S.

PLATH

1ο Γυμνάσιο

Ευκαρπίας 2009-2010

2

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Είναι απροχώρητη αυτή η ανωνυμία των τάξεων. Ζουν με το πρόσχημα μιας
τσαλακωμένης αναμονής, μ’ αυτό το δήθεν των πινάκων εργασιών με το ημιτελές
άδειο, μ’ αυτό το διαρκές ξεβαφτικό Γ1, Β3, Α5, που απαριθμεί αμήχανα αριθμούς.
Είτε μπαίνουμε εδώ, είτε μπαίνουμε εκεί, φοράμε τα ίδια γυαλιά ενός ψυχραμένου
ίδιου.
Ποιος όμως τελικά δίνει το όνομα και τη φωνή (δηλ. το περιεχόμενο) στα
πρόσωπα, στα πράγματα, στο χρόνο και στον τόπο;
Μ’ αυτά και μ’ αυτά είπαμε να ανταγωνιστούμε τη «φαρμακόγλωσσα ενοχή
μας». Μπορούμε να δώσουμε φωνή στην αφωνία; Μπορούμε να κάνουμε τις τάξεις
ενός σχολείου να μιλούν; Και ίσως όχι απλά να μιλούν, αλλά να απευθύνονται;
Έτσι φτιάχτηκε η «ομάδα των ποιητών» για να φτιάξει την «τάξη των
ποιητών»… Ναι, τόσο το βάθος του Καβάφη… αυτό το πάθος του Νερούντα… αυτό
το φως του Ελύτη… λέξεις και εικόνες και σκέψεις της ποιητικής γραφής, έφευγαν
από τα απομακρυσμένα ράφια της βιβλιοθήκης ή του διαδικτύου και κάθε Πέμπτη
γίνονταν ο δρόμος της δικής μας φυγής και συγκίνησης.
Το αποτέλεσμα αυτής της διαδρομής θα είναι μια τάξη γεμάτη πορτρέτα και
λόγια ποιητών. Αυτά θα φαίνονται. Θα είναι όμως γεμάτη και από τους δικούς μας
κραδασμούς, που δε θα φαίνονται… αλλά θα πολλαπλασιάζουν την αντήχηση!
(Ι.Π.)
ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΠΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΣΤΗΚΑΝ:
«Ομάδα των ποιητών»… τι είναι αυτό; σκέφτομαι. Ας μπω κι αν δε μου αρέσει
φεύγω, είπα. Τελικά πέρασα τέλεια… Και όταν διαβάζαμε τα ποιήματα όπως π.χ. του
Καβάφη, μελαγχολούσαμε, δακρύζαμε και βλέπαμε τα κοινά σημεία ανάμεσα σε
εμάς και τα ποιήματα… μέσα στον κόσμο των ονείρων, η πραγματικότητα.
Πελαγία Μαυρίδου
Μαζί με τον Καββαδία και τον Ελύτη μάθαμε κι εμείς να εκφραζόμαστε και να
γινόμαστε ομάδα. Από τότε που άρχισα να ασχολούμαι με την ποίηση… μπορώ και
ονειρεύομαι… μπορώ και επικοινωνώ καλύτερα.
Σωτηρία Μάρτζιου
Το καλύτερο που μπορώ να σκεφτώ από αυτό που περάσαμε δουλεύοντας στην
«ομάδα των ποιητών» είναι ότι συνυπήρχε μάθημα και τρέλα μαζί. Ούτε που θα το
πίστευα αν μου το έλεγαν πριν από δύο χρόνια… ότι θα κάθομαι με τόση κούραση
μετά το εφτάωρο να διαβάζω ποίηση.
Θα μου μείνει χαραγμένη στο μυαλό εκείνη η μέρα που μια ομάδα φίλων
(μαθητών-καθηγητών) με γέλιο και χαρά ζωγραφίζαμε σχεδιάζαμε και κρεμούσαμε
παπύρους με στίχους του Π. Νερούντα, για την παγκόσμια μέρα της ποίησης.
Χριστίνα Μουφτόγλου
Διασκέδασα πολύ στην ομάδα της ποίησης, αλλά ιδιαίτερα τρελάθηκα με τα
ερωτικά ποιήματα του Π. Νερούντα. Δεν πίστευα ποτέ ότι αυτά που γίνονται στη ζωή
μπορεί ένας άνθρωπος να τα μεταφέρει στο χαρτί και να με αγγίξει μέχρι την
υπερβολή.
Γεωργία Κολσούζογλου

