Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Μικρά ψυχολογία

Παρά την οδόν Σ. .. εις τας Αθήνας, κατά την νοτιοδυτικήν εσχατιάν της πόλεως, συνέβη, μιά των ημερών, ν’ ακούσω ύβρεις εις τον δρόμον διά την εξής αφορμήν. Μικρόν παιδίον, τριών ή τεσσάρων ετών, είχεν ολισθήσει και πέσει με τα μούτρα επί του μαρμαρίνου κατωφλίου, εις την εξώπορταν μιας οικίας. Είχε κτυπήσει την μύτην και το μέτωπον, εφώναζε και έκλαιε, μη δυνάμενον να σηκωθεί. Εγώ τυχών εκεί παροδίτης, έκυψα και ανεσήκωσα το παιδίον. Την ιδίαν στιγμήν κατέρχεται δρομαία. ακούσασα τας φωνάς, η υπηρέτρια της οικίας. Άμα με είδεν εκεί, πρώτην φοράν βλέπουσά με, μ’ έβαλε μπρος, και με ωνείδισε με πολλήν θρασύτητα, νομίσασα οτι εγώ είχα κάμει κακόν εις το παιδίον, και δια τούτο έκλαιε. Το μικρόν τούτο συμβάν, ανάξιον μνείας ίσως, καίτοι διδακτικόν οπωσούν, μου ενθύμισεν εν άλλο, το όποιον μου είχε συμβεί προ χρόνων εις την πατρίδα μου. Κάτω, εις την παραθαλάσσιον αγοράν, περί την ώραν του δείπνου, τα καφενεία, τα καπηλεία και μπακάλικα έλαμπον πάμφωτα, και η ανθρωπίνη κυψέλη, του ναυτικού και εργατικού κόσμου, τα περιεβόμβει με την αργολογίαν της. Έκαστος ωψώνιζε δια το σπίτι, ή έπαιρνε «τ’ ορεκτικόν του» και αργοπορούσε με τους φίλους, ούτε του έκαμνε καρδιά να ξεκολλήσει. Πολλοί «εδευτέρωναν» ή και «ετρίτωναν» το εντόπιον ρακί ή την μαστίχαν. Η ώρα εκείνη ήτον η αμφιλύκη εντός της ψυχής, η αναψυχή προ της ραστώνης, η ανατολή του άστρου της εσπέρας προ της αστροφεγγιάς. Ήτο Νοέμβριος μην, νότοι έπνεον, ζεστή και υγρά άλμη ιωδίου επεκράτει. Μακρά γραμμή από μικροκάικα, βρατσέρες και κότερα, έδιδον ζωήν εις την προκυμαίαν. Ολίγον παραμέσα, πέντε ή έξ σκούνες και δυο ή τρία βρίκια εστόλιζον τον λιμένα. Άλλα είχον δέσει ήδη τα πρυμνήσια με σκοπόν να παραχειμάσουν, άλλα ητοιμάζοντο ακόμη δια χειμερινά ταξίδια. Ολίγα φαναράκια, ως λαμπυρίδες, έκαιον μετέωρα επάνω της κουβέρτας, και τ’ άστρα από ψηλά επάνω κατωπτρίζοντο φωσφορίζοντα οφιοειδώς εις τα κύματα. Πού και πού ηκούετο βραχνόν το γαύγισμα καραβοσκύλου, ερεθιζομένου από πλατάγισμα κωπών εκ λέμβου παραπλεούσης εις το σκότος, και η αποθαλασσιά, με όλην την γαλήνην, εφλοίσβιζε νυσταλέα εις τας πρύμνας και τα πλευρά των πλοίων, ή έπληττε τα κράσπεδα της προκυμαίας. Εκεί, εις το καπηλείον του Χαρκούμπα, συνήντησα την εσπέραν εκείνην τον παλαιόν μου φίλον Ιάκωβον Λ... Είχα δειπνήσει ενωρίς, και είτα ευθύς εξήλθον. Επεριπάτουν αργά, έξωθεν των μαγαζειών, κι εκοίταζα μέσα. Μου ήρεσκε να βλέπω, να περιεργάζομαι τους διαφόρους ομίλους και να μη εισέρχομαι, αν και επόμενον ήτο να κατασταλάξω κάπου, δια να πίω μικρόν ποτήριον ξανθού μοσχάτου του τόπου. ο Ιάκωβος ήτο μόνος· προ μικρού τον είχεν αφήσει, ως φαίνεται, η συντροφιά του, κι αυτός αργοπορούσεν ακόμα· δεν απεφάσιζεν εύκολα να μαζευθεί στο σπίτι.

