διαδρομές

Ν ο ητ ι κ έ ς

διαδρομές

στόν

χῶρο

τῆς

πίστης

Μηνιαῖο φυλλάδιο τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως | Σουλίου 167 - Τηλ.: 210 5013108 | Τεῦχος 17ο - Νοέμβριος 2015
ierosnaosagiastriadospetroupoleos.blogspot.gr - agiatriadapetroupoleos.gr - facebook: agiatriadapetroupolis

Δρόμος δέν ὑπάρχει...
τόν δρόμο
τόν ἀνοίγουμε...
προχωρώντας
καί συγχωρώντας...

Οἱ γεωργοί καί ἡ ἄμπελος.
Μικρογραφία εἰκονογραφημένου
χειρογράφου, 11ος αἰ. μ.Χ.,
Ἐθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων.

Εἰς Μίαν Ἁγίαν Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν (Μέρος 1ο)
Τί εἶναι Ἐκκλησία;
Σύμφωνα μὲ τὸν
Νικόλαο Καβάσιλα1 «Σημαίνεται δὲ
ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς
μυστηρίοις»2. Αὐτὴ
ἡ διατύπωση ὑποδηλώνει τὴν σύνδεση καὶ
τὴν σχέση, τὴν σήμανση καὶ τὴν φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας στὰ μυστήρια. Αὐτὰ
εἶναι ἡ «αἱμάτωσή» Της. Αὐτὰ εἶναι τὸ κέντρο καὶ ἡ καρδιά της. Ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία3
εἶναι μυστήριο.
Ποιὸ εἶναι ὅμως τὸ «Κέντρο» καὶ ποιὸς
ὁ «Σκοπὸς» τῆς Ἐκκλησίας;
Εἶναι οἱ καλὲς πράξεις; Εἶναι τὰ ἀγαθὰ
ἔργα; Εἶναι ἡ διδασκαλία;
Ἡ Ἐκκλησία, μπορεῖ νὰ κάνει ὅσες πράξεις ἀγάπης θέλει καὶ ἀντέχει, μπορεῖ νὰ
ἐπιτελεῖ ὅποιο κοινωνικὸ ἢ παιδαγωγικὸ
ἔργο, ὅμως σκοπὸς της εἶναι νὰ ἁγιάσει
τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὸν
Θεό. Κέντρο της μαζὶ καὶ Σκοπὸς της εἶναι
ὁ Ἐσταυρωμένος καὶ Ἀναστᾶς ἐκ νεκρῶν
Χριστός. Ἡ ἕνωση δηλαδὴ μὲ τὸν Χριστό,
ἡ μετοχὴ στὴν Βασιλεία εἶναι ὁ σκοπός.
Γὶ αὐτὸ καὶ ἡ Θεία Λειτουργία ξεκινᾶ
μὲ τὴν φράση: «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία
τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος». Γι' Αὐτὴν εἰσερχόμαστε, διὰ

τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος, στὴν
Ἐκκλησία καὶ γι' Αὐτὴν συνεχόμαστε σὲ
Ἐκκλησία δι' Ἁγίου Πνεύματος, διὰ τοῦ
μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας4.
Ἀντιλαμβάνεται ὅμως σήμερα ὁ πιστὸς
τί σημασία καὶ τί ἀξία ἔχουν τὰ μυστήρια
γιὰ τὴν συμμετοχή του στὴν Ἐκκλησία;
Τὰ ζῆ; Αἰσθάνεται «ἐκλεκτὸς» συμμετέχοντας σὲ αὐτὰ ἢ ἔχουν «ἐκπέσει» καὶ χάσει
τὸ νόημά τους κι ἀπὸ πηγὴ αἱμάτωσης
ἔχουν γίνει τελετὲς καὶ μάλιστα, κάποιες
ἀπὸ αὐτές, μόνο κοσμικοῦ χαρακτήρα;
Αἰσθάνεται ὁ πιστὸς μετέχοντας στὰ μυστήρια ὅτι ὅταν λέμε «τὰ μυστήρια εἶναι
ὑποχρεωτικὰ» δὲν ἐννοοῦμε κάποια νομικὴ ἢ ἠθικὴ ὑποχρέωση ἀλλὰ τὴν ζωοποιὸ ἀνάγκη; Κατανοεῖ ὅτι, ὡς μέλος τῆς
Ἐκκλησίας ζωντανό, ἂν δὲν αἱματώνεται
μὲ τὴν συμμετοχή του στὴν λειτουργικὴ
καὶ μυστηριακὴ ζωή, θὰ ἀπονεκρωθεῖ;
Ἡ ὑποβίβαση, ἐντός τῆς λειτουργικῆς
ζωῆς, τῶν μυστηρίων σὲ τελετὲς ποὺ
«συμβαίνουν» τυπικά, καθὼς καὶ ἡ, χάριν
Οἰκονομίας, μεταβολὴ μέσα στοὺς αἰῶνες
τοῦ τυπικοῦ τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς κάνουν
σχεδὸν νὰ μὴν ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ὅλη
ἡ ζωὴ τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας ἐκινεῖτο
γύρω ἀπὸ τὴν Εὐχαριστηριακὴ σύναξη,
ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἦταν καὶ εἶναι ἡ Εὐχαρι-

στηριακὴ σύναξη, τὸ κορυφαῖο δηλαδὴ
καὶ Θεοσύστατο μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Αὐτὸ εἶναι ἡ καρδιὰ τῆς Θείας
Λειτουργίας, αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπίκεντρο τῆς
Ἐκκλησίας, ἡ ἀνάμνηση τῆς Θυσίας τοῦ
Χριστοῦ.
Ποιὸς ὅμως, γιὰ παράδειγμα, καταλαβαίνει ὅτι τὸ κοινὸ ποτήρι ἀπὸ τὸ ὁποῖο
πίνει τὸ ζεῦγος κρασὶ στὸν σημερινὸ γάμο
κάποτε ἦταν μετάληψη; Γνωρίζουμε ἄραγε
ὅτι ὁ γάμος στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ἐτελεῖτο ἐντός της Θείας Λειτουργίας; Τὸ
ἴδιο συνέβαινε καὶ μὲ τὸ Βάπτισμα, τὴν
Ἐξομολόγηση5 κλπ. Ὅλα τά μυστήρια
ὁδηγοῦσαν στὸ δικαίωμα ἢ μὴ τῆς Θείας Κοινωνίας, ὅλα εἶχαν αὐτὸ ὡς σκοπὸ
τους γιατί ὅλα εἶχαν (καὶ φυσικὰ ἔχουν)
ἕναν προορισμό, τὴν σωτηρία, τὴν εἴσοδο
δηλαδὴ στὴν Βασιλεία. Ὁ τελικὸς σκοπὸς
εἶναι νὰ μετάσχουμε στὸ τραπέζι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, νὰ κοινωνήσουμε στὴ
ζωὴ τοῦ Θεοῦ.
Γι' αὐτὸ τὰ μυστήρια δὲν εἶναι οὔτε τελετές, οὔτε τυπικὲς ἢ εἰκονικὲς πράξεις.
Εἶναι Αἱμοδοσία, εἶναι Σωτηρία, εἶναι
εἴσοδος στὴν Ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ προσδοκία τοῦ Μέλλοντος Αἰῶνος, Ἀμήν.

1. Γέννηση: περὶ τὸ 1322/3 – Κοίμηση: μεταξύ των ἐτῶν: 1392/7, στὴν Θεσσαλονίκη.
2. Νικολάου Καβάσιλα, Ἑρμηνεία τῆς Θείας
Λειτουργίας, Κέφ. ΛΗ΄, Τίνα λόγον τὰ μυστήρια σημαντικά της Ἐκκλησίας εἰσί, P.G. 150,
στ. 452. «Φανερώνεται λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία στὰ
μυστήρια, ὄχι ὡς συμβολισμὸς ἀλλὰ ὅπως τὰ
μέλη τοῦ σώματος στὴν καρδιὰ καὶ τὰ κλαδιὰ
τοῦ φυτοῦ στὴν ρίζα καὶ ὅπως στὴν ἄμπελο τὰ
κλήματα, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος. Διότι ἐκεῖ δὲν
γνωρίζουμε μόνο τό ὄνομα, ἢ κάποια παρόμοια ἀναλογία, ἀλλὰ τὴν πραγματικότητά Της.
Εἶναι μὲν Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ τὰ μυστήρια
ἀλλὰ ἐντός τῆης Ἐκκλησίας Του, αὐτά, εἶναι
βρώση καὶ πόση ἀληθινή.»
3. Ἐνδιαφέρον ἔχει νὰ θυμηθοῦμε τὴν προέλευσης τῆς λέξεως «μυστήριο», ἀπὸ τὸ ρῆμα

«μύω» ποὺ σημαίνει κλείνω τὰ μάτια, τὸ ὁποῖο
μᾶς φανερώνει ξεκάθαρα τό νόημα «κρυφός»,
«ἀπόρρητος», «μυστικὸς» ποὺ εἶχε καὶ ἔχει.
Ἐπίσης ἡ λέξη «Ἐκκλησία» φανερώνει σαφῶς
τὸ νόημά της, τὴν πρόσκληση, τὴν σύγκλιση,
τὴν συγκέντρωση «ἐπὶ τὸ αὐτὸ» ποὺ δείχνει τὸ
ρῆμα «ἐκκαλέω» ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχεται, μὲ
ὁμόρριζες τὶς λέξεις: ἔκκλησις καὶ ἐκκλητικὸς
κ.ἄ. οἱ ὁποῖες δείχνουν τὴν δυναμικὴ μιᾶς κοινότητας προσκεκλημένης καὶ συνερχόμενης
γύρω ἀπὸ ἕνα «Κέντρο» μὲ κοινὸ «Σκοπὸ»
ἀποτελούμενη ἀπὸ «ἐκκλητικούς», δηλαδὴ
ἐκλεκτούς.
4. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, ἐπίσκοπος Κρήτης,
διδάσκει ὅτι Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ ὁρᾶν
καὶ ὁράσθαι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. «Θεὸν τὲ ὁρῶν
καὶ ὁρώμενος». Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμα-

σκηνός, μιλώντας γιὰ τὴν μεταμόρφωση τοῦ
Χριστοῦ, ποὺ εἶναι βίωση τῆς Βασιλείας τοῦ
Θεοῦ, λέγει ὅτι στὸν μέλλοντα αἰώνα «πάντοτε
ἐν Κυρίῳ ἐσόμεθα, Χριστὸν ὁρῶντες τῷ φωτὶ
ἀστράπτοντα τῆς θεότητας».
5. Σταῦρος Γιαγκάζογλου, Θέματα Ὀρθόδοξης Ἐκκλησιολογίας, στὸ http://oodegr.
co/oode/dogmat1/ST2d.htm#1, ἡμερομηνία
ἀνάκτησης: 15/2/2007.