3

Θα θυμάμαι για πάντα την παγκόσμια μέρα της ποίησης που στολίζαμε το
σχολείο με ποιήματα του Π. Νερούντα… και τη Γεωργία που διάβαζε τους στίχους
του και έκλαιγε!
Δήμητρα Κουμάνη
Διαλέξαμε εμείς τους στίχους που μας άρεσαν από τον Π. Νερούντα. Είχαμε
αγωνία, άγχος τρέχαμε πάνω κάτω να τελειώσουμε στην ώρα μας. Ήταν τέλεια!
Γιώτα Μερτζιώτη
Είδα να υπάρχουν κι άλλοι κόσμοι. Μπήκα μέσα σ’ αυτούς και εντυπωσιάστηκα
Αγγελική Μοσχούτη
Μέσα στην ομάδα γνώρισα τα άλλα παιδιά απ’ την πλευρά της ποίησης.
Ιέρα Μιλόση
Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της δραστηριότητας-επεξεργασίας ποιημάτων το
βασικό συναίσθημα ήταν αυτό το πάθος που δεν έσβηνε με τίποτα. Ειδικά όταν
ετοιμάζαμε την παγκόσμια μέρα της ποίησης ένιωσα υπέροχα, η αγωνία να
προλάβουμε να τα έχουμε όλα έτοιμα, μαζί με την κίνηση και την ομαδική δουλειά με
τρέλαινε, με έκανε να ξεχνάω το άγχος και το όριο του χρόνου και παθιαζόμουν,
προσπαθούσα να βάλω τα δυνατά μου για να υπάρξει ένα όμορφο αποτέλεσμα.
Ειρήνη Μοσχούλα
Στην τελευταία της συνάντηση η ομάδα έγραψε το δικό της ποίημα με την
τεχνική της ιδεοθύελλας:
Η ΠΟΙΗΣΗ
Από όνειρα, από ζωή, από έρωτα, από λέξεις…
Ποιος;
Η ποίηση!
Εμπειρία να ζούμε
Ό,τι νομίζουμε,
Ό,τι πιστεύουμε,
Ό,τι αγαπάμε,
Ό,τι επιθυμούμε.
Εμείς, εσείς, αυτοί…
Να κλείσουμε το τίποτε
Ν’ ανοίξουμε το άλλο,
Το επόμενο,
Το μεθεπόμενο,
Την καρδιά μας τη χαρά ή τη λύπη μας
Στον αέρα,
Στο φως!
Η ποίηση!

4

Σύλβια Πλαθ

5

ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Η Σύλβια Πλαθ (Sylvia Plath) ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια, μυθιστοριογράφος,
συγγραφέας μικρών ιστοριών και δοκιμιογράφος. Γεννημένη στις 27 Οκτωβρίου
1932 στο Τζαμάικα Πλέιν της Μασαχουσέτης (τμήμα της Βοστώνης), η Πλαθ έδειξε
από νεαρή ηλικία την κλίση της, όταν εξέδωσε το πρώτο της ποίημα σε ηλικία 8
ετών. Ο πατέρας της, Όττο, καθηγητής κολεγίου και σημαίνουσα αυθεντία σε ό,τι
αφορά τις μέλισσες, πέθανε περίπου την ίδια εποχή, στις 5 Οκτωβρίου ή Νοεμβρίου
1940. Η Πλαθ συνέχισε την προσπάθεια έκδοσης ποιημάτων και σύντομων ιστοριών
σε Αμερικανικά περιοδικά, και πέτυχε κάποια μικρή αναγνώριση.
Υπέφερε από σοβαρή διπολική διαταραχή κατά τη διάρκεια της ενηλίκου ζωής
της. Στο προτελευταίο έτος των σπουδών της στο Κολέγιο Σμιθ, η Πλαθ έκανε την
πρώτη της απόπειρα αυτοκτονίας. Αργότερα απεικόνισε την κατάρρευσή της στο ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Ο Γυάλινος Κώδων (The Bell Jar). Κλείστηκε σε ένα
ψυχικό ίδρυμα (Νοσοκομείο ΜακΛίν), και άρχισε να φαίνεται πως πέτυχε μια
ευπρόσδεκτη ανάνηψη, αποφοιτώντας από το Σμιθ με διακρίσεις το 1955.
Κέρδισε μια υποτροφία Φουλμπράιτ για το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, όπου
συνέχισε να γράφει ποίηση, περιστασιακά εκδίδοντας τη δουλειά της στην φοιτητική
εφημερίδα Varsity. Στο Κέμπριτζ γνώρισε τον Άγγλο ποιητή Τεντ Χιούζ.
Παντρεύτηκαν στις 16 Ιουνίου 1956. Η Πλαθ και ο Χιούζ πέρασαν την περίοδο από
τον Ιούλιο του 1957 μέχρι τον Οκτώβριο του 1959 ζώντας και δουλεύοντας στις
Ηνωμένες Πολιτείες. Η Πλαθ δίδασκε στο Σμιθ. Έπειτα μετακόμισαν στη Βοστώνη,
όπου η Πλαθ παρακολούθησε σεμινάρια με τον Ρόμπερτ Λόουελλ. Η σειρά αυτή
σεμιναρίων επρόκειτο να έχει σημαντική επίδραση στην δουλειά της. Εκείνη την
περίοδο επίσης οι Πλαθ και Χιούζ συνάντησαν για πρώτη φορά τον W. S. Merwin, ο
οποίος θαύμασε τη δουλειά τους και παρέμεινε δια βίου φίλος. Όταν το ζευγάρι
διαπίστωσε πως η Πλαθ ήταν έγκυος, μετακόμισαν πίσω στη Μεγάλη Βρετανία.
Έζησαν για λίγο στο Λονδίνο και έπειτα εγκαταστάθηκαν στο North Tawton, μια
μικρή πόλη στο Ντέβον. Εξέδωσε τη πρώτη ποιητική συλλογή της, Ο Κολοσσός (The
Colossus), στην Αγγλία το 1960. Τον Φεβρουάριο του 1961 απέβαλε. Ένας αριθμός
από ποιήματα αναφέρονται στο γεγονός αυτό. Ο γάμος της άρχισε να συναντά
δυσκολίες και χώρισαν λιγότερο από δύο χρόνια μετά τη γέννηση του πρώτου τους
παιδιού. Ο χωρισμός του οφειλόταν κυρίως στη σχέση που είχε ο Χιούζ με την
ποιήτρια Άσια Γουέβιλλ.
Η Πλαθ επέστρεψε στο Λονδίνο με τα παιδιά τους, την Φρίντα και τον Νίκολας
(αυτοκτόνησε στις 16 Μαρτίου του 2009 καθώς έπασχε από κατάθλιψη). Νοίκιασε
ένα διαμέρισμα στο σπίτι όπου κάποτε έμενε ο Γέιτς. Ήταν πολύ ευχαριστημένη γι’
αυτό και το θεώρησε καλό οιωνό καθώς ξεκίνησε τις διαδικασίες νόμιμου χωρισμού.
Ο χειμώνας 1962/1963 ήταν πολύ σκληρός. Στις 11 Φεβρουαρίου 1963, άρρωστη και
με λίγα λεφτά, η Πλαθ αυτοκτόνησε βάζοντας το κεφάλι της μέσα στο φούρνο του
γκαζιού. Προτού πεθάνει, η Πλαθ τοποθέτησε φαγητό και γάλα στα παιδιά της και για
να τα προστατέψει και να εμποδίσει το γκάζι να εισχωρήσει στο δωμάτιό τους έβαλε
βρεγμένες πετσέτες στις χαραμάδες της πόρτας. Πλέον, είναι θαμμένη στο
νεκροταφείο στο Χεπτονστάλλ, στο Γουέστ Γιορκσάιρ.