Εκείνος εκοίταζε προς τα έξω, εγώ προς τα έσω· τα βλέμματά μας συνηντήθησαν. Δυσκόλως δύναταί τις ν’ αποφύγει την διασταύρωσιν ταύτην των βλεμμάτων ή και ν’ αποστρέψει το βλέμμα, ίσως διότι το όμμα έχει μαγνήτην, καθώς λέγουν. Ούτε ημπορεί τις να κάμει «τον αδιάφορον», διότι ο φίλος τότε θυμώνει. Όθεν, ούτως ή άλλως, πιάνεται κανείς στα βρόχια. Ο Ιάκωβος με έκραξεν, εγώ εισήλθον. Πάραυτα εκείνος παρήγγειλε να μας φέρουν ποτά, εγώ απεποιήθην, προφασιζόμενος ότι έπασχον, κι έκαμνα δίαιταν. Δεν το έκαμνα διότι ήμην υδροπότης αδιάλλακτος· ωμολόγησα ανωτέρω, ότι ήτο πιθανόν να πίω. Εάν ευρισκόμην μόνος, εν τερπνή ερημία και ανέσει, ή αν εύρισκα τον φίλον νηφάλιον, θα έπινον έν ή δύο μικρά ποτήρια. Αλλ’ είδα, με το πρώτον βλέμμα, ότι ο Ιάκωβος ήτο πολύ μεθυσμένος, και δι’ αυτό ηρνήθην να πίω. Ήρχισα να νουθετώ τον πτωχόν Λ... τας φορτικάς εκείνας νουθεσίας, αν και ήμην κατά τρία έτη νεώτερός του. Ίσως ηρμήνευον κακώς τον στίχον του Προφητάνακτος: «Υπέρ πρεσβυτέρους συνήκα... υπέρ πάντας τους διδάσκοντάς με συνήκα...» Το εμπόρευμα είναι τόσον ευθηνόν, ώστε και οί πλέον φιλάργυροι γέροντες αυτό και μόνον σπαταλώσι! Εγώ είχα προσλάβει εις την νεότητά μου ήδη το γεροντικόν τούτο ιδίωμα, να συμβουλεύω τους άλλους˙ και συγχρόνως συνήθιζα να μη δέχομαι συμβουλάς από κανένα. Αργότερα ενόησα ότι δεν έπρεπε να συμβουλεύω κανέν’ άλλον, ειμή μόνον τον εαυτόν μου. Ήξευρα τα κατ’ αυτόν. Η σύζυγός του ήτο ογδόου βαθμού συγγενής μου, ή τριτεξαδέλφη. Την είχε νυμφευθεί εξ έρωτος. Ήτο ναυτικός, «μερακλής», πολύ καλοκαμωμένος· είχε ωραία μαύρα μάτια, μελιχρός, ήτοι ροδοκόκκινος, και άμα ωχρός περί τας παρειάς και τους κροτάφους. Εκείνη ήτο ωραία και λεπτοφυής νέα. Ήσαν οι δύο ταιριασμένον ανδρόγυνον. Αυτός είχε πέσει εις το ελάττωμα της μέθης. Ήτον αισθηματίας, και ηγάπα την γυναίκα του με αληθή έρωτα. Έπινε πολύ. Ήξευρεν ότι δεν έκαμνε καλά, αλλά δεν ημπορούσε να το κόψει. Κάθε βράδυ ελησμόνει τας συμβουλάς και τας καλάς εμπνεύσεις της πρωίας. Εταξίδευε, τον περισσότερον καιρόν, με τα καράβια. Ήτον εξ οικογενείας εμποροπλοιάρχων. Πλοίαρχος ήτον ο μακαρίτης πατήρ του, και οι τρεις πρεσβύτεροι αδελφοί του είχον ιδιόκτητα πλοία. Αυτός όμως επήγαινεν ως απλούς ναύτης, κατά προτίμησιν, με τα ξένα. Δεν ημπορούσε να «κάμει χωριό» με τους αδελφούς του, ακριβώς διότι κι εκείνοι ουδέν άλλο του έδιδον, ειμή συμβουλάς — ίσως και διότι εκείνοι, ομομήτριοι μεταξύ των, ήσαν ετεροθαλείς προς αυτόν. Δι’ αυτόν η επιζώσα χήρα ήτον μάννα, δι’ εκείνους ήτον μητρυιά. Δι’ αυτόν μητρυιά ήτον η θάλασσα, δι’ εκείνους εδείκνυε, προς το παρόν, μητρικήν φιλοστοργίαν. Και η ψυχή του Ιακώβου λίαν διαυγής, αλλά και ευκόλως θολουμένη, εγίνετο τρικυμιώδης, όπως η θάλασσα, εις την οποίαν αρμένιζε. Ο επίλογος των νουθεσιών μου προς τον Ιάκωβον, ως έγγιστα, θα είχεν ούτω: — Και τί κάθεσαι τώρα; Δεν πας στο σπίτι; Έφαγες; Δεν έφαγες! (ο φίλος μου έσεισε την κεφαλήν, σχεδόν άνένευσε). Δεν μαζώνεσαι και συ, επί τέλους;... Εκείν’ η χριστιανή δεν έχει ψυχή, που σε καρτερεί τόσες ώρες στο σπίτι;... τα παιδάκια σου που περιμένουν πότε να φανεί ο πατέρας... ως που να τα καταβάλει η νύστα, ν αποκοιμηθούν. Μου εφάνη πώς είδα δάκρυον να στίλβει εις τα ματόκλαδά του. Έξαφνα:

