You are on page 1of 207

1

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΗ
∆ΕΡΜΑΤΟΛΟΓΙΑ-ΑΦΡΟ∆ΙΣΙΟΛΟΓΙΑ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΠΑΡΑ∆ΟΣΕΙΣ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ,
ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ
ΑΚΑ∆ΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ 2010-2011
ΛΑΡΙΣΑ 2010

2

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
1. Ανατοµική του δέρµατος
1.1. Μακροσκοπική δοµή της επιφανείας του δέρµατος
1.2. Μικροσκοπική δοµή της επιφάνειας του δέρµατος
1.3. Λειτουργίες του δέρµατος
2. Εξέταση του δερµατολογικού ασθενούς
2.1. Ιστορικό
2.2. Κλινική εξέταση
2.2.1.Επισκόπηση όλου του δέρµατος
2.2.2.Τύπος δέρµατος
2.2.3.Αναγνώριση στοιχειωδών βλαβών του δέρµατος
2.2.3.1. Πρωτογενείς στοιχειώδεις βλάβες
2.2.3.2. ∆ευτερογενείς στοιχειώδεις βλάβες
2.2.4.Μορφολογία των δερµατικών βλαβών
2.2.5.Ενδείξεις φλεγµονής του δέρµατος
2.2.6.Ειδικές δερµατολογικές εξετάσεις
3. Βακτηριδιακές λοιµώξεις του δέρµατος
3.1. Μολυσµατικό κηρίο
3.2. Έκθυµα
3.3. Τοξική επιδερµική νεκρόλυση από σταφυλόκοκκο,
3.4. Θυλακίτιδα
3.5. Ψευδοθυλακίτιδα του γενείου
3.6. ∆οθιήνας, ψευδάνθραξ και απόστηµα
3.7. Ερυσίπελας
3.8. Ερύθρασµα
3.9. Φυµατίωση του δέρµατος
3.10.
Νόσος του Lyme
3.11.
Λέπρα ή Νόσος του Hansen
4. Μυκητιάσεις του δερµατος
4.1. Γενικά περι µυκήτων
4.2. ∆ερµατοφυτίες
Κλινική εικόνα: Μυκητιάσεις του τριχωτού της κεφαλής, µυκητιάσεις του ψηλού δέρµατος,
µυκητιάσεις των πτυχών, µυκητιάσεις των ονύχων, εκδηλώσεις υπερευαισθησίας ( “ Id
Reactions” ).
Θεραπεία των δερµατοµυκητιάσεων από δερµατόφυτα
4.3. Καντιντιάσεις
Κλινική εικόνα: Καντιντιάσεις του δέρµατος, καντιντιάσεις βλεννογόνων, καντιντιάσεις
του παρωνυχίου και ονύχων, συστηµατική καντιντίαση
Θεραπεία
4.4. Ποικιλόχρους πιτυρίαση
5. Παρασιτώσεις
5.1. ∆ερµατοπάθειες από πρωτόζωα
5.1.1.Λεϊσµανίαση
5.1.1.1. ∆ερµατική λεϊσµανίαση ή έκφυµα της ανατολής
5.1.1.2.Λεϊσµανίαση του δέρµατος και βλεννογόνων ή αµερικανική
λεϊσµανίαση
5.1.1.3. Συστηµατική λεϊσµανίαση ή Kala-azar
5.2.
∆ερµατοπάθειες από αρθρόποδα
5.2.1. Ψώρα
5.2.2. Ψώρα από ζώα
5.2.3. Ψώρα από δηµητριακά
5.2.4. Φθειρίαση
5.1.4.1. Φθειρίαση του τριχωτού της κεφαλής
5.1.4.2. Φθειρίαση του σώµατος

3

5.2.5.

5.1.4.3. Φθειρίαση του εφηβαίου
Παρασιτική κνήφη

6.

Ιογενείς λοιµώξεις δέρµατος και βλεννογόνων
6.1.
Έρπης απλός
6.2.
Ανεµευλογιά-Έρπης ζωστήρας
6.3.
Μολυσµατική τέρµινθος
6.4.
Λοιµώξεις µε τον ιό των ανθρωπίνων θηλωµάτων
6.4.1. Ιογενή θηλώµατα του δέρµατος
6.4.1.1. Κοινές µυρµηκιές
6.4.1.2. Μυρµηκιές των πελµάτων
6.4.1.1. Οµαλές µυρµηκιές και µυρµηκιές µε ενδιάµεση µορφή
6.4.1.2. Μυρµηκιώδης επιδερµοδυσπλασία Lewandowsky-Lutz
6.4.2. Ιογενή θηλώµατα της περιγεννητικής και περιπρωκτικής περιοχής
6.4.2.1. Οξυτενή κονδυλώµατα
6.4.2.2. Όγκος του Buschke-Löwenstein
6.4.2.3. Μποβενοειδής βλατίδωση
6.4.3. Θηλώµατα των βλεννογόνων της στοµατικής κοιλότητας, φάρυγγα,
λάρυγγα

7.

Αφροδισιολογία
7.1. Σύφιλη
7.1.1. Επίκτητη σύφιλη
7.1.2. Συγγενής σύφιλη
7.2. Μαλακό έλκος
7.3. Αφροδίσιο λεµφοκοκκίωµα ή νόσος Nicolas-Favre
7.4. Βουβωνικό ή αφροδίσιο κοκκίωµα
7.5. Γονοκοκκική ουρηθρίτιδα ή βλεννόροια
7.6. Μη γονοκκοκική ουρηθρίτις
7.7. Σύνδροµο επίκτητης ανοσολογικής ανεπαρκείας (AIDS)

8. ∆ερµατικές εκδηλώσεις κυκλοφοριακών διαταραχών
8.1. Χείµετλα
9. ∆ερµατικές βλάβες από την ηλιακή ακτινοβολία µε αποτέλεσµα την αύξηση της
παραγωγής µελανίνης
9.1. Εφηλίδες
9.2. Ηλιακή φακή
10. Καλοήθεις όγκοι του δέρµατος
10.1.
Σµηγµατορροϊκές υπερκερατώσεις
10.2.
Κερατοακάνθωµα
10.3.
Ακροχόρδονες
10.4.
Μελανοκυτταρικοί σπίλοι ή µελαγχρωµατικοί σπιλοκυτταρικοί σπίλοι
10.4.1. Επίκτητοι σπίλοι
10.4.2. Συγγενείς σπίλοι
10.4.3. Ιδιαίτερες µορφές µελανοκυτταρικών σπίλων
10.4.4. Σύνδροµο δυσπλαστικών σπίλων
11. Προκαρκινικές δερµατικές βλάβες
11.1.
Ακτινική υπερκεράτωση
11.2.
Λευκοπλακία
11.3.
Νόσος του Bowen και ερυθροπλασία του Queyrat
11.4.
Κακοήθης φακή (lentigo maligna) ή µελάνωση του Debreuilh,
12. Κακοήθεις όγκοι του δέρµατος
12.1.
Σαρκώµατα του δέρµατος
12.1.1. Σάρκωµα Kaposi

4
Κακοήθεις νεοπλασίες του δικτυοενδοθηλιακού συστήµατος,
12.1.2. Σπογγοειδής µυκητίαση
12.2.
Κακοήθεις όγκοι της επιδερµίδας
12.2.1. Βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα ή βασικοκυτταρικό καρκίνωµα
ή βασικοκυττάρωµα
12.2.2. Ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα
12.3.
Κακοήθεις όγκοι από µελανινοκύτταρα
12.3.1. Κακοήθες µελάνωµα
13. ∆ερµατοπαθειες από υπερευαισθησια και φαρµακευτικά εξανθήµατα
13.1.
Κνίδωση και αγγειοοίδηµα ή οίδηµα του του Quincke
13.2.
Κληρονοµικό αγγειοοίδηµαΟρονοσία
13.3.
Φαρµακευτικά εξανθήµατα
13.4.
Σταθερό φαρµακευτικό εξάνθηµα
13.5.
Ορονοσία
13.6.
Γενικευµένη αναφυλαξία
13.7.
Τοξικό ερύθηµα
13.8.
Τοξική επιδερµική νεκρόλυση ή σύνδροµο Lyell
13.9.
Πολύµορφο ερύθηµα
14. Έκζεµα ή δερµατίτις
14.1.
Ατοπική δερµατίτιδα ή ατοπικό έκζεµα
14.2.
∆ερµατίτιδα εξ επαφής
14.2.1. Αλλεργική εξ επαφής δερµατίτιδα
14.2.2. Τοξική ή ερεθιστική εξ επαφής δερµατίτιδα
14.2.3. Ιδιαίτερες µορφές τοξικής ή ερεθιστικής δερµατίτιδας εξ επαφής
14.2.3.1.
Πρωτοπαθής ερεθιστική δερµατίτιδα των χεριών
14.2.3.2.
∆ερµατίτιδα εκ σπαργάνων
14.2.3.3.
Αστεατωτικό έκζεµα
14.3.
Εντοπισµένη Νευροδερµατίτιδα ή απλός λειχήνας
14.4.
Σµηγµατορροϊκό έκζεµα των ενηλίκων
14.5.
Σµηγµατορροϊκό έκζεµα των βρεφών
14.6.
∆υσιδρωσικό έκζεµα
14.7.
Νοµισµατοειδές ή δισκοειδές έκζεµα
15. Παθήσεις των σµηγµατογόνων, ιδρωτοποιών και αποκρινών αδένων
15.1.
Ακµή
15.2.
Περιστοµατική δερµτίτις
15.3.
Ροδόχρους ακµή
16. Ερυθηµατολεπιδώδεις και βλατιδώδεις δερµατοπάθειες
16.1.
Ψωρίαση
16.2.
Ροδόχρους πιτυρίαση
16.3.
Οµαλός λειχήνας
16.4.
Οζώδες ερύθηµα
17. ∆ερµατικές αντιδράσεις στο ηλιακό φώς
17.1.
Ηλιακό έγκαυµα
17.2.
Πολύµορφο εκ φωτός ερύθηµα
17.3.
Φωτοτδερµατίτιδες
17.3.1. Φωτοτοξική δερµατίτιδα
17.4.
Αλλεργική φωτοδερµατίτιδα
18. Ποµφολυγώδεις δερµατοπάθειες
18.1.
Πέµφιγα
18.1.1. Κοινή Πέµφιγα
18.1.2. Βλαστική πέµφιγα
18.1.3. Φυλλώδης πέµφιγα
18.1.4. Ερυθηµατώδης πέµφιγα ή σύνδροµο των Senear-Usher
18.2.
Ποµφολυγώδες πεµφιγοειδές

5
18.3.
18.4.
18.5.

Ερπητοειδής δερµατίτιδα ή νόσος των Duhring-Brocq
Επίκτητη ποµφολυγώδης επιδερµόλυση
Έρπης των εγκύων

19. Παθήσεις του τριχωτού της κεφαλής και τριχών
19.1.
Αλωπεκία
19.1.1. Γυροειδής αλωπεκία
19.1.2. ∆ιάχυτη αλωπεκία
19.1.3. Ανδρογενετική αλωπεκία
20. ∆ιαταραχές µελάγχρωσης του δέρµατος
20.1.
Λεύκη
20.2.
Λευκή πιτυρίαση
20.3.
Μεταφλεγµονώδης υποµελάνωση
20.4.
Μεταφλεγµονώδης υπερµελάνωση
21. Νοσήµατα του συνδετικού-αγγειακού ιστού
21.1.
Σκληροατροφικός λειχήνας
21.2.
Σαρκοείδωση
21.3.
Χρόνιος ερυθηµατώδης ή δισκοειδής λύκος
21.4.
Υποξής ερυθηµατώδης λύκος
21.5.
Συστηµατικός ερυθηµατώδης λύκος
21.6.
Σκληροδερµία
21.6.1. Εντοπισµένη σκληροδερµία
21.6.2. Συστηµατική σκληροδερµία
21.7.
∆ερµατοµυοσίτιδα
22. Κληρονοµικές δερµατοπάθειες
22.1.
Ιχθύαση και συγγενείς ιχθυασιοειδείς δερµατοπάθειες
22.1.1. Ιχθύαση
22.1.1.1.
Επίκτητη ιχθύαση
22.1.1.2.
Κοινή Ιχθύαση
22.1.1.3.
Φυλοσύνδετη ιχθύαση
22.1.2. Συγγενείς ιχθυασιοειδείς δερµατοπάθειες
22.1.2.1.
Φυλλώδης ιχθύαση
22.1.2.2.
Μη ποµφολυγώδης ιχθυασιοειδής ερυθροδερµία
22.1.2.3.
∆έρµα αρλεκίνου ή εµβρυϊκή ιχθύαση ή κακοήθης κεράτωση
22.1.2.4.
Κληρονοµικές κερατοδερµατοπάθειες παλαµών και
22.2.
Θυλακική δυσκεράτωση ή νόσος του Darier
22.3.
Νόσος του von Recklinhausen ή νευροϊνωµάτωση
22.4.
Οζώδης σκλήρυνση ή επιλοϊα
22.5.
Μελαγχρωµατική ξηροδερµία

6

1. ΑΝΑΤΟΜΙΚΗ ΤΟΥ ∆ΕΡΜΑΤΟΣ
Το δέρµα καλύπτει την εξωτερική επιφάνεια του σώµατος και µεταπίπτει στους
βλεννογόνους των φυσικών στοµίων. Έχει επιφάνεια 1,2-2,3 τ.µ. στον ενήλικα.
1.1. ΜΑΚΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ∆ΟΜΗ ΤΗΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ∆ΕΡΜΑΤΟΣ
Με γυµνό οφθαλµό ή µε µεγεθυντικό φακό παρατηρούνται τα εξής:
1. Οι πόροι που σχηµατίζονται από τα στόµια των αδένων.
2. Τα δερµατογλυφικά των οποίων η διαµόρφωση ελέγχεται γενετικώς και
αποτελούνται από αυλακώσεις και ακρολοφίες. Οι δερµατικές ακρολοφίες
σχηµατίζονται από την συνένωση στίχων δερµατικών θηλών στις παλάµες,
πέλµατα και καµπτική επιφάνεια των δακτύλων χεριών και ποδιών. Τα
αποτυπώµατα των ραγών των δακτύλων (δακτυλικά αποτυπώµατα)
χρησιµεύουν στη ταυτοποίηση ατόµων. Οι ιδιοµορφίες των ακρολοφιών είναι
δυνατόν να υποδηλούν την παρουσία χρωµοσωµατικών ανωµαλιών.
3. Οι γραµµοειδείς αύλακες διασταυρούµενες προς όλες τις κατευθύνσεις έχουν ως
αποτέλεσµα να σχηµατίζονται ακρολοφίες µε διάφορα σχήµατα ανάλογα µε την
περιοχή του σώµατος.
4. Οι πτυχές οι οποίες διακρίνονται στις φυσιολογικές όπως αυτές που οφείλονται
στις συσπάσεις των µιµικών µυών, αθρικών επιφανειών και αυτές που
οφείλονται στην ελάττωση της ελαστικότητας του δέρµατος.
5. Γραµµές του Langer, που είναι διαφορετικές σε κάθε τµήµα του σώµατος.
Αυτές οφείλονται στη φορά της τάσεως του δέρµατος, ειδικότερα στην
ελαστικότητα αυτού). Σε πολλές δερµατοπάθειες οι στοιχειώδεις βλάβες
ακολουθούν τις γραµµές αυτές. Στις χειρουργικές επεµβάσεις οι τοµές πρέπει να
γίνονται κατά µήκος ή παραλλήλως προς γραµµές του Langer.
1.2. ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ∆ΟΜΗ ΤΟΥ ∆ΕΡΜΑΤΟΣ
Το δέρµα αποτελείται από δυο στιβάδες: την επιδερµίδα και το χόριο. Κάτω από το
δέρµα είναι το υπόδερµα ή υποδόριος ιστός ή υποδερµάτιο πέταλο που συνδέει το δέρµα µε
τα γειτονικά όργανα. Το υπόδερµα δεν θεωρείται µέρος του δέρµατος.
Περίληψη : Οι στιβάδες του δέρµατος

επιδερµίδα
χόριο

Τα εξαρτήµατα του δέρµατος είναι: οι τρίχες, τα νύχια, οι σµηγµατογόνοι αδένες, οι
αποκρινείς αδένες, οι εκκρινείς ιδρωτοποιοί αδένες.
Περίληψη : Εξαρτήµατα του δέρµατος




τρίχες
νύχια
σµηγµατογόνοι αδένες
αποκρινείς αδένες
εκκρινείς ιδρωτοποιοί αδένες

1.2.1. Επιδερµίδα
Η επιδερµίδα είναι πολύστιβο πλακώδες κερατινοποιηµένο επιθήλιο. Στερείται
αιµοφόρων και λεµφοφόρων αγγείων, τρέφεται δε µε διάχυση από τα αγγεία του χορίου. Έχει
άφθονες αισθητικές νευρικές απολήξεις. Τα κερατινικύτταρα συµµετέχουν στην άµυνα του
οργανισµού και µε την παραγωγή πολυπεπτιδίων τις κυτταροκίνες όπως την ιντερλευκίνη 1
(IL 1) και η ιντερλευκίνη 6 (IL 6).

7
Εκτός από τα κερατινοκύτταρα που θεωρούνται ότι στις διάφορες στιβάδες της
επιδερµίδας αποτελούν κύτταρα του αυτού τύπου σε διάφορο στάδιο εξελίξεως, περιέχει και
άλλους τέσσερεις λιγότερο άφθονους κυτταρικούς τύπους : µελανοκύτταρα, κύτταρα του
Langerhans, κύτταρα του Merkel, Τ λεµφοκύτταρα.
Περίληψη : Τα κύτταρα της επιδερµίδας




κερατινοκύτταρα
µελανοκύτταρα
κύτταρα του Langerhans
κύτταρα του Merkel
Τ- λεµφοκύτταρα

Η γραµµή επαφής της επιδερµίδας µε το χόριο είναι κυµατοειδής και χαρακτηρίζεται από
επιδερµικές καταδύσεις, τις µεσοθηλαίες ακρολοφίες και µεταξύ αυτών προσεκβολές του
χορίου τις θηλές. Έτσι προσφέρεται µεγαλύτερη επιφάνεια από την φαινοµενική. Η
επιδερµίδα χωρίζεται από το χόριο µε την βασική µεµβράνη.
Η επιδερµίδα αποτελείται από τέσσερις στιβάδες πηγαίνοντας από το χόριο προς τα έξω είναι:
α) βασική στιβάδα, β) αγκαθωτή ή ακανθωτή στιβάδα, 3) κοκκώδης στιβάδα, 4) κερατίνη
στιβάδα. Στις παλάµες και πέλµατα το δέρµα υπάρχει και µια πέµπτη στιβάδα η διαυγής
στιβάδα, η οποία απουσιάζει όπου η επιδερµίδα είναι λεπτή. Η ανανέωση της επιδερµίδας
κάτω από φυσιολογικές συνθήκες διαρκεί 15-30 ηµέρες και οφείλεται στη µιτωτική
δραστηριότητα που κυρίως παρατηρείται στη βασική και ακανθωτή στιβάδα.
Περίληψη : Στιβάδες επιδερµίδας




βασική ή βλαστική στιβάδα
αγκαθωτή ή ακανθωτή στιβάδα
κοκκιώδης στιβάδα
διαυγής στιβάδα (µόνο στα πέλµατα και παλάµες)
κερατίνη στιβάδα

1.2.1.1. Βασική ή βλαστική στιβάδα
Η βασική στιβάδα αποτελείται από ένα στοίχο κυττάρων και χαρακτηρίζεται από
έντονη µιτωτική δραστηριότητα. Τα βασικά κύτταρα είναι κυλινδρικά ή κυβικά µε µεγάλους
υπερχρωµατικούς πυρήνες µε τον επιµήκη άξονα κάθετο προς το χόριο και µε σχετικά λίγο
βασεόφιλο πρωτόπλασµα. Τα κύτταρα αυτά περιέχουν τονονηµάτια κερατίνης που συρρέουν
χαλαρά και σχηµατίζουν τα τονοϊνίδια. Καθώς τα κύτταρα προχωρούν προς τα επάνω ο
αριθµός τους αυξάνει. Στη κερατίνη στιβάδα αποτελούν το µισό της πρωτεΐνης της.
Τα κύτταρα αυτής της στιβάδας σε µεγάλο βαθµό ενώνονται µεταξύ τους και µε τα κύτταρα
της υπερκείµενης στιβάδας µε δεσµοσώµατα. Τα δεσµοσώµατα βρίσκονται µέσα στο
κυτταρόπλασµα, κοντά στη εσωτερική επιφάνεια της κυτταρικής µεµβράνης, το ένα απέναντι
στο άλλο, σε γειτονικά κύτταρα. Στο ηλεκτρονικό µικροσκόπιο είναι δισκοειδείς περιοχές,
σκοτεινές στη διαπερατότητα των ηλεκτρονίων και πάρα πολύ δεµένες µε την εσωτερική
επιφάνεια των της κυτταρικής µεµβράνης. Αθροίσµατα από τονοϊνίδια βυθίζονται στην
ενδοκυτταρική περιοχή που φτιάχνει το δεσµόσωµα ή φτιάχνουν αγκυλωτές στροφές και
γυρνούν στο κυτταρόπλασµα. Στο εξωκυττάριο χώρο, όπου βρίσκονται τα δεσµοσώµατα
παρατηρούνται ινίδια πλούσια σε γλυκοπρωτεϊνες, που συνθέτονται από τα κύτταρα τα οποία
καλύπτουν.
Τα ηµιδεσµοσώµατα βοηθούν στην σύνδεση κυττάρων της βασικής στιβάδας µε την
βασική µεµβράνη η οποία διαχωρίζει το χόριο από την επιδερµίδα. Τα δεσµοσώµατα και τα
ηµιδεσµοσώµατα προσδίδουν έντονη προσκολλητικότητα και αντοχή στις µηχανικές δυνάµεις.
1.2.1.2. Ακανθωτή ή αγκαθωτή στιβάδα

8
Η ακανθωτή στιβάδα αποτελείται από πολλούς στίχους πολυεδρικών κυττάρων και
στους ανώτερους στίχους από αποπεπλατυσµένα κύτταρα. Εδώ τα τονοϊνίδια σχηµατίζουν
ένα διαπλεκόµενο δίκτυο. Τα δεσµοσώµατα σκεπάζουν όλη τους την επιφάνεια και µε τα
τονοϊνίδια που γεµίζουν τις κυτταροπλασµατικές προεκτάσεις δίνουν στο φωτοµικροσκόπιο
µια ακανθωτή εµφάνιση. Κατά αυτό τον τρόπο τα κύτταρα της στιβάδας αυτής είναι µεταξύ
τους στερεά συνδεδεµένα. Σε περιοχές όπου υπάρχει περισσότερη τριβή και πίεση όπως τα
πέλµατα υπάρχουν περισσότερα τονοϊνίδια. Το κυτταρόπλασµα είναι σε σχέση µε τα κύτταρα
της βασικής στιβάδας περισσότερο και εµφανίζει κυρίως στη περιοχή της
κυτταροπλασµατικής µεµβράνης πεταλοειδείς σχηµατισµούς τα σωµάτια του Odland ή κοκκία
που επαλείφουν την κυτταρική µεµβράνη. Τα σωµάτια αυτά έχουν διάµετρο 100-500 nm,
καλύπτονται από µια δίστοιβη µεµβράνη, εµφανίζουν παράλληλα πετάλια κατά µήκους του
βραχέως άξονα. Τα σωµάτια του Odland περιέχουν µεγάλες ποσότητες λιπιδίων και
υδρολυτικών ενζύµων.
1.2.1.3 Κοκκιώδης στιβάδα
Η κοκκιώδης στιβάδα αποτελείται 3-5 στοίχους κυττάρων. Τα κύτταρα είναι πλατιά
πολυγωνικά µε κεντρικό πυρήνα. Το κυτταρόπλασµα σε αυτή την στιβάδα είναι γεµάτο
βασίφιλα κοκκία κερατοϋαλίνης. Και σε αυτή την στιβάδα υπάρχουν τα σωµάτια του Odland.
1.2.1.4. ∆ιαυγής στιβάδα
Την διαυγή στιβάδα την βρίσκουµε στις παλάµες και πέλµατα εκεί όπου το δέρµα
είναι παχύ. Απουσιάζει εκεί όπου το δέρµα είναι λεπτό. Αποτελείται από 1-3 στίχους
κυττάρων. Τα κύτταρα είναι επίπεδα, απύρηνα και πρωτόπλασµα µε αθροίσµατα ινιδίων
κερατίνης µέσα σε µια θεµέλιο ουσία.
1.2.1.5. Κερατίνη στιβάδα
Η κερατίνη στιβάδα από πολλούς στίχους κυττάρων που είναι αποπεπλατυσµένα,
απύρηνα µε κυτταρόπλασµα πλούσιο σε κυτταρίνη που είναι µια ινώδης σκληροπρωτεϊνη. Το
πάχος αυτής της στιβάδας διαφέρει από θέση σε θέση. Τα κύτταρα της κερατίνης στιβάδας
στα βαθύτερα στρώµατα διατηρούν την µορφή τους και µε τα τονοϊνίδια την ενότητα τους
(stratum compactum). Τα µεσοκυττάρια διαστήµατα περιέχουν µια λιπώδη ουσία η οποία
πιθανόν προέρχεται από τα σωµάτια του Odland. Αυτή η λιπώδης ουσία λειτουργεί σαν
στηρικτική για την σύνδεση των κυττάρων µεταξύ τους. Στα επιφανειακά στρώµατα της
κερατίνης στιβάδας τα κύτταρα χάνουν την ενότητα τους, ενώ συγχρόνως χάνουν τα
τονοϊνίδια (stratum disjunctum). Η δύναµη και η ανθεκτικότητα που χαρακτηρίζει την κερατίνη
στιβάδα πιστεύεται ότι οφείλεται στην ύπαρξη δισουλφικών δεσµών.
Περίληψη : Κερατίνη στιβάδα

stratum compactum
stratum disjunctum

1.2.1.6. Μελανοκύτταρα
Τα µελανοκύτταρα βρίσκονται κυρίως στη βασική στιβάδα της επιδερµίδας, στο έξω
κολεό του θυλάκου της τρίχας και µεµονωµένα στο χόριο. Είναι δενδριτικά κύτταρα µε
δενδριτικές προσεκβολές που περνούν ανάµεσα στα κύτταρα της βλαστικής και ακανθωτής
στιβάδας και µεταφέρουν τα κοκκία της µελανίνης στα κύτταρα που βρίσκονται στην κοκκιώδη
και αγκαθωτή στιβάδα. Εκεί τα κοκκία µελανίνης φαγοκυτταρώνονται.
Με το ηλεκτρονικό µικροσκόπιο τα µελανοκύτταρα χαρακτηρίζονται από έλλειψη
δεσµοσωµάτων , από λίγα τονοϊνίδια και από τα µελανοσώµατα τα οποία πιθανώς
σχηµατίζονται στο σύστηµα Golgi. Τα µελανωσώµατα περιέχουν τυροσινάση η οποία
µετατρέπει την τυροσίνη µέσο 3,4 διϋδροξυφαινυλαλανίνη (Dopa) σε Dopa-κινόνη , τελικά
µετά από διάφορες αλλαγές σε µελανίνη. Στην ανάπτυξη ενός ωρίµου κοκκίου µελανίνης
διακρίνοµε διάφορα στάδια. Στο τελευταίο στάδιο όπου έχουµε το κοκκίο της µελανίνης η
σύνθεση της µελανίνης σταµατάει και δεν ανιχνεύεται δραστηριότητα της τυροσινάσης. Το

9
ώριµο κοκκίο µελανίνης φαίνεται στο φωτοµικροσκόπιο. Με την συνήθη χρώση
αιµατοξυλίνης-ηωσίνης είναι διαυγή, η ύπαρξη µελανίνης διαπιστώνεται µε τις τεχνικές
αργύρου. Οι διαφορές στο χρώµα του δέρµατος οφείλονται σε διαφορές που έχουν τα
κερατινοκύτταρα στο συνολικό αριθµό των κοκκίων µελανίνης.
1.2.1.7. Κύτταρα του Merkel
Τα κύτταρα του Merkel βρίσκονται µεµονωµένα ή σε οµάδες στη βασική στιβάδα της
επιδερµίδας, στο έξω κολεό του θυλάκου της τρίχας, στο χόριο σε σχέση µε τα κύτταρα του
Schwann και πιστεύεται ότι λειτουργούν σαν υποδοχείς αφής. Τα κύτταρα αυτά έρχονται
πάντοτε σε σύναψη µε µια εµµύελη νευρική ίνα. Με τα γειτονικά κερατινοκύτταρα συνδέονται
µε δεσµοσώµατα, αλλά στην βασική κυτταροπλασµατική µεµβράνη δεν παρουσιάζουν
ηµιδεσµοσώµατα. Χαρακτηριστικό των κυττάρων αυτών η παρουσία ειδικών κοκκίων στο
κυτταρόπλασµα, ο λοβώδης πυρήνας και η παρουσία νευρικού ιστού. ∆εν είναι γνωστή η
λειτουργία και το περιεχόµενο αυτών των κοκκίων. Με την χρώση αιµατοξυλίνης-ηωσίνης δεν
διακρίνονται αυτά τα κύτταρα. Με την χρώση τεχνικής αργύρου είναι δυνατόν να
αποκαλυφθούν οι νευρικές ίνες.
1.2.1.8. Κύτταρα του Langerhans
Τα κύτταρα του Langerhans είναι δενδριτικά κύτταρα, βρίσκονται άνωθεν της βασικής
στιβάδας, στο έξω κολεό του θυλάκου της τρίχας και στο χόριο. Στο πρωτόπλασµα τους
περιέχουν χαρακτηριστικά κοκκία σχήµατος "ρακέτας του τένις", δεν παρουσιάζουν
δεσµοσώµατα ούτε τονονηµάτια. Στην επιφάνεια τους έχουν υποδοχείς και δείκτες επιφανείας
παρόµοιους µε εκείνους της σειράς των µονοκυττάρων και µακροφάγων. ∆ιαθέτουν
υποδοχέα για το Fc τµήµα της ανοσοσφαιρίνης G, ανοσοσφαιρίνης Α και C3 (τρίτο)
παράγοντα του συµπληρώµατος. Οι δενδριτικές προσεκβολές περνούν ανάµεσα στα
κερατινοκύτταρα και φθάνουν µέχρι την κοκκώδη στιβάδα, µε αυτές έρχονται γρήγορα σε
επαφή µε τα αλλεργιογόνα. και εµπλέκονται στην επιβραδυνοµένη αντίδραση (αλλεργική
αντίδραση τύπου IV). Στην αλλεργική αντίδραση εξ επαφής παρουσιάζουν το αντιγόνο µέσω
των αντιγόνων ιστοσυµβατότητος HLA-DR στα Τ- λεµφοκύτταρα. Κατά την πρώτη επαφή
αυτό γίνεται στη παραφλοιώδη µοίρα των επιχώριων λεµφαδένων. Σε ένα ήδη
ευαισθητοποιηµένο άτοµο, νέα επαφή ενός συγκεκριµένου αλλεργιογόνου έχει σαν
αποτέλεσµα την αλληλεπίδραση των κύτταρα του Langerhans στην επιδερµίδα, χόριο,
λεµφαδένες. Τα κύτταρα του Langerhans ίσως να συµµετέχουν και σε άλλες ανοσολογικές
αντιδράσεις.
1.2.2. ∆έρµατο-επιδερµικός σύνδεσµος
Η βασική µεµβράνη είναι µια ΡΑS θετική µεµβράνη που διαχωρίζει την επιδερµίδα
από το χόριο. Αποτελείται από το διαυγή υµένα, το πυκνό υµένα και τα ινίδια αγκυροβολιάς.
Τα ηµιδεσµοσώµατα που βρίσκονται κοντά στη εσωτερική επιφάνεια της κυτταρικής
µεµβράνης, βοηθούν στην σύνδεση των επιθηλιακών κυττάρων µε την βασική µεµβράνη. Στο
ηλεκτρονικό µικροσκόπιο τα ηµιδεσµοσώµατα είναι µια περιοχή σκοτεινή στη διαπερατότητα
των ηλεκτρονίων πάρα πολύ δεµένη µε την εσωτερική επιφάνεια των της κυτταρικής
µεµβράνης. Αθροίσµατα από κυτταροπλασµατικά ινίδια βυθίζονται στα ηµιδεσµοσώµατα ή
φτιάχνουν αγκυλωτές στροφές που γυρνούν στο κυτταρόπλασµα. Αµέσως κάτω από τη
κυτταρική µεµβράνη µε το ηµιδεσµόσωµα, µεσολαβεί ο διαυγής υµένας (lamina lucida),
ακολούθως ο πυκνός υµένας (lamina densa) αποτελούµενα από κολλαγόνου τύπου IV.
Στηρικτικά νηµάτια συνδέουν τα ηµιδεσµοσώµατα µε το πυκνό υµένα.Τα ινίδια αγκυροβολίας
(αποτελούµενα από κολλαγόνο τύπου VII), εκτείνονται από το πυκνό υµένα (lamina densa)
προς το θηλώδες χόριο και καταλήγουν δικτυωτό υµένα.
Tα ηµιδεσµοσώµατα προσδίδουν έντονη δέρµο-επιδερµική σύνδεση και αντοχή στις
µηχανικές δυνάµεις.

10

Περίληψη : ∆ερµατο-επιδερµικός σύνδεσµος






ηµιδεσµοσώµατα
κυτταροπλασµατικά ινίδια
στηρικτικά νηµάτια
διαυγής υµένας (lamina lucida)
πυκνός υµένας (lamina densa)
ινίδια αγκυροβολίας
δικτυωτός υµένας

1.2.3. Χόριο
Το χόριο αποτελείται από ίνες, κύτταρα, βασική θεµέλιο ουσία. Στο χόριο βρίσκονται
τα εξαρτήµατα του δέρµατος, τα αιµοφόρα αγγεία, νεύρα. Το χόριο αποτελείται από δυο
στιβάδες την θηλώδη και την δικτυωτή.
Περίληψη : Χόριο
Αποτελείται από:
• ίνες
• κύτταρα
• βασική θεµέλιο ουσία
Στο χόριο βρίσκονται:
• Αιµοφόρα αγγεία
• νεύρα
• εξαρτήµατα δέρµατος
1.2.3.1. Ίνες του χορίου
Στο χόριο διακρίνονται οι κολλαγόνες, οι δικτυωτές και οι ελαστικές ίνες που
παράγονται από τους ινοβλάστες. Από κολλαγόνο αποτελούνται οι κολλαγόνες και οι
δυκτυωτές ίνες. Οι κολλαγόνες ίνες στο χόριο έχουν σαν συστατικό τους κολλαγόνο τύπου Ι,
οι δικτυωτές κολλαγόνο τύπου ΙΙΙ και οι ελαστικές ίνες µια σκληρό πρωτεϊνη την ελάτινη.
Οι κολλαγόνες ίνες αποτελούν το µεγαλύτερο τµήµα του συνδετικού ιστού του δέρµατος.
∆ικτυωτές ίνες που είναι πολύ λεπτές ίνες, βρίσκονται σε µεγάλο αριθµό στη θηλώδη στιβάδα
όπου συµµετέχουν στο σχηµατισµό της βασικής µεµβράνης, γύρω από τα αγγεία και τους
αδένες. και διατάσσονται σε κυµατοειδείς δεσµίδες.
Οι ελαστικές ίνες είναι παχύτερες στη δικτυωτή στιβάδα και διατάσσονται παράλληλα
µε την επιφάνεια του δέρµατος. Οι ελαστικές ίνες συνδέονται στενά µε το κολλαγόνο.
Περίληψη : Ίνες του χορίου


κολλαγόνες ίνες
δικτυωτές ίνες
ελαστικές ίνες

1.2.3.2. Κύτταρα του χορίου
Τα κύτταρα που βρίσκονται στο χόριο είναι ινοβλάστες, µακροφάγα, µαστοκύτταρα,
λεµφοκύτταρα, παροδικά άλλα λευκοκύτταρα. Τέλος καµιά φορά παρατηρούνται αθροίσµατα
από λιπώδη κύτταρα.
Οι ινοβλάστες παράγουν την θεµέλιο ουσία, ίνες. Είναι επιµήκη ατρακτοειδή κύτταρα
και αποτελούν τα επικρατέστερα κύτταρα. Σε περιπτώσεις βλαβών διαιρούνται και
ξαναφτιάχνουν ίνες για την επούλωση των πληγών.

11
Τα µακροφάκα προέρχονται από τα µονοκύτταρα του αίµατος. Έχουν ποικίλο
σχήµα, ανάλογα µε την λειτουργία που εκτελούν και την κατάσταση που βρίσκονται. Μπορεί
να είναι κινητά ή ακίνητα. Τα ακίνητα µακροφάγα λέγονται και ιστιοκύτταρα. Τα µακροφάγα
διακρίνονται για την ικανότητα τους για πινοκύττωση, φαγοκυττάρωση. Τα ελεύθερα
µακροφάγα είναι πιο ενεργά σε φαγοκυττάρωση από τα ακίνητα και κινούνται µε
αµοιβαδοειδείς κινήσεις. Όταν συναντούν µεγάλα ξένα σώµατα ενώνονται και σχηµατίζουν τα
γιγαντοκύτταρα ή µεγαλοκύτταρα. Στη άµυνα του οργανισµού συντελούν όχι µόνο µε την
φαγοκυττάρωση, αλλά και µε την παραγωγή κυτταροκινών.
Τα µαστοκύτταρα ή σιτευτικά κύτταρα είναι µεγάλα, ωοειδή κύτταρα µε πολλά
βασίφιλα κοκκία στο κυτταρόπλασµα. Αυτά τα κοκκία περιέχουν φαρµακολογικά δραστικές
ουσίες όπως η ηπαρίνη και ισταµίνη.
Περίληψη : Κύτταρα του χορίου





ινοβλάστες
ιστιοκύτταρα- µακροφάγα
µαστοκύτταρα ή σιτευτικά κύτταρα
Λεµφοκύτταρα
παροδικά διάφορα λευκοκύτταρα
λιπώδη κύτταρα

1.2.3.3 Βασική θεµέλιος ουσία
Η βασική θεµέλιος παράγεται από τους ινοβλάστες και καλύπτει το χώρο µεταξύ των
κυττάρων και των ινών. Είναι µια ουσία τύπου γέλης. Κύριο συστατικό της είναι
γλυκοπρωτεϊνες και όξινοι βλενοπολυσακχαρίτες όπως υαλουρονικό οξύ, θειϊκή χονδροϊτίνη,
θειϊκή δερµατάνη.
1.2.3.4. Στιβάδες του χορίου
Το χόριο αποτελείται από δυο στιβάδες, την θηλώδη και την δικτυωτή στιβάδα. Το
θηλώδες χόριο συνδέεται προς τα άνω µε την επιδερµίδα και προς τα κάτω µε το δικτυωτό
χόριο και το επιφανειακό αγγειακό πλέγµα. Η θηλώδης στιβάδα είναι λεπτή και είναι
φτιαγµένη από χαλαρό συνδετικό ιστό, άφθονα µαστοκύτταρα, ινοβλάστες, µακροφάγα και
λευκύτταρα. Εµφανίζει προς την επιδερµίδα προσεκβολές τις θηλές. Η δικτυωτή στιβάδα είναι
παχύτερη, αποτελείται από πυκνό συνδετικό ιστό µε πολλές ίνες και λίγα κύτταρα. Οι
κολλαγόνες ίνες διατάσσονται παράλληλα προς την επιφάνεια του δέρµατος.
Και οι δυο στιβάδες έχουν ελαστικές ίνες που είναι εν µέρει υπεύθυνες για την ελαστικότητα
και σταθερότητα που έχει το δέρµα.
Περίληψη : Στιβάδες του χορίου

θηλώδης στιβάδα
δικτυωτή στιβάδα

1.2.4. Υπόδερµα ή υποδόριος ιστός ή υποδερµάτιο πέταλο
Το υπόδερµα δεν θεωρείται µέρος του δέρµατος. Αποτελείται από χαλαρό συνδετικό
ιστό δεσµίδες κολλαγόνων ινών παράλληλες προς την επιφάνεια του δέρµατος. Συχνά
περιέχει πολλά λιποκύτταρα. Ο υποδόριος ιστός ενώνει το δέρµα µε τα γειτονικά όργανα και
σε ορισµένες περιοχές δίνει την δυνατότητα στο υπόδερµα να γλιστράει πάνω σε αυτά.
Η συσσώρευση του λίπους σε ορισµένες περιοχές επηρεάζεται από τους αδένες έσω
εκκρίσεως, µακροχρόνια χορήγηση φαρµάκων, παθολογικές καταστάσεις.
1.2.5. Εξαρτήµατα του δέρµατος
1.2.5.1. Τρίχες

12

Τον τριχοσµηγµατικό θύλακα αποτελούν η τρίχα, ο θύλακος της τρίχας, ο
σµηγµατογόνος αδένας και ο ανελκτύρας µυς της τρίχας.
Περίληψη : ∆οµή του τριχοθυλακίου



τρίχα
θύλακος της τρίχας
σµηγµατογόνος αδένας
ανελκτύρας µυς της τρίχας

Oι τρίχες είναι κεράτινοι σχηµατισµοί που καλύπτουν σχεδόν όλη την επιφάνεια του
δέρµατος, µόνο που σε πολλές περιοχές είναι λεπτές, κοντές και χωρίς χρώµα και περνούν
απαρατήρητες. Τρίχες δεν υπάρχουν στις παλάµες, πέλµατα, ονυχοφόρο φάλαγγα, στις
πλάγιες επιφάνειες των δακτύλων χεριών και ποδιών, θηλή του µαστού, ηµιβλεννογόνους.
Περίληψη : Άτριχα µέρη της επιφανείας του δέρµατος






παλάµες
πέλµατα
ονυχοφόρος φάλαγγα
πλάγιες επιφάνειες δακτύλων χεριών
πλάγιες επιφάνειες δακτύλων ποδιών
θηλή του µαστού
ηµιβλεννογόνοι

1.2.5.1.1. Τριχώµατα, αύξηση, διάρκεια ζωής, χρώµα τριχών
Οι τρίχες προέρχονται από το εξώδερµα και οι πρώτες καταβολές θέτονται στις αρχές
του τρίτου εµβρυϊκού µήνα (12η εβδοµάδα περίπου). Μετά την γέννηση δεν δηµιουργούνται
νέα τριχοθυλάκια. ∆ιακρίνοµε τις πρωτογενείς τρίχες ή χνούδι που πέφτει αµέσως προ του
τοκετού ή αµέσως µετά, εκτός από τα βλέφαρα, φρύδια, τριχωτό της κεφαλής. Στη συνέχεια
αντικαθίστανται αυτές από τις δευτερογενείς τρίχες, οι οποίες λίγο διαφέρουν από τις
προηγούµενες. Τέλος κατά την εφηβεία εµφανίζεται σε ορισµένες θέσεις το τριτογενές
τρίχωµα. Οι τριτογενείς τρίχες σε ορισµένες θέσεις όπως φρύδια, βλεφαρίδες, τρίχες της
µασχάλης, εφηβαίο, περίνεο αντικαθιστούν πλήρως της δευτερογενείς. Σε ορισµένες θέσεις
όπως της εκτατικής επιφανείας των άκρων των ανδρών, µεταξύ των τριτογενών τριχών
υπάρχουν δευτερογενείς τρίχες και µεταβατικές µορφές.
Περίληψη : Είδη τριχώµατος


πρωτογενές τρίχωµα
δευτερογενές τρίχωµα
τριτογενές τρίχωµα

Η χρώµα των µαλλιών οφείλεται στο χρώµα και το είδος των κοκκίων µελανίνης στη
φλοιώδη µοίρα του στελέχους των τριχών.
Οι τρίχες του τριχωτού της κεφαλής αυξάνουν 0,1-0,5 mm το 24ωρο και 0,3-1,5 cm το
µήνα, µε διάρκεια ζωής 3-6 έτη. Φυσιολογικά πέφτουν 50-100 τρίχες την ηµέρα από το
τριχωτό της κεφαλής.
1.2.5.1.2. Μέρη της τρίχας
Στη τρίχα διακρίνουµε το στέλεχος και την ρίζα. Το στέλεχος εκτείνεται από την
εκβολή του σµηγµατογόνου αδένα µέχρι του ελευθέρου άκρου της τρίχας. Στο στέλεχος
διακρίνουµε ένα τµήµα εντός του τριχοσµηγµατικού θυλάκου και ένα ελεύθερο. Η ρίζα

13
καταλήγει στο βολβό. Ο βολβός της τρίχας έχει κωδωνοειδές σχήµα, του οποίου το κοίλο
υποδέχεται χόριο µε αγγεία και νεύρα την θηλή της τρίχας. Η κάτω µοίρα του βολβού που
περιβάλει την θηλή , αποτελεί την µητρική στιβάδα που παράγει και είναι σε συνέχεια µε το
στέλεχος. Ενώ στο κάτω µέρος του βολβού δεν υπάρχουν µελανοκύτταρα, στο άνω µέρος
υπάρχουν. Γύρω από την τρίχα διαγράφονται δυο θύλακοι.
Περίληψη : Μέρη της τρίχας



το στέλεχος
η ρίζα
ο βολβός
η θηλή

Σε κάθε τρίχα διακρίνουµε από έξω προς τα µέσα το περιτρίχιο, τον φλοιό ή φλοιώδη
ουσία, τον µυελό ή µυελώδη ουσία.
Το περιτρίχιο αποτελείται από ένα στίχο από απύρηνα πλατειά λέπια, ενώ η φλοιώδης
ουσία από πολλούς στίχους ατρακτοειδών κυττάρων που έντονα πολλαπλασιάζονται. Τα
κύτταρα αυτά έχουν πυρήνα και έχουν υποστεί κερατινοποίηση. Μέσα στα κύτταρα αυτής της
στιβάδας βρίσκεται µελανίνη διαλυµένη ή µε µορφή κοκκίων µελανίνης .
Η µυελώδης ουσία υπάρχει µόνο στις χοντρές τρίχες δηλαδή σε τρίχες µε διάµετρο
µεγαλύτερη από 100 µ. Αποτελείται από δυο στίχους κυβοειδών ή πολυεδρικών κυττάρων
που έχουν υποστεί κερατινοποίηση. Τα κύτταρα αυτής της στιβάδος έχουν µεγάλα
κενοτόπια, παράγονται από την κεντρική περιοχή της ρίζας στη κορυφή της δερµατικής
θηλής, παρουσιάζουν µικρότερο βαθµό κερατινοποίησης από τα κύτταρα της φλοιώδους
ουσίας. Μεταξύ των κυττάρων υπάρχουν φυσαλίδες αέρα.
Περίληψη : Υφή της τρίχας


το περιτρίχιο
η φλοιώδης στιβάδα ή φλοιώδης ουσία
η µυελώδης στιβάδα ή µυελώδης ουσία

1.2.5.1.3. Οι θύλακοι της τρίχας
Ο θύλακοι της τρίχας αποτελούν συνέχεια του δέρµατος. ∆ιακρίνοµε τον έσω ή
επιθηλιακό θύλακα που αποτελεί συνέχεια της επιδερµίδας και τον έξω ή ινώδη θύλακα που
αποτελεί συνέχεια του χορίου του δέρµατος και της θηλής της τρίχας. Μεταξύ των δυο αυτών
θυλάκων είναι ο υαλώδης υµένας που αποτελεί την συνέχεια της βασικής µεµβράνης του
δέρµατος.
Περίληψη : Οι θύλακοι της τρίχας

ο έσω ή επιθηλιακός θύλακας
ο έξω ή ινώδης θύλακας

Ο έσω ή επιθηλιακός θύλακας αποτελείται από δυο στιβάδες το έσω και τον έξω κολεό. Ο
έσω κολεός αποτελεί συνέχεια της κερατίνης στιβάδας, ενώ ο έξω κολεός των υπολοίπων
στιβάδων µέχρι τον εκφορητικό πόρο του σµηγµατογόνου αδένα. Μετά τον εκφορητικό πόρο
του σµηγµατογόνου αδένα ο έξω κολεός αποτελείται από µια στιβάδα. Η τρίχα συνδέεται
στενά µε τον έσω κολεό.

14

Περίληψη : Στιβάδες του έσω ή επιθηλιακού θύλακα

ο έσω κολεός
ο έξω κολεός

1.2.5.1.4. Ο κύκλος της τρίχας
Η ανάπτυξη των τριχών στο τριχοθυλάκιο παρουσιάζει κυκλική περίοδο ανάπτυξης.
Μια περίοδο αύξησης ακολουθεί από µια περίοδο ανάπαυσης, και αυτό δεν γίνεται
συγχρόνως σε όλες τις περιοχές. Η διάρκεια αυτών των περιόδων διαφέρει ανάλογα µε την
περιοχή. Την ανάπτυξη τους επηρεάζουν οι ορµόνες του φύλου, του φλοιού των
επινεφριδίων και του θυρεοειδούς.
∆ιακρίνουµε το αναγενές, το καταγενές και το τελογενές στάδιο. Το αναγενές στάδιο
(η περίοδος αυξήσεως) έχει µεγάλη διάρκεια, και διαφέρει ανάλογα µε την περιοχή. Σε αυτό
το στάδιο η τρίχα αυξάνεται έως ότου λάβει το τελικό της µήκος. Η αύξηση αυτή γίνεται από
τα κύτταρα της µητρικής στιβάδας του βολβού της τρίχας.
Μετά ακολουθεί µια περίοδος ηρεµίας που λέγεται κατάγενές στάδιο και διαρκεί 2-3
εβδοµάδες. Ο βολβός υποπλάσσεται και συρρικνώνεται και εκπέµπει κεράτινα νήµατατα
οποία ενώνονται µε τον επιθηλιακό θύλακα. Ο επιθηλιακός θύλακας από τον πυθµένα
εκτείνεται µε µια µικρή δοκίδα µέχρι την θηλή της τρίχας.
Ακολουθεί το τελογενες η διάρκεια του οποίου διαφέρει ανάλογα µε την περιοχή. Στο
τριχωτό της κεφαλής διαρκεί γύρω στους τρεις µήνες. Η τρίχα ανεβαίνει στο θύλακα της
τρίχας, ενώ η επιθηλιακή δοκίδα µετατρέπεται σε νέο βολβό.
Περίληψη : Κύκλος της τρίχας


αναγενές στάδιο
καταγενές στάδιο
τελογενές στάδιο

1.2.5.1.5. Λειτουργίες της τρίχας
Οι τρίχες στα ζώα κύριο σκοπό έχουν την προστασία από το κρύο. Στους ανθρώπους
αυτή η ιδιότητα έχει χαθεί, αλλά έχουν άλλη αποστολή. Στο τριχωτό της κεφαλής
προστατεύουν από την υπεριώδη ακτινοβολία. Τα φρύδια εµποδίζουν τον ιδρώτα από το
µέτωπο να πάει στα µάτια. Τα βλέφαρα προστατεύουν, τα µάτια από µικρά ξένα σώµατα.
Τρίχες των ρουθουνιών φιλτράρουν τον αέρα. Οι τρίχες του έξω ακουστικού πόρου
προστατεύουν από ξένα σώµατα. Οι τρίχες σε συνδυασµό µε τα νεύρα της θηλής της τρίχας
συντελούν στην αίσθηση της αφής. Επίσης συνιστούν ένα από τα δευτερογενή στοιχεία του
φύλου. Αποτελούν θέσεις αυξηµένης διαβατότητας ουσιών και ρεύµατος.
1.2.5.2. Νύχια
Τα νύχια είναι σκληρές κεράτινες πλάκες στην ραχιαία επιφάνεια της ονυχοφόρου
φάλαγγας των δακτύλων χεριού και ποδιού. Η αύξηση των νυχιών είναι κατά µέσο όρο 0,5
mm περίπου την εβδοµάδα. Τα νύχια των χεριών αυξάνονται δυο ή τρεις φορές γρηγορότερα
από τα νύχια των ποδιών. Μετά από αφαίρεση, στα χέρια χρειάζονται 5-6 µήνες, ενώ στα
πόδια περίπου 12-18 µήνες. Στα νύχια διακρίνονται η ρίζα, το σώµα, το ελεύθερο άκρο ή
κορυφή. Η αύξηση των νυχιών γίνεται από την µήτρα, δηλαδή την βλαστική στιβάδα της
ρίζας.

15

Περίληψη : Νύχια


η ρίζα ή ριζωνύχιο
το σώµα
ελεύθερο άκρο ή κορυφή

Τα νύχια έχουν δυο επιφάνειες µια εξωτερική κυρτή, ελεύθερη και µια εσωτερική και
κοίλη. Η εσωτερική συµφύεται µε το δέρµα της ονυχοφόρου φάλαγγας, την κοίτη του νυχιού
που είναι και πλούσια σε αγγεία.
Περίληψη : Επιφάνειες των νυχιών

άνω επιφάνεια
κάτω επιφάνεια

Οι πλάγιες και η πίσω χείλη του νυχιού βρίσκονται µέσα στη ονυχαία πτυχή, ενώ το
µπροστινό χείλος είναι ελεύθερο. Στη ονυχαία πτυχή διακρίνοµε τις πλάγιες και εγγύς ονυχαία
πτυχή. Η ονυχαία πτυχή αφορίζεται επιφανειακά από µια πτυχή δέρµατος το παρωνύχιο. Η
προέκταση του παρωνυχίου πάνω από το πίσω χείλος σαν υµένας λέγεται επωνύχιο. Η
παχιά επιδερµίδα κάτω από το ελεύθερο χείλος λέγεται υπονύχιο. Η ρίζα είναι η λεπτότερη
και µαλακότερη µοίρα του νυχιού και βρίσκεται µέσα στη µέση µοίρα του παρωνυχίου. Στον
αντίχειρα και σε άλλα δάκτυλα η ρίζα προέχει του παρωνυχίου µε την µορφή λευκής ζώνης
της ανατολής.
Περίληψη : ∆έρµα ονυχοφόρου φάλαγγας





πλάγιες ονυχαίες πτυχές
εγγύς ονυχαία πτυχή
η κοίτη του νυχιού
παρωνύχιο
επωνύχιο
υπονύχιο

Το νύχι αποτελείται από την κερατίνη στιβάδα και την βλαστική και το χόριο της
κοίτης. Όταν σπάει το νύχι παραµένει η βλαστική. Η βλαστική στιβάδα αποτελείται από την
βασική και την ακανθωτή στιβάδα.
1.2.5.3. Σµηγµατογόνοι αδένες
Απαντούν σε όλο το δέρµα εκτός από τις παλάµες και τα πέλµατα, πλάγιες
επιφάνειες του ποδιού.
Περίληψη : Τµήµατα του δέρµατος χωρίς σµηγµατογόνους αδένες


παλάµες
πέλµατα
πλάγιες επιφάνειες του ποδιού

16
Οι σµηγµατογόνοι αδένες είναι κυψελωτοί αδένες, ολοκρινούς τύπου, δηλαδή το
έκκριµα µετά από πλήρη καταστροφή του κυττάρου και χωρίς αυλό.
Το έκκριµα τους περιέχει τριγλυκερίδια, σκαλένια και κηρώδεις εστέρες.
Βρίσκονται στο χόριο και σχηµατίζουν µε το τριχοθυλάκιο και τον ορθοτήρα µύ της τρίχας µια
λειτουργική µονάδα, τον τριχοσµηγµατικό θύλακα. Σε κάθε τριχοσµηγµατικό θύλακα
βρίσκονται 1-2 αδένες στις µικρές τρίχες και 5-6 στις µεγάλες και εκβάλουν απευθείας στον
θύλακα της τρίχας µε ένα κοντό και πλατύ εκφορητικό πόρο.
Κατά την εµβρυϊκή περίοδο το σµήγµα τους αποτελεί µέρος αυτού του σµήγµατος
που καλύπτει το έµβρυο και η εκκριτική τους λειτουργία είναι πιο έντονη τους τελευταίους
µήνες της κυήσεως. Μετά µένουν ανενεργοί µέχρι την εφηβεία. Κατά την διάρκεια της
εφηβείας και µετά µεγαλώνουν σε µέγεθος και γίνονται λειτουργικά ενεργοί. Κάνουν το δέρµα
και τις τρίχες µαλακές και αδιάβροχες στο νερό.
Περίληψη : Σµηγµατογόνοι αδένες






τµήµα του τριχοσµηγµατικού θυλάκου
ολοκρινείς αδένες
κυψελωτοί αδένες
αδένες χωρίς αυλό
κοντός και πλατύς εκφορητικός πόρος
σµήγµα που περιέχει σκαλένια, κηρώδεις εστέρες, τριγλυκερίδια
λειτουργικά ενεργοί από την εφηβεία

1.2.5.4. Αποκρινείς αδένες
Οι αποκρινείς αδένες απαντούν στις µασχάλες, περιοµφαλική χώρα,
πρωκτογεννητική χώρα, θηλή και άλω του µαστού.
Περίληψη : Τµήµατα του δέρµατος µε αποκρινείς αδένες




µασχάλες
περιοµφαλική χώρα
πρωκτογεννητική χώρα
θηλή του µαστού
άλω του µαστού

Είναι συνεσπειραµένοι αδένες µε σπειροειδές εκκριτικό τµήµα που βρίσκεται στο
κάτω τµήµα του δικτυωτού χορίου. ΟΙ αδένες αυτοί έχουν αυλό. Ο εκφορητικός πόρος εκβάλει
πάνω από τον πόρο του σµηγµατογόνου αδένα στο τριχοσµηγµατικό θύλακα. Είναι
µεγαλύτεροι των εκκρινών ιδρωτοποιών. Το έκκριµα τους είναι πυκνότερο των εκκρινών
ιδρωτοποιών και κανονικά άοσµο. Η χαρακτηριστική οσµή του έκκριµατος οφείλεται στα
προϊόντα διάσπασης, που δηµιουργούνται από τη βακτηριδιακή χλωρίδα. Η πλήρης
ανάπτυξη αυτών και η λειτουργία αρχίζει µε την εφηβεία. Κατά την έµµηνο ρύση η οσµή είναι
εντονότερη. Η νεύρωση είναι διαφορετική από αυτή των ιδρωτοποιών αδένων, διαθέτουν
αδρενεργική συµπαθητική νεύρωση.

17

Περίληψη : Αποκρινείς αδένες










µεγαλύτεροι από τους ιδρωτοποιούς αδένες
σπειροειδές εκκριτικό τµήµα
αδένες µε αυλό
ευθύς εκφορητικός πόρος
εκφορητικός πόρος εκβάλει στο τριχοσµηγµατικό θύλακα
εκβολή του εκφορητικού πόρου επάνω από τον σµηγµατογόνο αδένα
έκκριµα πυκνότερο των εκκρινών ιδρωτοποιών αδένων
άοσµο έκκριµα
χαρακτηριστική οσµή εκκρίµατος µετά από διάσπαση από την βακτηριδιακή χλωρίδα
αδρενεργική συµπαθητική νεύρωση
λειτουργικά ενεργοί από την εφηβεία

1.2.5.5. Εκκρινείς ιδρωτοποιοί αδένες
Οι εκκρινείς ιδρωτοποιοί αδένες βρίσκονται σχεδόν σε όλη την έκταση του δέρµατος.
Είναι αφθονότεροι στους νέγρους. Η κατανοµή τους στις διάφορες περιοχές δεν είναι όµοια.
Οι περισσότεροι βρίσκονται στις παλάµες και τα πέλµατα. Λείπουν τελείως από την βάλανο
του πέους, εσωτερικό πέταλο της ακροποσθίας, µικρά χείλη και έσω επιφάνεια των µεγάλων
χειλέων του αιδοίου, κοίτη του νυχιού, το δέρµα των φρυδιών, θηλή του µαστού, σε µεγάλο
µέρος από το πτερύγιο του αυτιού.
Περίληψη : Τµήµατα του δέρµατος χωρίς ιδρωτοποιούς αδένες







βάλανο του πέους
εσωτερικό πέταλο της ακροποσθίας
µικρά χείλη του αιδοίου
έσω επιφάνεια των µεγάλων χειλέων του αιδοίου
κοίτη του νυχιού
το δέρµα των φρυδιών
θηλή του µαστού
µεγάλο τµήµα από το πτερύγιο του αυτιού

Είναι συνεσπειραµένοι αδένες µε σπειροειδές εκκριτικό τµήµα που βρίσκεται στο
κατώτερο τµήµα του δικτυωτού χορίου ή στο υποδόριο λίπος. Ο εκφορητικός πόρος εκβάλει
κατευθείαν στη επιφάνεια του δέρµατος, και αποτελείται από τρία τµήµατα, τον εσπειραµένο
χοριακό πόρο διαπλεκόµενο µε το εκκριτικό τµήµα, τον ευθύ χοριακό πόρο και τον ελικοειδή
ενδοεπιδερµικό πόρο.
Περίληψη : Τµήµατα εκφορητικού πόρου ιδρωτοποιών αδένων


εσπειραµένος χοριακός πόρος
ευθύς χοριακός πόρος
ελικοειδής ενδοεπιδερµικός πόρος

Το έκκριµα προέρχεται από το πλάσµα και έχει οµοιότητες µε αυτό. Είναι υδαρές,
άοσµο, υποτονικό µε pH 4-6,8, διάλυµα που περιέχει νάτριο, χλώριο, κάλιο, ουρία, λακτικό
οξύ.

18
Βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο χολινεργικών µεταγαγγλακών συµπαθητικών
νεύρων.
Περίληψη : Ιδρωτοποιοί αδένες








µικρότεροι από τους αποκρινείς αδένες
σπειροειδές εκκριτικό τµήµα
διαφορετική νεύρωση από τους αποκρινείς αδένες
αδένες µε αυλό
εκφορητικός πόρος µε τρία τµήµατα
ο εκφορητικός πόρος εκβάλει κατευθείαν στη επιφάνεια του δέρµατος
υδαρές έκκριµα, υποτονικό µε pH 4-6,8, διάλυµα
άοσµο έκκριµα
κάτω από τον έλεγχο των χολινεργικών µεταγαγγλιακών συµπαθητικών νεύρων

Οι ιδρωτοποιοί αδένες συντελούν:
1) Θερµορύθµιση.
2) Ενυδάτωση της κερατίνης στιβάδας.
3) ∆ιαµόρφωση όξινου pH στη επιφάνεια του δέρµατος.
4) Απεκκριτική λειτουργία, όπως συµβαίνει µε το οινόπνευµα και τα φάρµακα.
5) Οι εκφορητικοί πόροι στη επουλωτική λειτουργία .
Η ρύθµιση της θερµοκρασίας εξαρτάται από µια αλληλοεπίδραση µεταξύ αγγειακής
λειτουργίας και λειτουργίας ιδρωτοποιών αδένων. Με την αύξηση της θερµοκρασίας του
περιβάλλοντος προκαλείται µια αύξηση της αιµατικής κυκλοφορίας του αίµατος και της
λειτουργίας των ιδρωτοποιών αδένων. Η εξάτµιση του ιδρώτα προκαλεί µια µείωση της
θερµοκρασίας του σώµατος, µε αποτέλεσµα τη µείωση της δερµατικής αγγειακής
κυκλοφορίας και της λειτουργίας των ιδρωτοποιών αδένων.
1.2.6. Τα αγγεία του δέρµατος
Η δερµατική αιµατική κυκλοφορία βρίσκεται υπό τον έλεγχο του υποθαλάµου, και
χρησιµεύει στη θερµορύθµιση και ρύθµιση της πίεσης του αίµατος. Η ρύθµιση της
θερµοκρασίας εξαρτάται από µια αλληλοεπίδραση µεταξύ αγγειακής λειτουργίας και
λειτουργίας ιδρωτοποιών αδένων. Στο χόριο τα αγγεία σχηµατίζουν ένα επιφανειακό αγγειακό
πλέγµα το υποθηλώδες πλέγµα, ένα "εν τω βάθει" το υποδερµατικό αγγειακό πλέγµα. Στο
χόριο υπάρχουν επίσης δύο πλέγµατα λεµφαγγείων.
1.2.6.1. Αρτηρίες
Το δέρµα δέχεται αίµα από τα µεγάλα αγγεία που βρίσκονται στο υποδόριο. Από τα
αγγεία αυτά τα το αίµα διοχετεύεται σε δυο αγγειακά πλέγµατα, ένα επιφανειακό, το
επιφανειακό αρτηριακό πλέγµα και ένα βαθύτερο "εν τω βάθει" αρτηριακό πλέγµα. Τα δύο
πλέγµατα επικοινωνούν µεταξύ τους. Το "εν τω βάθει" αρτηριακό πλέγµα βρίσκεται στο όριο
δέρµατος και υποδέρµατος. Το επιφανειακό αρτηριακό αγγειακό πλέγµα βρίσκεται στο
θηλώδες χόριο και δίνει κλάδους που σχηµατίζουν ένα τριχοειδικό πλέγµα σε κάθε θηλή,
γύρω από κάθε τριχοθυλάκιο και σµηγµατογόνο αδένα. Σε κάθε θηλή το τριχοειδικό πλέγµα
σχηµατίζει την αγγειακή αγκύλη. Η αγγειακή αγκύλη αποτελείται από το αρτηριακό και από το
φλεβικό τµήµα.
Στο δέρµα των άκρων και σε µικρότερη έκταση στα άλλα σηµεία του σώµατος, στο
χόριο υπάρχουν πολλές αρτηριοφλεβικές αναστοµώσεις. Αυτές οι αναστοµώσεις επιτρέπουν
την παράκαµψη του δικτύου των τριχοειδών του επιφανειακού χορίου. Με αυτό τον τρόπο
αυξάνεται η φλεβική επιστροφή.
1.2.6.2. Φλέβες

19
Οι φλέβες εµφανίζουν την ίδια διάταξη µε τις αρτηρίες αλλά µε αντίστροφο φορά.
Σχηµατίζονται δύο δίκτυα, το επιφανειακό φλεβικό πλέγµα και το "εν τω βάθει " φλεβικό
πλέγµα.
1.2.6.3 Λεµφαγγεία
Το χόριο είναι πλούσιο σε λεµφαγγεία. Από κάθε θηλή τυφλά λεµφαγγεία εκβάλλουν
σε ένα πλέγµα που βρίσκεται κάτω από το δερµο- επιδερµικό σύνδεσµο το υποθηλώδες
λεµφικό πλέγµα, ακολούθως σε ένα βαθύτερο πλέγµα. Από αυτό το πλέγµα µεγαλύτερα
λεµφαγγεία µε βαλβίδες ακολουθούν τη πορεία των φλεβών δια µέσου του υποδορίου και
καταλήγουν στους επιχώριους λεµφαδένες.
Περίληψη : Αγγεία του δέρµατος



επιφανειακό αγγειακό πλέγµα
"εν τω βάθει " αγγειακό πλέγµα
αγγειακή αγκύλη
πλέγµατα λεµφαγγείων:
υποθηλώδες λεµφικό πλέγµα
ενδοχόριο λεµφικό πλέγµα

1.2.7. Νεύρα
Στο δέρµα διακρίνεται ένα προσαγωγό και ένα απαγωγό νευρικό τµήµα. Το
προσαγωγό τµήµα προέρχεται από το αυτόνοµο νευρικό σύστηµα και ρυθµίζει τη λειτουργία
των εξαρτηµάτων και αγγείων του δέρµατος. Το απαγωγό νευρικό τµήµα είναι υπεύθυνο για
τη αισθητική λειτουργία.
Περίληψη : Nεύρα του δέρµατος

απαγωγά νεύρα (αισθητική λειτουργία)
προσαγωγά νεύρα (ρύθµιση της λειτουργίας των εξαρτηµάτων, αγγείων)

Στο απαγωγό νευρικό τµήµα διακρίνονται οι ελεύθερες νευρικές απολήξεις, νευρικές
απολήξεις σε σχέσει µε τις τρίχες και νευρικές απολήξεις µε µορφή κάψας. Οι τριχικοί θύλακοι
διαθέτουν ένα πλούσιο δίκτυο εµµύελων νευρικών ινών. Από αυτές άλλες καταλήγουν στα
κύτταρα του Merkel στο έξω κολεό, άλλες σαν σταθερές απολήξεις στο ινώδη θύλακα της
τρίχας.
Ελεύθερες νευρικές απολήξεις εµµύελες και αµύελες, εισέρχονται στη επιδερµίδα και
φθάνουν στη κοκκιώδη στιβάδα. Πιστεύεται ότι χρησιµεύουν στη αίσθηση της θερµοκρασίας,
κνησµού, του πόνου. Άλλες εµµύελες νευρικές ίνες καταλήγουν σε απολήξεις που έρχονται
σε επαφή µε τα κύτταρα του Merkel. Πιστεύεται ότι λειτουργούν σαν υποδοχείς της αφής.
Περίληψη : Απαγωγά νεύρα του δέρµατος


ελεύθερες νευρικές απολήξεις
ελεύθερες νευρικές απολήξεις σε σχέση µε τις τρίχες
νευρικές απολήξεις µε µορφή κάψας
Οι νευρικές απολήξεις µε µορφή κάψας είναι οι ακόλουθες:
1) Τα σωµάτια του Meissner. Βρίσκονται στο θηλώδες χόριο και είναι άφθονες στις
ράγες των δακτύλων Η κάψα του σωµατίου του Meissner προέρχεται από το

20

2)
3)
4)
5)

περινεύριο. Έχουν ωοειδές σχήµα και είναι οριζοντίως διατεταγµένα. ∆ιαθέτουν
εµµύελες και αµύελες ίνες. Χρησιµεύουν στη αίσθηση της αφής.
Τα σωµάτια του Pacini για την αίσθηση των ισχυρών πιέσεων και της δόνησης. Αυτά
τα σωµάτια βρίσκονται στο υποδόριο λίπος στα πέλµατα, τις παλάµες και γύρω από
την γεννητική περιοχή.
Τα σωµάτια του Krause βρίσκονται κάτω από την επιδερµίδα, χρησιµεύουν στη
αίσθηση του ψυχρού.
Τα σωµάτια του Ruffini βρίσκονται στο και χόριο χρησιµεύουν στη αίσθηση της
θερµότητας.
Τα σωµάτια του Golgi-Mazzoki. Βρίσκονται στο υπόδερµα των δακτύλων,
περιπρωκτική χώρα και επιπεφυκότα πιθανώς για τη αίσθηση ελαφρών πιέσεων.

Περίληψη : Νευρικές απολήξεις µε µορφή κάψας




σωµάτια
σωµάτια
σωµάτια
σωµάτια
σωµάτια

του Meissner (αίσθηση αφής)
του Krause (αίσθηση ψυχρού)
του Ruffini (αίσθηση θερµότητας)
του Golgi-Mazzoki (αίσθηση ελαφρών πιέσεων)
του Pacini ( αίσθηση ισχυρών πιέσεων και δονήσεων)

1.3. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΟΥ ∆ΕΡΜΑΤΟΣ
Το δέρµα εκτός του ότι καλύπτει το σώµα, προστατεύει από µηχανικές κακώσεις. Σε
αυτό συντελεί όχι µόνο η κερατίνη στιβάδα µε πάχος της, αλλά και γενικώς το δέρµα µε τη
ανθεκτικότητα και ελαστικότητα του. Από τους χηµικούς παράγοντες το δέρµα προστατεύεται
µε την κερατίνη στιβάδα και το όξινο pH της επιφανείας του δέρµατος. Χάρις στα ρυθµιστικά
συστήµατα της επιφανείας του δέρµατος διατηρείται σταθερό το pH.
Επίσης παρέχει προστασία από τις υπεριώδεις ακτίνες, ιονίζουσα
ακτινοβολία και από το ρεύµα. Για το φάσµα των υπεριωδών ακτίνων µεταξύ 290-320
nm (UVB), δηλαδή στο φάσµα που προκαλείται το ηλιακό έγκαυµα η µελανίνη αποτελεί
αποτελεσµατικό φραγµό. Η προστασία αυτή εξαρτάται από το τύπο δέρµατος. Αυτό όµως δεν
συµβαίνει για µεγαλύτερα µήκη όπως µεταξύ 320-400 nm (UVA). Η UVA ακτινοβολία και
γενικά µήκη πάνω από 320 nm περνούν τα τζάµια. Το δέρµα εκτός της µελανίνης έχει και
άλλους µηχανισµούς αµύνης, όπως ο µηχανισµός επανόρθωσης του DNA του επιδερµικού
κυττάρου που έχει υποστεί βλάβη, πάχυνση της επιδερµίδας.
Προστατεύει από το κρύο και τη θερµότητα σαν µονωτικό µέσο, ανεξάρτητα από την
θερµορυθµιστική του ιδιότητα.
Το δέρµα συντελεί στη διατήρηση του σταθερού ισοζυγίου του νερού και αδιαπερατότητα
έναντι του νερού.
Αποτελεί φραγµό στους µικροοργανισµούς µε την κερατίνη στιβάδα και µε το όξινο
pH.
H ανοσοποιητική λειτουργία του δέρµατος οφείλεται κυρίως στα κύτταρα του
Langerhans, κερατινοκύτταρα της µε την παραγωγή κυτταροκινών, λεµφοκύτταρα,
µαστοκύτταρα.
To δέρµα έχει µεταβολική, απεκκριτική και απορροφητική λειτουργία, όπως συµβαίνει
µε τη σύνθεση βιταµίνης D, τη απέκκριση και απορρόφηση φαρµάκων.
Με το δέρµα χάρις στα νευρικά σωµατίδια και τις νευρικές απολήξεις είναι δυνατή η αίσθηση
του ψυχρού, θερµού, πόνου, κνησµού, γαργαλισµού, δονήσεων, ισχυρών και ελαφρών
πιέσεων.
Περίληψη : Λειτουργίες του δέρµατος

προστατευτική λειτουργία, προστασία από:
µηχανικές κακώσεις
χηµικούς παράγοντες

21









υπεριώδη ακτινοβολία
ιονίζουσα ακτινοβολία
ρεύµα
κρύο
θερµότητα
θερµορυθµιστική ιδιότητα
διατήρηση του σταθερού ισοζυγίου του νερού
αδιαπερατότητα έναντι του νερού
φραγµός στους µικροοργανισµούς
µεταβολική λειτουργία
απεκκριτική λειτουργία
απορροφητική λειτουργία
ανοσοποιητική λειτουργία δέρµατος
αισθητήριο όργανο

2. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ∆ΕΡΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ
2.1. ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Συνήθως αρχίζει η εξέταση του ασθενούς µε το ιστορικό. Καµιά φορά για να πάρει
κανείς µια ιδέα του προβλήµατος, προηγείται η κλινική εξέταση του δέρµατος.
Το ιστορικό περιλαµβάνει τα ακόλουθα:
1. Στοιχεία του ασθενούς
2. Παρούσα νόσος: Που, πότε άρχισε και πως έγινε η εξάπλωση. Ποια ήταν η αρχική
εµφάνιση της νόσου. Συνωδά συµπτώµατα όπως κνησµός, καύσος, πόνος.
Παράγοντες που επηρεάζουν τη νόσο, όπως εποχή, συνήθειες, επάγγελµα, φυτά,
ζώα, περιβάλλον, τροφή, φάρµακα, κατοικία, ταξίδι, κ.λ.π. Άµεσα σχετιζόµενα
συµπτώµατα, όπως εάν προηγήθηκε πυρετός, ασθένειες. ∆ιευκρίνιση εάν άρχισαν
τα συµπτώµατα και η νόσος µετά τη λήψη ή µη λήψη φαρµάκου ή µετά από δείγµα
εντόµου.
3. Ιστορικό προηγούµενων δερµατοπαθειών
4. Προηγούµενη και τρέχουσα φαρµακευτική αγωγή
5. Ατοµικό ιστορικό
6. Οικογενειακό ιστορικό
7. Κοινωνικό ιστορικό
Περίληψη : Ιστορικό ασθενούς







στοιχεία ασθενούς
παρούσα νόσος
ιστορικό προηγουµένων δερµατοπαθειών
προηγούµενη φαρµακευτική αγωγή
τρέχουσα φαρµακευτική αγωγή
ατοµικό ιστορικό
οικογενειακό ιστορικό
κοινωνικό ιστορικό

2.2. ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ
Η κλινική εξέταση του δερµατολογικού ασθενούς γίνεται µε καλό φωτισµό και µε τη
χρήση µεγεθυντικού φακού. Η εξέταση περιλαµβάνει τη επισκόπηση και ψηλάφηση των
δερµατικών βλαβών, τις ειδικές δερµατολογικές εξετάσεις, συστηµατική αντικειµενική εξέταση
του ασθενούς.

22

Περίληψη : Κλινική εξέταση δερµατολογικού ασθενούς



επισκόπηση δερµατικών βλαβών
ψηλάφηση δερµατικών βλαβών
ειδικές δερµατολογικές εξετάσεις
συστηµατική αντικειµενική εξέταση του ασθενούς
Η κλινική εξέταση συµπληρώνεται από:
1. Τη Βιοψία.
2. Eργαστηριακές εξετάσεις όπως ιστολογική εξέταση, ειδικές ιστοχηµικές µέθοδοι,
κυτταρολογικός έλεγχος, µικροβιολογικές και βιοχηµικές ειδικές εξετάσεις κλπ.
3. Έλεγχος αλλεργικών αντιδράσεων µε επιδερµικές δοκιµασίες όπως τα Patch tests
(εφαρµογή αλλεργιογόνων στο δέρµα για 24 ώρες και έλεγχος µετά 24, 48, 72 και 96
ώρες), επιδερµικές δοκιµασίες δια σκαριφισµού (Prick tests), φωτοβιολογικές
δοκιµασίες (Photo test).
4. Λυχνία του Wood (υπεριώδης ακτινοβολία), για τον έλεγχο δερµατiκών λοιµώξεων.
5. Ειδικές εξετάσεις τριχών (τριχοριζόγραµµα).
6. Φαρµακoλογικές δοκιµασίες.
7. Γνωµοδότηση από γιατρούς άλλων ειδικοτήτων όπως Ωτορινολαρυγγολόγου,
Παθολόγου, Γυναικολόγου, Ψυχιάτρου κλπ. Πολλές δερµατοπάθειες οφείλονται σε
συστηµατικές ασθένειες ή προκαλούνται από ορισµένες παθήσεις, λοιµώξεις, όπως
συµβαίνει στη σταγονοειδή ψωρίαση, που συχνά προκαλείται από το β-αιµολυτικό
στρεπτόκοκκο.

Περίληψη : Εξετάσεις που συµπληρώνουν τη κλινική εξέταση






βιοψία
εργαστηριακές εξετάσεις
επιδερµικές δοκιµασίες
Λυχνία του Wood
φωτοβιολογικές εξετάσεις
φαρµακολογικές δοκιµασίες
γνωµοδότηση από γιατρούς άλλων ειδικοτήτων

2.2.1. Επισκόπηση όλου του δέρµατος
Η κλινική εξέταση περιλαµβάνει αρχικά µια επισκόπηση όλου του δέρµατος, µε καλό
φωτισµό. Με αυτό τον τρόπο διαπιστώνει κανείς εάν οι δερµατικές βλάβες:
1) Ο αριθµός των βλαβών, δηλαδή εάν είναι µονήρεις ή πολλαπλές.
2) Την έκταση.
3) Κατανοµή βλαβών :
I)
Στα διάφορα τµήµατα του σώµατος και βλεννογόνων. Σηµαντικό είναι
επίσης να διαπιστώσει κανείς, εάν οι δερµατικές βλάβες είναι σε σηµεία
εκτεθειµένα στο ήλιο.
II)
Κατανοµή των βλαβών υπό µορφή σχηµάτων όπως δακτυλιοειδής
(δακτυλιοειδές κοκκίωµα), δισκοειδής (ψωρίαση, ερυθηµατώδης λύκος),
ταινιοειδής.(ταινιοειδής σκληροδερµία).
III)
Εάν ακολουθούν ορισµένα δερµοτόµια, τις γραµµές του Langer ή εάν
εντοπίζονται κατά µήκος των γραµµών του Blaschko (προέρχονται από
γραµµές µετατόπισης στα έµβρυα). Οι γραµµές του Langer είναι
διαφορετικές σε κάθε τµήµα του σώµατος. Αυτές οφείλονται στη φορά
τάσεως του δέρµατος και στη ελαστικότητα του δέρµατος. Σε
περιπτώσεις δερµατικών όγκων, βιοψίες κατά τις χειρουργικές
επεµβάσεις, για καλύτερα αισθητικά αποτελέσµατα, οι τοµές πρέπει να
γίνονται παράλληλα ή κατά µήκος αυτών. Σε πολλές δερµατοπάθειες οι
στοιχειώδεις βλάβες ακολουθούν τις γραµµές αυτές. Πολλές

23

IV)

γενοδερµατοπάθειες (συγγενείς δερµατοπάθειες) και σπίλοι (επιδερµικοί
σπίλοι), µερικές επίκτητες δερµατοπάθειες εντοπίζονται κατά µήκος των
γραµµών του Blaschko.
Οµαδοποίηση (συρροή) των στοιχειωδών δερµατικών βλαβών. Εάν οι
βλάβες συρρέουν ή εάν είναι διάσπαρτες ή σε οµάδες.

Περίληψη : Επισκόπηση όλου του δέρµατος



αριθµός δερµατικών βλαβών
έκταση δερµατικών βλαβών
κατανοµή δερµατικών βλαβών
οµαδοποίηση δερµατικών βλαβών

2.2.2. Τύπος δέρµατος
Εκτός από την εκτίµηση της ενυδατώσεως και παραγωγής σµήγµατος του δέρµατος
απαραίτητη είναι και η εκτίµηση και της αντίδρασης στο ήλιο. Μετά από έκθεση 30΄,
διακρίνονται οι εξής τύποι δέρµατος:
Τύπος δέρµατος Ι
Τύπος δέρµατος ΙΙ
Τύπος δέρµατος ΙΙΙ
Τύπος δέρµατος ΙV
Τύπος δέρµατος V
Τύπος δέρµατος VΙ

πάντοτε ερύθηµα, ποτέ µαύρισµα
πάντοτε ερύθηµα, καµιά φορά µαύρισµα
καµιά φορά ερύθηµα, πάντοτε µαύρισµα
ποτέ ερύθηµα, πάντοτε µαύρισµα
σκουρόχρωµες φυλές
νέγροι

2.2.3. Αναγνώριση στοιχειωδών βλαβών του δέρµατος
Tα δερµατολογικά νοσήµατα αποτελούνται από µορφολογικά στοιχεία, τις
στοιχειώδεις βλάβες του δέρµατος. Οι στοιχειώδεις βλάβες διακρίνονται σε πρωτογενείς και
δευτερογενείς. Οι πρωτογενείς στοιχειώδεις βλάβες εµφανίζονται σε υγιές δέρµα και είναι
αποτέλεσµα παθολογικών επεξεργασιών της νόσου. Οι δευτερογενείς βλάβες προέρχονται
από τις πρωτογενείς ή διαδέχονται αυτές.
Εξάνθηµα είναι το σύνολο των στοιχειωδών βλαβών στην επιφάνεια του δέρµατος,
ενώ το ενάνθηµα είναι η επανάληψη στοιχειωδών βλαβών στους βλεννογόνους.
Στο µονόµορφο εξάνθηµα παρατηρείται η επανάληψη ενός είδους στοιχειωδών
βλαβών, ενώ στο πολύµορφο εξάνθηµα παρατηρείται άθροισµα διαφόρων στοιχειωδών
βλαβών.
2.2.3.1. Πρωτογενείς στοιχειώδεις βλάβες
α) Ευρυαγγεία
Ευρυαγγεία είναι η διαστολή των τριχοειδών αγγείων.
β) Κηλίδα
Κηλίδα ονοµάζεται κάθε περιγεγραµµένη αλλαγή του χρώµατος του δέρµατος, που
δεν γίνεται αντιληπτή µε τη ψηλάφηση και βρίσκεται στο επίπεδο του φυσιολογικού δέρµατος.
Έχουν διάφορο µέγεθος.
∆ιακρίνονται τα εξής είδη κηλίδων:
1. Υπεραιµικές κηλίδες, που οφείλονται σε παροδική αγγειακή διαστολή.
2. Αγγειακές κηλίδες από οφείλονται σε µόνιµη αγγειακή διαστολή ή στο
σχηµατισµό νέων αγγείων ή σε υπερπλασία όπως συµβαίνει µε τις

24

3.

4.

5.
6.

ευρυαγγείες, αγγειακούς σπίλους, αστεροειδές αιµαγγείωµα, ωχρό οµαλό
αιµαγγείωµα.
Κηλίδες που οφείλονται σε έξοδο ερυθρών αιµοσφαιρίων στο δέρµα. Αυτές
ανάλογα µε το σχήµα και µέγεθος διακρίνονται σε πετέχιες που είναι µικρές
µέχρι µέγεθος φακής και στρογγυλές , τις εκχυµώσεις που είναι εκτεταµένες
και τις γραµµοειδής που ακολουθούν τις πτυχές του δέρµατος.
∆υσχρωµικές που οφείλονται σε µεταβολή της µελάχρωσης. Αυτές µπορεί να
είναι µελαγχρωµατικές (µέλασµα, σπίλοι), υποµελαγχρωµατικές
(ποικιλόχρους πιτυρίαση) και αυτές που χαρακτηρίζονται από τελεία έλλειψη
µελανίνης (λεύκη).
∆υσχρωµικές που οφείλονται σε εναπόθεση στο δέρµα άλλης χρωστικής
εκτός της µελανίνης όπως συµβαίνει µε το τατουάζ, ίκτερο.
Μερικοί χρησιµοποιούν τον όρο µεγάλη κηλίδα (Patch) για κηλίδες
µεγαλύτερες του 1 εκ.

γ) Βλάβες µε στερεά σύσταση
Βλατίδες
Η βλατίδα είναι περιγεγραµµένο, συµπαγές σε σύσταση, έπαρµα του δέρµατος µε
µέγεθος έως 1 cm (άλλοι το καθορίζουν έως 0,5 cm), που γίνεται αντιληπτό µε τη ψηλάφηση
και που βρίσκεται πάνω από το επίπεδο του φυσιολογικού δέρµατος.
Οι βλατίδες διακρίνονται σε επιδερµικές (µυρµηκιές, µολυσµατική τέρµινθος),
χοριακές (δευτερόγονος σύφιλη) ή µικτές (οµαλός λειχήνας).
Οζίδιο, όζος
Το οζίδιο είναι περιγεγραµµένο, σκληρό σε σύσταση, µε µέγεθος µεγαλύτερο από 1
cm και γίνεται αντιληπτό µε τη ψηλάφηση, σχηµατίζεται συνήθως στις βαθύτερες στιβάδες.
Μπορεί να προσβάλλονται η επιδερµίδα και το χόριο, ή υπόδερµα και χόριο, ή µόνο το
υπόδερµα. Οι όζοι διαφέρουν από τα οζίδια µόνο κατά το µέγεθος. Ο όρος όζος
χρησιµοποιείται για βλάβες µεγαλύτερες από 1,5 cm έως 6 cm περίπου.
Πλάκα
Πλάκα είναι περιγεγραµµένη, σκληρή σε σύσταση, ελαφρά επηρµένη βλάβη του
δέρµατος µε µέγεθος µεγαλύτερο από 1 cm, που γίνεται αντιληπτή µε τη ψηλάφηση και που
βρίσκεται συνήθως πάνω από το επίπεδο του φυσιολογικού δέρµατος. Μπορεί να
σχηµατισθεί από πάχυνση προϋπάρχουσας κηλίδας, όπως συµβαίνει µε τη σπογγοειδή
µυκητίαση, επέκταση βλατίδας ή συρροή βλατίδων όπως συµβαίνει στη ψωρίαση
Όγκοι
Οι όγκοι του δέρµατος είναι, επάρµατα διαφόρου σχήµατος, µεγέθους και
συστάσεως, που έχουν τη τάση να αυξηθούν. Έτσι χαρακτηρίζονται τα νεοπλάσµατα και
παίρνουν το όνοµα τους από το ιστό από όπου προέρχονται.
Ποµφός
Ο ποµφός είναι έπαρµα διαφόρου σχήµατος και µεγέθους που οφείλεται σε οίδηµα
στο χόριο ή υπόδερµα (αγγειονευρωτικό οίδηµα) , εµφανίζεται και εξαφανίζεται εντός ωρών.
Έχει χρώµα ερυθρό µε υπόλευκη κεντρική µοίρα, το οποίο γίνεται ιδιαίτερα αισθητό όταν
κανείς τεντώσει τα άκρα της δερµατικής βλάβης. Συνοδεύεται από κνησµό. Αποτελεί
χαρακτηριστική βλάβη στη κνίδωση.
Φύµατα
Το φύµα είναι περιγεγραµµένο υποεπιδερµικό , σαφώς αφοριζόµενο, ψηλαφητό
έπαρµα του δέρµατος µε µέγεθος από µερικά χιλιοστά µέχρι 1,5 cm περίπου, άλλοτε µαλακό
και άλλοτε σκληρό. Αυτή στοιχειώδης βλάβη δυνατόν να µην εξέχει του δέρµατος. Έχει

25
χρώµα ερυθροκίτρινο µέχρι ερυθροχάλκινο. Μετά από πίεση της βλάβης µε ανικειµενοφόρο
πλάκα παίρνει χρώµα πηκτής µήλων. Κατά την παρακέντηση µε βελόνα έχουµε την αίσθηση
ότι η βελόνα µπαίνει χωρίς αντίσταση (σηµείο κενοβάτησης). Εξελίσσεται αργά, έχει την τάση
να εξελκούνται και κατά την επούλωση αφήνει ουλή. Τα φύµατα απαντούν στο φυµατώδη
λύκο, σύφιλη, λέπρα, έκφυµα της ανατολής.
Κοµµιώµατα
Το κοµµίωµα είναι δερµατική βλάβη που βρίσκεται στις βαθιές στιβάδες του χορίου
και στο υπόδερµα µε µέγεθος περίπου από 1,5 cm - 6 cm. Στη αρχή είναι σκληρό, µετά
γίνεται µαλακό και τελικά συνήθως εξελκούνται. Κατά τη επούλωση αφήνει ουλή. Aπαντούν
στη φυµατίωση, κοµµιώµατα της τριτογόνου σύφιλης.
δ) Βλάβες µε στοιχεία που περιέχουν υγρό
Φυσαλίδα
Η φυσαλίδα είναι έπαρµα της επιδερµίδας µε κοιλότητα που περιέχει ορώδες ή αιµατηρό
υγρό. Έχει µέγεθος µέχρι 0,5 cm. Στον απλό έρπη και το οξύ έκζεµα ανευρίσκονται
φυσαλίδες.
Ποµφόλυγα
Η ποµφόλυγα είναι έπαρµα µε κοιλότητα που περιέχει ορώδες ή αιµατηρό υγρό. Έχει
µέγεθος µεγαλύτερο από 0,5 cm. Μπορεί να βρίσκεται κάτω από την κερατίνη στιβάδα (όπως
συµβαίνει στο ποµφολυγώδες µολυσµατικό κηρίο, δυσιδρωσικό έκζεµα) ή εντός της
επιδερµίδας (όπως συµβαίνει στη πέµφιγα) ή κάτω από την επιδερµίδα (όπως συµβαίνει στο
πεµφιγοειδές, ερπητοειδής δερµατίτις).
Φλύκταινα
Η φλύκταινα είναι µικρό έπαρµα µε κοιλότητα ή οποία περιέχει πυώδες υγρό και
περιβάλλεται από ερυθηµατώδη άλω. Το περιεχόµενο µπορεί να είναι µολυσµένο (όπως
συµβαίνει στη πυοδερµατίτιδα) ή άσηπτο (όπως συµβαίνει στη φλυκταινώδη ψωρίαση).
Ανάλογα µε τις θέσεις τους διακρίνονται στις επιδερµικές και τις δερµατικές φλύκταινες.
Κύστη
Είναι κοιλότητα που περιέχει υγρό ή σµήγµα, περιβάλλεται από µεµβράνη και
παρουσιάζει κλυδασµό. Η µεµβράνη είναι από συνδετικό ιστό και καµιά φορά επενδύεται µε
επιθήλιο. Οι κύστες προέρχονται κυρίως από αδένες του δέρµατος.
Περίληψη : Πρωτογενείς στοιχειώδεις βλάβες


ευρυαγγεία
κηλίδα
βλάβες µε στερεά σύσταση:
βλατίδα
οζίδιο, όζος
πλάκα
ποµφός
όγκος
φύµα
κοµµίωµα
βλάβες µε στοιχεία που περιέχουν υγρό:
φυσαλίδα
ποµφόλυγα
φλύκταινα
κύστης

26

2.2.3.2. ∆ευτερογενείς στοιχειώδεις βλάβες
Λέπια
Τα λέπια είναι κεράτινα πέταλα της επιδερµίδας, που προέρχονται από υπέρµετρη ή
παθολογική κερατινοποίηση. Σχηµατίζονται από κερατινοποιηθέντα κύτταρα ή από κύτταρα
που έχουν υποστεί παρακεράτωση ή και από τα δύο. Παρακεράτωση λέγεται η ύπαρξη
πυρήνων στα κύτταρα της κερατίνης στιβάδας.
Τα λέπια άλλοτε µεν πέφτουν εύκολα (όπως συµβαίνει στη ψωρίαση), άλλοτε δε είναι
στερεά προσκολληµένα (όπως συµβαίνει στον ερυθηµατώδη λύκο). Αναλόγως του µεγέθους
και του πάχους τους διακρίνονται σε πιτυρώδη (όπως συµβαίνει στη ποικιλόχρου πιτυρίαση),
αλευρώδη κ.λ.π. Τα λέπια διακρίνονται ως προς το χρώµα τους σε λευκά, αργυρόχροα,
κ.λ.π.
Εφελκίδες
Οι εφελκίδες σχηµατίζονται από την πήξη και αποξήρανση του εξιδρώµατος, που
προέρχεται από λύση της συνεχείας του δέρµατος. Το εξίδρωµα µπορεί να είναι ορώδες ή
αιµατηρό ή οροαιµατηρό.
∆ιάβρωση
∆ιάβρωση είναι η απώλεια των επιφανειακών στιβάδων µέχρι την βασική στιβάδα της
επιδερµίδας. Ιάται χωρίς ουλή, εκτός εάν µεσολαβήσει δευτεροπαθής µόλυνση.
Εκδορές είναι οι λύσεις της συνέχειας του δέρµατος µετά από τραυµατισµό.
∆ρυφάδες είναι γραµµοειδείς λύσεις του δέρµατος, σαν αποτέλεσµα του κνησµού.
Έλκωση
Έλκωση είναι η απώλεια όλων των στιβάδων συµπεριλαµβανοµένης και της βασικής
στιβάδας της επιδερµίδας. Ιάται µε το σχηµατισµό ουλής.
Ραγάδα
Η ραγάδα είναι επώδυνη, γραµµοειδής λύση της συνεχείας του δέρµατοςπου φθάνει
µέχρι το χόριο. Ανευρίσκεται κυρίως στα όρια δέρµατος και βλεννογόνου των φυσιολογικών
κοιλοτήτων, παλάµες και πέλµατα.
Ατροφία
Η ατροφία χαρακτηρίζεται από τη ελάττωση του αριθµού ή του όγκου ορισµένων ή
όλων των στοιχείων του δέρµατος. Το ατροφικό δέρµα είναι µαλακό, οι φυσιολογικές
γραµµώσεις της επιφανείας ελαττώνονται και σχηµατίζει εύκολα πτυχές που εξαλείφονται
αργά, λόγω της ελαττωµένης ελαστικότητας του. Η χροιά του ατροφικού δέρµατος είναι
λευκωπή ή ερυθροκυανή.
Ουλή
Η ουλή είναι νεοσχηµατισµένος συνδετικός ιστός, ο οποίος αντικαθιστά το δέρµα. Η
επιφάνεια της είναι λεία, στη αρχή χρώµα ρόδινο και αργότερα λευκωπό. Οι ουλές µπορεί να
είναι ατροφικές ή υπερτροφικές. Οι υπερτροφικές ουλές καλούνται χηλοειδή.
Λειχηνοποιήση
Λειχηνοποίηση είναι η παθολογική κατάσταση, όπου παρατηρείται έντονη πάχυνση
του δέρµατος µε παράλληλη έξαρση των πτυχώσεων του. Συνοδεύεται από έντονο κνησµό
που έχει σαν αποτέλεσµα τις πολλές δρυφάδες. Η λειχηνοποίηση απαντά προ πάντων σε
χρόνιες κνησµώδεις δερµατοπάθειες, εντοπισµένη νευροδερµατίτιδα, ατοπική δερµατίτιδα.

27

Σκλήρυνση
Σαφώς περιγεγραµµένη ή διάχυτη σκλήρυνση του δέρµατος που δεν πτυχούται.
Μπορεί να οφείλεται σε υπερπαραγωγή κολλαγόνου ή κυτταρική διήθηση του χορίου.
Περίληψη : ∆ευτερογενείς στοιχειώδεις βλάβες









2.2.4.

