You are on page 1of 123

.

«ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΈΣ ΓΛΏΣΣΕΣ».

Σεπτέμβριος, 2008.
Πίνακας Περιεχομένων.

I. Η διαμόρφωση του ήθους (ιδέες και πράξεις) για τη γλώσσα. 23

II. Το ήθος (ιδέες και πράξεις) για τη γλώσσα. 33

III. Το ήθος (ιδέες και πράξεις) για τις μειονότητες. 40

IV. Το σύγχρονο ήθος για τη γλώσσα. 48

V. Η μειονοτική γλώσσα. 50

Πολλοί και διακεκριμένοι μελετητές των κοινωνιογλωσσικών φαινόμενων έχουν


ασχοληθεί με την κατηγοριοποίηση των γλωσσών ανάλογα με το περιβάλλον στο
οποίο εμφανίζονται. Ο Kloss, o Haugen, o Fishman., ο Ferguson, o Stewart, o
Edwards και ο Trudgill είναι κάποιοι από αυτούς. Καθένας προσέγγισε το θέμα
από τη δική του σκοπιά, συνεισφέροντας ο ένας στη δουλειά του άλλου. Οι
Ferguson και Stewart, προσέγγισαν το θέμα δημιουργώντας ταξινομήσεις των
γλωσσών που βρίσκονται στο ίδιο κράτος. Όμως οι μειονοτικές γλώσσες
ευάλωτες καθώς είναι στις πιέσεις του εξωτερικού περιβάλλοντος είναι καλύτερα
να μελετούνται στο πλαίσιο της «οικολογίας της γλώσσας» που πρότεινε ο
Haugen, που είναι η μελέτη της κοινωνικής θέσης και της κοινωνικής
λειτουργίας. των γλωσσών. Αυτό προϋποθέτει ένα συνδυασμό κριτηρίων. Πρέπει
να υπολογιστούν και να ταξινομηθούν όλοι εκείνοι οι παράγοντες που επιδρούν
στη γλωσσική συμπεριφορά των ομιλητών της γλώσσας. 64

VI. Οι μειονοτικές γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 67

Αν θέλαμε να συνοψίσουμε την ιστορία της πολιτειακής οργάνωσης της


Ευρώπης μέχρι σήμερα, θα μπορούσαμε να πούμε πως ορίζεται από το πέρασμα
από την αρχή του «cujus regio ejus religio», στην αρχή του «cujus regio ejus
natio». Τα τελευταία 50 χρόνια η Ευρώπη οργανώνεται πολιτειακά στη βάση της
ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση που αντικατέστησε την
Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα με τη συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 έχει
για εμβλήματά της τη σημαία με τα δώδεκα αστέρια, την «Ωδή στη Χαρά» του
Μπετόβεν και το σύνθημα «in varietate concordia», «ομόνοια μέσα από την
πολυμορφία». Μπορούμε να πούμε ότι αυτή είναι η νέα αρχή πολιτειακής
οργάνωσης για την Ευρώπη; 67

2
Η Ε.Ε δημιουργήθηκε ως μια ένωση κρατών με καθαρά οικονομικό χαρακτήρα
και αποσκοπούσε στη δημιουργία μιας ευρείας και ενιαίας αγοράς στον
ευρωπαϊκό χώρο, μέσα στην οποία τα εμπορεύματα θα κυκλοφορούσαν
ελεύθερα. «Η παγκόσμια ειρήνη δε θα μπορούσε να διατηρηθεί χωρίς
δημιουργικές προσπάθειες ανάλογες των κινδύνων που την απειλούν. Η συμβολή
της οργανωμένης και ζωντανής Ευρώπης στον πολιτισμό είναι απαραίτητη για
τη διατήρηση των ειρηνικών σχέσεων. Έχοντας γίνει για περισσότερα από είκοσι
χρόνια ο πρωτεργάτης της ενωμένης Ευρώπης, η Γαλλία είχε πάντα ως
ουσιαστικό στόχο να υπηρετεί την ειρήνη. Η Ευρώπη δεν επιτεύχθηκε και έτσι
είχαμε τον πόλεμο. Η Ευρώπη δε θα δημιουργηθεί δια μιας, ούτε σε ένα συνολικό
οικοδόμημα. Θα διαμορφωθεί μέσα από συγκεκριμένα επιτεύγματα που θα
δημιουργήσουν πρώτα μια πραγματική αλληλεγγύη. Η συγκέντρωση των
ευρωπαϊκών εθνών απαιτεί να εξαλειφθεί η μακραίωνη αντίθεση της Γαλλίας
και της Γερμανίας η δράση που θα αναλάβουμε πρέπει να αφορά κατά πρώτο
λόγο τη Γαλλία και τη Γερμανία. Με αυτό το σκοπό η γαλλική κυβέρνηση
προτείνει την άμεση δράση σε ένα περιορισμένο αλλά αποφασιστικό σημείο. Η
γαλλική κυβέρνηση προτείνει να τεθεί το σύνολο της γαλλογερμανικής
παραγωγής άνθρακα και χάλυβα κάτω από μια κοινή Ανώτατη Αρχή, με μια
οργάνωση ανοιχτή στη συμμετοχή των άλλων χωρών της Ευρώπης. Η
συγκέντρωση των παραγωγών άνθρακα και χάλυβα θα εξασφαλίσει αμέσως την
εγκαθίδρυση κοινών βάσεων οικονομικής ανάπτυξης, πρώτο στάδιο της
ευρωπαϊκής ομοσπονδίας και θα αλλάξει το πεπρωμένο αυτών των περιοχών που
από πολύ καιρό ασχολούνται με την κατασκευή πολεμικών όπλων, των οποίων
υπήρξαν τα πιο συνεχή θύματα....» Αυτή είναι η δήλωση του Γάλλου υπουργού
εξωτερικών Robert Schuman, την 9η Μαΐου του 1950 η οποία οδήγησε στη
δημιουργία της σημερινής Ευρωπαϊκής Ενωσης. (Από την επίσημη ιστοσελίδα
της Ε.Ε). 68

Στις προτάσεις της «Ομάδας Διανοουμένων για το Διαπολιτισμικό Διάλογο»,


που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και υπό τον
τίτλο «Μια θετική πρόκληση: πώς η πολυγλωσσία μπορεί να ενδυναμώσει την
Ευρώπη» (Βρυξέλλες 2008, επίσημη ιστοσελίδα της Ε.Ε) διακρίνονται οι
απαιτήσεις αυτές. Η σύνθεση της ομάδας αυτής, ένας πρώην γενικός διευθυντής
του Βρετανικού Συμβουλίου (British Council), μία «αθάνατη», η γραμματέας της

3
Βασιλικής Ακαδημίας Γαλλικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας του Βελγίου και η
πρόεδρος του Ινστιτούτου Γκέτε (Goethe Institut) είναι τρία από τα δέκα μέλη
της, δεν προδιαθέτει θετικά, αφού τα ιδρύματα αυτά είναι οι κορυφαίοι
εκπρόσωποι της «βαριάς βιομηχανίας» στον τομέα της εκμάθησης ξένων
γλωσσών (Kibbee: 2003). Η γνωμοδότησή τους όμως μπορεί να θεωρηθεί
«πολιτικά ορθή». Αναγνωρίζουν πως «εφόσον τα περισσότερα ευρωπαϊκά έθνη
οικοδομήθηκαν με θεμέλιο μια γλώσσα που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της
ταυτότητάς τους, η Ευρωπαϊκή Ένωση δε μπορεί παρά να θεμελιωθεί στη
γλωσσική της πολυμορφία», δηλαδή πρόκειται για μια πολυμορφία βασισμένη
στις εθνικές γλώσσες. Προτείνουν ότι «στις διμερείς σχέσεις μεταξύ των λαών
της Ευρωπαϊκής Ένωσης να χρησιμοποιούνται κατά προτεραιότητα οι γλώσσες
των δύο αυτών λαών και όχι μια τρίτη γλώσσα. Αυτό προϋποθέτει ότι σε κάθε
χώρα της Ένωσης θα υπάρχει μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων που θα μιλούν
άπταιστα καθεμία από τις ευρωπαϊκές γλώσσες και θα έχουν ισχυρά κίνητρα να
διατηρήσουν τις γλωσσικές τους δεξιότητες.» Στα Ευρωπαϊκά κράτη έχει
παγιωθεί ο φόβος ότι η γιγάντωση των αγγλικών και η χρήση τους σε όλο και
περισσότερα πεδία, αργά ή γρήγορα θα υποβιβάσει τις γλώσσες τους εντός της
Ε.Ε σε γλώσσες συμβολικού χαρακτήρα. Το φόβο αυτό επιθυμεί να διασκεδάσει
η ομάδα αυτή. 69

Προτείνει επίσης ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να προωθήσει την έννοια


της γλώσσας προσωπικής επιλογής. Κάθε Ευρωπαίος θα ενθαρρύνεται να
επιλέξει ελεύθερα μια συγκεκριμένη γλώσσα, διαφορετική από την εθνική του
γλώσσα, αλλά και από τη γλώσσα που χρησιμοποιεί για τη διεθνή επικοινωνία.
Έτσι όπως την αντιλαμβανόμαστε, η γλώσσα προσωπικής επιλογής δεν είναι σε
καμία περίπτωση μια δεύτερη ξένη γλώσσα, αλλά μάλλον, κατά κάποιον τρόπο,
μια δεύτερη μητρική γλώσσα…» Συνεχίζοντας επισημαίνουν ότι «κάνοντας μια
σαφή διάκριση, όταν έρχεται η ώρα της επιλογής, ανάμεσα σε μια γλώσσα
διεθνούς επικοινωνίας και μια γλώσσα προσωπικής επιλογής, θα δώσουμε το
κίνητρο στους Ευρωπαίους να λαμβάνουν, σχετικά με την εκμάθηση γλωσσών,
δύο ξεχωριστές αποφάσεις, η μία από τις οποίες θα υπαγορεύεται από τις
ανάγκες της όσο το δυνατόν ευρύτερης επικοινωνίας, ενώ η άλλη θα
καθοδηγείται από ένα ολόκληρο φάσμα προσωπικών κινήτρων που θα
συνδέονται με την προσωπική ή την οικογενειακή διαδρομή, τα επαγγελματικά

4
ενδιαφέροντα, τις πολιτιστικές προτιμήσεις, την πνευματική περιέργεια.…. Όσον
αφορά τη γλώσσα διεθνούς επικοινωνίας, δεν αμφιβάλλουμε ότι οι περισσότεροι
θα επέλεγαν σήμερα τα αγγλικά….» 69

Τι προτείνουν όμως για τις μειονοτικές γλώσσες; Θα μπορούν και αυτές να


αποτελούν γλώσσες προσωπικής επιλογής… «Συγχρόνως, οι γλώσσες που
ομιλούνται λιγότερο, ή ακόμα και αυτές που ομιλούνται από πολύ λίγους, θα
αποκτήσουν μια ακτινοβολία χωρίς προηγούμενο. Η λογική μιας πολιτικής που
θα ενθαρρύνει την εκμάθηση γλώσσας προσωπικής επιλογής είναι, πράγματι, ότι
η επιλογή μιας γλώσσας γίνεται όπως η επιλογή επαγγέλματος. Η άπταιστη
γνώση μιας σχετικά σπάνιας γλώσσας θα αποτελεί πλεονέκτημα ανάλογο με μια
σπάνια εξειδίκευση σε ένα κλάδο αιχμής. Μακροπρόθεσμα, θα δημιουργηθούν
ομάδες ατόμων για όλες τις γλώσσες, ασφαλώς πολύ άνισες αριθμητικά, αλλά
πάντα σημαντικές.» Το ίδιο και για τις γλώσσες των μεταναστών: «Όπως οι
μετανάστες ενθαρρύνονται να υιοθετήσουν πλήρως τη γλώσσα της χώρας
υποδοχής και την κουλτούρα που μεταφέρει, έτσι θα ήταν δίκαιο και χρήσιμο οι
γλώσσες που αποτελούν την ταυτότητα των μεταναστών να αποτελέσουν και
αυτές μέρος των γλωσσών που θα ενθαρρύνονται να επιλέξουν οι ίδιοι οι
Ευρωπαίοι». 70

Από τα παραπάνω μπορούν να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα. Το πρώτο είναι


ότι η γλώσσα αντιμετωπίζεται σύμφωνα με το σύγχρονο ήθος της επικοινωνίας
που θέλει τη γλώσσα εμπόρευμα μέσα στην αγορά εργασίας. Δηλαδή προϋπόθεση
για την γλωσσική πολυμορφία στην Ευρώπη, είναι η δημιουργία μιας αγοράς
εργασίας τέτοιας που θα μπορεί να απορροφήσει όλες τις γλώσσες, αφού η
γλώσσα ταυτίζεται με την εργαλειακή της χρήση. Η νέα εποχή απαιτεί από τον
πολίτη της Ε.Ε να γνωρίζει τουλάχιστον τρεις γλώσσες. Τη μητρική του γλώσσα,
κάποια από τις εθνικές γλώσσες, μια γλώσσα ευρύτερης επικοινωνίας και τη
δεύτερη «μητρική του γλώσσα», τη γλώσσα της προσωπικής του επιλογής. Ο
πολίτης που ανήκει σε κάποια γλωσσική μειονότητα θα πρέπει να έχει τρεις
μητρικές γλώσσες, τη δική του, την επίσημη γλώσσα του κράτους του και την
άλλη γλώσσα προσωπικής επιλογής. Πόσο εφικτό είναι κάτι τέτοιο στη σύγχρονη
ευρωπαϊκή γλωσσική πραγματικότητα; 70

Στα κράτη της Ε.Ε μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερεις ομάδες ομιλητών


μειονοτικών γλωσσών. Η πρώτη αποτελείται από όσους έχουν ως μητρική

5
γλώσσα μία από τις 23 (μετά τη διεύρυνση του 2004) επίσημες γλώσσες της Ε.Ε
αλλά αποτελούν γλωσσική μειονότητα στο κράτος του οποίου είναι πολίτες, όπως
για παράδειγμα οι ομιλητές της γερμανικής στα «ανατολικά καντόνια» του
Βελγίου, ή οι ομιλητές της φιλανδικής στη Σουηδία. Στη δεύτερη ομάδα
ανήκουν οι ομιλητές μίας από της ημιεπίσημες γλώσσες της Ε.Ε, γλώσσες που
χρησιμοποιούνται σε διάφορες δραστηριότητες της Ε.Ε, όπως η
λουξεμβουργιανή γλώσσα. Στην τρίτη ομάδα ανήκουν οι ομιλητές μειονοτικών
γλωσσών που έχουν κάποιου είδους επίσημη αναγνώριση στα κράτη στα οποία
βρίσκονται, για παράδειγμα τα καταλανικά, τα γαλικιανά και τα βασκικά στην
Ισπανία, τα ουαλικά και τα κελτικά της Σκωτίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στην
τέταρτη ομάδα ανήκουν οι ομιλητές των γλωσσών που δεν, έχουν κανενός είδους
αναγνώριση στα κράτη που βρίσκονται, όπως η αλβανική (αρβανίτικα) και η
αρωμουνική (βλάχικη) στην Ελλάδα. (Grin, ECMI, Moring, EBLUL: 2002). 71

Υπολογίζεται ότι πριν τη διεύρυνση του 2004, 40-50 εκατομμύρια Ευρωπαίοι


πολίτες είχαν ως μητρική μία γλώσσα που δεν ήταν επίσημη στο κράτος τους. Η
τάση που επικρατούσε και επικρατεί στην Ευρώπη σχετικά με την εκμάθηση
ξένων γλωσσών, θέλει τους Ευρωπαίους να προτιμούν την αγγλική και τη
γαλλική, παρ’ όλο που η γερμανική μιλιέται ως μητρική από την πλειοψηφία των
Ευρωπαίων. Μια μελέτη του 1994, έδειχνε ότι το προσωπικό της Ε.Ε
χρησιμοποιούσε στην επικοινωνία του σε ποσοστό 69% τη γαλλική, 30% την
αγγλική και μόλις 1% την γερμανική, ενώ κατά την επικοινωνία με πολίτες
εκτός της Ένωσης χρησιμοποιούσε σε ποσοστό 69% την αγγλική.(Ó Riagáin,
2001, σελ 35, 41) 71

Στην έκθεση «Ευρωμωσαϊκό», μια έκθεση που προετοιμάστηκε για χρήση μέσα
στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αναλύεται η κατάσταση 48 αυτοχθόνων,
μειονοτικών γλωσσών. Ανάμεσα στα άλλα, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η
αναφορά στην οικονομική σχέση κέντρου- περιφέρειας. Αυτό που επισημαίνεται
είναι ότι το οικονομικό κεφάλαιο στα κράτη είναι συγκεντρωμένο στα αστικά
κέντρα και διανέμεται άνισα προς την περιφέρεια. Το ίδιο ισχύει και για την Ε.Ε
της οποίας η μεγαλύτερη οικονομική δραστηριότητα αναπτύσσεται στο κέντρο
της, στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης, ενώ στις περιφέρειές της η οικονομική
δραστηριότητα είναι σαφώς μικρότερη. Όμως οι περισσότερες γλωσσικές
μειονότητες, κυρίως εκείνες που είναι «μοναδικές» ή «αληθινές» μειονότητες,

6
που δεν έχουν δηλαδή «συγγενικό» κράτος, βρίσκονται στις οικονομικά αδύναμες
περιφέρειες της Ευρώπης, ενώ οι γλωσσικές μειονότητες που έχουν «συγγενικό»
κράτος με το οποίο επικοινωνούν γεωγραφικά, βρίσκονται συχνά στις
οικονομικά αδύναμες περιφέρειες των κρατών τους. (Nelde: 1996, σελ 8-9). 71

Όλα αυτά διαμορφώνουν ένα σκηνικό που κάνει τις προτάσεις της «Ομάδας
Διανοουμένων για το Διαπολιτισμικό Διάλογο» να δείχνουν ανέφικτες. Σε ένα
περιβάλλον που τα πεδία υψηλού κύρους, δημόσια διοίκηση και οικονομική ζωή
μονοπωλούνται από τη γλώσσα ευρύτερης επικοινωνίας την αγγλική και τις
γλώσσες των οικονομικά ισχυρών χωρών της κεντρικής Ευρώπης, τη γαλλική
και τη γερμανική και με τις άλλες εθνικές γλώσσες να ανταγωνίζονται μεταξύ
τους, πόσο ελεύθερη μπορεί να είναι η επιλογή της προσωπικής γλώσσας;
Ιδιαίτερα όταν οι μειονοτικές γλώσσες αντιμετωπίζονται ακόμα εχθρικά από τις
εθνικές κυβερνήσεις. 72

iii). Η αντιμετώπιση των μειονοτικών γλωσσών στην Ε.Ε. 72

Για ακαδημαϊκούς όπως ο Joshua Fishman η ύπαρξη διαφορετικών γλωσσών


στο ίδιο κράτος, η γλωσσική ετερότητα, είναι ένα σπουδαίο δώρο που δυνητικά
μπορεί να αποτελέσει μια πολυτιμότατη πηγή πόρων τόσο για το ίδιο το κράτος
αλλά και για τη διεθνή κοινότητα και η οποία μπορεί να προσφέρει στο κράτος
που θα την καλλιεργήσει πολλά, οικονομικά, διπλωματικά και πολιτιστικά
οφέλη. 72

Όμως στα περισσότερα κράτη η γλωσσική ετερότητα αντιμετωπίζεται ως


απειλή για την πολιτική σταθερότητα και την οικονομική ανάπτυξη. Στη λογική
των περισσότερων κρατών κυριαρχεί η άποψη ότι ο βαθμός της γλωσσικής
ετερότητας είναι ευθέως ανάλογος με τις κοινωνικές και πολιτικές ταραχές και
αντιστρόφως ανάλογος με την οικονομική ανάπτυξη. O Fishman το 1991
προσέφερε μια μελέτη, «βασισμένη στην ανάλυση 238 μεταβλητών που
διαπερνούν 178 κράτη», η οποία αντικρούει την άποψη αυτή (Fishman: 1991). 72

Σήμερα, επίσημα η Ε.Ε δηλώνει ότι οι γλώσσες της είναι ο πλούτος της. Το
εννοεί ή η δήλωση αυτή γίνεται για να καθησυχάσει τις εθνικές ανασφάλειες των
μελών της; Αφορά δηλαδή μόνο τις εθνικές, επίσημες γλώσσες και κάποιες από
τις «ισχυρές» μειονοτικές ή όλες τις γλώσσες που στεγάζονται στο εσωτερικό
της; 72

7
Οι τρόποι αντιμετώπισης του ζητήματος αυτού πέρασαν μέσα από τη διαμάχη
των δύο σύγχρονων πολιτικών ρευμάτων του «σοσιαλιστικού» και του «(νέο)-
φιλελεύθερου». Η πολιτιστική επιλογή της Ευρώπης των πολλών γλωσσών δε
μπορεί παρά να εξεταστεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Οι σοσιαλιστές ήταν εκείνοι
που συνέδεσαν τη μειονοτική με την οικονομική πολιτική, ενώ από τους κόλπους
τους προήρθαν πολιτικοί που προώθησαν τα ζητήματα των μειονοτικών
γλωσσών στα διάφορα όργανα που χαράσσουν την ευρωπαϊκή πολιτική. Όπως
μας θυμίζει η Διβάνη για την περίοδο της ΚτΕ, οι «Εργατικοί», το αγγλικό
σοσιαλιστικό κόμμα, επισήμαναν πώς στο ζήτημα των μειονοτήτων, «το κομβικό
θέμα δεν ήταν τα διαφορετικά φυλετικά, γλωσσικά και άλλα χαρακτηριστικά,
αλλά οι διαφορετικές οικονομικές ταχύτητες πλειονότητας και μειονοτήτων».
(Διβάνη: 1995, σελ. 43). Το σοσιαλιστικό πολιτικό ρεύμα υποστήριζε τη λήψη
θετικών μέτρων για τις μειονότητες, ώστε να καλυφθούν οι ανισότητες. Το
φιλελεύθερο πολιτικό ρεύμα από την άλλη, υποστήριζε μόνο τη διασφάλιση των
βασικών ελευθεριών και των ατομικών δικαιωμάτων που εξασφαλίζουν τη
λειτουργία του «φυσικού» νόμου της αγοράς. 73

VII. Ελλάδα και μειονοτικές γλώσσες. 90

i). Σύντομο χρονικό. 92

Όπως και στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο, έτσι και στην περίπτωση της
Ελλάδας, τα θέματα ετερότητας και ο τρόπος αντιμετώπισης τους καθορίστηκαν
από την πορεία συγκρότησης του ελληνικού έθνους στο πλαίσιο ενός σύγχρονου
εθνικού κράτους. Και όπως και στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο έτσι και στην
περίπτωση της Ελλάδας, η γλώσσα αποτέλεσε το βασικό άξονα πάνω στον οποίο
στηρίχθηκε η πορεία αυτή. 92

Όμως η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει πολλές ιδιομορφίες. Στις χώρες της


δυτικής Ευρώπης, η δημιουργία των εθνικών κρατών προετοιμάστηκε και
στηρίχθηκε από τα διδάγματα του γαλλικού και αγγλικού διαφωτισμού που
προσέφεραν το πολιτικό πρότυπο του εθνικού κράτους. Η πορεία όμως προς τη
δημιουργία του ελληνικού κράτους αν και στο ξεκίνημά της στηρίχθηκε στο ίδιο
αυτό πρότυπο, στη συνέχεια, ακολούθησε το γερμανικό πολιτιστικό πρότυπο του
εθνικού κράτους, το οποίο προσέφερε ο γερμανικός ιδεαλισμός-εθνικισμός. 92

8
Κατά τα προεπαναστατικά χρόνια φτάνει στην ολοκλήρωσή της μια διαδικασία
που ξεκινά από τα μέσα του 17ου αιώνα. Η σταδιακή κατάρρευση του
διοικητικού συστήματος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που ξεκινά την εποχή
εκείνη, επιτρέπει την «απόκτηση μιας ευρύτατης οικονομικής και πολιτικής
αυτονομίας απέναντι στην κεντρική οθωμανική εξουσία», (Μηλιός: 1997, σελ
284). Η αυτονομία αυτή οδήγησε περιοχές του νότιου και νησιωτικού ελληνικού
χώρου στην ανάπτυξη των μεταφορών και του διακομιστικού εμπορίου,
διαδικασία που τους έφερε σε επαφή με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή
πραγματικότητα. Διαμορφώθηκε έτσι μια αστική τάξη ευρωπαϊκού τύπου, στην
οποία υπήρχε γόνιμο έδαφος για την «ανάπτυξη και κυριαρχία των
φιλελεύθερων-εθνικών αστικών ιδεών, ήδη αρκετές δεκαετίες πριν την
επανάσταση του 1821…» (Μηλιός: 1997, σελ. 285). 93

Την περίοδο εκείνη δεν υπήρχε ακόμα διαμορφωμένη η έννοια της εθνικής
συνείδησης στους πληθυσμούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας. «Οι εθνικές
συνειδήσεις των σκλαβωμένων χριστιανών εξασθενούν και τελικά
αποναρκώνονται. Στη θέση τους προβάλλει, αναπτύσσεται και επιβάλλεται η
συνείδηση του χριστιανού, η οποία ανυψώνεται αντιμέτωπη προς τη συνείδηση
του μουσουλμάνου». (Α. Κ. Βακαλόπουλος, στο Μηλιός: 1997, σελ. 287). 93

Όμως η χριστιανική συνείδηση την εποχή εκείνη συνεπαγόταν και μια μορφή
ελληνικής συνείδησης καθώς στην κορυφή της διοικητικής πυραμίδας των
χριστιανικών αρχών της αυτοκρατορίας (Οικουμενικό Πατριαρχείο,
Φαναριώτες, υποτελείς πρίγκιπες των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών) βρίσκονταν
Έλληνες και χρησιμοποιούταν η ελληνική γλώσσα. Όπως παρατηρεί ο
Hobsbawm, «οι μορφωμένες και εμπορικές τάξεις των Βαλκανίων, της περιοχής
της Μαύρης Θάλασσας και της Ανατολής, οποιαδήποτε και αν ήταν η εθνική
καταγωγή τους, είχαν εξελληνιστεί ακριβώς εξαιτίας της φύσης των
δραστηριοτήτων τους», που απαιτούσαν από τη μία την ανάπτυξη σχέσεων με
την κρατική διοίκηση και από την άλλη την ανάπτυξη εμπορικών επαφών και
συνεργασιών με την αντίστοιχη αστική τάξη του κυρίως ελλαδικού χώρου. (Στο
Μηλιός: 1997, σελ. 289). Η ελληνική γλώσσα, που ήταν και η μόνη τυπωνόμενη
βαλκανική γλώσσα, από τον 17ο ως τον 19ο αιώνα, αποτελεί το όχημα της
μετάδοσης των φιλελεύθερων ιδεών του ευρωπαϊκού διαφωτισμού για το σύνολο
των χριστιανικών πληθυσμών στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. 93

9
Η ελληνική εθνική συνείδηση αρχίζει να αναπτύσσεται πολύ πριν ξεκινήσει η
αντίστοιχη διαδικασία στους άλλους λαούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Αυτό επιτρέπει στους Έλληνες διαφωτιστές και επαναστάτες να απευθύνουν το
κάλεσμά όχι μόνο στους ελληνικής καταγωγής υπηκόους της αυτοκρατορίας,
αλλά στο σύνολο του χριστιανικού πληθυσμού. «Ο Μωρέας, η Θεσσαλία, η
Σερβία, η Βουλγαρία, τα νησιά του Αρχιπελάγους, εν ενί λόγω η Ελλάς άπασα
έπιασε τα όπλα διά να αποτινάξη τον βαρύν ζυγόν των βαρβάρων», έγραφε στις
24/2/1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. (Στο Μηλιός: 1997, σελ. 292). Πριν την
ανάπτυξη των εθνικών ιδεολογιών των υπόλοιπων λαών της οθωμανικής
αυτοκρατορίας, ο ελληνικός διαφωτισμός φιλοδοξούσε να συμπεριλάβει στον
αγώνα για ελευθερία όλους τους ορθόδοξους χριστιανικούς πληθυσμούς των
Βαλκανίων, τους οποίους συγκατάλεγε στους Έλληνες, ανεξάρτητα από τη
γλώσσα που μιλούσαν. Οραματίζονται πάνω από όλα μια πολιτική ένωση όλου
του χριστιανικού πληθυσμού, στα πρότυπα που έθεσαν οι Γάλλοι διαφωτιστές
και η Γαλλική Επανάσταση. Στα έργα των γαλλομαθών Φαναριωτών, αλλά και
διαφωτιστών όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Δημήτριος Καταρτζής, ο Ρήγας
Φεραίος είναι έκδηλες οι επιδράσεις του γαλλικού διαφωτισμού. (Πολίτης: 2002,
σελ 91-97). 94

Οι διακηρύξεις των Ελλήνων διαφωτιστών βρήκαν ανταπόκριση σε εκείνες τις


τάξεις του λαού που ανεξάρτητα από τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν ή τις
ιδιαίτερες πολιτιστικές παραδόσεις τους, είχαν ενταχθεί κοινωνικά και
οικονομικά στο περιβάλλον που είχε διαμορφώσει η ελληνική αστική τάξη. Οι
τάξεις αυτές συμμετείχαν ενεργά στην ελληνική επανάσταση προσφέροντας
πολλά στον απελευθερωτικό αγώνα. (Μηλιός: 1997, σελ. 293). 94

Με την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους και τη σταδιακή εδαφική επέκτασή
του, προσαρτούνταν σε αυτό εδάφη που «χαρακτηρίζονταν από έντονη
εθνογλωσσική πολυμορφία…», (Τσιτσελίκης-Χριστόπουλος: 1997, σελ. 426), ενώ
παράλληλα αρχίζει να αναπτύσσεται η ελληνική εθνική ιδεολογία που
τροφοδοτείται πια κυρίως από τις θέσεις του γερμανικού ιδεαλισμού που την
εποχή εκείνη βρίσκεται στην ακμή του. 94

Στο τέλος του Β΄ βαλκανικού πολέμου το 1913 το ελληνικό κράτος είχε αυξήσει
τα εδάφη του κατά 68% και κατά 78% τον πληθυσμό του. Σύμφωνα με τους
Τσιτσελίκη-Χριστόπουλο την περίοδο εκείνη το «15% των Ελλήνων πολιτών

10
άνηκε σε κάποιου είδους μειονότητες, σλαβόφωνοι, τουρκόφωνοι και
αλβανόφωνοι, χριστιανοί ή μουσουλμάνοι, Εβραίοι, Βλάχοι, Αρμένιοι και
Τσιγγάνοι», (Τσιτσελίκης-Χριστόπουλος: 1997, σελ. 427). Το τέλος του
ελληνοτουρκικού πολέμου του 1919-1922 και η έξοδος από τον Α΄ Παγκόσμιο,
φέρνει για πρώτη φορά το ελληνικό κράτος αντιμέτωπο με τα μειονοτικά
θέματα, που πλέον παίρνουν τη μορφή θεμάτων όχι μόνο εσωτερικής αλλά και
εξωτερικής πολιτικής. Την περίοδο των βαλκανικών πολέμων συντελούνται
μετακινήσεις πληθυσμών, ενώ το 1919 και το 1923, το ελληνικό κράτος
συμφώνησε σε ανταλλαγή πληθυσμών με τη Βουλγαρία και την Τουρκία
αντίστοιχα. Με τη ρύθμιση που πρόβλεπε την παραμονή των ελληνορθόδοξων
της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου στην Τουρκία και των
μουσουλμάνων στην Ελλάδα, δημιουργήθηκε και νομικό θέμα μειονοτήτων στις
δύο χώρες, το καθεστώς των οποίων ρυθμίστηκε με τη συνθήκη της Λοζάνης,
(Τσιτσελίκης-Χριστόπουλος: 1997, σελ. 427). Τα μειονοτικά θέματα από την
εποχή εκείνη καθίστανται πλέον διεθνή, καθώς οι μειονότητες εντάσσονται στο
σύστημα προστασίας της ΚτΕ, (βλ. κεφ. III, i). 94

Η Ελλάδα βρέθηκε στο στρατόπεδο των χωρών που επιθυμούσαν τη διατήρηση


της κατάστασης όπως είχε διαμορφωθεί, τη στιγμή που οι γειτονικές τις χώρες,
Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Τουρκία, ανήκαν στις «αναθεωρητικές» χώρες.
Οι αναθεωρητικές χώρες επένδυσαν πολλές από τις ελπίδες τους για αλλαγή του
status quo στην εκμετάλλευση των μειονοτικών θεμάτων, ενώ πολλές φορές και
οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής έβλεπαν τα μειονοτικά θέματα ως ευκαιρία για
παρεμβάσεις στα εσωτερικά ζητήματα και τις διμερείς σχέσεις τρίτων χωρών,
(Διβάνη: 1995). 95

Την περίοδο αυτή διαμορφώνεται η ελληνική στάση για τα ζητήματα


ετερότητας, στάση που ελάχιστα έχει αλλάξει μέχρι σήμερα. 95

ii). Η ελληνική στάση για τα ζητήματα ετερότητας. 95

Την ελληνική στάση για τα ζητήματα ετερότητας καθόρισε ένα πλέγμα


παραγόντων. Πρώτος παράγοντας ήταν το αρνητικό κλίμα που ούτως ή άλλως
είχε διαμορφωθεί για τις μειονότητες, εξαιτίας της μονομερούς επιβολής των
μειονοτικών συνθηκών από τις μεγάλες δυνάμεις στις λιγότερο ισχυρές χώρες.
Τα κράτη που υποχρεώθηκαν να υπογράψουν τις συνθήκες αυτές, ανάμεσά τους

11
και το ελληνικό, τις αντιμετώπισαν από την αρχή «ως υποτιμητικό βάρος και ως
προϊόν διακρίσεων», (Διβάνη: 1995, σελ. 372). Θεωρούσαν ότι τα μειονοτικά
ζητήματα έδιναν αφορμή σε τρίτους να παρεμβαίνουν στα εσωτερικά τους και να
υπονομεύσουν την κρατική τους κυριαρχία. Από την άλλη μεριά, η στάση των
«αναθεωρητικών» χωρών να χρησιμοποιούν ως μέσο πίεσης τις συγγενικές τους
μειονότητες για να προκαλέσουν αναταραχή, ελπίζοντας σε αλλαγή της
κατάστασης που είχε διαμορφωθεί, έκανε ακόμα πιο αρνητικό το κλίμα για τις
μειονότητες. Ειδικότερα, στην ελληνική περίπτωση, η ένταξη στο στρατόπεδο
των «αναθεωρητικών» των όμορων με την Ελλάδα κρατών (Αλβανία,
Βουλγαρία, Τουρκία), επιβάρυνε ακόμα περισσότερο το κλίμα για τις
μειονότητες. 95

Η παρουσία ελληνικών πληθυσμών εκτός των ελληνικών συνόρων είναι ένας


άλλος παράγοντας που διαμόρφωσε την ελληνική στάση για τα μειονοτικά
θέματα. Οι περισσότερες ελληνικές κυβερνήσεις του μεσοπολέμου πίστευαν ότι η
εξασφάλιση ενός ανεκτού επιπέδου διαβίωσης για της ελληνικές μειονότητες,
περνούσε μέσα από την καλλιέργεια καλών σχέσεων με τη χώρα που τις
«φιλοξενούσε». Η ελληνική στάση για τα μειονοτικά ζητήματα σε μεγάλο βαθμό
καθορίστηκε από την αρχή της αμοιβαιότητας. «Η συμπεριφορά των ελληνικών
αρχών απέναντι στις μειονοτικές ομάδες ήταν ευθέως ανάλογη των σχέσεων που
διαμόρφωναν με το συγγενικό τους κράτος» (Διβάνη: 1995, σελ. 373). 96

Πέρα από όλα αυτά όμως, ο παράγοντας ο οποίος καθόρισε περισσότερο από
οποιονδήποτε άλλο την ελληνική στάση για τα μειονοτικά θέματα, δεν ήταν
άλλος από την επιτακτική ανάγκη του ελληνικού κράτους να ομογενοποιήσει
εθνικά την επικράτεια του και ιδιαίτερα τις περιοχές εκείνες που παρουσίαζαν
έντονη εθνική, γλωσσική ή θρησκευτική ετερότητα. Με την έξοδο της Ελλάδας
από μια δεκαετία σκληρών πολεμικών επιχειρήσεων και κάτω από το
συντριπτικό βάρος της Μικρασιατικής Καταστροφής, η ελληνική εθνική
ιδεολογία εγκαταλείπει πια τα όνειρα της Μεγάλης Ιδέας, για να ασχοληθεί με το
πραγματικό ζήτημα της συγκρότησης ενός σύγχρονου κράτους, που βέβαια δε θα
μπορούσε παρά να ακολουθήσει το σύγχρονο ευρωπαϊκό πρότυπο του εθνικού
συγκεντρωτικού κράτους. Οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών κατά τη
διάρκεια των βαλκανικών πολέμων και οι ανταλλαγές πληθυσμών με τη
Βουλγαρία και την Τουρκία άλλαξαν τη δημογραφική πραγματικότητα στη

12
Μακεδονία και τη Θράκη (Μηλιός: 1997). Όμως αν και ελαχιστοποιημένη σε
σχέση με τα δεδομένα της προηγούμενης δεκαετίας, η ετερότητα συνέχιζε να
αποτελεί πραγματικότητα για το ελληνικό κράτος. Οι πρώτες ελληνικές
κυβερνήσεις του μεσοπολέμου και ιδιαίτερα η τελευταία κυβέρνηση του
Βενιζέλου «φρόντισαν να διαμορφώσουν ένα ευνοϊκό πλαίσιο διαβίωσης για τις
μειονότητες», ώστε να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη τους προς το ελληνικό κράτος
και να περιοριστεί η εκμετάλλευσή τους από τα γειτονικά κράτη (Διβάνη: 1995,
σελ. 374). 96

Όμως η γενικότερη πολιτική αναταραχή που ακολούθησε και η οποία κατέληξε


στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου υπό τον Ι. Μεταξά, διέκοψε την εφαρμογή
της πολιτικής αυτής. Έχει ενδιαφέρον το απόσπασμα μιας ανέκδοτης έκθεσης
από το αρχείο του Ι. Μεταξά «Περί της συναισθηματικής, γλωσσικής κ.λπ.
καταστάσεως των Σλαυοφώνων Μακεδόνων», που παραθέτει ο Μηλιός: «Η
εσωτερική των ισχυρά συνοχή και προσήλωσις εις την Βουλγαρικήν Ιδέαν… η
εμμονή των Σλαυοφώνων εις τας από 10ετίας παλαιάς σλαυϊκάς τοπωνυμίας…
παρέχουσι εις τους επισκεπτομένους τα μέρη ταύτα εντυπώσεις κάθε άλλο παρά
ελληνικάς…» (Μηλιός: 1997, σελ. 306). Δεν είναι βέβαιο τυχαίο πως το καθεστώς
του ’36 προχώρησε σε απαγορευτικά και κατασταλτικά μέτρα εναντίον των
μειονοτικών ομάδων (Διβάνη: 1995, σελ. 375). 96

Τέλος, οι πληθυσμιακές μεταβολές στον ελληνικό χώρο ολοκληρώθηκαν τα


χρόνια του Β΄ Παγκόσμιου και την περίοδο του εμφυλίου που τον ακολούθησε. Η
εξόντωση μεγάλου μέρους της Εβραϊκής μειονότητας από τις ναζιστικές
δυνάμεις κατοχής και ο διωγμός των Αλβανών της Δ. Ηπείρου (των λεγόμενων
Τσάμηδων) και σημαντικού αριθμού σλαβόφωνων, σημάδεψαν την πορεία των
μειονοτικών ομάδων στην Ελλάδα. Στα χρόνια που ακολούθησαν το ελληνικό
κράτος αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε μειονότητας, εκδηλώνοντας «την
αποστροφή» του, κατά τους Τσιτσελίκη-Χριστόπουλο (Τσιτσελίκης-
Χριστόπουλος: 1997, σελ. 428), με μοναδική εξαίρεση τη μουσουλμανική
μειονότητα, όπως αυτή περιγράφεται στη συνθήκη της Λοζάνης. 97

Οι δύο νομικοί περιγράφοντας την ελληνική πραγματικότητα για το θέμα των


μειονοτήτων, δίνουν πέντε σημεία που την αποτυπώνουν με τον καλύτερο τρόπο:
97

13
«α). Στην Ελλάδα υπάρχει μια σχετική –ελάχιστη σε σχέση με τα δεδομένα των
Βαλκανίων αλλά υπαρκτή– εθνοτική, γλωσσική, και θρησκευτική ποικιλότητα
Ελλήνων υπηκόων. β). Το ελληνικό κράτος αρνείται να δεχθεί οποιαδήποτε άλλη
ετερότητα πέρα από αυτή που προβλέπεται από τη συνθήκη της Λοζάνης. γ).
Υπάρχει μια σειρά λιγοστών, αλλά όχι αμελητέων, διεκδικήσεων συγκεκριμένων
τμημάτων αυτού του πληθυσμού, αφ’ ενός να αναγνωρισθούν ως τέτοια
σύμφωνα με τη βούλησή τους και αφ’ ετέρου να προστατευθούν νομικά οι
ιδιαιτερότητές τους. δ). Οι ιδεολογικοί μηχανισμοί της ελληνικής εξωτερικής
πολιτικής και διπλωματίας, αδυνατούν να δημιουργήσουν ηγεμονικούς όρους
κατά την άσκησή της, ως προς το ζήτημα των μειονοτήτων. ε). Αντίστροφα,
υπάρχει πλήρης ηγεμονία της κυρίαρχης ελληνικής θέσης στη συντριπτική
πλειοψηφία των Ελλήνων και η ύπαρξη ενός αρνητικού –σχεδόν εχθρικού–
κλίματος εκ μέρους της ελληνικής κοινής γνώμης σχετικά με τα μειονοτικά
ζητήματα και διεκδικήσεις στην Ελλάδα». (Τσιτσελίκης-Χριστόπουλος: 1997,
σελ. 419-420). 97

Το πλούσιο πολιτισμικό παρελθόν των Βαλκανίων και της ανατολικής


Μεσογείου έχει αφήσει τα αποτυπώματά του στη σύγχρονη γλωσσική
πραγματικότητα της περιοχής. Αν και με την ίδρυση των εθνικών κρατών στην
περιοχή, μεγάλο μέρος της ποικιλότητας αυτής θυσιάστηκε για χάρη του
οικονομικού και κοινωνικού «εκσυγχρονισμού» και της δικαίωσης των εθνικών
ιδεολογιών, σύμφωνα με το πολιτικό και πολιτιστικό πρότυπο του εθνικού
κράτους, η γλωσσική ετερότητα παραμένει ζωντανή στο τμήμα αυτό της
Ευρώπης. Η Ελλάδα δεν αποτελεί την εξαίρεση στην πραγματικότητα αυτή. 98

iii). Οι μειονοτικές γλώσσες στην Ελλάδα. 98

Η Ελλάδα σήμερα μπορεί αβίαστα να χαρακτηριστεί ως μια από τις πλέον


ομογενοποιημένες πολιτισμικά και γλωσσικά, χώρες στην Ευρώπη. Η γλωσσική
ετερότητα στην Ελλάδα ποτέ δεν ξεπέρασε από το 1920 και έπειτα το 10% επί
του συνολικού πληθυσμού, ενώ σήμερα υπολογίζεται ότι βρίσκεται σε επίπεδα
χαμηλότερα του 4%. (Τσιτσελίκης-Χριστόπουλος: 1997, σελ. 433). 98

Από τις στατιστικές των ετών 1928, 1940 και 1951 (βλ. και πίνακα IV) οι οποίες
περιείχαν ερωτήματα σχετικά με την ομιλούμενη και τη μητρική γλώσσα,
διακρίνεται τόσο η χρήση στον ελληνικό χώρο γλωσσών που μπορούν να

14
χαρακτηριστούν μειονοτικές, όσο και η σταδιακή συρρίκνωση της χρήσης τους.
Οι γλώσσες που καταγράφονται στις στατιστικές αυτές και που θα μπορούσαν
σήμερα να χαρακτηριστούν μειονοτικές είναι στην τρέχουσα ονομασία τους οι
εξής: η αρβανίτικη, η βλάχικη, η πομακική, η ρομανί, η σλαβομακεδονική και η
τουρκική, (Τσιτσελίκης-Χριστόπουλος: 1997, σελ. 434). 98

Από το 1951 μέχρι και σήμερα το ελληνικό κράτος δεν έχει προχωρήσει σε
καμία άλλη επίσημη καταγραφή της γλωσσικής ετερότητας, υποστηρίζοντας
προφανώς την άποψή του για την ύπαρξη μόνο μίας μορφής ετερότητας –
θρησκευτική– και μίας μειονότητας –μουσουλμανική–, σύμφωνα με τα όσα
περιγράφει η συνθήκη της Λοζάνης. Η έρευνα του «Ευρωμωσαϊκού» δίνει
κάποια στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των ομιλητών των γλωσσών αυτών (βλ.
και πίνακα III.), χωρίς όμως τη βεβαιότητα που θα απόρρεε από μια σύγχρονη
απογραφή. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι το γεγονός πως καμία από
τις παραπάνω γλώσσες –με την εξαίρεση της τουρκικής–, δε μπορεί να έχει
καμιά επίσημη αναγνώριση σύμφωνα με την παρούσα κατάσταση. 98

Οι έρευνες του «Ευρωμωσαϊκού» και του EBLUL κατατάσσουν τις μειονοτικές


γλώσσες της Ελλάδας –εκτός από την ελληνική ρομανί που δεν καταγράφεται–,
στις πλέον «ασθενείς» της Ευρώπης, δηλαδή σε αυτές που μέσα στα επόμενα
χρόνια θα σταματήσουν να μιλιούνται, τουλάχιστο μέσα στον ελληνικό χώρο (βλ.
και πίνακα II.). Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η τουρκική η οποία έχει μία
έμμεση αναγνώριση από το ελληνικό κράτος, ως γλώσσα διδασκαλίας της
μουσουλμανικής μειονότητας. Εκτός από την έλλειψη της κρατικής
υποστήριξης, υπάρχουν και άλλοι λόγοι, όπως η συγκεντρωτική διοικητική δομή
του ελληνικού κράτους, η τοποθέτηση των περισσότερων μειονοτικών γλωσσών
στις φτωχότερες περιφέρειες της χώρας και η χαμηλή κοινωνική και οικονομική
θέση –στην πλειονότητα των περιπτώσεων– των ομιλητών τους, που συμβάλλουν
στη συρρίκνωση της χρήσης των γλωσσών αυτών. 99

Γλωσσολογικά, όλες οι μειονοτικές γλώσσες του ελλαδικού χώρου


χαρακτηρίζονται ως γλώσσες απόκλισης [Abstand] σε σχέση με την πλειονοτική
ελληνική γλώσσα. Ο παράγοντας αυτός, σε συνδυασμό με το γεγονός ό,τι οι
περισσότερες από αυτές έχουν αναφορά σε όμορα κράτη ως η επίσημη γλώσσα
τους, ή ως διάλεκτοι της επίσημης γλώσσας, θα μπορούσε να λειτουργεί

15
ενισχυτικά για αυτές. Στην πράξη όμως κάτι τέτοιο φαίνεται να ισχύει μόνο για
την τουρκική γλώσσα. 99

Οι μειονοτικές γλώσσες στην Ελλάδα –με εξαίρεση την τουρκική–, μπορεί να


εντάσσονται στο ίδιο πολιτικό πλαίσιο που διαμορφώνεται από την αδιαφορία
του ελληνικού κράτους για αυτές και να αντιμετωπίζουν το ίδιο –λιγότερο ή
περισσότερο– δυσοίωνο μέλλον. Αποτελούν όμως ξεχωριστές περιπτώσεις και ως
τέτοιες θα εξεταστούν στη συνέχεια. 99

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. 108

.A Πίνακες. 108
.I Η εφαρμογή του «Χάρτη για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικές Γλώσσες» ανά κράτος. 108
.II Η κατάταξη του «Ευρωμωσαϊκού». 110
.III Δημογραφικά στοιχεία του «Ευρω-μωσαϊκού» και η κατάταξη του EBLUL. 112
.IV Συγκριτικός πίνακας των στοιχείων των στατιστικών των ετών 1928, 1940 και 1951, σχετικά
με τις ομιλούμενες γλώσσες στην Ελλάδα. 114
.V Δείκτης προσβολής της βιωσιμότητας των μειονοτικών γλωσσών στην Ελλάδα. 115
.B Βιβλιογραφία. 117

