You are on page 1of 190

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΝΑΜΠΟΚΩΦ

Γέλιο στο
σκοτάδι

EKBoOEIC:;

ΜΠΟΥιατη

Το βιβλίο Γέλιο στο σκοτάδι του Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ
γραμμένο στα 1932 είναι από τα πρώτα μυθιστορήματα
του μεγάλου συγγραφέα της Λολίτας, το οποίο άλλωστε
απ�τελεί και το πρώτο σχεδίασμα του πολύκροτου αυτού
μυθιστορήματος.

Ο Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ γεννημένος στην Πετρούπολη
τον Απρίλιο του 1899, γόνος αριστοκρατικής οικογένει­
ας της Ρωσίας, θεωρείται σαν ένας από τους μεγαλύτε­
ρους συγγραφείς του 200υ αιώνα. Έγραψε πολλά μυθι­
στορήματα, γνωστότερα των οποίων είναι: Λολίτα, Πρό­
σκληση σε αποκεφαλισμό, Χλωμή Φωτιά, και Άντα. Πέθα­
νε

στις 2 Ιουλίου του 1977.

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΝΑΜΠΟΚΩΦ

ΓΕΛΙΟ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
Μετάφραση
ατερί
να Ροντο γιάννη
Κ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΣΠΥΡΟΣ Ν. ΜΠΟΓΙΑΤΗΣ

βριος 1984 'Εκδόσεις Σπόρος Ν. Μπογιά:της Σόλωνος 99 - ΑΘΗΝΑ τηλ.ΕΚΔΟΤΗΣ: Σπόρος Μπογιά:της Τuπογραψική διόρθωση: Ελένη Σταμ. 3627028 Copyright: Σπόρος ΜπογιιΧτης .οόλη ΦωτοσΤOLχειοθεσία: «Πορεία» Εκτόπωση: Ανδ. Μαχαλιώτης Πρώτη έκδοση: Δεκέμ.

.

Σαν τεχνοκριτικός ΠΟι) ήταν και εί­ δικός στοuς πίνακες ζωγραφικής. όλα τοuς uπέροχες απομιμήσεις.1 Μια φορά κι έναν καιρό. Για να ποόμε την αλήθεια. στην Γερ­ μανία. ΤΟι) ήρθε αuτή η ιδέα. Κοντολογίς αuτή είναι η ιστορία και ίσως να την αφήναμε έτσι. φραγμένη απ' άγρια χόρτα. αλλά ΤΟι) Οόντο Κόνραντ. αν και ο χώρος μιας ταφόπετρας είναι αρκετός για να χωρέσει. την περίληψη μιας ανθρώπινης ζωής. μια νόχτα. ο Αλμπίνοuς έτuχε να έχει μια θαuμάσια ιδέα. εuτuχισμένος μια μ. σuχνά διασκέδαζε αγο­ ράζοντας τοπία και πορτραίτα. ΠΟι) τα έβρισκε τuχαία ο ί­ διος: όλη η ζωή ΤΟι) είχε γίνει μια γκαλερί έργων τέχνης. Είχε σχέση με έγχρωμα κινοόμενα σχέδια ΠΟι) τότε 7 . Έπειτα. ΠΟι) εξαφάνισε τον εαuτό ΤΟι) πάνω στο καλλίΤεΡό ΤΟι) νοόμεΡΟ). Εν πάση περιπτώσει. Μια νόχτα λοιπόν. uπογεγραμμένα από διά­ φοροuς μεγάλοuς ζωγράψοuς. θόμιζε κάποια φράση ΤΟι) Κόνραντ (όχι ΤΟι) διάσημοι) Πωλ. αν η αφήγησή της δεν ήταν εuχάριστη και διδακτική: ωστόσο. Ήταν πλοόσιος.έρα. την έκανε δικιά τοu. αuτός με το να ΤΟι) αρέσει και να την σκέφτεται. δεν αγαπήθηκε και η ζωή ΤΟι) τέλειωσε ολέθρια. οι λεπτομέρειες πάντα είναι καλοδεχοόμενες. κι ενώ έδινε στο πολuμαθές ΤΟι) μuαλό μια ανάπαuλα γρά­ φοντας κάποφ αρθράκι (όχι τίποτα σποuδαίο. ΠΟι) έγραψε τις αναμνήσεις ενός αφηρημένοι) κι εκείνο το άλλο για το γέρο ταχuδακτuλοuργό. στο Βερολίνο. την άφησε να μεγαλώσει μέσα ΤΟι) και έτσι να ΤΟι) κuριέψει τον νοu. δική ΤΟι) τε­ λείως δεν ήταν. εuuπόληπτος. δεν ήταν ιδιαίτερα προικισμένος άνθρωπος) πάνω στην τέχνη ΤΟι) κινηματογράφοu. ζοόσε ένας άνθρωπος ΠΟι) τον λέγανε Αλμπίνοuς. εγκατέλειψε τη γuναίκα ΤΟι) για μια μικρή ΤΟι) ερωμένη· αγάπησε.

τοuς πρόβαλ­ λε στην οθόνη κι έπειτα τοuς έδινε ζωή -κίνηση και χει­ ρονομία να εξελίσσονται γραφικά. σε απόλuτη αρμονία με την στατική τοuς κατάσταση στον πίνακα. πόσο μαγεuτικό θα ήταν.. Τελικά να επανέρχεται στην ί­ δια ταβέρνα. Αuτό θα μποροόσε να σuνεχιστεί προβάλλοντας έπειτα ένα τοπίο τοΙ) ίδιοΙ) τοΙ) ζωγράφοΙ) με ίσως σuννε­ φιασμένο οuρανό. να τις τοποθετεί έτσι ποΙ) να au­ ζητοόν και όλα να τελειώνοuν με την πρώτη εικόνα. κάποιο καπηλειό με μικροσκοπι­ κοός ανθρώποuς καθισμένοuς γόρω από ξόλινα τραπέζια να πίνοuν μακάρια και την ηλιόφωτη έποψη μιας αuλής με τ' άλογα σελωμένα. ένα παγωμένο κανάλι και άτομα με κομψά παγοπέδιλα εκείνης της εποχής. Και ο σχεδιαστής θα έπρεπε όχι μόνο να έχει βαθιά γνώση τοΙ) σuγκεκριμένοu ζωγράφοΙ) και της περιόδοΙ) τοu.οποιοό­ σε σ' αuτήν την μέθοδο διάσημοuς πίνακες. Και ακόμα ί­ σως θρησκεuτικά θέματα. να ξαναβάζει σιγά σιγά τις φιγοόρες και τον φωτισμό στην ίδια σειρά. Για παράδειγμα. όμως μόνο έκείνα με τις μικρο­ σκοπικές φιγοόρες. Ω! σίγοuρα μπορεί να πρα­ γματοποιηθεΙ Και τα χρώματα . κάποιο ελικοειδές μονοπάτι και μια μικρή ομάδα οδοιπό­ ρων ποΙ) ξετuλΙγεται αργά καθώς ανεβαίνει. θα πρέπει να είναι πε­ ρισσότερο εξεζητημένα από εκείνα των κινοόμενων σχε8 . Μια γκριζογάλανη φιγοόρα ενός λόφοΙ) για φόντο. αν χρησιμ.μόλις είχαν αρχίσει να xtiνouν την εμφάνισή τοuς.. αλλά να διαθέτει και αρκετό ταλέντο ώστε να αποφεόγει κάθε μπέρδεμα ανάμεσα στην παρα­ γόμενη κίνηση και σ' εκείνη ποΙ) εΙχε δώσει ο παλιός δά­ σκαλος. εκείνος ο μικρόσωπος άνδρας στα κόκκινα ν' αφήνει την κοόπα τοΙ) στο τραπέζι. να γλιστροόν ανάλαφρα στις παλιομοδίτικες καμπόλες ποΙ) προβάλλον­ ταν στον πίνακα' ή κάποιον βρεγμένο δρόμο με ομίχλη κι ένα ζεuγάρι καβαλάρηδων. Έπειτα επίσης θα μποροόσε να δοκιμάσει με τοuς Ιτα­ λοός. Έπρεπε οπωσδήποτε να εξελιχθοόν όλα όπως ακpLβώς ήταν στον πίνακα. ξαφνικά να ζωντανεόοuν. Σκέ­ φτηκε λοιπόν. το κορίτσι με τον δίσκο να τριγuρνά ελεόθερα και την κότα στο κατώφλι ν' αρχίζει το τσιμπο­ λόγημα.

ότι μια τέτοια ταινία. Μια ορισμένη μέρα τοu Μάρτη. όμως εκείνος δεν έδειξε να εν ­ θοuσιάζεται καθόλοu. «Λuπάμαι. σχεδιάσει ένα περσικό ρομάντζο ποu ικανοποίησε τοuς διανοοuμενοuς τοu Παρισιοίι και κατέ­ στρεψε τον άνθρωπο ποu το είχε χρηματοδοτήσει. όμως κι αuτός επί­ σης γέλασε με την όλη uπόθεση. «ένα χρωματιστό παράθuρο ποu ζωντανεόει.είχε. τον 'Αξελ Ρεξ. για την ακρίβεια. είπε ότι αuτό θα σuνεπά­ γετο μία πoΛU εuαίσθητη καλλιτεχνική εργασία και νέες βελτιώσεις στην μέθοδο των κινοuμένων. πλημμuρισμένος απ' τοuς τόνοuς ποu αuτός ο ίδιος είχε βρει. και θα κόστιζε πάρα πολλά χρήματα· είπε επΙσης. αλλά έμαθε ότι είχε μό­ λις φόγει για τις Ηνωμένες Πολιτείες.ε τον τρόπο EXECVou τοu καλλιτέχνη. «Θα μποροόσαμε να ξεκινήσοuμε με κάτι τελείως απλό». έτuχε να μιλήσει γι' αuτό σ' έναν παραγωγό ταινιών. Όμως ο Αλμπίνοuς παρέμενε προσκολλημένος στην ιδέα τοu. απάντησε αuτός. είπε ο ΑλμπCνοuς. Έπειτα ο Αλμπίνοuς σuζήτησε πάλι γι' αuτό μ' έναν άλλον άνθρωπο τοu κινηματογράφοu. Πόσα. Αντίθετα.δίων. κάποιο κινοόμενο οικόσημο. ένα ή δuο μικρο­ σκοπικοός άγιοuς». Τελικά έμαθε για έναν έξuπνο τόπο. ο περισσότερος κόσμος θα έπληττε μέχρι θανάτοu και ότι γενικά θα ήταν αποτuχία. ο οποίος ήταν μοναδικός στις πρωτοτuπCες . λογικά δεν θα μποροόσε να διαρκέσει περισσότερο από λΙγα λεπτά· ότι ακόμα και τότε. αλλά δεν αξΙζει». το χαροόμενο ταξίδι ματιοό και πινέλοu και ένας κόσμ. εξαιτίας τοu κοπιαστικοό της σχεδιάσματος. ποu όμως σuνέπεσε με μια 9 . Μετά από λίγο καιρό. Έπειτα από μερικό καιρό ο Αλμπίνοuς κατάφερε να έρθει σ' επαφή μαζί τοu και ο Ρεξ έδειξε να ενδιαφέρεται.όμορφα πράγματα θα μποροόσαν να ειπω­ θοόν! Το όραμα ενός καλλιτέχνη. «Δεν μποροόμε να διακινδuνέψοuμε με γνωστοίις πΙνακες». Ο Αλ­ μπίνοuς προσπάθησε να τον βρει. ο ΑλμπCνοuς έλαβε ένα μεγάλο γράμμα απ' αuτόν.ος φτιαγμένος μ. όποu έκανε σκίτσα για ένα εικονογραφημένο περιοδικό.

το μισό στην αρχή. ένας άντρας χοντρός. επειδή αυτός ο τελευταίος ήταν άνθρωπος με οικονομική άνεση. έτσι η θαυμάσια αυτή ιδέα η οποία διαφορετικά μπορεί να παρέμενε απραγματοποίητη και ί­ σως είχε βρει έναν τοίχο για να γαντζωθεί και ν' ανθίσει. ο xouvtιXooc.τις «Παροιμίες» για παράδειγμα.» ρώτησε η Ελισάβετ. Η συνήθειά της αυτή να ρωτά για θέματα που είχαν συζητηθεί πολλές φορές μπροστά της. Οι συνηθισμένες ταινίες κοστίζουν περισσότερο . η ΓUναίκα του Αλμπίνους.εννοώ εκείνες με πολέμους και κτίρια που καταρρέουν» . οφειλόταν πιο πολό 10 . του Αλμπίνους. Είναι η πρακτική τοΙ) πλευ­ ρά που με κάνει και βαριέμαι. δεν έχω διάθεσψ. για να σχεδιάσει ένα φιλμ απ' τον Μπροόγκελ . « Μην επιστρέφεις στα ίδια σε παρακαλώ. δεν ξέρω. Γιατί. ή οτιδήποτε άλλο θα άρεσε στον Αλμπίνους για ν' αρχίσει. « Μου φαίνεται πως μετάνιωσερ>. Δεν φαίνεσαι και τόσο ενθουσιασμένος όπως πριν από λίγο καιρό. «Αν ήμουΥ στην θέση σου» .» «Δεν νομίζω. διαφορετικά εξακολουθεί να μ' αρέσει αυτή η ιδέα» .ξαφνική κρίση στην ιδιωτική . «Για ποια ιδέα λες. παρατήρησε ο Πωλ. χλώμιασε παράξενα και ζάρωσε κατά την διάρκεια της τελευταίας εβδομάδος. τι σου σuμβαίνει. Μήπως σκέφτεσαι να τα παρατήσεις. Ο Ρεξ έγραφε πως ήταν ανώφελο να επιμένέΙ προ­ σπαθώντας να δελεάσει τοuς ανθρώπους του Χόλυγουντ και πρότεινε στον Αλμπίνους. που κυ­ κλοφοροόσε πάντα με δυο στιλό που εξείχαν απ' την τσέ­ πη τοu. ο Ρεξ θα δε­ χόταν μία άλφα αμοιβή (κάποιο αρχικό ποσό). να χρηματοδοτήσει ο ίδιος την ιδέα του· σ ' αuτή την περίπτωση. «θα το διακινΔUνευα.την πάρα πολό ιδιωτική ζωή του Αλμπίνους. «έλεγες πως σκόπευες να θυσιάσεις κάποιο σημαντικό ποσό ελάχιστα μικρότερο από την αμοιβή που σου ζητά εκείνος. και που είχε την φήμη του καλλίτεροΙ) ανθρώπου. έκανε ο Πωλ ρου­ φώντας το ποόρο του.

της φώναξε. ναι. ποτέ. Συχνά πετοόσε. « Σκέφτομαι )). σκέφτηκε. που τον έπιασε φοβερός θυμός. συγκινιόταν μάλιστα και διασκέδαζε. έδινε και την απάντηση μόνη της.. Εγώ τρελαίνομαι και δεν το ξέρει κανένας. )) Τι ανόητη σκέψη! Δεν μποροόμε παρ' όλα αυτά να πάρουμε ένα περίστροφο και να σκοτώσουμε μια άγνω­ στη μόνο και μόνο γιατί μας αρέσει! 11 ... αν σκεφτεί κανείς πως μέσα σ' ένα διάστημα εννιά χρόνων συζυγικής ζωής. . «Μα τι σε πιάνει λοιπόν.. όχι τόσο γρήγορα! » έκανε αμέσως μετά γυρίζοντας προς την μικρή Ίρμα που καταβρόχθιζε λαίμαργα την κρέμα σοκολάτα της.στην νευρικότητά της παρά στην απροσεξία της. μια μαρτιάτικη μέρα. και αόριο θα πάω πάλι να καθίσω σαν ηλίθιος σ' εκείνο το σκοτάδι. Θα 'λεγε κανείς πως έπε­ σες απ' το φεγγάρι»... μάταιη προσπάθεια. ο Αλμπίνους δεν είχε ποτέ. την ημέρα εκείνη. θυμάμαι. Τότε η γυναίκα του του είπε με μια μικρή κίνηση. Ωστόσο. απίστευτω). Ο άντρας της που ήξερε καλά αυτήν της την συνήθεια. ενώ πάντα ήξερε ότι μποροόσε ν' απαντήσει η ίδια το ίδω σωστά στην ερώτησή της. ο Αλμπίνους ήταν σε τέτοια κατάσταση εκνευρισμοό. Συνέχιζε την κουβέντα του μ' ένα καρτερικό χαμόγελο μέχρι που πια στο τέλος. οι αντιλήψεις του Πωλ και η κρέμα σοκολάτα της μικρής . «Α. καμιά αφηρημένη ερώτηση. «Κατά βάθΟζ)). πριν ακόμα τελειώσει ο άλλος. Πραγματικά ήταν απίστευτο. μόλις έκανε την ερώτηση. έτσι στην τόχη. σόγ­ χυσης και μιζέριας. Και δεν τα καταφέρνω να συμμαζευτώ. δεν νευρίαζε ποτέ. «θα έπρεπε να τα πω όλα στην Ελισάβετ· ή μπορεί και να μην της πω απoΛUτως τί­ ποτα αλλά να φόγω για λίγο καιρό μαζί της για κάποιο ταξίδι ή να πάω σε κάποιον ψυχαναλυτή · ή τέλος. Όχι τόσο γρήγορα παιδί μου.... ρουφώντας το ποόρο του. )) Ο Αλμπίνους συλλογίστηκε: «Μα τι διάβολο με νοιάζει εμένα αυτός ο Ρεξ. «πως κάθε καινοόρια ανακάλυψη . άρχισε ο Πωλ.

και τεράστια παθιασμένα γράμ­ ματα. γραμμένα με σκληρό. δεν μπο­ ροόσε να καταφέρει τίποτα με τις γuναίκες . απογοήτεύση' ο θεός τοΙ) έρωτα .uθυντή θεάτρου. ανα­ στέναζε βαριά στην αγκαλιά το\) και πάντα ο κόκλος ολο­ κληρωνόταν με μια φράση γαλλική ποΙ) ήξερε: «C ' est la vie». τη ζωηρότητα της ομιλίας τοι) (τραόλιζε λίγο μα αuτό έδινε μια απρόβλεπτη χάρη στην σuζήτηση) και τέ­ λο ς . Ύστερα ακoλoUΘησε ε. Επανα­ λάμβανε το ίδιο καταραμένο πράγμα πάλι και πάλι. ΙΙαΡάλληλα μ' αuτά τα λειψά ρομάντζα uπήρξαν κι άλλες χιλιάδες κοπελιές. λίγο πριν τον γάμο "tou. αν και κατά κάποιο τρόπο αγαποόσε την Ελισάβετ. ποΙ) τις είχε ονειΡεuτεί χωρίς πο­ τέ όμως να καταφέρει να τις γνωρίσει: είχαν γλιστρήσει από μπροστά τοΙ) αφήνοντάς τοΙ) για μια δuο μέρες εκείνη την απελπισμένη αίσθηση τοΙ) χαμοό. δuσανάγνωστο χαρακτήρα σε. Όταν ήταν ακόμα φοιτητής είχε μια σχέση με μια μελαγχολική γηραιά xupCcx. γνώρισε στο Βερολίνο μια ισχνή. Ήταν κόρη ενός διάσημοΙ) διε.Ρό. παρ' όλη την κτηματική περιοuσία τοι) και τα χρήμα­ τα ποι) είχε κληρονομήσει απ' τον πατέρα "tou. αναζητήσεις . Παρ' όλη την εuχάριστη όψη το\) και τοuς καλοός τοι) τΡόποuς.αλλά τόσο ψυχΡή και ντροπαλή που γρήγορα την παράτησε.uε.κείνη η uπόθεση με την ruvcxCxcx τοΙ) χερ προφέσορ. θα ήταν γρουσούζης και χωρίς φαν­ τασία. Λάθη. Τον σuναντοuσε κάθε Σάββατο βράδΙ) και το 'χε σuνήθειο να τοΙ) διηγείται λεπτομερώ ς το παρελθόν της . Τέλος. τοΙ) έστελνε στο μέτωπο μωβ σο­ σόνια. ποι) αργότερα. ένα λuγε. όμως.Ο Αλμπίνοuς ποτέ' δεν ήταν τuχερός στον έρωτα. αuτή απέτuχε να τοΙ) δώσει την σuγκίνηση ποι) ποθοόσε όλα αuτά τα χρόνια. χοντρό χαρτί. Παντρεότηκε. ποΙ) τον πpoστάτε. ποι) σuνάντησε στον Ρήνο: ήταν χαριτωμένη . ξcxνθόμαλ­ -λο κορίτσι με άχρωμα μάτια και μικρά σπuράκια στη βά12 . μελαγχολική ruvcxCxcx. κατά την διάρκεια τοΙ) πολέμοu.από ειδική γωνία όμως και με κα­ τάλληλο φωτισμό . μάλλινες φανέλες.