6

7

ΕΠΟΧΗ – ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΗΣ
Ως χήρος της, ο Χιούζ έγινε ο εκτελεστής της διαθήκης της και διαχειριστής της
προσωπικής και λογοτεχνικής περιουσίας της Πλαθ. Επόπτευσε και προετοίμασε την
έκδοση των χειρογράφων της. Επίσης κατέστρεψε τον τελευταίο τόμο του
ημερολογίου της Πλαθ, όπου εξιστορούσε με λεπτομέρειες τον καιρό που πέρασαν
μαζί. Το 1982, η Πλαθ έγινε η πρώτη ποιήτρια που κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ
μετά θάνατον. (Για Τα Συλλογικά Ποιήματα)
Πολλοί κριτικοί, συχνά φεμινιστές, έχουν κατηγορήσει τον Χιούζ πως προσπάθησε
να ελέγξει τις εκδόσεις για δικούς του σκοπούς. Ο Χιούζ, από τη μεριά του, αρνήθηκε
έντονα τις κατηγορίες αυτές. Στην τελευταία συλλογή του, Γράμματα Γενεθλίων
(Birthday Latters), ο Χιούζ έσπασε τη σιωπή του για την Πλαθ. Σ’ αυτή, δεν
απολογείται για τη συμπεριφορά του, αλλά παρόλ' αυτά είναι εξαιρετικά ειλικρινής.
Το καλλιτεχνικό έργο στο εξώφυλλο ήταν δημιουργία της Φρίντα.
Αν και οι κριτικοί αντέδρασαν ευνοϊκά στο πρώτο βιβλίο της Πλαθ, τον Κολοσσό,
έχει επίσης περιγραφεί ως συνηθισμένη και με έλλειψη δράματος στις
μεταγενέστερες δουλειές της. Θέμα μεγάλης συζήτησης είναι και η έκταση της
επιρροής του Χιούζ στο γράψιμό της. Είναι ξεκάθαρο, από τα ημερολόγια και τα
γράμματά της, πως σεβόταν πολύ το ταλέντο του Χιούζ και μιλούσε με σεβασμό γι’
αυτό ακόμα και μετά το χωρισμό τους. Τα ποιήματα της Πλαθ, ωστόσο, είναι
ξεκάθαρα γραμμένα στη δική της φωνή και οι ομοιότητες μεταξύ των έργων των δύο
ποιητών είναι, στην επιφάνεια, ασήμαντες.
Τα ποιήματά της στην Άριελ οροθετούν μια φυγή από την πρότερη δουλειά της σε μια
πιο εξομολογητική περιοχή ποίησης. Είναι πιθανό οι διδασκαλίες του Λόουελλ, που
έδιναν έμφαση στον εξομολογητικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα, να διαδραμάτισαν
μεγάλο ρόλο σ’ αυτή την αλλαγή. Ο αντίκτυπος της έκδοσης της Άριελ ήταν αρκετά
δραματικός, με τις ειλικρινείς περιγραφές του μιας πτώσης προς την ψυχική ασθένεια
και δριμεία αυτοβιογραφικά ποιήματα όπως το Daddy. Η ποίηση της Πλαθ έχει
επίσης συνδεθεί με αυτή της Σέξτον. Και οι δύο έπασχαν από ψυχική ασθένεια και
επίσης και οι δύο αυτοκτόνησαν, άρα οι συγκρίσεις είναι, ίσως, αναπόφευκτες.
Παρά το τεράστιο ποσό κριτικών και βιογραφιών που εκδόθηκαν μετά το θάνατό της,
η συζήτηση γύρω από το έργο της Πλαθ μοιάζει συχνά με πάλη μεταξύ των
αναγνωστών που παίρνουν το μέρος της και αναγνωστών που παίρνουν το μέρος του
Χιούζ. Μια ένδειξη του επιπέδου της πικρίας που κάποιοι είχαν για τον Χιούζ είναι το
γεγονός πως πολλοί άνθρωποι κατά καιρούς σκάλιζαν για να σβήσουν το όνομα
Hughes από την επιτύμβιά της στήλη.