16
Εισαγωγή.
«Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας, έμαθ’ επάνω κάτω σαν
τους Έλληνας να φέρεται κ’ έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν χαλάσει την καλούτσικην
εντύπωσι μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά κ’ οι Αλεξανδρινοί τον
πάρουν στο ψιλό, ως είναι το συνήθειό τους, οι απαίσιοι. Γι’ αυτό περιοριζόταν σε
λίγες λέξεις, προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορά κ’ έπληττεν ούκ
ολίγον έχοντας κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.» («Ηγεμών εκ δυτικής Λιβύης»,
Κ. Π. Καβάφης, 1928).
«Την γλώσσαν την ελληνική οι Πωσειδωνιάται εξέχασαν τόσους αιώνας
ανακατευμένοι με Τυρρηνούς και με Λατίνους, κι άλλους ξένους. Το μόνο που τους
έμενε προγονικό ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες, με λύρες και με
αυλούς, με αγώνας και στεφάνους κ΄ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής τα
παλαιά τους έθιμα να διηγούνται, και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε, που μόλις
πια τα καταλαβαίνουν ολίγοι. Και πάντα μελαγχολικά τελειών’ η γιορτή τους.»
(«Πωσειδωνειάται», Κ. Π. Καβάφης, από τα «Ανέκδοτά» του).
Ο Παλαμάς σχολιάζοντας το έργο του Καβάφη έλεγε για αυτόν ότι «κάνει
ρεπορτάζ από τους αιώνες (και μάλιστα όχι πολύ καλό)».Ο Τσίρκας από την άλλη
μας έδειξε με τον «Πολιτικό Καβάφη» πως ο αλεξανδρινός ποιητής έκανε ρεπορτάζ
για την εποχή του. Γιατί, όπως και αν έχει, οι στίχοι είναι είδηση με σημερινή πάντοτε
ημερομηνία. Μια γλώσσα αφήνεται να ξεχασθεί, με μόνο ενθύμιο της πια κάποια
ονόματα και μια γιορτή «προγονική». Η ίδια γλώσσα κάπου αλλού γίνεται ζηλευτή
κατάκτηση, με αντίτιμο την πλήξη και τις «στοιβαγμένες κουβέντες». Αυτό δεν είναι
ρεπορτάζ χθεσινό, ούτε καν σημερινό. Είναι αυριανό.
i.) Η γλώσσα.
Η γλώσσα είναι τρόπος ορισμού και οργάνωσης του κόσμου, ένα οργανωμένο
σύστημα σημείων, με το οποίο «νοήματα και έννοιες, αισθήματα και
συναισθήματα… ενσωματώνονται, μορφοποιούνται και εκφράζονται» από τον
άνθρωπο. (Μπαμπινιώτης: 1998, σελ. 35). Φορέας της γλώσσας, «… πατρίδα της
γλώσσας, της κάθε γλώσσας, είναι η μία και ενιαία ανθρώπινη νόηση…» (Χριστίδης:
1997, σελ. 91), ο λόγος, που μοιάζει «… μ’ ένα φύλλο χαρτιού, (που) η σκέψη
αποτελεί τη μια όψη του και οι ήχοι (η γλώσσα) την άλλη…» (De Saussure, στο
Μπαμπινιώτης: 1998, σελ. 36).
H δεύτερη όψη του φύλου, η ομιλία –[parole] κατά τον Saussure–, «οι
φυσικές γλώσσες» για τις οποίες κάνει λόγο ο Μπαμπινιώτης, είναι η μετουσίωση σε
πράξη, η εφαρμογή της έμφυτης «γλωσσικής ικανότητας» του ανθρώπου, (Chomsky,
στο Θεοφανοπούλου-Κοντού: 2002, σελ. 38).
Οι ποικίλες μορφές που η γλωσσική πράξη παίρνει σε κάθε περίπτωση και οι
οποίες γίνονται αντιληπτές με εμπειρικό τρόπο μέσα από τις ανθρώπινες αισθήσεις,
είναι αυτές που δέχονται τις κάθε είδους αξιολογήσεις και ταξινομήσεις.
Αν η γλώσσα έπαιρνε ανθρώπινη μορφή, εκτός από καθολική, θα ήταν και
«καθολικά διαμαρτυρόμενη», κάθε φορά που θα άκουγε πως η Χ γλώσσα είναι
καλύτερη από την Ψ. Όμως κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί ούτε στην πλέον ευφάνταστη
μυθολογία. Η γλώσσα υπάρχει, ή αλλιώς «απλώς δεν υπάρχει», χωρίς εκείνους που τη
χρησιμοποιούν, (Hamberland: 1997, σελ. 17). Όμως όπως έχει ειπωθεί, «μόνο
μπροστά στο Θεό και στο γλωσσολόγο είναι όλες οι γλώσσες ίσες», (στο Edwards:
1994, σελ. 102) και ακόμη και σήμερα υπάρχει η ανάγκη οι γλωσσολόγοι να
υποστηρίζουν δημόσια ότι όλες οι γλώσσες είναι σύνθετα και επαρκή συστήματα
επικοινωνίας. (Trudgill: 1991, σελ. 61).
ii). Γλώσσα και κοινωνία.
«Η γλώσσα ως σύνολο είναι κάτι πολύπλευρο και ετερογενές. Πατώντας
συγχρόνως σε διάφορους επιστημονικούς χώρους ανήκει τόσο στο άτομο όσο και
στην κοινωνία. Έτσι δε μπορούμε να την κατατάξουμε σε καμιά κατηγορία των
εκδηλώσεων του ανθρώπου, γιατί δε μπορούμε να ανακαλύψουμε την ενότητά της.
Αν μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε το πλήθος των λεξικών εικόνων των
αποθηκευμένων στο νου όλων των ατόμων, θα διαπιστώναμε τον κοινωνικό
χαρακτήρα του λόγου. Είναι ένας θησαυρός που κατατίθεται από τα μέλη μιας
ορισμένης κοινότητας με την ενεργό χρήση του λόγου (με την ομιλία τους). Είναι το
γραμματικό σύστημα που υπάρχει δυνάμει σε κάθε ανθρώπινο όν ή ακριβέστερα, στο
νου μιας ομάδας ατόμων. Γιατί ο λόγος δεν είναι πλήρης σε κανένα άτομο.
Πληρότητα εμφανίζει μόνο στην ομάδα.» (De Saussure, στο Μπαμπινιώτης: 1998,
σελ. 19).
Κανείς δε μπορεί να ξέρει πώς δημιουργήθηκε η πρώτη κοινωνία, όπως κανείς
δε μπορεί να γνωρίζει πώς ήταν η πρώτη γλώσσα που μιλήθηκε, (ο άνθρωπος
τραγούδησε ή μίλησε πρώτα;)
Κανείς όμως δε μπορεί να φανταστεί, να εννοήσει την κοινωνία χωρίς την
επικοινωνία, δηλαδή την κοινωνία χωρίς τη γλώσσα. Επίσης κανείς δε μπορεί ούτε να
φανταστεί, ούτε να εννοήσει κοινωνία, στην οποία να μην υπάρχει καταμερισμός των
εργασιών ανάμεσα στα μέλη της. Πολλοί όμως φαντάζονται αλλά ελάχιστοι έχουν
καταφέρει να εννοήσουν και ακόμη λιγότεροι να ζήσουν μια κοινωνία χωρίς σχέσεις
εξουσίας και δύναμης.
Το 1933 ο Leonard Bloomfield μας πρότεινε να φανταστούμε ένα μεγάλο
πίνακα στον οποίο μια κουκίδα αντιπροσωπεύει κάθε ομιλητή μέσα σε μια κοινότητα
και ότι κάθε φορά που κάποιοι ομιλητές προφέρουν μια πρόταση, ένα βέλος
σχεδιάζεται πάνω στο χάρτη ξεκινώντας από την κουκίδα του ομιλητή και ενώνοντάς
τη με την κουκίδα που αντιπροσωπεύει κάθε ακροατή του. Στο τέλος μιας περιόδου
περίπου 70 ετών ο χάρτης θα μας δείξει την πυκνότητα της επικοινωνίας μέσα στην
κοινότητα… Οι υποκείμενες ομάδες θα διαχωρίζονται από γραμμές αδυναμίας σε
αυτό το δίκτυο προφορικής επικοινωνίας. (στο Gumperz: 1986, σελ. 3).
Η περιγραφή αυτή, με την πρώτη ματιά, δείχνει εξαιρετικά απλουστευτική.
Όμως ο Bloomfield, o «πατέρας» του αμερικάνικου δομισμού που χαρακτηρίστηκε
από την εμμονή στην ταξινόμηση ως μέσο περιγραφής, υπέδειξε με το παράδειγμα
αυτό πώς υπάρχει ευθεία αντιστοίχηση της δομής μιας κοινωνίας με τη γλωσσική της
συμπεριφορά. Είπε πως μέσα σε μια κοινότητα υπάρχουν κάποιοι που μιλάνε και τους
ακούνε όλοι και άλλοι που το βέλος της ομιλίας τους φτάνει το πολύ μέχρι τη διπλανή
κουκίδα, μέχρι το διπλανό ομιλητή, και πως αυτή η ομάδα των ομιλητών
διαχωρίζεται από το σύνολο με γραμμές αδυναμίας. Υπαινίχθηκε ο Bloomfield, πως
οι κοινωνικές δομές δημιουργούν κανάλια μέσα στα οποία διαχέεται η γλώσσα και τα
οποία καθορίζουν την επικοινωνία μέσα στην κοινωνία.
Οι δομές σε κάθε κοινωνικό σύνολο είναι κυρίως παράγωγα των σχέσεων
ισχύος που συνδέουν τα μέλη της. Καθορίζουν τη λειτουργία των μελών της
κοινωνίας και τη θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία. Αποδίδουν στο κάθε μέλος ένα
κοινωνικό ρόλο. Όπως συνηθίζουν να λένε οι κοινωνιολόγοι, ο κοινωνικός ρόλος
δημιουργεί αντίστοιχη κοινωνική συνείδηση, κοινωνική συμπεριφορά.
«Η κοινωνιογλωσσολογία είναι κυρίως η προσπάθεια να εξάγεις την
κοινωνική συνάφεια μέσα από τα διάφορα στοιχεία και τα κομμάτια της γλώσσας, ή
τη γλωσσική συνάφεια από τα διάφορα στοιχεία και κομμάτια της κοινωνίας»,
υποστηρίζει ο Wardhaugh, (Wardhaugh: 1986, σελ. 125).
«…μια γλώσσα θα επιλεχθεί, από συγκεκριμένες κατηγορίες συνομιλητών, σε
συγκεκριμένες κατηγορίες περιστάσεων, για να συζητήσουν συγκεκριμένες
κατηγορίες θεμάτων…», (Fishman: 1972, σελ. 15). Ποιά γλώσσα θα επιλεχθεί, από
ποιούς, πότε και γιατί; Για να συζητηθεί ποιό θέμα; Τι επιδράσεις θα έχει η επιλογή
αυτή στη γλώσσα που επιλέχθηκε και στη γλώσσα που δεν επιλέχθηκε και ποιες
επιδράσεις θα έχει στον ομιλητή που κάνει τη συγκεκριμένη επιλογή, είναι
ερωτήματα που προκύπτουν από αυτή τη φράση του Fishman, που αποτελεί θεμέλιο
της επιστήμης της κοινωνιογλωσσολογίας. Όμως ένα ερώτημα το οποίο δεν
προκύπτει με την πρώτη ματιά περιμένει απάντηση. Πόσο ελεύθερη είναι μια
επιλογή;
Η κοινωνιογλωσσολογία είναι «η μελέτη των επιλογών του ομιλητή».
(Coulmas: 2005).
«Το ενδιαφέρον για τα ζητήματα γλωσσικής ετερότητας αναπτύχθηκε καθώς
περιγραφικοί γλωσσολόγοι εργαζόμενοι ως εθνογράφοι, ειδικοί στη διδασκαλία
δεύτερης γλώσσας ή κυβερνητικοί αξιωματούχοι, άρχισαν να έρχονται σε επαφή με
τις πολύπλοκες κοινωνίες της Ασίας και της Αφρικής. Σε εκείνες τις κοινωνίες δεν
ήταν καθόλου ασυνήθιστο να βρει κάποιος αρκετές γλώσσες, διακριτές και πολλές
φορές ασύνδετες μεταξύ τους, να μιλιούνται εκεί οπού για λόγους επικοινωνιακής
πυκνότητας και με πολιτικά και διοικητικά κριτήρια, έπρεπε να υπολογίζεται ότι
υπάρχει μία αυτόνομη κοινότητα», σημείωνε ο Gumperz. (Gumperz: 1986, σελ. 10).
Κάπως έτσι ξεκίνησε η συστηματική μελέτη της σχέσης της γλώσσας με την
κοινωνία. «Μπορεί να είναι η ανάπτυξη αυτών των πεδίων ενδιαφέροντος
(σημασιολογική περιγραφή, κοινωνιογλωσσική ποικιλότητα), που θα οδηγήσει τους
ιστορικούς της γλωσσολογίας του εικοστού αιώνα, να πουν πως αν το πρώτο μισό του
εικοστού αιώνα χαρακτηρίστηκε από την πορεία προς την αυτονομία της γλώσσας ως
αντικειμένου μελέτης και από την εστίαση στην περιγραφή της δομής, το δεύτερο
μισό χαρακτηρίστηκε από το ενδιαφέρον για τη συνολική ενσωμάτωση της γλώσσας
στο κοινωνιογλωσσικό περιβάλλον και από την εστίαση στην περιγραφή της
λειτουργίας», προέβλεψε ο Hymes το 1964. (Hymes: 1997, σελ. 19).
Πράγματι, η επιστήμη της γλωσσολογίας στράφηκε στα χρόνια αυτά προς την
ανάλυση της λειτουργίας της γλώσσας μέσα στους διάφορους κοινωνικούς
σχηματισμούς και μια από τις θεμελιακές προτάσεις της είναι, πως «η κατάσταση της
κάθε γλώσσας είναι το αποτέλεσμα της συνεπίδρασης ευρέος φάσματος παραγόντων,
πολιτικής, νομικής, ιδεολογικής και ιστορικής, δημογραφικής και γεωγραφικής,
οικονομικής και κοινωνικής, πολιτισμικής, γλωσσικής και κοινωνιογλωσσικής,
διαγλωσσικής και υποκειμενικής φύσης...», προτάσεις που έχουν υιοθετηθεί από
διεθνείς οργανισμούς όπως η UNESCO, (UNESCO: 1996) και οι οποίες
τροφοδότησαν τη σκέψη για τα γλωσσικά ζητήματα.
Στα χρόνια αυτά η κοινωνιογλωσσολογία προσέφερε την απαραίτητη
θεωρητική βάση και τα επιστημονικά δεδομένα, ώστε να αρχίσουν να
αποκαλύπτονται οι διαστάσεις της έννοιας της γλώσσας. Η νέα γνώση οδήγησε σε
ευρύτερο κοινωνικό προβληματισμό και στη δημιουργία κοινωνικών κινημάτων.
«Η κοινωνική δικαιοσύνη και οι αρμονικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων σε
κοινωνίες όπου καλλιεργείται το δημοκρατικό ήθος είναι οι βασικοί στόχοι του
κινήματος στην εκπαίδευση που πριμοδοτεί την ανάπτυξη της «γνώσης για τη
γλώσσα» [knowledge about language] ή της «γλωσσικής συνειδητότητας» [language
awareness], το οποίο ξεκίνησε στη Βρετανία, στην Αυστραλία και σε άλλες, κυρίως
αγγλόφωνες χώρες, τη δεκαετία του ’80. Η λογική στην οποία στηρίζεται το κίνημα
αυτό είναι ότι για να έχουμε οι άνθρωποι το μερίδιο που μας αναλογεί στον
καταμερισμό της κοινωνικής δύναμης πρέπει να γνωρίζουμε πώς λειτουργεί η
γλώσσα –η χρήση της οποίας, ως γνωστό, δεν είναι διόλου ιδεολογικά αθώα–.»
(Ανοιχτή επιστολή, M.K Halliday: 2001).
iii). Κάποιες προεκτάσεις.
Το θέμα των μειονοτικών γλωσσών, θέμα εξαιρετικά φορτισμένο πολιτικά και
κοινωνικά, με παρουσία σε όλες σχεδόν τις κοινωνίες του καιρού μας, δε θα
μπορούσε να μην αναδειχθεί μέσα στο πλαίσιο της «κοινωνιογλωσσικής
συνειδητότητας» που έχει αρχίσει να αναπτύσσεται. Καθώς οι κοινωνίες βρίσκονται
σε συνεχή εξελικτική πορεία νέες προκλήσεις παρουσιάζονται και νέα ερωτήματα
έρχονται να προστεθούν στα παλιά.
Ο κόσμος είναι γεμάτος από μειονότητες, από το άτομο ή τη μειονότητα του
ενός, μέχρι τα μεγαλύτερα από τα κράτη, τα οποία μπορούν να είναι μειονότητα σε
σχέση με την ανθρωπότητα ως σύνολο. Το ίδιο ισχύει και για τις γλώσσες, είτε
μιλιούνται από έναν άνθρωπο, είτε από εκατομμύρια. Μια μειονότητα ορίζεται σε
σχέση με μια διοικητική μονάδα, η οποία στο μοντέρνο κόσμο είναι σε γενικές
γραμμές το εθνικό κράτος. Η βασική έννοια είναι η ισχύς, η δύναμη και ειδικά τα
μέσα πρόσβασης στη δύναμη. Μια δημογραφική μειονότητα πρέπει να είναι και
μειονότητα στην πράξη. (Haugen: 1990, σελ. 100).
Η ανάλυση ενός θέματος όπως οι μειονοτικές γλώσσες, αν και βρίσκεται στον
πυρήνα των αναζητήσεων της κοινωνιογλωσσολογίας, χρειάζεται διεπιστημονική
προσέγγιση, αφού είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη ιστορικά, πολιτικά, νομικά
και άλλα δεδομένα, ώστε να υπάρξει μια ολοκληρωμένη εικόνα.
Πέρα από αυτά και ενώ από την κοινωνιογλωσσική οπτική το επίπεδο
ανάλυσης παραμένει τo ίδιο, δηλαδή η προσπάθεια να δοθεί απάντηση στην ερώτηση,
ποιός μιλάει, ποιά γλώσσα, σε ποιόν, και πότε, δεν πρέπει να παραβλέπουμε
προεκτάσεις όπως αυτή που επισημαίνει η Paulston, ότι δηλαδή συχνά οι άνθρωποι
εξεγέρθηκαν και αντιμετώπισαν το θάνατο για να υπερασπιστούν τη γλώσσα τους
αλλά όχι απαραίτητα μόνο για αυτό. (Paulston: 1994, σελ. 3).
Η ανθρωπότητα ακόμη θυμάται τις ταραχές του Σοβέτο στη Ν.Αφρική στις
οποίες εκατοντάδες μαθητές τραυματίστηκαν και πολλοί έχασαν τη ζωή τους
αντιδρώντας στην καθιέρωση των Αφρικάανς ως αποκλειστική γλώσσα διδασκαλίας
στα σχολεία της χώρας, στη θέση μάλιστα των αγγλικών. Φυσικά οι ταραχές αυτές
είχαν ως κύριο αίτιο το ρατσιστικό καθεστώς του απαρτχάιντ που είχε επιβάλλει η
λευκή ελίτ της χώρας και το γλωσσικό ζήτημα ήταν η φωτιά που άναψε το φυτίλι.
«Η γλώσσα περιλαμβάνει ταυτόχρονα τόσο τα υλικά όσο και τα άυλα
πραγματολογικά στοιχεία του πολιτισμού με τον οποίο παραδοσιακά συνδέεται, είναι
σύμβολο του πολιτισμού αυτού,(και της συμμετοχής σε αυτόν τον πολιτισμό) και εξ’
αιτίας αυτού, όπως όλα τα σύμβολα, εύκολα πολιτικοποιείται». (Fishman: 2002, σελ.
273).
Όμως, «…οι ιδέες είναι εκείνες που ενώνουν ή διαχωρίζουν και όχι η
γλώσσα», όπως έλεγε ο Χριστίδης, (Χριστίδης: 1997, σελ. 91) και όπως πολύ σωστά
επισήμανε, αυτό που σε τελική ανάλυση έχει σημασία είναι το «ήθος» της
επικοινωνίας. Το ήθος που εκδηλώνεται μέσα από τις ιδέες και τις πράξεις και που
παράγει συγκεκριμένα αποτελέσματα. Έλεγε ο Χριστίδης το 1997 ότι «η γλώσσα
ορίζει ένα ενδιάμεσο επίπεδο λειτουργίας (ή δυσλειτουργίας) των ανθρώπινων
κοινοτήτων. Πέρα και πάνω από αυτό το ενδιάμεσο επίπεδο υπάρχει το επίπεδο της
κατανόησης και της συνεννόησης. Και σε αυτό ακριβώς το επίπεδο –το επίπεδο των
ιδεών και των πρακτικών (συμπεριλαμβανομένων και των πρακτικών γλωσσικής
πολιτικής που αυτές παράγουν)– κρίνονται οι κρίσιμες μάχες. Οι ιδέες είναι εκείνες
που ενώνουν και διαχωρίζουν και όχι η γλώσσα. Και αυτό ακριβώς καταγράφεται
στην έννοια του ήθους της επικοινωνίας.»
Ποιό είναι όμως το σύγχρονο ήθος, (ιδέες και πράξεις) για τη γλώσσα και πώς
έχει διαμορφωθεί; Ποιό είναι το σύγχρονο ήθος για τις μειονότητες και κάτω από
ποιές συνθήκες παράχθηκε; Στη φράση «μειονοτική γλώσσα», υπάρχει η εξής
ιδιαιτερότητα: Η γλώσσα έννοια από τη φύση της ουδέτερη, αφού αποτελεί καθολικό
γνώρισμα του ανθρώπου όπως η αναπνοή για κάθε έμβιο όν, προσδιορίζεται από έναν
όρο πολιτικό, το μειονοτική.
Είναι αναγκαίο λοιπόν να δούμε σύμφωνα με ποιές ιδέες και με ποιές
πρακτικές ένα τέτοιο σχήμα κατέληξε να είναι απόλυτα λογικό και εξηγήσιμο.
I. Η διαμόρφωση του ήθους (ιδέες και πράξεις) για τη γλώσσα.
Εισαγωγή.
Η διαμόρφωση των ιδεών και των πρακτικών για τη γλώσσα είναι ταυτισμένη
με τη διαμόρφωση του δυτικού κόσμου, όπως τον ξέρουμε σήμερα. Οι ιδέες που
επικρατούν σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο, για την πολιτική και την κοινωνική
οργάνωση, για τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη, για τον πολιτισμό και τη γλώσσα,
είναι παράγωγα του δυτικού τρόπου σκέψης, όπως εξελίχθηκε από την εποχή του
«μεσαίωνα» μέχρι τις ημέρες μας.
Αυτός ο τρόπος σκέψης ξεκινώντας από την Ευρώπη επεκτάθηκε στον
υπόλοιπο κόσμο με την αποικιοκρατία και εδραιώθηκε σχεδόν παντού με την
ηγεμονική, σε πολιτικό, οικονομικό, στρατιωτικό και πολιτιστικό επίπεδο, θέση που
διατήρησαν έκτοτε οι χώρες του δυτικού κόσμου.
Αν και ο πολιτικός, ο οικονομικός και ο στρατιωτικός «ιμπεριαλισμός» των
δυτικών χωρών δείχνει να έχει ατονήσει με το τέλος της εποχής της αποικιοκρατίας, ή
τουλάχιστο να έχει γίνει λιγότερο εκδηλωτικός, η πολιτιστική τους επιρροή
παραμένει και έκδηλη και ισχυρή.
Όπως σημειώνουν η Skutnabb-Kangas και ο Phillipson, «η διεθνής
επιστημονική κοινότητα είναι θεσμικά εδραιωμένη στις χώρες της Δύσης. Από εδώ
διαχέονται στον υπόλοιπο κόσμο επιστημονικά περιοδικά, βιβλία, ιδέες, «ειδικοί»,
μέθοδοι και έννοιες, σε μια, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, μονοδιάστατη ροή. Η
δομή αυτή, που επιτρέπει στο δυτικό «κέντρο» να αναπτύσσεται και να διατηρεί την
παγκόσμια «περιφέρεια» σε ένα διαρκές καθεστώς εξάρτησης, μπορεί να ονομασθεί
«ακαδημαϊκός ιμπεριαλισμός», (Galtung, στο Skutnabb-Kangas/Phillipson: 1989,
σελ. 459).
Ποιός είναι όμως ο δυτικός τρόπος σκέψης και πώς διαμορφώθηκε; Για να
δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, θα ήταν χρήσιμη μια σύντομη ιστορική
αναδρομή.
i). Τα μεσαιωνικά χρόνια.
Για τους ανθρώπους της μεσαιωνικής χριστιανοσύνης η ποικιλία των
γλωσσών είναι διαχωριστικός μάλλον παρά ενωτικός παράγοντας. «Στους οδυρμούς
τους οι κληρικοί θεωρούν την ποικιλία των γλωσσών ως μια από τις συνέπειες του
προπατορικού αμαρτήματος». Το σύμβολο του πύργου της Βαβέλ που αποτυπώνεται
τρομακτικό στη μεσαιωνική εικονογραφία, ορθώνεται στη δυτική φαντασία από το
έτος 1000 μ.Χ περίπου. (Le Goff: 1993, σελ. 383).
Σε μια γερμανική ιστορία του 13ου αιώνα αποτυπώνεται η αποστροφή της
εποχής για την πολυγλωσσία. Ζευγάρι αγροτών, υποδέχεται τον «άσωτο» γιο του, ο
οποίος τους επιδεικνύει την πολυγλωσσία του.
«Αγαπητά μου παιδιά, απάντησε σε γερμανικά του Νότου, ο Θεός να σας
δώσει κάθε ευτυχία.» Η αδελφή του έτρεξε κοντά του και τον αγκάλιασε. Της είπε
τότε «Gratia vester!». Έπειτα έτρεξαν τα παιδιά, οι γέροι γονείς έρχονταν από πίσω,
και οι δύο τον υποδέχθηκαν με απεριόριστη χαρά. Είπε στον πατέρα του: «Deu sol!»
και στη μητέρα του όπως συνήθιζαν στη Βοημία: «Dobra ytra!» O άνδρας και η
γυναίκα κοιτάχτηκαν και η κυρία του σπιτιού είπε: «Άνδρα, κάνουμε λάθος, αυτός
δεν είναι το παιδί μας. Είναι Βοημός ή Βένδας.» Ο πατέρας είπε: «Είναι Βέλχος! Δεν
είναι ο γιος μου, Θεός να τον φυλάει και όμως του μοιάζει.» Τότε η Γοτελίνδη, η
αδελφή, είπε: «Δεν είναι το παιδί μας. Εμένα μου μίλησε λατινικά, είναι δίχως άλλο
κληρικός.» Μα την πίστη μου είπε ο υπηρέτης, «αν κρίνω από τα λόγια του
γεννήθηκε στη Σαξωνία ή στη Βραβάντη. Μίλησε σε γερμανικά του Νότου, θα πρέπει
να είναι Σάξωνας.» Ο πατέρας είπε απλά: «Αν είσαι ο γιος μου ο Χέλμπερχτ, θα
βεβαιωθώ όταν θα προφέρεις ένα λόγο σύμφωνα με τις συνήθειές μας και με τον
τρόπο των προγόνων μας, έτσι ώστε να μπορέσω να σε καταλάβω. Λες πάντα «Deu
sol» και δεν καταλαβαίνω ποιό είναι το νόημα. Τίμησε τη μητέρα σου και εμένα, το
αξίζουμε. Πες μια κουβέντα στα γερμανικά και εγώ ο ίδιος και όχι ο υπηρέτης, θα
περιποιηθώ το άλογό σου…» (Le Goff: 1993, σελ. 382-383)
Την περίοδο του Μεσαίωνα το γλωσσικό τοπίο ήταν τοπικό και περισσότερο
«διεθνές» απ’ ό,τι σήμερα. Η μεγάλη πλειοψηφία των Ευρωπαίων ήταν αγρότες,
δουλοπάροικοι και βοσκοί, που ζούσαν και πέθαιναν στις περιοχές που είχαν
γεννηθεί. Μιλούσαν την τοπική διάλεκτο ενός από τα μεγάλα ευρωπαϊκά γλωσσικά
συνεχή: του ρωμανικού –νεολατινικού–, του γερμανικού, του κελτικού, του σλαβικού
και του βαλτικού. (Η φιλανδική, η ουγγρική, η βασκική, η αλβανική και η ελληνική
μόνο, δεν είναι μέρος αυτών των συνεχών). Η διαφορά στη γλώσσα δεν ήταν ποτέ
σημαντικό πρόβλημα για τους περισσότερους ανθρώπους καθώς οι γειτονικές
διάλεκτοι μέσα σε αυτά τα συνεχή ήταν αμοιβαία κατανοητές από τους ομιλητές
τους.
Στο άλλο άκρο του κοινωνικού σχηματισμού η τάξη των φεουδαρχών που
ασκούσε την εξουσία, παντρευόταν και κληρονομούσε, πολεμούσε και κατακτούσε,
σε όλη την ήπειρο. Στην κορυφή της ιεραρχίας, γάμοι και συμμαχίες συγκροτούνταν
ανάμεσα σε ένα πολύ μικρό αριθμό βασιλικών οικογενειών και η μίξη αυτή παρήγαγε
μια οικογενειακή πολυγλωσσία.
Οι εκκλησίες δρούσαν σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. Η ρωμαϊκή καθολική
εκκλησία ήταν «διεθνής» και λειτουργούσε πέρα από τα γλωσσικά σύνορα μέσα από
την ιερή γλώσσα των λατινικών. Όσοι γνώριζαν γραφή και ανάγνωση ήταν
πιθανότατα κληρικοί και γνώριζαν τη λατινική γλώσσα ενώ το ποίμνιο την
καταλάβαινε λιγότερο ή περισσότερο. Κατά τον ίδιο τρόπο που η λατινική είχε το
ρόλο της lingua franca για την καθολική δυτική Ευρώπη, η ελληνική και η
εκκλησιαστική σλαβική είχαν το ρόλο αυτό για τις ανατολικές εκκλησίες. (Wright:
2001, σελ. 44-45)
«Ποιά λατινικά όμως; Επρόκειτο για μια άοσμη και άγευστη γλώσσα, της
κάστας των κληρικών, εργαλείο κυριαρχίας πάνω στις μάζες μάλλον, παρά εργαλείο
διεθνούς επικοινωνίας. Παράδειγμα ιερής γλώσσας που απομονώνει την κοινωνική
ομάδα που έχει το προνόμιο, όχι να την κατανοεί –αυτό δεν έχει άλλωστε μεγάλη
σημασία– αλλά να τη μιλά λίγο πολύ… Η ζωντανή πραγματικότητα της μεσαιωνικής
Δύσης είναι ο προοδευτικός θρίαμβος των κοινών γλωσσών, ο πολλαπλασιασμός των
διερμηνέων, των μεταφράσεων και των λεξικών.» (Le Goff: 1993, σελ. 383-384).
Στο περιβάλλον του Μεσαίωνα δεν υπήρχαν εξουσιαστές που να
ενδιαφέρονται για τη γλωσσική συμπεριφορά των υπηκόων τους. Η γη άλλαζε χέρια
συχνά, με τη διαδοχή, το γάμο, ή την κατάκτηση και έτσι οι άρχοντες αυτοί
κυβερνούσαν σχεδόν πάντα υπηκόους που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες ή
διαλέκτους.
Το δέκατο έκτο και το δέκατο έβδομο αιώνα το φεουδαρχικό σύστημα άρχισε
να κλυδωνίζεται στη Δυτική Ευρώπη. Οι δυναστείες σταδιακά καθόρισαν τα όρια της
περιφέρειάς τους, λαμβάνοντας υπ’ όψη την ομοιογένεια του νέου χώρου που
διαμορφωνόταν. (Wright:2001, σελ. 44-45).
Οι συνθήκες είχαν αρχίσει να αλλάζουν. Η καθολική εκκλησία έχανε την
πανευρωπαϊκή της επιρροή ειδικά στο βόρειο και το κεντρικό κομμάτι της ηπείρου.
Τα γερμανικά έθνη με τη Μεταρρύθμιση (1517), «απορρίπτοντας την εξουσία
της ρωμαϊκής εκκλησίας και εισάγοντας τις καθομιλούμενες γλώσσες στη λειτουργία,
μονομιάς εξαφάνισαν ένα από τα μεγαλύτερα πεδία χρήσης της λατινικής γλώσσας»,
(Haugen: 1991, σελ. 103). H εφεύρεση της τυπογραφίας το 1445 και η μετάφραση
της Βίβλου στις καθομιλούμενες γλώσσες είχαν ήδη συμβάλλει στη διάδοση και στην
αύξηση του κύρους τους.
Την ίδια περίοδο κάποιες από τις ευρωπαϊκές δυναστείες αρχίζουν να
δείχνουν ενδιαφέρον για τα γλωσσικά θέματα και αναλαμβάνουν προσπάθειες να
αναδείξουν τη δική τους γλωσσική ποικιλία, τη διάλεκτο της αυλής και της
πρωτεύουσας, ως γλώσσα με κύρος και δύναμη στο βασίλειό τους.
Στη Γαλλία με τις Διατάξεις του Villers-Cotterets το 1539 που σκοπό είχαν
την αναμόρφωση του δικαστικού συστήματος, ο βασιλιάς Φραγκίσκος o A΄ {1494-
1547}, όρισε με ειδικό άρθρο, τη διάλεκτο της πρωτεύουσας, του Ile-de-France (της
περιοχής γύρω από το Παρίσι), ως τη γλώσσα που θα χρησιμοποιούταν στα
δικαστήρια και στην έκδοση των αποφάσεων. Απέκλειε έτσι τη λατινική καθώς και
τις άλλες καθομιλούμενες γλώσσες της επικράτειας. «Σε λιγότερο από δέκα χρόνια η
γαλλική χρησιμοποιούταν σε όλα τα γραπτά κείμενα, σε όλη τη γαλλική επικράτεια,
ακόμα και στα εκκλησιαστικά κείμενα και στην τοπική δημόσια διοίκηση», (Durant:
1996, σελ. 78). To 1536, με τη «Πράξη Ενώσεως» της Αγγλίας και της Ουαλίας, η
αγγλική ορίστηκε επίσημη γλώσσα του βασιλείου σε βάρος της ουαλικής. (Vieytez:
2001).
Το 1635 ιδρύεται από τον καρδινάλιο Ρισελιέ η Γαλλική Ακαδημία, η οποία
αποτέλεσε το πρότυπο και για άλλα παρόμοια ιδρύματα σε πολλές άλλες χώρες. Τα
πρώτα σαράντα μέλη της (οι «αθάνατοι» όπως ονομάστηκαν, από το έμβλημα της
ακαδημίας πού ήταν το «έως την αθανασία») διορίστηκαν με αποστολή να
ενθαρρύνουν ό,τι είναι «ευγενικό, εκλεπτυσμένο και λογικό», ασκώντας
«απεριόριστη εξουσία στη γλώσσα και τη λογοτεχνία…». Τα μέλη της προέρχονταν
κυρίως από την αριστοκρατία, τον κλήρο και το στρατό. (Edwards: 1985, σελ. 27).
Στην ουσία σκοπός της δημιουργίας της ακαδημίας ήταν να «τυποποιήσει» τη
γλωσσική ποικιλία που είχε επιλεχθεί για τη διοίκηση του βασιλείου, δηλαδή τη
γαλλική του Ile-de-France. Η διάλεκτος αυτή έπρεπε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε
όλους τους τομείς της διοίκησης, στην εκπαίδευση, στο στρατό, στην οικονομική
ζωή, παντού. Η ακαδημία ανέλαβε την έκδοση λεξικών και γραμματικών, ώστε να
κάνει τη διάλεκτο αυτή κανόνα, τον οποίο θα έπρεπε να ακολουθεί κάθε υπήκοος του
βασιλείου.
Αυτή είναι και η εποχή που αρχίζει ουσιαστικά η περίοδος της αποικιοκρατίας
για τα ευρωπαϊκά βασίλεια. Οι καθολικοί ηγεμόνες της Ευρώπης στο Νέο Κόσμο δεν
αναζητούσαν μόνο «νησιά και γαίες όπου υπάρχουν μεγάλες ποσότητες χρυσού και
άλλα πλούτη», αλλά και να «εξαπλώσουν την Αγία Καθολική Πίστη» (Φραγκίσκοs o
A΄). Ο ζήλος τους για προσηλυτισμό θα είχε ως όχημα τη γλώσσα τους.
Με παρόμοιους σκοπούς ιδρύθηκε αργότερα και η Βασιλική Ακαδημία της
Ισπανίας το 1713, από το Φίλιππο τον Έ. Η δράση της εξαπλώθηκε σε όλες τις
ισπανικές κτήσεις στη Ν. Αμερική. (Edwards: 1985, σελ. 29).
Στην Αγγλία δε δημιουργήθηκαν παρόμοια ιδρύματα. Πάντως και στη
Βρετανία η αύξηση των ομιλητών της διαλέκτου της πρωτεύουσας (Λονδίνο) και η
σύνδεσή της με τις ισχυρότερες οικονομικά τάξεις σηματοδότησαν μια παρόμοια με
την Ισπανία και τη Γαλλία γλωσσική πορεία.
Βρισκόμαστε στην προβιομηχανική εποχή όπου «τα μέλη των ανώτερων
τάξεων της κοινωνίας (πχ. οι ευγενείς, ο κλήρος, οι έμποροι) είναι τοποθετημένα το
ένα δίπλα στο άλλο, με το στρώμα αυτό να διαπερνά οριζόντια ολόκληρο το
κοινωνικό σύνολο, ενώ κάτω από αυτό συνυπάρχει μια ποικιλία από διακριτές μικρές
κοινότητες, κάθετα διαχωρισμένες μεταξύ τους. Σε τέτοιες κοινωνίες το κράτος
ενδιαφέρεται κυρίως για την είσπραξη φόρων, τη διατήρηση της ειρήνης και όχι
ιδιαίτερα για κάτι άλλο.» (Gellner, στο Dorian: 1998, σελ. 6).
ii). Η εποχή του Διαφωτισμού.
Με τον ερχομό του 18ου αιώνα τελειώνει η ευρύτερη περίοδος του μεσαίωνα
και προετοιμάζεται η σύγχρονη εποχή. Είναι ο αιώνας κατά τον οποίο ανανεώνεται η
φιλοσοφική σκέψη.
«Όλες οι αντιθέσεις τώρα των ευρωπαίων φιλοσόφων μπορούν να
συνοψισθούν σε δύο ρεύματα: Στον ιδεαλισμό και στη μηχανοκρατία… Σε αυτά
αντικατοπτρίζονται κατά τον καλύτερο τρόπο οι νέες πνευματικές τάσεις και
στάσεις.» (Κωσταράς: 2000, σελ. 361).
Ο Διαφωτισμός του 18ου αιώνα διακρίνεται α) στη φιλοσοφία του αγγλικού
διαφωτισμού, β) του γαλλικού και γ) του γερμανικού διαφωτισμού.
Ο αγγλικός διαφωτισμός με εκφραστή τον Lock {1632-1704} υποστήριξε ότι
πηγή της γνώσης είναι η εμπειρία και ότι «έναντι της ύλης το πνεύμα είναι δεύτερον»
(εμπειρισμός).
Ο γαλλικός διαφωτισμός επηρεασμένος από τον αγγλικό, αν και περισσότερο
ριζοσπαστικός, ασχολήθηκε κυρίως με τις ιδέες της πολιτικής και της κοινωνικής
φιλοσοφίας. Ο Montesquieu {1689-1714} και ο Rousseau {1712-1778},
προετοίμασαν το έδαφος για την κοσμογονία της γαλλικής επανάστασης (1789).
Από την άλλη μεριά ο γερμανικός διαφωτισμός αντιτάχθηκε στη «θεά λογική»
και εξελίχθηκε σε ένα μεταφυσικό ιδεαλισμό. Κορυφαία μορφή του γερμανικού
διαφωτισμού είναι ο Kant {1724-1804}, «πατέρας όμως του γερμανικού ιδεαλισμού
είναι ο Fichte». (Κωσταράς: 2000, σελ. 378).
Ο Herder {1744-1803} είναι ο φιλόσοφος εκείνος του γερμανικού
διαφωτισμού που συνέδεσε την έννοια της γλώσσας με την έννοια του έθνους. Για
τον Herder η προγονική γλώσσα και η συνέχεια του έθνους είναι έννοιες
αλληλένδετες. Ρωτούσε: «Έχει ένα έθνος τίποτα πολυτιμότερο από τη γλώσσα των
πατέρων του;» «(…)Ακόμα και τα μικρότερα από τα έθνη(…) περιβάλουν με
θαλπωρή μέσα από τη γλώσσα τους, την ιστορία, την ποίηση και τα τραγούδια για τα
σπουδαία κατορθώματα των προγόνων τους.»
Την εποχή εκείνη είχε αρχίσει να διαμορφώνεται ένα πλαίσιο ανταγωνισμού
ανάμεσα στο γαλλικό και στο γερμανικό πολιτισμό, καθώς ο πρώτος αύξανε την
επιρροή του στον ευρωπαϊκό χώρο. Στη γερμανική κοινωνία υπήρχε έντονη η ανάγκη
για τη δημιουργία μιας ξεχωριστής, ανώτερης, γερμανικής ταυτότητας.
Ο Fichte {1762-1814} ήρθε να ικανοποιήσει την ανάγκη αυτή, ξεκινώντας
από τις ιδέες του Herder.
Με το έργο του «Λόγοι προς το γερμανικό Έθνος», υμνούσε τη γερμανική
γλώσσα και απαξίωνε τις άλλες. Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι από τους
υπόλοιπους Ευρωπαίους μόνο οι Γερμανοί παρέμειναν στην αρχική τους τοποθεσία
και διατήρησαν και εξέλιξαν την αυθεντική, αρχική τους γλώσσα. Υποστήριξε ότι η
γερμανική ως γλώσσα είναι ανώτερη από τις άλλες επειδή ακριβώς είναι η πρώτη, η
αυθεντική γλώσσα και οι άλλες όπως τα γαλλικά, που ήταν ο κύριος στόχος του,
είχαν αλλοιωθεί από ξένα στοιχεία (τη λατινική) και άρα είναι κατώτερες.
Παίρνοντας ως δεδομένο ότι η γερμανική γλώσσα είναι ανώτερη από τη
γαλλική και τις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, συμπεραίνει πως το γερμανικό έθνος
είναι ανώτερο. Πιστεύει ότι «ο άνθρωπος καθορίζεται από τη γλώσσα του,
περισσότερο απ’ ό,τι καθορίζεται η γλώσσα από τον άνθρωπο.» Για τον Fichte, είναι
η δύναμη της ίδιας της γλώσσας, που κάνει το γερμανικό έθνος ανώτερο.
Υποστήριζε πως αν μπορούσε να γίνει κάποια σύγκριση ανάμεσα στη
γερμανική και κάποια άλλη γλώσσα, θα γινόταν με την ελληνική, που είναι εξίσου
αρχέγονη, ενώ διατηρούσε αποκλειστικά για το γερμανικό έθνος το ρόλο του
κληρονόμου της κλασσικής αρχαιότητας.
Ο γλωσσικός «εθνικισμός» της εποχής δεν ήταν αποκλειστικά γερμανικό
δημιούργημα, καθώς παρόμοιες απόψεις υπήρχαν και αλλού στην Ευρώπη. Όμως η
γερμανική επιρροή ήταν η μεγαλύτερη και η πιο συστηματική. Οι ιδέες των
Γερμανών ιδεαλιστών έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό και αλλού και εισάχθηκαν από
τότε στην παγκόσμια σκέψη. (Edwards: 1985, σελ. 23-26).
Νωρίτερα στη Γαλλία, οι ριζοσπαστικές ιδέες του γαλλικού Διαφωτισμού
προετοιμάζουν και τελικά οδηγούν τη γαλλική κοινωνία στο μεγάλο γεγονός της
Επανάστασης.
Σε όλα τα προηγούμενα χρόνια είχε οικοδομηθεί στη Γαλλία, με την πολιτική
των μοναρχών και τη δράση της γαλλικής Ακαδημίας, η ιδεολογία της
τυποποιημένης, της επίσημης γλώσσας, που βέβαια δεν ήταν άλλη από τη γαλλική
διάλεκτο της περιοχής της πρωτεύουσας. Η διάλεκτος αυτή, 200 χρόνια μετά την
επιλογή της από το Φραγκίσκο τον Α΄ το 1539, είχε ζυμωθεί με τις κοινωνικές, τις
πνευματικές και τις οικονομικές εξελίξεις της χώρας και ήταν η επίσημη γλώσσα του
βασιλείου. Διέθετε γραμματικές και λεξικά και άρα μπορούσε να διδαχθεί.
Στα χρόνια αυτά όμως απέκτησε και κάτι ακόμα. Αφού ήταν η γλώσσα των
μοναρχών είχε και το κύρος τους, συμβόλιζε τη δύναμή τους. Μιλώντας την κάποιος
έπαιρνε κάτι από το κύρος και τη δύναμη της εξουσίας ή από τη λογική και τη σκέψη
του μορφωμένου μέρους της κοινωνίας.
Ο Γάλλος διαφωτιστής Diderot έλεγε το 1751: «Τα γαλλικά προσφέρονται για
τη διδασκαλία, το διαφωτισμό και την πειθώ. Τα ελληνικά, τα λατινικά, τα ιταλικά,
τα αγγλικά, για την παραποίηση, την αναταραχή και την απάτη. Μιλήστε ελληνικά,
λατινικά, ιταλικά στον όχλο. Όμως μιλήστε γαλλικά στους λογικούς» (Durant: 1996,
σελ. 79).
Θα περίμενε κανείς ότι με τη νίκη της Επανάστασης, οι επαναστάτες θα
απορρίπτανε αυτή τη γλώσσα, ως μοναρχική, ως σύμβολο του παλιού καθεστώτος.
Όμως έγινε το ακριβώς αντίθετο.
Την εποχή της επανάστασης η Γαλλία ήταν μία ανομοιογενής, πολύγλωσση,
ομοσπονδία επαρχιών που ήταν περήφανες για τους τοπικούς νόμους και τα έθιμά
τους.
Ο επίσκοπος Γρηγόριος {Abbe΄ Gregoire, 1750-1831}, σημαντικό και
δραστήριο μέλος της Εθνικής Αντιπροσωπείας, ανέλαβε μια έρευνα για τις γλώσσες
και τις διαλέκτους της Γαλλίας. Με βάση αυτή, υπολογίζεται ότι από τα 26
εκατομμύρια του πληθυσμού της, περίπου τα έξι δε μπορούσαν να καταλάβουν
καθόλου τα γαλλικά, άλλα τόσα δε μπορούσαν να διατηρήσουν μια συζήτηση σε
αυτά και τελικά ότι μόνο τα 3 από τα 14 εκατομμύρια που απομένουν, μιλούσαν
σωστά τη γλώσσα. (Durant:1996, σελ.79).
Στη βάση του νέου πολιτικού μοντέλου που ήθελαν να εφαρμόσουν οι
επαναστάτες, ήταν η ένωση σε ένα ενιαίο πολιτικό σύνολο όλων των πολιτών της
νεοσύστατης γαλλικής Δημοκρατίας. Η γαλλική γλώσσα θα ήταν το εργαλείο με το
οποίο η νέα πολιτική σκέψη και οργάνωση θα έφτανε σε όλους τους πολίτες της
δημοκρατίας. Για το νέο καθεστώς η γλωσσική ανομοιογένεια ήταν το εργαλείο με το
οποίο η μοναρχία κρατούσε το λαό διαιρεμένο και αμόρφωτο και αυτό έπρεπε να
αλλάξει.
Ο 18ος αιώνας όμως, είναι και ο αιώνας της μετάβασης στη βιομηχανική
εποχή. Τα βιομηχανικά μέσα παραγωγής απαιτούσαν εξάπλωση του αλφαβητισμού
και των αριθμητικών δεξιοτήτων ώστε τα άτομα να μπορούν να επικοινωνήσουν
άμεσα και αποτελεσματικά με ανθρώπους που πριν τους ήταν άγνωστοι. Άρα οι
μορφές της επικοινωνίας πρέπει από εδώ και πέρα να είναι τυποποιημένες και ικανές
να λειτουργούν ανεξάρτητα από το τοπικό ή το προσωπικό περιβάλλον.
Οι απαιτήσεις της νέας εποχής κάνουν εξαιρετικά σημαντικούς τους
εκπαιδευτικούς θεσμούς, οι οποίοι πρέπει να παράγουν άτομα με συγκεκριμένες
ικανότητες, τέτοιες που θα τους επιτρέπουν να εναλλάσσονται σε ποικίλους
οικονομικούς ρόλους.
Το κράτος είναι το μόνο επίπεδο οργάνωσης στο οποίο μπορούν να
συγκεντρωθούν οι απαιτούμενες εκπαιδευτικές υποδομές, με το αναγκαίο μέγεθος και
κόστος. (Gellner, στο Dorian: 1998, σελ. 6).
Στην Αγγλία, ο αγγλικός διαφωτισμός (εμπειρισμός), έχει παράγει μια
φιλελεύθερη κοινωνία, που διαφοροποιείται τόσο από το γαλλικό πολιτικό
ριζοσπαστισμό της εποχής, όσο και από τον εθνικιστικό ιδεαλισμό Γερμανίας.
Στα θέματα της γλώσσας δεν συναντάμε κάποιου είδους κρατική παρέμβαση,
ούτε ιδιαίτερη ιδεολογική φόρτιση. Ακολουθεί όμως και η Αγγλία το γενικό ρεύμα
της εποχής. Η διάλεκτος της πρωτεύουσας είναι συνδεμένη με την πολιτική εξουσία
και τα ανώτερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα και αποκτά ξεχωριστό κύρος. Οι
προσπάθειες κωδικοποίησής της με λεξικά και γραμματικές προέρχονται από ιδιώτες
και όχι από κάποια ακαδημία ή κάποιο άλλο αντίστοιχο ίδρυμα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ανεξάρτητες από το 1776,
κληρονόμησαν τη βρετανική παράδοση. Το γαλλικό και ισπανικό πρότυπο ακαδημίας
που ήταν συνδεμένο με «εστεμμένους και βασιλικές αυλές» δε βρήκε ανταπόκριση
ούτε στις Η.Π.Α. «Οι Αμερικανοί «πατέρες» τόνιζαν τα πλεονεκτήματα της
πολυγλωσσίας, αν και ήταν βέβαιοι για τη συνεχιζόμενη ηγεμονία της αγγλικής
γλώσσας. Αυτή η de facto κατάσταση έκανε αχρείαστη την αναγνώριση κάποιας
γλώσσας ως επίσημης. (Edwards: 1985, σελ. 30-31).
iii). Η δημιουργία του εθνικού κράτους.
Από την αρχή του «cujus regio ejus religio», στην αρχή του «cujus regio ejus
natio».
Από τις αρχές του μεσαίωνα μέχρι και τον 18o αιώνα στην Ευρώπη
επικρατούσε η «ελέω Θεού» βασιλεία. Όσο η καθολική εκκλησία ήταν αδιαίρετη και
ασκούσε την επιρροή της σε όλη τη δυτική Ευρώπη, οι μονάρχες κατείχαν την
εξουσία με την ευλογία της. Οι αποκλίσεις από το δόγμα δεν αποτελούσαν μόνο
θρησκευτικό ζήτημα, αλλά αντιμετωπίζονταν και ως αμφισβήτηση στη βασιλική
εξουσία. Η θρησκεία αποτελούσε τότε τον κύριο παράγοντα συνοχής για τα
ευρωπαϊκά βασίλεια. Η Μεταρρύθμιση και η σταδιακή απομάκρυνση πολλών
βασιλείων από τον παπικό έλεγχο κλόνισε το πολιτειακό σύστημα κυρίως στη βόρεια
και κεντρική Ευρώπη. Οι μονάρχες για να διατηρήσουν τη συνοχή του πληθυσμού
της επικράτειάς τους ευνόησαν τη δημιουργία ενός πρώιμου εθνικού αισθήματος. Η
σχέση που τους ένωνε πια με τους υπηκόους τους εκτός από θρησκευτική, γίνεται και
εθνική.
Ο Διαφωτισμός αποδυνάμωσε περισσότερο τη σημασία της θρησκείας για την
κρατική οργάνωση. Στα τέλη του 18ου αιώνα η αμερικανική και η γαλλική
επανάσταση προσφέρουν τα νέα πολιτικά πρότυπα.
Με την αμερικανική επανάσταση διαδόθηκαν ευρύτερα οι ιδέες του Λοκ για
τα φυσικά ανθρώπινα δικαιώματα και για τη σύνδεση αυτών των ιδανικών με τη
νόμιμη, εκλεγμένη εξουσία. Η γαλλική επανάσταση επέκτεινε αυτά τα ατομικά
δικαιώματα, σε δικαιώματα των λαών και των κρατών. (Preece: 1998, σελ. 6)
Δημιουργείται η έννοια του εθνικού κράτους, ως η ανεξάρτητη πολιτικά και
εδαφικά μονάδα, η οποία σε μεγάλο ή διαρκώς αυξανόμενο βαθμό βρίσκεται κάτω
από τον έλεγχο ανθρώπων της ίδιας εθνικότητας. (Fishman: 1972, σελ. 5).
Ανατρέπονταν λοιπόν οι παλιές δυναστικές αρχές για τη νόμιμη κατοχή της
εξουσίας και σταδιακά επικρατούν οι αρχές του εθνικισμού και της λαϊκής-εθνικής
κυριαρχίας. Ο γερμανικός ιδεαλισμός–εθνικισμός θα συνεισφέρει τα απαραίτητα
ιδεολογικά κίνητρα που θα επιταχύνουν τις εξελίξεις. Δημιουργείται η έννοια του
εθνικισμού, ως «οι σε υψηλό επίπεδο οργανωμένες και αναπτυγμένες πεποιθήσεις,
στάσεις και συμπεριφορές των κοινωνιών, που ενεργούν για το κοινά ομολογημένο
εθνικό τους συμφέρον». (Fishman: 1972, σελ. 4).
Η έννοια του έθνους άρχισε πια να εκλαμβάνεται σε συνάρτηση τόσο με
πολιτικά, όσο και με πολιτιστικά κριτήρια. Σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να δοθεί μια
διάσταση φυσιολογικής εξέλιξης στο τεχνητό δημιούργημα του κράτους, η οποία
έγινε δυνατή μέσα από την ταύτιση των εννοιών της γλώσσας και της εθνικότητας.
Πλέον, «η γλώσσα ισούται με την εθνικότητα και η εθνικότητα με τη γλώσσα».
(Fishman: 1972, σελ. 48).
Στην πράξη η έννοια του έθνους ως πολιτική ένωση επέβαλε τη σταδιακή
επιβολή μιας και μοναδικής επίσημης γλώσσας, σε βάρος της γλωσσικής
πραγματικότητας σε μια χώρα.
Η γερμανική ιδέα της πολιτιστικής ενότητας του έθνους συνδέθηκε με την
ανάγκη να ενωθούν οι ομιλητές μιας γλώσσας σε μια μοναδική πολιτική οντότητα,
από την οποία εξαιρούνταν βέβαια όσοι δε μοιράζονταν αυτό το κοινό στοιχείο.
(Vieytez: 2001, σελ. 9).
Η εθνικιστική ιδεολογία κήρυττε την ομοιογένεια και την ανεξαρτησία του
κράτους. Οι ελίτ που ασκούσαν την εξουσία και οι οποίες έκτισαν τα εθνικά κράτη,
εφάρμοζαν εξωτερική πολιτική με την οποία ανόρθωναν οικονομικά όρια με τα
γειτονικά κράτη και μείωναν την επικοινωνία με αυτά στο ελάχιστο, ενώ την ίδια
στιγμή ασκούσαν εσωτερική πολιτική που νομιμοποιούσε μια και μοναδική γλώσσα
