IEΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

ΧΑΛΕΠΑΣ ΧΑΝΙΩΝ

ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ
9 - 15 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2016

9 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
Η ΟΣΙΑ ΠΟΠΛΙΑ

Η

ΟΜΟΛΟΓΗΤΡΙΑ

Η Οσία Ποπλία η Ομολογήτρια παντρεύτηκε και αναδείχτηκε πρότυπο χριστιανής συζύγου,
που ξέρει με την υπακοή και την αγάπη να διατηρεί την αρμονία του οικογενειακού σπιτιού. Η
Οσία Ποπλία γεννήθηκε και έζησε στην Αντιόχεια, επί αυτοκρατόρων μεγάλου Κωνσταντίνου
μέχρι και Ιουλιανού του Παραβάτη (361 μ.Χ.). Ο τρόπος με τον όποιο φρόντισε και μπόρεσε να
αναθρέψει το μοναχογιό της Ιωάννη, μαρτυρείται από τη διαγωγή, με την οποία έλαμψε αυτός
και αναδείχτηκε έξοχος μεταξύ έξοχων. Ήταν τόσο σεμνός και υπερβολικά ταπεινόφρων, ώστε
όταν χήρεψε η επισκοπή Αντιοχείας τον πίεσαν να την αναλάβει αυτός. Αλλά ο Ιωάννης έμεινε
άκαμπτος και έμεινε απλός Ιερέας. Μετά λοιπόν τη δική του χειροτονία και το θάνατο του
πατέρα του, η μητέρα του Οσία Ποπλία παρέλαβε στο σπίτι της ευσεβείς ορφανές παρθένες.
Φρόντιζε να τις κυβερνά με στοργή και τις μετέδιδε τη θερμή πίστη της, τις μάθαινε να είναι
αγνές και όταν χρειαστεί να γίνουν ηρωίδες του Σταυρού και μάρτυρες του Ευαγγελίου. Όταν
κάποτε ήλθε ο Ιουλιανός στην Αντιόχεια να ενθαρρύνει τους ειδωλολάτρες, πέρασε έξω από το
σπίτι της Οσίας Ποπλίας. Τότε αυτή, μαζί με τις άλλες παρθένες, έψαλλαν δυνατά «Tα είδωλα
των εθνών αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων». Εκνευρισμένος ο Ιουλιανός, έστειλε
και της έκαναν παρατήρηση να μη το ξανακάνει. Αλλά όταν ξαναπέρασε από το σπίτι της, αυτή
έψαλλε δυνατά «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού»! Τότε έδωσε
διαταγή και τη μαστίγωσαν σκληρά, αλλά επειδή ήταν γριά δεν τη σκότωσε. Έτσι η Οσία
Ποπλία συνέχισε το αγαθοποιό έργο της, μέχρι που η δίκαια ψυχή της παραδόθηκε στο
στεφανοδότη Χριστό.

10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
Ο ΟΣΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ

ΤΗΣ

ΟΠΤΙΝΑ

Ο Όσιος Αμβρόσιος γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου του 1812 μ.Χ. στο χωριό Μεγάλο Λιπόβιτς
της περιφέρειας του Ταμπώφ. Ο πατέρας του ονομαζόταν Μιχαήλ Θεοδώροβιτς Γρένκωφ και η
μητέρα του Μάρθα Νικολάγεβνα. Είχαν συνολικά οκτώ παιδιά και ο Όσιος Αμβρόσιος ήταν
έκτος στη σειρά. Το βαπτιστικό όνομα του Οσίου ήταν Αλέξανδρος και η ευσεβής οικογένειά του
τον ανέθρεψε σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου, αν και ο ίδιος, από μικρός, ήταν πολύ
ζωηρός αλλά και πολύ ευφυής. Σπούδασε Ιερατικό σεμινάριο και στην αρχή έγινε δάσκαλος.
Κατόπιν έγινε μοναχός στην Όπτινα και στις 2 Φεβρουαρίου του 1843 μ.Χ. Διάκονος. Στα τέλη
του 1845 μ.Χ. (9 Δεκεμβρίου ) και σε ηλικία 33 χρονών, έγινε Ιερέας. Σε λίγο όμως η υγεία του
χειροτέρεψε, αλλά η ζωή του υπήρξε οσιακή και άκρως ευεργετική στους συνανθρώπους του.
Είχε προορατικό χάρισμα και ίδρυσε γυναικείο κοινόβιο το 1872 μ.Χ. Οι δοκιμασίες που υπέστη
ήταν πολλές, αλλά αυτός στάθηκε βράχος υπομονής και έμπρακτος διδάσκαλος των θεϊκών
αρετών. Εκοιμήθη στις 10 Οκτωβρίου του 1891 μ.Χ. και αγιοκατατάχθηκε το 1990 μ.Χ.