8

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Ποίηση
The Colossus (1960)
Ariel (1965)
Crossing the Water (1971)
Winter Trees (1972)
The Collected Poems (1981)
Πεζά
The Bell Jar (1963) με το ψευδώνυμο 'Victoria Lucas'
Letters Home (1975) προς και επιμελημένα από τη μητέρα της
Johnny Panic and the Bible of Dreams (1977) (η Βρετανική έκδοση περιέχει δύο
ιστορίες που δεν περιέχονται στην Αμερικανική έκδοση)
The Journals of Sylvia Plath (1982)
The Magic Mirror (1989), Η διατριβή της τελειόφοιτης Πλαθ στο Κολέγιο Σμιθ
The Unabridged Journals of Sylvia Plath, επιμελημένα από την Karen V. Kukil
(2000)
Παιδικά
The Red Book (1976)
The It-Doesn't-Matter-Suit (1996)
Collected Children's Stories (UK, 2001)
Mrs. Cherry's Kitchen (2001)
Στα ελληνικά κυκλοφορούν:
Ποιήματα, εἰσαγωγή - μετάφραση Γιώργος Παναγιώτου, Αθήνα: Ομάδα Studio 1968.
Ποιήματα, εἰσαγωγή και μετάφραση Κλαίτης Σωτηριάδου, Θεσσαλονίκη: Διαγώνιος
1974.
Ποιήματα, μετάφραση Πάνος Πανασσής, Θεσσαλονίκη: Πασχάλης, 1987.
Το κοστούμι δε με μέλει, μετάφραση Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Αθήνα: Πατάκης
1996.
Ὁ γερο-πανικός καί ἡ βίβλος τῶν ὀνείρων, πρόλογος - ἀπόδοση Γιάννης Ζέρβας,
Ἀθήνα: Ἄγρα 2002.
Ποιήματα, μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου και Ελένη Ηλιοπούλου, Αθήνα: Κέδρος
2003.
Η κουζίνα της κυρίας Τσέρι, απόδοση Γιώργος Φωτιάδης, Αθήνα : Μεταίχμιο 2003.
Ο κυρ-Πανικός και η βίβλος των ονείρων και άλλες ιστορίες, μετάφραση Μυρσίνη
Γκανά, Αθήνα: Μελάνι 2004.
Κρεβατοποιηματάκια μετάφραση Αργυρώ Πιπινή και Φοίβος Δουδώνης, Αθήνα :
Μελάνι 2005.
Να πεθαίνεις είναι τέχνη: Ποιήματα, επιλογή και μετάφραση ποιημάτων, πρόλογος
και σχόλια Κώστας Ιωάννου, Πόρτο Ράφτη : Κρωπία 2006.
Ο γυάλινος κώδων: Μυθιστόρημα, μετάφραση Ελένη Ηλιοπούλου, Αθήνα : Μελάνι
2007.