λέπια
εφελκίδες
διάβρωση
έλκωση
ραγάδα
ατροφία
ουλή
λειχηνοποίηση
σκλήρυνση
Μορφολογία των δερµατικών βλαβών

Εκτός από το τύπο των βλαβών και την επισκόπηση όλου του δέρµατος θα πρέπει
να προσδιορίζονται το χρώµα, µέγεθος και σχήµα, διάταξη, επιφάνεια, σύσταση, όρια των
στοιχειωδών βλαβών. Οι αποχρώσεις του δέρµατος παράγονται από τη µελανίνης,
φαιοµελανίνη, καροτένια, οξυαιµοσφαιρίνη, ελαττωµένη αιµοσφαιρίνη. Οι βλάβες µπορεί να
έχουν διάφορα σχήµατα όπως πολυγωνικό (βλατίδες οµαλού λειχήνα), δισκοειδές
(νοµισµατοειδές έκζεµα), ωοειδές (στη ροδόχρου πιτυρίαση). Ως προς τη διάταξη οι βλάβες
µπορεί να έχουν γραµµοειδή, δακτυλιοειδή, δικτυοειδή µορφή ή να είναι συρρέουσες. Η
επιφάνεια µπορεί να είναι λεία ή ανώµαλη και η σύσταση στερεή (συµπαγής) ή σκληρή ή
υπόσκληρη ή µαλακή. Τα όρια της βλάβης µπορεί να είναι σαφή όπως συµβαίνει στη
ψωρίαση ή ασαφή όπως συµβαίνει στο έκζεµα ή επηρµένα.
Περίληψη : Μορφολογία των δερµατικών βλαβών






απόχρωση
σχήµα
µέγεθος
διάταξη
επιφάνεια
σύσταση
όρια

2.2.5. Ενδείξεις φλεγµονής του δέρµατος
Οι ενδείξεις φλεγµονής του δέρµατος είναι η υπεραιµία σαν αποτέλεσµα
αγγειοδιαστολής µε το χαρακτηριστικό ερύθηµα, θερµότητα, οίδηµα, πόνο ή κνησµό,
διαταραχή της λειτουργίας του δέρµατος. Συνέπεια της φλεγµονής µε εξίδρωµα και κυτταρική
διήθηση είναι η διαταραχή της διαπερατότητας του δέρµατος.
Περίληψη : Ενδείξεις φλεγµονής του δέρµατος



ερύθηµα
οίδηµα
θερµότητα
κνησµός, πόνος

28

διαταραχή της λειτουργίας του δέρµατος

2.2.6. Ειδικές δερµατολογικές εξετάσεις
α) ∆ερµογραφισµός
∆ερµογραφισµός: είναι η συνήθης φυσιολογική κόκκινη αντίδραση (αγγειοδιαστολή
και ερύθηµα) του δέρµατος µετά από γραµµοειδή τριβή µε σκληρό αντικείµενο. Ο λευκός
δερµογραφισµός (συστολή αγγείων) παρατηρείται σε ατοπικά άτοµα, ο κόκκινος
δερµογραφισµός µε ποµφό στο κέντρο σε άτοµα µε προκλητή κνίδωση ή κνιδωτικό
δερµογραφισµό (Urticaria facticia). Στο κνιδωτικό δερµογραφισµό έχουµε αρχικά
αγγειοδιαστολή και ερύθηµα, ακολούθως διάχυση και έγχυση ορού στο δέρµα µε τη
δηµιουργία ποµφού.
β) ∆ερµατοσκόπιο
Το δερµατοσκόπιο µεγεθύνει τις δερµατικές βλάβες 10Χ. Είναι µικροσκοπική εξέταση
µε αντανάκλαση του φωτός. Η δερµατική βλάβη υγραίνεται µε παραφίνη ή λάδι ελιάς.
Χρησιµοποιείται κυρίως για τον έλεγχο σπίλων και µελανώµατος.
γ) ∆ιασκόπηση
∆ιασκόπηση είναι η πίεση της επιφανείας του δέρµατος µε αντικειµενοφόρο πλάκα.
Με τη πίεση αυτή µπορεί να µεταβάλλεται το χρώµα του δέρµατος όπως στο φυµατιώδη λύκο
όπου παίρνει χρώµα πυκτής µύλου.
δ) Απολέπιση
Η απολέπιση µε ξέστρο. Με αυτό τον τρόπο εκτιµάται το είδος της απολέπισης και
εάν προσφύονται τα λέπια στερεά.
ε) Τριβή του δέρµατος
Η τριβή του δέρµατος µε το αντίχειρα. Η αποκόλληση της επιδερµίδας µε τη τριβή
λέγεται σηµείο Nikolsky. Στη πέµφιγα είναι θετικό το σηµείο αυτό.
στ) Λυχνία του Wood (υπεριώδες φως)
Ο φωτισµός ορισµένων δερµατικών βλαβών προκαλεί φωσφορίζουσα χροιά. Η
χαρακτηριστική φθορίζουσα χροιά της πάσχουσας περιοχής εξαρτάται από το µύκητα ή
µικροοργανισµό: πράσινο χρώµα στον άχωρα, κίτρινο στη µικροσπόρωση, κίτρινο καφέ στη
ποικιλόχρου πιτυρίαση, κόκκινο του κοραλλιού στο ερύθρασµα.
Περίληψη : Ειδικές δερµατολογικές εξετάσεις





δερµογραφισµός
εξέταση µε δερµατοσκόπιο
διασκόπηση
απολέπιση µε ξέστρο
τριβή του δέρµατος
εξέταση µε τη λυχνία του Wood (υπεριώδες φως)

3. ΒΑΚΤΗΡΙ∆ΙΑΚΕΣ ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ∆ΕΡΜΑΤΟΣ

29
Τα βακτηρίδια είναι υπεύθυνα για ένα µεγάλο αριθµό παθήσεων του δέρµατος.
Καταστάσεις που ευνοούν µια ανοσοκαταστολή είναι προδιαθεσικοί παράγοντες για µια
λοίµωξη. Η κλινική εικόνα παρουσιάζει µεγάλη ποικιλία ανάλογα µε το µικροοργανισµό που
είναι υπεύθυνος, τη θέση και τη ανοσολογική κατάσταση του ατόµου. Οι πυοδερµιές είναι
φλεγµονές του δέρµατος και εξαρτηµάτων που οφείλονται σε πυογόνους κόκκους, όπως ο
χρυσίζων σταφυλόκοκκος και οι στρεπτόκοκκοι της οµάδας Α. Οι σταφυλόκοκκοι µπορεί να
αποικίζουν το δέρµα ή παροδικά ή µόνιµα όπως στη µύτη, µασχάλες, περινεϊκή χώρα. Τα
νεογέννητα είναι ιδιαίτερα τρωτά διότι παρουσιάζουν ελάχιστη προστατευτική χλωρίδα στο
δέρµα. Όλα τα στελέχη στρεπτόκοκκων της οµάδας Α είναι αιµολυτικά. ∆εν εποικίζουν το
φυσιολογικό δέρµα επειδή τα ελεύθερα λιπαρά οξέα εµποδίζουν την ανάπτυξη των
στρεπτόκοκκων της οµάδας Α. Ο εποικισµός και η λοίµωξη προϋποθέτουν τη καταστροφή
της οµοιοστασίας και της συνέχειας της επιδερµίδας. Οι στρεπτόκοκκοι της οµάδας Β
εποικίζουν τους βλεννογόνους. Άλλοι µικροοργανισµοί που µπορεί να προκαλέσουν σοβαρές
φλεγµονές του δέρµατος είναι τα µυκοβακτηρίδια, κορυνοβακτηρίδια, σπειροχαίτες και τα
αναερόβια βακτηρίδια.
3.1. ΜΟΛΥΣΜΑΤΙΚΟ ΚΗΡΙΟ (IMPETIGO)
Ορισµός
Είναι µιας συχνή µεταδοτική µολυσµατική επιφανειακού τύπου λοίµωξη του
δέρµατος. Προσβάλλονται κατά κανόνα παιδιά.
Αιτιολογία
Το µολυσµατικό κηρίο οφείλεται είτε στο χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο (κηρίο του
Bochart), ή στο β-αιµολυτικό στρεπτόκοκκο της οµάδας Α (κηρίο του Tilbury Fox) ή και στους
δύο (κηρίο του Darier).
Οι βλάβες που οφείλονται σε στρεπτόκοκκο χαρακτηρίζονται κυρίως από φυσαλίδες,
ενώ αυτές που οφείλονται σε χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο από χαλαρές ποµφόλυγες.
Το ζεστό και υγρό κλίµα, οι συνθήκες διαβίωσης, ο συγχρωτισµός, µικροί τραυµατισµοί, το
έκζεµα δηµιουργούν ευνοϊκές συνθήκες ανάπτυξης της νόσου. Μικροεπιδηµίες µπορεί να
εµφανισθούν στους παιδικούς σταθµούς και δηµοτικά σχολεία.
Κλινική εικόνα
Αρχίζει µε φυσαλίδα µε κόκκινη άλω που µεταβάλλεται σε φλύκταινα ή µε φυσαλίδα
που γρήγορα εξελίσσεται σε χαλαρή ποµφόλυγα (σηµείο Νikolsky αρνητικό). Μερικές φορές
οι ποµφόλυγες παραµένουν άθραυστες 2-3 ηµέρες, µε κίτρινο πύον. Ακολούθως σπάζουν και
δηµιουργούνται εφελκίδες όµοιες µε σταγόνες από µέλι. Οι βλάβες εξαπλώνονται σε κάθε
σηµείο του δέρµατος, κυρίως όµως στο πρόσωπο. Με την εξάπλωση δηµιουργούνται
πολυκυλικές ή κυκλικές πλάκες που καλύπτονται µε µελιτόχροες εφελκίδες και µε νέες βλάβες
στη περιφέρεια. Συνήθως η προσβολή είναι επιδερµική και µε τη αποδροµή των βλαβών δεν
υπολείπονται ουλές. Όταν η µόλυνση είναι βαθύτερη, κάτω από την εφελκίδα υπολείπεται ένα
αβαθές έλκος γνωστό σαν έκθυµα. Είναι πιο συχνό τροπικά κλίµατα και συχνά εντοπίζεται
στα κάτω άκρα µετά από δείγµατα εντόµων.
Μερικές φορές τρεις εβδοµάδες µετά τη λοίµωξη εµφανίζεται νεφρίτιδα, που οφείλεται
σε νεφροτοξικά στελέχη του στρεπτόκοκκου.
∆ιαφορική διάγνωση
Μη ποµφολυγώδες µολυσµατικό κηρίο: η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τη
περιστοµατική δερµατίτιδα, ψώρα, αλλεργική δερµατίτις εξ επαφής, δερµατοφυτία, απλός
έρπης, έρπης ζωστήρας, εκδορές, σµηγµατορροϊκή δερµατίτις.
Ποµφολυγώδες µολυσµατικό κηρίο: η διαφορική διάγνωση θα γίνει από η
διαφορική διάγνωση θα γίνει από το εγκαύµατα, πέµφιγα, πεµφιγοειδές, ερπητοειδής
δερµατίτις, βακτηριδιακή θυλακίτις, αλλεργική δερµατίτις εξ επαφής, απλός έρπης, έρπης
ζωστήρας, εκδορές, σµηγµατορροϊκή δερµατίτις.

30
Ιστολογική εικόνα
Υποκεράτιος φυσαλίδα, ποµφόλυγα µεταξύ κερατίνης και κοκκώδους στιβάδας,
γεµάτα ινική και πολυµορφοπύρηνα µε φλεγµονώδη διήθηση του χορίου.
Εργαστηριακές εξετάσεις
Σε άµεσα επιχρίσµατα βλέπουµε Gram θετικούς κόκκους. Καλλιέργεια από τις βλάβες
και αντιβιόγραµµα. Σε λοίµωξη µε στρεπτόκοκκο είναι αυξηµένος ο τίτλος της
Αντιστρεπτολυσίνης και τα αντισώµατα κατά της αντιδεοξυριβονουκλεάσης Β και της
αντιϋαλουρονιδάσης αυξάνονται. Επίσης είναι απαραίτητος και ο εργαστηριακός έλεγχος για
το αποκλεισµό σπειραµατονεφρίτιδας (µεµονωµένα τρεις εβδοµάδες µετά τη λοίµωξη µπορεί
να εµφανισθεί νεφρίτιδα).
Θεραπεία
Αποµάκρυνση των εφελκίδων µε αντισηπτικό σαπούνι ή αντισηπτικά ή οξυζενέ ή
φυσιολογικό ορό.
Αντιβιοτικά τοπικά ή συστηµατικά.
Τοπική θεραπεία µε αντιβιοτικά όπως η µουπιροσίνη, τρείς φορές την ηµέρα για επτά
έως δέκα ηµέρες.
Με τη χρήση κατάλληλων αντιβιοτικών συστηµατικά, για επτά έως δέκα ηµέρες η
νόσος υποχωρεί γρήγορα. Ο στρεπτόκοκκος υποχωρεί συνήθως στη συστηµατική θεραπεία
µε πενικιλλίνη, ερυθροµικίνη ή κλαριθροµυκίνη ή ροξιθροµυκίνη. Οι σταφυλόκοκκοι είναι
συνήθως ανθεκτικοί και το αντιβιοτικό εκλογής είναι η φλουκλοξακυκλίνη και το φουκιδικό οξύ.
Περίληψη : Μολυσµατικό κηρίο





Υπεύθυνος µικροοργανισµός:β-αιµολυτικός στρεπτόκοκκος ή χρυσίζων
σταφυλόκοκκος ή και τα δύο.
Επιδηµιολογία:1) παιδιά, 2) µικροεπιδηµίες.
Προδιαθεσικοί παράγοντες: Υγρό και ζεστό κλίµα, µικροί τραυµατισµοί, χαµηλή
υγιεινή.
Κλινική εικόνα: αρχικά φυσαλίδες ή ποµφόλυγες, αργότερα πλάκες µε µελιτόχροες
εφελκίδες.
Εργαστηριακές εξετάσεις: εξέταση υλικού για την ανεύρεση Gram θετικών κόκκων σε
αντικειµενοφόρο πλάκα και καλλιέργεια, αυξάνονται τα αντισώµατα κατά της
αντιδεοξυριβονουκλεάσης Β και της αντιϋαλουρονιδάσης, αντιστρεπτολύνη Ο.
Θεραπεία: αποµάκρυνση εφελκίδων, τοπική αντισηψία, τοπικά ή συστηµατικά
αντιβιοτικά (πενικιλλίνη, ερυθροµυκίνη, κλαριθροµυκίνη, ροξιθροµυκίνη, φουκιδικό
οξύ, φλουκλοξακυκλίνη).
3.2. ΕΚΘΥΜΑ (ECTHYMA)

Ορισµός
Θεωρείται µορφή του µολυσµατικού κηρίου. Χαρακτηρίζεται από εξέλκωση που
καλύπτεται από εφελκίδα.
Αιτιολογία
Οφείλεται στο β-αιµολυτικό στρεπτόκοκκο οµάδας Α και στο σταφυλόκοκκο
κοαγκουλάση θετικό.
Εµφανίζεται σε παιδιά και σε ενηλίκους, µετά από δείγµατα εντόµων, µετά από µικρό
τραυµατισµό σε άτοµα µε φλεβίτιδα, σε διαταραχές της αιµάτωσης και άλλες δερµατοπάθειες.
Στις τροπικές χώρες συχνά εντοπίζεται στα κάτω άκρα µετά από δείγµατα εντόµων.
Προδιαθεσικοί παράγοντες είναι υποσιτισµός και χαµηλή υγιεινή.

31
Κλινική εικόνα
Αρχίζει µε φυσαλίδα ή ποµφόλυγα µε ερυθηµατώδη βάση και άλω. Η βλάβη
επεκτείνεται περιφερικά και σε λίγες ηµέρες δηµιουργείται ένα έλκος που καλύπτεται µε
καφεοειδή εφελκίδα. Μετά τη αφαίρεση της εφελκίδες αποκαλύπτεται ένα έλκος µε απότοµα
διηθηµένα χείλη και κοκκιωµατώδη βάση.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τις εξελκώσεις και διαβρώσεις, παρασιτική κνήφη
µε διαβρώσεις, όψιµη δερµατική πορφύρα (ράχη χεριών).
Εργαστηριακές εξετάσεις
Όπως στο µολυσµατικό κηρίο.
Θεραπεία
Όπως στο µολυσµατικό κηρίο. Τοπική θεραπεία µε αντισηπτικά και αντιβιοτικά. Σε
δύσκολες περιπτώσεις συστηµατική θεραπεία µε αντιβιοτικά.
Περίληψη : Έκθυµα


Υπεύθυνος µικροοργανισµός:β-αιµολυτικός στρεπτόκοκκος ή κοαγκουλάση θετικός
σταφυλόκοκκος ή και τα δύο.
Επιδηµιολογία:1) ενήλικες και παιδιά, 2) συχνά µετά από δείγµατα εντόµων και
µικρούς τραυµατισµούς ιδίως σε έδαφος φλεβίτιδας και διαταραχές της αιµάτωσης,
Προδιαθεσικοί παράγοντες: Υγρό και ζεστό κλίµα, µικροί τραυµατισµοί, υποσιτισµός
και χαµηλή υγιεινή.
Κλινική εικόνα: αρχικά φυσαλίδες ή ποµφόλυγες, ακολούθως έλκος καλυµµένο µε
καφεοειδείς εφελκίδες.
Εργαστηριακές εξετάσεις: εξέταση υλικού για την ανεύρεση Gram θετικών κόκκων σε
αντικειµενοφόρο πλάκα και καλλιέργεια, αντισώµατα κατά της
αντιδεοξυριβονουκλεάσης Β και της αντιϋαλουρονιδάσης αυξάνονται,
αντιστρεπτολυσίνη Ο.
Θεραπεία: αποµάκρυνση εφελκίδων, τοπική αντισηψία, τοπικά ή συστηµατικά
αντιβιοτικά.
3.3. ΤΟΞΙΚΗ ΕΠΙ∆ΕΡΜΙΚΗ ΝΕΚΡΟΛΥΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΦΥΛΟΚΟΚΚΟ
(STAPHYLOCOCCAL SCALDED SKIN SYNDROME)

Ορισµός
Είναι η κατάσταση που χαρακτηρίζεται από τη εκτεταµένη αποφολίδωση του
δέρµατος.
Αιτιολογία
Προκαλείται από µία επιδερµολυτική εξωτοξίνη που παράγεται από το σταφυλόκοκκο
(οµάδα ΙΙ, τύπος 71). Παρουσιάζεται σε νεογέννητα και νήπια. Φαίνεται ότι είναι µια
ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση του ασθενούς. Εµφανίζεται και σε παιδιά που δεν έχουν
ανοσοσφαιρίνες και σε ανοσοκατεσταλµένους ενήλικες. Αποτελεί µια γενικευµένη µορφή του
εντοπισµένου µολυσµατικού κηρίου. Συχνά εµφανίζεται µετά από ποµφολυγώδες
µολυσµατικό κηρίο ή µέση ωτίτιδα ή φαρυγγίτιδα.
Κλινική εικόνα

32
Προηγείται πυρετός και έντονο καύσος στο δέρµα. Ακολουθεί εξάνθηµα που
παρατηρείται κυρίως περιπρωκτικά και γύρω από το στόµα, µετά κατανέµεται κυρίως στο
πρόσωπο, λαιµό, µασχάλες, βουβωνικές χώρες. Το εξάνθηµα χαρακτηρίζεται από ερύθηµα
και ποµφόλυγες. Στη κλινική εικόνα κυριαρχεί το ερύθηµα. Σε µία έως τρεις ηµέρες ο ασθενής
παρουσιάζει διάχυτο ερύθηµα µε πλαδαρές ποµφόλυγες. Το σηµείο Nikolsky είναι θετικό σε
κλινικά υγιές δέρµα. Οι ποµφόλυγες σπάνε εύκολα, αποκαλύπτοντας διαβρώσεις που
µοιάζουν µε έγκαυµα και αποφολίδωση της επιδερµίδας. ∆εν προσβάλλονται οι βλεννογόνοι.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τη τοξική επιδερµική νεκρόλυση ή σύνδροµο
Lyell, σύνδροµο Kawasaki, ερπητικό έκζεµα ή ανεµευλογιοειδές εξάνθηµα των KaposiJuliusberg.
Θεραπεία
Έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία µε το κατάλληλο αντιβιοτικό µετά από καλλιέργεια
και αντιβιόγραµµα.
Περίληψη : Τοξική επιδερµική νεκρόλυση από σταφυλόκοκκο
• Υπεύθυνος µικροοργανισµός: επιδερµολυτική τοξίνη του σταφυλόκοκκου οµάδας 2.
• Επιδηµιολογία:1) νεογέννητα και νήπια µε ατοµική ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση, 2)
παιδιά µε έλλειψη ανοσοσφαιρινών, 3) ανοσοκατασταλµένοι ενήλικες.
• Κλινική εικόνα: πυρετός και αίσθηµα καύσους ακολουθούµενο από εκτεταµένη
αποφολίδωση της επιδερµίδας
• Θεραπεία: συστηµατικά αντιβιοτικά.
3.4. ΘΥΛΑΚΙΤΙ∆Α (FOLLICULITIS)
Ορισµός
Η θυλακίτις είναι µια οξεία φλεγµονή του τριχοσµηγµατογόνου θυλάκου, που ανάλογα
µε το βάθος χαρακτηρίζεται σε επιπολής και εν τω βάθει.
Αιτιολογία
Συνήθως οφείλεται στο χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο. Οι θυλακίτιδες µπορεί επισης να
οφείλονται σε άλλα βακτηρίδια όπως ψευδοµονάδα (pseudomonas aeruginosa), Gram
αρνητικά βακτηρίδια. Επίσηςνα οφείλονται σε µύκητες όπως τριχόφυτο, κάντιντα,
πιτυρόσπορο,καθώς και σε παράσιτα όπως demodex folliculorum.
Μπορεί να παρουσιασθεί µετά από µικρό τραυµατισµό όπως αποτρίχωση, µετά από
θεραπεία µε κορτικοστεροειδή ιδίως µε κλειστή περίδεση. Η ανοσοκαταστολή προκαλεί
ευνοϊκές συνθήκες ανάπτυξης της νόσου. Επιπολής θυλακίτις στείρα µικροβίων παρατηρείται
από ορυκτέλαια, παράγωγα της πίσσας κ. α.
Κλινική εικόνα
Στις επιπολής θυλακίτιδες αρχικά γύρω από τις τρίχες εµφανίζονται κόκκινες βλατίδες
που µετατρέπονται σε φλύκταινες που περιβάλλονται από κόκκινη άλω. Οι φλύκταινες
σπάζουν και σχηµατίζονται εφελκίδες. Ιώνται χωρίς να αφήσουν ουλές. Η επιπολής θυλακίτις
µπορεί να επεκταθεί σε εν τω βάθει.
Η επιπολής θυλακίτις συχνά παρατηρείται σε δασύτριχα άτοµα, κυρίως στα κάτω
άκρα.
Στη εν τω βάθει θυλακίτις δηµιουργείται σκληρή και επώδυνη διόγκωση. Επειδή η
φλεγµονή είναι βαθύτερα µπορεί να δηµιουργηθεί απόστηµα, µε αποτέλεσµα τη καταστροφή
του θυλάκου της τρίχας µε µόνιµη αλωπεκία.
Η σύκωση του γενείου είναι µια εν τω βάθει θυλακίτιδα. Εδώ οι βλάβες συρρέουν και
σχηµατίζουν επώδυνες πλάκες.

33
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τις δίαφορες βλατιδώδεις δερµατοπάθειες, χηλοειδή,
ψευδοθυλακίτιδα, δοθιήνα και ψευδάνθρακα.
Θεραπεία
Σε ελαφρές µορφές τοπική θεραπεία µε αντισηπτικά και αντιβιοτικά όπως η
µουπιροσίνη . Σε βαρύτερες µορφές συστηµατική θεραπεία µε αντιβιοτικά. Το κατάλληλο
αντιβιοτικό δίνεται µετά από η λήψη υλικού για καλλιέργεια και αντιβιόγραµµα. Τα αντιβιοτικά
εκλογής είναι ερυθροµυκίνη, φλουκλοξακυκλίνη.
Περίληψη : Θυλακίτις


Υπεύθυνος µικροοργανισµός: συνήθως χρυσίζων σταφυλόκοκκος
Κλινικά εικόνα: Στην επιπολής θυλακίτιδα γύρω από τις τρίχες κόκκινες βλατίδες,
µετά φλύκταινες που περιβάλλονται από κόκκινη άλω. Στην εν τω βάθει θυλακίτιδα
δηµιουργείται σκληρή και επώδυνη διόγκωση
Θεραπεία: αντισηπτικά, τοπικά ή συστηµατικά αντιβιοτικά.
3.5. ΨΕΥ∆ΟΘΥΛΑΚΙΤΙ∆Α ΤΟΥ ΓΕΝΕΙΟΥ
(PSEUDOFOLLICULITIS BARBAE)

Ορισµός
Είναι µηχανική κάκωση της επιδερµίδας από τις σκληρές τρίχες του γενείου που
εισέρχονται µέσα σ΄αυτή.
Αιτιολογία
Οι τρίχες πρίν ή µετά την ανάδυση τους από την επιδερµίδα, ανακάµπτουν και
εισχωρούν µέσα σ΄αυτή µε αποτέλεσµα τη µηχανική κάκωση.
Κλινική εικόνα
Το εξάνθηµα χαρακτηρίζεται από φλεγµονώδεις ερυθρές βλατίδες που σταδιακά
µετατρέπονται σε φλυκταινίδια, µεγέθους ολίγων χιλιοστών. Οι βλάβες εντοπίζονται κυρίως
στο λαιµό και σπάνια στις παρειές, είναι σκληρές σε σύσταση και ενοχλητικές.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τις δίαφορες βλατιδώδεις δερµατοπάθειες, χηλοειδή,
θυλακίτιδα, δοθιήνα και ψευδάνθρακα.
Θεραπεία
Στον ασθενή προτείνουµε τη διακοπή του ξυρίσµατος µέχρι να ελεγχθεί η φλεγµονή.
Εξαγωγή του εµβυθισµένου τµήµατος της τρίχας. Αποφυγή βαθέως ξυρίσµατος (χρήση
ξυριστικής µηχανής ή ξυραφάκια που κόπτουν τις τρίχες λίγο µετά την έκφυση), ξύριµα κατά
την φορά των τριχών µε παχύ αφρό ξυρίσµατος, ακολούθως ενυδατική λοσιόν. Tοπική
εφαρµογή αντιβιοτικών µε τη µορφή διαλύµατος ή κρέµας, αντισηπτικά.
Σε περιπτώσεις που η δεν αντιµετοπίζεται η ψευδοθυλακίτις αποψίλωση των τριχών
που προκαλούν την µηχανική κάκωση µε laser.
Περίληψη : Ψευδοθυλακίτις του γενείου

Αιτιολογία: Μηχανική κάκωση από τις τρίχες

34

Κλινικά εικόνα: Στο λαιµό και σπάνια στις παρειές γύρω από τις τρίχες κόκκινες
βλατίδες, µετά φλύκταινες.
Θεραπεία: ∆ιακοπή ξυρίσµατος ή αποψίλωση ή τοπικά αντιβιοτικά ή αντισηπτικά.
3.6. ∆ΟΘΙΗΝΑΣ, ΨΕΥ∆ΑΝΘΡΑΞ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΗΜΑ
(FURUNCLE, CARBUNCLE AND ABSCESS)

Ορισµός
∆οθιήνας είναι οξεία εν τω βάθει φλεγµονή του τριχικού θυλάκου. Ψευδάνθραξ είναι
συνάθροιση στη ίδια περιοχή δυο ή περισσοτέρων δοθιηνών. ∆οθιήνωση είναι η
καθ΄υποτροπή εµφάνιση δοθιηνών.
Αιτιολογία
Ο δοθιήνας και ο ψευδάνθραξ οφείλονται στο χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο. Μικροί
τραυµατισµοί, ο σακχαρώδης διαβήτης, η ανοσοκατστολή, η παχυσαρκία, η ατοπική
δερµατίτις, ο υποσιτισµός, χαµηλή υγιεινή είναι συνθήκες που ευνοούν τη ανάπτυξη δοθιηνών
και ψευδανθράκων.
Κλινική εικόνα
Ο δοθιήνας αρχίζει σαν βλατίδα και εξελίσσεται σε κόκκινο, επώδυνο, οζίδιο. Στο
κέντρο του οποίου αναπτύσσεται µια φλύκταινα που περιέχει λευκοκίτρινο πύο. Μετά λίγες
ηµέρες το οζίδιο µαλακώνει (απόστηµα µε κλειδασµό) και η φλύκταινα σπάζει και εξέρχεται
έµβολο από νεκρωµένους ιστούς και πύον. Ο ψευδάνθραξ είναι µία φλεγµονή τριχικών
θυλάκων που γειτνιάζουν.
Ο ασθενής µπορεί να πάσχει έντονα και να εµφανίζει πυρετό και να έχει διογκωµένους
λεµφαδένες.
Στη δοθιήνωση η επέκταση της φλεγµονής στους γύρω ιστούς και η περιχαράκωση
αυτής, έχει σαν αποτέλεσµα τη δηµιουργία αποστήµατος. Το απόστηµα είναι οζίδιο ή όζος ,
το οποίο στην αρχή είναι σκληρό, ακολούθως µαλακύνεται και κλυδάζει. Σχηµατίζεται
φλύκταινα στη κορυφή του οζιδίου ή όζου και παροχετεύεται το περιεχόµενο.
Επιπλοκές από τη είσοδο µικροβίων στο αίµα είναι οστεοµυελίτιδα, ενδοκαρδίτιδα,
απόστηµα εγκεφάλου, κ.α. µεταστατικές φλεγµονώδεις εστίες
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από κύστες, ιδρωταδενίτιδα ή hidradenitis suppurativa,
ερπητική λοίµωξη.
Θεραπεία
Τοπικά διάλυµα ιωδίου 1-2%, αντισηπτικά, τοπικά αντιβιοτικά όπως η µουπιροσίνη.
Όταν ωριµάσει ο δοθιήνας πρέπει να διοχετεύεται το πύον. Συστηµατική θεραπεία µε
αντιβιοτικά µε ερυθροµυκίνη ή φλουκλοξακυκλίνη είναι συνήθως αποτελεσµατικές, η
θεραπεία πρέπει όµως να τροποποιείται όταν παρουσιάζεται ανθεκτικότητα µετά από
καλλιέργεια και αντιβιόγραµµα.
Περίληψη : ∆οθιήνας και ψευδάνθραξ



Υπεύθυνος µικροοργανισµός: χρυσίζων σταφυλόκοκκος
Κλινικά χαρακτηριστικά: ∆οθιήνας είναι εν τω βάθει φλεγµονή του τριχικού θυλάκου.
Αρχικά σχηµατίζεται κόκκινη βλατίδα, µετά κόκκινο, επώδυνο οζίδιο. Ακολούθως
φλύκταινα κεντρικά στο οζίδιο. Ψευδάνθραξ είναι η συνάθροιση δοθιηνών.
Προδιαθεσικοί παράγοντες: ανοσοκαταστολή, σακχαρώδης διαβήτης, παχυσαρκία,
µικρά τραύµατα, χαµηλή υγιεινή, υποσιτισµός.
Θεραπεία: αντισηπτικά, τοπικά και συστηµατικά αντιβιοτικά.

35

3.7. ΕΡΥΣΙΠΕΛΑΣ (ERYSIPELAS)
Ορισµός
Είναι οξεία φλεγµονή του χορίου και άνω υποδερµατικού ιστού.
Αιτιολογία
Οφείλεται συνήθως σε λοίµωξη µε β-αιµολυτικό στρεπτόκοκκο της οµάδας Α, σπάνια
σε άλλα βακτηρίδια. Το σηµείο εισόδου µπορεί να είναι αµυχή ή διάβρωση όχι απαραίτητα
ορατή, προϋπάρχουσα δερµατοπάθεια όπως µυκητίαση των δακτύλων, ωτίτιδα, χειρουργική
επέµβαση, δόντι.
Μπορεί να εµφανισθεί σε οποιαδήποτε ηλικία, ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι οι αλκοολικοί,
οι υποσιτιζόµενοι, ασθενείς µε παραπρωτεϊναιµία είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι. Συχνά εµφανίζεται
σε ηλικιωµένους, σε ασθενείς µε οίδηµα κνηµών και σε ασθενείς µε λεµφοίδηµα.
Κλινική εικόνα
Η νόσος εκδηλώνεται ξαφνικά µε γενικά συµπτώµατα όπως κακουχία πυρετός, ρίγος
τα οποία µπορεί να εµφανισθούν πριν εµφανισθεί η δερµατική βλάβη. Η φλεγµονή µπορεί να
είναι σε οποιοδήποτε σηµείο του σώµατος, συνήθως προσβάλλονται µονόπλευρα πρόσωπο
ή κνήµη. Η προσβεβληµένη περιοχή είναι ερυθρού χρώµατος, επώδυνη, οιδηµατώδης,
στιλπνή και διηθηµένη, θερµή στη ψηλάφηση. Το οίδηµα οδηγεί συχνά σε ποµφόλυγες και
διαβρώσεις. Οι επιχώριοι λεµφαδένες ψηλαφώνται διογκωµένοι.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από την κύτταρίτιδα, θρόµβωση εν τω βάθει φλεβών,
θροµβοφλεβίτιδα, δερµατίτιδα εκ στάσεως, οζώδες ερύθηµα, σταθερό φαρµακευτικό
εξάνθηµα, χρόνιο µεταναστευτικό ερύθηµα.
Εργαστηριακές εξετάσεις
Στο ερυσίπελα παρατηρείται λευκοκυττάρωση, τα αντιδραστήρια άµεσης ανίχνευσης
του αντιγόνου είναι θετικά. Αυξηµένα µπορεί να είναι τα αντισώµατα κατά της
αντιδεοξυριβονουκλεάσης Β και αντιυλαουρονιδάσης, αντιστρεπτολυσίνης Ο, ΤΚΕ.
Η καλλιέργεια προσφέρει λίγη βοήθεια, διότι το στρεπτόκοκκο σπάνια µπορούµε να
αποµονώσουµε.
Θεραπεία
Απαντά θεαµατικά στη παρεντερική χορήγηση κρυσταλλικής πενικιλλίνης. Απαντά
επίσης στη θεραπεία µε µακρολίδες (ερυθροµυκίνη ή ροξιθροµυκίνη ή κλαριθροµυκίνη). Σε
περιπτώσεις υποτροπών µπορεί να χορηγηθεί πενικιλίνη σε χαµηλές δόσεις ή ερυθροµυκίνη
για µήνες ή συνδιασµός µακρολίδων µε τετρακυκλίνες.
Τοπική θεραπεία επιθέµατα µε ελαφρά αντισηπτικά.
Επίσης σηµαντικό είναι να θεραπεύεται η εστία λοίµωξης που αποτελεί το σηµείο
εισόδου του µικροοργανισµού.
Περίληψη : Ερυσίπελας

Υπεύθυνος µικροοργανισµός: κυρίως ο β-αιµολυτικός στρεπτόκοκκος
Κλινική εικόνα: Είναι οξεία φλεγµονή του χορίου και άνω υποδερµατικού ιστού. Η
δερµατική βλάβη είναι επώδυνη, κόκκινη, οιδηµατώδης και κατά τη ψηλάφηση είναι
θερµή. Οι επιχώριοι λεµφαδένες µπορεί να είναι διογκωµένοι και επώδυνοι. Συχνά
µονόπλευρη στο πρόσωπο και κνήµες, µπορεί να εµφανισθεί σε οποιοδήποτε σηµείο
του σώµατος.

36


Εργαστηριακές εξετάσεις: λευκοκυττάρωσης και τα αντιδραστήρια άµεσης
ανίχνευσης του αντιγόνου είναι θετικά. Αυξηµένα µπορεί να είναι τα αντισώµατα κατά
της αντιδεοξυριβονουκλεάσης Β και αντιϋαλουρονιδάση, αντιστρεπτολυσίνη Ο.
Προδιαθεσικοί παράγοντες: αλκοολικοί, υποσιτιζόµενοι, ασθενείς µε
παραπρωτείναιµία, λεµφοίδηµα, οίδηµα κνηµών.
Θεραπεία: παρεντερική χορήγηση κρυσταλλικής πενικιλλίνης, συστηµατική θεραπεία
µε µακρολίδες.
3.8. ΕΡΥΘΡΑΣΜΑ (ERYTHRASMA)

Ορισµός
Είναι µια ήπια, εντοπισµένη παρατριµµατική δερµατική βλάβη, δηλαδή δερµατική
βλάβη µεταξύ δυο απέναντι ευρισκοµένων επιφανειών.
Αιτιολογία
Οφείλεται στο κορυνοβακτηρίδιο το ελαχιστότατο (Corynobacterium minutissimum).
Παρατηρείται συχνότερα σε παχύσαρκους, σε υγρά και θερµά κλίµατα.
Κλινική εικόνα
Είναι σαφώς αφοριζόµενες πλάκες µε χρώµα καστανέρυθρο ή ερυθρόφαιο, µε
ελαφρώς λεπιδώδη και ρυτιδωµένη επιφάνεια. Το µέγεθος τους µπορεί να είναι από εκατοστό
και άνω. Η νόσος µπορεί να είναι ασυµπτωµατική ή κνησµώδης.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από δερµατοφυτίες, ποικιλόχρου πιτυρίαση,
καντιντίαση δέρµατος, σµηγµατορροϊκή δερµατίτιδα, ανάστροφη ψωρίαση ή ψωρίαση των
πτυχών.
Εργαστηρικές εξετάσεις
Στη λυχνία του Wood φθορίζουν µε χρώµα κοραλλιού. Στα άµεσα επιχρίσµατα
ανευρίσκονται Gram θετικοί ραβδόµορφοι µικροοργανισµοί . Σε καλλιέργεια µε κατάλληλα
υλικά αποµονώνεται ο µικροοργανισµός.
Θεραπεία
Συστηµατική θεραπεία µε ερυθροµυκίνη. Τοπικά θεραπεία µε ιµιδαζόλες.
Περίληψη : Ερύθρασµα




Υπεύθυνος µικροοργανισµός: το κορυνοβακτηρίδιο το ελαχιστότατο.
Κλινικά χαρακτηριστικά: Είναι παρατριµµατική δερµατική βλάβη, καστανέρυθρη ή
ερυθρόφαια πλάκα.
Προδιαθεσικοί παράγοντες: παχυσαρκία
Εργαστηριακές εξετάσεις: στη λυχνία του Wood φθορισµός µε χρώµα κοραλλιού, στα
άµεσα επιχρίσµατα Gram θετικοί ραβδόµορφοι µικροοργανισµοί, καλλιέργεια
ξεσµάτων για τη αποµόνωση τους.
Θεραπεία: συστηµατική θεραπεία µε ερυθροµυκίνη, τοπική θεραπεία µε ιµιδαζόλες

3.9. ΦΥΜΑΤΙΩΣΗ ΤΟΥ ∆ΕΡΜΑΤΟΣ (CUTANEOUS TUBERCULOSIS)

37
Αιτιολογία και επιδηµιολογία
Στη φυµατίωση του δέρµατος η µόλυνση µε το µυκοβακτηρίδιο του Koch γίνεται, είτε
µε εξωγενείς παράγοντες (πρωτοµόλυνση, αναµόλυνση), είτε µε ενδογενείς εν ενεργεία
παράγοντες (αποβαλλόµενα βακτηρίδια µε πτύελα και κόπρανα, αιµατογενώς, λεµφογενώς).
Επιδηµιολογία
Η συνηθέστερη µορφή φυµατίωσης του δέρµατος είναι ο κοινός φυµατιώδης λύκος.
Είναι συχνότερος στις γυναίκες σε σχέση µε τους άνδρες (2:1).
Σήµερα η σοβαρότητα της νόσου έχει µειωθεί πολύ, εξ αιτίας της βελτίωσης των
συνθηκών υγιεινής, του προληπτικού εµβολιασµού µε BCG, και φυσικά την ανακάλυψη
αποτελεσµατικών αντιφυµατικών φαρµάκων.
Κλινική εικόνα
Στην πρωτογενή εξωγενή φυµατίωση ανευρίσκονται οι σύστοιχοι αδένες διογκωµένοι.
Η δερµατική φυµατίωση διακρίνεται στις τυπικές φυµατιώσεις όπου ανευρίσκονται βακτηρίδια
του Koch και τις φυµατίδες όπου δεν ανευρίσκονται βακτηρίδια του Koch και αποτελούν
αυξηµένη δερµατική ανοσολογική αντίδραση προς τη νόσο. Στις φυµατίδες µυκοβακτηρίδιο
εντοπίζεται σε αποµακρυσµένες περιοχές. Στις τυπικές φυµατιώσεις η ιστολογική εικόνα είναι
τυπική του φυµατίου, αντίθετα στις φυµατίδες βρίσκεται µόνο η εικόνα του φυµατίου και αυτή
όχι πάντοτε.
Στις τυπικές φυµατιώσεις περιγράφονται οι ακόλουθες µορφές:
1) Το Φυµατιώδες έλκος παρατηρείται επί πρωτοµολύνσεως. Οι επιχώριοι
λεµφαδένες µετά από 5-15 ηµέρες διογκούνται.
2) Ο κοινός λύκος: Εδώ η µόλυνση γίνεται είτε ενδογενώς, είτε εξωγενώς.
Στοιχειώδης βλάβη του φυµατώδους λύκου είναι το λυκικό φύµα ή λύκωµα, που εντοπίζεται
συνήθως στις παρειές, τη ρίνα, στα άνω άκρα και τους γλουτούς, καθώς επίσης και στους
βλεννογόνους της στοµατικής κοιλότητας, της ρινός και των οφθαλµών.
Στοιχειώδης βλάβη είναι το λυκικό φύµα, το οποίο όπως εξ άλλου όλα τα φύµατα,
εδράζεται στο χόριο και είναι βλάβη ηµιδιαφανής, µαλακή στην σύσταση και χροιάς
υποκίτρινης. Είναι επώδυνο µόνο στην πίεση και µε παρακέντηση αιµορραγεί εύκολα. Τα
φύµατα συρρέουν και σχηµατίζουν πλάκες µε ακανόνιστη περιφέρεια και διάφορο µέγεθος.
Νέα φύµατα εξακολουθούν να εµφανίζονται καθ' όλη την διάρκεια της νόσου ιδίως στην
περιφέρεια της βλάβης. Κατά την διασκόπηση τα λυκηκά φύµατα δίνουν χαρακτηριστική
εικόνα σάπιου µήλου.
Η νόσος µερικές φορές επιπλέκεται µε πυογόνους κόκκους, οπότε παρατηρούνται
βλάβες µολυσµατικού κηρίου ή ερυσυπέλατος. Σοβαρή τέλος επιπλοκή θεωρείται το
ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα που αναπτύσσεται συνήθως στις ουλές.
3)
Η διάσπαρτη κεχροειδής φυµατίωση, χαρακτηρίζεται από βλατίδες,
φυσαλίδες αιµορραγικού περιεχοµένου και φλύκταινες.
4)
Η ελκωτική φυµατίωση παρατηρείται σε άτοµα που πάσχουν από ενεργό
φυµατίωση των σπλάχνων. Εντοπίζεται κυρίως στο στόµα.
5)
Η µυρµηκιώδης φυµατίωση και το ανατοµικό φύµα: Η µυρµηγκιώδης
φυµατίωση είναι βλάβη που αποτελείται από τρεις οµόκεντρες ζώνες. Η έσω ζώνη είναι σε
αποδροµή, παρατηρούνται λίγα κεράτινα και θηλωµατώδη επάρµατα. Στην µέση ζώνη
ανευρίσκονται πολλαπλές συρρέουσες µυρµηγκιώδεις επεξεργασίες, καλυπτόµενες µε
κερατίνη ουσία η εφελκίδες και βγαίνει πύο µετά από πίεση. Η περιφερική ζώνη είναι εν
επέκταση, χαρακτηρίζεται από διηθηµένο ιώδη δακτύλιο. Το ανατοµικό φύµα είναι βλαστική
επεξεργασία µε µυρµηγκιώδη όψη. Παλαιότερα συχνή σε φοιτητές ιατρικής και γιατρούς,
εντοπιζόταν στο δείκτη δεξιού χεριού).
6)
Μυκητοειδής και βλαστική φυµατίωση, χαρακτηρίζεται από το σχηµατισµό
όζων, κυρίως στα άκρα, τράχηλο, πρόσωπο. Οι όζοι σχηµατίζοναι από στόµια συριγγίων,
από υποκείµενη αδενίτιδα ή τενοντοθηκίτιδας. Ακολούθως γίνονται µαλακοί και εξελκούνται.
Τελικά προκύπτουν βλαστικές µορφές.
Φυµατιώδη κοµµιώµατα ή χοιράδωσις, χαρακτηρίζονται από φυµατιώδη κοµµιώµατα.
Παρατηρείται κυρίως σε άτοµα µε φυµατίωση οστών, αρθρώσεων και γαγγλίων. Η κύρια
εντόπιση είναι ο τράχηλος, σπανιότερα το πρόσωπο.
Στις φυµατίδες περιγράφονται οι ακόλουθες:

38
1) Η λειχηνοειδής φυµατίωση ή χοιραδικός λειχήνας, χαρακτηρίζεται από
βλατίδες του οµαλού λειχήνα και θυλακικές, κεράτινες βλατίδες χρώµατος
ερυθρού ή ερυθροφαίου.
2) Η βλατιδονεκρωτική φυµατίωση
3) Το σκληρό ερύθηµα του Bazin, χαρακτηρίζεται από σκληρούς όζους στο
κάτω τριτηµόριο των κνηµών.
4) Κεχροειδής διάσπαρτος λύκος του προσώπου, χαρακτηρίζεται από
διάσπαρτες βλατίδες και φύµατα διαµέτρου µερικών χιλιοστών.
.
∆ιακρίνονται οι ακόλουθες µορφές του κοινού λύκου:
1) Οµαλός ή κατά πλάκες ή αγελαίος λύκος: Είναι η πλέον συνήθης µορφή. Τα
λυκικά φύµατα συρρέουν και σχηµατίζουν πλάκες ερυθροίώδους χροιάς, οι οποίες
επεκτείνονται βραδέως προς την περιφέρεια και καλύπτονται από λέπια, εφελκίδες ή τέλος
ουλές και ατροφία.
2) Ελκωτικός λύκος ή κατατρώγων ή Vorax : Στη µορφή αυτή οι βλάβες είναι
ελκωτικές ευθύς εξ αρχής µε γρήγορη εξέλιξη και τελικό αποτέλεσµα τις παραµορφώσεις και
τους ακρωτηριασµούς.
3) ∆ιάσπαρτος λύκος: Απαντάται συνήθως µετά την αποδροµή λοιµώδους
νοσήµατος. Χαρακτηρίζεται από µονήρη φύµατα διάσπαρτα στον κορµό και τα άκρα που
µερικές φορές υποχωρούν χωρίς θεραπεία.
4) Επηρµένος λύκος: Οι πλάκες αποτελούνται από µαλακά ευµεγέθη φύµατα, που
εντοπίζονται κυρίως στα λοβία των αυτιών και είναι επηρµένες.
5) Ερυθηµατοφυµατώδης λύκος: Χαρακτηρίζεται κυρίως από την παρουσία λεπιών
και την τάση να προκαλέσει ουλώδη ατροφία χωρίς να προηγηθεί έλκωση.
Κατά την πρωτοµόλυνση σχηµατίζεται το φυµατιώδες έλκος.
Κατά την αναµόλυνση αναλόγως της ανοσολογικής αντίδρασης ανευρίσκοναι οι ακόλουθες
βλάβες:
1) Στην ελαττωµένη αντίσταση η υπεργία η ανεργία: διάσπαρτος
κεχροειδής φυµατίωση, ελκωτική φυµατίωση.
2) Στη µέτρια η κανονική αντίδραση: φυµατώδης λύκος,
µυρµηγκιώδης φυµατίωση, µυκητοειδής και βλαστική φυµατίωση,
φυµατιώδη κοµµιώµατα η χοιράδωσις.
3) Στην αυξηµένη αντίδραση ή υπερεργία: φυµατίδες
Ιστολογική εικόνα
Παρατηρείται αντίδραση από λεµφοκύτταρα, γιγαντοκύτταρα τύπου ξένου σώµατος,
επιθηλιωειδή κύτταρα και ελάχιστες δικτυωτές ίνες, ενώ απουσιάζουν τελείως οι ελαστικές
ίνες ( φυµάτιο του Koster).
Μερικές φορές µε την χρώση των Ζiehl-Nilsen είναι δυνατή η ανεύρεση µεµονωµένων
µυκοβακτηριδίων της φυµατίωσης.
∆ιάγνωση
Αυτή βασίζεται κυρίως στην κλινική εικόνα (λυκικά φύµατα) και στην ιστοπαθολογική
εικόνα (φυµάτιο του Koster). Η διαφοροδιάγνωση γίνεται συνήθως από τον χρόνιο
ερυθηµατώδη λύκο, από την σαρκοείδωση, από την τριτόγονο σύφιλη (συφιλιδικό κοµµίωµα),
από την νόσο του Hansen, από την στρεπτοκοκκική υποδερµατίτιδα, από τις
βλαστοµυκητιάσεις καθώς και τις εν τω βάθει µυκητιάσεις.
Θεραπεία
Η θεραπεία του φυµατώδη λύκου καθώς και των άλλων µορφών φυµατίωσης,
συνίσταται σε αντιφυµατική αγωγή τοπική και γενική.
Η τοπική θεραπεία στηρίζεται στην διαθερµοπηξία, στην τοπική εφαρµογή
διαλύµατος ή αλοιφής Παρα-αµινο-σαλικυλικού οξέος ΡΑS.
Στη συστηµατική θεραπεία, συνήθως γίνεται συνδυασµός τριών ή περισσοτέρων φαρµάκων,
καλή θα ήταν η συνεργασία και µε τους πνευµονολόγους. Συνήθως χορηγούνται:

39
στρεπτοµυκίνη, ισονιαζίδη (ΙΝΗ) ή διανικοτύλη , παρα-αµινο-σαλικυλικό οξύ, ριφαµπικίνη και
εθαµβουτάλη.
Περίληψη: Φυµατίωση του δέρµατος

Αιτιολογία: µυκοβακτηρίδιο του Koch

Κλινική εικόνα
Τυπικές φυµατιώσεις:
Το Φυµατιώδες έλκος
Ο κοινός λύκος (στοιχειώδης βλάβη είναι το λυκικό φύµα)
Η διάσπαρτη κεχροειδής φυµατίωση
Η ελκωτική
Η µυρµηκιώδης φυµατίωση και το ανατοµικό φύµα
Μυκητοειδής και βλαστική φυµατίωση
Φυµατιώδη κοµµιώµατα ή χοιράδωσις
Μορφές του κοινού λύκου:
1.Οµαλός ή κατά πλάκες ή αγελαίος λύκος
2.Ελκωτικός λύκος ή κατατρώγων ή Vorax
3.∆ιάσπαρτος λύκος
4.Επηρµένος λύκος
5.Ερυθηµατοφυµατώδης λύκος
Φυµατίδες:
1.Η λειχηνοειδής φυµατίωση ή χοιραδικός λειχήνας
2.Η βλατιδονεκρωτική φυµατίωση
3.Το σκληρό ερύθηµα του Bazin
4.Κεχροειδής διάσπαρτος λύκος του προσώπου
Κατά την αναµόλυνση:
1.Κατά την ελαττωµένη αντίσταση η υπέργια η ανέργια: διάσπαρτος κεχροειδής
φυµατίωση, ελκωτική φυµατίωση.
2.Κατά την µέτρια η κανονική αντίδραση: φυµατώδης λύκος, µυρµηγκιώδης
φυµατίωση, µυκητοειδής και βλαστική φυµατίωση, φυµατιώδη κοµµιώµατα η
χοιράδωσις.
3.Κατά την αυξηµένη αντίδραση ή υπερέργια: φυµατίδες

Θεραπεία: Συνδιασµός αντιφυµατικών φαρµάκών.

3.10. ΝΟΣΟΣ ΤΟΥ LYME (LYME BORRELIOSIS)
Ορισµός
Είναι νόσος που αρχικά προσβάλει το δέρµα και ακολούθως αρθρώσεις, νευρικό
σύστηµα, καρδιά. Οφείλεται στη Borrelia burgdorferi και µεταδίδεται µε τον κρότωνα.
Αιτιολογία
Οφείλεται στην σπειροχαίτη borrelia burgdorferi που φυσιολογικά φιλοξενείται στους
κρότωνες ιδιαίτερα του γένους ixodes. Η νόσος περιγράφτηκε για πρώτη φορά στις Ηνωµένες
Πολιτείες της Αµερικής στα 1983 και πήρε το όνοµα της από την οµώνυµη πόλη των ΗΠΑ
Lyme.
Κλινική εικόνα

40
Μετά από το δήγµα του κρότωνα συνήθως στα ακάλυπτα µέρη του σώµατος,
ανευρίσκεται το χρόνιο µεταναστευτικό ερύθηµα. Στο σηµείο του ενοφθαλµισµού
σχηµατίζεται µονήρης δερµατική βλάβη µε την µορφή ερυθηµατώδους κηλίδας που
επεκτείνεται δακτυλιοειδώς. Κεντρικά παίρνει χροιά ερυθροϊώδες και µπορεί να είναι
διηθηµένο ή ποµφολυγώδες ή νεκρωτικό.
Μερικές φορές συνοδεύεται από τοπική φλεγµονή και λεµφαγγειίτιδα, καθώς και
πυρετό. Η δερµατική βλάβη παίρνει συνήθως προοδευτικά µεγάλες διαστάσεις. Επίσης στα
αρχικό στάδιο της νόσου του Lyme, στο πρώτο στάδιο, µπορεί να παρατηρηθεί µεµονωµένο
δερµατικό λεµφοκυττάρωµα, υπό µορφή όζου ή πλάκας.
Στο πρώτο στάδιο µπορεί εκτός των αναφερθέντων δερµατικών εκδηλώσεων και
γενικά συµπτώµατα όπως πυρετός, πονοκέφαλος αδυναµία, φωτοφοβία.
Στο δεύτερο στάδιο ανευρίσκονται νευρολογικές, καρδιολογικές διαταραχές,
αρθραλγία, µυαλγία.
Στο τρίτο στάδιο, χρόνια µορφή της νόσου, εκτός των νευρολογικών διαταραχών,
υπάρχει και η χρόνια ατροφική ακροδερµατίτιδα. Αρχικά το δέρµα στα άκρα είναι
ερυθροϊώδες και οιδηµατώδες, ακολούθως διηθηµένο και τελικά ατροφικό. Περισσότερο
προσβάλλονται τα κάτω άκρα. Στις αρθρώσεις παρατηρούνται ινώδεις όζοι
Άλλες δερµατικές βλάβες που µπορεί να ανεβρεθούν στη νόσο του Lyme
είναι: κνίδωση, υποδόριο οζίδια, εξάνθηµα στη περιοχή των ζυγωµατικών οστών.
Η σοβαρότητα των δερµατικών βλαβών δεν είναι µεγάλη, η συνύπαρξη όµως των
δερµατικών βλαβών µε νευρολογικές διαταραχές όπως µηνιγγίτιδα ή χρόνια νευρολογική
συνδροµή, καρδιολογικές διαταραχές όπως µυοκαρδίτιδα και αρθρίτιδας αποτελούν την νόσο
του Lyme.
Η διάγνωση της νόσου στηρίζεται στην ανεύρεση αντισωµάτων στη σπειροχαίτη τόσο
στον ορό του ασθενούς, όσο και στην περιοχή των δερµατικών βλαβών.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση του χρόνιου µεταναστευτικού ερυθήµατος θα γίνει από τη
ροδόχρου πιτυρίαση, παρασιτική κνήφη, κνίδωση, πολύµορφο ερύθηµα, τριχοφυτίαση,
σταθερό φαρµακευτικό εξάνθηµα.
Του δερµατικού λεµφώκυττάρωµα από την παρασιτική κνήφη, δερµατικό λέµφωµα,
ψευδολέµφωµα.
Η χρόνια ατροφική ακροδερµατίτιδα από την αρτηριακή και φλεβική κυκλοφορική
ανεπάρκεια, δερµατίτιδα εκ στάσεως, φλεβική θρόµβωση και θροµβοφλεβίτιδα, χείµετλα.
Τα ινώδη οζίδια από το οζώδες ερύθηµα, τα ρευµατικά οζίδια και ουρικοί τόφοι.
Θεραπεία
Χορηγούνται τετρακυκλίνες ή πενικιλλίνες, ή κεφαλοσπορίνες, ή αζιθροµυκίνη από το
στόµα ή ενδοφλέβια αναλόγως του σταδίου. Η δε διάρκεια χορηγήσεως εξαρτάται από τη
κλινική εικόνα. Σε 15% των ασθενών κατά την διάρκεια της θεραπείας παρατηρείται η
αντίδραση Herxheimer που αντιµετωπίζεται µε την συστηµατική χορήγηση στεροειδών.
Περίληψη: Νόσος του Lyme

Αιτιολογία: Βorrelia burgdorferi

Κλινική εικόνα: Χρόνιο µεταναστευτικό ερύθηµα, δερµατικό λεµφοκυττάρωµα,
χρόνια ατροφική ακροδερµατίτις, νευρολογικές διαταραχές, καρδιολογικές
διαταραχές, αρθρίτιδα.

∆ιάγνωση: ανεύρεση των αντισωµάτων στον ορό του ασθενούς.

Θεραπεία: Πενικιλλίνες, τετρακυκλίνες, κεφαλοσπορίνες, αζιθροµυκίνη .
3.11. ΝΟΣΟΣ ΤΟΥ HANSEN Ή ΛΕΠΡΑ (LEPROSY)

41
Ορισµός
Η λέπρα είναι χρόνια, µεταδοτική, γενική νόσος που οφείλεται στο µυκοβακτηρίδιο του
Hansen.
Επιδηµιολογία
Η µεταδοτικότητα στη νόσο του Hansen είναι πολύ µικρή και η µετάδοση της
προϋποθέτει την συνύπαρξη πολλών παραγόντων όπως: 1) Την ανοικτή µορφή λέπρας, 2)
Κατάλληλες κλιµατολογικές συνθήκες όπως το υγρό και θερµό κλίµα, 3) Μακροχρόνια και
στενή επαφή µε ασθενή πάσχοντα από µεταδοτική µορφή της νόσου και 5) Από τους
πληµµελείς κανόνες υγιεινής.
Η µόλυνση είναι δυνατόν να γίνει από το δέρµα, τον βλεννογόνο της ρινός ή του
πεπτικού συστήµατος και σπανιότερα από το αναπνευστικό σύστηµα ή τα γεννητικά όργανα.
Η διασπορά του παθογόνου αιτίου γίνεται από τα νεύρα και την λεµφική ή την αιµατική
κυκλοφορία.
Αιτιολογία
Η νόσος οφείλεται στο οξεάντοχο µυκοβακτηρίδιο του Hansen, το οποίο ευρίσκεται
µέσα στα '' αφρώδη '' κύτταρα του Virchow.
Ο καλύτερος τρόπος προφύλαξης είναι η έγκαιρη διάγνωση και η άµεση θεραπεία.
Εργαστηριακές εξετάσεις.
1) Αναζήτηση του µυκοβακτηριδίου του Hansen και χρώση µε τη µέθοδο των ZiehlNeelsen. Η αναζήτηση του µυκοβακτηριδίου γίνεται: α) Σε παχιά σταγόνα αίµατος που
λαµβάνεται από τις βλάβες. β) Στον οπό, τις βλάβες ή το λοβίο του ωτός.
2) Αντίδραση της λεπροµατίνης ή Fernandez- Mitsuda. Η αντίδραση αυτή έχει µόνον
προγνωστική σηµασία αφού χαρακτηρίζει µόνον την ανοσολογική κατάσταση του ασθενούς
έναντι του µυκοβακτηριδίου. Αυτή είναι θετική στη φυµατιώδη µορφή, την ακαθόριστη µορφή
και σε υγιείς µε θετική Mantoux, ενώ είναι αρνητική στη λεπρωµατώδη µορφή, την ενδιάµεση
µορφή και σε υγιείς µε αρνητική Mantoux.
Κλινικές µορφές
Αυτές είναι 4 µορφές: η λεπρωµατώδης , η φυµατιοειδής, η ενδιάµεση και η
ακαθόριστη.
1) Λεπρωµατώδης µορφή
Σε αυτή τη µορφή η ανοσολογική απάντηση είναι ελάχιστη, είναι πολύ µεταδοτική και
είναι προοδευτικά εξελισσόµενη. Είναι η σοβαρότερη και η πλέον µεταδοτική µορφή της
νόσου και προσβάλλει το δέρµα, τους βλεννογόνους, τα νεύρα και δικτυονεδοθηλιακό
σύστηµα. Η κλινική της εικόνα χαρακτηρίζεται από κηλίδες, φύµατα και διήθηση. Οι
δερµατικές βλάβες έχουν το χρώµα του δέρµατος ή είναι ερυθρές ή υποχρωµικές.
Τα πρώτα συµπτώµατα προέρχονται από τη µύτη και είναι έκκριµα, αίσθηµα
πληρότητας και ρινορραγία.
Τα πρώτα δερµατικά συµπτώµατα είναι ερυθρές ή ελαφρά υποχρωµατικές , µικρές,
σαφώς αφοριζόµενες κηλίδες. Οι κηλίδες µπορεί να είναι πολυάριθµες και γρήγορα
επεκτείνονται. ∆ιατηρούν για µεγάλο διάστηµα την αισθητικότητα τους, αλλά τελικά
παρουσιάζουν υπαισθησία.
Αργότερα ανευρίσκονται βλατίδες, οζίδια (φύµατα ή τα λεγόµενα λεπρώµατα), πλάκες
και εκτεταµένες διηθήσεις. Αποτέλεσµα αυτών είναι η απώλεια των φρυδιών και βλεφάρων,
ενώ διατηρούνται τα µαλλιά του τριχωτού της κεφαλής.
Οι βλάβες είναι συµµετρικές και επεκτείνονται κυρίως στο πρόσωπο, λοβία των
αυτιών, άνω άκρα, γλουτοί και λιγότερα συχνά κορµός και κάτω άκρα. Γενικά προσβάλλονται
οι ψυχρές περιοχές όπως πρόσωπο, λοβία των αυτιών. Οι θερµές περιοχές όπως πτυχές και
µασχάλες δεν προσβάλλονται.

42
Οι βλεννογόνοι προσβάλλονται σχεδόν πάντοτε. Από τη µύτη οι συνήθεις βλάβες
είναι λεπρική ρινίτις ή κόρυζα, από τα µάτια κερατίτις, ιρίτις ή ακόµη και τύφλωση, άνω στη
γλώσσα παρουσιάζονται παρουσιάζει οζίδια, πλάκες και ραγάδες . Eπίσης προσβάλλονται οι
όρχεις και τα οστά. Συχνά παρατηρείται οίδηµα των γονάτων και των κνηµών.
Η νευρολογική προσβολή συµβαίνει αργότερα µε αναισθησία και έντονες νευραλγίες
στην περίοδο των παροξυσµών. Η πολυνευρίτιδα έχει σαν αποτέλεσµα την αναισθησία των
δακτύλων, ο συχνός τραυµατισµός αυτών προκαλεί εξελκώσεις και επιβράχυνση αυτών.
Η νόσος έχει µακρά εξέλιξη και εµφανίζει υφέσεις και εξάρσεις. Η πρόγνωση χωρίς
θεραπεία είναι βαριά µε τύφλωση, αναπηρίες και θάνατο συνήθως από καχεξία ή φυµατίωση
των πνευµόνων.
2) Φυµατιοειδής µορφή
Στη φυµατιοειδή µορφή η αντίδραση στο βάκιλο της λέπρας είναι υψηλή. ∆εν είναι
µεταδοτική και προσβάλλει το δέρµα και τα νεύρα.
Χαρακτηρίζεται από κηλίδες µε ερυθρό χρώµα στη περιφέρεια και υποµελάγχρωση
στο κέντρο, µε επηρµένη περιφέρεια, δακτυλιοειδές σχήµα, επιφάνεια λεπιδώδη, ανιδρωτική
και µε αναισθησία. Οι βλάβες εντοπίζονται κυρίως στα περιφερικά ψυχρά µέρη του σώµατος
όπως πρόσωπο, γλουτοί, αγκώνες, γόνατα, εκτατικές επιφάνειες άκρων.
Τα περιφερικά νεύρα προσβάλλονται, παχύνονται και γίνονται ψηλαφητά. Κυρίως
προσβάλλονται το ωλένιο, µείζον ωριαίο και περονιαίο νεύρο.
Η προσβολή των νεύρων είναι σταθερή και πρώιµη µε διαταραχές της
αισθητικότητας, της κινητικότητας καθώς και τροφικές διαταραχές.
3) Ενδιάµεση µορφή
Έχει στοιχεία από τη λεπρωµατώδη, αλλά και από τη φυµατοειδή. Προσβάλλει
συνήθως µόνον το δέρµα και τα νεύρα.
Κλινικά χαρακτηρίζεται από δακτυλιοειδείς βλάβες, αχρωµικές κηλίδες και µικρά
φύµατα. Επίσης από µειωµένη εφίδρωση και αναισθησία των βλαβών.
Ιστολογικά χαρακτηρίζεται από φυµατιοειδείς σχηµατισµούς. Η µορφή αυτή συνήθως
µεταπίπτει στη λεπρωµατώδη µορφή.
4) Ακαθόριστη µορφή
Κλινικά χαρακτηρίζεται από αχρωµικές κηλίδες µε διαταραχές στην αισθητικότητα,
ενώ εργαστηριακά δεν ανευρίσκεται συνήθως το µυκοβακτηρίδιο του Hansen.
5) Λεπρικές αντιδράσεις
Υπάρχουν δύο ειδών λεπρικές αντιδράσεις. Λεπρικές αντιδράσεις που είναι ειδικές
και µη ειδικές αντιδράσεις.
Οι λεπρικές αντιδράσεις που είναι ειδικές, οφείλονται στην επιδείνωση της νόσου
(βακιλλιαιµία) και εµφανίζονται κατά την έναρξη ή την διακοπή ή σε ανεπαρκή θεραπεία.
Παρατηρούνται συνήθως στην λεπρωµατώδη µορφή, είναι ειδικές και οφείλονται στην
επιδείνωση των βλαβών. Κλινικά χαρακτηρίζονται από επιδείνωση των βλαβών, ανορεξία και
υψηλό πυρετό.
Οι λεπρικές αντιδράσεις που είναι µη ειδικές, η εξέλιξή τους δεν εξαρτάται από την
βακτηριακή λοίµωξη. Αυτές οι λεπρικές αντιδράσεις παρατηρούνται µόνον στη λεπρωµατώδη
µορφή και καθόλου στην φυµατιοειδή µορφή. Κλινικά χαρακτηρίζεται από οζώδες ερύθηµα µε
καταβολή των δυνάµεων και υψηλό πυρετό. Οι αντιδράσεις τέλος αυτές παρατηρούνται και
µετά από την έναρξη της θεραπευτικής αγωγής µε σουλφόνες καθώς επίσης και µετά από
ψυχική ή σωµατική κόπωση.
Εργαστηριακά ευρήµατα
Στη λεπρωµατώδη µορφή το βακτηρίδιο του Hansen ανευρίσκεται σε ρινικά
εκκρίµατα ή σε παχιά σταγόνα αίµατος. Η αντίδραση Mitsuda είναι αρνητική ενώ η
θετικοποίηση της µετά από θεραπεία αποτελεί σηµείο ευνοϊκής πρόγνωσης.

43
Στη φυµατιοειδή µορφή το µυκοβακτηρίδιο του Hansen δεν ανευρίσκεται σχεδόν
ποτέ, ενώ η αντίδραση Mitsuda είναι θετική (95%). Η πορεία της νόσου είναι συνήθως καλή
ενώ σπάνια µεταπίπτει στην λεπρωµατώδη µορφή.
Στην ενδιάµεση µορφή η αντίδραση Mitsuda είναι αρνητική ή ασθενώς θετική και
ανευρίσκονται ολίγα ή πολλά µυκοβακτηριδία του Hansen στις βλάβες.
Στην ακαθόριστη µορφή η αντίδραση Mitsuda είναι µερικές φορές θετική και µερικές
φορές αρνητική. Τέλος η µορφή αυτή µπορεί να µεταπέσει είτε στην λεπροµατώδη είτε στην
φυµατιοειδή µορφή.
Ιστοπαθολογία
Στη λεπρωµατώδη µορφή στο χόριο παρατηρείται πυκνή κυτταρική διήθηση από
λεµφοκύτταρα, πλασµατοκύτταρα, κυρίως όµως από τα αφρώδη κύτταρα του Virchow γύρω
από τους αδένες, τα νεύρα και τα αγγεία, που χωρίζεται από την επιδερµίδα µε ελεύθερη
διαυγή ζώνη.
Στη φυµατιοειδή µορφή παρατηρείται εικόνα φυµατιοειδούς αντίδρασης µε κυτταρική
διήθηση του χορίου (γύρω από τα νεύρα και τους ιδρωτοποιούς αδένες) από επιθηλιοειδή
κύτταρα µε ελάχιστα λεµφοκύτταρα και γιγαντικύτταρα και καθόλου λεπροκύτταρα.
∆ιαφορική διάγνωση
Η λεπρωµατώδης µορφή από το δακτυλιοειδές κοκκίωµα, σαρκοείδωση, δερµατική
φυµατίωση, λιποειδική νεκροβίωση, λοίµωξη µε άτυπα µυκαβακτηρίδια, σάρκωµα Kaposi,
νευροϊνωµάτωση, µετά το Kalazar δερµατική λεϊσµανίαση ή λεϊσµανοειδές.
.
Η φυµατώδης µορφή από τη δερµατοφυτία, λευκή πιτυρίαση, ποικιλόχρου πιτυρίαση,
σµηγµατορροϊκή δερµατίτις, λεύκη, µορφέα.
Η ενδιάµεση µορφή από τον ερυθηµατώδη λύκο, σύφιλη, γυροειδή ερυθήµατα.
Ακαθόριστη µορφή
Θεραπεία
Χορηγούνται θεραπευτικά σχήµατα µε δαψόνη, ριφαµπικίνη, κλοφαζιµίνη. Επίσης
υπάρχουν ειδικά θεραπευτικά σχήµατα µε σουλφόξόνη.
Όταν υπάρχουν λεπρικές αντιδράσεις χορηγούνται κορτικοστεροειδή και θαλιδοµίδη
( τερατογόνο φάρµακο).
Η θεραπεία διαρκεί για µεγάλο χρονικό διάστηµα, ο δε έλεγχος µετά το τέλος της
θεραπείας διαρκεί από δύο έως πέντε έτη.
Περίληψη: Νόσος του Hansen ή λέπρα

Αιτιολογία:

Κλινική εικόνα:

Μυκοβακτηρίδιο του Hansen

1.Λεπρωµατώδης µορφή
2.Φυµατώδης µορφή
3.Ενδιάµεση µορφή
4.Ακαθόριστη µορφή
5. Λεπρικές αντιδράσεις

Θεραπεία: Χορηγούνται θεραπευτικά σχήµατα µε δαψόνη, ριφαµπικίνη,
κλοφαζιµίνη και µε σουλφοξόνη.

44

4. ΜΥΚΗΤΙΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ∆ΕΡΜΑΤΟΣ
4.1. ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΜΥΚΗΤΩΝ
Ορισµός
Οι µύκητες είναι µονοκύτταροι ή πολυκύτταροι µικροοργανισµοί που ανήκουν στα
θαλλόφυτα, από τα οποία εµφανίζουν µορφολογικές και λειτουργικές διαφορές.
Στερούνται χλωροφύλλης και άλλων χαρακτηριστικών του φυτικού βασιλείου, γι΄αυτό
και κατατάσσονται από ορισµένους συγγραφείς στα ανώτερα πρώτιστα.
Μορφολογικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά
Τα µυκητιακά κύτταρα απαντώνται είτε µεµονωµένα (µονοκύτταρα), είτε ως
πολυκύτταροι σχηµατισµοί, οι οποίοι διατάσσονται γραµµοειδώς σε λεπτά και επιµήκη
νηµάτια τις '' υφές '' ή µυκητυλιακά νηµάτια. Οι υφές αθροίζονται και σχηµατίζουν το
µυκητύλλιο.
Οι µύκητες επειδή αδυνατούν να χρησιµοποιήσουν το νερό και το διοξείδιο του
άνθρακος για να συνθέσουν υδατάνθρακες, αναγκάζονται να λάβουν έτοιµη τροφή είτε ως
σαπρόφυτα είτε ως παράσιτα. Είναι πολύ ευαίσθητοι στις υψηλές θερµοκρασίες και
καταστρέφονται εύκολα εντός 30 πρώτων λεπτών σε θερµοκρασία 50-60 βαθµών κελσίου.
Είναι, επίσης, ανθεκτικοί στο υγρό και ψυχρό περιβάλλον και σε µεγάλες διακυµάνσεις του
ΡΗ. ∆ιατηρούνται για πολλές εβδοµάδες στους -180 βαθµούς Κελσίου.
Οι µύκητες χρησιµοποιούνται στην παρασκευή αντιβιοτικών, κυτταροστατικών και
αντιµυκητιασικών φαρµάκων, καθώς και της εργοταµίνης και του αζελαϊκού οξέως. Επίσης
χρησιµοποιούνται στη παραγωγή λίπους, πρωτεϊνών και οινοπνεύµατος. Η ανάπτυξη όµως
των µυκήτων έχει βλαπτικές επιδράσεις στις γεωργικές καλλιέργειες και την κτηνοτροφική
παραγωγή.
Ο πολλαπλασιασµός των µυκήτων πραγµατοποιείται είτε µε τη παραγωγή σπορίων,
είτε µε απλή διχοτόµηση. Ο τρόπος παραγωγής των σπορίων, η µορφολογία τους, καθώς και
η µακροσκοπική εικόνα της αποικίας που αναπτύσσεται σε ειδικά θρεπτικά υποστρώµατα
αποτελούν τα κυριότερα χαρακτηριστικά, στα οποία στηρίζεται η ταυτοποίηση του είδους του
µύκητα. Τα ειδικά αυτά θρεπτικά υλικά περιέχουν πεπτόνη, άγαρ, γλυκόζη (Sabouraud) και
αντιβιοτικά µερικές φορές για την παρεµπόδιση ανάπτυξης σαπροφυτικών µυκήτων και
σχιζοµυκήτων.
Οι µύκητες έχουν ταξινοµηθεί σε οµάδες και διαιρεθεί σε οικογένειες, γένη και είδη µε
διάφορους τρόπους, ανάλογα µε τα κριτήρια που χρησιµοποιήθηκαν κάθε φορά, για την
κατάταξη τους. Ταξινοµούνται συνήθως στις ακόλουθες τέσσερις τάξεις ανάλογα µε την
παραγωγή των µυκητυλλίων, των σπορίων και την µορφολογία των αποικιών:
α) Φυκοµύκητες,
β) Ασκοµύκητες,
γ) Βασιδοµύκητες,
δ) Ατελείς µύκητες.
Οι δερµατοµυκητιάσεις, είναι παθήσεις του δέρµατος που προκαλούνται από τους
µύκητες. ∆ιαιρούνται σε επιπολής και εν τω βάθει. Οι επιπολής αφορούν µόνον το δέρµα και
τα εξαρτήµατα του, ενώ οι εν τω βάθει το χόριο, την υποδερµίδα και άλλα όργανα. Οι
επιπολής µυκητιάσεις προκαλούνται από τα δερµατόφυτα και τους ζυµοµύκητες. Τα
δερµατόφυτα ανήκουν στην τάξη των Ασκοµυκήτων και των Αδηλοµυκήτων.
Τα δερµατόφυτα συνιστούν µια οµογενή οµάδα µυκήτων, µε κοινά µορφολογικά και
λειτουργικά γνωρίσµατα. ∆ιακρίνονται από µία χαρακτηριστική βιολογική ιδιότητα, την
κερατινοφιλία, έχουν δηλαδή, την ικανότητα παραγωγής ενός ενζύµου, της κερατινάσης, η
οποία αποδοµεί την κερατίνη ουσία της επιδερµίδας και των εξαρτηµάτων του δέρµατος,
χρησιµοποιώντας τα προϊόντα αποδοµής ως θρεπτικά συστατικά.
Τα δερµατόφυτα διαιρούνται σε τρία γένη:
α) Τριχόφυτα,
β) Μικρόσπορα,
γ) Επιδερµόφυτα.
Τα κυριότερα είδη των Τριχοφύτων είναι:
1) T. mentagrophytes,
2) T. rubrum,

45
3) T. schoenleinii,
4) T. tonsurans,
5) T. verrucosum,
6) T. violaseum,
7) T. megninii.
Τα κυριότερα είδη Μικρόσπορων είναι:
1) M. audouini,
2) M. canis,
3) M. gypseum,
4) M. nanum,
5) M. rersicolor.
Ενώ τέλος στο γένος του Επιδερµόφυτου ανήκει µόνον το είδος E. floccosum.
Eπιδηµιολογία
Παράγοντες που επιδρούν στη διάδοση και τον πολλαπλασιασµό των
δερµατοµυκητιάσεων είναι πολλοί και όχι σταθεροί. Σ' αυτούς περιλαµβάνονται επιπλέον των
άλλων, οι µετακινήσεις ατόµων και κοινωνικών οµάδων, η µη σωστή θεραπευτική
αντιµετώπιση των πασχόντων, καθώς και οι κοινωνικοοικονοµικές συνθήκες.
Οι επιδηµιολογικοί παράγοντες που πρέπει συνήθως να λαµβάνονται υπ' όψη είναι:
1) Ηλικία
Οι περισσότερες µυκητιάσεις του τριχωτού της κεφαλής θεραπεύονται αυτόµατα πριν από την
εφηβεία µε εξαίρεση τον άχορα. Σπανιώτερα, όµως παρατηρούνται µυκητιάσεις στο τριχωτό
της κεφαλής σε ενήλικες που οφείλονται στο T. violaceum, στο T. soudanese, όπως και στο
M. canis.
2)Φύλο
Το άρρεν φύλο προσβάλλεται µε τριπλάσια συχνότητα απ' ότι το θήλυ.
3) Επάγγελµα
Η επαφή ή ενασχόληση µε τα ζώα ευνοεί την εµφάνιση ορισµένων δερµατοµυκητιάσεων.
4)Ανοσοκαταστολή
5) Ιδιοσυστασιακοί παράγοντες
Φαίνεται ότι ιδιοσυστασιακοί παράγοντες παίζουν µεγάλο ρόλο στην ανάπτυξη και µετάδοση
των δερµατοµυκητιάσεων.
Τα ανθρωπόφιλα δερµατόφυτα προκαλούν επίµονες µυκητιάσεις που διαρκούν
αρκετό χρονικό διάστηµα. Μεταδίδονται έµµεσα, και σπανιότερα, άµεσα από άνθρωπο σε
άνθρωπο. Είναι δυνατό να προκαλέσουν εκτεταµένες επιδηµίες σε σχολεία, ή σε άλλους
χώρους οµαδικής συµβίωσης.
Τα ζωόφιλα δερµατόφυτα προκαλούν φλεγµονώδεις µυκητιάσεις, που διαρκούν
µικρότερο χρονικό διάστηµα από τις µε ανθρωπόφιλα δερµατόφυτα. Η µετάδοση γίνεται είτε
άµεσα από άρρωστα ή φαινοµενικά υγιή ζώα, είτε έµµεσα µε τη µεταφορά σπόρων µε τον
αέρα.Τα γεώφιλα δερµατόφυτα προκαλούν, επίσης, αρκετά συχνά δερµατοµυκητιάσεις.
Εργαστηριακοί τρόποι διάγνωσης των δερµατοµυκήτων
α) Άµεση εξέταση του υλικού. Το υλικό που λαµβάνεται για εξέταση είναι λέπια,
ρινίσµατα ονύχων, τρίχες, πύο ή υγρό φυσαλίδων. Το υλικό αυτό στη συνέχεια κατεργάζεται
ειδικά µε ΚΟΗ 10% και θερµαινόµενο διαλύει την κερατίνη, επιτρέποντας µε αυτό τον τρόπο
την αναγνώριση του είδους του µύκητα µε την άµεση µικροσκόπηση. Είναι επίσης δυνατό να
γίνει και χρώση του παρασκευάσµατος µε κυανούν του µεθυλενίου ή µε Giemsa και στη
συνέχεια άµεση µικροσκόπηση.

46

β) Καλλιέργεια. Για την αποµόνωση του υπευθύνου µύκητα ενοφθαλµίζεται το
επιλεγέν υλικό σε ειδικά στερεά θρεπτικά υλικά (Sabouraud), στο υλικό αυτό προστίθεται και
αντιβιοτικό (σε αναλογία 0,5%) όπως έχει αναφερθεί προηγούµενα προς αποφυγή ανάπτυξης
σαπροφυτικών µορφών µυκήτων. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η αποµόνωση και η
ταυτοποίηση του υπευθύνου µύκητα.
Ο χρόνος που απαιτείται για την ανάπτυξη της αποικίας των µυκήτων είναι περίπου
από 10-20 ηµέρες.
γ) Λυχνία του Wood. Η µέθοδος αυτή χρησιµοποιείται για τη διάγνωση των
δερµατοµυκητιάσεων και για τον έλεγχο των αποτελεσµάτων της εφαρµοζόµενης θεραπείας,
όπως επίσης και για τον επιδηµιολογικό έλεγχο λανθανουσών µυκητιάσεων, κυρίως του
τριχωτού της κεφαλής. Το φως του Wood είναι υπεριώδης ακτινοβολία, µήκους κύµατος 365
nm, η οποία διέρχεται από ειδικό φίλτρο τον ηθµό του Wood, που περιέχει βάριο και οξείδιο
του νικελίου.
Το φως αυτό προκαλεί φθορισµό που είναι χαρακτηριστικός για µερικά είδη µυκήτων
όπως π.χ στο µύκητα Malassezia fur-fur δίνει ωχροκίτρινο φθορισµό ενώ στον άχωρα T.
schoenleinii δίνει λαµπρό πράσινο. Πιθανόν ο φθορισµός να οφείλεται σε πορφυρίνες που
παράγονται από τη δράση των δερµατοφύτων στις τρίχες ή την κερατίνη στοιβάδα της
επιδερµίδας.
δ) ∆ερµατικές δοκιµασίες υπερευαισθησίας. Η ενδοδερµική ένεση ειδικού
αντιγόνου συνήθως 0,1 ml Τριχοφυτίνης ή καντιντίνης ενίεται στη έσω επιφάνεια του
αντιβραχίου. Μετά από 24-72 ώρες δηµιουργείται βλατίδα διαµέτρου 0,5 εκ. επί θετικής
αντίδρασης. Οι δερµατοαντιδράσεις δεν έχουν µεγάλη διαγνωστική βαρύτητα διότι δεν είναι
ούτε ειδικές, ούτε ευαίσθητες.
4.2. ∆ΕΡΜΑΤΟΦΥΤΙΕΣ (TINEA)
Κλινική εικόνα
Τα δερµατόφυτα προκαλούν διάφορες κλινικές εκδηλώσεις, οι οποίες ανάλογα µε την
εντόπισή τους διακρίνονται σε:
1) Μυκητιάσεις του τριχωτού της κεφαλής.
2) Μυκητιάσεις του ψιλού δέρµατος.
3) Μυκητιάσεις των πτυχών.
4) Μυκητιάσεις των ονύχων.
5) Εκδηλώσεις υπερευαισθησίας.
1) Μυκητιάσεις του τριχωτού της κεφαλής (tinea capitis)
Η µυκητίαση του τριχωτού της κεφαλής εµφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην
παιδική ηλικία. Απαντάται σ' ολόκληρο τον κόσµο κατά τρόπο ενδηµικό και, άλλοτε, κατά
τρόπο επιδηµικό.
Ανάλογα µε το γένος του υπεύθυνου µύκητα διακρίνεται σε µικροσπορία, σε
τριχοφυτία και στον άχορα. Η νόσος οφείλεται περισσότερο σε ανθρωπόφιλους µύκητες,
παρά σε ζωόφιλους και, σπανιότερα σε γεώφιλους.
Ο µύκητας προσβάλλει το στέλεχος της τρίχας και φτάνει έως το σηµείο έκφυσης της
τρίχας. Κλινικά εκδηλώνεται µε ερυθηµατώδεις κηλίδες και πλάκες το µέγεθος των πλακών
ποικίλει και η επιφάνεια τους καλύπτεται από λεπτά λέπια. Οι τρίχες είναι συνήθως αλαµπείς
και έχουν αποκοπεί σε ύψος ολίγων χιλιοστών από την έκφυση τους. Οι βλάβες όταν
αντιµετωπισθούν έγκαιρα και σωστά, ιώνται χωρίς να καταλείπουν ουλή. Στην διαφορική
διάγνωση περιλαµβάνονται η σµηγµατορροϊκή δερµατίτιδα, η γυροειδής αλωπεκία, η
ψωρίαση, η τριχοτιλλοµανία, η οζώδης τριχόρρηξη, ο οµαλός λειχήνας και ο χρόνιος
ερυθηµατώδης λύκος.
Κλινική µορφή της µυκητίασης του τριχωτού της κεφαλής είναι και το κηρίο του
Κέλσου ή έµπυος τριχοφυτία όπως συνήθως ονοµάζεται. Η κλινική εικόνα χαρακτηρίζεται από
µία και σπάνια από περισσότερες πλάκες βλατιδοοζώδεις, οι οποίες καλύπτονται από
φλυκταινίδια και εφελκίδες. Αν πιέσουµε την επιφάνεια της πλάκας από τα πλάγια
παρατηρούµε την έξοδο πύου από τα στόµια των τριχοσµηγµατογόνων θυλάκων πολύ
σπάνια γίνεται διαφοροδιάγνωση από δοθιήνα ή από άλλη µορφή πυοδερµατίτιδας. Η

47
αυτόµατη ίαση οφείλεται κυρίως στην καταστροφή της τρίχας και συνεπώς στην έλλειψη
κερατίνης, ουσίας µε την οποία τρέφεται ο µύκητας.
Ιδιαίτερη µορφή µυκητίασης του τριχωτού της κεφαλής είναι ο άχορας. Είναι συνήθης
δερµατοπάθεια της παιδικής ηλικίας, αλλά αρκετά σπάνια. Η νόσος οφείλεται στο
Τ.schoenleini και είναι πολύ µεταδοτική.
Αρχικά εµφανίζονται µικρές ρόδινες κηλίδες, µετά από 2-3 εβδοµάδες αναπτύσσονται
γύρω από τις τρίχες οι χαρακτηριστικές βλάβες τα '' σ κ υ φ ί α '' Τα σκυφία είναι παρασιτικές
εφελκίδες, στρογγυλές, ξηρές, εύθρυπτες, µε χροιά έντονα κίτρινη, δυσάρεστη οσµή ''
φωλέας ποντικιού'' και κυπελλοειδή σχήµα. Οι τρίχες που αναδύονται από τα σκυφία είναι
αλαµπείς, ξηρές και αποσπώνται εύκολα και µε τη λυχνία του Wood δίνουν ωχροπράσινο
φθορισµό. Πολλά σκυφία συνενούνται και σχηµατίζουν µεγάλες εφελκιδώδεις επιφάνειες οι
οποίες φλεγµαίνουν.
Υπάρχουν και οι άτυπες µορφές του άχορα όπως η παπυροειδής, η πιτυριασιοειδής
και η κηριοειδής. Οι βλάβες όταν υποχωρούν αφήνουν µόνιµη ουλωτική αλωπεκία. Η
διάγνωση στηρίζεται στην κλινική εικόνα και στον εργαστηριακό έλεγχο µε άµεση εξέταση και
καλλιέργεια για την αποµόνωση του υπευθύνου µύκητα.
2) Μυκητιάσεις του ψιλού δέρµατος (tinea corporis)
Η νόσος προσβάλλει όλες τις ηλικίες και προκαλείται από όλα τα είδη των
δερµατοφύτων. Η µετάδοση γίνεται, άµεσα ή έµµεσα, από άνθρωπο σε άνθρωπο ή από ζώο
σε άνθρωπο και σε µικρό ποσοστό από το έδαφος.
Η βλάβη αρχίζει σαν µια µικρή ρόδινη λεπιδώδη βλατίδα η οποία επεκτείνεται
περιφερικά και σχηµατίζει πλάκα στρογγυλή διαµέτρου αρκετών εκατοστών. Το κέντρο της
βλάβης είναι ελαφρά λεπιδώδες και µοιάζει µε φυσιολογικό, ενώ η περιφέρεια είναι επηρµένη
µε χροιά ερυθρή, µε λέπια, φυσαλίδες και εφελκίδες. Μερικές φορές επάνω στην πλάκα
σχηµατίζονται οµόκεντροι κύκλοι µε τα στοιχεία της περιφέρειας που περιγράφτηκαν
παραπάνω και η βλάβη ονοµάζεται '' τριχοφυτικός έρπης ''. Η πάθηση έχει συχνά
πολυεστιακή αρχή εξ αιτίας αυτοενοφθαλµισµού, έτσι ώστε διαφορετικοί δακτύλιοι είναι
δυνατό να συνενωθούν σχηµατίζοντας βλάβες γεωγραφικής µορφής µε κυκλικά όρια.
Σε άτυπες µορφές η νόσος πρέπει να διαφοροδιαγνωσθεί από το νοµισµατοειδές
έκζεµα, το µολυσµατικό κηρίο, τη σµηγµατορροϊκή δερµατίτιδα, το πολύµορφο ερύθηµα, την
ροδόχρου πιτυρίαση, την ψωρίαση, το έµµονο γυροειδές ερύθηµα και τον υποξύ
ερυθηµατώδη λύκο.
3) Μυκητιάσεις των πτυχών
Απαντώνται συνήθως στους ενήλικες και αφορούν στις µηρογεννητικές πτυχές, στη
µεσογλουτιαία, στις µεσοδακτυλικές ποδιών και χειρών, στις υποµαζικές και, τέλος στις
µασχαλιαίες πτυχές. Παρατηρείται συχνότερα σε θερµά και υγρά κλίµατα και, ιδιαίτερα, στους
άνδρες. Η νόσος οφείλεται κυρίως σε ανθρωπόφιλους µύκητες που µεταδίδονται τις
περισσότερες φορές έµµεσα, και, σπανιότερα, άµεσα από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Συχνότερες από αυτές είναι η µυκητίαση των µεσοδακτύλιων πτυχών ή athletes foot και το
παρεφές έκζεµα του Hebra ή βουβωνική επιδερµοφυτία.
α) Το παρεφές έκζεµα του Herba (tinea cruris), εντοπίζεται στις µηρογεννητικές
πτυχές και χαρακτηρίζεται από πολυκυκλικές πλάκες που καλύπτονται από λεπτά λέπια,
διαβρώσεις και εφελκίδες. Συχνά το κέντρο της βλάβης είναι σχεδόν φυσιολογικό, ενώ η
περιφέρεια είναι έντονης ερυθράς χροιάς, επηρµένη και καλύπτεται από λέπια, φυσαλίδες και
εφελκίδες. Γύρω από την κύρια βλάβη είναι δυνατό να υπάρχουν δορυφόρες παρόµοιες
βλάβες. Το εξάνθηµα είναι κνησµώδες και συνοδεύεται από αίσθηµα καύσου.
Στη διαφοροδιάγνωση περιλαµβάνονται: α) η τριχοφυτία του ψιλού δέρµατος στην
οποία οι βλάβες επεκτείνονται προς το εφήβαιο και την µεσογλουτιαία πτυχή. β) το
παράτριµµα στο οποίο η πλάκα εντοπίζεται στο βάθος και τα πλάγια της πτυχής και η
επιφάνεια είναι υγρώσουσα και ερυθηµατώδης και γ) το ερύθρασµα στο οποίο η πλάκα είναι
µονήρης, µε γεωγραφική περιφέρεια, και επιφάνεια µε χροιά σκοτεινή, ξηρή και αλευρώδη.
β) Μυκητίαση των µεσοδακτύλιων πτυχών (interdigital type of tinea pedis). Είναι συχνή
και επίµονη δερµατοπάθεια που εντοπίζεται κυρίως στο διάστηµα µεταξύ 4ου και 5ου
δακτύλου του ποδός και είναι συχνή άτοµα που αθλούνται ή επισκέπτονται πισίνες. Η

48
µεσοδακτυλική πτυχή έχει λευκωπή χροιά λόγω της διαβρωχής, πολύ συχνά η επιδερµίδα
αποκολλάται µε αποτέλεσµα να δηµιουργούνται επώδυνες και κνησµώδεις διαβρώσεις και
ραγάδες. Το εξάνθηµα πολλές φορές επεκτείνεται προς την ραχιαία επιφάνεια του ποδός ή
την ποδική καµάρα µε τη µορφή κυρίως µικροφυσαλλίδων. Το εξάνθηµα διαρκεί επί µακρόν
χωρίς θεραπεία και παρουσιάζει εξάρσεις τους καλοκαιρινούς κυρίως µήνες.
4) Μυκητιάσεις των ονύχων (tinea unguium)
Παρατηρούνται κυρίως στους ενήλικες και σπάνια στα παιδιά. Οφείλονται σχεδόν
αποκλειστικά σε ανθρωπόφιλα είδη δερµατοφύτων και µεταδίδονται άµεσα ή έµµεσα από
άνθρωπο σε άνθρωπο.
Προσβάλλονται συνήθως ένας ή περισσότεροι όνυχες χεριών ή ποδιών και, σπάνια,
και των δύο και συχνά συνυπάρχει δερµατοµυκητίαση σε άλλη θέση του σώµατος. Αρχικά
εµφανίζονται µικρές βλάβες στην ελεύθερη άκρη του όνυχα ή στα πλάγια, οι οποίες µε την
πάροδο του χρόνου αποκτούν κιτρινωπή, πρασινωπή ή καφεοειδή χροιά. Ακολουθούν
υπονύχια µαλθακή και εύθρυπτη υπερκεράτωση, όπως και οριζόντιες γραµµώσεις και
ακανόνιστα επάρµατα στην επιφάνεια του όνυχα, µε αποτέλεσµα την προοδευτική απώλεια
και καταστροφή τους.
Στη διαφορική διάγνωση περιλαµβάνονται η ψωρίαση, ο οµαλό λειχήνα, η
εκζεµατοειδής δερµατίτιδα, καθώς και η καντιντίαση των ονύχων και παρωνυχίου ή κόκκους.
5) Εκδηλώσεις υπερευαισθησίας ( ''id'' reactions )
Οι δερµατοφυτικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας αποτελούν δευτεροπαθείς
φλεγµονώδεις εκδηλώσεις του δέρµατος, µακριά από τη πρωτογενή µυκητιασική εστία. Η
εργαστηριακή εξέταση στοιχείων από τις παραπάνω βλάβες (άµεσα παρασκευάσµατα και
καλλιέργειες) είναι αρνητική για µύκητες. Οι ''id'' αντιδράσεις συνοδεύονται από θετικές
δερµατικές δοκιµασίες σε αντιγόνα τριχόφυτου.
Ο υπεύθυνος µηχανισµός είναι άγνωστος, αλλά πιθανολογείται τοπική ανοσολογική
απάντηση του δέρµατος σε συστηµατική απορρόφηση µυκητιακού αντιγόνου της
πρωτοπαθούς εστίας. Στην ανοσολογική απάντηση συνδυάζεται πιθανόν, αντίδραση
υπερευαισθησία τύπου Ι και ΙV.
Οι δερµατοφυτικές αντιδράσεις εµφανίζονται µε µεγάλη ποικιλία κλινικών
εκδηλώσεων. Συχνότερα παρατηρείται δυσιδρωσικό έκζεµα. Σπανιότερα περιθυλακικές
βλατίδες, οζώδες ερύθηµα, ερύθηµα που µοιάζει µε ερυσίπελας, το οποίο πολλές φορές
διαφεύγει της προσοχής, δακτυλιοειδές φυγόκεντρο ερύθηµα και τέλος, κνίδωση.
Οι παραπάνω δερµατικές εκδηλώσεις διαδράµουν ταυτόχρονα µε τη µυκητιακή
λοίµωξη, ή µπορεί να εµφανισθούν αµέσως µετά την έναρξη συστηµατικής αντιµυκητιακής
αγωγής. Οι εκδηλώσεις υπερευαισθησίας απαντούν στο 4-5% των ασθενών µε
δερµατοµυκητίαση και ιώνται µετά την επιτυχή αντιµετώπιση του υπεύθυνου µύκητα.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση της τριχοφυτίας θα γίνει από το ερύθρασµα, την καντιντίαση,
ποικιλόχρου πιτυρίαση, ροδόχρους πιτυρίαση, νοµισµατοειδές έκζεµα, δυσιδρωσικό έκζεµα,
βακτηριδιακές λοιµώξεις, ψωρίαση, σµηγµατορροϊκή δερµατίτιδα, ατοπική δερµατίτδα,
γυροειδή αλωπεκία, ερυθυµατώδη λύκο, δοθιήνα, ψευδάνθρακα, ψώρα, παράτριµµα,
θυλακίτιδα, δερµατίτιδα εξ επαφής, τοξική ή ερεθιστική δερµατίτιδα εξ επαφής, ερυθρά ιόνθιο
πιτυρίαση, απλός λειχήνας ή εντοπισµένη νευροδερµατίτιδα, πολύµορφο εκ φωτός ερύθηµα,
µεταναστευτικό ερύθηµα, λεµφοκυτταρική διήθηση.
Θεραπεία
Η θεραπεία των δερµατοµυκητιάσεων από δερµατόφυτα είναι γρήγορη, ασφαλής και
αποτελεσµατική, και διακρίνεται σε τοπική και συστηµατική. Η επιλογή της γενικής ή τοπικής
αγωγής, ή ο συνδυασµός και των δύο, εξαρτάται από την εντόπιση των βλαβών, την κλινική
εικόνα και την ταυτοποίηση του υπεύθυνου δερµατόφυτου.
Περισσότερα από 50 φάρµακα έχουν κατά καιρούς χρησιµοποιηθεί τοπικά µε τη
µορφή σκόνης, διαλύµατος ή κρέµας. Σήµερα οι δερµατοµυκητιάσεις από δερµατόφυτα

49
αντιµετωπίζονται, κυρίως, µε σκευάσµατα παραγώγων του ιµιδαζολίου υπό µορφή κρέµας, τα
οποία εφαρµόζονται µία ή δύο φορές ηµερησίως. Το χρονικό διάστηµα εφαρµογής κυµαίνεται
από 20-40 ηµέρες.
Συστηµατική αγωγή χορηγείται σε περιπτώσεις αποτυχίας της τοπικής αγωγής, σε
περίπτωση εκτεταµένης προσβολής οπότε η τοπική εφαρµογή σκευασµάτων είναι δύσκολη,
σε περιπτώσεις προσβολής των τριχών και των ονύχων, και, τέλος, ανάλογα µε το υπεύθυνο
δερµατόφυτο. Τρεις φαρµακευτικές ουσίες χορηγούνται συστηµατικά για τη θεραπεία των
δερµατοµυκητιάσεων: η γκριζεοφουλβίνη, η ιτρακοναζόλη, η τερµπιναφίνη. Τα φάρµακα αυτά
είναι δυνατόν να χορηγηθούν για αρκετούς µήνες ανάλογα µε τον υπεύθυνο µύκητα και την
εντόπιση των αλλοιώσεων.
4.3. ΚΑΝΤΙΝΤΙΑΣΕΙΣ (CANDIDOSIS, CANDIDIASIS)
Ορισµός
Είναι λοιµώξεις του δέρµατος και των βλεννογόνων που οφείλονται στους
ζυµοµύκητες του γένους Candida µε συχνότερο εκπρόσωπο την Candida albicans.
Οι ζυµοµύκητες είναι µονοκύτταροι οργανισµοί και πολλαπλασιάζονται µε
εκβλαστήσεις (βλαστοσπόρια). Κατά τον πολλαπλασιασµό τα θυγατρικά κύτταρα άλλοτε
χωρίζονται από τα µητρικά και άλλοτε παραµένουν προσκεκολληµένα σχηµατίζοντας το
ψευδοµυκητύλλιο. Και οι δύο όµως µορφές είναι θετικές κατά Gram.
Είναι µικροοργανισµοί που σαπροφυτούν στη στοµατική κοιλότητα, στον κόλπο, στις
αναπνευστικές οδούς, το έντερο κ.λ.π. Η τοπική εντόπιση της δεν συνεπάγεται λοίµωξη, κάτω
όµως από ορισµένες συνθήκες όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η παχυσαρκία, η εγκυµοσύνη,
η χρήση αντιβιοτικών, κυτταροστατικών, κορτικοστεροειδών και γενικά η ανοσοκαταστολή,
είναι δυνατόν να ενεργοποιήσουν την σαπροφυτική της µορφή και να προκαλέσουν κλινικές
εκδηλώσεις.
Η εργαστηριακή διάγνωση γίνεται µε την άµεση µικροσκοπική εξέταση και την
καλλιέργεια σε ειδικά θρεπτικά υλικά εύκολα και γρήγορα.
Κλινική εικόνα καντιντίασης
Στον άνθρωπο ανάλογα µε την εντόπιση της διακρίνουµε:
1) Την καντιντίαση του δέρµατος (cutaneous candidiasis)
2) Καντιντίαση των βλεννογόνων (mucosal candidiasis)
3) Την καντιντίαση παρωνυχίου και ονύχων (candida paronychia and onychia)
4) Την συστηµατική καντιντίαση
1) Καντιντίαση του δέρµατος
Η καντιντίαση του δέρµατος διακρίνεται στη καντιντίαση των πτυχών ή παρατριµµατική µορφή
και την κοκκιωµατώδη µορφή.
Καντιντίαση των πτυχών
Εντοπίζεται στις πτυχές µηρογεννητικές, µασχαλιές, υποµαζικές, µεσοδακτύλιες χεριών και
ποδιών καθώς και τη µεσογλουτιαία. Χαρακτηρίζεται από πολυκυκλικές ερυθρές πλάκες που
αρχίζουν από το βάθος της πτυχής και επεκτείνονται στις προστριβόµενες επιφάνειες του
δέρµατος. Η επιφάνεια των βλαβών είναι διαβρωµένη και υγρώσσουσα και εµφανίζει
διάσπαρτα φυσαλίδες, φλυκταινίδια, εφελκίδες και λέπια. Η περιφέρεια των βλαβών είναι
ανώµαλη, πολυκυκλική µε υπόλευκο περιτραχήλιο. Οι βλάβες συνοδεύονται συνήθως από
κνησµό και αίσθηµα καύσου.
Κοκκιωµατώδης µορφή
Είναι πολύ σπάνια µορφή καντιντιάσεως του δέρµατος. Οι βλάβες εντοπίζονται στο
πρόσωπο και το τριχωτό της κεφαλής, τους αγκώνες, τα πόδια κ.λ.π. και είναι διάσπαρτες η
συρρέουν και σχηµατίζουν πλάκες επηρµένες και σαφώς αφοριζόµενες από το υγιές δέρµα.
Το εξάνθηµα χαρακτηρίζεται από πολλαπλά , στρογγυλά, βλατιδώδη επάρµατα, που
καλύπτονται από κιτρινόφαιες εφελκίδες, µετά την αφαίρεση των οποίων παραµένει
εξέρυθρη, κοκκιώδης, ελαφρά ορορροούσα επιφάνεια. Το κοκκίωµα είναι συνήθως επίµονο
και έχει επιφυλακτική πρόγνωση. Οφείλεται κυρίως σε ειδικούς προδιαθεσικούς παράγοντες.