και πολιτισμό (Wright: 2001, σελ. 46). Επιδίωκαν να πετύχουν τη μεγαλύτερη δυνατή
εσωτερική συνοχή και να τη συνδυάσουν με τη μεγαλύτερη δυνατή εξωτερική
διαφοροποίηση… (Haugen: 1997, σελ. 97)
Παράλληλα με αυτά τα γεγονότα οι μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις, στην
Αμερική, την Αφρική, την Ασία και την Ωκεανία, δημιουργούσαν καινούργια κράτη,
παραμερίζοντας (στην καλύτερη περίπτωση), τους αυτόχθονες πληθυσμούς. Η επαφή
με αυτούς τους άγνωστους στους ευρωπαίους πολιτισμούς, προκάλεσε το ενδιαφέρον
τους και πολλοί επιστήμονες αφιερώθηκαν στην ανθρωπολογική μελέτη των
αυτοχθόνων πληθυσμών. Τα πορίσματά τους ανατροφοδότησαν τη δυτική σκέψη και
ιδιαίτερα τις ιδέες για τη γλώσσα.
Η σύγχρονη κοινωνική και πολιτική οργάνωση έχουν την αφετηρία τους στον
19ο αιώνα και οι περισσότεροι από εμάς έστω και παθητικά διατηρούμε το αίσθημα
της εθνικής ταυτότητας (Seton-Watson, στο Edwards: 1985,σελ. 45), που είναι
δημιούργημα του αιώνα αυτού.
Οι ιδέες και οι στάσεις για τη γλώσσα που δημιουργήθηκαν την περίοδο αυτή
είναι ισχυρές μέχρι και σήμερα. Ότι έχουμε οι περισσότεροι στο μυαλό μας για την
έννοια της γλώσσας προέρχεται από τις ιδέες αυτές. Είναι ανάγκη λοιπόν να τις δούμε
αναλυτικότερα.
II. Το ήθος (ιδέες και πράξεις) για τη γλώσσα.
«Γενικά έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε τις γλώσσες σα να είναι αυστηρά
διαχωρισμένες. Έχουμε τα ονόματα των γλωσσών ώστε να μπορούμε να
συμπεράνουμε πώς τα «Γερμανικά» είναι διαφορετικά από τα «Ολλανδικά». Διάφορα
εκπαιδευτικά συστήματα διδάσκουν θεσμοθετημένες «γερμανικές» και «ολλανδικές»
νόρμες και μπορούμε να αγοράσουμε γραμματικές για τη διδασκαλία των
«γερμανικών» ή των «ολλανδικών». Όμως όλοι γνωρίζουμε πώς αν μπορούσαμε να
κάνουμε ένα ταξίδι αναπλέοντας το Ρήνο από μια περιοχή που μιλιούνται ελβετικά
γερμανικά σε μια περιοχή που μιλιούνται ολλανδικά, δε θα συναντούσαμε κάποιο
μεγάλο γλωσσικό χάσμα. Και όμως τα ελβετικά γερμανικά και τα ολλανδικά δεν είναι
αμοιβαία κατανοητά από τους ομιλητές τους, αν και είναι σχετικά βέβαιο ότι οι
κάτοικοι κάθε μιας πόλης μπορούν να καταλάβουν με ευκολία τους κατοίκους της
αμέσως προηγούμενης ή της αμέσως επόμενης πόλης. Στην πραγματικότητα, αντί για
δύο μονολιθικές γλωσσικές περιοχές συναντάμε μια μεγάλη στην οποία δε μπορούν
όλοι να καταλάβουν όλους.» (Simpson: 1990, σελ. 238).
Η παραπάνω περιγραφή δεν αφορά κάποιο γλωσσικό παράδοξο, αλλά τη
ζωντανή ευρωπαϊκή πραγματικότητα όπως διαμορφώθηκε, όταν τα πολιτικά σύνορα
των εθνικών κρατών διαχώρισαν ενιαίες μέχρι τότε γλωσσικές περιοχές.
Όπως παρατηρεί ο Ammon για τη γλωσσική κατάσταση στα ολλανδο-
γερμανικά σύνορα, οι ομιλητές του ίδιου γλωσσικού συστήματος, όταν βρέθηκαν από
τη μία ή την άλλη πλευρά των συνόρων «στεγάστηκαν γλωσσικά» από την
αντίστοιχη επίσημη γλώσσα του κράτους τους.
Περιγράφει μια κατ’ εντολή αναγκαστική σχέση ανάμεσα στους ομιλητές και
τα γλωσσικά συστήματα (Ammon: 1989, σελ. 39, 40). Όταν στα πλαίσια του εθνικού
κράτους η γλώσσα ισούται με την εθνικότητα (Fishman: 1972, σελ. 48), τότε δεν
πρέπει να παραγνωρίζουμε πώς και η εθνικότητα, ή μάλλον η συμμετοχή στην
κυρίαρχη εθνικότητα, ισούται με την πλήρη πρόσβαση στην πολιτική και οικονομική
ζωή του κράτους.
Η γλώσσα που ταυτίζεται με την εθνικότητα δεν είναι άλλη από τη γλωσσική
ποικιλία εκείνη που έχει επιλεγεί ως γλώσσα της διοίκησης, της εκπαίδευσης, της
λογοτεχνίας.
Όταν άρχισαν να δημιουργούνται τα εθνικά κράτη, η ηγεσία τους, πολιτική
και πνευματική, βρέθηκε μπροστά σε τέσσερα προβλήματα που αφορούσαν τη
γλώσσα. α) Έπρεπε να επιλέξουν αρχικά ένα γλωσσικό σύστημα, β) να το
σταθεροποιήσουν, προσφέροντάς του λεξικά, γραμματικές και κανόνες για την
ορθογραφία, τη στίξη και την προφορά. Έπειτα, γ) έπρεπε να επεκτείνουν τις επιλογές
που προσέφερε, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί σε όλες τις γλωσσικές λειτουργίες
του κράτους, διοικητικές, επιστημονικές, οικονομικές, τεχνολογικές, μέσα από τη
δημιουργία ονοματολογιών και δ) τέλος να το διαφοροποιήσουν με την παρασκευή
υφολογικών οδηγών και την παροχή εκφραστικών δυνατοτήτων για μια ποικιλία
ειδών και για διαφορετικά ακροατήρια (Neustupns, στο Fishman: 1972, σελ. 56). Η
ιδανική γλώσσα ήταν αυτή που παρουσίαζε την ελάχιστη διαφοροποίηση στη μορφή
της, συνδυάζοντάς τη με τη μέγιστη διαφοροποίηση στις λειτουργίες της (Haugen:
1997, σελ. 107) και η οποία εκτός από τη λειτουργία της ως μέσο επικοινωνίας,
έπρεπε να μπορεί να λειτουργήσει και ως σύμβολο. (Edwards: 1985, σελ. 17).
Η γλώσσα έπρεπε να συμβολίζει την ένωση με το δοξασμένο παρελθόν,
καθώς «μέσα από τη γλωσσική συνέχεια της γλώσσας του, ένα έθνος νομιμοποιούταν
να ανακαλύπτει, να διεκδικεί και να οικειοποιείται την κληρονομιά του». (Fishman:
1972, σελ. 44)
Σημαντική για τη λειτουργία αυτή είναι σχέση του επιλεγμένου κώδικα με
εξωτερικές γλωσσικές επιρροές, αλλά και τη σχέση του με άλλα γλωσσικά
συστήματα που υπήρχαν στο εσωτερικό του κράτους. Για την εθνικιστική ιδεολογία
για τη γλώσσα ο εχθρός ήταν και εξωτερικός και εσωτερικός. Ήταν ανάγκη η γλώσσα
να καθαριστεί από κάθε ξένη γλωσσική επίδραση είτε αυτή προερχόταν από γλώσσες
έξω από τα σύνορα, είτε από γλωσσικές ποικιλίες μέσα στα σύνορα –και συγγενικές
ακόμα– προς τον επιλεγμένο γλωσσικό κώδικα, που όμως θεωρούνταν να έχουν ξένες
επιρροές. (Fishman: 1972, σελ. 66, 68).
Αυτά τα γλωσσικά ζητήματα το εθνικό κράτος τα αντιμετώπισε με τη
διαδικασία του γλωσσικού σχεδιασμού. Ο γλωσσικός σχεδιασμός, με τις διαδικασίες
της επιλογής του γλωσσικού κώδικα, της σταθεροποίησης του, της ανάπτυξής του
ώστε να περιλαμβάνει όλες τις λειτουργίες της κοινωνίας και της καλλιέργειάς του
ώστε να αποκτήσει το δικό του ξεχωριστό, «αυθεντικό» και χωρίς ξένες επιρροές
ύφος, αποτέλεσε κανόνα για όλα τα νέα εθνικά κράτη. Τα δύο πρώτα βήματα προς
την «ιδανική» γλώσσα, αφορούν τη γλώσσα την ίδια και ανήκουν στο λεγόμενο
δομικό γλωσσικό σχεδιασμό, ενώ τα δύο τελευταία που αφορούν στον κοινωνικό
ρόλο της γλώσσας και στη διαμόρφωση της εικόνας της εντάσσονται στο λεγόμενο
λειτουργικό γλωσσικό σχεδιασμό, ή αλλιώς στο σχεδιασμό της κοινωνικής θέσης της
γλώσσας.
Φορείς της κρατικής γλωσσικής πολιτικής ήταν κατ’ αρχήν ιδρύματα που
δημιουργήθηκαν στο πρότυπο της γαλλικής, αλλά και των άλλων ακαδημιών που
μετρούσαν ήδη αιώνες ιστορίας, όπως η ακαδημία του Βερολίνου που είχε ιδρυθεί
από το 1700 και είχε για πρώτο της πρόεδρο το μεγάλο φιλόσοφο Leibniz {1646-
1716}, που υποστήριζε με πάθος τη γλωσσική καθαρότητα της γερμανικής.
(Κωσταράς: 2000, σελ. 360-363), (Fishman: 1972, σελ. 67)
Κύρια όμως φορείς της κρατικής γλωσσικής πολιτικής ήταν οι κάθε είδους
κρατικοί αξιωματούχοι, δάσκαλοι, ανώτεροι υπάλληλοι της δημόσιας διοίκησης.
Αυτοί είχαν επιφορτιστεί με την υποχρέωση να ρυθμίζουν, είτε συνειδητά, είτε
ασυνείδητα, τη σχέση των πολιτών με τα γλωσσικά συστήματα, παράγοντας για να
επιστρέψουμε στον Ammon, μία κατ’ εντολή κοινωνιογλωσσική σχέση.
O Durant, δίνει ένα παράδειγμα για το πώς στήθηκε αυτή η σχέση στη Γαλλία
του 1860. Στα γαλλικά σχολεία της εποχής όταν κάποιο παιδί συλλαμβανόταν από το
δάσκαλο να μη μιλάει την επίσημη γαλλική, έπρεπε να πάρει το σημάδι της ντροπής,
ένα κλαδί ή ένα τούβλο το οποίο έπρεπε με τη σειρά του να το δώσει σε όποιο παιδί
επαναλάμβανε το ίδιο λάθος. Στο τέλος της ημέρας όποιο παιδί έμενε με το σημάδι
της ντροπής στα χέρια, θα υπέφερε βαριά τιμωρία. (Durant: 1996, σελ. 80).
Επιστρέφοντας στη σύγχρονη εποχή και στην περιγραφή του Simpson στην
αρχή του κεφαλαίου, επιστρέφουμε στη σύγχρονη γλωσσική κατάσταση κατά την
οποία οι κάτοικοι διπλανών πόλεων που βρίσκονται σε διαφορετικές περιοχές των
συνόρων ενώ μοιράζονται ένα σχεδόν κοινό και πάντως αμοιβαία κατανοητό
γλωσσικό σύστημα, εμφανίζονται να είναι ομιλητές διαφορετικών γλωσσών. Στην
ουσία οι άνθρωποι αυτοί μιλούν δύο διαφορετικές γλωσσικές ποικιλίες που
προέρχονται από το ίδιο, ευρύτερο γλωσσικό σύστημα που προϋπήρχε στην περιοχή.
Με την ίδρυση των εθνικών κρατών και την παγιοποίηση των συνόρων το γλωσσικό
αυτό σύστημα διασπάστηκε. Πλέον οι ποικιλίες που βρέθηκαν να μιλιούνται σε
κάποια από τις πλευρές των συνόρων, δέχονται την επίδραση του γλωσσικού
σχεδιασμού που πραγματοποιείται στο κράτος που γεωγραφικά ανήκουν. Δε θα έχουν
την τύχη να επιλεγούν ως επίσημη γλώσσα του κράτους τους και περνούν σε δεύτερη
μοίρα. Αποτελούν μια από τις υποκείμενες γλωσσικές ποικιλίες που «στεγάζονται»
γλωσσικά από την επίσημη, την τυποποιημένη κρατική γλωσσική ποικιλία. Αυτή
είναι η «γλώσσα» και εκείνες οι «διάλεκτοι». Με τη γλώσσα κάτω από την οποία
στεγάζονται μπορεί να έχουν λιγότερα κοινά απ’ όσα έχουν μεταξύ τους. Όμως από
εδώ και στο εξής η μία θα ανήκει στα Ολλανδικά και η άλλη στα Γερμανικά, ή στα
Δανικά και στα Σουηδικά ή στα Δανικά και τα Γερμανικά, ή (στη νεότερη εποχή) στα
Τσέχικα και στα Σλοβακικά, στα Σερβικά και στα Κροατικά, τα παραδείγματα από
τον ευρωπαϊκό χώρο είναι πολλά.
Στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκονται οι επιλεγμένες γλωσσικές ποικιλίες.
Και αυτές κάποτε ήταν «απλές διάλεκτοι», αλλά στην πορεία ευτύχησαν να έχουν
στην υπηρεσία τους στρατό και οργανωμένη γραφειοκρατία. Όμως και αυτές κάποτε
ήταν κομμάτι κάποιου ευρύτερου γλωσσικού συστήματος, μαζί με άλλες. Κάποιες
ακολούθησαν την ίδια διαδρομή προς την κορυφή της πυραμίδας, ενώ άλλες όχι.
Όσες ξεκίνησαν για την κορυφή, στην πορεία δέχθηκαν τη φροντίδα του γλωσσικού
σχεδιασμού. Ιδιαίτερα με τη διαδικασία της καλλιέργειας, που έδινε την απάντηση
στο ζήτημα της διαφοροποίησής τους, προσπάθησαν να κρύψουν την κοινή τους
καταγωγή, ώστε να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των νέων τους ομιλητών. Όμως κάτι
τέτοιο δε κρύβεται εύκολα και οι ομιλητές τους διαπιστώνουν ότι μιλάνε σχεδόν την
ίδια γλώσσα, όμως δε θέλουν να το παραδεχθούν. Ο καθένας έχει ανάγκη τη δική του
γλώσσα και έτσι υποστηρίζουν άλλος φανατικότερα και άλλος μετριοπαθέστερα ότι
μιλάνε ξεχωριστές γλώσσες. Αυτές είναι οι λεγόμενες γλώσσες σύγκλισης, οι Ausbau
γλωσσικές ποικιλίες όπως τις ονόμασε ο Γερμανός γλωσσολόγος Kloss, ή
«αυτόνομες» κατά τον ορισμό των Chambers και Trudgill. Στον αντίποδα υπάρχουν
οι γλώσσες που παρουσιάζουν μεγάλες δομικές διαφορές μεταξύ τους. Είναι οι
γλώσσες απόκλισης, οι Abstand γλώσσες κατά τον Kloss. (Ammon: 1989, σελ 30-
38).
Στη βάση της πυραμίδας βρίσκονται οι διάλεκτοι, οι υποκείμενες γλωσσικές
ποικιλίες. Καμία από αυτές τις γλωσσικές ποικιλίες δε θα δεχθεί κάποιου είδους
γλωσσικό σχεδιασμό, ούτε δομικό, ούτε λειτουργικό. Δε θα σταθεροποιηθούν και άρα
θα υπόκεινται εύκολα στη γλωσσική αλλαγή. Δε θα έχουν καταγραμμένους κανόνες,
ορθογραφίας και σύνταξης, ούτε λεξιλόγιο αναπτυγμένο, που να ανταποκρίνεται σε
όλες τις κοινωνικές ανάγκες και θα το δανειστούν από την επίσημη πρότυπη γλώσσα.
Δε θα καλλιεργηθούν ώστε να καλύπτουν κάθε γλωσσική ανάγκη και κάθε
ακροατήριο. Η χρήση τους θα περιοριστεί σε εκείνους τους τομείς της κοινωνικής
ζωής που η παρουσία της επίσημης γλώσσας τους επιτρέπει. Αφού η επίσημη γλώσσα
καλύπτει την εκπαίδευση, τη δημόσια διοίκηση, τη λογοτεχνία, τη γλώσσα των
οικονομικά και κοινωνικά ανώτερων επαγγελμάτων, όλο το φάσμα της ζωής της
αστικής κοινωνίας, οι υπόλοιπες γλωσσικές ποικιλίες περιορίζονται στο σπίτι και την
οικογένεια, στις στενές φιλικές κοινωνικές συναναστροφές, στα παλιά παραδοσιακά
τραγούδια και θρύλους, στην αγροτική ζωή, στη ζωή του χωριού και της επαρχίας,
της περιφέρειας. Θα στεγαστούν κάτω από μια «αυτόνομη» γλωσσική ποικιλία και θα
προσδιορίζονται ως προς αυτή, θα είναι «ετερόνομες», σύμφωνα με τους Chambers
και Trudgill. (ο.π) και (Trudgill: 2001, σελ. 24).
Όπως είναι γνωστό η κρίση περνάει μέσα από τη σύγκριση, η οποία δε θα
είναι καθόλου ευνοϊκή για αυτές. Από «ειδικούς» και μη δε θα θεωρούνται σωστές,
«κανονικές» γλώσσες, αφού μια κανονική γλώσσα πρέπει να είναι, α) σύνθετη με
πλήρως ανεπτυγμένη μορφολογία, φωνολογία και σύνταξη και όχι περιορισμένη, β)
πλούσια, ικανή να ικανοποιεί κάθε ανάγκη των ομιλητών της και όχι φτωχή, γ) να
καθορίζεται από συγκεκριμένους κανόνες, οι οποίοι δ) τη χαρακτηρίζουν
αποκλειστικά και γι’ αυτό είναι καθαρή από ξένες επιδράσεις. (Aitchison: 1992, σελ
491).
Κανονική γλώσσα είναι μόνο η επίσημη, η τυποποιημένη. Αυτή είναι η κύρια
ευρωπαϊκή στάση για τη γλώσσα. Η στάση αυτή παράγει μία ιδεολογία. Την
ιδεολογία της περιφρόνησης, (Grillo, στο Dorian: 1998, σελ. 7). Όποια γλώσσα δεν
έχει περάσει τη διαδικασία του γλωσσικού σχεδιασμού, δε θεωρείται γλώσσα, είναι
κάτι άλλο. Διάλεκτος, ιδίωμα, γλώσσα των αμόρφωτων, του χωριάτη, γλώσσα που
προκαλεί απέχθεια, που είναι ανίκανη να οργανώσει τον ανθρώπινο κόσμο με λογική
και ακρίβεια. (Dorian: 1998, σελ 7-8)
Διαμορφώνεται μια γλωσσική ιεραρχία με αντιστοιχία στην κοινωνική
ιεραρχία. Οι μορφωμένοι, οι πλούσιοι, οι κοινωνικά καταξιωμένοι μιλούν την
επίσημη γλώσσα. Οι αμόρφωτοι, οι φτωχοί, οι χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις μιλούν
τις διαλέκτους. Η γλώσσα γίνεται ένδειξη της κοινωνικής θέσης, του κοινωνικού
κύρους και προϋπόθεση για την κοινωνική ανέλιξη.
«Η μεγάλη δύναμη των εξουσιών στις σύγχρονες κοινωνίες είναι η ηθική,
φυσική και λογική νομιμότητά τους. Αυτή η νομιμότητα, η συναίνεση, η αποδοχή
σαν αμετάκλητης εκείνης της ιεραρχίας που δίνει στις εξουσίες τον ηγετικό τους
ρόλο, γίνεται με τις ιδέες, δηλαδή με τη γλώσσα.» (Φραγκουδάκη: 1987, σελ. 188).
Όπως μας θυμίζει ο Edwards (Edwards: 1994, σελ. 89), «ιστορικά, οι ελίτ δεν
έπαψαν ποτέ να υποδεικνύουν ποιες γλώσσες είναι οι καλύτερες». Οι Ευρωπαίοι
άποικοι των ηπείρων που πρόσφατα είχαν ανακαλυφθεί ήταν οι νέες ελίτ των
περιοχών που είχαν κατακτήσει. Η νέα αυτή ελίτ, που ήταν φορέας της γλωσσικής
ιδεολογίας της πατρίδας της, έκρινε με τα κριτήρια της ιδεολογία αυτής κάθε
καινούργια γλώσσα που συναντούσε.
Ανήμποροι να κατανοήσουν ότι οι άνθρωποι που δεν είχαν πλούσιο υλικό
πολιτισμό, μπορούσαν να κατέχουν μια πλούσια σύνθετη γλώσσα, συμπέραναν
λανθασμένα ότι τα πρωτόγονα τεχνολογικά μέσα ισοδυναμούσαν με πρωτόγονα
γλωσσικά μέσα. Η ιδεολογία της περιφρόνησης που έφεραν μαζί τους επεκτάθηκε σε
τέτοιο βαθμό που έκανε πολλούς να αμφισβητούν την ίδια την ανθρώπινη φύση των
ανθρώπων που η γλώσσα τους, σύμφωνα με την κατεστημένη λογική, έμοιαζε
πρωτόγονη και υπανάπτυκτη. (Dorian: 1998, σελ. 9-10).
Οι ιδέες αυτές απεικονίζονται σε ανθρωπολογικές μελέτες της εποχής, για τον
«άγριο» νου, ή για τους «ευτελείς» πολιτισμούς και τις «πρωτόγονες» γλώσσες
(Edwards: 1994, σελ 91)
Το Νοέμβριο του 1859, εκδίδεται το βιβλίο του Κάρολου Δαρβίνου «Περί της
προελεύσεως των ειδών», στο οποίο παρουσίαζε την περίφημη θεωρία του για την
εξέλιξη των ειδών, μέσα από τη διαδικασία της φυσικής επιλογής και της
επικράτησης μόνο των πιο ισχυρών και ικανών από τα διάφορα είδη των ζώων.
Η θεωρία αυτή βρήκε μεγάλη απήχηση και γνώρισε επεκτάσεις και στο
επίπεδο της ανθρώπινης κοινωνίας. Η επιβίωση και η εξάπλωση μιας γλώσσας ή
υποχώρηση μιας άλλης θεωρήθηκε ότι είναι φυσικό φαινόμενο, που οφείλεται στη
δύναμη και την ικανότητα της ίδιας της γλώσσας. (Dorian: 1998, σελ. 10)
Μια ακόμη θεωρία που προέκυψε από την επαφή με τον καινούργιο κόσμο
που ανακαλύφθηκε είναι εκείνη του Sapir {Edward Sapir, 1894-1939} και του
συνεργάτη του Whorf {Benjamin Whorf, 1897-1941}. Είναι γνωστή ως η υπόθεση
των Sapir και Whorf, σύμφωνα με την οποία, οι διάφορες γλώσσες χαράζουν όρια
στην ανθρώπινή σκέψη και επιτρέπουν την πρόσληψη της πραγματικότητας με
διαφορετικούς τρόπους. Σύμφωνα με την υπόθεση αυτή δηλαδή, η γλώσσα που
μιλάει κάποιος καθορίζει και τον τρόπο που σκέφτεται. (Edwards: 1994, σελ.92).
Και η θεωρία αυτή γνώρισε μεγάλη αποδοχή από τη δυτική σκέψη, φέρνει στο
νου και τις ιδέες των Γερμανών ιδεαλιστών φιλοσόφων του 18ου αιώνα –το πρώτο
έργο του Sapir ήταν το «Herder's “Ursprung der Sprache”, (η θεωρία του Herder για
την «καταγωγή της γλώσσας»–. Η θεωρία αυτή, μαζί με τις άλλες ιδέες και θεωρίες,
διαμόρφωσαν τη γλωσσική ιδεολογία του δυτικού κόσμου, το «ήθος της
επικοινωνίας» του, όπως θα έλεγε και ο Χριστίδης.
Η δυτική ιδεολογία για τη γλώσσα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα σύνολο
πεποιθήσεων που σκοπό έχουν να υποστηρίξουν και να δικαιολογήσουν την ύπαρξη
των γλωσσικών ιεραρχιών. Είναι πεποιθήσεις που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση των
ιδίων συμφερόντων (Dorian, 1998, σελ. 10), εκείνων που τις παράγουν, τις διακινούν
και τις υποστηρίζουν.
Η Skutnabb-Kangas επισημαίνει πως «η διατήρηση της γλωσσικής ιεραρχίας
περιλαμβάνει τυπικά μια μεθοδολογία στιγματισμού των υποτελών γλωσσών (απλές
«διάλεκτοι», καθομιλούμενες, ή «ιδιώματα»), εξύμνησης της κυρίαρχης γλώσσας και
εκλογίκευσης της σχέσης μεταξύ των γλωσσών, πάντα προς όφελος της κυρίαρχης
γλώσσας». (Skutnabb-Kangas: 1997, σελ.80-81).
Αν ξαναθυμηθούμε τον Bloomfield και την παρατήρησή του το 1933 για το
πώς από το δίκτυο της προφορικής επικοινωνίας διαχωρίζονται οι υποκείμενες
ομάδες με γραμμές επικοινωνιακής αδυναμίας, διαπιστώνουμε τον τρόπο που
είχε/έχει, διαμορφωθεί το δυτικό και άρα και το παγκόσμιο, σε μεγάλο βαθμό, δίκτυο
επικοινωνίας.
Γράφει η Φραγκουδάκη, (Φραγκουδάκη: 1987, σελ. 182-183), ότι η
επικοινωνία καταστρέφεται όταν ο πομπός πετυχαίνει να επιβάλλει στο δέκτη σιωπή.
Όταν πετυχαίνει να τον αναγκάσει να αναλάβει ολόκληρη την ευθύνη για την
απουσία επικοινωνίας, να τον εμποδίσει να καταλάβει την επικοινωνιακή
καταστροφή, να τον δεσμεύσει εμποδίζοντάς τον να ασκήσει αλλά και να αρνηθεί το
ρόλο του δέκτη. Ο εξαναγκασμός του δέκτη στη σιωπή είναι άσκηση βίας αόρατης
αλλά συνθλιπτικής. Η αναγκαστική σιωπή είναι ύστατη υποτέλεια.
Η Skutnabb-Kangas κάνοντας μια αναλογία με την έννοια του ρατσισμού
λέει: «…γλωσσισμός είναι ιδεολογίες, δομές και πρακτικές, για να νομιμοποιήσουν,
να πραγματοποιήσουν και να αναπαράγουν μια άνιση κατανομή ισχύος και πόρων
(τόσο υλικών, όσο και άυλων), μεταξύ ομάδων που προσδιορίζονται με βάση τη
γλώσσα. (Skutnabb-Kangas: 1997, σελ. 80).
Αν οι γλωσσικές σχέσεις στο δυτικό κόσμο, ο τρόπος οργάνωσης του κόσμου
μας ουσιαστικά, είναι τόσο βίαιες και παράλογα άδικες, όσο και ο ρατσισμός, γιατί
δεν υπάρχει, έστω, κάποιου είδους ευρύτερη κοινωνική πίεση που να απαιτεί να
αλλάξουν τα πράγματα;
Οι Skutnabb-Kangas και Phillipson το αποδίδουν στη μονογλωσσική αφέλεια
που χαρακτηρίζει μεγάλο κομμάτι του δυτικού κόσμου και μας υπενθυμίζουν ότι σε
άλλες κοινωνίες, όπως αυτή της Ινδίας, οι γλωσσικές σχέσεις αντιμετωπίζονται ως
«δοτές», ως φυσικές, η επικοινωνία χαρακτηρίζεται από κάποιο βαθμό ευελιξίας και
ο χειρισμός των γλωσσών προσαρμόζεται ανάλογα με τις συνθήκες. Αντίθετα με την
Ευρώπη, όπου η γλώσσα αποτελεί διαφοροποιητικό χαρακτηριστικό και κάθε αλλαγή
στη γλωσσική συμπεριφορά παρουσιάζεται ως επιθυμία αλλαγής ταυτότητας.
(Khubchandani,στο Skutnabb-Kangas/Phillipson:1989, σελ.465).
III. Το ήθος (ιδέες και πράξεις) για τις μειονότητες.
i). Η εμφάνιση των μειονοτήτων
Η πορεία προς τη δημιουργία των νέων εθνικών κρατών δεν ήταν βέβαια
ειρηνική. Μια σειρά εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και γενικευμένων πολέμων
θα συγκλονίσουν τον ευρωπαϊκό χώρο. Τα έτη 1648,1815,1878,1919 είναι τα έτη που
ακολούθησαν τη λήξη αντίστοιχων πολυετών και αιματηρών πολεμικών
αναμετρήσεων. Οι αντίστοιχες διασκέψεις, στη Βεστφαλία, στη Βιέννη, στο Βερολίνο
και στο Παρίσι, σφράγισαν τη λήξη των αναμετρήσεων αυτών και άλλαξαν τον
ευρωπαϊκό χάρτη. Στα κείμενά τους αποτυπώνεται η πορεία προς την Ευρώπη των
εθνικών κρατών. Αποτυπώνεται παράλληλα όμως και η εμφάνιση ενός νέου
ζητήματος, που δεν είναι άλλο από αυτό των μειονοτήτων.
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αφού το εθνικό κράτος υφίσταται μόνο όταν ασκεί
νόμιμα κυριαρχικά δικαιώματα πάνω σε μια συγκεκριμένη εδαφική περιοχή, η
βασική αρχή την οποία δεν μπορεί για κανένα λόγο να εγκαταλείψει, είναι αυτή της
εδαφικής του ανεξαρτησίας. Οποιαδήποτε εδαφική παραχώρηση, θα ισοδυναμούσε
με αυτοκτονία. Η Preece παρομοιάζει το εθνικό κράτος με γαιοκτήμονα που έχει
κύριο σκοπό την προάσπιση της ιδιοκτησίας του και ο οποίος βέβαια δεν έχει την
παραμικρή διάθεση να τη μοιραστεί με κάποιον άλλο. (Preece:1998, σελ.8). Πέρα
από αυτό το εθνικό κράτος πρέσβευε έναν καινούργιο τρόπο κρατικής οργάνωσης.
Όπως γράφει η Διβάνη: «Οι ημιαυτόνομες τοπικές κυβερνήσεις των
πολυεθνικών αυτοκρατοριών έδωσαν τη θέση τους στο κεντρικό κράτος. Η
γραφειοκρατία άνηκε πλέον στην πλειονότητα, ήταν εγκατεστημένη στην
πρωτεύουσα και σκοπό είχε την επιβολή των εθνικών χαρακτηριστικών της. Ο
στρατός ήταν ακόμη πιο εθνικοποιημένος και σε διαρκή ετοιμότητα.» (Διβάνη: 1995,
σελ. 26).
Την επόμενη μέρα της λήξης ενός πολέμου, που έχει τους νικητές και τους
ηττημένους του, η διεθνής κοινότητα, όπως είναι διαμορφωμένη κάθε φορά, καλείται
να συγκεράσει τρεις στάσεις που ενώ διαφέρουν μεταξύ τους, εντάσσονται στο ίδιο
πλαίσιο. Το πλαίσιο αυτό είναι το κλίμα της μεταπολεμικής ευφορίας που επικρατεί
και καλεί όλες τις πλευρές να καταλήξουν σε λύσεις που να διασφαλίζουν τα
συμφέροντα όλων, ώστε να εξασφαλιστεί ότι αυτός θα είναι και ο τελευταίος
πόλεμος. Φορείς των τριών στάσεων είναι οι νικήτριες χώρες που θέλουν να
αποκομίσουν τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη που προκύπτουν από την επικράτησή
τους στο πεδίο της μάχης, οι ηττημένες που επιζητούν να υποστούν τις μικρότερες
δυνατές συνέπειες και οι μεγάλες δυνάμεις κάθε εποχής που ανεξάρτητα από τον
τρόπο εμπλοκής τους στον πόλεμο διεκδικούν να έχουν τον πρώτο λόγο στη
διαμόρφωση της νέας κατάστασης, ώστε να διασφαλίζονται τα συμφέροντά τους, είτε
τα ήδη υπάρχοντα, είτε τα μελλοντικά. Με τις διασκέψεις του 1648, του 1815 και του
1878 φαίνεται ότι η ευρωπαϊκή κοινότητα δε μπόρεσε να βρει τη χρυσή τομή που θα
άφηνε τους πάντες ικανοποιημένους. Άλλωστε υπήρχε ακόμα σε εκκρεμότητα η τύχη
των εδαφών που ανήκαν στην αυτοκρατορία της Αυστρο-Ουγγαρίας και στην
Οθωμανική αυτοκρατορία. Ακολούθησε λοιπόν ο μεγαλύτερος σε έκταση Ά
παγκόσμιος πόλεμος.
Ήταν η εποχή που το «δόγμα» του προέδρου των Η.Π.Α., Γουίλσον {W.T
Wilson, 1856-1939}, γνωστό ως αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών, σύμφωνα με την
οποία οι εθνικές εκείνες ομάδες που υπερτερούσαν δημογραφικά σε μια περιοχή
δικαιούνταν να έχουν το δικό τους ανεξάρτητο κράτος, φαινόταν να είναι η λύση που
θα οδηγούσε στην ειρήνη και τη διεθνή ασφάλεια. Τι θα γινόταν όμως με τις εθνικές
εκείνες ομάδες που δε θα κατάφερναν κάτι τέτοιο, ή με εκείνες που δεν πληρούσαν τα
κριτήρια του δόγματος;
«Η έννοια της μειονότητας διαμορφώθηκε μαζί με την έννοια του εθνικού
κράτους γιατί η σύμπτωση των κρατικών με τα εθνικά σύνορα δεν ήταν παρά μια
ακόμα δημοφιλής ουτοπία… Λέγεται ότι ποτέ άλλοτε δεν έγινε τόση προσπάθεια
χάραξης του χάρτη πάνω σε εθνικές γραμμές –πλην επί ματαίω. Δημιουργήθηκαν νέα
κράτη, έγιναν εδαφικές ανακατατάξεις, έγιναν μέχρι και ανταλλαγές πληθυσμών αλλά
βεβαίως το ιδανικό «ένα κράτος, ένα έθνος» δεν ήταν εφικτό.» (Διβάνη: 1995, σελ.
24, 26).
Το τέλος του πολέμου βρίσκει τη διεθνή κοινότητα στο Παρίσι, μέσα στο
αναμενόμενο κλίμα μεταπολεμικής ευφορίας να προσπαθεί να προετοιμάσει την
επόμενη μέρα.
Κεντρικό θέμα των συζητήσεων αποτελούν οι μειονότητες, που
αντιμετωπίζονται ως ανωμαλία του νέου συστήματος. Στις συνθήκες ειρήνης των
προηγούμενων πολέμων υπήρχαν σχετικές αναφορές για την προστασία των
πληθυσμών που είχαν διαφορετικό θρήσκευμα από την πλειοψηφία του κράτους στο
οποίο ανήκαν, ενώ στη συνθήκη της Βιέννης υπήρχε αναφορά και στη διαφορετική
καταγωγή του πληθυσμού. Μετά τη συνθήκη του Βερολίνου σε κάθε εδαφική
μεταβίβαση υπήρχε η πρόνοια για την προστασία κυρίως όσων είχαν διαφορετικό
θρήσκευμα. Όμως σε αυτή την περίσταση υπήρχε η ανάγκη για μια συνολικότερη
λύση.
Όπως γίνεται σε κάθε ανάλογη περίπτωση έπρεπε να βρεθεί η χρυσή τομή που
θα ικανοποιούσε τις αντικρουόμενες στάσεις. Υπήρχαν οι νικήτριες και οι
διευρυμένες χώρες, τα νέα κράτη που θα δημιουργούνταν, τα ηττημένα κράτη, οι
μεγάλες δυνάμεις της εποχής και το ισχυρό «εβραϊκό λόμπυ» (Διβάνη: 1995, σελ.
28).
Το θέμα των μειονοτήτων ήταν καυτό για όλες τις πλευρές, καθώς οι
διευρυμένες χώρες επιθυμούσαν τη διατήρηση της κατάστασης όπως είχε
διαμορφωθεί και φοβόντουσαν ότι τα μειονοτικά θέματα θα μπορούσαν να
οδηγήσουν σε νέες αλλαγές, ενώ από την αντίθετη σκοπιά οι ηττημένες χώρες
προσδοκούσαν ότι με την εκμετάλλευση των μειονοτικών θεμάτων θα μπορούσαν να
προκαλέσουν την «αναθεώρηση» της διαμορφωμένης κατάστασης. Οι νέες χώρες δεν
ήθελαν να θιχθεί καν το θέμα αυτό, την ώρα που θα βρίσκονταν σε μια πορεία
«εθνικής αναγέννησης», ενώ οι μεγάλες δυνάμεις (Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία),
θεωρούσαν ότι τα μειονοτικά θέματα αποτελούσαν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για
να παρεμβαίνουν στα εσωτερικά και τα διμερή ζητήματα των μικρότερων. Για τα
δικά τους μειονοτικά θέματα πού δεν ασήμαντα, δε θα επέτρεπαν να γίνει κανενός
είδους αναφορά. Το εβραϊκό λόμπυ ίσως ήταν το μόνο που εκπροσωπούσε τη
μειονοτική άποψη, καθώς οι εβραϊκοί πληθυσμοί στην Ευρώπη ένοιωθαν ήδη την
πίεση που ασκούσε το εθνικό κράτος
Η διεθνής κοινότητα προχώρησε στη δημιουργία του οργανισμού της
Κοινωνίας των Εθνών, με σκοπό την επίλυση των προβλημάτων σε διεθνές επίπεδο.
Τα μειονοτικά θέματα εντάχθηκαν σε ένα σύστημα που θα λειτουργούσε στα πλαίσια
του οργανισμού. Μέχρι τότε τα θέματα των μειονοτήτων αντιμετωπίζονταν ως
διμερή, που αφορούσαν τη χώρα «φιλοξενίας» και τη «συγγενική» χώρα ή
αποκλειστικά ως εσωτερικό πρόβλημα της χώρας «φιλοξενίας». Πλέον επιχειρείται
να αναχθούν σε διεθνή.
Τα ηττημένα κράτη αναγκάστηκαν να υπογράψουν μειονοτικούς όρους, μαζί
με τις συνθήκες ειρήνης. Τα νέα και διευρυμένα κράτη υπέγραψαν ειδικές
μειονοτικές συνθήκες με τις μεγάλες δυνάμεις. Από τα κράτη που προσχώρησαν
αργότερα στο σύστημα ζητήθηκε να υπογραφούν ανάλογες συνθήκες, ώστε να γίνουν
δεκτά στην ΚτΕ. Όμως μόνο τα λιγότερα ισχυρά κράτη υπέγραψαν τις συνθήκες
αυτές, ενώ τα περισσότερα αρνήθηκαν δηλώνοντας πως κάτι τέτοιο προσβάλλει την
εθνική τους κυριαρχία. Κάποια κράτη όπως η Φιλανδία και η Γερμανία εντάχθηκαν
μερικώς στο σύστημα.
Οι συνθήκες που υπογράφτηκαν προέβλεπαν ότι τα κράτη έπρεπε, α) να
δώσουν συνταγματική ισχύ στη συνθήκη, β) ιθαγένεια σε όλα τα άτομα που
γεννήθηκαν στη χώρα αυτή και δεν έχουν καμία ιθαγένεια, γ) ισότητα αστικών και
πολιτικών δικαιωμάτων όλων των υπηκόων τους. δ) Να διασφαλίσουν την προστασία
της ζωής, της ελευθερίας και της θρησκευτικής λατρείας όλων των υπηκόων τους
χωρίς εξαίρεση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας ή θρησκείας, ε) την ελεύθερη χρήση
της γλώσσας των μειονοτήτων, στ) την ελεύθερη ίδρυση θρησκευτικών ιδρυμάτων
και όπου υπήρχε αρκετό ποσοστό μειονοτικού πληθυσμού την ελεύθερη ίδρυση
σχολείων στη γλώσσα της μειονότητας και ζ) την ανάλογη ροή πόρων στις
μειονοτικές περιοχές. Οι συνθήκες προέβλεπαν έτσι τόσο δικαιώματα των ατόμων
που κατοχύρωναν την προστασία τους από τις διακρίσεις, όσο και δικαιώματα των
ατόμων ως μελών μειονοτικών ομάδων που χρειάζονταν ειδικά θετικά μέτρα για την
προστασία της γλώσσας και της θρησκείας τους. (Διβάνη: 1995, σελ. 31-33).
Το βασικό μειονέκτημα του συστήματος αυτού ήταν ότι κάτω από την
κάλυψη του μανδύα των ανθρώπινων δικαιωμάτων, η κάθε χώρα, ανάλογα με τα
συμφέροντά της, προσπαθούσε να το εκμεταλλευτεί όπως μπορούσε. Το γεγονός ό,τι
οι ισχυρές χώρες δεν ανάλαβαν καμία υποχρέωση για τις δικές τους μειονότητες
έκανε φανερό πως οι μειονότητες δεν αντιμετωπίζονταν ως θέμα ανθρώπινων
δικαιωμάτων αλλά ως πρόβλημα. Πρόβλημα μάλιστα που οι ισχυροί φρόντιζαν να
«φορτώνουν» αποκλειστικά στους πιο αδύναμους. Έτσι το σύστημα προστασίας των
μειονοτήτων της ΚτΕ δεν απέδωσε όσα προσδοκούσαν οι εμπνευστές του και
γρήγορα απαξιώθηκε. Ένα θετικό του είναι ότι πρότεινε ένα αξιόλογο θεσμικό
πλαίσιο για την προστασία των μειονοτήτων ως παρακαταθήκη για το μέλλον. Αυτό
όμως δεν ισοσκελίζει το γεγονός ό,τι φόρτισε πολιτικά και με αρνητικό τρόπο τα
μειονοτικά θέματα. Η χειραγώγηση πολλών μειονοτικών ομάδων για να
εξυπηρετηθούν ξένα για αυτές συμφέροντα, είτε της «συγγενικής» χώρας, είτε
κάποιας μεγάλης δύναμης, έκανε την ούτως ή άλλως επιφυλακτική στάση της χώρας
«φιλοξενίας», σκληρότερη, εχθρική. Αυτή ήταν μια επίπτωση που επιβάρυνε
«δικαίους και αδίκους» και έδωσε επιχειρήματα σε κράτη που είχαν σε κεντρική θέση
στην πολιτικής τους την εξαφάνιση των μειονοτήτων τους.
Στην ουσία το σύστημα αυτό έκρυβε την πραγματική του πρόθεση, που δεν
ήταν άλλη από τη λύση του προβλήματος με την αφομοίωση του μειονοτικού
πληθυσμού από τον πλειονοτικό. «Μου φαίνεται προφανές ότι αυτοί που έφτιαξαν το
σύστημα δεν είχαν στο μυαλό τους τη δημιουργία μιας ομάδας μόνιμα ξένης σε μια
χώρα. Αντίθετα ευχήθηκαν τα μέλη αυτής της ομάδας να έχουν ένα βαθμό νομικής
προστασίας που να εγγυάται το απρόσβλητο των προσώπων σε κάθε τομέα
δραστηριότητας και που να προετοιμάζει σταδιακά το δρόμο για μια πλήρη εθνική
ενότητα.» (Τσάμπερλαιν και Μέλο-Φράνκο το 1926, στο Διβάνη: 1995, σελ. 43).
Χαρακτηριστικό του πώς αντιμετώπιζε το σύστημα της ΚτΕ τις μειονότητες
είναι το γεγονός πως δεν άφησε έναν επίσημα διατυπωμένο ορισμό για το τι είναι
μειονότητα. Οι συνθήκες έκαναν λόγο για την προστασία προσώπων που ανήκουν σε
φυλετικές, θρησκευτικές και γλωσσικές μειονότητες. Μόνο σε κάποιες γνωματεύσεις
του Διαρκούς Δικαστηρίου Διεθνούς Δικαίου (Δ.Δ.Δ.Δ), που ήταν όργανο της ΚτΕ,
υπάρχουν προσπάθειες να οριστεί ο όρος μειονότητα. Οι προσπάθειες αυτές βέβαια
ήταν αποσπασματικές αφού αναφερόντουσαν στην υπόθεση που το δικαστήριο
αναλάμβανε να επιλύσει κάθε φορά. Παρ’ όλα αυτά το 1928 για την υπόθεση της
Άνω Σιλεσίας διατύπωνε τη γνώμη, «ότι η συμμετοχή ή όχι, κάποιου προσώπου σε
μία μειονότητα είναι θέμα αντικειμενικό που καθορίζεται από την πραγματικότητα»
και το 1930 για την υπόθεση των «ελληνοβουλγαρικών κοινοτήτων», έθεσε ανάμεσα
στα κριτήρια του ορισμού της μειονότητας τη θέληση των μελών της, «να
διατηρήσουν τις παραδόσεις τους, την πίστη τους και να εξασφαλίσουν την
εκπαίδευση των παιδιών τους σύμφωνα με τα ιδεώδη της φυλής τους και να
βοηθιούνται μεταξύ τους», αφήνοντας μια κάποια παρακαταθήκη για το μέλλον.
(Preece: 1998, σελ. 15), (Τσιτσελίκης: 1996, σελ. 31).
ii). Το ζήτημα των μειονοτήτων σήμερα.
«Αν κάθε εθνική, θρησκευτική ή γλωσσική ομάδα διεκδικούσε την πολιτική
της ανεξαρτησία, δε θα υπήρχε κανένα όριο στη διάσπαση και η ειρήνη, η ασφάλεια
και η οικονομική ευημερία, θα ήταν ακόμα πιο δύσκολο να επιτευχθούν…Η κρατική
κυριαρχία, η εδαφική ενότητα και η ανεξαρτησία των κρατών μέσα στο
εγκαθιδρυμένο διεθνές σύστημα και η αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών και τα δύο
αρχές μεγάλης αξίας και σημασίας, δεν πρέπει να αφεθούν να έρθουν σε σύγκρουση
την περίοδο που ακολουθεί…» B.Boutros-Ghali γενικός γραμματέας του Οργανισμού
Ηνωμένων Εθνών, 1992. (στο Preece: 1998, σελ. 123).
Εβδομήντα τρία (73) χρόνια μετά την ίδρυση της ΚτΕ, 47 χρόνια μετά τη
λήξη του Β΄ παγκόσμιου πολέμου, τρία χρόνια μετά το τέλος του «ψυχρού πολέμου»
και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, το θέμα των μειονοτήτων όχι μόνο
παρέμενε επίκαιρο αλλά εμφανίζεται πάλι ως «απειλή» για τη διεθνή ασφάλεια,
ειρήνη και ευημερία.
Με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης που ταυτόχρονα σήμαινε και τη
διάλυση της αντίστοιχης σφαίρας επιρροής της, άλλοτε ειρηνικά και άλλοτε μέσα από
τη φρίκη του πολέμου νέα κράτη δημιουργήθηκαν. Όλα ήταν κράτη σε αναζήτηση
ταυτότητας, που για να αντιμετωπίσουν την ανάγκη αυτή ακολούθησαν το ευρωπαϊκό
πρότυπο της δημιουργίας του εθνικού κράτους (όπως έκαναν και όλα τα νέα κράτη
που προέκυψαν τα προηγούμενα χρόνια σε Ασία, Αφρική και Ν.Αμερική μετά την
αποαποικιοποίηση).
Η ιστορία του 18ου και του 19ου αιώνα, επαναλαμβάνεται στα τέλη του 20ου,
αυτή τη φορά ως τραγωδία κατά κύριο λόγο. Οι πρώην συμπατριώτες τώρα όρθωναν
ανάμεσά τους πολιτικά, εθνικά, θρησκευτικά και γλωσσικά σύνορα. Πιο
χαρακτηριστικό και τραγικό παράδειγμα στον ευρωπαϊκό χώρο η πρώην
Γιουγκοσλαβία, στην οποία «μερικοί άρχισαν να φτιάχνουν λέξεις σαν να ήταν
μαχαίρια και μαχαίρια σαν να ήταν λέξεις.» (Ugresić, στο Jakšić: 1997, σελ. 619),
(Πεσματζόγλου: 1997).
Οι μειονότητες ακόμα μια φορά θα αντιμετωπίζονταν ως πολιτικά αταίριαστες
οντότητες (outsiders), οι ταυτότητες των οποίων δεν ταιριάζουν στα κριτήρια της
συμμετοχής στη ζωή του κράτους στο οποίο ανήκουν. (Preece: 1998, σελ. 10).
Τουλάχιστον η νέα διεθνής κοινότητα όπως διαμορφώθηκε με τη λήξη του Β΄
παγκόσμιου, που όπως είναι γνωστό χαρακτηρίστηκε από την «τελική λύση» που
προώθησε το φασιστικό κίνημα των Γερμανών ναζί και οι συνεργάτες τους για μια
σειρά από μειονότητες (Εβραίοι, Τσιγγάνοι), έσπευσε να δημιουργήσει ένα πλέγμα
προστασίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, που ιδρύθηκε το 1945, στον καταστατικό
του Χάρτη εξαγγέλλει την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου, της
ισότητας και της μη διάκρισης. Στο πρώτο άρθρο του Χάρτη αναφέρεται ότι «οι
σκοποί των Ηνωμένων Εθνών είναι να επιτυχαίνουν διεθνή συνεργασία για την
ανάπτυξη και ενθάρρυνση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των
θεμελιωδών ελευθεριών για όλους, χωρίς διάκριση φυλής, φύλου, γλώσσας ή
θρησκείας.» (Τσιτσελίκης: 1996, σελ. 95-96).
Η αρχή αυτή που αποτελεί τη βάση του σύγχρονου θεσμικού πλαισίου
προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων και η οποία επαναλαμβάνεται σε όλα τα
σχετικά σύμφωνα και διακηρύξεις του οργανισμού, δε θα εξειδικευτεί σε σχέση με τις
μειονότητες. Πάγια τακτική θα είναι η αναγωγή όλων των ζητημάτων στα θέματα των
ατομικών δικαιωμάτων και όχι η αναγνώριση συλλογικών δικαιωμάτων σε ομάδες
όπως οι μειονότητες. Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους. Ο πρώτος είναι έχει να κάνει με
την ύπαρξη μειονοτικών ομάδων στις μεταναστευτικές χώρες, κυρίως στη Β.Αμερική
αλλά και αλλού, για τις οποίες θεωρήθηκε ότι τα μέλη τους επιζητούν την ατομική
τους αφομοίωση με το κοινωνικό σύνολο της χώρας και άρα χρειάζονταν εγγυήσεις
για ίσα πολιτικά δικαιώματα καθώς και προστασία από οποιουδήποτε είδους
διακρίσεις. (Preece: 1998, σελ. 19-20). Ο δεύτερος είναι η τάση που διατηρούσαν –
και διατηρούν– πολλά κράτη, να αρνούνται να αναγνωρίσουν έστω και έμμεσα την
ύπαρξη μειονοτήτων μέσα στα σύνορά τους. (Τσιτσελίκης: 1996, σελ. 31).
Αγνοήθηκαν έτσι οι ανάγκες πολλών μειονοτήτων που επιθυμούσαν να διατηρήσουν
τα διαφοροποιητικά τους χαρακτηριστικά, διεκδικώντας ειδικά θετικά μέτρα που θα
τις ενίσχυαν. Και τώρα όπως και στην περίπτωση της ΚτΕ οι μειονότητες
κατευθύνονται προς την αφομοίωση.
Στα πλαίσια των συζητήσεων στον ΟΗΕ παράγεται και ο πρώτος ορισμός για
τις μειονότητες. Αυτός θα αποτελέσει τη βάση πάνω στην οποία θα στηριχθούν και
άλλες αντίστοιχες προσπάθειες. Είναι ο ορισμός του Ιταλού ειδικού εισηγητή,
καθηγητή της νομικής, Capotorti {Francesco Capotorti, 1925-2002}. Η ανάγκη για τη
διατύπωση ενός ορισμού προέκυψε το 1966, όταν η γενική συνέλευση του Ο.Η.Ε
αποφάσισε να λάβει κάποια μέτρα για την προστασία των ιδιαίτερων
χαρακτηριστικών των μειονοτήτων, υιοθετώντας το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά
και Πολιτικά Δικαιώματα. Ο ορισμός του Capotorti θα κατατεθεί έπειτα από 13
χρόνια συνομιλιών, διάστημα ενδεικτικό της δυσκολίας του θέματος, το 1979, και
είναι ο εξής: «Μειονότητα είναι ομάδα αριθμητικά μικρότερη από το υπόλοιπο του
πληθυσμού ενός κράτους, σε μη κυρίαρχη θέση, της οποίας τα μέλη, πολίτες του
κράτους αυτού, έχουν από εθνοτική, θρησκευτική και γλωσσική άποψη,
χαρακτηριστικά που διαφοροποιούνται από εκείνα της πλειοψηφίας του πληθυσμού
και που εκδηλώνουν ακόμη και έμμεσα, ένα αίσθημα αλληλεγγύης με σκοπό τη
διατήρηση του πολιτισμού τους, των παραδόσεών τους ή της γλώσσας τους.
Τα κριτήρια που προβλέπει ο συγκεκριμένος ορισμός είναι τα εξής: α) η
μειοψηφία σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό, δηλαδή το ποσοτικό κριτήριο, β) η
μη κυρίαρχη θέση, δηλαδή το κριτήριο της λειτουργίας της μειονότητας μέσα στο
κοινωνικό σύνολο, γ) η κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων από τα άτομα που
σχηματίζουν τη μειονότητα (ιθαγένεια), δ) η ύπαρξη ιδιαίτερων εθνοτικών,
θρησκευτικών και γλωσσικών χαρακτηριστικών, δηλαδή το κριτήριο της
διαφορετικότητας και ε) η συλλογική επιθυμία διατήρησης των χαρακτηριστικών
αυτών.
Ο ορισμός αυτός αν και έγινε αρχικά δεκτός, δεν υιοθετήθηκε επίσημα από
τον Ο.Η.Ε. Έγινε όμως η βάση για μελλοντικούς ορισμούς που επιχείρησαν να
διατυπώσουν και άλλοι διεθνείς οργανισμοί.
Κοινό τους χαρακτηριστικό θα είναι ο αποκλεισμός των μεταναστών ακόμα
και αν έχουν αποκτήσει την ιθαγένεια του κράτους υποδοχής όπως και των ιθαγενών
πληθυσμών. (Τσιτσελίκης: 1996, σελ. 33, 34).
Τα μειονοτικά θέματα για τη διεθνή κοινότητα από την εμφάνιση τους μέχρι
σήμερα αποτέλεσαν πεδίο συνδιαλλαγής και άσκησης πιέσεων, πάντα εις βάρος των
μειονοτήτων. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ό,τι καμία κυβέρνηση σήμερα δεν είναι
πρόθυμη να παραδεχθεί πως η εσωτερική της πολιτική στοχεύει στην
καταστρατήγηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων των μειονοτήτων, υποδεικνύει πως
στο πεδίο αυτό τουλάχιστον έχει υπάρξει κάποια πρόοδος. (Preece: 1998, σελ. 7).
Παντού όμως οι κυβερνήσεις εμφανίζονται αρνητικές να αναλάβουν μέτρα για
την προστασία των μειονοτήτων. Προτιμούν ή να αγνοούν τελείως το θέμα ή να
