You are on page 1of 10

Βαρβάρα Ψαροπούλου 3

Βαρβάρα Ψαροπούλου

Ποιητική αδεία
Βαρβάρα Ψαροπούλου 7

Περιεχόµενα
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 9
ΜΕΡΟΣ 1

1ο Παράδειγµα Κωστής Παλαµάς, «Το πανηγύρι στα σπάρτα»


Κ.Ν.Λ. Α΄ Λυκείου 13
ο
2 Παράδειγµα ∆ιονύσιος Σολωµός, «Ο Πόρφυρας» Κ.Ν.Λ. Α΄ Λυκείου 20
3ο Παράδειγµα Κώστας Ταχτσής, «Τα ρέστα», Κ.Ν.Λ. Γ΄ Λυκείου 28
4ο Παράδειγµα Χάινριχ Μπελ, «Το λυπηµένο µου πρόσωπο»,
Κ.Ν.Λ. Γ΄ Λυκείου 32
ο
5 Παράδειγµα Βλαδίµηρος Μαγιακόφσκι, «Σύννεφο µε παντελόνια»,
Κ.Ν.Λ. Γ΄ Λυκείου 40
ο
6 Παράδειγµα Τόλης Καζαντζής, «Ο λάκκος» Κ.Ν.Λ. Γ΄ Λυκείου 45
ο
7 Παράδειγµα Τάκης Σινόπουλος, «Ο καιόµενος» Κ.Ν.Λ. Γ΄ Λυκείου 51
8ο Παράδειγµα Μάριος Χάκκας, «Το ψαράκι της γυάλας»
Κ.Ν.Λ. Γ ΄Λυκείου 57
ο
9 Παράδειγµα Κώστας Βάρναλης, «Οι µοιραίοι», «Πάλι µεθυσµένος είσαι»
Κ.Ν.Λ. Α΄ Λυκείου 64
10ο Παράδειγµα Κώστας Καρυωτάκης, «Κάθαρσις»
Κ.Ν.Λ. Β΄ Λυκείου 70
ο
11 Παράδειγµα Νίκος Κάσδαγλης, «Σοροκάδα»
Κ.Ν.Λ. Γ΄ Λυκείου 77
12ο Παράδειγµα Νίκος Καββαδίας, «Το πούσι»
Κ.Ν.Λ. Β΄ Λυκείου 85
ο
13 Παράδειγµα Λευτέρης Πούλιος, «∆ρόµοι»
Κ.Ν.Λ. Γ΄ Λυκείου 88
ο
14 Παράδειγµα Πρόδροµος Μάρκογλου, «Το σπίτι»
Κ.Ν.Λ. Γ΄ Λυκείου 92
ο
15 Παράδειγµα Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, «Ο µοτοσικλετιστής»
Κ.Ν.Λ. Γ΄Λυκείου 98
ο
16 Παράδειγµα Αντώνης Σαµαράκης, «Το Ποτάµι»
Κ.Ν.Λ. Γ΄ Λυκείου 104
ο
17 Παράδειγµα Μανόλης Αναγνωστάκης, «Θεσσαλονίκη,
Μέρες του 1970 µ.Χ.» Κ.Ν.Λ. Γ΄ Λυκείου 111
ο
18 Παράδειγµα Ελένη Βακαλό, «Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος»
Από τη συλλογή του κόσµου, 1978 118

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ 126


8 Ποιητική Αδεία

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

1. Παράδειγµα 1ο Έκφραση - Έκθεση Γ΄Λυκείου


Η πειθώ στον επιστηµονικό λόγο: Περί Θανατικής ποινής 127
2. Παράδειγµα 2ο ∆ιδακτέα ύλη Γυµνασίου: Παράδοση- Παροιµίες 133
3. Παράδειγµα 3ο Αρχαία ελληνικά Β΄ Λυκείου- δραµατική ποίηση 137
4. Παράδειγµα 4ο Σε ξένα χωράφια (Περί αστρονοµίας) 139
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ 140

ΜΕΡΟΣ Β΄

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ


∆Ι∆ΑΚΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ

1η ενότητα ∆ιονύσιος Σολωµός, Ο κρητικός 143


2η ενότητα Γιάννης Ρίτσος, Η σονάτα του Σεληνόφωτος 152
3η ενότητα Αλέξανδρος Παπαδιαµάντης, Όνειρο στο κύµα 193
4η ενότητα Στρατής ∆ούκας, Ιστορία ενός Αιχµαλώτου 203
5η ενότητα Κική ∆ηµουλά, Πληθυντικός αριθµός 211
Κική ∆ηµουλά, Γας Οµφαλός 215
η
6 ενότητα Γεώργιος Βιζυηνός, Το αµάρτηµα της µητρός µου 222