ση της μότης της. Η μια 'ήταν πως μποροόσε να πεθάνει η 13 . τόσο αέρινο στην Ελισάβετ. Το δέρμα της ήταν τόσο εuαίσθητο πο!) η παραμικρή επαφή με οτιδήποτε. Τελικά την μετέφεραν σε μια κλινική και ο Αλμπίνοuς πέ­ ρασε μόνος τρεις βδομάδες. μόνο γιατί έτσι έτuχε να έρθοuν τα πράγματα. Ήταν πειθήνια και EurEVLxij και ο έρωτάς της ijau­ χος όμως πότε πότε είχε κάτι ξεσπάσματα πάθοuς κι αu­ τές τις στιγμές ο Αλμπίνοuς σuλλογιζόταν πως δεν είχε την ανάγκη καμιάς άλλης γuναίκας. σαν έπεφτε να κοιμηθεί. αγωνιώντας και μην ξέρον­ τας τι να κάνει τον εαuτό τοu. ολόγuμνες.σμένες. έσπασε το πόδι της στην Ποντρεζίνα και τοuς άφησε χρόνοuς. περπατοόσε με μικρά προσεκτικά βηματάκια και καταβρόχθιζε χοόφτες χιόνι.ενθύμιο σκωλη­ κοειδίτιδας. ό­ ταν δεν την έβλεπε κανείς. την έστελνε να κοιμάται νωρίς. Όταν έμεινε έγκuος τα μάτια της πήραν μια απλανή έκφραση ικανοποίησης. Όμως την νόχτα. ξαπλωμένες σ' ερημικές ακτές και τον έπιανε ξαφνικά τρόμος μήπως και τον τσακώσει η γuναίκα τοu. και χαμογε­ λοόσε: ένα ικανοποιημένο και μuστηριώσες χαμόγελο. Τον βασάνιζαν ouo σκέψεις ταuτόχρονα. στάθηκε αφορμή για την ένωσή τοuς. σuντροφιά μ' εκείνην. Η Ελισάβετ φανέρωσε μια τΡuφερή μικρούλα οuλή . Ο Αλμπίνοuς την πρόσεχε όσο μποροόσε καλλίτερα· την έπαιρνε σε μακρινούς αργοός περιπάτοuς. Την παντρεότηκε. ονειρεuόταν νεαρές πανέμορφες κοπελιές. άφηνε επάνω το!) κόκ­ κινα σημάδια. Υπήρχε κάτι τόσο κομψό. και γελοόσε τόσο όμορφα. Οι κα­ ρuδιές ήταν αν6. Παντρεότηκαν στο Μόναχο για ν' αποφuγοuν την επιδρο­ μή από τοuς χιλιάδες Βερολινέζοuς γνωστοός τοuς. η Ελισάβετ μελε­ τοόσε το πρησμένο της κορμί στον καθρέφτη. Ένας απ' τοuς σερβιτόροuς στο ξενοδοχείο πο!) πήγαν ήξερε επτά γλώσσες. τον χοντρό αδελφό της και μια αξιοσημείωτα αθλητική εξαδέλφη της ποu. δόξα το θεό. βιαστικά. Ένα ταξιδάκι στα βοuνά. και την πρό­ σεχε μήπως κτuπήσει στα διάφορα έπιπλα το!) σπιτιοό. Το πρωί.

ιλά.παλκόνι ψηλά.ετά ένα χρόνο άρχι­ σε και να μ.α πάντως το πρόσωπό το\) πάχ\)νε και μ.-yuναίκα το\) και η άλλη πως κάποιος άλλος. πάνω απ' το\) ς μ.πίνο\)ς εμ.μ. λίγο ενοχλητική ίσως .ένο.όνος το\) μ.α σε μ. θα γεννιόταν ποτέ α\)τό το παιδί.ένο σαν ξεψο\) σκωμ. ασπροβαμ.ε τα 14 .ε τα διχασμ. εκείνο το ηλίθιο όνειρο πο\) το\) χαλοόσε την ηρεμ.ία.ια γλάστρα στην κορψή της σκάλας τον μ.ς. Μπροστά στα μ. γιατί είχε κληρονομ. Έκαναν μ. ένα κοριτσάκι.ατα.ένοι στο μ.ια κοπέλα σε κανένα μ. στα οχτώ χρόνια το\) .μ.' εκείνον τον εψιαλτικό ψοίνι­ κα σε μ. Τελικά εμ.ία. Έτρεξε γρήγορα στον θάλαμ.πλε δρόμ. όσο ήταν ικανός ν' αγαπήσει έναν άνθρωπο' και ήταν απόλuτα ειλικρινής μ.ήσει κάτι απ' τον χαρα­ κτήρα της μ. ασπροπλ\) μ.ά­ τια το\) Αλμ. μ.ο όπο\) πληροψορήθηκε ότι η Ελισά­ βετ είχε γεννήσει κανονικά. Α\)τή διάβαζε όλα το\) τα γράμ.ητέρας 'tou.ο μ. ΤΡ\)ΨεΡά .ε την ίδια το\) την όπαρξη.παλόνι.έ μ.ία το\) ανθρώπο\) πο\) διασκεδάζει διακριτικά μ. θα μ. μ.την ΕUθ\) μ. καθισμ.ατά το\) να τον τ\) ραννοόν.ισοόσε την απελπιστική ασπρίλα το\) χώρο\) και τις \)περκινητικές νοσοκόμ.ένο διάδρομ.ία. ήταν πoλU πιο σιωπηλό.πίνο\) ς πηγαινοερχόταν στο μ.ένα σ\)ναισθήμ.αόρη βροχή σαν το ψτεροόγισμ.ες μ.μ.ένο μ.ια ψιλή μ.ισοόσε. Επιτέλο\) ς.πίνο\) ς παρέμ.ε».ακρό. Τώρα. Σόντομ. ήταν στην αρχή κόκκινο και ρ\)τιδιασμ.άτιο.ποροόσε να έβρισκε μ.ε τα χοντροκομ. μ.αζί της σε όλα εκτός από εκείνην την κρ\) ψή επιθ\) μ. Το μ.ενε πιστός. Αισθανόταν ότι αγαποόσε την γ\)ναίκα το \) ειλικρινά.ένα αστεία και τα λε\) κά ΨΤεΡωτά κεψάλια πο\) διαρκώς προσπαθοό­ σαν να τον βάλο\)ν να καθίσει.ια όλως διόλοΙ) ιδιαίτερη εu­ θ \) μ.ερικά πoλU ε\)χάριστα ταξιδάκια στο εξωτερικό. αποψασιστι­ κόΤεΡος απ' α\)τόν. και α\)­ τά πο\) λάβαινε και α\)τά πο \) έστελνε γιατί ήταν περίεργη. Ο Αλ. Και στην διάρκεια όλων α\)τών των χρόνων ο Αλ­ μ.ψανίστηκε ο βοη­ θός και είπε βλοσηρά: «Τελειώσαμ.ψανίστηκε μ.εΡικά πoλU παλιά ψιλμ.ωρό. και πέρασαν όμ.ο\)ς μ.παρ και να την πάρει στο άδειο το\) δωμ. μ.ορψες βραδιές στο σπίτι το\)ς.τόσο. για την ακρίβεια.

Καθώς το φως έπεσε στο εισιτήριο που κρατούσε. δΙσταξε. διέκρινε αμυδρά την αιθέρια σιλουέτα της και την αρμονία των κινήσεών της. παρατήρησε ότι το ρο­ λόι του πήγαινε αδικαιολόγητα μπροστά (άλλωστε δεν ή­ ταν η πρώτη φορά) και ότι είχε μια ολόκληρη ώρα. μια δωρεάν προσφορά που έπρεπε κάπως να χΡησιμοποιηθεΙ Φυσικά ήταν παράλογο να επιστρέψει στο σπίτι του στην άλλη άκρη της πόλης. ο ΑλμπΙνους πρόσεξε το σκυμμένο πρόσωπο του κοριτσιού και έπειτα. Δεν υπήρχε τίποτα ασυνήθιστο σ' όλα αυτά: τέτοια πράγματα είχαν συμβεί και παλιότερα σ' εκείνον και ήξερε ότι ήταν παράλογο ν' ασχολείται περισσότερο μαζί τους. Έριξε μια ματιά στην αφίσα (πα­ ρουσίαζε έναν άντρα που κοιτούσε σ' ένα παράθυρο όπου βρισκόταν ένα παιδί με νυχτικά). Είχε έρθει στο τέλος του έργου: 15 . ούτε όμως ήταν διατεθειμένος να καθίσει και να περιμένει: τον ενοχλούσε πάντα το θέαμα των άλλων αντρών με φιλενάδες. Ενώ τα­ κτοποιόταν στην πολυθρόνα του κοΙταξε προς το μέρος της. καθώς περπατούσε πίσω της. Εκείνη απομακρύνθηκε και χάθηκε στο σκοτάδι κι ένιωσε ξαφνι­ κά μόνος και λυπημένος. κι αυτός συλλογιζόταν ότι ήταν πράγματι ευτυχισμένος πέρα απ' τις ερημιές του.ηλεκτρικά καλώδια και τις καπνοδόχους. Ένα απόγευμα (μια βδομάδα πριν απ' τη συζήτηση για τον 'Αξελ Ρεξ) ενώ πήγαινε σε κάποιο καφενείο όπου είχε ένα επαγγελματικό ραντεβού. και το χυτό περίγραμμα του προφίλ της που έμοιαζε ζωγραφισμένο από μεγάλο καλλιτέχνη. Τριγύριζε άσκοπα: πλη­ σίασε κάποιον κινηματογράφο. Μόλις και μετά βίας είχε περάσει στο βελουδένιο σκοτάδι όταν η οβάλ αχτίδα ενός ηλεκτρικού φαναριού γλίστρησε προς το μέρος του (όπως συμβαίνει συνήθως) και το ίδιο γρήγορα και μαλακά τον οδήγησε κάτω στον σκοτεινό και ελαφρά κατηφορικό διάδρομο. και αγόρασε εισιτήριο. ζωγραφισμένα λες με σινική μελάνη πάνω στο ηλιoβασCλεμα. Είδε την λάμψη ενός ματιού καθώς το φως τυχαία έ­ πεφτε επάνω του. Τα φώτα του έριχναν άλι­ κες λάμψεις στο χιόνι.

και στό­ λωσε τα προεξέχοντα μάτια του στην οθόνη. την πρόσεξε ξανά: στεκόταν στην έξοδο δίπλα από μια φρικιαστική μωβ κουρτίνα που μόλις είχε τραβήξει στην άκρη. όμως αυτός στρεφόταν αλλοό γιατί τον πονοόσε να την κοιτάξει.τι εκείνος ονόμαζε ομορφιά . και το πλήθος που έβγαινε στριμωχνόταν μπροστά της. Του φάνηκε πως σοόφρωσαν λίγο τα χείλια της. κεντημένης ποδιάς της και το μαόρο της φουστάνι εφάρμοζε πολό σφιχτά στους ώμους και στο στήθος της.αφοό δεν εΙχε δει την αρχή τους. με τ' άΊΡωμα φώτα του δρό­ μου όλα εξασθένιζαν και διαλυόντουσαν. Ήταν ένα ω ΊΡ ό. εκθαμβωτικά όμορφο πρόσωπο. Δεν είχε κανένα ενδιαφέρον να παρακολουθήσει γε­ γονότα που δεν μποροόσε να καταλάβει . Έπειτα ση­ κώθηκε και προχώρησε προς την έξοδο. και ακοόστηκε ο ελαφρός θόρυβος που έκαναν οι ξόλινοι κρίκοι. Είχε το χέρι στην τσέπη της κοντής. πέρασε δίπλα του χιλιάδες φορές. Ένιωσε γελοία αναστατωμένος καθώς έμ16 . «Θα ήθελα να την κοιτάξω )). Μπήκε σ' ένα λάκκο με κόκκινη λάσπη· το χιόνι έ­ λιωνε. Ύστερα εκείνη άφησε την κουρτίνα να πέσει. η νόχτα ήταν υγρή.ή ό. Αυτή τράβηξε τις κουρτίνες δίπλα του. γιατί δεν μποροόσε να πάΦει να σκέφτεται πόσες φορές η ομορφιά . ΜάντεΦε ότι θα 'πρεπε να είναι γόρω στα δεκαοχτώ. σκέφτηκε άκεφα ο Αλμπίνους.κάποιο κορίτσι υποχωροόσε μέσα σ ' αναποδο-yuρισμένα έπιπλα μπροστά σ' έναν μασκοφορεμένο άντρα με πιστό­ λι.είχε περάσει δίπλα του και εξαφανιστεί. 'Τστερα. σκυ­ θρωπό. Έπειτα από τρεις μέρες δεν μποροόσε να κρατηθεί περισσότερο . όταν είχε σχεδόν αδειάσει η αίθουσα και καινοόριος κόσμος άρχισε να μετακινείται στα πλάγια κατά μήκος της σειράς. Κάρφωσε το βλέμμα του στο πρόσω­ πό της σχεδόν τρομοκρατημένος. μόλις τα φώτα άναΦαν. «' Αργκους)) ωραίο όνομα για κινηματογράφο. Για άλλο ένα μισάωρο κάθισε στο σκοτάδι. Στο διάλειμμα.

«Ε κείνο το πλάσμα που ξεγλι­ στρούσε μες στο σκοτάδι . για μένα είναι νεκρή όπως και να 'χει. . η μικρή Ίρμα καταβρόχθισε την κρέμα σοκολάτα. Όμως τώρα ήταν πια πολύ αργά. .17 . Έξω υπήρχε μια σταθερή νεροποντή και το πεζοδρόμιο είχε κόκκινες ανταύγειες. Όπως έγινε. συζήτη­ σαν την υπόθεση Ρεξ. δεν τα κατάΨεΡε. Μετά το δείπνο κάθισε πλάι στην γυναίκα του στον καναπέ και της έδινε μικρά φιλάκια ενώ εκείνη ξεψύλλιζε ένα γυναικείο περιοδ ικό. σκέφτηκε ο Αλμπίνους. της ομορφιάς που χάνεται. και η Ελισάβετ έκανε τις συνηθισμένες άτοπες ερωτήσεις της. προσπάθησε να συλλάβει το βλέμμα της. «Μόλις έπεσες απ' το ψεπάρι. η καρδιά του χτύπησε τόσο δυνατά όταν έ­ φτασε. Φεύγοντας. Πήγε εκεί μια τρίτη ψορά σταθερά αποφασι­ σμένος να της χαμογελάσει -τι απελπισμένο διαβολικό βλέμμα θα μπορούσε να ήταν εάν το είχε καταφέρει. «Στο διάβολο όλα. Δεν πρόκειται να ξαναπάω ποτέ πια εκεί». Εάν δεν είχε πάει εκεί αυτήν την δεύτερη φορά ίσως να μπορούσε να ξεχάσει αυτό το φάντασμα της περιπέ­ τειας. θα 'θελα να της στρίψω τον υπέροχο λαιμό της.» συλλογιζόταν.» ρώτησε κι έπειτα προσπάθησε να διορθώσει μ' ένα αργοπορημένο χαμόγε­ λο.παινε στην αίθουσα -για μια ακόμα φορά στην μέση από κάτι-ο Όλα έγιναν ακριβώς όπως την πρώτη φορά: το γλίστρημα του φαναριού. Ένα αυτοκίνητο στροβι­ λιζόταν κατεβαίνοντας έναν λείο δρόμο με κλειστές σαν φουρκέτα στροφές ανάμεσα σε γκρεμούς και αβύσσους. είμαι ευτυχισμένος. . το γρήγορο βάδισμα στο σκοτάδι. Τέλος πάντων. τι θέλω πε­ ρισσότερο. η χαριτωμένη κίνηση του χεριού καθώς έσειΡε την κουρτίνα στο πλάι. Και την επομένη ήρθε ο Πωλ για φαγητό. τα λοξά μάτια όπως των παρ­ θένων του Λουίνι. «Κάθε φυσιολογικός άνθρωπος θα ήξερε τι να κάνει». που έχασε την ευκαιρία.

Δοuλεuε σε κάποια φάμπρι­ κα για ποδήλατα. Η σκάλα ήταν το εί­ δωλο της όπαρξής της -όχι σαν κάποιο σ�μβoλo για έν­ δοξη ανάβαση. Ο Όττο. Φοροόσε σuνεχώς ένα μαντίλι για να προφuλάσσει τα μαλλιά της απ' την σκόνη όταν δοόλεuε. κι αuτό σuνεχιζόταν μέχρι πάνω στο κεφαλόσκαλο. Οι ένοικοι δεν την σuμπαθοόσαν εξαιτίας της αuθάδειάς της και το!) άσχημο!) τρόπο!) πο!) είχε όταν διέταζε τον κόσμο να σκοuπίζει τα πόδια το!) στο χαλί. και μιλοόσε σuνεχώς για τα πο­ λιτικά στην παμπ της γειτονιάς auxvιX δήλωνε χτuπών­ τας την γροθιά το!) στο τραπέζι: «το πρώτο πράγμα πο!) πρέπει να έχει ο άνθρωπος είναι γεμάτη κοιλιά» . Η πιο σuνηθισμένη αμuντική κίνηση ενός παιδιοό είναι 18 . ο αδελφός της Μαργκότ. ήταν μια σειρά απο κάτασπρες σκάλες μ' ένα μαόρο ίχνος από κάποια μπότα δεξιά πρώτα. Ο πατέρας της ήταν θu­ ρωρός το!) οποίο!) τα νεόρα είχαν πάθει από μία οβίδα στον πόλεμο: το γκρίζο κεφάλι το!) τιναζόταν αδιάκοπα σαν σταθερή επιβεβαίωση λόπης και παράπονοu. Η μητέρα της ή­ ταν νέα ακόμα αλλά κι αuτή σuντριμμένη -μια χοντρο­ κομμένη σκληρή γuναίκα πο!) η κόκκινη παλάμη της ήταν σωστό κέρας της Αμάλθειας απ' τις φοuσκάλες. της άρεσε το σχολείο· εκεί τα χαστούκια έπεφταν πιο αραιά απ' ό. και ξε­ σποόσε βίαια στην παραμικρή πρόκληση.3 Λεγόταν Μαργκότ Πέτερς. κι έπειτα αριστερά. Όταν η Μαργκότ ήταν μικρή. όμως έπειτα απ' την γενική καθαριότητα το!) Σαββάτο!) -πο!) γινόταν κuρίως με την βοήθεια μιας ηλεκτρικής σκοόπας έξuπνα σuνδεμένης στο ασανσέρ. απεχθανόταν τον ήσuχο ρεποuμπλι­ κανισμό το!) πατέρα τοu. έπειτα ξανά δεξιά. ήταν μεγαλtJτερoς απ' αuτήν κατά τρία χρόνια. Μια στ' αλήθεια δuστuχισμένη γuναίκα.ντuνόταν και εξορμοόσε για επισκέψεις. Αuτή ή­ ταν η αρχή το!) -απόλuτα σωστή εξάλλοu. Ο χειρότερος εφιάλτης της τις νόχτες. αλλά σαν ένα πράγμα πο!) πρέπει να ςpu­ λάγεται καλογuαλισμένο.τι στο σπίτι.

την ψίλησε στο λαιμό. Παρ' όλα αuτά. η uπηρέτρια. εξελΙχτηκε με­ Ύαλώνοντας σ' ένα εξαΙσLO και πανέξuπνο κορΙτσι. ΕκεΙνες ήταν οι μέρες ΠΟι) δεν της άρεσε τίποτα περισσότερο απ' το να στέκεται στην πόρτα και να κοuβεντιάζει ψιθuριστά με την κόρη ΤΟι) καβοuρνιάρη. Στα δώδεκά της ηρέμησε κάπως. ζεστά.ένα μικρό ξαψνιασμένο πήδημα' η δική της ήταν ένα από­ 'τομο ανασήκωμα τοι) αριστεροό της αγκώνα για να προ­ cpuλάξει το πρόσωπό της. έμαθε να καβαλά το ποδήλατο ΤΟι) αδελψοό της. με την μαόρη αλογοοuρά της ' ν ανεμΙζει. 'Ύστερα. κοuτσομπολεuοντας τις yuVΙXLXECEt. Αργότερα θuμόταν αuτήν την περΙο­ δο της ζωής της μ' ένα καταθλιπτικό σuναίσθημα -τα ψωτεινά. Σε μια άλλη περΙσταση το κοκ­ κ ινόμαλλο αγόρι ποι) σuνήθιζε να της βάζει τρικλοποδιές πάνω στο παιχνίδι. μια νόχτα είχε έναν uστερικό παροξuσμό. και μισή ντοuζCνα από κάτι πoΛU παράξενες ψωτογραψΙες. Ένα χρόνο μετά είχε αξιοσημείωτα ομορψόνει. Στα δέκα της. ποι) περιμένει στην διά­ βαση με το κuνηγόσκuλο και τα δuο σγοuρόμαλλα ψοξ τε19 . ήρεμα δειλινά' ο ήχος απ' τα ρολά των μαγαζιών ποι) κλείνοuψ ο πατέρας της ποι) κάθεται κα­ βαλικεuτά στην καρέκλα έξω απ' την πόρτα τοuς και κα­ πνίζει την πίπα ΤΟι) τινάζοντας σuνεχώς το κεψάλι ΤΟU' η μητέρα της. επισκέψεις των ενοίκων ή να παρατηρεί εκεΙνες ποι) περνοόσαν προσέχοντας τα ψοuστάνια και τα καπέλα τοuς. ποι) τον ξεπέρασε μ' ένα γερό κατάβρεγμα κι ένα ηχηρό χαστοόκι. και τρελαινόταν για τον κινηματογράψο. Από μόλις οκτώ χρονών έπαφνε μέρος στα σαματατζΙδικα πο­ δοσψαφικά παιχνΙδια των χαμινιών καταμεσής ΤΟι) δρό­ flou. με τα χέρια στην μέση' το λιλά λεωψορείο της γραμμής στον αuτοκινητόδρομο' η ψράοι) ψον Μπροκ ποι) επιστρέψει στο σπίτι με τα ψώνια της σ' έν α πράσινο δίχτu' και η Μάρθα. όργωνε πάνω κάτω τον δρόμο' έπειτα σταμα­ 'τοόσε ακοuμπώντας σκεπτική το ένα της πόδι στο πεζο­ δρόμιο. Μια ψορά βρήκε στην σκάλα μια κοuρελιασμένη τσάντα ΠΟι) είχε μέσα ένα σαποόνι με μια κατσαρή τρΙχα κολλημένη επάνω τοu. ψο­ ροόσε ένα κόκκινο κοντό ψοuστάνι. ΞεμανΙκωτη.