50

2) Καντιντίαση των βλεννογόνων
Οι µύκητες Candida σαπροφυτούν στους βλεννογόνους υγιών ατόµων σε µεγάλη
αναλογία.
α) Μυκητιασική στοµατίτις: Είναι η συχνότερη εντόπιση καντιντιάσεως των
βλεννογόνων. Παρατηρείται µετά τη λήψη επί µακρόν ευρέους φάσµατος αντιβιοτικών,
κορτικοστεροειδών ή ανοσοκατασταλτικών. Ο βλεννογόνος είναι ερυθρός, ξηρός και
στιλπνός. Οι ασθενείς παραπονούνται για αίσθηµα καύσου και ξηρότητας που δυσχεραίνει
την κατάποση. Στη συνέχεια, σχηµατίζονται λευκές ή λευκόφαιες κηλίδες που παραµένουν
µονήρεις ή συρρέουν και σχηµατίζουν πλάκες. Στην προσπάθεια αφαίρεσης των πλακών ο
βλεννογόνος αιµορραγεί χωρίς όµως να είναι διαβρωµένος. Το λευκοπό επίχρισµα
εντοπίζεται συνήθως στις παρειές, τη γλώσσα, την υπερώα και τα παρίσθµια. Μερικές φορές
συνυπάρχει µε συγχειλίτιδα ή µε περιστοµατικών βλάβες.
β) Μυκητιασική αιδοιοκολπίτιδα: Παρατηρείται συχνότερα σε λήψη
αντισυλληπτικών, στις έγκυες, στις διαβητικές και στις νέες γυναίκες. Χαρακτηρίζεται από
διάχυτη ερυθρότητα µε κατά τόπους λευκοκίτρινο επίχρισµα. Από τον κόλπο ρέει µερικές
φορές παχύρρευστο οροπυώδες υγρό. Συνήθως υπάρχει αίσθηµα καύσου και κνησµός.
γ) Μυκητιασική βαλανοποσθίτιδα: Παρατηρείται συχνά σε διαβητικούς, σε συγγενή
φίµωση και σε ανοσοκατεσταλµένους. Χαρακτηρίζεται από διάχυτη ή περιγεγραµµένη
ερυθρότητα της βαλάνου και του έσω πετάλου της ακροποσθίας ή από στρογγυλές ή ωοειδείς
µικροδιαβρώσεις, οι οποίες µερικές φορές καλύπτονται από λευκωπό επίχρισµα. Υπάρχει
συνήθως κνησµός και αίσθηµα καύσου.
3) Καντιντίαση παρωνυχίου και ονύχων
Είναι αρκετά συχνή. Οι όνυχες προσβάλλονται συνήθως από το ελεύθερο άκρο ή
από τα πλάγια. Οι βλάβες συνίστανται σε αδιαφανείς ή κιτρινωπές κηλίδες που όσο προχωρεί
η νόσος γίνονται φαιοµέλανες έως µελανές. Με την πάροδο του χρόνου οι όνυχες
παχύνονται, γίνονται ανώµαλοι και υπεγείρονται στο ελεύθερο άκρο και µερικές φορές
καταστρέφονται και αποπίπτουν.
Το περιωνύχιο συµµετέχει συχνά στη λοίµωξη µε επώδυνη φλεγµονώδη διόγκωση,
µε την πίεση της οποίας εξέρχονται σταγονίδια πύου.
4) Συστηµατική καντιντίαση
Είναι πάρα πολύ βαριά νόσος και αφορά την εντόπιση της Candida σε διάφορα
συστηµατικά όργανα και συστήµατα όπως γαστρεντερικό, το αναπνευστικό, το ουροποιητικό,
την καρδιά, τις µήνιγγες κ.λ.π.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση της καντιντίασης θα γίνει από το ερύθρασµα, τριχοφυτία,
ποικιλόχρου πιτυρίαση, ροδόχρους πιτυρίαση, νοµισµατοειδές έκζεµα, δυσιδρωσικό έκζεµα,
ψωρίαση, σµηγµατορροϊκή δερµατίτιδα, ψώρα, µη ειδικό παράτριµµα, δερµατίτιδα εκ
σπαργάνων, βακτηριδιακή θυλακίτιδα, θυλακίτιδα από Pityrosporum ovale, ακµή, λοίµωξη µε
τον απλό έρπητα, παρωνυχία από S. Aureus, οµαλό λειχήνα, σκληροατροφικό λειχήνα,
λοίµωξη µε τριχοµονάδες και βακτηριδιακές λοιµώξεις των γεννητικών οργάνων, οξυτενή
κονδυλώµατα, λευκοπλακία, γεωγραφική γλώσσα, τριχωτή λευκοπλακία.
Θεραπεία καντιντίασης
Στηρίζεται κατά πρώτο λόγο στην αποµάκρυνση όλων των παραγόντων που ευνοούν
των κάντιντα και κατά δεύτερο λόγο στην ειδική αντιµυκητιασική αγωγή.
Η θεραπεία διακρίνεται σε τοπική και συστηµατική. Η εκλογή της µιας από αυτές ή ο
συνδυασµός τους εξαρτάται κυρίως από τη µορφή, εντόπιση, χρονιότητα και τις υποτροπές

51
της νόσου. ∆εν θα πρέπει επίσης σε πολλές περιπτώσεις να αγνοηθεί η ανοσολογική
κατάσταση του ασθενούς και η γενική κατάσταση της υγείας του.
Τοπική: τοπικά φάρµακα κατά της κάντιντα είναι η νυστατίνη, η αµφοτερικίνη, η
µικοναζόλη, η τερµπιναφίνη, η κλοτριµαζόλη, η εκοναζόλη, η κετοκοναζόλη, κλπ.
Συστηµατική θεραπεία: φάρµακα κατά της κάντιντα είναι η κετοκοναζόλη, η
ιτρακοναζόλη, η τερµπιναφίνη και η φλουκοναζόλη. Τα φάρµακα αυτά χρησιµοποιούνται σε
εκτεταµένες και βαριές καταστάσεις. Η τερµπιναφίνη δεν διδεται σε καντιντιάσεις
βλεννογόνων, παρα µόνο σε καντιντιάσεις δέρµατος και ονύχων.
Περίληψη: Μυκητιάσεις


Αιτιολογία: ∆ερµατόφυτα, ζυµοµύκητες
Κλινική εικόνα: βλάβες στο δέρµα και τα εξαρτήµατα, προσβολή των βλεννογόνων
µόνο από τους ζυµοµύκητες
Θεραπεία: τοπικά µε αντιµυκητιασικές αλοιφές και συστηµατικά µε
γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη και τερµπιναφινη.

4.4. ΠΟΙΚΙΛΟΧΡΟΥΣ ΠΙΤΥΡΙΑΣΗ (PITYRIASIS VERSICOLOR)
Ορισµός
Είναι συχνή, επίµονη, µεταδοτική, επιπολής δερµατοµυκητίαση που οφείλεται στο
µύκητα Malassezia fur-fur. Προσβάλλει και τα δύο φύλα σε όλες τις ηλικίες αλλά περισσότερο
συχνά τους νέους και ευνοείται από το θερµό κλίµα και την υπερέκκριση του ιδρώτα και του
σµήγµατος.
Κλινική εικόνα
Malassezia fur-fur αναπτύσσεται αποκλειστικά στην κερατίνη στοιβάδα της
επιδερµίδας, στην οποία και παρασιτεί. Η κλινική της εικόνα χαρακτηρίζεται από στρογγυλές
ή ωοειδείς κηλίδες που επεκτείνονται προς την περιφέρεια και συνενούνται σχηµατίζοντας
πλάκες, µε περιφέρεια πολυκυκλική που µερικές φορές παίρνει γεωγραφικό σχήµα. Η χροιά
των βλαβών είναι λευκωπή ή κιτρινόφαιη ή καφεγαλακτώδης. Η επιφάνεια τους είναι ελαφρά
λεπιδώδης. Αν ξύσουµε τις βλάβες, υπεγείρεται µε ευχέρεια και χωρίς αιµορραγία τµήµα της
κερατίνης στιβάδας της επιδερµίδας (σηµείο του ρικανιδίου), κάτω από το υπεγειρόµενο
τµήµα η επιδερµίδα είναι ρόδινη και στίλβουσα. Το εξάνθηµα εντοπίζεται εκλεκτικά στο άνω
τµήµα του θώρακα και στους ώµους και σπάνια εντοπίζεται στα άκρα ή το πρόσωπο. ∆εν
έχει υποκειµενικά ενοχλήµατα και χωρίς θεραπεία διαρκεί επ' αόριστον.
Μετά από ηλιοθεραπεία οι κηλίδες παραµένουν λευκές ενώ το υπόλοιπο δέρµα παίρνει το
χαρακτηριστικό σκούρο χρώµα. Στην περίπτωση αυτή την ονοµάζουµε παρασιτική αχρωµία.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφοροδιάγνωση θα γίνει από τη λεύκη, την ατοπική δερµατίτιδα, την συφιλιδική
λευκοµελανοδερµία, την ροδόχρου πιτυρίαση, ερύθρασµα, τριχοφυτία, νοµισµατοειδές
έκζεµα,
Θεραπεία
Εφαρµογή τοπικώς αντιµυκητιασικών αλοιφών και σε εκτεταµένες και παραµεληµένες
βλάβες αντιµυκιτιασική αγωγή per os µε κετοκοναζόλη και ιτρακοναζόλη.

52

Περίληψη: Ποικιλόχρους πιτυρίαση

Αιτιολογία:µύκητας Malassezia fur-fur

Κλινική εικόνα:καφεογακτόχροες κηλίδες και πλάκες που εντοπίζονται κυρίως στο
άνω τµήµα του κορµού ασυµπτωµατικές.

Θεραπεία: αντιµυκητιασικές αλοιφές και σε εκτεταµένες βλάβες αντιµυκητιασικά
φάρµακα συστηµατικά.

5. ΠΑΡΑΣΙΤΩΣΕΙΣ
5.1. ∆ΕΡΜΑΤΟΠΑΘΕΙΕΣ ΑΠΟ ΠΡΩΤΟΖΩΑ
5.1.1. ΛΕΪΣΜΑΝΙΑΣΗ
Λεϊσµανίαση είναι η µόλυνση µε το πρωτόζωο λεϊσµάνια που ανήκει στη οικογένεια
των µαστιγοφόρων. Οι λεϊσµάνιες υπάρχουν σε δυο µορφές. Η µια µορφή είναι η
µαστιγοφόρος λεπτοµονάδα και η δεύτερη µορφή είναι η λεϊσµάνια που χαρακτηρίζεται από
µικρά σφαιρικά σωµάτια (σωµάτια του Leishman-Donovan) µέσα στα µακροφάγα. Η
λεϊσµάνια µεταδίδεται στο άνθρωπο µε το δήγµα της σκνίπας (φλεβοτόµος Papatisii). Οι
σκνίπες µολύνονται από σκυλιά και τρωκτικά. Στο έντερο της σκνίπας ο λεϊσµανικός τύπος
µετατρέπεται στο µαστιγοφόρο τύπο. Από εκεί µεταναστεύουν στο στοµατοφάρυγγα της
σκνίπας. Με το δείγµα µεταφέρεται ο µαστιγοφόρος τύπος στο άνθρωπο. Στο άνθρωπο όπως
στα σκυλιά και τρωκτικά αποκτά το λεϊσµανικό τύπο.
Περίληψη : Λεϊσµανίαση
• υπεύθυνος µικροοργανισµός:
• µορφές λεϊσµάνιας:
• µετάδοση:

γένος λεϊσµάνια της οικογενείας των µαστιγοφόρων
µαστιγοφόρος λεπτοµονάδα και λεϊσµάνια
µεταδίδεται στον άνθρωπο µε το τσίµπηµα της
σκίπας. Οι σκνίπες µολύνονται από τα τρωκτικά και
σκυλιά.

∆ιακρίνονται οι εξής κλινικοί τύποι λεϊσµανίασης: 1) Η συστηµατική ή σπλαχνική
λεϊσµανίαση ή Kala-azar που προκαλείται από τη λεϊσµάνια τη δονοβάνειο. 2) Η δερµατική
λεϊσµάνια ή έκφυµα της ανατολής που προκαλείται από τη λεϊσµάνια τη τροπική (leismania
tropica major ή αγροτικός τύπος και leismania tropica minor ή αστικός τύπος) . 3)
Λεϊσµανίαση του δέρµατος και βλεννογόνων που προκαλείται από τη βραζιλιανή λεϊσµάνια
και από τον υπότυπο τη Λεϊσµάνια τη µεξικανική.
Περίληψη : ∆ερµατική Λεϊσµανίαση



Υπεύθυνος µικροοργανισµός
Leismania tropica:
Leismania mexicana
Leismania brasiliensis:
Leismania donovani:

κλινική εικόνα
δερµατική λεϊσµανίαση
λεϊσµανίαση δέρµατος και βλεννογόνων
σπλαχνική, δερµατική λεϊσµανίαση µετά από ΚαλαΑζάρ.

∆ΕΡΜΑΤΙΚΗ ΛΕΪΣΜΑΝΙΑΣΗ Ή ΕΚΦΥΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

53
(ORIENTAL SORE, BAGHDAD BOIL)
Ορισµός
Η δερµατική λεϊσµανίαση ή έκφυµα της ανατολής είναι κοκκιωµατώδους τύπου
λοίµωξη του δέρµατος.
Αιτιολογία
Οφείλεται στη λεϊσµάνια τη τροπική και µεταδίδεται στο άνθρωπο µε το τσίµπηµα της
σκνίπας ( στη Ελλάδα µεταδίδεται συνήθως µε το φλεβοτόµο papatasii).
Στo µείζονα τύπο της τροπικής λεϊσµανίας (leismania tropica major) οφείλεται η αγροτική ή
πρώιµος ή υγρή ελκωτική µορφή
Στο ελάσσονα τύπο της τροπικής λεϊσµανίας (leismania tropica minor) οφείλεται η όψιµος ή
ξηρή ελκωτική µορφή.
Επώαση από δυο εβδοµάδες µέχρι ένα έτος. Από άνθρωπο σε άνθρωπο µεταδίδεται εφ’
όσον έλκος ασθενούς έρθει σε από επαφή µε λύση της συνεχείας του δέρµατος υγιούς.
Παροδική ανοσία εγκαθίσταται µετά από λίγους µήνες.
Επιδηµιολογία
Ενδηµεί στη Μέση Ανατολή, Βόρεια, Κεντρική και ∆υτική Αφρική, Κεντρική Ασία.
Συχνή στις χώρες γύρω από τη µεσόγειο θάλασσα. Στη Ελλάδα είναι η συχνότερη µορφή και
απαντά στη Πελοπόννησο, Κρήτη, Εύβοια, νησιά του Ιουνίου και Αιγαίου.
Κλινική εικόνα
Οι δερµατικές βλάβες εντοπίζονται κυρίως στα ακάλυπτα µέρη. Μπορεί να
εµφανισθούν µία ή περισσότερες βλάβες.
1. Οξεία µορφή εντοπισµένης δερµατικής βλάβης
Η αρχική βλάβη είναι συνήθως µία ερυθρή που βλατίδα που θυµίζει δοθιήνα. Η
βλατίδα µεγαλώνει και σχηµατίζεται ένα φύµα ή οζίδιο µε ξηρά ή λεπιδώδη επιφάνεια. Τοπικά
µπορεί να υπάρχει κνησµός. Ακολούθως δηµιουργείται έλκος που δεν συνοδεύεται από
λεµφαδενίτιδα εκτός εάν επιµολυνθεί και παίρνει µια από τις ακόλουθες κλινικές µορφές:
α) Πρώιµη ή υγρή ελκωτική ή αγροτική µορφή
Στη µορφή αυτή γρήγορα δηµιουργείται αβαθές έλκος που καλύπτεται από
κιτρινέρυθρη εφελκίδα µε πυορροούντα, βλαστικό πυθµένα. Η εφελκίδα είναι στερεά
προσκεκολληµένη, µετά την αφαίρεση της, ο πυθµένας παρουσιάζει προσεκβολές δίκην
σταλακτιτών (σηµείο Montpellier). Φθάνει τα 3-6 εκ. σε 2-3 µήνες, µετά µένει στάσιµος 2-3
µήνες και σε 6 µήνες ιάται από το κέντρο προς τη περιφέρεια αφήνοντας µια ουλή. Κατά τη
περίοδο στασιµότητας µπορεί να εµφανισθούν δορυφορικά οζίδια γύρω από την αρχική
βλάβη. Η µορφή αυτή παρατηρείται κυρίως στις αγροτικές περιοχές, κυρίως παράσιτο των
τρωκτικών και δεν έχει προσαρµοστεί στο άνθρωπο.
β) Όψιµος ή ξηρή ελκωτική µορφή
Στη µορφή αυτή το φύµα ή οζίδιο επεκτείνεται αργά και µετά από εβδοµάδες ή µήνες
δηµιουργείται µικρό επιφανειακό έλκος που καλύπτεται από εφελκίδα. Ιάται αφήνοντας µια
ουλή.
2) Υποτροπιάζουσα δερµατική λεϊσµανίδη
Η µορφή αυτή είναι από τις συνηθέστερες και επιδεινούται το καλοκαίρι. Στη
περιφέρεια ουλής από παλαιά ή πρόσφατη βλάβη δηµιουργούνται νέες βλατίδες και φύµατα
(λυκοειδής µορφή) που συρρέουν και δηµιουργούν καφεκίτρινες πλάκες οι οποίες µε τη
διασκόπηση παίρνουν χροιά πηκτής µήλου.

54

3) Χρόνια εντοπισµένη δερµατική λεϊσµανίαση
Εµφανίζεται κυρίως στους ενήλικες. Χαρακτηρίζεται από µία ή περισσότερες χρόνιες,
ερυθρές, λεπιδώδεις, υπόσκληρες πλάκες κυρίως στο πρόσωπο.
4) ∆ιάχυτη δερµατική λεϊσµανίαση
Απαντά συχνά στη Αιθιοπία, Ινδία, Κεντρική και Νότια Αµερική συχνά σε άτοµα µε
ελαττωµένη ανοσολογική απάντηση. Χαρακτηρίζεται από τη παρουσία πολλών δερµατικών
βλαβών.
5) Λεϊσµανίδη
Η Λεϊσµανίδη χαρακτηρίζεται από γενικευµένο, ερυθηµατώδες εξάνθηµα που δεν
περιέχει Λεϊσµάνια και παρουσιάζεται µακριά από τη δερµατική βλάβη της λεϊσµάνιας.
Παρατηρείται σε άτοµα µε θετική την αντίδραση στη λεϊσµανίνη µε εντοπισµένη οξεία µορφή.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση της οξείας µορφής θα γίνει από την παρασιτικη κνήφη,
έκθυµα, άνθρακα, δοθιήνα, ψευδάνθρακα, µολυσµατικό κηρίο, πυογόνο κοκκίωµα, οζίδιο του
Orf, κοκκίωµα των κολυµβητικών δεξαµενών και ενυδρίων, τριτόγονο σύφιλη, φυµατίωση του
δέρµατος, µυρµηκίες, µολυσµατική τέρµινθος, επιθηλιώµατα, λεµφώµατα, κοκκιώµατα.
Η διαφορική διάγνωση της χρόνιας και υποτροπίαζουσας µορφής θα γίνει από τη
φυµατιώση του δέρµατος, λέπρα, σαρκοείδωση, ροδόχρου νόσο, ερυσίπελα, ψωρίαση,
ερυθηµατώδη λύκο, τριτόγονο σύφιλη, κοκκίωµα του προσώπου, λεµφοκυτταρική διήθηση
του δέρµατος του Jessner, λεµφοκυττάρωµα.
Ιστολογική εικόνα
Στη πρώιµη µορφή παρατηρούνται έλκωση, υπερακάνθωση, υπερκεράτωση,
θηλωµάτωση, πυκνή κυτταρική διήθηση του χορίου µε πλασµατοκύτταρα, εωσινόφιλα και
ιστιοκύτταρα που περιέχουν τη µορφή της λεϊσµανίας (ειδικές χρώσεις). Στη όψιµη µορφή
σπάνια βρίσκονται λεϊσµάνιες στα ιστιοκύτταρα και παρατηρείται φυµατοειδής διήθηση.
Εργαστηριακές εξετάσεις
Σε άµεσα επιχρίσµατα και βιοψίες (στη πρώιµη µορφή) από δερµατική βλάβη, οι
λεϊσµάνιες χρωµατίζονται µε ειδικές χρώσεις (Μay-Grünwald-Giemsa). Τα σωµάτια LeishmanDonovan (µορφή της λεϊσµανίας) περιέχονται στα ιστιοκύτταρα, κυρίως στη πρώιµη µορφή.
Επίσης είναι δυνατόν η καλλιέργεια σε ειδικό θρεπτικό υλικό, ορολογικές εξετάσεις. Η
δερµοαντίδραση Montenegro (αντίδραση λεϊσµανίνης) είναι θετική σε70-100% των
περιπτώσεων σε 48 ώρες.
Θεραπεία
Η θεραπεία της δερµατικής λεϊσµανίασης γίνεται µε ενώσεις του πεντασθενούς
αντιµονίου (τοπική ή συστηµατική θεραπεία) και ανθελονοσιακά. Τοπική έγχυση στη
δερµατική βλάβη υδατικού διαλύµατος µεπακρίνης 10%.
Στη χρόνια µορφή συγχρόνως µε τη συστηµατική θεραπεία µε ενώσεις του πεντασθενούς
αντιµονίου, τοπική έγχυση κορτικοστεροειδών.
Οι µικρότερες δερµατικές βλάβες µπορούν να αφαιρεθούν χειρουργικά ή µε διαθερµοπηξία ή
µε κρυοπηξία.
Περίληψη : ∆ερµατική λεϊσµανίαση ή έκφυµα της ανατολής
• Υπεύθυνος µικροοργανισµός: Leismania tropica

55

• Επιδηµιολογία:

• Κλινική εικόνα:

• Εργαστηριακές εξετάσεις:
• Θεραπεία:

Ενδηµεί στη Βόρια, Κεντρική και
∆υτική Αφρική, Κεντρική Ασία, Μέση Ανατολή. Συχνή στις
χώρες γύρω από τη Μεσόγειο. Στη Ελλάδα απαντά στη
Πελοπόννησο, Κρήτη, Εύβοια, νησιά του Ιουνίου και
Αιγαίου.
οξεία µορφή εντοπισµένης δερµατικής λεϊσµανίασης
υποτροπιάζουσα δερµατική λεϊσµανίαση
χρόνια εντοπισµένη δερµατική λεϊσµανίαση
διάχυτη δερµατική λεϊσµανίαση
λεϊσµανίδη
Ιστολογική εξέταση, άµεσα επιχρίσµατα,
οροαντιδράσεις, καλλιέργεια, δερµοαντίδραση
Montenegro.
Ενώσεις του πεντασθενούς αντιµονίου και
ανθελονοσιακά.
Έγχυση στη δερµατική βλάβη υδατικού διαλύµατος
µεπακρίνης10%.
Στις χρόνιες µορφές, ενώσεις πεντασθενούς
αντιµονίου και έγχυση κορτικοστεροειδών στη
βλάβη.
Μικρές βλάβες αφαιρούνται χειρoυργικά ή µε
κρυοπηξία ή διαθερµοπηξία.

5.1.1.2. ΛΕΪΣΜΑΝΙΑΣΗ ΤΟΥ ∆ΕΡΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΒΛΕΝΝΟΓΟΝΩΝ
Ή ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΛΕΪΣΜΑΝΙΑΣΗ
(MUCOCUTANEOUS LEISHMANIASIS-AMERICAN LEISHMANIASIS)
Ορισµός
Η αµερικανική λεϊσµανίαση είναι µία χρόνια καταστρεπτική νόσος του δέρµατος και
βλεννογόνων κυρίως του ανωτέρου αναπνευστικού που απαντά κυρίως στις δασώδεις και
υγρές περιοχές της Κεντρικής και Νοτίου Αµερικής.
Αιτιολογία
Οφείλεται κυρίως στη λεϊσµάνια τη Βραζιλιανή και στο υπότυπο της τη λεϊσµάνια τη
µεξικανική. Μεταδίδεται µε τη σκνίπα (διάφορα είδη φλεβοτόµων).
Έχει χρόνο επώασης 2-10 εβδοµάδες.
Κλινική εικόνα
Στα αρχικά στάδια µοιάζει µε τη δερµατική βλάβη της δερµατικής λεϊσµανίασης. Οι
δερµατικές βλάβες εµφανίζονται κυρίως στις εκτεθειµένες περιοχές στη αρχή µε µια βλατίδα
που εξελίσσεται σε οζίδιο ή πλάκα. Η δερµατική βλάβη µεγαλώνει αρκετά εκατοστά. Σε
ορισµένες περιπτώσεις εξελκούται στο κέντρο και αποκτά επηρµένα άκρα, ενώ σε άλλες
αποκτά µυρµηκιώδη όψη και σε άλλες επεκτείνεται κατά µήκος των λεµφαγγείων µε επιχώριο
λεµφαδενίτιδα
Μετά από λίγα χρόνια σε ένα ποσοστό 5-20% προσβάλλονται οι βλεννογόνοι. Κυρίως
προσβάλλεται το ανώτερο αναπνευστικό σύστηµα και αρχίζει µε το ρινικό βλεννογόνο. Στους
βλεννογόνους παρατηρούνται οιδήµατα και εκσεσηµασµένες εξελκώσεις. Κατά τη προσβολή
του ρινικού βλεννογόνου καταστρέφεται βαθµιαία ο χόνδρος.
Η πρόγνωση είναι προβληµατική λόγω των παραµορφώσεων που προκαλούνται.
∆ιαφορική διαγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τη φυµατιώση του δέρµατος, λέπρα,
σαρκοείδωση, ερυθηµατώδη λύκο, τριτόγονο σύφιλη. παρασιτικη κνήφη, έκθυµα, άνθρακα,

56
δοθιήνα, ψευδάνθρακα, µολυσµατικό κηρίο, πυογόνο κοκκίωµα, οζίδιο του Orf, µυρµηκίες,
µολυσµατική τέρµινθος, επιθηλιώµατα, λεµφώµατα, κοκκιώµατα.
Εργαστηριακές εξετάσεις
Η λεϊσµάνια αποµονώνεται σε καλλιέργεια µε ειδικό θρεπτικό υλικό, ιστολογική
εξέταση µε ειδική χρώση (Μay-Grünwald-Giemsa). Η δερµοαντίδραση Montenegro
(αντίδραση λεϊσµανίνης) είναι θετική σε 48 ώρες.
Θεραπεία
Η θεραπεία γίνεται µε σκευάσµατα πεντασθενούς αντιµονίου και αµφοτερικίνη Β.
Περίληψη : Λεϊσµανίαση του δέρµατος και βλεννογόνων

Υπεύθυνος µικροοργανισµός: Leismania braziliensis και ο υπότυπος Leismania
Mexicana

Επιδηµιολογία:

Κεντρική και Νότια Αµερική

Κλινική εικόνα:

Αρχικά προσβολή δέρµατος. ∆υνατή η επέκταση
κατά µήκος των λεµφαγγείων. Συχνά
δευτεροπαθείς λοιµώξεις.
Παρατηρείται ποικιλία που εµφανίζεται
στο αυτί. Μετά από λίγα χρόνια προσβολή
βλεννογόνων, κυρίως ανώτερο αναπνευστικό.

Εργαστηριακές εξετάσεις:

Ιστολογική εξέταση, καλλιέργεια, δερµατική
αντίδραση λεϊσµανίασης.

Θεραπεία:

Ενώσεις του πεντασθενούς αντιµονίου και
αµφοτερικίνη Β.
ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΕΪΣΜΑΝΙΑΣΗ Ή KALA-AZAR
(SYSTEMIC LEISHMANIASIS, KALA-AZAR)

Ορισµός
Συστηµατική µόλυνση του δικτυοενδοθηλιακού συστήµατος, µε συµπτωµατολογία
από το ήπαρ, σπλήνα, µυελό των οστών, λεµφαδένες, δέρµα.
Αιτιολογία
Οφείλεται στη λεϊσµανία Donovani και µεταδίδεται µε µολυσµένες σκνίπες από
παράσιτα που υπάρχουν στα σκυλιά και τρωκτικά.
Απαντά κυρίως σε Μεσογειακές χώρες, Κίνα, Ινδία, Ινδοκίνα, ∆υτική Αφρική.
Ο χρόνος επώασης είναι 1-6 µήνες.
Κλινική εικόνα
Οι ασθενείς εµφανίζουν εκτός από τα συστηµατικά συµπτώµατα και εκδηλώσεις από
το δέρµα. ΄Εχουν πυρετό, ανορεξία, κακουχία, αναιµία, λευκοπενία, λεµφαδενίτιδα,
ηπατοσπληνοµεγαλία. Συγχρόνως εµφανίζουν αυξηµένη µελάγχρωση γύρω από το στόµα,
µέτωπο, παρειές, στα χέρια, κοιλιακή χώρα. Τα µαλλιά είναι ξηρά και σπάνε εύκολα.
Η µετά το Kala-azar δερµατική λεϊσµανίαση, παρατηρείται 1-2 έτη µετά από θεραπεία.
Στις βλάβες ανευρίσκονται λεϊσµάνιες και εκδηλώνεται µε ερυθρά οζίδια ή πλάκες,
υπερµελαγχρωµατικές πλάκες και αργότερα γίνονται υποµελαγχρωµατικές. Τα οζίδια αρχικά

57
είναι στο πρόσωπο κυρίως γύρω από το στόµα, πηγούνι, αυτιά, βλεννογόνους. Αργότερα
εµφανίζονται στο κορµό.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τη φυµατιώση του δέρµατος,λέπρα,
σαρκοείδωση, ροδόχρου νόσο, ψωρίαση, ερυθηµατώδη λύκο, χηλοειδή.
Εργαστηριακές εξετάσεις
Οι λεϊσµάνιες αποµονώνονται στο δικτυοενδοθηλιακό σύστηµα και το δέρµα µε
καλλιέργεια σε ειδικά θρεπτικά υλικά. Αποµονώνεται εύκολα από τα οζίδια, δύσκολα από τις
κηλίδες στη µετά το Kala-azar δερµατική λεϊσµανίαση. Οι οροαντιδράσεις βοηθούν στη
έγκαιρη διάγνωση. Τέλος η ιστολογική εξέταση µε τις ειδικές χρώσεις βοηθά στη διάγνωση.
Θεραπεία
Η θεραπεία εκλογής είναι σκευάσµατα του τρισθενούς και πεντασθενούς αντιµονίου.
Περίληψη : Συστηµατική λεϊσµανίαση ή Kala-azar

Υπεύθυνος µικροοργανισµός: Leismania donovani

Επιδηµιολογία:

Κίνα, Ινδοκίνα, Ινδία, Μεσογειακές χώρες, ∆υτική
Αφρική

Κλινική εικόνα:

1) Πυρετός, αδυναµία, κακουχία, απώλεια βάρους,
ηπατοµεγαλία, σπληνοµεγαλία, αναιµία,
λευκοπενία, οίδηµα, λεµφαδενίτιδα. Συγχρόνως
αυξηµένη µελάγχρωση στο πρόσωπο, κοιλιά,
χέρια.
2) Μετά από Kala-.azar δερµατική λεϊσµανίαση ή
λεϊσµανοειδές. Ερυθηµατώδεις πλάκες ή οζίδια στο
πρόσωπο και µετά στο κορµό. Οι βλάβες µπορεί
να είναι αρχικά υπερµελαγχρωµατικές και
αργότερα υποµελαγχρωµατικές.

Εργαστηριακές εξετάσεις:

Ιστολογική εξέταση, καλλιέργεια, οροαντιδράσεις.

Θεραπεία:

Ενώσεις του τρισθενούς ή πεντασθενούς
Αντιµονίου
5.2. ∆ΕΡΜΑΤΟΠΑΘΕΙΕΣ ΑΠΟ ΑΡΘΡΟΠΟ∆Α
5.2.1. ΨΩΡΑ (SCABIES)

Ορισµός
Η ψώρα είναι έντονα κνησµώδης, µεταδοτική δερµατοπάθεια και οφείλεται στο άκαρι
της ψώρας ή σαρκοκόπτη του ανθρώπου.
Αιτιολογία
Η ψώρα οφείλεται στη άκαρι της ψώρας ή σαρκοκόπτη του ανθρώπου. Τα
γονιµοποιηµένα θήλεα ακάρεα εισδύουν στη επιδερµίδα σχηµατίζοντας σήραγγες που
καταλήγουν τυφλά. Εκεί αφού εναποθέσουν τα ωά τους πεθαίνουν. Τα θήλεα ακάρεα γεννούν
περί τα δύο ωά τη ηµέρα για ένα διάστηµα περί τους δυο µήνες. Μετά από 3-7 ηµέρες από τα
ωά εξέρχονται οι προνύµφες οι οποίες µεταναστεύουν στη επιφάνεια όπου σκάβουν αβαθείς

58
κρύπτες και µέσα σε µία εβδοµάδα µετατρέπονται σε νύµφες. Τέλος αυτές σε 2-3 εβδοµάδες
µετατρέπονται σε τέλεια έντοµα. Στις αβαθείς κρύπτες συνουσιάζονται τα ακάρεα, και τα µεν
αρσενικά γρήγορα πεθαίνουν τα δε θήλεα σκάβουν σήραγγες. Ο συνολικός χρόνος ζωής του
παρασίτου είναι 2 µήνες.
Τα ακάρεα έχουν τέσσερα ζεύγη ποδιών και η ραχιαία του επιφάνεια είναι ακανθωτή
και µε µεγεθυντικό φακό φαίνεται σαν λευκόφαιο αδιαφανές στίγµα. Με το κεφάλι του
διατρυπά την επιδερµίδα. Εκτός του σώµατος ζει λίγες ηµέρες.
Μεταδίδεται κυρίως µετά από παρατεταµένη επαφή. Τα µικρά παιδιά και τα νήπια, είναι
ιδιαίτερα ευπαθή, επειδή οι ενήλικες πάσχοντες τα κρατούν για µεγάλο διάστηµα στη αγκαλιά
τους. Γενικά εκεί όπου συγχρωτίζονται πολλά άτοµα η µετάδοση της ψώρας γίνεται
ευκολότερα. Σε ανοσοκατεσταλµένους, άτοµα µε σύνδροµο Down, άτοµα σε ιδρύµατα και
άσυλα, µετά από λανθασµένη θεραπεία µε κορτικοστεροειδή εµφανίζονται έντονα
συµπτώµατα της νόσου.
Η ανοσολογική απάντηση µε αύξηση των ανοσοσφαιρινών Μ και G, εµφανίζεται µετά
2 εβδοµάδες από τη µόλυνση.
Κλινική εικόνα
1. Κνησµός
Κύριο χαρακτηριστικό της νόσου είναι ο γενικευµένος κνησµός που συνήθως αρχίζει
από τους µηρούς και δεν είναι µόνιµος και επιδεινώνεται στο κρεβάτι και µετά από ζεστό
µπάνιο.
2. ∆ερµατικές βλάβες
Οι δερµατικές βλάβες είναι ειδικές και οφείλονται στη άκαρι ή µη ειδικές και οφείλονται
στο κνησµό και είναι αποτέλεσµα αλλεργικής αντίδρασης.
α) Ειδικές βλάβες
∆ιαγνωστικό σηµείο είναι η σήραγγα που είναι γραµµοειδές έπαρµα µε σχήµα καµπύλης ή
λατινικό S και µε το χρώµα του δέρµατος ή λευκόφαιο. Σε καθαρά άτοµα µε το συχνό πλύσιµο
οι είναι δύσκολο να διακριθούν. Το ένα άκρο της σήραγγας είναι τυφλό και καταλήγει στη
µαργαρητοειδή φυσαλίδα και οφείλεται στο άκαρι και περιέχει διαυγές ή θολερό υγρό και το
άλλο άκρο παρουσιάζει ένα εντύπωµα που είναι η είσοδος του σκαρί. Κατά µήκος των
σηράγγων παρατηρούνται µε µεγεθυντικό φακό τρήµατα που είναι η θέση εξόδου των
προνυµφών. Με το ξύσιµο οι σήραγγες µετατρέπονται σε αύλακες. Κύρια εντόπιση των
σηράγγων είναι στα πλάγια των δακτύλων στα χέρια, µεσοδακτύλιες πτυχές, στο θέναρ,
καµπτική επιφάνεια του καρπού και του αγκώνα, γλουτούς, οσφύ, µηρούς, θηλή του µαστού
στις γυναίκες, πέος και όσχεο, πρόσθιο τοίχωµα της µασχάλης. Στα µικρά παιδιά στα
πέλµατα, σφυρά, πτυχές των γλουτών. Σε άτοµα που πλένονται συχνά, οι σήραγγες είναι
ελάχιστες. Το πλύσιµο έχει σαν αποτέλεσµα τη µείωση του αριθµού των ακάρεων και του
αριθµού τους.
β) Μη ειδικές βλάβες
Τα κλινικά συµπτώµατα, που είναι αποτέλεσµα της αλλεργικής αντίδρασης λόγω της
παρουσίας της άκαρης, εµφανίζονται λίγες εβδοµάδες µετά τη µόλυνση. Αυτές οι µη ειδικές
βλάβες είναι πολυπλυθέστερες από τις ειδικές βλάβες και είναι κυρίως ερυθροβλατίδώδες
εξάνθηµα, ερυθρές βλατίδες, σε µερικά άτοµα οι βλατίδες εξελίσσονται σε οζίδια που
παραµένουν για αρκετό διάστηµα παρά τη ειδική θεραπεία. Η κύρια εντόπιση αυτών
συµπίπτει µε αυτή των σηράγγων. Επίσης η εµφάνιση πλακών εκζέµατος και εκτεταµένων
δρυφάδων κυρίως στα άκρα µπορεί να είναι αποτέλεσµα του κνησµού. Αργότερα
δυσιδρωσικές βλάβες ή βλάβες χρόνιου εκζέµατος.
3. Ιδιαίτερες µορφές
α) Νορβηγική ψώρα
Η Νορβηγική ψώρα είναι µια σπάνια ποικιλία ψώρας όπου διαπιστώνεται πολύ µεγάλος
αριθµός από σήραγγες και µεγάλος βαθµός εφελκιδοποίσης και απολέπισης του δέρµατος.
Μπορεί να καταλαµβάνει όλο το σώµα και το πρόσωπο. Παρατηρείται σε ανοσοκατεσταλµένα
άτοµα, άτοµα σε ιδρύµατα, άσυλα, σε άτοµα µε σύνδροµο Down, σε άτοµα που από λάθος
έχουν θεραπευθεί µε κορτικοστεροειδή.

59
β) Οζώδης ψώρα
Οζώδης ψώρα παρατηρείται σε λίγα άτοµα, και χαρακτηρίζεται κυρίως από τη παρουσία
βλατίδων και κυρίως οζιδίων στη γεννητική χώρα, µασχάλη, αγκώνες. Τα οζίδια επιµένουν για
µεγάλο διάστηµα παρά τη ειδική θεραπεία.
Εργαστηριακές εξετάσεις
Αναζήτηση του παρασίτου στις σήραγγες. Η ιστολογική εξέταση έχει χαρακτηριστικό
στοιχείο τη ανεύρεση σηράγγων στη κερατίνη στιβάδα µε τελικό τυφλό άκρο που καταλήγει
στη µαργαριτοειδή φυσαλίδα, που φθάνει µέχρι τη ακανθωτή στιβάδα. Στο χόριο υπάρχει
λεµφοκυτταρική διήθηση.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από την οζώδη κνήφη, όµαλός λειχήνας, ροδόχρους
πιτυρίαση, ψείρες, δυσιδρωσικό έκζεµα, ψώρα από ζώα, ψωρίαση, ατοπική δερµατίτις,
µολυσµατικό κηρίο, έκθυµα, δοθιήνας, ψευδάνθρακας, σµηγµατορροϊκή δερµατίτις,
φαρµακευτικό εξάνθηµα, σύφιλη, ερπητοειδή δερµατίτιδα, λευχαιµία, λέµφωµα.
Θεραπεία
Η θεραπεία συνίσταται κυρίως στη τοπική εφαρµογή ακαρεοκτόνων σε όλη τη
επιφάνεια του δέρµατος εκτός από το πρόσωπο. Η εφαρµογή γίνεται µετά από ένα ζεστό
λουτρό για 3-5 συνεχή βράδια. Από τη κατάχρηση αυτών µπορεί να παρατηρηθεί ερεθιστική
δερµατίτιδα. Συγχρόνως µε την θεραπεία, απαραίτητο είναι και η ταυτόχρονη απολύµανση
(πλύσιµο, σιδέρωµα, καθαριστήριο) κλινοσκεπασµάτων, ρούχων, εσωρούχων, πετσετών.
Επίσης θα πρέπει να κάνουν θεραπεία και τα υπόλοιπα µέλη της οικογενείας που
συγκατοικούν.
Τέτοια φάρµακα είναι το Lindane (γ-benzenehexachloride), βενζοϊκό βενζύλιο 25%,
κρέµα Permethrin 5%, Monosulfiram 25%, λοσιόν Μαλαθείου 0,5%, συνδυασµός
Esdepallethrin και Piperonyl butoxide, αλοιφή κροταµιτόνης 10%, αλοιφή µε καθιζηθέν θείο 610%.
Επίσης η συστηµατική χορήγηση Ivermectin, εκεί που αποτυχαίνει η τοπική
θεραπεία (δεν κυκλοφορεί στην Ελλάδα).
Το Lindane σε παιδιά µικρότερα των δύο ετών πρέπει να αποφεύγεται. Σε παιδιά
µπορεί να εφαρµοσθεί Permethrin 5%, βενζοϊκό βενζύλιο 10%, Esdepallethrin και Piperonyl
butoxide, αλοιφή µε καθιζηθέν θείο 6%, επίσης η κροταµιτόνη 10 %, λοσιόν µαλαθείου 0,5%
(όχι σε βρέφη). Σε µικρά παιδιά και βρέφη µπορεί αφοβα να δοθεί Permethrin ή κροταµιτόνη
ή, αλοιφή µε καθιζηθέν θείο (2,5%-5%), baume de Perou αλοιφή 10%.
Σε εγκύους µπορεί να δοθεί κροταµιτόνη.
Μετά τη θεραπεία της ψώρας για τη αντιµετώπιση δευτεροπαθούς εκζέµατος
εφαρµογή στεροειδών τοπικά, στη οζώδη ψώρα διήθηση µε στεροειδή τοπικά
Παράλληλα µε τη τοπική αγωγή πρέπει να γίνεται γενική απολύµανση ρούχων και
κλινοσκεπασµάτων και θεραπεία των ατόµων του στενού περιβάλλοντος.
Περίληψη : Ψώρα

Υπεύθυνος µικροοργανισµός: άκαρι της ψώρας ή Σαρκοκόπτης του ανθρώπου
Επιδηµιολογία:
µεταδίδεται κυρίως µε παρατεταµένη φυσική
επαφή

Κλινική εικόνα:

1. Κνησµός
2. ∆ερµατικές βλάβες:
α) Ειδικές βλάβες: σήραγγες, αύλακες,
µαργαριταροειδείς φυσαλίδες.
β) Μη ειδικές βλάβες: ερυθηµατιδώδες,
εξάνθηµα, βλατίδες, οζίδια, δρυφάδες, χρόνιο
έκζεµα.
3. Ιδιαίτερες µορφές:

60

α) Νορβηγική ψώρα
β) Οζώδης ψώρα

Εργαστηριακές εξετάσεις:

Ιστολογική εξέταση, ανεύρεση του παρασίτου

Θεραπεία:

Lindane (γ-benzenhexachloride)
Βενζοϊκό βενζύλιο 25%
Συνδιασµός Esdepallethrin και Piperonyl butoxide
Κρέµα Permethrin 5%
Monosulfiram 25%
Λοσιόν Μαλαθείου 0,5 %
Αλοιφή κροταµιτόνης 10%
Αλοιφή µε καθιζηθέν θείο 6-10%
Ivermectin
5.2.2. ΨΩΡΑ ΑΠΟ ΖΩΑ

Ορισµός
Μεταδοτική κνησµώδης δερµατοπάθεια που οφείλεται σε διάφορα είδη Σαρκοκόπτου,
που περοσβάλλουν διάφορα ζώα.
Αιτιολογία
Οφείλεται σε είδη σαρκοκόπτου που προσβάλλουν κυρίως τα κατοικίδια ζώα, αλλά
και άλλα ζώα.
Έχει γρήγορη επώαση και σύντοµη διάρκεια.
Τα ζώα εµφανίζουν καµιά φορά απολέπιση και απώλεια τριχώµατος.
Κλινική εικόνα
Οι δερµατοπάθεια εµφανίζεται στα σηµεία επαφής µε τη εστία µόλυνσης. ∆εν
παρατηρούνται σήραγγες. Η διάρκεια αυτή της ψώρας είναι σύντοµη και υπάρχει αυτόµατη
ίαση.
Στα σηµεία επαφής µε τη εστία µόλυνσης παρατηρείται κνησµώδες εξάνθηµα,
ερυθηµατο-βλατιδώδες ή βλατιδο-φυσαλιδώδες εξάνθηµα.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από ψώρα, ατοπική δερµατίτιδα, κνίδωση,
δερµατίτιδα εξ επαφής.
Θεραπεία
Υπάρχει αυτόµατη ίαση και εφαρµόζονται αντικνησµώδη φάρµακα.
Περίληψη : Ψώρα από ζώα

Υπεύθυνος µικροοργανισµός: διάφορα είδη Σαρκοκόπτη που προσβάλλουν ζώα
Επιδηµιολογία:
Εντόπιση στο σηµείο επαφής µε το ζώο
Σύντοµος χρόνος επώασης

Κλινική εικόνα:

Κνησµώδες εξάνθηµα
∆εν παρατηρούνται σήραγγες
Σύντοµη διάρκεια
Αυτόµατη ίαση

61

Θεραπεία:

Αντικνησµώδη
5.2.3. ΨΩΡΑ ΑΠΟ ∆ΗΜΗΤΡΙΑΚΑ

Ορισµός
Οξεία κνησµώδης δερµατοπάθεια που οφείλεται σε άκαρι.
Αιτιολογία
Οφείλεται στο άκαρι φθειροειδές το γαστρώδες παράσιτο ενός κολλέοπτερου
εντόµου, της ψείρας των σιτηρών και βρίσκεται στους κόκκους των δηµητριακών, οσπρίων
και στα στάχυα τους.
Κλινική εικόνα
Λίγες ώρες µετά τη µόλυνση ο ασθενής παρουσιάζει έντονα κνησµώδες εξάνθηµα
που χαρακτηρίζεται από ερυθηµατώδεις κηλίδες στο κέντρο των οποίων υπάρχει συνήθως
φυσαλίδα σπανιότερα ή ποµφόλυγα ή βλατίδα. Καµία φορά επεκτείνεται και πέρα από το
σηµείο επαφής.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από την ψώρα, ψώρα από ζώα, ατοπική δερµατίτιδα,
κνίδωση, δερµατίτιδα εξ επαφής.
Θεραπεία
Αντικνησµώδη φάρµακα, στις σοβαρές περιπτώσεις κορτικοστεροειδή. Συγχρόνως
αποµάκρυνση από τη εστία µόλυνσης.

Περίληψη : Ψώρα από δηµητριακά

Υπεύθυνος µικροοργανισµός: Το άκαρι φθειροειδές το γαστρώδες που
είναι παράσιτο της ψείρας των σιτηρών
(Κολεόπτερο έντοµο) των σιτηρών, όσπρια και στα
στάχυα τους.

Επιδηµιολογία:

Κλινική εικόνα:

Θεραπεία:

Εντόπιση στο σηµείο επαφής.
Έντονα κνησµώδες εξάνθηµα
Αντικνησµώδη
Αποµάκρυνση από τη εστία µόλυνσης
5.2.4. ΦΘΕΙΡΙΑΣΗ

Οι φθείρες παρασιτούν αποκλειστικά τον άνθρωπο. Είναι άπτερα έντοµα και
υπάρχουν δύο εξωπαρασιτικά είδη για το άνθρωπο: η ψείρα του εφηβαίου (Phthirus pubis)
και η ψείρα του άνθρωπου (Pediculus humanus). Η ψείρα του ανθρώπου διακρίνεται στη
ψείρα του τριχωτού της κεφαλής και στη ψείρα του σώµατος.
Οι ψείρες έχουν τρία ζεύγη ποδιών µε τα οποία πιάνονται στις τρίχες, λευκόφαιο
χρώµα. Εναποθέτουν καθηµερινά 7-10 ωά τις κόνιδες. Τρέφονται από το αίµα. Η διάρκεια
ζωής κάθε φθείρας είναι 1-2 µήνες.

62

Περίληψη : Φθειρίαση

Ψείρα του εφηβαίου (Phthirus pubis)
Ψείρα του ανθρώπου (Pediculus humanus): Ψείρα του τριχωτού της κεφαλής
Ψείρα του σώµατος
5.2.4.1. ΦΘΕΙΡΙΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΧΩΤΟΥ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ

Αιτιολογία
Οφείλεται στη ψείρα του τριχωτού της κεφαλής. Προσβάλλει ιδιαίτερα τα παιδιά της
σχολικής και προσχολικής ηλικίας. Μεταδίδεται µε άµεση επαφή και κοινόχρηστα είδη όπως
χτένα, βούρτσα κλπ.
Κλινική εικόνα
Χαρακτηρίζεται από έντονο κνησµό στο τριχωτό της κεφαλής, κυρίως στη ινιακή
χώρα, αυχένα. Τα παράσιτα αποικίζουν περισσότερο τη οπισθοωτιαία και ινιακή χώρα.
Σπανίως επεκτείνονται σε γένια ή άλλες περιοχές.
Οι ψείρες διακρίνονται µε γυµνό µάτι και τα ωά οι κόνιδες είναι προσκολληµένα µε
χυτίνη στο στέλεχος της τρίχας.
Κατά τη εξέταση το τριχωτό στη αρχή είναι φυσιολογικό, αργότερα παρουσιάζονται
κνιδωτικές βλατίδες κυρίως στο αυχένα, δρυφάδες. Εάν επιµολυνθεί εφελκίδες, θυλακίτις,
µολυσµατικό κηρίο, λεµφαδενίτιδα, κλπ.
Η ανεύρεση των παρασίτων και κόνιδας γίνεται ευκολότερα µε µεγεθυντικό φακό και
τη λυχνία του Wood.
Σε αντίθεση από τη πιτυρίδα η κόνιδες δεν πέφτουν από τις τρίχες.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από την πιτυρίδα του τριχωτού της κεφαλής.
Θεραπεία
Η θεραπεία γίνεται µε αντιφθειριακά φάρµακα, όπως λοσιόν µαλαθείου 0,5 % και
κρέµα 1% ή Carbaryl 0,5% ή µίγµα permethrin, malathion, peperonyl butoxide ή αλοιφή
κροταµιτόνης, Lindane (γ-benzenehexachloride). Στο τελευταίο φαίνεται ότι έχει αναπτυχθεί
αντοχή. Τα αντιφθειριακά φάρµακα εφαρµόζονται τοπικά για λίγες ηµέρες και µετά µια
εβδοµάδα για να εξοντωθούν οι εναποµείναντες κόνιδες.
Ακολούθως οι κόνιδες αποµακρύνονται εντριβή µε ξύδι και χτένα µε πολύ λεπτά
δόντια.
5.2.4.2. ΦΘΕΙΡΙΑΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
Αιτιολογία
Οφείλεται στη ψείρα του σώµατος. Απαντά σπάνια, µετά από µαζικές καταστροφές,
σε χαµηλές υγειονοµικές-κοινωνικές συνθήκες υπό αυτές συνθήκες µπορεί να µεταδώσει και
το εξανθηµατικό τύφο. Μεταδίδεται από άτοµο σε άτοµο µε τα µε ενδύµατα και
κλινοσκεπάσµατα. ∆ιαβιεί στα εσώρουχα, ιδίως στις ραφές.
Κλινική εικόνα
Κοντά στα ρούχα που διαβιεί παρατηρείται έντονος κνησµός. Κατά τη κλινική εξέταση
παρατηρούνται κνιδωτικές βλατίδες και δρυφάδες που µερικές φορές επιµολύνονται µε
επακόλουθο πυοδερµατίτιδα, λεµφαγγειίτιδα, λεµφαδενίτιδα. Κατά το χρόνιο στάδιο
παρατηρείται εκζεµατοποίηση, λειχηνοποίηση και παρουσία µελαγχρωµατικών πλακών.

63
Θεραπεία
Αποµάκρυνση των µολυσµένων ρούχων και συγχρόνως θεραπεία του σώµατος µε
αντιφθειριακά φάρµακα, όπως λοσιόν µαλαθείου 0,5 % και κρέµα 1% ή Carbaryl 0,5% ή
µίγµα permethrin, malathion, peperonyl butoxide ή αλοιφή κροταµιτόνης, Lindane (γbenzenehexachloride).
5.2.4.3. ΦΘΕΙΡΙΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΗΒΑΙΟΥ
Αιτιολογία
Οφείλεται στη ψείρα του εφηβαίου. Μεταδίδεται κυρίως µε τη σεξουαλική επαφή, αλλά
και µε τη χρήση ρούχων από ασθενή, πετσέτες, τρίχες.
Κλινική εικόνα
Εντοπίζεται κυρίως στο εφηβαίο, καµιά φορά στα βλέφαρα, φρύδια, µασχάλες,
θώρακα, µηρούς. Χαρακτηρίζεται από έντονο κνησµό στο εφηβαίο, κνιδωτικές βλατίδες,
δρυφάδες, διαβρώσεις και αιµατογενείς εφελκίδες. Παθογνωµική βλάβη είναι οι κυανές
κηλίδες στο υπογάστριο, πλάγια της κοιλιάς, του θώρακα, µηρούς. Οφείλονται σε τοξική
ουσία που εκκρίνεται από το αδενικό σύστηµα των ωρίµων ψειρών. Επίσης στα εσώρουχα
των ασθενών µπορεί να ανευρευθούν κηλίδες αίµατος που ελευθερώνονται καθώς η ψείρα
εισβάλλει στο θύλακο της τρίχας.
Οι ψείρες και τα ωά διακρίνονται εύκολα. Όταν χρονίζει η φθειρίαση παρατηρείται
έκζεµα, πυοδερµατίτιδα.
Θεραπεία
Θεραπεία τα της φθειρίασης του εφηβαίου είναι όµοια µε αυτή του τριχωτού της
κεφαλής. Έλεγχος και θεραπεία του σεξουαλικού συντρόφου.
Στις βλεφαρίδες αλοιφή κιτρίνου οξειδίου του υδραργύρου 1-2%.
Περίληψη : Φθειρίαση

Ψείρα του εφηβαίου:

Φθειρίαση του εφηβαίου.
∆υνατή επέκταση στις βλεφαρίδες, φρύδια
µασχάλες, µηρούς.

Ψείρα του τριχωτού της κεφαλής:

Φθειρίαση του τριχωτού της κεφαλής

Ψείρα του σώµατος:

Φθειρίαση του σώµατος

Κλινική εικόνα:

κνησµός
ψείρες και κόνιδες
κνιδωτικές βλατίδες
δρυφάδες
κυανές κηλίδες στη φθειρίαση του εφηβαίου
έκζεµα και µελάγχρωση στις χρόνιες
µορφές

Θεραπεία:

Lindane (γ-benzenhexachloride)
Μίγµα permeprin, piperonyl butoxide και
Μalathion
Carbaryl 0,5%
Βενζοϊκό βενζύλιο
Λοσιόν Μαλαθείου 0,5% και κρέµα 1%
Αλοιφή κροταµιιτόνης
Στις βλεφαρίδες αλοιφή κιτρίνου οξειδίου
του υδραργύρου 1-2%

64

.
5.2.5. ΠΑΡΑΣΙΤΙΚΗ ΚΝΗΦΗ (INSECT BITES)
Ορισµός
Η αντίδραση του δέρµατος σε δήγµατα ή νύγµατα αρθροπόδων. Οι βλάβες
δηµιουργούνται µε ένα ή περισσότερους µηχανισµούς.
Αιτιολογία
∆ιάφορα αρθρόποδα όπως κοριοί, κουνούπια, σκνίπες, ψύλλοι, τσιµπούρια, κάµπιες, και
άλλα, µε τα δείγµατα ή νύγµατα, ένεση βλαπτικών ουσιών και εξαρτήµατα τους προκαλούν
διάφορες δερµατικές αντιδράσεις. Ο µηχανισµός µε το οποίο δηµιουργούνται οι δερµατικές
βλάβες είναι οι ακόλουθοι:
1) Μηχανικό τραύµα
2) Ένεση βλαπτικών ουσιών. ∆ηλητήρια από διάφορα έντοµα όπως του σκορπιού µπορεί
να καλέσουν συστηµατικές ή τοπικές αντιδράσεις. Μερικές φορές έχει σηµασία και ο
αριθµός των τσιµπηµάτων όπως συµβαίνει µε τα µυρµήγκια, σφήκες, µέλισσες.
3) Εισβολή του παρασίτου στο δέρµα όπως συµβαίνει στα ακάρεα.
4) Εξ επαφής αντίδραση. Μερικά αρθρόποδα µε τη επαφή προκαλούν ερεθισµό όπως
συµβαίνει µε τις κάµπιες.
5) Ευαισθητοποίηση. Όταν ο ασθενής έρθει σε επαφή µε αβλαβείς ουσίες δηµιουργεί
αντισώµατα ή ευαισθητοποιούνται Τ-λεµφοκύτταρα έναντι αυτών. Σε µία νέα επαφή
παρατηρούνται έντονες τοπικές ή συστηµατικές αντιδράσεις.
6) Αντιδράσεις από παραµονή σιαγόνων όπως στο τσιµπούρι. Με αποτέλεσµα τη
δηµιουργία κοκκιωµατώδους αντίδρασης.
7) Επιµόλυνση
8) Μετάδοση νόσου όπως λεϊσµανίαση, πυρετό των Βραχωδών ορέων (τσιµπούρια), Νόσο
Lyme (τσιµπούρια).
Απαραίτητο είναι επίσης να έχει κανείς στοιχειώδη γνώση της συµπεριφοράς των
εντόµων. Τα πουλιά, σκύλοι, γάτες είναι φορείς ακάρεων, ψύλλων. Οι κοριοί είναι ζουν σε
τοίχους, στρώµατα, έπιπλα, δρουν τη νύκτα και τρέφονται από το ακάλυπτο δέρµα.
Τσιµπούρια και διάφορα τα είδη από κάµπιες στο κήπο που µπορεί να πέσουν από τα
δέντρα, θάµνους κλπ.
Κλινική εικόνα
Κύριο σύµπτωµα είναι ο κνησµός. Οι δερµατικές βλάβες είναι συχνά ερυθηµατώδεις
κηλίδες, κνιδωτικές βλατίδες, κνιδωτική βλατίδα µε µία φυσαλίδα ή µε στίγµα στο κέντρο,
βλατίδες, ποµφοί, φυσαλίδες, ποµφόλυγες, βλατιδοφυσαλιδώδη εξανθήµατα και
µεταφλεγµονώδη µελάγχρωση. Κατά τη παραµονή σιαγόνων από τσιµπούρι σχηµατίζονται
έµµονες βλατίδες ή οζίδια.
Οι δερµατικές βλάβες εντοπίζονται κυρίως στα ακάλυπτα µέρη. Στους ψύλλους έχουν
γραµµοειδή διάταξη και παρατηρούνται κυρίως στα κάτω άκρα.
∆εν είναι σπάνια η εκζεµατοποίηση και η επιµόλυνση, λεµφαδενίτιδα, λεµφαγγειίτιδα.
Θεραπεία
Τοπική ή συστηµατική αγωγή µε κορτικοστεροειδή, αντιισταµινικά. Τοπική αγωγή µε
Κροταµιτόνη παρασιτικός παράγοντας που είναι και αντικνησµώδης σε συνδυασµό µε
υδροκορτιζόνη, λοσιόν καλαµίνης που είναι αντικνησµώδης.
Σε περίπτωση επιµόλυνσης αντιβιοτικά.
Περίληψη : Παρασιτική κνήφη

Μηχανισµός:

µηχανικό τραύµα
ένεση βλαπτικών ουσιών

65

αντίδραση εξ επαφής
ευαισθητοποίηση
κοκκιωµατώδη αντίδραση ξένου σώµατος
εισβολή του παρασίτου στο δέρµα
επιµόλυνση
µετάδοση νόσου

Κλινική εικόνα:

κνησµός
κνιδωτικές βλατίδες µε φυσαλίδα ή στίγµα
στο κέντρο
κνιδωτικές βλατίδες
βλατίδες
ποµφόλυγες
ερυθηµατώδεις κηλίδες
βλατιδοφυσαλιδώδη εξανθήµατα
αντίδραση από επαφή
αλλεργική αντίδραση από επαφή
µεταφλεγµονώδη µελάγχρωση

Θεραπεία:

κορτικοστεροειδή
αντιισταµινικά
κροταµιτόνη σε συνδυασµό µε
υδροκορτιζόνη
λοσιόν καλαµίνης
αντιβιοτικά
.

6. ΙΟΓΕΝΕΙΣ ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ∆ΕΡΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΒΛΕΝΝΟΓΟΝΩΝ
6.1. ΑΠΛΟΣ ΕΡΠΗΤΑΣ (HERPES SIMPLEXVIRUS INFECTION)
Ορισµός
Ο απλός έρπητας είναι οξεία µόλυνση του δέρµατος και βλεννογόνων µε τον ιό του
απλού έρπητα (Herpes-simplex-Virus). Η µόλυνση είναι συνήθως εντοπισµένη και οι
υποτροπές είναι συνήθεις. Η πορεία, η έκταση της νόσου και οι επιπλοκές εξαρτώνται από
την ανοσολογική κατάσταση του ασθενούς.
Επιδηµιολογία
Η πρωτολοίµωξη µε τον ιό του απλού έρπητα 1 (ΗSV 1) συµβαίνει συνήθως στη
παιδική ηλικία, ενώ αυτή µε τον ιό του απλού έρπητα 2 (ΗSV 2) συµβαίνει συνήθως µετά τη
εφηβεία. Από τους ενηλίκους ένα ποσοστό περίπου 95% παρουσιάζει αντισώµατα στον ιό
του απλού έρπητα 1 (ΗSV 1), και ένα ποσοστό περίπου 30-50% παρουσιάζει αντισώµατα
στον ιό του απλού έρπητα 2 (ΗSV 2) µετά την εφηβεία µεταξύ 20-30 ετών.
Αιτιολογία
Ο απλός έρπητας είναι µία µεταδοτική λοίµωξη του δέρµατος και βλεννογόνων και
οφείλεται τον ανθρώπινο ερπητοϊό. Υπάρχουν δύο αντιγονικοί τύποι ο
ιός του απλού έρπητα 1 (ΗSV 1) και ιός του απλού έρπητα 2 (ΗSV 2).
Ο ιός του απλού έρπητα 1 (ΗSV 1) ενώ αρχικά είχε παρατηρηθεί ότι ήταν υπεύθυνος
κυρίως για µολύνσεις του προσώπου και στοµατικής κοιλότητας, τώρα συχνά είναι
υπεύθυνος και για µολύνσεις περιοχής των γεννητικών οργάνων.
Ο ιός του απλού έρπητα 2 (ΗSV 2) είναι κυρίως υπεύθυνος για µολύνσεις της
περιοχής των γεννητικών οργάνων και γλουτών. Προηγούµενη µόλυνση µε τον ιό του απλού
έρπητα 1 (ΗSV 1) δεν προστατεύει από τον ιό του απλού έρπητα 2 (ΗSV 2).

66
Η πρωτοµόλυνση συνήθως έχει υποκλινική µορφή και περνάει απαρατήρητη. Προκύπτει ή µε
σταγονίδια ή µε άµεση επαφή.
Μετά την πρωτοµόλυνση ο ιός παραµένει στα αισθητικά νευρικά γάγγλια της
περιοχής.
Υποτροπές παρατηρούνται σε αρκετά άτοµα µε διάφορη συχνότητα. Το έναυσµα για
υποτροπή µπορεί να οφείλεται στα ακόλουθα:
1. Ο ερεθισµός του αισθητικού νευρικού γαγγλίου όπως συµβαίνει µε φλεγµονές και
ορθοπεδικές παθήσεις.
2. Ο ερεθισµός του δέρµατος όπως συµβαίνει µε την υπεριώδη ακτινοβολία, εγκαύµατα,
τοπικούς τραυµατισµούς.
3. Συστηµατική δράση όπως συµβαίνει µε την έµµηνο ρύση, πυρετό, λοιµώξεις του
αναπνευστικού, stress, καταστάσεις που προκαλούν πτώση της κυτταρικής ανοσίας.
Κλινική εικόνα
1. Πρωτοµόλυνση
Η πρωτοµόλυνση συνήθως έχει υποκλινική µορφή, όταν όµως δεν έχει υποκλινική
µορφή, η νόσος αρχίζει απότοµα, µε την εµφάνιση σαφώς περιγεγραµµένης ερυθράς κηλίδας
ή σαφώς περιγεγραµµένες κηλίδες που συρρέουν. Γρήγορα παρουσιάζονται επώδυνες
φυσαλίδες στη ερυθρά κηλίδα. Οι δερµατικές αυτές βλάβες είναι συνήθως επώδυνες. Ο
ασθενής έχει πυρετό, µυαλγία, αίσθηµα κακουχίας και τοπική λεµφαδενίτιδα. Η νόσος διαρκεί
7-10 ηµέρες. Η µόλυνση µπορεί να εµφανισθεί σε κάθε σηµείο του σώµατος. Μετά από λίγες
µέρες σχηµατίζονται εφελκίδες.
Η πρωτοµόλυνση συνήθως έχει υποκλινική µορφή και περνάει απαρατήρητη. Το σηµείο
ενοφθαλµισµού είναι πολύ µικρό και ο ασθενής δεν αντιλαµβάνεται τη δερµατική βλάβη.
Σε άτοµα µε διαταραχές του ανοσολογικού συστήµατος παρατηρείται έντονη πρωτοµόλυνση.
Ορισµένες δερµατοπάθειες προδιαθέτουν για µία ευρεία εξάπλωση όπως συµβαίνει µε την
ατοπική δερµατίτιδα.
Ο ιός του απλού έρπητα 1 (ΗSV 1) ενώ αρχικά είχε παρατηρηθεί ότι ήταν υπεύθυνος
κυρίως για µολύνσεις του προσώπου και στοµατικής κοιλότητας, τώρα συχνά είναι
υπεύθυνος και για µολύνσεις περιοχής των γεννητικών οργάνων. Ο τύπος αυτός
παρατηρείται συχνότερα σε µολύνσεις των ούλων, χείλη, πρόσωπο. Λιγότερο συχνά σε
κάποιο δάκτυλο (ερπητική παρωνυχία).
Ο ιός του απλού έρπητα 2 (ΗSV 2) είναι κυρίως υπεύθυνος για µολύνσεις της περιοχής
των γεννητικών των οργάνων και γλουτών.
2. Υποτροπιάζων απλός έρπητας
Οι υποτροπές του απλού έρπητα παρατηρούνται στο αυτό ή σε γειτονικά σηµεία. Σε
µικρά ή µεγάλα χρονικά διαστήµατα.
Αρχικά στο σηµείο της δερµατικής βλάβης ο ασθενής έχει αίσθηµα καύσου, πόνου ή
κνησµού. Ακολούθως στο σηµείο αυτό παρατηρείται κηλίδα και τελικά φυσαλίδες σε
ερυθηµατώδη βάση. Μετά από λίγες µέρες σχηµατίζονται εφελκίδες.
Τα συστηµατικά συµπτώµατα είναι σπάνια.
3. Επιπλοκές και ιδιαίτερες µορφές
α) Η ερπητική κερατοεπιπεφυκίτιδα
Η ερπητική κερατοεπιπεφυκίτιδα προκαλεί θορυβώδη επιπεφυκίτιδα, ελκώσεις του
κερατοειδούς και µπορεί να οδηγήσει σε τύφλωση.
β) Ερπητική παρωνυχία
Στη ερπητική παρωνυχία η πρωτολοίµωξη είναι σε κάποιο δάκτυλο του χεριού
γ) Ερπητική ουλοστοµατίτιδα και αφθοειδές του Poschill-Feyrter
Το αφθοειδές του Poschill-Feyrter είναι µια βαρύτερη µορφή ερπητικής ουλοστοµατίτιδας που
εντοπίζεται στο φάρυγγα και οισοφάγο. Παρατηρείται κυρίως σε παιδιά µετά από µια παιδική
ασθένεια ή σε άτοµα µε ανοσοκαταστολή.
δ) Ερπητική αιδοίοκολπίτιδα

67

ε) Ερπητική κυνάνχη
Εδώ η λοίµωξη είναι στα παρίσθµια, αµυγδαλές, φάρυγγα, οισοφάγο ή και στο λάρυγγα.
στ) Ερπητικό έκζεµα ή ανεµευλογιοειδές ή ευλογιοειδές εξάνθηµα του Kaposi
Το ανεµευλογιοειδές εξάνθηµα του Kaposi παρατηρείται συχνότερα σε άτοµα µε ατοπική
δερµατίτιδα, αλλά και σε άλλες κνησµώδεις δερµατοπάθειες. Οφείλεται στο ενοφθαλµισµό του
ιού του απλού έρπητα (παρατηρείται και στο δαµαλισµό) σε δερµατικές βλάβες. Αυτό γίνεται ή
από τον ίδιο τον άρρωστο ή από άλλο άτοµο του στενού περιβάλλοντος. Αυτός ο
ενοφθαλµισµός µπορεί να οδηγήσει σε εκτεταµένο εξάνθηµα που συνοδεύεται από πυρετό. Η
επώαση είναι 5-7 ηµέρες.
Συµβαίνει συχνότερα σε παιδιά και βρέφη, η θνησιµότης είναι µεγάλη από επιπλοκές όπως η
ερπητική µηνιγγοεγκεφαλίτιδα.
ζ) ∆ιάσπαρτη λοίµωξη σε ανοκατεσταλµένα άτοµα.
η) Ερπητική µηνιγγοεγκεφαλίτιδα
Η ερπητική µηνιγγοεγκεφαλίτιδα προκαλείται και από τους δύο τύπους του ιού του απλού
έρπητα. Χαρακτηρίζεται από µηνιγγικά συµπτώµατα, πυρετό, παραλύσεις κλπ. Μπορεί να
οδηγήσει σε θάνατο.
θ) Λοίµωξη του νεογνού από τον ιό του απλού έρπητα
Όταν κατά τον τοκετό υπάρχει µόλυνση στα γεννητικά όργανα της µητέρας κίνδυνος να
µολυνθεί το νεογνό είναι µεγάλος. Το νεογνό δεν παρουσιάζει φυσική ανοσία και αυτό µπορεί
να οδηγήσει σε συστηµατική µόλυνση. Σε αυτές τις περιπτώσεις ενδείκνυται η καισαρική τοµή.
Σε ένα µεγάλο ποσοστό οι µολύνσεις των νεογνών οφείλονται κυρίως στο τύπο 2.
ι) Πολύµορφο ερύθηµα
Σε µερικούς ασθενείς παρατηρείται πολύµορφο ερύθηµα που ενεργοποιείται από τον απλό
έρπητα.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από το µολυσµατικό κηρίο, δερµατίτιδα εξ επαφής,
ανεµευλογιά, άφθες, πολύµορφο ερύθηµα, νόσος ποδός, χειρός και στόµατος, καντιντίαση,
Νόσος Bechcet-Αδαµαντιάδη, σταθερό φαρµακευτικό εξάνθηµα.
Εργαστηριακές εξετάσεις
1) Ιστολογική εξέταση όπου παρατηρούνται οιδηµατώδη επιθηλιακά κύτταρα, ενδοπυρηνικά
έγκλειστα και γιγαντοκύτταρα.
2) Tzanck-Test. Παίρνεται υλικό από τη θέση της δερµατικής βλάβης από τον απλό έρπητα.
Η εξέταση χαρακτηρίζεται από τη διαπίστωση γιγαντοκυττάρων ή ενδοπυρηνικών
εγκλείστων µε ειδικές χρώσεις.
3) Ανάδειξη του ιού µε ανοσοφθορισµό και µονοκλονικά αντισώµατα, διαφορική διάγνωση
µεταξύ του τύπου 1 και 2.
4) Ηλεκτρονικό µικροσκόπιο
5) Καλλιέργεια
6) Οι ορολογικές εξετάσεις είναι χρήσιµες κατά τη πρωτολοίµωξη
7) HSV (Herpes Simplex Virus) DNA Υβριδισµός
8) HSV (Herpes Simplex Virus) PCR (Polymerase Chain Reaction)
Θεραπεία
Σε περιορισµένες λοιµώξεις τοπική θεραπεία µε κρέµα ασυκλοβίρης ή penciclovir. Σε
πιο εκτεταµένες ή υποτροπές συστηµατική θεραπεία µε ασυκλοβίρη. Επίσης συστηµατική
θεραπεία µπορεί να γίνει µε πολύ καλά θεραπευτικά αποτελέσµατα µε την βαλασικλοβίρη ή
το Famciclovir.

68
Σε µεγάλη συχνότητα υποτροπών δίδεται κατασταλτική θεραπεία µε ασυκλοβίρη ή
βαλασικλοβίρη ή το Famciclovir. Η κατασταλτική θεραπεία συνίσταται σε χορήγηση µικρών
δόσεων των φαρµάκων για πολλούς µήνες.
Επίσης σε µεγάλη συχνότητα υποτροπών, έχει δοθεί µε καλά αποτελέσµατα
ιντερφερόνη (χαµηλές δόσεις κατά ώσεις) ή µεθισοπρινόλη για µεγάλα χρονικά διαστήµατα.
Περίληψη : Απλός έρπητας


Αιτιολογία: 1) Ιός του απλού έρπητα 1 (HSV 1)
2) Ιός του απλού έρπητα 2 (HSV 2).
Κλινική εικόνα: 1) Πρωτοµόλυνση: α) Υποκλινική µορφή β) Κλινική µορφή: επώδυνες
συρρέουσες φυσαλίδες σε ερυθηµατώδη βάση, τοπική λεµφαδενίτιδα, µυαλγία,
πυρετός, κακουχία. 2) Υποτροπιάζων απλός έρπης: φυσαλίδες σε ερυθηµατώδη
βάση, τοπικά καύσος ή πόνος ή κνησµός. 3) Επιπλοκές και ιδιαίτερες µορφές: α)
Ερπητική κερατοπειπεφυκίτιδα. β) Ερπητική παρωνυχία. γ) Ερπητική αιδιοκολπίτιδα.
δ) Ερπητική ουλοστοµατίτιδα και αφθοειδές Pospischill-Feyrter. ε) Ερπητικό έκζεµα ή
ευλογιοειδές εξάνθηµα του Kaposi. στ) ∆ιάσπαρτη λοίµωξη. ζ) Ερπητική κυνάνγχη η)
Ερπητική µηνιγγοεγκεφαλίτιδα. θ) Λοίµωξη του νεογνού. ι) Πολύµορφο ερύθηµα.
Εργαστηριακές εξετάσεις: 1) Ιστολογική εξέταση 2) Tzanck-test 3) Ανοσοφθορισµός
4) Ηλεκτρονικό µικροσκόπιο 5) Καλλιέργεια 6) Ορολογικές εξετάσεις 7) HSV DNA
Υβριδισµός 8) ΗSV PCR.
Θεραπεία: 1) Τοπική θεραπεία: κρέµα ασυκλοβίρης ή penciclovir. 2) Συστηµατική
θεραπεία: ασυκλοβίρη ή famcilovir ή βαλασικλοβίρη.
6.2. ΑΝΕΜΕΥΛΟΓΙΑ-ΕΡΠΗΣ ΖΩΣΤΗΡ (VARICELLA, HERPES ZOSTER)

Ορισµός
H ανεµευλογιά και ο έρπης ζωστήρας είναι ιογενείς λοιµώξεις του δέρµατος που
προκαλούνται από τον ιό του έρπη ζωστήρα ανεµευλογιάς. Η ανεµευλογιά παρατηρείται κατά
τη πρωτολοίµωξη, ενώ ο έρπης ζωστήρας εµφανίζεται µετά την επαναδραστηριοποίηση του
ιού µετά από µία λανθάνουσα περίοδο.
Αιτιολογία
H ανεµευλογιά και ο έρπης ζωστήρας είναι ιογενείς λοιµώξεις του δέρµατος που
προκαλούνται από ένα διπλής έλικας DNA ιό, τον ιό του έρπη ζωστήρα ανεµευλογιάς, που
ανήκει στην οµάδα των ερπητοϊών.
Κατά την πρωτολοίµωξη εµφανίζεται η ανεµευλογιά. Ο χρόνος επωάσεως είναι 9-23 ηµέρες
και µεταδίδεται µε σταγονίδια από τον ρινοφάρυγγα. Ακολούθως µετά την ίαση ο ιός
παραµένει σε λανθάνουσα κατάσταση στις νωτιαίες ρίζες ή στο γάγγλιο του κρανιακού
νεύρου. Μετά από καιρό ακόµη δεκαετίες ο ιός µπορεί να επαναδραστηριοποιηθεί και τότε
παρατηρείται ο έρπης ζωστήρας.
Η επαναδραστηριοποιήσεις του ιού ευνοείται όταν το ανοσοποιητικό σύστήµα
βρίσκεται σε ύφεση και παρουσιάζει έκπτωση των λειτουργικών του ικανοτήτων.
Κλινική εικόνα
1. Ανεµευλογιά (varicella)
Η ανεµευλογιά χαρακτηρίζεται από ένα ήπιο πρόδροµο στάδιο. Το στάδιο αυτό που
διαρκεί 2-3 ηµέρες, περιλαµβάνει πυρετό, αίσθηµα κακουχίας. Ακολούθως εµφανίζονται
ερυθρές κηλίδες που µετατρέπονται σε βλατίδες και τελικά σε φυσαλίδες που περιβάλλονται
από ερύθηµα. Οι τελευταίες γρήγορα θολούνται. Το εξάνθηµα συνοδεύεται από έντονο
κνησµό. Μετά 2-3 ηµέρες σχηµατίζονται εφελκίδες. Επακόλουθο του κνησµού είναι ο ξεσµός
και τελικά η επιµόλυνση και σχηµατισµός ουλών. Χαρακτηριστικό της ανεµευλογίας είναι η
ταυτόχρονη παρουσία όλων των σταδίων εξέλιξης.

69
Αρχικά οι δερµατικές βλάβες εµφανίζονται στο πρόσωπο και τριχωτό της κεφαλής.
Προσβάλλεται κυρίως ο κορµός και το πρόσωπο, τριχωτό της κεφαλής, ενώ τα άκρα,
παλάµες, πέλµατα λιγότερο.
Μπορεί να προσβληθούν και οι βλεννογόνοι. Από τους βλεννογόνους
προσβάλλονται κυρίως το στοµατική κοιλότητα, φάρυγγας, λάρυγγας και οι βλεννογόνοι των
γεννητικών οργάνων.
Η ανεµευλογία σε παιδιά είναι ήπια, ενώ σε ενήλικες η κατάσταση είναι σοβαρότερη.
Σε ανοσοκατεσταλµένους µπορεί να παρουσιαστεί η αιµορραγικού τύπου
ανεµευλογιά.
Η ανεµευλογιά µπορεί να έχει διάφορες επιπλοκές όπως είναι η πνευµονία, νευρίτις,
ωτίτις, θροµβοπενική πορφύρα και η προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήµατος.
3. Έρπης ζωστήρας (herpes zoster)
Αρχικά εµφανίζεται πόνος του προσβεβληµένου δερµοτοµίου και κακουχία Ακολούθως
στο προσβεβληµένο δερµοτόµιο εµφανίζονται ερυθρές κηλίδες που µετατρέπονται σε
βλατίδες και τελικά σε φυσαλίδες που περιβάλλονται από ερύθηµα. Οι φυσαλίδες συρρέουν.
Ακολούθως µετατρέπονται σε φλύκταινες και τελικά σε εφελκίδες µετά 2-3 εβδοµάδες.
Συνυπάρχει πόνος και διόγκωση των επιχωρίων λεµφαδένων.
Συχνότερα εµφανίζεται σε άτοµα µεταξύ 50-70 ετών. Σε ανοσκατεσταλένα άτοµα µπορεί
αρχικά να είναι σε ένα δερµοτόµιο και ακολούθως να επεκταθεί και να γίνει διάσπαρτος στο
δέρµα. Σε αυτή τη περίπτωση µπορεί σε τελικά στάδια να προσβληθούν και τα σπλάχνα.
Οι επιπλοκές του έρπη ζωστήρα δυνατόν να είναι:
α) Μεθερπητικές νευραλγίες οι οποίες µπορεί να είναι πολύ έντονες.
β) Μεθερπητική παράλυση που συνήθως δεν είναι µόνιµη.
γ) Ο οφθαλµικός ζωστήρας που καταλαµβάνει τη περιοχή του οφθαλµικού νεύρου και που
µπορεί να οδηγήσει σε τύφλωση.
δ) Το σύνδροµο Rumpsay-Hunt. Στο σύνδροµο αυτό η προσβολή του υπογναθίου γαγγλίου
µπορεί να οδηγήσει σε παράλυση του προσώπου και έρπης ζωστήρας στο πίσω µέρος του
αυτιού και έξω ακουστικό πόρο.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από το µολυσµατικό κηρίο, δερµατίτιδα εξ επαφής,
λοίµωξη µε τον απλό έρπητα, άφθες, ερυσίπελα.
Εργαστηριακές εξετάσεις
1)
2)
3)
4)
5)
6)
7)
8)
9)

Ιστολογική εικόνα είναι όµοια µε αυτή του απλού έρπητα.
Ηλεκτρονικό µικροσκόπιο.
Μπορεί να αναπτυχθεί σε καλλιέργεια ιστού.
Οι ορολογικές εξετάσεις. Παρατηρείται αύξηση του τίτλου των αντισωµάτων που
συνδέουν το συµπλήρωµα.
Tzanck-Test . Παίρνεται υλικό από τη θέση της δερµατικής βλάβης. Η εξέταση
χαρακτηρίζεται από τη διαπίστωση γιγαντοκυττάρων ή ενδοπυρηνικών εγκλείστων
µε ειδικές χρώσεις.
Ανάδειξη του ιού µε ανοσοφθορισµό και µονοκλονικά αντισώµατα..
Καλλιέργεια .
DNA Υβριδισµός.
PCR (Polymerase Chain Reaction).

Θεραπεία
Στη ανεµευλογιά όταν είναι χωρίς επιπλοκές συµπτωµατική θεραπεία. Όταν
συνοδεύεται από επιπλοκές συστηµατική θεραπεία όπως στον έρπη ζωστήρα.
Η θεραπεία του έρπη ζωστήρα είναι κυρίως συστηµατική µε ασυκλοβίρη ή µε
φαµσικλοβίρη (famciclovir) ή µε τη βαλασικλοβίρη ή µε brivudin. Η τοπική θεραπεία του έρπη
ζωστήρα µε κρέµα ασυκλοβίρης, είναι κυρίως συµπληρωµατική στη συστηµατική θεραπεία.
Επίσης µπορεί να γίνουν τοπικές επαλείψεις µε αντισηπτικά διαλύµατα, επιπάσεις µε
αδρανείς κόνεις. Η έγκαιρη συστηµατική θεραπεία µε την ασυκλοβίρη ή µε φαµσικλοβίρη
(famciclovir)ή τη βαλασικλοβίρη ή µε brivudin είναι ουσιαστικής σηµασίας για τη µείωση της

70
έντασης και διάρκειας του µεθερπητικής νευραλγίας. Επίσης για την αποφυγή αυτής µπορεί
να χορηγηθούν κορτικοστεροειδή (πρεδνιζολόνη 60 έως 80 mg ηµερησίως) συγχρόνως µε τη
συστηµατική αντιϊκή θεραπεία. Αντενδείκνυνται τα κορτικοστεροειδή σε ανοσοκαταστολή και
γενικευµένο έρπη ζωστήρα. Επίσης στις περιπτώσεις που έρπης ζωστήρας συνοδεύεται από
έντονο πόνο χορηγούνται βιταµίνες του συµπλέγµατος Β και αναλγητικά.
Για την αντιµετώπιση της µεθερπητικής νευραλγίας χορηγούνται αµιτρυπτιλίνη ή
καρµπαµαζεπίνη, τοπικά αναισθητικά, αναλγητικά, κρέµα που περιέχει 0,025 έως 0,075%
capsaicin.
Σε βαριές περιπτώσεις έρπη ζωστήρα και ανεµευλογιάς χορηγούνται ανθρώπινη
ανοσοσφαιρίνη έναντι ανεµευλογιάς και έρπη ζωστήρα.
Περίληψη : Ανεµευλογιά-Έρπης ζωστήρας


Αιτιολογία: 1) Ιός του έρπη ζωστήρα ανεµευλογιάς
Κλινική εικόνα: 1) Πρωτοµόλυνση: ανεµευλογιά µε χαρακτηριστικό τη παρουσία όλων
των σταδίων εξέλιξης των βλαβών (ερυθρές κηλίδες, βλατίδες, φυσαλίδες, εφελκίδες
και κνησµός) 2) Επαναδραστηριοποίηση: Έρπης ζωστήρας, στο προσβεβληµένο
δερµοτόµιο συρρέουσες φυσαλίδες σε ερυθηµατώδη βάση, τοπικά έντονος πόνος. 3)
Επιπλοκές και ιδιαίτερες µορφές: α) Μεθερπητική νευραλγία β) Μεθερπητική
παράλυση γ) Οφθαλµικός ζωστήρας που µπορεί αν οδηγήσει σε τύφλωση δ)
Σύνδροµο Rumsay Hunt.
Εργαστηριακές εξετάσεις: 1) Ιστολογική εξέταση 2) Tzanck-test 3) Ανάδειξη του ιού µε
ανοσοφθορισµό και µονοκλονικά αντισώµατα 4) Ηλεκτρονικό µικροσκόπιο 5)
Καλλιέργεια 6) Ορολογικές εξετάσεις 7) DNA Υβριδισµός 8) PCR.
Θεραπεία: 1) Τοπική θεραπεία: αντιϊκή θεραπεία µε κρέµα ασυκλοβίρης. 2)
Συστηµατική θεραπεία: ασυκλοβίρη ή φαµσικλοβίρη ή βαλασικλοβίρη ή brivudin. 3)
Συµπληρωµατική τοπική θεραπεία µε αντισηπτικά διαλύµατα, επιπάσεις µε αδρανείς
κόνεις. 4) Συµπληρωµατική συστηµατική θεραπεία µε βιταµίνες του συµπλέγµατος β
και αναλγητικά 5) Αντιµετώπιση µεθερπητικής νευραλγίας: έγκαιρη συστηµατική
θεραπεία του έρπη ζωστήρα µε αντιϊκά φάρµακα, όταν έχει εγκατασταθεί
αντιµετώπιση αυτής µε αµιτρυπτιλίνη, καρµπαµαζεπίνη, κρέµα µε capsaicin,
αναλγητικά. 6) Στις βαριές µορφές έρπη ζωστήρα και ανεµευλογιάς ανθρώπινη
ανοσοσφαιρίνη έναντι αανεµευλογιάς και έρπητα ζωστήρα.
6.3. ΜΟΛΥΣΜΑΤΙΚΗ ΤΕΡΜΙΝΘΟΣ (MOLLUSCUM CONTAGIOSUM)

Ορισµός
Είναι µία λοίµωξη του δέρµατος και βλεννογόνων που προκαλείται από ένα
αποκλειστικά δερµατοτρόπο µεγάλο DNA ιό της οµάδας της ευλογιάς. Οι βλάβες
χαρακτηρίζονται από µία θολωτή βλατίδα µε κεντρική καθίζηση.
Επιδηµιολογία
Παρατηρείται συχνότερα σε παιδιά και τα δύο φύλα. Επιρρεπείς στη νόσο είναι άτοµα
µε ατοπική δερµατίτιδα, AIDS και γενικά άτοµα µε ανοσοκαταστολή.
Αιτιολογία
Προκαλείται από ένα αποκλειστικά δερµατοτρόπο µεγάλο DNA ιό της οµάδας της
ευλογιάς (ο ιός της τερµίθου ή pox virus mollusci).
Η µετάδοση γίνεται από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Ο χρόνος επωάσεως είναι συνήθως από 2-8 εβδοµάδες, µπορεί να φθάσει έως 6
µήνες.
Κλινική εικόνα

71
Οι βλάβες είναι ασυµπτωµατικές. Είναι θολωτές βλατίδές µε κεντρική καθίζηση
(οµφαλωτές βλατίδες) και έχουν το χρώµα του δέρµατος. Το µέγεθος τους µπορεί να φθάσει
έως ένα εκατοστό. Όταν πιεσθούν στα πλάγια βγαίνει ένα λευκόφαιο υλικό που αποτελείται
από κερατινοκύτταρα και σωµάτια της τερµίνθου που είναι ο ιός της τερµίθου. Εµφανίζονται
σε κάθε σηµείο του σώµατος. Όταν υποχωρούν γίνονται φλεγµονώδεις.
Σε άτοµα µε φυσιολογικό ανοσοποιητικό σύστηµα αυτοΐαση παρατηρείται κατά µέσο
όρο σε 6 έως 10 µήνες. Σε ανοσοκατεσταλµένους µπορεί µε ενοφθαλµισµό οι δερµατικές
βλάβες αυξηθούν πολύ σε αριθµό.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τις µυρµηκίες, οξυτενή κονδυλώµατα,
κερατοακάνθωµα, βασικοκυτταρικό και ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα, θυλακίιδα, ακµή,
συριγγώµατα, επιδερµοειδής κύστη, κεχρία, χοριακοί σπίλοι, υπερπλασία των
σµηγµατογόνων αδένων (γεροντικά σµηγµατικά αδενώµατα).
Θεραπεία
Αφαίρεση µε κοχλιάριο ή διαθερµοπηξία ή µε κρυοθεραπεία ή µε CO2-Laser.
Ακολούθως τοπική εφαρµογή αντισηπτικών.
Επίσης ως µονοθεραπεία ή µετεγχειρητικά κρέµα 5% imiquimod.
Περίληψη : Μολυσµατική τέρµινθος

Αιτιολογία: ιός της τερµίνθου ή pox virus mollusci.

Κλινική εικόνα: θολωτές βλατίδες µε κεντρική καθίζηση.

Θεραπεία: κρέµα 5% imiquimod ή αφαίρεση µε κοχλιάριο ή διαθερµοπηξία ή
κρυοπηξία ή αφαίρεση µε CO2 Laser, µετά τοπική εφαρµογή αντισηπτικών.
6.4. ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΘΗΛΩΜΑΤΩΝ (HPV)

Αιτιολογία
Τα τελευταία χρόνια έχουν βρεθεί περισσότεροι από εβδοµήντα επτά τύποι του ιού
των ανθρωπίνων θηλωµάτων που είναι υπεύθυνοι για λοιµώξεις του δέρµατος και
βλεννογόνων. Είναι ένας ιός µε διπλή έλικα DNA και ανήκει στην οικογένεια Papovaviridiae.
Η λύση της συνεχείας του επιθηλίου έχει σαν αποτέλεσµα τη λοίµωξη. Η µετάδοση
της λοίµωξης επέρχεται µετά από στενή επαφή και τοπικό τραυµατισµό του δέρµατος και
βλεννογόνων.
O χρόνος επωάσεως είναι από µερικές εβδοµάδες έως και µερικούς µήνες.
Κυρίως προσβάλλονται παιδιά και νεαροί ενήλικες.
Η λοιµογόνος ικανότης του ιού των ανθρωπίνων θηλωµάτων εξαρτάται κυρίως από
το τύπο του ιού και από την κατάσταση του ανοσοποιητικού συστήµατος. Ειδικότερα η
κυτταρική ανοσία έχει το σηµαντικότερο ρόλο στη αντιµετώπιση του ιού. Σε ορισµένες
περιπτώσεις υπάρχει αυτόµατη ίαση. Η υπεριώδης ακτινοβολία, το κάπνισµα, τα ναρκωτικά,
ανοσοκατασταλτικά φάρµακα και η ανοσοκαταστολή που παρατηρείται σε ορισµένες
παθήσεις όπως το ΑIDS, νόσος του Hodgkin έχουν αρνητική επίδραση έχουν στη πορεία της
νόσου. Επίσης αρνητική επίδραση έχουν και οι τοπικές µολύνσεις όπως µε Candida
albicans, χλαµύδια, µυκόπλασµα, τριχοµονάδες κλπ.
Κλινική εικόνα
Οι διάφοροι τύποι αυτού του ιού προκαλούν διάφορες µορφές λοιµώξεων µε
διαφορετική πρόγνωση, µορφολογία, ιστολογική και κλινική εικόνα.
Οι µολύνσεις µε τον ιό των ανθρωπίνων θηλωµάτων διακρίνονται σε:

72
1) Λανθάνουσες
2) Οι υποκλινικές µορφές στη περιπρωκτική και περιγεννητική περιοχή.
3) Οι κλινικές µορφές.
Στις λανθάνουσες µολύνσεις δεν παρατηρούνται µορφολογικές αλλαγές στο δέρµα ή
βλεννογόνο. Η διάγνωση της µόλυνσης επιτυγχάνεται µε άµεση ανάδειξη του ιού µε µεθόδους
όπως τη τεχνική Southern-blot και PCR (Polymerase Chain Reaction).
Οι υποκλινικές µορφές είναι συνήθως χωρίς συµπτώµατα. Καµιά φορά σε γυναίκες
παρατηρούνται συµπτώµατα όπως εντοπισµένο καύσος ή κνησµός. Είναι βλάβες στο
επίπεδο του δέρµατος ή βλεννογόνου που διακρίνονται µόνο µε τοπική επάλειψη µε οξεικό
οξύ για 5 λεπτά. Χρησιµοποιείται τοπικά 3% οξεικό οξύ στο τράχηλο, κόλπο και 5% οξεικό
οξύ για τα εξωτερικά γεννητικά όργανα. Τη διάγνωση µπορεί να βοηθήσουν παρεταίρω η
δοκιµασία ιωδίου (διάλυµα Lugol), η δοκιµασία Collins (2% διάλυµα µπλε της τολουοϊδίνης).
Οι κλινικές µορφές διακρίνονται σε ιογενή θηλώµατα του δέρµατος και τις λοιµώξεις
των ανθρωπινών θηλωµάτων της περιγεννητικής και περιπρωκτικής περιοχής και τα
θηλώµατα των βλεννογόνων της στοµατικής κοιλότητας, φάρυγγα και λάρυγγα.
Τα τελευταία χρόνια έχει αποµονωθεί αυτός ο ιός από διάφορα κακοήθη και καλοήθη
νεοπλάσµατα, προκαρκινοµατώδεις δερµατοπάθειες.
Οι κυριότεροι αντιπρόσωποι των ιογενών θηλωµάτων του δέρµατος είναι οι κοινές
µυρµηγκιές, οµαλές µυρµηκιές και οι ενδιάµεσες µορφές, µυρµηκιάς των πελµάτων
(myrmecia), µυρµηκιές σαν µωσαϊκό (mosaic), µυρµηκιώδης επιδερµοδυσπλασία
Lewamdowski-Lutz (epidermodysplasia verruciformis). Οι ενδιάµεσες µορφές (intermediate
warts) δεν µπορούν να χαρακτηρισθούν σαν οµαλές µυρµηκιές καθώς έχουν στοιχεία και από
τις κοινές µυρµηκιές.
Οι λοιµώξεις των ανθρωπινών θηλωµάτων της περιγεννητικής και περιπρωκτικής
περιοχής εκτός από τις λανθάνουσες και υποκλινικές µορφές, περιλαµβάνουν τις κλινικές
µορφές µε κυριότερους αντιπροσώπους τα οξυτενή κονδυλώµατα, µποβενοειδή βλατίδωση,
Buschke-Loewenstein όγκους. Τα τελευταία χρόνια πολλοί συγγραφείς χαρακτηρίζουν σαν
οξυτενή κονδυλώµατα την ακανθοκραµβοειδή µορφή και τις µισχωτές µικρές ερυθρές
βλατίδες µε ανώµαλη επιφάνεια. Ενώ τα θηλώµατα µε βλατιδώδη και µε µορφή οµαλής
µυρµηκιάς δηλαδή επίπεδης βλατίδας, καθώς και την υποκλινική µορφή στη περιπρωκτική
και περιγεννητική, χαρακτηρίζονται σαν ιδιαίτερες µορφές ιογενών θηλωµάτων.
Τα θηλώµατα των βλεννογόνων της στοµατικής κοιλότητας, φάρυγγα και λάρυγγα έχουν
σαν κυριότερους αντιπροσώπους τα ακόλουθα:
1) Μεµονωµένα θηλώµατα του τύπου των κοινών µυρµηκιών ή των οξυτενών
κονδυλωµάτων.
2) Μ. Heck, δηλαδή εστιακή επιθηλιακή υπερπλασία.
3) Θηλώµατα του λάρυγγα.
Μπορεί να παρατηρηθεί κακοήθης εξαλλαγή των ιογεών θηλωµάτων όταν υφίστανται για
µακρό χρονικό διάστηµα. Αυτό κυρίως παρατηρείται στα θηλώµατα του λάρυγγα και τράχηλο
της µήτρας. Παράγοντες που επιτείνουν είναι η υπεριώδεις ακτινοβολία, νικοτίνη, πεσµένο
ανοσοποιητικό σύστηµα και άλλες λοιµώξεις.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από την µολυσµατική τερµινθο, το κερατοακάνθωµα,
βασικοκυτταρικό και ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα, θυλακίιδα, ακµή, συριγγώµατα,
επιδερµοειδής κύστη, κεχρία, χοριακούς σπίλους, υπερπλασία των σµηγµατογόνων αδένων
(γεροντικά σµηγµατικά αδενώµατα), σµηγµατορροική υπερκεράτωση, δερµατική λεϊσµανίαση,
νόσο του Bowen, ακτινική υπερκεράτωση, σκληροατρογικό λειχήνα γεννητικών οργάνων,
καντιντίαση.
Εργαστηριακές εξετάσεις

73
Η κυτταρολογική εξέταση από το κόλπο, τράχηλο της µήτρας και η βιοψία
ακολουθούµενη από την ιστολογική εξέταση και εξετάσεις για την αποµόνωση του ιού
επιβεβαιώνουν τη διάγνωση.
Οι βιοψίες λαµβάνονται ιδιαίτερα στις υποκλινικές µορφές από σηµεία θετικά στις
δοκιµασίες του οξεικού οξέως, δοκιµασία Collins και δοκιµασία µε 5% διάλυµα ιωδίου
(διάλυµα Lugol).
Η ιστολογική εξέταση των ιογενών θηλωµάτων παρουσιάζει διαφόρου βαθµού
υπερακάνθωση, υπερκεράτωση, θηλωµάτωση, εστιακή παρακεράτωση, διεύρυνση των
αγγείων και κυτταρική φλεγµονώδη διήθηση του χορίου. Ένδειξη για µία µόλυνση µε τον ιό
των ανθρωπίνων θηλωµάτων, είναι όταν τα ακανθοκύτταρα και κύτταρα της κοκκιώδους
στιβάδας εµφανίζουν εκφύλιση του κυτταροπλάσµατος (κενοτοπιώδη κύτταρα).
Για την αποµόνωση του ιού χρησιµοποιούνται οι µέθοδοι in situ υβριδισµόs
(υβριδισµός επιχρισµάτων και βιοψιών), Southern-Blot-υβριδισµός, Dot-Blot- υβριδισµός και
PCR (Polymerase Chain Reaction).
Περίληψη : Λοιµώξεις µε τον ιό των ανθρωπίνων θηλωµάτων (HPV)

Κλινική εικόνα:
1) Λανθάνουσες λοιµώξεις
2) Υποκλινικές µορφές στη περιγεννητική και περιπρωκτική περιοχή
3) Κλινικές µορφές: α) Ιογενή θηλώµατα του δέρµατος β) Θηλώµατα της
περιγεννητικής και περιπρωκτικής περιοχής. γ) Θηλώµατα του φάρυγγα,
λάρυγγα, στοµατικής κοιλότητας.