7η ενότητα ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ 231


1. Κωνσταντίνος Καβάφης, Καισαρίων 236
2. Γιώργης Παυλόπουλος, Αντικλείδια 238
3. Κώστας Καρυωτάκης, Ασυµφωνία εις Α Μείζον 240
4. Μίλτος Σαχτούρης, Ο Ελεγκτής 243
5. Κωνσταντίνος Καβάφης, ∆αρείος 244
6. Νίκος Εγγονόπουλος, Ποίηση 1948 246
7. Μανόλης Αναγνωστάκης, Στον Νίκο Ε…. , 247
8. Μανόλης Αναγνωστάκης, Επίλογος 248
9. Τίτος Πατρίκιος, Στίχοι 2 248
10. Μαρία Πολυδούρη, Μόνο γιατί µ’ αγάπησες 250
11. Οδυσσέας Ελύτης, Μικρή πράσινη θάλασσα 253
12. Γιάννης Σκαρίµπας, Χορός Συρτός 256
13. Κωνσταντίνος Καβάφης, Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου… 260
ΕΠΙΜΕΤΡΟ 263
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ 275
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΓΕΝΙΚΗ 276
∆ΙΣΚΟΙ – ΤΡΑΓΟΥ∆ΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ 278
Βαρβάρα Ψαροπούλου 13

Α΄ ΜΕΡΟΣ
1Ο Παράδειγµα
Κωστής Παλαµάς, «Το πανηγύρι στα σπάρτα»
(Κ.Ν.Λ.Α΄Λυκείου) «Ασάλευτη Ζωή», 1904

Για κοίτα πέρα και µακριά τι πανηγύρι


που πλέκουν τα χρυσά τα σπάρτα στο λιβάδι!
Στο πανηγύρι το πανεύοσµο απ’ τα σπάρτα
µε τη γλυκιάν ανατολή γλυκοξυπνώντας
να τρέξω βούλοµαι κι εγώ στο πανηγύρι, 5
θησαυριστής να κλείσω µες στην αγκαλιά µου
σωρούς τα ξανθολούλουδα και τα δροσάνθια,
κι όλο το θησαυρό να τόνε σπαταλέψω
στα πόδια της αγάπης µου και της κυράς µου.
Όµως βαθιά είναι το ξανθόσπαρτο λιβάδι. 10
Κι όπως µιας πρόσχαρης ζωής είκοσι χρόνων
κόβει το λευκοστόλισµα θανάτου λύπη,
έτσι τον άκοπο γοργό µου κόβει δρόµο
ατέλειωτος ανάµεσα ξεφυτρωµένος
ο κακός δρόµος µες στα βάλτα και στα βούρλα. 15
Τ’ αγκαθερά φυτά ξεσχίζουνε σα νύχια
και σαν τα ξόβεργα το χώµα παγιδεύει
του κάµπου του κακού στα βούρλα και στα βάλτα,
εκεί που στο φλογόβολο το αψύ του ήλιου
(πού δρόσος µιας πνοής, πού σκέπασµα ενός δέντρου;) 20
σαν αστραπή αργυρή χτυπάει τα µάτια η άρµη.
Λιγοψυχώ, λυγίζοµαι, παραστρατίζω,
κι αποκάνω και πέφτω, κι αποκαρωµένος
νιώθω στο µέτωπο τ’ αγκάθια, και στα χείλια
νιώθω την πίκρα της αρµύρας, και στα χέρια 25
νιώθω τη γλίνα της νοτιάς, και στα ποδάρια
νιώθω το φίληµα του βάλτου, και στα στήθη
νιώθω το χάιδεµα του βούρλου, νιώθω εντός µου
τη µοίρα του γυµνού και τ’ ανήµπορου κόσµου.
(Ω! πού είσαι, αγάπη και κυρά µου;) Και σε βάθη 30
δειλινών πορφυρών, πλούσια ζωγραφισµένων,
το πανηγύρι που χρυσά τα σπάρτα πλέκουν,
το πανηγύρι το πανεύοσµο στα σπάρτα,
µε βλέπει, µε καλεί, και µε προσµένει ακόµα.
14 Ποιητική Αδεία

