ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΕΛΛΑΣ

Αρχιτέκτων

4ης Ε.Β.Α.

Οι μεγάλες ιπποτικές εκκλησίες της Ρόδου.
Παναγία του Κάστρου, Άγιος Ιωάννης του Κολλάκιου,
Παναγία του Μπούργκου

Η

Ρόδος και τα Δωδεκάνησα γενικότερα απο­
τέλεσαν έναν στρατηγικό κόμβο στην ανα­
τολική Μεσόγειο σε όλη τη διάρκεια της ιστο­
ρίας. Η κατάκτηση τους από τους Ιωαννίτες
Ιππότες των Ιεροσολύμων στις αρχές του 14ου
αιώνα σηματοδότησε μια νέα εποχή. Στην τα­
ραγμένη ύστερη βυζαντινή περίοδο των σταυ­
ροφοριών το λιμάνι της Ρόδου ήταν ένας σημα­
ντικός εμπορικός σταθμός πάνω στο πέρασμα
για τους Αγίους Τόπους, ευνοϊκός για την προ­
σάραξη πλοίων με εμπόρους και προσκυνητές .
Ο έλεγχος των θαλάσσιων δρόμων επιβλήθηκε
με την οργάνωση εμπορικού και στρατιωτικοί)
στόλου, ο οποίος πολλές φορές κατεύφευγε και
σε πειρατικές μεθόδους . Η ιδιότητα των στρατιωτών-μοναχών, που είχαν οι Ιωαννίτες Ιππό­
τες, τούς έδωσε τη δυνατότητα της πλήρους ορ­
γάνωσης του χώρου, στα πλαίσια του φεουδαρ­
χικού συστήματος διοίκησης κατά τους δύο αι­
ώνες κατοχής. Οι άμεσες πολιτικές και οικονο­
μικές σχέσεις με τη δυτική Ευρώπη -όπου δια­
τηρούσαν ιδιόκτητες γαίες- και την παπική εκ­
κλησία ισχυροποιούσαν τη θέση τους. Η οικο­
νομική, ως εκ τούτου, ευημερία τους, σε μια πε­
ρίοδο αναστάτωσης από τον κίνδυνο κατάλη­
ψης από τους Οθωμανούς Τούρκους, είχε ξεχω1

2

ριστά αποτελέσματα. Πρωταρχικό βεβαίως μέ­
λημα είχαν τη στρατιωτική οργάνωση και την
οχύρωση της πρωτεύουσας της Ρόδου και των
σημαντικότερων πόλεων με ισχυρά κάστρα για
την ασφάλεια τους. Σημαντικά ήταν όμως τα
επιτεύγματα και σε άλλους τομείς, ακόμη και
στον κοινωνικό, με τη δημιουργία ιδρυμάτων
περίθαλψης ασθενών και περιηγητών (νοσοκο­
μεία, ξενώνες, καταλύματα, μοναστήρια).
Έτσι, οι Ιωαννίτες Ιππότες ανέπτυξαν, από
τα πρώτα χρόνια που εγκαταστάθηκαν στη
Ρόδο, έντονη οικοδομική δραστηριότητα. Η
διαμόρφωση ενός επαρχιακού υστερογοτθικού
και στη συνέχεια αναγεννησιακού ιδιώματος
στη ροδίτικη αρχιτεκτονική με προφανείς δυτι­
κές επιδράσεις, συνδυάζοντας τα τοπικά υλικά
και τις παραδοσιακές βυζαντινές τεχνικές, εί­
ναι το αποτέλεσμα αυτής της περιόδου με ξε­
χωριστά δείγματα . Ανάλογη εξέλιξη παρατη­
ρείται και στις άλλες τέχνες, όπως άνθηση ενός
τοπικού εκλεκτικού στυλ στη ζωγραφική, πα­
ράλληλα με το δυτικό και το παλαιολόγειο, που
απαντούν στις ροδίτικες εκκλησίες και εικό­
νες .
Κατασκεύασαν μεγάλες εκκλησίες, όπου
λάμβαναν χώρα οι θρησκευτικές αλλά και πολι3

4

τικές δραστηριότητες του Τάγματος, όπως για
παράδειγμα η εκλογή του μεγάλου μαγίστρου.
Η θεμελίωση της σημαντικότερης, του κοινο­
βιακού ναού του αγίου Ιωάννη του Κολλάκιου.
ξεκίνησε πιθανότατα πολύ νωρίς, με την εγκα­
τάσταση τους στη Ρόδο το 1310 . Η πρώτη μέχρι
σήμερα γραπτή πληροφορία είναι της Γενικής
Συνόδου του Τάγματος στις 4 Νοεμβρίου του
1314, που αναφέρεται στην οργάνωση του ιερα­
τείου του καθολικού του μοναστηριού, «l'iglise
monstre et Acre» . Ένα άλλο έγγραφο του πάπα
Ιωάννη XXII της 1ης Μαρτίου 1322 επιβεβαιώ­
νει τη λειτουργία λατινικού καθεδρικού ναού
και αρχιεπισκοπικού μεγάρου και τα ταυτίζει
με την παλιά βυζαντινή μητρόπολη της Πανα­
γίας και την επισκοπή του ορθόδοξου μητροπο­
λίτη στο Κάστρο της Ρόδου . Η κατασκευή τον
μεγαλύτερου καθεδρικού ναού της Παναγίας
στο Μπούργκο της Ρόδου χρονολογείται στο
α' μισό του 14ου αιώνα, πιθανώς μεταξύ του
1310 και του 1346, και αποδίδεται στον μ,μ.
Hélion de Villeneuve .
Η θέση των τριών αυτών μεγάλων εκκλη­
σιών στη μεσαιωνική πόλη της Ρόδου ανταπο­
κρίνεται στη σημασία που είχαν για τη ζωή του
τάγματος. Το καθολικό του Αγίου Ιωάννη βρι­
σκόταν στην καρδιά του μοναστηριακού συ­
γκροτήματος, στο δυτικό οχυρωμένο τμήμα του
Κολλάκιου, δίπλα από το παλάτι του μεγάλου
5

6

7

8

μαγίστρου (Χάρτης μνημείων, αρ. 16). Η βυζα­
ντινή μητρόπολη της Παναγίας του Κάστρου
συνέχισε να λειτουργεί, όπως και παλαιότερα,
ως καθεδρικός ναός των λατίνων στο ανατολι­
κό τμήμα του «φρουρίου» ή Κολλάκιου, κοντά
στο λιμάνι και σε άμεση γειτνίαση με το αρχιε­
πισκοπικό μέγαρο (Χάρτης μνημείων, αρ. 11).
Ο άλλος καθεδρικός ναός της Παναγίας του
Μπούργκου, στο κέντρο της πλατείας της αγο­
ράς («magna et communis platea») εξυπηρετού­
σε την πόλη των αστών (Χάρτης μνημείων, αρ.
47).
Ο χρόνος επεφύλαξε διαφορετική τύχη για
τις τρεις εκκλησίες:
Η χρονολογία κατασκευής της αρχικής εκ­
κλησίας της Παναγίας του Κάστρου δεν έχει
ακόμη πλήρως εξακριβωθεί (πίν. 325α). Τα
ανασκαφικά ευρήματα οδηγούν στη μετάθεση
της αρχικής εκκλησίας στον 11ο αιώνα , έναντι
του 13ου, όπως ήταν παλαιότερα αποδεκτό. Η
μετασκευή της τρίκλιτης σταυροειδούς εγγε­
γραμμένης μετά τρούλου βυζαντινής μητρόπο­
λης σε τρίκλιτη βασιλική με το μεσαίο κλίτο
υπερυψωμένο και στεγασμένο με γοτθικά σταυροθόλια τοποθετείται μεταξύ των ετών 1319
και 1334 (πίν. 325β). Τα οικόσημα του μ.μ.
Hélion de Villeneuve (1319-1346) και του πάπα
Ιωάννη XXII, που πέθανε το 1334, είναι τοπο­
θετημένα στο άνω τμήμα της κόγχης του ιερού
9

10

11

εσωτερικά κατά την αρχική ιπποτική επέμβαση.
Η μετατροπή αυτή οφείλεται σε επισκευή λόγω
πιθανής κατάρρευσης του μεσαίου κλίτους με
τον τρούλο (συνολικού μήκους 27 μ.) κατά το
σεισμό του 1303 . Παπικό έγγραφο του 1322
αναφέρεται στη φτώχεια της αρχιεπισκοπής της
Ρόδου και την ενίσχυσή της από τον πάπα . Για
το λόγο αυτό ίσως τίμησαν τον πάπα, τοποθε­
τώντας το οικόσημό του στην εκκλησία. Αναφέ­
ρεται επίσης συχνά και ο ρόλος της Παναγίας
του Κάστρου ως καθεδρικού ναού το 1345 , το
1347 και το 1453 . Η μετατροπή της βυζαντι­
νής μητρόπολης σε καθεδρικό ναό επιβεβαιώνει
τον κυρίαρχο ρόλο της καθολικής εκκλησίας
και των κατακτητών ιπποτών πάνω στον γηγε­
νή ορθόδοξο πληθυσμό. Το μέγεθος της, ως η
μεγαλύτερη βυζαντινή εκκλησία της Ρόδου, ταί­
ριαζε απόλυτα με τους στόχους της.
Η διατήρηση της λειτουργίας της ως καθε­
δρικού ναού και της αρχιεπισκοπής ως έδρας
12

13

14

15

16

του λατίνου αρχιεπισκόπου «Colosensis» επιβε­
βαιώνεται μέχρι το 1476 τουλάχιστον, χρονιά
μιας μεγάλης πλημμύρας, που έπληξε την πε­
ριοχή. Τότε κατέρρευσε το ανατολικό τείχος
του Κολλάκιου προς το λιμάνι, βόρεια της εκ­
κλησίας, μέχρι την πύλη του Ταρσανά και πιθα­
νώς και το αρχιεπισκοπικό μέγαρο που βρισκό­
ταν στην ίδια κατεύθυνση . Η κατάρρευση αυτή
οδήγησε πιθανώς σε αλλαγές του ρόλου της Πα­
ναγίας του Κάστρου σε σχέση με την Παναγία
του Μπούργκου. Αμφιβολίες για τον επίσημο
καθεδρικό ναό και την έδρα του λατίνου αρχιε­
πισκόπου έχει προκαλέσει το κείμενο του πε­
ριηγητή Jean Thenaud το 1512, που αναφέρει ότι
ήταν στην Παναγία της πλατείας , την οποία ο
Η. Balducci ταυτίζει με την Παναγία του
Μπούργκου . Ως έδρα της λατινικής αρχιεπι­
σκοπής θεωρεί το κοντινό προς την εκκλησία
ιπποτικό μέγαρο, γνωστό ως «Ναυαρχείο» ,
ενώ άλλοι ερευνητές το ταυτίζουν με την κατοι17

18

19

20

κία του έλληνα επισκόπου . Η αναμενόμενη δη­
μοσίευση των ανέκδοτων εγγράφων για τη Ρόδο
και τις νότιες Σποράδες από το αρχείο των Ιωαννιτών Ιπποτών του 1453-1522 από τον κ. Ζα­
χαρία Τσιρπανλή ελπίζουμε να διαφωτίσει
αυτό το θέμα. Η ταύτιση του κατόχου του οικοσήμου, το οποίο βρίσκεται στην είσοδο, την
αυλή και την ξύλινη οροφή του ιπποτικού με­
γάρου, θα βοηθήσει ουσιαστικά .
Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας η Πα­
ναγία του Κάστρου μετατράπηκε σε μουσουλ­
μανικό τέμενος, το Εντουρούμ ή Καντουρί τζα­
μί, που διατηρήθηκε και κατά την ιταλοκρατία
μέχρι το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μετατροπή
αυτή συνοδεύτηκε με την προσθήκη προστώου ή
«ρεβάκ» (με περιμετρική τοξοστοιχία, στεγα­
σμένου με τρεις μικρούς ημισφαιρικούς τρού­
λους) και μιναρέ εξωτερικά (πίν. 326α). Η γνω­
στή κρήνη, που εξυπηρετούσε το τζαμί στην
πλατεία του Μουσείου και κάτω από τον πλά­
τανο, έφερε χρονολογία του 1881 . Στο εσωτε­
ρικό κατασκευάσθηκε «μιχράμπ», προστέθηκε
«ιμπάρ», ενώ διαπλατύνθηκαν και τα τόξα επι­
κοινωνίας με τα πλάγια κλίτη, με στόχο την
ενοποίηση του χώρου για λειτουργικούς σκο­
πούς (πίν. 326β). Ο συνταγματάρχης Rottiers,
όταν επισκέφθηκε το Εντουρούμ τζαμί, λει­
τουργούσε και σχολείο για τα μουσουλμανόπαιδα, δραστηριότητα που πιθανώς να είχαν
21

