ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΡΩΣΙΚΑ
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

H παρούσα έκδοση πραγματοποιήθηκε με την οικονομική ενίσχυση του Ιντιτούτου Γκαίτε που χρηματοδοτείται από το Γερμανικό
Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων.
ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: Дмитрий Глуховский, Метро 2033
© Copyright Dmitry Glukhovsky
© Copyright για την ελληνική γλώσσα Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε., Αθήνα 2010
Έτος 1ης έκδοσης: 2011
Aπαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή του ή εκμετάλλευσή του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου ή τέχνης, σύμφωνα
με τις διατάξεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρισιού, που κυρώθηκε με το ν. 100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, σελιδοποίησης, εξωφύλλου και γενικότερα της όλης αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου,
με φωτοτυπικές, ηλεκτρονικές ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 2121/1993.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ Α.Ε.
Ζαλόγγου 11, 106 78 Αθήνα
T: 210-330.12.08 – 210-330.13.27 F: 210-384.24.31
e-mail: info@kastaniotis.com
www.kastaniotis.com
ISBN 978-960-03-5290-0

Ο Ντμίτρι Αλεξέγιεβιτς Γκλουχόφσκι γεννήθηκε το 1979 στη Ρωσία. Δούλεψε για αρκετά χρόνια ως
δημοσιογράφος-ανταποκριτής στο Ισραήλ, στη Γερμανία και στη Γαλλία. Μιλάει πέντε γλώσσες. Το
μυθιστόρημά του Μετρό 2033 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2005 και επανεκδόθηκε το 2007. Την
ίδια χρονιά έλαβε το βραβείο Eurocon 2007. Προτού εκδοθεί, κεφάλαιά του είχαν δημοσιευθεί στο
Internet και σε αρκετές διαδικτυακές βιβλιοθήκες. Καθώς τα κεφάλαια του βιβλίου δημοσιεύονταν
στο Internet, οι αναγνώστες των ιστοσελίδων αυξάνονταν συνεχώς και μάλιστα πολλοί από αυτούς
άρχισαν να διεκδικούν συμμετοχή στη διαμόρφωσή του.
«Δεν έχω πείρα εργάτη του μετρό, δεν υπηρέτησα στο στρατό, δεν έχτισα σπίτια, δεν είμαι
οικονομολόγος, έτσι λοιπόν είχα στο κείμενό μου κάποια λάθη και ανακρίβειες», λέει ο ίδιος ο
συγγραφέας. «Ακριβώς όμως επειδή το βιβλίο δημοσιευόταν κατά κεφάλαια και γύρω του είχε
σχηματιστεί μια ολόκληρη κοινότητα, κατάφερα να “παρακολουθώ” την αντίδραση των ανθρώπων.
Διευκρινίστηκε λοιπόν ότι μεταξύ των αναγνωστών μου υπήρχαν εργάτες του μετρό, μηχανοδηγοί,
στρατιωτικοί, μέλη των ειδικών δυνάμεων που είχαν πολεμήσει στην Τσετσενία... Κι αυτοί
διόρθωναν τα λάθη μου και έκαναν προγνώσεις».
Ο συγγραφέας έκανε τους αναγνώστες του συμμέτοχους στην πλοκή και στον κόσμο του βιβλίου.
Αν κρίνουμε από τις αντιδράσεις αυτών που το διάβασαν, θεωρούν το μεταπυρηνικό μετρό μια
ολόκληρη εναλλακτική πραγματικότητα, κάτι ανάλογο με τον κόσμο του Τόλκιν, και πολλοί θα ήταν
μετά χαράς πρόθυμοι να εγκατασταθούν σ’ αυτή.
Την εποχή της δημοσίευσης του βιβλίου στο Internet, πάνω από διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι
επισκέφθηκαν το Μετρό 2033. Εκτός αυτού, το κείμενο κυκλοφορούσε σε μεγάλες διαδικτυακές
βιβλιοθήκες και οι πιο φανατικοί οπαδοί της φανταστικής αντιουτοπίας τύπωναν το κείμενο και το
αντάλλασσαν με φίλους τους.
Ο υπόγειος κόσμος ως εναλλακτική λύση απέναντι στην κατεστραμμένη γη αποδείχτηκε θέμα τόσο
ενδιαφέρον, ώστε το βιβλίο να γίνει ένα παγκοσμίως γνωστό ηλεκτρονικό παιχνίδι με φανατικούς
φίλους και να θεωρείται πιθανή ακόμα και η μεταφορά του στον κινηματογράφο. Άλλα έργα του:
Νύχτα (1998), Οκτώ λεπτά (1998), Ιστορίες για ζώα (1999), Infinita tristessa (2005), Μετρό 2034 (2009),
Ιστορίες για την πατρίδα (2010), Επιστροφή στην Κόρντοβα (2010).

Πρόλογος

Αγαπητοί Μοσχοβίτες και επισκέπτες της πρωτεύουσας!
Το μετρό της Μόσχας είναι μια τεράστια επιχείρηση
συγκοινωνιών υψηλού κινδύνου.
Ανακοίνωση σε βαγόνι του μετρό
Όποιου του περισσεύει το κουράγιο και η υπομονή
να ερευνά σ’ όλη του τη ζωή το σκοτάδι,
πρώτος θα δει μέσα σ’ αυτό μια αναλαμπή φωτός.
Χαν

.

σε απόσταση 50 μέτρα από τα σύνορα. το ’σκασαν ποτέ έτσι. Τώρα το . Δεν απάντησε. Οι ανιχνευτές...ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Η άκρη του κόσμου « ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ. όπως έγινε στην Πολεζάγιεφσκάγια. δεν γνωρίζω εγώ τ’ ανθρώπινα βήματα.. χτύπησε το κλείστρο του όπλου του και φώναξε βραχνά: «Αλτ! Το σύνθημα!» Μέσα στο σκοτάδι. Κανείς δεν τολμούσε να περάσει τα 700 μέτρα προς τα βόρεια. φαντάστηκε τη σήραγγα πέρα από τα 700 μέτρα. Κι έπειτα πισωγύριζαν αργά. Έι. Πιοτρ Αντρέγιεβιτς. Κάποιος αποτραβιόταν στο βάθος της σήραγγας. και ο έλεγχος είχε λήξει εδώ και αρκετές ώρες. ακανόνιστα βήματα. φέρνοντας το αυτόματο από την πλάτη στο στήθος του. Άλλωστε το ξέρετε κι εσείς.. Τι διάολο. ότι τώρα τελευταία οι Μαύροι ορμάνε στα ίσια. Αρτιόμ! Είσαι πολύ ξύπνιος εσύ! Σου δώσανε κάποιες οδηγίες· ακολούθα λοιπόν τις οδηγίες κι άσε την κριτική. πρώην πεζοναύτες. Κι έπειτα. αν ήταν Μαύροι. τις πλάτες τους προς αυτήν. προχώρησε μέσα στο σκοτάδι. έστω και μία φορά. σε καμιά περίπτωση. Μας είδε εδώ λιγοστούς. δίχως να παίρνουν τα μάτια τους από τη σήραγγα. Η περίπολός τους στεκόταν τώρα στα 450 μέτρα. Οι ήχοι ήταν πολύ παράξενοι.. φοβισμένος από τη βραχνή φωνή του Αρτιόμ και την κλαγγή του όπλου. έκρυβαν τα αναμμένα τσιγάρα στις παλάμες τους και κοκκάλωναν κολλημένοι σε συσκευές νυχτερινής όρασης. να ρίχνεις αμέσως! Πού ήξερες εσύ ποιος ήταν. «Ε. σταματούσαν κι αυτοί στα 680 μέτρα.. κι αν οι δυνάμεις τους υπερτερούν. απ’ όπου ένα λεπτό πρωτύτερα ακούγονταν ένα παράξενο θρόισμα κι ένα υπόκωφο μουρμουρητό. Ίσως τρύπωσαν εδώ μέσα τίποτα Μαύροι».. να μας βάλουν το μαχαίρι στο λαιμό και να σφάξουν όλο το σταθμό. Τούτο δω όμως την κοπάνησε αμέσως. Τα σύνορα όμως ελέγχονταν μία φορά την ημέρα. Αλλά και τα βήματα δεν έμοιαζαν ανθρώπινα.. Οι περίπολοι έφταναν μόνο ως τα 500 μέτρα και. Ο Αρτιόμ ξαναγύρισε βιαστικά κοντά στη φωτιά και πέταξε στον Πιοτρ Αντρέγιεβιτς: «Ούτε που φάνηκε.2 βεβαιώνονταν ότι κανένα πλάσμα δεν είχε τρυπώσει στο χώρο και γυρνούσαν βιαστικά πίσω.. φωτίζοντας τα σύνορα με προβολέα στημένο πάνω σε μια ντρεζίνα. Για κοίτα με! Την άλλη φορά θα σε βάλω να τους κυνηγάς μέσα στη σήραγγα!» Ο Αρτιόμ ζάρωσε. και δίχως να στρέφουν.1 κι όλα αυτά επειδή εσύ δεν έφαγες εγκαίρως αυτό το φίδι. Στάθηκε ακριβώς στην άκρη της φωτισμένης έκτασης και επιδεικτικά. Ίσως ήταν κανένας ανιχνευτής... εγώ νομίζω ότι δεν ήταν καν άνθρωποι. ίσως να μας ριχτούν τώρα εδώ πέρα για την καλή μας την ψυχή. βρε ζωντόβολο! Αφού σου έχουν πει: Άμα δεν απαντάνε. όσο πιο βροντερά και επιβλητικά γινόταν. Αρτιόμ! Για ρίξε μια ματιά!» Π ΟΙΟΣ Ο Αρτιόμ σηκώθηκε απρόθυμα από τη θέση του κοντά στη φωτιά και.. αντήχησαν βιαστικά. κι απέναντι στο πολυβόλο στέκουν ολόρθοι. Τον έπιανε φρίκη και μόνο στη σκέψη να βρεθεί εκεί μέσα. Τι φοβητσιάρικο πλάσμα!» «Εντάξει. «Όχι. την κοπάνησε». και στην περίπολο επιτέθηκαν άοπλοι.

θέλουν να μπλεχτούν με το σκυλολόι.. Αυτοί δεν ήταν καν υποχρεωμένοι να απομακρυνθούν πάνω από μισό χιλιόμετρο από το σταθμό. σύμφωνα με όλους τους κανόνες της οχύρωσης.. Κάτι έπρεπε πια να κάνουν. τίποτα. Για να μη σ’ τα πολυλογώ. Αυτοί εκεί είχαν μια περίεργη ιστορία.. ήθελαν να πλησιάσουν όσο γινόταν πιο κοντά στους ανθρώπους. πιο καθησυχαστική. όσο κι αν ήταν κι αυτοί ξεφτέρια στις αφηγήσεις και γουστάριζαν να λένε παραμύθια. ήθελα να πω. Είτε αυτός ήταν καλύτερα πληροφορημένος. παρακάτω δεν τους άφηναν να πάνε. δεν κάθισαν να περιμένουν. έστειλαν μια ενισχυμένη περίπολο. είτε σκάρωνε με το μυαλό του πράγματα. Ούτε ο παραμικρός ήχος. Τίποτα. Ε. Ώστε δεν τ’ άκουσες. Στην αρχή σκέφτηκαν ότι κάτι θα τους καθυστέρησε εκεί μέσα.. δεν πάνε στο διάολο! Θέλουν την εύκολη ζωή. γίνεται άφαντο. χάθηκαν! Περνάει μισή ώρα. αλλά κι ο σταθμός τους είναι μικρότερος. Πρώτα άρχισαν να χάνονται οι ανιχνευτές τους. κι ούτε οι περίπολοι είδαν τίποτα. Αυτή η σκέψη ήταν πιο απλή. ούτε από το σταθμό φαινόταν το παραμικρό. Φαίνεται ότι κάπου εκεί θα υπήρχε κάποιο βάραθρο· άλλωστε αυτοί απομακρύνονταν μόνο ένα χιλιόμετρο. όπως ακριβώς ελκύουν τα παιδιά τα φοβερά παραμύθια με ακέφαλα μεταλλαγμένα πλάσματα και βρικόλακες που αρπάζουν μωρά. Πάει. Αυτό πια είναι αφύσικο. Έστειλαν στο σταθμό Μπεγκοβάγια έναν αγγελιοφόρο. αλλά στο βρόντο. έναν προβολέα. όσο και να φώτιζαν το μέρος. Κι εντάξει. τίποτα. κάποια ζημιά λέει. που όμως τα έλεγε με τέτοιες λεπτομέρειες που οι πραματευτές δεν θα είχαν δει ούτε στον ύπνο τους. ενώ διάφορα θροΐσματα από τη σήραγγα. έστησαν ένα πολυβόλο. «Άκου και τη συνέχεια.. ούτε το παραμικρό ίχνος. Ας πάνε να μπλεχτούν. και στις ώρες που πέρασαν από τον τελευταίο έλεγχο τα πλάσματα που ίσως τρόμαξε η περίπολος σίγουρα θα είχαν αρχίσει ξανά να σέρνονται προς τα εδώ. τίποτα. Έφευγαν για τις σήραγγες και δεν ξαναγυρνούσαν. μια που με το σταθμό Μπεγκοβάγια και αυτόν της Οδού του 19053 είχαν δημιουργήσει συνομοσπονδία. όχι σαν τους δικούς μας.» Και μολονότι ήξερε αυτή την ιστορία που σου πάγωνε το αίμα. Και τότε στο σταθμό άρχισαν να ανησυχούν. Άρχισαν. δεν είναι σαν τη δική μας (ο Αρτιόμ άρχισε να μη νιώθει άνετα με τούτα τα λόγια).. και δεν μένει και τόσος κόσμος εκεί πέρα. κι άρχισε να νιώθει άβολα ακόμα και πλάι στη φωτιά. ήταν αδύνατο να κατοικηθεί ο σταθμός... ακόμα και τα πιο αθώα. που λες. κανείς δεν είδε τι πάθανε. οπότε κι εκείνοι σκέφτηκαν ότι οι ανιχνευτές θα έφυγαν. Παλιά ήταν μαζί τους και ο σταθμός Ακτιάμπρσκαγιε Πόλε. Αυτές οι λεπτομέρειες του προκαλούσαν ανατριχίλα. ερέθιζαν τη φαντασία του. Η αλήθεια είναι ότι είχαν ανιχνευτές άπειρους.. Το κακό είναι ότι δεν ακούστηκε και τίποτα. Κι από ίχνη τίποτα».. Να πάρουν μέτρα δηλαδή. γιατί η δική τους σήραγγα κάνει στροφές. κι έτσι το ’σκασαν όλοι από κει. περνάνε δύο ώρες. «Στην Πολεζάγιεφσκάγια.. Δεν έμενε. Άντε πάλι η ίδια ιστορία. Ο Αρτιόμ κάθισε στη θέση του και ρώτησε: «Μα τι έγινε εκεί στην Πολεζάγιεφσκάγια. Έστειλαν στην . αυτοί έψαξαν ξανά και ξανά. Έσυραν σακιά με άμμο. κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς. Έβαλαν λοιπόν κι αυτοί ένα φυλάκιο στα 300 μέτρα. περνάει μία ώρα. ίσως κάτι τους δυσαρέστησε και το σκάσανε. Πυροβολισμοί δεν ακούστηκαν. να χάνονται οι ανιχνευτές. αλλά κι οι ίδιοι δεν ήταν βλάκες. Ο Αρτιόμ άρχισε κιόλας να μετανιώνει που ζήτησε από τον Πιοτρ Αντρέγιεβιτς να του μιλήσει για την Πολεζάγιεφσκάγια. Σαν να τους ρούφηξε το νερό.. να χάνονται δυο αποσπάσματα μέσα σε μία βδομάδα. αλλά αυτό δεν έχει σημασία. αλλά μετά κάτι έγινε εκεί. Οι ανιχνευτές είχαν γίνει άφαντοι.. και που τη διηγούνταν οι πραματευτές στους σταθμούς.φυλάκιό τους ήταν το ακρότατο. Φεύγει ένα απόσπασμα και πάει. με τους κάθε λογής αναρχικούς. Ούτε ο παραμικρός ήχος. Τα τραβούσε το φως. ήθελε να την ακούσει ακόμα μία φορά.. φώναξαν ξανά και ξανά... Σε μία βδομάδα όμως χάνεται άλλο ένα απόσπασμα ανιχνευτών.

εμφανίστηκαν τρεις φιγούρες. σαν να μην ήταν δυο πόδια αλλά τέσσερα. για να μην πούμε για τις εντολές και τις οδηγίες που τους δόθηκαν.» έκανε ο Αντρέι γυρνώντας στον Αρτιόμ. έτσι που δεν υπήρχε σχεδόν καμία προστασία από τη ραδιενέργεια. Κι όταν αυτοί έφτασαν στην Πολεζάγιεφσκάγια. Και τότε με τι έμοιαζε. παίρνοντας μια παράξενη έκφραση. Και τότε στην Μπεγκοβάγια κατάλαβαν ότι. Όλα εντάξει.» «Ή τρία!» του έκλεισε το μάτι ο Αντρέι.. Τον ρώτησα μονάχα το σύνθημα. Λέει ότι δεν έμοιαζε με άνθρωπο». κι έρχεται τρεχάτος και καταϊδρωμένος άλλος αγγελιοφόρος και τους λέει ότι οι άντρες του ενισχυμένου αποσπάσματος πέθαναν όλοι. καλύφθηκαν κάπου 40 μέτρα. Πάνε πια δεκαπέντε χρόνια που τα μηχανήματα σκούριασαν πια. Αυτό βέβαια τους πήρε. από τη γωνία του σταθμού. Και βέβαια έπρεπε να ρίξω. από την πλευρά του σταθμού. Κρύφτηκε στη σήραγγα. κι αυτός αμέσως όρμησε προς τα πίσω. Πιοτρ! Εσύ είσαι εδώ. κατά τα βόρεια. Κι εγώ σκεφτόμουν ποιον έστειλαν σήμερα στην άκρη του κόσμου». φωτίζοντας το χώρο με φακούς. και αυτοί από την Μπεγκοβάγια ακόμα σκέφτονταν τι απάντηση να δώσουν–. Και πού να τα βρεις τα μηχανήματα. «Δεν έμοιαζε με άνθρωπο. Αντριούχα. Ο Αντρέι έστριψε τσιγάρο και είπε στους δικούς του: . Δεν είχε προλάβει ο πρώτος αγγελιοφόρος να φτάσει στην Μπεγκοβάγια –ούτε μία μέρα δεν είχε περάσει.... Δεν πρόφτασε όμως να του ρίξει.. «Ούτε που είδα. ήταν ανάλαφρα και πολύ συχνά. Εκεί. Έτσι. ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς απάντησε: «Για ελάτε πιο κοντά! Έχουμε μπλεξίματα!» Μέσα από τη σήραγγα.. μιάμιση μέρα. Είδαν αυτό το πράγμα κι ανατίναξαν τη σήραγγα που έβγαζε στην Πολεζάγιεφσκάγια. Ούτε πτώματα υπήρχαν – μονάχα αίμα ολόγυρα. Ο Αρτιόμ πνίγηκε καθώς θυμήθηκε την ιστορία με τους τρίποδους ανθρώπους από τη γραμμή Φιλιόφσκαγια.. Εγώ πάντως πιστεύω ότι άνθρωποι δεν ήταν ικανοί για τέτοιο πράγμα». εσείς εκεί στα 450.. οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούσαν καν να κοιμηθούν από την τρομάρα που είχαν πάρει. δίχως να ρίξουν ούτε έναν πυροβολισμό. αλλά και με τα μηχανήματα δεν μου φαίνεται να πετύχει κανείς πολλά. έσβησαν τους φακούς και κάθισαν πλάι τους.. χειροβομβίδες. μάλλον οι φρουροί από τα 300 μέτρα. Τους έσφαξαν όλους. που λες. σύντομα θ’ άρχιζαν και μ’ αυτούς τα ίδια. «Άκου. Και το φοβερό ήταν πως έμοιαζε να τους έσφαξαν μέσα στον ύπνο τους! Κι όμως. όπου ένα μέρος του σταθμού βρισκόταν στην επιφάνεια της γης και η σήραγγα δεν είχε μεγάλο βάθος. Πλησίασαν στη φωτιά.. «Και με την Μπεγκοβάγια τι έγινε. δεν βρήκαν εκεί ούτε ψυχή ζώσα. αν δεν έκαναν τίποτα. Βλακεία έκανα».. Ο Αρτιόμ ξερόβηξε σιγανά και είπε: «Ναι. ακούστηκε μια κραυγή: «Ε. χωρίς μηχανήματα δεν καθαρίζονται.» Ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς σώπαινε κοιτάζοντας τη φωτιά. το παλληκάρι μου είδε κάποιον εδώ.. Αλλά τα βήματα δεν έμοιαζαν ανθρώπινα.» «Δεν έγινε τίποτα. Από τα νότια.Μπεγκοβάγια έναν αγγελιοφόρο να τους ειδοποιήσει ότι κάτι δεν πάει καλά και να ζητήσουν βοήθεια έτσι και συμβεί κάτι. Μονάχα ο διάολος ξέρει ποιανού δουλειά ήταν αυτό... Εξόπλισαν ένα απόσπασμα κρούσεως που το αποτελούσαν βετεράνοι· ήταν καμιά εκατοστή άνθρωποι με πολυβόλα. ωστόσο έστειλαν μια ομάδα για βοήθεια. όπως συνηθίζεται. «Γεια σου. είπε ο επικεφαλής χαμογελώντας και βγάζοντας ένα τσιγάρο από το πακέτο του.. Από εκεί εξαπλώθηκαν σε όλο το μετρό όλα τα τέρατα με τα τρία πόδια και τα δύο κεφάλια και κάθε λογής αηδίες.» Κάνοντας τα χέρια του χωνί. άκουσα..

γιγάντιοι αρουραίοι. σαν ζωντανός χείμαρρος. ώσπου στην Τιμιριάζεφσκάγια έγινε επίθεση αρουραίων. υγροί αρουραίοι ξεχύθηκαν κάποτε εντελώς απροειδοποίητα από κάποια διπλανή. Το ραδιενεργό τοπίο ήταν τέτοιο. και θα απομακρυνόταν από το βρωμερό άνοιγμα της εισόδου της όπως από τις πύλες μιας πανουκλιασμένης πολιτείας.» Ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς σηκώθηκε. Τεράστιοι. καταλαβαίνοντας με την όσφρηση το θανάσιμο. Όλοι τους συνδέονταν με θερμές. και το κρέμασε πάνω από τη φωτιά. οι αρουραίοι ορμούσαν μπροστά. γκρίζοι. Μονάχα τέτοιους ανθρώπους μπορούσες να εμπιστεύεσαι. ώστε οι υπερβολικά περίεργοι να καβουρντίζονται μέσα σε λίγες ώρες. πλημμύρισαν και τα φυλάκια και το σταθμό. γεννήθηκε όταν ακόμα ο κόσμος ζούσε εκεί πάνω. κι αυτό για μια στιγμή μονάχα. Κανείς δεν ενοχλούσε τους αρουραίους. Όλοι τους ήταν άντρες γεροί. αδελφικές σχεδόν. που αποτέφρωναν τα πάντα. για να χαθεί μέσα στο περίπλοκο σύμπλεγμα εκατοντάδων διαδρόμων. σκοτεινή σήραγγα. Ο σταθμός τους φημιζόταν ως ένας από τους πλέον ευημερούντες ολόκληρης της γραμμής. Έριξε μια ματιά στους ανθρώπους που κάθονταν ολόγυρα στη φωτιά. αξιόπιστοι. Ούτε γυναίκες ήταν. ούτε γέροι. Ο Αρτιόμ είχε περάσει πια τα είκοσι. ακόμα και τους σκοτωμένους ομοίους τους. Αρτιόμ! Τσαγιερό έχετε. Τον πατέρα του δεν τον θυμόταν διόλου. μέσα σε λαβυρίνθους γεμάτους φρίκη. όταν. σχέσεις. κινούμενοι τυφλά. . θάβοντας από κάτω τους τους υπερασπιστές του σταθμού και τον πληθυσμό του. ανελέητα. σκληραγωγημένοι από τη δύσκολη ζωή. Πολύς κόσμος πέθανε τη μέρα εκείνη. πνίγοντας με τη μάζα των κορμιών τους τα επιθανάτια ουρλιαχτά τους. Έι. και νεκρούς και ζωντανούς.«Εντάξει. γιατί να μην καθίσουμε κιόλας. και κατέβαινε σε μεγάλα βάθη. ο τόσο σπιτίσιος και ευχάριστος. Καταβροχθίζοντας τα πάντα στο πέρασμά τους. ένα μέρος όπου δεν θα τολμούσε να πατήσει ούτε ο πιο ριψοκίνδυνος τυχοδιώκτης. από μια δύναμη ασύλληπτη για το μυαλό του ανθρώπου. Περνούσαν καλά και η ζωή κυλούσε ομαλά και ήρεμα. αλλά και τις φονικές για την υπόγεια ζωή αχτίδες του ήλιου. κάνοντας μια ανεπαίσθητη διακλάδωση από την κεντρική βόρεια διαδρομή. Η αλήθεια είναι ότι κι ο ίδιος Αρτιόμ μια φορά μονάχα όσο θυμόταν τον εαυτό του βρέθηκε στην επιφάνεια της γης. Η σήραγγα έστριβε στο πλάι. μόνο σε τέτοιους μπορούσες να βασίζεσαι. και τούτο χάρη σε ανθρώπους σαν κι αυτούς που είχαν συγκεντρωθεί εδώ. το φοβερό κίνδυνο που προερχόταν από εκεί μέσα. Κανείς δεν τολμούσε να παραβιάσει τα σύνορά τους. και δεν ήταν τόσο καχεκτικός και ξεπλυμένος όπως όλοι όσοι γεννήθηκαν στους σταθμούς του μετρό και δεν τολμούσαν ποτέ να ξεμυτίσουν στην επιφάνεια. αφού ήρθαμε εδώ. Λίγα λεπτά αργότερα το τσαγιερό άρχισε να σφυρίζει. κι αυτός ο ήχος. Αν χωθούν εδώ μέσα τρίποδα. παιδιά. θα βοηθήσουμε. τόσο μεγάλοι που όμοιούς τους δεν είχε ξαναδεί κανείς ούτε στους σταθμούς ούτε μέσα στις σήραγγες. Αυτή η σήραγγα έβγαζε στο βασίλειο των αρουραίων. Ακόμα και κάποιος που περιφερόταν μπερδεμένος και ανίκανος να τα βγάλει πέρα με τους υπόγειους χάρτες και τους δρόμους θα σταματούσε στο κατώφλι της σήραγγας. φοβούμενοι όχι μόνο τη ραδιενέργεια. και τότε ζούσαν στο σταθμό Τιμιριάζεφσκάγια. Η μητέρα του βρισκόταν στο πλάι του μέχρι τα πέντε του. χωρίς να προφτάσουν να περπατήσουν αρκετά και να καλοκοιτάξουν τον αλλόκοτο κόσμο εκεί πάνω. από ένα ντεπόζιτο έβαλε νερό μέσα στο χτυπημένο. πηγαίνοντας όλο και μακρύτερα. Κανείς δεν κατέβαινε στην επικράτειά τους. να κοχλάζει. Ζωντανοί απέμειναν μονάχα μερικοί άνθρωποι. έκανε τον Αρτιόμ να νιώσει περισσότερη θαλπωρή και ηρεμία. Οι αρουραίοι όμως ήρθαν μόνοι τους. ούτε παιδιά. φοβερή παγωνιά και αηδιαστική βρώμα. καπνισμένο τσαγιερό.

περιπολώντας στη νότια σήραγγα. ξέροντας ότι τίποτα δεν μπορούσε πια να βοηθήσει τους επιφορτισμένους με την άμυνα του σταθμού. είχε όμως απίστευτη ισχύ. όταν ξάφνου κάποιος τον άρπαξε από το μπράτσο. δίχως να σταματά για δέκα. με τον οποίο εκείνη την εποχή. και πάνω της οι πέντε άντρες που διέφυγαν από το σταθμό . όσο ακόμα υπήρχε οδός διαφυγής. Η περίπολος όρμησε μπροστά και προσπέρασε με ταχύτητα τον εγκαταλειμμένο σταθμό Ντμιτρόφσκαγια. αλλά πέντε γεροί άντρες.κανείς απ’ όσους σώζουν από τους πρώτους. Εκείνος στράφηκε. το θρόισμα και το τρίξιμο χιλιάδων ποντικίσιων ποδιών.. φωνάζοντας στους άντρες της περιπόλου για το θάνατο που κατάφεραν προ ολίγου να γλυτώσουν. κι έπειτα παίρνοντάς το παραμάσχαλα. του φώναξε: «Σώσε το. όπου είχαν καταφύγει μερικοί ερημίτες. μια μικρή. και ίσως ολόκληρη τη γραμμή Σερπουχόφσκαγια-Τιμιριάζεφσκάγια. όσο ακόμα η γκρίζα λάβα δεν είχε κατακλύσει ολόκληρο το μετρό. Πλησιάζοντας τα φυλάκια του σταθμού Σαβιόλοφσκάγια. καταλαβαίνοντας όμως ότι εκείνοι δεν πρόφταιναν πια να γλυτώσουν. Μόλις είχαν πλησιάσει κάθιδροι. τα μέλη της περιπόλου όπλισαν το φλογοβόλο και δεν σταμάτησαν ώσπου να τελειώσουν τα καύσιμα. ήταν φορητό. Κι αυτό μόνο και μόνο επειδή ξέφυγαν από τους αρουραίους ενώ βρίσκονταν πάνω σε μια ντρεζίνα. που οι άντρες της έγιναν ήρωες και δοξάστηκαν στους σταθμούς όλης της γραμμής. είχαν κάνει συνθήκη ειρήνης. κι όρμησε μπροστά μέσα στη σήραγγα. να παραβγεί στο τρέξιμο το θάνατο. και μια γυναίκα με πρόσωπο παραμορφωμένο από τον τρόμο. άρχισαν να πηγαίνουν σιγότερα για να μη δουν οι άλλοι τέτοια ταχύτητα και τους ρίξουν περνώντας τους για ληστές. κατάκαψε τους αρουραίους. και φώναξαν μ’ όλη τους τη δύναμη στις περιπόλους «Αρουραίοι! Έρχονται αρουραίοι!». Η ντρεζίνα τους ήταν μηχανοκίνητη. κατάλαβε τι έτρεχε κι έκανε να γυρίσει πίσω.. κι άρπαξε αυτή την παλάμη δίχως να σκεφτεί ότι σώζει μια ζωή. ικετεύοντας να τους αφήσουν να προχωρήσουν. αλλά επειδή τον αποκάλεσαν στρατιώτη και του ζήτησαν έλεος. Πρόφτασαν να τους φωνάξουν ένα «Φευγάτε! Αρουραίοι!». και μόνο γι’ αυτό το λόγο κατάφεραν να ξεφύγουν από τους αρουραίους. ένας απ’ αυτούς έτρεξε να εξακριβώσει τι συνέβαινε. πάγωνε σταματημένη η ντρεζίνα. Ακούγοντας τις κραυγές από το σταθμό. παχουλή παλάμη. συναρμολογημένο από ντόπιους που ήξεραν από τέτοια πράγματα· το είχαν φτιάξει με όσα ανταλλακτικά βρήκαν πρόχειρα. Μπαίνοντας στο σταθμό και βλέποντας τους πρώτους χείμαρρους των αρουραίων να ξεχύνονται στην αποβάθρα. είκοσι λεπτά. να τρέξουν ακόμα μακρύτερα κατά μήκος της γραμμής. Για καλή τους τύχη όμως βρέθηκε στη Σαβιόλοφσκάγια κάτι που έσωσε κι αυτούς και το σταθμό. τραβώντας τον επίμονα από το μανίκι και πασχίζοντας να ακουστεί πάνω από την πολυφωνική χορωδία της απόγνωσης. δεκαπέντε. Η σήραγγα γέμισε με τη σιχαμερή τσίκνα του καμένου κρέατος και τις άγριες τσιρίδες των αρουραίων. Από πενήντα μέτρα μακρύτερα τους φώναξε να βάλουν μπρος. ικανοί να γλυτώσουν από το θανατηφόρο χείμαρρο. Ήταν ένα φλογοβόλο. αντηχώντας μέσα στο σκοτάδι. Ήταν έτοιμοι να προσπεράσουν τη Σαβιόλοφσκάγια. δόξα τω Θεώ. Η πορτοκαλιά φλόγα που βρυχιόταν γέμισε τη σήραγγα σε απόσταση δεκάδων μέτρων και έψησε. Μόλις φάνηκαν οι εμπροσθοφυλακές των αρουραίων και άρχισε να δυναμώνει. βάλθηκε να παραβγεί στο τρέξιμο τους πρώτους αρουραίους. η μοναδική που υπήρχε στους δέκα πλησιέστερους σταθμούς. Η Τιμιριάζεφσκάγια είχε πια αφανιστεί τη στιγμή που εκείνος την αντίκρισε από την άκρη της σήραγγας. κι αυτοί ξεσκέπαζαν κιόλας στο φυλάκιό τους ένα επιβλητικό μηχάνημα. Και πίσω από την περίπολο της Σαβιόλοφσκάγια. Και σέρνοντας ξοπίσω του το παιδί. στρατιώτη! Έλεος!» Είδε ότι η γυναίκα τού άπλωνε ένα παιδικό χεράκι. όντας έτοιμη για ένα νέο άλμα. εκεί όπου τον περίμενε η ντρεζίνα με τους συντρόφους της περιπόλου.

με τη φθαρμένη και ξεβαμμένη στολή του υπαλλήλου του μετρό. Κάποια απ’ αυτές τις αυθεντίες δούλευε μάλιστα παλιά. Και να ’ταν μόνο αυτό! Οι εργαζόμενοι του μετρό ήταν για όλους τους υπόλοιπους κατοίκους του ό. Την τυφλή τους θέληση τη συνέτριψε ένα από τα ύστατα αποκτήματα της στρατιωτικής μεγαλοφυΐας του ανθρώπου. Μαζί τους ένας ακόμα. σ’ όλη του τη ζωή τον θυμόταν – ένας κάτισχνος άνθρωπος. καχεκτικός έπειτα από ατέλειωτα χρόνια δουλειάς κάτω από τη γη. Τους πίστευαν ευλαβικά. Τους ωθούσαν σε μια ασταμάτητη. σήμερα γίνονταν μητροπόλεις που οικοδομούσαν αυτοκρατορίες. για την τροφή. και προφανώς εντελώς άχρηστοι για τη λειτουργία του μετρό. Ο Αρτιόμ. από κέντρο της πολιτικής άμυνας στο σύνολό του και τεράστιο αντιπυρηνικό καταφύγιο. αλλά εκείνος εξακολουθούσε να τη φορά με το ίδιο καμάρι που ένας απόστρατος ναύαρχος φορά την επίσημη στολή του. στους σταθμούς όπου λειτουργούσαν επιμελώς δυναμό και μικροί αυτοσχέδιοι υδροηλεκτρικοί σταθμοί. ήταν τόσο μυστηριώδεις. ότι ήταν χτισμένοι από συνηθισμένους εργάτες του μετρό. που βρίσκονταν σε ασύλληπτο βάθος. δηλαδή για τα φίλτρα. ιδιόμορφα κρατίδια με δικές τους ιδεολογίες και καθεστώτα. εκεί όπου. και στα παιδιά του μάθαινε την ίδια ακριβώς δουλειά. που τότε ακόμα ήταν παιδί. Πάντα οι άνθρωποι ήξεραν να σκοτώνουν καλύτερα από κάθε άλλο ζωντανό πλάσμα. το παιδί που είχαν σώσει. για να βρεθούν αύριο υποταγμένοι και αποικίες των χτεσινών φίλων ή σκλάβων τους. για φυτείες λευκωματούχας μαγιάς. όπου τάιζαν ωχρά υπόγεια γουρούνια και καχεκτικά κοτόπουλα με υπόγεια μανιτάρια. καλλιεργημένα από τα πολυάσχολα χέρια των γυναικών. μετατράπηκε σε ένα πλήθος σταθμών που δεν τους συνέδεε μια ενιαία εξουσία. παρά τα όσα διαβεβαίωναν κάποιες αυθεντίες. βυθίστηκε στο χάος και την αναρχία.τι και οι ιθαγενείς οδηγοί για τις επιστημονικές αποστολές στη ζούγκλα. όταν αυτή η απειλή εξαλειφθεί.. από τότε ακόμα. Οι αρουραίοι μαζεύτηκαν και επέστρεψαν στο απέραντο βασίλειό τους. Γεμάτοι αυτοθυσία. και το μετρό. απεγνωσμένη έφοδο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και η . σ’ αυτή την πέτρινη κοιλιά της μεγαλούπολης. Τέτοιοι άνθρωποι είχαν σχεδόν εκλείψει και τους είχαν περί πολλού. Οι σταθμοί έγιναν ανεξάρτητοι και αυτάρκεις. που είχε χάσει πια από καιρό την κομψότητά της. γι’ αυτό ίσως και ο Αρτιόμ τον θυμόταν. ώστε. Και για τον Αρτιόμ. Δημιουργούσαν βραχυπρόθεσμες ενώσεις κατά της κοινής απειλής. Ένα αγοράκι. για φυτείες μανιταριών που δεν είχαν ανάγκη το φως του ήλιου. ώστε κανείς δεν πίστευε. από τις γνώσεις και τις ικανότητές τους εξαρτιόταν η επιβίωση των υπόλοιπων. η ασθενική φιγούρα του βοηθού μηχανικού εξέφραζε ανείπωτο κύρος και απερίγραπτη ισχύ. ηγέτες και στρατούς. ως βοηθός μηχανικού σε ηλεκτρικό τρένο. τσακώνονταν αναμεταξύ τους για τα πάντα – για το ζωτικό χώρο. Όλοι αυτοί οι λαβύρινθοι. ενώνονταν σε ομοσπονδίες και συνομοσπονδίες. εκεί όπου επισκευάζονταν τακτικά και καθαρίζονταν τα φίλτρα. να γραπώσουν με νέες δυνάμεις οι μεν τους δε από το λαρύγγι. Βάρβαροι που ήταν ανίκανοι να επισκευάσουν τις αχρηστεμένες εγκαταστάσεις διύλισης και πέθαιναν από το δηλητηριασμένο με ραδιενέργεια νερό ρίχνονταν με θηριώδη λύσσα στους προμαχώνες της πολιτισμένης ζωής. βασίζονταν ολοκληρωτικά σ’ αυτούς.Τιμιριάζεφσκάγια. Όλοι στο σταθμό τού φέρονταν με σεβασμό.. Πολεμούσαν μεταξύ τους. τρυπούσαν το υγρό έδαφος τα λευκά σκουφιά των ασπρομανίταρων και γρύλιζαν χορτασμένα μέσα σε χοιροστάσια τα γουρούνια. τις πραγματικές διαστάσεις του οποίου κανείς δεν γνώριζε. επειδή τον πρώτο καιρό ήταν οι μόνοι που δεν τα έχαναν και δεν κυριεύονταν από τρόμο όταν βρίσκονταν μέσα στη βολική και ακίνδυνη κάψουλα του τρένου στις σκοτεινές σήραγγες του μετρό της Μόσχας. Οι αρουραίοι υποχώρησαν. και φυσικά για το νερό. Πολλοί απ’ αυτούς τέθηκαν επικεφαλής σταθμών όταν κατέρρευσε το ενιαίο σύστημα διοίκησης. για ορνιθώνες και χοιροστάσια.

απέκρουαν μέχρι τέλους τις επιθέσεις των βανδάλων. Δεν πάει πολύς καιρός που γύρισε με τους δικούς μας από ένα ταξίδι στη γραμμή. «Ακούς. και διηγούνταν πώς ακριβώς τα γουρούνια βρέθηκαν από την Έκθεση στο μετρό: Τον πρώτο καιρό κάποιοι τολμηροί έφτασαν ως το μισοκατεστραμμένο περίπτερο της «Χοιροτροφίας» στο χώρο της Έκθεσης. αμάθητοι σ’ αυτό. και τέλος να αποκρούουν όλη αυτή τη βρωμιά που έβγαινε απ’ όλες τις τρύπες και τις σήραγγες. να αποσπούν από τους πολιτισμένους τους γείτονες σημαντικό ζωτικό χώρο. Κι από τότε που στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ άρχισαν να φτιάχνουν αυτό το τσάι. Του άρεσε η σήραγγα και τη γνώριζε καλά σε όλες τις διακλαδώσεις της. Εκεί υπάρχει ζωή. Στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ ήταν επίσης πολύ περήφανοι για τα γουρούνια τους. που το καθένα τους θα μπορούσε να απελπίσει τον Δαρβίνο με την εμφανή αναντιστοιχία του προς τους νόμους της εξέλιξης. και από εκεί οδήγησαν τα ζωντανά στο σταθμό. Οι σταθμοί συσσώρευαν στρατιωτική ισχύ. ακόμα και η Χάνσα ενδιαφέρθηκε γι’ αυτό. καμάρωναν γι’ αυτό και το ονομάτιζαν «τσάι». ανάμεσα στους δουλευτές. Η αλήθεια είναι ότι οι ξένοι. παρέδιδαν και αποσπούσαν με μάχες κάθε μέτρο των σηράγγων μεταξύ των σταθμών. Στους κατοίκους του σταθμού όμως άρεσε το μαντζούνι τους. αλλά εκείνου του άρεσε να πηγαίνει βαθιά. αν δεν μπορούσαν να κάνουν διαπραγματεύσεις διά της ειρηνικής οδού. Η φήμη του τσαγιού τους εξαπλώθηκε ακόμα και πέρα από τα όρια του σταθμού. τους . Πώς πάει ο Σουχόι. Αρτιόμ. είτε κατοικούσαν πάντα στα έγκατα της γης και τώρα τους χαλούσαν την ησυχία οι άνθρωποι– αποτελούσαν ωστόσο κι αυτά μέρος της ζωής στη γη. Το χρήμα άρχισε να ρέει. αλλά και τότε με την ιδιότητα του διοικητή του φυλακίου. Τον τοποθέτησαν στα 300 μέτρα. Το πραγματικό το φύλαγαν και το έπιναν μόνο στις μεγάλες γιορτές. που μέσα της άφριζε το χαρακτηριστικό τσάι του σταθμού τους. Ο Αντρέι ήταν καμιά δεκαπενταριά χρόνια μεγαλύτερος από τον Αρτιόμ.» ρώτησε ο Αντρέι πίνοντας με μικρές. τον πρώτο λάθος συναγερμό. από αβλαβείς εκπροσώπους της αστικής πανίδας. προσεχτικές γουλιές το τσάι του και φυσώντας το με ζήλο. στην αρχή το έφτυναν. και σπανίως περιπολούσε κοντά στα 450 μέτρα. και βιταμίνες. Και διέπονταν κι αυτά από την κυριαρχική ορμή που διέπει κάθε οργανισμό σε τούτο τον πλανήτη. έφτασαν εκεί νοικοκυραίοι από τους σταθμούς των προαστίων. Όλα εκείνα τα παράξενα. Στην αρχή. Σίγουρα εσείς θα ξέρετε». ήρθε η ευημερία. επειδή πραγματικό τσάι είχε απομείνει ελάχιστο. επιχειρούσαν αντεπιθέσεις. Παραμορφωμένο. Ο Αρτιόμ πήρε την εμαγιέ κούπα. ώστε να ανταποδίδουν τις επιθέσεις με εκκαθαριστικές εκστρατείες. να επιβιώσουν πάση θυσία. στο μυστήριο. αλλά μετά το συνήθισαν. Από αποστολή. Οι υπερασπιστές της ευημερίας των σταθμών. όλα αυτά τα πλάσματα –που είτε μεταμορφώθηκαν. εκφυλισμένο. κι άρχισαν να τους έρχονται πραματευτές. τερατώδη και επικίνδυνα πλάσματα. Κι όπου υπάρχει χρήμα. ανάμεσα στους κτηματίες. μέρος πάντως. Αυτό το πράγμα βέβαια δεν είχε καμιά σχέση με τσάι· ήταν ένα ποτό από αποξηραμένα μανιτάρια με κάποιες προσθήκες. και στο σταθμό της ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ4 κατέφθασαν μεγάλα καραβάνια για χάρη του μαγικού ποτού. ο σταθμός άρχισε να ενισχύεται. Γενικά ήταν κατάσκοπος. για να φτάσει όσο γινόταν πιο κοντά στα σκοτάδια. κι εκμεταλλευόταν την πρώτη πρόφαση. «Ο μπαρμπα-Σάσα. αλλά και η τιμή του ήταν δεκαπλάσια από αυτήν του μανιταρένιου ποτού. εκεί υπάρχουν και όπλα. Όλα καλά. Ήθελαν να επιβιώσουν. κάτω από τις αόρατες φονικές αχτίδες του ήλιου. Στο σταθμό όμως.προαιώνια επαναστατική αρχή «άρπαξε και μοίρασε». διακινδυνεύοντας τα τομάρια τους. σε γεννήματα της Κόλασης. σύντομα όμως το τσάι έγινε γνωστό σ’ όλη τη γραμμή. έρχονταν ένας ένας. και ξυλεία. Όσο χτυπητή κι αν ήταν η διαφορά τους από τα συνηθισμένα για τον άνθρωπο έμβια όντα. σε ένα προκάλυμμα. οργανωμένοι σε αξιόμαχες ενώσεις από πρώην επαγγελματίες στρατιωτικούς.

Ο πατριός του ήταν ο ίδιος εκείνος άνθρωπος που. όχι. βάλθηκε να ρωτά με λαχτάρα τον Αρτιόμ για τα νέα και τα κουτσομπολιά από την τελευταία αποστολή του πατριού του στα νότια. ευχαρίστως όμως θα τα ξανακούσω. Ο Αρτιόμ χαιρόταν να αναπολεί και να αφηγείται τις ιστορίες του πατριού του. από τη γαλήνια πεποίθηση. προσπάθησε να υπερασπιστεί τους ντόπιους πραματευτές ο Αρτιόμ.» . Δεν του πήγαινε να σκάβει το χώμα για μανιτάρια.» άρχισε ο Αρτιόμ.» επέμεινε ο Αντρέι. Θέλουν να ζουν καλύτερα από τους άλλους. Μπορείς εσύ να μου πεις στα σίγουρα ότι στον πρώτο κιόλας σταθμό δεν θα τους στρατολογήσουν οι πράκτορες κάποιων άλλων. δεκαεννιά χρόνια πριν. Αγαπάνε τα λεφτά. ή ακόμα χειρότερα να μπουκώνει μ’ αυτά τα γουρούνια. «Γενικά δεν είναι να πιστεύει κανείς τους πραματευτές». «Ειδικές αποστολές της διοίκησης. «Να το. Αλλά οι γυναίκες δεν τον ακολουθούσαν εκεί. και τις γυναίκες. κούνησε το χέρι του ο Αρτιόμ. για να μιλήσω ειλικρινά. Ούτε να εμπορεύεται μπορούσε. από την πλήρη. αισθανόταν άχρηστος. Επειδή δεν μπορεί να πιστέψει κανείς τους ξένους πραματευτές που έχουμε στο σταθμό κι η γλώσσα τους πάει ροδάνι· μπορεί οι πραματευτές να ’ναι και προβοκάτορες και να διαδίδουν παραπλανητικές πληροφορίες». Οι δικοί μας είναι εντάξει. σ’ όλη του τη ζωή το μόνο που έκανε ήταν να υπερασπίζει τους αγρότες που βρωμοκοπούσαν. για τους δικούς μας δεν έχετε δίκιο. «Ξέρω ότι πήγανε στο νότο. δεν τους εμπιστεύομαι ιδιαίτερα». Εγώ και τους δικούς μας. έπειτα από μια στροφή. του έταζαν άνεση. Καμάρωνε που αυτός. «Ε. Μόνο που αγαπάνε τα λεφτά. ο ίδιος όμως άρχιζε να νιώθει άνετα μόνο μετά τα 50 μέτρα. Γιατί. κρύβονταν τα φώτα του σταθμού. «Είναι άνθρωποι του συμφέροντος. την απόλυτη σιγουριά του. Κι εγώ αυτό λέω. Οι γυναίκες έλκονταν από την αμέριμνη. Εγώ τους ξέρω σχεδόν όλους. αύριο όμως μπορεί να πουλήσει εσένα σ’ όποιον να ’ναι. πειραχτική του διάθεση. όταν. και τους αφόρητα πολυπράγμονες διοικούντες. Είναι συνηθισμένοι άνθρωποι. μελαγχόλησες. αφού άλλωστε όλοι τον άκουγαν με προσοχή και μ’ ανοιχτό το στόμα. Αυτοί μπορεί κι εδώ σ’ εμάς να μαζεύουν πληροφορίες. Οι γυναίκες τού έταζαν έρωτα. ένας μαχητής. γρύλισε ο Αντρέι.εμπόρους και τα στελέχη της διοίκησης. ένιωθε άβολα. και τους πολυάσχολους πραματευτές. ο Αντρέι.. «Μπορεί να ξέρω κάποια πράγματα. «Μα δεν υπήρχε καμιά μυστικότητα σ’ όλα αυτά». αντιπαθούσε από γεννησιμιού του τους κερδοσκόπους· εκείνος ήταν πάντα ένας στρατιώτης.. δεν έστερξε να παρατήσει τον πιτσιρίκο και τον ανάστησε. Σήμερα ο πραματευτής πουλάει το τσάι σου στη Χάνσα. αφού γλύτωσε τον Αρτιόμ από τους αρουραίους στην Τιμιριάζεφσκάγια. χωμένος ως τα γόνατα στην κοπριά των αγροκτημάτων του σταθμού. και πίστευε ολόψυχα ότι αυτή ήταν η μοναδική αντάξια ενός άντρα ασχολία. τόσο για τον εαυτό του όσο και γι’ αυτούς που βρίσκονταν μαζί του. έχουν ένα στόχο». και τα παιδιά. γέλασε ο Αντρέι. τώρα σίγουρα ξέρετε πού πήγανε. καταλαβαίνεις τώρα!» Έκλεισε το μάτι σ’ έναν από τους δικούς του. ότι μπορούσε πάντα να τους υπερασπίσει. Και να που τώρα.. Θέλουν να ζουν καλύτερα απ’ όλους. Πώς να τον ξέρεις. βγάζοντας τον παλιό μπερέ του και σκουπίζοντας με το μανίκι του τα υγρά από τον ατμό μουστάκια του. Τι τρέχει. «Σκοπός του ταξιδιού ήταν να ερευνήσουν την κατάσταση. Μπορείς. Εκεί οι απεσταλμένοι σας κινήθηκαν με μεγάλη μυστικότητα». ζεσταμένος από το τσάι. Και ποιος ξέρει τι κάνουν μόλις μπουν στη σήραγγα. Αξιόπιστες πληροφορίες. να συγκεντρώσουν πληροφορίες.. «Ε. Αντρέι Αρκάντιτς. ναι ή όχι. Δεν χρειάστηκαν μεγάλες προσπάθειες για να τον πείσει.

τώρα.» ρώτησε θιγμένος ο Αρτιόμ. Αυτοί είχαν δικά τους προβλήματα. να ενισχυθούν τα σύνορα κι από τις δυο πλευρές. «Και τι θέλουν συγκεκριμένα. κι αυτό είναι καλό. Κι έπειτα δημοψήφισμα». «Εντάξει. τρύπωσαν εδώ όλ’ αυτά τα εκτρώματα. Στη Ρίζσκαγια. Στην Αλεξέγιεφσκάγια. «Όχι. «Πώς. «Ζητούν να ενωθούν μαζί μας σε μια ομοσπονδία με κοινό αμυντικό σύστημα.. πότε τη Χάνσα που θέλει να επεκταθεί φοβούνται. «Δεν σας ενδιαφέρει ν’ ακούσετε. Δεν έχει ουσιαστικές αντιρρήσεις. άρα είναι ναι. Καλλιεργούν τα μανιτάρια τους. Κι όλα αυτά τα αγροκτήματα αρχίζουν να μας προσεγγίζουν. και αδελφοσύνη!» ειρωνεύτηκε ο Αντρέι παίζοντας τα δάχτυλά του. Δημοψήφισμα. Λένε» –και στο σημείο αυτό ο Αρτιόμ χαμήλωσε τη φωνή του για να αποκαλύψει μια μυστική πληροφορία– «ότι θέλουν να προσαρτηθούν σ’ εμάς. να τεθούν σε κυκλοφορία ντρεζίνες για μεταφορές. . αυτό δεν το ξέρει κανείς. άρα ο λαός δεν σκέφτηκε σωστά. συνέχισε». να δουλεύουμε. Πολύ δε περισσότερο αν ενωθούμε με τους γείτονες. Κι αυτοί θα έχουν όφελος. εσωτερικά.. «Και πριν πού ήταν. «Ε λοιπόν! Και λένε ότι ο δικός μας διοικητής φαίνεται να συμφωνεί.. Κι η Ρίζσκαγια δεν φαίνεται να έχει αντιρρήσεις. να εγκατασταθεί τηλεφωνικό καλώδιο. Σύντομα θα γίνει διάσκεψη. Τα ’χουν βάψει μαύρα. Αρτιόμ. εντάξει.» ρώτησε ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς χωρίς να του δίνει σημασία. και για μας θα είναι καλό». Αντρέι!» μπήκε στη μέση ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς. τώρα μας προέκυψες και οικονομολόγος. πότε κάτι άλλο. Τι φοβούνται όμως. Αρτιόμ. δίχως πολεμοφόδια. Προς το παρόν ίσως να συγκεντρώνουν δυνάμεις. συνέχισε. Αρτιόμ! Είσαι νέος ακόμα και δεν ξέρεις πολλά.. Πότε μιαν αυτοκρατορία που ξεφυτρώνει στην απέναντι πλευρά της γραμμής. «Για την ώρα δεν εμφανίζονται Μαύροι. Ένα αγρόκτημα είναι. «Και θα ’χουμε κι ελευθερία. να φραχτούν οι πλαϊνές σήραγγες και οι διάδρομοι. είπε σαρκαστικά ο Αντρέι. να οργανωθεί πολιτοφυλακή. Καλύτερα πες μου τι είδε ο Σουχόι. και ισότητα. Καλμάρισε. Πώς πάνε οι γείτονες. έτσι εμάς η ένωση δεν θα μας βλάψει. με σκέτα λιανοντούφεκα. όλοι κάτι φοβούνται. Τι προτείνουν. Ας το ξανασκεφτεί ο λαός». Δεν τους νικήσαμε εμείς. Η οικονομία να είναι κοινή. έκανε ο Αντρέι. Όταν οι Μαύροι μάς έκαναν εφόδους. από το Μεντβιέντκοβο. Τις λεπτομέρειες μόνο πρέπει να συζητήσουν. «Μα κάποιος πρέπει να κάνει αυτή τη δουλειά! Αν δεν ήταν οι πραματευτές. επέμεινε ο Αρτιόμ.. Όλοι για μια απειλή μουρμουράνε. Θα πει όχι.» ενδιαφέρθηκε να μάθει ο Αντρέι.. «Μη μας ματιάσεις. θα ρίχναμε αλάτι στους Μαύρους και θα πίναμε το τσαγάκι μας».» «Στην Αλεξέγιεφσκάγια. πώς. ζητούν ελεύθερο χώρο για την καλλιέργεια των μανιταριών. να εγκατασταθεί μόνιμος φωτισμός στις ενδιάμεσες σήραγγες. «Εγώ κι ο Πιοτρ θα λογομαχήσουμε μετά.«Ποιων οι πράκτορες. Πού ήταν πριν. Ν’ ακούς τους μεγαλύτερους και θα δεις που θα ζήσεις πιο πολύ». Και η Ρίζσκαγια. θα φωνάζαμε εδώ μέσα σαν τους κούκους. όταν από το Βοτανικό Κήπο.. αυτοί πού ήταν. να βοηθάμε οι μεν τους δε σε περίπτωση ανάγκης».» «Εδώ είναι το ζήτημα. Στο κάτω κάτω τι είναι η Αλεξέγιεφσκάγια. Κανένα νέο. Ο λαός μας θα πει ναι..» έσκουξε ο Αντρέι. «Και τι γίνεται πέρα από τη Ρίζσκαγια. κι έτσι ησύχασαν. Εκεί αντιμετωπίζουν αυξημένες πιέσεις από το νότο. Ποιοι πράκτορες έχουν ανάγκη τους δικούς μας πραματευτές. Αυτό είναι το αιώνιο θέμα μας». και η Αλεξέγιεφσκάγια».

σύντομα κυριεύτηκε από την πορφυρή φλόγα της επανάστασης. και ο λαός αποκαλούσε την κοινοπραξία Χάνσα· κάποιος κάποτε τους σύγκρινε εύστοχα με την ένωση των εμπορικών πόλεων της μεσαιωνικής Γερμανίας. Κράσνιγιε Βαρότα. Στην αρχή η Χάνσα περιλάμβανε μόνο μερικούς σταθμούς.5 Ε. Η Σοκολνίτσεσκάγια πάντα ξεχώριζε. Το κυριότερο πρόβλημα όμως και το κυριότερο εμπόδιο στην ένωση Βόρειου και Νότιου Τόξου ήταν η γραμμή Σοκολνίτσεσκάγια. η γραμμή αυτή προσείλκυσε όλους τους νοσταλγούς του ένδοξου σοσιαλιστικού παρελθόντος.. Το ίδιο και οι ονομασίες των σταθμών εκεί: Κρασνοσέλσκαγια. ανέτρεψαν τη διοίκησή τους. Δεύτερον. και τους εξαπέλυε όλο και μακρύτερα μέσα στο εχθρικό στρατόπεδο. Να ποιο είναι το θέμα.. Είναι τα σύνορά μας με τη Χάνσα. Υπήρχε ένα κομμάτι της γραμμής Καλτσεβάγια από το σταθμό Κίεφσκάγια μέχρι αυτόν της Προσπέκτ Μίρα. και ενώνονταν μεταξύ τους με σήραγγες. Και είτε εξαιτίας αυτών των ονομασιών είτε για κάποιον άλλο λόγο. κι έτσι διατηρήθηκε. που άρπαξε φωτιά στη μια της άκρη. το αποκαλούμενο Βόρειο Τόξο. κατά την αντίληψή τους. που διασώθηκε ως εκ θαύματος. Επιζώντες βετεράνοι. έλεγε στον Αρτιόμ ο πατριός του. Καθώς αυτοί οι σταθμοί βρίσκονταν στη διασταύρωση όλων των άλλων γραμμών.7 Αυτή συγκροτούσε αποσπάσματα επαγγελματιών επαναστατών και προπαγανδιστών. αποφάσισαν να ενωθούν. Για τη Χάνσα ο πατριός μου λέει ότι έχει κι αυτή ειρήνη με τους Κόκκινους.8 η Λουμπιάνκα έγινε Ντζερζίνσκαγια. σοβιετικά ονόματά τους: Ο Τσίστιγιε Προυντί έγιναν Κίροφσκάγια. καταλαβαίνοντας ότι ο πλούτος τους προκαλεί σε πάρα πολλούς τη ζήλια. Μια ματιά στο χάρτη να ρίξεις και θα την προσέξεις αμέσως. έλεγε ο Αρτιόμ. καταλαβαίνετε. από την αρχή σχεδόν έγιναν τόποι συνάντησης των εμπόρων απ’ όλα τα ακραία σημεία του μετρό. Δημιούργησαν μια επιτροπή υπεύθυνη για τη διάδοση της νέας επανάστασης και των κομμουνιστικών ιδεών σε όλο το μετρό. Βιβλιοθήκη Λένιν. Εκεί έγιναν δεκτές με ιδιαίτερη ευμένεια οι ιδέες περί αναγέννησης του σοβιετικού κράτους. Η ένωση έγινε βαθμιαία. Στην αρχή μόνο ένας σταθμός επανήλθε στα ιδανικά του κομμουνισμού και του σοσιαλιστικού τύπου διακυβέρνησης. είναι ευθεία σαν βέλος. και ακολούθησαν όλα τα γνωστά. Έπειτα μπήκαν στη Χάνσα οι σταθμοί Παβελέτσκαγια και Ντομπρίνινσκάγια. Οι σταθμοί ξαναπήραν τα παλιά. Και ολόκληρη η γραμμή.«Μετά από μας τι έρχεται. έπειτα ο γειτονικός. Έπειτα πάνω στη γέφυρα κατασκευάστηκαν από ομάδες θανατοποινιτών τοίχοι και στέγη. εφόσον οι πεινασμένοι στην άγονη Σοκολνίτσεσκάγια λαχταρούσαν την παλινόρθωση της δικαιοσύνης. δεν μπορούσε να πάρει καμιά άλλη μορφή παρά μόνο αυτήν της εξίσωσης. η Προσπέκτ Μίρα. όλοι συνέρεαν στους επαναστατικούς σταθμούς. Οι σταθμοί με ουδέτερη ονομασία μετονομάστηκαν με ζήλο σε κάτι ιδεολογικά . Η Προσπέκτ Μίρα. Κομσομόλσκαγια. με μια σχεδόν λενινιστική ονομασία: Ιντερσταντσιονάλ. και σχηματίστηκε το δεύτερο τόξο. το απαραίτητο λούμπεν προλεταριάτο. ο Αχότνιι Ριάντ έγινε Προσπέκτ Μαρξ. έπειτα οι άνθρωποι στην άλλη πλευρά της σήραγγας μολύνθηκαν από την επαναστατική αισιοδοξία. Σε γενικές γραμμές αυτό έγινε αναίμακτα. πρώην παράγοντες της Κομσομόλ6 και υπάλληλοι του Κόμματος. Πλούτισαν με φανταστική ταχύτητα. Χάρη στην υπέργεια γέφυρα του μετρό. η επικοινωνία ανάμεσα στις πλατείες Σοκόλνικι και Πρεομπραζένσκαγια διεξαγόταν κανονικά μέσω της Γιάουζα. σ’ όλους τους χάρτες έχει έντονο κόκκινο χρώμα. άρα και των εμπορικών οδών. Χάνσα ονομαζόταν η κοινοπραξία των σταθμών της γραμμής Καλτσεβάγια. το Νότιο. η λεξούλα έκανε μπούγιο. Ταγκάνσκαγια και Ακτιάμπρσκαγια. Κανείς πια δεν θυμάται τον πόλεμο». η οποία. Πρώτον. και μαζί του ενώθηκαν οι σταθμοί Κούρσκαγια. Στην αρχή τη σύντομη απόσταση στην επιφάνεια έπρεπε να τη διασχίζουν μόνο τη νύχτα και με ντρεζίνες που κινούνταν ολοταχώς. και σύντομα. Η επίσημη ονομασία τους ήταν σκέτο μακρινάρι. και Λόφοι πάλι του Λένιν.

αποδέχτηκε την πρόκληση. Και η γραμμή που κάποτε λεγόταν Σοκολνίτσεσκάγια. μετονομάστηκε σε Σημαία της Επανάστασης. Ήταν πάρα πολλοί αυτοί οι οποίοι. Ο πόλεμος εξουθένωνε. σε συνδυασμό με τη σοβιετική εξουσία. Ο πόλεμος έπαιρνε τους καλύτερους. το σταθμό της Πλατείας της Επανάστασης. Ο πόλεμος.9 η Σοκόλνικι μετονομάστηκε σε Στάλινσκάγια. με κατεδαφίσεις των σηράγγων. ταλαιπώρησε σημαντικά τον ούτως ή άλλως αραιό πληθυσμό του μετρό. η οποία κοβόταν στη μέση από την Κόκκινη Γραμμή και ήθελε οπωσδήποτε να κλείσει το Δακτύλιο. Και τότε η ηγεσία των Κόκκινων έκρινε ότι είχε έρθει η ώρα να δράσει πιο αποφασιστικά. ο άλλος όμως ενέτεινε τις προσπάθειές του. οδηγήθηκαν κι αυτοί σε παρόμοιο συμπέρασμα. που τόσο ξεδιάντροπα γινόταν αντικείμενο εκμετάλλευσης. Αν στην αρχή ο κύριος σκοπός του πολέμου ήταν η εξάπλωση της σοσιαλιστικής εξουσίας και των κομμουνιστικών ιδεών σε ολόκληρο το μετρό. λόγω της ονομασίας . ήρωες και προδότες. ανήσυχοι από την εντεινόμενη κομμουνιστική προπαγάνδα και την υπονόμευση. Οι γειτονικοί σταθμοί. Και οι επιζώντες κουράστηκαν απ’ αυτόν. πολιορκίες και διασπάσεις των πολιορκιών. Κράτησε τουλάχιστον ενάμιση χρόνο. και η ζυγαριά έγερνε προς την αντίθετη πλευρά. με εκτελέσεις αιχμαλώτων. Αν το υπόλοιπο τμήμα του μετρό δεν εννοούσε ν’ ασχοληθεί με την ιλαρή φλόγα της επανάστασης. κινητοποιούσε επιπλέον δυνάμεις. έβλεπαν τις μεταστάσεις του όγκου που απειλούσε να εξολοθρεύσει τον οργανισμό στο σύνολό του. ο οποίος. Ήταν πάρα πολλοί οι άνθρωποι που θυμήθηκαν τι σήμαινε σοβιετική εξουσία. το ποτήρι της υπομονής των υπόλοιπων ξεχείλισε. Πρώτον. Μερικές φορές δινόταν η εντύπωση ότι ο ένας από τους αντιπάλους κατάφερνε να αποκτήσει υπεροχή. ήταν ποτέ πιο επίκαιρο). να καταλάβει έναν ενδιάμεσο σταθμό. τώρα οι Κόκκινοι το μόνο που ήθελαν πια ήταν να ελέγχουν το σημείο που θεωρούνταν γι’ αυτούς τα άγια των αγίων. στις τάξεις των ακτιβιστών που η Ιντερσταντσιονάλ εξαπέλυε σε όλο το μετρό. κατορθώματα. θα έφερνε τον κομμουνισμό (είναι ζήτημα αν εκείνο το σύνθημα του Λένιν. απ’ όπου ξεκίνησαν όλα. Ο Συνασπισμός των αντικομμουνιστικών σταθμών. η ηγεσία των επαναστατών αντικατέστησε τα αρχικά καθήκοντα με άλλα μετριοπαθέστερα. αλλά οι μάζες την αποκαλούσαν Κόκκινη. Κι όσο κι αν οι ακτιβιστές και οι προπαγανδιστές της Ιντερσταντσιονάλ έταζαν τον εξηλεκτρισμό ολόκληρου του μετρό. καθώς παλιά οι Μοσχοβίτες συνήθιζαν να αποκαλούν μεταξύ τους όλες τις γραμμές σύμφωνα με το χρώμα που είχαν στο χάρτη του μετρό. με τις απαραίτητες όμως εξορμήσεις παρτιζάνων και τα σαμποτάζ. οι άνθρωποι πέρα από τα όρια της γραμμής δεν δελεάζονταν από υποσχέσεις. έγινε επίσημα η Κόκκινη Γραμμή. πολέμαρχοι. Υπήρχαν τα πάντα: στρατιωτικές επιχειρήσεις. Μάζευαν τους εύγλωττους ρήτορες της Ιντερσταντσιονάλ και τους έστελναν πίσω στο σοβιετικό κράτος. Χωρίς να γίνει αντιληπτό. Όταν η Κόκκινη Γραμμή είχε πια διαμορφωθεί οριστικά και άρχισε να προβάλλει διεκδικήσεις στους σταθμούς άλλων γραμμών. με επικεφαλής τη Χάνσα. τότε όφειλε να πυρποληθεί.σαφέστερο: Η Σπορτίβναγια έγινε Κομμουνιστίτσεσκάγια. Ωστόσο οι Κόκκινοι δεν υπολόγισαν την οργανωμένη αντίσταση και υπερτίμησαν τις δυνάμεις τους. που αποδείχτηκε παρατεταμένος και αιματηρός. Και τότε ήταν που έπεσε ο κεραυνός. Η εύκολη νίκη που προσδοκούσαν δεν προβλεπόταν ούτε καν στο απώτερο μέλλον. Η κυριότερη όμως ιδιομορφία αυτού του πολέμου ήταν ότι καμία από τις εμπόλεμες πλευρές δεν κατάφερε να μεταθέσει τη γραμμή του μετώπου σε σημαντική απόσταση. Η ιστορική πείρα υποδεικνύει σαφώς ότι δεν υπάρχει καλύτερος φορέας του κομμουνιστικού βακίλου από τη λόγχη. με πολλές θηριωδίες κι από τις δυο πλευρές. Ο πόλεμος όμως εξαντλούσε πόρους. και στο μεγαλύτερο μέρος του δόθηκαν κυρίως μάχες θέσεων. Ωστόσο τα πράγματα δεν προχώρησαν.10 ενώ η πλατεία Πρεομπραζένσκαγια.

. Στους Κόκκινους έμενε ο σταθμός της Πλατείας Σβερντλόφ. οι πραματευτές έβρισκαν παρακαμπτήριες. πλάι στο Κρεμλίνο. αυτό δεν ωφέλησε τους Κόκκινους. στην επιφάνεια. οι πιο αιματηρές μάχες δόθηκαν στις παρυφές αυτού του σταθμού. στο κέντρο ακριβώς της Κόκκινης Πλατείας. ξεκινούσαν οι κρυφές είσοδοι προς τα μυστικά εργαστήρια στο εσωτερικό του Μαυσωλείου και τον ίδιο τον τάφο. . άλλο τόσο άκαρπες υπήρξαν και οι προσπάθειες του Συνασπισμού να απωθήσει τους Κόκκινους από τη Βιβλιοθήκη. καθαγιασμένο σύμβολο διαδοχής της εξουσίας.. Σε αντίθεση όμως με τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Και για να αποτραπεί αυτή η πιθανότητα. δεν κατάφερναν όμως να στεριώσουν και πέθαιναν. Οι σκληρότερες. συνέβαιναν στη Βιβλιοθήκη Λένιν. Όλα μάταια. το παλιό Αχότνιι Ριάντ. βρισκόταν το Μαυσωλείο. και οι δυνάμεις του Συνασπισμού επιχειρούσαν επανειλημμένα να τους απωθήσουν.του· δεύτερον. Κατά τη μακρά περίοδο της σοβιετικής εξουσίας το Μαυσωλείο δεν ήταν πια ένας απλός τάφος· έγινε το αυτόφωτο. Κανείς δεν ήξερε αν το πτώμα του Λένιν ήταν ακόμα μέσα ή όχι. έπρεπε να καταλάβουν τη Βιβλιοθήκη Λένιν. Σ’ αυτές τις μάχες υπήρξαν διάφοροι Αλεξάντρ Ματρόσοφ11 που πρότασσαν τα στήθη τους στα πολυβόλα. Ήταν δηλαδή το γάγγλιο το οποίο αν προσέβαλλε η κόκκινη πανούκλα θα αποκτούσε πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας όργανα. όσο κι επειδή τους έδινε πρόσβαση σε άλλες τρεις γραμμές ταυτόχρονα.. Τη μια μέρα κυρίευαν το σταθμό. όταν άρχιζε η αντεπίθεση του Συνασπισμού. τόσο επειδή. Εκεί αμύνονταν οι Κόκκινοι. οι βασικές εμπορικές οδοί ερήμωναν και χορτάριαζαν. αυτό όμως δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Όσο αποτυχημένες στάθηκαν οι απόπειρες των Κόκκινων να ανακαταλάβουν την Πλατεία της Επανάστασης. Εκεί σκοτώθηκε περισσότερος κόσμος απ’ ό. Και βέβαια εκεί. και την επομένη τον εγκατέλειπαν. κι όλο και συχνότερα παρατηρούνταν περιπτώσεις συναδέλφωσης. να την κρατήσουν πάση θυσία.. αλλά στην ακριβώς αντίθετη εκδοχή τους. όπου κι από τις δυο πλευρές του μετώπου οι στρατιώτες πετούσαν τα όπλα. επειδή αυτός βρισκόταν κοντύτερα από κάθε άλλο σταθμό στην Κόκκινη Πλατεία και το Κρεμλίνο. ήρωες που ζώνονταν τις χειροβομβίδες για να ανατιναχτούν μαζί με τα εχθρικά πολυβολεία. Ο πόλεμος σακάτεψε το εμπόριο. Η Πλατεία της Επανάστασης μεταβλήθηκε σε απόρθητο φρούριο. Ούτε για το Συνασπισμό όμως ήταν καλύτερα τα πράγματα. Αυτό ακριβώς είχαν στο μάτι περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο οι σημερινοί ηγέτες. οι πύργοι του οποίου εξακολουθούσαν να στέφονται από ρουμπινένια αστέρια. και χρήση απαγορευμένων φλογοβόλων κατά ανθρώπων. ώστε να ξεμυτίζουν στην επιφάνεια της γης για να αγναντέψουν το Κρεμλίνο. Κι ο κόσμος έλεγε ότι από το σταθμό της Πλατείας της Επανάστασης.τι οπουδήποτε αλλού. Σιγά σιγά ο επαναστατικός ζήλος ξεθύμανε. Αλλά και οι υπερασπιστές του σταθμού της Πλατείας της Επανάστασης καταλάβαιναν τη σημασία που είχε για τους Κόκκινους και αντιστέκονταν μέχρις ενός. Δυσαρεστημένοι επειδή έπρεπε να τρέμουν διαρκώς για τη ζωή τους. Τα ίδια. Η ηγεσία των επαναστατών έδωσε τις ευλογίες της σε μια σταυροφορία για την απελευθέρωση αυτού του σταθμού και του τάφου. Εντωμεταξύ ο κόσμος κουραζόταν όλο και περισσότερο. θα τους επέτρεπε να κόψουν στα δύο την Κόκκινη Γραμμή. Η Χάνσα ερήμωσε και αποδυναμώθηκε.. Ο σταθμός είχε τεράστια στρατηγική σημασία για το Συνασπισμό. στην περίπτωση μιας επιτυχημένης εφόδου. που οχυρώθηκε κι έγινε το προγεφύρωμα απ’ όπου εξαπολύονταν επιθέσεις κατά της Πλατείας της Επανάστασης. Είχαν πια αρχίσει οι λιποταξίες. αν πίστευε κανείς τους ελάχιστους παλληκαράδες που ήταν σε τέτοιο βαθμό πιστοί στην ιδεολογία τους. Από εκεί ακριβώς χαιρέτιζαν τις παρελάσεις οι μεγάλοι ηγέτες του παρελθόντος. από τους βοηθητικούς του χώρους. αυτές ακριβώς με τις οποίες η Κόκκινη Γραμμή δεν διασταυρωνόταν σε κανένα άλλο σημείο παρά μονάχα εκεί.. οι άνθρωποι έφευγαν οικογενειακώς από τους κεντρικούς σταθμούς για τα προάστια.

«Ενάμιση χρόνο πριν ήταν αδύνατο να περάσεις το Δακτύλιο. Αυτό δεν μας το είχες πει. ο Καλπακόφ. Η Κόκκινη Γραμμή ανέλαβε τον πλήρη έλεγχο της μισοκατεστραμμένης Πλατείας της Επανάστασης. η οποία τώρα μπορούσε ανεμπόδιστη να απομονώσει το Δακτύλιο. «Πώς.. που υποστηρίζονταν όλο και λιγότερο από τους στρατιωτικούς. Η Κόκκινη Γραμμή γινόταν διάτρητη. για την απαγόρευση του ακτιβισμού και της υπονομευτικής δραστηριότητας στα εδάφη του πρώην αντιπάλου. από το Συνασπισμό ο πρόεδρος της Χάνσας Λογκίνοφ. προτού τα όπλα στραφούν εναντίον τους. έλεγε ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς... και μαζί μ’ αυτό και κτήσεις στα βορειοανατολικά.. «Έλα. ήρθε η σειρά των προπαγανδιστών. παντού στη Χάνσα έτσι είναι: Οι σταθμοί που βρίσκονται μέσα . στη δική μας τη γραμμή. εφόσον ακριβώς στο κέντρο της εμφανιζόταν ένας σταθμός που δεν την υπάκουε και την έκοβε στα δύο. γι’ αυτό και δεν επενέβη.. «Καλά που έπαψε το μακελειό ανάμεσά τους». Περισσότερο κερδισμένη απ’ όλους έβγαινε από αυτή την ειρηνευτική συμφωνία η Χάνσα. Και όταν τα κανόνια και οι πολιτικοί σίγησαν. Πώς σου συνέβη. Η παλιά έχθρα ξεχάστηκε. Με πέρασαν για κατάσκοπο των Κόκκινων. Μόνο στον τοίχο που δεν με στήσανε». Και για τους δύο δεν ήταν εύκολο αυτό το βήμα. Παντού φρουρές. όπως προσπαθούσε να απομνημονεύει όλα όσα του αφηγούνταν ο πατριός του. ας πούμε. Πολύ απλά. και ουσιαστικά ήταν αυτή που κέρδισε τον πόλεμο. Όλοι έμειναν ικανοποιημένοι. και ο επικεφαλής της Συνομοσπονδίας του Αρμπάτ. Η Συνομοσπονδία έχανε ένα μέλος της. Ο Αρτιόμ μαζεύτηκε λιγάκι. Υπέγραψαν στα γρήγορα την ειρηνευτική συμφωνία. μια τέτοια κατάσταση δεν καθησύχαζε τους Κόκκινους. Είχα τότε κάτι δουλειές εκεί και δεν γινόταν να πάω από πουθενά αλλού παρά μόνο μέσω Χάνσας. οι οποίοι όφειλαν να εξηγήσουν στις μάζες ότι η δική τους πλευρά σημείωσε περηφανείς διπλωματικές επιτυχίες. Αυτό όμως που πρότεινε ο Συνασπισμός ήταν άκρως δελεαστικό.» ενδιαφέρθηκε να μάθει ο Αντρέι. και στον απαραίτητο σε ανάλογες συνθήκες ουδέτερο σταθμό. Η συμφωνία τηρούνταν και από τις δυο πλευρές. σε συνθήκες άκρας μυστικότητας. γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος του μετρό της Μόσχας που έφερε την ονομασία του Λένιν. Και η Κόκκινη Γραμμή δεν επέμεινε. έπρεπε να βάλουν επειγόντως τέλος στον πόλεμο. παραχώρησε όμως στη Συνομοσπονδία του Αρμπάτ το σταθμό της Βιβλιοθήκης Λένιν. Εντάξει. Συμφώνησαν για τη διατήρηση του status quo. Διά της βίας προσάρτηση. Ο σύντροφος Μασκβίν. και πανηγύρια έχουν κι εμπορική ζώνη. Παρά το γεγονός ότι οι δυο πλευρές εγγυούνταν αμοιβαία το δικαίωμα ελεύθερης διέλευσης από τα πρώην εδάφη τους. Πάω μέσω Χάνσας. Κι ακριβώς στην Προσπέκτ Μίρα με σταματάνε. Ξέρετε τώρα. να σου ελέγχουν εκατό φορές τα χαρτιά. Η συζήτηση όμως προμηνυόταν ενδιαφέρουσα. Οι διάφορες πλευρές αντάλλαξαν σταθμούς.. συναντήθηκαν οι ηγέτες των εχθρικών στρατοπέδων: ο σύντροφος Μασκβίν εκ μέρους της σοβιετικής πλευράς. βλέποντας ότι η σκυτάλη του αφηγητή είχε φύγει τώρα από τα χέρια του.Οι πολιτικοί. Αυτό το μάθημα της εντελώς πρόσφατης ιστορίας ο Αρτιόμ το απομνημόνευσε πολύ καλά. Η Χάνσα έβλεπε στην Κόκκινη Γραμμή έναν οικονομικό συνεταίρο που της έφερνε κέρδη. δεν είναι ακόμα πολύ αυστηρά τα πράγματα εκεί. ενώ η Κόκκινη Γραμμή άφησε κατά μέρος τις επιθετικές διαθέσεις. απέδειξε διαλεκτικά τη δυνατότητα οικοδόμησης του κομμουνισμού σε μια εν μέρει κατειλημμένη γραμμή. Βγαίνω δηλαδή από τη σήραγγα στην Προσπέκτ Μίρα. Και τότε. και έλαβε την ιστορική απόφαση για την έναρξη της εν λόγω οικοδόμησης. Πιοτρ. Πέρασαν χρόνια από την αξιομνημόνευτη εκείνη μέρα που υπογράφηκε η ειρηνευτική συμφωνία. Και την Προσπέκτ Μίρα την ελέγχει η Χάνσα. καταλύοντας τα ύστατα προσκόμματα στο δρόμο προς την ευημερία.

βλέπει πως έχει μια σφραγίδα από τα Σοκόλνικι. εκεί γίνεται τελωνειακός έλεγχος. κι όσοι ήταν μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά εκεί. κι εκεί έχουν φτιάξει γραφείο... θα μου κολλήσουν τη μούρη στους σωλήνες και θα μου κάνουν παραπάνω τρύπες κι απ’ όσες επιτρέπουν οι κανόνες της εμπόλεμης κατάστασης. Κατάργησαν. έλεγχος διαβατηρίων –» «Εντάξει. Κι άντε τώρα να εξηγείς στην περίπολο. οι καλαμαράδες τη γραφειοκρατία.. Καταλαβαίνω πως δεν τον πείθω και πως. σουφρώνοντας τα φρύδια του και προχωρώντας στην ουσία. ο συμμαθητής μου. Χρειαζόμουν φυσίγγια για το αυτόματο.. επανέλαβε ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς. αν η διοίκηση του δώσει την άδεια. σκέφτομαι. “Εγώ είμαι έμπορος! Να. “Τι σπιούνος. Την έχω άσχημα. μου λέει. με τη σφραγίδα του δικού μας του σταθμού.. »Δεν ξέρω πώς προσπέρασα αυτό το γραφείο. στον επικεφαλής. Πλησιάζουμε στο σημείο ελέγχου κι ο γρουσούζης μου πάει να ρωτήσει πού είναι καλύτερα να μου τη ρίξει. Κι αυτός μου απαντάει ότι θα με μπουκώσει με το τσάι μου και θα το πατικώσει κιόλας με το όπλο του για να χωθεί καλύτερα στο στόμα μου. Κάνουν έλεγχο ταυτοτήτων... Στην έξοδο της σήραγγας έχουν στήσει ένα τραπεζάκι. Αυτοί εκεί όμως έχουν εμπόλεμη κατάσταση.” του λέω. Κι όλοι σώπασαν σιγά σιγά καθώς το αφουγκράζονταν. ρωτώ δεύτερο. Μου εξηγούν ότι για να βρεθώ στο σταθμό θα πρέπει οπωσδήποτε να πάρω άδεια. Στέκεται μπροστά μου ένας γρουσούζης με στολή παραλλαγής και λέει: “Αυτός ξεγλίστρησε! Μπήκε εδώ μέσα στα κρυφά!” Ξεφυλλίζει το διαβατήριό μου. κι αν χρειάζεται σου δίνουν άδεια. Κοιτώ τον προϊστάμενό του και φεύγει ένα βάρος από την ψυχή μου. “τώρα θα πάρω άδεια από τη διοίκηση και θα σε στήσω στον τοίχο. κι έτσι σέρνοντάς με διασχίζουμε όλο το σταθμό και με πάει στην είσοδο. στα 400 μέτρα. σπιούνε!” Αρχίζουν να με ζώνουν τα φίδια. κι από το σταθμό ακούγονται σφυρίχτρες κι έρχεται τρέχοντας άλλο ένα απόσπασμα. Προσπαθώ να δικαιολογηθώ. Σαν να είδε ο ταύρος κόκκινο πανί. Εκεί επιτρέπεται η είσοδος σε ξένους. κοίτα.στο Δακτύλιο είναι κάτι σαν το σπίτι τους. καθίκι!” Αμ φαίνεται η εκπαίδευση αμέσως.. είχα πάνω μου μισό κιλό τσάι. Τα σύνορα όμως δεν τα περνάς με τίποτα. τα ξέρουμε όλ’ αυτά. Ξεκουμπίσου γρήγορα από δω γιατί σίγουρα θα σ’ έχουνε καρφώσει.” Του λέω ευχαριστώ και κάνω να γυρίσω στα μουλωχτά στη σήραγγα.. όλοι αρνιούνται και το στρίβουν στα γρήγορα. Δεν επιτρέπεται να κυκλοφορούν πολεμοφόδια. σε καθάρισαν!» πέταξε με κακεντρέχεια ο Αντρέι. Παλιά εγώ έμενα στα Σοκόλνικι. έπειτα δεν κρατήθηκε και χαμογέλασε.. πάτησαν όλοι μαζί τα χάχανα. που στην αρχή κοίταξε θυμωμένος τον Αντρέι. «Στους σταθμούς της περιφέρειας έχουν πανηγύρια. Με βουτάει από το γιακά.” “Ποια άδεια. παζάρια..” τους κάνω απορημένος. Σκέφτηκα να τ’ ανταλλάξω με το τσάι. Είναι ο Πάσκα Φεντότοφ. βρε χαϊβάνι.. που κάναμε παρέα πολύ καιρό μετά το σχολείο κι έπειτα χαθήκαμε. Βλέπει αυτός τη σφραγίδα και τα μάτια του πλημμυρίζουν αίμα. Όταν περνάς από σταθμό του Δακτυλίου σε σταθμό της περιφέρειας. “Στάσου”.. λέει. Κατεβάζει το αυτόματο από τον ώμο του και γρυλίζει: “Τα χέρια στο σβέρκο. διαλέξεις μάς κάνεις τώρα. Βγήκα στην Προσπέκτ Μίρα. μου λένε.. Ρωτώ έναν πραματευτή.. “Τα χαρτιά σου”... . Τα γέλια απλώθηκαν μέσα στη σήραγγα.. Γιατί δεν με σταμάτησαν αυτοί οι χαραμοφάηδες. Ένας μονάχα μου ψιθυρίζει: “Τι φυσίγγια. Ακόμα κι ο ίδιος ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς. Και στην είσοδο ακριβώς με σταματάει μια περίπολος. έφερα τσάι από τη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ”. Πες μας καλύτερα τι έπαθες εκεί!» τον διέκοψε ο Αντρέι.. δημιουργώντας κάπου στα βάθη της έναν παραμορφωμένο αντίλαλο που θύμιζε άγριο σκούξιμο. Αυτοί το κοιτάνε προσεχτικά και με ρωτάνε: “Κι η άδειά σου πού είναι. εκεί έχουν τα σύνορά τους. θα με πάνε στα 200 μέτρα.. Τους δίνω το διαβατήριό μου. «Έλεγχος διαβατηρίων».» «Πανάθεμα τη μάνα σου! Πώς με τρόμαξες! Κι εγώ που νόμιζα πως πάει.

ακούστηκαν αρκετά καθαρά οι ίδιοι ύποπτοι ήχοι – θροΐσματα και ανάλαφρα. «Δέκα φορές άκουσα για την Πολεζάγιεφσκάγια σου!» του κούνησε περιφρονητικά το χέρι ο Αντρέι. αλλά ο Αντρέι γύρισε προς το μέρος του και του είπε θυμωμένος να μην κάνει θόρυβο. Ε. μικρό μου. έκανε. Ακουμπώντας στον ώμο του το κοντάκι του όπλου.Και τότε από τα βάθη της σήραγγας. απομακρύνθηκε από τη φωτιά και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι. σήκωσε από κάτω το αυτόματό του και πετάχτηκε πάνω. προς τα βόρεια. «Τρία πόδια! Και δύο κεφάλια! Μεταλλαγμένοι! Μπουκάρανε οι Μαύροι! Θα μας σφάξουν όλους! Ρίξε μη φύγει! Μας τρελάνατε.. «Ένα σκυλί ήταν! Και μάλιστα κουτάβι. το οποίο προσπαθούσε να φύγει πίσω. και φώναξε: «Αντριούχα! Ζεις εκεί πέρα. μη φοβάσαι!» Για αρκετή ώρα. που δεν έμοιαζε τόσο τρομακτικό. Είναι η δεύτερη φορά που πάει να πλησιάσει στη φωτιά. «Ζω. «Έκανε κάτι ήχους. Ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς σηκώθηκε κι αυτός. Ο Αντρέι βέβαια ήταν ο πρώτος που τους άκουσε. Για ένα δευτερόλεπτο στο οπτικό τους πεδίο φάνηκε μέσα απ’ το σκοτάδι μια ακαθόριστη σιλουέτα – κάτι μικρό. κόλλησε χωρίς κανένα θόρυβο στον τοίχο κι απομακρύνθηκε από τη φωτιά. Εσένα όμως πώς σου ξέφυγε. Ήταν περίεργος να δει ποιον άφησε την προηγούμενη φορά να του ξεφύγει. κι αυτός δεν έπαθε τίποτα». Κι έπειτα εδώ πέρα λένε πως πριν από μία βδομάδα είδαν έναν αρουραίο σε μέγεθος γουρουνιού». Ένα λεπτό αργότερα ακούστηκε το σιγανό του σφύριγμα. ούτε καν σκυλί. και το ζωηρό. ο Αντρέι σταμάτησε στο σημείο όπου το σκοτάδι άρχιζε να γίνεται πηχτό.» θίχτηκε ο Αρτιόμ. πάσχιζε να πείσει κάποιον με καλέσματα και με . «Γιατί κακαρίζεις. ακανόνιστα βήματα. αυτό είναι νέο. γύρω στα δέκα λεπτά. Ο Αρτιόμ σηκώθηκε κι αυτός. έλα δω. Έλα δω. τραβώντας προς το βάθος της σήραγγας. «Μισό γεμιστήρα άδειασαν πάνω του. «Γιατί δεν έριξες. Ο Αρτιόμ ανατρίχιασε... ενώ ταυτόχρονα γελούσε. ξάπλωσε με την κοιλιά στο χώμα και φώναξε: «Φωτίστε!» Ένας από τους άντρες του που είχε έτοιμο έναν ισχυρό φακό μπαταρίας. Κι έπειτα αντήχησε μια φωνή χαϊδευτική. και τώρα με ρωτάτε γιατί του κάνω τσιριμόνιες. γνέφοντας στους άλλους να σωπάσουν κι αυτοί. φτιαγμένο από ντόπιους μαστόρους μ’ ένα παλιό φανάρι αυτοκινήτου.» Όσοι κάθονταν κοντά στη φωτιά άρχισαν ανήσυχοι να μουρμουράνε. κατάλευκο φως διαπέρασε τη σκοτεινιά.. ζω». τον άναψε. Επιτέλους ο Αντρέι πρόβαλε στο φως του φακού τινάζοντας το αμπέχονό του. «Κάτσε εσύ να πιστεύεις όλα τα παραμύθια! Στάσου τώρα να σου φέρω και τον αρουραίο σου!» είπε ο Αντρέι. Πέταξε από τον ώμο του το αυτόματο. Εντάξει το παλληκάρι μου.. Τραβώντας αργά το κλείστρο και οπλίζοντας. Ξέρεις τι έγινε στην Πολεζάγιεφσκάγια. μωρέ! Αμάν πια!» συνέχισε να γελά ο Αντρέι.» ρώτησε θυμωμένος ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς μόλις ο Αντρέι ξαναγύρισε κοντά στη φωτιά. στη ζεστασιά και στο φως. Σώπασε στη στιγμή και. Εσύ δεν είσαι κανένα πιτσιρίκι. Ο Αρτιόμ δεν άντεξε και ξεφώνισε μ’ όλη του τη δύναμη: «Ρίχ’ του λοιπόν! Θα φύγει!» Άγνωστο γιατί όμως ο Αντρέι δεν έριχνε. από τα βόρεια. γδάρτες!» «Και πού να ξέρω εγώ πως ήταν ένα σκυλί. ετοιμάζοντας το αυτόματό του. δελεαστική: «Έλα. πού να το σκεφτεί. ακούστηκαν κλείστρα να κροταλίζουν..» τον ρώτησε επιφυλακτικά ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς. Κι εσείς κοντέψατε να το ξεκάνετε.

«Και πώς ζουν. και καταλάβαινες ότι στη ζωή του είχε συναντήσει και την ανθρωποφαγία. ας πούμε». Μόνο Μαύρους.τι ξέρω. πιάσανε ζωντανό έναν αιχμάλωτο απ’ αυτούς. Δεν είναι και πολύ εκλεκτικοί. θες από το κρύο. Ήταν να το λυπάσαι.. με αναμαλλιασμένο τρίχωμα σ’ ένα απροσδιόριστο χρώμα. κι έτσι εμείς αμυνόμαστε. Στάσου να του βρω κάτι να μασουλίσει». αλλά το σταθερό χέρι του Αντρέι το έπιασε από το σβέρκο και το ξανάβαλε στη θέση του.. Μόλις βρέθηκε καταγής. αν και γεμάτα τρομάρα.» απάντησε ο Αντρέι στραβομουτσουνιάζοντας από σιχαμάρα. Τρώνε τίποτα εκεί πέρα. Πιοτρ! Θυμάσαι που. «Ίσως έχει και παράσιτα. Προς το παρόν. Απέναντί μας δεν έχουμε ανθρώπους.. «Δύο βδομάδες καθόταν στη φυλακή. Ξαναγυρνώντας κοντά στη φωτιά. έκανε ο Αντρέι και τράβηξε το αμπέχονο με το κουτάβι πιο κοντά στη φωτιά. αυτό θα είναι σίγουρα γεμάτο ψύλλους!» πάσχιζε να τον πείσει ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς. «Κι από πού έφτασε μέχρι εδώ το κουτάβι. Ζόμπι είναι. «Και βέβαια έχεις δίκιο. «Τι τρώνε. που εξακολουθούσε να τρέμει μέσα στη ζέστη. Ανθρώπους τρώνε. κι αυτός να σωπαίνει. ήταν αναμφίβολα ειλικρινή. πράγμα σπάνιο στις μέρες μας. «Ανθρωποφάγοι. Έχουν οι Μαύροι σκυλιά. Ήταν ένας ψηλός άντρας που έδειχνε να ξέρει πολλά· είχε φαρδιούς ώμους. του απάντησε σοβαρά ο Αντρέι.. Τα μάτια του.. ενάμιση χρόνο πριν.. ο Αντρέι έβγαλε το αμπέχονό του και σκέπασε το σκυλάκι. «Να βρεις. αφόρητα βρώμικο. απάντησε ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς. Ψοφίμια τρώνε. «Στα μάτια κοίτα το. κι έτσι ψόφησε».. Ο διάολος μονάχα ξέρει τι σόι πράμα είναι. το φαΐ δεν τ’ άγγιζε. Πάλι καλά που δεν έχουν όπλα. αδύνατος άντρας με ανακατεμένα μαλλιά. να βρεις. «Παράτα το.» ρώτησε πνιχτά ένας δεύτερος που είχε έρθει κι αυτός μαζί τους. χαμογέλασε θριαμβευτικά κι άνοιξε διάπλατα το αμπέχονό του. ηλεκτρισμένο τρίξιμο.» «Το θυμάμαι». Μπορεί ν’ αρπάξεις καμιά μόλυνση και να τη μεταδώσεις στο σταθμό.σφυρίγματα. Ο νεαρός φυσιοδίφης. Αντριούχα..» ρώτησε ένας από τους άντρες του Αντρέι κοιτάζοντας όλο καχυποψία το κουτάβι. Και . απ’ ό. Να του μιλάνε ρώσικα. ξέρεις. «Εντάξει. ενώ έξυνε το αξύριστο πιγούνι του μ’ ένα ελαφρύ. δεν έχουν ζώα». Ο κόσμος λέει πως τρώνε κάθε λογής αηδίες. Χαϊδεύοντάς το στο κεφάλι. και πεσμένα αυτιά. «Δεν τον ανακρίνατε.» ρώτησε ο ξυρισμένος.. και να που στο τέλος η φιγούρα του πρόβαλε ξανά στο μισοσκόταδο. Αντρέιτς! Αυτά τα μάτια δεν μπορούν να λένε ψέματα!» Ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς κοίταξε σκεφτικός το κουτάβι. Μα δεν είναι άνθρωποι αυτοί. Ήταν ένας εξαντλημένος. «Για να ζεσταθεί το κουταβάκι.» ρώτησε χωρίς το παραμικρό ίχνος έκπληξης ο ξυρισμένος. Από μέσα έπεσε καταγής τρεμάμενο ένα κουτάβι. Αντρέιτς! Βαρετός κατάντησες! Για κοίτα το!» Και σηκώνοντας το αμπέχονό του ο Αντρέι έδειξε στο συνομιλητή του τη μουσούδα του κουταβιού. πλημμυρισμένα από φρίκη. Κι ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς μαλάκωσε.» εξήγησε στους άλλους. που μέχρι εκείνη την ώρα άκουγε αμίλητος τους άλλους.» «Τελείωνε. Αρουραίους τρώνε. ήταν σωματώδης και ξυρισμένος γουλί. προσπάθησε αμέσως να ξεφύγει. το νερό μας δεν το ’πινε. και φορούσε ένα μακρύ και καλοραμμένο δερμάτινο παλτό. θες από το φόβο του. Κιρίλ».. με ματάκια μαύρα. «Ανθρωποφάγοι. Ίσως τούτο δω μας βγει τίποτα χρήσιμο. μουσκεμένο. «Ούτε λέξη δεν καταλάβαινε από τη γλώσσα μας. που εξακολουθούσε να τρέμει. «Οι Μαύροι. γρύλισε χώνοντας το χέρι στο σακίδιό του. Κανένα γερμανικό τσοπανόσκυλο.

αλλά δεν ακουγόταν πολύ πειστικός. Από ανθρώπους δεν φοβόταν κανέναν· ούτε τους ληστές. Γιατί γυρόφερνε τρεις ώρες τώρα τη φωτιά. Το σκυλάκι όμως πρόλαβε να το σκάσει. ενώ από μακριά. (Σ. Ένα σκέτο σκυλάκι είναι.. Η ονομασία του σταθμού παραπέμπει στην αιματηρή εξέγερση του 1905. γιατί να μας τύχει τελευταία στιγμή τούτο το κακό. Έχει σχεδόν τελειώσει η βάρδια μας. Και θέλει να πλησιάσει τους ανθρώπους. σπουδαία δουλειά! Ας πιούμε!» ενέκρινε την πρόταση ο Αντρέι. δεν είμαι προληπτικός. Το αισθάνονται ξαφνικά.) ­ 2. «Εντάξει.. Επειδή στα ρωσικά υπάρχουν. Μη μιλάτε για τους Μαύρους. Τον έδειραν κι αυτός δεν έβγαλε τσιμουδιά. ε. Μικρό τροχήλατο σιδηροδρομικό όχημα (ντρεζίνες χειροκίνητες ή μηχανοκίνητες αναφέρονται σε πολλά σημεία του κειμένου). Ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς έβαλε μια κούπα τσάι σε όσους ήθελαν και είπε: «Εσείς. Μάλλον δεν αξίζει». τρία γένη. τα ονόματα των σταθμών αποδίδονται στο ανάλογο γένος. Άντε να πιούμε το τελευταίο. αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί ήρεμα γι’ αυτό. Κοίτα το και μόνος σου. ναι. «Τσάι. μιλούσαμε γι’ αυτούς. Και μόνο η σκέψη των Μαύρων προκαλούσε ακόμα και σ’ αυτόν μια δυσάρεστη ανατριχίλα. Ίσα που ακούγονταν να τριζοβολούν τα ροζιασμένα κούτσουρα.» τους υπενθύμισε ο αναμαλλιασμένος Κιρίλ. 1. (Σ. παλληκάρι μου. που ξύπνησε όλο το σταθμό». τίποτα το ιδιαίτερο. η οποία καταλάμβανε μια τεράστια έκταση σε κεντρικό σημείο της Μόσχας. εντυπωσιάζοντας τους επισκέπτες της με τα ποικίλα εκθέματά της σχετικά με διάφορους κλάδους της τεχνολογίας. άρα τους ξέρει. τσιμουδιά. αλλά έτσι ξαφνικά. Έτσι καθόμασταν και την άλλη φορά.Μ.M. αποτελούσε τη βιτρίνα του σοβιετικού τρόπου ζωής και της σοβιετικής τεχνολογίας. ούτε τους μαχαιροβγάλτες αναρχικούς. Και προτού πεθάνει σκλήριζε τόσο. συμφώνησε μαζί του ο Αρτιόμ.Μ.. Πού και πού μονάχα μούγκριζε.τ. Με μεταλλαγμένο.τ.» Ο Κιρίλ σώπαινε.) ­ 3. μη φοβάσαι! Θα τα βγάλουμε πέρα!» Ο Αντρέι προσπάθησε να ενθαρρύνει τον Αρτιόμ. Του έδωσαν να φάει. Κάποιος ήρθε από τα βόρεια κι έπεσε πάνω στους Μαύρους. σκεφτόταν τα επιχειρήματα. όπως σκεφτόταν τον κάθε κίνδυνο που είχε σχέση με τους ανθρώπους.. κι εκείνοι τρύπωσαν εδώ μέσα. (Σ. μοιάζει με τέρας. ερχόταν κάπου κάπου μέσα από τη σήραγγα ένα υπόκωφο γουργουρητό.. «Ποιος ξέρει από πού να ’ρθε. Ίσως να ’θελαν να το σφάξουν κι αυτό. φτάνοντας μέχρι τα . Λες και κατάπιε τη γλώσσα του. από τα βόρεια.) ­ 4. Κι όλοι αγριεύτηκαν απ’ αυτούς τους ήχους.. ούτε τους μαχητές του Κόκκινου Στρατού.γενικά όλο αυτό το διάστημα σώπαινε. Η απόσταση μέχρι εδώ είναι δύο χιλιόμετρα όλα κι όλα. «Από πού λοιπόν έφτασε ως εδώ το σκυλί. Ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς γέμισε το τσαγιερό με νερό από το ντεπόζιτο και ρώτησε: «Θέλει κανείς άλλος τσάι.τ. Ίσως το ’σκασε απ’ αυτούς. Αλλά δεν έχει σημασία από πού ήρθε. Όλοι σώπασαν. λες και το μετρό της Μόσχας ήταν το γιγάντιο έντερο ενός άγνωστου τέρατος. όχι ότι το φοβόταν.» «Ε. όπου να ’ναι θα ’ρθουν να μας αλλάξουν». όπως και στα ελληνικά.. Μήπως το σκυλί το ’σκασε απ’ αυτούς. και οι υπόλοιποι ζωήρεψαν κι αυτοί. όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει. καταθλιπτική σιωπή τύλιξε όσους είχαν μαζευτεί ολόγυρα στη φωτιά. Μια βαριά. Όμως το κάθε λογής ζόμπι τού προκαλούσε αηδία. Και τα παιδιά μού έλεγαν ότι κι αυτά τα ίδια πάθανε. Το τσαγιερό άρχισε να κοχλάζει. Ίσως πάλι ν’ ανήκε σε κάποιον.. Η εν λόγω έκθεση. Αρκτικόλεξο που στα ρωσικά σημαίνει «Έκθεση Επιτευγμάτων της Λαϊκής Οικονομίας». Ίσως να είναι συμπτώσεις.

τ.) ­ 11. Λογοπαίγνιο που συνδυάζει την «Ιντερνατσιονάλ» (τη Διεθνή στα ρωσικά) με τη λέξη «στάντσιγια» («σταθμός» στα ρωσικά).M. (Σ.) ­ 10.M. (Σ. Αλεξάντρ Ματβέγιεβιτς Ματρόσοφ (1924-1943).M. (Σ.Μ. Ήρωας της Σοβιετικής Ένωσης. Αρκτικόλεξο που στα ρωσικά σημαίνει Κομμουνιστική Ένωση Νεολαίας. κάλυψε με το σώμα του το άνοιγμα ενός γερμανικού πολυβολείου που εμπόδιζε την προέλαση του τμήματός του.Μ.M. «Σταλινική» (Σ.τ.) ­ . «Λεωφόρος της Ειρήνης». (Σ. η επιτροπή θα μπορούσε να ονομαστεί «Διεθνοσταθμική».) ­ 6.τ. Σε ελεύθερη απόδοση. Το πραγματικό του επίθετο ήταν Κοστρίκοφ. σε μάχη στο χωριό Τσερνούσκι. Σεργκέι Μιρόνοβιτς Κίροφ (1886-1934).τ. (Σ.) ­ 8.σοβιετικά επιτεύγματα στο Διάστημα.) ­ 7. «Κομμουνιστική».τ. Από το 1930 έγινε μέλος του Πολιτικού Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και υπήρξε ηγετικό στέλεχος του κόμματος στο Λένινγκραντ.τ.τ. Η δολοφονία του το Δεκέμβριο του 1934 –πιθανότατα με τη συνεργασία του Στάλιν χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για να ενταθούν οι μαζικές διώξεις και η τρομοκρατία της δεκαετίας του 1930.) ­ 5. ­ 9.M. Το 1943. (Σ.

μακριά στην αρχή κι έπειτα όλο και πιο κοντά.. Αμέσως αρχίζουν να κροταλίζουν κάμποσα αυτόματα. Χαμός! Όλοι πετάγονται πάνω. βρυχιέται το πολυβόλο. Στο φως του προβολέα βλέπεις τις σφαίρες να ξεσκίζουν τα γυαλιστερά κορμιά.. από πολύ κοντά πια. Οχτώ πλάσματα. δίχως να χάνουν ούτε βήμα. ενάντια στις οχυρώσεις. και με μάτια ορθάνοιχτα κοιτούν τον προβολέα και συνεχίζουν να προχωρούν ρυθμικά. ενώ περιμένουν να πλησιάσουν σε ελάχιστη απόσταση οι βρικόλακες. ένα ουρλιαχτό νεκροταφείου. με πελώρια μάτια και στόματα που χάσκουν... να τα στείλεις όλα στο διάολο και να την κοπανήσεις. στρέφουν προς το στόμιο της σήραγγας τα αυτόματα. Και πάλι.. κι εδώ.. Κι έπειτα. πίσω από τα σακιά.... Κάθεσαι με την περίπολο. Βλέπεις όμως ότι αυτά ούτε καν μισοκλείνουν τα μάτια τους... Μόνο μια φορά στη Α ΠΟ βάρδια του είχαν έρθει εδώ τα καταραμένα ζόμπι. να τα σπρώχνουν πίσω. ενάντια στους ανθρώπους.. δεν κάμπτονται· ολόρθοι. θες να σηκωθείς και να τρέξεις. ανάβουν τον προβολέα.. στα 300 μέτρα ξεσκεπάζουν το πολυβόλο. Σε πιάνει ρίγος.. και στο φως του γίνονται ορατές παράξενες. ώστε με το ζωηρό φως να μαστιγώσει τις κόρες των ματιών τους. υπόκωφο χτύπημα. εκείνος όμως τότε πήρε μεγάλη τρομάρα – αλλά και πώς να μην πάρει. τεντώνονται και προχωρούν. Και ξαφνικά ακούς κάπου από το βάθος της σήραγγας ν’ αντηχεί ένα ρυθμικό. Άραγε έχουν κόρες τα μάτια τους. αλλά σηκώνονται αμέσως.. ωσότου η ατσάλινη λαίλαπα τσακίσει επιτέλους αυτό το υπερφυσικό. γυαλιστερό δέρμα. αντηχεί ένα άγριο ουρλιαχτό.. Βαδίζουν ρυθμικά προς τα εμπρός. όταν όλοι οι βρικόλακες θα έχουν πια σωριαστεί κατάχαμα . χωρίς να λυπάται τις φωνητικές του χορδές: «Συναγερμός!» Από το σταθμό έρχονται επειγόντως ενισχύσεις. Περνούν μερικά λεπτά ακόμα.ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Ο Κυνηγός ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥ ΑΡΤΙΟΜ πέρασαν πάλι κάθε λογής βλακείες.. με μαύρο. ενάντια στο θάνατο. οι άνθρωποι πέφτουν καταγής. δεν σηκώνουν τα χέρια για να προφυλαχτούν. να παρατήσεις τους συντρόφους σου. Γυμνοί. πετούν ολόγυρα οι εντολές. όπου θα δοθεί το κύριο χτύπημα. Στο τέλος. βραχνά όμως ετούτη τη φορά επειδή το λαρύγγι έχει κιόλας τρυπηθεί.. ξαπλώνονται ο ένας πλάι στον άλλο. Οι Μαύροι όμως δεν σταματούν. τα μέλη της περιπόλου φτιάχνουν στα γρήγορα φράγματα. Ζεσταίνεσαι πλάι στη φωτιά.. Όλα έτοιμα. Πέντε. σωριάζοντας το ένα πάνω στ’ άλλο τα σακιά με την άμμο και τα κιβώτια που πάνω τους κάθονταν. Οι Μαύροι.. να πετάξεις το αυτόματο. Και τότε τρέχουν επιτέλους οι άλλοι από τα 300 μέτρα με το πολυβόλο. ενώ ο επικεφαλής ξεφωνίζει μ’ όλη του τη δύναμη... άκαμπτοι... για να έχουν κάπου να καλυφθούν. πλησιάζουν όλο και περισσότερο. ολόρθοι. παράλογο πείσμα. Οι Μαύροι πέφτουν. όλο και πιο βροντερά.... Κι έπειτα έρχεται ένας φριχτός ήχος.. Τρία. Και το πρώτο απ’ αυτά σηκώνει το κεφάλι κι αφήνει ένα πένθιμο ουρλιαχτό. Ακούγεται βροντερό το προ πολλού αναμενόμενο «Πυρ!». Ο προβολέας στρέφεται στα μούτρα των εφιαλτικών όντων. σκοπεύουν. προχωρούν το ίδιο ρυθμικά και ήρεμα. εφιαλτικές σιλουέτες.