Σύντοµα εισαγωγικά σχόλια


Το ποίηµα βρίσκεται στη συλλογή «Ασάλευτη Ζωή», στον κύκλο «Γυρισµός»
και κυκλοφόρησε το 1904. Ανήκει στην κατηγορία των «υποκειµενικών» ποιηµά-
των, που εκφράζουν προσωπικά βιώµατα και συναισθήµατα. Ο ποιητής εκφράζει το
θαυµασµό του για ένα κατάφυτο λιβάδι µε σπάρτα, και δηλώνει την επιθυµία του µε
την ανατολή να τρέξει και να µαζέψει σωρούς από τα σπάρτα για να τα χαρίσει στην
αγαπηµένη του. Όµως ο δρόµος είναι µακρύς και έχει πολλά εµπόδια που δυσκολεύ-
ουν την πορεία του. Τελικά, έχοντας εξαντλήσει τις δυνάµεις του, πέφτει συντετριµ-
µένος στη µέση του δρόµου, χωρίς να πραγµατοποιήσει την επιθυµία του και νιώθει
µέσα του την απογύµνωση και την ερηµιά, µοιραία κατάληξη για τον άνθρωπο που
δεν έχει δυνάµεις, γιατί δεν έχει µια αγάπη να τον ενδυναµώνει, να τον εµψυχώνει.
Ενώ βραδιάζει πια, η οµορφιά συνεχίζει να υπάρχει και να τον καλεί, όµως εκείνος
αδυνατεί να ανταποκριθεί στα καλέσµατά της. «Ο ποιητής, ενώ «γίνεται µε όλες τις
αισθήσεις του δέκτης των προκλήσεων της φύσης, κατά τρόπο τραγικό»…. δεν βρί-
σκει τις δυνάµεις «να παραδοθεί στη φύση χωρίς όρους», γράφει ο Μάριο Βίττι. Πα-
ραµένει ο λόγιος άνθρωπος της στενής καµαρούλας, ο ανικανοποίητος στοχαστής.
Ίσως δε νιώθει και αρκετά νέος πια.
Παράλληλο κείµενο
«Η µπαλάντα του πάρκου» Αρλέτα
(περιλαµβάνεται στο δίσκο «ένα καπέλο µε τραγούδια»
στίχοι- µουσική-ερµηνεία: Αρλέτα) - 1981 - LYRA
Σέρνεις τα βήµατα βαριά
στις γειτονιές και τα σοκάκια,
λόγια χαράζεις µαγικά
Σ’ όλα του πάρκου τα παγκάκια.
Σ’ αυτή την πόλη µοναχός
και το χωριό στενό και ξένο
ταξίδια φτιάχνεις στο νερό
και στο ταβάνι σου ένα τρένο.
Ξεκίνησες κατακτητής
λιγάκι ονειροπαρµένος.
Στη χώρα σου ένας ναυαγός,
στην πόλη σου αδικοχαµένος.
Κρυφοκοιτάς πόρτες κλειστές,
ζηλεύεις τ’ άγνωστα ζευγάρια.
Οι υποσχεµένες ηδονές
γίνονται πρόστυχα παζάρια.
Την πόλη ορίζουνε οι ληστές,
κι ο τεχνοκράτης την κρεµάλα.
Τη µοίρα σου οι πειρατές
κι εσύ ανδρείκελο και µπάλα.
Σεργιάνι βγήκανε οι θεοί,
πουλιούνται στο µοναστηράκι.
Τσέπη βαθιά, καρδιά ρηχή,
σωτήρες µε άψογο µουστάκι.
Απατεώνες πειστικοί,
ποιοτικά εξελιγµένοι.
Πουλήσου ν’ αγοράσεις γη
από πολύ καιρό χαµένη!
Κι αν κάτι πάει ν’ ανεβεί,
κι αν κάτι πάει να πετάξει,
Βαρβάρα Ψαροπούλου 15