9

ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

10

11

12

13

Αντιπροσωπευτι
κά
ποιήματα

Το πρώτο από τα ποιήματα
επιλέχθηκε από τους μαθητές
14

ως το καλύτερο

15

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Είμαι ασημένιος και ακριβής. Δεν έχω
προκαταλήψεις.
Ό,τι κι αν δω το καταπίνω αυτομάτως,
Ακριβώς όπως είναι, αθάμπωτο από αγάπη ή
απαρέσκεια.
Δεν είμαι σκληρός, μόνο ειλικρινής –
Το μάτι ενός μικρού θεού, τετραγωνισμένο.
Τον περισσότερο καιρό αυτοσυγκεντρώνομαι
στον απέναντι τοίχο.
Είναι ροζ, με στίγματα. Τον έχω κοιτάξει
τόσο πολύ
Που νομίζω πως είναι μέρος της καρδιάς
μου. Αλλά τρεμοσβήνει.
Πρόσωπα και σκοτάδι μας χωρίσουν ξανά και
ξανά.
Τώρα είμαι μια λίμνη. Μια γυναίκα σκύβει
από πάνω μου,
Ψάχνοντας στις εκτάσεις μου να βρει ποια
είναι στ’ αλήθεια.
Έπειτα γυρνά σ’ αυτούς τους ψεύτες, στα
κεριά, ή στο φεγγάρι.
Βλέπω τη ράχη της και την καθρεφτίζω
πιστά.
Με ανταμείβει με δάκρυα κι ένα αγωνιώδες
σφίξιμο των χεριών.
Είμαι σημαντικός για κείνη. Έρχεται και
φεύγει.
Κάθε πρωί το πρόσωπό της αντικαθιστά το
σκοτάδι.
16

Μέσα μου έχει πνίξει ένα νεαρό κορίτσι, και
από μέσα μου μία
γριά γυναίκα
Αναδύεται προς το μέρος της μέρα με τη
μέρα, σαν τρομερό ψάρι.

17

ΕΡΩΤΙΚΌ ΓΡΆΜΜΑ
Δεν είναι εύκολο να εκφράσω την αλλαγή που επέφερες.
Αν είμαι τώρα ζωντανή, ήμουν νεκρή τότε,
Αν και, όπως μια πέτρα, αυτό δε μ' ενοχλούσε,
Να μένω στη θέση μου ακολουθώντας τη συνήθεια.
Δεν είναι ότι μ' έσπρωξες απλά μια ίντσα, όχι·
Ούτε ότι μ' άφησες να στυλώσω το μικρό γυμνό μάτι μου
Στον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,
Κατανόησης της κυανότητας ή των αστεριών.
Δεν ήταν αυτό. Ας πούμε πως κοιμήθηκα: ένα φίδι
Κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρους βράχους σαν μαύρος βράχος
Στο λευκό υατό του χειμώνα·
Όπως οι γείτονές μου, δεν μπορώ να χαρώ
Με τα εκατομμύρια τέλεια σμιλευμένα
Μάγουλα που ανάβουν κάθε στιγμή για να λιώσουν
Το μάγουλό μου από βασάλτη. Τους πήραν τα κλάματα,
Άγγελοι θρηνούντες πάνω από φύσεις βουβές,
Αλλά δε με έπεισαν. Εκείνα τα δάκρυα πάγωσαν.
Κάθε νεκρό κεφάλι είχε ένα προσωπείο πάγου.
Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν λυγισμένο δάχτυλο.
Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας
Και οι εγκλωβισμένες σταγόνες που ανέβαιναν ως πάχνη,
Διαφανείς σαν πνεύματα. Πολλές πέτρες κείτονταν
Πυκνές και ανέκφραστες ένα γύρο.
Δεν ήξερα τι να υποθέσω.
Έλαμπα, με γυάλινα λέπια, και ξεδιπλώθηκα
Να εκρεύσω απ' τον εαυτό μου, σαν υγρό
Ανάμεσα από πόδια πτηνών και φυτών μίσχους.
Δεν ξεγελάστηκα. Σε γνώρισα αμέσως.
Δέντρο και πέτρα έλαμπαν, δίχως σκιές.
Το ανάστημά μου έγινε διαυγές σαν γυαλί.
Άρχισα να μπουμπουκιάζω σαν μαρτιάτικο κλαδί:
Ένα μπράτσο κι ένα πόδι, ένα μπράτσο, ένα πόδι.
Από πέτρα και σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.
Τώρα μοιάζω με ένα είδος θεότητας
Πλέοντας στον αέρα μες στο χιτώνα της ψυχής μου
Καθαρή σαν ένα θραύσμα πάγου. Είναι ένα δώρο.