Εργαστηριακές εξετάσεις: 1) Κυτταρολογική εξέταση 2) Ιστολογική εξέταση 3) In situ
υβριδισµός 4) Southern blot υβριδισµός 5) Dot blot υβριδισµός 6) PCR.
6.4.1. ΙΟΓΕΝΗ ΘΗΛΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ∆ΕΡΜΑΤΟΣ
6.4.1.1. ΚΟΙΝΕΣ ΜΥΡΜΗΚΙΕΣ (VERRUCAE VULGARES)

Ορισµός
Οι κοινές µυρµηκίες είναι θηλώµατα που οφείλονται στον ιό των ανθρωπίνων
θηλωµάτων. Κύρια εντόπιση τους είναι οι εκτατικές επιφάνειες των χεριών και δακτύλων, στο
περιωνύχιο ή κάτω από το νύχι, σπανιότερα εντοπίζονται σε άλλα σηµεία του δέρµατος και
ακόµα σπανιότερα σε βλεννογόνους.
Αιτιολογία
Οι κοινές µυρµηκίες οφείλονται κυρίως στο τύπο 2 και 4 του ιού των αθρωπίνων
θηλωµάτων. Ο τύπος 7 αποµονώνεται κυρίως από τις µυρµηκίες που παρατηρούνται σε
άτοµα που η κύρια απασχόληση τους είναι η σφαγή ζώων και πώληση κρεάτων (“Butchers”
warts).
Η µετάδοση της λοίµωξης επέρχεται µετά από στενή επαφή και λύση της συνεχείας
του δέρµατος.
Κλινική εικόνα
Οι κοινές µυρµηκίες εντοπίζονται κυρίως στις εκτατικές επιφάνειες των χεριών και
δακτύλων, στο περιωνύχιο ή κάτω από το νύχι, σπανιότερα εντοπίζονται στο πρόσωπο,
ραχιαία επιφάνεια άκρου ποδός, κνήµες, αντιβράχια και σε άλλα σηµεία του δέρµατος και
ακόµα σπανιότερα σε βλεννογόνους. Στα παιδιά δεν είναι σπάνια η εντόπιση στα χείλη και
είσοδο των ρουθουνιών λόγω της µετάδοσης της λοίµωξης µε τα δάκτυλα.
Οι κοινές µυρµηκιές είναι σαφώς αφοριζόµενες βλατίδες µε επιφάνεια ανώµαλη, µε
προσεκβολές και µε υπερακεράτωση. Μετά την αφαίρεση της υπερκεράτωσης
παρατηρούνται οµφαλωτές εµβαθύνσεις µε µελανά στίγµατα, τις στιγµοειδείς θροµβώσεις,
που οφείλονται σε θροµβώσεις τριχοειδών. Το χρώµα των δερµατικών βλαβών έχει το χρώµα

74
του δέρµατος ή χρώµα ελαφρά καφέ ή γκριζωπό και κατά την αυτόµατη ίαση χρώµα ερυθρό.
Είναι µεµονοµένες ή πολλαπλές ή συρρέουν. Μπορούν να καταλάβουν µεγάλη επιφάνεια ή
να πάρουν µεγάλο µέγεθος. Παρατηρείται το φαινόµενο Koebner, σε γραµµοειδείς λύσεις του
δέρµατος από τραυµατισµό, οι µυρµηκίες παίρνουν γραµµοειδή διάταξη.
Οι κοινές µυρµηκίες που εντοπίζονται στα πέλµατα συνήθως έχουν µορφή
µυρµηγκιάς σαν µωσαϊκό. Οι µυρµηκίες µε µορφή σαν µωσαϊκό είναι ελαφρά επηρµένες
ανώδυνες βλάβες, συνήθως πολλαπλές, συχνά εµφανίζονται σαν όµοιες µικρές µυρµηκίες η
µία κοντά στην άλλη ή συρρέουν σχηµατίζοντας πλάκες.
Ειδικές µορφές είναι οι µυρµηκίες µε µορφή νηµατοειδή και οι µεγάλες µυρµηγκιές
που παρατηρούνται σε άτοµα που η κύρια απασχόληση τους είναι η σφαγή ζώων και
πώληση κρεάτων (“Butchers” warts).
Θεραπεία
Τοπική θεραπεία σαλικυλικό οξύ σε συνδυασµό µε γαλακτικό οξύ ή 5-φλουορακίλη.
Επίσης η χρήσης σαλικυλικού οξέως σε συνδυασµό µε κολλώδιο. Επίσης η τοπική χρήση
κρέµα 5% imiquimod.
Αφαίρεση µε κοχλιάριο ή διαθερµοπηξία ή µε κρυοπηξία ή µε CO2-Laser.
Σε περίπτωση υποτροπών µπορεί να συνδυασθεί η τοπική θεραπεία ή
µετεγχειρητικά µε µεθισοπρινόλη ή συστηµατική θεραπεία κατά ώσεις µε ιντερφερόνη-α ή
ιντερφερόνη-β ή ιντερφερόνη-γ εφόσον ο ασθενείς έχει ένα φυσιολογικό ανοσοποιητικό
σύστηµα. Επίσης µετεγχειρητικά για την αποφυγή υποτροπών είναι δυνατή η τοπική χρήση
γέλης µε ανασυντηθέµενη-ιντερφερόνη-β ή κρέµα 5% imiquimod.
6.4.1.2. ΜΥΡΜΗΚΙΕΣ ΤΩΝ ΠΕΛΜΑΤΩΝ (MYRMECIA)
Ορισµός
Οι µυρµηκίες των πελµάτων (myrmecia) είναι ιογενή θηλώµατα που οφείλονται στον
ιό των ανθρωπίνων θηλωµάτων. Κύρια εντόπιση τους είναι τα πέλµατα. Σπανιότερα οι
παλάµες, οι πλάγιες επιφάνειες των δακτύλων χεριών και ποδιών, καθώς και οι ράγες των
δακτύλων. Άλλες θέσεις είναι εξαιρετικά σπάνια.
Αιτιολογία
Οι µυρµηκίες των πελµάτων (myrmecia) οφείλονται κυρίως στο τύπο 1 του ιού των
αθρωπίνων θηλωµάτων. Τα αποδυτήρια αθλοπαιδιών, πισίνες, κοινόχρηστα ντους είναι πηγή
µόλυνσης.
Κλινική εικόνα
Οι µυρµηκίες των πελµάτων (myrmecia) είναι επώδυνες, σαφώς περιγεγραµµένες,
ελαφρά επηρµένες βλάβες µε έντονη υπερακεράτωση. Λόγω της πιέσεως του σώµατος οι
µυρµηκίες αυτές στα πέλµατα εισέχουν κάτω από την επιδερµίδα. Μετά την αφαίρεση της
υπερκεράτωσης παρατηρούνται οµφαλωτές εµβαθύνσεις µε µελανά στίγµατα τις στιγµοειδείς
θροµβώσεις.
Θεραπεία
Τοπική θεραπεία συνήθως αρχίζει µε αφαίρεση της υπερκεράτωσης µε τη βοήθεια
σαλικυλικού οξέως (20-60%) σε συνδυασµό µε κολλώδιο ή σε αλοιφή ή µε µορφή
εµποτισµένου επιδέσµου. Ακολούθως σε συνδυασµό µε γαλακτικό οξύ ή 5-φλουορακίλη.
Επίσης µπορούν αφαιρεθούν µε διαθερµοπηξία ή µε κρυοπηξία ή µε CO2-Laser.
Σε περίπτωση υποτροπών µπορεί να συνδυασθεί η τοπική θεραπεία ή
µετεγχειρητικά µε µεθισοπρινόλη ή συστηµατική θεραπεία κατά ώσεις µε ιντερφερόνη-α ή
ιντερφερόνη-β ή ιντερφερόνη-γ εφόσον ο ασθενείς έχει ένα φυσιολογικό ανοσοποιητικό
σύστηµα. Μετεγχειρητικά για την αποφυγή υποτροπών είναι δυνατή η τοπική χρήση γέλης
µε ανασυντηθέµενη-ιντερφερόνη-β.

75
6.4.1.3. ΟΜΑΛΕΣ ΜΥΡΜΗΚΙΕΣ (VERRUCAE PLANAE)
ΚΑΙ ΜΥΡΜΗΚΙΕΣ ΜΕ ΕΝ∆ΙΑΜΕΣΗ ΜΟΡΦΗ (INTERMEDIATE WARTS)
Ορισµός
Οι οµαλές µυρµηκίες και οι µυρµηκίες µε ενδιάµεση µορφή είναι θηλώµατα που
οφείλονται στον ιό των ανθρωπίνων θηλωµάτων. Κύρια εντόπιση τους είναι το πρόσωπο,
χέρια, σπανιότερα αντιβράχια και κάτω άκρα. Ιδιαίτερα συχνά προσβάλλονται παιδιά και
νεαροί ενήλικες.
Αιτιολογία
Οι οµαλές µυρµηκίες οφείλονται κυρίως στο τύπο 3, του ιού των ανθρωπίνων
θηλωµάτων. Ο τύπος 10 και 23 αποµονώνεται κυρίως από τις µυρµηκίες µε ενδιάµεση µορφή
και αποµονώθηκαν σε µερικούς ανοσοκατεσταλµένους ασθενείς.
Κλινική εικόνα
Οι οµαλές µυρµηκίες είναι επίπεδες βλατίδες µε ελαφρά υπερκεράτωση και έχουν το
χρώµα του δέρµατος ή ελαφρά καφέ ή φαιοκίτρινο και κατά την αυτόµατη ίαση χρώµα
ερυθρό.
Οι ενδιάµεσες µορφές (intermediate warts) δεν µπορούν να χαρακτηρισθούν σαν
οµαλές µυρµηκίες καθώς έχουν στοιχεία και από τις κοινές µυρµηκίες.
Κύρια εντόπιση τους είναι το πρόσωπο, χέρια, σπανιότερα αντιβράχια και κάτω άκρα.
Συνήθως είναι πολλαπλές σε οµάδες ή µονήρεις. Μπορεί να συνυπάρχουν µε τις κοινές
µυρµηκίες.
Παρατηρείται το φαινόµενο Koebner τόσο στις οµαλές όσο και στις ενδιάµεσες. Σε
γραµµοειδείς λύσεις του δέρµατος από τραυµατισµό, οι µυρµηκιές παίρνουν γραµµοειδή
διάταξη.
Θεραπεία
Στα παιδιά συχνά παρατηρείται αυτόµατη ίαση. Σε αυτές περιπτώσεις είναι καλό για
ένα διάστηµα να παρακολουθήσει κανείς τους µικρούς ασθενείς, µη τυχόν και συµβεί αυτό.
Τοπική θεραπεία ρετινοειδή ή κρέµα 5% imiquimod ή σαλικυλικό οξύ σε συνδυασµό
µε γαλακτικό οξύ ή σαλικυλικό οξύ σε συνδυασµό µε 5-φλουορακίλη.
Αφαίρεση µε κοχλιάριο ή διαθερµοπηξία ή µε κρυοπηξία ή µε CO2-Laser.
Σε περίπτωση υποτροπών µπορεί να συνδυασθεί η τοπική θεραπεία ή
µετεγχειρητικά µε συστηµατική θεραπεία µε µεθισοπρινόλη ή συστηµατική θεραπεία κατά
ώσεις µε ιντερφερόνη-α ή ιντερφερόνη-β ή ιντερφερόνη-γ εφόσον ο ασθενείς έχει ένα
φυσιολογικό ανοσοποιητικό σύστηµα. Μετεγχειρητικά για την αποφυγή υποτροπών είναι
δυνατή η τοπική χρήση γέλης µε ανασυντηθέµενη-ιντερφερόνη-β.
ΜΥΡΜΗΚΙΩ∆ΗΣ ΕΠΙ∆ΕΡΜΟ∆ΥΣΠΛΑΣΙΑ LEWANDOWSKY-LUTZ
(EPIDERMODYSPLACIA VERRUCIFORMIS)
Ορισµός
Είναι ιογενής λοίµωξης του δέρµατος και βλεννογόνων, που µπορεί υπό ορισµένες
συνθήκες µπορεί να εµφανίσει καρκινωµατώδη εξαλλαγή. Η αιτία αυτής είναι
πολυπαραγοντική.
Αιτιολογία
Οφείλεται στον ιό των ανθρωπίνων θηλωµάτων, τύπο 5,8,17,20, 36, κ.α.
Η αιτία αυτής είναι πολυπαραγοντική, οι παράγοντες που οδηγούν στην εκδήλωση αυτής της
νόσου είναι ιογενής αιτία, κληρονοµικότης, ανοσοκαταστολή και εξωγενείς παράγοντες
κυρίως η υπεριώδης ακτινοβολία.

76
Κλινική εικόνα
Χαρακτηρίζεται από πολλαπλές εν µέρει συρρέουσες οµαλές µυρµηκίες, κοινές
µυρµηγκιές, δερµατικές βλάβες που έχουν µορφή µεταξύ των δύο και τέλος πλάκες που
µοιάζουν µε λευκόχρου πιτυρίαση. Αυτές οι πλάκες µπορεί να είναι ερυθρές,
υπερχρωµατικές ή υποχρωµατικές. Οι δερµατικές βλάβες µπορεί να συρρέουν. Είναι
ιδιαιτέρως πολλές σε περιοχές εκτεθειµένες στο ήλιο, αλλά και σε περιοχές που δεν είναι
εκτεθειµένες, καθώς και στα εξωτερικά γεννητικά όργανα, τριχωτό της κεφαλής. Ορισµένοι
παράγοντες όπως υπεριώδης ακτινοβολία, ανοσοκαταστολή, µπορεί να επιδράσουν για να
γίνει καρκινωµατώδης εξαλλαγή. Η συνηθέστερη ανάπτυξη καρκινώµατος, που µπορεί να
είναι πολλαπλή, είναι το ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα.
Θεραπεία
Χρήση αντηλιακών και αποφυγή ήλιου. Χωρίς ικανοποιητικά αποτελέσµατα έχει
δοκιµαστεί η συστηµατική θεραπεία µε ρετινοειδή, ιντερφερόνη άλφα και βήτα κατά ώσεις.
Σε περίπτωση αναπτύξεως όγκου χειρουργική αφαίρεση αυτού.
Η τοπική θεραπεία λόγω του συνήθους µεγάλου αριθµού των βλαβών είναι δυσχερής.
Περίληψη: Ιογενή (HPV) θηλώµατα του δέρµατος

Κλινική εικόνα και αιτιολογία:
1) Κοινές µυρµηκίες, κυρίως οφείλονται στο HPV 2 και 4. Ιδιαίτερες µορφές: α)
Μυρµηκίες σε άτοµα που ασχολούνται µε σφαγή ζώων και πώληση κρεάτων,
κυρίως οφείλονται στο HPV 7. β) Νηµατοειδείς µυρµηκίες γ) Μυρµηκιές που
εντοπίζονται στα πέλµατα υπό µορφή µωσαϊκού.
2) Μυρµηκίες των πελµάτων (Myrmecia type), κυρίως οφείλονται στο HPV 1.
3) Οµαλές µυρµηκιές (Verrucae planae), οφείλονται στο HPV 3.
4) Μυρµηκίες µε ενδιάµεση µορφή (intermediate warts), κυρίως οφείλονται στο HPV
10 και 23.
5) Μυρµηκιώδης επιδερµοδυσπλασία Lewandowski-Lutz, κυρίως οφείλεται στο HPV
5, 8, 17, 20, 36, κ.α.

Θεραπεία: 1) Τοπική θεραπεία: κρέµα 5% imiquimod, ρετινοειδή, σαλικυλικό οξύ σε
συνδυασµό µε γαλακτικό οξύ ή 5-φλουορακίλη. Αφαίρεση µε κοχλιάριο ή
διαθερµοπηξία ή µε κρυοπηξία ή CO2 laser. Μετεγχειρητικά γέλη µε ανασυντηθέµενη
ιντερφερόνη-β. 2) Συστηµατική θεραπεία: µεθισοπρινόλη ή ιντερφερόνη
(ανασυντηθέµενη ιντερφερόνη-α ή ιντερφερόνη-β ή ιντερφερόνη-γ) σε χαµηλές
δόσεις, κατά ώσεις µόνη ή σε συνδυασµό µε τοπική θεραπεία ή µετεγχειρητικά.
6.4.2. ΙΟΓΕΝΗ ΘΗΛΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΕΝΝΗΤΙΚΗΣ
ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΡΩΚΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ
6.4.2.1. ΟΞΥΤΕΝΗ ΚΟΝ∆ΥΛΩΜΑΤΑ (CONDYLOMATA ACUMINATA)

Ορισµός
Είναι ιογενής λοίµωξη του δέρµατος και βλεννογόνων.
Αιτιολογία
Οφείλεται στους ιούς των ανθρωπίνων θηλωµάτων και συχνότερα στους τύπους 6,
11, 16, 18, 31, 33, 35. Οι τύποι 16,18,31, 33, 39 κ.α. σχετίζονται συχνότερα µε την εµφάνιση
κακοήθους εξαλλαγής και κακοήθη νεοπλάσµατα. Μεταδίδονται κυρίως µε στενή επαφή, αλλά
είναι δυνατόν και µε τα χέρια, δάκτυλα. Επίσης αυτενοφθαλµίζονται.
Ο χρόνος επωάσεως ανέρχεται από 4 εβδοµάδες έως µερικούς µήνες.
Κλινική εικόνα

77

Τα οξυτενή κονδυλώµατα είναι οι ιογενείς λοιµώξεις του δέρµατος και βλεννογόνων
µε συνηθέστερη εντόπιση στα εξωτερικά γεννητικά όργανα ανδρών και γυναικών , κόλπο,
τράχηλο της µήτρας, ουρήθρα, περίνεο, πρωκτό, ορθό, µηρογεννητικές πτυχές. Τα οξυτενή
κονδυλώµατα της ουροδόχου κύστης είναι σπάνια και συνήθως συνδυάζονται µε
κονδυλώµατα της ουρήθρας. Στη διάγνωση των κονδυλωµάτων χρησιµοποιείται η τοπική
επάλειψη διαλύµατος οξεικού οξέως 3-5% για 5 λεπτά. Ειδικότερα 3% οξεικό οξύ στο τράχηλο
της µήτρας και κόλπο, 5% οξεικό οξύ για τα εξωτερικά γεννητικά όργανα, περίνεο, πρωκτό,
µηρογεννητικές πτυχές. Το oξεικό οξύ προκαλεί πήξη επιδερµικών πρωτεϊνών µε αποτέλεσµα
τη λευκή χρώση και το οίδηµα. Από το οξεικό οξύ οι βλάβες του δέρµατος και βλεννογόνων
από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωµάτων παίρνουν ένα άσπρο χρώµα και συγχρόνως
απεικονίζονται τα διευρυµένα αγγεία του χορίου. Αυτά είναι περισσότερο εµφανή µε το
κολποσκόπιο το οποίο µπορεί να χρησιµοποιηθεί για την εξέταση γυναικών και ανδρών.
Τη διάγνωση µπορεί να βοηθήσουν και η δοκιµασία µε 5% διάλυµα ιωδίου (διάλυµα Lugol), η
δοκιµασία Collins (2% διάλυµα µπλε της τολουοϊδίνης).
Η δοκιµασία ιωδίου έγκειται σε επάλειψη µε 2% διάλυµα ιωδίου (διάλυµα Lugol). Το
φυσιολογικό επιθήλιο παίρνει χρώµα καφέ λόγω της παρουσίας γλυκογόνου. Οι περιοχές
που είναι προσβεβληµένες µε τον ιό των ανθρωπίνων θηλωµάτων φαίνονται σαν κηλίδες ή
ραβδώσεις µε χρώµα καφέ-κίτρινο. Η ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία παίρνει φαίνεται σαν κηλίδα
σαφώς περιγεγραµµένη και κίτρινη.
Η δοκιµασία του Collins έγκειται σε επάλειψη µε 2% διάλυµα µπλε της τολουοϊδίνης
και ακολούθως ξέπλυµα µε οξεικό οξύ. Η τολουϊδίνη είναι µία χρώση του πυρήνα, για αυτό σε
κάθε επεξεργασία όπου στη επιφάνεια του δέρµατος ή βλεννογόνου υπάρχουν κύτταρα µε
πυρήνες, η δοκιµασία θα αποβεί θετική. Αναδεικνύει τη παρακεράτωση. Η δοκιµασία είναι
θετική σε κάθε καρκινωµατώδης ή φλεγµονώδης επεξεργασία, όπου υπάρχουν κύτταρα µε
πυρήνες στην επιφάνεια δέρµατος και προσαρτηµένων βλεννογόνων. Αυτή η δοκιµασία είναι
θετική όταν µετά το ξέπλυµα µε οξεικό οξύ υπάρχουν σηµεία µε µπλε χρώση.
Επίσης χρησιµοποιείται το κολποσκόπιο για την εξέταση και διάγνωση των
δερµατικών βλαβών και βλαβών των βλεννογόνων γυναικών και ανδρών. Το κολποσκόπιο
µεγεθύνει 5-30 φορές.
Οι µολύνσεις µε τον ιό των ανθρωπίνων θηλωµάτων διακρίνονται σε λανθάνουσες,
υποκλινικές και κλινικές.
Στις λανθάνουσες µολύσεις δεν παρατηρούνται µορφολογικές αλλαγές στο δέρµα ή
βλεννογόνο. Η διάγνωση της µόλυνσης επιτυγχάνεται µε άµεση ανάδειξη του ιού µε µεθόδους
όπως τη τεχνική Southern-blot και PCR (Polymerase Chain Reaction).
Οι υποκλινικές µορφές είναι συνήθως χωρίς συµπτώµατα. Καµιά φορά σε γυναίκες
παρατηρούνται συµπτώµατα όπως εντοπισµένο καύσος ή κνησµός. Είναι βλάβες στο
επίπεδο του δέρµατος ή βλεννογόνου που διακρίνονται µόνο µε τοπική επάλειψη µε οξεικό
οξύ για 5 λεπτά. Χρησιµοποιείται τοπικά 3% οξεικό οξύ στο τράχηλο, κόλπο και 5% οξεικό
οξύ για τα εξωτερικά γεννητικά όργανα. Τη διάγνωση µπορεί να βοηθήσουν και η δοκιµασία
ιωδίου (διάλυµα Lugol), η δοκιµασία Collins (2% διάλυµα µπλε της τολουοϊδίνης)
∆ιακρίνονται διάφορες µορφές κονδυλωµάτων που εξαρτώνται από το τύπο του ιού
και από το χρόνο υπάρξεως της δερµατικής βλάβης. Οι συνηθέστερες µορφές είναι η
ακανθοκραµβοειδής µορφή, οι µισχωτές µικρές ερυθρές βλατίδες µε ανώµαλη επιφάνεια,
βλατιδώδης µορφή που είναι συχνά µελαγχρωµατική και τα κονδυλώµατα που έχουν τη
µορφή οµαλής µυρµηκιάς δηλαδή επίπεδης βλατίδας. Μπορεί να είναι µεµονωµένα ή και να
συρρέουν και να σχηµατίζουν πλάκες.
Tα τελευταία χρόνια πολλοί συγγραφείς αναφέρουν την ακανθοκραµβοειδή µορφή και τις
µισχωτές µικρές ερυθρές βλατίδες µε ανώµαλη επιφάνεια σαν οξυτενή κονδυλώµατα. Τα άλλα
ιογενή θηλώµατα µε βλατιδώδη µορφή, θηλώµατα µε µορφή επίπεδης µυρµηκιάς και αυτά µε
µελάγχρωση σαν ιδιαίτερες µορφές.
Κατά την εγκυµοσύνη τα κονδυλώµατα µπορούν να επεκταθούν πολύ. Η ύπαρξη
αυτών κατά το τοκετό (κυρίως στο τράχηλο της µήτρας, κόλπο, αιδοίο) µπορεί να έχει σαν
αποτέλεσµα να µολυνθεί το νεογνό.
Σε περιπτώσεις ανοσοκαταστολής, εγκυµοσύνη, νόσο του Hodgkin µπορεί να έχουν
µεγάλη εκβλάστηση και κυρίως µε µορφή ακανθοκραµβοειδή.
Σε µερικές περιπτώσεις ατόµων µε φυσιολογικό αµυντικό σύστηµα παρατηρείται αυτοΐαση.

78
Μετά από διάφορο διάστηµα µπορεί να παρουσιασθεί κακοήθης εξαλλαγή µε και την
εµφάνιση κακοήθους νεοπλάσµατος.
Επίσης κακοήθης εξαλλαγή µπορεί να εµφανισθεί µετά από χρόνια παρουσία αυτών.
Ιστολογική εικόνα
Η ιστολογική εξέταση των οξυτενών κονδυλωµάτων παρουσιάζει διαφόρου βαθµού
υπερακάνθωση, υπερκεράτωση, θηλωµάτωση, εστιακή παρακεράτωση, διεύρυνση των
αγγείων και κυτταρική φλεγµονώδη διήθηση του χορίου. Ένδειξη για µία µόλυνση µε τον ιό
των ανθρωπίνων θηλωµάτων, είναι όταν τα ακανθοκύτταρα και κύτταρα της κοκκιώδους
στιβάδας εµφανίζουν εκφύλιση του κυτταροπλάσµατος (κενοτοπιώδη κύτταρα). Μερικές
φορές υπάρχει δυσπλασία διαφόρου βαθµού.
Θεραπεία
Συχνά µετά την θεραπεία εµφανίζονται υποτροπές οι οποίες εκτός των άλλων
εξαρτώνται και από τη κατάσταση του αµυντικού συστήµατος. Για την αποφυγή υποτροπών
πρέπει να εξετάζεται και ο σεξουαλικός σύντροφος και η σεξουαλική επαφή να γίνεται µε
προφυλακτικό µέχρι τη πλήρη ίαση.
Σε µικρές βλάβες αρχικά γίνεται τοπική θεραπεία µε διάλυµα ποδοφυλλοτοξίνης 0,5%
ή κρέµα ποδοφυλλοτοξίνης Ο,15% ή ποδοφυλλίνη (διάλυµα 15-20%), επίσης µε κρέµα
φλουορακίλης 5% ή µε διάλυµα τριχλωρικού οξέως 50-85% για τις πιο µεγάλες βλάβες. Κατά
τη διάρκεια της εγκυµοσύνης αντενδείκνυται η χρήση ποδοφυλλοτοξίνης, ποδοφυλλίνης και
φλουορακίλης.
Η θεραπεία που προτιµάται σε εκτεταµένες βλάβες είναι αφαίρεση µε CO2-Laser.
Μετεγχειρητικά για την αποφυγή υποτροπών είναι δυνατή η τοπική χρήση γέλης µε
ανασυντηθέµενη-ιντερφερόνη-β. Επίσης εναλλακτική θεραπεία είναι η συστηµατική θεραπεία
κατά ώσεις µε ιντερφερόνη-α ή ιντερφερόνη-β ή ιντερφερόνη-γ εφόσον ο ασθενείς έχει ένα
φυσιολογικό ανοσοποιητικό σύστηµα. Η συστηµατική θεραπεία µε µεθισοπρινόλη δεν έχει
ικανοποιητικά αποτελέσµατα.
Το τελευταίο καιρό εφαρµόζεται µε καλά αποτελέσµατα θεραπεία µε κρέµα 5%
imiquimod για την ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήµατος τοπικά µετεγχειρητικά, µετά τη
επούλωση ή σαν µόνη θεραπεία.
Επίσης η διαθερµοπηξία και ή κρυοπηξία.
Υπό µορφή µελετών υποσχόµενες αξιόλογα αποτελέσµατα είναι οι ακόλουθες
εραπείες: Τοπική αντιϊκή θεραπεία µε cidofovir, συστηµατική θεραπεία ρετινοειδή σε
συνδιασµό µε ιντερφερόνη ή ιντερφερόνη µε ιντερλευκίνη 2.
6.4.2.2. ΟΓΚΟΣ ΤΟΥ BUSCKE-LÖWENSTEIN (BUSCKE-LÖWENSTEIN TUMOR)
Ορισµός
Πρόκειται για όγκους που οφείλονται στον ιό των ανθρωπίνων θηλωµάτων.
Αιτιολογία
Οφείλονται στον ιό των ανθρωπίνων θηλωµάτων συχνότερα στο τύπο 6 και λιγότερα
συχνά ο τύπος 11.
Κλινική εικόνα
Είναι όγκοι που µοιάζουν µε τα οξυτενή κονδυλώµατα, αλλά οι εκβλαστήσεις είναι
πολύ µεγαλύτερες και εξελίσσονται γρήγορα. Καταστρέφουν τους γύρω ιστούς. Οι
µεταστάσεις είναι σπάνιες. Μετά από ύπαρξη µεγάλου χρονικού διαστήµατος παρατηρείται
κακοήθης εξαλλαγή σε ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα µε µυρµηκιώδη µορφή.
Ιστολογική εικόνα

79
Η ιστολογική εικόνα είναι όµοια µε αυτή των οξυτενών κονδυλωµάτων µόνο που
παρουσιάζουν αυξηµένες µιτώσεις, µε µετάβαση ή µε ύπαρξη ενδοεπιθηλιακού καρκινώµατος
ή αρχικού καλώς διαφοροποιηµένου ακανθοκυτταρικού επιθηλιώµατος.
Θεραπεία
Αφαίρεση µε διααθερµοπηξία ή µε CO2 Laser. Για την αποφυγή υποτροπών µπορεί
να συνδυασθεί µε µετεγχειρητική τοπική θεραπεία µε γέλης που περιέχει ανασυντηθέµενηιντερφερόνη-β ή µε κρέµα 5% imiquimod που διεγείρει την τοπική παραγωγή ιντερφερόνης-α.
Επίσης εναλλακτική θεραπεία είναι η µετεγχειρητική η συστηµατική χορήγηση ιντερφερόνης-α
ή ιντερφερόνης-β ή ιντερφερόνης-γ κατά ώσεις εφόσον ο ασθενείς έχει ένα φυσιολογικό
ανοσοποιητικό σύστηµα.
6.4.2.3. ΜΠΟΒΕΝΟΕΙ∆ΗΣ ΒΛΑΤΙ∆ΩΣΗ (BOWENOID PAPULOSIS)
Ορισµός
Είναι ιογενής, πολυκεντρική λοίµωξη του δέρµατος και βλεννογόνων της
πρωκτογεννητικής περιοχής. Η ιστολογική εικόνα είναι ενός πολυκεντρικού ενδοεπιδερµικού
καρκινώµατος.
Επιδηµιολογία
Παρατηρείται συνήθως σε νεαρά άτοµα. Μεταδίδεται µε τη στενή επαφή. Οι
σύντροφοι αντρών µε µποβενοειδή βλατίδωση κινδυνεύουν για αναπτύξουν καρκίνο του
τραχήλου της µήτρας.
Αιτιολογία
Οφείλονται στους ιούς των ανθρωπίνων θηλωµάτων και συχνότερα στους τύπους 16
και 18.
Κλινική εικόνα
Εντοπίζεται στους βλεννογόνους και δέρµα των γεννητικών οργάνων. Παρατηρείται
στο πέος, αιδοίο, πρωκτό, περίνεο και κόλπο.
Χαρακτηρίζεται από πολυκεντρικές βλατίδες ή πλάκες, δεν είναι µονήρεις, σαφώς
αφοριζόµενες, µε χρώµα ερυθρόφαιο ή µελαγχρωµατικό.
∆είχνει τάση για αυτοϊαση.
Μετά από δοκιµασία µε οξεικό οξύ 5% για πέντε λεπτά οι βλάβες γίνονται συνήθως
λευκές. Οι βλάβες γίνονται περισσότερο εµφανείς µε το κολποσκόπιο το οποίο µπορεί να
χρησιµοποιηθεί για την εξέταση γυναικών και ανδρών.
Τη διάγνωση µπορεί να βοηθήσουν και η δοκιµασία µε 5% διάλυµα ιωδίου (διάλυµα Lugol), η
δοκιµασία Collins (2% διάλυµα µπλε της τολουοϊδίνης).
Η µποβενοειδής βλατίδωση αποτελεί κατάσταση υψηλού κινδύνου για ανάπτυξη
καρκίνου του τραχήλου της µήτρας.
Ιστολογική εικόνα
Παρουσιάζει την ιστολογική εικόνα ενός ενδοεπιδερµικού καρκινώµατος που πολύ
λίγο διαφέρει από αυτό της νόσου του Bowen.
Θεραπεία
Για την αποφυγή υποτροπών πρέπει να εξετάζεται και ο σεξουαλικός σύντροφος και
η σεξουαλική επαφή να γίνεται µε προφυλακτικό µέχρι τη πλήρη ίαση.
Η θεραπεία που προτιµάται είναι µε CO2-Laser. Μετεγχειρητικά για την αποφυγή
υποτροπών είναι δυνατή η τοπική χρήση γέλης µε ανασυντηθέµενη-ιντερφερόνη-β ή κρέµα
5% imiquimod. Επίσης εναλλακτική θεραπεία είναι η διαθερµοπηξία, η κρυοθεραπεία, τοπική
θεραπεία µε κρέµα φλουορακίλης 5%, ποδοφυλλοτοξίνη και η ποδοφυλλίνη.

80

Περίληψη: Ιογενή (HPV) θηλώµατα της περιγεννητικής και περιπρωκτικής περιοχής

Κλινική εικόνα και αιτιολογία:
1) Οξυτενή κονδυλώµατα, κυρίως οφείλονται στο HPV 6, 11, 16, 18, 31, 33, 35
κ.α. Οι τύποι 16, 18, 31, 33, 35, 39 σχετίζονται συχνότερα µε κακοήθη
εξαλλαγή. Εντοπίζονται κυρίως στα εξωτερικά γεννητικά όργανα ανδρών και
γυναικών, κόλπο, τράχηλο της µήτρας, πρωκτό, περίνεο, µηρογεννητικές πτυχές,
ουρήθρα. Κλινικές µορφές: α) Ακανθοκραµβοειδή. β) Μισχωτές µικρές
βλατίδες µε ανώµαλη επιφάνεια. γ) Βλατιδώδης µορφή. δ) Μορφή επίπεδης
µυρµηκιάς.
2) Όγκος Buschke-Löwenstein, κυρίως οφείλεται στο HPV 6 και 11. Εντοπίζεται
κυρίως στα εξωτερικά γεννητικά όργανα ανδρών και γυναικών, πρωκτό.
3) Μποβενοειδής βλατίδωση, κυρίως οφείλεται στο HPV 16 και 18. Χαρακτηρίζεται
από πολλαπλές βλατίδες ή πλάκες, που εντοπίζεται στα εξωτερικά γεννητικά όργανα
ανδρών και γυναικών, γειτονικό κόλπο, πρωκτό, περίνεο. Κατάσταση υψηλού
κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου του τραχήλου της µήτρας.

Θεραπεία: 1) Τοπική θεραπεία: 5-φλουορακίλη, διάλυµα ποδοφυλλίνης 15-20%,
διάλυµα ποδοφυλλοτοξίνης 0,5%, κρέµα ποδοφυλλοτοξίνης 0,15%, τριχλωρικό οξύ
50-85%. Μετεγχειρητικά γέλη µε ανασυντηθέµενη ιντερφερόνη-β ή κρέµα 5%
Imiquimod. Χειρουργική αφαίρεση µε διαθερµοπηξία ή µε κρυοπηξία ή CO2 laser. 2)
Συστηµατική θεραπεία: ιντερφερόνη (ιντερφερόνη-α ή ιντερφερόνη-β ή ιντερφερόνη-γ)
σε χαµηλές δόσεις, κατά ώσεις µόνη ή σε συνδυασµό µε τοπική θεραπεία ή
µετεγχειρητικά.

ΘΗΛΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΒΛΕΝΝΟΓΟΝΩΝ ΤΗΣ ΣΤΟΜΑΤΙΚΗΣ ΚΟΙΛΟΤΗΤΑΣ, ΦΑΡΥΓΓΑ ΚΑΙ
ΛΑΡΥΓΓΑ
(PAPILLOMAS OF THE MOUTH, PHARYNX, LARYNX)
Τα θηλώµατα των βλεννογόνων της στοµατικής κοιλότητας, φάρυγγα και λάρυγγα έχουν σαν
κυριότερους αντιπροσώπους τα ακόλουθα:
1) Μεµονωµένα θηλώµατα του τύπου των κοινών µυρµηγκιών ή των οξυτενών
κονδυλωµάτων.
2) Νόσος του Heck ή εστιακή επιθηλιακή υπερπλασία οφείλεται κυρίως στο τύπο 1, 13,
32 του ιού των ανθρωπίνων θηλωµάτων. Παρατηρείται συχνά στους Ινδιάνους και τους
Εσκιµώους, ενώ στην Ευρώπη παρατηρείται σποραδικά. Χαρακτηρίζεται από πολλαπλές
ασυµπτωµατικές επίπεδες ή στρογγυλές βλατίδες µε χρώση από λευκωπή έως αυτή του
φυσιολογικού βλεννογόνου. Εντοπίζονται στη στοµατική κοιλότητα και γειτονικούς
βλεννογόνους. Συχνά παρατηρείται συχνά αυτόµατη ίαση σε 2-3 µήνες. Αντιµετωπίζονται
θεραπευτικά µε διαθερµοπηξία, αφαίρεση µε CO2 Laser, ιντερφερόνη µόνη ή
µετεγχειρητικά.
3) Θηλώµατα του λάρυγγα. Συχνά παρατηρείται σε παιδιά µε µητέρες που πάσχουν από
οξυτενή κονδυλώµατα. Σε µερικές περιπτώσεις παρατηρείται κακοήθης εξαλλαγή. Καλά
αποτελέσµατα παρατηρήθηκαν µετά από µονοθεραπεία µε ιντερφερόνη-άλφα ή σε
συνδυασµό µε CO2 Laser.

81

Περίληψη: Ιογενή (HPV) θηλώµατα των βλεννογόνων της στοµατικής κοιλότητας,
φάρυγγα, λάρυγγα

Κλινική εικόνα και αιτιολογία: α) Μεµονωµένα θηλώµατα.β)Εστιακή επιθηλιακή
υπερπλασία ή Νόσος του Ηeck. Οφείλεται κυρίως στο HPV 1, 13, 32. Συχνά στους
ινδιάνους, Εσκιµώους
γ) Θηλώµατα του λάρυγγα

Θεραπεία: 1). Χειρουργική αφαίρεση µε διαθερµοπηξία ή µε CO2 laser. 2)
Συστηµατική θεραπεία: ιντερφερόνη (ιντερφερόνη-α ή ιντερφερόνη-β ή ιντερφερόνη-γ)
µόνη ή µετεγχειρητικά.

7. ΑΦΡΟ∆ΙΣΙΟΛΟΓΙΑ
7.1. ΣΥΦΙΛΗ (SYPHILIS)
Ορισµος
Η σύφιλη είναι µία µολυσµατική, συστηµατική, χρόνια νόσος. Μεταδίδεται κυρίως µε
τη σεξουαλική επαφή. Οφείλεται στην ωχρά σπειροχαίτη.
Αιτιολογία
Η σύφιλη οφείλεται στην ωχρά σπειροχαίτη ή τρεπόνηµα το ωχρό, που έχει τη
µορφή σπειροειδούς νηµατίου µε 8-24 σπείρες µε άκρα λεπτά και οξέα. Ξεχωρίζει από τα
άλλα σαπροφυτικά τερπονήµατα µε τις ζωηρές κινήσεις που που παρουσιάζει και οι οποίες
επιτελούνται ταυτόχρονα: 1) περιστροφική περί τον άξονα 2) εµπρόσθια εγχελοειδή 3) κάµψη
και έκταση µέχρι γωνίας 90 µοιρών. Τις κινήσεις παρατηρούµε κατά τη µικροσκόπιση υγρού
παρασκεύασµατος σε σκοτεινό πεδίο.
Το τερπόνηµα το ωχρό είναι πολύ ευαίσθητο στην ξηρασία, το φώς (υπεριώδης
ακτινοβολία) και έναντι αντησηπτικών ουσιών. Καταστρέφεται σε θερµοκρασία 50 βαθµών
κελσίου σε µία ώρα και σε 60 βαθµούς κελσίου σε 20'. Αντέχει αρκετά στο ψύχος και την
υγρασία. Νεκρό διατηρεί την λοιµογόνο δράση του για 2 ηµέρες. ∆εν καλλιεργείται σε
θρεπτικά υποστρώµατα. ∆ιατηρείται στη ζωή µόνο µετά από εµβολιασµό σε πειραµατόζωα.
Εισέρχεται στον οργανισµό από λύση της συνεχείας του δέρµατος ή των βλεννογόνων και
διεισδύει ταχύτατα µε τα λεµφαγγεία, µε πειραµατικό εµβολιασµό βρέθηκε στα λεµφαγγεία σε
5'.
Στην επίκτητη και την συγγενή σύφιλη το τερπόνηµα το ωχρό υπάρχει σε όλες τις
βλάβες. Αφθονεί όµως στον ορό του συφιλιδικού έλκους, στον οπό των αδένων της
συφιλιδικής αδενίτιδας, στον ορό των συφιλιδικών πλακών, στον ορό των ποµφολύγων της
συφιλιδικής πέµφιγας των νεογνών και στο έκκριµα της συφιλιδικής ρινίτιδας ή κόρυζας των
νεογνών.
Ταξινόµηση
1) Επίκτητη: Είναι η σύφιλη που µεταδίδεται κατά την διάρκεια της ζωής του
ανθρώπου.
2) Συγγενής: Είναι η σύφιλη που µεταδίδεται από την συφιλιδική µητέρα στο έµβρυο
κατά την ενδοµήτρια ζωή, µε την πλακούντια κυκλοφορία.
Λανθάνουσα σύφιλη: ονοµάζουµε τη σύφιλη που δεν παρουσίασε ποτέ κλινικές
εκδηλώσεις και διαγνώσθηκε από τις θετικές ορολογικές αντιδράσεις. Την διακρίνουµε σε
πρώιµη (ένα έτος από τη µόλυνση) και όψιµη λανθάνουσα (µετα το ένα έτος από τη
µόλυνση).

82

1)
2)
3)
4)

Αν η επίκτητη σύφιλη αφεθεί χωρίς θεραπεία, εξελίσσεται σε τρείς περιόδους,
ανάλογα µε τον χρόνο εξελίξης και τις κλινικές εκδηλώσεις διακρίνεται σε :
Λανθάνουσα
Πρωτογόνο: αρχίζει µε την µόλυνση και διαρκεί 2-3 µήνες ( χρόνος επώασης,
συφιλιδικό έλκος, επιχώριος λεµφαδενίτιδα) .
∆ευτερογόνο: 2 µήνες µετά την µόλυνση µέχρι και 3 χρόνια και αρχίζει µε την
εµφάνιση της συφιλιδικής ροδάνθης.
Τριτογόνο: αρχίζει 2-3 χρόνια µετά την µόλυνση και διαρκεί εφ' όρου ζωής.
Τα χρονικά όρια των περιόδων αυτών δεν είναι σταθερά . Μερικές φορές εκδηλώσεις
της πρώτης συνυπάρχουν µε αυτές της δεύτερης ( πρωτοδευτερογόνος) και της
δεύτερης µε αυτές της τρίτης (δευτεροτριτογόνος).

Συγγενής σύφιλη διακρίνεται σε:
1) Πρώιµη
2) Όψιµη
3) Συφιλιδικά στίγµατα
Τόσο η επίκτητη όσο και η συγγενής σύφιλη διαιρείται σε:
Πρώϊµη, η οποία περιλαµβάνει:
I. Επίκτητος σύφιλη: πρώιµη λανθάνουσα (<1 έτους από τη µόλυνση),
Πρωτόγονος και δευτερόγονος σύφιλη.
II. Συγγενής σύφιλη: πρώιµη
Όψιµη, η οποία περιλαµβάνει:
I. Επίκτητος σύφιλη: όψιµη λανθάνουσα (>1 έτους από τη µόλυνση),
τριτογόνος σύφιλη.
II. Συγγενής σύφιλη: όψιµη
Η σύφιλη διακρίνεται, ανάλογα µε τον τρόπο αντίδρασης του ορού του αίµατος, όταν
αυτός έλθει σε επαφή µε το αντιγόνο παρουσία του συµπληρώµατος, σε:
1) Προορολογική: Η προορολογική διαρκεί 35-40 ηµέρες από την µόλυνση. Σ' αυτή την
χρονική περίοδο οι οροαντιδράσεις συνδέσεως του συµπληρώµατος και κροκυδώσεως είναι
αρνητικές.
2) Ορολογική: Η ορολογική αρχίζει 35-40 ηµέρες από την µόλυνση και διαρκεί οσο οι
αντιδράσεις παραµένουν θετικές. Αρχικά είναι θετική η αντίδραση FTA-abs,
ακολούθως γίνονται θετικές οι αντιδράσεις κροκυδώσεως και συνδέσεως
συµπληρώµατος.
7.1.2. ΕΠΙΚΤΗΤΗ ΣΥΦΙΛΗ
ΠΡΩΤΟΓΟΝΟΣ
Αρχίζει από την µόλυνση και διαρκεί µέχρι την εµφάνιση της πρώτης βλάβης της
δευτερογόνου σύφιλης περίπου τρείς µήνες. Ο χρόνος επώασης δηλαδή ο χρόνος που
µεσολαβεί από την ηµέρα του ενοφθαλµισµού εως και την εµφάνιση της πρώτης συφιλιδικής
βλάβης ( συφιλιδικό έλκος ) είναι κατά µέσο όρο 21 µέρες.Το συφιλιδικό έλκος µπορεί να
εµφανισθεί νωρίτερα ή αργότερα ( από 10 - 120 ηµέρες ). Η επιβράδυνση ή ακόµη και η
παρεµπόδιση του συφιλιδικού έλκους (ακέφαλη σύφιλη) µπορεί να οφείλεται στη λήψη
αντιβιοτικών ουσιών ή σε άλλη αιτία.
Το σ υ φ ι λ ι δ ι κ ό έ λ κ ο ς και η σύστοιχη λεµφαδενίτις αποτελούν την
πρωταρχική βλάβη τηςπροτογόνου σύφιλης. Το έλκος εµφανίζεται στο σηµείο του
ενοφθαλµισµού µετά από χρόνο επώασης που µπορεί να κυµαίνεται από 10-120 ηµέρες,
συνήθως δεν ξεπερνά τις 21 ηµέρες. Εδράζεται κατά κανόνα στα γεννητικά όργανα και
σπανιώτερα στην περιγεννητική περιοχή . Οι εξωγεννητικές εντοπίσεις αφορούν τα χείλη,
την γλώσσα, τις αµυγδαλές, το πρόσωπο, τη θηλή του µαστού, τα δάκτυλα κ.α.
Κλινικοί χαρακτήρες του συφιλιδικού έλκους. Στο σηµείο του ενοφθαλµισµού
εµφανίζεται αρχικά µια απλή ερυθηµατώδη κηλίδα, που γρήγορα διηθείται και γίνεται σκληρή.
Σε 10-15 ηµέρες παίρνει τους κλινικούς χαρακτήρες του συφιλιδικού έλκους που στην τυπική
τους µορφή είναι:

83
I.
II.
III.
IV.
V.
VI.

∆ιάβρωση
Πυθµένας λείος, στιλπνός, εξέρυθρος '' ως από µυϊκής σαρκός'', που οροροεί εύκολα.
Όρια σαφή και καλά περιγεγραµµένα.
Μονήρης βλάβη
Σκληρία, διότι επικάθεται σε σκληρή βάση ( σηµείο Du Castel).
Ανώδυνο της βλάβης. Το συφιλιδικό έλκος είναι επώδυνο µόνον όταν εντοπίζεται στα
παρίσθµια, στα δάκτυλα των χεριών ή αν επιµολυνθεί ή αν είναι µικτό ( ταυτόχρονη
µόλυνση µε τερπόνηµα το ωχρό και αιµόφιλο δουκρεϊκό).
Μορφολογικές ποικιλίες του συφιλιδικού έλκους έιναι πέρα από το µονήρες τα
πολλαπλά έλκη ''δίκην φύλλα βιβλίου'', το γιγάντιο µε διάµετρο εως και 5 cm, το νάνο. Επίσης
ανάλογα µε τη µορφή και την όψη διακρίνεται σε ελκωτικό, διφθεροειδές,σε εκθυµατοειδές, σε
υπερτροφικό ή να προσδίδει στό πέος όψη γλωσσιδίου καµπάνας στην περίπτωση που
εντοπίζεται στο έσω πέταλο της ακροποσθίας και προκαλεί φύµωση.
Το συφιλιδικό έλκος παραµένει για 3-4 εβδοµάδες και αρχίζει να υποχωρεί οπότε σε
2-4 εβδοµάδες επιτυγχάνεται η ίαση. Στη θέση του παραµένει υπέρχρωµη κηλίδα, µικρή
ουλώδης ατροφία ή ουλή ανάλογα µε την κλινική του µορφή.
Μερικές φορές σπάνια, αντί των παραπάνω µορφών και µετά από χρόνο επώασης 821 ηµέρες αντί του συφιλιδικού έλκους παρατηρείται η ''συφιλιδική βαλανίτις του
Follmann''. Αυτή χαρακτηρίζεται από ερπητοειδείς διαβρώσεις πάνω σε διάχυτη ερυθρότητα
της βαλάνου και του εσωτερικού πετάλου της ακροποσθίας.
Το αντίστοιχο στις γυναίκες είναι η ''συφιλιδική αιδοιοκολπίτιδα'' που
χαρακτηρίζεται από ερυθρότητα του βλεννογόνου της εσωτερικής επιφάνειας των µικρών
χειλέων, της εισόδου του κόλπου µε µικρές διαβρώσεις οι οποίες αιµορραγούν.
Η δ ο ρ υ φ ό ρ ο ς ή ε π ι χ ώ ρ ι α σ ύ σ τ ο ι χ η α δ ε ν ί τ ι δ α ακολουθεί
πάντα το συφιλιδικό έλκος και εµφανίζεται 4-5 ηµέρες µετά την εµφάνιση του και παραµένει
επί µήνες µετά την επούλωση του. Και είναι κατά κανόνα σύστοιχη µε το συφιλιδικό έλκος.
Είναι µη φλεγµονώδης αδενίτιδα, χωρίς περιαδενίτιδα, εκτός αν επιµολυνθεί. Οι
αδένες στην ψηλάφηση είναι ανώδυνοι, σκληροί και ευκίνητοι. Ψηλαφώνται συνήθως όπως
το κοµπολόι και ανάµεσα τους υπάρχει ένας µεγαλύτερος σε µέγεθος αδένας ο οποίος
καλείται ''έπαρχος αδήν'' από τον οποίο γίνεται και η αναζήτηση της ωχράς σπειριχαίτης µε
παρακέντηση.
Συχνά µε την επιχώρια αδενίτιδα παρατηρείται λεµφαγγειϊτιδα µε τη µορφή
''σκληρής χορδής'' κατά µήκος της ράχης του πέους ( όταν το συφιλιδικό έλκος εντοπίζεται
στο πέος ). Στην γυναίκα αντίστοιχα ( όταν το συφιλιδικό έλκος εντοπίζεται στο αιδοίο )
παρατηρείται σκληρό επώδυνο οίδηµα των µεγάλων χειλέων.
Επανιόν έλκος εννοούµε το έλκος που επανεµφανίζεται στην ίδια θέση µετά από την
πάροδο εβδοµάδων ή µηνών µετά την κλινική ίαση ενός συφιλιδικού έλκους που προϋπήρχε
και που θεραπεύτηκε ατελώς. Στην περίπτωση αυτή οι ορολογικές αντιδράσεις είναι θετικές.
Η διάγνωση του συφιλιδικού έλκους είναι εύκολη στις τυπικές του µορφές, πρέπει
όµως να επιβεβαιωθεί µε την ανεύρεση του τρεπονήµατος στο ορό του συφιλιδικού έλκους ή
σε δύσκολες περιπτώσεις στον οπό των αδένων. οι οροαντιδράσεις θετικοποιούνται µετά την
15η ηµέρα και υποβοηθούν την διάγνωση. ∆ιαφορική διάγνωση του συφιλιδικού έλκους θα
γίνει από τραυµατισµούς, από τον έρπη των γεννητικών οργάνων, από επιθηλίωµα, από
άφθες κ.λ.π.
∆ΕΥΤΕΡΟΓΟΝΟΣ
Αρχίζει δύο µήνες µετά την µόλυνση και αφού περάσει ο χρόνος της ''δεύτερης
επώασης'' δηλαδή ο χρόνος που µεσολαβεί µεταξύ εµφανίσεως του συφιλιδικού έλκους και
της ροδάνθης. Η δευτερογόνος σύφιλη εκδηλώνεται µε βλάβες από το δέρµα που περιέχουν
άφθονα τρεπονήµατα, τους βλεννογόνους, τους λεµφαδένες, τα σπλάχνα καθώς και µε
γενικά φαινόµενα όπως πυρετό, έντονες κεφαλαλγίες, καταβολή δυνάµεων, αϋπνία, άλγη των
οστών του κρανίου και των µακρών οστών και αρθραλγίες.
Την δευτερογόνο σύφιλη την χαρακτηρίζει:
α) Η πολυµορφία των εξανθηµάτων, τα οποία υποδύονται οποιαδήποτε
δερµατοπάθεια.

84
β) Το πολλαπλούν και το διάσπαρτο των βλάβων, εκτείνονται από το τριχωτό της
κεφαλής ως τα πέλµατα,.
γ) Το ασυµπτωµατικό και το ανατάξιµο των βλαβών.
δ) οι θετικές οροαντιδράσεις. Οι οροαντιδράσεις τόσο οι ειδικές, όσο και οι µή ειδικές
είναι όλες έντονα θετικές.
ε) Το τρεπόνηµα το ωχρό αναυρίσκεται εύκολα εντός των βλαβών.
Τα εξανθήµατα στη δευτερογόνο σύφιλη οφείλονται σε µικροβιαιµία και εµβολή των
τριχοειδών από το τερπόνηµα όπως στην συφιλιδική ροδάνθη ή σε υπεραιµία και διαπύδηση
κυτταρικών στοιχείων στο χόριο όπως τα βλατιδώδη εξανθήµατα.
Οι σπλαχνικές εκδηλώσεις στην δευτερογόνο σύφιλη είναι παροδικές και
ανατάξιµες. Είναι δυνατόν να παρατηρηθούν : Μηνιγγίτιδα, ηπατίτιδα µε ίκτερο, νεφρίτιδα και
αναιµία µε λευκοκυττάρωση.
Πολυαδενίτιδα παρατηρείται σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις της δευτερογόνου
συφίλιδος και εµφανίζεται 1-20 ηµέρες από την εµφάνιση της δορυφόρου αδενίτιδος. Η
πολυαδενίτις αυτή διαρκεί για πολλούς µήνες ακόµη και µετά τη θεραπεία και αποτελεί έτσι
σηµαντικό γνώρισµα της εν ενεργεία ή αποδραµούσης συφίλιδος.
Τα δευτερογόνα συφιλιδικά εξανθήµατα διακρίνονται σε:
Ι. Ερυθηµατώδη εξανθήµατα (ροδάνθη): Είναι το πρώτο και περισσότερο συχνό
εξάνθηµα της δευτερογόνου συφίλιδος. Εµφανίζεται 40 ηµέρες από την εµφάνιση του
συφιλιδικού έλκους αλλά και αργότερα (π.χ µετά από λήψη αντιβιοτικών). Εµφανίζεται
προοδευτικά και εντοπίζεται αρχικά στα πλάγια του θώρακα και στην συνέχεια στην
κοιλιά, τον τράχηλο,τους ώµους, τα χέρια και σπάνια στο πρόσωπο ή τις κνήµες.
Χαρακτηρίζεται κλινικά από πολυάριθµες ερυθηµατώδεις κηλίδες, στογγυλές ή
ωοειδείς χροιάς όπως τα άνθη της ροδακινιάς που εξαφανίζονται µε την πίεση, δεν
συνοδεύονται από κνησµό και απολέπιση. ∆ιαρκεί 3-5 εβδοµάδες χωρίς θεραπεία και
υποχωρεί.
Υπόστροφος ροδάνθη είναι η ροδάνθη που εµφανίζεται µετά από πολλούς µήνες ή
χρόνια µετά την µολύνση (π.χ µετά από ατελή αντισυφιλιδική θεραπεία)
και χαρακτηρίζεται από µεγαλύτερα και ολιγότερα εξανθηµατικά στοιχεία.
ΙΙ. Βλατιδώδες συφιλιδικό εξάνθηµα: Πολλαπλά και ποικιλόµορφα που έχουν κοινό
στοιχείο τη βλατίδα. Οι συφιλιδικές βλατίδες είναι στρογγυλές, σκληρές, ανώδυνες και
δεν παρουσιάζουν κνησµό. Οι βλάβες εξαφανίζονται αργά χωρίς ουλή ή σε σπάνιες
περιπτώσεις αφήνουν αχρωµικές ή µελαγχρωµατικές µικρές κηλίδες. Είναι
διάσπαρτες στο κορµό, πρόσωπο και άκρα. Οι βλατίδες µπορεί να έιναι µικρού,
µετρίου και µεγάλου µεγέθους. Οι συφιλιδικές βλατίδες µπορεί να παρουσιάσουν
αλλοιώσεις επιδερµικές ή να παρουσιαζουν νεκρωσείς.
Οι βλατίδες που παρουσιάζουν επιδερµικές αλλοιώσεις διακρίνονται σε:
I.
Ψωριασιοειδείς
II.
Βλατίδες υπερκερατωσικές παλαµών και πελµάτων
III.
Βλατίδες βλαστικές, µυρµηγκιώδεις. Ανευρίσκονται σε πτυχές,
προσώπο, γεννητικα όργανα. Τα πλατέα κονδυλώµατα
εντοπίζονται κυρίως στην πρωκτογεννητική περιοχή και
σπανιότερα στις πτυχές.
Οι βλατίδες που παρουσιάζουν νεκρώσεις διακρίνονται σε:
I. Βλατίδες µε ακµοειδή στοιχεία
II. Βλατίδες µε στοιχεία ζωστηροειδή
III. Βλατίδες µε στοιχεία ευλογιοειδή
IV. Βλατίδες µε στοιχεία εκθλυµατος
V. Βλατιδές µε στοιχεία ελκωτικά.
ΙΙΙ. Συφλιδικές πλάκες: Συγχρόνως µε τη ροδάνθη συνοδεύεται από εξάνθηµα στους
βλεννογόνους µε τη µορφή ερυθρών στρογγυλών ή ωοειδών κηλίδων που δεν
συνοδεύονται από κνησµό ή άλγος. Σε µικρό διάστηµα παίρνουν όψη
ψευδοµεµβρανώδη. Ακολούθως πεφτουν οι ψευδοµεµβράνες και παραµένουν
διαβρώσεις. Αργότερα παρατηρούνται βλατιδο-διαβρωτικές πλάκες. Αυτές οι βλάβες
ανευρίσκονται στη γλώσσα, υπερώα, βάλανο, πόσθη, µικρά χείλη, κλειτορίδα, πτυχές
δακτυλίου.

85
ΙV. Μελαγχρωµατικά εξανθήµατα (το περιδέραιο της Αφροδίτης): πρόκειται για
λευκοµελανοδερµία που παραµένει µετά την αποδροµή των ερυθηµατωδών βλαβών
που υπήρχαν. Εντοπίζεται γύρω από το λαιµό και είναι συχνότερο στις γυναίκες.
Στη δευτερογόνο σύφιλη προσβάλλονται και τα εξαρτήµατα του δέρµατος.
Συφιλιδική ονυχία-παρωνυχία. Οι όνυχες είναι αλλοιωµένοι, ανώµαλοι, οδοντοτοί,
εύθραυστοι, πεπαχυµένοι ή εκλεπτυσµένοι και µερικές φορές αποκολλώνται. Γύρω από τα
νύχια παρατηρείται περιονυχία ξηρά ή φλεγµονώδης.
Συφιλιδική αλωπεκία. Παρατηρείται µε δύο µορφές, είτε µε την κατά τόπους που
εντοπίζεται στην ινιακή και κροταφική χώρα, είτε µε την διάχυτη, ή τέλος παρατηρούµε
µερικές φορές απόπτωση της ουράς των οφρύων ( σηµείο του λεωφορείου). Εµφανίζεται από
5-15 µήνες από την µόλυνση και είναι παροδική.
ΤΡΙΤΟΓΟΝΟΣ ΣΥΦΙΛΗ
Αρχίζει 2-3 χρόνια µετά την µόλυνση, διαδέχεται τις κλινικές εκδηλώσεις της
δευτερογόνου και διαρκεί χωρίς θεραπεία για όλη τη ζωή.
Η τριτογόνος χαρακτηρίζεται:
I. Αργή και αθόρυβη εξέλιξη των εκδηλώσεων
II. Ουλές και ατροφίες
III. Αρνητικές τις µη ειδικές και θετικές τις ειδικές οροαντιδράσεις.
IV. Απουσία του τερπονήµατος από τις βλάβες και από έλλειψη
µολυσµατικότητας.
V. Μικρό αριθµό των βλαβών και την περιωρισµένη µοίρα του δέρµατος που
καταλαµβάνουν.
VI. Σχηµατισµός τόξων ή κύκλικών δερµατικών βλαβών που έχουν τάση
ανάπτυξης σε βάθος. Οφείλονται σε κοκκιωµατώδη αντίδραση των ιστών
έναντι του παθογόνου αιτίου.

I.
II.
III.
IV.

Τα τριτογόνα συφιλιδικά εξανθήµατα διακρίνονται κλινικά σε:
1)Τα κοκκιώµατα
Εντοπίζονται στο δέρµα, τους βλεννογόνους,τα σπλάχνα, τα αγγεία και το κεντρικό
νευρικό σύστηµα. Είναι µονήρη, ανώδυνα, δεν συνοδεύονται από σύστοιχη αδενίτιδα,
δεν επηρεάζουν τη γενική κατάσταση και έχουν µέγεθος από φασόλι εως αυγό.
Στο δέρµα εντοπίζονται βαθιά στο χόριο και την υποδερµίδα και διακρίνονται σε
τέσσερα στάδια εξελίξεως:
Στάδιο σκληρύνσεως
Στάδιο µαλακύνσεως
Στάδιο ελκώσεως
Στάδιο αποκαταστάσης, αφήνοντας πάντα στην αποδροµή τους, ουλή. Όταν
εντοπίζονται στην υπερώα προκαλούν διάτρηση, στη γλώσσα την επιπολής ή την εν
τω βάθει κοκκιωµατώδη γλωσσίτιδα και τέλος στην περιοχή της ρινός προκαλούν
διάτρηση του διαφράγµατος ή ακόµη και καταστροφή του ρινικού οστού
σχηµατίζοντας την εφιππιοειδή ρίνα.
2)Τα φυµατώδη και φυµατο-ελκωτικά εξανθήµατα
Τα φυµατώδη εξανθήµατα αποτελούνται από λίγα ή πολλά, καλά περιγεγραµµένα,
ανωδυνα, χωρίς κνησµό, φύµατα ή οζίδια, σκοτεινέρυθρης χροιάς, σκληρά στη
σύσταση µεγέθους από φακής εώς µπιζελιού. Εντοπίζονται παντού αλλά συχνότερα
στο κεφάλι στην περιοχή της ωµοπλάτης και στους γλουτούς. ∆ιατάσσονται κατά
πλάκες, κατά αθροίσµατα ή είναι διάσπαρτα. Χωρίς θεραπεία εξελίσσονται άλλοτε
αφήνοντας ουλώδη ατροφία, άλλοτε ελκούνται δηµιουργώντας µε αυτό τον τρόπο τα
φυµατοελκωτικά τριτογόνα συφιλιδικά εξανθήµατα που χαρακτηρίζονται από βαθειά
έλκωση, στρογγυλη ή κυκλική, µε χείλη σκληρά, απότοµα κοµµένα και πυθµένα
ανώµαλο. Πολλές φορές η έλκωση καλύπτεται από εφελκίδα παχειά, ξηρή και
σκληρή που αποκολλάται δύσκολα. Στην αποδροµή τους αφήνουν πάντα ουλή.
3)Ερύθηµα του Fournier.
Είναι σπάνιο. Εντοπίζεται στους γλουτούς και τα άκρα.Χαρακτηρίζεται από ρόδινες
κηλίδες που σχηµατίζουν κύκλους ή τόξα χωρίς να έχουν τάση περιφερικής

86
επέκτασης. ∆ιαρκεί αρκετά, έχει καλή πρόγνωση και υποτροπιάζει. ∆εν καταλείπει
ουλές. Οι µη ειδικές οροαντιδράσεις είναι συνήθως θετικές.
Η διαφορική διάγνωση στην τριτογόνο σύφιλη θα γίνει από την ψωρίαση, τον
φυµατώδη λύκο, τα άτονα έλκη, το σκληρό ερύθηµα του Bazin και τα επιθηλιώµατα.
ΣΠΛΑΧΝΙΚΗ ΣΥΦΙΛΗ-ΣΥΦΙΛΗ ΤΩΝ ΑΓΓΕΙΩΝ-ΝΕΥΡΟΣΥΦΙΛΗ
Η ττριτόγονος σύφιλη είναι δυνατόν να προσβάλλει κατα την διαδροµή της
οποιοδήποτε όργανο, µε κοµµιωµάτα ή διηθήσεις. του ανθρώπου. Στην τριτογόνο οι βλάβες
εξελίσσονται αργά και χρόνια προκαλώντας σοβαρές µη ανατάξιµες αλλοιώσεις και
διαταραχές που είναι δυνατόν να οδηγήσουν ακόµη και στο θάνατο.
Συνηθέστερες βλάβες είναι σύφιλη του καρδαγγειακού συστήµατος και η νευροσύφιλη,
ιδιαίτερα η προϊούσα γενική παράλυση και νωτιαία φθίση
7.1.3. ΣΥΓΓΕΝΗΣ ΣΥΦΙΛΗ
Ορισµός
Συγγενής λέγεται η σύφιλη όταν η µόλυνση γίνεται κατά την ενδοµήτριο ζωή. Κατ' αυτήν το
έµβρυο µολύνεται από την συφιδική µητέρα µε την πλακούντιο κυκλοφορία.Η µόλυνση αυτή
εξαρτάται από το χρόνο µόλυνσης της µητέρας.
Κυηση και συφιλη
Η µόλυνση του εµβρύου γίναται µόνο µέσω του πλακούντα. Μέχρι και τον τεταρτο
µήνα της κυησης η σπειροχαίτη δεν περνα τον πλακούντα. Εάν η µητέρα µολυνθεί κατά το
πεµπτο µήνα της κύησης το παιδί γεννιέται συφιλιδικό. Εάν η µητέρα µολυνθεί κατά τον
ογδοω µήνα της κύησης το παιδί γεννιέται συφιλιδικό, χωρίς στίγµατα.
Κλινική εικόνα
Η συγγενής σύφιλη διακρίνεται:
1)
Πρώϊµη συγγενής σύφιλη: Όταν οι εκδηλώσεις υπάρχουν από τη
γέννηση ή εµφανίζονται στα πρώτα 2-4 χρόνια της ζωής και οι βλάβες
αντιστοιχούν σε βλάβες της δευτερογόνου συφίλιδος. Αυτή χαρακτηρίζεται
από τη συφιλιδική πέµφιγα των νεογνών, την συφιλιδική κόρυζα, την
λαρυγγίτιδα, εξανθήµατα ερυθηµατώδη και βλατιδώδη, τη διάχυτη διήθηση
γύρω από το στόµα '' ουλές του Parrot'', περιοστίτιδα κ.α
2)
Όψιµη συγγενή σύφιλη: Οι βλάβες σ΄αυτή εκδηλώνονται µετά το τέταρτο
έτος της ζωής και αντιστοιχούν σε βλάβες της τριτογόνου συφίλιδος. Αυτή
χαρακτηρίζεται από παρεγχυµατώδη κερατίτδα, µέση ωτίτιδα, βλάβες των
οστών και των αρθρώσεων και τέλος βλάβες του νευρικού συστηµατος
3)
Στίγµατα: Οι βλάβες της πρώϊµης και της όψιµης συγγενούς σύφιλης
προκαλούν δυσµορφίες και ουλές, που παραµένουν σε όλη τη ζωή και τα
ονοµάζουµε στίγµατα.
Αυτά είναι:
I. Οδόντες Hutchinson
II. Γοµφίοι του Mullebery ή Moon
III. Παρεγχυµατώδης κερατίτιδα
IV. Κώφωση ή βαρυκοϊα
V. Ακτινοειδείς ουλές του Parrot
VI. Εφιππιοειδής ρίνα
VII. ∆υσµορφίες από βλάβες των οστών.
Εργαστηριακές εξετάσεις σύφιλης
Όταν στην κλινική εξέταση του ασθενούς υπάρχει υποψία συφίλιδος τότε για να
επιβεβαιώσουµε την κλινική διάγνωση υποχρεωτικά διεξάγουµε εργαστηρικό έλεγχο.
Το τρεπόνηµα το ωχρό , αναζητείται στο λαµβανόµενο υλικό µε τις εξής µεθόδους:

87
1) Σκοτεινό πεδίο: Το λαµβανόµενο υλικό τοποθετείται σε αντικειµενοφόρο πλάκα
προσθέτοντας µία σταγόνα φυσιολογικού ορού και µικροσκοπείται σε µικροσκόπιο σκοτεινού
πεδίου οπότε η ωχρά σπειροχαίτη εφόσον υπάρχει αναγνωρίζεται ζώσα ως φωτεινό
σπειροειδές µόρφωµα, το οποίο κινείται µε τις γνωστές και χαρακτηριστικές κινήσεις.
2) Αναζήτηση της ωχράς σπειροχαίτης, µετά από χρώση: το λαµβανόµενο υλικό
µονιµοποιείται και χρωµατίζεται ασθενώς (ατελής χρώση της ωχράς σπειροχαίτης) µε τις
χρωστικές όπως κατά Giemsa κ.α. Η διάγνωση θα γίνει εφόσον υπάρχει η γνωστή
µορφολογία.
Αναζητούµε την ωχρά σπειροχαίτη από το συφιλιδικό έλκος, τον οπό των
λεµφαδένων, τις συφιλιδικές πλάκες , τη ρινική κόρυζα ή την συφιλιδική πέµφιγα των
νεογνών.
Ορολογικές εξετάσεις: Οι ορολογικές εξετάσεις βοηθούν τόσο στη διάγνωση, όσο
και στον έλεγχο της ανοσολογικής αντίδρασης του ασθενούς και το αποτέλεσµα της
θεραπείας. Εκτελούµε τις ορολογικές εξετάσεις για την ανίχνευση αντισωµάτων που
κυκλοφορούν στον ορό του αίµατος µετά τη συφιλιδική λοίµωξη. ∆ιακρίνονται στις ειδικές και
στις µη ειδικές µε τρεπονηµατικά αντισώµατα. Οι κυριότερες των ειδικών είναι οι 19S-IgMFTA-Abs , FTA-Abs, TPΗΑ, TPI . Οι κυριότερες µη ειδικές µε µη τρεπονηµατικά αντισώµατα
είναι η αντίδραση VDRL, RPR.
Στις µη ειδικές ή αντιδράσεις µε µη τρεπονηµατικά αντιγόνα η καρδιολιπίνη
χρησιµοποιείται σαν αντιγόνο αναµεµειγµένη µε λεκιθίνη και χοληστερίνη. Αυτές διακρίνονται
σε αντιδράσεις συνδέσεως του συµπληρώµατος όπως η αντίδραση Wassermann κλπ, και
στις αντιδράσεις κροκυδώσεως όπως η αντίδραση Kahn, VDRL κλπ. Aντίδραση ταχείας
εκτελέσεως είναι η RPR.
Στις ειδικές ή αντιδράσεις µε τρεπονηµατικά αντιγόνα, σαν αντιγόνο χρησιµοποιούνται
ζωντανά ή νεκρά τρεπονήµατα, στο δε εξεταζόµενο ορό ανιχνεύονται αντιτρεπονηµατικά
αντισώµατα. Από τις αντιδράσεις αυτής της κατηγορίας χρησιµοποιούνται η δοκιµασία
ακινητοποιήσεως του ωχρού τρεπονήµατος ή δοκιµασία των Nelson-Meyers και η δοκιµασία
φθοριζόντων τρεπονηµατικών αντισωµάτων.
Οι µη ειδικές οροαντιδράσεις θετικοποιούνται µέσα σε δυο εβδοµάδες από τις
εµφανίσεως του έλκους. Σε 3-4 εβδοµάδες από τη µόλυνση είναι θετικές η TPHA και FTAabs. Ενώ η VDRL θετικοποιείται σε 5 εβδοµάδες. Η FTA-abs και TPHA αφού θετικοποιηθούν
παραµένουν θετικές για µεγάλο διάστηµα ή εφ΄όρου ζωής. Η FTA-abs είναι η πλέον
ευαίσθητη και γίνεται θετική πρώτη.
Οι αναφερθείσες αντιδράσεις και δοκιµασίες δεν είναι µόνο ποιοτικές, αλλά µπορούν
να γίνουν και ποσοτικές. Με την µεγαλύτερη αραίωση του ορού, αναζήτηση θετικής
αντίδρασης. Ο βαθµός αραίωσης δείχνει την ένταση της θετικότητας της αντίδρασης.
Ο τίτλος 19S-IgM-FTA-Abs χρησιµεύει για τον έλεγχο της αποτελεσµατικότητας της
θεραπείας. Τα IgM αντισώµατα δεν περνούν τον πλακούντα. Εάν τα τελευταία ανιχνευτούν
στον ορό του νεογνού υποδηλούν συγγενή σύφιλη. Υποδηλούν λοίµωξη του νεογνού µε το
τρεπόνηµα το ωχρό και όχι παρουσία των µητρικών αντισωµάτων.
Όπου ο τίτλος των µη ειδικών εξετάσεων είναι χαµηλός ή είναι ψευδώς θετικός,
(λοιµώδη νοσήµατα, κολλαγονώσεις), χρησιµοποιούµε τις ειδικές εξετάσεις.
Τέλος σε υποψία νευροσύφιλης εξετάζουµε το εγκεφαλονωτιαίο υγρό.
Θεραπεία
Φάρµακο εκλογής στην θεραπεία της συφίλιδος θεωρείται η πενικιλίνη. Είναι
τερπονηµατοστατικό και τρεπονηµατοκτόνο φάρµακο. Εναλακτικά κυρίως σε περιπτώσεις
αλλεργίας στη πενικιλίνη χορηγούνται ερυθροµυκίνη, τετρακυκλίνη, δοξυκυκλίνη.
Το τρεπόνηµα το ωχρό εξαφανίζεται από τον ορό του συφιλιδικού έλκους περίπου σε
5-24 ώρες µετά από την χορήγηση θεραπευτικής δόσης πενικιλίνης.
Ανεπιθύµητη ενέργεια στη χορήγηση πενικιλίνης ή άλλου αντισυφιλιδικού φαρµάκου είναι η
αντίδραση Jurish-Herxheimer. Λίγες ώρες µετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης είναι δυνατόν
να παρατηρηθεί η αντίδραση Jurish-Herxheimer. Αυτή η αντίδραση οποία συνίστανται σε
γενική κακουχία, υψηλό πυρετό και επιδείνωση των βλαβών ή εµφάνιση νέων. Η αντίδραση
οφείλεται στη µαζική καταστροφή των τρεπονηµάτων. Για τη πρόληψη αυτής της αντίδρασης
δίδονται κορτικοστεροειδή συστηµατικά όπως πρεδνιζολόνη 50 mg ενδοφλέβια ή ενδοµυϊκά,
συγχρόνως µε τη χορήγηση της πρώτης δόσης αντιβιοτικού.

88
Στον ασθενή συνιστάται σεξουαλική επαφή µε προφυλακτικό µέχρι την πλήρη ίαση
και έλεγχος του σεξουαλικού συντρόφου.
Η χορήγηση της πενικιλλίνης γίνεται ως εξής:
1)
Στη πρώιµη σύφιλη (πρωτόγονο, δευτερόγονο, πρώιµη λανθάνουσα)
χορηγείται βενζαθινική πενικιλλίνη G 2,4 εκ εφ΄άπαξ ή προκαϊνούχος
πενικιλίνη 1,2 εκ. ηµερησίως για 14 ηµέρες. Εναλλακτικά τετρακυκλίνη
4Χ500 mg ή δοξυκυκλίνη 2Χ100 mg ή ερυθροµυκίνη 4Χ500 mg
2)
Στην όψιµη σύφιλη (όψιµη λανθάνουσα, τριτόγονος) βενζαθινική
πενικιλλίνη G 2,4 εκ. µονάδες µία φορά την εβδοµάδα για τρεις εβδοµάδες
ή κρυσταλλική πενικιλλίνη G 12-24 εκ. ηµερησίως για τρεις εβδοµάδες. Σε
αλλεργία στη πενικιλλίνη δίδεται δοξυκυκλίνη 100 mg δύο φορές
ηµερησίως ή τετρακυκλίνη 500 mg τέσσερεις φορές ηµερησίως για 2
εβδοµάδες .
3)
Στη νευροσύφιλη χορηγείται κρυσταλλική πενικιλλίνη G 3Χ10 εκ. µονάδες
ηµερησίως για 10-14 ηµέρες, ακολούθως µε βενζαθινική πενικιλίνη G 2,4
εκ. µονάδες µία φορά την εβδοµάδα για τρεις εβδοµάδες.
4)
Στη συγγενή σύφιλη χορηγείται κρυσταλλική πενικιλλίνη G 50.000
µονάδες/kg βάρους για 14 ηµέρες ενδοµυϊκά ή ενδοφλέβια ή βενζαθινική
πενικιλλίνη ή προκαϊνική πενικιλλίνη.
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά και ορολογικά µετά το πέρας της
θεραπείας. Ο ορολογικόςέλεγχος γίνεται µεε το ποσοτικό έλεγχο του τίτλου αντισωµάτων των
ειδικών οροαντιδράσεων. Στην πρώιµη και συγγενή σύφιλη έλεγχος κάθε 3, 6, 12 και 24
µήνες. Στην όψιµη και νευροσύφιλη ποσοτικός ορολογικός έλεγχος για τουλάχιστον 3 χρόνια
µετά το πέρας της θεραπείας.
Περίληψη: Σύφιλη

Αιτιολογία: τρεπόνηµα το ωχρό.

Μορφές συφίλιδος: επίκτητη-συγγενής

Κλινική εικόνα: 1. Πρωτογόνος ( συφιλιδικό έλκος-επιχώριος λεµφαδενίτιδα)
2.∆ευτερογόνος ( ερυθηµατώδη και βλατιδώδη εξανθήµατα)
3.Τριτογόνος ( κοµµιώµατα, φυµατώδη και φυµατοελκωτικά
εξανθήµατα, τριτογόνο ερύθηµα του Fournier και σπλαχνική
σύφιλη).
4.Συγγενής:
α) πρώϊµη.
β) όψιµη.

Θεραπεία: Πενικιλλίνη, ερυθροµυκίνη, τετρακυκλίνη, δοξυκυκλίνη.
7.2. ΜΑΛΑΚΟ ΕΛΚΟΣ (ULCUS MOLLE, CANCROID)

Ορισµός
Είναι σεξουαλικώς µεταδιδόµενο νόσηµα αυτοενοφθαλµίσιµο ή ετεροφθαλµίσινο
τοπικά µετά από τραυµατισµό στην περιοχή των γεννητικών οργάνων και σπάνια στο
βλεννογόνο της στοµατικής κοιλότητας.
Αιτιολογία
Το µαλακό έλκος οφείλεται στον αιµόφιλο του Ducrey, που είναι βάκιλος Gram
αρνητικός και ονοµάζεται και στρεπτοβάκιλος, διότι στην καλλιέργεια αναπτύσει αλύσεις.
Κλινική εικόνα

89
Ο σύνηθης χρόνος επώασης είναι 2-6 ηµέρες και σπάνια 1-14 ηµέρες. Η βλάβη
εµφανίζεται στο σηµείο του ενοφθαλµισµού µε τη µορφή µικρής φλεγµονώδους βλατίδας, η
οποία µετά από 2-3 περίπου ηµέρες στο κέντρο της βλάβης σχηµατίζει φλύκταινα, τελός
δηµιουργείται έλκωση. Το έλκος ποικίλει από λίγα χιλιοστά εώς λίγα εκατοστά έχει σχήµα
στρογγυλό, ή ακανόνιστο και είναι επώδυνο. Τα χείλη είναι κοµµένα απότοµα, η βάση είναι
µαλθακή και καλύπτεται από βλενώδη έκκριση, ο πυθµένας είναι ρυπαρός και ανώµαλος, ενώ
η βλάβη περιβάλεται από ερυθηµατώδη άλω. Τα έλκη εξ αιτίας του αυτοενοφθαλµισµού είναι
συνήθως πολλαπλά.
Το έλκος στον άνδρα εντοπίζεται στην βαλανοποσθική αύλακα, το χαλινό, την βάλανο
και την πόσθη. Στην γυναίκα εντοπίζεται κυρίως στα µεγάλα και µικρά χείλη του αιδοίου, την
κλειτορίδα, τον κόλπο και τον τράχηλο της µήτρας. Σπάνια παρατηρούνται εντοπίσεις εκτός
γεννητικών οργάνων όπως δακτύλιος και περιπρωκτική χώρα, τα χείλη, η γλώσσα, οι µηροί ή
τα δάκτυλα. Το έλκος συνοδεύεται πάντα από σύστοιχη λεµφαδενίτιδα. Οι αδένες είναι
µαλθακοί, ανώδυνοι και φλεγµένουν. Πολλές φορές συµφύονται µε το υπερκείµενο δέρµα και
προέχουν εµφανώς, ενώ άλλες φορές δηµιουργούνται συριγγώδεις πόροι από τους
οποίους εξέρχεται πυώδες περιεχόµενο.
∆ιάγνωση
Αυτή θα γίνει µετά από την ανεύρεση του αιµόφιλου του Ducrey. Η εργαστηριακή
δάγνωση γίνεται είτε µε καλλιέργεια σε ειδικά θρεπτικά υλικά για να αποµονωθεί ο αιµόφιλος,
είτε µε αναζήτηση του αιµόφιλου µε χρώση Gram στο έκκριµα του έλκους ή του συριγγίου
αφού πρώτα καθαρίσουµε την περιοχή µε φυσιολογικό ορό.
Θεραπεία
Θεραπαία πρώτης εκλογής είναι η ερυθοµυκίνη ή αζιθροµυκίνη ή κεφτριαξόνη.
Εναλλακτικά µπορείνα δοθεί αµοξυκιλλίνη ή κιπροφλοξασίνη.
Επίσης συνιστάται σεξουαλική επαφή µε προφυλακτικό µέχρι την πλήρη ίαση και
έλεγχος του σεξουαλικού συντρόφου.
Περίληψη: Μαλακό έλκος

Αιτιολογία: αιµόφιλος του Ducrey.

Κλινική εικόνα:έλκωση επώδυνη µε ερυθηµατώδη άλω, χείλη κοµµένα απότοµα,
βάση µαλθακή µε βλενώδη έκκριση και πυθµένα ανώµαλο και ρυπαρό. Τα έλκη εξ
αιτίας του αυτοενοφθαλµισµού είναι συνήθως πολλαπλά. Το έλκος συνοδεύεται
από σύστοιχη λεµφαδενίτιδα (αδένες µαλθακοί, ανώδυνοι και φλεγµονώδεις) µε ή
χωρίς συραγγώδεις πόρους.

Θεραπεία: η ερυθοµυκίνη ή αζιθροµυκίνη ή κεφτριαξόνη ή αµοξυκιλλίνη ή
κιπροφλοξασίνη
7.3. ΑΦΡΟ∆ΙΣΙΟ ΛΕΜΦΟΚΟΚΚΙΩΜA
Ή
ΝΟΣΟΣ NICHOLAS-FAVRE
(LYMPHOGRANULOMA VENEREUM, LYMPHOGRANULAMA INGUINALE)

Oρισµός
Το αφροδίσιο λεµφοκοκκίωµα είναι σεξουαλικώς µεταδιδόµενο συστηµατικό νόσηµα
που οφείλεται ορισµένους ορότυπους Chlamydia trachomatis.
Αιτιολογία
Η νόσος οφείλεται σε ορισµένους ορότυπους Chlamydia trachomatis. Παρατηρείται
συχνότερα στους άνδρες παρά στις γυναίκες και µεταδίδεται µε την σεξουαλική επαφή. Η

90
νόσος είναι σπάνια στην Ευρώπη και συχνότερη στην Αφρική, Βόρειο Αµερική και Βόρειο
Ασία.
Κλινική εικόνα
Μετά από χρόνο επώασης 1-5 ηµέρες στην περιοχή του ενοφθαλµισµού που είναι τα
γεννητικά όργανα ή ο πρωκτός εκδηλώνεται η κλινική εικόνα της νόσου. Ανάλογα µε την
εντόπιση της βλάβης η νόσος εµφανίζεται µε δύο µορφές, είτε µε τη µορφή του βουβωνικού
συνδρόµου που εντοπίζεται κυρίως στους άνδρες,είτε µε τη µορφή του πρωκτογεννητικού
συνδρόµου που εντοπίζεται κυρίως στις γυναίκες.
Το βουβωνικό σύνδροµο χαρακτηρίζεται από την πρωτοπαθή βλάβη, τη
λεµφαδενίτιδα και τα γενικά συµπτώµατα. Η πρωτοπαθής βλάβη της νόσου που ονοµάζεται
και µικρό έλκος εντοπίζεται στο πέος, είναι επώδυνη και αυτοϊάται εντός ολίγων ηµερών. Η
λεµφαδενίτιδα εµφανίζεται σε 7-30 ηµέρες και είναι σύστοιχα πρός τη βλάβη. Οι αδένες
συµφύονται, διογκούνται και δηµιουργούν συρίγγια προς το δέρµα.Τα γενικά φαινόµενα
συνίστανται σε πονοκέφαλο, κακουχία, πυρετό, ναυτία και αρθραλγίες.
Το πρωκτογεννητικό σύνδροµο προσβάλλει περισσότερο τις γυναίκες και τους
οµοφιλόφιλους άνδρες. Στις γυναίκες οι βλάβες εντοπίζονται στον κόλπο και στην συνέχεια
προσβάλλεται ο υποβλεννογόνιος ιστός του ορθού.Οι πυώδεις εκκρίσεις και οι αιµορραγίες
από το ορθό χαρακτηρίζουν τη νόσο. Στον πρωκτό κάνοντας ορθοσκόπηση παρατηρούνται
φλεγµονές στο βλεννογόνο, µικροελκώσεις, αιµατηρές και βλεννοπυώδεις εκκρίσεις,
βλαστικές εξεργασίες και σκληρύνσεις. Με την πάροδο του χρόνου δηµιουργούνται στενώσεις
του ορθού αποστήµατα και συρίγγια του περινέου.
Και στις δύο τέλος µορφές παρατηρούνται λεµφοίδηµα των γεννητικών οργάνων µε
ελκώσεις, ουλές και συρίγγια.
Η νόσος χωρίς θεραπεία διαρκεί επ' αόριστον µε ανατοµοκλινικές αλλοιώσεις των
γεννητικών οργάνων και της ορθοπρωκτικής χώρας.
∆ιαφορική διάγνωση
Αυτή πρέπει να γίνει από το µαλακό έλκος, την κοινή πυοκοκκική αδενίτιδα, την
φυµατιώδη αδενίτιδα και την αδενίτιδα εξ ονύχων γαλής.
∆ιάγνωση
Αυτή γίνεται από την κλινική εικόνα, την ιστοκαλλιέργεια του Chlamydia trachomatis
(από τις βλάβες µε πύο ή άπό την αδενίτιδα) και από την δερµατινοαντίδραση Frei.
To Frei test που είναι επιβραδυνόµενο δερµατικό test, είναι θετικό στο 35% περίπου
των ασθενών. Επειδή όµως είναι θετικό πολλές φορές και σε άλλες λοιµώξεις από χλαµύδια
γι' αυτό η χρήση του σήµερα είναι περιορισµένη στις περισσότερες χώρες του κόσµου.
Θεραπεία
Θεραπεία εκλογής είναι η δοξυκυκλινη. Εναλλακτικά ερυθροµυκίνη ή sulfisoxazole ή
αντίστοιχη σουλφοναµίδη.
Επίσης συνιστάται σεξουαλική επαφή µε προφυλακτικό µέχρι την πλήρη ίαση και
έλεγχος του σεξουαλικού συντρόφου.

91

Περίληψη: Αφροδίσιο λεµφοκοκκίωµα ή νόσος Nicolas-Favre

Αιτιολογία: Chlamydia trachomatis 4-13
Κλινική εικόνα: 1. Το βουβωνικό σύνδροµο, που χαρακτηρίζεται από: α) το µικρό
επώδυνο έλκος στο σηµείο του ενοφθαλµισµού, β) την λεµφαδενίτιδα µε τα
συρίγγια και γ) τα γενικά φαινόµενα.
2.Το πρωκτογεννητικό σύνδροµο, στο οποίο η πρωτογενής βλάβη εντοπίζεται
στον κόλπο και στη συνέχεια επεκτείνεται στον υποβλεννογόνιο ιστό του ορθού.
Στην περιοχή του ορθού προκαλεί πυώδεις και αιµορραγικές εκκρίσεις, ελκώσεις,
σκληρύνσεις, βλαστικές εξεργασίες και στενώσεις του ορθού.
Και στις δύο µορφές παρατηρείται λεµφοίδηµα των γεννητικών οργάνων µε ουλές,
ελκώσεις και συρίγγια.

Θεραπεία: η δοξυκυκλινη ή ερυθροµυκίνη ή sulfisoxazole ή αντίστοιχη
σουλφοναµίδη.
7.4.
ΒΟΥΒΩΝΙΚΟ Ή ΑΦΡΟ∆ΙΣΙΟ ΚΟΚΚΙΩΜΑ
(DONOVANOSIS, GRANULOMA INGUINALE, GRANULOMA VENEREUM)

Ορισµός
Το βουβωνικό ή αφροδίσιο κοκκίωµα είναι χρόνια ελκωτική και κοκκιωµατώδης
νόσος των γεννητικών οργάνων, σεξουαλικώς µεταδιδόµενη, που οφείλεται στo Gram
αρνητικό βακτηρίδιο Calymmatobacter granulomatis ή Donovania granulomatis (αντιγονικώς
και µορφολογικώς µοιάζει Κλεµπσιέλλα).
Αιτιολογία-Παθογένεια
Είναι νόσος που ενδηµεί κυρίως στις τροπικές και υποτροπικές χώρες, στην Ευρώπη
παρατηρείται σποραδικά και είναι σπάνια.
Αίτιο όπως ήδη ελέχθει είναι Gram αρνητικό βακτηρίδιο Calymmatobacter
granulomatis ή Donovania granulomatis. Η νόσος µεταδίδεται κυρίως µε την σεξουαλική
επαφή και έχει χρόνο επώασης 7-30 ηµέρες.
Κλινική εικόνα
Στη θέση του ενοφθαλµισµού, εµφανίζεται ανώδυνη έλκωση, µαλθακή στην
σύσταση, µε όψη βελούδου, ρόδινη χροιά και ερπητοειδή περιφέρεια. Τα χείλη της έλκωσης
είναι εππηρµένα και ο κοκκιωµατώδης πυθµένας καλύπτεται από οροαιµατηρό υγρό.Το έλκος
επεκτείνεται βραδέως περιφερικά χωρίς όµως να παρατηρούµε διόγκωση των λεµφαδένων
(σπανίως υπάρχει διόγκωση αυτών). .
Η έλκωση εντοπίζεται κυρίως στα γεννητικά όργανα,το εφήβαιο, τις µηρογεννητικές
πτυχές, το περίνεο και την περιπρωκτική χώρα.
Ορισµένες φορές µε την πάροδο του χρόνου τα έλκη επεκτείνονται σε βάθος και
περιφερικά µε αποτέλεσµα να σχηµατισθούν συρίγγια ορθοκολπικά ή καταστροφές των
οργάνων της γεννητικής και περιγεννητικής περιοχής( καταστροφή του πέους, του κόλπου,
του ορθού, της κύστης κ.λ.π.).
Ενώ υπάρχει τάση επέκτασης µετά από µακρά χρονική περίοδο οι βλάβες
επουλώνονται σχηµατίζοντας δύσµορφες χηλοειδείς ουλές µε ελεφαντιασικές
διογκώσεις. Σε σπάνιες περιπτώσεις η νόσος προσβάλλει σπλάχνα ή οστά.
∆ιάγνωση
Μετά από βιοψία και ειδική χρώση όπως Giemsa και Wright παρατηρούµε τους
µικροοργανισµούς ενδοκυττάρια στά ιστιοκύτταρα. Η καλλιέργεια του µικροβίου δεν είναι
αδύνατη αλλά είναι πολύ δύσκολη.
Θεραπεία

92
Θεραπεία εκλογής είναι χλωραµφαινικόλη ή γενταµυκίνη ή τετρακυκλίνη.
Εναλλακτικά στρεπτοµυκίνη ή αµπικιλλίνη ή ερυθροµυκίνη ή κοτριµοξαζόλη.
Επίσης συνιστάται σεξουαλική επαφή µε προφυλακτικό µέχρι την πλήρη ίαση και
έλεγχος του σεξουαλικού συντρόφου.
Περίληψη: Βουβωνικό ή αφροδίσιο κοκκίωµα

Αιτιολογία: κλεµπσιέλα Donovania granulomatis.

Κλινική εικόνα: έλκωση (ανώδυνη, µαλθακή, µε όψη βελούδου, χροιάς ρόδινης), µε
πυθµένα οροαιµατηρό, χείλη τεταµένα και τάση επέκτασης στην περιφέρεια.
Επιπλοκές: ορθοκολπικά συρίγγια, καταστροφές των γεννητικών οργάνων και
περιγεννητικής περιοχής, χηλοειδή και ελεφαντιασικές διογκώσεις.

Θεραπεία: χλωραµφαινικόλη ή γενταµυκίνη ή τετρακυκλίνη ή στρεπτοµυκίνη ή
αµπικιλλίνη ή ερυθροµυκίνη ή κοτριµοξαζόλη.
7.5. ΓΟΝΟΚΟΚΚΙΚΗ ΟΥΡΗΘΡΙΤΙ∆Α Ή ΒΛΕΝΝΟΡΟΙΑ

Ορισµός
Η γοννοκοκκική ουρηθρίτιδα ή βλεννόροια είναι σχεδόν αποκλειστικά σεξουαλικώς
µεταδιδόµενο νόσηµα που οφείλεται στον γονόκοκκο.
Αιτιολογία
Η νόσος οφείλεται στην ναϊσσέρια της γοννόροιας που ανακάλυψε ο Naisser το 1879
και έχει την µορφή διπλοκόκκου ( όπως ο κόκκος του καφφέ) που είναι αρνητικός κατά Gram
και ευρίσκεται κατά οµάδες µέσα και έξω από τα πολυµορφοπύρηνα που υπάρχουν στο πύο
ατόµων που πάσχουν από την νόσο.
Κλινική εικόνα
Η γονοκοκκική ουρηθρίτιδα προσβάλλει και τα δύο φύλλα.
1.Γονοκοκκική ουρηθρίτιδα στον άνδρα
Μετά από χρόνο επώασης 3-10 ηµέρες αρχίζουν τα υποκειµενικά συµπτώµατα τα
οποία συνίστανται σε αίσθηµα καύσου, νηγµών, δυσουρίας ήπιας ή έντονης και σπάνια άλγος
κατά µήκος της ουρήθρας. Το σηµαντικότερο αντικειµενικό εύρηµα είναι το έκκριµα από την
ουρήθρα το οποίο γίνεται αυτόµατα ή µετά από µάλαξη της ουρήθρας. Το έκκριµα είναι
µερικές φορές λίγο και άλλοτε πολύ και έχει σύσταση πυώδη, βλεννώδη ή βλεννοπυώδη.
Η νόσος χωρίς θεραπεία µετά από 1 1\2 µήνα έχει ηπιώτερα συµπτώµατα ή σπάνια
γίνεται τελείως ασυµπτωµατική. Αυτό έχει σαν αποτέλεσµα την χρονιότητα της νόσου µε ήπια
συµπτώµατα, αλλά στη συνέχεια όµως, αρχίζουν οι επιπλοκές.
Οι συχνότερες επιπλοκές της βλεννόροιας είναι:
I. Περιουθρηκό απόστηµα
II. Οξεία προστατίτιδα
III. Σπερµατοκυστίτιδα
IV. Κωπηρίτιδα (φλεγµονή των αδένων του Cowper στο πρωκτό)
V. Τυζονίτις, φλεγµονή των αδένων του Tylos (χαλινός της πόσθης)
VI. Στένωση της ουρήθρας
VII. Οξεία επιδιδυµίτιδα που θεωρείται η σοβαρότερη διότι είτε µετά από θεραπεία είτε
όχι αποφράσει τους πόρους της επιδιδυµίδας µε αποτέλεσµα την στείρωση.
VIII. Σπάνια προστατίτις και απόστηµα του προστάτου
2. Γονοκοκκική ουρηθρίτιδα στη γυναίκα
Ο χρόνος επώασης και στις γυναίκες είναι περίπου 3-10 ηµέρες. Η νόσος στην
γυναίκα σε ποσοστό περίπου 80% διαδράµει ασυµπτωµατικά. Όταν όµως υπάρχουν

93
συµπτώµατα, αυτά είναι ήπια και είναι συνέπεια της φλεγµονής του τραχήλου της µήτρας ή
της ουρήθρας.
Αντικειµενικό κλινικό σύµπτωµα είναι η πυώδης δύσοσµη έκκριση που συνοδεύεται από
καύσο, πόνο και βάρος των γεννητικών οργάνων. το έκκριµα εξέρχεται από το στόµιο της
ουρήθρας και τον τράχηλο ο οποίος είναι εξέρυθρος.
Η διάγνωση στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην εργαστηριακή ανεύρεση του
γονοκόκκου που γίνεται στην ουρήθρα, τον τράχηλο της µήτρας, τον πρωκτικό δακτύλιο και
τον επιφάρυγγα. Η νόσος στην γυναίκα µετά από ένα µήνα περίπου υποχωρεί σχεδόν
πλήρως µε αποτέλεσµα να αποτελεί έναν δυναµικό φορέα µετάδοσης της νόσου.
Οι κυριότερες επιπλοκές στη γυναίκα είναι:
I. Η οξεία βαρθολινίτιδα
II. Η οξεία αιδοιϊτιδα
III. Η οξεία σαλπιγγίτιδα
IV. Κολπίτιδα και φλεγµονή των περιουρηθρικών αδένων του Skene.
Και στα δύο φύλα ο γονόκοκκος είναι δυνατόν να προσβάλλει και άλλες περιοχές του
σώµατος, µε αποτέλεσµα να παρατηρούµε ιδιαίτερες οντότητες όπως:
I. Πρωκτίτιδα
II. Αρθρίτιδα
III. Μηνιγγίτιδα
IV. Ενδοκαρδίτιδα
V. Επιπεφυκίτιδα
VI. Φαρυγγοαµυγδαλίτιδα
VII. Γονοκοκκική σηψαιµία.
Εργαστηριακά ευρήµατα
Λαµβάνεται έκκριµα από την ουρήθρα του ή της ασθενούς,αφού προηγουµένως δεν
έχει ουρήσει για τρεις ώρες. Στις γυναίκες και από τον τράχηλο της µήτρας. Γίνεται η
διάγνωση µε την διπλή χρώση κατά τη µέθοδο Gram.
Θεραπεία
Θεραπεία εκλογής θεωρείται η αµπικιλλίνη. Σε περίπτωση αντοχής σε πενικιλλίνες,
σπεκτινοµυκίνη ή κεφαλοσπορίνες (κεφτριαξόνη, κεφιξίµη) ή κινολόνες (κιπροφλοξασίνη,
οφλοξασίνη) ή δοξυκικλίνη.
Επίσης συνιστάται σεξουαλική επαφή µε προφυλακτικό µέχρι την πλήρη ίαση και
έλεγχος του σεξουαλικού συντρόφου.
Περίληψη: Γονοκοκκική ουρηθρίτιδα ή βλεννόροια

Αιτιολογία: Γονόκοκκος, Gram αρνητικός διπλόκοκκος.

Κίνική εικόνα: 1. Γονοκοκκική ουρηθρίτιδα στον άνδρα ( υποκειµενικά
παρατηρούνται, αίσθηµα καύσου,δυσουρία, και άλγος κατά µήκος της ουρήθρας
και αντικειµενικά πυώδες έκκριµα από την ουρήθρα)
Επιπλοκές στον άνδρα: σπουδαιότερη η επιδιδυµίτιδα µε τελικό αποτέλεσµα την
στείρωση.
2. Γονοκοκκική ουρηθρίτιδα στην γυναίκα ( υποκειµενικά παρατηρούνται, καύσος,
άλγος και βάρος στα γεννητικά όργανα και αντικειµενικά εξέρυθρος τράχηλος της
µήτρας και πυώδες δύσοσµο έκκριµα από την ουρήθρα).
Επιπλοκές στη γυναίκα: οξεία αιδοιτιδα, βαρθολινίτιδα, σαλπιγγίτιδα κ.λ.π.
Εξωσωµατικές εντοπίσεις: πρωκτός, καρδιά (ενδοκαρδίτιδα), οφθαλµοί
(επιπεφυκίτιδα), αρθρώσεις, φάρυγγας, µήνιγγες(µηνιγγίτιδα) και σηψαιµία.

Θεραπεία: η αµπικιλλίνη, σε περίπτωση αντοχής σε πενικιλλίνες, σπέκτινοµυκίνη ή
κεφαλοσπορίνες (κεφτριαξόνη, κεφιξίµη) ή κινολόνες (κιπροφλοξασίνη,
οφλοξασίνη) ή δοξυκικλίνη.

