὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ ἀκούραστα, ἕως ὅτου μᾶς δώσει τὸ
ἔλεός του».
41. Ὁ ἀββᾶς Ἰωσὴφ διηγήθηκε ὅτι ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ εἶπε:
«Κάποτε καθόμουν μαζὶ μὲ τὸν ἀββᾶ Ποιμένα καὶ τὸν εἶδα νὰ πέφτει σὲ ἔκσταση.
Ἐπειδὴ τοῦ εἶχα πολὺ θάρρος, τοῦ ἔβαλα μετάνοια παρακαλώντας τον «πές μου, ποῦ
ἤσουν;»
Ἐκεῖνος ἀναγκάσθηκε καὶ εἶπε:
«Ὁ λογισμός μου ἦταν ἐκεῖ στὸν Σταυρὸ τοῦ Σωτῆρος, ὅπου ἔστεκε ἡ ἁγία Μαρία ἡ
Θεοτόκος καὶ ἔκλαιγε, καὶ ἐγὼ ἤθελα πάντοτε ἔτσι νὰ κλαίω».
42. Ἕνας ἀδερφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
«Τί νὰ κάνω;»
Ὁ Γέροντας τοῦ ἀπαντᾶ: «Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Θεὸς θὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ, γιὰ ποιὸ πρᾶγμα θὰ
ἀνησυχήσουμε;»
Τοῦ λέει ὁ ἀδελφός: «Γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας».
Λέει λοιπὸν ὁ Γέροντας:
«Ἂς μποῦμε ἑπομένως στὸ κελί μας καὶ μένοντας ἐκεῖ ἂς θυμόμαστε τὶς ἁμαρτίες μας καὶ
τότε ὁ Κύριος θὰ μᾶς βοηθάει σὲ ὅλα».
43. Ὁ μακάριος Ἀθανάσιος, ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ἀλεξάνδρειας, παρακάλεσε τὸν ἀββᾶ Παμβὼ
νὰ κατέβει ἀπὸ τὴν ἔρημο στὴν Ἀλεξάνδρεια.
Πραγματικά, κατέβηκε καὶ βλέποντας μία θεατρίνα, γέμισαν δάκρυα τὰ μάτια του.
Ὅταν τὸν ρώτησαν ὅσοι ἦταν κοντά του νὰ μάθουν γιατί ἔκλαψε, εἶπε:

20
«Δύο πράγματα μοῦ ἔφεραν τὰ δάκρυα, τὸ ἕνα ἡ ἀπώλεια ἐκείνης, καὶ τὸ ἄλλο τὸ ὅτι ἐγὼ
δὲν ἔχω τόση φροντίδα νὰ ἀρέσω στὸν Θεό, ὅση ἔχει αὐτή, προκειμένου νὰ ἀρέσει σὲ
ἀνήθικους ἀνθρώπους».
44. Ὁ ἀββᾶς Παῦλος εἶπε:
«Μέχρι τὸν λαιμὸ εἶμαι βυθισμένος σὲ βοῦρκο καὶ κλαίω μπροστὰ στὸν Κύριο λέγοντας:
Ἐλέησέ με».
46. Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Σεραπίωνα, ὅτι ἡ ζωή του ἦταν σὰν ἑνὸς πουλιοῦ.
Δὲν ἀπόκτησε ποτὲ κανένα πρᾶγμα τοῦ κόσμου αὐτοῦ οὔτε ἔμεινε σὲ κελί, ἀλλὰ
τυλιγμένος ἕνα σεντόνι καὶ κρατώντας ἕνα μικρὸ Εὐαγγέλιο τριγυρνοῦσε ἔtσι σὰν νὰ μὴν
εἶχε σῶμα.
Πολλὲς φορὲς τὸν ἔβρισκαν νὰ κάθεται στὸν δρόμο ἔξω ἀπὸ ἕνα χωριὸ καὶ νὰ κλαίει γοερὰ
καὶ τὸν ρωτοῦσαν:
«Γέροντα, γιατί κλαῖς ἔτσι;»
Κι ἐκεῖνος τοὺς ἀπαντοῦσε:
«Ὁ Κύριός μου, μοῦ ἐμπιστεύθηκε τὰ πλούτη του, ἀλλὰ ἐγὼ τὰ ἔχασα, γι᾿ αὐτὸ θέλει νὰ μὲ
τιμωρήσει».
Ἐκεῖνοι, σὰν τὸν ἄκουγαν, νόμιζαν ὅτι μιλάει γιὰ χρυσάφι καὶ πολλὲς φορὲς τοῦ ἔριχναν
ἕνα κομμάτι ψωμὶ καὶ τοῦ ἔλεγαν:
«Ἀδελφέ, δέξου το αὐτὸ καὶ φάε, ὅσο γιὰ τὰ πλούτη ποὺ ἔχασες, ὁ Θεὸς ἔχει τὴ δύναμη νὰ
σοῦ τὰ στείλει».
Καὶ ὁ Γέροντας ἀποκρινόταν: «Ἀμήν».
47. Εἶπε ἡ ἀμμᾶς Συγκλητική:
«Αὐτοὺς ποὺ πρωτοέρχονται στὸν Θεὸ τοὺς περιμένει ἀγῶνας καὶ κόπος πολύς, ὕστερα
ὅμως ἀκολουθεῖ χαρὰ ἀνείπωτη. Ὅπως ἀκριβῶς αὐτοὶ ποὺ θέλουν ν᾿ ἀνάψουν φωτιά, στὴν
ἀρχὴ καπνίζονται καὶ τὰ μάτια τους δακρύζουν καὶ κατόπιν πετυχαίνουν αὐτὸ ποὺ θέλουν.
Καὶ μάλιστα ἡ Γραφὴ λέει, «ὁ Θεός μας εἶναι φωτιὰ ποὺ κατακαίει».
Ἔτσι πρέπει κι ἐμεῖς τὴ θεϊκὴ φωτιὰ νὰ τὴν ἀνάψουμε μέσα μας μὲ δάκρυα καὶ κόπο».
48. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ὑπερέχιος:
«Ὁ μοναχός τη νύκτα τὴν κάνει μέρα ἀγρυπνώντας καὶ ἐπιμένοντας στὴν προσευχή. Ἔτσι
κατανύσσοντας τὴν καρδιά του χύνει δάκρυα καὶ ἐπικαλεῖται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἔλεος».
49. Κάποιοι ἀδελφοὶ ἐπισκέφθηκαν τὸν ἀββᾶ Φίλικα, ἔχοντας μαζί τους ἀνθρώπους
κοσμικούς, καὶ τὸν παρακάλεσαν νὰ τοὺς πεῖ ἕνα λόγο, ἀλλὰ ὁ Γέροντας σιωποῦσε.
Καθὼς ὅμως τὸν παρακαλοῦσαν πολλὴ ὥρα, τοὺς εἶπε: «Θέλετε ν᾿ ἀκούσετε κάποιο λόγο;»

21
Τοῦ λένε: «Ναί, ἀββᾶ», καὶ ὁ Γέροντας τοὺς εἶπε:
«Τώρα πιὰ δὲν ὑπάρχει λόγος. Ἄλλοτε, ὅταν ρωτοῦσαν τοὺς Γέροντες οἱ ἀδελφοὶ καὶ
ἔκαμναν ὅσα τοὺς ἔλεγαν, ὁ Θεὸς τοὺς φώτιζε πῶς νὰ μιλήσουν. Τώρα ὅμως, ἐπειδὴ
ρωτοῦν βέβαια, ἀλλὰ δὲν τηροῦν αὐτὰ ποὺ ἀκοῦν, ὁ Θεὸς πῆρε ἀπὸ τοὺς Γέροντες τὴ χάρη
κι ἔτσι δὲν βρίσκουν τί νὰ ποῦν, γιατὶ ἀκριβῶς δὲν ὑπάρχει αὐτὸς ποὺ θὰ τὰ ἐφαρμόσει».
Ὅταν τὰ ἄκουσαν αὐτὰ οἱ ἀδελφοὶ στέναξαν καὶ εἶπαν: «Ἀββᾶ, προσευχήσου γιὰ μᾶς».
55. Διηγήθηκε ἕνας Γέροντας ὅτι κάποιος ἀδελφὸς ἤθελε νὰ φύγει γιὰ νὰ μονάσει, ἀλλὰ
τὸν ἐμπόδιζε ἡ ἴδια ἡ μητέρα του.
Αὐτὸς ὅμως δὲν παραιτοῦνταν ἀπὸ τὸν σκοπό του καὶ ἔλεγε: «Θέλω νὰ σώσω τὴν ψυχή
μου».
Ἡ μητέρα του ἂν καὶ προσπάθησε πολὺ νὰ τὸν ἐμποδίσει, δὲν τὰ κατάφερε καὶ τελικὰ
ὑποχώρησε στὴν ἐπιθυμία του.
Ἔφυγε λοιπόν, ἔγινε καὶ μοναχός, ἀλλὰ ξόδεψε τὴ ζωή του μὲ ἀμέλεια.
Κάποτε πέθανε ἡ μητέρα του καὶ μετὰ ἀπὸ ἕνα χρονικὸ διάστημα συνέβη νὰ ἀρρωστήσει κι
αὐτὸς πολὺ βαριὰ καὶ κάποια στιγμὴ ἦρθε σὲ ἔκσταση καὶ ἁρπάχθηκε στὴν κρίση, ἐκεῖ
βρῆκε τὴ μητέρα του ἀνάμεσα στοὺς κατάδικους.
Ἐκείνη λοιπόν, μόλις τὸν εἶδε, ἔκπληκτή του λέει: «Τί συμβαίνει, παιδί μου; Καὶ σὺ
καταδικάσθηκες να᾿ ρθεῖς στὸν τόπο αὐτό; Καὶ ποῦ πῆγαν τὰ λόγια ποὺ ἔλεγες; Θέλω νὰ
σώσω τὴν ψυχή μου;»
Ντροπιάστηκε βέβαια μ᾿ αὐτὰ ποὺ ἄκουσε καὶ στεκόταν καταλυπημένος μὴ μπορώντας νὰ
τῆς δώσει καμιὰ ἀπάντηση.
Οἰκονόμησε ὅμως ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς καὶ μετὰ τὸ ὅραμα αὐτὸ ἀνέλαβε ἀπὸ τὴν ἀσθένειά
του.
Καὶ ἐπειδὴ σκέφθηκε ὅτι ἀπὸ τὸν Θεὸ τοῦ ἔγινε μία τέτοια ἐπίσκεψη, ἔγινε ἔγκλειστος καὶ
φρόντιζε γιὰ τὴ σωτηρία του, μετανοώντας καὶ κλαίοντας γιὰ ὅσα μὲς στὴν ἀμέλειά του
ἔκανε πιὸ μπροστά.
Καὶ τόσο μεγάλη ἦταν ἡ κατάνυξή του, ὥστε πολλοὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ ὑποχωρήσει
λίγο, μήπως καὶ πάθει κάποια ζημιὰ ἀπὸ τὸ ὑπερβολικὸ κλάμα.
Αὐτὸς ὅμως δὲν παρηγοριόταν μὲ τίποτε καὶ ἔλεγε:
«Ἐὰν δὲν μπόρεσα νὰ ἀντέξω τὸν ἐξευτελισμὸ ἀπὸ τὴ μητέρα μου, πῶς θὰ σηκώσω κατὰ
τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως τὴν αἰσχύνη μπροστὰ στὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους;»
56. Εἶπε κάποιος Γέροντας:
«Ἐὰν ὑπῆρχε περίπτωση, κατὰ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ μετὰ τὴν ἀνάσταση, νὰ ξεψυχήσουν
ἀπὸ φόβο οἱ ἄνθρωποι, ὅλος ὁ κόσμος θὰ πέθαινε ἀπὸ τρόμο καὶ ἔκπληξη. Τί θέαμα θὰ
εἶναι νὰ βλέπει κανεὶς νὰ ἀνοίγουν οἱ οὐρανοὶ καὶ τὸν Θεὸ νὰ ἐμφανίζεται μὲ ὀργὴ καὶ
ἀγανάκτηση καὶ ἀναρίθμητες στρατιὲς ἀγγέλων, καὶ μαζὶ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα! Γι᾿

22
αὐτὸ ὀφείλουμε νὰ ζοῦμε ἔτσι, ὡσὰν κάθε μέρα νὰ ζητάει ὁ Θεὸς νὰ λογοδοτοῦμε γιὰ τὸν
τρόπο τῆς ζωῆς μας».
57. Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε κάποιον Γέροντα: «Πῶς ἔρχεται ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ στὶς ψυχές;»
Ὁ Γέροντας ἀπάντησε:
«Ἂν ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀκτημοσύνη καὶ τὸ νὰ μὴν κρίνει τοὺς
ἄλλους, θα ᾿ρθεῖ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ σ᾿ αὐτόν».
58. Ἕνας ἀδελφὸς ἐπισκέφθηκε κάποιον Γέροντα καὶ τὸν ρώτησε:
«Ἀββᾶ, γιὰ ποιὸν λόγο ἡ καρδιά μου εἶναι σκληρὴ καὶ δὲν φοβοῦμαι τὸν Θεό;»
Καὶ τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας:
«Νομίζω πὼς ἂν ἕνας ἄνθρωπος ἔχει παντοτινὸ ἔλεγχο μέσα του, ἀποκτᾷ τὸν φόβο τοῦ
Θεοῦ».
Τὸν ξαναρωτᾷ ὁ ἀδελφός: «Καὶ τί εἶναι ὁ ἔλεγχος;»
Καὶ ἀπαντᾷ ὁ Γέροντας:
«Εἶναι τὸ νὰ ἐλέγχει ὁ ἄνθρωπος σὲ κάθε περίπτωση τὶς κινήσεις τῆς ψυχῆς του λέγοντας
στὸν ἑαυτό του:
«Θυμήσου ὅτι κάποια ὥρα θὰ συναντήσεις τὸν Θεό».
Νὰ προσθέτει καὶ αὐτό: «Τί ἔχω ἐγὼ νὰ κάνω μὲ τοὺς ἀνθρώπους;»
Νομίζω πὼς ἂν μείνει κανεὶς σταθερὰ σ᾿ αὐτά, θα ᾿ρθεῖ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ μέσα του».
59. Εἶδε κάποτε ἕνας Γέροντας κάποιον νὰ γελᾷ καὶ τοῦ λέει:
«Πρόκειται νὰ ἀπολογηθοῦμε ἐνώπιον οὐρανοῦ καὶ γῆς γιὰ ὅλη μας τὴ ζωὴ καὶ σὺ γελᾷς;»
60. Εἶπε ἕνας Γέροντας:
«Ὅπως μᾶς συνοδεύει παντοῦ ἡ σκιά μας, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο πρέπει νὰ ἔχουμε μέσα μας
τὰ δάκρυα καὶ τὴ συντριβή, ὅπου κι ἂν βρισκόμαστε».
61. Κάποιος ἀδελφὸς ρώτησε ἕναν Γέροντα: «Τί νὰ κάνω;»
Καὶ τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας: «Ὀφείλουμε νὰ χύνουμε δάκρυα πάντοτε. Συνέβη κάποτε κάποιος
ἀπὸ τοὺς πατέρες νὰ πεθάνει καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὴ ὥρα ἐπανῆλθε στὸν ἑαυτό του καὶ τὸν
ρωτήσαμε:
«Τί εἶδες ἐκεῖ, ἀββᾶ;» Καὶ μᾶς εἶπε τότε κλαίοντας:
«Άκουσα ἐκεῖ ἕναν ἀσταμάτητο θρῆνο ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔλεγαν ἀλίμονό μου, ἀλίμονό μου».

23
Τὸ ἴδιο καὶ ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ λέμε πάντοτε».
62. Ἀδελφὸς ζήτησε ἀπὸ κάποιον Γέροντα νὰ μάθει λέγοντας:
«Πόσο ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχή μου τὰ δάκρυα, καθὼς ἀκούω τοὺς Γέροντες νὰ μιλοῦν γι᾿αὐτά,
ἀλλὰ δὲν ἔρχονται καὶ θλίβομαι».
Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε:
«Οι Ἰσραηλῖτες περίμεναν σαράντα χρόνια γιὰ νὰ μποῦν στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Τὰ
δάκρυα εἶναι ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, στὴν ὁποία ἐὰν ἐπιστρέψεις, δὲν ἔχεις στὸ ἑξῆς νὰ
φοβηθεῖς πόλεμο. Ἔτσι ὁ Θεὸς θέλει νὰ θλίβεται ἡ ψυχή, γιὰ νὰ ἐπιθυμεῖ πάντοτε νὰ μπεῖ
στὴ χώρα ἐκείνη».
64. Δυὸ σαρκικοὶ ἀδελφοὶ ἀπαρνήθηκαν τὸν κόσμο καὶ πῆγαν στὸ ὄρος τῆς Νιτρίας, ὅπου
καὶ ὑποτάχτηκαν σ᾿ ἕναν πνευματικὸ πατέρα.
Ὁ Θεὸς ἔδωσε καὶ στοὺς δυὸ τὸ χάρισμα τῶν δακρύων καὶ τῆς κατανύξεως. Μιὰ φορὰ
λοιπὸν ὁ Γέροντας σὲ ὅραμα βλέπει τοὺς δυὸ ἀδελφοὺς νὰ στέκονται καὶ νὰ προσεύχονται
κρατώντας στὰ χέρια φύλλα χαρτιοῦ γραμμένα καὶ νὰ τὰ βρέχουν μὲ τὰ δάκρυά τους.
Τοῦ ἑνὸς τὰ γράμματα σβήνονταν εὔκολα, ἐνῷ τοῦ ἄλλου ὕστερα ἀπὸ κόπο, γιατὶ
φαίνονταν σὰν νὰ ἦταν γραμμένα μὲ ἔγκαυστη μελάνη.
Ὁ Γέροντας παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ τοῦ δοθεῖ ἐξήγηση γιὰ τὸ ὅραμα.
Πραγματικὰ τοῦ παρουσιάστηκε ἕνας ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ λέει:
«Τα γράμματα στὰ χαρτιὰ εἶναι τὰ ἁμαρτήματά τους. Ὁ ἕνας με φυσικὸ τρόπο ἁμάρτησε
καὶ γι᾿ αὐτὸ εὔκολα διαλύονται τὰ σφάλματά του. Ὁ ἄλλος μολύνθηκε μὲ ἀκάθαρτα καὶ
βρωμερὰ παρὰ φύσιν ἁμαρτήματα καὶ γι᾿ αὐτὸ χρειάζεται νὰ καταβάλει περισσότερο κόπο
γιὰ μετάνοια καὶ πολλὴ ταπείνωση».
Ἀπὸ τὸ ὅραμα καὶ ὕστερα ἔλεγε ὁ Γέροντας στὸν ἀδελφό:
«Κόπιασε, ἀδελφέ, γιατὶ τὰ γράμματα εἶναι ἐγκαυστὰ καὶ μὲ κόπο ἐξαλείφονται», ἀλλὰ
δὲν τοῦ φανέρωσε τὸ πρᾶγμα μέχρι τὸν θάνατό του, γιὰ νὰ μὴν τοῦ κόψει τὴν προθυμία.
Ὡστόσο ὅλο καὶ περισσότερο τοῦ ἔλεγε: «Κόπιασε, ἀδελφέ, γιατὶ μὲ κόπο σβήνουν».
66. Ἕνας ἀδελφὸς προχωρημένος στὴν πνευματικὴ ζωή, τὴν ὥρα ποὺ ἔκαμνε τὸν κανόνα
του μαζὶ μὲ τὸν δικό του ἀδελφό, τοῦ ἦταν ἀδύνατο νὰ συγκρατήσει τὰ δάκρυά του καὶ
σταματοῦσε νὰ λέει τὸν ψαλμό. Μιὰ φορὰ ὁ ἀδελφὸς τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ πεῖ τί
σκέφτεται τὴν ὥρα τοῦ κανόνα καὶ κλαίει τόσο πικρά.
Αὐτὸς τοῦ εἶπε: «Συγχώρησέ με, ἀδελφέ. Ἐγὼ πάντοτε ὅταν κάνω τὸν κανόνα μου, βλέπω
τὸν κριτῆ κι ἐμένα τὸν ἴδιο νὰ στέκομαι μπροστά του σὰν κατάδικος καὶ νὰ ἀνακρίνομαι
καὶ νὰ μοῦ λέει: «Γιατί ἁμάρτησες;» Λοιπόν, ἐπειδὴ δὲν ἔχω τί νὰ ἀπολογηθῶ, μοῦ
κλείνεται τὸ στόμα καὶ γι᾿ αὐτὸ χάνω τὸν στίχο τοῦ ψαλμοῦ. Συγχώρησέ με ὅμως, ποὺ σὲ
θλίβω. Κι ἂν σὲ ἀναπαύει, ἂς κάνει ὁ καθένας μας χωριστὰ ἀπὸ τὸν ἄλλον τὸν κανόνα
του».

24
Τοῦ λέει ὁ ἀδελφός: «Ὄχι, πάτερ, γιατὶ κι ἂν ἀκόμη ἐγὼ δὲν ἔχω πένθος, ἀλλ᾿ ὅμως, ὅταν
σὲ βλέπω, κακίζω τὸν ἑαυτό μου».
Κι ὁ Θεὸς εἶδε τὴν ταπείνωσή του καὶ χάρισε καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸ πένθος τοῦ ἀδελφοῦ του.
67. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς πῆγε σὲ κάποιον Γέροντα ποὺ κατοικοῦσε στὸ ὄρος Σινᾶ καὶ
τὸν παρακάλεσε:
«Πάτερ, πές μου πῶς πρέπει νὰ προσεύχομαι, γιατὶ πολὺ ἐξόργισα τὸν Θεό».
Κι ὁ Γέροντας τοῦ λέει: «Παιδί μου, ἐγὼ ὅταν προσεύχομαι, ἔτσι λέω:
Κύριε, ἀξίωσέ με νὰ σὲ ὑπηρετήσω, ὅπως ὑπηρέτησα τὸν Σατανᾶ, κι ἀξίωσέ με νὰ σὲ
ἀγαπήσω, ὅπως ἀγάπησα τὴν ἁμαρτία».
68. Εἶπε πάλι: «Καλὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος νὰ ἁπλώνει τὰ χέρια του πρὸς τὸν οὐρανὸ γιὰ
προσευχὴ καὶ νὰ παρακαλάει τὸν Θεό, νὰ περάσει ἤρεμα ἡ ψυχὴ κατὰ τὴν ἔξοδό της μέσα
ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ τὴν ἐμποδίσουν στὸν ἀέρα».
75. Ἕνας Γέροντας εἶπε:
«Σὲ ᾿κεῖνον ποὺ μετανοεῖ ἁρμόζει νὰ κάνει αὐτά:

Ναὰ ζηίσεί μοίνος,

νὰ ἔχει φροντίδα γιὰ τὴν ψυχή του,

νὰ πενθεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του,

νὰ μὴν ἔχει μέριμνα γιὰ τὰ πράγματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου,

κανένα νὰ μὴ στενοχωρήσει, τὸν ἑαυτό του νὰ θλίβει,

τὸν ἑαυτό του νὰ ἐλέγχει,

νὰ ζεῖ στερημένα, νὰ κρίνει τὸν ἑαυτό του,

πάντοτε νὰ ἀγρυπνεῖ καὶ μὲ πόνο καρδιᾶς νὰ ζητάει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ ἔλεός του».

76. Ἕνας Γέροντας εἶπε:
«Ὅπως κάθε ἁμαρτία, ποὺ θὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα, ἐνῷ αὐτὸς ποὺ
πορνεύει ἁμαρτάνει στὸ σῶμα του, γιατὶ ἀπ᾿ αὐτὸ ἔρχεται τὸ μόλυσμα, ἔτσι κάθε ἐργασία
ποὺ θὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα, ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ χύνει δάκρυα καθαρίζει
τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. Γιατὶ τὸ δάκρυ καθὼς κατεβαίνει ἀπὸ πάνω, ξεπλένει καὶ ἁγιάζει
ὅλο τὸ σῶμα».
80. Εἶπε πάλι:

25
«Τὸ νὰ μιλάει κανεὶς γιὰ τὴν πίστη καὶ νὰ διαβάζει τὰ δόγματα εἶναι πράγματα ποὺ
ξηραίνουν τὴν κατάνυξη τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἐξαφανίζουν, ἐνῷ οἱ βίοι καὶ οἱ λόγοι τῶν
Γερόντων δίνουν φῶς στὴν ψυχή».
81. Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε κάποιον Γέροντα:
«Γιὰ ποιὸν λόγο ἡ ψυχή μου ἀγαπᾷ τὴν ἀκαθαρσία;»
Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε: «Ἡ ψυχὴ θέλει τὰ πάθη, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ εἶναι ποὺ τὴ
συγκρατεῖ. Πρέπει νὰ χύνουμε δάκρυα γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ τὶς ἀκάθαρτες διαθέσεις
μας. Εἶδες τὴ Μαρία, ὅταν ἔσκυψε στὸ μνῆμα καὶ ἔκλαιε, πῶς τῆς μίλησε ὁ Κύριος; Τὸ ἴδιο
θὰ συμβεῖ καὶ μὲ τὴν ψυχή».
82. Ἕνας Γέροντας εἶπε:
«Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ κάθεται στὸ κελί του καὶ μελετάει τοὺς ψαλμούς, μοιάζει μὲ
ἄνθρωπο ποὺ ζητάει τὸν βασιλιά.
Ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ θρηνώντας ζητάει κάτι, κρατάει τὰ πόδια τοῦ βασιλιά, παρακαλώντας νὰ
βρεῖ ἔλεος ἀπὸ μέρους του, ὅπως εἶχε κάνει ἡ πόρνη».
83. Εἶπε ἕνας Γέροντας:
«Λίγο-λίγο συνήθισε τὴν καρδιά σου νὰ λέει γιὰ τὸν καθέναν ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς:
«Στ᾿ ἀλήθεια, αὐτὸς εἶναι πιὸ προχωρημένος ἀπὸ μένα στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ».
Καὶ πάλι: «Αὐτὸς εἶναι καλύτερος ἀπὸ μένα».
Καὶ ἔτσι σιγὰ-σιγὰ θὰ φθάσεις στὸ σημεῖο νὰ βάζεις τὸν ἑαυτό σου κάτω ἀπὸ ὅλους, καὶ
θὰ κατοικήσει μέσα σου τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
Ἐνῷ, ἂν περιφρονήσεις ἕναν ἄνθρωπο, φεύγει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ σένα καὶ παραδίνεις
τὸν ἑαυτό σου σὲ σαρκικοὺς μολυσμοὺς καὶ σοῦ σκληρύνεται ἡ καρδιὰ καὶ δὲν θὰ ὑπάρχει
καμιὰ κατάνυξη μέσα σου».
85. Εἶπε πάλι:
«Ἀλίμονό σου, ψυχή, γιατὶ συνήθισες μόνο νὰ ζητᾷς τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὸν ἀκοῦς
καὶ τίποτε νὰ μὴν κάνεις ἀπὸ ὅσα ἀκοῦς.
Ἀλίμονό σου, σῶμα, γιατὶ ξέρεις αὐτὰ ποὺ σὲ μολύνουν καὶ πάντοτε αὐτὰ ζητᾷς, τὸν
χορτασμὸ καὶ τὴν ἀπόλαυση.
Ἀλίμονο στὸν νεώτερο ποὺ γεμίζει τὴν κοιλιά του καὶ δίνει ἐμπιστοσύνη στὸ θέλημά του,
γιατὶ ἔτσι εἶναι μάταιη ἡ ἀπάρνηση τοῦ κόσμου ποὺ ἔκανε».
87. Κάποιος Γέροντας ζοῦσε μόνος στὴ μονὴ τῶν Μονιδίων καὶ ἡ παντοτινή του προσευχὴ
ἦταν ἡ ἑξῆς:

26
«Κύριε, δὲν ἔχω τὸν φόβο σου μέσα μου, γι᾿ αὐτὸ στεῖλε μου κάποιον κεραυνὸ ἢ κάποια
ἄλλη δύσκολη περίσταση, ἢ ἀρρώστια ἢ δαίμονα, μήπως ἔστω καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο
φοβηθεῖ ἡ πωρωμένη μου ψυχή».
Αὐτὰ ἔλεγε καὶ συνέχιζε νὰ παρακαλεῖ τὸν Θεό.
«Ξέρω ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ μὲ συγχωρήσεις. Γιατὶ ἁμάρτησα πολὺ σὲ σένα, Δέσποτα, ἀλλ᾿
ἂν εἶναι δυνατὸν λόγῳ τῆς εὐσπλαχνίας σου, συγχώρεσέ με. Ἂν ὅμως αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ
γίνει, τιμώρησέ με ἐδῶ στὴ γῆ, Δέσποτα, καὶ ἐκεῖ μὴ μὲ παιδεύσεις, ἀλλ᾿ ἐὰν καὶ αὐτὸ
εἶναι ἀδύνατο, τιμώρησέ με ἐδῶ κατὰ ἕνα μέρος καὶ ἐκεῖ ἀνακούφισέ με, ἔστω καὶ λίγο,
ἀπὸ τὴν τιμωρία τῆς κόλασης. Ἄρχισε ἀπὸ τώρα νὰ μὲ παιδεύεις, ἀλλὰ ἂς μὴν περιπέσω
στὴν ὀργή σου, Δέσποτα».
Μ᾿ αὐτὴ τὴν ἐπιμονὴ ἕνα ὁλόκληρο χρόνο μὲ ἀσταμάτητα δάκρυα, μὲ πολλὴ ταπείνωση
στοὺς λογισμούς του καὶ μὲ νηστεῖες παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ καὶ σκεπτόταν:
«Άραγε τί νὰ σημαίνει ὁ λόγος ποὺ εἶπε ὁ Χριστός: Μακάριοι οἱ πενθοῦντες ὅτι αὐτοὶ
παρακληθήσονται;»
Καὶ κάποια ἡμέρα ἐνῷ καθόταν κατὰ γῆς θλιμμένος καὶ θρηνοῦσε κατὰ τὴ συνήθειά του,
νύσταξε, καὶ νά, τοῦ παρουσιάσθηκε ὁ Χριστὸς μὲ ἱλαρὸ πρόσωπο καὶ μὲ γλυκιὰ φωνὴ τοῦ
εἶπε:
«Τί ἔχεις, ἄνθρωπε, γιατί τόσο κλαῖς;»
Τοῦ ἀπάντησε ἐκεῖνος: «Ἐπειδὴ ἔπεσα, Κύριε».
Καὶ ὁ Ἰησοῦς ποὺ τοῦ ἐμφανίσθηκε τοῦ λέει: «Σήκω ἐπάνω».
Ἀποκρίθηκε τότε ὁ πεσμένος στὴ γῆ: «Δὲν μπορῶ, ἂν δὲν μοῦ δώσεις τὸ χέρι σου».
Καὶ ἅπλωσε Ἐκεῖνος τὸ χέρι του καὶ τὸν σήκωσε καὶ τοῦ λέει πάλι μὲ καλοσύνη:
«Γιατί κλαῖς, ἄνθρωπέ μου, γιατί τόσο λυπᾶσαι;»
«Και δὲν θέλεις, Κύριε, -ρωτᾷ ὁ ἀδελφός-νὰ κλάψω καὶ νὰ λυπηθῶ ποὺ τόσο σὲ πίκρανα;»
Τότε ὁ Κύριος ἅπλωσε τὸ χέρι του πάνω στὸ κεφάλι τοῦ ἀδελφοῦ, τὸ ἀγκάλιασε καὶ τοῦ
λέει:
«Μη θλίβεσαι, ὁ Θεὸς θὰ εἶναι βοηθός σου ἀπὸ δῶ καὶ πέρα. Ἐπειδὴ ἐσὺ πόνεσες, δὲν θὰ
στρέφεται πιὰ ἡ λύπη μου ἐναντίον σου. Ἐφόσον γιὰ σένα ἔχω χύσει τὸ αἷμα μου, δὲν θὰ
δείξω πολὺ περισσότερο τὴ φιλανθρωπία μου καὶ σὲ σένα καὶ σὲ κάθε ψυχὴ ποὺ μετανοεῖ;»
Ὁ ἀδελφὸς συνῆλθε κατόπιν ἀπὸ τὴν ὀπτασία καὶ ἔνιωσε τὴν καρδιά του πλημμυρισμένη
ἀπὸ χαρά, γιατὶ βεβαιώθηκε ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἐλέησε καὶ ἔζησε σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ μὲ πολλὴ
ταπείνωση εὐχαριστώντας τὸν Θεό.
90. Κάποιος Γέροντας, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύχτας, μὴ γνωρίζοντας ὅτι ὁ μαθητής του
ἄκουε, θρηνοῦσε πικρὰ μὲ ὀλολυγμούς.
Τὰ δόντια του ἔτριζαν κι ἔπεφταν ἄφθονα τὰ δάκρυά του.

27
Καὶ ὅταν τὸν παρακάλεσε ὁ μαθητής του νὰ τοῦ πεῖ τί τοῦ συμβαίνει, εἶπε:
«Ἦρθα σὲ κατάνυξη καὶ εἶδα τὶς ψυχὲς τῶν ἁμαρτωλῶν στὸν Ἅδη σὲ ποιὰ θλίψη εἶναι καὶ
δὲν μπορῶ ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη νὰ παρηγορηθῶ».
93. Κάποιος εἶδε ἕνα νέο μοναχὸ νὰ γελάει καὶ τοῦ εἶπε: «Μὴ γελᾷς, ἀδελφέ, γιατὶ
διώχνεις τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ ἀπ᾿ τὴν ψυχή σου».
103. Εἶπε πάλι:
«Ἐὰν περιπέσεις σὲ ἁμάρτημα καὶ μετὰ ἀποκαταστήσεις τὶς σχέσεις σου μὲ τὸν Θεὸ καὶ
ἀρχίσεις τὴ ζωὴ τοῦ πένθους καὶ τῆς μετάνοιας, πρόσεξε μὴν παύσεις νὰ πονᾷς καὶ νὰ
στενάζεις ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ὡς τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου σου, γιατὶ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ
ξαναπέσεις γρήγορα στὸν ἴδιο βόθρο.
Ἡ κατὰ Θεὸν λύπη εἶναι χαλινάρι τῆς ψυχῆς, ποὺ τὴ συγκρατεῖ γιὰ νὰ μὴν ξαναπέσει».
108. Κάποιος Γέροντας ποὺ ἔμενε στὸ κελί του ὁλομόναχος, ἔκανε ἑξήντα χρόνια μοναχὸς
χωρὶς νὰ σταματήσει ποτὲ νὰ κλαίει.
Καὶ ἔλεγε πάντα: «Τὸν χρόνο τῆς ζωῆς μας τὸν ἔχει δώσει ὁ Θεὸς γιὰ μετάνοια καὶ πολὺ
θὰ τὸν ἀναζητήσουμε κάποτε».
110. Κάποιος ἀδελφὸς ρώτησε ἕναν Γέροντα:
«Τί νὰ κάνω, ἀββᾶ, πού, ὅταν δῶ κάποιον νὰ ἁμαρτάνει, τὸν κατακρίνω, καὶ ὅταν ἀκούσω
γιὰ ἕναν ἀδελφὸ πὼς εἶναι ἀμελής, τὸν μισῶ καὶ θὰ χάσω ἔτσι τὴν ψυχή μου;»
Καὶ εἶπε ὁ Γέροντας:
«Ὅταν ἀκούσεις κάτι τέτοιο, ἀπομακρύνσου ἀμέσως ἀπ᾿ τὸν λογισμὸ αὐτὸ κάνοντας ἕνα
ἅλμα καὶ σπεῦσε νὰ θυμηθεῖς τὴ φοβερὴ ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ἀναλογίσου δίπλα σου τὸ
φρικτὸ βῆμα, τὸν ἀδέκαστο δικαστῆ, τοὺς πύρινους ποταμούς, ποὺ ρέουν μπροστὰ σ᾿
ἐκεῖνο τὸ βῆμα κοχλάζοντας μέσα στὴ φοβερὴ φλόγα, τὶς ἀκονισμένες ρομφαῖες, τὶς
σκληρὲς τιμωρίες, τὴν κόλαση ποὺ δὲν ἔχει τέλος, τὴ νύχτα τὴν ἄφεγγη, τὸ σκοτάδι τὸ
ἐξώτερο, τὸ φαρμακερὸ φίδι, τὰ ἄλυτα δεσμά, τὸ τρίξιμο τῶν δοντιῶν καὶ τὸν ὀδυρμὸ ποὺ
δὲν ἔχει παρηγοριά. Αὐτὰ λοιπὸν νὰ σκέπτεσαι, τὴν ἀναπόφευκτη δηλαδὴ πανωλεθρία.
Κι ἐκεῖνος ὁ δικαστῆς δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ κατηγόρους οὔτε ἀπὸ μάρτυρες οὔτε ἀπὸ
ἀποδείξεις οὔτε ἀπὸ ἔλεγχο. Ἀλλὰ ἀνάλογα μὲ τὰ πεπραγμένα θὰ παρουσιασθεῖ μπροστὰ
στὰ μάτια τοῦ κάθε ἐνόχου. Τότε κανεὶς δὲν θὰ βρεθεῖ νὰ βγεῖ καὶ νὰ μᾶς γλιτώσει ἀπὸ τὴν
τιμωρία, οὔτε πατέρας οὔτε γιὸς οὔτε μητέρα μήτε θυγατέρα μήτε κανεὶς ἄλλος συγγενής,
οὔτε γείτονας οὔτε φίλος οὔτε συνήγορος. Μήτε μπορεῖ τὴν ἐνοχὴ νὰ τὴν ἐξαγοράσει τὸ
χρῆμα, ὁ περίσσιος πλοῦτος ἢ ἡ δύναμη. Ὅλα αὐτὰ σὰν νά ᾿ταν σκόνη θὰ ἐξαφανισθοῦν
ἀπ᾿ τὴ μέση, καὶ μόνος ὁ κρινόμενος θὰ πάρεις τὶς ἀπολαβές του γιὰ ὅσα ἔπραξε, ἢ τὴν
ἀθωωτικὴ ἀπόφαση ἢ τὴν καταδικαστική. Τότε κανεὶς ἄλλος δὲν θὰ μπορεῖ νὰ κριθεῖ γιὰ
χάρη ἄλλου. Ὁ καθένας θὰ κριθεῖ χωριστὰ γιὰ ὅσα διέπραξε.
Γνωρίζοντας αὐτὲς τὶς ἀλήθειες μὴν κατακρίνεις κανέναν καὶ θὰ εἶσαι πάντα εἰρηνικός».

28

ΤΟΜΟΣ Β´
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ´
Περὶ ἐγκρατείας… καὶ ὄχι μόνο στὴν τροφή, ἀλλὰ καὶ στὶς ὑπόλοιπες κινήσεις τῆς ψυχῆς
1. Κάποιοι ἀδελφοὶ ἀπὸ τὴ σκήτη ξεκίνησαν νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο. Μπῆκαν
λοιπὸν σ᾿ ἕνα καράβι γιὰ νὰ πᾶνε καὶ σ᾿ αὐτὸ βρῆκαν ἕναν ἄλλο Γέροντα, ποὺ ἤθελε κι
αὐτὸς νὰ πάει ἐκεῖ. Δὲν τὸν γνώριζαν ὅμως αὐτὸν οἱ ἀδελφοί. Καθισμένοι λοιπὸν μέσα στὸ
καράβι ἀνέφεραν μεταξύ τους ἀποφθέγματα Πατέρων ἢ ρητὰ ἀπὸ τὴ Γραφὴ καὶ ἀπὸ
ἀνάμεσα γιὰ τὸ ἐργόχειρό τους. Ὁ Γέροντας ἔμενε ἐντελῶς σιωπηλός. Σὰν βγῆκαν στὸ
λιμάνι, παρατήρησαν ὅτι καὶ ὁ Γέροντας πήγαινε πρὸς τὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο.
Κι ὅταν ἔφτασαν ἐκεῖ τοὺς εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος: «Καλὴ συνοδεία βρήκατε τὸν Γέροντα
αὐτόν». Καὶ στὸν Γέροντα εἶπε: «Καλοὺς ἀδελφοὺς εἶχες μαζί σου, ἀββᾶ». Καὶ ὁ Γέροντας
τοῦ ἀπαντᾶ: «Καλοὶ βέβαια εἶναι, ἀλλὰ ἡ αὐλή τους δὲν ἔχει πόρτα, καὶ ὅποιος θέλει
μπαίνει στὸν στάβλο καὶ λύνει τὸ γαϊδούρι».
Καὶ αὐτὸ τὸ εἶπε, γιατὶ ὅ,τι ἐρχόταν στὸ στόμα τους, τὸ ἔλεγαν.
8. Ὁ ἴδιος βάδιζε κάποτε μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του, καὶ ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς βρῆκε πάνω στὸν
δρόμο ἕνα μικρὸ ἀρακὰ χλωρὸ καὶ λέει στὸν Γέροντα:
«Πάτερ, μοῦ ἐπιτρέπεις νὰ τὸ πάρω αὐτό;»
Τὸν κοίταξε μὲ ἀπορία ὁ Γέροντας καὶ τοῦ λέει: «Ἐσὺ τὸ ἔβαλες ἐκεῖ;»
«Ὄχι» ἀπαντᾷ ὁ ἀδελφός.
«Και πῶς λοιπὸν θέλεις νὰ πάρεις -τοῦ λέει ὁ Γέροντας- αὐτὸ ποὺ δὲν τὸ ἔβαλες ἐσύ;»
20. Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Ἑλλάδιο ὅτι ἔτρωγε ψωμὶ καὶ ἁλάτι. Ὅταν ἔφτανε τὸ Πάσχα
ἔλεγε στὸν ἑαυτό του: «Οἱ ἀδελφοὶ τρῶνε ψωμὶ καὶ ἁλάτι. Ἐγὼ ὅμως ὀφείλω νὰ κάνω λίγο
κόπο γιὰ τὸ Πάσχα καὶ ἐπειδὴ τὶς ἄλλες μέρες τρώγω καθιστός, τώρα ποὺ εἶναι Πάσχα θὰ
κάνω τὸν κόπο νὰ τρώγω ὄρθιος».
21. Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Ἑλλάδιο ὅτι ἔμεινε εἴκοσι χρόνια στὰ Κελλία καὶ δὲν σήκωσε
ποτὲ τὰ μάτια του νὰ δεῖ τὴ στέγη τῆς ἐκκλησίας.
22. Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Ζήνωνα ὅτι βαδίζοντας κάποτε στὴν Παλαιστίνη κουράστηκε καὶ
ἔκατσε νὰ φάει κοντὰ σ᾿ ἕναν κῆπο μὲ ἀγγουριές.
Καὶ τοῦ λέει ὁ λογισμός του: «Πάρε ἕνα ἀγγουράκι καὶ φᾶγε, δὲν εἶναι τίποτε αὐτό».
Κι αὐτὸς ἀπάντησε στὸν λογισμό του: «Οἱ κλέφτες πᾶνε στὴν κόλαση».
Σηκώθηκε λοιπὸν καὶ στάθηκε μέσα στὸν καύσωνα πέντε μέρες. Καὶ ἀφοῦ τσιγαρίσθηκε,
εἶπε: «Δὲν μπορῶ νὰ ἀντέξω τὴν κόλαση».
Λέγει τότε στὸν λογισμό του: «Ἂν δὲν μπορεῖς, μὴν κλέβεις γιὰ νὰ τρῶς».