18

ΑΚΡΗ
Η γυναίκα είναι πλέον καθ’ όλα τέλεια.
Το νεκρό της
Σώμα φοράει το χαμόγελο της εκπλήρωσης,
Η αυταπάτη κάποιου αρχαίου αναπόδραστου
Κυλά στις έλικες της ρωμαϊκής της εσθήτας,
Τα γυμνά της
Πόδια μοιάζουν να λένε:
Φτάσαμε μέχρις εδώ, αυτό είναι το τέλος.
Το κάθε νεκρό παιδί κουλουριασμένο, ένα φίδι λευκό,
Ένα σε κάθε μικρό
Κανάτι γάλα, άδειο πια.
Τα δίπλωσε πάλι
Στο σώμα της πάνω σαν φύλλα
Ενός ρόδου που κλείνει όταν ο κήπος
Μουδιάζει και οι μυρωδιές αιμορραγούν
Από τους γλυκείς, βαθείς λαιμούς του
νυχτολούλουδου.
Η σελήνη δεν έχει κανένα λόγο να λυπάται για όλα
αυτά,
Καθώς κοιτάζει απ’ το οστέινο κοίλωμά της.
Είναι κάτι που το ‘ χει συνηθίσει.
Τα μαύρα της τρίζουν και βαραίνουν.

ΛΕΞΕΙΣ
Πελέκεις
Που μετά τον χτύπο τους το ξύλο αντηχεί,
Και ηχώ!
Ηχώ που ταξιδεύει
Οι χυμοί
Αναβλύζουν σαν δάκρυα, σαν το
Νερό που παλεύει
Να συναρμολογήσει το κάτοπτρό του
Πάνω στην πέτρα
Που στάζει και γίνεται,
λευκό καύκαλο,
φαγωμένο από αγριόχορτα.
Χρόνια μετά
Τις συναντώ στο δρόμοΛέξεις στεγνές και αδέσποτες,
Το ακαταπόνητο ποδοβολητό.
Ενώ
Απ’το βυθό της λίμνης, απλανείς αστέρες
Ορίζουν τη ζωή.
19

DADDY
Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις πια
Παλιό παπούτσι
Που μέσα του σαν πόδι έχω ζήσει
Τριάντα χρόνια τώρα φτωχό και λευκό,
Τολμώντας μόλις να πάρω ανάσα ή να φταρνιστώ.
Έπρεπε να σε σκοτώσω, μπαμπά
Όμως προτού προλάβω είχες πεθάνει Μαρμάρινος, ένα τσουβάλι μπουκωμένο με Θεό,
Άγαλμα στοιχειωμένο με ένα γκρίζο δάχτυλο
Μεγάλο σαν φώκια του Φρίσκο
Και το κεφάλι μέσα στο φρικτό Ατλαντικό
Όπου βρέχει πράσινη βροχή στο κυανό
Πέρα από τα νερά του ωραίου Νουαζέτ.
Προσευχόμουν να σε ξαναβρώ.
Ach, du.
Στη γλώσσα τη γερμανική, σε μια πολωνική πολίχνη
Ισοπεδωμένη από τον οδοστρωτήρα
Πολέμων, πολέμων, πολέμων.
Μα το όνομα της πολίχνης είναι κοινό.
Ο Πολωνός μου φίλος
Λέει πως υπάρχουνε ντουζίνες, μια ή δυο.
Κι έτσι ποτέ δεν μπορούσα να πω
Πού πάτησες το πόδι σου, οι ρίζες σου πούθε κρατούν
Δε θα μπορέσω ποτέ να σου μιλήσω.
Η γλώσσα μου κολλάει στον ουρανίσκο.
Μαγκώνει σε μια ακάνθινη συρμάτινη παγίδα.
Ιch, ich, ich, ich,
Ήμουν σχεδόν χωρίς φωνή.
Και νόμιζα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ.
Και η γλώσσα είναι αισχρή
Μια μηχανή, μια μηχανή
Που με μασούσε σαν Εβραίο.
Έναν Εβραίο στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.
Άρχισα σαν Εβραίος να μιλώ.
Νομίζω πως μπορεί να είμαι Εβραία.
Τα χιόνια του Τιρόλου, της Βιένης η διάφανη μπίρα
Δεν είναι τόσο αγνά κι αληθινά.
Με την τσιγγάνα προγονό μου και το κακό μου ριζικό
Και τα χαρτιά μου τα ταρό, και τα χαρτιά μου τα ταρό
Ίσως και να 'μαι λιγάκι Εβραία.