22

23

24

και άλλα τζαμιά της Ρόδου (πίν. 326γ). Παρα­
τήρησε τότε τη διατήρηση των υαλοστασίων
(vitraux) (πίν. 326δ). Οι παραστάσεις της αγίας
Αικατερίνης και ενός γονατιστού ιππότη στο
ένα παράθυρο και τα οικόσημα ιπποτών και
της ρόδας -έμβλημα της αγίας Αικατερίνηςστο δεύτερο οδήγησαν στην υπόθεση ότι η εκ­
κλησία ήταν αφιερωμένη στην αγία . Τα οικό­
σημα, ωστόσο, των μ.μ. Fluvian (1421-1437),
Lastic (1437-1454) και D'Aubusson (1476-1503)
στο τρίτο μαρτυρούν ίσως εργασίες την εποχή
του τελευταίου και πιθανότατα μετά την πο­
λιορκία του 1480, κατά την οποία ίσως η εκ­
κλησία να υπέστη ζημιές, όπως πολλά μνημεία
στην περιοχή και την οδό Ιπποτών. Η ύπαρξη
στο ίδιο υαλοστάσιο και των οικοσήμων δύο
προγενέστερων μ.μ. δείχνει την απόδοση τιμής
σε αυτούς, ίσως γιατί είχαν συμβάλει σε αντί­
στοιχες επεμβάσεις. Η προέλευση του όρου
«Καντουρί» ως παραφθορά της Αικατερίνης
ενίσχυσε τη θεωρία ότι η παλιά εκκλησία ήταν
αφιερωμένη σε αυτήν. Την άποψη αυτή υιοθέτη­
σαν και ερευνητές, όπως ο Η. Balducci . Στην
εκκλησία επεσήμανε επίσης αρκετές ταφόπλα­
κες, των οποίων οι επιγραφές είχαν ξεθωριάσει
και οι οποίες πρέπει να ανήκαν σε άγγλους ιπ­
πότες .
Το 1940 η ιταλική διοίκηση προχώρησε στην
αποκατάσταση της εκκλησίας, αφαιρώντας
25

26

27

όλες τις προσθήκες που είχαν γίνει κατά την
προηγούμενη περίοδο της τουρκοκρατίας
(πίν. 327α). Στον σεισμό του 1957 υπέστη ζη­
μιές, τις οποίες αποκατέστησε στη συνέχεια η
Αρχαιολογική Υπηρεσία . Τα τελευταία χρόνια
η εκκλησία λειτουργεί ως επισκέψιμο μνημείο
και έχει φιλοξενήσει αρκετές εκθέσεις και εκδη­
λώσεις (διαλέξεις, συναυλίες κλπ.) (πίν. 327β).
28

29

Η κοινοβιακή εκκλησία του αγίου Ιωάννη
των Ιπποτών ατύχησε, όταν το 1856 εξεράγη η
ξεχασμένη πυριτιδαποθήκη στο υπόγειο του
καμπαναριού από κεραυνό (πίν. 328α). Ο ρό­
λος της εκκλησίας, όπως αποδεικνύεται από τις
γραπτές πηγές, είναι συνυφασμένος όχι μόνο με
θρησκευτικές αλλά και πολιτικές δραστηριότη­
τες των ιπποτών. Όλες οι μεγάλες τελετές και
λειτουργίες, οι τακτικές (κάθε πέντε χρόνια)
αλλά και οι έκτακτες Γενικές Σύνοδοι του Τάγ­
ματος, η εκλογή του μεγάλου μαγίστρου και ο
ενταφιασμός των επιφανέστερων ιπποτών (με­
30

31

γάλων μαγίστρων, πριόρηδων, piliers κ.ά.) γί­
νονταν στην εκκλησία. Πασίγνωστα σε όλη τη
χριστιανοσύνη ήταν κατά την ιπποτική περίοδο
(1310-1522) τα ιερά λείψανα και κειμήλια, που
διέθετε για προσκύνημα ο Αγιος Ιωάννης ή εκ­
κλησία του μεγάλου μαγίστρου, όπως συνηθίζε­
ται να αναφέρεται από πολλούς περιηγητές προσκυνητές του μεσαίωνα (πίν. 328β).
Η αναγνώριση του καθολικού του Αγίου Ιω­
άννη ήταν ξεχωριστή και αυτό φαίνεται από τη
θέση του ηγουμένου, που κατείχε και τον τίτλο
του «μεγάλου πριόρη» (τίτλος αντίστοιχος του
πρωτοπρεσβυτέρου της ορθόδοξης εκκλησίας)
και έφερε μίτρα και ποιμαντορική ράβδο, όπως
και των αντίστοιχων σταυροπηγιακών ορθόδο­
ξων μοναστηριών .
Από τα ευρήματα και τις πηγές είναι εμφα­
νές ότι η εκκλησία θα πρέπει να λειτούργησε
αρκετά σύντομα μετά την άφιξη των ιπποτών
στη Ρόδο . Το 1318 αναφέρεται συνάντηση
μέσα στην εκκλησία , εκτός από την οργάνωση
32

33

34

35

του ιερατείου το 1314, που προαναφέρθηκε . Η
ταφόπλακα κάποιας γυναίκας που πέθανε το
1318 , βρέθηκε στο διαβατικό κάτω από το ιερό
του Αγίου Ιωάννη και επιβεβαιώνει ότι ήταν
τότε σε χρήση. Είναι ευνόητο ότι επιθυμούσαν
πολύ σύντομα την κατασκευή του κοινοβιακού
τους ναού για τις ανάγκες του Τάγματος και
αυτό ήταν εφικτό, αν γίνει δεκτό ότι κατασκευ­
άσθηκε αρχικά η ξυλόστεγη δυτική πτέρυγα,
όπως έχουν υποθέσει αρκετοί περιηγητές, που
την είχαν δει πριν την ανατίναξη της το Ι856 .
Μια τέτοια κατασκευή γίνεται αρκετά γρηγορό­
τερα από μια θολοσκεπή εκκλησία με σταυροθόλια.
Η προσθήκη παρεκκλησίων κατά τη διάρ­
κεια της ιπποτοκρατίας αναφέρεται συχνά στις
πηγές, αλλά και αναγνωρίζονται ακόμη και σή­
μερα στον ανεσκαμμένο αρχαιολογικό χώρο
(πίν. 329). Ο Bosio αναφέρει ότι, κατά την
εκλογή του μ.μ. Pierre d'Aubusson το 1476.
υπήρχε παρεκκλήσιο του μ.μ. Hélion de
Villeneuve (1319-1346), όπου προφανώς εντα­
φιάστηκε, και παρεκκλήσιο του Σκευοφυλακείου . Φαίνεται ότι σε αυτό οφείλεται και η αναναφορά ότι ο μ.μ. Villeneuve, εκτός των άλλων
έργων που έκανε (τα κάστρα του Κολλάκιου
και της Βιλλανόβας -σημερινής Κρεμαστής36

37

38

39

στη Ρόδο, της Αντιμάχειας και της Νεραντζιάς
στην Κω), κατασκεύασε την εκκλησία του αγίου
Αντωνίου και το παρεκκλήσιο (capella) στον
κοινοβιακό ναό (del Convento) του αγίου Ιωάν­
νη .
Τον καστελλάνο της Αμπόστας, που έκτισε
παρεκκλήσιο στον ίδιο ναό το 1385 . τον μιμή­
θηκε και ο Domenico d'Allemagna το 1389 με
την κατασκευή ενός άλλου, αφιερωμένου στην
Παναγία και το προικοδότησε, εκτός των άλ­
λων, με δύο ανεμόμυλους στον μόλο των Μύ­
λων, για να συντηρείται από τα εισοδήματα .
Η εκκλησία είχε καμπαναριό, που αναφέρε­
ται για πρώτη φορά το 1436-1437 . Η θέση του
στο ψηλότερο σημείο της μεσαιωνικής πόλης
και το μέγεθος του -αναφέρεται ότι ήταν αρκε­
τά ψηλό- βοηθούσαν στη λειτουργία του και ως
παρατηρητήριο - βίγλα για τις κινήσεις των
πλοίων με επόπτευση των δυτικών και ανατο­
λικών ακτών. Τα οικόσημα των μ.μ. Pierre
d'Aubusson (1476-1503) και του Emery
d'Amboise, με χρονολογία στο τελευταίο 1509",
δηλώνουν επεμβάσεις στο τέλος του 15ου και
τις αρχές του 16ου αιώνα, που προφανώς θα
σχετίζονταν με πιθανή καταστροφή του κατά
την πολιορκία των Τούρκων το 1480 και τον
σεισμό του 1481 (πίν. 330α).
40

41

42

43

Στην ίδια απεικόνιση του Rottiers από βο­
ρειοδυτικά, παρουσιάζεται ξανά το οικόσημο
του μ.μ. Pierre d'Aubusson πάνω στη δυτική
όψη παρεκκλησίου στη βορειοανατολική πτέρυ­
γα της εκκλησίας, που υποδηλώνει ότι το κατα­
σκεύασε ο ίδιος και ίσως εκεί ενταφιάσηκε. Στο
συμμετρικό του προς τα νότια θα πρέπει να
ήταν ενταφιασμένος ο μ.μ. Emery d'Amboise
(1503-1512) . Στο κέντρο περίπου του μεσαίου
κλίτους της εκκλησίας υπήρχε επιδαπέδια ταφική σύνθεση του μ.μ. Fabrizio del Carretto (15131521) από χρωματιστά μάρμαρα, με ανάγλυφη
ταφόπλακα που παρίστανε τον ίδιο και επιγρα­
φή , η οποία δυστυχώς λεηλατήθηκε μετά την
ανατίναξη και δεν σώζεται σήμερα επιτόπου
παρά μόνο ο υπόγειος(;) τάφος (πίν. 330β).
Κατά την ανασκαφή του 1990 βρέθηκε τμήμα
ενεπίγραφης επιτύμβιας πλάκας του μ.μ.
Dieudonné de Gozon (1346-1353) , που σήμερα
βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Ρό­
δου και βρισκόταν πιθανώς στη ίδια εκκλησία.
Στον χώρο της εκκλησίας εξάλλου ήταν εντα­
φιασμένοι και άλλοι μεγάλοι μάγιστροι, όπως ο
Hélion de Villeneuve (1319-1346), ο Roger de
Pins (1355-1365), ο Philibert de Na illa c (13961421), ο Giova nni Ba ttista degli Orsini (14671476) και ο Guy de Bla nchefort (1512-1513) .
45

46

47

48

Στο μουσείο Cluny στο Παρίσι εκτίθενται
εξάλλου οι λάρνακες ή επιτύμβιες πλάκες των
μ.μ. Dieudonné de Gozon (1353), Pierre de
Corneillan (1355), Robert de Juilla c (1376),
Jacques de Milly (1461) και του Jean Baptiste des
Ursines (ή Giovanni Baptista degli Orsini)
(1476), που προέρχονται πιθανώς από την εκ­
κλησία του αγίου Ιωάννη .
Σε πρόσφατη ανασκαφική διερεύνηση, που
έγινε στο νότιο κτίριο του δυτικού άκρου της
οδού Ιπποτών, αποκαλύφθηκε το βόρειο τμήμα
θεμελίωσης κτίσματος που βρισκόταν στην
ανατολική προέκταση της κόγχης του ιερού του
κοινοβιακού ναού. Η κατασκευή μοιάζει με
τμήμα πεντάπλευρης κόγχης ιερού με αντηρίδες, που παραπέμπει σε ανάλογες κόγχες γοτθι­
κών ναών της Ρόδου, όπως της Παναγίας του
Μπούργκου. Είναι πιθανό να αποτελούσε, σε
συνδυασμό με ένα χώρο δυτικά από αυτήν και
κάτω από την κόγχη του ιερού της εκκλησίας
του αγίου Ιωάννη, παρεκκλήσιο, όμως η ύπαρ­
ξη νεότερης ιδιωτικής κατοικίας στη θέση του
ιερού της εκκλησίας εμποδίζει δυστυχώς την
περεταίρω ανασκαφική έρευνα .
Κτίσματα που είχαν άμεση σχέση με τον κοι­
νοβιακό ναό ήταν και η «canonica», η έδρα του
πριοράτου, η κατοικία δηλαδή του μεγάλου
49

50

πριόρη του Αγίου Ιωάννη. Αυτή βρισκόταν σε
όροφο πάνω από την καμαροσκέπαστη στοά
(lonium), που συνέδεε την εκκλησία με το παλά­
τι του μεγάλου μαγίστρου και τη βιβλιοθήκη
του Τάγματος (libreria), που υποθέτουμε ότι
ήταν το γωνιακό κτίριο της οδού Ιπποτών, στο
οποίο ήδη αναφερθήκαμε. Τα κτίρια της βιβλιο­
θήκης και της στοάς υπήρχαν το 1437, όταν δό­
θηκε η άδεια από το μ.μ. Antoni de Fluvian στον
πριόρη του Αγίου Ιωάννη Jean Morel και αργό­
τερα αρχιεπίσκοπο Ρόδου (Colossensis) να επι­
σκευάσει τα δύο δωμάτια που παραχωρήθηκαν
για να τα μετατρέψει σε πριοράτο .
Η μικρογραφία του Caoursin, που απεικονί­
ζει τον σεισμό του 1481, κατά τη διάρκεια κά­
ποιας λειτουργίας στην εκκλησία του αγίου Ιω­
άννη, δείχνει ότι δεν είχε πάθει σοβαρές ζημιές
από την πρόσφατη πολιορκία του 1480, όπως
τα περισσότερα κτίρια της περιοχής (πίν.
331α). Φαίνεται επίσης πιθανό να μην κατα­
στράφηκε ούτε κατά τη β' πολιορκία των Τούρ­
κων το 1522, αφού λειτούργησε αμέσως μετά
την κατάκτηση ως το μεγάλο τζαμί της Ρόδου.
Είναι επίσης πιθανό το καμπαναριό, εκτός από
τις ζημιές που είχε υποστεί στην πρώτη πολιορ­
κία, όπως ήδη αναφέρθηκε, να υπέστη σοβαρές
φθορές και κατά τη β' πολιορκία, καθώς λεί­
πουν από τις απεικονίσεις του 19ου αιώνα οι
επάνω όροφοι και έχει κατασκευασθεί εκεί ο μι­
ναρές του τζαμιού. Αλλωστε, η στρατηγική ση­
μασία, η θέση και η προβολή του από παντού το
καθιστούσαν πρώτο στόχο των αντιπάλων
51