εφαρμόζουν πολιτικές –περισσότερο ή λιγότερο πιεστικές– αφομοίωσης για τις
μειονότητες. Και οι δύο αυτές στάσεις συγκλίνουν στο ίδιο αποτέλεσμα, που είναι η
σταδιακή απώλεια των διαφοροποιητικών χαρακτηριστικών των μειονοτήτων. Είναι
χαρακτηριστικό πως δεν υπάρχει κανένα δεσμευτικό κείμενο του Ο.Η.Ε που να
προβλέπει την προστασία των μειονοτήτων ως συλλογικότητες και τη λήψη θετικών
μέτρων για την προστασία τους, καθώς πάντα υπήρχε η σταθερή άρνηση των
συντακτών πολλών τέτοιων κειμένων για μια τέτοια προοπτική. (Τσιτσελίκης; 1996,
σελ. 108-110).
IV. Το σύγχρονο ήθος για τη γλώσσα.
Ο Χρηστίδης σχολιάζοντας τον εθνικό-εθνικιστικό λόγο για τη γλώσσα έλεγε
πως με αυτόν « η νοηματική διάσταση της γλώσσας –η γλώσσα ως περιεχόμενο–
συρρικνώνεται έτσι ώστε η έννοια «γλωσσικό νόημα ή περιεχόμενο» να ταυτιστεί με
τις έννοιες «εθνικό νόημα ή εθνικό περιεχόμενο». Σχολιάζοντας τον υπερεθνικό λόγο
για τη γλώσσα, «όπως διαμορφώνεται στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης
οικονομίας της ελεύθερης αγοράς», έλεγε πως «συρρικνώνει τη γλώσσα τόσο ως
περιεχόμενο όσο και ως επικοινωνιακό εργαλείο μέσω μια ρηχής και καθαρά
εργαλειακής αντίληψης για τη γλωσσική και πολιτισμική επαφή» (Χριστίδης:1997,
σελ. 91, 94).
Κεντρικό σημείο της εθνικιστικής ιδεολογίας ήταν η ταύτιση της κοινωνίας με
το έθνος, μέσα στα σύνορα του εθνικού κράτους. Σήμερα που τα σύνορα του εθνικού
κράτους έχουν υποχωρήσει για να δημιουργήσουν την ενιαία παγκόσμια αγορά, το
κυρίαρχο ιδεολογικό ρεύμα της εποχής, ο νεοφιλελευθερισμός, στοχεύει στην
ταύτιση της κοινωνίας με την αγορά.
Η λογική της αγοράς ορίζει πως κάθε τι έχει την «αγοραία» τιμή του, όπως
αυτή καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση. Αν ο εθνικιστικός λόγος φόρτισε
ιδεολογικά τη γλώσσα, ο νεοφιλελεύθερος την εμπορευματοποιεί. Κάθε γλώσσα έχει
την αξία της, τόσο για να την αποκτήσει κάποιος όσο και για να την πουλήσει. Η
απόκτηση της γλώσσας «της αγοράς και των επιχειρήσεων», της αγγλικής ή της
γλώσσας «των ανθρώπινων αξιών», της γαλλικής (Kibbee: 2003, σελ. 49), κοστίζει
χρήματα σε καθηγητές, «ινστιτούτα», βιβλία και χρόνο. Ο αγοραστής προσδοκά ότι
θα αποσβέσει το κεφάλαιο που διέθεσε με μια καλύτερα αμοιβώμενη θέση εργασίας,
με την καλύτερη τοποθέτησή του στην «αγορά» της εργασίας. Πόσα χρήματα θα
πλήρωνε κάποιος για κάποια από τις γλώσσες που γνώρισαν την ιδεολογία της
περιφρόνησης τους προηγούμενους αιώνες;
Στα χρόνια της επικράτησης της η εθνική-εθνικιστική ιδεολογία ήταν
συνδεμένη με την πρόοδο και τον κοινωνικό και οικονομικό εκσυγχρονισμό. Σήμερα
αν και είναι συνώνυμη με τον αναχρονισμό, αντιμετωπίζεται ως μία πιθανή
προστατευτική αντίδραση (Edwards: 1984, σελ.92) στις επιπτώσεις του
νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού και της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Πόσο
διαφορετική είναι όμως στην ουσία της από τα σύγχρονα ιδεολογικά ρεύματα;
Ακόμα και η εκλογίκευση της γλωσσικής ιεραρχίας στην αγορά
αντικατοπτρίζει τον κοινωνικό δαρβινισμό του 19ου αιώνα. «Τα αγγλικά είναι
αξιοθαύμαστα για την ποικιλία τους, την προδιάθεσή τους στο να αλλάζουν και να
γίνονται και τα ίδια αντικείμενο αλλαγής…. Κάποιοι αναλυτές βλέπουν αυτή την
υβριδικότητα και τη διαπερατότητα των αγγλικών ως καθοριστικά χαρακτηριστικά
που τους επιτρέπουν να επεκτείνονται γρήγορα και σε καινούργια επίπεδα
λειτουργίας και εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την επιτυχία τους ως παγκόσμια γλώσσα.»
(Graddol στο, Kibbee: 2003, σελ. 48).
Στην αντίπερα όχθη βρίσκονται υπέρμαχοι των γλωσσικών δικαιωμάτων και
όσοι θέλουν να υποστηρίξουν τις γλώσσες που συγκεντρώνονται στο τέλος της
γλωσσικής ιεραρχίας. Όπως και οι υποστηρικτές της ιδέας της γλωσσικής αγοράς,
στηρίζονται στη λεγόμενη «υπόθεση των Sapir και Whorf». Για τους πρώτους τα
αγγλικά είναι η ιδανική γλώσσα για την έκφραση του δημοκρατικού ιδεώδους, αφού
προσφέρουν τα μέσα για την κατανόησή του. Για τους δεύτερους τα αγγλικά είναι η
γλώσσα του καπιταλισμού, της «αμερικανοποίησης» και της παγκοσμιοποίησης.
(Kibbee: 2003, σελ. 50).
Δημοφιλής ιδέα στις τάξεις τους είναι η ταύτιση των γλωσσών με τα είδη της
χλωρίδας και της πανίδας, με τη βιολογική ποικιλότητα. Με την ταύτιση αυτή έχουν
προκύψει όροι, όπως γλώσσες που κινδυνεύουν (endangered languages), ή γλωσσικός
θάνατος (language death), ως μεταφορές από τους όρους της βιολογίας για τα είδη
που κινδυνεύουν.
Ο Fishman, που όπως λέει ο ίδιος, έχει δουλέψει στο θέμα των μειονοτικών
γλωσσών που βρίσκονται σε κίνδυνο όλη του τη ζωή, όντας ο ίδιος ομιλητής μιας
τέτοιας γλώσσας και έχοντας μεγαλώσει και συνεχίζοντας να ζει σε ένα «γλωσσικά
ακτιβιστικό» περιβάλλον, οικογενειακό και κοινωνικό και δεν έχει σταματήσει να
ασχολείται επαγγελματικά με το θέμα για περισσότερα από 40 χρόνια, επισημαίνει
πώς «εκεί που η θεωρία ασθενεί, ανθίζουν οι μεταφορές… Τόση πληθώρα
οπτικοποιημένων περιγραφών είναι ένδειξη περιορισμένης (δια)-επιστημονικής
εννοιοδότησης.» (Fishman: 2002, σελ. 270, 272).
Σε τελική ανάλυση αυτό που έχει σημασία και που καθορίζει την κατάσταση
των γλωσσών είναι το ήθος της επικοινωνίας που θα ορίσει το επίπεδο της
συνεννόησης και της κατανόησης. Τι θα επικρατήσει ως ήθος της επικοινωνίας στη
σύγχρονη εποχή; «Οι αξίες της ανεξέλεγκτης ελεύθερης αγοράς και των προϊόντων
της στο χώρο της γλώσσας και των γλωσσικών πολιτικών; Ή ένας νέος ουμανισμός
που θα αντισταθεί στη γενική εμπορευματοποίηση και θα προωθήσει στο χώρο της
γλώσσας, εναλλακτικές προτάσεις και σχεδιασμούς;» (Χριστίδης: 1997, σελ.95).
V. Η μειονοτική γλώσσα.
Εισαγωγή.
Τι είναι η μειονοτική γλώσσα; Το ερώτημα αυτό για κάποιους είναι τόσο
δύσκολο να απαντηθεί, όσο δύσκολο ήταν και για τον Ο.Η.Ε να καταλήξει σε έναν
ορισμό της μειονότητας, –του χρειάστηκαν 34 χρόνια για έναν ορισμό που τελικά δε
χρησιμοποίησε–. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δε μπορεί βέβαια να προκύψει μέσα
από ένα συμβιβασμό μεταξύ καθηγητών της νομικής. Ακόμα και αν πούμε ότι
μειονοτική είναι η γλώσσα που μιλάει μια μειονότητα, όπως την περιέγραψε ο ΟΗΕ,
θα αφήναμε εκτός ορισμού τις γλώσσες των μειονοτήτων που δε χώρεσαν στην
περιγραφή του. Και αν ζητούσαμε να ληφθούν μέτρα προστασίας για τις μειονοτικές
γλώσσες, ως γλώσσες των μειονοτήτων, θα βρίσκαμε πολλές υπεράνω κάθε υποψίας
χώρες που θα έλεγαν ότι δεν έχουν καμία μειονότητα στο έδαφος τους, αφού δεν
έχουν υπογράψει ποτέ κάποιο χαρτί που να λέει κάτι τέτοιο. Ο όρος μειονοτική
γλώσσα, είναι μια μεταφορά και αυτός. Η γλώσσα εξανθρωπίζεται και παίρνει τον
ανθρώπινο ρόλο του μειονοτικού, με ό,τι ο ρόλος αυτός συνεπάγεται. «Ο όρος
μειονοτικός-η, είναι απλά ένας ευφημισμός που χρησιμοποιείται αντί του
υποκείμενος», (Romaine: 2004, σελ. 389), του καταπιεσμένος, του αδύναμος, του
απροστάτευτος…
Μειονοτική, μπορούμε να πούμε ότι είναι η γλώσσα που αντιμετωπίζεται
σύμφωνα με το διαμορφωμένο «ήθος (ιδέες και πράξεις) της επικοινωνίας» για τις
γλώσσες και επιπλέον, σύμφωνα με το διαμορφωμένο «ήθος της επικοινωνίας» για
τις μειονότητες. Αν θα θέλαμε να αναζητήσουμε ένα θεσμικό ορισμό της μειονοτικής
γλώσσας, προϊόν κάποιου νομικού συμβιβασμού, θα δυσκολευόμασταν. Σύμφωνα με
τον καθηγητή της νομικής Κ. Τσιτσελίκη, ως μειονοτική μπορεί να ορισθεί «κάθε μη
επίσημη ή εθνική γλώσσα, που κατά τεκμήριο χρησιμοποιείται από ορισμένη
μειοψηφία ή μειονότητα, ανεξάρτητα από την επισημοποίησή της σε τοπικό επίπεδο,
ή ακόμη και η εθνική ή επίσημη γλώσσα, η οποία χρησιμοποιείται από μειοψηφία του
πληθυσμού.» (Τσιτσελίκης: 1996).
O Simpson, επιχειρεί να δώσει μια περιγραφή της μειονοτικής γλώσσας. Λέει:
«α) Δεν είναι η γλώσσα που χρησιμοποιείται σε όλο το εύρος των
δραστηριοτήτων των ομιλητών της. Για παράδειγμα μπορεί να εξαιρείται από τη
δημόσια διοίκηση ή την εκπαίδευση και να περιορίζεται στο σπίτι, στη θρησκευτική
ζωή και στη λογοτεχνία.
β) Μπορεί να ζει στη σκιά μιας πολιτιστικά κυρίαρχης γλώσσας, κυρίαρχης εξ
αιτίας πολιτικών, εκπαιδευτικών, κοινωνικών ή θρησκευτικών παραγόντων.
γ) Μπορεί να κινδυνεύει από αντιπάλους που είναι αφοσιωμένοι στην
εκρίζωσή της (και σε αυτούς μπορεί να περιλαμβάνονται και ομιλητές της).
δ) Μπορεί να παρουσιάζει έλλειψη λεξιλογίου που απαντάται σε άλλες
γλώσσες που καλύπτουν σε γενικές γραμμές τον ίδιο πολιτισμό. Επιπλέον το
λεξιλόγιο της μπορεί να έχει επηρεαστεί από αυτό της κυρίαρχης γλώσσας ακόμα και
σε σημείο να αποδέχεται γλωσσικά δάνεια για όρους πού υπάρχουν στο λεξιλόγιο
της.
ε) Η διγλωσσία είναι ένα χαρακτηριστικό των ομιλητών της.
στ) Μπορεί να μην υπάρχει αναγνωρισμένος γλωσσικός κώδικας στη
μειονοτική γλώσσα, δηλαδή να μη διαθέτει τυποποιημένη γλώσσα.
ζ) Επειδή η γλώσσα μπορεί να αντιμετωπίζει έλλειψη λεξιλογίου ή επειδή οι
χρήστες της δεν αναγνωρίζουν κάποιον κοινό γλωσσικό κώδικα ή επειδή είναι σε
μεγάλο βαθμό δίγλωσσοι, μπορεί να υπάρχει διστακτικότητα από τους ομιλητές της
να μιλάνε τη γλώσσα στους νεότερους ή ακόμα και σε ομιλητές διαφορετικών
ποικιλιών της μειονοτικής γλώσσας. Έτσι η μειονοτική γλώσσα καταλήγει να είναι
χαρακτηριστικό μιας ομάδας που μειώνεται διαρκώς.
η) Οι αντίπαλοι της μειονοτικής γλώσσας μπορεί να δείχνουν μεγάλη
προθυμία να υπερβάλλουν για την έλλειψη λεξιλογίου της, την απουσία
τυποποιημένης γλώσσας, τη διστακτικότητα των ομιλητών να τη μιλήσουν με άτομα
έξω από την ομάδα και αυτά για να προβάλλουν τη γνώμη τους ότι η μειονοτική
γλώσσα είναι κατά μία έννοια «κατώτερη».
θ) Η υποστήριξη των μειονοτικών γλωσσών μπορεί να αναληφθεί από ομάδες
ή άτομα που δεν είναι ομιλητές της. Πολλές φορές τα άτομα και οι ομάδες αυτές
μπορεί να έχουν αμφισβητήσιμα κίνητρα και/ή εξτρεμιστικές τάσεις. Μία τέτοια
περίπτωση έχει ως αποτέλεσμα την αρνητική δημοσιότητα για τη μειονοτική γλώσσα,
στα μέσα ενημέρωσης της κυρίαρχης γλώσσας.
ι) Οι προσπάθειες υποστήριξης της μειονοτικής γλώσσας μπορεί να
περιλαμβάνουν τη διαδικασία του γλωσσικού σχεδιασμού ή τη διαδικασία της
γλωσσικής κάθαρσης.
κ) Παρουσιάζονται προβλήματα σχετικά με την εκπαίδευση, ανάλογα με την
επίσημη κρατική στάση απέναντι στη μειονοτική γλώσσα. Την αγνοεί ή την
καταπιέζει συστηματικά; Πρέπει να αποτελεί το μέσο της διδασκαλίας για κάποια
αντικείμενα ή μήπως για όλα;
λ) Κάποιοι ιστορικοί παράγοντες μπορεί να έχουν κάποιο ρόλο. Η γλώσσα
μπορεί να μην ήταν πάντα μειονοτική και μπορεί στο παρελθόν να είχε γραπτές
μορφές που να έχουν χαθεί. Έτσι ένας σύγχρονος συγγραφέας μπορεί να
ενσωματώσει στη γλώσσα χρήσεις από μια προηγούμενη γραπτή μορφή της γλώσσας,
που πλέον δε μπορεί να βρεθεί σε καμία σύγχρονη ποικιλία της.»
Επιπλέον επισημαίνει πως, μια μειονοτική γλώσσα μπορεί να ανήκει σε
οποιαδήποτε ομάδα γλωσσών. Στις κελτικές, στις γερμανικές, στις νεολατινικές, στις
σλαβικές, από την ινδοευρωπαϊκή «οικογένεια»,ή να μην είναι ινδοευρωπαϊκής
καταγωγής. Να ανήκει στις φινο-ουγγρικές γλώσσες, ή να είναι ποικιλία της
βασκικής. Ο αριθμός των ομιλητών της δεν αποτελεί κριτήριο. Η ισλανδική γλώσσα
με 200.000 χιλιάδες ομιλητές δεν είναι μειονοτική γλώσσα ενώ η ουαλική που έχει
τους διπλάσιους είναι.
Μειονοτική γλώσσα μπορεί να είναι και μια από τις επίσημες γλώσσες ενός
κράτους όπως η ρωμανική [rumantsch] στην Ελβετία ή και η επίσημη γλώσσα του
κράτους όπως η ιρλανδική. Αν κάποια γλώσσα είναι μειονοτική ή όχι, δεν έχει να
κάνει καθόλου με την ίδια τη γλώσσα, αλλά με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται
κάθε φορά, (Simpson: 1991, σελ. 235-237), ενώ όπως παρατηρεί οEdwards, κάποιες
μειονοτικές γλώσσες, μπορεί να είναι περισσότερο μειονοτικές από άλλες. (Edwards:
1994, σελ. 139).
Ο Simpson μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα εξωτερική περιγραφή των
μειονοτικών γλωσσών, σα να τις παρατηρεί από κάπου ψηλά… Αν κατεβαίναμε λίγο
χαμηλότερα και πλησιάζαμε περισσότερο θα μπορούσαμε να δούμε πως η περιγραφή
του αφορά τρία ξεχωριστά, διακριτά μέρη που καθώς συνδυάζονται παράγουν την
πραγματικότητα της μειονοτικής γλώσσας.
Τα μέρη αυτά που συνθέτουν την πραγματικότητα της μειονοτικής γλώσσας,
είναι η ίδια η γλώσσα, οι ομιλητές της και το περιβάλλον στο οποίο εντάσσονται. Η
γλώσσα υπάρχει, ή αλλιώς «απλώς δεν υπάρχει» χωρίς εκείνους που τη
χρησιμοποιούν, για να θυμηθούμε τον Hamberland. Για να χρησιμοποιηθεί μια
γλώσσα πρέπει να ικανοποιούνται τρεις προϋποθέσεις. Πρέπει ο ομιλητής να έχει την
ικανότητα να τη μιλήσει, την ευκαιρία να τη μιλήσει και την επιθυμία να τη μιλήσει.
Χωρίς την εκπλήρωση των προϋποθέσεων αυτών, η γλώσσα δε μπορεί να
χρησιμοποιηθεί, άρα δε μπορεί να υπάρξει. Η ικανότητα (ομιλητής), η ευκαιρία
(περιβάλλον), και η επιθυμία (ομιλητής) δεν υπάρχουν αυτόνομες, αλλά η μία
επηρεάζει την άλλη. Φτιάχνουν μαζί μια αλυσίδα και κάθε μεταβολή στην κατάσταση
της μίας, μεταβάλει την κατάσταση των άλλων.
i). Η μητρική γλώσσα.
Κάθε μεταβολή στην αλυσίδα αυτή δημιουργεί μια καινούργια
πραγματικότητα για τη γλώσσα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό ειδικά όταν αυτή η
γλώσσα είναι εκείνη που «υποδέχεται ένα παιδί στον κόσμο, η γλώσσα μέσα στην
οποία «λικνίζεται» αμέσως μετά τη γέννησή του, αλλά και πριν από αυτή –το παιδί
ακούει και διακρίνει τη φωνή της μητέρας του ήδη από τον έκτο μήνα της κύησης–»,
είναι δηλαδή η μητρική γλώσσα κάποιου. Η μητρική γλώσσα που αποτελεί μια
«δυναμική διαδικασία συμβολικής εγγραφής του παιδιού στον κόσμο (…) που είναι η
γλώσσα των δεσμών και των ταυτίσεων, η γλώσσα του ανήκειν και της ιστορίας και
γι’ αυτό φορτισμένη με συναισθήματα αγάπης αλλά και μίσους, με συναισθήματα
υπερηφάνειας αλλά και ντροπής.» (Αμπατζόγλου: 2001).
Για τη μητρική γλώσσα υπάρχουν τέσσερεις ορισμοί. Ο πρώτος ορίζει τη
μητρική γλώσσα ως την πρώτη γλώσσα που μαθαίνει κάποιος, ο δεύτερος ως τη
γλώσσα που κάποιος γνωρίζει καλύτερα και ο τρίτος ως τη γλώσσα που κάποιος
χρησιμοποιεί περισσότερο. Ο τέταρτος, ορίζει τη μητρική γλώσσα ως τη γλώσσα με
την οποία κάποιος ταυτίζεται, αναγνωρίζει δηλαδή ότι τον χαρακτηρίζει και τον
διαφοροποιεί από τους άλλους, ή ως τη γλώσσα με την οποία τον ταυτίζουν και τον
ξεχωρίζουν ως ομιλητή της οι άλλοι. Επίσης ένα άτομο μπορεί να έχει περισσότερες
από μία γλώσσες ως μητρικές. (Τσιτσελίκης: 1996, σελ. 39-40), (Skutnabb-
Kangas/Phillipson: 1989, σελ. 452-453). Η Skutnabb-Kangas και ο Phillipson
υποστηρίζουν ότι οι ορισμοί που προκρίνουν την ικανότητα και τη συχνότητα της
χρήσης για τον προσδιορισμό της μητρικής γλώσσας, αντανακλούν τη δομή της
γλωσσικής ιεραρχίας στα δυτικά κράτη και το χαμηλό επίπεδο συνείδησης για τα
γλωσσικά δικαιώματα που υπάρχει σε αυτά
Μοναδικά αντικειμενικά κριτήρια όμως για τον προσδιορισμό της μητρικής
γλώσσας, είναι το κριτήριο της προέλευσης της γλώσσας, δηλαδή αν είναι η γλώσσα
που κάποιος έμαθε πρώτη από την οικογένειά του και το κριτήριο του
αυτοπροσδιορισμού.(ο.π: σελ. 454-455).
Ο Αμπατζόγλου γράφει: «Ο καθένας μας αποκτά συναίσθηση της μητρικής
του γλώσσας, όταν σκοντάφτει σε αυτήν –ή μέσα από αυτή–. Ο καθένας λοιπόν
μπορεί να βρεθεί ή να νιώσει ξένος μέσα στην ίδια του τη μητρική γλώσσα, ή να
βιώσει αισθήματα ανοίκεια ενώ μιλά τη γλώσσα του. Διότι η γλώσσα επικοινωνεί
οριζόντια, αλλά διατρέχει κάθετα όλη την ενδόμυχη εσωτερικότητά μας. Η πιο
ανώδυνη φαινομενικά έκφρασή της μπορεί να αγγίξει το πιο κρυφά επώδυνο κομμάτι
του εαυτού μας. Στις περιπτώσεις αυτές η γλώσσα μας αρχίζει ξαφνικά να
παραπαίει.» (ο.π).
Μια μειονοτική γλώσσα είναι πάντα η μητρική γλώσσα κάποιου ανθρώπου
και όπως οποιαδήποτε γλώσσα μπορεί να είναι ή να γίνει μειονοτική έτσι και ο
οποιοσδήποτε άνθρωπος μπορεί να νοιώσει «ανοίκεια αισθήματα» μιλώντας τη
μητρική του γλώσσα. Ποιά είναι η αιτία όμως που θα κάνει έναν άνθρωπο να νοιώσει
τέτοια αισθήματα μιλώντας τη γλώσσα των γονιών του. Για τους περισσότερους από
εμάς κάτι τέτοιο μοιάζει τελείως απίθανο. Η γλώσσα την οποία χρησιμοποιούμε
«κάνοντας τα ψώνια μας, είναι ταυτόχρονα και η γλώσσα που είναι φορέας του
πολιτισμού και της ιστορίας μας», (Edwards: 1994, σελ. 114), «του ανήκειν».
Και αυτό είναι η πραγματικότητα για εμάς, γιατί δεν είμαστε μέλη μιας
γλωσσικής μειονότητας. Αν όμως ζούσαμε σε μία χώρα στην οποία οι περισσότεροι
συμπολίτες μας μιλούσαν μια άλλη γλώσσα, τότε θα ανήκαμε και εμείς σε μία
γλωσσική μειονότητα. (Skutnabb-Kangas/Phillipson: 1989, σελ. 470) Αυτό σημαίνει,
ότι η γλώσσα μας θα θεωρείται μειονοτική; Όχι απαραίτητα… Μια δημογραφική
μειονότητα, πρέπει να είναι και μειονότητα στην πράξη, μας θυμίζει ο Haugen και η
βασική έννοια, είναι η δύναμη και ειδικά οι τρόποι πρόσβασης στη δύναμη. Αν η
δύναμη είμαστε εμείς, δεν πρέπει να ανησυχούμε, δεν είμαστε μέλη μιας μειονότητας,
ούτε η γλώσσα μας είναι μειονοτική. Είμαστε απλά λιγότεροι και η γλώσσα μας είναι
η επίσημη.
Αν όμως είμαστε μετανάστες, ή απόγονοι των αυτοχθόνων πληθυσμών του
κάποτε «Νέου Κόσμου»,ή Αφρικανοί και Ασιάτες, πολίτες κάποιου κράτους που
μόλις από-αποικιοποιήθηκε, ή απόγονοι νομάδων της βαλκανικής χερσονήσου με τη
δική μας γλώσσα, ή απόγονοι ομιλητών μιας γλωσσικής ποικιλίας που δεν κατάφερε
να γίνει «γλώσσα» και να ταυτίσει την πορεία της με ένα κράτος, ή απόγονοι
ανθρώπων που βρέθηκαν μέσα σε κάποια σύνορα να απολογούνται γιατί χαλάνε την
εικόνα του εθνικού κράτους, τότε υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα να ανήκουμε σε
μία γλωσσική μειονότητα και η γλώσσα μας να είναι μειονοτική.
Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε τα ίδια δικαιώματα με την
πλειοψηφία του πληθυσμού και ότι ούτε η γλώσσα μας έχει τα ίδια δικαιώματα με τη
γλώσσα της πλειονότητας. «Διαφορετικές γλώσσες έχουν διαφορετικά γλωσσικά
δικαιώματα, όχι λόγω κάποιων εγγενών χαρακτηριστικών τους, αλλά εξ’ αιτίας των
σχέσεων ισχύος ανάμεσα στους ομιλητές αυτών των γλωσσών. Τα πολιτικά
δικαιώματα αντικατοπτρίζουν τις κοινωνικές συνθήκες και μπορούν να γίνουν
κατανοητά μόνο στο ιστορικό τους περιβάλλον, μελετώντας τις δυνάμεις που
οδήγησαν στο σημερινό κοινωνικοπολιτικό καταμερισμό ισχύος και πόρων στις
σύγχρονες κοινωνίες.» (Skutnabb-Kangas: 1989, σελ.455). Αν όμως μπορούμε να
πούμε πως η γλώσσα έχει δικαιώματα, τότε ποιά είναι αυτά;
Η γλώσσα έχει ένα κυρίως δικαίωμα, το δικαίωμα στην ύπαρξή της και αυτό
για χάρη του ομιλητή της, του οποίου είναι η μητρική γλώσσα με ό,τι αυτό
συνεπάγεται. Για να υπάρχει η γλώσσα πρέπει να χρησιμοποιείται και η χρήση
προϋποθέτει την ικανότητα του ομιλητή, την ευκαιρία για να πραγματοποιηθεί και
την επιθυμία του ομιλητή να την πραγματοποιήσει. Η γλώσσα, η κάθε γλώσσα, έχει
το δικαίωμα στην ικανότητα του ομιλητή, στην ευκαιρία να χρησιμοποιηθεί και στην
επιθυμία να χρησιμοποιηθεί. Και αφού η γλώσσα με τα παραπάνω έχει
εξανθρωπιστεί, μπορούμε να πούμε πως η γλώσσα έχει το δικαίωμα να ζήσει.
ii). Η κοινωνική λειτουργία της μειονοτικής γλώσσας.
Όμως με ποιό τρόπο γίνεται να αποστερείται η γλώσσα το δικαίωμά της στη
χρήση; Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί όταν διαταράσσεται η αλυσίδα ικανότητα-
ευκαιρία-επιθυμία. Κεντρική θέση στην αλυσίδα αυτή έχει η προϋπόθεση της
ευκαιρίας.
Αν θυμηθούμε την εξωτερική περιγραφή του Simpson για τη μειονοτική
γλώσσα, θα δούμε ότι αρχίζει την περιγραφή του λέγοντας ότι «είναι η γλώσσα που
δε χρησιμοποιείται σε όλο το εύρος των δραστηριοτήτων των ομιλητών της. Για
παράδειγμα μπορεί να εξαιρείται από τη δημόσια διοίκηση ή την εκπαίδευση και να
περιορίζεται στο σπίτι, στη θρησκευτική ζωή και στη λογοτεχνία.»
Κεντρική θέση στην κοινωνιογλωσσολογία έχει η έννοια των πεδίων, που
ορίζονται ως μια ομάδα θεσμοθετημένων κοινωνικών καταστάσεων που τυπικά
περιορίζονται από ένα κοινό σύνολο κανόνων συμπεριφοράς. Η δημόσια διοίκηση, η
εκπαίδευση, το σπίτι, η θρησκευτική ζωή, είναι τέτοια πεδία. Αποτελούν κοινωνικές
δραστηριότητες που καθορίζονται από την αλληλεπίδραση της περίστασης, του
σκηνικού, και των ρόλων των ατόμων που συμμετέχουν σε αυτές, ρόλοι που
καθορίζονται από τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων, όπως αυτές ορίζονται από ένα
σύνολο καθορισμένων αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. (Fishman: 1972
και το γράφημα του Cooper στο ίδιο, σελ. 452) Στο πεδίο της εκπαίδευσης για
παράδειγμα, η περίσταση μπορεί να είναι η ώρα του μαθήματος ή το διάλειμμα, το
σκηνικό ο χώρος του σχολείου και οι ρόλοι αυτών που συμμετέχουν, ο ρόλος του
καθηγητή και ο ρόλος του μαθητή. Η κοινωνική δραστηριότητα της εκπαίδευσης,
δημιουργεί ένα κοινωνικό δίκτυο, στο οποίο συμμετέχουν καθηγητές και μαθητές. Η
λειτουργία του δικτύου αυτού καθορίζεται από ένα σύνολο συμπεριφορών που
εκφράζουν το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Οι συμπεριφορές αυτές, με τη σειρά τους,
καθορίζονται από το σύνολο των πολιτιστικών, ιστορικών και πολιτικών
παραγόντων, που τις έχουν παραγάγει.
Στο παράδειγμα του σχολείου, οι αρχές του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου
όπως έχουν διαμορφωθεί, προβλέπουν ότι ο καθηγητής είναι αυτός που διδάσκει και
έχει την εξουσία, να διορθώνει και να τιμωρεί τους μαθητές και ότι οι μαθητές πρέπει
να τον προσέχουν και να είναι υπάκουοι σε αυτόν. Η εκπαίδευση είναι μια
συνηθισμένη κοινωνική δραστηριότητα σε όλες τις κοινωνίες, σε όλα τα κράτη. Κάθε
κοινωνική δραστηριότητα, προϋποθέτει, τη γλωσσική δραστηριότητα και το
αντίστροφο. Συνεπώς, κάθε κοινωνική δραστηριότητα αποτελεί μια ευκαιρία για τη
χρήση της γλώσσας. Ποιάς γλώσσας; Αυτής που έχει επιλεγεί και οριστεί ως
κατάλληλη, από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Ας θυμηθούμε το γαλλικό σχολείο
του 1860, όπως το περιέγραψε ο Durant, με το «σύμβολο της ντροπής» και τη βαριά
τιμωρία που θα περίμενε όποιο μαθητή το είχε στα χέρια του στο τέλος της ημέρας.
Ουσιαστικά ο δάσκαλος της τότε εποχής, όπως και της σημερινής, εργάζεται
σύμφωνα με τις εντολές των προϊσταμένων του, που στα σύγχρονα δημοκρατικά
κράτη εκφράζουν τις αρχές του κοινωνικού συνόλου, για να ρυθμίζει τη γλωσσική
συμπεριφορά κάποιων ομιλητών (των μαθητών), σε μια συγκεκριμένη περίσταση (το
μάθημα). Επιτρέπει μόνο τη χρήση της γλώσσας που του έχουν υποδείξει και
αποκλείει τη χρήση οποιασδήποτε άλλης. (Ammon: 1989, σελ. 88).
Το ίδιο συμβαίνει και με τα άλλα πεδία κοινωνικής συμπεριφοράς, για τα
οποία οι αρχές του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου καθορίζουν ποια γλώσσα θα
χρησιμοποιείται. Ο Ammon, στο αναλυτικό του «περιγραφικό σχέδιο για την
κοινωνική θέση και την κοινωνική λειτουργία», της γλώσσας μας δίνει 52 πεδία, που
εκτείνονται από την προφορική, πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία μιας οικογένειας,
μέχρι τη γραπτή επικοινωνία στην πολεμική αεροπορία μιας χώρας… Είναι
χαρακτηριστικό πώς ακόμα και το πεδίο της οικογένειας, επεκτείνεται σε τέσσερα
«υποεπίπεδα», που είναι η διαπροσωπική προφορική επικοινωνία μεταξύ των μελών
της οικογένειας, η πρόσληψη των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης (ραδιόφωνο-
τηλεόραση, προφορική πρόσληψη), η πρόσληψη του γραπτού τύπου (εφημερίδες-
περιοδικά, γραπτή πρόσληψη) και η καθημερινή γραπτή επικοινωνία μεταξύ των
μελών της οικογένειας (με γράμματα ή σημειώματα). Και στο ευρύτερο πεδίο της
οικογένειας, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, για μια γλώσσα που δεν είναι η γλώσσα
της πλειονότητας να έχει την αποκλειστικότητα στη χρήση. H Pandharipande
(Pandharipande: 2002), μας δίνει τους όρους λειτουργικό φορτίο [functional load] και
λειτουργική διαπερατότητα [functional transparency] μιας γλώσσας. Αν υποθέσουμε
ότι μία γλώσσα χρησιμοποιείται και στα 52 πεδία που παραθέτει ο Ammon, τότε αυτή
η γλώσσα έχει το μεγαλύτερο λειτουργικό φορτίο από όλες τις γλώσσες που
υπάρχουν σε ένα κράτος. Αν χρησιμοποιείται αποκλειστικά, μόνο αυτή, σε όλα τα
πεδία που εμφανίζεται, τότε έχει και τη μεγαλύτερη λειτουργική διαπερατότητα από
όλες τις άλλες γλώσσες. Αντίστοιχα, γλώσσες που χρησιμοποιούνται σε λιγότερα
πεδία και εκεί όπου χρησιμοποιούνται συνυπάρχουν με άλλες γλώσσες έχουν
μικρότερο λειτουργικό φορτίο και μικρότερη λειτουργική διαπερατότητα.
Αν θέλαμε λοιπόν να δούμε ποιες είναι οι μειονοτικές γλώσσες σε ένα κράτος,
θα μπορούσαμε να εξετάσουμε ποιες από τις γλώσσες που μιλούν οι πολίτες του
κράτους και τις θεωρούν μητρικές τους έχουν το μικρότερο λειτουργικό φορτίο και τη
μικρότερη λειτουργική διαπερατότητα. Θα διαπιστώναμε πως ακόμα και γλώσσες
που στα κράτη τους έχουν την κοινωνική θέση [social status] της επίσημης γλώσσας
είναι στην πράξη μειονοτικές.
iii). Η κοινωνική θέση της μειονοτικής γλώσσας και οι στάσεις των ομιλητών.
Μια άλλη προϋπόθεση για τη χρήση της γλώσσας είναι η επιθυμία του
ομιλητή να μιλήσει τη γλώσσα του. Η επιθυμία ή απροθυμία να μιλήσει κάποιος τη
γλώσσα του ακόμα και όταν έχει την ευκαιρία να το κάνει, είναι αποτέλεσμα της
στάσης που ο ομιλητής έχει υιοθετήσει απέναντι στη γλώσσα του. Είναι δηλαδή, η
εκδήλωση μίας συμπεριφοράς, μίας γλωσσικής συμπεριφοράς. Οι πεποιθήσεις, τα
αισθήματα και οι λογικές σκέψεις ενός ανθρώπου, είναι τα στοιχεία που καθορίζουν
τη συμπεριφορά του. Αντίστοιχα, οι πεποιθήσεις, τα αισθήματα και οι σκέψεις
κάποιου για τη γλώσσα του, διαμορφώνουν τη γλωσσική του συμπεριφορά.
(Edwards: 1994, σελ.97-98).
Η στάση του ομιλητή απέναντι στη γλώσσα του καθορίζεται από πολιτικούς,
κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες και συνδέεται με την κοινωνική θέση
[status] και τη λειτουργία της γλώσσας μέσα στην κοινωνία [function]. Μια γλώσσα
«που ζει στη σκιά μιας πολιτιστικά κυρίαρχης γλώσσας, κυρίαρχης εξ αιτίας
πολιτικών, εκπαιδευτικών, κοινωνικών ή θρησκευτικών παραγόντων» και η οποία
«μπορεί να παρουσιάζει έλλειψη λεξιλογίου που απαντάται σε άλλες γλώσσες που
καλύπτουν σε γενικές γραμμές τον ίδιο πολιτισμό», για να θυμηθούμε την περιγραφή
του Simpson, είναι σχεδόν πάντα μια μειονοτική γλώσσα. Αυτά είναι χαρακτηριστικά
γλώσσας που δεν έχει περάσει από τη διαδικασία του γλωσσικού σχεδιασμού και άρα
είναι εξίσου πιθανό να μην υπάρχει αναγνωρισμένος γλωσσικός κώδικας στη γλώσσα
αυτή, να μη διαθέτει τυποποιημένο γλωσσικό κώδικα ή σύστημα γραφής. Η σύγκριση
μιας τέτοιας γλώσσας, που μπορεί επί αιώνες να στιγματίζεται σύμφωνα με την
«ιδεολογία της περιφρόνησης» του δυτικού κόσμου, συγκρινόμενη με τη
μυθοποιημένη τυποποιημένη γλώσσα, μπορεί να προκαλέσει την αρνητική ως προς
αυτή, γλωσσική συμπεριφορά του ομιλητή της. Αν και σε πολλές περιπτώσεις μια
μειονοτική γλώσσα ταυτίζεται από τους ομιλητές της με αισθήματα οικειότητας,
φιλίας και αλληλεγγύης, υπάρχουν περιπτώσεις που οι ομιλητές της μειονοτικής
γλώσσας δείχνουν μεγαλύτερη προτίμηση στην πλειονοτική γλώσσα, καθώς της
αναγνωρίζουν την υψηλότερη κοινωνική θέση και τη συνδέουν με τις δραστηριότητες
εκείνες της κοινωνικής ζωής που διαθέτουν υψηλό κύρος (Lambert: 2003) και
(Edwards: 1994, σελ.99). Σε αυτό συμβάλουν και οι αρνητικές στάσεις προς τη
μειονοτική γλώσσα των ομιλητών της πλειονοτικής, που «μπορεί να δείχνουν μεγάλη
προθυμία να υπερβάλλουν για την έλλειψη λεξιλογίου της, την απουσία
τυποποιημένης γλώσσας,…και αυτά για να προβάλλουν τη γνώμη τους ότι η
μειονοτική γλώσσα είναι κατά μία έννοια κατώτερη.»
iv). Η διγλωσσία των ομιλητών της μειονοτικής γλώσσας.
Η ύπαρξη μειονοτικών γλωσσών σε ένα κράτος είναι ο κανόνας και όχι η
εξαίρεση. Κανόνας είναι και το ό,τι οι ομιλητές μιας μειονοτικής γλώσσας θα πρέπει
να γνωρίζουν τη γλώσσα της πλειονότητας, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν στην
κοινωνική ζωή. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι «χαρακτηριστικό των ομιλητών της
μειονοτικής γλώσσας είναι η διγλωσσία». (Ο όρος διγλωσσία εδώ αναφέρεται στον
ομιλητή που έχει εντάξει στο «γλωσσικό του ρεπερτόριο» (Gumperz:1986, σελ. 20)
και τη γλώσσα της πλειονότητας. Είναι η λεγόμενη ατομική διγλωσσία
[bilingualism]).
Η διγλωσσία, ή καλύτερα η κοινωνική διγλωσσία [diglossia], όπως την
προσδιόρισε ο Fishman τη δεκαετία του 70, αναφέρεται στη συνύπαρξη δύο ή
περισσότερων γλωσσών σε ένα κράτος. O Ferguson λίγο νωρίτερα (Ferguson: 2003),
είχε περιγράψει τη διγλωσσία με βάση τη συνύπαρξη δύο ποικιλιών της ίδιας
γλώσσας στο ίδιο κράτος. Από τις ποικιλίες αυτές η μία χρησιμοποιείται σε
κοινωνικές λειτουργίες υψηλού κύρους («υψηλή ποικιλία»), όπως η εκπαίδευση και η
δημόσια διοίκηση, ενώ η άλλη σε λειτουργίες χαμηλού κύρους («χαμηλή ποικιλία»),
σε λειτουργίες της καθημερινής ζωής. Τέτοια περίπτωση ήταν η διμορφία της
ελληνικής γλώσσας την εποχή που συνυπήρχε η «καθαρεύουσα» με τη «δημοτική»
(Κακριδή-Φερράρι: 2005).
Ο Fishman (Fishman: 2003), επέκτεινε τη θεωρία του Ferguson στην
πραγματικότητα των σύγχρονων πολύγλωσσων κοινωνιών, εντάσσοντάς τη στη
θεωρία του για τα πεδία κοινωνικής συμπεριφοράς. Περιέγραψε τέσσερεις δυνατές
καταστάσεις διγλωσσίας. Η πρώτη προβλέπει ότι σχεδόν όλα τα μέλη της κοινότητας
χρησιμοποιούν τόσο την «ανώτερη» γλώσσα, όσο και την «κατώτερη», ανάλογα με
το πεδίο στο οποίο επικοινωνούν. Στη δεύτερη οι δύο γλώσσες συνυπάρχουν, χωρίς
οι ομιλητές της μίας να χρησιμοποιούν την άλλη γλώσσα και το αντίστροφο. Η τρίτη
περίπτωση προβλέπει ότι όλοι σχεδόν οι ομιλητές χρησιμοποιούν και τις δύο γλώσσες
ανεξάρτητα από το πεδίο στο οποίο επικοινωνούν. Στην τέταρτη περίπτωση δεν
υπάρχει διγλωσσία, αλλά απλή μονογλωσσία. (Fishman: 2003) και (Baker: 2001, σελ
90-91). Η έννοια της κοινωνικής διγλωσσίας όπως την περιγράφει ο Fishman είναι
εξαιρετικά χρήσιμη για τη μελέτη της γλωσσικής συμπεριφοράς των μειονοτικών
ομάδων πού έρχονται σε επαφή με την πλειονοτική γλώσσα. Η ύπαρξη της
διγλωσσίας απαιτεί μια σταθερή ρύθμιση για τη χρήση της γλώσσας μέσα στην
κοινωνία. Τέτοιες ρυθμίσεις είναι σπάνιες γενικά και όπου υπάρχουν είναι
αποτέλεσμα πολυετών αγώνων των ομιλητών των μειονοτικών γλωσσών. Τέτοιες
περιπτώσεις είναι αυτές των γαλλικών στον Καναδά και των καταλανικών στην
Ισπανία, όπου υπάρχει κοινωνική διγλωσσία με την έννοια της δεύτερης κατηγορίας
που προτείνει ο Fishman. (Moreno: 1997) και (Willemyns: 1992).
Η ύπαρξη μιας σταθερής διγλωσσικής κατάστασης ανάμεσα στη μειονοτική
γλώσσα και τη γλώσσα της πλειονότητας, ευνοεί τη γλωσσική διατήρηση [language
maintenance] της μειονοτικής, δηλαδή τη χρήση της γλώσσας σε ένα σταθερό αριθμό
πεδίων, από ένα σταθερό αριθμό ομιλητών που φροντίζει για τη μεταφορά της
γλώσσας στις επόμενες γενιές.
Μια ασταθής διγλωσσική κατάσταση όμως μπορεί να επηρεάσει την
καθημερινή γλωσσική συμπεριφορά των ομιλητών της μειονοτικής γλώσσας και κατ’
επέκταση τη σχέση τους τόσο με τη γλώσσα της πλειονότητας, όσο και με τη δικιά
τους γλώσσα. Όπως επισημαίνει η Paulston, (Paulston: 1994, σελ. 3), η επαφή
ανάμεσα σε διαφορετικές γλώσσες εκτός από τη διγλωσσία και τη γλωσσική
διατήρηση, έχει ως γλωσσικό αποτέλεσμα τη γλωσσική μετακίνηση [language shift].
Το συχνότερο όμως αποτέλεσμα της επαφής μιας μειονοτικής με μια πλειονοτική
γλώσσα, είναι η γλωσσική μετακίνηση των ομιλητών της μειονοτικής προς την
πλειονοτική γλώσσα.
v). Η γλωσσική μετακίνηση.
«Επειδή η γλώσσα μπορεί να αντιμετωπίζει έλλειψη λεξιλογίου, ή επειδή οι
χρήστες της δεν αναγνωρίζουν κάποιον κοινό γλωσσικό κώδικα, ή επειδή είναι σε
μεγάλο βαθμό δίγλωσσοι, μπορεί να υπάρχει διστακτικότητα από τους ομιλητές της
να μιλάνε τη γλώσσα στους νεότερους ή ακόμα και σε ομιλητές διαφορετικών
ποικιλιών της μειονοτικής γλώσσας. Έτσι η μειονοτική γλώσσα καταλήγει να είναι
χαρακτηριστικό μιας ομάδας που μειώνεται διαρκώς». Σε αυτό το κομμάτι της, σαν
από αεροφωτογραφία, περιγραφής του Simpson, φανερώνονται κάποιοι από τους
παράγοντες που προκαλούν τη γλωσσική μετακίνηση από τη μειονοτική στην
πλειονοτική γλώσσα. Η έλλειψη γλωσσικού σχεδιασμού, δομικού και κοινωνικής
θέσης, που κάνει τη γλώσσα να φαίνεται κατώτερη στα μάτια των ομιλητών της και
στα μάτια των άλλων, σύμφωνα με τις κατεστημένες αντιλήψεις, διαμορφώνει μια
αρνητική στάση των ομιλητών για τη γλώσσα τους που τους οδηγεί στη γλωσσική
συμπεριφορά, να μην επιθυμούν να μιλήσουν τη γλώσσα τους. Όταν αυτό συμβαίνει
και σε πεδία που συνυπάρχουν ακόμα και με ομιλητές της ίδιας της γλώσσας, τα
πεδία αυτά χάνονται από ευκαιρίες χρήσης της γλώσσας και η μειονοτική γλώσσα
αντικαθίσταται από το άλλο κομμάτι του γλωσσικού ρεπερτορίου που είναι η
πλειονοτική γλώσσα. Ο περιορισμός της χρήσης της γλώσσας μειώνει και την
ικανότητα της χρήσης της. Και γιατί κάποιος να μάθει στο παιδί του μια γλώσσα που
δεν χρησιμοποιείται πουθενά, μια γλώσσα που και ο ίδιος έχει αρχίσει να ξεχνάει; Το
παιδί πρέπει να μάθει, με όλες του τις πνευματικές δυνάμεις, τη γλώσσα της
πλειονότητας, να τη μάθει τόσο καλά όσο και οι άλλοι, για να βρει μια καλή δουλειά,
με καλά λεφτά και να μη μοιάσει στους στιγματισμένους γονείς του, που μιλάνε μια
στιγματισμένη γλώσσα… Μια γλώσσα που θα αφορά όλο και λιγότερους ομιλητές…
Ο Trudgill (Trudgill: 1991, σελ. 61), λέει πως οι γλωσσολόγοι πρέπει να είναι
έτοιμοι να υποστηρίξουν δημόσια ότι τα όρια στην επικοινωνία (μια σταθερή
διγλωσσική κατάσταση) μπορεί να είναι κάτι καλό, ότι το να είναι κάποιος δίγλωσσος
είναι φυσιολογικό και ότι όλες οι γλώσσες είναι σύνθετα και ακριβή συστήματα
επικοινωνίας. Και αυτό γιατί οι 100 γλώσσες με τους περισσότερους ομιλητές στον
κόσμο αντιστοιχούν στο 95% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ το σύνολο των
γλωσσών υπολογίζεται ανάλογα με τον μελετητή σε κάποιες χιλιάδες, 2, 3, 6, κάπου
εκεί.
Πώς όμως θα πείσει ο γλωσσολόγος την Ινδή υπηρέτρια στη Βομβάη που δε
μαθαίνει στην κόρη της τη γλώσσα της φυλής της, αλλά μόνο τις επίσημες στην
περιοχή, τη «marathi» και την αγγλική; «Δε θέλω να γίνει σαν και εμένα», θα του πει.
«Θέλω να γίνει δικηγόρος!» (Pandharipande: 2002, σελ. 224)
Η γλωσσική μετακίνηση των ομιλητών μιας μειονοτικής γλώσσας από τη
γλώσσα τους στη γλώσσα της πλειονότητας, είναι ένα μόνο από τα αποτελέσματα
των καταστάσεων που προκύπτουν από τη γλωσσική επαφή. Το ό,τι είναι το πιο
συχνά εμφανιζόμενο οφείλεται σαφώς στις ιδέες και τις πράξεις για τη γλώσσα, όπως
διαμορφώθηκαν από τον 18ο αιώνα μέχρι σήμερα. Πέρα από αυτό όμως, το αν θα
εμφανιστεί ή όχι, ή ο ρυθμός με τον οποίο θα επηρεάσει μια γλώσσα, εξαρτώνται από
ένα πλήθος παραγόντων. Πέρα από τις κατεστημένες αντιλήψεις για τη γλώσσα,
σημαντικοί είναι παράγοντες όπως η ιστορία της ομάδας των ομιλητών και η ιστορία
της γλώσσας τους, ο τρόπος που έγιναν μειονότητα, δημογραφικοί παράγοντες, όπως
το αν μένουν σε αστικές περιοχές ή σε αγροτικές, το οικονομικό τους εισόδημα, ο
τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας τους –σχηματίζουν συμπαγείς κοινότητες ή ζουν
διασκορπισμένοι σε μια χώρα;–, η στάση του επίσημου κράτους απέναντι τους, είναι
κάποιοι από αυτούς. (Paulston: 1994), (Romaine: 2004), (Dorian: 2004).
Όλοι οι παραπάνω παράγοντες διαμορφώνουν το εξωτερικό πλαίσιο μέσα στο
οποίο αναπτύσσεται το κοινωνιογλωσσικό σκηνικό, η χρήση της γλώσσας μέσα στα
διάφορα πεδία κοινωνικής συμπεριφοράς. Στα πεδία αυτά μια σειρά από
ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες, όπως τα διάφορα κοινωνικά στερεότυπα,
οι στάσεις απέναντι στις γλώσσες, η αισιοδοξία ή η απαισιοδοξία της ομάδας για το
μέλλον της, η επιθυμία της ή όχι να διατηρεί όρια με την πλειονοτική ομάδα,
ενεργούν και παράγουν συγκεκριμένα αποτελέσματα γλωσσικής συμπεριφοράς.
Ανάλογα με αυτά ο ομιλητής μπορεί να προσθέτει στο γλωσσικό του ρεπερτόριο και
τη γλώσσα της πλειονότητας χωρίς να μετακινείται, να αφήνει τη δική του ή να
μετακινείται προς τη γλώσσα της πλειονότητας αφήνοντας τη δική του. Μπορεί να
γίνει δηλαδή είτε προσθετικά δίγλωσσος –προσθετική διγλωσσία [additive
bilingualism]–, είτε αφαιρετικά δίγλωσσος –αφαιρετική διγλωσσία [subtractive
bilingualism]–. (Sachdev/Giles: 2004).
Έρευνες όπως της Dorian για τα κελτικά της Σκωτίας και του Τσιτσιπή
(Tsitsipis:1998) για τα αρβανίτικα στην Ελλάδα δείχνουν πως κατά τη διάρκεια της
γλωσσικής μετακίνησης πολλοί ομιλητές της μειονοτικής γλώσσας που ανήκουν
κυρίως στις νεότερες γενιές, εμφανίζουν μειωμένη ικανότητα στη χρήση της γλώσσας
τους. Παράλληλα η ίδια η γλώσσα όπως χρησιμοποιείται από τους ομιλητές αυτούς
εμφανίζει πολλές επιρροές από την πλειονοτική γλώσσα, όχι μόνο στο λεξιλόγιο αλλά
και στη δομή της, στη σύνταξη και στη φωνολογία της. Αυτό δυσχεραίνει την ομαλή
χρήση της γλώσσας, δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα στους ομιλητές για τη
γλώσσα τους με συνέπεια να υποχωρεί σταδιακά η μεταφορά της γλώσσας στην
επόμενη γενιά. Αν αυτό συνεχιστεί υπάρχει ο κίνδυνος μετά από κάποιο διάστημα να
μην υπάρχουν άλλοι ομιλητές της γλώσσας αυτής.
Η κατάσταση αυτή που είναι γνωστή ως «γλωσσικός θάνατος», είναι η
κατάληξη μιας αλυσιδωτής αντίδρασης. Οι εξωτερικοί παράγοντες, το περιβάλλον
στο οποίο βρίσκεται η γλώσσα, διαμορφώνουν τη γλωσσική συμπεριφορά των
ομιλητών με τέτοιο τρόπο ώστε να επηρεάζεται ο τρόπος που χρησιμοποιούν τη
γλώσσα. (Sasse: 1992).
Πρέπει να σημειώσουμε ότι ακόμα και αν μία γλώσσα σταματήσει να
χρησιμοποιείται, μπορεί να διατηρήσει τη σημασία της ως σύμβολο για τη μειονοτική
ομάδα και τα ίχνη της στα ονόματα ή στα ήθη και τα έθιμα της ομάδας να είναι ορατά
για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τον «θάνατό» της. Έτσι είναι πιθανό να
υπάρξουν περιπτώσεις που «όσα ο παππούς ήθελε να ξεχάσει, ο εγγονός να θέλει να
τα θυμηθεί». (Edwards: 1994, σελ. 112-114). Μπορεί όμως η διαδικασία της
γλωσσικής μετακίνησης να αναστραφεί;
Ο Fishman έδειξε τον τρόπο που κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει. Η διαδικασία
«αναστροφής της γλωσσικής μετακίνησης» {reversing language shift], ορίζεται από
τον ίδιο ως η γωνιά εκείνη του ευρύτερου πεδίου του γλωσσικού σχεδιασμού, που