— Πάμε, μου είπεν. Εσηκώθην να τον προπέμψω δι’ ολίγα βήματα κι εξήλθομεν. Είδα ότι ο Ιάκωβος επαραπατούσεν ολίγον εις τον δρόμον. Μ’ έπιασε, μου έσφιγξε τον βραχίονα και μου εσφύριξε: —Πάμε ώς το σπίτι! Ολίγα βήματα παραπάνω, άρχιζεν ένα «καλδερίμι» παλαιόν, λιθόστρωτον πέρα πέρα, ολισθηρόν και ανωφερές. Τούτο έφερε προς ένα στενόν, δεξιά, και δεκάδας τινάς βημάτων πέραν του στενού ήτον η οικία του Ιακώβου Λ... Ο φίλος, με όλην την μέθην του, είχεν υστεροβουλίαν τινά, απαιτών να τον συνοδεύσω μέχρι της οικίας. Εγώ, βλέπων ότι παρέπεφτε, δυσπίστως έχων προς το λιθόστρωτον, το ανωφερές, εις το χείλος του οποίου κρημνός ηνοίγετο προς τον αιγιαλόν, εθεώρησα χρέος μου να τον προπέμψω έως την σκάλαν της οικίας, σκάλαν λιθίνην, έξωτερικήν, κι εκεί να τον αποχαιρετήσω και να φύγω. Αλλ’ όταν εφθάσαμεν έμπροσθεν της σκάλας, εκείνος απήτησε να συνανέλθω μετ’ αυτού εις την οικίαν. Εγώ είπα «καληνύχτα», εδοκίμασα ν’ αποσπασθώ, να ξεκολλήσω από την περίπτυξιν του βραχίονος και να τραπώ εις φυγήν. Εκείνος επέμενεν. Έκαμε δε αρκετόν θόρυβον, ώστε το άγρυπνον ους της Σινιορίτσας, της γυναικός του, ήτις, παραμονεύουσα τον σύζυγον πότε να φανεί ως άστρον της νυκτός, ως Έσπερος ή ως Φωσφόρος, έτεινε τας ακοάς προς πάντα θόρυβον της οδού, μας ήκουσε, και η νεαρά γυνή εξήλθεν εις το κεφαλόσκαλον, εις το «χαγιάτι». Καθώς ενόησα ύστερον, ο Ιάκωβος επέμενε ν’ ανέλθω μαζί του, διότι, με όλην την μέθην του, ήξευρεν οποία σκηνή τον επερίμενε κατ’ οίκον, αν επήγαινε μοναχός του και ήλπιζε ν’ αποφύγει την «μπόρα», αν ήμουν κι εγώ μαζί. Δεν την απέφυγε, αλλά την συνεμερίσθη μετ’ εμού. Ανέβην μαζί του, ελκόμενος υπ’ αυτού, εκών ή άκων. Άλλως η Σινιορίτσα είχεν εξέλθει κρατούσα μικρόν λύχνον. Ήτο ωραία εις το σκιόφως, με όλον το κατηφές και συννεφιασμένον μούτρο της, λευκοφορεμένη και θέλγουσα. Όπως εις τας μικράς τεχνητάς λίμνας, τας στέρνας και λάκκους των υδάτων, τας εντός κήπων και αλσών, παρουσιάζει μικροσκοπικήν τρικυμίαν ο σφοδρός άνεμος, ζαρώνων την επιφάνειαν του νερού, τοιαύτην χαρίεσσαν τρικυμίαν επαρουσίαζε την στιγμήν εκείνην το ωραίον λεπτοφυές πρόσωπον της Σινιορίτσας. Εγώ ενόμισα, αφού άπαξ με είδεν, ότι ώφειλον να της είπω απλώς μίαν «καλησπέραν», να δικαιολογήσω την παρουσίαν μου, και πάραυτα να φύγω. —Άργησε λιγάκι ο Γιάκωβος, εψέλλισα εν αμηχανία. Τώρα τον ηύρα μοναχόν στου Χαρκούμπα, και του λέγω: Γιατί αργείς να πας στο σπίτι;.. . Εκείνη ευθύς με διέκοψε, χωρίς να δείξει, ότι δίδει προσοχήν εις την απολογίαν μου, και απευθυνομένη εν οργή προς τον σύζυγόν της: —Ως πότε θα φέρνεσ’ έτσι, σκυλί μαύρο;... Δεν έχεις νου στο κεφάλι σου, δεν έχεις έννοια στο μυαλό σου, δεν έχεις αίστημα στα στήθια σου;... Δεν συλλογιέσαι που έχεις παιδιά... κοιμώνται νηστικά να σε περιμένουν, πότε να έλθεις. . . Δεν το χόρτασες πλιό, το έρμο;... Όλο να μπεκροπίνεις με τους φίλους σου... που σου θέλουν πολύ το καλό σου. “Εκολλήθη η ψυχή σου πίσω τους”, και δεν μπορείς να κάμεις μιαν ώραν χωρίς αυτούς...