52

(πίν. 331β).
Όταν στο τέλος του 1522 οι ιππότες αναχώ­
ρησαν από τη Ρόδο μετά τη β' πολιορκία και
σύμφωνα με τη συνθηκολόγηση της παράδοσης
της πόλης στους Τούρκους, πήραν μαζί τους
όλα τα ιερά λείψανα και κειμήλια, και φυσικά
πρωτίστως του Αγίου Ιωάννη .
Το μέγεθος και η θέση του ναού ήταν ιδιαί­
τερα προβεβλημένη και εξυπηρετούσε άμεσα
τους στόχους των Τούρκων, οι οποίοι τον μετέ­
τρεψαν σε «μεγάλο τζαμί» της πόλης. Πρόσθε­
σαν για τον σκοπό αυτό ένα μεγάλο «μιχράμπ»,
που καταλάμβανε όλο το πλάτος στο ανατολι­
κό άκρο του μεσαίου κλίτους διαγωνίως, σύμ­
φωνα με την κατεύθυνση της Μέκκας, ίχνη της
βάσης του οποίου διατηρούνται στον ανασκα­
φικό χώρο (πίν. 329). Οι μουσουλμάνοι σεβά­
στηκαν γενικά το μνημείο και διατήρησαν ό,τι
υπήρχε σε αυτό, παρά τους βανδαλισμούς που
έκαναν οι γενίτσαροι, όταν κατέλαβαν τη Ρόδο
και εισήλθαν στο καθολικό, στους τάφους των
μ.μ. D'Aubusson και D'Amboise . Με τη μετα­
τροπή του σε τζαμί έπαψε να αποτελεί προσκύ­
νημα των χριστιανών, που απαγορευόταν να ει­
σέλθουν, όπως συνέβη εξάλλου και με όλες τις
εκκλησίες της μεσαιωνικής πόλης που μετατρά­
πηκαν σε τζαμιά. Η μοίρα ήταν σκληρή και
έπειτα από δύο αιώνες που λειτουργούσε ως
κοινοβιακός ναός και τρεισήμισυ περίπου αιώ­
νες που λειτουργούσε ως τζαμί, το μνημείο εξα­
φανίσθηκε άδοξα. Η υπόθεση του Rottiers, όταν
το επισκέφθηκε στις αρχές του 19ου ακονα, ότι
53

54

ίσως να ήταν ο τελευταίος χριστιανός που είχε
εισέλθει σε αυτό, φαίνεται να επαληθεύθηκε .
Λίγα χρόνια μετά, το 1856, ανατινάχθηκε και οι
μόνες απεικονίσεις που έχουμε από το εσωτερι­
κό του και τις διακοσμήσεις, είναι αυτές που
περιέχονται στον κατάλογο του . Οι πληροφο­
ρίες για την έκρηξη στην πυριτιδαποθήκη του
καμπαναριού από κεραυνό και οι περιγραφές
για τη μεγάλη καταστροφή του μνημείου και
της συνοικίας, εκτός από το θανατικό που
έσπειρε , πλαισιώνονται από απεικονίσεις που
δείχνουν παραστατικά το μέγεθος της κατα­
στροφής .
Τα ερείπια θα πρέπει να λεηλατήθηκαν συ­
στηματικά, όπως φάνηκε από την ανασκαφή
αλλά και από τα ευρήματα που υπάρχουν στα
μουσεία του Cluny και της Ρόδου και τα τεμά­
χια σε δεύτερη χρήση (spolia), που χρησιμοποι­
ήθηκαν στα γύρω μνημεία .
Πάνω στα συντρίμια η τούρκικη διοίκηση
έκτισε λίγα χρόνια αργότερα το 1876, ένα νεο­
κλασικό σχολείο, αρχιτεκτονικό κόσμημα της
πόλης της Ρόδου, που κινδυνεύει σήμερα να κα­
ταρρεύσει και έχει άμεση ανάγκη αναστηλωτι­
55

56

57

58

59

κών επεμβάσεων. Η διαμόρφωση της αυλής και
του περιβάλλοντος χώρου του φαίνεται ότι
ολοκληρώθηκε το 1885 .
Κατά τη διάρκεια των ανασκαφικών διερευ­
νήσεων από την ιταλική διοίκηση με τον Pietro
Lojacono μεταξύ των ετών 1932-1934, ήρθαν
στο φως αρκετά στοιχεία, που τον οδήγησαν
στη γραφική αναπαράσταση του μνημείου .
Μια νεροποντή τον Νοέμβριο του 1989 προξέ­
νησε την κατάρρευση μεγάλου τμήματος του
ανατολικού μανδρότοιχου του σχολείου και
έτσι ξεκίνησε μια συστηματική ανασκαφή, που
έφερε στο φως ό,τι απέμεινε από την εκκλησία
του αγίου Ιωάννη, τα γύρω από αυτήν κτίσμα­
τα και τμήμα της νότιας οχύρωσης του βυζαντι­
νού κάστρου (και μετέπειτα Κολλάκιου) (πίν.
332α).
Η διαμόρφωση του κοινοβιακού ναού του
αγίου Ιωάννη και της ευρύτερης περιοχής μετα­
ξύ του παλατιού του μεγάλου μαγίστρου και
του τζαμιού του Σουλεϊμάν, καθώς και η απο­
κατάσταση του νεοκλασικού σχολείου, με έντα­
ξη νέας χρήσης, συμβατής με τον χαρακτήρα
του χώρου, θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην
60

61

62

ανάδειξη του (πίν. 332β).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ένταξης στη
σύγχρονη ζωή της πόλης αποτελεί η πρόσφατη
διαμόρφωση των ερειπίων της εκκλησίας της
Παναγίας του Μπούργκου ως κοινόχρηστος
χώρος ειδικών πολιτιστικών εκδηλώσεων,
ελεύθερος στο κοινό (πίν. 333α, 333β).
Η πρώτη γραπτή αναφορά που σχετίζεται με
την Παναγία του Μπούργκου συναντάται στον
Bosio, όταν, με την ευκαιρία του θανάτου του
μ.μ. Hélion de Villeneuve το 1346, κάνει μνεία
των σημαντικότερων έργων του με πρώτη την
«ωραιότατη» (bellissima) εκκλησία στην πόλη ή
το μπούργκο της Ρόδου (nella città) και όχι στο
κάστρο της, αφιερωμένη στην Παναγία (della
gloriosa Vergine Maria) .
To πιο «χειροπιαστό» στοιχείο για τη χρο­
νολόγηση του μνημείου είνα τα υπολείμματα
τοιχογραφίας, που είχαν δει ο Rottiers στις
αρχές του 19ου αιώνα και οι Gabriel και
Balducci στις αρχές του 20ού και σήμερα ελά­
χιστα, διακρίνονται στη νοτιοδυτική γωνία του
63

64

65

66

(πίν. 334α). Η τοιχογραφία περιείχε οικόσημα
των πρώτων μ.μ. της Ρόδου Villaret (13091319), Villeneuve (1319-1346), Gozon (13461353) και Corneillan (1353-1355) και οδηγεί
στην υπόθεση ότι ο ναός κατασκευάσθηκε το α'
μισό του 14ου αιώνα. Το μέγεθος του επιβάλλει
μια μεγάλη χρονική διάρκεια στην κατασκευή
του, γεγονός σύνηθες σε όλους τους γοτθικούς
καθεδρικούς ναούς, ενώ απαιτεί και μεγάλες
δαπάνες, που δικαιολογούν καθυστερήσεις για
την εξεύρεση των χρημάτων. Στην ίδια χρονο­
λόγηση καταλήγει και ο Balducci, μετά και την
ανάλυση με συγκριτική μέθοδο του τρόπου δό­
μησης και της γλυπτικής διακόσμησης του μνη­
μείου .
Η εκκλησία της Παναγίας του Μπούργκου
φαίνεται ότι αποτελούσε μέρος ενός μεγαλύτε­
ρου ιδρύματος, με κτήματα, σπίτια και νοσοκο­
μείο, όπου υπηρετούσαν οι αδελφοί του Τάγμα­
τος, όπως μας πληροφορούν δύο έγγραφα, του
1346 και του 1349 . Σε μεταγενέστερο έγγρα­
φο του 1437 αναφέρεται ένας «μεγάλος κήπος
67

68

69

της πλατείας» (megalo quippo platea) και σπί­
τια (διώροφα και μονώροφα) της δικαιοδοσίας
της εκκλησίας της Παναγίας στο μπούργκο της
Ρόδου, που επιβεβαιώνουν το γεγονός
Πράγματι, μέχρι σήμερα διατηρείται στα νό­
τια και σε επαφή με την εκκλησία ένας ελεύθε­
ρος χώρος, που χρησιμεύει ως δημοτικό πάρκο,
γνωστό ως «πάρκο Αλχαδέφ», χώρος που δεν
έχει κτιστεί ποτέ, σύμφωνα με δοκιμαστικές
ανασκαφικές διερευνήσεις. Ίσως ο ίδιος χώρος
αποτελεί και τον μεσαιωνικό «μεγάλο κήπο της
πλατείας» (πίν. 334β).
Επίσημα ως εκκλησία της Παναγίας του
Μπούργκου αναφέρεται συχνά το 1363 , το
1382 , το 1432 , το 1435 , το 1453 το 1512
και το 1522 . Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιά­
ζουν οι επωνυμίες της εκκλησίας της Παναγίας
στο Μπούργκο με διαφορετικά επίθετα, όπως
Παναγία του Ελέους (Beata Maria Misericordia
Burgi Rodi) , ενώ προβλήματα δημιουργούν
στην ταύτιση τους με τα σημερινά μνημεία της
70

71

72

73

74

78

79

75

76

77

πόλης οι πληροφορίες για εκκλησία της «Πανα­
γίας της Μητρόπολης» στο μπούργκο της Ρό­
δου ή Beata Maria de Metropoli, για την ορθό­
δοξη μητρόπολη δηλαδή.
Η προσθήκη έξι αλλεπάλληλων ταφικών πι­
θανώς παρεκκλησίων προς τα νότια και η έντα­
ξη επτά τάφων με ταφικές κόγχες στο βόρειο
και μιας κόγχης στον δυτικό τοίχο της εκκλη­
σίας της Παναγίας του Μπούργκου δείχνει την
έντονη παρουσία του μνημείου στη ζωή της πό­
λης της Ρόδου (πίν. 335). Η εύρεση μέσα σε
τάφο, στο δεύτερο από δυτικά παρεκκλήσιο, δί­
πλα στη νότια είσοδο της εκκλησίας, ενός οικοσήμου της οικογένειας του μ.μ. Pierre de
Corneillan (1353-1355) και τμήματος επιγραφής
με χρονολογία, που ανάγεται στο 1377, μέσα σε
τάφο του βόρειου τοίχου, δείχνουν ότι οι επεμ­
βάσεις αυτές άρχισαν ήδη από τον 14ο αιώνα.
Η επιτύμβια πλάκα εξάλλου του γιου του Ιωάν­
νη, βαρόνου της Μόρφου (διαστ. 0,67x1,58 μ.),
που βρέθηκε στον χώρο της εκκλησίας κατά την

ιταλοκρατία και εκτίθεται σήμερα στο Αρχαιο­
λογικό Μουσείο, στο ιπποτικό νοσοκομείο της
Ρόδου, έχει χρονολογία 1365-1368 και προέρχε­
ται πιθανότατα από κάλυμμα αρκοσολίου δί­
πλα στη βόρεια είσοδο. Σε ομαδικό τάφο, στο
νοτιότερο κεντρικό παρεκκλήσιο, βρέθηκε θη­
σαυρός με νομίσματα, εκ των οποίων τα πιο
πρόσφατα ανήκουν στην περίοδο των μ.μ.
Fabrizio del Carretto (1513-1521) και των σουλ­
τάνων Βαγιαζήτ και Σελήμ (1480-1520). Ο τρό­
πος της βιαστικής ομαδικής ταφής σαράντα πε­
ρίπου ατόμων και η ένδειξη ότι οι σκελετοί
ανήκουν σε νεαρά άτομα, οδηγούν στην ερμη­
νεία ότι οφείλεται σε αιφνίδιο θάνατο σε τα­
ραγμένη περίοδο και θα μπορούσε να αποδοθεί
στην πολιορκία της πόλης από τους Τούρκους
το 1522 . Αναφέρεται εξάλλου ότι στο παρεκ­
κλήσιο του αγίου Βερναρδίνου στην Παναγία
του Μπούργκου Δεν είναι εύκολο να προσδιο­
ρισθεί ακριβώς το παρεκκλήσιο του αγίου Βερ­
ναρδίνου, όπου ενταφιάσθηκε ο μεγάλος commandeur Fra Gabriel de Pommerol κατά τη διάρ­
κεια της πολιορκίας του 1522 .
Πολλές πληροφορίες αντλούμε από τις μι­
κρογραφίες του Caoursin του 1483, όπου η Πα­
ναγία του Μπούργκου εμφανίζεται επανειλημ­
μένα, και ιδιαίτερα σε εκείνη που ο μ.μ. Pierre
d'Aubusson συζητά με τους ιππότες στην
Οβριακή, μπροστά από την εκκλησία (πίν.
336α). Στις τρεις κόγχες του ιερού γίνονται
αντίστοιχα τρεις λειτουργίες συγχρόνως με άλ­
λες δύο στα δύο παράλληλα προς τα νότια πα­
ρεκκλήσια της εκκλησίας. Η βορεινή πύλη μεγε­
θύνεται, προκειμένου ο ζωγράφος να παρου­
σιάσει τα γεγονότα μέσα στην εκκλησία και τις
προσευχές των πιστών για την αίσια έκβαση της
πολιορκίας. Η πύλη αυτή είναι μεταγενέστερη
επέμβαση σε σχέση με την κατασκευή της εκκλη­
σίας και η ανατολική παραστάδα της στηρίζε81