αυτός που ήθελε να μάθει για το σιτηρέσιο των Μαύρων. Ο Κυνηγός. «Τι μου λες.» έκανε απορημένος ο ξυρισμένος. Τι είναι. επανερχόμενος προφανώς στη μόνιμη διαμάχη τους. σκέφτηκε.ξέπνοοι και ασάλευτοι. Χάρηκα πολύ. Είναι.. για κάθε ενδεχόμενο. γι’ αυτό... τεντώνονταν. Η σκέψη αυτή προκαλούσε αηδία στον Αρτιόμ. Τα χαιρετίσματά μου». γνωστός του είναι. «Έι. για τον οποίο ρωτήσατε». κι ο προβολέας να κατακαίει τα ορθάνοιχτα μάτια.» προσπάθησε να μάθει ο Αρτιόμ.. ασυνήθιστο. για μαζευτείτε! Φεύγουμε!» τους φώναξαν από τα νότια μέσα από το σκοτάδι. προς το σταθμό. Δεν είχαν προχωρήσει πολύ. τι λογής άνθρωπος είναι αυτός. «Εμένα. ενώ ο Αντρέι με τους άντρες του στα 300 μέτρα.» «Παράξενος τύπος.. ενώ ο Αντρέι πήρε μαζί του και το κουταβάκι που είχε περιμαζέψει. από πέντε μέτρα μακριά θα τους ρίξουν μια τελευταία βολή στο κεφάλι. ενώ ο ξυρισμένος γουλί παλληκαράς. δίχως να τον κοιτά κατάματα. τον ρώτησε ανήσυχος: «Άκου. όταν κάποιος σε ρωτά για ένα συγγενή σου. Άσε. Και μάλιστα αρκετά σύντομα. αντάλλαξαν χειραψίες. Και το δικό σου το όνομα πώς είναι. βρέθηκε κοντά στον Αρτιόμ και συντόνισε το βήμα του με το δικό του. Έτσι.. Χάντερ. «Χάντερ. Μαζί μένουμε». Πατριός. Χμμμ. «Ωραία. «Τον μπαρμπα-Σάσα..» αποφάσισε να ρωτήσει ο Αρτιόμ. το επίθετό σας. Ο Αντρέι φαίνεται . Καθώς όλοι κινούνταν μέσα στη σήραγγα νότια. για κάτι δουλειές θαρρώ.» «Αρτιόμ». εκείνοι όμως.. τους ευχήθηκαν καλή ξεκούραση και κάθισαν κοντά στη φωτιά.. Όχι. ρώτησαν αν συνέβη κάτι ιδιαίτερο. Για τον μπαρμπα-Σάσα με ρωτούσε. «Και τι το θες τ’ όνομά μου.. Τελείως. μπάσα φωνή. Μα αυτό δεν είναι όνομα. Κι ακόμα κι όταν όλα πια θα έχουν τελειώσει.» Ο Χάντερ χαμογέλασε. να προχωρούν μπροστά. Τον Σουχόι. Είναι επάγγελμα. Πώς με λένε. συνεχίζοντας την κουβέντα που είχε ξεκινήσει νωρίτερα.» «Δεν τον ξέρω. έριχναν στους ώμους τα σακίδια και τα όπλα τους. που βάδιζε πλάι στον Αρτιόμ. Τι γίνεται. «Α. «Κι εσάς πώς σας λένε. πώς να σου το πω... «Γνωρίζεις λοιπόν τον Σουχόι.. Αρτιόμ. Η δική τους βάρδια δεν είχε ακόμα τελειώσει. Ή μήπως παρατσούκλι... απάντησε με ειλικρίνεια ο Αρτιόμ. Κάτι λίγες μέρες μάς ήρθε στο σταθμό. όταν θα έχουν πια πετάξει τα πτώματα σ’ ένα όρυγμα.12 Πες του ότι ρώτησε γι’ αυτόν ο Χάντερ. σκεπτόμενος ότι. Να ’σαι καλά!» Αποχαιρέτησε τον Αρτιόμ κλείνοντάς του το μάτι κι έμεινε στα 300 μέτρα μαζί με τον Αντρέι. αυτό σου δίνει το δικαίωμα να του κάνεις την αντίστοιχη ερώτηση..» μουρμούρισε ο ξυρισμένος... «Επίθετο.. Τι σου έλεγε εκεί πέρα. Αντρέι. σηκώνονταν. Δεν το ήξερα. θα έχουν για πολύ ακόμα μπροστά στα μάτια τους εκείνη την άγρια εικόνα – τις σφαίρες να χώνονται στα μαύρα κορμιά. νεαρέ. Εσείς τον ξέρετε. Εμείς μάλλον θα συνεχίσουμε τη γνωριμία μας. δεν είναι επίθετο.. Ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς και ο Αρτιόμ θα ξαναγύριζαν στο σταθμό. «Μα τι. «Τέλειωσε η βάρδια σας!» Οι άνθρωποι κοντά στη φωτιά άρχισαν να σαλεύουν.. μένοντας πίσω.. Πλησίασαν οι αντικαταστάτες τους. αποτινάζοντας το λήθαργο. καλύτερα να μην πολυμιλάμε γι’ αυτούς... Ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς.» ρώτησε τον Αρτιόμ με βαθιά. το ίδιο ρυθμικά πάντα. Αμέ! Ο πατριός μου είναι. ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς άρχισε κάτι να κουβεντιάζει με τον Αντρέι. κι από μακριά ακουγόταν κιόλας ο ζωηρός θόρυβος του σταθμού.» «Για να το πω στο θείο Σάσα...

«Μα πού τον έχω δει εγώ αυτόν. υπέγραψαν.. Τόσο στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ όσο και στους περισσότερους σταθμούς δεν λειτουργούσε ο συνηθισμένος φωτισμός.. Κατά . όμως εκεί το ταβάνι ήταν χαμηλό και δεν προσφέρονταν για διαβίωση ανθρώπων. παλιές και φθαρμένες πια. ξεχασμένους από το Θεό υποσταθμούς βαυκαλίζονταν χρόνια με τ’ όνειρο να φτάσουν στους μεγάλους σταθμούς και να δουν τούτο το θαύμα. για πολυπληθείς οικογένειες. το έδαφος είχε μαλακώσει και λιπαινόταν –εκεί μετέφεραν τα απόβλητα των βόθρων–. σε περιποιημένες γραμμές. Εδώ κάτω από τη γη οι άνθρωποι δεν ήξεραν τι πάει να πει αέρας και βροχή. Κάποιες μεγάλες σκηνές. Η αποβάθρα είχε μεταβληθεί σε προσομοίωση δρόμου: Στη μέση είχαν αφήσει ένα αρκετά φαρδύ πέρασμα. ενώ η άλλη οδηγούσε στα βόρεια. και σ’ αυτήν ακριβώς φύλαγε βάρδια ο Αρτιόμ. αποσύρθηκε στο «διαμέρισμά» του.να τον γνωρίζει. Από μακριά φαινόταν κιόλας μια κόκκινη ανταύγεια. Οι σκηνές ήταν κολλημένες στους τοίχους. ασπρολογούσαν τα σκουφιά των μανιταριών. κι έτσι για πάνω από είκοσι χρόνια τώρα οι άνθρωποι ζούσαν με το πορφυρό φως του φωτισμού ασφαλείας. κι έφτανε σχεδόν στο Μιτίσι. σφίγγοντας το χέρι του Αρτιόμ για να τον αποχαιρετήσει. στημένες κι από τις δυο πλευρές τους. έπιαναν το χώρο των αψίδων. στο Βοτανικό Κήπο. Χάντερ. οπότε τι άλλο να θέλει κανείς από ένα κατάλυμα. Σαν γνωστή μού φαίνεται η φάτσα του. Οι ράγες εκεί είχαν ξηλωθεί. ούτε το φως. Τώρα η μία από αυτές τις σήραγγες έφτανε ακριβώς μέχρι την πλαϊνή είσοδο στην ενδιάμεση γραμμή και παρακάτω ήταν φραγμένη. Οπωσδήποτε όμως μερικές αψίδες στις δυο άκρες της αίθουσας και στο κέντρο της έπρεπε να μένουν ελεύθερες για να περνά ο κόσμος. Γι’ αυτούς κυκλοφορούσαν διάφοροι μύθοι. έτσι που μπορούσες θαυμάσια να μείνεις μέσα σ’ αυτές: Δεν άφηναν τη ζέστη να φεύγει.» κατσούφιασε ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς. «Χάντερ. Κάποιοι έμεναν στους βοηθητικούς χώρους. ακόμα και τους ήχους εμπόδιζαν ν’ ακούγονται. αλλά και πάνω στις γραμμές και στην κεντρική αίθουσα. του είπε: «Άντε να πλαγιάσεις! Εγώ με το ζόρι βαστιέμαι στα πόδια μου. Οι δύο βόρειες σήραγγες σε απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων από το σταθμό ενώνονταν με μια σύντομη ενδιάμεση γραμμή που φτιάχτηκε κάποτε με σκοπό να μπορούν τα τρένα να αλλάξουν κατεύθυνση και να γυρίσουν πίσω. και επαρχιώτες από μακρινούς. Στα υπόγεια κάτω από την αποβάθρα υπήρχαν κι άλλοι χώροι.. νιώθοντας ξαφνικά να τον κυριεύει η κούραση. Στην έξοδο της σήραγγας παρέδωσαν στη σκοπιά τα όπλα. και παντού. Μάλλον δύσκολα ξεχνιέται τέτοιο παρουσιαστικό». αλλά η πλειοψηφία έμενε σε σκηνές στην αποβάθρα. Επισκεύαζαν συχνά τις σκηνές. Και μονάχα μερικοί από τους πλουσιότερους σταθμούς φωτίζονταν με το φως πραγματικών λαμπτήρων υδραργύρου. Στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ τους μετέτρεψαν σε αποθήκες τροφίμων. Πώς τον λένε. υπέθεσε ο Αρτιόμ. Άντε να καταλάβεις τι είναι αυτό». Ο Αρτιόμ τον χαιρέτησε και. και ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς. Οι σκηνές ήταν στρατιωτικές. Ας έρθει να μου κάνει μια επίσκεψη». Μόνο στα «προσωπικά διαμερίσματα» –σε σκηνές και δωμάτια– έκαιγαν πού και πού φυσιολογικές ηλεκτρικές λάμπες. δεν ξέρεις. Στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ ζούσαν διακόσιοι άνθρωποι. Και δώσε στον Σουχόι τους θερμούς μου χαιρετισμούς..» «Ναι. Το υπόλοιπο τμήμα της άλλης σήραγγας και η συνδετική διαδρομή ανάμεσά τους είχε παραχωρηθεί για φυτείες μανιταριών. «Χάντερ...» ρώτησε γεμάτος ενδιαφέρον ο Πιοτρ Αντρέγιεβιτς. Δεν είναι ρώσικο αυτό το επίθετο. Την είχαν αφήσει ως διέξοδο για έκτακτες περιπτώσεις. αλλά εξαιρετικής ποιότητας. κι εσύ θα πρέπει να κοιμάσαι όρθιος. γι’ αυτό κι εκείνος του κόλλησε και μπήκε στην περίπολο. Ο διάολος μονάχα ξέρει γιατί το έκανε. Έτσι είπε.

Έτσι. έτσι απλά για να δουν πώς είναι εκεί. όταν στο Βοτανικό Κήπο δεν υπήρχε ούτε ίχνος από Μαύρους κι ήταν απλώς ένας εγκαταλειμμένος. Ο Αρτιόμ βέβαια λαχταρούσε να ταξιδέψει. ο μηχανισμός που έθετε σε κίνηση την περίφραξη. με τα γένια του να έχουν μεγαλώσει. σπασμένα παιχνιδάκια. αλλά σίγουρα θα ήταν ο Ζένκα. Πότε θα τους ξανατύχαινε να βρεθούν σ’ έναν πραγματικό εγκαταλειμμένο σταθμό χωρίς τους μεγάλους. αποκόπτοντας την . υπήρχαν κοτέτσια και χοιροστάσια. όχι μόνος βέβαια αλλά με ομάδες.. Τότε ο Αρτιόμ είπε αμέσως ότι διαφωνούσε. Το σπίτι του Αρτιόμ βρισκόταν στην Κεντρική Οδό. και μάλιστα με την υπόληψή του κηλιδωμένη στα μάτια των δύο καλύτερων φίλων του. Αρκετά συχνά ο πατριός του γινόταν άφαντος για δυο τρεις βδομάδες και ποτέ δεν έπαιρνε μαζί του τον Αρτιόμ. Ο πατριός του ήταν σπουδαίος άνθρωπος. άκρη άκρη. και τι φριχτά πράγματα βλέπει κανείς εκεί στην επιφάνεια της γης. Το ταξίδι αυτό έγινε πολύ καιρό πριν. και για πολλή ώρα σέρνονταν μέσα στο Βοτανικό Κήπο. Κι όταν έχασαν οριστικά κάθε ελπίδα να τον πείσουν... κι έτσι δεν εγκαταστάθηκε κανένας άλλος στη σκηνή τους· απέκτησαν προσωπική σκηνή ανώτατης κατηγορίας. από τότε που ήρθε με τον πατριό του από τη Σαβιόλοφσκάγια. και πάντα το πρώτο βράδυ καθόταν με τον Αρτιόμ και του αφηγούνταν τέτοια πράγματα που θα δυσκολευόταν να τα πιστέψει ακόμα κι ένας μαθημένος σε απίστευτες ιστορίες κάτοικος τούτου του γκροτέσκου κόσμου. Τι υπάρχει εκεί. τραυματισμένος μερικές φορές. Τότε μαζί με φίλους το διακινδύνευσαν: Την ώρα που άλλαζαν οι βάρδιες. μακριά από τα καταλύματα των ανθρώπων.τον ίδιο τρόπο γκρεμίστηκε και η μία από τις δύο νότιες σήραγγες στα 300 μέτρα. σκοτεινός σταθμός. Κάποιος από τους φίλους του Αρτιόμ –δεν θυμόταν πια ποιος ακριβώς ήταν. Έμενε σε μια μικρή σκηνή μαζί με τον πατριό του. ο Αρτιόμ δεν είχε κάνει μακρινά ταξίδια. ο πιο ζωηρός και περίεργος από τους τρεις– πρότεινε να δοκιμάσουν να ρίξουν την περίφραξη και να ανέβουν πάνω από την κυλιόμενη σκάλα.. πώς για πολύ καιρό μετά πέφτουν άρρωστοι. Ήταν κάτι άγριο. απανθρακωμένα βιβλία. πέρασαν το ακριανό φυλάκιο με φακούς και ένα δίκανο κλεμμένο από κάποιους γονείς. έφτανε μάλιστα ως τη Ρίζσκαγια. Κι ακόμα είχε στο ενεργητικό του ένα ταξίδι για το οποίο δεν μπορούσε να μιλήσει σε κανέναν. φάνηκε στον Αρτιόμ ολότελα αφόρητη και με την καρδιά σφιγμένη συμφώνησε. δεν σου επέτρεπαν να κυκλοφορείς ένοπλος. και μάλιστα να μπορούν ν’ ανέβουν στην επιφάνεια και να δουν με τα ίδια τους τα μάτια πώς είναι να μην έχεις τίποτα πάνω από το κεφάλι σου. τότε ας καθόταν εκεί κάτω να τους περιμένει να γυρίσουν.. Εκείνοι όμως βάλθηκαν να τον πείσουν ότι αυτή ήταν μια σπάνια ευκαιρία. και κατά διαστήματα ακούγονταν από τη βόρεια σήραγγα παράξενα γουργουρίσματα. αφού ήταν τέτοιος κιοτής. Οι περίπολοι των ανεξάρτητων σταθμών ήταν πολύ καχύποπτες. κι εκεί.. ισχυριζόμενος ότι είχε να ασχοληθεί με πολύ επικίνδυνες υποθέσεις και δεν ήθελε να διακινδυνεύσει ο Αρτιόμ. και τα φυλάκια της ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ ήταν πολύ πιο βόρεια στημένα. Γυρνούσε από τα ταξίδια του αδυνατισμένος. ήταν υπεύθυνος για τις επαφές με άλλους σταθμούς. κουρελιασμένα ρούχα.. είχε σχέσεις με τη διοίκηση.. Παντού στο φως των φακών διακρίνονταν απομεινάρια από τη ζωή των ανθρώπων: κάρβουνα. Είχε πολύ νωπές στη μνήμη του τις αφηγήσεις του πατριού του για ανθρώπους που βγήκαν στην επιφάνεια. και το να μπεις σε σήραγγα άοπλος σήμαινε σίγουρο θάνατο. Προς έκπληξή τους. κι ο ίδιος ο Αρτιόμ ήταν ακόμα μικρό παιδάκι. Η ιδέα να μείνει μόνος σ’ έναν εγκαταλειμμένο σταθμό. αλλά ενδιαφέρον. αλλά το να περιφέρεσαι έτσι απλά στο μετρό ήταν τρομερά επικίνδυνο. όσο κι αν το ’θελε τόσο πολύ. Κάπου κάπου πήγαινε για δουλειές στην Αλεξέγιεφσκάγια. Αρουραίοι έτρεχαν παντού. του δήλωσαν ότι.

αντιασφυξιογόνες μάσκες με σκούρα κρύσταλλα. το μυστηριώδες.. Όμως όλες αυτές οι ονομασίες είχαν κάτι κοινό: Ήταν πάντα ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο επάγγελμα. το σκουριασμένο σιδερένιο τοίχωμα έπεσε στο πλάι. ανταλλακτικά. οργωμένο από χαρακώματα και ανασκαμμένο από κατακόμβες. τότε τα παιδιά θέλουν να γίνουν στάλκερ. εκεί όπου.. και ξαναγυρνώντας εδώ κάτω από τη γη να φέρουν στους ανθρώπους καύσιμα. Οι άνθρωποι που το αποτολμούσαν ήταν εκατοντάδες. καύσιμα. Όταν τα παιδιά γεννιούνται σ’ έναν κόσμο όπου δεν έχουν πια μέρος ν’ αρμενίσουν και δεν υπάρχει τρόπος να πετάξουν. οι άνθρωποι αυτοί ανέβαιναν στην επιφάνεια για να φέρουν τα απαραίτητα σε όλους πράγματα: πολεμοφόδια..13 Στάλκερ. καταφαγωμένα απ’ τη σκουριά. και πόσους ακόμα. Και μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε σχετικά με το τι θα μπορούσε να εγκατασταθεί στους υπονόμους μιας μεγαλούπολης μόλις οι κατασκευαστές έκλειναν πίσω τους τις καταπακτές. έπειτα από μισής ώρας απελπισμένες προσπάθειες. . μηχανήματα. Κάθε στάλκερ γινόταν μύθος.. να φτάσουν στους θεούς. κι αυτοί σέρνονταν πάνω από το κενό. μεταλλαγμένα γεννήματά της– περίμεναν εκεί στην επιφάνεια αυτούς που τολμούσαν ν’ ανέβουν. να μαζεύουν βλήματα και βόμβες που δεν είχαν εκραγεί. και μπροστά στα μάτια τους εμφανίστηκε μια μικρή σειρά από σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο πάνω μέρος της σκάλας. Μερικά είχαν γκρεμιστεί. οπλισμένοι ως τα δόντια. Να φύγουν φορώντας αστραφτερές πανοπλίες.αποβάθρα από την κυλιόμενη σκάλα. πολεμοφόδια. πάντα υπήρχε η σύγκρουση με το άγνωστο. και μέσα από κενά που έχασκαν στο φως των φακών διακρίνονταν γιγάντια γρανάζια σταματημένα για πάντα εδώ και χρόνια.. Μερικές φορές τα σκαλοπάτια που πάνω τους πατούσαν γκρεμίζονταν τρίζοντας. Στο μετρό στάλκερ αποκαλούσαν εκείνους τους σπάνιους τολμητίες που είχαν το θάρρος να βγουν στην επιφάνεια. και τέτοιοι άνθρωποι άξιζαν το βάρος τους σε χρυσάφι. με το ακατανόητο. το ραδιενεργό έδαφος παρήγε τερατώδεις βλαστούς. από τον πιο μικρό ως τον πιο μεγάλο. λειτουργούσε. ζωή όμως ασύμβατη πια με τις συνηθισμένες αντιλήψεις των ανθρώπων. φως και φωτιά. παράδοξη και ξένη προς τη ρώσικη γλώσσα. παραμορφωμένο από χιλιάδες εκρήξεις. Μ’ ένα διαβολεμένο τρίξιμο. Και στην επιφάνεια της γης υπήρχε ζωή. Και τους περίεργους εκείνους τύπους που σε καιρό ειρήνης χώνονταν στους υπονόμους. Η λέξη αυτή. για να βγουν μια για πάντα από τους ζοφερούς. σκεπασμένα μ’ ένα καφέ πράγμα που σάλευε ανεπαίσθητα. Παλιά έλεγαν έτσι και τους ανθρώπους που η φτώχεια τους έσπρωχνε να τρυπώνουν σε εγκαταλειμμένα πεδία στρατιωτικών ασκήσεων. το ανεξήγητο.. και για να πάρουν θάρρος φαντάζονταν ότι ήταν πραγματικοί στάλκερ. και οι λέξεις «αεροπόρος» και «ναυτικός» θαμπώνουν και χάνουν σιγά σιγά το νόημά τους. Δεν ήταν εύκολο να επιβάλουν στους εαυτούς τους ν’ ανέβουν.. και να πουλάνε τους ορειχάλκινους κάλυκες σε επεξεργαστές μη σιδηρούχων μετάλλων.. αλλά η αρχική τους αποφασιστικότητα εξατμίστηκε μετά το πρώτο κιόλας σκαλοπάτι που κατέρρευσε. το δυσοίωνο.. Με στολές προστασίας. Οι πιο ποικίλοι κίνδυνοι –από τη ραδιενέργεια ως τα άγρια. γαντζωμένοι στις βάσεις των φωτιστικών. άξιζαν παραπάνω κι από τους πρώην εργαζόμενους στο μετρό. στενάχωρους και δύσοσμους διαδρόμους. Να φέρουν τη ζωή. ένας ημίθεος που τον κοιτούσαν εκστατικοί οι πάντες. ρίζωσε ολότελα μέσα της. να βγουν στην επιφάνεια. Και ήταν ο Αρτιόμ αυτός που κατάφερε να τον ξεμπλοκάρει. Αυτοί ωστόσο ανάμεσά τους που κατάφερναν να γυρίσουν ζωντανοί ήταν μονάδες. Ο δρόμος προς την κορυφή ήταν σύντομος.. με εκατοντάδες βλέμματα γεμάτα λατρεία και ευλάβεια να τα ξεπροβοδίζουν. να πολεμήσουν με τα τέρατα. Ποιος ξέρει τι συνέβαινε στα εγκαταλειμμένα πεδία των στρατιωτικών ασκήσεων.

Αυτοί όμως δεν είχαν ούτε μετρητές. και ο φίλος του ο Ζένκα. διακρινόταν ο σκουρογάλανος καλοκαιριάτικος ουρανός. αλλά χάνεται σε μια σκουρογάλανη άβυσσο που ανοίγεται πάνω από το κεφάλι σου! Και τ’ αστέρια! Μπορεί άραγε ένας άνθρωπος που δεν αντίκρισε ποτέ του αστέρια να φανταστεί τι σημαίνει το άπειρο. είχαν προτεταμένα τεράστια πολυβόλα. Στο φυλάκιο είπαν ότι πήγαν στη διπλανή σήραγγα για να κυνηγήσουν αρουραίους. δεν αντηχούσε ένα φοβερό ουρλιαχτό που σου πάγωνε την ψυχή. προς τους ανθρώπους–. ξεχνώντας ολότελα τις προφυλάξεις. αν κάπου εκεί. Στηρίζοντας και τραβώντας το ένα το άλλο. . Όμως –διάβολε!– το σκουριασμένο σίδερο είχε κολλήσει και δεν έλεγε να επανέλθει στη θέση του. στο σκοτάδι. πέντε. Συνήλθαν και. Μερικές φορές μάλιστα κόντεψαν να γκρεμιστούν κάτω. Η ανάβαση τελείωσε αρκετά γρήγορα. Καταλαβαίνοντας όμως ότι σίγουρα είχαν κάνει κάτι πολύ κακό που είχαν αφήσει ανοιχτή την πύλη ασφαλείας –ίσως άνοιξαν στους μεταλλαγμένους το δρόμο προς τα κάτω. βρίσκονταν σχεδόν στην επιφάνεια. Τα παιδιά στέκονταν τρία. και το ζιζάνιο ο Βιτάλικ. Η είσοδος του Βοτανικού Κήπου ήταν σχεδόν κατεστραμμένη.Στάλκερ ήθελαν να γίνουν και ο Αρτιόμ. όπως αρμόζει σε πραγματικούς στάλκερ. αλλά ο Αρτιόμ φέρθηκε ως αιχμάλωτος παρτιζάνος και δεν ξεφούρνισε το στρατιωτικό μυστικό.. κι αντί για τρομερά στρατιωτικά πολυβόλα είχαν μονάχα ένα παμπάλαιο δίκανο. σπαρμένος με μυριάδες αστέρια. τα παιδιά έτρεξαν στους δικούς τους. Εκατομμύρια λαμπερές φλόγες. όταν σίγουρα και την ίδια την έννοια του απείρου την επινόησαν κάποτε άνθρωποι εμπνευσμένοι από το νυχτερινό ουράνιο θόλο. έχασαν όμως το όπλο. μαθημένα σε ατέλειωτα χρόνια ζωής κάτω απ’ τη γη. πρόλαβαν να συνεννοηθούν ότι θα κρατήσουν τη γλώσσα τους και δεν θα πουν σε κανέναν από τους μεγάλους πού πήγαν. Τρομοκρατημένα έως θανάτου από την ιδέα ότι θα τα ακολουθήσουν τέρατα από την επιφάνεια. κι αυτό δεν ακουμπά στις τσιμεντένιες οροφές και τα σαπισμένα συμπλέγματα αγωγών και σωλήνων. ανίκανα να προφέρουν έστω και μια λέξη. όρμησαν ωστόσο στον πίνακα λειτουργίας της περίφραξης. Τυφλωμένοι κι αβοήθητοι. γύρισαν πίσω σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Ο Αρτιόμ φυσικά έφαγε τότε γερή κατσάδα. τρέχοντας του σκοτωμού.. ήταν εφοδιασμένοι με μετρητές ραδιενέργειας. ούτε προστασία. Τι αίσθηση είναι αυτή όταν σηκώνεις το βλέμμα σου.. δεν θα άντεχαν τέτοιο φορτίο. ασημένια καρφιά χτυπημένα σ’ ένα θόλο από γαλάζιο βελούδο. φοβήθηκαν και ξαναγύρισαν. Τι να σημαίνει όμως ο έναστρος ουρανός για ένα παιδί που είναι ανίκανο ακόμα και να φανταστεί ότι πάνω από το κεφάλι του μπορεί να μην υπάρχει ταβάνι. Τα μάτια τους. να πέσουν πάνω στα δόντια των γραναζιών. Κουτρουβαλώντας τα τελευταία δέκα σκαλοπάτια και χάνοντας κάπου στο δρόμο το δίκανο.. Για μέρες τον έτσουζε ο πισινός του μετά την περιποίηση από το ζωστήρα του αξιωματικού. καθαρός πια από τα σύννεφα της ραδιενεργής σκόνης. στο βόρειο φυλάκιο. και μέσα απ’ αυτήν. η μισή στέγη είχε καταρρεύσει. ειδάλλως η τύφλωση ήταν αναπόφευκτη. στο πορφυρό φως των πυρών και των λαμπτήρων ασφαλείας. και το πρωί σίγουρα θα έβραζαν ζωντανά. είναι ζήτημα αν θα κατάφερναν να γυρίσουν στα σπίτια τους. όρμησαν πίσω στη σκάλα και την κατέβηκαν ώσπου να πεις κύμινο. Και θα έμεναν έτσι ασάλευτα. φαντάζονταν πως ήταν ντυμένοι με στολές προστασίας. που μπορεί και να μην έριχνε τίποτα. Και καθώς πίεζαν τους εαυτούς τους να συρθούν πάνω στην κυλιόμενη σκάλα με τα διαλυμένα σκαλοπάτια που έτριζε φριχτά. από τον πατριό του πρώτα πρώτα. Και οι σύντροφοί του σώπασαν κι αυτοί. δέκα λεπτά. πολύ κοντά τους. Ευτυχώς ήταν νύχτα.

όπως βλέπεις! Άντε. σήκω. κουνώντας για μια στιγμή τα ματόκλαδά του. εσύ είσαι. ξεγλίστρησε και κινήθηκε γρήγορα προς την έξοδο της σκηνής. Χαιρετώντας όσους συναντούσε στο δρόμο. Η οκτάωρη βάρδια μπορούσε να ξεπατώσει οποιονδήποτε. Ο πατριός σου.. Ο βρικόλακας έτρεξε πίσω του μουγκρίζοντας: «Στάσου! Δεν μπορείς να ξεφύγεις!» Αντιλάλησε ένα φοβερό γέλιο που κατέληξε στο γνωστό πένθιμο ουρλιαχτό. Τότε επιτέλους ο Αρτιόμ κατάφερε να βρει ψηλαφητά το φακό. Να όμως που τώρα. να διηγηθεί στην παλιότερη γενιά πώς πάει ο πατριός του. συνδέεται μ’ όλα αυτά τα βρωμερά πλάσματα που επιτίθενται στα φυλάκιά τους τα τελευταία χρόνια. Κανείς δεν ήταν μέσα και αποφάσισε να μην περιμένει τον πατριό του. ακούγοντας πίσω του το ποδοβολητό από βαριές μπότες.Τους πίστεψαν. Ο Αρτιόμ ήθελε να καλέσει σε βοήθεια. να φιλήσει μια γνωστή του κοπέλα. αυτόν που συστηνόταν ως Χάντερ. Έχουμε κάτι πραγματάκια να κουβεντιάσουμε. «Ε. μπαρμπα-Σάσα.. αλλά να πέσει να κοιμηθεί. κι αυτό μόνο και μόνο επειδή το γεγονός ήταν αυταπόδεικτο. αναπολώντας αυτή την ιστορία. προς το φως. «Ναι. Χωρίς να το πολυσκεφτεί. του έφραξε το στόμα. Αργά ή γρήγορα. λες κι ο διώκτης του ήξερε ότι δεν χρειαζόταν να βιάζεται. να σφίξει το χέρι ενός φίλου. Προς το παρόν όμως εσύ θα έρθεις μαζί μου. Δεν θα ξεφύγει. αλλά το πρόσωπό του εξακολουθούσε να μη διακρίνεται. σταματώντας πότε εδώ και πότε εκεί για ν’ ακούσει τα νέα. ο Αρτιόμ είδε έναν άνθρωπο να κάθεται κοντά της με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος του. Εκείνος τον είχε κιόλας πλησιάσει.. τραχύ έστω και βλοσυρό. Με το ζόρι κρατήθηκε να μη ρωτήσει τον Σουχόι αν ήταν ζωντανός. να τον ανάψει και να φωτίσει το πρόσωπο του ανθρώπου. αυτός όμως έπεσε ξαφνικά ανάσκελα και φάνηκε ότι ήταν από καιρό πεθαμένος και το πρόσωπό του ήταν σκεπασμένο από πάχνη. ότι αργά ή γρήγορα ο Αρτιόμ θα πέσει στα χέρια του. Αντί για πρόσωπο ανθρώπου. Ο Αρτιόμ έτρεχε δίχως να γυρίζει να κοιτάξει. Κι αυτόν θα τον βρούμε. σήκω! Πάνε εφτά ώρες στη σειρά που κοιμάσαι! Σήκω. αβίαστο. παγωμένο σαν χέρι πτώματος. «Έι. άντε. βρε υπναρά! Έχουμε επισκέπτες!» ακούστηκε η φωνή του Σουχόι. ο Αρτιόμ αναγνώρισε στη φιγούρα την πρόσφατη γνωριμία του στο φυλάκιο. Πλησιάζοντας τρεχάτος τη φωτιά. μπροστά του πρόβαλε ένα φριχτό μαύρο μούτρο με δυο πελώρια. δεν είναι εδώ. και ορθάνοιχτο στόμα. και κυρίως μήπως η περίφραξη που άνοιξαν. Αρτιόμ! Καλά κοιμάσαι εσύ! Άντε. Ακούστηκε μια υπόκωφη φωνή: «Να λοιπόν που ξανασυναντιόμαστε. τρελά μάτια δίχως κόρες. ας πούμε». ο Αρτιόμ όλο και περισσότερο αναρωτιέται μήπως αυτό το ταξίδι. έβγαλε το μπουφάν του και έπεσε με το πρόσωπο στο μαξιλάρι. το φως έπεφτε κάπως παράξενα πάνω του. αθόρυβα. δεν είναι ώρα να σέρνεσαι στο κρεβάτι! Θα σου γνωρίσω το . Για την περίφραξη στο Βοτανικό Κήπο. Πέταξε τις μπότες του. αργά. τον πατριό του. ο Αρτιόμ έφτασε επιτέλους στο σπίτι του. Παγωμένος. Βάλθηκε να τον τραντάζει ζητώντας βοήθεια. Ξάφνου έσβησε το φως και ο σταθμός σκοτείνιασε τελείως. Αυτό που είδε τον έκανε να χάσει για μια στιγμή τις δυνάμεις του και τον γέμισε φρίκη. βλέπω. Ο Αρτιόμ του ξέφυγε. Και στο πρόσωπο αυτού του ξυλιασμένου ανθρώπου ο Αρτιόμ αναγνώρισε τον μπαρμπαΣάσα.. αλλά ένα δυνατό χέρι... ρυθμικό.» ρώτησε τελικά. Είσαι εντάξει.. και μόνο κάπου μακριά διακρίνονταν οι αδύναμες ανταύγειες μιας φωτιάς.. Το παραπέτασμα της σκηνής ανασηκώθηκε και στο εσωτερικό της γλίστρησε μια ογκώδης φιγούρα που το πρόσωπό της δεν φαινόταν· το μόνο που φαινόταν ήταν το πόσο απαίσια γυάλιζε το λείο κρανίο της κάτω από τον κόκκινο φωτισμό των εφεδρικών λαμπτήρων. Ο ύπνος δεν άργησε να έρθει. Ο Αρτιόμ ανακάθισε στο κρεβάτι και το βλέμμα του καρφώθηκε σαν αποβλακωμένο πάνω του. Μικρό το κακό. ο Αρτιόμ όρμησε προς τα εκεί.

Άκουγα σήμερα συζητήσεις όσο ήμασταν στο φυλάκιο. βρισκόταν ένα οξειδωμένο περίστροφο τερατωδών διαστάσεων. το κοκκαλωμένο πτώμα πλάι στη φωτιά. είσαι ατσίδας!» Επιτέλους μπήκε μέσα και ο επισκέπτης. ο βρόντος από βαριές μπότες πίσω από την πλάτη του. εξημμένη από τους φόβους που ένιωθε οχτώ ώρες στο φυλάκιο. πόσες μετεπιβιβάσεις. «Ο θάνατος είναι.τι και να πεις είναι ενδιαφέρων άνθρωπος. απάντησε με ένα νεύμα ο Χάντερ.. με κοφτές. Τι είναι αυτό. Εκεί όμως είναι σκέτη αηδία. Αλλά σ’ εσάς άκουσα ότι συμβαίνουν περίεργα πράγματα. πότε με γνωριμίες. . στο όνομά του πρόσθεσε και ένα «Κυνηγός». «Ώστε γνωριστήκατε κιόλας. Αρτιόμ. δεν προοριζόταν για αυτοάμυνα. σε μια θήκη κρεμασμένη στον ώμο του. σκοτεινά μάτια. αλλά κι Αρτιόμ δεν είναι κανένας ξεψυχισμένος. παρατήρησε αμέσως ο Αρτιόμ. Το πεπρωμένο μας έρχεται έρποντας. Και τότε θυμήθηκε πως. αν και κάπως τρομακτικός. «Ουχ. ο διάολος ξέρει πόσο δρόμο πρέπει να κάνεις ως εκεί. απάντησε ο Σουχόι κατσουφιάζοντας ξαφνικά. κάθισε! Διηγήσου μας!» φλυαρούσε ο Σουχόι. Πάνω από το πουλόβερ φορούσε ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο με ένα σωρό τσέπες. και είναι πρόθυμος να του παραβγεί στη χειραψία. κάτω από το οποίο φάνηκε ένα μαύρο εφαρμοστό πουλόβερ με ψηλό γιακά που έσφιγγε το δυνατό λαιμό του και το γεμάτο εξογκώματα κορμί του. Από δίπλα απ’ τη σκηνή ακούστηκε μια γνώριμη. Ο Αρτιόμ αναρίγησε και κόλλησε στο τοίχωμα της σκηνής. λιανισμένες θαρρείς. έκανε ο Αρτιόμ. όταν ο Χάντερ του συστήθηκε. ξαναγύρισε στη σκηνή. Από τα βόρεια. Άλλωστε το όπλο. Το χέρι του Χάντερ ήταν ζεστό και στεγνό.» ρώτησε με τον τρόπο του. τι δροσερό μαντζούνι!» «Το ’μαθα κιόλας». Ναι. κέρνα τον επισκέπτη μας! Κάθισε.φίλο μου». μα εσύ. Αρτιόμ. Ο εφιάλτης πέρασε πάλι μπροστά από τα μάτια του Αρτιόμ: τα άδεια. και μετά πήγε στην κοινή φωτιά να βάλει το τσαγιερό να βράσει. φράσεις ο Χάντερ. Στις σκηνές απαγορευόταν αυστηρά να ανάβουν φωτιά. «Άκου. αυτός ο άνθρωπος δεν είχε τίποτα κακό πάνω του. Ο Αρτιόμ πήγε να πάρει νερό. «Ναι..» απόρησε ο Σουχόι. πότε με την κομπίνα. «Ωραίο τσάι. Να τι είναι».. πότε με μάχη. απλώς η φαντασία του. κι ο Αρτιόμ βάλθηκε στα κλεφτά να πείσει τον εαυτό του ότι ήταν απλά ένα όνειρο. από πόσες διαβάσεις και σταθμούς να περάσεις. αυτές σφίγγουν σαν μέγγενη. Αφού έβρασε το νερό στο τσαγιερό. και ήταν χωμένο μέσα σ’ ένα στρατιωτικό παντελόνι σφιγμένο με ζωστήρα. Κι αυτός να λέει με τόση ξεγνοιασιά: «Κάτι τέτοιο φτιάχνουν και στο σταθμό Πετσάτνικι»... Στη διαδρομή σκεφτόταν ότι ο Πετσάτνικι βρισκόταν στην άλλη άκρη του μετρό. Ένα τέτοιο τέρας θα στοίχιζε ολόκληρη περιουσία. Ενώ εδώ σ’ εσάς είναι τελείως διαφορετικό». Έτσι είχαν ήδη καεί μερικοί σταθμοί. έκανε ο Σουχόι. Τα ζόμπι μπαίνουν εδώ μέσα. «Ο διάολος μονάχα ξέρει τι έχουν δει τα μάτια σου!» «Τα δικά μου θα σ’ τα πω μετά. Κάτι τέτοιο φτιάχνουν και στο σταθμό Πετσάτνικι.» Ο Σουχόι έκλεισε το μάτι στον επισκέπτη. βαθιά φωνή. αυτό ήταν σίγουρο. «Α. «Πλησιάζει ο μελλοντικός μας θάνατος. ό. και παραμάσχαλα. Αρτιόμ! Κάνε μας μια χάρη! Ζέστανε νεράκι για τσάι! Δοκίμασες το τσάι μας. Χάντερ. έκανε το δικό της παιχνίδι στα όνειρά του. απλώνοντας ανόρεχτα το χέρι στον επισκέπτη. Ο επισκέπτης ήταν ο Χάντερ. και κρύος ιδρώτας έλουσε τον Αρτιόμ – θυμήθηκε τον εφιάλτη που είχε δει. Όσο για τις χερούκλες του. δεν ήταν απλό. Μόνο όταν το κοίταξε προσεχτικά ο Αρτιόμ κατάλαβε ότι ήταν ένα Στέτσκιν14 με βιδωμένο πάνω του ένα μακρύ σιγαστήρα και κάποιο μηχανισμό ακόμα που θα πρέπει να ήταν σκόπευτρο λέιζερ. Ο Χάντερ είχε βγάλει το παλτό του.. Τίποτα ενδιαφέρον. «Άντε. Χάντερ». Γνωριστήκαμε κιόλας».

που έπαιξε όσο έπαιξε με την πρόοδό της. μπαμ. «Και ξέρεις. Μένεις πάντα ένας καουμπόης. Χάντερ!» Ο Σουχόι χαμήλωσε τη φωνή του. Ο Χάντερ καθόταν ασάλευτος. εσύ όμως ξέρεις κιόλας ότι είναι κάπου κοντά. «Αυτό. Ποτέ.. νεκροί που περπατούν βγαλμένοι από τον κινηματογράφο. Και για πολλή ώρα μετά τους βλέπεις με ορθάνοιχτα μάτια να βαδίζουν ενάντια στον προβολέα. Κι ακόμα δεν έχει ακουστεί και δεν έχει φανεί τίποτα. Και μολονότι οι άνθρωποι ξέρουν πάντα ότι αυτοί έχουν και την ποιοτική και την ποσοτική υπεροχή.. Κι εγώ νομίζω ότι το κάνουν συνειδητά. Ποτέ δεν άκουσα για κάτι παρόμοιο σ’ άλλους σταθμούς.. Σουχόι.. και οι δυνάμεις του κακού κυλιούνται καταγής. Κυνηγέ! Ίσως οι sapiens16 να σήπονται για λίγες δεκαετίες ή για καμιά πενηνταριά χρόνια ακόμα μέσα στις διαολότρυπες που έφτιαξαν για λογαριασμό τους όταν ήταν ακόμα πολλοί και δεν χωρούσαν όλοι μαζί στην επιφάνεια. θαρρούσε πως θα τον περνούσαν για δειλό ή παλαβό. Σαν να επηρεάζουν το μυαλό. «Εδώ είναι ο κόμπος! Εδώ όλα είναι πιο περίπλοκα απ’ ό. Ο κόσμος μετά βίας παραμένει στις θέσεις του. Κι αν έρθουν πιο κοντά. κι εσύ θες απλώς να το βάλεις στα πόδια. Βεβαίως.. Ο Σουχόι σώπαινε σαν να μην ήθελε ν’ απαντήσει. δεν είναι κατά κανέναν τρόπο βρικόλακες. κι εγώ δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. «Ο κίνδυνος οφείλει να εξαλειφθεί. είναι σαν να συντονίζονται με το ραδιοκύμα σου. Θέλω να μάθω τι είναι. συνέχισε σηκώνοντας παραστατικά την παλάμη του σαν περίστροφο. πολυβόλα. και μερικοί –αυτό θα σ’ το πω υπό εχεμύθεια– έχουν κιόλας χάσει τα λογικά τους.. Είναι ο Homo novus. Για όλο αυτό το μολυσμένο μετρό. Εδώ όμως είναι κάτι άλλο. Από πού έρχονται και ποιοι είναι. Δεν είναι απλώς ζόμπι. «μπαμ. Παλιότερα προσπαθούσε να μη μιλά γι’ αυτό το θέμα σε κανέναν. και τα πόδια σου αρχίζουν να τρέμουν από το φόβο. Έπειτα αποτελείωσε το ζεστό αφέψημα και είπε αργά και σιγανά: «Αυτό είναι μια απειλή για όλους.. και προφανώς αναλογιζόταν τα όσα άκουσε.. Και οι Μαύροι δεν είναι ζόμπι. «Κλονίζουν τον ψυχισμό σου. Κυνηγέ! Η μάχη των ειδών..«Και γιατί θάνατος. Για όλη μας την προοδευτική ανθρωπότητα. έτσι. Κι αυτός δεν είναι απλός φόβος. σαν αηδιαστική ανησυχία. αλλά ξαφνικά ξέσπασε: «Για όλο το μετρό λες..τι νομίζεις. Θέλω να ξέρω το βαθμό επικινδυνότητας. έρχονται. τότε σε πιάνει τρέμουλο. κι η αίσθηση αυτή διαρκώς αυξάνεται. και την επόμενη φορά που θα τους μυριστείς καλύτερα θα φοβηθείς ακόμα περισσότερο. Τι είναι όμως αυτό το πράγμα.. έτσι ώστε αυτούς που ήταν . Μπορεί όμως ο κίνδυνος να εξαλειφθεί. Χάντερ. Πολύ πιο περίπλοκα. Κι εμένα δύσκολα με τρομάζει κάτι.. «Έχεις πανικοβληθεί. το βάζουν στα πόδια... Κυνηγέ. Κάθε φορά γίνεται όλο και πιο έντονο. Κι αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει πουθενά αλλού. όχι μόνο για το σταθμό το δικό σας».. τρελαίνονται από φρίκη. θέλω να καταλάβω τη φύση του. Άλλωστε είναι άοπλοι.. Αυτό ξέρω εγώ». και το ξέρεις». χαμογέλασε μελαγχολικά ο Σουχόι.. κοιτώντας τον εξεταστικά.. «Το κυριότερο όπλο τους είναι η φρίκη. Το μέλλον τούς ανήκει. Ιδού το ερώτημα».. Άκουσα ότι τους τσακίσατε με μεγάλη επιτυχία. αλλά εκείνοι τους επιτίθενται άοπλοι. Οι άνθρωποι έχουν αυτόματα. Δεν είναι απλός φόβος. Σώπασε. Από μακριά κιόλας τους νιώθεις. Κάτι φριχτό. τα καθάρματα!» εξακολούθησε ο Σουχόι.15 η επόμενη βαθμίδα της εξέλιξης. Ώρα να πληρώσουμε! Η μάχη των ειδών. προσαρμοσμένη καλύτερα από εμάς στο περιβάλλον. Φαίνεται ότι δεν βασανιζόταν μονάχα ο ίδιος από εφιάλτες.» Ο Αρτιόμ αναρίγησε. Μυρίζομαι πολύ μεγάλο κίνδυνο. Γι’ αυτό και βρίσκομαι εδώ». Εκεί είναι όλα απλά: Γεμίζεις με ασημένιες σφαίρες το περίστροφο»..» τον ρώτησε απορημένος ο Χάντερ. έρχονται. και όχι μόνο για το μετρό. και τότε αντηχεί το ουρλιαχτό.

.. αλλά θα επιζήσουμε! Ναι. Πρέπει να παραχωρήσεις τη θέση σου σε νέα. Κυνηγέ! Κανείς δεν θα γράψει για λόγου σου ένα βιβλιαράκι με τίτλο Η ιστορία ενός πραγματικού ανθρώπου. κανείς δεν επιμένει σ’ αυτό. sapiens! Δεν είσαι πια ο βασιλιάς της φύσης! Σε ανέτρεψαν! Όχι. Ξύπνα. Δεν θες να το πιστέψεις. «Θα γαντζωθούμε με νύχια και με δόντια απ’ τη ζωή. όχι όμως για μένα”. της οποίας εσύ κατανόησες τους νόμους....» σιγοτραγούδησε κοροϊδευτικά ο Σουχόι. ώρα ν’ αφήσεις άλλους να παίξουν κι αυτοί.φτωχότεροι τη μέρα αναγκάζονταν να τους χώνουν κάτω από τη γη. Αν και είναι μάλλον απίθανο να ενδιαφερθεί οποιοσδήποτε. sapiens! Όσο ήταν να ζήσεις έζησες! Η εξέλιξη. παρά τα όσα έλεγαν οι φιλόσοφοι και τα όσα κοπανούσαν οι αιρετικοί. Ναι.. έτσι δεν είναι. Πέθανες. δεν είσαι η κορωνίδα της πλάσης. κι αν σταθούμε πολύ τυχεροί άλλη μια χούφτα φυσίγγια. Δεν απέμενε τίποτα από τη συνηθισμένη του βεβαιότητα ότι οπωσδήποτε όλα θα πάνε καλά. Ο κόσμος δεν μας ανήκει πια. μα κάπου στα μύχια της ψυχής σου το ξέρεις πως έτσι είναι. καχεκτικοί. Εμείς θέλουμε πολύ να ζήσουμε! Θα σερνόμαστε αντάμα στα βρωμερά μας υπόγεια. και κάποτε οι άνθρωποι θα επιστρέψουν στην επιφάνεια της γης. Σύρσου κι άλλο μέσα στην αγωνία σου. Θυμάμαι να μου λες τότε πως. Κυνηγέ.... συνεταίροι του. αν διατηρήσουμε τον πολιτισμό. εμείς είμαστε αισιόδοξοι. απ’ αυτές που έφτιαχναν με τους τόνους οι πολυάσχολοι πρόγονοί μας. Την τελευταία φορά που κουβεντιάσαμε εξακολουθούσες να ισχυρίζεσαι ότι το επίπεδο της ραδιενέργειας πέφτει. δεν θες. Επειδή εκεί. Άντε λοιπόν. τελειότερα είδη. και τα γουρούνια θα γίνουν οι νέοι “καλύτεροι φίλοι του ανθρώπου”.. αν δεν πάθουμε κατάθλιψη. Ο Σουχόι σώπαινε βλέποντας τον ατμό να υψώνεται αργά από την κούπα του τσαγιού και να διαλύεται μέσα στο μισοσκόταδο της σκηνής. αν δεν παραδοθούμε. Ζούσαν στο μέλλον ανάμεσά τους κάτω από τη γη τέτοια πλάσματα. Κυνηγέ. σαν να λέμε. Κυνηγέ. Είσαι ένας δεινόσαυρος. Δεν πρέπει να είσαι εγωιστής. μήπως ξαφνικά δεν υπάρχει τίποτα. Θα σερνόμαστε δειλά στην επιφάνεια της γης για ν’ αρπάξουμε βιαστικά ένα μπιτόνι βενζίνης και λίγα κουρέλια ακόμα. πολυβιταμίνες και χοιρινό κρέας. Το παιχνίδι τελείωσε. Εμάς όμως μας αρέσει αυτό το πράγμα. κι εσύ δεν είσαι πια η τελευταία βαθμίδα. δεν είμαστε πια στο σπίτι μας. Ο Χάντερ δεν του έδινε καμιά απάντηση. το υπερτροφικό σου ένστικτο αυτοσυντήρησης.. κατάπινε τα σκατά σου. αν δεν ξεμάθουμε .» Ο Χάντερ. στην επιφάνεια. κι έπειτα θα τρέχουμε στα γρήγορα πίσω.. Πόσο ακόμα θ’ αντέξεις τρώγοντας μανιτάρια. κανείς δεν θα υμνήσει τη θέλησή σου για ζωή... στα πνιγηρά μας υπόγεια. θα κρατηθούμε πάνω της μ’ όλες μας τις δυνάμεις. Ή μήπως όλα αυτά ήταν απλώς προσποιητά. Αχ. Θα καταβροχθίζουμε ορεξάτοι πολυβιταμίνες. Και τότε υπήρχαν sapiens. Κυνηγέ! “Πάνω από το δάσος ο ήλιος ανατέλλει.. από το ενθαρρυντικό κλείσιμο του ματιού του. Θα καταντήσουμε χλωμοί. στην επιβίωση. «Σωπαίνεις. διαφώνησε! Πού είναι τα επιχειρήματά σου. Πέρασε πια ο καιρός σου. από την προτροπή του «Μη δειλιάζεις! Θα τα καταφέρουμε!».17 θυμάσαι. Να το ξέρεις όμως.. Κι ας κάθονται οι μελλοντικοί πολιτισμοί να σπαζοκεφαλιάζουν γιατί πέθανε ο sapiens. Σωπαίνεις. μήπως όμως. ενώ ο Αρτιόμ σκεφτόταν ότι ποτέ δεν άκουσε τέτοια πράγματα από τον πατριό του.. ολοκλήρωσε ήδη το νέο της κύκλο. θα κοιμόμαστε αγκαλιά με τα γουρούνια και θα καταβροχθίζουμε αρουραίους. δεν θέλουμε να ψοφήσουμε! Θα καλλιεργούμε μανιτάρια μέσα στα ίδια μας τα σκατά. Παραδώσου. Ο κόσμος δεν μας ανήκει πια». σήκωσε επιτέλους το βλέμμα του στον Σουχόι και είπε βαριά: «Δείχνεις πολύ χειρότερα από τότε που σε είδα για τελευταία φορά. δεν είναι απαραίτητο να ψοφήσεις μια κι έξω.... που στη διάρκεια αυτού του μονολόγου εξέταζε προσεχτικά τα νύχια του. σαν τους Μόρλοκ του Ουέλς από τη Μηχανή του χρόνου. Πού είναι η αισιοδοξία σου. κοιτώντας κλεφτά ένα γύρο μήπως μας πήρε κανείς χαμπάρι.

δεν θα σε κατηγορήσω. Για πολλή ώρα δεν αποφάσιζε να μιλήσει πρώτος. Και τώρα “παραδώσου. Σ’ αρέσει κι εσένα ο ρόλος του φυτού. Λες ότι βρισκόμαστε στο χείλος της αβύσσου. sapiens”!. Δεν τα φοβάμαι εγώ αυτά. Κατάλαβες. ώσπου το γάλα έγινε βούτυρο. άντε λιποτάκτησε. Κυνηγέ. Γουρούνια.» τόλμησε επιτέλους να ρωτήσει ο Αρτιόμ.» «Απλά κατάλαβα κάτι.. λογικά σκεπτόμενο. Τι μου κάνεις κηρύγματα. Του ήταν οδυνηρό να σηκώνει λευκή σημαία. Ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Πέσανε... Να κάθεσαι στη γωνιά σου και να περιμένεις πότε θα έρθουν να σε πιάσουν. λες! Εξέλιξη. Ή μήπως οι εχθροί υπόσχονται μια τσανάκα καυτό χυλό για κάθε σύντροφο που οδηγείται στην αιχμαλωσία. Σταύρωσε τα πόδια του και πήγε στον πάτο. Μίλα. του δεινόσαυρου. Μην προσπαθείς όμως να με τρομάξεις. θα γαντζωθώ με νύχια και με δόντια απ’ τη ζωή. Εγώ πέρασα και τέτοια κι ακόμα χειρότερα. «Ποιος είστε. δεν θα ντρέπεσαι τόσο. Και θα επιζήσω! Κατάλαβες.να μιλάμε ρώσικα.. αυτή η ηχηρή προφητεία.. Πες το κι έτσι. η άγρια σιγουριά του ότι θα επιζήσει. κι εκατό χρόνια ακόμα.. Εγώ δεν είμαι ζώο που το πάνε στο σφαγείο. Δεν πάει να κρατήσει αυτό και δέκα. Χτυπιόταν. Το δεύτερο βατράχι όμως ή ηλίθιο ήταν ή άθεο. Ένιωσα αυτό που εσύ ίσως το καταλάβεις κάποτε.» Ο Σουχόι σώπαινε με τα μάτια κατεβασμένα. θα σκέφτηκε. αν διδάξουμε στα παιδιά μας γραφή και ανάγνωση.. χτυπιόταν. Είμαστε δεινόσαυροι και ζούμε τις στερνές μας μέρες. να τους παραχωρήσεις τη θέση σου στην ιστορία! Αν νιώθεις ότι τελείωσε ο αγώνας σου. Σκατά. τότε δεν έχει σημασία. Να πάει να γαμηθεί η εξέλιξή σου. Το ένα.. Τα τελευταία του λόγια. Και μην προσπαθείς να με σύρεις μαζί σου στο σφαγείο. Αναπότρεπτη εξάλειψη. Εσύ συνθηκολόγησε και πήγαινε στους δικούς σου. Ναι. .» είπε με εχθρικό ύφος ο Χάντερ σέρνοντας τη φωνή του. Τι πράγματα είναι αυτά. τον είχαν διεγείρει. ίσως ν’ αντέξουμε και κάτω από τη γη. Αν νομίζεις πως η θέση σου είναι στην άβυσσο. «Ε λοιπόν όχι! Να μην το περιμένεις!» είπε αργά ο Χάντερ και στάθηκε ολόρθος. ρούφα όσο μπορείς περισσότερο αέρα κι εμπρός! Εγώ όμως δεν θα σ’ ακολουθήσω. Αν δεν είσαι μόνος. Να τη φτύσω την άβυσσό σου. Βλοσυρός κι αμίλητος. άρα γιατί να πιέζεται και να βαυκαλίζεται μάταια με φρούδες ελπίδες. αν η παράδοση είναι ομαδική. Άσε που υπάρχει και ζωή μετά θάνατον. Θα επιζήσω!» Κάθισε και ζήτησε ήρεμα από τον Αρτιόμ να του βάλει κι άλλο τσάι. λέει. Ο Αρτιόμ έμεινε μόνος στη σκηνή με τον Χάντερ. Αν ο Έλλογος Άνθρωπος. «Εκεί καταλήγεις.. Εγώ δεν σηκώνω τα χέρια ψηλά. Και τότε βγήκε έξω. τους πιο εξελιγμένους και πιο προσαρμοσμένους. Ξέρεις την ιστορία για το βατράχι που έπεσε μέσα στο γάλα. ίσως και να μην το καταλάβεις ποτέ. Ας τιμήσουμε τη μνήμη του συντρόφου του που πέθανε πρόωρα εν ονόματι της προόδου της φιλοσοφίας και της λογικής σκέψης». δυο βατράχια σ’ ένα λαγήνι με γάλα. κατάλαβε εγκαίρως ότι η αντίσταση είναι μάταιη και το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον. Ας περιμένουν τη σειρά τους τα άλλα είδη. καλύτερα να γίνω θηρίο. δεν έχει καμιά σημασία... ο Σουχόι σηκώθηκε και πήγε να πάρει νερό και να ζεστάνει το τσαγιερό. Και τότε ο Χάντερ στράφηκε πάλι προς το μέρος του: «Κι εσύ τι σκέφτεσαι. αν ο εκλεπτυσμένος και πολιτισμένος sapiens επιλέγει τη συνθηκολόγηση. αφού όλα είναι προαποφασισμένα.. Βιταμίνες. μη διστάζεις. έτσι. και μάλιστα παρουσία του Αρτιόμ.. τότε εγώ θα αρνηθώ αυτό τον τιμητικό τίτλο. νεαρέ.» «Η αντίσταση είναι περιττή.. Και δώστου να χτυπιέται. Προφανώς του στοίχιζε πολύ –αυτού που ποτέ και σε κανέναν δεν παραδεχόταν την αδυναμία του– να λέει τέτοια πράγματα στον παλιό του σύντροφο. Γιατί να τυραννιέμαι. «Ούτε κι αυτοί να το περιμένουν! Νέα είδη. Απεγνωσμένος ο αγώνας μου. Και σαν θηρίο θα γαντζωθώ από τη ζωή και θα ξεσκίσω των άλλων τα λαρύγγια για να επιζήσω.

Την ώρα που έβαζε το βραστό αφέψημα στις κούπες. αυτά τη βρίσκουν. Ξέρεις ήδη ποιος είμαι.» επέμεινε ο Αρτιόμ. Και να τους τώρα να είναι η κύρια απειλή. «Φαντάσου πως ολόκληρο το μετρό είναι ο ανθρώπινος οργανισμός. Εγώ είμαι κύτταρο μακροφάγο. αν δεν υπήρχαν τα κύτταρα τα επιφορτισμένα με την ανοσία. Οι πιέσεις τους εντείνονται τον τελευταίο καιρό. η τελευταία. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.. Κάθε είδους κίνδυνος αρκετά σοβαρός ώστε να απειλήσει ολόκληρο τον οργανισμό πρέπει να εξαλειφθεί. Ναι. και παραλίγο να πνιγούμε. αλλά λίγο καιρό πριν δεν ξέραμε τίποτα γι’ αυτούς. Ο Κυνηγός».. Αποτελείται από εκατομμύρια μικροσκοπικά κύτταρα· άλλα μεταδίδουν ηλεκτρικά σήματα. Τα έγκατα της γης είναι τώρα το νέο περιβάλλον διαβίωσής μας».. Κυνηγός. ακόμα και τα σημαντικότερα απ’ αυτά. όχι μόνο θα πνιγούμε. Λίγοι το ξέρουν αυτό στο σταθμό μας. Να τη φράξετε τελείως. Αυτά τα ονομάζουν μακροφάγα.» –έκανε με το χέρι του μια κίνηση σαν να έστριβε κάποιου το λαιμό και έβγαλε ένα δυσάρεστο τρίξιμο– «την εξολοθρεύουν». αργά ή γρήγορα τη φτάνουν και. Να βγεις στο κυνήγι και να πυροβολείς όλους τους Μαύρους. κι όχι μόνο για μας.. πάνω από τις βόρειες σήραγγες. Είναι ζήτημα αν θα το καταφέρεις. αλλά θα μας περιλούσουν τα ραδιενεργά κατάλοιπα. «Τι σχέση όμως έχει αυτό με το επάγγελμά σας. Χάντερ. Σαχ».» «Πώς να σ’ το εξηγήσω. Αν αρχίσεις τώρα τη μάχη μεταξύ των ειδών. Εργάζονται μεθοδικά και ρυθμικά. Επιτέλους γύρισε ο Σουχόι με το τσαγιερό.. κι ας μην αγγίζουν εμάς. Και πάλι σαχ». Δεν μπορείτε να κλείσετε τις πύλες ασφαλείας από την απέναντι μεριά της σήραγγας. θα πέθαιναν σε διάστημα μικρότερο της μιας μέρας. Με τι ασχολείστε.. «Αν εντείνονται λέει. Όλα τους όμως. «Τις πύλες ασφαλείας εδώ και δεκαπέντε χρόνια κάποιοι άγνωστοι εξυπνάκηδες τις ξήλωσαν και τις χρησιμοποίησαν για την οχύρωση ενός σταθμού που τώρα πια κανείς δεν θυμάται ποιος ήταν. Και τότε θα έρθει το τέλος. Έχουμε ήδη ανατινάξει τη μία διαδρομή..» Προφανώς ο Χάντερ υπέκυψε και άλλαξε θέμα συζήτησης. Αυτή είναι η δουλειά μου». τους τυφλοπόντικες. κι αφού όση ώρα έλειπε είχε προφανώς συγκεντρώσει τις σκέψεις του.. Αν τώρα λοιπόν ανατινάξουμε και την άλλη βόρεια σήραγγα. Και πίστεψέ με. Ξέρεις πώς είναι φτιαγμένος ο ανθρώπινος οργανισμός. Ας πολλαπλασιάζονται στην επιφάνεια. δεν απέχει πολύ εκείνη η μέρα που απλά θα μας σαρώσουν μαζί μ’ όλες μας τις οχυρώσεις.. «Και οι πύλες ασφαλείας. Κυνηγός. Άλλωστε είναι αδύνατο να ξεσηκωθεί ολόκληρο το μετρό για να υπερασπίσει έναν ασήμαντο σταθμό. Να ανατινάξετε τη βόρεια σήραγγά σας. κι έχε γεια αγαπημένη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. περνούν χείμαρροι ολόκληροι από νερά του εδάφους. σαν μετρονόμος. Δύσκολα θα το πιστέψεις. την ακολουθούν εκεί που κρύβεται. άλλα απορροφούν θρεπτικές ουσίες. Αυτό είναι το επάγγελμά μου. εδώ σ’ . Κυνηγάτε. «Θα σου πω κάτι ενδιαφέρον.«Ποιος είμαι. σαν ρολόι. Από πάνω μας. άλλα διατηρούν πληροφορίες. Κι έτσι να απομονώσετε το νέο είδος. τους προβολείς και τα πολυβόλα. Όταν η μόλυνση εισχωρήσει στον οργανισμό. Να πού κρύβεται ο πραγματικός κίνδυνος για το μετρό. το δικό μας είδος θα βγει χαμένο. άλλα μεταφέρουν οξυγόνο. θα πέθαινε ολόκληρος ο οργανισμός. «Πες μου.. Μήπως δεν το ήξερες. Ένας περίπλοκος οργανισμός που αποτελείται από σαράντα χιλιάδες κύτταρα. «Πάντα μένει μια διέξοδος.» θυμήθηκε ο Χάντερ. Λίγο ισχυρότερη να ήταν η έκρηξη. καουμπόη. «Τι σημαίνει όμως αυτό. στράφηκε στον Χάντερ: «Τι ετοιμάζεσαι να κάνεις για να εξαλείψεις την πηγή του κινδύνου. Τίποτα».

Εδώ είναι κάτι καινούργιο. μη δίνοντας σημασία στο απορημένο βλέμμα του πατριού του. τόσο πιο έντονος είναι ο φόβος. Ματ. υπήρξε γενναίος.. αποσπάσματα από ιστορίες που δεν του τις είχαν αφηγηθεί ολόκληρες ή εκείνος δεν τις είχε ακούσει ολόκληρες. έτσι. προς τη σκηνή των φιλοξενούμενων.. Ο Αρτιόμ κινήθηκε διστακτικός στο κατόπι του. Στο κάτω κάτω υπάρχουν πάντα ανταγωνιστές από τον Πετσάτνικι. Αλλά κι οι άλλοι σαν κι εσάς. και μάλιστα του ζήτησε να βγει από τη σκηνή για να μείνουν οι δυο τους χωρίς τον πατριό του. Εντάξει. Κάτι αποτρόπαιο. «Τι σκέφτεσαι για τη δουλειά που κάνω.... αυτός να κοκκινίζει σαν κοριτσόπουλο και να βελάζει με τα χίλια ζόρια. Κάθισαν κι άλλο.. Αρτιόμ. που προφανώς διαρκούσαν χρόνια.. Κατά διαστήματα ξεσπούσαν κάποιες παλιές έριδες. Δεν θα μπορέσουμε να τους αποκόψουμε. δεν είχε πλαγιάσει. Αποπνέει τάφο. Ο πατριός σου φοβάται. ψευτογέλασε ο Σουχόι. είναι αληθινά γενναίος. Εν πάση περιπτώσει. «Δεν μας χρειάζεται κανείς.. Είχε αναψοκοκκινίσει με το τραύλισμα που τον έπιασε.» μουρμούρισε αμήχανος ο Αρτιόμ. Εδώ σ’ εσάς γίνεται κάτι τρομερό. όσο περισσότερο τους ερευνάς. πασχίζοντας να μαντέψει τι ήθελε ένας τέτοιος άνθρωπος να κουβεντιάσει μαζί του. δεν τους έχεις δει πολλές φορές. Τώρα ακριβώς που ένας τέτοιος άνθρωπος τον πρόσεξε και ήθελε να του πει κάτι ιδιαιτέρως. Κι όμως. συζητώντας περί ανέμων και υδάτων. καταλάγιαζαν στο διάστημα του χωρισμού των φίλων και αναζωπυρώνονταν μόλις αυτοί συναντιόντουσαν. «αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάζεται ν’ ακούμε τους ηττοπαθείς. τον έκοψε απότομα ο Χάντερ. όσο περισσότερο τους βλέπεις. λέγοντας ότι είναι ώρα να κοιμηθεί επειδή αυτός μετά τη λήξη της περιπολίας. Και πάλι σαχ!» χαμογέλασε θλιμμένα ο Σουχόι. Ειδάλλως όλοι εμείς από καιρό τώρα. Ένα τέτοιο πράγμα δεν μπορείς να το αφήσεις έτσι. «Θα δούμε». Απόλυτο ματ για όλους μας σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.. Ματ για σένα. να ανατινάξουμε τη σήραγγα. Μόλις δυο μερόνυχτα βρίσκομαι στο σταθμό σας κι αρχίζω να διαποτίζομαι απ’ αυτό τον τρόμο. Κυνηγέ! Και για μένα ματ.» . Συχνά ακούγονταν ονόματα γνώριμα στον Αρτιόμ. αυτό καταλαβαίνω. κουμπώνοντας σφιχτά το μακρύ παλτό του και ανασηκώνοντας το γιακά του. Ο Χάντερ τον περίμενε έξω. «Θα δούμε». Στο τέλος ο Χάντερ σηκώθηκε και. «Την εκτιμάς λοιπόν τη δουλειά μου. αν ο κόσμος την εκτιμάει».» του πρότεινε και άρχισε με το πάσο του να προχωράει στην αποβάθρα. Ούτε σε θέση είμαστε ν’ ανεβούμε στην επιφάνεια και να τους κατακάψουμε εκεί.εμάς φτιάχνουν υπέροχο τσάι. αλλά είναι απίθανο να δεχτεί κανείς να διακινδυνεύσει τη ζωή του εξαιτίας ενός υπέροχου τσαγιού όπως το δικό μας. Εσύ. να τι συμβαίνει. Ο Αρτιόμ πετάχτηκε και τον ακολούθησε. Σύντομα κι εμείς οι ίδιοι δεν θα μπορούμε ν’ αντιμετωπίσουμε την πίεση. Αν δεν υπήρχατε εσείς. δεν πρόκειται απλώς για βανδάλους. ούτε για εκφυλισμένα πλάσματα. για παράδειγμα.. «Πάμε μια βόλτα. μ’ ένα παιδί που ακόμα δεν είχε κάνει για τους άλλους απολύτως τίποτα σημαντικό ή έστω χρήσιμο.» ρώτησε ο Χάντερ. αν καταλαβαίνεις τι εννοώ». Έχει δίκιο ο πατριός σου· εδώ δεν πρόκειται απλώς για ζόμπι.. για τις οποίες ο Αρτιόμ ελάχιστα καταλάβαινε. αποχαιρέτησε τον Σουχόι. Κι όσο περισσότερα ξέρεις γι’ αυτούς. Κι αυτό το καινούργιο αποπνέει παγωμάρα. όπως σε δεκάδες άλλους σταθμούς. χαμογέλασε ο Χάντερ. σε αντίθεση με τον Αρτιόμ. στράφηκε ξαφνικά προς τον Αρτιόμ και του ψιθύρισε: «Έλα έξω για ένα λεπτό». για ευνόητους λόγους.. αν υπάρχουν ακόμα τέτοιοι άνθρωποι. Προτού όμως βγει από τη σκηνή. «Μπράβο.

δεν μοιάζει για τυχαίο. Και όντως. ένιωσε το κορμί του να κοκκαλώνει από το φόβο και τα πόδια του να τρέμουν. Πολύ σημαντικό..«Προς το παρόν μία φορά μονάχα. Αν όμως ο Αρτιόμ αποδεικνυόταν συνένοχος στην εισβολή των Μαύρων. Τι διαολεμένη δουλειά! Πες μου. Όταν σταμάτησε. «Έχεις κάποιο μυστικό. «Έχω κι εγώ ένα μυστικό. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα. αλλά θέλω να είμαι βέβαιος ότι δεν θα το διαδώσει. και λόγω του χρόνου που έχει περάσει από τότε. Κι εσύ το ίδιο. καταλαβαίνεις. που εκείνη τη νύχτα είχε τεθεί στη διάθεση του Χάντερ. κρίνοντας από το σύνολο.» Η καρδιά του Αρτιόμ σφίχτηκε. Κάτι που σε κανέναν στο σταθμό δεν θα το έλεγες. χωνεύοντας τα όσα άκουσε. «Λαμβάνοντας όμως υπόψιν την ηλικία και τη γενικότερη επιπολαιότητα κατά τη στιγμή του συμβάντος. αφηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία για το ταξίδι στο Βοτανικό Κήπο.. Από τότε με τυραννάνε εφιάλτες. Ζήσε». κι έπειτα βιαστικά. σίγουρα τα καθίκια σε ελέγχουν και σου συντρίβουν τον ψυχισμό σου. Μόλις πριν από λίγο καιρό άρχισα να κάνω περιπολία στα βόρεια». δεν αποκλείεται να καταρρεύσω κι εγώ. ο Χάντερ έμεινε για λίγο σιωπηλός. με τ’ όνομά του.» τα μάσησε ο Αρτιόμ. Πλησίασαν στη σκηνή των φιλοξενούμενων... Ο Αρτιόμ το σκέφτηκε για τελευταία φορά και το αποφάσισε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. λένε.. η αντίσταση είναι ανώφελη. Και θα σου πω κι εγώ κάτι.. δίχως τον ελάχιστο δισταγμό. ήταν και ψύχραιμος φονιάς που. Να.» σκυθρώπιασε ο Χάντερ. και για ένα διεισδυτικό άνθρωπο αυτό αρκούσε για να καταλάβει ότι όντως υπήρχε ένα τέτοιο μυστικό. Παραδοθείτε. Ο Χάντερ τον κοίταξε ενθαρρυντικά στα μάτια. Ανίκανος να μιλήσει. κάτι που δεν θα ήθελες να το ακούσει κανένας άλλος. «Ναι. Όχι. και κοίτα να μην είναι καμιά σαχλαμάρα για κοριτσόπουλα. ο Χάντερ του έκλεισε ακόμα μία φορά το μάτι. παραδέχτηκε ο Αρτιόμ..» «Εεε.» Ο Αρτιόμ ταλαντευόταν. Ας τα ανταλλάξουμε. αλλά σε κάποιον ξένο μπορείς να το αποκαλύψεις.. θα παραμέριζε από το δρόμο του τα όποια εμπόδια. «Αλλά. Και για να διαλύσει την αμηχανία του Αρτιόμ όσο γινόταν γρηγορότερα. Γι’ αυτό πες μου εσύ το δικό σου.. ήταν αρκετή κι αυτή η μοναδική φορά. μονοκοπανιά. κάτι μήνες.. Ωστόσο αυτό δεν επεκτείνεται και στους φίλους σου. αλλά φοβόταν να αποκαλύψει το μυστικό του σ’ αυτό τον άνθρωπο ο οποίος ήταν όχι μόνον ενδιαφέρων συνομιλητής και είχε περάσει μια ζωή γεμάτη περιπέτειες.. κι εκείνος κατάλαβε ότι ετοιμαζόταν να του πει κάτι σημαντικό. Και πόσος καιρός έχει περάσει από τότε!» «Εφιάλτες. «Εμένα δεν πρέπει να με φοβάσαι. παιδί μου. είπες. Ο πατριός σου έσφαλε ως προς ένα και μόνο πράγμα. σήμερα για παράδειγμα. για να πω την αλήθεια. αλλά. Δεν είναι αυτός που κρίνει έτσι. Μου χρειάζεται να μοιραστώ με κάποιον το δικό μου μυστικό. Σου εγγυώμαι το απαραβίαστο!» Και του έκλεισε συνωμοτικά το μάτι. Λίγο ακόμα να μείνω εδώ. Έπειτα είπε αργά με βραχνή φωνή: «Σε γενικές γραμμές εσένα και τους φίλους σου θα έπρεπε γι’ αυτό που κάνατε να σας σκοτώσουν για παραδειγματισμό. ενθαρρυντικά αυτή τη φορά.. Αρτιόμ». να κάνω τακτικά αυτές τις περιπολίες σας. Δεν είναι αυτός που μιλάει έτσι. συγχωρείστε. «Να έχεις όμως υπόψιν σου ότι οι γείτονές σου στο σταθμό δεν θα σου . του απευθύνθηκε στα ίσια. Είναι αυτοί που σκέφτονται για λογαριασμό του. Ίσως κι ο ίδιος να μην το καταλαβαίνει. αλλά έμειναν απ’ έξω. Κι αυτός είναι το φερέφωνό τους. Τον κυρίευσε φυσικά η περιέργεια. αλλά κάτι σοβαρό. Εγώ όμως σου έχω ήδη εγγυηθεί το απαραβίαστο. περίμενε τη συνέχεια του κατηγορητηρίου. και πάλι αυτοί που μιλούν για λογαριασμό του.

. τότε έρχονται από το Βοτανικό Κήπο. σε τούτο το σταθμό. «Εμένα. που στο μυαλό του δεν έχουν ακόμα επιτεθεί αυτοί οι βρικόλακες. Ο κίνδυνος πρέπει να εξαλειφθεί. Κάν’ το οπωσδήποτε. Όπως καταλαβαίνω. ο Αρτιόμ είδε να γυαλίζει ζοφερά στο βάθος του σακιδίου η κάνη ενός επιβλητικού όπλου. εφόσον εκεί εμφανίστηκε αυτό το πράγμα. Δεν μπορώ να βασιστώ σε ανθρώπους με σαρακοφαγωμένα μυαλά. Στο πίσω μέρος.» Κι ενώ ο Αρτιόμ μετάνιωνε για τη λογοδιάρροιά του. Αυτό δεν πρέπει να το ξέρει κανείς. Είτε γίνει ανατίναξη είτε όχι. Στο φως του φακού του. «Να. Σήμερα συνάντησα όλους τους παλιούς γνωστούς μου. Κι εκεί να αναζητήσεις έναν άνθρωπο με το παρατσούκλι Μέλνικ. Εκεί τελειώνει η εξουσία σας. τ’ ακούς. κι αυτό αληθεύει. Θα σου δώσω τώρα ένα πράγμα που θα αποδεικνύει ότι είσαι σταλμένος από μένα. στερεωμένα στη σειρά από τη μια μεριά του όπλου. Και μη φοβάσαι θα συναντήσεις παντού ανθρώπους που θα σε βοηθήσουν. Εγώ θα το κάνω αυτό. εσύ θα πρέπει πάση θυσία –πάση θυσία. Μα πώς μπορώ εγώ να σας βοηθήσω. Στον Σουχόι θα πεις ότι σε ρώτησα για την κατάσταση στο σταθμό. Με την αφήγησή σου όμως ξεκαθάρισα κάτι. όπως σίγουρα άκουσες πολλές φορές σήμερα... κοντά στην επιφάνεια της γης.δείξουν έλεος. αν δεν γυρίσω πίσω ως αύριο το πρωί κάποιος θα πρέπει να πει τι μου συνέβη και να διηγηθεί στους συντρόφους μου τι στο διάολο γίνεται στις βόρειες σήραγγές σας. Μη με περιμένεις πάνω από δύο μέρες.» «Άκουσέ με. Χωρίς το φόβο να απελευθερώσουμε τα νερά του εδάφους. Ίσως όμως και να μη χρειαστεί να δώσεις καμιά εξήγηση. Και νιώθω. Έτσι λοιπόν έβαλες με τη θέλησή σου στα χέρια μου ένα ισχυρό όπλο εναντίον σου. τότε η εκδοχή της ανατίναξης της σήραγγας ακυρώνεται. ο Χάντερ σήκωσε το παραπέτασμα της σκηνής και άφησε τον Αρτιόμ να περάσει στο εσωτερικό της. Και τώρα άκουσε το δικό μου μυστικό. η κάψουλα έκλεινε με ένα βιδωτό καπάκι. Και κάτι ακόμα.. ο Αρτιόμ πρόλαβε να παρατηρήσει μαύρα μεταλλικά κουτιά με τις ταινίες του πολυβόλου. Για έλα μέσα ένα λεπτό!» Βγάζοντας το λουκέτο από την είσοδο. θα εξηγήσω μόνος μου τα πάντα σ’ αυτούς που πρέπει. κράτησέ το. Δεν χρειάζεται . Ο διάολος όμως ξέρει τι συμβαίνει στα 700 μέτρα στη βόρεια σήραγγα. Χρειάζομαι έναν υγιή άνθρωπο. στο Βοτανικό Κήπο. Προτού ο Χάντερ το κρύψει από τα ξένα βλέμματα. Εκεί αρχίζει η εξουσία του σκότους. Αν αληθεύει αυτό για τα νερά του εδάφους. Ξέρεις τι εξαρτάται από σένα. κι εμένα προσπαθεί να μεταπείσει. Εκεί θα πάω.– να πας στην Πόλη. βλέπω σχεδόν. προφανώς ενός φορητού συναρμολογούμενου πολυβόλου. Ο πατριός σου φοβάται. Χρειάζομαι εσένα». Αν όλα εξελιχθούν ομαλά. Εξακολουθώ να υποστηρίζω την άποψή μου. ενώ από την άλλη μεριά ήταν τοποθετημένες μικρές πράσινες χειροβομβίδες κατά προσωπικού. Αν δεν γυρίσω. η πιο διαδεδομένη μορφή διακυβέρνησης στην επικράτεια του μετρό της Μόσχας. Αν οι Μαύροι άρχισαν να μπαίνουν εδώ μετά το ταξίδι σας. εκείνος συνέχισε: «Δεν ήρθα τζάμπα σ’ αυτό το σταθμό διασχίζοντας ολόκληρο το μετρό. Άρα εκεί μπορούμε να τους αποκλείσουμε. Μέσα στη σκηνή δεν υπήρχε χώρος. καλλιεργούσαν κάτι που δεν έπρεπε. του πατριού σου συμπεριλαμβανομένου. ο Χάντερ άνοιξε την πλαϊνή τσέπη του σακιδίου κι έβγαλε από εκεί μια μικρή μεταλλική κάψουλα. Φαίνεται ότι εκεί. κι αυτό εξαιτίας ενός τεράστιου σακιδίου σε χρώμα χακί και ενός μπαούλου με εντυπωσιακές διαστάσεις που ήταν ακουμπισμένα κατάχαμα.18 Σ’ αυτόν θα πρέπει να διηγηθείς όλη την ιστορία. φτιαγμένη από κάλυκα αυτόματου. Χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο σχετικά μ’ αυτό το οπλοστάσιο. πώς το μικρό σαράκι της αμφιβολίας και της φρίκης ροκανίζει το μυαλό όλων αυτών που υφίστανται συχνά την επιρροή του. εκεί όπου έπρεπε να βρίσκεται η σφαίρα. Ίσως συμβεί όμως» –για μια στιγμή σταμάτησε και κοίταξε προσεχτικά τον Αρτιόμ κατάματα– «να μη γυρίσω πίσω. Κι ο ίδιος αντιστέκεται όλο και πιο απρόθυμα. Οφείλει και πρέπει να εξαλειφθεί. μετατρέπεται αργά σε δικό τους όπλο.

) ­ . «Νέος άνθρωπος» (λατ. Ευχήσου μου καλή επιτυχία και πάρε δρόμο. έσφιξε το δυνατό χέρι του Χάντερ και πήρε το δρόμο για τη σκηνή του.M.M. (Σ.) ­ 14. Τύπος αυτόματου σοβιετικού περιστρόφου.). Ο Αρτιόμ μόλις που ψέλλισε μια λέξη αποχαιρετισμού.τ.τ. έτσι. Τελειώσαμε.τ. (Σ.) ­ 17.Μ.τ.M. Οι Μόρλοκ τους βλέπουν σαν κτήνη. «Άνθρωπος ο σοφός» (λατ.τ.) ­ 16.M. που όμως έχουν εξελιχθεί σε εντελώς διαφορετικό είδος. προερχόμενα υποτίθεται από τον άνθρωπο. Επίσης παραπέμπει στη γνωστή ομότιτλη ταινία (1979) του διάσημου Ρώσου σκηνοθέτη Αντρέι Ταρκόφσκι (1932-1986) με το ανάλογο ζοφερό κλίμα. (Σ. (Σ.) ­ 13.M. Στα αγγλικά «hunter» είναι ο κυνηγός.) ­ 15. Οι Μόρλοκ είναι ένα φανταστικό είδος όντων. καλύτερα προσαρμοσμένο στη ζωή κάτω από τη γη.. 12. (Σ.να σου εξηγώ πάλι. δημιούργημα του Άγγλου συγγραφέα Τζωρτζ Χέρμπερτ Ουέλς (1866-1946) από το γνωστό μελλοντολογικό μυθιστόρημά του Η μηχανή του χρόνου (1895).) ­ 18..τ. Πρόκειται για ανθρωποειδή.τ. (Σ.).M. κι αυτοί δεν προβάλλουν αντίσταση όταν συλληφθούν. Κύρια τροφή τους είναι οι Ελόι. «Μυλωνάς» στα ρωσικά. προερχόμενοι επίσης από ανθρώπους. Πρέπει να κοιμηθώ». καμπουριάζοντας κάτω από το βάρος της αποστολής που του είχε ανατεθεί. Η αγγλική λέξη «stalker» σημαίνει τον κυνηγό που βγαίνει στο καρτέρι ή τον επίμονο διώκτη. (Σ.

Τις νύχτες η ένταση του φωτισμού στο σταθμό μειωνόταν κάπως. Έπειτα από δεκαετίες ζωής κάτω από τη γη.ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Αν δεν γυρίσω πίσω ΣΚΕΦΤΟΤΑΝ ότι. γυρνώντας στο σπίτι. ενώ τα απανθρακωμένα πτώματα. καταβροχθίζοντας τα πάντα αδιακρίτως. το φως δεν έσβηνε τελείως. όπως και οι απροσεξίες με όπλα και εκρηκτικά. όπως γινόταν άλλοτε στα τρένα μακράς διαδρομής για να μπορεί ο κόσμος να κοιμηθεί. εκτός από τις περιπτώσεις βλάβης. Τα ρολόγια αυτά θεωρούνταν ισάξια με στρατηγικούς στόχους όπως το οπλοστάσιο. Εξαιτίας της νυχτερινής περιπολίας και του ύπνου που πήρε το πρωί. εκτός του ειδικά καθορισμένου για τέτοιες ενέργειες χώρου. Τα σαμποτάζ κατά στρατηγικών στόχων επέσυραν την ανώτατη ποινή. Το κάπνισμα και το άναμμα φωτιάς στην αποβάθρα. σκασμένα από την ασύλληπτη ζέστη της φωτιάς. δεν θα κατάφερνε να αποφύγει μια ανάκριση Ο ΑΡΤΙΟΜ γεμάτη εμπάθεια. αλλά και των χούλιγκαν να τα καταστρέψουν. ο Αρτιόμ έπρεπε τώρα να δουλέψει πάλι νυχτερινή βάρδια στο εργοστάσιο του τσαγιού. Παρά τις υποθέσεις του όμως. καθώς είχε πάνω από ένα εικοσιτετράωρο να χορτάσει ύπνο. Εδώ είχαν το δικό τους σκληρό. χαμήλωναν τα φώτα και απαγορευόταν ο θόρυβος. εντούτοις δεν συγκρινόταν με την όραση των πλασμάτων που κατοικούσαν στις σήραγγες και τα εγκαταλειμμένα περάσματα. που είχαν γίνει ένα με το λιωμένο πλαστικό και το καραβόπανο. το πραγματικό νόημα της μέρας και της νύχτας χανόταν βαθμιαία. τιμωρούνταν αυστηρότατα. Την ακριβή ώρα οι κάτοικοι του σταθμού τη μάθαιναν από δυο ρολόγια που ήταν βαλμένα αντικριστά πάνω από την είσοδο της σήραγγας. ήταν βολικό να κοιμούνται την ίδια ώρα που ξεκουράζονταν και τα ζώα. αλλά ποτέ. διόρθωναν ταχύτατα και την παραμικρή βλάβη. ιδιόμορφο ποινικό κώδικα. Αυτά τα δρακόντεια μέτρα ερμηνεύονταν από το γεγονός ότι αρκετοί σταθμοί είχαν ήδη γίνει στάχτη. Όσο κι αν η όραση των ανθρώπων είχε οξυνθεί με τα χρόνια που είχαν περάσει στο σκοτάδι. προσπαθώντας να μάθει τι συζητούσαν αυτός κι ο Χάντερ. και πολλούς μήνες μετά την καταστροφή οι γεμάτες οδύνη κραυγές αλλοφροσύνης αντηχούσαν στ’ αυτιά των κατοίκων γειτονικών σταθμών. Σίγουρα ο πατριός του θ’ άρχιζε να τον ταρακουνάει. αλλά ροχάλιζε ειρηνικά. συνυπολογίζοντας τη μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης. στο φως των φακών των έντρομων . βάσει του οποίου η διοίκηση της ΒΕΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ δίκαζε τους εγκληματίες σε έκτακτο δικαστήριο. Τα παρακολουθούσαν πάντα. μέσα στο σκοτάδι το διάσπαρτο με θαμπά κόκκινα φώτα. Η διαίρεση σε ημέρα και νύχτα γινόταν μάλλον από συνήθεια παρά από ανάγκη. Η φωτιά εξαπλωνόταν στη στιγμή στις πολιτείες των σκηνιτών. χαμογελούσαν πλατιά δείχνοντας τα δόντια τους. για το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων του σταθμού. Η νύχτα είχε νόημα στο βαθμό που. εκείνος δεν τον περίμενε με τον τροχό των βασανιστηρίων και τις πεδούκλες έτοιμες. συνεπάγονταν την τάχιστη αποπομπή από το σταθμό και την κατάσχεση της περιουσίας του παραβάτη. η οποία τώρα κατά τα φαινόμενα είχε καθιερωθεί άπαξ διαπαντός. ενώ οι κάθε είδους απόπειρες όχι μόνο σαμποτάζ. τα φίλτρα του νερού και η ηλεκτρογεννήτρια. φτάνοντας μέχρι την αποπομπή από το σταθμό.

Χοιροτροφείο. έμενε με την πραγματική του οικογένεια: τον πατέρα. Αγαπούσε βέβαια πολύ τον πατριό του και τον σεβόταν ακόμα και τώρα που είχαν σπάσει τα νεύρα του. οπλοποιείο· κάθε κάτοικος δούλευε σ’ ένα ή και σε δύο μέρη. δεν κατάφερε να φτιάξει μια οικογένεια. και η καλή φήμη που απέκτησε η ΒΕΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ προσείλκυσε πολλούς που ήθελαν να εγκατασταθούν εδώ. τράβηξε για το σπίτι του καλύτερού του φίλου. ούτε καν συγγενής του. αλλά πατέρα. διαπράττονταν σπανίως και κυρίως από ξένους. Επιπλέον οι άντρες ήταν υποχρεωμένοι μια φορά στις δυο μέρες να προσφέρουν στρατιωτική υπηρεσία σε μία από τις σήραγγες. Αν όμως λάβουμε υπόψιν μας ότι σχεδόν οι πάντες βρίσκονταν συνεχώς εκτεθειμένοι σε κοινή θέα. μην ξέροντας πού να πάει. να του αποκαλύψει επαγγελματικά μυστικά. Η μια αποστολή διαδεχόταν την άλλη. και ο Αρτιόμ. Ο Ζένκα ήταν συνομήλικός του. Σε ελάχιστους σταθμούς η ζωή καθοριζόταν με τόση ακρίβεια. κι ακόμα δεν είχε βρει κανέναν που να μπορεί να του μεταβιβάσει ένα μέρος του έργου του. κι αυτός. δεν είχε ούτε καν γυναίκα να περιμένει το γυρισμό του από τα ταξίδια. βαυκαλιζόμενος με τη σκέψη ενός ευτυχισμένου αύριο. και ο Αρτιόμ ζήλευε στα κρυφά το φίλο του. ο γερόλυκος των σηράγγων. να εξαφανιστεί από τη ζωή του σταθμού ατέλειωτες μέρες. για να μπορέσει επιτέλους ο ίδιος ν’ ασχοληθεί με κάποια ελαφριά δουλειά στο σταθμό. αλλά ο Σουχόι δεν μπορούσε να απελευθερωθεί. Προς το παρόν όμως αντάξιος αντικαταστάτης του ούτε καν φαινόταν στον ορίζοντα. και ποτέ δεν τον αποκαλούσε μπαμπά. ήξερε μάλιστα ότι είχε βάσιμες ελπίδες για ένα διευθυντικό πόστο στο σταθμό χάρη στο κύρος του. και γενικά εγκλήματα. Τα χρόνια του πέρασαν. τα σαμποτάζ και η κακόβουλη αποχή από την εργασία. και ίσως θα ’πρεπε να βιαστεί. με τον καιρό το μετάνιωσε. τη μητέρα του και τη μικρότερη αδερφούλα του. Οι περιπτώσεις στις οποίες είχε καταφέρει να σωθεί ολόκληρη μια οικογένεια ήταν μεμονωμένες. που όταν μάθουν να μιλούν να μην τον λένε μπαρμπα-Σάσα. αλλά. και να γεννηθούν παιδιά. εργοστάσιο του τσαγιού. Και ο Σουχόι. πυροσβεστική και μηχανολογική υπηρεσία. συνεταιρισμός κρέατος. Σφιγγόταν η καρδιά του μόλις αντίκριζε μανάδες με μικρά παιδιά. Μέχρι τη νυχτερινή βάρδια στο εργοστάσιο του τσαγιού έμεναν λίγες ώρες ακόμα. αναβάλλοντας . Με αποπομπή τιμωρούνταν επίσης οι κλοπές. Τα γεράματα και η ανημποριά έρχονταν όλο και πιο κοντά. το λαμπρό υπηρεσιακό του φάκελο και τις φιλικές του σχέσεις με τη διοίκηση. όφειλαν να καλύψουν τα καθημερινά τους πλάνα. μικροί και μεγάλοι. να του εμπιστευτεί τις διασυνδέσεις του. του Ζένκα· ήταν αυτός με τον οποίο έκαναν έναν καιρό το ιλιγγιώδες εκείνο ταξίδι στην επιφάνεια της γης. ζούσε το σήμερα. στους περισσότερους σταθμούς η απροσεξία με τη φωτιά εντάχθηκε στην κατηγορία των βαρύτατων ποινικών εγκλημάτων. φυτείες των μανιταριών. και όλοι. Και τότε ήλπιζε ότι θα βρεθεί μια γυναίκα πρόθυμη να γίνει σύζυγός του. Εντούτοις σπανίως και απρόθυμα γίνονταν δεκτοί ξένοι για μόνιμη εγκατάσταση. κι αυτός. ίσως για πάντα. Από καιρό τώρα σκεφτόταν μια πιο ήσυχη δουλειά. παρόμοια εγκλήματα. ενώ σε καιρό συγκρούσεων ή εμφάνισης από τα βάθη του μετρό κάποιου νέου κινδύνου οι περίπολοι ενισχύονταν επανειλημμένα και στις γραμμές στέκονταν ετοιμοπόλεμες οι ενισχύσεις. Προκειμένου να αποφευχθούν ανάλογα ζοφερά συμβάντα. σε αντίθεση με τον Αρτιόμ. και ότι στο σταθμό ζούσαν το πολύ διακόσιοι άνθρωποι. ο χρόνος λιγόστευε όλο και πιο πολύ. κι ονειρευόταν πως θα ’ρθει μια μέρα που δεν θα χρειάζεται να φύγει ακόμα μία φορά μες στο σκοτάδι.πραματευτών που τα προσπερνούσαν ή των ταξιδιωτών που έτυχε να περιφέρονται μέσα σε τούτη την κόλαση. Η εργασιακή πειθαρχία στο σταθμό ήταν υποχρεωτική. που στην αρχή ζήτησε ο ίδιος από τον Αρτιόμ να τον αποκαλεί μπαρμπα-Σάσα. αλλά καταλάβαινε ότι ο Σουχόι δεν ήταν πατέρας του. βδομάδες.

μάντεψε μέσα του ο Χάντερ όταν του ζήτησε μια τόσο δύσκολη και ριψοκίνδυνη εξυπηρέτηση.τι άρεσε λιγότερο στον Αρτιόμ. Μου την έχει δώσει τόσο πολύ. κονιορτοποιώντας και ξεραίνοντας μανιτάρια. δίχως να χαραμίσει τα νιάτα του. καθώς όλο και πιο καθαρά καταλάβαινε τη μοίρα που του προετοίμαζε ο πατριός του. «Γεια!» απάντησε ο φίλος στο χαιρετισμό του Αρτιόμ. δεν τον σκεφτόταν σαν συνεχιστή του έργου του. Ήσουν στο φυλάκιο. και η προοπτική να φυτοζωεί θλιβερά. ώστε έπαψε να μπουκώνει με φλούδες μανιταριών την κούκλα από κουρέλια που της είχε ράψει η μητέρα της και. μην τολμώντας ποτέ να πάει πέρα από τα 500 μέτρα. Έλα. αν μη τι άλλο δεν θα έμενε στο σταθμό ξεχνώντας την εντολή που είχε λάβει αν κάτι συνέβαινε στον Χάντερ στο Βοτανικό Κήπο. θα τ’ αντέξω.» Ο Αρτιόμ έριξε μια ματιά γεμάτη νόημα στην αδερφούλα του Ζένκα. Προφανώς ο Σουχόι δεν ήθελε να υποβληθεί κι ο Αρτιόμ στους παράλογους κινδύνους της δικής του ζωής με τις περιπλανήσεις στο μετρό. η οποία ενδιαφερόταν τόσο πολύ για την επικείμενη συζήτηση. καταλαβαίνοντας τι είχε στο νου του ο Αρτιόμ. δουλεύοντας και ανασταίνοντας παιδιά. Σίγουρα αυτήν ακριβώς την τάση για περιπέτειες. μου φαίνεται. Ακόμα κι αν ο Αρτιόμ δεν έφτανε στον προορισμό του. με κομμένη την ανάσα. εντάξει. «Άκου. μικρή!» είπε βλοσυρός ο Ζένκα. με συζητήσεις για το μέλλον και δυνατό τσάι. Είχες υπηρεσία σήμερα. Ο Αρτιόμ ένιωθε να κοχλάζει μέσα του η ενέργεια. Πάρε λοιπόν αγκαλιά τα κουκλιά σου κι εμπρός!» . παρά τη σχεδόν πατρική αγάπη που ένιωθε γι’ αυτόν. Τι έγινε εκεί. Ο Αρτιόμ ήξερε ότι ο πατριός του. Κι εμένα εκεί μ’ έβαλαν.διαρκώς την οριστική επιστροφή του και εξακολουθώντας να ποτίζει με τον ιδρώτα και το αίμα του το γρανίτη ξένων σταθμών και το τσιμέντο απόμερων σηράγγων. Ούτε που καταλάβαινε ότι μ’ αυτήν ακριβώς τη δυσπιστία του απέναντι στον Αρτιόμ τον έσπρωχνε στις πιο παράτολμες περιπέτειες. ε. και εντελώς άδικα τον θεωρούσε το πολύ πολύ μπούφο. Ευτυχώς ο Ζένκα βρισκόταν στο σπίτι του.. Η λαχτάρα να φύγει από το σταθμό μεγάλωνε καθημερινά μέσα του.. «Μάζεψε τα τσουμπλέκια σου και πήγαινε να παίξεις στους γείτονες. Λαχταρώντας όμως μια τέτοια ζωή για τον Αρτιόμ. και έπειτα από μιας ώρας συζήτηση κατάλαβε ότι μπορούσε να βασίζεται στον Αρτιόμ. αλλά να ζήσει έτσι όπως ονειρευόταν να ζήσει ο ίδιος: με ηρεμία και ασφάλεια. αλλά η κούραση και η ηλικία του. κατάφερε να επιζήσει από εκατοντάδες περιπέτειες και να τις χορτάσει. σε κάλεσε για επίσκεψη. παρά το γεγονός ότι ο Αρτιόμ είχε πια μεγαλώσει και δεν μπορούσε να προφασιστεί ότι είναι μικρός ακόμα και ότι θα τον φοβίσουν τα ζόμπι ή θα τον φάνε οι αρουραίοι. πέρασε διά πυρός και σιδήρου. τους κοίταζε με γουρλωμένα μάτια από τη γωνία της σκηνής. λησμονούσε ότι κι ο ίδιος. του φαινόταν εντελώς παράλογη. Η καριέρα του κατασκευαστή τσαγιού και ο ρόλος του πολύτεκνου πατέρα ήταν ό. Και ο Κυνηγός δεν έσφαλε στην επιλογή του. προτού αρχίσει να στοχεύει σ’ αυτήν. Αν όμως με βάλουν μαζί σου. «Είσαι κι εσύ απόψε το βράδυ στο εργοστάσιο. μόλις τώρα άρχιζε να ζει. και τώρα ο Αρτιόμ μπορούσε να περάσει το βράδυ του με τα τελευταία κουτσομπολιά. την επιθυμία να παρασυρθεί σαν πούπουλο από τα ρεύματα των σηράγγων και να τα ακολουθήσει στο άγνωστο κυνηγώντας το πεπρωμένο του. για τις οποίες μετά του τις έβρεχε. Δεν τον έπαιρνε μαζί του στα μακρινά ταξίδια. Ο Κυνηγός μυριζόταν σωστά τους ανθρώπους. που ήθελα να ζητήσω από τη διεύθυνση την αντικατάστασή μου. Πρέπει να έχουμε καλές σχέσεις με τους γείτονες. Η Κάτια. λέγε! Άκουσα ότι είχατε ένα επείγον περιστατικό. αλλάζοντας σπάργανα. Και τώρα δεν μιλούσε μέσα του η σοφία η αποκτημένη με τα χρόνια.

«Όλοι τους λένε ψέματα. ώσπου να βρουν επιτέλους το αφεντικό τους. οι κάτοικοι κατάφεραν όχι απλώς να επιζήσουν υπό συνθήκες που μέρα με την ημέρα χειροτέρευαν. την ύστατη ανάμνηση ενός ωραίου κόσμου που σβήστηκε μέσα στην ανυπαρξία. μερικές φορές μάλιστα έφερναν και βιβλία που ήταν λερωμένα και συχνά τους έλειπαν κάποιες σελίδες. Άλλοι έλεγαν ότι ένας τεράστιος αρουραίος βγήκε από τη σήραγγα. ποτέ δεν γνώρισαν και δεν μπορούσαν να γνωρίσουν έναν αλλιώτικο κόσμο πέρα από το ατέλειωτο σύμπλεγμα καταθλιπτικών και στενών σηράγγων. δεν το ξέρεις. από τσέπη σε τσέπη. Είναι το αγαπημένο του αστείο: ένας αρουραίος σε μέγεθος γουρουνιού. παρά την απόσταση από το κέντρο και τις κεντρικές οδούς του εμπορίου. Ένα σκυλάκι ήταν. γυρνώντας σαν τους νομάδες από μπαούλο σε μπαούλο. Τι ακούς από τα παιδιά. είσαι πολύ μικρή ακόμα για να μιλάς για φαρμακερά μανιτάρια. ώστε. έστω και μέσα στα όρια του σταθμού. άλλοι ότι τρομοκρατήσατε έναν ανιχνευτή των Μαύρων. και με ύφος καταδικασμένου άρχισε να ετοιμάζεται. «Έλεγε ψέματα επίτηδες. Όμως η σχέση των κατοίκων του σταθμού με τα βιβλία ήταν τέτοια. Λένκα. «Μα εγώ άκουσα από τον ίδιο τον Αντρέι ότι ήταν αρουραίος!» είπε αμήχανος ο Ζένκα.» Οι φίλοι του Ζένκα ήταν πραματευτές που πούλαγαν τσάι και χοιρινό κρέας στο πανηγύρι της Προσπέκτ Μίρα. Είναι χιουμορίστας. μετέδιδαν τη σχέση αυτή με τα βιβλία στα παιδιά τους. από έμπορο σε έμπορο. τι σοβαροί τύποι! Έτσι κι αλλιώς εγώ τα ξέρω όλα! Για τα φαρμακερά μανιτάρια σας θα μιλήσετε!» τους πέταξε περιφρονητικά αντί για χαιρετισμό. χαμογέλασε ο Αρτιόμ.» «Κανέναν μην πιστεύεις!» τον συμβούλευσε ο Αρτιόμ. Ποιον να πιστέψω. Ακόμα δεν στέγνωσε το γάλα στα χείλη σου!» την έβαλε στη θέση της ο Αρτιόμ.τι τους έδιναν. τι έγινε. Η διοίκηση του σταθμού προσπαθούσε να δώσει στο ζήτημα αυτό τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. κι έτσι μαζεύονταν πολλά ασήμαντα βιβλία. διαδρόμων και διαβάσεων. κάθε είδους κουρελαρία. τα οποία δεν είχαν πια τίποτα να θυμούνται. Το κακό ήταν ότι οι πραματευτές δεν κάθονταν να κάνουν επιλογές. παλιόρουχα. κανείς ποτέ δεν έσκισε ούτε μία σελίδα. Άντε. διασχίζοντας το μισό μετρό. ενώ ταυτόχρονα έκανε υποδείξεις στην κούκλα της. «Κι εσύ. και η ερώτηση απέμεινε να αιωρείται στον αέρα.Το κοριτσάκι κλαψούρισε αγανακτισμένο. εμπνεόμενοι από την ανάγνωση. έπαιρναν ό.» ρώτησε αμήχανη η μικρή. Το μάζεψε ο Αντρέι. Κανείς ωστόσο δεν καταδέχτηκε να της εξηγήσει. και ο σταθμός διέθετε τη μικρή του βιβλιοθήκη. που κοίταζε με τα ξεπλυμένα μάτια της το ταβάνι. και οι κάτοικοι της ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ περηφανεύονταν θεωρώντας το σταθμό τους έναν από τους τελευταίους προμαχώνες . λέγε. Όταν έφυγε. στην οποία κυρίως έφταναν όλα τα βιβλία που πουλιόντουσαν στα πανηγύρια. «Για σκέψου. Και μάλιστα κουτάβι. «Εσύ δεν έχεις κανένα νέο. Στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ επαίρονταν ότι. κι αυτά τα βιβλία έφταναν από άγνωστους δρόμους στην Προσπέκτ Μίρα. «Τι είναι το γάλα. αποκρίθηκε ο Αρτιόμ. που εκτιμούσαν τη θύμηση του κάθε δευτερολέπτου. Θεωρούσαν τα βιβλία τα άγια των αγίων. ακόμα κι από το πιο ασήμαντο βιβλιαράκι της βιβλιοθήκης. Τα παιδιά μάθαιναν οπωσδήποτε ανάγνωση. Είπε ότι θα βγει γερμανικό τσοπανόσκυλο». Εγώ εδώ άκουσα σχεδόν τα πάντα. αλλά και να διατηρήσουν. καταλαβαίνεις». και μάλιστα τον τραυματίσατε. που είναι πεζοναύτης. Γυρνούσαν πίσω φέρνοντας πολυβιταμίνες. τον ανθρώπινο πολιτισμό που έσβηνε ορμητικά σε ολόκληρο το μετρό. αγγίζοντας τα χείλη της. Λίγα ήταν τα σημεία στο μετρό στα οποία ο έντυπος λόγος θεοποιήθηκε τόσο. ο Ζένκα έκλεισε από μέσα το παραπέτασμα της σκηνής και ρώτησε: «Λοιπόν. Και οι μεγάλοι.» «Ε.

τότε άι στο διάολο!» «Εντάξει. Σαν να μην τρέχει τίποτα. δεν ξέρει τα πάντα στον κόσμο. λέει ο Λιόχα. Αν του βρουν για δεύτερη φορά. «Άκου εδώ. Είναι ενδιαφέρον έτσι κι αλλιώς. ε. Για μάγους όμως δεν άκουσα τίποτα».» «Είσαι βλάκας». Οι τύποι νοιάζονται για την υγεία». Έφτασε ως τη Σουχαριόφσκαγια. του κατάσχουν τα πάντα και τον πετάνε έξω από το σταθμό.» ρώτησε απορημένος ο Αρτιόμ. «Αυτή τη φορά τα παιδιά δεν έφεραν τίποτα». Κυκλοφορούν βέβαια διάφορες φήμες. αν βρουν πάνω στον πραματευτή χασίσι. Τώρα. εφόσον προκαλεί παραισθήσεις. έτσι στα ίσια το απαγόρευσαν. ότι είναι ναρκωτικό. και στη σκηνή τους είχαν μια σχεδόν κανονική βιβλιοθήκη.» «Τι να μην πιστέψω γι’ αυτούς. Ίσως όμως απλώς να μην ήθελε να σε τρομάξει. αλλά μίλα τους για φήμες. Πώς είναι η κατάσταση. θίχτηκε ο Ζένκα. είναι παραμυθάς ο Λιόχα σου! Και τι έγινε.» «Ξέρεις κάτι. και αρκετοί τόμοι ρωσικής κλασικής λογοτεχνίας. είπε ο Ζένκα. Σ’ αυτήν υπήρχαν. «Τι ακούγεται. αν δεν θες ν’ ακούσεις. τέτοια κομμάτια που όμοιά τους δεν είχε πια κανείς στο σταθμό κι ίσως σ’ ολόκληρο το μετρό: Μάρκες. Ε.» Κι ο Αρτιόμ . ναι!» θυμήθηκε. το ξέρεις άλλωστε ότι οι πραματευτές δεν κάνουν χωρίς φήμες και ιστορίες. «Ποιον. λέει. Αυτοί υπάρχουν. παρ’ όλο τον σεβασμό που του έχω. «Μάγο. «Καλά.. Ένα μάγο». Υποσχέθηκε να μου κρατήσει μερικά». Τώρα όλα μοιάζουν ήσυχα. Μπας και του χάρισε ο μάγος κανένα μαγικό ραβδάκι. Κάφκα. Το ότι μέχρι σήμερα δεν συνάντησες μάγους και δεν άκουσες γι’ αυτούς δεν σημαίνει κι ότι δεν υπάρχουν. Μου το είπε ο πατριός μου. κι έτρεχε πρώτος σ’ αυτούς για να μάθει μήπως έφεραν τίποτα καινούργιο.της κουλτούρας. «Στην Προσπέκτ Μίρα απαγόρευσαν την πώληση του χασισιού. Για τους μεταλλαγμένους από τη Φιλιόφσκαγια το πιστεύεις. Και ποιοι είναι αυτοί. Αν φυσικά τα συγκρίνουμε με την εποχή που η Χάνσα πολεμούσε με τους Κόκκινους. Κι εκεί συνάντησε έναν μπάρμπα που είχε πολύ ενδιαφέρον. Σε όλη τη Χάνσα! Για τον πραματευτή αυτό είναι θάνατος». Αν και βέβαια ακούγεται. Μια φορά ο Λιόχα έφτασε πιο πέρα από την Προσπέκτ Μίρα.» «Έκριναν. με καφετιές κηλίδες από το αίμα κάποιου. αλλά αυτό γινόταν πάντα. χώρια που το σημειώνουν. Βιβλία διάβαζαν και ο Αρτιόμ και ο Ζένκα. Βιάν. είναι σαφές. Ζεν. του απαγορεύουν γενικά την πρόσβαση στη Χάνσα για μερικά χρόνια. τη βόρεια προφυλακή του πολιτισμού στη γραμμή Καλούζκο-Ρίζσκαγια. «Αυτοί να νοιαστούν για τη δικιά μου την υγεία! Τι πάθανε έτσι ξαφνικά με τους δικούς μας. Πήγε εκεί για κάτι μυστήριες δουλειές. Ο Ζένκα περίμενε κάθε φορά το γυρισμό των φίλων του από τα πανηγύρια. καταφαγωμένα μερικές φορές από τη μούχλα και τους αρουραίους. Α. Και ότι ο εγκέφαλος νεκρώνεται αν πάρεις πολύ απ’ αυτό. στη δική μας γραμμή. μίλα.» «Η κατάσταση. Και τότε το βιβλίο πρώτα πήγαινε στον Ζένκα και μετά στη βιβλιοθήκη. Στη Σουχαριόφσκαγια. Μπόρχες. Στον Αρτιόμ έφερνε βιβλία ο πατριός του από τα ταξίδια του. που δεν κάθισε ούτε να τις κουβεντιάσει. «Θαρρείς ότι εσύ ξέρεις τα περισσότερα απ’ όλους.. «Ο Λιόχα λέει ότι κάποιος θα έχει σ’ ένα μήνα μια παρτίδα βιβλία από την Πόλη. «Δεν μιλάω για βιβλία!» κούνησε το χέρι του ο Αρτιόμ. Είναι όμως άλλο θέμα αν θα πιστέψεις ή όχι τις ιστορίες τους.» Ο Αρτιόμ δεν κρατήθηκε κι έβαλε τα γέλια. «Τι παραπληροφόρηση. Με λίγα λόγια. κιτρινισμένα από τον καιρό. «Ο Λιόχα λέει ότι αυτά τα σχετικά με την υγεία είναι παραπληροφόρηση».» έκανε ο Ζένκα έναν τόνο χαμηλότερα. «Σίγουρα και ο Σουχόι. Ή μήπως το λουλουδάκι του παραμυθιού με τα εφτά χρώματα. Χτικιάζουν μια και καλή χωρίς αυτές· άσ’ τους ατάιστους.