έχουνε δόντια και οι ουρανοί


και ξόβεργες από µετάξι.
Σέρνεις τα βήµατα βαριά
στις γειτονιές και τα σοκάκια
λόγια χαράζεις µαγικά
σ’ όλα του πάρκου τα παγκάκια.
Μοναχικέ περπατητή,
µοναχικό γερτό αγόρι,
χωρίς τη χάρη του ποιητή,
µέσα σου κουβαλάς την πόλη…
Εισαγωγικό σηµείωµα
Σε κάποια απόπειρα διδασκαλίας αναζητώντας µελοποιηµένο Παλαµά (χωρίς αποτέ-
λεσµα τότε), καθώς άκουγα το δίσκο της Αρλέτας «Ένα καπέλο τραγούδια», διαπίστωσα
ότι στη «Μπαλάντα του Πάρκου» υπήρχαν καταστάσεις, φράσεις και εικόνες ανάλογες
µε το «Πανηγύρι στα σπάρτα». Έτσι πολύ πριν από την πρόταση του Παιδαγωγικού Ιν-
στιτούτου για διδασκαλία παράλληλου κειµένου, πειραµατικά, έδωσα γραµµένους τους
στίχους της «Μπαλάντας...» στους µαθητές και τους ζήτησα να συσχετίσουν τα δυο κεί-
µενα. Οι µαθητές µου έκαναν πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις και διαπιστώσεις και
απόλαυσαν τα δυο κείµενα. Θυµάµαι τους είχα ζητήσει να σχολιάσουν τους στίχους,
«χωρίς τη χάρη του ποιητή / µέσα σου κουβαλάς την πόλη» και να βρουν σε ποιον ποιητή
αναφέρονται.
Όλη η τάξη επιδόθηκε στην αναζήτηση του ποιητή και µέσω αυτού του γρίφου,
πέρασα στη διδασκαλία της «Πόλης» του Καβάφη. Συµπορεύτηκε έτσι «το τερπνόν
µετά του ωφελίµου» και έκτοτε ακούω µουσική µε ενισχυµένο ενδιαφέρον για το
στίχο. Σχεδόν χρησιµοθηρικά…. Ας µου συγχωρήσουν την έκφραση αυτή οι δη-
µιουργοί. Όµως στην εποχή µας, που και η ποίηση και το ποιοτικό τραγούδι προβάλ-
λονται ελάχιστα έως καθόλου, το θεώρησα κάπως σα χρέος να προχωρήσω, όπου
µου επιτρεπόταν, σε αυτή τη σύζευξη.
(Τα βήµατα µιας βόλτας στην ποίηση και τη µουσική)
Παλαµάς →Αρλέτα →Καβάφης →Σικελιανός →Παλαµάς →Αγγουλές →Καρυωτάκης
Κοινό θέµα στα ποιήµατα αυτά είναι η αδυναµία του ανθρώπου να πραγµατώσει
τις επιθυµίες του και να εκπληρώσει τα όνειρά του. Η αδυναµία του αυτή δεν οφεί-
λεται στην έλλειψη βούλησης, στόχων, και οράµατος, αλλά σε βαθύτερους προσω-
πικούς ή και κοινωνικούς λόγους. Η αγάπη και ο έρωτας είναι δυνάµεις που κινητο-
ποιούν τον άνθρωπο, φτερώνουν τις επιθυµίες του και τον απογειώνουν. Όµως ο
έρωτας, πηγή ζωής, αναπαραγωγής, εξέλιξης, απουσιάζει από τα ποιήµατα αυτά.
Αυτή η απουσία καθιστά τη ζωή µέτρια, άχαρη, ανικανοποίητη και οδηγεί τους ήρω-
ες στην αδυναµία και την παραίτηση. Η ζωή υπάρχει κάπου µακριά, την αισθάνο-
νται, τη βλέπουν, απλώνουν το χέρι, σχεδόν την αγγίζουν κι εκείνη αποµακρύνεται.
Υπάρχει, όχι όµως γι αυτούς. Λείπει η δύναµη εκείνη –ο έρωτας– που θα ανασηκώ-
σει τον πεσµένο ανήµπορο άνθρωπο και θα τον οδηγήσει στο λιβάδι µε τα σπάρτα,
στην εκπλήρωση του ονείρου του. Ο νέος της «µπαλάντας του πάρκου» σέρνει τα
βήµατα βαριά στις γειτονιές και τα σοκάκια, χαράζει στα παγκάκια του πάρκου λό-
για µαγικά, που ξορκίζουν τη µοναξιά και την απουσία, (π.χ. ονόµατα αγαπηµένων
προσώπων µε καρδιές και βέλη, δηλαδή επιθυµίες, άλλες φορές στιχάκια και συνθή-
µατα αγάπης).
Στο ποίηµα του Παλαµά ο ήρωας παγιδεύεται «στον κακό δρόµο µες στα βάλτα
και στα βούρλα». Τον ξεσχίζουνε τ’ αγκαθερά φυτά και τον παγιδεύει το χώµα «του
κάµπου του κακού». Λιγοψυχεί, λυγίζεται, παραστρατίζει, αποκάνει και πέφτει οµο-
16 Ποιητική Αδεία