82

ται πάνω σε προγενέστερο τάφο που κατήργη­
σε, στο τρίτο από δυτικά σταυροθόλιο, όπως
φάνηκε κατά τις πρόσφατες εργασίες. Η διά­
νοιξη της συνδυάζεται με τις αλλαγές στην πο­
λεοδομική οργάνωση της περιοχής κατά τον
14ο και 15ο αιώνα και τη μετατόπιση του άξο­
να της πλατείας οδού της αγοράς μπροστά από
τη βόρεια όψη της εκκλησίας και όχι κατά μή­
κος το παραλιακού τείχους . Στην περιοχή βό­
ρεια της εκκλησίας βρέθηκαν τάφοι που δηλώ­
νουν τη χρήση του χώρου προγενέστερα ως νε­
κροταφείου. Η μετατόπιση αυτή συνδυάστηκε
με την οικοδόμηση νέων κτιρίων και οικοδομι­
κών τετραγώνων μεταξύ της εκκλησίας και του
παραλιακού τείχους, όπως το ιπποτικό «Ναυ­
αρχείο» επί μ.μ. D'Aubusson (1476-1503) λίγα
μέτρα δυτικότερα και η οικία Giovanni Manelli
ακριβώς απέναντι .
Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας φαίνε­
ται ότι η εκκλησία δεν χρησιμοποιήθηκε, όπως
όλες οι άλλες, ως μουσουλμανικό τέμενος. Η
γκραβούρα του Rottiers παρουσιάζει το μνη­
μείο σε ερειπιώδη κατάσταση στις αρχές του
19ου αιώνα και αποδίδεται λανθασμένα στον
Αγιο Μάρκο (πίν. 336β). Αβίαστα, επομένως,
οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ίσως καταστράφηκε
κατά την πολιορκία του 1522.
Ωστόσο, όταν ο Η. Balducci μελετούσε το
μνημείο στις αρχές του 20ού αιώνα, ο εσωτερικός χώρος είχε πληρωθεί από έξι κατοικίες
(πίν. 337α). Η ιταλική διοίκηση, με στόχο την
ανάδειξη των μεσαιωνικών δυτικών μνημείων
της Ρόδου, απαλλοτρίωσε αυτές τις ιδιοκτησίες
και καθαίρεσε τα νεότερα κτίσματα. Προχώρη­
σε στη συνέχεια στη μερική αποκατάσταση της
ανατολικής πτέρυγας εσωτερικά και στη στερέ­
ωση των ερειπίων (πίν. 337β). Δυστυχώς, όμως,
δεν ολοκληρώθηκαν οι εργασίες και δεν αποκα­
ταστάθηκαν οι εξωτερικές όψεις, ιδιαίτερα η
83

84

85

86

δυτική κυρία όψη και η ανατολική, που έχουν
καλυφθεί από νεότερα κτίσματα της τουρκο­
κρατίας.
Το ρυθμιστικό σχέδιο (piano regolatore) της
μεσαιωνικής πόλης, που συντάχθηκε το 1936,
προέβλεπε τη διάνοιξη περιφερειακής εσωτερι­
κής οδού και μεγάλων δρόμων, τη δημιουργία
πάρκων και πλατειών για την εξυπηρέτηση των
αυτοκινήτων και τη «βελτίωση» των συνθηκών
διαβίωσης των κατοίκων . Ως εκ τούτου, η
προτεινόμενη διάνοιξη νέας πύλης στη νοτιοα­
νατολική οχύρωση προς το λιμάνι της Ακαντιάς και δρόμου, που θα έφτανε, διασχίζοντας
το πάρκο Αλχαδέφ (τον «μεγάλο κήπο της πλα­
τείας»), μέχρι την εκκλησία της Παναγίας του
Μπούργκου, υλοποιήθηκε αμέσως. Η ελληνική
διοίκηση, στη συνέχεια, θεώρησε ιδανική τη διέ­
λευση του ίδιου δρόμου εγκάρσια μέσα από την
εκκλησία, στο κατεστραμμένο μεσαίο τμήμα
της, και τη διάνοιξη νέας πύλης, της Παναγιάς,
στο παραλιακό τείχος το 1955, επί δημαρχίας
Φωτάρα και με την έγκριση της Αρχαιολογικής
Υπηρεσίας (πίν. 338α).
Ολοκληρώθηκε έτσι η διακοπή στα δύο της
μεσαιωνικής πόλης στην περιοχή της Οβριακής
συνοικίας. Η Παναγία του Μπούργκου έμεινε
έκτοτε γνωστή με το όνομα «κομμένη εκκλη­
σιά», ενώ ο κόσμος δύσκολα αναγνώριζε ότι
επρόκειτο για δύο τμήματα της ίδιας εκκλησίας
εκατέρωθεν της οδού Αλχαδέφ. Η ελάφρυνση
της κυκλοφορίας του λιμανιού μέσω της οδού
Αλχαδέφ θεωρήθηκε τότε σημαντικότερη από
την καταστροφή της εκκλησίας και τη διάσπαση
της λειτουργίας της συνοικίας του αγίου Πα­
ντελεήμονα. Δυστυχώς όμως το γεγονός δεν
87

απέτρεψε τη διαπλάτυνση του παραλιακού δρό­
μου και την καταστροφή της μεσαιωνικής δια­
μόρφωσης του προτειχίσματος της παραλίας
για τις κυκλοφοριακές ανάγκες της σύγχρονης
πόλης.
Τα τελευταία δεκαπέντε χρονιά υπήρξαν
επίμονες προσπάθειες από την Αρχαιολογική
Υπηρεσία για την αποκατάσταση και την ενο­
ποίηση της εκκλησίας. Στα πλαίσια των κυκλο­
φοριακών ρυθμίσεων από το 1989 έως το 1994,
είχε προταθεί επανειλημμένα η απαγόρευση της
κυκλοφορίας στο συγκεκριμένο τμήμα της οδού
Αλχαδέφ, αλλά είχε βρει σθεναρή αντίσταση
από τις άλλες τοπικές υπηρεσίες. Όταν ξεκίνη­
σε το έργο της κατασκευής των υπογείων δι­
κτύων και αποκατάστασης των οδοστρωμάτων
στη μεσαιωνική πόλη το 1994, το όνειρο της κα­
τάργησης της διέλευσης των αυτοκινήτων από
την Παναγία του Μπούργκου έγινε πραγματι­
κότητα (πίν. 338β). Η προβλεπόμενη ανασκαφή,
προκειμένου να περάσουν τα υπόγεια δίκτυα,
έκλεισε την κυκλοφορία των αυτοκινήτων δια­
μέσου της εκκλησίας. Η ολοκλήρωση σε τρία
περίπου χρόνια της ανασκαφής και της διαμόρ­
φωσης της εκκλησίας, με την ενοποίηση των
δύο τμημάτων της, την ελεύθερη επίσκεψη, τη
διέλευση των πεζών και τη διοργάνωση ειδικών
μουσικών εκδηλώσεων, καθώς και η θετική
αποδοχή του έργου ακόμα και από τους πολέ­
μιους καταστηματάρχες, ανέτρεψαν το αρνητι­
κό κλίμα και έδωσαν έναν ευχάριστο επίλογο .
Μένουν ακόμη αρκετές εργασίες για την απο­
κατάσταση του μνημείου, οι οποίες ήδη εκτε­
λούνται, και αναμένεται σε λίγα χρόνια να ανα­
δειχθεί ακόμη περισσότερο.
88

Αντιπροσωπευτικότερη και των τριών παραδειγμάτων γοτθικής αρχιτεκτονικής στη
Ρόδο είναι η εκκλησία της Παναγίας του
Μπούργκου. Ο αρχικός της τύπος ήταν τρίκλιτη βασιλική με δύο τοξοστοιχίες από τέσσερις
κολώνες και οξυκόρυφα τόξα και γενικές δια­
στάσεις 27x36 μ. (πίν. 339α). Το ιερό αποτελεί­
ται από τρεις πεντάπλευρες κόγχες. Όλη η εκ­
κλησία ήταν στεγασμένη από γοτθικά σταυροθόλια με διαγώνιες νευρώσεις σύνθετης διατο­
μής (κυκλικής με μικρή προεξοχή στο μέσον),
ευρύτατα διαδεδομένες και στη Ρόδο. Οι πεντά­
πλευρες κόγχες του ιερού είναι στεγασμένες με
θόλους, που διαθέτουν ακτινωτές νευρώσεις
ανάλογης διατομής. Οι νευρώσεις του ιερού και
της ανατολικής και δυτικής πλευράς εσωτερικά
καταλήγουν σε κιονίσκους κυκλικής διατομής,
προσαρτημένους στους τοίχους με επίκρανα.
Οι νευρώσεις, ωστόσο, της βόρειας και νότιας
πλευράς εφέροντο με φουρούσια αντεστραμμέ­
νου ημιοκτάπλευρου κώνου στο ύψος των κιο­
νόκρανων και όχι με κιονίσκους . Δύο-τρία
φουρούσια βρέθηκαν στον χώρο της εκκλησίας,
ενώ ένα άλλο επισημάνθηκε στη θέση του, στον
νότιο τοίχο, αλλά είναι κομμένο. Οι κίονες εί­
χαν μεγάλη διάμετρο (1,30 μ.) και κιονόκρανα
σύνθετης κοιλόκυρτης διατομής και έφεραν τα
τόξα και τις διαγώνιες νευρώσεις. Ένας διασώθηκε στη θέση του, ενώ βρέθηκε μεγάλος αριθ­
μός αρχιτεκτονικών μελών από τους δόμους
και τα κιονόκρανα άλλων στον ίδιο χώρο. Στην
ανασκαφή βρέθηκαν τα ίχνη ενός ακόμη κίονα
και τα θεμέλια δύο άλλων. Οι μεταγενέστερες
επεμβάσεις φαίνεται να εξαφάνισαν τα ίχνη
των άλλων τεσσάρων. Δυστυχώς δεν σώζεται
ούτε ένα σταυροθόλιο του κυρίως ναού, παρά
μόνο ελάχιστα τμήματα στην ανατολική και δυ­
τική πλευρά.
Εξωτερικά η εκκλησία, στη βόρεια και νότια
πλευρά, καθώς και στις κόγχες του ιερού, έφερε
απλές ορθογώνιες αντηρίδες. Μερικές διατη­
ρούνται στη θέση τους, ενώ τα θεμέλια των υπο89

λοιπών αποκαλύφθηκαν κατά την ανασκαφή.
Το πάχος της λιθοδομής είναι περίπου 0,90 μ.
και στη βάση μεγαλύτερο κατά 0.10 μ. στη βό­
ρεια, νότια και ανατολική πλευρά, σχηματίζο­
ντας εξωτερικά μια προεξοχή σε ύψος 1 μ. πε­
ρίπου από το δάπεδο.
Το μεσαίο κλίτος ήταν ψηλότερο και έφερε
έναν φεγγίτη κυκλικό στο δυτικό μέτωπο του
σταυροθολίου), ίχνη του οποίου διατηρούνται,
και πιθανώς οξυκόρυφους στη βόρεια και τη
νότια πλευρά, πάνω από το δώμα των πλάγιων
κλιτών, όπως δείχνουν οι μικρογραφίες του
Caoursin. Δεν υπάρχουν ενδείξεις για ξύλινη
στέγη πάνω από τα σταυροθόλια, όπως γίνεται
στους γοτθικούς καθεδρικούς ναούς· αντίθετα,
τα σωζόμενα ίχνη δείχνουν ότι οι απολήξεις
των όψεων εξωτερικά προς τα άνω ακολουθού­
σαν τη γραμμή των οξυκόρυφων τυμπάνων των
σταυροθολίων και όχι τριγωνικά αετώματα,
σύμφωνα με τον Balducci . Τα πλάγια κλίτη
έφεραν λεπτά και υψηλά οξυκόρυφα παράθυρα
στη βόρεια και τη νότια πλευρά και έναν ρομβοειδή φεγγίτη στο τύμπανο του σταυροθολίου
στη δυτική όψη. Από τρία αντίστοιχα παράθυ­
ρα έφεραν και οι κόγχες του ιερού. Το δάπεδο
της εκκλησίας ήταν στρωμένο πιθανώς με μαρμαρόπλακες λάρτιου λίθου, όπως δείχνουν τα
κατώφλια της βόρειας και της δυτικής εισόδου.
Το δάπεδο του ιερού ήταν υπερυψωμένο κατά
4-5 σκαλοπάτια . Στην τελική της μορφή η εκ­
κλησία είχε τρεις πύλες. Εκτός της βόρειας ορ­
θογώνιας, η κεντρική οξυκόρυφη πύλη, πλά­
τους 2,50 μ., καταλαμβάνει το μέσον της δυτι­
κής όψης. που σήμερα είναι φραγμένη από γει­
τονική ιδιοκτησία. Μία δεύτερη οξυκόρυφη
θύρα αντιστοιχεί στο δεύτερο από δυτικά σταυ­
ροθόλιο του νότιου κλίτους και επικοινωνεί με
το πάρκο Αλχαδέφ, τον «μεγάλο κήπο της πλα­
τείας».
90