Ἑλένη Λιντζαροπούλου
Θεολόγος

Συντακτική ὁμάδα

> Ὁμάδα Νεότητας
Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως
> π. Σπυρίδων Ἀργύρης

ἐπίκαιρα
«Χριστός ἐνηνθρώπησε,
ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν»
τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσοῦ κ. Ἀθανασίου

περίοδος μέχρι τά Χριστούγεννα εἶναι ἰδιαίτερα
εὐλογημένη ἀπό τόν Θεό, γιατί μᾶς ὁδηγεῖ λειτουργικά καί ἑορταστικά πρός τήν κυρία ἡμέρα, ὅπου ἡ
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει τό γεγονός τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ὅλες οἱ γιορτές τῆς Ἐκκλησίας
μας ἔτσι καί τά Χριστούγεννα δέν ἔχουν ἕνα χαρακτήρα
μόνο ἀναμνηστικό, ἀλλά κύριος σκοπός εἶναι νά μετάσχει ὁ ἄνθρωπος μέσα σ’αὐτή τή χάρη, πού δίνει ὁ
Θεός διά τῶν ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας μας.
Εἶναι παρατηρημένο μέσα ἀπό τήν πείρα τῶν Ἁγίων
καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι αὐτές οἱ μέρες
διακρίνονται γιά τήν ὑπερβάλλουσα χάρη ἡ ὁποία διαχέεται ἀπό τόν Θεό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς πιστούς
καί εἶναι σταθμοί μέσα στή ζωή μας ἀπό τούς ὁποίους
μποροῦμε νά ἀντλήσουμε αὐτή τή χάρη καί τήν κοινωνία
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Βέβαια, καθημερινά ἑορτάζουμε
τό μυστήριο τῆς γεννήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καί μετέχουμε σέ ὅλη τή ζωή τοῦ Κυρίου μέ τήν τέλεση τῆς
Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς παρέδωσε
κάποια πράγματα τά ὁποῖα τηρώντάς τα βοηθούμαστε
νά προχωρήσουμε πνευματικά. Πρῶτα μᾶς ἑτοιμάζει
μέ τήν περίοδο τῆς νηστείας. Ἡ νηστεία βοηθᾶ τόν
ἄνθρωπο νά ξεκολλήσει τό μυαλό του ἀπό τά γήινα
πράγματα, βοηθᾶ τόν νοῦ του στήν προσευχή, σπρώχνει τήν καρδία στήν ἀναζήτηση τῆς Θείας Χάριτος,
κινεῖ τήν καρδία εἰς προσευχή καί ἕνωση μετά τοῦ νοός,
καθαρίζει τό σῶμα ἀπό τίς ροπές πρός τά πάθη καί τήν
ἁμαρτία. Γενικά ὡς μέσο τό ὁποῖο ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μᾶς
παρέδωσε θεωρεῖται ἀπό τούς Πατέρες ὅτι εἶναι ἀπό
τά πρῶτα καί βασικά ὅπλα στόν πνευματικό ἀγώνα.
Βέβαια, νηστεία δέν εἶναι μόνο τῶν φαγητῶν. Εἶναι ἡ
νηστεία ἀπό ὅλες μας τίς ἐπιθυμίες, στά ἔξοδα, ἐνδύματα, ἐκδηλώσεις, στό τί ἀκοῦμε καί στό τί βλέπουμε.
Ἐφόσον εἶναι καιρός νηστείας εἶναι καί καιρός ἐλεημοσύνης. Οἱ πρῶτοι χριστιανοί κατά τή νηστεία διέθεταν
τό ὑπόλοιπο τῶν χρημάτων πού τούς περίσσευε ἀπό τά
καθημερινά πράγματα γιά ἐλεημοσύνη. Ἄλλο πνευματικό ὅπλο εἶναι ἡ ἐξομολόγηση. Προσερχόμαστε στό
μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως, γιά νά καθαρίσουμε τήν
ψυχή μας ἀπό ὅλα ὅσα ὡς ἄνθρωποι ἔχουμε προσλάβει
μέσα στά καθημερινά μας γεγονότα καί τίς περιπέτειες
τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς. Ὁ Θεός δέν ἀπαιτεῖ νά γίνουμε ἀναμάρτητοι, γιατί αὐτό εἶναι ἔξω ἀπό τή φύση
μας. Μέσα στήν ἀδυναμία μας βρισκόμαστε ἀντιμέτωποι
μέ πάθη, ἁμαρτίες, ἀδυναμίες καί τίς ἐλλείψεις μας. Γιατί
2

ἁμαρτία δέν εἶναι μόνο ἡ παράβαση τοῦ νόμου τοῦ
Θεοῦ, ἀλλά εἶναι καί ἡ ἔλλειψη τῆς ἀγάπης μας πρός
τόν Θεό, ἡ βίωση τῆς στροφῆς τῆς ψυχῆς μας πρός τόν
Θεό. Τό ὅτι δηλαδή καλούμεθα νά ἀγαπήσουμε ἀπόλυτα
τόν Θεό καί ὅμως δέν μποροῦμε νά ἀνταποκριθοῦμε
εἶναι ἡ οὐσία τῆς ἁμαρτίας μας.
Πέραν τῆς νηστείας, ἐλεημοσύνης καί ἐξομολόγησης
ἕνα ἄλλο πνευματικό ὅπλο εἶναι ἡ προσευχή. Αὐτό
τό διάστημα ἄν ὁ χριστιανός γεμίσει τόν χρόνο του μέ
προσευχή, κυρίως μέ τή μονολόγηση τῆς νοερᾶς προσευχῆς καί τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ,
θά ἔχει συνεχή κοινωνία μέ τόν Θεό, ἡ ὁποία ἑτοιμάζει
τήν καρδία πρός τήν κοινωνία μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος. Ἕνας χριστιανός δέν περιμένει νά ἔρθουν
οἱ 25 Δεκεμβρίου, γιά νά γιορτάσει τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Ὡστόσο εἶναι ἀπό τήν πείρα τῶν Ἁγίων ὅτι αὐτές
οἱ μέρες εἶναι σημαδεμένες ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ
γιά μᾶς καί ὑπάρχει περίσσια χάριτος. Ἑπομένως προετοιμαζόμαστε ἔτσι καί ἀντιμετωπίζουμε τήν ἑορτή τῶν
Χριστουγέννων ὅσο μποροῦμε πιό πνευματικά χωρίς
νά καταργήσουμε καί ὅλες τίς κοινωνικές καί οἰκογενειακές ὑποχρεώσεις, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι μόνο
ψυχή ἀλλά καί σῶμα. Ἔτσι συμμετέχει στή χαρά τῆς
γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας ψυχή τέ καί σώματι καί αὐτό
εἶναι πολύ σπουδαῖο, γιατί ἡ Ἐκκλησία μας διακρίνεται
γιά τήν πνευματική της ἰσορροπία.
Τό ὅτι τά λειτουργικά βιβλία γράφουν ὅτι τήν ἡμέρα
τῶν Χριστουγέννων γίνεται κατάλυση εἰς πάντα, εἶναι
γιατί οἱ Πατέρες ἤθελαν νά δείξουν ὅτι ἡ γιορτή τῶν
Χριστουγέννων εἶναι γιορτή πού ἀγκαλιάζει ὅλον τόν
ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος φαιδρύνεται καί στήν ψυχή ἡ ὁποία
ἀγάλλεται μέσα στήν προσευχή καί στίς πνευματικές
θεωρίες ἀλλά καί στό σῶμα, τό ὁποῖο προσλαμβάνει
τήν ὑλική τροφή λύοντας τή νηστεία καί μετέχοντας
σέ κοινωνία ἀγάπης μέ τούς ἀδελφούς του. Ὁ Χριστός
δέν καλεῖ τόν ἄνθρωπο μόνο σέ πνευματικές ἐξάρσεις,
ἀλλά καλεῖ ὅλον τόν ἄνθρωπο. Γι’αὐτό στήν Ὀρθόδοξη
παράδοση τίς ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων οἱ χριστιανοί
ἑόρταζαν καί στήν Ἐκκλησία καί στίς οἰκογενειακές καί
κοινωνικές τους ἐπαφές. Ὅλος ὁ κόσμος συνεορτάζει καί ὅλη ἡ κτίση καί τά πάντα γιορτάζουν αὐτό τό
γεγονός. Τήν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων οἱ Ἄγγελοι
δοξολογοῦσαν καί αἰνοῦσαν τόν Θεό, διότι ὑπάρχει μία
συγκεκριμένη εἰσβολή τοῦ Θεοῦ Λόγου στήν ἱστορία
τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ Χριστός γεννήθηκε σάν ἄνθρω-

3

3

ἐπίκαιρα
πος τή συγκεκριμένη ἡμέρα καί αὐτό εἶναι σπουδαῖο
γιά τή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας καί τή ζωή μας,
γιατί ἐμεῖς δέν εἴμαστε χριστιανοί πού πιστεύουμε σέ μία
θεωρία πού ἔφερε ὁ Χριστός στόν κόσμο, ἀλλά εἴμαστε
χριστιανοί, γιατί πιστεύουμε στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Χριστός εἶναι γιά μᾶς τό πᾶν, δέν εἶναι ἡ διδασκαλία
του τό πᾶν ἀλλά ὁ Ἴδιος. Καί ἄν ἀκόμη κάποτε χαθοῦν
τά κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, δέν θά μειωθεῖ σέ τίποτα
τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, διότι καί ἡ Γραφή καί ἡ Διδασκαλία μᾶς ὁδηγοῦν στόν Χριστό. Γι’αὐτό ὁ Χριστός
ἦρθε στόν κόσμο, γιά νά μᾶς δώσει τόν ἑαυτό Του ὄχι
γιά νά μᾶς πεῖ μία διδασκαλία. Ὁ ἴδιος ἦταν ἀνάγκη
νά γίνει ἄνθρωπος, γιατί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔπλασε τόν
Ἀδάμ καί ἔπρεπε νά τόν ἀναπλάσει καί νά γίνει Αὐτός
ὁ νέος Ἀδάμ, ὥστε γενόμενος ὁ Ἴδιος ἄνθρωπος, νά
μᾶς δώσει τή δυνατότητα νά ἐγκεντριστοῦμε σ’Αὐτόν
νά μπολιαστοῦμε στό δικό Του σῶμα καί νά γίνουμε
κληρονόμοι τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Γι’αὐτό ἦταν μέσα
στήν πάνσοφο πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἡ σάρκωση τοῦ Θεοῦ
Λόγου, γιά νά μᾶς δοθεῖ ἡ δυνατότητα νά κοινωνήσουμε
μέ τόν ἴδιο τόν Θεό. Ὁ Λόγος ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος ἄνευ ἁμαρτίας, ταπείνωσε τόν Ἑαυτό Του καί
πορεύθηκε αὐτό τόν δρόμο τῆς ἐνσαρκώσεώς Του, γιά
νά μᾶς διδάξει αὐτή τήν ταπείνωση. Νά μᾶς δείξει ὅτι
ἔγινε ἄνθρωπος γιά μᾶς καί ὅτι δέν βδελύχθηκε τή φύση
μας, τήν πτωχεία μας καί γεννήθηκε ὅπως ἕνα μικρό
παιδί. Αὔξανε ὅπως ἕνας κανονικός ἄνθρωπος, ἦταν
ἀπόλυτα τέλειος ἄνθρωπος καί ἀπόλυτα τέλειος Θεός,
ὥστε μέ τό παράδειγμα τῆς παναρέτου ζωῆς Του καί μέ
τήν ἴδια τήν ὑπόστασή Του νά μᾶς δείξει ποιό δρόμο
νά βαδίσουμε. Ὁ Ἀπ. Παῦλος λέει ὅτι ἔγινε κατά πάντα
ὅμοιος μέ μᾶς καί ἀνέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί
ἔτσι ἔγινε σύμφυτος μέ τή δική μας φύση, γιά νά δώσει
σέ μᾶς τήν ἐλπίδα καί τή δυνατότητα νά πορευθοῦμε
μέσα ἀπό τήν ἀνθρώπινή μας ἀδυναμία, τά προβλήματα καί τόν πόνο μας ἔχοντες πάντοτε μπροστά μας
αἰώνιο πρότυπο τόν ἴδιο τόν Χριστό μας, πού αὐτός
εἶναι ἡ παρηγοριά μας, ὁ ἀρχηγός μας καί ὁ τελειωτής
τῆς πίστεώς μας.
Αὐτές τίς μέρες ψάλλουμε:«Χριστός γεννᾶται, δοξάσατε, Χριστός ἐξ οὐρανῶν ἀπαντήσατε, Χριστός ἐπί γῆς,
ὑψώθητε». Ὁ Χριστός ἦρθε ὄχι κατά φαντασία ἀλλά
κατά πραγματικότητα σ’αὐτόν τόν κόσμο, μ’αὐτά τά
προβλήματα, τίς δυσκολίες. Ἦρθε γιά νά ὑψώσει τούς
ἀνθρώπους πάνω ἀπό τόν κόσμο αὐτό καί νά μᾶς δώσει ὡς μόνιμη κιβωτό τήν Ἁγία Του Ἐκκλησία. Ὅταν
μποῦμε μέσα στήν Ἐκκλησία καί ἐναποθέσουμε στόν
Χριστό τήν τραγωδία τῆς ὑπάρξεώς μας καί ἐκεῖ ταπεινά παρακαλέσουμε τόν Χριστό νά μᾶς ὑψώσει ἐκ τῶν
πραγμάτων τοῦ κόσμου τούτου καί νά ἔρθει στήν καρδιά
μας νά κατοικήσει, τότε εἶναι ἀδύνατο ὁ Χριστός νά
μήν ἐπισκεφθεῖ τήν καρδιά μας. Ὁ Χριστός ἐγεννήθη