λογώντας την αδυναµία του: «νιώθω εντός µου τη µοίρα του γυµνού και του ανή-
µπορου κόσµου».Ο παρενθετικός στίχος «Ω! που είσαι αγάπη και κυρά µου», γίνεται
πικρό άλλοθι της ανηµπόριας του. Θα µπορούσε να συνεχίσει τον αγώνα για χάρη
της αγαπηµένης του. Εφόσον όµως αυτή δεν υπάρχει, ο στόχος εξασθενεί. Τι να τα
κάνει τα ξανθολούλουδα, αφού δε δύναται να τα αποθέσει στα πόδια της «κυράς»
του. Πολλές φορές και η οµορφιά γίνεται βάρος, αν δε µπορείς να τη µοιραστείς µε
αυτούς που αγαπάς. Ο όµορφος κόσµος µένει απόµακρος, όνειρο ξένο.
Εν τούτοις η επιθυµία να τον γευτεί υπάρχει: «βούλοµαι» λέει ο ποιητής στον 5ο
στίχο, αλλά ο ίδιος τελικά µένει θεατής, αδυνατεί να υπακούσει στο προσκλητήριο της
χαράς και της ζωής. Παραµένει ένας άνθρωπος του ανικανοποίητου πόθου, που «ξο-
δεύεται στο αγνάντεµα». ∆εν είναι ο δυνατός άνθρωπος της δράσης, «βγήκε ποιητής»
και ως ποιητής δικαιούται να συµπεραίνει µε πίκρα ηρωική πόσο ανήµπορο ον είναι ο
άνθρωπος χωρίς την «αρµατωσιά µιας αγάπης»…. Έµεινε πεσµένος να αναλογίζεται
την τραγικά µεγάλη απόσταση µεταξύ επιθυµίας και πράξης. Ένας ασθµαίνων δροµέας
του ανεκπλήρωτου «θέλω».
Στη «µπαλάντα του πάρκου» η ατµόσφαιρα είναι ανάλογη: Κι εδώ ο ήρωας είναι
παγιδευµένος στη µοναχική, απρόσωπη και περιχαρακωµένη ζωή της µεγαλούπολης,
στην οποία κατέφυγε εγκαταλείποντας το «στενό» χωριό του, χωρίς ωστόσο να µπο-
ρεί να απολαύσει τις χαρές που υπόσχονταν η µεγάλη πολιτεία. Τα όνειρα που τον
έφεραν στην πόλη αυτή δεν εκπληρώθηκαν. Ξεκίνησε «κατακτητής ονειροπαρµέ-
νος», αλλά βρήκε καρδιές και πόρτες κλειστές. Έτσι περιφέρεται µόνος ανάµεσα σε
άγνωστους ανθρώπους και αγοράζει τις χαρές που δικαιούται. Βρήκε ληστές, τεχνο-
κράτες, πειρατές, απατεώνες (ανάλογα εµπόδια µε αυτά που δυσκόλευαν το δρόµο
στον Παλαµά). Είδε τους θεούς να πουλιούνται στο µοναστηράκι, τις «αξίες» να
βγαίνουν στο σφυρί, σωτήρες «δήθεν», ανθρώπους µε τσέπες βαθιές αλλά ρηχές
καρδιές. Και τι δεν είδε! Οι απατεώνες «ποιοτικά εξελιγµένοι» πια, µη αναγνωρίσι-
µοι παραµονεύουν παντού, πουλούν γη, µε αντάλλαγµα την ίδια τη ζωή που έγινε κι
αυτή ενέχυρο στα χέρια των επιτήδειων:
«πουλήσου να αγοράσεις γη από πολύ καιρό χαµένη»
Κι ο έρωτας ακόµα, έγινε αντικείµενο συναλλαγής:
«Οι υποσχεµένες ηδονές γίνονται πρόστυχα παζάρια»
Σε τέτοιες συνθήκες ζωής µπορεί ο άνθρωπος να… ονειρεύεται! Το όνειρο ανα-
πληρώνει το κενό ζωής. Αυτό µπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην αθλιότητα.
Σ’ αυτό λοιπόν καταφεύγει ο ανήµπορος άνθρωπος, για να καλύψει το κενό του, και
ανακτά τις ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο. Φαίνεται όµως πως ούτε και αυτό το
δικαιούται, γιατί,
«αν πάει κάτι να ανεβεί, αν πάει κάτι να πετάξει,
έχουνε δόντια και οι ουρανοί και ξόβεργες1 από µετάξι».
Οι παγίδες είναι µεταξωτές-ονειροπαγίδες. Με αυτή την οξύµωρη διατύπωση α-
ποδίδεται η αδυναµία του ήρωα να λυτρωθεί µε το όνειρο, αφού δε µπορεί να ζήσει
όπως ονειρεύτηκε. Οι δυο εκπληκτικές λέξεις (ξόβεργα-ξόβεργες) συνειρµικά οδη-
γούν στη σύνδεση των δυο ποιηµάτων. Στον Παλαµά:
«σαν τα ξόβεργα το χώµα παγιδεύει»,
ενώ στην Αρλέτα:
«έχουνε δόντια και οι ουρανοί και ξόβεργες από µετάξι».