λέει. «Κάτι έλεγες για ένα μάγο». που λες. και τα φαρμακερά μανιτάρια στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου μανιτάρια. αλλά οι Κόκκινοι τώρα τον μετονόμασαν σε Κίροφσκάγια· υπήρχε. Εγκαταλειμμένη..20 Ο άνθρωπος.. κλεφτρόνια. Λέει ότι βλέπει πνεύματα. ούτε φαίνεται κανένα πλάσμα. Επειδή δεν είναι καθόλου αυτό που νομίζουμε. Έτσι η σήραγγα από τη Σουχαριόφσκαγια για τον κοντινότερο σταθμό είναι ατέλειωτη.» «Ο Χοτάμπιτς είναι τζίνι. έρημη. ούτε αρουραίοι. αλλά ο Ζένκα αγνόησε την παρατήρησή του και συνέχισε: «Ο άνθρωπος είναι αποκρυφιστής.. Υπάρχουν βέβαια κι αρκετά ρεμάλια. και τώρα δεν υπάρχει πια».. «Λοιπόν. τέρμα! Υπήρχε κάποτε ένας άνθρωπος... Βλέπεις. δεν είναι κανένας Χοτάμπιτς19 φαλακρός που να βγαίνει μέσα από το μαγικό λαγήνι. καθαρή. σε προειδοποιεί για τους κινδύνους. Δεν πρόκειται για χασίσι... Στη Σουχαριόφσκαγια. δεν μένει κανείς μόνιμα. Φοβήθηκαν οι άλλοι να γειτονεύουν μ’ έναν τέτοιο σταθμό κι έκλεισαν τη διάβαση μ’ έναν τοίχο. Έτσι οι πραματευτές από άλλους σταθμούς σταματούν εκεί για να περάσουν τη νύχτα.. Ούτε ψυχή δεν υπάρχει. μερικές φορές αναγκάζονται να κάθονται και να περιμένουν και βδομάδες ακόμα μέχρι να μαζευτούν αρκετοί. και φτύσει τις προλήψεις και την περάσει. Αν πάνε μόνοι τους. Και στη Σουχαριόφσκαγια αναζητούν παρέα για να την περάσουν όλοι μαζί. διάφοροι τσαρλατάνοι. ήσυχη. λένε. που συνορεύει με την Κόκκινη Γραμμή.. Τυχαίνει όμως να βρεις και αξιόλογους ανθρώπους. όσο περισσότεροι είναι οι άνθρωποι. Χάνονται έτσι. Και δεν είναι τίποτα. «Τώρα θα φτάσω και στο μάγο. Έφαγε τη μισή του ζωή να μελετά κάθε είδους μυστικιστική φιλολογία. όλοι της προσκολλήσεως στους πραματευτές. βρίσκει πράγματα. μια κανονική σήραγγα είναι. Και μάλιστα δεν φαίνεται να υπάρχει κάτι που να τους μοιάζει.χαμογέλασε. Μάλιστα! Λέει ότι κι αυτοί που φτιάχνουν το χασίσι κι αυτοί που το παίρνουν είναι παλαβοί. Φαντάσου ότι ακόμα. δεν θροΐζει τίποτα. Όχι αυτό που νομίζεις. Στη Σουχαριόφσκαγια στις σήραγγες αρχίζει να συμβαίνει ένα τρελό πράμα. περίμενε λιγάκι». επειδή οι αρχές της Χάνσας τους διώχνουν από την Προσπέκτ Μίρα μετά το σιωπητήριο.. τον διόρθωσε προσεχτικά ο Αρτιόμ. του υποσχέθηκε ο Ζένκα.» –και στο σημείο αυτό ο Ζένκα έκανε μια θεατρινίστικη παύση– «ακόμα και στο μετρό περιφέρεται χωρίς όπλο! Χωρίς κανένα απολύτως όπλο! Μόνο μ’ ένα σουγιά για να κόβει τα τρόφιμα κι ένα πλαστικό μπαστούνι. «Φοβούνται. κι αυτά θα πρέπει να ξέρεις να τα ξεχωρίζεις. είναι σχεδόν σίγουρο ότι δεν θα περάσουν. Εκεί μέσα λοιπόν χάνονται οι άνθρωποι... Και τώρα η Τουργκένιεφσκάγια είναι έρημη.. Μια φορά μάλιστα έπεσε στα χέρια του ένας οδηγός για το μάζεμά τους. όχι μάγος».. Αν όμως την άλλη μέρα βαρεθεί ν’ ακούει κανείς πόσο καθαρή και άνετη είναι. Εκεί συνάντησε ο Λιόχα το μάγο. τότε περνάνε.. Τέτοια μανιτάρια δεν είδε ποτέ στη ζωή του να φυτρώνουν στην κεντρική Ρωσία. πάνω από δέκα άνθρωποι. λένε.. ένα κομμούνι που το ’λεγαν Κίροφ. Ο Λιόχα λέει ότι εκεί μπορείς να συναντήσεις μερικές φορές πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους. οι άνθρωποι να πάνε προς το νότο περνώντας μόνοι απ’ αυτή τη σήραγγα. κι εκεί δεν είχε ούτε λέξη γι’ αυτά. Κι αν δεν γίνεται κανένα πανηγύρι κι οι άνθρωποι είναι λιγοστοί. Εκεί από τον Τσίστιγιε Προυντί υπήρχε μια διάβαση. ούτε μεταλλαγμένοι. και τότε θ’ ακούσεις πολλά. Μετά τη Σουχαριόφσκαγια ο επόμενος σταθμός είναι η Τουργκένιεφσκάγια. ξέρεις. Αυτοί που τα τρώνε νομίζοντας ότι . τόσο πιο ασφαλείς είναι. ούτε έχει πουθενά μέρος να χαθείς. όμως οι άνθρωποι που δοκιμάζουν να τη διασχίσουν πολύ συχνά χάνονται. Εκεί ξεκουράζονται και οι ταξιδιώτες προτού τραβήξουν για το νότο.. Κι έτσι μαζεύεται εκεί κάθε καρυδιάς καρύδι. βλέπει το μέλλον. διαβάζει τη σκέψη. Αν όμως πάνε καραβάνι. διακλαδώσεις δεν έχει. χωρίς ν’ αφήσουν ίχνη. Ο Λιόχα μάλιστα θυμάται κάτι για κάποιον Καστανέδα. Εκεί τάχα δεν ζει κανείς. Περνούσαν που λες τη νύχτα κοντά στη φωτιά. του υπενθύμισε ήρεμα ο Αρτιόμ.

κι αυτός ο γέρος είναι ένα από τα τελευταία θετικά. «Όχι. κι οι δυνάμεις του λιγοστεύουν όλο και περισσότερο. Κι ο αρχηγός τους ζει στο πιο βαθύ σημείο του μετρό”. Κι από την έκβασή της εξαρτάται το κοινό μας μέλλον. Κι έτσι και τη χάσει. Μου είπε ο πατριός μου και πώς τον λέγανε. Τώρα όμως μου επιτίθενται ενεργειακά.. αλλά του μπαρμπα-Σάσα.. υπήρχαν πολλά θετικά μέντιουμ και η μάχη γινόταν με ίσους όρους.. Κι ο γέρος να του λέει ότι σύντομα αυτόν. και μεγάλες βλακείες. Αυτό θαρρώ συμβαίνει και με το μάγο σου. Φαντάσου. αλλά για τον πατριό μου τότε δεν ήταν καθόλου αστείο. Δεν σου είπε ο πατριός σου... έτσι είπε ο μάγος. αλλά καταλαβαίνεις κι εσύ ότι στους απόμερους σταθμούς πρέπει να είσαι έτοιμος για όλα. είναι εκατό τοις εκατό σίγουρο. όπου θα βρεθείς αν τα φας. και ο γέρος τού κάνει τρομοκρατημένος: “Βλέπεις. Κι αυτός χαμένα τα ’χει. “γιατί κάθεσαι εσύ μαζί μου. μόνο που αυτοί είναι μοχθηροί. τελείωσε. το ξέρεις κι εσύ ο ίδιος. να έχουν ανάψει φωτιές κι οι άνθρωποι να κάθονται όσο γινόταν πιο κοντά στο κέντρο της αποβάθρας κι όσο πιο μακριά από τη σήραγγα. αλλά μετά τα αρνητικά μέντιουμ πήραν το πάνω χέρι. πώς τον έλεγαν. Σε -σκι τελειώνει τ’ όνομά του. «Μπορεί να είναι βλακείες. Κι αυτοί στα πλάγια είναι εξωγήινοι. Ακούγεται βέβαια τρελό. «Ε όχι και για τα καλά. Φαίνεται ότι δεν του μένει πια πολύς καιρός. «Ε λοιπόν ο μάγος σου είναι σκέτος μαστούρης». όσο κι αν επαναλαμβάνει μέσα του ότι είναι απλώς ένας άρρωστος άνθρωπος. ώστε από το δικό τους κόσμο.. μια που όλες του οι δυνάμεις πάνε στη μάχη.. λέει. Την πατήσαμε για τα καλά!» «Κι εμείς εδώ στο σταθμό μού φαίνεται ότι την πατήσαμε για τα καλά!» παρατήρησε ο Ζένκα. του κόλλησε ένας άγνωστος γέρος. εσύ είσαι σίγουρα ηλίθιος! Δεν κάθισες ούτε ν’ ακούσεις την ιστορία ως το τέλος. Ο σταθμός ήταν σαν τη Σουχαριόφσκαγια. Άκου. μου έλεγε μια τέτοια ιστορία ο μπαρμπα-Σάσα. Και το δικό σου επίσης!” Το ’πιασες. μικρός σταθμός σαν να λέμε. Και η τελευταία μάχη πλησιάζει... Σε κάποιο σταθμό. Ίσως μάλιστα και το έσχατο..είναι απλώς παραισθησιογόνα και θα δουν κινούμενα σχέδια κάνουν λάθος. Κι έπειτα ποιος σου είπε ότι ο γέρος έλεγε ψέματα. ποιος να νοιαστεί τι γίνεται εκεί πέρα. Αυτοί τον βοηθάνε. για να χορτάσουν ύπνο και την άλλη μέρα να συνεχίσουν την πορεία. κι ίσως να μη βγάλει τη μέρα. «Εδώ σ’ εμάς πολλοί διασκεδάζουν με το χασίσι για να χαλαρώνουν. αρχίζει πια να του φαίνεται ότι αυτός που πήγαινε στη μέση.» . αυτό σημαίνει ότι όλα τελείωσαν. και δώστου να του λέει ότι είναι ισχυρό μέντιουμ και δίνει μια αδιάκοπη μάχη με άλλα εξίσου ισχυρά μέντιουμ και εξωγήινους. με τους δυο εξωγήινους από δίπλα. Εσένα σου φαίνεται αστείο... “Και δεν θέλουν να με πλησιάσουν”. λέμε τώρα. τότε μπορείς να βρεθείς με τη βοήθειά τους σε τέτοια κατάσταση. αυτός που είναι στη μέση είναι ένα από τα σπουδαιότερα μέντιουμ. παιδάκι μου. Κι αν πεθάνει αυτός και νικήσουν οι κακοί. δεν θυμάμαι πια σε ποιον. κάτι να φάω γιατί λίγες δυνάμεις μού μένουν. λέει. Να. Περνάνε. είπε αβέβαια ο Ζένκα. Αλλά σε άλλο τομέα». αλλά εγώ θα προβάλω την ασπίδα μου.. Δεν θέλουν να ξέρουν για τη μάχη μας οι απλοί άνθρωποι. δήλωσε με σιγουριά ο Αρτιόμ. πλάι στον πατριό μου και το γέρο τρεις τύποι.. «Στο τέλος λοιπόν του λέει ο γέρος: “Δώσε μου. οπαδός του σκότους. Γιατί. εμείς έχουμε πού να στραφούμε». τον περιμένει η ύστατη μάχη με τα μοχθηρά μέντιουμ. Παλιότερα. το γέρο. αλλά κανένας δεν έφτασε ακόμα σε τέτοιο σημείο.. απάντησε ο Αρτιόμ. Ο άνθρωπος δεν μπορεί πια να ξεφύγει από τα μανιτάρια. να ελέγξεις τα γεγονότα στον πραγματικό κόσμο». πάει.» «Βλακείες». Και μια που το ’φερε η κουβέντα. μια ξεχασμένη από το Θεό γωνιά του μετρό. του ’ριχνε κάτι άσχημες ματιές και τα μάτια του σαν να γυάλιζαν λιγάκι. Θα πολεμήσω κι άλλο”. αν αυτά τα μανιτάρια τα φτιάξεις κάπως αλλιώς. Ο γέρος ζητιάνευε για το φαΐ. Και τώρα πια τον έχουν σχεδόν καταβάλει.

Μπορεί να συμβεί οτιδήποτε. Αυτός δεν ήταν από τη Σερπουχόφσκαγια. Κι εσύ κακώς δεν μ’ άκουσες ως το τέλος. Έπειτα όμως. δηλαδή μέχρι . δεν ξέρω αν σου είπε ο πατριός σου... Και ο μπαρμπα-Σάσα μου έχει διηγηθεί ένα σωρό ιστορίες. συμβαίνουν πράγματα τόσο παράξενα. Σε κάποιους κεντρικούς σταθμούς οι άνθρωποι λένε στα παιδιά τους φριχτά παραμύθια για τη ζωή μας και ρωτάνε ο ένας τον άλλο: “Εσύ πιστεύεις αυτά τα παραμύθια με τους Μαύρους. Τι σημασία έχει όμως. Ήταν από το Δακτύλιο. Στο τέλος της συζήτησής τους είπε στον Λιόχα ότι την επομένη θα ήταν καλύτερο να μη διασχίσει τη βόρεια σήραγγα. Χρειάζεσαι κάτι για να τρομοκρατείσαι.. Πολίτης της Χάνσας. πιστεύεις στα φαντάσματα. Μάλιστα!» Ο Αρτιόμ σώπασε και βυθίστηκε σε περισυλλογή. ξεχνώντας ότι ο άνθρωπος είναι έλλογο ον. Ο Λιόχα τον άκουσε και δεν έφυγε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλα εκείνα τα πράγματα που δεν βλέπει ο τυφλοπόντικας δεν υπάρχουν και στην πραγματικότητα. Οι μισοί πραματευτές πέθαναν. απλούστατα εγώ είχα στήσει αυτί». Σ’ αυτή τη γραμμή. Ένα αστείο όνομα. μου έλεγε ο πατριός μου. Δεν καταλαβαίνω τι εννοούσε. Θες να την ακούσεις. Ζεν. πέρα από το Δακτύλιο δεν υπάρχει ζωή.” Εσένα όμως ακόμα κι αυτά σου πέφτουν λίγα. αρχίζω να αμφιβάλλω». αρχίζω κάθε φορά ν’ αναρωτιέμαι αν πιστεύω σ’ αυτά ή όχι.» «Μμμ. Για να είμαι όμως ειλικρινής.» «Ε βέβαια κάτι έχω διαβάσει κι εγώ. όσο κι αν αυτή θεωρούνταν ακίνδυνη. Α.. ας πούμε. δεν σε καταλαβαίνω.. «Χα! Κι εγώ σου λέω ότι μερικές φορές λέγονται τέτοια πράγματα. «Γενικά δεν μπορούμε να ξέρουμε στα σίγουρα τίποτα.. εκεί όπου οι άνθρωποι αγριεύουν και καταντάνε σαν τους πρωτόγονους. έχουν ένα αστείο παρατσούκλι. αλλά δεν θυμάμαι πια ακριβώς. Λοιπόν. Σ’ αυτά που ακούς. αλλά μένει στην Ντομπρίνινσκάγια. Και το δικό σου το μάγο πώς τον λένε. Έτσι κι εσύ. Είναι τυφλός από γεννησιμιού του.. «Μιλάς σοβαρά.. που ένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν θα τα πιστέψει ποτέ. Σ’ αυτό το πανηγύρι ο Λιόχα γνωρίστηκε μ’ ένα μοναχικό άντρα. Ο τυφλοπόντικας. απάντησε ο Αρτιόμ συγκρατώντας με το ζόρι ένα χαμόγελο..«Μου είπε. Του Λιόχα του την είπε στο πανηγύρι ένας πραματευτής από τη γραμμή Σερπουχόφσκαγια. αλλά έτσι ακριβώς το εξήγησε. Άλλωστε δεν τα έλεγε σ’ εμένα. Εκείνη τη μέρα κάποιοι βλαμμένοι ρίχτηκαν στο καραβάνι που διέσχιζε τη σήραγγα ανάμεσα στη Σουχαριόφσκαγια και την Προσπέκτ Μίρα. Κι όχι άδικα. Να. δεν τις πολυπιστεύω. Σίγουρα τέτοιο πράγμα ούτε από τον πατριό σου θα τ’ ακούσεις.. Ή Τσουβάκ ή Τσουντάκ.» «Είπε στον Λιόχα ότι τώρα τον λένε Κάρλος.21 Αυτό συμβαίνει συχνά με τούτους τους άστεγους – αντί για όνομα. τις προάλλες ο Λιόχα μου εμπιστεύτηκε ακόμα μία ιστορία. που όμοιός του σίγουρα δεν θα υπάρχει πουθενά σ’ ολόκληρο το μετρό. ναι ή όχι. Παλιά γινόντουσαν τέτοια πράγματα.. που εμείς δεν είμαστε σε θέση να τα ερμηνεύσουμε με τη δική μας λογική σκέψη.» «Μα δεν σε νοιάζει τίποτ’ άλλο πέρα απ’ αυτό που μπορείς να δεις και να ψηλαφίσεις. δεν βλέπει. ενώ εκείνος ετοιμαζόταν την επομένη να γυρίσει πίσω. Γενικά. Αρχίζει με το Τσου. Τι είδους ιστορία ήθελες να διηγηθείς.. Οι άλλοι μόλις που κατάφεραν να γλυτώσουν. Στ’ αλήθεια πιστεύεις ότι ο κόσμος περιορίζεται μόνο σ’ αυτά που βλέπεις.» «Ωραία. Εμείς εδώ στο σταθμό έχουμε αυτό τον αδιάκοπο εφιάλτη με τους Μαύρους. όταν βρεθώ μόνος μου ή όταν κουβεντιάσω με φυσιολογικούς ανθρώπους.» «Για τον πραματευτή.. Αυτοί εκεί έχουν μια διάβαση που βγάζει στη Σερπουχόφσκαγια. Δεν κάθισε βέβαια να μου διευκρινίσει τι είδους πράγματα είναι αυτά. Ύστερα από τις συζητήσεις μου μαζί σου.. Έλεγε ακόμα ότι στους πολύ μακρινούς σταθμούς. Για τον πραματευτή από τη γραμμή Σερπουχόφσκαγια. Για ομοιότητα.

έβαλε στον Αρτιόμ τσάι σε σκαλιστό ποτήρι βαλμένο σε μια δυσεύρετη πια σιδερένια βάση. Εκεί υπάρχει μια διάβαση προς την Καχόφσκαγια. «Αλλά σίγουρα εσένα δεν σ’ ενδιαφέρει ν’ ακούς κάθε είδους παραλήρημα. Επιτέλους έφτασε ως τη Σεβαστόπολσκάγια.. στ’ αλήθεια. Μόλις εκείνος επέστρεψε. Οι σταθμοί είναι όλοι έρημοι. όπως σ’ εκείνη τη σήραγγα στη Σουχαριόφσκαγια.τον επόμενο σταθμό. και συνέχισε: «Ξάπλωσε.. ασύλληπτος ήχος. Ο πραματευτής όμως είχε ένα γνωστό. Ε. Ερημιά. σαν να μην έζησαν ποτέ άνθρωποι σ’ αυτούς. ο εξοπλισμός κατεστραμμένος. είναι ακατοίκητη. εγώ θέλω οπωσδήποτε τσάι!» Και δίχως να περιμένει απάντηση βγήκε με το τσαγιερό από τη σκηνή.. Αυτός λοιπόν ο αλήτης έφτασε αρκετά μακριά. Οι σταθμοί στέκουν παρατημένοι. να κοιμηθεί πλάι στη φωτιά.» Στο σημείο αυτό ο Ζένκα σηκώθηκε. απ’ αυτές που χρησιμοποιούσαν κάποτε στα τρένα για να σερβίρουν πραγματικό τσάι. Φαντάσου. κι έτσι έφτιαξαν κι αυτοί μια ζώνη απόκρουσης. Ούτε καν η Χάνσα προσπάθησε να την αποικίσει. Εκεί λένε ότι δεν βρίσκεις τίποτα. δεν υπάρχουν ούτε αρουραίοι! Μονάχα νερό στάζει. ο χώρος δεν αρκεί πια για όλους. Κανείς και τίποτα. ούτε βρωμιές.. Εντελώς απροσδόκητα θυμήθηκε τον Χάντερ και το αίτημά του.. την παραγγελία του μάλλον. Έλεγε ότι γίνονται εκεί τέτοια πράγματα. όπως και να ’χει. κι ολόγυρά του ησυχία βαριά. χώθηκε στον υπνόσακό του και ξάπλωσε να κοιμηθεί καταμεσής στην αποβάθρα. Ο Αρτιόμ φυσικά θύμωσε με τούτο το φέρσιμο. Η νεκρή ζώνη – ούτε θηρία. την Τούλσκαγια νομίζω. Κρύος ιδρώτας τον περιέλουσε αμέσως και . και μετά να πει στον Ζένκα τι σκεφτόταν γι’ αυτόν.. Πας και πας. που είναι αδύνατο να τα φανταστεί κανείς... κι ούτε ψυχή ζώσα. να σε τυραννάει.. Βρήκε κάτι πελεκούδια. Απελπισμένος ο άνθρωπος. τεντώθηκε και μ’ ένα σαδιστικό χαμόγελο είπε: «Όχι. αλλά αποφάσισε να κάνει υπομονή ως το τέλος της ιστορίας. Στη Σεβαστόπολσκάγια αποφάσισε να διανυκτερεύσει. τρεις σταθμούς έχει όλους κι όλους. σίγουρα. Και δεν υπάρχει άδικα τόση ερημιά εκεί. Δεν ξέρω τι γύρευε εκεί.» «Για περίμενε με το τσάι σου! Καλύτερα πες μου. Και πώς έχασαν αυτοί την ευκαιρία να καταπατήσουν λίγη γη ακόμα.. Μετά όμως οι σκέψεις του ξαναγύρισαν στην ιστορία του Ζένκα. Ο πατριός μου λέει ότι τώρα τελευταία έχουν πρόβλημα υπερπληθυσμού. Αυτός λοιπόν είπε στον πραματευτή ότι δεν είναι όλα τόσο απλά στη γραμμή Σερπουχόφσκαγια. αυτά είναι γυναικουλίστικες κουβέντες. έναν αλήτη που πήγαινε πέρα από την Τούλσκαγια.» Ο Ζένκα σώπασε. γιατί η Χάνσα δεν αποίκισε αυτό το κομμάτι. σου λένε. ε. Η γραμμή. Εκείνος προχωρούσε γρήγορα. ξέρεις τη γραμμή Καχόφσκαγια. Μια σκωληκοειδής απόφυση. Και πέρα από την Τούλσκαγια δεν πάει κανείς. αφήνοντας τον Αρτιόμ μόνο με τις εντυπώσεις του από την αφήγηση. είχε εξαντληθεί. νιώθοντας ότι ο Αρτιόμ ξέχασε επιτέλους τον έντονο κυνισμό του και τον ακούει με το στόμα ανοιχτό. Ε.. Και συνέχεια να σε πιέζει η αίσθηση του κινδύνου. ένας εντελώς παρανοϊκός. Παράξενο. μα την αλήθεια. ούτε καν αρουραίοι δεν τριγυρνούν. είναι αδύνατο να ζήσει κανείς. Τα νεύρα του ήταν τεντωμένα. που λες. κατά το μεσημέρι είχε περάσει τέσσερις σταθμούς. ενδιαφέρον είναι. Κάτι τέτοιο δεν τους ταιριάζει!» «Αχά. έστω για να έχει εκεί φυτείες ή στάβλους... Να σου βάλω τσάι. Και στη μέση της νύχτας τον ξυπνά ξαφνικά ένας τέτοιος παράξενος ήχος. Έτσι είναι εξασφαλισμένοι. Δεν είναι γραμμή. όπως ξέρεις. έλεγε.. αλλά παρεξήγηση.. λες κι είχε τ’ αυτιά του βουλωμένα με βαμβάκι. κυκλοφορούν οι περίπολοι της Χάνσας.. Και τη νύχτα. Αυτό θα πρέπει να ’ταν για να χωθεί μόνος του σε τέτοια ερημιά. ποτέ δεν ξέρεις τι θα μπει κι από πού. άναψε μια μικρή φωτιά για να μην είναι τόσο άγριο το μέρος γύρω.

Στο σταθμό πλησιάζει ένα τρένο. Ο αλήτης θα μπορούσε να μείνει αόμματος.. Κι όμως. Το εργοστάσιο του τσαγιού βρισκόταν σ’ ένα αδιέξοδο. Πίσω από σιδερένια παραπετάσματα που απομόνωναν το χώρο του εργοστασίου από τον υπόλοιπο σταθμό. ευτυχώς που σκέπασε εγκαίρως τα μάτια του με το χέρι του. και το γέλιο ηχεί όλο και πιο σιγά. Στο τέλος. τον δείχνει με το δάχτυλο. μπαίνει αυτό το τρένο στο σταθμό και. κάτι κουβέντιαζαν χωρίς ν’ ακούγονται. Αμέσως αρχίζεις τους καβγάδες. Ο Αρτιόμ σώπαινε. γελάει. περνά από δίπλα του.. Το τρένο. Κάτι σφίχτηκε μέσα στο στήθος του. κι όλα αυτά μέσα στην απόλυτη ησυχία! Ούτε ήχος! Ούτε το βουητό του κινητήρα ακούγεται. Άκουσε το γέλιο ενός παιδιού... Όλη η δουλειά γινόταν με τα χέρια. εμβρόντητος από αυτή τη διήγηση... οι άνθρωποι στα παράθυρα έμοιαζαν μ’ ανθρώπους ζωντανούς. τυφλώνουν... δεν ένιωθε καλά την καρδιά του. σίγουρος πως η φωνή του δεν θα τον προδώσει με κάποιο σπάσιμο. Περνώντας μπροστά από τη σκηνή των φιλοξενούμενων. χώνεται σε μια σήραγγα. κι αυτός βλέπει στο τελευταίο παράθυρο του τελευταίου βαγονιού να στέκεται ένα εφτάχρονο παιδάκι και να τον κοιτάζει. Τα παράθυρα λάμπουν κατακίτρινα. απάντησε εκείνος. δίχως να βιάζεται.» «Απλούστατα δεν είναι η πρώτη φορά που ακούω τέτοιες ιστορίες για τη γραμμή Σερπουχόφσκαγια». Θα ήταν τεράστια σπατάλη να ξοδεύουν την πολύτιμη ηλεκτρική ενέργεια για την παραγωγή τσαγιού. Και πάλι ερημιά. Από τη μεριά των γραμμών. Συρμός κανονικός. Εντάξει. μάζεψε στα γρήγορα τα συμπράγκαλά του και γύρισε τρέχοντας πίσω χωρίς να κάνει καμιά στάση ως την Τούλσκαγια. το ένα βαγόνι μετά το άλλο.. Έκανε όλη τη διαδρομή μέσα σε μία ώρα.. το φαντάζεσαι. περνάει κάτω από μια αψίδα και τρέχει προς τις γραμμές. Σίγουρα θα είχε σημάνει το σιωπητήριο. και η εξέλιξη των γεγονότων μπορεί να έχει άμεση σχέση μαζί του. Θα πρέπει να υποθέσουμε πως ήταν κάτι πολύ φριχτό». μέσα υπάρχουν άνθρωποι. βρίσκοντας την αυτοκυριαρχία του και ξεροβήχοντας. Και ίσως αυτό –πού ξέρεις. Τα υπόλοιπα τα λέμε εκεί». που ο άντρας ακούει το σφυροκόπημα της καρδιάς του κι αυτό το παιδικό γέλιο. ότι όλα αυτά συνέβησαν πραγματικά. Το ηχηρό και παιχνιδιάρικο γέλιο ενός παιδιού. Κι αυτό το γέλιο ακούγεται! Είναι τέτοια η ησυχία. Στη σκηνή βασίλευε η σιγαλιά. κοντά στο μπλοκαρισμένο μάνταλο της νέας εξόδου από το μετρό. στο σταθμό επικρατούσε πια απόλυτη ησυχία. κι έμενε ελάχιστη ώρα μέχρι ν’ αρχίσει η βραδινή βάρδια στο εργοστάσιο. Τα φανάρια του λαμποκοπούν. Μ’ εσένα δεν μπορεί κανείς να συζητήσει τέτοια πράγματα όπως πρέπει. Και απόλυτη.. Ο άνθρωπος κάθισε καταγής. Άρχιζε επιτέλους να συνειδητοποιεί ότι όλα αυτά που είπε με τον Χάντερ δεν ήταν όνειρο. πολύ καθίσαμε εδώ πέρα.. Χωρίς κανέναν απολύτως ήχο. .. «Και τότε ξύπνησε. Μόνο συμβατικά θα μπορούσε κανείς να το πει εργοστάσιο. «Αμ δε! Όρμησε στη φωτιά που είχε σβήσει. και σβήνεται στο βάθος. ο Αρτιόμ είδε το παραπέτασμά της τραβηγμένο και το εσωτερικό της άδειο. Πρέπει να ετοιμαστούμε.. στην οποία έμενε ο Χάντερ. φριχτή σιγαλιά». Τον κοιτάζει. Αναπηδάει. Καταλαβαίνεις. ούτε ο ήχος των τροχών. Και βλέπει. απέναντι από τη σκάλα που έβγαζε στην επιφάνεια της γης.. Κι αυτό τέσσερις στάσεις μακριά από εκεί που έμεναν άνθρωποι! Εκεί όπου δεν ζουν ούτε καν αρουραίοι. τεντώθηκε και τράβηξε για το σπίτι του για να πάρει κάτι μαζί του να τρώει στη δουλειά. Αναστατώθηκε. Ο πατριός του εξακολουθούσε να κοιμάται. Έπρεπε να βιαστεί.πετάχτηκε πάνω. ο Αρτιόμ ρώτησε τον Ζένκα όσο πιο αδιάφορα μπορούσε: «Κι εσύ το πιστεύεις αυτό. Το τρένο χώνεται στη σήραγγα... «Μόνο που δεν σ’ τις αφηγούμαι πάντα. Ο Αρτιόμ σηκώθηκε απρόθυμα. ίσως– να επηρεάσει το απώτερο μέλλον του..» ρώτησε δεικτικά και με την ελπίδα στη φωνή ο Αρτιόμ. όπου να ’ναι θα πρέπει να φύγουμε για τη δουλειά.

Ο Χάντερ δεν έδειχνε άνθρωπος που φοβόταν τους κινδύνους. Ήταν προφανές ότι ο κίνδυνος που ερχόταν από το βορρά αποδεικνυόταν πολύ σοβαρός. μόνος. ίσως η τελευταία στον κόσμο φωτιά αναμμένη από χέρια ανθρώπων στα βόρεια της ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. Πώς να φτάσει στην Πόλη. να τολμήσει να τσακώσει τον εχθρό μέσα στο ίδιο του το λαγούμι. Συσκεύαζαν το έτοιμο τσάι σε χάρτινες ή πλαστικές σακούλες –αναλόγως τι διέθετε ο σταθμός–. πέρα από τα 500 μέτρα. Αυτή ήταν η απλή διαδικασία παραγωγής του τσαγιού. την οποία. στα οποία οι εργάτες στην αρχή έκοβαν και μετά έτριβαν τα ξεραμένα μανιτάρια. από κάτω τους άναβαν μικρές φωτιές ώστε αυτά να στεγνώσουν γρηγορότερα και να μη μουχλιάσουν.τι φαίνεται. ώστε η όποια καθυστέρηση ήταν απαράδεκτη. και αναπτυσσόταν τόσο γρήγορα. «Έι. Ξαφνικά ο Αρτιόμ μετάνιωσε που. Άλλωστε κι ο ίδιος ο Χάντερ φοβόταν να προειδοποιήσει οποιονδήποτε άλλο. Αρτιόμ! Αρτιόμ! Τι γίνεται. ειδάλλως γιατί να προετοιμάσει για μια τέτοια εξέλιξη των γεγονότων τον Αρτιόμ. Πώς θα μπορέσει όμως ο Αρτιόμ να παρατήσει τα πάντα και να φύγει από το σταθμό χωρίς να το πει σε κανέναν. αλλά δεν το αποκάλυψε ούτε στη συζήτησή του με τον Σουχόι. κάνει κάποιες κουβέντες και παλιότερα. Αυτά που ξέρει για τους Μαύρους τα ξέρει κάθε κάτοικος της ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. Αποφάσισε να κάνει ένα εντελώς απονενοημένο διάβημα. σε πήρε ο ύπνος εκεί πέρα. Τι να κάνει. άρα η πιθανότητα να μην επιστρέψει στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ υπήρχε. με τον οποίο νωρίτερα έκαναν μαζί βάρδια στο φυλάκιο. Αν δεν υπήρχαν οι απαραίτητες συζητήσεις κατά την ώρα της δουλειάς.» τον τράνταξε από . κι αφού χαιρετήθηκαν ο Ζένκα άρχισε να του διηγείται μια ιστορία που προφανώς την είχε αφήσει μισοτελειωμένη την προηγούμενη φορά. Σ’ αυτή τη βάρδια ο Αρτιόμ δούλευε μαζί με τον Ζένκα και τον αναμαλλιασμένο τύπο που λεγόταν Κιρίλ. στη μυθική Πόλη. και πρόσθεταν κάποια εκχυλίσματα και σκόνες η σύσταση των οποίων ήταν μυστική και τη γνώριζε μόνον ο διευθυντής του εργοστασίου. περνώντας ανάμεσα απ’ όλους τους κρυφούς και φανερούς κινδύνους που περίμεναν τον ταξιδιώτη στις σκοτεινές και απόκεντρες σήραγγες. κι έτσι βυθίστηκε εντελώς στις δικές του σκέψεις. του αποκάλυψε το μυστικό του και δέχτηκε να αναλάβει μια τόσο επικίνδυνη αποστολή. εκεί όπου λάμπει η τελευταία ανταύγεια από τη φωτιά του μεθοριακού φυλακίου. ο Κιρίλ ζωήρεψε για τα καλά. Γιατί δεν απαντάς. θα είχαν. φοβόταν τα «σαρακοφαγωμένα μυαλά». Η εντολή που του έδωσε ο Χάντερ ήταν υπερβολικά σοβαρή για να πάψει να τη σκέφτεται. Ήταν πολύ μεγάλη η πιθανότητα να μην μπορέσει ο Χάντερ να εκπληρώσει την αποστολή που ανέλαβε... Ο κίνδυνος στον οποίο εκτίθεται είναι τεράστιος. Πιθανότατα ο Κυνηγός ήξερε κάτι για τη φύση του. μέσα στη φωτιά. Στην πραγματικότητα κανείς δεν γνωρίζει αν όντως βρίσκεται στο Βοτανικό Κήπο αυτό το λαγούμι απ’ όπου τα πλάσματα από την επιφάνεια της γης τρυπώνουν στο μετρό. Ο Αρτιόμ δεν ενδιαφερόταν να την ακούσει από τη μέση. Η ιστορία για τη γραμμή Σερπουχόφσκαγια που του αφηγήθηκε πρωτύτερα ο Ζένκα άρχισε σιγά σιγά να ξεθωριάζει στη μνήμη του και αναδύθηκε ξανά στην επιφάνεια η συζήτηση με τον Χάντερ.από τον έναν τοίχο στον άλλο απλωνόταν ένα συρματόσκοινο που πάνω τους στέγνωναν καθαρισμένα σκουφιά μανιταριών. Όταν υπήρχε πολλή υγρασία. και μάλιστα ήταν αρκετά μεγάλη. ακόμα κι ο ίδιος δεν ξέρει τις πραγματικές του διαστάσεις. όπως φαίνεται. Συν τοις άλλοις θα πρέπει να είχε συνειδητοποιήσει περίφημα το βαθμό επικινδυνότητας και να είχε καταλάβει ότι ίσως να μην μπορούσε να αντεπεξέλθει στην αποστολή του. ο Αρτιόμ δεν είχε διόλου ξεχάσει. Μπορεί μονάχα να μαντέψει τι τον περιμένει εκεί. κανείς όμως δεν θα αποφάσιζε να κάνει τέτοιο πράγμα. το να κόβεις και να τρίβεις επί οχτώ ώρες σκουφιά μανιταριών θα ήταν σίγουρα μια πολύ κουραστική δουλειά. Κι αν ξαφνικά του Χάντερ δεν του έρθουν όλα όπως τα υπολόγισε. Βλέποντας τον Ζένκα. Κάτω από το σύρμα υπήρχαν τραπέζια. υποκύπτοντας στην αυστηρή γοητεία και το υπνωτιστικό βλέμμα του Κυνηγού. απ’ ό. ούτε στην κουβέντα του με τον Αρτιόμ.

λέει. «Κι εγώ σκοπεύω να έρθω. Η διοίκηση θέλει. επειδή αυτά τα δηλητηριώδη μανιτάρια στην πραγματικότητα δεν είναι μανιτάρια.. Ο Ζένκα έμεινε με τον αναμαλλιασμένο Κιρίλ να τον τυραννάει.» Εκείνη τη στιγμή ο Αρτιόμ σκέφτηκε ότι το ίδιο το πεπρωμένο τού πρόσφερε τη δυνατότητα να εκτελέσει την εντολή που έλαβε. τον τύλιξε και τον παρέσυρε αποφασιστικά στα βάθη του. να βάλει τηλέφωνο ανάμεσα στους σταθμούς. Τι ώρα ξεκινάμε αύριο. έκρυψε το πρόσωπό του στο μαξιλάρι κι αμέσως αποκοιμήθηκε. αν αυτό ήταν αναγκαίο. Μακριά ασπριδερά σκουλήκια. Θες. Ο Αρτιόμ συνέχιζε με μηχανικές κινήσεις να ψιλοκόβει τα μανιτάρια. και κατάλαβε ότι αυτός δεν είχε σβέρκο και φαινόταν το μυαλό του. «Ακούς τι λέει ο Κιρίλ. Αύριο το βράδυ οργανώνεται ένα καραβάνι για τη Ρίζσκαγια. η οποία με το πέρασμα του καιρού ίσως αντικαταστήσει τον άνθρωπο. ενώ ο μάγος συνέχιζε να μιλά σαν να μην έτρεχε τίποτα. τις σκέψεις και τις δοκιμασίες της μέρας που πέρασε. να ξεκρεμάει από το σύρμα καινούργια σκουφιά. Στις εννιά. και πάει λέγοντας. Έπειτα όμως έκανε την εμφάνισή του ο Σουχόι και. και προς το παρόν τους στέλνουμε ανθρωπιστική βοήθεια ενόψει της γρήγορης συναδέλφωσής μας. ο ύπνος. Έπειτα απ’ όλες αυτές τις συζητήσεις. Ο Αρτιόμ έπεσε στο κρεβάτι. να τα ψιλοκόβει και να τα τρίβει κι αυτά. «Μπράβο!» χάρηκε ο Ζένκα. Μπροστά στα μάτια του είχε το πρόσωπο του Χάντερ τη στιγμή που του έλεγε ότι μπορεί να μη γυρίσει πίσω. Ο Αρτιόμ είδε τον εαυτό του να κάθεται κοντά στη φωτιά στο σταθμό Σουχαριόφσκαγια. ενώ ο Αρτιόμ έβλεπε τα σκουλήκια από το . μολονότι σκόπευε να σκεφτεί ακόμα μία φορά την κατάστασή του μέσα στη σιγαλιά και την ηρεμία. Είπε ότι πήγαινε να πάρει λίγο αέρα. μαυρισμένο από ένα σωρό σκουληκότρυπες. μην μπορώντας ν’ απαλλαγεί από τις ζοφερές σκέψεις που τον απασχολούσαν. αλλά μια νέα μορφή έλλογης ζωής στη γη. έλλογη ζωή. ή εν πάση περιπτώσει τηλέγραφο. επειδή από την παρατεταμένη χρήση του σκουληκιάζουν τα μυαλά. Μέσα στην καρδιά του όμως απλωνόταν σαν κηλίδα από μελάνι το προαίσθημα της επερχόμενης συμφοράς. είπε ότι το χασίσι δεν πρέπει να χρησιμοποιείται καθόλου. Κούνησε σιωπηλά το κεφάλι του. Τότε ο Αρτιόμ τρόμαξε και αποφάσισε να φύγει μακριά. Κι αν όλα γίνουν σωστά..τον ώμο ο Ζένκα.» Μέχρι τη λήξη της βάρδιας ο Αρτιόμ δεν έβγαλε ούτε κουβέντα. Ότι τα μανιτάρια αυτά δεν είναι ανεξάρτητες υπάρξεις. ωραία. Μετά τη δουλειά ο Αρτιόμ γύρισε στη σκηνή του. κουνώντας απειλητικά το δάχτυλό του. τότε μπορεί κανείς να πιάσει φιλίες και επαφή μαζί της μέσω του χασισιού. προφανώς είχε φύγει για δουλειές. αποφάσισε να ενωθούμε μαζί τους. λέει. Και στην πραγματικότητα όποιος πάρει χασίσι όχι απλώς χρησιμοποιεί ψυχοτρόπες ουσίες. στριφογυρνώντας σαν δαχτυλίδια. Ο πατριός του δεν βρισκόταν πια εκεί. το ήρεμο πρόσωπο ενός ανθρώπου συνηθισμένου να διακινδυνεύει τη ζωή του. Κι αυτοί ανακάλυψαν εκεί πέρα ένα είδος αποθήκης με καλώδιο. είναι απλώς τα συνδεδεμένα με νευρώνες τμήματα ενός ενιαίου συνόλου. και προσεχτικά πήγε πίσω από την πλάτη του μάγου με το σπανιόλικο όνομα. Ο Κάρλος μάθαινε αυτόν και τον Ζένκα πώς να φτιάχνουν σωστά χασίσι από δηλητηριώδη μανιτάρια και τους εξηγούσε ότι είναι σκέτο έγκλημα να το χρησιμοποιεί κανείς όπως συνηθίζεται στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. Η διοίκησή μας. Κιρίλ! Θα μας γράψεις. πλάι στον Ζένκα και στον περιφερόμενο μάγο με το ασυνήθιστο σπανιόλικο όνομα Κάρλος. άρχισε να τραβά από το χέρι τον Ζένκα για να σηκωθεί και να τον ακολουθήσει. νοσηρός και παραληρηματικός. Ο Αρτιόμ όμως αποφάσισε να ελέγξει αν αυτό ισχύει ή όχι. κι αυτή να τον βοηθήσει. ροκάνιζαν τον εγκεφαλικό ιστό και έφτιαχναν καινούργιες διόδους. αλλά έρχεται σε επικοινωνία μ’ αυτή τη νέα. κι αυτό ήταν φανερό ότι τον εξόργιζε. να τα κάνει σκόνη. Ο Κιρίλ λέει ότι όποιος δεν εργάζεται αύριο μπορεί να πάει. αλλά ο Ζένκα απλώς τον έσπρωξε ανυπόμονα και ζήτησε από τον Κάρλος να συνεχίσει τη διήγησή του. ενός επεκτεινόμενου σ’ ολόκληρο το μετρό γιγάντιου κορμού μανιταριού.

σε όλες του τις λεπτομέρειες..κεφάλι του μάγου να σέρνονται στο πάτωμα. Πίσω από την πλάτη του άναψε ξαφνικά κάποιο φως. είπε ευσυνείδητα ο Αρτιόμ την ψευτιά του. μπας κι είδες τον Χάντερ μετά τη χτεσινή μας συζήτηση... Ήταν μια πολύ παράξενη αίσθηση. Όταν έβλεπε τα προηγούμενα όνειρα καταλάβαινε ότι απλώς κοιμάται.. Έπειτα σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε κατάματα τον Αρτιόμ. Κι εκείνη τη στιγμή τα πόδια του έπαψαν να τον υπακούουν. αντήχησε η υπόκωφη και κάπως βραχνή φωνή: «Αυτό δεν είναι όνειρο!» «Αυτό δεν είναι όνειρο». το μυστηριώδες λευκό δωμάτιο και τα λόγια «Οφείλεις να εκτελέσεις ό. και μια αίσθηση απίστευτου ρεαλισμού των όσων συνέβαιναν μαστίγωσε τον Αρτιόμ. και τα φανάρια του να σε τυφλώνουν. η αναμονή ενός πολύ σημαντικού επικείμενου γεγονότος. Οφείλεις να το κάνεις. να προσπαθούν να χωθούν στ’ αυτιά του. αλλά θυμήθηκε ότι αυτήν ακριβώς τη σήραγγα δεν έπρεπε να τη διασχίζει κανείς μόνος του. παραγεμισμένο. κι από τα βάθη του μετρό κινούνταν ανελέητα καταπάνω του ένα τρένο. αλλά για κάποιον άγνωστο λόγο δεν κατάφερνε να επιστρέψει σ’ αυτόν.. είπε: «Ήρθε η ώρα. παρά μόνο ομαδικά. με διάφορα κουρέλια. για τελευταία φορά. επειδή σ’ αυτό το όνειρο ο Αρτιόμ δεν ένιωθε το σώμα του. Κι όταν το τρένο βρισκόταν πια σε ελάχιστα μέτρα απόσταση από τον Αρτιόμ. η σκηνή του είναι άδεια. και ο Αρτιόμ. Οφείλεις να εκτελέσεις ό. μέσα σ’ ένα δωμάτιο με εξίσου εκτυφλωτικούς λευκούς τοίχους και εντελώς άδειο από έπιπλα.. Δεν σου είπε τίποτα χτες για τα σχέδιά του. τι συμβαίνει εδώ μ’ εμάς». Ο Χάντερ άρχισε να μιλά μαζί του. Μην κάνει τίποτα βλακείες και την πληρώσουμε κι εμείς». μπαρμπα-Σάσα. Σ’ αυτό όμως το όραμα απουσίαζε εντελώς η επίγνωση του γεγονότος ότι μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξυπνήσει. Στη σκηνή μπήκε ο πατριός του και ρώτησε σκεφτικός τον Αρτιόμ: «Για πες μου. Τι τρέχει. το δεύτερο όραμα όμως ο Αρτιόμ το απομνημόνευσε περίφημα. Τότε ο Αρτιόμ πήδησε στις γραμμές και βάλθηκε να τρέχει μ’ όλη του τη δύναμη μακριά από το σταθμό.. Θυμήσου.» «Όχι. με φρικιαστική ευκρίνεια. σαν να μην ήταν πόδια αλλά ένα άδειο παντελόνι. Γύρισε λοιπόν κι έτρεξε πάλι προς το σταθμό. Γύρισε. τα όσα συνέβαιναν από τη γωνία. με μια εκπληκτική για όνειρο ευκρίνεια και λογική. αργά και βαριά. επανέλαβε ο Αρτιόμ. αυτό δεν είναι όνειρο! Αυτό δεν είναι όνειρο!. με τους τροχούς του να βροντολογούν και να ξεκουφαίνουν. αλλά κοιτούσε. Και έπειτα απ’ αυτό πια. ξεθώριασε και χάθηκε. ανεβαίνοντας στην πλάτη του. τριζοβολώντας σαν σατανάς..τι μου υποσχέθηκες. Όταν ο Αρτιόμ κοίταξε κατάματα τον Χάντερ. θαρρείς. έγιναν αδύναμα. έτσι για τα μάτια.. Οι λεπτομέρειες του εφιάλτη με τα σκουλήκια και το τρένο σβήστηκαν στα γρήγορα από τη μνήμη του. Η παράξενη περιβολή του Κυνηγού.τι μου υποσχέθηκες» δεν έλεγαν να φύγουν από το μυαλό του. ο Κυνηγός.» Ο Αρτιόμ άνοιξε διάπλατα τα μάτια του.. Προσπαθώντας να συναντήσει το βλέμμα του Αρτιόμ –αν και στον ίδιο τον Αρτιόμ είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι στην πραγματικότητα ο Χάντερ δεν τον βλέπει και κάνει αυτές τις απόπειρες στα τυφλά–. τον πλημμύρισε μια ακατανόητη ανησυχία. ξανά μέσα στο κεφάλι του. πρόφερε . το όραμα έχασε ξαφνικά την αληθοφάνειά του. «Φοβάμαι γι’ αυτόν. Βραδιάζει πια κι αυτός κάπου χάθηκε. έφυγε. Στη βάρδια τού έτυχε κάτι καινούργιο. εντελώς διαφορετικό: Ο Αρτιόμ είδε τον Χάντερ ντυμένο στα χιονόλευκα. να πλησιάζουν τον Ζένκα και. είδε τη σκιά του στο δάπεδο της σήραγγας. Στεκόταν με το κεφάλι χαμηλωμένο και τα μάτια του τρυπούσαν το πάτωμα. μόνο για την κατάσταση στο σταθμό με ρωτούσε. και ότι όλα όσα βίωνε δεν ήταν παρά καρπός της εξημμένης φαντασίας του.

Τσάι θα πιεις. σαν να του έφυγε ένα φούσκωμα από το στήθος που του βάραινε την καρδιά και τον εμπόδιζε ν’ αναπνεύσει. και πάλι μπαταρίες. αλλά πέρα από τα σύνορά της. Ένα μικρό φακό. ένα χάρτη του μετρό. σαλάμι από χοιρινό συκώτι. στην είσοδο της νότιας σήραγγας. «Φεύγετε κιόλας. αλλά δεν νιώθω και πολύ καλά σήμερα.» ρώτησε ο Σουχόι μετακινούμενος μαζί με την καρέκλα του. μανιτάρια. Μπορώ να μιλήσω στον μπαρμπα-Σάσα. συνειδητοποιώντας ξαφνικά ότι είχε πάρει την απόφασή του. Εντάξει. εκτός από τον Ζένκα και τον Κιρίλ. ένα πακέτο τσάι. «Δεν ξέρει με ποιον έμπλεξε. δεν δουλεύεις σήμερα. Πλάι τους. Εγώ θα έπρεπε να πάω εκεί για τις δουλειές με τη Ρίζσκαγια. Πότε θα είστε πίσω. Αρτιόμ. τον εκλεγμένο διοικητή της ΒΕΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. ανάλογα με την πολιτική κατάσταση. Και η κάψουλα που του έδωσε ο Χάντερ. Δεν φεύγεις ακόμα. Στη Ρίζσκαγια φυσικά είναι άχρηστο. συναρμολογημένη από ντόπιους μαστόρους.αφηρημένος ο Σουχόι.» «Σήμερα εγώ κι ο Ζένκα γραφτήκαμε στο καραβάνι για τη Ρίζσκαγια. και ο Αρτιόμ έτρεξε στους χώρους όπου κάποτε συγκεντρώνονταν οι υπάλληλοι και τώρα είχαν διατεθεί στη διοίκηση του σταθμού. θα τους πάμε βοήθεια. μανιτάρια και πακέτα με τσάι. Ζήτησε συγγνώμη και. Καλύτερα να καθόσουν στο σπιτάκι σου και να μη χώνεσαι στις σήραγγες.. Α. Φεύγεις στις εννιά.» απάντησε με εγκαρδιότητα ο αξιωματικός υπηρεσίας του σταθμού. στημένα σε πυραμίδα με τις κάνες στραμμένες προς τα πάνω. πέρνα. ένιωσε μια παράξενη ανακούφιση. ο Αρτιόμ έριξε για τελευταία φορά μια ματιά στο κατάλυμά του και βγήκε αποφασιστικά από τη σκηνή. Να μην ξεχάσει και το διαβατήριο. Αυτό ήταν. ο οποίος προτού φύγουν έπρεπε οπωσδήποτε να ταΐσει την αδερφή του και να τη στείλει στους γείτονες μέχρι να επιστρέψουν οι γονείς από τη δουλειά τους. . θα προλάβουμε ν’ αποχαιρετιστούμε. μπαταρίες.. που μάλλον ήταν τηλέγραφος.. κι από εκεί θ’ αρχίσουμε να εγκαθιστούμε τηλεγραφικό καλώδιο». πέταξε το σακίδιο και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι του. Ο Αρτιόμ χτύπησε τον παραστάτη της πόρτας και ξερόβηξε σιγανά: «Γεια σας. και μαζί μ’ αυτήν ένα κενό. Όλοι τους εκτός του Ζένκα είχαν ήδη συγκεντρωθεί. απάντησε ο Αρτιόμ. αφού υποσχέθηκε ότι θα γυρίσει αμέσως. Η ομάδα που θα έφευγε με το καραβάνι συγκεντρωνόταν στην αποβάθρα. Στη σκέψη αυτή κάτι λύθηκε μέσα του.. με τους εφεδρικούς γεμιστήρες δεμένους πάνω στους κανονικούς με γαλάζια μονωτική ταινία. και κάτι κουβέντιαζε ζωηρά μαζί του. που θα έκανε τις διαπραγματεύσεις. καθόταν απέναντι από τον αξιωματικό υπηρεσίας του σταθμού. τι γίνεται. Ο Σουχόι ήταν εκεί. κι άλλες μπαταρίες. θα πήγαιναν κι άλλοι δύο – ένας εθελοντής και ένας αποσπασματάρχης εκ μέρους της διοίκησης. Την τελευταία στιγμή ο Αρτιόμ θυμήθηκε ότι δεν είχε αποχαιρετήσει τον πατριό του.» «Φυσικά. Στις γραμμές βρισκόταν ήδη μια χειροκίνητη ντρεζίνα με φορτωμένα πάνω της κιβώτια με κρέας.. βρίσκονταν τα αυτόματα που τους είχαν δοθεί για το διάστημα του ταξιδιού. και πάνω σ’ αυτά μια έξυπνη συσκευή. Στο τέλος φάνηκε κι ο Ζένκα. η πρώτη κιόλας περίπολος ενός ανεξάρτητου σταθμού μπορεί να σε βουτήξει και να σε στήσει στον τοίχο. Μέσα στη σκηνή δεν βρισκόταν κανείς. Μιαν άλλη φορά ίσως. Περνώντας το σακίδιο στον ώμο του. Με το καραβάνι. έναν εφεδρικό γεμιστήρα για αυτόματο που είχε κλέψει κάποτε. «Στο καραβάνι. χωρίς διαβατήριο. Εκείνος άρχισε να ρίχνει πυρετωδώς στο σακίδιό του πράγματα που θα μπορούσαν να του φανούν χρήσιμα στο ταξίδι του.. και τώρα είχαν πέσει με τα μούτρα στο ντόμινο περιμένοντας το σήμα να φύγουν. Ετοιμάσου για την ώρα!» Κι άφησε τον Αρτιόμ μόνο. Αλεξάντρ Νικολάγιεβιτς.

αλλόκοτος άνθρωπος στα ρωσικά. πηδώντας βαριά στις γραμμές.«Δεν ξέρω ακριβώς.. Ξεκινάμε. ο αποσπασματάρχης έδωσε στον καθένα από ένα αυτόματο χρεωμένο στο όνομά του και τους είπε «Λοιπόν.. νιώθοντας ντροπή για την ίδια του την αδυναμία. μπαρμπα-Σάσα! Καλή τύχη!» έκανε βραχνά ο Αρτιόμ. προετοιμασμένοι για τη δύσκολη δουλειά.» μουρμούρισε ο Αρτιόμ. Ο Αρτιόμ ένιωσε ξαφνικά μια σουβλιά στα μάτια και.. το μοναδικό άνθρωπο που τον αγαπούσε πραγματικά.. κι ο Θεός μαζί μας!» Ο αποσπασματάρχης σηκώθηκε και. «Όποτε μπορέσουμε». «Άντε. Τι έλεγες λοιπόν.) ­ 20. άντρες. «Να’ σαι καλά. Κάρλος Καστανέδα (1935-1998). και η ομάδα χάθηκε μέσα στο στόμιο της νότιας σήραγγας. Ο Αρτιόμ και ο Ζένκα..Μ. (Σ. να μην πει ψέματα ότι αύριο μεθαύριο θα είναι πάλι πίσω κι όλα θα είναι όπως παλιά. κλεισμένο μέσα σε ένα λαγήνι.» είπε εκείνος με τόνο απορημένο και καθησυχαστικό. Ο γερο-Χοτάμπιτς είναι ήρωας σοβιετικού παραμυθιού του Λαζάρ Λάγκιν του 1939. Ο Κιρίλ και ο δεύτερος εθελοντής πήραν θέση πίσω. Ο ιδιότροπος. τι σου συμβαίνει.τ. Έκανε ένα βήμα μπροστά κι αγκάλιασε σφιχτά τον πατριό του.. «Έλα τώρα.) ­ . Οι άλλοι δύο ξεκίνησαν πίσω της.. σκαρφάλωσαν στην ντρεζίνα.) ­ 21. επιβεβαίωσε τα λεγόμενά του ο Αλεξάντρ Νικολάγιεβιτς.τ. «Πώς έγινε έτσι ο μικρός. ανακάλυψε ότι είχαν υγρανθεί. Λες κι είναι η πρώτη φορά που πηγαίνει στη Ρίζσκαγια. Αρτιόμκα.. αυτή έτριξε. Τι γνώμη έχουν στην Αλεξέγιεφσκάγια για τις περιπόλους στις σήραγγες. Το απελευθερώνει και καταλήγει να ζήσει μαζί του διάφορες παράξενες περιπέτειες. Για μας θα ήταν πολύ βολικό. τι έπαθες. Γεννήθηκε στη Βραζιλία. κλείνοντας το απόσπασμα. Κι εσύ θα πιάσεις πάλι να νοσταλγείς εκείνες τις μέρες που σ’ αποχαιρετούσε δακρυσμένος ενώ ετοιμαζόταν να πάει ταξίδι δυο σταθμούς παρακάτω.τ. Οι υπόλοιποι ακολούθησαν σιωπηλοί το παράδειγμά του. (Σ. «Αύριο το βράδυ.» Όταν ο Αρτιόμ γύρισε τρέχοντας στην ομάδα. «Φύγαμε!» είπε ο αποσπασματάρχης. κι ήθελε τόσο πολύ σ’ αυτόν. θ’ ανδρωθεί ο μικρός σου.».Μ. σαν πιο νέοι. Έσφιξε το χέρι του πατριού του και βγήκε γρήγορα. (Σ. Ο Αρτιόμ και ο Ζένκα ανέλαβαν τους μοχλούς. Πρόκειται για ένα καλόκαρδο τζίνι που το ψαρεύει από τον ποταμό Μόσκοβα ο νεαρός Βόλκα. γεμάτος ντροπή. πήρε τη θέση του επικεφαλής του αποσπάσματος. Ο Σουχόι τον παρακολούθησε απορημένος. ο Κιρίλ ίσα που έσπρωξε την ντρεζίνα από πίσω. Σάσα.M. Συγγραφέας και εθνογράφος. μελετώντας την τέχνη των σαμάνων. 19. Λοιπόν. Πέρασε μεγάλο διάστημα της ζωής του ανάμεσα σε Ινδιάνους του Μεξικού.. Καταλάβαινε ότι ίσως να μην ξανάβλεπε ποτέ τον πατριό του. θα περάσει ο καιρός. δεν είναι τίποτα.» «Δεν βαριέσαι. αν όλα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο».. Εσείς αύριο κιόλας θα γυρίσετε πίσω.. και πρώτος κατέβασε τα πόδια του από το ξύλινο παγκάκι που γυάλιζε από την πολύχρονη χρήση. κινήθηκε από τη θέση της και κύλησε αργά προς τα εμπρός.

περιέλουζε τα μάτια του. σε βάθη που συντρίβουν τη συνείδηση ακόμα και των πιο παράτολμων παλληκαράδων με τη μέγγενη ενός παράλογου φόβου. τις δύο δυνατές κατευθύνσεις στη σήραγγα.. κυλούσε άφθονος στο πρόσωπό του. Ο Αρτιόμ είχε αρχίσει πια να κουράζεται. σε μυστηριώδη ανοίγματα που άφησαν οι κατασκευαστές του μετρό. Να γιατί ήταν τόσο λιγόλογοι οι πεζοπόροι· η φλυαρία σ’ έκανε να χαλαρώνεις και σ’ εμπόδιζε ν’ αφουγκραστείς την ανάσα των σηράγγων. αλλά ο καυτερός πόνος που ξεχυνόταν στους μυς του και η κούραση που ανέβαινε από τα μισολυγισμένα πόδια του κι έφτανε στη μέση του. στριφογυρνούσε σύμφωνα με το ρυθμό των τροχών η φράση που άκουσε την προηγούμενη μέρα από τον Χάντερ. έγλειφε το υγρό δάπεδο και χανόταν χωρίς ν’ αφήνει ίχνη όταν ο φακός στρεφόταν μακριά. εξίσου βαριά και σπαρακτικά. που είναι η πιο διαδεδομένη μορφή διακυβέρνησης στην επικράτεια του μετρό της Μόσχας. εκεί όπου. πίσω από τις ξεφλουδισμένες πόρτες παλιών αποθηκών με εργαλεία ή μυστικών εξόδων. στις οπές εξαερισμού. γυρνούσαν και ξαναγυρνούσαν οι τροχοί. από ώρα είχαν σβήσει πίσω από τις πλάτες τους οι τελευταίες ανταύγειες από τις φωτιές· είχε τελειώσει η επικράτεια της ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. και τα δάχτυλα των τελευταίων μελών του αποσπάσματος χάιδευαν αδιάκοπα τις ασφάλειες των αυτομάτων. κάτι φριχτό άρχισε να γεννιέται από τότε ακόμα που το μετρό αποτελούσε μέσο μετακίνησης. που καταβρόχθιζε λαίμαργα τις ασθενικές ακτίνες φωτός του φακού μόλις στα δέκα βήματα. Όλα τα νότια φυλάκια είχαν μείνει πια πίσω. Και μολονότι η περιοχή ανάμεσα στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ και τη Ρίζσκαγια θεωρούνταν το τελευταίο διάστημα ουσιαστικά ακίνδυνη λόγω των σχέσεων καλής γειτνίασης και την αρκετά έντονη κίνηση μεταξύ των σταθμών. τώρα που οι σταγόνες μεγάλωσαν και βάρυναν. αυτό που είπε για την εξουσία του σκότους. εκτόπιζαν από το μυαλό του όλες τις κάπως περίπλοκες σκέψεις. Η ντρεζίνα τριζοβολούσε ενοχλητικά και μελαγχολικά καθώς κυλούσε στο πουθενά. στις πολυάριθμες διακλαδώσεις. Έστηνε καρτέρι χαμηλά. Μπορούσε να κρύβεται ψηλά. Πάσχιζε να σκεφτεί πώς ακριβώς έπρεπε να φτάσει ως την Πόλη. εντούτοις ο κανονισμός απαιτούσε να μένουν σε επιφυλακή. μαστιγώνοντας τα χέρια του. αλμυρός ιδρώτας που στην αρχή έπιασε να κυλά στο μέτωπό του σε μικρές σταγόνες. και δεν υπήρχε τρόπος να τον σκουπίσει επειδή από την άλλη μεριά του μηχανισμού .. αριστερά ή δεξιά. Μπροστά τους απλωνόταν βαθύ σκοτάδι. και η λαβή μια πήγαινε προς τα κάτω και μια επέστρεφε στην προηγούμενη θέση της. Σχεδόν πάντα ο κίνδυνος προερχόταν από το βορρά ή το νότο. δοκίμαζε να καταστρώσει σχέδια. και τη σιγαλιά θρυμμάτιζαν η βαριά ανάσα και το ρυθμικό χτύπημα από τις χοντρόσολες μπότες των αντρών που την ακολουθούσαν. Να γιατί πλανιόταν ανήσυχο πάνω στους τοίχους το φως του φακού του αποσπασματάρχη. έτοιμα ανά πάσα στιγμή να τα οπλίσουν και να πατήσουν τη σκανδάλη. τα ξέχασαν και τα παράτησαν τα συνεργεία επισκευών. Ο καυτός. και στο μυαλό του. Κοιτούσε προσεχτικά μπροστά του χωρίς να βλέπει τίποτα.ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Η φωνή των σηράγγων αβέβαιο φως του φακού στα χέρια του αποσπασματάρχη πλανιόταν σαν ωχροκίτρινη κηλίδα Τ οστους τοίχους της σήραγγας. τριζοβολούσε μονότονα ο μηχανισμός. δούλευε αδιάκοπα.

. και οι τροχοί άρχισαν πάλι να λένε το θλιμμένο τους τραγούδι. Στ’ αυτιά του χτυπούσε όλο και πιο δυνατά το αίμα. πήδησε από την ντρεζίνα. και ο Αρτιόμ θυμήθηκε πως. αλλά αυτό που διαλεύκαναν μάλλον δεν θα μπορέσουν τώρα να μας το ανακοινώσουν. «Σηκωθείτε.. Τώρα είχε τεράστια σημασία γι’ αυτόν κάθε πληροφορία για ό. όταν ήταν μικρός. εξετάζοντας προσεχτικά το σκοτάδι.. του άρεσε να παίρνει άβολες στάσεις και ν’ αφουγκράζεται αυτό τον ήχο επειδή του θύμιζε το ρυθμικό βήμα των στρατιωτών σε παρέλαση. στη Ρίζσκαγια με ανθρωπιστική βοήθεια. Μα θες μια ώρα όλη κι όλη για να το διασχίσεις με το τρένο από τη μιαν άκρη ως την άλλη. κατεβείτε. δεν έχουμε καιρό για καθισιό. Ο Αρτιόμ αντάλλαξε μια ματιά με τον Ζένκα..βρισκόταν ο Ζένκα. Ή μήπως θαρρείτε ότι το μετρό στο σύνολό του είναι τεράστιο. Μια ελαφριά ώθηση για να πάρει φόρα η ντρεζίνα.. Να. «Μ’ ενδιαφέρει να μάθω τι γνωρίζει. γι’ αυτό και δεν ακούγονταν όλα όσα έλεγε. Υπάρχουν όμως και μερικές ιστοριούλες που γι’ αυτές δεν έχετε ακούσει το παραμικρό.. κάθισαν στις ράγες.. Κι ίσως. χωρίς καμιά προσυνεννόηση. Ίσως μάλιστα να μην είναι καθόλου ιστοριούλες. εμείς πάμε. Το πρόβλημα όμως είναι ότι ούτε εγώ ούτε ο διοικητής της ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ μπορούμε να εγγυηθούμε εκατό τοις εκατό ότι. σηκωθείτε. Να ποιο είναι το βασικό πρόβλημα του μετρό: Δεν υπάρχει αξιόπιστη σύνδεση. παραδέχτηκε πρόθυμα ο Ζένκα. δεν . έλεγε ο αποσπασματάρχης. Κάποιος κάπου πήγε. Δεν υπάρχει η δυνατότητα να πας γρήγορα από τη μιαν άκρη στην άλλη: Κάπου δεν θα μπορείς να περάσεις.. Το απόσπασμα προχώρησε. και τις περισσότερες φορές δεν φτάνουν στον προορισμό τους. να φανταζόταν πως ήταν ο ίδιος ο στρατάρχης που χαιρετούσε αυτή την παρέλαση.. η γενιά σας για το μετρό». Για τους Μαύρους. όταν φτάσουμε εκεί. Ο αποσπασματάρχης κοιτούσε μπροστά. λέει. «Κι εμείς μπορούμε να σας πούμε ένα σωρό πράγματα!» του δήλωσε μ’ αυτοπεποίθηση ο Ζένκα ενώ σηκωνόταν απρόθυμα. Η σάλπιγγα μας καλεί. αλλάξτε θέσεις. και πραγματικές μεραρχίες με βήμα ρυθμικό περνούσαν από μπροστά του. για τους μεταλλαγμένους. Ο αποσπασματάρχης τούς κοίταξε προσεχτικά και είπε με συμπόνια: «Μυξιάρικα.» «Μυξιάρικα». Θα σας πω μια ωραία ιστοριούλα».. Δηλαδή υπήρξαν κάποιοι που προσπάθησαν να το διαπιστώσουν.. αλλά αυτό δεν μπορεί κανείς να το διαπιστώσει. αυτό σήμαινε ότι θα φορτωνόταν μονάχα εκείνος όλη τη δουλειά. «Τα ξέρω εγώ όλα σας τα παραμυθάκια.. κάπου θα είναι φραγμένο. Και ποτέ δεν ξέρεις τι στ’ αλήθεια σε περιμένει στη στροφή. Τώρα όμως οι άνθρωποι ταξιδεύουν βδομάδες ολόκληρες. Βιάστηκε να σηκωθεί από τις ράγες και. κλείνοντας τα μάτια.. Έτσι όπως περιγραφόταν σε βιβλία για το στρατό.. Ο ένας λέει ψέματα στον άλλο ότι του το σφύριξε κάποιος τρίτος. μολονότι έπρεπε να πάρουν θέσεις εμπρός και πίσω από την ντρεζίνα. κι αν ο Αρτιόμ άφηνε τη λαβή.» Για τον Αρτιόμ αρκούσε αυτή η εισαγωγή για να ξαναβρεί την ανάσα του. πήρε θέση πίσω από την ντρεζίνα.... Για τα μανιτάρια σας φυσικά. γενικά έστω. φέρνοντας το αυτόματο από την πλάτη στο στήθος του.τι αρχίζει πέρα από το σταθμό Προσπέκτ Μίρα. «Κάθεστε και διηγείστε μεταξύ σας κάθε λογής παραμύθια. Περάσαμε τη μισή σήραγγα». Στο τέλος ο αποσπασματάρχης είπε δίχως να πισωγυρίσει: «Εντάξει. και η κατάσταση αλλάζει καθημερινά. παιδιά. κάποιος τα σκέφτηκε όλα μόνος του. κάπου θα γίνεται καμιά βλακεία.. και οι δυο μαζί... ο οποίος με τη σειρά του ωραιοποίησε μια ιστορία που την άκουσε από κάποιον τέταρτο εκεί που έπιναν τσάι και τη διέδωσε σαν δική του περιπέτεια. κι ο κάθε ακριανός στη σειρά την κρατούσε σε στοίχιση.

θα μας υποδεχτούν με καταιγιστικά πυρά. Είναι το ίδιο σαν να προχωράς πάνω σε κινούμενη άμμο βασισμένος σε χάρτες εκατό ετών. Και μάλιστα τι ήταν οι φασίστες. Στο τέλος αποθηριώθηκαν. Αυτοί είχαν το κεφάλι ξυρισμένο γουλί..» ρώτησε αμήχανα ο Ζένκα. Η αλήθεια παραμορφώνεται. στα 50 μέτρα· περισσότερες δεν μπορούσαν .. αλλά η δική μας η γενιά ακόμα θυμάται την ιστορία του 20ού αιώνα. η μόδα της εποχής... και σήμερα δεν μπορώ να βασιστώ σ’ αυτές. Ή ότι δεν θα ανακαλύψουμε ξαφνικά ότι η Ρίζσκαγια προσαρτήθηκε τώρα στη Χάνσα. Εκεί θα ήταν κάποτε τουαλέτες ή καταφύγιο. κομμουνιστές. έστρεψε αλλού τη συζήτηση: «Ωραία.. την Τσέχοφσκάγια και την Τβερσκάγια. Και ξαφνικά... Αλλά με τέτοια πράγματα δεν είναι ν’ αστειεύεσαι! Μπροστά τους διακρινόταν μια αδύναμη λάμψη. εκεί οι φασίστες κατέλαβαν τα πάντα. Παλιά. ούτε καν οι ίδιοι δεν θα τις θυμούνται. σατανιστές. Ο σταθμός ήταν αραιοκατοικημένος και μόνο μία περίπολος υπήρχε.» Για τον Αρτιόμ αυτή ήταν η δεύτερη παρόμοια συζήτηση μέσα στις τελευταίες δύο μέρες· ήξερε ήδη τους Μόρλοκ και τον Τζωρτζ Ουέλς. Το Τέταρτο ή Πέμπτο. Κι οι δικοί μας οι Μαύροι καλοί είναι! Αφήστε που υπάρχουν και διάφοροι άλλοι αιρετικοί.» «Ποιοι φασίστες πάλι.. Και είναι φριχτό να σκέφτεσαι τι θα μας συμβεί όταν τελειώσουν τα καύσιμα για τις ηλεκτρογεννήτριες και δεν θα έχουμε πια ηλεκτρισμό. Τώρα εκεί έχουν το Ράιχ τους. γι’ αυτό κι εμείς ούτε έχουμε πια ούτε θα αποκτήσουμε ποτέ πρόσβαση στο υπόλοιπο μετρό... “Κάνε ένα ψυχικό. κάτι τέτοιο τέλος πάντων.. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση απ’ αυτούς. Ή ότι δεν θα ανακαλύψουμε ένα σταθμό αχρηστεμένο. Ή το άλλο. σκοτεινά δωμάτια που ήταν διάσπαρτα στις σήραγγες. Δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες. Ο διάολος μονάχα ξέρει τι σήμαιναν αυτές οι συντομογραφίες· τώρα πια δεν τις θυμάται κανείς. Έχετε διαβάσει τη Μηχανή του χρόνου του Ουέλς. ας πούμε.. Ξέρετε. Μπορώ όμως να σας πω κάτι περίεργο για τους ανθρώπους που ζουν σ’ αυτό.. Άσχημο πράγμα. Ε λοιπόν εκεί υπήρχαν κάτι τέτοιοι Μόρλοκ.. ξεβρώμισε το μετρό!” Ξωπέταξαν όλους τους μη Ρώσους από την Πούσκινσκάγια. έφτασαν μέχρι την Τβερσκάγια.. όταν ακόμα ζούσαμε εκεί πάνω» –κι ο αποσπασματάρχης έδειξε με το δάχτυλό του προς την επιφάνεια της γης– «υπήρχαν κάτι τέτοιοι τύποι. Γι’ αυτό. Προσπέρασαν τις σπασμένες πόρτες σε κάτι εγκαταλειμμένους βοηθητικούς χώρους. Έστω κι αν ήξεραν ότι εκεί δεν υπήρχε τίποτα.. αρχίσανε τις σφαγές. “Το μετρό στους Ρώσους!” Τ’ ακούσατε αυτό..» «Μμμ.. βλέπετε. μετά από την Τσέχοφσκάγια. παρά τις απόπειρες διαμαρτυρίας του Ζένκα. «Γνήσιοι φασίστες. Όλη την επίπλωση –σιδερένιες διώροφες κουκέτες ή κακοφτιαγμένα είδη υγιεινής– την είχαν από καιρό ξηλώσει.. Αλλά κι αυτοί οι μεταλλαγμένοι από τη γραμμή Φιλιόφσκαγια υπάρχουν στ’ αλήθεια. κι από εκεί υπάρχει διάβαση για δυο σταθμούς παρακάτω. και τώρα κανείς δεν χωνόταν στα έρημα. Οι αγγελιοφόροι κάνουν τόσο καιρό να φτάσουν.22 κάποιοι άλλοι κατά των μεταναστών κι άλλοι λογής λογής – τέτοια ήταν. Μετά λες και χάθηκαν. λίγο καιρό πριν. έκαναν την εμφάνισή τους στο σταθμό Πούσκινσκάγια. Πλησίαζαν στην Αλεξέγιεφσκάγια. ότι εκεί που ήταν παλιά η Πούσκινσκάγια. Σκέτο μουσείο με περίεργα εκθέματα». Για το Μετρό-2 και τους Αόρατους Επιτηρητές. χωρίς ψυχή ζώσα. Ποτέ άνθρωποι δεν βρέθηκαν σε τέτοιες συνθήκες. και τι γνώριζε για το μετρό η δική σας η γενιά.. Χτες το πρωί πήρα πληροφορίες· το βράδυ είχαν ήδη παλιώσει. και δεν είχε καμιά διάθεση να ξανακούσει γι’ αυτούς. ώστε οι πληροφορίες που φέρνουν συχνά αποδεικνύονται πια είτε άχρηστες είτε ανακριβείς. Προς το παρόν δεν φαίνεται να ανακατεύονται σε τίποτα. Δεν θα το κάνω. Να μιλήσω για τη διαολοκατάσταση στις σήραγγες. κι ήταν και κάτι άλλοι που ονομάζονταν ΕΡ-ΕΝ-Ε.

είπε ο Αρτιόμ.» αποκρίθηκε ο φίλος του. έχουμε ειδοποιηθεί. παιδιά! Πώς τα περνάτε. Κοίταξε εξεταστικά τα πρόσωπά τους. Η στάση στην Αλεξέγιεφσκάγια θα κρατούσε μισή ώρα τουλάχιστον. δίνοντας το συμφωνημένο σύνθημα. Φορούσε ένα τριμμένο παντελόνι από στολή παραλλαγής και ένα καπιτονέ αμπέχονο με το γράμμα Α (προφανώς το αρχικό της ονομασίας του σταθμού) άγαρμπα ζωγραφισμένο πάνω του. και τα χέρια του χάιδευαν νευρικά την κάνη ενός αυτόματου που κρεμόταν από το λαιμό του. Κοιτούσαν πάντως φιλικά τους επισκέπτες από τη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. η ντρεζίνα μπήκε στο σταθμό. ο άνθρωπος μπέρδεψε το μέρος. σημαίνει ότι αυτό χρειαζόμαστε. χωρίς όμως να γίνεται κατανοητό τι του έλεγε. «Οι φασίστες όμως υπάρχουν στ’ αλήθεια! Εντάξει. «Αυτός σου είπε κι άλλα πολλά κι ενδιαφέροντα». σε ένδειξη εμπιστοσύνης. Από μακριά ακόμα τους φώναξε: «Σταθείτε εκεί! Μην πλησιάζετε!» Ο Αρτιόμ αναρωτήθηκε αν πράγματι μπορούσε να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Έπειτα θα έπρεπε να προχωρήσουν. «Ποιος το είπε.» «Ο Λιόχα το είπε». Ξέρουμε. Η Αλεξέγιεφσκάγια ήταν κακοφωτισμένη. Δεν σκοπεύουμε να τους ταΐζουμε για φιλανθρωπία». «Μόνο που μου είπαν ότι βρίσκονται στη Νοβοκουζνιέτσκαγια». Πάμε!» Ο αποσπασματάρχης βάλθηκε να ρωτά κάποια πράγματα το φρουρό. «Για τους φασίστες και το Ράιχ δεν άκουσα ακόμα τίποτα». Αν αυτό αποφάσισε η διοίκησή μας. χαμογέλασε αναγνωρίζοντάς τους και. έτσι ώστε μέχρι το τέλος της μέρας να φτάσουν στη Ρίζσκαγια. είπε στον Ζένκα: «Κακοπαθημένος είναι τούτος. δεν είπε όμως ψέματα!» δικαιολογήθηκε ο φίλος του. έριξε το αυτόματο στην πλάτη του. Το απόσπασμα σταμάτησε στη μέση της αποβάθρας και ο αποσπασματάρχης ανήγγειλε στάση. ενώ τους υπόλοιπους τους κάλεσαν να καθίσουν κοντά στη φωτιά.να διαθέσουν. Αφού διανυκτέρευαν εκεί. «Γεια σας. Ο Αρτιόμ σώπαινε και σκεφτόταν. Στη Ρίζσκαγια πηγαίνετε. Ο αποσπασματάρχης είχε κάποια συζήτηση με τον τοπικό διοικητή. τακτοποιούσαν όλα τα ζητήματα και εξέταζαν . ξέρουμε. ντυμένος όπως ακριβώς ο άντρας που τους υποδέχτηκε–. ενώ οι κάτοικοί της έδειχναν σιωπηλοί και μελαγχολικοί. και ο Αρτιόμ. Στο φόντο της φωτιάς ξεπρόβαλε μια μαύρη σιλουέτα· κάποιος τους πλησίαζε για έλεγχο. του υπενθύμισε ο Αρτιόμ. απάντησε ο Ζένκα. τα μάτια του γυάλιζαν καχύποπτα. να μην τους αναγνωρίζουν δηλαδή σ’ ένα σταθμό που πάντα θεωρούνταν φιλικός και να τους υποδέχονται με εχθρικές διαθέσεις. Προσπερνώντας τη φωτιά που ήταν αναμμένη στα 50 μέτρα –πλάι της καθόταν ο δεύτερος φρουρός. Τα βαθουλωμένα του μάγουλα ήταν αξύριστα. Ο αποσπασματάρχης έδωσε εντολή να σταματήσουν στα 40 μέτρα από τη φωτιά που είχε ανάψει η περίπολος της Αλεξέγιεφσκάγια και αναβόσβησε μερικές φορές ένα φακό. Τον Αρτιόμ και τον Ζένκα τους άφησαν στην ντρεζίνα για να τη φυλάνε. με την ελπίδα ότι ούτε αυτόν θα τον ακούσει κανείς. «Έχουμε κι εμείς τα δικά μας συμφέροντα. Ο άντρας τούς πλησίασε με το πάσο του. ομολόγησε απρόθυμα ο Ζένκα. «Εμένα μου το είπαν ότι κάπου στο μετρό υπάρχουν φασίστες». μάλλον σχετικά με την επικείμενη προσάρτηση. Μου φαίνεται ότι θέλουν τη συνένωση μαζί μας γιατί κακοπερνάνε». «Και λοιπόν.

Έτσι ο Αρτιόμ δεν είχε στη διάθεσή του πάνω από δύο μέρες. Σ’ αυτό το διάστημα όφειλε να βρει οπωσδήποτε μια πρόφαση για να περάσει από τα εξωτερικά φυλάκια της Ρίζσκαγια. Συνεννοούμενοι με την Αλεξέγιεφσκάγια. Εκεί. Ακόμα κι αν κατόρθωνε να περάσει από τα νότια φυλάκια. . Αν όμως αποδεικνυόταν άχρηστο. θα μπορούσε να ρωτήσει για τους κινδύνους κάποιους γνωστούς του πραματευτές. ωστόσο διακρίνονταν για την απίστευτη πολυμορφία τους. θα έπρεπε να επιστρέψουν αμέσως στο σταθμό. δεν έδειχνε καθόλου άλυτο. Οι μαχητές που υπεράσπιζαν τα νότια σημεία προσέγγισης στη Ρίζσκαγια ποτέ δεν ήξεραν τι ακριβώς να περιμένουν. Ο χάρτης ήταν τυπωμένος στο οπισθόφυλλο ενός διαφημιστικού φυλλαδίου με καμένες άκρες που εκθείαζε ένα πολυκατάστημα κατεστραμμένο εδώ και πολύ καιρό. Ξεκινώντας από τη Ρίζσκαγια. στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ δεν είχε μείνει καθόλου χρόνος στον Αρτιόμ για να σκεφτεί το δρομολόγιο προς την Πόλη. κι έτσι οι κάτοικοι της Ρίζσκαγια αναγκάστηκαν να τις κλείσουν και τις δύο. δύο σήραγγες έβγαζαν στην Προσπέκτ Μίρα.το καλώδιο που βρέθηκε. και το νότιο φυλάκιο της Ρίζσκαγια υφίστατο επιθέσεις πολύ συχνότερα. Φίλους στην Αλεξέγιεφσκάγια και τη Ρίζσκαγια ο Αρτιόμ δεν είχε. Εκμεταλλευόμενος το ότι ο Ζένκα απομακρύνθηκε για να πιάσει κουβέντα με μια κοπέλα που καθόταν εκεί κοντά τους στην αποβάθρα. Γι’ αυτό και το να περάσει κανείς από τα φυλάκια τόσο προς τη μια όσο και προς την άλλη κατεύθυνση αποδεικνυόταν ιδιαίτερα περίπλοκη υπόθεση. Εξαιτίας της επικείμενης συνένωσης. γι’ αυτό κι έπρεπε να είναι έτοιμοι για όλα. Ακριβώς επειδή η απόφαση να φύγει είχε ληφθεί επειγόντως. και πάλι έπρεπε να βρει και ένα σχετικά ακίνδυνο δρομολόγιο προς την Πόλη. στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. τα εξωτερικά φυλάκια της Ρίζσκαγια επιδείκνυαν αυξημένη επαγρύπνηση: Έπρεπε πάση θυσία να αποδείξουν στους μελλοντικούς συμμάχους ότι μπορούσαν να βασίζονται πάνω τους στο ζήτημα της άμυνας των νότιων συνόρων. της επικράτειας και της ισχύος της. Και το πρόβλημα αυτό ο Αρτιόμ όφειλε να το λύσει μέσα σε μία ή το πολύ δύο μέρες. Ακόμα κι αν οι κίνδυνοι που απειλούσαν τον πληθυσμό της Ρίζσκαγια δεν ήταν τόσο μυστηριώδεις και φοβεροί όσο η απειλή που αιωρούνταν πάνω από τη ΒΕΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. Αν το καλώδιο μπορούσε να χρησιμεύσει για την επικοινωνία μεταξύ των τριών σταθμών. ούτε και σκόπευε να εμπιστευτεί ξένους για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα. Εντούτοις. παρά την πολυπλοκότητά του. και κυρίως με τη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. Η δυσπιστία τους ήταν απολύτως εξηγήσιμη: Εκεί στο νότο ξεκινούσε το μεγάλο μετρό. Δεν γινόταν να κλείσουν μόνο τη μία από τις δύο βασισμένοι σε υποθέσεις. θα έπρεπε να στείλουν πίσω έναν αγγελιοφόρο ζητώντας περαιτέρω υποδείξεις. Ο Αρτιόμ δεν ήθελε να ρωτήσει για το δρομολόγιο προς την Πόλη τον Ζένκα. χωρίς να προκαλέσει κανενός τις υποψίες. άρα και τη δυνατότητα να τις χρησιμοποιήσουν για αγροτικούς σκοπούς. Το ερώτημα ήταν τι θα έκανε παρακάτω. επειδή γι’ αυτούς είχε ζωτική σημασία να εξασφαλίσουν τουλάχιστον τη διαδρομή προς βορρά. θα έπρεπε να το τοποθετήσουν και να κάνουν την τηλεφωνική σύνδεση. ή πολύ περισσότερο κάποιο άλλο μέλος του αποσπάσματος. που ήταν ακόμα πιο καχύποπτα και σχολαστικά από τα εξωτερικά αποσπάσματα της ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. ο Αρτιόμ έβγαλε στα κλεφτά από το σακίδιό του ένα μικροσκοπικό χάρτη του μετρό. καθώς καταλάβαινε θαυμάσια ότι αναπόφευκτα θα προκαλούσε υποψίες – χώρια που ο Ζένκα θα καταλάβαινε αμέσως ότι ο Αρτιόμ κάτι μαγείρευε. Σ’ αυτό ακριβώς η ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ έβλεπε την κατάλληλη πρόφαση για την επέκταση της επιρροής της. και ο Αρτιόμ περικύκλωσε αρκετές φορές την Πόλη με το απολειφάδι ενός απλού μολυβιού. μετέθεταν το φορτίο της άμυνας της βόρειας διαδρομής στους ώμους τους και εξασφάλιζαν την ησυχία στις σήραγγες μεταξύ των σταθμών. Στο έργο αυτό αναλώθηκαν πάρα πολλές δυνάμεις.

συνέχιζε φιλόδοξα να ονομάζει το δικό της μετρό με το όνομά του Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν. η μοίρα και των μεν και των δε ήταν πολύ θλιβερή. είπε: «Αυτό. Υπό τις γνωστές συνθήκες.. Τότε ο πατριός του τον κοίταξε προσεχτικά και. Προς την Πόλη. η βαθύτερη παρανοϊκή ουσία του δεν είχε αλλάξει ούτε στο ελάχιστο. αλλά και το ίδιο το μέρος έπαψε να είναι όπως πριν. και με την κόκκινη γραμμή. είναι ίσως το τελευταίο μέρος στη γη όπου οι άνθρωποι ζουν σαν άνθρωποι. Ωστόσο. παρά τις φαινομενικά φιλειρηνικές διαθέσεις του καθεστώτος. κι έπειτα.23 μονίμως παρακολουθούσαν στενά τους ευδαίμονες κατοίκους της Κόκκινης Γραμμής· όσο για το ενδιαφέρον τους σχετικά με επισκέπτες από άλλες γραμμές. αλλά και τώρα ακόμη από κάποιους νοσταλγούς. όταν οι άνθρωποι δεν ήταν υποχρεωμένοι να κουβαλάνε μαζί τους όπλα όταν έκαναν ένα ταξίδι από σταθμό σε σταθμό. Στην εποχή των τρένων και των λαμπτήρων με το φως ημέρας. η οποία ειπώθηκε από κάποιον σε μια συζήτηση.» Η Πόλις βρισκόταν στη διασταύρωση τεσσάρων διαφορετικών γραμμών. ή Κίροφσκάγια. Από τότε όμως που οι λέξεις «κόκκινη γραμμή» άρχισαν να γράφονται με κεφαλαία αρχικά.. Και μόνο η ονομασία αυτή.. τότε την απόσταση ανάμεσα στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝΧΑ και την Πόλη μπορούσες να την καλύψεις γρήγορα και ανεμπόδιστα. και περιλάμβανε τέσσερις . Ο πατριός του χαμογέλασε μελαγχολικά και πρόσθεσε: «Είναι το Άστυ.. Εκατοντάδες πράκτορες της υπηρεσίας εσωτερικής ασφαλείας. Χωρίς ειδική άδεια της ηγεσίας των Κόκκινων δεν έμπαινε κανείς ούτε σ’ έναν από τους σταθμούς τους. μην αντέχοντας να απαρνηθεί το όραμά της. Πρώτα από τη διακλάδωση ως την Τουργκένιεφσκάγια. Χώρια που μάλλον δεν μπορούσε να υπάρχει ένας τόσο απλός δρόμος προς την ίδια την καρδιά του μετρό. έστω κι αν έπρεπε ν’ αλλάξουν τρένο και να βρεθούν σ’ άλλη γραμμή. η ολοκληρωτική παρακολούθηση και η γενικευμένη κλινική καχυποψία ξεσκέπαζαν στα γρήγορα τόσο τους πεζοπόρους που έτυχε να χάσουν το δρόμο τους. ονομαζόταν ΚΑΓΚΕ-ΜΠΕ. Αν και. που αποδεχόταν τη δυνατότητα οικοδόμησης του κομμουνισμού σε μία μεμονωμένη γραμμή του μετρό. Αρτιόμκα. τη Σοκολνίτσεσκάγια.. με μιαν αδιόρατη θλίψη στη φωνή του. σ’ εκείνες τις εποχές όπου η διαδρομή από τη μιαν άκρη ως την άλλη δεν έπαιρνε ούτε καν μία ώρα. και ούτε καν σκεφτόταν κανείς να δοκιμάσει να βρεθεί στην Πόλη από το συντομότερο δρόμο. όπως τον είχαν μετονομάσει οι κομμουνιστές. η ηγεσία της Κόκκινης Γραμμής εγκατέλειψε τις απόπειρες να κάνει διά της βίας ευτυχισμένο τον πληθυσμό ολόκληρου του μετρό. Γι’ αυτό και δεν άξιζε καν να σκεφτεί ο Αρτιόμ πώς θα έφτανε στην Πόλη μέσω των τριών σταθμών και των τριών διαδρομών που ανήκαν στην Κόκκινη Γραμμή. ο Αρτιόμ ρώτησε σιγανά τον Σουχόι τι σήμαινε η λέξη. Σ’ εκείνες τις μυθικές. Ακόμα και τώρα θυμόταν την πρώτη φορά που άκουσε την άγνωστη τούτη λέξη στην αφήγηση ενός γνωστού του πατριού του. μια τέτοια πορεία δεν έπαιρνε πάνω από μισή ώρα. Εκεί όπου δεν ξέχασαν ακόμα τι σημαίνει άνθρωπος. όσο και τους κατασκόπους που στέλνονταν εκεί. Και οι συνεχείς έλεγχοι διαβατηρίων. από εκεί περνούσες στον Τσίστιγιε Προυντί.. η οποία στο παρελθόν. ευλαβική σιωπή... επέβαλλε στον Αρτιόμ. κι όχι μόνο σ’ αυτόν. σ’ εκείνες τις εποχές όπου οι σήραγγες κατοικούνταν μόνο από τρένα που βροντολογούσαν και κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα. και υιοθέτησε το νέο δόγμα. έφτανες κατευθείαν στην Πόλη. επεκτείνοντας σ’ αυτό την εξουσία των Σοβιέτ. όταν ο γνωστός αυτός έφυγε. και πώς ακριβώς πρέπει ν’ ακούγεται αυτή η λέξη». όπως ονομαζόταν ο σταθμός στον παλιοκαιρίτικο χάρτη που κοιτούσε ο Αρτιόμ..Ο δρόμος ως εκεί φαινόταν τόσο απλός και σύντομος.. παλιές εποχές για τις οποίες μιλούσε ο αποσπασματάρχης. αυτό ήταν όντως απεριόριστο. μια κόκκινη βαμβακερή σημαία κρεμόταν πάνω από τη διάβαση προς τον Τσίστιγιε Προυντί. Οι πρώτοι εξισώνονταν με τους δεύτερους. εντούτοις από καιρό πια δεν γινόταν κανένα πρακτικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.

η οποία εντούτοις είχε την ίδια ακριβώς σημασία. Κι ίσως επειδή μέσα σ’ αυτή τη λέξη αντηχούσε η μακρινή και αδιόρατη ηχώ μιας πανίσχυρης και ωραίας αρχαίας κουλτούρας. Από τις πολυάριθμες συνομοσπονδίες. να πληρώσουν μυθικούς μισθούς στους μισθοφόρους τους και να απαρνηθούν τα υλικά αγαθά στο όνομα της απόκτησης πνευματικών αγαθών. Κάποιος έδωσε στο Άστυ μια διαφορετική ονομασία. χημικοί. Εκεί μονάχα ζούσαν οι τελευταίοι ζωγράφοι. κατάστικτου απ’ όλα τα πιθανά γράμματα. μόνον η Πόλις έστελνε στάλκερ για βιβλία. μπορούσαν ακόμα να πληροφορήσουν για πολλά τους ζωντανούς. δεν τη χτυπούσαν οι συμφορές. που οι νόμοι του είχαν μεταβληθεί. ώστε για χάρη τους ήταν έτοιμοι να ριψοκινδυνεύσουν τη ζωή των εθελοντών τους. σημεία. το ξενόφερτο όνομα καθιερώθηκε. ποιητές. βρήκαν το τελευταίο τους καταφύγιο στην Πόλη.ολόκληρους σταθμούς του μετρό – τον Κήπο Αλεξάντροφσκι... ουσιαστικά για ολόκληρο το μετρό. όπου πάντα τους περίμεναν με ανοιχτές αγκάλες. Μόνον εκεί οι γνώσεις είχαν τόση αξία. Για τους κατοίκους όλων σχεδόν των υπόλοιπων σταθμών. ερημωμένα. και οι άνθρωποι που τα έγραψαν. την Αρμπάτσκαγια. μπορούσε κανείς να συναντήσει υπέργηρους καθηγητές που κατείχαν κάποτε έδρες σε περίφημα πανεπιστήμια – πανεπιστήμια μισοκατεστραμμένα σήμερα. την Μποροβίτσκαγια και τη Βιβλιοθήκη Λένιν. ιερογλυφικά. που πιθανότατα κάλυπταν όλα τα πεδία στα οποία εργάστηκε κάποτε η ανθρώπινη διάνοια και συσσωρεύτηκαν γνώσεις. Εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία σε δεκάδες γλώσσες. της πόλης που έδωσε το όνομά της στο μετρό. Οι τελευταίοι φυσικοί. Η Πόλις βρισκόταν στο σημείο όπου κάποτε ήταν το ίδιο το κέντρο της Μόσχας. παραδομένα στους αρουραίους και τη μούχλα. Εντούτοις μια τεράστια ποσότητα βιβλίων μπορούσε ακόμα να διαβαστεί και να γίνει κατανοητή. Αποδιωγμένοι από παντού. αυτοκρατορίες και απλώς ισχυρούς σταθμούς οι οποίοι ήταν σε θέση να οργανώσουν αποστολές στην επιφάνεια της γης. και μόνον εκεί. Αυτοί που μόλις πέθαιναν όλα τούτα θα χάνονταν για πάντα. και γύρω από την Πόλη σχηματιζόταν πάλι η μαγική αύρα της ευημερίας και του απαραβίαστου. ώστε οι επαρχιώτες που βρέθηκαν κάποτε σ’ αυτό να το αποκαλούν αποκλειστικά και μόνο Άστυ. οι γνώσεις αυτές ήταν εξίσου άχρηστες με τους φορείς τους. το τελευταίο μέρος όπου ζούσαν τόσο πολλοί άνθρωποι. επειδή εκεί κυβερνούσαν οι συνάδελφοί τους. Η Πόλις αποτελούσε ένα εντελώς μοναδικό φαινόμενο για το μετρό. . η Πόλις ξεχώριζε από χρόνο σε χρόνο.. που ένα μέρος τους δεν μπορούσε πια να διαβαστεί από κανέναν. που βυθιζόταν αργά στην άβυσσο του χάους και της άγνοιας. Σ’ αυτή την τεράστια επικράτεια είχε εγκατασταθεί η ύστατη πραγματική εστία πολιτισμού. βιολόγοι. Γι’ αυτό και στην Πόλη. Η Βιβλιοθήκη Λένιν αποτελούσε το πιο εκτεταμένο θησαυροφυλάκιο πληροφοριών της εποχής που έφυγε. Αυτοί που στο εσωτερικό του κρανίου τους διαφύλασσαν όλα όσα η ανθρωπότητα κατάφερε να δημιουργήσει και να μάθει μέσα σε χιλιάδες χρόνια αδιάκοπης ανάπτυξης. βλοσυρό κόσμο. Πόλις. όλο το μετρό ήταν πρόθυμο να συσπειρωθεί για να την υπερασπίσει. καλλιτέχνες. νεκροί εδώ και αιώνες. Εκεί και μόνον εκεί μπορούσε ακόμα να συναντήσει κανείς τους θεματοφύλακες εκείνων των παλιών και παράδοξων γνώσεων οι οποίες ήταν αδύνατο να χρησιμοποιηθούν στον καινούργιο. Εκατοντάδες τόνοι χαρτιού. καθώς οι γλώσσες στις οποίες ήταν γραμμένα χάθηκαν μαζί με τους λαούς που τις μιλούσαν. Οι απόηχοι από τις τελευταίες σφαγές που είχαν γίνει εκεί την εποχή του αξιομνημόνευτου πολέμου μεταξύ της Κόκκινης Γραμμής και της Χάνσας είχαν ήδη σιγήσει.. μαζί με τις διαβάσεις που συνέδεαν αυτούς τους σταθμούς. Και παρά τη φαινομενική έλλειψη πρακτικού πνεύματος και τον ιδεαλισμό της ηγεσίας της. που υποσχόταν θαρρείς στον πληθυσμό την προστασία της. κι αν κάτι απειλούσε την ασφάλειά της.

τότε θα μπορούσε να δοκιμάσει να ξεφύγει από τα αποσπάσματα της Χάνσας και να περάσει από το Δακτύλιο. φέρε να σου δείξω». κι αυτός ήταν ένας από τους βασικούς όρους της ειρηνευτικής συμφωνίας. έπειτα από δύο μόλις σταθμούς που ανήκαν στη Χάνσα θα έβγαινε στην Κούρσκαγια. αυτός δεν θα γυρίσει με το απόσπασμα πίσω στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. είπε μέσα του. Έτσι κι αλλιώς ο Αρτιόμ δεν σκόπευε να βγει στον ίδιο το σταθμό. «Δεν βαριέσαι. «Όχι. εσύ. «Μελετάς. Κοιτώντας το σύμπλεγμα των γραμμών και τους άφθονους σταθμούς μετεπιβίβασης.. γεμάτος κινδύνους και δοκιμασίες. . Ο Αρτιόμ ακούμπησε το δάχτυλό του στο χάρτη και το περιέφερε στις γραμμές. επινοώντας έστω μια πρόφαση.. αποφάσισε να παρηγορήσει τον Αρτιόμ.Κι όταν ο Αρτιόμ σκεφτόταν αυτό το εκπληκτικό μέρος. Αν λοιπόν κατάφερνε να εισχωρήσει στα εσωτερικά εδάφη της Χάνσα. κατά την άποψή του. θα έπαιρνε την ΑρμπάτσκοΠακρόφσκαγια. Θα άλλαζε γραμμή. Αν κάτι δεν πήγαινε καλά. ειδάλλως ο ίδιος ο σκοπός του ταξιδιού θα έχανε ένα μέρος του μυστηρίου και της μαγείας του.. Αν κατέβαινε από την Προσπέκτ Μίρα παίρνοντας την αριστερή πλευρά του Δακτυλίου. κι από εκεί η απόσταση ως το σταθμό Αρμπάτσκαγια. δεν παραξενευόταν καθόλου που ο δρόμος προς τα εκεί δεν μπορούσε να είναι εύκολος· έπρεπε οπωσδήποτε να είναι περίπλοκος. Η αλήθεια είναι ότι στο δρόμο του θα έβρισκε την Πλατεία της Επανάστασης. Ο Αρτιόμ δεν θεωρούσε πια την αποστολή του ακατόρθωτη. δηλαδή ως την ίδια την Πόλη. βυθισμένος καθώς ήταν στις σκέψεις του.. μπορούσε πάντα να βρει ένα εφεδρικό δρομολόγιο. είτε πιάνοντας στα λόγια το φρουρό του φυλακίου. την Πούσκινσκάγια και την Τβερσκάγια. Εγώ. το βρήκες. Αφού το καλοσκέφτηκε. προσπαθώντας στην πορεία να μάθει λεπτομέρειες για τους σταθμούς απ’ όπου θα έπρεπε να περάσει.. ήταν ελάχιστη. Προσανατολιζόταν στο μετρό πολύ καλύτερα από τον Αρτιόμ αλλά και τους άλλους συνομηλίκους του. Ο Αρτιόμ αναστέναξε από ανακούφιση. αλλά θα συνεχίσει την πορεία του προς την Πόλη. έπρεπε να τον αφήσουν να περάσει ανεμπόδιστος. είπε ο Ζένκα με ένα αίσθημα υπεροχής. τότε ο δρόμος για την Πόλη θα ήταν αρκετά σύντομος. Τώρα ήξερε πώς να δράσει. είτε δίνοντας μάχη είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. θα ’ρθει ο καιρός που θα τα καταφέρνεις κι εσύ το ίδιο καλά μ’ εμένα». Αν η πορεία από την Κίροφσκάγια μέσω της Κόκκινης Γραμμής προς τη Βιβλιοθήκη Λένιν φαινόταν ακατόρθωτη και πολύ παρακινδυνευμένη. Ο Αρτιόμ κοιτούσε προσεχτικά τον καμένο χάρτη. άρα. αλλά ο Ζένκα θεώρησε ότι το έκανε από ζήλια. Ο Αρτιόμ δεν τον είχε πάρει είδηση. που αναπήδησε και προσπάθησε αμήχανα να κρύψει το χάρτη. σκέφτηκε ότι ο αποσπασματάρχης μάλλον το είχε παραξηλώσει όταν περιέγραφε τις δυσκολίες που παρουσίαζαν ακόμα και οι συντομότερες πορείες στο μετρό. Ήθελα να βρω στο χάρτη των σταθμών πού βρίσκεται αυτό το Ράιχ για το οποίο μας μιλούσαν τώρα». «Και τι έγινε. Όχι.. αλλά οι Κόκκινοι εγγυούνταν την ελεύθερη διέλευση όλων των πεζοπόρων. Αυτή η μικρή άσκηση με το χάρτη αύξησε την αυτοπεποίθησή του. Ήταν τόση η έκπληξή του. και δεν αμφέβαλλε πια ότι. Αχ. η οποία παραδόθηκε μετά τον πόλεμο στην Κόκκινη Γραμμή με αντάλλαγμα τη Βιβλιοθήκη Λένιν. Εκείνος πήρε μια έκφραση παραδοχής και βιάστηκε να αλλάξει θέμα συζήτησης. και καμάρωνε γι’ αυτό. απλώς ήθελε να τον προσπεράσει.» του ψιθύρισε στ’ αυτί ο Ζένκα. «Και πόση ώρα θα κρατήσει η στάση μας. Από την πρώτη στιγμή έδειξε την τριπλή διάβαση ανάμεσα στην Τσέχοφσκάγια. μόλις το καραβάνι φτάσει στη Ρίζσκαγια. αποφάσισε να κρατήσει προς το παρόν αυτό το σχέδιο.» ρώτησε.

» ψευτογέλασε ο Ζένκα. «Μη φοβάσαι. Ο Αρτιόμ είχε ανέβει στην ντρεζίνα με το πρόσωπο στραμμένο προς το μέρος του και έβλεπε θαυμάσια ότι πίσω από την πλάτη του δεν υπήρχε τίποτα φοβερό. που νιώθεις στο σβέρκο σου ένα βαρύ βλέμμα. Ερημιά. μπάσα φωνή του αποσπασματάρχη.. ή ούτε καν βλέμμα. μήπως χώθηκε κανείς εκεί μέσα όσο εσύ κοίταζες από την άλλη πλευρά. Δύσκολα τα πράγματα. αλλά δεν κατάφερναν να πείσουν τον εαυτό τους να ξαναμπούν στη σήραγγα· τους έπιανε αμέσως αυτή η καταθλιπτική ανησυχία. κι εκεί δεν υπάρχει κανείς. Το κυριότερο σ’ αυτή την περίπτωση είναι να μη χάσεις την αυτοκυριαρχία σου. και μπήκαν πάλι στη σήραγγα.. Σε είκοσι λεπτά μέσα γύρισε· τα μάτια του ήταν γουρλωμένα. που γι’ αυτούς όμως μεταβαλλόταν σε θανάσιμη παραίσθηση.. παρά μόνο με καραβάνι.. αν καταλαβαίνεις... πάλι πίσω από την πλάτη σου. και μόνον ο αποσπασματάρχης. βρόντησαν πάνω στο τσιμέντο οι χοντρές αδιάβροχες μπότες. Η αίσθηση αυτή είναι γνωστή σε κάθε μοναχικό ταξιδευτή.. έχοντας μείνει μόνος. Όλα μοιάζουν ήσυχα. Τριζοβόλησαν οι μοχλοί. που φαντάστηκε τι είχε στο μυαλό του ο Αρτιόμ. ρίχνεις το φως του φακού μέσα στη μαυρίλα. κι όχι μονάχα αυτόν. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Η αλήθεια είναι ότι αυτός είχε πιο σοβαρό λόγο.«Νεαροί! Πάμε!» ακούστηκε η στεντόρεια. Ποιος ξέρει ποιος ή τι βρίσκεται εκεί. Δεν μπορούσαν να ηρεμήσουν ούτε όταν έφταναν σε κάποιον κατοικημένο σταθμό. αλλά λίγα λεπτά αργότερα δεν άντεξε και κοίταξε προς τα πίσω. καλώντας δίπλα του τον Κιρίλ. Αυτός ο φόβος και η αβεβαιότητα κυνηγούσαν πάντα τον Αρτιόμ. και μάλιστα με ένα φακό σε κακή κατάσταση.. ένιωθε όμως και τον πειρασμό να κοιτάξει μπροστά.. κι εσύ θέλεις πάλι να τρέξεις μπροστά.. τόσο αυτό πυκνώνει πίσω από την πλάτη σου. Τη γλύτωσε το παλληκάρι. Είχαν επινοήσει μάλιστα και μια ιδιαίτερη ονομασία – την έλεγαν «ο τρόμος της σήραγγας». Και ξέρεις γιατί τη γλύτωσε.. Αυτή τη φορά όμως το απόσπασμα προχωρούσε σιωπηλό.. Χα. η γνώριμη σε κάθε κάτοικο του μετρό. να μην ενδώσεις σ’ αυτό το φόβο. είπε σιγανά ο Ζένκα. και ο Αρτιόμ κατάλαβε ότι δεν θα ξεκουράζονταν άλλο.. «Έτσι ακριβώς τρελάθηκε κι ένας γνωστός του Σεριόγκα». αποφασιστικός. Όταν έφυγε για εκεί. Αυτός. και δεν είχε προλάβει ούτε να τσιμπήσει. Από εκεί όπου κανείς δεν μπορεί να περάσει μόνος του. ότι δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι.. Και πάλι τα ίδια. ήταν ολοφάνερο ότι είχε χάσει τελείως τα νερά του και κάθε τρεις και λίγο γυρνούσε φοβισμένος και κοίταζε πίσω. νομίζεις πάντα ότι ο κίνδυνος παραμονεύει πίσω από την πλάτη σου. Ησυχία. γυρνάς αστραπιαία. και πώς αυτό το πράγμα αντιλαμβάνεται τον κόσμο.. συντόνισε το βήμα του με το δικό του και κάτι κουβέντιαζε σιγανά μαζί του. ιδίως όταν ταξιδεύεις μόνος σου. που δεν αντέχεις. όσο εσύ ψάχνεις το σκοτάδι ώσπου να πονέσουν τα μάτια σου. Έτσι έχασαν κάποιοι άνθρωποι τα λογικά τους. θυμάσαι που σου έλεγα γι’ αυτόν παλιότερα. αποφάσισε να περάσει μόνος του τη σήραγγα στη Σουχαριόφσκαγια. ήταν γενναίος. Είναι όμως πολύ δύσκολο να ελέγξεις τον εαυτό σου. Όταν προχωράς σε μια σήραγγα. Ο Αρτιόμ δεν είχε ούτε το κουράγιο ούτε την όρεξη να κρυφακούσει· όλη του την ενέργεια την απορροφούσε η τρισκατάρατη ντρεζίνα. Ήταν πάλι η σειρά η δική του και του Ζένκα να ανεβούν στην ντρεζίνα. τη σήραγγα. πάνω από τον ώμο του... Ο τελευταίος του αποσπάσματος. να πείσεις τον εαυτό σου ότι όλα τούτα είναι ένα παραλήρημα. Έπειτα βέβαια έρχονταν σιγά σιγά στα συγκαλά τους. «Γιατί δεν είχε το κουράγιο να πάει πέρα από τα 100 μέτρα. Όσο όμως εσύ κοιτάς προς τα πίσω.. να φωτίσεις με το φακό σου τη σήραγγα μήπως υπάρχει κάποιος εκεί. Άλλες φορές η αίσθηση αυτή οξύνεται σε τέτοιο βαθμό. Κι αυτό σε βαραίνει τόσο πολύ.. του είχαν σηκωθεί οι τρίχες από το . κοιτάω εγώ!» φώναξε ο Αρτιόμ στον τελευταίο του αποσπάσματος.. ότι τέλος πάντων δεν ακούστηκε τίποτα.