στόν πιό εὐτελῆ τόπο, σέ μία σπηλιά πού ἦταν στάβλος,
γιά νά μᾶς δείξει ὅτι κατέρχεται μές στή σπηλιά τῆς
καρδιᾶς μας, ἡ ὁποία εἶναι γεμάτη μέ τά ἄλογα πάθη
μας. Φτάνει ἐμεῖς νά τό ζητήσουμε.
Περιγράφεται ἕνα ὅραμα τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου, πού
ἀσκήτευε στή Βηθλεέμ, ὅταν εἶδε τόν Χριστό ὡς βρέφος
στή φάτνη προσευχόμενος ἡ καρδιά του σκίρτησε ἀπό
ἀγάπη καί εἶπε: «Χριστέ μου, τί δῶρο νά σοῦ προσφέρω; Οἱ μάγοι Σοῦ πρόσφεραν τά δῶρα, οἱ ποιμένες τήν
προσκύνηση, οἱ ἄγγελοι τόν ὕμνο». Τότε ὁ Χριστός
τοῦ εἶπε: «Ἱερώνυμε, τό δῶρο πού θέλω νά μοῦ κάνεις εἶναι οἱ ἁμαρτίες σου, θέλω νά μοῦ προσφέρεις
τόν ἑαυτό σου». Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού ἦρθε στή
γῆ ὁ Χριστός. Ὄχι γιά νά καλέσει τούς δικαίους ἀλλά
τούς ἁμαρτωλούς σέ μετάνοια. Ἔτσι γιά τόν σημερινό
ἄνθρωπο τόν ταλαιπωρημένο, τόν κουρασμένο, τόν
θλιμμένο, ὁ ὁποῖος συνθλίβεται καί πολιορκεῖται μέσα
ἀπό τά ποικίλα ρεύματα πού ὑπάρχουν ἐναντίον του, ὁ
Χριστός εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα, εἶναι ὁ μόνος χῶρος πού
ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ξεκουραστεῖ. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ
πατέρας μας ὁ ὁποῖος μᾶς περιμένει. Ἔτσι σ’ἐμᾶς ἀπομένει νά ζητήσουμε τόν Θεό, νά τόν παρακαλέσουμε νά
ἔρθει μέσα μας καί ὁ Χριστός ἀπό τήν ἄπειρη ἀγάπη πού
ἔχει, ἀμέσως θά βρεθεῖ μέσα μας. Ὅπως λέει στή Γραφή «ἔτι λαλοῦντος σου ἐρῶ, ἰδού πάρειμι», ἐνῶ ἀκόμη
μιλᾶς, θά σοῦ πῶ ὅτι εἶμαι ἤδη παρών. Ἑπομένως εἶναι
χαρμόσυνο τό μήνυμα τῆς ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων.
Ὁ Χριστός κατέρχεται κοντά μας καί κατερχόμενος
μᾶς ἀνεβάζει. Αὐτός κατῆλθε πρῶτος στή γῆ γιά νά μᾶς
ἀνυψώσει. Εἰδικά στήν ἐποχή μας βρισκόμαστε σέ μία
ἁλματώδη πρόοδο τῆς ἐπιστήμης.
Ὁ χριστιανός ὁ ὁποῖος βιώνει τήν πραγματικότητα
τοῦ Χριστοῦ σάν τοῦ μόνου γεγονότος τό ὁποῖο εἶναι
τό μόνο καινό ὑπό τόν ἥλιο, δέν πρέπει νά διακατέχεται
ἀπό φόβο μπροστά στήν καθημερινότητα, μπροστά στίς
σύγχρονες ἐξελίξεις καί τά προσφερόμενα πράγματα.
Ἀλλά σάν ἐλεύθερα παιδιά τοῦ Θεοῦ, ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι
ἔχουμε μέσα μας τή βεβαία ἐλπίδα τῆς παρουσίας τοῦ
Χριστοῦ, μποροῦμε ἀπό μόνοι μας νά κρίνουμε ἀνάλογα
μέ τήν πνευματική μας κατάσταση καί ἀνάλογα μέ τίς
ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί μέ ὅ,τι μᾶς παρέδωσαν οἱ Ἅγιοι
Πατέρες μας, τί ἀπ’ὅλα ὅσα μᾶς προσφέρει ὁ σύγχρονος
κόσμος καί πολιτισμός θά προσλάβουμε ἤ ὄχι. Εἶναι
ὅμως ἀπαραίτητο νά μήν κολλοῦμε φανατικά σέ τύπους
καί νά χάνουμε τήν οὐσία. Ἡ οὐσία εἶναι ἡ σάρκωση
τοῦ Θεοῦ Λόγου στόν κόσμο. Ἔτσι ἄν ὁ χριστιανός
εἶναι ἄτομο πού ἀγωνίζεται καί προσεύχεται, ἔχει τή
συνείδηση πού τόν προφυλάσσει καί τοῦ δείχνει μέχρι
ποιοῦ σημείου μπορεῖ νά μετάσχει τῶν ἀγαθῶν τῶν
ἡμερῶν, γιά νά μή χαθεῖ ἡ οὐσία τοῦ γεγονότος τῶν
Χριστουγέννων.
3

ἐπίκαιρα

Ἡ Νηστεία τῶν Χριστουγέννων
καὶ τὸ Σαρανταλείτουργο

15 Νοεμβρίου ἀπὸ σήμερον ἄρχεται ἡ τεσσαρακονθήμερος νηστεία
τῶν Χριστουγέννων...
Ἐπιτρέπεται ἐκτὸς Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς, μέχρι 17ης Δεκεμβρίου, ἀπὸ 18-24 κατάλυσις οἴνου καὶ ἐλαίου (Ράλλη - Ποτλη,
Σύνταγμα Ἱερῶν Κανόνων, Τόμος Δ' σέλ.488, πρβλ. Πηδάλιον,
Ἀθῆναι 1841, ὑποσ, εἷς ἑρμηνεία τοῦ ΞΘ' κανόνος Ἁγ. Ἀποστόλων).
Στὶς 15 Νοεμβρίου ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Πρόκειται γιὰ μιὰ περίοδο ἔντονης πνευματικῆς ἐργασίας καὶ ψυχοσωματικῆς προετοιμασίας γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς
Γεννήσεως τοῦ Κυρίου.
Ἀπὸ τὶς 15 Νοεμβρίου ἕως τὶς 17 Δεκεμβρίου (κατ’ ἄλλη παράδοση
ἕως τὶς 12 Δεκεμβρίου) νηστεύουμε τὸ κρέας, τὰ γαλακτομικὰ καὶ
τὰ αὐγὰ καὶ τρῶμε ψάρι (ἐκτὸς βεβαίως Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς,
πού νηστεύουμε αὐστηρά). Μετὰ τὶς 17 (ἢ 12) Δεκεμβρίου νηστεύουμε καὶ τὸ ψάρι.
Ἡ νηστεία ὅμως κατὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας ἔχει νόημα,
ὅταν συνδυάζεται μὲ προσευχὴ καὶ ἐλεημοσύνη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ
Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔναρξη τῆς νηστείας μᾶς προσκαλεῖ σὲ ἐντονότερη
λειτουργικὴ ζωὴ καὶ ἀγαθοεργία.
Ἔτσι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση προβλέπει γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ
τὴν καθημερινὴ -ἂν οἱ συνθῆκες τὸ ἐπιτρέπουν- τέλεση τῆς θείας
λειτουργίας, τὴν τέλεση δηλαδὴ σαρανταλείτουργου.
Ἡ τέλεση τοῦ σαρανταλείτουργου ἀποτελεῖ πολὺ μεγάλη εὐλογία. Εἶναι μιὰ θαυμάσια εὐκαιρία γιὰ βίωση τῆς μυστηριακῆς καὶ
λατρευτικῆς ζωῆς, γιὰ ἐπαφὴ μὲ τὸν πλοῦτο τῆς ὑμνολογίας καὶ
τῆς ἀκροάσεως τῶν θείων Γραφῶν, γιὰ συχνότερη θεία κοινωνία,
γιὰ συχνότερη συγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.
Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος μᾶς λέει: «Σπουδάζετε πυκνότερον
συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν θεοῦ καὶ εἰς δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς
ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται οἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ καὶ λύεται
ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ», δηλαδὴ «Προσπαθεῖστε μὲ σπουδὴ νὰ ἔρχεσθε
ὅλοι μαζὶ στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία),
γιὰ νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν δοξολογεῖτε. Διότι ὅταν
συχνὰ ἔρχεσθε στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), συντρίβονται οἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ καὶ λύεται κάθε ὀλέθρια
ἐνέργειά του».
Ἡ δύναμη τῆς Θείας Λειτουργίας δὲν εἶναι μαγική. Εἶναι ἡ δύναμη
τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητας ἐν Χριστῷ. Ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς
μαθαίνει νὰ συγχωροῦμε, νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ
ὅλους τούς ἀνθρώπους.
Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε προσφέρουμε τὰ Δῶρα μας στὸ Θεό, τὸν Ἄρτο
καὶ τὸν Οἶνο, προσευχόμενοι γιὰ ζῶντες καὶ κεκοιμημένους ἀδελφούς
μας. Ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν ζώντων καὶ κεκοιμημένων
προσώπων (ἀνάγνωση τῶν «Διπτύχων») εἶναι ἔργο πολὺ σημαντικὸ
καὶ ἱερό, ποῦ θεσμοθετήθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ
ἐπιτελεῖται ἀδιάλειπτα μέσα στοὺς αἰῶνες.

Τὸ Ἱερὸ Σαρανταλείτουργο
Τὸ Ἱερὸ Σαρανταλείτουργο, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νηστείας τῶν
Χριστουγέννων, ὑπὲρ ὑγείας ζώντων καὶ ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν
κεκοιμημένων ἀδελφῶν μας.
Στὸ ὑπέροχο βιβλίο «Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης», (ἔκδ. Ἱερᾶς
Μονῆς Παρακλήτου), διαβάζουμε: «Στὴν Θεία Λειτουργία τελεῖται
τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης. Καὶ ἡ ἀγάπη στὴν οὐσία της εἶναι μεταδοτική. Ἡ ἀγάπη, ἰδιαίτερα ἡ θεία, σπεύδει νὰ σκορπίσει τὸ φῶς
4

