You are on page 1of 31

ΡΑΨΩΔΙΑ Ξ

ΟΔΥΣΣΕΩΣ ΠΡΟΣ ΕΥΜΑΙΟΝ ΟΜΙΛΙΑ
Ο Οδυσσέας συναντά τον Εύμαιο

ΕΛΕΝΗ Κ. ΜΟΥΤΑΦΗ

35η ημέρα

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΕΥΜΑΙΟΥ

Κι αυτός γοργά τ’ ανώμαλο το μονοπάτι ανέβη
πολύδεντρο, όπου του ‘λεγε η Αθηνά Παλλάδα
πως θα ‘βρει το χοιροβοσκό.

35η ημέρα

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΕΥΜΑΙΟΥ

Τον βρήκε που καθότανε στο πρόσπιτο και γύρω
ήταν χτισμένη αυλή ψηλή σε ξέφαντη κορφούλα.

35η ημέρα

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΕΥΜΑΙΟΥ

35η ημέρα

ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ

Κι άξαφνα τα μαντρόσκυλα, σαν είδαν το Δυσσέα,
του ρίχτηκαν γαβγίζοντας, κι εκείνος μ’ εξυπνάδα
κάθισε κάτω, πέταξε και το ραβδί απ’ το χέρι.

35η ημέρα

ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ

Ο ΕΥΜΑΙΟΣ ΔΙΩΧΝΕΙ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ

35η ημέρα

Μα έτρεξε ο χοιροβοσκός σαν αστραπή στην πόρτα
κι εδώθε κείθε τα σκυλιά τα ‘διωξε με φοβέρες.

ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ

«Γέρο, από λίγο τα σκυλιά να σε κατασκεσκούσαν.
Μα φτάνουν όσες οι θεοί μου δώσαν άλλες πίκρες.»

35η ημέρα

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ

«Μόν’ έλα, γέρο, ακλούθα με να πάμε στο καλύβι,
κι εκεί μου λες , σαν φας ψωμί, και πιεις ένα ποτήρι,
πόθε είσαι και τι βάσανα σε βρήκαν στη ζωή σου.»

35η ημέρα

ΟΔΥΣΣΕΑΣ - ΕΥΜΑΙΟΣ

38η ημέρα

Ο ΕΥΣΕΒΗΣ ΧΟΙΡΟΒΟΣΚΟΣ

«Δεν το ‘χω, γέρο, σε καλό τον ξένο ν’ αψηφήσω,
χειρότερός σου κι αν ερθεί. Γιατί σταλτοί απ’ το Δία
είναι όλοι οι ξένοι κι οι φτωχοί.»

35η ημέρα

Ο ΕΥΜΑΙΟΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΓΕΥΜΑ

Δυο χοίρους πήρε κι έσφαξε και τους περνά στις σούβλες.
«Κόπιασε, ξένε, χοιρινό να φας που τρων κι οι δούλοι.
Όμως τα τρυφερά θρεφτά τα τρων αυτοί οι μνηστήρες.»

35η ημέρα

Ο ΕΥΜΑΙΟΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΤΗ ΣΠΑΤΑΛΗ

Γλυκό κρασί τον κέρασε σ’ ένα καυκί κι ο ίδιος
κάθισε τότε αγνάντια του και του ‘πε κράζοντάς τον.
«Και το κρασί αλογάριαστο το βάζουν και το πίνουν
και πάσα μέρα ένα σφαχτό τους κουβαλά καθένας.»

35η ημέρα

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΥΛΛΟΓΙΖΕΤΑΙ

Είπε, κι εκείνος μ’ όρεξη, χωρίς μιλιά να βγάζει,
έτρωγε κι έπινε αρπαχτά, το φόνο των μνηστήρων
στο νου του λογαριάζοντας.

35η ημέρα

Ο ΕΥΜΑΙΟΣ ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ ΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ

«Του Οδυσσέα μ’ έκαψε που χρόνια λείπει, ο πόθος,
γιατί ποτέ μου δε θα ιδώ τέτοιο γλυκόν αφέντη.
Γιατί μ’ αγάπαε περισσά και με ψυχοπονούσε.»

35η ημέρα

ΟΙ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

«Ας είναι πρώτα απ’ τους θεούς ο Δίας μάρτυράς μου.
Θα φτάσει στην πατρίδα του με το καλό ο Δυσσέας,
όταν ο μήνας κλείσει αυτός κι όταν αρχίσει ο άλλος.»

35η ημέρα

Ο ΕΥΜΑΙΟΣ ΖΗΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

«Μα έλα, γέρο, να μου πεις κι εσύ τα βάσανά σου.
Ποιος είσαι, ποιος ο τόπος σου, Πόθε γονοκρατιέσαι;
Με τι καράβι ήρθες εδώ; Πώς σ’ έφεραν οι ναύτες;»

35η ημέρα

Η ΠΛΑΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

«Παινιέμαι πως κατάγομαι απ’ τη μεγάλη Κρήτη.
Πήγαμε με τα γρήγορα καράβια για την Τροία.
Στα δέκα απάνω κάψαμε το κάστρο του Πριάμου
και στα καράβια μπήκαμε να πάμε στην πατρίδα.»