Από τις διάφορες διηγήσεις κι από το σκοτάδι που σέρνεται επίμονα πίσω από το απόσπασμά τους. Κι αυτό συνεχιζόταν ώσπου κατάλαβε ότι τις σκέψεις του εμπόδιζε ένας παράξενος θόρυβος που συνεχώς δυνάμωνε και ερχόταν από τη σήραγγα που βρισκόταν μπροστά τους. Τα χέρια του σύρθηκαν προς το αυτόματο. Η όψη του . θυμίζοντας μάλλον ένα σφυριχτό ψίθυρο.» τον ρώτησε αμήχανος ο Αρτιόμ. Δεν του πήραν ούτε κουβέντα. Να τος ο παράξενος θόρυβος. Ο αποσπασματάρχης τούς πήρε είδηση και γύρισε: «Τι πάθατε. ακατανόητο. Ο Αρτιόμ παράτησε τη λαβή της ντρεζίνας και σηκώθηκε ολόρθος. απλούστατα από το φόβο τού περνάνε διάφορες ιδέες από το μυαλό. ο Ζένκα συλλογιζόταν τα δικά του. σχεδόν ασύλληπτος στην αρχή. κάπου στο μεταίχμιο μεταξύ αντιληπτού ήχου και υπέρηχου. ακολουθώντας τα βήματα του τελευταίου. Ο αποσπασματάρχης έγνεψε να σταματήσουν για να μην ακούγονται το τρίξιμο της ντρεζίνας και τα χτυπήματα από τις μπότες. αργά και εντελώς ανεπαίσθητα ενισχύθηκε. και δεν μπορούσε ν’ αρθρώσει ούτε λέξη σαν άνθρωπος. Ο Αρτιόμ έριξε μια γρήγορη ματιά στους υπόλοιπους. Και στη σήραγγα ούτε που ξαναπάτησε. δίχως να πάψουν να δουλεύουν τα χέρια του. τόσο πιο προσεχτικά ο Αρτιόμ κοιτούσε το πρόσωπο του αποσπασματάρχη. Η ηρεμία και η σιωπή όλου του αποσπάσματος.φόβο. κανείς δεν ακούει το παραμικρό. κι από τότε όλο κάτι ασυναρτησίες λέει και πιο πολύ μουγκρίζει. Κανείς τους δεν έδειχνε την παραμικρή ανησυχία. «Τι έπαθες. δεν είχαν ούτε ίχνος θολούρας ή κάτι ανάλογο μ’ αυτό που φοβόταν μη δει μέσα τους ο Αρτιόμ. απάντησε διστακτικά ο Αρτιόμ. Απλούστατα αυτός μονάχα τρελάθηκε. στεκόταν ακίνητος και αφουγκραζόταν προσεχτικά.» τον ρώτησε ο Αρτιόμ. πιάνοντας τους απόηχους του μυστηριώδους θορύβου. κι έτσι πήγαινε για αρκετή ώρα. Έπρεπε να μου το πεις από πριν και να μη σταματήσεις έτσι». ο θόρυβος ήταν ήδη αρκετά δυνατός. Όλοι κινούνταν ρυθμικά και σιωπηλά. Τα μάτια του ήταν ολοκάθαρα. και κάτι στη φωνή του έκανε τον Ζένκα να χάσει το χρώμα του. Τίποτα! Ο Αρτιόμ έφριξε.» «Δεν ακούτε τίποτα. Όταν ο Αρτιόμ τον συνειδητοποίησε. Ο Αρτιόμ τώρα τον άκουγε καθαρά. όλο στη Σουχαριόφσκαγια τριγυρνάει και ζητιανεύει. Ο Ζένκα τον κοίταξε απορημένος.» «Ναι». κι όσο πιο καθαρός γινόταν. Τώρα είναι ο σαλεμένος της περιοχής. Σαφές το ηθικό δίδαγμα. παύοντας να στριφογυρίζει όλο νευρικότητα. Ο θόρυβος αυτός. όλο και πιο αισθητή με φόντο το σφύριγμα που εντεινόταν. Για κάμποση ώρα το απόσπασμα κινούνταν μέσα σε απόλυτη ησυχία. μια ψευτιά που θα μπορούσε να ξεφουρνίσει στο φυλάκιο καθώς θα έμπαιναν στη Ρίζσκαγια. Αφουγκράστηκε κι αυτός. και ο τελευταίος του αποσπάσματος κοιτούσε μπροστά. Η ντρεζίνα ωστόσο πήγαινε πιο αργά.. προσπαθώντας να σκεφτεί κάτι αληθοφανές.» τον ρώτησε δυσαρεστημένος. προσπαθώντας να καταλάβει αν κι εκείνος άκουγε αυτό που γέμιζε τη δική του συνείδηση με μια εντεινόμενη ανησυχία.. «Μα δεν ακούς τίποτα. ήταν εντελώς ακατανόητη και τρομακτική. επειδή ο Αρτιόμ εξακολουθούσε να στέκεται με ύφος σαστισμένο. με το ένα του αυτί στραμμένο προς τη σήραγγα. υπερφυσικό. έτσι που ήταν αδύνατο για τον Αρτιόμ να προσδιορίσει τη στιγμή που άρχισε να τον ακούει. Ο Αρτιόμ βυθίστηκε πάλι στις σκέψεις του. Και ταυτόχρονα στην ψυχή του τρύπωσε η αηδιαστική αίσθηση ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένας θόρυβος. «Κουράστηκες. Ο αποσπασματάρχης δεν κουβέντιαζε πια με τον Κιρίλ. Δεν είχαν ακούσει τίποτα. Έπεσαν οι μπαταρίες.

. Ένας από τους σωλήνες που ήταν τοποθετημένοι κατά μήκος της σήραγγας και κάποτε περιείχε καλώδια κι ένας θεός ξέρει τι άλλο είχε σπάσει σ’ εκείνο το σημείο. ο Αρτιόμ αντιλήφθηκε ξαφνικά ότι ο Ζένκα δούλευε μόνο με το ένα χέρι. άσε που αναστάτωσε και τους άλλους. και το μαύρο στόμιό του. αυτό συμβαίνει. Ούτε ο Ζένκα. Θα κάνουμε μια στάση. έτριβε το αυτί του. εντελώς αναπάντεχα. Ο ήχος έφτασε στο απόγειό του. «Ησυχία. εντονότερος και καθαρότερος. κοίταξε κατάματα τον Αρτιόμ με ένα φαρμακερό χαμόγελο και τον ρώτησε με ειλικρίνεια: «Παραισθήσεις. δεν ακούω. χαλάρωσε. Θα σου φάνηκε μάλλον. Άγνωστο γιατί. . πως όλα αυτά οφείλονταν στην ένταση. Του Αρτιόμ δεν του έμενε τίποτ’ άλλο παρά να γυρίσει στη θέση του. αλλά στο άδειο προς στιγμήν μυαλό του ο ήχος έγινε βουερός. πιάσε το μοχλό και προχωράμε».αποσπασματάρχη όμως σιγά σιγά ηρέμησε. Τίποτα απολύτως. για ελάτε δω.. αλλά. ενώ με το άλλο. Ενισχυόταν καθώς προχωρούσαν όλο και βαθύτερα προς τα νότια. «Όσο για ν’ ακούσω. δείλιασε. Έχω μια θολούρα στο κεφάλι μου». Ο τελευταίος του αποσπάσματος κάθισε πάνω στις ράγες και. «Τι πάθατε όλοι σας. Ο θόρυβος ερχόταν από τα βάθη του σωλήνα. και μια καυτή αίσθηση ντροπής μαστίγωσε τον Αρτιόμ. πάσχισε να χαλαρώσει και να μη συλλογίζεται τίποτα. παρά μονάχα απόλυτο κενό και μαυρίλα. βάλθηκε να κλαίει απελπισμένα σαν παιδί. Αρτιόμ. με τις σκουριασμένες σιδερένιες άκρες του να πετάγονται σε διάφορες κατευθύνσεις. αλλά δεν πρόλαβε και κυλίστηκε σαν τσουβάλι καταγής. Ο Ζένκα τον κοίταζε αφηρημένος. Παρατώντας στο τέλος την προσπάθεια.. μη δίνοντας προφανώς σημασία σ’ αυτό που έκανε. Άντε. πάνω που ο Αρτιόμ άρχισε να σκέφτεται ότι εκεί μέσα δεν υπήρχαν ούτε καλώδια ούτε κάτι άλλο.. Πλησίασε με αβέβαια βήματα στην ντρεζίνα για να καθίσει στην άκρη της.. ελπίζοντας ότι μαζί με τις ανήσυχες σκέψεις θα καταφέρει να βγει από το μυαλό του κι αυτός ο διαολεμένος θόρυβος. ο Κιρίλ εξακολουθούσε να προχωράει ολομόναχος. είπε αργά: «Παιδιά. κοκκαλωμένο πια. κι από την προηγούμενη ειρωνεία δεν απέμενε ούτε ίχνος στη φωνή του. σαν να μην έτρεχε τίποτα.» είπε ο Ζένκα. αλλά σαν κάτι να με πιέζει». γιατί δεν νιώθω καλά. Προσπάθησε ειλικρινά να πείσει τον εαυτό του ότι απλώς του φάνηκε πως άκουσε έναν ψίθυρο.» του ψιθύρισε ο Αρτιόμ. Κάτι μου μπήκε στ’ αυτί. του απάντησε ψιθυριστά ο Ζένκα..» «Ε άι στο διάολο!» του πέταξε απροσδόκητα εκνευρισμένος ο Αρτιόμ. «Τι έπαθες. «Μα δεν ακούς τίποτα. ο αποσπασματάρχης σταμάτησε ξαφνικά και. όσο κι αν προσπαθούσε. κουφαθήκατε. Για κάμποση ώρα μπόρεσε να σταματήσει τις σκέψεις του. Σιγά το πράμα! Σταμάτησε το απόσπασμα για μια βλακεία. άκουγε το παραμικρό.. Με τρώει.» «Παραισθήσεις!» συμπέρανε ικανοποιημένος ο Ζένκα. Το φως του φακού χτυπούσε την οροφή της σήραγγας. καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια. είπε μαλακά ο αποσπασματάρχης συναισθανόμενος την κατάσταση και ο ίδιος προχώρησε μπροστά. και τότε ο Αρτιόμ κατάλαβε από πού προερχόταν.» τον ρώτησε με φόβο κι ελπίδα ο Αρτιόμ. «Δεν ξέρω. ενώ έτριβε τ’ αυτιά του και με τα δυο του χέρια και δεν εννοούσε να το κουνήσει από τη θέση του. όπως φαίνεται. κι όταν δυνάμωσε τόσο που νόμιζες ότι γέμιζε ολόκληρο το μετρό.. έβγαζε αυτό τον παράξενο θόρυβο. Δεν τρέχει τίποτα. χωρίς να αντιδρά στις φωνές των άλλων.

» είπε κοιτώντας καχύποπτα τον Αρτιόμ ο τελευταίος του αποσπάσματος. Ο Αρτιόμ προσπάθησε να τον ανασηκώσει. Αφήνοντας τον Κιρίλ πλάι στην ντρεζίνα. έστρεψε το φως του φακού στα μάτια του Κιρίλ. αλλά εκείνος του ξέφυγε και ξεφώνισε με μια αναπάντεχη κακία: «Γουρούνια! Τέρατα! Πουθενά δεν θα πάω μαζί σας.. ώστε πισωπάτησε. που έξυνε με ηλίθιο ύφος τ’ αυτιά του. Πήγαινε στην ντρεζίνα και πιάσε τους μοχλούς. μην ξέροντας τι κάνει. που πήγαινε σαν υπνοβάτης όλο και πιο μακριά. με την ίδια πάντα βλακώδη έκφραση στο πρόσωπό του.» Εκείνος κοίταξε τον Αρτιόμ μέσα από τα δάκρυά του και ψιθύρισε μ’ ένα δειλό χαμόγελο: «Φυσικά. κι αυτό κάπως τον βοήθησε. έπεσε γονατιστός μπροστά του και. Τυφλωμένος από το φακό. κι ήταν τόσο έντονη αυτή η αίσθηση. ο Αρτιόμ βούλωσε τ’ αυτιά του. δεν σε άφηνε να συγκεντρωθείς στην παραμικρή έστω και κάπως περίπλοκη σκέψη. Θέλεις να μην υποφέρουν πια. φοβήθηκε όμως μήπως μέσα στην έξαψή του ο άλλος του το ανταποδώσει. «Όλοι τους. Τότε ο Αρτιόμ. Για καλή του τύχη ο Κιρίλ προχωρούσε αρκετά αργά. Ήταν κλειστά.. κι εσείς θέλετε να με πάρετε από δω. η εικόνα έδειχνε ακόμα πιο αποτρόπαιη. Πουθενά δεν θα πάω! Πουθενά! Παράτα με. αλλά ο Κιρίλ ξαφνικά μόρφασε και παραπάτησε. με το άλλο του σήκωσε το βλέφαρο και φώτισε την κόρη του ματιού του.. τίναξε το κεφάλι του. εδώ θέλω να μείνω! Νιώθουν τόση μοναξιά. «Έτσι σου είπαν. έστω κι αν δεν καταλάβαινε τι τρέχει: «Εσύ όμως θέλεις να τους βοηθήσεις. και ούρλιαξε προσπαθώντας να σκεπάσει με τη φωνή του τον ήχο. κοιτάζοντας τον Αρτιόμ χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα. και μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο συνήλθε θαρρείς κι άνοιξε τα μάτια του. δεν έβλεπε σχεδόν τίποτα. Ο Κιρίλ ξεφώνισε. επειδή δίχως φακό μπροστά του απλωνόταν σκοτάδι μαύρο σαν πίσσα. έτσι. που εξακολουθούσε να κλαίει καθισμένος στις ράγες.» Στην αρχή ο Αρτιόμ θέλησε να τον χαστουκίσει με την ελπίδα ότι αυτό θα τον συνέφερνε κάπως. νιώθοντας άθελά του δάκρυα να αναβλύζουν από τα μάτια του. και πλάι του καθόταν ο Ζένκα.και. «Τότε πρέπει να βοηθήσεις εμένα. όλοι τους πέθαναν. τ’ ακούς. Φυσικά και θέλω να τους βοηθήσω». Κοιτώντας τον κατάματα. Αυτοί θέλουν να με βοηθήσεις. βλεφάρισε. ξεχωρίζοντας με κόπο την ίδια του τη φωνή μέσα από το θόρυβο. είπε σιγά. ο Αρτιόμ όρμησε στον τελευταίο του αποσπάσματος. Πάνω στην ντρεζίνα κειτόταν ξέπνοο το κορμί του αποσπασματάρχη. Πονούσαν τόσο πολύ!» τον έπιασε ο Αρτιόμ να λέει ανάμεσα στα αναφιλητά του. Προφανώς απ’ όλο το απόσπασμα δεν ήταν μόνο αυτός που παραλογιζόταν. αλλά ο ήχος είχε γίνει εντελώς αφόρητος. φωτισμένη από κάτω. όρμησε πίσω από τον Κιρίλ. Πρέπει να με βοηθήσεις να φτάσουμε στο σταθμό». Ο Αρτιόμ έτρεξε μπροστά του και.. κρατώντας τον με το ένα χέρι. Μέσα στην απελπισία του. Αντί γι’ αυτό. . ξεχνώντας ότι τον άκουγε μόνον αυτός: «Σήκωσε τον αποσπασματάρχη! Βάλε τον αποσπασματάρχη στην ντρεζίνα! Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να μείνουμε εδώ! Πρέπει να φύγουμε από δω!» Και αρπάζοντας το φακό που είχε πέσει κάτω. Γύρισε τότε κι άστραψε ένα χαστούκι στον Ζένκα. Ο Αρτιόμ πανικοβλήθηκε. ο Αρτιόμ συνάντησε ένα βλέμμα γεμάτο πόνο και οδύνη. Με μερικά μεγάλα άλματα ο Αρτιόμ τον πρόλαβε και τον χτύπησε στον ώμο. αλλά ο Κιρίλ συνέχισε να προχωράει κι οι δυο τους απομακρύνονταν όλο και περισσότερο από τους υπόλοιπους. στα τυφλά. τόσο πόνο εδώ πέρα. και ο Αρτιόμ αναγκάστηκε να τον πάει πίσω στην ντρεζίνα σέρνοντάς τον από το χέρι.

Μαζί τους. όπως όταν ξυπνάς από ένα όνειρο: Μόλις ξυπνήσεις. . τα θυμάσαι όλα κι έχεις μπροστά στα μάτια σου μια πολύ ζωηρή εικόνα.. πάει. παιδιά. Το ξανάπαθα αυτό κάποτε από αέριο. Ο τελευταίος του αποσπάσματος σταμάτησε τα αναφιλητά κι απλώς έτριβε με τα δάχτυλά του τους κροτάφους του. Βασίλιεβιτς. κοιτώντας σαστισμένος ολόγυρα. Μόλις όμως περάσουν μερικά λεπτά και συνέλθεις λιγάκι. «Μα εσείς θέλατε να μείνετε εκεί. Ο Αρτιόμ ένιωθε ότι έκανε κάτι απαράδεκτο αφήνοντας τα νώτα τους ακάλυπτα. Κι εσύ άκουγες συνέχεια τον ήχο σου.. θα σας επιτρέψω να γυρίσετε πίσω»... τον έσυρε προς την ντρεζίνα. κι έπειτα θα τα συζητήσουμε όλα. καταλαβαίνοντας ότι είχαν πια περάσει την επικίνδυνη ζώνη· γύρισε προς το απόσπασμα και εξαντλημένος έπεσε κατάχαμα... «Ξέρεις.. Ποιον όμως και γιατί. μέχρι ο συνομιλητής του να προλάβει να το καλοσκεφτεί. είπε ο Αρτιόμ λοξοκοιτάζοντας τον Νικίτα. Είναι. όχι να κάνει επιλογές. «Σας το επιτρέπω λοιπόν». Το ίδιο και τώρα. Δεν θυμάμαι. «Και μετά θα μ’ αφήσεις να πάω πίσω σ’ αυτούς. Αν και δεν χρειάζονται υποθέσεις εκ των προτέρων. στη σήραγγα. Μισή ώρα αργότερα μπορούσαν να προχωρήσουν. ακουμπώντας την πλάτη του στην ντρεζίνα. Για πάντα. απάντησε με σιγουριά ο Αρτιόμ. όλα γίνονται καπνός.«Ναι». Τώρα τους μοχλούς τούς χειρίζονταν τρεις. Ο αποσπασματάρχης άρχισε να σαλεύει και μ’ ένα βαθύ βογγητό στάθηκε όρθιος.» Ο Αρτιόμ τους έγνεψε να σταματήσουν. «το καλοσκέφτηκα». Πρώτα θα φτάσουμε στο σταθμό. τον τελευταίο του αποσπάσματος. περίεργα όλα τούτα.. «Ο διάολος μονάχα ξέρει.. έπεσε ξαφνικά ένα τέτοιο βάρος πάνω μου. Σιγά σιγά όλοι συνήλθαν. μια τέτοια μέρα ο Θεός να δώσει να βρεθούμε τουλάχιστον στον προορισμό μας. στο κεφάλι μου είχα μια θολούρα. Φύγαμε!» κατέληξε ο αποσπασματάρχης. που υπάκουε μηχανικά. Δεν θυμάμαι τίποτα». Ναι. πέταξε. Εκτός από τον Αρτιόμ. «Εντάξει. πρόσθεσε και γέλασε. παραπονούμενος ότι πάει να σπάσει το κεφάλι του. τότε θα έπρεπε να επιδρά διαφορετικά. κανείς δεν θυμόταν τίποτα. ποιον λυπόσουν.. Απορώντας με τον εαυτό του. και ήταν σαν να σβήστηκαν ξαφνικά τα πάντα. και το απόσπασμα προχωρούσε γρηγορότερα απ’ ό. Χτυπιόσασταν. Θυμάμαι ότι λυπόμουν πολύ κάποιον. ξέρεις. Αφού έστησε στους μοχλούς τον τελευταίο του αποσπάσματος. Κάτι κομμάτια μονάχα θυμάσαι. Δηλαδή πριν από μια στιγμή κάτι θυμήθηκα.» «Σου δίνω το λόγο μου ότι.τι και να πεις. Φώναζε συνέχεια στους υπόλοιπους απαιτώντας να μη χαλαρώνουν το ρυθμό τους. Σας υποσχέθηκα ότι.. όταν ξαφνικά άκουσε πίσω του εντελώς νηφάλια και απορημένη τη φωνή του Ζένκα: «Τι σ’ έπιασε και μας παριστάνεις τον αρχηγό. με το αυτόματο στραμμένο στο σκοτάδι. αν θελήσεις να γυρίσεις...» σκεφτόταν φωναχτά ο αποσπασματάρχης.. καταλάβαινε όμως ότι τώρα το σημαντικότερο ήταν να απομακρυνθούν όσο γινόταν πιο γρήγορα από τούτο το φριχτό μέρος. Αν όμως ήταν αέριο.τι πριν σταματήσουν. Θα πρέπει να δούμε και πώς θα γυρίσουμε πίσω.» ρώτησε τον τελευταίο του αποσπάσματος. Σταματάμε την κουβέντα. να λείπει». αν το θελήσετε. ενώ ο Αρτιόμ ένιωθε με ανακούφιση ότι ο απαίσιος θόρυβος σιγά σιγά σβηνόταν και η αίσθηση του κινδύνου μέσα του καταλάγιαζε κάπως. Άκου. και στη μέση φόρτωσε τον αποσπασματάρχη.. Δεν χρειάζεται να στεκόμαστε μέσα στη σήραγγα. σε μια σήραγγα μακριά από δω.. και τον Κιρίλ. απάντησε βλοσυρός ο Νικίτα και του ήρθε αναγούλα. που δεν έλεγε να συνέλθει. ο Αρτιόμ τέθηκε επικεφαλής του αποσπάσματος. άκουγε την ντρεζίνα να κυλά πίσω του. «Κι αυτά που ξεφώνισε ο Νικίτα. αλλά μετά πάει. τον διαβεβαίωσε ο Αρτιόμ και. και προχώρησε με γρήγορο βήμα μπροστά. «Ευχαριστώ. ό. θα σ’ αφήσω να πας πίσω». να μας πειράξει όλους μαζί. τον Ζένκα.

Είχαν υποσχεθεί στους επισκέπτες να τους ετοιμάσουν μέσα σε λίγες ώρες ένα γιορταστικό δείπνο. και προχώρησαν παραπέρα. φαίνεται. Κουρασμένος και εκνευρισμένος. υπήρχε στην επιφάνεια της γης. Προς το παρόν το μόνο που έμενε ήταν να ξαπλώσουν και να μη σκέφτονται τίποτα. Αρτιόμ. ο Ζένκα. στεκόταν ένα πραγματικό τρένο. Πίσω από τα τοιχώματα της σκηνής ο σαματάς δυνάμωνε. Δεν ήθελε να κοιμηθεί. αλλά στρωμένοι με κίτρινα και κόκκινα πλακάκια. πάνω από το σταθμό. ο αποσπασματάρχης βράδυνε το βήμα του και έκανε με το φακό το συμφωνημένο σύνθημα. με σπασμένα όμως παράθυρα και ανοιχτές πόρτες. έριξε μια ματιά έξω. και η ντρεζίνα μπήκε στο σταθμό. Στη Ρίζσκαγια υπήρχε ηλεκτρικό φως. Ο Κιρίλ πήρε θέση πίσω από την ντρεζίνα. οι . ενώ κοντά στις ράγες άλλοι κομμάτιαζαν ένα σφαγμένο γουρούνι και έκοβαν με τανάλιες ένα κουβάρι ατσαλόσυρμα – τούτο σήμαινε ότι θα ετοίμαζαν σουβλάκια. συνέβαλε στην ευημερία του. άρα από τη Χάνσα και τις κύριες εμπορικές οδούς. Τώρα η επιστροφή δεν προβλεπόταν σύντομα· δεν ήταν σαφές τι είδους καινούργιος κίνδυνος κρυβόταν στη σήραγγα και πώς έπρεπε να αντιμετωπιστεί.«Αρτιόμ. Ήταν άδειος ο σωλήνας. μπορεί να ’μαστε όλοι μας κουφά ζωντόβολα και να μην ακούμε το παραμικρό. Από τότε έμεναν εδώ άνθρωποι με επιχειρηματικό πνεύμα. το κυριότερο. Δεν συναντούσες τρένα σε κάθε διαδρομή και σε κάθε σταθμό. αλλά και η μικρή απόσταση του σταθμού από την Προσπέκτ Μίρα. Ανάμεσα σ’ αυτούς που πρόλαβαν τότε να τρέξουν ως το μετρό και να σωθούν υπήρχαν και αρκετοί έμποροι από αυτήν ακριβώς την αγορά. μια μεγάλη αγορά. φθαρμένες στολές παραλλαγής. πρόσθεσε ξαφνικά. έτσι οι υπόλοιποι είχαν άφθονο ελεύθερο χρόνο. Ο διάολος μονάχα ξέρει τι κυλά τώρα μέσα τους». Μέσα σε δύο δεκαετίες πολλά απ’ αυτά. οι οποίες ωστόσο έμοιαζαν πιο επιβλητικές από τα ζωγραφισμένα στο χέρι καπιτονέ αμπέχονα της Αλεξέγιεφσκάγια. έμεινε να χειρίζεται τους μοχλούς μαζί με τον Νικίτα Βασίλιεβιτς. ακούς. Ο συνδυασμός αυτός θα πρέπει κάποτε να φάνταζε αρκετά χαρωπός. εκεί όπου ήταν αναμμένη η κεντρική φωτιά. συνέχισε κοιτώντας επιφυλακτικά τα φιδίσια συμπλέγματα των σωλήνων κατά μήκος των τοιχωμάτων της σήραγγας. Στους επισκέπτες παραχώρησαν μια χωριστή σκηνή. μισοχωμένο στη σήραγγα. Εσύ θα ’ρθεις μαζί μου. Από το φυλάκιο τους άφησαν να περάσουν σύντομα. στην απέναντι γραμμή. παρά τις διαμαρτυρίες του. Τώρα όμως τα πλακάκια και ο σοβάς σκεπάζονταν από καπνιά και λίπος. Και. «Πολύ παράξενο που αυτό το πράγμα ερχόταν από το σωλήνα. Κάποτε. Ο Αρτιόμ δεν άντεξε. Σήμερα είσαι για μας κάτι σαν ήρωας». είπες. Οι άντρες των περιπόλων φορούσαν παλιές. ιδίως όσα είχαν ξεμείνει στις σήραγγες και δεν χρησίμευαν για να ζήσει κόσμος εκεί. Σ’ αυτό. μπορούσαν να ελπίζουν ότι θα φάνε ακόμα και κρέας. είχε σπάσει. παλληκάρι μου!» αποφάνθηκε ο αποσπασματάρχης. όπως στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ και την Αλεξέγιεφσκάγια. Σίγουρα εσύ τις μυρίζεσαι καλύτερα αυτές τις βρωμιές. πριν από πολύ καιρό. ωστόσο διατηρούνταν ένα ελάχιστο ίχνος από την παλιά θαλπωρή. αλλά δεν είχε ανακτήσει και τις δυνάμεις του. «Ο σωλήνας. Ξέρεις. Η Ρίζσκαγια ήταν σε καλύτερη κατάσταση από την Αλεξέγιεφσκάγια. κι αν έκρινε κανείς από τα γεμάτα νόημα κλεισίματα του ματιού και τους ψιθύρους των οικοδεσποτών. είπες. Το γλέντι στηνόταν στη μέση της αποβάθρας. χωρίς καθυστερήσεις. στάθηκες τυχερός. φωτισμός ασφαλείας όπως και στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. Μέχρι τη Ρίζσκαγια έμενε πολύ λίγος δρόμος. Κι απ’ αυτόν άκουγες το θόρυβό σου. Η διοίκηση του σταθμού και ο επικεφαλής του μικρού αποσπάσματος της ΒΕ-ΝΤΕΕΝ-ΧΑ συγκάλεσαν σύσκεψη. Σ’ ένα τέταρτο της ώρας φάνηκαν από μακριά οι ανταύγειες της φωτιάς στο φυλάκιο. ο Αρτιόμ έπεσε αμέσως μπρούμυτα στο ράντζο του. Κάμποσοι άνθρωποι καθάριζαν το δάπεδο και άπλωναν καραβόπανο. Οι τοίχοι εδώ ήταν ασυνήθιστοι· δεν ήταν μαρμάρινοι.

δεν είμαι δα και τόσο μεγαλύτερός σου για να χρειάζονται όλοι αυτοί οι τύποι. δεν είχε προσέξει κανέναν γύρω του. Αρτιόμ.» απευθύνθηκε στον Αρτιόμ ένας άγνωστος άνθρωπος που καθόταν πλάι του και τα λίγα τελευταία λεπτά τον κοιτούσε προσεχτικά. σε μισή ώρα συγκεντρώθηκαν οι αρχές με τον αποσπασματάρχη του Αρτιόμ. πότε γυρνάτε πίσω. Λίγο καιρό πριν. θα πρέπει να καταλαβαίνετε και μόνος σας».. Χρειάζομαι τη βοήθειά σου. νεαρέ. έκαναν προπόσεις κι ήρθαν όλοι τους στο κέφι. Είχε κοντοκουρεμένα μαλλιά. σύμφωνα με τις φήμες. Βασιλιάς δεν ήταν αυτός. καταλαβαίνεις. κοιτώντας προσεχτικά τον άγνωστο. Έχω μια δουλειά για σένα. και στην Κόκκινη Γραμμή. κάνοντας τον Αρτιόμ να αμφιβάλλει όλο και περισσότερο για το άτομό του. και κάτι στον τρόπο που πρόφερε τις λέξεις τον έκανε να νιώθει ένα σφίξιμο μέσα του. σίγουρα ευχαριστημένοι από τα αποτελέσματα των συνομιλιών. Έφεραν μια μποτίλια με ντόπια βότκα. μίλα μου στον ενικό. «Ε. Ο πατριός του είχε πει στον Αρτιόμ ότι στη Χάνσα καθάρισαν επίτηδες μια γραμμή από τ’ απομεινάρια των τρένων. ναι. Στη σήραγγα από την οποία πήγαιναν από τη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ έως την Προσπέκτ Μίρα δεν απέμεινε ούτε ένα βαγόνι. απ’ αυτούς που κυκλοφορούν μιλιούνια στη Ρίζσκαγια. για κάποιον άγνωστο λόγο. δερμάτινο σακάκι του φαινόταν ένα ζεστό πουλόβερ. «Δεν ξέρω. και τα πρώτα κομμάτια κρέατος απλώθηκαν στα κάρβουνα. «Ποιος σας το είπε. Όχι για όλους εσάς.. Ο αποσπασματάρχης και η ηγεσία του σταθμού γελούσαν και αστειεύονταν.» ρώτησε ο Μπουρμπόν. νεαρέ. αλλά αυτό ήταν μάλλον τυχαίο. αλλά μόνο για σένα. «Μπουρμπόν. Τώρα κανείς δεν μπορεί να πει ακριβώς πότε θα γυρίσουμε. «Είμαι ο Μπουρμπόν.» Ο Αρτιόμ δεν καταλάβαινε γρυ. Ο Αρτιόμ τινάχτηκε. κοιτώντας τα κάρβουνα που σιγοκαίγανε αναδίνοντας ζεστασιά και μιαν ανεξήγητη αίσθηση θαλπωρής και ηρεμίας. Μέχρι εκείνη την ώρα. Κατάλαβες. Λοιπόν. ένιωθε έξω από τα νερά του. του απάντησε με ύφος εχθρικό ο Αρτιόμ. ήταν αξύριστος.» ρώτησε πάλι ο άντρας.» ανταπέδωσε την ερώτηση. βυθισμένος εντελώς στις σκέψεις του και στην ενατένιση των κούτσουρων που είχαν γίνει ολοπόρφυρα. Μα ο διοικητής σας το είπε». «Άκου. ομολόγησε απρόθυμα ο Αρτιόμ. γιατί ρωτάω. σαν να λέμε... ώστε οι εμπορικές και επιβατικές ντρεζίνες να μπορούν να κινούνται απρόσκοπτα ανάμεσα στα διάφορα σημεία της διαδρομής. που καθόταν πιο μακριά και κάτι συζητούσε σε ζωηρό τόνο με τους συναδέλφους του. παίρνοντας τους τροχούς. Ήταν ένα είδος οινοπνευματώδους ποτού. «Άκου. τώρα που του παρουσιαζόταν μια θαυμάσια ευκαιρία εκείνος. Νερό της φωτιάς.» «Όχι. αλλά γερό στην όψη.. εσένα πώς σε λένε. Στην όψη ο συνομιλητής του έμοιαζε με ένα συνηθισμένο πραματευτή.άνθρωποι τα είχαν διαλύσει. και κάτω από το χοντρό. Ο άντρας μιλούσε μπερδεμένα. Αν ακούσατε τι μας συνέβη. «Εσύ τους έβγαλες από την παγίδα.» συνέχισε τις ερωτήσεις του ο άντρας. Το λιγότερο που ήθελε τώρα ήταν να συνεχίσει . τα τζάμια και την επένδυσή τους για κάποιες ανάγκες τους. Σιγά σιγά άρχισαν να μαζεύονται οι ντόπιοι. προσωπικά. Με λίγα λόγια. Αν και μέχρι πολύ πρόσφατα ακόμα σχεδίαζε να κάνει μερικές χρήσιμες γνωριμίες στη Ρίζσκαγια. που διέφεραν από σταθμό σε σταθμό. έγνεψε αυτός προς το μέρος του αποσπασματάρχη.24 Κι εσένα πώς σε λένε. Το ίδιο έκαναν. εγώ». από τη σκηνή βγήκε ο αγουροξυπνημένος Ζένκα. Λένε ότι σου έφτιαχνε για τα καλά τη διάθεση. «Ποιος.. Ο Αρτιόμ έτρωγε το σουβλάκι του κι έγλειφε το καυτό λίπος που κυλούσε στα δάχτυλά του. Ο Αρτιόμ δεν κατάφερε να δει πάνω του τίποτα το ύποπτο. «Πώς κι έτσι. «Αρτιόμ».» απόρησε ο Αρτιόμ.

αλλά πολύ πιθανό να χάσω κι εγώ τα λογικά μου. μούγκριζε όπως εκείνος ο δικός σας για τον οποίο έλεγε ο διοικητής σας.. όπως ίσως τα ’χασαν όλοι οι δικοί μας. νεαρέ... Η Πόλις.. Αυτός δεν θυμάται το παραμικρό. κατάλαβες.. Ίσως μετά να βγήκαν στη Σουχαριόφσκαγια.. «Ε. Ίσως πάλι να μη βγήκαν πουθενά αλλού. κοιτώντας όλο αμφιβολία τον Αρτιόμ και προσπαθώντας να προσδιορίσει αν εκείνος καταλάβαινε για τι μιλούσαν.» έκανε ο Αρτιόμ διστακτικά. «Με λίγα λόγια. αλλά στη σήραγγα της Σουχαριόφσκαγια συμβαίνουν ακόμα χειρότερα. Για να μην τα πολυλογούμε.» Και στο σημείο εκείνο ο Μπουρμπόν γύρισε και κοίταξε πίσω από την πλάτη του. το θέμα είναι το εξής: Προχτές οι δικοί μας έφυγαν για τη Σουχαριόφσκαγια. μη ζορίζεσαι». Όλα όμως είναι εντάξει.. νομίζω ότι έπαθαν κι αυτοί τα ίδια μ’ εσάς. αμέσως κατάλαβα. Κι από εκεί ως την Αρμπάτσκαγια η απόσταση ήταν ελάχιστη.. πήραν κατευθείαν τη γραμμή. Για να σε βγάλω από εκεί στη Σουχαριόφσκαγια. είναι η ίδια. Δεν το παζαρεύω». Ο Αρτιόμ είπε με όσο περισσότερη σιγουριά μπορούσε την τιμή του. στο νότο. Τρουμπνάγια. και κανείς πια δεν θέλει να πάει κατά κει. Τουργκένιεφσκάγια.. Η γραμμή..» «Κάτι τέτοιο». Κι ακόμα πιο πέρα.. Οι άλλοι δεν φάνηκαν πίσω. του έγνεψε ανακουφισμένος ο Μπουρμπόν.. «εσύ θες να σε περάσω απ’ αυτή τη σήραγγα. Ένας μονάχα γύρισε. κι εγώ κάπως πρέπει να βρω το δρόμο μου... αλλά εκεί στη Σουχαριόφσκαγια έχω κάτι δικούς μου. Ο Μπουρμπόν.. αυτοί θα με φέρουν πίσω. πρέπει τώρα να πάω εκεί. Εκτός από σένα». Κανείς δεν κάνει κέφι να πάει κατά κει. Άσε που έγινε κι αυτή η ιστορία με τα παιδιά. Επείγομαι. «Εντάξει. σαν να δοκίμαζε τη γεύση αυτής της λέξης. Άντε και τρόφιμα. όπως τα ’χασαν κι όλοι στην ομάδα σας. έλεγε ότι θα κινούνταν μέσω της καταραμένης σήραγγας από τη Σουχαριόφσκγια προς την Τουργκένιεφσκάγια. θα με φροντίσουν κι όλα τα σχετικά». έσπευσε να διαλύσει τις αμφιβολίες του ο Μπουρμπόν. έκανε ο Μπουρμπόν. «Άκου.αυτή την ακατανόητη συζήτηση.» αντέδρασε εκείνος με έναν περίεργο τόνο στη φωνή του. Ο Αρτιόμ. Οι σωλήνες ίδιοι.. ξέρεις τώρα. «Κατάλαβες.. για να πάω και να ’ρθω. να. «Όπως γουστάρεις. εσύ μη φοβάσαι. Ε... αλλά δεν έφτασαν στο σταθμό. «Πρακτικός ο τύπος. σαν να λέμε φυσίγγια για Καλάσνικοφ. «Δεν υπάρχει τίποτα ύποπτο. μην τυχόν και κρυφακούει κανείς. έτρεχε στην Προσπέκτ Μίρα γεμάτος σάλια. «Πώς θα πληρώσεις.. Από εκεί ακριβώς θα επιχειρούσε και ο Αρτιόμ να περάσει. σχεδόν όλα. κατάλαβε ξαφνικά ότι του εμφανιζόταν η ευκαιρία. Γενικά με συνάλλαγμα». Δύο . που από την αρχή ήθελε να στείλει τον Μπουρμπόν με τις προτάσεις του στο διάολο. Η Πόλις. βλέπεις.. Κάτι τέτοιο ήταν. γιατί πάνε τρεις μέρες που δεν έχει έρθει κανείς από εκεί στην Προσπέκτ Μίρα. και νιώθοντας πόσο άβολο και ασυνήθιστο ήταν να μιλά σ’ έναν τέτοιο τύπο στον ενικό.» «Αρχίζω»... Η αλήθεια είναι ότι πρέπει να πάω παρακάτω. αν και δεν επεκτάθηκε στα περαιτέρω σχέδιά του. Με λίγα λόγια. κι αν με πας εκεί θα σ’ το χρωστάω κι εγώ χάρη. προσπαθώντας ν’ αντέξει το ερευνητικό βλέμμα του Μπουρμπόν. «Δεν ξέρω αν τ’ άκουσες ή όχι. Δεν ξέρω σίγουρα.. απάντησε διστακτικά ο Αρτιόμ. Δύο γεμιστήρες. τα φυσίγγια είναι εντάξει.» τον ρώτησε έτσι για τα μάτια ο Αρτιόμ. συνέχισε σιγανά. σκέφτηκα. Τσέχοφσκάγια. «Όχι. Αν όμως θες να σε πληρώσω με φαγητό. όλα είναι καθαρά. να περάσει από τα νότια φυλάκια της Ρίζσκαγια. λες και τις διαισθάνθηκε. δίχως μάχη και γενικά δίχως κανένα πρόβλημα. Προσπέκτ Τσβετνόι. «Εσύ. «Εσένα όμως δεν σε πειράζει αυτό το πράμα». ποτό ή χασίσι» –κι εδώ του έκλεισε το μάτι– «κι αυτό μπορούμε να το κανονίσουμε». Μόλις άκουσα το διοικητή σας.

την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας.. Αυτά. μπορείς ν’ αφήσεις κι ένα σημείωμα για να μη μας πάρουν στο κυνήγι αυτοί εδώ.. τ’ αξίζει τα λεφτά της η υπόθεση.. με συγχωνεύσεις και αντικαταστάσεις διάφορων υπηρεσιών.Μ.τ. Το όνομα του ήρωα αναφέρεται τόσο στο ουίσκι. το γνωστό στην Ελλάδα –με την αγγλική προφορά του– ως «μπέρμπον» και στη Ρωσία ως «μπουρμπόν». Αν ξέρεις να γράφεις. Η εν λόγω υπηρεσία λειτούργησε. δεν βαριέσαι. όσο και στη γαλλική δυναστεία των Μπουρμπόν (Βουρβόνων). από τα πρώτα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης έως τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Κατάλαβες. Αρτιόμ. μόλις τελειώσει όλο αυτό το πατιρντί. Ρωσική Εθνική Ένωση. κι εγώ θα ’ρθω σύντομα να σε βρω. σύγχρονη ακροδεξιά οργάνωση.τ.» 22.M.M. (Σ.. Και κοίτα να ’σαι έτοιμος όταν έρθω. Λοιπόν.) ­ 23. το Δεκέμβριο του 1991. Μάζεψε τα συμπράγκαλά σου.) ­ 24. Ε. οπότε και αντικαταστάθηκε από τη σημερινή ΕΦ-ΣΕ-ΜΠΕ. νεαρέ. Και τρόφιμα. Τα αλήστου μνήμης αρχικά ΚΑ-ΓΚΕ-ΜΠΕ σήμαιναν στα ρωσικά την Επιτροπή Κρατικής Ασφαλείας.τ. πώς είπαμε σε λένε. (Σ.) ­ . Για την ώρα πήγαινε να κοιμηθείς. (Σ.γεμιστήρες για το Καλάσνικοφ.

Στην αποβάθρα δεν υπήρχε κόσμος. πολύ καθυστερείς!» πέταξε δυσαρεστημένος μέσα από τα δόντια του ο Μπουρμπόν.. Ο Αρτιόμ προσπαθούσε να πηγαίνει γρήγορα. Τα φώτα στο σταθμό είχαν σβήσει. δασκάλεψε τον Αρτιόμ ανάβοντας το φακό του.» τον ρώτησε περιφρονητικά δείχνοντάς του το αυτόματο. Με τέτοια όπλα έστελναν πάντα καραβάνια από τη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ στους κοντινότερους σταθμούς. ρώτησε ξανά ανήσυχος: «Τι έπαθες πάλι. ο Αρτιόμ δεν απαντούσε στις αμήχανες ερωτήσεις του Ζένκα: Γιατί να κοιμάται στη σκηνή. διατάζοντάς τον να βραδύνει το βήμα του. μόνο που στην πλάτη του κρεμόταν ένα μεγάλο σακίδιο.. όλοι είχαν πια ξαπλώσει. Ο ΑΡΤΙΟΜ ούτε και είχε χρειαστεί να το ανοίξει. Προς έκπληξή του. δένοντας τις μπότες του και περιμένοντας τον Ζένκα να ξαπλώσει πάλι. μήπως αρρώστησε ξαφνικά. ακούγοντας το μεταλλικό ήχο. ότι απλώς θέλει να δείξει κάτι σ’ ένα φίλο του εδώ. ελπίζοντας ότι αυτό ακουγόταν αρκετά ασαφές.» Ο Αρτιόμ αναγκάστηκε να σκαρώσει ένα παραμύθι. στρατιωτικά αυτόματα. όσο κι αν ο Αρτιόμ πίεζε τον εαυτό του να κοιμηθεί· κι όταν επιτέλους αποκοιμήθηκε.» «Όχι. Ο ύπνος δεν έλεγε να ’ρθει.ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Αναζητώντας φυσίγγια ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΕ να μαζέψει τα πράγματά του επειδή δεν είχε ανοίξει το σακίδιό του.62 χιλιοστών. φοβούμενος μήπως πέσει πάνω σε κανέναν δικό του. σήκωσε το παραπέτασμα της σκηνής και βγήκε στην αποβάθρα. ένας άντρας σε ζητάει.. Οι περίπολοι στις γραμμές τούς πήραν είδηση και από μακριά τους ρώτησαν για πού το ’βαλαν στη μιάμιση τη νύχτα.» τον ρώτησε επιφυλακτικά. προτού μπουν στη σήραγγα. τα όνειρά του ήταν πολύ ανήσυχα και μπερδεμένα.. Ήταν ντυμένος όπως και πριν. Και πότε ν’ αρχίσω ν’ ανησυχώ.» «Σ’ ένα χρόνο». έχεις προβλήματα. «Άκου δω. όλα εντάξει. νεαρέ. αλλά. ο Μπουρμπόν του έκοψε τη φόρα. «Πανάθεμα τη μάνα σου! Σκοπεύεις να σέρνεσαι από φυλάκιο σε φυλάκιο με τούτο το παλούκι. με ξύλινα κοντάκια. ότι όλα είναι εντάξει και τα λοιπά. σαν να τα έβλεπε πίσω από ένα θαμπό τζάμι: Κάπου έτρεχε. όταν εκεί έξω ήταν τόσο ωραία. «Άντε. Είσαι σίγουρος ότι είσαι εντάξει. που τον περίμενε. πολύ δε περισσότερο κάτω από το πάπλωμα.. «Τώρα στα 100 και στα . ότι καβγάδισαν. έτρεχε ξανά. χωρίς να προκαλέσει την προσοχή οποιουδήποτε.. Θα γυρίσω γρήγορα». μια κουβέντα πρέπει να κάνω. Έπειτα έβγαλε προσεχτικά από τη σκηνή το σακίδιό του και πήγε να τραβήξει το αυτόματο. Αρτιόμ. κουρασμένοι από το γλέντι. Το μόνο που τον απασχολούσε ήταν πώς να βγάλει απαρατήρητος από τη σκηνή το αυτόματο. στα γρήγορα». ο Αρτιόμ δεν διέκρινε πάνω του κανένα όπλο. τραντάζοντάς τον από τον ώμο και λέγοντάς του ψιθυριστά: «Άκου. «Εντάξει. «Στάσου να ξυπνήσω τους δικούς μας. όταν ξαφνικά ο Ζένκα. Τι γίνεται. Μέσα στη σκηνή έκανε ζέστη και η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. μιλούσε με κάποιον δίχως πρόσωπο. του εξήγησε εξίσου χαμηλόφωνα ο Αρτιόμ. αλλά ο Μπουρμπόν φώναξε κάποιον απ’ αυτούς με τ’ όνομά του και του εξήγησε ότι πήγαιναν για δουλειές. Ξαπλωμένος και κουκουλωμένος ως το κεφάλι με το πάπλωμα. «Ψέματα λες!» συμπέρανε με σιγουριά ο Ζένκα. διαμετρήματος 7. Τους έδιναν ογκώδη. ψιθύρισε ο Αρτιόμ και. Τον ξύπνησε ο Ζένκα.

Κάποιοι ένιωθαν έναν ανεξήγητο φόβο. κάποιος άκουγε ήχους. ώστε ο Αρτιόμ άρχισε να μετανιώνει που έφυγε μαζί του. Ο Αρτιόμ ήξερε από προσωπική πείρα ότι. έλεγξε το αυτόματο αν ήταν εντάξει και ακούμπησε το δάχτυλό του στη σκανδάλη. που ο καθένας μπορούσε να το καταλάβει όπως τον βόλευε. αυτό είναι καλό σημάδι: Αφού βαριούνται. και μέσα από τη φλόγα της φωτιάς κοιτούσε εξεταστικά τη νότια σήραγγα. Καταλαβαίνω». μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. αφήνοντας στον ερωτώντα απόλυτη ελευθερία να ερμηνεύσει το γρύλισμά του. Αν τους συνέβαινε κάτι παράξενο. έμεινε κοντά στη φωτιά κι έδινε φειδωλές απαντήσεις στους φρουρούς. πού την ψώνισες ετούτη την παλιάτσα. όπως κι εκείνη που υπήρχε στα βόρεια της ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. απελπισμένοι που δεν του έπαιρναν καμιά απάντηση. σιγά σιγά έχανε τα λογικά του. Στο τελευταίο φυλάκιο είχαν μια καθυστέρηση. Άρα σήμερα όλα είναι ήσυχα. τον υποχρέωσε ν’ αφήσει το σακίδιό του κοντά στη φωτιά και τον ανέκρινε για πολλή ώρα. κι όχι σ’ όλους. εκεί όπου πολύ πρόσφατα ο Αρτιόμ καθόταν έτσι ακριβώς πλάι στη φωτιά στο φυλάκιο στα 450 μέτρα. Ο πατριός του την έλεγε «ν’ ακούς τη σήραγγα». Σε πολλούς άλλους. δεν έβγαλε τσιμουδιά. Ευχαριστημένος που επιτέλους τον άφησαν ήσυχο. Εκεί ή δεν γνώριζαν τόσο καλά τον Μπουρμπόν. βαδίζοντας βλοσυρός μπροστά. αν οι φρουροί είναι ομιλητικοί. καμάρωνε γι’ αυτήν. είπε αργόσυρτα με ένα συνωμοτικό χαμόγελο. Μωρέ. «Μπίζνες. την έκανε να διαφέρει απ’ όλες τις υπόλοιπες. και πολλές φορές είχε ομολογήσει στον Αρτιόμ ότι γλύτωσε από ένα ακόμα μπλέξιμο μόνο και μόνο χάρη σ’ αυτή την αίσθησή του. που τις προάλλες έκανε παζάρια στην Προσπέκτ Μίρα και είχε μπλεξίματα με τη διοίκηση του σταθμού. όλοι όμως . Βραδύνοντας το βήμα του. Από την Αλεξέγιεφσκάγια είσαι. αν κάτι σερνόταν από το βάθος. Ο ένας απ’ τους δυο λαγοκοιμόταν. περιορίστηκαν να συζητούν την ιστορία κάπου Μιχάι. και διέθετε αυτού του είδους την «ακοή». μια αύρα που χαρακτήριζε μόνο αυτή τη σήραγγα και της έδινε την ιδιαιτερότητά της.250 μέτρα θα υπάρχουν φυλάκια. Ο Αρτιόμ. Ήταν φανερό ότι βαριόντουσαν και είχαν όρεξη για κουβέντα. και πλάι της κάθονταν δυο άντρες με στολές παραλλαγής. ώστε ο επικεφαλής τον πήρε παράμερα. Ο Αρτιόμ θυμήθηκε τον πατριό του να λέει ότι δεν υπάρχουν δυο όμοιες σήραγγες στο μετρό.» ρωτούσαν οι φρουροί τον Αρτιόμ κοιτώντας το πρόσωπό του. «Εσύ δεν είσαι ντόπιος. Μέχρι τα 250 μέτρα ο Μπουρμπόν. παρά τις πολύχρονες περιπλανήσεις τους στο μετρό. όλα είναι ήσυχα. ακόμα και στην ίδια σήραγγα δυο διαδρομές διαφέρουν. που θυμόταν την εντολή του Μπουρμπόν να σωπαίνει και να μην πιάνει κουβέντα με κανέναν. ο δεύτερος έσφιξε φιλικά το χέρι του Μπουρμπόν. θα σώπαιναν αλαφιασμένοι και δεν θα έπαιρναν τα μάτια τους από τη σήραγγα.. Έμοιαζε κι αυτή με ατέλειωτο φαρδύ διάδρομο. δεν συνέβαινε τίποτα τέτοιο. Είχε όμως κάτι μέσα της. φωνές.» Στα 100 μέτρα τα πράγματα κύλησαν ομαλά. τον γνώριζαν τόσο καλά. αυτοί θα μαζεύονταν κοντά στη φωτιά. Ήταν τόσο άγριος και αντιπαθητικός. Φαινομενικά δεν διέφερε σε τίποτα. από τα νότια. Κρίμα που έχεις ένα Καλάσνικοφ συνομήλικο με τη γιαγιά μου και δεν μπορείς να το κρύψεις πουθενά. ο Αρτιόμ κάθισε. ψέλλισε κάτι ακατανόητο. και εν πάση περιπτώσει μπορεί να προχωρήσει δίχως να φοβάται μέχρι την Προσπέκτ Μίρα. νιώθοντας αρκούντως ηλίθιος. Εκεί ήταν αναμμένη μια μικρή φωτιά. ή το αντίθετο. Εσύ το κυριότερο που θα κάνεις είναι να σωπαίνεις. Ο Αρτιόμ. Οι φρουροί.. αν κάποιος προσπαθούσε να τρυπώσει εδώ ή αν ακούγονταν ύποπτοι ήχοι. Αυτού του είδους η υπερευαισθησία αναπτυσσόταν με τα πολύχρονα ταξίδια. θες μια ιδιαίτερη μυρωδιά που έφερναν τα ρεύματά της. Θα τα κανονίσω εγώ μαζί τους.

κι είδε μονάχα φως αστείρευτο. ο υπερκόσμιος αντίλαλος των εγκάτων της γης.. αυτό που χώριζε όλα τα έλλογα όντα από τη γνώση της αληθινής φύσης του νέου τούτου κόσμου που έσκαψαν οι προηγούμενες γενιές στα έγκατα της γης. Ξαφνικά ο Αρτιόμ είχε την εντύπωση ότι ήταν στα πρόθυρα του να κατανοήσει κάτι πολύ σημαντικό. και ξαφνικά. παγωμένο αίμα στις φλέβες ενός πετρωμένου Λεβιάθαν. των αισθήσεων και των βιωμάτων μαστίγωσε τον Αρτιόμ πολύ απότομα· ήταν εντελώς απροετοίμαστος για κάτι παρόμοιο. αν τεντώνεις τ’ αυτιά σου. κάτι αλλιώτικο. πιο πέρα απ’ αυτό το σημείο δεν του είχε τύχει να πάει. πάλι ένα παιχνίδι . και στα σημεία όπου οι σωλήνες έσκαζαν από την πίεση αυτό το πύο ξεχυνόταν με δονήσεις στον έξω κόσμο. υπάρχουν ακόμη άνθρωποι. κατευθείαν μέσα στο μυαλό σου θ’ αρχίσει να ξεχύνεται μια λεπτή μελωδία. λες και μόλις τώρα έριξε μια ματιά από την κλειδαρότρυπα μιας πόρτας ελπίζοντας να μάθει τι κρύβεται πίσω απ’ αυτήν. Οι χείμαρροι που ξεχύνονταν από εκείνο το σωλήνα ήταν. αλλά μάλλον με την αφυπνισμένη του διαίσθηση. λες και το τελευταίο ημίωρο των περιπλανήσεών του μέσα στο πηχτό σκοτάδι των σηράγγων και στο ημίφως της δικής του συνείδησης σήκωσε το παραπέτασμα που κάλυπτε το μέγα μυστήριο. Είχε την εντύπωση ότι η ζωή τέλειωνε στα δέκα βήματα. κόχλαζαν ανήσυχα. Του φάνηκε ότι προς στιγμήν κατάφερε να βυθιστεί στο γαλήνιο ποτάμι αυτής της μελωδίας. Η θύελλα αυτών των σκέψεων. τον ενοχλητικό θόρυβο που έβγαινε από το σπασμένο σωλήνα στη σήραγγα ανάμεσα στην Αλεξέγιεφσκάγια και τη Ρίζσκαγια. όμοιο με το βαρύ. την αηδία και την παράνοια σε όλα τα ζωντανά πλάσματα. Κι αν ανοίξει αυτή την πόρτα... Κάτι ολότελα διαφορετικό από τον ανησυχητικό. να γίνεις κι εσύ κομμάτι τούτου του Λεβιάθαν. ο Αρτιόμ κατανόησε την ουσία αυτού του φαινομένου χωρίς να κατανοεί τη φύση του. εντούτοις τη συγκεκριμένη στιγμή αυτό του φαινόταν απίθανο. προσπερνώντας τα όργανα της ακοής. δίχως πια ν’ ακούει τη συζήτηση των φρουρών.. τότε ανάμεσα από τα χέρια σου. να γίνεις ένα με τη σήραγγα. μονάχα πένθιμη.. Και τώρα. κύτταρο του οργανισμού του.. γι’ αυτό και αναπήδησε φοβισμένος. το ίδιο με τον αιθέρα που κυλούσε αβίαστα σαν ρυάκι μέσα στις σήραγγες· μέσα στο σωλήνα όμως ήταν σάπιοι. όπως του φαινόταν. Όμως τούτο το φως είναι η Γνώση. γεμίζοντάς τες με τη δική του ιδιαίτερη ζωή. και μολονότι ο Αρτιόμ ήξερε ότι πίσω από το ασαφές σύνορο που χάραζε η φλόγα της φωτιάς. φέρνοντας μαζί του την αγωνία. καθαρό. εκεί όπου το πορφυρό φως έσμιγε με τους τρεμάμενους ίσκιους. όχι με τη λογική.κατέληγαν στο ίδιο συμπέρασμα: Ακόμα κι όταν στις σήραγγες δεν υπάρχει ούτε ψυχή. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. συγκεχυμένος και ακατάληπτος. Όχι. αυτές δεν ερημώνουν. προσπαθώντας σχολαστικά να δει κάτι μέσα στο σκοτάδι που πύκνωνε ορμητικά σε απόσταση δέκα βημάτων από τη φωτιά. εξημμένη ίσως από το θόρυβο που έβγαινε από το σπασμένο σωλήνα. αν προσπαθείς να κοιτάξεις στο βάθος αλλιώς. μολυσμένοι με κάτι. σαν να θέλεις να ξεχωρίσεις εκεί μέσα κάτι ιδιαίτερο. Τίποτα δεν άκουσε και τίποτα δεν ψηλάφισε. μπροστά του δεν υπήρχε πια τίποτα. μ’ άλλα λόγια αν πασχίσεις ν’ απλώσεις το βλέμμα σου μέσα στην καταχνιά. βαθύ. Κάτι αόρατο και σχεδόν ανεπαίσθητο σέρνεται αργά και βαριά μέσα τους. Αν όμως κάθεσαι έτσι για πολλή ώρα. ο Αρτιόμ άρχισε να καταλαβαίνει τι εννοούσε ο πατριός του όταν μιλούσε για την «αίσθηση της σήραγγας». να χτυπά από μέσα και να του τσουρουφλίζει τα μάτια. όλα αυτά ήταν μονάχα φαντασιώσεις. υπόκωφη ηχώ. Ταυτόχρονα όμως έφριξε. τότε το φως θα ορμήσει ασυγκράτητο και θα τυφλώσει επιτόπου αυτόν που θα διανοηθεί να την ανοίξει. που εμποδίζουν την πρόσβαση σε ήχους από τον έξω κόσμο. νεκρική ερημιά που αποκρινόταν στις φωνές με μιαν απατηλή.

χωρίς στάσεις. «Σαν θες τώρα να γυρίσεις πίσω. γαμώ τη μάνα σου. και μισή ώρα αργότερα ο Αρτιόμ δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι όλα αυτά του συνέβησαν στ’ αλήθεια και δεν τα φαντάστηκε. Βυθισμένος στις σκέψεις του. «Σ’ αφήνω να φύγεις από δω με όπλο» –έδειξε με το χέρι του το αυτόματο του Αρτιόμ– «αλλά μη μου γυρίσεις πίσω μ’ αυτό. όταν εμείς φεύγουμε με καραβάνι από τη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝΧΑ. απλώς λεηλατώντας κι εξαντλώντας το λογικό του.. όταν του εξηγούσε τη μοναδικότητα και το ανεπανάληπτο της κάθε σήραγγας. στ’ αλήθεια άκουσε –και εξακολουθούσε ν’ ακούει!–. τον σήκωσε και αποχαιρέτησε τους υπόλοιπους. Παρακάτω όμως είναι το πρόβλημα». κι αυτό είναι καλό. Αργά αργά η ψυχή του κατακλυζόταν από την πίκρα του φόβου ότι στεκόταν μόλις ένα βήμα πριν από την αληθινή φώτιση.» έκανε ο Αρτιόμ . τη μελωδία της σήραγγας. αλλά δεν έστερξε.. δεν θα μας πάρει πολλή ώρα. Η δουλειά είναι εκνευριστική. γαμώτο. «Εντάξει. Αντί γι’ αυτό. έχουμε οπωσδήποτε έναν στο τέλος. να διαλύεται. βγάλ’ τα πέρα μόνος σου. θυμήθηκε ξαφνικά ότι ο πατριός του. δεν τα εμπνεύστηκε από το παιχνίδι της φλόγας. «Και σ’ τα ’λεγα εγώ. σχεδόν δεν άκουγε τον Μπουρμπόν που τον κατσάδιαζε. ότι έτσι θα ’ρθουν όλα!» Ο Αρτιόμ σώπαινε. και μπροστά στο νοερό του βλέμμα να υψώνεται ξανά η συνηθισμένη. υποχώρησε. το ’ξερα. και η άγνοια είναι το σκοτάδι!» του εξήγησε πρόθυμα ένας από τους φρουρούς. «Τι σημαίνει Γνώση. Η θύελλα μέσα στο μυαλό του καταλάγιασε το ίδιο ξαφνικά όπως άρχισε. και τώρα μια ζωή θα περιπλανιέται στα ερέβη. πρόλαβε να προφέρει κιόλας κάμποσες φορές τα λόγια αυτά φωναχτά. «Συμπάθα με αν δεν είμαι ευγενικός μαζί σου. Εντάξει. κι έτσι θ’ απέμενε. αν φυσικά τέτοιες αισθήσεις μπορούσαν να είναι αληθινές. «Σωστά. Και το ’ξερα. Ίσως ο πατριός του να ήθελε να εκφραστεί όμορφα. Φοβήθηκε τούτη τη γνώση. την απερίγραπτη προοπτική που του αποκαλύφθηκε για μια στιγμή να χάνεται.» Κι έκλεισε εύθυμα το μάτι στους συντρόφους του. είπε συγκαταβατικά ο Μπουρμπόν. «Και δεν πειράζει που πάμε έτσι. του έλεγε ότι η καθεμιά απ’ αυτές έχει τη δική της μελωδία και μπορείς να μάθεις να την ακούς. Σαστισμένος. Με μια ανάμεικτη αίσθηση ανακούφισης και απογοήτευσης. Μπορεί να μην το ’κανες από κακία. αν μη τι άλλο. Έχω σαφείς οδηγίες επ’ αυτού». αναπολώντας όμως όσα αισθάνθηκε καθισμένος πλάι στη φωτιά ο Αρτιόμ σκέφτηκε ότι αυτό ακριβώς του συνέβη. νεαρέ.» αναρωτιόταν ξανά και ξανά. και τώρα το παραπέτασμα που πήγε να σηκωθεί ξανάπεσε βαρύ. φαίνεται ότι καταφέραμε να βγούμε. ο Αρτιόμ καθόταν και πάσχιζε ολοένα να καταλάβει πού τελείωνε η φαντασία του και πού ξεκινούσε η πραγματικότητα..της φαντασίας ήταν. Ωστόσο οι αναμνήσεις του συμβάντος γρήγορα ξεθώριασαν. είναι το φως. «Πρόσεξε!» του είπε απειλητικά τρέχοντας πίσω του ο διοικητής του φυλακίου. ίσως για πάντα. αλλά να ’σαι βλαμμένος στα μυαλά». Ότι άκουσε. παρατηρούσε την εκπληκτική. Συγκλονισμένος. λιγότεροι από τρεις δεν πάμε. λέγοντας ότι πάλι καθυστέρησαν και τώρα έπρεπε να βιαστούν. Αν όλα είναι ήσυχα. θαμπή αχλή. εξέταζε τον εαυτό του. Εμένα να με φτύσεις. Εκεί θα ξεκουραστούμε. ο Αρτιόμ κάρφωσε πάνω του το βλέμμα του. μόνο και μόνο επειδή κάποτε τον φόβισε το φως της αληθινής Γνώσης. γύρισε όμως ο Μπουρμπόν.. Έστω και με μάχη. Εννοώ ότι. ηλίθιε!» σφύριξε νευριασμένος ο Μπουρμπόν στον Αρτιόμ καθώς απομακρύνονταν βιαστικά από τη φωτιά. ούτε καν αντιλήφθηκε ότι. και γενικά. προσπαθώντας να εκτιμήσει αυτό που με τόση βιασύνη και τόση δειλία απαρνήθηκε. «Η γνώση. δεν τόλμησε να παραδοθεί στη θέληση της ροής του αιθέρα μέσα στη σήραγγα. Τώρα να του δίνουμε κατευθείαν για την Προσπέκτ Μίρα.

παλιά τον έλεγαν Μαρξίστσκαγια. μη σου πω κι έξι και παραπάνω. που πήγαινε επικεφαλής της ομάδας. έπιασε να του εξηγεί ο Μπουρμπόν. Δεν υπήρχε πια κανείς για ν’ απαντήσει. μαζί με τον Τόλιαν. Ήταν δαγκωμένο κανονικά. Πηγαίναμε κάποτε με φορτίο. και φτάσαμε στη Μαρξίστσκαγια ώσπου να πεις κύμινο». ρωτά κάτι τον τελευταίο. δηλαδή προς τη . Παλιά κι εγώ φοβόμουν. Κι εγώ ο ίδιος στο κέντρο πήγαινα. Μου δείχνει την άκρη. πηγαίνω από τότε μόνο με συνεργάτη. έτσι για την τάξη. «Ν’ αστειευτεί.. Μπορεί να ’ταν κι έτσι. Κανείς όμως δεν τον ξανάδε. Κατάλαβες. «Κατάλαβε όμως ότι υπάρχει κι ένα συγκεκριμένο μειονέκτημα. Με λίγα λόγια. Πηγαίναμε από την Τρετιακόβκα σ’ αυτό το σταθμό. και την άλλη άκρη τη δέσαμε στη ζώνη του αρχηγού. που λες. Εκεί γίνεται πανηγύρι. το περάσαμε από τη ζώνη ενός από τους τύπους που πήγαιναν στη μέση. Η σήραγγα ήταν έτσι κι έτσι. θα σε βρει. Αλλά εγώ ένα πράγμα κατάλαβα: Αν είναι να σε βρει κάτι σήμερα. Κι αυτό δεν φαίνεται με την πρώτη..» «Κατάλαβα.. στην Προσπέκτ Μίρα δεν έχει κανένα φυλάκιο.ρίχνοντας μια ματιά πίσω τους. θα φτάσουμε σε λιγότερο από σαράντα λεπτά. Τίποτα απολύτως. στα πέντε βήματα δεν ξεχώριζες πια τίποτα.» Του ήρθε αηδία. τρεις στο κέντρο. ήρεμα. κανονικά εννοώ.. κανέναν –φτου.. Κι αυτός σωπαίνει... Κι είχε και καταχνιά. Τραβάει τότε ο Τόλιαν το σκοινί και του μένει στα χέρια η άκρη. έχεις βρεθεί ποτέ σου στην Προσπέκτ Μίρα. Το καταλαβαίνεις μόνο στο τομάρι σου. προτού συνεχίσει: «Κάπου στη μέση της διαδρομής ο Τόλιαν. Εμάς όμως θα μας δεχτούν έστω στην Προσπέκτ Μίρα.» «Μικρός μόνο. Εσένα έτσι κι αλλιώς δεν θα σ’ άφηναν. Μπορεί και πιο γρήγορα. Εμένα από την αρχή δεν μ’ άρεσε. Και παντού. Έτσι η δουλειά γίνεται πιο γρήγορα. αλλά με το πολυβόλο δεν έχεις την παραμικρή ελπίδα. Αυτός σωπαίνει. που εκεί είναι αλλιώς τα πράγματα. Κι όμως.. σε τίποτα δεν βοηθάει. Μια στάση θα κάνουμε και θα προχωρήσουμε... ο φακός δεν βοηθούσε ιδιαίτερα. φτου!– δεν συναντάμε για την ώρα. Τι τρεις μου λες. δεν ακούσαμε το παραμικρό. και για λίγο σταμάτησε. Μύριζε σαπίλα. να δέσουμε ένα σκοινί στη ζώνη του τελευταίου. Ο Τόλιαν περιμένει και ξαναρωτάει. Εκεί δεν πρέπει να καθυστερήσουμε διόλου. Εγώ έχω και τούτο». δικέ μου. Στην Προσπέκτ Μίρα όμως υπάρχει μια διάβαση προς το Δακτύλιο.. κανείς δεν μένει εκεί πέρα. είχε μάλιστα κι ένα βρεμένο κουρέλι στην άκρη του. αλλά βέβαια κανείς δεν απάντησε. Μόνο που οι προφυλάξεις σε κάνουν να πηγαίνεις πιο αργά. Στο Δακτύλιο μάλλον όχι. Εσύ. «Μήπως αυτός ήθελε ν’ αστειευτεί. Μωρέ. και να τρέμουν τα πόδια του. «Εδώ. δεν είχαμε λόγο να βιαστούμε. «Στην περιφέρεια θα μας δεχτούν. που πήγαινε στο κέντρο. σκέφτομαι. να με σώσει αυτός.» ρώτησε γεμάτος ελπίδα ο Αρτιόμ. κανείς δεν το χρειάζεται. όλα φυσιολογικά. Αλληλοκοιταχτήκαμε και πήραμε δρόμο. Θαρρείς ότι αυτό βοηθάει. Αλλά έτσι όπως πάμε τώρα ποτέ». Φωνάξαμε πάλι τον τύπο. Και ξεκινάμε σαν να πηγαίναμε περίπατο. έχεις φυσικά το πλεονέκτημά σου πηγαίνοντας με τα καραβάνια. Δύο μπροστά. Το ’βλεπες ότι δεν πήγαινε καλά το πράμα. και ο Αρτιόμ έδειξε το αυτόματό του. με τον τελευταίο και μ’ όλα σχετικά». εκτός από μια σήραγγα από τη Σουχαριόφσκαγια ως την Τουργκένιεφσκάγια. νεαρέ. εμείς παλιά με τα παιδιά λιγότεροι από πέντε δεν πηγαίναμε. Για να μη μένει ο τελευταίος πίσω μέσα στην καταχνιά. και δεν θα βοηθήσει ούτε η φρουρά ούτε τίποτα.. και τελευταίος ένας τύπος μπασμένος σ’ όλα τα κόλπα.. Αποφασίσαμε. στάσου να σου κάνω μια ενημέρωση. γι’ αυτό είχαμε και φρουρά. Αν τύχει κάτι.. Κι ο τελευταίος πουθενά. «Τότε λοιπόν.

κι εσύ θα κάθεσαι να με περιμένεις. κι άντε μετά εσύ να σκούζεις. έκανε σοβαρά ο Μπουρμπόν.. πρέπει να πω μερικά λογάκια με κάποιον. έστω κι αν οι αναμνήσεις από τη φριχτή εκείνη μέρα που πέθανε η μητέρα του κι όλος ο σταθμός τους κατακλύστηκε από χείμαρρους αρουραίων είχαν πια σβηστεί από τη μνήμη του. Ειδάλλως θα σε στείλουν στο διάολο και θα σου απαγορεύσουν την πρόσβαση στους δικούς τους σταθμούς. κι αυτό τον έκανε να τρεμουλιάσει από αηδία. Η σήραγγα εδώ δεν έδειχνε άσχημη.. για να αναστατώνει τον Αρτιόμ τις νύχτες και να τον τρυπά με μια ηλεκτρική εκκένωση. Ο Μπουρμπόν σώπασε πάλι.» τον ρώτησε με δεικτικό ύφος ο Μπουρμπόν.» έφτυσε την αηδιαστική λέξη ο Αρτιόμ κι ανατρίχιασε. Κοίτα να συνηθίσεις τώρα..Χάνσα. μόλις φτάσουμε εκεί. Αν όμως οι αρουραίοι . «Αρουραίοι. Αλλά δεν βαριέσαι. Εδώ δεν κάνουμε πουθενά χωρίς αρουραίους. αφού ούτε οι αρουραίοι δεν ζουν. μονάχα το έδαφος ήταν κάπως υγρό. τα νευρικά γάγγλια. οι αρουραίοι ήταν πολύ πιο τρομακτικοί και αηδιαστικοί απ’ ό. κινείται στην ολέθρια πορεία του μέσα από τις αρτηρίες.. θα βγεις στην αποβάθρα και θα καθίσεις εκεί ήσυχα ήσυχα. αλλά αυτό ο Αρτιόμ κατάφερνε να το ξεχνά. Όχι. είναι ασήμαντος. Πολύ καλομαθημένος μού είσαι. κατάλαβες. που στ’ αυτιά του Αρτιόμ αντήχησε σαν καρφί που έγδερνε έναν τοίχο. αυτό σημαίνει ότι συμβαίνει κάτι ακόμα πιο φριχτό. Παντού έστηναν φάκες κι έριχναν δηλητήριο. όπως μπορεί να μπει βαθιά στο σώμα μια βελόνα που μπήχτηκε σ’ αυτό και δεν την έβγαλαν εγκαίρως. με τη μυρωδιά τους και μόνο. και μετά κουβεντιάζουμε πώς θα βγούμε μέσα από τούτη τη διαολεμένη διαδρομή στη Σουχαριόφσκαγια». νεαρέ. ενεργοποιημένο από μιαν άγνωστη δύναμη. δικέ μου. Οι αρουραίοι εξακολουθούσαν να τον επισκέπτονται στους νυχτερινούς εφιάλτες του. φοβήθηκες τους αρουραίους. και κατά μήκος των γραμμών κυλούσε προς την κατεύθυνση που είχαν πάρει κι εκείνοι ένα λεπτό σκούρο ρυάκι. ξηλώνοντας όργανα ζωτικής σημασίας και καταδικάζοντας το φορέα του σε αφόρητα μαρτύρια. σαν ατσάλινη βελόνα χωνόταν βαθιά στο υποσυνείδητό του.. νεαρέ. αυτό το κάτι δεν είναι άνθρωποι. «καλύτερα ν’ αρχίσεις ν’ ανησυχείς αν δεν υπάρχουν αρουραίοι. Ο περιφερειακός σταθμός. Γι’ αυτό κι εσύ θα πρέπει να φερθείς πολύ ήσυχα.τι για όλους τους υπόλοιπους κατοίκους του μετρό.. Είχαν σβηστεί. Το υπόλοιπο μετρό όμως έβριθε από αρουραίους. Στην αρχή κρύβεται και ακινητοποιείται. και ο Αρτιόμ έμεινε ελεύθερος να βυθιστεί στις σκέψεις του. αυτό μπορεί να ’ναι και καλό· πεινασμένος δεν θα μείνεις». αλλά κάποτε. δίχως να προκαλεί πόνους και δίχως να υπενθυμίζει την παρουσία του. Έπειτα από λίγη ώρα όμως ακούστηκε από τα πλάγια ένα σιγανό θρόισμα και μια διαπεραστική τσιρίδα. αλλά η παρουσία τους άρχιζε ήδη να γίνεται αισθητή. Στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ οι αρουραίοι ήταν σχεδόν ανύπαρκτοι. απλώς είχαν καταχωνιαστεί βαθύτερα. κι ο Αρτιόμ ένιωσε να του έρχεται αναγούλα. γι’ αυτό και ο Αρτιόμ κατάφερε να τους ξεσυνηθίσει. όπως και για τον πατριό του. Έτσι κι η θύμηση εκείνης της μέρας. αλλά οι στρατιώτες της Χάνσας κάνουν περιπολίες για να υπάρχει μια τάξη. Γι’ αυτό λοιπόν. Ας φτάσουμε στην Προσπέκτ Μίρα. και το σαμοβάρι σου» –κι έδειξε το πολύπαθο αυτόματο– «μην τολμήσεις να το μοστράρεις σε κανέναν. Αν δεν υπάρχουν αρουραίοι. αναγκάζοντας το σώμα του να αντιδρά αντανακλαστικά στο αντίκρισμα αυτών των πλασμάτων. τότε πρέπει να φοβάσαι. Προς το παρόν ζωάκια δεν φαίνονταν ακόμα. Όπως περιπλανιέται ένα θραύσμα που ξέφυγε από έναν αδέξιο χειρούργο. «Δεν σ’ αρέσουν. Για τον Αρτιόμ. Κι αν.. «Τι τρέχει. «Στη φύση όμως». των φρικαλεοτήτων που έζησε τότε.. πρόσθεσε κλείνοντάς του το μάτι.. Εγώ εκεί. της τυφλής μανίας και της παράλογης σκληρότητας των πεινασμένων ζώων.. και ίσως και για τους υπόλοιπους τέσσερις που γλύτωσαν τότε μαζί του πάνω στην ντρεζίνα. ή ίσως απέφευγε να το σκέφτεται όταν αποφασιζόταν να φύγουν για ταξίδι.

που εξαιτίας του ο Αρτιόμ ένιωσε ξαφνικά ένα σφίξιμο στο στήθος. απέφευγαν το φως του φακού και περνούσαν σχεδόν απαρατήρητοι. στο μακρινό παρελθόν. που ο Αρτιόμ έχασε την ισορροπία του και παραλίγο να πέσει μπρούμυτα μαζί με όλο του τον εξοπλισμό.. Με τι ευχαρίστηση θα έριχνε τώρα μια μπουνιά στη μούρη του Μπουρμπόν. Αθέατο από τη μεριά της σήραγγας. ευχαριστημένος από την εντύπωση που προκαλούσε. στις γραμμές. αυτό για τον Αρτιόμ δεν έπαυε να είναι ασυνήθιστο. βασίλευε το ημίφως. Αμέσως τους χτύπησε καταπρόσωπο ένα ζωηρό λευκό φως. αντί να συναντήσει μια σταθερή επιφάνεια.. τον καθησύχασε αυτός και τον χτύπησε προστατευτικά στον ώμο. το πρόσωπό της δεν ξεχωρίζει πάνω στον τοίχο που είναι ντυμένος με παστέλ ταπετσαρία. στρέφοντας στο πλάι το φακό. άρπαξε τη λαβή του αυτόματου και κοίταξε ερωτηματικά τον Μπουρμπόν. Είναι που πλησιάζουμε στην Προσπέκτ Μίρα». Στην αποβάθρα. μη φοβάσαι». που σου επέτρεπε ν’ ανέβεις από το επίπεδο των γραμμών στο επίπεδο της αποβάθρας. Στο τέλος στ’ αριστερά τους φάνηκαν μια σιδερένια σκάλα και μια γεφυρούλα με περίφραξη. «Ήρθατε για εμπόριο ή είστε περαστικοί. νεαρέ. γεμάτο θαλπωρή φως. πίσω από τις αψίδες. Ήθελε να τελειώνει επιτέλους με όλες αυτές τις τυπικές διατυπώσεις και να κοιτάξει τι γίνεται στον ίδιο το σταθμό. «Μη ζορίζεσαι. Καθώς πλησίαζαν στην έξοδο της σήραγγας. Ήταν τόσο απροσδόκητο. κολλημένη στον τοίχο της σήραγγας. και έπειτα από μερικά βήματα η σήραγγα τους έβγαλε στ’ αριστερά· είχαν φτάσει στο σταθμό. Σώπασε πάλι. Συνηθισμένο. από πού έρχεται αυτό το μέχρις οδύνης γνώριμο. Οι αρουραίοι εδώ δεν ήταν πολλοί. ένας φαρδύς καναπές. Προχωράς και κάτω από τα πόδια σου ακούγεται ένα τόσο ευχάριστο τρίξιμο».» Μ’ έναν τέτοιο άνθρωπο σίγουρα ο Αρτιόμ δεν θα ήθελε να μοιραστεί τους φόβους του. «Καλώς ορίσατε». Και μολονότι του φάνηκε ότι ποτέ στο παρελθόν δεν είχε δει κάτι ανάλογο. Ένας απ’ αυτούς όμως κατάφερε να χωθεί κάτω από τα πόδια του Αρτιόμ. τους χαιρέτησε.. δίχως πριν να δει από μακριά το αδύναμο φως της φωτιάς που σηματοδοτούσε τα σύνορα.. δίχως να συναντήσει στο δρόμο του κανενός είδους εμπόδια.. και ο Αρτιόμ. κίτρινο φως. «Και κάτι ακόμα: Μέσα σε τούτη τη φιδοφωλιά υπάρχουν κάμποσες διαδρομές που είναι τίγκα στους αρουραίους. . κι εσύ πρέπει να πατάς πάνω στις ραχοκοκκαλιές τους. ξεχνώντας στη στιγμή την προσβολή.. αλλά οι αψίδες διαγράφονταν μέσα από ένα ελαφρύ κίτρινο φως. που χασκογέλαγε! Από μακριά ακούστηκε ένα ακαθόριστο βουητό. κι έτσι η μπότα του..τρέχουν ολόγυρα. ήταν βαλμένο λοξά σ’ ένα τραπεζάκι. Οι χοντρόσολες μπότες του Μπουρμπόν χτυπούσαν πάνω στα σιδερένια σκαλιά. αλλά οι γροθιές του σφίχτηκαν από μόνες τους. λουσμένο στο ζεστό. Γι’ αυτό και του έκανε σιωπηλά ένα νεύμα. Ο Αρτιόμ πήγε να ξεράσει. όλα εντάξει. και μισοξαπλωμένη πάνω του μια νεαρή γυναίκα να διαβάζει ένα βιβλίο. αυτό σημαίνει ότι το μέρος είναι φυσιολογικό. «Μη φοβάσαι. ο θόρυβος συνεχίστηκε κι έγινε ξαφνικά μια αδύναμη βουή. τον ενθάρρυνε ο Μπουρμπόν.» Όσο ο Μπουρμπόν ανέφερε τους σκοπούς της επίσκεψής τους.. Έτσι ξαφνικά να βγει σ’ έναν ξένο σταθμό. και μπροστά στα μάτια του αναδύθηκε μια παράδοξη εικόνα: ένα μικρό δωμάτιο. και πίσω του καθόταν ένας άνθρωπος με μια άγνωστη και παράξενη γκρίζα στολή. η θέα της αψίδας για μια στιγμή τον γύρισε στο παρελθόν. Κατάλαβες. εκεί. κι ένα παλιοκαιρίτικο πηλήκιο με εθνόσημο. είπε και χλιμίντρισε αηδιαστικά. Αν και ο Μπουρμπόν τον είχε ήδη προειδοποιήσει ότι στην Προσπέκτ Μίρα δεν υπάρχουν καθόλου φυλάκια. ο Αρτιόμ εξέταζε την όψη που είχε ο σταθμός Προσπέκτ Μίρα. και την ακοή του έσκισε μια διαπεραστική τσιρίδα. χτύπησε πάνω σε κάτι μαλακό και γλιστερό.

στην αβέβαιη αναλαμπή από τις φλόγες της φωτιάς. και τι θα σε κάνω. τότε ακόμα. Για τον Αρτιόμ όμως. καλούσαν τους υποψήφιους πελάτες. που μέσα τους. Ο σταθμός Προσπέκτ Μίρα διέφερε και από τη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. όπου απαγορευόταν η είσοδος σε όλους τους ξένους. και συμφωνώντας. Πίσω από κιγκλιδώματα και σ’ όλο το σταθμό πηγαινοέρχονταν οι φρουροί των συνόρων της Χάνσας. αλλά μικρής ισχύος λαμπτήρες πυράκτωσης. ώσπου να πονέσουν τα μάτια του. Ο κόσμος στο σταθμό δεν ήταν και τόσος πολύς. έσπευσε να χωθεί πίσω από τις κολόνες. ενώ στην απέναντι άκρη. και από τη Ρίζσκαγια. χάζεψες. ο Αρτιόμ δεν έτρεξε στα εμπορικά καταστήματα. το σύμβολο του Δακτυλίου.το σκουρογάλανο τετράγωνο του παραθύρου.» αντήχησε πάνω από το αυτί του Αρτιόμ η φωνή του Μπουρμπόν. πίσω από μια σειρά κινητών φραγμάτων. ντυμένοι με καλοφτιαγμένες αδιάβροχες . Τι ήταν αυτό που μόλις είδε. που το φως αυτό τον τραβούσε σαν νυχτοπεταλούδα. που τον μάγευε. ήταν τοποθετημένοι ταβλάδες μικροπωλητών. προφανώς θέσεις πυρός. Μόλις βρέθηκε στο σταθμό. μια παλιά εικόνα των παιδικών του χρόνων. απαιτώντας. παρά τις αντιρρήσεις του Μπουρμπόν. ξεχώριζαν σωροί από γκρίζα σακιά. «Τι έπαθες εσύ. ο σταθμός κοβόταν από ένα σιδερένιο παραπέτασμα. εκεί όπου βρισκόταν κάποτε η έξοδος προς την επιφάνεια της γης. όπως όλοι οι άλλοι. Μετά θα είσαι σαν τυφλό κουτάβι. αλλά υπάκουσε. Το όραμα διάβηκε γρήγορα μπροστά από το νοερό του βλέμμα. προκαλώντας του έκπληξη κι αναστάτωση. αλλά ακούμπησε την πλάτη του σε μια κολόνα και. δεν ήταν πραγματικά φωτιστικά απ’ αυτά που φώτιζαν το μετρό πριν ακόμη από την καταστροφή. Δίνοντας ανυπόμονα στον τελωνειακό το διαβατήριό του. βαλμένες πότε με τάξη και πότε πεταγμένες σε αφρόντιστους σωρούς. παζάρευαν. στην επιφάνεια της γης... που κρέμονταν κάθε είκοσι βήματα από ένα σύρμα τεντωμένο κάτω από την οροφή σ’ ολόκληρο το σταθμό. Όχι. ν’ αφήσει στην αίθουσα φύλαξης των αποσκευών το αυτόματό του για όση ώρα θα έμεναν στο σταθμό. Από την οροφή απλωνόταν ένα λευκό πανί με ζωγραφισμένο πάνω του έναν καφέ κύκλο. που ήταν συνηθισμένος στη θαμπή. Πίσω από αυτά τα φράγματα ανέβαιναν τέσσερις σκάλες – ήταν η διάβαση προς τη γραμμή Καλτσεβάγια– και άρχιζε η επικράτεια της πανίσχυρης Χάνσας. όλοι όμως μιλούσαν δυνατά. θες να χάσεις τα μάτια σου. Τι κάθεσαι με το βλέμμα καρφωμένο πάνω τους. στο σημείο απ’ όπου ερχόταν ο θόρυβος της αγοράς. βάζοντας το χέρι πάνω από τα μάτια του. τράβα τουλάχιστον να δεις τι γίνεται εδώ. Και στις δύο γραμμές υπήρχαν κομμάτια συρμών – κάμποσα βαγόνια προσαρμοσμένα σε κατοικίες. θυμίζοντάς του κάτι από καιρό βυθισμένο στην ανυπαρξία. Μήπως το αδύναμο φως που ερχόταν από το σταθμό κατόρθωσε να προβάλει πάνω σε μιαν αθέατη οθόνη. κι έτσι ο Αρτιόμ κατάλαβε γιατί ο θόρυβος αυτός ακουγόταν από μακριά. και μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο διαλύθηκε. Η ευημερούσα Χάνσα μπορούσε να επιτρέπει εδώ καλύτερο φωτισμό από τους λαμπτήρες ασφαλείας που φώτιζαν τους σταθμούς στους οποίους ο Αρτιόμ είχε προλάβει να βρεθεί από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. στην αδύναμη λάμψη που έβγαζαν τα λαμπάκια των φακών τσέπης φωτίζοντας το εσωτερικό των σκηνών.. χαμένη στα βάθη του υποσυνειδήτου του. κοκκινωπή ανταύγεια του φωτισμού ασφαλείας. Από τη μια μεριά. Τι φωτίζουν τα λαμπάκια!» Ο Αρτιόμ έριξε μια ματιά γεμάτη δυσαρέσκεια στον Μπουρμπόν. στεκόταν για ώρα και κοιτούσε ξανά και ξανά τις λάμπες. πωλούνταν διάφορες συσκευές.. Μήπως εκείνη η νεαρή γυναίκα που διάβαζε γαλήνια το βιβλίο μισοξαπλωμένη στον ευρύχωρο καναπέ ήταν η μητέρα του. σε δυο σειρές. ο Αρτιόμ. από τις παρυφές ακόμα του σταθμού. και από την Αλεξέγιεφσκάγια. οι λαμπτήρες αυτοί έμοιαζαν με κάτι εντελώς ασυνήθιστο. Κατά μήκος της αποβάθρας. προσπαθώντας ν’ ακουστούν πάνω από τους άλλους. «Αφού τους παρέδωσες την μπαλαλάικά σου. Ήταν το ίδιο φως που φώτιζε τα πρώτα παιδικά του χρόνια.

διακόσια πενήντα και στο χέρι. και ο Μπουρμπόν διάλεξε επίτηδες αυτό το μέρος για να προλάβουν να συνηθίσουν τα μάτια τους. Εκεί είχε ημίφως.. μόνο διακόσια πενήντα. επειδή το αυτόματό του ήταν το πιο δημοφιλές όπλο στον κόσμο. μια μποτίλια σαμαγκόν προς είκοσι. και με ίδια πηλήκια κι ένα κοντόκανο αυτόματο κρεμασμένο στον ώμο. Ακόμα κι ο καχεκτικός ανθρωπάκος με τη μελανιασμένη μύτη και τα δακρυσμένα ματάκια που πούλαγε εκείνο το αμφίβολης ποιότητας σαμαγκόν διαολόστειλε βραχνά τον Αρτιόμ όταν τον ρώτησε αν είχε έστω και λίγο «πράμα». Ένα δερμάτινο σακάκι καλής ποιότητας.. είναι σκέτη μούφα. «Λοιπόν. Και μόνο να σκεφτείς ότι με το κατασκεύασμά σου έχει γίνει το μεγαλύτερο ποσοστό φόνων στη γη! Αυτό είναι ακόμα πιο φριχτό κι απ’ το να είσαι ο εφευρέτης της γκιλοτίνας». στη φτήνια. Εκατό γραμμάρια τσάι. σακάκια και αδιάβροχα από χοιρινό δέρμα. Καθώς προχωράς σε φωνάζει όποιος προλάβει: “Όπλα.. πέντε ανθρώπινες ζωές. «Για να μη σ’ τα πολυλογώ. Τέτοιο .» Κοιτώντας τις περιποιημένες σειρές με τα «σφαιράκια» στους ταβλάδες. πάμε να μαζέψουμε τώρα το δικράνι σου γιατί πρέπει να προχωρήσουμε. απάντησε περιφρονητικά εκείνος. δεκαπέντε ζωές όλες κι όλες. Αν εγώ είχα επινοήσει αυτό το μηχανάκι. σήμερα κάνουμε έκπτωση. Υπήρχε και ο απαραίτητος ταβλάς με τα ξύλα – ροζιασμένα κούτσουρα και κλαδάκια που οι στάλκερ έφερναν από την επιφάνεια της γης. τριακόσια σφαιράκια κι είναι δικό σου! Εντάξει. χάρη ακριβώς στο κατασκεύασμά του. σίγουρα θα μου ’χε στρίψει.» ρώτησε ο Μπουρμπόν πλησιάζοντας. νεαρέ. κάθισαν σ’ ένα πέτρινο παγκάκι στην είσοδο της νότιας σήραγγας. Να βγούμε σ’ αυτή τη γαμημένη διαδρομή». το πάλαι ποτέ δημοφιλέστερο και πλέον διαδεδομένο όπλο στη γη. Δεν ξέρω. του έγνεψε περιφρονητικά ο Αρτιόμ. Υπάρχουν κάτι μέρη. που παλιά το έβρισκες χωρίς κανένα πρόβλημα. καλάθι με χασίσι. γερό. όχι τ’ άλλο. να γιατί». Άντε. Παρακαλώ. μα ούτε ένα. εξοικονομείτε πενήντα ξένες ζωές. «Τράβα να κάνεις καμιά βόλτα. συσσωρευτές για φακούς. ματ φυσίγγια για αυτόματο Καλάσνικοφ. αλλά σε γκρίζο χρώμα. Ο καθημερινός τζίρος αυτής της αγοράς πιθανόν ήταν ίσος με τον τζίρο που έκανε όλος ο υπόλοιπος πληθυσμός του μετρό. «Δεν έχει τίποτα ενδιαφέρον εδώ». κι εγώ πάω κάτι να κουβεντιάσω με κάποιον».» ρώτησε ο Αρτιόμ τον Μπουρμπόν.. ένας θάνατος. αναστέναξε με ύφος ονειροπόλο ο Μπουρμπόν. Έλεγε ότι ήταν ευτυχής επειδή. «Γιατί έχουν γκρίζες στολές παραλλαγής. μισόλιτρα από ένα ύποπτο στη θέα συστατικό με την υπερήφανη ονομασία «Σαμαγκόν»25 πάνω σε στραβά κολλημένες ετικέτες – αλλά δεν υπήρχε ούτε ένα. σαλάμια. Ο Αρτιόμ δεν παρατήρησε τίποτα το ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο στους ταβλάδες. Ήταν γεμάτοι τσάι. αντί για τριακόσια. ναρκωτικά. κάποια φθαρμένα βιβλιαράκια με απροκάλυπτη πορνογραφία ως επί το πλείστον.. ο Αρτιόμ θυμήθηκε τα λόγια του πατριού του: «Κάποτε διάβασα ότι ο Καλάσνικοφ περηφανευόταν για την εφεύρεσή του. ακριβώς. τα σύνορα της πατρίδας ήταν εξασφαλισμένα. σε τούτη τη φιδοφωλιά όπου μπορείς να βρεις ό.τι γουστάρεις. «Επειδή δεν είχαν τίποτα καλύτερο να σκεφτούν.φόρμες με τα συνηθισμένα μπαλώματα παραλλαγής. «Τούτοι όμως οι μαλάκες» –κι έδειξε τη σημαία της Χάνσας– «το καταντήσανε εδώ πέρα παιδικό σταθμό: Όχι το ’να. Εκατό γραμμάρια τσάι προς πέντε φυσίγγια. ψεύτικα χαρτιά”». Ένα σαλάμι. ένα σαλάμι προς δεκαπέντε φυσίγγια. Μια ζωή που αφαιρείται.. Μόλις πήραν το αυτόματο του Αρτιόμ. φτηνό. το πράγμα έχει ως εξής: Δεν εγγυώμαι για τον εαυτό μου. Εδώ τα αποκαλούσαν χαϊδευτικά «σφαιράκια»: «Πού ’σαι. Εδώ τα πάντα πληρώνονταν με μυτερά. φίλε. τα οποία αργούσαν εκπληκτικά να καούν και σχεδόν δεν κάπνιζαν. κοπέλες. βρήκες τίποτα που να σ’ ενδιαφέρει. Ένα φυσίγγι. κοίτα τι ωραίο σακάκι. «Αχά.

τυλιγμένο σε φθαρμένο πλαστικό φάκελο. «Καλό παιδί φαίνεσαι.. «Άντε. έτσι και μπλεχτούμε όμως. όπου θα μπορούσαν να ξεκουραστούν χωρίς να φοβούνται τίποτα. . και στο τέλος ο Αρτιόμ δεν άντεξε.» Έπειτα απ’ αυτό προχώρησαν για αρκετή ώρα αμίλητοι. ο Αρτιόμ ήξερε ότι μπορεί να συμβεί οτιδήποτε. που μόλις έφταναν να φωτίσουν το ένα πέμπτο του εδάφους σε κάθε βήμα τους προς τα εμπρός.. όπως και να ’χε όμως μέσα σε τούτες τις σήραγγες τρύπωναν καθημερινά άνθρωποι προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. κι έπειτα μπροστά τους είχαν έναν κατοικημένο σταθμό. ή τουλάχιστον δεν βγήκαν στην Προσπέκτ Μίρα. Ακόμα κι όταν ξεκίνησαν από τη Ρίζσκαγια για την Προσπέκτ Μίρα. όπως φάνηκε. φτου. όπου τους περίμεναν. Δεν είναι ηλίθιοι οι άνθρωποι ν’ αφήσουν εδώ μια ανοιχτή σήραγγα. Ακόμα και οι χοντρόσολες μπότες του Μπουρμπόν.. πυκνό και σχεδόν χειροπιαστό. προειδοποίησε τον Αρτιόμ κοιτώντας τον επίμονα κατάματα. Η σήραγγα που απλωνόταν μπροστά τους ήταν κατάμαυρη. πάμε. Πορώδες σαν σφουγγάρι. Όταν έφυγαν από τη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ για τη Ρίζσκαγια. Μάλιστα!» αποφάνθηκε επιτέλους ο Μπουρμπόν έπειτα από παρατεταμένους. Δεν ξέρω τι θα κάνω. Να είσαι έτοιμος. όπως αυτό του Αρτιόμ.. «για να βγαίνουν τα τρένα από δω κατευθείαν στο Δακτύλιο. κι αυτό φυσιολογικό θα ’ναι. μπορούσε να παρηγορηθεί με τη σκέψη ότι μπροστά του είχε ένα σταθμό της Χάνσας. δεν θα μου ρίξεις στην πλάτη. Ήταν φοβερό. εδώ βασίλευε ένα ασυνήθιστο.. Μέσα σ’ αυτή τη σήραγγα. ο καθένας παλαβώνει με τον τρόπο του. κατάπινε λαίμαργα τις ακτίνες των φακών τους. τόσο γρηγορότερα θα βγούμε». αλλά η σιωπή γινόταν όλο και πιο καταθλιπτική. να χτυπήσω ξύλο. Εγώ θαρρώ ότι δεν βγήκαν πουθενά. γιατί μας είσαι κι ευαίσθητος. «Πάρε!» Έδωσε το όπλο στον Αρτιόμ.. πήδησε στις γραμμές. τράβηξε προσεχτικά από μέσα ένα αυτόματο. δισταγμούς. Το φως του φακού πνίγηκε μέσα σε μια μαύρη κηλίδα. φωτισμένο μέρος. Ο Μπουρμπόν έβγαλε το γεμιστήρα του και τον έριξε στο σακίδιό του. Μόνο που η Χάνσα την έκλεισε.. σκεπάζοντάς τον με τα ρούχα που είχε μέσα. Καταβάλλοντας τεράστιες προσπάθειες. που βροντολογούσαν ζωηρά σ’ όλη την πορεία τους. γι’ αυτό και δεν ξέρω τι θα κάνω έτσι και μπλεχτούμε σ’ αυτή την ιστορία. «Έχε το κοντά σου. «Μη φοβάσαι. όπως αυτά των συνοριοφυλάκων της Χάνσας. Θα σου δώσω το πολυβόλο μου όσο θα περνάμε από κείνη τη διαδρομή. Εδώ υπήρχε μια παράκαμψη». Τα δικά μας τα παιδιά δεν γύρισαν πίσω.» Και δίχως ν’ αποσώσει τα λόγια του. Εδώ όμως ήταν απλώς φριχτό. Είχαν ένα μέρος να πάνε. όπως καταλαβαίνω. «εμένα μη μου κάνεις αστεία! Δεν τα πάω καλά με το χιούμορ».. Ξάφνου στο δεξί τοίχωμα της σήραγγας πρόβαλε ένα κενό. με πτυσσόμενο κοντάκι και κοντό στόμιο αντί για τη μακριά κάνη με το στόχαστρο στην άκρη. Να το πρόβλημα. ο Αρτιόμ πάλευε να ξεχωρίσει το σπέρμα του γνώριμου νοσηρού θορύβου... Κοίτα». Μπορεί να σου φανεί χρήσιμο. διευκρίνισε εκείνος. αν φωνάζω ή αν αποφασίσω να σε καθαρίσω. Αν κι η διαδρομή είναι ήσυχη.. παρ’ όλες του τις αμφιβολίες. Σ’ αυτή την περίπτωση ήταν απλώς δυσάρεστο· πάντα για όλους ήταν δυσάρεστο να φεύγουν από ένα ήρεμο. απόλυτο σκοτάδι.πράγμα δεν το έχω ξαναπάθει. Αν όμως εγώ αρχίσω να κάνω τρελά πράγματα εκεί. Κοίταξε ερωτηματικά τον Μπουρμπόν. Όσο γρηγορότερα ξεκινήσουμε. και ο Αρτιόμ δεν κατάλαβε αμέσως ότι επρόκειτο απλώς για μια διακλάδωση που έφευγε στο πλάι της κυρίως σήραγγας. Αν πιάσω να βγάζω σάλια ή κουφαθώ. και σήμερα θα ξαναπέσουμε πάνω τους. κατάλαβες. Φτου. Έτσι λοιπόν κι εσύ.. Βγάζοντας ένα πανί από το σακίδιό του. αλλά μάταια: Σίγουρα οι ήχοι διαπερνούσαν αυτή την καταχνιά το ίδιο αργά και δύσκολα με το φως. Ήταν κι αυτό Καλάσνικοφ. μέσα σε τούτη τη σήραγγα ηχούσαν άτονα και πνιχτά. αλλά κοντόκανο.

Παντού έχει σκοτάδι. και πάλι επειδή απλώς ήθελε να συνεχίσει τη συζήτηση. επειδή θα έρθει μια μέρα. απάντησε με παράξενες παύσεις ο Μπουρμπόν.. θα ασφυκτιούν οι προφήτες στην προσπάθειά τους να προφέρουν τις προφητείες. «Μα πώς. αλλά τούτη τη φορά ο Αρτιόμ δεν είχε πια καμιά διάθεση να τον πιέσει. «Από πού είναι. κάτι σαν καταπακτή.. γύρισε απότομα το κεφάλι προς τ’ αριστερά. άρχισε να λέει.. που στριφογυρνούσαν δυσάρεστα γύρω από το ερώτημα γιατί στο σημείο αυτό υπήρχε τόσο κακή ακουστική..» συνέχισε ο Αρτιόμ.. Μπουρμπόν».«Άκου. από κανένα βιβλίο. εκεί όπου. πιο ζοφερή κι από τους πιο αποτρόπαιους. Πού πήγαν. ο Αρτιόμ μάλιστα νόμισε ότι δεν άκουσε καλά την ερώτηση και θέλησε να την επαναλάβει. ψηλαφώντας για κάθε ενδεχόμενο τη σκανδάλη του αυτόματου.. καθώς προσπαθούσε βασανιστικά να γαντζωθεί από το νόημα και να δώσει την επόμενη απάντηση. «Τι είναι αυτό. πρόφερε βαριά ο Μπουρμπόν.. Και τα δικά του λόγια ακούγονταν αμυδρά. Καμουφλαρισμένη..» ρώτησε ο Αρτιόμ. και θα... φόβους τους.. Δεν υπάρχει από τη μια μεριά σταθμός. δίνοντας ελάχιστη σημασία στο γεγονός ότι η γλώσσα του Μπουρμπόν μεταβαλλόταν απειλητικά. δεν σήπεται ποτέ».... κι από την άλλη το ίδιο. Να φοβάσαι τις αλήθειες που κρύβονται στα αρχαία.. «Σκοτεινά.» Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. και. και τον Αρτιόμ τον κέντρισε η σκέψη ότι ο Μπουρμπόν δεν γυρνούσε πια προς το μέρος του όπως πριν όταν του απηύθυνε τον λόγο. παρατηρώντας ότι έπρεπε να καταβάλλει όλο και μεγαλύτερες προσπάθειες για να ακούει τα ίδια του τα λόγια... κι ο Αρτιόμ μετά βίας έπιασε το νόημα των όσων είπε.. Ο Μπουρμπόν τον κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια.. δεν μπορώ να πω με ακρίβεια»... οι λέξεις είναι σταμπαρισμένες με χρυσάφι και το χαρτί. έτσι που ο Αρτιόμ άκουσε να τρίζουν οι αυχενικοί του σπόνδυλοι.. Αλλά γίνεται μέσα σε τέτοιο σκοτάδι να ξεχωρίσεις οτιδήποτε.. τους. Δεν φαίνεται.. «Βιβλίο... Χρειάστηκε χρόνος για να μπορέσει ο Αρτιόμ να θυμηθεί για τι μιλούσαν. «Εδώ λένε ότι υπάρχει κάπου. Εγώ όμως δεν ήμουν εκεί τότε. προσπαθώντας να διαλύσει αυτό το ακατανόητο φαινόμενο... αλλά εκείνη τη στιγμή ο Μπουρμπόν αποκρίθηκε: «Κάτι τέτοιο άκουσα. και κοίταξε τον νεαρό κατάματα.» έκανε ο Αρτιόμ. Θα πέσει. που όμως τους έσωζε από τη σιγαλιά. Ο Αρτιόμ όμως δεν είχε πια αρκετές δυνάμεις ώστε να εκπλαγεί απ’ αυτό. «Κι είναι πάντα τόσο. κι αυτό που θα δουν. αλλά απλώς και μόνο για ν’ ακούει την ίδια του τη φωνή. Πέρασαν μερικά λεπτά ακόμα προτού ο Μπουρμπόν απαντήσει επιτέλους. και. «αληθεύει ότι εδώ κάποτε κάποιοι βλαμμένοι χτύπησαν ένα καραβάνι.» «Και η ομορφιά. όχι γιατί τον ενδιέφερε ιδιαίτερα το θέμα. προσπαθώντας να διαχωρίσει τη σημασία των λέξεων από τις σκέψεις του. βασιλεύσει εις τους αιώνας των αιώνων». σκότος μέγα. Σταμάτησε ξαφνικά. θα δηλητηριάσει το λογικό τους». σαν να του είχαν βουλώσει τ’ αυτιά. θα καλύψει τον κόσμο. Ο Αρτιόμ πισωπάτησε. θα εκθρονισθεί και θα ποδοπατηθεί.. δεν τους είδε κανείς. σκοτεινά εδώ. το γκριζόμαυρο.» πρόσθεσε με έναν αφύσικο εκνευρισμό ο Μπουρμπόν. «Ωραίο!» κραύγασε σχεδόν ο Αρτιόμ. νιώθοντας έντρομος ότι τα λόγια του ηχούσαν τόσο σιγανά πια. Σ’ αυτό το σημείο πάντα. την έστω τόσο ασυνάρτητη και δύσκολη. συνέχισε πνιχτά ο Μπουρμπόν... μεγάλα βιβλία.. αλλά οι κόρες του είχαν συσταλθεί παράξενα και είχαν μεταβληθεί σε δυο . στο μυαλό του αντιλαλούσε η ηχώ των λέξεων που μόλις είχε προφέρει και ήταν υπερβολικά απασχολημένος να ακούει τον απόηχό τους.

«Δεν υπάρχω πια». ξαπλωμένος κατάχαμα. Καθαρά. αφού έτσι είχαν συμφωνήσει!. ακανόνιστος. και μάλιστα ο Αρτιόμ ξέχασε να βγάλει από το συνοδοιπόρο του το σακίδιο. Έπειτα από μερικές δεκάδες βήματα ο Αρτιόμ σκόνταψε ξαφνικά σε κάτι μαλακό. ολόισιος σαν τραβέρσα. και ξαφνικά χάθηκε εντελώς. Αμέσως θυμήθηκε τα λόγια «Θα ξαναπέσουμε πάνω τους». πιάνοντας τον Μπουρμπόν από τους καρπούς. θαφτάσωθαφτάσωθαφτάσωθαφτάσω». είπε ο Μπουρμπόν. αλλά ακουγόταν. μα τώρα δεν δυνάμωνε βαθμιαία. για πολλή ώρα δεν μπορούσε να συγκεντρώσει τη θέλησή του ώστε να καταφέρει να σηκωθεί. Εντελώς εξαντλημένος. μακριά απ’ αυτό το μέρος. θα φτάσω. Το πρόσωπό του φαινόταν αφύσικα ήρεμο. βαριανασαίνοντας. Και. Εδώ όμως οι σωλήνες ήταν άθικτοι. όπως τότε. Πέντε λεπτά αργότερα μετά βίας ανάγκασε τον εαυτό του να σταθεί στα πόδια του και. να έχουν διασταλεί υπέρμετρα στην προσπάθειά τους να αντλήσουν όσο γινόταν περισσότερο φως. άρχισε να σαρώνει μ’ αυτόν πυρετικά τους τοίχους. κι έπειτα σύρθηκε πάλι μπροστά. προχώρησε παρακάτω σκοντάφτοντας. Έπειτα τα πόδια του λύγισαν και σωριάστηκε πάνω στις τραβέρσες· έμεινε ξαπλωμένος για μερικά λεπτά. περιφρονητικό χαμόγελο. αφού του το είχε υποσχεθεί. έπρεπε να βγάλει από κει μέσα τον Μπουρμπόν. Ασάλευτος ο Μπουρμπόν κειτόταν στην προηγούμενη στάση του. σωριάστηκε με το πρόσωπο καταγής. μολονότι μέσα στο βαθύ σκοτάδι της σήραγγας θα έπρεπε. ενώ μια μυρωδιά αηδιαστική και γλυκερή χτύπησε τη μύτη του.. ούτε ένας μυς δεν ήταν τεντωμένος. Το μυαλό του ήταν ολότελα άδειο. τσακισμένος.σπιθαμιαίες κουκκίδες. Το κεφάλι του κρεμόταν άψυχο. αλλά εκείνος δεν το πρόσεχε. και προσπαθώντας να μην κοιτάζει κάτω από τα πόδια του. προσπαθώντας να ανακαλύψει την πηγή του ήχου – το σπασμένο σωλήνα. αντίθετα. έστω κι αν δεν το πολυπίστευε πια ούτε ο ίδιος. Και τότε στ’ αυτιά του Αρτιόμ ξέσπασε ο ίδιος εκείνος φριχτός ήχος. θα φτάσω. επαναλάμβανε μέσα του. με τον ιδρώτα να τον περιλούζει. Εδώ ο ήχος ακουγόταν κατά πολύ ισχυρότερος απ’ ό. Ο Μπουρμπόν ήταν πεσμένος ασάλευτος στο πλάι. και ο Αρτιόμ. κι ακόμα κι από τα χείλη του είχε χαθεί το μόνιμο. θα φτάσω. αρπάζοντας το φακό που είχε πέσει από τα χέρια του Μπουρμπόν. δεν ήθελε να το προσέξει. «Θα φτάσω στο τέρμα. κοιτούσε απελπισμένος το κάτωχρο πρόσωπό του. κι όταν ο Αρτιόμ τον γύρισε ανάσκελα τα μάτια του εξακολουθούσαν να είναι ανοιχτά.. Άδραξε τότε τον Μπουρμπόν από τα μπράτσα και. προσπέρασε τα σκορπισμένα στις ράγες πτώματα.. Με το ζόρι θυμήθηκε τι κάνουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις.τι την προηγούμενη φορά. Έσερνε συνεχώς πίσω του τον Μπουρμπόν. Ήταν διαβολεμένα δύσκολο. όχι. κάνοντας διπλή προσπάθεια. ουρλιάζοντας όσο άντεχαν οι φωνητικές του χορδές. ξεκουφαίνοντάς τον και ταρακουνώντας προς στιγμήν το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Ο θόρυβος λίγο λίγο καταλάγιαζε. ρύθμισε με . τα παγωμένα χέρια του γλιστρούσαν μέσα από τις ιδρωμένες από την ένταση παλάμες του Αρτιόμ. Έπεσε πάλι νεκρική σιγή. «Εγώ πέθανα». Σφίγγοντας τα χέρια του στ’ αυτιά του.. Έπειτα. όπως συνέβη τότε. ο ήχος ερχόταν κάπου από ψηλά. κι έπιασε τον καρπό του Μπουρμπόν για να ακροαστεί το σφυγμό του· ήταν αδύνατος σαν κλωστή. αρπάζοντας τον Μπουρμπόν από το γιακά. τράβηξε το βαρύ φορτίο του μπροστά. γυρισμένο μπρούμυτα. μέσα του κουδούνιζε μονάχα η άγρια αποφασιστικότητα να σύρει πάση θυσία αυτό τον άνθρωπο ως τον επόμενο σταθμό. ξεκόλλησε από το έδαφος. τώρα ξέσπασε μονομιάς με όλη του την ισχύ. κι ο Αρτιόμ. ξεκρέμασε από τον ώμο του το αυτόματό του. και νιώθοντας τεράστια ανακούφιση ο Αρτιόμ επέτρεψε επιτέλους στον εαυτό του να καθίσει στις ράγες και να πάρει μιαν ανάσα.