οντέλο σ' ένα ζωγράφο.ος για τ' αστέρι της.ε κόκκινη μ.ογέ­ λασε. καθώς σΤΕκόταν στην μ. και αργότερα αστέρας τοu κινημ.ά­ το ακόμ. Αuτή ΕίΧΕ μ. Αuτή χαμ.οντέλο. Της ΕίΠΕ ότι τον πε­ ρασμ.ατογράφοu.αλλιά σαν λινάρι.Ε την φίλη της στην αίθοuσα χοροό «ο ΠαράδΕισος)). όποu ηλικιωμ.άτια τοu ηθοποιοό Βάιτ.ικροό μ.ποuς ΚΕφάλια παίζοuν χαρτιά. και πόΤΕ πόΤΕ πήγαινΕ μ.α μ. την σπρώχνοuν και την τραβοόν απ' τα YUfLVιX της μ.ία. Ήταν ένα ηλιόλοu­ στο μ.Ε την πωλήτρια τοu μ. Πήγαν έξω απ' την πόλη κι εκεί σταμ. έπιασΕ φιλίΕς μ. και την επόμ.α απ' τον άνεμ.ηχανή και κά­ θισΕ πλάι της στην άκρη τοu δρόμ. Είχε μ. τοu πεύκοu και της ρεικιάς. την ΠΕριτριγuρίζοuν.παλκόνι δuο άνΤΡΕς μ.η Εξέλιξη τής φαινόταν ΤΕλΕίως απλή uπόθΕση : ο 00ρανός ήταν ΕΚΕί.ένοι κύριοι τής έκαναν διάφΟΡΕς προτάσΕις στα ί­ σια μ.οu.ισο κuμ.Ε δuο μ.αθΕ να ΧΟΡΕόΕΙ. έστρωσΕ την φούστα της. Μόλις στα δΕκάξι. σόννεφα από μ.Ε τα μ.εσημ.ιας ορχή­ στρας της τζαζ.αγαζιοό στην γωνία.ή ταξίδεuαν μ.ατα κάνοντας το μ.ίζει στο πρόσωπό της. ποu τον είΧΕ ήδη προσέξει μ.ε τρομ. ΧΤΕνισμ. Ο δρόμ. Κάποια μ.Εγαλόσωμ.ια αδΕλφή ποu έβγαζΕ αΡΚΕτά χρήμ.άτιζε πίσω τοu γεμ.πράτσα.έσα στοuς θορύβοuς και το κλαψούρισμ. Αuτός κατέβηΚΕ απ' την μ.ο ποu είχε μ.ια δuο φορές.Εριά τοu δρό­ fLou. Όλα ήταν πολύ ήσuχα: η ηρεμ.ριΙ .οuς φίλοuς τοu.τι λένΕ ακοόγΕται ξΕκάθαρα.ια βόλτα. έμ.άτησε δίπλα της και της πρότεινε μ. σταμ. καβάλησε πίσω τοu.ένα προς τα πίσω και το ποuκάμ.Ε φαλακρά σαν γλόμ. Μόνο στο απέναντι μ. Tou Ενός τα μ. Έπειτα την αγκάλιασε και άρχισΕ να την πιέζει. έτοιμ.αζέψΕΙ.ος λοuσμ. ό.ένο χρόνο είχε πάει στην Ισπανία έτσι για πλάκα.ερή ταχύτητα και την γραβάτα τοu ν' ανεμ.οτοσικλέτα.έρα.ένος σ' ένα κίτρινο φως σιγά σιγά γαληνΕόΕΙ.άτησε. Αuτή η από­ τομ. ΣΚΟΤΕινιάζΕΙ. Έτσι η Μαργκότ ονΕLpΕuόταν να γίνΕΙ μ. Να ο αδΕλφός της ποu πλησιάζΕΙ μ.άτια ολόιδια μ. και να την φιλά τόσο άγρια ποu η δuσφορία 20 . .έρι. να την φαχοuλεuει. Την ίδια πφί­ ποu ΠΕρίοδο.ενη στιγμ. ένας νεαρός μ.uγίτσες στριφογuρνοuσαν στον αέρα.

ότι αγο­ ράζ()uν τις κόρες των ψτωχών. σ' ένα πραγματικό ατελιέ όποΙ. Επέστρεψε στο ']7tίτι της με τα πόδια. νωχελική στάση' κοίταζε κλεψτά τοuς ψοιτητές ΠΟι. Θεωροuσαν οποιαδήποτε δοuλειά αξιό­ τιμη. άναψε την μηχανή.) τρόμαξε από μια 7tuρκαγιά ενώ ήταν έγκuος σ' αuτήν.7t1J1) ένιωσε της έψερε ζαλάδα. Η Μαργκότ μετακό­ μισε σ' ένα μικρό δωμάτιο uπηρεσίας στο διαμέρισμά της και οι γονείς της ήταν ικανοποιημένοι ποΙ.) απαλλάχτηκαν απ' το βάρος της. κλαψοόρισε. με τα πόδια διπλωμένα. γuμνή. δοuλεuοντας στο ΜΠΡέσλαοu. ΙΙετάχτηκε ό'ρθια να κλαίει. ποι.) Λεβαντόψσκu.) την ζωγράψιζαν όχι μόνο γuναίκες αλλά και άντρες. έπειτα. ιιόχι ό­ μω� και να με χαίοεόεις έτσι» . οι περισσότεροι απ' αuτοuς αρκετά νεαpo€. καθόταν σ' ένα μικρό χαλί. η αΜνατη πλάτη της (με μια γuα­ λά(jα από λεπτό χνοόδι ανάμεσα στοuς χαριτωμένοuς της ι:ψ()u�) ελαψρώς γεΡμένη μπροστά. Ο νεαρός σήκωσε τοuς ώ­ Il(Ju�. Εξοuθενωμένη απ' την απόλuτη ανία.) σκίαζε τις διάψορες καμπόλες. EU­ τραψή γuναίκα με εuγενικοuς τρόποuς και μια πλατιά μωμ κηλίδα στο μάγοuλο. ι)ι ΊΌν επόμενο χειμώνα η αδελψή της πωλήτριας την "UatTjae στην ψράοΙ. ακοuμπισμένη στο IlU(�OE� μπράτσο της. « Μπορείς να με ψιλάς» .) δεν έ­ ιταuε να μιλά απειλητικά για τοuς καπιταλιστές. όποτε 21 . Με καλοκομ­ μένα τα στιλπνά μαόρα της μαλλιά. σε μια στοχαστική. λίγο αργότερα. Λρχικά η Μαργκότ ποζάρισε σ' ένα σχολείο για κο­ ρίτσια.) εκείνη έπεσε και χτόπησε στην ραπτομηχανή. διαστάσεων μιας παλάμης: έ­ λε γ ε ότι το 'χε απ' την μητέρα της ποι. Ο 'Οττο. εuτuχώς αποuσίαζε αuτήν την ψορά.) έριχνε ένα σκοτεινό uγρό βλέμμα. της έδωσε ένα χαστοόκι κι έπειτα την κλότσησε τόσο (Juνατά ποΙ. καβάλησε κι icpuYE' την άψησε να κά()εται σ' ένα χιλιομετρικό δείκτη. μια ηλικιωμένη. ποΙ.) σή­ κωναν και χαμήλωναν τα μάτια τοuς και άκοuγε το σοuρσιμο τοι.) και το γρατζοόνισμα απ' το κάρ­ βοuνο ποΙ. πολλές ψορές διάλεγε τον πιο ωραίο και τοΙ. Ο αδελψός της.) πινέλοΙ.) την είχε δει να ψεό­ γΕΙ. αρκεί να έΨεΡνε χρήματα.

της είπε ήρεμα η Λεβαντόψσκu. «Είσαι πoΛU ζωηρή κι απερίσκεπτη. 22 . βοηθοόμενη από έναν μεγαλόπρεπο θuρωρό ξενοδο­ χείοι) ΠΟι) κρατοόσε μιά τεράστια ομπρέλα. γερμανικό κuνηγόσκuλο της Λεβαντόψσκu. Ποτέ της δεν κατάΨεΡε ν' αποσπάσει την προσοχή ΤΟι) κι αuτό την εξόργιζε. σκεψτόταν ότι θα ντρεπόταν κάπως αλλά και θα της άρεσε. Τώρα όμως. Γι' αuτό το τελεuταίο πήρε μια γερή κατσάδα απ' την Λεβαντόψσκu. Πέρα μακριά uπήρχε το όραμα ΤΟι) εαuτοu της ντuμένη με πανάκριβες γοόνες να κατεβαίνει από ένα πολuτελές αμά­ ξι. έβαψε το ζεστό στόμα της. και η Μαργκότ είχε μια τελείως ασαψή ιδέα για το ποό ακριβώς στόχεuε. «Δεν μπορείς να ζεις χωρίς κάποιον ψίλο» . δήλωσε αuτή η γuναίκα ροuψώντας μ' εuχαρίστηση τον καψέ της. Είμαι μόνο δε­ κάξι χρονών. όταν ψανταζόταν τον εαu=τό της να κάθε­ ται έτσι. μπροστά σε τόσα μάτια. πολλές ψορές μακιγιαριζόταν για το ποζάρισμα. Ενώ ακόμα αναρωτιόταν με ποιον τρόπο θα μποροόσε να πηδήξει κα­ τεuθείαν απ' το ξεθωριασμένο χαλί ΤΟι) ατελιέ μέσα στον αστραψτερό εκείνο κόσμο. Πριν. Η Μαργκότ κρατοόσε στην αγκαλιά της το χοντρό. μόνη μέσα σε μια λίμνη από ψως. χρειάζεσαι κάποιον να σε σuντροψεuει. και ο σεμνός αuτός νεαρός ψάχνει για μια αγνή ψuχή μέσα σ' αuτήν την διεψθαρμένη πόλψ. «Είσαι βλάκας)) . η ψράοι) Λεβαντόψσκι) τής μί­ λησε για έναν εΡωτοχτuπημένο μαζί της νεαρό επαρχιώ­ τη. διαπίστωνε ότι απλώς πιανό­ ταν απ' την ακινησία και αuτό ήταν όλο.εκείνος σήκωνε το κεψάλι ΤΟι) με τα χείλια μισάνοιχτα και το μέτωπο ζαρωμένο απ' την προσπάθεια. οι μέρες περνοόσαν. Τοuς ξέρω αuτοuς τοuς ΚUΡίοuς)) . Μήπως αuτό σε οδηγεί ποuθενά. Χάιδεψε τα μαλακά μεταξένια αuτιά ΤΟι) ζώοu. Άλλωστε ποιο το όψελος. και δίχως να την κοι­ τάξει της είπε: «Δεν είναι ακόμα ανάγκη για μένα. Για να διασκε­ δάζει την ανία της. Έτσι. τα ήδη κατάμαuρα ματόκλαδά της και μια ψορά πέρασε και τις ρώγες της ακόμα με το κραγιόν των χειλιών.

« Έλα. Για ν' ακριβολογοόμε. Τα μάγοuλά τοΙ) ήταν βαθοuλωμένα με προεξέχοντα ζuγωματικά και ήταν τόσο λεuκά λες και τα 23 . ψρεσκοξuρισμένος. Ατuχώς δεν ήταν και τόσο εόκολο να αποψασίσεις για την εμψάνιση τοι) Μίλερ. παράξενα σκληρά έμοιαζαν κάπως με περοόκα.«Δεν σοΙ) μιλώ γι' αuτοuς τοuς απατεώνες αλλά για έναν γενναιόδωρο. επανέλαβε η Λεβαντόψσκu. αξιοπρεπέστατο κόριο. πήγαινε μια βόλτα». uποθέτω». απάντησε η Μαργκότ. διάσημος. «Είναι μόνο τριάντα χρονών. έσκασε στο πάτωμα και έπειτα τρικλίζοντας προχώρησε στον διά­ δρομο. θα της το πω απ' την αρχή. ποι) κρατοόσε ένα σκόλο στην αγκαλιά της. Στην αρχή. και αν όχι τότε το ξανασκέψτομαι» . Την ημέρα τοι) ραντεβοό η ΛεβαντόψσκΙ) αγόρασε μερικά γλu­ κά και ετοίμασε άπειρο καψέ. Επίσης πρότεινε πολι) πονηρά στην Μαργκότ να ψορέσει το κόκκινο ψοuστάνι της. χτενι­ σμένα προς τα πίσω. με μετα­ ξωτή γραβάτα και χΡuσή ταμπακιέρα». ποι) γλίστρησε απ' την αγκαλιά της. σuλλογίστηκε η Μαργκότ' «�ν μοΙ) είναι αντιπαθητικός.Είχε γνωρίσει την Λεβαντόψ­ σκΙ) από Μο γλεντζέδες περιοδεόοντες εμπορικοός αντι­ προσώποuζ' τοuς είχε σuναντήσει σ' ένα τραίνο πηγαίνον­ τας απ' την Βρέ: �η στο Βερολίνο και έπαιζαν πόκερ σ' όλη την διάρκεια της διαδρομής. ο εuγενικός κόριος ποι) ανέ­ ψερε η ψράοΙ) Λεβαντόψσκu. Κατ' αρχήν είχε πολι) πε­ ρίεργο πρόσωπο ' τα θαμπά μαόρα τοι) μαλλιά. «Βλάκα». ψιλώντας την κρεατοελιά στο μά­ γοuλο τοι) σκUλοu. «Δεν έχω να διακινδuνέψω τίποτα». Γόρω στις 6 χτόπησε το κοuδοUνι. δεν σuζήτησαν τίποτα για την τιμή ' η μαστροπός τοό είχε δείξει απλά την ψωτογραψία ενός χαμογελαστοό· κοριτσιοό. και ο Μίλερ (αuτό το όνομα έδωσε) απλώς δέχτηκε. είπε η Μαργκότ στο σκuλί. « Κάποιος τρεμοuλιάρης γεροντάκος. ποι) σε είδε στον δρόμο ΚΙXL από τότε ονειρεόεται σuνέχεια μόνο εσένα». με ψω­ τεινά μάτια. ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από ντροπαλός επαρχιώτης.

και δuο βαθιά αuλά­ κια χαράκωναν την μια και την άλλη μεριά τοΙ) στόμα­ τος. σαν δαρμένος σκόλος. « Μπορώ να σας πω δuο λόγια. Γι' αuτό. είπε: « Έχω μια ιδέα αγαπητή xupCcx! -Υπάρχει μία θέση στην όπερα κρατημένη στ' όνομά flou.'χε καλύψει ένα λεuκό σόννεφο ποόντρας.ε την φράοΙ) Λεβαντόφσκu. άναψε τσιγάρο και βγάζον­ τας ένα κομματάκι από tσιγαρόχαρτο ποι) είχε κολλήσει στα παχιά ξαναμμένα χείλια τοu. παίζοuν Βάγκνερ. θα το πληρώσω εγώ». « Κι εμένα Αξελοόλι». παγωμένο.» έκανε ο Μίλερ φανερά δuσαρεστημένος και σηκώθηκε από την καρέκλα τοu . Με σuριχτή φωνή ρώτησε πώς την λένε· τοΙ) απάντησε. ψηλός. Το ντόσιμό τοΙ) έμοιαζε κάπως ξενικό· φοροόσε ένα γαλάζιο στο χρώμα τοΙ) oupcxvou ποuκάμισο. ενώ ο Μίλερ την καταβρόχθιζε με τα μάτια. Μετά ξαφνικά σώπασε. Έπειτα χαμογέλασε καλόκαρδα και άρχισε να λέει κά­ ποια ιστορία για έναν φίλο τοu. « Πάρτε ακόμα λίγο καφέ» . και τώρα καθόταν με τα χέρια δεμένα σφιχτά και αισθανόταν μάλλον έκπληκτη και δu­ στuχισμένη. Είμαι σΙγοuρος πως θα σας αρέσει. με μια επί­ σης γαλάζια φωτεινή γραβάτα και κοστοόμι μπλε voucXp με UΠεΡβολικά φαρδό παντελόνι. Σuζητοόσαν ψιθuριστά για βεΡολινέζικα θέματα κι εκείνος ήταν προσποιητά εuγενι­ κός με την οικοδέσποινα. είπε ήρεμα εκείνη. τραγοuδιστή της όπερας. το κάτω μέρος τοΙ) προ ­ σώποΙ) τοΙ) ήταν ακίνητο. λαμπερά αεικίνητα μάτια τοΙ) και τα τριγωνικά τοΙ) pou­ θοόνια. βάλτε το καπέλο σας και τρέξτε· πάρτε ένα ταξί. 24 . Η ΛεβαντόφσκΙ) τον εuχαρίστησε και εuγενικά τοΙ) είπε ότι προτιμοόσε να παραμείνει στο σπίτι. ποΙ) βρίσκονταν επίσης σε διαρκή κίνηση. με τετράγωνοuς τονισμένοuς ώμοuς και είχε καταπληκτι­ κή άνεση στις κινήσεις τοu. έκανε μ' ένα μικρό γελάκι και από­ τομα της γόρισε την πλάτη και ξανάρχισε την κοuβέντα μ. τοΙ) έ­ διναν την όψη λuγκός αντίθετα. Η Μαργκότ τον είχε φαντα­ στεί εντελώς διαφορετικά. Τα σκληρά. Ήταν αδόνατος. Ο Μίλερ κάθισε πάλι κάτω.

και γρήγορα την πήγε στο μπάνιο. και τοuς είπε ακόμα τρεις αστείες ιστορίες. θα το κάνω . Η Λεβαν­ τόφσκu ποu δεν είχε πάρει παρά ένα μικρό ποσόν από τα χρήματα ποu ζητοόσε. Ένα βράδu τις επισκέφτηκε. Έτσι πέρασε πάνω από μια βδομάδα. Τότε ο Μίλερ αποφάσισε να δράσει. ήπιε τρία φλι­ τζάνια καφέ. σUΜογίστηκε ο Μίλερ. ποu είχε νοικιά25 . ό­ ποu αστραπιαία τράβηξε το κλειδί και την κλείδωσε μέσα. ξεχνώντας τον σκόλο. Την πήγε σ' ένα μικρό διαμέρισμα. και περπατοόσε πλάι της. Η Λε­ βαντόφσκu μuρίστηκε τις κρuφές τοuς σuναντήσεις και στο εξής έβγαζε η ίδια τον σκόλο περίπατο. Έτσι άρχισε τις καθημερινές επισκέψεις. «Καλώς». μποροόσε να τα καταφέρει και χωρίς την βοήθειά της. είπε στρεφόμενος στην Μαργκότ ποu στεκόταν στην μέση τοu δωματίοu πιέζοντας το κεφάλι με τα δuο της χέρια. μάζεψε τα πράγματά oou και πάμε να φuγοuμε». Θα 'ταν παράλογο. την σήκωσε στα χέρια. Αuτή ταραζόταν τόσο ποu άθελά της έβιαζε το βήμα της. δεν τοuς άφηνε οότε στιγμή μόνοuς. ζητώντας να της ανοίξοuν. Η Μαργκότ δάγκωνε τα χείλια. «l'ρήγορα. αφοό στο σημείο ποu είχαν φτάσει τα πράγματα. και έπειτα έ­ σκuβε το κεφάλι σκάζοντας στα γέλια. Θα παίξω πολό πιο τέλεια και με μεγαΛUτερη επιτuχία απ' ό. ίσως τις πιο αστείες ποu είχαν ακοόσει. σκέφτηκε. ποu έτρεχε πίσω της. και περίμενε ελπίζοντας να καβαλήσει τον επόμενο. Η καημένη ξαφνιάστηκε τόσο ποu για ένα λεπτό δεν έ­ βγαλε μιλιά. όταν η Μαργκότ έβγαζε βόλτα τον σκόλο. και έπειτα πλησίασε την Λεβαντόφσκu.τι νομίζει». να πληρώσει το uπέρογκο ποσό ποu εκείνη ζητοόσε. ενώ το τεράστιο στήθος της Λεβαντόφσκu αναπηδοόσε ελαφρά. ο Μίλερ πεταγόταν μπροστά της απ ' το σκοτάδι. Ί�πειτα από λίγο όμως άρχισε να ξεφωνίζει και να χτuπά την πόρτα. Όμως μερικές φορές. λίγο λοξά με ασταθές βήμα.θα την εκδικηθώ όμως. «Αφοό αuτή η γριά αγελάδα με θέλει να παίξω τον ερωτεuμένο βλάκα.ποu όντας μεθuσμένος απέτuχε να καβαλήσει έγκαιρα τον κόκνο τοu.

Την κοίταξε επίμονα και άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στο δ ω μάτιο φορώντας τις μωβ πuτζάμες τοu και να τρίβει τα χέρια τοu λες και τα σα­ πούνιζε.σει γι' αuτήν την προηγούμενη ημ έρα. τοu έριξε μια μ ατιά και χαιρετήθηκαν. Πότε πότε της έκανε κάποιο δώρο .τι σuνήθιζε και της είπε ότι θα 'cpeure. στον κινηματογράφο . Από την μεριά τοu.μεταξω­ τές κάλτσες ή κάποιο ποuφ για π ούντρα . Όμως cruxvιx την πήγαινε σε ακριβά ρε­ στωράν. ποu cruxvιx. Αγνοούσε τί δοuλε ιά έκανε στο Βερολίνο. Δεν της μιλούσ-ε πολu. Τον ρώ­ τησε αν θα 'λειπε πολύ. πε­ τούσε ξαφνικά το καπέλο τοu σε μια γωνιά (όλως τuχαία εκείνη είχε ανακαλύψει από την φίρμα τοu ότι είχε επι­ σκεφτεί την Νέα Υόρκη) και έμενε. πράγμα ποu την έκανε να τρέμει περισσότ ερο. της είπε απότομα και άρχισε να ντύνεται χωρίς να την κοιτάζει. Αποφάσισε τότε. Οποuδήποτε κι αν πήγαινε φοβόταν ότι δεν θα ξαν αγuρνοUσ ε· κατά τ' άλλα ένιωθε uπερβολικά εuτuχισμένη κ αι ήλπιζε να 'μεναν μαζί για πάντα. έφαγε μια δuνατή στα χέρια.τίποτα το εξαι­ ρετικά ακριβό. ποιος ήταν στ' αλήθεια και σε π οιο ξενοδοχείο έμενε. 'Αλλωστε ο Μίλερ τής άρ εσε uπερβολικά. Ύστερα έν α πρωινό σηκώθηκε νωρί­ τερα απ' ό. «Στοιχηματίζω για πάντα». Κι όταν κάποια φορά προσπάθησε ν α ψάξει στις τσέπες τοu. και μια φορά την έπιασε τρεμούλα ότ αν είδε έναν διάσημο ηθο­ ποιό να κάθεται μόλις δuο τραπέζια πιο μακριά τους εκείνος. είχε μια τέτοια επιθuμία για την Μαργκότ. την επό­ μενη φορά να ενεργήσει σωστότ ερα. Όλα αuτά κράτησαν ακριβώς ένα μήνα. όμως cruxvιx την έπαιρνε στ α γόνατά τοu και κάποu κάπου χαμογελούσε σιγανά σαν να οραματιζότ αν για κά­ τι άγνωστο.ct έπειτα για καφέ. και η Μαργκότ μό­ λις πέρασε το κατώφλι τοu. Όμως δεν τα κατά­ φερε. ενώ ήταν έτοιμος για να φύγει. εκείνος έγινε πολύ προσεκτ ικός. Υπήρχε κάτι το τόσο ικανόποιητικό στο αγκάλιασμά τοu και στο άγγιγμα των σαρκωμένων χειλιών τοu. αφέθηκε με εuχαρ ίστηση και κέφι στο πεπρωμένο της ποu επίμονα την παρακολοuθού­ σε και την περίμενε. ο Μίλερ. Σκέφτηκε 26 .