29
23. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἡσαΐας:
«Τη σιωπὴ νὰ τὴν ἀγαπᾷς περισσότερο ἀπὸ τὸ λόγο. Γιατὶ ἡ σιωπὴ φέρνει θησαυρό, ἐνῷ ἡ
ὁμιλία τὸν διασκορπίζει».
29. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Κολοβός:
«Ἐὰν ἕνας βασιλιὰς θελήσει νὰ καταλάβει μία ἐχθρικὴ πόλη, πρῶτα δεσμεύει τὸ νερὸ καὶ
τὴν τροφή. Καὶ ἔτσι οἱ ἐχθροὶ κινδυνεύοντας νὰ πεθάνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα ὑποτάσσονται σ᾿
αὐτόν. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὰ σαρκικὰ πάθη. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος ζήσει μὲ νηστεία καὶ
πεῖνα, οἱ ἐχθροὶ ποὺ εἶναι στὴν ψυχή του χάνουν τὴ δύναμη τους».
33. Κάποιος ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ἰσίδωρο, τὸν πρεσβύτερο τῆς Σκήτης: «Γιατί οἱ
δαίμονες σὲ φοβοῦνται τόσο πολύ;»
Καὶ τοῦ ἀπαντᾷ ὁ Γέροντας: «Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἔγινα μοναχὸς προσπαθῶ νὰ μὴν ἐπιτρέπω
τὴν ὀργὴ νὰ ἀνέβει στὸ στόμα μου».
37. Κάποιος ἀπὸ τοὺς Γέροντες πῆγε στὸν συνασκητή του γιὰ νὰ πᾶν νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν
ἀββᾶ Ἰωσήφ.
Τοῦ λέει λοιπόν: «Πὲς στὸν μαθητή σου νὰ μᾶς στρώσει τὸ γαϊδουράκι».
Καὶ τοῦ ἀποκρίνεται ἐκεῖνος: «Φώναξέ τον καὶ ὅ,τι θέλεις θὰ στὸ κάνει».
Τὸν ρωτᾷ «πῶς ὀνομάζεται» καὶ ἀπαντᾷ ὁ ἄλλος «δὲν γνωρίζω».
Πόσον καιρὸ εἶναι μαζί σου -λέει ὁ Γέροντας- καὶ δὲν ξέρεις τὸ ὄνομά του;»
«Δυὸ χρόνια» τοῦ ἀπαντᾷ.
«Ἂν ἐσὺ δυὸ χρόνια δὲν γνωρίζεις τὸ ὄνομα τοῦ μαθητῆ σου -λέει ὁ ἐπισκέπτης Γέρονταςἐγὼ τί χρειάζεται νὰ τὸ μάθω σὲ μία μέρα;»
45. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Μακάριος:
«Ἐὰν ἐπιπλήττοντας κάποιον, αἰσθανθεῖς μέσα σου νὰ κινεῖται ὀργή, ἱκανοποιεῖς δικό σου
πάθος. Καὶ δὲν σὲ ὑποχρεώνει κανεὶς νὰ χάσεις τὸν ἑαυτό σου, γιὰ νὰ σώσεις ἄλλους».
46. Προσφέρθηκαν κάποτε στὸν ἀββᾶ Μακάριο σταφύλια ποὺ ἐπιθυμοῦσε νὰ τὰ φάει. Ἀπὸ
ἐγκράτεια ὅμως τὰ ἔστειλε σὲ ἕναν ἀδελφὸ ἄρρωστο ποὺ κι αὐτὸς εἶχε τὴν ἐπιθυμία νὰ
φάει σταφύλια. Αὐτὸς τὰ πῆρε, ἔδειξε μάλιστα πάρα πολὺ χαρούμενος, γιατὶ ἤθελε νὰ
κρύψει τὴν ἐγκράτειά του, καὶ κατόπιν τὰ ἔστειλε σὲ ἄλλον ἀδελφὸ μὲ τὴ δικαιολογία ὅτι
δὲν ἔχει ὄρεξη γιὰ ὁτιδήποτε φαγώσιμο. Τὰ πῆρε κι ἐκεῖνος καὶ ἔκανε τὸ ἴδιο, ἂν καὶ εἶχε
μεγάλη ἐπιθυμία νὰ τὰ γευθεῖ. Καθὼς λοιπὸν σὲ πολλοὺς ἀδελφοὺς πῆγαν τὰ σταφύλια καὶ
κανεὶς δὲν θέλησε νὰ τὰ φάει, ὁ τελευταῖος ἐπίσης ἀδελφὸς δὲν τὰ ἔφαγε καὶ τὰ ἔστειλε
στὸν ἀββᾶ Μακάριο πιστεύοντας ὅτι τοῦ προσφέρει σπουδαῖο δῶρο. Ὁ Μακάριος ὅμως τὰ
ἀναγνώρισε καὶ ἀφοῦ ἐρεύνησε τί ἀκριβῶς συνέβη, θαύμασε καὶ εὐχαρίστησε τὸ Θεὸ γιὰ
τὴν τόσο μεγάλη ἐγκράτεια τῶν ἀδελφῶν.
54. Εἶπε πάλι:

30
«Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος θὰ θυμᾶται τὸ ρητὸ τῆς Γραφῆς ὅτι τὰ λόγια σου θὰ σὲ δικαιώσουν καὶ
τὰ λόγια σου θὰ σὲ καταδικάσουν, θὰ προτιμάει μᾶλλον νὰ σιωπᾶ».
55. Εἶπε ἀκόμη ὁ Γέροντας ὅτι ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Παμβὼ ἐὰν εἶναι καλὸ νὰ
ἐπαινοῦμε τὸν πλησίον.
Καὶ τοῦ ἀπάντησε: «Καλύτερη εἶναι ἡ σιωπή».
84. Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Τιθόη:
«Πῶς νὰ περιφρουρήσω τὴν καρδιά μου;»
Κι ὁ Γέροντας τοῦ λέει: «Πῶς νὰ φυλάξουμε τὴν καρδιά μας, ὅταν εἶναι ἀνοικτὲς ἡ
γλῶσσα μας καὶ ἡ κοιλιά μας;»
87. Εἶπε πάλι:
«Ἐκεῖνος ποὺ δὲν κυριαρχεῖ στὴ γλῶσσα του σὲ ὥρα ὀργῆς, αὐτὸς οὔτε στὰ πάθη του θὰ
κυριαρχήσει ποτέ».
88. Εἶπε ἀκόμη:
«Προτιμότερο εἶναι νὰ τρώει κανεὶς κρέας καὶ νὰ πίνει κρασί, παρὰ νὰ τρώει τὶς σάρκες
τῶν ἀδελφῶν του μὲ τὴν καταλαλιά».
104. Βγῆκε ἔξω κάποια φορὰ ὁ Γέροντας τὴ νύκτα καὶ μὲ βρῆκε νὰ κοιμᾶμαι στὴν αὐλὴ τοῦ
κελιοῦ.
Καὶ ἄρχισε ὁ Γέροντας νὰ μὲ θρηνεῖ καὶ ἔλεγε κλαίοντας:
«Ἄραγε ποὺ βρίσκεται ὁ λογισμός του καὶ κοιμᾶται τόσο ἀμέριμνα;»
106. Κάποιος ἀπὸ τοὺς Γέροντες ἐπισκέφθηκε ἄλλον Γέροντα, ὁ ὁποῖος εἶπε στὸν μαθητή
του:
«Κάνε μας λίγη φακή». Καὶ ἔκανε. «Μούσκεψε καὶ ψωμὶ» καὶ μούσκεψε.
Καὶ παρέμειναν μιλώντας γιὰ πνευματικὰ θέματα ὡς τὴν ἕκτη ὥρα τῆς ἄλλης μέρας.
Καὶ λέει στὸν μαθητή του πάλι:
«Κάνε μας λίγη φακή, παιδί μου».
Καὶ τοῦ ἀπαντᾷ ὁ μαθητής: «Ἀπὸ χθὲς τὴν ἔκανα».
Καὶ τότε σηκώθηκαν καὶ ἔφαγαν.
107. Ἀρρώστησε κάποιος ἀπὸ τοὺς Γέροντες καὶ ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ δεχθεῖ τροφή, τὸν
παρακαλοῦσε πολλὲς μέρες ὁ μαθητής του νὰ τοῦ κάνει λίγο κουρκούτι ἀπὸ σιμιγδάλι.
Πράγματι πῆγε, τὸ ἔκανε καὶ τοῦ τὸ ἔφερε νὰ φάει. Ἀλλὰ ὑπῆρχε ἐκεῖ κρεμασμένο ἕνα
ἀγγεῖο μὲ λίγο μέλι μέσα καὶ ἕνα ἄλλο μὲ λίγο λάδι ἀπὸ λινόσπορο, μύριζε μάλιστα αὐτό,

31
γιατὶ ἦταν ἀπὸ πολὺ καιρὸ καὶ προοριζόταν γιὰ τὸ λυχνάρι. Καὶ ὁ ἀδελφὸς κατὰ λάθος
ἔβαλε στὸ φαγητὸ τοῦ Γέροντα ἀπ᾿ αὐτὸ ἀντὶ γιὰ μέλι.
Ὁ Γέροντας ὅταν τὸ δοκίμασε, δὲν ἔβγαλε μιλιὰ ἀλλὰ ἔφαγε σιωπηλός. Ὁ ἀδελφὸς
ἐπέμεινε νὰ πάρει καὶ δεύτερη φορὰ καὶ ὁ Γέροντας βιάζοντας τὸν ἑαυτό του ἔφαγε.
Τοῦ δίνει καὶ τρίτη φορὰ, ἀλλὰ δὲν θέλησε νὰ φάγει λέγοντας: «Ἀλήθεια, παιδί μου, δὲν
μπορῶ».
Κι ὁ ἀδελφὸς γιὰ νὰ τοῦ κάνει τὴ διάθεση, τοῦ λέει: «Ὡραῖο εἶναι, ἀββᾶ μου, νά, κι ἐγὼ θὰ
φάω μαζὶ σου».
Μόλις ὅμως τὸ δοκίμασε καὶ ἀντιλήφθηκε τί ἔκανε, ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ λέγοντας:
«Ἀλίμονό μου, ἀββᾶ, σὲ σκότωσα, καὶ σὺ μοῦ φόρτωσες τὴν ἁμαρτία ποὺ δὲν μίλησες».
Κι ὁ Γέροντας τοῦ λέει: «Παιδί μου, μὴ θλίβεσαι, ἐὰν ἤθελε ὁ Θεὸς νὰ φάω μέλι, μέλι θὰ
εἶχες βάλει».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε´
Διάφορες διηγήσεις ὠφέλιμες γιὰ τοὺς πολέμους ποὺ ξεσηκώνει μέσα μας τὸ πάθος τῆς
πορνείας
1. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος:
«Νομίζω πὼς τὸ σῶμα ἔχει μία φυσικὴ κίνηση ποὺ ἔχει γίνει ἕνα μ᾿ αὐτό, ἀλλὰ δὲν ἐνεργεῖ
χωρὶς τὴ συγκατάθεση τῆς ψυχῆς, σημειώνει μόνο στὸ σῶμα μία ἀπαθῆ κίνηση. Ὑπάρχει
ὅμως καὶ ἄλλη κίνηση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὅτι τρέφουμε καὶ περιποιούμαστε τὸ σῶμα μὲ
φαγητὰ καὶ ποτά. Καὶ ἡ θερμότητα τοῦ αἵματος ποὺ ὀφείλεται σ᾿ αὐτά, διεγείρει τὸ σῶμα
σὲ ἐνέργεια.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔλεγε ὁ Ἀπόστολος: «Μὴ μεθᾶτε μὲ κρασὶ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀσωτεία».
Ἀλλὰ καὶ ὁ Κύριος, ὅταν ἔδινε ἐντολὲς στοὺς μαθητές του, εἶπε: «Προσέχετε μὴ
σκληρύνουν οἱ καρδιές σας μέσα στὴν κραιπάλη καὶ στὴ μέθη».
Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη κίνηση σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἀγωνίζονται πνευματικά. Αὐτὴ
προέρχεται ἀπὸ τὴν δολιότητα καὶ τὸν φθόνο τῶν δαιμόνων.
Ὥστε πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι τρεῖς σωματικὲς κινήσεις ὑπάρχουν. Μιὰ ἡ φυσική, ἡ ἄλλη
ἀπὸ ἀπροσεξία στὶς τροφὲς καὶ ἡ τρίτη ἀπὸ τοὺς δαίμονες».
14. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποιμήν:
«Ὅπως ὁ σωματοφύλακας τοῦ βασιλιὰ στέκεται στὸ πλάι του πάντοτε ἕτοιμος, τὸ ἴδιο καὶ
ἡ ψυχὴ πρέπει νὰ εἶναι σὲ ἐγρήγορση ἀπέναντι στὸν δαίμονα τῆς σαρκικῆς ἁμαρτίας».
24. Διηγοῦνταν γιὰ τὴν ἀμμὰ Σάρρα ὅτι ὑπέμεινε δεκατρία χρόνια σφοδρὸ πόλεμο ἀπὸ τὸν
δαίμονα τῆς πορνείας καὶ ποτὲ δὲν προσευχήθηκε γιὰ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ὁ πόλεμος, ἀλλὰ
μόνο ἔλεγε: «Θεέ μου, δός μου δύναμη».

32
25. Εἶπαν ἐπίσης γιὰ τὴν ἴδια ὅτι κάποια φορὰ τὸ πονηρὸ πνεῦμα τῆς πορνείας τῆς ἐπετέθη
σφοδρότερα θυμίζοντάς της τὰ μάταια πράγματα τοῦ κόσμου αὐτοῦ.
Ἀλλὰ αὐτὴ ἀνυποχώρητη χάρις στὸ φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἄσκησή της, εὐθὺς ἀνέβηκε στὸ
δωμάτιό της νὰ προσευχηθεῖ.
Τῆς παρουσιάζεται τότε τὸ πνεῦμα τῆς πορνείας σωματικὰ καὶ τῆς λέει: «Ἐσὺ μὲ νίκησες,
Σάρρα».
Κι ἐκείνη ἀπαντᾷ: «Δὲν σὲ νίκησα ἐγώ, ἀλλὰ ὁ Δεσπότης μου Χριστός».
34. Εἶπε ἕνας Γέροντας:
«Λέει ὁ ἐχθρὸς στὸν Πατέρα, στέλνω τοὺς δικούς μου στοὺς δικούς σου γιὰ νὰ
καταστρέψω τοὺς δικούς σου. Κι ἂν δὲν μπορῶ νὰ περάσω τὴν πονηριά μου στοὺς
ἐκλεκτούς σου, τουλάχιστον τοὺς δημιουργῶ φαντασίες μέσα στὴ νύκτα».
Καὶ λέει σ᾿ αὐτὸν ὁ Σωτῆρας: «Ἐὰν ποτὲ τὸ ἔκτρωμα θὰ κληρονομήσει τὸν πατέρα του,
ἄλλο τόσο κι αὐτὸ θὰ λογαριασθεῖ ὡς ἁμαρτία στοὺς ἐκλεκτούς μου».
35. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν βλαβερῶν λογισμῶν ἀποκρίθηκε κάποιος Γέροντας:
«Παρακαλῶ, ἀδελφέ, ὅπως σταματήσαμε τὶς βλαβερὲς πράξεις, ἂς σταματήσουμε καὶ τοὺς
λογισμούς. Γιατὶ τί εἴμαστε, παρὰ χῶμα ποὺ προῆλθε ἀπὸ χῶμα;»
42. Πολεμήθηκε κάποτε ἕνας μαθητὴς μεγάλου Γέροντα ἀπὸ σαρκικὸ πειρασμό.
Καὶ ὁ Γέροντας βλέποντας τὸν κόπο του, τοῦ λέει: «Θέλεις νὰ παρακαλέσω τὸν Θεὸ νὰ σοῦ
ξαλαφρώσει τὸν πόλεμο;»
Κι αὐτὸς εἶπε: «Ὄχι, ἀββᾶ, γιατὶ ἂν καὶ κοπιάζω, ἀλλὰ βλέπω καρπὸ ἀπὸ τὸν κόπο μου.
Καλύτερα παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ μοῦ δίνει ὑπομονὴ νὰ τὸν ἀντέξω».
Κι ὁ ἀββᾶς τότε τοῦ εἶπε: «Σήμερα διαπίστωσα ὅτι ἔχεις προκόψει καὶ μὲ ἔχεις ξεπεράσει».
80. Εἶπε ἐπίσης ὁ Γέροντας ὅτι οἱ πονηροὶ λογισμοὶ μοιάζουν τὶς μῦγες ποὺ μπαίνουν μέσα
στὸ σπίτι.
Ἂν λοιπὸν τὶς σκοτώνεις τμηματικά, μία-μία καθὼς μπαίνουν, δὲν κουράζεσαι. Ἂν ὅμως
ἀφήσεις νὰ γεμίσει τὸ σπίτι, πολὺς κόπος θὰ χρειαστεῖ γιὰ νὰ τὶς βγάλεις.
Μπορεῖ βέβαια νὰ τὸ κατορθώσεις, μπορεῖ ὅμως νὰ ἀποκάμεις καὶ νὰ τὶς ἀφήσεις νὰ σοῦ
ρημάξουν τὸ σπίτι.
87. Εἶπε ἕνας Γέροντας: «Ἡ ἀμεριμνία, ἡ σιωπὴ καὶ ἡ καλυμμένη ἐσωτερικὴ ἐργασία
γεννοῦν τὴν καθαρότητα».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ´
Περὶ ἀκτημοσύνης. Παράλληλα πρέπει νὰ φυλαγόμαστε καὶ ἀπὸ τὴν πλεονεξία

33
1. Κάποιος ἀδελφὸς ποὺ ἀπαρνήθηκε τὸν κόσμο, μοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς
φτωχούς, κράτησε ὅμως λίγα γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ πῆγε στὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο. Ὅταν τό
᾿μαθε αὐτὸ ὁ Γέροντας τοῦ λέει:
«Ἐὰν θέλεις νὰ γίνεις μοναχός, πήγαινε στὸ τάδε χωριό, ἀγόρασε κρέας, τύλιξέ το στὸ
σῶμα σου γυμνὸ καὶ ἔλα κατόπιν ἐδῶ».
Ἔκανε ὁ ἀδελφὸς ὅπως τοῦ ὑπέδειξε, ἀλλὰ τὰ σκυλιὰ καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ ξέσχισαν τὸ σῶμα
του.
Ὅταν γύρισε στὸν Γέροντα, τὸν ρώτησε νὰ μάθει ἐὰν ἔγιναν τὰ πράγματα ὅπως τὸν
συμβούλεψε.
Καὶ καθὼς ἐκεῖνος τοῦ ἔδειχνε τὸ καταξεσχισμένο σῶμα του, τοῦ λέει ὁ ἅγιος Ἀντώνιος:
«Ἐκείνοι ποὺ ἀπαρνοῦνται τὸν κόσμο καὶ θέλουν νὰ ἔχουν χρήματα, ἔτσι κατακόπτονται
ἀπὸ τοὺς δαίμονες ποὺ τοὺς πολεμοῦν».
7. Πῆγε κάποιος ἀδελφὸς στὸν Ἀγάθωνα καὶ τοῦ ᾿πε: «Ἄφησέ με νὰ μένω μαζί σου».
Καθὼς ὅμως πήγαινε βρῆκε στὸ δρόμο ἕνα κομμάτι νίτρο καὶ τό ᾿φερε αὐτό.
Καὶ ὁ Γέροντας τὸν ρώτησε: «Ἀπὸ ποῦ βρῆκες τὸ νίτρο;»
«Στὸ δρόμο -εἶπε ὁ ἀδελφός- τὸ βρῆκα καθὼς περπατοῦσα, καὶ τὸ πῆρα».
Τοῦ λέει τότε ὁ Γέροντας: «Ἐὰν ἦλθες νὰ κατοικήσεις μαζί μου, αὐτὸ ποὺ δὲν τὸ ἔβαλες
ἐσὺ ἐκεῖ, πῶς τὸ πῆρες;»
Καὶ τὸν ἔστειλε νὰ τὸ πάει στὸ μέρος ἀπ᾿ ὅπου τὸ εἶχε πάρει.
18. Εἶπε ἐπίσης:
«Εἶναι ἀδύνατο νὰ ζήσει κανεὶς σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐὰν εἶναι φιλήδονος καὶ
φιλοχρήματος».
22. Ἐπισκέφθηκαν κάποτε μερικοὶ ἀδελφοὶ τὸν ἀββᾶ Μακάριο στὴ Σκήτη.
Μέσα στὸ κελί του δὲν ὑπῆρχε τίποτε ἐκτὸς ἀπὸ νερὸ χαλασμένο, καὶ τοῦ εἶπαν:
«Ἀββᾶ, ἔλα πάνω στὸ χωριὸ καὶ θὰ σὲ φροντίζουμε».
Κι ὁ Γέροντας τοὺς λέει: «Ἀδελφοί, γνωρίζετε τὸ ψωμάδικο τοῦ τάδε στὴν πόλη;»
«Ναί», τοῦ εἶπαν.
«Τὸ ξέρω κι ἐγὼ» τοὺς ἀποκρίθηκε.
«Ξέρετε καὶ τὸ χωράφι τοῦ δεῖνα ἀπ᾿ ὅπου περνάει ὁ ποταμός;»
Τοῦ εἶπαν: «Ναί».

34
Καὶ κατέληξε ὁ Γέροντας: «Κι ἐγὼ τὸ ξέρω. Ὅταν λοιπὸν θέλω κάτι, δὲν σᾶς ἔχω ἀνάγκη.
Παίρνω τὰ πόδια μου καὶ πηγαίνω».
30. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ὑπερέχιος:
«Ἡ θεληματικὴ ἀκτημοσύνη εἶναι θησαυρὸς γιὰ τὸν μοναχό. Θησαύρισε, ἀδελφέ μου, γιὰ
τὸν Οὐρανό, γιατὶ ἀτέλειωτοι εἶναι οἱ αἰῶνες τῆς ἀναπαύσεως».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ´
Διάφορες διηγήσεις ποὺ μᾶς ἐνθαρρύνουν γιὰ ὑπομονὴ καὶ ἀνδρεία
1. Πῆγαν κάποιοι στὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο καὶ τοῦ εἶπαν:
«Πές μας κάποιο λόγο πῶς νὰ σωθοῦμε».
Καὶ ὁ Γέροντας τοὺς λέει: «Ἀκούσατε τί λέει ἡ Γραφή; Σᾶς ἀρκεῖ αὐτή».
Ἀλλὰ αὐτοὶ εἶπαν: «Θέλουμε καὶ ἀπὸ σένα, πάτερ, νὰ ἀκούσουμε».
Καὶ ὁ Γέροντας τοὺς εἶπε: «Τὸ Εὐαγγέλιο λέει: Ἂν κάποιος σὲ χτυπήσει στὸ δεξὶ μάγουλο,
γύρισέ του καὶ τὸ ἄλλο».
«Δεν μποροῦμε -τοῦ λένε- νὰ τὸ κάνουμε αὐτό».
«Ἐὰν δὲν μπορεῖτε νὰ στρέψετε καὶ τὸ ἄλλο -λέει ὁ Γέροντας-ὑπομείνετε τουλάχιστον τὸ
ράπισμα στὸ ἕνα».
«Οὔτε αὐτὸ μποροῦμε», τοῦ ἀπαντοῦν.
Ξαναμιλάει ὁ Γέροντας:
«Ἐὰν οὔτε αὐτὸ μπορεῖτε, μὴν ἀνταποδίδετε τὰ ἴσα».
Λένε πάλι: «Οὔτε αὐτὸ μποροῦμε».
Τότε ὁ Γέροντας γυρνάει καὶ λέει στὸν μαθητή του:
«Κάνε τοὺς λίγο κουρκούτι, γιατὶ εἶναι ἄρρωστοι. Ἐὰν τὸ ἕνα δὲν μπορεῖτε καὶ τὸ ἄλλο
δὲν θέλετε, τί νὰ σᾶς κάνω;»
4. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποιμήν:
«Τὰ σημάδια τῆς προκοπῆς τοῦ μοναχοῦ στοὺς πειρασμοὺς φαίνονται».
6. Ὁ ἀββᾶς Βησσαρίων εἶπε:
«Σαράντα χρόνια δὲν ἔπεσα στὸ πλευρό μου, ἀλλὰ κοιμόμουν καθιστὸς ἢ ὄρθιος».
15. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἡσαΐας:

35
«Τίποτε δὲν ὠφελεῖ τόσο τὸν ἀρχάριο ὅσο οἱ προσβολὲς καὶ οἱ περιφρονήσεις. Ὅπως
δηλαδὴ προκόβει τὸ δένδρο ποὺ ποτίζεται καθημερινά, τὸ ἴδιο καὶ ὁ ἀρχάριος ποὺ
περιφρονεῖται καὶ ὑπομένει».
20. Εἶπε πάλι ὅτι κάποιος Γέροντας ἔμεινε σὲ κάποιο ἱερὸ εἰδωλολατρικό. Πῆγαν λοιπὸν οἱ
δαίμονες καὶ τοῦ λένε: «Φύγε ἀπὸ τὸν τόπο μας».
Καὶ ὁ Γέροντας τοὺς εἶπε: «Ἐσεῖς δὲν ἔχετε τόπο».
Ἄρχισαν τότε νὰ τοῦ σκορπίζουν ἐντελῶς τὰ βάϊά του κι ὁ Γέροντας ἐπέμενε νὰ τὰ
μαζεύει.
Κατόπιν τὸν ἔπιασε ὁ δαίμονας ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ἔσυρε ἔξω.
Μόλις ἔφτασε στὴν πόρτα ὁ Γέροντας, μὲ τὸ ἄλλο του τὸ χέρι ἔπιασε τὴν πόρτα
κράζοντας:
«Ἰησοῦ, βοήθησέ με» καὶ εὐθὺς ὁ δαίμονας ἐξαφανίστηκε καὶ ὁ Γέροντας ἀναλύθηκε στὰ
δάκρυα.
Τὸν ρώτησε τότε ὁ Κύριος: «Γιατί κλαῖς;»
«Γιατὶ τολμοῦν -εἶπε ὁ Γέροντας- νὰ πιάσουν τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν μεταχειρίζονται
ἔτσι».
«Ἐσὺ ἀμέλησες -τοῦ παρατήρησε ὁ Κύριος- γιατὶ μόλις μὲ ζήτησες, νὰ πῶς σοῦ βρέθηκα».
Καὶ αὐτὰ ποὺ λέω σημαίνουν ὅτι χρειάζεται πολὺς κόπος. Ἐὰν δὲν κοπιάσει κανείς, δὲν
μπορεῖ νὰ ἔχει τὸν Θεὸ μαζί του. Γιατὶ Αὐτὸς γιὰ χάρη μας σταυρώθηκε.
24. Εἶπε ἡ ἀμμᾶς Θεοδώρα ὅτι κάποτε ἕνας εὐλαβὴς δεχόταν βρισιὲς ἀπὸ κάποιον καὶ τοῦ
λέει:
«Μποροῦσα κι ἐγὼ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο νὰ σοῦ μιλήσω, ἀλλὰ ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ μοῦ κλείνει
τὸ στόμα».
30. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἰσίδωρος:
«Ἡ σοφία τῶν ἁγίων αὐτὴ εἶναι, νὰ ἔχουν ἐπίγνωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ὅλα τὰ
νικᾷ ὁ ἄνθρωπος ὑπακούοντας στὴν ἀλήθεια, καθὼς εἶναι πλασμένος κατ᾿ εἰκόνα καὶ
ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἀπ᾿ ὅλα τὰ πνεύματα τὸ φοβερότερο εἶναι τὸ νὰ ἀκολουθεῖ κανεὶς
τὴ δική του καρδιά, δηλαδὴ τί τοῦ ὑπαγορεύει ὁ λογισμός του καὶ ὄχι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ.
Καὶ αὐτὸ ὕστερα τοῦ προκαλεῖ θλίψη, γιατὶ παραμένει γι᾿ αὐτὸν ἄγνωστο τὸ μυστήριο τοῦ
Θεοῦ καὶ δὲν βρίσκει τὴν ὁδὸ τῶν ἁγίων γιὰ νὰ βαδίζει σ᾿ αὐτήν. Τώρα λοιπὸν εἶναι
καιρὸς νὰ κάνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιατὶ ἡ σωτηρία κερδίζεται σὲ καιρὸ θλίψεως
καθὼς λέει ἡ Γραφή:
«Με τὴν ὑπομονή σας, θὰ σώσετε τὴν ψυχή σας».
35. Ἔλεγε ὁ ἀββᾶς Ματόης:

36
«Προτιμώ ἐργασία ἐλαφριὰ καὶ συνεχῆ παρὰ ἐξουθενωτικὴ ἐξαρχῆς ποὺ γρήγορα ὅμως
σταματάει».
58. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Φορτᾶς:
«Ἐὰν ὁ Θεὸς θέλει νὰ ζῶ, γνωρίζει πῶς θὰ μὲ ἐξοικονομήσει. Ἐὰν ὅμως δὲν θέλει, τί σκοπὸ
ἔχει γιὰ μένα ἡ ζωή;»
Δὲν δεχόταν τίποτε ἀπὸ κανένα, ἂν καὶ ἦταν κρεβατωμένος. Καὶ ἔλεγε:
«Ἐὰν προσφέρει κανεὶς κάποια φορὰ κάτι σὲ μένα καὶ δὲν τὸ κάνει γιὰ τὸν Θεό, οὔτε ἐγὼ
ἔχω κάτι νὰ τοῦ δώσω οὔτε θά ᾿χει μισθὸ ἀπὸ τὸν Θεό, ἐφόσον δὲν τὸ πρόσφερε γιὰ τὸν
Θεό, καὶ ἔτσι ἀδικεῖται αὐτὸς ποὺ πρόσφερε.
Ὅσοι ἔχουν ἀφιερωθεῖ στὸν Θεὸ καὶ σ᾿ Αὐτὸν ἀποβλέπουν μόνο, πρέπει νὰ ἔχουν τέτοια
εὐλάβεια, ὥστε τίποτε νὰ μὴν ἐκλαμβάνουν ὡς καταφρόνια, ἔστω κι ἂν συμβεῖ ἄπειρες
φορὲς νὰ ἀδικοῦνται».
63. Ἐπισκέφθηκαν κάποιοι ἀδελφοὶ στὴν ἔρημο ἕνα φημισμένο Γέροντα καὶ τοῦ εἶπαν:
«Πῶς μένεις καρτερικὰ ἐδῶ, ἀββᾶ, σηκώνοντας τὴν κακοπάθεια αὐτή;»
Καὶ ὁ Γέροντας ἀποκρίθηκε:
«Ὅλη ἡ κακοπάθειά μου ὅσον χρόνο βρίσκομαι ἐδῶ, δὲν συγκρίνεται οὔτε μὲ μία μέρα τῆς
κόλασης».
68. Ἕνας Γέροντας μόναζε στὴν ἔρημο καὶ τὸ διάστημα ποὺ περπατοῦσε γιὰ νὰ
προμηθεύεται τὸ νερὸ ἦταν δώδεκα μίλια.
Κάποια φορὰ λοιπὸν ποὺ πῆγε νὰ πάρει νερό, βαρέθηκε καὶ εἶπε:
«Τί χρειάζεται αὐτὸς ὁ κόπος; Θά ᾿ρθω νὰ μείνω κοντὰ στὸ νερό».
Μόλις τό ᾿πε αὐτό, στρέφει τὸ κεφάλι καὶ βλέπει κάποιον νὰ τὸν ἀκολουθεῖ καὶ νὰ μετράει
τὰ βήματά του.
Τὸν ρωτάει εὐθύς: «Ποιὸς εἶσαι ἐσύ;»
«Ἄγγελος Κυρίου -τοῦ ἀπαντᾷ- σταλμένος νὰ μετρήσω τὰ βήματά σου γιὰ νὰ σοῦ δώσω τὸν
μισθό σου».
Μόλις τ᾿ ἄκουσε αὐτὸ ὁ Γέροντας, ἐνθαρρύνθηκε, ἔγινε προθυμότερος καὶ πῆγε ἄλλα πέντε
μίλια πιὸ βαθιὰ στὴν ἔρημο.
80. Ἦταν ἕνας Γέροντας στὴ Θηβαϊδα ποὺ ἔμενε σ᾿ ἕνα σπήλαιο καὶ εἶχε ἕναν ὑποτακτικὸ
μαθητευόμενο. Συνήθιζε ὁ Γέροντας κάθε βράδυ νὰ τοῦ δίνει ὠφέλιμες συμβουλὲς καὶ μετὰ
ἀπὸ τὴ νουθεσία, ἔκανε προσευχὴ καὶ τὸν ἔστελνε νὰ κοιμηθεῖ. Κάποτε συνέβη μερικοὶ
εὐλαβεῖς λαϊκοί, ἐπειδὴ γνώριζαν τὴ μεγάλη ἄσκηση τοῦ Γέροντα, νὰ τοὺς ἐπισκεφθοῦν
καὶ νὰ προσφέρουν σ᾿ αὐτοὺς κάποιο φαγητὸ νὰ φᾶνε. Ἀφοῦ ἔφυγαν αὐτοί, κάθισε πάλι ὁ
Γέροντας τὸ βραδάκι, ὅπως τὸ συνήθιζε, καὶ νουθετοῦσε τὸν ἀδελφό. Τὴν ὥρα ὅμως ποὺ
τοῦ μιλοῦσε, τὸν πῆρε ὁ ὕπνος. Καὶ ὁ ἀδελφὸς ἔμεινε κοντά του, ἕως ὅτου ξυπνήσει καὶ τοῦ

37
κάνει τὴν εὐχή. Καθὼς λοιπὸν καθόταν πολλὴ ὥρα καὶ ὁ Γέροντας δὲν ξυπνοῦσε,
ἐνοχλήθηκε ἀπὸ τοὺς λογισμούς του νὰ πάει νὰ κοιμηθεῖ χωρὶς νὰ τοῦ κάνει τὴν ἀπόλυση.
Ἀλλὰ βίασε τὸν ἑαυτό του καὶ ἀντιστάθηκε στὸν λογισμὸ καὶ παρέμεινε. Πάλι ὅμως
ἐνοχλήθηκε καὶ δὲν ἔφυγε. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἐνοχλήθηκε ἑπτὰ φορὲς καὶ ἀντιστάθηκε
στὸν λογισμό. Ἀργότερα, ἀφοῦ εἶχε προχωρήσει ἡ νύκτα, ξύπνησε ὁ Γέροντας καὶ τὸν
βρῆκε νὰ κάθεται δίπλα του καὶ τοῦ λέει:
«Δεν ἔφυγες μέχρι αὐτὴ τὴν ὥρα;»
Κι ἐκεῖνος εἶπε:
«Ὄχι, ἀββᾶ, γιατί δὲν μοῦ ᾿κανες ἀπόλυση».
«Καὶ γιατί -τὸν ρωτάει ὁ Γέροντας- δὲν μὲ ξύπνησες;»
«Δὲν τόλμησα -ἀπαντᾷ ὁ μαθητής- νὰ σὲ σκουντήσω γιὰ νὰ μὴ σοῦ διακόψω τὸν ὕπνο».
Σηκώθηκαν εὐθύς, ἄρχισαν τὸν ὄρθρο καὶ ὅταν τελείωσε ἡ ἀκολουθία, ἀπέλυσε τὸν ἀδελφὸ
ὁ Γέροντας. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ καθόταν μόνος, ἦρθε σὲ ἔκσταση καὶ βλέπει κάποιον νὰ τοῦ
δείχνει ἕναν τόπο λαμπρὸ στὸν ὁποῖο ὑπῆρχε ἕνας θρόνος καὶ ἐπάνω στὸν θρόνο ἦταν
τοποθετημένα ἑπτὰ στεφάνια.
Καὶ ρώτησε αὐτὸν ποὺ τοῦ τὰ ἔδειχνε:
«Τίνος εἶναι αὐτά;»
Κι ἐκεῖνος εἶπε:
«Τοῦ μαθητῆ σου. Τὸν τόπο καὶ τὸν θρόνο τοῦ τὰ χάρισε ὁ Θεὸς γιὰ τὴν ὑπακοή του. Καὶ τὰ
ἑπτὰ στεφάνια τὰ κέρδισε αὐτὴ τὴ νύκτα».
Ἀπόρησε ὁ Γέροντας γι᾿ αὐτὸ ποὺ ἄκουσε καὶ γεμάτος ἀπὸ δέος καλεῖ τὸν ἀδελφὸ καὶ τοῦ
λέει:
«Πές μου, τί ἔκανες τὴ νύκτα αὐτή;»
«Συγχώρα με, ἀββᾶ -ἀπάντησε ἐκεῖνος- δὲν ἔκανα τίποτε».
Ὁ Γέροντας νομίζοντας ὅτι ἀπὸ ταπεινοφροσύνη δὲν ὁμολογεῖ, τοῦ εἶπε:
«Δεν θὰ σ᾿ ἀφήσω νὰ φύγεις, ἐὰν δὲν μοῦ πεῖς τί ἔκανες ἢ τί σκέφτηκες τὴ νύκτα αὐτή».
Ἀλλὰ ὁ ἀδελφὸς ἐπειδὴ γνώριζε καλὰ ὅτι τίποτε δὲν ἔχει κάνει, δὲν εἶχε τί νὰ πεῖ. Καὶ λέει
στὸν πατέρα:
«Ἀββᾶ, δὲν ἔκανα τίποτε, παρὰ μόνο ὅτι ἐνοχλήθηκα ἀπὸ λογισμοὺς ἑπτὰ φορὲς νὰ φύγω
χωρὶς νὰ μοῦ κάνεις τὴν ἀπόλυση, ἀλλὰ δὲν ἔφυγα».
Ὅταν τ᾿ ἄκουσε αὐτὸ ὁ Γέροντας, κατάλαβε ὅτι κάθε φορὰ ποὺ πάλευε καὶ νικοῦσε τὸν
λογισμό του, κέρδιζε ἕνα στεφάνι ἀπὸ τὸν Θεό. Στὸν ἀδελφὸ βέβαια δὲν εἶπε τίποτε, ἀλλὰ

38
τὰ διηγήθηκε αὐτὰ σὲ ἀνθρώπους πνευματικοὺς χάριν ὠφελείας, γιὰ νὰ γνωρίζουμε ὅτι καὶ
γιὰ λογισμοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἰδιαίτερη σπουδαιότητα ὁ Θεὸς μᾶς στεφανώνει.
Καλὸ λοιπὸν εἶναι νὰ βιάζουμε πάντοτε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό.
Γιατὶ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν βιάζεται καὶ τὴν ἁρπάζουν αὐτοὶ ποὺ ἀγωνίζονται.
81. Κάποτε ἕνας Γέροντας ποὺ ἔμενε στὰ Κελλία μόνος, ἀρρώστησε. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε
κανέναν νὰ τὸν ἐξυπηρετεῖ, σηκωνόταν καὶ ὅ,τι ἔβρισκε στὸ κελί του τὸ ἔτρωγε μὲ
διάκριση. Ἔμεινε ἄρρωστος πολλὲς μέρες καὶ κανεὶς δὲν ἦρθε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ. Ὅταν
πέρασαν τριάντα μέρες καὶ κανεὶς δὲν εἶχε ἔρθει, ἔστειλε ὁ Θεὸς ἕναν ἄγγελο νὰ τὸν
ὑπηρετεῖ.
Ἔμεινε ἐκεῖ ὁ ἄγγελος ἑπτὰ ἡμέρες καὶ τότε θυμήθηκαν οἱ Πατέρες τὸν Γέροντα καὶ εἶπαν
μεταξύ τους:
«Μήπως πέθανε ὁ τάδε Γέροντας;»
Πῆγαν πράγματι καὶ μόλις χτύπησαν τὴν πόρτα, ἔφυγε ὁ ἄγγελος.
Ὁ Γέροντας φώναζε δυνατὰ ἀπὸ μέσα:
«Φύγετε ἀπ᾿ ἐδῶ, ἀδελφοί».
Ἀλλὰ παραβίασαν τὴν πόρτα καὶ μπῆκαν καὶ τὸν ρώτησαν γιατὶ φώναζε.
Κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε:
«Τριάντα ἡμέρες ἤμουν ἄρρωστος καὶ κανεὶς δὲν ἦρθε νὰ μὲ δεῖ. Καὶ νά, ἐδῶ καὶ ἑπτὰ
ἡμέρες ἔστειλε ὁ Θεὸς τὸν ἄγγελό του νὰ μὲ ὑπηρετεῖ. Καὶ μόλις ἤλθατε, ἔφυγε ἀπὸ κοντά
μου».
Μετὰ τὸ λόγο αὐτό, ἐκοιμήθη. Καὶ οἱ ἀδελφοὶ θαύμασαν καὶ δόξασαν τὸν Θεό, ποὺ δὲν
ἐγκαταλείπει αὐτοὺς ποὺ ἐλπίζουν σ᾿ Αὐτόν.
82. Εἶπε ἕνας Γέροντας:
«Ἐὰν σὲ βρεῖ ἀρρώστια σωματική, μὴ χάνεις τὸ θάρρος σου. Γιατὶ ἂν θέλησε ὁ Κύριός σου
νὰ ὑποφέρεις στὸ σῶμα, ποιὸς εἶσαι σὺ ποὺ θὰ δυσφορήσεις; Αὐτὸς δὲν σὲ φροντίζει γιὰ
ὅλα; Μήπως ζεῖς ἐν τῇ ἀπουσίᾳ του; Νὰ εἶσαι καρτερικὸς λοιπὸν καὶ νὰ Τὸν παρακαλεῖς
νὰ σοῦ δίνει αὐτὰ ποὺ σοῦ συμφέρουν, δηλαδὴ νὰ γίνεται τὸ θέλημά Του. Νὰ ζεῖς μὲ
καρτερία καὶ νὰ τρέφεσαι ἀπὸ ἐλεημοσύνη (ὅσο εἶσαι ἄρρωστος)».
87. Ἔλεγε κάποιος ἀπὸ τοὺς Γέροντες γιὰ τὸν φτωχὸ Λάζαρο:
«Δεν βρίσκουμε νά ᾿ χει κάνει αὐτὸς καμιὰ ἀρετή, μόνο ποὺ δὲν γόγγυσε ποτὲ κατὰ τοῦ
Θεοῦ ὅτι δὲν τὸν σπλαχνίστηκε, ἀντίθετα, σήκωσε τὸν πόνο του μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ δὲν
κατέκρινε τὸν πλούσιο. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸν δέχθηκε ὡς δικό του».
89. Εἶπε ἄλλος Γέροντας:

39
«Ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο δὲν προκόβουμε εἶναι ὅτι δὲν γνωρίζουμε τὰ μέτρα μας, οὔτε
ἔχουμε ὑπομονὴ στὸ ἔργο ποὺ ἀρχίζουμε ἀλλὰ θέλουμε ἄκοπα νὰ ἀποκτοῦμε ἀρετή.
Ἐπιπλέον πηγαίνουμε ἀπὸ τόπο σὲ τόπο νομίζοντας ὅτι θὰ βροῦμε κάποιον τόπο ποὺ δὲν
ὑπάρχει διάβολος».
97. Ἕνας ἀπὸ τοὺς Πατέρες κατοικοῦσε σὲ κάποιον τόπο καὶ ἔκανε ζωὴ ὑποδειγματική.
Αὐτὸς εἶχε ἕναν ἀδελφὸ ποὺ ἦταν ἡγούμενος μιᾶς Λαύρας. Σκέφθηκε λοιπὸν κάποια μέρα:
«Γιατί νὰ κάθομαι ἐδῶ καὶ νὰ κοπιάζω; Θὰ πάω στὸν ἀδελφό μου καὶ αὐτὸς θὰ μοῦ δίνει
τὰ χρειαζούμενα».
Σηκώθηκε καὶ πῆγε στὸν ἀδελφό του, ὁ ὁποῖος μόλις τὸν εἶδε χάρηκε. Λέγει λοιπὸν τοῦ
ἀδελφοῦ του:
«Θέλω νὰ μείνω ἐδῶ ἀλλὰ δώσ᾿ μου ἕνα κελὶ γιὰ νὰ μένω μόνος».
Τοῦ ἔδωσε, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη καὶ ὕστερα λησμόνησε ὅτι ὁ ἀδελφός του ἦλθε ἐκεῖ.
Οἱ ἀδελφοὶ τῆς Λαύρας βλέποντας ὅτι εἶναι ἀδελφὸς τοῦ ἡγουμένου, νόμιζαν ὅτι ὁ
ἀδελφός του, τοῦ προσφέρει ὅ,τι χρειάζεται καὶ δὲν τοῦ πῆγαν τίποτε, οὔτε τὸν κάλεσαν σὲ
κελὶ νὰ πάρει τουλάχιστον ψωμί.
Καὶ αὐτὸς καθὼς ἦταν διστακτικὸς ἀπὸ σεβασμό, δὲν ἐνοχλοῦσε κανέναν.
Σκέφθηκε τότε καὶ εἶπε:
«Ἴσως δὲν εἶναι θέλημα Θεοῦ νὰ μείνω ἐδῶ».
Παίρνει λοιπὸν τὸ κλειδὶ τοῦ κελιοῦ, τὸ ἐπιστρέφει στὸν ἀδελφό του καὶ τοῦ λέει:
«Συγχώρα με, δὲν μπορῶ νὰ μένω ἐδῶ».
Ἐκεῖνος ἐξεπλάγη καὶ τοῦ λέει:
«Πότε ἦλθες ἐδῶ;»
«Ἐσὺ δὲν μοῦ ᾿δωσες τὸ κλειδὶ τοῦ κελιοῦ;» τὸν ρωτάει.
«Πίστεψέ με -τοῦ λέει ὁ ἀδελφός του- δὲν θυμόμουν ὅτι ἦλθες ἐδῶ. Ἀλλὰ γιὰ τ᾿ ὄνομα τοῦ
Κυρίου, πές μου ποιὸς λογισμὸς σὲ ἔκανε καὶ ἦλθες ἐδῶ;»
Κι ἐκεῖνος τοῦ εἶπε:
«Ἀκριβῶς μὲ τέτοια ἐλπίδα, νὰ βρῶ δηλαδὴ ἀνάπαυση κοντά σου».
Τότε τοῦ λέει ὁ ἀδελφός του:
«Δίκαια λοιπὸν μ᾿ ἔκανε ὁ Θεὸς νὰ σὲ λησμονήσω, γιατὶ δὲν στήριξες τὴν ἐλπίδα σου σ᾿
Ἐκεῖνον, ἀλλὰ σὲ μένα».

40
Ἔτσι σηκώθηκε καὶ ἐπέστρεψε στὸ τόπο ποὺ κατοικοῦσε πρῶτα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η´
Τίποτε δὲν πρέπει νὰ κάνουμε γιὰ ἐπίδειξη
7. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἡσαΐας:
«Νομίζω πὼς εἶναι πολὺ σπουδαῖο καὶ πολύτιμο ἀγαθὸ νὰ νικήσει κανεὶς τὴν κενοδοξία
καὶ νὰ προκόψει στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ αὐτὸς ποὺ πέφτει στὴν ἐξουσία αὐτοῦ τοῦ
πονηροῦ πάθους τῆς κενοδοξίας, γίνεται ξένος πρὸς τὴν εἰρήνη, σκληραίνει ἡ καρδιά του
πρὸς τοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφοὺς καὶ τελικὴ συμφορά του εἶναι ὅτι πέφτει στὴν
ὑψηλοφροσύνη, δηλαδὴ στὴν ὑπερηφάνεια, ποὺ εἶναι ἡ μάνα ὅλων τῶν κακῶν.
Ἐσὺ ὅμως, πιστὲ δοῦλε τοῦ Χριστοῦ, κράτα κρυφὴ τὴν ἐργασία σου, καὶ μὲ πόνο καρδιᾶς
φρόντισε νὰ μὴ χάσεις τὸν μισθὸ τῆς ἐργασίας σου ἐξαιτίας τῆς ἀνθρωπαρέσκειας. Γιατὶ
αὐτὸς ποὺ κάνει κάτι γιὰ νὰ ἐπιδειχθεῖ στοὺς ἀνθρώπους ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν μισθό
του, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος».
12. Πῆγε ἄλλος ἀδελφὸς σ᾿ αὐτὸν (στὸν ἀββᾶ Θεόδωρο τῆς Φέρμης) καὶ ἄρχισε νὰ μιλάει
καὶ νὰ ἐρευνᾷ γιὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀκόμη δὲν εἶχε ἀρχίσει νὰ τὰ ἐφαρμόζει. Καὶ τοῦ
λέει ὁ Γέροντας:
«Ἀκόμη δὲν βρῆκες πλοῖο, οὔτε τὶς ἀποσκευές σου φόρτωσες, καὶ πρὶν ταξιδέψεις, ἔφτασες
κιόλας σ᾿ ἐκείνη τὴν πόλη; Πρῶτα ἄρχισε τὴν ἐργασία καὶ καθὼς τὴν κάνεις, θὰ φθάσεις
σ᾿ αὐτὰ ποὺ τώρα λές».
16. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποιμήν:
«Μάθε στὴν καρδιά σου νὰ ἐφαρμόζει αὐτὰ ποὺ διδάσκει ἡ γλῶσσα σου».
17. Εἶπε ἐπίσης:
«Οἱ ἄνθρωποι παρουσιάζουν μὲ πληρότητα τὴ διδασκαλία, ἀλλὰ ἐλάχιστα ἀπ᾿ αὐτὰ
ἐφαρμόζουν».
20. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποιμήν:
«Ἐκεῖνος ποὺ μὲ κάθε τρόπο ἐπιδιώκει τὴ φιλία τῶν ἀνθρώπων, ἀπομακρύνεται ἐντελῶς
ἀπὸ τὴ φιλία τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι καλὸ νὰ θέλει κανεὶς νὰ ἀρέσει σὲ ὅλους. Γιατὶ ἡ Γραφὴ
λέει: Ἀλίμονό σας ὅταν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σᾶς ἐπαινοῦν».
22. Ὁ ἀββᾶς Ἀμμοῦν τῆς Ραϊθοῦς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Σισόη:
«Ὅταν διαβάζω τὴν Ἁγία Γραφὴ γυρεύει ὁ λογισμός μου νὰ φτιάξει κάποιες ὡραῖες
φράσεις, γιὰ νὰ ἔχω ν᾿ ἀπαντῶ, ὅταν μὲ ρωτοῦν».
Κι ὁ Γέροντας τοῦ λέει:
«Δὲν χρειάζεται. Καλύτερα εἶναι ἀπὸ τὴν καθαρότητα τοῦ νοῦ (τῆς καρδιᾶς) νὰ
ἀποκτήσεις καὶ τὸ νὰ μὴ μεριμνᾷς τί θὰ πεῖς, καὶ σωστὰ νὰ μιλᾶς».

41
26. Εἶπε ἡ ἁγία Συγκλητική:
«Ὅπως ἀκριβῶς ὁ θησαυρὸς ὅταν βγεῖ στὸ φανερό, μὲ τὸν καιρὸ λιγοστεύει καὶ τελικὰ
ἐξαφανίζεται, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ ἀρετή, ὅταν γίνεται γνωστὴ καὶ κοινοποιεῖται,
χάνεται. Καίὰὅ πως τοὰ κερίὰ λίωίνεί,
ὅ ταν πλησίαίσεί τηὰ φωτίαί,
ἴ τοὰ δίο
ἡ καίὰ ψυχηὰ δίασκορπίίζεταί
ἀποὰ τουὰςἐ παίίνους καίὰ χαλαρωίνεί».
28. Καίποία φοραὰ πουὰ καθοίταν
ὁἀ ᾶ
ββ ς Τίθοίης, κονταὰ
ἐ ῖ ἦκε ταν

νας

δελφοὰς

λλαὰ δεὰν
ἤ τοὰ ξερε
αὐτοὰ καίὰ στείναξε, καίὰ δεὰν καταίλαβε
ὅ ἦ τί ταν
ὁἀ
δελφοὰς δίίπλα, γίατίὰ βρίσκοίταν
ἔ σεὰ κσταση.
Κατοίπίνὅ μως τοῦ ἔ βαλε μεταίνοία καίὰἶ ε πε: «Συγχωίρεσεί με,

δελφεί, ἔδεὰν γίνα

κοίμα μοναχοίς,
ἀφοῦ στείναξα μπροσταί σου».
31. Ἕνας ἀδελφοίς,ἀ σκητηὰς πουὰ δεὰν
ἔ τρωγε ψωμίί,

πίσκείφθηκε καίποίον

νομαστοὰ Γείροντα.
Βρείθηκανἐ κεῖ τηὰ μείρα
ἐ κείίνη ἄκί λλοί ξείνοί καίὰ μαγείίρεψε

Γείροντας γίαὰ χαίρη τους λίίγο
φαγητοί.Ὅ ταν καίθίσαν ναὰᾶφ νε,
ὁ ἀ σκητηὰς
ἔ βαλε γίαὰ τοὰν

αυτοί του μοίνο ρεβίίθία μουσκεμείνα
καίὰἔ τρωγε.Ὅ ταν σηκωίθηκανἀ π
᾿ τοὰ τραπείζί, τοὰν
ῆ π ἰρε δίαίίτερα

Γείροντας καίὰ
ῦ ᾿ το πε:
«Ἀδελφεί,ὅ τανἐ πίσκείπτεσαί καίποίον, μηὰ δείίχνείς τηὰ μοναχίκηίἄσου σκηση.