έχοντας αρπάξει τον Μπουρμπόν από το γιακά. που συγκρατούσε τον Αρτιόμ. Στην αρχή ο Αρτιόμ δυσκολευόταν να περπατήσει. Αν θες να συναντήσεις το φίλο σου το συντομότερο. στρέφοντας την κάνη προς το νότο. αρχίζουν να με πειράζουν οι ρευματισμοί μου. θαρρείς. σε συμβουλεύω να μείνεις εδώ. υποβαστάζοντας τον νεαρό. Σήκω!» τον πρόσταξε. του ανακοίνωσε εκνευρισμένος ο άντρας. εύηχη φωνή. «Νεαρέ μου φίλε». Οι αρουραίοι και άλλα χαριτωμένα πλάσματα θα σε βοηθήσουν σ’ αυτό. ήταν σταθερό. Κι έπειτα. Θες να μείνεις εδώ για να ενωθείς μαζί του στους ουρανούς το συντομότερο δυνατόν. Εντάξει. Παρά τις διαμαρτυρίες του. πυροβόλησε και φώναξε «Άνθρωποι!». Η αρωγή στους νεκρούς δεν συγκαταλέγεται στα πιστεύω μου.τρεμάμενα δάχτυλα τη σκανδάλη για σποραδικούς πυροβολισμούς και. ο άγνωστος τράβηξε το σακίδιο του Μπουρμπόν από πάνω του. είναι μάλλον απίθανο να αναλάβει κάποιος από το σταθμό να τον ξεπροβοδίσει δεόντως στο στερνό του ταξίδι. Επιστρέφω στη Σουχαριόφσκαγια. Κι έπειτα. αλλά αυτός έμοιαζε εκπληκτικά φρέσκος και ζωηρός. Ή έχει μετενσαρκωθεί. όμως ο τελευταίος ήχος που άκουσε δεν ήταν ανθρώπινη φωνή. «Φοβάμαι ότι θα πρέπει να απορρίψουμε μετ’ αγανακτήσεως αυτή την ιδέα». βάλθηκε να προχωράει γρήγορα. το έριξε στον ώμο του και. ή μήπως ο ουρανός προς το παρόν θα περιμένει.. Είναι τόσο νεκρός όσο και ο Ραμσής Β΄.» «Απ’ ό. κοντοκομμένα μαλλιά του και ένα . όντως υπήρξε κάποτε ζωντανός». κοιτώντας με σκεπτικισμό το πτώμα. αποφάνθηκε εκείνος. Κοίταξε επίμονα το πρόσωπο του σωτήρα του. σφίγγοντας τη λαβή του αυτόματου. «Του υποσχέθηκα. «Μα δεν μπορώ να τον παρατήσω έτσι απλά!» προσπάθησε ήρεμα να πείσει το σωτήρα του ο Αρτιόμ..τι άλλο συνηθίζεται στα μέρη σας σε ανάλογες περιπτώσεις. σκεπάζοντας τα μάτια του για να αποφύγει το φως. τότε με το θάνατο ενός των συμβαλλομένων η συμφωνία θεωρείται άκυρη.» αναστέναξε ο Αρτιόμ. Να τον παρατήσω στους αρουραίους. «Τώρα όμως αναμφίβολα είναι νεκρός. Δεν ήξερε για πόση ώρα κειτόταν έτσι. αλλά με κάθε καινούργιο βήμα του ο άγνωστος τον προίκιζε. «Είχαμε κάνει μια συμφωνία. τον παρακάλεσε με αδύναμη φωνή ο Αρτιόμ. Άθελά του ο Αρτιόμ σηκώθηκε. όταν μια ακτίνα φωτός χτύπησε τα μάτια του. Με την πρώτη ματιά θα τον έκανες πενηντάρη. ακόμα κι αν σύρουμε το άψυχο κορμί του συνοδοιπόρου σου ως εκεί. είπε σκυθρωπός ο άγνωστος. Ο πόνος στα πόδια του πέρασε και το μυαλό του ξεκαθάρισε κάπως. κι αυτό δεν είναι το ίδιο.» «Βοηθήστε με να τον πάω μέχρι το σταθμό».. αν κάποιος από τους όρους της δεν υπονοεί κάτι διαφορετικό». Όταν μένω για πολύ στις σήραγγες. «Είμαι κατηγορηματικά αντίθετος στη μετατροπή του σταθμού της Σουχαριόφσκαγια σε κρύπτη – έτσι κι αλλιώς δεν είναι και πολύ άνετος. «Υπήρξε κάποτε ζωντανός.. Το χέρι του. αναλόγως των θρησκευτικών του πεποιθήσεων. «αρχίζω να χάνω την υπομονή μου. «μπορείς να αφήσεις το φίλο σου. επειδή στον κόσμο υπάρχουν αρκετοί ζωντανοί που χρειάζονται βοήθεια. Τα γκρίζα. αλλά το θρόισμα από τα πόδια των αρουραίων και προκαταβολικές τσιρίδες απόλαυσης. αν σε ανησυχεί η νομική πλευρά του ζητήματος. και ούτε μια φορά σε όλη τη διαδρομή δεν τρεμούλιασε από την κούραση. με ένα μέρος της σφύζουσας ενεργητικότητάς του. Αν και όλες οι θρησκείες πλανώνται εξίσου».τι φαίνεται. αφού η αθάνατη ψυχή του έχει ήδη ανέλθει στο Δημιουργό της. Από πάνω του στεκόταν ένας άγνωστος ηλικιωμένος άντρας με ένα φακό στο ένα χέρι και ένα παράξενο όπλο στο άλλο. του είπε ο άνθρωπος με ευχάριστη.» «Φίλε μου». Έχει άραγε ιδιαίτερη σημασία αν το σώμα του αποτεθεί εδώ ή στο σταθμό. μπορείς μετά να ξαναγυρίσεις εδώ για ν’ ανάψεις μια νεκρική πυρά ή ό. αν το θέλεις τόσο πολύ.

Πέθανε μόνος του». «Τι γίνεται εδώ.. από την τελευταία δοκιμασία της θέλησής του. Εγώ πάντως αυτό ακριβώς σκοπεύω να κάνω». 25. «Όχι.. Όλοι τους είχαν μαζευτεί προς το κέντρο της αίθουσας. δίχως όνειρα. (Σ. «Πώς το ξέρετε.. είπε ο Αρτιόμ μην αντέχοντας να εξηγήσει τις συνθήκες θανάτου του Μπουρμπόν.» τον ρώτησε εμβρόντητος ο Αρτιόμ. Γι’ αυτό και όποιος χρειάζεται φως πρέπει να το βρει μόνος του. έβαλε κάτω από το κεφάλι του το σακίδιό του και βυθίστηκε σε έναν ύπνο βαθύ.. κάποιος κοιμόταν κατάχαμα. όπως όλα έδειχναν. Με την ονομασία αυτή είναι γνωστή η σπιτική βότκα που φτιάχνεται. Θα σας την πω μετά». και τα μάτια του έψαχναν το πρόσωπο του συνομιλητή του. με κιονοστοιχίες και αψίδες στα πλάγια. Ένας μονάχα μακρύς διάδρομος. Κάτι εδώ φάνηκε στον Αρτιόμ παράξενο. και πέρασαν μερικά λεπτά ώσπου να καταλάβει τι ακριβώς ήταν. κάποιοι όχι. Η φωτιά κοντά στην οποία ο άγνωστος κάλεσε τον Αρτιόμ ήταν αισθητά πιο ζωηρή από τις υπόλοιπες και βρισκόταν μακριά από το κέντρο της αποβάθρας. η Σουχαριόφσκαγια παρουσίαζε ένα καταθλιπτικό και στο έπακρο μελαγχολικό θέαμα. από τους νυχτερινούς εφιάλτες. συνήθως λαθραία.» ρώτησε τον Αρτιόμ ο άγνωστος. Μόλις φωτισμένη σε μερικά σημεία με καχεκτικές φωτιές και βυθισμένη κατά το μεγαλύτερο μέρος της στο σκοτάδι. και ανίκανος πια ν’ αντισταθεί σωριάστηκε πάνω σ’ ένα κομμάτι καραβόπανο απλωμένο κοντά στη φωτιά. Κάποιοι μπορούν να το κάνουν. Ανέβηκε σβέλτα στην αποβάθρα κι έδωσε το χέρι του στον Αρτιόμ. «Κάποτε ο σταθμός αυτός θα γίνει στάχτη». ασυνήθιστο. Κοντά σε μικρές φωτιές ήταν μαζεμένες ομάδες ανθρώπων. «Της μάνας η καρδιά μάντης είναι ανήσυχος».» ρώτησε αποθαρρημένος το συνοδό του. κι έπειτα θα γνωριστούμε και θα κουβεντιάσουμε». «Μέσα σε 420 μέρες». όσο πιο μακριά γινόταν από τις σήραγγες. «Έτσι θα είναι καλύτερα για σένα να τον έχεις εγκαταλείψει ως τότε. χωρίς να επεκταθεί σ’ αυτό ακριβώς που τον ανησυχούσε. «Τι έγινε με το φίλο σου. κατοικούσε. που προς στιγμήν θυμήθηκε όλες τις διηγήσεις για μάγους και μέντιουμ που είχε ακούσει. τον πληροφόρησε ήρεμα ο συνοδός του.Μ. απάντησε αυτός. «Δεν φαίνεται να έγινε επίθεση. μάλλον με κάτι τον δηλητηρίασαν. μια κούραση συσσωρευμένη μέσα στη σήραγγα πριν από τη Ρίζσκαγια. «Τελειώσαμε. Η σήραγγα ξαφνικά έμεινε πίσω τους και βρέθηκαν στο σταθμό. πρόσθεσε. τα συνηθισμένα σιδερένια τοιχώματα που απομόνωναν τις κυλιόμενες σκάλες.) ­ . ευτυχώς εγώ ανήκω στην πρώτη κατηγορία». πασχίζοντας να δουν πάνω του τη σφραγίδα μιας υπερφυσικής γνώσης. στη σημερινή Ρωσία.τ. απάντησε χαμογελώντας εκείνος. Και πολύ θα ’θελα να πιστέψω ότι δεν είναι αυτό που νομίζω». τώρα θα πρέπει να κοιμηθείς. σκέφτηκε φωναχτά ο Αρτιόμ κοιτώντας την αίθουσα. Στην πρώτη κιόλας αψίδα έστριψαν και μπήκαν σε μια αίθουσα. από φωτιά σε φωτιά περιφέρονταν παράξενες καμπουριασμένες φιγούρες ντυμένες με κουρέλια.περιποιημένο γενάκι έβαλαν σε υποψίες τον Αρτιόμ: Παραήταν περιποιημένος για την ερημιά στην οποία. «Είναι μεγάλη ιστορία. «Και δεν υπάρχει κανείς να δώσει φως σε όσους ζουν εδώ. έχει σκοτάδι. Με τον τελευταίο του λόγο μια φοβερή κούραση κυρίευσε πάλι τον Αρτιόμ. «Στο σταθμό δεν υπάρχει εξουσία». Εσύ όμως μη φοβάσαι.

προφανώς πολύ ικανοποιημένος και μ’ αυτό. αν και δεν πίστευε καθόλου στη μετενσάρκωση. τον χαιρέτησε ο άντρας που τον βρήκε. και όταν τα θυμάται δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τη φαντασία από τα πραγματικά γεγονότα. Ο Αρτιόμ σηκώθηκε με ύφος πολυάσχολο.ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Το δίκαιο του ισχυρού ήταν τόσο καπνισμένη. Αρκεί να κοιμηθεί κάποιος και να ξυπνήσει. Έχω ένα συνηθισμένο όνομα. αλλά μορφή δραστηριότητας. γι’ αυτό και μπορείς να με αποκαλείς απλώς Χαν. Ίσως παλιότερα και το δικό μου όνομα να ήταν πιο ηχηρό». Με ένα σουγιά έκοψε . Όλα αυτά φάνταζαν τώρα τόσο εξωπραγματικά: Αδιάφανο σαν καταχνιά. δίχως να καταλαβαίνει πού βρίσκεται.26 αν θυμάμαι καλά». που το είχε πάρει για το δρόμο φεύγοντας από τη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. Καθόταν στην απέναντι μεριά της φωτιάς· ο Αρτιόμ τον έβλεπε μέσα από τη φλόγα. Ο Αρτιόμ την κοίταζε σαν χαζός.» συνέχισε ανυποχώρητος ο Αρτιόμ. Είμαι όμως η ύστατη ενσάρκωση του Τσενγκίς Χαν. σχεδόν μυστικιστικό. έστω κι αν από αυτήν ακριβώς τη ζωή. κι αυτό έδινε στο πρόσωπό του ένα ύφος αινιγματικό. «Ξύπνησες. το τείχος του ονείρου διαχώριζε την πραγματικότητα από τις αναμνήσεις. Εσένα πώς σε λένε. και δεν ξέρω ποιος υπήρξα στην προηγούμενη ζωή μου. Είναι πιο σύντομο». όμοιο μ’ αυτό που είχαν κι εκείνοι στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ στο βόρειο φυλάκιο. προσπάθησε να δικαιολογηθεί ο Αρτιόμ.» «Εμένα. «Προκαλεί άχρηστους συνειρμούς. που δεν υπήρχε πια ούτε ίχνος από τον ασβέστη που κάποτε τη Η ΟΡΟΦΗ σκέπαζε.» άκουσε τη γνώριμη φωνή. απορημένος κυρίως με το γεγονός ότι του συστήθηκε ακριβώς ως ύστατη ενσάρκωση. Ο Τσενγκίς Χαν όμως παραμένει το σημαντικότερο ορόσημο στη ζωή μου.27 διευκρίνισε εκείνος απρόθυμα και ακατανόητα. Είναι πολύ μακρύ και δεν λέει τίποτα για μένα. όπως οι σκέψεις για το μέλλον ή το πιθανό παρελθόν. όμοιο με όλα αυτά τα ονόματα που σε περιτριγυρίζουν σε τούτη τη ζωή. και η φωνή αυτή ανάγκασε το διάσπαρτο μωσαϊκό των σκέψεων και των περιστατικών να ανασυντεθεί στην εικόνα της χτεσινής μέρας (μα ήταν άραγε η χτεσινή μέρα. «Δεν αξίζει να εξετάζεις με τόσο εμφανή καχυποψία το σχήμα των ματιών και τη συμπεριφορά μου. έχωσε το χέρι του στο σακίδιό του κι έβγαλε από μέσα ένα σαλάμι. «Ελπίζω ότι θα μοιραστείς μαζί μου το ταπεινό τραπέζι μου». «Του Τσενγκίς Χαν. «Πολύ χαίρομαι».» Ο Αρτιόμ κοίταξε με δυσπιστία το συνομιλητή του. για να μη μιλήσω και για τον Αϊτμάτοφ». δεν θυμάμαι το παραμικρό». «Και γιατί Χαν και όχι Τσενγκίς. προς βαθύτατη θλίψη μου. είπε ο Χαν. Ξεθωριάζουν κι αυτά όπως τα όνειρα. «Καλησπέρα». Αρτιόμ. ενσαρκώσεις. Έκτοτε είχα πολλές διαφορετικές.). «Και συν τοις άλλοις δεν θεωρώ καθήκον μου να δίνω λογαριασμό στον οποιονδήποτε για τις ρίζες του ονόματός μου. και η ευκρίνεια των όσων έζησε χάνεται ορμητικά. πολύ αξιοπρεπέστερες. «Φίλε μου!» αντείπε θιγμένος ο Χαν. «Τώρα θα μπορέσουμε ίσως να συστηθούμε. «Το Χαν δεν είναι επίθετο. πρόσθεσε ενώ σηκωνόταν και έβαζε πάνω από τη φωτιά ένα χτυπημένο σιδερένιο τσαγιερό.

μερικά κομμάτια και τα τοποθέτησε πάνω σε ένα καθαρό πανί, που το έβγαλε κι αυτό από το σακίδιό
του.
«Αυτό για το τσάι», έκανε προτείνοντας το σαλάμι στο νέο του γνωστό.
Το τσάι στο κατάλυμα του Χαν ήταν ίδιο με το δικό τους στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. Ο Αρτιόμ το
αναγνώρισε αμέσως. Πίνοντας το ρόφημα από μια εμαγιέ κούπα, αναπολούσε σιωπηλά τα γεγονότα
της περασμένης μέρας. Ο οικοδεσπότης σκεφτόταν προφανώς τα δικά του, και προς το παρόν δεν τον
ενοχλούσε.
Η παράνοια που μαστίγωνε τον κόσμο μέσα από τους σπασμένους σωλήνες είχε διαφορετική
επίδραση στον καθέναν. Και αν ο Αρτιόμ την αντιλαμβανόταν απλώς ως έναν εκκωφαντικό θόρυβο,
που δεν σου επέτρεπε να αυτοσυγκεντρωθείς, σκότωνε τη σκέψη, αλλά φειδόταν του λογικού, ο
Μπουρμπόν απλώς δεν άντεξε μια τόσο ισχυρή επίθεση και πέθανε. Ο Αρτιόμ δεν περίμενε ότι ο
θόρυβος αυτός μπορούσε να σκοτώσει, ειδάλλως δεν θα δεχόταν να κάνει ούτε βήμα μέσα στη μαύρη
σήραγγα μεταξύ της Προσπέκτ Μίρα και της Σουχαριόφσκαγια.
Αυτή τη φορά ο θόρυβος είχε πλησιάσει χωρίς να γίνει αντιληπτός, αμβλύνοντας αρχικά τις
αισθήσεις –ο Αρτιόμ τώρα ήταν βέβαιος ότι όλοι οι συνήθεις ήχοι τού φάνηκαν να πνίγονται, αν και
τον ίδιο το θόρυβο ως εκείνη την ώρα δεν είχε μπορέσει να τον ακούσει–, ανακόπτοντας στη συνέχεια
το κύμα των σκέψεων, έτσι ώστε αυτές να πήζουν, να σταματούν και να σκεπάζονται από την πάχνη
της αδυναμίας, και τέλος καταφέρνοντας το ύστατο συντριπτικό χτύπημα.
Και πώς δεν το είχε προσέξει αμέσως ότι ο Μπουρμπόν είχε αρχίσει ξαφνικά να μιλά μια γλώσσα
την οποία δεν θα μπορούσε ούτε να επαναλάβει, έστω κι αν είχε διαβάσει τις προφητείες της
Αποκάλυψης; Εκείνος και ο Μπουρμπόν προχωρούσαν όλο και πιο βαθιά μέσα στη σήραγγα,
μαγεμένοι θαρρείς, και τότε άρχισε ένα τέτοιο μαγικό μεθύσι, και δεν υπήρχε πια η αίσθηση του
κινδύνου, κι ο ίδιος ο Αρτιόμ σκεφτόταν κάποια βλακεία, ότι δεν μπορούσε τάχα να σωπάσει, ότι
έπρεπε να μιλά, αλλά όταν προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι του συνέβαινε το μυαλό του δεν
δούλευε, κάτι τον ενοχλούσε... Ήθελε να βγάλει από το νου του όλα όσα συνέβησαν, να τα ξεχάσει,
ήταν πράγματα ακατανόητα, άλλωστε όλα τα χρόνια που έμενε στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ έτυχε μονάχα ν’
ακούσει κάτι ανάλογο, και ήταν απλούστερο να πιστεύει ότι τέτοια πράγματα δεν μπορούν να
συμβούν σ’ αυτό τον κόσμο, ότι τέτοια πράγματα σ’ αυτό τον κόσμο απλούστατα δεν χωράνε. Ο
Αρτιόμ τίναξε το κεφάλι του και έριξε πάλι μια ματιά τριγύρω.
Το ίδιο αποπνικτικό ημίφως εξακολουθούσε ν’ απλώνεται γύρω τους. Ο Αρτιόμ σκέφτηκε ότι εδώ
δεν υπήρχε ποτέ φως, μονάχα σκοτεινότερο μπορούσε να γίνει το μέρος, αν τέλειωναν τα αποθέματα
καυσίμων για τη φωτιά που έφερναν κάποια καραβάνια. Το ρολόι πάνω από την είσοδο της σήραγγας
είχε από καιρό σταματήσει, στο σταθμό αυτό η ηγεσία ήταν ανύπαρκτη, δεν είχαν κανέναν να
φροντίσει γι’ αυτούς, και ο Αρτιόμ αναρωτήθηκε γιατί ο Χαν του είπε «καλησπέρα», αν και, σύμφωνα
με τους υπολογισμούς του, θα πρέπει να ήταν πρωί ή μεσημέρι.
«Μα είναι τώρα απόγευμα;» ρώτησε αμήχανα τον Χαν.
«Για μένα είναι απόγευμα», αποκρίθηκε συλλογισμένος εκείνος.
«Τι εννοείτε;» δεν κατάλαβε ο Αρτιόμ.
«Βλέπεις, Αρτιόμ, εσύ είσαι γέννημα θρέμμα ενός σταθμού όπου τα ρολόγια είναι σε καλή
κατάσταση και όλοι τα κοιτούν ευλαβικά, συγκρίνοντας την ώρα στα δικά τους ρολόγια του χεριού με
τα κόκκινα ψηφία πάνω από την είσοδο της σήραγγας. Για σας ο χρόνος είναι ένας για όλους, όπως
και το φως. Εδώ όλα είναι αντίθετα: Κανείς δεν ασχολείται με τους άλλους. Κανείς δεν χρειάζεται να
εξασφαλίσει φως σε όλους όσοι έχουν φτάσει εδώ. Πλησίασε τους ανθρώπους και πρότεινέ τους το· η

ιδέα σου θα τους φανεί παράλογη. Όποιος χρειάζεται φως πρέπει να το φέρει μαζί του. Το ίδιο
συμβαίνει και με το χρόνο: Όποιος χρειάζεται το χρόνο, φοβούμενος το χάος, φέρνει το δικό του
χρόνο. Ο χρόνος εδώ είναι για τον καθένα ο δικός του χρόνος, και είναι για όλους διαφορετικός,
ανάλογα πότε κάποιος έκανε λάθος στο λογαριασμό, όλοι όμως έχουν δίκιο και ο καθένας πιστεύει
στο δικό του χρόνο, υποτάσσει τη ζωή του στους δικούς του ρυθμούς. Για σένα τώρα είναι πρωί, για
μένα απόγευμα... ε, και λοιπόν; Κάποιοι σαν εσένα φυλάνε στις περιπλανήσεις τους τα ρολόγια εξίσου
ευλαβικά με τους αρχαίους που φύλαγαν το καμένο καρβουνάκι μέσα σ’ ένα θεοποιημένο κεραμίδι
και ήλπιζαν ότι αυτό θ’ αναστηθεί από τη στάχτη του. Υπάρχουν όμως κι οι άλλοι... Αυτοί έχασαν,
ίσως και να πέταξαν, το καρβουνάκι τους. Ξέρεις, στην ουσία στο μετρό έχει πάντα νύχτα, γι’ αυτό και
ο χρόνος εδώ δεν έχει σημασία αν δεν τον παρακολουθείς προσεχτικά. Σπάσε το ρολόι σου και θα δεις
σε τι θα μεταβληθεί ο χρόνος. Είναι πολύ περίεργο. Θ’ αλλάξει, δεν θα τον αναγνωρίζεις πια. Θα
πάψει να είναι κατακερματισμένος, κομμένος σε κλάσματα, ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα. Ο χρόνος
είναι σαν τον υδράργυρο: Αν τον κατακερματίσεις, αυτός αμέσως θα συγκολληθεί, θα ξαναβρεί την
ακεραιότητα και την απροσδιοριστία του. Οι άνθρωποι τον εξημέρωσαν, τον φυλάκισαν στις
αλυσίδες των ρολογιών τσέπης και των χρονομέτρων, και γι’ αυτούς που τον κρατούν φυλακισμένο ο
χρόνος κυλά ομοιόμορφα. Δοκίμασε όμως να τον ελευθερώσεις και θα δεις: Για διαφορετικούς
ανθρώπους ο χρόνος κυλά διαφορετικά· γι’ άλλον κινείται αργά και δυσβάσταχτα, υπολογισμένος με
τα τσιγάρα που κάπνισε, με εισπνοές και εκπνοές, ενώ γι’ άλλον ταχύτατα, και μετριέται μονάχα με
τις ζωές που έζησε. Θαρρείς πως τώρα είναι πρωί; Υπάρχει μια συγκεκριμένη πιθανότητα να έχεις
δίκιο – κατά το ένα τέταρτο περίπου. Ωστόσο αυτό το πρωί δεν έχει κανένα νόημα εκεί πάνω, στην
επιφάνεια της γης, όπου δεν υπάρχει πια ζωή. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχουν μείνει πια άνθρωποι
εκεί. Έχει σημασία τι γίνεται στην επιφάνεια της γης όταν δεν υπάρχει πια κανείς εκεί πάνω; Όχι. Γι’
αυτό κι εγώ σου λέω “καλησπέρα”, κι εσύ μπορείς, αν θες, να μου απαντήσεις “καλημέρα”. Όσο για
τον ίδιο το σταθμό, εδώ δεν υπάρχει πια κανενός είδους χρόνος, εκτός ίσως από έναν και πολύ
παράξενο: Τώρα είναι 420 μέρες και ο χρόνος μετράει αντίστροφα».
Σώπασε πίνοντας το καυτό τσάι του, και του Αρτιόμ του φάνηκε αστείο όταν θυμήθηκε ότι στη ΒΕΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ τα ρολόγια του σταθμού θεωρούνταν τα άγια των αγίων, και κάθε απόπειρα
καταστροφής τους επέσυρε κατηγορίες για σαμποτάζ. Πόσο θα εκπλησσόταν η διοίκηση του σταθμού
αν μάθαινε ότι δεν υπάρχει πια κανενός είδους χρόνος, ότι χάθηκε ακόμα κι η ίδια η έννοια της
ύπαρξής του. Τα λεγόμενα του Χαν θύμισαν ξαφνικά στον Αρτιόμ ένα αστείο πράγμα, με το οποίο
συχνά απορούσε καθώς μεγάλωσε.
«Λέγεται ότι παλιά, όταν ακόμα κυκλοφορούσαν τρένα, στα βαγόνια ανακοινωνόταν: “Προσοχή,
οι πόρτες κλείνουν, ο επόμενος σταθμός είναι ο τάδε, η αποβάθρα βρίσκεται από τη δεξιά ή την
αριστερή μεριά”», είπε. «Αληθεύει αυτό;»
«Το βρίσκεις περίεργο;» τον ενθάρρυνε ο συνομιλητής του.
«Μα πώς μπορεί κανείς να προσδιορίσει από ποια μεριά βρίσκεται η αποβάθρα; Αν πηγαίνω από
νότο προς βορρά, η αποβάθρα βρίσκεται δεξιά, αν όμως πηγαίνω από βορρά προς νότο τότε βρίσκεται
αριστερά. Και τα καθίσματα στα τρένα ήταν, αν καταλαβαίνω σωστά, τοποθετημένα γενικά κατά
μήκος των τοιχωμάτων. Έτσι για τους επιβάτες η αποβάθρα βρισκόταν είτε εμπρός είτε πίσω, οι μισοί
επιβάτες ήταν στη μια πλευρά κι οι άλλοι μισοί στην άλλη πλευρά, με αντίθετες προοπτικές».
«Δίκιο έχεις», απάντησε με σεβασμό ο Χαν. «Στην πράξη οι μηχανικοί μιλούσαν μόνο για
λογαριασμό τους, έμπαιναν σε μια καμπίνα στο μπροστινό μέρος, και γι’ αυτούς “δεξιά” σήμαινε
“απολύτως δεξιά”, και “αριστερά” σήμαινε “απολύτως αριστερά”. Αυτό όμως έτσι κι αλλιώς το

ήξεραν και στην ουσία έλεγαν το αυτονόητο. Γι’ αυτό και κατ’ αρχήν θα μπορούσαν να σωπάσουν.
Εγώ όμως άκουγα τα λόγια αυτά στα παιδικά μου χρόνια, και τα έχω συνηθίσει τόσο που ποτέ δεν
κάθισα να τα ξανασκεφτώ.
»Υποσχέθηκες να μου πεις τι συνέβη με το φίλο σου», υπενθύμισε λίγο αργότερα στον Αρτιόμ.
Ο Αρτιόμ καθυστέρησε λίγο, διερωτώμενος αν μπορούσε να μιλήσει σε τούτο τον άνθρωπο για τις
μυστηριώδεις συνθήκες θανάτου του Μπουρμπόν, για το θόρυβο που άκουσε δύο φορές τα τελευταία
εικοσιτετράωρα, για τη μοιραία επίδρασή του στο λογικό του ανθρώπου, για τις εμπειρίες του και τις
σκέψεις του όταν άκουσε τη μελωδία της σήραγγας, και έκρινε ότι, αν άξιζε να εξομολογηθεί σε
κάποιον αυτά τα πράγματα, άξιζε να το κάνει μόνο στον άνθρωπο που θεωρούσε ειλικρινά τον εαυτό
του την ύστατη ενσάρκωση του Τσενγκίς Χαν, και ότι ο χρόνος ήταν πια ανύπαρκτος. Και τότε,
συγκεχυμένα, φοβούμενος μήπως δεν τηρούσε την ακολουθία των γεγονότων, προσπαθώντας να
μεταδώσει μάλλον τις αποχρώσεις της δικής του αίσθησης παρά τα γεγονότα, άρχισε να μιλά για τις
συμφορές του.
«Αυτές είναι οι φωνές των νεκρών», είπε σιγανά ο Χαν μόλις ο Αρτιόμ τελείωσε την αφήγησή του.
«Τι;» ρώτησε συγκλονισμένος ο Αρτιόμ.
«Άκουσες τις φωνές των νεκρών. Είπες ότι στην αρχή αυτό το πράγμα έμοιαζε με ψίθυρο ή με
θρόισμα; Ναι, αυτοί ήταν».
«Ποιων νεκρών;» είπε ο Αρτιόμ, που δεν καταλάβαινε τίποτα.
«Όλων εκείνων των ανθρώπων που πέθαναν από την αρχή ακόμα στο μετρό. Αυτό ειδικά εξηγεί
γιατί εγώ είμαι η ύστατη ενσάρκωση του Τσενγκίς Χαν. Άλλες ενσαρκώσεις δεν θα υπάρξουν. Ήρθε
το τέλος του παντός, φίλε μου. Δεν ξέρω πώς ακριβώς συνέβη αυτό, αλλά τούτη τη φορά η
ανθρωπότητα κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες. Δεν υπάρχει πια ούτε Κόλαση, ούτε Παράδεισος. Δεν
υπάρχει πια Καθαρτήριο. Μόλις η ψυχή πετάξει από το σώμα –ελπίζω να πιστεύεις τουλάχιστον στην
αθάνατη ψυχή, έτσι;–, δεν υπάρχει πια γι’ αυτήν καταφύγιο. Πόσοι μεγατόνοι χρειάζονται για να
διαλυθεί η νοόσφαιρα; Κι όμως, είναι εξίσου πραγματική όσο κι αυτό το τσαγιερό. Όπως και να ’χει,
δεν κάναμε τσιγκουνιές. Ξεπατώσαμε και την Κόλαση και τον Παράδεισο. Μας έτυχε να ζήσουμε σ’
έναν πολύ παράξενο κόσμο, σ’ αυτόν ακριβώς στον οποίο προώρισται να παραμείνει η ψυχή μετά
θάνατον. Με καταλαβαίνεις; Εσύ θα πεθάνεις, μα η βασανισμένη σου ψυχή δεν θα μετενσαρκωθεί
ξανά, κι εφόσον δεν υπάρχει πια Παράδεισος δεν θα έρθει γι’ αυτήν γαλήνη και ανάπαυση. Είναι
καταδικασμένη να παραμείνει εκεί όπου πέρασες όλη σου τη ζωή, στο μετρό. Ίσως να μην μπορώ να
σου δώσω την ακριβή θεοσοφική ερμηνεία αυτού του συμβάντος, αλλά το ξέρω επακριβώς: Στο δικό
μας κόσμο η ψυχή μετά θάνατον θα παραμείνει στο μετρό. Θα κινείται κάτω από τους θόλους αυτών
των υπογείων, μέσα στις σήραγγες, έως τη συντέλεια των αιώνων, και δεν θα μπορεί να στραφεί πια
πουθενά αλλού. Το μετρό συνδυάζει την υλική ζωή, και τις δυο υποστάσεις τής πέραν του τάφου
ζωής. Τώρα και η Εδέμ και ο Άδης βρίσκονται εδώ ακριβώς. Ζούμε ανάμεσα στις ψυχές των νεκρών,
αυτές μας περιβάλλουν σε ένα στεγανό δακτύλιο – όλοι αυτοί που τους πάτησε το τρένο,
εκτελέστηκαν, πνίγηκαν, κατασπαράχτηκαν από τέρατα, κάηκαν, πέθαναν μ’ έναν τόσο παράξενο
θάνατο για τον οποίο κανείς από τους ζωντανούς δεν ξέρει το παραμικρό, ούτε και θα μπορέσει ποτέ
να φανταστεί κάτι παρόμοιο. Από καιρό τυραννιέμαι μαζί τους: Πού πηγαίνουν όταν φεύγουν; Γιατί η
παρουσία τους δεν γίνεται καθημερινά αισθητή, γιατί δεν γίνεται διαρκώς αισθητό το ανάλαφρο,
παγερό βλέμμα μέσα από το σκοτάδι;... Ξέρεις τον τρόμο της σήραγγας; Παλιά σκεφτόμουν ότι οι
νεκροί περιπλανιούνται στα τυφλά στο κατόπι μας μέσα στις σήραγγες, μας ακολουθούν βήμα το
βήμα, λιώνοντας μέσα στο σκοτάδι μόλις εμείς γυρίσουμε να κοιτάξουμε. Τα μάτια είναι άχρηστα, δεν

θα ξεχωρίσεις μ’ αυτά τον νεκρό, μα οι ανατριχίλες στην πλάτη μας, οι ορθωμένες τρίχες, το ρίγος
που διατρέχει το κορμί μας μαρτυρούν αυτή την αθέατη παρακολούθηση. Αυτό σκεφτόμουν παλιά.
Έπειτα όμως από την αφήγησή σου ξεκαθάρισα πολλά. Μέσα από άγνωστους δρόμους οι νεκροί
φτάνουν στους σωλήνες, στα καλώδια... Κάποτε, παλιά, προτού γεννηθεί κι ο πατέρας μου κι ο
παππούς μου ακόμα, στη νεκρή πολιτεία που απλώνεται εκεί πάνω κυλούσε ένα ποταμάκι. Οι
άνθρωποι που ζούσαν τότε στην πολιτεία κατάφεραν να δαμάσουν αυτό το ποτάμι και να το
κατευθύνουν μέσα από σωλήνες κάτω από τη γη, εκεί όπου σίγουρα θα κυλά ως σήμερα. Φαίνεται ότι
αυτή τη φορά κάποιος έκλεισε μέσα στους σωλήνες την ίδια τη Λήθη, το ποτάμι του θανάτου... Ο
σύντροφός σου δεν μιλούσε με δικά του λόγια, ούτε ήταν ο εαυτός του. Ήταν οι φωνές των νεκρών,
αυτός τις άκουγε μέσα στο μυαλό του και επαναλάμβανε τα λόγια τους, κι έπειτα αυτές τον έσυραν
πίσω τους».
Ο Αρτιόμ είχε καρφώσει τα μάτια του στο συνομιλητή του, και καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησής
του δεν μπορούσε να τα ξεκολλήσει από πάνω του. Αόριστες σκιές διέτρεχαν το πρόσωπο του Χαν, τα
μάτια του άστραφταν, θαρρείς, με το φως του Άδη... Προς το τέλος της αφήγησης ο Αρτιόμ ήταν πια
σχεδόν σίγουρος ότι ο Χαν ήταν παράφρων, ότι σίγουρα οι φωνές στους σωλήνες κάτι θα είχαν
ψιθυρίσει και σ’ αυτόν. Και μολονότι ο Χαν τον γλύτωσε από το θάνατο και τον υποδέχτηκε τόσο
φιλόξενα, η προοπτική να μείνει για πολύ μαζί του αποδεικνυόταν άβολη και δυσάρεστη. Έπρεπε να
σκεφτεί πώς θα προχωρούσε παρακάτω, μέσα από τη ζοφερότερη απ’ όλες τις σήραγγες του μετρό για
τις οποίες του έτυχε ν’ ακούσει ως τότε, από τη Σουχαριόφσκαγια μέχρι την Τουργκένιεφσκάγια και
πιο πέρα.
«Έτσι λοιπόν θα πρέπει να με συγχωρήσεις για τη μικρή μου απάτη», πρόσθεσε έπειτα από μια
σύντομη παύση ο Χαν. «Η ψυχή του φίλου σου δεν ανήλθε στο Δημιουργό, δεν μετενσαρκώθηκε και
δεν ανασυστάθηκε σε κάποια άλλη μορφή. Ενώθηκε μ’ αυτούς τους δυστυχισμένους μέσα στους
σωλήνες».
Τα λόγια αυτά θύμισαν στον Αρτιόμ ότι ετοιμαζόταν να γυρίσει εκεί όπου βρισκόταν το πτώμα του
Μπουρμπόν για να το μεταφέρει στο σταθμό. Ο Μπουρμπόν έλεγε ότι είχε φίλους στο σταθμό, οι
οποίοι θα μπορούσαν να γυρίσουν τον Αρτιόμ πίσω αν το ταξίδι τους αποτύγχανε. Του θύμισαν και το
σακίδιο, το οποίο ο Αρτιόμ ούτως ή άλλως δεν είχε ανοίξει, και όπου, εκτός από το γεμιστήρα για το
αυτόματο του Μπουρμπόν, μπορούσε ν’ ανακαλύψει κάτι ακόμα χρήσιμο. Φοβόταν όμως να το
οικειοποιηθεί, στο μυαλό του τριγύριζαν κάθε είδους προλήψεις, έτσι αποφάσισε να το μισανοίξει
μονάχα και να του ρίξει μια ματιά, προσπαθώντας να μην αγγίξει τίποτα μέσα, και πολύ περισσότερο
να μην το ανασκαλέψει.
«Μπορείς να μην το φοβάσαι», τον καθησύχασε απροσδόκητα ο Χαν, λες κι ένιωσε τους δισταγμούς
του. «Αυτό το πράγμα είναι τώρα δικό σου».
«Κατά τη γνώμη μου, αυτό που κάνατε ονομάζεται λεηλασία», είπε σιγανά ο Αρτιόμ.
«Μπορείς να μη φοβάσαι την εκδίκηση, δεν θα μετενσαρκωθεί πια», είπε ο Χαν, απαντώντας όχι σ’
αυτό που ο Αρτιόμ πρόφερε δυνατά, αλλά σ’ αυτό που περνούσε από το μυαλό του. «Νομίζω πως,
όταν βρεθούν μέσα σ’ αυτούς τους σωλήνες, οι νεκροί χάνουν τον εαυτό τους, γίνονται μέρος του
συνόλου, η θέλησή τους διαλύεται μέσα στη θέληση των υπόλοιπων και ο νους τους αφυδατώνεται.
Δεν είναι πια μια προσωπικότητα. Αν όμως εσύ δεν φοβάσαι τους νεκρούς, αλλά τους ζωντανούς...
Άντε, πάρε το σακίδιο στη μέση του σταθμού κι άδειασε καταγής το περιεχόμενό του. Τότε κανείς δεν
θα σε κατηγορήσει για κλοπή, η συνείδησή σου θα είναι καθαρή. Προσπάθησες να σώσεις αυτό τον
άνθρωπο, κι εκείνος θα σ’ ευγνωμονούσε γι’ αυτό. Θεώρησε λοιπόν ότι το σακίδιο είναι η πληρωμή

του για ό,τι έκανες».
Μιλούσε με τόσο κύρος και τόση πειθώ, ώστε ο Αρτιόμ τόλμησε να χώσει το χέρι του στο σακίδιο,
και στο φως της φωτιάς βάλθηκε να βγάζει και να τοποθετεί πάνω στο καραβόπανο το περιεχόμενό
του. Μέσα στο σακίδιο υπήρχαν τέσσερις ακόμα γεμιστήρες για το αυτόματο του Μπουρμπόν, εκτός
από τους δύο που είχε βγάλει εκείνος όταν έδωσε το όπλο στον Αρτιόμ. Το περίεργο ήταν πώς ένας
πραματευτής, όπως του είχε φανεί ο Μπουρμπόν, διέθετε τέτοιον εντυπωσιακό οπλισμό. Τους πέντε
από τους γεμιστήρες που βρήκε τους τύλιξε προσεχτικά στο πανί και τους έβαλε στο δικό του σακίδιο,
ενώ τον άλλο τον έβαλε στο κοντόκανο Καλάσνικοφ. Το όπλο ήταν σε εξαιρετική κατάσταση·
προσεχτικά λαδωμένο και περιποιημένο, ακτινοβολούσε ανοξείδωτο ατσάλι και σε γοήτευε. Το
κλείστρο κινούνταν ρυθμικά, κάνοντας στο τέλος μια πνιχτή στράκα, η σκανδάλη μετακινούνταν
αναλόγως των συνθηκών λειτουργίας με ελάχιστη πίεση. Όλα αυτά σήμαιναν ότι το αυτόματο ήταν
πράγματι καινούργιο. Η λαβή του καθόταν άνετα στην παλάμη, το πάνω μέρος του ήταν
καλογυαλισμένο. Τούτο το όπλο ανάδινε μια αίσθηση αξιοπιστίας, σε ηρεμούσε και σου έδινε
αυτοπεποίθηση. Ο Αρτιόμ συμπέρανε αμέσως ότι, αν ήταν να του μείνει κάτι από τα περιουσιακά
στοιχεία του Μπουρμπόν, αυτό θα ήταν ακριβώς το αυτόματο.
Τους γεμιστήρες με τα φυσίγγια των 7,62 χιλιοστών για το δικό του παλιό «δικράνι» ούτε καν τους
βρήκε. Ήταν ακατανόητο με ποιον τρόπο θα τον εξοφλούσε ο Μπουρμπόν. Ο Αρτιόμ το συλλογίστηκε
και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ίσως σκόπευε να μην του δώσει τίποτα και, μόλις περνούσαν το
επικίνδυνο σημείο, να του έριχνε έναν πυροβολισμό στον αυχένα, να τον πετούσε μέσα σ’ ένα όρυγμα
και να μην τον ξαναθυμόταν ποτέ πια. Κι αν κάποιος ρωτούσε πού πήγε ο Αρτιόμ, θα βρίσκονταν
δικαιολογίες με τη σέσουλα: Τόσα πράγματα συμβαίνουν στο μετρό, κι εξάλλου ο νεαρός ο ίδιος, θα
έλεγε, συμφώνησε.
Εκτός από διάφορα κουρέλια, ένα χάρτη του μετρό κατάστικτο από σημάδια κατανοητά μόνο από
το μακαρίτη κάτοχό του και εκατό γραμμάρια χασίσι, στον πάτο του σακιδίου βρέθηκαν μόνο μερικά
κομμάτια καπνιστό κρέας τυλιγμένα σε πλαστικούς φακέλους και ένα σημειωματάριο. Ο Αρτιόμ δεν
κάθισε να διαβάσει το σημειωματάριο, αλλά το υπόλοιπο περιεχόμενο του σακιδίου τον απογοήτευσε.
Στα μύχια της ψυχής του ήλπιζε να βρει κάτι μυστηριώδες, κάτι πολύτιμο ίσως, που εξαιτίας του ο
Μπουρμπόν λαχταρούσε να διασχίσει τη σήραγγα προς τη Σουχαριόφσκαγια. Για τον ίδιο κατέληξε
στο συμπέρασμα ότι ήταν ταχυδρόμος, λαθρέμπορος ίσως ή κάτι ανάλογο. Έτσι τουλάχιστον
εξηγούνταν η αποφασιστικότητά του να διασχίσει πάση θυσία αυτή τη διαολεμένη σήραγγα, και η
προθυμία του ν’ ανοίξει το πουγκί του. Όταν όμως βγήκε από το σακίδιο και η τελευταία αλλαξιά, και
στον πάτο του, όσο και να τον φώτιζε ο Αρτιόμ, δεν βρέθηκαν παρά μόνο μπαγιάτικα ψίχουλα, έγινε
πια σαφές ότι άλλη ήταν η αιτία της επιμονής του. Ο Αρτιόμ για πολλή ώρα ακόμα σπαζοκεφάλιαζε
με το ερώτημα τι γύρευε ο Μπουρμπόν στη Σουχαριόφσκαγια, αλλά δεν κατάφερνε να σκεφτεί κάτι
αληθοφανές.
Σύντομα οι εικασίες επισκιάστηκαν από τη σκέψη ότι έτσι κι αλλιώς αυτός παράτησε τον
δυστυχισμένο καταμεσής στη σήραγγα, τον παράτησε στους αρουραίους, μολονότι σκόπευε να
ξαναγυρίσει και να κάνει κάτι με το πτώμα. Η αλήθεια είναι ότι είχε αρκετά συγκεχυμένες απόψεις
σχετικά με το πώς ακριβώς όφειλε να αποδώσει τις τελευταίες τιμές στον πραματευτή και τι έπρεπε
να κάνει με το πτώμα. Να το κάψει; Γι’ αυτό όμως χρειάζονταν γερά νεύρα, ενώ ο αποπνικτικός
καπνός και η τσίκνα από το καμένο κρέας και τα μαλλιά σίγουρα θα έφτανε ως το σταθμό, και τότε
δεν θα γλύτωνε τα μπλεξίματα. Το να σύρει πάλι το πτώμα ως το σταθμό θα ήταν δύσκολο και
τρομακτικό, επειδή άλλο πράγμα είναι να τραβάς από τους καρπούς έναν άνθρωπο με την ελπίδα ότι

είναι ζωντανός και να σε τρομάζουν οι γλοιώδεις σκέψεις ότι δεν ανασαίνει και δεν ακούγεται ο
σφυγμός του, κι εντελώς άλλο να πιάνεις από το χέρι έναν σαφώς νεκρό. Και μετά τι θα γινόταν;
Όπως ακριβώς ο Μπουρμπόν είχε πει ψέματα στο θέμα της πληρωμής, μπορεί να είχε πει ψέματα και
για τους φίλους που τον περίμεναν εδώ στο σταθμό. Τότε ο Αρτιόμ, σέρνοντας εδώ το πτώμα, θα
μπορούσε να βρεθεί σε ακόμα χειρότερη κατάσταση.
«Και τι κάνετε εσείς εδώ μ’ αυτούς που πεθαίνουν;» ρώτησε τον Χαν έπειτα από μακρά σκέψη.
«Τι εννοείς, φίλε μου;» απάντησε με ερώτηση στην ερώτησή του εκείνος. «Μιλάς για τις ψυχές των
μεταστάντων ή για τα θνητά τους σώματα;»
«Για τα πτώματα μιλάω», γρύλισε ο Αρτιόμ, που όλες αυτές οι σαχλαμάρες για τη μετά θάνατον
ζωή είχαν αρχίσει να τον κουράζουν.
«Από την Προσπέκτ Μίρα δυο σήραγγες βγάζουν στη Σουχαριόφσκαγια», είπε ο Χαν.
Ο Αρτιόμ σκέφτηκε: Σωστά, αφού τα τρένα πήγαιναν σε δυο κατευθύνσεις, και πάντα χρειάζονταν
δυο σήραγγες... Τότε λοιπόν γιατί ο Μπουρμπόν, αφού ήξερε για τη δεύτερη σήραγγα, προτίμησε να
πάει να συναντήσει το πεπρωμένο του; Μήπως στη δεύτερη διαδρομή κρυβόταν κάποιος ακόμα
μεγαλύτερος κίνδυνος;
«Μόνο από τη μία σήραγγα όμως μπορείς να περάσεις», συνέχισε ο συνομιλητής του, «επειδή στη
δεύτερη έγινε καθίζηση του εδάφους, έφυγε το δάπεδο, και τώρα εκεί υπάρχει κάτι σαν χαράδρα, που
μέσα της, σύμφωνα με μια τοπική παράδοση, έπεσε ένα ολόκληρο τρένο. Αν σταθείς στη μιαν άκρη
αυτής της χαράδρας, αδιάφορο από ποια πλευρά, η άλλη άκρη της δεν φαίνεται, και μέχρι και το φως
ενός μεγάλης ισχύος φακού δεν φτάνει στον πάτο της. Γι’ αυτό και διάφοροι ηλίθιοι λένε ότι εδώ σ’
εμάς υπάρχει ένα απύθμενο βάραθρο. Αυτή η χαράδρα είναι το νεκροταφείο μας. Εκεί πηγαίνουμε τα
πτώματα, όπως τα αποκαλείς εσύ».
Ο Αρτιόμ άρχισε να νιώθει δυσφορία όταν σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να επιστρέψει στο ίδιο σημείο
όπου τον είχε περιμαζέψει ο Χαν, να σύρει πίσω το μισοφαγωμένο από τους αρουραίους πτώμα του
Μπουρμπόν, να το κουβαλήσει πρώτα μέσα από το σταθμό, κι έπειτα μέχρι τη χαράδρα στη δεύτερη
σήραγγα. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι το να πετάξει τον νεκρό στη χαράδρα ήταν
ουσιαστικά το ίδιο με το να τον παρατήσει μέσα στη σήραγγα, επειδή αυτό δεν μπορούσες με κανέναν
τρόπο να το πεις ταφή. Τη στιγμή όμως που είχε σχεδόν πιστέψει ότι το να αφήσει τα πράγματα όπως
ακριβώς ήταν θα αποτελούσε την καλύτερη διέξοδο, πρόβαλε με συγκλονιστική ευκρίνεια μπροστά
στα μάτια του το πρόσωπο του Μπουρμπόν την ώρα που έλεγε «Εγώ πέθανα» και τον περιέλουσε
ιδρώτας. Σηκώθηκε με κόπο, κρέμασε στον ώμο του το καινούργιο του αυτόματο και είπε:
«Τότε να πηγαίνω. Του το υποσχέθηκα. Τα συμφωνήσαμε οι δυο μας. Οφείλω να το κάνω».
Σέρνοντας τα πόδια του, περπάτησε από την αίθουσα ως τη μικρή μαντεμένια σκάλα που έβγαζε
από την αποβάθρα στις γραμμές κοντά στην είσοδο της σήραγγας. Προτού ακόμα κατέβει, χρειάστηκε
ν’ ανάψει το φακό του. Πατώντας βαριά πάνω στα σκαλοπάτια, ο Αρτιόμ πάγωσε, δίσταζε να
προχωρήσει. Τον είχε χτυπήσει καταπρόσωπο βαρύς αέρας που ανάδινε σαπίλα, και προς στιγμήν οι
μύες του αρνήθηκαν να τον υπακούσουν, όσο κι αν πίεζε τον εαυτό του να κάνει το επόμενο βήμα. Και
όταν, κατανικώντας το φόβο και την αηδία του, ο Αρτιόμ επιτέλους προχώρησε, μια βαριά παλάμη
έπεσε στον ώμο του. Ξεφώνισε από την έκπληξή του και γύρισε απότομα, νιώθοντας κάτι να
σφίγγεται μέσα του, καταλαβαίνοντας ότι δεν προλαβαίνει πια να ξεκρεμάσει το αυτόματο από τον
ώμο του, δεν προλαβαίνει να κάνει τίποτα... Ήταν όμως ο Χαν.
«Μη φοβάσαι», είπε καθησυχαστικά στον Αρτιόμ. «Σε δοκίμαζα. Δεν είναι ανάγκη να πας. Το
πτώμα του συντρόφου σου δεν είναι πια εκεί».

Ο Αρτιόμ τον κοίταξε επίμονα χωρίς να καταλαβαίνει.
«Όσο εσύ κοιμόσουν, έκανα εγώ την επικήδεια τελετή. Δεν υπάρχει λόγος να πας. Η σήραγγα είναι
άδεια».
Και στρέφοντας την πλάτη του στον Αρτιόμ, ο Χαν κατευθύνθηκε πίσω προς τις αψίδες.
Νιώθοντας μεγάλη ανακούφιση, ο νεαρός έσπευσε να τον ακολουθήσει. Τον πρόφτασε στα δέκα
βήματα και τον ρώτησε ανήσυχος:
«Για ποιο λόγο το κάνατε αυτό, και γιατί δεν μου είπατε τίποτα; Αφού εσείς λέγατε ότι δεν έχει
σημασία, είτε μείνει στη σήραγγα είτε μεταφερθεί στο σταθμό».
«Όντως, για μένα δεν έχει καμιά σημασία», σήκωσε τους ώμους του ο Χαν. «Για σένα όμως είχε.
Ξέρω ότι το ταξίδι σου έχει ένα σκοπό και ο δρόμος σου είναι μακρύς και δύσκολος. Δεν καταλαβαίνω
ποια είναι η αποστολή σου, αλλά το φορτίο της πρέπει να είναι υπερβολικά βαρύ μόνο για σένα, έτσι
αποφάσισα να σε βοηθήσω, έστω και μ’ αυτό» – και κοίταξε τον Αρτιόμ μ’ ένα χαμόγελο.
Όταν γύρισαν κοντά στη φωτιά και κάθισαν πάνω στο τσαλακωμένο καραβόπανο, ο Αρτιόμ δεν
κρατήθηκε:
«Τι εννοούσατε όταν αναφερθήκατε στην αποστολή μου; Μιλούσα στον ύπνο μου;»
«Όχι, φιλαράκο, στον ύπνο σου δεν έβγαλες κουβέντα. Εγώ όμως είχα ένα όραμα, και σ’ αυτό
ζήτησε τη βοήθειά μου ο άνθρωπος του οποίου φέρω το ήμισυ του ονόματός του. Είχα προειδοποιηθεί
για τον ερχομό σου, και ακριβώς γι’ αυτό βγήκα να σε προϋπαντήσω και σε περιμάζεψα ενώ
σερνόσουν με το πτώμα του συντρόφου σου».
«“Είχατε προειδοποιηθεί”;» τον κοίταξε καχύποπτα ο Αρτιόμ. «Κι εγώ που νόμισα πως ακούσατε
τους πυροβολισμούς...»
«Τους πυροβολισμούς τούς άκουσα, εδώ έχει πολύ δυνατή ηχώ. Μα στ’ αλήθεια νομίζεις ότι βγαίνω
στη σήραγγα κάθε φορά που πυροβολούν; Αν φερόμουν έτσι, θα τελείωνα πολύ νωρίτερα και εντελώς
άδοξα την πορεία της ζωής μου. Εδώ όμως ήταν εξαιρετική περίπτωση».
«Και τι είδους είναι ο άνθρωπος το όνομα του οποίου φέρετε κατά το ήμισυ;»
«Δεν μπορώ να πω πώς είναι, δεν τον είδα ποτέ στο παρελθόν, ποτέ δεν μίλησα μαζί του, εσύ όμως
τον γνωρίζεις. Θα πρέπει να καταλαβαίνεις για ποιον σου μιλώ. Αλλά και μόνο που τον είδα μια
φορά, έστω κι αν δεν ήταν στον ξύπνο μου, ένιωσα αμέσως την κολοσσιαία δύναμή του. Με πρόσταξε
να βοηθήσω τον νεαρό που θα ερχόταν από τις βόρειες σήραγγες, και η εικόνα σου πρόβαλε μπροστά
μου. Όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα όνειρο, αλλά η αίσθηση ότι ήταν πραγματικά ήταν τόσο έντονη,
ώστε όταν ξύπνησα δεν ξεχώριζα τα όρια μεταξύ ύπνου και ξύπνου. Είναι ένας μεγαλόσωμος
άνθρωπος, με γυαλιστερό, κουρεμένο γουλί κρανίο, ντυμένος στα ολόλευκα... τον γνωρίζεις;»
Εκείνη τη στιγμή ο Αρτιόμ τρεμούλιασε, όλα πέρασαν μπροστά από τα μάτια του και είδε
ολοκάθαρα την εικόνα για την οποία μιλούσε ο Χαν. Ο άνθρωπος του οποίου το όνομα έφερε κατά το
ήμισυ ο σωτήρας του... ήταν ο Χάντερ! Ένα παρόμοιο όραμα είχε και ο Αρτιόμ. Όταν δεν μπορούσε να
αποφασίσει αν θα έφευγε για το ταξίδι του, είδε τον Κυνηγό, όχι όμως με το μακρύ μαύρο παλτό με το
οποίο εμφανίστηκε εκείνη την αξιομνημόνευτη μέρα στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ, αλλά με ένα άμορφο,
χιονόλευκο ένδυμα.
«Ναι, αυτό τον άνθρωπο τον γνωρίζω», είπε ο Αρτιόμ κοιτώντας τελείως διαφορετικά τον Χαν.
«Εισέβαλε στο όνειρό μου, και κάτι τέτοια εγώ συνήθως δεν τα συγχωρώ σε κανέναν. Μ’ αυτόν
όμως όλα ήταν αλλιώς», είπε σκεφτικός ο Χαν. «Όπως εσύ, έτσι κι εκείνος χρειαζόταν τη βοήθειά μου,
και δεν διέταζε, δεν απαιτούσε να υποταχτώ στη θέλησή του, αλλά μάλλον το ζητούσε πολύ επίμονα.
Δεν μπορούσε να εκμεταλλευτεί τη χρήση της υποβολής και την περιπλάνηση στις σκέψεις των

«Από την Τρούμπναγια υπάρχει μια διάβαση προς την Τσβετνόι Μπουλβάρ. αν έχω τη δυνατότητα. ο Αρτιόμ τον βρήκε. Βλέποντας το δισταγμό του. ή και την Κίεφσκάγια ακόμα». «Πρέπει να πάω στην Πόλη». «Εκεί είναι η Χάνσα. οπότε του ήταν πολύ πιο εύκολο και ευχάριστο να θεωρήσει ότι ήταν παράφρων. εκεί δεν έχω καθόλου γνωστούς και δεν θα τα κατάφερνα να περάσω.» τον ρώτησε χαμηλόφωνα ο Χαν. το κυριότερο. είπε θλιμμένα ο Χαν κουνώντας το κεφάλι του. «Και πώς λογαριάζεις να φτάσεις στην Πόλη από τούτο το σταθμό που τον ξέχασε ως κι ο Θεός. αναστέναξε ο Αρτιόμ. Μέχρι ο Αρτιόμ να σκεφτεί ότι αυτό ήταν ίσως περιττό. Και. κι από εκεί. Ήταν ζωντανός ο Χάντερ. Κι όπως και να ’χει. η γλώσσα του λες κι είχε κοκκαλώσει. μπορώ να βγω κατευθείαν στην Πόλη». τώρα πια δεν μπορώ να γυρίσω στην Προσπέκτ Μίρα. σκεφτόταν απεγνωσμένα εσένα και αναζητούσε ένα φιλικό χέρι. θα σε βοηθήσω να κάνεις το επόμενο βήμα προς το σκοπό σου. ή ο άσαρκος ίσκιος του ήταν αυτός που του είχε απευθύνει το λόγο. απλώς βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Άραγε μπορούσε ο Χάντερ να τον είχε ειδοποιήσει με κάποιον τρόπο. δεν κάνω τίποτα χωρίς λόγο. αναδύονταν μέσα στη συνείδησή του η μια μετά την άλλη. Εσένα μπορεί να . αποσιωπούν τους τρομερούς κινδύνους που κρύβονται στην πορεία και κάνουν πολλές από αυτές τις διαδρομές αδύνατες.. Του πρότεινα το χέρι μου και του πρόσφερα τον ώμο μου. «Πες μου ποια είναι η πορεία σου. πίστεψέ με. συμμεριζόταν τον Αρτιόμ και ήθελε να αλαφρύνει το φορτίο του. μη φοβάσαι. διαλύονταν χωρίς να προφτάσουν να εκφραστούν με λόγια και πήγαιναν πάλι στον πάτο. κοιτώντας τον κατάματα λες και διάβαζε τις σκέψεις του. πολύ δύσκολη. καταλάβαινε τη βαρύτητα και τη σημασία του. έναν ώμο που να μπορεί να στηριχτεί πάνω του. ο Χαν απαίτησε: «Και τώρα δείξε μου το χάρτη που βρήκες στο σακίδιο του συντρόφου σου». Οι χάρτες αυτοί λένε ψέματα. Βγήκα να σε προϋπαντήσω». Εκείνος μου το ζήτησε». χωρίς όμως ν’ αποφασίσει να λογοφέρει μαζί του. είδα εκεί μια διάβαση προς το σταθμό Σρέτενσκι Μπουλβάρ. ο συνομιλητής του γνώριζε κάτι για το έργο που έπρεπε να εκτελέσει ο Αρτιόμ. αν όλα πάνε καλά. Ο χάρτης σου είναι ανόητος και απλοϊκός σαν τρίχρονο παιδί. Σκέφτηκα να πάω στην Τουργκένιεφσκάγια. «Πού πηγαίνεις. Υπάκουα ο Αρτιόμ έβαλε το φυλλάδιο στην παλάμη του. κι εγώ. Σκαλίζοντας τα διάφορα πράγματα. το είχε αποκαλέσει «αποστολή»· κι ακόμα κι αν δυσκολευόταν να προσδιορίσει το νόημά του. Και. Οι σκέψεις έπνιγαν τον Αρτιόμ. ο Χαν έσπευσε να τον καθησυχάσει: «Δεν θα τον πειράξω. Αναφέρονται σε γραμμές που έμειναν μισοτελειωμένες. «Η Πόλις».» ρώτησε ο Χαν. Δεν ήθελε να μείνει χωρίς κανένα σχεδιάγραμμα των γραμμών. σε σταθμούς που κατέρρευσαν θάβοντας κάτω από τους θόλους τους εκατοντάδες αθώους. φοβάμαι ότι δεν θ’ αντέξω ένα δεύτερο ταξίδι μέσα σ’ αυτή τη σήραγγα. Ο Αρτιόμ έβγαλε από την τσέπη του το καμένο φυλλάδιο με το χάρτη στο οπισθόφυλλο. «Φίλε μου. Ο Χαν τσαλάκωσε αμέσως το χάρτη και τον πέταξε στη φωτιά. καθώς θυμόταν τη θλιβερή τύχη του δικού του χάρτη. «Όχι». Τυπώθηκαν πολύ καιρό πριν συμβούν όλα όσα συνέβησαν. «Δεν θα πας στην Πόλη απ’ αυτό το δρόμο. κόχλαζαν.. και μέσω αυτής μπορώ να φτάσω στην Τρούμπναγια». Από εκεί ξεκινά μια μισοφτιαγμένη γραμμή. την είδα στο χάρτη. αλλά δεν βιάστηκε να τον παραδώσει στον Χαν. Ήταν δυνατόν ο άνθρωπος αυτός να ξέρει εκ των προτέρων για τον ερχομό του. Τότε όμως θα έπρεπε να πιστέψει στις εφιαλτικές και παραληρηματικές εικόνες της μετά θάνατον ζωής που ζωγράφιζε ο Χαν.άλλων. Κοιτάζοντας έναν παλιό χάρτη. θα πρέπει να πάρεις το Δακτύλιο από την Προσπέκτ Μίρα μέχρι την Κούρσκαγια. και για πολλή ώρα ο νεαρός δεν μπορούσε να πει ούτε λέξη. Δώσ’ τον μου» – και του άπλωσε το χέρι.

επειδή αυτός ο χάρτης είναι. Τα λόγια περίμεναν εκεί μέχρι το δευτερόλεπτο που ο Χαν πρόφερε «Δώσ’ τον!». αρθρώνοντας με ανακούφιση τα λόγια της συναίνεσης. Ναι. δεν είναι απλώς ένας χάρτης. φιλαράκο». Το ζήτημα όμως δεν είναι καν αυτά τα σημάδια με τα οποία είναι κατάστικτος. αλλά ξένα. «Αυτός ο χάρτης είναι πολύ σοφότερος από τον δικό σου». αναμφίβολα αυτός είναι. μόνο που εσύ δεν μπορείς να το συλλάβεις επειδή η αντίληψη και η κοσμοθεωρία σου είναι περιορισμένες.. αλλά πάγωσε αμέσως.. ο Αρτιόμ έδωσε στον Χαν το χάρτη που βρήκε στα πράγματα του Μπουρμπόν. αυτό είναι το όνομά του. δεν του ζήτησε αλλά μάλλον τον πρόσταξε ο Χαν.» Τα λόγια του κόπηκαν απότομα. . κι όταν ο Αρτιόμ απαλλάχτηκε επιτέλους απ’ αυτά είχε ξαφνικά την αίσθηση ότι δεν ήταν λόγια δικά του. Μην αντέχοντας να του φέρει αντίρρηση. αδύναμη. έμψυχος. Ο Αρτιόμ κατάλαβε ότι προσπαθούσε να βρει την αυτοκυριαρχία του.. Βρίσκεσαι ακόμα στην αρχή του δρόμου. δίχως ίχνος από την ισχύ και τη θέληση που μια στιγμή νωρίτερα είχαν τρομοκρατήσει τον Αρτιόμ. ναι. Ένα κομμάτι χαρτόνι σαν όλα τα χαρτόνια. ακούστηκε μέσα από το σκοτάδι η φωνή του.» αποφάσισε να επιδείξει τις γνώσεις του ο Αρτιόμ.σου φαίνεται ότι κάποιες ενέργειές μου δεν έχουν νόημα ή είναι τρελές. έστω κι αν σημαίνουν πολλά. ο Αρτιόμ δεν παρατήρησε κάτι το ασυνήθιστο. Έχω ακούσει γι’ αυτόν.. «Πάρτε τον. «Θα σου χαρίσω έναν άλλο. κι αυτός ίσως να είναι ο τελευταίος. «αυτός δεν είναι χάρτης. Όταν ένα δευτερόλεπτο νωρίτερα το κράταγε στα δικά του χέρια. λες και το κομματάκι ζύγιζε πάνω από ένα κιλό. είπε ο Χαν.. Νόημα όμως υπάρχει. πώς να το πω. πρόφερε βραχνά ο Χαν. υποχώρησε εύκολα ο Αρτιόμ. Κάποιος που ξέρει σε δύο μέρες μέσα θα μπορέσει να διασχίσει μ’ αυτόν ολόκληρο το μετρό. που χτυπούσαν το στόμα του κι έδεναν τη γλώσσα του. κι η προηγούμενη άγρια φλόγα άστραψε πάλι μέσα στα μάτια του. συνέχισε αμέσως. «Τι βαρύς που είναι». όμοιας μ’ εκείνη την παλιά. Είναι Οδηγός για το μετρό.. γυαλιστερές μπάλες. Σε καθοδηγεί δηλαδή στην πορεία σου. Υπήρχαν ελάχιστοι τέτοιοι χάρτες σ’ ολόκληρο το μετρό. κίτρινο αστέρι από επωμίδες που βρέθηκε στην τσέπη του πατριού του. Θα προσθέσω κι ό. Ο Αρτιόμ πρόσεξε ότι η παλάμη του Χαν με το κομματάκι του χαρτονιού μέσα της έπεσε ξαφνικά προς τα κάτω. Σου λέει μόνος του πού και πώς θα πας. «Ίσως αυτού που κάθεται στο βαθύτερο σημείο του μετρό. «Βλέπεις. δεν θα καταλάβεις τη διαφορά. Βαθιές ρυτίδες χάραζαν το μέτωπο του Χαν.. σε προειδοποιεί για τους κινδύνους. Ήταν ένα κομμάτι χαρτόνι σε διαστάσεις κάρτας. την πάχνη και την επιγραφή «ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ 2007» που έτυχε να ανταλλάξει με τον Βιτάλικ για ένα ξεθωριασμένο. Ο Αρτιόμ σήκωσε το βλέμμα του και τον κοίταξε προσεχτικά. Όχι. κιτρινισμένη κάρτα με τις όμορφες. ακόμα και να ξαναγυρίσει στην επικίνδυνη σήραγγα απ’ όπου με τόσο κόπο είχε βγει ζωντανός.. που δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο χάρτης ανήκε στον άνθρωπο που ερχόταν μαζί σου. ο χάρτης φέρει μέσα του κάτι.. είναι δικός σας».... Είσαι πολύ νέος για να καταλαβαίνεις σωστά κάποια πράγματα». Για την ακρίβεια.τι άλλο θες εσύ». υπαγορευμένα. Κληρονομιά ενός από τους μεγαλύτερους μάγους της εποχής που έφυγε». έτσι που το πρόσωπό του χάθηκε μέσα στο σκοτάδι.. αναποφάσιστη. ώστε ο Αρτιόμ τρόμαξε και του ’ρθε να φύγει από τούτο το σταθμό για οπουδήποτε όσο γινόταν πιο γρήγορα. Το πρόσωπό του άλλαξε τόσο πολύ. Ξάφνου ο Χαν αποτραβήχτηκε από τη φωτιά. «Εδώ μέσα κρύβονται τέτοιες γνώσεις. και δεν ήθελε ο νεαρός να γίνει μάρτυρας αυτής της εσωτερικής μάχης. Γι’ αυτό και λέγεται Οδηγός» –και ο Χαν πλησίασε πάλι στη φωτιά– «με Ο κεφαλαίο. «Δώσ’ τον μου». Το πρόσωπο του Χαν σκοτείνιασε.

συνέχισε ο Χαν τη συζήτηση που είχαν διακόψει. Κι έπειτα σας είμαι τόσο ευγνώμων που με σώσατε. Και βέβαια του είχαν πει παλιά γι’ αυτό. κι ο φακός παράγει ρεύμα και ανάβει το λαμπάκι. Εγώ άλλωστε δεν ξέρω πώς να τον χρησιμοποιήσω. Κι αυτό είναι τελείως άσχετο με τον Οδηγό». «Όπως και να ’χει». κι έτεινε στον Αρτιόμ ένα μικροσκοπικό σχεδιάγραμμα. «μπορώ να σου προτείνω τούτο δω το μπιχλιμπίδι».» «Εκεί δεν υπάρχει διάβαση. βιάστηκε να τον διαβεβαιώσει ο Αρτιόμ. και οι χάρτες δεν αναφέρουν τίποτα σχετικό. «Όχι. «Έτσι λοιπόν το δρομολόγιο που κατέστρωσες δεν θα σε βγάλει πουθενά αλλού παρά μόνο στην άβυσσο». Πάρ’ τον. είναι δικός σου. και λοιπόν.» ρώτησε προσεχτικά... μη χάνοντας την ευκαιρία να στρέψει τη συζήτηση σε λιγότερο επικίνδυνα θέματα. «Ε. πάρε τον δικό μου».»28 «Εντάξει. τυπωμένο στο οπισθόφυλλο ενός παλιού ημερολογίου τσέπης.«Ποτέ στο μέλλον μην ξαναμιλήσεις με τόση επιπολαιότητα για πράγματα που δεν τα καταλαβαίνεις διόλου! Δεν ξέρεις τι συμβαίνει στο βαθύτερο σημείο του μετρό. «Άραγε δεν υπάρχει άλλη έξοδος εκεί. η ανταλλαγή είναι έτσι κι αλλιώς άνιση. Κι ακόμα».. Δεν το ήξερες αυτό. αν μου τον χαρίσεις. όχι το αντίθετο. Έτσι.. «Μιλούσες για τη διάβαση από την Τουργκένιεφσκάγια προς τη Σρέτενσκι Μπουλβάρ. αφού θα τον στριφογύριζε για λίγο στα χέρια του προσπαθώντας να βγάλει νόημα από τα τσιγκελάκια που ήταν ζωγραφισμένα πάνω του. νιώθοντας μέσα στο μυαλό του μιαν ασυνάρτητη σκέψη να κοχλάζει. «μπορείτε να τον κρατήσετε τον Οδηγό. πάρ’ τον. βλέπεις. Κι έβγαλε ένα μικρό φακό με περίεργο σχήμα. κι εγώ είμαι αυτός που σου οφείλει. ακόμα κι εγώ ο ίδιος ελάχιστα ξέρω γι’ αυτό. Τι τον ένοιαζαν οι μυστικιστικές ιδιότητες του χάρτη αν δεν μπορούσε ν’ ακούσει τη φωνή τους.» Πώς μπόρεσε να το ξεχάσει. Οι Κόκκινοι φοβήθηκαν τίποτα βρωμοδουλειές σ’ αυτή τη σήραγγα και έχτισαν τη μοναδική έξοδο από την Τουργκένιεφσκάγια. θα είμαστε πάτσι. η ανταλλαγή ήταν εξαιρετικά επωφελής. Βλέπεις εδώ αυτό το μηχανισμό που μοιάζει με χειροκίνητο διαστολέα. μου είπαν ότι δεν είναι να μπεις σ’ αυτή μόνος σου. «Στάσου. «Αυτό είναι αλήθεια» – οι ρυτίδες στο πρόσωπο του Χαν λειάνθηκαν. να τον τριβελίζει και να τον ταράζει. κι από εκεί να τους το σκάσω φτάνοντας στη διάβαση.» απάντησε ο Αρτιόμ. Και μην επαναλάβεις ξένες ανόητες σκέψεις γι’ αυτό το σημείο. έκανε ψάχνοντας στους σάκους του. να. «Δεν θα μπορείς να τον χρησιμοποιείς για πολύ ακόμα. αλλά το είχε πια ξεχάσει.» Κατά την άποψη του Αρτιόμ. ακόμα κι αν δεχτείτε από εμένα το χάρτη. Σάμπως κι αυτοί θα κάτσουν να με κυνηγάνε. Αμυδρά βέβαια· αλλά υπάρχουν. «Δεν χρειάζεται μπαταρία. κι εγώ σκέφτηκα να πάω ως την Τουργκένιεφσκάγια με καραβάνι. κρατώντας προσεχτικά το χάρτη στα χέρια του. Βλέπεις τα δυο χερούλια.. Τα ζουλάς με τα χέρια σου. περιπτώσεις που αυτό το αδύναμο φως είναι πιο ζωηρό από τις λάμπες υδραργύρου στην Πόλη. Κράτα τον. αυτό δεν ξεπληρώνει το χρέος μου απέναντί σας».. κι αν θες μπορώ να ζωγραφίσω πάνω του όλα τα σημάδια από τον Οδηγό και να σ’ το δώσω σε αντάλλαγμα. Δεν παίρνω όρκο ότι όσα συμβαίνουν εκεί διαφέρουν και πολύ απ’ αυτά που σου έχουν διηγηθεί οι φίλοι σου. Μα δεν ξέρεις τίποτα για την κακή φήμη αυτού του σταθμού και τη μακριά σήραγγα από εκεί ως τον Κιτάι-Γκόραντ. δεν νομίζω να είχες το θάρρος . ότι μόνο με καραβάνι είναι ασφαλές να πας. Αλλά ακόμα κι αν υπήρχε εκεί ανοιχτή διάβαση. επειδή θα χρειαστεί κάποτε να το πληρώσεις. Οι αψίδες έχουν χτιστεί. Εμένα μ’ έσωσε πολλές φορές. ώστε. κι ο Θεός να δώσει να μη μάθει ποτέ κανείς το παραμικρό. Έχω ένα συνηθισμένο σχεδιάγραμμα των γραμμών. Η διάβαση δεν αρχίζει από την Τουργκένιεφσκάγια. η φωνή του μαλάκωσε πάλι. ελπίζω κι εσένα να σου φανεί χρήσιμος. Αυτός ίσως και να τον πέταγε.

Εσύ μίλα με τους ανθρώπους.. και τα ήθη τους είναι πολύ διασκεδαστικά. υπολογίζοντας τον αριθμό των σταθμών και των αλλαγών που είχε να κάνει και στα δύο δρομολόγια. Ο Αρτιόμ έκανε να πάρει το σακίδιό του. Και τώρα σκέψου αν είναι εύκολο να φτάσεις εκεί από τα βόρεια» – και ο Χαν έδειξε με το δάχτυλο προς το μέρος της καταραμένης σήραγγας από την οποία ο Αρτιόμ μετά βίας κατάφερε να γλυτώσει. να φύγει δηλαδή από τη νότια σήραγγα. σφιγμένες η μια πλάι στην άλλη. Ιδίως αν ακούσεις τα τελευταία κουτσομπολιά γι’ αυτό το χαριτωμένο μέρος όσο θα περιμένεις να μαζευτεί κόσμος για το καραβάνι». και δίπλα της ήταν στημένο ολόκληρο στρατόπεδο. μεγάλη. εδώ τριγυρνάνε κάμποσοι μαχαιροβγάλτες που δεν είναι να τους εμπιστεύεσαι με τίποτα. ζωηρή... αλλά θλιβερή λεπτομέρεια. αλλά εκεί τουλάχιστον δεν πρόκειται να εξαφανιστείς χωρίς ν’ αφήσεις ίχνη. «Μπορείς να πας ως τον Κιτάι-Γκόραντ. Ω. πρέπει κατ’ αρχήν να φτάσει σ’ εμάς από τη βόρεια σήραγγα. Κι όσο βρίσκεσαι εδώ. «Και τι να κάνω. έτσι που σε λίγο καιρό ακόμα κι οι πιο στενοί σου φίλοι ν’ αρχίσουν ν’ αναρωτιούνται αν υπήρξες ποτέ. Ήταν μια φωτίτσα τόση δα. Αυτό το δρομολόγιο είναι ίσως ακόμα πιο σύντομο απ’ αυτό που πρότεινες εσύ». Ο Αρτιόμ άφησε το σακίδιο κοντά στη φωτιά. παρακολούθησέ με» –έδειξε με το δάχτυλο– «έχεις δύο σταθμούς όλους κι όλους ως την Πούσκινσκάγια. Αν κάποιος θέλει να κατευθυνθεί από το δικό μας μικρό σταθμό προς τον Κιτάι-Γκόραντ. Εμπρός τους υπήρχε άλλη μια φωτιά. που ο Αρτιόμ δείλιασε κάπως και βράδυνε το βήμα του. Το ενδιαφέρον ερώτημα ήταν: Γιατί. ήρεμος και γεμάτος αυτοπεποίθηση. Άλλωστε τώρα δεν του έμενε άλλη επιλογή. μη θέλοντας να αποχωριστεί τον καινούργιο του θησαυρό. Κοιτάζοντας απορημένος τους εξαθλιωμένους αλήτες που αποτραβιόντουσαν από κοντά τους. αλλά ο Χαν δεν βράδυνε το βήμα του. φοβάμαι. η πορεία που του είχε χαράξει ο Χαν ήταν κατά πολύ συντομότερη και ασφαλέστερη. Από τον Κιτάι-Γκόραντ. κάθονταν δυο φιγούρες. πρόσθεσε αφού το καλοσκέφτηκε. Γύρω από τη φωτιά κάθονταν ζεσταίνοντας τα χέρια τους μεγαλόσωμοι άντρες με αρκετά αγριωπές φάτσες. τυλιγμένοι στα βρωμερά κουρέλια τους. και βιάστηκε ν’ ακολουθήσει τον Χαν. η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη τέτοιες άγριες βρισιές. αλλά ο Χαν τον σταμάτησε με μια χειρονομία: «Μη φοβάσαι για τα πράγματά σου. Εντάξει. καθώς δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του απ’ αυτό το ζευγάρι. και βγήκες στην Πόλη. Ο Χαν όμως. «Το τελευταίο καραβάνι προς τα νότια πάντως έφυγε αρκετό καιρό πριν. και κοντά της. που παραλίγο να στραμπουλήξει το λαιμό του. Ακουγόταν ένα βροντερό γέλιο. και υπάρχει ελπίδα από τότε να έχει ήδη φτιαχτεί καινούργια ομάδα. και ήταν απορίας άξιο γιατί ο Αρτιόμ δεν την είχε σκεφτεί μόνος του.» ρώτησε μελαγχολικά ο Αρτιόμ ξεφυλλίζοντας το ημερολόγιο. είναι πολύ περίεργος σταθμός. μια αντρική και μια γυναικεία. έκαιγε με το ζόρι. εκεί μία ακόμα διάβαση προς την Τσέχοφσκάγια. ρώτα τους.να παρατήσεις την ομάδα και να μπεις σ’ αυτήν. Εδώ με φοβούνται τόσο πολύ. πήρε όμως μαζί του το αυτόματο. «Και πόσο συχνά πηγαίνουν εκεί τα καραβάνια. Στην Τουργκένιεφσκάγια όμως κάτι τέτοιο είναι πολύ πιθανό. θα έρθω μαζί σου για να μην κάνεις βλακείες». είσαι υπό την προστασία μου».» «Όχι πολύ συχνά. Ο Αρτιόμ κουνούσε τα χείλη του. που με μεγάλα βήματα πήγαινε με το πάσο του προς τις φωτιές που έκαιγαν στην άλλη άκρη της αίθουσας. «Έχετε δίκιο». που κανένα κάθαρμα δεν θα τολμήσει ούτε καν να πλησιάσει το λημέρι μου. σκορπίζονταν δίχως να φτάνουν στ’ αυτιά τους. τους χαιρέτησε και κάθισε απέναντι στη . Είχαν κιόλας προσπεράσει την πρώτη φωτιά. Ο Αρτιόμ ένιωσε τέτοια περιέργεια. Σιγανές κουβέντες σε μιαν άγνωστη γλώσσα θρόιζαν. Και υπάρχει μια μικρή μεν. είπε στο τέλος. πλησίασε τους συγκεντρωμένους άντρες. Όσους υπολογισμούς όμως και να έκανε. μόνο μην πιάσεις να φλυαρείς πολύ. ο Αρτιόμ σκέφτηκε ότι εδώ όντως φοβόντουσαν τον Χαν..

Άλλος τρέχει στη σήραγγα. κοιτάζεται και βλέπει ότι είχε στα χέρια του ένα εξάνθημα νααα. Έτσι και το Ποτήρι πλησίαζε κάποιον. τους ποντικούς ως φορείς της μόλυνσης τους είχαν εξοντώσει.» διηγούνταν με φωνή που κοβόταν από ανυπόκριτη συγκίνηση ένας αδύνατος ανθρωπάκος με πυκνή γκρίζα γενειάδα και καπιτονέ αμπέχονο. «Άρχισε».. αυτός έτρεχε να του ξεφύγει μέσα σ’ όλο το . Δεν ρώτησε τίποτ’ άλλο τον Χαν. το πνεύμα της αφήγησης και η σιωπή που έπεσε στην παρέα που μόλις πριν από λίγο χαχάνιζε τον έκαναν να ριγήσει και να ρωτήσει σιγανά τον Χαν. και πονάει φοβερά. κι αυτές. καθώς άκουγε με νοσηρή περιέργεια την αφήγηση του αδύνατου ανθρωπάκου με το καπιτονέ αμπέχονο. δεν ήταν ψυχάκιας. αφήνοντας ένα βαθύ ίχνος στη μνήμη του. Σχεδόν δεν πλησιάζαμε ο ένας τον άλλο – πού να ξέρεις ποιος από μας είχε μολυνθεί. ένιωσε να κυλά στην πλάτη του κρύος ιδρώτας και του ήρθε σκοτοδίνη. στις ερημιές για να μη μολύνει κανέναν. μη θέλοντας να τραβήξει την προσοχή των τρίτων: «Για τι μιλάει αυτός.. Ο καθένας αντιδρά διαφορετικά. Κι αυτός έφυγε για τα βορειοανατολικά. ρωτάει το δικό μας το γιατρό: “Υπάρχει πιθανότητα να γιατρευτώ. Αυτός λοιπόν. Τα λόγια του ανάδιναν αποφορά αποσυντεθειμένων πτωμάτων και λιπαρό καπνό νεκρικών πυρών. γαμώτο. σου μένουν δύο βδομάδες ζωής ακόμα”. όλο το μετρό θα πεθάνει”.» «Πανούκλα». Φαντάσου φρίκη. άλλος τρελαίνεται. Όλοι τον απέφευγαν. αποκρίθηκε βαριά ο Χαν... αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν μολύνθηκε”. Το πράγμα ήταν ξεκάθαρο: Δεν χαίρεσαι να εκτελείς δικό σου άνθρωπο. «Ο Ρίζι όμως δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Υπάρχουν κάθε λογής άνθρωποι. Τώρα πια δεν μπορώ να μείνω μαζί σας”. Κι έτσι μια βδομάδα περιμέναμε. για την Αβιαμοτόρναγια. Και μολονότι ο Αρτιόμ δεν καταλάβαινε ακόμα για τι κουβέντιαζαν.. Γι’ αυτό και.. Μόνο στα βιβλία διάβαζε ο Αρτιόμ για θανάσιμες μεταδοτικές ασθένειες. έτσι που στον Αρτιόμ δεν έμενε τίποτ’ άλλο παρά ν’ ακολουθήσει το παράδειγμά του και να βολευτεί κάπου στο πλάι. ακούγοντας τη λέξη «πανούκλα». Αν μια βδομάδα μετά την επαφή δεν υπάρχει καμιά ένδειξη. Δεν τον ξανάδαμε. Και μετά ρωτάει ο διοικητής το γιατρό το δικό μας πόσο καιρό θέλει η αρρώστια για να εκδηλωθεί. Μέσα στο Δακτύλιο δεν μπορούμε να μείνουμε. και μετά θα βεβαιωθούμε. Στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ και στα περίχωρά της δεν ξεσπούσαν ποτέ επιδημίες. κι αυτό γιατί είχε πολλά πάρε δώσε με τον Ρίζι. κοιτάζοντας ολόγυρα τους συγκεντρωμένους με τα ξεπλυμένα γκρίζα μάτια του. έστω κι αν αυτός είναι άρρωστος. Άλλος τινάζει μονομιάς τα μυαλά του στον αέρα. και κάτω από τη μασχάλη του κάτι φουσκώνει. Ο διοικητής αναστέναξε αμέσως από ανακούφιση. Μόλις εμφανιστεί αυτό το εξάνθημα. Και βλέπω το διοικητή του τάγματος να τραβάει το περίστροφό του από τη θήκη. όλα τα παιδιά δώσανε από κάτι. εγώ μάλιστα τον άκουσα. άλλοι ορμάνε και πασχίζουν ν’ αγκαλιάσουν τους ανθρώπους μην τύχει και πεθάνουν μόνοι τους. Για μερικές απ’ αυτές μάλιστα διάβασε πολύ νωρίς. στοίχειωναν για πολύ καιρό τον κόσμο των παιδικών ονείρων και των φόβων του.” Ο γιατρός τού λέει στα ίσια: “Καμία. Αν εισχωρήσει εκεί η μόλυνση. και συν τοις άλλοις στο σταθμό έμεναν αρκετοί σπουδαγμένοι γιατροί. και σαν ηχώ τους ακουγόταν το ανήσυχο χτύπημα του συναγερμού και το ουρλιαχτό της χειροκίνητης σειρήνας.. Έμεινε για ένα λεπτό αμίλητος και λέει: “Δώστε μου φυσίγγια και θα φύγω..φωτιά. Κι αυτός του λέει: “Η περίοδος επώασης είναι μία βδομάδα. είναι σκληρό. Έδωσαν στον Ρίζι δυο γεμιστήρες. Κι είχαμε εκεί έναν νεαρό που όλοι τον έλεγαν “Ποτήρι” επειδή του άρεσε πολύ να πίνει. σαν είδε όλα τούτα. μην αρχίσει αυτός και κάνει τίποτα φασαρίες. Τότε ο διοικητής πήρε την απόφαση: “Θα βγούμε στο σταθμό και θα μείνουμε εκεί μια βδομάδα. στο Δακτύλιο. «.

βρε παιδιά. Εγώ προσωπικά νομίζω ότι θα είδε πάνω του ένα εξάνθημα ή κάτι θα του φούσκωσε κάτω απ’ τη μασχάλη. αλλά οι σήραγγες εκεί είναι καθαρές.σταθμό. αδελφάκι μου. Έπειτα σηκώθηκε στα γρήγορα και απομακρύνθηκε αθόρυβα από τη φωτιά. κι όποιον πλησιάσει σε απόσταση βολής τον καίνε. το σημείο γύρω από τον αφηγητή ήταν άδειο. Στην Αβιαμοτόρναγια έπεσε πανούκλα. κοιτάξτε! Είμαι καθαρός! Είμαι υγιής! Δεν έχω τίποτα! Είμαι υγιής!» Ο μουσάτος με το πέτσινο γιλέκο τράβηξε από τη φωτιά μια σανίδα που καιγόταν από τη μια μεριά και πλησίασε προσεχτικά τον αδύνατο ανθρωπάκο. Μα εγώ είμαι υγιής! Να. και βιαστικά. τα παιδιά μοιράστηκαν. αφού εσείς κουβαλήσατε εκεί τη μόλυνση». Έπεσε πανούκλα. Ο Χαν παρέμενε σιωπηλός. Στο φως της φωτιάς οι βιαστικές. Όταν το νερό του Ποτηριού τέλειωσε. τραβώντας πίσω του τον Αρτιόμ. τραβώντας από τον ώμο του το νέο του αυτόματο σε θέση μάχης. Στο απόσπασμά μας δεν μολύνθηκε πια κανένας άλλος. Όλοι υγιείς». το δικό τους μαζί του. Στα δέκα βήματα σταμάτησε. αλλά του το άφηναν χάμω κι έφευγαν μακριά· κανείς δεν τον πλησίαζε. Στο τέλος εκείνος κατάφερε να απαλλαγεί κι από το φανελάκι του και κραύγασε θριαμβευτικά: «Να. με σπασμωδικές κινήσεις. αλλά ο μουσάτος δεν κατάφερε ν’ ανακαλύψει κανένα ίχνος εξανθήματος. κατέληξε ο μουσάτος. Αυτό λέγεται απολύμανση. πρωτόγονο χορό. Έχω κάτι γνωστούς εκεί. το ’πιασες.» τον ρώτησε σιγανά αλλά καθαρά ένας γεροδεμένος μουσάτος με πέτσινο γιλέκο. κι έτσι την κοπάνησε. Η ένταση μεγάλωσε. οι άνθρωποι κουβέντιαζαν νευρικά μεταξύ τους. με την κάνη στραμμένη εμπρός. φοβούμενος μήπως δεν προλάβει να τους πείσει. Φαίνεται ότι για μερικούς η περίοδος επώασης είναι μία βδομάδα και γι’ άλλους περισσότερο. Ο Αρτιόμ παρατήρησε ότι. αλλά με μια χειρονομία του τον σταμάτησε. μολονότι οι θέσεις κοντά στη φωτιά δεν ήταν πολλές και όλοι κάθονταν κολλητά. Πλάι στον αδύνατο ανθρωπάκο δεν έμεινε πια κανείς. Και στην Ταγκάνσκαγια και στην Κούρσκαγια είναι στημένα σ’ όλη τη διαδρομή φλογοβόλα. συνεχίζοντας να παρακολουθεί τα όσα συνέβαιναν. Το δέρμα του πολυλογά ήταν μαύρο από τη βρώμα και γυαλοκοπούσε. Κοίταξε ερωτηματικά τον Χαν. «Τι λέτε. ήσυχες. περιμέναμε κι άλλο. κοιτάξτε και μόνοι σας!» Κι ο ανθρωπάκος πετάχτηκε πάνω. αγωνιώδεις χειρονομίες του ανθρώπου που ξεντυνόταν έμοιαζαν μ’ έναν τρελό. Αυτό λέγεται καραντίνα. αποκαλύπτοντας στους ανθρώπους που . κοιτώντας τον γεμάτος αηδία. και μετά ο διοικητής μάς έλεγξε όλους. «Πάνε τριάντα μέρες που βγήκαμε από την Αβιαμοτόρναγια». απάντησε ο αδύνατος ανθρωπάκος κοιτώντας τον ανήσυχα. Κάθε κουβέντα από το πλήθος έπαψε. χαμηλώνοντας με κακία τη φωνή του. σαν να λέμε. Ειπώθηκαν μετά διάφορα. «Τότε λοιπόν σου ’χω νέα. και η παράσταση συνεχιζόταν μέσα σε μια δυσοίωνη σιωπή. μερικοί μάλιστα έλεγαν κάτι μπούρδες ότι τάχα τον έφαγε κάποιο ζώο. παρά τη διαβεβαίωση. Ένας μάλιστα του έβγαλε και όπλο. άρχισε να βγάζει το αμπέχονό του και μια απίστευτα βρώμικη μπλούζα κάτω απ’ αυτό. Η Χάνσα έκλεισε και την Ταγκάνσκαγια και την Κούρσκαγια. όλοι. «Κάθισες πολύ εκεί. τον απόδιωχναν. γι’ αυτό και έπειτα από σχολαστικό έλεγχο διέταξε: «Ψηλά τα χέρια!» Ο φουκαράς σήκωσε βιαστικά τα μπράτσα του. όλοι μαζεύτηκαν στην άλλη μεριά της φωτιάς. φυσικά. Σε μια βδομάδα μέσα το Ποτήρι κάπου χάθηκε. πολίτες της Χάνσας. κι ο Αρτιόμ έπιασε τη σιγανή κλαγγή κλείστρων.

Να όμως που μπόρεσες να μεταδώσεις μια χαρά τη μόλυνση. Αλλά ούτε αυτό σημαίνει τίποτα!» «Πώς δεν σημαίνει τίποτα. ο γεροδεμένος άντρας δήλωσε ξαφνικά: «Έστω. σφίγγοντας στο στήθος του το ζαρωμένο αμπέχονο. και μη θέλοντας να υποχωρήσει. ας δεχτούμε ότι είσαι υγιής. σημαδεύοντάς τον στην πλάτη.» ξεφώνιζε σαν υστερικός ο ανθρωπάκος. . σαστισμένος και αποθαρρημένος. Προφυλάξεις. πίνατε νερό από το ίδιο παγούρι. Ήσουν κολλητός μ’ αυτό τον Ρίζι. σκεπασμένα από λεπτές τρίχες. κοιτώντας σαν παγιδευμένος το πλήθος. στο ακατανόητο. απελπισμένο βλέμμα του. σαν ζώο. κέντρισε τον Αρτιόμ. ή να στρέψεις πάνω σου την οργή τους. μηχανικό ψέλλισμά του. Ο γεροδεμένος τράβηξε από τη θήκη το περίστροφο και το έστρεψε στον ανθρωπάκο. «Ε. Πιάνοντας τη γενικότερη διάθεση. Το πλήθος άρχισε να μουρμουράει δυσαρεστημένο. Μπορείς ή να πεθάνεις. αλλά αυτή τη φορά όλοι μόρφασαν μονάχα περιφρονητικά και μ’ ολοφάνερη αηδία. όλοι όσοι στέκονταν στην αποβάθρα το ήξεραν. που έμοιαζε να μην μπορεί να καταλάβει τι του συμβαίνει. Δεν αποκλείεται να έχεις μολυνθεί. Είχε αρκετή ψύχρα κι αυτός είχε κιόλας αρχίσει να παγώνει. Μήπως ήλπιζε σε κάποιο θαύμα. «Είμαι υγιής! Υγιής! Τι έγινε. Ήταν πια περιττό. Χαιρετιόσασταν με χειραψία. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση η αποστολή σου θα μείνει ανεκπλήρωτη. Είχες χειραψίες μαζί του. να μας συμπαθάς. Τότε πια ο Αρτιόμ δεν άντεξε άλλο. Ο μουσάτος βούλωσε επιδεικτικά τη μύτη του με το ελεύθερο χέρι του και πλησίασε ακόμα πιο κοντά. Αφού δεν αρρώστησα. «Άλλο αυτό. Κάτι όμως σ’ αυτό τον άνθρωπο. αλλά ούτε εκεί κατάφερε ν’ ανακαλύψει κάποια συμπτώματα της πανούκλας. νιώθοντας την εύθραυστη αποφασιστικότητά του να συντρίβεται πάνω στο γρανίτη μιας ξένης βούλησης. Αδιευκρίνιστο έμενε μονάχα ένα ερώτημα: Θυμόταν ο κυνηγημένος ανθρωπάκος πού έτρεχε. ή απλώς τρελάθηκε από το φόβο του. είχε έναν κόμπο στο λαιμό και δεν μπορούσε ούτε λέξη ν’ αρθρώσει. δίχως να συνειδητοποιεί τι ετοιμαζόταν να κάνει. Ήσασταν μαζί στο ίδιο απόσπασμα. και τι έγινε που χαιρετιόμουν μαζί του. αλλά στον ώμο του έπεσε ένα χέρι – Θεέ μου. «Παιδιά! Μα εγώ είμαι υγιής! Εγώ δεν αρρώστησα! Να. σπρώχνοντάς τον να κάνει ένα βήμα μπροστά. Οπότε. όρμησε στις γραμμές και έτρεξε προς το μαύρο στόμιο της νότιας σήραγγας με υπεράνθρωπη ταχύτητα. αλλά δεν μπορούμε να το ρισκάρουμε. και ο Αρτιόμ κοκκάλωσε σαν κεραυνόπληκτος. τον πρόσταξε ήρεμα ο Χαν. αδελφέ. προχώρησε προς το πλήθος.» απάντησε σαν χαμένος ο ανθρωπάκος. πειστήκατε τώρα. Τραβώντας το κλείστρο. κοιτάξτε!» Κι ο αδύνατος ξανασήκωσε τα χέρια ψηλά. και πάλι κροτάλισαν κλείστρα. «Αμέ! Εσύ ο ίδιος μπορεί να μην αρρώστησες. αδελφέ. κι αυτό οφείλεις να το θυμάσαι». ξεφώνισε σφίγγοντας πάνω του το μπουφάν. Εκείνη τη στιγμή ο ανθρωπάκος τινάχτηκε ξαφνικά.» Ο μουσάτος ξεκούμπωσε το γιλέκο του. Μιλούσες μαζί του. μόνο ψέλλιζε ότι είναι υγιής. εξετάζοντας μέχρις αηδίας και ψάχνοντας τους βουβώνες του. μέσα στο άδειο. Ένιωθε το στομάχι του να σφίγγεται.στριμώχνονταν στην απέναντι πλευρά της φωτιάς τα βαθουλώματα στις μασχάλες του.. «Δεν μπορείς με τίποτα να τον βοηθήσεις. αφήνοντας να φανεί μια καφέ δερμάτινη θήκη περιστρόφου. πόσο βαρύ ήταν αυτή τη φορά! «Σταμάτα». αλλά μετά κούνησε αδιάφορα το χέρι του. μη μου πεις ψέματα». σκληρίζοντας άγρια..» απόρησε ο αδύνατος. καταλαβαίνεις. Ο μουσάτος έκανε να τρέξει πίσω του. και η φωνή του ακουγόταν τσιριχτή. ίσως έχεις ανοσία. Είχε παγώσει μέσα στην ανημποριά του. Άγνωστο τι θα ακολουθούσε. Από αυτούς που στέκονταν στην άλλη μεριά της φωτιάς ακούστηκαν επιδοκιμαστικά επιφωνήματα. αδελφέ.

«Η αγέλη των τσακαλιών μυρίζεται αλάνθαστα τον άρρωστο». αρχίζοντας ξαφνικά να πιστεύει ότι όντως είχε να κάνει με την ενσάρκωση του Τσενγκίς Χαν. και τώρα πάσχιζαν ν’ αποφασίσουν τι θα έκαναν στη συνέχεια. Οι άνθρωποι γύρω στη φωτιά συζητούσαν γεμάτοι ενδιαφέρον το συμβάν. Δεν σίγησαν βαθμιαία. «Εκτός αυτού. αλλά θα ήταν άτοπο να λογομαχήσει με το μοναδικό προστάτη του σε τούτο τον απόμερο σταθμό. και ο Αρτιόμ πισωπάτησε. «Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ!» ακούστηκε στεντόρεια η φωνή του. λες και κάποιος έκλεισε τον ήχο – ακόμα κι η ηχώ σβήστηκε μονομιάς. «Και τώρα. Και με τα λόγια αυτά έκανε μερικά μεγάλα βήματα και χώθηκε σαν σφήνα μέσα στο πλήθος. επανέλαβε σαν να απολάμβανε τα ίδια του τα λόγια. Η ιατρική μας βρίσκεται στο επίπεδο των τσακαλιών. αλλά οι σκέψεις τους. Το θριαμβευτικό του ύφος έκανε πάλι τον Αρτιόμ να νιώσει άσχημα. πρόσθεσε κουνώντας το κεφάλι του ο Χαν. Προσπάθησε να χαμογελάσει προς απάντησή του –στο κάτω κάτω ο Χαν να τον βοηθήσει ήθελε–.. Ο Χαν. αλλά διακόπηκαν μέσα σε μια στιγμή. Η αγέλη σέβεται την ισχύ. που έσκισε τη βαθιά. βρήκε επιτέλους το θάρρος να ανταπαντήσει ο Αρτιόμ. Δεν θα περάσει μία μέρα κι εσύ θα μπορείς να συνεχίσεις το δρόμο σου». χαμογελώντας με την ακρούλα των χειλιών του. αρπακτικές φλόγες..» Ο Αρτιόμ ήξερε τι να του ανταπαντήσει. και μια τέτοια ενέργεια δεν βοηθάει τη λογική σκέψη. όχι τα λογικά επιχειρήματα». στριφογυρνούσαν στο ίδιο σημείο. «Οι φίλοι μας βρίσκονται στα πρόθυρα πανικού». Τώρα δεν έχουμε να κάνουμε με μια ομάδα. Ήταν τόσο παράξενο. «Εκφυλισμός. παρόλο που περίμενε αντιρρήσεις. την πειθώ. σχολίασε ικανοποιημένος ο Χαν. αλλά με μιαν αγέλη. Γι’ αυτό και η αγέλη θα ξεσκίσει τον άρρωστο. «Αυτοί είναι άνθρωποι!» «Και τι προστάζεις να γίνει. και ο απόηχος των βημάτων του. Κι εδώ οι βδομάδες μπορούν να περάσουν χωρίς να το πάρεις χαμπάρι».» τον απέκρουσε ο Χαν. Όλοι όμως καταλάβαιναν ότι το φαντάζονταν αυτό. «Μα αυτοί δεν είναι τσακάλια». Γι’ αυτό. ώστε ακόμα κι η φαντασία πάσχιζε να γεμίσει αυτό το χάσμα. Το ίδιο και η ανθρωπιά μέσα μας. πρόφερε ο Χαν. προφανώς έκρινε ότι ο Αρτιόμ υποχώρησε και άλλαξε συζήτηση. όσο ανάμεσα στους φίλους μας βασιλεύει τέτοιος ζήλος σε σχέση με την εξάπλωση των μολυσματικών ασθενειών και τον τρόπο καταπολέμησής τους. και πάλι βασίλεψε βουβαμάρα. υποψιάζονται ότι μόλις λιντσάρισαν έναν αθώο. ο διάφανος ίσκιος του κινδύνου τούς σκέπαζε όλους. οι άνθρωποι τον άκουγαν. παρατηρώντας στα μάτια του απλανείς. «Τώρα το κυριότερο είναι το κύρος. έπεφταν αβοήθητες στα αδιέξοδα.Σε λίγα λεπτά μέσα χάθηκαν και το ουρλιαχτό του. Κομ-μά-τια». Ο Χαν χρησιμοποιούσε το πανίσχυρο. Η ισχύς. υπνωτιστικό σχεδόν χάρισμά του. «Ο άρρωστος είναι βάρος για την αγέλη και απειλή για την υγεία της. η οξυμένη αίσθηση κινδύνου που αιωρούνταν πάνω απ’ όποιον τολμούσε να μείνει στο . τόσο ασυνήθιστο για την ακοή και τη λογική του ανθρώπου. Με τα πρώτα κιόλας λόγια του. και κοίταξε κεφάτος τον Αρτιόμ. «Στάσου και κοίτα. και θαρρούσες πως κάπου μακριά ακουγόταν μια κραυγή. καταθλιπτική σιγή της καταραμένης σήραγγας. Θα τον κάνει κομμάτια. εμείς πρέπει να τους τσιγκλήσουμε. και οι κουβέντες ανάμεσα στο πλήθος έπαψαν μονομιάς. Όλοι τους ήταν σφιγμένοι και σαστισμένοι. Επιφυλακτικοί και γεμάτοι περιέργεια. Έξοχη διανοητική κατάσταση για ψυχολογικά κόλπα! Δεν γινόταν να υπάρξουν καλύτερες συνθήκες». Ειδάλλως μπορεί να μην αποφασίσουν το ταξίδι για πολλές βδομάδες ακόμα. αλλά το χαμόγελο του βγήκε θλιβερό και διόλου πειστικό. σαν ποντικοί-πειραματόζωα σε λαβύρινθο. πήγαιναν μπρος πίσω δίχως νόημα και δεν κατάφερναν να βρουν την έξοδο.

θ’ αρχίσουν να σκέφτονται αν αξίζει τον κόπο να φύγουν από δω για τον Τσίστιγιε Προυντί.σταθμό έπειτα απ’ ό. και πυκνός. «Αυτός μόλυνε όλη την ατμόσφαιρα εδώ! Λίγο ακόμα να την αναπνεύσουμε. όλοι μαζί. σέρνοντάς τον πίσω του προς το μικρό τους στρατόπεδο. Ρίχνοντας μέσα στο σακίδιό του την περιουσία του Μπουρμπόν που τον ενθουσίασε. τον προειδοποίησε. αυτό είναι αναπόφευκτο. καπνός τούς σύνθλιψε από παντού. «Αλίμονο. Οι άνθρωποι θορυβούσαν συμφωνώντας μαζί του. Παρακολουθώντας τα λόγια του. Πρέπει να φύγουμε το συντομότερο από τούτο το διαολεμένο σταθμό. που στην αρχή κινούνταν ζωηρά μαζεύοντας τα υπάρχοντά τους. Οφείλουμε. πάνω στο χώμα. Αν φύγουμε τώρα. που βρίθει από μικρόβια. Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον. χειροπιαστός σχεδόν. «Ακόμα κι αν η βούλησή τους έχει συντριβεί και οι ίδιοι είναι ουσιαστικά υπνωτισμένοι. κάποιος πήγε και κάθισε πλάι στη φωτιά. άλλοι απλώς μένουν σε τούτο το μικρό σταθμό και δεν έχουν ανάγκη να μετακινηθούν κάπου αλλού. Κανείς δεν θα φτάσει ως εδώ για να μας βοηθήσει. συνόψισε. Να. δεν θα είναι δύσκολο να διασχίσουμε τη σήραγγα. έπειτα την αμυδρή ελπίδα. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις θα δεχόμουν πειθήνια την οποιαδήποτε εκδήλωση των ανθρώπων ως θείο σχέδιο ή ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της διαδικασίας της εξέλιξης. Θα ψοφήσουμε σαν τα ποντίκια και θα σαπίσουμε καταμεσής στην αίθουσα. και σίγουρα θ’ αρπάξουμε αυτή τη βρωμιά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως μια τέτοια πορεία συλλογισμών είναι ολέθρια. Οι άνθρωποι. Αν καθυστερήσουμε. θα χρειαστεί να σε πάω μέχρι τον Κιτάι-Γκόραντ. σε λιγότερο από μία ώρα πρέπει να φύγουμε! Γρήγορα. «Άρα δεν χρειάζεται να περιμένουμε! Είμαστε κιόλας δέκα. ειδάλλως φοβάμαι ότι μέσα στη σήραγγα αυτοί θα χάσουν το στόχο τους ή θα ξεχάσουν ολότελα πού πηγαίνουν και γιατί». ενώ ο Χαν δίπλωνε το καραβόπανό του και έσβηνε τη φωτιά. αποκρίθηκε ο Χαν. μπορούμε να φύγουμε!» δήλωσε ο Χαν. Κάτι άρχισε να βουίζει . τον πανικό. «Πόσοι είστε. Οι περισσότεροι δεν μπορούσαν. ενώ άλλοι δύο κάθονταν μαζί και κάτι ψιλοκουβέντιαζαν. άλλος. και μην αφήνοντας τους ανθρώπους να συνέλθουν συνέχισε: «Μαζέψτε τα πράγματά σας. Αρχίζοντας πια να σκέφτεται διάφορα. Υπάρχουν παντού βάκιλοι. Πλάι στον Χαν με τον Αρτιόμ. ψιθύρισε στον Αρτιόμ ο Χαν. πίσω στη φωτιά.» Αμέσως κάμποσοι άνθρωποι βάλθηκαν να μετρούν τους συγκεντρωμένους. και ήρθε το τέλος μας. να αντισταθούν στην κολοσσιαία δύναμη πειθούς του Χαν.τι συνέβη μαστίγωσε τον Αρτιόμ. τον τρόμο. να επέμβουμε και να κατευθύνουμε τις σκέψεις τους στη σωστή κοίτη». Βγάζοντας από την τσέπη του το φακό που του χάρισε ο Χαν. νεαρέ μου φίλε. ο Αρτιόμ πίεσε τη λαβή του. ποιος ξέρει γιατί. ο Αρτιόμ βίωνε υπάκουα όλες εκείνες τις καταστάσεις και τα συναισθήματα που τους αναλογούσαν – την αίσθηση της απειλής. δεν έχουμε να ελπίζουμε σε τίποτα! Μόνο στον εαυτό μας μπορούμε να βασιστούμε. περιφερόταν κάπου στο κέντρο της αποβάθρας. κοντά στη φωτιά ήταν μαζεμένοι οχτώ άνθρωποι. το αδιέξοδο. ο Αρτιόμ λοξοκοίταζε τα όσα διαδραματίζονταν στην άλλη άκρη της αίθουσας. Πρέπει όμως να το κάνουμε χωρίς καθυστέρηση». Η φωτιά έσβησε. ο Αρτιόμ τράβηξε τον Χαν από το μανίκι. έχαναν όσο περνούσε η ώρα τη ζωντάνια και το ρυθμό τους. «Το κυριότερο είναι να μην τους αφήσεις να συνέλθουν. «Αυτοί εκεί για κάτι συνεννοούνται». όπως και ο Αρτιόμ. ρίχνοντας στην πλάτη του τον πελώριο ταξιδιωτικό σάκο του. όλοι τους αναζητούν μια επαφή. Όπως φαίνεται. η συνάφεια με τους ομοίους μας είναι αναπόσπαστο χαρακτηριστικό των ανθρώπινων πλασμάτων». αναλόγως με ποιον συζητώ. Κάποιοι απ’ αυτούς πήγαιναν στην άλλη πλευρά. η οποία μεγάλωνε στο βαθμό που ο Χαν συνέχιζε να μιλά για τη διέξοδο την οποία πρότεινε. φτάνει να μείνουμε λίγο ακόμα εδώ πέρα. πάρε κι εσύ τα πράγματά σου».