91

Η ένταξη των επτά ταφικών κογχών στο
πλάτος του βόρειου τοίχου έγινε μετά την κα­
τασκευή της εκκλησίας, όπως φαίνεται από τον

τρόπο κατασκευής τους. Η επίστεψη τους θα
πρέπει να ήταν οξυκόρυφα τόξα, σύμφωνα με
το ίχνος της δεύτερης από τα δυτικά κόγχης,
που διατηρείται. Το ίδιο εξάλλου συμβαίνει και
στην εκκλησία της Παναγίας του Κάστρου.
Σημαντική αλλαγή στην τυπολογία αλλά και
στην εξωτερική εμφάνιση επέφερε η προσθήκη
των νότιων παρεκκλησίων (πίν. 339β). Η χρήση
τους θα πρέπει να ήταν ταφική, παράλληλα με
τη λειτουργία τους ως παρεκκλήσια, όπως συ­
νηθίζεται σε καθεδρικούς ναούς. Προστέθηκαν
συνολικά έξι παρεκκλήσια. Το τρίτο και το τέ­
ταρτο από ανατολικά και σε άμεση επαφή με
τον νότιο τοίχο της εκκλησίας, μπορούν να
αναχθούν περίπου στο β' μισό του Μου αιώνα,
με βάση το οικόσημο της οικογένειας
Corneillan. Νοτιότερα προστέθηκε ένα ακόμη,
σύμφωνα με οικοδομικές παρατηρήσεις, το
οποίο, όπως φαίνεται από τη μικρογραφία του
Caoursin, προϋπήρχε του 1480 (πίν. 336α). Τα
υπόλοιπα θα πρέπει να ανήκουν στην περίοδο
1480-1522. Για την ενοποίηση τους με την κυ­
ρίως εκκλησία διανοίχθηκαν μεγάλα οξυκόρυ­
φα τόξα, εκτός του νοτιοανατολικού και του
νοτιοδυτικού παρεκκλησίου, που είναι ημικυ­
κλικά.
Τα αρχιτεκτονικά μέλη που βρέθηκαν κατά
την ανασκαφή και στον περιβάλλοντα χώρο και
τα διατηρημένα παρεκκλήσια τεκμηριώνουν ότι
ήταν στεγασμένα από σταυροθόλια με διαγώ­
νιες νευρώσεις. Οι νευρώσεις αυτές κατέληγαν
σε φουρούσια. Τα τρία φουρούσια που βρέθη­
καν στο χώρο, έχουν σφαιρική απόληξη προς
τα κάτω με ίχνη ανάγλυφων οικοσήμων και θα.
πρέπει να ανήκαν στο μεσαίο και νοτιότερο πα­
ρεκκλήσιο.
Η εμφανής δυτική προέλευση της γοτθικής
αρχιτεκτονικής της εκκλησίας, αν και απλου­
στευμένη, δηλώνει τους χορηγούς της, που θα
πρέπει να ήταν ιππότες ή φράγκοι αστοί, καθώς
και τη χρήση της ως ναού των καθολικών.
Υπάρχουν ωστόσο στοιχεία που παραπέμπουν

και στη βυζαντινή αρχιτεκτονική, όπως οι τρεις
κόγχες του ιερού. Αυτή η τυπολογική συνύπαρ­
ξη είχε προηγηθεί στα Ιεροσόλυμα και την Κύ­
προ. Ανάλογος, σε κάτοψη τουλάχιστον, είναι ο
ναός του αγίου Νικολάου στην Αμμόχωστο,
του 13ου αιώνα, της εποχής του Lousignan . Εί­
ναι πολύ πιθανό Κύπριοι τεχνίτες να εργάστη­
καν στη Ρόδο και το αντίστροφο, καθώς, εκτός
από τις πολιτικές, οι οικονομικές και εμπορι­
κές σχέσεις των δύο νησιών ήταν έντονες. Η
ιστορία του Τάγματος των Ιπποτών του αγίου
Ιωάννη των Ιεροσολύμων, εξάλλου, ερμηνεύει
το γεγονός αυτό. Μετά τους Αγίους Τόπους, το
Τάγμα παρέμεινε για λίγα χρόνια στην Κύπρο,
πριν εγκατασταθεί οριστικά στα Δωδεκάνησα,
ενώ, κατά την περίοδο της διαμονής των ιππο­
τών στη Ρόδο, διατηρούσαν «κομενταρία» στο
Κολόσσι. Έτσι, τα δυτικά πρότυπα που εφαρ­
μόσθηκαν στη Ρόδο τον 14ο αιώνα, είχαν «φιλ­
τραριστεί» από τις επιδράσεις της αρχιτεκτονι­
κής των Αγίων Τόπων και της Κύπρου. Η δια­
μόρφωση, στη συνέχεια, μιας τοπικής αρχιτε­
κτονικής έκφρασης, με κύρια υστερογοτθικά
και τοπικά χαρακτηριστικά, καθιερώνεται τον
15ο αιώνα .
Ανάλογη εκκλησία θα πρέπει να ήταν η αρ­
χική φάση της εκκλησίας των αγίων Αποστό­
λων στο παλιό Συσσίτιο, από την οποία δυστυ­
χώς το μόνο που διατηρείται όρθιο είναι μια
κολώνα, ενταγμένη σε μεταγενέστερο εκκλησά­
κι της περιόδου 1480-1522 . Μικρότερη τυπο­
λογική συγγένεια παρουσιάζει με τις μονόχώρες βασιλικές, στεγασμένες με σταυροθόλια,
όπως η Παναγία της Φιλερήμου, η Παναγία της
Νίκης, οι Αγιοι Θεόδωροι και η δεύτερη φάση
της εκκλησίας των αγίων Αποστόλων .
92

93

94

95

Στον κοινοβιακό ναό του αγίου Ιωάννη χρη­
σιμοποιήθηκε αρχικά ο τύπος της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής για την κυρίως εκκλησία,
με εγκάρσιο κλίτος και ορθογώνιας κάτοψης
ιερό, στεγασμένα με γοτθικά σταυροθόλια με

διαγώνιες νευρώσεις (πίν. 329). Τα κλίτη του
κυρίως ναού διαχωρίζονται από δύο τοξοστοιχίες με τέσσερις κυλινδρικές κολώνες. Το με­
σαίο κλίτος ήταν υπερυψωμένο και φωτιζόταν
από τη βόρεια και τη νότια πλευρά με οξυκόρυ­
φους φεγγίτες πάνω από τη στέγη των πλάγιων
κλιτών και από κυκλικούς στα μέτωπα της ανα­
τολικής και δυτικής πλευράς (πίν. 330α). Η
δίρριχτη στέγη του κεντρικού κλίτους διαμορ­
φωνόταν εσωτερικά με ημικυλινδρική ξύλινη
οροφή (πίν. 328β). Τα πλάγια κλίτη ήταν στεγα­
σμένα με μονόρριχτη στέγη, καλυμμένη με κε­
ραμίδια.
Το εγκάρσιο κλίτος και το ιερό θα πρέπει να
ανήκαν και αυτά στην αρχική φάση, όπως δεί­
χνει ο τρόπος δόμησης και σύνδεσης τους με
τον κυρίως ναό. Αποτελούνταν από τρία σταυ­
ροθόλια, που αντιστοιχούσαν στα κλίτη, και
ένα τέταρτο στο ιερό. Εφέροντο από την εξωτε­
ρική τοιχοποιία και από σύνθετους πεσσούς με
κιονίσκους, που αντιστοιχούσαν στα οξυκόρυ­
φα τόξα επικοινωνίας και τις διαγώνιες νευρώ­
σεις. Το μεσαίο σταυροθόλιο ήταν πιο ψηλό
από τα άλλα και χαμηλότερο από τη στέγη του
μεσαίου κλίτους και του κυκλικού φεγγίτη.
Το ιερό και το εγκάρσιο κλίτος φαίνεται ότι
φωτίζονταν με μεγάλα οξυκόρυφα παράθυρα,
αντίστοιχα με τον υπόλοιπο ναό.
Κάτω από την κόγχη του ιερού διερχόταν σε
χαμηλότερο επίπεδο -λόγω της διαμόρφωσης
του εδάφους- στοά επικοινωνίας της νότιας πε­
ριοχής της εκκλησίας με τη βόρεια, καθώς και
με το παλάτι του μεγάλου μαγίστρου μέσω της
«λόντζιας» (ανοικτής στοάς με σταυροθόλια
στο άνω άκρο της οδού Ιπποτών) (πίν. 340α).
Από την ίδια στοά και κάτω από την κόγχη του
ιερού είχε πιθανώς πρόσβαση παρεκκλήσιο ή
κρύπτη, τμήμα, της βάσης του οποίου αποκαλύ­
φθηκε κατά τη διάρκεια της πρόσφατης ανα­
σκαφής.
Κάτω από το εγκάρσιο κλίτος διατηρούνται
τα ερείπια τριών ημιυπόγειων χωρών, αντί-

στοίχων με τα τρία σταυροθόλια του ορόφου,
που στεγάζονταν με θόλους και κατά πάσα πι­
θανότητα χρησίμευαν ως αποθήκες ή υπόγειες
κρύπτες (πίν. 332α, 332β).
Κατά τη διάρκεια της ιπποτοκρατίας η εκ­
κλησία δέχθηκε πολλές προσθήκες, όπως γίνε­
ται φανερό από τις πηγές, τις γκραβούρες και
τα ευρήματα, είναι όμως αρκετά δύσκολο να
αναπαρασταθούν με ακρίβεια και να γίνει από­
λυτα σαφής η τελική μορφή του μνημειακού συ­
γκροτήματος και ο αριθμός των παρεκκλησίων.
Ο P. Lojacono το 1935 προσπάθησε -μετά
από ενδεικτικές αρχαιολογικές τομές και μελέ­
τη των πηγών- να αναπαραστήσει το συγκρότη­
μα γραφικά (πίν. 340β). Υπέθεσε τότε ότι προ­
στέθηκαν οκτώ χώροι στο επίπεδο της εκκλη­
σίας και γύρω από το εγκάρσιο κλίτος και το
ιερό . Σύμφωνα με τις πρόσφατες αποκαλύψεις
από την ανασκαφή και τις έρευνες των πηγών,
μπορούμε να κάνουμε μια καινούρια υπόθεση
για τις προσθήκες και την πιθανή χρήση τους.
Έτσι το πλάτος της κάτοψης της τετράπλευρης
κόγχης του ιερού δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτε­
ρο από το μεσαίο κλίτος, ενώ το νότιο παρεκ­
κλήσιο του Villeneuve, σύμφωνα με τον Ρ.
Lojacono, στο ύψος του εγκάρσιου κλίτους,
ήταν μεγαλύτερων διαστάσεων και φαίνεται ότι
μετέτρεψε τον τρόπο επικοινωνίας και κάλυψε
το νότιο δρομάκι πλάι από την εκκλησία, που
ήταν στρωμένο με πωρόπετρες (πίν. 329). Θα
πρέπει επίσης να υποθέσουμε, σύμφωνα με τα
στοιχεία που βρήκε ο P. Lojacono, ότι δεν πρέ­
πει να υπήρχε κτίσμα στη θέση του βορειότερου»
προσκτίσματος του «θησαυροφυλακείου»
(tesoro della chiesa), αλλά να ήταν άκτιστο, ενώ
στη θέση του αμέσως νοτιότερου παρεκκλησίου
(capella della Sagrestia) ήταν η κατοικία του
πριόρη ή «canonica» στα μέσα του 15ου αιώνα,
όπως έχει προαναφερθεί. Μπορούμε λοιπόν να
δεχθούμε τις υποθέσεις του Lojacono για τη
χρήση μερικών παρεκκλησίων, όπως για παρά­
δειγμα του Villeneuve, της Sagrestia, του
96