1
Η ξόβεργα είναι πτηνοπαγίδα που κατασκευάζεται από ευλύγιστη ξύλινη βέργα επικαλυµµένη µε
κολλώδη ουσία και τοποθετείται σε περάσµατα πουλιών.
Βαρβάρα Ψαροπούλου 17

Οι ήρωες στα δυο ποιήµατα καθηλώνονται ο ένας στη γήινη φύση του (τον πα-
γιδεύει το χώµα) κι ο άλλος στην απόπειρα φυγής-πετάγµατος (οι ουρανοί έχουν
δόντια και ξόβεργες).
Στην τελευταία στροφή του ποιήµατος της Αρλέτας ο µοναχικός περπατητής «χω-
ρίς τη χάρη του ποιητή» κουβαλά την πόλη µέσα του. Στο τελευταίο αυτό δίστιχο
άλλοι δυο ποιητές υποδηλώνονται στον ενηµερωµένο αναγνώστη της ποίησής µας.
Ο ένας είναι ο Καβάφης της «Πόλης». Ο ποιητής σε β΄ πρόσωπο µιλά για τη
µάταιη απόπειρα ενός ανθρώπου να ξεφύγει από την πόλη, όπου ρήµαξε και χάλασε
τη ζωή του, όπως ο ίδιος ο ήρωας παραδέχεται µιλώντας σε α΄ πρόσωπο. Ο ποιητής
Καβάφης επισηµαίνει την αδυναµία φυγής:
Όπου και αν πάς «η πόλις θα σε ακολουθεί
Για τα αλλού µην ελπίζεις
∆εν έχει πλοίο για σε δεν έχει οδό».
Κι αν καταφέρεις να φύγεις, η πόλη θα σε ακολουθεί, γιατί
«µέσα σου κουβαλάς την πόλη».
Έτσι σχεδόν ταυτίζεται ο Καβαφικός ήρωας µε το µοναχικό αγόρι της « µπαλά-
ντας του πάρκου», που βιώνει το ανάλογο δράµα του αδιεξόδου της δικής του πόλης,
της δικής του σπαταλεµένης ζωής.
Με την έκφραση «µοναχικέ περπατητή» αισθητοποιείται η παρουσία του δεύ-
τερου µεγάλου ποιητή µας, του Άγγελου Σικελιανού. Ο Α. Σικελιανός στο ποίηµα
«Ιερά Οδός» περιγράφει τη δική του πορεία:
«σαν άρρωστος καιρό που πρωτοβγαίνει
ν’ αρµέξει τη ζωή απ’ τον έξω κόσµο,
ήµουν περπατητής µοναχικός στο δρόµο
που ξεκινά από την Αθήνα κι έχει
σηµάδι του ιερό την Ελευσίνα.
Τι ήταν για µένα αυτός ο δρόµος πάντα
σα δρόµος της Ψυχής»
Από τους στοχασµούς του βγαίνει ο ποιητής, όταν ένας Γύφτος σέρνοντας µε βία
δυο αλυσοδεµένες αρκούδες (µάνα µε παιδί), τις εξαναγκάζει να χορέψουν. Στα µά-
τια του ποιητή η µάνα αρκούδα φαντάζει σαν ξόανο της αιώνιας Μάνας, που λεγό-
ταν ∆ήµητρα, ή Αλκµήνη, ή Παναγία και το µικρό αρκούδι «σα µεγάλο παιχνίδι σαν
ανίδεο µικρό παιδί», ανυποψίαστο για τον πόνο και το µάκρος της σκλαβιάς του.
Καθώς η αρκούδα «οκνούσε να χορέψει», ο Γύφτος τραβούσε την αλυσίδα στο ρου-
θούνι του παιδιού της και την ανάγκαζε έτσι να υπακούει, βρίσκοντας δυνάµεις στην
ανεξάντλητη πηγή της αγάπης για το παιδί της.
«Μα µπροστά µου ορθωµένη από τη βία
του χαλκά και της άµοιρης στοργής της
δεν έβλεπα άλλο απ’ την τρανή αρκούδα
µε τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
µαρτυρικό τεράστιο σύµβολο όλου
του πόνου του πανάρχαιου, οπ’ ακόµα
δεν του πληρώθη απ’ τους θνητούς αιώνες
ο φόρος της ψυχής…»
Ο ποιητής µε σκυµµένο το κεφάλι ρίχνει στο ντέφι µια δραχµή «σκλάβος του
κόσµου» κι αυτός.
Ας ξαναθυµηθούµε εδώ τον Παλαµά: «νιώθω εντός µου τη µοίρα του γυµνού
και του ανήµπορου κόσµου». Το θέµα της αδυναµίας του ανθρώπου να νικήσει τα
εµπόδια, να σπάσει τα δεσµά του, είναι διαχρονικό, είναι η κοινή µοίρα του µεγάλου
πλήθους των ανθρώπων, όµως ο Σικελιανός, ως οραµατιστής ποιητής, δε µένει στη
18 Ποιητική Αδεία