Για μερικά λεπτά δεν ακοuγόταν τίποτα εκτός από έναν μικρό θόρυβο. αντίο γλυκέ δίά­ βολε». επανέλαβε. σύννεφα καπνού σκέπαζαν την οροφή και μικρά μαύρα Ji:. και γόρι­ σε προς τον τοίχο.μεινε όλη την ημέρα στο κρεβάτι.ομμάτια από καμένο χαρτί στροβιλίζονταν στον άνεμο. «Μην κουνιέσαι». Κούνησε τον γυμνό της ώμο. Τι κάνει τώρα. Μα η Μαργκότ έμεινε ακίνητη. έσπρωξε από πάνω της τα κλινοσκεπάσματα. το ορθάνοιξε και ή­ ταν έτοιμη να πηδήξει. (ιllώς να ζήσω χωρίς αυτόν. Την άλλη μέρα. της είπε. Της απόμεναν ελάχιστα χρήματα. Εκείνη ακριβώς την σ'. Κόσμος μαζευόταν. Έπειτα από λίγο της είπε: «Μην κινηθείς και μην γυρίσεις το κεφάλι σου». είχε ένα ττ.λεγράφημα απ' την Βρέμη: ((Δωμάτια πληρωμένα έως Ιούλιο. Από λι)πη. κάτι σαν γρατζούνισμα. κορνάροντας σταμάτησε στην είσοδο τοu απέναντι σπιτιού. όπως κάνουν οι εγκαταλειμμένες"δεσποινίδες στα φιλμς πήγε σε κάποιο ντάνσινγκ. «Τώρα μπορείς να γυρίσεφ>. το δωμάτιο ήταν πολι) ζεστό. Εκείνος δεν γό­ ρισε. αναρωτήθηκε.» είπε η Μαργκότ φωναχτά. Το φιλί τοu κοuδοuνιζε για αρκετή ώρα στο αυτί της. Την πλησίασε. το πρωί. που κάπου της φαινόταν γνωστός. Έμεινε τελείως ακίνητη. «Κρίμα που δεν έχω καμιά φωτογραφία σου». 'Ι:<:. της είπε φορώντας τα παπούτσια του.ιγμή πλη­ σίαζε το κόκκινο και χρυσό αυτοκίνητο της πυροσβεστι­ κής. Η Μαργκότ απορροφήθηκε τόσο πολι) από το θέαμα που ξέχασε την πρόθεσή της.ότι μάλλον θα αστειευόταν. της έδωσε ένα φιλί στο αυτί και έφuγε βιαστικά. Ύστερα τον άκουσε να φτιάχνει και να κλείνει την μικρή βαλίτσα που χρησιμοποιούσε όταν έφερνε διάφορα πραγματάκια στο �ιαμέρισμα. ΙΙετάχτηκε στο παράθυρο. Εκεί γνωρίστηκε με Μο rιαπωνέζοuς 27 .

Έπειτα την οδήγησε με το αυτοκίνητό του στο σπίτι της. Η Μαργκότ χαμογέ­ λασε και χωρίς να πει λέξη ξαναμπήκε στο ταξί και απο­ μακρόνθηκε. Όταν της πλήρωσε το δωμάτιο ωζ τον Νοέμβρη και της πρόσφερε ένα γοόνινο παλτό. Του έδωσε το τηλέφωνό της.και καθώς είχε πιει κάπως περισσότερο απ' ό. «Λοιπόν. Ο γέρος τής έκλεισε το μάτι και την ρώτησε τι ήθελε να πιει. δεν θα το φανταζό­ μουν ποτέ!» φώναξε συνεπαρμένη. Της φώναζε κάτι και κουνοόσε απειλητικά την γροθιά του. Αποφάσι­ σε στο μέλλον να είναι πιο προσεκτική. με 28 . δέχτηκε να περάσει την βραδιά μαζί τους. Έφτασε στο σπί­ τι τους με ταξΙ Ήταν Σάββατο και η μητέρα της έτριβε το πόμολο της εξώπορτας. Μισοντυμένη.τι συνήθιζε. Μόλις τέ­ λειωνε την βρωμοδουλίτσα του κοιμόταν αμέσως. Οι αξιοσέβαστοι Γιαπωνέζοι τής έδωσαν τριακόσια πενήντα μάρκα και την πέταξαν έξω. Μια βραδιά σε κάποιο μπαρ.» Γέλασε και του αποκρίθηκε πως είχε κάνει λάθος. ένας χοντρός γέρος με μότη σαν παραγtνωμένο αχλάδι. Από το πίσω παράθυρο του αυτοκινήτου είδε τον αδελφό της να βγαίνει τρέχοντας απ' το σπίτι. Ποόλησε το γοόνινο παλτό της και μ' αυτόν τον τρό­ πο βολεότηκε ως την 'Ανοιξη. Δώρα. Αυτός την ακoλoUΘησε και έτοιμος να κλάψει την παρακαλοόσε να του ορίσει κάποιο ραντεβοό. του επέτρεψε να περάσει την νόχτα στο σπίτι της. Δόο μέρες πριν το αποχω­ ριστεί ένιωσε την φλογερή επιθυμία να εμφανιστεί έτσι μεγαλόπρεπα ντυμένη στους γονείς της. Όταν αντίκρισε την κόρη της κοκάλωσε από την έκπληξη. Μια μέρα δεν ήρθε στο ραντεβοό κι όταν λίγο αργότερα η Μαργκότ τηλεφώνησε στο γραφείο του έμαθε πως είχε πεθάνει. Θυμάσαι τις τρέλες μας το περσινό καλοκαίρι. Έπιασε ένα φθηνότερο δωμάτιο. ακοόμπησε το μαραμένο χέρι του στο μεταξένιο της γόνατο και της είπε: «Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω. Στο κρεβάτι ήταν βολικός. Μέσα στο σκοτάδι του αυτοκινήτου έγινε τόσο αηδιαστι­ κός που εκείνη δεν άντεξε και πετάχτηκε έξω. Το πρωί ζήτησε διακόσια μάρκα.

Η Μαργκότ άρχισε να τον διαβε­ βαιώνει πως είχε παίξει ξανά στον κινηματογράφο και με μεγάλη επιτυχία.» την ρώτησε κοιτάζοντας καλο­ προαίρετα το ξαναμμένο της πρόσωπο. «Κι ύστερα.. Αυτός ο χειμώνας έμοιαζε πιο κρύος στην Μαρ­ γκότ · έψαχνε γύρω της για κάτι να βάλει ενέχυρο. καθότ�ν στην άκρη του κρεβα­ τιού μέσα στο σκοτάδι που πύκνωνε και κάπνιζε αμέτρη­ τα τσιγάρα. Έχω μία κόρη. σκεφτείτε κα­ λά. συμπαθητικό άτομο.. δεν θα βλέπατε ποτέ το όνειρό σας (τουλάχι­ στον το όνειρο για το οποίο μιλάμε την στιγμή αυτή) να πραγματοποιείται. Μια μέρα της είπε για κάποιον ξάδελφό της που είχε έναν μικρό κινηματογράφο και τα πήγαινε πολύ καλά.δινε σω­ ρό από υπέροχες υποσχέσεις. Ύστερα ο διευθυντής έκλεισε το μοναδικό του μάτι (θα μπορούσε να ήταν κάποιο φιλικό γνέψιμο αν το άλλο ήταν ανοιχτό) και δήλωσε: «Θέλετε να σας πω κάτι. Οποιοσδήποτε από τους συναδέλφους μου. που δεν το πΙC!cεύω . Είχατε τύχη που πέσατε σε μένα. «Σε ποιο φιλμ. . που θα τον έβαζε σε πειρασμό η νεότητά σας. 29 . Εγώ είμαι ένας άνθρωπος γέρος πια και είδα πολλά (. θα σας έ. Γυρίστε στο σπίτι σας. φαντάζο­ μαι μεγαλύτερη από σας. ίσως εκείνο το ηλιοβασίλεμα. Μια γαλανή μέρα. βρήκε μια γνωστή κινηματογραφική εταιρία και πέτυχε να κλείσει ένα ραντεβού με τον διευθυντή. και θα απαιτούσε για αντάλ­ λαγμα προκαταβολές πολύ συγκεκριμένες και κοινές όσο για σας. » . Η σπιτονοικοκυρά της. γι' αυτό θα μου επιτρέψετε να σας πω κάτι: δεν υπήρξατε ποτέ ηθοποιός και πιθανότατα δεν θα γίνετε ποτέ.την ζωή μου. '!i:πεσε σιωπή.τα ποδαράκια της γυμνά.» αναρωτιόταν. που ένιωθε τολμηρή. βάφτηκε έν­ τονα. Τολμηρά του πέταξε μια φίρμα και κάποιο φιλμ. αν τα πάτε καλά μαζί τους. συμβουλευτείτε τους γονείς σας. . ερχόταν πού και πού και της έλεγε κάποια καλόψυχη κουβέντα. Ήταν ένας ηλικιωμένος άντρας που το δεξί του μάτι ή­ ταν σκεπασμένο με μία μαύρη λουρίδα και το αριστερό έ­ λαμπε διαπεραστικά.

Αόριο θα δω εκείνον τον ξάδελφό μοΙ) και θα τοΙ) μιλήσω» . Από το τέλος της πρώτης εβδομάδας είχε κιόλας την εντόπωση πως είχε περάσει όλη της την �ωή δείχνοντας στοuς ανθρώποuς ποό να καθίσοuν. άρχισε να βαριέ C. αν :. «Πολό καθώς πρέπει άνθΡωΠJς. σηκώθηκε και βγήκε έξω. ονειΡοπολοόσε η Μαργκότ. καθώς εκείνη έτρωγε γρuλΙζοντας θuμωμένα. είπε στην Μαρ­ γκότ και κάθισε κοντά της μποστά στο σαραβαλιασμένο τραπέζι. Θuμωμένη γόρισε σπίτι. Παρ' όλα αuτά.Η Μαργκότ χτόπησε την άκρη τοΙ) γραφείοΙ) με το γάντι της. στην δεότερη και τρίτη προβολή. με σφιγμένο πρόσωπο.ιαι λίγο βλά­ κας» . κορίτσι μοu. το πρόγραμ­ μα άλλαζε κι αuτό της έδινε xoupιXyto. στον τοίχο την Γκρέτα Γκάρμπο. Έπειτα. Ήταν ντuμένος ά­ ψογα και τα μπλε τοΙ) μάτια την κο!τοόσαν λαίιιαργα. αuτή η άγια ΓUναικα έβγαλε μια μποτίλια κονιάκ και δόο μικρά ποτήρια. τα γέμισε τρέμοντας. Η καινοόρια της δοuλειά διασκέδαζε στην αρχή την Μαργκότ.κά προς χάριν της προβολής αφοό εξακολοuθοόσαν να προβάλλοuν την ίδια ταινία ένιωσε λίγο '�uγκινημένη και ελαφρά αναστατωμένη. αλλά εκεί οότε ποΙ) την δέχτηκαν.φανίστψ�ε για τέταρτη ή πέμπτη φορά .μ. Όρθια ιιες στο σκοτάδι. όταν εκείνος e.. Μετά από δuο ή τρεις μέρες ξανάρθε. '1" στερα. Στο ίδιο εκείνο κτίριο είχε τα γραφεία της κάποια άλλη κινηματογραφική εταιρία.(L ανuπόφΟΡα. Ένας αργοπορημένος πελά _ης μπροστά στην έξοδο της έριξε ένα δειλό και δuστuχισμένο βλέμμα. Η σπιτονοικοκuρά της της έβρασε δόο αuγά και την χτuποόσε καθησuχαστικά στον ώμο.και όχι cpuc. « Στην uγειά σοΙ) και καλή τόχη». Πέρασε άλλη μια βδομάδα. «Τι δ�ιλός ποΙ) ήταν αuτός ο άνθρωπος1» 30 .. Αν και ήταν λίγο ταπεινωτικό να αρχΙσει έτσι την κινηματογραφική της καριέρα. έπει­ τα βοόλωσε προσεκτικά την μποτΙλια και την ξανάχωσε κάποu. « Όλα θα πάνε καλά. παρακολοuθοόσε ακοuμπισμένη. Την ΙΙrxΡασκεuή άλλωστε.

Στην επόμενη' διάβαση αναγκάστηκε να περιμένει ενώ τα αμάξια περνούσαν με ταχύτητα από μπροστά τ. .σuγχρονίσει το βήμα ΤΟι) με το δικό της δεν είχε ποτέ σuνοδέψει μία τόσο μικροσκr. πως θα την ακολοuθούσε. Άρχισε να μιλάει χω­ ρίς βία� χαροόμενος για την πρωτόγνωρη εuχέρεια της ομιλίας τοu. Εκείνη τον προσπέΓασε τότ�. παραλίγο να τr:ν ρίξει κάτω ένα αuτοκίνητο� XI"(L κάνοντας γρήγορα στο πλάι έπεσε σχεδόν επάνω στον Αλμπίνοuς. � Της πήρε την ομπρέλα απ τα χέρια κι εκείνη σφί­ χτηκε κοντά τοu. Για μια στιγμή φοβήθηκε ότι η καρδιά � � ΤΟι) θα σπαγε. «Είσαι ι:oύσκεμα»� ΤΟι) είπε χαμογελώντας. Μόλις όμως την είδε να πλησιάζει� έστριψε και etpu­ γε. Το ύφος αuτό ΤΟι) έδινε κάποια γοητεία. Έπειτα� όταν ξανάρθε στο «ΆΡγκοuς» � ήταν χλωμός και φαινόταν άρρωστoς� σαν κάτι να τον τuραννούσε. 31 . Διέσχισε τον δρόμο πηγαίνοντας αργά προς το μέρος τοu.απλά εξαφανίστηκ·.ιu. Αλλά δεν το έ­ κανε .cική γuναίκα.Κάποιο βράδu� βγαίνοντας από τον κινηματoγράφo� τον είδε να στέκεται στην απέναντι πλεuρά ΤΟι) δρόμοu. Ήξερε πως τον ακολοuθούσε και δεν τολμούσε να βιάσει το βήμα ΤΟι) μήπως την χάσει. Ελάττωσε το βήμα της χωρίς να γuρίσει το κεφάλι της� όμως τον παρακολοuθούσε με τ"ην άκρη ΤΟι) μα:τιού της περίμενε:. Ύστερα ένιωσε καλλίτερα� σαν να χε σuλ­ λάβει τον τόνο της έκστασής τοu� αuτής της uγρής έκστα­ σης ΠΟι) τuμ:πάνιζε εuτuχία στο τεντωμένο μετάξι της ομ­ � πρέλας πάνω απ τα κεφάλια τοuς. Την έπια­ � σε απ το μπράτσο και πέρασα" απέναντι μαζΙ «Apχίζει»� σκέφτη'tε ο Αλμπίνοuς ε)ώ αδέξια προ­ σπαθούσε νι:. Μπροστά στην πόρτα της Μαργκότ έκλεισε την ομπρέλα και της την επέστρεψε. Να τος πάλι� στεκόταν ξανά στο απέναντι πεζοδρό­ μιο. Αισθάνθηκε ηλίθιης και αηδιασμένος. Η βροχή είχε σταματήσει� όμως εξακολοuθούσαν να προχωρούν κάτω από την ομπρέλα. Αφού τέλειωσε την δοuλειά της� η Μαργκότ βγήκε στον δρόμο' κοντοστάθηκε και άνοιξε την ομπρέλα της.

«Αόριο θα σε περιμένω πάλι». Ο Πωλ. το γούστο τοu. όμως αuτή έστριψε το κεφάλι της και τα χείλη τοu άγγι­ ξαν το γόρο τοu καπέλοu της. «Θα θuμώσει η θεία μοω>. αΔUνατO». η Ίρμα. «AΔUνατo. Έτρεφε βαΘU σεβασμό για τον Αλμπίνοuς. Tou χαμογέλασε μέσα απ' το τζάμι κι εξαφανίστηκε στα σκοτεινά. για τις γνώσεις τοu. «Αφήστε με.«Μην φεόγεις ακόμα». αποκρίθηκε εκείνη. . « Μα μην φεόγεις ». Μόλις έμεινε μόνος ο Αλμπίνοuς πήρε μια βαθιά ανάσα. Η Ελισάβετ. «Αφήστε με» τοu ψιθόρισε χαμηλώνοντας το κεφάλι. έβγαλε το μαντίλι τοu. επανέλαβε εκείνη ενώ ΓUριζε το κλειδί και έσπρωχνε την πόρτα με τον μικρό της ώμο. ο Πωλ ανήκαν κατά τα φαινόμενα σε μία άλλη εποχή. 4 Στο σπίτι δεν είχε αλλάξει τίποτα κι αuτό τοu φάνη­ κε περίεργο. κοόμπωσε και ξεκοόμπω­ σε προσεκτικά το πανωφόρι τοu και νιώθοντας την ελα­ φράδα τοu γuμνού τοu δάχτuλοu ξαναπέρασε γρήγορα την βέρα τοu ποu ήταν ζεστή ακόμα. όπως τα τοπία των Ιταλών πριμιτίφ. τα όμορφα πράγματα ποu τον περιτριγόριζαν και για τον πράσινο σαν σπανάκι Γκόμπλεν ποu κρεμόταν στην τραπεζαρία. έπειτα από την ολοήμερη εργασία στο γρα­ φείο τοu. «δεν έχω άλλον εκτός από σένα στον κόσμο». αγαποόσε να ξεκοuράζεται στο σπίτι της αδελ­ φής τοu. επανέλαβε (ελεuθερωμένος τελικά απ' την βέρα τοu). της φώναξε. την παρακάλεσε (ενώ με το χέρι χωμένο στην τσέπη τοu προσπαθοόσε να βγάλει με τον αντίχειρα την βέρα τοu). δεν πρέπει». 32 . Την έπιασε απ' τα χέρια και θέλησε να την φιλήσει. το ίδιο φωτεινή και ήσuχη. «Μην φεόγεις». της είπε. «Είναι αργά».

ΒΡισκόντοuσαν εκεΙ Η Ελισάβετ με το σuνηθισμένο καρώ φοuστάνι. ενώ όλα τα προηγούμενα ήταν μονάχα όνειρα. ) Μήπως από κάποια φοβερή σύμπτωση τον είχαν δει. την φωτισμένη ελαφρά. χήρα βαρώνοu. Και γuρίζοντας το κλειδΙ στην πόρτα σκάρωνε βιαστικά μια πολύπλοκη ιστορία. ενώ ταuτό­ χρονα ένιωθε να τον διατρέχει μια σκέψη σαν αστραπή. ναι. » Δεν ήταν όμως και τόσο απλό όσο πίστεuε. Μπήκε στο σαλόνι. ο Πωλ με το πούρο στο στόμα κι ακόμα μια γριά φΙλη. (Γιατί ο περίπατος αuτός μες στην βροχή ήταν κιόλας μια προδοσία. Όμως τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ο ρuθμός της καθημερινής απλής ζωής ήταν τόσο ανακοuφιστικός ποι> ένιωσε ρίγη χαράς: δεν τον ανακάλuψαν. Ούτε η λεuκή πόρτα στο βάθος τοι> διαδρόμοι> ποι> πΙσω της κοιμόταν η κόρη τοu.Ανοίγοντας την εξώπορτα. ο Αλμπίνοuς ένιωσε μια αλλόκοτη αγωνία. crCyoupιx αύριο . « Ίσως αύριο.και δεν uπήρχε περίπτωση να την τραβήξει σε κάποιο ξενοδοχείο .μιλούσε ελάχιστα για τον εαuτό . φαντασία . επι­ πλωμέν. η ριφέρ (βαμμένο λεuκό) ν' αντανακλάται στον καθρέφτη. το ταλέντο της και ότι ήταν ανάγκη να την βοηθήσει.. ο Λλμπίνοuς απορούσε για τον διχασμό τοu: είχε επΙγνωση της άφθαρτης αγάπης τοι> για την Ελισάβετ. ξαπλωμένος στο πλάι της γuναCκας τοι> στην κρεβατοκάμαρα. . Λίγο αργότερα. μια βολίδα κρύοι> αέρα τον διαπέρασε μόλις αναλογίστηκε ότι σ' ένα λεπτό θα βρισκόταν μπρο­ στά στην yuvιxCxιx τοu: δεν θα uποπτεuόταν άραγε την προδοσία.. Μήπως το φτηνό της άρωμα εί­ χε παραμείνει πάνω τοu. για μια νέα ζωγράφο. Τι σημασία εί­ χε τι έλεγαν. αύριο κιόλας.. ποι> είχε καταστραφεί από την uποτίμηση των χρημάτων και τώρα έκανε εμπόριο πινάκων και χαλιών. ούτε το τεράστιο παλ­ τό τοι> Πωλ ποι> το είχαν κρεμάσει προσεκτικά απ' το κρεμαστάρι τοι> (ένα ειδικό κρεμαστάρι καλuμμένο με κόκκινο μετάξι) στο πορτ μαντώ. για την φτώχεια της. Στις επόμενες σuναντήσεις τοuς η Μαργκότ επιδέξια αρνήθηκε τα φιλιά τοι> .