D'Aubusson και του D'Amboise, και να χωροθετήσουμε την «canonica» στη θέση της capella
della Segrestia. Οι θέσεις των άλλων παρεκκλη­
σίων -που γνωρίζουμε ότι προστέθηκαν στον
Άγιο Ιωάννη- της Παναγίας που έκτισε ο
Allemagna και του καστελλάνου της Αμπόστας,
δεν είναι εύκολο να ταυτιστούν, πιθανώς όμως
ένα από αυτά να είναι εκείνο τμήμα του οποίου
βρέθηκε κάτω από το ιερό, κάτι που δηλώνει ότι
ίσως υπήρξε επέμβαση σε αυτό.
Σχετικά με το καμπαναριό δεν μπορούμε να
έχουμε σαφή μορφή, καθότι οι μικρογραφίες
του Caoursin του 1483 είναι πολύ σχηματικές,
ενώ στις γκραβούρες του 19ου αιώνα λείπει το
άνω τμήμα, που πιθανώς είχε καταρρεύσει
κατά την πολιορκία του 1522. Μια ιδέα των δύο
χαμηλότερων ορόφων μάς δίνει ο Rottiers
(πίν. 330α). Αποτελούνταν από έναν τετράγωνο
πύργο με βάση και οριζόντια γείσα. Ο όροφος
ήταν ενισχυμένος στις γωνίες με ορθογωνικές
παραστάδες και, εκτός από τα οικόσμημα των
μ.μ. D'Aubusson και D'Amboise, είχε παράθυ­
ρα οξυκόρυφα και έναν ορθογώνιο φεγγίτη στη
βόρεια όψη. Η πρόσβαση γινόταν από μία βό­
ρεια οξυκόρυφη είσοδο στο ύψος του ισογείου
και μία ορθογώνια ανατολική στο ύψος του
ορόφου, όπου ανέβαινε κανείς με σκάλα από τη
νότια όψη της εκκλησίας, ίσως της περιόδου
της τουρκοκρατίας .
Ο τύπος της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλι­
κής με εγκάρσιο κλίτος και τετράπλευρη κόγχη,
στεγασμένα από σταυροθόλια με νευρώσεις,
του καθολικού του Αγίου Ιωάννη δείχνει μια
σαφή επιρροή των αντιλήψεων του Τάγματος
των κινστερκιανών μοναχών ειδικά, αλλά και
γενικότερα στη ροδίτικη ιπποτική εκκλησιαστι­
κή αρχιτεκτονική (πίν. 329). Οι ιππότες, φορείς
αναμφισβήτητα αυτής της επιρροής, έφεραν
97

98

προφανώς δυτικούς μαστόρους στη Ρόδο για
την υλοποίηση αυτής της αρχιτεκτονικής.
Στη Δύση η τυπολογία αυτή εφαρμοζόταν
κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία και λιγότερο
στην κεντρική και τη νότια Ευρώπη . Δείγματα
αυτής της αρχιτεκτονικής εμφανίζονται στην
κεντρική Ελλάδα ήδη από τον 13ο αιώνα, όπως
στην Αγία Σοφία Ανδραβίδας, στο φράγκικο
πριγκιπάτο της Αχαΐας και στην Αγία Παρα­
σκευή της βενετοκρατούμενης Χαλκίδας. Ανά­
λογα παραδείγματα με θολοσκεπείς βασιλικές
παρουσιάζονται στη μονή Ζάρακα κοντά στην
αρχαία Στυμφαλία και στον Άγιο Λέο έξω από
τη Μεθώνη . Στην Κρήτη, και συγκεκριμένα
στο Ηράκλειο κατά τον 13ο αιώνα, την εποχή
της ενετοκρατίας, έχουμε τις μεγάλες ξυλόστεγες βασιλικές του αγίου Φραγκίσκου, του Σωτήρος και του αγίου Πέτρου του μάρτυρος, που
ανήκε στο Τάγμα των Δομινικανών . Παρό­
μοιο παράδειγμα στο Ρέθυμνο του 14ου αιώνα
είναι και το καθολικό των φραγκισκανών μο­
ναχών, με ξυλόστεγη βασιλική, τετράπλευρο
ιερό και εγκάρσιο κλίτος, κάτοψης σε σχήμα Τ.
Το εγκάρσιο κλίτος, που σήμερα είναι γκρεμι­
σμένο, ήταν πιθανώς στεγασμένο με γοτθικά
σταυροθόλια, όπως ίσως και το ιερό, που απο­
τελεί ιδιόκτητο κατάστημα. Η προσθήκη γωνια­
κών παρεκκλησίων εκατέρωθεν του ιερού ανά­
γεται για το μεν βόρειο, που είναι γοτθικό, στον
14ο αιώνα, και για το νότιο, που καλύπτεται με
αναγεννησιακό τρούλο, στον 16ο αιώνα .
Στην κοντινή για τα Δωδεκάνησα Κύπρο, το
πιο ενδιαφέρον παράδειγμα είναι το καθολικό
του μοναστηριού της Πελλαπαϊδος του 13ου
αιώνα, αποτελούμενο από τρία κλίτη και τε­
τράπλευρο ιερό, στεγασμένα με σταυροθόλια ,
και ένα ανάλογο παράδειγμα στο Der Sim'am
στη Συρία .
99

100

101

102

103

104

Ειδικότερα η ξύλινη στέγη του μεσαίου κλί­
τους, που έχει τη μορφή ανεστραμμένης καρί­
νας πλοίου (πίν. 328β), παρουσιάζει κοινά
στοιχεία με αντίστοιχες στον καθεδρικό ναό
της Aquileja και τον San Zeno της Βερόνα ,
αλλά και γενικότερα της κεντρικής Ευρώπης,
όπως στις εκκλησίες Notre-Dame-du-Grann στο
Spézet και της Sainte Brigitte στο Montreff,
στην περιοχή Finistére της Γαλλίας .
Ο σημερινός τύπος της Παναγίας του Κά­
στρου δεν είναι, όπως αναφέρθηκε, καθαρά βυ­
ζαντινός ή γοτθικός αλλά συνδυασμός και των
δύο (πίν. 341 α). Έχει διατηρήσει αρκετά τυπο­
λογικά χαρακτηριστικά της τρίκλιτης σταυρο­
ειδούς εγγεγραμμένης εκκλησίας, τουλάχιστον
σε κάτοψη, και τον εγκάρσιο θόλο (πίν. 325β).
χωρίς όμως τον ημικυλινδρικό θόλο του μεσαί­
ου κλίτους, τον τρούλο και την τεταρτοσφαιρική κάλυψη της κεντρικής κόγχης του ιερού. Στη
θέση του κατασκευάσθηκαν τρία γοτθικά σταυ­
ροθόλια υπερυψωμένα (ως προς τον εγκάρσιο
θόλο), που αντιστοιχούν στη δυτική κεραία του
σταυρού, στη θέση του παλαιότερου τρούλου
και στην ανατολική κεραία μαζί με την κόγχη
του ιερού (πίν. 341 β). Έτσι η ημικυκλική εσωτε­
ρικά και τρίπλευρη εξωτερικά κάτοψη της κόγ­
χης του ιερού (πίν. 341 α) μετατράπηκε ψηλότε­
ρα σε γοτθική πεντάπλευρη, χρησιμοποιώντας
τις τρεις πλευρές της και τις δυο της ανατολι­
κής κεραίας του σταυρού, σχηματίζοντας έναν
θόλο με ακτινωτές νευρώσεις και θολίσκους
(πίν. 342). Οι νευρώσεις έχουν διατομή απλή,
ορθογώνια, με απότμηση στις γωνίες. Οι τοίχοι
των σταυροθολίων είναι λεπτότεροι και δημι­
ουργούν αντηρίδες στο άνω τμήμα της λιθοδομής, που εντάσσονται στο πάχος της βυζαντι­
νής. Είναι προφανές ότι η μετατροπή της βυζα­
105

106

ντινής μητρόπολης αποσκοπούσε, εκτός από
την επισκευή της, στο να προβάλλει το γοτθικό
ύψος στην αρχιτεκτονική του νέου καθεδρικού
ναού.
Παρότι διασώζονται ελάχιστα στοιχεία του
τρούλου, όπως τα μαρμάρινα φουρούσια πάνω
από τους τέσσερις γωνιακούς πεσσούς, που
έφεραν τα τέσσερα τόξα και τα γωνιακά σφαι­
ρικά τρίγωνα, εντούτοις ο Ορλάνδος αποτόλ­
μησε τη γραφική του αποκατάσταση (πίν.
325α).
Οι χαμηλότεροι δόμοι των λιθοδομών της
εκκλησίας διαφέρουν ως προς το μέγεθος από
τους ψηλότερους της βυζαντινής εκκλησίας και
οι βάσεις δύο παραστάδων στην εξωτερική πα­
ρειά της βόρειας κεραίας του σταυρού και των
παλαιότερων ημικυκλικών εσωτερικά και τρίπλευρων εξωτερικά κογχών στο ιερό οδηγούν
στην υπόθεση ύπαρξης προγενέστερου ναού
(πίν. 325β, 341α, 341 β). Οι βάσεις των παρα­
στάδων μπορούν να οδηγήσουν στη γραφική
αναπαράσταση της όψης της βόρειας κεραίας
με τοξωτό πλαίσιο και τριγωνική στέγαση ανά­
λογη με άλλα μεσοβυζαντινά μνημεία της Ελλά­
δας . Αντίστοιχη λογικά θα πρέπει να ήταν και
η νότια κεραία, αν και δεν διατηρούνται κάποια
στοιχεία. Πιθανώς να καταργήθηκαν στην επό­
μενη φάση. Οι μέχρι σήμερα ωστόσο ανασκαφι­
κές διερευνήσεις δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη
παλαιότερης παλαιοχριστιανικής βασιλικής ,
ενώ τα στοιχεία που βρέθηκαν κατά τις εργα­
σίες διέλευσης των υπογείων δικτύων δείχνουν
την πιθανή ύπαρξη δυτικού προνάου ή νάρθη­
κα (πίν. 341α). Παράλληλα, τα ευρήματα της
εκκλησίας και της υπόγειας κρύπτης του 11ου
αιώνα συνηγορούν στην ίδια υπόθεση και τη
διάκριση των δύο φάσεων στη βυζαντινή μη107

108

109

110

111

112

τρόπολη, πριν τη μετασκευή της από τους ιπ­
πότες στο α' μισό του 14ου αιώνα. Για την αρ­
χική κάτοψη δεν είναι γνωστά περισσότερα
στοιχεία από την κάτοψη της σε πολύ χαμηλό
επίπεδο και πιθανώς να είναι ανάλογης τυπο­
λογίας με τη δεύτερη. Είναι εύλογη, ως εκ τού­
του, η υπόθεση ότι η πρώτη μπορεί να ανήκει
στον 11ο αιώνα και η δεύτερη μεταξύ του 11ου
και των αρχών του 14ου αιώνα.
Στη Ρόδο υπάρχουν δύο ακόμη βυζαντινά
μνημεία του ίδιου τύπου, ο Αγιος Ιωάννης στο
κάστρο της Λίνδου, ίσως του 13ου αιώνα , και
το Ντεμιρλί τζαμί στη μεσαιωνική πόλη της Ρό­
δου, του 14ου αιώνα . Και οι δύο αυτές εκκλη­
σίες είναι πιθανώς μεταγενέστερες της Πανα­
γίας του Κάστρου και προφανώς επηρεάσθη­
καν από αυτή. Κοινά στοιχείο, και των τριών εί­
ναι η πεσσοστοιχία το μεσαίου κλίτους, αντί
του τύπου του τετρακιόνιου σταυροειδούς εγ­
γεγραμμένου ναού, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε
ευρύτατα σε όλο το Βυζάντιο και μοναδικό πα­
ράδειγμα του, του 10ου αιώνα, βρίσκεται σε
ερείπια ανασκαφής του λόφου της Φιλερήμου
της Ρόδου . Η αύξηση του μήκους της μητρό­
πολης της Ρόδου επιτεύχθηκε, για προφανείς
λειτουργικούς λόγους, με ένα επιπλέον ζεύγος
πεσσών στη δυτική κεραία. Το ίδιο μιμήθηκαν
και οι δύο άλλες μεταγενέστερες εκκλησίες.
Η σύγκριση του τελικού, όπως διαμορφώθη­
κε τύπου, με τη γοτθική προσθήκη, της Πανα­
γίας του Κάστρου με άλλα μνημεία είναι αδύ­
νατη. Το υπερυψωμένο κεντρικό κλίτος με τα
γοτθικά σταυροθόλια έχει οπωσδήποτε δυτικές
επιδράσεις και συγγενεύει με αρκετά μνημεία
της Συρίας, της Κύπρου και της Κρήτης . Η
απλούστευση χαρακτηρίζει και αυτή την επέμ­
βαση, που δικαιολογείται ως επαρχιακή πόλη,
αλλά και γενικά το κινστερκιανό πνεύμα των
ιπποτικών μνημείων της Ρόδου.
Η Παναγία του Κάστρου αποτελεί το πα113