35η ημέρα

Η ΠΛΑΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

«Και με συντρόφους διαλεχτούς στην Αίγυπτο σαν πήγα,
εφτά εκεί κάτω χρόνια έμεινα, βιος συνάζοντας.»

35η ημέρα

Η ΠΛΑΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

«Ήρθε ένας κάποιος Φοίνικας, να πάμε στη Φοινίκη.
Εκεί μαζί του κάθισα ολάκερο ένα χρόνο.
Με πήρε στο καράβι του να πάμε στη Λιβύη.»

35η ημέρα

Η ΠΛΑΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

«Τότε ένα μαύρο σύννεφο άπλωσε ο Ψηλοβρόντης.
Μέρες εννιά παράδερνα· τη δέκατη πια νύχτα
με πήγαν τ’ άγρια κύματα στων Θεσπρωτών τη χώρα.
Εκεί σαν ήμουν έμαθα για το Δυσσέα.»

35η ημέρα

Η ΠΛΑΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

«Ο βασιλιάς μου το ΄λεγε που τον φιλοξενούσε,
για τη Δωδώνη μου ‘λεγε πως έφυγε ο Δυσσέας.
Μα εμένα μ’ έστειλε πιο πριν, γιατί έτυχε καράβι.»

35η ημέρα

Η ΠΛΑΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

«Με γδύνουν και μου πήρανε χλαμύδα και χιτώνα.
Κατά το βράδυ φτάσαμε στ’ αγναντερό το Θιάκι.
Εύκολα οι αθάνατοι με έφεραν στη μάντρα ανθρώπου
με καλή καρδιά. Γραφτό να ζήσω ακόμα.»

35η ημέρα

Ο ΕΥΜΑΙΟΣ ΔΥΣΠΙΣΤΕΙ

«Άμοιρε ξένε, την καρδιά μου μάτωσες στα στήθια.
Μα παραμύθια τα θαρρώ και μήτε τα πιστεύω
όσα για τον αφέντη μου Δυσσέα μου ‘πες τώρα.»

35η ημέρα

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΒΟΣΚΩΝ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

Σε λίγο φτάσανε οι βοσκοί τους χοίρους σαλαγώντας.
«Φέρτε το πιο καλό θρεφτό να σφάξω για τον ξένο
και να καλοπεράσουμε και μεις.»

νύχτα 35ης ημέρας

Ο ΕΥΜΑΙΟΣ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΞΕΝΟ

Και μοίρασε του καθενός. Και το θεϊκό Δυσσέα
τον τίμησε μ΄ολόκληρα τα πάκια απ’ το θρεφτάρι.
«Καημένε, απ’ το βοσκούμενο φάγε να ψυχοπιάσεις.»

νύχτα 35ης ημέρας

ΔΕΙΠΝΟ ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΕΥΜΑΙΟΥ

νύχτα 35ης ημέρας

35η ημέρα

ΩΡΑ ΓΙΑ ΥΠΝΟ

Και τέλος πια σαν χόρτασαν καλά με φαγοπότι,
από ψωμί κι από ψητό πήγαιναν να πλαγιάσουν.
Εκεί κοιμήθηκε ο θεϊκός Δυσσέας και κοντά του
κοιμήθηκαν οι άλλοι νιοι.

νύχτα 35ης ημέρας

Ο ΕΥΜΑΙΟΣ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΣΤΗ
ΧΟΙΡΟΜΑΝΤΡΑ

Πήρε στο χέρι μυτερό κοντάρι αντρών και σκύλων
ξεπλερωτή, και πήγαινε να κοιμηθεί μονάχος
στο μέρος που κοιμόντανε τ’ ασπρόδοντα γουρούνια
κάτω από βράχο θολωτό όπου βοριάς δεν πιάνει.

νύχτα 35ης ημέρας

1. художник салеин
2. Matt Andrews
3. Jeannie Harmon
4. Bareste
5. Tommaso Minardi
6. Stephen Philiph
7. Titeux
8. Johann Heinrich Tischbein
9. Vanessa J. Thompson
10. Kuhn Regnier Joseph
11. Louis Schmied
12. Tako Hajo Jelgersma

1. Charls Lamb
2. Jan Styka
3. Martin Provensen
4. Andree Doussart
5. Carlos Alberto Santos
6. Jovanni Manna
7. Walter Paget
8. Berthol Mahn
9. Gino d’ Antonio
10. John Flaxman
11. Theodor Van Thulden
12. Оксана Чаус