Ακόμα κι αυτή η σκληρή. κοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι και σαλιώνοντας το δάχτυλό της έστρωσε στους κροτάφους της το τσουλούφι των μαύρων μαλλιών της. και κείνη συλλογίστηκε πικρά: « Άλλος Μίλερ . κι απ' την λάμψη που είχε το στόμα της με τα 34 . την παιδική αθωότητα στα μεγάλα ελαφίσια μά­ τια της. κόρη ζωγράφου. συλλο­ γίστηκε. ελαφρά χλωμό ζάρωνε στην ραχοκοκαλιά. ως και την μικρή ελιά που μόλις φαινόταν στο μάγουλό της. μόλις καθόταν σε καφενείο ή ρε­ στωράν.» και του απάντησε απότομα: «Στοιχηματίζω πως μου λες ψέματα». πως έμενε με την θεία της. Δίχως να σηκωθεί. «Ακόμα κι άν ήξερα πως θα με κρεμούσαν » . Ο Μάρτης ήταν βροχερός. Το 'χε συνήθεια. Αυτοί οι βραδινοί περίπα­ τοι κάτω απ' την ομπρέλα τυραννούσαν τον Αλμπίνους. έπαιρνε χάρη από την ελκυστική. ενώ μια ζεστή μυρουδιά βιολέτας τύλιγε τον Αλμπίνους. Η Μαργκότ πρόσεξε τα αρχικά του. Ο Αλμπίνους καθόταν δίπλα της και κοίταζε λαί­ μαργα αυτό το πρόσωπο που όλα επάνω του ήταν τόσο ελκυστικά. πως ή­ ταν πολύ φτωχή και πως ήθελε ν ' αφήσει την δουλειά της γιατί την κούραζε πολύ. Τα ξαναμμένα μάγουλα. Διάλεξε ένα σκοτεινό και φτωχικό για να 'ναι σίγουρος ότι δεν θα συναντούσε κανέναν από τους γνωστούς του. συνοικιακή προφορά της. μπάσα φωνή της.έτσι γρήγο­ ρα. με το κεφάλι ελαφρά σκυμ­ μένο. «και τότε δεν θα σταματούσα να την κοιτάζω». άρχισε να τραβάει τα μανίκια για να βγάλει το παλτό της. έτσι της πρότεινε να μπουν σ' ένα καφενείο. γέρνοντας τους ώμους της τον έναν μετά τον άλλον.της. Έπειτα έβγαλε το καπέλο της. που την βοηθούσε παρακολουθώντας τις κινήσεις της ωμοπλάτης της: το δέρμα. βερολινέζικη. τα υγρά απ' το λικέρ χείλια. του είπε μόνο (περίεργη σύμπτωση) πως ήταν ορ­ φανή. Ο Αλμπίνους τής συστήθηκε σαν Σιφερμίλερ. να βγάζει μπροστά του την τσιγαροθήκη και τον αναπτήρα του.

Η Μαργκότ τον χτόπησε μητρικά στον ώμο και ΤΟι) είπε: «Να 'σαι φρόνιμο παιδί» . Η Ελισάβετ με το γαλάζιο νuχτικό της. «ο 'Αικ ζητά πάλι λεφτά. Και ένα γράμμα -από την Αμε­ ρική» . Η πρώτη σκέψη ΤΟι) Αλμπίνοuς το ε. «Με τρελαίνεις» .πόμενο πρωί ή­ ταν: Δεν μπορώ να σuνεχίσω έτσι. τα μάτια της μισύ­ κλειναν και ΔUo λακκάκια σχηματιζόντοuσαν στα μάγοu­ λά της της Ιπιασε αδέξια το χέρι μα αuτή το τράβηξε αμέσως. κακότροπος και χωρίς ταλέντο καλλι­ τέχνης. φοβάμαι πως τα νέα μοΙ) είναι πο35 . Να φόγει απ' την μέση αuτή η θεία της. Γράφει πως δεν έχει χρήματα ν' αγοράσει χρώματα. Θα 'μαστε μόνοι. «Αγαπητέ κόριε.κάτασπρα δόντια. Υποθέτω πως θα πρέπει να τον βοηθήσοuμε πάλι» . Τι uπέροχο ΠΟι) δεν είχε εραστή! «Δεν κοιμάσαι. της είπε. ΠΟι) είχε περάσει σκληρά χρόνια. εντελώς μόνοι. «Τίποτα ενδιαφέρον.» την ρώτησε ρίχνοντας ένα αδιάφορο βλέμμα στον ασπροuλιάρικο ώμο της. Πρέπει να της νοικιάσω ένα δωμάτιο. αποκρίθηκε ο Αλμ­ πίνοuς. Α! Θα της μάθω την «τέχνη ΤΟι) έρωτα» ! Είναι τόσο νέα. «Υπάρχει μία πρόσκληση για τον καλλιτεχνικό σόλ­ λογο. «Διάβασέ μοΙ) το» . τόσο αγνή. ενώ στο μuαλό ΤΟι) έφτιαχνε ολοζώντανη την ει­ κόνα ΤΟι) πατέρα της Μαργκότ: σίγοuρα θα 'πρεπε να ή­ ταν ένας ελεεινός. Θα πρέπει να πάμε. «Ναι.» Τον ρώτησε απαλά η Ελισάβετ. της ζήτησε. Γράφει πως η γuναίκα ΤΟι) και η πεθερά ΤΟι) είναι άρρωστες και πως σuμμαχοuν εναντίον τοu. αΔUνατoν. φuσικά. Κάποιο ερωτι­ κό εγχειρίδιο για αρχάΡιοuς. Κατάφερε να χασμοuρηθεί πειστικότατα και άνοιξε τα μάτια τοu. Όταν γελοόσε. κα­ θόταν στην άκρη ΤΟι) κρεβατιοό και έλεγχε την αλληλο­ γραφία της ημέρας. δίχως άλλο» .

στο οποίο. Η Ίρμα χαμογελούσε και γρατζούνιζε με το πα­ πούτσι της το πάτωμα.. )) άρχισε να λέει ο Αλμπίνοuς και ξαφνικά 36 .. σήμερα να 'σαι καλό κορίτσι)). γελώντας και κοuνώντας την μετά από κάθε φράση. Επειδή ί­ σως έλθω στο Βερολίνο στο τέλος .λί> λίγα. επί παρενθέσει. χτuπησε το τηλέφωνο.. Η Ελισά­ βετ πήρε την κόρη της σ:cα χέρια και της έλεγε αστεία φι­ λώντας την. είπε η Ελισάβετ και 'κατέβασε το ακοuστικό μ' ένα στεναγμό ανακούφισης. Σιωπηλά φίλησε τον πατέρα της πρώτα και μετά την μητέρα της. είπε σιγανά ο Αλμπίνοuς στην κόρη τοu.. « Γεια σας. μπορούσε να ξεχωρίσει την φωνή ποu ακοuγόταν αρκετά καθαρά από την άλλη άκρη της γραμμής. είχε πολύ ξέθωρα τσίνορα και η μύτη της ήταν αρ­ κετά μεγάλη για το πρόσωπό της. γεια σαζ)).ρα! » φώναξε η Ελισάβετ και την ίδια στιγμή έκανε μια γκριμάτσα στον Αλμπίνοuς ποu uποδή­ λωνε πως ήταν η βαρώνη. φλύαρη πάντα και διψασμένη για τηλεφωνικές σuζητήσεις. Η Ελισάβετ πήρε το ακοuστικό. « Ποιος . Αuτή τη φορά απάντησε ο Αλμπίνοuς. Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. Ο Αλμπίνοuς ασχολήθηκε με το γράμμα. Έβγαλε το χέρι έξω απ' τα σκεπάσματα. ποu άκοuγε το τηλεφωνικό ILu­ θιστόρημα με μισόκλειστα μάτια. είπε μια γuναικεία φωνή. Το μέτωπό της ήταν γεμάτο φα­ κίδες. έπιασε το γράμμα και κοίταξε την ημερομηνία τοu. Ο Αλμπίνοuς κοιτάζοντας αφηρημένα τις κινήσεις των λε­ πτών της δαχτύλων. δεν είχε ακόμα απαντήσει στο προηγούμενο. « Καλημέρα 'Αλμπερτ)). αλλά uπάρχοuν κάτι ελάχιστα τα οποία σuμπλη­ ρώνοuν το μακροσκελές γράμμα ποu σας είχα στείλει. Η Ίρμα μπήκε στο δωμάτιο για να πει την σuνηθισμένη της καλημέρα στοuς γονείς της. « Κοίτα. «Ω! Καλημέ. βγάζοντας πότε πότε μερικές κραuγές θαuμασμού. » Την στιγμή εκείνη. Περίεργο. δεν απαντήσατε ακόμα. Η Ίρμα χαμογέλασε. Δεν ήταν όμορφη. πάνω στο διπλανό κομοδίνο.

) και την παρατηρού­ σε να ψεύγει.) δρόμο!. ΤΟ!.) κατέβαινε με μεγάλη ταχύτητα. 5 Η σuνάντησή τοuς εκείνο το βράδ!. Στεκόταν στην μέση το!. Καθαρές ανοησίες. Το\) ε. τελειώσαμε.ένιωσε σα να 'ταν μέσα σε κάποιο ασανσέρ ΠΟ!. άντε. θα μπορούσε να φανταστεί ότι είχε κάνει λάθος. 37 . «αλλά σε σuγχω­ ρώ».» «Ω! Θεέ μοu! Ποτέ δεν καταλαβαίνεις αμέσως. Το δέκατο τηλεψώνημα ΠΟ!. το έκανα γιατί είχα τοuς λόγοuς μοω>.) ήταν λάθος μέσα σε δuο μέρες.) χρόνο\) . Au­ τός ο Αμερικανός. την uποδέχτηκε με: «'AxoucrE.) να μο!.Ιπε ανέκψραστα εκείνη και απομακρύνθηκε. «Δεν ήταν πολύ εuγενικό από μέροuς σο!.) τηλεψωνήσεις.» τον ρώτησε. Μόλις την είδε να βγαίνει από το « Άργκοuς» . είπε βραχνά ο ΑλμπΙνοuς και έκλεισε το τηλέψωνο.» «Α! βλακείες! Ίρμα. «Ποιος Ρεξ» .) είπα τ' όνομά μοu.) εκείνος είχε ακούσει την ψωνή της βαρώνης. είπε η ψωνή. ρώτησε ήσuχα η Ελισάβετ. αν δεν της έλεγε τίποτα. χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα.) καλλΙτε­ ρα! Έπειτα. « Πολό ωραία. πήγαινε παιδί μο!. αδύναμος. «Ποιος ήταν.) να παίξεις έ­ ξω. Την ίδια στιγμή σuλλογίστηκε με τρόμο ότι μπορεί να την είχε ακούσει και η Ελισάβετ κατά τον ίδιο τρόπο ΠΟ!.) απαγορεύω άλλη ψορά να μο!. σο!.) ήταν πολύ ταραγ­ μένη. παιδί μοu. γεια oou». Δεν έπρεπε να το κάνεις. Γράψει πως ίσως έρθει στο τέλος . « nατί κοκκΙνισες. «Ποιος γράψει. μη στριψογuρίζεις εδώ. ο Ρεξ» . Από ψόβο μήπως ξανατηλεψωνήσει η Μαργκότ. «Πήρατε λάθος αριθμό». Μα τι γάιδαρος ήταν! Δεν έκοβε την γλώσσα το!. Θα εuχαριστηθώ πολύ να τον δω». ο Αλμπίνοuς είχε μείνει όλη μέρα στο σπίτι. Αν δεν σο!.) δώσεις ψεύτικο όνομα».

σε ικετεόω. Ναι! Βεβαίως και είσαι παντρε­ μ.χαλό θα της κάνεο). όμ. Κοίταξε.ΟUΤΡα. « Κι αν πράγμ. « Άφησέ μ. Την έπιασε απ' τα χέρια.α στο τη­ λέφωνω).ώνεις μ.ικρή της τσάντα.ποτί­ λιες της μ. κτήνος και βλάκας)).ην αξίζει 38 .άλλον σωστή ανακεφαλαίωση γι' αuτόν. σταμ. ίσως να μ. δεν μ. 6 «Ρίξε μ.ια μ.ένος -γι' αuτό κρόβεις την βέρα σοι) στην τσέπη. δικό σοι) διαμ.. «Τε­ λικά μ.πορώ να ζήσω χωρίς εσένα. «Στο διάβολο!)) τοι) φώναξε εκείνη χτuπώντας τοι) την πόρτα κατάμ.)) ρώτησε ο Αλμ. <ψην θuμ.ένος. αρπάχτηκε απ' την μ.ε βλέπεις πια.Την πρόφτασε τρέχοντας και προχώρησε δίπλα της. μ. Παράτησε την δοuλειά aou. « Σuγχώρεσέ μ. ποι) τα τΡαποuλόχαρτα είχαν γίνει πια στρογγuλά.ε)).πίνοuς. μ. τοι) είπε η Μαργκότ κάνοντας μ. Είμ.ως σε παρακαλώ.ε.άθω πώς ζει)).ένα.. ό. « Ένας κα­ στανός.αι πλοόσιος.οuν. βρuχήθηκε ο Αλμ. έχω ΓUναίκα και παιδί.πισμ. σuλλογίστηκε η Μαρ­ γκότ μ.ένη. Απάτησέ την.πίνοuς. Είναι αλήθεια.άτιο. είπε στην σπιτονοικοκuρά της η Μαργκότ.ην είναι πλοόσιος.ην φεόγεις!)) της φώναξε. της είπε.ένοuς στο τραπέζι.πόρας μ. Θα έ­ χεις το δικό σοι) δωμ.ε ήσuχψ. πλοόσιος. )) « Πρέπει να μ. «Δεν θα 'θελες να μ.α­ κρινό ταξίδι . Κι αuτή τράβηξε πίσω απ' τις άδειες μ.ε νοιάζει εμ.ια τράποuλα τόσο φαγωμ. άκοuσέ μ.. τοι) ξέφuγε.έρισμ.αζί fLou. )) «Είσαι ψεότης.άτα τις κοροί"δίες γι' αuτοUς . το σκέφτηκα ξανά. « Και είσαι και παντΡεμ.πορεί να μ.οι) τα χαρτιά)).)) « Και τι μ. . Όχι.α. Μαργκότ.ιλήσει τόσο άσχημ. «Πάψε)).τι σ' αρέσει . . κάτι φασαρίες.ατι ήμ.ια γιορτή κι ένα μ. αλλιώς δεν θα είχες μ. «Μαργκότ.ε τοuς αγκώνες ακοuμ..

είπε στην Μαργκότ μόλις συναντήθηκαν. «Δεν πιστεύω ότι μπορεί να γίνει.» τον ρώτησε γελώντας. «Άκουσε» . Σου υπόσχομαι να συμπερι­ φερθώ . όταν βρέθηκαν μέ­ σα στο ταξί. «Δεν μπορώ να σου μιλήσω άλλο » . «Δεν ξέρω» . του αποκρίθηΚΕ η Μαρ­ γκότ.) μου τηλεφώνησες. κατάλευκο απ' την ανταύ­ γεια της λάμπας του δρόμου. «Είμαι κτήνος» . συλλογίστηκε. Παρ' ότι νεκρός από φόβο. έμεινε ακίνητος για λίγο.. ήταν τρελός από χαρά. » πρόσθεσε κοιτάζοντας με αγάπη το παιδικό. Η Ελισάβετ ήταν στο μπάνιο.. αποκρίθηκε αuτός μ' ένα ξαφνικό σύγκρυο.. «Σήμερα δεν ξέρω.. δεν νομίζω» . «Ας πάρουμε ένα ταξί» . Τραύλισε αυτός. ίσως να σου επέτρεπα να με φιλήσεις». « Ναι. 'Η μήπως πρέπει να το διακινδυνέψω. ανασηκωμένο της πρόσωπο. ποια ώρα θα βγει η σuμβία σοΙ. την ίδια ακρLβώς ώρα. που τον συγχώρησε. «γλυκιά μου».) σήμερα. Μια πόρτα άνοιξε πιο πέρα.» Την επομένη το πρωί. «Δεν θύμωσα ποΙ. αλλά σε παρα39 . «Γλυκιά μου».. Θα σε δω το βράδυ και τότε θα . « Όχι.λοιπόν τον κόπο να ενδιαφέρομαι. «Γιατί ρωτάς. ακούγοντας τους κτύπους της καρδιάς του. «Αν ερχόμουν σπίτι σου. ψιθύρισε. » Κατέβασε το ακουστικό και. ένα ανοιχτό όμως» . ψιθύρισε ο Αλμπίνους. « Σ ίγουρα η Ελισά­ βετ θα χασομερήσει κανένα μισάωρο ακόμα στο μπάνιο» . του τηλεφώνησε. Αν σου κλείσω το τηλέ­ φωνο μην ξαφνιαστείς. «Μια μικρή παράκληση». είναι επικίνδυνο. « Άκουσε. Ο Αλμπίνους μιλούσε ψιθυριστά με το ένα μάτι καρφωμένο στην πόρτα. Έμεινε σιωπηλός.» « Έλεγα να πεταχτώ για λίγο » . ξεκίνησε να της λέει.

την επομένη. «Και έπειτα.καλώ. «Αόριο για παράδειγμα θα είμαι μόνος από τις 4 ως τις 6. .» την ρώτησε με ψρίκη ο Αλμπίνο\) ς. « ' Αλμπερτ. «Αν δεν την κατακτήσω θα πεθάνω ή θα καταλήξω πoΛU άσχημα». μια εργαζόμενη γ\)ναίκα. ζωική ζεστασιά πο\) ανέδ\)ε το κορμί της. σε κάποιο θέλημα πο\) θα της έπαι40 . θα σε ψιλήσω». σ\)λλογίστηκε και έπειτα εΙπε: « Και τρίτον.. « Ποια ήταν. Ας πούμε δuο ή τριών δωματίων και κοuζίνα -αuτό. Νομίζω ότι η αδελψή της ήταν κάποτε μαγείρισσα ή πα­ ραδο \)λεότρα στο σπίτι σας». θη· σα\)ρέ μο\))). πως το\)ς είχε δει μια γ\)ναίκα γνωστή της στον δρόμο. (<<Καλά πάμε». σ\)λλογίστηκε η Μαργκότ. ξέρεις ότι δεν \)πάρχει τίπο­ τα ποΙ) να μην μπορεί να το εξηγήσει κανείς» . Η Μαργκότ καθόταν τόσο κοντά τοΙ) πο\) αισθάνθηκε την γλuκιά. «Α. της είπα ότι έκανε λάθος. κανόνισε μόνη σο\) και βρες κάποιο διαμέρισμα. Το σκοτάδι γλιστροόσε και παλλόταν μέσα στο ταξΙ. το\) λέει ψέματα. καθώς ψωτεινές κηλίδες διαπερνοόσαν τα κρόσταλλα των παραθύρων τοu. την uπηρέτρια (ε\)τ\)χώς η μαγε(ρισσα είχε ρεπό). περιττά τελείως. είπε η Μαρ­ γκότ ψιθUΡιστά. τίποτα το ιδιαίτερο. σε ικετεόω. με τον όρο πως θα μ' αψήνεις να σ' επισκέπτομαι πότε πότε» . έκανε βραχνά εκείνος. πο\) τον γνώριζε. πες μο \). » Και με τον νοΙ) τοΙ) έβλεπε την γ\)ναίκα το\) να γuρίζει για κάτι ποΙ) είχε ξεχάσει. μην το ξανακάνεις.» 'Αρχισε να. ΕΙναι αξιοσέβαστη κοπέλα» .) « Και έπειτα. έστειλε την Φρίντα. ενώ η Ίρμα και η Ελισάβετ εΙ­ χαν βγει. πώς βρήκες τ' όνομά μο\). Ο Αλμπίνοuς σκάλιζε απελπισμένα την μνήμη το\) . Έτσι. λατρε\)τή μο\) . αψοό σο\) είπα.» « Μα είναι πoΛU επικίνδuνο». «Τέλος πάντων. ξέχασες oλότ�λα την σuζήτηση πο\) είχα­ με το πρωί. μα κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να σuμβεί. « Μα.

την μεταξωτή επιδερμΙδα της και το άπιγμα των αστεΙων. αν έσκuβε απ' το παράθuρο. ήταν και το σκΙτσο μιας γuμνής κοπελίτσας με ιpou­ rJκωτά μαλλιά.) αντικρινοι) σπιτιοό.) τοΙχο1. ήταν μόνος.) γuμνοu της κορμιοό: Ο γερο-δόκτορ Λάμπερτ. Κάθε φορά ποΙ.) έβγαινε. ανάμεσά 'touc.) είχε περάσει μέσα στ' ατελιέ: Παρ' ότι εν αγνοία 'tou.) ιxxνou. Μα ο ΑλμπΙνοuς δεν ήξερε απολότως τΙ­ ποτα γι' αuτές τις τόσο πληκτικές ώρες ποΙ. όμως το ρολόι στην τραπεζαρΙα ήταν ακριβές. καθώς και της καμινάδας απ' όποΙ. « Πράγματι. μπο ροuσε να δ ει και το ρολόι της εκκλησΙας. uπήρχε η μα­ κρινή άποψη τοΙ. Η uypιxaCιx σχη­ μάτιζε φριχτοό ς μαuροuς σκελετοός.) βρισκόταν χιλιόμετρα μακριά. έπειτα από την τελεuταΙα βροχή.) 'χε ζωγραφΙσει πριν δuο χρόνια ο γιος 'tou.) ζωγράφιζαν σuνεχώς και τόσο άσχημα τόσοι και τόσοι ά­ σημοι ζωγράφοι.) κορμιοό της. ένας οικογενεια­ κός τοuς φίλος.) τοΙ. Η άσφαλτος στέγνωνε στα­ διακά.) φαινόταν αδόνατον ότι θα μποροόσε ν' αντέξει περισσότερο .) παρίστανε έναν σακάτη με γενειάδα. πολU. ποΙ. Και μέσα σ' όλα αuτά. Έπρεπε να 'ρθει από στιγμή σε στι-γμή.) ένιωθε σχεδόν πόνο. εΙχε κιόλας δει την φόρμα τοΙ.) εΙχε σταματήσει πριν από μερικά λεπτά. εκεΙνοΙ.) πο1. τοΙ. κρΙ41 .ρνε αρκετό χρόνο και επΙσης να παραλάβει κάτι βιβλΙα από ένα μέρος ποΙ. καθισμένης σ' ένα χαλί με σκuμμένο ελα­ �ρά το κεφάλι: «ο καμπούρης είναι σχεδιασμένος καλλΙτερα». Έτσι.) φιλιοό τον γέμιζε τώρα με τέτοια έκσταση ποΙ. Κατά μήκος τοΙ.) είχε δείξει μερικά σχέδια με κάρβοuνο ποΙ. σ' ένα παράξενο παιχνίδι της τuχης. μικρών χεριών της. είχε παρατηρήσει ο Αλμπίνοuς και γύρισε σ' ένα άλλο σχέδιο πο1. και έπειτα. Ήταν μια καθαρή μέρα τ' AπρCΛη και ιpuaouae. ζωγρ�φισμένοuς λες στο πλάτος τ ')1.) τοΙ. κακοδιατηρημένων. φαινόταν η σκιά μιας λοuρΙδας καπνοu. άσπροΙ. Το ρολόι τοΙ. τον διέτρεχε μια τέτοια επιθuμCα. Η προοπτική αuτοu τοΙ.) δρόμοu. Τέσσερις και τέταρτο.) σκεφτόταν το λεπτό κοριτσΙστικο κορμί της. Τέσσερις και μισή.