ν, παίλί, θείλείς ναὰ
κρατᾷς ὁπωσδηίποτε τηὰνἄ σκησηί σου, ναὰ καίθεσαί στοὰ κελίί σου καίὰ ναὰ μηὰν πηγαίίνείς πουθεναί».
Ὁ ἀσκητηὰς πῆ ρεἕ να καλοὰ μαίθημα
ἀ ποὰ ταὰ λοίγία
ῦ το Γείροντα καίὰἑ στοὰ

ξ ς στίὰς συναντηίσείς μεὰ
τουὰςἀ δελφουὰς δεὰν ξεχωίρίζε.
32. Εἶπε καίποίοςἀ ποὰ τουὰς Πατείρες
ὅ τί στίὰς

χθεςῦτο ποταμο

, κονταὰ στοὰ χωρίοὰ

ὁπου μακαίρίος
Σίλουανοὰς ζοῦ σε στηὰν Παλαίστίίνη, κατοίκο
ῦ σε
ἕ νας
ἀ δελφοὰς πουὰ προσποίο

νταν τοὰν σαλοί.
Ἔτσί, καίθε φοραὰ πουὰ τοὰν συναντο
ῦ σε καίποίος

δελφοίς,

ρχίζε καίὰ ῦ
γελο σε.
᾿ Γί
ὐ α τοὰ λοίποὰν κί
ἐκεῖνος τοὰνἄ φηνε κίἔ φευγε.
Συνείβη καίποία φοραὰ ναὰ
ἐ πίσκεφθο
ῦ ν τοὰν
ἀ ᾶββ Σίλουανοὰῖτρε ς Πατείρες.ἀΚαίὰ
ῦ ἔ φο καναν
προσευχηί, τοὰν παρακαίλεσαν ναὰ στείίλεί καίποίον μαζίί τους γίαὰ ῦ
ναὰ δο νἀτουὰς δελφουὰς μείσα σταὰ
κελίαί τους. Εἶ πανἐ πίίσης στοὰν Γείροντα:
«Καίνεἀ γαίπη καίὰῶδ σε
ἐ ντοληὰ στοὰν

δελφοὰ ναὰ
ᾶ μ ς παίεί
᾿ὅ σ

λους».

Καίὰὁ Γείρονταςἐ νωίπίοίν τους
ἶ ε πε στοὰν

δελφοί:
«Να πᾶς τουὰς Πατείρες σεὰ
ὅ λους».
Ἰδίαίίτεραὅ μως τοῦ παρηίγγείλε:
«Προίσεξε, ναὰ μηὰν τουὰςᾶπ ᾿ς σ

ῖκε νον τοὰν σαλοί, γίαὰ ναὰ μηὰν σκανδαλίσθο

ν».

Καθωὰς περνοῦ σανἀ π᾿ ταὰ κελίαὰῶτ ἀ
ν δελφ
ῶ νἱ ο Πατείρες,
ἔ λεγαν στοὰν

δηγοί τους:ῖ«Δεἀξε γαίπη
ναὰ μᾶ ς πᾶ ς σεὰὅ λους». Καίὰ
ἀ παντο
ῦ σε
ἐ κε
ῖ νος: «Βεβαίίως».
Ὅ μως δεὰν τουὰς
ῆ π γε στοὰ κελίὰ
ῦ το
σαλοῦ συίμφωνα μεὰ τηὰν
ἐ ντοληὰ ῦτο Γείροντα.
Ὅταν ἐπείστρεψαν στοὰν Γείροντα τουὰς
ἶ ε πε:

42
«Εἴδατε τουὰςἀ δελφουίς;»
«Ναίὰ -τοῦ εἶ παν- καίὰ ὐε χαρίστο
ῦ με.Ἀ λλαὰ λυπουίμαστε πουὰ δεὰν πηίγαμε
᾿ὅ σ

λους».

Ρωταίεί τοίτεὁ Γείροντας τοὰν
ὁ δηγοί τους:
«Δεὰν σοῦ εἶ πα ναὰ τουὰςᾶπ ς σεὰ
ὅ λους;»
«Ἔτσί ἔκανα, παίτερ»ἀ παίντησεὁ ἀ δελφοίς.
Ἀλλαὰ καίὰ τηὰν
ὥ ρα πουὰ
ἔ φευγαν
ἱ ο Πατείρες
ἶ ε παν παίλί στοὰν Γείροντα:
«Ἀληθίναὰ σᾶ ς εἴ μαστε εὐ γνωίμονες, πουὰἴ ε δαμε τουὰς
ἀ δελφουίς, γίαὰ

να μοίνο λυπουίμαστε πουὰ
δεὰν τουὰς ἴε δαμεὅ λους».
Παίίρνεί τοίτεὁ ἀ δελφοὰς τοὰν Γείροντα

δίαίίτερα καίὰ
ῦ το λείεί:
«Στοὰν σαλοὰἀ δελφοὰ δεὰν τουὰς
ῆ π γα».
Ἀφοῦ ἔφυγαν οἱ Πατείρες,ὁ Γείροντας καλοσκείφτηκεὐα τοὰ πουὰ

γίνε, σηκωίνεταί λοίποὰν καίὰ παίεί
στοὰνἀ δελφοὰ πουὰ προσποίο
ῦ νταν τοὰν σαλοί.
Χωρίὰς ναὰ χτυπηίσεί,
ἀ νοίίγεί σίγαὰ-σίγαὰ τοὰ μαίνδαλο ἰκαίὰ α φνίδίαίζεί
ἀ τοὰν δελφοί.
Ἐκεῖνος καθίσμείνοςἔ κανε τηὰν πνευματίκηί του
ἐ ργασίία καίὰ
ἶ ε χε δυοὰ καλαθαίκία,
ἕ τοὰἀ να ποὰ ταὰ
δεξίαὰ καίὰ τοὰ
ἄ λλο
ἀ ποὰ ταὰ

ρίστεραί.
Σαὰν εἶ δε τοὰν Γείροντα,
ἄ ρχίσεὅ - πως συνηίθίζε- ναὰ γελαίεί.ὁ Κί
«Ἄσ᾿ τα τωίρα αὐ ταὰ καίὰ πείς μου ποίαὰ
ἶ ε ναί
ἡἄ

Γείροντας
ῦ το λείεί:

σκησηί σου».

Ἐκεῖνος παίλί γελοῦ σε. Συνείχίσεὁ ἀ ββ
ᾶ ς Σίλουανοίς:
«Τοὰ ξείρείς πολυὰ καλαὰ
ὅ ἐτί κτοὰς Σαββαίτου καίὰ Κυρίακ

ς δεὰν βγαίίνω

ποὰ τοὰ
ἀ κελίί, λλαὰ
ἦ τωίρα ρθα
μεσοβδοίμαδα, γίατίὰὁ Θεοὰς᾿μἔ στείλε
ἐ ῶδ ».
Φοβηίθηκεὁ ἀ δελφοὰς καίὰ βαίζοντας μεταίνοία στοὰν Γείροντα,
ῦ το λείεί:
«Συγχωίρεσεί με, παίτερ. Καίθε πρωίὰ

ρχίίζω τηὰν πνευματίκηίἐ μου ργασίία

χοντας ταὰ χαλίίκία

α ταὰ
μπροσταί μου.Ἐ αὰν μο
ῦ ἔ ρθεί καλοὰς λογίσμοίς, ρίίχνω

να χαλίίκί στοὰ δεξίοὰ ζεμπίίλί,
ἂ ἔ
ν ρθεί
πονηροὰς λογίσμοίς, ρίίχνω στοὰ
ἀ ρίστεροί.ἀΤοὰ ποίγευμα ῶ
μετρ ταὰ χαλίίκία
ἂ καίὰῦ ν το ῦ δεξίο

ε ναί
περίσσοίτερα, τρωίγω,ἂ νὅ μως το
ῦ ἀ ρίστερο
ῦ ἶε ναί περίσσοίτερα, δεὰν τρωίγω. Τηὰν

ποίμενη μείρα
παίλίἐ αὰν μο
ῦ ἔ ρθεί πονηροὰς λογίσμοίς, λείγω στοὰν

αυτοί μου: Προίσεξε τίί καίνείς, γίατίὰ παίλί δεὰν θαὰ
φᾶς».
Θαυίμασε σαὰν ᾿τ ἄ κουσεὁ ἀ ββ
ᾶ ς Σίλουανοίς, καίὰ
ἶ ε πε:

43
«Πραίγματί οἱ Πατείρες πουὰ
ἦ ρθαν σηίμερα
ἅ γίοί
ἄ γγελοί
ἦ ταν, πουὰ

θελαν ναὰ καίνουν γνωστηὰ
τηὰνἀ ρετηὰ το
ῦ ἀ δελφο
ῦ . Γίατίὰ καίὰ μεὰ τηὰν παρουσίία τους

νίωσα μεγαίλη χαραὰὐκαίὰ ε φροσυίνη
πνευματίκηί».
37. Εἶπε ἕνας Γείροντας:
«Ἐκεῖνος πουὰ φανερωίνεί ταὰ καλαί του
ἔ ργα καίὰ ταὰ καίνεί γνωσταὰ στοὰν κοίσμο, μοίαίζεί μεὰ τοὰν
σπορίαὰ πουὰ ρίίχνεί τοὰν σποίρο στηὰν

πίφαίνεία
ῆ τῆ ς γ ςἔκαίὰ ρχονταί ταὰ πτηναὰ
ῦ ὐ το οῦ ρανο καίὰ
τοὰν τρῶ νε.Ἐ νῷ ἐ κεῖ νος πουὰ κρυίβεί τηὰν
ἄ σκησηί του,

πως βαίζεί

σπορίαὰς τοὰν σποίρο μείσα

στ ς
γῆς ταὰ αὐ λαίκία, α
ὐ τοὰς
ἀ κρίβ
ῶ ς θαὰ
ἔ χεί
ἄ φθονη συγκομίδηί».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ´
Εἶναί ἀναίγκη ναὰἐ παγρυπνο
ῦ μεὥ στε ναὰ μηὰ κρίίνουμε κανείνα
1. Σεὰ καίποίονἀ δελφοὰ πουὰ
ἔ μενε στοὰ κοίνοίβίο
ῦἀ
το ᾶ ββ

λίία, συνείβη καίποτε

νας πείρασμοίς.
᾿
Γί
αὐτοὰ τοὰνἔ δίωξανἀ ποὰ κε
ῖ καίὰῆ π γε κονταὰ στοὰν
ἀ ᾶ ββ

ντωίνίο,ὄστοὰ Ἀρος.ῦ ἔ φο μείνε
ὁἀ
δελφοὰς
κονταί του καίποίο χρονίκοὰ δίαίστημα, τοὰν

στείλε
ὁ ἀ ᾶββ ς στοὰ κοίνοίβίο
ἀ ᾿ ὅ π που
ἶ ε χε φυίγεί.
Ἐκεῖνοί ὅμως μοίλίς τοὰν ἶε δαν, τοὰν ξαναίδίωξαν καίὰ
ὁἀ
δελφοὰς γυίρίσε παίλί ἀ
στοὰν
ᾶ Ἀ ββ
ντωίνίο
καίὰ τοῦ εἶ πε:
«Δεὰν θείλησαν ναὰ μεὰ δεχθο
ῦ ν, παίτερ».
Τοὰνἔ στείλε παίλίὁ Γείροντας καίὰ τουὰς μηίνυσεἑ τοὰ
ῆ ξ ς:
«Ἕνα καραίβί ναυαίγησε μείσα στοὰ πείλαγος,

χασε τοὰ φορτίίο του καίὰ μεὰ κοίποἔ πολυὰ φθασε στηὰ
στερίαί. Καίὰἐ σε
ῖ ςὅ ,τί σωίθηκε καίὰ
ἔ φθασε στηὰ στερίαί, θείλετε ναὰ τοὰ καταποντίίσετε;»
Κί ἐκεῖνοί ὅταν ἄκουσαν ὅτί ὁ ἀββᾶς Ἀντωίνίος τοὰνἔ στείλε, ὐε θυὰς τοὰν δείχθηκαν.
8. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἡσαίΐίας:
«Ἐαὰν σοῦ ἔ ρθεί λογίσμοὰς ναὰ κατακρίίνείς τοὰν πλησίίον γίαὰ καίποίο

μαίρτημαί του,
ῶ πρ τα ναὰ
σκεφθεῖς ὅτί ἐσυὰ εἶ σαί περίσσοίτεροἁ μαρτωλοὰς
ἀ ᾿π ὐα τοὰν καίὰ
ἐ ῖ κε να πουὰ νομίίζείς

τί σωσταὰ ταὰ
καίνείς, μηὰν πίστείψείς
ὅ τί
ἦ σαν
ἀ ρεσταὰ στοὰν Θεοί. Καίὰ

τσί δεὰν θαὰ τολμηίσείς ναὰ καταδίκαίσείς τοὰν
πλησίίον».
9. Εἶπε ἐπίίσης:
«Ἐαὰν δεὰν κατακρίίνείς τοὰν πλησίίον

λλαὰ

ξουθενωίνείςἑτοὰν αυτοί σου, παρείχείς

ναίπαυση στηὰ
συνείίδηση σου».
9. Πῆγε καίποτεὁ ἀ ββᾶ ςἸ σααὰκὁ Θηβα
ῖ ος σε καίποίο κοίνοίβίο καίὰ
ἶ ε ἕδε ναν

δελφοὰ ναὰ σφαίλλεί
καίὰ τοὰν κατείκρίνε.

44
Ὅταν ἐπείστρεψε στηὰνἔ ρημο,ἦ λθεἄ γγελος Κυρίίου καίὰ σταίθηκε μπροσταὰ στηὰν ποίρτα
ῦ το ῦ
κελίο
του καίὰ τοῦ εἶ πε:
«Δεὰν σοῦ ἐ πίτρείπω ναὰ μπε
ῖ ς».
Κί ἐκεῖνος παρακαλοῦσε κί ἔλεγε:
«Τίί συμβαίίνεί;»
Ἀποκρίίθηκεὁ ἄ γγελος καίὰ το
ῦ ἶε πε:
«Ὁ Θεοὰς μεὰἔ στείλε λείγοντας: Πείς του, ῦ
πο προσταίζείς ναὰ βαίλωἀτοὰν δελφοὰ
ἔ πουὰ σφαλε καίὰ τοὰν
καταδίίκασες».
Εὐθυὰς μετανοίησεὁ ἀ ββ
ᾶ ς καίὰἶ ε πε:
«Ἁμαίρτησα, συγχωίρεσεί με».
Καίὰὁ ἄ γγελος τοῦ εἶ πε:
«Σηίκω, σεὰ συγχωίρεσε

κρίίνείὁ Θεοίς».

Θεοίς. Καίὰ στοὰ
ἑ ῆ ξ ς ναὰ προσείχείς ναὰ μηὰν κρίίνείς κανείναν,
ῦ προτο τοὰν

10. Ἔλεγε ὁ ἀββᾶς Παφνουίτίος,ὁ μαθητηὰς το
ῦ ἀ ββ
ᾶ Μακαρίίου:
«Παρακαίλεσα τοὰν Γείρονταί μου λείγοντας: Πείς μου καίποίον λοίγο».
Κί ἐκεῖνος εἶπε: «Ναὰ μηὰν κακομεταχείρίστε
ῖ ς κανείνανὔο τε ναὰ τοὰν κατακρίίνείς.
ὐ Α ταὰ ναὰ καίνείς
καίὰ σωίζεσαί».
11. Ἔλεγαν γίαὰ τοὰνἀ ββ
ᾶ Μακαίρίο τοὰν μεγαίλο

τί
ἶ ε χε γίίνεί,

πως λείεί

Γραφηί,ἐθεοὰς πίίγείος.
Γίατίὰὅ πωςἀ κρίβῶ ςὁ Θεοὰς σκεπαίζεί τοὰν κοίσμο,

τσί καίὰ
ὁ ἀ ᾶ ββ ς Μακαίρίος σκείπαζε ταὰ
ἐλαττωίματα πουὰἔ βλεπε στουὰς
ἄ λλους, σαὰν ναὰ μηὰἔταὰ βλεπε,ἐκαίὰ
ῖ κε ναἄπουὰ κουε σαὰν ναὰ μηὰ
ταὰἄ κουε.
12. Καίποίοςἀ δελφοὰς ῆ
τ ς Σκηίτης καίποτε
ἔ σφαλε.

ἀββᾶ Μωυσῆ ἀλλ᾿ αὐτοὰς δεὰν θείλησε ναὰ παίεί.

γίνε συγκείντρωση στηὰν

ποίία καίλεσαν τοὰν

Τοῦ παρηίγγείλε τοίτεὁ πρεσβυίτερος:Ἔ
« λα, γίατίὰ σεὰ περίμείνουν

λοί».
Κί ἐκεῖνος σηκωίθηκε καίὰ π
ῆ γε κρατωίντας στηὰν πλαίτη

να καλαίθί τρυίπίο πουὰ τοὰ γείμίσε

μμο.
Οἱ Πατείρες πουὰ βγ
ῆ καν ναὰ τοὰν προυΐπαντηίσουν
ῦ το λείνε: ἶ«Τίί ε ὐ
ναί α τοί, παίτερ;»
«Οί ἁμαρτίίες μου -ἀ παντᾷ ὁ Γείροντας- πουὰ κυλο
ῦ ν καίὰ πείφτουν πίίσω μου καίὰ δεὰν τίὰς βλείπω. Καίὰ
ἦλθα ἐγωὰ σηίμερα ναὰ κρίίνω ταὰ σφαίλματα

λλου».

45
Ὅταν τ᾿ ἄκουσαν αὐταὰ οἱ Πατείρες, δεὰνἶ ε παν τίίποτε
ἐ ναντίίονῦτο

συγχωίρεσαν.

δελφο
ῦἀ

λλαὰ τοὰν

18. Καίποίοςἀ δελφοὰς ρωίτησε τοὰν
ἀ ᾶ
ββ Ποίμείνα:
«Πείς μου, πῶ ς θαὰ γίίνω μοναχοίς;»
Καίὰὁ Γείροντας ἶε πε: Ἐ
« αὰν θείλείς ναὰ ῖβρε
ἀ ς ναίπαυση καίὰ
᾿ ὐσ α τοὰν τοὰν κοίσμο καίὰ στηὰ μείλλουσα
ζωηί, ναὰ λεὰς σεὰ καίθε περίίπτωση: Ποίοὰς
ἶ ε ἐμαί γωί; Καίὰ ναὰ μηὰν κατακρίίνείς κανείνα».
20. Εἶπε ἐπίίσης:
«Μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος ναὰ φαίίνεταίὅ τί σίωπ
ᾷἐ ῷ
ν ἡ καρδίαί του κατακρίίνεί τουὰς

λλους,

νας
τείτοίοςἄ νθρωπος παίντοτε λαλε
ῖ .
Καίὰ μπορεῖ ἕ ναςἄ λλος ναὰ μίλαίεί
ἀ ποὰ τοὰ πρωίὰ

τίίποτε περίσσοίτεροἀ π
᾿ ὅ σαὠ φελο
ῦ ν».

ς τοὰ βραίδυ
ὅ καίὰ μως κραταίεί σίωπηὰ γίατίὰ δεὰν λείεί

21. Ρωίτησεἕ ναςἀ δελφοὰς τοὰν
ἀ ββ
ᾶ Ποίμείνα:
«Ἐαὰν δῶ καίποίο σφαίλμα το
ῦ ἀ δελφο
ῦ μου,ἶ ε ναί καλοὰ ναὰ τοὰ σκεπαίσω;»
Κί ὁ Γείρονταςἀ παίντησε:
«Ὅποία ὥρα σκεπαίσουμε τοὰ σφαίλμα το
ῦ ἀ δελφο
ῦ μας, σκεπαίζεί καίὰ

Θεοὰς τοὰ δίκοί μας. Καίὰ
ὅποία ὥρα θαὰ φανερωίσουμε το
ῦ ἀ δελφο
ῦ τοὰ σφαίλμα, θαὰ φανερωίσεί ὁκαίὰ Θεοὰς τοὰ δίκοί μας».
28. Ρωίτησεἕ ναςἀ δελφοὰς τοὰν
ἀ ββ
ᾶ Ποίμείνα:
«Τίί ναὰ καίνω πουὰ
ὅ ταν παίω ναὰ καίνω τηὰν πνευματίκηί
ἐ μου ργασίία μεὰ κυρίευίεί
ἡἀ

μείλεία;»

Κί ὁ Γείροντας τοῦ εἶ πε:
«Ναὰ μηὰνἐ ξευτελίίσείς κανείναν
ὔ ο τε ναὰ τοὰν κατακρίίνείς. Κανείναν ναὰ μηὰν κατηγορηίσείς
ὁ καίὰ
Θεοὰς θαὰ σο
ῦ δωίσεί
ἀ ναίπαυση καίὰ

πνευματίκηί σου

ργασίία θαὰ γίίνεταί

ρεμα».
29. Ἕνας ἀδελφοὰς ρωίτησε τοὰν
ἀ ββ
ᾶ Ποίμείνα:
«Τίί ναὰ καίνω;»
Κί ὁ Γείροντας τοῦ εἶ πε:
«Εἶναί γραμμείνο: Τηὰνἀ νομίία μου
ἐ γωὰ θαὰ τηὰν

ξαγγείίλω καίὰ θαὰ φροντίίσω
ἀ ναὰ παλλαγ
ῶἀ
ἁμαρτίία μου».

ποὰ τηὰν

46
40. Καίποίοςἀ δελφοὰςἔ κανε μίία
ἐ ρωίτηση᾿ σ

ἁμαρταίνεί μεὰ τοὰν λογίσμοί.

ναν
ἅ γίο Γείροντα γίαὰἔναὰ χεί μίία βαίση,

στε ναὰ μηὰν

«Ἂς ὑποθείσουμε -εἶ πε-ὅ τί βλείπω καίποίον ναὰ καίνεί καίτί καίὰ τοὰ λείω

α τοὰ σεὰ καίποίον

λλο, καίὰ
βλείπωὅ τί δεὰν τοὰν κατακρίίνω,
ἀ λλαὰ
ἁ ῶπλ ς τοὰ συζητο

με.
ὐ Α τοὰ παυίείἶ ναὰ ε ναί καταίκρίση;»
Ὁ Γείροντας εἶ πε: «Ἐ αὰν μίλ
ᾷ ς μεὰ
ἐ μπαίθεία
ἔ χοντας καίτί

ναντίίον του,
ἶ ε ναί καταίκρίση,
ἂ ὅ ν μως
εἶσαί ἐλευίθεροςἀ ποὰ παίθος, δεὰν
ἶ ε ναί καταίκρίση.

λλαὰ γίαὰ ναὰ μηὰ μεγαλωίνεί τοὰ
ἡ κακοί, σίωπηὰ
εἶναί προτίμοίτερη».
42. Ἄκουσε καίποίοςἀ ποὰ τουὰς
ἁ γίίους Πατείρες
ὅ ἕτί νας

δελφοὰς

πεσε ἁ
στοὰ μαίρτημα
ῆ τ ς
πορνείίας. Καίὰ ἶε πε:
«Ὤ, ἄσχημα ἔκανε».
Μεταὰἀ ποὰ λίίγες μείρες πεθαίίνεί
ὁἀ
στοὰν Γείροντα καίὰ το
ῦ λείεί:

δελφοίς. Καίὰ παίεί

γγελος
ῦ το ῦ Θεο μεὰ τηὰν ψυχηὰ
ῦ ἀ το ῦ δελφο

«Δεὰς αὐ τοὰν πουὰ κατείκρίνες, πείθανε.ῦΠο παραγγείλλείς ναὰ τοὰν βαίλω, στηὰ Βασίλείία

το
ῦ ἢ Θεο
στηὰν κοίλαση;»
Μεταὰἀ π᾿ αὐ τοί, μείχρί τηὰν
ὥ ρα ῦτο θαναίτου του

μεὰ δαίκρυα καίὰ ποίνο πολυὰ ναὰ τοὰν συγχωρηίσεί.

Γείροντας ζητο
ῦ ἀσε σταμαίτητα

ποὰ τοὰν Θεοὰ

49. Εἶπε καίποίος Γείροντας:
«Ἐαὰν δεῖ ςἀ δελφοὰ ναὰ
ἁ μαρταίνεί, μηὰ ρίίξείς τηὰν
ἰ α τίία
᾿ ὐσ αἀ τοὰν λλαὰ στοὰν πολείμίοί του, καίὰ πείς:
Ὅπως αὐτοὰς νίκηίθηκε,ἔ τσί κίἐ γωί.
Κλαῖε καίὰ ζῆ τα τηὰ βοηίθεία το
ῦ Θεο
ῦ καίὰῖδε χνε συμποίνία
᾿ σὐ α τοὰν πουὰ

θελαί του παίσχεί. Γίατίὰ
κανείὰς δεὰν θείλεί ναὰ
ἁ μαρτηίσεί στοὰν Θεοί,

ὅλλαὰ λοί σφαίλλουμε».
54. Εἶπε ἕνας Γείροντας:
«Τίίποτε δεὰν παροργίίζεί τοίσο τοὰν Θεοὰ καίὰ τίίποτεἀ δεὰν πογυμνωίνεί τοίσο
ἄ τοὰν ἀνθρωπο ποὰ τηὰ
χαίρη,ὥ στε ναὰ φταίσεί καίὰ σεὰ

γκαταίλείψη

ποὰ μείρους
ῦ το ῦ Θεο

, σο τοὰ ναὰ κατηγορε

τοὰν
πλησίίον τουἢ ναὰ τοὰν κατακρίίνεί

ναὰ τοὰν

ξουθενωίνεί. Καίὰ

ε ναί τοίσο βαρυίτερη

καταίκρίση
ἀποὰ καίθεἄ λληἁ μαρτίία,
ὥ στε
ὁ ἴ δίος
ὁ Χρίστοὰς λείεί:
«Ὑποκρίτηί, βγαίλε πρ
ῶ τα τοὰ δοκαίρί πουὰ

χείς στοὰ μαίτί σου καίὰ τοίτεῖ θαὰ δε ς καθαραὰ γίαὰ ναὰ
βγαίλείς τοὰ σκουπίδαίκί πουὰ βρίίσκεταί στοὰ μαίτί
ῦ ἀτο
δελφο

σου».
Παρομοίίασε δηλαδηὰ τοὰ
ἁ μαίρτημα ῦτο πλησίίον μεὰ τοὰ σκουπίδαίκί,
ἐ ῷ ν
δοκαίρί.

τηὰν καταίκρίση μεὰ τοὰ

Εἶναί τοίσο κακοὰ τοὰ ναὰ κατακρίίνεί κανείίς, σχεδοὰν ξεπερν

καίθε

μαρτίία.

47
Ἑπομείνως τίίποτε δεὰνἶ ε ναί βαρυίτερο,
ἀ δελφοίί μου,
ὔ ο τε χείροίτερο

ποὰ τοὰ ναὰ καταδίκαίσουμε

ναὰἐ ξουθενωίσουμε τοὰν πλησίίον.
Γίατίί ναὰ μηὰν προτίμο
ῦ με ναὰ κατακρίίνουμε τοὰν

αυτοί μας;
Καίὰἐ ννοῶ ταὰ κακαὰ ταὰ δίκαί μας πουὰ καλαὰ ταὰ γνωρίίζουμε καίὰ γίαὰ
ὁ ῖταὰ πο α προίκείταί ναὰ
δωίσουμε λοίγο στοὰν Θεοί.
Γίατίίἁ ρπαίζουμε τοὰ δίκαίίωμα
ῆ τ ς κρίίσηςῦτο Θεο

;
Τίί θείλουμεἀ ποὰ τοὰ πλαίσμα του, τίί θείλουμε

ποὰ τοὰν πλησίίον;
Τίί ζητᾶ μεἀ ποὰ ταὰ βαίρη ῦτοἄ

λλου;

Ἔχουμε, ἀδελφοίί, τίί ναὰ φροντίίσουμε.

κακίίες.

καθείὰς

ς προσείχεί ἑτοὰν αυτοί του καίὰ τίὰς δίκείς του

Ἡ ἐξουσίία ναὰ δίκαίωίνεί καίὰ ναὰ καταδίκαίζεί,

νηίκεί μοίνο στοὰν Θεοί, πουὰ γνωρίίζεί καίὰ τηὰν
καταίσταση τοῦ καθενοὰς καίὰ τηὰ δυίναμη, τοὰν τροίπο
ῆ τ ῆς ζω ς καίὰ ταὰ χαρίίσματαί του, τηὰν
ἰδίοσυγκρασίία καίὰ τίὰς
ἱ κανοίτητείς του,

νηίκεί στοὰν Θεοὰ πουὰ κρίίνεί

ναίλογα μεὰ τοὰἀκαθείνα
᾿
π
αὐταί,ὅ πωςὁ ἴ δίος μοίνος ταὰ γνωρίίζεί».

ΤΟΜΟΣ Γ´
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι´
Περίὰ δίακρίίσεως
2. Καίποίοίἀ δελφοίὰ π
ῆ γαν στοὰν
ἀ ββ
ᾶ Ἀ ντωίνίο ναὰῦτο

ναφείρουνὁταὰ ραίματαἔπουὰ βλεπαν, καίὰ
ναὰ πληροφορηθοῦ νἀ π᾿ αὐ τοὰνἐ αὰν προίκείταί γίαὰ

ληθίναὰ

ραίματα

ταὰ δημίουργο
ῦ ἱ νο
δαίίμονες.
Αὐτοίὰ εἶ χανἕ να γαίΐδουραίκί πουὰ τουὰς ψοίφησε στοὰν δροίμο.
Μοίλίςἔ φθασαν στοὰν Γείροντα, προίλαβε καίὰ τουὰς
ἶ ε πε:
«Πῶς ψοίφησε τοὰ γαίΐδουραίκί στοὰν δροίμο;»
«Ποῦ τοὰ ξείρείς,ἀ ββ
ᾶ ;» τοὰν ρωίτησαν.
Κί ἐκεῖνος τουὰς εἶ πε:
«Οἱ δαίίμονες μοῦ τοὰ φανείρωσαν».

48
«Μαὰ κίἐ μεῖ ς -εἶ παν- γί᾿ αὐ τοὰ τοὰ θείμα
ἤ ρθαμε ναὰ σεὰ ρωτηίσουμε, γίατίὰ βλείπουμε

ραίματα καίὰ
πολλεὰς φορεὰς βγαίίνουν
ἀ ληθίναί.
Ἀ λλαὰ μηὰ τυχοὰν πείφτουμε σεὰ πλαίνη;»
Καίὰὁ Γείροντας παίίρνοντας
ὡ ς παραίδείγμαὐα τοὰ πουὰ συνείβη μεὰὄ τοὰν νο, τουὰς πληροφοίρησε

τί
προείρχονταίἀ ποί τους δαίίμονες.
5. Καίποίοςἀ δελφοὰς ἶε πε στοὰν
ἀ ββ
ᾶ Ἀ ντωίνίο:
«Προσευχηίσου γίαὰ μείνα».
Καίὰὁ Γείροντας το
ῦ λείεί:
«Οὔτε ἐγωὰ σεὰ σπλαχνίίζομαίὔο τε

τοὰν Θεοί».

Θεοίς,
ἐ αὰν ὁσυὰ

δίος δεὰν σπευίσείςῆ μεὰ ζ λο ναὰ ζητηίσείς

ποὰ

6. Εἶπε ἐπίίσηςὅ τίὁ Θεοὰς δεὰν
ἐ πίτρείπεί ᾿να ρθο
ῦ ν
ἱ ο μεγαίλοί πείρασμοίὰ στηὰ γενίαὰ
ὐ α
ὅ τηὰ πως στίὰς
παλαίοίτερες, γίατίὰ γνωρίίζεί
ὅ τίἶ ε ναί
ἀ δυίναμοί καίὰ δεὰν

ντείχουν.
7. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἀντωίνίοςὅ τί θα᾿ ρθεῖ ἐ ποχηί, πουὰἱ οἄ νθρωποί θαὰ φείρονταί

πως
ἱ ο παραίφρονες.
Καίὰὅ ταν θαὰ βλείπουν καίποίον πουὰ δεὰν θαὰ συμπερίφείρεταί

ς παραίφρων, θαὰ ταὰ βαίζουν μαζίί του
καίὰ θαὰ το
ῦ λείνε:Ἐ« συὰ
ἶ ε σαί τρελοίς»,

πείδηὰ δεὰν
ἶ εὅναί μοίος
᾿ ὐμ α τουίς.
19. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἀγαίθων:
«Ἐαὰν καίποίος μο
ῦ ἶε ναίὑ περβολίκαὰ
ἀ γαπητοὰς
ἀ λλαὰ καταλαίβω

τί μεὰ παρασυίρεί σεὰ καίποίο
ἐλαίττωμα, κοίβωἀ μείσως τίὰς σχείσείς μου μαζίί του».
33. Εἶπε ἐπίίσηςὁ ἀ ββᾶ ς Δανίηίλ:
«Ὅσο ἀκμαίζεί τοὰ ῶ
σ μα, τοίσο

ἀκμαίζεί».

ψυχηὰ
ἀ δυνατίίζεί, καίὰ

σο ῶ
τοὰ σ ἀμα δυνατίίζεί, ἡτοίσο

35. Ρωτηίθηκεὁ μακαίρίοςἘ πίφαίνίος
ἐ αὰν
ἀ ρκε
ῖἕ
εὐσπλαχνίία, καίὰ ἶε πε:

ψυχηὰ

νας δίίκαίος

νθρωπος γίαὰ ναὰ κίνηίσεί τοὰν Θεοὰ σεὰ

«Ναίί, γίατίὰὁ ἴ δίοςὁ Θεοὰςἶ ε πε: Ψαίξτε ναὰ ῖβρε ἕτε ναν

νθρωπο
ὁ ὁ ῖπο ος ναὰ
ἶ ε ναί στηὰν πραίξη
δίίκαίος καίὰ ὐε σεβ
ῆ ς καίὰ θαὰ φαν

σπλαχνίκοὰς γίαὰ

λο τοὰ λαοί».
40. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἡσαίΐίας:
«Ἡ ἁπλοίτητα καίὰ τοὰ ναὰ μηὰν

χουμε περίὰ πολλο


τοὰν αυτοί μας, καθαρίίζεί τηὰν καρδίαὰ

ποὰ τηὰν
πονηρίία».
47. Ὁ ἴδίος εἶπε:
«Καμίαίἀ ρετηὰ δεὰν μπορε
ῖ ναὰ
ἀ ναμετρηθε

μεὰ τηὰν

ρετηί, ναὰἐμηὰν ξουθενωίνουμε
ἄ τοὰν λλον».

49
50. Ρωτηίθηκεἀ ποὰ καίποίον
ἡ ἀ μμ
ᾶ ς Θεοδωίρα σχετίκαὰ μεὰἀταὰ κουίσματα πουὰ φθαίνουν
᾿ ὐ στ α τίαί
μας:
«Πῶς εἶναί δυνατοὰν -εἶ πε-ὅ ταν γενίκαὰ ᾿τ α
ὐ τίαί μας δείχονταί λοίγία κοσμίκ
ῶ ἀ ν νθρωίπων

ὁποίαδηίποτεἄ λλαἄ σχετα, ναὰ παραμείνουν προσανατολίσμείνα στοὰν Θεοὰ μοίνο;»
Καίὰἡ ἀ μμᾶ ς τοῦ λείεί:
«Ὅπως ἀκρίβῶς ἂν καίθεσαί σεὰ τραπείζί
ὅ που
ὑ παίρχουν πολλαὰ φαγηταὰ καίὰ
ῷ τρ ς βείβαία,

ὄλλαὰ χί
μεὰ εὐ χαρίίστηση, τοὰ
ἴ δίο καίὰ
ὅ ταν κοσμίκαὰ λοίγία φθαίνουν
᾿ στ
ὐ α τίαί σου, τηὰν καρδίαί σου
ἔ ναὰ χείς
στραμμείνη στοὰν Θεοὰ καίὰ᾿ μ ὐα τηὰ τηὰ δίαίθεση δεὰν
᾿ ἀ θῦ κο ὐ
ς μεὰ ε χαρίίστηση καίὰ δεὰν παθαίίνείς
καμίαὰ ζημίαί».
64. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἰακωίβ:
«Δεὰν χρείαίζονταί ταὰ λοίγία μοναχαί, γίατίὰ πολλαὰ λείνε
ἱ ἄ ο νθρωποί
ῦ το τον τοὰν καίροί, χρείαίζονταί
ἔργα. Αὐτοὰ εἶ ναί τοὰ ζητουίμενο καίὰ
ὄ χί ταὰ λίίγαἄταὰ καρπα».
78. Ρωτηίθηκεὁ ἀ ββᾶ ς Μίῶ ςἀ ποὰἕ ναν στρατίωτίκοὰ
ἐ αὰν

Θεοὰς δείχεταί τοὰν μετανοημείνο. Κί
ἐκεῖνος ἀφοῦ τοὰν κατηίχησε λείγονταίς του πολλαί, τοὰν ρωίτησε: «Πείςἀμου, γαπητεί,

αὰνῖσχίσθε

χλαίίνη σου, τηὰν πετ
ᾷ ς;»
«Ὄχί, -εἶπε- τηὰ ραίβω παίλί καίὰ τηὰ χρησίμοποί

».
«Ἂν λοίποὰνἐ συὰ -το
ῦ λείεί

πλαίσμα;»

Γείροντας- λυπ
ᾶ σαί τοὰῦρο χο σου,

Θεοὰς δεὰν θαὰ λυπηθε

τοὰ δίκοί του

83. Ἕνας ἀδελφοὰς συμβουλευίθηκε τοὰν
ἀ ββ
ᾶ Ποίμείνα:
«Δίείπραξα -εἶ πε- μεγαίληἁ μαρτίία καίὰ θείλω ναὰῶμπ
Καίὰὁ Γείροντας το
ῦ λείεί:
«Πολυί εἶ ναί».
«Μηίπως γίαὰἕ να χροίνο;» ρωταίεί
ὁἀ

δελφοίς.

«Πολυί εἶ ναί»ἀ παντᾷ παίλίὁ Γείροντας.
Αὐτοίὰ πουὰ βρίίσκονταν
ἐ κε
ῖ ἶ ε παν:
«Μείχρί σαραίντα μείρες;»
Καίὰ παίλίὁ Γείρονταςἶ ε πε:
«Εἶναί πολυί».

σεὰ κανοίνα μετανοίίας γίαὰ τρίία χροίνία».

50
Καίὰ προίσθεσε:
«Ἐγωὰ πίστευίωὅ τίἐ αὰν
ὁ ἄ νθρωπος μετανοηίσεί μεὰ

λη του τηὰν καρδίαὰ καίὰ δεὰν συνεχίίσεί ναὰ καίνεί
τηὰνἁ μαρτίία, καίὰ μείσα σεὰ ῖτρε ς μείρες τοὰν δείχεταί

Θεοίς».
96. Καίποίοςἀ δελφοὰς ἶε πε στοὰν
ἀ ββ
ᾶ Ποίμείνα:
«Ἂν δῶ καίτί, τοὰ βλείπείς σωστοὰ ναὰ μίληίσω
᾿ γί
ὐ α τοί;»
Ὁ Γείροντας τοῦ λείεί: «Ε
ἶ ναί γραμμείνο
ὅ τί
ὅ ποίος
ἐ κφραίσεί γνωίμη, πρίὰν
ῦ το δωίσουν τοὰν λοίγο,
προδίίδείἀ μυαλοσυίνη καίὰἶ ε ναί ντροπηί του.
Ἂ ν σεὰ ρωτηίσουν, μίίλησε,

ῶλλί ς σωίπαίνε».
102. Καίποίοςἀ δελφοὰς ρωίτησε τοὰν
ἀ ᾶ
ββ Ποίμείνα:
«Ἐαὰν βρεθεῖ ἕ ναςἄ νθρωπος ναὰ καίνεί καίποία
ἁ μαρτίία καίὰ μετανοηίσεί, θαὰ τοὰν συγχωρηίσεί

Θεοίς;»
Καίὰὁ Γείροντας το
ῦ λείεί:
«Μαί,ὁ Θεοὰς πουὰ
ἔ δωσε
ἐ ντοληὰ στουὰς

νθρωίπους ναὰ καίνουν
ὐ α τοί, πολυὰ περίσσοίτερο δεὰν θαὰ τοὰ
καίνείὁ ἴ δίος; Εἶ ναί γνωστοὰὅ τί στοὰν Πείτρο
ἔ δωσε
ἐ ντοληί: Μείχρί

βδομηίντα φορεὰς
ἑ τοὰ φταὰ ναὰ
συγχωροῦμε».
111. Ρωίτησε καίποίοςἀ δελφοὰς τοὰν
ἀ ᾶββ Ποίμείνα:
«Τίί εἶ ναί μεταίνοία γίαὰ τηὰν
ἁ μαρτίία;»
Καίὰὁ Γείρονταςἀ παίντησε: «Τοὰ ναὰ μηὰν καίνεί κανείὰςἑ στοὰ

ξ ἁς τηὰν μαρτίία.
᾿ ὐ Γί α τοὰ τοὰν
ἱ λοίγο ο
δίίκαίοίὀ νομαίσθηκανἄ μεμπτοί, γίατίὰ
ἔ παυσαν ναὰ
ἁ μαρταίνουν καίὰ

γίναν δίίκαίοί».
121. Ἄλλος ἀδελφοὰς ρωίτησε τοὰν
ἀ ββ
ᾶ Ποίμείνα:
«Εἶναί προτίμοίτερο τοὰ ναὰ μίλαίεί κανείὰς

ναὰ σίωπ

Ὁ Γείροντας εἶ πε: «Ἐ κεῖ νος πουὰ μίλαίεί,
ἐ πείδηὰ τοὰ θείλεί

σίωπᾷ, γίατίὰ τοὰ θείλεί
ὁ Θεοίς,
ἐ πίίσης καλαὰ καίνεί».

Θεοίς, καλαὰ καίνεί.
ἐ Καίὰ

κε νος πουὰ

147. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Παλλαίδίος:
«Ἡ ψυχηὰ πουὰἀ σκε
ῖ ταί καταὰ Θεοὰν πρείπεί

ναὰ μαθαίίνεί
ἐ μεὰ μπίστοσυίνη

κουίγοντας

σα δεὰν
γνωρίίζεί,ἢ ναὰ δίδαίσκεί μεὰ σαφηίνεία

ἔσα μαθε μεὰ τηὰν
ῖ πεἊρα. ν κανείνα

ποὰ ταὰ δυοὰ δεὰν θείλεί,
δεὰν εἶ ναί σταὰ καλαί της. Γίατίὰ
ἶ ε ναί
ἀ ρχηὰ

πομαίκρυνσης

ποὰ τοὰνἡΘεοὰ χορτασίαὰ

τ ς
δίδασκαλίίας καίὰἡ ἀ νορεξίία ναὰ
ἀ κουίσεί λοίγο ῦΘεο , γίαὰὁτοὰν
ῖ πο ο παίντοτε πείναίεί

ψυχηὰ

το
ἀνθρωίπου πουὰἀ γαπαίεί τοὰν Θεοί».
155. Καίποίοςἀ δελφοὰς ρωίτησε τοὰν
ἀ ᾶ
ββ Σίσοίη:

51
«Τίί ναὰ καίνω,
ἀ ββ
ᾶ , πουὰ
ἔ πεσα;»
«Σηίκω παίνω παίλί»
ἀ παντ
ᾷὁ

Γείροντας.

«Σηκωίθηκα -τοῦ λείείὁ ἀ δελφοίς- καίὰ ξαναείπεσα».
«Σηίκω ξαναὰ καίὰ ξαναί», λείεί

Γείροντας.

Καίὰ ρωταίείὁ ἀ δελφοίς:Ὡ« ς ποίτε;»
«Ἕως ὅτου -ἀποκρίίνεταίὁ Γείροντας- σεὰ βρε
ῖ ἡ ὥ ρα το
ῦ θαναίτου
ἴ ε τε στοὰ καλοὰ
ἴ ε τε στηὰν πτωίση.
Γίατίὰ σ᾿ ὅ ποία καταίσταση βρεθε
ῖ ὁ ἄ νθρωπος, ᾿σ α
ὐ τηὰν καίὰ φευίγεί».
159.Ἔλεγε καίποίοςἀ ποὰ τουὰς Γείροντες:
«Παρεκαίλεσα τοὰνἀ ββ
ᾶ Σίσοίη ναὰ ῦ
μο ῖπε
ἕ ναν λοίγο, καίὰ
ῦ μο
ἶ εὅπε ὅ τί σα μπορε
ῖὁἄ
νθρωπος ναὰ
ταὰἀ ποφυίγεί καίὰ δεὰν λαμβαίνεί ταὰ μείτρα του,
ἶ ε ναί σαὰν ναὰ προκαλε

ἁ τηὰν μαρτίία».
173. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ὑπερείχίος:
«Ἀληθίναὰ σοφοὰς ἶε ναίὄ χί α
ὐ τοὰς πουὰ δίδαίσκεί μεὰ ταὰ λοίγία,

ἐλλαὰ

κε νος πουὰ παίδαγωγε

μεὰ τοὰ
παραίδείγμα».
189. Ρωτηίθηκε Γείροντας:
«Ποίοὰ εἶ ναί τοὰἔ ργο το
ῦ μοναχο
ῦ ;»
Καίὰἀ παίντησε:
«Ἡ δίαίκρίση».
192. Ρωτηίθηκε Γείροντας:
«Τίί πρείπεί ναὰ καίνεί

μοναχοίς;»

Καίὰ εἶ πε: «Ναὰἐ πίδίωίκεί καίθε τίί τοὰ καλοὰ καίὰ
ἀ ναὰ ἀ
πείχεί ποὰ καίθε κακοί».
196. Εἶπε Γείροντας:
«Τοὰ ναὰ βίαίζεί κανείὰς᾿ σ

λες τίὰς περίπτωίσείς ἑ
τοὰν αυτοί του,
ὐ α ἶτοὰς ὁε ναί

δροίμος

το
ῦ Θεο ».

197. Εἶπε Γείροντας:
«Μηὰν καίνείς τίίποτε, προτο
ῦ ἐ ξεταίσείς τηὰν καρδίαί σου

ὐν α τοὰ πουὰ θείλείς ναὰ καίνείς

ε ναί
συίμφωνο μεὰ τοὰ θείλημα ῦτο Θεο
ῦ ».

52
204. Εἶπε Γείροντας:
«Ναὰ μηὰ θείλείς᾿νἀ

ποφευίγείς τηὰν καταφροίνία

ποὰ μείρους
ῶ ἄτ ν λλων».

209. «Ὁ Θεοὰς -εἶ πεἄ λλος Γείροντας- ζηταίεί
ἀ ποὰ τοὰν

νθρωποῦτο τα: Τοὰν
ῦ νο , τοὰν λοίγο καίὰ τηὰν
πραίξη».
212.Ὁ ἴδίος εἶπε:
«Ὁ ἄνθρωπος ἔχεί ἀναίγκηἀ ποὰ ταὰ
ἑ ῆξ ς:

Ναὰ φοβᾶ ταί τηὰν κρίίση το
ῦ Θεο
ῦ ,

ναὰ μίσηίσεί τηὰν
ἁ μαρτίία,

ναὰἀ γαπηίσεί τηὰν
ἀ ρετηὰ καίὰ

ναὰ προσευίχεταί στοὰν Θεοὰ
ἀ δίαίλείπτα».