της, τὴν χαρὰ της ὅλους… Καὶ συμπληρώνει: ὢ ἀγάπη τελειότατη!
ὢ ἀγάπη, πού τὰ πάντα ἀγκαλιάζεις! Ὢ ἀγάπη ἰσχυρότατη! Τί
νὰ προσφέρουμε σὰν εὐγνωμοσύνη στὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἀγάπη Του
πρὸς ἐμᾶς; Ἡ ἀγάπη αὐτὴ βρίσκεται στὴν θυσία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ
προσφέρεται γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσι ὅλων ἀπὸ κάθε κακία…».
Καὶ ὁ μακαριστὸς π. Παΐσιος, σχετικὰ μὲ τὴν ἀνάγκη προσευχῆς
γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ἔλεγε: «…νὰ ἀφήνετε μέρος τῆς προσευχῆς
σας γιὰ τοὺς κεκοιμημένους. Οἱ πεθαμένοι δὲν μποροῦν νὰ κάνουν
τίποτα (γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους). Οἱ ζωντανοὶ μποροῦν… Νὰ πηγαίνετε στὴν ἐκκλησία λειτουργία, δηλαδὴ πρόσφορο, καὶ νὰ δίνετε
τὸ ὄνομα τοῦ κεκοιμημένου, νὰ μνημονευθῆ ἀπὸ τὸν ἱερέα στὴν
προσκομιδή. Ἐπίσης, νὰ κάνετε μνημόσυνα καὶ τρισάγια. Σκέτο τό
τρισάγιο, χωρὶς Θεία Λειτουργία, εἶναι ἐλάχιστο.
Τὸ μέγιστο, πού μποροῦμε νὰ κάνουμε γιὰ κάποιον, εἶναι τὸ Σαράντα-Λείτουργο. Καλὸ θὰ εἶναι νὰ συνοδευθῆ καὶ μὲ ἐλεημοσύνη. Ἂν
ἔχεις ἕνα νεκρό, ὁ ὁποῖος ἔχει παρρησία στὸν Θεό, καὶ τοῦ ἀνάψεις
ἕνα κερί, αὐτὸς ἔχει ὑποχρέωση νὰ προσευχηθεῖ γιὰ σένα στὸν Θεό.
Ἂν πάλι, ἔχεις ἕνα νεκρό, ὁ ὁποῖος νομίζεις ὅτι δὲν ἔχει παρρησία
στὸν Θεό, τότε, ὅταν τοῦ ἀνάβεις ἕνα ἁγνὸ κερί, εἶναι σὰν νὰ δίνης
ἕνα ἀναψυκτικὸ σὲ κάποιον πού καίγεται (ἀπὸ δίψα). Οἱ ἅγιοι δέχονται εὐχαρίστως τὴν προσφορὰ τοῦ κεριοῦ καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι
νὰ προσευχηθοῦν γι’ αὐτὸν πού τὸ ἀνάβει. Ὁ Θεὸς εὐχαρίστως τὸ
δέχεται…». (Μαρτυρίες προσκυνητῶν, Ζουρνατζόγλου Νίκ.)
Γιὰ τὴν ὠφέλεια ἀπὸ τὰ Ἱερὰ Σαρανταλείτουργα καὶ τὰ μνημόσυνα, ἀξιομνημόνευτο εἶναι καὶ τὸ περιστατικὸ πού ἀκολουθεῖ ἀπὸ
τὸ βιβλίο «Θαύματα καὶ ἀποκαλύψεις ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία»,
(ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου).
«Κάποιος ἄρχοντας ἀπὸ τὴν Νικομήδεια ἀρρώστησε βαριὰ καί,
βλέποντας πώς πλησιάζει στὸν θάνατο, κάλεσε τὴν γυναίκα του γιὰ
νὰ τῆς ἐκφράσει τὶς τελευταῖες του ἐπιθυμίες: Τὴν περιουσία μου
νὰ τὴν μοιράσεις στοὺς φτωχοὺς καὶ τὰ ὀρφανά. Τοὺς δούλους νὰ
τοὺς ἐλευθερώσεις. Ἀλλὰ στοὺς ἱερεῖς δὲν θέλω νὰ δώσεις χρήματα
γιὰ λειτουργίες. Σ’ αὐτὴ του τὴν μεγάλη θλίψη ὁ ἑτοιμοθάνατος
ἐπικαλέστηκε μὲ πίστη τὴν εὐχὴ τοῦ ἀββᾶ Ἠσαΐα, ἑνὸς ἁγίου μοναχοῦ πού ἀσκήτευε κοντὰ στὴν Νικομήδεια, καὶ ἀμέσως -ὢ τοῦ
θαύματος!- ἔγινε καλά. Σηκώθηκε λοιπὸν καὶ πασίχαρος ἔτρεξε
στὸν ὅσιο. Ἐκεῖνος τὸν καλοδέχτηκε, δοξάζοντας τὸν Θεὸ γιὰ τὸ
μεγάλο θαῦμα.
-Θυμᾶσαι, παιδί μου, τὸν ρώτησε, ποιὰ ὥρα συνῆλθες ἀπὸ τὴν
ἀρρώστια;
-Τὴν ὥρα πού ἐπικαλέστηκα τὴν εὐχή σου, ἀπάντησε ἐκεῖνος.
Ὁ ὅσιος, μὲ τὸν φωτισμένο του νοῦ, γνώριζε τί εἶχε λεχθεῖ στὴν
διάρκεια τῆς ἀρρώστιας του καὶ ξαναρώτησε:
-Ἄφησες, παιδί μου, χρήματα στοὺς ἱερεῖς, νὰ λειτουργοῦν γιὰ
τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς σου;
-Ὄχι, γέροντα. Τί θὰ εἶχα νὰ ὠφεληθῶ ἂν ἄφηνα κάτι; Δὲν θὰ
πήγαινε χαμένο;
-Μὴν τὸ λὲς αὐτό.
Ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος γράφει: «Ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν
ἐπ’ αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου καὶ ἡ
εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος·
κἄν ἁμαρτίας ἦ πεποιηκῶς, ἀφεθήσεται αὐτῳ». Νὰ λοιπὸν πού οἱ
εὐχὲς τῶν ἱερέων εἶναι ἀποτελεσματικές, γιὰ ὅποιον τὶς ζητάει μὲ
πίστη. Δῶσε τώρα κι ἐσὺ ἕνα ποσό, γιὰ λειτουργίες, καὶ θὰ λάβεις

5

5

ἐπίκαιρα
ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν πρέπουσα πληροφορία.
Ἔτσι κι ἔκανε. Ἔδωσε χρήματα σ’ ἕναν ἱερέα γιὰ νὰ τοῦ κάνει
σαρανταλείτουργο, καὶ γύρισε στὸ σπίτι του. Ὅταν συμπληρώθηκαν
οἱ λειτουργίες, μετὰ ἀπὸ σαράντα μέρες, κι ἐνῶ σηκωνόταν ἀπὸ τὸν
ὕπνο, βλέπει ξαφνικὰ ν’ ἀνοίγουν οἱ πόρτες τοῦ σπιτιοῦ του καὶ
νὰ μπαίνουν σαράντα ἄνδρες ἔφιπποι, λαμπροὶ καὶ ἀγγελόμορφοι,
εἴκοσι ἀπὸ δεξιὰ καὶ εἴκοσι ἀπὸ ἀριστερά. -Κύριοί μου, φώναξε
ἔκπληκτος ὁ ἄρχοντας, πῶς μπήκατε σὲ σπίτι ἀνθρώπου ἁμαρτωλοῦ;
-Ἐμεῖς οἱ σαράντα, πού βλέπεις, τοῦ ἀπάντησαν ἐκεῖνοι, ἀντιπροσωπεύουμε τὶς λειτουργίες πού ἔγιναν γιὰ σένα στὸν φιλάνθρωπο Θεό. Μᾶς ἔστειλε Ἐκεῖνος, γιὰ νὰ σὲ συνοδεύσουμε μέχρι
τὴν ἐκκλησία. Πήγαινε μέσα χαρούμενος, χωρὶς δισταγμό. Νά, μὲ
τὰ πρεσβυτικὰ χέρια συμπληρώθηκαν οἱ σαράντα λειτουργίες, πού
ἔγιναν γιὰ νὰ ἑνωθεῖ ὁ Χριστὸς μαζί σου καὶ νὰ κατοικήσει στὴν
καρδιά σου.
Ὕστερα ἀπὸ αὐτά, ὁ ἄρχοντας μοίρασε τὴν περιουσία του σὲ εὐλαβεῖς ἱερεῖς, γιὰ νὰ γίνουν λειτουργίες «ὑπὲρ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν
αὐτοῦ», διακηρύσσοντας πώς οἱ θεῖες λειτουργίες καὶ οἱ ἀγαθοεργίες
μποροῦν νὰ ἀνεβάσουν τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ καταχθόνια
στὰ ἐπουράνια.
Εἶναι ἡ μέγιστη καὶ πιὸ ἰσχυρὴ προσευχὴ καθὼς ἀποτελεῖ συμμετοχὴ στὴν προσευχὴ καὶ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Κύριλλος
Ἱεροσολύμων διδάσκει σχετικά: «Μέγιστη ὠφέλεια πιστεύουμε ὅτι θὰ
λάβουν αὐτοί, γιὰ τοὺς ὁποίους δεόμαστε κατὰ τὴν ἁγία καὶ φοβερὴ
θυσία τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀκόμα κι ἂν εἶναι ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ
Χριστὸν ἐσφαγιασμένον ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων προσφέρομεν ἐξιλεούμενοι ὑπὲρ αὐτῶν τὲ καὶ ἡμῶν τὸν φιλάνθρωπον
Θεόν». Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν νομοθέτησαν
τυχαία οἱ Ἀπόστολοι νὰ μνημονεύουμε κατὰ τὰ φρικτὰ μυστήρια
(Θεῖα Λειτουργία) τοὺς κεκοιμημενούς. Γνωρίζουν ὅτι εἶναι πολὺ
μεγάλη ἡ ὠφέλεια γι’ αὐτούς».
Ἡ ἐμπειρία μαρτυρεῖ γιὰ τὴ δύναμη αὐτῆς τῆς προσευχῆς, πού
δὲν εἶναι «ἀτομικὴ προσευχὴ» ἀλλὰ ἡ προσευχὴ ὁλόκληρης τῆς
Ἐκκλησίας.

Σαρανταλείτουργο «ὑπὲρ ἀναπαύσεως»
Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΝΙΗΛ ὁ ἁγιορείτης (1929), ὁ σοφὸς ἡσυχαστὴς τῶν
Κατουνακίων, ἔχει καταχωρισμένο στὰ χειρόγραφά του καὶ τὸ
ἀκόλουθο περιστατικό, πού συνέβη τὸ 1869 στὴν πατρίδα του, τὴ
Σμύρνη.
Κάποιος ἐνάρετος χριστιανὸς κάλεσε στὰ τελευταῖα της ζωῆς του
τὸν πνευματικό του πάπα-Δημήτρη καὶ τοῦ εἶπε:
Ἐγὼ σήμερα πεθαίνω. Πές μου, σὲ παρακαλῶ, τί πρέπει νὰ κάνω
τὴν κρίσιμη τούτη ὥρα;
Ὁ ἱερέας, γνωρίζοντας τὴν ἀρετή του καὶ τὴ μυστηριακὴ προετοιμασία του, τοῦ πρότεινε τὸ ἑξῆς:
Δῶσε ἐντολὴ νὰ σοῦ κάνουν μετὰ τὸ θάνατό σου τακτικὸ σαρανταλείτουργο σ' ἕνα ἐξωκκλήσι.
'Ἔτσι κι ἔγινε. Ὃ κὺρ-Δημήτρης - αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομά του ἄφησε ἐντολὴ στὸ γιό του νὰ κάνει μετὰ τὴν κοίμησή του σαρανταλείτουργο.
Κι ἐκεῖνος, ὑπακούοντας στὴν τελευταία ἐπιθυμία τοῦ καλοῦ
του πατέρα, ἀνέθεσε χωρὶς καθυστέρηση τὴν ἐκτέλεσή της στὸν
πάπα-Δημήτρη.
Ὁ σεμνὸς λευίτης δέχτηκε νὰ κάνει τὸ σαρανταλείτουργο, πού
ὁ ἴδιος εἶχε προτείνει στὸ μακαρίτη, καὶ ἀποσύρθηκε γιὰ ὅλο αὐτὸ
τὸ διάστημα στὸ ἐξωκλήσι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων.
Οἱ τριάντα ἐννέα λειτουργίες ἔγιναν ἀπρόσκοπτα. Ἡ τελευταία
ἔπρεπε νὰ γίνει ἡμέρα Κυριακή.