μα που άφησε την ζωγραφική» , είχε προσθέσει κλείνοντας
τον φάκελο.
Πέντε παρά δέκα. Είχε κιόλας αργήσει είκοσι λε­
πτά. « Θα περιμένω ακόμα ως τις πέντε κι όστερα θα φό­
γω» , μουρμοόρισε.
Ξαφναά την είδε. Διέσχιζε τον δρόμο χωρίς παλτό
και καπέλο, λες κι έμενε στην διπλανή γωνιά.
« Έχω ακόμα καφό να τρέξω κάτω και να της �ω
πως είναι πια πολό αργά για ν' ανέβει» , αλλά αντί γι' αυ­
τό, ο Αλμπίνους έτρεξε στο χωλ, και όταν άκουσε το ελα­
φρό της βήμα στην σκάλα, άνωξε σιγανά την πόρτα.
Η Μαργκότ με το κοντό, ξεμάνικο, κόκκινο φου­
στάνι της, έριξε μια ματιά στον καθρέφτη κι έπειτα κάνον­
τας στροφή στο ένα πόδι, έλυσε τα μαλλιά της.
«Σε τι πολυτέλεια ζεις! » του είπε και τ ο λαμπερό
βλέμμα της διέτρεξε το φαρδό χωλ με τους ακριβοός
πίνακες, τα βάζα από πορσελάνη και το μπεζ κρετόν που
έντυνε τον τοίχο αντί για χαρτί ταπετσαρίας.
«Από δω μπαίνουν;» ρώτησε σπρώχνοντας την πόρτα.
Πέρασε το τρεμάμενο χέρι του στην μέση της κι άρ­
χισε να θαυμάζει μαζί της τον κρυστάλλινο πολυέλαιο σαν
να 'ταν κι εκείνος ξένος στο σπίτι του. Όμως έβλεπε τα
πάντα πίσω από μια ομίχλη σκοτοδίνης.
«Μα εσό είσαι πλοόσιος! » έκανε μόλις μπήκαν στο
επόμενο δωμάτιο. «Θεέ μου, τι χαλιά! »
Ήταν τόσο συνεπαρμένη βλέποντας τον μπουφέ της
τραπεζαρίας, που ο Αλμπίνους κατάφερε να πιάσει τα
πλευρά της και λίγο ακόμα πιο ψηλά, ένα ζεστό μαλακό
μοόσκουλο.
«Ας συνεχίσουμε» , είπε η Μαργκότ βιαστικά.
Σ' έναν καθρέφτη είδε την εικόνα ενός σοβαροό,
Χλωμοό, καθώς πρέπει κυρίου, στο πλάι μιας μαθητριοό­
λας με κυριακάταο φόρεμα. Επιφυλαχτικά χάιδεψε το
απαλό της μπράτσο κι η εικόνα έσβησε απ' τον καθρέφτη.
« Πάμε» , έκανε η Μαργκότ.
Ήθελε να την οδηγήσει στο γραφείο, έτσι αν γόριζε
42

η γuνα.ίκα το!) σuντομότερα απ' ό ,τι περίμενε, θα ήταν
απλώς μια νεαρή ζωγράφος πο!) χρειάζεται βοήθεια.
« Κι εκεί τι είναι;» τον ρώτησε.
« Η κάμαρη το!) παιδωό. Τα είδες όλα τώρα» .
« ' Ασε με να δω» , το!) είπε και τραβήχτηκε με μια
κίνηση των ώμων της.
Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Το δωμάτιο το!) παιδιοό
είναι χΡuσό μοu, μόνο το δωμάτιο το!) παιδιοό. Δεν uπάρ­
χει τίποτα να δεις» .
Όμως εκείνη προχώρησε και σ' αuτό. Ξαφνικά
ένιωσε μια παράξενη επιθuμία να της φωνάξει: «Μην αγ­
γίξεις τίποτα, σε παρακαλώ» . Μα η Μαργκότ κρατοόσε
κ ιόλας στα χ έρια της ένα ροζ χνοuδάτο ελεφαντάκ ι. Της
το πήρ ε απ' τα χέρια και το πέταξε σε μια γωνιά. Η Μαρ­
γκότ ά.ρχισε να γελά.
« Η κ οροόλα σο!) τα 'χει όλα εδώ» , είπε και άνοιξε
την επόμενη πόρτα.
« Φτάνει Μαργκότ, αρκετά» , την παρακά.λεσε, « απο­
μακρυνόμαστε πολό από τον διάδρομο, δεν θ' ακοόσοuμε
τίποτα από δω, είναι φοβερά επικ ίνδuνο».
Αλλά εκείνη τον έσπρωξε, σαν κάποιο κακότροπο
παιδί και γλίστρησε στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί, κάθισε
μπροστά στον καθρέφτη (είχαν πολλή δοuλειά οι καθρέ­
φτες αuτήν την ημέρα), πήρε μια βούρτσα με ασημένια
λαβή, την στριφογύρισε στο χέρι της, μ.όρισε ένα μ.πουκα­
λάκι μ' ασημένω πώμα.
« Σταμάτα!» ξεφώνισε ο Αλμπίνοuς.
Τότε εκείνη πήδηξε στο διπλανό κρεβάτι, κάθισε
στην ά κρη το!) και με μια παιδιάστικη κίνηση έφτιαξε την
ζαρτιέρα της, βγάζοντάς το!) την γλώσσα.
« . . . Και μετά θα σκοτωθώ», σuλλογίστηκε ο Αλ­
μπίνοuς, χάνοντας το μuαλό τοu.
Την κύ κλωσε ξαφνικά μ' ανοιχτά τα μπράτσα τοu,
μα αuτή το!) ξέφuγε και τιτιβίζοντας χαρούμενα πετάχτη­
κ ε έξω απ' το δωμάτω. Προσπάθησε απεγνωσμένα να
την φτάσει. Η Μαργκότ τράβηξε την πόρτα και λαχανια­
σ μένη, γελώντας, την κλείδωσε απ' έξω. (Αχ, την καη43

μένη την Λεβαντόψσκu, πώς χτuποόσε την πόρτα!)
« Μαργκότ άνοιξε», είπε σιγά ο Αλμπίνοuς.
'Ακοuσε τα βήματά της ποu απομακρόνονταν γρή­
γορα.
« Άνοιξε!» επανέλαβε πιο δuνατά.
«Την μικρή στρίγκλα», σuλλογίστηκε. «Τι γελοία
κατάσταση! »
Ήταν ψοβισμένος ξαναμμένος. Δεν είχε σuνηθίσει
να τρέχει έτσι στα δωμάτια. Τον τuραννοόσε ένα φριχτό
σuναίσθημα ανεκπλήρωτης δίψας.
« Μα είχε πράγματι ψόγει;» Όχι, κάποιος ΠεΡπατοό­
σε στο σπίτι. Δοκίμασε μερικά κλειδιά ποu είχε στην τσέ­
πη τοu' όστερα χάνοντας την ψuχραιμία τοu, έδωσε μια
κλοτσιά στην πόρτα.
« Άνοιξε αμέσως. Άκοuσες;»
Τα βήματα πλησίασαν. Δεν ήταν η Μαργκότ.
« Γεια. Τι σuμβαίνει;» ακοόστηκε μια αναπάντεχη
ψωνή. Ο Πωλ!
«Κλειδωμένος είσαι; Στάσοu να σ' ανοίξω».
Η πόρτα άνοιξε. Ο Πωλ ψαινόταν αναστατωμένος.
«Τι σuμβαίνει ψίλε μοu;» επαναλάμβανε και έχασκε απο­
σβολωμένος την πεταμένη στο πάτωμα βοόρτσα.
«Μια ηλίθια ιστορία ... Θα σ' την διηγηθώ ... Πάμε
πρώτα να πιοόμε κάτι» .
«Με κατατρόμαξες», είπε ο Πωλ. «Δεν μποροόσα να
καταλάβω τι στο καλό σuνέβαινε. Εuτuχώς ποu ήρθα, η
Ελισάβετ μοu 'χε πει πως θα γόριζε γόρω στις έξι. Καλά
ποu πέρασα νωρίτερα. Μα ποιος σε κλείδωσε; Ελπίζω να
μην ζοuρλάθηκε η uπηΡέτρια» .
Ο Αλμπίνοuς τοό γόριζε την πλάτη απασχολημένος
με το κονιάκ.
« Σuνάντησες κανέναν στην σκάλα;» Τον ρώτησε
προσπαθώντας να μιλήσει καθαρά.
« Όχι, ήρθα με τ' ασανσέρ» , αποκρίθηκε ο Πωλ.
« Γλίτωσα», σκέψτηκε ο Αλμπίνοuς και το κέψι τοu
έψτιαξε σημαντικά. (Μα τι ηλιθιότητα κι αuτή να ξεχάσω
πως ο Πωλ είχε κι αuτός κλειδί τοu σπιτιοό» ).
44

Βγαίνω απ' το γραφείο να δω -και βλέπω ένο:ν άντρα να μπαίνει στην κρεβατοκάμαρα. Σω­ ματώδης. Όλα ήταν εντάξει.)) έκανε ο Πωλ τρομαγμένος. είπε ο Πωλ καθώς ΓUpνoόσαν στο γραφείο.)) « Ένας κοινός άνθρωπος ποu φόραγε σκοόφο. φαινόταν η άκρη από ένα κόκκινο φόρεμα.«Θα το πιστέψεις. « Άσε Πωλ. πάμε να ρίξοuμε μια ματιά τριγόρω ' μήπως και λείπει τίποτα)). δεν βρήκε τον καιρό. ανάμεσα στα ράφια. Ήμοuν στο γραφείο μοu και txXou­ σα την πόρτα· έτσι βγήκα έξω να δω τι ήταν. πίσω απ' την περιστρεφόμενη βιβλιο­ θήκη. είναι φανερό πως δεν πήρε τίποτα)). «(Τι τρομαγμένη όψη ποu έχεις)). Από θαόμα. Θα πίστεψε. όμως αuτός αστραπιαία πετάχτηκε έξω και με κλείδωσε. Εκεί. Ξαφνικά. καθώς περνοόσαν απ' την βιβλιοθήκη. πρέπει 45 . παρ' όλο ποu έψαξε με το βλέμμα και την τελεuταία γωνιά.)) είπε ροuφώντας το κονιάκ τοu « Ήταν ένας διαρρήκτης. είπε ο Αλμπίνοuς βραχν ά. φαντάζομαι. )) ( Μα ίσως να έχει κλέψει τίποτα. Κρίμα πο\) ξέφuγε. «Καημένε μοu! Κοίταξε.. ((Πώς ήταν. Έλα. σε μια γωνιά. ο Πωλ δεν είδε τίποτα. ((Αστειεόεσαι. ( Θα μποροόσε να σ' έχει τραuματίσει! Μα τι άσκη­ μη εμπειρία. Έμοιαζε δuνατόζ)). Σκέφτηκα ότι θα τον είχες σuναντήσει στην σκάλα)). (( Όχι. πάμε να δοόμε. ο Αλμπίνοuς πήρε ξαφνικά μια μεγάλη τρομάρα. ακοόω κάποιον παράξενο θόρuβο στην πόρτα. τον τρόμαξα κι έφuγε)). καθόλοu. «Δεν uπάρχει λόγος να σuνεχίσοuμε. ((Αποκλείεται. ότι δεν uπήρχε κανείς στο σπίτι. Πρέπει να ειδοποιήσοuμε την αστuνομία)). Μπήκαν σ' όλα τα δωμάτια. Μόνον προς το τέλος της έρεuνάς τοuς.. Ε ξέτασαν τις κλειδα­ ριές. Μην πεις τίποτα ςpuaLXtX στην Ελισάβετ. φτάνει)). έγιναν όλα μέσα σ' ένα δεuτερόλεπτο. Τρέχω π ίσω ΤOlι να τον πιάσω. Υπήρχε μια σuλλογή από μινιατοόρες στο επόμενο δωμάτιο και τι� εξέταζε μία μία.

είπε στην "(uvιxCxιx ΤΟι) ο Αλ­ μπίνοuς. αποκλείεται να έφεuγε η Μαργκότ! «Νuστάζω φριχτά» . Ύια να δώσοuν την εuκαφία στην Μαργκότ να το σκάσει: αν uποτεθεί πως είχε την πρόθεση να το κάνει. Έπεσαν στο κρεβάτι. ανuπό­ φορη . ήταν τόσο απορροφη­ μένος από την προσπάθεια να τεντώνει τ' αuτιά ΤΟι) μή­ πως ακοόσει κανέναν ύποπτο θόρuβο. » « Σσσσ . Γύρισε και η uπηρέτρια με τα βLβλΙα. η μικρή φίλη της Ίρμας tςpurE. γρή­ γορα και η Ίρμα πήγε για όπνο. η νταντά και μια μικρή φίλη της Ίρμας . » ψιθύρισε ο Αλμπίνοuς. η uπηρέτρια κι αuτός. Ως σuνή­ θως. Ο Αλ­ μπίνοuς είχε την εντόπωση πως είχε δει ένα κακό όνειρο. . ΠΟι) δεν καταλά­ βιxtνε τι έτρωγε. και χασμοuριόταν νεUΡικά. Υπήρχε όμως κι άλλη μια τρομερή πιθανό­ τητα: αν τα παιδιά άρχιζαν να παίζοuν τρέχοντας σ' όλα τα δωμάτια.οπωσδήποτε ν ' αλλάξεις κλειδαριά. Τοuς πρό­ τεινε να πάνε στο θέατρο. . Και δεν τολμοόσε να πάει να κλειδώσει την πόρτα της βιβλιοθήκης: μπορεί να δημιοuργοuσε μεγάλο μπέρδεμα.. και πίσω της η Ίρμα. (Kpuo μοσχάρι για την ακρίβεια.σκορπισμένοι σ' όλο το σπίτι αντί να είναι δεμένοι όλοι μαζί. άλλωστε δεν uπήρχε περίπτωση να την βρει! Ο εφιάλτης γινόταν όλο και πιο άγριος. . Γόρω στις έντεκα. «Δεν μπορώ να στα­ ματήσω το χασμοuρητό» . Η ένταση όμως uπήΡχε. Ο Πωλ κοιτοόσε αδιάκοπα γόρω τοu. ξεΡοβήχον­ τας πότε πότε -φτάνει αuτός ο πoΛUξεpoς βλάκας να μην κοuνηθεί απ' την θέση ΤΟι) κι αρχίσει να μπαινοβγαίνει στα δωμάτια. Αισθανόταν σαν να ήταν όλοι -η Ελισάβετ. Θέλεις να . μα η Ελισάβετ ήταν xoupιx­ σμένη. η Φρίντα κλείδωσε την πόρτα. Ακοόστηκε θόρuβος από φωνές ΠΟι) πλησΙαζαν. δεν είχε βρει την διεύθuνση.. . επιτέλοuς ο Πωλ έφuγε.ένα χοντρό παιδί ΠΟι) παρά την ντροπαλή ΤΟι) έκφραση ήταν πoΛU άτακτο. Η παροuσία της Μαργκότ στο σπίτι ήταν φριχτή. ή να έχεις πάντα τον σύρτη στην πόρτα. και πί­ κλες). και μπήκε η Ελισάβετ. ο Πωλ. Τώρα. όπως θα 'πρεπε. Όσο κράτησε το φαγητό. Εuτuχώς. Στο σπίτι 46 .

και οι παντόφλες ΤΟι) χτuπούσαν καθώς περπα­ τούσε στον διάδρομο. σ' ένα λεπτό θα γίνει δικιά [LOU». 47 . ψιθύρ. Όλα πήγαιναν θαuμάσια. Ο εφιάλτης είχε μεταμορφωθεί τώρα σε μια σφοδρή . « Μαργκότ. Στο διαμέρισμά τοΙ) είχε σuνειδητοποιήσει το μέγεθος τοΙ) πλούτοΙ) τοΙ) θαuμαστή της. Τα πάντα ήταν αφύσικα ήσuχα.βασίλεuε ησuχία. Επίσης. το παρά­ δοξο των αμαρτωλών ονείρων. «θα πάω να διαβάσω λίγο» . Περπατώντας ξεκούμπωσε τον γιακά της πuτζάμας "tou. η γuναί­ κα τοΙ) δεν ήταν καθόλοΙ) όπως την είχε φανταστεί -μια μεγαλόσωμη. σuλλογίστηκε. Tou χαμογέλασε νuσταγμένα. για να ψάξει καθισμένος κατάχαμα στην «ιστορία της τέχνης» . ά­ βοuλο πλάσμα ποΙ) θα μπορούσε να παραμεριστεί χωρίς πολλές φασαρίες.ν ασuνέπεια.αντέψει απ' την φωτογραφία στο κομοδίνο "tou. της είπε. χωρίς να uποπτεuθεί ττ. «Μην με ξuπνήσεις μετά». 7 Η Μαργκότ πληροφόρησε την σπιτονοικοκuρά της πως σε λίγες μέρες θα 'φεuγε. και άναψε το απαλό φως της λάμπας.δέκα τόμοuς έκδοση. Είχε γλιστρήσει απ' το κρεβάτι με τις πuτζάμες. «Αμέσως. ξαφνικά θα ξεπεταγόταν και θα ξέσπαγε σε γέλια. απ' ό.γλuκιά αίσθηση απόλuτης ελεuθερίας. 'Ανοιξε σιγά την πόρτα της βι­ βλιοθήκης.ι σε. Ήταν μόνο ένα μεταξωτό μαξιλάρι με φραμπαλά­ δες. μοuρμούΡισε. μεγαλόπρεπη γuναίκα με βλοσuρό ύφος και σιδερένια πuγμή· αντίθετα έμοιαζε να είναι ένα ήρεμο. Ριγούσε ολόκληρος. Λες και η σιωπή ΠΟι) όλο και μεγάλωνε. « Κοιμήσο\»). Η Ελισάβετ ετοιμαζόταν να κλείσει το φως. ποΙ) ο ίδιος είχε φέρει πριν λίγες μέρες. τρελό μοΙ) πλασματάκι».τι μπορούσε να μ. Περίεργο : όλος ο φόβος είχε εξα­ φανιστεί.