11 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ

Ο

ΓΡΑΠΤΟΣ

Ο

ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ Ε ΠΙΣΚΟΠΟΣ

ΝΙΚΑΙΑΣ

Ο Όσιος Θεοφάνης ήταν αδελφός του Θεοδώρου του Γραπτού (27 Δεκεμβρίου) και
διακρινόταν για τη μάθηση των Αγίων Γραφών και της Ιερής θεολογίας, αλλά και για την
ακριβή γνώση των αρχαίων Ελληνικών συγγραφών. Ο Θεοφάνης το 838 μ.Χ., έθαψε με μεγάλη
λύπη τον αδελφό του Όσιο Θεόδωρο, όταν αυτός εκοιμήθη στην εξορία. Κατόπιν ο Όσιος
Θεοφάνης εξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη. Όταν πέθανε ο εικονομάχος βασιλιάς Θεόφιλος,
ανέλαβε τη διαχείριση της βασιλικής αρχής. Ο δε Πατριάρχης Μεθόδιος, έκανε τον Όσιο
Θεοφάνη Μητροπολίτη Νικαίας. Επιτέλεσε τα ποιμαντικά του καθήκοντα με μεγάλη ακρίβεια

και πέθανε ήσυχος με τη συνείδηση του ότι εκπλήρωσε άρτια τα καθήκοντά του προς τον Χριστό
και την Εκκλησία και ως απλός Ιερομόναχος και ως Επισκοπικός κυβερνήτης. Ο Όσιος
Θεοφάνης ο Γραπτός είναι από τους μεγαλύτερους Έλληνες θρησκευτικούς ποιητές και
υμνογράφους του 8ου αιώνα μ.Χ., αφού συνέγραψε πολλούς κανόνες.

12 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
Η ΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

Η

ΠΑΡΘΕΝΟΣ

Η Αγία Αναστασία έζησε στα χρόνια των βασιλέων Δεκίου και Βαλεριανού (250 μ.Χ.).
Καταγόταν από τη Ρώμη και μόναζε σ' ένα Μοναστήρι μαζί με άλλες παρθένες. Αυτή λοιπόν
καταγγέλθηκε ότι είναι Χριστιανή και οδηγήθηκε μπροστά στον ηγεμόνα με σιδερένια αλυσίδα
και χτυπήθηκε άγρια στο πρόσωπο. Κατόπιν, αφού τη γύμνωσαν, με μαρτυρικό τρόπο την
έκαιγαν, ενώ στη φωτιά έχυναν πίσσα, λάδι και θείο. Έπειτα την κρέμασαν σ' ένα ξύλο και
έκοψαν τους μαστούς της. Στη συνέχεια έβγαλαν από τη ρίζα τα νύχια της, έκαψαν τα χέρια και
τα πόδια της, ξερίζωσαν τα δόντια της και στο τέλος την αποκεφάλισαν, παίρνοντας έτσι το
αμάραντο στεφάνι του Μαρτυρίου.

Η ΑΓΙΑ ΧΡΥΣΗ Η ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ

13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Η Αγία Χρυσή γεννήθηκε στο χωριό Σλάτενα -σημερινή Χρυσή- της επαρχίας Αλμωπίας
Νομού Πέλλης. Ο πατέρας της ήταν φτωχός και είχε τέσσερις θυγατέρες. Η Αγία Χρυσή ήταν
ωραία στο σώμα και στην ψυχή. Κάποτε, ενώ βρισκόταν μαζί με άλλες γυναίκες στους αγρούς
και μάζευε καυσόξυλα, την απήγαγε κάποιος Τούρκος και τη μετέφερε στο σπίτι του. Ο Τούρκος
προσπάθησε με κολακείες να την εξισλαμίσει και να την κάνει γυναίκα του. Η Αγία Χρυσή όμως
αντιστάθηκε και δυναμικά απάντησε: «Εγώ τον Χριστό μόνο γνωρίζω για Νυμφίο μου, που δεν
θα αρνηθώ και αν ακόμα με κομματιάσεις». Οι γονείς και οι συγγενείς της Αγίας Χρυσής, με
εξαναγκασμό των Τούρκων, την παρακαλούσαν να δεχτεί τον μωαμεθανισμό για να σωθεί.
Αλλά η μεγαλόψυχη Αγία Χρυσή τους απάντησε ότι: «Πατέρα έχω τον Κύριό μου Ιησού Χριστό,
μητέρα την Κυρία Θεοτόκο, αδελφούς δε και αδελφές έχω τους Αγίους και τις Αγίες της
Εκκλησίας μας». Μπροστά λοιπόν στη σταθερότητα της Αγίας Χρυσής, οι Τούρκοι απάντησαν με
φρικτά βασανιστήρια. Τελικά στις 13 Οκτωβρίου 1795 μ.Χ., κατέκοψαν το σώμα της με μαχαίρια
και έτσι πανάξια έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου από τον Νυμφίο Χριστό.