η πανούκλα δεν είναι αρρώστια των πνευμόνων.. Απ’ όλους τους ανθρώπους που ο Αρτιόμ είχε γνωρίσει ως τότε. Αν μολυνθήκαμε. Και τώρα κι εσένα και το βυζανιάρικό σου θα σας ξεσκίσουμε! Έτσι. μολυνθήκαμε. ώσπου άρχισε αυτή η αηδία στις σήραγγες. Το πιθανότερο όμως είναι ότι δεν υπάρχει καμιά μόλυνση. Άστατο. Χωρίς καν να τον κοιτάξει. Για να πούμε την αλήθεια. και του ήρθε να τρίζει τα δόντια του και να βρυχιέται. τα βρώμικα ρεύματα της σήραγγας είχαν πια καταφέρει να εξαλείψουν από το μυαλό τους τη βεβαιότητα ότι ο Χαν είχε δίκιο. οπότε τράβα στο διάολο. και μετά θα προχωρήσουμε.» ρώτησε γαλίφικα ο Χαν. τρεμάμενο φως ξεχύθηκε από μέσα του. σκεφτήκαμε». και να. η μεγάλη οικειότητα τον έκανε να μανιάζει. απευθύνθηκε με ύφος αδιάφορο στο σύντροφο του Αρτιόμ. Αυτό είναι ποινικό αδίκημα. Μπροστά μπροστά στεκόταν ο γεροδεμένος μουσάτος. Να. μη μας ζαλίζεις άλλο το κεφάλι. Όταν πλησίασαν τους υπόλοιπους. αυτός που πρωτύτερα είχε καταπιαστεί με τον υγιεινολογικό και επιδημιολογικό έλεγχο. Θα περιμένουμε λοιπόν λίγο. «Τα κουβεντιάσαμε εδώ πέρα. «Εμείς πηγαίναμε για την Προσπέκτ Μίρα. «Έλα. μιλώντας επίτηδες με πολύ μαλακή φωνή. Όπως όλα έδειχναν. αυτό δεν είναι ιατρική. Τα πράγματα τα κάψαμε· όσο για την ατμόσφαιρα. «ότι εσύ πας γυρεύοντας για μπλεξίματα. «Άκου. Έτσι δεν είναι. κατάλαβες. τον ενθάρρυνε ο Χαν. συνέχισε ο γεροδεμένος. Και σίγουρα θα σκότωνε έχοντας στο πρόσωπό του την ίδια έκφραση με την οποία άλλοι καθαρίζουν μανιτάρια ή βράζουν τσάι.» Και με την ήδη γνώριμη στον Αρτιόμ κίνηση. «μπορεί να δουλέψει και καλύτερα». κι εσύ και οι προτάσεις σου!» έλεγε με όλο και μεγαλύτερη αναίδεια ο μουσάτος. ένιωσε ότι ο μουσάτος την είχε πολύ άσχημα. Κι εδώ κυρίως δεν είσαι εσύ ο ισχυρός. «Όχι. και προτού ο μουσάτος ξεκουμπώσει . Η πορτοκαλί φλόγα της Κόλασης πυρπολούσε πάλι τα μάτια του Χαν. υπήρχε κι ο Κυνηγός. Με το δίκαιο του ισχυρού! Άκουσες ποιανού. «Μα για λόγους προφύλαξης!» απάντησε ο γεροδεμένος κοιτώντας τον ξετσίπωτα. «Τότε λοιπόν γιατί σκότωσες τον άλλο αφού δεν υπήρχε καμιά μόλυνση.» απευθύνθηκε για υποστήριξη στο πλήθος· κάποιος τον σιγοντάρισε. δεν γίνεται τίποτα. μη φοβάσαι».» «Εμένα μη με λες φιλαράκο. Είναι αδύνατο να μεταδώσουμε τη μόλυνση σε όλο το μετρό. Κοιτώντας όμως κλεφτά το συνοδό του. ώστε ο Αρτιόμ ένιωσε ένα ρίγος και του σηκώθηκαν οι τρίχες. αλλά αυτός φάνηκε στον Αρτιόμ τόσο ισορροπημένος και ψύχραιμος. Ο Αρτιόμ σάστισε κάπως από αυτή την πίεση. ξεκούμπωσε το γιλέκο του κι έφερε το χέρι του στη θήκη του περιστρόφου. Με ποιο δικαίωμα τον ξέκανες έτσι. δεν είμαι το σκυλί σου. έλα. για λόγους προφύλαξης! Κατάλαβες. Κι εδώ δεν θα πάθουμε τίποτα. Αυτή τη φορά ο Χαν δεν πρόλαβε να σταματήσει τον Αρτιόμ. ο Χαν ήταν αυτός που λιγότερο από οποιονδήποτε άλλον ήθελε να δει μανιασμένο. αρκετά δειλά προς το παρόν. δεν με βολεύει να πάω στον Κιτάι-Γκόραντ.» τον απείλησε αποθρασυμένος ο μουσάτος. ήταν τέτοια η θηριώδης κακία και η δύναμη που ξεχύνονταν από μέσα τους. κι ο σύντροφός μου είναι αντίθετος. τότε τέρμα.. στη Χάνσα. φιλαράκο μου. πάτα το κι άλλο. αδελφάκι μου. «Με ποιο δικαίωμα τον ξέκανα. Εμένα.στο εσωτερικό του μηχανισμού και το λαμπάκι ζωντάνεψε. ο Αρτιόμ ένιωσε την ατμόσφαιρα γύρω από τον Χαν να ηλεκτρίζεται. ώστε του ήταν απλώς αδύνατο να τον φανταστεί οργισμένο. αδελφάκι». Σεμιόνιτς. για να λέμε την αλήθεια. σαν να λέμε.

Στο πεζογράφημά του Ο πρώτος δάσκαλος βασίζεται και η γνωστή ομότιτλη σοβιετική ταινία. σημαίνει τον αρχηγό της φυλής. κοιτώντας τον κατάματα. εγώ όμως είμαι λύκος. ενώ τα μάτια του γυάλιζαν γεμάτα κακία. θα πατούσε χωρίς χρονοτριβή τη σκανδάλη. αυτοί είναι θηρία.τ. ο Αϊτμάτοφ έχει γράψει τα έργα του στα ρωσικά.M. Αυτοί είναι τσακάλια. ή αν το χέρι του συνέχιζε την πορεία του προς τη λαβή του περιστρόφου του. Τσινγκίζ.M. Και θα μας ξέσκιζαν. Θα υποταχτείς σ’ εμένα. αδύναμα τα χέρια του έπεσαν σαν μαστίγια κατά μήκος του κορμού του· έπεσαν τόσο αφύσικα. που ο Αρτιόμ δεν αμφέβαλλε πια ότι. έκανε μια μεγάλη δρασκελιά μπροστά. 26. την περίοδο του σοβιετικού καθεστώτος. είπε ο Χαν. Ο γεροδεμένος άντρας στεκόταν ασάλευτος στο ίδιο σημείο.) ­ 27.τη θήκη του περιστρόφου του βρέθηκε να κοιτά την κάνη του αυτόματου του νεαρού. τον ηγεμόνα. Το απειλητικό βλέμμα του μουσάτου σκοτείνιασε. δεν θ’ άφηνε την αγέλη να τον ξεσκίσει. Στην περιοχή είναι διάσπαρτα σημαντικά ιστορικά μνημεία που χρονολογούνται από το 17ο έως τον 20ό αιώνα. είπε σιγανά: «Σταμάτα. (Σ. ένιωθε το αίμα να σφυροκοπά τους κροτάφους του. Ένα μονάχα πράγμα ήξερε: Αν ο μουσάτος έλεγε το παραμικρό. αυτό δεν ήταν το αυτόματο.) ­ . είπες. και από το μυαλό του δεν περνούσαν πια λογικές σκέψεις. αλλά και στη διάλεκτο της Κιργιζίας. Και υπάρχουν σταθμοί όπου με ξέρουν μόνο μ’ αυτό το όνομα». (Σ. Ή θα πεθάνεις». βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον υβριστή του και. Όχι. Ένα πράγμα όμως δεν υπολόγισαν. «Θα θεωρήσουμε ότι οι συζητήσεις έληξαν και η συναίνεση επιτεύχθηκε. ο Αρτιόμ σώπαινε καταλαβαίνοντας επιτέλους ποιον του θύμιζε τόσο έντονα ο Χαν. και στράφηκε στον Αρτιόμ. Η ιστορική περιοχή του Κιτάι-Γκόραντ βρίσκεται στο κέντρο της Μόσχας και περιλαμβάνει την Κόκκινη Πλατεία και τις συνοικίες που συνορεύουν με το Κρεμλίνο από τα ανατολικά. που πρωτύτερα στεκόταν αμέτοχος παράμερα. «Αλλά κι εσύ είσαι λυκόπουλο». πρόσθεσε έπειτα από ένα λεπτό δίχως να γυρίσει να τον κοιτάξει. «Ποτέ μη μιλάς για το δίκαιο του ισχυρού. Ο Αρτιόμ βαριανάσαινε κι άκουγε την καρδιά του να χτυπά. ο Χαν είπε: «Άνθρωποι. Ο Χαν. Ετοιμάζονταν να μας ξεσκίσουν. Φεύγουμε σε δεκαπέντε λεπτά». εξού και οι συνειρμοί που δυσαρεστούν το συνονόματό του. Κιργίζιος στην καταγωγή. Ο τίτλος χαν (χάνος). 1928). Εσύ είσαι πολύ αδύναμος γι’ αυτό». Και γυρνώντας στον Αρτιόμ. Το όνομά του. κοιτώντας σαστισμένος ολόγυρα.) ­ 28. ο οποίος χρησιμοποιούνταν ευρέως από τους Τούρκους και τους Μογγόλους κατά το Μεσαίωνα και τους νεότερους χρόνους. αν κάτι επέδρασε πάνω του. Ο θόρυβος καταλάγιασε κι οι άνθρωποι περίμεναν αυτό που θα έλεγε ο Χαν στη συνέχεια.τ. Το τείχος αυτό κατεδαφίστηκε στο μεγαλύτερο μέρος του το 1934.M.τ. Ο έλεγχος της κατάστασης είχε αποκατασταθεί. είναι το αντί στοιχο της ελληνικής απόδοσης Τσενγκίς (Χαν). Εντυπωσιασμένος από το θέαμα. εξοπλισμένο με πύργους και πύλες. Είναι μια αγέλη τσακαλιών. που εξεπλάγη επειδή ο Χαν δεν έκανε καμιά κίνηση για να αφοπλίσει τον εχθρό του. Ο μουσάτος κοκκάλωσε επιτόπου και δεν έκανε καμιά κίνηση. (Σ. φίλε μου. αλλά τα λόγια του Χαν. Και τότε έγινε κάτι ακατανόητο. Αναφορά στο συγγραφέα Τσινγκίζ Τορεκούλοβιτς Αϊτμάτοφ (γενν. και στη φωνή του ο Αρτιόμ νόμισε ότι έπιασε αναπάντεχα ζεστές νότες. Κατά το διάστημα 1535-1538 περιτειχίστηκε με πέτρινο τείχος. Ο Αρτιόμ δεν ήθελε να ψοφήσει σαν εκείνο τον ανθρωπάκο.

Αυτό είναι το . αντλώντας ύλη από την επιφάνειά του προς το εσωτερικό του. και το διάστημα γύρω του θα είναι νεκρό και κατάμαυρο. μπροστά στη φωτιά του περιπλανώμενου φιλοσόφου. Αυτός κι ο Χαν έκλειναν την πορεία.» «Αυτό κανείς δεν το ξέρει». Τα είδες. αν. και τέλος ακόμα και τα κύματα φωτός. ευχάριστο αεράκι Η ΤΑΝ που έπνεε στο πρόσωπο. διαρκώς αυξανόμενη ποσότητα ύλης θα έλκεται όλο και πιο ορμητικά προς την καρδιά αυτού του τέρατος. Σε ένα συγκεκριμένο στάδιο η ισχύς του θα πάρει τέτοιες διαστάσεις. Στεγνό δάπεδο. κι ο Αρτιόμ το ένιωθε. ούτε ένας αρουραίος. αρχίσει να καταβροχθίζει τον εαυτό του.. υπό την επίδραση της ίδιας του της απίστευτα ισχυρής έλξης. καθώς εκείνος φοβόταν ότι οι άνθρωποι θ’ αρχίσουν να μένουν πίσω ο ένας μετά τον άλλον. ενώ το κέντρο του θα γίνεται όλο και μικρότερο σε διαστάσεις. αλλά όλο και πιο συμπαγές και βαρύ. Καταλαβαίνοντας ότι δεν θα του παρουσιαστεί σύντομα η επόμενη ευκαιρία να σηκώσει το παραπέτασμα που κάλυπτε μερικά από τα μυστήρια του μετρό –αν υποθέσουμε ότι θα του παρουσιαζόταν γενικά–. Και κάτι ξέρεις και για το διάστημα. κι έτσι δεν θα φτάσει κανείς στον Κιτάι-Γκόραντ. λες. κι όχι ένας αγριεμένος τρανός λύκος.. κάποτε. σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Τώρα βάδιζε μαλακά πλάι στον Αρτιόμ. καθόλου ύποπτες διακλαδώσεις και γαλαρίες να χάσκουν κατάμαυρες. Σε τούτη τη σήραγγα θα μπορούσε κανείς να ζήσει εξίσου καλά όσο και σε οποιονδήποτε σταθμό. Κι όμως. Η γιγάντια δύναμη θα του επιτρέψει να καταβροχθίσει τις αχτίδες άλλων ήλιων. ήρεμος.ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Το χανάτο29 του σκότους ΠΡΑΓΜΑΤΙ απολύτως άδεια και καθαρή αυτή η σήραγγα. υπάρχουν πράγματα για τα οποία κι εγώ δεν ξέρω απολύτως τίποτα. μονάχα κάποιες κλειδωμένες πλαϊνές πόρτες που έβγαζαν σε βοηθητικούς χώρους. αλλά και διέλυαν στη στιγμή όλους εκείνους τους φόβους που κουβαλούσαν οι άνθρωποι που έρχονταν εδώ. που θα τραβήξει προς το μέρος του τους γείτονές του. Η θύελλα είχε καταλαγιάσει.τι βρεθεί υπό την επίδρασή του δεν θα μπορέσει να αποσπαστεί από εκεί. ή αν απλώς την ονειρεύτηκε όσο μισοκοιμόταν πάνω στο καραβόπανο. Τίποτα απ’ ό. και πλάι στον Αρτιόμ βρισκόταν πάλι ο σοφός και συγκρατημένος Χαν. αυτό το μέρος το αποκαλώ “μαύρη τρύπα”. Η διαδικασία αυτή είναι αμετάκλητη και μοιάζει με τη χιονοστιβάδα. όλη την ύλη που βρίσκεται στα όρια της επίδρασής του. τόσο θα αυξάνεται η δύναμη της βαρύτητάς του. Με την αύξηση της βαρύτητας. Και όσο συμπαγέστερο θα γίνεται αυτό. η μεταμόρφωσή του στο αντίθετο δεν χρειαζόταν παρά ένα λεπτό για να γίνει. Μάλλον δεν θα ’χεις δει ποτέ σου αστέρια. «Ναι. και οι βαθιές ρυτίδες που αυλάκωναν το πρόσωπό του την ώρα της λογομαχίας στη Σουχαριόφσκαγια είχαν σβηστεί. Μύθοι γι’ ανθρώπους που χάθηκαν σ’ αυτή τη σήραγγα φάνταζαν ηλίθια παραμύθια. απάντησε απρόθυμα ο Χαν. σβήνοντας. και ο Αρτιόμ άρχισε πια ν’ αμφιβάλλει αν είδε στον ξύπνο του την άγρια σκηνή με τον δύστυχο που τον πέρασαν για πανουκλιασμένο. δεν άντεξε να μη ρωτήσει: «Εσείς καταλαβαίνετε τι συμβαίνει σε τούτη τη σήραγγα. Ε λοιπόν ένα αστέρι που πεθαίνει μπορεί να μεταβληθεί σε μια τέτοια τρύπα. Συνομιλώντας με τον εαυτό μου. Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ότι πρόκειται για μιαν άβυσσο. Το κυριότερο όμως ήταν ότι αυτή η εντελώς αφύσικη ηρεμία και η καθαριότητα όχι μόνο δεν σε έκαναν επιφυλακτικό.

Στάσου να σε πιάσω από το χέρι μη σκοντάψεις. ο μαύρος ήλιος που ολόγυρά του απλώνει μονάχα παγωνιά και σκοτάδι».. για παράδειγμα δεν μπορώ να ξέρω πώς θα τελειώσει το ταξίδι σου. ακούγοντας τις συζητήσεις αυτών που πήγαιναν μπροστά. καθαρά. έτσι ο Αρτιόμ σκέφτηκε ότι ο συνοδός του ήταν τόσο σκυθρωπός όχι εξαιτίας των μυστηρίων και των κινδύνων που έκρυβε η σήραγγα.αστέρι του σκότους. Πριν γίνουν όσα έγιναν». αν όχι αστεία. «Ωραίο. τι ομορφιά! Και πώς ανασαίνεις!» «Αυτός.. ή να μεταφερθώ νοερά σε άλλα μέρη. «Μα πώς συνδέεται αυτό με τη σήραγγα. ε.» ρώτησε πανευτυχής ο Αρτιόμ. «Για μισόκλεισε τα μάτια σου. Στο μυαλό του ήρθε κάποια ζωηρή μελωδία. ανάσαινες με εκπληκτική ευκολία. είπε κάπως απογοητευμένος ο Αρτιόμ. Περίεργο. ό. Όταν όμως προσπαθώ να εισχωρήσω με το βλέμμα στα όσα συνέβησαν εδώ ή να κατανοήσω τη φύση αυτού του μέρους. «Κι εσείς. Βλέπεις τίποτα... «Έχω. γι’ αυτό κι ο Χαν τον κοίταξε κοροϊδευτικά και τον ρώτησε: «Τι τρέχει. Κι ένιωσε την ψυχή του ανάλαφρη κι ελεύθερη επειδή ο Χαν μπόρεσε να καταλάβει τη διάθεσή του και να διαποτιστεί απ’ αυτήν. Υπάρχει κάτι ασαφές. Κι η αίσθηση είναι τέτοια σαν να βρίσκεσαι στην επιφάνεια. Είναι ωραία εδώ. έστω κι αν τρία χρόνια τώρα προσπαθώ να διαλευκάνω αυτά τα μυστήρια. Η ατμόσφαιρα εδώ έμοιαζε διάφανη. Μερικές φορές καταφέρνω να κοιτάξω στο μέλλον. αλλά έπειτα από μερικά λεπτά πρόσθεσε αινιγματικά: «Γι’ αυτό και βρίσκομαι εδώ» «Έτσι λοιπόν δεν ξέρετε γιατί κατά διαστήματα η σήραγγα είναι τελείως ακίνδυνη. Σώπασε.τι ξέρεις εσύ για το συγκεκριμένο θέμα. κάτι που μένει κρυφό για μένα.. δεν βλέπω τίποτα. ε. κι όλα είναι τόσο γαλάζια. το χάρισμα της πρόβλεψης.» ρώτησε γεμάτος ενδιαφέρον ο Χαν. Θεέ μου.. Και γιατί καταπίνει ιδίως τους μοναχικούς ταξιδιώτες. που δεν του έκανε καρδιά ν’ ανοίξει τα . και γενικά το μέλλον σου αποτελεί για μένα ένα αίνιγμα.» «Δεν ξέρω τίποτα παραπάνω απ’ ό. συνομιλώντας με τον εαυτό μου. Ακόμα και τα λεγόμενα του Χαν δεν προκαλούσαν αναστάτωση και ανησυχία. μπροστά μου απλώνεται μονάχα μαυρίλα.» «Αχά!» συμφώνησε εύθυμα ο Αρτιόμ. μόνο λίγο φως από τους φακούς ανάμεσα στα βλέφαρά μου». Η ηχώ έστελνε μακριά τα βήματά τους. και δεν κατσουφιάζει με τις βαριές σκέψεις του. το φως της σκέψης μου δεν επιστρέφει από το απόλυτο σκοτάδι αυτής της σήραγγας. σφίγγοντας ελαφρά τον καρπό του Αρτιόμ.. Εσείς το βλέπετε..τι και να πεις. χωρίς ο ίδιος να το αντιληφθεί. Γι’ αυτό και. και προφανώς.» «Συγκλονιστικό.. αλλά εξαιτίας των ατελέσφορων ερευνών του. έρημη. Και σώπασε. Αυτά είναι όλα όσα μπορώ να σου πω»... Ακόμα κι όσοι δεν βρέθηκαν ποτέ στην επιφάνεια. αναδύθηκε και στην επιφάνεια. ε. είναι ολόισια. το αποκαλώ “μαύρη τρύπα”. στο παρελθόν. Είναι φυσικά παράξενο. Ήσυχα. ξέρεις. η σκοτεινιά δεν έμοιαζε τρομακτική. Η αίσθηση αυτή είναι σαν να κοιτάς μέσα σε θολό νερό και να μην μπορείς να ξεχωρίσεις τίποτα. Είναι κάτι που το βλέπουν πολλοί αν είναι διατεθειμένοι να κλείσουν τα μάτια και να χαλαρώσουν.. ενώ μερικές φορές καταπίνει όσους έρχονται εδώ. Όλες μου οι προσπάθειες πάνε στο βρόντο». είναι ο ουρανός.» δεν κρατήθηκε ο Αρτιόμ και μίλησε έπειτα από μια πεντάλεπτη σιωπή. Όπως τότε. φιλαράκο. κέφια έχουμε. επειδή τώρα εμπιστεύεται κι αυτός τούτη τη σήραγγα. Επειδή τώρα κι αυτός περπατά και χαμογελά. Και ξαφνικά έβγαλε ένα σιγανό επιφώνημα. «Να το.. πέτυχε!» παρατήρησε ικανοποιημένος ο Χαν. «Όχι. Η περισυλλογή του φάνηκε στον Αρτιόμ προσποιητή. Δεν υπάρχει ταβάνι. έτσι. έχοντας μισοκλείσει υπάκουα τα μάτια του. Μα αυτή η διαδρομή δεν παρουσιάζει καμιά απειλή..

θα έρθει το τρένο. μπροστά στο βάραθρο όπου τελειώνει η ίδια η πλάση. ώστε δεν είχε μείνει πια κανένα ίχνος της παραμονής τους. «Όλα αυτά όμως είναι τόσο ευμετάβλητα. «Όχι». Ίσως να είμαι τυφλός. κι αν δεν υπήρχε αυτό το βαθύ σκοτάδι και το στρώμα της σκόνης στο δάπεδο. αλλά η διάθεση αυτή μπορεί να γίνει τελείως διαφορετική. Ίσως τυφλοί να είναι όλοι οι υπόλοιποι. απάντησε ο Χαν. Εμείς πρέπει να προχωρήσουμε. Άντε. Οι άντρες φαίνονταν ανήσυχοι και έλεγαν όλο και συχνότερα ότι έπρεπε να προχωρήσουν όσο πιο γρήγορα γινόταν παρακάτω. Σίγουρα οι άντρες θα ζητήσουν να ξεκουραστούν. έντονη μαυρίλα ολόγυρα στη σήραγγα. Η Τουργκένιεφσκάγια δεν είχε κολόνες. σαν να μην είχε κατακλυστεί ποτέ από νερό και να μη γνώρισε πυρκαγιές.. είπε κι άφησε τον καρπό του Αρτιόμ. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ. ειδοποιώντας μ’ ένα μελωδικό σήμα τους ανθρώπους που περίμεναν. ούτε οι δικές σου ονειροπολήσεις.μάτια του. όχι όμως εγώ. ή. κανείς δεν εξέφρασε την επιθυμία να μείνουν εκεί για να ξεκουραστούν.» ρώτησε στο τέλος. Δεν ήταν η δική σου διάθεση. Όλα αυτά τα χρόνια σχεδόν τίποτα δεν άλλαξε εδώ. Ο Αρτιόμ προσπάθησε να προχωρήσει με τα μάτια μισόκλειστα. Το ανοιχτόχρωμο μάρμαρο με το οποίο είχαν επενδυθεί οι τοίχοι δεν διέφερε σχεδόν καθόλου από εκείνο που σκέπαζε τους τοίχους της Προσπέκτ Μίρα και της Σουχαριόφσκαγια.. έστω κι αν τώρα αυτό θα είναι δυσκολότερο». αυτοί το νιώθουν στο πετσί τους εξίσου καλά μ’ εμένα και το μυστικισμό μου. Οι άνθρωποι είχαν φύγει από δω τόσο καιρό πριν. μονάχα σκοτάδι πίσσα. κι εσύ θα το νιώσεις. Κάτι όμως μ’ . και για πολλή ώρα προχωρούσε αμίλητος. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν αισθάνονται καν αυτό που αντιλαμβάνεσαι εσύ. κι εμείς να κρατιόμαστε απ’ αυτό καθώς διασχίζουμε το λαβύρινθο. που δεν ξεχώριζες σχεδόν καθόλου την επένδυση. Διάθεση. παρά τους φόβους του Χαν. ούτε καν για να ξεκουραστούμε. χαμογελώντας βλακωδώς. Ακόμα κι ο πατριός του μίλαγε γι’ αυτό το γεγονός αμήχανα κι ευλαβικά. βγαίνουμε κιόλας στην Τουργκένιεφσκάγια! Γρήγορα φτάσαμε. Έπειτα απ’ αυτό σήκωσε απρόθυμα τα βλέφαρά του. κάτω. Οι φακοί του καραβανιού δεν ήταν αρκετά ισχυροί ώστε να διαλύσουν την καταχνιά της αίθουσας και να φωτίσουν τον απέναντι τοίχο. αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Ο σταθμός ήταν σε εκπληκτικά καλή κατάσταση. Ονειροπολήσεις. Χαμηλές αψίδες στο πάχος τοίχων είχαν σμιλευτεί στο μάρμαρο σε μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους. Όλα μαζί». Μαυρίλα πάνω. Είμαστε πολλοί εδώ πέρα. σηκώνοντας ψηλά το δάχτυλό του σαν να ήθελε να προσδιορίσει την κατεύθυνση του ανέμου. εκεί όμως οι τοίχοι και η οροφή είχαν τόση βρώμα και καπνιά.. και προς το παρόν δεν θα συμβεί τίποτα. «Τι ήταν αυτό. θα σκεφτόσουν ότι όπου να ’ναι θα κατακλυστεί από ένα χείμαρρο επιβατών. εγώ δεν είμαι οδηγός και δεν σκοπεύω να σε πάω από το χεράκι μέχρι τον Κιτάι-Γκόραντ». σκυθρώπιασε ο Χαν. «Το νιώθεις ότι αλλάζει η διάθεση. Για κοίτα. αλλά σκόνταψε και κόντεψε να βρεθεί ξαπλωμένος κατάχαμα μ’ όλη του την εξάρτυση. σαν να στεκόσουν στην ίδια την άκρη του Σύμπαντος. Εγώ βλέπω μόνο την πηχτή. προς τα κατοικημένα σημεία. Μπήκαν στο σταθμό. και μόνο ένα φωτεινό νήμα να απλώνεται κατά μήκος της σήραγγας.» παρατήρησε σιγανά ο Χαν.. «Φαντασιώσεις. γι’ αυτό και δημιουργούνταν η εντύπωση ότι πίσω απ’ τις αψίδες δεν υπήρχε απολύτως τίποτα. και ήταν δύσκολο να μην το θαυμάσεις. στα πλάγια. «Το βλέπουν σχεδόν όλοι. Εδώ όμως το μάρμαρο παρουσιαζόταν σε όλη του σχεδόν την ομορφιά. άνοιξε τα μάτια σου. «Πράγματι πρέπει να κάνουμε πιο γρήγορα. δεν έχουν όμως όλοι τους την αίσθηση της σήραγγας. Προσπέρασαν αρκετά γρήγορα το σταθμό – και.

Τούτη η σήραγγα είναι καταραμένη. πλησίασε τον Αρτιόμ και μίλησε τόσο δειλά. μαλακά βήματα. αυτό μονάχα θα σε σώσει.» Έβγαλε προσεχτικά από την τσέπη του το χάρτη που αποκαλούσε Οδηγό και. Πες του το. και ευχαρίστως. Μόλις ο Χαν απομακρύνθηκε. και το συμπαγές μαύρο παραπέτασμα πίσω από τις αψίδες δεν υποχώρησε. «Μη φοβάσαι. παρά τις πανικόβλητες μετακινήσεις του φωτός. δεν είναι καλό να στεκόμαστε εδώ. Είμαστε βέβαια πολλοί.» Πρόθυμα ο Αρτιόμ παραδέχτηκε ότι κάτι στροβιλίζεται στην ατμόσφαιρα.. Σε παρακαλώ. ενισχύοντας την παραίσθηση ότι πίσω από αυτές τις αψίδες τελειώνει η πλάση. κάτι παγερό και πολύ δυσάρεστο απλώθηκε ολόγυρα. Και όχι μάταια. πώς τόλμησε να προκαλέσει το μυστικό νόμο αυτού του μέρους. βιάστηκε να γυρίσει στη θέση του. Φαίνεται ότι κι αυτοί προσπαθούσαν να κάνουν οικονομία στις μπαταρίες τους. Άραγε απλώς το ξέχασε. «Έλα κοντά μας. Άστραψε μουντά το σκονισμένο λευκό μάρμαρο. Το πιάνεις κι εσύ αυτό. Οι σκέψεις του όμως γυρνούσαν διαρκώς στο ερώτημα πού πήγε ο Χαν.εμποδίζει να συνεχίσουμε την πορεία μας. Και τότε θυμήθηκε τα λόγια του Χαν ότι δεν ήταν δικές του αυτή η διάθεση κι αυτή η χαρά. Όλη του η ύπαρξη πάγωσε. αλλά μπορεί να συμβεί οτιδήποτε. και. του είπε κάποιος που δεν ξεχώρισε το πρόσωπό του. νεαρέ». τώρα υπήρχε καταθλιπτικό κενό και σιγαλιά. Μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου θαρρείς και μια αόρατη σκιά πέρασε ορμητικά από πάνω τους. γεροδεμένο μάγκα που τον απείλησε στη Σουχαριόφσκαγια. Ο Αρτιόμ βουβάθηκε. ή μήπως βασιζόταν στη λυκίσια διαίσθησή του. Πες του ότι πρέπει να φύγουμε. Πες του ότι φοβόμαστε. με το φόβο να τον έχει κάνει ασυνήθιστα φλύαρο. και τον Αρτιόμ τον εγκατέλειψε η αίσθηση της ηρεμίας και της σιγουριάς που τους κατείχε όλους αδιάκοπα από τη στιγμή που μπήκαν στη σήραγγα. σαν να έβαζε όλη του τη δύναμη. έσβησε για έναν άγνωστο λόγο το φακό του και.. Το πρώτο ο Αρτιόμ δεν φαινόταν να το πιστεύει.. μαντεύοντας κάποιες αμετάκλητες αλλαγές. και αργά.. παλληκάρι. Αλλά και μια φορά αρκούσε για να του θυμίζει τον έναν και μοναδικό κανόνα – να μην αποχωρίζεται .. άγνωστο γιατί. Ακούς. που εκείνος στην αρχή ούτε καν γνώρισε το μουσάτο. Όταν γίνεται κάτι τέτοιο.. έλα. καταραμένος είναι και τούτος ο σταθμός. Άνθρωπος είσαι κι εσύ. προστάζοντας τους υπόλοιπους να μην κουνηθούν από τη θέση τους. Ο Αρτιόμ δεν άντεξε και όρμησε τρεχάτος προς το μέρος των υπόλοιπων. Περίμενε εδώ για λίγο. Καθώς έκανε μερικά βήματα μπροστά για να βρεθεί κοντύτερα στην ομάδα και ν’ ακούει όλες τις συζητήσεις που γίνονταν. Αυτό το τελευταίο «σε παρακαλώ» συντάραξε τον Αρτιόμ. ότι σ’ αυτές τις σήραγγες δεν είναι να μπαίνεις μόνος παρά μόνο με παρέα. περιμένοντας όλο δυσφορία κάτι. οι άνθρωποι πρέπει να ενώνονται. Σάρωσε με το φως γύρω του όλο το μέρος· τον βάραινε η καταθλιπτική αίσθηση της παρουσίας κάποιου πράγματος.» Και στρέφοντας το βλέμμα του αλλού. «Άκου.. Στο κεφάλι του. άλλωστε του ίδιου του Χαν του ξέφυγε ότι ανάλωσε τρία χρόνια από τη ζωή του στη μελέτη και την παρατήρηση αυτού του παράξενου μέρους. όπου μόλις πριν από λίγο μια μικρή ορχήστρα έπαιζε ζωηρά εμβατήρια. και το είχε πει και στον Αρτιόμ. βάλθηκε να συζητά με τους άντρες του καραβανιού τα όσα πέρασε. του προκάλεσε μια δυσάρεστη έκπληξη. γιατί δέκα λεπτά τώρα ούτε φαίνεται ούτε ακούγεται πουθενά. ξεχώρισε ένας από τους άντρες της ομάδας που στέκονταν μπροστά. και δεν εξαρτιόταν απ’ αυτόν η αλλαγή της κατάστασης. Άλλωστε ο Χαν ήξερε θαυμάσια κι ο ίδιος. άνθρωποι κι εμείς. ακούγονταν μονάχα οι απόηχοι του ανέμου που στροβιλιζόταν στις σήραγγες που απλώνονταν εμπρός τους. χάθηκε μέσα στο σκοτάδι. κάνοντας μερικά μεγάλα. Πώς λοιπόν απομακρύνθηκε από κοντά τους. κατάλαβε ξαφνικά ότι δεν είχε μείνει πια ούτε ίχνος από την προηγούμενη χαρούμενη διάθεσή του..

«Είχαμε την τύχη να φύγουμε σε ευνοϊκή στιγμή. Ο Οδηγός δεν με άφησε να κάνω το επόμενο βήμα. γι’ αυτό ας μην ταράζουμε μάταια την ατμόσφαιρα.. και να φοβάται να μπει μόνος του σε σήραγγα. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε πια είναι να προχωρήσουμε μπροστά. Για μια ακόμα φορά ο Χαν του φαινόταν παράφρων.. το βλέμμα μου δεν εισχωρεί στο βάθος. Αυτό είναι κατάμαυρο! Είναι ο θάνατος!» ψιθύρισε ο Χαν και κούνησε το χάρτη. Από τη μια μεριά τα όσα ήξερε ο Χαν για τούτες τις σήραγγες ..» ρώτησε αμήχανα κάποιος. όχι όμως σ’ αυτή τη σήραγγα. Φύγαμε!» είπε στον Αρτιόμ και. έπειτα σκαρφάλωσε κι αυτός στην άκρη της αποβάθρας. Εκεί μπροστά είναι ο θάνατος».» Ο Αρτιόμ κοίταζε με τόση ένταση το σημαδάκι πάνω στο σχεδιάγραμμα. «Διάβολε! Δεν έχουμε καθόλου χρόνο. Δεν πρόλαβε όμως ο Αρτιόμ να καλοσκεφτεί τι θα μπορούσε να είχε συμβεί στον προστάτη του εκεί μπροστά. σ’ οδηγεί στο θάνατο! Δεν θα πάμε από την αριστερή σήραγγα!» Ακούστηκαν κάμποσες φωνές που τον υποστήριζαν.. αυτό είναι κακοσημαδιά. Για πάντα. «Στραβάδι! Γίνεται να μη βλέπεις τίποτα. «Βλέπεις. Αλλά τώρα εκεί μαζεύεται καταχνιά και θα ξεσπάσει θύελλα. «Αφού όλοι ξέρουν ότι δεν μπορείς να πας από την αντίθετη σήραγγα αν η δική σου είναι ελεύθερη. τον διαβεβαίωσε ο Χαν κοιτώντας πίσω του. αφού πρώτα πέταξε το σάκο του. Ο Αρτιόμ κοκκάλωσε αναποφάσιστος. Κάτι κρύβεται εκεί.» «Ακόμα δεν τους κυρίευσε η φρίκη». «Έχετε δίκιο! Πρέπει να κινηθούμε προς τα εμπρός. που πόνεσαν τα μάτια του. αλλά δεν είχε το θάρρος να το ομολογήσει στον Χαν. «Εγώ θα πάω από την παράλληλη σήραγγα. Έι!» φώναξε γυρνώντας στους υπόλοιπους.. και του Αρτιόμ του φάνηκε ότι η βραχνή. «Δεν θέλουν να στέκονται άλλο εδώ. ειδάλλως αναπόφευκτα θα εξαφανιζόμουν μέσα σ’ αυτό. Ακούστε!» απευθύνθηκε προς την ομάδα.. σταθερή φωνή του τρεμούλιαζε καθώς συνέχιζε: «Κι εσένα σου είναι άγνωστη προς το παρόν η φρίκη.» ρώτησε απορημένος ο Αρτιόμ τον Χαν. Εγώ νιώθω φρίκη. και δεν ξέρω τι ακριβώς μας περιμένει εκεί. Κοίτα!» Με μια γρήγορη κίνηση έβαλε το χάρτη μπροστά στα μάτια του. Δεν μπορούμε να πάμε παρακάτω. όταν ο Χαν ξεφύτρωσε αθόρυβα πλάι τους και οι άντρες ζωντάνεψαν. Έφριξα επειδή βυθίστηκα στο σκοτάδι πέρα από το σταθμό. Είναι όμως σκοτεινά.ποτέ τους άλλους. αλλά στην παράλληλη – ίσως να είναι ακόμα ελεύθερη. Δεν μπορούσε να είχε συμβεί αυτό και στον Χαν. Κι όσο πιο γρήγορα γίνεται!» «Ε. Δεν μπορούμε όμως να πάμε απ’ αυτό το δρόμο. Δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα το ξεχωριστό. Στους άλλους αφήνω γεια. «Θα διασχίσουμε το σταθμό και θα πάμε από την παράλληλη σήραγγα. Ας προχωρήσουμε γρήγορα». σε βαθμό που να τον πιάνει ρίγος και να τον περιλούζει κρύος ιδρώτας. Φώτισε λοιπόν εδώ! Κοίτα τη διαδρομή από δω ως τον Κιτάι-Γκόραντ! Δεν παρατηρείς τίποτα. «Γιατί αυτό. να τι πρέπει να κάνουμε. Η ομάδα χτυπούσε τα πόδια καταγής. Ο Αρτιόμ κάρφωσε πάνω του έντρομος το βλέμμα του. αλλά από τον τρόμο έχασε τα λογικά του. Θυμήθηκε την ιστορία του Ζένκα για τον άνθρωπο που τόλμησε να μπει μόνος του στη σήραγγα. «Τότε λοιπόν πώς θα προχωρήσουμε. τον παρακάλεσε ο Αρτιόμ. όχι!» ξέσπασε αναπάντεχα κάποιος από την ομάδα. «Τώρα πια όμως δεν μπορούμε ούτε να γυρίσουμε πίσω!» ψιθύρισε ο Χαν. Όποιος με πιστεύει μπορεί να έρθει μαζί μου. σκυθρώπιασε δυσαρεστημένος ο Χαν. «Κι εγώ νιώθω κάτι εδώ πέρα. Φοβούνται. «Φαίνεται πως είναι το τοπικό φολκλόρ». κι ωστόσο επιβίωσε. Και να θυμάσαι πως δεν πετάω στην τύχη τέτοια λόγια. ούτε και δυνάμεις για να τους μεταπείσουμε.

απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από τον Χαν. Το σημαδάκι που του έδειχνε στο σχεδιάγραμμα του Οδηγού δεν ήταν μαύρο. προκαλώντας όχι μόνο τους ανθρώπους της ομάδας. Ο Αρτιόμ τόλμησε επιτέλους να σηκώσει το κεφάλι και να καρφώσει το βλέμμα του στις διασταλμένες κόρες του Χαν. ενώ τον ίδιο τον άρπαξε από τη μέση και τον τράβηξε πίσω. κι η πτήση του διήρκεσε γι’ αυτόν ατέλειωτα δευτερόλεπτα. Με εξίσου βλακώδη αμηχανία είδε το μουστακαλή με το σακάκι από καραβόπανο που τον κρατούσε απαλά από τον ώμο. αλλά ο Αρτιόμ απομακρυνόταν αργά. Από την άλλη όμως δεν υπήρχε αυτός ο απαράβατος νόμος των καταραμένων σηράγγων να τις διασχίζουν όσο γινόταν περισσότεροι. Ο Αρτιόμ είχε την εντύπωση ότι όλα όσα συνέβαιναν εκτυλίσσονταν υπερβολικά αργά. με μικρά βήματα. κάλυψε με δυο δρασκελιές την απόσταση που οι άλλοι είχαν προλάβει να διανύσουν. Μήπως κατάλαβε ήδη αρκετά και διαισθάνεται αυτή τη φύση. σαν να υπερνικούσαν την αντίσταση ενός συμπαγούς υλικού. Η ομάδα προχώρησε μπροστά. να σωριάζεται βαριά καταγής. φοβόταν μήπως διακρίνει μέσα του τις προηγούμενες σπίθες της τρέλας που το διαπερνούσαν πού και πού και τόσο τον τρόμαζαν κάθε φορά. από την αποβάθρα. μέσα στη μαυρίλα της νότιας σήραγγας. νεαρέ. έλα μαζί μας να σωθείς. «Άντε λοιπόν! Τι χασομεράς. μην πας μ’ αυτό τον άχρηστο!» ακούγονταν φωνές από παντού. και του φαινόταν ότι μπορούσε να τον εμπιστευτεί. «Πάμε! Άσ’ τον να ψοφήσει μόνος του. Δώσ’ μου το χέρι σου!» Σκύβοντας στο ένα γόνατο.και γενικά για το μετρό ξεπερνούσαν τα όρια της ανθρώπινης αντίληψης. Η έννοια των λέξεων έφτανε με δυσκολία στ’ αυτιά του. ο Χαν του άπλωσε το χέρι. πλησίαζε όλο και περισσότερο τους ανθρώπους που χτυπούσαν τα πόδια τους χάμω. με το βλέμμα πάντα καρφωμένο στο δάπεδο. που να σε πάρει ο διάολος!» ξεφώνιζε πια ο Χαν. «Έλα. Καταλαβαίνει άραγε ο Χαν πού πηγαίνει. και η . παρά μονάχα απόγνωση και θανάσιμη κούραση. «Ηλίθιε! Θα ψοφήσεις κι εσύ μαζί μ’ όλους αυτούς! Κι αν εσύ έχεις τη ζωή σου γραμμένη στα παλιά σου τα παπούτσια. κι αφού αντιστάθηκε για μια στιγμή αφέθηκε να συρθεί πίσω από τους υπόλοιπους. Ο Αρτιόμ ήταν έτοιμος να ορκιστεί πως ήταν ανοιχτό πορτοκαλί. τι έπαθες. αλλά και την ίδια τη φύση της σήραγγας. Και τότε ο Χαν αποσπάστηκε με αναπάντεχη ευκολία από το έδαφος και μ’ ένα ορμητικό άλμα βρέθηκε στις γραμμές. όπως και όλη η υπόλοιπη γραμμή. Από τη στιγμή όμως που τον άρπαξε ο Χαν η πορεία του χρόνου επιταχύνθηκε ξανά. Δυσκολεύεσαι. επειδή μόνο έτσι μπορούσε κανείς να ελπίζει σε επιτυχία. Ο Αρτιόμ λαχταρούσε τώρα να αποφύγει το βλέμμα του. Το ερώτημα όμως ήταν: Ποιος είναι πράγματι τυφλός. Κοντοστάθηκε γεμάτος αμφιβολίες. οδηγώντας τον πίσω από την ομάδα. αλλά εκείνη τη στιγμή ένα χέρι ακούμπησε στον ώμο του και τον τράβηξε προς το μέρος του. και μ’ ένα άγριο χτύπημα ξάπλωσε χάμω τον άντρα που κρατούσε τον Αρτιόμ. σκέψου τουλάχιστον την αποστολή σου!» αντήχησαν σε πείσμα της ομάδας τα λόγια του Χαν. Το χέρι σου! Δώσ’ μου το χέρι σου. Με βουβή απορία παρατήρησε πάνω από τον ώμο του το άλμα του Χαν. Προχωρούσαν εκπληκτικά αργά. Δεν καταλαβαίνεις ότι η καθυστέρηση μας σκοτώνει. αυτός θέλει να σε σύρει στον τάφο μαζί του!» άκουσε ο Αρτιόμ. «Έλα. σαν να κινούνταν μέσα στο νερό. δυσκολευόταν να σκεφτεί. Μέσα τους όμως δεν υπήρχε ούτε το ελάχιστο σβησμένο καρβουνάκι της τρέλας.

να κουνιέται άσκοπα σαν σαλιγκάρι κάτω από μια μπότα που .62 χιλιοστών. Σύρθηκε ως τα σακίδια κι άρχισε να βγάζει από ένα απ’ αυτά το παλιό του όπλο. και ο Χαν τον ακολούθησε. αυτό σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά. Φευγάτε». ακούγοντας τον ήχο του χτυπήματος. ενώ από την άλλη μεριά ο τοίχος κοβόταν. αλλά το φως του τους χτυπούσε ίσια στα μάτια και ήταν δύσκολο να προσδιορίσουν ποιος τους καταδίωκε. κρατώντας τον πίσω του και σκεπάζοντάς τον με το σώμα του.» ακούστηκε βροντερή η φωνή του Χαν. σέρνοντας πίσω του τον Αρτιόμ. Ενώ ο Αρτιόμ κοιτούσε ολόγυρα. Στο προτεταμένο χέρι του Χαν κουνιόταν γυαλίζοντας μουντά το ολοκαίνουργιο αυτόματο του Αρτιόμ. το μάρμαρο σκέπαζε ολόκληρο το σταθμό – μόνο τρεις φαρδιές αψίδες που έβγαζαν στις σκάλες προς το σταθμό Τσίστιγιε Προυντί. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα ο Χαν ήταν ήδη ξαπλωμένος μπρούμυτα στο δάπεδο και σκόπευε την πηγή του φωτός. ήταν χτισμένες με γκρίζα τσιμεντένια μπλοκ. ο Χαν διέσχισε με γρήγορα βήματα την αίθουσα. Η αίθουσα της Τουργκένιεφσκάγια δεν είχε μεγάλο μάκρος. Μάζεψε τα πράγματά του και προχώρησε στο σκοτεινό άνοιγμα. Αν και ογκώδες κι άβολο. αφού έτσι κι αλλιώς θα πεθάνετε σε λιγότερο από μία ώρα. κι ο Αρτιόμ πρόλαβε πάλι να σκεφτεί ότι. μάλλον σήκωναν από κάτω το μουστακαλή που έβγαλε νοκ άουτ ο Χαν. Έκαναν ήδη τα πρώτα βήματα προς το μέρος του Χαν σηκώνοντας τις κάνες των όπλων τους. «Λίγο ακόμα και θα βαρεθώ να σε γλυτώνω. όταν εκείνος πισωπάτησε μαλακά στο πλάι. Ο σταθμός ήταν τελείως έρημος. δεν έβλεπες ούτε αρουραίους ούτε κατσαρίδες. δεν υπήρχαν ίχνη ανθρώπων. Παρατάτε μας. και ο Αρτιόμ εξεπλάγη ακόμα μία φορά με την ταχύτητα με την οποία αντιδρούσε ο σύντροφός του στον κίνδυνο. είπε με εκνευρισμό που δεν κρυβόταν. σφίγγοντας πάνω του με το ένα χέρι τον Αρτιόμ. που εξακολουθούσε να βρίσκεται σε έκσταση. πρόφερε βραχνά ο Χαν. Ελάχιστα κιτρινισμένο από την πολυκαιρία. ξάφνου ένα αδύναμο φως χτύπησε τις πλάτες τους. Μόνο τότε ο Χαν άφησε το αυτόματο και πρόσταξε απότομα τον Αρτιόμ ν’ ανέβει στην αποβάθρα. αυτόν που οι Κόκκινοι μετονόμασαν αργότερα σε Κίροφσκάγια. και λίγοι ήταν αυτοί που κατάφερναν να τη βγάλουν καθαρή με τέτοιες τρύπες στο κορμί τους. στη μνήμη του ήρθε η συζήτηση με τον Μπουρμπόν. «Τι τρέχει. αυτό σίγουρα θα το είχαν ήδη κάνει από καιρό. αν ήθελαν να τους σκοτώσουν. ένιωσε το χέρι του Χαν να τρέμει σαν να τον είχε πιάσει ρίγος. σου σκάρωνε όμως άψογα κάτι τρύπες των 7. ένας μαρμάρινος τοίχος. Αριστερά υπήρχε ένα αδιέξοδο.αντίδραση των άλλων στο συμβάν όταν. στο δάπεδο δεν σερνόταν το παραμικρό πράγμα. Με μια μικρή καθυστέρηση κυλίστηκε στο έδαφος και ο Αρτιόμ. στο φως του φακού και εκτεθειμένος στο στόχαστρο. και η ομάδα άρχισε να κινείται προς την είσοδο της νότιας σήραγγας· αποφάσισαν να μην μπλεχτούν σε καβγάδες. ακόμα και μέσα από το αμπέχονό του. όσο αυτό μπορούσε να φανεί στο φως του φακού. αν δεν υπάρχουν αρουραίοι. Ενώ είχαν ήδη αφήσει τα πράγματά τους στην άκρη της αποβάθρας και ετοιμάζονταν να πηδήσουν στις γραμμές. ώσπου οι φιγούρες των αναποφάσιστων ανθρώπων να μεταλλαχτούν σε θαμπές σιλουέτες και ν’ αρχίσουν να χάνονται μέσα στο σκοτάδι. Έγινε κάποια φασαρία. που ισχυριζόταν ότι δεν πρέπει να φοβάται κανείς τους αρουραίους γιατί. Ο φακός δεν ήταν μεγάλης ισχύος. Πιάνοντάς τον από τον ώμο. από ένα σιδερένιο πορτάκι. νεαρέ μου φίλε». έλεγε υποχωρώντας βήμα το βήμα προς το κέντρο του σταθμού. «Δεν βλέπω γιατί να σας σκοτώσω. ωστόσο ο Αρτιόμ. Με αρκετή σαφήνεια φαντάστηκε πώς έδειχνε από το πλάι – να σέρνεται αβοήθητος κατάχαμα. γύρισαν να κοιτάξουν πίσω τους φάνηκε σχεδόν αστραπιαία. Υπάκουα ο Αρτιόμ σκαρφάλωσε στην αποβάθρα. «Φευγάτε».

με την κάνη προτεταμένη. και πίσω του ο Χαν με τον Αρτιόμ–. εμπιστοσύνη. εκεί που προχωρούσαν μια χαρά. Εσείς άλλωστε λέγατε ότι όποιος θέλει μπορεί να έρθει μαζί σας. Φαίνεται όμως ότι ο επισκέπτης υπάκουσε. Ο υπολογισμός του αποδείχτηκε σωστός: Στα δεκαπέντε βήματα μπροστά του. Όσο ξαφνικά ακούστηκε. επειδή μετά την πρώτη ακολούθησε και δεύτερη εντολή του Χαν. εγώ σε πιστεύω».. Ο φακός έτρεμε στα χέρια του. «Δεν είναι ανάγκη να ρίξετε». ξεχνώντας ακόμα και να ρίξει στο πλάι το φως. θα κειτόταν ήδη μέσα σε μια λίμνη αίματος δίχως να προλάβει να βγάλει το αυτόματό του. Αν κάνεις κανένα ηλίθιο αστείο. Ο μουσάτος κλότσησε το πεσμένο στο δάπεδο περίστροφό του προς το μέρος του Χαν. γρήγορα!» Το σίδερο κουδούνισε πάνω στο γρανιτένιο δάπεδο. που λεγόταν Τουζ. και κρύφτηκε μέσα σε μιαν αψίδα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι ακόμα δεν μπορούμε να πούμε αν εμείς είχαμε δίκιο». Προχώρησαν βιαστικά παρακάτω. αν ήθελαν να τον σκοτώσουν.. δεν θα σου βγει σε καλό». Ποιος ξέρει γιατί».. παραμορφωμένο από ένα μορφασμό φρίκης. έφυγαν όλοι. Ο Αρτιόμ σηκώθηκε από κάτω και τον πλησίασε. θέλω να προσπαθήσω μαζί σας». φίλε μου. Τώρα ήταν έτοιμος να ριχτεί στον άγνωστο από τα πλάγια και να τον σφάξει με τη σειρά του αν εκείνος πυροβολούσε πρώτος. Ο Τουζ γύρισε έντρομος και τους κοίταξε. Κι όμως. απαντώντας στη βουβή ερώτηση. κούνησε το κεφάλι του ο Χαν. ιδρώτας που μαζευόταν σε χοντρές σταγόνες στο πρόσωπό του. στη δεξιά διαδρομή.» «Πάρε από δω το φως!» απαίτησε ο Χαν. που δόθηκε με λιγότερη ένταση: «Ωραία! Και τώρα άσε κάτω το όπλο. Υπό τον όρο ότι τώρα αμέσως θα μου παραδώσεις όλο σου τον οπλισμό. κύλησε στο πλάι βγαίνοντας από τη ζώνη του πυρός. με την πλάτη γυρισμένη σ’ εμάς!» Δυο λεπτά μετά την είσοδό τους στη σήραγγα. καθώς φωτιζόταν από κάτω. «Γρήγορα. πήδα στις γραμμές. ερχόμενο από πολλά μέτρα βαθιά μέσα από τη γη. Οι άλλοι έφυγαν κιόλας. Εγώ. χωρίς να πάψει να τον σημαδεύει. δεν . εντυπωσίασε τον Αρτιόμ περισσότερο κι από την κραυγή που ακούστηκε. «Δεν μου εμπνέεις όμως. «Μη ρίχνετε!» αντήχησε μια φωνή. τον ενθάρρυνε ο Χαν κοιτώντας τον εξεταστικά. πρόσθεσε κοροϊδευτικά. και το πρόσωπό του.. ο Αρτιόμ παρατηρούσε πάνω του όλο και περισσότερες ενδείξεις κούρασης. είπε στον Χαν. Εγώ όμως έμεινα. στεκόταν με τα χέρια σηκωμένα ψηλά ο ίδιος εκείνος μουσάτος με τον οποίο λογομάχησαν στη Σουχαριόφσκαγια. Ναι. καθώς κινούνταν προς τα εμπρός σχηματίζοντας ήδη ένα τρίγωνο –πέντε βήματα μπροστά ο μουσάτος.. «Οι υπόλοιποι χάθηκαν. Επιτρέψτε μου να έρθω μαζί σας. ξάφνου από τα δεξιά. τους παρακάλεσε ακόμα μία φορά με τρεμάμενη φωνή. «Ναι». «Έξοχη διαίσθηση». «Το πιάνω κι εγώ ότι κάτι υπάρχει εκεί. αντήχησε ένα πνιχτό ουρλιαχτό. «Τον κρατώ!» φώναξε. εκμεταλλευόμενος το κόμπιασμα του άλλου για να αποτραβηχτεί πίσω από μια κολόνα και να βγάλει το φακό του. ακανόνιστο βήμα. Στη σήραγγα θα πηγαίνεις μπροστά από εμάς. φωτισμένος από το φως που ερχόταν από την αψίδα (ο Χαν είχε αναλάβει πρωτοβουλία). Στάσου εκεί. «Δεν είναι ανάγκη. Χέρια που έτρεμαν ελαφρά. Κοιτώντας κάπου κάπου τον προστάτη του. «Δεν σκόπευα να σας επιτεθώ.. σύρθηκε από το πλάι και βρέθηκε στην αίθουσα. Ο Αρτιόμ κατάφερε επιτέλους ν’ αδράξει το όπλο του. «Προχώρα μπροστά με τα χέρια ψηλά!» κραύγασε ο Χαν. «Ωστόσο θα εξετάσουμε την πρότασή σου. και ο Αρτιόμ.χαμηλώνει από πάνω του. κι άφησε προσεχτικά πλάι του κάμποσους εφεδρικούς γεμιστήρες. τόσο ξαφνικά κόπηκε.

το παιχνίδι τελείωσε». σαν λύκος. Κι όμως. αν Αυτό προφτάσει το μικρό απόσπασμα. πάει. «Το πιάνεις.τι για τον Αρτιόμ. Σκεπτόμενος ότι αναλώνονται οι δυνάμεις του συντρόφου του. «Περίεργο. Τώρα ο μουσάτος πήγαινε πλάι τους. κατέληξε και αμέσως πήρε δρόμο. κούνησε το κεφάλι του ο Χαν.. Μου φάνηκε ότι είχες κάποια ελάχιστη ικανότητα να ακούς τη σήραγγα.. Πήγαιναν έτσι κάπου δέκα λεπτά.τι ακριβώς βρήκε εκείνους τους έξι και τους υπόλοιπους τολμηρούς και τους ηλίθιους που μπήκαν στη σήραγγα μόνοι τους ή κάποια μοιραία στιγμή.. θα χανόταν οπωσδήποτε μέσα στη δεξιά σήραγγα.. όλα δείχνουν ήσυχα». «Όχι. περνούσαν από το μυαλό του . Αυτό όμως άσ’ το σ’ εμένα». θα εξαφανιζόταν χωρίς ν’ αφήσει κανένα ίχνος πίσω του. Πέρασαν δέκα λεπτά μέχρι να νιώσει στην πλάτη του Αυτό. δεν ήταν κύμα. πρόσθεσε.. ήταν πολλοί οι άντρες εκεί – γύρω στους έξι ή τόσοι περίπου. Έστησε αυτί και τέντωσε τη μύτη του ανήσυχα. εκείνη η διαδρομή ανάμεσα στην Τουργκένιεφσκάγια και τον Κιτάι-Γκόραντ ήταν πορτοκαλιά – ακριβώς. τους καταδίωκε βήμα το βήμα. Εκείνη τη στιγμή κάτι τον πλημμύρισε. Μα μπορούσε αυτή η σαχλαμάρα να τον βοηθήσει. Ήταν κάτι μαύρο. Ο Αρτιόμ κάρφωσε αμήχανος πάνω του το βλέμμα του. Η βασίλισσα μένει εκστατική».. τότε περιμένει και το απόσπασμα ό. γιατί έτρεχαν χωρίς να παίρνουν ανάσα. Και πράγματι. Φαινόταν μάλιστα αστείο ότι ένα κομματάκι χρωματισμένο χαρτί. «Τι διαίσθηση!» εκτίμησε έπειτα από μισό λεπτό.. Ο Αρτιόμ όρμησε μπροστά. σταματώντας απότομα και κοιτώντας τον Χαν. απάντησε εκείνος στήνοντας αυτί. Ο Χαν όμως ήξερε. Φούρκα επειδή ο προστάτης του αποφάνθηκε μ’ αυτό τον τρόπο για τον άξεστο μουσάτο φτωχοδιάβολο. Αυτό τους ακολουθούσε καταπόδας. που λίγες ώρες πριν είχε κοντέψει να τους ξεκάνει και τους δυο. «Μένουμε εκστατικοί.. και σχεδόν αναγκάστηκε να τρέξει για να μη μείνει πίσω απ’ τους άλλους. και μάλιστα όσο γίνεται γρηγορότερα». έγνεψε να μην κάνουν θόρυβο και γύρισε προς το σημείο απ’ όπου είχαν έρθει. σκοντάφτοντας στις τραβέρσες. πορτοκαλιά. κι όλη αυτή την ώρα ο Αρτιόμ αδυνατούσε να καταλάβει γιατί βιάζονταν τόσο.περπατούσαν πολλή ώρα.. Ίσως.. Η πορεία αυτή ήταν για κείνον πολύ πιο εξαντλητική απ’ ό. μια ασαφής αντίληψη του τι συνέβαινε εδώ... Αν ο Αρτιόμ αφηνόταν ν’ ακολουθήσει το καραβάνι. «Έρχεται προς τα εδώ. και δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι κάτι τους καταδίωκε.» ρώτησε με ενδιαφέρον τον Αρτιόμ. μια μαύρη θύελλα που έσπερνε την ερήμωση. Ζήλια. άγνωστο γιατί. διαβεβαίωσε τον Τουζ γυρνώντας προς το μέρος του. Ή μήπως ήταν μαύρη.. «Πρέπει σίγουρα να το συζητήσουμε λεπτομερέστερα αν βγούμε από δω μέσα. επειδή ο ίδιος δεν ένιωθε τίποτα απολύτως. ήξερε! Είτε το είχε μαντέψει ο ίδιος. Αυτή η καταθλιπτική αίσθηση του κινδύνου που πλάκωνε την Τουργκένιεφσκάγια ακόμα και δαγκάνες αστακού θα έκανε να χαλαρώσουν. Εσύ δεν ακούς τίποτα. Πρέπει να τρέξουμε! Αν μας κουκουλώσει. όταν εκεί μέσα λυσσομανούσαν διαβολικές θύελλες και σάρωναν οτιδήποτε ζωντανό. θα έβρισκε ένα μυστηριώδη θάνατο. και θα ’θελε να κάνει κάποιο σαρκαστικό σχόλιο σχετικά με τα ταραγμένα νεύρα του. Προσβολή. είτε πράγματι του το είχε πει ο μαγικός Οδηγός. ο νεαρός δεν μπόρεσε να μη συλλογιστεί ξανά ότι ο Χαν σ’ αυτή την περίπτωση είχε δίκιο. Κι αν δεν τα καταφέρουν. «Τι είναι αυτό. ότι τον έσωσε. Πίσω μας». «Έχεις δίκιο».. αφού πίσω τους μέσα στη σήραγγα επικρατούσε ερημιά και ησυχία. Τέτοιες εικασίες.» ρώτησε ο Τουζ. Μήπως αυτή η ικανότητα δεν σου έχει αποκαλυφθεί πλήρως... Κι όμως. Πρέπει να προχωρήσουμε. κουνώντας γρήγορα τα κοντά του ποδαράκια και βαριανασαίνοντας. Δεν λειτούργησε ο σιδηρούς κανών. ήταν μάλλον θύελλα. «Κυλά πίσω μας σαν κύμα. Προς έκπληξή του όμως ο Χαν κοκκάλωσε επιτόπου.

σαν να του έβγαλαν ένα δόντι – απομένοντας σαν κεραυνοβολημένος. τόσο ανόητη και παράλογη. κι όλα αυτά του προκαλούσαν πια όχι τρόμο για το μαύρο κενό πίσω τους. που οφειλόταν στις προσωπικές τους φοβίες και στις παρανοϊκές φαντασιώσεις. κι εκεί που για ένα δευτερόλεπτο φάνηκε πως θα κατάφερναν να ξεφύγουν από την ανελέητη καταδίωξη. έφτασε ως εσένα. αλλά. Γι’ αυτό κι ένιωσε κάποια απογοήτευση όταν ο Χαν όρμησε πίσω και μ’ ένα γερό τράβηγμα έστησε το μουσάτο στα πόδια του. δίχως να απαντά πια στις ερωτήσεις του Αρτιόμ. ο Τουζ σκόνταψε σε μια τραβέρσα και κουτρουβάλησε καταγής με το πρόσωπο και τα χέρια του να πλημμυρίζουν στο αίμα. αλλά ξαφνικά κυριεύτηκε από μια τέτοια αντιπάθεια για τον Τουζ. ότι λαχταρούσε να στείλει στο διάολο αυτό τον κοντοπίθαρο τσανακογλείφτη παρέα με την έξοχη διαίσθησή του. με την περισσότερο από περιφρονητική στάση του τόσο απέναντι στη ζωή των άλλων. ο Αρτιόμ ψηλαφούσε τώρα με την άκρη της γλώσσας του τη λακκουβίτσα που είχε σχηματιστεί. ανάκατες με κακία και εκνευρισμό. τελείως ακίνδυνη. χάθηκαν όλα. Τώρα το τρέξιμο είχε γίνει πολύ πιο δύσκολο. και αφύσικα γρήγορα θα κοπεί η επιθανάτια κραυγή σου. θα σε μαστιγώσει και θα σε κάνει χίλια κομμάτια. Για να τον ακολουθήσει ο Αρτιόμ αναγκάστηκε να τρέξει. Σε κλάσματα του δευτερολέπτου δεν θα υπάρχεις πια σε τούτο το Σύμπαν. που ήταν φαρδύς πλατύς ξαπλωμένος στις γραμμές και βογγούσε πνιχτά. ο Χαν τους έσυρε πίσω του. Λόγω της αδράνειας πρόλαβαν να κάνουν καμιά δεκαπενταριά βήματα ακόμα. Ο Αρτιόμ αηδίασε μ’ αυτή τη σκέψη. έπειτα το επόμενο και ούτω καθεξής. φάνταζε τώρα στον Αρτιόμ τόσο γελοία. ενώ εκείνος τον έπιασε από το άλλο. Ακόμα και τα ίχνη της κούρασης που ο νεαρός νόμισε πως είχε δει πάνω σ’ αυτό τον άνθρωπο είχαν πια χαθεί. συνειδητοποιώντας ότι ο μουσάτος ήταν πεσμένος κάτω. Το μακρύ. Εκείνος πήρε είδηση το βλέμμα του και τα κατάλαβε όλα. καθαρή. ώστε η φωνή της συνείδησης σίγησε ολότελα. και δεν είχε κανένα χέρι ελεύθερο για να το συγκρατεί. δεν θα δίσταζε να τον παρατήσει μέσα στη σήραγγα σαν ένα άχρηστο φορτίο και να προχωρήσουν βιαστικά παρακάτω.» αναστέναξε. Όλη αυτή η φασαρία. Ο μουσάτος βογγούσε κι έσφιγγε τα δόντια του από τον πόνο στο κάθε βήμα. Κρυφά μέσα του ο Αρτιόμ πίστευε ότι ο Χαν. «Πρέπει να κάνουμε πιο γρήγορα!» είπε βραχνά ο Αρτιόμ συνεχίζοντας να περπατά. έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται ότι δεν ήθελε να σταματήσει και να γυρίσει πίσω. και κοίταζε ανήσυχος τον Χαν. απλά και μόνο η σήραγγα. Τώρα όμως οι σκέψεις αυτές δεν έκαναν τον Αρτιόμ να παραλύει. «Προτού να είναι αργά!» Ο Χαν τάχυνε κι άλλο το βήμα του. και τώρα. αλλά το μόνο που ένιωθε ο Αρτιόμ γι’ αυτόν ήταν ένας ολοένα αυξανόμενος εκνευρισμός. Τον συνέθλιβε η επίγνωση του γεγονότος ότι αργοπορούσε να πάει κάπου. και να προχωρήσει παρακάτω πριν Αυτό σκεπάσει και τους ίδιους. όσο και απέναντι στο θάνατό τους. που δεν άντεξε . βαρύ αυτόματο τον χτυπούσε στα πόδια. Κι ο θάνατος που βρίσκεται δίπλα σου να σταματήσει και να σε περιμένει μια στιγμή.. και ο Αρτιόμ. Πίσω τους δεν υπήρχε πια τίποτα. Διατάζοντας τον Αρτιόμ με μια φωνή που δεν σήκωνε απειθαρχία να κρατήσει από το ένα μπράτσο τον Τουζ που κούτσαινε. που η θέση της στη συνείδησή του έμεινε ασυνήθιστα κενή. στη διαίσθηση. κι αυτός τις συσσώρευε για να κάνει ένα ακόμα βήμα. στεγνή. αμίλητος. ελεύθερη. του έδιναν δύναμη. και κάτι θηριώδες διέτρεχε πάλι την όψη του. Η αίσθηση του κινδύνου έπαψε τόσο ξαφνικά. η υπερβολική πίστη σε κάποιες ξεχωριστές αισθήσεις. «Τι τρέχει. αλλά οργή και πείσμα.. άδεια.Αρτιόμ σε μια φλεγόμενη γραμμή. «Άσχημα τα πράγματα! Άρα είναι πια πολύ κοντά». και πάλι θα σε προφτάσει η μοχθηρή θύελλα. Και ξαφνικά εξαφανίστηκαν. έκανε μεγάλες δρασκελιές.

«Ταξιδιάρηδες-αλανιάρηδες!» έκανε ρίμα ο αγριάνθρωπος και χλιμίντρισε δυνατά. ε. φαρδιές πλάτες κάτω από φαρδιά σακάκια από φθαρμένο δέρμα. πάνω σε μια σιδερένια σκαλίτσα. δεν με παρατήσατε. Στο σταθμό μπορούσαν να μπουν περνώντας μόνο από τη στενή διάβαση και την πόρτα στην οποία κατέληγε η σκαλίτσα.» Και προχώρησε μόνος του μπροστά. όμοια με στολή – όλα αυτά θα μπορούσαν να μοιάζουν αστεία. Μόνο τότε ο Αρτιόμ κατάλαβε ότι ήθελαν καμιά πενηνταριά βήματα για να φτάσουν στο σταθμό.. Ο Χαν τους περίμενε στην είσοδο. δεν κατάφερε να ξεχωρίσει από την κουβέντα τους ούτε μια λέξη της προκοπής. αλλά έπειτα χαμογέλασε κι αυτός και βάλθηκε να γελά. και στο τέλος ξεστόμισε ένα: «Τι τρέχει. στην αρχή τον κοίταξε απορημένος. να κάνουν εκείνα τα πενήντα βήματα. ξεπλυμένα γκρίζα μάτια. ενώ στο τέταρτο σκαμνί ήταν απλωμένη μια τράπουλα και οι τραμπούκοι έριχναν με πλατιές χειρονομίες πάνω στο σκαμνί τα χαρτιά.. που είχε σταματήσει πλάι του. που στεκόταν πλάι του. κοιτώντας από την κορφή ως τα νύχια τον Χαν και τον Αρτιόμ. «Ταξιδιώτες είστε. Είχε κιόλας προλάβει να καπνίσει ένα στριφτό τσιγάρο ώσπου οι άλλοι δυο. πατώντας κατάχαμα τη γόπα και σηκώνοντας τους ώμους του. προκάλεσε κάποια δυσαρέσκεια στον Αρτιόμ. Ακριβώς μπροστά από την είσοδο του ΚιτάιΓκόραντ οι γραμμές ήταν φραγμένες από μια στοίβα σακιά με άμμο που έφταναν στο ύψος ενός ανθρώπου. όταν ο Τουζ βρέθηκε πεσμένος χάμω. με το χέρι απλωμένο για χειραψία.και βάλθηκε να χαχανίζει. που τους κοιτούσε με μια παράξενη περιφρόνηση. τότε θα είχαν τελειώσει όλα. Ο Χαν τους κοίταξε δυσαρεστημένος.» πρόφερε βραχνά κι αργόσυρτα ο τέταρτος. έλα όμως που δεν προμήνυαν καλά ξεμπερδέματα. τον βασάνιζε ντροπή για τις σκέψεις που πέρασαν από το μυαλό του εκεί πίσω. «Τ’ ακούς. .. «Ευχαριστώ!» Χτυπώντας τις μπότες του πάνω στη σκαλίτσα. Σ’ αυτό το διάστημα ο Αρτιόμ κυριεύτηκε από συμπάθεια και συμπόνια για τον Τουζ. Μόλις ανέβηκαν λίγο ψηλότερα. έτσι. «Δεν αξίζει τον κόπο». έκανε χωρίς κανέναν ενθουσιασμό ο Χαν. γι’ αυτό και η εμφάνιση του κουρασμένου. Καλά είναι εδώ. ώστε ο Αρτιόμ. Πίσω τους ήταν στρογγυλοκαθισμένοι σε ξύλινα σκαμνιά μερικοί άντρες με ιδιαίτερα σοβαρό ύφος. Μαλλιά κοντοκομμένα. βρισκόταν ο ακόμα πιο εντυπωσιακός όγκος του τέταρτου φρουρού.. εσείς. ταξιδιώτες είμαστε. μύτη πλακουτσωτή. έκανε ο Χαν. «Γιατί γυρίσατε πίσω να με μαζέψετε. που τους παρακολουθούσε. Έπεφτε τέτοιο βρισίδι. που κούτσαινε και συνάμα βογγούσε ανάμεσα στα χάχανά του. ο Τουζ ανέβηκε και πλησίασε τον Χαν. μακρουλά αυτιά. δεν είμαστε πραματευτές. ε. λοξά πάνω στο δρόμο τους.. Η διάθεσή του ήταν ιδιαίτερα καλή. Εκεί όμως. Ο Αρτιόμ τον έκοψε με το μάτι: ξυρισμένος γουλί. Ευχαριστώ! Αυτό δεν θα το ξεχάσω». Πίσω από το σωρό των σακιών κάθονταν τρεις τύποι. Ο Τουζ. ότι στην άκρη της σήραγγας φαινόταν ένα φως.» «Όχι. δεν έχουμε κανένα φορτίο μαζί μας». Ήσυχα. ο Αρτιόμ κατάλαβε γιατί ο Χαν ανέβηκε στην αποβάθρα από τη σκαλίτσα και δεν συνέχισαν να προχωρούν στις γραμμές.. κέφια έχουμε. «Αν εσύ.. χαχανίζοντας και εντελώς χαλαρωμένοι πια. καθαρά. Για πραματευτές. πολυφορεμένα αθλητικά παντελόνια. όμως. «Τι είστε σεις. διευκρίνισε ο Χαν. η μαύρη λαβή ενός περιστρόφου να τραβάει προς τα κάτω το αθλητικό παντελόνι –ένα βαρύ ΤΤ30 ήταν χωμένο στη ζώνη του–.» ρώτησε ο μουσάτος. και μια ανυπόφορη κρασίλα που σ’ έκανε να πέσεις ξερός και σ’ εμπόδιζε να σκεφτείς. «Αυτό είναι όλο». εξαντλημένου Χαν. Εσείς.. «Σε βρίσκω ενδιαφέροντα ως συνομιλητή».

προειδοποιητικό γρύλισμα.» Κι απόρησε κι ο ίδιος με την προθυμία του να σκοτώσει χωρίς τον παραμικρό δισταγμό έναν άνθρωπο μόνο και μόνο επειδή του έδωσε μια σπρωξιά. ποιος ξέρει γιατί. Αυτοί τον σιγοντάρισαν. βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Αρτιόμ. Ανεχόμενος με το ζόρι αυτό το βλέμμα. που όμως δεν προμήνυε τίποτα καλό. μπήκες. Ο Χαν. Παραμέρισε τον Χαν και. ροζιασμένο και βρωμούσε καπνό και μηχανόλαδο. δεν θυμόταν όμως ποιος ήταν ποιος. έριξε τον Τουζ. Σκάσ’ τα. ο Αρτιόμ ένιωσε ν’ αυξάνονται μέσα του ο φόβος και το μίσος γι’ αυτό το πλάσμα που καθόταν πίσω από τα θαμπά κρύσταλλά του και κοίταζε από μέσα τους τον κόσμο. κι αυτό του ενέπνευσε κάποια αισιοδοξία. στεκόταν με τα πόδια ανοιχτά.Κόλιαν. Δεν θες. ένιωσε να του σηκώνονται οι τρίχες.» τον ρώτησε απειλητικά ο φρουρός. «Εμείς έχουμε εδώ πέρα τούτο το. με τα μάτια του να τρεμοπαίζουν από την ένταση. τελωνείο. Τον έπιασε ταχυπαλμία. «Εδώ μας τ’ ακουμπάνε.» Δεν είχε πει κάτι ιδιαίτερο. Με μια νωχελική κίνηση ο ταύρος ακούμπησε το ένα του χέρι στον τοίχο. στη ζυγαριά των αισθημάτων του το μίσος ξεπέρασε επιτέλους το φόβο. και μέσα του δεν έβλεπες σχεδόν καμία ένδειξη λογικής. που στεκόταν πίσω του. αλλά η ιστορία είχε τέλος καλό για τους μικρούς και τους αδύνατους. γαμώτο. που χτυπιόταν στο δάπεδο προσπαθώντας να σταθεί όρθιος κι ένιωθε ζεματισμένος από την προσβολή και την ντροπή.» τσίριξε αγανακτισμένος ο Αρτιόμ. Ο Χαν χαμογέλασε υπομονετικά. Το ιδρωμένο. Μάταιος κόπος. που. αυτό μονάχα πρόδιδε. έμοιαζε σχεδόν διάφανο. Ταξιδιάρηδες-αλανιάρηδες!» επανέλαβε και στράφηκε προς τους παίκτες. Το δέρμα της παλάμης του ήταν κιτρινωπό. ώστε ακόμα κι ο Αρτιόμ. Ήταν ένα κεφάλι και βάλε ψηλότερος από τον Αρτιόμ και τριπλάσιος στο φάρδος. Τελικά σηκώθηκε. που είχε πετάξει το φορτίο του κατάχαμα. Ο ταύρος μάλλον δεν κατάλαβε τι του είπε. πρόφερε: «Γιατί κάνεις τέτοιες χοντράδες. που τα λόγια του δεν τον αφορούσαν. Εκεί όμως τον περίμενε μια έκπληξη. κάνοντας με δυσκολία ένα βήμα μπροστά. απορώντας κι ο ίδιος με τον εαυτό του. αλλά ο Αρτιόμ τινάχτηκε ενάμισι μέτρο πέρα. τα λόγια αυτά φάνηκαν σαν υπόκωφο. και ρώτησε τον Χαν: «Να του ρίξω εγώ. δεν του άρεσε όμως ο τόνος της φωνής του. «Εσύ τι γυρεύεις. με σιγανή φωνή. Τώρα ήταν έτοιμος να τραβήξει ανά πάσα στιγμή τη σκανδάλη. τίποτα!» ξεθάρρεψε αναπάντεχα. Χαμήλωσε το πιγούνι του και κοίταξε με μάτια θολά τον νεαρό..» του εξήγησε με φιλειρηνικό ύφος. ξεκρέμασε από τον ώμο του το παλιό του αυτόματο και το έστρεψε στον υβριστή του. αλλά ο Αρτιόμ δεν πρόλαβε να οσφρανθεί όλη την γκάμα των αρωμάτων επειδή ο αγριάνθρωπος τον έσπρωξε προς τα πίσω. Η απάντηση αυτή. Έκανε επιδεικτικά μια στράκα με τη σκανδάλη και. Ηλιθιότητα και κακία. κι έπεσαν κι οι δυο τους άτσαλα πάνω στο γεφυράκι. φράζοντάς τους μια και καλή το πέρασμα. εκνεύρισε το συνομιλητή του. σφίγγοντας γερά στα δυο του χέρια το αυτόματο του Αρτιόμ. Σίγουρα ο τύπος δεν έκανε καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια. Θες να περάσεις. ενώ ο τραμπούκος γύρισε στη θέση του. Το βλέμμα του ήταν τελείως άδειο. αλλά στον Αρτιόμ. με μια χειρονομία γεμάτη σιγουριά τ’ ακούμπησε στο μέτωπο του Αρτιόμ. ξυρισμένο κεφάλι διακρινόταν . Τράβα να γαμηθείς!» «Με ποιο δικαίωμα. που θα μπορούσε να το διαδεχτεί ένα ορμητικό άλμα. ανοίγοντας τα κοντόχοντρα δάχτυλά του.. «Α. Ο Αρτιόμ θυμήθηκε το μύθο του Δαβίδ και του Γολιάθ που κάποιος του είχε διηγηθεί.

μυτερά φυσίγγια. Αρτιόμ». έριξε τα φυσίγγια στη φουσκωμένη τσέπη του σακακιού του.» διευκρίνισε ο Χαν. «Δεν χρειάζονται αίματα». «Τρία σφαιράκια το κεφάλι». Αυτός έσφιξε στα γρήγορα τη γροθιά του.καθαρά μέσα από το στόχαστρο. Κι έπειτα ας γίνει ό. «Πλήρωσε και για μένα και θα σ’ τα δώσω». Ωστόσο οι ανησυχίες του αποδείχτηκαν μάταιες. «Το παζαρεύουμε. Κατά πάσα πιθανότητα ο ταύρος δεν τα κατάλαβε. πλησιάζοντας το φρουρό. Το ίδιο έκανε κι ο Αρτιόμ. Αυτοί οι μαχαιροβγάλτες ήξεραν σίγουρα την αξία ενός αυτόματου Καλάσνικοφ και τη φονική του ισχύ από τέτοια απόσταση. και μάλλον μονάχα αυτή μιλούσε. απάντησε αυτός που στεκόταν στο γεφυράκι. είπε με ύφος ήσυχο και βαρυσήμαντο ο Χαν. και ο ασάλευτος Χαν σκόπευε τους τρεις τραμπούκους. έκανε αυτός σε μια επίδειξη προσαρμοστικότητας. το κυριότερο όμως τώρα είναι να σωριάσει κατάχαμα αυτό το ερπετό. «Το επεισόδιο έληξε. Ο τραμπούκος σώπαινε. Δεν εμπιστευόταν αυτούς τους ανθρώπους. και ξαναπήρε εκείνο το νωθρό και περιφρονητικό ύφος του. κι έπειτα σήκωσε πάλι τα χέρια του και. γι’ αυτό και δεν ήθελαν να προκαλέσουν αμφιβολίες για την αξιοπιστία τους στον άνθρωπο που τους είχε βάλει στόχο. Κατεβάζοντας χαλαρά τα χέρια του. «Μη ρίξεις!» πρόλαβε να φωνάξει στον Αρτιόμ. και ήταν μεγάλος ο πειρασμός να πατήσει τη σκανδάλη.» ρώτησε ο Χαν. στημένα πλάι τους σε πυραμίδα. Ο Τουζ έχωσε πρόθυμα το χέρι του στα βάθη του σακιδίου του και. ο Χαν γλίστρησε στο πλάι και σκόπευσε τους «τελωνειακούς». αλλά χωρίς ν’ αποφασίζει να επιχειρήσει το παραμικρό. Αρπάζοντας με μια αστραπιαία κίνηση το περίστροφο από τη ζώνη του. Τι ταρίφα έχετε. κι ακουμπώντας την πλάτη του στον τοίχο πήρε ένα .» πρότεινε φαρμακερά ο Αρτιόμ. Αυτή τη γλώσσα την καταλάβαινε περίφημα. είπε ο Χαν και σήκωσε προσεχτικά την κάνη ψηλά. αλλά τα λόγια αυτά δεν προκάλεσαν καμιά εντύπωση. ο τραμπούκος γρύλισε στους υπόλοιπους ότι όλα ήταν εντάξει. να το μουσκέψει στο ίδιο του το αίμα. δίχως να παίρνει το βλέμμα του από το όπλο του. συνέχισε χωρίς να παίρνει το βλέμμα του από τα τρία χαρτόμουτρα που είχαν κοκκαλώσει σε ηλίθιες πόζες. όχι ζητώντας αλλά μάλλον διατάζοντας.» σήκωσε ερωτηματικά το φρύδι του ο Χαν. και η εικόνα που είχε ζωντανέψει πάγωσε ξανά: Κοκκαλωμένος με τα χέρια ψηλά. και στο άκουσμα αυτού του ήχου ο γεμάτος ένταση μορφασμός στο πρόσωπο του ταύρου θαρρείς και χαλάρωσε. «Δύο». Ο Χαν έβγαλε από τον εφεδρικό γεμιστήρα άλλα πέντε φυσίγγια και τα έβαλε στην τσέπη του φρουρού. «Συναγερμός!» έσκουξε ο ταύρος. «Μπορείς να κατεβάσεις τα χέρια σου». κοίταξε τον Χαν.τι να ’ναι. του μέτρησε στην απλωμένη του παλάμη έξι γυαλιστερά. Ο τραμπούκος κούνησε βλοσυρός το κεφάλι του. λοξοκοιτώντας με κακία τον Αρτιόμ. «Οι κανόνες τους μας υποχρεώνουν να πληρώσουμε διόδια. όπως δεν κατάλαβε και την ερώτηση που προηγήθηκε. «Εδώ υπάρχουν κανόνες. που είχαν πεταχτεί από τις θέσεις τους. κι αυτό φάνηκε από την προθυμία του να εκμεταλλευτεί λεφτά και δύναμη. σε στάση αναμονής. που είχε στο μεταξύ συνέλθει. στρέφοντας το αυτόματό του προς τη μέση του ταύρου. που δεν είχαν προλάβει ν’ αρπάξουν τα αυτόματά τους. του εξήγησε ο Χαν. Μάλλον τα μάντεψε. αλλά τα χέρια του έτρεμαν νευρικά και ήταν έτοιμος ανά πάσα στιγμή να βάλει στόχο το ξυρισμένο κεφάλι του τραμπούκου. «Πληρώθηκαν τα διόδια. «Δώσ’ του τα!» πρόσταξε ο Χαν τον Τουζ. Αυτά κύλησαν μέσα με ένα ελαφρύ κουδούνισμα. παύοντας να σκοπεύει τους χαρτοπαίκτες. ο ταύρος στεκόταν πάνω στη γεφυρούλα. «Αποζημίωση για ηθική βλάβη».

τον πληροφόρησε ο Χαν.. πίσω τους ακούστηκε ξαφνικά ένα μακρόσυρτο: «Ε. Θύμιζε κάπως αόριστα την Προσπέκτ Μίρα. σ’ άλλες ζούσαν άνθρωποι. «Με συγχωρείς». Δύσκολα περιγράφεται η τρέλα και η αταξία που επικρατούν σ’ αυτήν.. ε. παρακολουθώντας δυσαρεστημένος τον Χαν να σκορπίζει τα βγαλμένα φυσίγγια στο δάπεδο. Πίσω από την πλάτη του Αρτιόμ όμως ακούστηκε ένα περιφρονητικό «Κου-κουταβάκι. γύρνα πίσω το μαραφέτι!» Ο Χαν κοντοστάθηκε. στις άκρες της οποίας περνούσαν γραμμές· αυτό δημιουργούσε την ανησυχητική αίσθηση μιας ασυνήθιστης απεραντοσύνης. «Στην πραγματικότητα βλέπεις μόνο τον μισό». Ίσως έχεις ακούσει ότι εδώ συναντιούνται πολλές γραμμές. Ο χώρος ήταν άνισα φωτισμένος. «Τι μεγάλος σταθμός!» αναστέναξε έκθαμβος. Έτσι δεν λέγεται αυτό. Αγαπώντας το πάντα». ένα πραγματικό θαύμα για τον Αρτιόμ.. όπως η ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. Μερικές είχαν . Αυτός άρπαξε αρκετά επιδέξια το περίστροφο στον αέρα και το έχωσε. αλλά ο Χαν. έβαλε πάλι στη θέση του το γεμιστήρα.προσποιητά αδιάφορο ύφος και άφησε τους ταξιδιώτες να τον προσπεράσουν και να μπουν στο σταθμό. όλη η αποβάθρα ήταν γεμάτη σκηνές. πρόσθεσε ο Χαν κοιτώντας την αποβάθρα και τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν ζωηρά τριγύρω. ενώ στον Κιτάι-Γκόραντ η διακλάδωση αυτή συναντιέται με τη δική σου την πορτοκαλιά γραμμή. αυτό είναι ένα από τα πιο παράξενα σημεία του μετρό. Ω. Και ο Αρτιόμ θυμήθηκε τα λόγια του Μπουρμπόν. που ερχόταν ένα βήμα πίσω. έβγαλε από το γεμιστήρα του ΤΤ που είχε πάρει τα μακρουλά φυσίγγια με τις στρογγυλεμένες σφαίρες. Επιπλέον αυτός ο σταθμός δεν ανήκει σε καμιά ομοσπονδία. και οι κάτοικοί του είναι εντελώς εγκαταλειμμένοι στην τύχη τους. Κάποιες απ’ αυτές είχαν μετατραπεί σε μαγαζάκια. Πάνω στις ράγες απλώνονταν ατέλειωτες σειρές καταστημάτων. που απαιτούσε να ξεμπερδεύει στα γρήγορα από κει. ως συνήθως. αλλά αποτελούνταν από μια μεγάλη αίθουσα με μια πλατιά αποβάθρα. ο Αρτιόμ του έκανε μια χυδαία γκριμάτσα για να τον αναγκάσει να τον κοιτάξει κατάματα. Δεν είχε τρεις θόλους. και το πέταξε στον ταύρο. την Καλούζκο-Ρίζσκαγια. «Ο Κιτάι-Γκόραντ είναι διπλάσιος. Όταν πια όλοι τους βρέθηκαν να πατάνε το γρανιτένιο δάπεδο του σταθμού. Ο σταθμός έσφυζε από ζωή. εκεί όμως όλα ήταν πολύ πιο σεμνά και πιο οργανωμένα. Στο κέντρο της αίθουσας. είπε ο Χαν κι έκανε μια κίνηση αμηχανίας. λαμποκοπούσε μια λευκή λάμπα υδραργύρου. κι από την άλλη είχε μια θαυμάσια δικαιολογία για τις επιδιώξεις του άλλου μισού του εαυτού του.. έτσι που ο Αρτιόμ από τη μια κατέπνιξε μέσα του την επιθυμία να ορμήσει και να ανταποδώσει τα ίσα σ’ αυτό τον τύπο που τώρα του φαινόταν τόσο θλιβερός. Ο θόρυβος όμως που γινόταν γύρω της αποσπούσε σε τέτοιο βαθμό την προσοχή. με κρεμασμένες εδώ κι εκεί αδύναμες λαμπίτσες σε σχήμα αχλαδιού. Να. ότι στο μετρό υπήρχαν σημεία πολύ καλύτερα από αυτό το άθλιο παζάρι που γινόταν στην Προσπέκτ Μίρα. ώστε ακόμα και σ’ αυτό το αξιοπερίεργο ο Αρτιόμ δεν κατάφερε να προσηλώσει το βλέμμα του πάνω από ένα δευτερόλεπτο. αυτές οι ράγες στα αριστερά μας είναι η γραμμή ΤαγκάνσκοΚρασνοπρεσνιόνσκαγια. Έκανε να στραφεί. ενώ δεν υπήρχαν πουθενά αναμμένες φωτιές. αλλά ο ταύρος δεν ανταποκρίθηκε στην πρόκληση και κοιτούσε κάπου στο πλάι. για την οποία άνθρωποι από άλλες γραμμές αρνούνται γενικά να πιστέψουν τα όσα συμβαίνουν σ’ αυτήν. Εγώ το αποκαλώ Βαβυλώνα. προφανώς επειδή εδώ αυτό απαγορευόταν. Περίεργο.» και μια ροχάλα να σκάει στο πάτωμα. Περνώντας από δίπλα του.» Ο Κιτάι-Γκόραντ διέφερε από άλλους σταθμούς στους οποίους είχε τύχει να βρεθεί ο Αρτιόμ. «για λόγους προφύλαξης. τον άρπαξε από το μπράτσο και τον έσυρε μαζί του. στο παντελόνι του.. πολύ περίεργο μέρος.. ξεχύνοντας γενναιόδωρα ολόγυρά της φως.

μιλούσε για βουνά. παράξενους κανόνες· για τη ζωή εκεί πάνω στην επιφάνεια της γης πριν από την καταστροφή. και οι λέξεις που τα προσδιόριζαν προκαλούσαν στη φαντασία του μονάχα αναμνήσεις από τις χρωματιστές εικόνες ενός σχολικού βιβλίου γεωγραφίας που του έφερε από ένα ταξίδι ο πατριός του. όχι τόσο για ν’ ακούσει τους μελαγχολικούς στίχους για τις περιπέτειες κάποιου πρεζάκια μέσα στις σήραγγες. Ο Αρτιόμ καταλάβαινε αρκετά καλά τι σήμαινε χώρα. θλιμμένα· κι αναπολώντας τον Αντρέι και τις μελαγχολικές μπαλάντες του. δεν του είχε μάθει τζάμπα τόσα πράγματα κάποτε ο Σουχόι. έστω κι αν δεν καταλάβαινες σχεδόν τίποτα. ντυμένος με κάτι απίθανα. οι άνθρωποι τραγουδούσαν σιγανά κάτω από τους ήχους των χορδών. Ήταν δύο. τα ποτάμια και οι κοιλάδες παρέμεναν γι’ αυτόν αφηρημένες έννοιες. ο Αρτιόμ διέκρινε πάνω στις ράγες της δεξιάς πλευράς τον τεράστιο γκριζογάλανο όγκο ενός τρένου. και πόσο έντονα μπορεί να επηρεάσει τη διάθεσή σου. Περνώντας δίπλα από τους μουσικούς που βρίσκονταν εκεί κοντά. με γυαλιά ταλαιπωρημένα. τον παλιό πεζοναύτη. για κλεισούρες. για ελικόπτερα και φέρετρα. Ο Αντρέι όμως ήξερε να τα τραγουδά με τέτοιον τρόπο. φωνάζει. Έπαιζαν όμως στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ έτσι όπως σε τούτο τον παράξενο σταθμό. γελά ή κλαίει. και να κοιτάξει με περιέργεια τους εκτελεστές. Θυμόντουσαν ιδίως τα τραγούδια για κάποιο Αφγανιστάν. Είχες την εντύπωση ότι ούτε ένας από τους κατοίκους του δεν λέει να σωπάσει έστω και για ένα λεπτό και συνεχώς κάτι κουβεντιάζει. Ο ένας με μακριά. για βουερούς χείμαρρους. όσο την ίδια τη μουσική. τραγουδάει. Ακόμα όμως κι αν ο Αρτιόμ ήξερε αρκετά για τα κράτη και την ιστορία τους. Τραγουδούσαν για πολέμους στους οποίους εκείνος δεν είχε πάρει μέρος. εκεί έλεγαν τραγούδια στοχαστικά. βρώμικα μαλλιά δεμένα στο μέτωπο μ’ ένα δερμάτινο λουρί. Σ’ ολόκληρο το σταθμό είχαν κάμποσες κιθάρες. χίλιες φορές επισκευασμένα και κολλημένα με μονωτική ταινία. Άλλωστε ούτε κι ο ίδιος ο Αντρέι βρέθηκε σε κανένα Αφγανιστάν. Ο συρμός όμως δεν ήταν ολόκληρος – υπήρχαν μονάχα τρία βαγόνια όλα κι όλα. σκεπάζοντας το θόρυβο του πλήθους. Όχι. . ακουγόταν μουσική. ο Αρτιόμ απορούσε με το πόσο διαφορετική κι ανόμοια μπορεί να είναι η μουσική. λογομαχεί απελπισμένα. συγκρίνοντάς τες με τις χαρούμενες και παιχνιδιάρικες μελωδίες που έρχονταν από διάφορα σημεία της αίθουσας. ώστε κάθε ακροατής ένιωθε τη φωνή του να τρέμει και τον έπιαναν ανατριχίλες. με φαλάκρα. κι εκεί βρίσκονταν τα καταλύματα για τους ταξιδιώτες. και κάπου κάπου μαζευόταν καμιά παρέα σε κάποια σκηνή για να ξεκουραστεί μετά τη δουλειά. ασυνήθιστη για τη ζωή στα έγκατα της γης. ηλικιωμένος. ο Αρτιόμ άθελά του σταμάτησε κι έσμιξε με μια μικρή ομάδα ανθρώπων. εκεί όμως όλα ήταν διαφορετικά. Ξαφνικά από πολλά σημεία ταυτόχρονα. Ο Αντρέι διευκρίνιζε στους νεότερους ότι το Αφγανιστάν ήταν κάποια χώρα. τα βουνά. εκεί όπου δεν χρειαζόταν ν’ αφουγκράζεσαι μέχρι να πονέσουν τ’ αυτιά σου τους θορύβους που έρχονταν από τη βόρεια σήραγγα.ζωγραφισμένο πάνω τους ένα «ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ». κυρίως όμως για πράγματα που ο Αρτιόμ δεν πολυκαταλάβαινε. είχε κι η ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ τους δικούς της τραγουδιστές. Διασχίζοντας με κόπο το πλήθος και κοιτώντας ολόγυρα. και οι πόλεμοι αυτοί έγιναν με άλλους. ήταν πολύ νέος για κάτι τέτοιο· απλώς είχε ακούσει τα τραγούδια των μεγαλύτερων σε ηλικία φίλων του στρατιωτικών. Πλάι σε μια μικρή φωτιά. Στο σταθμό επικρατούσε απερίγραπτη βαβούρα. για χωριά. ενώ ο άλλος. έκανε τα μαγικά του μ’ ένα πνευστό όργανο που ο Χαν αποκάλεσε σαξόφωνο. ντυμένος μ’ ένα ξεβαμμένο σακάκι. κι αυτό δημιουργούσε μια γιορταστική διάθεση. πολύχρωμα κουρέλια. γρατζούνιζε μια κιθάρα. που τόσο πολύ άρεσαν στον Αντρέι. εκτός από τη θλίψη για τους χαμένους συντρόφους και το μίσος για τους εχθρούς. Αυτό γινόταν και στο φυλάκιο στα 300 μέτρα. Όχι.

Στο πάτωμα μπροστά στους μουσικούς ήταν ανοιγμένη μια θήκη από κιθάρα. που προσπαθούσε να του ξεφύγει για να βοηθήσει το σύντροφό του. το πλήθος ανταποκρινόταν αμέσως με ένα χαρούμενο χάχανο. κι όταν ο μακρυμάλλης. κόλλησε στον τοίχο τον ηλικιωμένο σαξοφωνίστα. αναζητώντας το επόμενο θύμα τους. κρατώντας τον ώμο του με το χέρι του. Σίγουροι ότι η ανταρσία είχε κατασταλεί. που ξελαρυγγιαζόταν. έλεγε κάτι ιδιαίτερα αστείο. αλλά αυτός τον πέταξε στα γρήγορα χάμω με μια δυνατή σπρωξιά στον ώμο και. μαλλιαρό πετεινάρι.. το ’πιασες. Ο Αρτιόμ ένιωσε να τον καίει η ντροπή. ξεσπούσαν χειροκροτήματα και στη θήκη έπεφτε κι άλλο φυσίγγι. «Για άκου δω! Αν εσείς σήμερα είχατε μια καλή μέρα. και προς το παρόν δεν πίεζαν τον Αρτιόμ να προχωρήσει. στημένοι πλάι σ’ ένα καλάθι εκεί κοντά. Το τραγούδι για τις περιπλανήσεις του φουκαρά τελείωσε και ο μαλλιάς ακούμπησε στον τοίχο για να ξεκουραστεί. αλλά αυτές προορίζονταν μόνο για πούλημα. αλλά δεν αποφάσιζε να επέμβει. επειδή ο κόσμος άρχισε να χειροκροτεί και μερικά ακόμα σφαιράκια γυάλισαν στον αέρα και χτύπησαν το φθαρμένο κόκκινο βελούδο της θήκης. και ήταν ντυμένοι με ανάλογο τρόπο. Αμίλητος. χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Τι τρέχει. Το πλήθος αραίωσε αισθητά. αν όλα δεν διακόπτονταν ξαφνικά: Δυο μεγαλόσωμες φιγούρες πλησίασαν με αβέβαιο βήμα τους μουσικούς· θύμιζαν έντονα τους τραμπούκους με τους οποίους ο Αρτιόμ και οι σύντροφοί του είχαν τη φασαρία στην είσοδο του σταθμού. βάλθηκε να μαζεύει τα φυσίγγια που βρίσκονταν μέσα στη θήκη. αλλά προφανώς πολύ γνωστό εδώ.. στην οποία είχαν ήδη μαζευτεί καμιά δεκαριά φυσίγγια. τονίζοντας την πρώτη συλλαβή της λέξης «πετεινάρι». τη σήκωσε κι ετοιμάστηκε να την κάνει κομμάτια κοπανώντας τη στη γωνιά μιας κολόνας. Από τους ακροατές που στέκονταν ολόγυρα κανείς δεν επενέβη υπέρ των μουσικών. Ο δεύτερος ληστής. «Μα έχετε έρθει πάλι σήμερα!» έλεγε με κλαψιάρικη φωνή ο μακρυμάλλης. ο μουσικός το άντεξε κι αυτό. με την οποία σάλπιζαν κάπου κάπου συναγερμό αν για κάποιο λόγο είχε χαλάσει η σειρήνα που χρησιμοποιούσαν συνήθως. ενώ ο σαξοφωνίστας με το ξεβαμμένο σακάκι βάλθηκε να παίζει ένα άγνωστο στον Αρτιόμ. μοτίβο. κι έφτυσε περιφρονητικά στα πόδια του μουσικού. «Έτσι μάλιστα. κι όσοι έμειναν σκέπασαν τα μάτια τους ή παρίσταναν ότι κοιτούσαν τα εμπορεύματα στους γειτονικούς ταβλάδες. κι εκείνος θα μπορούσε να στέκεται εκεί άλλη μια ώρα ακούγοντας αυτά τα απλά τραγουδάκια. οι δυο αγριάνθρωποι απομακρύνθηκαν με το πάσο τους. αρπάζοντάς του την κιθάρα. τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους άλλους. Ο μακρυμάλλης κιθαρίστας όρμησε προς το μέρος του πασχίζοντας να τον εμποδίσει. Α. και μια σάλπιγγα.» του φώναζε ο ληστής αφήνοντας κάτω την κιθάρα – ήταν φανερό ότι την κουνούσε πέρα δώθε περισσότερο για εκφοβισμό. μπήκες. Στο άκουσμα της λέξης «βαγόνι» ο μακρυμάλλης κοκκάλωσε μονομιάς και κούνησε γρήγορα το κεφάλι του. αυτό πάει να πει ότι κι εμείς πρέπει να ’χουμε μια καλή μέρα. ρίχνοντάς τα στην τσέπη του πέτσινου σακακιού του. δίχως να βγάζει λέξη. που έδειχνε να παρατηρεί . και στο σταθμό τους είχαν κάποιους που ήξεραν να σκαλίζουν φλογέρες σε μονωτικούς σωλήνες διάφορων διαμέτρων. Και μη μου κάνεις τον καμπόσο. χωρίς πολλές τσιριμόνιες. που έμοιαζε κάπως με σαξόφωνο. καθώς στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝΧΑ δεν αγαπούσαν τις φλογέρες. γουστάρεις βαγόνι. συνοδεύοντάς το με ένα διασκεδαστικό μορφασμό.Ο ίδιος ο Αρτιόμ δεν είχε ξαναδεί τέτοιο πράγμα παλιότερα. Ο Αρτιόμ κοίταξε σαστισμένος ολόγυρα και ανακάλυψε δίπλα του τον Τουζ. Πετεινάρι!» συνόψισε ο τραμπούκος. Ο Χαν και ο Τουζ κάτι κουβέντιαζαν. Ένας απ’ αυτούς κάθισε ανακούρκουδα και. Από τα πνευστά ήξερε μονάχα τη φλογέρα.

» τον ρώτησε γεμάτος συμπόνια ο Τουζ. το μόνο που δεν επιτρέπεται είναι ν’ ανάβεις φωτιές. Εκτός αυτού. Εδώ βέβαια δεν υπάρχει καμία απολύτως τάξη. στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ τα σουβλάκια τούς άρεσαν και τα έφτιαχναν. Αζέροι κυρίως και Τσετσένοι. εδώ ο καθένας προσπαθούσε να καταλάβει όσο περισσότερο χώρο μπορούσε. Είναι και φυλακή κι αίθουσα βασανιστηρίων. «Το βαγόνι. Εδώ μπορείς να φορτωθείς τόσα όπλα. «Ληστεύουν όποιους σκεφτούν να μείνουν στον Κιτάι-Γκόραντ για να δουλέψουν λίγο παραπάνω και βάζουν διόδια σ’ όσους περνούν από δω. που τα ονόματά τους πρέπει να αποτελούσαν παράγωγα από τους άγνωστους στον Αρτιόμ σταθμούς απ’ τους οποίους προέρχονταν αυτοί οι ληστές. Με τις υγιές σου. θεώρησε ότι επρόκειτο για ονομασία. Το αποτέλεσμα ήταν να μοιράσουν το σταθμό στα δύο». Κι αν κάποιος φταίξει σε κάτι. τον σέρνουν εκεί. Άφθονο. κι έτσι δεν έχει καμιά σημασία από ποια κατεύθυνση έρχεσαι στο σταθμό. Είναι κάτι σαν το επιτελείο τους. «Τώρα οι δυο συμμορίες ζουν ειρηνικά».προσεχτικά τη σκηνή. αλλά ούτε και χρειάζεται.» ρώτησε ο Αρτιόμ. εκεί που είναι το γεφυράκι» –έδειξε στον Αρτιόμ μια σκάλα που έβγαζε δεξιά και επάνω. είπε κάτι για προσωπική πείρα. Να. που στεκόταν εκεί κοντά. Η πορνεία εδώ ανθεί. Αυτό το μισό του σταθμού ελέγχεται από τους Σλάβους Αδελφούς. που μ’ αυτά να κατεδαφίσεις το μισό μετρό – κανένα πρόβλημα. «Ποιοι είναι αυτοί. Πεινάς. Και στις δυο αίθουσες η πληρωμή είναι ίδια –τρία φυσίγγια–. Αυτό όμως το πράγμα που κουνούσε πέρα δώθε ο πωλητής ελάχιστα θύμιζε κανονικό σουβλάκι. Ο Αρτιόμ κούνησε το κεφάλι του. «Αυτοί εδώ όμως» –έγνεψε προς το . μπορούσαν όμως και να εξαντληθούν μέσα σε μετρημένα λεπτά. μπερδεύοντας τα λόγια του. πρόσθεσε αμέσως και. Κοίταξε εξεταστικά γύρω του. όπως και οι ακατανόητοι και δυσκολοπρόφερτοι Τσετσένοι και οι Αζέροι. Δεν σ’ το συμβουλεύω όμως». «Και το βαγόνι. «Εσύ σε ποιον νομίζεις ότι μοιάζουν. Όλα τα αποβράσματα από τη γραμμή Καλούζκο-Ρίζσκαγια μαζεύτηκαν εδώ. συνέχισε ο Τουζ. Στον ΚιτάιΓκόραντ δεν υπάρχει καμιά εξουσία.» ρώτησε αμήχανα ο Αρτιόμ.» τον ρώτησε ο Τουζ. αλλά εκεί κάνουν κουμάντο οι Καυκάσιοι μουσουλμάνοι. η ροή του χρόνου μέσα στις σήραγγες μπορούσε να είναι εντελώς διαφορετική από τη συνηθισμένη. Οι πορείες του μέσα στις σήραγγες. γεμάτες περιπετειώδη συμβάντα.» Και ο Τουζ άλλαξε συζήτηση. ήθελε να φάει. Έπειτα από παρατεταμένη και εντατική εξέταση. στο κέντρο σχεδόν της αποβάθρας– «εκεί υπάρχει άλλη μια αίθουσα ολόιδια μ’ αυτήν. Η λέξη αυτή ήταν γνωστή στον Αρτιόμ. Θες ποτό. «Σουβλάκι! Ζεστό σουβλάκι!» έσκουζε ένας μελαχρινός έμπορος με πυκνά μαύρα μουστάκια κάτω από μια γαμψή μύτη. Όπως και να ’χει. κρατητήριο σαν να λέμε. όλοι οι μαχαιροβγάλτες. Κι εκεί ο ίδιος χαμός γίνεται. Ο Αρτιόμ δεν κάθισε να διευκρινίσει τι σήμαινε «Καυκάσιοι». Καλύτερα να μη βρεθείς εκεί. Χωρίς ρολόι έχανε εντελώς την ικανότητά του να προσανατολίζεται στο χρόνο. μπορούσαν να παραταθούν ατέλειωτες ώρες. ο Αρτιόμ αναγνώρισε επιτέλους στα κομματάκια που ήταν περασμένα σε μαυρισμένα από την καπνιά σουβλιά απανθρακωμένους αρουραίους με τα τσιγκελωτά ποδαράκια τους. «Συνηθισμένοι ληστές είναι. βλέπεις. εννοείται. Ο διάολος μονάχα ήξερε πόσες ώρες είχαν περάσει από τη στιγμή που αυτός κι ο Χαν έπιναν τσάι και συζητούσαν στη Σουχαριόφσκαγια. αν αρνηθεί να πληρώσει. Χοιρινά. Όταν γινόταν το μακελειό. «Δεν τρως αρουραίους. αν χρωστάει λεφτά ή οτιδήποτε άλλο. Θες ν’ αγοράσεις χασίσι. τα πάντα ελέγχονται από δυο ομάδες. Του γυρίσανε τ’ άντερα.