Τὸ βράδυ ὅμως τοῦ Σαββάτου πιάνει τὸν παπὰ ἕνας δυνατὸς
πονόδοντος καὶ τὸν ἀναγκάζει νὰ ἐπιστρέψει στὸ σπίτι του.
Ἡ πρεσβυτέρα τοῦ πρότεινε νὰ βγάλει τὸ δόντι, μὰ ἐκεῖνος ἀρνήθηκε, γιατί ἔπρεπε τὴν ἑπόμενη νὰ τελέσει τὴν τελευταία λειτουργία.
Τὰ μεσάνυχτα ὁ πόνος κορυφώθηκε, καὶ τελικὰ ὁ παπὰς ἀναγκάστηκε νὰ βγάλει τὸ δόντι.
Ἐπειδὴ ὅμως παρουσιάστηκε αἱμορραγία, ἀνέβαλε τὴν τελευταία
λειτουργία γιὰ τὴ Δευτέρα.
Στὸ μεταξύ, τὸ ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου, ὁ Γεώργιος, ὁ γιὸς τοῦ
μακαριστοῦ Δημητρίου, ἑτοίμασε μερικὰ χρήματα γιὰ τὸν κόπο τοῦ
ἱερέα, μὲ σκοπὸ νὰ τοῦ τὰ δώσει τὴν ἑπόμενη μέρα.
Τὰ μεσάνυχτα ξύπνησε γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Ἀνακάθισε στὸ κρεβάτι
κι ἄρχισε νὰ φέρνει στὸ νοῦ του τὶς ἀρετές, τὰ χαρίσματα καὶ τὰ σοφὰ
λόγια τοῦ πατέρα του. Κάποια στιγμὴ πέρασε ἀπ' τὸ μυαλό του ἡ ἀκόλουθη σκέψη: «Ἄραγε ὠφελοῦν τὰ σαρανταλείτουργα τὶς ψυχὲς τῶν
κεκοιμημένων, ἢ τὰ καθιέρωσε ἡ ἐκκλησία γιὰ παρηγοριὰ τῶν ζώντων;»
Τότε ἀκριβῶς τὸν πῆρε ἕνας ἐλαφρὸς ὕπνος, καὶ εἶδε πῶς βρέθηκε σὲ μιὰ πεδιάδα μὲ ὀμορφιὰ ἀπερίγραπτη. «Ἔνιωθε ἀνάξιο τὸν
ἑαυτό του νὰ βρίσκεται σὲ τέτοιον ἱερὸ καὶ παραδεισένιο χῶρο.
Μπροστά του ἁπλωνόταν ἕνα ἀπέραντο καὶ κατάφυτο περιβόλι,
πού μοσχοβολοῦσε μὲ μίαν ἀνέκφραστη εὐωδία.
Αὐτὸς ὁπωσδήποτε θὰ εἶναι ὁ παράδεισος!», μονολόγησε. «Ὦ, τί
μακαριότητα περιμένει ὅσους ζοῦν ἐνάρετα στὴ γῆ!»
Ἐξετάζοντας ἔκπληκτος τά ὑπερκόσμια κάλλη, εἶδε ἕνα λαμπρὸ
ἀνάκτορο μὲ ἔξοχη ἀρχιτεκτονικὴ χάρη, ἐνῶ οἱ τοῖχοι του ἔλαμπαν
ἀπ' τὰ διαμάντια καὶ τὸ χρυσάφι. Ἡ ἀμορφία του ἦταν ἀνέκφραστη.
Πλησιάζει πιὸ κοντά, καὶ τότε -τί χαρά!- βλέπει στὴν πόρτα τοῦ
παλατιοῦ τὸν πατέρα του ὁλοφώτεινο καὶ λαμπροφορεμένο.
Πῶς βρέθηκες ἐδῶ, παιδί μου; τὸν ρωτάει μὲ πραότητα καὶ στοργή.
Οὔτε κι ἐγὼ ξέρω, πατέρα.
Καταλαβαίνω πῶς δὲν εἶμαι ἄξιος γι' αὐτὸν τὸν τόπο. Ἀλλὰ πές
μου, πῶς τὰ περνᾶς ἐδῶ; πῶς ἦρθες;
Τίνος εἶναι αὐτὸ τὸ παλάτι;
Ἡ φιλανθρωπία τοῦ ΣΩΤΗΡΟΣ Χριστοῦ μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς
Παναγίας, πού τῆς εἶχα ἰδιαίτερη εὐλάβεια, μὲ ἀξίωσε νὰ καταταχθῶ
σ' αὐτὸ τὸ μέρος. Ἦταν μάλιστα νὰ μπῶ σήμερα μέσα στὸ παλάτι
ὁ οἰκοδόμος ὅμως, πού τὸ χτίζει, πέρασε μία ταλαιπωρία- ἔβγαλε
ἀπόψε τὸ δόντι του- κι ἔτσι δὲν τέλειωσαν οἱ σαράντα μέρες τῆς
οἰκοδομῆς του. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ θὰ μπῶ αὔριο.
Ὕστερα ἀπ' αὐτὰ ὁ Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος καὶ ἔκπληκτος, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀπορίες.
Πέρασε τὴν ὑπόλοιπη νύχτα ἀναπέμποντας αἴνους καὶ δοξολογίες
στὸ Θεό. τὸ πρωί, μετὰ τὴ θεία λειτουργία, πῆρε πρόσφορα, νάμα
καὶ ἁγνὸ κερὶ καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ ἐξωκκλήσι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων.
Ὁ παπά-Δημήτρης τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαρά:
Τώρα μόλις τελείωσα κι ἐγὼ τὴ θεία λειτουργία. Ἔτσι ὁλοκληρώθηκε τὸ σαρανταλείτουργο. Αὐτὸ τὸ εἶπε γιὰ νὰ Μὴν τὸν λυπήσει.
Ὁ ἐπισκέπτης τότε τοῦ διηγήθηκε τὸ νυχτερινό του δράμα.
Ὅταν ἔφτασε στὸ σημεῖο πού ὁ πατέρας του δὲν μπῆκε στὸ
παλάτι, γιατί ὁ οἰκοδόμος ἔβγαλε τὸ δόντι του, ὁ πάπα-Δημήτρης
ἔνιωσε φρίκη, ἀλλὰ καὶ θαυμασμό.
Ἐγὼ εἶμαι, ἀγαπητέ μου, ὁ οἰκοδόμος πού ἐργάστηκε στὴν οἰκοδομὴ τοῦ παλατιοῦ, εἶπε μὲ χαρά.
Σήμερα δὲν λειτούργησα, γιατί ἔβγαλα τὸ δόντι μου. θὰ λειτουργήσω ὅμως τὴ Δευτέρα, κι ἔτσι θὰ ὁλοκληρώσω τὸ πνευματικὸ
παλάτι τοῦ πατέρα σου.
Θαύματα καὶ ἀποκαλύψεις ἀπὸ τὴ Θεία Λειτουργία
Ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου Ἀττικῆς
5

ἐπίκαιρα

Ἡ σιωπὴ τοῦ Ἰωσὴφ
Πρωτοπρ. Βασίλειος Καλλιακμάνης

α) Ἐὰν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ γλώσσα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος θὰ εἶναι
ἡ σιωπή, τότε ὁ Ἰωσήφ, ὁ Μνήστωρ τῆς Παρθένου, εἶναι τύπος
τοῦ ἀνθρώπου τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Στὰ εὐαγγέλια δὲν διασώζεται
κανένας λόγος του, δὲν ἀναφέρεται καμιὰ συνομιλία του. Περιγράφονται μόνο οἱ σκέψεις του καὶ οἱ ἐνέργειές του. Προσεγγίζει
τὸ μυστήριο τῆς ἄφατης κένωσης τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ
μὲ δέος, περίσκεψη καὶ σιωπή. Κι ὅταν λογισμοὶ ἀμφιβολίας τὸν
κατακλύζουν, κι ὅταν ἡ ταραχὴ τοῦ προξενεῖ ἀνυπόφορο ψυχικὸ
πόνο, τότε μιλάει ὁ οὐρανός.
β) Ἀλλὰ ἄς πάρουμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ὁ Ἰωσὴφ ἐπιλέχθηκε στὸ κατώφλι τοῦ γήρατός του νὰ γίνει προστάτης καὶ φύλαξ
τῆς Παρθένου. Ὅμως στὴ διάρκεια τῆς μνηστείας, Ἐκείνη βρέθηκε
ἔγκυος «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου». Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοῦ προκάλεσε
ἀμφιβολίες καὶ τὴν θεώρησε «κλεψίγαμο». Σύμφωνα μὲ τὸν ποιητὴ
τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου: «Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων λογισμῶν ἀμφιβόλων,
ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη».
γ) Ἡ ταραχὴ αὐτὴ «μεταφράζεται» μὲ γλαφυρὸ καὶ δραματικὸ
τρόπο ἀπὸ ἄλλο ὑμνωδό: «Τάδε λέγει Ἰωσὴφ πρὸς τὴν Παρθένον·
Μαρία, τί τὸ δράμα τοῦτο, ὁ ἐν σοῖ τεθέαμαι; Ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι,
καὶ τὸν νοῦν καταπλήττομαι. Ἀντὶ τιμῆς, αἰσχύνην· ἀντ’ εὐφροσύνης,
τὴν λύπην· ἀντὶ τοῦ ἀπαινεῖσθαι, τὸν ψόγον μοὶ προσήγαγες. Οὐκ
ἔτι φέρω λοιπόν, τὸ ὄνειδος ἀνθρώπων· ὑπὸ γὰρ ἱερέων ἐκ τοῦ ναοῦ
ὡς ἄμεμπτον Κυρίου σὲ παρέλαβον· καὶ τί τὸ ὀρώμενον;».
δ) Ὅμως παρὰ τοὺς λογισμούς, ἐπειδὴ ὁ Ἰωσὴφ ἦταν εὐσεβὴς
καὶ δίκαιος, δὲν θέλησε νὰ διαπομπεύσει τὴ Μαριάμ. Ἀποφάσισε νὰ
διαλύσει τὸν ἀρραβώνα χωρὶς ἐπίσημη διαδικασία. Τότε ἀκριβῶς
ἐμφανίστηκε στὸν ὕπνο του ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ εἶπε: «Ἰωσήφ,
ἀπόγονε τοῦ Δαβίδ, μὴ διστάσεις νὰ πάρεις στὸ σπίτι σου τὴ Μαριάμ, γιατί τὸ παιδὶ ποὺ περιμένει προέρχεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Θὰ γεννήσει γιό, καὶ θὰ τοῦ δώσεις τὸ ὄνομα Ἰησοῦς, γιατί αὐτὸς
θὰ σώσει τὸ λαό του ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του» (Ματθ. 1, 20-21).

Ἡ ἐλεήμων καρδία

Π

όσο συνεργεῖ στήν
προσευχή ἡ ἐλεημοσύνη! Ἄν θέλεις νά προσευχηθεῖς, πρέπει νά γίνεις ἐλεήμων ἄνθρωπος.
Ἐλεήμων μέ ὅλη τήν ἔκταση τῆς λέξεως.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος πεῖ ἕνα καλό λόγο στόν
ἄλλο ἄνθρωπο ἤ προσφέρει κάτι ἤ δώσει μία
ἐλεημοσύνη, τότε αὐτή ἡ κατάσταση κινεῖ
τήν ψυχή του στήν προσευχή. Ὁ ἐλεήμων
ἄνθρωπος εἶναι ἀποδεδειγμένο ὅτι, ὅταν
σταθεῖ εἰς προσευχή, ἡ προσευχή του κινεῖται πρός τόν Θεό, ὁ ὁποῖος τήν δέχεται.
Λέει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ: «ἀσκητής ἀνελεήμων,
δένδρον ἄκαρπον». Ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δέν
ἔχει ἐλεήμονα διάθεση, εἶναι σάν δέντρο
ἄκαρπο. Δηλαδή ὅσες ἀσκήσεις κι ἄν κάνει
κάποιος, προσευχές, νηστεῖες, ἀγρυπνίες,
ἐάν ἡ καρδιά του δέν εἶναι ἐλεήμων καρδία, δέν κινεῖται μέ ἀγάπη πρός τόν ἄλλο
ἄνθρωπο, δέν ἔχει συμπάθεια ὅπως ὁ Θεός
ἔχει συμπάθεια πρός ὅλους, τότε αὐτός ὁ
6