είναι αφιερωμένη στη βελτίωση των κοινωνιογλωσσικών συνθηκών των γλωσσών
που υποφέρουν από μια μακρά αρνητική ισορροπία χρηστών και χρήσεων. (Fishman:
2004, σελ. 425). Η διαδικασία αυτή δηλαδή αφορά τόσο των ομιλητή, όσο και το
κοινωνικό του περιβάλλον. Είναι στην ουσία, μια προσπάθεια που ξεκινάει από το
τέλος της αλυσίδας της γλωσσικής μετακίνησης, που είναι ο ομιλητής και φτάνει
μέχρι την αρχή της, που είναι το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Ο Fishman
επινόησε τη «Διαβαθμισμένη Κλίμακα Διάσπασης της Διαγενειακής Συνέχειας» για
τις απειλούμενες γλώσσες [Graded Intergenerational Dislocation Scale: GIDS], η
οποία στην ουσία είναι ένα εργαλείο γλωσσικού σχεδιασμού. Με την κλίμακα αυτή
μπορεί να υπολογιστεί η κατάσταση της κάθε γλώσσας, αν κινδυνεύει ή πόσο
κινδυνεύει και να σχεδιαστεί ένα πρόγραμμα αποκατάστασής της.
Η κλίμακα του Fishman περιλαμβάνει 8 στάδια. Το πρώτο στάδιο αναφέρεται
σε γλώσσες που έχουν σταματήσει, ή κινδυνεύουν άμεσα, να σταματήσουν να
χρησιμοποιούνται. Η γλώσσα πρέπει να καταγραφεί άμεσα από κάθε διαθέσιμη πηγή.
Ειδικοί πρέπει να κωδικοποιήσουν τη γλώσσα με λεξικά και γραμματικές αν δεν
υπάρχουν. Στο δεύτερο στάδιο πρέπει η μεγαλύτερη γενιά να έρθει σε επαφή με τη
γλώσσα, να ανανεώσει τη συμβολική σχέση μαζί της, ώστε να επιθυμεί να τη
μεταδώσει στην επόμενη γενιά. Στο τρίτο στάδιο η γλωσσική κοινότητα σε επίπεδο
οικογένειας και τοπικής κοινωνίας πρέπει να συντονίσει τις προσπάθειές της για τη
μετάδοση της γλώσσας στη νεότερη γενιά. Στο τέταρτο στάδιο πρέπει να
δημιουργηθούν σχολεία εκμάθησης της γλώσσας τόσο για τους νεότερους όσο και για
τους μεγαλύτερους, εκτός του συστήματος υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Στο πέμπτο
να γίνουν σχολεία στο πλαίσιο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης οπού θα διδάσκεται η
γλώσσα και αργότερα να διδάσκονται και κάποια αντικείμενα στη γλώσσα αυτή,
παράλληλα με τη διδασκαλία άλλων αντικειμένων στη γλώσσα της πλειονότητας. Στο
σημείο αυτό πρέπει με τις προηγούμενες ενέργειες να έχει διαμορφωθεί μια σταθερή
διγλωσσική σχέση με την πλειονοτική γλώσσα. Η σχέση αυτή πρέπει να αναπτυχθεί
σταδιακά και σε άλλα πεδία κοινωνικής συμπεριφοράς, όπως είναι οι χώροι εργασίας.
Στα δύο τελευταία στάδια η γλώσσα πρέπει να αρχίσει να χρησιμοποιείται σε τοπικό
ή και ευρύτερο επίπεδο από τα μέσα ενημέρωσης, με τελική κατάληξη τη χρήση της
γλώσσας σε όλα τα πεδία, ακόμα και στη δημόσια διοίκηση. (Fishman: 2004, σελ.
427), (Baker: 2001, σελ. 130-137).
Για να έχει επιτυχία οποιαδήποτε προσπάθεια γλωσσικού σχεδιασμού αυτού
του είδους είναι αναγκαίο να λαμβάνονται υπ’ όψη οι παράγοντες που καθορίζουν
την κατάσταση της κάθε γλώσσας και των ομιλητών της. Το πλήθος των παραγόντων
αυτών κάνει απαραίτητη την ύπαρξη κάποιων κατηγοριοποιήσεων που θα
οργανώνουν τις γλώσσες σε ομάδες ανάλογα με τα χαρακτηριστικά που μοιράζονται.
vi). Κατηγοριοποίηση των μειονοτικών γλωσσών.
Πολλοί και διακεκριμένοι μελετητές των κοινωνιογλωσσικών φαινόμενων
έχουν ασχοληθεί με την κατηγοριοποίηση των γλωσσών ανάλογα με το περιβάλλον
στο οποίο εμφανίζονται. Ο Kloss, o Haugen, o Fishman., ο Ferguson, o Stewart, o
Edwards και ο Trudgill είναι κάποιοι από αυτούς. Καθένας προσέγγισε το θέμα από
τη δική του σκοπιά, συνεισφέροντας ο ένας στη δουλειά του άλλου. Οι Ferguson και
Stewart, προσέγγισαν το θέμα δημιουργώντας ταξινομήσεις των γλωσσών που
βρίσκονται στο ίδιο κράτος. Όμως οι μειονοτικές γλώσσες ευάλωτες καθώς είναι στις
πιέσεις του εξωτερικού περιβάλλοντος είναι καλύτερα να μελετούνται στο πλαίσιο
της «οικολογίας της γλώσσας» που πρότεινε ο Haugen, που είναι η μελέτη της
κοινωνικής θέσης και της κοινωνικής λειτουργίας. των γλωσσών. Αυτό προϋποθέτει
ένα συνδυασμό κριτηρίων. Πρέπει να υπολογιστούν και να ταξινομηθούν όλοι εκείνοι
οι παράγοντες που επιδρούν στη γλωσσική συμπεριφορά των ομιλητών της γλώσσας.
Μία μορφή ταξινόμησης που πρότεινε ένας μελετητής, οWhite το 1987, έχει
κυρίως γεωγραφικό προσανατολισμό, ενώ λαμβάνει υπ’ όψη τόσο την καταγωγή της
γλωσσικής μειονότητας όσο και το αν η γλώσσα υπάρχει μόνο στο κράτος που ζει η
μειονότητα ή αν υπάρχει και αλλού είτε ως μειονοτική, είτε ως πλειονοτική. Σύμφωνα
με αυτή την κατηγοριοποίηση μια γλωσσική μειονότητα μπορεί να είναι αυτόχθονη ή
αλλόχθονη (μετανάστες) και η γλώσσα της να είναι έχει τη μοναδική της παρουσία
στο συγκεκριμένο κράτος, να είναι «μοναδική» ή να υπάρχει και σε άλλο κράτος, να
μην είναι «μοναδική». Εξετάζει ακόμα την κοινωνική οργάνωση της γλωσσικής
μειονότητας, αν ζει σε συμπαγείς κοινότητες ή διασκορπισμένη μέσα σε ένα κράτος,
ή αν έχει παρουσία μόνο σε μια συγκεκριμένη περιοχή του κράτους. Ένας άλλος
παράγοντας που εισάγει η ταξινόμηση αυτή είναι η επαφή που έχει η γλωσσική
μειονότητα με το κράτος που χρησιμοποιείται η γλώσσα της. Συνορεύει με το κράτος
αυτό ή όχι; Έτσι μία γλώσσα όπως η βασκική στην Ισπανία, μπορεί να χαρακτηριστεί
ως μη μοναδική, αφού υπάρχει και στη Γαλλία όπου και εκεί είναι μειονοτική. Η
γλωσσική μειονότητά της, είναι αυτόχθονη, ζει σε συγκεκριμένες περιοχές της
Ισπανίας και άρα είναι συμπαγής ενώ συνδέεται με την αντίστοιχη μειονότητα στη
Γαλλία, αφού η μια ομάδα συνορεύει με την άλλη, ενώ η ελληνική στην κάτω Ιταλία
και αυτή είναι «μη μοναδική»– η ελληνική που στην τυποποιημένη της μορφή είναι
επίσημη γλώσσα στην Ελλάδα, θεωρείται ότι στεγάζει και αυτή τη διάλεκτο–,
συναντάται μόνο σε κάποια χωριά της περιοχής και άρα είναι μόνο τοπική και η
γλωσσική της μειονότητα μπορεί να θεωρηθεί συμπαγής αλλά όχι συνδεμένη
γεωγραφικά με την Ελλάδα (Trudgill: 2001, σελ. 26)
Οι Ferguson και Stewart με τις δικές τους προσπάθειες θέλησαν να δώσουν
ταξινομήσεις που να περιγράφουν κοινωνιογλωσσολογικά ένα κράτος. Ταξινομούν
τις γλώσσες που υπάρχουν σε ένα κράτος με βάση την κοινωνική τους θέση [status]
και τη λειτουργία τους [function] και επιχειρούν να σκιαγραφήσουν το
«κοινωνιογλωσσικό προφίλ» ενός κράτους. Ο Ferguson προτείνει μια ταξινόμηση
που καταγράφει τις σημαντικότερες γλώσσες σε ένα κράτος, τους τρόπους που αυτές
ιεραρχούνται, την ύπαρξη ή όχι μιας γλώσσας ευρύτερης επικοινωνίας, την έκταση
της τυποποίησης των γλωσσών αυτών, την έκταση της χρήσης της γραπτής μορφής
των γλωσσών, ανάλογα με το αν μια γλώσσα χρησιμοποιείται για την καθημερινή
γραπτή επικοινωνία ή όχι, ή με το αν η γραπτή της μορφή χρησιμοποιείται σε
ακαδημαϊκό επίπεδο. Ο Stewart δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις λειτουργίες της γλώσσας
και τις ταξινομεί ανάλογα. Διακρίνει τις γλώσσες που είναι επίσημες σε όλη την
επικράτεια ή σε κάποια περιφέρεια, τις γλώσσες που χρησιμοποιούνται στη
θρησκευτική ζωή, τις γλώσσες που χρησιμοποιούνται ευρύτερα στην εκπαίδευση, ή
εκείνες που διδάσκονται ως ξεχωριστό αντικείμενο, τις γλώσσες που
χρησιμοποιούνται στην επικοινωνία μιας συγκεκριμένης ομάδας ή ως γλώσσες
ευρύτερης επικοινωνίες ανάμεσα στις διάφορες γλωσσικές ομάδες. Ο Stewart
διακρίνει τέσσερεις ιδιότητες για της γλώσσες. Η πρώτη είναι η τυποποίηση, η
δεύτερη είναι η αυτονομία, η τρίτη η ιστορικότητα και η τέταρτη η ζωτικότητα που
αναφέρεται στη γλωσσική ομάδα (Fasold: 1989, σελ. 108-109). Κανείς από τις δύο
δεν εστίασε στις μειονοτικές γλώσσες. Προσέφεραν όμως μια κοινωνιογλωσσολογική
ταξινόμηση χρήσιμη στο να ιεραρχηθούν οι γλώσσες και να εντοπιστούν τα
χαρακτηριστικά που είναι κοινά για τις ισχυρές και αντίστοιχα αυτά που είναι κοινά
για τις πιο αδύναμες.
Ο Haugen προσπαθεί να προσδιορίσει μια γλώσσα εξετάζοντας τη θέση της
μέσα στο περιβάλλον που εμφανίζεται. Εξετάζει πώς αξιολογείται απέναντι στις
άλλες γλώσσες με τις οποίες συνυπάρχει, ποιοί τη χρησιμοποιούν, ποιες άλλες
γλώσσες χρησιμοποιούν οι ομιλητές της, ποιες άλλες γλωσσικές ποικιλίες
ενσωματώνει, αν έχει γραπτή παράδοση, σε ποιά έκταση έχει τυποποιηθεί, αν έχει
κάποια θεσμική υποστήριξη, ποιες στάσεις έχουν απέναντί της οι ομιλητές της και
πώς ιεραρχείται με βάση τα παραπάνω, σε σχέση με τις άλλες γλώσσες που υπάρχουν
στο ίδιο περιβάλλον.
Ο Haarmann ξεκινώντας από τις ιδέες του Haugen, έδωσε ένα πρότυπο
ταξινόμησης πιο κοντά στις ανάγκες της μειονοτικής γλώσσας. συνδυάζοντας
δημογραφικούς (το μέγεθος της γλωσσικής ομάδας, αν εντοπίζεται σε αστικές ή
αγροτικές περιοχές, κοινωνικούς (το φύλο και η ηλικία των ομιλητών, η κοινωνική
τους διαστρωμάτωση), πολιτικούς (η σχέση τους με το κράτος, η γλωσσική πολιτική
του κράτους), πολιτιστικούς (κριτήρια καταγωγής, τρόποι προώθησης των
συμφερόντων της γλωσσικής ομάδας), ψυχολογικούς (στάσεις των ομιλητών,
σύνδεση της γλώσσας με την εθνική τους ταυτότητα) και τέλος
κοινωνιογλωσσολογικούς (η λειτουργία της γλώσσας στα διάφορα πεδία) και
γλωσσολογικούς παράγοντες (η απόσταση των γλωσσικών ποικιλιών, Abstand ή
Ausbau γλώσσες).
O Edwards, στηρίζει τη δικιά του προσπάθεια ταξινόμησης, σε ένα σύστημα
που εντάσσει 11 σημαντικούς παράγοντες που καθορίζουν το περιβάλλον στο οποίο
εμφανίζεται η γλώσσα σε ερωτήσεις που αφορούν τον ομιλητή, τη γλώσσα και το
χώρο στον οποίο δρουν. Έτσι από τον παράγοντα δημογραφία μπορούν να εξαχθούν
ερωτήσεις για τον αριθμό και τη συνοχή των ομιλητών (ομιλητής), την έκταση της
περιοχής στην οποία χρησιμοποιείται η γλώσσα (γλώσσα) και για το αν η περιοχή
στην οποία χρησιμοποιείται η γλώσσα είναι αστική ή αγροτική (χώρος).
(Grenoble/Whaley: 1998, σελ 26) και όπως και για όλα τα παραπάνω (Edwards:1994,
σελ. 138-144).
Ο Trudgill, στη δική του ταξινόμηση, εστιάζει στους παράγοντες που κάνουν
μια γλώσσα περισσότερο ευάλωτη στη διαδικασία της γλωσσικής μετακίνησης.
Τέσσερεις παράγοντες προκρίνονται ως οι πιο σημαντικοί. Ο πρώτος εξετάζει αν η
γλώσσα ανήκει στις Ausbau ή στις Abstand. Η μειονοτική γλώσσα έχει σχέση Ausbau
ή Abstand με την πλειονοτική; Αν έχουν σχέση Ausbau, είναι τέτοια που να μπορεί
να αμφισβητηθεί η αυτονομία της μειονοτικής, να θεωρηθεί δηλαδή ότι είναι
ετερόνομη διάλεκτος της πλειονοτικής γλώσσας; Ο τρίτος παράγοντας που εξετάζει ο
Trudgill είναι το αν η γλωσσική μειονότητα είναι «αληθής», αν υπάρχει «συγγενικό»
κράτος στο οποίο η μειονότητα να είναι η πλειοψηφία και η γλώσσα της, η γλώσσα
της πλειονότητας; Στην περίπτωση που υπάρχει τέτοιο κράτος, ποιά είναι η σχέση του
με τη μειονότητα; Συνδέεται γεωγραφικά με την περιοχή που ζει η μειονότητα ή όχι;
Ο Trudgill, θεωρεί πως μια Ausbau γλώσσα, της οποίας η αυτονομία μπορεί να
αμφισβητηθεί από τη γλώσσα της πλειονότητας και η οποία δεν έχει «συγγενικό»
κράτος στο οποίο να είναι πλειονοτική ή επίσημη γλώσσα, είναι πιο ευάλωτη στις
πιέσεις που οδηγούν στη γλωσσική μετακίνηση. (βλ. και πίνακα V).
Όλες οι παραπάνω προσπάθειες κατηγοριοποίησης των γλωσσών μπορούν να
χρησιμοποιηθούν συνδυαστικά μεταξύ τους. Οι παράγοντες που εξετάζουν όμως, οι
λεγόμενες μεταβλητές [variables], δεν παρουσιάζουν μόνο δυσκολία στην
κατηγοριοποίησή τους, αλλά είναι και εύκολο να μεταβληθούν μέσα σε λίγο χρονικό
διάστημα. Τα δημογραφικά και τα γεωγραφικά δεδομένα μιας μειονοτικής γλώσσας
για παράδειγμα μπορούν να αλλάξουν ανάλογα με το πόσο γρήγορα αστικοποιείται
και εκσυγχρονίζεται η περιοχή στην οποία βρίσκεται και έτσι να παράγουν μια νέα
πραγματικότητα για τη γλώσσα, που πρέπει πια να επανεξεταστεί.
Καθώς σήμερα περνάμε από τον κόσμο των εθνικών κρατών σε μια νέα
υπερεθνική πολιτειακή οργάνωση, πολλές από τις μεταβλητές του παρελθόντος θα
αλλάξουν και θα παράγουν νέα δεδομένα για τις γλώσσες. Πολλοί ομιλητές των μέχρι
τώρα «ισχυρών» εθνικών γλωσσών ήδη αρχίζουν να αισθάνονται ευάλωτοι όπως
ένοιωθαν μέχρι τώρα οι ομιλητές των μειονοτικών γλωσσών. Κανείς δε θα ήθελε να
δει την πολύτιμή του γλώσσα να χάνεται…Στην ουσία η σημαντικότερη μεταβλητή
που εμφανίζει και τη μεγαλύτερη διάρκεια είναι το «ήθος της επικοινωνίας». Είναι η
μόνη μεταβλητή που μπορεί να διαπερνά κάθε περιβάλλον και να διαμορφώνει την
κατάσταση κάθε γλώσσας.
Η Ευρώπη είναι ο γεωγραφικός χώρος που το πέρασμα από το εθνικό κράτος
στην υπερεθνική Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί στόχο που έχει εξαγγελθεί και
υλοποιείται. Πώς θα επηρεάσει η πορεία αυτή τις μειονοτικές γλώσσες της Ευρώπης
και το ήθος της επικοινωνίας που καθορίζει την κατάστασή τους;
VI. Οι μειονοτικές γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εισαγωγή.
Αν θέλαμε να συνοψίσουμε την ιστορία της πολιτειακής οργάνωσης της
Ευρώπης μέχρι σήμερα, θα μπορούσαμε να πούμε πως ορίζεται από το πέρασμα από
την αρχή του «cujus regio ejus religio», στην αρχή του «cujus regio ejus natio». Τα
τελευταία 50 χρόνια η Ευρώπη οργανώνεται πολιτειακά στη βάση της ευρωπαϊκής
ενοποίησης. Η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση που αντικατέστησε την Ευρωπαϊκή
Οικονομική Κοινότητα με τη συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 έχει για εμβλήματά
της τη σημαία με τα δώδεκα αστέρια, την «Ωδή στη Χαρά» του Μπετόβεν και το
σύνθημα «in varietate concordia», «ομόνοια μέσα από την πολυμορφία». Μπορούμε
να πούμε ότι αυτή είναι η νέα αρχή πολιτειακής οργάνωσης για την Ευρώπη;
Η Ε.Ε δημιουργήθηκε ως μια ένωση κρατών με καθαρά οικονομικό χαρακτήρα
και αποσκοπούσε στη δημιουργία μιας ευρείας και ενιαίας αγοράς στον ευρωπαϊκό
χώρο, μέσα στην οποία τα εμπορεύματα θα κυκλοφορούσαν ελεύθερα. «Η παγκόσμια
ειρήνη δε θα μπορούσε να διατηρηθεί χωρίς δημιουργικές προσπάθειες ανάλογες των
κινδύνων που την απειλούν. Η συμβολή της οργανωμένης και ζωντανής Ευρώπης
στον πολιτισμό είναι απαραίτητη για τη διατήρηση των ειρηνικών σχέσεων. Έχοντας
γίνει για περισσότερα από είκοσι χρόνια ο πρωτεργάτης της ενωμένης Ευρώπης, η
Γαλλία είχε πάντα ως ουσιαστικό στόχο να υπηρετεί την ειρήνη. Η Ευρώπη δεν
επιτεύχθηκε και έτσι είχαμε τον πόλεμο. Η Ευρώπη δε θα δημιουργηθεί δια μιας, ούτε
σε ένα συνολικό οικοδόμημα. Θα διαμορφωθεί μέσα από συγκεκριμένα επιτεύγματα
που θα δημιουργήσουν πρώτα μια πραγματική αλληλεγγύη. Η συγκέντρωση των
ευρωπαϊκών εθνών απαιτεί να εξαλειφθεί η μακραίωνη αντίθεση της Γαλλίας και της
Γερμανίας η δράση που θα αναλάβουμε πρέπει να αφορά κατά πρώτο λόγο τη Γαλλία
και τη Γερμανία. Με αυτό το σκοπό η γαλλική κυβέρνηση προτείνει την άμεση
δράση σε ένα περιορισμένο αλλά αποφασιστικό σημείο. Η γαλλική κυβέρνηση
προτείνει να τεθεί το σύνολο της γαλλογερμανικής παραγωγής άνθρακα και χάλυβα
κάτω από μια κοινή Ανώτατη Αρχή, με μια οργάνωση ανοιχτή στη συμμετοχή των
άλλων χωρών της Ευρώπης. Η συγκέντρωση των παραγωγών άνθρακα και χάλυβα θα
εξασφαλίσει αμέσως την εγκαθίδρυση κοινών βάσεων οικονομικής ανάπτυξης, πρώτο
στάδιο της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας και θα αλλάξει το πεπρωμένο αυτών των
περιοχών που από πολύ καιρό ασχολούνται με την κατασκευή πολεμικών όπλων, των
οποίων υπήρξαν τα πιο συνεχή θύματα....» Αυτή είναι η δήλωση του Γάλλου
υπουργού εξωτερικών Robert Schuman, την 9η Μαΐου του 1950 η οποία οδήγησε στη
δημιουργία της σημερινής Ευρωπαϊκής Ενωσης. (Από την επίσημη ιστοσελίδα της
Ε.Ε).
Η ευρωπαϊκή ενοποίηση, στον πυρήνα της, είναι οικονομική ενοποίηση. Όμως
οι οικονομικές δυνάμεις για κάθε κοινωνία και για κάθε εποχή αποτελούν τον
ισχυρότερο παράγοντα αλλαγής γιατί στην ουσία η οικονομία δεν είναι τίποτα άλλο
από την εκδήλωση μιας ανθρώπινης συμπεριφοράς που προκαλείται από την ανάγκη
να ληφθούν αποφάσεις για το πώς θα χρησιμοποιηθεί ένας περιορισμένος αριθμός
πόρων (Grin: 1999, σελ. 9). Η βιομηχανική εποχή τον 19ο αιώνα απαιτούσε τη χρήση
της τυποποιημένης γλώσσας. Ποιες θα είναι οι απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής;
i). Οι απαιτήσεις της νέας εποχής.
Στις προτάσεις της «Ομάδας Διανοουμένων για το Διαπολιτισμικό Διάλογο»,
που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και υπό τον τίτλο
«Μια θετική πρόκληση: πώς η πολυγλωσσία μπορεί να ενδυναμώσει την Ευρώπη»
(Βρυξέλλες 2008, επίσημη ιστοσελίδα της Ε.Ε) διακρίνονται οι απαιτήσεις αυτές. Η
σύνθεση της ομάδας αυτής, ένας πρώην γενικός διευθυντής του Βρετανικού
Συμβουλίου (British Council), μία «αθάνατη», η γραμματέας της
Βασιλικής Ακαδημίας Γαλλικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας του
Βελγίου και η πρόεδρος του Ινστιτούτου Γκέτε (Goethe Institut)
είναι τρία από τα δέκα μέλη της, δεν προδιαθέτει θετικά, αφού τα
ιδρύματα αυτά είναι οι κορυφαίοι εκπρόσωποι της «βαριάς
βιομηχανίας» στον τομέα της εκμάθησης ξένων γλωσσών (Kibbee:
2003). Η γνωμοδότησή τους όμως μπορεί να θεωρηθεί «πολιτικά ορθή».
Αναγνωρίζουν πως «εφόσον τα περισσότερα ευρωπαϊκά έθνη οικοδομήθηκαν με
θεμέλιο μια γλώσσα που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητάς τους, η
Ευρωπαϊκή Ένωση δε μπορεί παρά να θεμελιωθεί στη γλωσσική της πολυμορφία»,
δηλαδή πρόκειται για μια πολυμορφία βασισμένη στις εθνικές γλώσσες. Προτείνουν
ότι «στις διμερείς σχέσεις μεταξύ των λαών της Ευρωπαϊκής Ένωσης να
χρησιμοποιούνται κατά προτεραιότητα οι γλώσσες των δύο αυτών λαών και όχι μια
τρίτη γλώσσα. Αυτό προϋποθέτει ότι σε κάθε χώρα της Ένωσης θα υπάρχει μια
μεγάλη ομάδα ανθρώπων που θα μιλούν άπταιστα καθεμία από τις ευρωπαϊκές
γλώσσες και θα έχουν ισχυρά κίνητρα να διατηρήσουν τις γλωσσικές τους
δεξιότητες.» Στα Ευρωπαϊκά κράτη έχει παγιωθεί ο φόβος ότι η γιγάντωση των
αγγλικών και η χρήση τους σε όλο και περισσότερα πεδία, αργά ή γρήγορα θα
υποβιβάσει τις γλώσσες τους εντός της Ε.Ε σε γλώσσες συμβολικού χαρακτήρα. Το
φόβο αυτό επιθυμεί να διασκεδάσει η ομάδα αυτή.
Προτείνει επίσης ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να προωθήσει την έννοια
της γλώσσας προσωπικής επιλογής. Κάθε Ευρωπαίος θα ενθαρρύνεται να επιλέξει
ελεύθερα μια συγκεκριμένη γλώσσα, διαφορετική από την εθνική του γλώσσα, αλλά
και από τη γλώσσα που χρησιμοποιεί για τη διεθνή επικοινωνία. Έτσι όπως την
αντιλαμβανόμαστε, η γλώσσα προσωπικής επιλογής δεν είναι σε καμία περίπτωση
μια δεύτερη ξένη γλώσσα, αλλά μάλλον, κατά κάποιον τρόπο, μια δεύτερη μητρική
γλώσσα…» Συνεχίζοντας επισημαίνουν ότι «κάνοντας μια σαφή διάκριση, όταν
έρχεται η ώρα της επιλογής, ανάμεσα σε μια γλώσσα διεθνούς επικοινωνίας και μια
γλώσσα προσωπικής επιλογής, θα δώσουμε το κίνητρο στους Ευρωπαίους να
λαμβάνουν, σχετικά με την εκμάθηση γλωσσών, δύο ξεχωριστές αποφάσεις, η μία
από τις οποίες θα υπαγορεύεται από τις ανάγκες της όσο το δυνατόν ευρύτερης
επικοινωνίας, ενώ η άλλη θα καθοδηγείται από ένα ολόκληρο φάσμα προσωπικών
κινήτρων που θα συνδέονται με την προσωπική ή την οικογενειακή διαδρομή, τα
επαγγελματικά ενδιαφέροντα, τις πολιτιστικές προτιμήσεις, την πνευματική
περιέργεια.…. Όσον αφορά τη γλώσσα διεθνούς επικοινωνίας, δεν αμφιβάλλουμε ότι
οι περισσότεροι θα επέλεγαν σήμερα τα αγγλικά….»
Τι προτείνουν όμως για τις μειονοτικές γλώσσες; Θα μπορούν και αυτές να
αποτελούν γλώσσες προσωπικής επιλογής… «Συγχρόνως, οι γλώσσες που ομιλούνται
λιγότερο, ή ακόμα και αυτές που ομιλούνται από πολύ λίγους, θα αποκτήσουν μια
ακτινοβολία χωρίς προηγούμενο. Η λογική μιας πολιτικής που θα ενθαρρύνει την
εκμάθηση γλώσσας προσωπικής επιλογής είναι, πράγματι, ότι η επιλογή μιας
γλώσσας γίνεται όπως η επιλογή επαγγέλματος. Η άπταιστη γνώση μιας σχετικά
σπάνιας γλώσσας θα αποτελεί πλεονέκτημα ανάλογο με μια σπάνια εξειδίκευση σε
ένα κλάδο αιχμής. Μακροπρόθεσμα, θα δημιουργηθούν ομάδες ατόμων για όλες τις
γλώσσες, ασφαλώς πολύ άνισες αριθμητικά, αλλά πάντα σημαντικές.» Το ίδιο και για
τις γλώσσες των μεταναστών: «Όπως οι μετανάστες ενθαρρύνονται να υιοθετήσουν
πλήρως τη γλώσσα της χώρας υποδοχής και την κουλτούρα που μεταφέρει, έτσι θα
ήταν δίκαιο και χρήσιμο οι γλώσσες που αποτελούν την ταυτότητα των μεταναστών
να αποτελέσουν και αυτές μέρος των γλωσσών που θα ενθαρρύνονται να επιλέξουν οι
ίδιοι οι Ευρωπαίοι».
Από τα παραπάνω μπορούν να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα. Το πρώτο
είναι ότι η γλώσσα αντιμετωπίζεται σύμφωνα με το σύγχρονο ήθος της επικοινωνίας
που θέλει τη γλώσσα εμπόρευμα μέσα στην αγορά εργασίας. Δηλαδή προϋπόθεση για
την γλωσσική πολυμορφία στην Ευρώπη, είναι η δημιουργία μιας αγοράς εργασίας
τέτοιας που θα μπορεί να απορροφήσει όλες τις γλώσσες, αφού η γλώσσα ταυτίζεται
με την εργαλειακή της χρήση. Η νέα εποχή απαιτεί από τον πολίτη της Ε.Ε να
γνωρίζει τουλάχιστον τρεις γλώσσες. Τη μητρική του γλώσσα, κάποια από τις εθνικές
γλώσσες, μια γλώσσα ευρύτερης επικοινωνίας και τη δεύτερη «μητρική του
γλώσσα», τη γλώσσα της προσωπικής του επιλογής. Ο πολίτης που ανήκει σε κάποια
γλωσσική μειονότητα θα πρέπει να έχει τρεις μητρικές γλώσσες, τη δική του, την
επίσημη γλώσσα του κράτους του και την άλλη γλώσσα προσωπικής επιλογής. Πόσο
εφικτό είναι κάτι τέτοιο στη σύγχρονη ευρωπαϊκή γλωσσική πραγματικότητα;
ii). Η σύγχρονη γλωσσική πραγματικότητα στην Ε.Ε
Στα κράτη της Ε.Ε μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερεις ομάδες ομιλητών
μειονοτικών γλωσσών. Η πρώτη αποτελείται από όσους έχουν ως μητρική γλώσσα
μία από τις 23 (μετά τη διεύρυνση του 2004) επίσημες γλώσσες της Ε.Ε αλλά
αποτελούν γλωσσική μειονότητα στο κράτος του οποίου είναι πολίτες, όπως για
παράδειγμα οι ομιλητές της γερμανικής στα «ανατολικά καντόνια» του Βελγίου, ή οι
ομιλητές της φιλανδικής στη Σουηδία. Στη δεύτερη ομάδα ανήκουν οι ομιλητές μίας
από της ημιεπίσημες γλώσσες της Ε.Ε, γλώσσες που χρησιμοποιούνται σε διάφορες
δραστηριότητες της Ε.Ε, όπως η λουξεμβουργιανή γλώσσα. Στην τρίτη ομάδα
ανήκουν οι ομιλητές μειονοτικών γλωσσών που έχουν κάποιου είδους επίσημη
αναγνώριση στα κράτη στα οποία βρίσκονται, για παράδειγμα τα καταλανικά, τα
γαλικιανά και τα βασκικά στην Ισπανία, τα ουαλικά και τα κελτικά της Σκωτίας στο
Ηνωμένο Βασίλειο. Στην τέταρτη ομάδα ανήκουν οι ομιλητές των γλωσσών που δεν,
έχουν κανενός είδους αναγνώριση στα κράτη που βρίσκονται, όπως η αλβανική
(αρβανίτικα) και η αρωμουνική (βλάχικη) στην Ελλάδα. (Grin, ECMI, Moring,
EBLUL: 2002).
Υπολογίζεται ότι πριν τη διεύρυνση του 2004, 40-50 εκατομμύρια Ευρωπαίοι
πολίτες είχαν ως μητρική μία γλώσσα που δεν ήταν επίσημη στο κράτος τους. Η τάση
που επικρατούσε και επικρατεί στην Ευρώπη σχετικά με την εκμάθηση ξένων
γλωσσών, θέλει τους Ευρωπαίους να προτιμούν την αγγλική και τη γαλλική, παρ’ όλο
που η γερμανική μιλιέται ως μητρική από την πλειοψηφία των Ευρωπαίων. Μια
μελέτη του 1994, έδειχνε ότι το προσωπικό της Ε.Ε χρησιμοποιούσε στην
επικοινωνία του σε ποσοστό 69% τη γαλλική, 30% την αγγλική και μόλις 1% την
γερμανική, ενώ κατά την επικοινωνία με πολίτες εκτός της Ένωσης χρησιμοποιούσε
σε ποσοστό 69% την αγγλική.(Ó Riagáin, 2001, σελ 35, 41)
Στην έκθεση «Ευρωμωσαϊκό», μια έκθεση που προετοιμάστηκε για χρήση μέσα
στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αναλύεται η κατάσταση 48 αυτοχθόνων, μειονοτικών
γλωσσών. Ανάμεσα στα άλλα, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η αναφορά στην
οικονομική σχέση κέντρου- περιφέρειας. Αυτό που επισημαίνεται είναι ότι το
οικονομικό κεφάλαιο στα κράτη είναι συγκεντρωμένο στα αστικά κέντρα και
διανέμεται άνισα προς την περιφέρεια. Το ίδιο ισχύει και για την Ε.Ε της οποίας η
μεγαλύτερη οικονομική δραστηριότητα αναπτύσσεται στο κέντρο της, στις χώρες της
κεντρικής Ευρώπης, ενώ στις περιφέρειές της η οικονομική δραστηριότητα είναι
σαφώς μικρότερη. Όμως οι περισσότερες γλωσσικές μειονότητες, κυρίως εκείνες που
είναι «μοναδικές» ή «αληθινές» μειονότητες, που δεν έχουν δηλαδή «συγγενικό»
κράτος, βρίσκονται στις οικονομικά αδύναμες περιφέρειες της Ευρώπης, ενώ οι
γλωσσικές μειονότητες που έχουν «συγγενικό» κράτος με το οποίο επικοινωνούν
γεωγραφικά, βρίσκονται συχνά στις οικονομικά αδύναμες περιφέρειες των κρατών
τους. (Nelde: 1996, σελ 8-9).
Όλα αυτά διαμορφώνουν ένα σκηνικό που κάνει τις προτάσεις της «Ομάδας
Διανοουμένων για το Διαπολιτισμικό Διάλογο» να δείχνουν ανέφικτες. Σε ένα
περιβάλλον που τα πεδία υψηλού κύρους, δημόσια διοίκηση και οικονομική ζωή
μονοπωλούνται από τη γλώσσα ευρύτερης επικοινωνίας την αγγλική και τις γλώσσες
των οικονομικά ισχυρών χωρών της κεντρικής Ευρώπης, τη γαλλική και τη
γερμανική και με τις άλλες εθνικές γλώσσες να ανταγωνίζονται μεταξύ τους, πόσο
ελεύθερη μπορεί να είναι η επιλογή της προσωπικής γλώσσας; Ιδιαίτερα όταν οι
μειονοτικές γλώσσες αντιμετωπίζονται ακόμα εχθρικά από τις εθνικές κυβερνήσεις.
iii). Η αντιμετώπιση των μειονοτικών γλωσσών στην Ε.Ε.
Για ακαδημαϊκούς όπως ο Joshua Fishman η ύπαρξη διαφορετικών γλωσσών
στο ίδιο κράτος, η γλωσσική ετερότητα, είναι ένα σπουδαίο δώρο που δυνητικά
μπορεί να αποτελέσει μια πολυτιμότατη πηγή πόρων τόσο για το ίδιο το κράτος αλλά
και για τη διεθνή κοινότητα και η οποία μπορεί να προσφέρει στο κράτος που θα την
καλλιεργήσει πολλά, οικονομικά, διπλωματικά και πολιτιστικά οφέλη.
Όμως στα περισσότερα κράτη η γλωσσική ετερότητα αντιμετωπίζεται ως
απειλή για την πολιτική σταθερότητα και την οικονομική ανάπτυξη. Στη λογική των
περισσότερων κρατών κυριαρχεί η άποψη ότι ο βαθμός της γλωσσικής ετερότητας
είναι ευθέως ανάλογος με τις κοινωνικές και πολιτικές ταραχές και αντιστρόφως
ανάλογος με την οικονομική ανάπτυξη. O Fishman το 1991 προσέφερε μια μελέτη,
«βασισμένη στην ανάλυση 238 μεταβλητών που διαπερνούν 178 κράτη», η οποία
αντικρούει την άποψη αυτή (Fishman: 1991).
Σήμερα, επίσημα η Ε.Ε δηλώνει ότι οι γλώσσες της είναι ο πλούτος της. Το
εννοεί ή η δήλωση αυτή γίνεται για να καθησυχάσει τις εθνικές ανασφάλειες των
μελών της; Αφορά δηλαδή μόνο τις εθνικές, επίσημες γλώσσες και κάποιες από τις
«ισχυρές» μειονοτικές ή όλες τις γλώσσες που στεγάζονται στο εσωτερικό της;
Η πολιτική της Ε.Ε ένωσης για τις μειονοτικές γλώσσες πρέπει να ιδωθεί στο
πλαίσιο της προσπάθειας για τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς στην οποία
κεφάλαια, εμπορεύματα και εργαζόμενοι μετακινούνται ελεύθερα. Η διαφορά της
οικονομικής λειτουργίας ανάμεσα στο κέντρο και στην περιφέρεια, ήταν ένα ζήτημα
που έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Χαρακτηριστικό του πόσο σημαντικό είναι το ζήτημα
αυτό για την Ένωση είναι το γεγονός πως από το 2014, οι ευρωπαϊκές
χρηματοδοτήσεις θα δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη «χωρική διάσταση», δηλαδή
στην αντιμετώπιση των ανισοτήτων στο εσωτερικό κάθε κράτους. Θα πριμοδοτούνται
νησιωτικές και ορεινές περιοχές ενώ πρόσθετοι πόροι θα δίνονται για τα
περιφερειακά κράτη που αντιμετωπίζουν σε επίπεδο Ε.Ε. κοινά μειονεκτήματα με μία
απομακρυσμένη περιοχή μέσα στην επικράτεια ενός κράτους (Ελευθεροτυπία:
14/07/2008). Ουσιαστικά ο τρόπος χρηματοδότησης δε θα έχει πια εθνικό σχεδιασμό
αλλά περιφερειακό.
Οι τρόποι αντιμετώπισης του ζητήματος αυτού πέρασαν μέσα από τη διαμάχη
των δύο σύγχρονων πολιτικών ρευμάτων του «σοσιαλιστικού» και του «(νέο)-
φιλελεύθερου». Η πολιτιστική επιλογή της Ευρώπης των πολλών γλωσσών δε μπορεί
παρά να εξεταστεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Οι σοσιαλιστές ήταν εκείνοι που
συνέδεσαν τη μειονοτική με την οικονομική πολιτική, ενώ από τους κόλπους τους
προήρθαν πολιτικοί που προώθησαν τα ζητήματα των μειονοτικών γλωσσών στα
διάφορα όργανα που χαράσσουν την ευρωπαϊκή πολιτική. Όπως μας θυμίζει η Διβάνη
για την περίοδο της ΚτΕ, οι «Εργατικοί», το αγγλικό σοσιαλιστικό κόμμα,
επισήμαναν πώς στο ζήτημα των μειονοτήτων, «το κομβικό θέμα δεν ήταν τα
διαφορετικά φυλετικά, γλωσσικά και άλλα χαρακτηριστικά, αλλά οι διαφορετικές
οικονομικές ταχύτητες πλειονότητας και μειονοτήτων». (Διβάνη: 1995, σελ. 43). Το
σοσιαλιστικό πολιτικό ρεύμα υποστήριζε τη λήψη θετικών μέτρων για τις
μειονότητες, ώστε να καλυφθούν οι ανισότητες. Το φιλελεύθερο πολιτικό ρεύμα από
την άλλη, υποστήριζε μόνο τη διασφάλιση των βασικών ελευθεριών και των
ατομικών δικαιωμάτων που εξασφαλίζουν τη λειτουργία του «φυσικού» νόμου της
αγοράς.
Οι απόψεις αυτές εκφράστηκαν στα διάφορα ευρωπαϊκά όργανα και ιδιαίτερα
μέσα στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Η αύξηση της επιρροής των σοσιαλιστικών
κομμάτων σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις
αρχές αυτής του 1980, ενίσχυσε τις τάξεις των σοσιαλιστών στις τάξεις του
κοινοβουλίου. Ο Ιταλός σοσιαλιστής ευρωβουλευτής, Αρφέ {Gaetano Arfé, 1925-
2007}, με τις ενέργειές του έδωσε νέα ώθηση στα μειονοτικά ζητήματα και ιδιαίτερα
στα ζητήματα των μειονοτικών γλωσσών. Το 1979 μαζί με μια ομάδα σοσιαλιστών
ευρωβουλευτών από την Ιταλία και τη Γαλλία, κατέθεσαν ένα ψήφισμα για τις
εθνικές μειονότητες. Λιγότερο από ένα μήνα μετά ο Βόρειο-Ιρλανδός σοσιαλιστής
ευρωβουλευτής, Χιουμ {John Hume, 1937-}, κατέθεσε για ψήφιση τον «Κώδικα των
Δικαιωμάτων για τις Περιφερειακές γλώσσες και Πολιτισμούς της Κοινότητας». Οι
διαφορές των δύο κειμένων ήταν σημαντικές. Ο Αρφέ έκανε λόγο για την ανάγκη
αυτονομίας των εθνικών και γλωσσικών μειονοτήτων ενώ ο Χιουμ παρακάμπτοντας
τις έννοιες εθνικότητα και αυτονομία, μίλησε για την ετερότητα που είναι ζωτική και
εμπλουτίζει την Κοινότητα. Ο Χιουμ πίστευε πως οι αναφορές σε θέματα εθνικότητας
και αυτονομίας, θα προκαλούσαν σοβαρές πολιτικές αντιδράσεις, ενώ ένα ψήφισμα
για τις γλώσσες και τον πολιτισμό, θα είχε περισσότερες πιθανότητες να γίνει δεκτό.
Ο Αρφέ στο μεταξύ είχε οριστεί από το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο εισηγητής για τα
θέματα των περιφερειακών και μειονοτικών γλωσσών. Η αναφορά του, που
κατατέθηκε για ψήφιση στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο τον Οκτώβριο του 1981,
καλούσε τα κράτη μέλη και τις τοπικές αρχές σε αυτά να αναλάβουν μια σειρά
μέτρων για την υποστήριξη και την προώθηση των περιφερειακών και μειονοτικών
γλωσσών, δίνοντας έμφαση στα πεδία της εκπαίδευσης, των μέσων ενημέρωσης και
των δημόσιων υπηρεσιών.
Οι προτάσεις αυτές υπερψηφίστηκαν από μεγάλο μέρος του κοινοβουλίου,
κυρίως από τους «κεντροαριστερούς» ευρωβουλευτές –μόνο οι βουλευτές του
συντηρητικού αγγλικού κόμματος των «Tory» τις καταψήφισαν ενώ οι Γάλλοι
συντηρητικοί απείχαν από την ψηφοφορία. (Ó Riagáin:2001: σελ 35-36).
Αυτό ήταν το πρώτο κείμενο από την εποχή της ΚτΕ που προέβλεπε
συλλογικά θετικά μέτρα για τις γλωσσικές μειονότητες. Όμως το ευρωπαϊκό
κοινοβούλιο δεν είχε, ούτε έχει, την ισχύ να επιβάλλει τις αποφάσεις του στις εθνικές
κυβερνήσεις και η εφαρμογή των προτάσεων του είναι προαιρετική. Παρ’ όλα αυτά
είχε γίνει μία αρχή.
Το 1982 δημιουργείται το «Ευρωπαϊκό Γραφείο για τις Λιγότερο Oμιλούμενες
Γλώσσες» [EBLUL], με πρόεδρο τον Αρφέ, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντάσσει
στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό κονδύλια για την υποστήριξη των περιφερειακών
και μειονοτικών γλωσσών. Το 1983 δόθηκε προς την κατεύθυνση αυτή ποσό ίσο με
100 χιλιάδες ευρώ, για να φτάσει το 1998 τα 4 εκατομμύρια ευρώ. Το 1988 ιδρύθηκε
ο οργανισμός Mercator με στόχο την υποστήριξη των μειονοτικών γλωσσών. Τόσο το
EBLUL όσο και ο Mercator λειτουργούν ως μη κυβερνητικές οργανώσεις με την
υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Εκπονούν μελέτες για τις μειονοτικές
γλώσσες, προγράμματα για την υποστήριξή τους και έχουν αναλάβει την
παρακολούθηση της εξέλιξής τους. Ως μη κυβερνητικές οργανώσεις, έχουν την
αρμοδιότητα να ενημερώνουν τα όργανα της Ε.Ε και να διατυπώνουν προτάσεις,
αλλά δεν έχουν καμία αρμοδιότητα παρέμβασης στην πολιτική των εθνικών
κυβερνήσεων. (EBLUL: 2002, σελ. 29-31).
iv). Ο «Χάρτης για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικές Γλώσσες» και η στάση των
ευρωπαϊκών κρατών.
Οι οργανωμένες προσπάθειες στα πλαίσια του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και
η δράση του EBLUL και του Mercator, συντέλεσαν στην καλύτερη ενημέρωση της
κοινής γνώμης για τα θέματα γλωσσικής ετερότητας και οι ενέργειές τους οδήγησαν
στη βελτίωση των συνθηκών για πολλές μειονοτικές γλώσσες. Στην ιδρυτική
συνθήκη της Ε.Ε, που υπογράφτηκε το 1992 στο Μάαστριχτ, στο άρθρο 151, γινόταν
αναφορά στην εθνική και περιφερειακή ετερότητα των μελών κρατών. Όμως η
δραστηριότητα αυτή ήταν επόμενο να γνωρίσει την αντίδραση κάποιων εθνικών
κυβερνήσεων.
Το 1996, η αγγλική κυβέρνηση του συντηρητικού κόμματος προσέφυγε στο
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εναντίον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη χρηματοδότηση
προγραμμάτων που δεν ήταν νομικά κατοχυρωμένα. Αυτό οδήγησε στο κλείσιμο της
χρηματοδότησης για μια σειρά προγραμμάτων, ανάμεσα στα οποία και τα
προγράμματα υποστήριξης των περιφερειακών και μειονοτικών γλωσσών. (Ó
Riagáin: 2001, σελ. 40).
Για να είναι έγκυρη οποιαδήποτε χρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό της
Ε.Ε, πρέπει να έχει την ομόφωνη έγκρισή όλων των κρατών μελών. Για τα θέματα
της γλωσσικής ετερότητας όμως και γενικά για τα μειονοτικά θέματα κάτι τέτοιο
είναι απίθανο να γίνει, γιατί οι στάσεις των κρατών μελών απέναντι στα θέματα αυτά
κάθε άλλο παρά ομοιογενείς είναι.
Κάποια κράτη έχουν μία μακριά παράδοση στη λήψη θετικών μέτρων για την
προστασία των μειονοτικών γλωσσών. Η Φιλανδία από την ανεξαρτητοποίησή της,
το 1917, είχε λάβει θετικά μέτρα για τη σουηδική γλώσσα. Ο διακανονισμός μεταξύ
Γερμανίας και Δανίας για τις αντίστοιχες μειονότητές τους από το 1920 ή οι
ρυθμίσεις της Ιταλίας για την περιοχή του δυτικού Τυρόλο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο
πόλεμο, ανήκουν στην παράδοση αυτή.
Η αναγνώριση όμως των γλωσσικών μειονοτήτων και η εφαρμογή θετικής
γλωσσικής πολιτικής για αυτές είναι πρόσφατη υπόθεση για τα περισσότερα
ευρωπαϊκά κράτη. Η στάση αυτή προήλθε και από την αναζωπύρωση του
ενδιαφέροντος των ίδιων των μειονοτήτων για τη γλώσσα τους, ιδιαίτερα κατά τις
τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα.
Κατά τις δεκαετίες 1970, 1980 και 1990, σε όλη σχεδόν την Ευρώπη υπήρξε
μια τάση εφαρμογής γλωσσικών πολιτικών για την υποστήριξη των μειονοτικών
γλωσσών. Η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Σουηδία και η Ισπανία, είναι κάποια
από τα κράτη που εφάρμοσαν τέτοια γλωσσική πολιτική, είτε σε εθνικό, είτε σε
τοπικό επίπεδο.
Η πολιτική της Ισπανίας για την καταλανική, τη γαλικιανή και τη βασκική
γλώσσα ή η πολιτική του Ην. Βασιλείου για την ουαλική, είχαν θεαματικά
αποτελέσματα. Ειδικά στην Ισπανία η λήψη θετικών μέτρων για τις μειονοτικές
γλώσσες, μέτρα που επέτρεπαν τη χρήση τους σε πεδία υψηλού κύρους, όπως η
δημόσια διοίκηση και η πανεπιστημιακή εκπαίδευση, είχε ως αποτέλεσμα την
αναστροφή της πτωτικής πορείας των γλωσσών αυτών. (EBLUL: 2002, σελ. 35).
Οι διαφορές στις στάσεις των ευρωπαϊκών κρατών απέναντι στις μειονοτικές
γλώσσες γίνονται εύκολα αντιληπτές μέσα από τη διαδικασία υπογραφής και
επικύρωσης του «Ευρωπαϊκού Χάρτη για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικές
Γλώσσες», του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Το Συμβούλιο της Ευρώπης, όπως και ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη
Συνεργασία στην Ευρώπη, είναι διεθνείς οργανισμοί που δημιουργήθηκαν με τη λήξη
του Β΄ Παγκόσμιου με σκοπό την ασφάλεια και τη συνεργασία στην Ευρώπη. Ο
πυρήνας τους αποτελείται από τα κράτη που σήμερα αποτελούν και τον πυρήνα της
Ε.Ε. Τα μειονοτικά ζητήματα που από την εμφάνισή τους συνδέθηκαν με ζητήματα
ασφάλειας, ανθρώπινων δικαιωμάτων και διεθνών σχέσεων ήταν αναμενόμενο να
απασχολήσουν τους οργανισμούς αυτούς. Τα κείμενα τους όταν υπογραφούν από τα
κράτη μέλη τους και επικυρωθούν στο εσωτερικό των κρατών, είναι δεσμευτικά για
αυτά, με την έννοια ότι μετά την επικύρωσή τους αποτελούν νόμο του κράτους.
Το Συμβούλιο της Ευρώπης από την ίδρυσή του το 1949, είχε ορίσει ως έναν
από τους κύριους στόχους του την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
Σταθμός για το στόχο αυτό είναι η «Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα
Δικαιώματα» του 1950 που ενεργοποιήθηκε το 1953. Σε αυτή προβλεπόταν το
δικαίωμα των ανθρώπων που ανήκουν σε μία εθνική μειονότητα να χρησιμοποιούν τη
γλώσσα τους και να τη διδάσκονται σε κατάλληλα σχολεία. Η υπογραφή της
σύμβασης δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Η Γαλλία, το Ην. Βασίλειο, η Ελλάδα
και η Τουρκία διαφώνησαν, αλλά τελικά υπέγραψαν τη σύμβαση.
Το Συμβούλιο της Ευρώπης διατηρούσε και διατηρεί στενές σχέσεις με την
Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΟΚ πριν το 1992). Οι αποφάσεις του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου
επηρεάζουν τις απόψεις του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αποφάσεις όπως αυτή του
ψηφίσματος του Αρφέ λαμβάνονταν υπ’ όψη, ενώ το EBLUL συμβούλευε το ΣΕ για
τα θέματα των γλωσσικών μειονοτήτων. Το 1987 και το 1994 με πρωτοβουλία των
ευρωβουλευτών Kuijper και Killilea ψηφίστηκαν από το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο οι
αντίστοιχες αποφάσεις. Η πρώτη αναφέρεται «στις γλώσσες και τον πολιτισμό των
περιφερειακών και εθνικών μειονοτήτων» και η δεύτερη στις «γλωσσικές και
πολιτιστικές μειονότητες». Η πρώτη ήταν σαφώς επηρεασμένη από το κλίμα της
αναγέννησης των μειονοτικών γλωσσών που επικρατούσε στη δυτική Ευρώπη από τα
τέλη της δεκαετίας του 1970. Η δεύτερη επηρεάστηκε από τα όσα ακολούθησαν την
πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού στην κεντρική και την ανατολική Ευρώπη.
Ουσιαστικά στη βάση αυτών των ψηφισμάτων, το ΣΕ προώθησε δύο κείμενα
συμβάσεων. Το πρώτο ήταν ο «Χάρτης για τις Περιφερειακές ή μειονοτικές
Γλώσσες» και το δεύτερο, η «Σύμβαση–Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών
Μειονοτήτων», που συντάχθηκαν τον Ιούνιο του 1992 και το Φεβρουάριο του 1995
αντίστοιχα. Όπως φαίνεται και από τον τίτλο τους, το πρώτο κείμενο προβλέπει
δικαιώματα για τις γλώσσες και το δεύτερο για τις εθνικές μειονότητες. Θα περίμενε
κανείς τα κράτη να είναι περισσότερο πρόθυμα να αναγνωρίσουν μειονοτικές