94

7.6. ΜΗ ΓΟΝΝΟΚΟΚΚΙΚΗ ΟΥΡΗΘΡΙΤΙΣ
Ορισµος
Είναι οι συχνότερες µορφές ουρηθρίτιδας, που µπορούν να συµβούν περισσότερο
στους άνδρες αλλά και στις γυναίκες.
Αιτιολογία
Τα αίτια της µη γονοκοκκικής ουρηθρίτιδας είναι πολλά και διακρίνονται σε λοιµώδη
και µη λοιµώδη. Σπουδαιότερες αιτίες λοιµώδους µη γονοκοκκικής ουρηθρίτιδας είναι τα
Chlamydia trachomatis (40%), το Ureaplasma urealyticum ή strain µυκόπλασµα αλλά και το
µυκόπλασµα hominis, η τριχοµονάδες, µύκητες του γένους Candida, ο ιός του έρπητα, L
µορφές γοννοκόκκου, ο αιµόφιλος του κόλπου, ο κυτταροµεγαλοϊός καθώς και άλλα
αναερόβια µικρόβια.
Αίτια µη λοιµώδη είναι συγγενείς ανωµαλίες της ουρήθρας, µηχανικοί τραυµατισµοί
της ουρήθρας, πολύποδες, ινώµατα, καρκινώµατα της ουρήθρας ή τέλος ερεθιστικές
πικάντικές ουσίες, αλκοόλ κ.λ.π.
Κλινική εικόνα
Η κλινική εικόνα ανεξάρτητα από την αιτιολογία είναι ίδια. Ο ασθενής παραπονείται
για υποκειµενικά συµπτώµατα όπως καύσο και πόνο κατά µήκος της ουρήθρας. Αντικειµενικό
εύρηµα είναι µόνον η πρωϊνή συνήθως έκκριση που µπορεί να είναι ορώδης, οροπυώδης,
διαυγής ή βλεννώδης.
Συχνές επιπλοκές στον άνδρα είναι η προστατίτιδα, η επιδιδυµίτιδα,
ορχεοεπιδιδυµίτιδα, σύνδροµο Reiter.
Θεραπεία
Η θεραπευτική αγωγή είναι κάθε φορά ανάλογη µε τα αποτελέσµατα των
µικροβιακών εξετάσεων. Έτσι σε περίπτωση που αποµονωθούν χλαµύδια του τραχώµατος ή
Ureoplasma Urealiticum θεραπεία εκλογής είναι οι τετρακυκλίνες. Όταν αποµονοθούν
τριχοµονάδες τότε χορηγούµε µετρονιδαζόλη . Τέλος γίνονται συστάσεις για αποφυγή
οινοπνευµατωδών ποτών και πικάντικων φαγητών καθώς και αποφυγή αυτοτραυµατισµού
της ουρήθρας (αυτοεξέταση από τον ασθενή).
Περίληψη: Μη γονοκοκκική ουρηθρίτις

Αιτιολογία: 1. λοιµώδεις παράγοντες (Chlamydia trachomatis, Ureoplasma
urealiticum, Candida, L µορφές γοννοκόκκου, τριχοµονάδες, ιός του έρπη,
αιµόφιλος του κόλπου, κυτταροµεγαλοϊός και αναερόβια µικρόβια).
2. µή λοιµώδεις παράγοντες ( τραυµατισµοί, συγγενείς ανωµαλίες της ουρήθρας,
πολύποδες, ινώµατα, καρκινώµατα της ουρήθρας, οινοπνευµατώδη ποτά και
ερεθιστικές πικάντικες τροφές).

Κλινική εικόνα: υποκειµενικά ( καύσος και πόνος κατά µήκος της ουρήθρας) και
αντικειµενικά (οροπυώδες πρωϊνό έκκριµα της ουρήθρας).
Επιπλοκές: προστατίτιδα, επιδιδυµίτιδα, ορχεοεπιδιδυµίτιδα κ.λ.π.

Θεραπεία: είναι ανάλογη µε το αίτιο.
7.7. ΣΥΝ∆ΡΟΜΟ ΕΠΙΚΤΗΤΗΣ ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ (ΑΙDS).
∆ΕΡΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚ∆ΗΛΩΣΕΙΣ

Αιτιολογία

95
Το σύνδροµο της επίκτητης ανοσολογικης ανεπάρκειας προκαλείται από ειδικό
ρετροϊό που αποµονώθηκε από τον Montagnier στα 1983.
Ο ρετροϊός αυτός φέρει υποδοχείς που υπάρχουν στο λιποειδικό περίβληµα µε τους
οποίους προσκολλάται στους ειδικούς υποδοχείς CD4 των βοηθητικώνΤ-λεµφοκυττάρων τα
οποία προσβάλλει προκαλόντας βαριές βλάβες του ανοσολογικού συστήµατος.
Ο ιός του AIDS πήρε την ονοµασία HIV (Human Immunodeficiency Virus) δηλαδή ιός
της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας. Ο ιός του AIDS είναι ο HIV1 και HIV2 κατά των οποίων
έχουν ανιχνευθεί αντισώµατα.
Αποτελεί σήµερα βεβαιότητα, ότι η µετάδοση του ιού από ατόµου σε άτοµο
επιτελείται, όταν κύτταρα προσβεβληµένα του ενός έρθουν σε επαφή άµεση µε το αίµα ή τους
ιστούς του άλλου. Αυτό µπορεί να γίνει µε την σεξουαλική επαφή πρωκτική, κολπική ή
στοµατική, την χρήση διαδερµικών βελονών, τις µεταγγίσεις αίµατος και από µολυσµένη
µητέρα στο έµβρυο ή κατά τον τοκετό.
Το 1981 στο κέντρο ελέγχου λοιµωδών νόσων των ΗΠΑ ανακοινώθηκε το AIDS σε
οµοφιλόφιλους άνδρες. Η νόσος µεταφέρθηκε σε σύντοµο χρονικό διάστηµα στις άλλες
Ηπείρους. Σύντοµα οι επιδηµιολογικές µελέτες έφεραν στο φώς και άλλες πληθυσµιακές
οµάδες εκτός οµοφιλοφίλων που είσαν ευάλωτες στον ιό όπως τοξικοµανείς,
αιµορροφιλικούς, λήπτες παραγώγων αίµατος κ.λ.π.
Εργαστηριακά ευρήµατα
Αυτά συνίστανται στην ελάττωση του πληθυσµού των βοηθητικών Τ- λεµφοκυττάρων
µε αναστροφή της σχέσης Τhelfer/Τsuppressor, τη δερµατική ανεργία και την ενεργοποίηση
των Β- λεµφοκυττάρων µε αποτέλεσµα υπεργαµµασφαιριναιµία. Στη διάγνωση επίσης
βοηθούν ο προσδιορισµός του ιικού φορτίου και του λεµφοκυτταρικού υποπληθυσµού και το
Multitest Merieux.
Κλινική εικόνα
Οι κλινικές εκδηλώσεις στο σύνδροµο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας
ποικίλλουν και εξαρτώνται από τη φάση ή την κατάσταση που βρίσκεται η εξελικτική πορεία
της ΗΙV λοίµωξης. Η σταδιοποίηση της νόσου βασίζεται στην κλινική εικόνα, στο ιικό φορτίο,
στο περιφερικό αίµα και στα CD4 Τ-λεµφοκύτταρα.
Ασυµπτωµατικός φορέας: Η κατάσταση του ασυµπτωµατικού φορέα διαρκεί µήνες
ή και χρόνια. Σαν µέση χρονική διάρκεια θεωρείται το διάστηµα των 6 µηνών µέχρι 5 χρόνια.
Το άτοµο που είναι φορέας είναι µεταδοτικός. Στο αίµα ανευρισκονται αντισώµατα έναντι του
HIV ιού µέσα σε διάστηµα 3 εβδοµάδων έως 10 µηνών από την µόλυνση.
ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ

ΤΗΣ HIV ΛΟΙΜΩΞΗΣ

ΟΜΑ∆Α Ι: Οξεία λοίµωξη, οξεία πρώιµη πολυσυµπτωµατική λοίµωξη (Mononucleosis
like syndrome).
Σε ένα ποσοστό 20-30% η οροµετατροπή συνοδεύεται από συµπτώµατα όµοια µε
εκείνα της λοιµώδους µονοπυρηνόσεως. Τα συµπτώµατα που διαρκούν 2-3 εβδοµάδες, είναι
µικρή πυρετική κίνηση, κυνάγχη καταβολή δυνάµεων, κεφαλαλγία, γενικευµένη
λεµφαδενοπάθεια, διόγκωση σπλήνα, κηλιδώδοβλατιδώδες εξάνθηµα. Το εξάνθηµα έχει
κύρια εντόπιση στον κορµό. Χαρακτηρίζεται από διάχυτη ερυθρότητα µε µεµονωµένες
διάχυτες κηλιδες και βλατιδες, ωοειδούς σχήµατος µε ή χωρίς απολέπιση. Το εξάνθηµα
αυτοιάται εντός 2-3 εβδοµάδες.
Επισης µπορεί να συνυπάρχει κνιδωτική αντίδραση στη περιοχή του θώρακα και
ράχης. Παράλληλα µε αυτή την κνιδωτική αντίδραση παρατηρείται αυξηση της IgE.
Επίσης µπορεί να υπάρχει έντονος κνησµός, αποτέλεσµα αυτού είναι δευτερογενής
οζώδης κνήφη, κοκκιωµατώδης αντίδραση υπο µορφή όζων.
ΟΜΑ∆Α ΙΙ: Ασυµπτωµατικοί φορείς
Μετά την υποχώρηση των συµπτωµάτων που είναι όµοια αυτά της λοιµώδους
µονοπυρηνώσεως, οι πάσχοντες χαρακτηρίζονται σαν ασυµπτωµατικοί φορείς. Η
ασυµπτωµατική περίοδος µπορεί να διαρκέση 6-12 µήνες ή και περισσότερο.

96
ΟΜΑ∆Α ΙΙΙ: Επίµονη γενικευµένη λεµφαδενοπάθεια
Μετά την ασυµπτωµατική περίοδο, εµφανίζεται επίµονη γενικευµένη λεµφαδενοπάθεια. Για
περίπου 3-6 χρόνια ή και περισσότερο, ο ασθενής δεν παρουσιάζει σηµαντικά συµπτώµατα.
Το στάδιο αυτό είναι ακόµη ανατάξιµο.
ΟΜΑ∆Α IV: Εµφάνιση των συµπτωµάτων, σε εξάρτηση από τον αριθµό των CD4 Tλεµφοκυττάρων. Πλήρες σύνδροµο.
Την εικόνα εικόνα συνθέτουν η λεµφαδενοπάθεια, η απώλεια βάρους (πάνω από 10% του
σωµατικού βάρους), ο πυρετός (πάνω από 38ο C συνεχής ή διαλείπων), οι διάρροιες, τα
κοιλιακά άλγη, η κόπωση, η κακουχία, οι νυχτερινοί ιδρώτες και οι εκδηλώσεις από το δέρµα
και τους βλεννογόνους (µονιλίαση ερπητικές λοιµώξεις κ.λ.π.). Οι αιµατολογικοί δείκτες είναι
παθολογικοί και οι ασθενείς αυτοί σε 4-6 µήνες περίπου θα αναπτύξουν το πλήρες σύνδροµο.
Στο πλήρες σύνδροµο ( Full blown syndrome) παρατηρούνται οι παραπάνω εκδηλώσεις µαζί
µε ευκαιριακές λοιµώξεις ( πνευµονία κ.λ.π.), σάρκωµα Καροsi, νεοπλάσµατα κ.λ.π. Στο
στάδιο αυτό παρατηρούνται οι περισσότερες δερµατικές εκδηλώσεις.
∆ερµατικές εκδηλώσεις από το AIDS
Οι συχνότερες δερµατοπάθειες που εµφανίζονται στο σύνδροµο επίκτητης
ανοσολογικής ανεπάρκειας τις διακρίνουµε σε επτά κατηγορίες:
1) Τα οξέα εξανθήµατα
2) Νεοπλασµατικές εκδηλώσεις
3) Λοιµώξεις
4) Βλατιδώδη εξανθήµατα τύπου σµηγµατορροϊκής δερµατίτιδας
5) Αγγειακές διαταραχές
6) ∆ιαταραχές των εξαρτήµατων του δέρµατος
7) Στοµατικές εκδηλώσεις
1) Εξανθήµατα:
I. Οξεία πρώιµη πολυσυµπτωµατική λοίµωξη µε το κηλιδοβλατιδώδες
εξάνθηµα, κνιδωτική αντίδραση, το συνεχή κνησµό και τη δευτερογενή
οζώδη κνήφη.
II. Σµηγµατορροϊκη δερµατίτις
III. Ροδόχρους ακµή
IV. Ψωρίαση
V. Ψωριασιόµορφα εξανθήµατα
VI. Σύνδροµο Reiter, δηλαδή αρθρίτιδα, επιπεφυκίτιδα, ουρηθρίτιδα,
ψωριασιόµορφο εξάνθηµα στα πέλµατα, παλάµες και τριχωτό της
κεφαλής. Επίσης ανευρίσκονται διαβρώσεις στο όσχεο και βάλανο.
VII. Επίκτητη ιχθύαση
VIII. Ερυθροδερµία
IX. Ηωσινοφιλική θυλακίτιδα, κνησµώδες εξάνθηµα, µε κλινική εικόνα όµοια µε
αυτή της θυλακλιτιδας.
X. Κνησµώδης βλατιδονεκρωτική δερµατοπάθεια. Μικροβλατιδώδες
εξάνθηµα, στο κορµό, κεφάλι, τράχηλο. Συνοδεύεται από έντονο κνησµό.
Στην Αφρική και Αϊτή.
XI. Πελλάγρα (έλλειψη νικοτινικού οξέως) και πελλαγροειδές εξάνθηµα.
Χαρακτηρίζονται από εξάνθηµα αρχικά ερυθρό, ακολούθως
καστανέρυθρο, µε δέρµα οιδηµατώδες, µε φυσαλίδες, διαβρώσεις και
εξελκώσεις.
XII. Λεύκη
2. Νεοπλασµατικές εκδηλώσεις:
I.
II.
III.
IV.
V.
VI.

Το σάρκωµα του Kaposi ( έχει ήδη αναφερθεί )
Λέµφωµα Burkitt
Τα µη-Hodgkin λεµφώµατα,
Τα βασικοκυτταρικά επιθηλιώµατα
Τα ακανθοκυτταρικά επιθηλιώµατα.
Η αιφνίδια ανάπτυξη δυσπλαστικών σπίλων σε άτοµα
σύνδροµο ερπίκτητης ανοσολογικής ανεπαρκείας. Στα

97
άτοµα αυτά εµφανίζεται το κακόηθες µελάνωµα µε
αυξηµένη συχνότητα.
VII.
3.Ιογενείς λοιµώξεις:
I.
II.
III.
IV.
V.
VI.

‘Ερπης απλός
έρπης ζωστήρας
Λοίµωξη µε κυτταροµεγαλοϊο
Κοινές µυρµηκίες
Οξυτενή κονδυλώµατα
Μολυσµατική τέρµινθος

4. Βακτηριδιακές λοιµώξεις:
I.
II.
III.
IV.
V.

VI.
VII.
VIII.
IX.

Μολυσµατικό κηρίο
Έκθυµα
Θυλακίτιδες
Τοξική επιδερµιδική νεκρόλυση σταφυλοκοκκικής
αιτιολογίας
Σύφιλη, κυρίως εκδηλώσεις της δευτερογόνου συφίλιδος µε
ερυθηµατώδεις, βλατιδώδεις και βλατιδολεπιδώδεις
βλάβες. Η σύφιλη που παρατηρείται σε ασθενείς µε AIDS,
εύκολα µεταπίπτει σε νευροσύφιλη.
Φυµατίωση, επαναδραστηριοποίηση προϋπαρχούσης
νόσου.
Λοιµώξεις οφειλόµενες σε άτυπα µυκοβακτηρίδια
Λοιµώξεις οφειλόµενες σε κκοκκους, ενεργοποίηση
σαπροφυτικών κόκκων, εξωτερικές λοιµώξεις.
Επιδείνωση λεπρικών καταστάσεων.

4. Μυκητιασικές λοιµώξεις :
I.
II.
III.
IV.

Καντιντίαση, συνήθως εκτεταµένη
Οι µυκητιάσεις από δερµατόφυτα είναι εκτεταµένες
Ποικιλόχρος πυτιρίαση
Κρυπτοκόκκωση: παρουσιάζεται προϊούσης της
λοιµώξεως όταν η πνευµονική φλεγµονή αιµατογενώς
διασπείρεται στο δέρµα, µήνιγγες και άλλα όργανα. Οι
δερµατικές βλάβες αρχικά οµοιάζουν µε αυτές της
µολυσµατικής τερµίνθου, αργότερα εξελκούνται και
καλύπτονται από εφελκίδα. O Cryptococcus neoformans
είναι ο δεύτερος σε συχνότητα ευκαιριακός µύκητας µετά
τη Candida albicans.
V. Ιστοπλάσµωση: χαρακτηρίζεται από έλκη στη στοµατική
κοιλότητα, βλατίδες και όζους, βλατίδες µε υπερκεράτωση,
καθώς και από µικρές πλάκες ψωριασιόµορφες. Η λοίµωξη
συχνά συνοδεύεται από πυρετό, απώλεια βάρους,
ηπατοσπληνικό σύνδροµο και πνευµονική συνδροµή.

5. ∆ερµατοπάθειες από αρθρόποδα
και πρωτόζωα:
I. Ψώρα, υψηλός επιπολασµός στις οµάδες υψηλού
κινδύνου, λόγω τηα ανοσοκαταστολής βαρειά
διαδροµή.
II. Φθείρες κεφαλής και εφηβαίου.
III. Θυλακίτιδα από Demodex folliculorum
IV. ∆ερµατική λεϊσµανίαση
V. Εξωπνευµονική πνευµονικύστωση, συµβαίνει σε
καταστάσεις βαρειάς ανοσοκαταστολής. Η
γενίκευση της λοίµωξης µε Pneumocystis carinii,
που είναι υπεύθυνη για την πνευµονία, έχει σαν
αποτέλεσµα την εµφάνιση νεκρωτικών δερµατικών
βλαβών.

98
VI. Τοξοπλάσµωση, δερµατικές βλάβες σπανίως σε
άτοµα µε βαρειά ανοσοκαταστολή. Παρατηρείται
γενικευµένο εξάνθηµα µε µικρές µαλακές βλατίδες,
συνυπάρχει πυρετός και σποληνοµεγαλία σε
γενίκευση της λοίµωξης.
6. Αγγειακές διαταραχές:
I. Θροµβοκυτταρική πορφύρα
II. Λευκοκλαστική αγγειϊτιδα
III. Οζώδης πολυαρτηρίτιδα.
7.∆ιαταραχές εξαρτηµάτων δέρµατος:
I. Νύχια: επιµήκεις γραµµοειδείς σχηµατισµοί,
δυσχρωµία, δυστροφία, λευκονυχία και
ονυχόλυση.
II. Τρίχες: παρουσιάζουν λέπτιση, χάνουν το
χρώµα τουςκαι γίνονται λευκωπές. Στο
τριχωτό της κεφαλής παρατηρείται διάχυτη
αλωπεκία .
8. Στοµατικές εκδηλώσεις:
I. Τριχωτή λευκοπλακία, είναι συχνή. Χαρακτηρίζεται από
λευκωπή ανώµαλη πάχυνση των χειλέων της γλώσσης
δίνοντας την εντύπωση της τριχωτής επιφάνειας. Η κλινική
αυτή εικόνα είναι ασυµπτωµατική και πολύ σπάνια
καταλαµβάνει ολόκληρη την στοµατική κοιλότητα. Η κλινική
αυτή εικόνα πιθανά να οφείλεται στον συνδιασµό του ιού του
Epstein-Barr του Papilloma-virus και της κάντιντα.
II. Καντιντίαση
III. Ελκονεκρωτική ουλίτιδα
IV. Αφθες
V. Έλκη µε άγνωστη αιτιολογία και παθογένεια.
VI. ∆ιαταραχές των σιελογόνων αδένων: διόγκωση παρωτίδας,
καλοήθης λεµφοεπιθηλιακή βλάβη, σύνδροµο Sjögren και
βλάβες που µιµούνται αυτό, κυστική λεµφοειδής υπερπλασία
της παρωτίδας, λεµφαδενοπάθεια των παρωτίδων, διάχυτη
λεµφοκυτταρική διήθηση από CD8 κύτταρα, πολυεστιακές
κυστικές βλάβες των παρωτίδων και τραχηλική
λεµφραδενοπάθεια.
VII. Απόπτωση θηλών της γλώσσας
VIII. Ξηροστοµία
IX. Γλωσσοδυνία
Θεραπεία
Η θεραπεία ασθενών µε AIDS πρέπει να γίνεται σε συνεργασία µε γιατρούς πολλών
ειδικοτήτων, σε οργανωµένα θεραπευτικά κέντρα, εξαρτάται από το κλινικό στάδιο, το CD4
και το ιικό φορτίο και περιλαµβάνει:
1) Ψυχολογική υποστήριξη των ασθενών
2) Αντιµετώπιση των ευκαιριακών λοιµώξεων και των νεοπλασµάτων.
3) Αντιρετροϊκά φάρµακα. Η θεραπεία περιλαµβάνει τα ακόλουθα φάρµακα:
α) Αναστολέας της ανάστροφης µεταγραφάσης όπως Zidovudin (AZT)
β) Αναστολέας της πρωτεάσης όπως Saquinovir, Retrovir
γ) Μη νουκλεοτιδικός αναστολέας της ανάστροφης µεταγραφάσης
όπως Nevirapin
4) Θεραπεία µε ιντερφερόνες. Χρησιµοποιείται κυρίως η α- και β-ιντερφερόνη συνήθως σε
ασθενείς µε σάρκωµα Kaposi.
Για την καλύτερη δυνατή θεραπεία και την αποφυγή δηµιουργίας ανθεκτικών
στελεχών (διασταυρούµενη αντοχή, δηµιουργία ανθεκτικών στελεχών) γίνεται συνδυασµός
φαρµάκων. Κυρίως χορηγούνται δύο αναστολείς της ανάστροφης µεταγραφάσης και ένας
αναστολέας της της πρωτεάσης. Μη νουκλεοτιδικοί αναστολείς της ανάστροφης
µεταγραφάσης χορηγούνται σε τριπλό συνδυασµό.

99

Περίληψη: Σύνδροµο επίκτητης ανοσολογικής ανεπαρκείας

Αιτιολογία: ειδικός ρετροϊός HIV (Human Immunodeficiency Virus)

Κλινική εικόνα:
I. Οξεία λοίµωξη, οξεία πρώιµη πολυσυµπτωµατική λοίµωξη
II. Ασυµπτωµατικοί φορείς
III.Επίµονη γενικευµένη λεµφαδενοπάθεια
IV.Εµφάνιση των συµπτωµάτων, σε εξάρτηση από τον αριθµό των CD4 Tλεµφοκυττάρων. Πλήρες σύνδροµο ( Full blown syndrome): λεµφαδενοπάθεια,
απώλεια βάρους, πυρετός, διάροια, κοιλιακά άλγη, νυχτερινοί ιδρώτες
εύκολη κόπωση, ευκαιριακές λοιµώξεις, ερπητικές λοιµώξεις, µυκητιάσεις,
εκδηλώσεις από το δέρµα και βλεννογόνους.
∆ερµατικές εκδηλώσεις: οξέα εξανθήµατα, νεοπλασµατικές εκδηλώσεις,
λοιµώξεις, βλατιδώδη εξανθήµατα τύπου σµηγµατοροϊκής δερµατίτιδος,
αγγειακές διαταραχές, διαταραχές των εξαρτηµάτων του δέρµατος και
στοµατικές εκδηλώσεις.

Θεραπεία: ψυχολογική υποστήριξη, αντιµετώπιση των ευκαιριακών λοιµώξεων και
των νεοπλασµάτων, χορήγηση αντιρετροϊκών φαρµάκων και ιντερφερόνης.

8. ∆ΕΡΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚ∆ΗΛΩΣΕΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΚΩΝ ∆ΙΑΤΑΡΑΧΩΝ
8.1. ΧΕΙΜΕΤΛΑ (CHILBLAINS, PERNIOSIS)
Ορισµός
Είναι οι εντοπισµένες δερµατικές βλάβες που οφείλονται στο ψύχος.
Αιτιολογία
Οι ψυχρές κλιµατολογικές συνθήκες προκαλούν παρατεταµένη αγγειοσυστολή, που
ακολουθείται από αντιδραστική υπεραιµία.
Η χείµετλα παρατηρείται σε σηµεία του δέρµατος εκτεθειµένα στο κρύο. Συνήθως είναι
πρόσωπο κυρίως µύτη, αυτιά, άκρα κυρίως δάκτυλα χεριών και ποδιών, κνήµες, γόνατα,
πίσω επιφάνεια του µηρού υπέρβαρων γυναικών.
Κλινική εικόνα
Τοπικά στη αρχή υπάρχει έντονος κνησµός και ακολουθείται από πόνο ιδίως στις
µεταβολές της θερµοκρασίας, κυρίως φάση επαναθέρµανσης.
Παρατηρούνται σκοτεινού ερυθρού χρώµατος ή ερυθροϊώδεις, οιδηµατώδεις δερµατικές
βλάβες. Κατά τη περίοδο της ανάρρωσης παρατηρείται απολέπισης.
Ορισµένα άτοµα είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητα στο ψύχος.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από TH δερµατίτιδα εξ επαφής, ψωρίαση,
δυσιδρωσικό έκζεµα, έλκωση ισχαιµικού τύπου, χειµετλώδη ερυθηµατώδη λύκο, εµβολές,
ακροκυάνωση, φαινόµενο Raynaud.
Θεραπεία
∆ιατήρηση καλής θερµοκρασίας. Γρήγορη επαναθέρµανση, καλύτερα σε θερµό νερό,
χωρίς εντριβές και µασάζ στις δερµατικές βλάβες.

100
Τοπική θεραπεία µε αλοιφές ή κρέµες που προκαλούν τοπική αγγειοδιαστολή.
Επίσης είναι δυνατή η συστηµατική θεραπεία µε βουφλοµεδίλη (buflomedil).
Έχουν δοκιµαστεί µε καλά αποτελέσµατα: 1) Η νιφεδιπίνη (nifedipine) προκαλεί
αγγειοδιαστολή ελαττώνοντας το αγγειοκινητικό τόνο. Είναι ανταγωνιστής του ασβεστίου.
2) Υπεριώδης ακτινοβολία στη αρχή της χειµερινής περιόδου.
Περίληψη : Χείµετλα

Αιτιολογία:

παρατεταµένο ψύχος, µε επακόλουθο
τη παρατεταµένη αγγειοσυστολή και
αντιδραστική υπεραιµία.

Κλινική εικόνα:

στη αρχή κνησµός
επώδυνες, ερυθροϊώδεις ή σκοτεινές
κόκκινες, οιδηµατώδεις δερµατικές βλάβες
απολέπιση κατά τη ανάρρωση

Θεραπεία:

διατήρηση σταθερής θερµοκρασίας
γρήγορη επαναθέρµανση σε ζεστό νερό
αλοιφές ή κρέµες που προκαλούν τοπική
αγγειοδιαστολή
βουφλοµεδίλη (buflomedil)
νιφεδιπίνη
υπεριώδης ακτινοβολία στη αρχή της
χειµερινής περιόδου
.

9. ∆ΕΡΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΛΙΑΚΗ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ
ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΝ ΑΥξΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΗΣ ΜΕΛΑΝΙΝΗΣ
9.1. ΕΦΗΛΙ∆ΕΣ (FRECKLES, EPHELIDES)
Ορισµός
Χαρακτηρίζονται από αυξηµένη παραγωγή µελανίνης, χωρίς την αύξηση του αριθµού
των µελανινοκυττάρων.
Αιτιολογία
Παρατηρούνται κυρίως σε άτοµα µε τύπο δέρµατος Ι και ΙΙ σαν αποτέλεσµα της
υπερδιέγερσης των µελανινοκυττάρων από την υπεριώδη ακτινοβολία.
Κλινική εικόνα
Οι εφηλίδες ή φακές εµφανίζονται σε µεγάλο αριθµό κυρίως στα ακάλυπτα µέρη του
σώµατος. Είναι µικρές, σαφώς περιγεγραµµένες κηλίδες, µε χρώµα καφέ. Ο αριθµός αυτών
αυξάνεται τους θερινούς µήνες.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από ηλιακές φακές, επιδερµικούς σπίλους.
Θεραπεία
Η θεραπεία δεν είναι απαραίτητη παρά µόνο για αισθητικούς λόγους.

101
Η αγωγή συνίσταται στη τοπική θεραπεία µε λευκαντικούς παράγοντες, όπως η
υδροκινόνη 2-5%, ακτίνες Laser. Απαραίτητη είναι η σύγχρονη χρήση αντηλιακού µε υψηλό
δείκτη προστασίας.
9.2. ΗΛΙΑΚΗ ΦΑΚΗ (SOLAR LENTIGO, LENTIGO SIMPLEX)
Ορισµός
Χαρακτηρίζονται από την αύξηση της µελανίνης µε σύγχρονη αύξηση του αριθµού
των µελανινοκυττάρων κατά µήκος της βασικής στιβάδας, χωρίς το σχηµατισµό φωλεών από
µελανινοκύτταρα. Θεωρούνται πρόδροµες µορφές συνδεσµικού σπίλου.
Αιτιολογία
Θεωρείται αποτέλεσµα της ηλιακής ακτινοβολίας και αποτελεί µόνιµη βλάβη.
Κλινική εικόνα
Οι φακές εµφανίζονται σε περιοχές εκτεθειµένες στον ήλιο. Είναι καφέ έως σκούρες
καφέ κηλίδες ή πλάκες. Όταν εντοπίζονται στα χέρια λέγονται ηπατικές ή γεροντικές κηλίδες.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τις εφελίδες, επιδερµικούς σπίλους.
Θεραπεία
Όταν οι φακές έχουν οµοιογενή µελάγχρωση η θεραπεία δεν είναι απαραίτητη παρά
µόνο για αισθητικούς λόγους.
Η θεραπεία συνίσταται στη κρυοπηξία µε υγρό άζωτο, τοπική εφαρµογή τρετινοΐνης,
λευκαντικοί παράγοντες όπως η υδροκινόνη 2-5%. Επίσης θεραπεία µε ακτίνες Laser.
Σε περιπτώσεις ανοµοιογενούς µελάγχρωσης, όπου δίνεται η εντύπωση αρχόµενης
κακοήθους φακής, χειρουργική αφαίρεση της φακής.
Περίληψη : Βλάβες από την ηλιακή ακτινοβολία µε αποτέλεσµα την αύξηση της
παραγωγής µελανίνης.

Εφηλίδες ή φακίδες: Καφέ κηλίδες σε εκτεθειµένες στον ήλιο περιοχές.
Μεγαλύτερος αριθµός τους θερινούς µήνες.
Αύξηση της µελανίνης, µε φυσιολογικό αριθµό
µελανινοκυττάρων.
Θεραπεία: λευκαντικοί παράγοντες
ακτίνες Laser
αντηλιακό µε υψηλό δείκτη προστασίας

Ηλιακές φακές:

Καφέ ή σκούρες καφέ κηλίδες ή πλάκες σε εκτεθειµένες
στον ήλιο περιοχές.
Είναι µόνιµες βλάβες.
Αύξησης του αριθµού των µελανίνοκυττάρων κατά µήκος
της βασικής στιβάδας χωρίς τον σχηµατισµό φωλεών.
Θεραπεία: λευκαντικοί παράγοντες
τρετινοϊνη
κρυοπηξία µε υγρό άζωτο
ακτίνες Laser
χειρουργική αφαίρεση

10. ΚΑΛΟΗΘΕΙΣ ΟΓΚΟΙ ΤΟΥ ∆ΕΡΜΑΤΟΣ

102
10.1. ΣΜΗΓΜΑΤΟΡΡΟΪΚΕΣ ΥΠΕΡΚΕΡΑΤΩΣΕΙΣ Ή ΣΜΗΓΜΑΤΟΡΡΟΪΚΗ ΜΥΡΜΗΚΙΑ
(SEBORRHOIC WART)
Ορισµός
Είναι ο συχνότερος καλοήθης όγκος της επιδερµίδος που εµφανίζεται κυρίως σε
άτοµα µέσης και άνω ηλικίας.Χαρακτηρίζεται από καφεοειδείς κηλίδες ή πλάκες
ασυµπτωµατικές µε τάση βραδείας αύξησης και καλής εξέλιξης.
Αιτιολογία
Προσβάλλει και τα δύο φύλα και παρατηρείται συνήθως µετά το 30 έτος της
ηλικίας.Η αιτιολογία της είναι άγνωστη αν και σε ορισµένες περιπτώσεις φαίνεται να έχουν
οικογενή χαρακτήρα και µεταβιβάζονται µε τον αυτοσωµατικό επικρατούντα τύπο. Η απότοµη
εµφάνιση πολλαπλών σµηγµατορροϊκών υπερκερατώσεων καθώς και η ταχεία αύξηση τους
ενδέχεται να συνυπάρχει µε κακοήθη νεοπλασία των σπλάχνων.
Κλινική εικόνα
Οι βλάβες εντοπίζονται συνήθως στο τριχωτό της κεφαλής, το πρόσωπο, και στον
κορµό, εκτός από τους ηµιβλεννογόνους, τις παλάµες και τα πέλµατα. Έχουν σχήµα
στρογγυλό ή ωοειδές και χροιά συνήθως καστανόφαιη έως φαιοµέλανη. Η διάµετρος τους
είναι περίπου από 2mm έως 2 cm.Οι βλάβες επαίρονται της επιφανείας του δέρµατος και η
επιφάνεια τους είναι συνήθως λεία ή κοκκιώδεις και ανώµαλη µε εµβαθύνσεις που περιέχουν
κερατίνη. Η επιφάνεια των βλαβών ενω φαίνεται λιπαρή, στην ψηλάφηση της όµως είναι
τραχεία και ξηρή, οι βλάβες µε απόξεση αποσπώνται εύκολα και δηµιουργούνται εκ νέου
εύκολα.
Σπάνια οι βλάβες έχουν από την αρχή µαύρο χρώµα µε λεία επιφάνεια και σαφή όρια
(∆.∆ από µελάνωµα). Οι βλάβες σε αριθµό είναι συνήθως πολλαπλές και σπάνια µονήρεις.
Μερικές φορές σε ηλικιωµένα άτοµα εµφανίζονται εκατοντάς βλάβες διάσπαρτες στον κορµό
και τα άκρα σε διαφορετικά στάδια ανάπτυξης. Συνήθως οι σµηγµατορροϊκές υπερκερατώσεις
είναι ασυµπτωµατικές και πολύ σπάνια συνοδεύονται από κνησµό. Όταν οι βλάβες
ερεθισθούν (τριβή µε ρούχα ήτραυµατισµός) τότε αιµοραγούν εύκολα σχηµατίζοντας
εφελκίφες (∆.∆ µελάνωµα). Οι βλάβες αυξάνονται σε µέγεθος αλλά δεν εξαλλάσσονται
σχεδόν ποτέ.
∆ιάγνωση
Αυτή θα γίνει από την κλινική και την ιστολογική εικόνα. Η διαφοροδιάγνωση θα γίνει
από το µελαγχρωµατικό βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα, από το κακόηθες µελάνωµα και τις
ακτινικές, σπίλους.
Θεραπεία
Συνήθως στις περισσότερες περιπτώσεις δεν χρειάζεται θεραπεία εκτός και αν
δηµιουργούν αισθητικά προβλήµατα. Θεραπευτικά η αφαίρεση γίνεται µε διαθερµοπηξία.
Καλά επίσης αποτελέσµατα έχει η κρυοπηξία µε διοξείδιο του άνθρακα ή υγρό άζωτο, και
τέλος η χειρουργική εξαίρεση µε κοχλιάριο.
Περίληψη: Σµηγµατορροϊκές υπερκερατώσεις

Αιτιολογία: καλοήθης όγκος

Κλινική εικόνα:στρογγυλές ή ωοειδείς καστανόφαιες βλάβες που επαίρονται της
επιφανείας του δέρµατος και είναι συνήθως ασυµπτωµατικές µε τραχεία και ξηρή
επιφάνεια.

Θεραπεία: για αισθητικούς λόγους µε διαθερµοπηξία ή υγρό άζωτο, χειρουργική
εξαίρεση µε κοχλιάριο.

103

10.2. ΚΕΡΑΤΟΑΚΑΝΘΩΜΑ (KERATOACANTHOMA)
Ορισµός
Καλοήθης όγκος του δέρµατος, µε µορφή ογκιδίου, εντοπιζόµενος στα ακάλυπτα
µέρη του σώµατος.
Αιτιολογία
Απαντάται συχνότερα στους άνδρες παρά τις γυναίκες σε σχέση (2:1) και προτιµά
κυρίως τα ανοικτόχρωµα άτοµα σε ηλικία συνήθως 60-65 ετών.
Η αιτιολογία του είναι άγνωστη. Παράγοντες που επηρρεάζουν συνήθως την
εµφάνιση του είναι η ηλιακή ακτινοβολία (ακάλυπτα µέρη) καθώς και ερεθιστικοί ή χηµικοί
παράγοντες ( πίσσες κ.λ.π.).
Κλινική εικόνα
Το κερατοακάνθωµα αρχικά εµφανίζεται σαν ένα ρόδινο µικρο ογκίδιο στερεό στην
σύσταση που εντοπίζεται συνήθως στα ακάλυπτα µέρη του σώµατος όπως το πρόσωπο,την
ραχιαία επιφάνεια των χειρών ή τα αντιβράχεια. Στη συνέχεια το ογκίδιο αυτό αυξάνει σε
µέγεθος η επιφάνεια του γίνεται λεία και στίλβουσα, ενώ η βάση του είναι περιεσφιγµένη
χωρίς όµως διήθηση.
Ακολούθως µετά από λίγες εβδοµάδες το µέγεθος του φτάνει περίπου τα 2 εκ. Την
τέταρτη συνήθως εβδοµάδα η επιφάνεια του γίνεται επίπεδη και σχηµατίζεται πάνω σ΄αυτή
εντύπωµα µε σκληρό κεράτινο βύσµα ή κρατήρα µε εύθρυπτη κεράτινη µάζα. Μετά την
πέµπτη τέλος εβδοµάδα αρχίζει η συρίκνωση των τοιχωµάτων του κρατήρα και η απόπτωση
του βύσµατος χωρίς αιµορραγία, για να ολοκληρώσει τον κύκλο της υποστροφής µετά την
έκτη εβδοµάδα αφήνοντας στην αποδροµή του αστεροειδή εσχάρα και τέλος ουλή. Συνήθως
ο όγκος αυτοϊάται και σπάνια µεταπίπτει σε ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα
∆ιάγνωση
Αυτή στηρίζεται στην κλινική και ιστολογική εικόνα καθώς και στην εξέλιξη του. Θα
πρέπει να γίνει διαφοροδιάγνωση από το βασικοκυτταρικό και το ακανθοκυτταρικό
επιθηλίωµα, από την υπερτροφική µορφή της ακτινικής υπερκεράτωσης, από ένα αρχόµενο
δερµατικό κέρας καθώς και από κοκκιώµατα από ξένο σώµα ή από δήγµατα εντόµων.
Θεραπεία
Στις µικρές βλάβες εφαρµόζεται διαθερµοπηξία, laser ενώ στις µεγαλύτερες
χειρουργική εξαίρεση και ιστολογική εξέταση.
Περίληψη: Κερατοακάνθωµα

Αιτιολογία: καλοήθης όγκος του δέρµατος.

Κλινική εικόνα:ογκίδιο του δέρµατος κυρίως στα ακάλυπτα µέρη του σώµατος, µε
περιεσφιγµένη βάση, στίλβουσα και λεία επιφάνεια, µε κεράτινο βύσµα.Το ογκίδιο
µετά από 5-6 εβδοµάδες υποχωρεί και αυτοϊάται.

Θεραπεία: σε µικρές βλάβες διαθερµοπηξία, laser στις µεγάλες χειρουργική
εξαίρεση.
10.3. ΑΚΡΟΧΟΡ∆ΟΝΕΣ
(SKIN TAGS, FIBRO-EPITHELIAL POLYPS, ACHROCHORDON)

Ορισµός

104

Συχνοί καλοήθεις όγκοι, ασυµπτωµατικοί, οι οποίοι εµφανίζονται µε την µορφή
µαλθακών ινωµάτων, µερικές φορές µισχωτών (κρεµαµένη τέρµινθος), εντοπιζόµενες
συνήθως στις πτυχές και γενικά στο άνω µέρος του κορµού.
Κλινική εικόνα
Οι ακρόχορδονες έχουν κληρονοµικό µερικές φορές χαρακτήρα, εµφανίζονται
συνήθως µετά την ηλικία των 30 ετών και είναι συχνότεροι στις γυναίκες σε σχέση µε τους
άνδρες.
Έχουν µέγεθος ολίγων χιλιοστών περίπου 1-4mm και χροιά του φυσιολογικού
δέρµατος έως καφεοειδή. Είναι λίγες ή συχνότερα πολλές σε αριθµό νηµατοειδείς
εκβλαστήσεις του δέρµατος, µε επιφάνεια συνήθως οµαλή και σύσταση µαλθακή. Ορισµένες
φορές αυξάνουν σε µέγεθος παίρνοντας διαστάσεις λεπτοκαρύου ή µεγαλύτερες και
κρέµονται από λεπτό µίσχο (κρεµαµένη τέρµινθος). Εντοπίζονται στο λαιµό, τις πτυχές, στό
άνω τµήµα του κορµού και στα άκρα.
Οι ακροχόρδονες εµφανίζονται στην µελανίζουσα ακάνθωση και του Recklinghausen
και σε υγειή άτοµα µε ιδιαίτερη προτίµηση ιδίως στα παχύσαρκα. Κατά την διάρκεια της
εµµηνόπαυσης και κατά την εγκυµοσύνη οι ακροχόρδονες αυξάνουν σε µέγεθος, για να
υποστραφούν µετά τον τοκετό στην δεύτερη περίπτωση. Συχνά σε άτοµα µε ακροχορδώνες
παρατηρούνται διαταραχές στο µεταβολισµό του σακχάρου. ∆ιαρκούν για µεγάλο χρονικό
διάστηµα και η πρόγνωση τους είναι γενικά καλή.
Μερικές φορές λόγω τριβής ή τραυµατισµού επιµολύνονται και φλεγµένουν, ενώ
σπάνια θροµβούνται και αποπίπτουν.
∆ιαφορική διάγνωση
Αυτή θα πρέπει να γίνει από τις νηµατοειδείς µυρµηκίες, χοριακούς σπίλους,
µολυσµατικό τέρµινθο, µεµονωµένο νευροϊνωµα.
Θεραπεία
Η θεραπεία γίνεται συνήθως για αισθητικούς λόγους ή σε περιπτώσεις τραυµατισµών
ή συχνών επιµολύνσεων των ακροχορδόνων. Αυτή συνίσταται σε διαθερµοπηξία των
βλαβών, χειρουργική αφαίρεση µε κοχλιάριο, Laser CO2.
Περίληψη: Ακροχόρδονες

Αιτιολογία: καλοήθεις όγκοι

Κλινική εικόνα: νηµατοειδείς εκβλαστήσεις του δέρµατος

Θεραπεία:διαθερµοπηξία των βλαβών, laser CO2, χειρουργική αφαίρεση µε
κοχλιάριο
10.4. MEΛΑΝΟΚΥΤΤΑΡΙΚΟΙ ΣΠΙΛΟΙ Ή
ΜΕΛΑΓΧΡΩΜΑΤΙΚΟΙ ΣΠΙΛΟΚΥΤΤΑΡΙΚΟΙ ΣΠΙΛΟΙ
(MELANOCYTIC NAEVI)

Οι µελανοκυτταρικοί σπίλοι είναι συγγενείς ή επίκτητες δερµατικές βλάβες που
χαρακτηρίζονται από καλοήθη πολλαπλασιασµό µελανινοκυττάρων µε ή χωρίς νευρικά
στοιχεία. Τα σπιλοκύτταρα ταυτίζονται µε τα µελανινοκύτταρα και προέρχονται από τη νευρική
ακρολοφία.
∆ιακρίνουµε τους συγγενείς και τους επίκτητους σπίλους.
Περίληψη : Μελανοκυτταρικοί σπίλοι ή µελαγχρωµατικοί σπιλοκυτταρικοί σπίλοι
Κατάταξη ανάλογα µε την εµφάνιση των σπίλων

105


Συγγενείς σπίλοι
Επίκτητοι σπίλοι
10.4.1. ΕΠΙΚΤΗΤΟΙ ΣΠΙΛΟΙ

Οι περισσότεροι επίκτητοι σπίλοι αναπτύσσονται στη παιδική και εφηβική ηλικία. Στη
ενήλικη ζωή σπανιότερα.
Η κλινική εικόνα εξαρτάται από το στάδιο εξελίξεως.
Οι ηλιακές φακές θεωρούνται πρόδροµες µορφές συνδεσµικών σπίλων.
Από ιστολογική και κλινική άποψη οι επίκτητοι σπίλοι διακρίνονται σε ενδοεπιδερµικούς ή
συνδεσµικούς σπίλους, µεικτούς σπίλους, ενδοδερµατικούς ή χοριακούς ή κυτταρικούς
σπίλους.
Κλινική εικόνα
Οι συνδεσµικοί σπίλοι (junctional naevi) είναι σαφώς περιγεγραµµένες κηλίδες µε
σχήµα ωοειδές ή κυκλικό, µε µέγεθος 2-6 mm, χρώµα ανοικτό έως σκούρο καφέ και
οµοιογενή µελάγχρωση.
Οι µεικτοί σπίλοι (compound naevi) είναι σαφώς αφοριζόµενοι σπίλοι, µε σχήµα
ωοειδές ή στρογγυλό, συχνά µε έντονη µελάγχρωση, µε χρώµα καφέ έως καφέ-µαύρο,
επiφάνεια ελαφρώς επηρµένη και έντονα διαγραφόµενες τις δερµατικές γραµµές, συχνά µε
θηλωµατώδη ή βλατιδώδη ή οζώδη επιφάνεια, καµιά φορά είναι τριχωτοί. Η µελάγχρωση
τους είναι οµοιογενής και µπορεί να είναι πιο έντονη στο κέντρο.
Οι ενδοδερµικοί (intradermal naevi) σπίλοι έχουν συνήθως το χρώµα του δέρµατος ή
ανοικτό καφέ, σχήµα ηµισφαιρικό, σύσταση µαλακή και καµιά φορά είναι τριχωτοί. Είναι
συχνά στο πρόσωπο. Μερικές φορές εµφανίζουν τελεαγγειεκτασίες.
∆υνατότητα κακοήθους µεταλλαγής παρουσιάζεται κυρίως σε σπίλους µε
δραστηριότητα στο όριο επιδερµίδας και χορίου.
Κατά την εφηβεία συνήθως οι συνδεσµικοί σπίλοι εξελίσσονται σε µικτούς σπίλους µε
µετανάστευση µελανινοκυττάρων. Οι ενδοδερµικοί σπίλοι αποτελούν το τελικό στάδιο της
διάπλασης των σπίλων.
Περίληψη : Μελανοκυτταρικοί σπίλοι ή µελαγχρωµατικοί σπιλοκυτταρικοί σπίλοι
Κατάταξη ανάλογα µε την ιστολογική και κλινική εικόνα



Ηλιακές φακές: θεωρούνται πρόδροµες µορφές συνδεσµικών σπίλων
Ενδοεπιδερµικοί ή συνδεσµικοί σπίλοι (Juctional Melanocytic Naevi)
Μεικτοί σπίλοι (Compound Naevi)
Ενδοδερµικοί ή χοριακοί ή κυτταρικοί σπίλοι (Intradermal Naevi)

Ιστολογική εικόνα
Στους συνδεσµικούς έχουµε αύξηση του αριθµού των µελανινοκυττάρων ή
σπιλοκυττάρων και σχηµατισµό φωλεών στο δερµατοεπιδερµικό σύνδεσµο δηλαδή στο
σηµείο σύνδεσης επιδερµίδας και χορίου, στους µικτούς σχηµατισµός φωλεών στο
δερµατοεπιδερµικό σύνδεσµο και χόριο, στους ενδοδερµατικούς σχηµατισµός φωλεών ή
χορδών ή ταινιοειδή διάταξη στο χόριο.
Στους ενδοδερµατικούς σπίλους τα µελανινοκύτταρα ή σπιλοκύτταρα η µορφολογία
τους εξαρτάται από την εντόπιση τους. Στο ανώτερο χόριο έχουν άφθονο πρωτόπλασµα και
είναι µεγάλα, στο µέσο του χορίου είναι µικρά και βαθύτερα είναι ατρακτοειδή.
Περίληψη : Μελανοκυτταρικοί σπίλοι ή µελαγχρωµατικοί σπιλοκυτταρικοί σπίλοι
Ιστολογική εικόνα

106

Ενδοεπιδερµικοί ή συνδεσµικοί σπίλοι:

Μεικτοί σπίλοι:

Ενδοδερµικοί ή χοριακοί ή κυτταρικοί σπίλοι:

φωλεέ σπιλοκυττάρων στο
δερµατοεπιδερµικό σύνδεσµο.
φωλεέ σπιλοκυττάρων στο
δερµατοεπιδερµικό σύνδεσµο.
τα σπιλοκύτταρα σχηµατίζουν
φωλεέ ή χορδές ή ταινιοειδής
διάταξη στο δερµατοεπιδερµικό
σύνδεσµο.

∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τους συγγενείς σπίλους, κακόηθες µελάνωµα,
δυσπλαστικούς σπίλους, κακοήθη φακή, τις εφελίδες, ηλιακές φακές, βασικοκυτταρικά
επιθηλιώµατα, µυρµηκλιες, µολυσµατική τέρµινθο, σµηγµατορροϊκή υπερκεράτωση,
κερατοακάνθωµα, κεράτινο κέρας.
Θεραπεία
Θεραπεία εκλογής είναι η χειρουργική αφαίρεση των σπίλων. Οι φακές και οι
ενδοεπιδερµικοί σπίλοι µπορεί να αφαιρεθούν και µε Laser. Η αφαίρεση των σπίλων πρέπει
να γίνεται µε περιθώρια ασφαλείας ώστε να αφαιρείται όλος ο σπίλος.
Με Laser αφαιρούνται οι ενδοεπιδερµικοί σπίλοι που δεν εµφανίζουν άτυπη εµφάνιση και
σηµεία κακοήθους εξαλλαγής.
Περίληψη : Μελανοκυτταρικοί σπίλοι ή µελαγχρωµατικοί σπιλοκυτταρικοί σπίλοι
Θεραπεία

Laser

Χειρουργική αφαίρεση

Ενδείξεις για χειρουργική αφαίρεση σπίλων αποτελούν τα ακόλουθα:
1. Αισθητικοί λόγοι
2. Αλλαγή χρώµατος, σχήµατος, επιφανείας, µεγέθους. Κυρίως η απότοµη και γρήγορη
αλλαγή αποτελούν ενδείξεις κακοήθους εξαλλαγής.
3. Εµφάνιση κνησµού και πόνου.
4. Χρόνιος ερεθισµός, όπως συµβαίνει στη περιοχή της ζώνης, στηθόδεσµου.
5. Μη εµφανείς περιοχές όπου ο έλεγχος δεν είναι εύκολος. Όπως συµβαίνει στο τριχωτό
της κεφαλής και γεννητικά όργανα.
6. Άτυπη εµφάνιση του σπίλου.
Περίληψη : Μελανοκυτταρικοί σπίλοι ή µελαγχρωµατικοί σπιλοκυτταρικοί σπίλοι
Ενδείξεις για χειρουργική αφαίρεση










αισθητικοί λόγοι
γρήγορη και απότοµη αλλαγή
αλλαγή χρώµατος
αλλαγή σχήµατος
αλλαγή επιφανείας
αλλαγή µεγέθους
εµφάνιση κνησµού
εµφάνιση πόνου
χρόνιος ερεθισµός
δύσκολος κλινικός έλεγχος
άτυπη εµφάνιση

107

10.4.2. ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΣΠΙΛΟΙ (CONGENITAL NAEVI)
Οι συγγενείς σπίλοι είναι παρόντες κατά τη γέννηση ή εµφανίζονται τις πρώτες
εβδοµάδες µετά τη γέννηση. Παρατηρούνται στο 1% του συνόλου των νεογέννητων.
Οι συγγενείς σπίλοι είναι όµοιοι µε τους µικτούς µε τάση να επεκτείνονται στο
δικτυωτό χόριο και υπόδερµα, ινώδη διαφράγµατα. Συχνή είναι προσβολή των εξαρτηµάτων
του δέρµατος, αγγείων, νεύρων.
Περίληψη : Συγγενείς σπίλοι



παρόντες κατά τη γέννηση ή λίγες εβδοµάδες µετά
παρατηρούνται στο1% των νεογέννητων
σπίλοι όµοιοι µε τους µικτούς µε τάση επέκτασης στο δικτυωτό χόριο, υπόδερµα,
ινώδη διαφράγµατα
συχνή προσβολή εξαρτηµάτων, αγγείων , νεύρων

Κλινική εικόνα
Ανάλογα µε το µέγεθος τους διακρίνονται σε µικρούς διάµετρο µικρότερη από 1,5 cm,
µέσου µεγέθους µε διάµετρο 1,5-20 cm και µεγάλους µε διάµετρο µεγαλύτερη από 20 cm.
Οι µικροί συγγενείς σπίλοι συνήθως είναι κηλιδώδεις ή βλατιδώδεις στρογγυλές ή
ωοειδείς βλάβες, µε οµοιόµορφη µελάγχρωση και λεία επιφάνεια.
Οι µέσου µεγέθους και µεγάλοι συγγενείς σπίλοι διαφέρουν πολύ. Είναι συνήθως
επηρµένοι, µε επιφάνεια που µπορεί να είναι λεία ή µυρµηκιώδης ή λοβώδης µε έντονα
διαγραφόµενες τις δερµατικές γραµµές, µε µελάγχρωση από καφέ µέχρι µαύρη. Οι συγγενείς
σπίλοι είναι δυνατόν να φέρουν τρίχες.
Στις περιπτώσεις που βρίσκονται στη περιοχή της σπονδυλικής στήλης µπορεί να
συνδυάζονται µε δισχιδή ράχη και µηνιγγοκήλες.
Το ποσοστό ανάπτυξης κακοήθους µελανώµατος σε µεγάλους συγγενείς σπίλους
υπολογίζεται ότι ανέρχεται σε 6,3%, ενώ σε µικρούς σε 5%.
Πίνακας : Συγγενείς σπίλοι

Κλινική εικόνα

µικροί σπίλοι:


διάµετρος< 1,5 cm
ανάπτυξη κακοήθους µελανώµατος 5%
µέσου µεγέθους σπίλοι: διάµετρος1,5-20cm
µεγάλοι σπίλοι:
διάµετρος >20cm,
ανάπτυξη κακοήθους µελανώµατος 6,3%

∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τους επίκτητους σπίλους, κακόηθες µελάνωµα,
δυσπλαστικούς σπίλους, κακοήθη φακή, κακόηθες µελάνωµα, τις εφελίδες, ηλιακές φακές,
βασικοκυτταρικά επιθηλιώµατα, µυρµηκίες, µολυσµατική τέρµινθο, σµηγµατορροϊκή
υπερκεράτωση, κερατοακάνθωµα, κεράτινο κέρας.
Θεραπεία
Λόγω του αυξηµένου κινδύνου ανάπτυξης κακοήθους µελανώµατος, συγγενείς σπίλοι
µε µέγεθος µεγαλύτερο από 2 cm καλό είναι να αφαιρεθούν χειρουργικά πριν το 20 έτος της
ηλικίας.

108
Στη παιδική ηλικία σπάνια παρατηρείται κακοήθης εξαλλαγή.
Στις περιπτώσεις εκτεταµένων σπίλων όπου δεν είναι δυνατή η αφαίρεση των σπίλων
σε µια συνεδρία, απαραίτητος είναι ο συχνός έλεγχος και η φωτογραφική απεικόνιση.
Πίνακας : Συγγενείς σπίλοι
Θεραπεία

Χειρουργική αφαίρεση σπίλων µε διάµετρο >2 cm, πριν το 20 έτος.

Σε εκτεταµένους σπίλους όπου η χειρουργική αφαίρεση είναι αδύνατη σε µία
συνεδρία συχνός έλεγχος και φωτογραφική απεικόνιση.
10.4.3. Ι∆ΙΑΙΤΕΡΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΜΕΛΑΝΟΚΥΤΤΑΡΙΚΩΝ ΣΠΙΛΩΝ

Σπίλος του Sutton (Halo naevus, Sutton’s naevus)
Παρατηρείται κυρίως τις πρώτες δεκαετίες της ζωής. Ένας καλοήθης
µελαγχρωµατικός σπίλος περιβάλλεται από δέρµα µε πλήρη αποχρωµατισµό. Πολλές φορές
οι βλάβες είναι πολλαπλές.
Όχι σπάνια έχει ως επακόλουθο τη πλήρη εξαφάνιση του σπίλου σαν αποτέλεσµα
µίας ανοσολογικής απάντησης.
Στο ορό των ασθενών έχουν διαπιστωθεί αντισώµατα κατά κυτταροπλασµατικών αντιγόνων
του µελανώµατος.
Παρατηρείται αυξηµένη επίπτωση στην εµφάνιση της λεύκης.
Με την ιστολογική εξέταση διαπιστώνεται συνήθως ένας µεικτός σπίλος µε µία έντονη χρόνια
φλεγµονώδη κυτταρική διήθηση που περιβάλλεται από δέρµα που χαρακτηρίζεται από
έλλειψη µελανίνης.
Ο σπίλος είναι δυνατόν βαθµιαία να εξαφανισθεί.
Καλοήθες νεανικό µελάνωµα ή Σπίλος της Spitz (Spitz naevus, juvenile melanoma)
Το νεανικό µελάνωµα πρόκειται για ένα καλοήθη σπίλο. Παρατηρείται κυρίως στα
παιδιά και εφήβους, από 5-15 ετών, σπανιότερα δε στους ενήλικες. Κυρία εντόπιση είναι το
πρόσωπο. Η βλάβη είναι µονήρης βλατίδα ή οζίδιο, µε σχήµα ηµισφαιρικό και χρώµα ρόδινο
έως καφέ.
Σπανιότατα µπορεί να εξαλλαγεί.
Πολλές φορές κατά την ιστολογική εξέταση, η διαφορική διάγνωση από το κακόηθες
µελάνωµα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Είναι ένας µεικτός σπίλος µε πολλαπλασιασµό των
µελανινοκυττάρων µέχρι τα πλάγια της βλάβης, συνήθως µε µικρή ποσότητα χρωστικής, µε
µιτωτική δραστηριότητα στο επιφανειακό τµήµα του όγκου και µε στοιχεία ωρίµανσης στα
βαθύτερα τµήµατα. Το ερυθρό χρώµα οφείλεται σε διατεταµένα αιµοφόρα αγγεία του χορίου.
Θεραπεία: Χειρουργική αφαίρεση.
Μελαγχρωµατικός όγκος εξ ατρακτοειδών κυττάρων του Reed
(Pigmented Spindle Cell Tumour of Reed)
Παρατηρείται κυρίως στις νεαρές γυναίκες και εντοπίζεται κυρίως στα άκρα. Είναι
σαφώς περιγεγραµµένη, µαύρη βλάβη, µε τη µορφή βλατίδας ή πλάκας ή οζιδίου. Η
διαφορική διάγνωση θα γίνει κυρίως µε το οζώδες µελάνωµα όπου δηµιουργείται διαγνωστική
σύγχυση.
Είναι συνδεσµικός ή µεικτός σπίλος και αποτελείται κυρίως από ατρακτοειδή κύτταρα.
Θεραπεία: Χειρουργική αφαίρεση. Η κλινική διάγνωση επιβεβαιώνεται µε ιστολογική εξέταση.
Kυανούς σπίλος (Blue Naevus)
Αυτοί οι σπίλοι παρατηρούνται κυρίως στο πρόσωπο, χέρια, πόδες, γλουτό.

109
Ο κυανούς σπίλος είναι στρογγυλή µπλε βλατίδα, µε µέγεθος έως και 0,5 cm, µε λεία
επιφάνεια και µε καλή πρόγνωση.
Σε αυτό το σπίλο τα µελανοκύτταρα βρίσκονται στο κατώτερο χόριο. Η αντανάκλαση
του φωτός δηµιουργεί την εντύπωση του µπλε χρώµατος.
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από το κακόηθες µελάνωµα.
Περίληψη : Ιδιαίτερες µορφές µελανοκυτταρικών σπίλων

Σπίλος του Sutton: Περιβάλλεται από δέρµα µε πλήρη αποχρωµατισµό.

Καλοήθες νεανικό µελάνωµα (Σπίλος της Spitz): Κόκκινη βλατίδα η οζίδιο κυρίως σε
παιδιά και εφήβους µε κύρια εντόπιση στο πρόσωπο. Μερικές φορές η διαφορική του
διάγνωση από το κακόηθες µελάνωµα εξαιρετικά δύσκολη.

Μελαγχρωµατικός όγκος εξ ατρακτοειδών κυττάρων του Reed: Μαύρη βλατίδα ή
οζίδιο ή πλάκα. Ιστολογικά σαφής διαχωρισµός από το κακόηθες µελάνωµα.

Κυανούς σπίλος: Σπίλος µε µπλε απόχρωση και µε µελανοκύτταρα στο κατώτερο
χόριο.
10.4.4. ΣΥΝ∆ΡΟΜΟ ∆ΥΣΠΛΑΣΤΙΚΟΥ ΣΠΙΛΟΥ
(DYSPLASTIC MELANOCYTIC NEVI SYNDROME)

Ορισµός
Πρόκειται για ασθενείς που παρουσιάζουν µεγάλο αριθµό σπίλων, εκ των οποίων
περισσότεροι από δέκα είναι δυσπλαστικοί. Στο έδαφος αυτών των σπίλων αναπτύσσονται
κακοήθη µελανώµατα. Παρατηρείται µία αυξηµένη οικογενειακή επίπτωση, αλλά και
σποραδικά.
Επιδηµιολογία
Στο συνόλου του πληθυσµού το ποσοστό εµφάνισης του συνδρόµου είναι 2-9%.
Υπολογίζεται ότι σε ένα ποσοστό πάνω από 20%, τα κακοήθη µελανώµατα δηµιουργούνται
στο έδαφος δυσπλαστικών σπίλων.
Κλινική εικόνα
Κατά τη πρώτη και δεύτερη δεκαετία της ζωής, αλλά κυρίως κατά την εφηβεία
αναπτύσσονται πολλοί σπίλοι µε µέγεθος 1-2 cm στο κορµό, κεφάλι, γλουτό. Πολλοί από
αυτούς τους σπίλους παρουσιάζουν ανώµαλα όρια και ανώµαλη κατανοµή της µελανίνης.
Έχουν χρώµα κόκκινο-καφέ, ανοικτό καφέ, καφέ σκούρο, µαύρο.
Οι δυσπλαστικοί σπίλοι είναι πολύ ευαίσθητοι στην ηλιακή ακτινοβολία και
παρουσιάζουν µεγάλο κίνδυνο για ανάπτυξη κακοήθους µελανώµατος. Πολλές φορές
περισσότερα από ένα κακοήθη µελανώµατα. Πρόκειται για αυτό το σύνδροµο όταν
παρατηρούνται 10 ή περισσότεροι δυσπλαστικοί σπίλοι.
Πολλές φορές η κλινική διαφορική διάγνωση δυσπλαστικού σπίλου από ένα αρχόµενο
κακόηθες µελάνωµα είναι πολύ δύσκολη.
Ιστολογική εικόνα
Οι δυσπλαστικοί σπίλοι παρουσιάζουν άτυπη υπερπλασία µελανινοκυττάρων που
σχηµατίζουν φωλεέ. ∆ηλαδή σε συνδεσµικούς σπίλους και συνηθέστερα σε µεικτούς σπίλους
παρατηρείται υπερπλασία των µελανινοκυττάρων σε συνδυασµό µε ατυπία των κυττάρων
αυτών. Στη θηλώδη µοίρα του χορίου της περιοχής παρατηρείται ανάπτυξη ινώδους ιστού και
επιφανειακά λεµφοκυτταρική διήθηση.
∆ιαφορική διάγνωση

110

Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τους επίκτητους σπίλους, κακόηθες µελάνωµα,
κακοήθη φακή, κακόηθες µελάνωµα, τις εφελίδες, ηλιακές φακές, βασικοκυτταρικά
επιθηλιώµατα, σµηγµατορροϊκή υπερκεράτωση.
Θεραπεία
Συχνός κλινικός έλεγχος, κάθε 6 µήνες µε φωτογραφική απεικόνιση των σπίλων.
Χειρουργική αφαίρεση των υπόπτων σπίλων και ιστολογική εξέταση αυτών. Επίσης
απαραίτητη είναι και η χρήση αντηλιακών µε υψηλό δείκτη προστασίας.
Επειδή πολλές φορές παρατηρείται µία οικογενειακή επίπτωση, κλινική εξέταση των
διαφόρων µελών της οικογενείας.
Περίληψη : Σύνδροµο δυσπλαστικών σπίλων
• Πρόκειται για το σύνδροµο όταν υπάρχουν 10 ή περισσότεροι δυσπλαστικοί σπίλοι.
• Επιδηµιολογία:
1. Αυξηµένη οικογενειακή επίπτωση. Παρατηρείται όµως και σποραδικά.
2. Τα κακοήθη µελανώµατα σε ποσοστό >20% αναπτύσσονται επί εδάφους
δυσπλαστικού σπίλου. Πολλές φορές περισσότερα από ένα στο ίδιο άτοµο
συγχρόνως.
• Κλινική εικόνα των δυσπλαστικών σπίλων:
1.Μη οµαλά όρια και µελάγχρωση
2.Βρίσκονται κυρίως στο κορµό, κεφάλι και γλουτό.
3.Με την ενηλικίωση αύξηση του αριθµού και του µεγέθους τους.
4.Ευαισθησία των δυσπλαστικών σπίλων στην ηλιακή ακτινοβολία
• Θεραπεία:
1. Χειρουργική αφαίρεση των δυσπλαστικών σπίλων.
2. Κλινικός έλεγχος κάθε 6 µήνες.
3. Φωτογραφική απεικόνιση,
4. Χρήση αντηλιακών µε υψηλό δείκτη προστασίας.
5. Κλινική εξέταση των διαφόρων µελών της οικογενείας.

11. ΠΡΟΚΑΡΚΙΝΙΚΕΣ ∆ΕΡΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ
11.1. ΑΚΤΙΝΙΚΗ ΥΠΕΡΚΕΡΑΤΩΣΗ (ACTINIC KERATOSIS, SOLAR KERATOSIS)
Ορισµός
Οι ακτινικές υπερκερατώσεις εντοπίζονται στις εκτεθειµένες στην ηλιακή ατινοβολία
περιοχές του δέρµατος, µε την µορφή µίας ή περισσοτέρων περιγεγραµµένων πλακών µε
λεπιδώδη επιφάνεια, οι οποίες εξαλλάσσονται συχνά σε ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα.
Αιτιολογία
Εµφανίζεται συχνότερα σε περιοχές του δέρµατος εκτεθειµένες στην ηλιακή
ακτινοβολία παρατηρείται κυρίως ανοιχτόχρωµα άτοµα, σε εργαζόµενους στο ύπαιθρο ( π.χ
αγρότες, ναυτικοί, γεωπόνοι κ.λ.π) καθώς και σε άτοµα που ζούν σε περιοχές µε µεγάλη
ηλιοφάνεια και τέλος σε περιοχές του δέρµατος µε ανισοµερή κατανοµή της µελανίνης.
Κλινική εικόνα
Αυτή χαρακτηρίζεται από µία ή περισσότερες κηλίδες ή πλάκες, οι οποίες
εντοπίζονται κυρίως στα ακάλυπτα µέρη του σώµατος π.χ πρόσωπο, ώτα, ραχιαία επιφάνεια
των χειρών,αντιβράχεια, κεφάλι σε φαλακρούς και σπανια στην ραχιαία επιφάνεια των

111
ποδιών. Αρχικά οι βλάβες έχουν µέγεθος ολίγων χιλιοστών και εµφανίζονται σαν µία κηλίδα
του δέρµατος ελαφρά επηρµένη, χροιάς του φυσιολογικού δέρµατος, κιτρινωπή, ερυθρά ή
καφεοειδής.
Αργότερα στην επιφάνεια τους παρατηρούνται λέπια τα οποία προσφύονται στερεά
στο υποκείµενο δέρµα και το µέγεθος τους αυξάνει. Στην προσπάθεια αποµάκρυνσης των
λεπίων µε το ξέστρο του Brock αφήνουν εξέρυθρη αιµορραγούσα επιφάνεια, µε την πάροδο
του χρόνου όµως αυτά δηµιουργούναι εκ νέου. Σε µερικές περιπτώσεις στην επιφάνεια των
βλαβών µπορεί να αναπτυχθεί δερµατικό κέρας.
Ύποπτα σηµεία κακοήθους εξαλλαγής µιάς ακτινικής υπερκεράτωσης σε
ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα, θεωρούνται η πάχυνση και η σκλήρηνση της βάσης της καθώς
και η αυξηµένη ερυθρότητα.
∆ιαφορική διάγνωση
Αυτή θα πρέπει να γίνει 1) Από τον χρόνιο ερυθηµατώδη λύκο (το λέπι του
αποσπάται ευκολότερα και έχει κωνικές προεξοχές). 2) Από τις σµηγµατορροϊκες
υπερκερατώσεις στην αρχική τους µορφή. 3) Από τις µελαγχρωµατικές κηλίδες και 4) Από
τους φακούς και τις εφηλίδες.
Θεραπεία
Η κρυοθεραπεία µε υγρό άζωτο δίνει καλά αποτελέσµατα στις επιφανειακές ακτινικές
κερατώσεις. Στις περισσότερο διηθηµένες βλάβες συνίσταται καταστροφή αυτών µε
διαθερµοπηξία laser CO2, κρυοθεραπεία. Τέλος η τοπική εφαρµογή 5-φθοριοουρακίλης έχει
δώσει καλά αποτελέσµατα. Επίσης τοπική εφαρµογή κρέµα 5% imiquimod .
Περίληψη: Ακτινική υπερκεράτωση

Αιτιολογία: Άγνωστη πιθανόν να έχει σχέση µε την µακροχρόνια έκθεση στην
ηλιακή ακτινοβολία.

Κλινική εικόνα: Ερυθρωπές κηλίδες και πλάκες ελαφρά επηρµένες,
ασυµπτωµατικές, στα ακάλυπτα µέρη του σώµατος µε στερεά προσκεκολληµένα
λέπια στην επιφάνεια τους και αργό ρυθµό περιφερικής επέκτασης.

Θεραπεία: Κρυοθεραπεία, καταστροφή µε διαθερµοπηξία, laser CO2, και τοπική
εφαρµογή 5-φθοριοουρακίλης.
11.2. ΛΕΥΚΟΠΛΑΚΙΑ (LEUKOPLAKIA)

Ορισµος
Είναι υπερπλαστική βλάβη των βλεννογόνων και ηµιβλεννογόνων, η οποία οφείλεται
σε ποικίλα αίτια και χαρακτηρίζεται κλινικά από τον σχηµατισµό λευκωπής πλάκας µε
ανώµαλη επιφάνεια, η οποία µπορεί να εξελιχθεί σε ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα.
Αιτιολογία
Είναι συνήθως συχνή στους άνδρες ηλικίας 35-70 ετών λιγότερο συχνή στις γυναίκες
και πολύ σπάνια στα παιδιά.
Τα κυριότερα αίτια είναι:
I. Η µακροχρόνια έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία (κάτω χείλος).
II. Τραυµατισµός του βλεννογόννου από κακώς τοποθετιµένες οδοντοστοιχίες ή
οδοντοπροσθετικές.
III. Μακροχρόνιος ερεθισµός από το κάπνισµα.
IV. Ερεθισµός από την κάντιντα, τις ιώσεις και τους µικροοργανισµούς κ.λ.π.
(βλεννογόνος στοµατικής κοιλότητας).

112
V. Η ατροφία της περιοχής του αιδοίου µερικές φορές µετά την κλιµακτήριο
(λευκοπλακία του αιδοίου).
Κλινική εικόνα
Η πλέον συχνή κλινική εικόνα χαρακτηρίζεται από ασυµπτωµατικές πλάκες µικρές ή
µεγαλύτερες συνήθως σαφώς αφοριζόµενες, λυκωπής χροιάς και σχήµατος στρογγυλού,
ωοειδούς ή ακανονίστου. Εντοπίζονται σε οποιοδήποτε σηµείο του κάτω χείλος, του
βλεννογόνου της στοµατικής κοιλότητος και της περιοχής του αιδοίου. Η επιφάνεια της
βλάβης που είναι µαλθακή στην σύσταση, είναι οµαλή ή ανώµαλη και συνήθως πεπαχυµένη.
Η ανάπτυξη στην επιφάνεια της βλάβης οζιδίων, διαβρώσεων, ραγάδων ή ελκώσεων είναι
δυνατόν να υποδηλώνει την ανάπτυξη ενός ακονθοκυτταρικού επιθηλιώµατος.
Στην περιοχή του αιδοίου αυτή εντοπίζεται στην περιοχή των µικρών και µεγάλων
χειλέων και την κλειτορίδα. Οι βλάβες σ' αυτή την περιοχή είναι µονήρεις ή πολλαπλές µε την
µορφή λευκοπών πεπαχυµένων πλακών, σαφώς αφοριζόµενες και συνοδεύονται συνήθως
από κνησµό.
∆ιαφορική διάγνωση
Η λευκοπλακία πρέπει να διαφοροδιαγνωσθεί από την µυκητιώδη στοµατίτιδα, τον
οµαλό λειχήνα, τον χρόνιο ερυθηµατώδη λύκο, την ψωρίαση (γεωγραφική γλώσσα),
µηχανικοί τραυµατισµοί από κακή εφαρµογή οδοντοστοιχιών, την νόσο του Bowen και τέλος
τον σκληρό και ατροφικό λειχήνα.
Θεραπεία
Η θεραπευτική αντιµετώπιση είναι κρυοπηξία, CO2 laser, χειρουργική αφαίρεση, 5φλουορακίλη υπό µορφή κρέµας ή µε τοπική έγχυση.
Εάν δεν γίνει θεραπεία παρακολουθούµε τον ασθενή σε τακτά χρονικά διαστήµατα,
αποµακρύνοντας ύποπτα σηµεία εξαλλαγής.
Περίληψη: Λευκοπλακία

Αιτιολογία: Μακροχρόνια έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία, τραυµατισµοί, και
προυπάρχουσα ατροφία της περιοχής.

Κλινική εικόνα: Ασυµπτωµατική λευκωπή πλάκα πεπαχυµένη µε οζίδια ραγάδες
και διαβρώσεις στην επιφάνεια.

Θεραπεία: χειρουργική εξαίρεση, CO2 laser, κρυοπηξία, 5-φλουορακίλη, τακτική
παρακολούθηση.
11.3. ΝΟΣΟΣ ΤΟΥ ΒOWEN ΚΑΙ ΕΡΥΘΡΟΠΛΑΣΙΑ ΤΟΥ QUEYRAT
(BOWEN’S DISEASE AND ERYTHROPLASIA QUEYRAT)

Ορισµός
Η νόσος του Bown είναι ενδοεπιδερµικό καρκίνωµα του δέρµατος και βλεννογόνων.
Όταν εντοπίζεται στο πέος είναι γνωστή σαν ερυθροπλασία του Queyrat.
Αιτιολογία
Η νόσος του Bowen του δέρµατος παρατηρείται κυρίως σε περιοχές εκτεθειµένες
στον ήλιο και συνήθως σε άτοµα µεγαλύτερης ηλικίας. Το ενδοεπιδερµιδικό καρκίνωµα των
βλεννογόνων στις γυναίκες εµφανίζεται κυρίως µετά την ηλικία των 45 ετών. Η ερυθροπλασία
του Queyrat συνήθως εµφανίζεται κατά τη Πέµπτη δεκαετία της ζωής.

113
Στο µεγαλύτερο ποσοστό των βλαβών στο δέρµα αναφέρεται σαν αιτία η υπεριώδης
ακτινοβολία σε ένα πολύ µικρό ποσοστό η λήψη αρσενικού.
Τα τελευταία χρόνια σε µερικές βιοψίες από Νόσο του Bowen έχει βρεθεί ιός των
ανθρωπίνων θηλωµάτων, ο ρόλος αυτών αιτιοπαθογένεση της νόσου αυτής δεν είναι
γνωστός καθώς µέχρι στιγµής δεν αποµονώνεται ο ιός αυτός από όλες τις βλάβες.
Κλινική εικόνα
Όταν εντοπίζεται στο δέρµα είναι µονήρης, σαφώς αφοριζόµενη ερυθρά ή
καστανέρυθρος κηλίδα ή πλάκα µε επιφάνεια που καλύπτεται από καλά προσκολληµένα
λέπια. Η βλάβη µπορεί να καλύπτεται από εφελκίδες. Οι βλάβες του δέρµατος που
οφείλονται σε αρσενικό είναι πολλαπλές.
Όταν εντοπίζεται τους βλεννογόνους είναι µονήρης, σαφώς αφοριζόµενη, ερυθρά ή
καστανέρυθρη, µε πολύ µικρά λέπια καλυπτόµενη κηλίδα ή πλάκα. Η νόσος του Bowen
στους βλεννογόνους και δέρµα επεκτείνεται βραδέως, δεν δείχνει τάση για αυτοΐαση και µε
την πάροδο του χρόνου µπορεί να µεταπέσει σε ακανθοκυτταρικό καρκίνωµα.
Iστολογική εικόνα
Παρουσιάζει την εικόνα ενδοεπιδερµικού καρκινώµατος και χαρακτηρίζεται από
έντονη υπερακάνθωση, µιτώσεις, ατυπίες, υπερκεράτωση, παρακεράτωση, και
δυσκερατωσικά κύτταρα.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από την µποβενοειδή βλατίδωση, δερµατοφυτία,
καντιντίαση, ψωρίαση, νοµισµατοειδές έκζεµα, ακτινική υπερκεράτωση.
Θεραπεία
Οι πρώιµες βλάβες µπορεί να απαντήσουν καλά στη τοπική θεραπεία µε κρέµα
φλουορακίλης 5%.
Οι βλάβες που δεν ανταποκρίνονται στη φλουορακίλη ή δεν είναι πρώιµες βλάβες
αντιµετωπίζονται µε χειρουργική αφαίρεση.
Επίσης οι βλάβες µπορούν να αντιµετωπισθούν µε κρυοπηξία, CO2 laser και
ακτινοθεραπεία.
Περίληψη : Νόσος του Bowen και ερυθροπλασία του Queyrat

Η νόσος του Bowen και η ερυθροπλασία του Queyrat είναι ενδοεπιδερµικά καρκινώµατα.

Η εντόπιση στο πέος λέγεται ερυθροπλασία του Queyrat.

Αιτιολογία:
1.Υπεριώδης ακτινοβολία
2.Προηγηθείσα λήψη αρσενικού
3.Hλικία άνω των 45 ετών (βλεννογόνoι γυναικών).
4.Ηλικία άνω των 50 ετών σε άνδρες.
5.Ο ιός των ανθρωπίνων θηλωµάτων (ΗΡV), άγνωστος όµως ο ρόλος του στην
εµφάνιση της νόσου.
• Κλινική εικόνα:
1. Μονήρης βλάβη, πολλαπλές βλάβες µετά τη λήψη αρσενικού.
2. Ερυθρά ή καστανέρυθρος κηλίδα ή πλάκα µε καλά προσκεκολληµένα λέπια.
• Θεραπεία:
1. Φλουορακίλη 5%
2. Χειρουργική αφαίρεση.
3. CO2 Laser
4. Κρυοπηξία

114
5. ∆ιαθερµοπηξία
6. Ακτινοθεραπεία.
11.4. ΚΑΚΟΗΘΗΣ ΦΑΚΗ ( LENTIGO MALIGNA)
Ή ΜΕΛΑΝΩΣΗ ΤΟΥ DEBREUILH
Ορισµός
Η κακοήθης φακή είναι δερµατική βλάβη που χαρακτηρίζεται από πολλαπλασιασµό
άτυπων µελανινοκυττάρων και επεκτείνεται αργά εντός της επιδερµίδας και που συνοδεύεται
από βλάβες του δέρµατος από χρόνια έκθεση στον ήλιο. Αποτελεί προκαρκινική
δερµατοπάθεια και στο έδαφος αυτής εµφανίζεται το κακόηθες µελάνωµα τύπου κακοήθους
φακής.
Επιδηµιολογία
Εµφανίζεται κυρίως σε άτοµα µεγάλης ηλικίας, σε σηµεία χρόνιας έκθεσης στον ήλιο
όπως πρόσωπο, λαιµός.
Κλινική εικόνα
Είναι δερµατική βλάβη µε λεία και οµαλή επιφάνεια, µπορεί να είναι ελαφρά επηρµένη
κυρίως στα άκρα, µε ανοµοιογενή µελάγχρωση και όρια. Έχει χρώµα από καφέ έως µαύρο.
Το µέγεθος κυµαίνεται από µερικά χιλιοστά έως µερικά εκατοστά.
Εξαλλάσσεται σε κακόηθες µελάνωµα τύπου κακοήθους φακής.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από το κακόηθες µελάνωµα, επίκτητους και συγγενείς
σπίλους, δυσπλαστικούς σπίλους, µελαγχρωµατικό βασικοκυτταρικό επίθηλίωµα,
σµηγµατορροϊκή υπερκράτωση.
Θεραπεία
Χειρουργική αφαίρεση µε περιθώρια ασφαλείας ώστε να αφαιρείται όλη η δερµατική βλάβη.
Περίληψη : Kακοήθης φακή (lentigo maligna) ή µελάνωση του Debruilh

Πρόκειται για προκαρκινική βλάβη µε άτυπα µελανινοκύτταρα.

Επιδηµιολογία: Άτοµα µεγάλης ηλικίας.Χρόνια έκθεση στον ήλιο.

Κλινική εικόνα: Ανοµοιογενή µελάγχρωση και όριο.
∆υνατή η εξαλλαγή σε κακόηθες µελάνωµα.

Θεραπεία: Χειρουργική αφαίρεση

12. ΚΑΚΟΗΘΕΙΣ ΟΓΚΟΙ ΤΟΥ ∆ΕΡΜΑΤΟΣ
12.1. ΣΑΡΚΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ∆ΕΡΜΑΤΟΣ
12.1.1. ΣΑΡΚΩΜΑ KAPOSI (SARKOMA KAPOSI)
Oρισµός

115
Είναι όγκος συστηµατικός, πολυεστιακός, προερχόµενος από το συνδετικό και τον
αγγειακό ιστό, εκδηλούται µε διαφορετικές κλινικές µορφές και παρουσιάζει διαφορετικό
βαθµό κακοήθειας και έχει πιθανά σχέση µε τον HSV8.
Αιτιολογία
Η αιτιολογία του παραµένει σχεδόν άγνωστη .Παρατηρείται περισσότερο στους
άνδρες παρά στις γυναίκες και σε ηλικία 40-70 περίπου ετών.
Κλινική εικόνα
Οι βλάβες αποτελούνται από κηλίδες, βλατίδες ή οζίδια. Παρατηρούνται κυρίως στο
δέρµα αλλά και σε άλλα όργανα και είναι µονήρεις ή συνήθως πολλαπλές. Εντοπίζονται
κυρίως στα άκρα µε τάση επέκτασης αργότερα προς τον κορµό.
Οι κηλίδες έχουν διαφορετικό µέγεθος, σχήµα ανώµαλο, µε καλά αφοριζόµενη
περιφέρεια και χροιάς ερυθροκύανης, µε επιφάνεια συνήθως λεία ή λεπιδώδη ή κοκκώδη.
Στην αρχή οι κηλίδες είναι απλές αγγειακές και εξαφανίζονται µερικώς µε την υαλοσυµπίεση,
αργότερα όµως γίνονται σκληρές, διηθηµένες και επαίρονται του φυσιολογικού δέρµατος.
Οι βλατίδες και τα οζίδια αναπτύσσονται συνήθως σε υγιές δέρµα ή σε ερυθηµατώδη
πλάκα. Είναι µικρού µεγέθους στην αρχή και µεγαλώνουν αργότερα σταδιακά. Εισχωρούν
προς την επιδερµίδα, συρρέουν και σχηµατίζουν νεοπλασµατικές βλάβες µε χροιά
ερυθροκύανη και πολυοζώδη ανώµαλη επιφάνεια. Τα ογκίδια µερικές φορές είναι µισχωτά και
αποπίπτουν, άλλοτε υποστρέφονται αφήνοντας µελαγχρωµατικές ουλές και άλλοτε ελκούνται
και αιµορραγούν. Σε µερικές τέλος περιπτώσεις σχηµατίζονται ψευδολεµφαγγειωµατώδεις
κύστεις µε παχύρευστο υγρό. Υποκειµενικά συµπτώµατα συνήθως δεν υπάρχουν.
Οι βλάβες του σαρκώµατος στα σπλάχνα αποτελούν τυχαίο εύρηµα συνήθως κατά
την νεκροτοµή, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις αυτές είναι ασυµπτωµατικές κατά την
διάρκεια της ζωής.
Τελευταία από ορισµένα σαρκώµατα Kaposi αποµονώθηκε ο ερπητοιός 8.
Με γνώµονα τα επιδηµιολογικά στοιχεία και τις κλινικές παρατηρήσεις έχουν
διαπιστωθεί και περιγραφεί τέσσερες διαφορετικοί µετυαξύ τους κλινικοί τύποι στο σάρκωµα
Kaposi.
Κλινικές µορφές ή τύποι του σαρκώµατος Καροsι.
1) Τύπος Ι, κλασικό ή µεσογειακό ή σποραδικό σάρκωµα Καροsι.
Ενδηµεί στην κεντρική και νότια Ευρώπη συµπεριλαµβανοµένης και της χώρας µας.
Εκδηλώνεται πιο συχνά στους ηλικιωµένους κατά προτίµηση άνδρες και εµφανίζει πρόγνωση
επιβίωσης 3-15 χρόνια. Σχεδόν κατά κανόνα εκφράζεται µε την µορφή γενικευµένης
πάθησης. Η αιτιολογία του παραµένει ακόµη άγνωστη.
2) Τύπος ΙΙ, ενδηµικό ή Αφρικανικό Καροsι.
Ενδηµεί στην κεντρική Αφρική προσβάλλει νέα άτοµα κάτω των 40 ετών και εκδηλώνεται
κλινικά µε δερµατικές βλάβες που επινέµονται τον κορµό και τα άκρα, ενώ πολύ συχνές είναι
οι εντοπίσεις σε σπλαχνικά όργανα. Μερικές φορές υπάρχει λεµφαδενικό εύρηµα που µπορεί
σπάνια να αποτελεί και την µοναδική κλινική εκδήλωση. Είναι άγνωστης αιτιολογίας και όταν
προσβάλλει παιδιά είναι πολύ κακής πρόγνωσης.
3) Τύπος ΙΙΙ, σάρκωµα Kaposi, σε άτοµα µε ανοσοκαταστολή.
Πρόκειται για σάρκωµα Καροsι που περιγράφθηκε το 1970 σε άτοµα µε ανοσοκαταστολή
όπως π.χ µεταµόσχευση νεφρού, Σ.Ε.Λ, πολυµυοσίτιδα κ.τ.λ. Στον τύπο αυτό του
σαρκώµατος, έχει παρατηρηθεί υποστροφή των βλαβών µετά την άρση της
ανοσοκαταστολής.
4) Τύπος ΙV, το σάρκωµα Καροsι στο σύνδροµο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας
ή επιδηµικό ή επιθετικό Καροsι.
Περιγράφτηκε για πρώτη φορά το 1982. Αφορά συνήθως οµοφιλόφιλους, εκδηλώνεται
αιφνίδια, έχει ταχύτατη εξέλιξη και κακή πρόγνωση όταν συνυπάρχει µε άλλες ευκαιριακές
λοιµώξεις, οι οποίες προδιαθέτουν για γενίκευση των εκδηλώσεων. Για την εκδήλωση του
ενοχοποιείται αποκλειστικά και µόνο ο ιός. Εντοπίζεται σε πολλά όργανα όπως δέρµα,

116
γαστρεντερικό σύστηµα (αίµορραγίες), λεµφαδένες και αλλού. Οι δερµατικές βλάβες είναι
βλατίδες καφεοειδούς ή ερυθροϊώδους χροιάς κατά µήκος των γραµµών του Langer.
∆ιάγνωση
Αυτή γίνεται από το ιστορικό, από την κλινική εικόνα, τις εξετάσεις αίµατος, την
ακτινογραφία θώρακος, την αξονική τοµογραφία των υπόπτων περιοχών, την
λαρυγγοσκόπιση, την γαστροσκόπιση, την κολονοσκόπιση, την βιοψία δερµατικής βλάβης ή
βλάβης λεµφαδένα, µε τον προσδιορισµό του ιού στις αιµοκαλλιέργεις, τυποποίση των ΗLΑ
(80% ΗLΑ D5) και τέλος ανοσολογικές εξετάσεις.
Το σάρκωµα του Καροsι θα πρέπει να διαφοροδιαγνωσθεί από το πυογόνο
κοκκίωµα, από τα αιµαγγειώµατα και από τους καλοήθεις και κακοήθεις όγκους του αγγειακού
και συνδετικού ιστού. Η εξέλιξη του είναι βραδεία και η πρόγνωση του επιφυλακτική. Η
αιµορραγίες τέλος ή η καχεξία είναι δυνατόν να προκαλέσουν το θάνατο του πάσχοντος.
Θεραπεία
Θεραπευτικά χορηγούµε Ιντερφερόνη α και β µε πολύ καλά αποτελέσµατα. Στις ήπιες
µορφές συνίσταται ακτινοθεραπεία µε ακτίνες Rontgen. Όταν η βλάβη είναι µονήρης
αφαιρείται χειρουργικά . Σε βαριές µορφές χορηγούνται κυτταροστατικά φάρµακα είτε από το
στόµα, είτε µε την µορφή ενδοβλαβικών εγχύσεων (vincristine, vinblastine, bleomycin) ή
τέλος ενδοφλέβια (vinblastine).
Επίσης αντιµετωπίζονται µε CO2 laser, κρυοπληξία, διαθερµοπηξία.
Περίληψη: Σάρκωµα Kaposi

Πολυεστιακή νεοπλασία του αγγειακού ιστού που συνδιάζεται µε το AIDS.

Κλινική εικόνα: Το ΣΚ εκδηλώνεται µετη µορφή 1) οζιδίων, πλακών ή µεγάλων
βλατίδων µε ερυθροϊώδη χροιά. 2) εξωφυτικών όγκων. 3) εκτεταµένων σκληρών
δερµατικών διηθήσεων 4) και γενικευµένης πάθησης µε εντόπιση του σαρκώµατος
σε σπλαχνικά όργανα.

Θεραπεία: α-και β- Ιντερφερόνη, χειρουργική εξαίρεση µονήρους βλάβης,
ακτινοβολία µε ακτίνες Ro, κρυοπηξία, διαθερµοπηξία, CO2 laser.

12.2. ΚΑΚΟΗΘΕΙΣ ΝΕΟΠΛΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ∆ΙΚΤΥΟΕΝ∆ΟΘΗΛΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
12.2.1.ΣΠΟΓΓΟΕΙ∆ΗΣ ΜΥΚΗΤΙΑΣΗ (MYCOSIS FUNGOIDES)
Ορισµός
Η σπογγοειδής µυκητίαση είναι νόσος νεοπλασµατική του δικτυολεµφαγγειακού
συστήµατος και ιδιαιτέρως των Τ-λεµφοκυττάρων. Αρχικά εντοπίζεται στο δέρµα όπου
παραµένει για µεγάλο χρονικό διάστηµα, επεκτείνεται στη συνέχεια στους λεµφαδένες,
καταλαµβάνοντας τελικά τα σπλάχνα µε κακή συνήθως κατάληξη.
Αιτιολογία-Παθογένεια
Η σπογγοειδής µυκητίαση παρατηρείται σε ηλικία 40-50 ετών συχνότερη στους
άνδρες παρά στις γυναίκες (2:1). Η αιτιολογία και η παθογένεια της παραµένουν άγνωστες.
Κλινική εικόνα
Αυτή αποτελείται από τρία στάδια:
1) Προµυκητιασικό ερύθηµα: Χαρακτηρίζεται από κνησµό και εξάνθηµα τα οποία
διαρκούν για µεγάλο χρονικό διάστηµα. Ο κνησµός είναι το πρώτο σύµπωµα είναι διαρκής
έντονος, βασανιστικός,γενικευµένος και σπάνια ελλείπει τελείως. Το εξάνθηµα εντοπίζεται

117
σε µία µόνο περιοχή και µετά γενικεύεται χωρίς να έχει ειδική κλινική εικόνα. Συνήθως είναι
ερυθηµατολεπιδώδες και σπανιότερα κνιδωτικό, φυσαλλιδώδες,ποµφολιγώδες,
φλυκταινώδες, βλατιδώδες, λειχηνοποιηµένο, αχρωµικό ή µελαγχρωµατικό. Η νόσος αρχικά
λαµβάνει την εικόνα δερµατίτιδας-εκζέµατος, νευροδερµατίτιδος γενικευµένης, ψωρίασης ή
παραψωρίασης κατά πλάκες. Ο έντονος κνησµός , η χρονιότητα και η ποικιλοµορφία του
εξανθήµατος, η πάχυνση του δέρµατος, η λειχηνοποίηση και οι νησίδες υγειούς δέρµατος
που παραµένουν µεταξύ των βλαβών καθώς και η διόγκωση των λεµφαδένων (µασχαλιαίοι,
βουβωνικοί) προσανατολίζουν στη διάγνωση της σπογγοειδούς µυκητίασης.
2) Στάδιο των διηθηµένων πλακών: Χαρακτηρίζεται από επηρµένες, καλά
περιγεγραµµένες, σκοτεινέρυθρες, µε στερεά σύσταση, διηθηµένες πλάκες. Η επιφάνεια τους
είναι λεία ή λεπιδώδης και σπάνια διαβεβρωµένη ή ελκωµένη και εφελκιδώδης. Οι πλάκες
αυτές υποχωρούν στο κέντρο και λαµβάνουν δευτερογενώς κυκλοτερή διάταξη ή υποχωρούν
στο σύνολο τους αφήνοντας µελαγχρωµατικές ή αχρωµικές πλάκες.
3) Στάδιο των όγκων: Οι όγκοι σχηµατίζονται µετά από σύντοµο ή µεγάλο χρονικό
διάστηµα είτε επί των πλακών είτε επί υγειούς δέρµατος. Είναι λίγοι ή πολλοί σε αριθµό και
εντοπίζονται σε οποιαδήποτε περιοχή του δέρµατος. Έχουν µέγεθος από λιγα εκοτοστά εως
5 εκ.περίπου, σχήµα ηµισφαιρικό,σύσταση σκληρή και επιφάνεια οµαλή και στίλβουσα ή
ανώµαλη και υβώδη. Πολλές φορές ελκούνται µε έλκκώσεις επώδυνες µε ρυπαρό πυθµένα
και χείλη απότοµα τετµηµένα. Οι όγκοι υποχωρούν µετά ή χωρίς θεραπεία αφήνοντας µόνο
επιφανειακές ουλές.Συνήθως όµως υποτροπιάζουν σ' αυτή ή άλλη θέση.
Πολλές φορές η σπογγοειδής µυκητίαση εµφανίζεται εξ αρχής µε όγγους ή σαν
ερυθροδερµία µε χαρακτηριστική ιώδη χροιά και νησίδες υγειούς δέρµατος.
Γενική συµπτωµατολογία και σπλαχνικές εκδηλώσεις: Η σπογγοειδής µυκητίαση
παραµένει για µεγάλο χρονικό διάστηµα νόσος του δέρµατος, ενώ διατήρείται σε καλή
κατάσταση η γενική υγεία του ασθενούς. Με την πάροδο του χρόνου ο βασανιστικός κνησµός,
η αϋπνία,οι επιµολύνσεις του καθώς και άγνωστες επιπτώσεις της νόσου επιδρούν
προοδευτικά στη γενική υγεία, την αλλοιώνουν και οδηγούν τον ασθενή στην καχεξία.Αυτή
χαρακτηρίζεται από ανορεξία, απίσχναση, πυρετός, ιδρώτες, διάρροια, οιδήµατα των άκρων,
αναιµία, ουραιµία, και τέλος από διαταραχές του αναπνευστικού και καρδιαγγειακού
συστήµατος. Όταν υπάρχει πυρετός ή άλλα γενικά συµπτώµατα σε νέα άτοµα από την αρχή
τότε η εξέλιξη της νόσου είναι ταχύτερη. Όπως ταχύτερη είναι η εξέλιξη όταν η νόσος
εµφανίζεται από την αρχή µε την ερυθροδερµική της µορφή ή µε τη µορφή των όγκων.
Οι σπλαχνικές εντοπίσεις στα νεφρά, ήπαρ, γαστρεντερικό, αναπνευστικό ή
κυκλοφορικό σύστηµα οφείλονται στην λεµφοκοκκιωµατώδη διήθηση.Τα λεµφογάγγλια ιδίως
τα βουβωνικά είναι συνήθως διογκωµένα, σκληρά, ανώδυνα και ευκίνητα. Το αίµα είναι
συνήθως φυσιολογικό. Μερικές φορές όµως ανευρίσκονται εωσινοφιλία ή κυκλοφορούντα
ανώµαλα Τ-λεµφοκύτταρα και τότε συνυπάρχει λευκοκυττάρωση (20.000 και πλέον λευκά
ανά mm2). Στο µυελόγραµµα ανευρίσκονται άτυπα Τ- λεµφοκύτταρα στα τελικά στάδια της
νόσου.
Ιστολογική εικόνα
Αυτή δεν είναι ειδική, γι' αυτό όταν υπάρχει υπόνοια επιβάλλεται η επανάληψη της
ιστολογικής εξέτασης από διάφορες δερµατικές βλάβες.Η τυπική ιστολογική εικόνα της
σπογγοειδούς µυκητίασης χαρακτηρίζεται από κυτταρική διήθηση του χορίου αποτελούµενη
κυρίως από φυσιολογικά και από µεγάλα άτυπα λεµφοκύτταρα (κύτταρα σπογγοειδούς
µυκητίασης), τα οποία εισδύουν στην επιδερµίδα και σχηµατίζουν τις θήκες των DarierPautrier.
Τα κύτταρα της σπογγοειδούς µυκητίασης όπως και τα κύτταρα του Sezary, όσον
αφορά την ιστογέννηση τους, όπως ανοσολογικά έχει αποδεχθεί είναι Τ-λεµφοκύτταρα.
∆ιάγνωση
Αυτή βασίζεται στο ιστορικό, την κλινική και την ιστολογική εικόνα. Η διαφορική
διάγνωση θα γίνει από το έκζεµα, την δερµατίτιδα, την ψωρίαση, την παραψωρίαση κατά
πλάκας, από άλλα λεµφώµατα και τέλος από ερυθροδερµίες άλλης αιτιολογίας.

118
Η εξέλιξη είναι µακρά µε υφέσεις και εξάρσεις. Όταν η διάγνωση επιβεβαιωθεί
ιστολογικά τότε ο µέσος χρόνος επιβίωσης είναι πέντε χρόνια.
Θεραπεία
Η τοπική θεραπεία συνίσταται σε:
α) Παρασκευάσµατα κορτικοστεροειδών
β) ∆ιαλύµατα κυτταροστατικών
γ) Φωτοχηµιοθεραπεία
δ) Ακτινοθεραπεία µε ακτίνες Rontgen
ε) ∆έσµη ηλεκτρονίων
στ) Τοπικά κυτταροστατικά φάρµακα ( π.χ nitrogen mustard κ.α)
Συστηµατική θεραπεία ενδείκνυται όταν υπάρχουν σπλαχνικές εντοπίσεις, σε
περίπτωση µη καλής ανοχής στην τοπική ή επί αποτυχίας της τοπικής θεραπείας.
Χορηγούνται κορτικοστεροειδή ( 60-80 mg/ηµ. ισοδυνάµου πρεδνιζολόνης), κυτταροστατικά
(Μεθοτρεξάτη - Κυκλοφωσφαµίδη ), PUVA θεραπεία, ιντερφερόνες και ρετινοειδή.
Περίληψη: Σπογγοειδής µυκητίαση

Αιτιολογία: νεοπλασµατική νόσος του δικτυολεµφαγγειακού συστήµατος και
ιδιαίτερα των Τ λεµφοκυττάρων.

Κλινική εικόνα: Χαρακτηρίζεται από τις βλάβες του προµυκητιασικού σταδίου, το
στάδιο των διηθηµένων πλακών, το στάδιο των όγκων και σπάνια ερυθροδερµία.
Και τα τρία στάδια συνοδεύονται από έντονο κνησµό και µερικές φορές διόγκωση
των λεµφαδένων.