20

Και ξέρεις, πάντα σε φοβόμουν
Με τη Luftwaffe σου και τα παράσημα σου.
Το τακτικό μουστάκι σου
Και τα αριά σου μάτια, γαλάζια φωτεινά.
Panzer-man, panzer-man, Ω εσύ —
Που Θεός δεν είσαι αλλά σβάστικα
Κατάμαυρη, που δεν τη διαπερνάει ο ουρανός.
Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν φασίστα,
Την μπότα στα μούτρα, του κτήνους την καρδιά
Του κτήνους, ενός κτήνους σαν εσένα.
Σε ένα μαυροπίνακα στέκεσαι, μπαμπά,
Στη φωτογραφία που κρατώ,
Ένα σημάδι στο σαγόνι αντί στο πόδι,
Αλλά δεν είσαι λιγότερο διάβολος γι' αυτό,
Όχι λιγότερο από το σκοτεινό άντρα
Που την όμορφη πορφυρή καρδιά μου έκοψε στα δυο.
Ήμουν δέκα χρονώ όταν σε βάλανε στον τάφο.
Και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ
Για να σε ξαναβρώ, για να σε ξαναβρώ.
Μπορούσα ακόμα και στα κόκαλα σου να αρκεστώ.
Αλλά με έσυραν έξω από το λάκκο
Και με κόλλα με ένωσαν ξανά.
Τότε όμως τι να κάνω ήξερα πια.
Έφτιαξα λοιπόν ένα μοντέλο από σένα,
Έναν άντρα με μαύρα και ύφος Meinkampf
Κι έναν έρωτα τροχό μαρτυρίων.
Και είπα δέχομαι, δέχομαι.
Κι έτσι ξόφλησα, μπαμπά.
Το μαύρο τηλέφωνο ξεριζωμένο
,Και οι φωνές δε φτάνουν μέχρι εδώ.
Αν σκότωσα ένα αρσενικό, σκότωσα δυο Το βρικόλακα που έμοιαζε σε σένα
Και μου 'πινε ολοχρονίς το αίμα,
Εφτά χρονιές, αν θες να ξέρεις.
Ησύχασε τώρα, μπαμπά.
Υπάρχει ένα παλούκι στη μαύρη σου καρδιά,
Και οι χωρικοί δε σε χώνεψαν ποτέ.
Χορεύουν τώρα και σε ποδοπατούν.
Ήξεραν πάντα ότι ήσουν εσύ.
Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, με σένα έχω ξοφλήσει πια.

21

ΓΡΑΜΜΑ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟ
Αγάπη μου, ο κόσμος
ξαφνικά αλλάζει, αλλάζει χρώμα. Το φως του δρόμου
ξεχύνεται σκίζοντας τους μακρόστενους
καρπούς του ψυχανθούς εννιά η ώρα το πρωί.
Είναι η Αρκτική.
Αυτός ο μικρός ο μαύρος
κύκλος, με την καστανόξανθη μεταξένια χλόη του – μαλλιά
μωρού.
Υπάρχει στον αέρα ένα πράσινο,
απαλό, απολαυστικό.
που με θάλπει τρυφερά.
Είμαι ξαναμμένη και ζεστή.
Νομίζω πως είμαι τεράστια,
είμαι τόσο βλακωδώς ευτυχισμένη,
οι γαλότσες μου
πλατσουρίζουν και πλατσουρίζουν βαθιά μέσα στο όμορφο κόκκινο.
Ω αγάπη μου, ω άσπιλε.
Κανείς εκτός από μένα
δεν περπατά σε τούτο τον υγρότοπο μέχρι το κόκαλο βρεγμένος.
Τα αναντικατάστατα
χρυσαφιά ματώνουν και βαθαίνουν, τα στόματα των Θερμοπυλών.

22

ΠΡΩΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Η αγάπη σε κούρδισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι
η μαμή σάπισε τις πατούσες σου
και το γυμνό σου κλάμα πήρε τη θέση του ανάμεσα στα στοιχεία.
Οι φωνές μας αντηχούν, μεγεθύνοντας την άφιξή σου. Καινούριο άγαλμα.
Σ’ ένα ανεμοδαρμένο μουσείο, η γύμνια σου
σκιάζει την ασφάλειά μας. στεκόμαστε ένα γύρο κενοί σαν τοίχοι.
δεν είμαι περισσότερο μητέρα σου
από ένα σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντικατοπτρίσει την ίδια του την αργή
εξάλειψη στα χέρια του ανέμου.
Όλη τη νύχτα η ανάσα σου πεταλουδίτσα
πεταρίζει ανάμεσα στα επίπεδα ροζ τριαντάφυλλα. ξυπνώ και
αφουγκράζομαι:
μια μακρινή θάλασσα δονείται στα αυτιά μου.
Μια κραυγή και κατρακυλώ από το κρεβάτι, βαριά και λουλουδάτη
μέσα στο βικτοριανό νυχτικό μου.
Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν γάτας. Το τετράγωνό του
παραθύρου
Ξασπρίζει και καταπίνει τα μουδιασμένα του αστέρια. Και τώρα δοκιμάζεις
μια χουφτίτσα νότες.
Τα καθαρά φωνήεντα ανυψώνονται σαν μπαλόνια.