Και της άρεσε αρκετά ο Αλμπίνοuς: ήταν πολό κα­
θώς πρέπει κόριος, με καλοός τρόποuς, ποΙ) μόριζε αρω­
ματικό ταλκ και καλό καπνό. Φuσικά δεν ήλπιζε σε καμιά
επανάληψη της έκστασης της πρώτης της αγάπης. Και
δεν θα επέτρεπε στον εαuτό της να σκέφτεται τον Μίλερ,
τα λεuκά σαν κιμωλία βαθοuλωμένα μάγοuλά τοu, τα
ακατάστατα μαόρα τοΙ) μαλλιά, και τα μακριά τοΙ) έμπει­
ρα δάχτuλα.
Ο Αλμπ(νοuς μποροόσε να καλμάρει και να κατα­
πραuνει τον πuρετό της, όπως εκείνα τα δροσερά
μπανανόφuλλα ποΙ) ςpipvouv τέτοια ανακοόφιση όταν τ'
ακοuμπάς σε μια φλογισμένη επιδερμίδα. Έπειτα uπήρχε
και κάτι άλλο. Αuτός δεν ήταν μονάχα πλοόσιος αλλά και
ανήκε στον κόσμο εκείνο απ' όποΙ) η είσοδος στον κινημα­
τογράφο ήταν εόκολη . Σuχνά, πίσω απ' την κλειδωμένη
πόρτα της, έκανε διάφορες γκριμάτσες προς όφελος τοΙ)
καθρέφτη της, ή οπισθοχωροόσε μπρος στην κάννη ενός
φανταστικοό περιστρόφοu. Και είχε την εντόπωση ότι
προσποιόταν το ίδιο καλά όπως οι ηθοποιοί.
Ύστερα από ατέλειωτες και κοπιαστικές έρεuνες,
βρήκε ένα πολό χαριτωμένο διαμέρισμα σε μια καλή γει­
τονιά. Ο Αλμπίνοuς ήταν τόσο στενοχωρημένος απ' την
ημέρα της επίσκεψής της στο σπίτι τοΙ) ποΙ) τον λuπήθηκε.
Και δέχτηκε χωρίς πολλά λόγια τα χρήματα ποΙ) της έβα­
λε στην τσάντα, σ' έναν από τοuς βραδινοός τοuς περιπά­
τοuς. Καμιά φορά τον άφηνε να την φιλήσει κάτω από κά­
ποιο μπαλκόνι. Η φλόγα αuτοu ΤΟι) φιλιοό έμενε γόρω ΤΟι)
σαν εκθαμβωτικό φωτοστέφανο επιτuχίας ποΙ) τον ακο­
λοuθοuσε γuρνώντας στο σπίτι τοu. Tou ήταν αΔUνατo να
το αφήσει κι αuτό στο χωλ, όπως γινόταν με το καπέλο
τοΙ) και όταν έμπαινε στην κρεβατοκάμαρα, σuλλογιζόταν
ότι θα 'πρεπε να το βλέπει και η γuναίκα τοu.
Όμως η Ελισάβετ, η φιλήσuχη τριανταπεντάρα Ελι­
σάβετ, ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι ήταν δuνατόν να την
απατήσει Ο άντρας της. Ήξερε πως Ο Αλμπίνοuς είχε μι­
κροπεριπέτειες πριν απ' τον γάμο τοuς, θuμόταν πως και
η ίδια, όταν ήταν μικρή, είχε ερωτεuθεί xpuςptx έναν ηλι48

κιωμ.ένο ηθοποιό που ερχόταν κι έβλεπε τον πατέρα της
κι έδινε ζωή στα βραδινά τους γεόμ.ατα, μ.ιμ.οόμ.ενος διά­
φορες τοπικές διαλέκτους. 'Η ξερε από βιβλία και διαδό­
σεις πως οι σόζυγοι, άντρες και γυναίκες, απατοόνται
αμ.οιβαία. Πράγμ.ατι, η μ.οιχεία ήταν ο πυρήνας για κου­
τσομ.πολιό, για ρομ.αντική ποίηση, ανέκδοτα και διάση­
μ.ες όπερες. Ό μ.ως αυτή ήταν πoλl) απλά και σταθερά σί­
γουρη ότι ο δικός της γάμ.ος ήταν ένας πoλl) ειδικός, τέ­
λειος και αγνός δεσμ.ός που δεν θα έσπαγε ποτέ..
Τα βράδια που εκείνος έβγαινε, και που, όπως της
είχε εξηγήσει, τα περνοόσε μ.ε κάτι καλλιτέχνες που εν­
διαφέρονταν γι ' αυτήν την ιδέα το υ για τον κινημ.ατογρά­
φο, ποτέ δεν της προκάλεσαν καμ.ιά υποψία. Έβρισκε
πως η νευρικότητα και οι θυμ.οί του οφείλονταν στον και­
ρό, που ήταν περίεργος αυτόν τον Μάιο, την μ.ια στιγμ.ή έ­
κανε ζέστη και την επομ.ένη έριχνε βροχή το χαλάζι που
χτυποόσε στα τζάμ.ια σαν μ.ικρά μ.παλάκια του τένις.
«Πάμ.ε ένα ταξιδάκι;» του πρότεινε φυσικά μ.ια μ.έ­
ρα,. «Τυρόλο, ας ποόμ.ε, ή Ρώμ.ψ.
«Πήγαινε εσό αν θέλεις», της απάντησε. «Έχω πολ­
λές δουλειές» .
«Μα όχι, έτσι τ ο είπα», είπε αυτή και βγήκε μ.ε την
Ίρμ.α να πάνε στον ζωολογικό κήπο για να δουν τον μ.ι­
κρό ελέφαντα που είχε γεννηθεί χωρίς άκρα και είχε μ.ια
σειρά όρθιες τ ρίχες στην πλάτη του.
Με τον Πωλ τα πράγμ.ατα ήταν διαφορετικά. Το
επεισόδιο της κλειδωμ.ένης πόρτας τοό είχε αφήσει μ.ια
παράξενη ανη συχία. Ο Αλμ.πίνους όχι μ.όνο δεν ειδοποίη­
σε την αστυνο μ.ία, αλλά ψαινόταν και να τον δυσαρεστοό­
σε όταν ο Πωλ τοό θόμ.ιζε την υπόθεση. Έτσι ο Πωλ, άθε­
λά του σκεπτόταν συνεχώς πάνω σ' αυτό. Προσπάθησε να
θυμ.ηθεί αν όντως είχε δει κανένα πρόσωπο όταν είχε μor.tt
στο σπίτι, fLέoχpt να φτάσει στο ασανσέρ. Ήταν πoλl) πα­
ρατηρητικός, σκέφτηκε: Είχε για παράδειγμ.α προσέξει
μ.ια γάτα που εκείνη την στιγμ.ή πηδοόσε απ' τον κήπο,
μ.ια μ.αθήτρια fL' ένα κόκκινο φουστανάκι που της άνοιξε
την πόρτα, ήχους και τραγοόδια απ' το θυροτηλέφωνο
49

του θυρωρού που ήταν, όπως συνήθως, ανοιχτό. Ναι, ο
διαρρήκτης σίγουρα ξέφυγε όταν εκείνος βρισκόταν στο
ασανσέρ. Όμως, τι του προκαλούσε το άσχημο αυτό
συναίσθημα;
Η οικογενειακή ευτυχία της αδελφής του ήταν ιερό
πράγμα γι' αυτόν. Έτσι, όταν μερικές μέρες αργότερα
απ' την ιστορία του διαρρήκτη, παρεμβλήθη στο τηλέ­
φωνο ενώ ο Αλμπίνους τηλεφωνούσε και άκουσε τυχαία
κάποιες λέξεις (συνηθισμένα παιχνίδια της τύχης: κρυφα­
κούσματα), παραλίγο να καταπιεί την άκρη ενός σπίρτου
που χρησιμοποιούσε σαν οδοντογλυφίδα.
« Αγόρασε ό,τι θέλεις και μην με ρωτάς» .
«Δεν έχω όμως, καταλαβαίνεις Άλμπερτ . . . » απο­
κρίθηκε μια χυδαία, καπριτσιόζικη γυναικεία φωνή.
Ο Πωλ πέταξε το ακουστικό απ' τα χέρια του λες
και τον είχε ξαφνικά δαγκώσει φίδι.
Το βράδυ εκείνο, καθισμένος κοντά στην αδελφή του
και τον γαμπρό του, δεν ήξερε τι να πει, μονάχα καθόταν
εκεί νευρ:....ός και ανήσυχος, τρίβοντας το πιγούνι του,
σταυρώνοντας και ξεσταυρώνοντας τα χοντρά του πόδια,
και κοιτάζοντας συνεχώς το ρολόι του με αμηχανία.
Ήταν από κείνους τους υπερευαίσθητους ανθρώπους που
κάποιο χοντρό λάθος του άλλου τούς κάνει να κοκκινί­
ζουν.
Μπορούσε άραγε ο άνθρωπος αυτός που εκείνος, ο
Πωλ, αγαπούσε και σεβόταν, να απατά την Ελισάβετ;
« Όχι, όχι, δεν μπορεί, έκανα λάθος, δεν είναι παρά μια
ηλίθια παρεξήγηση», έλεγε και ξανάλεγε μέσα του κοιτά­
ζοντας το γαλήνιο πρόσωπο του Αλμπίνους που διάβαζε
αμέριμνος κάποιο βιβλίο, ξεροβήχοντας ελαφρά πότε πό­
τε και κόβοντας προσεκτικά τις σελίδες με τον χαρτοκό­
πτη από ελεφαντόδοντο ...
«Αδύνατο! Είναι αυτή η ιστορία με την κλειδωμένη
πόρτα της κρεβατοκάμαρας που μου προξένησε αυτήν την
σκέψη. Χωρίς αμφιβολία, τα λόγια που άκουσα θα έχουν
την πιο αθώα εξήγηση. Πώς είναι δυνατόν ν' απατήσει
κάποιος την Ελισάβετ;»
50

Αν και ο Αλμπίνοuς πλήρωνε γενναιόδωρα. καναπέ. σuλ­ λογίστηκε μελαγχολικά ο Αλμπίνοuς. Φαντάστηκε πως θα το\) τη­ λεφωνοόσε το Σάββατο. έδινε τα λεφτά στην τόχη. στον Αλμπίνοuς και κάπνιζε με τα μάτια καρφωμένα στην άκρη το\) ποόροτ. έδωσε μια με την 51 . Τα ανοιχτόχρωμα μάτια της ή­ ταν γεμάτα ειλικρίνεια. «Ε. και για μια στιγμή μόνο. « Ξ έρει τα πάντα». Οφείλει να καταλάβεο). Αλμπίνοuς ποτ. την uπόθεση μιας ταινίας ποτ. Δεν είχε καταλάβει λέξη απ' ό.ειρότεΡΟ -η Ελισάβετ δεν ήταν στο σπίτι. και μάλιστα με κά­ ποια σ\)γκίνηση. χωρίς ποόντρα. είχε μάλιστα αδuνατίσει. όπως της μητέρας της. 8 Στο μεταξό. τον κοιτοόσε πάνω απ' το βιβλίο ποτ. είχε δει. εξιστορώντας αργά και με λεπτομέρειες. Την Δεuτέρα αποφάσισε πως τον είχε γελάσει -και είχε εξα­ φανιστεί για πάντα. Άντρας είναι. Το απόγεuμα ήρθε ο Πωλ. Αuτές οι επισκέψεις ήταν τώρα μαρτuρικές και για ΤΟUζ δuο το\)ς. Ο Πωλ κάθισε στο γραφείο αντίκρτ. Η Μαργκότ τον είχε πείσει πως θα 'ταν περισσό­ τερο διασκεδαστικό να το 'βλεπε ξαφνικά τελειωμένο. και η ανα­ σηκωμένη της μότη. Μα αuτό έλαμπε και έμενε αμίλητο. έπιασε το βλέμμα τοτ. αρχίζοντας από ένα Ψ\)γείο. Και το χ. Την πήρε στα γόνατα και ένα αστείο μι­ κρό γΟUΡγΟ\)Ρητό ακοόστηκε καθώς τοτ. Τε­ λεuταία. κρατοόσε. και χαμογέλασε. Ξαφνικά. γιατί όχι μόνο δεν είχε δει το διαμέρισμα μα οότε ήξερε καν την διεuθuν­ σή το\). Όλη την μέρα στήθηκε φόλακας στο τηλέφωνο. λες και μιλοόσε ρώ­ σικα όλη αuτήν την ώρα. Ο Πωλ κοίινησε το κεφάλι τοτ. Πέρασε μια βδομάδα.Εκείνη καθόταν μαζεμένη στην γωνία τοτ.τι εκείνη έλεγε. και λοιπόν τι έ­ γινε. Η Ίρμα μπήκε χοροπηδώντας και το πρόσωπο το\) Πωλ φωτίστηκε. τοu. η Μαργκότ είχε νοικιάσει το διαμέρι­ σμα και ετοιμαζόταν ν' αγοράσει μερικά πράγματα για το νοικοκuριό της. γuάλιζε λίγο.

» επανέλαβε εκείνη κρατώντας στα χέρια της το μαξιλάρι ΠΟ!. Γνώριζε την παλιά της διεUΘυνση και ήξερε ότι εκεί έμενε με την θεία της. αλάτι σε μια σκι­ σμένη χαρτοσακοόλα και τρεις άδειες μποτίλιες μπόρας.μικρή της γροθιά στο στομάχι. Πέμπτος όροφος. Η μοίρα ΠΟ!. «δεν έχει θεία)). 52 . Τους δήλωσε πως δεν θα 'τρωγε στο σπίτι' καλόκαρδα η γυναίκα του τον ρώτησε γιατί δεν της το είχε πει πιο νω­ ρίς. Ί-Ιταν τόσο απελπισμένος που αποφάσισε να διακινδuνέ­ ψει ένα πoΛU επικίνδυνο διάβημα. του είπε και ΤΟ!. πρόσθεσε ορμητικά. φάνηκε ξαφνικά ανυπόφορη στον Αλμπίνους.» έκανε η ΓUναίκα με ξαφνικό εν­ διαφέρον και τότε μόνο τράβηξε την αλυσίδα απ' την πόρ­ τα. Έτσι. « Με την θεία της. προσπαθώντας να βολευ­ τεί καλλίτερα στην αγκαλιά του. δεν είχε το δικαίωμα τώρα να τον απατά. Σε λίγο επέστρεψε η Ελισάβετ από ένα τσάι μπριτζ.) τίναζε για να φόγει η σκόνη. Μιά ατημέλητη γuναίκα με κόκκινα μάτια άνοιξε λίγο την πόρτα. «ατuχώς δεν θα ήξερα την διεuθuνσή της. « Μα νομίζω πως μετακόμισε.ρς. Του πρότεινε να καθίσει χαμογελώντας παράξενα.) τόσα του είχε υποσχεθεί.ίλάιν Πέτe. Πάνω σ ' ένα αμερικάνικο τραπεζομάντιλο με λεκέδες από μπογιά βρι­ σκόταν ένα πιάτο με πατάτες ποuρέ. Είχε μια επιθυμία μόνο: να βρει αμέσως την Μαρ­ γκότ. πήγε προς τα εκεΙ Περνώντας στην αυλή είδε απ' τ' ανοι­ χτό παράθυρο του ισογείου μια μικρή υπηρέτρια που έ­ στρωνε το κρεβάτι και την ρώτησε: «ΦΡοuλάιν Πέτερς. αδιάφορο τι θα του στοίχιζε. «Θα μποροόσατε να μου πείτε την καινοόρια διεό­ θuνση της Φpoi. «Αν ήμουν η θεία της» . χωρίς όμως να τραβήξει την αλuσίδα. Η προοπτική του γεόματος και της ατέλειωτη ς βραδιάς έ­ πειτα. Τον οδήγησε σ' ένα σαλονάκι όπου τα πάντα έτρεμαν και κοuδοuνιζαν στην παραμικρή κίνηση. Όμως καλλίτερα κοι­ τάχτε μόνος σας.) έκλεισε το μάτι. αριστερή πόρτα». Έμενε εδώ πριν λίγο καιρό με την θεία της». Όχι)).

Ο οuρανός ήταν ακόμα γαλάζιος μ' ένα μονάχα ασημένιο σύννεφο στο βάθος. χτισμένο με κόκκινα .. κόκκινα σαν άψητο κρέας.«Είναι μεθuσμένη» . Μπροστά στο μεγάλο σπίτι. σκέφτηκε κοuρασμένος ο Αλ­ μπίνοuς. » Ήταν εφτά και μισή το απόγεuμα.. είπε λuπημένα η ruvιxCxιx. κι εμένα . Όμως αuτός ο μεγαλόσωμος. « Έχεις να μοι) προτείν εις τίποτα.» «Της νοίκιαζα εδώ ένα δωμάτιω). όποι) τώρα εκείνη κατοικούσε. «Τι να κάνω.ούβλα. «Σ' ένα λεπτό θα βρίσκομαι στον παράδεισο» . Καλά καλά δεν ήξερε αν με το να μιλήσει θα της πρόσφερε . φύτρωναν τρεις '�ηλές λεύκες. « μπορείς να μοι) πεις πού έχει πάει. λuπηρά αχάριστη. μοuρ μούρισε ενώ τον σuνόδεuε στην πόρτα )(οuνώντας το κεφάλι της. «Προσέλαβε κιόλας μαγείρισσα».uvat(xat. αναστατωμένος. ενώ αναλογιζόταν με πίκρα την αχαριστία της Μαργκότ ποι) έκρυβε από κείνην και τον πλούσιο φίλο της την διεύθuνσή της. Jκέφτηκε μ' ευχαρίστηση.<άποια εξuπηρέτηση ή όχι. της είπε. ::ήγε να τον αναπείλει. «κι εμένα. Μια μεγαλόσωμη . σuλ­ Λογιζόταν. «Περάστε» . Κι "Jλη αuτή η αστάθεια στην ισορροπία των φώτων και τοι) 'Jειλινού έκανε τον Αλμπίνοuς να ζαλίζεται εντελώς. τοι) είπε επιστρέ53 . γαλανο­ μάτης κύριος έμοιαζε τόσο λuπημένος. (θα προτιμούσε το δεύτερο). «Κι εμένα με κuνηγούσαν κάποτε. ενώ το ταξί πετούσε στην σταχτιά άσφαλτο ποι) σιγοψιθύριζε. αν και το τελεuταίο δεν ήταν και τόσο r>ύσκολο να το ξετρuπώσει. Και την είχε τόσο βοηθήσει. Στην πόρτα της κρεμόταν μια χάλκινη ολο­ ιI Qt(vouptOt πλάκα με τ' όνομά της. Τα φώτα στον ιίρόμο είχαν ανάψει και χρωμάτιζαν με τις πορτοκαλιές �οuς λάμψεις το γλuκό δειλινό. «Κοίταξε» . με χοντρά μπράτσα.» ξεφώνισε ο Αλμπίν οuς. τις καλές παλιές μέρες» .» Ναι. ποι) τελικά τοι) έ­ ()ωσε την πλη ροφορία μ' ένα στεναγμό.

«Μοιάζεις σαν να με περίμενες». « Πολύ καθαρά. «Γιατί πήγες εκεί. cpuaLXιX. «Ήταν μάλλον διασκεδαστικό». στην πάνω δεξιά γωνία» . Στην πάνω γωνία..» ρώτησε ο Αλμπίνους και ξαφνικά έφερε το χέρι μπροστά στο στόμα τοu. «Μα ναι. « Μα τέλος πάντων . Η Μαργκότ με κιμονό. ιδιαίτερα αυτή σου η κατερ­ γαριά να εφεύρεις την θεία» .» « Ποιο γράμμα. δεν έλαβες το γράμμα μου. Μπορώ να σοι> το επαναλάβω ακριβώς. σ' έναν καναπέ μ' ένα απαίσιο εμπριμέ κάλuμμα. Έστρωσε τ' αραιά του μαλλιά και μπήκε. τοι> είπε βγάζοντας έναν ανα­ στεναγμό και τεντώθηκε πάλι.» Έκλεισε με θόρuβο το βιβλίο και ανασηκώθηκε. Μ6νο να μην μ' αγκαλιά54 . Πάνω στην κοιλιά της βρισκό­ ταν ένα ανοιχτό βιβλίο.» τον ρώτησε η Μαργκότ ξαφνικά πολύ θuμωμένη. συνέχισε ο Αλ­ μπίνοuς χωρίς να προσέξει τα λόγια της -κοιτούσε μόνο θριαμβεuτικά την θέα των βαμμένων χειλιών της ποι> σ' ένα λεπτό . είπε ν ωχελικά δίνοντάς τοι> το χέρι. . « Σοu έγραψα την διεύθuνσή μοι> -πολύ καθαρά.λμπερτ. ήταν ξαπλωμένη με τα χέρια σταuρωμένα πίσω απ' το κεφάλι. είπε και ξάπλωσε πάλι εξετάζοντάς τον περίεργα. . « Σου έστειλα ένα γράμμα σήμερα το πρωί» . «Αδύνατον!» φώναξε ο Αλμπίνοuς.» επανέλαβε αμήχανα σοuφρώνοντας το πρόσωπό τοι> ο Αλμπίνοuς. «Γρήγορα ήρθες». «Για ποιο πράγμα μιλάς. ενώ τα μάτια τοι> άνοιξαν διάπλατα . η φωλ ίτσα ε ίναι έτοιμη. « Φαντάστηκα πως το είχες λάβει με το απογεuματινό ταχυδρομείο και ήρθες να με δεις αμέσως» . γυρισμένο ανάποδα. :4. εκείνος απαλά. μοuρμούρισε. « Σοι> την έγραψα» .φοντας η μαγείρισσα. χρυσ6 μου. « Πολύ διασκεδαστικό. «Μάντεψε πώς βρήκα την διεύθυνσή σΟ1»). και η καρδερίνα σε περιμένει.

Τα παράθυρα του διαμερΙσματός του ήταν όλα φωτισμένα -περΙεργο. Ανέβηκε το πρώτο σκαλΙ -και το δεύ­ τερο. Έφυγα πριν απ' τον ταχυδρόμο. Αυτό ήταν» . Ο ΑλμπΙνους σήκωσε τα μάτια. Μπροστά στα κάγκελα εΙδε την γνωστή φιγούρα του λιπόσαρκου στραβοκάνη ταχυ­ δρόμου. « Υπάρχουν γράμματα για μένα . κατέβηκε βιαστικά τις σκάλες. μια φτωχή νεαρή ζωγράφος . είπε εκείνη. Το λάθος δεν ήταν δικό μοω> . «Πράγματι είσαι αχάριστος. κοιτούσε την πλάτη του οδηγού. γερμενος προς τα εμπρός (μεΙωνε έτσι την απόσταση κατά μερικούς πόντους).ι παρά στις οχτώ παρά τέταρτο. ο οποίος κουβέντιαζε με τον θυρωρό. πήρε το βιβλίο της και του γύρισε την πλάτη. Κι ήταν τόσο τρυφερό γράμμα». πήδηξε σ' ένα ταξΙ και καθισμένος στο κάθισμα άκρη άκρη. δεν περνά:. τι έκανες. «Να σου εξηγήσω .. .» ρώτησε με κομ­ μένη την ανάσα. Η Μαργκότ έμενε ξαπλωμένη. αποκρίθηκε ο ταχυ­ δρόμος χαιρετώντας φιλικά. -το παιχνίδι είχε τε­ λειώσει. . Ο ΑλμπΙνους σκεφτόταν: «Τι περΙεργο. πλήρωσε. ακΙνητη σαν σαύρα. » ΒλακεΙες. 55 . «Μόλις σας τ' ανέβασα επάνω» .. ψιθύρισε βραχνά. Στην δεξιά σελΙδα. Με τρομερή προσπάθεια μπήκε στο σπΙτι και άρχισε ν' ανε­ βαίνει τις σκάλες. Έτρεξε έξω. Σήκωσε τους ώμους της.. Έφτασε.σεις πολύ γιατί το κεφαλάκι του μωρού σου θα τρελαθεί πιο πολύ απ ' όλες τις άλλες φορές.. υπήρχε μια φωτο­ γραφία της Γκρέτα Γκάρμπο. το κορμί της κυυλουριασμένο. πήδηξε έξω. . «Κατέστρεψες . . όπως συμβαΙνει στα φιλμς -χωρΙς να πάρει ρέστα. Και τώρα . » «Και λοιπόν. και σε μια καταστροφή ο άνθρωπος εξακολουθεί να προσέχει μια ει­ κόνα». Οχτώ παρά εΙκοσι. . «Μαργκότ. «Μαργκότ» . . όχι και πολύ καλά στα μυαλά της γράφει ερωτικά γράμ­ ματα σε αγνώστους. » άρχισε να φωνάζει' μα δεν τέλειω­ σε την φράση του.