Θεραπεία: κορτικοστεροειδή, ανοσοκατασταλτικά, φωτοχηµειοθεραπεία
ακτινοθεραπεία µε ακτίνες Ro, ιντερφερόνες, τοπικά κυτταροστατικά, δέσµη
ηλεκτρονίων και ρετινοειδή.
12.3. ΚΑΚΟΗΘΕΙΣ ΟΓΚΟΙ ΤΗΣ ΕΠΙ∆ΕΡΜΙ∆ΑΣ
12.3.1. ΒΑΣΙΚΟΚΥΤΤΑΡΙΚO ΕΠΙΘΗΛΙΩΜΑ Ή
ΒΑΣΙΚΟΚΥΤΤΑΡΙΚO ΚΑΡΚΙΝΩΜΑ Ή
ΒΑΣΙΚΟΚΥΤΤΑΡΙΚΟ ΕΠΙΘΗΛΙΩΜΑ (BASAL CELL CARCINOMA)

Ορισµός
Το βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα είναι ηµικακοήθης δερµατικός, τοπικά
καταστρεπτικός και κατά κανόνα µη µεταστατικός όγκος. Προέρχεται από κύτταρα της
βασικής στιβάδας της επιδερµίδας.
Αιτιολογία
Στην εµφάνιση του όγκου αυτού προδιαθέτει χρόνια έκθεση στη υπεριώδη
ακτινοβολία. Κατά την χρόνια έκθεση στον ήλιο παρατηρείται συνηθέστερα στους τύπους
δέρµατος Ι και ΙΙ, ατροφίες, εγκαύµατα, ουλές. Επίσης παρατηρείται συχνότερα σε
ανοσοκατεσταλµένους ασθενείς και σε ασθενείς µε σµηγµατικό σπίλο.
Σε ασθενείς που είχαν κατά το παρελθόν υποβληθεί σε θεραπεία µε αρσενικό συχνά
παρατηρούνται πολλαπλά επιθηλιώµατα.
Κληρονοµικοί παράγοντες προδιαθέτουν στην εµφάνιση του, όπως συµβαίνει στο
σύνδροµο των πολλαπλών βασικοκυτταρικών επιθηλιωµάτων, µελαγχρωµατική ξηροδερµία.

119
Κλινική εικόνα
Τα βασικοκυτταρικά επιθηλιώµατα αναπτύσσονται µε συνήθως µε αργό ρυθµό. Σε
µεγάλο ποσοστό εµφανίζονται στα ακάλυπτα µέρη του δέρµατος. Πολύ συχνά και στα δύο
φύλα εντοπίζεται στο λαιµό και πρόσωπο, κυρίως στον έσω κανθό, µέτωπο, µύτη,
ρινοπαρειακές αύλακες, παρειές. Στους άνδρες συχνά εµφανίζονται άνω άκρα, πλάτη και στις
γυναίκες στα κάτω άκρα.
Παρουσιάζουν τους πολλούς κλινικούς υποτύπους, οι κυριότερες κλινικές µορφές είναι οι
εξής:
1) Οµαλό ουλωτικό ή διαβρωτικό βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα
Αρχικά χαρακτηρίζεται από µία βλατίδα που εξελίσσεται σε ένα οζίδιο η επιφάνεια του
οποίου είναι λοβώδης και µε τηλεαγγειεκτασίες. Ακολούθως επεκτείνεται περιφερειακά και
συγχρόνως κεντρικά παρατηρείται διάβρωση µε εφελκίδα ή έλκωση που στη συνέχεια
ουλοποιείται. Η δε βλάβη αφορίζεται από συρρέοντα, µαργαριταροειδή επάρµατα µε
τηλεαγγειεκτασίες.
2) Μελαγχρωµατικού τύπου βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα
Αυτή η δερµατική βλάβη έχει την ίδια κλινική εικόνα µε το οµαλό ουλωτικό
βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα, µόνο τα όρια είναι µελαγχρωµατικά.
3) Κυστικού τύπου ή οζώδες βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα
Αρχίζει σαν µία βλατίδα, ακολούθως δηµιουργείται οζίδιο που δεν εξελκούνται, η
επιφάνεια του οποίου είναι λεία, λοβώδης µε τηλεαγγειεκτασίες.
4) Βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα τύπου σκληροδερµίας
Το βασικοκυτταρικό επιθήλιωµα τύπου σκληροδερµίας παρουσιάζεται σαν λευκοκίτρινη,
σκληρή, ελαφρά επηρµένη πλάκα µε τηλεαγγειεκτασίες. Τα όρια της πλάκας µπορεί να
είναι επηρµένα. Επίσης η πλάκα µπορεί να παρουσιάσει κεντρική εξέλκωση. Συχνά
συγχέεται µε ουλή.
5) Επιφανειακό βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα
Είναι ερυθρολεπιδώδης πλάκα µε όρια πολύ λεπτά, κυµατοειδή, µαργαρητοειδή µε
τηλεαγγειεκτασίες. Οι βλάβες µπορεί να είναι µονήρες ή πολλαπλές. Πολλαπλές βλάβες
συχνά παρατηρούνται σε ασθενείς που είχαν λάβει αρσενικό.
6) Ελκωτικό βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα
Χαρακτηριστικό αυτού του τύπου βασικοκυτταρικού επιθηλιώµατος είναι η παρουσία
ελκώσεως µε απότοµα όρια και διηθηµένη βάση. Επεκτείνεται σε πλάτος και σε βάθος και
καταστρέφει τους υποκείµενους ιστούς και δέρµα.
7) Σύνδροµο πολλαπλών βασικοκυτταρικών επιθηλιωµάτων
Είναι σύνδροµο που µεταβιβάζεται κατά τον επικρατούντα αυτοσωµατικό χαρακτήρα.
Χαρακτηρίζεται από την παρουσία πολλών βασικοκυτταρικών επιθηλιωµάτων.
Συνοδεύεται από εκδηλώσεις από το ΚΝΣ, ενδοκρινείς αδένες, µάτια, τα οστά µε κύστεις
στις σιαγόνες και προβληµατική οδοντοφυΐα.
8) Ινοεπιθηλίωµα του Pinkus
Είναι µονήρη ή πολλαπλά. Παρατηρείται σπάνια, κυρίως σε ηλικιωµένα άτοµα.
Εντοπίζεται στο κορµό και κάτω άκρα, συχνότερα στη οσφυοϊερά χώρα. Σπάνια
παρατηρείται εκτροπή αυτού προς διεισδυτικό βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα. Είναι βλατίδα
ή οζίδιο µε το χρώµα του δέρµατος ή ρόδινη. Η επιφάνεια είναι µυρµηκιώδης. Αποτελείται

120
από ινώδες στρώµα που περιλαµβάνεται σε ένα δίκτυο που αποτελείται από επιθηλιακά
κύτταρα του τύπου βασικής στιβάδας.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από το σµηγµατικό σπίλο, τις µυρµηκίες,
κερατοακάνθωµα, ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα, µελάνωµα, εντοπισµένη σκληροδερµία,
ουλή, χηλοειδές, συριγγώµατα, επιδερµοειδής κύστη, κεχρία, χοριακοί σπίλοι, υπερπλασία
των σµηγµατογόνων αδένων (γεροντικά σµηγµατικά αδενώµατα), νόσος του Bowen, ακτινική
υπερκεράτωση, καντντίαση, δερµατοφυτία,
Ιστολογική εικόνα
Το βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα αποτελείται από κύτταρα που προέρχονται από
κύτταρα της βασικής στιβάδας της επιδερµίδας και χαρακτηρίζεται από την δηµιουργία
νησιδίων. Στη περιφέρεια των νησιδίων τα κύτταρα παίρνουν πεταλοειδή διάταξη. Οι νησίδες
µερικές φορές σχηµατίζουν δοκίδες που περιβάλλονται από πλούσιο συνδετικό ιστό. Στο
βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα τύπου σκληροδερµίας παρατηρείται υπερβολική ανάπτυξη
συνδετικού ιστού.
∆ιακρίνονται σε διαφοροποιηµένα και αδιαφοροποίητα.
Θεραπεία
Η θεραπεία εκλογής είναι η χειρουργική αφαίρεση.
Η ακτινοθεραπεία µε ακτίνες Röntgen εφαρµόζεται κυρίως σε ηλικιωµένους ασθενείς,
ασθενείς µε εκτεταµένες βλάβες, δύσκολες εντοπίσεις όγκου, σε περιπτώσεις αποτυχίας της
χειρουργικής αφαίρεσης.
Για βλάβες µικρότερες από 1 cm θεραπεία µε διαθερµοπηξία και CO2 Laser. Επίσης
φωτοδυναµική θεραπεία σε µικρά βασικοκυτταρικά επιθηλιώµατα.
Η θεραπεία µικρότερων επιθηλιωµάτων δυνατόν να γίνει µε ενδογκική έγχυση
ιντερφερόνης ή 5-φλουορακίλης ή κρέµα 5% imiquimod.
Περίληψη : Βασικοκυτταρικό επιθηλιώµα

Αιτιολογία:
Υπεριώδης ακτινοβολία
Ανοσοκαταστολή
Σµηγµατικός σπίλος
Κληρονοµικοί παράγοντες

Κλινική εικόνα:
Ηµικακοήθεις όγκοι
Η συχνότερη εντόπιση είναι στο πρόσωπο και λαιµό.
Στους άνδρες σχετικά συχνά στα άνω άκρα και πλάτη.
Στις γυναίκες σχετικά συχνά στα κάτω άκρα.
Οι κυριότερες µορφές είναι:
Ι) Το οµαλό ουλωτικό ή διαβρωτικό βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα
ΙΙ) Το µελαγχρωµατικού τύπου βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα
III) To κυστικού τύπου ή οζώδες βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα
ΙV) Το βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα τύπου σκληροδερµίας
V) To επιφανειακό βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα,
VI) To ελκωτικό βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα,
VII) To σύνδροµο των πολλαπλών βασικοκυτταρικών επιθηλιωµάτων.
VIII) To ινοεπιθηλίωµα Pinkus.

Ιστολογική εικόνα:
Προέρχονται από κύτταρα της βασικής στιβάδας της επιδερµίδας, που
σχηµατίζουν νησίδες και δοκίδες. ∆ιακρίνονται σε διαφοροποιηµένα και
αδιαφοροποίητα.

121

Σε ορισµένες µορφές παρατηρείται υπερβολική ανάπτυξη συνδετικού ιστού.

Θεραπεία:
Χειρουργική αφαίρεση.
Ακτινοθεραπεία µε ακτίνες Röntgen
CO2 Laser
∆ιαθερµοπηξία
Ενδογκική έγχυση ιντερφερόνης
Ενδογκική έγχυση 5-φλουορακίλης
Φωτοδυναµική θεραπεία

12.3.2. ΑΚΑΝΘΟΚΥΤΤΑΡΙΚΑ ΕΠΙΘΗΛΙΩΜΑΤΑ (SQUAMOUS CELL CARCINOMA)
Ορισµός
Είναι κακοήθης όγκος που προέρχεται από τα κερατινοκύτταρα και µπορεί να δώσει
µεταστάσεις.
Αιτιολογία
Είναι συχνότερος σε άνδρες και άτοµα µεγαλύτερης ηλικίας. Αναπτύσσεται κυρίως σε
περιοχές που είναι χρόνια εκτεθειµένες στον ήλιο, ιδιαιτέρως σε ουλές και ατροφίες .
Άλλοι παράγοντες ακτινοδερµατίτις από ακτίνες Röntgen, γενοδερµατοπάθειες όπως η
µελαγχρωµατική ξηροδερµία.
Ανάπτυξη ακανθοκυτταρικού επιθηλιώµατος µπορεί να παρατηρηθεί σε χρόνιες
δερµατοπάθειες µε προσβολή των βλεννογόνων όπως στο απλό λειχήνα της στοµατικής
κοιλότητας και σε σκληροατροφικό λειχήνα των γεννητικών οργάνων.
Η ανάπτυξη του όγκου αυτού µπορεί να παρατηρηθεί σε λοιµώξεις µε τον ιό των
ανθρωπίνων θηλωµάτων (ΗΡV), άτονα έλκη, προϋπάρχουσα λευκοπλακία, ακτινική
υπερκεράτωση, ακτινική χειλίτιδα.
Συχνά παρατηρείται στο κάτω χείλος ατόµων που καπνίζουν πίπα.
Επίσης φωτοχηµειοθεραπεία, πολυκυκλικοί υδρογονάνθρακες, προηγηθείσα λήψη
αρσενικού.
Οι ανοσοκατεσταλµένοι ασθενείς συχνά παρουσιάζουν ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα
ιδίως αυτοί µε µόλυνση µε τον ιό των ανθρωπίνων θηλωµάτων (ΗΡV).
Κλινική εικόνα
Το ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα αρχίζει σαν µία µικρή, σκληρή, µε υπερκεράτωση
πάχυνση του δέρµατος που γρήγορα εξελίσσεται σε οζίδιο ή πλάκα. Ο όγκος µπορεί να
εξελκωθεί και να καλύπτεται από εφελκίδα ή η επιφάνεια του να είναι σκληρή και κεράτινη ή
σπανιότερα να είναι µυρµηκιώδης.
Το ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα διηθεί και καταστρέφει τους γύρω ιστούς, µπορεί να
δώσει µεταστάσεις στους επιχώριους λεµφαδένες και αργότερα αποµακρυσµένες
µεταστάσεις.
Καλά διαφοροποιηµένα ακανθοκυτταρικά επιθηλιώµατα έχουν καλύτερη πρόγνωση.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από την σµηγµατορροϊκή υπερκεράτωση, σµηγµατικό
σπίλο, το κερατοακάνθωµα, κερατινο κέρας, µελάνωµα, χηλοειδές, χοριακούς σπίλους,
υπερπλασία των σµηγµατογόνων αδένων (γεροντικά σµηγµατικά αδενώµατα).
Ιστολογική εικόνα
Χαρακτηρίζεται από τη δηµιουργία νησιδίων από νεοπλασµατικά κύτταρα που
παρουσιάζουν ατυπίες και που µπορεί να είναι καλά, µέτρια ή πτωχά διαφοροποιηµένα.
Όγκοι µε καλά διαφοροποιηµένα κύτταρα συχνά παρουσιάζουν σαφή και διάχυτη
κερατινοποίηση.

122

Θεραπεία
Θεραπεία εκλογής η χειρουργική αφαίρεση. Επίσης η ακτινοθεραπεία εάν δεν είναι
δυνατή η ολική αφαίρεση του όγκου.
Σε µικρές, επιφανειακές βλάβες είναι δυνατή η θεραπεία µε διαθερµοπηξία ή µε CO2
Laser ή µε ενδογκική έγχυση ιντερφερόνης ή µε κρυοπηξία ή µε φωτοδυναµική θεραπεία.
Σε εκτεταµένους όγκους ή όταν υπάρχουν µεταστάσεις γίνεται χηµειοθεραπεία.
Περίληψη : Ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα
• Αιτιολογία:
1. Υπεριώδης ακτινοβολία
2. Ανοσοκαταστολή και µόλυνση µε τον ιό των ανθρωπίνων θηλωµάτων (ΗΡV)
3. Ακτινοδερµατίτις από ακτίνες Röntgen, ατροφία και ουλές κυρίως σε
συνδυασµό µε την υπεριώδη ακτινοβολία.
4. Γενοδερµατοπάθειες όπως η µελαγχρωµατική ξηροδερµία.
5. Χρόνιες δερµατοπάθειες µε προσβολή των βλεννογόνων
6 Λοιµώξεις µε τον ιό των ανθρωπίνων θηλωµάτων (ΗΡV)
7. Χρόνια άτονα έλκη
9. Προκαρκινικές δερµατοπάθειες όπως:
λευκοπλακία, ακτινική υπερκεράτωση και ακτινική χειλίτιδα.
12. Κάπνισµα πίπας, πολυκυκλικοί υδρογονάνθρακες
13. Φωτοχηµειοθεραπεία
14. Προηγηθείσα λήψη αρσενικού
• Κλινική εικόνα:
1. Κακοήθεις όγκοι που µπορούν να δώσουν µεταστάσεις.
2. Η επιφάνεια του όγκου µπορεί να εξελκωθεί ή να είναι σκληρή και κεράτινη ή
να είναι µυρµηκιώδης.
• Ιστολογική εικόνα:
1. Προέρχονται από κερατινοκύτταρα που σχηµατίζουν νησίδια.
2. Κύτταρα µε ατυπίες, µε µέτρια ή πτωχή ή καλή διαφοροποίηση.
Οι καλά διαφοροποιηµένοι όγκοι έχουν καλύτερη πρόγνωση.
• Θεραπεία:
1. Χειρουργική αφαίρεση.
2. Κρυοπηξία
3. CO2 Laser
4. ∆ιαθερµοπηξία
5.Ενδογκική έγχυση ιντερφερόνης
6. Φωτοδυναµική θεραπεία
7. Ακτινοθεραπεία
8.Σε µεταστάσεις χηµειοθεραπεία
12.4. ΚΑΚΟΗΘΕΙΣ ΟΓΚΟΙ ΑΠΟ ΜΕΛΑΝΙΝΟΚΥΤΤΑΡΑ
12.4.1. ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΜΕΛΑΝΩΜΑ (MALIGNANT MELANOMA)
Ορισµός
Το κακόηθες µελάνωµα είναι κακοήθης δερµατικός όγκος που προέρχεται από τα
µελανινοκύτταρα και το οποίο µεθίσταται µε τα λεµφαγγεία και αιµατική κυκλοφορία.
Αιτιολογία
Η σηµαντικότερη αιτία είναι η υπεριώδης ακτινοβολία και κυρίως η έντονη και
περιστασιακή έκθεση. Επίσης η κληρονοµικότης είναι αιτιολογικός και εκλυτικός παράγοντας

123
όπως συµβαίνει στο σύνδροµο δυσπλαστικού σπίλου, σε άτοµα µε τύπο δέρµατος Ι και ΙΙ που
παρουσιάζουν αυξηµένη δυνατότητα ανάπτυξης ηλιακού εγκαύµατος.
Η κακοήθης εξαλλαγή κακοήθους φακής, συγγενών σπίλων, µελανοκυτταρικών
σπίλων.
Προδιαθεσικούς παράγοντες µπορεί να αποτελέσουν ο χρόνιος ερεθισµός σπίλων,
ανοσοκαταστολή, γεννητικές ορµόνες
Επιδηµιολογία
Παρατηρείται σε όλες τις ηλικίες κυρίως όµως µεταξύ 20-60 ετών. Στο οζώδες
κακόηθες µελάνωµα 20-40 ετών και στο επιφανειακά επεκτεινόµενο µεταξύ 40-60 ετών.
Από τα κακοήθη µελανώµατα ο επιφανειακά επεκτεινόµενο κακόηθες µελάνωµα αποτελεί
περίπου το 70% .
Το κακόηθες µελάνωµα τύπου κακοήθους φακής κυρίως σε άτοµα µεγαλύτερης
ηλικίας.
Συχνή εντόπιση κεφάλι, λαιµός, ο κορµός (στους άνδρες), η κνήµη (στις γυναίκες). Στους
ασιάτες και αφρικανούς εντοπίζεται στις παλάµες, πέλµατα, βλεννογόνους. Στους καυκάσιους
είναι πολύ συχνότερο και κυρίως σε αυτούς µε τύπο Ι και ΙΙ .
Κλινική εικόνα
Κύρια ενδεικτικά στοιχεία του κακοήθους µελανώµατος είναι:
1) Η ανοµοιογενής µελάγχρωση από σκούρο καφέ έως και µαύρο. Η παρουσία τµηµάτων
ερυθρών, γκρίζων και λευκών (χωρίς µελάγχρωση) εντός της µελαγχρωµατικής
πρωτοπαθούς δερµατικής βλάβης.
2) Το ανώµαλο περίγραµµα, ο σχηµατισµός δορυφορικών βλαβών µε µελάγχρωση γύρω
από τη πρωτοπαθή δερµατική βλάβη.
3) Στοιχεία φλεγµονής,
4) Η ταχεία ανάπτυξη επεκτεινόµενο επιφανειακά και κάθετα σχηµατίζοντας όζους,
εξέλκωση και αιµορραγία, πόνος και κνησµός.
∆ιακρίνονται τα εξής κλινικά στάδια:
Το κλινικό στάδιο Ι: δεν υπάρχουν µεταστάσεις στους επιχώριους λεµφαδένες.
Το κλινικό στάδιο ΙΙ: υπάρχουν µεταστάσεις στους επιχώριους λεµφαδένες.
Το κλινικό στάδιο ΙΙΙ: υπάρχουν αποµεµακρυσµένες µεταστάσεις.
Το κακόηθες µελάνωµα δίνει µεταστάσεις µε τη λεµφική οδό στους λεµφαδένες και µε
τα αιµοφόρα αγγεία στους πνεύµονες, εγκέφαλο, οστά, δέρµα υπό µορφή µελαγχρωµατικών
ογκιδίων και υποδορίων οζιδίων.
Με βάση κλινικά και ιστολογικά κριτήρια διακρίνονται οι εξής µορφές κακοήθους
µελανώµατος:
1) Ενδοεπιδερµικό κακόηθες µελάνωµα
Αποτελεί πρώιµο µορφή µελανώµατος που εντοπίζεται στη επιδερµίδα. Μπορεί να
εµφανισθεί σε οποιοδήποτε σηµείο του σώµατος. Συνήθως είναι µία µελαγχρωµατική
κηλίδα που µπορεί να εξελιχθεί σε οζώδες ή επιφανειακά επεκτεινόµενο µελάνωµα. Στη
ιστολογική εξέταση εµφανίζεται µια υπερπλαστική επιδερµίδα µε άτυπα µελανινοκύτταρα.
2) Κακόηθες µελάνωµα τύπου κακοήθους φακής
Παρατηρείται κυρίως σε άτοµα µεγάλης ηλικίας, σε σηµεία χρόνιας έκθεσης στον ήλιο
όπως πρόσωπο, λαιµός.
Εµφανίζεται στο έδαφος κακοήθους φακής, όπου ένα τµήµα παχύνεται και γίνεται
οζώδες. Εδώ έχει συµβεί διείσδυση της βασικής µεµβράνης. Εντός της βλάβης
παρατηρείται πολυχρωµία.
3) Επιφανειακά επεκτεινόµενο κακόηθες µελάνωµα

124
Αρχικά χαρακτηρίζεται από επιφανειακή επέκταση και αργότερα από κάθετη µε
σχηµατισµό όζων. Αρχίζει σαν µία έντονα µελαγχρωµατική κηλίδα, που
ακολούθως επεκτείνεται επιφανειακά και αποκτά αποχρώσεις του καφέ και
µαύρο µε εστίες ερυθρού, γκρι και άσπρου. Όταν αρχίζει να επεκτείνεται σε
βάθος σχηµατίζονται οζίδια.
4) Οζώδες κακόηθες µελάνωµα
Χαρακτηρίζεται από το σχηµατισµό µελανής βλατίδας που µετατρέπεται σε οζίδιο που
µπορεί να εξελκωθεί.
5) Κακόηθες µελάνωµα των άκρων
Αυτό το είδος κακοήθους µελανώµατος εντοπίζεται στα πέλµατα, παλάµες,
κάτω από το νύχι. Καθώς παχύνεται το νύχι δεν αναπτύσσεται κανονικά.
Έχει κλινικά χαρακτηριστικά όµοια µε αυτά της κακοήθους φακής και του
επιφανειακά επεκτεινόµενου κακοήθους µελανώµατος.
6) ∆εσµοπλαστικό µελάνωµα
Παρατηρείται σπάνια σε ηλικιωµένα άτοµα σε σηµεία χρόνια εκτεθειµένα στον ήλιο.
Χαρακτηρίζεται από το σχηµατισµό οζιδίου ή πλάκας. Πρόκειται για χοριακό όγκο που
αποτελείται από ατρακτοειδή κύτταρα χωρίς µελανίνη. Συχνά επεκτείνεται στο υποδόριο
λίπος και διηθεί τα νεύρα της γύρω περιοχής.
7) Αµελανωτικό κακόηθες µελάνωµα
Αυτό το είδος κακοήθους µελανώµατος χαρακτηρίζεται από την οζώδη µορφή του και την
έλλειψη µελάγχρωσης.
∆ιαφορική ∆ιάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από το βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα,
ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα, δυσπλαστικό σπίλο, σπίλο, σµηγµατορροϊκή
υπερκεράτωση.
Ιστολογική εικόνα του κακοήθους µελανώµατος
Στα αρχικά στάδια παρατηρείται µεγάλη αύξηση του αριθµού των µελανινοκυττάτων
που παρουσιάζουν ατυπίες κατά µήκος της βασικής στιβάδας. Ακολούθως αθροίζονται
και σχηµατίζουν δοκίδες ή φωλεέ (βλάστες) και
διείσδυση της βασικής µεµβράνης.
Συγχρόνως µε την αύξηση του αριθµού των άτυπων µελανινοκυττάρων συχνά
παρατηρείται παρουσία λεµφοκυτταρικής διήθησης.
Στο ενδοεπιδερµικό κακόηθες µελάνωµα εµφανίζεται µια υπερπλαστική επιδερµίδα µε
άτυπα µελανινοκύτταρα.
Στο επιφανειακά επεκτεινόµενο κακόηθες µελάνωµα τα άτυπα µελανινοκύτταρα αρχικά
επεκτείνονται επιφανειακά και ακολούθως σε βάθος και συγχρόνως προς την επιφάνεια.
Στο οζώδες κακόηθες µελάνωµα από την αρχή διήθηση σε βάθος, δηλαδή προς το χόριο.
Το δεσµοπλαστικό κακόηθες µελάνωµα είναι χοριακός όγκος από ατρακτοειδή κύτταρα
που χαρακτηρίζονται από έλλειψη µελανίνης µέσα σε στρώµα συνδετικού ιστού.
Στο κακόηθες µελάνωµα τύπου κακοήθους φακής ο όγκος συνοδεύεται από βλάβες του
δέρµατος από τη χρόνια έκθεση στον ήλιο όπως ατροφία, ελάστωση.
Τα άτυπα µελανινοκύτταρα στο δερµατοεπιδερµικό σύνδεσµο συχνά παίρνουν
ατρακτοειδή µορφή, η διείσδυση είναι πολυεσιακή και ο όγκος παίρνει ατρακτοειδή
µορφή.
Σε όλες τις περιπτώσεις κακοήθους µελανώµατος όπου παρατηρείται διείσδυση του
δερµατοεπιδερµικού συνδέσµου υπoλογίζεται το πάχος του όγκου κατά τον Breslow και
το βάθος κατά τον Clark.

125
Υπολογισµός του πάχους του όγκου κατά τον Breslow σε mm και πενταετής επιβίωση:
Πάχος κατά τον Breslow σε mm
< 1,5 mm
1,5-3,5 mm
> 3,5 mm

Πενταετής επιβίωση
93%
67%
37%

Τα κακοήθη µελανώµατα ταξινοµούνται κατά τον Clark ανάλογα µε το βάθος στο οποίο
φθάνει η διήθηση στα εξής στάδια:
Στάδιο
1
2
3
4
5

∆ιήθηση
Ενδοεπιδερµικός όγκος (in situ)
∆ιήθηση θηλώδους χορίου
∆ιήθηση ορίου θηλώδους και δικτυωτού χορίου
∆ιήθηση δικτυωτού χορίου
∆ιήθηση υποδερµίδας

Πρόγνωση
Εξαρτάται από το κλινικό στάδιο, το πάχος και διήθηση του όγκου.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από το βασικοκυτταρικό επιθηλίωµα, δυσπλαστικό
σπίλο, σµηγµατορροϊκή υπερκεράτωση, συγγενή και επίκτητο σπίλο.
Θεραπεία
Μέχρι στιγµής η χειρουργική αφαίρεση του όγκου είναι η µόνη επιτυχής θεραπεία,
εφόσον γίνει στα έγκαιρα (αρχικό κλινικό στάδιο, µικρό πάχος και διήθηση του όγκου.
Σε πάχος όγκου µικρότερο από 0,75 cm αφαίρεση και του γειτονικού δέρµατος σε
απόσταση 1 cm. Σε πάχος όγκου µεγαλύτερο από 0,75 cm αφαίρεση και του γειτονικού
δέρµατος σε απόσταση 3 cm.
Σε περίπτωση µεταστατικών µελανωµάτων δεν υπάρχει αποτελεσµατική θεραπεία.
Χειρουργική αφαίρεση γίνεται όπου είναι δυνατό (όπως στις µεταστάσεις λεµφαδένων,
µεταστάσεις στο δέρµα). Εφαρµόζεται συστηµατική θεραπεία ιντερφερόνης ή χηµειοθεραπεία
ή συνδιασµός χηµειοθεραπείας µε ιντερφερόνη ή συνδιασµός χηµειοθεραπείας µε
ιντερφερόνη και ιντερλευκίνη 2 .
Υπο µορφή µελετών γίνεται εµβόλιο για την αντιµετώπιση µεταστάσεων.
Περίληψη : Κακόηθες µελάνωµα
• Αιτιολογία:
Υπεριώδης ακτινοβολία
Κληρονοµικότης
Κακοήθης εξαλλαγή κακοήθους φακής
Κακοήθης εξαλλαγή συγγενών σπίλων
Κακοήθης εξαλλαγή µελανοκυτταρικών σπίλων
Προδιαθεσικοί παράγοντες όπως χρόνιος ερεθισµός σπίλων,
ανοσοκαταστολή, γεννητικές ορµόνες.

Επιδηµιολογία: Συχνότερο είναι το επιφανειακά επεκτεινόµενο. Συχνότερα στους
καυκάσιους, ιδίως αυτούς µε τύπο δέρµατος Ι και ΙΙ. Παρατηρείται σε όλες τις ηλικίες,

126
κυρίως µεταξύ 20-60 ετών. Συχνή εντόπιση το κεφάλι, ο λαιµός, άνω άκρα (ιδίως
στους άνδρες), κνήµες ιδίως στις γυναίκες.
• Κλινική εικόνα:
Ενδεικτικά στοιχεία: η ανοµοιογενής µελάγχρωση, ανώµαλο περίγραµµα,
στοιχεία φλεγµονής, ταχεία ανάπτυξη, δορυφορικές βλάβες.
Τα κλινικά στάδια (Ι,ΙΙ,ΙΙΙ) διακρίνονται ανάλογα µε το εάν ο όγκος, έχει δώσει ή
όχι τοπικές και αποµεµακρυσµένες µεταστάσεις.
Μορφές του κακοήθους µελανώµατος :
Ι) Κακόηθες µελάνωµα τύπου κακοήθους φακής.
ΙΙ) Ενδοεπιδερµικό κακόηθες µελάνωµα
ΙΙΙ) Επιφανειακά επεκτεινόµενο κακόηθες µελάνωµα
ΙV) Οζώδες κακόηθες µελάνωµα
V) Κακόηθες µελάνωµα των άκρων
VI) ∆εσµοπλαστικό κακόηθες µελάνωµα
VIΙ) Αµελανωτικό κακόηθες µελάνωµα

Ιστολογική εικόνα: Αύξηση του αριθµού µελανινοκυττάρων µε ατυπίες και
σχηµατισµός δοκίδων και φωλεών. Το πάχος του όγκου υπολογίζεται κατά τον
Breslow σε mm. Η διήθηση του όγκου υπολογίζεται κατά τον Clark.
Θεραπεία: Χειρουργική αφαίρεση, χηµειοθεραπεία, ιντερφερόνη, ιντερλευκίνη 2,
υπο µορφή µελετών εµβόλιο για την αντιµετώπιση µεταστάσεων.

13. ∆ΕΡΜΑΤΟΠΑΘΕΙΕΣ ΑΠΟ ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ
ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΕΞΑΝΘΗΜΑΤΑ
13.1. ΚΝΙ∆ΩΣΗ (URTICARIA)
ΚΑΙ ΑΓΓΕΙΟΟΙ∆ΗΜΑ Ή ΟΙ∆ΗΜΑ ΤΟΥ QUINCKE (ANGIOEDEMA)
Ορισµός
Κνίδωση είναι µια δερµατοπάθεια που χαρακτηρίζεται παροδική εµφάνιση ποµφών
δηλαδή οίδηµα στο χόριο και συνοδεύεται από κνησµό. Το αγγειοοίδηµα χαρακτηρίζεται από
παροδικό οίδηµα του υποδορίου που συνοδεύεται από αίσθηµα καύσου και ελάχιστο κνησµό.
Το αγγειοοίδηµα µπορεί να εµφανισθεί µόνο του ή µαζί µε τη κνίδωση.
Αιτιολογία
Η κνίδωση και το αγγειοοίδηµα µπορεί να είναι αλλεργικής, αλλά και µη αλλεργικής
αιτιολογίας και τα συνηθέστερα αίτια που τα προκαλούν είναι τα εξής:
1) Φάρµακα
2) Συντηρητικά και χρωστικές τροφίµων.
3) Τροφές
4) Φυτικά και ζωικά συστατικά, έντοµα, δείγµα εντόµων.
5) Φυσικά αίτια όπως ψύχος, νερό, ηλιακό φως, πίεση, απελευθέρωση µεγάλης ποσότητας
ακετυλχολίνης ή ευαισθησία του οργανισµού σε αυτή (χολινεργική κνίδωση).
6) Εστιακές λοιµώξεις: ιογενείς όπως η ηπατίτιδα, µυκητισιακές όπως καντιντίαση,
βακτηριδιακές όπως οι λοιµώξεις του ουροποιητικού, παρασιτικές όπως η εχινόκοκκος
ταινία.
7) Ψυχογενείς παράγοντες
8) Συστηµατικές παθήσεις: όπως παθήσεις του θυρεοειδούς, λεµφοϋπερπλαστικές ή
αυτοάνοσες παθήσεις (όπως ερυθηµατώδης λύκος).
Στη περίπτωση της κνίδωσης παρατηρούνται ποµφοί από οίδηµα στο χόριο, ενώ στη
περίπτωση του αγγειοοιδήµατος οίδηµα στο υποδόριο και παράγονται δευτεροπαθώς σαν
αποτέλεσµα απελευθέρωσης κυρίως ισταµίνης αλλά και άλλων αγγειοδραστικών αµινών. Η

127
ισταµίνη και οι αγγειοδραστικές ουσίες βρίσκονται στα κοκκία των σιτευτικών κυττάρων ή
µαστοκυττάρων που είναι γύρω από τα αγγεία.
∆ιάφοροι µηχανισµοί και αιτίες προκαλούν την απελευθέρωση ισταµίνης και άλλων
αγγειοδραστικών παραγόντων από τα κοκκία των µαστοκυττάρων.
Οι µηχανισµοί αυτοί είναι:
2) Υπερευαισθησία αναφυλακτικού τύπου, τύπου Ι. ∆ηλαδή τα αντιγόνα αντιδρούν µε
αντισώµατα IgE που βρίσκονται στα ευαισθητοποιηµένα µαστοκύτταρα του δέρµατος,
αναπνευστικού, γαστρεντερικού και καρδιαγγειακού συστήµατος .
3) Οι αναφυλατοξίνες C3a και C5a που προκύπτουν από την ενεργοποίηση του
συστήµατος του συµπληρώµατος µετά την αντίδραση αντιγόνου-αντισώµατος. Αυτές
οι αναφυλατοτοξίνες µπορούν να προκαλέσουν την αποκοκκίωση των σιτευτικών
κυττάρων ή µαστοκυττάρων (παράγοντες που προκαλούν αύξηση του κυκλικού
GΜΡ, ευνοούν την αποκοκκίωση).
4) Ανοσοσυµπλέγµατα, δηλαδή σχηµατίζονται συµπλέγµατα αντιγόνου-αντισώµατος και
συµπληρώµατος (τύπου ΙΙΙ υπερευαισθησία) όπως συµβαίνει στη ορονοσία,
κνιδωτική αγγειίτιδα.
5) Άµεση αποκοκκίωση των µαστοκυττάρων όπως συµβαίνει µε ορισµένα φάρµακα
(όπως ακτινοσκιερά φάρµακα, κωδεϊνη, µορφίνη), φυτά, τοξίνες από βακτηρίδια.
6) Παρέκκλιση στο µεταβολισµό του αραχιδονικού οξέως, όπως συµβαίνει µε το
ακετυλοσαλικυλικό οξύ, συντηρητικά και χρωστικές τροφίµων, µη στεροειδικά
αντιφλεγµονώδη. Εδώ πρόκειται για µία µη ανοσολογικού τύπου αντίδραση
(ψευδοαλλεργικές κνιδωτικές αντιδράσεις). Η εµφάνιση της κνίδωσης είναι και σε
συνάρτηση µε τη ποσότητα των ουσιών αυτών.
Κλινική εικόνα
Η κνίδωση χαρακτηρίζεται από παροδικούς ποµφούς που συνοδεύονται από κνησµό.
Μετά την εξαφάνιση τους δεν παρατηρείται κανένα ίχνος στο δέρµα. Οι ποµφοί έχουν
διάφόρο µέγεθος από πολύ µικρό µε διάµετρο λίγα χιλιοστά µέχρι πολλά εκατοστά.
Η κνίδωση µπορεί να συνοδεύεται αγγειοοίδηµα, από συµπτώµατα από το γαστρεντερικό
σύστηµα, όπως συµβαίνει σε αλλεργίες σε τρόφιµα. Μπορεί να συνοδεύεται από αλλεργική
ρινίτιδα ή από άσθµα ή αρθραλγίες. Επίσης η κνίδωση σε συνδυασµό µε την ορονοσία ή
γενικευµένη αναφυλαξία. Στη τελευταία παρατηρείται και αγγειοοίδηµα.
Το αγγειοοίδηµα χαρακτηρίζεται από παροδικό οίδηµα του υποδορίου του δέρµατος ή
βλεννογόνων κυρίως στο πρόσωπο (βλέφαρα και χείλη), σπανιότερα στη γλώσσα και
λάρυγγα. Η διόγκωση µπορεί να είναι σηµαντική έτσι ώστε στις περιπτώσεις του
αγγειοοιδήµατος της γλώσσας και λάρυγγα, να υπάρχει ο κίνδυνος της ασφυξίας και θανάτου.
Α. ∆ιακρίνονται διάφορες κλινικές µορφές της κνίδωσης και αυτές είναι:
1. Μορφές ανάλογα µε τη κλινική εικόνα των ποµφών
Οι ποµφοί εκτός από τη τυπική µορφή τους παίρνουν και άλλες µορφές. Στη έµµορφη
κνίδωση να σχηµατίζουν µεγάλες πλάκες µε γεωγραφικά σχήµατα. Στη αιµορραγική κνίδωση,
βγαίνουν ερυθρά αιµοσφαίρια από τα αγγεία, οπότε µετά την υποχώρηση των ποµφών
παραµένει πορφυρικό εξάνθηµα. Στη φυσαλιδώδη και ποµφολυγώδη, που είναι σπάνιες
µορφές, σχηµατίζονται φυσαλίδες και ποµφόλυγες στους ποµφούς. Στη βλατιδώδη κνίδωση ή
στρόφαλο αρχικά παρατηρούνται ερυθρές ποµφώδεις βλατίδες, οι οποίες µπορεί να
µετατραπούν σε βλατιδοφυσαλίδες δηλαδή κνιδωτικές βλατίδες µε µία φυσαλίδα στο κέντρο.
Αυτού του είδους η κνίδωση παρατηρείται µετά από δείγµα εντόµου ή παρασίτου. Το δε
χρώµα κυµαίνεται από ελαφρά ρόδινο µέχρι κόκκινο. Οι ποµφοί είναι ωχροί στο κέντρο, το
οποίο γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτό εάν κανείς τεντώσει τα άκρα της βλάβης.
2. Μορφές κνίδωσης ανάλογα µε τη διάρκεια της
Η κνίδωση διακρίνεται στην οξεία µε διάρκεια έως 6 εβδοµάδες και τη χρόνια µε διάρκεια
µεγαλύτερη από 6 εβδοµάδες. Η χρόνια και η οξεία κνίδωση µπορεί να είναι συνεχείς ή
υποτροπιάζουσες. Η οξεία κνίδωση µπορεί να διαρκέσει από λίγες ηµέρες έως εβδοµάδες,
στη περίπτωση που είναι υποτροπιάζουσα οι υποτροπές είναι δυνατόν να ακολουθούνται
από µακρύτερες περιόδους χωρίς κνίδωση.

128
Στη περίπτωση της οξείας κνίδωσης πολύ συχνά είναι αλλεργικής αιτιολογίας και σε µεγάλο
ποσοστό των ασθενών υπάρχει αυτόµατη ίαση, ενώ η χρόνια πολύ συχνά δεν είναι
αλλεργικής αιτιολογίας και µπορεί να διαρκέσει δεκαετίες. Σε ποσοστό 20-30 % των ασθενών
µε χρόνια κνίδωση παρατηρείται υποτροπή αυτής µετά από ακετυλοσαλυκυλικό οξύ,
συντηρητικά και χρωστικές τροφίµων. Εδώ πρόκειται για µία µη ανοσολογικού τύπου
αντίδραση και οφείλεται σε αλλοίωση του µεταβολισµού του αραχιδονικού οξέως.
Β. Ειδικές µορφές κνίδωσης. Ανάλογα µε το φυσικό αίτιο που τη προκαλεί .
1. Κνιδωτικός δερµογραφισµός
Μετά από γραµµοειδή τριβή του δέρµατος σχηµατίζονται γραµµοειδείς ποµφοί. Οφείλεται στη
απελευθέρωση ισταµίνης και άλλων αγγειοδραστικών ουσιών από τα µαστοκύτταρα.
2. Κνίδωση από πίεση
Μετά από παρατεταµένη πίεση σχηµατίζεται ποµφοί και επώδυνα οιδήµατα που διαρκούν
πολλές ώρες.
3. Κνίδωση από το ηλιακό φως
Μετά από έκθεση σε ορισµένα φάσµατα του ηλιακού φωτός παρατηρούνται ποµφοί.
4. Κνίδωση από κρύο
Μετά από έκθεση σε κρύο παρατηρούνται ποµφοί και εκτεταµένα οιδήµατα. Η θερµοκρασία
στην οποία παρατηρούνται αυτά διαφέρει από ασθενή σε ασθενή. Θανατηφόρος µπορεί είναι
η κολύµβηση σε κρύο νερό καθώς και η κατάποση κρύου νερού.
5. Κνίδωση από νερό
Είναι συχνή και γίνεται κυρίως αντιληπτή µετά το ντους ή µπάνιο.
6. Χολινεργική κνίδωση
Μετά από σωµατική άσκηση, θερµότητα και εφίδρωση, συγκίνηση εµφανίζονται ποµφοί µε
µέγεθος φακής ή και µικρότερο. Η αύξηση της θερµοκρασίας του σώµατος, µέσω
αντανακλαστικού, έχει σαν αποτέλεσµα την απελευθέρωση ακετυλχολίνης από τα
συµπαθητικά νεύρα. Η ακετυλχολίνη προκαλεί αύξηση του ενδοκυτταρίου GMP και αυτό την
αποκοκκίωση των µαστοκυττάρων.
∆ιαφορική δίαγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τη µελαγχρωµατική κνίδωση, κληρονοµικό
αγγειοοίδηµα, δείγµα εντόµων, φαρµακευτικά εξανθήµατα.
Θεραπεία
Αποµάκρυνση του αιτίου. Ειδική απευαισθητοποίηση εάν το αίτιο είναι γνωστό και µη
ειδική απευαισθητοποίηση εάν το αίτιο δεν είναι γνωστό.
Η συµπτωµατική αγωγή γίνεται µε αντιϊσταµινικά, κορτικοστεροειδή. Όταν η κνίδωση
συνοδεύεται από γενικευµένη αναφυλαξία επιπλέον αδρεναλίνη, αµινοφυλλίνη, οξυγόνο.
Στη κνίδωση από νερό µερικές φορές βοηθά η λήψη προπανολόλης 30 λεπτά πριν την
έκθεση στο νερό.
Περίληψη : Κνίδωση και αγγειοοίδηµα
Αιτιολογία:
1. Φάρµακα

129

2. Συντηρητικά και χρωστικές τροφίµων, χηµικά, µέταλλα
3. Τροφές
4. Φυτικά και ζωικά συστατικά, έντοµα, δείγµα εντόµων
5. Φυσικά αίτια
6. Εστιακές λοιµώξεις
7. Ψυχογενείς παράγοντες
7. Συστηµατικές παθήσεις
Μηχανισµοί που προκαλούν αποκοκκίωση των µαστοκυττάρων και απελευθέρωση
αγγειοδραστικών ουσιών:
1. Υπερευαισθησία αναφυλακτικού τύπου Ι
2. Αναφυλατοξίνες C3a και C5a
3. Ανοσοσυµπλέγµατα
4. Άµεση αποκοκκίωση µαστοκυττάρων
4. Παρέκκλισης στο µεταβολισµό του αραχιδονικού οξέως
Κλινική εικόνα:
1. Στη κνίδωση: παροδική δηµιουργία οιδήµατος στο χόριο (ποµφοί).
Συνοδεύεται από κνησµό.
2. Στο αγγειοοίδηµα: παροδική δηµιουργία οιδήµατος στο υποδόριο.
Συνοδεύεται από καύσο και ελάχιστο κνησµό.
3. Κλινικές µορφές της κνίδωσης :
Ι) Μορφές ανάλογα µε τη µορφή των ποµφών.
ΙΙ)Μορφές κνίδωσης ανάλογα µε τη διάρκεια της (οξεία και χρόνια, συνεχής ή
υποτροπιάζουσα).
4. Ειδικές µορφές κνίδωσης. Ανάλογα µε το φυσικό αίτιο που τη προκαλεί:
Ι) Κνιδωτικός δερµογραφισµός
ΙΙ) Κνίδωση από πίεση
ΙΙΙ) Κνίδωση από το ηλιακό φως
ΙV) Κνίδωση από το κρύο
V) Κνίδωση από το νερό
VΙ) Χολινεργική κνίδωση
Θεραπεία:
1. Αποµάκρυνση αιτίου.
2. Στη κνίδωση από νερό βοηθά η προπανολόλη
3. Ειδική ή µη ειδική απευαισθητοποίηση
4. Συµπτωµατική αγωγή µε αντιϊσταµινικά και κορτικοστεροειδή.
5. Σε γενικευµένη αναφυλαξία: αντιϊσταµινικά, κορτικοστεροειδή, αδρεναλίνη,
αµινοφυλλίνη, οξυγόνο.
13.2. ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΑΓΓΕΙΟΟΙ∆ΗΜΑ (HEREDITARY ANGIOEDEMA)
Ορισµός
Χαρακτηρίζεται η εµφάνιση αγγειοοίδηµατος που οφείλεται σε κληρονοµική έλλειψη
του αναστολέα του πρώτου κλάσµατος του συµπληρώµατος.
Αιτιολογία
Οφείλεται σε επικρατούντα αυτοσωµατικό τύπο κληρονοµική ποιοτική ή ποσοτική
διαταραχή του αναστολέα της C1 εστεράσης, µε επακόλουθο το µη έλεγχο του συστήµατος
του συµπληρώµατος. Αυτό έχει σαν αποτέλεσµα την εµφάνιση παροδικού σοβαρού
οιδήµατος στο δέρµατος και βλεννογόνων. Συχνά συµµετέχουν γαστρεντερικό και ανώτερο
αναπνευστικό.
Κλινική εικόνα

130
Συχνά από τη παιδική ηλικία υποτροπιάζοντα, παροδικά, σκληρά οιδήµατα του
δέρµατος συνήθως πρόσωπο και άκρα. Λείπει ο κνησµός. Τα οιδήµατα εµφανίζονται µετά
από ελαφρά τραύµατα ή και χωρίς τραυµατισµό και διαρκούν 24-72 ώρες. Συχνά συνδυάζεται
µε συµπτώµατα από το γαστρεντερικό όπως πόνος, εµετός, διάρροια. Από το αγγειοοίδηµα
του λάρυγγα µπορεί να προκληθεί ασφυξία.
Μπορεί να υπάρχουν συµπτώµατα µόνο από το δέρµα ή µόνο από το γαστρεντερικό
σύστηµα.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τη κνίδωση και το µη κληρονοµικό
αγγειονευροτικό οίδηµα.
Θεραπεία
Τα αντιϊσταµινικά και κορτικοστεροειδή δεν έχουν καλά αποτελέσµατα. Σε έκτακτες
περιπτώσεις και προφυλακτικά πριν από επεµβάσεις µπορεί να δοθεί συµπυκνωµένος
αναστολέας της C1 εστεράσης. Εναλλακτικά φρέσκο, κατεψυγµένο πλάσµα. Στις οξείες
φάσεις επίσης µπορεί να δοθεί µε κίνδυνο θροµβοεµβολής το τρανεξαµικό οξύ.
Για µακροχρόνια προφύλαξη από αγγειοοίδηµα µπορεί να δοθούν ανδρογόνα µε µικρή
δυνατότητα εµφάνισης σηµείων αρρενοποίησης όπως η δαναζόλη, στανοζολόλη. Αυτά
προάγουν την παραγωγή του αναστολέα της C1 εστεράσης.
Περίληψη : Κληρονοµικό αγγειοοίδηµα
• Αιτιολογία:
Κληρονοµική έλλειψη (ποσοτική ή ποιοτική διαταραχή) του αναστολές πρώτου
κλάσµατος του συµπληρώµατος.
• Κλινική εικόνα:
Παροδική δηµιουργία σοβαρού οιδήµατος στο δέρµα και βλεννογόνους (κυρίως το
γαστρεντερικό, ανώτερο αναπνευστικό).
• Θεραπεία:
1. Προφυλακτική θεραπεία: εξασθενηµένα ανδρογόνα
2. Οξεία φάση εναλλακτικά µπορεί να δοθούν:
Ι) Συµπυκνωµένος αναστολέας της C1 εστεράσης
ΙΙ) Φρέσκο, κατεψυγµένο πλάσµα
ΙΙΙ) Τρανεξαµικό οξύ µε κίνδυνο θροµβοεµβολής
13.3. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΕΞΑΝΘΗΜΑΤΑ
(DRUG-INDUCED ADVERSE CUTANEOUS REACTIONS)
Ορισµός
Τα φαρµακευτικά εξανθήµατα οφείλονται σε φάρµακα που δίνονται σε µη τοξικές
δόσεις και εµφανίζονται στο δέρµα και βλεννογόνους.
Αιτιολογία
Τα φαρµακευτικά εξανθήµατα µπορεί να είναι αλλεργικές και µη αλλεργικές
αντιδράσεις µετά την είσοδο φαρµάκου στον οργανισµό. Στη περίπτωση του αλλεργικού
µηχανισµού και οι τέσσερις αντιδράσεις υπερευαισθησίας µπορεί να λάβουν χώρα. Μικρού
µοριακού βάρους φάρµακα µπορεί να προκαλέσει ανοσολογική απάντηση εάν συνδεθεί µε
µακροµόρια ιστών.
Αντιδράσεις µη ανοσολογικού τύπου µπορεί να οφείλονται στη άµεση δράση
φαρµάκου στα µαστοκύτταρα ή στη ενεργοποίηση του συµπληρώµατος ή στις αλλοιώσεις στο
µεταβολισµό του αρχιδονικού οξέως.

131

Κλινική εικόνα
Εκτός από τις εκδηλώσεις από το δέρµα και βλεννογόνους µπορεί να υπάρξουν
συµπτώµατα και από άλλα συστήµατα όπως αναπνευστικό, αιµοποιητικό, γαστρεντερικό,
νεφρά, ήπαρ, κλπ.
Τα φαρµακευτικά εξανθήµατα εµφανίζονται συνήθως ξαφνικά και µπορεί να
υποδυθούν διάφορες δερµατοπάθειες όπως το τοξικό ερύθηµα, κνίδωση, οζώδες ερύθηµα.
Επίσης µπορεί να συνοδεύονται από απώλεια τριχών και αλλοιώσεις από τα νύχια.
Ορισµένες δερµατοπάθειες όπως η ψωρίαση, ακµή, οµαλός λειχήνας µπορεί να
ενεργοποιηθούν από ορισµένα φάρµακα.
Τα φαρµακευτικά εξανθήµατα κατατάσσονται ανάλογα µε τη µορφολογία τους. Οι
συχνότερες µορφές είναι οι εξής:
1.
2.
3.
4.
5.
6.
7.
8.
9.
10.

Εκζεµατικού τύπου εξανθήµατα
Ακµοειδούς τύπου εξανθήµατα
Λειχηνοειδή εξανθήµατα
Ψωριασιόµορφα εξανθήµατα
Ποµφολυγώδη εξανθήµατα
∆ιαταραχές στη µελάγχρωση, εντοπισµένη ή γενικευµένη
Πορφυρικό εξάνθηµα
Βλαστικά εξανθήµατα, όπως το βρωµιόδερµα και ιωδόδερµα
Ατροφία του δέρµατος, όπως συµβαίνει µε τη πενικιλλαµίνη.
Ιχθύαση, όπως συµβαίνει στη καρµπαµεζεπίνη

∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάαγνωση θα γίνει από τα ιογενή εξανθήµατα, οστρακιά, ατοπική
δερµατίτιδα, γενικευµένη ερυθροδερµία, δευτερόγονο σύφιλη, µη τυπική ροδόχρου πιτυρίαση,
εκτεταµένη δερµατίτιδα εξ επαφής.
Θεραπεία
∆ιακοπή του φαρµάκου που ενοχοποιείται. Σε εξανθήµατα µε µεγάλη έκταση
αντιϊσταµινικά και κορτοστεροειδή συστηµατικά. Επίσης ανάλογα µε τη περίπτωση είναι
δυνατή η τοπική θεραπεία µε αντικνησµώδη, κορτικοστεροειδή.
Περίληψη : Φαρµακευτικά εξανθήµατα
• Αιτιολογία:
1. Αλλεργικές αντιδράσεις:
Οι τέσσερις αντιδράσεις υπερευαισθησίας.
2. Μη αλλεργικές αντιδράσεις:
Ι) Ενεργοποίηση του συµπληρώµατος
ΙΙ) Άµεση δράση στα µαστοκύτταρα
ΙΙΙ) Παρέκκλισης στο µεταβολισµό του αραχιδονικού οξέως.
• Κλινική εικόνα:
1. Μπορεί να υπάρξουν αντιδράσεις από το δέρµα, βλεννογόνους, και από άλλα
συστήµατα.
2. Ορισµένες δερµατοπάθειες µπορούν να ενεργοποιηθούν από ορισµένα
φάρµακα.
3. Κατάταξη ανάλογα µε τη µορφολογία του εξανθήµατος:
Ι) Εκζεµατικού τύπου εξάνθηµα
ΙΙ) Ακµοειδούς τύπου εξάνθηµα
ΙΙΙ) Λειχηνοειδή εξανθήµατα
IV) Ψωριασιόµορφα εξανθήµατα
V) Ποµφολυγώδη εξανθήµατα

132
VI)∆ιαταραχές στη µελάγχρωση, εντοπισµένη ή γενικευµένη
VII) Πορφυρικό εξάνθηµα
VIII) Βλαστικά εξανθήµατα, όπως το βρωµιόδερµα και ιωδόδερµα
IX) Ατροφία του δέρµατος
X) Ιχθύαση

Θεραπεία:
1. Αποµάκρυνση του ενοχοποιούµενου φαρµάκου
2. Αντιϊσταµινικά και κορτικοστεροειδή.
13.4. ΣΤΑΘΕΡΟ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΕΞΑΝΘΗΜΑ
(FIXED DRUG ERUPTIONS)

Ορισµός
Είναι εξάνθηµα που εµφανίζεται σε ορισµένη θέση, µετά την εκ νέου λήψη ενός
συγκεκριµένου φαρµάκου.
Αιτιολογία
Η αιτιοπαθογένεια είναι άγνωστη. Τα συχνότερα φάρµακα που το προκαλούν είναι τα
υπακτικά, αλλά το προκαλούν και τα βαρβιτουρικά, αντιβιοτικά (όπως οι σουλφοναµίδες και
οι τετρακυκλίνες), γκριζεοφουλβίνη, αντισυλληπτικά κ.α.
Κλινική εικόνα
Χαρακτηριστικά επανεµφανίζεται το εξάνθηµα στη ίδια θέση, µετά τη λήψη του ίδιου
φαρµάκου. Μία ή περισσότερες ερυθρόφαιες, οιδηµατώδεις πλάκες εµφανίζονται κυρίως στα
άκρα, πρόσωπο, γεννητικά όργανα. Στην επιφάνεια καµιά φορά παρατηρούνται ποµφόλυγες.
Συχνά παρατηρείται µεταφλεγµονώδης υπερµελάγχρωση. Συνοδεύεται από κνησµό και
καύσο.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από καντιντίαση, δερµατοφυτία, ακτινική
υπερκεράτωση, δερµατιτιδα εξ επαφής, νόσος του Bowen.
Θεραπεία
∆ιακοπή της χορήγησης του υπευθύνου φαρµάκου.
Περίληψη : Σταθερό φαρµακευτικό εξάνθηµα
• Αιτιολογία:
1. Άγνωστος µηχανισµός
2. Εµφάνιση µετά τη λήψη του ίδιου φαρµάκου, στην ίδια θέση.
• Κλινική εικόνα:
1. Μία ή περισσότερες οιδηµατώδεις, ερυθρόφαιες πλάκες, καµιά φορά µε
ποµφόλυγες.
2. Κνησµός και καύσος τοπικά.
3. Συχνή εντόπιση πρόσωπο, άκρα και γεννητικά όργανα.
4. Συχνά µεταφλεγµονώδης υπερµελάγχρωση.
• Θεραπεία:
Αποµάκρυνση της αιτίας
14.5. ΟΡΟΝΟΣΙΑ (SERUM DISEASE)

133
Ορισµός
Είναι σύνδροµο που χαρακτηρίζεται από πυρετό, κνίδωση, αρθραλγίες, µυαλγίες,
διόγκωση των λεµφαδένων και λευκωµατουρία και εµφανίζεται µετά από τη ένεση ετερολόγου
όρου ή µετά την παρεντερική χορήγηση αντιβιοτικών.
Αιτιολογία
Μετά ένεση ετερολόγου όρου ή παρεντερική χορήγηση αντιβιοτικών εµφανίζεται η
ορονοσία που είναι τύπου ΙΙΙ αντίδραση υπερευαισθησίας, δηλαδή σχηµατίζονται
ανοσοσυµπλέγµατα από αντιγόνο, αντίσωµα και το συµπλήρωµα. Στη περίπτωση των
αντιβιοτικών µετά τη σύνδεση µε πρωτεΐνες αποκτούν ιδιότητες ετερολόγου ορού.
Κλινική εικόνα
7-14 ηµέρες µετά την παρεντερική χορήγηση ετερολόγου ορού ή αντιβιοτικού
παρουσιάζονται στο ασθενή πυρετός, κνίδωση, εξάνθηµα, αρθραλγίες, µυαλγίες, διόγκωση
των λεµφαδένων και λευκωµατουρία. Εάν ο ασθενής έχει ευαισθητοποιηθεί στο ορό, δηλαδή
επανεκτεθεί εµφανίζεται µετά 2 ηµέρες.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από συστηµατικές λοιµώξεις.
Θεραπεία
∆ιακοπή της λήψης του ενοχοποιούµενου παράγοντα. Συστηµατική χορήγηση
αντιϊσταµινικών και κορτικοστεροειδών.
Περίληψη : Ορονοσία
• Αιτιολογία:
Τύπου ΙΙΙ αντίδραση υπερευαισθησίας µετά από:
1. Παρεντερική χορήγηση αντιβιοτικών
2. Χορήγηση ετερολόγων ορών
• Κλινική εικόνα:
1.Κνίδωση
2.Πυρετός
3.Αρθραλγίες
4.Μυαλγίες
5.∆ιόγκωση λεµφαδένων
6.Λευκωµατουρία
• Θεραπεία:
1. ∆ιακοπή του ενοχοποιούµενου παράγοντα
2 . Συστηµατική χορήγηση αντιϊσταµινικών
3. Συστηµατική χορήγηση κορτικοστεροειδών.
13.6. ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΝΑΦΥΛΑΞΙΑ (ANAPHYLAXIS)
Ορισµός
Η γενικευµένη αναφυλαξία, είναι µία τύπου Ι αντίδραση υπερευαισθησίας, που µπορεί
να είναι θανατηφόρος και συνήθως προκαλείται από φάρµακα, τροφές, µετά το δείγµα
εντόµων κυρίως µέλισσα και σφήκα.
Αιτιολογία

134
Είναι µία αντίδραση υπερευαισθησίας που εµφανίζεται την επαφή µε διάφορα
αλλεργιογόνα, συνήθως µετά τη λήψη φαρµάκων, δηλητήρια εντόµων κυρίως µέλισσας και
σφήκας, τροφών, διαγνωστικές χηµικές ουσίες, εκχύλισµα γύρης, αντιοροί. Η αντίδραση είναι
τύπου Ι, δηλαδή αντισώµατα IgE που είναι στη επιφάνεια των σιτευτικών και βασεόφιλων
κυττάρων αντιδρούν µε τα αλλεργιογόνα επακόλουθο αυτού είναι η απελευθέρωση ισταµίνης
και άλλων ουσιών. Οι ουσίες αυτές προκαλούν σπασµό των λείων µυϊκών ινών, αρτηρίδια,
τριχοειδή και αυξηµένη διαπερατότητα στα φλεβίδια.
Κλινική εικόνα
Οι κλινικές εκδηλώσεις εµφανίζονται γρήγορα λίγα δευτερόλεπτα έως λεπτά από την
επαφή µε το αλλεργιογόνο και µπορούν να αποβούν θανατηφόρες. Γρήγορα εµφανίζεται
κνησµός, κνίδωση, αγγειοοίδηµα µε σοβαρότερη συνέπεια οίδηµα του λάρυγγα και της
γλώσσας, βρογχόσπασµο, δύσπνοια, υπόταση, συχνότερα ταχυκαρδία και σπάνια
βραδυκαρδία , συµπτώµατα από το γαστρεντερικό όπως ναυτία, εµετός, διάρροια, πόνος.
Επίσης µπορεί να παρουσιάσει ο ασθενής κεφαλαλγία, λιποθυµία. Το οίδηµα της γλώσσας,
του λάρυγγα και ο βρογχόσπασµος χωρίς θεραπεία οδηγούν σε δύσπνοια και ασφυξία.
Η πτώση της αρτηριακής πίεσης, η ασφυξία οδηγούν στο θάνατο.
Θεραπεία
Ενδοφλέβια χορήγηση αντιϊσταµινικών, κορτικοστεροειδών. Υποδόρια χορήγηση
αδρεναλίνης. Εάν είναι απαραίτητη αµινοφυλλίνη, οξυγόνο.
Περίληψη : Γενικευµένη αναφυλαξία
• Αιτιολογία:
Αντίδραση υπερευαισθησίας τύπου Ι, που προκαλείται συνήθως από:
1. Φάρµακα
2. Τροφές
3. ∆είγµα εντόµων
• Κλινική εικόνα:
1. Κλινικές εκδηλώσεις που µπορεί να εµφανισθούν σε λίγα λεπτά και αν
αποβούν θανατηφόρες.
2. Κνίδωση
3. Αγγειοοίδηµα
4. Κνησµός
5. Γενικά συµπτώµατα: όπως από το ανώτερο αναπνευστικό, καρδιαγγειακά,
γαστρεντερικά, λιποθυµία, κεφαλαλγία, έντονη εφίδρωση.
• Θεραπεία:
1. Ενδοφλέβια χορήγηση:
κορτικοστεροειδών, αντιϊσταµινικών.
2. Χορήγηση αδρεναλίνης
3. Αµινοφυλλίνη
4. Οξυγόνο
13.7. ΤΟΞΙΚΟ ΕΡΥΘΗΜΑ (TOXIC ERYTHEMA)
Ορισµός
Το τοξικό ερύθηµα είναι ερυθρό κηλιδοβλατιδώδες ή κηλιδώδες εξάνθηµα του
δέρµατος διαφόρου αιτιολογίας.
Αιτιολογία
Οφείλεται σε ακόλουθα:

135
1.
2.
3.
4.

Φάρµακα όπως συµβαίνει µε την αµπικιλλίνη, σουλφοναµίδες.
Βακτηρίδια όπως η οστρακιά που οφείλεται στη στρεπτοκοκκική ερυθροτοξίνη.
Ιώσεις όπως στη περίπτωση της ιλαράς, ερυθράς.
Τοξικό ερύθηµα του νεογνού που είναι αγνώστου αιτιολογίας και εµφανίζεται τις πρώτες
48 ώρες µετά τη γέννηση και υποχωρεί σε 2 ηµέρες.

Κλινική εικόνα
Συνήθως προσβάλλεται όλη η επιφάνεια του σώµατος. Οι βλάβες είναι συνήθως
ερυθρές, συρρέουσες, αρχικά κηλιδώδεις αργότερα κηλιδοβλατιδώδεις βλάβες και υποχωρεί
µε απολέπιση.
Όταν οφείλεται σε φάρµακο είναι κνησµώδες ενώ όταν οφείλεται σε λοίµωξη είναι δεν
υπάρχει κνησµός και συχνά συνοδεύεται από πυρετό, διογκωµένους λεµφαδένες κ.α.
Τα φαρµακευτικά εξανθήµατα µετά τη διακοπή του φαρµάκου συνήθως υποχωρούν σε 8-10
ηµέρες.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από το σύνδροµο Steven Johnson, τοξική
επιδερµική νεκρόλυση.
Θεραπεία
Η θεραπεία εξαρτάται από την αιτία που το προκαλεί. Οι βακτηριδιακές λοιµώξεις
αντιµετωπίζονται µε το κατάλληλο αντιβιοτικό και συµπτωµατική αγωγή, ενώ οι ιογενείς µόνο
µε συµπτωµατική αγωγή.
Στη περίπτωση των φαρµακευτικών εξανθηµάτων χορηγούνται τοπικά
αντικνησµώδη, συστηµατική χορήγηση κορτικοστεροειδών και αντιϊσταµινικών.
Περίληψη : Τοξικό ερύθηµα
• Αιτιολογία:
1. Φάρµακα
2. Βακτηρίδια
3. Ιώσεις
4. Τοξικό ερύθηµα του νεογνού
• Κλινική εικόνα:
1. Γενικευµένο κηλιδώδες ή κηλιδοβλατιδώδες εξάνθηµα
2. Κνησµός όταν οφείλεται σε φάρµακο
• Θεραπεία:
1. Στις βακτηριδιακές λοιµώξεις αντιβιοτικά
2. Στις ιογενείς λοιµώξεις συµπτωµατική θεραπεία
3. Όταν οφείλεται σε φάρµακο, αποµάκρυνση αυτού και χορήγηση:
κορτικοστεροειδών και αντιϊσταµινικών.
13.7. ΤΟΞΙΚΗ ΕΠΙ∆ΕΡΜΙΚΗ ΝΕΚΡΟΛΥΣΗ Ή ΣΥΝ∆ΡΟΜΟ LYELL
(TOXIC EPIDERMAL NECROLYSIS)
Ορισµός
Είναι γενικευµένο ποµφολυγώδες εξάνθηµα του δέρµατος και βλεννογόνων και
παρατηρείται µετά από λήψη φαρµάκων.
Αιτία

136
Παρατηρείται µετά από σύγχρονη λοίµωξη και λήψη φαρµάκου. Επαναπαράγεται για
µικρό χρονικό διάστηµα µετά τη λήψη του φαρµάκου.
Κλινική εικόνα
Στο δέρµα και βλεννογόνους σχηµατίζονται πλαδαρές ποµφόλυγες, στη συνέχεια
παρατηρείται εκτεταµένη αποκόλληση της επιδερµίδας.
Η νέκρωση των κυττάρων της βασικής στιβάδας που οδηγεί στο αποχωρισµό της
επιδερµίδας από το χόριο. Το φαινόµενο Nikolski είναι θετικό.
Οι δερµατικές βλάβες συνοδεύονται από υψηλό πυρετό και βαριά γενικά συµπτώµατα.
Συχνά παρατηρούνται αιµορραγίες των εσωτερικών οργάνων.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από το σύνδροµο Steven Johnson, τοξικό
ερύθηµα.
Θεραπεία
Η αντιµετώπιση είναι ίδια µε αυτή των εκτεταµένων εγκαυµάτων. Γίνεται συστηµατική
θεραπεία στεροειδή τα οποία σε υψηλές δόσεις µπορούν να δηµιουργήσουν προβλήµατα.
Συγχρόνως δίνονται αντιβιοτικά ευρέως φάσµατος και τα οποία συνήθως δεν προκαλούν
αλλεργία. Η τοπική θεραπεία είναι συµπτωµατική.

Περίληψη : Τοξική επιδερµική νεκρόλυση ή σύνδροµο Lyell
• Αιτιολογία:
Σύγχρονη λοίµωξη και λήψη φαρµάκου
• Κλινική εικόνα:
1. Γενικευµένο ποµφολυγώδες εξάνθηµα δέρµατος (Nikolski θετικό) και
βλεννογόνων. Παρατηρείται εκτεταµένη αποκόλληση της επιδερµίδας.
2. Υψηλός πυρετός
3. Βαρεία γενικά συµπτώµατα
4. Συχνά παρατηρούνται αιµορραγίες των εσωτερικών οργάνων.
• Θεραπεία:
1. Αντιµετώπιση όπως στα εκτεταµένα εγκαύµατα
2. Κορτικοστεροειδή
3. Αντιβιοτικά ευρέως φάσµατος
4. Τοπική συµπτωµατική θεραπεία
13.8. ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΕΡΥΘΗΜΑ (ERYTHEMA MULTIFORME)
Ορισµός
Το πολύµορφο ερύθηµα είναι εξάνθηµα που προσβάλλει δέρµα ξαφνικά και καµιά
φορά και βλεννογόνους.
Αιτιολογία
Προκαλείται από άνοσα συµπλέγµατα. Η πιο συχνή αιτία είναι ο απλός έρπης.
Οι συχνότερες αιτίες είναι:
1. Λοιµώξεις από ιούς, βακτηρίδια και µύκητες
2. Φάρµακα
3. Ακτινοθεραπεία όγκων
4. Κακοήθη νοσήµατα

137
5. Νοσήµατα του κολλαγόνου
6. Ιδιοπαθές
7. Εγκυµοσύνη
Κλινική εικόνα
Συνήθως προηγούνται γενικά συµπτώµατα όπως πυρετός, ανορεξία, καταβολή
δυνάµεων. Το εξάνθηµα συνοδεύεται από τάση και αίσθηµα καύσους.
∆ιακρίνονται τρεις µορφές:
1. Κηλιδοβλατιδώδης µορφή.
Εδώ οι βλάβες είναι υπό µορφή “ίριδας” και εντοπίζονται στα χέρια, αντιβράχια,
πόδια, κάτω τριτηµόριο των κνηµών. Οι κηλιδοβλατιδώδεις βλάβες είναι ερυθρές
ή ερυθροϊώδεις, στρογγυλές ή ωοειδείς, σχηµατίζουν στόχους µε ελαφρά
επηρµένο το κεντρικό τµήµα. Το κεντρικό τµήµα έχει πιο έντονο χρώµα.
2. Φυσαλιδοποµφολυγώδης µορφή
Είναι µια µορφή µεταξύ της κηλιδοβλατιδώδους µορφής και του Συνδρόµου StevensJohnson. Η έκταση που καταλαµβάνει το εξάνθηµα είναι µεγαλύτερη µπορεί να
προσβληθούν οι βλεννογόνοι και ο κορµός. Το κέντρο της βλάβης που σχηµατίζει στόχο
είναι φυσαλίδα ή ποµφόλυγα. Η νέκρωση των κερατινοκυττάρων οδηγεί στο σχηµατισµό
φυσαλίδων. Οι ποµφόλυγες είναι υποεπιδερµικές, χωρίς ακανθόλυση.
3. Bαρύ ποµφολυγώδες ή Σύνδροµο Stevens-Johnson
Εδώ παρατηρούνται βαριά γενικά συµπτώµατα συγχρόνως µε τις εκδηλώσεις από το
δέρµα και βλεννογόνους. Χαρακτηριστικό είναι ότι προσβάλλονται κυρίως οι βλεννογόνοι,
ιδιαίτερα οι βλεννογόνοι της στοµατικής κοιλότητας, γεννητικών οργάνων, αναπνευστικής
οδού, πρωκτού και µάτια. Φυσαλίδες, ποµφόλυγες και ακολούθως διαβρώσεις
καταλαµβάνουν τους βλεννογόνους.
Οι ποµφόλυγες είναι υποεπιδερµικές, χωρίς ακανθόλυση.
Στο δέρµα παρατηρείται µεγάλη πολυµορφία, παρατηρούνται ερυθηµατώδεις
κηλιδοβλατιδώδεις βλάβες, που µπορεί να είναι και φυσαλιδώδεις ή ποµφολυγώδεις.
Είναι πολυσυστηµατική νόσος, δυνατόν να προσβληθούν τα νεφρά, οι πνεύµονες, το
γαστρεντερικό σύστηµα, οι αρθρώσεις.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνψ\ωση θα γίνει από το φαρµακευτικό εξάνθηµα, ψωρίαση,
δευτερόγονο σύφιλη, κνίδωση, λοίµωξη µε απλό έρπητα, ερυθηµατώδη λύκο, τοξικό
ερύθηµα, τοξική επιδερµική νεκρόλυση.
Θεραπεία
Αποφυγή ή θεραπεία του αιτιολογικού παράγοντα.
Στις ήπιες µορφές πολυµόρφου εξανθήµατος συµπτωµατική αντιµετώπιση, τοπική θεραπεία
µε κορτικοστεροειδή. Σε εκτεταµένες µορφές συστηµατικά κορτικοστεροειδή, αντιισταµηνικά.
Στο σύνδροµο Steven-Johnson χορηγούνται συστηµατικά κορτικοστεροειδή.
Περίληψη : Πολύµορφο ερύθηµα
• Αιτιολογία:
Προκαλείται από άνοσα συµπλέγµατα.
Οι κυριότερες αιτίες είναι:
1. Λοιµώξεις
2. Φάρµακα
3. Ακτινοθεραπεία όγκων
4. Εγκυµοσύνη
4. Κακοήθη νοσήµατα
5. Νοσήµατα του κολλαγόνου
6. Ιδιοπαθές

138
• Κλινική εικόνα:
1. Κηλιδοβαλατιδώδης µορφή
2. Φυσαλιδοποµφολυγώδης µορφή
3. Βαρύ ποµφολυγώδες ή σύνδροµο Stevens-Johnson.
• Θεραπεία:
1. Αποφυγή αιτιολογικού παράγοντα
2. Συµπτωµατική θεραπεία
3. Κορτικοστεροειδή
4. Αντιισταµηνικά

14. ΕΚΖΕΜΑ Ή ∆ΕΡΜΑΤΙΤΙΣ
Έκζεµα είναι φλεγµονή του δέρµατος από εξωγενή ή ενδογενή αίτια. Συνοδεύεται από
κνησµό, ο οποίος συχνά συνυπάρχει σε όλη τη διάρκεια του εκζέµατος. Οι όροι έκζεµα και
δερµατίτις είναι συνώνυµοι, αλλά συχνά για παθήσεις που οφείλονται σε εξωτερικά αίτια
χρησιµοποιείται ο όρος δερµατίτις, ενώ για παθήσεις που οφείλονται σε εσωτερικά αίτια ο
όρος έκζεµα.
Το έκζεµα διακρίνεται σε οξύ, υποξύ και χρόνιο.
Περίληψη : Στάδια εκζέµατος


οξύ στάδιο
υποξύ στάδιο
χρόνιο στάδιο

Κλινική εικόνα
Στο οξύ έκζεµα προηγείται ερυθρότητα και κνησµός του δέρµατος και ακολούθως ο
σχηµατισµός ερυθρών βλατίδων. Οι βλατίδες µπορεί να µετατραπούν σε βλατιδοφυσαλίδες
δηλαδή βλατίδες µε φυσαλίδα στο κέντρο ή φυσαλίδες ή ποµφόλυγες. Ακολούθως υπάρχει
ορόρροια από τις φυσαλίδες και ποµφόλυγες. Αυτή είναι σηµαντική κυρίως στις περιπτώσεις
εκτεταµένου οιδήµατος. Εδώ εκτός του κνησµού συνυπάρχει αίσθηµα θερµότητας και πόνου.
Στο υποξύ έκζεµα αρχικά σχηµατίζονται εφελκίδες και το δέρµα είναι ερυθρό, ακολουθεί
απολέπισης.
Στο χρόνιο έκζεµα, δηλαδή φλεγµονή που κρατάει πάνω από 2-3 µήνες παρατηρείται
ξηρότητα του δέρµατος, λειχηνοποίησης του δέρµατος και απολέπισης. Η λειχηνοποίηση
χαρακτηρίζεται από πάχυνση του δέρµατος µε αύξηση των φυσιολογικών πτυχώσεων.
Επίσης συχνά δηµιουργούνται εκδορές, δρυφάδες και ραγάδες.
Στο έκζεµα επειδή ο επιδερµικός φραγµός είναι παθολογικός, συχνή επιπλοκή είναι οι
διάφορες λοιµώξεις.
Συχνά παρατηρείται µεταφλεγµονώδης υπέρ- ή υποµελάγχρωση. Η
µεταφλεγµονώδης υπερµελάγχρωση είναι αποτέλεσµα της προσβολής της βασικής στιβάδας
της επιδερµίδας µε εναπόθεση της µελανίνης στο χόριο. Ακολούθως η µελανίνη
φαγοκυτταρώνεται από τα µακροφάγα, αλλά πολλές φορές µε πολύ αργό ρυθµό.
Υποµελάγχρωση είναι η µερική απώλεια χρωστικής.
Ιστολογική εικόνα
Στο οξύ έκζεµα παρατηρείται διάταση των αιµοφόρων αγγείων. Φλεγµονώδη
κύτταρα που µεταναστεύον στην επιδερµίδα. Αποτέλεσµα αυτού είναι η δηµιουργία εντόνου
οιδήµατος µεταξύ των κυττάρων της ακανθωτής στιβάδας χωρίς ρήξη των δεσµοσωµάτων
(σπογγίωση). Στις περιπτώσεις που δηµιουργούνται φυσαλίδες υπάρχει ρήξη των
δεσµοσωµάτων και δηµιουργία ενδοεπιδερµικών φυσαλίδων.
Ακολούθως παρατηρείται ακάνθωση και υπερκεράτωση.

139
Στο υποξύ έκζεµα παρατηρείται υπερκεράτωση, ακάνθωση µε λίγες εστίες σπογγίωσης, ενώ
στο χρόνιο έκζεµα φλεγµονώδη διήθηση του χορίου, έντονη ακάνθωση, υπερκεράτωση
παρακεράτωση.
Περίληψη : Έκζεµα
Κλινική εικόνα:

Οξύ έκζεµα:
1. Eρύθηµα
2. Bλατίδες
3. Bλατιδοφυσαλίδες
4. Φυσαλίδες
5. Ποµφόλυγες
6. Κνησµός
7. Πόνος
8. Αίσθηµα θερµότητας

Υποξύ έκζεµα
1. Ερυθρότητα δέρµατος
2. Εφελκίδες
3. Απολέπιση

Χρόνιο έκζεµα:
1.Ξηρότητα δέρµατος
2.Ληχεινοποιήση
3.Απολέπιση
14.1. ΑΤΟΠΙΚΗ ∆ΕΡΜΑΤΙΤΙ∆Α Ή ΑΤΟΠΙΚΟ ΕΚΖΕΜΑ (ATOPIC DERMATITIS)
Ορισµός
Η ατοπική δερµατίτιδα είναι µία χρόνια υποτροπιάζουσα κνησµώδη δερµατοπάθεια
που εµφανίζεται σε άτοµα µε ατοπία. Η µεγαλύτερη επίπτωση είναι στα παιδιά. Μαζί µε
το αλλεργικό άσθµα και την αλλεργική ρινίτιδα, αλλεργική επιπεφυκίτιδα, κνίδωση
αποτελούν τις ατοπικές νόσους. Συχνά συνοδεύεται από αυτές τις ασθένειες και
εµφανίζεται σε άτοµα µε κληρονοµική προδιάθεση σε αυτή.
Αιτιολογία
Οι ατοπικές ασθένειες εµφανίζονται σε άτοµα µε κληρονοµική προδιάθεση σε αυτές.
Η κληρονοµικότης είναι επικρατούσα αυτοσωµατικού τύπου µε ατελή διείσδυση.
Στους ασθενείς µε ατοπικό έκζεµα παρατηρείται µια διαταραχή του ανοσολογικού
συστήµατος µε παραγωγή πολλών ανοσοσφαιρινών Ε (IgE) έναντι πολλών ουσιών του
περιβάλλοντος (αλλεργιογόνα). Tα αλλεργιογόνα αυτά δεν είναι το απαραίτητο να
εκλύουν το ατοπικό έκζεµα. Συγχρόνως παρουσιάζουν ελαττωµένη την
επιβραδυνοµένου τύπου υπερευαισθησία σε αλλεργιογόνα επαφής όπως το
δινιτροχλωροβενζένιο, Candida, στρεπτοκινάση και τάση για µικροβιακές και ιογενείς
λοιµώξεις του δέρµατος.
Οι ασθενείς µε ατοπική δερµατίτιδα παρουσιάζουν ελαττωµένο αριθµό Τ-βοηθητικών
κυττάρων, µειωµένη δραστηριότητα των κυττάρων φυσικών φονέων (ΝΚ κυττάρων) και
τα αντισώµατα παρουσιάζουν µειωµένη κυτταροτοξικότητα. Επίσης στο ιό του απλού
έρπητα και χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο οι απαντήσεις λεµφοκυτταρικής µετατροπής είναι
ελαττωµένες. Ο ελαττωµένος επιδερµικός φραγµός συµβάλλει στις λοιµώξεις.
Σε ασθενείς µε ατοπική δερµατίτιδα και µε παθήσεις του αναπνευστικού παρατηρείται
ηωσινοφιλία.

140
Σύµφωνα µε τη θεωρία του αποκλεισµού των β-αδρενεργικών υποδοχέων, στο
ατοπικό έκζεµα πολλά ερεθίσµατα λόγω µία διαταραγµένης β-αδρενεργικής αντίδρασης,
οδηγούν σε έντονο α-αδρενεργικό ερεθισµό.
Στο ατοπικό έκζεµα οι µεταβολίτες του λινολεϊκού και α-λινολεϊκού οξέως είναι
ελαττωµένοι, αυτό πιθανώς να οφείλεται σε µία διαταραχή της δράσης της δ-6δεσατουράσης.
Ευρύ φάσµα ερεθισµάτων µπορεί να προκαλέσει την ατοπική δερµατίτιδα τα
συνηθέστερα είναι:
1. Υγρό κλίµα και µεγάλες περιβαλλοντικές διακυµάνσεις.
2. Εποχή του χρόνου. Χειροτερεύει το φθινόπωρο και χειµώνα.
3. Λοιµώξεις
4. Επαφή µε διάφορα αλλεργιογόνα
5. ∆υσανεξία σε διάφορες τροφές. Έχει παρατηρηθεί επιδείνωση του εκζέµατος σε
διάφορους ασθενείς µετά από πολύ πικάντικα φαγητά, εσπεριδοειδή, συντηρητικά και
χρωστικές τροφίµων.
6. Ψυχικό στρες
Επιδηµιολογία
Το ατοπικό έκζεµα παρατηρείται σε όλες τις φυλές. Σε ένα ποσοστό 70% είναι θετικό
το οικογενειακό ιστορικό για ατοπία. Η επίπτωση της νόσου στους ενήλικες Καυκάσιους
είναι 1-5%, ενώ στα παιδιά περίπου 9- 20%. Από το 1970 για άγνωστους λόγους,
αυξήθηκε το ποσοστό των ατόµων µε ατοπικό έκζεµα. Η νόσος αρχίζει συνήθως γύρω
στο τρίτο µήνα της ζωής, πολύ σπάνια τις πρώτες τέσσερις εβδοµάδες της ζωής. Σε ένα
ποσοστό 60% των ασθενών η νόσος αρχίζει έως τη συµπλήρωση του πρώτου έτους της
ζωής και σε ένα ποσοστό 90% έως τη συµπλήρωση του πέµπτου έτους της ζωής. Κατά
την εφηβεία, περίπου 75% των ασθενών δεν έχει πλέον συµπτώµατα.
Κλινική εικόνα
Η κλινική εικόνα του ατοπικού εκζέµατος παρουσιάζει µεγάλη πολυµορφία και
εξαρτάται και από την ηλικία του ασθενούς. Η δε έκταση µπορεί να είναι πολύ µικρή
όπως µόνο στις άκρές των δακτύλων ή γενικευµένη µε αποτέλεσµα την ερυθροδερµία.
Ανάλογα µε την ηλικία που εµφανίζεται η ατοπική δερµατίτις παρουσιάζει
διάφορες µορφές. Χαρακτηρίζεται από τον έντονο κνησµό. ∆ιακρίνονται τρεις
µορφές: 1. Ατοπική δερµατίτις της βρεφικής ηλικίας. 2. Ατοπική δερµατίτις της
παιδικής ηλικίας. 3. Ατοπική δερµατίτις των εφήβων και ενηλίκων.
1. Ατοπική δερµατίτις της βρεφικής ηλικίας και παιδικής ηλικίας µέχρι δύο ετών.
Η ατοπική δερµατίτις αρχίζει συνήθως το τρίτο µήνα της ζωής σαν οξύ έκζεµα,
δηλαδή έκζεµα µε ορόρροια και εφελκίδες, κυρίως στις κυρτές επιφάνειες του
προσώπου και τριχωτού της κεφαλής. Στη συνέχεια επεκτείνεται στο κορµό,
γλουτούς και εκτατικές επιφάνειες των άκρων, γονάτων, αγκώνων. Το έκζεµα
στο κορµό συχνά είναι νοµισµατοειδές.
2. Ατοπική δερµατίτις της παιδικής ηλικίας (από δύο ετών).
Το ατοπικό έκζεµα τώρα είναι υποξύ ή χρόνιο υποτροπιάζων µε πολλές δρυφάδες
και µετατίθεται στις κοίλες επιφάνειες, δηλαδή καµπτικές επιφάνειες των άκρων
σπάνια στο τριχωτό, πρόσωπο, λαιµό. Επίσης στη σχολική ηλικία εµφανίζεται και
στη ράχη των χεριών.
3. Ατοπική δερµατίτις των εφήβων και ενηλίκων.
Η ατοπική δερµατίτις στους εφήβους (περίπου µετά την ηλικία των 12 ετών) και
ενήλικες χαρακτηρίζεται από λειχηνοποιηµένο δέρµα µε βλατίδες και
προσβάλλονται κυρίως οι καµπτικές επιφάνειες των άκρων (καρποί, αγκώνες,
γόνατα, ποδοκνηµική άρθρωση), λαιµός, κορµός, βλέφαρα. Επίσης
παρατηρούνται νοµισµατοειδείς βλάβες διαφόρου µεγέθους που συρρέουν.

141
Αποτέλεσµα του έντονου κνησµού που συνυπάρχει είναι οι δρυφάδες, η
λειχηνοποίηση, ο σχηµατισµός ουλών, απώλεια του εξωτερικού τρίτου των
φρυδιών (σηµείο Hertoghe) δηµιουργείται µε το τρίψιµο. Επίσης παρατηρείται
µεταφλεγµονώδης υπέρ- και υποµελάγχρωση. Στους Καυκάσιους είναι συχνή µία
δικτυωτή υπερµελάγχρωση στο λαιµό.
Σπάνια γενικεύεται µε το σχηµατισµό ερυθροδερµίας.
Το έκζεµα εµφανίζει εξάρσεις και υφέσεις.
Η διάγνωση της ατοπική δερµατίτιδας είναι σίγουρη όταν πληρούνται τρία από τα
τέσσερα κύρια κριτήρια και τρία δευτερεύοντα κριτήρια:
Κύρια κριτήρια:
1. Κνησµός
2. Χρόνια ή χρονίως υποτροπιάζουσα δερµατίτις
3. Τυπική κατανοµή των δερµατικών βλαβών ανάλογα µε την ηλικία.
4. Οικογενειακό ιστορικό ατοπίας
∆ευτερεύοντα κριτήρια:
1. Αντικειµενικά κλινικά συµπτώµατα
Ι) Μειωµένη εφίδρωση.
ΙΙ) Ξηρότητα του δέρµατος που διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της ζωής.
ΙΙΙ) Κοινή ιχθύαση (Ichthyosis vulgaris), θυλακική υπερκεράτωση (Keratosis pilaris),
αύξηση σε ένταση και αριθµό των αυλακώσεων των παλαµών.
ΙV) Έκζεµα χεριών και άκρου πόδα (atopic feet)
VI) Έκζεµα της θηλής, χείλη και γύρω από το στόµα
VII) Λευκή πιτυρίαση
VIII) Ρυτίδες στα πλάγια του λαιµού.
IX) Αραίωση ή απόπτωση της άκρης των φρυδιών (σηµείο Hertoghe)
X) Στους κροτάφους µικρές ατίθασες τρίχες
XI) Βρεφικό έκζεµα
ΧII) Έκζεµα εντονότερο γύρω από τους τριχικούς θυλάκους
2. Υποκειµενικά κλινικά συµπτώµατα
Ι) Οι ασθενείς δεν ανέχονται τα µάλλινα, από τα οποία προκαλείται ερεθισµός και
κνησµός.
ΙΙ) Κατά την εφίδρωση κνησµός.
3. Αγγειοκινητικές διαταραχές. Τα µικρά αγγεία παρουσιάζουν µια τάση για
αγγειοσύσπαση.
Ι) Ωχρότητα ή ερύθηµα του προσώπου.
ΙΙ) Λευκός δερµογραφισµός. Μετά από τριβή µε αµβλύ όργανο παρατηρείται µία λευκή
γραµµή και οφείλεται σε ανώµαλη αγγειακή σύσπαση.
ΙΙΙ) Χαµηλή θερµοκρασία των δακτύλων χεριών και ποδιών και ελαττωµένη προσαρµογή
στις µεταβολές της θερµοκρασίας. Κατά την έκθεση στο κρύο παρατεταµένη
αγγειοσύσπαση.
4. Λειτουργικές διαταραχές µετά από επίδραση συγκινησιακών καταστάσεων και
εξωτερικών επιδράσεων
Ι) Χειροτέρευση της κλινικής εικόνας
ΙΙ) Αντιδραστική αυξηµένη εφίδρωση, όπως συµβαίνει στις παλάµες, πέλµατα,
µέτωπο, καµπτική επιφάνεια αγκώνων και γονάτων.
5. ∆ιαταραχή του ανοσολογικού συστήµατος-Υπερευαισθησία τύπου Ι

142
Ι) Αύξηση των ανοσοσφαιρινών Ε στον ορό έναντι πολλών ουσιών.
ΙΙ) Θετικές αντιδράσεις στις δερµατικές δοκιµασίες σκαριφισµού ή δια νυγµού (prick tests)
και οι ενδοδερµατικές δερµατικές δοκιµασίες. Οι τελευταίες είναι περισσότερο επικίνδυνες
από τις δια νυγµού λόγω πιθανών συστηµατικών αντιδράσεων. Η ενδοδερµατική
δοκιµασία είναι περίπου 10000 περισσότερο ευαίσθητη της δοκιµασίας δια νυγµού.
ΙΙΙ) ∆υσανεξία σε διάφορες τροφές όπως τα εσπεριδοειδή, οπότε παρατηρείται
χειροτέρευση της κλινικής εικόνας.
6. ∆ιαταραχή του ανοσολογικού συστήµατος-Υπερευαισθησία τύπου ΙV
Ι) Ευπάθεια σε δερµατικές λοιµώξεις, ιδιαίτερα µε χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο και απλό
έρπητα.
ΙΙ) Ελαττωµένη την επιβραδυνοµένου τύπου υπερευαισθησία σε ισχυρά αλλεργιογόνα
επαφής.
7. ∆ιαταραχές από τα µάτια
Ι) Υποτροπιάζουσα επιπεφυκίτις
ΙΙ) Οριζόντιες πτυχώσεις των κάτω βλεφάρων, οι λεγόµενες πτυχές Dennie-Morgan.
ΙΙΙ) Αλλοιώσεις από τα µάτια (κερατόκωνος και καταρράκτης).
ΙV)Μελαγχρωµατικό δέρµα ιδίως κάτω από τα µάτια.
8. Αντανακλαστικά
I) Τα αντανακλαστικά της του κερατοειδούς και φάρυγγα είναι µειωµένα ή εκλείπουν.
Η ατοπική δερµατίτις µπορεί να επιδεινωθεί κάτω από την επίδραση των ακολούθων:
1. Έντονη εφίδρωση
2. Πολύ ξηρή επιδερµίδα
3. Απορρυπαντικά
4. Υγρό κλίµα, χειµερινοί µήνες, έντονες διακυµάνσεις της θερµοκρασίας.
5. ∆ιάφορες τροφές όπως εσπεριδοειδή, συντηρητικά και χρωστικές τροφίµων.
6. Ρούχα µάλλινα ή συνθετικά
7. Πριν την περίοδο και κατά την εγκυµοσύνη.
8. Επιµολύνσεις
9. Συγκινησιακές καταστάσεις
Σχετικά συχνά παρατηρείται συνδυασµός γυροειδούς αλωπεκίας και ατοπικής δερµατίτιδας.
Επιπλοκές
Η ατοπική δερµατίτιδα συχνά επιµολύνεται από βακηριδιακές λοιµώξεις κυρίως
χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο, ιογενείς λοιµώξεις όπως απλό έρπητα, µε ιό των θηλωµάτων
(ΗPV) και το pox ιό που προκαλεί τη µολυσµατική τέρµινθο.
Το ανεµοευλιογοειδές εξάνθηµα του Κaposi είναι η περίπτωση ατόµων µε ατοπικό
έκζεµα όπου η λοίµωξη µε τον απλό έρπητα ή µετά από δαµαλισµό µπορεί να καταλάβη
εκτεταµένες επιφάνειες του δέρµατος.
Σύνδροµο Wiskott-Aldrich σε αυτό το σύνδροµο παρατηρείται έκζεµα τύπου ατοπικής
δερµατίτιδας, έντονη αιµορραγία από τις δρυφάδες, αιµορραγική διάρροια, ρινορραγία και
τάση για ενδοκρανιακή αιµορραγία.
Πρόγνωση
Κατά την εφηβεία, περίπου 75% των ασθενών δεν έχει πλέον συµπτώµατα. Κατά την
ενηλικίωση µπορεί να εµφανισθεί υποτροπή, το µεγαλύτερο ποσοστό βελτιώνεται όταν είναι
τριάντα ετών. Ένα µικρό ποσοστό παραµένει και πάσχει σε όλη τη ζωή.
Πτωχή πρόγνωση έχουν όσοι πάσχουν και από άλλες ατοπικές παθήσεις και το εκτεταµένο
έκζεµα κατά την βρεφική ηλικία.
∆ιαφορική διάγνωση

143

Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από το τοξικό ερύθηµα, φαρµακευτικά
εξανθήµατα, ιογενή εξανθήµατα, δερµατίτιδα εξ επαφής, οστρακιά, ερυθροδερµία,
νοµισµατοειδές έκζεµα, ψωρίαση, ροδόχρους νόσος.
Εργαστηριακές εξετάσεις
Οι ακόλουθες εξετάσεις είναι συνήθως παθολογικές: ηωσινόφιλα (ηωσινοφιλία), ολική
ανοσοσφαίρίνη Ε, ραδιοαλλεργιοαπορροφητική δοκιµασία (RAST) για τον έλεγχο έναντι
ποιών αντιγόνων συντίθεται η ανοσοσφαιρίνη Ε, δοκιµασίες σκαριφισµού ή δια νυγµού (prick
tests) και οι ενδοδερµατικές δερµατικές δοκιµασίες. Οι τελευταίες είναι περισσότερο
επικίνδυνες από τις δια νυγµού λόγω πιθανών συστηµατικών αντιδράσεων. Η ενδοδερµατική
δοκιµασία είναι περίπου 10000 περισσότερο ευαίσθητη της δοκιµασίας δια νυγµού
Για τον έλεγχο της κυτταρικής ανοσίας ελέγχεται ο λεµφοκυτταρικός υποπληθυσµός και το
Multitest Merieux (επιδερµική δοκιµασία) .
Θεραπεία
Η θεραπεία της ατοπική δερµατίτιδας ανεξάρτητα από την ηλικία, περιλαµβάνει γενικά
µέτρα, τη θεραπευτική αντιµετώπιση του εκζέµατος και τέλος την θεραπευτική αντιµετώπιση
των επιπλοκών.
1. Γενικά µέτρα
Αντιµετώπιση της ξηροδερµίας µε τη χρήση λιπαντικών ουσιών, σαπούνια µε ουδέτερο
pH, µπάνια µε ειδικά προσθετικά ελαιούχα ή αµυλούχα, µαλακτικά όπως η ουρία, υγρή
παραφίνη, λανολίνη. Καλύτερα αποτελέσµατα έχουν συνήθως οι αλοιφές.
Αποφυγή αλλεργιογόνων, τροφών και ουσιών που προκαλούν επιδείνωση του εκζέµατος.
Ευνοϊκές κλιµατολογικές συνθήκες
2. Θεραπευτική αντιµετώπιση του εκζέµατος
Τοπική θεραπεία µε κορτικοστεροειδή, στις δε χρόνιες λειχηνοποιηµένες δερµατίτιδες
πίσσα ή συνδυασµός κορτικοστεροειδούς µε πίσσα.
Συστηµατική θεραπεία µε αντιϊσταµινικά, κορτικοστεροειδή για σύντοµο διάστηµα.
Η από το στόµα χορήγηση γ-λινολεϊκού οξέως προκαλεί σε πολλές περιπτώσεις βελτίωση
του εκζέµατος. Σε βαρειές πολύ εκτεταµένες περιπτώσεις. µπορεί ναδοθεί µεθοτρεξάτη,
αζαθειοπρίνη, κυκλοσπορίνη.
Στα βρέφη, κατά τους πρώτους µήνες της ζωής στις δερµατικές βλάβες 1%
υδροκορτιζόνη, prednicarbate, mometasone. Από το τέταρτο µήνα methylprednisolone
aceponate, fluticasone propionate.
Επίσης µπορεί να βοηθήσει και η φωτοθεραπεία (UVA ή UVB ή UVA/ UVB ή UVA1),
λόγω της αντιφλεγµονώδους και ανοσοκατασταλτικής δράσης τους. Σε βαριές περιπτώσεις
ατοπικής δερµατίτιδας φωτοχηµειοθεραπεία (PUVA).
Άλλες σύγχρονες θεραπείες είναι: Συστηµατική θεραπεία µε γ-ιντερφερόνη. Τοπική
θεραπεία µε ουσίες που έχουν µε δράση τοπικού ανοσοτροποποιητού και αντιφλεγµονώδη
όπως η αλοιφή tacrolimus 0,03% (παιδιά) και 0,1% (ενήλικες), κρέµα pimecrolimus 1%.
3. Θεραπευτική αντιµετώπιση των επιπλοκών
Οι βακτηριδιακές επιµολύνσεις µε αντιβιοτικά, οι δε επιµολύνσεις µε ιούς εξαρτάται από τον
ιό. Εκτός από την ειδική θεραπεία των ιών θα πρέπει να αποφεύγεται η χρήση κορτιζόνης εκεί
που είναι η ιογενής µόλυνση και να γίνεται ειδική θεραπεία όσο το δυνατό πιο γρήγορα.
Περίληψη : Ατοπική δερµατίτιδα ή ατοπικό έκζεµα
• Αιτιολογία:
1. Παρατηρείται σε άτοµα µε κληρονοµική προδιάθεση. Ατοπικά άτοµα
2. Τα άτοµα αυτά παρουσιάζουν µία διαταραχή του ανοσολογικού συστήµατος
3. Οι µεταβολίτες του λινολεϊκού και α-λινολεϊκού οξέως είναι ελαττωµένοι.

144
4. Την προκαλούν :
Ι) Υγρό κλήµα και µεγάλες περιβαλλοντικές διακυµάνσεις
ΙΙ) Εποχή του χρόνου
ΙΙΙ) Λοιµώξεις
IV) Αλλεργιογόνα
V) ∆υσανεξία σε διάφορες τροφές
VΙ) Ψυχικό στρες
• Εργαστηριακές ε ξετάσεις:
Συνήθως είναι παθολογικές οι εξής εξετάσεις: ηωσινόφιλα, IgE, RAST, Prick test,
ενδοδερµικές δοκιµασίες.