223. Εἶπε Γείροντας:
«Οί Προφῆτες ἔγραψαν ταὰ βίβλίία (τ
ῆ ς Γραφ
ῆ ς).Ἦ ρθαν κατοίπίνἱ ο Πατείρες καίὰ ἐταὰ φαίρμοσαν.
ἱ Ο
μεταγενείστεροί ταὰἀ ποστηίθίσαν.
Ἦ ρθε κίὐα τηὰ

γενεαί, ἔταὰ γραψε καίὰ ταὰ τοποθείτησε σταὰ
ραίφία,ὅ που μείνουνἀ χρησίμοποίίητα».
260. Εἶπε Γείροντας:
«Ὁ ἄνθρωπος πουὰἑ κουίσία προσφείρεί τοὰν
ἑ αυτοί του σεὰ θλίίψη, πίστευίω

τί μεταξυὰ

τ ν μαρτυίρων
τοὰν λογαρίαίζείὁ Θεοίς. Γίατίὰ ταὰ δαίκρυα
ῦἀ
το
νθρωίπου
ὐ α
ῦ ὑτο πολογίίζονταί
ὡ ἵ ς α μα».
302. Εἶπε Γείροντας:
«Τοὰ ψείμα τοὰ
ἐ κπροσωπε
ῖὁ
ἄνθρωπος».

παλαίοὰς
ἄ νθρωπος,
ἐ ῷνἀ , ντίίθετα, τηὰν

ληίθεία
ὁἀ

303. Εἶπε ἐπίίσης:
«Ἡ ρίίζα τῶ ν καλῶ νἔ ργων εἶ ναίἡ ἀ ληίθεία. Τοὰ ψείμα
ἶ ε ναί θαίνατος».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ´
Εἶναί ἀναίγκη παίντοτε ναὰἴ ε μαστε νηφαίλίοί
3. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἀντωίνίος:

ναγεννημείνος

53
«Αὐτοὰς πουὰ χτυπαίεί τηὰ μαίζαῦτο σίδηίρου, πίοὰ μπροσταὰ βαίζεί στοὰ μυαλοί του τίί προίκείταί ναὰ
καίνεί, δρεπαίνί, μαχα
ῖ ρί, τσεκο
ῦ ρί;
Ἔτσί καίὰἐ μεῖ ςὀ φείίλουμε ναὰ
ἔ χουμε στοὰ μυαλοί μας ποίαὰ

ρετηὰ

πίδίωίκουμε, γίαὰ ναὰ μηὰν παίεί
χαμείνοςὁ κοίπος μας».
4. Ἕνας ἀδελφοὰς παρακαίλεσε τοὰν
ἀ ββ
ᾶ Ἀ ρσείνίο ναὰ

κουίσεί
ἀ ᾿ π τοὰ στοίμα του καίποίον λοίγο.
Καίὰὁ Γείροντας ἶε πε:
«Ναὰἀ γωνίίζεσαί μ
᾿ ὅ λη σου τηὰ δυίναμη γίαὰ ναὰ γίίνεταί
ἡἐ
σωτερίκηίἐ σου ργασίία

πως τηὰὁθείλεί
Θεοίς, καίὰἔ τσί θαὰ κυρίαρχηίσείς καίὰ σταὰ παίθηἐπουὰ κδηλωίνονταί

ξωτερίκαί».
5. Εἶπε ἐπίίσης:
«Ἂν ἀναζητηίσουμε τοὰν Θεοί, θαὰᾶμ ἐ ς μφανίσθε

καίί,

ν τοὰν κρατηίσουμε, θαὰ μείίνεί μαζίί μας».
6. Ἔλεγε ὁ ἀββᾶς Δανίηίλ:
Μεὰ καίλεσε καίποία φοραὰ
ὁἀ

ᾶββ Ἀς ρσείνίος καίὰ
ῦ μο
ἶ ε πε:

«Ἀναίπαυσε τοὰν πατείρα σου,
ὥ στε,
ὅ ταν
ἀ πείλθεί στοὰν Κυίρίο, ναὰ τοὰν παρακαλείσεί γίαὰ χαίρη σου
καίὰ ναὰἔ χείς προκοπηί».
7. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἀγαίθων:
«Ὁ μοναχοὰς δεὰν πρείπεί ναὰ
ἀ φηίσεί τηὰ συνείίδησηί του ναὰ τοὰν κατηγορηίσεί σεὰ καμίία περίίπτωση».
8. Εἶπε ἐπίίσηςὅ τί:
«Χωρίίς τηὰν τηίρησηῶτ ἐν ντολ
ῶ ν το
ῦ Θεο
ῦ , δεὰν
ἶ ε ναί δυνατοὰν ναὰ προχωρηίσεί
ὁἄ
μίίαἀ ρετηί».

νθρωπος
ὔ ο τε σεὰ

9. Εἶπε ἄλλη φοραὰ:
«Εἶναί ἀναίγκηὁ ἄ νθρωπος ναὰἔ χείὅ λη τηὰν
ὥ ρα στραμμείνη τηὰ σκείψη του ὅ
στοὰ τί θαὰ τοὰν κρίίνεί

Θεοίς».
13. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἁλωίνίος:
«Ἐαὰνὁ ἄ νθρωπος δεὰν πε
ῖ μείσ
᾿ τηὰν καρδίαί του

τί
᾿ σὐ α τοὰν τοὰν κοίσμο

γωὰ μοίνον
ὁ καίὰ
εἴμαστε, δεὰν θαὰ βρε
ῖ ἀ ναίπαυση».
14. Εἶπε ἐπίίσης:
«Ἐαὰν θείλείὁ ἄ νθρωπος,ἀ ποὰ τοὰ πρωίὰ

ς τοὰ δείλίνοὰ φθαίνεί σεὰ μείτρα θείΐκαί».

Θεοὰς

54
18. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἡσαίΐίας:
«Ἡ ὀλίγωρίία καίὰ τοὰ
ὅ τί κατακρίίνουμε καίποίον μεὰ τοὰν λογίσμοί μας, ᾶ
δεὰν
ἀ μ ς φηίνουνῦ ναὰ δο με
τοὰ φῶ ς τοῦ Θεοῦ ».
22. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Πείτρος:
«Ὅποίος ἀναζητεῖ τοὰν Κυίρίοί με ποίνο καρδί
ᾶ ς, θαὰ
ἰ ε σακουσθε
ῖ ὐ α τοίς, ὅκαίὰ ,τί ζητηίσεί μεὰ
ἐπίίγνωση καίὰ φροντίίδα καίὰ ποίνο καρδί
ᾶ ἐ ς, λευίθερος

ποὰ καίθε τίί κοσμίκοὰ καίὰ φροντίίζοντας γίαὰ
τηὰν ψυχηί του π
ῶ ς θαὰ τηὰν παραστηίσεί στοὰ
ῆ β μα
ῦ το Κυρίίου

καταίκρίτη,
᾿ ὐσ α τοὰν θαὰ ταὰὁ δωίσεί
Κυίρίος».
23. Ὁ ἀββᾶς Θεοίδωρος τοῦ Ἐ ναίτου ἶε πε:
«Ἐαὰν λογαρίαίσείὁ Θεοὰς τηὰν
ἀ μείλείαί μας στίὰς προσευχεὰς καίὰἰτηὰν α χμαλωσίία
ῦ ῦτο νο σεὰ
λογίσμουὰς τίὰςὦ ρες ῆ
τ ς ψαλμ
ῳ δίίας, σωτηρίία μηὰν περίμείνουμε».
24. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Θεοίδωρος τῆ ς Σκηίτης:
«Ἔρχεταί ὁ λογίσμοίς, μεὰ ταραίζεί καίὰ μεὰ

πασχολε

, δεὰν

χεί βείβαία τηὰ δυίναμη ναὰ προχωρηίσεί
στηὰν πραίξη,ἀ λλαὰ
ὡ στοίσο γίίνεταί

μποίδίο στηὰν

ρετηί.
Ὁἄ
νθρωπος

μωςἐ πουὰ παγρυπνε

στηὰν
ψυχηί του, πεταίεί πείρα τοὰν λογίσμοὰ καίὰ σηκωίνεταί γίαὰ προσευχηί».
27. Εἶπε ἡ ἀμμᾶς Θεοδωίρα:
«Ἦταν καίποίος μοναχοὰςὁ ὁ πο
ῖ ος,ἐ πείδηὰἶ ε χε πολλουὰς πείρασμουίς,
ἶ ε πε:
«Θαὰ φυίγωἀ ποὰῶδ ».
Καίὰ μοίλίςἔ βαλε ταὰ πείδίλαί του, βλείπεί καίὰ καίποίον


λλον νθρωπο ναὰ φοραίεί ταὰ δίκαί του
πείδίλα καίὰ ναὰ το
ῦ λείεί:
«Ἐξαίτίίας μου δεὰν φευίγείς; Ναί, πουὰ

γωὰ θαὰ πηγαίίνω μπροσταὰ

ποὰὅσείνα, ἂπουᾶκί ν π ς».
45. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Μακαίρίοςὁ Μείγας:
«Ὁφείίλείἡ ψυχηὰ τίὰς
ὦ ρεςῆτ ς ψαλμ
ῳ δίίας ναὰ συμμαζευίεί τουὰς λογίσμουίς της μεὰ καταίνυξη καίὰ
τίίποτεἄ λλο ναὰ μηὰν
ἔ χεί στοὰν ῦνο παραὰ τηὰν

ναμονηὰ
ῦ το Κυρίίου καίὰ
ἀ τηὰν γαίπη της
ἔ τηὰν μφυτη
ναὰ τηὰν δίαφυλαίττεί ᾿γί ὐα τοὰν καίὰ μοίνο.
Καίὰὅ πωςἀ κρίβῶ ςἡ μητείρα μαζευίεί ταὰ παίδίαὰ στοὰ σπίίτί, γίαὰ ναὰ ταὰ δίδαίξεί καίὰ ναὰ ταὰ
συμβουλευίσεί,ἔ τσί καίὰἡ ψυχηὰ
ἔ χεί χρείος τουὰς λογίσμουίς της πουὰ περίπλαν

νταί
ἐ ῶ δἐ κίῖ κε , ναὰ
τουὰς συμμαζευίείἀ ποὰ παντο
ῦ σαὰν δίκαί της τείκνα,

στω
ἂ κίἡ ἁν
μαρτίία τουὰς δίασκορπίίζεί,

στε
ὅσο ἐξαρτᾶταί ἀπ᾿ αὐτηὰνἀ καταίπαυστα ναὰ συμμαζευίεί τουὰς λογίσμουὰς καίὰ
ἀ ναὰ ναμείνεί τοὰν
Κυίρίο μεὰ πίίστη βεβαίία, γίαὰ ἔναὰ ρθεί καίὰ ῆναὰ τ ς δίδαίξεί
ἀ τηὰν ληθίνηὰ προσευχηί,
ἀ τηὰν περίίσπαστη
ἀποὰ τηὰνἀ ναζηίτηση ὐΑ το
ῦ καίὰ μοίνον».

55
46. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Μωυσῆς:
«Δεὰν μπορεῖ κανείὰς ναὰ μπε
ῖ στοὰν στρατοὰῦτο Χρίστο
ῦ ἂ , ν δεὰν γίίνεί σαὰν φωτίαὰ

ἂ λος, ν δεὰν
καταφρονηίσεί τηὰ δοίξα καίὰ τηὰν καλοπείραση,

ν δεὰν ξερίζωίσεί
ἀ τίὰς παίτηίσείς

το παλαίο

ἀνθρωίπου καίὰ δεὰν τηρηίσεί
ὅ λες τίὰς

ντολεὰς
ῦ το ῦΘεο ».
48. Εἶπε ἐπίίσης:
«Ὁφείίλείὁ ἄ νθρωπος ναὰ νεκρωίσεί τοὰν
ἑ αυτοί του

ς προὰς καίθε
ἁ τίί μαρτωλοί, ῦ
προτο χωρίσθε
ῖἀ
τοὰ σῶ μα, γίαὰ ναὰ μηὰν καίνεί ζημίαὰ σεὰ κανείνα

νθρωπο».

ποὰ

61. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποίμείνας:
«Ἡ πονηρίαὰ τῶ νἀ νθρωίπων ἶε ναί κρυμμείνη πίίσω τους».
65. Εἶπε ἐπίίσης:
«Οἱ ἑξῆς τρεῖς ἀρχεὰς εἶ ναί χρηίσίμες: Τοὰ ναὰ φοβ
ᾶ σαί τοὰν Κυίρίο, ναὰ προσευίχεσαί καίὰ ναὰ καίνείς τοὰ
καλοὰ στοὰν πλησίίον».
77. Ρωίτησαν καίποτε τοὰν
ἀ ββ
ᾶ Σίλουανοί:
«Τίί εἴ δουςἀ σκηίσείςἔ κανες, παίτερ, γίαὰ ναὰ

ποκτηίσείς τηὰ φροίνηση
ὐ α τηί;»
Καίὰἀ ποκρίίθηκε:
«Ποτεί δεὰνἄ φησα στηὰν καρδίαί μου λογίσμοὰ πουὰ παροργίίζεί τοὰν Θεοί».
78. Ρωίτησεὁ ἀ ββᾶ ς Μωυσῆ ς τοὰνἀ ββ
ᾶ Σίλουανοί:
«Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος καίθε μείρα ναὰ βαίζεί
ἀ ρχηί;»
Καίὰὁ Γείροντας ἶε πε:
«Ἐαὰν εἶ ναίἀ γωνίστηίς, μπορε
ῖ καίὰ καίθε

ρα ναὰ βαίζεί

ρχηί».

81. Εἶπε ἡ μακαρίία Συγκλητίκηί:
«Τείκνα μου,ὅ λοί γνωρίίζουμε τοὰν τροίπο ναὰ σωθο

με,

λλαὰ

ξαίτίίας
ῆ ἀτ ς μελείίας μας μείνουμε
πίίσω στηὰ σωτηρίία».
84. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ὑπερείχίος:
«Ἡ σκείψη σουἂ ς εἶ ναί παντοτίναὰ στηὰ Βασίλείία
ῶτ νὐΟ ραν
ῶ ν καίὰ γρηίγορα θαὰ τηὰν
κληρονομηίσείς».

56
85. Εἶπε ἀκοίμη:
«Ἡ ζωηὰ τοῦ μοναχοῦ ἂ ς μίμεῖ ταί τηὰ ζωηὰῶτ ἀ
ν γγείλων καίὰ ναὰ κατακαίίείἁτηὰν μαρτίία».
97. Εἶπε Γείροντας:
«Ὅπως κανείνας δεὰν μπορε
ῖ ναὰ βλαίψείὐα τοὰν πουὰ στείκεταί κονταὰ στοὰν βασίλίαί,

ὔ τσί
ὁ ο τε
Σατανᾶς μπορεῖ ναὰ καίνεί καίτίἰ ε ς βαίρος μας,
ἂ ἡν ψυχηί μας
ἶ ε ναί κονταὰ στοὰν Θεοί. Γίατίὰ λείεί:
«Πλησίαίστε με καίὰ θαὰᾶσ ς πλησίαίσω ἐκί γωί».
Ἀλλαὰἐ πείδηὰ συνεχ
ῶ ς παίίρνουν
ἀ είρα ταὰ μυαλαί μας,
ὔ ε κολα

ρπαίζεί
ὁἐ
ψυχηί μας καίὰ τηὰ ρίίχνεί σταὰ

τίμα παίθη».
99. Ἔλεγαν γίαὰ καίποίον Γείροντα
ὅ τί
ὅ ταν το
ῦ ἔ λεγε

χθροὰς τηὰν ταλαίίπωρη

λογίσμοίς:

«Ἄσε τηὰν σημερίνηὰἡ μείρα καίὰὔα ρίο μετανοε
ῖ ς»,
ἀ ντείκρουε τοὰν λογίσμοὰ λείγοντας:
«Ὄχί, σηίμερα θαὰ μετανοηίσω καίὰὔα ρίο
ἂ ς γίίνεί τοὰ θείλημα
ῦ το ῦΘεο ».
119. Εἶπε Γείροντας:
«Να σκείφτεσαί παίντοτε ταὰ καλαί, γίαὰ ναὰ ταὰ καίνείς καίὰ πραίξη. Καμίαὰ σκείψη
ῦ ἀ το
ξεφευίγείἀ ποὰ τοὰν Θεοί.

νθρωίπου δεὰν

Ναὰ κρατᾷ ς τοὰν νο
ῦ σου καθαροὰ
ἀ ποὰ καίθε κακοί».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙB´
Γίαὰ τηὰνἀ δίαίλείπτη καίὰ νηφαίλία προσευχηὰ
8. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Εὐαίγρίος:
«Εἶναί μεγαίληὑ ποίθεση ναὰ προσευίχεταί
ὁἄ
ναὰ ψαίλλεί χωρίὰς ναὰ περίσπ
ᾶ ταί».

νθρωπος χωρίὰς ναὰ περίσπ

ταί καίὰ μεγαλυίτερη

ε ναί

9. Εἶπε παίλί:
«Ὅταν ἐμφανίσθεῖ στηὰν καρδίαί σου λογίσμοὰς πουὰ σεὰ καταπολεμε

, μηὰᾷζητ ς στηὰν προσευχηί σου
ἄλλα ἀντ᾿ ἄλλων, ἀλλαὰἀ κοίνίζεἐ ναντίίον το
ῦ ἐ χθρο
ῦ τοὰ ξίίφος
ῶ τ ν δακρυίων».
15. Ρωίτησαν καίποίοί τοὰν
ἀ ββ
ᾶ Μακαίρίο:
«Πῶς πρείπεί ναὰ προσευχοίμαστε;»

57
Καίὰὁ Γείροντας τουὰςἶ ε πε: «Δεὰν χρείαίζεταί ναὰ φλυαρο

ἀμε, λλαὰ
ὑ ναὰ ψωίνουμε ταὰ χείρία καίὰ ναὰ
λείμε: «Κυίρίε,ὅ πως θείλείς καίὰ
ὅ πως γνωρίίζείς,

λείησεί με».ἂΚαίὰ ν προμηνυίεταί ποίλεμος: «Κυίρίε,
βοηίθεί με», καίὰ γνωρίίζεί
ὁ ἴ δίος τίίᾶμ ς συμφείρεί καίὰ θαὰ
ᾶ ἐμ ς λεηίσεί».
16. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Μωυσῆς:
«Ἐαὰν δεὰν συμφωνηίσεί

πραίξη μεὰ τηὰν προσευχηί,
ἶ ε ναί χαμείνος

κοίπος σου».

Καίὰ τοὰν ρωίτησε
ἄ λλος
ἀ δελφοίς:
«Καί τίί σημαίίνεί ναὰ συμφωνε
ῖ πραίξη καίὰ προσευχηί;»
«Σημαίίνεί -εἶ πεὁ Γείροντας- α
ὐ ταὰ γίαὰ ταὰ
ὁ ῖ πο α προσευχοίμαστε ναὰ
ᾶ ἀμ ς παλλαίξεί

Θεοίς, ναὰ
μηὰν ταὰ καίνουμε πίαί. Γίατίὰ

ταν
ὁἄ
νθρωπος παραίτε

ταί

ποὰ ταὰ θεληίματαί του,ὁτοίτε Θεοὰς
γίίνεταί φίίλος του καίὰ δείχεταί τηὰν προσευχηὰ τουί».
22. Εἶπε παίλί:
«Γίαὰ καίθε τίί πουὰ θαὰὑτοὰ πομείίνείς μεὰ φίλοίσοφη δίαίθεση,ῖθαὰ βρε ς τοὰν καρποί του
ὥ στηὰν

προσευχηίς».

ρα τ ς

23. Εἶπε ἐπίίσης:
«Ἐαὰνἐ πίθυμεῖ ς ναὰ προσευχηθε
ῖ ς,ὅ πως πρείπεί, μηὰ λυπηίσείς καμίαὰ ψυχηί,

ῶλλί ς, χαμείνος

κοίπος σου».
24. «Ναὰ μηὰ θείλείςἱ οὑ ποθείσείς σου ναὰ προχωρο
ῦ ὅν, πως

συὰ νομίίζείς,

ὅλλαὰ ἀπως ρείσεί στοὰν Θεοί.
Ἔτσί θαὰ εἶ σαίἀ ταίραχος καίὰ θαὰ
ὐ ε χαρίστε
ῖ ς στηὰν προσευχηί σου τοὰν Θεοί».
28. Ἔλεγαν γίαὰ καίποίον Γείροντα
ὅ τί
ἐ πίὰ τείσσερίς
ῆ μ νες

πίσκεπτοίταν καίποίον

δελφοὰ στηὰ
Σκηίτη καίὰ ὔο τε μίία φοραὰ δεὰν τοὰν
ῆ βρ ὔκε ε καίρο. Καίποία

λλη φοραὰ πουὰ
ἐ τοὰν πίσκείφθηκε παίλί
καίὰ σταίθηκεἔ ξωἀ ποὰ τηὰν ποίρτα, τοὰν

κουσε θρηνωίντας ναὰ λείεί:
«Κυίρίε, μηίπως δεὰν φταίνεί σταὰ
ὐ α τίαί ἡ
σου
πουὰ μοχθῶ ἔ τσί παρακαλωίντας σε».

κραυγηί μου;

λείησεί με, γίαὰ
ἁ τίὰς μαρτίίες
ἶ μου ε ναί

34. Εἶπε Γείροντας:
«Ὅταν ὁ ἄνθρωπος προσείχεί ναὰ μηὰν βλαίψεί τοὰν πλησίίον, τοίτε

νθαρρυίνεταί

λογίσμοίς
ὅ του
ἡ τί
προσευχηί τουἔ γίνε δεκτηὰἀ ποὰ τοὰν Θεοί.
Ἂ ὅ ν μως βλαίψεί τοὰν πλησίίον,

προσευχηί του γίίνεταί
σίχαμερηὰ καίὰ ἶε ναίἀ παραίδεκτη. Γίατίὰ

στεναγμοὰςῦτο

δίκημείνου δεὰν προίκείταί
ἀ ναὰ φηίσεί τηὰν
προσευχηὰ τοῦ ἄ δίκουἀ νθρωίπου ναὰ φθαίσεί
ἐ νωίπίονῦτο Θεο

».
35. Εἶπε ἐπίίσης:

58
«Ἐαὰνἀ κουίσείς γίαὰ καίποίον
ὅ τί σεὰ

βρίσε, καίὰἐ σεὰ πίσκεφθε

, μηὰν
ῦ το δείίξείς

᾿τί τοί μαθες,

λλαὰ
χαρίτολοίγησε μαζίί του καίὰ καλοσυίνεψε τοὰ προίσωποίἀσου πείναντίί του, γίαὰ
ἔ ναὰ χείς παρρησίία
στηὰν προσευχηὰ σου».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ´
Εἶναί ἀναίγκη ναὰ φίλοξενο
ῦ με καίὰ ναὰ
ἐ λεο
ῦ με μεὰ

λαροίτητα
1. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἀπολλωὰς γίαὰ τηὰν
ὑ ποδοχηὰ
ῶτ ἀν δελφ
ῶ ν:
«Καθωὰςἔ ρχονταί οἱ ἀ δελφοίί, πρείπεί ναὰ
ὑ ποκλίνοίμαστε μεὰ σεβασμοί,ὥτηὰνἐ ρα κείίνη στοὰν Θεοὰ
ὑποκλίνοίμαστε καίὰὄ χί ᾿σ α
ὐ τουίς. Γίατίὰ λείείἶ «ε δες τοὰν

δελφοί σου,
ἶ ε δες τοὰν Θεοί σου». Καίὰ
αὐτοί, καταὰ τηὰ μαρτυρίία
ῆ τ ς Γραφ
ῆ ς, τοὰ

χουμε παραλαίβεί

ποὰἈτοὰν βρααίμ.

ὅκοίμη ταν τουὰς
ὑποδείχεστε, ναὰ σπευίδετε᾿μὅ λη σας τηὰν καληὰ δίαίθεση ναὰ τουὰς

ναπαυίσετε.ὐΚαίὰ α τοὰ τοὰ
γνωρίίζουμεἀ ποὰ τοὰ παραίδείγμα ῦτο Λωὰτ πουὰ μεὰἐτηὰν πίμονηί του φίλοξείνησε
ἀ τουὰς γγείλους».
2. Ἔλεγε ὁ μακαρίστοὰςἘ πίφαίνίοςὅ τί μεὰ παίρα πολυὰ μίκροὰ

νταίλλαγμα πουλαίεί

Θεοὰς ταὰ
ἀγαθαί του σ᾿ ἐ κείίνους πουὰ σπευίδουν ναὰ ἀ
ταὰ γοραίσουν,ἕγίαὰ να κομματαίκί ἕψωμίί, να τίποτείνίο
ροῦχο, ἕνα ποτῆρί κρυίο νεροί,ἕ νανὀ βολοί.
Προίσθετε καίὰ το
ῦ το:Ὅ τανὁ ἄ νθρωπος δανείίζεταί
ἀ ποὰ
ἄ λλον
ἄ νθρωπο,
ἴ ε τε γίατίὰ
ἶ ε ναί πολυὰ
φτωχοὰς εἴ τε γίαὰ ναὰ βελτίωίσεί καίπως τηὰ ζωηί του,ὥτηὰν ραἐπουὰ πίστρείφεί τοὰ ἐδαίνείο κφραίζεί
βείβαία τηὰν μεγαίλη τουὐε γνωμοσυίνη,
ἀ λλαὰἐτοὰ ξοφλε

κρυφαί,

πείδηὰ ντρείπεταί.
Ἐ ῷὁ ν
δεσποίτης Θεοὰςἐ νεργε
ῖ ἀ ντίίστροφα. Δανείίζεταί κρυφαὰ

λλαὰἐταὰ πίστρείφεί

νωίπίον

γγείλων,
ἀρχαγγείλων καίὰ δίκαίίων ψυχ
ῶ ν.
13. Ἀδελφοὰς εἶ πε στοὰνἀ ββ
ᾶ Ποίμείνα:
«Ἐαὰν δωίσω στοὰν
ἀ δελφοί μου λίίγο ψωμίὰ

ναὰ γίίνεταίἀ ποὰ
ἀ νθρωπαρείσκεία».

καίτί

λλο,
ἱ ο δαίίμονες μολυίνουν τηὰν πραίξη

α τηὰ σαὰν

Ἀπαντᾷ ὁ Γείροντας:
«Κί ἂν ἀκοίμη γίίνεταίἀ ποὰ
ἀ νθρωπαρείσκεία,
ἐ ῖμε ς θαὰ δωίσουμε στοὰν

δελφοὰ

,τί χρείαίζεταί».
Καίὰ τοῦ εἶ πε τηὰνἑ ῆξ ς παραβοληί:
«Δυοὰἄ νθρωποίἦ σαν γεωργοίὰ καίὰ κατοίκο
ῦ σαν στηὰν
ἴ δία ποίλη.
Ὁἕ
νας
ἀ ᾿ πὐ α τουὰς

σπείρε καίὰ
εἶχε λίίγη σοδείαὰ καίὰ
ἀ καίθαρτη.
Ὁ ἄ λλος
ἀ μείλησε καίὰ ἔδεὰν σπείρε,
᾿ γί
ὐ α τοὰἶδεὰν ε χε καθοίλου
σοδείαί.Ἂ νἔ πεφτε πεῖ να, ποίοὰςἀ ποὰ τουὰς δυοὰ θαὰ
ἶ ε χε ναὰ ζηίσεί;»
«Αὐτοὰς πουὰἔ βγαλε τηὰ λίίγη καίὰ

καίθαρτη σοδείαὰ»

ποκρίίθηκε
ὁἀ

δελφοίς.

«Ἔτσί λοίποὰν κίἐ μεῖ ς -λείείὁ Γείρονταςἂ ς σπείρνουμε λίίγα,

στω καίὰ

καίθαρτα, γίαὰ ναὰ μηὰν
πεθαίνουμεἀ ποὰ τηὰν πείίνα».

59
14. Ἀδελφοὰςἐ πίσκείφθηκε τοὰν
ἀ ββ
ᾶ Ποίμείνα μεταὰ

ποὰ τίὰς δυοὰ
ῶ πρἑ τες βδομαίδες

τ ς Σαρακοστ

ς.
Ἐξαγοίρευσε τουὰς λογίσμουίς του καίὰ καθωὰς

ναπαυίθηκε

ψυχηί του,
ῦ το λείεί:
«Παραί λίίγο θαὰ
ἐ μποίδίζα τοὰν

αυτοί μουἔναὰ ρθεί σηίμερα
ἐ ῶ δ ».
«Γίατίί;» τοὰν ρωτ
ᾷ ὁ Γείροντας.
«Σκείφθηκα -τοῦ λείείὁ ἀ δελφοίς- μηὰν τυχοὰν δεὰν
ῦ μο

Σαρακοστηίς».

νοίίξετε,

πείδηὰ

εἡ ναί

περίίοδος

τ ς

Καίὰὁ ἀ ββᾶ ς Ποίμηὰνἀ ποκρίίνεταί:
«Ἐμεῖς δεὰν μαίθαμε ναὰ κλείίνουμε τηὰν ξυίλίνη θυίρα,

λλαὰ
ᾶ μ λλον τηὰ θυίρα

τ ς γλωίσσας».
15. Παρακαίλεσεὁ ἀ ββᾶ ς Θεοίδωρος ῆ
τ ς Φείρμης τοὰν
ἀ ᾶ
ββ Παμβωί:
«Πείς μουἕ ναν λοίγο».
Καίὰ μεὰ πολληὰ δυσκολίία

Γείρονταςῦτοἶ ε πε: «Θεοίδωρε, πηίγαίνε καίὰ
᾿ ναί σαί σπλαχνίκοὰς προὰς
ὅλους. Γίατίὰἡ εὐ σπλαχνίία βρίίσκεί παίντα παρρησίία

νωίπίον
ῦ το ῦΘεο ».
26. Ἀδελφοὰςἐ πίσκείφθηκε καίποίον
ἀ ναχωρητηὰ καίὰ φευίγοντας
ῦ το λείεί:
«Συγχωίρεσεί με,ἀ ββ
ᾶ , γίατίὰ σεὰ
ἐ μποίδίσα

ποὰ τοὰν κανοίνα σου».
«Ὁ δίκοίς μου κανοίναςἀ- ποκρίίθηκε-ἶ ε ναί ναὰ σεὰ

ναπαυίσω καίὰ ναὰ σεὰ στείίλω

ε ρηνίκοί».
27. Καίποίοςἀ ναχωρητηὰςἔ μενε πολυὰ κονταί σε κοίνοίβίο καίὰ

κανε πολληὰ

σκηση.
Συνείβη ναὰ π
ᾶ νε καίποίοί στοὰ κοίνοίβίο καίὰ πίίεσανὐκί α τοὰν ναὰἐφαίεί ῆκτοὰς
ὁ τ ς ρίσμείνης

ρας του.

Κατοίπίν τοὰν ρωίτησανἱ οἀ δελφοίί:
«Τηὰνὥ ραἐ κείίνη δεὰν στενοχωρηίθηκες,
ἀ ᾶ
ββ ;»
Κί ἐκεῖνος εἶπε:
«Ἡ στενοχωίρίαἡ δίκηί μου ἶε ναί,ἂ ν καίνω τοὰ δίκοί μου θείλημα».
31. Δυοὰἀ δελφοίὰἐ πίσκείφθηκαν καίποτε
ἕ ναν Γείροντα,
ὁ ὁ ῖ πο ος συνηίθίζε ναὰ μηὰν τρωίεί καίθε μείρα.
Ὅταν ὅμως εἶδε τουὰςἀ δελφουὰς χαίρηκε καίὰ
ἶ ε πε
ὅ ἡτί νηστείία

χεί μίσθοί,

λλαὰ
ἐ ῖ κε νος πουὰ τρωίεί
χαίρίν τῆ ςἀ γαίπηςἐ κπληρωίνεί δυοὰ
ἐ ντολείς, μίία γίατίὰ παραίτε

ἀταί ποὰ τοὰ δίκοί του θείλημα καίὰ
ἄλλη γίατίὰἐ φαρμοίζεί τηὰν κατεξοχηὰν
ἐ ντοληὰῦτο Θεο
ῦ ἀ , ναπαυίοντας τουὰς

δελφουίς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ´

60
Περίὰὑ πακοῆ ς
1. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἀντωίνίος:
«Ἡ ὑπακοηὰ πουὰ συνοδευίεταί μεὰ τηὰν

γκραίτεία

ποταίσσεί θηρίία».
9. Ἔλεγαν γίαὰ τοὰνἀ ββ
ᾶ Σίλουανοὰ
ὅ τίἶ ε χε
ἕ ναν μαθητηί, πουὰ τοὰν

λεγαν
ᾶ Μ ρκο.
ὐ Α τοὰς
ἶ ε χε
μεγαίληὑ πακοηὰ καίὰ
ἦ ταν καλλίγραίφος.

Γείροντας τοὰν

γαπο
ῦ ἰ σε δίαίίτερα γίαὰὑ τηὰν πακοηί
του. Εἶχε καίὰἄ λλουςἕ νδεκα μαθητείς, ἱοὁ πο
ῖ οί στενοχωρο
ῦ νταν, γίατίὰὐα τοὰν τοὰν

γαπο

σε
παραπαίνωἀ π᾿ αὐ τουίς.
Τοὰἔ μαθαν οἱ Γείροντες καίὰ λυπηίθηκαν.ῆΠ γαν λοίποὰν καίποία μείραἄκαίὰ ρχίσαν ναὰ
ἐ τοὰν λείγχουν.
Τουὰς πῆ ρε μαζίί του, βγ
ῆ κανἔ ξω καίὰ κτυίπησε
ἕ ναἕ - να ταὰ κελίαὰ λείγοντας:
«Ἀδελφεὰ ταίδε,ἔ λα, γίατίὰ σεὰ χρείαίζομαί».
Ἀλλαὰ κανείὰςἀ π
᾿ α
ὐ τουὰς δεὰν τοὰν

κολουίθησε

μείσως.
Πῆγε καίὰ στοὰ κελίὰ το
ῦ Μαίρκου καίὰ κτυίπησε λείγοντας:
«Μᾶρκο».
Ἐκεῖνος μοίλίςἄ κουσε τηὰ φωνηὰ το
ῦ Γείροντα,
ἀ μείσως πηίδησε

ξω, καίὰἔτοὰν στείλε σεὰ δίακονίία.
Λείεί τοίτε στουὰς Γείροντες:
«Ποῦ εἶναί οἱ ἄλλοί ἀδελφοίί, Πατείρες;»
Μπῆκε κατοίπίν στοὰ κελίὰ το
ῦ ἀ δελφο
ῦ ναὰῖδε τηὰν καλλίγραφίία πουὰ

κανε, καίὰ παρατηίρησε

τί
εἶχε ξεκίνηίσεί ναὰ καίνεί τοὰ
ὄ μίκρον
ἀ λλαὰ μοίλίς

κουσε τοὰν Γείροντα,ἔ δεὰν στρίψε τηὰν πείννα ναὰ τοὰ
ὁλοκληρωίσεί. Τοῦ εἶ παν τοίτε ἱο Γείροντες:
«Πραίγματί, αὐ τοὰν πουὰ
ἐ συὰ
ἀ γαπ
ᾷ ἀς, ᾶββ ὐ, α τοὰν καίὰ
ἐ ῖ με
ἀ ς γαπο

με, γίατίὰὁκαίὰ
ἀγαπᾶ».
13. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Μίῶς, ὅτί ἡ ἀληθίνηὰὑ πακοηὰἔ χείἀ νταίλλαγμα τηὰν
ὑ πακοηί.

ὑπακουίεί στοὰν Θεοί, τοὰν
ἀ κουίεί καίὰ

Θεοίς.

Θεοὰς τοὰν

ταν κανείὰς

14. Ὁ ἀββᾶς Μωυσῆς εἶπε σ᾿ ἕναν ἀδελφοί:
«Ἂς ἀποκτηίσουμε τηὰνὑ πακοηί,
ἡ ὁ ποίία γενναίεί τηὰν ταπείίνωση,ὑτηὰν πομονηί, τηὰ μακροθυμίία,
τηὰν καταίνυξη, τηὰν
ἀ γαίπη προὰς τουὰς

δελφουὰς καίὰ ὅπροὰς λουςἀτουὰς νθρωίπους,
ὐ καίὰἶ α ταὰ ε ναί
ταὰ πολεμίκαί μαςὅ πλα».
15. Εἶπε ἐπίίσης:

61
«Ἐμπροίς,ἀ δελφεί, γίαὰ τηὰν
ἀ ληθίνηὰ

πακοηί.

Σ᾿ αὐτηὰνὑ παίρχεί ταπείίνωση,

σ᾿ αὐτηὰνὑ παίρχεί δυίναμη,

σ᾿ αὐτηὰνὑ παίρχεί χαραί,

σ᾿ αὐτηὰνὑ παίρχείὑ πομονηί,

σ᾿ αὐτηὰνὑ παίρχεί μακροθυμίία,

σ᾿ αὐτηὰνὑ παίρχείἡ φίλαδελφίία,

σ᾿ αὐτηὰνὑ παίρχεί καταίνυξη,

σ᾿ αὐτηὰνὑ παίρχείἀ γαίπη.

Γίατίὰ αὐ τοὰς πουὰ
ἔ χεί καληὰ
ὑ πακοηί,
ἤ ἔδη χεί

φαρμοίσεί

λεςἐτίὰς ντολεὰς
ῦ το ῦ Θεο ».
16. Εἶπε παίλί:
«Μοναχοὰς νηστευτηὰς πουὰἶ ε ναί
ὑ ποτακτίκοίς σε πνευματίκοὰ πατείρα,

λλαὰἔδεὰνὑ χεί πακοηὰ καίὰ
ταπείίνωση, αὐ τοὰςὁ μοναχοὰς δεὰν θαὰ

ποκτηίσεί καμίαὰ

ρετηί,
ἀ ᾿ ὔλλ ο τε καίὰ ξείρεί τίί
ῖ θαὰ πε
μοναχοίς».
25. Εἶπε ἡ ἀμμᾶς Συγκλητίκηί:
«Ἐφοίσον εἴ μαστε σεὰ κοίνοίβίο, τοὰ προβαίδίσμα τοὰ δίίνουμε στηὰν

πακοηὰ

μ λλον
ὄ καίὰ χί στηὰν
ἄσκηση. Γίατίὰ αὐ τηὰ κατευθυίνεί στηὰν
ὑ περηφαίνεία,
ἐ ῷἡ
νὑ
πακοηὰ στηὰν ταπείνοφροσυίνη».
26. Εἶπε ἐπίίσης:
«Πρείπεί μεὰ δίαίκρίση ναὰ δίευθετο
ῦ με ταὰ πραίγματα
ῆ τ ς ῆψυχἜ ς. τσί, μείνοντας σεὰ κοίνοίβίο μηὰν
ἐπίδίωίκουμεὅ ,τίἀ ρείσεί σεὰᾶμ ς,ὔο τε ναὰ
ὑ πηρετο
ῦ με τηὰ δίκηί μας γνωίμη,

λλαὰ ναὰ πείθαρχο

με
στοὰν πνευματίκοί μας πατείρα πουὰ ῦτοἐ μπίστευθηίκαμε. Παραδωίσαμε ἑ
τοὰν αυτοί μας
ἐ σεὰ ξορίία,
δηλαδηὰἀ ποξενωθηίκαμεἀ ποὰ τίὰς κοσμίκεὰς φροντίίδες.
Ἀ ᾿ ὅπ ἀ,τί ποξενωθηίκαμε, ἀμηὰν ναζητο

με
ταὰἴ δία.Ἐ κεῖ εἴ χαμε δοίξα,ἐ ῶ
δ ἀ τίμίία,
ἐ κε
ῖ ἀ φθονίία τροφ
ῶ ἐν,ῶδ καίὰῦτο ψωμίο
ῦἀ
κοίμη τηὰ
στείρηση».
27. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ὑπερείχίος:
«Θησαυροίς μεγαίληςἀ ξίίαςἶ ε ναί
ἡ ὑ πακοηὰ ῦτο μοναχο
ῦ ὐ
. Α τοὰς πουὰ τηὰν

χείἰθαὰ ε σακουσθε
ῖἀ
τοὰν Θεοὰ καίὰ θαρρεταὰ θαὰ σταθε

δίίπλα στοὰν

σταυρωμείνο. Γίατίὰ
ὁἘ
σταυρωμείνος Κυίρίος
ὑπαίκουσε μείχρί θαναίτου».

ποὰ

62
29. Ἔλεγαν οἱ Γείροντεςὅ τίἐ αὰν καίποίος
ἔ χεί
ἐ μπίστοσυίνη᾿ σ
ἕ ναν πνευματίκοὰ πατείρα καίὰ
παραδίίνεί τοὰνἑ αυτοίν του᾿σ ὐα τοὰν δίαὰ
ῆ τὑ ς πακο

ς, δεὰν

ἀχεί ναίγκη
᾿ ναί ναί στραμμείνη

προσοχηί του στίὰςἐ ντολεὰς το
ῦ Θεο
ῦ ἀ, λλαὰ στοὰν πατείρα του ναὰ καταθείτεί ταὰ θεληίματαί του καίὰ
δεὰν θαὰ τοὰν κατηγορηίσεί

Θεοίς. Γίατίὰ τίίποτε δεὰν ζηταίεί

Θεοὰς
ἀ τοίσο ποὰ
ἀ τουὰς ρχαρίίους,

σο τοὰν
μεγαίλο κοίπο ῆ
τ ςὑ πακο
ῆ ς.
35. Εἶπε Γείροντας:
«Ἀδελφοίί,ἀ ποὰ ταὰ πρ
ῶ τα πουὰ
ἶ ε πε

Σωτ
ῆ ρας στουὰς μαθητείς ἦ
του ταν

τίἔθαὰ χετε θλίίψη καίὰ
στενοχωίρία. Καίὰἐ κε
ῖ νος πουὰ
ἀ ποφευίγεί τηὰν

ρχηί, χαίνεί τηὰ γνωίση
ῦ τοῦ Ὅ
Θεο . ἀ πωςῶ κρίβ ς σταὰ
παίδίαὰ προσφείρονταί ταὰ γραίμματα καίὰ
ἶ ε ναί
ἡἀ
ρχηὰ
ῆ τ ς μοίρφωσης,

στε
ἀ ναὰ ποκτηίσουν καίὰ τηὰν
γνωίση,ἔ τσί καίὰὁ μοναχοὰς μείνοντας
ὑ παίκουος μείσα σεὰ κοίπους καίὰ σεὰ θλίίψείς, γίίνεταί
συγκληρονοίμος Χρίστοῦ καίὰ ἱυ οὰς το
ῦ Θεο
ῦ .
36. Εἶπε Γείροντας:
«Αὐταὰ ζηταίείὁ Θεοὰς
ἀ ποὰ τουὰς χρίστίανουίς:
Ναὰὑ πακουίείὁ χρίστίανοὰς στίὰς
ἅ γίες Γραφείς,
ὐ α ταὰ πουὰ λείγονταί ναὰ
ἐ ταὰ φαρμοίζεί καίὰ ναὰ
πείθαρχεῖ στουὰςὀ ρθοίδοξους ποίμείνες καίὰ Πατείρες».
39. Καίποίοςἀ δελφοὰς πουὰ
ἦ ταν
ὑ ποταγμείνος,
ἔ τσί
ὅ πως

Γείροντα, τοῦ εἶ πε μίία μείρα:

Θεοὰς θείλεί, σεὰ πνευματίκοὰ
ἅ καίὰ γίο

«Παίτερ,ἐ πείδηὰἡ ἁ γίία Γραφηὰ λείεί

τί περνωίντας μείσα

ποὰ πολλεὰς θλίίψείς
ἰ θαὰ ε σείλθουμε στηὰ
Βασίλείία τῶ ν Οὐ ρανῶ ν, καίὰ βλείπω
ὅ τί
ἐ γωὰ δεὰν

χω καμίαὰ θλίίψη, τίί πρείπεί ναὰ καίνω, μηὰν τυχοὰν
χαίσω τηὰν ψυχηί μου;»
Ὁ Γείροντας ταὰἄ κουσε καίὰ το
ῦ λείεί:
«Να μηὰν στενοχωρίείσαί καθοίλου,
ἐ συὰ δεὰν

χείς
ὐ ε θυίνη. Καθείνας, πουὰ βαίζεί
ἑ τοὰν αυτοί του σεὰ
ὑπακοηὰ στουὰς Πατείρες,ὐα τηὰ τηὰν

μερίμνίία καίὰἀτηὰν ναίπαυση

ξασφαλίίζεί».

ΤΟΜΟΣ Δ´
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ´
Περίὰ ταπείνοφροσυίνης
1. Ὁ ἀββᾶς Ἀντωίνίος βυθίίζοντας καίποία φοραὰ βαθίαὰ τηὰ σκείψη τουῦστο ῦΘεο τηὰν κρίίση ζηίτησε ναὰ
μαίθεί:
«Κυίρίε, εἶ πε, πῶ ς μερίκοίὰ ζο
ῦ ν λίίγα χροίνία καίὰ πεθαίίνουν,
ἐ ῷ ἄν
λλοί φταίνουν σταὰ βαθίαὰ
γεραίματα; Γίατίὰ καίποίοί ζο
ῦ ν μείσα στηὰ φτωίχεία ἄ
καίὰ λλοί πλουτίίζουν; Καίὰ
ῶ π ς συμβαίίνεί
ἄδίκοί ναὰ πλουτίίζουν καίὰ δίίκαίοί
ἄ νθρωποί ᾿ναί ναί φτωχοίί;»

63
Ἄκουσε τοίτε μίαὰ φωνηὰ ναὰ ῦτο λείεί:
«Ἀντωίνίε, τοὰνἑ αυτοί σου προίσεχε.ὐΑ ταὰ
ἶ ε ναί κρίίματα ῦΘεο καίὰ δεὰν
ῦ σο συμφείρεί ναὰ ταὰ μαίθείς».
2. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἀντωίνίος στοὰνἀ ββ
ᾶ Ποίμείνα
ὅ τί
ἡ σπουδαίοίτερη
ἐ ργασίία πουὰ

χεί ναὰ καίνεί

ἄνθρωπος εἶναί ναὰἀ ναλαμβαίνεί τηὰνὐε θυίνη
ῶτ ν σφαλμαίτων του

νωίπίον
ῦ το ῦΘεο καίὰ ναὰ
ἀναμείνεί πείρασμοὰ μείχρί τελευταίίας του πνο
ῆ ς.
3. Εἶπε ἐπίίσης:
«Εἶδα ὅλες τίὰς παγίίδες το
ῦ δίαβοίλου
ἁ πλωμείνες παίνω στηὰ
ῆ γ καίὰ στεναίζοντας

ε πα: Ποίοὰς
ἄραγε μπορεῖ ναὰ τίὰς προσπεραίσείὐα τείς; Καίὰ

κουσα μίία φωνηὰ ναὰ
ῦ μο Ἡ
λείεί: ταπείνοφροσυίνη».
4. Ὅποίος δεὰν δοκίμαίσθηκε σεὰ πείρασμουὰςἶ -ε πε
ἄ λλη φοραὰ- δεὰν θαὰ μπορείσεί ναὰ
ῖ μπε στηὰ
Βασίλείία τοῦ Θεοῦ .
5. Ἐπίσκείφθηκαν καίποτε Γείροντες τοὰν
ἀ ᾶ
ββἈ

ντωίνίο, μαζίί τους

ταν ὁκαίὰ
ἀ ᾶ ββ
Ἰ ς ωσηίφ.