γλώσσες, παρά εθνικές μειονότητες στο εσωτερικό τους. Όμως η επικύρωση του
«Χάρτη» αποδείχθηκε δυσκολότερη υπόθεση από την επικύρωση της «Σύμβασης-
Πλαισίου».
Συνολικά από τα 47 κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης μόνο τα 23
έχουν επικυρώσει τον «Χάρτη» (Πίνακας I), ενώ η «Σύμβαση-Πλαίσιο» έχει
επικυρωθεί από 39 κράτη. Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ό,τι η Ε.Ε
απαιτούσε από κάθε υποψήφιο προς ένταξη κράτος να επικυρώσει τη «Σύμβαση –
Πλαίσιο», ενώ δεν έκρινε απαραίτητη την επικύρωση του «Χάρτη». Όλα τα κράτη
της ανατολικής Ευρώπης που εντάχθηκαν στην Ε.Ε μετά το 2004, είχαν επικυρώσει
τη «Σύμβαση-Πλαίσιο». Ο δεύτερος είναι η παραδοσιακή αρνητική στάση των
εθνικών κρατών απέναντι στις μη επίσημες γλώσσες τους και ο φόβος τους για την
πολιτική και συμβολική διάσταση που μπορεί να έχει η γλώσσα. Ο «Χάρτης» αν και
αποτελεί προϋπόθεση για την είσοδο μιας χώρας στο ΣΕ, παρακάμφτηκε από πολλά
κράτη που εντάχθηκαν σε αυτό (ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1990), χωρίς να
εκπληρώσουν αυτή την υποχρέωση. (Viaut: 2004).
Δύο κράτη που ανήκουν στο στενό κύκλο των κρατών που είναι μέλη όλων
των ευρωπαϊκών οργανισμών και μέλη της Ε.Ε στάθηκαν από την αρχή αρνητικά
απέναντι και στα δύο κείμενα. Είναι η Γαλλία και η Ελλάδα. Η Γαλλία έχει
υπογράψει, αλλά δεν έχει επικυρώσει τον «Χάρτη», ενώ δεν έχει υπογράψει τη
«Σύμβαση-Πλαίσιο» και η Ελλάδα δεν έχει υπογράψει τον «Χάρτη» και έχει
υπογράψει τη «Σύμβαση-Πλαίσιο» χωρίς να την επικυρώσει. Είναι τα μόνα κράτη-
μέλη της Ε.Ε που δεν έχουν επικυρώσει κανένα από τα δύο κείμενα. Η στάση τους
αποκαλύπτει τις δύο κεντρικές γραμμές πολιτικής σκέψης που αντιτίθενται στην
αλλαγή του status quo για τα μειονοτικά θέματα. Η κάθε γραμμή έχει διαφορετική
αφετηρία και στηρίζεται σε διαφορετικά επιχειρήματα. Ουσιαστικά πρόκειται για
στάσεις που ενστερνίζονται και άλλα κράτη, όμως η θέση τόσο της Γαλλίας, που
είναι ένα από τα κράτη με τη μεγαλύτερη επιρροή στην Ευρώπη, όσο και της
Ελλάδας που είναι από τα παλιότερα μέλη της Ε.Ε, τους επιτρέπει να διαχειριστούν
τη στάση τους διαφορετικά απ’ ό,τι, για παράδειγμα, τα κράτη που τώρα γίνονται
μέλη των ευρωπαϊκών οργανισμών.
Τι προβλέπει όμως ο «Χάρτης για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικές
Γλώσσες»; Πρώτα πρέπει να επισημανθεί πως ο «Χάρτης» δεν αναφέρεται σε όλες
τις μειονοτικές γλώσσες, αλλά μόνο σε όσες «παραδοσιακά χρησιμοποιούνται μέσα
σε μία δεδομένη περιοχή ενός κράτους, από πολίτες του κράτους αυτού, που
σχηματίζουν μια ομάδα αριθμητικά μικρότερη σε σύγκριση με τον υπόλοιπο
πληθυσμό του κράτους και είναι διαφορετικές από την επίσημη γλώσσα, ή γλώσσες
του κράτους», συνεπώς δεν αναφέρεται «ούτε στις διαλέκτους της επίσημης γλώσσας
του κράτους, ούτε στις γλώσσες των μεταναστών.» (Μέρος 1ο, Άρθρο 1).
Κάθε χώρα υποχρεούται να εφαρμόσει μια σειρά από δεσμεύσεις, για όλες τις
μειονοτικές γλώσσες που βρίσκονται στην επικράτειά τους και οι οποίες ταυτίζονται
με τα κριτήρια του 1ου Άρθρου. Σύμφωνα με τον «Χάρτη», κάθε κράτος πρέπει α) να
αναγνωρίσει τις περιφερειακές ή μειονοτικές γλώσσες ως έκφραση πολιτιστικού
πλούτου, β) να διασφαλίσει πως στη γεωγραφική περιοχή της περιφερειακής ή
μειονοτικής γλώσσας δεν εφαρμόζονται ή δε θα εφαρμοστούν μέτρα για τη δημόσια
διοίκηση που αποτελούν εμπόδιο για την προαγωγή των συγκεκριμένων μειονοτικών
γλωσσών, γ) να αναλάβει μέτρα για την προώθηση των περιφερειακών ή μειονοτικών
γλωσσών για να διαφυλάξει την ύπαρξη τους, δ) να διευκολύνει ή και να ενθαρρύνει
τη χρήση προφορική και γραπτή των περιφερειακών ή μειονοτικών γλωσσών, στην
ιδιωτική και στη δημόσια ζωή, ε) να διασφαλίσει τη διατήρηση και την ανάπτυξη
δεσμών μέσα στα πεδία που καλύπτει ο «Χάρτης», μεταξύ των ομάδων που
χρησιμοποιούν μία περιφερειακή ή μειονοτική γλώσσα και άλλων ομάδων μέσα στο
ίδιο κράτος, που μεταχειρίζονται μια γλώσσα με τον ίδιο ή παρόμοιο με αυτούς τρόπο
και να διασφαλίσει επίσης την εγκαθίδρυση πολιτιστικών σχέσεων με άλλες ομάδες
μέσα στο ίδιο κράτος που χρησιμοποιούν διαφορετικές γλώσσες. στ) Το κράτος
πρέπει να παρέχει τα κατάλληλα μέσα και τρόπους για τη διδασκαλία και τη μελέτη
των περιφερειακών ή μειονοτικών γλωσσών σε όλα τα ενδεδειγμένα επίπεδα, ζ) να
παρέχει τις δυνατότητες που θα διευκολύνουν όσους δεν είναι ομιλητές της
περιφερειακής ή μειονοτικής γλώσσας και ζουν στη συγκεκριμένη περιοχή, να τη
μάθουν εάν βέβαια το επιθυμούν, η) να προωθήσει τη μελέτη και την έρευνα για τις
περιφερειακές ή μειονοτικές γλώσσες στα πανεπιστήμια ή σε παρόμοια ιδρύματα και
τέλος θ) να προωθήσει τις κατάλληλες διασυνοριακές ανταλλαγές, στα πεδία που
καλύπτονται από τον «Χάρτη», για τις περιφερειακές ή μειονοτικές γλώσσες που
χρησιμοποιούνται με την ίδια ή παρόμοια μορφή σε δύο ή περισσότερα κράτη.
(Μέρος 2ο, Άρθρο 7)
Το τρίτο μέρος του «Χάρτη», περιλαμβάνει τα Άρθρα 8, 9, 10, 11, 12.και 13.
Κάθε άρθρο αντιστοιχεί σε κάποιο πεδίο, το 8ο στην εκπαίδευση, το 9ο στις
δικαστικές αρχές, το 10ο στη δημόσια διοίκηση και στις δημόσιες υπηρεσίες, το 11ο
στα μέσα ενημέρωσης, το 12ο στις πολιτιστικές δραστηριότητες, με αναφορά και στις
νέες τεχνολογίες, το 13ο στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Σε κάθε Άρθρο
προτείνονται συγκεκριμένα μέτρα που αναπτύσσονται προοδευτικά. Στο πεδίο της
εκπαίδευσης για παράδειγμα, προτείνονται μέτρα που εκτείνονται από την
πρωτοβάθμια έως την πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Κάθε δέσμη μέτρων περιέχει
εναλλακτικές μορφές εφαρμογής. Το Άρθρο 8, που αντιστοιχεί στο πεδίο της
εκπαίδευσης περιλαμβάνει 8 δέσμες μέτρων, 8 παραγράφους δηλαδή, που η κάθε μία
χωρίζεται σε υποπαραγράφους, που περιγράφουν τις εναλλακτικές μορφές εφαρμογής
των μέτρων.(Μέρος 3ο, Άρθρα, 8, 9, 10, 11, 12, 13)
Κάθε κράτος που επιθυμεί να επικυρώσει τον «Χάρτη» πρέπει να επιλέξει
τουλάχιστον 35 παραγράφους και υποπαραγράφους που θα εφαρμόσει. Θα πρέπει
όμως να επιλέξει αναγκαστικά τουλάχιστο μία παράγραφο από το κάθε πεδίο και
τουλάχιστον τρεις από τα πεδία της εκπαίδευσης και των πολιτιστικών
δραστηριοτήτων, δηλαδή από τα Άρθρα 8 και12. (Μέρος 1ο, Άρθρο 2ο ).
Ο «Χάρτης», προβλέπει επίσης ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης θα βρίσκεται
σε επικοινωνία με τα κράτη που θα τον επικυρώσουν και ότι θα ελέγχει την πορεία
της εφαρμογής του, ενώ τα κράτη στο στάδιο της υπογραφής του, πρέπει να
προχωρήσουν σε μία δημόσια Διακήρυξη, με την οποία θα καθορίζουν τις γλώσσες
τις οποίες εντάσσουν στον «Χάρτη» και τις δεσμεύσεις που πρόκειται να αναλάβουν
για αυτές. («Χάρτης για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικές Γλώσσες»: 1992).
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό πως ο «Χάρτης για τις Περιφερειακές ή
Μειονοτικές Γλώσσες» είναι ένα κείμενο με το οποίο γίνεται μια προσπάθεια να
ομογενοποιηθούν οι γλωσσικές πολιτικές των εθνικών κρατών. Με τον τρόπο που
διαρθρώνεται, θυμίζει αρκετά τη «Διαβαθμισμένη Κλίμακα» του Fishman, δείχνει
την πρόθεσή του να δημιουργήσει μέσα στα εθνικά κράτη τον απαραίτητο εκείνο
ζωτικό χώρο που θα βοηθήσει τις μειονοτικές γλώσσες να διατηρηθούν.
Η αποδοχή του «Χάρτη» και ο τρόπος εφαρμογής του είναι ενδεικτικά των
μεγάλων διαφορών που υπάρχουν ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη, σχετικά με την
αντιμετώπιση της γλωσσικής ετερότητας. Από τα κράτη της Ε.Ε, η Ισπανία, η
Φιλανδία και η Σλοβενία, είναι εκείνα που επικύρωσαν τον «Χάρτη»,
αναλαμβάνοντας μια σειρά από 60 προβλέψεις. Η Δανία, η Ουγγαρία, η Ολλανδία, η
Σλοβακία, η Σουηδία και η Ελβετία, ανέλαβαν 40 έως 59 προβλέψεις η κάθε μία. Η
Αυστρία ανήκει στα κράτη που ανέλαβαν 35 έως 39 προβλέψεις. Η Γερμανία και το
Ην. Βασίλειο ανέλαβαν σημαντικό αριθμό προβλέψεων, αλλά όχι για όλες τις
μειονοτικές γλώσσες που υπάρχουν στο εσωτερικό τους. Το Ην. Βασίλειο, ανέλαβε
52 προβλέψεις για την ουαλική, αλλά όχι και για την ιρλανδική, την οποία πάντα
ταύτιζε με τα κινήματα των καθολικών (Viaut: 2004, σελ. 7, 19-20). Τα κράτη αυτά
στην πλειοψηφία τους εφάρμοζαν και πριν την επικύρωση του «Χάρτη» μια
παρόμοια γλωσσική πολιτική, δηλαδή ο «Χάρτης δεν άλλαξε δραματικά τα δεδομένα
για τις μειονοτικές γλώσσες στα κράτη αυτά.
Η Γαλλία και η Ελλάδα είχαν και αυτές συγκεκριμένη γλωσσική πολιτική, η
οποία δε μπορούσε να συμβαδίσει με όσα προέβλεπε ο «Χάρτης», γι’ αυτό και
στάθηκαν από την αρχή αρνητικές απέναντί του. Επίσης είχαν συγκεκριμένη πολιτική
για τα μειονοτικά θέματα και για αυτό ήταν αρνητικές και απέναντι στη «Σύμβαση-
Πλαίσιο για τις Εθνικές Μειονότητες». Αν επικύρωναν τα δύο αυτά κείμενα, θα
άλλαζαν τόσο τη γλωσσική τους πολιτική, όσο και τη μειονοτική τους πολιτική, οι
οποίες σε πολλά σημεία ταυτίζονται. Όμως τα δύο κράτη δεν ήταν έτοιμα για τέτοιου
είδους αλλαγές. Η ελληνική στάση (που θα εξεταστεί στο τελευταίο κεφάλαιο), είναι
μία από τις τρεις στάσεις που χαρακτηρίζουν τα ευρωπαϊκά κράτη και πηγάζει μέσα
από το κλίμα που επικρατούσε μετά το τέλος του Ά παγκόσμιου πολέμου. Οι άλλες
δύο είναι η αγγλική, «φιλελεύθερη» στάση και η γαλλική.
Η φιλελεύθερη στάση προβλέπει την απόδοση δικαιωμάτων, γλωσσικών και
οποιωνδήποτε άλλων, στα άτομα και όχι σε μειονοτικές ομάδες. Η γαλλική στάση
είναι πιο σύνθετη και προκύπτει από το ίδιο το πρότυπο του εθνικού κράτους, όπως
διαμορφώθηκε μετά τη γαλλική επανάσταση, αλλά και από την υπερπροστατευτική
στάση της Γαλλίας για τη γαλλική γλώσσα.
Το πρότυπο της γαλλικής δημοκρατίας είναι το πολιτικό πρότυπο σύμφωνα με
το οποίο διαμορφώθηκαν τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη και η γαλλική στάση για
τις μειονοτικές γλώσσες δεν αποτελεί γαλλική ιδιαιτερότητα, αλλά είναι παρούσα και
αλλού. Στα πλαίσια της διαδικασίας επικύρωσης του «Χάρτη» από τη Γαλλία,
αναπτύχθηκε ένας εξαιρετικά χρήσιμος διάλογος τόσο στο εσωτερικό της Γαλλίας,
όσο και ανάμεσα στη Γαλλία και το Συμβούλιο της Ευρώπης, μέσα από τον οποίο
αποκαλύπτονται οι αιτίες της στάσης αυτής.
v). Η «γαλλική» στάση για τις μειονοτικές γλώσσες.
Στη Βουδαπέστη, στις 7 Μαΐου του 1999, η Γαλλία υπογράφει τον «Χάρτη»
με την ευκαιρία των εορτασμών για τα πενήντα χρόνια από την ίδρυση του
Συμβουλίου της Ευρώπης. Στη Διακήρυξη που κατέθεσε και δημοσιοποίησε με την
ευκαιρία αυτή, καθόριζε 39 δεσμεύσεις που θα αναλάμβανε με την επικύρωση του
«Χάρτη» και οι οποίες αφορούσαν κυρίως τα πεδία της εκπαίδευσης (Άρθρο 8 ), των
μέσων ενημέρωσης (Άρθρο 11 ), των πολιτιστικών δραστηριοτήτων και δυνατοτήτων
(Άρθρο 12 ) και της οικονομικής και κοινωνικής ζωής (Άρθρο 13 ). Παράλληλα έθετε
περιορισμούς σχετικούς με τη χρήση του όρου «ομάδα», για την υποχρεωτική χρήση
της γαλλικής στις επαφές με τη δημόσια διοίκηση και τις δημόσιες υπηρεσίες, για τη
διδασκαλία των μειονοτικών γλωσσών και για τη χρήση των μειονοτικών γλωσσών
στα νομικά κείμενα, των οποίων μόνο η γαλλική έκδοση θα θεωρούνταν έγκυρη.
Στις 20 Μαΐου, λίγες μέρες μετά την υπογραφή του «Χάρτη», ο Γάλλος
(προερχόμενος από το συντηρητικό κόμμα) Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Σιράκ
(Jacques Chirac), προσέφυγε στο Συνταγματικό Δικαστήριο ζητώντας τη γνώμη του,
για το αν η ανάληψη εκ μέρους της Γαλλίας των δεσμεύσεων που περιγράφονται στο
τρίτο μέρος του «Χάρτη» προϋποθέτει την αναθεώρηση του Συντάγματος. Στις 15
Ιουνίου του ίδιου έτους, το Συνταγματικό Δικαστήριο γνωμοδοτεί πως η εφαρμογή
κάποιων από τις δεσμεύσεις του «Χάρτη» που είχαν επιλεγεί είναι αντίθετες με το
Σύνταγμα.
Εκείνη την περίοδο στο εσωτερικό της Γαλλίας τα μέσα ενημέρωσης
κάλυπταν το δημόσιο διάλογο που είχε ξεκινήσει με αφορμή το θέμα αυτό. Το θέμα
φορτίστηκε πολιτικά, καθώς διαμορφώθηκαν δύο «στρατόπεδα», από τη μία μεριά το
«στρατόπεδο» των υποστηρικτών της «εθνικής κυριαρχίας», με αναφορά σε όλους
τους πολιτικούς χώρους και από την άλλη αυτό όσων ζητούσαν την παραχώρηση
κάποιου είδους αυτονομίας στις περιφέρειες της χώρας.
Η Γαλλία ήδη από τον 15ο αιώνα πολύ πριν από την εποχή της δημιουργίας
των εθνικών κρατών είχε εφαρμόσει γλωσσική πολιτική που καθιστούσε τη γαλλική
μοναδική επίσημη γλώσσα του κράτους. Στη Γαλλία δημιουργήθηκε τον 16ο αιώνα η
πρώτη Ακαδημία με σκοπό το γλωσσικό σχεδιασμό μιας γλώσσας και η Γαλλία ήταν
η πρώτη χώρα που ταύτισε την πολιτική ενότητα του εθνικού κράτους με μία
γλώσσα. Όμως η Γαλλία δεν ήταν ποτέ μια γλωσσικά ομοιογενής χώρα. Στις
παραδοσιακά συνδεμένες με τη γαλλική επικράτεια γλώσσες, βασκική, οξιτανική,
γερμανική της Αλσατίας, βρετονική, καταλανική, φλαμανδική, προστέθηκε τη
δεκαετία του 1970 και η γλώσσα της Κορσικής. Μαζί με αυτές, οι κρεολές γλώσσες
των πρώην αποικιών και οι γλώσσες από τις πρώην γαλλικές κτήσεις της βόρειας
Αφρικής, συνθέτουν τη γαλλική γλωσσική πραγματικότητα.
Αυτές οι γλώσσες στη Γαλλία αντιμετωπίζονται με δυσπιστία ή και με
εχθρότητα. Ενώ η αποκλειστική χρήση της γαλλικής αντιμετωπίζεται ως εγγύηση της
ενότητας του κράτους, η χρήση των λεγόμενων περιφερειακών γλωσσών
αντιμετωπίζεται ως κίνδυνος που μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη φυγόκεντρων
και αποσχιστικών δυνάμεων. Ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα όσων δεν ήθελαν να
εφαρμοστεί ο «Χάρτης», ήταν ο κίνδυνος «βαλκανοποίησης» της Γαλλίας.
Η γαλλική στάση για τη γλώσσα, δε μπορεί να δει τη γλωσσική ετερότητα ως
πλούτο, αλλά μόνο, στην καλύτερη περίπτωση, ως ένα δημόσιο δικαίωμα που αφορά
όμως μόνο την ιδιωτική ζωή. Το 1992 μετά την υπογραφή της συνθήκης του
Μάαστριχτ και για να διασκεδαστούν οι φόβοι που προκαλεί ο ανταγωνισμός της
γαλλικής με την αγγλική γλώσσα, στο γαλλικό Σύνταγμα για πρώτη φορά
κατοχυρώθηκε η επίσημη θέση της γαλλικής, με τη φράση: «Η γλώσσα της
Δημοκρατίας είναι η Γαλλική».
Το γαλλικό Συνταγματικό Δικαστήριο στο παρελθόν είχε γνωμοδοτήσει
θετικά για το δικαίωμα να χρησιμοποιείται κάποια άλλη γλώσσα εκτός από τη
γαλλική στις επαφές με τη δημόσια διοίκηση, στην περίπτωση της παραχώρησης
αυτονομίας στην περιοχή της γαλλικής Πολυνησίας, ενώ το 2ο Άρθρο του γαλλικού
Συντάγματος δεν απαγόρευε τη χρήση μεταφράσεων.
Ο τότε Πρωθυπουργός της Γαλλίας, ο σοσιαλιστής Ζοσπέν (Lionel Jospin),
ήταν εκείνος που προώθησε την υπογραφή του «Χάρτη». Νομικά είχε το δικαίωμα να
προχωρήσει στην επικύρωση του «Χάρτη», μέσω του κοινοβουλίου. Όμως με το
δημόσιο διάλογο παγιδευμένο μέσα στις ακραίες απόψεις των υπερασπιστών της
«κρατικής κυριαρχίας» και των «αυτονομιστών», δίστασε να προχωρήσει σε κάτι
τέτοιο, αν και ο «Χάρτης» ως κείμενο δε δικαιολογούσε τέτοιου είδους αντιδράσεις.
Ακόμα και σε κράτη που έχουν ομοσπονδιακή οργάνωση, όπως η Γερμανία ή έχουν
παραχωρήσει κάποιου είδους αυτονομία σε κάποιες περιοχές, όπως η Ισπανία,
συνταγματικά η ενότητα του κράτους δεν αναφέρεται στην ενότητα των διάφορων
περιφερειών, αλλά στην ενότητα του γερμανικού και του ισπανικού λαού.
Στη Γαλλία υπάρχει μεγάλη και πλούσια νομική παράδοση ισονομίας και
απόδοσης των ίδιων δικαιωμάτων σε όλους, με την εγγύηση του γαλλικού
Συντάγματος. Η στάση για τη μία και μοναδική επίσημη γλώσσα, είναι σύμφωνα με
τη γαλλική άποψη, η εγγύηση για την παράδοση αυτή. Όταν η Γαλλία υπέγραψε τον
«Χάρτη», ο Ζοσπέν υποστήριξε ότι σύμφωνα με τη γαλλική παράδοση της απόλυτης
ισονομίας για όλους, στις δεσμεύσεις που θα αναλάμβανε η χώρα θα έπρεπε να
ενταχθούν όλες οι γλώσσες, αυτόχθονες και αλλόχθονες, δηλαδή ένα σύνολο 75(!)
γλωσσών. Οι «κυνικοί» θεώρησαν πως με μια τέτοια αναγνώριση θα γινόταν
εξαιρετικά δύσκολη η εφαρμογή του «Χάρτη» για οποιαδήποτε από αυτές τις
γλώσσες (Vieytez: 2001, σελ. 50), όμως μια τέτοια πρόταση είναι απόλυτα ενταγμένη
στη γαλλική παράδοση. Πρέπει να τονιστεί πως η Γαλλία επικαλούμενη την
παράδοση αυτή, δεν αναγνώρισε ποτέ την ύπαρξη μειονοτήτων στην επικράτειά της
και η ύπαρξη της οποιασδήποτε μορφής ετερότητας αντιμετωπίζεται ως ατομική
ιδιότητα που αφορά την ιδιωτική και όχι τη δημόσια ζωή.
Η προσπάθεια της κυβέρνησης του Ζοσπέν για την επικύρωση του «Χάρτη»
εγκαταλείφθηκε τελικά το 2002, όταν και έγινε η τελευταία επικοινωνία της Γαλλίας
με το Συμβούλιο της Ευρώπης για το θέμα αυτό. Η γαλλική στάση τροφοδότησε σε
όλη την Ευρώπη το διάλογο για το θέμα των μειονοτικών γλωσσών, ενώ έγειρε
ερωτήματα και στο Συμβούλιο της Ευρώπης για το αν θα έπρεπε ο «Χάρτης» να γίνει
πιο ευέλικτος ως προς την εφαρμογή του. Είναι γεγονός πως τη γαλλική στάση
θέλησαν να υιοθετήσουν και άλλα κράτη που δεν ήταν διατεθειμένα να εφαρμόσουν
τον «Χάρτη» και ότι μετά την άρνηση της Γαλλίας να επικυρώσει τον «Χάρτη» ο
ρυθμός των επικυρώσεων μειώθηκε αισθητά. Τα αποτελέσματα της γαλλικής στάσης
για τη γλώσσα έχουν άμεσο αντίκτυπο στην κατάσταση των μειονοτικών γλωσσών,
όχι μόνο της Γαλλίας, αλλά και όσων κρατών έχουν υιοθετήσει τη «γαλλική» στάση.
(Viaut: 2004, σελ.47-60).
Στις έρευνες του EBLUL, αλλά και στην έκθεση του «Ευρώμωσαϊκού»,
αποτυπώνονται τα αποτελέσματα των στάσεων αυτών. Η ίδια γλώσσα, η βασκική για
παράδειγμα, εμφανίζεται να είναι «ισχυρή» στην Ισπανία. Στη γαλλική πλευρά των
συνόρων όμως εμφανίζεται να είναι «ασθενής», αδύναμη. Οι διαφορετικές πολιτικές
επιλογές των ευρωπαϊκών κρατών, έχουν διαμορφώσει μια πραγματικότητα
ανισότητας για τις μειονοτικές γλώσσες της Ευρώπης. Τα πράγματα όμως ίσως να
έχουν αρχίσει να αλλάζουν. Στις 22/7/2008, στο Άρθρο 75 του γαλλικού συντάγματος
προστέθηκε η εξής πρόταση: «Οι περιφερειακές γλώσσες είναι μέρος της γαλλικής
κληρονομιάς.»
vi). «Ισχυρές» και «ασθενείς» μειονοτικές γλώσσες στην Ευρώπη.
Οι εκθέσεις του «Ευρωμωσαϊκού» και του EBLUL εξετάζουν τις αυτόχθονες
γλώσσες των κρατών της Ε.Ε (τα στοιχεία που θα παρατεθούν αναφέρονται στα
κράτη της Ε.Ε πριν από τη διεύρυνση του 2004). Οι στόχοι τους ξεκινούν από
διαφορετική αφετηρία. Η έκθεση του «Ευρωμωσαϊκού» εκπονήθηκε για λογαριασμό
της Επιτροπής της Ε.Ε [European Comission] στο πλαίσιο του πολιτικού σχεδιασμού
για την οικονομική και πολιτική ενοποίηση, ενώ του EBLUL (EBLUL:2002) έχει
στόχο τη διατύπωση προτάσεων για την κατανομή των κονδυλίων που διατίθενται
από τον προϋπολογισμό της Ε.Ε για την υποστήριξη των μειονοτικών γλωσσών
σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Η έκθεση του EBLUL που βασίζεται στα ευρήματα
του «Ευρωμωσαϊκού» επιχειρεί να κατηγοριοποιήσει τις μειονοτικές γλώσσες με
βάση τη «Διαβαθμισμένη Κλίμακα Διάσπασης της Διαγενειακής Συνέχειας» [GIDS]
του Fishman. Από τις 54 μειονοτικές γλώσσες που εξετάζει οι 12 βρίσκονται στα δύο
ανώτερα στάδια της κλίμακας (7ο και 8ο στάδιο στην κλίμακα του Fishman, 1ο και 2ο
στην κατηγοριοποίηση του EBLUL) 17 στα τρία χαμηλότερα (1ο, 2ο και 3ο στην
κλίμακα του Fishman, 6ο, 7ο και 8ο στην κατηγοριοποίηση του EBLUL), με τις
υπόλοιπες 25 γλώσσες να μοιράζονται τις υπόλοιπες θέσεις της κλίμακας. Σύμφωνα
με την κατηγοριοποίηση αυτή μόνο 12 από τις 54 μειονοτικές γλώσσες που
εξετάζονται έχουν εξασφαλίσει τη μετάδοσή τους από γενιά σε γενιά, ενώ οι 17
τελευταίες γλώσσες βρίσκονται στην πορεία της γλωσσικής μετακίνησης.
Στην έρευνα του «Ευρωμωσαϊκού» κατηγοριοποιούνται 48 μειονοτικές
γλώσσες. Για την κατηγοριοποίηση αυτή εξετάζεται η χρήση της γλώσσας σε επτά
«πεδία». Η οικογένεια, η τοπική κοινωνία και η εκπαίδευση είναι τα τρία βασικά. Η
χρήση της γλώσσας στα πεδία αυτά συνδέεται άμεσα με την ύπαρξη κοινωνικών
δραστηριοτήτων κατά τις οποίες προβλέπεται από τις κοινωνικές συμβάσεις η χρήση
της μειονοτικής γλώσσας και με το βαθμό της επίσημης αναγνώρισής της από το
κράτος στο οποίο βρίσκεται, πεδία που επίσης βαθμολογούνται. Η χρήση της
μειονοτικής γλώσσας στα μέσα ενημέρωσης και σε πολιτιστικές δραστηριότητες, που
συνδέεται με το βαθμό επισημοποίησης της, μπορεί να επηρεάζεται και από την
εγγύτητα της γλωσσικής μειονότητας με το«συγγενικό» της κράτος, ή με την
αντίστοιχη γλωσσική κοινότητα στο ίδιο ή σε άλλο κράτος και επίσης βαθμολογείται.
Έβδομο είναι το πεδίο του κύρους της γλώσσας, που για την έκθεση αυτή έχει να
κάνει με τη σημασία της γλώσσας για την κοινωνική κινητικότητα του ομιλητή της.
Στα επτά αυτά πεδία, η παρουσία της γλώσσας βαθμολογείται σε μια κλίμακα από το
1 έως το 4. Το άθροισμα των βαθμών δίνει τον τελικό σύνολο σύμφωνα με το οποίο
κατηγοριοποιούνται οι γλώσσες. Οι 48 γλώσσες κατηγοριοποιούνται σε πέντε ομάδες,
Η πρώτη ομάδα αποτελείται από 4 γλώσσες που συγκεντρώνουν την υψηλότερη
βαθμολογία και η τελευταία από 15 γλώσσες που συγκεντρώνουν τη χαμηλότερη.
Και οι δύο αυτές έρευνες αποκαλύπτουν το μέγεθος της ανισότητας ανάμεσα
στις μειονοτικές γλώσσες. Η ομάδα των τεσσάρων πρώτων γλωσσών διαμορφώνεται
από τη γερμανική στο Νέο Βέλγιο, τη λουξεμβουργιανή στο Λουξεμβούργο, την
καταλανική στην Αυτόνομη Κοινότητα της Καταλωνίας στην Ισπανία και τη
γερμανική στην Ιταλία. Έχουμε δηλαδή, δύο «μοναδικές» γλώσσες, δηλαδή γλώσσες
που δεν βρίσκονται ως επίσημες σε άλλο κράτος, την καταλανική και τη
λουξεμβουργιανή και τη γερμανική που είναι η επίσημη γλώσσα της Γερμανίας αλλά
και μία από τις ισχυρότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Η λουξεμβουργιανή γλώσσα είναι
επίσημη γλώσσα στο Λουξεμβούργο μαζί με τη γαλλική και τη γερμανική και η
καταλανική είναι επίσημη γλώσσα στην Αυτόνομη Κοινότητα της Καταλωνίας, ενώ η
γερμανική στην Ιταλία είναι επίσημη γλώσσα της αυτόνομης διοικητικής περιφέρειας
του νότιου Τυρόλο.
Στις 15 γλώσσες που διαμορφώνουν την τελευταία ομάδα, βρίσκουμε τις
γλώσσες μιραντέζ [mirandesa] στην Πορτογαλία, τη βόρεια φριζική στη Γερμανία,
την κροατική στην Ιταλία, την ιρλανδική στο Ην. Βασίλειο, τη βερβερική στην
Ισπανία, την Ολλανδική στη Γαλλία, την ελληνική στην Ιταλία [griko], τη σαρδηνική
στην Ιταλία, τη σλαβομακεδονική στην Ελλάδα, την πομακική στην Ελλάδα, την
ανατολική φριζική στη Γερμανία, την πορτογαλική στην Ισπανία, την αλβανική στην
Ελλάδα [αρβανίτικα], την αρωμουνική [βλάχικη] στην Ελλάδα και την κορνουαλλική
στο Ην. Βασίλειο. Όλες είναι γλώσσες που δεν έχουν καμία (ή έχουν σε πολύ χαμηλό
επίπεδο), επίσημη αναγνώριση στα κράτη στα οποία βρίσκονται.
Κράτη όπως η Ιταλία και η Ισπανία έχουν τέτοια διοικητική οργάνωση που
παραχωρεί πολλές αρμοδιότητες στις περιφέρειες, ενώ κράτη όπως η Γερμανία και το
Βέλγιο είναι ομοσπονδιακά, δηλαδή συγκροτούνται από κρατίδια ή καντόνια με τη
δική τους τοπική κυβέρνηση. Κράτη όπως η Ελλάδα και η Γαλλία είναι
συγκεντρωτικά, δηλαδή οργανώνονται γύρω από την κεντρική κρατική διοίκηση, η
οποία δεν αφήνει περιθώρια για άσκηση διαφορετικής γλωσσικής πολιτικής σε τοπικό
επίπεδο. Η γερμανική, η σλοβενική, η λαδινική [ladin] και η φριουλική γλώσσα στην
Ιταλία, που βρίσκονται στις βορειο ανατολικές περιφέρειες της Ιταλίας φαίνεται πως
ωφελούνται από τη διοικητική οργάνωση της Ιταλίας. Όμως δε φαίνεται να ισχύει το
ίδιο για την κροατική ή για τις μειονοτικές γλώσσες που βρίσκονται στις νότιες
ιταλικές περιφέρειες, όπως είναι η σαρδηνική, η αλβανική [arbresh] και η ελληνική
[griko]. Η οξιτανική [occitan], που έχει στη Γαλλία το παραδοσιακό της κέντρο,
έχοντας εκεί αναφορά σε μια ομάδα 2.100.000 ομιλητών, στην κλίμακα του
«Ευρωμωσαϊκού» καταλαμβάνει την 31η θέση (4η ομάδα). Όμως η κατάστασή της
είναι καλύτερη στην ιταλική πλευρά των συνόρων (29η θέση, 4η ομάδα), στην οποία
έχει αναφορά σε μια ομάδα 35-85.000 ομιλητών και ακόμα καλύτερη στην ισπανική
πλευρά (10η θέση, 2η ομάδα), στην οποία διαθέτει μόλις 3700 ομιλητές. Η γαλλική
στάση για τις μειονοτικές γλώσσες είναι μια καλή εξήγηση για το φαινόμενο αυτό.
Η γλωσσική πολιτική και η διοικητική οργάνωση του κράτους είναι από τους
πλέον καθοριστικούς παράγοντες που επηρεάζουν την κατάσταση μιας γλώσσας,
όμως δεν είναι οι μοναδικοί. Η ιρλανδική, είναι επίσημη γλώσσα στην Ιρλανδία, όπως
είναι και η λουξεμβουργιανή στο Λουξεμβούργο. Μάλιστα η Ιρλανδική πολιτεία
σταθερά επιχειρεί να ενισχύσει τη χρήση της ιρλανδικής, έχοντας ορίσει
συγκεκριμένες περιοχές στις οποίες χρησιμοποιείται μόνο η ιρλανδική γλώσσα ως
επίσημη, ενώ πίεσε και για την αναβάθμιση της, από γλώσσα εργασίας σε επίσημη
γλώσσα της Ε.Ε. Όμως στην κατάταξη του «Ευρωμωσαϊκού» η ιρλανδική βρίσκεται
στην 13η θέση (3η ομάδα), ενώ η λουξεμβουργιανή στη 2η (1η ομάδα). Η τρίγλωσση
παράδοση του Λουξεμβούργου, που θέλει τη γερμανική και τη γαλλική να είναι
γλώσσες που χρησιμοποιούνται στις υψηλές κοινωνικές λειτουργίες και τη
λουξεμβουργιανή να χρησιμοποιείται στην καθημερινή ζωή, μια περίπτωση
κοινωνικής τριγλωσσίας συνδυασμένη με ατομική τριγλωσσία, όπως θα την
περίγραφε ο Fishman, (Hoffmann: 1990, σελ. 205), είναι πολύ διαφορετική από την
περίπτωση της Ιρλανδίας στην οποία η γλωσσική μετακίνηση από την ιρλανδική προς
την αγγλική αρχίζει ήδη από τα μέσα του 16ου αιώνα. Την εποχή της ίδρυσης του
ιρλανδικού κράτους, το 1921, οι ομιλητές της ιρλανδικής ήταν ελάχιστοι και
ουσιαστικά την εποχή εκείνη ξεκίνησε η προσπάθεια αναγέννησης της γλώσσας. Η
δημιουργία των Gaeltacht, των περιοχών στις οποίες χρησιμοποιείται ως επίσημη
μόνο η ιρλανδική γλώσσα, αποκαλύπτει τη σχέση της γλωσσικής «παραγωγής και
αναπαραγωγής», (κατά τον τίτλο του «Ευρωμωσαϊκού»), με τη διάρθρωση της
οικονομικής ζωής της γλωσσικής κοινότητας. Οι περιοχές αυτές πάντα ήταν
αγροτικές και φτωχές και μεγάλο τμήμα του πληθυσμού τους αναγκάζονταν να
μεταναστεύσει. Η ιρλανδική γλώσσα αποκτούσε το κύρος των ομιλητών της, δηλαδή
ταυτιζόταν με τη φτώχεια και τις οπισθοδρομικές ιδέες. Όταν η πολιτεία θέλησε να
πάρει κάποια προστατευτικά μέτρα για την οικονομική κατάσταση των περιοχών
αυτών, η εκβιομηχάνιση και ο εκσυγχρονισμός ταυτίστηκε με την αγγλική γλώσσα,
στερώντας από οποιοδήποτε όφελος την ιρλανδική, με μόνο ίσως θετικό αποτέλεσμα
τη διατήρηση κάποιου μέρους του πληθυσμού που αλλιώς θα μετανάστευε. (Edwards:
1984, σελ. 58).
Η έκθεση του «Ευρωμωσαϊκού» δίνει ιδιαίτερη σημασία στον παράγοντα της
διάρθρωσης της οικονομίας. Στην έκθεση επισημαίνεται ότι η σύγχρονη οικονομία
διαμορφώνεται από τέσσερεις ζώνες, την τοπική, την περιφερειακή, την εθνική και τη
διεθνή. Όταν μια γλωσσική ομάδα διαθέτει οικονομία διαρθρωμένη έτσι, ώστε να
συνδυάζει και τις τέσσερεις αυτές ζώνες, δηλαδή την παραγωγή σε τοπικό επίπεδο με
την εξαγωγή σε περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο, θεωρείται ισχυρή και
ικανή να παράγει τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους που μπορεί να τους
διαθέσει και στην ανάπτυξη και την προώθηση της γλώσσας της, αν κάτι τέτοιο είναι
σημαντικό για τη συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα. Η οικονομία αυτή του είδους
θεωρείται ολοκληρωμένη και ποικιλόμορφη.
Κεντρική ιδέα της έκθεσης είναι πως όσο πιο ολοκληρωμένη και
ποικιλόμορφη είναι η οικονομία μιας γλωσσικής μειονότητας, τόσο ισχυρότερη είναι
και η γλώσσα της. Το μέγεθος της γλωσσικής ομάδας και η γεωγραφική της θέση,
είναι σημαντικοί παράγοντες για τη δυναμική της οικονομίας της. Αν μια γλωσσική
μειονότητα βρίσκεται μέσα στο λεγόμενο «χρυσό τρίγωνο», της Ε.Ε, (Λονδίνο.
Βερολίνο, Μασσαλία), τότε βρίσκεται στο κέντρο της οικονομικής δραστηριότητας
της ενιαίας αγοράς και επωφελείται σημαντικά από αυτή. Όσο απομακρύνεται από το
κέντρο αυτό προς την περιφέρεια της Ε.Ε τόσο δυσχεραίνεται η συμμετοχή της στην
οικονομική δραστηριότητα της Ένωσης. Γλωσσικές μειονότητες που βρίσκονται στην
περιφέρεια κρατών, που με τη σειρά τους ανήκουν στην περιφέρεια της Ευρώπης,
αποδεικνύεται ότι είναι στη δυσκολότερη θέση.
Μία αδύναμη οικονομικά γλωσσική μειονότητα, αντιμετωπίζει ζητήματα
όπως το χαμηλό κύρος που της αποδίδεται και το οποίο μεταφέρεται και στη γλώσσα
της και η μείωση της συνοχής της, καθώς μέρος της νεότερης γενιάς που είναι
συνήθως και το καλύτερα καταρτισμένο και μορφωμένο, είναι πιθανό να
εγκαταλείψει την περιοχή του. Επίσης στην περίπτωση που η περιοχή στην οποία
βρίσκεται η γλωσσική μειονότητα γνωρίσει κάποιου είδους οικονομική ανάπτυξη,
είναι πιθανή η αλλαγή των δημογραφικών της δεδομένων με την εγκατάσταση
εργαζομένων που δεν είναι ομιλητές της μειονοτικής γλώσσας.
Η καταλανική γλώσσα στην Καταλωνία, είναι αμφίβολο αν θα ήταν τόσο
ισχυρή, αν η γλωσσική της κοινότητα δε διέθετε μια ισχυρή οικονομία,
εκμεταλλευόμενη το κομβικό της σημείο στη Μεσόγειο. Η αναπτυγμένη οικονομία
της γλωσσικής κοινότητας προσφέρει στη γλώσσα το ανάλογο κύρος. Αυτό επιτρέπει
στην κοινότητα να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις από το μεγάλο ρυθμό εσωτερικής
μετανάστευσης εργαζομένων από άλλες περιοχές, η οποίοι δε είναι ομιλητές της
καταλανικής αλλά της πλειονοτικής και συνταγματικά κατοχυρωμένης ως επίσημη
γλώσσα του κράτους καστιλιάνικης. Η αγορά εργασίας στην περιοχή της Καταλωνίας
είναι δομημένη με τέτοιο τρόπο που να ευνοεί του ομιλητές της μειονοτικής
γλώσσας, προκαλώντας τους «αντιπάλους» της ομιλητές της πλειονοτικής να
διαμαρτύρονται ότι αντιμετωπίζουν τα προβλήματα ομιλητών μειονοτικής
γλώσσας…. (Moreno: 1997)
Εδώ βρίσκεται και η απάντηση για τις διαφορές ανάμεσα στις μειονοτικές
γλώσσες του ιταλικού βορά και σε αυτές του νότου. Οι γλωσσικές ομάδες της
σλοβενικής, της λαδινικής και της φριουλικής γλώσσας, διατηρούν μια αρκετά
εύρωστη οικονομία, η οποία μπορεί να μην χαρακτηρίζεται από την ποικιλομορφία
της, καθώς βασίζεται στις υπηρεσίες και τη γεωργική παραγωγή, όμως προσφέρει
στην κοινότητα τις αναγκαίες θέσεις εργασίας, ενώ δεν ευνοεί την εισροή
εργαζομένων από άλλες περιοχές. Η αλβανική [arbresh], η οποία δεν έχει έναν ενιαίο
γεωγραφικό χώρο αναφοράς αλλά βρίσκεται σε διασκορπισμένες μικρές κοινότητες
στη νότια Ιταλία και τη Σικελία, είναι η γλώσσα των ορθοδόξων χριστιανών
Αλβανών, που μετοίκησαν στην Ιταλία 500 περίπου χρόνια πριν. Κατοικούν σε
κάποιες από τις φτωχότερες περιοχές της Ε.Ε και αριθμούν έναν πληθυσμό 100.00
περίπου. Η άσχημη οικονομική κατάσταση και η περιθωριοποίηση των κοινοτήτων
τους, οδήγησε πολλούς στη μετανάστευση. Στις περισσότερες κοινότητες η γλώσσα
βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο γλωσσικής μετακίνησης. Υπάρχει όμως η
εξαίρεση της κοινότητας της Piana Degli Albanesi στη Σικελία. Εκεί η τοπική
οικονομία που στηρίζεται στο εμπόριο και στον τουρισμό, αποκλείει όσους δεν
γνωρίζουν την τοπική γλώσσα καθώς η γλωσσική και πολιτιστική ετερότητα αποτελεί
πόλο έλξης για τους τουρίστες. Μέρος των πόρων της κοινότητας διατίθεται στην
εκμάθηση της γλώσσας και στην παραγωγή πολιτιστικών εκδηλώσεων με τη
φροντίδα της δημόσιας βιβλιοθήκης της Piana, που συσπειρώνει το πιο δυναμικό
κομμάτι της τοπικής κοινωνίας, επιστήμονες, εμπόρους, νεολαία και την τοπική
εκκλησία στην υπόθεση της διάσωσης της γλώσσας. (Derhemi: 2002).
Αντίθετα η σαρδηνική γλώσσα εντάσσεται στο περιβάλλον μιας αρκετά
δυναμικής οικονομίας που αναπτύσσεται σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο. Η
ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας προκάλεσε την εγκατάσταση εργαζομένων από
άλλες περιοχές της Ιταλίας, αλλάζοντας τα δημογραφικά δεδομένα. Η αστικοποίηση
και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου συνδέθηκε με την ιταλική, την επίσημη γλώσσα
και όχι με την τοπική η οποία περιορίστηκε στις χαμηλές λειτουργίες της κοινωνικής
ζωής και στην αγροτική ζωή και ταυτίστηκε με αυτές. Το μεγάλο μέγεθος του
πληθυσμού στον οποίο η γλώσσα αυτή έχει αναφορά και η στήριξη που έχει αρχίσει
να λαμβάνει από τη διοίκηση της περιφέρειας, ίσως λειτουργήσουν αποτρεπτικά στην
υποχώρησή της.
Η κρατική υποστήριξη της γλωσσικής ομάδας, ή υποστήριξη της από τις
τοπικές αρχές και η καλή της οικονομική κατάσταση, όταν διαρθρώνεται με τρόπο
που δε διαταράσσει τη δημογραφική της συνοχή, είναι παράγοντες κρίσιμοι για το
μέλλον κάθε μειονοτικής γλώσσας. Όμως, όπως φαίνεται και από την έκθεση του
«Ευρωμωσαϊκού», πολύ λίγες είναι οι μειονοτικές γλώσσες στην Ε.Ε για τις οποίες
υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν τη μετάδοσή τους στις
επόμενες γενιές. Ακόμα και για τις γλώσσες που βρίσκονται σχετικά ψηλά στην
κατάταξη, το μέλλον δεν είναι βέβαιο καθώς αρκούν μικρές αλλαγές στο οικονομικό
και κοινωνικό τους περιβάλλον για να επηρεαστεί σημαντικά η κατάστασή τους, η
δυνατότητα της γλωσσικής «παραγωγής και αναπαραγωγής τους». Οι πίνακες II και
III, αποτυπώνουν την εικόνα αυτή των ευρωπαϊκών μειονοτικών γλωσσών. Οι
συνθήκες για τις μειονοτικές γλώσσες σίγουρα θα ήταν πολύ καλύτερες αν
περισσότερα κράτη αποφάσιζαν να εφαρμόσουν θετικά μέτρα όπως αυτά που
προβλέπει ο «Χάρτης για τις περιφερειακές ή μειονοτικές γλώσσες», δίνοντας νόημα
στο σύνθημα της Ε.Ε «ομόνοια μέσα από την πολυμορφία».
Αν η πορεία των περισσότερων αυτοχθόνων μειονοτικών γλώσσών στα κράτη
της δυτικής Ευρώπης, καθορίστηκε από την εξέλιξη του πολιτικού προτύπου για το
εθνικό κράτος, η πορεία των μειονοτικών γλωσσών στα κράτη της ανατολικής
Ευρώπης, καθορίστηκε από την επίδραση του γερμανικού πολιτιστικού προτύπου για
το εθνικό κράτος και από τις ιδέες και τις πράξεις για τις μειονότητες όπως αυτές
διαμορφώθηκαν με το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου πόλεμου. Η ελληνική στάση
για τις μειονοτικές γλώσσες εντάσσεται στο πλαίσιο αυτό και είναι ενδεικτική της
στάσης που τηρούν και άλλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης για το θέμα αυτό.
VII. Ελλάδα και μειονοτικές γλώσσες.
Αντί εισαγωγής. Ο διάλογος για τις μειονοτικές γλώσσες στην Ελλάδα.
«Το ΣΤΕΪΤ ΝΤΙΠΑΡΤΜΕΝΤ καλύπτει τον επιτετραμμένο της πρεσβείας
στην Αθήνα για τα περί εθνικής καταγωγής. Θέμα μειονοτήτων για τρικλοποδιά στην
Κύπρο!
Η κυβέρνηση Μπους έχει αποφασίσει να συντηρήσει και να διογκώσει
«θέματα μειονοτήτων» στην Ελλάδα, παρά τα επανειλημμένα διαβήματα
διαμαρτυρίας και την έντονη δυσφορία της κυβέρνησης και προσωπικά της υπουργού
Εξωτερικών στην αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας, η οποία ανακίνησε μόνη της το
θέμα αυτό, με την πρόσφατη δήλωση του επιτετραμμένου, κ. Κάντριμαν.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ρωτήθηκε χθες για τις δηλώσεις του κ. Κάντριμαν και
στην απάντησή του διεύρυνε ακόμη περισσότερο το θέμα: «Υπάρχουν εθνικής
καταγωγής Μακεδόνες και Αλβανοί που ζουν στην Ελλάδα. Δεν είναι η πλειονότητα
του πληθυσμού και γι' αυτό είναι μέσα στη μειονότητα (ο κ. Κάντριμαν). Εξήγησε ότι
οι ΗΠΑ έχουν μια διαφορετική ερμηνεία του όρου μειονότητα από αυτήν που έχει η
Ελλάδα. Σεβόμεθα τη Συνθήκη της Λοζάνης, η οποία αποτελεί τη νομική βάση για
την ελληνική ερμηνεία, αλλά αυτός δεν είναι ο τρόπος της αμερικανικής ερμηνείας.
Νομίζουμε ότι θα είναι σωστό γι’ αυτές τις μειονότητες να έχουν το δικαίωμα στον
αυτοπροσδιορισμό, που δεν τους επιτρέπεται στην Ελλάδα…».Η τοποθέτηση αυτή
του αξιωματούχου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ περιπλέκει –εντέχνως και σκοπίμως–
ακόμα περισσότερο τα πράγματα, κατά τρόπον ώστε, κατά το κοινώς λεγόμενο «να
χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα». Είναι σαφές ότι η αμερικανική δήλωση
με την έκφραση «εθνικής καταγωγής Μακεδόνες» αναφέρεται καθαρά στους οπαδούς
της δημιουργίας σλαβομακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα, αλλά δεν προσδιορίζει
πώς θα λέγονται τέλος πάντων, οι Ελληνες κάτοικοι των 11 νομών της Μακεδονίας.
Αμφισβήτηση Λοζάνης
Ομοίως, ο αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναφερόταν «σε εθνικής
καταγωγής Αλβανούς», αλλά σκοπίμως και πάλι δεν προσδιορίζει αν αναφέρεται
στους Αλβανούς εργαζόμενους ή στους Τσάμηδες, όπως κατά καιρούς ισχυρίζονταν
τα Τίρανα… Πολύ περισσότερο περίεργη, όμως, είναι η έμμεση και σαφώς
μονομερής αμφισβήτηση Διεθνούς Συμφωνίας, όπως η Συνθήκη της Λοζάνης, με την
οποία ρυθμίζονται τα θέματα των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων στην Τουρκία
πρωτίστως και κατ' επέκταση στην Ελλάδα. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σκοπίμως και
απλουστευτικώς παραποιεί το γεγονός ότι η Λοζάνη καλύπτει αποκλειστικώς τα
θέματα της θρησκευτικής μουσουλμανικής μειονότητας στην Ελλάδα και καμίας
άλλης, υπονοώντας ούτε λίγο ούτε πολύ ότι η Αθήνα έχει κάνει αυτή τη Συνθήκη
λάστιχο. Η ελληνική κυβέρνηση έχει πολλαπλώς εκφράσει τη δυσαρέσκειά της για το
«νέο χόμπι», στο οποίο προπονείται η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα. Οι
κινήσεις αυτές, πάντως, σύμφωνα με διπλωματικές εκτιμήσεις, δε μπορούν να
αποσυνδεθούν από την απροκάλυπτη προσπάθεια της Ουάσιγκτον να ισοπεδώσει
οποιαδήποτε πιθανή αντίσταση από την Αθήνα και τη Λευκωσία στην άνευ εμποδίων
επέλαση της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η ανακίνηση «μειονοτικών θέματων
στην Ελλάδα με τους γείτονές της φυσικά είναι ένας τρόπος να «απομακρυνθεί» η
Αθήνα από τη Λευκωσία…» (Της Κύρας Αδάμ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ: 09/11/2006)
«Απαράδεκτη επίθεση σε δημοσιογράφους από τον Π. Δημητρά.
Δέσμευσαν την αίθουσα της ΕΣΗΕΑ για να παρουσιάσουν το αλφαβητάριο
της μακεδονικής μειονότητας, αλλά φρόντισαν και να αποδώσουν «διατεταγμένη
υπηρεσία από το υπουργείο Εξωτερικών στους Ελληνες δημοσιογράφους». Την ίδια
ώρα, καμιά πενηνταριά Χρυσαυγίτες και συναφείς… εθνοπατριώτες, περιορισμένοι
από την αστυνομία σε απόσταση ασφαλείας από το κτίριο στην οδό Ακαδημίας,
εκτόνωναν επί ώρες τις άγριες διαθέσεις τους με συνθήματα του στιλ «είναι άτιμοι οι
πολιτικοί-η Μακεδονία είναι ελληνική». Στην αίθουσα εκδηλώσεων της ΕΣΗΕΑ
πολύ λιγότερα άτομα συμμετείχαν στη δημόσια παρουσίαση αναγνωστικού στο
γλωσσικό ιδίωμα που αποκαλείται μακεδονική γλώσσα στη FYROM. Πρόκειται για
επανέκδοση και συμπλήρωση με νέα πιο σύγχρονα δεδομένα με κυριλλικούς
χαρακτήρες του Αμπετσένταρ του 1925, του αλφαβητάριου που είχε τότε εκδώσει το
ελληνικό κράτος (με λατινικούς χαρακτήρες) για τους σλαβόφωνους μειονοτικούς