Κλινική εικόνα:
1.Σίγουρη διάγνωση όταν πληρούνται 3 πρωτεύοντα και 3 δευτερεύοντα κριτήρια
2. Οι κλινικές µορφές είναι οι εξής:
Ι) Ατοπική δερµατίτις της βρεφικής και παιδικής ηλικίας µέχρι δύο ετών, όπου
είναι κυρίως οξύ έκζεµα.
ΙΙ) Ατοπική δερµατίτις της παιδικής ηλικίας από δύο ετών, όπου
είναι κυρίως υποξύ ή χρόνιο υποτροπιάζων έκζεµα.
ΙΙΙ) Ατοπική δερµατίτις των εφήβων (ηλικία µεγαλύτερη των 12 ετών) και
ενηλίκων, όπου παρατηρείται λειχηνοποιηµένο έκζεµα µε εξάρσεις και
υφέσεις.

Θεραπεία:
1. Γενικά µέτρα
2. Θεραπευτική αντιµετώπιση του εκζέµατος
3. Θεραπευτική αντιµετώπιση των επιπλοκών
14.2. ∆ΕΡΜΑΤΙΤΙ∆Α ΕΞ ΕΠΑΦΗΣ (CONTACT DERMATITIS)
Η δερµατίτιδα εξ επαφής είναι µία δερµατίτιδα που προκαλείται από την επίδραση
µίας εξωτερικής ουσίας στο δέρµα.
∆ιακρίνονται δύο µορφές η αλλεργική και η τοξική ή ερεθιστική εξ επαφής. Τα ατοπικά άτοµα
είναι επιρρεπή για τοξική δερµατίτιδα εξ επαφής.
Περίληψη : ∆ερµατίτιδα εξ επαφής

Αιτιολογία:
∆ερµατίτιδα που προκαλείται µια εξωτερική ουσία.

Μορφές:
1.Αλλεργική εξ επαφής δερµατίτιδα.
2. Τοξική ή ερεθιστική εξ επαφής δερµατίτδα

14.2.1. ΑΛΛΕΡΓΙΚΗ ΕΞ ΕΠΑΦΗΣ ∆ΕΡΜΑΤΙΤΙ∆Α (ALLERGIC CONTACT DERMATITIS)
Ορισµός
Η αλλεργική δερµατίτιδα εξ επαφής αλλεργική αντίδραση υπερευαισθησίας
επιβραδυνοµένου τύπου (τύπος IV υπερευαισθησίας) που έχει σαν αποτέλεσµα τη
δηµιουργία δερµατίτιδας στο σηµείο επαφής µε το αλλεργιογόνο.
Αιτιολογία
Η αλλεργική εξ επαφής δερµατίτιδα οφείλεται σε υπερευαισθησία επιβραδυνοµένου
τύπου. Το αλλεργιογόνο που έχει συνήθως µικρό µοριακό βάρος δρα σαν απτίνη συνδέεται
µε πρωτεϊνη.και προσλαµβάνεται από τα κύτταρα του Langerhans. Tα κύτταρα του
Langerhans παρουσιάζουν το αντιγόνο µέσω των αντιγόνων ιστοσυµβατότητος HLA-DR στα

145
Τ- λεµφοκύτταρα στο χόριο και στη παραφλοιώδη µοίρα των επιχώριων λεµφαδένων µέσω
των λεµφικών οδών καταλήγουν. Αυτό έχει ως αποτέλεσµα τη αυξηµένη παραγωγή ειδικών
για το αντιγόνο εκτελεστικών Τ-λεµφοκυττάρων που µεταναστεύουν στο δέρµα όπου είναι
έτοιµα να αντιδράσουν στο αντιγόνο. Αυτό διαρκεί 7-10 ηµέρες. Σε ένα ευαισθητοποιηµένο
άτοµο, νέα επαφή ενός συγκεκριµένου αλλεργιογόνου έχει σαν αποτέλεσµα την εµφάνιση
δερµατίτιδας σε 24-96 ώρες.
Τα πιο συνηθισµένα αλλεργιογόνα είναι αρώµατα, χρωστικές, καλλυντικά, µερικά
φυτά, φάρµακα, ελαστικά, µέταλλα, υλικά οικιακής χρήσης και βιοµηχανικά αντιγόνα όπως
κόλλες, ρητίνες, πλαστικά.
Σε περίπτωση επαγγελµατικής δερµατίτιδας εξ επαφής που οφείλεται σε
επαγγελµατική δραστηριότητα παρατηρείται καλυτέρευση τις ηµέρες που δεν δουλεύει ο
ασθενής.
Για να βρεθεί το αίτιο της αλλεργικής δερµατίτιδας εξ επαφής γίνονται επιδερµικές
δοκιµασίες. Ιδιαίτερης σηµασίας είναι τα patch tests. Στη πλάτη του ασθενούς τοποθετούνται
τα διάφορα αλλεργιογόνα σε κατάλληλο διαλυτικό µέσο και επικαλύπτονται µε αδρανείς
µεταλλικούς δίσκους και υποαλλεργική συγκολλητική ταινία. Η αξιολόγηση του
αποτελέσµατος της επιδερµικής δοκιµασίες γίνεται σε 24, 48, 72 και 96 ώρες. Όταν τα
αποτελέσµατα είναι θετικά, ταξινοµούνται ανάλογα µε την αντίδραση του δέρµατος: +?
(ερύθηµα), + (ερύθηµα, οίδηµα, µικρή βλατίδα), ++ (ερύθηµα, οίδηµα, βλατίδα , φυσαλίδα),
+++ πολύ έντονη αντίδραση (ερύθηµα, οίδηµα, φυσαλίδες, βλατίδες, ποµφόλυγες, έλκωση).
Κλινική εικόνα
Οι δερµατικές βλάβες που παίρνουν τη µορφή οξέως και υποξέως εκζέµατος
εµφανίζονται στα σηµεία επαφής µε το αντιγόνο και η κλινική εικόνα εξαρτάται από το
αλλεργιογόνο.
Η δερµατίτιδα εξ επαφής που οφείλεται σε ουσίες που µεταφέρονται µε τον αέρα
όπως συµβαίνει µε τα φυτά κλπ. είναι δύσκολο να διαγνωσθούν.
Ανάλογα µε την τοπογραφική κατανοµή διακρίνονται σε αυτές των χεριών, προσώπου,
τριχωτού της κεφαλής, κνηµών, µηρών, λαιµού και λοβίων του αυτιού, του κορµού.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από την ατοπική δερµατίτιδα, εντοπισµένη
νευροδερµατίτιδα, σταθερό φαρµακευτικό εξάνθηµα, δερµατοφυτία, καντιντίαση, κνίδωση,
τοξική ή ερεθιστική δερµατίτιδα εξ επαφής, νοµισµατοειδές έκζεµα, ροδόχρου πιτυρίαση.
Θεραπεία
∆ιάγνωση και αποµάκρυνση του αλλεργιογόνου και τοπική θεραπεία µε
κορτικοστεροειδή και συστηµατική θεραπεία αντιϊσταµινικά.
Άλλες σύγχρονες θεραπευτικές προσεγγίσεις, είναι η τοπική εφαρµογή ουσιών που έχουν
δράση τοπικού ανοσοτροποποιητού και αντιφλεγµονώδη όπως η αλοιφή tacrolimus 0,03%
και 0,1%, κρέµα pimecrolimus 1%.
Περίληψη : Αλλεργική εξ επαφής δερµατίτιδα

Αιτιολογία:
Είναι αλλεργική αντίδραση υπερευαισθησίας επιβραδυνοµένου τύπου (τύπος IV
υπερευαισθησίας). Για να βρεθεί το αίτιο γίνονται επιδερµικές δοκιµασίες.

Κλινική εικόνα:
Οι δερµατικές βλάβες παίρνουν τη µορφή οξέως και υποξέως εκζέµατος.

Θεραπεία: 1) Αποµάκρυνση του αλλεργιογόνου.
2) Θεραπεία µε κορτικοστεροειδή και αντιισταµινικά. 3) Τοπικά ανοσοτροποποιητές
14.2.2. ΤΟΞΙΚΗ Ή ΕΡΕΘΙΣΤΙΚΗ ΕΞ ΕΠΑΦΗΣ ∆ΕΡΜΑΤΙΤΙ∆Α
(TOXIC OR IRRITANT CONTACT DERMATITIS)

146

Ορισµός
Η τοξική ή ερεθιστική δερµατίτιδα εξ επαφής προκαλείται από υπερβολική έκθεση του
δέρµατος σε κάποια ουσία.
Αιτιολογία
Για να εµφανισθεί η τοξική δερµατίτιδα πρέπει η ουσία να είναι σε επαρκή πυκνότητα
και παρατεταµένη έκθεση. Επίσης σηµασία έχουν οι φυσικές και χηµικές ιδιότητες της ουσίας,
όπως και η αντίδραση του δέρµατος στα αλκάλεα που µπορεί να είναι φυσιολογική ή
ελαττωµένη.
Οι ουσίες µπορεί να δράσουν βιολογικά όπως σάλια, ούρα, µηχανικά, χηµικά.
Κλινική εικόνα
Η τοξική δερµατίτιδα µπορεί να οφείλεται σε πρόκληση οξείας βλάβης ή σε χρόνια
βλάβη, δηλαδή βλάβη µετά από επαναλαµβανόµενη µακροχρόνια επαφή µε µία ουσία.
Η οξεία τοξική δερµατίτιδα µπορεί να είναι από ήπιο ερύθηµα µέχρι και νέκρωση.
Στη χρόνια τοξική δερµατίτιδα αρχικά το δέρµα εµφανίζεται ξηρό και µε λέπια, ακολούθως
τραχύ, ερυθρό, ρωγµώδες, λεπιδώδες, κνησµώδες.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από την αλλεργική εξ επαφής δερµατίτιδα, ατοπική
δερµατίτιδα, σταθερό φαρµακευτικό εξάνθηµα, δερµατοφυτία, καντιντίαση, κνίδωση,
ροδόχρου πιτυρίαση, νοµισµατοειδές έκζεµα.
Θεραπεία
∆ιάγνωση και αποµάκρυνση του αιτίου. Περιορισµός έκθεσης σε νερό και ερεθιστικές
ουσίες, µαλακτικά, κορτικοστεροειδή για σύντοµο διάστηµα και αργότερα πίσσα.
14.2.3. Ι∆ΙΑΙΤΕΡΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΞΙΚΗΣ Ή ΕΡΕΘΙΣΤΙΚΗΣ ΕΞ ΕΠΑΦΗΣ ∆ΕΡΜΑΤΙΤΙ∆Α
∆ιακρίνονται τρεις ιδιαίτερες µορφές τοξικής ή ερεθιστικής δερµατίτιδας η
πρωτοπαθής ερεθιστική δερµατίτιδα των χεριών, η δερµατίτιδα των σπάργανων, το
αστεατωτικό έκζεµα.
14.2.3.1. ΠΡΩΤΟΠΑΘΗΣ ΕΡΕΘΙΣΤΙΚΗ ∆ΕΡΜΑΤΙΤΙ∆Α ΤΩΝ ΧΕΡΙΩΝ
(PRIMARY IRRITANT CONTACT DERMATITIS)
Ορισµός
Έκζεµα στα χέρια που παρουσιάζεται µετά από συχνή χρήση νερού και ερεθιστικών
ουσιών.
Αιτιολογία
Συχνά γυναίκες νοικοκυρές, αλλά και επαγγέλµατα όπως κοµµώτριες κ.λ.π. που
γίνεται συχνή χρήση νερού και ερεθιστικών ουσιών. Επιρρεπή είναι άτοµα µε µειωµένη
αντίδραση στα αλκάλεα, αλλεργία στο νικέλιο και ατοπικά άτοµα.
Κλινική εικόνα
Το δέρµα των χεριών και δακτύλων είναι ξηρό και µε λέπια, τραχύ, ερυθρό,
ρωγµώδες, λεπιδώδες, κνησµώδες. Όταν προσβάλλεται το δέρµα γύρω από το νύχι, η
ανάπτυξη του νυχιού διαταράσσεται και σχηµατίζονται οριζόντιες γραµµώσεις.
Θεραπεία

147

Περιορισµός χρήσης ερεθιστικών ουσιών και νερού. Τοπική θεραπεία µε µαλακτικά,
τοπικά κορτικοστεροειδή, πίσσα. Συστηµατική θεραπεία µε αντϊσταµινικά.
14.2.3.2. ∆ΕΡΜΑΤΙΤΙ∆Α ΕΚ ΣΠΑΡΓΑΝΩΝ (NAPKIN DERMATITIS)
Ορισµός
Είναι ιδιαίτερη µορφή τοξικής δερµατίτιδας που εµφανίζεται στη περιοχή των
σπάργανων µετά από παρατεταµένη επαφή µε υγρά του σώµατος (κόπρανα, ούρα).
Αιτιολογία
∆εν εµφανίζεται σε όλα τα βρέφη και οφείλεται σε µετατροπή της ουρίας σε αµµωνία
µε λιπάσες και πρωτεάσες των κοπράνων. Η ουρία προκαλεί ερεθισµό που επιτείνεται από τα
πλαστικές πάνες και τις διάφορες επιµολύνσεις όπως µε Candida και βακτηριδιακές
λοιµώξεις.
Κλινική εικόνα
Στη περιοχή που καλύπτεται από τα σπάργανα παρατηρείται ερύθηµα και
απολέπιση. Με τη βελτίωση των συνθηκών υποχωρούν οι δερµατικές βλάβες. Φλεγµονώδης
υποµελάγχρωση παρατηρείται σε έγχρωµες φυλές.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τη καντιντίαση, ατοπική δερµατίτιδα, γλουτιαίο
κοκκίωµα, ψωρίαση, σµηγµατορροϊκή δερµατίτις, δερµατίτιδα του Janquet.
Θεραπεία
Θα πρέπει να γίνεται συχνή αλλαγή των σπάργανων. Να χρησιµοποιούνται
βαµβακερές πάνες, χρήσης ελαφρών αντισηπτικών και αδρανείς κόνεις για να παραµένει
στεγνή η περιοχή.
Για τις επιµολύνσεις µε Candida, τοπικά αντιµυκητιασικά.
14.2.3.3. ΑΣΤΕΑΤΩΤΙΚΟ ΕΚΖΕΜΑ (ECZEMA CRAQUELE)
Ορισµός
Είναι υποξεία δερµατίτις που παρατηρείται στις κνήµες, αντιβράχια, χέρια
ηλικιωµένων ατόµων κατά τους χειµερινούς µήνες και µετά από υπερβολικό πλύσιµο.
Αιτιολογία
Παρατηρείται σε κυρίως σε ηλικιωµένους όταν υπάρχει κρύο και µετά από συχνό
πλύσιµο, οπότε ξεραίνεται υπερβολικά το δέρµα από έλλειψη λιπιδίων.
Κλινική εικόνα
Το δέρµα κυρίως των κνηµών, αντιβράχια, χέρια είναι ξηρό, ερυθρό µε πολλές
ρωγµές και πιτυρώδη απολέπιση. Συνοδεύεται από κνησµό.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από την ατοπική δερµατίτιδα, ψωρίαση, ιχθύαση
συγγενή και επίκτητο, κιρσώδες έκζεµα.
Θεραπεία

148
Θεραπεία κυρίως µε µαλακτικά, µικρότερη σηµασία έχουν τα κορτικοστεροειδή
τοπικά. Επίσης τα λουτρά πρέπει να περιορίζονται.
Περίληψη : Τοξική ή ερεθιστική εξ επαφής δερµατίτιδα

Αιτιολογία:
Προκαλείται από παρατεταµένη και σε επαρκή ποσότητα έκθεση σε µια ουσία.

Κλινική εικόνα:
Οι δερµατικές βλάβες παίρνουν τη µορφή οξέως, υποξέως και χρόνιου εκζέµατος
ανάλογα µε τη έκθεση σε µία ουσία.

Ιδιαίτερες µορφές:
Πρωτοπαθής ερεθιστική δερµατίτιδα των χειρών, από συχνή χρήση νερού και
ερεθιστικών ουσιών.
∆ερµατίτιδα εκ σπάργανων, µετά από παρατεταµένη επαφή µε υγρά του
σώµατος (κόπρανα, ούρα).
Αστεατωτικό έκζεµα, συνήθως σε ηλικιωµένους από υπερβολική ξήρανση του
δέρµατος.

Θεραπεία:
Αποφυγή ερεθιστικών ουσιών, µαλακτικά, κορτικοστεροειδή, αντιισταµίνικά,
πίσσα.
14.3. ΕΝΤΟΠΙΣΜΕΝΗ ΝΕΥΡΟ∆ΕΡΜΑΤΙΤΙ∆Α Ή ΑΠΛΟΣ ΛΕΙΧΗΝΑΣ
(LICHEN SIMPLEX CHRONICUS)

Ορισµός
Η εντοπισµένη δερµατίτιδα είναι περιγεγραµµένη λειχηνοποιηµένη περιοχή που
οφείλεται σε χρόνιο κνησµό και τριβή. Το αρχικό κνησµώδες ερέθισµα φαίνεται να είναι µία
χρόνια συνήθεια µετά από ψυχοσυµπιεστικό γεγονός.
Αιτιολογία
Παρατηρείται κυρίως σε γυναίκες 20 έως 50 ετών. Μετά από ένα ψυχοσυµπιεστικό
γεγονός όπως άγχος, νευρικότητα, παρατηρείται µία χρόνια συνήθεια και το αρχικό
κνησµώδες ερέθισµα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσµα την λειχηνοποίση µε το κνησµό. Οπότε
δηµιουργείται ένας φαύλος κύκλος.
Κλινική εικόνα
Σε µία ή περισσότερες σαφώς αφοριζόµενες περιοχές του δέρµατος αρχικά
παρατηρείται ερεθισµός και σαν αποτέλεσµα του χρόνιας τριβής και κνησµού λειχηνοποίηση .
Εντοπίζεται κυρίως σε περιοχές που περοσφέρονταιι για κνησµό όπως τριχωτό της κεφαλής,
λαιµός, αυχένας, καρποί, αγκώνες, κνήµη, γεννητικά όργανα, βλέφαρα, γόνατα, γλουτοί.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από την αλλεργική εξ επαφής δερµατίτιδα, ατοπική
δερµατίτιδα, σταθερό φαρµακευτικό εξάνθηµα, δερµατοφυτία, τοξική δερµατίτιδα εξ επαφής,
αρχικό στάδιο σπογγοειδούς µυκητίασης.
Θεραπεία
Τοπική θεραπεία µε ισχυρά κορτικοστεροειδή ή κορτικοστεροειδή µε κλειστή
περίδεση. Εάν δεν υποχωρεί, τοπικά ένεση µε κορτικοστεροειδή βραδείας αποδέσµευσης.
Συστηµατική θεραπεία µε αντιϊσταµινικά και ηρεµιστικά.

149
Επίσης απαραίτητο είναι να σταµατήσει ο φαύλος κύκλος.
Περίληψη : Εντοπισµένη νευροδερµατίτιδα ή απλός λειχήνας
• Αιτιολογία:
Ψυχοσυµπιεστικό γεγονός που έχει σαν αποτέλεσµα τον χρόνιο κνησµό και τριβή.
• Κλινική εικόνα:
Σε µία ή περισσότερες σαφώς περιγεγραµµένες περιοχές, αρχικά ερεθισµός και
ακολούθως λειχηνοποίηση.
• Θεραπεία:
1. Κορτικοστεροειδή
2. Αντιϊσταµινικά
3. Ηρεµιστικά
4. Να σταµατήσει ο φαύλος κύκλος
14.4. ΣΜΗΓΜΑΤΟΡΡΟΪΚΟ ΕΚΖΕΜΑ ΤΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ
(SEBORRHEIC DERMATITIS OF ADULTS)
Ορισµός
Είναι µια χρονίως υποτροπιάζουσα δερµατοπάθεια που προσβάλλει κατά το πλείστον
άντρες και εντοπίζεται κυρίως στο τριχωτό της κεφαλής, προστερνική περιοχή, µεσοπλατιαία
χώρα, πτυχές.
Αιτιολογία
Είναι αγνώστου αιτιοπαθογενείας και εµφανίζεται σε θέσεις όπου υπάρχει µεγάλη
δραστηριότητα των αδένων. Υπάρχει µια κληρονοµική προδιάθεση. Έχει παρατηρηθεί
βελτίωση της δερµατοπάθειας µετά από θεραπεία του Pityrosporum ovale µε αντιµυκητιασικά
φάρµακα.
Το σµηγµατορροϊκό έκζεµα είναι συχνό σε άτοµα µε AIDS και σε άτοµα µε Parkinson.
Βελτιώνεται µε την επίδραση του ηλίου και χειροτερεύει µε το stress.
Κλινική εικόνα
Χαρακτηρίζεται από ερυθρολεπιδώδεις πλάκες, που συνήθως δεν συνοδεύονται από
κνησµό και που παρουσιάζουν συµµετρικότητα, στο τριχωτό της κεφαλής, στο πρόσωπο
κυρίως στη κεντρική µοίρα, προστερνική περιοχή, µεσοπλατιαία χώρα και πτυχές.
Παρατηρείται κυρίως στις µεγάλες πτυχές, τις µηρογεννητικές, υποµαστικές, περιοµφαλικά
πτυχές. Στις πτυχές παρατηρείται κυρίως σε µεσήλικες, υπέρβαρες, γυναίκες.
Τα λέπια είναι λιπαρά, ελαφρώς κιτρινωπά.
Στις δερµατικές βλάβες συχνή είναι η ανεύρεση του Pityrosporon ovale.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από την αλλεργική και τοξική εξ επαφής δερµατίτιδα,
ατοπική δερµατίτιδα, δερµατοφυτία, καντιντίαση, ροδόχρου πιτυρίαση, νοµισµατοειδές
έκζεµα, ψωρίαση, ερυθηµατώδη λύκο, ποικιλόχρου πιτυρίαση, θυλακική δυσκεράτωση ή
νόσος του Darier .
Θεραπεία
Το τριχωτό της κεφαλής µε σαµπουάν που περιέχουν, κετοκοναζόλη, σαλικυλικό οξύ,
θείο, ρεζορκίνη, zinc pyrithion, θειικό σελήνιο ή πίσσα. Εάν συνυπάρχει ερύθηµα
κορτικοστεροειoδή τύπου ΙΙΙ.
Στις δερµατικές βλάβες αντιµυκητιασικά φάρµακα όπως η κετοκοναζόλη,
κορτικοστεροειδή.

150
Άλλες σύγχρονες θεραπευτικές προσεγγίσεις, είναι η τοπική εφαρµογή ουσιών που έχουν
δράση τοπικού ανοσοτροποποιητού και αντιφλεγµονώδη όπως η αλοιφή tacrolimus 0,03%
και 0,1%, κρέµα pimecrolimus 1%.
Περίληψη : Σµηγµατορροϊκό έκζεµα ενηλίκων
• Αιτιολογία:
1. Αγνώστου αιτιοπαθογενείας
2. Κληρονοµική προδιάθεση
3. Πιθανόν το Pityrosporon ovale
4. Χειροτερεύει µε το στρες
5. Καλυτερεύει µε τον ήλιο
• Κλινική εικόνα:
1. Εµφανίζεται σε περιοχές µε αυξηµένη δραστηριότητα των σµηγµατογόνων
αδένων.
2. Ερυθρολεπιδώδεις πλάκες µε λιπαρά και ελαφρά κιτρινωπά λέπια, συνήθως
χωρίς κνησµό.
3. Συνήθως οι βλάβες παρουσιάζουν συµµετρικότητα.
4. Συχνή ανεύρεση του Pityrosporon ovale σε αυτές τις περιοχές.

Θεραπεία:
1. Κορτικοστεροειδή
2. Αντιµυκητιασικά
3. Σαµπουάν µε κετοκοναζόλη, σαλικυλικό οξύ, θείο, ρεζορκίνη, zinc pyrition,
θεϊκό σελήνιο ή πίσσα.
14.5. ΣΜΗΓΜΑΤΟΡΡΟΪΚΟ ΕΚΖΕΜΑ ΤΩΝ ΒΡΕΦΩΝ
(SEBORRHEIC DERMATITIS OF THE INFANTS)
Ορισµός
Είναι µια αυτοϊώµενη δερµατοπάθεια των βρεφών τις πρώτες εβδοµάδες της ζωής
συνήθως µεταξύ 6-8 εβδοµάδας της ζωής. Εντοπίζεται κυρίως στο τριχωτό της κεφαλής,
πρόσωπο, µασχάλες, µηρογεννητικές πτυχές.
Αιτιολογία
Είναι αγνώστου αιτιοπαθογενείας, πιθανώς να οφείλεται στα ανδρογόνα της µητέρας.
∆εν φαίνεται να υπάρχει µια οικογενειακή προδιάθεση. Ενοχοποιείται ως αίτιο και το
Pityrosporum ovale. Σε ορισµένες µελέτες έχει παρατηρηθεί αλλεργική αντίδραση στη
Candida.
Κλινική εικόνα
Χαρακτηρίζεται από ερυθρολεπιδώδεις πλάκες που δεν συνοδεύονται από κνησµό
στο τριχωτό της κεφαλής, πρόσωπο, µασχάλες µηρογεννητικές πτυχές.
Τα λέπια είναι λιπαρά, ελαφρώς κιτρινωπά.
∆εν είναι σπάνια η γενίκευση του εξανθήµατος µε επίπτωση στη γενική κατάσταση.
Στο σύνδροµο Leiner παρατηρείται ερυθροδερµία, αδυναµία θρέψης και διάρροια. Σε αυτό το
σύνδροµο βρέθηκε έλλειψη του C5.
Επίσης µπορεί να παρατηρηθούν επιµολύνσεις µε Candida και βακηριδιακές λοιµώξεις.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από την αλλεργική εξ επαφής δερµατίτιδα,
δερµατίτιδα εκ σπαργάνων, ατοπική δερµατίτιδα, καντιντίαση, ψωρίαση.
Θεραπεία

151
Το τριχωτό της κεφαλής 2% σαλικυλικό οξύ.
Τους πρώτους µήνες της ζωής στις δερµατικές βλάβες 1% υδροκορτιζόνη,
prednicarbate, mometasone. Από το τέταρτο µήνα methylprednisolone aceponate. Από 12
µηνών fluticasone propionate. Επίσης υδατικές κρέµες.
Θεραπεία των δευτεροπαθών λοιµώξεων.
Περίληψη : Σµηγµατορροϊκό έκζεµα των βρεφών
• Αιτιολογία:
1. Αγνώστου αιτιοπαθογενείας, πιθανώς σε ανδρογόνα της µητέρας
2. Πιθανόν να συµµετέχει το Pityrosporon ovale
4. Σε ορισµένες µελέτες βρέθηκε αλλεργία στη Candida
• Κλινική εικόνα:
1. Ερυθρολεπιδώδεις πλάκες µε λιπαρά και ελαφρά κιτρινωπά λέπια, συνήθως
χωρίς κνησµό στο τριχωτό, πρόσωπο, µασχάλες, µηρογεννητικές πτυχές .
2. Συχνή ανεύρεση στις βλάβες του Pityrosporon ovale
2. ∆εν είναι σπάνια η γενίκευση του εξανθήµατος.
3. ∆ευτεροπαθείς λοιµώξεις

Θεραπεία:
1. Υδροκορτιζόνη 1%, prednicarbate, mometasone, methylprednisolone aceponate,
fluticasone propionate.
2. Αντιµυκητιασικά και γενικά θεραπεία δευτεροπαθών λοιµώξεων.
3. Στο τριχωτό της κεφαλής σαλικυλικό οξύ 2%.
14.6. ∆ΥΣΙ∆ΡΩΣΙΚΟ ΕΚΖΕΜΑ
(DYSHIDROTIC ECZEMATOUS DERMATITIS)
Ορισµός
Είναι ποµφολυγώδες εξάνθηµα που εµφανίζεται συµµετρικά στις παλάµες
(χειροποµφόλυξ), πέλµατα (ποδοποµφόλυξ), πλάγιες επιφάνειες των δακτύλων και
συνοδεύεται από κνησµό.
Αιτιολογία
Είναι συχνότερο στις γυναίκες. Πολλοί από αυτούς τους ασθενείς έχουν τη τάση να
ιδρώνουν έντονα, µε έξαρση του εκζέµατος το καλοκαίρι. Επίσης µπορεί να έχουν ατοπία,
προκαλείται και από αλλεργία σε νίκελ (ακόµα και από τη τροφή) και χρώµιο, ανοσολογική
αντίδραση σε λοίµωξη µε δερµατόφυτα, συνήθως στα πόδια (δερµατοφυτίδη, ΙD αντίδραση),
ερεθιστική δερµατίτιδα.
Κλινική εικόνα
Χαρακτηρίζεται από συµµετρικό κνησµώδες φυσαλιδώδες και ποµφολυγώδες
εξάνθηµα στις παλάµες, πέλµατα, πλάγιες επιφάνειες των δακτύλων. Οι φυσαλίδες ενώνονται
και σχηµατίζουν ποµφόλυγες. Ακολούθως σπάνε οι φυσαλίδες και ποµφόλυγες σπάζουν και
ορορροούν.
Στη χρόνια µορφή το δέρµα είναι περισσότερο εκζεµατοποιηµένο.
Μπορεί να υπάρχει δευτεροπαθής µόλυνση.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από την αλλεργική και τοξική εξ επαφής δερµατίτιδα,
ατοπική δερµατίτιδα, δερµατοφυτία, καντιντίαση, ψωρίαση.
Θεραπεία

152
Αποφυγή αυτών που προκαλούν την εµφάνιση του. Κορτικοστεροειδή τοπικά ή
συστηµατικά προτιµώνται συστηµατικά. Αντιϊσταµινικά συστηµατικά. Επίσης ατοπικά
αντισηπτικά όπως κοµπρέσες µε διάλυµα υπερµαγγανικού καλίου. Αποξήρανση των
φυσαλίδων µε αλκοολικό διάλυµα ιωδίου 2%, χρωστικές όπως εοσίνη ή ιώδες της γεντιανής.
Θεραπεία των δευτεροπαθών µολύνσεων.
Οι εξάρσεις µπορεί να σταµατήσουν απότοµα σε λίγες βδοµάδες ή να κρατάνε µήνες ή
χρόνια.
Περίληψη : ∆υσιδρωσικό έκζεµα
• Αιτιολογία:
1. Έντονη εφίδρωση
2. Αλλεργία σε νίκελ και χρώµιο
3. ΙD αντίδραση
4. Ατοπία
5. Ερεθιστική δερµατίτιδα
• Κλινική εικόνα:
Συµµετρικό κνησµώδες φυσαλιδώδες και ποµφολυγώδες εξάνθηµα στα
πέλµατα, παλάµες, δάκτυλα.
• Θεραπεία:
1. Κορτικοστεροειδή
2. Αντιϊσταµινικά
3. Τοπική αντισηψία
4. Θεραπεία τυχόν δευτεροπαθών µολύνσεων.
14.6. ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΕΙ∆ΕΣ ΕΚΖΕΜΑ Ή ∆ΙΣΚΟΕΙ∆ΕΣ ΕΚΖΕΜΑ
(NUMMULAR ECZEMA)
Ορισµός
Είναι έκζεµα που χαρακτηρίζεται από νοµισµατοειδείς βλάβες και διαφόρου
αιτιολογίας.
Αιτιολογία
Η ακριβής αιτία είναι άγνωστη. Εµφανίζεται κάτω από διάφορες συνθήκες όπως
λοιµώξεις, σε ηλικιωµένους ασθενείς που είναι χρήστες αλκοόλ, σαν συνέχεια της ατοπικής
δερµατίτιδας µε κύριο εντοπισµό στα χέρια και κάτω άκρα, στρες, αλλεργία. Επίσης
επιδεινώνεται µετά από τοπικό αποικισµό µε βακτηρίδια.
Κλινική εικόνα
Οι δερµατικές βλάβες εµφανίζονται κυρίως στη ράχη, εκτατική επιφάνεια των κάτω
άκρων και αντιβράχια. Είναι έκζεµα που χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά κνησµώδεις,
νοµισµατοειδείς πλάκες. Οι βλάβες είναι ερυθρές, σαφώς αφοριζόµενες, µε επιφάνεια µε
ελαφριά απολέπιση. Εάν συνυπάρχει δευτεροπαθής µόλυνση παρατηρείται εξίδρωση και ο
σχηµατισµός εφελκίδων. Μετά από υπερβολική έκθεση στο ήλιο παρατηρείται
υποµελάγχρωση παροδική.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από την αλλεργική και τοξική εξ επαφής δερµατίτιδα,
ατοπική δερµατίτιδα, δερµατοφυτία, καντιντίαση, ροδόχρου πιτυρίαση, νοµισµατοειδές
έκζεµα, ψωρίαση, ποικιλόχρου πιτυρίαση .
Θεραπεία

153

Συστηµατική θεραπεία µε αντιϊσταµινικά και κορτικοστεροειδή εάν έχει µεγάλη έκταση,
διαφορετικά τοπική θεραπεία µε κορτικοστεροειδή. Επίσης χρήση µαλακτικών. Επίσης
θεραπεία της δευτεροπαθούς λοιµώξεως.
Αντιµετώπιση της αιτίας που το προκαλεί ή το επιδεινώνει.
Περίληψη : Νοµισµατοειδές ή δισκοειδές έκζεµα
• Αιτιολογία:
1. Άγνωστη
2. Εµφανίζεται κάτω από διάφορες συνθήκες
3. Επιδείνωση µετά από τοπικό αποικισµό µε βακτηρίδια
• Κλινική εικόνα:
Κνησµώδεις ερυθρές νοµισµατοειδείς πλάκες µε ελαφρά απολέπιση.
Κυρίως στη εκτατική επιφάνεια των άκρων και ράχη.
• Θεραπεία:
1. Κορτικοστεροειδή
2. Αντιϊσταµινικά
3. Μαλακτικά
4. Αντιµετώπιση της αιτίας που το προκαλεί ή το επιδεινώνει.

15. ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΜΗΓΜΑΤΟΓΟΝΩΝ,
Ι∆ΡΩΤΟΠΟΙΩΝ ΚΑΙ
ΑΠΟΚΡΙΝΩΝ Α∆ΕΝΩΝ
15.1. ΑΚΜΗ (ACNE)
Ορισµός
Είναι πολύµορφη πάθηση της τριχοσµηγµατογόνου µονάδας που εµφανίζεται στο
κορµό και σώµα.
Αιτιολογία
Η ακµή προκαλείται από την απόφραξη του πόρου του τριχοσµηγµατογόνου αδένα
(διαταραχή της κερατινοποίησης) και υπερπαραγωγή εκκρίµατος που βρίσκεται υπό την
επίδραση ανδρογόνων. Τα άνδρογόνα διεγείρουν τους σµηγµατογόνους αδένες. Το σµήγµα
είναι µίγµα λιπιδίων που µε την επίδραση µικροοργανισµών που βρίσκονται στο αδένα σε
ελεύθερα λιπαρά οξέα. Τα λιπαρά οξέα είναι φαγεσωρογόνα.
Τα έµφραξη του πόρου από κεράτινο βύσµα λέγεται φαγέσωρας και οφείλεται σε αδυναµία
της επιδερµίδας του πόρου να κάνει φυσιολογική κερατινοποίηση. Όταν αποφραχθεί ο πόρος
και συγκεντρωθεί σµήγµα σχηµατίζεται κύστη. ∆ιάφορες κοσµητικές ουσίες, ελεύθερα λιπαρά
οξέα κλπ. υποβοηθούν σε αυτό. Η προγεστερόνη προκαλεί κατακρατήσει νερού µε
αποτέλεσµα το σχηµατισµό βλατίδων πριν την έµµηνο ρύση σε µερικές γυναίκες. Η θυροξίνη
διεγείρει τους σµηγµατογόνους αδένες. Τα οιστρογόνα µειώνουν το µέγεθος των
σµηγµατογόνων αδένων.
Η ακµή επιδεινώνεται σε υγρά, θερµά, τροπικά κλίµατα, υπό την επίδραση
φαρµάκων. Επίσης εµφάνιση ακµής µετά τη χρήση αντηλιακών που έχουν σαν αποτέλεσµα
την υπερύγρανση της επιδερµίδας και τον αποκλεισµό των θυλάκων (ακµή της Μαγιόρκας).
Κλινική εικόνα

154
Είναι πολύµορφο εξάνθηµα που εντοπίζεται στο πρόσωπο, πλάτη, θώρακα έξω
επιφάνεια από τους βραχίονες. Εµφανίζεται κατά την εφηβεία και κυρίως 16-18 ετών και
µπορεί να κρατήσει έως τα 25 έτη.
∆ιακρίνονται οι εξής βλάβες:
1. Ανοικτοί και κλειστοί φαγέσωρες
2. Βλατίδες
3. Φλύκταινες
4. Κύστες οι οποίες µπορεί να γίνουν φλεγµονώδεις
5. Ουλές που µπορεί να αποµείνουν µετά την αποδροµή των βλαβών.
6. Οζίδια
1.
2.
3.
4.
5.
6.
7.
8.
9.

10.
11.
12.
13.
14.
15.
16.

∆ιακρίνονται διάφορες µορφές ανάλογα µε τις βλάβες που επικρατούν::
Φλυκταινώδη οι βλάβες που επικρατούν είναι φλύκταινες.
Φαγεσωρική οι βλάβες που επικρατούν είναι φαγέσωρες.
Οζίδιοκυστική οι βλάβες που επικρατούν είναι οζίδια και κύστες.
Οζώδη οι βλάβες που επικρατούν είναι οζίδια.
Βλατιδοφλυκταινώδη οι βλάβες που επικρατούν είναι βλατίδες και φλύκταινες.
Χηλοειδής ακµή του αυχένα η βλάβη που επικρατεί είναι χηλοειδές.
Κεραυνοβόλος ακµή είναι ακµή που εµφανίζεται κυρίως σε νεαρούς άνδρες και
χαρακτηρίζεται από την απότοµη εµφάνιση οζιδίων, κυστών, πυρετού, αύξηση της
ταχύτητας καθιζήσεως, αδιαθεσία και πολυαρθροπάθεια.
Κοινή ακµή που εµφανίζεται σε εφήβους και σε µερικούς δεν εξαφανίζεται µέχρι την ηλικία
των 25 ετών.
Μετά-εφηβική ακµή που εµφανίζεται σε γυναίκες που δεν είχαν ακµή στη εφηβεία, µεταξύ
25-30 ετών και εξαφανίζεται µεταξύ 30-40 ετών. Εντοπίζεται κυρίως στο πηγούνι και
αποτελείται κυρίως από επώδυνα οζίδια που επιδεινώνονται πριν τη έµµηνο ρύση.
Μερικές εµφανίζουν σύνδροµο πολυκυστικών ωοθηκών, άλλες παίρνουν αντισυλληπτικά
(ανδρογονικά αντισυλληπτικά που περιέχουν προγεστερονοειδή). Οι περισσότερες
ασθενείς παρουσιάζουν χαµηλά επίπεδα της σφαιρίνης που συνδέει τη φυλετική ορµόνη,
µε αποτέλεσµα αύξηση της τεστοστερόνης.
Νεογνική ακµή που οφείλεται στα επινεφριδιακά ανδρογόνα που περνούν το πλακούντα.
Ιατρογενή ακµή όπως από , ανδρογόνα, κορτικοστεροειδή, βιταµίνη Β12 κλπ
Ακµή από καλλυντικά
Ακµή προκλητή από σύνθλιψη βλαβών της ακµής, κλπ.
Τροπική ακµή ή της Μαγιόρκας (αναφέρθηκε ανωτέρω
Επαγγελµατική ακµή όπως από χλωριούχα, ορυκτέλαια κλπ.
Gram αρνητική θυλακίτις που οφείλεται σε ανάπτυξη βακτηριδίων.

∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από το θυλακίιδα, συριγγώµατα, κεχρία, χοριακούς
σπίλους, υπερπλασία των σµηγµατογόνων αδένων (γεροντικά σµηγµατικά αδενώµατα),
σµηγµατορροική υπερκεράτωση, µολυσµατική τέρµινθο, µυρµηκίες.
Θεραπεία
Τοπική θεραπεία µε ήπια καθαριστικά, υπεροξείδιο του βενζολίου, αντιµικροβιακά,
ισοτρετινοϊνη, UVB ή και UVA, ρετινοϊδή (τρετινοΐνη, ισοτρετινοϊνη, ανταπταλένη), αζελαϊκό
οξύ, αντισηπτικά. Επίσης συνδυασµός θείου, ρεσορκινόλης και σαλικυλικό οξύ.
Συστηµατική θεραπεία µε αντιβιοτικά, ισοτρετινοΐνη, σε γυναίκες αντιανδρογόνα σε
συνδυασµό µε οιστρογόνα (όπως συνδυασµός οξεικής κυπροτερόνης και οιστρογόνα) σε
γυναίκες µε βαριά µορφή ακµής.
Συµπληρωµατική θεραπεία γίνεται µε χηµικά peeling, CO2 laser (ουλές),
δερµατοαπόξεση (ουλές), κορτικοστεροειδή για την αντιµετώπιση χηλοειδών.
Περίληψη : Ακµή

Αιτιολογία: 1) Απόφραξη (διαταραχή κερατινοποίησης) του πόρου του
τριχοσµηγµατογόνου αδένα. 2) Υπερπαραγωγή εκκρίµατος υπό την επίδραση

155
ανδρογόνων. 3) Πολλαπλασιασµός βακτηριδίων 4) Φλεγµονή από τα βακτηρίδια και
από ουσίες που παράγονται από την επίδραση αυτών.

Κλινική εικόνα:
Α. ∆ερµατικές βλάβες:1) Ανοικτοί και κλειστοί φαγέσωρες. 2) Βλατίδες 3)
Φλύκταινες 4) κύστεις 5) οζίδια 6) Ουλές.
• Β. Μορφές: 1) Φλυκταινώδης 2) Φαγεσωρική 3) Οζώδης 4) Οζιδιοκυστική 5)
Βλατιδοφλυκταινώδης 6 ) Χηλοειδής 7) Κεραυνοβόλος 8) Κοινή ακµή 9) Μετάεφηβική ακµή 10) Νεογνική 11) Ιατρογενής 12) Ακµή από καλλυντικά 13) Ακµή
προκλητή από σύνθλιψη βλαβών 14) Τροπική ή της Μαγιόρκας 15)
Επαγγελµατική 16) Gram αρνητική θυλακίτις.

Θεραπεία: 1) Τοπική θεραπεία: ήπια καθαριστικά, αζελαϊκό οξύ, υπεροξείδιο του
βενζολίου, αντιµικροβιακά, ρετινοϊδή, UVB ή και UVA, αντισηπτικά, θείο,
ρεσορκινόλη, σαλικυλικό οξύ. 2) Συµπληρωµατική θεραπεία µε χηµικά peeling, CO2
laser, δερµατοαπόξεση. 3) Συστηµατική θεραπεία: αντιβιοτικά, ισοτρετινοΐνη,
συνδυασµός αντιανδρογόνων µε οιστρογόνα.
15.2. ΠΕΡΙΣΤΟΜΑΤΙΚΗ ∆ΕΡΜΑΤΙΤΙΣ
(PERIORAL DERMATITIS)

Ορισµός
Είναι βλατιδώδες εξάνθηµα στο κέντρο του προσώπου, κυρίως γύρω από το στόµα
και ρινοπαρειακές πτυχές. Είναι αγνώστου αιτιοπαθογενείας και παρατηρείται κυρίως σε νέες
και µέσης ηλικίας γυναίκες.
Αιτιολογία
Παρατηρείται κυρίως σε άτοµα τάση για σµηγµατορροϊκή δερµατίτιδα και µε
σύγχρονη τοπική θεραπεία µε στεροειδή µεγαλύτερης ισχύος από υδροκορτιζόνη, κυρίως
φθοριοµένα κορτικοστεροιδή.
Επίσης σε άτοµα µε ξηροδερµία και ιστορικό ελαφριάς ατοπικής δερµατίτιδας που
συνηθίζουν να χρήση µίας ή περισσότερες ενυδατικές κρέµες. Σηµαντικό ρόλο παίζει ο
τρόπος εφαρµογής τους, δηλαδή η συχνή εφαρµογή και σε µεγάλη ποσότητα. Η χορήγηση
στεροειδή µεγαλύτερης ισχύος από υδροκορτιζόνη, κυρίως φθοριοµένα κορτικοστεροιδή
τοπικά επιβαρύνει την κλινική εικόνα.
Μετά τη διακοπή του κορτικοστεροειδούς παρατηρείται επιδείνωση ή υποτροπή του
εξανθήµατος.
Η επίµονη ενυδάτωση της κερατίνης στιβάδας προκαλεί βλάβη στη λειτουργία του
φραγµού και την αύξηση της φυσιολογικής χλωρίδας του δέρµατος.
Τα κορτικοστεροειδή δίνουν τη δυνατότητα σε ατρακτοειδή βακτηρίδια να γίνουν παθογόνα.
Επίσης σε αρκετούς ασθενείς αποµονώνεται ο δεµόδηξ των θυλακίων ή θυλακιόβιο άκαρι (
demodex follicolorum), o ρόλος του οποίου στη παθογένεση της περιστοµατικής δερµατίτιδας
είναι αµφίβολη.
Κλινική εικόνα
Κυρίως γύρω από το στόµα και στις ρινοπαρειακές πτυχές παρατηρείται ερύθηµα µε
ελαφρά απολέπιση, βλατίδες και σποραδικά φλύκταινες.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από το θυλακίιδα, ακµή, ατοπική δερµατίτιδα, τοξική
και αλλεργική εξ επαφής δερµατίτιδα, µολυσµατική τέρµινθο, µυρµηκίες.
Θεραπεία
∆ιακοπή όλων των καλλυντικών και λιπαρών ουσιών που εφαρµόζονται τοπικά στη
περιοχή.

156
Τοπική θεραπεία µε σαπούνι µε ουδέτερο pΗ, κρέµα µετρονιδαζόλης 2%,
ερυθροµυκίνη σε βάση πoυ δεν είναι λιπαρή και δεν ερεθίζει το δέρµα όπως το unguentum
emulcificans.
Συστηµατική θεραπεία µε τετρακυκλίνη, ή µινοκυκλίνη ή οξυτετρακυκλίνη.
Περίληψη : Περιστοµατική δερµατίτις

Αιτιολογία: 1) Τάση για σµηγµατοροϊκή δερµατίτιδα. 2)Ξηροδερµία και ιστορικό
ατοπικής δερµατίτιδας. 3) Ενυδατικές κρέµες (συχνή εφαρµογή και σε µεγάλη
ποσότητα). 4) Κορτικοστεροειδή 5) Ο δεµόδηξ των θυλακίων ή θυλακιόβιο άκαρι (
demodex follicolorum).

Κλινική εικόνα: Γύρω από το στόµα, ρινοπαρειακές αύλακες ερύθηµα µε βλατίδες,
απολέπιση, φλύκταινες.

Θεραπεία: 1) Τοπική θεραπεία: σαπούνι µε ουδέτερο pΗ, µετρονιδαζόλης 2%,
ερυθροµυκίνη σε µη λιπαρή βάση. 2) Συστηµατική θεραπεία: τετρακυκλίνη, ή
µινοκυκλίνη ή οξυτετρακυκλίνη.
15.3. ΡΟ∆ΟΧΡΟΥΣ ΑΚΜΗ (ROSACEA)

Ορισµός
Είναι δερµατοπάθεια στο κέντρο του προσώπου, η οποία παρουσιάζεται µετά τα
σαράντα, κυρίως σε καυκάσιους, σε άνδρες και γυναίκες. Χαρακτηρίζεται από βλατίδες,
φλύκταινες, µόνιµο ερύθηµα αιφνίδιο ερύθηµα και ρινόφυµα.
Επιδηµιολογία
Από αυτή τη νόσο προσβάλλονται άντρες και γυναίκες, κυρίως καυκάσιοι, είναι
σπάνια στους νέγρους. Οι πρόδροµες µορφές µπορούν να εµφανισθούν µετά τα τριάντα, ενώ
η νόσος µετά τα σαράντα. Οι γυναίκες προσβάλλονται κάπως συχνότερα. Το ρινόφυµα
παρατηρείται σχεδόν αποκλειστικά στους άνδρες.
Αιτιολογία
Η αιτία είναι άγνωστη. Παρατηρείται σε κάποιο βαθµό αγγειοκινητική αστάθεια.
Θεωρείται ότι τα αγγεία του προσώπου παρουσιάζουν προβλήµατα λειτουργικότητας,
ιδιαίτερα αυξηµένη αγγειακή δραστηριότητα.
Εξωτερικοί παράγοντες επηρεάζουν τη νόσο. Απότοµες αλλαγές της θερµοκρασίας, τοπική
χρήση κορτικοστεροειδών, λήψη τροφής µε καρυκεύµατα, θερµή τροφή και ποτά, αλκοόλ
επιφέρουν επιδείνωση της νόσου. Κάθε ουσία που προκαλεί αγγειοδιαστολή έχει αρνητική
επίδραση στη νόσο.
Πολλές φορές από τις βλάβες αποµονώνεται, σε µεγάλο βαθµό, ο δεµόδηξ των
θυλακίων ή θυλακιόβιο άκαρι ( demodex follicolorum). Το άκαρι αυτό είναι φυσιολογικός
ξενιστής των του τριχικού θυλάκου. Ο ρόλος του οποίου στη παθογένεση της ροδόχρου
ακµής είναι άγνωστος.
Στη βιβλιογραφία των τελευταίων ετών, σε µελέτες ασθενών µε ροδόχρου ακµή,
αναφέρεται ότι σε µεγάλο ποσοστό ασθενών συνυπάρχει µόλυνση του βλεννογόνου του
στοµάχου µε το gram αρνητικό βακτηρίδιο Helicobacter pilory το οποίο και ανταποκρίνεται σε
συστηµατική θεραπεία µε µετρονιδαζόλη.
Κλινική εικόνα
Στην αρχή εµφανίζεται παροδικό και αιφνίδια διάχυτο ερύθηµα στο πρόσωπο.
Ακολούθως αιφνίδιο ερύθηµα που παραµένει για ώρες στο πρόσωπο και µόνιµο ερύθηµα
κυρίως στις παρειές και µύτη.

157
Η πλήρης κλινική εικόνα της νόσου χαρακτηρίζεται από ερύθηµα, βλατίδες και
φλύκταινες στις παρειές, πηγούνι, µύτη, µέτωπο. Επίσης αιφνίδιο ερύθηµα στο πρόσωπο.
Παρατηρείται επιδείνωση της κλινικής εικόνας µετά από σωµατική άσκηση, θερµές τροφές και
ροφήµατα, λήψη τροφής µε καρυκεύµατα, αλκοόλ, απότοµη αλλαγή της θερµοκρασίας.
Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν υπάρχουν φαγέσωρες. Σπανίως σε βαρύτερες µορφές οι
δερµατικές βλάβες µπορεί να επεκταθούν στα πλάγια του λαιµού, τριχωτό, παραστερνικά και
στη περιοχή πίσω από τα αυτιά. Οι ασθενείς µε ροδόχρου ακµή σπάνια έχουν αυξηµένη
παραγωγή σµήγµατος, εκτός από αυτούς που έχουν ρινόφυµα.
Σε µερικές περιπτώσεις µπορεί να υπάρχει µόνιµο ερύθηµα της µύτης, ενώ οι άλλες
δερµατικές βλάβες να είναι ελάχιστες.
Η µύτη µπορεί να διογκωθεί από υπερπλασία των σµηγµατογόνων αδένων. Η
κατάσταση αυτή παρατηρείται κυρίως στους άνδρες και λέγεται ρινόφυµα.
Επίσης σε 2-5% των ασθενών µπορεί να προσβληθούν οι οφθαλµοί. Η βαθµός της
προσβολής των οφθαλµών είναι άσχετο µε το στάδιο και έκταση της νόσου. Συχνότερα
κυριότερο εύρηµα είναι βλεφαρίτις και επιπεφυκίτις, σπανιότερα δε κερατίτις και ελκώσεις του
κερατοειδούς.
Λεµφοίδηµα των βλεφάρων µπορεί να συνυπάρχει µε τις τυπικές δερµατικές βλάβες.
∆ιαφορική διάνωση
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από το θυλακίιδα, ακµή, σµηγµατορροϊκή δερµατίτιδα,
περιστοµατική δερµατίτιδα.
Θεραπεία
Η θεραπεία διακρίνεται σε τοπική και συστηµατική:
1) Τοπική θεραπεία µε µετρονιδαζόλη 1-2% σε λοσιόν ή κρέµα όπως στο Unguentum
emulcificans ή κρέµα θείου σε αυξανόµενη συγκέντρωση από 1%. Οι ασθενείς µε
ροδόχρου ακµή σπάνια έχουν αυξηµένη παραγωγή σµήγµατος, παρ΄ όλα αυτά
προτιµάται η θεραπεία µε µη λιπαρά σκευάσµατα.
2) Συστηµατική θεραπεία µε αντιβιοτικά. Προτιµάται η τετρακυκλίνη, εναλλακτικά
µινοκυκλίνη, ερυθροµυκίνη. Η συστηµατική χορήγηση της µετρονιδαζόλης αποφεύγεται
αν και έχει καλά θεραπευτικά αποτελέσµατα κυρίως λόγω των παρενεργειών. Στις
εκτεταµένες περιπτώσεις ροδόχρους ακµής δίδονται αντιβιοτικά για µεγάλο χρονικό
διάστηµα.
Στη βιβλιογραφία αναφέρεται σε ανθεκτικές µορφές η θεραπεία µε ισοτρετινοϊνη, µη
στεροειδικά αντιφλογιστικά.
Η θεραπεία του ρινοφύµατος είναι κυρίως χειρουργική.
Για τις οφθαλµικές επιπλοκές ο ασθενής θα πρέπει να παραπέµπεται σε οφθαλµίατρο.
Περίληψη : Ροδόχρους ακµή

Αιτιολογία: 1) Άγνωστη αιτία 2) Αγγειοκινητική αστάθεια 3) Ο δεµόδηξ των θυλακίων ή
θυλακιόβιο άκαρι ( demodex follicolorum). 4) Το gram αρνητικό βακτηρίδιο
Helicobacter pilory.

Κλινική εικόνα: 1) Κυρίως στη µύτη, παρειές ερύθηµα παροδικό ή µόνιµο. 2) Στο
µέτωπο, παρειές, πηγούνι, µύτη ερύθηµα, βλατίδες, φλύκταινες. 3) Ρινόφυµα 4)
Προσβολή οφθαλµών.

Θεραπεία: 1) Τοπική θεραπεία: µετρονιδαζόλης 1-2% σε λοσιόν ή κρέµα (απαραίτητα
στη περίπτωση µόλυνσης µε το θυλακιόβιο άκαρι ή demodex follicolorum), κρέµα
θείου. 2) Συστηµατική θεραπεία: τετρακυκλίνη, µινοκυκλίνη, ερυθροµυκίνη. 3) Σε
ανθεκτικές µορφές ισοτρετινοΐνη, µη στεροϊδικά αντιφλογιστικά. 4) Θεραπεία
οφθαλµικών βλαβών και του Helicobacter pilory. 5) Η θεραπεία του ρινοφύµατος είναι
χειρουργική.

158

16. ΕΡΥΘΗΜΑΤΟΛΕΠΙ∆Ω∆ΕΙΣ ΚΑΙ ΒΛΑΤΙ∆Ω∆ΕΙΣ ∆ΕΡΜΑΤΟΠΑΘΕΙΕΣ
16.1. ΨΩΡΙΑΣΗ (PSORIASIS)
Ορισµός
Η ψωρίαση είναι µια χρόνια φλεγµονώδης υποτροπιάζουσα νόσος του δέρµατος,
που χαρακτηρίζεται από σαφώς αφοριζόµενες ερυθηµατώδεις πλάκες, οι οποίες καλύπτονται
από αργυρόχροα λέπια.
Αιτιολογία-Παθογένεια
Η ψωρίαση προσβάλλει τον γενικό πληθυσµό σε ποσοστό 2-3%, προσβάλλει σχεδόν
όλες τις ηλικίες και εξ ίσου και τα δύο φύλα.
Η αιτιολογία της νόσου παραµένει άγνωστη. Έχουν ενοχοποιηθεί κατά καιρούς η
κληρονοµικότητα, εκλυτικοί παράγωντες, λοιµώξεις κυρίως του αναπνευστικού συστήµατος,
διαταραχές του µεταβολισµού, νευροψυχικές διαταραχές, ανοσολογικές διαταραχές και
διαταραχές της κερατινοποίησης.
Την ψωρίαση χαρακτηρίζουν δύο σηµαντικά ιστολογικά ευρήµατα 1) η υπερπλασία
της επιδερµίδος και η διαταραχή της κερατινοποιήσεως και 2) η αύξηση και διαστολή των
αγγείων και η φλεγµονώδης διήθηση του χορίου.
Η παθογένεια της βλάβης στην ψωρίαση στηρίζεται στον επιδερµιδικό
πολλαπλασιασµό που είναι αυξηµένος και στη χρονική µείωση του κυτταρικού κύκλου. Η
χρονική διέλευση των κύτταρων της επιδερµίδος για να φθάσουν από τη βασική στοιβάδα
στην κερατίνη και να απολεπιστούν είναι φυσιολογικά 20 ηµέρες , ενώ στην περίπτωση της
ψωρίασης είναι 4-5 ηµέρες.
Κλινική εικόνα
Κλινικά χαρακτηρίζεται από τις ερυθηµατώδεις κηλίδες και τα αργυρόχρωα λέπια.
Οι ερυθηµατώδεις κηλίδες είναι ρόδινες ή έντονα ερυθρές, στρογγυλές ή ωοειδείς,
ποικίλου µεγέθους και καλά περιγεγραµµένες.
Τα λέπια εναι αργυρόχροα ή λευκόφαια διατάσσονται σε λεπτές ή παχείες στοιβάδες
και συνεχώς αποπίπτουν και ανανεώνονται.
Στην αρχή οι βλάβες είναι µικρές µε διάµετρο 2-5 χιλιοστά και στην συνέχεια
επεκτείνονται περιφερικά και µεγαλώνουν. Συνήθως είναι πολλές συµµετρικές και σαφώς
αφοριζόµενες.
Εντοπίζονται κυρίως στα σηµεία πίεσης όπως τους αγκώνες και τα γόνατα, αλλά και
αλλού όπως στην οσφυϊκή χώρα, το τριχωτό της κεφαλής, στις πτυχές, στις καµπτυκές
επιφάνειες των άκρων, στις παλάµες και τα πέλµατα, στον οµφαλό, στα γεννητικά όργανα, τα
νύχια και αλλού.Σπανιώτερα εµφανίζεται µονήρης και αµετάβλητη πλάκα.
Η µεθοδική απόξεση των βλαβών µε το ξέστρο του Brocq αποκαλύπτει τα εξής
παθογνωµονικά σηµεία της νόσου:
1) Λεύκανση των βλαβών. Ξύνοντας τα λέπια των βλαβών αυτά γίνονται λευκότερα
το σηµείο αυτό ονοµάζεται ''σηµείο λεύκανσης''.
2) Αν συνεχιστεί η απόξεση, τα λέπια τρίβονται σε λεπτή, µαρµαρυγώδη σκόνη που
ονοµάζεται ''σηµείο του στεατοκερίου'', διότι τα λέπια οµοιάζουν µε τριµένο άσπρο
κερί.
3) Όταν τα λέπια αποπέσουν, τότε αποκαλύπτεται επάνω στη βλάβη λεπτό υµένιο το
οποίο µε την απόξεση αποκολλάται, αυτό ονοµάζεται ''σηµείο αποκολληµένου
υµενίου''.
4) Μετά την αποκόλληση του υµενίου, εµφανίζονται στην ερυθηµατώδη πλάκα
λεπτότατα αιµορραγικά στίγµατα, που αποτελούν το ''σηµείο της αιµατιράς
δρόσου'' ή ''σηµείο του Auspitz''.
5)Συχνό είναι τέλος στην ψωρίαση το φαινόµενο Koebner, δηλαδή η εµφάνιση νέων
βλαβών της νόσου στην περιοχή τραυµατισµού της επιδερµίδος και του θηλώδους
στρώµατος του χορίου µετά από 10-14 ηµέρες περίπου.

159

Κλινικές µορφές
Η ψωρίαση διακρίνεται σε διάφορες κλινικές µορφές ανάλογα µε την εντόπιση των βλαβών
και ανάλογα µε τη µορφή τους.
1.Σταγονοειδής ψωρίαση. Αυτή χαρακτηρίζεται από µικρές διάσπαρτες στον κορµό
και άκρα πλάκες ολίγων χιλιοστών, περίπου 1-3 χιλιοστά έως 1 εκατοστό. Εµφανίζεται
συνήθως σε παιδιά και νέα άτοµα µετά από στρεπτοκοκκοκικές λοιµώξεις. Οι βλάβες είναι
στρόγγυλες έως ωοειδείς και καλύπτονται συνήθως από λέπια.
2.Κατά πλάκες ψωρίαση. Ειναι η συχνότερη µορφή ψωρίασης και χαρακτηρίζεται
από πλάκες διαφόρου µεγέθους και σχήµατος (διάµ. 1-10 εκατ. περίπου) Υπάρχουν φορές
που οι πλάκες αυτές παίρνουν διάφορα σχήµατα που οµοιάζουν µε δακτύλιο, ηµικυκλικά
σχήµάτα ή σχήµατα µε την µορφή γεωγραφικού χάρτου. Εντοπίζονται κυρίως στις κνήµες ,
τον κορµό, το τριχωτό της κεφαλής ή και τα άκρα. Καλύπτονται από τα χαρακτηριστικά λέπια
της ψωρίασης και έχουν τάση επέκτασης (σχηµατισµός µεγαλυτέρων πλακών).
3.Ανάστροφη ψωρίαση ή ψωρίαση των πτυχών. Η µορφή αυτή εντοπίζεται στις
πτυχές (µασχαλιαίες, οπισθοωτιαίες, υποµαζικές, µηρογεννητικές, µεσογλουτιαία).
Χαρακτηρίζεται από πλάκες ερυθηµατώδεις, ερυθράς χροιάς, οι οποίες είναι
ασυµπτωµατικές. Στις βλάβες αυτές συνεπεία της τριβής και της εφίδρωσης απουσιάζουν τα
χαρακτηριστικά λέπια της ψωρίασης.
4.Φλυκταινώδης ψωρίαση (εντοπισµένη ή γενικευµένη). Είναι µορφή ψωρίασης
που χαρακτηρίζεται από την εµφάνιση επάνω σε ψωριασικές βλάβες µικρών φλυκταινιδίων,
τα οποία είναι στείρα µικροβίων και εδράζονται σε ερυθηµατώδη επιφάνεια. Μερικές φορές το
εξάνθηµα αρχίζει από τις παλάµες ή τα πέλµατα και µπορεί να γενικευθεί σ' όλο το σώµα.
Αυτή η µορφή της ψωρίασης διαρκεί συνήθως για µικρό χρονικό διάστηµα και υποχωρεί
συνήθως µε την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή. Η γενικευµένη µορφή συνοδεύεται συνήθως
από γενικά φαινόµενα και µερικές φορές µπορεί να οδηγήσει στο θάνατο.
5. Ερυθροδερµική ψωρίαση. Η µορφή αυτή αρχίζει είτε µετά από επέκταση
προυπάρχουσας νόσου, είτε ευθύς εξ αρχής. Το εξάνθηµα καταλαµβάνει σχεδόν ολόκληρη
την επιφάνεια του σώµατος. Οι τυπικές βλάβες της ψωρίασης δεν διακρίνονται, ο ασθενής
παρουσιάζει συµπτώµατα κακουχίας και υψηλό πυρετό, η εικόνα οµοιάζει µε εικόνα
εγκαυµατία.
Η επίµονη και παρατεταµένη φλεγµονή του δέρµατος λόγω της ερυθροδερµίας
διαταράσει την θερµορύθµηση, την κυκλοφορία του αίµατος, τον µεταβολισµό των πρωτεϊνών
και του ύδατος καθώς και την απορρόφηση του εντέρου. Η αύξηση της ροής του αίµατος στο
δέρµα, αυξάνει κατά συνέπεια τον όγκο του αίµατος και η καρδιακή λειτουργία αυξάνει, µε
αποτέλεσµα την καρδιακή κάµψη.
Η απόπτωση των λεπίων από το δέρµα είναι µεγάλη µε αποτέλεσµα τηναπώλεια των
πρωτεϊνών και του σιδήρου. Η ερυθροδερµική µορφή της ψωριάσης όπως συνάγεται από τα
παραπάνω συνφραζόµενα είναι επικίνδυνη µορφή που χρήζει άµεσης νοσοκοµειακής
αντιµετώπισης.
6.Ψωρίαση των ονύχων. Τα νύχια των ψωριασικών προσβάλλονται σε ποσοστό
περίπου 40%. Η προσβολή αφορά, τόσο στα νύχια των χεριών όσο και στα νύχια των ποδιών
και γίνεται σε ένα, περισσότερα ή και σε όλα τα νύχια.
Οι στικτές εµβαθύνσεις που ονοµάζονται βοθρία είναι η πλέον συχνές και
χαρακτηριστικές βλάβες, ενώ στην επιφάνεια των νυχιών παρατηρούνται κάθετες επιπολής
γραµµώσεις. Τα νύχια είναι ξηρά, αδιαφανή και εύθρυπτα και υφίστανται αλλαγή της χροιάς,
γίνονται δηλαδή κίτρινα, κιτρινοπράσινα ή καφεοµελανά. Η αλλαγή της χροιάς αρχίζει
συνήθως από το ελεύθερο άκρο ή τα πλάγια των νυχιών και επεκτείνεται σ΄όλη την
επιφάνεια. Ταυτόχρονα µε τις προηγούµενες αλλοιώσεις αρχίζει και η ονυχόλυση καθώς και η
πάχυνση των νυχιών τα οποία τέλος λαµβάνουν ανώµαλο σχήµα για να φθάσουν σε
σοβαρότερες περιπτώσεις στην πλήρη καταστροφή και απόπτωση.

160
7. Αρθροπαθητική ψωρίαση. Είναι φλεγµονώδης οροαρνητική αρθρίτιδα που
συνοδεύει, άγνωστο γιατί, συνήθως την ψωρίαση. Ίσως για την εµφάνιση της σηµαντικό ρόλο
να παίζει η γεννετική προδιάθεση. Η ψωριασική αρθρίτιδα αρχίζει πρίν ή µετά το εξάνθηµα
απότοµα ή σταδιακά, ενώ πολλές φορές εµφανίζεται ταυτόχρονα µε κάποια έξαρση της
ψωρίασης. Σε µεγάλο ποσοστό περίπου 80% συνυπάρχει µε αλλοιώσεις των νυχιών.
Η ψωριασική αρθρίτιδα εµφανίζεται πιό συχνά µε την µορφή της ασύµµετρης
προσβολής µιας ή και περισσοτέρων αρθρώσεων των χεριών ή ποδιών. Η κλινική εικόνα
οµοιάζει µε εκείνη της χρόνιας παραµορφωτικής αρθρίτιδος µε επώδυνες και διογκωµένες τις
προσβεβληµένες αρθρώσεις.
Άλλη µορφή είναι η συµµετρική πολυαρθρίτιδα που κλινικά είναι δύσκολο να
διαφοροδιαγνωσθεί από την ρευµατοειδή αρθρίτιδα. Η µορφή αυτή είναι συχνότερη στις
γυναίκες, αλλά ηπιότερη από την ρευµατοειδή αρθρίτιδα.
Ολιγότερα συχνή είναι η µορφή της αρθρίτιδας των περιφερικών αρθρώσεων. Σ' αυτή
στην αρχή προσβάλλονται οι τελικές µεσοφαλαγγικές αρθρώσεις των χεριών και των ποδιών,
ενώ συνήθως δεν προσβάλλονται οι µεταρσιοφαλαγγικές και οι µετακαρπιοφαλαγγικές. Η
προσβολή των συγγεκριµένων αρθρώσεων οδηγεί τελικά σε παραµόρφωσεις των τελικών
άκρων των δακτύλων.
Μπορεί επίσης να πάρει τη µορφή της βαρειάς παραµορφωτικής αρθρίτιδος µε
µεγάλες αγκυλώσεις και καταστροφή των οστών, προτιµώντας συνήθως νεαρά άτοµα κάτω
των 20 χρόνων. Η προσβολή παρατηρείται κυρίως στις µικρές αρθρώσεις των χεριών και των
ποδιών καθώς και στη σπονδυλική στήλη ή αλλού.
Τέλος είναι δυνατόν να εµφανισθεί µε τη µορφή της αγγυλοποιητικής σπονδυλίτιδας,
η οποία µπορεί να συνδιάζεται µερικές φορές µε περιφερική αρθροπάθεια.
Σε όλες τις µορφές της ψωριασικής αρθρίτιδος απουσιάζει ο ρευµατοειδής
παράγοντας, εκτός και εάν συνυπάρχει µε ρευµατοειδή αρθρίτιδα.Το ουρικό οξύ σε ασθενείς
µε ψωριασική αρθρίτιδα είναι σε µεγαλύτερη συχνότητα ανεβασµένο σε σχέση µε τους υγιείς.
Στην ψωριασική αρθρίτιδα έχουν κατά καιρούς παρατηρηθεί διαταραχές των σφαιρινών και
ανοσοσφαιρινών καθώς και της κυτταρικής ανοσίας.
Η ακτινογραφία των άκρων εµφανίζει κυρίως οστεόλυση, περιοστίτιδα και λέπτυση
της τελικής φάλαγγας, ενώ στην σπονδυλική στήλη εικόνα µε ασύµµετρα, µεγάλα και
ανώµαλα οστεόφυτα.
Η βαρύτητα της ψωριασικής αρθρίτιδος είναι ανεξάρτητη από την βαρύτητα της
νόσου και η εξέληξη της µακροχρόνια µε υποτροπές οι οποίες µε την πάροδο του χρόνου
προκαλούν παραµορφώσεις στις αρθρώσεις, µείωση της κινητικότητας των αρθρώσεων και
αγκύλωση, µε αποτέλεσµα η πρόγνωση να είναι επιφυλακτική και δυσµενής, σε ότι αφορά την
λειτουργικότητα των προσβεβληµένων αρθρώσεων.
8.Ψωρίαση παλαµών και πελµάτων. Χαρακτηρίζεται από συµµετρικές βλάβες, µε
τη µορφή καλά περιγεγραµµένων πλακών, σχήµατος ωοειδούς ή πολυκυκλικού, µε ξηρά και
σκληρά λέπια. Οι πλάκες περιβάλλονται από ερυθηµατώδη άλω και εντοπίζονται κυρίως στην
περιοχή θέναρ ή οπισθέναρ. Οι βλάβες επεκτείνονται συνήθως και καταλαµβάνουν ολόκληρη
την επιφάνεια των παλαµών και των πελµάτων δηµιουργώντας δευτερογενώς επώδυνες
ραγάδες.
9.Ψωρίαση των βλεννογόνων. Προσβάλλονται τόσο η στοµατική κοιλότητα όσο και
η βάλανος. Στην πρώτη περίπτωση παρατηρούνται κηλίδες ή πλάκες ερυθρές ή λευκωπές
που συνήθως συνυπάρχουν µε βλάβες της ψωρίασης στο δέρµα, ενώ η γλώσσα είναι
οσχεοειδής ή γεωγραφική. Στην δεύτερη περίπτωση οι βλάβες χαρακτηρίζονται από
ερυθροϊώδεις κηλίδες σαφώς αφοριζόµενες διαµέτρου ολίγων εκατοστών χωρίς λέπια.
10.Ψωρίαση του τριχωτού της κεφαλής. Οι βλάβες χαρακτηρίζονται από
ερυθηµατώδεις κηλίδες µε λίγα λέπια ή από στρογγυλές ή ωοειδείς µεγάλες πλάκες σαφώς
αφοριζόµενες µε παχειά αργυρόχροα λέπια. Οι βλάβες µερικές φορές επεκτείνονται και
καταλαµβάνουν ολόκληρο το τριχωτό της κεφαλής.
11.Ψωρίαση του προσώπου και του έξω ακουστικού πόρου. Οι βλάβες στο
πρόσωπο είναι συνήθως σταγονοειδείς, ενώ του έξω ακουστικού πόρου µοιάζουν µε αυτές
του εκζέµατος.

161
12.Σµηγµοτορροϊκή ψωρίαση. Οι βλάβες σ' αυτή τη µορφή αναπτύσσονται πάνω
σε σµηγµατορροϊκό έδαφος. Εντοπίζεται συνήθως στο τριχωτό της κεφαλής την υπεροφρύα
χώρα, τα ώτα και το µεσοθωράκιο. Σ' αυτή τα λέπια είναι λιπαρά και το σηµείο του
στεατοκηρίου αρνητικό. ∆ιαφέρει από την σµηγµατορροϊκή δερµατίτιδα, στο θεραπευτικό
ίσως αποτέλεσµα, το οποίο είναι άµεσο στην σµηγµατορροϊκή δερµατίτιδα και επίµονο στην
σµηγµατορροϊκή ψωρίαση.
Ιστολογική εικόνα
Η ιστολογική εικόνα στην ψωρίαση διαφέρει ανάλογα µε τη µορφή της βλάβης, την
εντόπιση της βλάβης και την ηλικία. Στις συνηθησµένες µορφές παρατηρούνται:
Παρακεράτωση, απουσία της κοκκώδους στιβάδος, υπερακάνθωση και θυλωµάτωση. Τα
αποστηµάτια των Munro-Sabouraud παρατηρούνται στην κερατίνη στιβάδα και σχηµατίζονται
από πυκνωτικά ουδετερόφιλα πολυµορφοπύρινα που προέρχονται από το χόριο και διηθούν
την επιδερµίδα.
Τέλος στο χόριο παρατηρούνται διαστολή των αγγείων, οίδηµα και περιαγγειακή
διήθηση µε λευκοκύτταρα και ιστιοκύτταρα.
∆ιαφορική διάγνωση
Η ψωρίαση θα πρέπει να διαφοροδιαγνωσθεί από: 1) Την δευτερογόνο σύφιλη
(βλάτιδολεπιδώδες εξάνθηµα) και την τριτογόνο (φυµατολεπιδώδες εξάνθηµα). 2) Την
ροδόχρο πυτιρίαση ή νόσο του Gibert. 3) Την σταγονοειδή και την κατά πλάκες
παραψωρίαση ( το λέπι στην παραψωρίαση ανασηκώνεται δίκην αζυµοσφραγίδας). 4) Την
ερυθρά ιόνθιο πυτιρίαση, 5) Το σύνδροµο των Leroy-Fiessenger-Reiter. 6) Την
νευροδερµατίτιδα και το νοµισµατοειδές έκζεµα 7) Την σπογγοειδή µυκητίαση. 8) Τις
επιπολής δερµατοµυκητιάσεις. 9) Τις επίκτητες υπερκερατώσεις των παλαµών και των
πελµάτων. 10)Τον χρόνιο ερυθηµατώδη λύκο. 11) Τον οµαλό λειχήνα.12) Την
σµηγµατορροϊκή δερµατίτιδα.13) Από τις άλλες µορφές ερυθροδερµίας.14) Την ρευµατοειδή
αρθρίτιδα, την ουρική αρθρίτιδα, την σπονδυλοαθρίτιδα και το σύνδροµο Reiter στην
περίπτωση της ψωριασικής αρθρίτιδας.
Θεραπεία
Η θεραπεία στην ψωρίαση είναι αρκετά δυσχερής και η επιλογή του θεραπευτικού
σχήµατος εξαρτάται από ορισµένους παράγοντες όπως την κλινική της µορφή, την εποχή του
έτους, την ηλικία, το φύλο, το επάγγελµα, την ψυχική κατάσταση, την επίδραση της νόσου
στις διαπροσωπικές σχέσεις και το χώρο εργασίας του ασθενούς, από το εάν είναι σταθερή ή
όχι η νόσος, από την εµπειρία προηγουµένων θεραπευτικών σχηµάτων του ασθενούς και του
γιατρού, από την καλή ή όχι κατάσταση της γενικής υγείας του ασθενούς.
Η θεραπεία της ψωρίασης διακρίνεται σε τοπική και συστηµατική.
α) Τοπική θεραπεία .
Η εφαρµογή της τοπικής θεραπείας είναι χρήσιµη σχεδόν σε όλες τις µορφές της
ψωρίασης. Έχουν κατά καιρούς χρησιµοποιειθεί κερατολυτικές αλοιφές κυρίως για την
απόπτωση των λεπίων οι οποίες περιέχουν σαλικυλικό οξύ σε αναλογία από 2-20% περίπου,
ανάλογα µε την υπερκεράτωση των βλαβών, σε έκδοχα βαζελίνης ή λανολίνης.
Ουσίες οι οποίες δρούν αναγωγικά ( δρούν στη σύνθεση του DNA και επιβραδύνουν
τις µιτώσεις), όπως: 1) Η ανθραλίνη (0,1-1%) περίπου, σε ειδικά έκδοχα, εφαρµόζονται µια
εως δύο επαλήψεις την ηµέρα και ακολουθεί λουτρό καθαριότητος, παρενέργειες της
ανθραλίνης είναι ο τοπικός ερεθισµός και ο χρωµατισµός του δέρµατος. 2) Η
λιθανθρακόπισσα (2-10%) επίσης σε ειδικά έκδοχα και τοπική εφαρµογή µία εως δύο φορές
την ηµέρα µε αρκετά καλά αποτελέσµατα.
Επίσης η κασιποτριόλη υπο µορφή κρέµας, µόνη ή σε συνδιασµό µε UVA ή UVB.
Τα κορτικοστεροειδή χρησιµοποιούνται τοπικά για την τοπική θεραπεία µικρών
εκτάσενως δερµατικών βλαβών ψωρίασης µε την µορφή της κρέµας, της αλοιφής και του
διαλύµατος, κυρίως σε Η υπεριώδης ακτινοβολία µικρού κυρίως µήκους κύµµατος (UVB) της

162
φυσικής υπεριώδους ακτινοβολίας ή η τεχνιτή υπεριώδης ακτινοβολία που επιτυγχάνεται µε
ειδικές λάµπες, έχει ευεργετικά αποτελέσµατα στη νόσο.
Η έκθεση στην ακτινοβολία αυτή γίνεται σταδιακά, για την αποφυγή των εγκαυµάτων
και κατ΄επέκταση του φαινοµένου Koebner. Η δράση τους πιθανά να οφείλεται στην αναστολή
της της µίτωσης των επιδερµιδικών κυττάρων.
Η φωτοχηµειοθεραπεία ή PUVA θεραπεία (Psoralen και UVA) χρησιµοποιείται για την
θεραπεία της ψωρίασης και στηρίζεται στην αλληλεπίδραση ενός ψωραλένιου, της
φουροκουµαρίνης µε φωτοευαισθητοποιό δράση και της UVA ακτινοβολίας. Με τον
συνδυασµό αυτών των δύο προκαλείται ερυθηµατογόνος δράση και θεραπευτικό
αποτέλεσµα.
Ο µηχανισµός δράσης στηρίζεται στην ιδιότητα που έχει το DNA των επιδερµιδικών
κυττάρων να δεσµεύει το ψωραλένιο, και να αναστέλεται η αναδίπλωση τουαπό µία σύνθετη
φωτοχηµική αντίδραση.
Ο τρόπος χορήγησης έχει ως εξής: χορηγούµε στον ασθενή µε ψωρίαση από το
στόµα την ποσότητα των 0,6 mg/Kgr Β.Σ του ψωραλένιου σε εφ άπαξ δόση και µετά από 2
ώρες ο ασθενής εκτείθεται στο µηχάνηµα που παρέχει την ακτινοβολία Α. Τα αποτελέσµατα
είναι ικανοποιητικά, αλλά πρέπει να λάβουµε υπόψη µας τις παρενέργειες όπως ο κνησµός
και ο καύσος του δέρµατος, η ναυτία, η ζάλη και ο πονοκέφαλος. Η µακροχρόνια όµως
θεραπεία µε PUVA µπορεί να οδηγήσει στην εµφάνιση καρκίνου του δέρµατος.
β) Συστηµατική θεραπεια
Τα κορτικοστεροειδή συστηµατικά δεν χορηγούνται στην ψωρίαση, διότι ενώ έχουν
πολύ καλά αποτελέσµατα, µετά την διακοπή, προκαλούνται έντονες υποτροπές και η
εµφάνιση της φλυκταινώδους ψωρίαση. Ένδειξη έχουν µόνο στην ψωριασική ερυθροδερµία
και την γενικευµένη µορφή της φλυκταινώδους ψωρίασης. Η διάρκεια της χορήγησης πρέπει
να είναι σύντοµη και οι δόσεις χαµηλές.
Η µεθοτρεξάτη χρησιµοποιείται στην ψωρίαση µε πολύ καλά αποτελέσµατα. Έχει
ανταγωνιστική δράση προς το φυλλικό οξύ, αναστέλλει την σύνθεση του DNA και ελαττώνει
τον γρήγορο πολλαπλασιασµό των κυττάρων.
Η µεθοτρεξάτη είναι τοξική για τον µυελό των οστών , το ήπαρ και τα νεφρά, λόγος
για τον οποίο πρέπει να γίνονται εξετάσεις αίµατος πριν και κατά την διάρκεια της χορήγησης
του φαρµάκου.
Από τα ρετινοειδή η ασιτρετίνη χρησιµοποιείται στην ψωρίαση µε καλά
αποτελέσµατα. Θέλει προσοχή στη χορήγηση διότι είναι τερατογόνο στις γυναίκες, προκαλεί
αύξηση των ηπατικών ενζύµων, χοληστερίνης, τριγλυκεριδίων.
Η κυκλοσπορίνη ( φάρµακο ανοσοκατασταλτικό), έχει εφαρµοσθεί στην ψωρίαση µε πολύ
καλή θεραπευτική ανταπόκριση. Κ ύρια ανεπιθύµητη ενέργεια του φαρµάκου είναι η
υπέρταση και η ανύψωση της κρεατινίνης, οι οποίες ελέγχονται µε την µείωση ή ακόµη και
την διακοπή του φαρµάκου. Είναι φάρµακο νεφροτοξικό.
Βιολογικές θεραπείες, που βασίζονται σε µονοκλονικά αντισώµατα, µε πολύ καλά
θεραπευτικά αποτελέσµατα είναι οι ακόλουθες: infliximab, efalizumab, alefacept, etanecept.
Περίληψη: Ψωρίαση

Αιτιολογία: άγνωστη

Κλινική εικόνα: ερυθηµατώδεις κηλίδες και πλάκες µε αργυρόχροα λέπια, σαφώς
αφοριζόµενες, συµµετρικές, µε εντόπιση κυρίως στά σηµεία πίεσης του δέρµατος.
προσβάλλει εκτός από το δέρµα τανύχια και σπανιώτερα τους βλεννογόνους. Το
φαινόµενο Koebner ( νέες βλάβες στο σηµείο τραυµατισµού) είναι συνήθως
θετικό. Σπάνια εµφανίζεται µε φλυκταινώδη µορφή και πολύ σπάνιαµεταπίπτει σε
ερυθροδερµία.Μερικές φορές συνυπάρχει µε ψωριασική αρθρίτιδα.

Θεραπεία: 1. Τοπική: Η φυσική ηλιακή ακτινοβολία, αλοιφές κερατολυτικές,
αναγωγικές, κορτικοστεροειδων και PUVA θεραπεία. 2. Συστηµατική: ετρετινάτη,
µεθοτρεξάτη, κυκλοσπορίνη, βιολογικές θεραπείες. Τα κορτικοστεροειδή δεν
χορηγούνται στην ψωρίαση, ένδειξη έχουν µόνο στην φλυκταινώδη µορφή και την
ψωριασική ερυθροδερµία.

163

16.2. ΡΟ∆ΟΧΡΟΥΣ ΠΥΤΙΡΙΑΣΗ Ή ΝΟΣΟΣ ΤΟΥ GIBERT
(PITYRIASIS ROSEA)
Ορισµός
Είναι οξεία φλεγµονώδης αυτοϊάσιµη δερµατοπάθεια, άγνωστης αιτιολογίας που
χαρακτηρίζεται κλινικά από ιδιόµορφο ερυθηµατολεπιδώδες εξάνθηµα που εντοπίζεται
κυρίως στον κορµό αλλά και τα άκρα ή σπάνια αλλού.
Κλινική εικόνα
Συνήθως αρχίζει µε την εµφάνιση, στον κορµό και σπανιώτερα αλλού, της µητρικής
ερυθηµατολεπιδώδους πλάκας. Αυτή είναι στρόγγυλη ή ωοειδής µε διάµετρο 1-3 cm περίπου,
µε περιφέρεια επηρµένη, ρόδινης χροιάς, µε ελαφρά απολέπιση, ενώ το κέντρο της είναι
εντυποµένο. Η πλάκα αυτή που ονοµάζεται ''µητρική'' ή ''πρωτογενής'' πλάκα διαρκεί µόνη
της για 7-15 ηµέρες και στην συνέχεια εµφανίζεται διάσπαρτα το δευτερογενές εξάνθηµα που
αποτελείται από µικρές στρογγυλές, ροδόχροες κηλίδες µε ελαφρά απολέπιση στο κέντρο,
καθώς και από πλάκες περίπου όµοιες µε την µητρική.
Σε µερικες περιπτώσεις, οι µικρές ροδόχροες κηλίδες επεκτείνονται περιφερικά και
σχηµατίζουν εικόνα εγκολπίου, ενώ σε άλλες περιπτώσεις το εξάνθηµα αποτελείται
αποκλειστικά από µικρές ή λίγο µεγαλύτερες ροδόχροες κηλίδες (κηλιδώδης µορφή).Σπάνια
το εξάνθηµα παίρνει άλλες µορφές όπως βλατιδώδες, ποµφώδες,ή φυσαλλιδώδες.
Οι βλάβες είναι συνήθως συµµετρικές και εντοπίζονται περισσότερο συχνά στον
κορµό, τον λαιµό και τα άκρα, σπάνια στο πρόσωπο και ποτέ στο τριχωτό της κεφαλής. Το
εξάνθηµα συνήθως υποχωρεί µέσα σε 4-6 εβδοµάδες ή ενωρίτερα, ενώ σπάνια ξεπερνάει
τους 2 µήνες και συνήθως δεν συνοδεύεται από κνησµό.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφοροδιάγνωση θα πρέπει να γίνει από την τριχοφυτία του ψιλού δέρµατος, από
την δευτερογόνο σύφιλη, από φαρµακευτικά εξανθήµατα, και, στην βλατιδώδη µορφή από την
ψωρίαση και την παραψωρίαση.
Θεραπεία
∆εν χορηγούµε συνήθως κανένα φάρµακο, διότι το εξάνθηµα υποχωρεί συνήθως
µόνο του. Σε περιπτώσεις έντονου κνησµού συνιστώνται διαλύµατα µενθόλης 1-2% περίπου
και αποφυγή εριθεσµού µε αρωµατικά σαπούνια, καθώς και τρίψιµο κατά την διάρκεια του
λουτρού καθαριότητος µε σφουγγάρια ή κάποιο τραχύ ύφασµα.
Περίληψη: Ροδόχρους πιτυρίαση

Αιτιολογία: Άγνωστη

Κλινική εικόνα: Ερυθηµατωλεπιδώδες εξάνθηµα του κορµού ασυµπτωµατικό το
οποίο αποτελείται από τη µητρική πλάκα και τις ερυθηµατώδεις κηλίδες.

Θεραπεία: ∆εν χορηγούµε συνήθως φαρµακευτική αγωγή.
16.3. ΟΜΑΛΟΣ ΛΕΙΧΗΝΑΣ
(LICHEN RUBER PLANUS)

Ορισµος
Είναι χρόνια, κνησµώδης δερµατοπάθεια, άγνωστης αιτιολογίας, µε ιδιαίτερα
χαρακτηριστική κλινική εικόνα.

164

Αιτιολογία
Άγνωστης αιτιολογίας
Κλινική εικόνα
Αυτή χαρακτηρίζεται από ειδική βλατίδα, που είναι στερεά στη σύσταση, µεγέθους
κεφαλής καρφίδος ή µεγαλύτερη, επηρµένη, πολυγονική, µε επιφάνεια λεία και στίλβουσα και
χροιά συνήθως ερυθροϊώδη.
Οι βλατίδες συρρέουν και σχηµατίζουν πλάκες διαφόρου µεγέθους και σχήµατος,
καλύπτοµενα µερικές φορές από λέπια στερεά προσκεκολληµένα. Το εξάνθηµα συνοδεύεται
πάντοτε από έντονο κνησµό.
Σε περιπτώσεις που οι βλατίδες είναι µεγάλου µεγέθους, παρατηρούµε στην
επιφάνεια τους, µετά από διαβρωχή µε γλυκερίνη ή νερό, ένα λευκωπό δίκτυο, το δίκτυο του
Wickham, το οποίο είναι παθογνωµονικό της νόσου.
Το εξάνθηµα του οµαλού λειχήνα εντοπίζεται στις καµπτυκές επιφάνεις των καρπών
και αντιβραχείων, στην οσφυϊκή χώρα,στα γεννητικά όργανα, στα κάτω άκρα, στην στοµατική
κοιλότητα, παλάµες, πέλµατα, Μερικές φορές οι βλάβες να είναι γενικευµένες.
Η νόσος διαρκεί από µήνες έως χρόνια.
Οι κλινικές µορφές του οµαλού λειχήνα, ανάλογα µε την εντόπιση και τη µορφή των
βλαβών είναι συνήθως οι εξής:
1. Οξύς οµαλός λειχήνας. Εδώ οι βλατίδες είναι συχνά άτυπες,
καταλαµβάνοντας µεγάλη έκταση.
2. Ατροφικός οµαλός λειχήνας, µε βλάβες που στο κέντρο γίνονται
ουλ ώδεις ή ατροφικές, συχνά στους βλεννογόνους.
3. Ποµφολυγώδης οµαλος λειχήνας, πάνω στις τυπικές βλάβες
εµφανίζονται φυσαλίδες ή ποµφόλυγες.
4. ∆ακτυλιοειδής, γραµµοειδής, ζωστηροειδής
5. Οµαλός λειχήνας των ονύχων. Τα νύχια παρουσιάζουν επιµήκης
γραµµώσεις, αύλακες, πτερύγιο, µερική ή ολική καταστροφή.
6. ∆ιαβρωτικός οµαλός λειχήνας, µε διαβρώσεις ή εξελκώσεις στα
πέλµατα και κορυφή των δακτύλων.
7. Ο θυλακικός λειχήνας που χαρακτηρίζεται από βλατίδες γύρω
από το θύλακο της τρίχας, καταλήγει σε ουλωτική αλωπεκία.
8. Μελαγχρωµατκός οµαλός λειχήνας.
9. Οµαλός λειχήνας βλεννογόνων. Εδώ οι βλάβες εντοπίζονται στο
στόµα και βλεννογόνους. Όταν ο οµαλός λειχήνας εντοπίζεται
στοστόµα δεν παρατηρούνται βλατίδες, αλλά πλάκες µε το
χαρακτηριστικό δίκτυο του Wickham. Μερικές φορές στις βλάβες
ανευρίσκονται και φυσαλίδες ή ποµφόλυγες ή διαβρώσεις. Ο
λείχήνας της στοµατικής κοιλότητας µπορεί υποστεί κακοήθη
εξαλλαγής.
∆ιαφοροδιάγνωση
Αυτή θα πρέπει να γίνει από άλλες βλατιδώδεις δερµατοπάθειες, ανάλογα µε την
εντόπιση και τους µορφολογικούς χαρακτήρες των βλαβών, όπως: Ροδόχρους πιτυρίαση,
ψωρίαση, παραψωρίαση, ερυθρά ιόνθιος πυτιρίαση, χρόνιος ερυθηµατώδης λύκος,
νευροδερµατίτιδα, δευτερογόνος σύφιλη, λειχηνοειδή φαρµακευτικά εξανθήµατα,
δακτυλιοειδές κοκκίωµα.
Θεραπεία
Η θεραπεία του οµαλού λειχήνα είναι τοπική και γενική.
Στην τοπική θεραπεία χορηγούµε αντικνησµώδη παρασκευάσµατα,ή
κορτικοστεροειδή µε τη µορφή αλοιφών ή ενδοβλαβικών εγχύσεων, ενώ στις βλάβες της
στοµατικής κοιλότητας, καλά αποτελέσµατα, παρατηρησαµε µετά από τοπική εφαρµογή
ετριτινάτης (µορφή γέλης).

165
Η συτηµατική θεραπεία συνίσταται στη χορηγηση ισοτρετινοϊνης ή κυκλοσπορίνης ή
κορτικιστεροειδών . Επίσης χορηγούνται αντιϊσταµινικα και ηρεµιστικά φάρµακα.
Η PUVA θεραπεία έχει δώσει καλά αποτελέσµατα στην θεραπεία.
Περίληψη: Οµαλός λειχήνας

Αιτιολογία: Άγνωστη.

Κλινική εικόνα: Χαρακτηριστικές πολυγωνικές βλατίδες, ερυθροϊώδους χροιάς που
συνοδεύονται από έντονο κνησµό. Η νόσος προσβάλλει το δέρµα και τα
εξαρτήµατα του, όταν αυτή προσβάλλει τους βλεννογόνους προκαλεί βλάβες µε τη
µορφή του χαρακτηριστικού δυκτίου του Wickham.

Θεραπεία: Τοπική εφαρµογή στεροειδών στις δερµατικές βλάβες και ετρετινάτη
στον οµαλό λειχήνα της στοµατικής κοιλότητας. Συστηµατικά χορηγούνται
αντιϊσταµινικά,κορτικοστεροειδή, ηρεµιστικά, κυκλοσπορίνη, γκριζεοφουλβίνη,
ανθελονοσιακά και τέλος γίνεται θεραπεία µε PUVA και τη µέθοδο του Gouin.
16.4. ΟΖΩ∆ΕΣ ΕΡΥΘΗΜΑ (ERYTHEMA NODOSUM)

Ορισµός
Είναι σύνδροµο, το οποίο χαρακτηρίζεται από ερυθηµατώδεις υποδερµιδικούς όζους,
που εντοπίζονται κυρίως στις κνήµες, σπανιότερα στα αντιβράχια και τους γλουτούς και
υποχωρούν συνήθως σε 4-6 εβδοµάδες χωρίς να αφήσουν ουλή ή ατροφία. Το οζώδες
ερύθηµα αποτελεί ειδική ανοσολογική αντίδραση του δέρµατος, επιβραδυνοµένης
υπερευαισθησίας, σε πολλούς αιτιολογικούς παράγοντες όπως λοιµώδους, φαρµακευτικής ή
άλλης αιτιολογίας.
Αιτιολογία-Παθογένεια
Είναι συχνό, συνήθως σε νεαρές γυναίκες.
Οφείλεται συνήθως σε πολλά αίτια.
Τα πλέον συχνά αίτια είναι συνήθως είναι τα κάτωθι:
1)Βακτηριδιακές λοιµώξεις, όπως φυµατίωση, λοιµώξεις από yersinia,
λεπροσπείρωση, σύφιλη, λέπρα. Οι στρεπτοκοκικές λοιµώξειςθεωρούνται συνήθως
το συχνότερο αίτιο. Ο στρεπτόκκος εντοπίζεται κυρίως σε αποµεµακρυσµένες εστίες
όπως στις αµυγδαλές, σε βλάβη ερυσιπέλατος ή και αλλού.
2)Συστηµατικά νοσήµατα όπως η φυµατίωση, η σαρκοείδωση, ελκώδης κολίτιδα,
νόσος του Crohn, νόσος Hodgkin, νόσος Bechcet
3)Οι ιώσεις, συχνότερα η λοιµώδης µονοπυρήνωση, ψιττάκωση, στη νόσο εξ ονύχων
γαλής, το αφροδίσιο λεµφοκοκκίωµα και η ευλογιά.
4)Οι µυκητιάσεις όπως δερµατοµυκητιάσεις (κυρίως του τριχωτού της κεφαλής στα
παιδιά), βλασροµυκητίαση, κοκκιδιοµυκητίαση, ιστοπλάσµωση .
5)Φάρµακα ,όπως οι σουλφοναµίδες, οι σουλφόνες, τα αντισυλληπτικά, αλογόνα.
6)Ιδιοπαθές, άγνωστης αιτιοπαθογένειας περίπου 40%.
Κλινική εικόνα
Συνήθως προηγούνται γενικά φαινόµενα που έχουν σχέση µε την αιτιολογία του
οζώδους ερυθήµατος όπως αρθραλγίες, κυνάγχη µε υψηλό πυρετό, κακουχία, εύκολη
κόπωση και απώλεια βάρους.
Το εξάνθηµα εµφανίζεται αµέσως µετά και αποτελείται από λίγους ή πολλούς
επώδυνους, ερυθρούς, θερµούς όζους στο χόριο (φλεγµονή στο δυκτυωτό χόριο και ινώδες
διάφραγµα). Εντοπίζονται συνήθως στην πρόσθια και πλάγια επιφάνεια των κνηµών γύρω
από τα σφυρά και σπανιώτερα στα αντιβράχια, τους γλουτούς ή το λαιµό και το πρόσωπο.
Έχουν σχήµα στρογγυλό και διάµετρο έως και 5cm. Η χροιά τους είναι ρόδινη έως ερυθρά
στην αρχή και µεταβάλλεται στην συνέχεια σε ερυθροϊώδη και υποκίτρινη.

166
Η νόσος διαρκεί συνήθως 3-5 εβδοµάδες και στην συνέχεια υποχωρεί χωρίς να
αφήσει ουλή ή ατροφία.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφοροδιάγνωση θα γίνει συνήθως από τις οζώδεις αγγειϊτιδες, το οζώδες
τριχοφυτικό κοκκίωµα, από έντονες αντιδράσεις σε δήγµατα εντόµων, και το σκληρό ερύθηµα
του Bazin.
Θεραπεία
Αυτή εξαρτάται από το αίτιο της νόσου. Αρχικά συνιστάται ανάπαυση του ασθενούς
στο κρεβάτι και ελαστικός επίδεσµος κατά την ορθοστασία, τοπική αντισηψία και αντιβιοτικές
αλοιφές. Στις περιπτώσεις στρεπτοκοκκικής λοίµωξης χορηγείται πενικιλλίνη, στη φυµατίωση
αντιφυµατική αγωγή, στη σαρκοείδωση κορτικοστεροειδή κ.λ.π.
Περίληψη: Οζώδες ερύθηµα

Αιτιολογία:ιώσεις, βακτηριδιακές λοιµώξεις, συστηµατικά νοσήµατα, µυκητιάσεις,
φάρµακα και µερικές φορές είναι άγνωστης αιτιολογίας.

Κλινική εικόνα: επώδυνοι, ερυθροί όζοι στο χόριο (φλεγµονή στο δυκτυωτό χόριο
και ινώδες διάφραγµα).

Θεραπεία: ανάπαυση, και χορήγηση φαρµακευτικής αγωγής ανάλογα µε το αίτιο.

17. ∆ΕΡΜΑΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙ∆ΡΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΗΛΙΑΚΟ ΦΩΣ
17.1. ΗΛΙΑΚΟ ΕΓΚΑΥΜΑ (SUNBURN)
Ορισµός
Το ηλιακό έγκαυµα είναι οξεία φλεγµονώδης βλάβη του δέρµατος που συντελείται
από την απ' ευθείας δράση της ηλιακής ακτινοβολίας(UVB) στα ακάλυπτα µέρη του δέρµατος.
Αιτιοπαθογένεια
Για την ανάπτυξη του ηλιακού εγκαύµατος υπεύθυνη είναι η UVB ακτινοβολία. Οι
ακτίνες αυτές διέρχονται από την επιδερµίδα και το επιπολής χόριο προκαλώντας µε αυτό το
τρόπο τον σχηµατισµό ουσιών όπως η ισταµίνη, οι λευκοτριαίνες και οι προσταγλαδίνες, στις
οποίες οφείλεται ο πόνος και η ερυθρότητα.
Ο χρόνος έκθεσης στην ηλιακή ακτινοβολία, τα προστατευτικά µέτρα, ο φωτότυπος
του δέρµατος, η ένταση των ακτίνων και η αντανάκλαση των ακτίνων (έντονη η άµµος και η
θάλασσα) είναι παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν την ένταση του ηλιακού εγκαύµατος.
Κλινική εικόνα
Η δράση της ηλιακής ακτινοβολίας στα ακάλυπτα µέρη του δέρµατος, µέσα σε λίγες
ώρες, προκαλεί ερυθρότητα στο δέρµα, ερύθηµα, διήθηση, οίδηµα και πόνο. Μετά από
πολύωρη και εκτεταµένη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία αναπτύσσονται φυσαλίδες,
ποµφόλυγες ή ακόµη και γενικά φαινόµενα όπως ρίγος, πυρετός, καταβολή δυνάµεων και
καταπληξία. Τα συµπτώµατα αρχίζουν περίπου 6-8 ώρες µετά την έκθεση στην ηλιακή
ακτινοβολία.
Το ηλιακό έγκαυµα στην αποδροµή του, που συντελείται περίπου µέσα σε 1-2
εβδοµάδες αφήνει µια χαρακτηριστική απολέπιση, µελάγχρωση και µερικές φορές και
εφηλίδες. Η προφύλαξη από την ηλιακή ακτινοβολία και η αποφυγή του ηλιακού εγκαύµατος,
που βλάπτει την επιδερµίδα και το δέρµα (ρυτίδες, µεταβολές στη µελάγχρωση, καρκίνος),

167
κρίνονται απαραίτητα. Τα συχνά ηλιακά εγκαύµατα σε νέα κυρίως άτοµα αυξάνουν την
πιθανότητα εµφάνισης µελανώµατος.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση του ηλιακού εγκαύµατος πρέπει να γίνει κυρίως από τις
φωτοτοξικές αντιδράσεις (εντονότερα φαινόµενα από το ηλιακό έγκαυµα).
Θεραπεία
Στο ηλιακό έγκαυµα η θεραπεία είναι συµπτωµατική. Τα λουτρά µε αντιφλεγµονώδη
ιδιότητα, η τοπική εφαρµογή υγρών διαλυµάτων µε αντικνησµώδη δράση όπως η καλαµίνη
και η τοπική εφαρµογή κορτικοστεροειδών µε τη µορφή της κρέµας βοηθούν στην γρήγορη
αποκατάσταση του ηλιακού εγκαύµατος. Η χορήγηση ασπιρίνης ή ινδοµεθακίνης (Diclofenac)
αναστέλλει τη δράση της προσταγλανδίνης.
Περίληψη: Ηλιακό έγκαυµα

Αιτιολογία: Παρατεταµένη έκθεση της ηλιακής ακτινοβολίας στα ακάλυπτα µέρη του
δέρµατος και απελευθέρωση ουσιών όπως η ισταµίνη, οι λευκοτριαίνες και η
προσταγλαδίνη που είναι υπεύθυνες για το ερύθηµα και τον πόνο.