Θείλονταςὁ Γείροντας ναὰ τουὰς δοκίμαίσεί, τουὰς
ἶ εἕπε να ρητοὰ

ποὰἁτηὰν γίία Γραφηὰ
ἄ καίὰἀ ρχίσε ποὰ
τουὰς νεωίτερους ναὰ τουὰς ρωταίεί ποίοὰ
ἶ ε ναί τοὰ νοίημαί του.
Ὁ καθείναςἔ λεγεὅ πως τοὰ καταλαίβαίνε, καίὰ

Γείρονταςῦτο

παντο

σε:

«Δεὰν τοὰ βρ
ῆ κες».
Τελευταῖο ἀπ᾿ ὅλους ρωίτησε τοὰνἀ ββ
ᾶ Ἰ ωσηίφ:
«Ἐσυὰ τίί νομίίζείς
ὅ τί σημαίίνεί

λοίγος
ὐ α τοίς;»

«Δεὰν γνωρίίζω»ἀ παίντησε
ἐ κε
ῖ νος.
Λείεί τοίτεὁ ἀ ββ
ᾶ ςἈ ντωίνίος:
«Ὁπωσδηίποτεὁ ἀ ββᾶ ςἸ ωσηὰφ βρ
ῆ κε τοὰν δροίμο, γίατίὰ
ἶ ε πε: δεὰν γνωρίίζω».
6. Ἔκαναν ἕφοδο καίποτε οἱ δαίίμονες στοὰν
ἀ ββ
ᾶ Ἀ ρσείνίο μείσα στοὰ κελίί του καίὰ τοὰν
ταλαίπωροῦσαν.
Ἔφθασαν καίποία στίγμηὰ ἱο δίακονητείς του καίὰ καθωὰς

σαν
ἔ ἀξω ποὰ τοὰ κελίί,ἄτοὰν κουσαν ναὰ
κραυγαίζεί προὰς τοὰν Θεοὰ καίὰ ναὰ λείεί:
«Θεεί μου, μηὰ μεὰ
ἐ γκαταλείίψείς. Δεὰν

κανα τίίποτε τοὰ καλοὰ

νωίπίοίν
ἀ σου λλαὰ βοηίθησεί με καταὰ
τηὰνἀ γαθοίτηταί σου ναὰ βαίλω

ρχηί».
23. Ρωτηίθηκεὁ ἀ ββᾶ ςἈ μμωνᾶ ς τίί ἶε ναί ἡ« στενηὰ καίὰ τεθλίμμείνη

δοίς». Καίὰ

ποκρίίθηκε:

64
«Ἡ στενηὰ καίὰ τεθλίμμείνη
ὁ δοὰς
ἶ ε ναί ναὰ πολεμαίεί
ὁἄ
νθρωπος τουὰς λογίσμουίς του καίὰ ναὰ κοίβεί
ταὰ δίκαί του θεληίματα
ἀ ποὰ
ἀ γαίπη γίαὰ τοὰν Θεοί. Καίὰ

α τοὰ σημαίίνεί τοὰ
Ἐ ρητοί: γκαταλείίψαμε
ἐμεῖς ταὰ παίντα καίὰ σεὰ
ἀ κολουθηίσαμε».
28. Ἔλεγε ὁ μακαρίστοὰς Γρηγοίρίοςὁ Θεολοίγος:
«Πῶς θαὰ κατείβουμε προὰς τηὰν σωτηίρία ταπείνοφροσυίνη, χωρίὰς
ἐ ναὰ γκαταλείίψουμε
ὀ τοὰν λείθρίο
ὄγκο τῆς ὑπερηφαίνείας;Ἐ αὰν παντοτίναὰ
ἐ πίδίωίκουμε τηὰν ταπείνοφροσυίνη καίὰἀδεὰν δίαφορο

με
σεὰ καμίαὰ περίίπτωση, μεὰ τηὰν

δεία

τί ταίχα δεὰν βλαπτοίμαστε

ὐ ποὰ α τοί.
ἡ Δίοίτί ψυχηὰ
ἐξομοίωίνεταί προὰς τοὰ
ἀ ντίκείίμενο μεὰὁτοὰ ῖ πο
ἀ ο σχολε

ταί καίὰ δίαπλαίθεταί συίμφωνα
᾿ ὐ μ α ταὰ
πουὰ πραίττεί καίὰ παίίρνεί τοὰ

ναίλογο
ῆ σχ μα
᾿ μ
ὐ α ταί.
Γίαὰ σείνα λοίποὰν καίὰ
ἡ ἐ μφαίνίση καίὰἔ τοὰ νδυμα, τοὰ βαίδίσμα

σο καίὰ τοὰ καίθίσμα,

τροφηὰ

καίὰ
ὅλη εἰκοίνα τῆ ς ζωῆ ς σου,ἀ κοίμη καίὰ τοὰ στρωίσίμοῦτο κρεβατίο

καίὰ τοὰ σπίίτί καίὰ
ἀ ταὰ ντίκείίμενα
πουὰὑ παίρχουν μείσα᾿σ ὐα τοί,
ὅ λα
ἂ ἶς ε ναί προσαρμοσμείνα γίαὰ λίτηὰ Ἀ
ζωηί. λλαὰ
ἡ καίὰ ῳψαλμ δίία
καίὰ τοὰᾆ σμα καίὰ
ἡ καληὰ συμπερίφοραὰ προὰς τοὰν πλησίίον, ὐ
καίὰ ἂ
α ταὰ ς κλίίνουν προὰς τηὰ λίτοίτητα
περίσσοίτερο παραὰ στηὰν
ὑ περβοληί.
Μηὰν κομπαίζείς, σεὰ παρακαλ
ῶ , μεὰ λοίγους

πίδείκτίκουίς,
ὔ ο τεᾄμεὰ σματα

περβολίκαὰ καλλίίφωνα,
οὔτε μεὰ συζητηίσείςὑ περηίφανες καίὰ δυσνοίητες,

λλαὰὅ σεὰ λα
ἀ ναὰ φαίρε
ῖ ἀ ς ποὰ τοὰ μείγεθος.
Καλοσυναίτος μεταξυὰ ῶ
τ ν φίίλων,
ἤ πίος στοὰν
ὑ πηρείτη,

νεξίίκακος στουὰς θρασε

ς, φίλαίνθρωπος
στουὰςἀ νηίμπορους,ἡ παρηγορίαὰ᾿σὅ σους
ὑ ποφείρουν, παρωὰν
᾿ ὅσ σους θλίίβονταί,
᾿ ἕμ να λοίγο μηὰ
παραβλείποντας κανείναν, γλυκυὰς
ὅ ταν
ἀ πευθυίνεσαί σεὰ καίποίον,

νοίχτοίκαρδος στηὰν
ἐξυπηρείτηση, προίθυμος καίὰ καταδεκτίκοὰς προὰς

λους».
30. Ἔλεγε ὁ ἀββᾶς Ἐπίφαίνίος:
«Ἡ Χαναναίία κραυγαίζεί καίὰἰ ε σακουίεταί,
ἡ ἱ α μορροο
ῦ σα σωπαίίνεί καίὰ καλοτυχίίζεταί,

Φαρίσαῖος μίλαίεί δυναταὰ καίὰ καταδίκαίζεταί,

Τελωίνης
ὔ ο ἀτε νοίίγεί τοὰ στοίμα καίὰ
δίκαίωίνεταί».
31. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Εὐαίγρίος:Ἀ ρχηὰ σωτηρίίαςἶ ε ναί τοὰ ναὰ καταδίκαίζείς ἑ
τοὰν αυτοί σου.
40. Εἶπε ἐπίίσηςὅ τί αὐ τοὰς πουὰ
ἔ χεί ταπείίνωση δεὰν

χείῶγλ σσα ναὰ
ῖ πε σεὰ καίποίον

ἶ τί ε ναί
ἀμεληὰςἢ ναὰἀ ντίμίληίσεί᾿σἐ κε
ῖ νον
ὁ ὁ πο
ῖ ος τοὰν ταλαίπωρε
ῖ ὔ, ο τε
ἔ χεί μαίτία ναὰ
ῖ ἢδε ναὰ
ἀντίληφθεῖ ἄλλου ἀνθρωίπουἐ λαττωίματα, ὔο τε α
ὐ τίαὰ᾿νἀ κουίσεί πραίγματα πουὰ ὠ
δεὰν ῦ
φελο ν
τηὰν ψυχηί του. Στοίμα δεὰν
ἔ χεί ναὰ φανερωίσεί

λαττωίματα καίποίου

ναὰ θλίίψεί καίποίον μεὰ ταὰ
λοίγία του οὔ τεἔ χείἐ νδίαφείροντα μεὰ καίποίον
ἐ κτοὰς
ῶ τ νῶ
δίκ ν του

μαρτημαίτων.

ντίίθετα,
εἶναί εἰρηνίκοὰς προὰςὅ λους τουὰς
ἀ νθρωίπους, γίατίὰ
ὐ α τοὰ
ἶ ε ἐναί ντοληὰ
ῦ το Κυρίίου
ὄ καίὰ χί γίατίὰ
χαρίίζεταί καίποίαἄ λληἀ δυναμίία.
Γίατίὰ κίἂ ν νηστευίεί κανείὰς
ὅ λη τηὰν
ἑ βδομαίδα καίὰ καίνεί πολλουὰς κοίπους
ἔ ἀ ξω ποὰ τηὰν πορείία
αὐτηί, πᾶ νε χαμείνοίὅ λοί ἱο κοίποί του.
41. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἡσαίΐίας:

65
«Ἡ συνείδητηὰ παραίδοση το
ῦ ἑ αυτο
ῦ μας στοὰν Θεοί, καίὰ
ἡὑ
πακοηὰ στίὰς

ντολείς του μεὰ ταπείίνωση,
φείρνουν τηὰνἀ γαίπη καίὰ
ἡ ἀ γαίπη φείρνεί ἀ
τηὰν παίθεία».
43. Ρωίτησαν τοὰνἀ ββ
ᾶ Ἡ σαίΐία τίί
ἶ ε ναί ταπείίνωση,
ἐ κίῖ κε νος
ἶ ε πε:
«Ταπείίνωση εἶ ναί ναὰ θεωρο
ῦ με τοὰν
ἑ αυτοί μας πίοὰ

μαρτωλοὰ
ἀ ᾿ ὅπ λους τουὰς

νθρωίπους καίὰ ναὰ
ἐξουθενωίνουμε τοὰνἑ αυτοί μας
ὅ τί τίίποτε καλοὰ δεὰν καίναμε

νωίπίον
ῦ το ῦ Θεο .
Καίὰἡ ἐ ργασίία ῆ
τ ς ταπείίνωσηςἶ ε ναί
ἡ ἑ ῆξ ς: Ναὰ σίωπο
ῦ με, ναὰ μηὰ ψηφίίζουμεἑτοὰν αυτοί μας σεὰ
καμίαὰ περίίπτωση, ναὰ μηὰν
ἴ ε μαστε φίλοίνίκοί, ναὰ
ἴ ε μαστε

τοίμοί ὑ
γίαὰ ποταγηί, μεὰ τοὰ βλείμμα
χαμηλωμείνο, τοὰν θαίνατο ναὰ
ἔ χουμε προὰ

φθαλμ

ν, ναὰ μηὰν χρησίμοποίο

με τοὰ ψείμα καίὰ τοὰν
ἀργοὰ λοίγο. Ναὰ μηὰν
ἀ ντίμίλο
ῦ με στοὰν μεγαλυίτερο, ναὰ μηὰ θείλουμε ναὰ περαίσεί

λοίγος μας, ναὰ
ὑπομείνουμε τίὰς περίφρονηίσείς, ναὰ μίσηίσουμε τηὰν

ναίπαυση, ναὰ βίαίζουμε
ἑ τοὰν αυτοί μας σεὰ καίθε
περίίπτωση, ναὰ ἴε μαστε νηφαίλίοί, ναὰ κοίψουμε τοὰ θείλημαί μας, ναὰ μηὰν προκαλο

με κανείναν καίὰ
ναὰ μηὰ φθονο
ῦ με κανείνα».
46. «Ἂς μηὰ μίλαίείἡ γλ
ῶ σσα σου -ε
ἶ πεἄ λλη φοραὰἀ λλαὰ

πραίξη.

λοίγος σου᾿ ναί ναί ταπείνοὰς
περίσσοίτεροἀ π᾿ ὅ ,τίἡ πραίξη. Μηὰν μίληίσείς
ἐ ρηίμην
ῆ τ ς συνείδηίσεωίς σου καίὰ μηὰ δίδαίξείς χωρίὰς
ταπείίνωση, γίαὰ ναὰ δεχθε
ῖ ἡ ῆγ τοὰν σποίρο σου».
49. Βρείθηκε καίποτεὁ ἀ ββ
ᾶ ς Θεοίδωρος μεὰ
ἀ δελφουὰς καίὰ τηὰν

ραἔπουὰ τρωγαν,

ε λαβίκαὰ
ἔπαίρναν ταὰ ποτηίρία,ἀ μίίλητοί,
ἀ λλαὰ δεὰν

λεγαν τοὰ «συγχωίρησον».
ἶ Ε πε τοίτε
ὁ ἀ ᾶ ββ ς
Θεοίδωρος: «Ἔ χασαν οἱ μοναχοίὰ τηὰνὐε γείνείαί τους, ναὰ λείνε: συγχωίρησον».
50. Ὁ ἴδίος εἶπε:
«Καμίαὰἀ ρετηὰ δεὰν μπορε
ῖ ναὰ συγκρίθε

μεὰ τοὰ ναὰ ἐμηὰν ξουθενωίνουμεἄτουὰς λλους».
59. Ἔλεγε ὁ ἀββᾶς Ἰωαίννης:
«Ἡ ποίρτα τοῦ οὐ ρανοῦ εἶ ναίἡ ταπείίνωση. Καίὰἱ ο Πατείρες μας, περνωίντας μεὰ χαραὰ μείσα

ποὰ
πολλεὰς καταφρονηίσείς, μπ
ῆ καν στηὰν ποίλη ῦτο Θεο
ῦ ».
60. Εἶπε ἐπίίσης: «Ἡ ταπείνοφροσυίνη καίὰ

φοίβος ῦτο Θεο
ῦ ἶ ε ναί παίνω
ἀ ᾿ ὅπ

λες ἀ
τίὰς ρετείς».

61. Ρωίτησε καίποία φοραί:
«Ποίοὰς πουίλησε τοὰν
Ἰ ωσηίφ;»
«Οἱ ἀδελφοίί του»ἀ ποκρίίθηκεἕ ναςἀ δελφοίς.
«Ὄχί» τοῦ λείείὁ Γείροντας, ἡ« ταπείίνωσηί του τοὰν πουίλησε, γίατίὰ μπορο

σε ναὰ
ῖ πε
ἶ «ε μαί
ἀδελφοίς τους» καίὰ ναὰ
ἀ ντίδραίσεί,
ἀ λλαὰ σωίπασε καίὰ χαίρη στηὰν ταπείίνωση πουίλησε
ἑ τοὰν αυτοί
του. Καίὰἡ ταπείίνωσηί του τοὰν κατείστησε

ρχοντα στηὰν
ἴ Α γυπτο».
62. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἰωαίννης:

66
«Ἀφηίσαμε τοὰἐ λαφρυὰ φορτίίο, δηλαδηὰ τοὰ ναὰ μεμφοίμαστεἑ τοὰν αυτοί μας καίὰ ᾶ
κουβαλ με τοὰ βαρυί,
δηλαδηὰ τοὰ ναὰ δίκαίωίνουμε τοὰν

αυτοί μας».
63. Ὁ ἴδίος καθοίταν στηὰ συίναξη καίὰ στείναξε μηὰ γνωρίίζοντας

τί καίποίος

ε ναί πίίσω του.
Ὅταν τοὰ καταίλαβε,ἔ βαλε μεταίνοία λείγοντας: «Συγχωίρεσείἀμε, ᾶ ββἶ , ε ἀ
μαί κοίμη

κατηίχητος».
76. Ρωίτησεἀ δελφοὰς τοὰν
ἀ ββ
ᾶ Κροίνίο:
«Μεὰ ποίοὰν τροίπο φθαίνεί
ὁἄ

νθρωπος στηὰν ταπείνοφροσυίνη;»

«Μεὰ τοὰν φοίβο το
ῦ Θεο
ῦ ἀ» παντ
ᾷὁ

Γείροντας.

«Καίὰ τίί καίνοντας -ρωταίεί παίλί
ὁἀ

δελφοίς- φθαίνεί στοὰν φοίβο
ῦ τοῦ Θεο ;»

«Ὅπως ταὰ βλείπωἐ γωὰ -λείεί

Γείροντας-μεὰ τοὰ ναὰ περίμαζευίεί
ἑ τοὰν αυτοί
ἀ του ποὰ καίθε τίί καίὰ ναὰ
τοὰν δίίνεί σεὰ κοίπο σωματίκοὰ ὅμεὰ ση δυίναμη

χεί, καίὰ ναὰ
ᾶ θυμ ταί
ἔ τηὰν ξοδοί
ἀ του ποὰ τοὰν κοίσμο
αὐτοὰ καίὰ τηὰν κρίίση ῦτο Θεο
ῦ ».
81. Ρωίτησαν τοὰνἀ ββ
ᾶ Λογγίίνο:
«Ποίαὰἀ π᾿ ὅ λες τίὰςἀ ρετεὰςἶ ε ναί μεγαλυίτερη, παίτερ;»
Καίὰὁ Γείροντας ἶε πε:
«Σκείφτομαίὅ τίὅ πωςἡ ὑ περηφαίνεία ἶε ναίἡ χείροίτερη
ἀ ᾿πὅ λες τίὰς
ἁ μαρτίίες,
ἀ ῦφο ἀκί ποὰ τοὰν
οὐρανοὰἔ ρίξε καίποίους,ἀ ντίίστοίχα καίὰ

ταπείνοφροσυίνη

χεί τηὰ δυίναμηἀκαίὰ
᾿ ὐπ α ταὰ ταὰ
ἀπυίθμενα βαίθη ναὰ
ἀ νεβαίσεί παίνω τοὰν

νθρωπο,

στω
ἂ κίἔ ν ἁχεί μαρτηίσεί

σοὁκαίὰ δίαίβολος.
Γί᾿ αὐτοὰ καίὰὁ Κυίρίος μακαρίίζείὐα τουὰς πουὰ

χουν ταπείνοὰ φροίνημα».
84. Πηίγαίνε καίποτεὁ ἀ ββ
ᾶ ς Μακαίρίος
ἀ ποὰ τοὰ

Καίὰ ξαφνίκαὰ τοὰν συνανταίεί

λος στοὰ κελίί του κρατωίντας βλαστουίς.

δίαίβολος παίνω στοὰν δροίμο
᾿ἕ μ

να δρεπαίνί στοὰ χείρί.

Ἔκανε ναὰ τοὰν χτυπηίσεί
ἀ λλαὰ δεὰν τοὰ κατοίρθωσε καίὰ
ῦ το λείεί:
«Πολληὰἀ ντίίστασηὑ παίρχεί σεὰ σείνα, Μακαίρίε, γίατίὰ

δυίναμηί μου
ἐ δεὰν ῖ νεργε

παίνω
Ὅ σου. ,τί
καίνείς, καίνω κίἐ γωί,
ἐ συὰ νηστευίείς, νηστευίω
ἐ κί ἐγωί,ἀ συὰ γρυπνε
ῖ ἐ ς, γωὰ δεὰν
ᾶ κοίμ μαί καθοίλου.
Ἕνα πρᾶγμα μοίνο εἶ ναί στοὰὁ πο
ῖ ο μεὰ νίκ
ᾷ ς».
«Καίὰ ποίοὰ ἶε ναί α
ὐ τοί;» τοὰν ρωταίεί
ὁἀ

ᾶββ ς Μακαίρίος.

«Ἡ ταπείίνωσηί σουἀ- παντ
ᾷ - καίὰ ᾿γί ὐα τοὰ δεὰν μπορ

93. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Μωυσῆς:

ναὰ σεὰ νίκηίσω».

67
«Ἐαὰνὁ ἄ νθρωπος δεὰν κρατ
ᾷ μείσα στηὰν καρδίαί του

τί
ἶ ε ναί

μαρτωλοίς,

εἰσακουίεί».
«Καίὰ τίί σημαίίνεί -ρωταίεί
ὁἀ

Θεοὰς δεὰν τοὰν

δελφοίς- ναὰ κρατ

ς στηὰν καρδίαίὅ σουἶ τί εἁ σαί μαρτωλοίς;»

Καίὰἀ παντᾷ ὁ Γείροντας:
«Ἐκεῖνος πουὰ σηκωίνεί συνείδηταὰ τίὰς
ἁ μαρτίίες του, δεὰν βλείπείἁ τίὰς μαρτίίες
ῦ το πλησίίον».
94. Ἀδελφοὰς ρωίτησε τοὰν
ἀ ββ
ᾶ Μωυσ
ῆ :
«Σεὰ καίθε κοίπο πουὰ καίνεί
ὁἄ

νθρωπος, τίί
ἶ ε ναί
ὐ α τοὰ πουὰ θαὰ τοὰν βοηθηίσεί;»

«Ὁ Θεοίς, -τοῦ ἀ παντᾷ ὁ Γείροντας- ἶε ναί α
ὐ τοὰς πουὰ βοηθαίεί, δίοίτί
ἶ ε ναί γραμμείνο στηὰ Γραφηί:
Ὁ Θεοὰς εἶ ναί καταφυγηὰ καίὰ δυίναμηί μας καίὰ βοηθοὰς πανίίσχυρος στίὰς θλίίψείςᾶπουὰ μ ς βρίίσκουν».
«Καίὰ οἱ νηστεῖ ες -ξαναρωτᾷ ὁ ἀ δελφοίς-καίὰἱ οἀ γρυπνίίες πουὰ καίνεί
ὁἄ
«Αὐτεὰς -τοῦ λείείὁ Γείροντας- ταπείνωίνουν τηὰν ψυχηί. Καίὰ

νθρωπος, τίί σκοποὰ

χουν;»

Γραφηὰ λείεί:

Δεὰς τηὰν ταπείίνωσηί μου καίὰ τοὰν κοίπο μου καίὰ συγχωίρεσε

λες
ἁ τίὰς μαρτίίες μου.
Καίὰἐ αὰνἡ ψυχηὰ θαὰ φείρεί τουὰς καρπουὰς
ὐ α τουίς, θαὰ τηὰν σπλαχνίστε
ῖὁ

Θεοὰς᾿χαίρη
ὐ σ α ταί».

96. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ματωίης:
«Ὅσο περίσσοίτερο προσεγγίίζείὁ ἄ νθρωπος τοὰν Θεοί, τοίσο πίοὰ πολυὰ

μαρτωλοὰ χαρακτηρίίζεί τοὰν
ἑαυτοί του.Ὁ προφηίτηςἩ σαίΐίας
ὅ ταν
ἶ ε δε τοὰν Θεοὰ

ποκαλο

σε ἑ
τοὰν αυτοί του ταλαίίπωρο καίὰ
βρωμεροί».
97. Ἔλεγε ἐπίίσης:
«Ὅταν ἤμουν νείος, εἶ χα τοὰν λογίσμοὰ
ὅ τί
ἴ σως καίποία καληὰ

ργασίία καίνω. Τωίρα

μως πουὰ
γείρασα, βλείπωὅ τί καμίαὰ καληὰ
ἐ ργασίία δεὰν

χω καίνεί».
98. Ἀδελφοὰςἐ πίσκείφθηκε τοὰν
ἀ ββ
ᾶ Ματωίη καίὰῦτο λείεί:
«Πῶς οἱ Σκητίῶτες ἔκαναν περίσσοίτεραἀ π᾿ αὐ ταὰ πουὰ λείεί

τους παραπαίνωἀ ποὰ τοὰν
ἑ αυτοί τους;»

Γραφηὰ

γαπωίντας τουὰς

χθρουίς

Καίὰὁ ἀ ββᾶ ς Ματωίης το
ῦ ἶε πε:
«Ἐγωὰ μείχρί τωίρα
ἀ κοίμη δεὰν

χω καταφείρείἀναὰ ῶγαπ
ἀγαπᾷ».

σαὰνἑ τοὰν αυτοί
ἐ μου

κε νον πουὰ μεὰ

68
102. Ἀδελφοὰς ρωίτησε τοὰν
ἀ ββ
ᾶ Ματωίη:
«Τίί ναὰ καίνω πουὰ μεὰ στενοχωρε
ῖ ἡ ῶγλ σσα μου, γίατίὰ σαὰν ῶ
βρεθ

ναίμεσα
ἀ σεὰ νθρωίπους, δεὰν
μπορῶ ναὰ τηὰν συγκρατηίσω καίὰ τουὰς κατακρίίνω γίαὰ καίθε καληὰ πραίξη

λλαὰ καίὰ
ἐ τουὰς λείγχω. Τίί
ναὰ καίνω λοίποίν;»
Καίὰὁ Γείρονταςἀ ποκρίίθηκε:
«Ἐαὰν δεὰν μπορε
ῖ ς ναὰ κυρίαρχηίσείς στηὰῶγλ σσα σου,
ᾶ π νε ναὰ ζηίσείς μοίνος, γίατίὰ

αἶ τοὰ ε ναί
ἀδυναμίία σου. Αὐ τοὰς πουὰ μείνεί μαζίὰ ἀμεὰ δελφουίς, δεὰν πρείπεί
ἶ ναὰ ε ναί τετραίγωνος,

λλαὰ
στρογγυλοὰς γίαὰ ναὰ κυλαίεί προὰς

λους».
Καίὰ προίσθεσεὁ Γείροντας:
«Τοὰὅ τί ζῶ μοίνος δεὰνἶ ε ναί
ἀ ποὰ
ἀ ρετηὰ

λλαὰ
ἀ ἀποὰ δυναμίία. Δυνατοίὰ

εὐναί α τοίὰ πουὰ βαίζουν τοὰν
ἑαυτοί τουςἀ ναίμεσα σεὰ
ἀ νθρωίπους».
107. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ξαίνθίος:
«Τοὰ σκυλίὰ ἶε ναί σεὰ καλυίτερη ῖμο ρα
ἀ ποὰ μείνα, δίοίτίἀκαίὰ γαίπη

χεί καίὰ δεὰν θαὰ
ῖ κρίθε ».
112. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποίμηίν:
«Ἔχουμε πολλουὰς πείρασμουίς, γίατίὰ δεὰν
ἀ ποδεχοίμαστε τηὰν ταίξη στηὰν

ποίία

ε μαστε, καθωὰς καίὰ
τοὰὄ νομαί μας,ὅ πως μ
ᾶ ς λείεί
ἡ Γραφηί. Δεὰν βλείπουμε τηὰ γυνα

κα τηὰ Χαναναίία
ἀ πουὰ ποδείχθηκε
τοὰν χαρακτηρίσμοὰ πουὰῆτ ἔς κανε
ὁ Κυίρίος καίὰ᾿ γίὐ α τοὰ τηὰν

νείπαυσε;
Ἐπίίσης τηὰνἈ βίγαίία πουὰ
ἶ ε πε στοὰν Δαβίίδ:

ἔγωὰ φταίξα,
ἐ κίῖ κε νοςἄτηὰν κουσε καίὰ
ἀ τηὰν γαίπησε;
Ἡ Ἀβίγαίίαἐ κπροσωπεῖ τηὰν ψυχηὰ καίὰ

Δαβίὰδ τηὰν Θεοίτητα.

ἑαυτοί τηςἐ νωίπίον το
ῦ Κυρίίου,
ὁ Κυίρίος τηὰν

γαπ

».

αὰν λοίποὰν

ψυχηὰ μεμφθε

τοὰν

113. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποίμηίν:
«Μηὰνἔ χείς περίὰ πολλο
ῦ τοὰν
ἑ αυτοί σου,
ἀ λλαὰ ναὰ προσκολληθε

ςἄσεὰ νθρωποἡπουὰ
σωστηί».
114. Ἀδελφοὰς ρωίτησε τοὰν
ἀ ββ
ᾶ Ποίμείνα: «Τοὰ

ψηλοὰ φροίνημαἶ τίί ε ναί;»
Καίὰὁ Γείροντας το
ῦ ἶε πε:
«Τοὰ ναὰὑ περαμυίνεσαί τοὰ δίίκίο σου».
121. Ἀδελφοὰς εἶ πε στοὰνἀ ββ
ᾶ Ποίμείνα:

ζωηίἶ του ε ναί

69
«Ἐαὰν πείσω σεὰ
ἐ λεείνοὰ παραίπτωμα, μεὰ καταίτρωεί

καίὰἔ πεσες;»

λογίσμοίς μου κατηγορωίνταςῶμεἔ«π ς γίνε

Καίὰὁ Γείροντας το
ῦ λείεί:
«Ὅποία ὥρα πείσείὁ ἄ νθρωπος σεὰ καίποίο σφαίλμα καίὰῖ πε
ἥ « μαρτον»,

μείσως παυίεί

λογίσμοίς».

125. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποίμηίν:
«Ὁ ἄνθρωπος ἔχεί ἀναίγκηἀ ποὰ τηὰν ταπείνοφροσυίνη καίὰ τοὰν φοίβο
ῦ το ῦΘεο

συμβαίίνεί μεὰ τηὰν
ἀ ναπνοηὰ
ἀ ποὰ τηὰ μυίτη του».

ληὥτηὰν ὅ ρα, πως

127. Εἶπε ἐπίίσης:
«Τοὰ ναὰ ἶε ναί παραδομείνος κανείὰς στοὰν Θεοὰἀμεὰ ποίλυτη

μπίστοσυίνη, τοὰ ναὰ
ἔ μηὰν χεί περίὰ
πολλοῦ τοὰνἑ αυτοί του καίὰ τοὰ ναὰ παραίτε

ταί

ποὰ τοὰ θείλημαί ὐ
του, αἶ ταὰἐε ναί ῖργαλε
ῆ ατ ς
ψυχῆς».
129. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποίμηὰνὅ τίὁ μακαίρίοςἀ ββ
ᾶ ςἈ ντωίνίος
ἔ λεγε:
«Ἡ μεγαίλη δυίναμη το
ῦ ἀ νθρωίπουἶ ε ναί τοὰ ναὰ

ναλαμβαίνεί τηὰν
ὐ ε θυίνη
ῶ τ ν σφαλμαίτων του
ἐνωίπίον τοῦ Κυρίίου καίὰ ναὰ
ἀ ναμείνεί πείρασμοὰ μείχρί τελευταίίαςἀτου ναπνο

ς».
133. Εἶπε παίλί:
«Ναὰ μηὰν καίνείς τοὰ θείλημαί σου.

ναίγκη
ἶ ε ναί ναὰ ταπείνωίνείς
ἑ τοὰν αυτοί σου γίαὰῦχαίρη το
ἀδελφοῦ σου».
135. Εἶπε ἐπίίσης:
«Αὐτοὰ πουὰ γνωρίίζεί
ἕ νας
ἄ νθρωπος καίὰ πουὰ δεὰν τοὰ τηίρησε
ῶ π ς μπορε

ναὰ τοὰ δίδαίξεί
ἄ στοὰν λλον;»
163. Καίποίοςἀ δελφοὰς ρωίτησε τοὰν
ἀ ᾶ
ββ Σίσοίη:
«Ποίαὰ εἶ ναίἡ ὁ δοὰς πο
ῦ ὁ δηγε
ῖ στηὰν ταπείίνωση;»
Καίὰ τοῦ ἀ παντᾷ ὁ Γείροντας:
«Ἡ ὁδοὰς πουὰὁ δηγε
ῖ στηὰν ταπείνοφροσυίνη
ἶ ε ναί:
ἡ ἐ γκραίτεία,

προσευχηὰ στοὰν Θεοὰ
ὁ καίὰ
ἀγῶνας ναὰἔ χεί κανείὰς τοὰν
ἑ αυτοί του κατωίτερο
ἀ ὁποὰ ποίονδηίποτε

νθρωπο».
165. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Σαρματᾶς:
«Προτίμῶ ἄνθρωπο πουὰἁ μαίρτησε,ἐ αὰν καταίλαβε
ὅ ἁ
τί μαίρτησε καίὰ μετανοε

, παραὰ

νθρωπο
πουὰ δεὰνἁ μαίρτησε καίὰ
ἔ χεί τοὰν

αυτοί του ἐγίαὰ ναίρετο».

70
172. Εἶπε καίποίος Γείροντας:
«Μηὰ λεὰς μοίνο λοίγία ταπείίνωσης,

λλαὰἔναὰ χείς φροίνημα ταπείνοί, γίατίὰ χωρίὰς ταπείνοφροσυίνη
εἶναί ἀδυίνατον ναὰὑ ψωθε
ῖ ς στηὰν καταὰ Θεοὰν

ργασίία».
177. Ρωίτησαν καίποίον Γείρονταῶ
π ἀς ποκτ
ᾷἡ

ψυχηὰ ταπείίνωση. Καίὰ

παίντησε:

«Ὅταν νοίαίζεταί μοίνον γίαὰ ταὰ δίκαί της σφαίλματα».
179. Εἶπε Γείροντας:
«Ἡ ταπείίνωση δεὰνὀ ργίίζεταί,ὔο τε καίνεί καίποίον ὀναὰ ργίστε

».
182. Εἶπε Γείροντας:
«Αὐτοὰν πουὰ τοὰν τίμο
ῦ ἢν τοὰν
ἐ παίνο
ῦ ν περίσσοίτερο
ἀ ᾿ ὅπ ἀτί ξίίζεί, πολυὰ ζημίωίνεταί,
ἐ ῷ ν
ἐκεῖνος πουὰ δεὰν τίμ
ᾶ ταί καθοίλου
ἀ ποὰ τουὰς

νθρωίπους, θαὰ δοξασθε
ῖἀ
ποὰ τοὰν Θεοί».
187. Εἶπε Γείροντας:
«Σεὰ καίθε πείρασμοὰ μηὰν κατηγορε
ῖ ς τουὰς

νθρωίπους

λλαὰ μοίνοἑ τοὰν αυτοί σου λείγοντας:
ἐξαίτίίας τῶ νἁ μαρτίῶ ν μου συμβαίίνουν α
ὐ ταί».
193. Εἶπε Γείροντας:
«Μηὰν πίστείψείς μείσα σου πωὰς
ἐ παγρυπνε
ῖ ς γίαὰ τηὰν σωτηρίία σου πίοὰ πολυὰ
ἀ ᾿
πἀ τοὰν δελφοί σου
καίὰ πωὰς ἶε σαί πίοὰ
ἀ σκητίκοὰς
ἀ ᾿ π ὐα τοίν,

λλαὰ
᾿ ἕμ να ῦπνε μα πτωχείίας

ν Χρίστ

καίὰ
ἀ μεὰ γαίπη
ἀνυποίκρίτη, ναὰ ἶε σαίὑ ποταγμείνος στηὰ χαίρηῦτο Χρίστο

γίαὰ ναὰ μηὰν σεὰ
ῖ βρε
ῦ πνε μα
ὑπερηφαίνείας καίὰ χαίσείς τοὰν κοίπο σου. Γίατίὰ

χεί γραφε
ῖ ὐ : Α τοὰς πουὰ νομίίζεί

τί στείκεταί καλαὰ
σταὰ ποίδία του,ἂ ς προσείξεί μηὰν πείσεί. Ναὰ
ἶ εἀ
ναί ρτυμείνη

ζωηί σου
ἁ μεὰ λαίτί μείσα στοὰ

πνε μα
τοῦ Κυρίίου».
194. Εἶπε Γείροντας:
«Οὐδείποτε ξείφυγαἀ π
᾿ ταὰ μείτρα μου γίαὰ
᾿ ἀν
ἀναγκαίστηκα ναὰ ταπείνωθ
ῶ .

νεβ

ψηλοίτερα,
ὔ ο τε παίλί ταραίχθηκα, γίατίὰ

Ἡ ὅλη φροντίίδα μου εἶ ναί ναὰ παρακαλ
ῶ τοὰν Θεοί,

ἄνθρωπο».

σπου ναὰ ἀμεὰ παλλαίξεί
ἀ ᾿ π τοὰν παλαίοὰ

197. Σεὰ καίποίονἀ π
᾿ τουὰς
ἀ δελφουὰς παρουσίαίστηκε

φωτοὰς καίὰ το
ῦ ᾿ πε:
«Ἐγωὰ εἶ μαίὁ Γαβρίηὰλ καίὰ σταίλθηκα σεὰ σείνα».
Κί ἐκεῖνος ἀπαίντησε:

δίαίβολος μετασχηματίσμείνος
ἄ σεὰ γγελο

71
«Προίσεξε μηίπως σταίλθηκες γίαὰ καίποίον

λλον, γίατίὰ

γωὰ δεὰν

εἄμαί ξίος».
Κί ἐκεῖνος ἀμείσωςἔ γίνεἄ φαντος.
198.Ἔλεγαν οἱ Γείροντεςὅ τί κίἂ νἀ κοίμη σο
ῦ παρουσίαστε
ῖ πραγματίκοὰς
ἄ γγελος, μηὰν τοὰ
πίστείψείς,ἀ λλαὰ ταπείνωίσου λείγοντας:
«Δεὰν εἶ μαίἄ ξίος ναὰ ῶ
δ ἄ γγελο, μίαὰ πουὰ
ῶζ

μείσα στηὰν

μαρτίία».

199.Ἔλεγαν γίαὰ καίποίο Γείροντα
ὅ τί
ἐ κε
ῖ πουὰ καθοίταν στοὰ κελίί του
ἔ κί κανεἀτοὰν
ῶ γ να του,
ἔβλεπε φανεραὰ μπροσταί του τουὰς δαίίμονες καίὰ τουὰς

ξευτείλίζε. Βλείποντας

δίαίβολος τοὰν
ἑαυτοί του ναὰ νίκίείταί
ἀ ᾿π τοὰν Γείροντα,
ῆ π γε καίὰ παρουσίαίστηκε λείγοντας:
«Ἐγωὰ εἶ μαίὁ Χρίστοίς».
Μοίλίς τοὰν ἶε δεὁ Γείροντας
ἔ κλείσε ταὰ μαίτία του.ῦΤο λείεί τοίτε

«Γίατίί κλείίνείς ταὰ μαίτία σου;

γωὰ
ἶ ε μαί,

δίαίβολος:

Χρίστοίς».

Τοῦ ἀποκρίίθηκεὁ Γείροντας:
«Ἐγωὰ δεὰν θείλω ναὰ
ῶδἐ ῶδ

τοὰν Χρίστοί».

Καίὰ μοίλίς ᾿τ ἄ κουσεὁ δίαίβολος
ἔ γίνε
ἄ φαντος.
200. Σ᾿ ἄλλο Γείρονταἔ λεγαν οἱ δαίίμονες:
«Θείλείς ναὰ δε
ῖ ς τοὰν Χρίστοί;»
Κί ἐκεῖνος τουὰς εἶ πε: «Ναὰ χαθε
ῖ τε καίὰ σε
ῖ ς καίὰὐα ταὰ πουὰ λείτε.

γωὰ πίστευίω στοὰν Χρίστοί μου πουὰ
εἶπε: Ἐαὰν σᾶ ς πεῖ καίποίος, ναί,
ἐ ῶδ ὁ Χρίστοίς, ναί,
ἐ ῖ κε

Χρίστοίς, ναὰ μηὰν πίστείψετε».
Κί ἀμείσωςἐ ξαφανίίστηκαν.
208. Καίποίοςἀ δελφοὰς ρωίτησε
ἕ να Γείροντα:
«Ποίαὰ εἶ ναίἡ προκοπηὰ το
ῦ ἀ νθρωίπου πουὰ τηὰ θείλεί
ὁ κί

Θεοίς;»

Κί ἀπαίντησεὁ Γείροντας:
«Ἡ προκοπηὰ τοῦ ἀ νθρωίπου ἶε ναίἡ ταπείίνωση, γίατίὰ
ὅ σο καίποίος κατεβαίίνεί προὰς τηὰν
ταπείίνωση, τοίσοἀ νεβαίίνεί σεὰ προκοπηί».
210. Εἶπε Γείροντας:
«Ἐαὰν πεῖ ς σεὰ καίποίον, συγχωίρησεί με, ταπείνωίνοντας ἑ
τοὰν αυτοί σου,
ῖ κα ς τουὰς δαίίμονες».

72
213. Ρωτηίθηκε καίποίος Γείροντας τίί
ἶ ε ναί ταπείίνωση.
Κί ἀπαίντησε: «Ἡ ταπείίνωση ἶε ναί μεγαίλο καίὰ θείΐκοὰ

ργο·

δροίμοςὁπουὰ ῖδηγε στηὰν ταπείίνωση
εἶναί οἱ σωματίκοίὰ κοίποί καίὰ τοὰ ναὰ θεωρε

κανείὰς ἑ
τοὰν αυτοί του
ἁ πίοὰ μαρτωλοὰ
ἀ ᾿ ὅ π λους καίὰ
κατωίτεροὅ λων».
Καίὰ εἶ πεὁ Γείροντας:
«Αὐτοὰ στηὰν πραίξη σημαίίνεί ναὰ μηὰν προσείχεί κανείὰς ξείνες

μαρτίίες,

λλαὰ παίντοτε τίὰς δίκείς του
καίὰ δίαρκῶ ς ναὰ παρακαλε
ῖ τοὰν Θεοί».
214. Παρακαίλεσε καίποίοςἀ δελφοὰς
ἕ να Γείροντα:
«Πείς μου -τοῦ εἶ πε- καίτί πουὰ ναὰ τοὰ τηρηίσω καίὰ ναὰ
ῶ σωθ
᾿ ὐμ α τοί».
Καίὰ τοῦ λείείὁ Γείροντας:Ἐ« αὰν μπορε
ῖ ς ναὰ βασταίξείς

ταν σεὰ βρίίσουν,
ὐ αἶ τοὰ ε ναί τοὰ μεγαλυίτερο
ἀπ᾿ ὅλες τίὰςἀ ρετείς».
215. Εἶπε Γείροντας:
«Σῴζεταί ἐκεῖνος πουὰ μπορεῖ ναὰ σηκωίσεί
ἐ ξουθείνωση καίὰ βρίσίεὰς καίὰ ζημίία».
220. Εἶπε Γείροντας:
«Μηὰν κατηγορηίσείς μείσα σου τοὰν
ἀ δελφοί σου γίαὰ

ποίοδηίποτε
ᾶ πρ γμα».
224. Εἶπε λοίποὰνὁ Γείροντας:
«Αὐτοὰ εἶ ναί πουὰ θεραπευίεί τοὰν
ἄ νθρωπο καίὰ
ὐ α τοὰ θείλεί

τηὰν εὐ θυίνη ῶ
τ ν σφαλμαίτων του
ἐ νωίπίον ῦτο Θεο
ῦ ».

Θεοίς,
ἀ ναὰ ναλαίβεί δηλαδηὰ
ὁἄ

νθρωπος

236. Καίποίος ρωίτησεἕ ναν Γείροντα:
«Τίί ναὰ καίνω πουὰ

κενοδοξίία μου μεὰ θλίίβεί;»

Καίὰ τοῦ ἀ παντᾷ ὁ Γείροντας: «Καλαὰ καίνείς, μίαὰ καίὰἔσυὰ κανες τοὰν
ὐ ο ρανοὰ καίὰ
ῆ τηὰ γ ».
Καίὰἀ π᾿ αὐ τοὰ κατανυίχθηκε
ὁ ἀ δελφοὰς καίὰ

βαλε μεταίνοία λείγοντας: «Συγχωίρεσεί με, γίατίὰ
τίίποτε τείτοίο δεὰν
ἔ κανα».
Καίὰ τοῦ εἶ πεὁ Γείροντας: Ἂ
« να
ὐ τοὰς πουὰ ταὰ δημίουίργησε
ὐ α ἦταί, ρθε μείσα σεὰ ταπείνοφροσυίνη,
ἐσυὰ πουὰ ἶε σαί πηλοίς, γίατίί κενοδοξε
ῖ ς; Ποίοὰ
ἶ ε ναί, λοίποίν,ἔ τοὰ ργο σου, δυστυχίσμείνε;»
254. Εἶπε καίποίος Γείροντας:

73
«Ἂν μπροσταί σου κατηγορηίσεί καίποίος
ἀ δελφοὰς
ἕ ναν
ἄ λλο
ἀ δελφοί, προίσεξε μηὰν τοὰν ντραπε

ς
καίὰ πεῖ ς:
«Ναίί,ἔ τσί εἶ ναί»,ἀ λλαὰἢ σίωίπα

ναὰ κρίίνωἄ λλον».

πείς του:
Ἐ« γωὰ

δελφεί,
ἶ ε μαί καταδίκασμείνος καίὰ δεὰνῶμπορ

Καίὰἔ τσί σῴ ζείς καίὰ τοὰν
ἑ αυτοί σου καίὰ
ἐ ῖ κε νον».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΣΤ´
Περίὰἀ νεξίκακίίας
4. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ζηίνων:
«Ἐκεῖνος πουὰ θείλεί ᾿ν ἀ κουίσεί γρηίγορα

Θεοὰς τηὰν προσευχηί του, μοίλίς σταθε
ῖὄ
ρθίος
ὑ καίὰ ψωίσεί
ταὰ χείρία του γίαὰ ναὰ προσευχηθε

προὰς τοὰ Θεοί, πρίὰν
ἀ ᾿ ὅ π λα καίὰ ῦ
προτο

κοίμα

ῖε χηθε γίαὰ τηὰ
δίκηί του ψυχηί,ἂ ς προσευχηθε
ῖ ἀ ποὰ ταὰ καταίβαθα
ῆ τ ς ψυχ

ς του γίαὰ τουὰς

χθρουίς του. Καίὰ
᾿
μ
αὐτηί του τηὰν πραίξη, γίαὰ
ὅ τί ἂκί ν παρακαλείσεί τοὰ Θεοί,ἰθαὰ ε σακουστε

».
6. Ἐνῷ καθοίταν καίποτεὁ ἀ ββ
ᾶ ςἸ ωαίννης
ὁ Κολοβοὰς μπροσταὰ

ποὰ τηὰν

κκλησίία, τοὰν
περίτρίγυίρίσαν οἱ ἀ δελφοίὰ καίὰ το
ῦ ἐ μπίστευίονταν τουὰς λογίσμουίς τους. Τοὰν
ἶ ε δε καίποίος
ἀ ᾿ π
τουὰς Γείροντες καίὰ
ἐ πείδηὰ πολεμηίθηκε

ποὰ φθοίνο,
ῦ το
ἶ ε πε:
«Τοὰ καναίτί σου,Ἰ ωαίννη,ἶ ε ναί γεμαίτο δηλητηίρίο».
Καίὰὁ ἀ ββᾶ ςἸ ωαίννης το
ῦ ἶε πε:
«Ἔτσί εἶναί, ἀββᾶ. Καίὰ αὐ τοὰ τοὰἶ ε πες, γίατίὰ βλείπείς μοίνοἔταὰ ξω. Καίὰ τίί δεὰν
ἶ θαὰ
ἀ ε χες κοίμη ναὰ
πεῖς, ἂν ἔβλεπες καίὰ ταὰ μείσα;»
8. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποίμηὰν γίαὰ τοὰν
ἀ ββ
ᾶ Ἰ σίίδωρο
ὅ τί,
ὅ ταν μίλο
ῦ σε στουὰς

δελφουὰς στηὰν

κκλησίία,
αὐτοὰν τοὰν λοίγο μοίνο
ἔ λεγε:
«Ἀδελφοίί, συγχωρῆ στε καίὰ θαὰ συγχωρηθο
ῦ ν καίὰ
ἱ ο δίκείς σας

μαρτίίες».
17. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποίμηίν:
«Ὁποίαδηίποτε ταλαίπωρίία κίἂ ν πείσεί
ἐ παίνω σου, θαὰ τηὰ νίκηίσείς μεὰ τηὰ σίωπηί».
18. Ἀκοίμα εἶ πε:
«Ἡ πονηρίία δεὰνἐ ξουδετερωίνεί καθοίλου τηὰν πονηρίία,

λλαί,

αὰν καίποίος
ῦ σο καίνείἐκακοί, συὰ
εὐεργείτησεί τον, γίαὰ ναὰ
ἐ ξαφανίίσείς τηὰν κακίία μεὰ ταὰ ἔκαλαὰ ργα».
19. Ἄκουσε ὁ ἀββᾶς Ποίμηὰν γίαὰ καίποίον πουὰ
ἔ τρωγε καίθε
ἕ ἡξί μείρες, δίοίτί

ργίζοίταν.

74
Καίὰ εἶ πεὁ Γείροντας: Ἔ
« μαθε ναὰ σηκωίνεί τοὰ βαίρος
ῆ τ ς νηστείίας
ῶ ἕτ νἡ ξί ῶμερ ν καίὰἔ δεὰν μαθε
ναὰ δίωίχνεί τηὰν
ὀ ργηί του».
22. Καίποίοςἀ δελφοίς, πουὰ
ἀ δίκηίθηκε
ἀ ποὰ

λλον

δελφοί,

λθε στοὰν
ἀ ᾶ ββ Σίσωίη καίὰ
ῦ ἶ το ε πε:
«Ἀδίκηίθηκαἀ ποὰ καίποίον
ἀ δελφοὰ καίὰ θείλω ναὰ παίρω πίίσω τοὰ δίίκίο μου».
Ὁ Γείρονταςὅ μως τοὰν παρακαλο
ῦ σε λείγοντας:
«Μηί, τείκνον, καλυίτερα
ἄ φησεί το στοὰ Θεοὰ τοὰ θείμα
ῦ το δίίκίου σου».
Κί ἐκεῖνος ἐπείμείνε: «Δεὰν θαὰ σταματηίσω τηὰν

ποίθεση,

σπου ναὰ παίρω τοὰ δίίκίο μου πίίσω».