Λαίμαργα και φοβισμένα συνάμα. αλλά μπροστά στα μάτια του πρόβαλλαν συνέχεια οι μαυρισμένοι αρουραίοι περασμένοι στη σούβλα – η σιδερένια βέργα χωνόταν στο σώμα τους από πίσω κι έβγαινε από το μισάνοιχτο στόμα. Εξερεύνησε όλο το σταθμό. σ’ αυτό δεν τους παραβγαίνει κανείς. Οι τοίχοι και οι αστείες κολόνες σε σχήμα που θύμιζε ακορντεόν σκεπάζονταν από χρωματιστό μάρμαρο. Πλάι στη στενή διάβαση. οι τοίχοι ήταν πασαλειμμένοι μ’ ένα σωρό επιγραφές φτιαγμένες με μπογιά και καπνιά. Ο Αρτιόμ πίεσε την παλάμη του πάνω στο στόμα του. ενώ από την τσέπη ενός άλλου πεταγόταν η λαβή ενός περιστρόφου. Από την πλευρά του Αρτιόμ ήταν οι γνωστοί μάγκες με τα αθλητικά παντελόνια. προκαλούσε μονάχα έναν αναστεναγμό θλίψης. Αν στεκόσουν στο μεγάλο μεσόσκαλο της φαρδιάς σκάλας στη μέση της αίθουσας. Το Κοράνι τούς το απαγορεύει. «Όπως αγαπάς. Αφού ενημέρωσε τον Χαν. Με κάτι το μαρινάρουν. κοιτούσε τις προκλητικές μισόγυμνες κοπέλες που στέκονταν δίπλα στα σηκωμένα παραπετάσματα των σκηνών και έριχναν επίμονες ματιές στους περαστικούς. μου κάνεις παρέα. κάτι ανάλογο μ’ αυτήν της Προσπέκτ Μίρα. συχνά χυδαία. Σε διάφορα σημεία κομμάτια μαρμάρου είχαν ξεκολλήσει. προορισμένα για τους άντρες.» πρόσθεσε κοιτώντας με λαχτάρα την ψησταριά που κάπνιζε. κι άλλα . Ένας απ’ αυτούς έσφιγγε ανάμεσα στα πόδια του ένα αυτόματο. «Κι εγώ στην αρχή αηδίαζα. λίγο παραπάνω από το συνηθισμένο. τις τσακισμένες από τη σκληρή ζωή γυναίκες της ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. αλλά μετά συνήθισα. Με σχετική ευγένεια διευκρίνισαν στον Αρτιόμ ότι το πέρασμα στον πλαϊνό σταθμό θα του στοίχιζε δύο φυσίγγια.. Είναι βέβαια σκληρό το κρέας τους. Αυτοί όμως οι Καυκάσιοι». Κι είναι και τόσο φτηνό!» συνέχισε τους επαίνους. προορισμένα για γυναίκες· και για σκοτωμούς και λεφτά. ο Αρτιόμ έφερε βόλτα τα καλάθια εκεί κοντά αναζητώντας κάτι πιο χρήσιμο. κοπέλες χυδαίες έστω. από τη δεξιά πλευρά έβλεπες τη δεύτερη αίθουσα του σταθμού. ολότελα διαφορετικές από εκείνες τις μαζεμένες. Οι ληστές κουβέντιαζαν ήσυχα μεταξύ τους. Ο Αρτιόμ θα ’θελε να κάνει μια βόλτα κι εκεί. στέκονταν κάμποσοι άνθρωποι. Η αποβάθρα είχε μάκρος διακόσια βήματα.μέρος του μελαχρινού εμπόρου– «δεν γουστάρουν χοιρινό. και ούτε που θα πίστευες ότι κάποτε υπήρχε ανάμεσά τους έχθρα. κι έχει και μια περίεργη μυρωδιά. και πρωτόγονα.. πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να σκεφτεί κάτι αφηρημένο. Κατά μήκος των γραμμών ο σταθμός διακοσμούνταν με βαριά. με τους αγκώνες ακουμπισμένους στην περίφραξη. σκίτσα. Καθυστέρησε μπροστά στους σωρούς των βιβλίων. «ξέρουν να μαγειρεύουν το κρέας των αρουραίων. Όλα τους δεν ήταν παρά φτηνά. και μετά γίνεται τόσο μαλακό όσο και το γουρουνόπουλό σου. Από την άλλη πλευρά μελαψοί μουστακαλήδες όχι τόσο εντυπωσιακών διαστάσεων. αποκρούοντας ευγενικά φορτικούς εμπόρους που πουλούσαν σαμαγκόν σε κάθε είδους φλασκί. αλλά τόσο ξεπαρταλωμένες. διαλυμένα βιβλιαράκια τσέπης για το μεγάλο και αγνό έρωτα. Και με τα μπαχαρικά!. υπαινιγμό για τα παλιά μεγαλεία: Η οροφή είχε μαυρίσει από την τσίκνα. Τρία σφαιράκια μονάχα το σουβλάκι!» πρόβαλε το τελευταίο του επιχείρημα ο Τουζ και τράβηξε για την ψησταριά. τόσο ελεύθερες. αλλά κι αυτοί με ύφος που έδειχνε ότι δεν αστειεύονταν. με σκαλισμένα πάνω τους τα δυσδιάκριτα σύμβολα μιας περασμένης εποχής. γκριζοπράσινο στο μεγαλύτερο μέρος του και ροζ κατά τόπους. σμιλευτά φύλλα από κάποιο κίτρινο μέταλλο που είχε σκουρύνει με τον καιρό. σταμάτησε όμως μπροστά στη δίμετρη σιδερένια περίφραξη. Και τι σημασία έχει που είναι αρουραίοι. Τίποτα ενδιαφέρον. ενώ τα μεταλλικά φύλλα ήταν λυγισμένα και γδαρμένα. άσε που ’ναι και κοκκαλιάρηδες. είπε κι έριξε πάλι μια γρήγορη ματιά στην ψησταριά. αλλά εγώ θα τσιμπήσω! Σαν θες. Αυτή όμως η λακωνική ομορφιά δεν διατηρούνταν.

στο ίδιο ευχάριστο σκουροπράσινο χρώμα που είχαν και οι σκηνές στο δικό τους σταθμό.. Κι ένα κύπελλο ελαφριάς μπίρας. Κάνοντας έναν κύκλο και εξετάζοντας προσεχτικά πάγκους και παλιά βιβλία. θολό σαμαγκόν μέσα στα βρώμικα μπουκάλια και τις κονσέρβες. και μερικά κομψά τραπεζάκια με λαδοφάναρα πάνω τους. Κανείς από τους κατοίκους του μέρους που περιφέρονταν ολόγυρα δεν μπόρεσε να του εξηγήσει σε ποιον ακριβώς ανήκε το κομμένο κεφάλι. που έκανε το κεφάλι του να γυρίζει ευχάριστα. σαν εκείνο που έτυχε να δει σε κάποιες εικόνες της πόλης. κι η μύτη του είχε πάρει μια άσχημη γυαλάδα από τα συχνά τραβήγματα. για να κρυφτεί από τον παντεπόπτη οφθαλμό του Θεού και να γλυτώσει την τιμωρία. κι όταν την ανέβηκε βρέθηκε σε έναν όχι και τόσο μακρύ προθάλαμο που κοβόταν στα δύο με φυλάκια. Αυτό όμως δεν απεικόνιζε ολόσωμο έναν άνθρωπο. που πρόσφατα είχε ξανάρθει στη μνήμη του. και στην αρχή ο Αρτιόμ υποπτεύτηκε ότι ανήκε στον Ιωάννη τον Βαπτιστή. καθαρή σκηνή. εντούτοις ενέπνεε σεβασμό. ντυμένοι ωραία και καλόγουστα. μάλλον αφορούσε κάποιον από τους ήρωες της ιστορίας για τον Δαβίδ και τον Γολιάθ. στο σημείο στο οποίο είχαν φτάσει. αλλά μόνο το κεφάλι του. αλλά ήταν όμορφα. Έπειτα όμως σκέφτηκε ότι. και τώρα αυτό.. πλούσιοι έμποροι κατά τα φαινόμενα.. που βύθιζαν τη σκηνή σ’ ένα απαλό. κρίνοντας από τον όγκο. αλλά ποτέ δεν τους γινόταν τόσο νόστιμο και τόσο φίνο.. και μάλιστα και κάποιο φόβο. αμβροσία – πολύ μαλακό ψητό χοιρινό με μανιτάρια που έλιωνε στο στόμα σου. Στις γωνίες στο εσωτερικό της ήταν στημένα πλαστικά λουλούδια με υφασμάτινα φύλλα. τις περιχυμένες με μυρωδάτο λίπος μπριζόλες. Έκοβαν προσεχτικά τα ξεροψημένα κρέατα. Τριγύρω κάθονταν άνθρωποι σοβαροί. Αν και με κάτι το είχαν κάψει από πάνω.τόσα θα έπρεπε να δώσει αν ήθελε να γυρίσει πίσω. από μια Καινή Διαθήκη που έτυχε κάποτε να ξεφυλλίσει. Πλάι στο άγαλμα όμως συνάντησε ένα θαυμάσιο μέρος: Ήταν ένα κανονικό εστιατόριο.. επέστρεψε στην άλλη άκρη της αποβάθρας. ήσυχη και ζεσταμένη. στόλιζε με την παρουσία του τους μαρμάρινους προθαλάμους αυτών των μικρών Σοδόμων. άλλα τρία φυσίγγια. αξιοσέβαστοι. Αυτό το φαγητό το έφτιαχναν στο δικό τους σταθμό μόνο στις γιορτές. Ο Γολιάθ ήταν μεγάλος και δυνατός. Μία ακόμα σκάλα οδηγούσε επάνω. Δεκαπέντε ολόκληρα φυσίγγια αναγκάστηκε να βγάλει από τον εφεδρικό γεμιστήρα και να τα ακουμπήσει στην πλατιά παλάμη του χοντρού εστιάτορα. όπως συνέβαινε στις φωτογραφίες. ζεστό φως. κουβέντιαζαν σοβαρά μεταξύ τους για τις δουλειές τους. χωμένο βαθιά μέσα στη γη. Όσο για το φαγητό. Σου έφερνε στο νου φαντασιώσεις για γίγαντες. και κάπου κάπου έριχναν στον Αρτιόμ ευγενικές ματιές γεμάτες περιέργεια. προς έκπληξή του. Άντε. που ο ένας τους είχε χάσει πάνω στη μάχη το κεφάλι του. που σε συμφιλιώνει με τα στραβά του κόσμου . αλλά στο τέλος βρέθηκε αποκεφαλισμένος. αλλά τι αξία έχουν τρία ψωροφυσίγγια αν τα δίνεις για μια κούπα σπινθηροβόλου ελιξίριου. που από τη μυρωδιά του και μόνο σου λύνονταν τα γόνατα. όπως αποδείχτηκε. Η αίθουσα δεν τελείωνε εδώ.. Στ’ αριστερά όμως. γίγαντας κανονικός. που δεν καταλάβαινες γιατί βρίσκονταν εδώ. κι έπειτα να μετανιώσει που υπέκυψε στον πειρασμό – η κοιλιά του όμως ήταν τόσο ευχαριστημένη. στημένο σε μια ευρύχωρη. Φαίνεται ότι εκεί υπήρχαν πάλι άλλα σύνορα μεταξύ των δύο κτήσεων. Το πρόσωπο του αγάλματος ήταν θλιμμένο. Ήταν βέβαια ακριβά. παρατήρησε ένα πραγματικό άγαλμα. ο Αρτιόμ δεν κάθισε να λογομαχήσει για το αν ήταν δίκαια αυτά τα διόδια και απλώς υποχώρησε. κι αυτό κάπως τον απογοήτευσε. χυμένο σε μπρούντζο. έφερναν χωρίς βιασύνη στο στόμα τους τα μικρά κομμάτια. όχι σαν το δυνατό. Πόσο μεγάλο όμως ήταν αυτό το κεφάλι! Τουλάχιστον δυο μέτρα ψηλό. Έχοντας κιόλας αποκτήσει πικρή πείρα. που η φωνή της λογικής σίγησε γαλήνια.

) ­ 30. να μάθει αν θα ερχόταν μαζί του παρακάτω. μια μακάρια αποχαύνωση κυρίευσε το κορμί του. οι γονείς του Ζένκα. (Σ. κι αυτός βρισκόταν ξανά στο σταυροδρόμι. θα χάσεις τ’ άλογό σου. Αφού ήπιε με μικρές γουλιές την μπίρα. και μένοντας με τον εαυτό του μέσα στη σιγαλιά και την ησυχία για πρώτη φορά όλες αυτές τις τελευταίες μέρες. (Σ. Η επικράτεια του χάνου. κοιτάζοντας αποκαμωμένος το γλωσσίδι της φλόγας που χόρευε μέσα στο λαδοφάναρο. Του ήταν απαραίτητο να ησυχάσει έπειτα απ’ όλα όσα πέρασε.τ. δεν είχε καμιά όρεξη για σκέψεις. Το συγκεκριμένο όπλο. Είχε καλυφθεί άλλο ένα κομμάτι της πορείας που είχε χαράξει. η ηγεμονία του. και φαντάστηκε πως για μια στιγμή αναδύθηκε μέσα από την αχλή το πρόσωπό της κι άκουσε μια φωνή να του διαβάζει αργόσυρτα: «Μια φορά κι έναν καιρό. (Σ. ή η ίδια του η μητέρα.. 29. Απόλαυσε το μεθυστικό ποτό. Άξιζε να καθυστερήσει για λίγο στον Κιτάι-Γκόραντ. ήρωα του ρωσικού παραμυθιού «Το πουλί της φωτιάς». και μπροστά του ανοίγονταν τρεις δρόμοι για τους σταθμούς Κουζνιέτσκι Μοστ.M..) ­ . Να ’ταν ο Σουχόι. Πρόκειται για τον τύπο περιστρόφου Τούλσκι-Τοκάριεβα. να ρωτήσει τους ντόπιους για τους δρόμους.» Και να που σαν εκείνο το μυθικό παλληκάρι στεκόταν τώρα αυτός πάνω στο βράχο. Έπρεπε να ξανασυναντηθεί με τον Χαν. Τρετιακόφσκαγια και Ταγκάνσκαγια. που κυκλοφόρησε το 1930. χρησιμοποιούνταν από το σοβιετικό στρατό έως τις αρχές της δεκαετίας του 1950.62 χιλιοστών. Περισσότερο του Αρτιόμ του άρεσε να σκέφτεται ότι τ’ άκουσε από τη μητέρα του.τ.) ­ 31. Όπως ακριβώς το παλληκάρι από τα σχεδόν λησμονημένα παραμύθια των παιδικών του χρόνων. ο Αρτιόμ προσπάθησε να ανακαλέσει στη μνήμη του τα συμβάντα και να καταλάβει τι είχε κερδίσει και πού έπρεπε τώρα να πάει. να ερευνήσει..Μ. τα τόσο μακρινά που ούτε θυμόταν ποιος του τα είχε διηγηθεί.τούτου και σε βοηθά να βρεις την αρμονία.τ.»31 Ίσως αυτό να συνεχιζόταν αιώνια. Τα πράγματα όμως δεν ήρθαν έτσι όπως τα λογάριαζε νωχελικά ο Αρτιόμ. θα χάσεις τη ζωή σου· αν τραβήξεις αριστερά. οκτάσφαιρο περίστροφο διαμετρήματος 7. κι ένα μονάχα πράγμα γυρνούσε στο μυαλό του: «Αν τραβήξεις ίσια μπροστά. ή αν οι δρόμοι τους χώριζαν σε τούτο τον παράξενο σταθμό.. Αυτή ήταν μια πρόβλεψη για το μέλλον του πρίγκιπα Ιβάν.Μ.

κι έτσι είχε τον καιρό να αναρωτηθεί αν έπρεπε να κατέβει. Και τότε ο Αρτιόμ κατάλαβε γιατί δεν έβλεπε κανέναν. ρίχνοντας στους ώμους το σακίδιό του και κάνοντας στράκες με τη σκανδάλη του όπλου του. ένα αυτόματο άρχισε να κροταλίζει. αλλά ξαφνικά διπλώθηκε. Αφήνοντας μισοτελειωμένη την μπίρα του. Αυτοί θα βγουν στην αποβάθρα μόλις καταλάβουν ότι κάθε αντίσταση έχει συντριβεί. αφού είχε διατρέξει μια αρκετά μεγάλη απόσταση. πάνω στην τρεχάλα του. από την απέναντι μεριά της αίθουσας έτρεχαν γεροδεμένοι άντρες με πέτσινα σακάκια. ήταν ξαπλωμένη με το πρόσωπο γερμένο στο στήθος μια σκοτωμένη γυναίκα. Ολόγυρα βασίλευε πανικός. έπειτα ακούστηκε η Α ΝΤΗΧΗΣΑΝ διαπεραστική στριγκλιά μιας γυναίκας. τη δεξιά ή την αριστερή. Τα δεκαοχτώ σπαταλημένα φυσίγγια θα μπορούσαν τώρα να του φανούν πολύ χρήσιμα. Πάνω στις ράγες κείτονταν κάμποσα πτώματα με πέτσινα σακάκια. Ο Αρτιόμ έσκυψε και όρμησε μπροστά.ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 Το Τέταρτο Ράιχ ΠΙΣΤΟΛΙΕΣ που σκέπασαν τον εύθυμο θόρυβο του πλήθους. Στο τέλος. Ψηλά από τη σκάλα φαινόταν κιόλας ότι κάτι φριχτό συνέβαινε. ακριβώς κάτω από τα πόδια του. διέκρινε τις σφιγμένες στις στολές . Το τουφεκίδι συνεχιζόταν. Αυτοί όμως δεν ήταν οι επιτιθέμενοι. με ασυνήθιστη για τη σωματική του διάπλαση σβελτάδα. σφίγγοντας στα χέρια του το αυτόματο και κοιτώντας πίσω από την πλάτη του. αλλά γλίστρησε και παραλίγο να σωριαστεί δίπλα της. παραμόρφωνε τους ήχους και άλλαζε την κατεύθυνσή τους. έρχονταν οι πυροβολισμοί. φοβούμενοι προφανώς να βγουν σε ανοιχτό χώρο. Ένας απ’ αυτούς καθυστερούσε προσπαθώντας να χώσει το πόδι του στο παντελόνι του. αλλά οι ληστές που κουμαντάριζαν αυτή την πλευρά του Κιτάι-Γκόραντ. Αυτό άλλαζε την κατάσταση. λυπόταν που εδώ σε υποχρέωναν να πληρώσεις προκαταβολικά. Οι επιτιθέμενοι είχαν πάρει θέσεις μέσα στη σήραγγα που βρισκόταν ακριβώς δίπλα τους. άρπαξε κάτω από τον πάγκο ένα όπλο και πετάχτηκε στην έξοδο. Εξαιτίας του αντίλαλου που διέδιδε ακαριαία τον κρότο των πυροβολισμών κάτω από τους θόλους του σταθμού. Ταυτόχρονα. Ο Αρτιόμ δεν μπορούσε να καταλάβει από πού πυροβολούσαν. κι από εκεί πυροβολούσαν. άρπαξε την κοιλιά του και κύλησε αργά στο πλάι. παραμερίζοντας τις γυναίκες που στρίγκλιζαν και τους τρομοκρατημένους εμπόρους. αλλά η περιέργεια τον έσπρωχνε να το κάνει. Μια τέτοια εξέλιξη έπρεπε να αποφευχθεί το συντομότερο. Για να μπορέσει να κατέβει. μέσα σε μια λίμνη κατακόκκινου αίματος που κυλούσε σε λεπτά ρυάκια. από τις σκηνές πετάγονταν μισοντυμένοι άνθρωποι που κοίταζαν σαστισμένοι ολόγυρα. Δεν έμενε πια καιρός για πολλές σκέψεις. και ο παχουλός εστιάτορας. ο Αρτιόμ αναγκάστηκε ν’ ανοίξει δρόμο με σπρωξιές μέσα από ένα πλήθος ξετρελαμένων από το φόβο ανθρώπων που ορμούσαν ν’ ανέβουν τη σκάλα. Και σ’ ολόκληρη την αποβάθρα δεν φαινόταν ούτε ένας άνθρωπος ικανός να βάλει τέλος σ’ αυτό το μακελειό. ενώ στην αποβάθρα. ειδάλλως θα μπορούσε να την κοπανήσει χωρίς να πληρώσει το λογαριασμό. Τη δρασκέλισε βιαστικά προσπαθώντας να μην κοιτάζει προς τα κάτω. ο Αρτιόμ τον ακολούθησε καταπόδας. δεν μπορούσε να καταλάβει από ποιαν ακριβώς σήραγγα.

διασχίζοντας ολόκληρο το σταθμό. Έμενε μόνον ο δρόμος για το σταθμό Κουζνιέτσκι Μοστ. αλλά ο Αρτιόμ. Ο δρόμος αυτός τώρα είχε αποκοπεί. προχωρούσε βιαστικά μπροστά. Απλούστατα οι επιτιθέμενοι φορούσαν μάσκες. ο Αρτιόμ όρμησε προς την είσοδο που μαυρολογούσε μπροστά του στη μοναδική διαθέσιμη σήραγγα. Ούτε ο Χαν ούτε ο Τουζ φαίνονταν πουθενά. Βλέποντας αυτό το παράξενο ζευγάρι. γέρους και νεαρούς σωματώδεις άντρες που έσερναν πίσω τους μπόγους που ήταν αμφίβολο αν τους ανήκαν. Η επίθεση γινόταν από τη μεριά της Τρετιακόφσκαγια. μολονότι πίεζε τον εαυτό του και έβριζε για κάθε καθυστέρηση. κάποιος έκλαιγε υστερικά. που σταμάτησε για μια στιγμή. κοιτώντας ολόγυρα με ύφος ατάραχο και ηλίθιο. ο γέρος προσπάθησε να χαμογελάσει στον Αρτιόμ και να του πει κάτι. κάπου έτρεχαν ακανόνιστες κηλίδες φωτός από πυρσούς που κάπνιζαν. εδώ σταμάτησε σαν κεραυνόπληκτος. Για να βρεθεί κάποιος στην Ταγκάνσκαγια. ο Αρτιόμ ένιωσε κάτι να σφίγγεται στην ψυχή του και. με ένα μορφασμό οδύνης στο πρόσωπό του και με το χέρι στην καρδιά του. ήταν καθισμένος κατάχαμα ένας ασπρομάλλης γέροντας. άλλοτε μοναχικές γυναίκες. Μόνο όταν πέρασαν αρκετά λεπτά σκέφτηκε ότι οι Μαύροι που επιτίθεντο στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ ποτέ δεν χρησιμοποιούσαν όπλα και δεν ντύνονταν. αποκάλυψαν ένα καμουφλαρισμένο πολυβόλο. καλυπτόμενοι από τα διάσπαρτα στις γραμμές πτώματα. Χτυπώντας με τα κοντάκια τα φύλλα του κοντραπλακέ που ήταν βαλμένα στη θέση των μπροστινών τζαμιών στο βαγόνι-επιτελείο. Γυρνώντας τα μάτια του ψηλά. Ο Αρτιόμ έβγαλε από την τσέπη του το δώρο του Χαν και πίεσε τη λαβή. Στη θέση του προσώπου τους οι φιγούρες είχαν κάτι μαύρο. σαν να βρίσκονταν πίσω από επάλξεις. να φτάσει στο σημείο όπου τώρα ήταν το επίκεντρο της φωτιάς. Οι άντρες που ήρθαν για ενίσχυση στους τύπους της γραμμής Καλούζσκαγια έπεσαν κατάχαμα κι άνοιξαν κι αυτοί πυρ. σου έδιναν μαζί στο τζάμπα κι έναν τέτοιο σκούφο. ενώ ο Αρτιόμ έγειρε πάνω από το γέρο προσπαθώντας ν’ ακούσει τι αγωνιζόταν εκείνος να του πει. κι ο Αρτιόμ ένιωσε να παγώνει μέσα του. προσπερνώντας μικρές ομάδες φυγάδων – άλλοτε ολόκληρες οικογένειες. συγκεντρώνοντας δυνάμεις. Ανακαλύπτοντας ότι κάποιος τους πρόσεξε. έπρεπε. Κάμποσες φορές σταμάτησε για να βοηθήσει να σηκωθούν αυτοί που έπεφταν. Συνοφρυώθηκε κι έκλεισε τα μάτια του. Πότε εδώ και πότε εκεί περνούσαν φώτα από φακούς.παραλλαγής φιγούρες στο στόμιο της αριστερής σήραγγας. στεκόταν ένας έφηβος που τα ζωώδη χαρακτηριστικά του και τα θολά μάτια του έδειχναν ολοφάνερα ότι δεν ήταν ένα συνηθισμένο παιδί. ο Αρτιόμ ψηλάφισε με το βλέμμα την κρεμασμένη στο κέντρο της αίθουσας φωτεινή επιγραφή με την ένδειξη του σταθμού. Στρέφοντας το αδύναμο φως του φακού στα πόδια του. κατάλαβε αμέσως ότι έκανε λάθος. πασχίζοντας να μη σκοντάψει. Η διαδρομή γέμισε με τρομαγμένα επιφωνήματα και άγριες κραυγές. Το δίλημμα λύθηκε από μόνο του. Πηδώντας στις γραμμές. Μόνο μια φορά πέρασε εκεί ψηλά μια φιγούρα που θύμιζε τον περιπλανώμενο φιλόσοφο. Ο καθένας φώτιζε μόνος του το δρόμο του. αλλά δεν του έφτανε ο αέρας. και που μπορούσες να τους αγοράσεις σε οποιοδήποτε παλιατζίδικο με όπλα – αν μάλιστα αγόραζες ένα αυτόματο ΑΚ-47. πλεχτούς σκούφους-μάσκες απ’ αυτούς που αφήνουν μόνο τα μάτια να φαίνονται. . Κοντά σε έναν απ’ αυτούς καθυστέρησε: Με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο της σήραγγας. Μέσα στη σήραγγα δεν ήταν μόνος του: Παραπάνω από τους μισούς που έτρεχαν να φύγουν από την αποβάθρα όρμησαν ακριβώς σ’ αυτή την έξοδο. Μια δυνατή ριπή ακούστηκε. Πλάι του.

προσπάθησε να το πείσει να σηκωθεί κι αυτό.. ξέρετε τώρα.. έτσι. «ακριβώς γι’ αυτό ήρθα εδώ. Τι έλεγα.. ούτε και μπορείς να το ζητήσεις από κανέναν. μην τύχει και το βρει κανείς αν ψάξει. Κανείς δεν έδινε πια σημασία στους τρεις τους. πλησίασε το παιδί και.. αλλά ο Αρτιόμ έβλεπε μπροστά του μονάχα μια ατέλειωτη σειρά από μπότες και μποτάκια. μόλις τώρα αγόρασα το φάρμακο». Θα με βοηθήσετε να σηκωθώ.. Εντωμεταξύ ο γέρος άνοιξε τα μάτια του. βγάζοντας παραπονιάρικες στριγκλιές. έσκισε με το νύχι του το περίβλημα.... Φανταστείτε.. ο Αρτιόμ πρόσεξε ότι κάποιος άγγιξε τον έφηβο πονόψυχα με την μπότα του..Μα ξαφνικά το παιδί γρύλισε απειλητικά.. μ’ έπιασε η καρδιά μου.» Ο Αρτιόμ τον έπιασε από το μπράτσο όσο εκείνος προσπαθούσε να σηκωθεί. καταλαβαίνετε. «Παρακαλώ... που ξαναβρήκε τον εαυτό του... «Καταλαβαίνετε.. Είναι ο Βάνιετσκα.33 Και ξαφνικά αυτή η φασαρία! Έτρεχα όσο βαστούσαν τα πόδια μου. ο Αρτιόμ κοίταξε τα μαυρισμένα χέρια του. στοργικά.. ξέρετε. Σκαλίζοντας την τσάντα από δερματίνη. ίσα που πρόλαβε ν’ αρπάξει το μπαλάκι που πήγε να του ξεφύγει.» έκανε βραχνά ο γέρος. «Νεαρέ.. και πήρε την τσάντα του γέρου.. αντέχω. Αν και για τον Σίλερ32 βέβαια δεν θα ’χουν ακούσει ούτε κουβέντα. Εγώ νευρίασα πολύ.. και ο Αρτιόμ παρατήρησε αηδιασμένος ότι από τα χείλη του κυλούσε μια λεπτή γραμμή σάλιου όποτε εκείνο έδειχνε σαν θηρίο τα μικρά. Γεμάτος αμφιβολία.» παρακάλεσε και τα βλέφαρά του έκλεισαν πάλι. είναι αδύνατο να το βρεις.» Ο Αρτιόμ σήκωσε απλά τους ώμους. δεν το φέρνει κανείς.. κίτρινα δόντια του. Αδιάφορα. γλυκερίνη.. ναι! Και.. Κάτω από τη γλώσσα. κάθισε αδέξια πάνω στις ράγες. Εκεί. όταν δεν μας άφηναν να μπούμε στην Πούσκινσκάγια. στον πάτο.. ο Αρτιόμ βρήκε βιαστικά μια άθικτη συσκευασία.. είτε σε Χιτλερόφσκαγια είτε σε Σιλερόφσκαγια. με αποτέλεσμα ν’ αναγκαστεί να κρεμάσει το αυτόματο στον ώμο του. Ο έφηβος εξακολουθούσε να κάθεται στο ίδιο σημείο και να σκούζει υπόκωφα. κι εμένα μου τελείωσε.... επίτηδες το τρύπωσα όσο γινόταν πιο βαθιά. παραπατώντας. τώρα κάνουν κουμάντο οι φασίστες. «Δεν πρέπει αυτόν. Νιτρο.. Δεν μπορώ. δεν ήθελαν να μας αφήσουν να περάσουμε. Δώστε το μου.. ξέσπασε ο γέρος. φασίστες στην Πούσκινσκάγια! Άκουσα μάλιστα ότι θέλουν να μετονομάσουν το σταθμό. Νιώθω κιόλας καλύτερα. τόσο μακριά. Αχ. και μόνο τότε μας άφησαν να περάσουμε.. δεν ξέρουν όλοι τι μέσο είναι αυτό.. και μάλιστα με κάποια χαιρεκακία.» έκανε ο γέρος βάζοντας τα δυνατά του να μιλήσει.... αυτοί οι νεαροί με τις σβάστικες πήραν στο ψιλό τον Βάνιετσκα. θ’ άρχιζαν τότε τις ερωτήσεις. κι αυτό.. αλλά υπάκουσε και έσπρωξε το γλιστερό μπαλάκι στο στόμα του γέρου. που συχνά ήταν μέσα στη βρώμα και τις τρύπες.. ξέρετε... κι αυτός άρχισε αμέσως να τσιρίζει ακόμα πιο δυνατά. στην τσάντα.. μόνος μου. Ο γέρος προχώρησε με κόπο. Ένα μπαλάκι. δεν υπακούουν. ακόμα .. κι όταν είδε να πλησιάζει ο Αρτιόμ σφύριξε με κακία και το σάλιο άρχισε πάλι να κυλά από το φουσκωμένο κάτω χείλος του. έσπρωξε το παιδί. αλλά τι μπορεί να τους απαντήσει αυτός ο φουκαράς ο μικρός για την αρρώστια του. μπορεί να γινόταν καμιά παρανόηση. Ο άγνωστος κούνησε αδύναμα το κεφάλι του και σώπασε. Εκείνος με το ζόρι άνοιξε τα χείλη του σ’ ένα ένοχο χαμόγελο και αναστέναξε: «Δεν. Εκείνο γρύλιζε θυμωμένο. στο δρόμο πήρα το τελευταίο χάπι. Πλάι τους περνούσαν ολοένα νέοι φυγάδες. και τότε από ψηλά ακουγόταν μια χοντρή βρισιά.. Μερικές φορές οι φυγάδες σκόνταφταν πάνω στις μαύρες ξύλινες τραβέρσες. Μην μπορώντας να συγκρατήσει την απέχθεια που τον κυρίευσε... τα χέρια. όντας σε κακή κατάσταση. δεν καταλαβαίνει. και το έτεινε στο γέρο. Σ’ εμάς. πραγματικό αίσχος και μόνο να το σκέφτεσαι. βαριαναστέναξε και ψέλλισε: «Σας ευχαριστώ πολύ...

αυτοσχέδιες. ή απλά δείχνοντας το σκοτάδι που τώρα πύκνωνε μπροστά τους. δρύινο φυσικά. πολύ άνετο. Πορφίριεβιτς. Ο Θεός να δώσει να μη μου συμβεί τίποτα· κανείς δεν θα τον νοιαστεί.. αυτός όμως δεν μπορεί να το καταλάβει. Τι ηλικία έχετε. έπειτα όμως κατάλαβα ότι δεν θα τα καταφέρω. που φώτιζε τόσο ζωηρά. ασυνήθιστο όνομα. και μια μικρή κουζίνα με γκάζι.. με σεντόνια και μαξιλάρια. μ’ έπιασε η κρίση. έμενα κάποτε εκεί». μου χαμογελά κι αυτός. Αλλά εγώ τότε δεν έδινα καμιά σημασία σ’ όλα αυτά. όπως Βλαντιλέν ή Σταλίνα. δεν θέλω καν να φανταστώ τι θα του συμβεί!» Ο γέρος έλεγε κι έλεγε. εγώ είμαι ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. Από καιρό σε καιρό τέντωνε το δεξί του χέρι και. θα τα καταφέρω χωρίς φάρμακο.. «υπήρχε ξέρετε ένα πολυώροφο κτήριο δίπλα ακριβώς στο μετρό. παρακαλώ. Εδώ δεν μπορείς να έχεις πολυτέλειες. Ο πατέρας μου λεγόταν Πορφίρι. ένιωθε πολύ άβολα. γαντζωμένος στο μπράτσο του. και όλο και λιγότεροι άνθρωποι έρχονταν πίσω τους. ακριβώς. Και μέχρι σήμερα θυμάμαι πολλά. ιδίως το γραφείο και τα βιβλία. όλ’ αυτά όμως μου λείπουν. Και στην αρχή. με ξύλινο πάτωμα. Είχα ένα δυαράκι αρκετά ψηλά. σκέφτηκα. άγνωστο γιατί... κι όχι έξω.. δεν με πονούσε τόσο πολύ. δεξιά στον τοίχο κρεμόταν ένα αντίγραφο του Τιντορέτο με μια ωραία επίχρυση κορνίζα. Ο Βάνιετσκα περπατούσε αδέξια στο πλάι του γέρου.και τον Βάνιετσκα αναγκάστηκα να σέρνω. Κουβεντιάζουμε. μάζεψα κι εγώ βιβλία. δεν πάνε στο διάολο. τη μια τα παίρνει ο ίδιος. με το συμπάθιο! Αν και .. τα παίρνει κι αρχίζει να μου τα χώνει στο στόμα. καθώς τότε ήταν τελείως διαφορετικά ονόματα στη μόδα. Το διαμερισματάκι ήταν μικρό. Αν και προχωρούσε με όσες δυνάμεις διέθετε. Μου άφησε ο πατέρας μου μια μεγάλη βιβλιοθήκη.. Αχ. Το πιθανότερο ήταν σύντομα να έμεναν τελευταίοι. όλα πάντα ολοκάθαρα. Μπαίνοντας. Αχ. κοιτούσε εξεταστικά τον Αρτιόμ στα μάτια.34 Κι εσείς από πού είστε. έτσι χαρούμενα. κι εκείνος. μια βιβλιοθήκη ως το ταβάνι. όπως σ’ όλα τα διαμερίσματα εκεί. δεν γινόταν όμως με τίποτα να μαζέψω λεφτά. ξέρετε. άλλωστε σήμερα το φάρμακο αξίζει το βάρος του σε χρυσάφι. ίσως εσάς να μη σας ενδιαφέρουν. ένα μεγάλο γραφείο με μια λάμπα με ποδαράκι και ελατήρια. Του λέω ευχαριστώ. Το κυριότερο είναι να μείνει η καρδιά σου ίδια. έβγαζε ένα «γκου γκου». είναι γεροντίστικες φλυαρίες. Από τη ΒΕΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ.. Αυτό όμως δεν είναι τίποτα. αλλά ήταν. Και. Αν κι εσείς μπορεί να μη θυμάστε πια κανένα κτήριο.. κατά τη σοβιετική περίοδο μάλιστα σε κάποιους οργανισμούς τού δημιουργήθηκαν προβλήματα. Ο Βάνιετσκα όμως δεν καταλαβαίνει τίποτα. Εγώ κι ο Βάνιετσκα είμαστε από την Μπαρικάντναγια. πάνω σε κανένα κουρέλι. αλλά τώρα τελευταία. χαμογέλασε αμήχανα ο γέρος. άλλες φορές όμως πρέπει να κοιμηθεί κανείς κατάχαμα. αλλά ακόμα δεν κατάφερε να μου τα δώσει εγκαίρως ούτε μία φορά. αναστατωμένος. τώρα σκέφτομαι τι άνεση ήταν αυτή – κουζίνα με γκάζι. ξέρετε. γρυλίζει με κέφι. και δεν έχουμε ακόμα συστηθεί. Πολύ χαίρομαι. αυτό βέβαια δεν έχει καμιά σημασία.. Αρτιόμ.. στα καλά καθούμενα. δείχνοντας κάποιο πράγμα που παράτησαν οι άνθρωποι καθώς έφευγαν βιαστικοί από το σταθμό ή κάτι που τους έπεσε πάνω στην τρεχάλα τους. ξέρετε. δεν ξέρω γιατί. «Σας ζητώ συγγνώμη. πώς σας λένε.. θα περάσει. καθώς είδε κάτι κοτόπουλα περασμένα σε ξυλάκια και δεν έλεγε να φύγει. την άλλη. Θεέ μου. Το πρόσωπό του είχε ξαναπάρει την πρωτινή έκφραση της απάθειας.. κι από εκεί είχα θαυμάσια θέα του κέντρου της πόλης. του Αρτιόμ του φαινόταν ότι βημάτιζαν πολύ αργά. καταλαβαίνετε. καταλαβαίνετε. Ε. εμείς στο σταθμό μας έχουμε κάτι ξύλινες κουκέτες. ξέρετε. ήθελα ηλεκτρική κουζίνα. το κυριότερο είναι εδώ» –κι έδειξε το στήθος του– «το κυριότερο είναι αυτό που συμβαίνει μέσα. πάει καιρός που προσπαθώ να του μάθω να μου δίνει τα χάπια όποτε δεν νιώθω καλά. τι ωραίο πράγμα! Το κρεβάτι ήταν κανονικό. να μην καταρρεύσεις· κι όσο για τις συνθήκες. χαμογελώ. και γιατί μ’ ενδιέφεραν. Και πάνω που ήθελα να βρω το χάπι. και σχετικά με τη δουλειά μου. το κυριότερο. γιατί σας τα λέω όλα τούτα. ξέρετε. νεαρέ. εκείνο που νοσταλγώ περισσότερο είναι το κρεβάτι μου.

). Ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς τον κοίταξε τρομαγμένος και ρώτησε επιφυλακτικά. Αποδείχτηκε ότι αυτό είναι το νέο τους σύμβολο. Τώρα όμως μάλλον δεν θα έχει μείνει κανείς απ’ αυτούς. αν καταλαβαίνω σωστά.. γενικά μια βλακεία». Τους Καυκάσιους όμως. του εξήγησε ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. Δεν πρόλαβε. Δεν έχει ούτε μία βδομάδα που ταξιδεύει. για παράδειγμα.» πέταξε το λογάκι του. σκέτη φρίκη. Λες.» επέμεινε ο Αρτιόμ.» «Εγώ γενικά καμία. ή ότι οι ίδιοι είναι αποκλεισμένοι.» απόρησε ο Αρτιόμ.. με περιβραχιόνια στα μανίκια. οπωσδήποτε πρέπει να κυκλοφορούσαν φήμες που. και πώς είναι να έχεις θέα ή να μπορείς ν’ ανέβεις στα ψηλά πατώματα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. αλλά εσείς ποια ιδεολογία ασπάζεστε. Όλα ήταν μάταια. αυτό δεν μπορούσε να συμβαίνει. κι έπεσε η ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. για να είμαι ειλικρινής. κι από εκεί να φτάσει ως την ονομαστή Πόλη. ξέρετε. και ο Αρτιόμ τ’ άκουγε όλα με ζωηρό ενδιαφέρον.. ν’ αλλάξει διαδρομή στην Τσέχοφσκάγια. Πώς έγινε αυτό. αλλά αυτοί οι μαχαιροβγάλτες έκριναν ότι σε κάτι διαφέρουν και τους καταδιώκουν. Ο Αρτιόμ αναγούλιασε στο άκουσμα της λέξης «μαύροι». οι Μαύροι επιτίθενται ήδη στην Πούσκινσκάγια και η αποστολή του απέτυχε. Σημαίνει ότι απαγορεύεται παντού η είσοδος στους μαύρους. παραήταν πολλά τα σήματα. κι έκανα την απροσεξία να ρωτήσω..» Δεν σώπαινε ούτε για μια στιγμή.. κάτι τύποι κουρεμένοι γουλί. Σκέτη απανθρωπιά! Φανταστείτε. Τους Καυκάσιους. «Μαύρους αποκαλούν αυτοί τους Καυκάσιους». εκείνος αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την παύση για να στρέψει τη συζήτηση στο φλέγον ζήτημα. παριστάνοντας τον ηλίθιο. «Και τις άλλες εθνικότητες πώς τις αντιμετωπίζετε. ενώ αποτραβιόταν ανεπαίσθητα στο πλάι: «Με συγχωρείτε.. Φασίστες. Αχ. αλλά κάποιες φήμες θα ήταν οπωσδήποτε. έστω. «Γενικά αυτά με τις εθνικότητες δεν τα πολυκαταλαβαίνω. εκεί πάνω υπήρχαν οι Γάλλοι ή οι Γερμανοί. Έφτασαν λοιπόν ως εκεί. «Εντελώς συνηθισμένοι άνθρωποι. Εντάξει. παλιά υπήρχαν οι Αμερικανοί. Κι όταν ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς σώπασε λιγάκι για να πάρει μιαν ανάσα. «Άραγε στην Πούσκινσκάγια υπάρχουν πραγματικοί φασίστες. ναι.» «Και τι δουλειά έχουν εδώ οι Καυκάσιοι.. Γιατί.» «Εντελώς συνηθισμένοι!» τον διαβεβαίωσε καθησυχασμένος ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς.. κι αυτό όχι επειδή ανεβαίνεις με κυλιόμενες σκάλες αλλά με ασανσέρ. Εγώ νόμισα ότι επρόκειτο για κάποιο λάθος. προσπαθώντας πάντα να καταλάβει αν ο Αρτιόμ τον κοροϊδεύει. τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. αν και του ήταν αδύνατο να φανταστεί πώς είναι να ζεις σ’ ένα πολυώροφο κτήριο. Πώς μπορούσε να διασχίσει την Πούσκινσκάγια (ή μήπως Χιτλερόφσκαγια πια.» αναστέναξε αμήχανος ο γέρος.. Όχι. δεν τα κατάφερε. Έριξε μια τρομαγμένη ματιά στον Μιχαήλ Πορφίριεβιτς και ρώτησε επιφυλακτικά: «Μα υπάρχουν Μαύροι εκεί. «Γιατί μόλις σήμερα είδα κάμποσους απ’ αυτούς. τελείωσαν όλα. ξέρετε. είναι συνηθισμένοι άνθρωποι.με το κρεβάτι.» Και στο μυαλό του άρχισε να γυρνά πυρετικά το καρουζέλ του πανικού... Μα τότε πάει. «Ναι. κανονικός . ακριβώς πάνω από τις γραμμές έχουν στερεωμένους στην οροφή του σταθμού γάντζους. «Δηλαδή οι Καυκάσιοι.. μεγαλοποιούσαν τον κίνδυνο. παραδέχτηκε αδέξια.» μάσησε τα λόγια του ο Αρτιόμ. «Μα τι λέτε. δεν τους ξέρω καθόλου». Πάνω από την είσοδο του σταθμού και παντού μέσα σ’ αυτόν κρέμονται κάτι σήματα που παλιά σήμαιναν ότι δεν επιτρέπεται η διέλευση – μια μαύρη φιγούρα μέσα σ’ έναν κόκκινο κύκλο τονισμένο με μια γραμμή. και σ’ έναν απ’ αυτούς κρεμόταν ένας άνθρωπος.

Έχουν παρελάσεις. Κάτι για το μεγαλείο του πνεύματος και την περιφρόνηση στο θάνατο. και ο Αρτιόμ κούνησε αόριστα το κεφάλι του. Τα γερμανικά έχουν φτιαχτεί για τέτοια πράγματα. είχε μάθει να το κάνει χρησιμοποιώντας ένα προκατακλυσμιαίο σχολικό βιβλίο που είχαν στη βιβλιοθήκη του σταθμού.. και μάλιστα καταλαβαίνει ως ένα βαθμό. απάντησε ο γέρος. έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του ένα λεκιασμένο σημειωματάριο. Φυσικά δεν θα προσπαθήσω να το μεταφράσω ακριβώς. Άλλωστε την ιδεολογία τους οι Γερμανοί την επινόησαν. απ’ ό. και τότε ήταν που αυτά τα τέρατα τον πήραν χαμπάρι». την περηφάνια. πρόσθεσε υπομονετικά ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. Στο άκουσμα του ονόματός του ο έφηβος γύρισε και κάρφωσε στο γέρο μια παρατεταμένη. Ξέρετε βέβαια τι θα σας πω». προσεχτικά καταγραμμένα στο φύλλο του σημειωματάριου. κάπως προσβεβλημένος. κάτι έχω σημειώσει εδώ. «Ξέρετε. εννοείται. Besitz stirbt. Όλοι οι δικοί σου θα πεθάνουν. όσο κι αν στην πραγματικότητα δεν είχε ιδέα. Πού ήταν. Γενικά όμως. ο Αρτιόμ είδε τα λατινικά ψηφία που αναπηδούσαν. Ένα μονάχα πράγμα στους αιώνες θα ζει: η πολεμική δόξα των νεκρών! . φωτίστε μου αν έχετε την καλοσύνη. φώτισε ακόμα μία φορά το σημειωματάριο. Του Αρτιόμ του φάνηκε ότι ακούει. που άρχισε να τον δείχνει με το δάχτυλο. κοιτάξτε. να το!» Μέσα στον κίτρινο κύκλο που σχημάτιζε το φως.. Ο Αρτιόμ μπορούσε να διαβάσει και λατινικά ψηφία. Τα υπάρχοντά σου όλα θα χαθούν. «Σταθείτε ένα λεπτό. αλλά πάει κάπως έτσι: Εσύ θα πεθάνεις.άνθρωπος. Δεν μπορούσε φυσικά να καταλάβει το παραμικρό. κάποιες φράσεις στα γερμανικά. «Και μια που αρχίσαμε να μιλάμε για λαούς. Κοιτώντας ανήσυχα πίσω του. εμβατήρια. Αχ. Να... αυτοί εκεί. ο οποίος τώρα πεισμάτωσε για κάποιο λόγο και άρχισε να γρυλίζει δυσαρεστημένος. το πέτυχαν με την επιλογή της γερμανικής γλώσσας. ξέρετε. όπως φάνηκε στον Αρτιόμ.» ρώτησε σέρνοντας πίσω του τον Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. «Στη μνήμη των θανόντων πολεμιστών. δεν ήθελε όμως να φανεί τελείως άσχετος. όλα σ’ αυτό το πνεύμα.τι φαίνεται. παντού κρέμονται γερμανικοί αετοί. αλλά το όνομά του δεν επαναλήφθηκε κι αυτός έχασε γρήγορα το ενδιαφέρον του για τον Μιχαήλ Πορφίριεβιτς και η προσοχή του στράφηκε στις τραβέρσες. κάποια τσιτάτα του Χίτλερ για την ανδρεία. «Τι είναι αυτό. που έχωσε βιαστικά το σημειωματάριο στην τσέπη του και προσπαθούσε να ξεκολλήσει από τη θέση του τον Βάνιετσκα. Όση ώρα στεκόμασταν εκεί κι εγώ προσπαθούσα να τους πείσω να μην προσβάλλουν τον Βάνιετσκα. να μουγκρίζει. σβάστικες. θολή ματιά. Die Sippen sterben. Der Töten Tatenruhm. Der einzig lebt – wir wiessen es. αυτοί όλο παρήλαυναν στην αποβάθρα κι έλεγαν τραγούδια.» Χάνοντας το βήμα του. και μάλιστα περιτριγυρισμένα από πλαίσια με συγκινητικά σχέδια: Du stirbst. υποκλίνονται στους Γερμανούς. «Είναι ένα ποίημα». Ο Βάνιετσκα αναστατώθηκε τόσο πολύ. Εγώ μιλάω λίγο γερμανικά.

κι από πίσω το μισό κρανίο του είχε διαλυθεί. θυμήθηκε ξαφνικά ολοζώντανα τη συζήτηση του Χάντερ με τον Σουχόι.. Σύντομα από μακριά έλαμψαν κάποια φωτάκια. Τον πέτυχαν στο κεφάλι. “Der Toten Tatenruhm!” Σε πιάνει σύγκρυο! Ν. ένα μόνο. Δύο ακόμη άντρες με ανάλογες στολές και άγαρμπα στρατιωτικά αυτόματα στους ώμους έλεγχαν σχολαστικά τα χαρτιά αυτών που έβγαιναν από τη σήραγγα. έτσι ο Αρτιόμ επιτέλους χαλάρωσε. σταμάτησε ξαφνικά. Μην ακούγοντας καμιά καταφατική απάντηση. ε. Ο Αρτιόμ ανατρίχιασε στ’ αλήθεια. και εξοπλισμένο με πολυβόλο. Άθελά του όμως διαρκώς επανερχόταν στη διατύπωση της τελευταίας στροφής. γι’ αυτό και έβαλαν εκεί σκοπό τον Βιτάλικ. Ποιος ξέρει γιατί. Θα πεθάνουν κι οι δικοί σου. όπου ένας γνωστός του πραματευτής τού είχε φέρει καινούργιο. νιώθοντας ντροπή για τον ενθουσιασμό του. Οι φρουροί επέτρεπαν την είσοδο με καθυστερήσεις και απροθυμία.. Η σήραγγα εκείνη θεωρούνταν πάντα ακίνδυνη. αλλά πλάι του καθόταν ένας παχύς τύπος με φθαρμένη πράσινη στολή που έτρωγε ένα μείγμα από μια βρώμικη καραβάνα.»Πόσο αδύναμο όμως ακούγεται στα ρώσικα. Για λίγη ώρα περπατούσαν αμίλητοι. και πίσω τους όλα έμοιαζαν ήσυχα. Ενώ στα γερμανικά ακούγεται τόσο βροντερό. Εννοώ. Δεν θα μείνει τίποτα. εκείνος χάρηκε γι’ αυτό. κάπως έτσι δεν το έλεγε. αλλά με προβολέα. Ο Αρτιόμ είχε θυμώσει και θεωρούσε βλακώδες το γεγονός ότι ίσως είχαν πια μείνει τελευταίοι και. Κι όταν επιτέλους ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς έσπασε τη σιωπή. ακόμα και με τούτο τον άκακο γέροντα. . Ήταν σαράβαλο. Ο Κουζνιέτσκι Μοστ ήταν ένας κατοικημένος σταθμός. ήταν στημένο ένα πολύ καλοφτιαγμένο φυλάκιο ελέγχου. που τον πυροβόλησαν ληστές ενώ επιχειρούσαν να μπουν στο σταθμό από τη νότια σήραγγα. ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς σώπασε πάλι. Αρτιόμ.. για να λέμε την αλήθεια. Μα σκοπεύετε να βγείτε εκεί. Μόνο μέχρι την Πούσκινσκάγια θα πάτε. «Μήπως κατά τύχη ακολουθούμε τον ίδιο δρόμο. Τύλιξε το αυτόματο σε ένα φανελάκι και το έχωσε πιο βαθιά στο σακίδιό του. και κάπου 50 μέτρα πριν από την είσοδο στην αποβάθρα. Αυτό ήταν όλο. και ο Αρτιόμ μόλις είχε μπει στα δεκαέξι. αφού ήταν μονάχα δεκαοχτώ χρόνων. αυτόν που κάποτε είχαν πάει μαζί στο Βοτανικό Κήπο. να βγείτε από το δρόμο σας.. μην ξέροντας τι να κάνει. αδύναμα στην αρχή και μετά όλο και πιο ζωηρά. Ο Βιτάλικ το ζιζάνιο. Μήπως να ερχόσασταν μαζί μας ως την Μπαρικάντναγια. Δεν φαντάζεστε τι γίνεται εκεί πέρα. ξεχωριστό τάχα.. Κάποιος βέβαια θα σε θυμάται μετά.» Θα πεθάνεις και δεν θα υπάρξει καμιά συνέχεια.. ξαφνικά σταμάτησαν στη μέση της διαδρομής για να διαβάσουν κάποιο ποίημα. Κι αυτό ήταν όλο. Δεν μπορούσε να μιλά με τον πρώτο τυχόντα. Πλησίαζαν στο σταθμό Κουζνιέτσκι Μοστ. Για αρκετή ώρα περπατούσαν μέσα στη σιγαλιά.. γι’ αυτό και αποφάσισε να κρύψει το όπλο του. όταν ο πατριός του είπε: «Μήπως ξαφνικά δεν υπάρχει τίποτα. αλλά κι αυτό όχι για πολύ. Κοντά τους στεκόταν μια μικρή σειρά ανθρώπων – ήταν όλοι τους φυγάδες που είχαν προσπεράσει τον Αρτιόμ όσο εκείνος τραβολογιόταν με τον Μιχαήλ Πορφίριεβιτς και τον Βάνιετσκα. καταμεσής στις γραμμές. σβηστό τώρα επειδή δεν χρειαζόταν. και τώρα αυτός στεκόταν σαστισμένος σε μιαν άκρη. για τους σκοπούς του ταξιδιού του. Θα σας συνιστούσα να μην το κάνετε καθόλου.. Και μόλις εκείνο το απόγευμα κανόνιζαν να πάνε στου Ζένκα. ενώ δεν ήταν σαφές τι συνέβαινε πίσω από την πλάτη τους. ναι». Ο Αρτιόμ δεν είχε ιδέα για τις συνήθειες της περιοχής. χασίσι. κι είχε μονάχα μια τρυπούλα καταμεσής στο κούτελο. Θα χαιρόμουν να κουβεντιάζω μαζί σας!» Ο Αρτιόμ αναγκάστηκε πάλι να κουνήσει αόριστα το κεφάλι του και να ψελλίσει κάποια μπερδεμένα λόγια. Εσύ θα πεθάνεις. κάποιου νεαρού μάλιστα την αρνήθηκαν εντελώς. και –ποιος ξέρει γιατί– θυμήθηκε ξαφνικά το φίλο του τον Βιτάλικ.

Αναστενάζοντας απογοητευμένος. αφήνοντας ένα σφύριγμα ικανοποίησης. Εκείνος όμως χαμογελούσε αινιγματικά. κάνοντας κάμποσα «χμμμ» γεμάτα δυσπιστία. Ο πολυβολητής παράτησε σε μιαν άκρη την καραβάνα με το φαΐ του και άρπαξε το όπλο του. Ο Αρτιόμ στριφογυρνούσε ανήσυχα. μουστακαλή φρουρό τα χαρτιά του. στην καλύτερη περίπτωση είτε θα πρέπει να γυρίσω πίσω. Μέσα του ο Αρτιόμ συμφωνούσε μαζί της. Ο Αρτιόμ ήταν σίγουρος ότι η γυναίκα τώρα θ’ αρχίσει να αφηγείται μια συγκινητική ιστορία για τον εγγονό της.και κατά διαστήματα προσπαθούσε να πλησιάσει τον ελεγκτή. ενώ στον Βάνιετσκα δεν έδωσε την παραμικρή σημασία. κατσούφιασε ο μουστακαλής. πισωπατώντας μερικά βήματα. Ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς πλησίασε σε ανεπίτρεπτα μικρή απόσταση το συνοριοφύλακα και του ψιθύρισε υπομονετικά: . Αφού ερεύνησε δεόντως. δουλεύει οξυγονοκολλητής. ξεφύλλισε στα γρήγορα το φυλλάδιο του γέρου. Κι έπειτα η διοίκησή μας μου έδωσε το πρώτο έγγραφο που βρέθηκε πρόχειρο». μην ξέροντας από τι άλλο να πιαστεί. τον σταμάτησε με μια κίνηση. Ήρθε η σειρά του Αρτιόμ. προφανώς ο επικεφαλής. ενώ ο Αρτιόμ του χαμογελούσε φιλικά. διευκρίνισε ο Αρτιόμ. κι εκείνος βάλθηκε να εξετάζει σχολαστικά κάθε σελίδα. ο οποίος κάθε φορά τον έσπρωχνε πέρα και καλούσε τον αμέσως επόμενο. Όχι ότι ο Αρτιόμ τον πίστεψε.» ρώτησε επιτέλους βλοσυρά ο φρουρός. σκέφτηκε ο Αρτιόμ σκουπίζοντας από το μέτωπό του τον προδοτικό ιδρώτα. ιδίως τις σφραγίδες. φωτίζοντας για ώρα με το φακό του. που μόλις τώρα ψαχούλευε χωρίς την παραμικρή τύψη το σάκο μιας φαινομενικά άκακης γυναίκας. Ή θα πιάσει να ιστορεί ότι βρήκε αυτές τις χειροβομβίδες στο δρόμο της κι αμέσως βιάστηκε να τις παραδώσει στα αρμόδια όργανα. «Ήμουν μικρός ακόμα όταν ίσχυαν αυτά τα διαβατήρια. Αν ανακαλύψει το αυτόματο. με το διαβατήριό του έτοιμο για έλεγχο. Το εκπληκτικό ήταν ότι ο επικεφαλής της φρουράς. κι αυτά είναι ανταλλακτικά για τα μηχανήματα της δουλειάς του. που άρχισε αμέσως να κλαψουρίζει. «Παρατυπία». κι όταν εκείνος δοκίμασε να στήσει καβγά τον βούτηξαν και κάπου τον πήγαν. εκείνος ξαναγύρισε στο φαΐ του. προαισθανόμενος μπλεξίματα. Ο Αρτιόμ του σφύριξε ότι κι αυτός ήταν οπλισμένος. να αποκαλεί τους φρουρούς τέρατα και ν’ απορεί πώς μέχρι τώρα αντέχει η γη το βάρος τους. και μπροστά στα μάτια τους έναν άντρα που πάνω του ανακάλυψαν ένα αδήλωτο περίστροφο Μακάροφ στην αρχή τον έβγαλαν από τη σειρά. Ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς τον κοιτούσε απορημένος. αλλά δεν αποφάσιζε να εκδηλώσει μεγαλόφωνα την αλληλεγγύη του. είτε μπορεί να το κατασχέσουν. ο φρουρός έβγαλε μέσα από ένα σωρό βρώμικων εσώρουχων κάμποσες χειροβομβίδες και ετοιμάστηκε ν’ ακούσει τις απαιτούμενες εξηγήσεις. προσπαθώντας να παραστήσει την ενσάρκωση της ίδιας της αθωότητας. «Γιατί διαβατήριο σοβιετικού τύπου. αλλά ο ένας από τους δυο συνοριοφύλακες. «Ανοίξτε το σακίδιο». Έψαχναν προσεχτικά όποιον ερχόταν. Ο συνοριοφύλακας περιέφερε τουλάχιστον πέντε φορές το βλέμμα του από το πρόσωπο του Αρτιόμ στη φωτογραφία. εκείνος όμως του κούνησε καθησυχαστικά το κεφάλι και του υποσχέθηκε ότι όλα θα πάνε καλά. Εντωμεταξύ σιγά σιγά πλησίαζε η σειρά τους. αλλά απλούστατα του προκαλούσε μεγάλη περιέργεια πώς σκόπευε ο γέρος να βολέψει την κατάσταση. ενώ ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς έκανε ένα βήμα μπροστά. που χρειάζεται αυτά τα ακατανόητα μπιχλιμπίδια για τη δουλειά του: Καταλαβαίνετε. σφύριξε μια κατάρα και όρμησε πίσω στη σήραγγα για να κρυφτεί βιαστικά στο σκοτάδι. Εκείνη όμως. σαν να μην υπήρχε καν. και οι συνοριοφύλακες έλεγχαν τώρα τον πλαστικό σάκο μιας γυναίκας γύρω στα πενήντα. Έδωσε πρόθυμα στον αδύνατο.

Ο Κουζνιέτσκι Μοστ δεν είχε καμιά μεγάλη διαφορά από τους περισσότερους σταθμούς στους οποίους ο Αρτιόμ έτυχε να βρεθεί στη διάρκεια του ταξιδιού του.. ο συνοριοφύλακας είπε ξερά: «Πέντε». ο Αρτιόμ είχε τρία τέτοια στρατιωτάκια: Το ένα. και τίποτα δεν απομένει μπροστά στα μάτια σου. κρεμόταν από την οροφή μια κόκκινη βαμβακερή σημαία. μετρώντας τα βαγόνια που χάνονταν μέσα στην καταχνιά στην απέναντι άκρη της αποβάθρας. ασαφείς και εφήμερες όπως και οι άλλες σκέψεις για όσα υπήρχαν τότε. μπορώ να εγγυηθώ προσωπικά γι’ αυτόν». επειδή το πρόσωπό του πήρε ξαφνικά μια έκφραση γεμάτη ενδιαφέρον. και μεμονωμένα βαγόνια στον Κιτάι-Γκόραντ και την Προσπέκτ Μίρα. να ανασυστήσεις στη μνήμη σου τις λεπτομέρειες. Αρκεί να προσπαθήσεις να φανταστείς κάτι με λεπτομέρειες. καταλαβαίνετε. ο Αρτιόμ του μέτρησε άλλα δέκα φυσίγγια και τα έριξε στο ίδιο σακούλι. . Εκεί. από τα φωτεινά τετράγωνα των παραθύρων τους· αναμνήσεις από τα μακρινά. Θαυμάζοντας τη σιδερένια αυτοκυριαρχία αυτού του ανθρώπου. «Δεκαπέντε». τα έριξε στο μισάνοιχτο σακούλι που κρεμόταν από τον ώμο του ελεγκτή. πολύχρωμα κουρτινάκια. και άπιαστη η εικόνα αμέσως διαλύεται. Όταν ακόμα ζούσε με τη μητέρα του. Το εκπληκτικό όμως ήταν άλλο: Και στις δύο γραμμές ήταν σταματημένοι ολόκληροι συρμοί με απίστευτο μάκρος. που όμως ήταν τόσο ρευστές. θυμίζοντας σε βαθμό αστείο παιδικά στρατιωτάκια.. εκτός του ότι οι αψίδες εδώ διέφεραν: Ήταν ψηλές και φαρδιές. ο οποίος αρνιόταν πεισματικά να πάρει τα πέντε φυσίγγια από τον Αρτιόμ. που από μακριά έμοιαζαν μικρούληδες. ο Αρτιόμ προχώρησε μπροστά. πλάι στη διάβαση προς την Κόκκινη Γραμμή. Όταν όμως μεγάλωσε. Ανοίγοντας το σακίδιο του Αρτιόμ και χώνοντας εκεί μέσα το χέρι του –πράγμα που έκανε τον Αρτιόμ να παγώσει–. και προφανώς επήλθε το μοιραίο. Τα παράθυρά τους φωτίζονταν με ένα ζεστό φως που περνούσε μέσα από χαριτωμένα. Κουνώντας το κεφάλι του. Εκείνη τη στιγμή όμως το χέρι του Κονσταντίν Αλεξέγιεβιτς κατάφερε να συνεχίσει την περιπλάνησή του μέσα στο σακίδιο του Αρτιόμ.«Κονσταντίν Αλεξέγιεβιτς. πρόφερε απαθώς ο μουστακαλής. είδε μονάχα το βαγόνι που είχε κολλήσει στην έξοδο της σήραγγας στη Ρίζσκαγια. παιδικά του χρόνια. απέμεναν κάποιες μισοσβησμένες αναμνήσεις από τρένα που πετούσαν και βούιζαν. με πανομοιότυπες πράσινες στολές και πηλήκια. Ναι. ισχυριζόμενος ότι το χρέος του ήταν πολύ μεγαλύτερο και άλλα παρόμοια. τόσο τεράστιοι που έπιαναν σχεδόν ολόκληρο το σταθμό. Κι ενώ ο Αρτιόμ αναρωτιόταν τι εννοούσε. ο διοικητής. Ο Αρτιόμ ένιωσε την καρδιά του να γκρεμίζεται σ’ ένα βάραθρο κι έκλεισε τα μάτια του. Είναι πολύ καθωσπρέπει νέος. Ούτε ένας μυς δεν κινήθηκε στο πρόσωπο του συνοριοφύλακα. Απλώς έκανε ένα βήμα στην άκρη και ο δρόμος για τον Κουζνιέτσκι Μοστ ήταν ελεύθερος... και κάτω απ’ αυτήν στέκονταν ήρεμα πάνω σ’ ένα δοκάρι δυο οπλίτες με αυτόματα. ξεχωρίζοντας μέσα από το σκοτάδι με έναν ευδιάκριτο κύκλο από ηλεκτρικό φως γύρω της. ο νεαρός είναι γνωστός μου. ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς έβγαλε από την τσέπη του μια χούφτα φυσίγγια και. μετρώντας βιαστικά πέντε κομμάτια. Ο Αρτιόμ δεν είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. κυλά σαν το νερό μέσα απ’ τα δάχτυλά σου. Ο Αρτιόμ μαρμάρωσε κοιτώντας γοητευμένος τους συρμούς. ενώ οι πόρτες ήταν φιλόξενα ανοιχτές. κι αυτό δημιουργούσε την αίσθηση μιας ασυνήθιστης ευρυχωρίας. Το ίδιο μάρμαρο στους τοίχους και το ίδιο γρανιτένιο δάπεδο. Τα υπόλοιπα δεκαπέντε λεπτά αναλώθηκαν σε αντεγκλήσεις με τον Μιχαήλ Πορφίριεβιτς.

ας πούμε. «Και πώς ζουν αυτοί εδώ. τα παιδιά έκαναν σαν τρελά. «Άκουσα τόσα και τόσα για πολλούς συγκλονιστικά ωραίους σταθμούς του μετρό. που κάπνιζαν και συζητούσαν σοβαρά με τους γείτονες τα γεγονότα της μέρας. η μέρα αυτή είχε αποδειχτεί ατέλειωτη και γεμάτη ένταση. γριούλες έπιναν τσάι στο φως μιας λαμπίτσας κρεμασμένης από ένα σύρμα.. είναι σκέτο παλάτι!» βάλθηκε με θέρμη να τον μεταπείσει ο γέρος. ίσα που στέκεστε στα πόδια σας. ειλικρινά σας μιλάω.. Τι παράξενο. είμαι φοβερά κουρασμένος.» δεν κρατήθηκε και ρώτησε ο Αρτιόμ. και δεν είχαν καμιά δουλειά με μάχες. Ω. Τα στρατιωτάκια θα πρέπει να ήταν από διαφορετικά σετ. με τα αυτόματα σφιγμένα στα στήθη τους. και μην μπορώντας να ξεκολλήσει τα μάτια του από το συρμό. κάτι φώναζε κοιτώντας πίσω του· σίγουρα καλούσε το απόσπασμά του να τον ακολουθήσει στη μάχη. αλλά έτσι και τους δεις είναι όλοι τους σχεδόν ίδιοι». Με τον Λένιν και τις υπόλοιπες μπαρούφες. «Εκεί. αν εκείνοι ζητήσουν να τους παραδώσουν κάποιον. οι άνθρωποι ήταν διαρκώς έτοιμοι για όλα. ξέρετε. Όντως.» σταμάτησε απότομα και διευκρίνισε ψιθυριστά στον Αρτιόμ: «Ο σταθμός είναι γεμάτος χαφιέδες. και η ξεκούραση του ήταν απολύτως απαραίτητη. Ναι. αλλά το πρόσωπο της μητέρας του ήταν αδύνατο να το θυμηθεί. ενώ κατά μήκος της οροφής απλωνόταν μια παράξενη σιδερένια κατασκευή. Ο Αρτιόμ κούνησε το κεφάλι του. καθώς έτρεχε να προλάβει το γέρο. που δεν θα το πιστεύετε! Να. πάμε να βρούμε ένα μέρος να ξεκουραστούμε· εγώ. «Μα τι λέτε. Από τα βαγόνια ακούγονταν χαρούμενα γέλια και συζητήσεις. «Μα δεν ξέρετε πώς.. «Είναι . Στον Κουζνιέτσκι Μοστ επικρατούσε μια σχετική τάξη. τα μεγάλα εργαστήρια. Όλα αυτά ήταν τελείως ασυνήθιστα για τον Αρτιόμ. ευημερούν. «Εδώ είναι ο Κουζνιέτσκι Μοστ! Εδώ βρίσκονται οι καλύτεροι τεχνίτες του μετρό. πρόσθεσε πολύ σιγά ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς και κοίταξε τρομαγμένος ολόγυρα. Τα άλλα δυο στέκονταν ολόισια. για να είμαστε ειλικρινείς.. θαρρώ. Αναστενάζοντας όλο ζήλια.. η Κομσομόλσκαγια..με βγαλμένο από τη θήκη το σπιθαμιαίο πιστολάκι του.. αλλά δεν υπήρχε ποτέ αυτό το πράγμα. ο Αρτιόμ περπατούσε δίπλα στον Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. ήταν φωτισμός ασφαλείας. αυτά τα στρατιωτάκια τα θυμόταν πολύ καλά. μοιράστηκε με τον Μιχαήλ Πορφίριεβιτς την απογοήτευσή του ο Αρτιόμ. στις πόρτες που προσπερνούσαν στέκονταν άντρες κουρασμένοι από τη δουλειά. που ίσως παλιά να φώτιζε την αποβάθρα... Ας περάσουμε τη νύχτα. δηλαδή την Κόκκινη Γραμμή. Γι’ αυτό κι εδώ πρέπει να μιλάμε πιο σιγά. υπάρχει μια τεράστια τοιχογραφία στην οροφή.. ακριβώς σαν τους συνοριοφύλακες της Κόκκινης Γραμμής.. Εκτός από το συρμό. να πηγαίνουν έτσι απλά για μια επίσκεψη σε φίλους. αλλά οι ανδρείοι μαχητές του είχαν κοκκαλώσει επιτόπου.» απόρησε ευγενικά ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. ακόμα κι από το Δακτύλιο. όλα στη φόρα. όπως και στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝΧΑ. Εδώ είναι να ζει κανείς!» αναστέναξε με ονειροπόλο ύφος ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. μπορεί και να τον παραδώσουν. Εδώ τους φέρνουν μηχανήματα για επισκευή από τη γραμμή Σοκολνίτσεσκάγια. να είναι όλες οι πόρτες ανοιχτές. γι’ αυτό και. νεαρέ! Υπάρχουν τόσο ωραίοι σταθμοί. τα παιδιά να τρέχουν παντού. κι έπειτα συνεχίζουμε το δρόμο μας». μαζεύονταν τα βραδάκια για να καθίσουν ήσυχα με φίλους στη σκηνή κάποιου. αλλά κι εσείς. και δεν μπορούσε να παίξει μ’ αυτά: Ο διοικητής καλούσε σε μάχη.. Στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ η κατάσταση ήταν πάντα πολύ τεταμένη. όλο με το παλιό της όνομα τη λέω. Παραήταν πλούσιος αυτός ο σταθμός. στο σταθμό δεν υπήρχε απολύτως τίποτα το αξιοπρόσεκτο. Ευημερούν. να με συμπαθάτε. μα τι είναι αυτά που λέω. «Ελάτε. Μαζεμένες γύρω από ένα τραπέζι. δεν θέλει όμως να τσακωθεί με τους Κόκκινους. Ο φωτισμός εδώ. Για να μη μιλήσουμε για τους φόνους». Η τοπική διοίκηση φαίνεται ανεξάρτητη. πράκτορες από τη Σοκολνίτσεσκάγια.

αρχίζει μια ατέλειωτη διαδρομή. ίσως όλα αυτά να είναι απλώς παραμύθια. και τώρα που έδιωξαν όλους τους διαφωνούντες από την Πούσκινσκάγια μετακόμισε σ’ εμάς κι ο Αντόν Πετρόβιτς. υπήρχε κάποτε μια γέφυρα.. καταλαβαίνετε. και ότι εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι εκεί. κι έπειτα έπεφτε πάλι με τα μούτρα στη δουλειά... Ότι κατάφεραν να μπλοκάρουν τις σήραγγες.. αλλά μερικές φορές συζητάμε και για πολιτική. και τα στρώματα στο πάτωμα ήταν τόσο μαλακά. Όμως ο Γιάκοβ Ιωσήφοβιτς έλεγε ότι το Πανεπιστήμιο δεν χάθηκε. εμείς στην Μπαρικάντναγια έχουμε ένα μικρό όμιλο». πέφτοντας πάνω τους για να κοιμηθείς. Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν μιλά γι’ αυτό.. σε καναπέδες. και φοιτητές επίσης. και το ζήτημα τακτοποιήθηκε. σαν την πρόγευση ενός μυστηριώδους. Μισοξαπλωμένος. αλλά δεν έχουν τον έλεγχο του Πανεπιστημίου και όλων όσων βρίσκονται πίσω απ’ αυτό επίσης! Ναι. Καταλαβαίνετε. ναι! Η Κόκκινη Γραμμή συνεχίζεται μόνον ως τη Σπορτίβναγια. Αυτή. Και πέρα από τους Λόφους του Λένιν. Κάτω από το Πανεπιστήμιο υπήρχαν τεράστια καταφύγια. ξέρετε.. ο Αρτιόμ φυσούσε προσεχτικά το κύπελλο με το αφέψημα και άκουγε το γέροντα που αφηγούνταν με τα μάτια του να λάμπουν.. κυρίως. Εκεί ξέρετε δεν έχουν ιδιαίτερη συμπάθεια στους διανοουμένους. εκεί υπήρχε κάποτε το Πανεπιστήμιο της Μόσχας. αλλά εγώ τον λέω με το παλιό του όνομα. και δεν χρειαζόταν να πληρώσεις τίποτα γι’ αυτό. από την έκρηξη άρχισε να καταστρέφεται. ξέρετε.» Μάταια ο Αρτιόμ ήλπισε ότι θα μπορούσαν κι αυτοί να κοιμηθούν στα βαγόνια. στη Σπορτίβναγια. Εκεί. από τη σταλινική περίοδο ακόμα. «μαζευόμαστε τα βράδια. συνδεδεμένα. τους τρεις σταθμούς και τα καταφύγια τους διοικεί πρύτανης. Λέγεται ότι ένα μέρος του καθηγητικού προσωπικού κατάφερε να σωθεί. αλλά. κι ένιωθε ευγνωμοσύνη γιατί αυτό το αξιαγάπητο παιδάκι σώπαινε. Στη μέση της αίθουσας ήταν στημένη μια σειρά από μεγάλες σκηνές. έτσι ώστε με το Πανεπιστήμιο να μην υπάρχει σχεδόν καμιά σύνδεση από την αρχή ακόμα.. κατά την άποψή μου. Κουταμάρες φυσικά. χαμογέλασε αμήχανος ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. που. έγνεψε προσκαλώντας τους ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. και οι Κόκκινοι ποτέ δεν το παραδέχονται. γι’ αυτό κι ονομαζόταν έτσι ο σταθμός. σαν αυτές στις οποίες έμεναν στη ΒΕΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. μερικές φορές μάς έρχεται κόσμος ακόμα και από το σταθμό της Οδού του 1905. Ο Αρτιόμ τον κοίταζε σχεδόν με συμπάθεια. αλλά ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς φώναξε σε μιαν ακρούλα το διευθυντή. και στην πλησιέστερη υπήρχε μια επιγραφή από πλαστικό: «ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ». κουδούνισε ο μπρούντζος. λογοτεχνικές βεγγέρες απλώς.. με το μετρό μέσω ιδιαίτερων διαβάσεων. Και λέγεται ότι εκεί οι μορφωμένοι κατέχουν την εξουσία... Ε..» Ο Αρτιόμ κατέβασε μια μικρή γουλιά κι ένιωσε μέσα του ένα γλυκό σφίξιμο. «Ξέρετε. Εδώ μέχρι και τσάι κερνούσαν. εκεί βρισκόταν κάποτε ο σταθμός Λόφοι του Λένιν. Και τώρα. σταματώντας μονάχα για να εξετάσει ικανοποιημένος τους καρπούς του μόχθου του. λησμονώντας ολότελα το δικό του ποτήρι: «Δεν εξουσιάζουν ολόκληρη τη διακλάδωση. στα νοτιοδυτικά. μουρμούρισε κάτι μαγικό που άρχιζε με το «Κονσταντίν Αλεξέγιεβιτς». Γι’ αυτό κι εμείς κρατάμε χαμηλά τους τόνους. και κάποτε κατέρρευσε μέσα στο ποτάμι. Εκεί δίπλα είχε δημιουργηθεί μια ολόκληρη ουρά από φυγάδες.. τι ψωραλέα διανόηση. «Πάμε από εκεί».όμως αυστηρά τα πράγματα. Ο Βάνιετσκα μασούσε μανιωδώς τα νύχια του. και κάθε .. έπειτα μετονομάστηκε. πέρα από τις υπέργειες ράγες της τσακισμένης Κόκκινης Γραμμής που πετάγονταν πάνω από το βάραθρο. εκεί όπου οι γραμμές βγαίνουν στην επιφάνεια. μετά δεν σου έκανε καρδιά να σηκωθείς.. Και τι δεν θ’ ακούσεις στην Μπαρικάντναγια. τι Πέμπτη Φάλαγγα. και ο Βάνιετσκα μούγκρισε χαρούμενα. Ή μάλλον όχι απλώς άνθρωποι.. έχει διαμορφωθεί εκεί ένα κέντρο διανοουμένων. ασυνήθιστου πράγματος που ξεκινούσε μακριά.

το καταλαβαίνετε και μόνος σας. και η κληρονομιά μας δεν λησμονείται. Όσο για τη Βιβλιοθήκη. Να. Έτσι αποκαλούμε αστειευόμενοι μεταξύ μας το Πανεπιστήμιο και τους σταθμούς που βρίσκονται δίπλα του. ακούγεται απίθανο!» πρόσθεσε ικετευτικά σχεδόν ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. Οι άνθρωποι όμως δεν ενέκριναν τη διοίκησή τους. δεν είναι όπως στους δικούς μας σταθμούς. κοιτώντας τον Αρτιόμ κατάματα. Η Πόλις διοικείται από ένα Σοβιέτ αποτελούμενο από τους πλέον σημαίνοντες ανθρώπους. μια μέθοδο εξόδου στην επιφάνεια της γης. και οι στρατιωτικοί είχαν το πάνω χέρι. αιώνια φαγωμάρα· πότε υπερισχύουν οι μεν. σημειώθηκαν ταραχές. Κι έτσι. και ο γέρος τού απάντησε απρόθυμα: . Αφήστε που μου είπαν ότι οι στρατιωτικοί ανέλαβαν ξανά την εξουσία στο Σοβιέτ.. για να λέμε την αλήθεια. του αποκρίθηκε με όσο περισσότερη σιγουριά γινόταν: «Γιατί. πριν από την επικράτηση των φασιστών. εννοείται.. και επιβάλλουν πάλι την πειθαρχία· ξέρετε. Άρχισε η ειρηνική ζωή. Στην αρχή οι στρατιωτικοί ανέλαβαν την εξουσία. Όχι καλή διαδρομή. Εκεί η επιστήμη δεν λιμνάζει. και όλοι τους εκλέγονται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. αλλά αυτό συνέβη πολύ καιρό πριν από τον πόλεμο με τους Κόκκινους. γνωρίζετε ακριβώς τι συμβαίνει. Όταν γινόταν ο πόλεμος με τους Κόκκινους. αλλά από εκεί δεν περνάς έτσι απλά. ή ακριβώς εκεί δίπλα. αρκετά αιματηρές. αλλά να.. Στην περίπτωση αυτή όμως ήρθαν έτσι τα πράγματα. Ο Αρτιόμ δεν παρέλειψε να ρωτήσει τι άσχημο είχε η εν λόγω διαδρομή. η άμυνα είχε μεγαλύτερη σημασία από την κουλτούρα. οι σημαίνοντες είναι είτε βιβλιοθηκάριοι είτε στρατιωτικοί.σταθμός διοικείται από κοσμήτορα. Τότε εκείνοι έκαναν υποχωρήσεις. δημιουργήθηκε αυτό ακριβώς το Σοβιέτ. Άλλωστε θα πρέπει να πας είτε μέσω της Κόκκινης Γραμμής. και κάποιοι από τους στρατηγούς πρόλαβαν τότε να φύγουν κατά τη διάρκεια της εκκένωσης. μια δειλή. απ’ ό. δεν έχει νόημα να τα λέμε.»35 «Ποιο Σοβιέτ. την απαγόρευση κυκλοφορίας πέραν μιας ορισμένης ώρας και τις λοιπές χαρές της ζωής». Παλιά. ξεροβήχοντας. είναι ζήτημα αν οι στρατιωτικοί είχαν συναντήσει πολλούς βιβλιοθηκάριους στην προηγούμενη ζωή τους. Παραδεχτείτε το. για παράδειγμα.. αποκαμωμένη ελπίδα.. αλλά όταν ήμουν νεότερος τύχαινε να περνώ συχνά κι απ’ αυτήν». οι βιβλιοθηκάριοι και οι στρατιωτικοί. είτε μέσω της Χάνσας. χαμογέλασε ήρεμα ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. και.. ξέρετε τώρα. ξέρετε. από μια τέτοια χούντα. ξέρετε.. μια άλλη είσοδος της Πόλεως βρισκόταν κάποτε ακριβώς στο κτήριο του υπουργείου Άμυνας. Έλεγε μάλιστα ο Αντόν Πετρόβιτς ότι ένας γνωστός του μηχανικός τού είπε υπό εχεμύθεια ότι εκεί ανακάλυψαν. Και ήρθαν έτσι τα πράγματα ώστε σχηματίστηκαν εκεί δυο φράξιες.» σήκωσε τα φρύδια του ο Αρτιόμ. έφτιαξαν μόνοι τους στολές προστασίας. Εκεί όλο και κάτι γράφουν. αλλά πώς να φτάσει κανείς τώρα ως εκεί. για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα η Πόλις διοικούνταν.. τα πράγματα εκεί θυμίζουν πάντα εκκρεμές. Άκουσα ότι κι εκεί –» «Ναι. Κι εκεί. και μερικές φορές οι κατάσκοποί τους εμφανίζονται στο μετρό. θαυμαστό μέρος η Πόλις. μπορούσες μέσω της Πούσκινσκάγια να φτάσεις στην Τσέχοφσκάγια. Ξέρετε. φοιτητές. Εκείνος αντιλήφθηκε στο βλέμμα του γέρου μια μελαγχολία.τι θυμάμαι. υποψήφιοι για διατριβή. καταλαβαίνετε. Παράξενος βέβαια συνδυασμός. καθηγητές! Και ο πολιτισμός δεν θα σβήσει. πότε οι δε. κι από εκεί έφτανες με μια διαδρομή ως την Μποροβίτσκαγια.. Ακούγεται απολύτως ρεαλιστικό! Εδώ υπάρχει η Πόλις. Και ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο φράξιες υπάρχει. «Το να φτάσεις εκεί τώρα είναι τόσο δύσκολο όσο και το να φτάσεις στη Σμαραγδένια Πόλη. λέει. «Μα πώς. και η επιρροή επανήλθε στα χέρια των βιβλιοθηκάριων. τώρα έτυχε ν’ ακούσω ότι η θέση των στρατιωτικών ισχυροποιήθηκε..

τι κομψότητα! Και τα βράδια στη λεωφόρο Νιέφσκι. Μη μου λέτε τέτοια. είμαι αθεϊστής και δεν πιστεύω τις κάθε λογής μυστικιστικές αρλούμπες. και μου εξήγησε ότι τέτοιες ψυχικές διαταραχές εμφανίζονται όταν οι άνθρωποι υφίστανται την επίδραση του ήχου σε ιδιαίτερα χαμηλές. αν και με το δικό μου κλούβιο κεφάλι.» Κι αμέσως το μετάνιωσε.. επειδή η ερώτησή του έκοψε σαν ξυράφι τις φλέβες του γέρου. που συχνά θυμόταν τη λογομαχία του Χάντερ με τον Σουχόι. Τα λόγια αυτά ξανάφεραν στο νου του Αρτιόμ τις ζοφερές αναμνήσεις από τους θορύβους στις σήραγγες της δικής του γραμμής. οι άνθρωποι.37 Κι εκείνη η αιχμή στην κορυφή του κτηρίου του Ναυαρχείου.» Τα μάτια του στάθηκαν πάνω στον Αρτιόμ. κι αφού δίστασε για λίγο ακόμα προσπάθησε να επαναλάβει τις εξηγήσεις που του έδωσε ο Χαν... «Μα τι λέτε. επανέφερε στη μνήμη του ο Αρτιόμ ονόματα που είχε αποστηθίσει αλλά ήταν πάντα γι’ αυτόν ένα άδειο κέλυφος. λόγω φυσικών διαδικασιών. Ε λοιπόν αυτός είναι φυσικός. γίνονται διάφορα άσχημα πράγματα. εκεί είναι σπάνιο να έχει καλό καιρό το καλοκαίρι.. Έχω πολύ καιρό να πάω εκεί.. ή για κάποιους άλλους λόγους.. τα παιδιά με τα παγωτά. αλλά παλιά μέσα σ’ αυτό το συρμό κείτονταν και κάθονταν στα καθίσματα απανθρακωμένα πτώματα ανθρώπων.. Θυμάστε που σας έλεγα για τον Γιάκοβ Ιωσήφοβιτς. ένα φλούδι που δεν περιέκλειε κανένα νόημα. Εμείς. καταλαβαίνετε. Αντηχεί μουσική. δυσκολεύομαι να τα εξηγήσω. Αλλά ο ήχος μπορεί να εμφανιστεί και μόνος του.. αλλά το βλέμμα του τον διαπέρασε και χάθηκε στη . και στο Μινσκ και στο Νόβγκοροντ».. «Καταλαβαίνετε. θέλω να πω. τότε δεν άκουγα πολύ προσεχτικά.. «Αχ. θα ξαναγυρίσουμε εκεί. τα γέλια... Τώρα όμως δεν είμαι πια σίγουρος για τίποτα».. ξέρετε. αλλά όταν τυχαίνει. και δεν μπορεί να το περάσει από το πλάι επειδή η σήραγγα έχει αρχίσει να πέφτει και γύρω από τα βαγόνια τα πάντα είναι γεμάτα με χώμα.. γύρω στα 7 Hertz. Τι χάρη. τον ρώτησε: «Κι εσείς τι νομίζετε. τι όμορφη πόλη που ήταν το Πήτερ!» αναστέναξε μελαγχολικά ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς.... Και μάλιστα μέσα στους σωλήνες. γι’ αυτό και τότε και αρουραίους έφαγα και κάθε λογής ζώα.. στα βαγόνια του εννοώ. ατλαζένιος. κατά πώς φαίνεται. αν δεν απατώμαι.. αλλά και το μετρό το έβλεπε από μια άλλη οπτική γωνία. αστεία. αλλά κανείς δεν μπορούσε να μου απαντήσει με ακρίβεια. Είναι πολύ δύσκολο να διασχίσει κανείς αυτό το τρένο. ο θόρυβος του πλήθους. λόγω τεκτονικών μετατοπίσεων για παράδειγμα. Δεν ξέρω πώς συνέβη αυτό. ακριβώς στη μέση της σήραγγας βρίσκεται ένας καμένος συρμός. Όλα όσα αφηγούνταν ο Αρτιόμ δεν τα είχε ξανακούσει από κανέναν πρωτύτερα. να έχει δηλαδή ήλιο και να είναι ο ουρανός ασυννέφιαστος... παλιομοδίτικη. ασύλληπτες από το αυτί συχνότητες. ο Ισάκιι. «Υπήρξαν όμως κι άλλα μετρό. εκείνες οι τόσο λεπτές κοπελίτσες. ξέρετε. ρώτησα και γνωστούς μου τι έγινε εκεί. και διαρκώς. Σκέτη φρίκη. αυτό είναι σκέτη σαχλαμάρα!» κούνησε περιφρονητικά το χέρι ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς και σούφρωσε αυστηρά τα φρύδια του.. Θα μπορέσουμε να επιζήσουμε και να ξαναγυρίσουμε. και τέλος δεν άντεξε και διηγήθηκε τα όσα συνέβησαν στο απόσπασμά του. κι έπειτα με τον Μπουρμπόν. κι αυτός αμέσως μαλάκωσε και είπε σιγανά κι αργόσυρτα. δεν νομίζω». λαχταρούσε να βρεθεί στην επιφάνεια της γης. Αλλά να είναι οι ψυχές των νεκρών. ενώ εδώ ένιωθε τόσο άβολα όσο και τις πρώτες μέρες μετά την καταστροφή. «Έχω ήδη ακούσει κάτι τέτοια πράγματα. οι άνθρωποι. Στον ίδιο το συρμό.» Είχε ενδιαφέρον αυτός ο γέρος. Κι ανασαίνει... με ξεψυχισμένη φωνή: «Δεν νομίζω. δεν ξέρω πώς είναι τώρα.«Καταλαβαίνετε. κανείς τόσο ανάλαφρα.. Και ο Αρτιόμ... Ιδίως το καλοκαίρι. τι λέτε. γενικά. Στην επιφάνεια της γης. στο Πήτερ36 άκουσα..

Τότε όμως ο ουρανός ήταν. για να λέμε την αλήθεια. όλη η έκταση στα πόδια των κυκλώπειων κτηρίων και ανάμεσά τους καταλαμβανόταν από ανθρώπους. δίχως όμως να σε συντρίβουν με τον όγκο τους· όχι. Ίσως και κάπου αλλού να έχουν σωθεί άνθρωποι. νεαρέ μου!» Ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς σήκωσε ψηλά το ροζιασμένο του δάχτυλο. Και τα κτήρια ήταν στ’ αλήθεια πελώρια. όχι όμως σαν γαλάζιο βελούδο.. Και μάλιστα ο Αρτιόμ ήθελε να ζητήσει από ένα παιδί να γευτεί το παγωτό του. σκεπασμένη από σαπισμένους αγωγούς. ίσως εκείνο ακριβώς το παγωτό. «δεν νομίζω. αλλά ανοιχτογάλανος. μέσα από την αυγινή καταχνιά. δείχνοντας πού και πού. αρουραίους και μούχλα. τι όμορφο κόσμο ρημάξαμε. εκεί όπου. αιωρούνταν δίχως σχεδόν να αποσπώνται από τη γη. και το κεφάλι του έπεσε στο στήθος του. δεν τον ανησύχησε. Ο γέρος σώπαινε.. σπαρμένος μ’ αστέρια.. γλείφοντας τη λιχουδιά τους. «Ναι. ασυνήθιστα πολλά παιδιά...» Βαριά σιωπή αιωρούνταν μέσα στη σκηνή. Δεν θα ξαναγυρίσουν πια οι αστραφτερές λεωφόροι. υπήρξαν πράγματι κι άλλα μετρό εκτός από αυτό της Μόσχας. ο Βάνιετσκα κοιμόταν με το στόμα μισάνοιχτο και ροχάλιζε σιγανά. Κι ολόγυρά τους υπήρχαν τόσοι άνθρωποι. το απαλό.. δροσιστικό αεράκι μιας ζεστής καλοκαιρινής νύχτας.. αναστέναξε: «Θεέ μου. βαριανάσαινε. που ανακάτευε τα μαλλιά και χάιδευε το πρόσωπο. έπειτα από πέντε λεπτά σιωπής. Ατλαζένιος. κι έτσι θα είναι για πάντα. κι όταν ήταν μικρός το ήθελε τόσο πολύ. το στρώμα που πριν από λίγο του φάνηκε τόσο μαλακό τον πίεζε στα πλευρά και αναγκάστηκε να στριφογυρνάει για ώρα μέχρι να βρει την κατάλληλη θέση. Νανουρισμένος από τη σιγανή κουβέντα τους.. δεν θα ξαναγυρίσει αυτός ο ουρανός. τα εργοστάσια ζαχαροπλαστικής πάει καιρός που έφτιαχναν μονάχα μούχλα και αρουραίους.. Παγωτό όμως δεν μπορούσε να βρει πουθενά. κι εκείνος δεν κατάφερνε να διακρίνει ούτε ένα πρόσωπο. Ποτέ στο παρελθόν δεν έτυχε να δει ο Αρτιόμ τόσους πολλούς ανθρώπους παρά μόνο στον Κιτάι-Γκόραντ... δίχως σχεδόν ν’ ακούγεται. και μολονότι ο Αρτιόμ ήταν σίγουρος ότι δεν κοιμόταν ακόμα. σπινθηροβόλος.. κι ανάμεσά τους υπήρχαν παιδιά. Σκεφτείτε όμως και μόνος σας. δίχως βάρος. και ο Αρτιόμ δεν αποφάσιζε να εισβάλει στις αναμνήσεις του. πώς τον είπε ο γέρος. ούτε ακρόαση. Τώρα ουρανός είναι η ραβδωτή οροφή των σηράγγων που ανεβαίνει ψηλά. Θαρρούσε ότι έπειτα απ’ όλα όσα του συνέβησαν αυτή την ατέλειωτη μέρα ο ύπνος θα έρθει στη στιγμή. Ολοκάθαρος. Και τα μικρά παιδιά. και κάτι έτρωγαν. ποτέ δεν θα ξαναγίνει όπως τον περιέγραφε ο γέρος. σαν σκύλος. θλιμμένα λόγια του γέρου: «Όχι. «Πόσα χρόνια πέρασαν και τίποτα! Ούτε φωνή. και του Αρτιόμ του φάνηκε πως. έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να αποκοιμηθεί. τα δόντια του. υφασμένα θαρρείς από ανάλαφρο αέρα.. θα υψωνόταν μπροστά του η ίδια ακριβώς συνταρακτική εικόνα. Πηγαινοέρχονταν ολόγυρα. τα περιγράμματά τους διαλύονταν σε ατέλειωτο ύψος.. ξεγλιστρώντας επιδέξια. ίδιος μ’ αυτόν που είδε τότε ο Αρτιόμ στο Βοτανικό Κήπο. ούτε σταλιά. Και δεν ήξερε πια ο Αρτιόμ τι προσπαθούσε στ’ αλήθεια . αν τώρα γύριζε να ρίξει μια ματιά πίσω από την πλάτη του.διάφανη απεραντοσύνη. Παράξενος που ήταν αυτός ο ουρανός. ποτέ του δεν είχε δοκιμάσει πραγματικό παγωτό. Ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς δεν ξανάπε ούτε λέξη. αυτά ήταν φωτεινά. χαρωπός. Όχι». δεν νομίζω».» Και μετά. εδώ όμως ήταν ακόμα περισσότεροι. Και στ’ αυτιά του ηχούσαν ξανά και ξανά τα τελευταία.. ολοένα έφευγαν μακριά του γελώντας. Κάτι δεν θα βρισκόταν έπειτα από τόσα χρόνια αν έβγαιναν κάποιοι να ψάξουν. απευθυνόμενος στον εαυτό του μάλλον παρά στον Αρτιόμ. αναδύονταν ημιδιαφανείς μεγαλοπρεπείς σιλουέτες κτηρίων κονιορτοποιημένων τώρα πια... ο χρόνος όμως αργοσερνόταν. τα μεγαλόπρεπα αρχιτεκτονικά οικοδομήματα.

και τέλος άρχισαν να στρέφονται προς το μέρος του Αρτιόμ. κι έπειτα άρχισαν να μετακινούνται και να στριμώχνονται όλο και περισσότερο. αλλά. Ο Αρτιόμ εξακολουθούσε να κυνηγά τα παιδιά.. Εκείνο προσπάθησε να του ξεφύγει και τον γρατζούναγε σαν διάβολος. Άνοιξε τα μάτια του και πέταξε από πάνω του το πάπλωμα. Μέσα στη σκηνή επικρατούσε σκοτάδι και αποπνικτική ζέστη. και στήνοντας αυτί. μονάχα πέτσινες μαύρες μάσκες με ξεδοντιασμένα στόματα και λιπαρούς σκούρους βολβούς στη θέση των ματιών. ένιωθε το κεφάλι του σαν μολύβι. Ήταν ο Βάνιετσκα.να κάνει – να δαγκώσει το παγωτό ή να κοιτάξει ένα παιδί στο πρόσωπο. ήταν σιγανή και το άγριο ουρλιαχτό τη σκέπαζε. Γρυλίζοντας και δείχνοντας τα δόντια του. Και πάλι το ίδιο. «Μιχαήλ Πορφίριτς! Μιχαήλ Πορφίριτς! Σήκω γρήγορα! Μιχαήλ Πορφίριτς! Μα τι έπαθε αυτός. Εκείνη τη στιγμή το παραπέτασμα της σκηνής σηκώθηκε και. αλλά μοχθηρά και προειδοποιητικά. «Πρέπει να φύγεις! Οι Κόκκινοι απαιτούν την παράδοσή σου ως συκοφάντη και προπαγανδιστή του εχθρού. αρπάζοντάς το με μιαν ατσάλινη λαβή από το λαρύγγι. πώς ήταν το πατρώνυμό του. Πρώτος ξύπνησε ο Βάνιετσκα και γρύλισε μοχθηρά. Τη φωνή του Χάντερ. λοξοδρομώντας αργά. Κι ο Αρτιόμ αναγνώρισε τη φωνή.. Κι έπειτα τα παιδιά. ο Αρτιόμ κατάφερε επιτέλους να κοιτάξει το πρόσωπό του. και τότε συγκέντρωσε όλες του τις δυνάμεις και άρπαξε ένα παιδί από το μανίκι. αναπηδώντας αμέσως. ο Αρτιόμ άρχισε επιτέλους να καταλαβαίνει τι έλεγε η φωνή: Πρέπει να φύγεις. Και σ’ το . κι αυτός. οι σκέψεις του γυρνούσαν βαριά και τεμπέλικα. μα η φωνή επαναλάμβανε επίμονα το ίδιο πράγμα. σέρνοντας τη φωνή του. και τότε μέσα στον πανικό του ο Αρτιόμ τον πέταξε πέρα. κι όταν ο Βάνιετσκα προσπάθησε να τον αρπάξει από το μπράτσο εκείνος του έριξε ένα ξεγυρισμένο χαστούκι. και πίσω από τις πλάτες τους υψώνονταν κατάμαυροι τώρα πια οι όγκοι των κτηρίων. κι άρχισε να του φαίνεται ότι τα παιδιά δεν γελούσαν πια ηχηρά και χαρούμενα. αφού πια κάλυψαν τον ελάχιστο ελεύθερο χώρο που απέμενε ανάμεσα στους γιγάντιους όγκους των κτηρίων. κουνούσε τον αυχένα του και προσπαθούσε να γαντζωθεί από το μπράτσο του Αρτιόμ. Δεν είχαν πια πρόσωπα. δίχως να τον κοιτάζουν. Ο Αρτιόμ δεν έλεγε να συνέλθει. πασχίζοντας να μη δίνει σημασία στα παιδιά που πλησίαζαν όλο και περισσότερο. πέθανε.. και σε λίγη ώρα κρέμονταν πια απειλητικά πάνω από το κεφάλι του. επανέλαβαν την κραυγή του Βάνιετσκα. αν ήταν ώρα να σηκωθεί και να ετοιμαστεί για το ταξίδι του. έβγαλε το ίδιο εκείνο άγριο ουρλιαχτό που έδιωξε τον Αρτιόμ από τη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. Κι έπειτα άλλη μία φορά. να πλησιάζουν... ή αν μπορούσε απλώς ν’ αλλάξει πλευρό και να δει ένα πιο χαρούμενο όνειρο. τίναξε ξαφνικά το κεφάλι του και. στο άνοιγμα που σχηματίστηκε. να καταλάβει αν είχαν έστω πρόσωπο αυτά τα παιδιά. χώθηκε μέσα στη σκηνή κι άρχισε να ταρακουνά τον κοιμισμένο γέρο. να καταλάβει πόση ώρα κοιμόταν. χωρίς ασπράδι και κόρες. κι ήταν σαν να πλησίαζαν κι αυτοί όλο και πιο κοντά. Και ξάφνου αντήχησε μια φωνή που ο Αρτιόμ δεν κατάφερε ν’ αναγνωρίσει.» Και δίχως να δώσει καμιά σημασία στον Αρτιόμ. Ο συνοριοφύλακας δεν του έδωσε καμιά σημασία. Τα ανάλαφρα περιγράμματα των κτηρίων άρχισαν σιγά σιγά να συμπυκνώνονται. «Μιχαήλ Πορφίριτς! Σήκω γρήγορα!» ψιθύρισε με αγωνία ο συνοριοφύλακας.. να σκουραίνουν. πρόβαλε το κεφάλι του συνοριοφύλακα που τους επέτρεψε την είσοδο στον Κουζνιέτσκι Μοστ. Και ξαφνικά τον κυρίευσε φρίκη. Και τα παιδιά που κυκλοφορούσαν άτακτα ολόγυρα άρχισαν να κοντοστέκονται και. Ο Κονσταντίν. Τότε ξύπνησε επιτέλους και ο γέρος. που τον κοιτούσε έντρομος με γουρλωμένα μάτια... γεμίζοντάς τη με ένα θηριώδες μίσος και μια παγερή αγωνία.

τους έβγαλε στα σύνορα.. δεν έκανα καμιά προπαγάνδα..» ρώτησε γεμάτος περιέργεια ο Αρτιόμ. ένα πολυβόλο και ένας προβολέας. ενώ κοίταζε προσεχτικά το γέρο. ως το επιτελείο. έλεγε ο συνοριοφύλακας κουρασμένος ενώ προχωρούσαν αργά προς την Πούσκινσκάγια.. κι αυτό σιγά σιγά. τι πράγματα είναι αυτά. ένας προμαχώνας που έκοβε το δρόμο και άφηνε μόνο ένα στενό πέρασμα κοντά στον τοίχο. κρέμεται μια σημαία. κιβώτια με πολεμοφόδια και μια ντρεζίνα για περιπολίες σ’ αυτά τα 100 μέτρα. και στη διάρκεια του πολέμου. επειδή η κυριότερη πίεση που υφίστανται οι Κόκκινοι στα σύνορά τους δεν είναι εξωτερική αλλά εσωτερική». Φοβάμαι ότι δεν πρέπει να ξανάρθεις εδώ.» θυμήθηκε ξαφνικά ο Αρτιόμ. στα 100 και στα 200 μέτρα από την είσοδο. βλέπετε. «Μα τα σύνορα με τους Κόκκινους μοιάζουν τελείως αθώα: Στέκονται εκεί δυο άνθρωποι.» «Με συγχωρείτε. όχι όπως στη Χάνσα.. Κονσταντίν Αλεξέγιεβιτς. βλέπεις. τους φοβούνται! Άντε. και ο γέρος τον κοιτούσε ανήσυχος. τι καθυστερείς. Κι αυτός το δημοσίευσε». αλλά ο Κονσταντίν Αλεξέγιεβιτς τους πέρασε απ’ όλα τα φυλάκια.» «Πάρε μαζί σου και τον νεαρό! Γιατί ξέρεις ποιο σταθμό έχουμε δίπλα μας! Θα σε κουβαλήσουν στη Λουμπιάνκα και θα σου βγάλουν τ’ άντερα..’λεγα.. Στο πιο απομακρυσμένο φυλάκιο υπήρχαν τα συνηθισμένα σακιά με άμμο. βιάσου λοιπόν!» Εκείνη τη στιγμή ο Αρτιόμ είχε ήδη σηκωθεί και το σακίδιο βρισκόταν κιόλας στην πλάτη του. Μιχαήλ Πορφίριτς».. Ακόμα κι εδώ. σ’ το ’λεγα εγώ. και οι φυγάδες βράδυναν το βήμα τους. Στο πλησιέστερο υπήρχε τσιμεντένια οχύρωση. Ο γέρος βιάστηκε κι αυτός. Το μόνο που δεν ήξερε ήταν αν έπρεπε να βγάλει το όπλο του. χαμογέλασε φαρμακερά ο Μιχαήλ . χωρίς μάρτυρες. και κάποιοι παλαβοί τού έφεραν με το ζόρι ένα κείμενο από την Ιζβέστια. είχε πρόσβαση στο τυπογραφείο –γιατί τότε είχε τυπογραφείο στην Πούσκινσκάγια–.. κάνε γρήγορα. οχύρωση καμία. κι ένα λεπτό αργότερα περπατούσαν στις γραμμές. «Εννοείται! Απ’ αυτή τη μεριά είναι όλα αθώα. Και στα δύο υπήρχαν φρουροί. ή αν θα βολεύονταν τα πράγματα. Ο σταθμός ήταν κάπως καλύτερα ενισχυμένος στη σήραγγα που έβγαζε στην Πούσκινσκάγια. ακόμα και στον ασήμαντο σταθμό μας. «Οι Κόκκινοι δεν συγχώρησαν εσένα και τους παλιούς αμαρτωλούς σου. θα προχωρήσω μαζί σου για πέντε λεπτά. όπως κι από την άλλη μεριά. στον νεαρό μονάχα μίλησα. «Γιατί σας έχουν τόσο άχτι. Τα ’μαθες.. φοβούμενος μήπως ο συνοριοφύλακας σπάσει το σβέρκο του παιδιού. στον όμιλό μας συντάξαμε κάποια κείμενα.» έκανε σαστισμένος ο γέρος ενώ γυρνούσε πέρα δώθε το κεφάλι του και σηκωνόταν με ένα γογγυσμό από το ράντσο. θα ’ρθουν όπου να ’ναι! Τώρα κάνουν ακόμα συμβούλιο τι αντάλλαγμα να παζαρέψουν με τους Κόκκινους. «Ε. ενώ στ’ αριστερά τους βρίσκονταν μια τηλεφωνική συσκευή και ένα καλώδιο που σίγουρα θα έφτανε ως τον Κουζνιέτσκι Μοστ. Θεός φυλάξοι. Εντάξει. Πρόσεχε καθώς θα περνάς από την Πούσκινσκάγια!» τον συμβούλευσε την ώρα που τους άφηνε και χανόταν στο σκοτάδι. μη μιλήσεις για το Πανεπιστήμιό σου! Μ’ άκουσες. Ο σύντροφος Μασκβίν ενδιαφέρθηκε προσωπικά για την υπόθεση. γεια σας!» Προς το παρόν δεν είχαν λόγους να βιάζονται. τίποτα. Και ο Αντόν Πετρόβιτς. «Πέρνα όσο μπορείς πιο γρήγορα! Στο σταθμό μας. κάτι θα σκεφτούμε. τότε ακόμα που έμενε στην Πούσκινσκάγια.. «Εγώ δεν είπα τίποτα. Γενικά. και τον νεαρό σου θα τον στήσουν αμέσως στον τοίχο για να κόψει μια και καλή τις περιττές φλυαρίες! Άντε. αλλά εσύ το βιολί βιολάκι. «Πάμε. απλώς δεν τους χωνεύω διόλου. Εκεί προσπέρασαν δύο φυλάκια. καταλαβαίνετε. ενώ ο Κονσταντίν Αλεξέγιεβιτς αυτοπροσώπως έσφιγγε το στόμα του Βάνιετσκα με το χέρι του.

απέμενε μονάχα η τρομακτική. έκανε ανάμεσα στα σφιγμένα δόντια του ο Αρτιόμ. Αλλά η φωνή.».. έλα εδώ!» Μα ο Βάνιετσκα. «Τι κάνουν. τίποτα δεν τις γέμιζε. «Άλλα 300 μέτρα». προσπαθώντας ν’ ακουστεί ήρεμη η φωνή του και νιώθοντας πως όπου να ’ναι θα κάνει εμετό. Ω του παραδόξου όμως! Και αυτή και η προηγούμενη διαδρομή.. γλυκερή μυρωδιά. ο Αρτιόμ έγειρε πάνω από τα πτώματα φωτίζοντάς τα. που ο Αρτιόμ αναρωτήθηκε μήπως ήταν καλύτερα να γυρίσουν στους Κόκκινους. δεν ένιωθες τίποτα μέσα στις σήραγγες. Μπροστά τους ακούστηκε η γνώριμη αηδιαστική τσιρίδα και θρόισμα ποδιών. δεμένα στην πλάτη μ’ ένα σύρμα. Ο Αρτιόμ αφουγκραζόταν την αίσθηση της σήραγγας. «Πυροβολισμός στον αυχένα». Πιέζοντας στη μύτη του το μανίκι του για να μη νιώθει τη βαριά. Έπειτα επανήλθε νοερά στον εφιάλτη που μόλις είχε δει. έπειτα απλώθηκε ολόγυρα η αποπνικτική. κάθισε ανακούρκουδα πλάι στο πλησιέστερο πτώμα και βάλθηκε με προσήλωση να το χτυπά με το δάχτυλο. και σε δυο λεπτά εμφανίστηκε ζωγραφισμένη με κόκκινη μπογιά στον τοίχο η μορφή του αετού και η επιγραφή «300 μ. «Καθάρματα». Τα μαλλιά τους όμως ήταν κολλημένα από το πηχτό. Οι λεπτομέρειες είχαν κιόλας σβηστεί από τη μνήμη του. μην κοιτάς. που έβγαζε από τον Κιτάι-Γκόραντ στον Κουζνιέτσκι Μοστ. Προχώρησαν μέσα στη σιγαλιά. «Βλέπω ότι το τυπογραφείο μας εξακολουθεί να λειτουργεί». δίχως να δείχνει την παραμικρή ανησυχία. Οι πεζοπόροι πήγαιναν όλο και πιο αργά. ήταν ήδη καταφαγωμένα από τους αρουραίους. ακούγοντας με ανησυχία τον απόηχο από αλυχτίσματα . Θεέ μου. «Βάνιετσκα. στο ύψος των ματιών ενός ανθρώπου. γλυκερή μυρωδιά της αποσυντεθειμένης σάρκας. Πλάι στον τοίχο της σήραγγας κείτονταν στη σειρά τρία τουμπανιασμένα πτώματα με το πρόσωπο στο χώμα· τα χέρια τους. κι όταν επιτέλους το αδύναμο φως του φακού έφτασε μέχρι το σημείο απ’ όπου έρχονταν οι ήχοι.» Συντετριμμένος. προσδιόρισε ο Αρτιόμ. η αόριστη εντύπωση από τα παιδιά δίχως πρόσωπα και κάποιους μαύρους όγκους με φόντο τον ουρανό. «Επειδή τα μαλλιά τους είχαν διαφορετικό χρώμα.38 και παρακάτω πια προσδιοριζόταν στα ρώσικα: «Κανένα μελαχρινό παλιοτόμαρο να μην πλησιάσει το Μεγάλο Ράιχ σε απόσταση μικρότερη των 300 μέτρων!» Στο κάτω μέρος ήταν χτυπημένη μια έντονη σφραγίδα με το γνωστό σήμα που προειδοποιούσε ότι δεν επιτρεπόταν η διέλευση – μια μαύρη ανθρώπινη φιγούρα μέσα στον απαγορευτικό κύκλο.. Όπως και να ’χε όμως. μπροστά στα μάτια τους πρόβαλε μια τέτοια εικόνα. και στα σώματά τους δεν φαινόταν κανένα τραύμα. Ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς σκέπασε το στόμα του με το χέρι του και τα μάτια του γυάλισαν. ο γέρος κουνούσε το κεφάλι του και έσερνε από το γιακά τον Βάνιετσκα. ενώ εδώ είναι σκέτη διακόσμηση». δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη του. Τους είχαν αφήσει μόνο τα εσώρουχα. ξεραμένο αίμα. Στολισμένη στην κορυφή με το σχέδιο ενός αετού με απλωμένα φτερά. «Γι’ αυτό και έχουν εκεί τις οχυρώσεις. τι κάνουν αυτοί!» πρόφερε πνιχτά. παρατήρησε μελαγχολικά ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. ο καθένας σκεφτόταν τα δικά του.Πορφίριεβιτς. και οι τρεις τους προχώρησαν πιο κάτω. ξεκινούσε μια επικεφαλίδα σε γοτθική γραφή: «VIERTER REICH». ιδίως γύρω από τη μαύρη κηλίδα που άφησε η τρύπα της σφαίρας. μην κοιτάς. ήταν απλώς μια άψυχη κατασκευή. ενώ ταυτόχρονα γρύλιζε ζωηρά.. παρατήρησε ο Αρτιόμ. που η μελέτη των πτωμάτων τον είχε συναρπάσει και δεν έλεγε να σηκωθεί. έδειχναν έρημες. Το φως γλίστρησε ψηλά στον τοίχο και φώτισε ένα κομμάτι χοντρό χαρτί περιτυλίγματος κολλημένο ακριβώς πάνω από τα πτώματα.