Αυτό ήτο μόνον το προοίμιον· εφαίνετο ότι είχε να πει και άλλα. Με αγριοκοίταξεν εμένα μιά, όταν είπε για τους φίλους του συζύγου της, που «εκολλήθη η ψυχή του πίσω τους». Εγώ έδραξα την στιγμήν, οπού ήθελε να πάρει την αναπνοήν της, διά να είπω δύο λέξεις, και πάραυτα να γίνω άφαντος, το ταχύτερον. —Μα, αν εννοείς κι εμένα, κυρά μου... Καληνύχτα σας! Μόλις είχα αρχίσει, και ευθύς μετεμελήθην, διότι εδοκίμασα να είπω κάτι τι· όθεν επέφερα αποτόμως «Καληνύχτα σας», κι επειδή ο Ιάκωβος, άναυδος καθώς ήτο, μου είχεν αφήσει ελεύθερον τον βραχίονα, εστράφην, και κατέβην πηδών ανά τρία τα λευκά ασβεστωμένα σκαλοπάτια. Απεμακρύνθην αναλογιζόμενος ένα σωρόν πράγματα, τα οποία εφούσκωναν μέσα μου ως κύμα. Ώκτειρα τον Ιάκωβον, όσον και την νεαράν σύζυγόν του. Έλεγα: Πώς εις νέος αγαθός, ευθύς την ψυχήν, δύναται να κυριευθεί από ολέθριον ελάττωμα˙ αγαπών θερμώς, και όμως ανίκανος να γίνεται χρήσιμος εις τους αγαπωμένους˙ άξιος αυτός αγάπης, και όμως να γίνεται αντιπαθητικός ως εκ του ελαττώματός του!... Πώς δύναται είς καλός ν’ αδικεί τον εαυτόν του, αδικών τους οικείους του, και να χάσει το παν, χανόμενος αυτός! Έπειτα πάλιν, άφηνα τον Ιάκωβον, κι επέστρεφα εις τα κατ’ εμέ. Βέβαια, η τριτεξαδέλφη μου είχεν άδικον να με συμπεριλάβει εις τον αφορισμόν, τον κατά των «φίλων» του συζύγου της. Και όμως δυνατόν να είχε και δίκαιον! Αυτήν την φοράν δεν είχα πίει μαζί του· άλλοτε όμως ίσως το είχα κάμει, αν και ουδέποτε υπήρξα διδάσκαλος του ελαττώματος προς αυτόν, μάλλον ίσως εκείνος προς εμέ. .. Αφ’ έτερου, όπως και δια την μικράν περίπτωσιν του παιδίου, του πεσόντος επίστομα επί του μαρμαρίνου ουδού, δεν έπρεπε να συναγάγει τις απαισιοδόξως το συμπέρασμα, ότι δεν πρέπει να βοηθά τις τον πλησίον, διότι αδίκως υβρίσθη τις υπό αμαθούς ή επιπολαίου ή φθονερού˙ αλλ’ οφείλει τις να κύπτει, ν' ανεγείρει τα πεσμένα παιδία, και αν αναξίως μέλλει να υβρισθεί, όπως και ο Χριστός ήγειρε τον πεσόντα, «τω βόθρω επικλιθείς απτώτως». Τέλος, το γενικόν συμπέρασμα μου εφαίνετο να είναι το θεόπνευστον εκείνο ρήμα, ότι «εν άλλοις πταίομεν, εν άλλοις παιδευόμεθα».