θλίψη, στο τέλµα και στην ενοχή του παρόντος, αλλά προβλέπει πως στο µέλλον η
ανθρώπινη µοίρα θα αλλάξει:
«Θά ’ρτει τάχα ποτέ η ώρα
που η ψυχή της αρκούδας και του Γύφτου
κι η ψυχή µου που Μυηµένη τηνε κράζω,
θα γιορτάσουν µαζί; (αναρωτιέται ο ποιητής)
Κι ως προχωρούσα κι εβράδιαζε
ένα µούρµουρο απλώθη απάνωθέ µου
κι έµοιαζε έλεε: «Θα ρτει»
Ποια λύτρωση προβλέπει ο ποιητής;
Μήπως το θάνατο ως επανένταξη της ψυχής στο άπειρο;
Μήπως τη Γνώση; (ως Μύηση)
Μήπως τον έρωτα;
Μήπως τον αέναο αγώνα του ανθρώπου
για κατάκτηση της Λευτεριάς του;
Ωστόσο, η ζωή είναι λίγη, για να µπορέσει ο άνθρωπος να εκπληρώσει όλες τις
επιθυµίες του. Πάντα θα υπάρχει εκεί στο βάθος ένα απάτητο λιβάδι –και καλώς
υπάρχει– έστω κι αν ο ίδιος δεν δύναται να φτάσει σ’ αυτό. Αν όλα ήταν κατορθωτά
δε θα υπήρχε χώρος για όνειρο για ποίηση.
Ως ενισχυτικό της δύναµης του έρωτα και του αγώνα του ανθρώπου, µπορεί να
διαβαστεί το µικρό αισιόδοξο (µελοποιηµένο από τον Θωµά Μπακαλάκο) ποίηµα
του Φώτη Αγγουλέ:
«Μην καρτεράτε να λυγίσουµε
µήτε για µια στιγµή
µηδ’ όσο στην κακοκαιριά
λυγάει το κυπαρίσσι.
Έχουµε τη ζωή πολύ
πάρα πολύ αγαπήσει.»
Κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας, µε αφορµή την απορία κάποιου µαθητή για τη
σηµασία της λέξης ανδρείκελο στη «µπαλάντα του πάρκου», παρέπεµψα στο οµό-
τιτλο ποίηµα του Κωνσταντίνου Καρυωτάκη «Ανδρείκελα».
Ανδρείκελα
Σα να µην ήρθαµε ποτέ σ’ αυτή τη γη,
σα να µένουµε ακόµα στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως µια µαρµαρυγή.
Άνθρωποι στων άλλων µόνο τη φαντασία.
Από χαρτί πλασµένα κι από δισταγµό
ανδρείκελα, στης µοίρας τα δυο τυφλά χέρια,
χορεύουµε, δεχόµαστε τον εµπαιγµό,
άτονα κοιτώντας παθητικά τ’ αστέρια.
Μακρινή χώρα είναι για µας κάθε χαρά
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρηµένη.
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόµαστε, παρά
όποιος πατάει απάνω µας καθώς διαβαίνει.
Πέρασαν τόσα χρόνια πέρασε ο καιρός
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώµα,
ω!- κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγµατικός
πόνος µας, για να λέει ότι υπάρχουµε ακόµα …
«Ελεγεία και σάτιρες» 1928
Βαρβάρα Ψαροπούλου 19