Τοίτεὁ Γείροντας το
ῦ ἶε πε: Ἂ
« ς σηκωθο
ῦ με γίαὰ προσευχηί,
ἀ δελφεί».
Καίί,ἀ φοῦ σηκωίθηκε, ἶε πεὁ Γείροντας:
«Θεεὰ δεὰν ᾿σ ἔ χουμε πλείον
ἀ ναίγκη ναὰ φροντίίζείς γίαὰ
ᾶ μ ς, γίατίὰ
ἐ ῖ με
ἱἴ ςο
δίίκίο μας».
Μοίλίς λοίποὰν τοὰ
ἄ κουσεὐα τοὰ
ὁἀ

δίοί παίίρνουμε πίίσω τοὰ

δελφοίς,

πεσε σταὰ ποίδία
ῦ το Γείροντα λείγοντας:

«Συγχωίρεσεί με,ἀ ββ
ᾶ , δεὰν θαὰ ζητηίσω πλείον τοὰ δίίκίοἀμου ποὰ
ἀ τοὰν δελφοί».
29. Πῆγαν καίποτε στοὰἀ σκητηίρίο
ἑ νοὰς Γείροντα
ῃ λ στεὰς καίὰ
ῦ το
ἶ ε παν:
«Ἔχουμε ἔλθεί ναὰ σοῦ παίρουμεὅ σαἔ χείς στοὰ κελίί σου».
Κί ἐκεῖνος εἶπε: «Παίρτεὅ σα νομίίζετε, παίδίαί μου».
Πῆραν λοίποὰνὅ σα βρῆ καν στοὰ κελίί, ξείχασαν
ὅ μως
ἕ να σακο
ῦ λί πουὰ

ταν
ἐ ῖ κε κρεμασμείνο.
Τοὰ πῆ ρε λοίποὰνὁ Γείροντας κί
ἔ τρεχε
ἀ ποὰ πίίσω τους φωναίζονταίς τους καίὰ λείγοντας:
«Παίδίαί, πᾶ ρτε αὐ τοὰ πουὰ ξεχαίσατε στοὰ κελίί σας».
Κί ἐκεῖνοί, ἐπείδηὰ θαυίμασαν τηὰν
ἀ γαθοίτητα ῦτο Γείροντα,

βαλαν στηὰ θείση τουὰς

λα ταὰ
πραίγματα τοῦ κελίοῦ καίὰ μετανίωμείνοί
ἔ λεγαν μεταξυί τους:
«Πραγματίκαὰ αὐ τοὰς ἶε ναίἄ νθρωπος το
ῦ Θεο
ῦ ».
39. Εἶπε ἕνας ἀποὰ τουὰς Πατείρες:
«Ἐαὰν καίποίος σεὰ κακολογηίσεί,
ἐ συὰ πείς του καλαὰ λοίγία.

75
Ἐαὰν ταὰ δεχθε
ῖ , θαὰἶ ε ναί καλοὰ καίὰ γίαὰ τουὰς Ἐ
δυοί. αὰν παίλί δεὰν ταὰ
ῖ δεχθε

, α τοὰς θαὰ
ἀ λαίβεί ποὰ τοὰν
Θεοὰ γίαὰ ταὰ
ὑ βρίστίκαί του λοίγίαἐκί συὰ γίαὰ ταὰ καλαί σου λοίγία».
40. Εἶπε Γείροντας:
«Ἐαὰν καίποίος θυμηθε
ῖ α
ὐ τοὰν πουὰ τοὰν

θλίψε

τοὰν περίφροίνησε

τοὰν κακολοίγησε

ἔ τοὰν βλαψε,
ὀφείίλεί ναὰ τοὰν φείρνεί στηὰ μνηίμη του σαὰν γίατροὰ σταλμείνο
ἀ ᾿
π τοὰν Χρίστοί.
ἔ Καίὰ χεί χρείος ναὰ
τοὰν θεωρεῖ εὐ εργείτη του.
Δίοίτί τοὰὅ τί στενοχωρε
ῖ σαί, ἶε ναί χαρακτηρίστίκοὰ
ἄ ρρωστης ψυχ
ῆ ἂ
ς, ν δεὰν
ἤ σουν
ἄ ρρωστος, δεὰν
θαὰ σεὰ πείίραζε.
Ὀ φείίλείς ναὰ χαίίρεσαί μεὰἀτοὰν δελφοί, δίοίτί

α τοίς σου φανείρωσε
ἀ τηὰν ρρωίστία σου,
καίὰ ναὰ ὔε χεσαί γί
᾿ α
ὐ τοὰν
ὡ σαὰν ναὰ προίκείταί ἕγίαὰ να θεραπευτίκοὰ φαίρμακο πουὰ

σο
᾿ τοί ὁστείλε
ἴδίος ὁ Χρίστοίς.Ἂ νὅ μως νίωίθείς μ
ῖ σος γί
᾿ α
ὐ τοίν,ἶ ε ναί σαὰν ναὰ λεὰς μείσα σου καταὰ
ῦ το Χρίστο

:
Δεὰν θείλω ναὰ δεχτ

ταὰ φαίρμακαί σου, θείλω ναὰ σαπίίσω μείσα σταὰ τραυίματαί μου».

41. Εἶπε ἄλλη φοραί:
«Αὐτοὰς πουὰ θείλεί ναὰ γίατρευτε
ῖ ἀ ᾿ π ταὰ φοβεραὰ τραυίματα
ῆ τ ςῆψυχ ς, προκείμείνου
᾿ ἀ ν παλλαγε

ἀπ᾿ τηὰνἀ ρρωίστία,ὀ φείίλεί ναὰ
ὑ πομείνεί

σα θαὰ
ῦ το καίνεί

γίατροίς. Γίατίὰ

ο τε
ὐ κί α τοὰς πουὰ
παίσχεί σωματίκαὰ δείχεταίὐε χαρίίστως ναὰ τοὰν κοίβουν

ναὰ τοὰν καυτηρίαίζουν

ναὰ παίρεί
καθαρτίκοί,ἀ λλαὰ καίὰ μοίνο πουὰ ταὰᾶθυμ ἀ
ταί ηδίαίζεί.

μως πείίθείἑ τοὰν αυτοί του πωὰς ὐχωρίὰς α τοὰ
τοῦ εἶναί ἀδυίνατον ν᾿ ἀ παλλαγεῖ ἀ π᾿ τηὰνἀ ρρωίστία. Καίὰ
ὑ πομείνεί

σαῦτο καίνεί

γίατροίς,
γίατίὰ γνωρίίζεί πωὰς δοκίμαίζοντας προσωρίναὰ καίτί

ὐχί ε χαίρίστο,
ἀ θαὰ παλλαγε
ῖ ἀ ᾿ π τηὰν
μακροχροίνίαἀ σθείνεία.
Ὄργανο τοῦ Χρίστοῦ πουὰ καυτηρίαίζεί ἶε ναί α
ὐ τοὰς πουὰ σεὰ προσβαίλλεί

ἀπαλλαίσσείἀ π᾿ τηὰν κενοδοξίία.
Καθαρτίκοὰ πουὰ σο
ῦ στείλνεί
ὁ Χρίστοὰς
ἶ ε ναίὐα τοὰς πουὰ
ῦ σο προκαλε
ῖὑ
ἀπαλλαίσσείἀ π᾿ τηὰν πλεονεξίία.
Καίὰ αὐ τοὰς πουὰ
ἀ ποφευίγεί
ἕ ναν πείρασμοὰ
ἀ ᾿ π τοὰν
ὁ ῖ πο οἔθαὰ ὠχεί
Καίὰ ποίοὰςἄ λλος χαίρίσε στοὰν

τοὰν λίθοβοίλησαν;»

σεὰ κακολογε

καίὰ σεὰ

λίκηὰ ζημίία, γίατίὰ σεὰ

φείλεία,

ποφευίγείἰζωηὰ α ωίνία.

γίο Στείφανο τείτοία δοίξα, σαὰν
ὐ α τηὰ
ἀ πουὰ πείκτησε
ἀ ᾿ ὐ π α τουὰς πουὰ

42. Ἄλλη φοραὰ εἶ πε:
«Ἐγωὰ δεὰν κατακρίίνωὐα τουὰς πουὰ μεὰ κατηγορο
ῦ ἀ ν, λλαὰ τουὰς

ποκαλ
ῶ ὐ
ε εργείτες μου.
ὔ Κί ο τε
παίλί καίνω πείρα τοὰν γίατροὰ
ῶ τ ν ψυχ

ν τηὰν

ρα πουὰ προσφείρεί τοὰ φαίρμακο
ῆ ἀ τ ς τίμίίας στηὰν
κενοίδοξη ψυχηί μου».
43. Εἶπε ἕνας Γείροντας:

76
«Βλείπουμε τοὰν σταυροὰ το
ῦ Χρίστο
ῦ , δίαβαίζουμε γίαὰ ταὰ παίθη του,
ὅ κί ἐμωςῖ με ς δεὰν σηκωίνουμε
καμίία προσβοληί».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΖ´
Περίὰἀ γαίπης
1. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἀντωίνίος:
«Ἐγωὰ δεὰν φοβ
ᾶ μαί πίαὰ τοὰν Θεοί,

λλαὰ ἀ
τοὰν ῶγαπ , γίατίὰ
ἡἀ

γαίπη δίωίχνεί πείρα τοὰν φοίβο».

2. Εἶπε παίλί:
«Ἡ ζωηὰ καίὰὁ θαίνατοςῆτ ς ψυχ
ῆ ἐς ξαρτ
ᾶ ταί
ἀ ποὰ τοὰν πλησίίον.

ν κερδίίσουμεἀτοὰν δελφοί, τοὰν
Θεοὰ κερδίίζουμε,ἐ ῷ
ν ἂ ν σκανδαλίίσουμε τοὰν
ἀ δελφοί, στοὰν Χρίστοὰ

μαρταίνουμε».
4. Ὁ ἀββᾶς Ἀγαίθων εἶ πε:
«Ποτεὰ δεὰν πλαίγίασα ναὰ κοίμηθ
ῶ ἔ , χοντας δυσαρεστηθε

μεὰ καίποίον,

λλαὰ
ὔ ο τεἄκαίὰ φησα

- σο
μποροῦσα- ἄλλον ναὰ κοίμηθεῖ ,ἔ χοντας καίτί μεὰ μείνα».
7. Ἔλεγε ὁ ἀββᾶς Ἀγαίθων:
«Ἂν γίνοίταν ναὰ βρ
ῶ ἕ να λεπροὰ καίὰ ναὰῦτο δωίσω τοὰ δίκοί μου
ῶ σ μα καίὰ ναὰ παίρω τοὰ δίκοί του,
εὐχαρίίστως θαὰ τοὰ
ἔ καμνα. Γίατίὰὐα τηὰ
ἶ ε ναί

τείλεία

γαίπη».
16. Ἔλεγε ὁ ἀββᾶς Ἰωαίννηςὁ Κολοβοίς:
«Δεὰν γίίνεταί ναὰ χτίίσεί κανείὰς τοὰ σπίίτί,

ρχίίζοντας

ποὰ παίνω καίὰ προχωρωίντας προὰς ταὰ καίτω.
Ἀποὰ ταὰ θεμείλία θαὰ
ἀ ρχίίσεί καίὰ θαὰ προχωρηίσεί προὰς ταὰ παίνω».
Τοὰν ρωτοῦ ν:
«Τίί σημαίίνουν α
ὐ ταὰ ταὰ λοίγία;»
«Τοὰ θεμείλίο,ἀ παντ
ᾷ , ἶε ναίὁ πλησίίον, προκείμείνου ναὰ τοὰν σωίσείς, καίὰ
ῶ πρἐ τοςὠ συὰ ῖ φελε σαί,
γίατίὰἀ π᾿ αὐ τοὰν κρείμονταί
ὅ λεςἱ οἐ ντολεὰς ῦτο Χρίστο
ῦ ».
18. Ὁ ἀββᾶς Ἰωαίννης εἶ πε:
«Ὁ πατείρας μας,ὁ ἀ ββᾶ ςἈ ντωίνίος, ἶε πε: Ποτεὰ δεὰν
ἔ βαλα τοὰ δίκοί μου συμφείρον πίοὰ παίνω

ποὰ
τηὰνὠ φείλεία το
ῦ ἀ δελφο
ῦ μου».
32. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ὑπερείχίος:

77
«Προσπαίθησε ναὰ γλίτωίσείςὅ - σο μπορε
ῖ ς- τοὰν πλησίίον

ποὰἁτίὰς μαρτίίες χωρίὰς ναὰ τοὰν προσβαίλείς,
δίοίτί καίὰὁ Θεοὰς δεὰν
ἀ ποστρείφεταί

σους μετανοο
ῦ Ἐν. πίίσης, λοίγος κακίίας

πονηρίίας

ναντίίον
τοῦ ἀδελφοῦ σου ἂς μηὰν παραμείνεί στηὰν καρδίαί σου, γίαὰ ναὰ μπορε

ς ναὰ λείς:
Συγχωίρεσεί μας ταὰ παραπτωίματαί μας,

πως καίὰ
ἐ ῖ με ς συγχωρο
ῦ ἐμε κείίνους πουὰ
ᾶ ἔ μ ς φταίξαν».
38. Ἕνας Γείροντας εἶ πε:
«Ἂν καίποίος σοῦ ζητηίσείἕ να πρ
ᾶ γμα καίὰ συὰ βίαίζοντας τοὰν

αυτοί σου τοὰ προσφείρείς, φροίντίσε
καίὰὁ λογίσμοίς σου ναὰὐε αρεστηθε
ῖ μεὰὐα τοὰ πουὰ δίίνείς, καθωὰς

ε ναί γραμμείνο:

ν καίποίος σεὰ
ἀγγαρευίσεί ναὰ π
ᾶ ς μαζίί του
ἕ να μίίλί, πηίγαίνε δυοί. Δηλαδηὰ

ν καίποίος
ῦ σο ζητηίσεί καίτί,ῦ ναὰ το
τοὰ δωίσείς μεὰ
ὅ λο σου τοὰ
ἶ ε ναί».
44. Δυοὰ Γείροντες ζο
ῦ σανὡ ς μοναχοίὰ πολλαὰ χροίνία μαζίὰ καίὰ ποτεὰ δεὰν μαίλωσαν.
ἶ ὁἕ
Ε πε
ἄλλον:

νας στοὰν

«Ἂς φίλονίκηίσουμε κίἐ μεῖ ς μίία φοραὰ
ὅ πως
ὅ λοίἱ οἄ νθρωποί».
Ὁ ἄλλος ἀποκρίίθηκε:
«Δεὰν ξείρω π
ῶ ς γίίνεταί

φίλονίκίία».

Καίὰ τοῦ λείείὁ ἀ δελφοίς:
«Ναί, θαὰ βαίλω στηὰ μείση

ναῦτο βλο.

εἶναί, καίὰἀ ποὰ ῶ
δ γίίνεταί
ἡ ἀ ρχηί».

γωὰ θαὰὅλείωἶ τί ε ναί δίκοί μου
ἐ κί συὰ ναὰ
ὄ λείς, χί, δίκοί μου

Ἔβαλαν πραίγματί στηὰ μείση
ἕ να το
ῦ βλο. Λείεί
ὁἕ

νας:

«Αὐτοὰ εἶ ναί δίκοί μου».
Ὁ ἄλλος εἶπε: «Ὄχί, εἶναί δίκοί μου».
Εἶπε ὁ πρῶτος:
«Ἔ, ἂν εἶναί δίκοί σου, παίρ
᾿ το καίὰ πηίγαίνε».
Καίὰἔ φυγαν, χωρίὰς ναὰ βρο
ῦ νἰα τίία γίαὰ φίλονίκίία.
45. Ἕνας Γείροντας εἶ πε:
«Ποτεὰ δεὰνἐ πεθυίμησα
ἕ να
ἔ ργο πουὰ ναὰ

φελε
ῖἐ
μείνα καίὰ ναὰ βλαίπτεί τοὰν δίπλανοί, γίατίὰ πίίστευα
ὅτί τοὰ κείρδος το
ῦ ἀ δελφο
ῦ μου ἶε ναί καρποφορίία γίαὰ μείνα».
51. Καίποίοςἀ ποὰ τουὰς Πατείρεςῆ π γε στηὰν ποίλη ναὰ πουληίσεί
ἐ τοὰ ργοίχείροί
Ἐ του.
ῖ ἶ κε
ἕ ε δε ναν
φτωχοὰ πουὰἦ ταν γυμνοίς, καίὰ
ἐ πείδηὰ τοὰν σπλαχνίίστηκε,
ῦ το χαίρίσε
ἐ τοὰ πανωφοίρί
Ὁ του. φτωχοὰς

78
ὅμως πῆγε καίὰ τοὰ πουίλησε.
Ὅ ταν τοὰ
ἔ μαθεὐα τοὰ

ἔδωσε τοὰἔ νδυμα.

Γείροντας, λυπηίθηκε καίὰ μεταίνίωσε πουὰ

το

Ἐκείίνη τηὰ νυίχτα παρουσίαίστηκε στοὰν Γείρονταὄ-σεὰ νείροὁ
Χρίστοίς, φορωίντας
ἐ τοὰ πανωφοίρί.
Τοῦ λείεί:
«Μηὰ λυπᾶ σαί, ναί, φορ
ῶ α
ὐ τοὰ πουὰ ῦ
μοἔ

χείς δωίσεί».

52. Οἱ Γείροντεςἔ λεγαν:
«Ὁ καθείναςὀ φείίλεί ταὰ προβληίματα ῦτο πλησίίον ναὰ ταὰ καίνεί δίκαί του καίὰ
ὅ σεὰ λα ναὰ συμπαίσχεί
μεὰ αὐ τοίν. Καίὰ ναὰ χαίίρεταί καίὰ ναὰ κλαίίεί μαζίὰ
᾿ ὐ μ α τοίν, καίὰ μεὰ τείτοία δίαίθεση ναὰ στείκεταί
ἀπείναντίί του, σαὰν ναὰ φοραίεί τοὰ
ῶ σ μα
ῦ το πλησίίον καίὰ σαὰν ναὰ προίκείταί γίαὰ
ἑ τοὰν αυτοί

του, ν
ποτεὰ συμβεῖ καίτί κακοὰ᾿σἐ κε
ῖ νον.
Αὐταὰ εἶ ναί συίμφωνα μεὰ τηὰ Γραφηὰ πουὰ λείεί: Χαίρη στοὰν Χρίστοὰ

ἴ λοί ε ἕ
μαστεῶ να σ μα.
Καίί:Ὅ λοίὅ σοί πίίστευσαν στοὰν Χρίστοὰ
ἶ ε χαν μίία καρδίαὰ καίὰ μίία ψυχηί».
58. Ἕνας ἀδελφοὰς ρωίτησε καίποίον Γείροντα:
«Γίατίί,ὅ ταν καίνω τίὰς μίκρείς μου προσευχεὰς (τοὰν κανοίνα μου), προσείχω
ὅ ἄ τί λλοτεὑ δεὰν παίρχεί
εὐφορίία στηὰν καρδίαί μου καίὰ
ἄ λλοτε προθυμίία;»
Ἀπαντᾷ ὁ Γείροντας:
«Πῶς λοίποὰν θαὰ φανε
ῖ ὅ τίὁ ἄ νθρωποςἀ γαπ
ᾷ τοὰν Θεοί;»
Καίὰ συμπληίρωσε:
«Ἐμείνα τοὰ ῶ
σ μα μου μείχρί τωίρα δεὰν μποίρεσεἀναὰ νταποκρίθε

στηὰν προαίίρεσηί μου».
61. Ἕνας Γείροντας εἶ πε:
«Μηὰνἀ παίτεῖ ςἀ γαίπηἀ ποὰ τοὰν πλησίίον, γίατίὰ
ἐ ῖ κε νος πουὰ

ᾷγαπ καίποίον καίὰ δεὰν βρίίσκεί
ἀνταποίκρίση ταραίζεταί.
Καλυίτερα,ἐ συὰ δε
ῖ ξε τηὰν
ἀ γαίπη στοὰν πλησίίον,

τσί
ἐ κί συὰ νίωίθείς

ναίπαυση,

λλαὰ μεὰ τοὰν τροίπο
αὐτοὰὁ δηγεῖ ς σεὰἀ γαίπη καίὰ τοὰν πλησίίον».
62. Εἶπε παίλί:
«Τοὰ ναὰὑ στερε
ῖ ς στοὰ θείμα
ῆ τἀς γαίπης

πείναντί
ῶ τἀ ν δελφ

ν προείρχεταί

ποὰ
ὅ τοὰ τί δείχεσαί
τουὰς λογίσμουὰς πουὰ ξεκίνο
ῦ ἀ
ν ποὰ
ὑ ποψίία καίὰ

μπίστευίεσαί σταὰ

α σθηίματαί
Ἐ σου. πίπλείον καίὰ
ἀποὰ τοὰὅ τί δεὰν θείλείς ναὰ παθαίίνείς

ντίίθετα
ἀ ὅ ποὰἐ ,τί πίθυμε
ῖ Ἐ ς.ῖ κε νο λοίποὰν πουὰ

σο
χρείαίζεταί εἶ ναί μεὰ τηὰ βοηίθεία ῦτο Θεο
ῦ ,ῶ
πρ τα -πρ
ῶ τα ναὰ μηὰ δίίνείς

μπίστοσυίνηὑστίὰς ποίνοίείς

79
σου καίὰὕ στερα μεὰὅ λη σου τηὰν προθυμίία καίὰ τηὰ δυίναμη ναὰ ταπείνωίνεσαί

νωίπίον
ῶ ἀ τ νῶ δελφ ν,
καίὰ ναὰ κοίβείς γίαὰ χαίρη τους τοὰ θείλημαί σου».
Ἔλεγε ἐπίίσηςὅ τίἡ ἀ γαίπη πουὰ
ἔ χεί
ἀ φετηρίία τοὰν Θεοὰ
ἶ ε ναί πίοὰ δυνατηὰ
ἀ καίὰ ποὰ
ἀ τηὰν γαίπη πουὰ
τηὰνἔ χεί κανείὰςἐ κ φυίσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΗ´
Περίὰ δίορατίκῶ ν
4. Ὁ ἀββᾶς Δανίηὰλ εἶ πε:
«Μᾶς δίηγηίθηκεὁ ἀ ββᾶ ςἈ ρσείνίος -ταίχα γίαὰ καίποίον

λλον,
ἐ ῷὁ
νἴ

δίος

ταν- ἑταὰ
ῆ ξ ς:

Ἕνας Γείροντας καθωὰς καθοίταν στοὰ κελίί του,

κουσε φωνηὰ πουὰ

λεγε:
«Ἔλα, θαὰ σοῦ δείίξω ταὰ
ἔ ργαῶτ ἀ
ν νθρωίπων».
Σηκωίθηκε καίὰ βγ
ῆ κε. Τοὰν
ἔ φερε σεὰ καίποίο τοίπο καίὰ
ῦ ἔτο δείξε

ναν
ἰ Α θίίοπα ναὰ κοίβεί ξυίλα καίὰ ναὰ
καίνείἀ π᾿ αὐ ταὰἕ να μεγαίλο φορτίίο, πουὰ προσπαθο

σε ναὰ τοὰ φορτωθε
ῖ ἀ , λλαὰ δεὰν μπορο

σε. Καίὰ
ἀντίὰ ναὰἀ φαίρείσεί ξυίλα
ἀ ποὰ
ὐ α ἔτοί, κοβε
ἄ κί λλα καίὰ ταὰ στοίίβαζε στοὰ φορτίίο.

Αἔ τοὰ τοὰ καμνε
γίαὰ πολληὰὥ ρα.
Προχωίρησε λίίγο παραὰ πείρα. ῦΤο δείίχνεί

ναν

νθρωπο ναὰ στείκεταί παίνω σεὰ λαίκκο, ναὰ βγαίζεί
νεροὰἀ π᾿ αὐ τοὰν καίὰ ναὰ τοὰ ρίίχνεί σεὰ μίία δεξαμενηὰ
ἦ πουὰὅ ταν ῦ λο τρ πες
ἔ καίὰ πεφτε

τοὰ δίο τοὰ
νεροὰ παίλί στοὰν λαίκκο.
Ξαναὰ τοῦ λείεί:
«Ἔλα, θαὰ σοῦ δείίξωἄ λλο».
Καίὰ βλείπείἕ ναν ναοὰ καίὰ δυοὰ

νδρες καθίσμείνουςἄσεὰ λογα πουὰ κρατο

σαν

ο δυοίἕτους να ξυίλο
σεὰ πλαίγία θείση
ὁ ἕ νας δίίπλα στοὰν

λλο.

θελαν ναὰ περαίσουν

ποὰ τηὰ ἀ
θυίρα, λλαὰ δεὰν
μποροῦσαν, γίατίὰ τοὰ ξυίλο
ἦ ταν πλαγίαστοί. Καίὰ δεὰν
ῆ π ρε τηὰν ταπείνηὰὁθείση

ναςἀπίίσω ποὰ τοὰν
ἄλλο, ὥστε ναὰ μεταφείρουν τοὰ ξυίλο κρατωίντας το προὰς τηὰν
ὐ ε θείίσα πουὰ πηίγαίναν,᾿καίὰ
ὐ γί α τοὰ
ἔμείναν ἔξω ἀποὰ τηὰν ποίρτα.
Αὐτοίὰ εἶ ναί,ἐ ξηίγησε,ἐ κε
ῖ νοί πουὰ βαστο
ῦ ν τοὰν ζυγοὰ
ῆ τ ς δίκαίοσυίνηςὑμεὰ περηφαίνεία, καίὰ δεὰν
ταπείνωίθηκαν ναὰ δίορθωίσουν τοὰν
ἑ αυτοί τους καίὰ ναὰ βαδίίσουν τηὰν ταπείνηὰ

ῦ δοὰ το ῦΧρίστο
᾿
. Γί
αὐτοὰ καίὰ μείνουν
ἔ ξω
ἀ ποὰ τηὰ Βασίλείία
ῦ το ῦΘεο
Ἐ . ῖ κε νος πουὰ κοίβεί ταὰ ξυίλα,

ὁεἄναί
νθρωπος

πεσμείνος σεὰ πολλεὰς
ἁ μαρτίίες καίὰ

ντίὰ ναὰ μετανοηίσεί, βαίζεί
ἄ κί λλες παίνω
ἁ στίὰς μαρτίίες του.
Τείλος,ἐ κεῖ νος πουὰ τραβαὰ τοὰ νεροὰ
ἶ ε ναί
ὁἄ
νθρωπος πουί, ναίὰ μεὰν καίνεί ἔκαλαὰἀ ργα,ἐ λλαὰ πείδηὰ
σ᾿ αὐταὰ εἶ χεἀ ναμείίξείὄ χί καλοὰ σκοποί,
ἔ χασε
ἐ ξαίτίίας
ὐ α ῦτο καίὰ ταὰ καλαὰ

ργα.
Καίθεἄ νθρωπος λοίποὰν πρείπεί ναὰ
ἶ ε ναί προσεκτίκοὰς σταὰ

ργα του, γίαὰ ναὰ μηὰν κοπίαίσεί

δίκα».

80
30. Ἔλεγαν γίαὰ τοὰνἀ ββ
ᾶ Παχωίμίο
ὅ τί καίποτε κηδευοίταν τοὰ σκηίνωμα

νοὰς νεκρο

ὅ καίὰ τί τοὰ
συναίντησεὁ ἀ ββᾶ ς στοὰν δροίμο.
Βλείπεί δυοὰἀ γγείλους ναὰ
ἀ κολουθο
ῦ ν τοὰν νεκροὰ πίίσω

ποὰ τοὰ νεκροκρείβατο.
Ἀποίρησε γί᾿ αὐ τουὰς καίὰ παρακαίλεσε τοὰν Θεοὰ ναὰ
ῦ ἀτο

ποκαλυίψεί τοὰ γεγονοίς.

Τοὰν πλησίαίζουν ἱο δυοὰ
ἄ γγελοί. Τουὰς ρωταίεί:
«Γίατίίἐ σεῖ ς ποῦ εἶ στεἄ γγελοίἀ κολουθεῖ τε τοὰν νεκροί;»
Καίὰ τοῦ λείνε ἱοἄ γγελοί:
«Ὁ ἕνας ἀποὰ μᾶ ς εἶ ναί τῆ ς Τεταίρτης κίὁ ἄ λλος ῆ
τ ς Παρασκευ
ῆ ς. Α
ὐ τοὰς
ὡ ς τηὰ μείρα πουὰ πείθανε
δεὰν παρείλείπε ναὰ νηστευίεί Τεταίρτη καίὰ Παρασκευηί,
᾿ γί
ὐ α τοὰν τοὰνἀλοίγο κολουθηίσαμε
ἀ πίίσω ποὰ
τοὰ σκηίνωμαί του.
Ἐ πείδηὰ λοίποὰν μείχρί τοὰν θαίνατοί του τηίρησε τηὰ νηστείία,
ἐ ῖ κί᾿ με
ὐ ς μ α τοὰν τοὰν
τροίπο δοξαίσαμε α
ὐ τοὰν πουὰ
ἔ κανε
ἀ ῶγ να
ἐ νωίπίονῦτο Κυρίίου».
31. Ὁ μακαίρίος Παῦ λοςὁ ἁ πλοίς,ὁ μαθητηὰς το
ῦ ἁ γίίου
Ἀ ντωνίίου, δίηγηίθηκε στουὰς Πατείρες

τί
καίποτεἐ πίσκείφθηκεἕ να μοναστ
ῆ ρί γίαὰ
ὠ φείλεία
ῶτ ἀν δελφ
ῶ ν. Μεταὰ τηὰ συνηθίσμείνη συνομίλίία
μεταξυί τους, μπῆ καν στηὰνἁ γίία το
ῦ Θεο
ῦ ἐ κκλησίία ναὰ καίνουν τηὰν καθίερωμείνη

κολουθίία.

μακαίρίος Παῦ λος -λείεί- προίσεχε τοὰν καθείνα πουὰ

μπαίνε στηὰν

κκλησίία,

ραγε μεὰ ποίαὰ ψυχίκηὰ
δίαίθεσηἐ ρχοίταν στηὰν
ἀ κολουθίία. Γίατίὰ

Θεοὰς καίὰ
ὐ α τοὰ τοὰ χαίρίσμα
ῦ ἶ το ε χε δωίσεί, ναὰ βλείπεί
ποίοὰς εἶ ναίὁ καθείνας στηὰν ψυχηί,
ὅ πως
ἐ ῖμε ς βλείπουμε
ὁἕ
νας τοὰν

λλο.
Ὅλοί ἔμπαίναν μεὰ λαμπρηὰ τηὰν ψυχηὰ καίὰ τοὰ προίσωπο χαρωποὰ
ὁ καίὰ

γγελος
ῦ το καθενοὰς
χαίροίταν μαζίί του.Ἕ ναν -λείεί- τοὰν βλείπείῦμα ρο καίὰ σκοτείνοὰ
᾿ ὅ σ λο τουῶτοὰ σ μα. Δαίίμονες
τοὰν περίτρίγυίρίζαν κίἀ π
᾿ ταὰ δυοὰ μείρη, τοὰν τραβο

σαν καίὰ
ῦ το περνο

σαν χαλίναίρί στηὰ μυίτη,
ἐνῷ ὁ ἄγγελοίς τουἀ κολουθοῦ σεἀ ποὰ μακρίαί, σκυθρωποὰς καίὰ θλίμμείνος.
Ὁ Παῦλος κλαίίγοντας καίὰ χτυπωίντας μεὰ τοὰ χείρί τοὰ
ῆ στ θος, καθοίταν
ἔ ἀ ξω ποὰ
ἐ τηὰν κκλησίία καίὰ
θρηνοῦσε αὐτοὰν πουὰ τοὰνἶ ε δε σεὰ τείτοία καταίσταση.
ἱ Ο Πατείρες μπροσταὰ στηὰν παραίξενη σταίση
τοῦ ἀββᾶ καίὰ στηὰνἀ προίοπτη μεταβοληί του σεὰ δαίκρυα καίὰ πείνθος,

ρχίσανἱκαίὰ
ἴ ο δίοί ναὰ
θρηνοῦν, καίὰ τοὰν ρωτο
ῦ σαν καίὰ τοὰν παρακαλο
ῦ σαν ναὰ τουὰς
ῖ πε ἶτίί ε δε, φοβουίμενοί μηίπως τοὰ
ἔκανε γίατίί εἶ χε καίποίο παραίπονο
ἀ ποὰ
ὅ λους. Τοὰν παρακαλο

σαν

κοίμη ναὰῖ μπε στηὰν
ἀκολουθίία.
Ὁ Παῦλος ὅμως τουὰςἀ πομαίκρυνε καίὰ καθοίταν
ἔ ξω, θρηνωίντας μεὰ τηὰν ψυχηί του
ὐ α τοὰν πουὰ τοὰν
εἶδε ἔτσί.
Ὕστερα ἀποὰ λίίγοἡ ἀ κολουθίία τελείίωσε καίὰ

λοί

βγαίναν.

ῦΠα λος παίλί παρατηρο

σε τοὰν
καθείνα, θείλοντας ναὰ δε
ῖ σεὰ τίί καταίσταση

σαν
ὐ α τοίὰἔπουὰ βγαίναν. Βλείπεί λοίποὰν
ἐ ῖ
κε νον τοὰν
ἄνδρα, τοὰν μαῦ ρο καίὰ ζοφεροί, ναὰ βγαίίνεί

ποὰ τηὰν

κκλησίία λαμπροὰςῶστοὰ σ μα, τουὰς δαίίμονες ναὰ
ἀκολουθοῦν καίπου μακρίαὰ καίὰ τοὰν
ἅ γίο
ἄ γγελο κονταί του ναὰ τοὰν συνοδευίεί καίὰ ναὰ χαίίρεταί
πολυὰ γί᾿ αὐ τοίν.Ὁ Πα
ῦ λοςἀ ναπηίδησε μεὰ χαραὰ καίὰ φωίναζε
ὐ ε λογωίντας τοὰν Θεοί:

81
«Ὢ ἀνείκφραστη φίλανθρωπίία το
ῦ Θεο
ῦ καίὰ
ἀ γαθοίτητα!

στηὰνἄ μετρη φίλανθρωπίία Του!»

, δοίξα στουὰς θείίους
ἰ ο κτίρμουίς Του καίὰ

Τρείχονταςἀ μείσωςἀ νείβηκε σεὰ ψηλοὰ σκαλοπαίτί ἔκαίὰ λεγε μεὰ μεγαίλη φωνηί:
«Ἐλᾶτε ναὰ δεῖ τε ταὰἔ ργα το
ῦ Θεο
ῦ τίί καταπληκτίκαὰ καίὰ

ξίοθαυίμαστα
ἶ ε ναί.
Ἐ ᾶ λ τε ναὰ
ῖ δε τε
αὐτοὰν πουὰ θείλεί
ὅ λοίἱ οἄ νθρωποί ναὰ σωθο
ῦ ν καίὰ ναὰ γνωρίίσουνἀτηὰν ληίθεία.
Ἐ ᾶ
λ τε ναὰ τοὰν
προσκυνηίσουμε, ναὰ πείσουμε σταὰ ποίδία του καίὰ ναὰ
ῦ τοῦ πο με: Συὰ μοίνος ῖμπορεἀ ς ναὰ παλλαίσσείς
ἀποὰ τίὰςἁ μαρτίίες».
Ἔτρεχαν ὅλοί μαζίὰ μεὰἐ νδίαφείρον ναὰ
ἀ κουίσουν ταὰ λεγοίμενα.

ταν συγκεντρωίθηκαν

ὁ λοί,
Παῦλος περίείγραψε τίί ἶε χεἀ ποκαλυφθε
ῖ ᾿σ α
ὐ τοίν, πρίὰν μπο
ῦ ν στηὰν

κκλησίία.

στερα ζηίτησε
ἐπίίμοναἀ ποί᾿ κε
ῖ νον τοὰν
ἄ νδρα ναὰ φανερωίσεί γίαὰ ποίαὰ
ἰ αὁτίία Θεοὰς
ῦ το χαίρίσε ξαφνίκαὰ μίαὰ
τείτοίαἀ λλαγηί.
Ὁ ἀδελφοίς,ἀ φοῦ ἐ ξετείθηἀ ποὰ τοὰν Πα
ῦ λο μπροσταὰὅσεὰ λους, χωρίὰς δίσταγμοὰ

ρχίσε ναὰ λείεί ταὰ
σχετίκαὰ μεὰ τοὰν
ἑ αυτοί του.
«Ἐγωὰ -εἶ πε- εἶ μαίἄ νθρωποςἁ μαρτωλοίς.Ἀ ποὰ πολυὰ καίροὰ καίὰ μείχρί τωίρα
ῦ ζο σα
᾿ μείσ ταὰ σαρκίκαὰ
ἁμαρτηίματα.Ὅ τανὅ μως μπῆ κα στηὰνἁ γίία το
ῦ Θεο
ῦ ἐ κκλησίία,ὐα τηὰ τηὰν
ὥ ἄρα κουσα

ποὰ τοὰν
προφηίτηἩ σαίΐία -μ
ᾶ λλον
ὁ Θεοὰς μίλο
ῦ σε μείσ
ῳ ὐ α ῦτο - ναὰ λείεί: Ναὰ λουσθε

τε, ναὰ καθαρίσθε

τε.
Ναὰἀ φαίρείσετε τίὰς πονηρίίες καίὰ ἁ
ταὰ μαρτωλαὰ παίθη

ποὰ τίὰς καρδίείς
ὥ σας, στε
ἶ ναὰ ε σθε καθαροίὰ
ἐνωίπίοίν μου. Ναὰ μαίθετε ναὰ καίνετε τοὰ καλοί.ἂΚαίὰ
ἱ ν ο ψυχείς
ἶ σας ε ναί κοίκκίνες, θαὰ τίὰς λευκαίνω
σαὰν τοὰ χίοίνί. Κί
ἂ ν θεληίσετε ναὰ ἀμεὰ κουίσετε,
ἀ θαὰ πολαυίσετε
ἀ ταὰ γαθαὰ
ῆ ῆ τ ς γἐ ς. Καίὰ

γωὰ ποίρνος
-λείεί- μεὰ ταὰ λοίγίαὐα ταὰῦτο προφηίτη

νίωσα καταίνυξη στηὰν ψυχηί. Στείναξα μείσα μου
ἶ καίὰ ε πα
στοὰν Θεοί: Συὰἶ ε σαί
ὁ Θεοίς, πουὰ

ρθες στοὰν κοίσμο ναὰ σωίσείςἁτουὰς μαρτωλουίς.

Α ταὰ πουὰ τωίρα
ὑποσχείθηκες μεὰ τοὰν προφηίτη σου,ὐα ταὰ πραγματοποίίησεί τα σεὰ μείνα
ἁ τοὰν μαρτωλοὰ
ἀ καίὰ ναίξίο.
Ναί,ἀ ποὰ τωίρα σο
ῦ δίίνω τοὰν λοίγο μου
ἔ κί ρχομαί σεὰ συμφωνίία μαζίί σου, καίὰ μεὰ τηὰν καρδίαί μου
σοῦ ὑποίσχομαίὅ τί δεὰν θαὰ καίνω πλείον καίτί

ποὰ
ὐ α ταὰ ταὰ κακαί.

γκαταλείίπω καίθε παρανομίία
καίὰἀ ποὰ τωίρα
ὑ πηρετ
ῶ ἐ σείνα μεὰ καθαρηὰ συνείίδηση. Σηίμερα, Κυίρίεί μου,
ἀ ᾿καίὰ
ὐ π αὥ
τηὰ τηὰν ρα
δείξαί με μετανοημείνο, πεσμείνο σταὰ ποίδία σου καίὰ

ποφασίσμείνο


ποὰ δ καίὰ πείρα
ἀ ναὰ πείχω
ἀποὰ καίθεἁ μαρτίία. Μεὰὐα τεὰς τίὰς συμφωνίίες -λείείἔ
φυγα

ποὰ
ἐ τηὰν κκλησίία παίίρνοντας μείσα
στηὰν ψυχηί μου τηὰν
ἀ ποίφαση ναὰ μηὰν πραίξω πίαὰ τίίποτε τοὰἀ κακοὰ πείναντί στοὰν Θεοί».
Ὅλοί ὅσοί ταὰἄ κουσαν αὐ ταί, μεὰ μίαὰ φωνηὰ

ψαλλαν δυναταὰ στοὰν Θεοί:
«Ὡς ἐμεγαλυίνθη ταὰἔ ργα σου, Κυίρίε, παίντα
ἐ ν σοφίί
ᾳἐ

ποίίησας».

Λοίποίν, χρίστίανοίί, καθωὰς ξείρουμε
ἀ ποὰ τίὰς
ῖ θε ες Γραφεὰς καίὰ
ἀ τίὰς ποκαλυίψείςἀποίση γαθοίτητα
ἔχεί ὁ Θεοὰς σεὰὅ σους καταφευίγουν μεὰ
ἰ ε λίκρίίνεία
᾿Ἐ
σ ῖ κε νον καίὰ δίορθωίνουν μεὰ μεταίνοία ταὰ
προηγουίμεναἁ μαρτηίματα, καίὰ
ὅ τί δίίνεί παίλί ἀ
ταὰ γαθαὰἔπουὰὑ χεί ποσχεθε

, χωρίὰς ναὰ ῖτίμωρε τίὰς
προηγουίμενεςἁ μαρτίίες,ἐ με
ῖ ςἂ ς μηὰν
ἀ πελπίστο
ῦ με γίαὰ τηὰ σωτηρίία μας.

πως δηλαδηὰ
ὑποσχείθηκε μεὰ τοὰν προφηίτη
Ἡ σαίΐία

τί θαὰ πλυίνεί

ἔσους χουν ῖβρεθε στοὰν
ῦ βο ῆρκο
ἁ τ ς μαρτίίας
καίὰὅ τί θαὰ τουὰς λευκαίνεί σαὰν μαλλίὰ καίὰ χίοίνί,
ὅ καίὰ τί θαὰ τουὰςἄ καίνεί ξίουςἀγίαὰ ταὰῆ ἄ
γαθαὰ τ ς νω
Ἱερουσαληίμ,ἔ τσί παίλί μεὰ τοὰν
ἅ γίο προφηίτη

εζεκίηὰλ

ρκίίζεταί

τί δεὰνᾶθαὰ μ ς καταστρείψεί.
Γίατίί, λείείἡ προφητείία:

82
«Ζῶ ἐγωὰ -δίαβεβαίωίνείὁ Κυίρίος- καίὰ δεὰν θείλω τοὰν θαίνατο
ῦ ἁτο
καίὰ ναὰἔ χεί ζωηί».

μαρτωλο
ῦ ὥ ,

σπου
ἐ ναὰ πίστρείψεί

32. Καίποτεὁ Ζαχαρίίας, μαθητηὰς το
ῦ ἀ ββ
ᾶ Σίλουανο
ῦ , μπ
ῆ κε στοὰ κελίὰ καίὰ
ῆ βρ κε ἀ
τοὰνᾶ ββ σεὰ
ἔκσταση, καίὰ ταὰ χείρία του
ὑ ψωμείνα στοὰν
ὐ ο ρανοί.

κλείσε τηὰν ποίρτα καίὰ
ῆ βγ κε. Ξαναὰ

π γε στίὰς
δωίδεκα καίὰ στίὰς τρε
ῖ ς τοὰ μεσημείρί καίὰ τοὰν
ῆ βρ κε στηὰν

δία σταίση.
Καταὰ τίὰς τείσσερίς χτυίπησε τηὰν ποίρτα καίὰ
ῆ μπ κε. Τοὰν
ῆ βρ κε
ἡ ναὰ συχαίζεί. Τοὰν
ᾷ ρωτ :
«Παίτερ, τίίἔ χείς σηίμερα;»
«Ἀδίαθείτησα σηίμερα, παίδίί μου»
ἀ παίντησε.
Ἐκεῖνος ὅμως ἀγκαίλίασε ταὰ ποίδία του καίὰ ῦτο ἶ ε πε;
«Δεὰν θαὰ ᾿σ ἀ φηίσω,
ἂ ν δεὰν ῦμο ῖπε ς τίί
ἶ ε δες».
Κί ὁ Γείροντας τοῦ λείεί:
«Ἐγωὰἁ ρπαίχτηκα στοὰνὐο ρανοὰ καίὰ
ἶ ε δα τηὰ δοίξα
ῦ το ῦΘεο
Ἐ .ῖ κε στεκοίμουν

τωίρα γυίρίσα».

ςἀπρίὰν ποὰ λίίγο, καίὰ

38. Καίποίοςἀ ποὰ τουὰς Πατείρες
ἶ ε πε
ὅ τί
ἱ ο μοναχοίὰ τρίία πραίγματα ῦτίμο
ἰ ν δίαίίτερα, πουὰ
ἐ ῖκί με ς
πρείπεί ναὰ ταὰ πλησίαίζουμε μεὰ φοίβο καίὰ τροίμο καίὰ χαραὰ πνευματίκηί.

ἶΑ ταὰ
ἡ ε ναί κοίνωνίία

τ ν
ἁγίίων μυστηρίίων,ἡ τραίπεζαῶτ ἀ
ν δελφ
ῶ ν καίὰ

νίπτ
ῆ ρας τους.
Ἔφερε καίὰἀ ναίλογο παραίδείγμα:
Ἕνας Γείροντας, μεγαίλος δίορατίκοίς, μίαὰ μείρα

ταν μαζίὰ μεὰ πολλουὰς

δελφουίς.
ὥ Τηὰν ρα πουὰ
αὐτοίὰἔ τρωγαν,ὁ Γείροντας καθίσμείνος στοὰ τραπείζί προίσεχε μεὰ τοὰ
ῦ πνε μα του,
ἔ κί βλεπε

λλους
ναὰ τρῶ νε μείλί,ἄ λλους ψωμίί,
ἄ λλους κοίπρο.
Ἀ πορο
ῦ σε μείσα του, καίὰ παρακαλο

σε τοὰν Θεοί:
«Κυίρίε, φανείρωσεί μουὐα τοὰ τοὰ μυστηρί

δεςᾶπρ γμα,

τί
ἱ ἴ ο δίες τροφεὰς
ἶ ε ναί μπροσταὰ
ὅ σεὰ λους
παίνω στοὰ τραπείζί,
ὅ μως τηὰν
ὥ ρα πουὰῶτρ νε φαίίνονταί τοίσο

λλαγμείνες,

ἄ στε λλοί
ῶ τρ νε
μείλί,ἄ λλοί ψωμίὰ καίὰ
ἄ λλοί κοίπρο».
Ἦρθε φωνηὰἀ ποὰ ψηλαὰ πουὰ
ἔ λεγε:
«Αὐτοίὰ πουὰ τρ
ῶ νε τοὰ μείλί
ἶ ε ναί
ὅ σοί μεὰ φοίβο καίὰ τροίμο καίὰ πνευματίκηὰ χαραὰ καίθονταί στοὰ
τραπείζί, καίὰἡ προσευχηί τουςἶ ε ναί
ἀ καταίπαυστη,
ἔ τσί
ἡ ὐ ε χηί τους σαὰν θυμίίαμα

νεβαίίνεί στοὰν
Θεοί, γί᾿ αὐ τοὰ καίὰ τρ
ῶ νε μείλί.ὐΑ τοίὰ πουὰ
ῶ τρ νε τοὰ ψωμίὰ

εἐ ναί
ῖ κε νοί ὐ
πουὰ ε χαρίστο

ν γίαὰ
ὅ τοὰ τί
τρῶνε αὐταὰ πουὰ δωρίίζεί
ὁ Θεοίς.ὐΑ τοίὰ πουὰ
ῶ τρ νε τηὰν κοίπρο

εὅ ναί σοί γογγυίζουν καίὰ λείνε:

Α τοὰ
εἶναί καλοὰ καίὰ κε
ῖ νο σαίπίο.
Δεὰν πρείπείἔ τσί ναὰ σκείφτεταί κανείίς,

λλαὰ
ᾶ μ λλον ναὰ δοξολογε

τοὰν Θεοὰ καίὰ ναὰ
ὑ τοὰν μνολογε

,
γίαὰ ναὰἐ κπληρωθε
ῖ τοὰ ρητοί:

83
«Εἴτε τρῶτε εἴτε πίίνετε εἴ τε καίτίἄ λλο καίνετε,
ὅ λα ναὰ ταὰ καίνετε γίαὰ τηὰ δοίξα
ῦ τοῦ Θεο ».
41. Ἕνας Γείροντας εἶ πε:
Αὐτοὰ λείείἡ Γραφηὰ γίαὰ τίὰς δυοὰ καίὰῖ τρε
ἁ ς μαρτίίες
ῆ τ ς Τυίρου,

λλαὰ καίὰ γίαὰ τίὰς τείσσερίς δεὰν θαὰ
στρείψωἀ λλοῦ τοὰ προίσωποί μου.
Δηλαδηὰ τείσσερα ἶε ναί ταὰ σταίδία
ῆ τἁς μαρτίίας:

τοὰ ναὰἔ ρθεί τοὰ κακοὰ στοὰνῦνο ,

τοὰ ναὰ δωίσείς τηὰ συγκαταίθεση στοὰν λογίσμοὰ καίὰ

τοὰ ναὰ συζητ
ᾷ ς μαζίί του,

τοὰ τείταρτο ἶε ναί τοὰ ναὰ
ἐ κτελείσείς τηὰν

μαρτίία.