στη Μακεδονία και που δε μοιράστηκε ποτέ σε σχολεία, εξαιτίας βίαιων και
αιματηρών «υπερπατριωτικών» αντιδράσεων από Ελληνες, αλλά και Βουλγάρους.
Εκδόθηκε υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Ελεύθερης Συμμαχίας –Ουράνιο Τόξο–
και του Ευρωπαϊκού Γραφείου για τις Λιγότερο Ομιλούμενες Γλώσσες (EBLUL) από
τον εκδοτικό οίκο «Μπατάβια» της Θεσσαλονίκης. Και, όπως καυχήθηκαν ο Παύλος
Φιλίποβ-Βοσκόπουλος και ο Πέτρος Βασιλειάδης του Ουράνιου Τόξου, το εκδοτικό
εγχείρημα χρηματοδοτήθηκε από την αποζημίωση των 35.000 ευρώ που επιδίκασε
τον Οκτώβριο του 2005 σε βάρος της Ελλάδας το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο
Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για την καταστροφή των γραφείων του κόμματός τους
στη Φλώρινα από «αγανακτισμένους πατριώτες» το Σεπτέμβριο του 1995.
Να γίνει απογραφή με αιτήματα εθνικής και γλωσσικής ιδιαιτερότητας
ζήτησαν. «Να διώξουμε από πάνω μας τη σκιά της ανύπαρκτης γλώσσας», είπε ο
Θανάσης Παρίσης, της Ελληνικής Επιτροπής του EBLUL…
Για τον Παναγιώτη Δημητρά (Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του
Ελσίνκι) όλοι τελούμε «σε διατεταγμένη υπηρεσία από το υπουργείο Εξωτερικών»
όταν αναφερόμαστε σε θέματα μειονοτήτων. Οπως η Κύρα Αδάμ της «Ε», κατά τον
ίδιο, που χρησιμοποίησε ως παράδειγμα του ισχυρισμού του πρόσφατο άρθρο της,
όπου ασκούσε κριτική στα όσα τεχνηέντως λανσάρει περί θεμάτων μειονοτήτων στην
Ελλάδα ως φωνή της κυβέρνησής του, ο επιτετραμμένος της αμερικανικής πρεσβείας
στην Αθήνα, Τόμας Κάντριμαν. (Ντ.Β, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ: 09/11/2006»
i). Σύντομο χρονικό.
Όπως και στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο, έτσι και στην περίπτωση της
Ελλάδας, τα θέματα ετερότητας και ο τρόπος αντιμετώπισης τους καθορίστηκαν από
την πορεία συγκρότησης του ελληνικού έθνους στο πλαίσιο ενός σύγχρονου εθνικού
κράτους. Και όπως και στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο έτσι και στην περίπτωση της
Ελλάδας, η γλώσσα αποτέλεσε το βασικό άξονα πάνω στον οποίο στηρίχθηκε η
πορεία αυτή.
Όμως η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει πολλές ιδιομορφίες. Στις χώρες της
δυτικής Ευρώπης, η δημιουργία των εθνικών κρατών προετοιμάστηκε και στηρίχθηκε
από τα διδάγματα του γαλλικού και αγγλικού διαφωτισμού που προσέφεραν το
πολιτικό πρότυπο του εθνικού κράτους. Η πορεία όμως προς τη δημιουργία του
ελληνικού κράτους αν και στο ξεκίνημά της στηρίχθηκε στο ίδιο αυτό πρότυπο, στη
συνέχεια, ακολούθησε το γερμανικό πολιτιστικό πρότυπο του εθνικού κράτους, το
οποίο προσέφερε ο γερμανικός ιδεαλισμός-εθνικισμός.
Κατά τα προεπαναστατικά χρόνια φτάνει στην ολοκλήρωσή της μια διαδικασία
που ξεκινά από τα μέσα του 17ου αιώνα. Η σταδιακή κατάρρευση του διοικητικού
συστήματος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που ξεκινά την εποχή εκείνη, επιτρέπει
την «απόκτηση μιας ευρύτατης οικονομικής και πολιτικής αυτονομίας απέναντι στην
κεντρική οθωμανική εξουσία», (Μηλιός: 1997, σελ 284). Η αυτονομία αυτή οδήγησε
περιοχές του νότιου και νησιωτικού ελληνικού χώρου στην ανάπτυξη των μεταφορών
και του διακομιστικού εμπορίου, διαδικασία που τους έφερε σε επαφή με τη
σύγχρονη ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Διαμορφώθηκε έτσι μια αστική τάξη
ευρωπαϊκού τύπου, στην οποία υπήρχε γόνιμο έδαφος για την «ανάπτυξη και
κυριαρχία των φιλελεύθερων-εθνικών αστικών ιδεών, ήδη αρκετές δεκαετίες πριν την
επανάσταση του 1821…» (Μηλιός: 1997, σελ. 285).
Την περίοδο εκείνη δεν υπήρχε ακόμα διαμορφωμένη η έννοια της εθνικής
συνείδησης στους πληθυσμούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας. «Οι εθνικές
συνειδήσεις των σκλαβωμένων χριστιανών εξασθενούν και τελικά αποναρκώνονται.
Στη θέση τους προβάλλει, αναπτύσσεται και επιβάλλεται η συνείδηση του
χριστιανού, η οποία ανυψώνεται αντιμέτωπη προς τη συνείδηση του μουσουλμάνου».
(Α. Κ. Βακαλόπουλος, στο Μηλιός: 1997, σελ. 287).
Όμως η χριστιανική συνείδηση την εποχή εκείνη συνεπαγόταν και μια μορφή
ελληνικής συνείδησης καθώς στην κορυφή της διοικητικής πυραμίδας των
χριστιανικών αρχών της αυτοκρατορίας (Οικουμενικό Πατριαρχείο, Φαναριώτες,
υποτελείς πρίγκιπες των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών) βρίσκονταν Έλληνες και
χρησιμοποιούταν η ελληνική γλώσσα. Όπως παρατηρεί ο Hobsbawm, «οι
μορφωμένες και εμπορικές τάξεις των Βαλκανίων, της περιοχής της Μαύρης
Θάλασσας και της Ανατολής, οποιαδήποτε και αν ήταν η εθνική καταγωγή τους,
είχαν εξελληνιστεί ακριβώς εξαιτίας της φύσης των δραστηριοτήτων τους», που
απαιτούσαν από τη μία την ανάπτυξη σχέσεων με την κρατική διοίκηση και από την
άλλη την ανάπτυξη εμπορικών επαφών και συνεργασιών με την αντίστοιχη αστική
τάξη του κυρίως ελλαδικού χώρου. (Στο Μηλιός: 1997, σελ. 289). Η ελληνική
γλώσσα, που ήταν και η μόνη τυπωνόμενη βαλκανική γλώσσα, από τον 17 ο ως τον
19ο αιώνα, αποτελεί το όχημα της μετάδοσης των φιλελεύθερων ιδεών του
ευρωπαϊκού διαφωτισμού για το σύνολο των χριστιανικών πληθυσμών στην ευρύτερη
περιοχή των Βαλκανίων.
Η ελληνική εθνική συνείδηση αρχίζει να αναπτύσσεται πολύ πριν ξεκινήσει η
αντίστοιχη διαδικασία στους άλλους λαούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτό
επιτρέπει στους Έλληνες διαφωτιστές και επαναστάτες να απευθύνουν το κάλεσμά
όχι μόνο στους ελληνικής καταγωγής υπηκόους της αυτοκρατορίας, αλλά στο σύνολο
του χριστιανικού πληθυσμού. «Ο Μωρέας, η Θεσσαλία, η Σερβία, η Βουλγαρία, τα
νησιά του Αρχιπελάγους, εν ενί λόγω η Ελλάς άπασα έπιασε τα όπλα διά να
αποτινάξη τον βαρύν ζυγόν των βαρβάρων», έγραφε στις 24/2/1821 ο Αλέξανδρος
Υψηλάντης. (Στο Μηλιός: 1997, σελ. 292). Πριν την ανάπτυξη των εθνικών
ιδεολογιών των υπόλοιπων λαών της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο ελληνικός
διαφωτισμός φιλοδοξούσε να συμπεριλάβει στον αγώνα για ελευθερία όλους τους
ορθόδοξους χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων, τους οποίους συγκατάλεγε
στους Έλληνες, ανεξάρτητα από τη γλώσσα που μιλούσαν. Οραματίζονται πάνω από
όλα μια πολιτική ένωση όλου του χριστιανικού πληθυσμού, στα πρότυπα που έθεσαν
οι Γάλλοι διαφωτιστές και η Γαλλική Επανάσταση. Στα έργα των γαλλομαθών
Φαναριωτών, αλλά και διαφωτιστών όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Δημήτριος
Καταρτζής, ο Ρήγας Φεραίος είναι έκδηλες οι επιδράσεις του γαλλικού διαφωτισμού.
(Πολίτης: 2002, σελ 91-97).
Οι διακηρύξεις των Ελλήνων διαφωτιστών βρήκαν ανταπόκριση σε εκείνες τις
τάξεις του λαού που ανεξάρτητα από τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν ή τις
ιδιαίτερες πολιτιστικές παραδόσεις τους, είχαν ενταχθεί κοινωνικά και οικονομικά
στο περιβάλλον που είχε διαμορφώσει η ελληνική αστική τάξη. Οι τάξεις αυτές
συμμετείχαν ενεργά στην ελληνική επανάσταση προσφέροντας πολλά στον
απελευθερωτικό αγώνα. (Μηλιός: 1997, σελ. 293).
Με την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους και τη σταδιακή εδαφική επέκτασή
του, προσαρτούνταν σε αυτό εδάφη που «χαρακτηρίζονταν από έντονη εθνογλωσσική
πολυμορφία…», (Τσιτσελίκης-Χριστόπουλος: 1997, σελ. 426), ενώ παράλληλα
αρχίζει να αναπτύσσεται η ελληνική εθνική ιδεολογία που τροφοδοτείται πια κυρίως
από τις θέσεις του γερμανικού ιδεαλισμού που την εποχή εκείνη βρίσκεται στην ακμή
του.
Στο τέλος του Β΄ βαλκανικού πολέμου το 1913 το ελληνικό κράτος είχε
αυξήσει τα εδάφη του κατά 68% και κατά 78% τον πληθυσμό του. Σύμφωνα με τους
Τσιτσελίκη-Χριστόπουλο την περίοδο εκείνη το «15% των Ελλήνων πολιτών άνηκε
σε κάποιου είδους μειονότητες, σλαβόφωνοι, τουρκόφωνοι και αλβανόφωνοι,
χριστιανοί ή μουσουλμάνοι, Εβραίοι, Βλάχοι, Αρμένιοι και Τσιγγάνοι»,
(Τσιτσελίκης-Χριστόπουλος: 1997, σελ. 427). Το τέλος του ελληνοτουρκικού
πολέμου του 1919-1922 και η έξοδος από τον Α΄ Παγκόσμιο, φέρνει για πρώτη φορά
το ελληνικό κράτος αντιμέτωπο με τα μειονοτικά θέματα, που πλέον παίρνουν τη
μορφή θεμάτων όχι μόνο εσωτερικής αλλά και εξωτερικής πολιτικής. Την περίοδο
των βαλκανικών πολέμων συντελούνται μετακινήσεις πληθυσμών, ενώ το 1919 και
το 1923, το ελληνικό κράτος συμφώνησε σε ανταλλαγή πληθυσμών με τη Βουλγαρία
και την Τουρκία αντίστοιχα. Με τη ρύθμιση που πρόβλεπε την παραμονή των
ελληνορθόδοξων της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου στην Τουρκία
και των μουσουλμάνων στην Ελλάδα, δημιουργήθηκε και νομικό θέμα μειονοτήτων
στις δύο χώρες, το καθεστώς των οποίων ρυθμίστηκε με τη συνθήκη της Λοζάνης,
(Τσιτσελίκης-Χριστόπουλος: 1997, σελ. 427). Τα μειονοτικά θέματα από την εποχή
εκείνη καθίστανται πλέον διεθνή, καθώς οι μειονότητες εντάσσονται στο σύστημα
προστασίας της ΚτΕ, (βλ. κεφ. III, i).
Η Ελλάδα βρέθηκε στο στρατόπεδο των χωρών που επιθυμούσαν τη διατήρηση
της κατάστασης όπως είχε διαμορφωθεί, τη στιγμή που οι γειτονικές τις χώρες,
Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Τουρκία, ανήκαν στις «αναθεωρητικές» χώρες. Οι
αναθεωρητικές χώρες επένδυσαν πολλές από τις ελπίδες τους για αλλαγή του status
quo στην εκμετάλλευση των μειονοτικών θεμάτων, ενώ πολλές φορές και οι μεγάλες
δυνάμεις της εποχής έβλεπαν τα μειονοτικά θέματα ως ευκαιρία για παρεμβάσεις στα
εσωτερικά ζητήματα και τις διμερείς σχέσεις τρίτων χωρών, (Διβάνη: 1995).
Την περίοδο αυτή διαμορφώνεται η ελληνική στάση για τα ζητήματα
ετερότητας, στάση που ελάχιστα έχει αλλάξει μέχρι σήμερα.
ii). Η ελληνική στάση για τα ζητήματα ετερότητας.
Την ελληνική στάση για τα ζητήματα ετερότητας καθόρισε ένα πλέγμα
παραγόντων. Πρώτος παράγοντας ήταν το αρνητικό κλίμα που ούτως ή άλλως είχε
διαμορφωθεί για τις μειονότητες, εξαιτίας της μονομερούς επιβολής των μειονοτικών
συνθηκών από τις μεγάλες δυνάμεις στις λιγότερο ισχυρές χώρες. Τα κράτη που
υποχρεώθηκαν να υπογράψουν τις συνθήκες αυτές, ανάμεσά τους και το ελληνικό, τις
αντιμετώπισαν από την αρχή «ως υποτιμητικό βάρος και ως προϊόν διακρίσεων»,
(Διβάνη: 1995, σελ. 372). Θεωρούσαν ότι τα μειονοτικά ζητήματα έδιναν αφορμή σε
τρίτους να παρεμβαίνουν στα εσωτερικά τους και να υπονομεύσουν την κρατική τους
κυριαρχία. Από την άλλη μεριά, η στάση των «αναθεωρητικών» χωρών να
χρησιμοποιούν ως μέσο πίεσης τις συγγενικές τους μειονότητες για να προκαλέσουν
αναταραχή, ελπίζοντας σε αλλαγή της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί, έκανε
ακόμα πιο αρνητικό το κλίμα για τις μειονότητες. Ειδικότερα, στην ελληνική
περίπτωση, η ένταξη στο στρατόπεδο των «αναθεωρητικών» των όμορων με την
Ελλάδα κρατών (Αλβανία, Βουλγαρία, Τουρκία), επιβάρυνε ακόμα περισσότερο το
κλίμα για τις μειονότητες.
Η παρουσία ελληνικών πληθυσμών εκτός των ελληνικών συνόρων είναι ένας
άλλος παράγοντας που διαμόρφωσε την ελληνική στάση για τα μειονοτικά θέματα. Οι
περισσότερες ελληνικές κυβερνήσεις του μεσοπολέμου πίστευαν ότι η εξασφάλιση
ενός ανεκτού επιπέδου διαβίωσης για της ελληνικές μειονότητες, περνούσε μέσα από
την καλλιέργεια καλών σχέσεων με τη χώρα που τις «φιλοξενούσε». Η ελληνική
στάση για τα μειονοτικά ζητήματα σε μεγάλο βαθμό καθορίστηκε από την αρχή της
αμοιβαιότητας. «Η συμπεριφορά των ελληνικών αρχών απέναντι στις μειονοτικές
ομάδες ήταν ευθέως ανάλογη των σχέσεων που διαμόρφωναν με το συγγενικό τους
κράτος» (Διβάνη: 1995, σελ. 373).
Πέρα από όλα αυτά όμως, ο παράγοντας ο οποίος καθόρισε περισσότερο από
οποιονδήποτε άλλο την ελληνική στάση για τα μειονοτικά θέματα, δεν ήταν άλλος
από την επιτακτική ανάγκη του ελληνικού κράτους να ομογενοποιήσει εθνικά την
επικράτεια του και ιδιαίτερα τις περιοχές εκείνες που παρουσίαζαν έντονη εθνική,
γλωσσική ή θρησκευτική ετερότητα. Με την έξοδο της Ελλάδας από μια δεκαετία
σκληρών πολεμικών επιχειρήσεων και κάτω από το συντριπτικό βάρος της
Μικρασιατικής Καταστροφής, η ελληνική εθνική ιδεολογία εγκαταλείπει πια τα
όνειρα της Μεγάλης Ιδέας, για να ασχοληθεί με το πραγματικό ζήτημα της
συγκρότησης ενός σύγχρονου κράτους, που βέβαια δε θα μπορούσε παρά να
ακολουθήσει το σύγχρονο ευρωπαϊκό πρότυπο του εθνικού συγκεντρωτικού κράτους.
Οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων και
οι ανταλλαγές πληθυσμών με τη Βουλγαρία και την Τουρκία άλλαξαν τη
δημογραφική πραγματικότητα στη Μακεδονία και τη Θράκη (Μηλιός: 1997). Όμως
αν και ελαχιστοποιημένη σε σχέση με τα δεδομένα της προηγούμενης δεκαετίας, η
ετερότητα συνέχιζε να αποτελεί πραγματικότητα για το ελληνικό κράτος. Οι πρώτες
ελληνικές κυβερνήσεις του μεσοπολέμου και ιδιαίτερα η τελευταία κυβέρνηση του
Βενιζέλου «φρόντισαν να διαμορφώσουν ένα ευνοϊκό πλαίσιο διαβίωσης για τις
μειονότητες», ώστε να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη τους προς το ελληνικό κράτος και να
περιοριστεί η εκμετάλλευσή τους από τα γειτονικά κράτη (Διβάνη: 1995, σελ. 374).
Όμως η γενικότερη πολιτική αναταραχή που ακολούθησε και η οποία κατέληξε
στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου υπό τον Ι. Μεταξά, διέκοψε την εφαρμογή της
πολιτικής αυτής. Έχει ενδιαφέρον το απόσπασμα μιας ανέκδοτης έκθεσης από το
αρχείο του Ι. Μεταξά «Περί της συναισθηματικής, γλωσσικής κ.λπ. καταστάσεως των
Σλαυοφώνων Μακεδόνων», που παραθέτει ο Μηλιός: «Η εσωτερική των ισχυρά
συνοχή και προσήλωσις εις την Βουλγαρικήν Ιδέαν… η εμμονή των Σλαυοφώνων εις
τας από 10ετίας παλαιάς σλαυϊκάς τοπωνυμίας… παρέχουσι εις τους
επισκεπτομένους τα μέρη ταύτα εντυπώσεις κάθε άλλο παρά ελληνικάς…» (Μηλιός:
1997, σελ. 306). Δεν είναι βέβαιο τυχαίο πως το καθεστώς του ’36 προχώρησε σε
απαγορευτικά και κατασταλτικά μέτρα εναντίον των μειονοτικών ομάδων (Διβάνη:
1995, σελ. 375).
Τέλος, οι πληθυσμιακές μεταβολές στον ελληνικό χώρο ολοκληρώθηκαν τα
χρόνια του Β΄ Παγκόσμιου και την περίοδο του εμφυλίου που τον ακολούθησε. Η
εξόντωση μεγάλου μέρους της Εβραϊκής μειονότητας από τις ναζιστικές δυνάμεις
κατοχής και ο διωγμός των Αλβανών της Δ. Ηπείρου (των λεγόμενων Τσάμηδων) και
σημαντικού αριθμού σλαβόφωνων, σημάδεψαν την πορεία των μειονοτικών ομάδων
στην Ελλάδα. Στα χρόνια που ακολούθησαν το ελληνικό κράτος αρνείται την ύπαρξη
οποιασδήποτε μειονότητας, εκδηλώνοντας «την αποστροφή» του, κατά τους
Τσιτσελίκη-Χριστόπουλο (Τσιτσελίκης-Χριστόπουλος: 1997, σελ. 428), με μοναδική
εξαίρεση τη μουσουλμανική μειονότητα, όπως αυτή περιγράφεται στη συνθήκη της
Λοζάνης.
Οι δύο νομικοί περιγράφοντας την ελληνική πραγματικότητα για το θέμα των
μειονοτήτων, δίνουν πέντε σημεία που την αποτυπώνουν με τον καλύτερο τρόπο:
«α). Στην Ελλάδα υπάρχει μια σχετική –ελάχιστη σε σχέση με τα δεδομένα των
Βαλκανίων αλλά υπαρκτή– εθνοτική, γλωσσική, και θρησκευτική ποικιλότητα
Ελλήνων υπηκόων. β). Το ελληνικό κράτος αρνείται να δεχθεί οποιαδήποτε άλλη
ετερότητα πέρα από αυτή που προβλέπεται από τη συνθήκη της Λοζάνης. γ). Υπάρχει
μια σειρά λιγοστών, αλλά όχι αμελητέων, διεκδικήσεων συγκεκριμένων τμημάτων
αυτού του πληθυσμού, αφ’ ενός να αναγνωρισθούν ως τέτοια σύμφωνα με τη
βούλησή τους και αφ’ ετέρου να προστατευθούν νομικά οι ιδιαιτερότητές τους. δ). Οι
ιδεολογικοί μηχανισμοί της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και διπλωματίας,
αδυνατούν να δημιουργήσουν ηγεμονικούς όρους κατά την άσκησή της, ως προς το
ζήτημα των μειονοτήτων. ε). Αντίστροφα, υπάρχει πλήρης ηγεμονία της κυρίαρχης
ελληνικής θέσης στη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων και η ύπαρξη ενός
αρνητικού –σχεδόν εχθρικού– κλίματος εκ μέρους της ελληνικής κοινής γνώμης
σχετικά με τα μειονοτικά ζητήματα και διεκδικήσεις στην Ελλάδα». (Τσιτσελίκης-
Χριστόπουλος: 1997, σελ. 419-420).
Το πλούσιο πολιτισμικό παρελθόν των Βαλκανίων και της ανατολικής
Μεσογείου έχει αφήσει τα αποτυπώματά του στη σύγχρονη γλωσσική
πραγματικότητα της περιοχής. Αν και με την ίδρυση των εθνικών κρατών στην
περιοχή, μεγάλο μέρος της ποικιλότητας αυτής θυσιάστηκε για χάρη του οικονομικού
και κοινωνικού «εκσυγχρονισμού» και της δικαίωσης των εθνικών ιδεολογιών,
σύμφωνα με το πολιτικό και πολιτιστικό πρότυπο του εθνικού κράτους, η γλωσσική
ετερότητα παραμένει ζωντανή στο τμήμα αυτό της Ευρώπης. Η Ελλάδα δεν αποτελεί
την εξαίρεση στην πραγματικότητα αυτή.
iii). Οι μειονοτικές γλώσσες στην Ελλάδα.
Η Ελλάδα σήμερα μπορεί αβίαστα να χαρακτηριστεί ως μια από τις πλέον
ομογενοποιημένες πολιτισμικά και γλωσσικά, χώρες στην Ευρώπη. Η γλωσσική
ετερότητα στην Ελλάδα ποτέ δεν ξεπέρασε από το 1920 και έπειτα το 10% επί του
συνολικού πληθυσμού, ενώ σήμερα υπολογίζεται ότι βρίσκεται σε επίπεδα
χαμηλότερα του 4%. (Τσιτσελίκης-Χριστόπουλος: 1997, σελ. 433).
Από τις στατιστικές των ετών 1928, 1940 και 1951 (βλ. και πίνακα IV) οι
οποίες περιείχαν ερωτήματα σχετικά με την ομιλούμενη και τη μητρική γλώσσα,
διακρίνεται τόσο η χρήση στον ελληνικό χώρο γλωσσών που μπορούν να
χαρακτηριστούν μειονοτικές, όσο και η σταδιακή συρρίκνωση της χρήσης τους. Οι
γλώσσες που καταγράφονται στις στατιστικές αυτές και που θα μπορούσαν σήμερα
να χαρακτηριστούν μειονοτικές είναι στην τρέχουσα ονομασία τους οι εξής: η
αρβανίτικη, η βλάχικη, η πομακική, η ρομανί, η σλαβομακεδονική και η τουρκική,
(Τσιτσελίκης-Χριστόπουλος: 1997, σελ. 434).
Από το 1951 μέχρι και σήμερα το ελληνικό κράτος δεν έχει προχωρήσει σε
καμία άλλη επίσημη καταγραφή της γλωσσικής ετερότητας, υποστηρίζοντας
προφανώς την άποψή του για την ύπαρξη μόνο μίας μορφής ετερότητας –
θρησκευτική– και μίας μειονότητας –μουσουλμανική–, σύμφωνα με τα όσα
περιγράφει η συνθήκη της Λοζάνης. Η έρευνα του «Ευρωμωσαϊκού» δίνει κάποια
στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των ομιλητών των γλωσσών αυτών (βλ. και πίνακα
III.), χωρίς όμως τη βεβαιότητα που θα απόρρεε από μια σύγχρονη απογραφή. Αυτό
που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι το γεγονός πως καμία από τις παραπάνω γλώσσες
–με την εξαίρεση της τουρκικής–, δε μπορεί να έχει καμιά επίσημη αναγνώριση
σύμφωνα με την παρούσα κατάσταση.
Οι έρευνες του «Ευρωμωσαϊκού» και του EBLUL κατατάσσουν τις
μειονοτικές γλώσσες της Ελλάδας –εκτός από την ελληνική ρομανί που δεν
καταγράφεται–, στις πλέον «ασθενείς» της Ευρώπης, δηλαδή σε αυτές που μέσα στα
επόμενα χρόνια θα σταματήσουν να μιλιούνται, τουλάχιστο μέσα στον ελληνικό χώρο
(βλ. και πίνακα II.). Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η τουρκική η οποία έχει μία έμμεση
αναγνώριση από το ελληνικό κράτος, ως γλώσσα διδασκαλίας της μουσουλμανικής
μειονότητας. Εκτός από την έλλειψη της κρατικής υποστήριξης, υπάρχουν και άλλοι
λόγοι, όπως η συγκεντρωτική διοικητική δομή του ελληνικού κράτους, η τοποθέτηση
των περισσότερων μειονοτικών γλωσσών στις φτωχότερες περιφέρειες της χώρας και
η χαμηλή κοινωνική και οικονομική θέση –στην πλειονότητα των περιπτώσεων– των
ομιλητών τους, που συμβάλλουν στη συρρίκνωση της χρήσης των γλωσσών αυτών.
Γλωσσολογικά, όλες οι μειονοτικές γλώσσες του ελλαδικού χώρου
χαρακτηρίζονται ως γλώσσες απόκλισης [Abstand] σε σχέση με την πλειονοτική
ελληνική γλώσσα. Ο παράγοντας αυτός, σε συνδυασμό με το γεγονός ό,τι οι
περισσότερες από αυτές έχουν αναφορά σε όμορα κράτη ως η επίσημη γλώσσα τους,
ή ως διάλεκτοι της επίσημης γλώσσας, θα μπορούσε να λειτουργεί ενισχυτικά για
αυτές. Στην πράξη όμως κάτι τέτοιο φαίνεται να ισχύει μόνο για την τουρκική
γλώσσα.
Οι μειονοτικές γλώσσες στην Ελλάδα –με εξαίρεση την τουρκική–, μπορεί να
εντάσσονται στο ίδιο πολιτικό πλαίσιο που διαμορφώνεται από την αδιαφορία του
ελληνικού κράτους για αυτές και να αντιμετωπίζουν το ίδιο –λιγότερο ή
περισσότερο– δυσοίωνο μέλλον. Αποτελούν όμως ξεχωριστές περιπτώσεις και ως
τέτοιες θα εξεταστούν στη συνέχεια.
i. Η αρβανίτικη γλώσσα.
Οι ομιλητές της αλβανικής, που είναι δίγλωσσοι ομιλητές των αρβανίτικων
και της ελληνικής, είναι οι απόγονοι Αλβανών που εγκαταστάθηκαν στον ελλαδικό
χώρο κατά τον 14ο αιώνα. Δημιούργησαν κοινότητες, ίχνη των οποίων είναι και
σήμερα αναγνωρίσιμα, σε περιοχές της Θεσσαλίας, στην Εύβοια, την Αττική, τη
Βοιωτία, σε περιοχές της Πελοποννήσου και στα κοντινά στην ηπειρωτική χώρα
νησιά του Αιγαίου και είχαν ασπαστεί το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα. Η ποικιλία της
αλβανικής που ονομάζεται σήμερα αρβανίτικα προέρχεται από τη νότια διάλεκτο της
αλβανικής, την τοσκική, που απαντάται ακόμη σε κάποιες περιοχές της Ιταλίας αλλά
και σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης. (Tsitsipis: 1998, σελ. 9-10).
Με την πάροδο του χρόνου οι αρβανιτόφωνες κοινότητες μετακινήθηκαν
γλωσσικά προς την ελληνική γλώσσα. Η μετακίνηση αυτή που ξεκινά από τις αρχές
του 19ου αιώνα, επιταχύνθηκε ιδιαίτερα με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου και τη λήξη
του εμφυλίου πολέμου. Ο συνολικός εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας, η
ανάπτυξη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, η βελτίωση των συγκοινωνιών και το
πέρασμα στην αστικοποίηση, συνέβαλλαν σε αυτό.
Στη γλωσσική μετακίνηση των αρβανιτο-(αλβανό)φώνων, το σημαντικότερο
ρόλο έπαιξε η «έγκαιρη» ενσωμάτωσή τους στην ελληνική εθνική ιδεολογία,
(Μηλιός: 1997) και (Tsitsipis: 1998). Τα αρβανίτικα επί αιώνες μιλιόντουσαν μαζί με
τα ελληνικά σε ένα καθεστώς κοινωνικής διγλωσσίας, χωρίς η μία γλώσσα να
ανταγωνίζεται την άλλη. Το καθεστώς αυτό ουσιαστικά διαταράχθηκε με τη
δικτατορία της 4ης Αυγούστου του 1936 και τις εθνικιστικές πιέσεις που άσκησε σε
όλες τις μειονότητες.
Ο προφορικός χαρακτήρας των αρβανίτικων και η απομακρυσμένη σχέση των
αρβανιτόφωνων με την αλβανική γλώσσα που τη χαρακτηρίζουν «βαριά» και την
αποκαλούν «καθαρεύουσα», δεν τους επέτρεπε την πρόσβαση σε μια γλώσσα
καλλιεργημένη –την αλβανική– έτσι ώστε να καλύπτει τις σύγχρονες κοινωνικές
ανάγκες. Εμφάνισαν τάση αυτό-υποτίμησης της γλώσσας τους και στράφηκαν προς
την ελληνική, ως γλώσσα της κοινωνικής κινητικότητας και των υψηλότερων
λειτουργιών, (Σελλά-Μάζη: 1997) και (Tsitsipis: 1998).
Σήμερα τα αρβανίτικα βρίσκονται στην τελική φάση της γλωσσικής
μετακίνησης, με τη μετάδοση της γλώσσας από τους νέους γονείς στα παιδιά να έχει
σχεδόν σταματήσει. Πρόκειται πλέον για μια γλώσσα χαμηλής βιωσιμότητας, η οποία
σύντομα θα εκλείψει από τον ελληνικό χώρο.
ii. Η βλάχικη γλώσσα.
Η βλάχικη, αρωμουνική, ή κουτσοβλάχικη γλώσσα, είναι μία ανατολική
λατινογενής γλώσσα και ως τέτοια είναι συγγενική με τη ρουμανική. Θεωρείται πως
η αρωμουνική (βλάχικη) αποτελεί «προϊόν του μερικού εκλατινισμού των εντοπίων
του βορειοελλαδικού χώρου» κατά τη ρωμαϊκή περίοδο.
Η βλάχικη υπήρξε κυρίως γλώσσα προφορικής επικοινωνίας με λειτουργία
στο εσωτερικό της ενδό-ομάδας, (Σελλά-Μάζη: 1997. σελ. 368). Υπάρχουν όμως
ενδείξεις για προσπάθειες καταγραφής της και κωδικοποίησης της από τη δεύτερη
δεκαετία του 19ου αιώνα αλλά και νωρίτερα. Όμως, ο νομαδικός χαρακτήρας των
βλάχικων κοινοτήτων και η πολυδιάσπαση των βλαχόφωνων σε όλη τη βόρεια
βαλκανική και τις παραδουνάβιες περιοχές έκαναν αδύνατο το σχηματισμό μιας
πολιτικής ενότητας, η οποία θα μπορούσε να πάρει τα χαρακτηριστικά έθνους. Αυτό
είχε ως συνέπεια η βλάχικη να μην ακολουθήσει την πορεία των άλλων λατινογενών
γλωσσών που καλλιεργήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν με σκοπό να υποστηρίξουν τους
εθνικούς στόχους κάποιας ομάδας, (Σελλά-Μάζη: 1997) και (Σιώκης: 2002)
Επιπλέον η ένταξή τους στην ορθόδοξη εκκλησία και η δραστηριοποίησή τους
σε πολλά από τα εμπορικά κέντρα της κεντρικής Ευρώπης, χώροι στους οποίους η
ελληνική γλώσσα ασκούσε ιδιαίτερη επιρροή, συνέβαλλε στην ανάπτυξη της
διγλωσσίας των βλαχόφωνων.
Κατά την περίοδο του μεσοπολέμου υπήρξε μια νέα προσπάθεια καλλιέργειας
της βλάχικης, με την προσέγγιση των βλαχόφωνων της Ελλάδας από τη Ρουμανία. Τη
δεκαετία 1930-1940, λειτούργησαν σε περιοχές της Ηπείρου και της Μακεδονίας
βλαχόφωνα-(ρουμανόφωνα) σχολεία. Η διαφορετική αυτή αντιμετώπιση των
βλαχόφωνων από τις ελληνικές κυβερνήσεις της εποχής, που την ίδια ώρα ασκούσαν
πιέσεις σε άλλες γλωσσικές ομάδες, εξηγείται από το γεγονός ό,τι το ρουμανικό
κράτος λόγω της γεωγραφικής του θέσης δε θα μπορούσε να προχωρήσει σε
οποιαδήποτε εδαφική διεκδίκηση, ( Σελλά-Μάζη: 1997) και (Διβάνη: 1995).
Σήμερα η βλάχικη γλώσσα βρίσκεται σε συνεχή υποχώρηση. Η εγκατάλειψη
του παραδοσιακού τρόπου ζωής των βλαχόφωνων, η αστικοποίηση και η πλήρης,
πολιτική, θρησκευτική και εθνική ένταξή τους στο ελληνικό κράτος, αύξησαν την
τάση τους για γλωσσική μετακίνηση προς την ελληνική γλώσσα. Η διεύρυνση της
τάσης να μη μεταβιβάζεται η βλάχικη γλώσσα από τους γονείς στα παιδιά, έχει κάνει
πλέον τη χρήση της απλά συμβολική (Σελλά-Μάζη: 1997).
Οι έρευνες του «Ευρωμωσαϊκού» κατατάσσουν τη βλάχικη γλώσσα ως τη
δεύτερη ασθενέστερη μειονοτική γλώσσα της Ευρώπης, δηλαδή ως μια γλώσσα που
πολύ σύντομα θα εκλείψει.
iii. Η σλαβομακεδονική γλώσσα.
Η περίπτωση των σλαβόφωνων στην Ελλάδα, αποτελεί ένα ζήτημα που σε
αντίθεση με τα υπόλοιπα ζητήματα ετερότητας, επανέρχεται διαρκώς στην ελληνική
επικαιρότητα. Η ανακίνηση του συγκεκριμένου ζητήματος σε διάφορα χρονικά
διαστήματα, έχει να κάνει με αυτό που αποτελεί την κύρια ιδιαιτερότητα του και το
διαχωρίζει από τα υπόλοιπα αντίστοιχα θέματα στην Ελλάδα. Είναι το μόνο ζήτημα
ετερότητας που το διαχειρίστηκε όχι μόνο η ελληνική εθνική ιδεολογία, όπως συνέβη
στις περιπτώσεις των αλβανόφωνων (αρβανιτόφωνων) και των βλαχόφωνων, αλλά
αποτέλεσε πεδίο ανταγωνισμού με την αντίστοιχη σλαβική (βουλγαρική και σε
μικρότερο βαθμό σερβική) ιδεολογία. Στη σημερινή του μορφή το θέμα επανέρχεται
από τον όψιμο εθνικιστικό λόγο που εκφράζεται από το νεοσύστατο κράτος της
Πρώην. Γιουγκοσλαβικής. Δημοκρατίας. της Μακεδονίας και από τις ανάλογες
αντιδράσεις που συναντά αυτός στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους.
Το ζήτημα αυτό έμεινε ανοιχτό από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και τη λήξη
του ελληνικού εμφυλίου, όπου παίχτηκε η τελευταία πράξη μιας σειράς
μετακινήσεων πληθυσμών, αιματηρών συγκρούσεων και μακροχρόνιων πολέμων
(Γούναρης: 1997).
Οι χριστιανοί ορθόδοξοι σλαβόφωνοι στην Ελλάδα σύμφωνα με την
απογραφή του 1951 ανέρχονταν σε 40.000 άτομα περίπου και εντοπίζονται κυρίως
στους νομούς Φλώρινας και Καστοριάς. Οι έρευνες του «Ευρωμωσαϊκού»
παρουσιάζουν έναν αριθμό κοντά στις 75.000.
Η σλαβομακεδονική μπορεί να χαρακτηριστεί γλώσσα σύγκλισης (Ausbau),
με αναφορά στην επίσημη γλώσσα της Π.Γ.Δ.Μ. Η γλώσσα της Π.Γ.Δ.Μ αποτέλεσε
αντικείμενο κρατικού γλωσσικού προγραμματισμού από το 1944, με τη σύσταση
αρμόδιας επιτροπής από την τότε ομόσπονδη σοσιαλιστική Δημοκρατία της
Μακεδονίας και σήμερα διεκδικεί την αυτόνομη παρουσία της με το όνομα
«μακεδονική γλώσσα» (Σελλά-Μάζη: 1997).
Ο Γούναρης επισημαίνοντας τις, «…ιδεολογικές αδυναμίες συγκρότησης μιας
μακεδονικής ταυτότητας στον ελληνικό χώρο, διαφοροποιημένης κατ’ εξοχήν από
την ομώνυμη ελληνική τοπική ταυτότητα και λιγότερο από τη μακεδονική εθνική της
Π.Γ.Δ.Μ, συνδεδεμένης, όμως, παράλληλα με τις μειονοτικές –πλην όμως
βουλγαρικές μνήμες– του Μακεδονικού Αγώνα, του μεσοπολέμου και της Κατοχής
…», υποστηρίζει ότι μια τέτοια «μακεδονική» ταυτότητα θα αποτελεί πλέον μια
«προσωπική ιδεολογική ή/και πολιτική επιλογή, (…) που δύσκολα αν έλειπαν οι
πολιτικές σκοπιμότητες, θα χαρακτηριζόταν ως εθνοτική.» (Γούναρης: 1997, σελ.
109-108).
Η σλαβομακεδονική στην Ελλάδα κατατάσσεται από την έρευνα του
«Ευρωμωσαϊκού» στην ομάδα με τις πιο «ασθενείς» μειονοτικές γλώσσες της
Ευρώπης (5η ομάδα), στις γλώσσες που παρουσιάζουν ραγδαία υποχώρηση.
Η συγκρότηση βέβαια μια ταυτότητας πολιτικής ή και εθνοτικής δεν αποτελεί
εγγύηση της συνέχειας της χρήσης της γλώσσας. Οι κοινωνικές και οικονομικές
συνθήκες, η ανάγκη κοινωνικής και οικονομικής ανόδου έχουν συχνά μεγαλύτερη
σημασία, τη στιγμή που η ανάγκη για την επίδειξη μιας πολιτικής ή εθνοτικής
ταυτότητας μπορεί να εξυπηρετηθεί από τη συμβολική χρήση της γλώσσας.
Από την άλλη μεριά, η χρήση μιας παρόμοιας ποικιλίας ως επίσημη γλώσσα
στο γειτονικό κράτος της Π.Γ.Δ.Μ, ενισχύει την αυτοπεποίθηση των ομιλητών και
μπορεί να ανακόψει μέχρι ενός σημείου την υποχώρηση της γλώσσας. Με το
σκεπτικό αυτό, η σλαβομακεδονική μπορεί να καταταχθεί στις μέσης βιωσιμότητας
μειονοτικές γλώσσες του ελληνικού χώρου (Σελλά-Μάζη: 1997).
iv. Η τουρκική γλώσσα.
Η τουρκική γλώσσα είναι η μοναδική μειονοτική γλώσσα στον ελληνικό χώρο
που μπορεί να χαρακτηριστεί ως γλώσσα υψηλής βιωσιμότητας. Στην κατάταξη του
«Ευρωμωσαϊκού» καταλαμβάνει την 24η θέση σε σύνολο 48 μειονοτικών γλωσσών.
Ομιλητές της τουρκικής γλώσσας στην Ελλάδα είναι οι μουσουλμάνοι της
Θράκης, οι οποίοι αποτελούν και τον κορμό της μουσουλμανικής μειονότητας, της
μόνης μειονότητας που έχει επίσημη αναγνώριση από το ελληνικό κράτος, σύμφωνα
με τα όσα προβλέπει η συνθήκη της Λοζάνης.
Είναι εγκατεστημένοι στις πεδινές περιοχές των νομών Ξάνθης και Ροδόπης
καθώς και στα μεγάλα αστικά κέντρα των περιοχών αυτών την Ξάνθη και την
Κομοτηνή. Ο πληθυσμός τους υπολογίζεται περίπου στις 60.000 άτομα, (Σελλά-
Μάζη: 1997). Το «Ευρωμωσαϊκό» δίνει έναν αριθμό κοντά στις 100.000 άτομα και
αυτό σε ένα βαθμό μπορεί να αιτιολογηθεί από την εξάπλωση της τουρκικής γλώσσας
στους πληθυσμούς των Πομάκων και των μουσουλμάνων Ρομ (Τσιγγάνων), που
συναποτελούν μαζί με τους τουρκόφωνους τη μουσουλμανική μειονότητα στην
Ελλάδα.
Η τουρκική είναι η μόνη μειονοτική γλώσσα στην Ελλάδα που διδάσκεται
στην ελληνική εκπαίδευση. Στα 300 περίπου μειονοτικά δημοτικά σχολεία, τα δύο
μειονοτικά γυμνάσια και λύκεια και τα δύο ιεροσπουδαστήρια φοιτούν περίπου 10.00
μαθητές. Στα μειονοτικά σχολεία η τουρκική διδάσκεται παράλληλα με την ελληνική
ως αυτόνομο μάθημα, αλλά χρησιμοποιείται και ως μέσο διδασκαλίας. Το 1995
καθιερώθηκε ως θετικό μέτρο διάκρισης για τη μειονότητα η μοριοδότηση των
μειονοτικών μαθητών για την είσοδό τους στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Είναι γεγονός πως στο παρελθόν η εκπαίδευση της μειονότητας έγινε
αντικείμενο χειραγώγησης τόσο από το ελληνικό κράτος όσο και από παράγοντες της
μειονότητας και του τουρκικού κράτους (Μπαλτσιώτης: 1997), με συνέπεια η
μειονότητα να παρουσιάζει μεγάλα ποσοστά αναλφαβητισμού τόσο στην ελληνική,
όσο και στην τουρκική γλώσσα. Τα τελευταία χρόνια όμως η κατάσταση έχει
βελτιωθεί σημαντικά.
Γενικά μπορούμε να παρατηρήσουμε την ύπαρξη μιας σταθερής διγλωσσικής
κατάστασης στη μειονότητα. Η τουρκική χρησιμοποιείται στην επικοινωνία μέσα
στην οικογένεια και γενικότερα μέσα στη μειονότητα, ενώ η ελληνική στις επαφές με
τις διάφορες υπηρεσίες και στις εμπορικές συναλλαγές. Γενικά δεν παρατηρείται
αρνητική στάση εκ μέρους της μειονότητας για τη χρήση της ελληνική, η γνώση της
οποίας εκλαμβάνεται ως πλεονέκτημα. Υπάρχει βέβαια και ένα τμήμα της
μειονότητας που παραμένει μονόγλωσσο εξ αιτίας παραγόντων που έχουν να κάνουν
κυρίως με την ηλικία ή την κοινωνική θέση της γυναίκας μέσα στη μειονότητα.
Μέλη της μειονότητας που έχουν ανελιχθεί επαγγελματικά και κοινωνικά
χρησιμοποιούν με ευχέρεια και τις δύο γλώσσες, ενώ η εναλλαγή ανάμεσα στους δύο
κώδικες είναι συνηθισμένο φαινόμενο στους νέους, ιδιαίτερα στους άνδρες που
μένουν στα αστικά κέντρα.
Η τουρκική γλώσσα αποτελεί για το τουρκόφωνο κομμάτι της μειονότητας
δομικό στοιχείο της πολιτιστικής του ταυτότητας, που το συνδέει με την εθνοτική-
εθνική του καταγωγή και με τη θρησκευτική του ζωή. Η γεωγραφική συνέχεια με το
τουρκικό κράτος και η εύκολη πρόσβαση στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης και γενικά
σε μια καλλιεργημένη γλώσσα ενισχύει την εκτίμησή της μειονότητας για την
γλώσσα της.
Η διαρκής υποστήριξη του τουρκικού κράτους προς τη μειονότητα ακόμα και
με τρόπους που προβληματίζουν την ελληνική διοίκηση, αυξάνει το αίσθημα συνοχής
των τουρκόφωνων, το οποίο εκφράζεται με διάφορους τρόπους όπως με τη
συμμετοχή σε πολιτιστικούς συλλόγους ή με την υποστήριξη πολιτικών που
προέρχονται από τη μειονότητα (Μπαλτσιώτης: 1997).
Όπως φαίνεται από τα στοιχεία αυτά, το τουρκόφωνο κομμάτι της
μουσουλμανικής μειονότητας θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του μέσα σε
ένα καθεστώς σταθερής κοινωνικής διγλωσσίας με την ελληνική, γεγονός που θα
εξασφαλίσει τη συνέχιση της μετάδοσης της γλώσσας από γενιά σε γενιά. (Σελλά-
Μάζη: 1997).
v. Η πομακική γλώσσα.
Η πομακική γλώσσα εντάσσεται στο διαλεκτικό συνεχές της νότιας σλαβικής
και μπορεί να χαρακτηριστεί ως γλώσσα σύγκλισης (Ausbau), σε σχέση με τη
βουλγαρική. Η πομακική γλώσσα αποτελεί το ιδιαίτερο πολιτιστικό χαρακτηριστικό
των Πομάκων, που εντοπίζονται σε συμπαγείς πληθυσμούς στην οροσειρά της
δυτικής Ροδόπης και στις δύο πλευρές των ελληνοβουλγαρικών συνόρων.
Συγκροτούν μαζί με τους Ρομ και τους τουρκόφωνους τη μουσουλμανική μειονότητα
στην Ελλάδα.
Οι πομακικές κοινότητες στην Ελλάδα βρίσκονται στα ορεινά του νομού
Ξάνθης, στο νοτιοανατολικό τμήμα της Ροδόπης και στο νομό Έβρου και ο
πληθυσμός των πομακόφωνων υπολογίζεται στις 35.000. Η έρευνα του
«Ευρωμωσαϊκού», υπολογίζει τους ομιλητές της πομακικής σε 30.000 περίπου και
κατατάσσει τη γλώσσα τους στην ομάδα με τις πλέον «ασθενείς» μειονοτικές
γλώσσες της Ευρώπης.
Η πομακική γλώσσα έχει προφορικό χαρακτήρα και μόλις την τελευταία
δεκαετία αναλήφθηκαν κάποιες πρωτοβουλίες για την καταγραφή και την
κωδικοποίησή της. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την ένταξή τους στη
μουσουλμανική μειονότητα, έχει θέσει τους πομακόφωνους σε μία «ιδιάζουσα
κοινωνιογλωσσική κατάσταση». Η ηγετική θέση των τουρκόφωνων μέσα στη
μειονοτική ομάδα και η κυριαρχία της τουρκικής γλώσσας στα πεδία λειτουργίας της
μειονοτικής εκπαίδευσης και της θρησκείας, έχουν οδηγήσει τους πομακόφωνους σε
μια μορφή κοινωνικής τριγλωσσίας, με την τουρκική να χρησιμοποιείται για τις
υψηλές λειτουργίες της μειονοτικής ομάδας (θρησκεία και εκπαίδευση), την ελληνική
για τις υψηλές λειτουργίες της κοινωνικής και οικονομικής ζωής έξω από την ενδό-
ομάδα της μειονότητας και την πομακική στις χαμηλές λειτουργίες της οικογενειακής
ζωής και της πομακικής κοινότητας.
Παρατηρείται έτσι, γλωσσική μετακίνηση των πομακόφωνων όχι προς τη
γλώσσα της πλειονότητας του κράτους στο οποίο ζουν, την ελληνική, αλλά προς τη
γλώσσα της πλειονότητας της υπό-ομάδας στην οποία εντάσσονται θρησκευτικά
αλλά και «νομικά», την τουρκική. Ουσιαστικά οι Πομάκοι βρίσκονται σε καθεστώς
διπλής μειονοτικοποίησης, ως θρησκευτική μειονότητα στο ελληνικό κράτος και ως
γλωσσική μειονότητα μέσα στα όρια της μουσουλμανικής μειονότητας.
Παρ’ όλα αυτά η πομακική γλώσσα αν καταφέρει να αναπτυχθεί αυτόνομα
μέσα στο περιβάλλον της μειονότητας και αν κωδικοποιηθεί και καταγραφεί, ώστε να
προσφέρεται για διδασκαλία στο εκπαιδευτικό σύστημα, θα μπορέσει να συνεχίσει
και στο μέλλον να μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. (Σελλά-Μάζη: 1997, σελ. 375-
385).
vi. Η ελληνική ρομανί.
Η ρομανί είναι η γλώσσα των χριστιανών και των μουσουλμάνων Ρομ
(Τσιγγάνων). Οι χριστιανοί ορθόδοξοι Ρομ ζουν διεσπαρμένοι σε όλη την ηπειρωτική
Ελλάδα, στην Αττική, τη δυτική Πελοπόννησο, τη δυτική Στερεά, στα περίχωρα της
Θεσσαλονίκης, τη Λάρισα, τα Γιαννιτσά, τη Νάουσα, τη Φλώρινα, τις Σέρρες, τα
Τρίκαλα και στα νησιά και ο αριθμός τους υπολογίζεται στις 100 με 200.00 άτομα. Οι
μουσουλμάνοι Ρομ, ζουν στη Θράκη και αποτελούν το τρίτο κομμάτι της
μουσουλμανικής μειονότητας.
Στην Ελλάδα η αρχική τους εγκατάσταση έγινε τον 11ο αιώνα, ενώ το ίδιο
μακραίωνη είναι και η παρουσία τους σε πολλά άλλα ευρωπαϊκά κράτη.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ό,τι στα περισσότερα από τα ευρωπαϊκά κείμενα που
εκδόθηκαν τα τελευταία χρόνια για την προστασία των μειονοτήτων και των
μειονοτικών γλωσσών, οι Ρομ δεν αναφέρονται παρά τη μακραίωνη παραμονή τους
στην Ευρώπη και παρά τους κάθε είδους διωγμούς που έχουν υποστεί κατά καιρούς
σε διάφορα κράτη.
Η ελληνική ρομανί φέρει πολλά δάνεια από την περσική, την αρμενική και
την ελληνική γλώσσα. Η ρομανί, μια καθαρά προφορική γλώσσα, είναι στενά
συνδεμένη με την πλούσια σε ήθη και έθιμα πολιτιστική παράδοση των Ρομ και
αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς τους.
Οι χριστιανοί Ρομ σε πολύ μεγάλο ποσοστό είναι δίγλωσσοι. Η ρομανική
είναι η γλώσσα της οικογένειας και της κοινότητας και η ελληνική η γλώσσα της
οικονομικής δραστηριότητας και της επαφής με τις αρχές.
Οι μουσουλμάνοι Ρομ της Θράκης από την άλλη, όπως και οι Πομάκοι, σε
μεγάλο ποσοστό τείνουν να μετακινηθούν γλωσσικά προς την τουρκική γλώσσα. Η
κοινή θρησκεία, σε συνδυασμό με τη χαμηλή αυτοεκτίμηση που δείχνουν για τη
γλώσσα τους και με την προνομιακή θέση που κατέχουν οι τουρκόφωνοι μέσα στη
μειονότητα είναι οι κύριοι λόγοι που συμβάλλουν σε αυτό. Παρατηρείται στη
συγκεκριμένη ομάδα μια διγλωσσική κατάσταση ανάμεσα όχι στην ελληνική και τη
ρομανί, αλλά στη ρομανί και την τουρκική. (Σελλά-Μάζη: 1997).
Η ρομανί όσο δεν καταγράφεται και δεν κωδικοποιείται θα στηρίζει τη
συνέχισή της στη διατήρηση του παραδοσιακού τρόπου ζωής των Ρομ. Ο «πλάνητας»
και «αυτάρκης» αυτός τρόπος ζωής μπορεί για κάποιους να μοιάζει από μακριά
γοητευτικός, δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι ουσιαστικά βυθίζει τους ρομανί που τον
ακολουθούν ακόμη στον αναλφαβητισμό και την κοινωνική και οικονομική
καθυστέρηση. Θα πρέπει να γίνει προσπάθεια για την καλύτερη ένταξη των Ρομ στο
κοινωνικό σύνολο, μια προσπάθεια που αναγκαστικά περνάει από την ένταξή τους
στο σύστημα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Είναι αναγκαία λοιπόν η κωδικοποίηση
της γλώσσας τους, ώστε να μπορέσει να αποτελέσει αντικείμενο και μέσο
διδασκαλίας για τους Ρομ. Σε μια τέτοια περίπτωση και σε συνδυασμό με τη μεγάλη
σημασία που έχει η γλώσσα τους για αυτούς σε συμβολικό επίπεδο, οι προοπτικές της
ρομανί θα γινόντουσαν πολύ καλύτερες.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ.
.A Πίνακες.