114

115

116

λαιότερο παράδειγμα άμεσης αλληλεπίδρασης
των βυζαντινών και γοτθικών μορφολογικών
στοιχείων στη Ρόδο. Μοναδικό από άποψη δια­
κοσμητικού πλούτου μορφολογικό στοιχείο βυ­
ζαντινής παράδοσης που διατηρείται, είναι το
τρίλοβο παράθυρο της κεντρικής κόγχης του ιε­
ρού της βυζαντινής μητρόπολης (πίν. 343). Τα
τρία ισοϋψή ημικυκλικά ανοίγματα πλαισιώνο­
νται από ημικυκλική αψίδα με δύο εσοχές. Οι
αμφικιονίσκοι που τα χωρίζουν, φέρουν κολουροπυραμιδοειδή επιθήματα .
Η ημικυκλική πόρτα στη βόρεια είσοδο πι­
θανώς προέρχεται από μετασκευή της παλαιό­
τερης, κατά τη μετατροπή της βυζαντινής μη­
τρόπολης σε καθεδρικό ναό της λατινικής αρ­
χιεπισκοπής της Ρόδου στις αρχές του 14ου αι­
ώνα (πίν. 344). Το τόξο της έχει διπλή εσοχή, η
εσωτερική της οποίας είναι κυκλικής διατομής.
Εξωτερικά πλαισιώνεται με απλή ανάγλυφη
«πριονωτή» διακόσμηση, ασυνήθιστη στη Ρόδο.
Τα δίλοβα ημικυκλικά παράθυρα στο βόρειο
και το νότιο τύμπανο ίσως να είναι και αυτά
μετασκευή παλαιότερων βυζαντινών. Οι εσοχές
των ημικυκλικών κογχών, μέσα στις οποίες
εντάσσονται τα δίλοβα παράθυρα, προδίδουν
τη βυζαντινή τους προέλευση. Η διακόσμηση
όμως με «πριονωτή» ταινία, λαξευμένη στην
εξωτερική παρειά της ημικυκλικής κόγχης του
βόρειου τυμπάνου, είναι όμοια με την αντίστοι­
χη της προηγούμενης θύρας και των κυκλικών
φεγγιτών, που διανοίχθηκαν προφανώς στις
πλάγιες πλευρές της κεντρικής κόγχης του ιε­
ρού κατά την ιπποτική επέμβαση, όπως δείχνει
ο τρόπος δόμησης τους (πίν. 345α). Η διακό­
σμηση αυτή συναντάται πιο συχνά σε γοτθικά
μνημεία της δυτικής Ευρώπης και ιδιαίτερα της
Αγγλίας, όπως στον καθεδρικό ναό του Καντέρμπορι , είτε σε περιφερειακά κέντρα της
δυτικής αρχιτεκτονικής, όπως σε τόξα και θυρώματα των Αγίων Τόπων και της Κύπρου .
117

118

119

Η «πριονωτή» διακόσμηση συναντάται σπα­
νίως στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της
Ελλάδας, όπως κατά την περίοδο της φραγκο­
κρατίας με προφανείς δυτικές επιρροές . Το
δίλοβο παράθυρο της δυτικής όψης βρίσκεται
στο άνω τμήμα του δυτικού τυμπάνου του αντί­
στοιχου σταυροθολίου του κεντρικού κλίτους,
ψηλότερα από το τύμπανο της προηγούμενης
βυζαντινής κεραίας, και χρονολογείται επομέ­
νως στην ίδια ιπποτική επισκευή των αρχών
του 14ου αιώνα (πίν. 345β). Οι διατομές εξάλ­
λου των λαμπάδων των ημικυκλικών παραθύ­
ρων φέρουν γωνιακή απότμηση, ενώ η εσωτερική τους πλευρά καλύπτεται από ενιαίο χαμη­
λωμένο τόξο, στοιχεία που συνηγορούν στη δυ­
τική τους προέλευση.
Τα μορφολογικά στοιχεία γοτθικής αρχιτε­
κτονικής είναι περισσότερα· και αυτά όμως πα­
ραμένουν φτωχά ως προς τον γλυπτικό διάκο­
σμο. Η δυτική όψη της Παναγίας του Κάστρου,
πλήρως μετασκευασμένη κατά την ιπποτοκρατία, έχει επίπεδη μορφή αντεστραμμένου Τ (πίν.
346). Η ιπποτική κεντρική είσοδος με χαμηλω­
μένο τόξο είναι συνηθισμένη στη Ρόδο (πίν.
347α, 347β). Είχε σύνθετη διατομή και για
άγνωστους λόγους αντικαταστάθηκε με μία
απλούστερη «βυζαντινίζουσα», κατά τη διάρ­
κεια των ιταλικών επεμβάσεων το 1940 . Η ορ­
θογώνια υπέρθυρη κόγχη με εξέχον πλαίσιο
σύνθετης διατομής εντυπωσιάζει με το μέγεθος
της και δίνει ένα ιδιαίτερο στυλ στην εξωτερική
εμφάνιση της εκκλησίας. Ανάλογη κόγχη έφερε
120

121

και η κεντρική είσοδος του παλατιού του μεγά­
λου μαγίστρου, που περιελάμβανε τα οικόσημα
του μεγάλου μαγίστρου Hélion de Villeneuve
και του πάπα Ιωάννη XXII στις αρχές του 14ου
αιώνα. Τα ίδια οικόσημα έφερε και η Παναγία
του Κάστρου , κάτι που δείχνει ότι και η δια­
μόρφωση της όψης της θα πρέπει να είναι της
ίδιας εποχής . Παρόμοιες διαμορφώσεις πα­
ρουσιάζουν και όψεις κτιρίων στην Ισπανία,
όπως π.χ. στο Caceres. Δεν διατηρούνται τμή­
ματα της ζωγραφικής σύνθεσης της τοιχογρα­
φίας που πλαισίωνε παρά μόνο λίγα ίχνη, αλλά
είναι βέβαιη η εντύπωση που θα προκαλούσε με
τα χρώματα και το μέγεθος της.
Τα οξυκόρυφα παράθυρα των τυμπάνων
στη νότια και τη βόρεια όψη στο ιερό και των
σταυροθολίων είχαν σύνθετη διατομή και ήταν
δίλοβα με υαλοστάσια του 15ου αιώνα . Τα
οξυκόρυφα παράθυρα αντικατέστησαν παλαιό­
τερα, όπως φάνηκε κατά τις εργασίες του 1940,
όταν αποκαλύφθηκε τμήμα προγενέστερου δίλοβου παραθύρου με ημικυκλικά τόξα στο νό­
τιο τύμπανο του δυτικού σταυροθολίου, ανάλο­
γου με άλλα δίλοβα παράθυρα της αρχικής ιπ­
ποτικής επέμβασης των αρχών του 14ου αιώ­
να (πίν. 348α).
122

123

124

125

Στη χαμένη πια εκκλησία του αγίου Ιωάννη
η αετωματική απόληξη της δυτικής όψης υπα­
γορευόταν από την ξύλινη στέγη και περιείχε
την κεντρική είσοδο, έναν κυκλικό φεγγίτη στο
άνω τμήμα και δύο παράθυρα εκατέρωθεν. Η

κεντρική είσοδος ήταν οξυκόρυφη με σύνθετη
διατομή και πλαισιωνόταν από γείσο ειδικής
διατομής με κλίση προς τα κάτω, φυτικές δια­
κοσμήσεις, τριγωνική απόληξη και γλυπτό ανθέμιο στην κορυφή. Το γείσο χωρίς τις φυτικές
διακοσμήσεις διέτρεχε όλη την εκκλησία στη
βάση των παραθύρων, ξεκινώντας από τη γένε­
ση του τόξου του θυρώματος. Το θύρωμα απο­
τελούσε απλουστευμένη μορφή αντίστοιχων θυρωμάτων των ναών της Δύσης αλλά και της
Κύπρου . Ο κυκλικός φεγγίτης της ίδιας όψης
αλλά και ο αντίστοιχος της ανατολικής διέθε­
ταν σύνθετη γοτθική διακόσμηση σε μορφή Χ
και τριφυλλόσχημα ανοίγματα ενδιάμεσα,
όπως δείχνουν οι γκραβούρες του Rottiers
(πίν. 330α). Τα τόξα των παραθύρων, μετά από
έρευνα και μελέτη, φαίνεται ότι ήταν ελαφρά
οξυκόρυφα και όχι ημικυκλικά, όπως παρου­
σιάσθηκαν από τον Rottiers και επικράτησε να
θεωρούνται στη συνέχεια . Το προστατευτικό
γείσο των παραθύρων είχε σύνθετη διατομή με
καμπύλο εξωρράχιο, έφθανε μέχρι τη γένεση
των τόξων και περιέτρεχε όλη την εκκλησία.
Αντίστοιχη επίστεψη παρουσιάζεται σε πολλά
παραδείγματα θυρωμάτων και παραθύρων της
Ρόδου , όπως και στην Κρήτη , την Κύπρο
και τους Αγίους Τόπους , εκτός φυσικά από τη
Λύση.
126

127

128

129

130

131

133

132

Τα παράθυρα περιείχαν υαλοστάσια -δύο
από τα οποία παρουσίασε ο Rottiers
(XXXVII)- με απλή διακόσμηση και τα οικόση­
μα των μ.μ. Fluvian (1421-1437) στο ένα και
Orsini (1467-1476) στο άλλο, τα οποία τους
συνδέουν με πιθανές επεμβάσεις στην εκκλη­
σία . Δείχνουν επίσης ότι διασώθηκαν από τις
δύο πολιορκίες των Τούρκων (του 1480 και του
1522), αφού διατηρήθηκαν μέχρι τον 19ο αιώ­
να.
Η βόρεια είσοδος θα πρέπει να ήταν επίσης
οξυκόρυφη και να διέθετε τριγωνική επίστεψη
από γείσο, όπως διακρίνεται σε γκραβούρα του
Flandin (πίν. 340α, 348β), ενώ η νότια θα πρέ­
πει να είχε ορθογώνια μορφή με πρέκι σύνθετης
ιπποτικής διατομής από οριζόντιο τόξο (πίν.
349α). Η πόρτα φαίνεται ότι αποτελεί μεταγε­
νέστερη ιπποτική επέμβαση από τον τρόπο κα­
τασκευής, έχοντας μειώσει για τον λόγο αυτό το
ύψος του αρχικού παραθύρου . Η αντίστοιχη
οξυκόρυφη θύρα που παρουσίασε ο Rottiers,
δεν μοιάζει αληθοφανής .
Μια σύγχρονη μορφολογική απόδοση του
Αγίου Ιωάννη αποτελεί η σημερινή εκκλησία,
του Ευαγγελισμού στο Μανδράκι της Ρόδου,
που κτίστηκε το 1924-1925 από τους Ιταλούς με
αρχιτέκτονα τον Florestano di Fausto, βασισμέ­
νη στα σχέδια του Rottiers (πίν. 349β).
134

135

136

137

138

Ο εσωτερικός χώρος, όπως τον παρουσιάζει
η γκραβούρα που δημοσίευσε ο Rottiers, φαίνε­
ται ιδιαίτερα ελκυστικός, με τις δύο τοξοστοιχίες, τους κυλινδρικούς κίονες και τα κιονό­
κρανα, αρχιτεκτονικά μέλη της αρχαιότητας σε
δεύτερη χρήση, τα οξυκόρυφα τόξα και τους εν­
διάμεσους κυκλικούς φεγγίτες (πίν. 328β).
Ήταν πλαισιωμένος από την ξύλινη ημικυλινδρική οροφή, διακοσμημένη με φατνώματα και
άστρα και φωτισμένος από τα μεγάλα οξυκόρυ­
φα παράθυρα και τους φεγγίτες . Το δάπεδο
από πωρόπετρες και μαρμαρόπετρες διέκοπταν
επιτάφιες πλάκες προσωπικοτήτων της ιπποτοκρατίας, μάρτυρες της ιστορίας του μνημείου
και του τόπου.
Ξεχωριστά μορφολογικά στοιχεία διέθεταν
το εγκάρσιο κλίτος και η τετράπλευρη κόγχη
του ιερού. Τα ανατολικά παράθυρα ήταν δίλο­
βα, πλαισιωμένα από οξυκόρυφα τόξα, ανάλο­
γα με της Παναγίας του Κάστρου. Η απεικόνι­
ση του Rottiers διέσωσε την ιδιαίτερη διακό­
σμηση του κεντρικού παραθύρου της κόγχης
του ιερού. Από την άλλη διακόσμηση του καθο­
λικού, ο Rottiers παρουσίασε ένα ξυλόγλυπτο
έπιπλο του ιερού , το πλαίσιο κόγχης οικοσήμου του παρεκκλησίου ενός εκ των μ.μ.
D'Aubusson ή D'Amboise και την επιδαπέδια
ταφική σύνθεση του μ.μ. Del Carretto (πίν.
330β).
139

140

141

142

Αντίστοιχη με τις κύριες όψεις των δύο άλ­
λων εκκλησιών φαίνεται να ήταν και εκείνη της
Παναγίας του Μπούργκου (πίν. 350α), η οποία
σήμερα δεν είναι ορατή από τις μεταγενέστερες