Ἀλλαὰ καίὰ γίαὰ
ὅ λαὐα ταὰ δεὰνἀθαὰ ποστραφ
ῶ ἐ ῖ κε νον πουὰ μετανοε

,ὁ
λείεί
46. Ἕνας Γείροντας καίποτε π
ῆ ρε τοὰ χαίρίσμα ναὰ βλείπεί

σα γίίνονταί.

ΣΚυίρίος.
λεγε:

«Εἶδα ἀδελφοὰ ναὰ μελεταίεί στοὰ κελίί του, καίὰ ἕναί, νας δαίίμονας

ρθε καίὰ στεκοίταν
ἔ ἀ ξω ποὰ τοὰ
κελίί.
Ὅσο ὁ ἀδελφοὰς μελετοῦ σε, δεὰν μπορο
ῦ σε ναὰ μπε
ῖ μείσα.
Μοίλίςὅ μως σταματοῦ σε τηὰ μελείτη, τοίτε

ποίλεμο».

δαίίμονας

μπαίνε στοὰ κελίί του καίὰ
ῦ ἔ το

φερνε

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΘ´
Περίὰ σημείοφοίρων
4. Ἔλεγε ὁ ἀββᾶς Δουλᾶς, ὁ μαθητηὰς τοῦ ἀ ββᾶ Βησαρίίωνα:
Καθωὰς βαδίίζαμε καίποτε σταὰ
ἀ μμωίδη

ψωίματα δίίπλα

ποὰ τηὰ θαίλασσα, δίίψασα
ἶ καίὰ ε πα στοὰν
ἀββᾶ Βησαρίίωνα:
«Ἀββᾶ, δίψῶ πολυί».
Καίὰὁ Γείροντας,ἀ φο
ῦ ἔ καμε ὐε χηί, μο
ῦ ἶ ε πε:
«Πίεὰςἀ π᾿ τηὰ θαίλασσα».

84
Κί ἔγίνε γλυκοὰ τοὰ νεροὰ καίὰ
ἤ πία.

παρακαίτω.
Καίὰ μοίλίς μεὰἶ ε δε

στοίσο

μως

γωὰ γείμίσα καίὰ τοὰ
ῖ δοχε ο μου, μηὰ τυχοὰν δίψαίσω

Γείροντας ῦ
μο ἶ ε πε:

«Γίατίί γείμίσες νεροί;»
«Συγχωίρησεί με, το
ῦ ἀ παίντησα, μηὰ τυχοὰν δίψαίσω παραπείρα».
Καίὰἡ ἀ παίντηση το
ῦ Γείροντα:
«Ὁ Θεοὰς εἶ ναίἐ δῶ ἀ λλαὰ καίὰ παντο
ῦ ἶ ε ναί

Θεοίς».

6. Καίποίαἄ λλη φοραὰ παίλί, καθωὰς πηγαίίναμε σεὰ καίποίον Γείροντα,
ῆ π
ὁ ἥγε
Προσευχηίθηκε τοίτεὁ Γείροντας καίὰ
ἶ ε πε:

λίος ναὰ βασίλείψεί.

«Σεὰ παρακαλῶ , Κυίρίε,ἂ ς σταθε
ῖ ὁ ἥ λίοςὥ σπου ναὰ φταίσω στοὰνῦδο λο σου».ἔΚί γίνε

τσί.
13. Καίποία γυναῖ κα πουὰἔ πασχεἀ ποὰ καρκίίνο ῦτο μαστο
ῦ , καθωὰς

κουσε σχετίκαὰ μεὰἀτοὰν
ᾶ ββ
Λογγῖνο, ζηίτησε ναὰ τοὰν συναντηίσεί.
Ἀσκηίτευεἐ κεῖ νος στοὰἜ νατο ῆ
τ ςἈ λεξαίνδρείας.
Καθωὰς τοὰνἀ ναζητο
ῦ σεἡ γυνα
ῖ κα, συμπτωματίκαὰ

ἀκροθαλασσίαί.

μακαρίστοὰς
ἐ ῖκε νος μαίζευε ξυίλα στηὰν

Μοίλίς τοὰν συναίντησε το
ῦ ἶ ε πε:
«Ἀββᾶ, ποῦ μείνείὁ ἀ ββᾶ ς Λογγῖ νος,ὁ δοῦ λος τοῦ Θεοῦ ;» χωρίὰς ναὰ βαίλεί μεὰ τοὰ
ῦ νο ὅτης ἶτί ε ὁναί
ἴδίος.
Κί ἐκεῖνος τῆς εἶπε: «Τίί τοὰν θείλείς
ἐ κε
ῖ νον τοὰν
ἀ πατε
ῶ να; Καθοίλου μηὰν
ᾶ π᾿ ς σ
ὐ α τοίν, γίατίὰ
εἶναί κατεργαίρης. Καίὰ τίίἶ ε ναίὐα τοὰ πουὰ

χείς;»
Ἡ γυναῖκα τοίτεἔ δείξε τοὰ παίθος της κί
ἐ κε
ῖ νος,
ἀ φο
ῦ ἔ καμε τοὰ σημε
ῖ ο ῦτο σταυρο

στοὰ μείρος
πουὰἔ πασχε, τηὰνἄ φησε ναὰ φυίγεί λείγονταίς της:
«Πηίγαίνε καίὰ θαὰ σεὰ θεραπευίσεί

Θεοίς, γίατίὰ

Λογγ

νος σεὰ τίίποτε δεὰνῖμπορε ὠναὰ σεὰ

φεληίσεί».

Ἔφυγε ἡ γυναῖκα, ἀφοῦ πίίστεψε στοὰν λοίγο του καίὰ θεραπευίτηκε

μείσως. Μεταὰ

ὐποὰ αἀ ταί,
ῦ φο
δίηγηίθηκε σεὰ καίποίους τηὰν
ὑ ποίθεση καίὰ

νείφερε ταὰ χαρακτηρίστίκαὰ
ῦ το Γείροντα, δίαπίίστωσε

τί
αὐτοὰςὁ ἴ δίοςἦ τανὁ ἀ ββᾶ ς Λογγῖ νος.
14. Ἄλλοτε παίλί τοῦ ῾ φεραν καίποίοἕ ναν δαίμονίσμείνο κί
ἐ κε
ῖ νος τουὰς
ἶ ε πε:
«Σαὰν τίί θαὰ μπορο
ῦ σα ναὰᾶ σ ς καίνω, παίτε καλυίτερα στοὰν
ἀ ᾶ ββ Ζηίνωνα».

85
Ἀργοίτεραὁ ἀ ββᾶ ς Ζηίνωνἄ ρχίσε ναὰ
ἐ πίπληίττεί τοὰν δαίίμονα προσπαθωίντας ναὰ τοὰν δίωίξεί.
Κί ἄρχίσε ναὰ φωναίζεί τοὰ δαίμοίνίο:
«Καίὰ τίί νομίίζείς,
ἀ ββ
ᾶ Ζηίνων,
ὅ ἐτί ξαίτίίας σου φευίγω; Ναί,
ἐ ῖ κε προσευίχεταί
ὁ ἀ ᾶ ββ ς ῖΛογγ νος,
παρακαλωίντας τοὰν Θεοὰ
ἐ ναντίίον μου καίὰ

πείδηὰᾶφοβ μαί τίὰς προσευχείς του βγαίίνω,

σείνα

ο τε
πουὰ σοῦ ἔ δίνα σημασίία».
15. Ἄλλοτε παίλί μίαὰ γυνα
ῖ κα πουὰἶ ε χε στοὰ χείρί της

ρρωίστία πουὰ δεὰν θεραπευοίταν,

π γε μαζίὰ μεὰ
μίαὰἄ λλη γυναῖ καἔ ξωἀ π᾿ τοὰ κελίί του, προὰς τοὰ βορίνοὰ παραίθυρο καίὰἔ τοὰν βλεπε
ἐ ῖ
κε πουὰ
καθοίταν καίὰἐ ργαζοίταν. Καίὰ τηὰ μαίλωνε λείγοντας:
«Φυίγεἀ ποὰ ῶ
δ , γυνα
ῖ κα».
Ἀλλ᾿ αὐτηὰἔ μενεἐ κεῖ κοίταίζονταίς τον δίίχως ναὰ μίλαίεί, γίατίὰ φοβοίταν.
Καταίλαβεὅ μωςὁ Γείροντας τίίἶ ε χε,
ἀ ποὰ πληροφορίία πουὰ
ῦ ᾿τοῶ δ ὁ σε

Θεοίς.

Σηκωίνεταί λοίποὰν καίὰ κλείίνοντας τοὰ παραίθυρο μπροσταί της,
ῆ τ
ἶ ς ε πε:
«Φυίγε, δεὰνἔ χείς τίίποτε τοὰ κακοί».
Καίὰἀ ποὰἐ κείίνη τηὰ στίγμηὰ θεραπευίτηκε

γυνα

κα.

16. Ἄλλοτε παίλί πῆ γε σ᾿ αὐ τοὰν καίποίος μεὰ σκοποὰ ναὰ τοὰν συναντηίσεί. Καίὰ

π ρε τοὰῦκουκοῦ λί το
Γείροντα καίὰ καθωὰςῆπ γε σεὰ καίποίον πουὰ

πασχε

ποὰ δαίμοίνίο, μοίλίς

κουίμπησε τηὰν ποίρτα γίαὰ
ναὰ μπεῖ ,ἔ βγαλε κραυγηὰὁ δαίμονίσμείνος λείγοντας:
«Τίί μοῦ ἔ φερεςἐ δῶ τοὰν Λογγ
ῖ νο γίαὰ ναὰ μεὰ δίωίξεί;»
Καίὰἀ μείσως, τηὰν
ἴ δία στίγμηί, ῆβγ κε τοὰ δαίμοίνίο
ἀ ᾿ π
ὐ α τοίν.
24. Ἔλεγαν γίαὰ τοὰνἅ γίο Σπυρίίδωνα
ὅ τίἶ ε χε μίία θυγατείρα παρθείνο,
ὐ ε ῆλαβ σαὰν τοὰν πατείρα
της, μεὰ τοὰὄ νομα ἰΕ ρηίνη.
Ἕ νας γνωστοὰςὐαῆ τ ῆ
ς τἔ ς δωσε
ἕ να πολυίτίμο κοίσμημα ναὰ
ῦ το τοὰ
φυλαίξεί. Κί αὐ τηὰ γίαὰ ναὰ τοὰ

σφαλίίσεί καλυίτερα,

κρυψε τοὰ θησαυροὰῆστηὰ γ .ὅΜεταὰ
ἀ μως ποὰ λίίγο
καίροὰἔ φυγεἀ ποὰ τοὰν κοίσμοὐα τοὰ

παρθείνος.
Πείρασε καίποίο χρονίκοὰ δίαίστημα καίὰ παρουσίαίζεταί
ὐ α τοὰς πουὰ

εῶχε δ σε τοὰν θησαυροί. Μηὰ
βρίίσκοντας τηὰν θυγατείρα του, ταὰ
ἔ βαλε μεὰ τοὰν πατείρα της,ἀτοὰν
ᾶ ββ Σπυρίίδωνα,

λλοτε
ἀπείλωίντας τον καίὰἄ λλοτε παρακαλωίντας τον.
Καίὰἐ πείδηὰὁ Γείροντας θεωρο
ῦ σε
ὡ ς συμφοραὰ τηὰ ζημίαὰ πουὰ

παθε
ὐ α τοὰςἔ πουὰ δωσε τοὰν θησαυροί,
ἦρθε στοὰν ταίφο ῆ
τ ς θυγατείρας του καίὰ ζητο
ῦ σε
ἀ ᾿ π τοὰν Θεοὰ ναὰ
ῦ το δείίξεί προίωρα
ἀ τηὰν ναίσταση
πουὰἔ χείὑ ποσχεθεῖ . Καίὰ ναὰ πουὰ δεὰν δίαψευίδεταί, γίατίὰ

μφανίίζεταί

μείσως ζωντανηὰ

παρθείνος
στοὰν πατείρα της καίὰ
ἀ φο
ῦ το
ῦ ἔ δείξε τοὰν τοίπο,

που βρίσκοίταν τοὰ κοίσμημα,

φυγε πίίσω παίλί.
Ἔτσί πῆρε ὁ Γείροντας τοὰν θησαυροὰ καίὰ τοὰν

δωσε.

86
30. Ἔλεγαν γίαὰ καίποίον Γείροντα
ὅ τί τοὰ κελίί του

ταν φωτείνοὰ σαὰνἡτηὰν μείρα.
ὅ Καίὰ πως δίαίβαζε
καίὰἐ ργαζοίταν τηὰν
ἡ μείρα,
ἔ τσί γίνοίταν καίὰ τηὰ νυίχτα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Κ´
Σχετίκαί με τηὰνἐ ναίρετη ζωηὰ
1. Καίποία φοραὰ τηὰν
ὥ ρα πουὰ
ὁἅ
τοῦ ἔλεγε:

γίος
Ἀ ντωίνίος προσευχοίταν στοὰ κελίίἄτου, κουσε μίία φωνηὰ πουὰ

«Ἀντωίνίε, δεὰνἔ φθασεςἀ κοίμη στοὰ μείτροῦτο ταίδε τσαγκαίρη πουὰ
ῖ ζε Ἀ
στηὰν λεξαίνδρεία».
Σηκωίθηκε τοὰ πρωίί,ῆπ ρε τοὰ βαίΐίτίκο ραβδίί του καίὰ
ῆ π γε ναὰ τοὰν
ῖ Ἔβρε .
μπῆκε στοὰἐ ργαστηίρίοί του.
Ἐκεῖνος ὅταν τοὰν εἶ δε ταραίχτηκε. Το
ῦ λείεί λοίποὰν

φθασε
ῖ σεὰ κε νο τοὰ μείρος καίὰ

Γείροντας:

«Μίίλησεί μου γίαὰ τίὰς πραίξείς σου».
Ὁ τσαγκαίρης εἶ πε:
«Δεὰν ξείρω ναὰ
ἔ χω καίνεί ποτεὰ καίτί καλοί, παραὰ μοίνο, μοίλίςῶσηκωθ τοὰ πρωίὰ ναὰ καθίίσω στοὰ
ἐργοίχείροί μου, λείω
ὅ τί
ὁ λοίκληρη

ποίλη
ὐα ἀ
τηί, ποὰ τοὰν πίοὰ μίκροὰ μείχρί τοὰν πίοὰ μεγαίλο,
μπαίίνουν στηὰ Βασίλείία το
ῦ Θεο
ῦ γίαὰ τίὰς

ναίρετες πραίξείς τουςὅκαίὰ τί ἐμοίνο γωὰ κληρονομ

τηὰν
κοίλαση γίαὰ τίὰς
ἁ μαρτίίες μου. Τοὰ βραίδυ παίλί λείω
ἴ ταὰ δία λοίγία, πρίὰνῶκοίμηθ ».
Τ᾿ ἄκουσε αὐταὰὁ ἀ ββᾶ ςἈ ντωίνίος καίὰἶ ε πε:
«Ἀληθίναί, σαὰν καλοὰς χρυσοχοίος,
ἐ ῷν καίθεσαί στοὰ σπίίτί,

ναπαυτίκαὰ κληρονοίμησες τηὰ Βασίλείία
τῶν Οὐρανῶν. Ἐγωὰὅ λο μου τοὰν χροίνο τοὰν περν

στηὰν

ρημο,

μως, καθωὰς ἔδεὰν χω δίαίκρίση, δεὰν
σεὰἔ φθασα».
5. Καίποτε τηὰνὥ ρα πουὰ προσευχοίταν
ὁἀ
ἔλεγε:


ββ ς Μακαίρίος στοὰ κελίί ἄ
του, κουσε μίία φωνηὰ πουὰ

«Μακαίρίε, δεὰνἔ φθασεςἀ κοίμη σταὰ μείτρα
ῶ τ ν ταίδε γυναίκ

ὐν ῆα ἐτ ῶ
ς δῆ τ ς ποίλης».
Τοὰ πρωίὰὁ Γείροντας σηκωίθηκε,ῆ π ρε τοὰ βαίΐίτίκο ραβδίί του
ἄ κί ρχίσε
ὁ ναὰ δοίπορε

γίαὰ τηὰν ποίλη.
Ὅταν ἔφτασε στηὰν ποίλη καίὰ βρ
ῆ κε τοὰ σπίίτί, χτυίπησε τηὰν ποίρτα.
ῆ Βγ
ἡ κε μίία καίὰ
ὑ τοὰν ποδείχτηκε
στοὰ σπίίτί.Ἀ φο
ῦ καίθίσε γίαὰ λίίγο,

ρθε καίὰ
ἡἄ
λλη. Τίὰς καίλεσε,
ἐ κί
ῖ κεἦ νες ρθαν καίὰ καίθίσαν μαζίί
του. Τίὰς λείείὁ Γείροντας:
«Γίαὰ σᾶ ςἔ κανα τοίση πορείία καίὰ
ὑ πείμείνα τοίσο κοίπο,

λοίποὰν τηὰνἐ ργασίία σας, ποίαὰ
ἶ ε ναί;»

σπου ναὰ φταίσω

ποὰ
ἔ τηὰν ρημο. Πείστε μου

87
«Παίτερ -τοῦ λείνε- πίίστεψεί μας, δεὰν
ἴ ε μαστε

καθεμίαί μας
ἔ ἀξω ποὰ τηὰν κλίίνη
ῦ ἄ το
μείχρί σηίμερα. Ποίαὰ
ἐ ργασίία λοίποὰν ᾷ
ζητἀ ς ποὰ
ᾶ μ ς;»

νδρα της

Ὁ Γείρονταςἔ βαλε μεταίνοία καίὰ τίὰς παρακαλο
ῦ σε:
«Φανερῶστε μου τοὰἔ ργο σαίς».
Τοίτε τοῦ λείνε:
«Ἐμεῖς καταὰ κοίσμον ἴε μαστε ξείνες μεταξυί μας.
Ἔ τυχε
ὅ μως ναὰ παντρευτο

με δυοὰ

δελφουὰς
καταὰ σαίρκα. Καίὰ ναί,
ἐ ῶδ καίὰ δεκαπείντε χροίνία

ς σηίμερα κατοίκο

᾿ μεὐσ α τοὰ τοὰ σπίίτί καίὰ δεὰν
ξείρουμε ναὰ φίλονίκηίσαμε ποτεὰ

ναὰ

ναφερθηίκαμε σεὰ
ἰ α σχραὰ πραίγματα. Μαίλίστα,

ρθε στοὰ
λογίσμοί μας ναὰἀ φηίσουμε τουὰς
ἄ νδρες μας καίὰ ναὰ ῦ
μπο με στοὰ ταίγμα
ῶ τ ν μοναχ

ν. Πολυὰ
παρακαλείσαμε τουὰςἄ νδρες μας ναὰᾶμ ἐς πίτρείψουν ναὰ φυίγουμε,

λλαὰ δεὰν τουὰς πείίσαμε.

τσί,
ἀφοῦ δεὰν πετυίχαμε α
ὐ τοὰν τοὰν σκοποί, καίναμε συμφωνίία μεταξυί μας καίὰ μεὰ τοὰν Θεοί, μείχρί τοὰν
θαίνατοί μας ναὰ μηὰ βγε
ῖ ἀ ποὰ τοὰ στοίμα μας κανείνας κοσμίκοὰς λοίγος».
Ὅταν τ᾿ ἄκουσε αὐταὰὁ ἀ ββᾶ ς Μακαίρίος, ἶε πε:
«Ἀληθίναί, δεὰνὑ παίρχεί παρθείνα

παντρεμείνη

καίὰ δίίνεί τοὰ
Ἅ γίο Πνε
ῦ μα σεὰ
ὅ λους».

μοναχοὰς

κοσμίκοίς,

Θεοὰς τηὰν προίθεση ζηταίεί

6. Ὁ ἀββᾶς Ποίμηὰν εἶ πεὅ τίὁ ἀ ββᾶ ςἈ ντωίνίος ἶε χε πε
ῖ γίαὰ τοὰν
ἀ ᾶ
ββ Παμβωὰ
ὅ ἀτί ποὰ τοὰν φοίβο
ῦ το
Θεοῦ, πουὰ εἶ χε,ἔ κανε τοὰ Πνε
ῦ μα το
ῦ Θεο
ῦ ναὰ κατοίκε
ῖ μείσα του.
7. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποίμηίν:
«Πολλοίὰἀ ποὰ τουὰς Πατείρες μας
ἔ γίναν
ἀ νδρε
ῖ οί στηὰν

σκηση,

λλαὰ στηὰ λεπτοίτητα
ῶ τ ν
λογίσμῶν ἐλαίχίστοί».
8. Ὁ ἴδίος εἶπε: «Τρεῖς σωματίκεὰς πραίξείς ἴε δαμε στοὰν
ἀ ββ
ᾶ Παμβωί:
Ἀσίτίία καίθε μείρα

ς τοὰ βραίδυ, σίωπηὰ ἐκαίὰ ργοίχείρο».

9. Ἔλεγαν γίαὰ τοὰνἀ ββ
ᾶ Ποίμείνα
ὅ τί
ἂ ν καίθονταν μπροσταί του καίποίοί Γείροντες καίὰῦμίλο σαν
γίαὰἀ ββαίδεςἢ ἀ νείφεραν τοὰ
ὄ νομα ῦτοἀ ᾶ
ββ Σίσωίη, τουὰς

λεγε:
Ἀ ῆ« φ στε ἀ
τοὰνᾶ ββ Σίσωίη, ταὰ
σχετίκαὰ μ᾿ αὐ τοὰν ξεπερνο
ῦ ν καίθε δίηίγηση».
17. Ἔλεγαν γίαὰ τοὰνἀ ββ
ᾶ Σαρματ
ᾶ ὅ τί πολλεὰς φορεὰς
ἔ κανε
ἄ σκηση
ἐ πίὰ σαραίντα

μείρες
συίμφωνα μεὰ τηὰ γνωίμη ῦτοἀ ᾶββ Ποίμείνα, καίὰ περνο

σαν
ἱ ο μείρες ἕσαὰν να τίίποτε
᾿ ὐγί α τοίν.
Ἦρθε ὁ ἀββᾶς Ποίμηὰν καίὰ το
ῦ λείεί:
«Πείς μου τίίἔ χείς κερδίίσεί καίνοντας τοίσο κοίπο».
Ἐκεῖνος ἔλεγε: «Τίίποτε περίσσοίτερο».

88
Τοῦ λείεί παίλίὁ ἀ ββ
ᾶ ς: «Δεὰν θαὰ᾿ σ

φηίσω,

ν δεὰν
ῦ μο ῖ πε ς».

Ἐκεῖνος εἶπε: «Ἕνα μοίνο εἶ δα,ὅ τίἂ ν πῶ στοὰνὕ πνο «πηίγαίνε», πηγαίίνεί. Καίὰ


ν πἔ « λα»,
ἔρχεταί».
20. Ἔλεγαν γίαὰ τοὰνἀ ββ
ᾶ Ὢ ρὅ τί ὔο τε ποτεὰἶ ε πε ψείματα
ὔ ο τε
ὁ ρκίίστηκε
ὔ ο ἔτε δωσε καταίρα σεὰ
ἄνθρωπο οὔτε μίίλησε χωρίὰς ναὰ
ὑ παίρχεί
ἀ ναίγκη.
21. Ὁ ἴδίος ὁ ἀββᾶς Ὢρ ἔλεγε στοὰν μαθητηί του Πα
ῦ λο: «Προίσεχε ναὰ μηὰ φείρείς ποτεὰ
᾿ ὐσ α τοὰ τοὰ
κελίὰἀ ναίρμοστα λοίγία».
22. Ἔλεγαν γίαὰ τοὰνἀ ββ
ᾶ Ὢ ρ καίὰ τοὰν
ἀ ᾶ
ββ Θεοίδωρο

τί συνηίθίζαν

δίαίκοπα ναὰ βαίζουν

ρχηὰ γίαὰ
καίθε καλοὰ καίὰ ναὰ
ὐ ε χαρίστο
ῦ ν τοὰν Θεοί.
31. Δυοὰἄ νθρωποί συμφωίνησαν καίὰ
ἔ γίναν
ἀ σκητείς.
Ἔ καναν μεγαίλη

σκησηἔκί ζησαν

ναίρετη
ζωηί.Ὁ ἕ νας συνείβη ναὰ γίίνεί
ἡ γουίμενος κοίνοβίίου.
Ὁἄ
λλος παρείμείνε

ναχωρητηὰς καίὰ
φταίνοντας στηὰν τελείοίτηταῆτ ἀς σκηίσεως,
ἔ καμνε μεγαίλα θαυίματα: γίαίτρευε δαίμονίσμείνους,
ἔλαβε τοὰ προορατίκοὰ χαίρίσμα, καίὰ
ἀ ρρωίστους θεραίπευε.
Ἐ ῖ κε νος πουὰ
ἀ ἀ ποὰ σκητηὰς

γίνε
κοίνοβίαίρχης,ὅ τανἄ κουσεὅ τί τοίσα χαρίίσματα
ἀ ξίωίθηκε ναὰ παίρεί

συνασκητηίς του,
ἀπομονωίθηκε γίαὰ τρε
ῖ ς βδομαίδες
ἀ ποὰ τουὰς

νθρωίπους καίὰ προσευχηίθηκε

ῶκτεν ς στοὰν Θεοὰ ναὰ
τοῦ φανερωίσεί «πῶ ςἐ κεῖ νος καίνεί θαυίματα κί
ἔ χεί γίίνεί περίβοίητος
᾿ ὅσ λους,

ὅγωὰ μως σεὰ
τίίποτεἀ π᾿ αὐ ταὰ δεὰν μετείχω».
Παρουσίαίστηκεἄ γγελος Κυρίίου ᾿σ α
ὐ τοὰν καίὰ ῦτο λείεί:
«Ἐκεῖνος τηὰν πνευματίκηὰἐ ργασίία του μείσα στοὰ κελίὰ τηὰν καίνεί μεὰ στεναγμουὰς καίὰ δαίκρυα στοὰν
Θεοὰ μείρα καίὰ νυίχτα, πείνωίντας καίὰ δίψωίντας γίαὰ χαίρη
ῦ το Κυρίίου.

συὰ καθωὰςᾷμερίμν ς γίαὰ
πολλαί,ἔ χείς τηὰνἐ πίκοίνωνίία μεὰ τουὰς πολλουίς,

ῦ, σο φταίνεί

παρηγορίαὰ
ῶ ἀτ ν νθρωίπων».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑ´
Δίαίλογοςἁ γίίων Γεροίντων μεὰ
ἐ ρωτηίσείς καίὰ

ποκρίίσείς
1. Πῶς πρείπεί ναὰ ἶε ναίὁ μοναχοὰς στοὰ κελίί;
Ἀποίκρίση: Ναὰἀ πείχεί
ἀ ποὰ τηὰ γνωίση
ῶ τ ν πολλ

ν πραγμαίτων,

στε, καθωὰς

ἐλευίθεροςἀ ποὰ ταὰ δίαίφορα, ναὰ κατοίκηίσεί

γνωίση
ῦ το Κυρίίου.

λογίσμοὰς μείνεί

2. Ἐρωίτηση: Τίί ἶε ναίὁ μοναχοίς;
Ἀποίκρίση:Ὁ μοναχοὰς ἶε ναί σαὰν τηὰν περίστεραί.

πως

περίστεραὰ βγαίίνεί στοὰν

είρα τηὰν
καταίλληλη στίγμηὰ ναὰ τίναίξεί ταὰ φτεραί της,
ἂ κί ν καθυστερηίσεί
ἔ ἀ ξω ποὰ τηὰ φωλίαί, δείχεταί
χτυπηίματαἀ ποὰ ταὰ
ἄ γρία πουλίαὰ καίὰ χαίνεί ὀ
τηὰν μορφίαίἔτης, τσί
ὁ καίὰ μοναχοίς, βγαίίνεί τηὰν
ὥρα τῆς συίναξης ναὰ ξετίναίξεί τουὰς λογίσμουίς του,ἂκί ἀ ν ργοπορηίσεί
ἔ ἀξω᾿ π τοὰ κελίί, ραπίίζεταί
ἀποὰ τουὰς δαίίμονες καίὰ σκοτείνίαίζουν
ἱ ο λογίσμοίί του.

89
3. Ἐρωίτηση: Μεὰ ποίοὰ λογίσμοὰ

δίαίβολος βγαίζεί
ἔ ἀξω ποὰ τοὰ κελίὰ τοὰν μοναχοί;

Ἀπαίντηση:Ὁ δίαίβολος ἶε ναί σαὰν τοὰν γητευτηὰ
ῶ τ ν φίδί
ῶ Ὅν. πως

γητευτηὰς μεὰ μαγευτίκαὰ λοίγία
καίνεί τοὰ φίίδί ναὰ βγε
ῖ ἀ ποὰ τηὰ φωλίαὰἀκαίὰ
ῦ φο τοὰ πίαίσεί, τοὰ παίεί καίὰ τοὰ ρίίχνεί στίὰς


πλατε ες τ ς
ποίλης καίὰ τοὰ
ἀ φηίνεί
ἐ ῖκε ναὰ τοὰ περίπαίίζουν
ἱ ἄ ο νθρωποί,
ὅ κί ταν γεραίσεί πολυὰ μαζίί
ὕ του, στερα
ἢ τοὰ θανατωίνεί στηὰ φωτίαὰ

τοὰ πνίίγεί στηὰ θαίλασσα,

τσί
ὁ καίὰ μοναχοὰς
ἴ ταὰ δία παθαίίνεί,

ταν
παρασυίρεταίἀ π᾿ τουὰς λογίσμουὰς καίὰ
ἐ γκαταλείίπεί τοὰ κελίί του.
7. Ἐρωίτηση: Πῶ ς πρείπεί ναὰ γίίνεταί τοὰ

ργο
ῆ τ ς ψαλμ

δίίας καίὰ ποίοὰἶ ναὰ ε ναί τοὰ μείτρο

τ ς
νηστείίας;
Ἀπαίντηση: Τίίποτε παραπαίνω
ἀ ᾿π ὐα τοὰ πουὰ

χεί

ρίσθε

. Γίατίὰ πολλοίὰ θείλοντας τοὰ παραπαίνω,
ὕστερα οὔτε τοὰ λίίγο μποίρεσαν ναὰ
ἐ κτελείσουν.
9. Ἐρωίτηση:Ἂ ν μεὰ σκανδαλίίσεί
ὁ ἀ δελφοίς, μεὰ συμβουλευίείς ναὰ
ῦ το βαίλω μεταίνοία;
Ἀπαίντηση: Βαίλε του μεταίνοία καίὰ ξείκοψε
ἀ ᾿ πὐ α τοίν.

χουμε ἀ
τοὰνᾶ Ἀββ
ὅλους ναὰἔ χείςἀ γαίπη κίἀ π
᾿ ὅ λους ναὰ βρίίσκεσαί σεὰ

ποίσταση.

ρσείνίο πουὰ λείεί: Μεὰ

10. Ἐρωίτηση: Τίί σημασίία
ἔ χεί γίαὰ τοὰν

νθρωπο τοὰ ναὰ προσφείρεί

ε χαρίστηίρίο

δ ρο στηὰν
ἐκκλησίία;
Ἀπαίντηση: Αὐ τοὰ τοὰ πρ
ᾶ γμαἶ ε ναί θησαυροὰς φυλαγμείνος μπροσταὰ στοὰν Θεοί.

ἀμείσως πηγαίίνείἐ παίνω.

,τί βαίζείς
ἐ ῶ
δ ,

11. Ἐρωίτηση:Ἔ χωἐ πίθυμίία ναὰ μαρτυρηίσω γίαὰ τοὰν Θεοί.
Ἀπαίντηση:Ἂ ν σεὰὥ ρα δυίσκολη
ὑ πομείίνεί κανείὰς τοὰν πλησίίον,
ὐ α ἶ τοὰ εἴ ναί σο με τοὰ καμίίνί

τ ν
τρίῶν Παίίδων.
12. Ἐρωίτηση: Γίατίίἡ πορνείία
ἐ νοχλε
ῖ τοὰν
ἄ νθρωπο;
Ἀπαίντηση:Ἐ πείδηὰὁ δίαίβολος γνωρίίζεί
ὅ ἡτί
καθωὰςἀ κουίεί τοὰν Κυίρίο πουὰ λείεί:

πορνείία
ᾶ μἀ ς ποξενωίνεί

ποὰ τοὰ
ῦ Πνε μα
Ἅ τοὰ

γίο,

«Δεὰν θαὰ παραμείίνεί τοὰ Πνε
ῦ μα μου᾿ σ ὐα τουὰς τουὰς

νθρωίπους, γίατίὰ
ὐ α ἶ τοίὰ ε ναί σαίρκες».
(Ἐρωίτησηἑ νοὰς νείου σεὰ καίποίο Θηβα

ο Γείροντα γίαὰῶ
τοὰ π ς πρείπεί ναὰ καίνεί τηὰν πνευματίκηὰ
ἐργασίία στοὰ κελίί).
13. Ἐρωίτηση: Πῶ ς πρείπεί ναὰἡ« συχαίζεί» κανείὰς στοὰ κελίί;
Ἀπαίντηση:Ὅ ταν καίνεί τηὰν
ἄ σκηση στοὰ κελίί, δίοίλου ναὰ μηὰ
ᾶ θυμἄ ταί νθρωπο.
14. Ἐρωίτηση: Ποίαὰἐ ργασίία
ὀ φείίλεί

ἑαυτοί του;

καρδίαὰ ναὰ καίνεί, γίαὰἶ ναὰ ε ναί στραμμείνος

μοναχοὰς στοὰν

90
Ἀπαίντηση: Αὐ τηὰ ἶε ναίἡ τείλεία
ἐ ργασίία ῦτο μοναχο
ῦ , τοὰ ἔναὰ χεί παίντοτε στραμμείνη τηὰν
προσοχηὰ στοὰν Θεοὰ χωρίὰς ναὰ περίσπ

ταί
ὁ ῦνο ς.
15. Ἐρωίτηση: Πῶ ςὀ φείίλεί ναὰ δίωίχνεί
ὁ ῦνο ς τουὰς πονηρουὰς λογίσμουίς;
Ἀπαίντηση: Εἶ ναίἐ ντελῶ ςἀ δυίνατονἀ ποὰ μοίνος του ναὰ τοὰ καίνεί
ὐ α ὔτοὰ ἔο τε χεί τείτοία δυίναμη.
Ἀλλαὰ κίἂ νἡ ψυχηὰ πείσεί σεὰ λογίσμουίς,

μείσως

φείίλεί ναὰ καταφυίγεί
᾿ ὐ σ α τοὰν πουὰ
ἔ τηὰν πλασε
ἱκετευίονταίς τον, καίὰ κε
ῖ νος τουὰς δίαλυίεί σαὰν κερίί. Γίατίὰ

Θεοίςἶμας ε ναί φωτίαὰ πουὰ κατακαίίεί.
18. Ἐρωίτηση: Λοίποίν, μεὰ ποίαὰ τείχνη καταφευίγεί

λογίσμοὰς στοὰν Θεοί;

Ἀπαίντηση:Ἂ ν σοῦ ἔ ρθεί λογίσμοὰς πορνείίας,
ἀ μείσως τραίβηξε

ποὰ
ῖ κε τοὰν
ῦ νο καίὰ φείρτον ψηλαὰ μεὰ
βίασυίνη. Μηὰνἀ ργοπορηίσείς, γίατίὰ
ἡ ἀ ργοπορίία

σοδυναμε

μεὰ συγκαταίθεση.
19. Ἐρωίτηση:Ἂ νἔ ρθεί λογίσμοὰς κενοδοξίίας
ὅ τί κατοίρθωσες
ἀ ρετηί, δεὰν

φείίλεί ναὰ τοὰν
ἀντίκρουίσείὁ λογίσμοίς;
Ἀπαίντηση:Ὁ ποίαδηίποτεὥ ρα κανείὰς
ἀ ντίλείγεί στοὰν λογίσμοί,

μείσως

λογίσμοὰς γίίνεταί πίοὰ
ἰσχυροὰς καίὰ πίοὰ
ὁ ρμητίκοίς,
ἐ ῖκε νος μεὰ τηὰν

ντίλογίία του βρίίσκεταί σεὰ πλεονεκτίκοίτερη
ἀ θείση ποὰ
σείνα.Ἐ πίπλείον τοὰ Πνε
ῦ μα τοὰ
Ἅ γίο δεὰν σεὰ βοηθαίεί καίὰ τοίσο, γίατίὰ παρουσίαίζεσαί σαὰν ναὰ
καυχίείσαί,ὅ τί δηλαδηὰ μπορ
ῶ ἐ γωὰ ναὰ ταὰ βγαίλω πείρα μεὰ ταὰ παίθη.
Ὅπως ἐκεῖνος πουὰἔ χεί πνευματίκοὰ πατείρα, στοὰν πατείρα ἀ
ταὰ ναθείτεί καίὰ

εἀ ναί μείρίμνος γίαὰ
ὅλα καίὰ οὔ τε νοίαίζεταί πίαὰ τίί λοίγο θαὰ δωίσεί καίὰ στοὰνἔ Θεοί, ἐτσίῖ κί κε νος πουὰ παρείδωσε τοὰν
ἑαυτοί του στοὰν Θεοὰ δεὰν πρείπεί ἔναὰ χεί καθοίλου φροντίίδα γίαὰ τοὰν λογίσμοὰ

ἀ ναὰ ντίπαραταχθε

στοὰν λογίσμοὰἢ γενίκαὰ ναὰ μηὰν τοὰν

φηίσεί ναὰ
ῖ μπε μείσα του.
Ἂν γίίνεί καίὰ μπε
ῖ , συίρε τον παίνω στοὰν Πατείρα σου καίὰ πεὰς στοὰ λογίσμοί:

« γωὰ
ἔ δεὰν χω τίίποτε μεὰ
σείνα, ναὰὁ Πατείρας μου,ὐα τοὰς ξείρεί».ἐΚί πίίμονα τραίβαἐτον παίνω,

ποίτε
᾿ ἀ σ φηίνεί σταὰ μίσαὰ
τοῦ δροίμου καίὰ φευίγεί, γίατίὰ δεὰν μπορε

᾿να ῖρθε μαζίί σουἘσεὰῖ κε νον
ὔ ο τε ναὰ σταθε

μπροσταί
Του. Ἀπ᾿ αὐτηὰ τηὰνἐ ργασίία
ἀ νωίτερη καίὰ πίοὰ

μείρίμνηὑδεὰν παίρχεί
᾿ ὅ σ λη
Ἐ τηὰν κκλησίία.
28. Ἐρωίτηση: Πῶ ς μπορεῖ κανείὰς παίντοτε ναὰ προσευίχεταί; Γίατίὰ ῶ
τοὰ σ μα παρουσίαίζεί

δυναμίία
προκείμείνου ναὰ προσευχηθε
ῖ .
Ἀπαίντηση: Προσευχηὰ δεὰν λείγεταί μοίνο τοὰ ναὰ στείκεταί κανείὰς τηὰν συγκεκρίμείνη

καίὰ ναὰ προσευίχεταί,
ἀ λλαὰ τοὰ ναὰ προσευίχεταί παίντοτε.

ρα προσευχ

ς

29. Ἐρωίτηση: Πῶ ς παίντοτε;
Ἀπαίντηση: Εἴ τε τρῷ ς εἴ τε πίίνείς ἴε τε περπατ
ᾷ ς σεὰ δροίμο
ἴ ε τε καίποίο

ργο καίνείς, ναὰ μηὰν
ἀφηίνείς τηὰν προσευχηί.
30. Ἐρωίτηση:Ἂ νἕ νας συνομίλεῖ μεὰ καίποίον,ῶπ ς μπορε
ῖ ναὰ πραγματοποίηίσεί τοὰ ναὰ
προσευίχεταί παίντοτε;

91
Ἀπαίντηση: Γί᾿ αὐ τοὰ ἶε πεὁ ἀ ποίστολος, μεὰ καίθε προσευχηὰ καίὰ δείηση.

ὅ τσί, τανἶδεὰν ε σαί
ἐλευίθερος ναὰ προσευχηθε
ῖ ς, καθωὰς συναναστρείφεσαί μεὰ

λλον, ναὰ προσευίχεσαί μεὰ δείηση.
31. Ἐρωίτηση: Μεὰ ποίαὰ προσευχηὰ
ὀ φείίλεί ναὰ προσευίχεταί κανείίς;
Ἀπαίντηση: Ναὰ λείεί τοὰ Παίτερ
ἡ ῶ μὁ ν

νῖ τοὐς ο ρανο

ς κ.λπ.

32. Ἐρωίτηση: Ποίσο μείτρο
ὀ φείίλεί ναὰ


χεί

προσευχηί;

Ἀπαίντηση: Δεὰνὅ ρίσε μείτρο.
Ἐ φοίσον
ἶ ε πε παίντοτε καίὰ χωρίὰς δίακοπηὰ ναὰ προσευίχεστε,
ἔ δεὰν χεί
μείτρο.
Ἔλεγε ἀκοίμη κί αὐ τοί,ὅ τίἐ κε
ῖ νος πουὰ θείλεί ναὰ ταὰ κατορθωίσεί
ὐ α ὀταί, φείίλεί

λους τουὰς
ἀνθρωίπους ναὰ τουὰς βλείπεί
ὡ ἕ ς ναν καίὰ ναὰ μηὰν καταλαλε

.
Ἀποφθείγματα αὐ τῶ ν πουὰ γηίρασαν στηὰν
ἄ σκηση,
ἀ ποφθείγματα πουὰ δηλωίνουν σεὰ περίληπτίκηὰ
ἔκθεση τηὰν τελείοίτητα ῆ
τ ςἀ ρετ
ῆ ς τους
36. Ἔλεγε (ὁ ἀββᾶς Ἡσαίΐίας) παίλί
ὅ τί,
ἂ ν θείλεί

Θεοὰς ναὰ δείίξεί
ἔ τοὰ λεοίς Του σεὰ μίαὰ ψυχηὰ

κί α τηὰ
ξεφευίγείἀ ποὰ τηὰν κανονίκηὰ πορείία καίὰ δεὰν δείχεταί,

λλαὰ καίνεί τοὰ θείλημαί

της, πίτρείπεί

Θεοὰς
ναὰ παίθείἐ κε
ῖ να πουὰ δεὰν θείλεί,

στε
᾿ μὐ α τοὰν τοὰν τροίπο ναὰ
ἐ Τοὰν πίζητηίσεί.
38. Τοὰνἴ δίον τοὰν ρωίτησαν τίί
ἶ ε ναί φίλαργυρίία καίὰ

παίντησε:
«Τοὰ ναὰ μηὰν
ἐ μπίστευίεσαί στοὰν Θεοὰ
ὅ ἔ τί χεί τηὰ φροντίίδα σου, ναὰ
ἐ μηὰν λπίίζείς

ποσχείσείς

το
Θεοῦ καίὰ ναὰ θείλείς ναὰ φαίίνεσαί σπουδα

ος».
39. Ρωτηίθηκε παίλί τίίἶ ε ναί καταλαλίαὰ ἀκί ποκρίίθηκε:
«Τοὰ ναὰἀ γνοε
ῖ κανείὰς τηὰ δοίξαῦτο Θεο

καίὰ ναὰ φθονε

τοὰν πλησίίον του».
40. Ρωτηίθηκε παίλί τίίἶ ε ναί
ἡ ὀ ργηὰ καίὰ

παίντησε:
«Φίλονίκίία, ψείμα καίὰ
ἔ λλείψη γνωίσης».
41. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἠλίίας,ὁ δίακονητηίς:
«Τίί δυίναμηἔ χείἡ ἁ μαρτίία,
ὅ που
ὑ παίρχεί μεταίνοία; Καίὰ
ὠτίί
ὑπερηφαίνεία;»

ῖφελε
ἡἀ

γαίπη
ἐ ῖ κε ὑπουὰ παίρχεί

42. Εἶπε παίλί:
«Οἱ ἄνθρωποί ἔχουν τοὰν νοῦ τους στραμμείνοἢ στίὰς
ἁ μαρτίίες

ἀνθρωίπους».
43. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Θεοίδωρος:

στοὰν

ησο
ῦἢ

προὰς τουὰς

92
«Πολλοίὰ στηὰνἐ ποχηί μας δίαίλεξαν τηὰν

ναίπαυση, προτο

τουὰς τηὰν δωίσεί

Θεοίς».

47. Ὁ ἀββᾶς Ἰαίκωβος εἶ πε:
«Δεὰν θείλησα ποτεὰ ναὰῶπἢ

ναὰ

κουίσω λοίγο κοσμίκοί».

48. Ὁ ἀββᾶς Λογγῖνος εἶπε στοὰνἀ ββᾶ Ἀ καίκίο:
«Ἡ γυναῖκα τοίτε καταλαβαίίνείὅ τίἔ χεί συλλαίβεί,
ὅ ταν σταματηίσεί τοὰ
ἷ α μα της.

τσί καίὰ

ψυχηὰ τοίτε ξείρεί
ὅ τί
ἔ χεί συλλαίβεί Πνε
ῦ μα
Ἅ γίο,
ὅ ταν σταματηίσουν ταὰ παίθη ταὰ χαμηλαὰ πουὰ
ρείουνἀ π᾿ αὐ τηίν.Ὅ σο καίροὰ περίπλείκεταί᾿ σ ὐα ταί,
ῶ π ς μπορε

ὑναὰ περηφανευίεταί σαὰν ναὰ
εἶναί ταίχαἀ παθηίς; ῶ
Δ σε α
ἷ μα καίὰᾶπ ρε Πνε
ῦ μα».
49. Ὁ ἀββᾶς Ποίμηὰν εἶ πεὅ τί τοὰ θείλημα καίὰ
ἡἀ
ὁδηγοῦν τοὰνἄ νθρωπο στηὰν πτωίση.

ναίπαυση καίί, προπαντοίς,

συνηίθεία
᾿ ὐσ α ταί,

55. Ὁ ἀββᾶς Παῦλος εἶπε:
«Ἂς πηγαίίνουμε πίίσωἀ ποὰ τοὰν
Ἰ ησο
ῦ ».
58. Εἶπε παίλίὅ τί πολλεὰς φορεὰς
ἡ ἀ πουσίίαῆ τ ς ντροπ
ῆ ς καίὰῦτο φοίβου φείρνουνἁτηὰν μαρτίία.
59. Καίποίος Γείροντας ἶε πε:
«Ἄνθρωπε, ἂν θείλείς ναὰ ζηίσείς συίμφωνα μεὰ τοὰν νοίμο
ῦ το ῦΘεο , θαὰ
ῖ βρε ς βοηθοὰ τοὰν Νομοθείτη».
60. Εἶπε παίλί:
«Ἂν ἑκουίσία θεληίσείς ναὰ παρακουίσείς τίὰς

ντολεὰς
ῦ το ῦΘεο , θαὰῖ βρε ς τοὰν δίαίβολο ναὰ σεὰ βοηθαίεί
στηὰν πτωίση».
61. Εἶπε Γείροντας:
«Ἡ ἀμερίμνησίία,ἡ σίωπηὰ καίὰ

μυστίκηὰ
ἐ σωτερίκηὰ μελείτη γεννο

ν τηὰν

γνοίτητα».