14 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
Ο ΟΣΙΟΣ ΣΙΛΒΑΝΟΣ

Ο

ΓΕΡΩΝ Ι ΕΡΟΜΑΡΤΥΣ

Ο Όσιος Σιλβανός καταγόταν από την πόλη της Παλαιστίνης Γάζα. Έζησε την εποχή του
Διοκλητιανού (284 - 304 μ.Χ.) και ήταν άνθρωπος πράος, άκακος και γηραλέος στην ηλικία.
Προηγούμενα δε ήταν στρατιωτικός. Λόγω της καθαρής ζωής του έγινε Πρεσβύτερος στην
Εκκλησία της Γάζας. Αυτός λοιπόν, στάθηκε με θάρρος μπροστά στον άπιστο λαό της
Καισαρείας της Παλαιστίνης και τον ήλεγξε για την ασέβειά του. Τότε ο όχλος τον έδειρε
σκληρά και έσπασε τα πλευρά του. Έπειτα καταδικάστηκε να δουλεύει στα μεταλλεία, που
βρίσκονταν στην τοποθεσία Ζωόρους. Εκεί όμως, με παρότρυνση του λαού, γίνεται επίτροπος.
Μετά από λίγο, λόγω γήρατος, αλλά και ασθενείας, αποκεφαλίστηκε από τους ειδωλολάτρες,
παίρνοντας έτσι το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου. Μαζί με τον Άγιο Σιλβανό,
αποκεφαλίστηκαν και άλλοι Σαράντα Μάρτυρες, από τους οποίους άλλοι ήταν από την Αίγυπτο
και άλλοι από την Παλαιστίνη.