προσθήκες κατοικιών, όπως και η ανατολική
όψη. Ελάχιστα είναι τα στοιχεία που διατηρού­
νται και από τις δύο άλλες όψεις. Τα υπάρχο­
ντα στοιχεία όμως έδωσαν τη δυνατότητα της
γραφικής τους αποκατάστασης. Η απόληξη
προς τα άνω των όψεων της εκκλησίας ακολου­
θούσε την οξυκόρυφη όψη των τυμπάνων των
σταυροθολίων. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να
διατηρείται η εξωτερική όψη της κύριας εισό­
δου, πλάτους 2,50 μ. και ύψους 3,65 μ., της
οποίας είναι ορατή μόνο η εσωτερική μορφή
(πίν. 350β). Είναι ελαφρά οξυκόρυφη, με περί­
τεχνη σύνθετη διατομή, και πλασιωνόταν εξω­
τερικά πιθανότατα από τριγωνικό οξυκόρυφο
γείσο σύνθετης διατομής, πάνω από τη γένεση
του τόξου που διέτρεχε όλη την όψη εκατέρω­
θεν (πίν. 35 1α). Είναι ανάλογο με το θύρωμα
του Αγίου Ιωάννη (πίν. 330α), όπως και ο κυ­
κλικός φεγγίτης του δυτικού τυμπάνου του
σταυροθολίου του κεντρικού κλίτους, του
οποίου δεν διατηρήθηκε η διακόσμηση. Αντί­
στοιχοι ρομβοειδείς φεγγίτες υπήρχαν στα τύ­
μπανα των σταυροθολίων των πλάγιων κλιτών
στην ίδια όψη, ενώ χαμηλότερα υπήρχε ελαφρά
οξυκόρυφη κόγχη με σύνθετη διατομή, η οποία
προοριζόταν πιθανώς για κάποιες τοιχογρα­
φίες
(πίν. 351β). Δεν διατηρήθηκε κάποιο
ίχνος αντηρίδας πάνω στη δυτική όψη, με τονι­
σμό των οριζόντιων και όχι των κάθετων στοι­
χείων. Ως εκ τούτου, η αρχιτεκτονική της δια­
φέρει από την υπόλοιπη εκκλησία, που χαρα­
κτηρίζεται από τις ψηλές αντηρίδες και τα
ψηλά οξυκόρυφα παράθυρα (πίν. 351γ). Έγινε
δυνατή η γραφική αποκατάσταση της βόρειας
143

και νότιας όψης της αρχικής τουλάχιστον εκ­
κλησίας, παρά τον μικρό αριθμό των διατηρη­
μένων μορφολογικών της στοιχείων. Βρέθηκε
έτσι η μορφή των οξυκόρυφων παραθύρων
σύνθετης διατομής, από τα οποία δεν διατηρεί­
ται κανένα ολόκληρο (πίν. 352α), ενώ η νότια
οξυκόρυφη είσοδος διατηρεί την αρχική της
μορφή. Έγινε επίσης εφικτή η γραφική αποκα­
τάσταση της βόρειας μεταγενέστερης ορθογώ­
νιας πύλης με σύνθετη διατομή, καθώς επίσης
και οι όψεις του νοτιοδυτικού και νοτιοανατο­
λικού παρεκκλησίου . Έχουν χαθεί τα υαλο­
στάσια (vitraux) και η πιθανή γλυπτική διακό­
σμηση των τυμπάνων των τόξων των παραθύ­
ρων, εκτός από δύο παραδείγματα του νοτιοα­
νατολικού παρεκκλησίου, που έχουν απλή τριφυλλόσχημη μορφή.
Η ανατολική όψη διατηρεί, αντίθετα, περισ­
σότερα αυθεντικά μορφολογικά στοιχεία των
οξυκόρυφων παραθύρων της με σύνθετη διατο­
μή και μεγάλο ύψος, τουλάχιστον στην εσωτε­
ρική πλευρά τους (πίν. 352β). Μόνο τα τρία πα­
ράθυρα της κεντρικής κόγχης είχαν υποστεί
ποικίλες αλλοιώσεις κατά την ιταλική αποκα­
τάσταση, μετατρέποντας τη μορφή τους από
οξυκόρυφη σε ημικυκλική, ενώ επεμβάσεις της
περιόδου της τουρκοκρατίας είχαν αλλοιώσει
την εξωτερική τους μορφή. Οι εργασίες όμως
καθαίρεσης των πρόσθετων κατοικιών και επι­
σκευής των υπολειμμάτων της εκκλησίας κατά
την ιταλική περίοδο οδήγησαν στην αποκατά­
σταση της ανατολικής πτέρυγας του ιερού εσω­
τερικά, συμβάλλοντας στην αναγνώριση του
μνημείου. Οι εργασίες αυτές οδήγησαν και στην
144

αποκατάσταση των λίγων κογχών που είχαν τα
παραπάνω παρεκκλήσια . Πρόσφατα ολοκλη­
ρώθηκε και η αποκατάσταση όλων των παραθύ­
ρων σε αυτά .
Οι φυτικές ανάγλυφες διακοσμήσεις στα
επίκρανα των τόξων και των νευρώσεων των
σταυροθολίων, που διατηρούνται στην εσωτε­
ρική πλευρά, πάνω στην ανατολική (πίν. 353α)
και δυτική όψη (πίν. 353β) της εκκλησίας, αν
και απλουστευμένες μορφές δυτικών επιρροών,
προκαλούν ιδιαίτερη προσοχή. Κιονόκρανα με
ανάλογη διακόσμηση συναντώνται στην κεντρι­
κή Γαλλία, όπως στον καθεδρικό ναό της
Reims , αλλά και στην Κύπρο, όπως στην Αγία
Σοφία Λευκωσίας και στο μοναστήρι της Πελλαπαίδος . Αξιόλογα μορφολογικά στοιχεία
είναι επίσης τα κιονόκρανα των κυλινδρικών
κιόνων, σύνθετης κοιλόκυρτης διατομής (πίν.
333β, 353γ, 354α), οι διακοσμήσεις με τον ροδί­
τικο «πλοχμό» και φυτά των φουρουσιών των
νευρώσεων των σταυροθολίων, που αποτελούν
τμήματα κυλίνδρου του νοτιοανατολικού πα­
ρεκκλησίου, αλλά και αυτών που βρέθηκαν στο
χώρο της εκκλησίας, καθώς και οι διακοσμημέ­
νοι ρόδακες των κλειδιών των ακτινωτών νευ­
ρώσεων των θόλων των κογχών του ιερού .
Η αίσθηση πάντως μιας εσωτερικής ανάτα­
σης και ελαφρότητας δημιουργείται ακόμη από
τη γοτθική αρχιτεκτονική του μνημείου (πίν.
353γ, 354α), παρά το μικρό τμήμα του που δια­
τηρείται σήμερα, ενώ είναι βέβαιο ότι αποτέλεσε
πρότυπο για την εξέλιξη της εκκλησιαστικής αρ­
χιτεκτονικής στα Δωδεκάνησα τον 18ο αιώνα.
Η δυτική προέλευση των Ιπποτών του Αγί145

146

147

148

149

150

ου Ιωάννη και οι ανατολίτικες επιρροές που δέ­
χθηκαν στο πέρασμα τους από τους Αγίους Τό­
πους και την Κύπρο, σε συνδυασμό με τη βυζα­
ντινή τοπική παράδοση, συνθέτουν τους βασι­
κούς παράγοντες που επέδρασαν στη δημιουρ­
γία και την ανάπτυξη της ροδίτικης αρχιτεκτο­
νικής την περίοδο 1310-1522. Η συμβίωση Λα­
τίνων και Ελλήνων για μεγάλο χρονικό διάστη­
μα οδήγησε στην αφομοίωση και αλληλεπίδρα­
ση στις μορφές της εκκλησιαστικής αρχιτεκτο­
νικής.
Η δημιουργία ενός ιδιόρρυθμου υστερογοτθικού -και στη συνέχεια αναγεννησιακού- το­
πικού στυλ στα μορφολογικά στοιχεία των εκ­
κλησιών της Ρόδου, όπως θυρώματα, παράθυ­
ρα και κόγχες, το οποίο συνδυάζει στοιχεία
από τη βυζαντινή και τη γοτθική αρχιτεκτονική,
καθιερώνεται σταδιακά τον 15ο αιώνα .
Η ε π ι β ί ω η αρχιτεκτονικών μορφών κατά
τους δύο επόμενους αιώνες (1522-1750) στη
151

Λίνδο και τα Τριάντα, στην Πάτμο, στη Λέρο
και σε άλλα νησιά της Δωδεκανήσου αλλά και
στις Κυκλάδες , θα οδηγήσει στη διατήρηση
των τεχνικών αυτών. Με αυτόν τον τρόπο μπο­
ρεί να εξηγηθεί η αναβίωση όχι μόνο μορφολο­
γικών στοιχείων αλλά και αρχιτεκτονικών τύ­
πων εκκλησιών με την δημιουργία «δωδεκανη­
σιακού» τύπου τρίκλιτων και μονόκλιτων βασι­
λικών, στεγασμένων από γοτθικά σταυροθόλια
με νευρώσεις, σε όλα τα Δωδεκάνησα (πίν.
354β) και τη Μικρά Ασία από το 1750 έως τον
20ό αιώνα, που επιβεβαιώνει τη σημασία της
εκκλησιαστικής ιπποτικής αρχιτεκτονικής της
Ρόδου . Τα μορφολογικά διακοσμητικά στοι­
χεία της ιπποτικής Ρόδου δεν παρέλειψαν να
μιμηθούν και οι Ιταλοί, με ενδιαφέροντα παρα­
δείγματα εκλεκτικής αρχιτεκτονικής στη Ρόδο
κυρίως και τα Δωδεκάνησα κατά την εποχή της
ιταλοκρατίας (1912-1943) .
152

153

154

Large Hospitaller churches on Rhodes. Our Lady of the Castle,
St. John of the Collachio, Our Lady of the Burgh
Giorgos Dellas

The foundation stone of the conventual church of St. John of the Hospital was laid on the saint's
feast day. the 24th of June 1310. The document signed by pope John XXII on 1 March 1322 confirms
that Ihe Byzantine cathedral of Our Lady of the Castle in Rhodes is the same church as the then in use
cathedral of the Latins. The construction of Our Lady of the Burgh, on the other hand, is placed
between 1310 and 1346. Their location in the medieval town reflects their respective roles: the
coventual church of St. John, in the heart of the Order's «convent» -the western fortified enclave of
the Collachio- opposite the palace of the Grand Master; the cathedral of Our Lady of the Castle at the
eastern part of the Collachio: and Our Lady of the Burgh at the marketplace of the lay part of the town.
The conversion of the Byzantine cathedral of Our Lady of the Castle -a three-aisled, cross-inscribed
domed building- into a basilical structure with a cross-vaulted central aisle is placed between 1319 and
1334. During the Ottoman period (1522-1912) and for most of the Italian occupation (until World War
II) the building operated as a mosque and was known as Kantouri Djami. In the war years the Italian
administration endeavoured to restore the church which, in recent years, has been a venue for cultural
events.
In the Ottoman period St. John of the Collachio served as the «Main Mosque» but in 1856 a
neglected powder magazine underneath its belfry was struck by lightning and exploded, destroying the
church. Afterwards the gutted site was banked up and a large neoclassical school was raised there in
1876. In 1989 archaeological excavation brought to light the remains of the devastated church.
In its two centuries as a place of worship. Our Lady of the Burgh received several additions and
underwent modifications. An engraving of 1828 shows the church in ruins; in the 19th and early 20th
century six houses were built upon those ruins. The Italians pulled down the housing and restored part
of the church in the 1930s. In 1955 the Gate of the Virgin was opened to connect Alhadeff Street with
the port and the church was split into two, henceforth to become known as the «split church». In 1994,
works for the installantion of new drains provided the opportunity to investigate and partially restore
the church, making it whole once more. Since 1997 the site is open to visitors and is also used for openair events.
Of these three examples of gothic ecclesiastical architecture on Rhodes Our Lady of the Burgh is
the most representative. The church was a three-aisled timber-roofed basilica with twin colonnades.
The sanctuary consists of three five-sided apses and the roof was carried on gothic cross-vaults with ribs
of composite cross-section. Externally there were buttresses on all sides except the western facade.
The conventual church of St. John was also a three-aisled, timber-roofed basilica with twin
colonnades. The central aisle bore a coffered timber «wagon» vault which supported a ridge roof. The
transverse aisle consisted of three pointed cross-vaults corresponding to the three divisions of the nave
and was lower than the latter. The sanctuary was square in plan, possibly influenced by the architecture
of the Cistercian Order.
Our Lady of the Castle underwent alterations that would bring this Byzantine edifice closer to

gothic architectural aesthetics. Its early Hospitaller phase is marked by simplified forms such as the
arched windows of Byzantine influence. The cornices, pointed windows and the main entrance with the
dropped arch on the western facade (replaced by the Italians with a semicircular arch) belong to a
second Hospitaller phase.
A feature common to the three churches is the absence of buttresses and strong vertical elements
on the west side. Unfortunately, only in Our Lady of the Castle is the western facade accessible today.
Its scenic presence in the form of a reverse Τ and the large rectangular frame in the centre above the
main entrance are impressive. The pediment-like upper part of the western side of the destroyed church
of St. John was a consequence of the ridge roof. The pointed main entrance had a gable-like dripstone
capped by a sculptured palmette underneath a circular window. The west side of Our Lady of the Burgh,
today concealed behind accretions of later housing, seems to have been similar. Plain. flat surfaces and
decorative horizontal cornices are features common to all three monuments. To the writer's
knowledge, this style appears only in Italy.
The churches just described have exercised a strong influence in Rhodes and the other Dodecanese
islands, particularly in the 18th and 19th centuries, which saw the emergence of a special
«Dodecanesian» architectural type.