ε) Ὁ Ἰωσὴφ εἶναι μοναδικὸ πρόσωπο, διότι ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ
τῆς καρδιᾶς καὶ ὄχι τὴν αὐστηρότητα τοῦ νόμου. Χαρακτηρίστηκε
δίκαιος, παρότι δὲν ἔμεινε προσκολλημένος στὸν παλαιὸ νόμο, τὸν
ὁποῖο ὑπερέβη συνεργώντας στὸ ἔργο τῆς χάριτος. Ἔγινε διάκονος
τῆς νέας διαθήκης, ὄχι τοῦ γράμματος τοῦ νόμου ἀλλὰ τοῦ Πνεύματος
τοῦ Θεοῦ. «Τὸ γὰρ γράμμα ἀποκτέννει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ» (Β΄
Κορ. 3,7). Ἐξάλλου, ἡ χριστιανικὴ δικαιοσύνη βρίσκεται πέρα καὶ πάνω
ἀπὸ τὰ ὅρια ὁποιασδήποτε προσκόλλησης στὸ γράμμα τοῦ νόμου.
στ) Ὁ εὐαγγελικὸς λόγος εἶναι ζωντανὸς καὶ δραστικός, πιὸ κοφτερὸς κι ἀπὸ κάθε δίκοπο σπαθὶ· εἰσχωρεῖ βαθιὰ καὶ κρίνει τοὺς
διαλογισμοὺς καὶ τὶς προθέσεις τῶν ἀνθρώπων (βλ. Ἑβρ. 4,12). Ἐξίσου
ὅμως σωστικὴ μπορεῖ νὰ ἀποβεῖ καὶ ἡ σιωπή. Ὄχι ἡ ἔνοχη σιωπή,
ἀλλὰ ἐκείνη ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ ἁπλότητα καρδιᾶς, διαύγεια, εὐρυχωρία καὶ ἄνευ ὅρων ὑπακοὴ στὸ θεῖο θέλημα. Στὴν περίπτωση τοῦ
Ἰωσὴφ ἡ σιωπὴ ὑπουργεῖ τὸ θαῦμα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ.
ζ) Σὲ ἐποχὴ πολυλογίας, ἀργολογίας καὶ πληθωρισμοῦ ἀκόμη
καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου, εἶναι σχεδὸν ἀδύνατο νὰ ἐκτιμηθεῖ
ἡ ἀξία τῆς σιωπῆς. Εἶναι ἀκόμη δύσκολο στὴ σύγχρονη ὀρθολογιστικὴ ἐποχὴ νὰ προσεγγίσει κάποιος τὴ θεία Γέννηση ὅπως ὁ
Ἰωσήφ. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ θὰ ὑπερβεῖ τὸ κέλυφος τῆς ἀνθρώπινης
λογικῆς καὶ θὰ λευκάνει τὴν καρδιά του, θὰ γευθεῖ ἔστω καὶ ἀμυδρὰ
τὴν παρουσία τοῦ «πτωχεύσαντος δι’ ἠμᾶς» Λυτρωτῆ, εἴτε «ἔνδον
ἐν τῇ καρδίᾳ», εἴτε στὰ πρόσωπα τῶν ἀγαπητῶν ἀδελφῶν ἀλλὰ
καὶ τῶν «ἄλλων», τῶν ἐλαχίστων.
Πανιερωτάτου Μητροπολίτη Λεμεσοῦ κ. Ἀθανασίου

ἄνθρωπος εἶναι σάν ἕνα δέντρο τό ὁποῖο
δέν ἔχει καρπούς. Ἡ ἐλεημοσύνη ἀπό μόνη
της, λένε οἱ πατέρες, σώζει τόν ἄνθρωπο.
Ὁ ἐλεήμων ἄνθρωπος μοιάζει μέ τόν Θεό.
Ὁ Θεός εἶναι ἐλεήμων. Τί λέμε στή Θεία
Λειτουργία; «ὅτι ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος Θεός ὑπάρχεις». Εἶναι ἐλεήμων ὁ Θεός.
Αὐτός πού εἶναι ἐλεήμων μοιάζει μέ τόν Θεό
καί ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ σ’ αὐτόν
τή χάρη Του.
Πραγματικά ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει αὐτή
τήν ἐλεήμονα διάθεση καί στέκεται ἐνώπιον
τοῦ Θεοῦ μετά παρρησίας καί τρόπον τινά
ὑπερασπίζεται τόν ἀδικούμενο ἄνθρωπο,
κυριολεκτικά αὐτός ὁ ἄνθρωπος μοιάζει
μέ τόν Θεό. Καί τοῦ ἐλεήμονος ἀνθρώπου
ἡ καρδιά εἶναι σάν ἕνα θυσιαστήριο, μία
θυσία ἡ ὁποία προσφέρεται στόν ἐλεήμονα Θεό. Γι’αὐτό οἱ Πατέρες μιλώντας γιά
τήν κρίση, τονίζουν ὅτι δέν εἶπε ὁ Θεός
οὔτε ἄν νηστεύσατε, οὔτε ἄν μείνατε καθαροί, οὔτε τό ἕνα οὔτε τό ἄλλο. Τί εἶπε ὁ

Θεός; Ὅτι ἤμουν πτωχός καί ξένος καί μέ
συνηγάγετε, γυμνός καί μέ ντύσατε, ἀσθενής καί ἐπεσκέψασθέ με καί ὅλα αὐτά τά
πράγματα, γιά νά δείξει ὅτι ὁ καρπός τοῦ
πνευματικοῦ ἀγώνα εἶναι νά ἀποκτήσουμε
ἐλεήμονα καρδία. Ἡ καρδία μας νά γίνει
ὅμοια μέ τήν καρδία τοῦ Θεοῦ. Ἄν αὐτό
δέν γίνει, τότε σημαίνει ὅτι κάτι δέν πάει
καλά. Ἐάν νηστεύεις, ἀγρυπνᾶς, προσεύχεσαι, μελετᾶς, ἀγωνίζεσαι, κάνεις ὅλες τίς
ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί ἡ καρδία σου δέν
εἶναι ἐλεήμων, δέν ἔχει ἐλεημοσύνη πρός
τόν ἄλλο ἄνθρωπο, εἶσαι σκληρός καί δέν
συγκινεῖσαι, σημαίνει ὅτι θέλεις δουλειά.
Σημαίνει ὅτι πρέπει νά τό συνειδητοποιήσεις ὅτι ὑπάρχει κάτι, τό ὁποῖο σκληραίνει
τήν καρδιά σου. Καί πρέπει νά μάθουμε νά
κτυπήσουμε αὐτή τήν καρδιά, νά σπάσει
ἡ καρδιά μας. «Σύντριψόν μου τήν καρδία τήν πεπορωμένη», νά σπάσει ἡ καρδιά
μας, νά γίνει συντετριμμένη καρδιά, ὥστε
νά ἀποκτήσει ἐλεημοσύνη πρός ὅλη τήν

7

7

ἐπίκαιρα

Ἡ προετοιμασία

πὸ τὶς 15 τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου ἄρχισε ὡς γνωστὸν ἡ νηστεία «τοῦ Σαρανταημέρου εἰς τιμὴν τοῦ γενηθησομένου
Χριστοῦ γενομένη καὶ εἰς τὴν τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων
ἐξάλειψιν», ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης
(«Πηδάλιον», σελ. 93).
Γιὰ τὴ νηστεία αὐτή τῶν Χριστουγέννων γράφει τὰ ἑξῆς
καὶ ὁ ἅγιος Συμεών, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, πού ἔζησε
τὸν 15ο αἰώνα καὶ ἀσχολήθηκε ἰδιαιτέρως μὲ τὰ λειτουργικὰ
θέματα: Ἡ νηστεία αὐτη «εἰκονίζει (συμβολίζει, ὑπενθυμίζει)
τὴν νηστείαν τοῦ Μωϋσέως, ὅστις νηστεύσας τεσσαράκοντα
ἡμέρας καὶ νύκτας ἔλαβεν εἰς πλάκας λιθίνας γεγραμμένους
τοὺς λόγους τοῦ Θεοῦ, ἡμεῖς δὲ νηστεύοντες τεσσαράκοντα
ἡμέρας βλέπομεν καὶ λαμβάνομεν τὸν ζῶντα Λόγον (τὸν
Μονογενῆ Υἱόν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ) ἐκ τῆς Παρθένου, ὄχι
γεγραμμένον ἐν λίθοις, ἀλλά σεσαρκωμένον γεννηθέντα,
καὶ ἀξιούμεθα νὰ κοινωνῶμεν τὴν θειοτέραν αὐτοῦ Σάρκα»
(«Ἅπαντα», σελ. 369).
Δὲν παίρνουμε ἄψυχες πλάκες γραμμένες μὲ τὶς δέκα ἐντολες, μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ἁπλῶς, ἀλλά τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ
Λόγο πού ἔλαβε σάρκα ἀπό τὴ Θεοτόκο γιὰ τὴ σωτηρία μας.
Καὶ ἂν τότε χρειαζόταν νηστεία γιὰ μιὰ προετοιμασία, πολὺ
περισσότερο τώρα.
Γιὰ τὴν προετοιμασία αὐτή τοῦ Μωϋσέως καὶ τοῦ λαοῦ μιλάει ἐντυπωσιακά ἡ Ἁγία Γραφὴ στὸ δεύτερο Βιβλίο της, τὴν
«Ἔξοδο», ὅπου, ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα νὰ δώσει ὁ Θεὸς τὶς δέκα
ἐντολές, παρήγγειλε στὸν Μωϋσῆ νὰ προετοιμάσει κατάλληλα
καὶ ὅλο τὸν λαό. Τοῦ εἶπε νὰ τοὺς ἐξαγνίσει, νὰ πλύνουν τὰ
ἐνδύματά τους, νὰ μὴν ἔχουν σχέσεις συζυγικὲς ἐπί τρεῖς ἡμέρες, νὰ εἶναι καθαροὶ ἀπό κάθε ἄποψη καὶ νὰ εἶναι «ἕτοιμοι»,
περιμένοντας εὐλαβικά τὴν ἐμφάνιση καὶ παρουσία τοῦ Θεοῦ
στὸ Σινὰ γιὰ τὴν παράδοση τοῦ Νόμου Του. Ἡ δὲ παρουσία
τοῦ Θεοῦ ἔγινε αἰσθητή μὲ φωτιά, μὲ καπνοὺς καὶ μὲ δυνατὲς
φωνὲς σάλπιγγας, πού προκαλοῦσαν τρόμο. Κινδύνευε δὲ μὲ
ἄμεση θανατικὴ τιμωρία κάθε ἀπρόσεκτος, ἀνευλαβής καὶ
ἀνέτοιμος Ἑβραῖος (βλ.Ἔξοδ. ιθ').

κτίση. Οἱ Ἅγιοι πολλές φορές εἶχαν τέτοια
ἐλεήμονα διάθεση, ὥστε καιγόταν ἡ καρδιά
τους ὑπέρ ὅλης τῆς κτίσεως, ὑπέρ ὅλου τοῦ
κόσμου, ὑπέρ τῶν ἑρπετῶν, τῶν φυτῶν, τῶν
δέντρων, τῶν ἀνθρώπων καί τῶν δαιμόνων
ἀκόμα. Αὐτή εἶναι λοιπόν ἡ ἐλεήμων καρδία, πού χρειάζεται γιά νά μοιάσουμε μέ τόν
Θεό πατέρα μας. Αὐτή ἡ ἐλεήμων καρδία
εἶναι τό στοιχεῖο ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐργάζεται
πνευματικά. Ἔτσι ὅπως εἶπε ὁ Χριστός:
«γίνεσθε οἰκτίρμονες καθώς ὁ πατήρ ἡμῶν ὁ
οὐράνιος οἰκτίρμων ἐστί», νά γίνετε οἰκτίρμονες, ἐλεήμονες, ὅπως ὁ πατέρας σας ὁ
οὐράνιος εἶναι οἰκτίρμων καί ἐλεήμων. Γιά
νά ἀποκτήσουμε ἐλεήμονα καρδία πρέπει
νά ἀγωνιστοῦμε σέ ὅλες τίς ἀρετές. Ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ πρακτική τοῦ νά δώσουμε ἐκ τοῦ
ὑστερήματός μας ἤ ἐκ τοῦ περισσεύματός
μας στόν ἄλλο ἄνθρωπο πού ἔχει ἀνάγκη,
αὐτό εἶναι ἕνα σκαλοπάτι ἀπαραίτητο. Δέν
μπορεῖς, λέει ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος, ὅταν
ἔρθει ὁ ἀδερφός σου καί σοῦ πεῖ πεινῶ, νά