Κλινική εικόνα: Ερυθρότητα, ερύθηµα, οίδηµα και πόνος στα ακάλυπτα µέρη του
δέρµατος.

Θεραπεία: λουτρά µε αντιφλεγµονώδη ιδιότητα, τοπική εφαρµογή καλαµίνης ή
στεροειδών.
17.2. ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΕΚ ΦΩΤΟΣ ΕΡΥΘΗΜΑ
(POLYMORPHIC LIGHT ERUPTION)

Ορισµός
Το πολύµορφο εκ φωτός είναι µία κατάσταση υπερευαισθησίας στην υπεριώδη
ακτινοβολία. Φαίνεται ότι η UVR ακτινοβολία προκαλεί µια καθυστερηµένη αντίδραση
υπερευαισθησίας. ∆ηµιουργείται ένα αλλεργιογόνο ή απτίνη από τον οργανισµό µε την
επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας. Εκδηλώνεται µε εξάνθηµα στις εκτεθειµένες στον
ήλιο περιοχές του σώµατος.
Επιδηµιολογία
Προσβάλλει συχνότερα τις γυναίκες ηλικίας περίπου 20-30 χρόνων. Παρατηρείται
συχνότερα την άνοιξη και τους πρώτους µήνες του καλοκαιριού. Προσβάλει συχνότερα τη
λευκή φυλή και σπανιότερα σους έγχρωµους.
Κλινική εικόνα
Το εξάνθηµα χαρακτηρίζεται κυρίως από ερύθηµα, βλατίδες, βλατιδοφυσαλίδες.
Σπανιότερα ανευρίσκονται εκζεµατικές πλάκες ή κνιδωτικές πλάκες. Οι βλάβες εµφανίζονται
κυρίως µέσα σε 24 ώρες περίπου µετά από την έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία (UVB ή UVA
ή UVA και UVB,πολύ συχνά είναι UVB). Οι βλάβες του πολυµόρφου ερυθήµατος εντοπίζονται
κυρίως στα ακάλυπτα µέρη του δέρµατος, αλλά και στα κεκαλυµµένα όταν τα ρούχα είναι
λεπτά και επιτρέπουν την διέλευση των ακτίνων του ηλίου.
Η σταδιακή έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία, έχει σαν αποτέλεσµα την ελάττωση των
συµπτωµάτων ή τους απαλλάσσει από αυτά.
Μία παραλλαγή είναι η εµφάνιση αποκεφαλισµένων βλατίδων και εκδορές από τον
έντονο κνησµό.
Το εξάνθηµα υποτροπιάζει για πολλά χρόνια.

168
Η διάγνωση της νόσου εκτός από την κλινική εικόνα µπορεί να επιβεβαιωθεί και µε τις
φωτοδοκιµασίες. Αναπαράγονται βλάβες πολυµόρφου ερυθήµατος στα καλυµµένα µέρη του
δέρµατος µετά από έκθεση σε UVB ή UVA ακτινοβολία. Η δοκιµασία γίνεται µε UVA και UVB
ακτινοβολία σε αυξανόµενη ένταση.
∆ιαφορική διάγνωση
Η νόσος θα πρέπει να διαφοροδιαγνωσθεί από την δερµατίτιδα και την τοξική και
αλλεργική φωτοδερµατίτιδα.
Θεραπεία
Θεραπευτικά συνιστάται σταδιακή έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία ή σταδιακή έκθεση
στην υπεριώδη ακτινοβολία ή PUVA θεραπεία την εποχή της άνοιξης, κατάλληλη ενδυµασία
και τέλος τοπική εφαρµογή κρεµών µε κορτικοστεροειδή. Τα κορτικοστεροειδή και τα
αντιισταµινικά πριν από την έκθεση στον ήλιο παρεµποδίζουν την εµφάνιση της νόσου. Τέλος
το β-καροτένιο όταν χορηγείται για µεγάλο χρονικό διάστηµα πριν από την έκθεση στον ήλιο
έχει επίσης καλά αποτελέσµατα.
Επίσης συνιστούνται αντηλιακά µε υψηλό δείκτη προστασίας στη UVA και UVB.
Περίληψη: Πολύµορφο εκ φωτός ερύθηµα

Αιτιολογία: Πιθανή παρουσία απτίνης του ανθρώπινου οργανισµού και
ενεργοποίηση της από την ηλιακή ακτινοβολία µε αποτέλεσµα φωτοαλλεργική
αντίδραση.

Κλινική εικόνα: Ερύθηµα, βλατίδες, βλατιδοφυσαλίδες, εκζεµατικές πλάκες και
κνιδωτικές πλάκες την άνοιξη και θερινούς µήνες κυρίως στα ακάλυπτα µέρη του
δέρµατος.

Θεραπεία: Προφύλαξη από την ηλιακή ακτινοβολία και σταδιακή έκθεση στον ήλιο.
Τοπική εφαρµογή στεροειδών, έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία, PUVA
θεραπεία. Αντηλιακά.
17.3. ΦΩΤΟ∆ΕΡΜΑΤΙΤΙ∆ΕΣ (LIGHT ERUPTIONS)

Ορισµός
Φωτοδερµατίτιδες ονοµάζονται οι δερµατοπάθειες που προκαλούνται από την έκθεση
στην ηλιακή ακτινοβολία και την παρουσία κάποιας ουσίας που είτε λαµβάνεται συστηµατικά,
είτε εφαρµόζεται τοπικά στο δέρµα.
Οι φωτοδερµατίτιδες ανάλογα µε το µηχανισµό δράσης διακρίνονται σε φωτοτοξικές
και φωτοαλλεργικές.
17.3.1. ΦΩΤΟΤΟΞΙΚΗ ∆ΕΡΜΑΤΙΤΙ∆Α (PHOTOTOXIC DRUG REACTIONS)
Αιτιολογία
Στις φωτοτοξικές δερµατίτιδες ο µηχανισµός δράσης δεν είναι ανοσολογικός,
φωτοτοξικές ουσίες όµως σε συνδυασµό µε τις υπεριώδεις ακτίνες αυξάνουν την
αντιδραστικότητα του δέρµατος.
Η υπεύθυνη ουσία πρέπει να απορροφά τόσο την UVA όσο και την UVB
ακτινοβολία και η αντίδραση να εµφανίζεται στο µήκος κύµατος που την απορροφά το
εκάστοτε φάρµακο.
Φάρµακα που συχνότερα είναι υπεύθυνα για τις φωτοτοξικές δερµατίτιδες όταν
χορηγούνται συστηµατικά είναι οι σουλφοναµίδες, οι τετρακυκλίνες, η χλωροπροπαµίδη, τα
αντισυλληπτικά, η αµιοδαρόνη, τα ψωραλένια, κινιδίνη.

169
Αντίθετα µετά από τοπική εφαρµογή συχνά δηµιουργούν πρόβληµα ορισµένα φυτά
και αρωµατικά έλαια που περιέχουν φουροκουµαρίνες όπως τα καρότα, ο άνηθος, το
γλυκάνισο, το σέλινο, το περγαµότο, το λεµόνι.
Φωτοτοξική αντίδραση προκαλείται επίσης από ουσίες όπως οι βαφές, οι πίσσες και
τα προϊόντα τους, η εωσίνη, καθώς και τοπικά εφαρµοζόµενα φάρµακα όπως τετρακυκλίνες,
φαινοθειαζίνες και σουλφοναµίδες.
Από τις παραπάνω ουσίες, ορισµένες είναι δυνατόν να προκαλέσουν τόσο
φωτοτοξική όσο και φωτοαλλεργική δερµατίτιδα. Τέτοιες ουσίες είναι η εωσίνη και οι
σουλφοναµίδες.
Κλινική εικόνα
Η κλινική εικόνα της φωτοτοξικής δερµατίτιδας είναι όµοια µε εκείνη του ηλιακού εγκαύµατος
αλλά εντονότερα τα φαινόµενα που εντοπίζονται και εδώ στα ακάλυπτα µέρη του δέρµατος.
Θεραπεία
Η αποµάκρυνση της υπεύθυνης φωτοτοξικής ουσίας είναι απαραίτητη. Η θεραπεία είναι
και εδώ συµπτωµατική όπως και στο ηλιακό έγκαυµα.
Περίληψη: Φωτοτοξική δερµατίτιδα

Αιτιολογία: Αύξηση της αντιδραστικότητας του δέρµατος µετά από συνδυασµό µιας
φωτοτοξικής ουσίας και της ηλιακής ακτινοβολίας.

Κλινική εικόνα: Όµοια µε την κλινική εικόνα του ηλιακού εγκαύµατος.

Θεραπεία: Αποµάκρυνση της φωτοτοξικής ουσίας και θεραπεία όµοια µε εκείνη
του ηλιακού εγκαύµατος.
17.3.2. ΑΛΛΕΡΓΙΚΗ ΦΩΤΟ∆ΕΡΜΑΤΙΤΙ∆Α (PHOTOALLERGIC DERMAITIS)

Αιτιολογία
Η αλλεργική φωτοδερµατίτιδα είναι αντίδραση υπερευαισθησίας και για να προκληθεί
είναι απαραίτητη η σύγχρονη έκθεση στον ήλιο και στο αλλεργιογόνο που χορηγείται είτε
συστηµατικά, είτε τοπικά. Έκθεση κυρίως στη UVA και σπανιότερα στη UVB
Στην περίπτωση της αλλεργικής φωτοδερµατίτιδας το ανενεργό φάρµακο
µετατρέπεται µε την παρουσία των ηλιακών ακτίνων σε απτίνη. Αυτή µε τη σειρά της ενώνεται
µε πρωτεϊνικό φορέα και µετατρέπεται σε πλήρες αντιγόνο. Κατά αυτό τον τρόπο
αναπτύσσεται ανοσολογικός µηχανισµός όµοιος µε εκείνον της αλλεργικής εξ επαφής
δερµατίτιδας.
Κατά την πρώτη έκθεση δεν συµβαίνει τίποτα. Ο λανθάνων χρόνος που απαιτείται για
να παραχθεί είναι περισσότερες της µίας εβδοµάδες. Κατά την επανέκθεση αναπαράγεται
γρήγορα.
Κλινική εικόνα
Η κλινική εικόνα της αλλεργικής φωτοδερµατίτιδας οµοιάζει περισσότερο µε την
κλινική εικόνα της αλλεργικής εξ επαφής δερµατίτιδας και λιγότερο µε εκείνη της φωτοτοξικής
δερµατίτιδας. Παρατηρούνται δηλαδή στα εκτεθειµένα στην ηλιακή ακτινοβολία µέρη του
δέρµατος ερυθηµατώδεις κνιδωτικές πλάκες µε βλατίδες και φυσαλίδες. Το εξάνθηµα σέβεται
την περιοχή κάτω από το πηγούνι και την περιοχή κάτω από τη µύτη.
Ουσίες και φάρµακα που µπορούν να προκαλέσουν αλλεργική φωτοδερµατίτιδα είναι
πολλές ουσίες και φάρµακα, όπως συχνά είναι η νεοµυκίνη, σουλφοναµίδες, φαινοθειαζίνες,
βενζοκαϊνη, λοσιόν για µετά το ξύρισµα, θειουρία, παράγωγα του παρα-αµινο-βενζοϊκού
οξέος, η λανολίνη, paraben esters, εωσίνη στα ρούζ, αλογονωµένα παράγωγα της φαινόλης,
αλογωνοµένες σαλικυλανιλίδες, τοπική χρήση αντιισταµινικών, αντιµυκητιασικά.

170
Η φωτοτοξική δερµατίτιδα διαφέρει από την φωτοαλλεργική σε ορισµένα στοιχεία
τόσο κλινικά όσο και εργαστηριακά. Στις φωτοαλλεργικές δερµατίτιδες, οι επιδερµικές
δοκιµασίες µε φωτο-patch-test είναι θετικές, ενώ στις φωτοτοξικές είναι αρνητικές. Στις φωτοpatch δοκιµασίες η ενοχοποιούµενη ουσία εφαρµόζεται τοπικά για 24 ώρες και ακολούθως
ακτινοβολείται, οπότε παράγεται µία φωτο-αλλεργική-αντίδραση. Σαν µάρτυρας θα
χρησιµεύσει δοκιµασία χωρίς ακτινοβολία. Ο έλεγχος µετά γίνεται σε 48, 72 και 96 ώρες.
Το εξάνθηµα στην φωτοαλλεργική αντίδραση για να προκληθεί δεν απαιτεί µεγάλη
ένταση της ηλιακής ακτινοβολίας, παράγεται αµέσως. Το φωτοτοξικό εξάνθηµα µοιάζει κλινικά
µε το ηλιακό έγκαυµα και εντοπίζεται σχεδόν στα ακάλυπτα µέρη του δέρµατος. Ενώ στην
φωτοαλλεργική είναι αλλεργική αντίδραση επιβραδυνοµένου τύπου, εντοπίζεται στα
ακάλυπτα και παρουσιάζει διασπορά δερµατικών βλαβών στα καλυµµένα µέρη, κυρίως κοντά
στα ακάλυπτα µέρη του δέρµατος. Κλινικά µοιάζει µε την αλλεργική εξ επαφής δερµατίτιδα.
Θεραπεία
Αρχικά θα πρέπει να γίνει αποµακρυνθεί, αν είναι δυνατόν η υπεύθυνη ουσία που
προκάλεσε την φωτοαλλεργία. Η κατάλληλη ενδυµασία και η τοπική χρήση αντηλιακών
καθώς και η αποµάκρυνση του ασθενή από την ηλιακή ακτινοβολία βοηθούν πολύ τον
ασθενή. Καλά αποτελέσµατα έχει στην φωτοαλλεργική δερµατίτιδα η τοπική χρήση
κορτικοστεροειδών.
Περίληψη: Αλλεργική φωτοδερµατίτιδα

Αιτιολογία: είναι ανοσολογική αντίδραση του δέρµατος που προκαλείται από
φωτοευαισθητοποιές ουσίες παρουσία της ηλιακής ακτινοβολίας.

Κλινική εικόνα:ερυθηµατώδεις κνιδωτικές πλάκες πάνω στις οποίες εντοπίζονται
βλατίδες και φυσαλίδες που συνοδεύονται από κνησµό κυρίως στα
φωτοεκτειθεµένα µέρη του δέρµατος.

Θεραπεία: αποµάκρυνση της φωτοευαίσθητης ουσίας και προφύλαξη από την
ηλιακή ακτινοβολία. Τοπική εφαρµογή κορτικοστεροειδών.

18. ΠΟΜΦΟΛΥΓΩ∆ΕΙΣ ∆ΕΡΜΑΤΟΠΑΘΕΙΕΣ
18.1. ΠΕΜΦΙΓΑ
Ορισµός
Είναι οµάδα δερµατοπαθειών άγνωστης αιτιολογίας και χρόνιας πορείας, που
χαρακτηρίζεται από στοιχειώδεις βλάβες τις ποµφόλυγες. Η πέµφιγα προσβάλλει και τα δύο
φύλα και παρατηρείται συνήθως στη µέση ηλικία, και σπάνια στην παιδική ηλικία ή τους
υπερήλικες.
Η αιτιολογία της πέµφιγας είναι άγνωστη. Η ανεύρεση στον ορό των ασθενών
αυτοαντισώµατα κυρίως IgG, κατά της µεσοκυτταρίου ουσίας της ακανθωτής στιβάδας,
εντάσσει την νόσο στα αυτοάνοσα νοσήµατα.
Θα πρέπει όµως να αναφερθεί ότι τα τελευταία χρόνια έχουν ενοχοποιηθεί στην
εκδήλωση της νόσου και φάρµακα, όπως η ριφαµπικίνη, η καπτοπρίλη, η D-Πενικιλλαµίνη
καθώς και άλλες δραστικές ουσίες.
Τα τελευταία χρόνια αναφέρεται βιβλιογραφικά σαν ιδιαίτερη νοσολογική οντότητα ο
παρανεοπλασµατικός πέµφιγος.
Η οµάδα της πέµφιγας διακρίνεται στην κοινή, την βλαστική, την φυλλώδη και την
ερυθηµατώδη ή σύνδροµο των Senear-Usher.
Κυτταρολογική εξέταση κατά Tzanck

171
Aπο το έδαφος της ποµφόλυγας µε ελαφρά απόξεση παίρνουµε υλικό, το οποίο
επιστρώνουµε σε αντικειµενοφόρο πλάκα και αφού αποξηραθεί χρωµατίζεται µε τη µέθοδο
May-Grunwald-Giemsa. Με την µέθοδο αυτή ανιχνεύονται τα ακανθολυτικά κύτταρα.
Ανοσολογικός έλεγχος.
1) Άµεσος ανοσοφθορισµός: Με τη µέθοδο του άµεσου ανοσοφθορισµού, µετά από βιοψία
δέρµατος, ανιχνεύονται αντισώµατα κυρίως της τάξης IgG στα µεσοκυττάρια διαστήµατα της
επιδερµίδας, τόσο στις βλάβες όσο και στο υγιές δέρµα.
2)Έµµεσος ανοσοφθορισµός: Με την µέθοδο του έµµεσου ανοσοφθορισµού ελέγχονται
στον ορό του ασθενούς τα κυκλοφορούντα αυτοαντισώµατα IgG καθώς και ο τίτλος αυτών.
Σαν υπόστρωµα χρησιµοποιείται χείλος βοός. Ο τίτλος των αυτοαντισωµάτων έχει
προγνωστική σηµασία, αφού σχετίζεται µε την πορεία της νόσου κατά την διάρκεια της
θεραπείας και σύµφωνα µε τις τιµές του τίτλου καθορίζονται τα εκάστοτε θεραπευτικά
σχήµατα και τις δόσεις των φαρµάκων.

Περίληψη: Πέµφιγα

Αιτιολογία: αυτοάνοσο νόσηµα, IgG αντισώµατα, παρανεοπλασµατικό, µετά από
χορήγηση φαρµάκων.

Κυτταρολογική εξέταση κατά Tzanck: θετική.

Άµεσος ανοσοφθορτισµός: θετικός

Έµµεσος ανοσοφθορισµός: θετικός
18.1.1. ΚΟΙΝΗ ΠΕΜΦΙΓΑ (PEMPHIGUS VULGARIS)

Είναι από τις πλέον συχνές και βαριές µορφές της πέµφιγας, εµφανίζεται κυρίως
στους µεσήλικες και των δύο φύλων και είναι συχνότερη στους Μεσογειακούς λαούς και τους
εβραίους.
Η νόσος εµφανίζεται είτε σπάνια απότοµα µε εκτεταµένες βλάβες και εξέλιξη γρήγορη
και κακοήθη, είτε συχνότερα βραδέως µε λίγες βλάβες που παραµένουν για µήνες
εντοπισµένες πριν να εξαπλωθούν.
Κλινική εικόνα
Η κοινή πέµφιγα στο 50% των περιπτώσεων αρχίζει από την στοµατική κοιλότητα. Οι
βλάβες παραµένουν στο στόµα για αρκετούς µήνες πριν από την προσβολή του δέρµατος.
Πέρα όµως από το βλεννογόνο της στοµατικής κοιλότητας προσβάλλονται και οι βλεννογόνοι
των γεννητικών οργάνων της ουρήθρας, του πρωκτού, των επιπεφυκότων, της ρινός, του
φάρυγγα και του οισοφάγου. Οι ποµφόλυγες των βλεννογόνων ρήγνυνται γρήγορα και
αντικαθίστανται από διαβρώσεις ή ελκώσεις, στην περιφέρεια των οποίων παραµένουν ράκη
των ποµφολύγων.
Οι ποµφόλυγες είναι πλαδαρές και έχουν ποικίλο µέγεθος. Εµφανίζονται πάνω στο
φαινοµενικά υγιές δέρµα, χωρίς πρόδροµα συµπτώµατα και εντοπίζονται σε οποιοδήποτε
σηµείο του δέρµατος. Μετά από µερικές ηµέρες ρήγνυνται εύκολα και αντικαθίστανται από
ορορροούσες διαβρώσεις, οι οποίες επεκτείνονται περιφερικά µε αποκόλληση της
επιδερµίδας και υποχωρούν δύσκολα. Πολλές από αυτές όµως καλύπτονται από
οροαιµατηρές εφελκίδες. Με την πάροδο του χρόνου οι διαβρώσεις υποχωρούν χωρίς ουλή
αφήνοντας µελαγχρωµατικές κηλίδες. Έτσι µετά από µερικούς µήνες ο ασθενής παρουσιάζει
φαινοµενικά πολύµορφο εξάνθηµα που αποτελείται από λίγες ποµφόλυγες, εκτεταµένες
διαβρώσεις εκ των οποίων µερικές καλύπτονται από οροαιµατηρές εφελκίδες και
µελαγχρωµατικές κηλίδες. Οι βλάβες στην πέµφιγα αναδίνουν γενικά µια δυσάρεστη µυρωδιά
που µερικές φορές θεωρείται διαγνωστικό σηµείο.

172
Το σηµείο Nikolski Ι στην πέµφιγα είναι θετικό και συνίσταται στην αποκόλληση της
επιδερµίδας λόγω ακανθόλυσης όταν πιέσουµε µε το δάκτυλο σε κλινικά υγιές δέρµα κοντά
στην βλάβη ή µεταξύ δύο βλαβών. Επίσης θετικό είναι και το σηµείο Nikolski ΙI, δηλαδή όταν
πιέσουµε την οροφή της ποµφόλυγας προκαλείται διεύρυνση αυτής, µετακίνηση προς τα
πλάγια. Όταν αποδράµουν οι βλάβες γίνονται, αρνητικά το Nikolski I και II.
Οι βλάβες εντοπίζονται σε όλη την επιφάνεια του δέρµατος, συχνότερα όµως στο
τριχωτό της κεφαλής, το πρόσωπο, στις πτυχές και στα σηµεία πίεσης του δέρµατος.
Η γενική κατάσταση του ασθενούς αρχικά είναι καλή, προοδευτικά όµως
χειροτερεύει. Στη διάρκεια της εξέλιξης της παρατηρούνται µερικές φορές υφέσεις, αλλά ποτέ
πλήρη ίαση. Χωρίς θεραπεία η πέµφιγα οδηγεί αργά ή γρήγορα στο θάνατο είτε από καχεξία
είτε από λοιµώξεις ή άλλες επιπλοκές.
Ιστολογική εικόνα
Στην κοινή πέµφιγα η ποµφόλυγα είναι ενδοεπιδερµιδική. Η βάση της ποµφόλυγας
αποτελείται από την βασική στιβάδα, ενώ η οροφή της από τις υπόλοιπες στιβάδες της
επιδερµίδας. Στο ορώδες περιεχόµενο της κοιλότητας της ποµφόλυγας υπάρχουν κατά
οµάδες ή µεµονωµένα ακανθολυτικά κύτταρα.
∆ιαφορική διάγνωση
Η κοινή πέµφιγα πρέπει να διαφοροδιαγνωσθεί από τα εξής συνήθως νοσήµατα: 1)
Ποµφολυγώδες πεµφιγοειδές 2) Ερπητοειδή δερµατίτιδα 3) Ποµφολυγώδες φαρµακευτικό
εξάνθηµα 4) Πολύµορφο ερύθηµα 5)Τοξική επιδερµόλυση 6) Έρπης των εγκύων και 7) άλλα
ποµφολυγώδη νοσήµατα.
18.1.2. ΒΛΑΣΤΙΚΗ ΠΕΜΦΙΓΑ (PEMPHIGUS VEGETANS)
Η βλαστική πέµφιγα θεωρείται ποικιλία της κοινής, απαντάται σε νεώτερη ηλικία και
έχει ηπιότεροι πρόγνωση σε σχέση µε την κοινή πέµφιγα.
Κλινικά παρουσιάζει την ίδια εικόνα µε την κοινή, αλλά οι βλάβες σ' αυτή τη µορφή
µετατρέπονται γρήγορα σε βλαστικές και κοκκιωµατώδεις ιδιαίτερα όταν αφορούν τις πτυχές.
Οι βλαστικές βλάβες στην µορφή αυτή φέρουν στην περιφέρεια ράκη ποµφολύγων, σηµείο
που δηλώνει την επέκταση της νόσου.
Η διάγνωση στην βλαστική πέµφιγα τίθεται από την ιστολογική εξέταση, την θετική
κυτταροδιαγνωστική εξέταση (Tzanck) και τον ανοσολογικό έλεγχο.
18.1.3. ΦΥΛΛΩ∆ΗΣ ΠΕΜΦΙΓΑ (PEMPHIGUS FOLIACEUS)
Η φυλλώδης πέµφιγα χαρακτηρίζεται από µικρές επιφανειακές ποµφόλυγες, οι οποίες
ρήγνυνται γρήγορα και αφήνουν αβαθείς διαβρώσεις. Οι διαβρώσεις καλύπτονται από λέπια
και εφελκίδες, ενώ στην περιφέρεια κάτω από τα υγρά λέπια παρατηρείται περιφερική
απολέπιση της επιδερµίδας.
Οι βλάβες εντοπίζονται κυρίως στο τριχωτό της κεφαλής, το πρόσωπο και το άνω
τµήµα του κορµού. Όταν η νόσος αφήνεται χωρίς θεραπεία εξαπλούται σε µεγάλη έκταση και
παίρνει τη µορφή της ερυθροδερµίας. Η πρόγνωση της φυλλώδους πέµφιγας εάν δεν
µεταπέσει στην κοινή έχει καλύτερη πρόγνωση από αυτή.
Tο σηµείο Nikolski είναι και σ' αυτή τη µορφή θετικό.
Η διάγνωση της επιβεβαιώνεται µε την ιστολογική εξέταση, τον ανοσολογικό έλεγχο
και την κυτταροδιαγνωστική εξέταση.
ΕΡΥΘΗΜΑΤΩ∆ΗΣ ΠΕΜΦΙΓΑ Ή ΣΥΝ∆ΡΟΜΟ ΤΩΝ SENEAR-USHER
(PEMPHIGUS ERYTHEMATOSUS)
Η µορφή αυτή συνιστά συνδυασµό φυλλώδους πέµφιγας και χρόνιου
ερυθηµατώδους λύκου. Η κλινική εικόνα είναι όµοια µε εκείνη της φυλλώδους πέµφιγας και
εντοπίζεται στο τριχωτό της κεφαλής, το πρόσωπο και το άνω τµήµα του κορµού. Οι
βλεννογόνοι δεν προσβάλλονται σχεδόν ποτέ και το σηµείο Nikolski είναι και σ' αυτή τη
µορφή θετικό.
Οι βλάβες αποτελούνται από:

173
1)Μικρές πλαδαρές ποµφόλυγες που εντοπίζονται κυρίως στον κορµό.
2)Ερυθηµατώδεις πλάκες µε καλά προσπεφυκότα λέπια και λιπαρές εφελκίδες που
εντοπίζονται κυρίως στις σµηγµατορροϊκές περιοχές.
Η διάγνωση τίθεται από την τυπική ιστολογική εικόνα της πέµφιγας όπου υπάρχουν
ποµφόλυγες και του χρόνιου ερυθηµατώδους λύκου σε αντίστοιχες βλάβες, τον ανοσολογικό
έλεγχο και την ανεύρεση των ακανθολυτικών κυττάρων.
Θεραπεία
Η πέµφιγα αντιµετωπίζεται κυρίως µε γενική θεραπεία. Χορηγούνται
κορτικοστεροειδή ή κορτικοστεροειδή σε συνδυασµό µε ανοσοκατασταλτικά όπως η
αζαθειοπρίνη ή κυκλοφωσφαµίδη.
Στην αρχή αντιµετωπίζεται µε υψηλές δόσεις κορτιζόνης για περίπου 15 ηµέρες έως
ότου σταµατήσει η έκθεση νέων βλαβών. Στην συνέχεια οι δόσεις ελαττούνται σταδιακά µε
γρήγορο ρυθµό στην αρχή και µε βραδύτερο ρυθµό αργότερα, µέχρι την πλήρη διακοπή του
φαρµάκου ή την χορήγηση του εφ' όρου ζωής σε δόση συντήρησης.
Τα ανοσοκατασταλτικά χορηγούνται συνήθως σε συνδυασµό µε τα κορτικοστεροειδή
σαν υποστηρικτική θεραπεία ή σε περίπτωση αντένδειξης των κορτικοστεροειδών.
Η πλασµαφαίρεση είναι µέθοδος που χρησιµοποιείται όταν η θεραπεία µε
κορτικοστεροειδή δεν αποδίδει ή όταν υπάρχει αντένδειξη στα ανοσοκατασταλτικά. Με αυτή
αποµακρύνονται από τον ορό των ασθενών 1-2 φορές την εβδοµάδα τα ειδικά αντισώµατα.
Αφαιρούνται περίπου 2000-3000 gr πλάσµατος σε κάθε συνέδρια.
Περίληψη: Μορφές πέµφιγας

Κοινή πέµφιγα: ποµφόλυγες πλαδαρές, σε βλεννογόνους και δέρµα. Τα σηµεία
Nikolsky Ι και ΙΙ θετικά.

Βλαστική πέµφιγα: ποµφόλυγες που γρήγορα γίνονται κοκκιωµατώδεις και
βλαστικές.

Φυλλώδης πέµφιγα: µικρές ποµφόλυγες επί ερυθηµατώδους βάσεως, ρήγνυνται
δηµιουργώντας διαβρώσεις καλυπτόµενες από επιδερµικά ράκη και εφελκίδες. Το
σηµείο Nikolski είναι θετικό.

Ερυθηµατώδης πέµφιγα: είναι συνδυασµός ερυθηµατώδους λύκου και φυλλώδους
πέµφιγας. Το σηµείο Nikolski είναι θετικό.

Θεραπεία: κορτικοστεροειδή, ανοσοκατασταλτικά, πλασµαφαίρεση.
18.2. ΠΟΜΦΟΛΥΓΩ∆ΕΣ ΠΕΜΦΙΓΟΕΙ∆ΕΣ (BULLOUS PEMPHIGOID)

Ορισµός
Είναι χρόνια, σχετικά καλοήθης, αυτοάνοσος ποµφολυγώδης δερµατοπάθεια, που
ιστολογικά χαρακτηρίζεται από υποεπιδερµιδικές µη ακανθολυτικές ποµφόλυγες.
Αιτιολογία
Παρατηρείται και στα δύο φύλα σε ηλικία πάνω από 60 ετών και πολύ σπάνια σε νέα
άτοµα ή παιδιά. Σε ορισµένες περιπτώσεις ενοχοποιούνται φάρµακα που λαµβάνονται από το
στόµα, ενώ σε άλλες συνυπάρχει µε κακοήθεις όγκους των σπλάχνων.
Η ανοσολογική φύση της νόσου επιβεβαιώνεται από την ανίχνευση στον ορό των
ασθενών αντισωµάτων κατά της βασικής µεµβράνης της επιδερµίδας, από την ικανότητα των
αντισωµάτων να συνδέουν το συµπλήρωµα και τέλος από την παρουσία των αντισωµάτων
και του συµπληρώµατος στη θέση των βλαβών.
Κλινική εικόνα

174

Η νόσος χαρακτηρίζεται από ποµφόλυγες τεταµένες, διαµέτρου από 5-10 cm, οι
οποίες εδράζονται σε ερυθηµατώδες, κνιδωτικό ή σε υγιές δέρµα και περιέχουν υγρό ορώδες,
οροπυώδες και σπάνια οροαιµατηρό. Οι βλάβες παραµένουν εντοπισµένες ή γενικεύονται και
εντοπίζονται κυρίως στον κορµό και τις εκτατικές επιφάνειες των άκρων. Οι διαβρώσεις που
διαδέχονται τις ποµφόλυγες επωλούνται σχετικά γρήγορα, χωρίς να επεκτείνονται περιφερικά
αφήνοντας προσωρινή µελάγχρωση ή ατροφία. Στο εξάνθηµα παρατηρούνται τελικά πολλές
ποµφόλυγες και λίγες διαβρώσεις.
Ο βλεννογόνος της στοµατικής κοιλότητας προσβάλλεται σπάνια σε ποσοστό
περίπου 10% των περιπτώσεων.
Σε µερικές περιπτώσεις πριν από την έκθεση των ποµφολύγων προηγούνται
κνιδωτικές πλάκες µε κνησµό.
Το σηµείο Nikolski και η κυτταροδιαγνωστική κατά Tzanck είναι αρνητικά.
Η γενική κατάσταση του ασθενούς είναι καλή.
Το ποµφολυγώδες πεµφιγοειδές έχει σχετικά καλή πορεία και πρόγνωση αφού
ανταποκρίνεται αρκετά καλά στην θεραπευτική αγωγή.
Ιστολογική εικόνα
Η ποµφόλυγα είναι υποδερµιδική, χωρίς ακανθολυτικά κύτταρα, µε ορώδες
περιεχόµενο στο οποίο παρατηρούνται πολλά εωσινόφιλα.
Η βάση της ποµφόλυγας έρχεται σε επαφή µε το χόριο ενώ η οροφή της περιέχει όλες τις
στιβάδες της επιδερµίδας.
Ανοσολογικός έλεγχος
1) Άµεσος ανοσοφθορισµός: Στον άµεσο ανοσοφθορισµό η βιοψία πρέπει να λαµβάνεται,
εάν είναι δυνατό, από ερυθηµατώδη βλάβη. Κατ' αυτόν εντοπίζονται σε υψηλό ποσοστό
αντισώµατα IgG και συµπλήρωµα C3 κατά της βασικής µεµβράνης της επιδερµίδας.
2) Έµµεσος ανοσοφθορισµός: Στον έµµεσο ανοσοφθορισµό στον ορό του ασθενούς,
ανευρίσκονται αντισώµατα της τάξης IgG κατά της βασικής µεµβράνης της επιδερµίδας σε
ποσοστό περίπου 60-80%. Ο τίτλος των αντισωµάτων δεν είναι ανάλογος µε την βαρύτητα
της νόσου.
∆ιαφορική διάγνωση
Αυτή πρέπει να γίνει από την πέµφιγα, την ερπητοειδή δερµατίτιδα και το πολύµορφο
ερύθηµα.
Θεραπεία
Στο ποµφολυγώδες πεµφιγοειδές χορηγούνται κορτικοστεροειδή από το στόµα είτε
µόνα τους, είτε σε συνδυασµό µε ανοσοκατασταλτικά όπως αζαθειοπρίνη ή
κυκλοφωσφαµίδη.
Τα κορτικοστεροειδή χορηγούνται σε αρχικές δόσεις από 40-80mg ηµερησίως έως
ότου σταµατήσει η επανέκφυση νέων βλαβών και υποχωρήσουν οι ήδη υπάρχουσες. Στην
συνέχεια γίνεται σταδιακή µείωση µέχρι να φτάσουµε στην δόση συντηρήσεως που είναι
περίπου 10mg ηµερησίως ή και λιγότερο.
Σε περιπτώσεις αποτυχίας της θεραπείας µε µόνα τα κορτικοστεροειδή, τότε η
θεραπεία συνδυάζεται µε ανοσοκατασταλτικά.
Όταν όµως αποτύχουν τα παραπάνω θεραπευτικά σχήµατα τότε εφαρµόζουµε την
πλασµαφαίρεση µε το γνωστό τρόπο.
Σε όχι βαριές περιπτώσεις χορήγηση δαψόνης.
Εναλλακτική θεραπευτική λύση αποτελούν οι Σουλφόνες ή Σουλφαπεριδίνη µε
µεγάλη προσοχή στις αντενδείξεις ή τις ανεπιθύµητες ενέργειες.

175

Περίληψη: Ποµφολυγώδες πεµφιγοειδές

Αιτιολογία: Αυτοάνοσο νόσηµα, ενοχοποίηση φαρµάκων, παρανεοπλασµατικό.

Κλινική εικόνα: Ποµφόλυγες τεταµένες σε ερυθηµατώδη βάση µε εντόπιση στον
κορµό και τις καµπτυκές επιφάνειες. Η ρήξη των ποµφολύγων δηµιουργεί
διαβρώσεις που επουλούνται σχετικά γρήγορα. Το εξάνθηµα συνήθως συνοδεύεται
από κνησµό.

Θεραπεία: Κορτικοστεροειδή, ανοσοκατασταλτικά, δαψόνη.
18.3. ΕΡΠΗΤΟΕΙ∆ΗΣ ∆ΕΡΜΑΤΙΤΙ∆Α
Ή ΝΟΣΟΣ ΤΩΝ DUHRING-BROCQ
(DERMATITIS HERPETIFORMIS)

Ορισµός
Είναι χρόνια κνησµώδης δερµατοπάθεια που χαρακτηρίζεται κλινικά από πολύµορφο
εξάνθηµα και ιστολογικά από υποεπιδερµιδικές φυσαλίδα-ποµφόλυγα.
Αιτιολογία
Η ερπητοειδής δερµατίτιδα προσβάλλει και τα δύο φύλα σε ηλικία περίπου 10-60 ετών,
συχνά µεταξύ 30-40 ετών.
Η αιτιολογία της νόσου παραµένει άγνωστη παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι
συγγραφείς πιστεύουν ότι οφείλεται σε αυτοευαισθητοποίηση.
Σε µεγάλο ποσοστό ασθενών µε ερπητοειδή δερµατίτιδα παρατηρήθηκε δυσανεξία
στη γλουτένη, µε συνέπεια την επιπέδωση και φλεγµονώδη κυτταρική διήθηση των λαχνών
του εντέρου. Η εντεροπάθεια αυτή είναι ίδια µε την κοιλιοκάκη, διαφέρει όµως, στο ότι οι
βλάβες της κοιλιοκάκης είναι σοβαρότερες.
Κλινική εικόνα
Το εξάνθηµα στην νόσο των Duhring-Brocq είναι πολύµορφο και χαρακτηρίζεται από
ερυθηµατώδεις και κνιδωτικές πλάκες, βλατίδες, φυσαλίδες, σπάνια ποµφόλυγες, εφελκίδες,
διαβρώσεις, µελάγχρωσεις ή υποχρωµία µετά την υποχώρηση των βλαβών.
Το εξάνθηµα συνήθως αρχίζει µε ερυθρές βλατίδες ή κνιδωτικές πλάκες ή φυσαλίδες
µεµονωµένες ή σε ερπητοειδή διάταξη (σε οµάδες). Το περιεχόµενο των φυσαλίδων είναι
ορώδες και σπάνια αιµορραγικό ιδίως στα άκρα. Σπάνια το εξάνθηµα αρχίζει µε εκζεµατικές
πλάκες, πάνω στις οποίες αναπτύσσονται µεγαλύτερες φυσαλίδες που οµοιάζουν
περισσότερο µε ποµφόλυγες όπως στο ποµφολυγώδες πεµφιγοειδές.
Το σηµείο Nikolski είναι αρνητικό.
Η κατανοµή των βλαβών είναι συνήθως συµµετρική και εντοπίζονται στις εκτατικές
επιφάνειες όπως αγκώνες, κνήµες, γλουτούς, ώµους και την περιοχή της οσφυϊκής χώρας. Ο
βλεννογόνος της στοµατικής κοιλότητας προσβάλλεται σπάνια.
Ο κνησµός και ο καύσος συνοδεύουν την νόσο σχεδόν πάντα και
απουσιάζουν σπάνια. Συχνά προϋπάρχουν του εξανθήµατος 8-12 ώρες.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση γίνεται συνήθως από την πέµφιγα, το ποµφολυγώδες
πεµφιγοειδές, την ψώρα, την παρασιτική κνήφη, το έκζεµα και το πολύµορφο ερύθηµα.
Ιστολογική εικόνα
Η φυσαλίδα-ποµφόλυγα στην ερπητοειδή δερµατίτιδα είναι υποεπιδερµιδική µε βάση
το χόριο και οροφή ολόκληρη την επιδερµίδα. Το περιεχόµενο της φυσαλίδας είναι ορώδες µε
ινική, πολυµορφοπύρηνα και εωσινόφιλα. Έντονη δερµατική διήθηση µε ουδετερόφιλα και

176
εωσινόφιλα. Με την πάροδο του χρόνου όµως επειδή αναγεννάται η βασική στιβάδα η
ποµφόλυγα γίνεται ενδοεπιδερµιδική (λήψη ιστοτεµαχίου για βιοψία από πρόσφατη βλάβη).
Ανοσολογικός ελέγχος
Στον άµεσο ανοσοφθορισµό παρατηρείται πολλές φορές ανοσοσυµπλέγµατα IgA και
C3 µε κοκκώδη εναπόθεση στις θηλές του χορίου ή γραµµοειδή εναπόθεση κατα µήκος της
βασικής µεµβράνης. Ο έµµεσος ανοσοφθορισµός είναι αρνητικός.
Θεραπεία
Η αποφυγή της γλουτένης που περιέχεται κυρίως στα προϊόντα σίτου, µερικές φορές
µετά πάροδο µηνών ή και ετών, έχει αποδειχθεί ωφέλιµη τόσο στην εντεροπάθεια όσο και
στις δερµατικές βλάβες.
Χορηγείται από το στόµα δαψόνη σε δόση 100-200mg ηµερησίως µέχρι να
υποχωρήσουν οι βλάβες και στην συνέχεια χορηγείται δόση συντήρησης µε 25-50mg. Η
δαψόνη δεν πρέπει να χορηγείται σε άτοµα µε έλλειψη ενζύµου G-6-PD. Επιβάλλεται η
άµεση διακοπή της σε άτοµα µε αιµολυτική αναιµία ή µεθαιµοσφαιριναιµία. Από τις
σπουδαιότερες παρενέργειες της δαψόνης είναι αιµολυτική αναιµία ή µεθαιµοσφαιριναιµία.
Στις περιπτώσεις αυτές χορηγείται Σουλφαπεριδίνη σε δόση 1-1,5mg την ηµέρα. Η χορήγηση
συστηµατικά κορτικοστεροειδών δεν είναι αποτελεσµατική.
Περίληψη: Ερπητοειδής δερµατίτιδα ή νόσος των Duhring-Brocq

Αιτιολογία: Oφείλεται πιθανά σε αυτοευαισθητοποίηση και παρατηρείται συνήθως
σε ασθενείς που εµφανίζουν δυσανεξία στη γλουτένη.

Κλινική εικόνα: Πολύµορφο, κνησµώδες εξάνθηµα µε συµµετρική κατανοµή το
οποίο χαρακτηρίζεται από κνιδωτικές πλάκες και φυσαλίδες σε ερπητοειδή διάταξη
ή εκζεµατικές πλάκες µε φυσαλίδες που οµοιάζουν περισσότερο µε ποµφόλυγες.

Θεραπεία: Aποφυγή γλουτένης και συστηµατική χορήγηση κυρίως δαψόνης ή
σουλφαπεριδίνης.
18.4.ΕΠΙΚΤΗΤΗ ΠΟΜΦΟΛΥΓΩ∆ΗΣ ΕΠΙ∆ΕΡΜΟΛΥΣΗ
(EPIDERMOLYSIS BULLOSA AQUISITA)

Ορισµός
Είναι επίκτητη ποµφολυγώδης δερµατοπάθεια, η οποία χαρακτηρίζεται από
ποµφόλυγες µε ορώδες ή οροαιµατηρό περιεχόµενο, που εντοπίζονται στα σηµεία
τραυµατισµού, κυρίως στις εκτατικές επιφάνειες των άκρων και επωλούνται αφήνοντας ουλές
ή µελαγχρώσεις.
Αιτιολογία
Στους ασθενείς µε επίκτητη ποµφολυγώδη επιδερµόλυση το οικογενειακό ιστορικό
είναι συνήθως αρνητικό. Στα κατώτερα τµήµατα της lamina lucida και της υποεπιδερµικής
ζώνης του δερµατοεπιδερµικού συνδέσµου, όπου εντοπίζονται τα στηρικτικά ινίδια,
ανευρίσκονται άνοσα συµπλέγµατα. Η ανεύρεση όµως αυτοαντισωµάτων έναντι του
κολλαγόνου τύπου VII που βρίσκεται στη στηρικτικά ινίδια, την κατατάσσει στα αυτοάνοσα
νοσήµατα.
Κλινική εικόνα
Το εξάνθηµα χαρακτηρίζεται από ποµφόλυγες µε ορώδες ή οροαιµατηρό
περιεχόµενο που εντοπίζονται στις εκτατικές επιφάνειες των άκρων και στα σηµεία κυρίως
τραυµατισµού. Μετά την ρήξη των ποµφολύγων παραµένουν διαβρώσεις οι οποίες στην

177
αποδροµή τους αφήνουν συνήθως ουλή, µελάγχρωση ή κεχρία (βλάβες όµοιες µε την όψιµη
δερµατική πορφυρία ή το ποµφολυγώδες πεµφιγοειδές).
Ο βλεννογόνος της στοµατικής κοιλότητας µπορεί να προσβληθεί.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφορική διάγνωση θα πρέπει κυρίως να γίνει από το ποµφολυγώδες
πεµφιγοειδές.
Ιστολογική εικόνα
Η ποµφόλυγα είναι υποεπιδερµιδική.
Ανοσολογικός έλεγχος
Στον άµεσο ανοσοφθορισµό παρατηρείται γραµµοειδής εναπόθεση των IgG
σφαιρινών και του C3 κατά µήκος του επιπέδου της βασικής µεµβράνης. Στον έµµεσο
ανοσοφθορισµό παρατηρούνται κυκλοφορούντα αντισώµατα της τάξης IgG κατά της βασικής
µεµβράνης σε ποσοστό 50% περίπου.
Θεραπεία
Η θεραπεία συστηµατικά µε κορτικοστεροειδή έχει δώσει συνήθως πολύ καλά
αποτελέσµατα. Εναλλακτικές θεραπευτικές λύσεις θεωρούνται η χορήγηση δαψόνης,
σουλφασαλαζίνης και αζαθειοπρίνης.
Περίληψη: Επίκτητη ποµφολυγώδης επιδερµόλυση

Αιτιολογία: Αυτοάνοσο νόσηµα.

Κλινική εικόνα: Ποµφόλυγες µε οροαιµατηρό περιεχόµενο µετά από τραυµατισµό.

Θεραπεία: Συστηµατική χορήγηση κορτικοστεροειδών ή άλλες θεραπευτικές λύσεις
όπως συστηµατική χορήγηση δαψόνης, σουλφαλαζίνης και αζαθειοπρίνης.

18.5. ΕΡΠΗΣ ΤΩΝ ΕΓΚΥΩΝ (PEMPHIGOID GESTATIONIS, HERPES GESTATIONIS)
Ορισµός
Είναι νόσος έντονα κνησµώδης, που προσβάλλει τις γυναίκες κατά την διάρκεια της
κύησης και χαρακτηρίζεται από κνιδωτικές φυσαλιδοποµφόλυγες.
Αιτιολογία
Η νόσος είναι σπάνια και προσβάλλει εγκύους συνήθως στο δεύτερο τρίµηνο και
σπάνια στο πρώτο ή το τρίτο.
Ο έρπης των εγκύων θεωρείται αυτοάνοσο νόσηµα που σχετίζεται µε την κύηση ή µε
τροφοβλαστικούς όγκους. Οι ορµόνες φαίνεται ότι παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εµφάνιση
της νόσου, αφού αυτή µπορεί να εµφανισθεί εκτός από την κύηση και σε γυναίκες που
κάνουν χρήση αντισυλληπτικών δισκίων.
Κλινική εικόνα
Το εξάνθηµα αρχίζει µε έντονο κνησµό και αποτελείται από κνιδωτικές βλατίδες και
κνιδωτικές πλάκες πάνω στις οποίες αναπτύσσονται φυσαλίδες και ποµφόλυγες. Οι
βλεννογόνοι προσβάλλονται σπάνια. Το εξάνθηµα εντοπίζεται στα άκρα, στον κορµό που
συνήθως αρχίζει από την περιοχή του οµφαλού και τις παλάµες και τα πέλµατα. Η νόσος

178
διαρκεί συνήθως σ' όλη την διάρκεια της κύησης και µερικές φορές για µικρό χρονικό
διάστηµα µετά από αυτή.
∆ιαφορική διάγνωση
Η διαφοροδιάγνωση θα γίνει από το ποµφολυγώδες πεµφιγοειδές, την ερπητοειδή
δερµατίτιδα, το πολύµορφο ερύθηµα, τις κνιδωτικές βλατίδες της κύησης και από
φαρµακευτικά εξανθήµατα.
Ιστολογική εικόνα
Φυσαλίδα-ποµφόλυγα είναι υποεπιδερµιδική και περιέχει πολλά πολυµορφοπύρηνα
εωσινόφιλα. Ο διαχωρισµός γίνεται στην lamina lucida.
Ανοσολογικός έλεγχος
Στον άµεσο ανοσοφθορισµό παρατηρείται σε γραµµοειδής εναπόθεση C3 και των
κυκλοφορούντων IgG αντισωµάτων σε 40% των περιπτώσεων, στη lamina lucida. Ο έµµεσος
ανοσοφθορισµός αποκαλύπτει ένα IgG αντίσωµα, πιθανώς IgG1 που συνδέει το
συµπλήρωµα.
Θεραπεία
Χορηγείται πρεδνιζολόνη στη δόση των 20-40mg την ηµέρα. Σε περιπτώσεις που δεν
χρειάζεται η συστηµατική χορήγηση πρεδνιζολόνης, χορηγούνται αντιϊσταµινικά και τοπικά
κορτικοστεροειδή.
Περίληψη: Έρπης των εγκύων

Αιτιολογία: Αυτοάνοσο νόσηµα που προσβάλλει τις έγκυες στο δεύτερο τρίµηνο της
κύησης.

Κλινική εικόνα: Κνιδωτικές πλάκες πάνω στις οποίες αναπτύσσονται φυσαλίδες και
ποµφόλυγες.

Θεραπεία: Συστηµατική χορήγηση κορτικοστεροειδών, εναλλακτικά τοπικά
κορτικοστεροειδή και αντιισταµινικά.

19. ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΡΙΧΩΤΟΥ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΚΑΙ ΤΡΙΧΩΝ
19.1. ΑΛΩΠΕΚΙΑ (ALOPECIA)
Ορισµός
Αλωπεκία ονοµάζεται η αραίωση ή έλλειψη των τριχών της κεφαλής ή άλλων
εντρίχων περιοχών του σώµατος, µετά από πτώση ή σπάνια από αγενεσία.
Η αιτιολογία της αλωπεκίας είναι ανάλογα µε τη µορφή της, µερικές φορές γνωστή και
άλλες φορές άγνωστη. Οι αλωπεκίες διακρίνονται σε ουλωτικές και µη ουλωτικές, διάκριση
που θεωρείται σηµαντική για την πρόγνωση. Στις µη ουλωτικές περιλαµβάνονται η γυροειδής
και η διάχυτή αλωπεκία που θα αναλύσουµε σ' αυτό το κεφάλαιο.
19.1.1. ΓΥΡΟΕΙ∆ΗΣ ΑΛΩΠΕΚΙΑ (ALOPECIA AREATA)
Ορισµός

179
Είναι µορφή µη ουλωτικής αλωπεκίας, που εντοπίζεται συχνά στο τριχωτό της
κεφαλής ή σπανιότερα σε άλλο έντριχο µέρος του σώµατος και χαρακτηρίζεται από µια ή
περισσότερες καλά περιγεγραµµένες άτριχες πλάκες, µε τάση επέκτασης στην περιφέρεια.
Αιτιολογία
Η γυροειδής αλωπεκία είναι συχνή πάθηση, προσβάλλει όλες τις ηλικίες και σχεδόν
εξ ίσου τα δύο φύλα. Τόσο η αιτιολογία της νόσου, όσο και η παθογένεια της παραµένουν
άγνωστες. Μεταξύ των κυριοτέρων παραγόντων που αναφέρονται στην αιτιοπαθογένεια της
νόσου είναι o συνδυασµός µε άλλα αυτοάνοσα νοσήµατα όπως νόσος του Hashimoto, λεύκη,
σακχαρώδης διαβήτης, οι ανοσολογικοί παράγοντες, η κληρονοµικότητα, οι λοιµώξεις, οι
ενδοκρινικές, νευροψυχικές διαταραχές, σε ασθενείς µε σύνδροµο Down. Επίσης
ανευρίσκεται σε άτοµα µε ατοπική δερµατίτιδα. Ανευρίσκεται λεµφοκυτταρική διήθηση γύρω
από τους τριχικούς θυλάκους, κυρίως τα βοηθητικά Τ-επαγωγικά, αλλά και κύτταρα Τκατασταλτικά.
Κλινική εικόνα
Η νόσος αρχίζει τυχαία µε την ανακάλυψη µιας ή περισσοτέρων άτριχων πλακών και
χωρίς συνήθως υποκειµενικά ενοχλήµατα.
Η πλάκα έχει σχήµα στρογγυλό ή ωοειδές, διάµετρο ολίγων εκατοστών, λείπουν
τελείως οι τρίχες, ενώ το δέρµα είναι λείο στίλβει και οι πόροι είναι διευρισµένοι. Σε τελείως
πρώιµο στάδιο το δέρµα είναι οιδηµατώδες µε ελαφρό ερύθηµα, ενώ αργότερα γίνεται λεπτό
και ξηρό.
Οι βλάβες εντοπίζονται συνήθως στο τριχωτό της κεφαλής, το γένιο, τις οφρύες, τις
βλεφαρίδες και σπανιότερα στα έντριχα σηµεία των άκρων. Οι τρίχες στη γυροειδή αλωπεκία,
είναι στο ελεύθερο άκρο παχιές και σκούρες, ενώ λεπτύνονται και αποχρωµατίζονται όσο
πλησιάζουν προς το µικρό και ατροφικό βολβό (εικόνα θαυµαστικού). Οι τρίχες αυτές
ανευρίσκονται συνήθως στην περιφέρεια των πλακών και αποτελούν ένδειξη βραδείας
επέκτασης της νόσου. Στην ίδια επίσης περιοχή παρατηρούνται τρίχες φαινοµενικά υγιείς οι
οποίες όµως αποσπώνται εύκολα, διότι είναι νεκρές, καθώς και µαύρα στίγµατα όµοια µε
φαγέσωρες, που αποτελούνται από νεκρούς θυλάκους και δυστροφικές τρίχες.
Στην γυροειδή αλωπεκία οι όνυχες, κυρίως των χεριών, συνήθως σε χρόνιες µορφές είναι
αδιαφανείς, εύθρυπτοι, µε βοθρία γραµµώσεις και αύλακες, αλλοιώσεις που σηµαίνουν
συνήθως δυσµενή πρόγνωση. Τέλος παρατηρείται µερικές φορές διόγκωση των λεµφαδένων
στην ινιακή, υπογνάθιο και αυχενική χώρα.
Κλινικές µορφές
1.∆ικτυοειδής µορφή γυροειδούς αλωπεκίας: Αυτή χαρακτηρίζεται από πολλαπλές
πλάκες γυροειδούς αλωπεκίας έτσι ώστε η έντριχη εναποµένουσα µοίρα του τριχωτού να
παίρνει τη µορφή δικτύου.
2. ∆ιάχυτη µορφή γυροειδούς αλωπεκίας: Παρατηρείται πολύ σπάνια και είναι δύσκολη η
διαφοροδιάγνωση της από άλλες µορφές διάχυτης αλωπεκίας.
3. Οφίαση: Η µορφή αυτή αφορά συνήθως την παιδική ηλικία και έχει βαριά πρόγνωση.
Αρχίζει από την ινιακή χώρα και επεκτείνεται συµµετρικά στην βρεγµατοκροταφική περιοχή.
4. Γυροειδής αλωπεκία των βλεφάρων και των οφρύων: Συνήθως συνυπάρχει µε
γυροειδή αλωπεκία του τριχωτού της κεφαλής και είναι ανθεκτική στη θεραπεία.
5. Γυροειδής αλωπεκία του γενίου: Συνυπάρχει συνήθως και αυτή µε γυροειδή αλωπεκία
του τριχωτού της κεφαλής και έχει επιφυλακτική πρόγνωση.
6. Γυροειδής αλωπεκία του σώµατος: Είναι εξαιρετικά σπάνια και εντοπίζεται σε κάθε
έντριχο µέρος του σώµατος.
7. Ολική γυροειδής αλωπεκία: Η µορφή αυτή είναι σπάνια, αλλά επίµονη και
υποτροπιάζουσα. Αρχίζει σαν γυροειδής αλωπεκία για να καταλήξει σε σύντοµο χρονικό
διάστηµα σε ολική απώλεια των τριχών του τριχωτού της κεφαλής, των οφρύων, των
βλεφάρων, και του γενείου. Η πρόγνωση της µορφής αυτής είναι επιφυλακτική.
8.Καθολική γυροειδής αλωπεκία: Αυτή χαρακτηρίζεται από την πλήρη απώλεια των τριχών
του τριχωτού της κεφαλής και του σώµατος. Είναι επιφυλακτική η πρόγνωση της και είναι
ανθεκτική στη θεραπεία της.

180
∆ιάγνωση
Η διάγνωση της νόσου δεν είναι συνήθως δύσκολη. Η διαφοροδιάγνωση θα πρέπει
να γίνει από: 1) την τριχοτιλλοµανία, 2) τις µυκητιάσεις του τριχωτού της κεφαλής, 3) την
δευτερογόνο σύφιλη ( συφιλιδική αλωπεκία), 4) τις ουλωτικές αλωπεκίες στα αρχικά στάδια.
Θεραπεία
Η θεραπεία στη γυροειδή αλωπεκία είναι εξαιρετικά δύσκολη. Έχουν προταθεί κατά
καιρούς διάφορα θεραπευτικά σχήµατα είτε τοπικά, είτε συστηµατικά µε αποτελέσµατα άλλοτε
καλά και άλλοτε επιφυλακτικά.
Τοπικά χορηγούνται κορτικοστεροειδή µε την µορφή υγρού διαλύµατος (Lotion),
κρέµας ή ενδοδερµικών διηθήσεων στην περιοχή των βλαβών. Ερεθιστικές ουσίες όπως η
ανθραλίνη, η οποία εφαρµόζεται τοπικά µε τη µορφή αλοιφής 3%, για 20-30 λεπτά της ώρας,
µία φορά την εβδοµάδα. Η τοπική εφαρµογή της µινοξιδίλης σε µορφή υγρού διαλύµατος 25% ή γέλης 2% σε συνδυασµό µε τοπική εφαρµογή κορτικοστεροειδών, έχει µερικές φορές
καλά αποτελέσµατα. Τέλος η τοπική εφαρµογή αλλεργιογόνων ουσιών όπως το DNCB έχει
δώσει σχετικά καλά αποτελέσµατα.
Καλά αποτελέσµατα έχουν δώσει η συστηµατική χορήγηση κορτικοστεροειδών, ή
κυκλοσπορίνης ή ο συνδυασµός των δύο, ο θειικός ψευδάργυρος σε δόση 200mg τρεις
φορές την ηµέρα, PUVA, η ψυχιατρική υποστήριξη σε µερικούς ασθενείς.
Περίληψη: Γυροειδής αλωπεκία

Αιτιολογία: Άγνωστη

Κλινική εικόνα: Μια ή περισσότερες σαφώς περιγεγραµµένες άτριχες πλάκες µε
περιφερική επέκταση, συνήθως ασυµπτωµατικές στα έντριχα µέρη του δέρµατος.

Θεραπεία: Ερεθιστικές ουσίες, κορτικοστεροειδή τοπικά ή συστηµατικά,
κυκλοσπορίνη, µινοξιδίλη, θειικός ψευδάργυρος, PUVA θεραπεία και τέλος
ψυχολογική υποστήριξη.
19.1.2. ∆ΙΑΧΥΤΗ ΑΛΩΠΕΚΙΑ (EFFLUVIUM)

Ορισµός
Είναι µορφή µη ουλωτικής αλωπεκίας που χαρακτηρίζεται από διάχυτη πτώση των
τριχών της οποίας η αιτιολογία είναι είτε πολύπλοκη είτε άγνωστη.
Μορφές διάχυτης αλωπεκίας είναι συνήθως:
1) Παιδικής αιτιολογίας: παρατηρείται στα παιδιά και γίνεται λόγω διαταραχής του
κύκλου της τρίχας µετά από κακή διατροφή, πυρετό, χειρουργικές επεµβάσεις,
αιµορραγίες και stress.
2)Ενδοκρινούς αιτιολογίας: παρατηρείται σε αρκετά σύνδροµα ενδοκρινούς
αιτιολογίας, χωρίς όµως να είναι γνωστός ο µηχανισµός της τριχόπτωσης. Αυτές οι
καταστάσεις είναι ο υποθυρεοειδισµός, ο υπερθυρεοειδισµός, ο υποπαραθυρεειοδισµός,
ο σακχαρώδης διαβήτης, η εγκυµοσύνη, υποφυσιογενείς καταστάσεις και η λήψη
αντισυλληπτικών.
3)Χηµικής ή φαρµακευτικής αιτιολογίας: Στις τριχοπτώσεις που έχουν σαν αιτία,
φάρµακα και χηµικές ουσίες, οι οποίες είτε λαµβάνονται από το στόµα, είτε έρχονται σε
επαφή µε το ανθρώπινο σώµα, ανήκουν ουσίες όπως τα αντιθυρεοειδικά, τα αντιπηκτικά,
τα αντιµιτωτικά, τα ψυχοφάρµακα.
4)∆ιαιτητικής και µεταβολικής αιτιολογίας: Η διαιτητική και η µεταβολική παρέκκλιση
επηρεάζουν τον κυτταρικό κύκλο ζωής της τρίχας. Η έλλειψη του σιδήρου και του
ψευδαργύρου προκαλούν διάχυτη αλωπεκία.
5)∆ιάφορες δερµατοπάθειες: όπως συµβαίνει στην εκτεταµένη ψωρίαση.

181
Μια άλλη διάκριση της διάχυτης αλωπεκίας είναι σε διάχυτο απώλεια αναγενούς και
τελογενούς τύπου.
Στην αναγενούς τύπου κύρια αιτία είναι η χηµειοθεραπεία του καρκίνου, παλαιότερα
ακτινοβολία Χ.
Στην διάχυτη αλωπεκία τελογενούς τύπου κύρια αιτία είναι: stress, εξαντλητική δίαιτα,
υψηλός πυρετός, ενδοκρινούς αιτιολογίας, δερµατοπάθειες όπως εκτεταµένη ψωρίαση. Μετά
από τοκετό, υπάρχει διάχυτος απώλεια τριχών τελογενούς τύπου. Κατά την εγκυµοσύνη η
τρίχες οι περισσότερες είναι στην αναγενή φάση και µετά τον τοκετό περνούν στη τελογενή
φάση.
Κλινική εικόνα
Κατά την κλινική εξέταση των ασθενών παρατηρείται διάχυτη απόπτωση και αραίωση
των τριχών σε όλη την επιφάνεια του τριχωτού της κεφαλής τρεις έως τέσσερις µήνες
περίπου µετά τη δράση των βλαπτικών παραγόντων. Η απόπτωση είναι συνήθως έντονη και
ανέρχεται ποσοτικά από 100 έως 1000 τρίχες την ηµέρα. Σε αυτή την περίπτωση είναι
δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς αυτή τη µορφή από τη διάχυτη µορφή γυροειδούς αλωπεκίας.
Στην αναγενούς τύπου διάχυτο απώλεια τριχών, η τρίχες βρίσκονται στην αναγενή
φάση, η απόπτωση των τριχών γίνεται ραγδαία, οξεία και ταχύτατη. Στην τελογενούς τύπου,
οι τρίχες βρίσκονται στη τελογενή φάση και µεσολαβεί κάποιο χρονικό διάστηµα από την αιτία
που το προκαλεί και ο ασθενής δεν το συνδέει εύκολα µε τον αιτιολογικό παράγοντα που το
προκάλεσε.
Θεραπεία
Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει πάντα να γίνεται πλήρης έλεγχος για την ανεύρεση και
άρση του αιτίου.
19.1.3. ΑΝ∆ΡΟΓΕΝΕΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΑΛΩΠΕΚΙΑ (MALE PATTERN ALOPECIA)
Ορισµός
Η χρόνια διάχυτη ή ανδρογενετική αλωπεκία παρατηρείται στην εφηβεία και στα δύο
φύλα και χαρακτηρίζεται από οµοιόµορφη και παρατεταµένη απώλεια των τριχών στην
πρόσθια γραµµή του τριχωτού της κεφαλής.
Αιτιολογία
Σε άτοµα γεννητικά προδιαθετειµένα, τα ανδρογόνα επιδρούν στον τριχικό θύλακο µε
αποτέλεσµα την εµφάνιση της νόσου. Η δράση των ανδρογόνων στην εµφάνιση της
ανδρογεννητικής αλωπεκίας τεκµηριώνεται από το γεγονός ότι δεν εµφανίζεται σε
ευνούχισµένους άνδρες πριν από την έναρξη της εφηβείας, ενώ παρουσιάζεται όταν τους
χορηγήσουµε τεστοστερόνη. Καθώς επίσης από το γεγονός ότι οι γυναίκες που
παρουσιάζουν αύξηση των ανδρογόνων, παρουσιάζουν αυξηµένη ανδρογεννητική αλωπεκία.
Η δράση των ανδρογόνων στηρίζεται στην µετατροπή της τεστοστερόνης που
κυκλοφορεί στον οργανισµό, µε την µεσολάβηση της 5α-reductase, σε 5αδιυδροτεστοστερόνη στους ευαίσθητους τριχικούς θυλάκους. Η µετατροπή αυτή και η αύξηση
της 5α-διυδροτεστοστερόνης στους τριχικούς θυλάκους οδηγεί σε αναστολή του
µεταβολισµού των τριχικών θυλάκων.
Η χρονογήρανση επιδρά στην ανδρογεννητική αλωπεκία δεδοµένου ότι αυτή αυξάνει
προοδευτικά όσο αυξάνει η ηλικία.
Κλινική εικόνα
Στους άνδρες αρχίζει συνήθως λίγο πριν ή µετά την ηλικία των είκοσι ετών. Αρχίζει
µε συµµετρική αραίωση στην µετωπο-κροταφική περιοχή και ελαφρά απώλεια των τριχών
κατά µήκος της πρόσθιας γραµµής (πρώτος τύπος). Μετά την ηλικία των τριάντα ετών
αυξάνει σηµαντικά η αραίωση και συνυπάρχει και ελαφρά αραίωση των τριχών στην κορυφή
(δεύτερος τύπος). Με την πάροδο των ετών αυξάνει συνεχώς η τριχόπτωση και παρατηρείται
τάση συνένωσης της των δύο προηγουµένων θέσεων (τρίτος τύπος). Στην συνέχεια

182
παρατηρείται πλήρης αποψίλωση των προηγουµένων θέσεων µε αποτέλεσµα την συνένωση
τους (τέταρτος τύπος). Στον τελευταίο τύπο επιδεινώνεται η τριχόπτωση και παραµένει ως
έντριχη περιοχή µόνο στην περιφέρεια του τριχωτού (πέµπτος τύπος). Πρέπει εδώ να
σηµειωθεί ότι ο ρυθµός της τρχόπτωσης στα προαναφερθέντα στάδια δεν είναι ο ίδιος και ότι
διαφέρει από άτοµο σε άτοµο ανάλογα µε την γεννητική προδιάθεση.
Στις γυναίκες η ανδρογενετική αλωπεκία γυναικείου τύπου όπως ονοµάζεται αρχίζει
αργότερα και εξελίσσεται βραδύτερα. Σ' αυτή η εικόνα της τριχόπτωσης οµοιάζει µε εκείνη της
διάχυτης αραίωσης, αλλά είναι περισσότερο εµφανής στην κορυφή, παρατηρείται όµως
αύξηση της λιπαρότητας και λέπτυνση των τριχών. Η µορφή αυτή αρχίζει σπάνια στην
εφηβεία και συχνά µετά την ηλικία των σαράντα ετών (τύπος πρώτος). Ο δεύτερος και τρίτος
τύπος εµφανίζονται αργότερα χωρίς ιδιαίτερη τριχόπτωση, ενώ ο τέταρτος και πέµπτος
συνοδεύεται πάντα από υπερτρίχωση σε άλλες έντριχες περιοχές και είναι εξαιρετικά
σπάνιος.
Θεραπεία
Η χορήγηση συστηµατικά στις γυναίκες οξεικής κυπροτερόνης και εθινυλοιστραδιόλης βοηθάει αρκετά στα αρχικά στάδια. Τοπικά διαλύµατα µινοξιδίλης 2-5% και
βαλεριανικής οιστραδιόλης είναι δυνατόν να έχει καλά αποτελέσµατα και στα δύο φύλα. Σε
άτοµα µε αυξηµένη σµηγµατόρροια σηµαντική θεραπευτική βοήθεια προσφέρουν lotion που
περιέχουν αλκοολούχα διαλύµατα και αγγειοδιασταλτικά.
Τέλος µπορούν να εφαρµοσθούν µεταµοσχεύσεις τριχών από την ινιακή στην
απογυµνωµένη περιοχή για σοβαρούς ψυχολογικούς ή επαγγελµατικούς λόγους.
Περίληψη: Ανδρογενετική και διάχυτη αλωπεκία

Αιτιολογία: Ενδοκρινικοί παράγοντες, χηµικοί και φαρµακευτικοί παράγοντες,
διαιτητικές και µεταβολικές διαταραχές και κληρονοµικοί παράγοντες.

Κλινική εικόνα: ∆ιάχυτη αραίωση του τριχωτού της κεφαλής.

Θεραπεία: Συµπτωµατική.

20. ∆ΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΗΣ ΜΕΛΑΓΧΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ∆ΕΡΜΑΤΟΣ
20.1. ΛΕΥΚΗ (VITILIGO)
Ορισµός
Η λεύκη είναι χρόνια επίκτητη αχρωµία του δέρµατος που οφείλεται σε προοδευτική
εξαφάνιση της µελανίνης από την επιδερµίδα.
Αιτιολογία
Είναι συχνή δερµατοπάθεια προσβάλλει περίπου το 1-2% του γενικού πληθυσµού,
αφορά και τα δύο φύλα, όλες τις ηλικίες και θεωρείται νόσος κληρονοµική στο 1/4 των
περιπτώσεων. Άτοµα στην οικογένεια των οποίων, υπάρχει αυξηµένος αριθµός ατόµων µε
παθήσεις του θυρεοειδούς και σακχαρώδη διαβήτη, έχουν αυξηµένο κίνδυνο να
παρουσιάσουν λεύκη.
Έχουν ανεβρεθεί στο αίµα των πασχόντων από λεύκη, αντισώµατα έναντι των
µελανινοκυττάρων. Θεωρείται αυτοάνοσο νόσηµα επειδή συνδυάζεται µε την ύπαρξη
αυτονόσων παθήσεων όπως σακχαρώδης διαβήτης, πρωτοπαθή χολική κίρρωση,
επινεφριδιακή ανεπάρκεια, κακοήθη αναιµία.
Μερικές φορές έχει νευροτοµιακή κατανοµή, πιθανόν σε αυτές τις περιπτώσεις να
οφείλεται κάποιος νευροχηµικός µεσολαβητής.

183
Κλινική εικόνα
Η λεύκη αρχίζει µε την εµφάνιση µικρών λευκών κηλίδων, που αυξάνουν σταδιακά σε
µέγεθος και αριθµό στα ακάλυπτα µέρη του δέρµατος, αλλά και σηµεία του δέρµατος µε
αυξηµένη µελανίνη.
Η νόσος αρχικά εµφανίζεται συνήθως γύρω απο τις φυσιολογικές κοιλότητες του
δέρµατος όπως οφθαλµοί, στοµατική κοιλότητα, γεννητικά όργανα και περιπρωκτική χώρα.
Στην συνέχεια εντοπίζεται στην ραχιαία επιφάνεια των χεριών και αργότερα σε άλλα σηµεία
του δέρµατος. Η κατανοµή των βλαβών είναι συµµετρική χωρίς όµως να αποκλείεται και η
ετερόπλευρη εµφάνιση της. Αλλες θέσεις που προτιµάει η νόσος είναι τα σηµεία τριβής και τα
σηµεία τραυµατισµών (σηµείο Koebner) όπως γόνατα, αγκώνες, κνήµες, σφυρά και η ραχιαία
επιφάνεια των χεριών και των ποδιών.
Οι αρχικές βλάβές της λεύκης είναι στην αρχή µικρές στιγµοειδείς που σταδιακά
αυξάνουν για να καταλάβουν µεγάλη έκταση. Η χροιά τους είναι χαρακτηριστικά λευκή και οι
τρίχες µέσα στις βλάβες µερικές φορές αποχρωµατίζονται ιδιαίτερα στις παλαιές βλάβες. Οι
αχρωµικές πλάκες περιβάλλονται συνήθως από υγιές δέρµα και στο όριο υγιές-παθολογικό
εµφανίζουν αυξηµένη µελάγχρωση ενώ µερικές φορές µέσα στις πλάκες υπάρχουν νησίδια
φυσιολογικού δέρµατος.
Η νόσος εξελίσεται συνήθως µε αργό ρυθµό ενώ υπάρχουν περπτώσεις που ο
αποχρωµατισµός γίνεται µε ταχύ ρυθµό µέσα σε λίγους µήνες. Αυτόµατος
επαναχρωµατισµός των βλαβών γίνεται σε πολύ µικρό ποσοστό ασθενών κυρίως στα
εκτεθειµένα στην ηλιακή ακτιβολία µέρη του δέρµατος και αρχίζει σαν περιθυλακική
µελάγχρωση. Η νόσος ουσιαστικά αποτελεί κυρίως αισθητικό πρόβληµα.
Η λεύκη πολλές φορές συνυπάρχει µε άλλα νοσήµατα όπως ψωρίαση, οµαλός
λειχήνας, σακχαρώδης διαβήτης, γυροειδής αλωπεκία.
Η νόσος εµφανίζεται µε διάφορες κλινικές µορφές όπως:
1. Εντοπισµένη µορφή: Οι βλάβες είναι εντοπισµένες σε µία µόνο περιοχή του δέρµατος.
2. Γενικευµένη µορφή: Οι βλάβες εντοπίζονται σε πολλές ταυτόχρονα περιοχές του
δέρµατος.
3.Καθολική µορφή: Είναι πολύ σπάνια και αφορά ολόκληρη την επιφάνεια του δέρµατος, οι
τρίχες στη µορφή αυτή είναι αποχρωµατισµένες.
∆ιάγνωση
Η διάγνωση της λεύκης είναι συνήθως εύκολη. Μερικές φορές θα πρέπει να
διαφοροδιαγνωσθεί από τους αχρωµικούς σπίλους, την αχρωµική µορφή της ποικιλοχρόου
πυτιρίασης, την παρασιτική αχρωµία και από άλλες επίκτητες αχρωµίες.
Θεραπεία
Η θεραπεία της λεύκης είναι πολύ δύσκολη και όχι ιδιαίτερα ικανοποιητική. Για τη
θεραπεία της έχουν κατά καιρούς εφαρµοσθεί διάφορα θεραπευτικά σχήµατα µε διαφορετικά
κάθε φορά αποτελέσµατα.
Σε ασθενείς µε λίγες µικρές και διάσπαρτες βλάβες χρησιµοποιούνται τοπικά
στεροειδή µε ικανοποιητικά αποτελέσµατα.
Όταν η λεύκη είναι εκτεταµένη αποτελεσµατική θεωρείται η φωτοχηµειοθεραπεία
(PUVA) που συνίσταται σε εσωτερική λήψη ή τοπική εφαρµογή φωτοευαισθητοποιών
ουσιών και στη συνέχεια σταδιακή έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία (UVA).
Η τοπική και συστηµατική χορήγηση φαινυλαλανίνης έδωσε κατά καιρούς ποικίλα
θεραπευτικά αποτελέσµατα.
Σε µερικές περπτώσεις αποτελεσµατική είναι η θεραπεία της λεύκης µε παρα-αµινοβενζοϊκό οξύ (ΡΑΒΑ) από το στόµα µε τρία δισκία ηµερησίως για 4 µήνες περίπου.
Θεραπεία µε µονοβενζύλ-αιθέρας της υδροκινόνης, βρίσκει σπάνια εφαρµογή,
προκαλείται µόνιµη απώλεια της χρωστικής του δέρµατος.
Η κάλυψη τέλος των βλαβών µε ειδικές κρέµες (crayons covermark) βελτιώνουν αρκετά το
αισθητικό αποτέλεσµα.
Τέλεος χρήση αντηλιακών µε υψηλό δείκτη προστασίας έναντι της UVA και UVB.

184

Περίληψη: Λεύκη

Αιτιολογία: Άγνωστη, πιθανώς αυτοάνοσος

Κλινική εικόνα: Εξάνθηµα αποτελούµενο από λευκές κηλίδες και πλάκες µε τάση
επέκτασης, ασυµπτωµατικό που στην περιφέρεια του το φυσιολογικό δέρµα
παρουσιάζει αυξηµένη µελάγχρωση.

Θεραπεία: ∆εν υπάρχει ειδική. Τοπικά χορηγούνται τα στεροειδή και οι
φωτοευαισθητοποιές ουσίες. Συστηµατικά το παρα-αµινο-βενζοϊκο οξύ και
φωτοχηµειοθεραπείς όπως η ΡUVA.Τέλος κρέµες τύπου crayonw covermark
βελτιώνουν αισθητικά το αποτέλεσµα.
20.2. ΛΕΥΚΗ ΠΙΤΥΡΙΑΣΗ (PITYRIASI ALBA)

Ορισµός
Είναι υποµελαγχρωµατικές κηλίδες κυρίως στα άκρα και στο πρόσωπο, συχνότερα
σε παιδιά.
Αιτιολογία
Είναι συχνή και θεωρείται µεταφλεγµονώδης κατάσταση και συχνή σε άτοµα µε
ατοπία.
Κλινική εικόνα
Είναι υποµελαγχρωµατικές κηλίδες µε πολύ µικρά, ελαφρά λέπια, απαντούν κυρίως
στο πρόσωπο, παρειές, και άκρα.
Θεραπεία
∆εν απαντά καλά στα κορτικοστεροειδή. Υποχωρεί αυτόµατα µετά από καιρό.
Περίληψη : Λευκή πιτυρίαση

Αιτιολογία: Συχνότερα στα παιδιά και σε άτοµα µε ατοπία

Κλινική εικόνα: Υποµελαγχρωµατικές κηλίδες.Υποχωρούν αυτόµατα
20.3. ΜΕΤΑΦΛΕΓΜΟΝΩ∆ΗΣ ΥΠΟΜΕΛΑΝΩΣΗ
(POSTINFLAMMATORY HYPORPIGMENTATION)

Ορισµός
Η µεταφλεγµονώδης υποµελάνωση του δέρµατος αποτελεί µια δερµατική αλλοίωση
της χροιάς του δέρµατος που απορρέει από την αποδροµή άλλου δερµατικού νοσήµατος
όπως συµβαίνει µε τη υποµελάγχρωση του νοµισµατοειδούς, χρόνιο ερυθηµατώδη λύκο.
Την αιτία της υποµελάνωσης είναι δύσκολα να την εντοπίσει κανείς. Αν δεν
υπάρχουν ενεργές κλινικές εκδηλώσεις του αρχικού νοσήµατος τότε µπορούµε µόνο να
υποθέσουµε τα αίτια της διάγνωσης.
Τη διάγνωση µπορούν να βοηθήσουν η περιγραφή του εξανθήµατος από τον ασθενή
καθώς και η εντόπιση ή έκταση του εξανθήµατος κατά την εξέταση.
Η υποχρωµάτωση του δέρµατος αν και συµβαίνει κυρίως στην καυκάσια φυλή,
παρόλα αυτά δηµιουργεί προβλήµατα ορισµένες φορές και στους έγχρωµους.
Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τη λευκή πιτυρίαση, ποικιλόχρου πιτυρίαση. Στη
τελευταία οι αλλοιώσεις της νόσου οφείλονται σε προσωρινή διακοπή της λειτουργίας των

185
µελανινοκυττάρων, που οφείλεται στην δράση ενός ή περισσοτέρων προϊόντων του µύκητα
Malassezia furfur.
Περίληψη: Μεταφλεγµονώδης υποµελάνωση
Αιτιολογία: Απορρέει µετά την αποδροµή άλλου νοσήµατος του δέρµατος.
Κλινική εικόνα: Μικρές ασυµπτωµατικές υπόλευκες κηλίδες και πλάκες του δέρµατος.
Θεραπεία: ∆εν υπάρχει ειδική.
20.4. ΜΕΤΑΦΛΕΓΜΟΝΩ∆ΗΣ ΥΠΕΡΜΕΛΑΝΩΣΗ
(POSTINFLAMMATORY HYPERPIGMENTATION)
Η υπερµελάγχρωση µπορεί να ακολουθεί κάθε δερµατοπάθεια, κυρίως όµως
συνοδεύει αυτές που προσβάλουν τη βασική στιβάδα, όποτε προκαλείται εναπόθεση
µελανίνης στο χόριο (ακράτεια µελανίνης).
Κάθε φλεγµονώδες νόσηµα µπορεί να οδηγήσει σε ανωµαλίες της χρωστικής όπως η
ακµή, το έκζεµα, η ψωρίαση, οµαλός λειχήνας που σχεδόν πάντα αφήνει υπέρχρωση, σε
όλες τις φυλές και αυτή είναι έντονη και επίµονη.
Μεγάλη σηµασία έχει και εδώ η περιγραφή των βλαβών, η εντόπιση και η κατανοµή
τους, και η µορφολογία της χρώσης.
Περίληψη: Μεταφλεγµονώδης υπερµελάνωση

Αιτιολογία: Ανωµαλίες της χρωστικής µετά την αποδροµή νοσηµάτων όπως ο
οµαλός λειχήνας και η φωτοδερµατίτιδα ή νοσήµατα τα οποία εµφανίζονται µετά
από συνδυασµένη δράση της ηλιακής ακτινοβολίας και φωτοευαίσθητων ουσιών.

Κλινική εικόνα: ασυµπτωµατικές µελαγχρωµατικές περιοχές στο δέρµα.

Θεραπεία: δεν υπάρχει ειδική, αποχρωµατισµός µε ουσίες που περιέχουν
υδροκινόνη όπου αυτό είναι δυνατό.

21. ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΥΝ∆ΕΤΙΚΟΥ-ΑΓΓΕΙΑΚΟΥ ΙΣΤΟΥ
21.1. ΣΚΗΡΟΑΤΡΟΦΙΚΟΣ ΛΕΙΧΗΝΑΣ
(LICHEN SCLEROSUS ET ATROPHICUS)
Ορισµός
Με την ονοµασία σκληροατροφικός λειχήνας περιγράφονται δερµατικές βλάβες
άγνωστης αιτιολογίας, οι οποίες χαρακτηρίζονται από ατροφία, σκλήρυνση και συρρίκνωση
της περιοχής.
Αιτιολογία
Η αιτιολογία της νόσου παραµένει άγνωστη, συχνά ανευρίσκονται οργανοειδικά
αντισώµατα. Παρατηρείται ελαφρά αυξηµένη σχέση µε το HLA-B40. Η αυξηµένη δράση της
ελαστάσης, τα χαµηλά επίπεδα της τεστοστερόνης και τα αυξηµένα επίπεδα της
ανδροστενδιόνης φαίνεται να παίζουν κάποιο ρόλο στην εµφάνιση της νόσου. Eµφανίζεται και
στα δύο φύλα, συνήθως σε µεσήλικες 45-55 ετών περίπου µε µεγαλύτερο ποσοστό στις
γυναίκες σε σχέση µε τους άνδρες. Εµγανίζεται όµως και σε νεαρότερα άτοµα.

186
Κλινική εικόνα
Ο σκληροατροφικός λειχήνας παρατηρείται στο δέρµα και τους βλεννογόνους,
συνοδεύεται από κνησµό και πόνο εάν υπάρχουν διαβρώσεις.
Συχνότερη εντόπιση στην περιγεννητική περιοχή, πρωκτό, περίνεο και σπανιότερα το
δέρµα του κορµού. Πολλές φορές συνυπάρχει µε σκληροτροφικός λειχήνας του πρωκτού,
των µηρογεννητικών πτυχών ή του δέρµατος της υποµαζικής περιοχής και περιοχής του
λαιµού.
Οι βλάβες στις γυναίκες εντοπίζονται στην περιοχή του αιδοίου µε προτίµηση τα
µικρά και µεγάλα χείλη, το περίνεο, την κλειτορίδα και την είσοδο του κόλπου όπου προκαλεί
στένωση. Αντίθετα στους άνδρες οι βλάβες εντοπίζονται στη βάλανο, τον χαλινό και την
ακροποσθία η στένωση της οποίας µπορεί να καταλήξει σε φίµωση.
Οι βλεννογόνοι στην αρχή γίνονται ωχροί σταδιακά όµως εµφανίζονται λευκωποί και
συνοδεύονται από κνησµό. Με την πάροδο του χρόνου επί του ενανθήµατος παρατηρούνται
ευρυαγγείες, διαβρώσεις, ραγάδες και λειχηνοποίηση. Πολλές φορές συνυπάρχει µε
σκληροδερµία κατά πλάκες ή και λεύκη.
Τέλος ο σκληροατροφικός λειχήνας ενδέχεται να επιπλακεί µε κοινές λοιµώξεις και
λευκοπλακία. Η τελευταία παρατηρείται στο 50% των περιπτώσεων και είναι σοβαράς
πρόγνωσης διότι συνήθως εξαλλάσσεται σε ακανθοκυτταρικό επιθηλίωµα. Η εξέλιξη είναι
µακρά µε υφέσεις και εξάρσεις των βλαβών.
Θεραπεία
Ειδική δεν υπάρχει. Τα τοπικά στεροειδή µε τη µορφή κρέµας ή διήθησης των
βλαβών είναι ωφέλιµα. Ευεργετική δράση έχουν επίσης και απλές ουδέτερες λιπαρές αλοιφές.
Έχουν επίσης χορηγηθεί και ρετινοειδή κατά καιρούς συστηµατικά µε ποικίλα αποτελέσµατα.
Αλοιφές τεστοστερόνης έχουν δώσει καλά θεραπευτικά αποτελέσµατα. Συνίσταται τέλος
συχνή παρακολούθηση των βλαβών και έγκαιρη διάγνωση της λευκοπλακίας ή ενός
ακανθοκυτταρικού καρκινώµατος.
Περίληψη: Σκληροατροφικός λειχήνας

Αιτιολογία: Άγνωστη

Κλινική εικόνα: Σκληρές και ατροφικές πλάκες.

Θεραπεία: Τοπική θεραπεία ( τοπική εφαρµογή στεροειδών και τεστοστερόνης και
ουδετέρων κρεµών. Συστηµατική θεραπεία ( ρετινοειδή)
21.2. ΣΑΡΚΟΕΙ∆ΩΣΗ (SARCOIDOSIS)

Ορισµός
Η σαρκοείδωση ή νόσος των B.B.S (Besnier-Boeck-Schaumann) είναι χρόνια γενική
νόσος µε αιτιολογία άγνωστη. Η νόσος προσβάλλει το δέρµα και τα σπλάχνα.
Κλινική εικόνα
Η έναρξη της είναι συνήθως σιωπηρή και παραµένει χωρίς ιδιαίτερα συµπτώµατα για
µεγάλο χρονικό διάστηµα. Όταν υπάρχουν όµως συµπτώµατα αυτά συνίστανται σε εύκολη
κόπωση, αδυναµία, απώλεια βάρους, ξηρός βήχας, δύσπνοια και άλγος στο θώρακα. Ο
πυρετός και οι νυκτερινοί ιδρώτες είναι συνοδά συµπτώµατα σ' όλη την διάρκεια της νόσου.
Η νόσος εξελίσσεται σε τρία στάδια:
1)Το πρώιµο στάδιο µε γενικά συνήθως συµπτώµατα και οζώδες ερύθηµα.
2)Το υποξύ στάδιο µε ήπια κλινικά φαινόµενα και µικροσκιάσεις µε ή χωρίς διόγκωση των
πυλαίων λεµφαδένων ακτινολογικά στους πνεύµονες.
3)Το χρόνιο στάδιο µε προσβολή 60% στους πνεύµονες και προσβολή περισσοτέρων του
ενός οργάνων. Συνήθως υπάρχουν δερµατικές εκδηλώσεις και στα τρία στάδια της νόσου.

187

Ι. Βλάβες σαρκοείδωσης από άλλα όργανα
Προσβάλλει τους πνεύµονες (ακτινολογική εικόνα µε συµµετρικές σκιάσεις µίκρο ή
µεγαλο-οζώδεις), την καρδιά (σαρκοειδικές διηθήσεις), περιφερική λεµφαδενίτιδα( διογκώσεις
σχεδόν όλων των λεµφαδένων),τα οστά( εικόνα κυστεοειδικής οστεΐτιδας), τους οφθαλµούς
(αλλοιώσεις των επιπεφυκότων, του κερατοειδούς και της ίριδος), τις αρθρώσεις (µονο ή
πολυαρθρίτιδα), το νευρικό σύστηµα (παροδική παράλυση του προσωπικού νεύρου), τα
νεφρά( εικόνα σπειραµατονεφρίτιδος) και τέλος τους σιελογόνους αδένες και την παρωτίδα.
ΙΙ. Σαρκοείδωση του δέρµατος
Σε ποσοστό 20-35% περίπου των περιπτώσεων προσβάλλεται το δέρµα, οι βλάβες του
οποίου οδηγούν πολλές φορές στη διάγνωση.
1. Οζώδες ερύθηµα: Απαντάται συνήθως σε αρχόµενη σαρκοείδωση και έχει σπάνια την
τυπική εικόνα του οζώδους ερυθήµατος. Εντοπίζεται κυρίως στις κνήµες και σπάνια στους
βραχίονες ή αλλού για να υποχωρήσει µετά από λίγες εβδοµάδες και υποτροπιάζει σπάνια
2. Σαρκωµατοειδή του Boeck: Είναι οζίδια µικρά ή µεγάλα µε σχήµα ηµισφαιρικό και
σκληρά σύσταση. Η επιφάνεια τους είναι λεία ή µερικές φορές λεπιδώδης. Εµφανίζονται κατά
διαδοχικές εκθύσεις µέσα σε λίγες εβδοµάδες και έχουν χρώµα από ερυθροκίτρινο έως
ερυθροϊώδες. Κατά την υαλοσυµπίεση λαµβάνουν χρώµα υποκίτρινο και διακρίνονται µερικές
φορές φύµατα. Εντοπίζονται κυρίως στο πρόσωπο, ώµους και τα άκρα και είναι
συµπτωµατικά. Αυτά υποχωρούν µετά από µήνες ή χρόνια καταλείποντας µελαγχρωµατικές
κηλίδες ή ουλώδη ατροφία.
3. Υποδόρια οζώδης σαρκοείδωση: Στη µορφή αυτή οι όζοι εντοπίζονται στις κνήµες Το
δέρµα που καλύπτει τους όζους είναι φυσιολογικής χροιάς. Η κυτταρική διήθηση τέλος είναι
καλά περιγεγραµµένη µε µεγαλύτερη ένταση από την προηγούµενη.
4. ∆ιάχυτη κατά πλάκες σαρκοείδωση: Στη µορφή αυτή σχηµατίζονται πλάκες
ακανόνιστου σχήµατος, διηθηµένες στην επιφάνεια των οποίων αναπτύσσονται µικρά οζίδια
µε πολυκυκλικά σχήµατα που οµοιάζουν µε το εξάνθηµα της τριτογόνου συφίλιδος.
Εντοπίζονται συνήθως στο πρόσωπο, ώµους, µηρούς, γλουτούς και τα άκρα.
Η σπουδαιότερη µορφή του είναι ο χειµετλοειδής λύκος, που χαρακτηρίζεται από
οιδηµατώδεις πλάκες σκληρής ή ζυµώδους σύστασης µε ερυθροκίτρινη ή ερυθροϊώδη χροιά,
µε επιφάνεια λεία, στίλβουσα καθώς και από ευρυαγγείες. Με την υαλοσυµπίεση λαµβάνει
υποκίτρινη χροιά µε µικρά φύµατα στο µέσον. Το εξάνθηµα εντοπίζεται στην ρίνα, τα
πτερύγια των ώτων, τις παρειές, το µέτωπο και τα χέρια µε ιδιαίτερη προτίµηση στα δάκτυλα.
Τα δάκτυλα διογκούνται όπως στα χείµετλα (σχήµα άλλαντος ή πλήκτρων τυµπάνου). Οι
βλάβες παραµένουν για µεγάλο χρονικό διάστηµα και δεν υποχωρούν το καλοκαίρι.
5. Σαρκωµατοειδή επί παλαιάς ουλής: Σε παλαιά ουλή ή µετά από εµβόλιο µε BCG ή
σε θέση φυµατινοαντίδρασης είναι δυνατό να αναπτυχθούν σαρκωµατοειδή µε τυπική κλινική
και ιστολογική εικόνα.
6. Εξαρτήµατα του δέρµατος: Όταν η σαρκοείδωση εντοπίζεται σε έντριχες περιοχές
προκαλεί ουλωτική αλωπεκία που περιβάλλεται από ερυθροϊώδη άλω. Τα νύχια
παρουσιάζουν αλλοιώσεις όταν η σαρκοείδωση προσβάλλει τα οστά και το δέρµα των
δακτύλων.
7. Βλεννογόνοι: Αυτοί προσβάλλονται αρκετά συχνά ιδίως της ρινός και του στόµατος.
Μικρά φύµατα της νόσου στο βλεννογόνο της ρινός προκαλεί εκδηλώσεις χρόνιας
ρινίτιδας.
Εργαστηριακές εξετάσεις
∆ερµατοαντίδραση Kveim. Συνίσταται σε ενδοδερµική ένεση εναιωρήµατος
σαρκοειδικού ιστού, σπληνός πάσχοντος. Όταν είναι θετικό το αποτέλεσµα, στη θέση της
ένεσης παρατηρείται και ψηλαφάται µετά από 4 εβδοµάδες οζίδιο σκληρό, το οποίο
παραµένει για µήνες.
Παρατηρούνται επίσης στο αίµα υπερασβεστιαιµία και στα ούρα υπερασβεστοουρία
όταν αυτά συνυπάρχουν, οφείλονται σε αυξηµένη απορρόφηση από το έντερο ασβεστίου, και
ο ασθενής εµφανίζει εικόνα ίδια µε τον άπιο διαβήτη (πολυδιψία, πολυουρία). Η
υπεργαµµασφαιριναιµία (IgM, IgA, IgG) παρατηρείται σε ποσοστό 40% περίπου.
Το ένζυµο ACE ( Angiotensin Converting Enzyme) ανιχνεύεται συνήθως θετικό στον
ορό ασθενών µε σαρκοείδωση.

188
Ανευρίσκεται ελαττωµένη ανοσολογική αντίδραση τύπο IV. H φυµατινοαντίδρασης
Μantoux και η επιδερµική δοκιµασία Multitest Merieux είναι αρνητικές ή ελαφρώς θετικές.
Χαρακτηριστική είναι η µειωµένη ανταπόκριση στη BCG.
Ιστολογική εικόνα
Σε όλες τις µορφές δερµατικής σαρκοείδωσης παρατηρείται η ίδια ιστολογική εικόνα
που χαρακτηρίζεται από σαφή περιγεγραµµένα νησίδια από επιθηλιοειδή κύτταρα. Μεταξύ
των επιθηλιοειδών κυττάρων ανευρίσκονται αρκετά συχνά ιδίως σε παλαιές βλάβες
γιγαντοκύτταρα που περιέχουν έγκλειστα υποστρόγγυλα σωµάτια(του Schaumann) ή
αστεροειδή σωµάτια.
∆ιαφορική διάγνωση
Αυτή θα γίνει από τον TBC λύκο, την TBC λέπρα, την δερµατική λεϊσµανίαση, την
τριτόγονο σύφιλη, την ροδόχρου νόσο, το κοκκίωµα από ξένο σώµα, τις λευχαιµίες, τα
λεµφώµατα, τον επηρµένο χρόνιο ερυθηµατώδη λύκο και τέλος τα κοκκιώµατα από νύγµατα
εντόµων.
Εξέλιξη-Πρόγνωση
Η δερµατική σαρκοείδωση είναι χρόνια οι βλάβες σπάνια ελκούνται. Συνήθως µετά
από πολλά χρόνια υποχωρούν στο κέντρο και στην συνέχεια εξαφανίζονται εξ ολοκλήρου.
Ενώ οι βλάβες των άλλων οργάνων εξελίσσονται σε ίνωση.
Θεραπεία
Τοπικά έχει εφαρµοσθεί, στερεού ανθρακικού οξέος, χειρουργική εξαίρεση και
κορτικοστεροειδή µε τη µορφή αλοιφής ή ενδοδερµικής ένεσης.
Συστηµατική θεραπεία όταν οι βλάβες εντοπίζονται µόνο στο δέρµα, εφαρµόζεται
όταν λόγω της θέσεως τους και της εκτάσεως τους προκαλούν έντονο πρόβληµα στον
ασθενή. Όταν όµως συνυπάρχει δερµατική µορφή σαρκοείδωσης µε βλάβες σαρκοείδωσης
και σ΄άλλα όργανα, χορηγούνται κορτικοστεροειδή, ισονιαζίδη, ανθελονοσιακά και
ανοσοκασταλτικά φάρµακα, αντιφλεγµονώδη.
Περίληψη: Σαρκεοίδωση

Αιτιολογία: άγνωστη

Κλινική εικόνα: ∆ερµατικές βλάβες( οζώδες ερύθηµα, σαρκωµατοειδή του Boeck
διάχυτη οζώδης και κατά πλάκες, χειµετλοειδής, λύκος, σαρκωµατοειδή σε παλαιά
ουλή και φύµατα στους βλεννογόνους ρινός και στόµατος). Βλάβες από άλλα
όργανα (ενδοθωρακικές βλάβες, περιφερική λεµφαδενίτιδα, βλάβες των οστών, των
νεφρών, των οφθαλµών, των αρθρώσεων, του νευρικού συστήµατος, των
σιελογόνων αδένων της παρωτίτιδας.

Θεραπεία: κορτικοστεροειδή.
21.3. ΧΡΟΝΙΟΣ ΕΡΥΘΗΜΑΤΩ∆ΗΣ Η ∆ΙΣΚΟΕΙ∆ΗΣ ΛΥΚΟΣ
(CHRONIC CUTANEOUS LUPUS ERYTHEMATODES)

Ορισµός
Ο χρόνιος ερυθηµατώδης λύκος, είναι νόσος άγνωστης αιτιολογίας, καλοήθης σχετικά
δερµατοπάθεια, που χαρακτηρίζεται κλινικά από µία ή περισσότερες ερυθηµατολεπιδώδεις
πλάκες, µε ειδική θυλακική υπερκεράτωση, οι οποίες έχουν αργή εξέλιξη και στην αποδροµή
τους καταλείπουν ουλώδη ατροφία.

189
Αιτιολογία
Προσβάλλει και τα δύο φύλα, συχνότερα όµως τις γυναίκες σε σχέση µε τους άνδρες,
προσβάλλονται κυρίως άτοµα µέσης ηλ