Με απλή ανάγνωση, χωρίς λεξικό, δόθηκε µοναδικά το περιεχόµενο της άγνω-


στης για τους µαθητές λέξης, ενώ ταυτόχρονα οι ίδιοι οι µαθητές εντόπισαν αναλογί-
ες µε το κείµενο του Παλαµά. (δισταγµός- παθητικότητα –ανεκπλήρωτοι στόχοι–
χαρές µακρινές– τελική πτώση– απογοήτευση, κ.λ.π). Η ποίηση απάντησε στην ποί-
ηση µε ποίηση!
Υπήρξαν σοβαρές και έξυπνες επισηµάνσεις και έγιναν πολύτιµες συγκρίσεις και
παραλληλισµοί από τους µαθητές, που όµως συνειδητά τις αφήνω εκτός της παρού-
σας εργασίας, γιατί στόχος µου ήταν, κυρίως, να δείξω πως ένα τραγούδι µπορεί να
γίνει γέφυρα σύνδεσης του παλιού κόσµου µε τον καινούριο, πως µπορεί ένας στίχος
απλός και γνήσιος να σταθεί στο ύψος της ποίησης και να την ενισχύσει (θεωρητικά
και πρακτικά).
Καταληκτικά, οδηγούµαι στο συµπέρασµα ότι για το γράψιµο στίχων ποιοτικών,
ακόµα και εµπορικών µε καλλιτεχνική αξία, είναι χρήσιµη υποδοµή η ποίηση. Μπο-
ρούµε να επισηµάνουµε ότι οι µεγαλύτεροι στιχουργοί µας είναι λάτρεις της ποίη-
σης, που δηµιούργησε µέσα τους ένα πολύτιµο απόθεµα αβίωτων εµπειριών. Όταν
αυτό διεγείρεται από κάποια κατάσταση που οι ίδιοι βιώνουν, εκφράζουν το δικό
τους πια βίωµα µε µοναδικό τρόπο. Ταλέντο και υποδοµή αλληλοστηρίζονται και το
αποτέλεσµα είναι αυτό που αποκαλείται «έντεχνο τραγούδι». Εγώ απλά το λέω γνή-
σιο, αυθεντικό, αληθινό, που έχει ρίζες στην παράδοση και κλαδιά στο παρόν και
στο µέλλον. Κατά συνέπεια, η Αρλέτα2 ακόµα κι αν «έκλεψε» συνειδητά ή ασυνεί-
δητα κάτι από Παλαµά, Σικελιανό ή Καρυωτάκη (η αναφορά στον Καβάφη είναι
ξεκάθαρη), αυτό που προέχει είναι το αποτέλεσµα.
Την ευχαριστώ που µου έδωσε την ευκαιρία να ενισχύσω τη διδασκαλία µου, ανοί-
γοντας ένα παράθυρο στον έξω κόσµο, στο παρόν, και να αρχίσω έναν πολύτιµο διά-
λογο µε τους µαθητές µου και µε τον εαυτό µου περί αληθινής Τέχνης.

2
Το καλοκαίρι του 2004 επικοινώνησα τηλεφωνικά µαζί της, για να της ζητήσω την άδειά της για
εκπαιδευτική χρήση και αξιοποίηση των στίχων της. Θυµάµαι µε πόσο σεβασµό µου µίλησε για
τους δασκάλους της. Τελικά µόρφωση είναι ό,τι αποµένει, όταν κλείσουν τα βιβλία. Αυτό διαπί-
στωσα από την ολιγόλεπτη τηλεφωνική συνοµιλία. Η σοβαρή ενασχόλησή της µε την ποίηση και µε
την τέχνη ευρύτερα γέννησε τη δική της τέχνη. Αν θυµάµαι καλά, µου είχε πει πως το ποίηµα, «η
µπαλάντα του πάρκου», είναι γραµµένο για τον λογοτέχνη Γιώργο Ιωάννου.