Αὐτά τότε. Τώρα ὁ πολυέλεος καὶ πανοικτίρμων Θεός, βλέποντας τὴ θλιβερὴ κατάπτωση στὴν ὁποῖα καταντησε τὸ πλάσμα
τῶν χειρῶν Του, ἔγινε καὶ ἄνθρωπος γιὰ νὰ ὑψώσει τὸν ἄνθρωπο
καὶ πάλι κοντά Του. Ἔγινε Ἐκεῖνος, ὁ Νομοδότης, «ὑπό νόμον»,
συμμορφώθηκε πρὸς τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, «ἵνα τοὺς ὑπό νόμον
\\ἐξαγοράση, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν», ὅπως ἀκοῦμε στὴν
ἀποστολική περικοπὴ τῶν Χριστουγέννων (Γαλ. δ' 5).
Βέβαια ἡ Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου δὲν ἔχει καμιὰ σχέση
μὲ τὶς τρομερὲς συνθῆκες τῆς παρουσίας τότε τοῦ Θεοῦ στὸ
Σινά, προκειμένου νὰ δώσει τὸν Νόμο Του. Τώρα γεννήθηκε ἁπλά, ταπεινὰ καὶ ἀθόρυβα. Μέσα στὴν ἤρεμη νύχτα οἱ
ἅγιοι ἄγγελοι δοξολογώντας τὸν Θεὸ ἀνεκοίνωσαν στοὺς
ἁπλούς βοσκοὺς τὸ πιὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς ἱστορίας καὶ τὴ
μεγαλύτερη χαρὰ τοῦ κόσμου.
Γι' αὐτό καὶ δὲν ἰσχύουν πλέον οἱ τυπικὲς διατάξεις τοῦ
Μωσαϊκοῦ Νόμου, ἡ παράβαση τῶν ὁποῖων ἐπέσυρε θάνατο. Τώρα ἐπικρατεῖ καὶ κυριαρχεῖ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Τώρα
προέχει ἡ σωτηρία τοῦ ἀπολωλότος προβάτου, τὴν ὁποῖα
εἶχε ὡς ἀποστολή Του στὴ γῆ ὁ Θεάνθρωπος Λυτρωτὴς καὶ
τὴν συνεχίζει στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων ἡ ἁγία Ἐκκλησία
Του. Νὰ σωθοῦμε δηλαδὴ οἱ ἄνθρωποι ἀπό τὴ σκλαβιὰ τοῦ
Διαβόλου. Νὰ γίνουμε καὶ πάλι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ ἀγαπημένα.
Αὐτό εἶναι τὸ βαθύτερο καὶ οὐσιαστικὸ μήνυμα τῆς μεγάλης
ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, πρὸς τὴν ὁποῖα μᾶς κατευθύνει
καὶ γιὰ τὴν ὁποῖα μᾶς προετοιμάζει ἡ νηστεία τοῦ Σαρανταημέρου πού προηγεῖται.
Ἂν θέλουμε λοιπὸν νὰ νιώσουμε τὴ μεγάλη διαφορὰ τῆς
νέας παρουσίας Του στὴ γῆ, πρέπει νὰ κάνουμε πολὺ βαθυτερη προετοιμασία ἀπό ἐκείνη πού ἔκαναν οἱ ἔντρομοι
Ἑβραῖοι τότε. Προετοιμασία ἀγάπης καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς
τὸν Λυτρωτή μας. Μὲ τὴ βαθιὰ μελέτη τῶν γεγονότων τῆς
Γεννήσεώς Του, μὲ τὴν καλὴ ἐξομολόγησή μας, μὲ τὴ θερμὴ
προσευχή μας, μὲ τὴ συνειδητὴ συμμετοχή μας στὴ θεία Εὐχαριστία καὶ μὲ τὴ σταθερή μας ἀπόφαση νὰ ζοῦμε παντοῦ καὶ
πάντοτε ὅπως παραγγέλλει ὁ Θεάνθρωπος Λυτρωτής μας.

τοῦ πεῖς πήγαινε καί εὔχομαι ὁ Θεός νά σέ
θρέψει, δέν γίνεται αὐτό τό πράγμα, πρέπει
νά τοῦ δώσεις κάτι νά φάει.
Δέν μπορεῖ νά μιλᾶς τοῦ ἄλλου περί τῆς
Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί νά μήν τόν ἐλεεῖς.
Ἐντάξει, ἀκούει τά πνευματικά πού λέεις
ἀλλά αὐτός πεινᾶ, διψᾶ, καίγεται, ἔχει πρόβλημα. Ὁ Ἅγιος Σεραπίων πούλησε καί τό
εὐαγγέλιο ἀκόμα καί ἔλεγε ὅτι πουλῶ αὐτό
πού μέ ἔμαθε νά πουλῶ τά πάντα. Τοῦ ἔμεινε ἕνα πράγμα, τό εὐαγγέλιο, καί πῆγε καί
τό πούλησε, διότι αὐτό τό βιβλίο τοῦ ἔμαθε
νά δίνει τά πάντα. Ἐμεῖς δέν ἔχουμε τέτοια
αὐταπάρνηση, ἀλλά ἄς ἔχουμε μικρότερη,
ἄς ἔχουμε λιγότερη κατά τά μέτρα μας. Ἄς
κινηθοῦμε ὅμως ὑπερβαίνοντας τόν ἑαυτό
μας. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, συνεχῶς μιλοῦσε περί τῆς ἐλεημοσύνης καί
ἔλεγε ὅτι αὐτή ἡ ἀρετή καί μόνη της σώζει
τόν ἄνθρωπο. Ἰδιαίτερα ἐμεῖς πού εἴμαστε
στόν κόσμο δέν μποροῦμε νά κάνουμε πολλές ἀσκήσεις, οὔτε μεγάλους κόπους, οὔτε

μεγάλες ἀγρυπνίες ἤ νηστεῖες. Ἔχουμε μία
ἄνεση, δέν ἔχουμε αὐτή τήν αὐστηρότητα
πού ἔπρεπε ἴσως νά εἴχαμε. Τί μᾶς μένει; Ἡ
ἐλεημοσύνη, μόνο αὐτό εἶναι μία θυσία καί
πάλι τί δίνεις; Αὐτά πού σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός
δίνεις. Ἄν θέλει ὁ Θεός νά σοῦ τά πάρει, σέ
δυό λεπτά σοῦ τά παίρνει. Αὐτά πού σοῦ
ἔδωσε ὁ Θεός μέσα ἀπό τήν πρόνοιά Του,
δίνεις κι ἐσύ στόν ἀδελφό σου. Δέν εἶναι
δικά σου, σοῦ τά ἔδωσε ὁ Θεός, οὔτε μαζί
σου θά τά πάρεις, εἶσαι ἕνας διαχειριστής,
δέν μπορεῖ νά τά ἔχεις μαζί σου αἰώνια.
Ὁπότε φρόντισε νά τά κάνεις ἐπενδύσεις
σωστές. Νά ξέρεις ὅτι ὅλα αὐτά τά πράγματα θά τά βρεῖς στήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ
Θεοῦ. Πράγματι, νά ξέρετε ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι αὐτή ἡ ἀρετή πού βοηθᾶ τήν ψυχή
μας, ὅπως λένε οἱ πατέρες, κατευθεῖαν νά
περάσει καί νά εἰσέλθει στή Βασιλεία τοῦ
Θεοῦ. Γιατί; Γιατί κάνουμε τήν καρδιά μας,
τήν ψυχή μας ὅμοια μέ τόν ἐλεήμονα Θεό.
7

ἐπίκαιρα

Ἡ ἀλήθεια
γιὰ τὰ Χριστούγεννα
καὶ ἡ μυθοποίηση
τῶν Χριστουγέννων
Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνὸς

Μ

ὲ τὴν ἐνανθρώπηση καὶ τὴν γέννησή Του ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς πραγματοποιεῖ τὸν
σκοπὸ τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἐμφάνιση τοῦ
Θεανθρώπου στὴν Ἱστορία. Τὴν ἕνωση τοῦ κτιστοῦ
πλάσματος μὲ τὸν Ἄκτιστο Πλάστη. Ὁ σκοπὸς τῆς
ἐνανθρωπήσεως εἶναι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. «Ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα Θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται»
(τροπάριο Χριστουγέννων). «Αὐτὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα
ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν» (Μ. Ἀθανάσιος). «Ἄνθρωπος γὰρ
ἐγένετο ὁ Θεὸς καὶ Θεὸς ὁ ἄνθρωπος» (Ἰω. Χρυσόστομος). Στὴ λογικὴ ἑνὸς ἠθικιστοῦ ὁ ὅρος «θεοποιηθῶμεν»,
ποὺ χρησιμοποιοῦν Πατέρες, ὅπως ὁ Μ. Ἀθανάσιος,
εἶναι σκάνδαλο. Γι’ αὐτὸ μιλοῦν γιὰ «ἠθικὴ θέωση». Διότι
φοβοῦνται νὰ δεχθοῦν ὅτι μὲ τὴ θέωση μεταβάλλεται
«κατὰ χάριν» αὐτὸ ποὺ ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι «κατὰ
φύσιν» (ἄκτιστος, ἄναρχος, ἀθάνατος). Τὰ Χριστούγεννα
εἶναι, γι’αὐτό, ἄμεσα συνδεδεμένα καὶ μὲ τὴ Σταύρωση
καὶ τὴν Ἀνάσταση, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἀνάληψη καὶ τὴν Πεντηκοστή. Ὁ Χριστὸς-Θεάνθρωπος χαράζει τὸν δρόμο,
ποὺ καλεῖται νὰ βαδίσει κάθε σωζόμενος ἄνθρωπος,
ἐνούμενος μαζί Του.
Ὁ Εὐαγγελισμὸς καὶ τὰ Χριστούγεννα ὁδηγοῦν στὴν
Πεντηκοστή, τὸ γεγονὸς τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου
ἐν Χριστῷ, μέσα δηλαδὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἂν τὰ
Χριστούγεννα εἶναι ἡ γέννηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου,
ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς Θεοῦ
κατὰ χάριν. Μὲ τὸ βάπτισμά μας μετέχουμε στὴ σάρκωση, τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ζοῦμε
καὶ μεῖς τὰ «Χριστούγεννά μας», τὴν ἀνάπλασή μας. Οἱ
Ἅγιοι δὲ ποὺ φθάνουν στὴν ἕνωση μὲ τὸν Χριστό, τὴν
θέωση, μετέχουν στὴν Πεντηκοστὴ καὶ φθάνουν ἔτσι
στὴν τελείωση καὶ ὁλοκλήρωση τοῦ ἀναγεννημένου
ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Αὐτὸ σημαίνει ἐκκλησιαστικὰ
πραγμάτωση τοῦ ἀνθρώπου, ἐκπλήρωση δηλαδὴ τοῦ
σκοποῦ τῆς ὑπάρξεώς του.
Ὅσο καὶ ἂν εἶναι κουραστικὸς ὁ θεολογικὸς λόγος, καὶ
μάλιστα στὸν ἀμύητο θεολογικὰ σύγχρονο ἄνθρωπο, δὲν
ἐκφράζει παρὰ τὴν πραγματικότητα τῆς ἐμπειρίας τῶν
Ἁγίων μας. Μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐμπειρία καὶ μόνο μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν ἐκκλησιαστικά, δηλαδὴ Χριστοκεντρικά, τὰ Χριστούγεννα. Ἀντίθετα, ἡ ἀδυναμία τοῦ μὴ
8

ἀναγεννημένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου νὰ νοηματοδοτήσει
τὰ Χριστούγεννα ἔχει ὁδηγήσει σὲ κάποιους γύρω ἀπ’
αὐτὰ μύθους. Οἱ ἄγευστοι τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς,
μὴ μπορώντας νὰ ζήσουν τὰ Χριστούγεννα, μυθολογοῦν
γι’αὐτά, στὰ ὅρια τῆς φαντασίας καὶ μυθοπλασίας, χάνοντας τὸ ἀληθινὸ νόημά τους. Ὅπως μάλιστα θὰ δοῦμε, ὁ
ἀποπροσανατολισμὸς αὐτὸς δὲν συνδέεται πάντοτε μὲ
τὴν ἄρνηση τοῦ μυστηρίου, ἀλλὰ μὲ ἀδυναμία βιώσεώς
του, ποὺ ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν παρερμηνεία του.
Μία πρώτη μυθολογικὴ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα τῶν
Χριστουγέννων δίνεται ἀπὸ τὴν αἵρεση, τὴ στοχαστικὴ
καὶ ἀνέρειστη -ἀνεμπειρικὴ δηλαδὴ- θεολόγηση. Ὁ
δοκητισμός, ἡ φοβερότερη αἵρεση ὅλων τῶν αἰώνων,
δέχθηκε κατὰ φαντασίαν νάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου
(δοκεῖν-φαίνεσθαι). Φαινομενική, δηλαδή, παρουσία
τοῦ Θεοῦ στὴν ἐνδοκοσμικὴ πραγματικότητα. Γιὰ ποιὸ
λόγο θὰ μποροῦσε νὰ ἐρωτήσει κανείς. Οἱ Δοκῆται ἢ
Δοκηταὶ κάθε ἐποχῆς δὲν μποροῦν νὰ ἀνεχθοῦν, στὰ
ὅρια τῆς λογικῆς τους, τὴ σάρκωση καὶ τὴ γέννηση τοῦ
Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου. Μεταβαλλόμενοι σὲ αὐτόκλητους
ὑπερασπιστὲς τοῦ κύρους τοῦ Θεοῦ, ντρέπονται νὰ δεχθοῦν κάτι ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἐπέλεξε γιὰ τὴ σωτηρία
μας. Τὸ δρόμο τῆς μητρότητας. Νὰ γεννηθεῖ δηλαδὴ
ἀπὸ μία Μάνα, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ
τὸ καθαρότερο πλάσμα ὅλης τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας,
τὴν Παναγία Παρθένο.
Ὅλοι αὐτοὶ μποροῦν νὰ καταταχθοῦν στοὺς «ὑπεράγαν» Ὀρθοδόξους (κατὰ τὸν ἄγ. Γρηγόριο τὸν Θεολόγο).
Γιατί ὁ Δοκητισμὸς ὁδήγησε στὸ Μονοφυσιτισμό, στὴν
ἄρνηση τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι οἱ συντηρητικοί, οἱ τυποκράτες, οἱ εὐσκανδάλιστοι. Γι’ αὐτοὺς
ὅλους εἶναι σκάνδαλο ἡ ἀλήθεια, ἡ πραγματικότητα, ἡ
ἱστορικότητα. Ἐνῶ ἄλλοι ἀπορρίπτουν τὴ θεότητα τοῦ
Χριστοῦ, αὐτοὶ ἀρνοῦνται τὴν ἀνθρωπότητά του. Καὶ
ὅμως, ἡ Ὀρθοδοξία ὡς Χριστιανισμὸς στὴν αὐθεντικότητά του, εἶναι ἡ «ἱστορικότερη θρησκεία», κατὰ τὸν
ἀείμνηστο π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ. Ζεῖ στὴν πραγματικότητα τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ
τὶς δέχεται μὲ τὸ ρεαλισμὸ τῆς Θεοτόκου: «Ἰδοὺ ἡ δούλη
Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. α´ 38)!
«Καὶ ὁ Πιλάτος στὸ Σύμβολο» λέγει μία ὡραία σερβικὴ
παροιμία. Διότι ὁ Πιλάτος, ὁ πιὸ ἄβουλος ἀξιωματοῦχος
τῆς ἱστορίας, ὡς ὑπαρκτὸ ἱστορικὸ πρόσωπο, βεβαιώνει
τὴν ἱστορικότητα τοῦ Εὐαγγελίου. Εἰς πεῖσμα ὅμως τῶν
Δοκητῶν ὁ Θεὸς-Λόγος «σὰρξ ἐγένετο -δηλαδὴ ἄνθρωπος- καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν
αὐτοῦ (τὸ ἄκτιστο φῶς τῆς θεότητάς Του)» (Ἰωάνν.
α´ 14). Διότι «ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς
θεότητος σωματικῶς» (Κολ. β´ 9), εἶναι δηλαδὴ τέλειος
Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος.
Ἡ σάρκωση καὶ γέννηση τοῦ Θεανθρώπου εἶναι σκάνδαλο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη σοφία, ποὺ αὐτοκαταργούμενη
καὶ αὐτοαναιρούμενη σπεύδει νὰ χαρακτηρίσει «μωρία» τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ κορυφώνεται στὸν

9

9

ἐπίκαιρα
σταυρικό του θάνατο (Α´ Κορ. α´ 23). Εἶναι δυνατὸν ὁ
Θεὸς νὰ φθάσει σὲ τέτοιο ὅριο κενώσεως, ὥστε νὰ πεθάνει πάνω στὸν σταυρὸ ὡς Θεάνθρωπος; Αὐτὸ εἶναι
τὸ σκάνδαλο γιὰ τοὺς σοφούς τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτοὺς
οἱ «θεοὶ» τοῦ κόσμου τούτου συνήθως θυσιάζουν τοὺς
ἀνθρώπους γι᾽ αὐτούς, δὲν θυσιάζονται αὐτοὶ γιὰ τοὺς
ἀνθρώπους. Πῶς θὰ δεχθοῦν τὸ μυστήριο τῆς Θείας
Ἀνιδιοτέλειας; «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον,
ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν (θυσίασε) …
ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾽ αὐτοῦ» (Ἰωάνν. γ´ 16. 17). Στὰ ὅρια
τῆς «λογικῆς» ἢ «φυσικῆς» θεολογήσεως χάνεται τελικὰ
τὸ θεῖο στοιχεῖο στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ μένει
τὸ ἀνθρώπινο, παρανοημένο καὶ αὐτὸ καὶ παρερμηνευόμενο, διότι δὲν ὑπάρχει ἱστορικὰ ἄνθρωπος-Χριστός,
ἀλλὰ Θεάνθρωπος. Ἡ ἕνωση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου στὸ
πρόσωπο Θεοῦ-Λόγου εἶναι «ἀσύγχυτη» μέν, ἀλλὰ καὶ
«ἀδιαίρετη». Οἱ «λογικὲς» ἑρμηνεῖες τοῦ Προσώπου τοῦ
Χριστοῦ ἀποδεικνύονται παράλογες, διότι ἀδυνατοῦν
νὰ συλλάβουν μὲ τὴ λογικὴ τὸ «ὑπέρλογο».
Ἡ νομικὴ-δικανικὴ συνείδηση ζεῖ καὶ αὐτὴ στὸν
Χριστὸ τὸ σκάνδαλό της. Ἀναζητεῖ σκοπιμότητα κοινωνικὴ στὴ Σάρκωση καὶ καταλήγει καὶ αὐτὴ στὸν μύθο,
ὅταν δὲν αὐτοπαραδίδεται στὸν Θεῖο Λόγο. Οἱ Φράγκοι
κατασκεύασαν, μέσῳ τοῦ διακεκριμένου σχολαστικοῦ
τους Ἀνσέλμου (11ος αἰ.), τὸν μύθο τῆς «ἱκανοποιήσεως
τῆς θείας δικαιοσύνης». Ὁ Θεὸς-Λόγος σαρκοῦται, διὰ
νὰ σταυρωθεῖ-θυσιασθεῖ καὶ δώσει ἔτσι ἱκανοποίηση
στὴν προσβολὴ ποὺ προξένησε στὸν Θεὸ ἡ ἀνθρώπινη
ἁμαρτία! Τὰ κρατοῦντα τότε στὴ φραγκικὴ φεουδαρχικὴ
κοινωνία προβάλλονται (μυθολογικὰ) στὸν Θεό, ποὺ
παίρνει τὴν θέση στὴν φραγκογερμανικὴ φαντασία ἑνὸς
ὑπεραυτοκράτορα.
Ἂς φωνάζει ὁ Ἰωάννης: «οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε
τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν…» (γ´16), ἢ
ὁ Παῦλος: «συνίστησι
δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην
πρὸς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι
ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων
ἡμῶν, Χριστὸς ὑπὲρ
ἡμῶν ἀπέθανεν» (Ρωμ.
ε´ 8). Ὄχι! «Γιὰ νὰ πάρει ἐκδίκηση» καὶ «ζητώντας ἱκανοποίηση»,
θὰ μάθει νὰ φωνάζει ὁ
δυτικὸς (ἢ δυτικοποιημένος) ἄνθρωπος.
Ἔτσι πλάσθηκε ἕνας
«Χριστιανισμὸς» ἄλλου
εἴδους, ποὺ δὲν διαφέρει ἀπὸ μυθοπλασία,
ἀφοῦ προβάλλει στὸν
Θεὸ τὴν φαντασία καὶ

τὶς προλήψεις μας. Ἡ ἐκλογίκευση καὶ ἡ ἐκνομίκευση
τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεανθρώπου εἶναι ὁ μεγαλύτερος
κίνδυνος τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν ἱστορία.
Ἡ θρησκευτικὴ (τυπολατρικὴ) συνείδηση ζεῖ τὸ «σκάνδαλο» τῆς ἐνανθρωπήσεως καταφεύγοντας στὴν θρησκειοποίηση τῆς Πίστεως. Ἐξαντλεῖ τὸ νόημα τῶν Χριστουγέννων στὶς τελετὲς καὶ χάνει τὸν ἀληθινὸ σκοπό
τους, ποὺ εἶναι ἡ «υἱοθεσία» (θέωση). «Ἵνα τὴν υἱοθεσίαν
ἀπολάβωμεν…» (Γαλ. δ´ 5). Εἶναι τὸ σκάνδαλο τοῦ φαρισαϊσμοῦ, ἔστω καὶ ἂν λέγεται Χριστιανισμός.
Εἶναι ὅμως οἱ ἐχθροὶ τοῦ «παιδίου» ποὺ βιώνουν τὸ
σκάνδαλο τῆς ἐξουσίας. Ὁ Ἠρωδισμός! Οἱ κρατοῦντες
ἢ μᾶλλον «δοκοῦντες ἄρχειν…» (νομίζοντες ὅτι κυβερνοῦν) (Μάρκ. ι´ 42), ὅπως ὁ Ἡρώδης, βλέπουν στὸν
νεογέννητο Χριστὸ κάποιον ἀνταγωνιστὴ καὶ κίνδυνο
τῶν συμφερόντων τους. Γι᾽ αὐτὸ «ζητοῦσι τὴν ψυχὴν τοῦ
παιδίου» (Ματθ. β´ 20). Παρερμηνεύουν ἔτσι τὸν ἀληθινὸ χαραχτήρα τῆς βασιλικῆς ἰδιότητας τοῦ Χριστοῦ,
τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος». Ὁ Χριστὸς ὡς Βασιλεὺς
ὅλης τῆς κτίσεως εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Κύριός της,
ὁ δημιουργὸς καὶ σωτήρας της καὶ ὄχι ὡς οἱ Ἡρῶδες
τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ ἀδίστακτοι δολοφονοῦν, γιὰ
νὰ κρατήσουν τὴν ἐξουσία τους.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Ε.Π. 36,516) προσφέρει δυνατότητα ὀρθῆς προσεγγίσεως τῶν Χριστουγέννων, δηλαδὴ ἁγιοπνευματικῆς: «Τοίνυν ἐορτάζομεν μὴ πανηγυρικῶς, ἀλλὰ θεϊκῶς· μὴ κοσμικῶς, ἀλλὰ
ὑπερκοσμίως· μὴ τὰ ἡμέτερα, ἀλλὰ τὰ τοῦ ἡμετέρου
(=ὄχι δηλαδὴ τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ τὸν Χριστὸν ἂς
τιμᾶμε…), μᾶλλον δὲ τὰ τοῦ Δεσπότου· μὴ τὰ τῆς ἀσθενείας, ἀλλὰ τὰ τῆς ἰατρείας· μὴ τὰ τῆς πλάσεως, ἀλλὰ
τὰ τῆς ἀναπλάσεως».

9

10

11

1

Πλούτωνος 21, Πετρούπολη
Τηλ.:210-5016176

Εὐχαριστοῦμε θερμά τούς καθηγητές τοῦ Φροντιστηρίου Μέσης Ἐκπαίδευσης
γιά τήν προσφορά τους στό Ἐνοριακό
Κοινωνικό Φροντιστήριο τοῦ Ἱεροῦ μας Ναοῦ.

(Ἁγίας Τριάδος 4, τηλ.: 210-5060700)
11

Πετρούπολη, 25ης Μαρτίου 91-93,
τηλ.:210 5012266
e mail: petroupoli@tselios.gr
Περιστέρι, Αιμ. Βεάκη 64,
τηλ.:216 7005144
e mail: peristeri@tselios.gr
Ίλιον, Πετρουπόλεως 59,
τηλ.:210 2691145
e mail: ilion@tselios.gr
Νίκος Τσέλιος
Τηλ.: 693 6791661
E mail : nikos@tselios.gr

Λ. Αγ. Ιεροθέου 110
Περιστέρι-Τ.Κ. 12137
Τ.: 210/5056473-5719123
e-mail: info@fraoulino.gr

Υποκατάστημα Καλαμάτας:
Ψαρών 148Α & Λυκούργου, Τ.Κ.24100
Τηλ: 2721 181040, Fax.: 2721 181041, Κιν: 6973280504

Σ. Δεναξάς - Δ. Μπήλιας
Βυζαντινή
Μεταλλοξυλογλυπτική Τέχνη

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΕΙΔΗ
39ο χλμ ΠΑΛΑΙΑΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΔΟΥ
ΜΑΝΔΡΑ ΑΤΤΙΚΗΣ, Τ.Κ. 19 600
Τηλ. 2293022070 -Κιν. 6944 642 861, 6972 888 012
info@denaxas-mpilias.gr