.I Η εφαρμογή του «Χάρτη για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικές


Γλώσσες» ανά κράτος.

Κράτη Υπογραφή Επικύρωση Εφαρμογή Ε. Δ. A. Π. Επ. Αντ.

Άγιος Μαρίνος

Αζερμπαϊτζάν 21/12/2001 X

Αλβανία

Ανδόρα

Αρμενία 11/5/2001 25/1/2002 1/5/2002 X

Αυστρία 5/11/1992 28/6/2001 1/10/2001 X

Βέλγιο

Βοσνία/Ερζεγοβίν 7/9/2005
η
Βουλγαρία

Γαλλία 7/5/1999 X

Γερμανία 5/11/1992 16/9/1998 1/1/1999 X

Γεωργία

Δανία 5/11/1992 8/9/2000 1/1/2001 X X

Ελβετία 8/10/1993 23/12/1997 1/4/1998 X

Ελλάδα

Εσθονία

Ηνωμένο Βασίλειο 2/3/2000 27/3/2001 1/7/2001 X X

Ιρλανδία

Ισλανδία 7/5/1999
Ισπανία 5/11/1992 9/4/2001 1/8/2001 X

Ιταλία 27/6/2000

Κροατία 5/11/1997 5/11/1997 1/3/1998 X X

Κύπρος 12/11/1992 26/8/2002 1/12/2002 X

Λετονία

Λιθουανία

Λιχτενστάιν 5/11/1992 18/11/1997 1/3/1998 X

Λουξεμβούργο 5/11/1992 22/6/2005 1/10/2005

Μάλτα 5/11/1992

Μαυροβούνιο 22/3/2005 15/2/2006 6/6/2006

Μολδαβία 11/7/2002

Μονακό

Νορβηγία 5/11/1992 10/11/1993 1/3/1998 X

Ολλανδία 5/11/1992 2/5/1996 1/3/1998 X X

Ουγγαρία 5/11/1992 26/4/1995 1/3/1998 X

Ουκρανία 2/5/1996 19/9/2005 1/1/2006 X

Π.Γ.Δ.Μ 25/7/1996

Πολωνία 12/5/2003

Πορτογαλία

Ρουμανία 17/7/1995 29/1/2008 1/5/2008 X

Ρωσία 10/5/2001

Σερβία 22/3/2005 15/2/2006 1/6/2006 X X

Σλοβακία 20/2/2001 5/9/2001 1/1/2002 X

Σλοβενία 3/7/1997 4/10/2000 1/1/2001 X

Σουηδία 9/2/2000 9/2/2000 1/6/2000 X


Τουρκία

Τσεχία 9/11/2000 15/11/2006 1/3/2007 X

Φινλανδία 5/11/1992 9/11/1994 1/3/1998 X

Συνολικός αριθμός υπογραφών χωρίς επικύρωση: 10


Συνολικός αριθμός επικυρώσεων/προσχωρήσεων: 23

Ε.: Επιφυλάξεις, Δ.: Διακύρηξη, A.: Αρχές, Π.: Εφαρμογή σε περιφέρεια, Επ.:
Επικοινωνία, Αντ.: Αντίρρηση.
Πηγή: Συμβούλιο της Ευρώπης, Γραφείο Συνθηκών, http://conventions.coe.int

.II Η κατάταξη του «Ευρωμωσαϊκού».

Γλώσσα/κράτος/κατάταξη Οικ. Πολιτ. Κοιν. Κ Κοιν. Επ. Εκπ. Σ Ομάδα


αναπ. αναπ.
1. Γερμανική 4 4 4 4 4 4 4 2 Α
(Ν.Βέλγιο) 8
2. Λουξεμβουργιανή 4 3 4 4 4 4 4 2 Α
(Λουξεμβούργο.) 7
3. Καταλανική 4 4 3 4 4 4 4 2 Α
(Αυτ.Κοιν.Καταλωνίας, 7
Ισπανία)
4. Γερμανική (Ιταλία) 4 4 4 3 4 3 3 2 Α
5
5. Γαλικιανή (Αυτ. 3 3 3 3 3 3 3 2 Β
Κοιν. Γαλικίας, Ισπανία) 1
6. Γερμανική 3 4 2 3 3 3 1 1 Β
(Γαλλία) 9
7. Καταλανική 3 3 2 2 3 3 3 1 Β
(Βαλένθια, Ισπανία) 9
8. Βασκική 2 4 2 2 2 4 3 1 Β
(Αυτ.Βασκική.Κοιν., 9
Ισπανία).
9. Λαδινική [ladin] 3 3 3 2 2 3 3 1 Β
(Ιταλία) 9
10. Οξιτανική 3 3 3 2 2 3 2 1 Β
(Ισπανία) 8
11. Ουαλική (Ην. 2 3 2 3 2 3 3 1 Β
Βασίλειο) 8
12. Καταλανική 4 2 3 2 2 2 2 1 Β
(Βαλεαρίδες Ν, Ισπανία) 7
13. Ιρλανδική 1 2 1 2 2 3 3 1 C
(Ιρλανδία) 4
14. Κελτικά (Ην. 2 3 2 2 1 2 2 1 C
Βασίλειο) 4
15. Φριζική(Ολλανδία 2 2 2 2 2 2 2 1 C
) 4
16. Σλοβενική (Ιταλία) 2 2 2 2 2 2 2 1 C
4
17. Φριουλική 2 2 2 2 2 2 2 1 C
(Ιταλία) 4
18. Σορβική 2 2 2 1 2 2 2 1 C
(Γερμανία) 3
19. Δανική (Γερμανία) 2 4 2 1 1 1 2 1 C
3
20. Γαλλική (Ιταλία) 1 2 1 2 2 2 3 1 C
3
21. Βασκική (Ναβάρα, 3 3 2 1 1 2 1 1 C
Ισπ.) 3
22. Γερμανική (Δανία) 1 4 1 2 1 1 2 1 C
2
23. Καταλανική 3 3 2 1 2 0 1 1 C
(Αραγονία, Ισπανία) 2
24. Τουρκική (Ελλάδα) 3 2 2 0 1 1 3 1 C
2
25. Καταλανική 2 3 1 1 1 1 2 1 C
(Γαλλία) 1
26. Βασκική (Γαλλία) 2 3 1 1 1 1 1 1 D
0
27. Κορσικανική 1 2 1 1 2 1 2 1 D
(Γαλλία) 0
28. Καταλανική 1 2 2 1 1 1 1 9 D
(Ιταλία)
29. Οξιτανική (Ιταλία) 3 1 2 1 1 0 1 9 D
30. Γερμανική 2 4 0 1 0 0 1 8 D
(Π.Βέλγιο)
31. Οξιτανική 1 1 1 1 1 1 2 8 D
(Γαλλία)
32. Βρετονική 1 2 1 1 1 1 1 8 D
(Γαλλία)
33. Αλβανική 1 1 2 0 2 1 1 8 D
[Arbresh] (Ιταλία)
34. Μιραντέζ 3 0 1 0 1 1 1 7 E
[mirandesa] (Πορτογαλία)
35. Βόρεια φριζική 1 0 1 1 1 0 2 6 E
(Γερμανία)
36. Κροατική (Ιταλία) 3 1 1 0 0 1 0 6 E
37. Ιρλανδική (Ην. 1 1 1 1 0 0 1 5 E
Βασίλειο)
38. Βερβερική 3 0 1 0 0 0 0 4 E
(Ισπανία)
39. Ολλανδική 1 1 1 0 1 0 0 4 E
(Γαλλία)
40. Ελληνική (Ιταλία) 1 1 1 0 0 0 1 4 E
41. Σαρδηνική 1 0 1 0 1 0 1 4 E
(Ιταλία)
42. Σλαβομακεδονική 1 2 0 0 0 0 0 3 E
(Ελλάδα)
43. Πομακική 2 0 1 0 0 0 0 3 E
(Ελλάδα)
44. Ανατολική φριζική 0 0 0 1 0 1 1 3 E
(Γερμανία)
45. Πορτογαλική 2 0 0 0 0 0 0 2 E
(Ισπανία)
46. Αλβανική 1 0 1 0 0 0 0 2 E
[αρβανίτικα] (Ελλάδα)
47. Αρωμουνική- 1 0 1 0 0 0 0 2 E
βλάχικη (Ελλάδα)
48. Κορνουαλλική 0 0 0 0 0 0 0 1 E
(Ην. Βασίλειο)

Οικ.: χρήση στην οικογένεια. Πολιτ. αναπ.: χρήση στα μέσα ενημέρωσης και
σε πολιτιστικές εκδηλώσεις. Κοιν.: χρήση στην κοινότητα. Κοιν. αναπ: ύπαρξη
κοινωνικών δραστηριοτήτων στις οποίες προβλέπεται η χρήση της γλώσσας. Κ.:
κύρος της γλώσσας, σε σχέση με την κοινωνική κινητικότητα. Επ.: βαθμός
επισημοποίησης από το κράτος. Εκπ.: χρήση στην εκπαίδευση. Σ.: σύνολο
βαθμολογίας. Ομάδα: ομάδα που κατατάσσεται η γλώσσα σύμφωνα με τη
βαθμολογία.

.III Δημογραφικά στοιχεία του «Ευρω-μωσαϊκού» και η κατάταξη του


EBLUL.

Γλώσσα/κράτος/κατάταξη Πληθ. Οικον. Εσ.μετ. Κ/Περ. Κ. Ομάδα GIDS


1. Γερμανική
68.000 υψηλή χαμηλή κέντρο Όχι Α 2
(Ν.Βέλγιο)
2. Λουξεμβουργιανή
350.000 υψηλή Υψηλή κέντρο Ναι Α 1
(Λουξεμβούργο)
3. Καταλανική
(Αυτ.Κοιν.Καταλωνίας, 4.065.000 υψηλή Υψηλή κέντρο Ναι Α 1
Ισπανία)
4. Γερμανική (Ιταλία) 290.000 μεσαία χαμηλή μέσο Όχι Α 1
5. Γαλικιανή (Αυτ.
2.420.000 μεσαία χαμηλή περ. Ναι Β 2
Κοιν. Γαλικίας, Ισπανία)
6. Γερμανική
1.800.000 υψηλή Μεσαία κέντρο Όχι Β 3
(Γαλλία)
7. Καταλανική 1.909.000 υψηλή Υψηλή μέσο Όχι Β 2
(Βαλένθια, Ισπ.)
8. Βασκική (Αυτ.
544.000 υψηλή Υψηλή μέσο Ναι Β 1
Βασκική. Κοιν. Ισπανία).
9. Λαδινική [ladino]
56.000 χαμηλή χαμηλή περ. Ναι Β 4
(Ιταλία)
10. Οξιτανική
3.700 χαμηλή χαμηλή περ. Όχι Β 3
(Ισπανία)
11. Ουαλική (Ην.
508.000 υψηλή Υψηλή μέσο Ναι Β 1
Βασίλειο)
12. Καταλανική
428.000 μεσαία Υψηλή μέσο Όχι Β 2
(Βαλεαρίδες Ν, Ισπανία)
13. Ιρλανδική
1.095.000 υψηλή χαμηλή περ. Ναι C 3
(Ιρλανδία)
14. Κελτικά (Ην.
59.000 χαμηλή χαμηλή περ. Ναι C 3
Βασίλειο)
15. Φριζική
400.000 υψηλή Υψηλή μέσο Ναι C 3
(Ολλανδία)
16. Σλοβενική (Ιταλία) 85.000 μεσαία Υψηλή μέσο Όχι C 3
17. Φριουλική
400.000 μεσαία Μεσαία μέσο Ναι C 4
(Ιταλία)
18. Σορβική
50.000 χαμηλή Υψηλή περ. Ναι C 4
(Γερμανία)
19. Δανική (Γερμανία) 25.000 χαμηλή χαμηλή μέσο Όχι C 2
20. Γαλλική (Ιταλία) 50.000 μεσαία Υψηλή μέσο Όχι C 5
21. Βασκική (Ναβάρα,
53.000 μεσαία χαμηλή μέσο Όχι C 3
Ισπ.)
15-
22. Γερμανική (Δανία) χαμηλή χαμηλή μέσο Όχι C 2
20.000
23. Καταλανική
48.000 χαμηλή χαμηλή περ. Όχι C 4
(Αραγονία, Ισπανία)
24. Καταλανική
150.000 μεσαία Υψηλή μέσο Όχι C 4
(Γαλλία)
25. Τουρκική (Ελλάδα) ≈100.000 χαμηλή χαμηλή περ. Όχι C 3
26. Βασκική (Γαλλία) 86.000 μεσαία Υψηλή μέσο Όχι D 4
27. Κορσικανική
125.000 μεσαία Υψηλή περ. Ναι D 3
(Γαλλία)
28. Καταλανική
15.000 μεσαία Υψηλή περ. Όχι D 4
(Ιταλία)
35-
29. Οξιτανική (Ιταλία) χαμηλή χαμηλή περ. Όχι D 6
80.000
30. Γερμανική
42.000 μεσαία χαμηλή μέσο Όχι D *
(Π.Βέλγιο)
31. Οξιτανική
2.100.000 υψηλή Μεσαία μέσο Ναι D 6
(Γαλλία)
32. Βρετονική 180-
μεσαία χαμηλή μέσο Ναι D 5
(Γαλλία) 250.000
33. Αλβανική 80-
μεσαία χαμηλή μέσο Όχι D 6
[Arbresh] (Ιταλία) 135.000
34. Μιραντέζ
15.000 χαμηλή χαμηλή περ. Όχι E 5
[mirandesa] (Πορτογαλία)
35. Βόρεια φριζική
9.000 μεσαία Μεσαία μέσο Όχι E 6
(Γερμ.)
36. Κροατική (Ιταλία) 1.700 μεσαία Μεσαία μέσο Όχι E *
37. Ιρλανδική (Ην.
142.000 μεσαία χαμηλή περ. Όχι E 5
Βασίλειο)
38. Βερβερική
25.000 μεσαία χαμηλή περ. Όχι E 6
(Ισπανία)
39. Ολλανδική 20-
μεσαία χαμηλή κέντρο Όχι E 7
(Γαλλία) 40.000
40. Ελληνική (Ιταλία) 7.500 χαμηλή χαμηλή περ. Όχι E 7
41. Σαρδηνική
1.300.000 μεσαία Μεσαία περ. Ναι E 6
(Ιταλία)
42. Σλαβομακεδονική
≈75.000 χαμηλή χαμηλή περ. Όχι E 6
(Ελλάδα)
43. Πομακική
≈30.000 χαμηλή χαμηλή περ. Όχι E 6
(Ελλάδα)
44. Ανατολική φριζική
2.000 μεσαία χαμηλή μέσο Όχι E 7
(Γερμανία)
45. Πορτογαλική
3.600 χαμηλή χαμηλή περ Όχι E 7
(Ισπανία)
46. Αλβανική
≈80.000 χαμηλή χαμηλή περ. Όχι E 7
[αρβανίτικα] (Ελλάδα)
47. Αρωμουνική
≈50.000 χαμηλή χαμηλή περ. Όχι E 8
(βλάχικη) (Ελλάδα)
48. Κορνουαλλική
1.000 χαμηλή χαμηλή περ. Όχι E 8
(Ην. Βασίλειο)

Πληθ.: πληθυσμός γλωσσικής ομάδας. Οικ.: οικονομική ολοκλήρωση και


ποικιλομορφία. Ες. μετ.: εσωτερική μετανάστευση. Κ/Περ.: οικονομικό και
γεωγραφικό κέντρο ή περιφέρεια. Κ: κέντρο της μειονοτικής γλώσσας. Ομάδα:
κατάταξη από το «Ευρωμωσαϊκό». GIDS: κατάταξη από το EBLUL, σύμφωνα με τη
«Διαβαθμισμένη Κλίμακα» του Fishman.
Πηγές: «Ευρωμωσαϊκό»: 1996», (Nelde: 1996) και EBLUL: 2002,
(Grin/EBLUL: 2002)
Με πλάγια γραφή: γλώσσες που είναι επίσημες σε άλλο κράτος.
*: Στο EBLUL: 2002 δε δίνονται στοιχεία.

.IV Συγκριτικός πίνακας των στοιχείων των στατιστικών των ετών 1928,
1940 και 1951, σχετικά με τις ομιλούμενες γλώσσες στην Ελλάδα.

1928 1940 1951


συνήθως συνήθως
ΓΛΩΣΣΑ μητρική μητρική Μητρική
ομιλούμενη ομιλούμενη
ελληνική (ορθόδοξοι 5.716.100 7.071.145 6.794.308 7.409.802 7.258.657
χριστιανοί)
ελληνική (άλλων
43.400 45.000 45.466 39.221
θρησκ. και δογμ.)
τουρκική
86.506 92.443 92.219
(μουσουλμάνοι)
τουρκική (ορθόδοξοι,
103.642 133.400 229.075 25.456 87.640
άλλοι χριστιανοί)
βουλγαρική
16.775 15.846 18.086 17.854 18.671
πομακική
κουτσοβλαχική 19.703 22.299 57.263 10.551 39.855
Μακεδονοσλαβική
81.984 28.012 86.860 10.316 41.017
σλαβική
18.598 19.783 49.632 7.803
αλβανική
(μουσουλ.) (μουσουλ.) (μουσουλ.) (χριστ.)
3.853 (χρισ.)
αθιγγανική 5.096 8.126 4.147 7.429
1145 (μουσ.)
αρμένικη 33.634 13.313 26.827 3.677 8.990
Ισπανική (ή λαντίνο)/
62.999 21.094 53.094/34 164 1.334/853
εβραϊκή
Άλλες 6.000 32.710 24.480 5.570 11.500

Τα στοιχεία της απογραφής του 1940 αντλούνται από δευτερογενείς πηγές και
συνεπώς παρατίθενται με επιφυλάξεις. Όρος σύμφωνα με την απογραφή του 1928.
Όρος σύμφωνα με τις απογραφές του 1940 και 1951.
Πηγή: Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Εγκυκλοπαιδικός Οδηγός,
Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης: Μειονοτικές γλώσσες στην Ελλάδα

.V Δείκτης προσβολής της βιωσιμότητας των μειονοτικών γλωσσών


στην Ελλάδα.

Σχέση
Δείκτης
Γλώσσα (Ausbau) «Αληθής» Μη ύπαρξη
προσβολής
Γλώσσα. Σύγκλισης με την μειονοτική γεωγραφ.
της
(Ausbau). πλειον. γλώσσα. συνέχειας.
βιωσιμότητας.
γλώσσα.
Τουρκική ─ ─ ─ ─ 0
Αλβανική
─ ─ ─ ─ 0
(Αρβανίτικη)
Βουλγαρική
+ ─ ─ ─ 1
(Πομακική)
(Σλάβο)-
+ ─ ─ ─ 1
Μακεδονική
Ρουμανική ─ ─ ─ + 1
(Βλάχικη-
Αρωμουνική)
Αρμενική ─ ─ +/─ + ½
Ρομανί ─ ─ + + 2
Λαντίνο + ─ + + 3

Πηγή: Trudgill: 2001, σελ. 28.


.B Βιβλιογραφία.

.I Ελληνόγλωσση.
→ Baker, Colin. 2001. «Eισαγωγή στη Διγλωσσία και τη Δίγλωσση
Εκπαίδευση». Επιμέλεια: Μιχάλης Δαμανάκης. Μετάφραση: Αρχοντούλα
Αλεξανδροπούλου. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenburg. Σειρά: Διαπολιτισμική
Παιδαγωγική/6.
→ Haberland, Hartmut. 1997. Μικρές και απειλούμενες γλώσσες. Απειλή
για τη γλώσσα ή για τον ομιλητή; Στο «"Ισχυρές" και "ασθενείς" γλώσσες στην
Ευρωπαϊκή Ένωση». (Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, 26-28/3/1997, Θεσσαλονίκη).
Επιμέλεια: Α-Φ, Χριστίδης. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
→ Halliday, M. K. 2001. Ανοιχτή επιστολή. Στο «Εγκυκλοπαιδικός
οδηγός για τη γλώσσα». Επιμέλεια Α-Φ, Χριστίδης. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής
Γλώσσας.
→ Jakšić, Bozidar. 1997. Εθνικισμός και γλώσσα. Στο «"Ισχυρές" και
"ασθενείς" γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Ένωση». (Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, 26-
28/3/1997, Θεσσαλονίκη). Επιμέλεια: Α-Φ, Χριστίδης. Θεσσαλονίκη: Κέντρο
Ελληνικής Γλώσσας.
→ Le Goff, Jacques. 1993. «Ο Πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης».
Μετάφραση: Ρ, Μπενβενίστε. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Βάνιας.
→ Skutnabb-Kangas, Tove. 1997. Γλωσσική φθορά, γλωσσικός θάνατος,
γλωσσική δολοφονία. Διαφορετικά γεγονότα ή διαφορετικές ιδεολογίες; Στο
«"Ισχυρές" και "ασθενείς" γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Ένωση». (Πρακτικά Διεθνούς
Συνεδρίου, 26-28/3/1997, Θεσσαλονίκη). Επιμέλεια: Α-Φ, Χριστίδης. Θεσσαλονίκη:
Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
→ Vila I Moreno, F.X. 1997. «Θολώνοντας τα όρια. Όταν όλοι
ισχυρίζονται ότι είναι μειονότητα…» Ο μετασχηματισμός του ισπανικού ηγεμονικού
λόγου στην Καταλωνία. Στο «"Ισχυρές" και "ασθενείς" γλώσσες στην Ευρωπαϊκή
Ένωση». (Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, 26-28/3/1997, Θεσσαλονίκη). Επιμέλεια: Α-
Φ, Χριστίδης. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
→ Αμπατζόγλου, Γ. 2001. «Γλώσσα και μετανάστευση: Ψυχολογικές
διαστάσεις». Στο «Εγκυκλοπαιδικός οδηγός για τη γλώσσα». Επιμέλεια Α-Φ,
Χριστίδης. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
→ Γούναρης, Βασίλης. Κ. 1997. Οι σλαβόφωνοι της Μακεδονίας. Στο
«Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα. Μια συμβολή των κοινωνικών επιστημών.»
Επιμέλεια: Κ. Τσιτσελίκης, Δ. Χριστόπουλος. Αθήνα: ΚΕΜΟ, εκδόσεις Κριτική.
→ Διβάνη, Έλενα. 1995. «Ελλάδα και Μειονότητες. Το σύστημα διεθνούς
προστασίας της Κοινωνίας Των Εθνών». Αθήνα: Εκδόσεις Νεφέλη.
→ Θεοφανοπούλου-Κοντού, Δημ. 2002. «Γενετική Σύνταξη: Το πρότυπο
της κυβέρνησης και της αναφορικής δέσμευσης». Αθήνα: Εκδόσεις Καρδαμίτσα.
→ Κακριδή-Φερράρι, Μαρία. 2005. «Ζητήματα κοινωνιογλωσσολογίας.
Το φαινόμενο της διμορφίας». Πανεπιστημιακές σημειώσεις για το μάθημα της
κοινωνιογλωσσολογίας. Αθήνα: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών,
Τμήμα Φιλολογίας, Τομέας Γλωσσολογίας.
→ Κωσταράς, Γρ. 2000. «Φιλοσοφική Προπαιδεία. Εισαγωγική θεώρηση,
μεθοδολογική προσέγγιση, ιστορική επισκόπηση». Αθήνα.
→ Μηλιός, Γιάννης. 1997. Η διαμόρφωση του νεοελληνικού έθνους και
κράτους. Στο «Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα. Μια συμβολή των κοινωνικών
επιστημών.» Επιμέλεια: Κ. Τσιτσελίκης, Δ. Χριστόπουλος. Αθήνα: ΚΕΜΟ, εκδόσεις
Κριτική.
→ Μπαλτσιώτης, Λάμπρος. Μ. 1997. Ελληνική διοίκηση και μειονοτική
εκπαίδευση στη Δυτική Θράκη. Στο «Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα. Μια
συμβολή των κοινωνικών επιστημών.» Επιμέλεια: Κ. Τσιτσελίκης, Δ. Χριστόπουλος.
Αθήνα: ΚΕΜΟ, εκδόσεις Κριτική
→ Μπαμπινιώτης, Γ. 1998. «Θεωρητική Γλωσσολογία: Εισαγωγή στη
Σύγχρονη Γλωσσολογία». Αθήνα.
→ Ομάδα Διανοουμένων για το Διαπολιτισμικό Διάλογο. 2008. «Μια
θετική πρόκληση: Πώς η πολυγλωσσία μπορεί να ενδυναμώσει την Ευρώπη».
Βρυξέλλες: Ευρωπαϊκή Ένωση.
→ Πεσματζόγλου, Στέφανος. Εθνοτική «κάθαρση» και γλωσσική
«καθαρότητα». Πτυχές των ανταγωνιστικών βαλκανικών εθνικισμών. Στο «"Ισχυρές"
και "ασθενείς" γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Ένωση». (Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, 26-
28/3/1997, Θεσσαλονίκη). Επιμέλεια: Α-Φ, Χριστίδης. Θεσσαλονίκη: Κέντρο
Ελληνικής Γλώσσας.
→ Πολίτης, Λίνος. 2002. «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας».
Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας.
→ Σελλά-Μάζη, Ελένη. 1997. Διγλωσσία και ολιγότερο ομιλούμενες
γλώσσες στην Ελλάδα. Στο «Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα. Μια συμβολή των
κοινωνικών επιστημών.» Επιμέλεια: Κ. Τσιτσελίκης, Δ. Χριστόπουλος. Αθήνα:
ΚΕΜΟ, εκδόσεις Κριτική.
→ Σιώκης Δημ. Νικόλαος. 2002. «Η βλάχικη γλώσσα και οι προσπάθειες
διατήρησής της από τους Βλάχους απόδημους. (τέλη 18ου –τέλη 19ου αιώνα.» Ανάτυπο
από το περιοδικό Ελιμειακά, έτος 21ο, τ. 47 (Ιούνιος 2002) και τ. 48 (Δεκέμβριος
2002). Δικτυακός τόπος ΚΕΜΟ.
→ Τσιτσελίκης, Κωνσταντίνος. 1996. «Το διεθνές και Ευρωπαϊκό
καθεστώς προστασίας των γλωσσικών δικαιωμάτων των μειονοτήτων και η ελληνική
έννομη τάξη». Αθήνα-Κομοτηνή: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
→ Τσιτσελίκης, Κωνσταντίνος και Δημήτρης, Χριστόπουλος. 1997. Ο
εντοπισμός του μειονοτικού φαινομένου στην Ελλάδα. Στο «Το μειονοτικό φαινόμενο
στην Ελλάδα. Μια συμβολή των κοινωνικών επιστημών.» Επιμέλεια: Κ. Τσιτσελίκης,
Δ. Χριστόπουλος. Αθήνα: ΚΕΜΟ, εκδόσεις Κριτική.
→ Φραγκουδάκη, Άννα. 1987. «Γλώσσα και Ιδεολογία». Αθήνα:
Εκδόσεις Οδυσσέας.
→ Χριστίδης, Α.-Φ. 1997. Στάσεις απέναντι στην πολυγλωσσία. Στο
«"Ισχυρές" και "ασθενείς" γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Ένωση». ((Πρακτικά Διεθνούς
Συνεδρίου, 26-28/3/1997, Θεσσαλονίκη). Επιμέλεια: Α-Φ, Χριστίδης. Θεσσαλονίκη:
Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
.II Ξενόγλωσση.
→ Aitchison, Jean. 1992. Assessing language status: Some problems. Στο
“Status change of languages”. Επιμέλεια: Ulrich Ammon, Marlis Hellinger.
Berlin/New York: Walter de Gruyter.
→ Ammon, Ulrich. 1989. towards a descriptive framework for a
status/function (social position) of a language within a country. Στο “Status and
function of languages and language varieties”. Επιμέλεια: Ulrich Ammon.
Berlin/New York: Walter de Gruyter.
→ Coulmas, Florian. 2005 Sociolinguistics: The study of speaker’s
choices. Cambridge: Cambridge University Press.
→ Council of Europe. 1992. “European Charter for Regional or Minority
Languages”. Council of Europe: Γραφείο Συνθηκών, http://conventions.coe.int.
→ Derhemi, Eda. 2002. Protecting Endangered Minority Languages:
Sociolinguistic perspectives-Thematic Introduction. Στο “Protecting Endangered
Minority Languages: Sociolinguistic perspectives”. International Journal on
Multicultural Societies (IJMS), Vol. 4, No. 2. UNESCO.
→ Dorian, Nancy C. 1998. Western language ideologies and small
language prospects. Στο “Endangered languages: Language loss and community
response”. Επιμέλεια: Lenore A. Grenoble, Lindsay J. Whaley. Cambridge:
University Press.
→ Dorian, Nancy, C. 2004. Minority and Endangered Languages. Στο.
“The Handbook of bilingualism”. Επιμέλεια: Tej K. Bhatia, William C. Ritichie.
Malden: Blackwell.
→ Durant, Jacques. 1996. Linguistic purification, the French nation -state
and the linguist. Στο “Language and communication in contemporary Europe”.
Επιμέλεια: Charlotte Hoffman. Cleveland/Philadelphia/Adelaide: Multilingual
Matters.
→ Edwards, J. 1994. Multilingualism. London-New York: Routledge.
→ Edwards, John. 1985. “Language, society and identity”. Oxford: Basil
Blackwell.
→ Fasold, Ralph. W. 1989. Naturalism and the search for a theory of
language types and functions. Στο “Status and function of languages and language
varieties”. Επιμέλεια: Ulrich Ammon. Berlin/New York: Walter de Gruyter.
→ Ferguson, Charles. 2003. Diglossia. Στο “Sociolinguistics: The
essential readings”. Επιμέλεια: Christina Bratt Paulston, G, Richard Tucker. Malden:
Blackwell.
→ Fishman, Joshua. 1972. “Language and nationalism. Two integrative
essays”. Massachusetts: Newbury House Publishers.
→ Fishman, Joshua. 1972. The relationship between Micro- and Macro-
Sociolinguistics in the study of Who Speaks What Language to Whom and When. Στο
“Sociolinguistics: selected readings”. Επιμέλεια: J. B Pride, Janet Holmes.
Middlesex: Penguin.
→ Fishman, Joshua. 1991. An inter-polity perspective on the relationships
between linguistic heterogeneity, civil strife, and per capita gross national product.
Στο International Journal of Applied Linguistics (IΝJAL), Vol. 1, No. 1.
→ Fishman, Joshua. 2002. Endangered Minority Languages: Prospects for
Sociolinguistic Research. Στο “Protecting Endangered Minority Languages:
Sociolinguistic Perspectives”. International Journal on Multicultural Societies (IJMS),
Vol. 4, No. 2. UNESCO.
→ Fishman, Joshua. 2003. Bilingualism with and without Diglossia;
Diglossia with and without Bilingualism. Στο “Sociolinguistics: The essential
readings”. Επιμέλεια: Christina Bratt Paulston, G, Richard Tucker. Malden:
Blackwell.
→ Fishman, Joshua. 2004. Language maintenance, language shift, and
reversing language shift. Στο. “The Handbook of bilingualism”. Επιμέλεια: Tej K.
Bhatia, William C. Ritichie. Malden: Blackwell.
→ Grenoble, Lenore A., Whaley, Lindsay J. 1998. Toward a typology of
language endangerment. Στο “Endangered languages. Language loss and community
response”. Επιμέλεια: Lenore A. Grenoble, Lindsay J. Whaley. Cambridge:
University Press.
→ Grin, François, ECMI, Moring Tom, and EBLUL. 2002. “Final
report: Support for minority languages in Europe”. European Commission: Contract
No 2000-1288.
→ Grin, François. 1999. Economics. Στο “Handbook of language and
ethnic identity”. Επιμέλεια: Joshua Fishman. New York/Oxford: Oxford University
Press.
→ Gumperz, J. 1986. Introduction, Στο “Directions in sociolinguistics:
The ethnography of communication”. Επιμέλεια: J, Gumperz & D, Hymes. Oxford:
Basil Blackwell.
→ Haugen, Einar. 1972. Dialect, Language, Nation. Στο
“Sociolinguistics: selected readings”. Επιμέλεια: J. B Pride, Janet Holmes.
Middlesex: Penguin.
→ Haugen, Einar. 1990. Language Fragmentation in Scandinavia: Revolt
of the Minorities. Στο “Minority languages today”. Επιμέλεια: Einar Haugen, J.
Derrick McClure, Derick Thomson. Edinburgh: University Press.
→ Hoffmann, Fernand. 1990. Triglossia in Luxemburg. Στο “Minority
languages today”. Επιμέλεια: Einar Haugen, J. Derrick McClure, Derick Thomson.
Edinburgh: University Press.
→ Hymes, Dell. 1997. The scope of Sociolinguistics. Στο
“Sociolinguistics: A Reader and Coursebook”.Επιμέλεια: Nicolas Coupland, Adam
Jaworski. London: Macmillan.
→ Kibbee, Douglas. A. 2003. Language policy and linguistic theory. Στο
“Languages in a globalizing world”. Επιμέλεια: Jacques Maurais, Michael A. Morris.
Cambridge: University Press.
→ Lambert, Wallace. E. 2003. A social psychology of bilingualism. Στο
“Sociolinguistics: The essential readings”. Επιμέλεια: Christina Bratt Paulston, G,
Richard Tucker. Malden: Blackwell.
→ Nelde, Peter H. 1996. Euro mosaic: the production and reproduction
of the minority language groups of the EU. Luxembourg: Office for Official
Publications of the European Communities.
→ Ó Riagáin, Dónall. 2001. The European Union and Lesser Used
Languages. Στο International Journal on Multicultural Societies. (IJMS), Vol. 3,
No.1. UNESCO.
→ Pandharipande, Rajeshwari. 2002. Minority Matters: Issues in minority
languages in India. Στο “Protecting Endangered Minority Languages: Sociolinguistic
perspectives”. International Journal on Multicultural Societies (IJMS), Vol. 4, No. 2.
UNESCO.
→ Paulston, Christina Bratt. 1994. Linguistic minorities in multilingual
settings. Implications for language policies. Amsterdam/Philadelphia: John
Benjamins
→ Preece, Jennifer Jackson. 1998. “National minorities and the
European Nation-States system”. Oxford: Clarendon Press.
→ Romaine, Suzanne. 2004. The bilingual and multilingual community.
Στο “The Handbook of bilingualism”. Επιμέλεια: Tej K. Bhatia, William C. Ritichie.
Malden: Blackwell.
→ Sachdev Itesh, Giles Howard. 2004. Bilingual accomodation. Στο.
“The Handbook of bilingualism”. Επιμέλεια: Tej K. Bhatia, William C. Ritichie.
Malden: Blackwell.
→ Sasse, Hans-Jürgen. 1992. Theory of language death. Στο “Language
death: Factual and theoretical explorations with special reference to East Africa”.
Επιμέλεια: Mathias Brenziger. Berlin/New York: Mouton de Gruyter.
→ Simpson, J. M. Y. 1990. The challenge of minority languages. Στο
“Minority languages today”. Επιμέλεια: Einar Haugen, J. Derrick McClure, Derick
Thomson. Edinburgh: University Press.
→ Skutnabb-Kangas, Tove/Phillipson, Roman. 1989. Mother Tongue. Στο
“Status and function of languages and language varieties”. Επιμέλεια: Ulrich Ammon.
Berlin/New York: Walter de Gruyter.
→ Trudgill, P. 1991. Language maintenance and language shift:
preservation versus extinction. Στο International Journal of Applied Linguistics
(IΝJAL), Vol. 1, No. 1.
→ Trudgill, Peter. 2001. The Ausbau sociolinguistics of Greek as a
minority and majority language. Στο “A reader in greek sociolinguistics. Studies in
modern greek language, culture, and communication”. Επιμέλεια: Alexandra
Georgakopoulou, Marianna Spanaki. Oxford, Bern, Berlin, Brussels, Frankfurt am
Main, New York, Wien: Peter Lang.
→ Tsitsipis, Lukas D. 1998. “A linguistic anthropology of praxis and
language shift. Arvanitika (Albanian) and Greek in contact”. Oxford: Clarendon
Press.
→ UNESCO. 1998. Universal Declaration of Linguistic Rights.
Barcelona: UNESCO.
→ Viaut, Alain. 2004. “The European Charter for Regional or Minority
Languages: Sociolinguistic particularities and the French Configuration”. Working
Paper 15. Barcelona: CIEMEN-Mercator.
→ Vieytez, Eduardo Javier Ruiz. 2001. The protection of linguistic
minorities: A historical approach. Στο International Journal on Multicultural
Societies (IJMS), Vol. 3, No. 1. UNESCO.
→ Wardhaugh, R. 1986. An introduction to sociolinguistics. Oxford: Basil
Blackwell.
→ Willemyns, Roland. 1992. Linguistic Legislation and Prestige Shift.
Στο Status change of languages”. Επιμέλεια: Ulrich Ammon, Marlis Hellinger.
Berlin/New York: Walter de Gruyter.
→ Wright, Sue. 2001. Language and Power: Background to the debate on
linguistic rights. Στο International Journal on Multicultural Societies (IJMS), Vol. 3,
No. 1. UNESCO.