βρισκόταν φωτισμένο ευχάριστα ένα πλαστικό σήμα με το γρουσούζικο μαύρο ανθρωπάκι. το πρόσωπό του είχε θαρρείς πετρώσει κι αυτό. όμοιο με ρόπαλο. το πρόσωπο του οποίου έφερε τη σφραγίδα της αρρώστιας του. επειδή κάποιες από τις επιγραφές ήταν γραμμένες στα γερμανικά. βλέπετε. συνθήματα και κατάρες προς όλους όσοι δεν ήταν Ρώσοι. κοιτώντας ικετευτικά τον αξιωματικό και προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει στο βλέμμα του έστω κι ένα ίχνος συμπόνιας. Οι τοίχοι ολόγυρα ήταν γεμάτοι με σταυρούς. κοιτώντας επίμονα τα πρόσωπά τους. Εδώ είχε φτιαχτεί ένα ολόκληρο οδόφραγμα. Στα 100 μέτρα από το σταθμό τούς χτύπησε στο πρόσωπο ένα ζωηρό φως και σταμάτησαν.. . Λίγο πιο πέρα ξεχώριζαν οι σκούρες σιλουέτες μερικών ανθρώπων ακόμα. ντυμένοι όλοι με στολές παραλλαγής και μαύρους μπερέδες φορεμένους λοξά πάνω στα ξυρισμένα γουλί κεφάλια τους. στις σκοπιές του οποίου στέκονταν δυο σωματώδεις οπλίτες με αυτόματα κι ένας ακόμη άντρας με τη θήκη ενός περιστρόφου στη μέση του. Τα χαρακτηριστικά όμως όλων τους. ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς βάλθηκε με καθυστέρηση να ψάχνει την εσωτερική του τσέπη και τελικά το βρήκε. ορίστε. ήταν σχετικά ρώσικα... Αφού έκαναν με μικρά βηματάκια κάποια απόσταση ακόμα. και οι άλλοι γύρισαν επιτέλους τον προβολέα στο πλάι. «Τα χαρτιά σας!» απαίτησε. Ο Αρτιόμ έφερε υπάκουα τα χέρια στον αυχένα του. το θέμα είναι ότι το παιδί. κι ο Αρτιόμ ένιωσε ξανά την επιθυμία που είχε νιώσει λίγο καιρό πριν: να σκοτώσει άνθρωπο. πασχίζοντας προφανώς να ανακαλύψει κάποια μη σλαβικά χαρακτηριστικά. αετούς. όχι όμως με τέσσερις γωνίες αλλά με τρεις.» άρχισε να του εξηγεί ο γέρος.» Ο επικεφαλής έδειξε αηδιασμένος τον Βάνιετσκα. Ο Αρτιόμ του έτεινε πρόθυμα το διαβατήριό του. κρατώντας τον με λυγισμένο το χέρι του στο ύψος του κεφαλιού του... κάτω από μια μισοκαμένη σημαία με τη φιγούρα του αετού και την τρίγωνη σβάστικα. Αυτό το τελευταίο προκάλεσε την αμηχανία του Αρτιόμ. και ο Αρτιόμ δεν μπορούσε να δει ποιος μιλούσε επειδή το φως τον χτυπούσε κατευθείαν στα μάτια κι από το δυνατό πόνο αναγκαζόταν να κοιτάζει κάτω. Στα μανίκια τους ξεχώριζαν λευκά περιβραχιόνια με ένα σχέδιο παρόμοιο με τη γερμανική σβάστικα. καταλαβαίνετε. Ένας από τους φρουρούς έκανε ένα βήμα μπροστά και άναψε ένα μακρύ φακό. Σε περίοπτη θέση.σκυλιών που ακούγονταν κάπου μακριά. εκτός ίσως του Βάνιετσκα. «Είπα όλοι τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι! Προχωρήστε αργά μπροστά! Μην κάνετε απότομες κινήσεις!» εξακολούθησε να γαβγίζει η φωνή. Εξέτασε με το πάσο του τους τρεις ανθρώπους.. αλλά ρίξτε μια ματιά. παρακαλώ. σταμάτησαν πάλι υπάκουα.» ψέλλιζε σαστισμένος ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. «Κύριε αξιωματικέ. και ο Αρτιόμ σκέφτηκε ότι εκεί ίσως ήταν το πολιτιστικό τους κέντρο. «Και πού είναι τα χαρτιά σας γι’ αυτό. και ο φακός αναπήδησε στις παλάμες του. «Καταλαβαίνετε. και στα πόδια ενός απ’ αυτούς καθόταν ένα σκυλί που έδειχνε νευρικά τα δόντια του. είναι μικρό ακόμα. γι’ αυτό κι εκείνος παραμέρισε το φακό και σήκωσε απογοητευμένος τους ώμους του. «Σκααασμός! Εμένα να μου απευθύνεσαι με το “κύριε αξιωματικέ”! Και στις ερωτήσεις να απαντάς με ακρίβεια!» του γάβγισε ο επικεφαλής. Εκείνος όμως στεκόταν στη θέση του στητός κι αλύγιστος σαν βράχος. ενώ ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς σήκωσε ψηλά και τα δυο του χέρια. το παιδί είναι άρρωστο. είναι εγγεγραμμένο στο δικό μου διαβατήριο. δεν έχει διαβατήριο. «Τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι! Σταθείτε ήσυχα!» ακούστηκε μια στεντόρεια φωνή ενισχυμένη από τηλεβόα.

. χωρίς καν να σκεφτεί τι πήγαινε να κάνει. μετέθεσε την προσοχή του στον αξιωματικό και. Ο Αρτιόμ έκανε μερικά βήματα μπροστά και κοκκάλωσε. «Βλέπετε. τα απαγορεύεις. Αν τώρα τους γδύσουν και τους οδηγήσουν. έβγαλε από τη θήκη το περίστροφο. Ξαφνικά ο Αρτιόμ φοβήθηκε τόσο πολύ για λογαριασμό του. Ειδεμή θα το κάνω εγώ».. του το επέστρεψε και είπε ψυχρά: «Δεν υπάρχουν ερωτήσεις για σας. κι αυτό είναι όλο.» «Γδυθείτε!» τον διέκοψε εκείνος. Τι θα γίνει με τη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. κι εσύ απλώς απομένεις έκπληκτος να παρατηρείς τον εαυτό σου και να προσπαθείς να τον πείσεις ότι δεν είναι δικό σου το λάθος. του έτριξε τα δόντια και έσκουξε μοχθηρά.» ψέλλισε ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. και στους άλλους σταθμούς η φωτογράφηση είναι απίστευτα ακριβή.» άρχισε να λέει ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. συμβαίνουν. Ο Αρτιόμ έβγαλε το σακίδιό του και τ’ ακούμπησε στο έδαφος. Δεν χρειάζεται να σκέφτεται τι θα γίνει μετά. Αμέσως. ο Αρτιόμ θα βγάλει από το σακίδιο το όπλο του. στα 300 μέτρα.» έφτυσε τα λόγια του ο αξιωματικός. Μπορείτε να προχωρήσετε». αλλά συνήλθε και πρόσθεσε ένα «κύριε αξιωματικέ». ξεφυλλίζοντας το διαβατήριο του Αρτιόμ. Δεν είχε σημασία που θα τον σκοτώσουν. Ο αξιωματικός έκανε άθελά του ένα βήμα πίσω. και μετά αυτά γίνονται από μόνα τους. κύριε αξιωματικέ.. «Παρακαλώ. κοιτώντας όλο ένταση τη φιγούρα του σκύλου και μουγκρίζοντας κατά διαστήματα. θα το ρυθμίσει ώστε να ρίχνει αυτόματα και θα προσπαθήσει να ξαπλώσει κάτω όσο γίνεται περισσότερα απ’ αυτά τα τέρατα με τις στολές παραλλαγής. που του είχε γυρίσει αδιάφορα την πλάτη. «Γδυθείτε!» επανέλαβε ο αξιωματικός. κι εγώ απλούστατα δεν έχω λεφτά για να βγάλω φωτογραφίες. «Σκααασμός!» γάβγισε αυτός. νιώθοντας τα πόδια του να μην τον υπακούουν. που ως εκείνη την ώρα στεκόταν ήσυχος. ενώ ο αξιωματικός έβαλε . «Σας ζητώ συγγνώμη. απλούστατα αυτό το πράγμα συνέβη από μόνο του... Ούτε που προλαβαίνεις να τα καλοσκεφτείς. προς φρίκη του Αρτιόμ. που ξέχασε την αντιπάθειά του γι’ αυτό το πλάσμα και ότι κι ο ίδιος πολλές φορές με το ζόρι κρατήθηκε να μην του ρίξει μερικές κλοτσιές όπως του άξιζε. το θέμα είναι. Ο Βάνιετσκα. Υπάρχουν πράγματα που δεν θες να τα κάνεις. δεν καταλαβαίνει τι κάνει». κάρφωσε αηδιασμένος το βλέμμα του στον Βάνιετσκα και διέταξε: «Πάρτε από δω αυτό το πράμα. που ορκίζεσαι να μην τα κάνεις. αρθρώνοντας προσεχτικά τις λέξεις.» έκανε αργόσυρτα ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς με σβησμένη φωνή και τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν. Ο αξιωματικός. Τίποτ’ άλλο πια δεν είχε σημασία. ξεφυλλίζοντας το διαβατήριο ως την αντίστοιχη σελίδα. Υπάρχουν πράγματα που είναι καλύτερο να μην τα σκέφτεσαι. Ο γέρος άρχισε να ξεκουμπώνει βιαστικά τα κουμπιά του σακακιού του. «Πιο γρήγορα!» Και για να δώσει έμφαση στα λόγια του. δεν ακουμπούν καν τα κέντρα της νοημοσύνης. ώσπου να τον πυροβολήσουν. Ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς τον κοίταξε με ευγνωμοσύνη. ενώ ο αξιωματικός.«Πού είναι η φωτογραφία. «το θέμα είναι ότι στο σταθμό μας δεν έχουμε φωτογράφο.. «Έρευνα!» «Μα επιτρέψτε μου. άκουσε απορημένος ο Αρτιόμ την ίδια του τη φωνή. όπως εκείνους. επαναλάμβανε την ερώτηση για τη φωτογραφία. Δεν είχε σημασία που πέρασε μόλις μια μέρα από τότε που συνάντησε το γέρο και τον Βάνιετσκα.

με μια ζωώδη κραυγή. ώστε ο σαστισμένος στρατιώτης που τον κρατούσε από πίσω κόντεψε να πέσει χάμω όταν εκείνος όρμησε μπροστά.. δεν είναι εύκολο. Όμως ένα λεπτό αργότερα ο αξιωματικός συνήλθε. (Σ. που ήταν τουλάχιστον δυο κεφάλια πιο κοντός από το μαχαιροβγάλτη με το μαύρο μπερέ. (Σ. «Συμβούλιο» στα ρωσικά.M. «Μα. έλκει φυσικά την καταγωγή του από τον «Πατερούλη των Λαών». πέταξε ψυχρά στον Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. όταν με τη μύτη της μπότας του ο αξιωματικός τον γύρισε ανάσκελα και με μια έκφραση αηδίας στο πρόσωπό του πάτησε ακόμα μία φορά τη σκανδάλη. βγάζοντας μπροστά το χέρι του με το περίστροφο. πάτησε τη σκανδάλη.). Την ίδια στιγμή τα μάτια του Αρτιόμ σκοτείνιασαν.) ­ 37. έκανε πίσω και. Και τότε έγινε κάτι που δεν θα μπορούσε να το προβλέψει κανείς. εξού και ο φόβος του γέρου για παρανοήσεις. (Σ. που.τ. ενισχυμένος από την ηχώ της άδειας σήραγγας. (Σ.M. ο οποίος χτίστηκε μεταξύ των ετών 1818 και 1842. καταλαβαίνετε. πατώντας τη σκανδάλη. να βγάζει τις μπότες του και να διστάζει αν έπρεπε να βγάλει και τη ζώνη του παντελονιού του.. «Πιο γρήγορα!» σφύριξε μανιασμένα ο αξιωματικός. Έτσι αποκαλούν οι κάτοικοι της Αγίας Πετρούπολης το μητροπολιτικό ναό του Αγίου Ισαάκ στο ιστορικό κέντρο της πόλης.. πέταξε από πάνω του τον Βάνιετσκα. κρατώντας με τα δυο του χέρια την κοιλιά του. Ο χρόνος για τον Αρτιόμ επεκτάθηκε και ήταν όσος ακριβώς χρειαζόταν για να αρπάξει τη λαβή του αυτομάτου του και. αλλά ο αξιωματικός. καρφωμένος επιτόπου.τ. που είχε γίνει πια θηρίο. κοιτούσε με το σαγόνι του να κρέμεται τον Βάνιετσκα. και μάλιστα να τον χτυπήσει με την παλάμη του στο στήθος. να πηδά αδέξια στο ένα πόδι.τ.M. Εκείνος δεν περίμενε παρόμοιο άλμα από το σακάτη. κι ένιωσε μέσα του τέτοια δύναμη.τ. 32. βγάζοντας βραχνούς ήχους από το στήθος του.. σκοπεύοντας το κεφάλι του. καθισμένος κατάχαμα.M. αλλά από πίσω τον άρπαξαν αμέσως δυο δυνατά χέρια. ν’ αρχίσει να πυροβολεί μέσα από το σακίδιό του κατευθείαν στο παρδαλόχρωμο στήθος του αξιωματικού. Ακόμα ήταν γερμένος στο πλάι με το πρόσωπο στραμμένο προς τη γη.. «Τέταρτο Ράιχ» (γερμ. Ο Βάνιετσκα.. Η ονομασία της Αγίας Πετρούπολης στη ρωσική αργκό. Το μόνο που πρόλαβε να παρατηρήσει με ικανοποίηση ήταν πώς εισχωρούσε στην πράσινη στολή παραλλαγής η μαύρη στικτή γραμμή από τις τρύπες που άφηναν οι σφαίρες. Ο πυροβολισμός.M. αλλά του Αρτιόμ του φάνηκε πως άκουγε τον Βάνιετσκα να κλαίει σιγανά με αναφιλητά. Εξέχων Γερμανός ποιητής και δραματουργός.) ­ 34.) ­ 33.τ.τ.) ­ 35.τ. τον Στάλιν. και ο Βάνιετσκα κατάφερε να γαντζωθεί στο αριστερό του μπράτσο. όρμησε στον υβριστή. κι όσο κι αν προσπαθούσε να ξεφύγει ήταν μάταιο. χτύπησε τα τύμπανα των αυτιών του. Η νιτρογλυκερίνη χρησιμοποιείται ως καρδιοτονωτικό.) ­ 36.» έκανε ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. αλλά και ως εκρηκτικό. Ο Αρτιόμ όρμησε μπροστά. Γιόχαν Φρίντριχ Σίλερ (1759-1805). Το ανδρικό όνομα Βλαντιλέν προέρχεται από το συνδυασμό των πρώτων συλλαβών του ονόματος Βλαντίμιρ Λένιν όσο για το Σταλίνα. έτριξε ξαφνικά τα δόντια του και.) ­ . του έριξε μια δυνατή γροθιά στα δόντια.) ­ 38. (Σ.στο πλάι το χέρι με το περίστροφο και τον παρακολουθούσε σιωπηλά να βγάζει τη φανέλα του. «Σας προειδοποίησα».M. (Σ. (Σ.M.

Ούτε ν’ ακούσει πολύ καλά μπορούσε. Μόνο το ένα μάτι του άνοιγε. Ο Αρτιόμ σήκωσε με το ζόρι το κεφάλι και κοίταξε ολόγυρα. που όμως δεν ήταν τόσο χοντροφτιαγμένοι όσο των στρατιωτών στη σήραγγα. Συχνές ημικυκλικές αψίδες. Δυο πολυέλαιοι όλοι κι όλοι έκαιγαν σ’ ολόκληρο το σταθμό – στην άλλη άκρη. Τόσο αυτός όσο και ο προϊστάμενός του δεν φορούσαν στολές παραλλαγής. «Η ποινή θα εκτελεστεί αύριο το πρωί στις πέντε. πάνω στα σκαλοπάτια μιας μικρής γέφυρας που έβγαζε σε μια πλαϊνή διάβαση προς την άλλη γραμμή. κατέληξε ο διοικητής. που ταλαιπώρησαν αλύπητα τα τύμπανα των αυτιών του. το πλήθος θορυβούσε. λευκό μάρμαρο. Αλλά κι αυτοί φορούσαν μαύρους μπερέδες. κυρίως με καπιτονέ αμπέχονα και βρώμικες φόρμες. δεν . «ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΠΟΝΤΙΚΟΦΑΓΟΥΣ!». όλες αυτές οι επιγραφές και τα σχέδια απασχολούσαν τώρα τον Αρτιόμ πολύ περισσότερο από τα λόγια του διοικητή. Και πάλι εκείνο το ανοιχτόχρωμο μάρμαρο. διευκρίνισε ο χοντρός που στεκόταν πλάι στο διοικητή. Αν και τι θα του χρειάζονταν τώρα πια τα δόντια. Τι είδους σταθμός ήταν αυτός. ο Αρτιόμ διάβασε: «ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΣΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ!». βαρετό πια. Τα δόντια του μάλλον βρίσκονταν όλα στη θέση τους. Θ ΑΝΑΤΟΣ Ακούστηκαν βροντερά χειροκροτήματα. παντού έβλεπες συνθήματα και ρήσεις. Ο κόσμος εδώ δεν ήταν πολύς. ΚΑΘΕ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ!» ωρυόταν το σύνθημα. στη μέση της αίθουσας. Προσπαθώντας να εστιάσει στις εσκεμμένα τονισμένες με την μπογιά λέξεις. τριγωνικές σβάστικες. Άγνωστο γιατί. Τώρα ήταν στερεωμένα πάνω τους σπαρματσέτα που κάπνιζαν. Ακριβώς μπροστά του. αλλά μαύρη στολή με γυαλιστερά κίτρινα κουμπιά. πολύς ελεύθερος χώρος. κι αν αυτό αντανακλούσε την πραγματικότητα οι στρατιώτες θα πρέπει να τους τέλειωναν σύντομα. «ΟΙ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ!». γοτθικά γράμματα σχεδιασμένα με προσοχή και αγάπη. και η οροφή ήταν κατάμαυρη. εκεί όπου μια φαρδιά σκάλα ανέβαινε προς τα πάνω· και στο σημείο όπου στεκόταν ο Αρτιόμ. κι όλοι ήταν ντυμένοι με σκούρα ρούχα.ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 Du stirbst39 « δι’ απαγχονισμού». Ογκώδεις σιδερένιοι πολυέλαιοι που κάποτε θα πρέπει να λειτουργούσαν με ηλεκτρισμό κρέμονταν από ψηλά. πίσω από ένα απόσπασμα. και το σχετικά ουδέτερο σύνθημα «ΝΟΥΣ ΥΓΙΗΣ ΕΝ ΣΩΜΑΤΙ ΥΓΙΕΙ!». Έπειτα υπήρχαν μερικές ρήσεις του Χίτλερ. το συνηθισμένο. «ΚΑΘΕ ΑΝΤΡΑΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. στο σταθμό Τβερσκάγια». «ΔΙΑ ΠΥΡΟΣ ΚΑΙ ΣΙΔΗΡΟΥ ΘΑ ΚΑΘΙΕΡΩΣΟΥΜΕ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ ΤΗ ΓΝΗΣΙΑ ΡΩΣΙΚΗ ΤΑΞΗ!». σχεδόν αθέατες κολόνες. Γυναίκες δεν έβλεπες σχεδόν καθόλου. το άλλο είχε κλείσει από το πρήξιμο – έβαλαν τα δυνατά τους γι’ αυτό οι ανακριτές. Ο Αρτιόμ άφησε το κεφάλι του να πέσει στο στήθος του. Υπήρχαν κι άλλα συνθήματα με κάπως πιο αφηρημένο περιεχόμενο: «ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΗΝ ΥΣΤΑΤΗ ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΟΥ ΡΩΣΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ!». θαρρείς κι οι ήχοι περνούσαν μέσα από ένα παχύ στρώμα βαμβάκι. Ιδιαίτερα τον εντυπωσίασε μια επιγραφή κάτω από το φτιαγμένο με τέχνη πορτρέτο ενός πολεμιστή με μακρύ και θεληματικό σαγόνι και μιας γυναίκας με πολύ αποφασιστικό ύφος. Εδώ υπήρχαν πολλές απεικονίσεις αετών.

Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί μια εντελώς εσφαλμένη εικόνα για το άτομό του: Στο πρόσωπό του έβλεπαν τον κατάσκοπο του εχθρού και το δολιοφθορέα που ήρθε για να καταφέρει πισώπλατα ένα προδοτικό χτύπημα στο Τέταρτο Ράιχ. Μετά προσπάθησε να σωπάσει. Το να σε χτυπά στο κεφάλι ένας πολύ δυνατός άντρας σού αφήνει μια πολύ παράξενη αίσθηση – δεν είναι πόνος. Δοκίμασε κάμποσες φορές να λιποθυμήσει. Έτσι θα αναλώνονταν λιγότερες δυνάμεις. εκείνος έπρεπε απλούστατα να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι. να σπάσει το πλευρό του Αρτιόμ. και σύντομα πείστηκε σχετικά. θα ήταν όμως αδύνατο να διώξουν από κει μέσα τη μυρωδιά του αερίζοντας το χώρο. Θα πρέπει να ήταν πολύ ενδιαφέρων συνομιλητής. αλλά τον επανέφεραν στις αισθήσεις του με παγωμένο νερό και αμμωνία. Τελικός στόχος ήταν η εγκαθίδρυση αντιλαϊκού . λακωνικά και επί του θέματος. Έπειτα από μισή ώρα αβίαστης συζήτησης. Δεν αρκούσε όμως μόνο να κουνά το κεφάλι. Σε λίγη ώρα μέσα ο Αρτιόμ κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. είναι μια θύελλα που σαρώνει όλες τις σκέψεις και κάνει θρύψαλα όλες τις αισθήσεις. και ο Αρτιόμ θα γλύτωνε το άλλο μάτι του. «κύριο διοικητή». για παράδειγμα. ούτε αυτό όμως ήταν σωστό. έπρεπε να αφουγκράζεται τι ακριβώς τον ρωτούσε ο κύριος διοικητής. και δεν κατάφερνε πια ούτε να ειρωνευτεί. αλλά εκείνοι του εξήγησαν ότι δεν άξιζε να το κάνει. αφού μερικά κουνιόντουσαν δυνατά και στο στόμα του είχε συνεχώς μια γεύση αίματος. επειδή. Έπειτα να μην κάνει ερωτήσεις. αυτόν που έκανε την ανάκριση. θα σωριαζόταν χάμω. το κεφάλι του άρχισε να γυρίζει. να φέρει χάος και να προετοιμάσει την εισβολή του εχθρού. Ο Αρτιόμ νόμισε πως τώρα θα ξεράσει μπροστά σ’ όλο τον κόσμο. Πονούσε πολύ. έξυπνοι και λογικοί. αν ο Αρτιόμ δεν συγκατένευε την κατάλληλη στιγμή. Τον έπιασε πάλι σκοτοδίνη. δυνατοί άνθρωποι. όπως αποδείχτηκε. και ο Αρτιόμ δεν μπορούσε να καταλάβει πώς έγινε κι έμειναν στις θέσεις τους όλα του τα δόντια. Γι’ αυτό το «λακωνικά και επί του θέματος» του έκαναν ιδιαίτερο μάθημα. Τώρα του είχε μείνει μονάχα ένα αφηρημένο ενδιαφέρον για το περιβάλλον. Για ξεκίνημα του έμαθαν να αποκαλεί έναν ξερακιανό άντρα με ίσια. Έπειτα να απαντά ακριβώς στην ερώτηση που του είχαν κάνει. κι ένας από τους βοηθούς του θα δοκίμαζε. όπως για παράδειγμα απόπειρες κατά της ζωής των ηγετών του Ράιχ (μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και ο ίδιος ο κύριος διοικητής). Αν οι δυο μπρατσωμένοι συνοδοί με τα μπερέ δεν τον κρατούσαν από τις μασχάλες. Στην αρχή προσπάθησε να δικαιολογηθεί.τι του συνέβαινε. αν όμως εκείνος πέθαινε ίσως απλώς να έπαιρνε από το ράφι ένα άλλο βιβλίο μ’ ευτυχισμένο τέλος. να αποκεφαλίσει την εξουσία. Τα πραγματικά μαρτύρια αρχίζουν μετά. Αν ο κύριος διοικητής ρωτούσε μήπως έστειλαν εδώ τον Αρτιόμ από τον Κουζνιέτσκι Μοστ. Τότε ο βασανιστής θα έτριβε ευχαριστημένος τα χέρια του. άκουγε χάλια και δεν καταλάβαινε σχεδόν τίποτα. σαν να διάβαζε απλώς ένα βιβλίο. Η τύχη του βασικού ήρωα φυσικά και τον ενδιέφερε. εκείνος έπρεπε να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι. Το δωμάτιο ήταν προνοητικά στρωμένο με πλακάκια σε έντονο κίτρινο χρώμα· σίγουρα θα ήταν πολύ εύκολο να ξεπλύνουν από πάνω το αίμα. του έκαναν ερωτήσεις. ο Αρτιόμ δεν ένιωθε πια το κορμί του. ο κύριος διοικητής δεν θα ζάρωνε δυσαρεστημένος την άψογη σλαβική μύτη του. ενώ άλλοι άνθρωποι. η διάθεση του κυρίου διοικητή χειροτέρευε. αλλά να απαντά σ’ αυτές. και οι βοηθοί του δεν θα προξενούσαν μία ακόμα σωματική βλάβη στον Αρτιόμ. κόκκινα μαλλιά και λεπτά χαρακτηριστικά. Αν ο κύριος διοικητής υπέθετε ότι έστειλαν τον Αρτιόμ με σκοπό τη στρατολόγηση κατασκόπων και σαμποτάζ. Όλα ήταν απλά: Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να επαληθεύσει κατά τον καλύτερο τρόπο τις προσδοκίες του κυρίου διοικητή. σαν να μη συνέβαιναν στον ίδιο όλα αυτά. Σιγά σιγά ο Αρτιόμ κυριεύτηκε από μια βλακώδη αδιαφορία για ό.άντεχε πια να το κρατά όρθιο. δεν έβλεπε καλά. Στην αρχή για πολλές ώρες τον χτυπούσαν επιμελώς κάποιοι υπομονετικοί.

Και ήταν απαραίτητο να τη βγάλει. «Πάμε! Έλα μαζί μου. στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. Όλα εντάξει. ενώ η επίσημη ημερομηνία του αποχωρισμού του από τη ζωή αναγγελλόταν στο κοινό. ούτε καν να σηκώσει το κεφάλι του.» «Ναι. ελπίζοντας ότι ο άνθρωπος θα το καταλάβαινε μόνος του. Δεν είχε αλλάξει διόλου από τότε που ο Αρτιόμ κουβέντιαζε για τελευταία φορά μαζί του. υπέθεσε. και η ντροπή τον μαστίγωσε σαν καυτό κύμα. έπειτα ένιωσε το κεφάλι του να χάνεται κάπου. Όσο κι αν ο Αρτιόμ δεν σκάμπαζε και πολλά από πολιτική.τι μπορούσες». Όλα τ’ αφήσαμε πίσω μας. Και ευτυχώς που συμφώνησε· ίσως ακριβώς γι’ αυτό έμειναν στις θέσεις τους όλα του τα δόντια.. εδώ και πολύ καιρό. τον χτύπησε καθησυχαστικά στον ώμο ο Χάντερ. Βρισκόταν στην αποβάθρα του σταθμού όπου του απήγγειλαν την καταδίκη του. ενώ τα γόνατά του άθελά τους λύγισαν. Αρτιόμ.» «Όλα καλά. πέρασαν στο κεφάλι του καταδικασμένου μια μαύρη κουκούλα και η ορατότητα χειροτέρεψε σημαντικά. Πώς όμως βρέθηκε εδώ.» Ο Αρτιόμ κοιτούσε ολόγυρα. αναθάρρησε ο Αρτιόμ. Ήταν πολύ σκοτεινά. «Και τι έγινε με το σπίτι μου. να δει αν ήταν πράγματι αυτός ο άνθρωπος ή αν απλώς έτσι του φάνηκε. Αλλά πώς να τη βγάλει με τα χέρια δεμένα στην πλάτη του. ενώ το κοινό άρχισε να θορυβεί αγανακτισμένο. Μόνο μερικά κεριά στον έναν πολυέλαιο εξακολουθούσαν να καπνίζουν· ο δεύτερος ήταν σβηστός.» μούγκρισε ο Αρτιόμ. Ούτε ένα λεπτό δεν άντεξε ο Αρτιόμ κι έπαψε πια ν’ αντιστέκεται. Ένα δυνατό χέρι ανασήκωσε το πιγούνι του και άκουσε τη γνώριμη φωνή που τώρα ηχούσε σχεδόν σε κάθε του όνειρο. Μπορείς να περπατήσεις. Σίγουρα». «Την κουκούλα. κούνησε το κεφάλι του ο Αρτιόμ. Δεν μπορούσε πια να δει τίποτα. Μόλις και οι τελευταίοι τύποι κανονίστηκαν. και ο Αρτιόμ είδε απέναντί του τον Χάντερ.καυκασιο-σιωνιστικού καθεστώτος σε όλη την επικράτεια του μετρό. Την επόμενη φορά που κατάφερε ν’ ανοίξει τα μάτια του. Ο Αρτιόμ κούνησε με κόπο το κεφάλι του και κοίταξε γύρω. μα ο Αρτιόμ δεν έβρισκε τη δύναμη να σηκωθεί. Μόλις διευκρινίστηκαν και οι τελευταίες λεπτομέρειες της συνωμοσίας. ανακαλύπτοντας με φρίκη ότι όλη σχεδόν η αίθουσα ήταν γεμάτη με . κι έτσι οι Μαύροι δεν θα μπορούν πια να κατεβαίνουν στο μετρό. επέτρεψαν στον Αρτιόμ να λιποθυμήσει. αλλά εκείνη τη στιγμή τον ενδιέφερε κάτι εντελώς διαφορετικό: «Είστε ζωντανός.. «Σ’ ευχαριστώ για τη βοήθειά σου». Πάμε». Αρτιόμ! Τέλειωσαν όλα. «Μα δεν τα κατάφερα». Ο Κυνηγός κοιτούσε με προσοχή και ανησυχία τον Αρτιόμ. Το μαύρο παραπέτασμα μπροστά από τα μάτια του χάθηκε αμέσως.» «Όπως βλέπεις». το Στέτσκιν. «Κι εδώ τι έγινε. που φάνταζε γιγάντιο με το μακρύ σιγαστήρα που ήταν προσαρμοσμένος στην κάνη του και το εντυπωσιακό στόχαστρο λέιζερ. Κατάφερα να κατεδαφίσω την είσοδο. ο διοικητής τελείωνε την απαγγελία της καταδίκης του. μια ολόκληρη αιωνιότητα πριν. Σωθήκαμε. Με τη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. Ο Χάντερ έσφιγγε στο δεξί του χέρι εκείνο ακριβώς το περίστροφο που είχε τόσο εντυπωσιάσει τον Αρτιόμ την προηγούμενη φορά. «Έκανες ό. Παντού γύρω του υπήρχαν πτώματα. Σήκω!» έλεγε. Η φρουρά έκανε προσεχτικά ένα βήμα προς τα πίσω. χαμογέλασε κουρασμένα ο Χάντερ. ένας τέτοιος σφαιρικός στόχος τού φάνηκε αξιόλογος και τον αποδέχτηκε. ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί του και ξέρασε πάνω στις μπότες του. Τα καταφέρατε. σίγουρα θα τον εμπόδιζε η κουκούλα. και το μυαλό του θόλωσε ακόμα περισσότερο. «Είσαι εντάξει. Για μια στιγμή ο Αρτιόμ ντράπηκε.

«Ο αρουραίος είσαι εσύ! Ο αρουραίος είσαι εσύ! Φοβητσιάρη αρουραίε!» «Φοβητσιάρη αρουραίε!» επανέλαβε περιφρονητικά κάποιος στ’ αυτί του και τον πασάλειψε με μια ροχάλα. Από τη μικρή γέφυρα στην οποία στεκόταν πριν κρέμονταν πάνω από τις γραμμές μερικές σκουρόχρωμες φιγούρες.. Ο Χάντερ σώπαινε. και ο Αρτιόμ μαρμάρωσε στη στάση αυτή για λίγη ώρα. ώσπου το πονεμένο του μέτωπο ν’ ακουμπήσει στο κρύο σίδερο. παρατώντας τον σε τούτο το φριχτό σταθμό. Από σήμερα το αίμα αυτό που κύλησε πάνω στον παγερό γρανίτη θα πάλλει ίσως για πάντα στις φλέβες του. «Όχι». πάνω στις ράγες. Θεέ μου. Άραγε η ζωή μου αξίζει όσο οι ζωές όλων των άλλων μαζί.» του ξέφυγε του Αρτιόμ η φριχτή εικασία. Όχι. Ο Χάντερ έκανε τόσο εύκολα αυτή την ανταλλαγή. για να συνεχίσει αυτός τη ζωή του. Ο Αρτιόμ έβαλε τα δυνατά του να τρέξει για να προλάβει τον Χάντερ και να ρωτήσει αν θα μπορέσει ποτέ να ξαναζεσταθεί. ακόμα και την πιο ζεστή. και ο Αρτιόμ φοβήθηκε ότι ο Κυνηγός θα φύγει. και τρόμαξε κι ο ίδιος μ’ αυτό που είπε. που όλο του το δάπεδο ήταν πασαλειμμένο με γλιστερό. Χάνοντας τον έλεγχο του κορμιού του. Ο Αρτιόμ τίναξε το κεφάλι του. τόσο σημαντικό πιόνι ο Αρτιόμ. Όχι. «Εσύ δεν πρέπει ν’ ανησυχείς γι’ αυτό». ανίκανος να αποφασίσει οτιδήποτε. όπως θυσιάζουν στο σκάκι μερικά ασήμαντα πιόνια για να σώσουν το σημαντικό. Άραγε το αξίζω. σαν να το απέσπασε από τους άλλους.. Άλλωστε είναι σκακιστής. «Είστε αρουραίος. χαιρόταν για τη σωτηρία του. μένοντας για πάντα στη στάση που τους πέτυχε η σφαίρα του Χάντερ. «Δεν έχει σημασία». Είναι σαν να το ήπιε. αντήχησε η απάντηση. ώστε για χάρη του να θανατώσει τόσους. Αλλά ο Χάντερ βρισκόταν ήδη πολύ μακριά.. Ιδού όμως το ερώτημα: Είναι τόσο ισχυρό. Η επιφάνειά του ήταν ραβδωτή και του πίεζε δυσάρεστα το κόκκαλο. Η ταινία με τα φυσίγγια είχε σχεδόν αδειάσει. πέθαναν για να μπορέσει να ζήσει αυτός. χειμωνιάτικη νύχτα σ’ έναν εγκαταλειμμένο μικρό σταθμό.. μέσα στο οποίο βρισκόταν. το μετρό είναι η σκακιέρα του.. με την απότομη κίνηση ζωήρεψε ξανά. αναρωτήθηκε ο Αρτιόμ. και το μόνο που είχε να κάνει ο Αρτιόμ ήταν να τον προλάβει... κι αμέσως μετάνιωσε γι’ αυτό που έκανε. κι όλα τα πιόνια δικά του. Ενώ τώρα ο πόνος είχε αμβλυνθεί. Οι κινήσεις του φαίνονταν στον Αρτιόμ δυσάρεστα όμοιες με τις κινήσεις ενός. Ο Κυνηγός προχώρησε. αλλά δρόσιζε το ερεθισμένο του δέρμα.πτώματα. κι εκτός από τις φωνές του Χάντερ και τη δική του δεν ακουγόταν πια ούτε ο παραμικρός ήχος. σκύλου. ... η απόσταση ανάμεσά τους διαρκώς μεγάλωνε. Κι όσες προσπάθειες κι αν έκανε εκείνος. γι’ αυτό και παίζει μόνος με τον εαυτό του. Έσκυψε και σήκωσε από το δάπεδο το μπαούλο του. Τώρα πια δεν θα μπορέσει ποτέ να ξαναζεσταθεί.. Αφού πήρε μιαν ανάσα. ενός αρουραίου. σαν να ξεχνούσε ότι ο Αρτιόμ κινούνταν με το ζόρι. κι ο πληθυσμός του αποτελούνταν μόνο από νεκρούς. προχωρώντας με μεγάλες δρασκελιές. προσπάθησε προσεχτικά να μισανοίξει το αριστερό του μάτι. ζεστό ακόμα αίμα. θα νιώθει τόση παγωνιά και θλίψη όση μια παγερή. ή αν πλάι σ’ οποιαδήποτε φωτιά. και ίσως επειδή ο Αρτιόμ δεν κατάφερνε να τον προλάβει εκείνος έπεσε στα τέσσερα και έτρεχε μέσα στη σήραγγα με τη σβελτάδα ενός ζώου. Κοιτώντας γύρω του. το φορητό πολυβόλο. Ο Χάντερ τον κοίταξε επίμονα κατάματα. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι όμως που τώρα κείτονταν άτακτα σαν σακιά με κουρέλια πάνω στο γρανίτη της αποβάθρας ο ένας πλάι στον άλλο. είδε κάτι που δεν το είχε προσέξει πρωτύτερα. άρχισε να πέφτει μπροστά. καπνίζοντας ακόμα.

Απέναντί του όλες οι κοντινές αψίδες. ενώ λοξοκοίταζε το μαυρομάτη. σε σύγκριση μ’ αυτόν εδώ φαινόταν σκέτη αίθουσα δεξιώσεων. Μίσος για τους δήμιους του. Ο σταθμός εδώ ήταν το άκρο αντίθετο αυτού όπου τον καταδίκασαν σε θάνατο.. σκουριασμένου σίδερου. Μπροστά του απλωνόταν η θέα της αίθουσας. κι αν αυτές οι σκέψεις δεν . κι έτσι χωρίς κόπο θα μπορούσε να τη φτάσει με τα χέρια του αν αυτά δεν ήταν δεμένα μ’ ένα σύρμα στην πλάτη του. που μετά βίας έφτανε στο ύψος δύο ανθρώπων. Θα τον σκοτώσουν. το αίμα μαζευόταν αργά στο στόμα του μέχρι να το καταπιεί. Δυόμισι ώρες μέχρι τις δώδεκα.Καθόταν στο δάπεδο. Αυτοί. Εκείνου δεν του έλειπε η κομψότητα. Θα τον κρεμάσουν. αυτός πια θα έρθει τόσο αργά.. όπως και αυτές από τη δική του πλευρά. Η οροφή των αψίδων κατέβαινε προς το έδαφος. Κατά μήκος των κελιών έκοβαν βόλτες δύο σωματώδεις νεαροί με στολές παραλλαγής και ίδια μπερέ. τη διαδικασία. Εννιά και μισή. Όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά καταλαβαίνουν ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτος. με διάφανες κολόνες. ένας μαυρομάτης και για μέρες αξύριστος μελαχρινός. η σφαίρα θα σε προσπεράσει. και κοίταζε με ζωηρή περιέργεια τον Αρτιόμ. ήταν ανάλαφρος. στρογγυλή σαν σήραγγας οροφή. Στο μικρό κελί.. προφέροντας τις λέξεις με την ίδια εκείνη παράξενη προφορά που ο Αρτιόμ είχε ακούσει στον Κιτάι-Γκόραντ – και διευκρίνισε: «Βράδυ». με το πρόσωπο κρυμμένο σ’ ένα σωρό από κουρέλια. όσο τα μετρούσε. κι ο ένας τους κρατούσε από το χέρι του δεμένο μ’ ένα λουρί ένα μεγάλο σκυλί. υπέθεσε. Πάντα όμως νομίζεις ότι εσένα δεν θα σου συμβεί κάποιο ατύχημα. και στο κομμάτι που εξείχε ήταν προσαρμοσμένα κάγκελα από χοντρές σιδεροδεσιές. Θα τον κρεμάσουν.. Όλα αυτά τα ονειρεύτηκε. το αποκομμένο μ’ ένα κάγκελο από την αίθουσα. τι πρέπει να αισθάνεται ένας καταδικασμένος σε θάνατο την παραμονή της εκτέλεσής του. που κάθε τόσο του έδινε την εντολή να καθίσει. εκτός από τον Αρτιόμ βρίσκονταν άλλοι δύο άνθρωποι. κι άλλες πέντε ως. καθόταν ανακούρκουδα. αεράτος. τα μηνίγγια του χτυπούσαν. «Τι ώρα είναι. με την πλάτη ακουμπισμένη στο μαρμάρινο τοίχο. και παρά το ζοφερό φωτισμό και τα σχέδια και τις επιγραφές που τον σκέπαζαν. «Εννιά και μισή». Φόβο. Δεν θα υπάρχει πια. η αρρώστια θα στρίψει στη γωνία. ήταν που τον ξύπνησαν. Του ήταν αδύνατο να το συνειδητοποιήσει. Μετάνοια. που μπορείς να μην τον σκέφτεσαι καν. χοντροκαμωμένες κολόνες. και βογγούσε κοφτά και υπόκωφα. Μέσα του υπήρχε μονάχα το κενό.. Συν τοις άλλοις προεξείχαν. Ο ένας ήταν ξαπλωμένος κατάχαμα. Παλιότερα ο Αρτιόμ προσπαθούσε να φανταστεί τι πρέπει να σκέφτεται.» πρόφερε γυρνώντας με κόπο την πρησμένη γλώσσα του. Στο μετρό ο θάνατος είναι καθημερινή υπόθεση. ήταν όνειρο. είχαν μεταβληθεί σε παρόμοια κελιά. ευρύχωρος. Δεν μπορεί να ζει κανείς με τη συνεχή επίγνωση της θνητότητάς του. Ήταν όνειρο. Εφτάμισι ώρες. που η καθεμιά τους ήταν πολύ φαρδύτερη από τις αψίδες που ήταν λαξεμένες ανάμεσά τους. ε. Η καρδιά του φούσκωνε βαριά στο στήθος του. Όχι. Το αίμα είχε τη μυρωδιά του υγρού. και οι ογκώδεις. Ο άλλος. να το φανταστεί. πίσω απλώνονταν οι ράγες. Κι ο θάνατος από γεράματα. Πρέπει να την ξεχνά. με το μέτωπο ακουμπισμένο σ’ ένα κάγκελο που ανέβαινε ψηλά ως την οροφή κι έκλεινε κι από τις δυο μεριές το χώρο μιας χαμηλής και στενής αψίδας. με φαρδιές και στρογγυλεμένες αψίδες. όσο τα σκεφτόταν. Εδώ όλα σε πλάκωναν και σε φόβιζαν – και η χαμηλή. απάντησε πρόθυμα εκείνος. και μέσα σε κάθε κελί κάθονταν κάμποσοι άνθρωποι. έμενε ακόμα λιγότερος χρόνος. Ή μήπως το υγρό σίδερο είχε τη μυρωδιά νωπού αίματος.

και δεν χρειαζόταν ν’ αλλάξει οτιδήποτε. Πρώτα θα τον βγάλουν από το κελί. το πιο ουσιώδες. Έμενε ακόμα λιγότερος χρόνος. κι αυτό σημαίνει λίγο χρόνο ακόμα. Καμιά μετάνοια. τότε όμως ο Αρτιόμ ήταν μικρός ακόμα. Αν είναι τυχερός. Μάλλον πάνω στο σκαμνί..» ξεκόλλησε τα ξεραμένα χείλη του ο Αρτιόμ.. Γεράματα τώρα δεν θα υπάρξουν. ακριβώς ή κατά προσέγγιση. έρχεται στα όνειρά του. Σε εφτά ώρες. ο άνθρωπος πρέπει ο ίδιος να τις διώχνει. αλλά και αργότερα στη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ δεν θα μετέτρεπαν ποτέ μια εκτέλεση σε δημόσιο θέαμα. και τα δηλητηριώδη σπέρματά τους να δηλητηριάσουν τη ζωή όποιου υποκύψει σ’ αυτά.. η ζωή ενός ξεγραμμένου αρρώστου που οι γιατροί τού είπαν πόσος καιρός τού μένει ακόμα να ζήσει διαφέρουν από τη ζωή ενός συνηθισμένου ανθρώπου ως προς ένα μόνο πράγμα: Οι δυο πρώτοι ξέρουν.. και τότε ήταν που δεν θα κατάφερνε ποτέ να διώξει από τα όνειρά του τον Βάνιετσκα και τον Μιχαήλ Πορφίριεβιτς.. Πώς θα το κάνουν. και το βαγονέτο της σκέψης του κύλησε πάνω σ’ άλλες ράγες: Στον αξιωματικό που πυροβόλησε. εσένα γιατί σε κουβάλησαν εδώ. αλλά να αποτραβηχτεί στην άκρη. Όχι. Ένα μονάχα πράγμα σώζει τον άνθρωπο από την τρέλα.. Δεν πρέπει να σκέφτεσαι ότι κι εσύ θα πεθάνεις. Στον πρώτο άνθρωπο που σκότωσε. Μάλλον θα του περάσουν ένα σκοινί στο λαιμό. αδελφάκι.τι έγινε. καμιά άλλη ζωή δεν θα μπορούσε να ’χει σε τούτο τον κόσμο. Φριχτός δεν είναι ο ίδιος ο θάνατος. γι’ αυτό και θαρρεί ότι μπορεί να ζει αιώνια. Δεν ένιωθε την παραμικρή λύπη για ό. πρέπει να σκεφτείς κάτι σημαντικό. Γύρισε με κόπο το σκουριασμένο κλειδί.. όταν ο τύπος έδωσε τη χαριστική βολή στο κεφάλι του Βάνιετσκα.φεύγουν από το μυαλό. δεν είναι ανάγκη να το σκέφτεται. Όχι. Όχι. Κι ο Αρτιόμ κατάλαβε ότι. και σιγά μην το σκεφτόταν. Έτσι όμως δεν θα έβγαινε τίποτα. Στο σταθμό τους εκτέλεσαν κάποτε έναν προδότη. Τι να έγινε με το γέρο. πρέπει να τις καταπνίγει. Η ζωή ενός μελλοθάνατου που τον καταδικάζουν να εκτελεστεί σ’ ένα χρόνο κι αυτός το ξέρει. ειδάλλως μπορούν ν’ απλώσουν ρίζες στη συνείδησή του και να αναπτυχθούν.. και η καθεμιά τους αφήνει πίσω της ένα μαύρο σημάδι από το κάψιμο. Μόνο μια ζοφερή ικανοποίηση. κι αυτό είναι η άγνοια. Αν δεν του φορέσουν πάλι εκείνη την καταραμένη κουκούλα. «Η Τβερσκάγια». Κάποτε θεωρούσε ότι ο κάθε σκοτωμένος είναι βαρύ φορτίο στη συνείδηση του φονιά.. Ήθελε κάτι να πιει. κι αυτό θα χαθεί δίχως ν’ αφήσει πίσω του ίχνη. ή πάνω σε κάποιο σκαμνί. θα δει κάτι ακόμα εκτός από τα κάγκελα και την ατέλειωτη σειρά των κελιών. Ο Αρτιόμ δεν είχε σαφή αντίληψη του πώς κρεμάνε τους ανθρώπους.. Αποδείχτηκε ότι αυτό δεν ίσχυε. Διάολε. Όσο για τα γεράματα. Αλλιώς μπορεί να τρελαθείς. κι απορούσε μ’ αυτό. ελκύει σαν μαγνήτης όλες του τις σκέψεις.» . Φριχτή είναι η αναμονή του.... ενώ ο συνηθισμένος άνθρωπος ζει μέσα στην άγνοια. Κανένας οίκτος. «Ποιος σταθμός είναι αυτός. απλώς θα γυρίσει την πλάτη στο φάντασμα. Μόνο τότε. αποκρίθηκε εκείνος... θα τον περάσουν από τη διάβαση. αν και δεν αποκλείεται να πεθάνει την επομένη σε ένα ατύχημα. Όταν απομένει πια τόσο λίγος χρόνος. αν δει τον σκοτωμένο σε κάποιον εφιάλτη του. πότε θα πεθάνουν.. και ρώτησε με περιέργεια: «Άκου. κι αν αυτή σου δινόταν ακόμα μία φορά όλα θα τα έκανες διαφορετικά. γυρνώντας την πλάτη του στα κάγκελα και σηκώνοντας το βλέμμα του στο γείτονα. Να σκεφτείς ότι έζησες τη ζωή σου λάθος. Μπροστά στα μάτια του αναδύθηκε η εικόνα – πώς οι αόρατες σφαίρες χώνονται στο πλατύ στήθος. και ίσως να τον τραβήξουν προς το ταβάνι. αυτό που ποτέ στο παρελθόν δεν είχες καιρό να σκεφτείς και πάντα το ανέβαλλες γι’ αργότερα. μια γουλιά νερό έστω!. που αμέσως φουσκώνει με το νωπό αίμα. μήπως δεν έπρεπε να ορμήσει στο αυτόματο.

Είδε ξανά τον Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. Αν έπινε κάτι. Και σωστά! Ο υπάνθρωπος! Κάτι τέτοιους πρέπει να τους ξεπαστρεύουν. στο γειτονικό κελί. να το κουνήσει.. «Ξύπνησε ο αρουραίος!» κάγχασε αυτός που κρατούσε από το λουρί το σκύλο. τον διαβεβαίωσε ο γείτονάς του. Όλοι οι δικοί σου θα πεθάνουν. Εσύ θα πεθάνεις. σε ποιον σήκωσες χέρι.. μήπως ξαφνικά βρεθεί κάπου εδώ. Νερό». κι εσύ θες κάτι να πιεις.. κι αυτός τίναξε τα πέταλα». τσόγλανε. «Τι ’ναι πάλι ετούτο. Και οι δύο φρουροί πλησίασαν στο κελί μόλις αντιλήφθηκαν την προσπάθειά του να προκαλέσει την προσοχή τους. «Κι ο γέρος σου πέθανε κι αυτός». στην άλλη άκρη ήταν βαλμένος μονάχα ένας τσίγκινος κουβάς που βρωμοκοπούσε. αλλά ήλπιζε μήπως ξαφνικά δεν πεθάνει ο γέρος.. μπήκε στην κουβέντα ο πρώτος φρουρός. το σύρμα είχε χωθεί στους καρπούς του. «Και μάλιστα σε Ρώσο. να ξεπλύνει αυτή τη γεύση της σκουριάς που νιώθει στο στόμα του. απάντησε αργά ο Αρτιόμ. που του ξέσκιζε τα πνευμόνια. δεν θα σου φέρουμε νερό. μήπως δεν τον σκοτώσουν.. «Να πιεις. Ο Αρτιόμ έγειρε πίσω το κεφάλι για να βλέπει το πρόσωπό του και σφύριξε με κόπο: «Να πιω κάτι. «Αυτό ακριβώς θα κάνουν». που προσπαθούν να σου καρφώσουν πισώπλατα το μαχαίρι τους... «Πώς. το φοβόταν. Ο αξύριστος κατέβασε το βλέμμα του. του γύρισε την πλάτη κι ακούμπησε ξανά το μέτωπό του στα κάγκελα.. Ο Αρτιόμ βρήκε τη δύναμη μονάχα να σηκώσει τους ώμους του. Σε τούτον ακριβώς το σταθμό.» άρχισε να σιγοκλαίει ο Αρτιόμ.» τον ρώτησε ο δεύτερος. πουθενά δεν θα τον πάνε. Το φοβόταν αυτό. Και μάλιστα σύντομα. Όπου να ’ναι θα σε κρεμάσουν. «Και το κάθαρμα τον δικό σου καλά κάνανε και τον ξεπάστρεψαν». να βρέξει το ξεραμένο του λαρύγγι. «Έτσι.. Μήπως κάνουν κάποιες μικρές χάρες στους μελλοθάνατους. που αποτραβήχτηκε στο βάθος του κελιού– «σύντομα θα πλημμυρίσουν όλο το μετρό και δεν θ’ αφήνουν τον απλό Ρώσο να πάρει ανάσα». «Έλεγε ο Σίντοροφ ότι η μισή σήραγγα πνίγηκε στο αίμα. Μέσα στο κελί δεν υπήρχε νερό.«Σκότωσα έναν αξιωματικό». «Κατάλαβες τώρα. οι καρποί του είχαν πρηστεί και είχαν χάσει την ευαισθησία τους. Θα τον κρεμάσουν. Ψόφησε μόνος του. Τον σιδέρωσαν τόσο δα. ευχαριστημένος που κατάφερε επιτέλους να αναστατώσει με κάτι τον Αρτιόμ. γονίδια».. του διευκρίνισε πρόθυμα ο εκπαιδευτής του σκύλου. Να ζητήσει νερό από τους δεσμοφύλακες. και ο Αρτιόμ μισόκλεισε κουρασμένος τα μάτια. Όχι. Η απάντηση ήταν κατηγορηματική.» έκανε συμπονετικά κι αργόσυρτα ο αξύριστος.» Ο Αρτιόμ σήκωσε τους ώμους του. κατέληξε. Μα τα χέρια του ήταν δεμένα στην πλάτη του. αλλά φαίνεται ότι οι δεσμοφύλακες ήθελαν να κουβεντιάσουν κι άλλο μαζί του περί ανέμων και υδάτων. «Εεε. αλλά έβγαλε μονάχα ένα ρόγχο που κατέληξε σε βήχα. «Και τώρα θα σε κρεμάσουν.» προσποιήθηκε τον έκπληκτο ο εκπαιδευτής του σκύλου. Αυτοί είναι που μας καταστρέφουν τα. θυμήθηκε τη δύσκολη λέξη. αυτοί εδώ» –και με το κεφάλι έδειξε το γείτονα. Του ήταν δύσκολο να μιλά. να έχει ξεχάσει τα πάντα και να ξεφυλλίζει το σημειωματάριό . Έτσι μπορεί να ψοφήσεις νωρίτερα».. σταματημένο στη μέση της σήραγγας. Δοκίμασε να φωνάξει. και τότε θα μπορούσε ίσως να μιλήσει παραπάνω από ένα λεπτό. Αν μπορούσε να βγάλει το χέρι του από το κάγκελο.. αρουραίε! Εξαιτίας κάτι τέτοιων καθαρμάτων σαν εσένα.

«Όσοι είναι οι σταθμοί είναι και οι γωνίες. Κάτι ανάμεσα σε άστρο και παραμορφωμένη αράχνη. αδελφάκι!» τον τράνταξε από τον ώμο ο γείτονάς του στο κελί. Τέσσερις παρά δέκα. «Αυτό είναι αρχαίο. «Der Toten Tatenruhm!» Όχι. ποτισμένες από τη γεύση και την οσμή του αίματος. Από μας το ξεσήκωσαν μετά οι Φρίτσηδες. ο Αρτιόμ προσπάθησε να αναδυθεί στην επιφάνεια από την άβυσσο στην οποία τον είχε βυθίσει η συνείδησή του. κάποιον άλλο θα βρούμε για κουβεντούλα». Μετά οι σκέψεις του άρχισαν να συμπυκνώνονται. «Και πόσες ήθελες εσύ.» αγανάκτησε αυτός που κρατούσε το σκύλο. Όπως και να ’χει. «Τι ώρα είναι. Σεν. ώσπου σταμάτησαν ολότελα. «Εσένα πώς σε λένε. «Κι εμένα Ρουσλάν. Περίμενε να πάρουμε και την Πόλη. συμπέρανε ικανοποιημένος ο εκπαιδευτής του σκύλου. Σίγουρα σε σαράντα λεπτά θα έρθουν πια να τον πάρουν. αυτού που είχε πια ξεραθεί κι αυτού που τώρα ξεραινόταν. «Πάει. «Γιατί τρεις γωνίες. Το όνομα είναι ρώσικο. «Αρτιόμ». λάθος έκανε ο ποιητής. «Πάμε. κι έπειτα να επαναλαμβάνει συγκινημένος την τελευταία στροφή. «Τι σταθμούς μού τσαμπουνάς!» μπήκε στη μέση ο δεύτερος. ανίκανος να σκεφτεί και να δει. νιώθοντας πάλι να υψώνεται μπροστά στα μάτια του μια θολή πάχνη. χαιρόταν που το κορμί του λυπήθηκε το λογικό του.. Και εφτά.40 Ακούς εκεί σταθμοί. προαιώνιο σλαβικό σύμβολο! Ονομάζεται “ηλιοστάσιο”. να κυλούν όλο και πιο αργά.. απελευθερώνοντας έτσι το μυαλό του και μην αφήνοντάς το να κατατρώγεται από συλλογισμούς κι αγωνία.. Τι έλεγε εκεί. Ο μαυρομάτης χάρηκε . Τίποτα δεν θα μείνει. σκότωσε όλες τις ιδέες. για πόσο διάστημα βρισκόταν σε λήθαργο. επανέλαβε ο μαυρομάτης. «Γιατί τρεις. ιδίως το κρεβάτι του. δεν θέλουν να κάνουν λάθος». Μία ώρα και εννιά λεπτά. Ο Αρτιόμ δεν ήξερε πόση ώρα πέρασε. σαν να ήταν δεμένη στα πόδια του μια μολυβένια μπάλα. αυτός τα ’παιξε». Παράξενο σύμβολο. όπως εμφανίζονται τα συγκεχυμένα περιγράμματα πάνω στο φιλμ που το έριξαν στο διάλυμα. Μία ώρα και οχτώ λεπτά.» ρώτησε. Η πραγματικότητα δεν επανήλθε αμέσως.του. «Μην κοιμάσαι άλλο. και θα προσθέσουμε και μια τέταρτη». «Τέσσερις παρά δέκα». τόση ώρα κοιμάσαι! Κοντεύει τέσσερις!» Με δυσκολία. Σε μία ώρα και δέκα λεπτά. το νόημα των όσων άκουγε να του διαφεύγει. «Ε. Η τρίγωνη σβάστικα. ενώ πού και πού μονάχα περνούσαν από τη συνείδησή του κάποιες θολές εικόνες... Ακούμπησε πάλι το μέτωπό του στο κάγκελο και κοίταζε αποχαυνωμένος το περιβραχιόνιο στο μανίκι του φρουρού. Και σε μία ώρα και δέκα λεπτά. ούτε η δόξα των πολεμικών κατορθωμάτων θα μείνει.» έκανε βραχνά. άρχισε να διαγράφεται αργά. πρόφερε ο Αρτιόμ. το τούβλο!» «Μα δεν υπάρχει πια ήλιος». Εμένα δεν ξέρουν τι να με κάνουν..» τον ρώτησε ο γείτονας. ηλίθιε! Το σύμβολο της ενότητας. Έπειτα θυμήθηκε πώς ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς νοσταλγούσε το διαμέρισμά του. Τον αδερφό μου τον έλεγαν Αχμέντ και τον εκτέλεσαν αμέσως.» Αναγκάστηκε να τους δείξει με το κεφάλι του το περιβραχιόνιο μέχρι οι φρουροί να καταλάβουν τι εννοούσε και να καταδεχτούν να του απαντήσουν. κι ο ίδιος να βυθίζεται στην καταχνιά.

Πεθαίνουν με το χαμόγελο.. Ότι δεν είχε δίκιο. δεν μετανιώνει για τίποτα. κι οι άλλοι έσυραν τον Αρτιόμ στην απέναντι άκρη της .. διέταξε ο επικεφαλής. Πόσο απλούστερος είναι ο θάνατος γι’ αυτόν που πιστεύει σε οτιδήποτε! Γι’ αυτόν που είναι πεπεισμένος ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος των πάντων! Γι’ αυτόν που στα μάτια του ο κόσμος διακρίνεται σαφώς σε άσπρο και μαύρο. και στον κόσμο του όλα μοιάζουν απλά και κατανοητά. Να πιει κάτι. Και να βυθιστεί πάλι σε λήθαργο. Τόσο απλά. Τέτοιοι άνθρωποι πεθαίνουν εύκολα. Το λουκέτο έτριξε.» Ο Αρτιόμ δεν νοιαζόταν γι’ αυτό... σφιγμένος σε μια μαύρη στολή και με ένα μικρό μπερέ στο κεφάλι. Δεν χρειαζόταν! Δεν χρειαζόταν! «Εγώ είμαι από την Κίεφσκάγια. κι ο Αρτιόμ με το ζόρι κρατήθηκε να μην πέσει μπροστά καθώς η σιδεριά τραβήχτηκε στην άκρη. μέχρι να έρθει το απόσπασμα συνοδείας να τον πάρει. Όχι. Το μεγαλύτερο έχει έξι δάχτυλα!» πρόσθεσε όλο καμάρι. της πίστης. «Σηκώστε τον». Για να αδειάσει πάλι το μυαλό του και να μην τον ανησυχεί τίποτα. και η καρδιά του Αρτιόμ σφίχτηκε. χαμογέλασε ο Ρουσλάν δείχνοντας τα άσπρα δόντια του. Να περάσει από την Πούσκινσκάγια στην Τσέχοφσκάγια. Από το βάθος της αίθουσας ακούστηκαν βήματα. «Ακολουθήστε με». να μην κουδουνίζει στο μυαλό του η σκέψη ότι έσφαλε. σχεδόν όλοι. να μην τον πονά. Γι’ αυτόν που δεν αμφιβάλλει για τίποτα. Μια γουλιά. . Ήταν ζωντανός. αλλά εξίσου απρόσωποι. Ακριβώς μπροστά στα μάτια του σταμάτησαν τρία ζευγάρια μπότες. Δύο στρατιώτες με αυτόματα. Τα χέρια του είχαν μουδιάσει τόσο πολύ. Αμέσως τον άρπαξαν από τις μασχάλες. δεν χρειαζόταν να σκέφτεται τίποτα. του είπε επίτηδες ότι έμενε περισσότερος χρόνος θέλοντας να του δώσει ελπίδες. Τι σύντομα! Κι αυτός που νόμιζε ότι τα σαράντα λεπτά θα κρατούσαν παραπάνω. Να προχωρήσει. «Εκεί είναι πολλοί οι δικοί μας. Δεν χρειαζόταν να σκέφτεται τη ΒΕ-ΝΤΕΕΝ-ΧΑ. Εμείς τη λέμε “η ηλιόλουστη Κίεφσκάγια”». το ένα με μαύρο παντελόνι. Τα λόγια έφτασαν στ’ αυτιά του. όχι αυτοί που του έπιασαν κουβέντα. Κι από εκεί είχε μονάχα μία διαδρομή να διασχίσει. με σκληρά μουστάκια και ξεπλυμένα γαλανά μάτια. κι αυτές μου χαμογελούσαν».. κι αυτός πετάχτηκε ως την οροφή. κι ένας τρίτος. «Παλιά υπήρχαν κάτι φρούτα! Και τι όμορφα χρώματα! Τα χάριζα τζάμπα στις κοπελιές. Δεν χρειαζόταν να σκέφτεται τι θα γινόταν στο μετρό. μια γουλιά έστω.. Όχι ένα ποτήρι. ήρθε πια η ώρα. μα δεν μπορούσαν πια να αποσπάσουν την προσοχή του.που κατάφερε επιτέλους ν’ ανοίξει συζήτηση. Άφησα εκεί γυναίκα και τρία παιδιά. άλλοι. αυτόν που ξέρει ακριβώς τι κάνει και γιατί. Να γυρίσει πίσω. Τα δύο με στρατιωτικά παντελόνια παραλλαγής μέσα τους. Για να μη στριφογυρνά. «Καλή τύχη!» του ευχήθηκε ο Ρουσλάν. μεταλλάχτηκε σ’ ένα κουβαράκι που χτυπούσε ανήσυχα.. «Από πού είσαι. Να πιει. Τόσο απλά. Ότι έπρεπε να φύγει. Οτιδήποτε. Μια διαδρομή όλη κι όλη. που ούτε καν τα ένιωθε.. αυτόν που κρατά στο χέρι τον πυρσό των ιδεών. Ή μήπως τον κορόιδεψε τούτος ο διαολεμένος γείτονάς του. βούιξε μια φωνή. αλλά η φλυαρία του αξύριστου γείτονά του τον βοηθούσε να γεμίζει το μυαλό του. Να βουλώσει τ’ αυτιά του. η αποστολή του είχε εκπληρωθεί. Έστω ζεστή – και ζεστή θα τη δεχόταν. Έστω κι αφιλτράριστη. Δεν χρειαζόταν να σκέφτεται την αποστολή που του είχαν αναθέσει. ξέρεις πού πέφτει αυτή. και τελείωναν όλα. Γι’ αυτόν ήταν.

σύντροφε!». όταν ψοφήσουν. κι εκείνος έμεινε μ’ ένα βρώμικο φανελάκι. παρέβη το νόμο!.. αυτό ας γινόταν τουλάχιστον αξιοπρεπώς. Από κάτω ακούγονταν κραυγές γεμάτες πόνο. Τα κελιά δεν έφταναν ως την άκρη. Ο μουστάκιας που προηγούνταν έστριψε στην τελευταία αψίδα προς τις γραμμές.. αποστάτης. και ο δήμιος τής έγνεψε καταφατικά.. «Θα σ’ το βάλω στην τσέπη.» έκανε γεμάτος ενδιαφέρον ο δήμιος. και την πλεχτή κουκούλα με τις σχισμές για τα μάτια που είχε περασμένη στο κεφάλι του. στο σημείο όπου κατέβαιναν προς τα κάτω οι κυλιόμενες σκάλες. τι έγινε. Από το τελευταίο κελί ένας άγνωστος του φώναξε «Έχε γεια. «την κόλλησα πάνω στην κολόνα. Από τους άλλους διέφερε μόνο ως προς τα σηκωμένα μανίκια του. Εκεί. μπορεί σε κάτι να σου .» ρώτησε ανυπόμονα αυτός από τ’ αριστερά. και ο Αρτιόμ πίστεψε ακόμα περισσότερο στη σωτήρια φαντασίωσή του. Έλυσαν τα μουδιασμένα χέρια του Αρτιόμ και του έβγαλαν το αμπέχονο και το πουλόβερ. «Έτριζαν οι σπόνδυλοι. «Φυλαχτό. γιατί γύρισε ο μουστάκιας. «Δεν μ’ αρέσει αυτό το κατασκεύασμα». Ο μουστάκιας με τη μαύρη στολή τον κοίταξε αυστηρά. έκαιγαν πυρσοί.. κι ένιωσε ανακούφιση όταν προσπέρασαν εκείνο το σημείο.» «Κόφ’ το!» τον διέκοψε ο μαυροντυμένος.. αλλά θα τον οδηγήσουν στην άκρη του σταθμού. ανακοίνωσε στο μαυροντυμένο. Η σειρά τους σταματούσε λίγο μετά τη μέση της αίθουσας. Ο Αρτιόμ σκέφτηκε φευγαλέα την Κόλαση. αλλά εκείνος δεν έδωσε καμιά σημασία. και μου λέει. για να μην τους βλέπουν οι άλλοι κρατούμενοι. εκφυλισμένος. του ψιθύρισε ο άλλος από τα δεξιά. φτιαγμένη έτσι που το πάτωμά της να βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το δάπεδο του σταθμού.. «Ε. Προδότης.. «Λοιπόν. Τα πόδια του όμως δεν τον υπάκουαν. έχωσα το χέρι μου κάτω από τη φούστα της. να». Έπειτα του έβγαλαν από το λαιμό τον κάλυκα που του είχε δώσει ο Χάντερ. λύγιζαν... που άφηναν γυμνούς τους κοντόχοντρους πήχεις των χεριών του. Στην πραγματικότητα δεν τον πάνε για κρέμασμα. κι έτοιμος ο πελάτης! Αλλά τούτο το μαραφέτι. Πάνω της. «. και από πάνω του κρεμόταν ένα σήμα που απαγόρευε την είσοδο στους μαύρους. και θα τον αφήσουν ελεύθερο. Μέχρι να ψοφήσουν... Εκεί ήταν μια κι έξω!» Χτύπησε τη γροθιά του στην παλάμη του.αποβάθρας. το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να τα σέρνει στο πάτωμα εμποδίζοντας την κίνηση των άλλων. τον πήρε στη γωνία και κάτι του σφύριξε μανιασμένα.» Αλλά δεν πρόλαβε να αποτελειώσει τα λόγια του. κι εκείνη σαν να μαλάκωσε. «Όλα έτοιμα. και για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό του Αρτιόμ η τρελή ελπίδα ότι απλώς ήθελαν να τον τρομοκρατήσουν. και στην οροφή πλανιόντουσαν δυσοίωνες πορφυρές ανταύγειες.. ελέγχοντας το πλέξιμο μιας θηλιάς που κρεμόταν από ένα γάντζο βιδωμένο στην οροφή. «Γιατί όχι εκείνο το παλιό. Πάνω στις ράγες υπήρχε μια μικρή σανιδένια εξέδρα με ρόδες. Πουθενά δεν φαίνονταν κρεμάλες. στο βάθος. αν ήταν να αποχωριστεί τη ζωή. και μολονότι Ρώσος. Μόλις ο επικεφαλής απομακρύνθηκε. στεκόταν ένας σωματώδης άντρας με φόρμα παραλλαγής. Προσπαθούσε να βαδίσει μόνος του.. ήταν στημένο ένα χοντροφτιαγμένο τραπέζι με δυο καρέκλες. έχεις να καθαρίζεις μπόλικο πράμα! Ανοίγει τ’ άντερό τους.. καλό σκαμνί. στριφογυρνάνε τόση ώρα σαν το σκουλήκι στο αγκίστρι. και οι προδότες πρέπει να πεθαίνουν βασανιστικά!» συμβούλευσε στο τέλος το δήμιο. οι στρατιώτες συνέχισαν τη συζήτηση που είχαν διακόψει. δεν ήθελε να τον σέρνουν σαν άβουλη κούκλα.» γρύλισε η μαύρη στολή. Στον απέναντι τοίχο υπήρχε φρουρά. Κι έπειτα. Μπροστά στα μάτια του πρόβαλε ένα ποτήρι νερό.

και αμέσως ο Αρτιόμ λιποθύμησε.. έλα.» άρχισε ο μαυροντυμένος. άρα μη μας παριστάνεις τον ψόφιο!» Κάποιος του χτυπούσε δυνατά το μάγουλο. Κι έπειτα το πάτωμα γλίστρησε κάτω από τα πόδια του κι εκείνος τράβηξε με όλο του το βάρος τη θηλιά. να σωπάσει. Να σταθεί στα πόδια του.. και το κορμί του άρχισε να κουλουριάζεται άσκοπα και σπασμωδικά. Μέσα στο κεφάλι του Αρτιόμ στριφογυρνούσε δαιμονισμένα ένας χορός αποσπασματικών σκέψεων και εικόνων. «Έι. Εκείνη τη στιγμή ένας δηλητηριώδης κίτρινος καπνός τύλιξε το σταθμό.. προσπαθώντας να τον συνεφέρει. ο μαυροντυμένος στριφογύρισε ανήσυχα και συνόψισε βιαστικά «Εις θάνατον! Εμπρός!». πνιγηρή ομίχλη. ένας γουργουριστός ρόγχος βγήκε από το λαρύγγι του.» Πήδηξε απειλητικά στις γραμμές και. Νερό! Νερό! «Νερό.φανεί χρήσιμο». Οι στρατιώτες άρπαξαν τα αυτόματα.. καλέ μου. που προσπαθούσε να γαντζωθεί πάνω τους ώστε να μείνει στο ικρίωμα. να μην πέσει. αιωρούνταν η λαχτάρα. ως αποστάτη που ντροπιάζει όλο του το έθνος. «Αρνούμαι να του ξανακάνω τεχνητή αναπνοή!» είπε κάποιος άλλος. ήταν όλο και πιο δύσκολο να κρατηθεί. κρεμασμένε! Έλα. «. Έπειτα του έδεσαν πάλι τα χέρια στην πλάτη και τον έσυραν στο ικρίωμα. Οι σανίδες έφυγαν κάτω από τα πόδια του Αρτιόμ... στο θάνατο. τις επιθυμίες. «Νερό. διακόπτοντας τις αναμνήσεις.. Οι στρατιώτες έμειναν στην αποβάθρα. φτύνοντας στις παλάμες του. αλλά εκείνο απομακρυνόταν όλο και περισσότερο.. ο Αρτιόμ δεν μπορούσε να το σκάσει. Σταθείτε! Και πάνω απ’ όλα τούτα.» χτύπησε εξοργισμένος τα χέρια του ο δήμιος. Έπειτα εμφανίστηκε μπροστά του το αυστηρό πρόσωπο του Χάντερ και διαλύθηκε αμέσως μέσα στο πορφυρό ημίφως του σταθμού. έτσι κι αλλιώς μ’ εσένα παραβιάσαμε το πρόγραμμά μας.. κάπου πολύ κοντά αντήχησαν πυροβολισμοί. Να τι απασχολούσε τώρα τη σκέψη του. δεν χρειάζεται να προσποιείσαι! Το σφυγμό σου τον πιάνουμε. ερεθιστική χαλάρωση.» έκανε βραχνά. Να πιει. τυλίγοντάς τα όλα με μια πυκνή. η όρασή του έχασε μονομιάς την οξύτητά της.. όλες του οι δυνάμεις αναλώνονταν στην προσπάθεια να σταθεί στα πόδια του... οι Μαύροι.. στηρίζοντας τα πόδια του στις τραβέρσες. κάθε κύτταρο του κορμιού του ικέτευε για μια γουλιά νερό. δεν πρέπει.. έπειτα ξέσπασε μεγάλη φασαρία κι όλα ησύχασαν.. έσφιξε τις αναπνευστικές οδούς. Η φωνή του δεν είχε καμιά κακία και ακουγόταν κάπως καθησυχαστική. Εκείνη πίεσε. το σκοινί χωνόταν στο λαιμό του και τον τραβούσε πίσω. Ο δήμιος έσκουξε βραχνά και τράβηξε το σκοινί.. Από τη σήραγγα αντήχησαν ξαφνικά φωνές και κροτάλισε μια ριπή πολυβόλου. Να πιει. τον κοίταξαν τρυφερά τα μάτια του Σουχόι και σβήστηκαν.. Εσύ θα πεθάνεις. Ο θάνατος ήταν τόσο κοντά.... ενώ ο δήμιος τού περνούσε και του προσάρμοζε στο λαιμό τη θηλιά. και ο διοικητής τους πήρε ύφος βαρυσήμαντο – μάλιστα κάπως πανηγυρικό. αλλά ήταν αδύνατο να αναπνεύσει. ήταν ίσως μια στιγμιαία νάρκη πριν από το θάνατο. έπιασε το σκοινί που ήταν δεμένο στο ικρίωμα.. πρέπει. αλλά αυτός δεν ήθελε.... Ο Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. ως εκφυλισμένο. δεν πρόλαβα. μέσα του όλα σφίχτηκαν. τα λόγια.. Δεν γίνεται.» συνέχισε να βουίζει η φωνή. Σταθείτε. γι’ αυτό κάνε λιγάκι υπομονή. Οι στρατιώτες στάθηκαν προσοχή.. «Και πού να σου βρω τώρα νερό. Τούτη τη φορά ο Αρτιόμ ήταν απολύτως σίγουρος ότι αυτό ήταν όνειρο. «Ως κατάσκοπο του εχθρού ο οποίος πρόδωσε αισχρά το λαό του. ήταν άχρηστοι. κι ένιωθε τη σιδερένια αρπάγη του στο λαρύγγι το ίδιο σίγουρα όσο και τη στιγμή που τα πόδια του έχασαν το στήριγμά τους και βρέθηκαν . είναι νωρίς ακόμα. και κούνησε το χέρι του. δεν ήθελε έτσι. ενώ χαμηλά στην κοιλιά του ένιωσε μια αηδιαστική.

με τη σκέψη ότι εν πάση περιπτώσει αναγκάστηκε να τελειώσει πρόωρα την επίγεια ζωή του. αλλά ωραίο. «Θα πεθάνεις μιαν άλλη φορά!» επέμεινε η πρώτη φωνή. αρρενωπό πρόσωπο και θεληματικό σαγόνι.να κρέμονται πάνω από τις ράγες. Το δέρμα του ήταν πολύ σκούρο. αλλά μετά κόντεψε να πεταχτεί από την τρομάρα του στις γραμμές. για πες μας τι έπαθες. έγινε φανερό ότι δεν επρόκειτο για σημαία. ώστε αυτά ν’ ανοίξουν διάπλατα και να αγναντέψουν τον κόσμο. Ο Αρτιόμ το κατάπιε σπασμωδικά και τεντώθηκε για ν’ αρπάξει το μπουκάλι. Ο Αρτιόμ άνοιξε δειλά τα μάτια του και τα ξανάκλεισε αμέσως. με πεταχτά ζυγωματικά. λες κι ένας γλύπτης χάραξε και σχεδόν ολοκλήρωσε πάνω στο ξύλο το πρόσωπό του. Όταν κατά τύχη έπεσε πάνω της το φως του φακού. Ο τελευταίος τους είχε σχετικά συνηθισμένη εμφάνιση. με τον Χάντερ να θερίζει ολόκληρο το σταθμό Πούσκινσκάγια. κάτι που θύμισε στον Αρτιόμ το πλακάτ στην Πούσκινσκάγια. η απόχρωση του δέρματός του ήταν τελείως διαφορετική. Φορούσε ένα κομψό πέτσινο παλτό. σφιγμένο με μια φαρδιά ζώνη με δυο σειρές τρύπες και ένα ζωστήρα ξίφους. Στο πίσω μέρος της ντρεζίνας γυάλιζε ένα πολυβόλο τύπου Ντεγκτιάρεφ και ανέμιζε λεβέντικα μια κόκκινη σημαία. ενώ στη θέση των ματιών του είχε στενές σχισμές. ενώ από τη ζώνη κρεμόταν μια εντυπωσιακού μεγέθους θήκη περιστρόφου. Στην αρχή ο Αρτιόμ δεν ξεχώρισε το πρόσωπό του. Στην αρχή έμεινε πολλή ώρα με το στόμα κολλημένο στο λαιμό του μπουκαλιού. και η πέραν του τάφου ζωή είχε ήδη αρχίσει. «Άντε. Το δέρμα του πλάσματος είχε μια κίτρινη ματ απόχρωση. δεν θα προκόψουμε έτσι». «Συνήλθε!» φώναξε χαρούμενα ο σχιστομάτης. σαν πυγμάχου. τέτοιο που ο Αρτιόμ δεν είχε ξαναδεί ποτέ ως τώρα. ξαπλωμένος σε μια αρκετά μακριά – δύο μέτρα το λιγότερο– ντρεζίνα. Όλα αυτά μαζί έμοιαζαν πολύ περισσότερο με αλλόκοτο παραλήρημα παρά με την ως εκ θαύματος διάσωσή του. πάνω στην ντρεζίνα βρίσκονταν άλλοι τέσσερις άντρες και ένα μεγάλο καφετί σκυλί με μαύρες βούλες. αλλά και το πρόσωπό του ήταν φυσιολογικό. Έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα μέσα σε μια σκοτεινή σήραγγα. αλλά ήταν τόσο ασυνήθιστο που θύμιζε πολύ άνετα τις αφηγήσεις του Χαν σχετικά με το πού καταλήγει η ψυχή όταν αποχωριστεί το θνητό σώμα της. και ο Αρτιόμ αναρωτήθηκε απορημένος αν η ντρεζίνα κινούνταν με βενζίνη. και μόνο έπειτα απ’ αυτό ανασηκώθηκε και κοίταξε προσεχτικά ολόγυρα. Το πρόσωπο ήταν στρογγυλό. ο άλλος ήταν ένας μουσάτος με ένα γούνινο καπέλο που του σκέπαζε τ’ αυτιά και ένα κόκκινο αστέρι κεντημένο στο καπιτονέ αμπέχονό του. Πάνω του έσκυβε ένα πλάσμα που έφερνε κάπως σε άνθρωπο. δήλωσε αποφασιστικά κάποιος από πάνω και το νερό πιτσίλισε το πρόσωπο του Αρτιόμ. κι αυτό γινόταν αντιληπτό ακόμα και στο φως του φακού. Ο ένας από τους τέσσερις ήταν αυτός που χτυπούσε τον Αρτιόμ στο μάγουλο. και μόνο όταν τον καλοκοίταξε ησύχασε κάπως: Δεν ήταν Μαύρος. Στην ατμόσφαιρα πλανιόταν μια ελαφριά μυρωδιά καμένου.» Μιλούσε χωρίς καμιά ξενική προφορά – η ομιλία του δεν διέφερε στο παραμικρό από αυτήν του . σαν το «δικράνι» που είχε κάποτε ο Αρτιόμ. Ο τρίτος ήταν ένας γεροδεμένος παλληκαράς. μόνο τα χείλη του ήταν λιγάκι γυριστά προς τα πάνω και η μύτη του πλακουτσωτή. «Όχι. «Αυτή τη φορά σού βγάλαμε τη θηλιά από το λαιμό και θα ’πρεπε να χαίρεσαι τη ζωή σου. Εκτός από τον ίδιο. μόνο που αυτό είχε στερεωμένη κάτω από την κάνη του μια ξιφολόγχη. εσύ όμως είσαι πεσμένος με τα μούτρα χάμω!» Κάποιος τον τράνταξε δυνατά. αλλά τα μάτια απλώς τα σημάδεψε κι έπειτα ξέχασε να τα καθαρίσει από τα ροκανίδια. ανθρώπινο. κρεμασμένε. αλλά για ένα κουρελιασμένο στις άκρες του ύφασμα με την εικόνα ενός κοκκινόμαυρου γενειοφόρου προσώπου πάνω του. όπως είχε ονειρευτεί πρωτύτερα ο Αρτιόμ. Πίσω από την πλάτη του πεταγόταν ένα μακρύ αυτόματο.

Ο Αρτιόμ τον ευχαρίστησε και σώπασε κοιτώντας ολόγυρα. στεγνό χέρι του συντρόφου Ρουσακόφ. Επαναστάτης».» μπερδεύτηκε ο Αρτιόμ. και το κοροϊδευτικό χαμόγελο του Μαξίμ κατάλαβε ότι την πάτησε. μιλώντας με εξίσου άψογη προφορά. κατά τη . άρχισε να λέει κοφτά ο κομισάριος. Τα τοιχώματα της σήραγγας περνούσαν με φανταστική ταχύτητα μπροστά από τα μάτια του. μολονότι ακόμα δεν πολυκαταλάβαινε. «Καλώς ήρθες στην Πρώτη Κόκκινη Διεθνή Ταξιαρχία του μετρό της Μόσχας “Ερνέστο Τσε Γκεβάρα”». προτίμησε να γουρλώσει ενθουσιασμένος τα μάτια του και να σωπάσει. «Αυτός. «Μωρέ συ είσαι λεβεντιά! Κάτι τέτοιους γουστάρουμε κι εμείς! Αυτό τους αξίζει!» ενέκρινε ενθουσιασμένος τα λεγόμενά του ο τύπος με τα πεταχτά ζυγωματικά. ενώ το μουσάτο με το καπέλο που σκέπαζε τ’ αυτιά τον έλεγαν απλώς μπαρμπα-Φιόντορ.» – την τελευταία στιγμή παρά τρίχα να πετάξει ένα άστοχο «στο κουρέλι». Ο Αρτιόμ σκέφτηκε ότι αυτός θα είχε σίγουρα ξενική προφορά. έτσι που ο Αρτιόμ μπερδεύτηκε πια μια και καλή και δεν ήξερε τι να σκεφτεί. που πλημμύρισαν στο αίμα. τον αξιωματικό τους».. Ο Αρτιόμ δεν μπορούσε να απαλλαγεί από την αίσθηση ότι επρόκειτο για κάποια φάρσα. χαμογέλασε πλατιά κι εκείνος.. ομολόγησε απρόθυμα. και ο σχιστομάτης απλώς ανοίγει το στόμα του ενώ πίσω του μιλά είτε ο μουσάτος είτε ο άντρας με το δερμάτινο παλτό. «Άρα δεν στήσαμε τζάμπα τέτοιο σαματά». και θα ήταν αγένεια να τους εξοργίσει τώρα με την ασχετοσύνη του. του εξήγησε ο Μπανζάι. «Μεγάλος. Τελευταίο στη σειρά ερχόταν το σκυλί. το σκουρόχρωμο πότε τον έλεγαν Μαξίμκα και πότε Λουμούμπα. «Εγώ είμαι ο σύντροφος Ρουσακόφ. Αυτός είναι ο σύντροφος Μπανζάι» – ο τύπος με το πέτσινο παλτό έδειξε το σχιστομάτη. αλλά από τα μάτια του αξιωματικού. ενώ ο γεροδεμένος παλληκαράς με το σκούρο δέρμα που καθόταν μπροστά γύρισε προς το μέρος του Αρτιόμ και σήκωσε με σεβασμό τα φρύδια του. δυνατή παλάμη του συντρόφου Μπανζάι. «Τι τσεγκεβάρα.Αρτιόμ ή του Σουχόι. Σύντομα όμως αποδείχτηκε πως. το μαύρο χέρι του συντρόφου Μαξίμ και το χοντρό καρπό του συντρόφου Φιόντορ. κι έτσι ρώτησε ντροπαλά: «Και ποιος είναι αυτός που έχετε στη σημαία. ήρωα. ενώ η λέξη «ταξιαρχία» του προκαλούσε δυσάρεστους συνειρμούς.» τον κοίταξε ο ομορφονιός με το πέτσινο παλτό. Ο Αρτιόμ δεν θα απορούσε καθόλου αν του το σύστηναν κι αυτό ως «σύντροφο». τη στενή. «Πυροβόλησα. Τον επικεφαλής τον αποκαλούσαν «σύντροφο κομισάριο».41 το σχιστομάτη απλώς Μπανζάι. και ο Αρτιόμ συστήθηκε. όταν μιλούσαν μεταξύ τους. είναι ο Τσε Γκεβάρα». κατέληξε θριαμβευτικά ο σύντροφος Ρουσακόφ. Τώρα όλα ακούγονταν κάπως σαφέστερα. «Αυτός είναι ο σύντροφος Μαξίμ» – ο σκουρόχρωμος χαμογέλασε πάλι πλατιά. Εδώ και λίγο καιρό το κόκκινο χρώμα είχε στον Αρτιόμ την ίδια επίδραση που θα είχε και σ’ έναν ταύρο. Στο κάτω κάτω οι άνθρωποι αυτοί του έσωσαν τη ζωή. Περισσότερο όμως τον ενδιέφερε η φυσιογνωμία πάνω στο πανί που τρεμούλιαζε στον αέρα. «Πώς σε λένε. Ο Αρτιόμ έσφιξε με τη σειρά το δυνατό. καταβάλλοντας ειλικρινείς προσπάθειες να θυμηθεί όλα αυτά τα ονόματα. Κουβανός. και ο Αρτιόμ. από αφηγήσεις του Ζένκα για φασαρίες που έκαναν ληστές κάπου στη Σάμπολοφσκάγια. αδελφέ. Ήταν πολύ παράξενο ν’ ακούς στρωτά ρώσικα από ένα τόσο ασυνήθιστο πλάσμα. «Ο σύντροφος Ερνέστο Τσε Γκεβάρα». ιδίως το δυσκολοπρόφερτο Καρατσιούπα. Ο τίτλος ήταν μακροσκελέστατος και κατέληγε σε κάτι ακατανόητο. «Κι αυτός είναι ο σύντροφος Φιόντορ». Αλλά το σκυλί λεγόταν απλώς Καρατσιούπα. δεν χρησιμοποιούσαν αυτά τα ονόματα.

» ρώτησε ο Αρτιόμ προσπαθώντας να βρει την κατάλληλη λέξη. ούτε καν ισχυρό φωτισμό. Κόκκινοι. που καταντούσε ύποπτο. είπε ο σύντροφος Ρουσακόφ. εκείνο τον αγριάνθρωπο τον ΕΣ-ΕΣ τον περάσαμε από επαναστατικό δικαστήριο. Ο μπαρμπα-Φιόντορ. ανακοίνωσε. μπήκε ξαφνικά στη συζήτηση: «Ναι. «Όχι. σε περιποιήθηκαν για τα καλά. Εκείνος χρειάστηκε πολύ κουράγιο για να μπορέσει να καταπιεί μια γουλιά. «Για να δούμε μην τόλμησε κανένα φασιστικό φίδι να μας πάρει στο κατόπι». «Είστε λοιπόν. πρόσθεσε ο Μαξίμ. αδελφέ. το κούνησε πέρα δώθε και το έτεινε στον Αρτιόμ. «Τους ριχτήκαμε λοιπόν κατευθείαν. φορέσαμε τις αντιασφυξιογόνες μάσκες. αυτός είναι ο υπεύθυνος για θέματα ιδεολογίας». «Απ’ αυτή τη μεριά δεν έχουν περιφράξεις.. Το ωραίο. Κρίμα που αναγκαστήκαμε να χρησιμοποιήσουμε το πολυβόλο. Κι έπειτα ρίξαμε καπνογόνα. ξεκινούσε μια τυφλή διακλάδωση. «Προσχεδιασμένη εξόρμηση. «Όχι. εμείς δεν είμαστε από την Κόκκινη Γραμμή». κομμουνιστές! Επαναστάτες!» είπε περήφανα ο Μπανζάι. «Όλα ήσυχα».» ρώτησε προσεχτικά.διάρκεια της συζήτησής τους πρόλαβαν κιόλας να προσπεράσουν ένα μισοέρημο σταθμό και να σταματήσουν στο μισοσκόταδο της σήραγγας που βρισκόταν πέρα απ’ αυτόν. και γυρίσαμε πάλι πίσω». «Για μένα. σύντροφε Αρτιόμ.» συνέχισε το βιολί του ο Αρτιόμ. και βιάστηκε να προσθέσει: «Αυτά θα σ’ τα εξηγήσει ο σύντροφος κομισάριος. πηχτό υγρό. που σώπαινε και κάπνιζε έχοντας κρυμμένη μέσα στη γροθιά του μια αηδία από καπνό που έκανε τα μάτια να δακρύζουν. απαρνήθηκε την επανάσταση σε ολόκληρο το μετρό. ανεξάρτητοι». «Γιατί το κάνατε αυτό. «Όχι. Κρέμασαν το μικρό τσαγιερό πάνω από ένα καμινέτο και μοίρασαν σε ίσες μερίδες ένα κομμάτι χοιρομέρι. επειδή ο σύντροφος Ρουσακόφ και η Καρατσιούπα αφουγκράζονταν προσεχτικά τους ήχους που έρχονταν από το βάθος. αρρενωπό πρόσωπό του ακτινοβολούσε ηρεμία. Εκεί.» ρώτησε γεμάτος ελπίδα ο Αρτιόμ. καθόλου» –ο Μπανζάι έκανε μια αόριστη κίνηση– «μάθαμε ότι προετοιμάζονταν θηριωδίες. αποσχίστηκε επισήμως από την . Ήρθαν πληροφορίες». στο πλάι της σήραγγας. ο οποίος μετά τα λόγια του Χαν για την ξεχωριστή αποστολή του ήθελε να πιστεύει ότι ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση. «Από την Κόκκινη Γραμμή. «Όχι. Οι επαναστάτες τρέφονταν τόσο καλά. με πήρατε από εκεί. αυτή είναι κι η αποστολή μας: να μην αφήνουμε σε χλωρό κλαρί αυτά τα καθίκια». μονάχα απλές φρουρές με φωτιές». Ο σύντροφος Ρουσακόφ γύρισε λίγο αργότερα. εξήγησε ο Μπανζάι χαμογελώντας αινιγματικά. αλλά η μέγγενη στην οποία ήταν πιασμένος το τελευταίο εικοσιτετράωρο κάπως χαλάρωσε. Δεν είχαν προσάναμμα για ν’ ανάψουν φωτιά.. πήραμε εσένα. «Ο σύντροφος Μασκβίν υιοθέτησε σταλινική θέση. μικρέ. Ο σύντροφος κομισάριος αποφάσισε ότι έπρεπε να αποτραπούν. δήλωσε σοβαρά ο σύντροφος Ρουσακόφ όταν ο Μπανζάι του μετέφερε την ερώτηση του Αρτιόμ. «Μπορούμε να σταματήσουμε για λίγο». Τώρα έπρεπε να ψιθυρίζουν πολύ σιγά μεταξύ τους.. Ένιωθε σαν να του είχαν τρίψει τα σωθικά με γυαλόχαρτο.. Γιατί. Εκτός των άλλων.» Και βγάζοντας από ένα σιδερένιο κιβώτιο ακουμπισμένο στο πάτωμα ένα μισοάδειο μπουκάλι μ’ ένα θολό. Θες λιγάκι σαμαγκόν. απάντησε κάπως αβέβαια εκείνος.

Δηλαδή κι εγώ αντίθετος είμαι. «εδώ. «Καταλαβαίνεις. ενώ ξεφυσούσε κατά διαστήματα τον καπνό του στριφτού τσιγάρου του. φρόντισε να μην επιδείξει ακόμα μία φορά την άγνοιά του. Οι σύντροφοί μου κι εγώ καταδικάζουμε τη γραμμή του». ακόμα κι ο μπαρμπα-Φέντια κατσούφιασε. αλλά και γενικότερα. τόλμησε να ρωτήσει: «Κι εσείς γιατί είστε κατά των φασιστών. ελάχιστα πράγματα ήξερε από πολιτική. «Εμείς μείναμε πιστοί στην ιδέα της επανάστασης. τον Ερνστ Τέλμαν42 και το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο!» δήλωσε ο σύντροφος Ρουσακόφ σφίγγοντας μανιασμένα τα δόντια του· και μολονότι ο Αρτιόμ και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα. Ένας σπασμός οργής παραμόρφωσε το ωραίο. Ο σύντροφος Ρουσακόφ αναψοκοκκίνισε και κοίταξε υποτιμητικά τον μπαρμπα-Φιόντορ. κι εσένα ποιος σου δίνει καύσιμα. Είχε την τύχη να σωθεί ως εκ θαύματος. θα πρέπει κανείς να δουλέψει και να ξαναδουλέψει!» Ο Αρτιόμ δεν είχε καμιά διάθεση να δουλέψει μαζί του ο σύντροφος Ρουσακόφ. εκτός από το κυριότερο: Μ’ εκείνους τους Κόκκινους που ετοιμάζονταν να βγάλουν τ’ άντερα του Μιχαήλ Πορφίριεβιτς. είχε αρχίσει όμως να ενδιαφέρεται γι’ αυτήν. Μπορεί επίσης να μας παραλληλίσει κανείς με τον Φιντέλ Κάστρο και τον Τσε Γκεβάρα. Μα ο σύντροφος Ρουσακόφ σώπαινε. αδελφέ μου. σε αντίθεση με τον οπορτουνιστή σύντροφο Μασκβίν.Ιντερσταντσιονάλ και έπαψε να υποστηρίζει την επαναστατική δράση. Αυτό τον καθησύχασε.» Αυτή τη φορά τα έκανε τελείως μαντάρα. κι είπε μονάχα με ύφος αυστηρό: «Μ’ εσάς. Γι’ αυτό και στο πολεμικό μας λάβαρο υπάρχει ο Γκεβάρα» – και με μια πλατιά χειρονομία έδειξε το κουρέλι που κρεμόταν μελαγχολικά. σύντροφε Αρτιόμ. και τα εκτυφλωτικά άσπρα δόντια του άστραψαν σε ένα ένοχο χαμόγελο. τούτοι εδώ είχαν ελάχιστα κοινά. Γέμισαν τις κούπες με το ζεστό ρόφημα και ζωήρεψαν όλοι τους.. Εκείνος απλώς πέταξε ένα φαρμακερό «χμμμ» και τράβηξε μια πιο βαθιά ρουφηξιά από το τσιγάρο του. Είναι ζήτημα αν ο Αρτιόμ κατάλαβε τις εξηγήσεις του κομισάριου. και θέλοντας να κάνει καλή εντύπωση είχε μια ξαφνική έμπνευση: «Ο Στάλιν είναι αυτός στο μαυσωλείο. έτσι. δεν είναι τόσο απλό το ζήτημα» – και βυθίστηκε σε βαθιά περισυλλογή. Εγώ με τους συντρόφους μου υποστηρίζουμε μάλλον την τροτσκιστική άποψη. ήταν ολοφάνερο ότι το έκανε για να τον εκνευρίσει. Από καιρό με ανησυχεί αυτό το ερώτημα. σύντροφε κομισάριε. αρρενωπό πρόσωπο του συντρόφου Ρουσακόφ. Θέλω να είμαι καλά καταρτισμένος στον ιδεολογικό τομέα. αν αυτοί πράγματι υπάρχουν..» «Το χρωστάμε σ’ αυτά τα φίδια για την Ισπανία. ο Λένιν είναι στο μαυσωλείο!» βιάστηκε να επανορθώσει ο Αρτιόμ. του έδωσαν . του απάντησε έπειτα από λίγο ο κομισάριος. Και τον Αρτιόμ επίσης τον ενδιέφερε ο ρόλος των μεταλλαγμένων από πολιτική άποψη. και οι σκέψεις του Αρτιόμ πήραν ξανά την ίδια πορεία από την οποία δεν μπορούσαν να αποσπαστούν όλες τις τελευταίες μέρες. κι έτσι. σύντροφε Μαξίμ». εδώ όμως έχω ένα κενό». περιμένοντας να περάσει η θύελλα. αλλά συγκρατήθηκε και δεν έδωσε καμιά απάντηση. «Αχά. Έπρεπε να φτάσει στην Πόλη. Οι βαθιές ρυτίδες στο πλατύ μέτωπο του συντρόφου Ρουσακόφ ίσιωσαν.» πέταξε την πιο ακατάλληλη στιγμή ο μπαρμπα-Φιόντορ. Είναι αποστάτης και οπορτουνιστής. Όντως. τι λέει ο μαρξισμός-λενινισμός για τους ακέφαλους μεταλλαγμένους. «Όχι. ενώ ο Μαξίμκα κάθισε κοντύτερα στο σύντροφο Ρουσακόφ και τον ρώτησε χαμηλόφωνα: «Πείτε μου. εσείς όμως είστε επαναστάτες και. και ταυτόχρονα να εκτελέσουν και τον ίδιο. ο Μπανζάι του γύρισε την πλάτη. Ο Μπανζάι άρχισε να πιλατεύει το μουσάτο με κάτι ηλίθιες ερωτήσεις. όχι.

και ο κομισάριος τον κοίταξε απορημένος. κρυμμένα στην καρδιά και την κοιλιά του.μια ευκαιρία ακόμα. μιλήσω. χειροπιαστή μορφή. μαζί τους ένιωθε τόσο άνετα όσο δεν είχε νιώσει από τότε που. ο τεράστιος Μαξίμ-Λουμούμπα. Τι να κάνει τώρα. αλλά μέσα στους εξαντλημένους μυς του. μεταλλικό σκελετό. Δεν μπορούσε να σταματήσει ούτε για ένα λεπτό. Όλο του το κορμί πονούσε.. κι ο Αρτιόμ ονειρευόταν ότι αυτή η ανάπαυλα θα κρατούσε για πάντα – τόσο γλυκό ήταν να ξαναζεί τη διάσωσή του! Αν κι ο θάνατος κροτάλισε τα σιδερένια δόντια του πλάι στ’ αυτί του και ίσα που τον άγγιξε. Ο ίδιος ο Φιόντορ. Από τα παλιά του υπάρχοντα δεν έμενε τίποτα πια. το διαβατήριο. παρασυρμένη από τα ρεύματα των σηράγγων. εμποδίζοντάς τον να σκεφτεί και παραλύοντας το κορμί του. Του απέμεναν μονάχα το αμπέχονο.. Δεν μπορούσε. να ξεκουραστεί. είχε πια διαλυθεί. το τσάι.. Η ζωή του δεν ήταν πια δική του. Ήθελε τόσο πολύ τώρα να μείνει μ’ αυτούς τους ανθρώπους! Μαζί τους ένιωθε πολύ περισσότερη ηρεμία και σιγουριά. μια άγρια αποφασιστικότητα ωρίμαζε μέσα του. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Όλα είχαν μείνει στα χέρια των φασιστών. Έπρεπε να φύγει. πέντε σχεδόν γεμιστήρες με φυσίγγια. Δεν είχε αυτό το δικαίωμα. Καθόταν για πολλή ώρα αμίλητος. ενώ ο Μαξίμ έφερε το χέρι στο αυτόματό του.. στην οποία τώρα βασίλευε σιγαλιά κι ερημιά. εξαλείφθηκαν με το φοβερό σαμαγκόν του μουσάτου συντρόφου Φιόντορ. κι αυτές υπερέβαιναν τη συνείδηση. και τα τελευταία υπολείμματά του. προτού η λαχτάρα αυτή καταφέρει να πάρει μια ολοκληρωμένη. να αδρανήσει. με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Τώρα πια ήταν αργά. δυο φακοί – όλα είχαν γίνει άφαντα. δεν μπορούσε να ξεκουραστεί... και το πέρασε σ’ ένα σκληρό. το παντελόνι και ο βιδωτός κάλυκας που ο δήμιος τού έχωσε στην τσέπη λέγοντας ότι ίσως μπορούσε σε κάτι να του φανεί χρήσιμος. Τα θροΐσματα και τα τριξίματα που έρχονταν από τα μαύρα έγκατα της γης δεν τον φόβιζαν πια. η προηγούμενη προσωπικότητά του είχε πετάξει μακριά μαζί με τα παραγεμίσματα. τα τρόφιμα. ο σοβαρός κομισάριος με το πέτσινο παλτό. αδέξιες κινήσεις στάθηκε στα πόδια του. ο λεβέντης Μπανζάι. εκείνος ο κολλώδης φόβος που τον κυρίευσε πριν από την εκτέλεση. Όχι. δεν είχε ούτε τον καιρό ούτε την όρεξη να το σκέφτεται. Να μείνει εδώ μαζί με τους μαχητές της Διεθνούς. Λες και μέσα στον Αρτιόμ ίσιωσε ένα στριμμένο ελατήριο. ανάσαινε με δυσκολία. έφυγε από τη ΒΕ-ΝΤΕ-ΕΝ-ΧΑ. Δεν ήταν πια ο εαυτός του. προσπαθώντας να μη σκέφτεται τίποτα. στις τεντωμένες και πονεμένες φλέβες του. δεν τον έκαναν ν’ αλαφιάζεται. λες και κάποιος πήρε ένα μαλακό παιχνιδάκι που του είχαν βγάλει όλα τα παραγεμίσματα και το είχαν μετατρέψει σε άμορφο κουρέλι.» ρώτησε με φωνή ξεψυχισμένη ο Αρτιόμ. Με ξύλινες. μπορώ να σας. είχε διαλυθεί σε μόρια.. και μάλιστα όχι στη συνείδησή του. Δεν έχει σημασία. αφήνοντας επιτέλους ήσυχο το . «Σύντροφε κομισάριε. το πεπρωμένο του ανήκε σ’ άλλους από τότε που αποδέχτηκε την πρόταση του Χάντερ. είχε εξαφανιστεί δίχως ν’ αφήσει ίχνη. Στο σημείο αυτό στράφηκε προς το μέρος του και ο Μπανζάι. κάποιος που απλώς δεν ήθελε ν’ ακούει την απεγνωσμένη προσευχή του αιμόφυρτου. Το θαυμάσιο καινούργιο αυτόματο. και ο ατέλειωτος εσωτερικός διάλογος κατέρρεε σε μισόλογα. βαθιές εισπνοές κατέληγαν σε βήχα. κάποιος που με σιδερένια φτέρνα συνέτριβε εν τη γενέσει της τη λαχτάρα να παραδοθεί. και το σκοτάδι της άγνωστης σήραγγας που απλωνόταν πηχτό ολόγυρα δεν τον στενοχωρούσε καθόλου· απλούστατα. των μυϊκών αντανακλαστικών. και ήταν αδύνατο ν’ ανοίξει το ένα του μάτι όπως πριν. βασανισμένου κορμιού. με την κόκκινη ταξιαρχία του... του. αλλά. Να ζήσει τη δική τους ζωή και να ξεχάσει τη δική του. να μείνει πίσω. εκατό χρόνια πριν. του νωτιαίου μυελού. Αυτός ο άλλος έπαιρνε αποφάσεις στο επίπεδο των ενστίκτων. κι ίσως αυτή να ήταν η τελευταία. και τώρα μέσα στο δικό του περίβλημα είχε εγκατασταθεί κάποιος άλλος.

Και τότε επενέβη ο σύντροφος Ρουσακόφ. είμαι βαθύτατα ευγνώμων σε όλους εσάς επειδή με σώσατε. και ο Αρτιόμ σκέφτηκε ότι αυτός ακριβώς θα πρέπει να του έβγαλε τη θηλιά από το λαιμό. πετάχτηκε ξαφνικά και άρχισε να γαβγίζει εκκωφαντικά. ενώ ο Μπανζάι κούνησε απλά το κεφάλι του.» Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του. Ο Αρτιόμ έσφιξε τα χείλη του και κάρφωσε καταγής το βλέμμα του. «Επείγουσα. Σας ζητώ να ψηφίσουμε για το αν θα τον βοηθήσουμε να φτάσει μέχρι την Πόλη». Δεν μπορούμε όμως να σε παρατήσουμε καταμεσής στη σήραγγα! Δεν μπορούμε. «Κοίτα. Προδότης. Πρέπει». είπε ο διοικητής. δεν κρατήθηκε άλλο ο Αρτιόμ.. η οποία συνδέει τη γραμμή της Ζαμασκβαρέτσκαγια με την Κόκκινη Γραμμή». σύντροφε Αρτιόμ. επειδή η Καρατσιούπα. Ο μπαρμπα-Φιόντορ σήκωσε πρώτος το χέρι του. δεν έχω μυστικά από τους μαχητές μου». Πρέπει να προχωρήσω. εγώ προσωπικά εμπιστεύομαι το σύντροφο Αρτιόμ. παιδιά. «Και πού πρέπει να πας. να διακινδυνεύσει την εμπιστοσύνη και τη συμπάθεια τέτοιων ανθρώπων. σύντροφε Αρτιόμ.» ρώτησε αυστηρά. που ως εκείνη τη στιγμή ήταν ξαπλωμένη ήσυχα στα πόδια του. που σας έσωσαν τη ζωή. είπε συγκαταβατικά ο μπαρμπα-Φιόντορ. «Μιλήστε ευθέως. Δεν μπορώ όμως να σας το ξεπληρώσω. ο Μαξίμ τράβηξε αμέσως τα χέρια του από την κάνη και επιβεβαίωσε κι αυτός ότι δεν μπορεί με τίποτα να το κάνει.. Γιατί κρύβεται. Έπειτα ψήφισε ο Μαξίμ.» επενέβη απροσδόκητα ο μπαρμπα-Φιόντορ.. τότε ο Θεός μαζί σου. ενώπιον των μαχητών της ταξιαρχίας μας. Ο Μπανζάι τραβούσε ήδη . «Καταλαβαίνετε. προσπαθώντας να μαντέψουν τις προθέσεις του. μη μιλάς». Με μια αστραπιαία κίνηση ο σύντροφος Ρουσακόφ άρπαξε από τη θήκη του το γυαλιστερό ΤΤ. «Βλέπετε. Μια δυσάρεστη σιωπή αιωρούνταν ανάμεσά τους. «Είστε πρόθυμος. Ο σύντροφος Ρουσακόφ τον κοίταζε για ώρα κατάματα με πολλή προσοχή. απάντησε με προθυμία ο Αρτιόμ.. Πολύ το θέλω να μείνω μαζί σας. Ο Μπανζάι κούνησε αποφασιστικά το κεφάλι. «Ορκίζομαι». Ο Αρτιόμ ένευσε σιωπηλά. κάπου εδώ κοντά βρίσκεται μια άγνωστη στις λαϊκές μάζες διαδρομή. Τους υπόλοιπους ο Αρτιόμ απλούστατα δεν πρόφτασε να τους παρακολουθήσει. σύντροφε Αρτιόμ. υπήρχαν και σημαντικότερες υποθέσεις. να ορκιστείτε ότι δεν σχεδιάζετε με την αποστολή σας να βλάψετε την υπόθεση της επανάστασης. Ο Αρτιόμ ένευσε πάλι. και επιτέλους πρόφερε την ετυμηγορία: «Σύντροφοι μαχητές.φουκαρά τον μπαρμπα-Φιόντορ. «Στην Πόλη».» ρώτησε με αθώο ύφος ο μουσάτος.» συνέχισε να ρωτά εκείνος. Του φαινόταν ότι τώρα τον κοιτούσαν με ένταση και