15 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΜΟΝΑΧΟΥ ΠΕΡΙ ΥΠΑΚΟΗΣ

Το από τον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου: «Ένας Mοναχός ευρίσκετο εις μίαν
σκήτιν, υποτασσόμενος Γέροντι εις διάστημα χρόνων μερικών. Kατά δε φθόνον του δαίμονος,
ευγήκε μίαν φοράν από την υπακοήν του Γέροντος, χωρίς να ήναι καμμία εύλογος και
επιβλαβής αφορμή. Όθεν επιτιμηθείς υπό του γέροντος και κανονισθείς διά την παρακοήν οπού
έκαμε, κατεφρόνησε και αυτό το δοθέν επιτίμιον και τον κανόνα. Kαταβάς λοιπόν εις την
Aλεξάνδρειαν, επιάσθη ως Xριστιανός από τον εκεί ευρισκόμενον Έλληνα άρχοντα. Kαι αφ’ ου
εκδύθη το μοναχικόν σχήμα, ηναγκάζετο να θυσιάση εις τα είδωλα. Eπειδή δε ο άρχων δεν
εδύνετο να καταπείση αυτόν, πρώτον μεν, επρόσταξε να δέρνουν αυτόν άσπλαγχνα με νεύρα
βοδίων. Έπειτα δε, επρόσταξε να τον αποκεφαλίσουν. Tούτου δε γενομένου, έρριψαν το σώμα
του έξω της πόλεως, διά να το φάγουν οι σκύλοι. Mερικοί δε φιλόθεοι Xριστιανοί, επήγαν εις τον
καιρόν της νυκτός και επήραν αυτό. Kαι τειλίξαντες με μύρα και σινδόνια, έβαλον αυτό εις
σεντούκι. Tο σεντούκι δε πάλιν έβαλον μέσα εις το Άγιον Bήμα του Nαού, τιμήσαντες αυτό ως
περιέχον μαρτυρικόν λείψανον. Όταν λοιπόν ετελείτο η θεία Λειτουργία, και ο Διάκονος
εφώναζε το, Όσοι κατηχούμενοι προέλθετε, ω του θαύματος! ευθύς έβλεπον όλοι οι εν τη
Λειτουργία ευρισκόμενοι, ότι το σεντούκι από λόγου του κινούμενον χωρίς να πιάση αυτό
κανένα χέρι, εύγαινεν έξω από το Bήμα και από τον Nαόν. Kαι έστεκεν εις τον νάρθηκα, έως εις
την απόλυσιν της Λειτουργίας. Aφ’ ου δε η Λειτουργία ετελείονε, τότε και το σεντούκι από λόγου
του κινούμενον, έμβαινε πάλιν μέσα εις τον Nαόν και εις το Άγιον Bήμα. Tούτο το θαυμάσιον
εγίνετο εις κάθε Λειτουργίαν. Όθεν και έκαμνε τους βλέποντας, να θαυμάζουν και να
εκπλήττωνται. Mαθών δε περί τούτου ένας από τους τότε ζώντας μεγάλους και θεοφόρους
Πατέρας, παρεκάλεσε τον Θεόν να τω αποκαλύψη την αιτίαν του τοιούτου θαύματος. Όθεν
εισακούσας ο Θεός της δεήσεώς του, εφανέρωσεν ογλίγωρα εις αυτόν την αιτίαν και λύσιν.
Άγγελος γαρ Kυρίου παρασταθείς, λέγει εις αυτόν. Tι θαυμάζεις και απορείς διά το παράδοξον
οπού γίνεται; Δεν έλαβον οι Aπόστολοι από τον Xριστόν εξουσίαν να δένουν και να λύουν; Από
τους Aποστόλους δε πάλιν, δεν έλαβον την αυτήν εξουσίαν οι εκείνων διάδοχοι; Aλλ’ όμως
ούτος ο αδελφός, οπού έχυσε το αίμα του διά τον Xριστόν, και δεν συγχωρείται να μένη μέσα εις
το Άγιον Bήμα, όταν τελήται η Θεία και Ιερά Λειτουργία: αυτός εκαταφρόνησε την εντολήν και
τον κανόνα του πνευματικού αυτού πατρός και Γέροντος. Kαι διά τούτο διώκεται υπό θείου
Aγγέλου έως εις τον νάρθηκα. Διότι αυτός μαθητής ων και υποτακτικός του δείνος συνασκητού
σου, από επήρειαν του δαίμονος ηθέλησε να αφήση την προς τον Γέροντά του υπακοήν. Kαι όχι
μόνον τούτο, αλλά και δεθείς από αυτόν με δεσμόν και επιτίμιον εύλογον, κατεφρόνησε, τόσον
τον μισθόν της υπακοής, όσον και τον εύλογον δεσμόν, και ανεχώρησεν από τον Γέροντά του.
Διά τούτο, καθό μεν εβασανίσθη και απεκεφαλίσθη διά τον Xριστόν, έλαβε του μαρτυρίου τον
στέφανον. Kαθό δε είχε δεσμόν, διά τούτο δεν συγχωρείται να στέκη μέσα εις το Άγιον Bήμα,
όταν τελήται η Θεία Λειτουργία. Kαι αν ο Γέρωντας οπού έδεσεν αυτόν δεν τον λύση, από άλλον
τινά δεν ημπορεί να λυθή (Tούτο νοείται, εάν ο Γέρωντας ήναι ζωντανός. Eι δε αυτός αποθάνοι,
δύναται και Aρχιερεύς να λύση τον δεσμευθέντα). Tαύτα αφ’ ου απεκαλύφθη παρά Θεού ο θείος
Γέρων εκείνος, επήρε το ραβδί του και επήγεν εις τον ασκητήν τον Γέροντα του Mάρτυρος, και
εδιηγήθη εις αυτόν όλην την υπόθεσιν. Όθεν πέρνωντας αυτόν, εκατέβη μαζί με εκείνον εις την
Aλεξάνδρειαν. Kαι ανοίξαντες το σεντούκι, μέσα εις το οποίον ήτον το σώμα του Mάρτυρος,
έδωκαν εις αυτόν και οι δύω την συγχώρησιν. Kαι τούτον ασπασάμενοι, εστάθηκαν και
εδοξολόγησαν τον Θεόν. Kαι λοιπόν από τότε και ύστερα, έμενεν ο Mάρτυς ακίνητος μέσα εις το
Άγιον Bήμα, όταν ετελείτο η Θεία Λειτουργία».