62. Εἶπε Γείροντας:
«Ἡ μείλίσσαὅ που πηγαίίνεί, καίνεί μείλί.

ἐργαίζεταί».

τσί ὁκί

μοναχοὰς

που πηγαίίνεί,ἔ τοὰ ργο
ῦ το ῦΘεο

63. Εἶπε παίλίὅ τίὁ Σατανᾶ ς πλείκεί σχοίνίαί,
ὅ σο
ἐ συὰ ῦτο δίίνείς λουρίίδες
ὐ α τοὰς πλείκεί.
ὐ Α τοὰ τοὰ
εἶπε γίαὰ τουὰς λογίσμουίς.
64. Εἶπε Γείροντας:

93
«Ὅταν καίποίοςἀ δελφοὰς θείλεί ναὰ παίεί ναὰ συναντηίσεί

ἀναν δελφοί,

δαίίμονας

τ ς κατακρίίσεως
ἢ πηγαίίνεί πίοὰ μπροσταὰ
ἀ ᾿π ὐα τοὰν
ἐ ῖκε
ἢ ἔ ρχεταί μαζίί του στοὰν

δελφοί».
65. Εἶπε Γείροντας: «Τοὰν τεμπείλη καίὰ τοὰν

καμαίτη δεὰν τουὰς θείλεί

Θεοίς».

66. Ἄλλος Γείροντας εἶ πε: «Δῶ σε δίαίθεση καίὰ θαὰ παίρείς δυίναμη».
67. Ἄλλος εἶπε: «Ἡ ἀχαρίστίία μεσίτευίεί γίαὰ χαίρηῆ τἀς δυναμίίας

νωίπίον
ῦ το ῦΘεο ».
68. Ἕνας Γείροντας εἶ πε:
«Ὅπως ὁ κασσίίτεροςἀ φοῦ μαυρίίσεί, παίλί γίίνεταί λαμπεροίς,

τσί καίὰ
ὐ α τοίὰ πουὰ πίστευίουν,
ἂ κί ν
μαυρίίζουν, καθωὰςἁ μαρταίνουν, παίλί λαμπρυίνονταί,

ταν μετανοο

ν,᾿ γίὐ α τοὰν τοὰν λοίγο

ἡ σως
πίίστη παρομοίαίστηκε μεὰ κασσίίτερο».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΒ´
Γίαὰ τουὰς δωίδεκα
ἀ ναχωρητεὰς
1. Δωίδεκαἀ ναχωρητεὰςἅ γίοί, σοφοίὰ καίὰ πνευματίκοίὰ

νθρωποί, συγκεντρωίθηκαν καίποτε καίὰ
ζηίτησαν ναὰὁ μολογηίσεί
ὁ καθείνας
ὅ σα κατοίρθωσε στοὰ κελίί του καίὰ ἦποίαὰἡ ταν πνευματίκηί του
ἄσκηση.
Ὁ πρῶτος, ὁ μεγαλυίτερος στηὰνἡ λίκίία,ἶ ε πε:
«Ἀδελφοίί,ἐ γωὰἀ ποὰ τηὰ στίγμηὰ πουὰ

ρχίσα ναὰ
ῶ ἡζ
συχαστίκηὰ ζωηὰ σταυίρωσα

λο
ἑ τοὰν αυτοί μου
ἀπείναντί σταὰἐ ξωτερίκαὰ πραίγματα,
ἔ χοντας στοὰνῦνο μου
ὐ α τοὰ πουὰ
ἶ ε ναί γραμμείνο: Ναὰ
σπαίσουμε τουὰς δεσμουὰς πουὰᾶμ ς συνδείουν μαζίί τους καίὰ ναὰ ρίίξουμε

ποὰ παίνω μας τοὰν ζυγοί
τους. Ἔτσί, ἔκανα ἕνα τεῖχος ἀναίμεσα στηὰν ψυχηί μου καίὰ σταὰ σωματίκαὰ πραίγματα καίὰ
ἀναλογίίσθηκαὅ τί,ὅ πως αὐ τοὰς πουὰἶ ε ναί μείσα
ἀ ποὰ τοὰ
ῖ τε χος δεὰν βλείπεί
ὐ α τοὰν πουὰ στείκεταί

ξω,
μεὰ τοὰνἴ δίο τροίπο καίὰ συὰ μηὰ θεληίσείς ναὰ βλείπείς ταὰ πραίγματα
ἔ πουὰ χουν σχείση
ἔ μεὰ
Ἀ ταὰ ξω. λλαὰ
ναὰἔ χείς στραμμείνη τηὰν προσοχηί σου στοὰν

αυτοί σου,

ναμείνοντας καίθε μείρα
ἐ μεὰ λπίίδα τοὰν
Θεοί.
Ἔτσί θεωρῶ τίὰς πονηρεὰςἐ πίθυμίίες φίίδία καίὰ

ποίγονους
ἀ ὀποὰ χίείς,
ὅ καίὰ τανἰ τίὰς α σθαίνομαί ναὰ
ξεφυτρωίνουν στοὰ νο
ῦ μου, τίὰς ξηραίίνω μεὰ φοβείρες ὀκαίὰ Ἀ
ργηί. κοίμη, δεὰν σταμαίτησα ποτεὰ ναὰ ταὰ
βαίζω μεὰ τοὰῶσ μα μου καίὰ μεὰ τηὰν ψυχηί μου, γίαὰ ναὰ
ἐ μηὰν κτραπο

ν σεὰ ἀτίίποτε ναίρμοστο».
Ὁ δευίτερος εἶ πε:
«Ἐγωὰἀ ποὰ τοίτε πουὰ
ἀ ρνηίθηκα τοὰν κοίσμο,
ἶ ε πα στοὰν

αυτοί μου: Σηίμερα

ναγεννηίθηκες, σηίμερα
ἄρχίσες ναὰ δουλευίείς στοὰν Θεοί, σηίμερα

ρχίσες ναὰ κατοίκε
ῖ ἐ ῶ
ς δ σαὰν ξείνος.

τσί καίθε μείρα ναὰ
αἰσθαίνεσαί, σαὰνἕ νας ξείνος καίὰ
ὅ τίὔα ρίο θαὰ φυίγείς».
Ὁ τρίίτος εἶ πε:

94
«Ἐγωὰἀ ποὰ τοὰ πρωίὰ
ἀ νεβαίίνω στοὰν Κυίρίοί μου,
ἀ καίὰ
ῦ φο τοὰν προσκυνηίσω, πείφτω μεὰ τοὰ προίσωπο
καίτω καίὰἐ ξομολογο
ῦ μαί ταὰ
ἁ μαρτηίματαί μου.

πείτα κατεβαίίνοντας προσκυν

τουὰς

γγείλους
του καίὰ τουὰς παρακαλ
ῶ ναὰ
ἱ κετείψουν τοὰν Θεοὰ γίαὰ μείνα καίὰ
ὁ γίαὰ λοίκληρη τηὰν
Ἀ κτίίση.

φο τοὰ
καίνω αὐ τοί, κατεβαίίνω στηὰν
ἄ βυσσο καίὰ

,τί καίνουν
ἱ Ἰ ο ουδα
ῖ ὅοί, ταν πηγαίίνουν σταὰ
Ἱεροσοίλυμα, πουὰ σχίίζουν ταὰ
ἐ νδυίματαί τους καίὰῖ κλα νε καίὰ πενθο

ν γίαὰ τηὰ συμφοραὰῆπουὰ βρ κε
τουὰς πατείρες τους, α
ὐ τοὰ καίνω ἐκί γωί. Περίπλανίείμαί στουὰς τοίπους
ῆ τ ς κοίλασης, βλείπω ταὰ δίκαί
μου μείλη (δηλαδηὰ τουὰς
ἐ κε
ῖ ἄ λλους χρίστίανουίς) ναὰ βασανίίζονταί καίὰ κλαίίω
᾿ ὐμ α τουὰς πουὰ
κλαῖνε».
Ὁ τείταρτος εἶ πε:
«Ἐγωὰἔ τσί νίωίθω, σαὰν ναὰ καίθομαί μεὰ τοὰν Κυίρίο καίὰἈτουὰς ποστοίλους του
ὄ στοὰ
ῶ ρος
Ἐ τ ῶν λαί ν.
Εἶπα στοὰνἑ αυτοί μου:ἀ ποὰῶδ καίὰ πείρα κανείναν συγγεν

ναὰ μηὰν ξείρείς,

λλαὰ παίντοτε ναὰ
βρίίσκεσαί μ᾿ αὐ τουίς, ναὰ τουὰς
ἀ ναζητ
ᾷ ς καίὰ ναὰ μίμε

σαί τοὰν καλοὰ τροίπο

τ
ῆ ς ζω ςὅτους,ἡ πως
Μαρίία πουὰ καθοίταν κονταὰ σταὰ ποίδία
ῦ το Κυρίίουἄκαίὰ κουγε ταὰ λοίγία του:
«Ναὰ γίίνετεἅ γίοί, γίατίὰ
ἐ γωὰ
ἶ ε μαί
ἅ γίος. Ναὰ γίίνετε σπλαχνίκοίὰ καίὰ τείλείοί,

ὁ πως Πατείρας σας
εἶναί τείλείος. Ναὰ δίδαχτε
ῖ τεἀ ποὰ μείνα
ὅ τί
ἶ ε μαί ᾶ
πρ ος καίὰ ταπείνοὰς στηὰν καρδίαί».
Ὁ πείμπτος εἶ πε:
«Ἐγωὰ καίθε φοραὰ βλείπω
ἀ γγείλους ἀ
ναὰ νεβαίίνουν καίὰ ναὰ κατεβαίίνουν γίαὰ τηὰν προίσκληση

τ ν
ψυχῶν. Καίὰ παίντοτε, περίμείνοντας τοὰ τείλος μου, λείω:
ἶ Ε ἕναί τοίμη

καρδίαί μου, Θεεί μου».
Ὁ ἕκτος εἶπε:
«Ἐγωὰ καθωὰς καίνω τηὰν πνευματίκηί μου

ργασίία στοὰ κελίί, νομίίζω
ὅ ἀ τί ἀκουίω ποὰ τοὰνὐΚυίρίο α ταὰ
ταὰ λοίγία: Ναὰ κοπίαίστε γίαὰ μείνα
ἐ κί γωὰᾶθαὰἀσ ς ναπαυίσω,

κοίμη λίίγο
ἀ ναὰ ῖγωνίστε τε ᾶ
καίὰ θαὰ σ ς
δείίξω τηὰ σωτηρίία καίὰ τηὰ δοίξα μου.

νἀμεὰ ᾶγαπἂ τε,ἴ ν ε σαστε παίδίαί μου, σαὰν Πατείρα πουὰ
παρακαλαίεί, ναὰ α
ἰ σθανθε
ῖ τε γίαὰ μείνα σεβασμοί,
ἂ ἶν ε στε

δελφοίί μου, ναὰ μεὰ σεβαστε
ῖ ὅ τε πως
ἐκεῖνον πουὰὑ πείμείνε πολλαὰ γίαὰᾶ σ Ἂς. ν
ἴ ε σαστε προίβαταί μου,ἀναὰῦ κο στε τηὰ φωνηὰ
ῦ το
ποίμείνα,ἂ ν εἶ στε δοῦ λοί μου, ναὰἀ κολουθηίσετε ταὰ παθηίματαῦτο δεσποίτη σας».
Ὁ ἕβδομος εἶπε:
«Ἐγωὰ αὐ ταὰ ταὰ τρίία μελετ

συνεχ
ῶ ς καίὰ λείω

δίαίκοπα στοὰν

αυτοί μου: πίίστη,

λπίίδα,

γαίπη,
γίαὰ ναὰ χαίίρομαί μεὰ τηὰν

λπίίδα, ναὰ στηρίίζομαί μεὰ τηὰν πίίστη, καίὰἀμεὰ τηὰν γαίπη ναὰ μηὰ λυπηίσω
ποτεὰ κανείνα».
Ὁ ὄγδοος εἶπε:
«Ἐγωὰ βλείπω τοὰν δίαίβολο ναὰ πεταίεί ζητωίντας ποίοὰν ναὰ καταπίε
ῖ Ὅ
. που
ἂ κί ν παίεί, βλείπω μεὰ ταὰ
ἐσωτερίκαὰ μαίτία, καίὰ
ἀ ναφείρομαί
ἱ κετευτίκαὰ στοὰν Δεσποίτη μου Χρίστοὰ

ναντίίονὥτου, στε ναὰ
μείίνείἄ πρακτος καίὰ ναὰ μηὰν μπορείσεί ναὰ καίνεί τίίποτε σεὰ κανείναν,

᾿δίίως
ὐ σ α τουὰς πουὰ
φοβοῦνταί τοὰν Θεοί».

95
Ὁ ἔνατος εἶπε:
«Ἐγωὰὅ ταν καίνω τηὰν πνευματίκηί μου
ἐ ργασίία, βλείπω τηὰν

κκλησίία
ῶ τ νῶνοερ ν δυναίμεων κί
ἀναίμεσαί τους τοὰν Κυίρίοί της δοίξας ναὰ λαίμπεί περίσσοίτερο
ἀ ᾿ὅ π Ὅ
λους. ταν μεὰ
ῖ ἀ βρε κηδίία,
ἀνεβαίίνω στουὰς ὐο ρανουὰς καίὰ βλείπω τηὰν

ξοχη

ραίοίτητα
ῶ ἀ
τ ν γγείλων
ἀ κί κουίωὕτουὰς μνους
πουὰἀ νυψωίνουνἀ καταίπαυστα στοὰν Θεοί, καθωὰς καίὰ τηὰ
ῳ μελ δίίαὙ
τους. ψωίνομαί μεὰ
ἤ τουὰς χους
καίὰ τηὰ φωνηὰ καίὰ τηὰ μουσίκοίτηταί τους,

στε ναὰ νίωίσω

α τοὰἶ πουὰ ε ναί γραμμείνο:
«Οἱ οὐρανοίὰ δίηγοῦ νταί τηὰ δοίξα το
ῦ Θεο
ῦ » καίὰ
ὅ λα ταὰ

πίίγεία ταὰ ῶ
θεωρ

σταίχτη καίὰ σκουπίίδία».

Ὁ δείκατος εἶ πε:
«Ἐγωὰ παίντοτε βλείπω κονταί μου τοὰν φυίλακα

γγελοί μου καίὰ προσείχω
ἑ τοὰν αυτοί
ἔ μου, χοντας
στοὰ μυαλοί μου α
ὐ τοὰ πουὰ
ἔ χεί γραφε
ῖ :
«Ἔβλεπα μπροσταί μου τοὰν Κυίρίο παίντοτε,
ὅ τί στείκεταί σταὰ δεξίαί μου, γίαὰ ναὰ μηὰν κλονίσθ

ἀποὰ τηὰ θείση μου».
Φοβοῦμαί λοίποὰν αὐ τοὰν πουὰ παρακολουθε
ῖ τηὰν πορείία μου. Δίοίτί τοὰν βλείπω καίθε μείρα ναὰ
ἀνεβαίίνεί στοὰν Θεοὰ καίὰ ναὰ παρουσίαίζείἔταὰ ργα καίὰ ταὰ λοίγία μου».
Ὁ ἑνδείκατος εἶ πε:
«Ἐγωὰ προσωποποίίησα τίὰς
ἀ ρετείς,
ὅ πως π.χ. τηὰν

γκραίτεία, τηὰ σωφροσυίνη, τηὰ μακροθυμίία, τηὰν
ἀγαίπη κίἔ στησα τοὰνἑ αυτοί μου
ἀ ναίμεσαί τους

στε ναὰ μεὰ περίκυκλωίσουν
ὐ α τείς.
ὅ Κί που
ἂ κί ν
παίω, λείω στοὰν
ἑ αυτοί μου: «Πο
ῦ ἶ ε ναί
ἱ ο παίδαγωγοίί σου; Μηὰν

δίαφορηίσείς, ἀμηὰν κηδίαίσείς,
ἀφοῦ παντοτίναὰ αὐ τεὰς τίὰς
ἔ χείς δίίπλα σου,
ὅ ποία
ἀ ρετηὰ θείλείς κονταί σου
ἶ ε ναί, καίὰ καλαὰ λοίγία
θαὰ ποῦ ν στοὰν Θεοὰ γίαὰ σείνα,

τί δηλαδηὰ
ῆ βρ καν σεὰ σείνα

ναίπαυση».
Ὁ δωδείκατος εἶ πε:
«Ἐσεῖς, Πατείρες,ἔ χοντας φτεροῦ γεςἀ ποὰ τοὰνὐο ρανοί,
ἀ ποκτηίσατε
ὐ ο ραίνία ζωηί.ὐΚί α τοὰ καθοίλου
παραίξενο δεὰν ἶε ναί, ᾶ
σ ς βλείπω ναὰ στείκεστε ψηλαὰῳ
λοίγ
ῶ ἔτ ν ργων σας καίὰ
ἐ ναὰ πίδίωίκετε ταὰ
οὐραίνία. Μεὰ δυίναμη μαίλίστα μετακίνε
ῖ στε
ἀ ᾿ π τηὰ
ῆ ἐγ ῖ σε ς πουὰ

ποξενωθηίκατε


ντελ
ἀ ᾿ς π
αὐτηίν. Πῶ ς ναὰ ᾶ
σ ςὀ νομαίσω;
Ἐ πίίγείους
ἀ γγείλους
ἢ ὐ ο ραίνίους

νθρωίπους;

γωὰ κρίίνοντας τοὰν
ἑαυτοί μου τοίσοἀ ναίξίο
ἀ κοίμη καίὰ ναὰ
ῖ ζε , βλείπω μπροσταί μου
ἁ τίὰς μαρτίίες
Ὅμου. ἂ
που κί ν παίω,
ὅπου κί ἂν στραφῶ τίὰς βλείπω ναὰ προχωρο
ῦ ν πρίὰν
ἀ ποὰ μείνα.
Σταὰ καταχθοίνία καταδίίκασα τοὰν
ἑ αυτοί μου. Λείω «Θαὰ
ἶ ε μαί μαζίὰ
᾿ ὐμ α τουὰς πουὰ
ῦ ἀ μο
ξίίζεί.
᾿
Μ
αὐτουὰςὕ στεραἀ ποὰ λίίγο θαὰ μεὰ καταταίξουν». Βλείπω
ἐ ῖ κε θρηνητίκεὰς κραυγεὰς καίὰ δαίκρυα, πουὰ
δεὰν σταματοῦ ν ποτεὰ καίὰἶ ε ναί
ἀ νεκδίηίγητα. Βλείπω καίποίους ναὰ τρίίζουν ταὰ δοίντία καίὰ ναὰ
πηδοῦν μ᾿ ὅλο τους τοὰ σῶ μα καίὰ ναὰ τρείμουν
ἀ ᾿ π τοὰ κεφαίλί μείχρί ταὰ ποίδία. Πείφτω μεὰ τοὰ
προίσωπο καίτω καίὰ ρίίχνοντας σταίχτη στοὰ κεφαίλίἱμου κετευίω τοὰν Θεοὰ ναὰ μηὰ δοκίμαίσω
ἐ ῖ
κε νες
τίὰς συμφορείς. Βλείπω καίὰ μίία θαίλασσα

ποὰ φωτίαὰ ναὰ παφλαίζεί καίὰ ναὰ φυσομαναίεί
ἐ ῶ ἐ δ
ῖ κί κε
καίὰ ναὰ βρυχίείταί, σεὰ σημε
ῖ ο πουὰ ναὰ νομίίζεί κανείὰς

τί ταὰ κυίματα

τ ᾶς φωτί ς φταίνουν μείχρί τοὰν
οὐρανοί. Καίὰ μείσ
᾿ τηὰ φοβερηὰ
ὐ α τηὰ θαίλασσα

μείτρητους

νθρωίπους ρίγμείνους
ἀ ἄ ποὰ γρίους

96
ἀγγείλους, καίὰὅ λοί μαζίὰ
ἐ κε
ῖ νοίἱ οἄ νθρωποί μεὰ μίαὰ φωνηὰ ναὰ βγαίζουν δυνατεὰς κραυγεὰς καίὰ ναὰ
κραίζουν μεὰἰ σχυρουὰς θρηίνους καίὰ φωνεὰς τείτοίες, πουὰ κανείὰς
ἔ δεὰν
ἀ χεί κουίσεί. Σαὰν ξεραὰ χοίρτα
ὅλοί ναὰ καίίγονταί, καίὰἱ ο ἰ ο κτίρμοίὰ ῦτο Θεο

ναὰ φευίγουν μακρίαὰ
ἀ ᾿ ὐπ α τουίς, γίαὰ
ἁ τίὰς μαρτίίες
τους.
Τοίτε θρηνῶ τοὰ γείνοςῶτ ἀ
ν νθρωίπων,ῶπ ς τολμ

ναὰ μίληίσεί

ναὰ δίίνεί τηὰν προσοχηί του σεὰ καίτί
ἐφηίμερο,ἀ φοῦ τοίσο μεγαίλα κακαὰ περίμείνουν τοὰν κοίσμο. Μεὰ τείτοίους λογίσμουὰς
ῶ κρατ τοὰ
πείνθος στηὰν καρδίαί μου, κρίίνοντας τοὰν

αυτοί μου

ναίξίο γίαὰ ὐτοὰν ο ρανοὰ καίὰ
ῆ τηὰ γ , καίὰ
πραγματοποίεῖταί σεὰ μείναὁ λοίγοςῆτ ς Γραφ
ῆ ς: Ταὰ δαίκρυαί μου

γίναν γίαὰ μείνα ψωμίὰ μείρα καίὰ
νυίχτα».
Αὐταὰ εἶ ναί ταὰ κατορθωίματαῶτ ν σοφ
ῶ ν καίὰ πνευματίκ
ῶ ν Πατείρων. Μακαίρί
ἐ κίῖ με ς ναὰ
δείίξουμε στουὰςἄ λλους μίαὰ ζωηὰ
ἄ ξία ναὰ τηὰν θυμο

νταί, γίαὰὐναὰ ε χαρίστηίσουμε τοὰν Δεσποίτη μας
Χρίστοί,ἀ φοῦ γίίνουμε τείλείοί καίὰ
ἀ ψεγαίδίαστοί.
2. Ἕνας Γείροντας εἶ πεὅ τίὑ πῆ ρχε καίποίοςἀ ναχωρητηίς, πουὰ κατοίκο
ῦ σε στηὰν πίοὰ βαθίαὰ

ρημο
ἀποὰἀ ρκεταὰ χροίνία κίἶ ε χε
ἀ ποκτηίσεί χαίρίσμα δίορατίκοί,

στε ναὰ συναναστρείφεταί μεὰ τουὰς
ἀγγείλους. Καίὰ συνείβη τοὰ
ἑ ῆ ξ ς: Δυοὰ

δελφοίὰ μοναχοίὰ

κουσαν ταὰ σχετίκαὰ
᾿ ὐ μ α τοὰν
ἶ καίὰ ε χαν τηὰν
ἐπίθυμίία ναὰ τοὰν γνωρίίσουν καίὰ ὠ
ναὰ φεληθο

ν.
ῆ Βγ καν

ποὰ ταὰ κελίαί τους καίὰ πηίγαίναν προὰς
αὐτοὰν μεὰἐ μπίστοσυίνη στηὰν καρδίαί. Καίὰ

ναζητο

σαν τοὰν
ῦ δο λο
ῦ το ῦΘεο στηὰν

ρημο.
Ὕστερα ἀποὰ μερίκεὰς μείρες πλησίίασαν στηὰ σπηλίαὰ
ῦ το Γείροντα.

ποὰ μακρίαὰ βλείπουν καίποίον
σαὰνἄ νθρωπο ντυμείνο σταὰ λευκαὰ ναὰ στείκεταί παίνω
ἕ σεὰ ἀναν ποὰ τουὰς λοίφους
ἦ πουὰ ταν κονταὰ
στοὰνὅ σίο σεὰἀ ποίσταση περίίπου τρί
ῶ ν σημείίων.
Τουὰς φωίναξε:
«Ἀδελφοίί,ἀ δελφοίί».
Αὐτοίὰ τοὰν ρωίτησαν:
«Ποίοὰς εἶ σαί καίὰ τίί θείλείς;»
«Ναὰ πεῖ τε, τουὰςἀ ποκρίίθηκε, στοὰν
ἀ ᾶββἐ
παρακαίλεσα».

ῖκε νον πουὰ θαὰ συναντηίσετε: θυμηίσου
ὐ α τοὰ πουὰ σεὰ

Οἱ ἀδελφοίὰἦ ρθαν, βρῆ καν τοὰν Γείροντα, τοὰν χαίρείτίσαν καίὰ πείφτοντας σταὰ ποίδία
ῦ το
παρακαλοῦσαν ναὰἀ κουίσουνἀ ποὰ τοὰ στοίμα του λοίγο σωτηρίίας. Πραίγματί, δίδαίχτηκαν
ἀ ᾿
π
αὐτοὰν καίὰὠ φεληίθηκαν πολυί.
Τοῦ μίίλησαν καίὰ γίαὰ τοὰν
ἄ νθρωπο πουὰ
ἶ ε δαν καθωὰς

ρχονταν, καίὰ τηὰν παραίκλησηί
Ὁ του.
Γείροντας καταίλαβε ποίοὰς
ἦ ταν,
ἀ λλαὰ προσποίο
ῦ νταν
ὅ τί δεὰν τοὰν

ξερε. Μαίλίστα

λεγε:
«Κανείναςἄ λλοςἄ νθρωπος δεὰν κατοίκε
ῖἐ ῶ
δ ». Ο
ἱ ἀ δελφοίὰ
ὅ μως βαίζοντας συνείχεία μεταίνοίες καίὰ
ἀγκαλίαίζοντας ταὰ ποίδία του τοὰν
ὑ ποχρείωναν ναὰ
ῖ πε ποίοὰς

ταν
ὐ α τοὰς ἶπουὰ ε δαν.
Ὁ Γείροντας τουὰς σηίκωσε
ὄ ρθίους καίὰ τουὰς
ἶ ε πε:

97
«Δῶστε μου τοὰν λοίγο σαςὅ τί δεὰν θαὰ μίληίσετε

παίνετίκαὰ σεὰ κανείναν γίαὰ μείνα σαὰν γίαὰ καίποίον
ἅγίο, μείχρί ναὰ φυίγω στοὰν Κυίρίο, καίὰ τοίτεᾶθαὰ σ ς μίληίσω καθαραὰ γίαὰ
ὑ τηὰν ποίθεση».
Ἐ ῖ
κε νοί
ἔκαναν ὅπως τουὰς ζηίτησε. Τουὰς λείεί λοίποίν:
«Αὐτοὰς πουὰἔ χετε δε
ῖ ντυμείνο σταὰ λευκαὰ
ἶ ε ναί

γγελος Κυρίίου, πουὰ

ἐρθε
ῶ δ καίὰ παρακαλε

ἐμείνα τοὰνἀ δυίναμο καίὰ ῦ
μο λείεί:
Ἱ « κείτευσε τοὰν Κυίρίο γίαὰ μείνα, ναὰ ξαναγυρίίσω στοὰν τοίπο μου,
γίατίὰἔ χεί πίαὰ συμπληρωθε
ῖ ἡ προθεσμίία πουὰ
ὁ ρίίσθηκε σεὰ βαίροςἀμου ποὰ τοὰν Θεοί».ἐ Στηὰν ρωίτησηί
μου «ποίαὰ εἶ ναίἡ αἰ τίία ῆ
τ ς ποίν
ῆ ς σου;»ἀ παίντησε:
«Συνείβη σεὰ μίία
ἐ παρχίακηὰ ποίλη πολλοίὰ

νθρωποί ναὰ παροργίίζουν τοὰν Θεοὰἁμεὰ τίὰς μαρτίίες τους
γίαὰ μεγαίλο χρονίκοὰ δίαίστημα, καίὰ
᾿ ἔμ στείλε ναὰ τουὰς παίδευίσωὐ μεὰ ε σπλαχνίία.

ὅ γωὰ
ὅ μως ταν
τουὰς εἶ δα πολυὰ ναὰ
ἀ σεβο
ῦ ν, τουὰς
ἐ πείβαλα μεγαλυίτερο παίδεμοί,
ἀ μεὰ ποτείλεσμα πολλοίὰ ναὰ
ἐξοντωθοῦν. Γί᾿ αὐτοὰ μοῦ ἐ πεβληίθηἡ ἀ πομαίκρυνσηί μου
ἀ ποὰ προσωίπου
ῦ το ῦΘεο πουὰ
ῦ μο
ἶ ε χε
ἀναθείσεί τηὰνἀ ποστοληί».
Ὅταν τοῦ εἶπα «καίὰ πῶ ς εἶ μαίἄ ξίος ναὰ παρακαλείσω τοὰν Θεοὰ γίαὰ

ναν

γγελο;»,
ἐ ῖ κε νος
ἶ ε πε:
«Ἂν δεὰνἤ ξεραὅ τίὁ Θεοὰς δείχεταί τηὰν προσευχηὰ
ῶ τ ν γνηίσίων δουίλων του, δεὰν
ἐ θαὰ ρχοίμουν καίὰ
δεὰν θαὰ σεὰ
ἐ νοχλο
ῦ σα».
Ἐγωὰἀ ναλογίίσθηκαἐ κείίνη τηὰ στίγμηὰἀτοὰ μείτρητο

λεος
ῦ το Κυρίίου καίὰ
ἄ τηὰν ἀπείρη γαίπη του
προὰς τοὰνἄ νθρωπο, πουὰ τοὰν
ἔ κανε
ἄ ξίο ναὰ μίλαίεί μαζίί του καίὰ ναὰ τοὰν βλείπεί,

ἱπίίσης

ο γγελοίί
του ναὰὑ πηρετοῦ ν τουὰςἀ νθρωίπους καίὰ ναὰ

χουν

παφηὰ μαζίί τους,

ἔπως χεί γίίνεί μεὰ τουὰς
μακαίρίους δουίλους του Ζαχαρίία καίὰ Κορνηίλίο καίὰ τοὰν προφηίτη

λίία καίὰ
ἄ τουὰς ἁλλους γίίους.
Ἔνίωσα καταίπληξη μ᾿ αὐ ταὰ καίὰ δοίξασα τηὰν
ὐ ε σπλαχνίία του».
Μεταὰἀ π᾿ τοὰ περίστατίκοὰὐα τοὰ

τρίσμακαίρίστος πατείρας μας

ναπαυίτηκε.
ἱ ἀ Ο δελφοίὰ τοὰν
ἔθαψαν τίμητίκαὰ μεὰὕ μνους καίὰ προσευχείς. ἐ
Κί ῖμεἂς ἐ ς πίδίωίξουμε ναὰ μίμηθο

μεἀτίὰς ρετεὰς
αὐτοῦ τοῦ Γείροντα μεὰ τηὰ δυίναμη ῦτο Κυρίίου μας

ησο

Χρίστο

, πουὰ θείλεί

ἱλοί
ἄ ο νθρωποί ναὰ
σωθοῦν καίὰ ναὰ φταίσουν στηὰν
ἐ πίίγνωση
ῆ τἀ ς ληίθείαίς του».
8. Ἕνας Γείρονταςἔ λεγεὅ τί δεὰν πρείπεί κανείὰς ναὰ μερίμν

γίαὰ τίίποτε παραὰ μοίνο γίαὰ τοὰν φοίβο
τοῦ Θεοῦ. Καίὰ προίσθετε:
«Κί ἂν ἀναγκασθῶ ναὰ φροντίίσω γίαὰ γηίίνη
ἀ ναίγκη, ποτεὰ δεὰν τηὰν σκείφτομαίἀπρίὰν ποὰ
ὥ τηὰν
της».
9. Ἔλεγαν οἱ Γείροντεςὅ τίὅ πωςἡ φωτίαὰ καίίεί ταὰ ξυίλα,

τσί καίὰἔ τοὰ ργο
ῦ το μοναχο
ῦὀ
καίίεί ταὰ παίθη.

ρα

φείίλεί ναὰ

10. Γίαὰ καίποίο Γείροντα πουὰ κατοίκο
ῦ σε σεὰ κοίνοίβίο

λεγαν
ἱ ἀ ο δελφοίὰ
ῆ ἴ τ ς δίαςῆμον
ὅ ς ὐτί α ταὰ
ταὰ τρίία πλεονεκτηίματα
ἀ πείκτησε περίσσοίτερο

ποὰ καίθε

λλο μοναχοὰ
ὐ ῆ α ῆτ ς τ ςᾶγενί ς: τοὰ ναὰ
νηστευίεί πολυί, τοὰ ναὰ
ἀ γρυπνε

πολυὰ καίὰ τοὰ
ἐ ναὰ ργαίζεταί πολυί.
14. Ὁ ἅγίος Γείροντας Θεοίδωρος πουὰ καταγοίταν
ἀ ᾿ π ταὰ

δανα,
ᾶ μ ς δίηγηίθηκε
ὅ ὅ τί ταν
ῦ ζο σε σταὰ
μείρη τῆ ςἉ γίίας Ποίλεως, στοὰ κοίνοίβίοῦτο Πενθουκλ

, κονταὰ στοὰν

γίο ποταμοὰ

ορδαίνη,

ρθε

98
καίποίοςἀ π᾿ ταὰ μείρηῆτ Ἀς σίίας θείλοντας ναὰ γίίνεί μοναχοὰς στοὰ μοναστ

ὐ ρί α τοί.
ὁ ἡΚαίὰ
τοὰν δείχτηκε.

γουίμενος

Ἔμείνε καίποίο χρονίκοὰ δίαίστημα καίὰ
ἐ πείδηὰ

φεληίθηκε πνευματίκαὰ
ἀ ᾿ π τηὰν καληὰ καταίσταση
τοῦ μοναστηρίοῦ, μίαὰ πουὰ ἶε χεἀ ρκετοὰ χρυσαίφί τοὰ φείρνεί καίὰ τοὰ δίίνείἀστοὰν
ᾶ ββ , λείγονταίς του:
«Ἀββᾶ, ἐπείδηὰὠ φεληίθηκαἀ π
᾿ τηὰν ζωηὰ στοὰ κοίνοίβίο καίὰ θείλω

αὰν
ὁ καίὰ Θεοὰς συγκατανευίεί, ναὰ
καίνείς τηὰν κουραί μου καίὰ ναὰῦμο δωίσείςἅτοὰ γίο
ῆ σχ μα,
ᾶ π ὐρε α τηὰν ὐτηὰν ε λογίία καίὰ δίαχείρίίσου
την ὅπως νομίίζείς», καίὰ το
ῦ δείίχνεί τοὰ χρυσαίφί.
Ὁ ἡγουίμενοςὅ μως πουὰἦ τανἄ νθρωποςἐ ναίρετος καίὰ
ἶ ε χε φοίβο Θεο

, δεὰν

σπευσε ναὰ παίρεί τοὰ
χρυσαίφί,ἀ λλαὰ το
ῦ λείεί:
«Αὐταί, παίδίί μου,ἐ ῶ
δ δεὰν ταὰ χρείαζοίμαστε.

πως γνωρίίζείς δεὰν
ἴ ε μαστε πολυείξοδοί στίὰς
ἀναίγκες μας,ἀ λλ᾿ ὅ πως τυίχεί μεὰ φτηναὰ πραίγματα περνο

με, καθωὰς
ῦ ζο ἐμε
ῶ δ στηὰν

ρημο.
Ἀλλαὰ συίμφωνα μεὰ τηὰν
ἐ ντοληὰῦτο Κυρίίου, πηίγαίνε καίὰ
᾿ δωίσ τα στουὰς φτωχουὰςἔκαίὰ θαὰ χείς
θησαυροὰ στουὰς ὐο ρανουίς».
Ἐ κε
ῖ νος
ὅ μως
ἐ πείμενε ναὰ παρακαλε

καίὰ ναὰ λείεί:
«Τοὰἔ ταξα, παίτερ,ὅ πουἐ γκαταβίωίσω,
ἐ κε
ῖ ναὰ ταὰ προσφείρω».
Κί ὁ Γείροντας τοῦ ἀ παντᾶ :
«Ἐγωί, παίδίί μου,ἐ αὰν ταὰ παίρω, θαὰ ταὰ δωίσω στουὰς φτωχουίς. Γίατίὰ δεὰν μαίθαμε ναὰ συγκεντρωίνουμε
θησαυροὰἐ παίνω στηὰῆγ ».
Ἐ κε
ῖ νος παίλί
ἐ πείμενε λείγοντας, «Παίρε τα, Παίτερ,
ὅ καίὰ πως νομίίζείς
δίαχείρίίσου τα». Τοίτεὁ ἀ ββ
ᾶ ς δείχτηκε τοὰν χρυσοὰ καίὰ
ῦἔ
το κανε τηὰν κουραὰ καίὰ
ῦ ᾿ το δωσε
ἅ τοὰ γίο
σχῆμα.
Κατ᾿ οἰκονομίίαν Θεοῦ ὅ μως δεὰν ξοίδεψε
ὁ ἀ ββ
ᾶ ς ταὰ χρηίματα,

λλαὰ περίίμενε θείλοντας ῖναὰ δε
τηὰν προκοπηί του.Ὡ στοίσο κανείνας δεὰν γνωίρίζε,
ὔ ο τε ὁκαίὰ

ὁδίος

δελφοίς,
ὅ ὑ ῆτί π ἀ
ρχαν κοίμη
ταὰ χρηίματα. Στηὰν
ἀ ρχηὰ λοίποίν, πουὰ
ἶ εἀχε κοίμη τηὰ θείρμη
ῆ ἀ τ ς ποταγ
ῆ ἐ ς, κπληίρωνε καίθε
ὑποταγηὰ καίὰἔ κανεἀ κουίραστα καίὰ τοὰ δίακοίνημα πουὰ
ῦ ἀτο
νείθεταν. Μεταὰ

ἀ μως ποὰ καίροὰ
ἄρχίσε ναὰ χαλαρωίνεί καίὰ ναὰ μηὰ δείίχνεί τηὰν

δία προθυμίία,

λλαὰ σίγαὰ-σίγαὰ

ρχίσε καίπως ναὰ
μουρμουρίίζεί λείγοντας:
«Ἐγωὰ εἶ χα δωίσεί πολλαὰ λεφταὰ στοὰ κοίνοίβίο καίὰ δεὰν τρωίω δωρεαὰν τοὰ ψωμίί».
Ὅταν ἄκουσαν λοίποὰν αὐ ταὰ καίποίοί
ἀ δελφοίί,
ἄ ρχίσαν ναὰ σκανδαλίίζονταί καίὰ προπαντοὰς

ο πίοὰ
ἁπλοίΐκοίί.Ὅ ταν τοί
᾿ μαθεὐα τοὰ
ὁ ἀ ᾶββ ς, τοὰν καίλεσε καίὰ
ῦ το
ἶ ε πε:
«Δεὰν μεὰ πίίεσες,
ἀ δελφεί, συὰ
ὁἴ
δίος, γίαὰ ναὰ ῶ
δεχθ ταὰ χρηίματαί σου; Δεὰν

ταὰ χείς δωίσεί γίαὰ ναὰ ταὰ
μοίραίσουμε στουὰς φτωχουίς;
Ἢ μηίπως καίναμε συμφωνίία ναὰ ἐμηὰν ργαίζεσαί καίὰ ναὰ σκανδαλίίζείς
τουὰςἀ δελφουὰς μεὰ τουὰς γογγυσμουίς σου;
Ὄ ἔχί, τσί, παίδίί μου, γίατίὰ

Γραφηὰ λείεί: Προσείξτε ναὰ
μηὰν σκανδαλίίσετε κανείναν
ἀ ᾿π ὐα τουὰς τουὰς μίκρουίς».
Κί ἐνῷ πολλεὰς καίὰ δίαίφορες νουθεσίίες ῦτοἔ καμε
ὁἀ ᾶ
ββ ς, δεὰν

πομακρυίνθηκε
ἀ ᾿ π τηὰ δίαβολίκηὰ
ἐνείργεία, πουὰἐ νίσχυίθηκε μείσα του
ἀ ᾿ π τηὰν πονηρηὰ συνηίθεία
ῦ το γογγυσμο

. Βλείποντας,

99
λοίποίν,ὁ ἀ ββᾶ ςὅ τί δεὰνἀ λλαίζεί γνωίμη, ῦτο λείεί καίποία μείρα,
Ἔ « ἀλα, δελφεί,ᾶναὰ π με καίτω
στοὰνἸ ορδαίνη».Ὅπως εἴπαμε παραπάνω, τὸ μοναστῆρι βρίσκεται σὲ κοντινὴ ἀπόσταση ἀπ᾿
τὸ ποτάμι. Κατείβηκαν, λοίποίν,ἐ ντελ
ῶ ς μοίνοίἱ ο δυοί τους.
Καίὰ καθωὰς περπατο
ῦ σαν στίὰς
ὄ χθες το
ῦ Ἰ ορδαίνη,
ἄ ρχίσε
ὁἀ ᾶ
ββ ς ναὰ τοὰν νουθετε

. Βγαίζεί καίποία
στίγμηὰ τοὰ χρυσαίφί
ἔ τσί
ὅ πως
ἦ ταν σφραγίσμείνο καίὰῦτο λείεί: «Τοὰ γνωρίίζείς
ὐ α τοί;» «Ναίί,
δείσποτα», τοῦ ἀ παντᾷ .
Τοίτε τοῦ λείείὁ ἀ ββ
ᾶ ς: «Παίρε, παίδίί μου, τοὰν χρυσοὰ καίὰ
ἴ εὅ τε, ἔπως ταξες,᾿δωίσ τα στουὰς
φτωχουίς, εἴ τε καταὰ τηὰν κρίίση σου κραίτα τα. Γίατίὰ δεὰν παραβαίίνω τοὰν κανοίνα

το κοίνοβίίου
ἐξαίτίίας αὐ τῶ ν τῶ ν χρημαίτων, ὔο τε παίλί σκανδαλίίζω τουὰς

δελφουίς,

στε ναὰ παροργίίζω καίὰ
τοὰν Θεοί.Εἶναι ἀδύνατο νὰ μένεις μαζί μας χωρὶς νὰ κάνεις διακόνημα, ὅπως ἀκριβῶς
κάνουν καὶ οἱ ἄλλοι ἀδελφοί. Καὶ ἐγὼ ὅταν ἤμουν νέος ἔκανα τὸ ἴδιο καὶ μέχρι τώρα πιέζω
τὸν ἑαυτό μου νὰ κάνω ὅσο μπορῶ, ὅπως καὶ σὺ ὁ ἴδιος τὸ γνωρίζεις».
Ὁ ἀδελφοὰς μοίλίς ἶε δε τοὰν χρυσοὰ καίὰ

κουσε
ὐα ἀ
ταὰ᾿ π ἀ
τοὰνᾶ ββ , πείφτεί σταὰ ποίδία του λείγοντας:
«Συγχωίρεσεί με, παίτερ,ὐα ταὰ ταὰ

χω δωίσεί στοὰν Θεοὰ καίὰ
ᾶ σεὰ σ ς, καίὰ δεὰν ταὰ παίίρνω πίίσω».
Κι ὁ Γέροντας τοῦ λέει:
«Παιδί μου, ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπ᾿ αὐτά, διότι ὅλα εἶναι δικά του δημιουργήματα.
Ζητάει ὅμως τὴν ψυχική μας σωτηρία. Ἀποκλείεται νὰ τὰ κρατήσω αὐτὰ ἀπὸ δῶ καὶ πέρα».
Ἐκεῖνος πάλι ἐπέμενε πέφτοντας στὰ πόδια του καὶ λέγοντας: «Δὲν σηκώνομαι ἀπ᾿ τὰ
πόδια σου, ἐὰν δὲν μοῦ δώσεις τὸν λόγο σου ὅτι δὲν θὰ μὲ ἀναγκάσεις νὰ τὰ πάρω».
Βλέποντας, λοιπόν, ὁ Γέροντας νὰ τὸν παρακαλεῖ μὲ πόνο ψυχῆς, τοῦ λέει:
«Συίμφωνοί, παίδίί μου, ὔο τε κίἐ γωὰ στοὰ
ἑ ῆ ξ ς σεὰ

ναγκαίζω ναὰ ταὰ παίρείς,
ἀ ᾿ ὔλλ ο ἐτε κί γωὰ ταὰ
κρατῶ».
Καίὰ μοίλίς, λοίποίν, σηκωίθηκε
ὁἀ

δελφοίς, λυίνεί
ὁ ἀ ᾶ ββ ς τοὰ κομποίδεμα καίὰ
ῦ το λείεί:

«Αὐτὰ εἶναι, παιδί μου, τὰ νομίσματα».
Κι ἐκεῖνος εἶπε: «Ὅπως μοῦ ᾿κανες τὴ χάρη νὰ συμφωνήσεις μαζί μου, πάτερ, μὴ μοῦ
ξαναμιλήσεις γι᾿ αὐτά».
Κι ὁ Γέροντας χαμογέλασε ἤρεμα καὶ εἶπε, «Ὄχι, παιδί μου».
Καίὰ μοίλίς ἶε πε α
ὐ ταί, μπροσταὰ σταὰ μαίτία
ῦἀ
το
δελφο

,ἐταὰ κσφενδονίίζεί στοὰν βυθοὰ

το
ποταμοῦ. Καίὰ λείεί στοὰν
ἀ δελφοί:
Ὅ« λαὐα ταί, παίδίί μου, δίδαχτηίκαμε

ποὰ τοὰν Κυίρίο ναὰ ταὰ
περίφρονοῦμε, ὁ ὁποῖος εἶπε:
«Ποιὸ τὸ ὄφελος ἂν κάποιος κερδίσει ὅλο τὸν κόσμο, χάσει ὅμως τὴν ψυχή του;»
Καὶ «πόσο δύσκολα θὰ μποῦν στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν αὐτοὶ ποὺ ἔχουν χρήματα!»

100
Κί ὁ Μωυσῆς, παίλί,ὅ ταν εἶ δε τουὰςἸ σραηλ
ῖ τες ναὰ
ἔ χουν ξεπείσεί στηὰν
ἰ ε δωλολατρίία,ἴ τοὰ δίο τοὰ
χρυσοὰ αὐ τοὰ ἴε δωλο,ἀ φο
ῦ τοὰ
ἔ σπασε σεὰ πολυὰ μίκραὰ κομμαίτία, τοὰ δίασκοίρπίσε μείσα σταὰ νεραί,
δείίχνοντας πωὰςἀ π
᾿ ὅ λα ταὰ πραίγματα προτίμοίτερη
ἶ ε ναί
ἡ ὐ ε σείβεία.
Ἔλα, λοίποίν, παίδίί μου, στοὰ κοίνοίβίο καίὰ μαζίὰ μεὰ τουὰς

δελφουὰς

γωνίίσου χωρίὰς ντροπηὰ σεὰ καίθε
δίακοίνημα γίαὰ τοὰν Κυίρίο, φείροντας στηὰ μνηίμη σουἴτοὰν δίο τοὰν Κυίρίο,
ἔ πουὰ λεγε:
«Δεὰνἦ ρθεὁ Υἱ οὰς το
ῦ Θεο
ῦ γίαὰ ναὰ τοὰν

πηρετηίσουν,

λλαὰ γίαὰ
ὑ ναὰ πηρετηίσεί καίὰ ναὰ δωίσεί τηὰν
ψυχηί του λυίτρο γίαὰ πολλουίς».
Βλείπονταςὁ ἀ δελφοὰς τηὰν θεοφίλ
ῆ προίθεση ῦτοἀ ᾶ
ββ καίὰ τηὰν περίφροίνησηί του προὰς ταὰ χρηίματα,
ἔνίωσε καταίνυξη μεὰ τοὰν φοίβο ῦτο Θεο

καίὰ

πείστρεψε μαζίί του στοὰ κοίνοίβίο.

πείκτησε μεγαίλη
ταπείίνωση καίὰὑ ποταγηὰ σεὰ
ὅ λους. Καίὰ μεὰ τηὰ χαίρη
ῦ το ῦ Θεο

γίνε
ῦ σκε
ἐ ος ῆκλογ ἐς καίὰ κοίμηίθη
᾿
σ
αὐτηὰ τηὰ μονηί.
ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΘΕΟ Η ΔΟΞΑ