ΦΤΕΛΙΑ
Εγώ τον ξέρω το βυθό, λέει.
Τον έχω γνωρίσει με την πιο βαθιά μου ρίζα:
Είναι αυτό που φοβάσαι.
Εγώ δεν το φοβάμαι: Έχω βρεθεί εκεί.
Να` ναι η θάλασσα που αφουγκράζεσαι μέσα μου;
Η πικρία της;
Ή η φωνή του κενού, που πάντα σε τρέλαινε;

23

Ο έρωτας είναι μια σκιά.
Πως ψεύδεσαι και θρηνείς στο κατόπι του;
Άκου: αυτές είναι οι οπλές του: έφυγε τρέχοντας, σαν άλογο.
Έτσι κι εγώ όλη τη νύχτα θα καλπάζω ορμητικά,
Μέχρι να γίνει πέτρα το κεφάλι σου,
το μαξιλάρι σου ένας μικρός ιππόδρομος,
Που θ` αντηχεί, που θ` αντηχεί.
Ή θα` θελες να σου` φερνα του φαρμακιού τον ήχο;
Τώρα ακούγεται η βροχή, αυτή η απέραντη σιωπή.
Κι αυτός είναι ο καρπός της: λευκός σαν δηλητήριο.
Εγώ έχω υποστεί τις θηριωδίες της δύσεως.
Καμένη ως τη ρίζα
Τα πυρακτωμένα ηλεκτρικά μου νήματα καιόμενα, ορθά,
ένα συρμάτινο χέρι.
Τώρα γίνομαι κομμάτια, ραβδιά που εκτινάσσονται.
Άνεμος τέτοιας βιαιότητας
Δε θα ανεχτεί παρατηρητές.
Πρέπει να ουρλιάξω.
Η άγονη σελήνη, είναι κι αυτή ανελέητη
Άσπλαχνα θα μ` έσερνε κοντά της,
Η λάμψη της με τραυματίζει.
Ή μπορεί να την έχω εγώ αιχμαλωτίσει.
Την αφήνω να φύγει. Την αφήνω να φύγει.
Φθίνουσα κι επίπεδη, σαν να` χει υποστεί ριζική επέμβαση.
Πως μ` έχεις έτσι προικίσει με τους εφιάλτες σου που με κατέχουν.
Με κατοικεί μια κραυγή.
Κάθε βράδυ φτεροκοπά προς τα έξω
Ψάχνοντας, με τ` αγκίστρια της κάτι ν` αγαπήσει.
Πως με τρομάζει αυτό το σκοτεινό πράγμα
Που μέσα μου κοιμάται
Ολημερίς νιώθω τις απαλές, ανάλαφρες δονήσεις του,
τη μοχθηρία του.
Σύννεφα περνούν και διασκορπίζονται.
Αυτά είναι τα πρόσωπα του έρωτα, αυτά τα χλομά κι αλύτρωτα;
Γι` αυτά λοιπόν ταράζεται η καρδία μου;
Είμαι ανίκανη για περισσότερη γνώση.
Τι είναι αυτό, αυτό το πρόσωπο
Τόσο δολοφονικό μέσα στο βρόχο των κλαδιών του;
Με τα φιδίσια οξέα του φιλά.
Μαρμαρώνει τη θέληση.
Αυτά είναι απομονωμένα,
αργόσυρτα σφάλματα.
Που σκοτώνουν, σκοτώνουν, σκοτώνουν.

24

25

Κατά τη σχολική χρονιά 2009-10 προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε τους
ακόλουθους ποιητές: Ν. Χικμέτ, Σ. Πλαθ, Αν. Αχμάτοβα, Βλ. Μαγιακόφσκι.
Πηγές πληροφοριών είναι οι ιστορίες της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, μελέτες ή
αφιερώματα στους συγκεκριμένους ποιητές, εισαγωγές σχολικών εγχειριδίων, σχόλια
μεταφραστών και ιστοσελίδες του διαδικτύου.

Στην ομάδα συνεργάστηκαν οι μαθητές:
Γεωργία Κολσούζογλου,
Δήμητρα Κουμάνη,
Σωτηρία Μάρτζιου,
Πελαγία Μαυρίδου,
Γιώτα Μερτζιώτη,
Γέρα Μιλόση,
Ειρήνη Μοσχούλα,
Αγγελική Μοσχούτη,
Χριστίνα Μουφτόγλου
Δημιουργία Εντύπου:
Ειρήνη Μοσχούλα
Βιβλιοδεσία:
Γεώργιος Λαδόπουλος
Επεξεργασία των εικόνων-πορτρέτων:
Νίκος Σαμαρίνας (Διευθυντής)
Εκτύπωση:
Χριστίνα Καραμούλα
Βάψιμο αίθουσας:
Παντελής Μοσχούτης
Την ευθύνη είχε η καθηγήτρια:
Ιόλη Πολυδωρίδου
1ο Γυμνάσιο Ευκαρπίας
Παλαιών Πατρών Γερμανού 1 τ.κ. 56429
Τηλ. 2310-681695
mail@gym-n-efkarp.thess.sch.gr

26

Διευθυντής : Νικόλαος Σαμαρίνας

27