Πάντα έτσι έκανε μια συνήθεια.. σταμάτησε απότομα και κατέβηκε ξανά τρέχοντας.Πριν ψτάσει στην πό ρτα. Το βιβλίο έμενε ακό μα ανοιχτό στην ίδια σελίδα. Ο Αλμπίνους κάθισε λίγο πιο μακριά της σε μια καρέκλα και άρχισε να τρίζει τα δάχτυλά του. Μαργκότ. « Έπρεπε να της είχες απαγορεύσει να το κάνει)). « Καλά. « Σταμάτα». Πότε .. Ίσως να ήταν απασχολημένη και να μην πρόλαβε. Δέκα λεπτά πιο ύστερα ξαναγύριζε στο δωμάτιο ό­ που είχε πριν λίγο μπει τόσο επιδεικτικά.» «Α. βημάτισε λίγο στο δωμάτιο. Ούτε ξέρω τι θα κάνει τώρα. «Πολ(ι αργά. την μύτη του παπουτσιού του που πα­ τοΙΙσε το ακαθόριστο σχέδιο του χαλιού. . κοιτ ά­ · ζοντ ας μέσ ' απ' την ομίχλη των θολωμένων απ' τα δά­ κρυα ματιών του. )) ρώτησε εκείνος και ο νους του πήγε στην μεθυσμένη γριά που είχε συναντήσει -πριν από χρόνια. να ξέχα­ σε . Μια γάτα πέρνούσε το μονο.. «Λοιπόν. μόνο μην εμψανιστείς εσύ όταν θα 'ρθει. Αν από καποιο θαύμα. Είχε ψτάσει το γράμμα.. φώναξε με μια νέα διαπεραστική ψωνή. Καμιά ψορά... Αποκλείεται: δεν γίνονται θαύματα σήμερα». τούτο δω . ψύσηξε την μότη του και κάθισε πάλι στην καρέκλα.» είπε εκείνος και καθάρισε την ψωνή του για πολλοστή ψορά.: πάτι του κήπου και πήδηξε γλιστρώντας ανάμεσα στα κά­ γκ ελα. Σταμάτησε. Η Μαργκότ ή­ ταν πάντα κουλουριασμένη στον καναπέ με την ίδια πόζα -ναρκωμένης σαόρας. θα την υποδεχτώ στο χωλ μόνη μο\))). Ανασηκώθηκε. της είπε... « Ποιος . να ανέβαλε. «Δεν καταλαβαίνεις Μαργκότ . του είπε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της η Μαργκότ.. «Διαβάζει όλα μου τα γράμματα». μια ευχαρίστηση. Πώς μπό ρεσες. κι έπειτα ξανάρχισε πάλι. Υπήρχαν γράμματα τόσο διασκεδαστικά. πολό αργά». 56 . τα πετούσε πριν ακό μα τα διαβάσω εγώ. .

σκέφτηκε η Μαργκότ κι αι­ σθάνθηκε ξαφνικά εξαιρετικά εUθuμη. «θέλω να σε παρηγορήσω». Όταν έστειλε το γράμμα. Η Μαργκότ τεντώθηκε. η σύζuγος αγριεύει.. Ο φρέσκος αέρας. ένα μαγιάτικο πρωινό. Τα σποuργίτια τιτιβίζοuν επάνω στον κισσό. ένιωθε σ' όλο της το κορμί ένα εuχάριστο μοόδιασμα κι είπε με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι. 9 Δuτικό Βερολίνο. Όποτ.α δεν είχε καταλάβει. Σ' ένα φεγγίτη. καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις».) είπε κλείνοντας τα μάτια. και την πιάνει παροξuσμός. Έτσι θα γεννιόντοuσαν οι πρώτες αμφιβολίες και όλα θα ήταν πιο εύκολα γι' αuτήν.» Ο Αλμπίνοuς ακόμ. Τώρα έχει την διεό­ θuνσή fLou.) πρόσωπο.. γαλατά με τα παχιά λάστιχα κuλά μαλακά. Την πλησίασε. ΠΟτ. αλλά αuτό αποκλείεται». χτuπά το πόδι. οτιδήποτε άλλο ναι. Άφησε το βιβλίο να γλιστρήσει στο πάτωμα και χαμογέλασε βλέποντας το κατεβασμένο. σαν κάτι εύθραuστο και πολότψο. οι ώμοι της έτριξαν. fLoupfLouptaE τελικά.) δεν έχει σuνηθίσει ακό μα τοuς ήχοuς των κλάξον και τον θό ρuβο της κuκλοφορίας. «Φίλησε με». τραβηγμένο τοτ. Όμως η τύχη την βοήθησε και ο δρό ­ μος ξεκαθάρισε μεμιάς. Το καμιόνι το:. είναι το μόνο πράγμα ΠΟτ. μαζεύει και μεταφέρει όλα αuτά απαλά. κάθισε στην άκρη ΤΟτ. ΤΟτ. « Α.) καναπέ και κούνησε απελπισμένα το κεφάλι τοu. λάμπει μια ηλιαχτίδα. περίμενε πως οι σuνέπειες θα ήταν πολό μικρ ό ­ τερες. «Τόσο το καλλίτερο». uπέθεσε.) δεν πρόκειται να γίνει. «Π όσο κοuτή είσαι Μαργκό τ! Πίστεψέ με. έτσι δεν είναι. Αuτ ός αρνείται να της το δείξει.« Πότε. « Έλα κοντά μοω>. Στα παρτέρια 57 . Καιρό για δράση.) να 'ναι uποθέτω. στην κuρτή πλεuρά μιας στέγης με πρασινισμένα απ' τον καιρό κεραμίδια. Άντρες μ' άσπροuς σκούφοuς καθαρίζοuν τον δρόμο.

Παρ' όλη την πρωινή δροσιά οι άσπρες πεταλοuδες txouv αρχίσει να φτεροκοποuν τρι­ -rUρω όπως στοuς αγροUς.τι ζητοuσε. τα πάντα ή­ ταν επιτρεπτά: ο εκλεπτuσμένος και σuντηρητικό ς έρωτας μιας ποuριτανής ήταν τόσο γνωστό ς στον φιλελεUΘερo αu­ τόν κόσμο όσο και οι λεuκές αρκοuδες στην ΧονολοuλοU. τοu έδωσε να καταλάβει ότι θα κέρδιζε ακρι­ βώς ό . Κατά την άποψή τοu. Ο τρόπος με τον οποίο ένιωσε τις ω μοπλάτες της και γοuργοuρισε όταν την πρωτοφίλησε στην χνοuδωτή πλάτη της. ποu κοιμόταν ήσuχα. Ο uπνος την πήρε απότομα. Ο Αλ­ μπίνοuς πήγε στο μπάνιο. το πάπλωμα. έπιασε με τα δuο τοu δάχτuλα τον βρώμικο τρίφτη. ντuθηκε: 'Απλωσε επάνω στην Μαργκότ. και αuτό ποu έψαχνε δεν ήταν η πα­ γωνιά της αθωότητας. την ώρα ποu τα φώτα έπαιρναν την κιτρινίλα τοu θανάτοu και τα τζάμια το μπλε τοu στοιχειοU. Όλα αuτά τuλιξαν τον Αλ­ μπίνοuς όταν βγήκε έξω απ' το σπίτι όποu είχε περάσει την νUχτα. φίλησε τα ζεστά και ακατάστατα σκοuρα μαλ58 . Είχε μια ηδονική ακροβατικότητα στον τρόπο ποu έ­ κανε έρωτα. Αισθανόταν τελείως κενό ς -καμία έκπληξη. κοίταξε το uποπτα ρ όδινο σαποuνι και σuλλογίστηκε πως θα 'πρεπε να μάθει στην Μαργκότ λίγη καθαριότητα. Αισθανόταν μία μεγάλη δuσφορία. εκεί ποu είχε αρχίσει μια φράση. μα δεν μπόρεσε να τραβήξει απ' την βρuση παρά μόνο δuο σταγόνες σκοuριασμένοu νεροU. Με τα δόντια τοu να κροταλίζοuν. Έπειτα πηδοuσε απ' το κρεβάτι και άρχιζε να περπατά στο δωμάτιο κuματίζοντας τοuς νεανικοuς γοφοuς της και ροκανίζοντας κάποιο κομμάτι ξεροι> ψω­ μιοι> ποu είχε μείνει απ' το βράδu. Την ίδια νuχτα την είχε ονειρεuτεί σ' όλη τοu τη ζωή. Η γuμνια της ήταν τόσο φuσική. Αναστέναξε. Ήταν πεινα­ σμένος δεν είχε κάνει μπάνιο οuτε είχε ξuριστεί· και η αί­ σθηση τοu χθεσινοβραδινοι> σεντονιοΙ> επάνω στο πετσί τοu ήταν εξοργιστική.ανθίζει η περσική πασχαλιά. λες και πάντα σuνήθιζε να τρέχει γuμνή στις ακρογιαλιές των ονείρων τοu.

και δήλωσε μ.έρισμ.ια γωνιά βρισκόταν η ομ. Ξαφνι­ κά. Όταν σταμ.έσα το\) πως αν η Ελισάβετ δεν είχε διαβάσει το γράμ.πρέλα της Ελισάβετ.ότε­ ρο.άτησε μ.ε την τροφό πο\) κρατοίισε το παιδί το\) στην αγκαλιά και μ.α.ος ν' απαρνηθεί κάθε επανά­ ληψη της προηγοίιμ.όνο να γινόταν κάποιο θαίιμ.α επάνω στο τραπέζι και βγήκε σιγά έξω.πει -ν' αφήσει τα πράγμ. χλωμ. γι' αστείο. να εγκαταλείψει τα πάντα και να εξαφανι­ στεί.εινε ακίνητος. Απόλ\)τη ησ\)­ χία. Το\) είπε τα πάντα : Μ<λοίισε γρήγορα και ασ\)νήθι59 . Όταν είδε ξανά το σπίτι όπο\) είχε ζήσει τόσο καιρό μ. ο οποίος κάποτε είχε δειπνή­ σει στο σπίτι το\)ς -θα 'ταν τελείως δικαιολογημ.πίνο\)ς ένιωσε σχεδόν έτοιμ. Έπρεπε. Έλεγε μ.ια δι­ καιολογία για την ν\)χτερινή το\) απο\)σία -ίσως να 'λεγε ότι είχε δοκιμ.ατιά. να μ. η \)πηρέτρια θα χτ\)ποίισε τα πιάτα στην τραπεζαρία . Τώρα.λιά της. Ξαφνικά θ\)μ.ά το\).αζί μ. να μ. παρο\)σιάστηκε η Φρίντα χωρίς ποδιά· τον κοίταξε παράξενα.πει μ....α ήταν γεμ. αφο\)γκρά­ στηκε. « Ποίι πήγαν..προστά στην πόρτα. ν' ανοίξει α\)τήν την πόρτα.» τη ρώτησε δίχως να την κοιτάζει.έσα.ο να μ.ια εξήγηση.ενης νίιχτας.άσει.ένο. άφησε ένα χαρτονόμ. και να δει . «Αχ. Έριξε μ. ίσως.ε την Ελισάβετ.ή κι ε\)τ\)χι­ σ μ.α. η γκο\)βερνάντα θα μ.ατα εκεί πο\) είχαν φθάσει..ε την Ελι­ σ άβετ· όταν μ.ην σέρνεται απ' τον φόβο όταν άφηνε το χαρά­ κωμ. έφ\)γαν όλοι χθες το βράδ1»).ε απελπισμ.πήκε στο ασανσέρ όπο\) οκτώ χρόνια πριν είχαν ανεβεί μ.ιλοUσε δ\)νατά στην Ίρμ. Προσπάθησε να βρει μ. Σ\)νήθως το διαμ.μ. κατάλαβε πως άρχιζε η τιμ.ως. Ησ\)χία. όπο\) μ..ήθηκε πώς τα είχε καταφέρει στον πό­ λεμ.ε χΡ\)σά και ψ\)χρά γράμ. φτάνει μ.ισμ. να καπνίσει όπιο στο σπίτι το\) Γιαπωνέζο\) ζωγράφο\). να δει τι. θα έβρισκε δίχως άλλο μ. Μπαίνοντας στο χωλ έμ.α.πε τ' όνομ. ο Αλ­ μ. κίιριε. περπατώντας κάτω απ' τις απαλές ηλιαχτί­ δ ες το\) π ρωινοίι.άτο θό­ ρ\)βο α\)τήν την πρωινή ώρα: το νερό θα 'τρεχε κάπο\).α.ωρία. σε μ.ια μ.μ. Μήπως θα 'ταν προτιμ. όμ.ην μ.ένη. .ένη φωνή.ατα έλαμ.

απ' τα χέρια το καπέλο και το μπαστοόνι τοu.ί ήταν.pα τοuς ακολοόθησε. δίπλα στο παΡάθuΡΟ. ΕΙχε. και πέρασε. « Πωλ. ο Αλ­ μπίνοuς.. «Θα πάρε.ίπε. Η μικρή ψωτογραψία τοι) μακαρίτη πε. αuτόν και την Φρίντα.ιτα ξέσπασε.γάλη τόχη αν η Ελισάβε.κε.ροό τοι) ε.ί τε. Έπε.ίχε. Ο Αλμπίνοuς τον ακολοόθησε. «Θα ε.λε. τα πάν­ τα. στο δωμάτιο τοι) παιδιοό όποΙ) . Μια γωνιά τοι) χα­ λιοό ήταν ανασηκωμένη.βάτι.τε.πάνω στο τραπέζι βρίσκονταν μe.p.ρα.pικά γράμ­ ρ'ατα ανοιγμένα. «Θα σοΙ) πω μόνο ένα πράγμα». Η ακαταστασία ΤΟι) δωματίοΙ) μαΡΤUΡοUσε. σε. το πόδι και πέρασε. σιωπη­ λά.μψανίστηκ� ο Πωλ. Η βραδινή ψοόστα της γuναίκας τοι) πε. τοuς ε.θε.τε. έπε. Ο Πωλ μπήκε.ίπε.ιτα έβηξε. και στάθηκε. Και ο λογαριασμός τοι) οδοντογια­ τρού.ρνώντας.ίχε. με.ξαψανιστε.ς αργότε. στο γραψε. Δuο ώρε. ξανάγινε. μέσα απ' τ' αναψιλητά της. Ένα απ' τα σuρτάρια τοι) κομοδΙνοΙ) ε.λονιοό τοι) και τοuς κοίταζε.στα δuνατά.ίπε. ε.νικό. ένα σταu­ ρό από μαόρο τσιρότο. να γe. Αuτή ..ντατικά τον δρόμο έξω απ' το παΡάθuΡΟ. την ομπρέλα».ταμένη στο κρε. Την διόρθωσε. ο Πωλ κοιτώντας ε. Μια πρόσκληση για γε.ί.ξ. ξuρι­ στε. ξέσπασε. πoΛU κακή. Τι ε.ι το χτόπημα.ι ανοιχτό.Ινε.ια βαλίτσα. να σοΙ) πω δuο λόγια».τ αντέξε. ε.ίναι με.uγε. τον καψέ σας. με. ε. 'ιστe. Να το. «Μην ξε.ίο τοu.ίο τοu. )) 60 . Ένα μικρό γράμμα απ' τον Ρε.μίζοuν βιαστικά την βαλΙ­ τσα σαν να ψοβόντοuσαν μη χάσοuν κάποιο τραίνο. κοuδοuνίζοντας τα κέρματα στις τσέπε.όμα απ' τοuς Ντραίγιe. e. στο γραψε.ί πάνω απ' το τραπέζι.χάσε. η ίδια σκηνή. μοuρμοUΡισε. μια άδε. Θαuμάσια.» τον ρώτησε. Ιπήρχε.Ιχε. «Είναι τραγικό». Ράθuμα.ς τοι) παντε. την πήραν κι αuτήν. πε. Εκε. ε. « Ήρθα να πάρω τα πράγματα». λuγμοuς και κλαΙγοντας ΤΟι) πήρε. Τι παιδιάστικος χαρα­ κτήρας! Κακή ορθογραψία.ίως αδέξια: στο παχό τοι) μάγοuλο ε. ο Αλμπίνοuς. ε.

Ίσως να μην σuμβαίνει τί.» « Ήσuχα. σuνέχισε ο Πωλ uψώνοντας περισσότερο την φωνή τοu. Ο μαόρος σταuρός παλλόταν στο μάγDuλό τοu. ήσuχα». μ' έναν μορφασμό αηδίας τοό έδωσε ένα μαλακό χτόπημα στα δάχτuλα. Μια μικρή αλήτισσα ποu θα 'πρεπε να κλει­ στεί σε σωφρονιστήριο. Το ήξερα πως θα 'λεγες ψέματα. «Δεν νομίζεις ότι γίνεσαι αγενής. » «Αρκετά». ποτα απ' όλα αuτά». τον διέκοψε ο Αλμπίνοuς με βραχνή φωνή. παρά για . είπε ο Αλμπίνοuς γλείφοντας τα χείλια τοu. «Λες ψέματα! » οόρλιαξε ο Πωλ χτuπώντας μια κα­ ρέκλα στο πάτωμα. Ηώς αuτή η πόρνη τολμάει να σοu γράφει. την έχεις. «Θα μοu απαντήσεις. Διότι επιτέλοuς δεν πρόκειται για απλή ιδιοτροπία. «Αρνοόμαι να με αovαoxpLVOUV». «ΣuγΚΡατήσοu.. » Έφuγε.'�σπασε. . Ο Αλμπίνοuς. «�ίναι τερατώδες! » φώναξε ο Πωλ κοιτάζοντάς τον για πρώτη φορά απ' την στιγμή ποu μπήκε..» και ο Πωλ έκανε να τον πιά­ σει απ' τα πέτα της ζακέτας τοu. «�ίναι σαν πεθαμένη. μα την ζωή μοω>. «Θα σε λιώσω. ψιθόρισε. Δεν μπορείς να σκεφτείς ότι ίσως να είναι μια φοβερή παρεξήγηση. τέλειος πα­ λιάνθρωπος». Ένα φορτηγό πέρασε και έτριξαν τα τζάμια... έκανε ξαφνικά ο Πωλ με περίεργα ήρεμο και μελαγχολικό όφος... «Ποό την μά­ ζεψες. « Όλα αυτά είναι πολό οδuνηΡά. τοu είπε ο Αλ­ μπίνοuς. μάλιστα κόριε. «Αχ». για την ακρίβεια είσαι παλιάνθρωπος. είσαι . Πώς το μπόρεσες άθλιε. «Παλιάνθρωπε! Μόλις πριν λίγο την σuνάντησα. σκέψοu την Φρίντα».. «τ' ακοόει όλα». η Φρίντα έκλαιγε δuνατά με λuγ61 .» είπε ο Αλμπίνοuς και προσπάθησε να χαμογελάσει. «ποιος θα μποροόσε ποτέ να το φαν­ ταστεί.. Στο χωλ.

το διαμέρισμα αuτό δεν είναι παρά μονάχα για ένα πρόσωπο». 10 Το ίδω μεσημέρι ο Αλμπίνοuς ετοίμασε την βαλίτσα 'tou και μετακόμισε στο σπίτι της Μαργκότ. όμως εγώ είμαι εντελώς ήρεμος. στο πρώην δωμάτω της γκοuβεΡνάντας. την είχε ξuπνήσει ένας χοντρός εξαγριωμένος κύριος. 'tou είπε ρίχνοντας μια ματιά στην βαλίτσα τοu. . Με τα μαύρα μαλλιά της πεσμένα στο μέτωπο έμοιαζε μ. uπάρχουν αρκετά πράγματα ποu θα πρέ­ πει να σuζητήσοuμε.μούς. θα έπρεπε να πει ότι ο κύριος Αλμπίνοuς και η οικογένειά 'tou μόλις έ­ ςpurotv ξαφνικά για την Ιταλία. « Σε παρακαλώ». μοuρμούρισε εκείνος σκuθΡωπός. Η Μαργκότ τον δέχτηκε ιIιuχpcx. συνέχισε εκείνη βηματίζοντας νεuρι­ κά στο δωμάτιο. Εκείνο το πρωΙ. « Έπειτα. Και σε περίπτωση ποu θα τηλεφωνούσε κάποιος. μ' ένα κόκκινο μεταξωτό πενιοuάρ. Ύστερα όλα ησύχα­ σαν πάλι. Κάποιος μετέφερε τις βαλίτσες. Η λιποθυμία της Ελισάβετ 62 . δόξα τον Θεό! «Για να ακριβολογούμε. ποu ζη­ τούσε τον κοuνιάδο 'tou' και την είχε πει πόρνη. Με δuσκολία κατάφερε να πείσει την Φρίντα να παραμείνει στο άδειο διαμέρισμα. ο Αλ­ μπίνους ξάπλωσε στον καναπέ του απαίσιοu σαλονωύ και σκεφτόταν: «Συνέβη κάτι το ανείπωτα τρομερό. Γιατί τώρα γραμμόφωνο. ιδιαίτερα δuνατή ruvotCxot.ε τσιγγάνα. Μετά το φαγητό πήγε ν' αγοράσει ένα γραμμόφωνο. Η μαγεί­ ρισσα. Τσακισμένος και μ' έναν φριχτό πονοκέφαλο. έναν άξιο λοχία της αστuνομίας. Δεν σκοπεύω ν' ακούω τις βρισιές των συγγενών σου». τον πέταξε έξω. . Και ακριβώς αuτήν την μέρα . το δεξί της χέρι στην αριστερή μασχάλη. Δεν το δέχτηκε παρά μόνο όταν της πρότεινε να εγκαταστήσει τον φίλο της. καπνίζοντας ακα­ τάπαuστα.

αρρωστη­ μένο σχεδόν πάθος που του ξυπνοόσε η νεανική ζωντάνια της Μαργκότ. Ο τρόπος που τα περιέγραψε η Φρίντα ήταν απαίσιος: Και η κυρία στρίγκλιζε. Όσο γι' αυτήν. Την επομένη. παρά την μικροόλα του ζαβολιά (που είχε μoΛUνει την ευτυχία τους όπως το μαχαίρι ενός τρελοό κουρελιάζει έναν πίνακα). Πάντα είναι η γυναίκα μου και την αγαπώ.. αντί να πλένει μόνο τα χέρια της και τον λαιμό της όπως συνήθιζε να κάνει μέχρι τότε. Δεν πήρε καμιά απάντηση. κι όστερα άρχισε να ψωνάζει· θα 'ταν ψριχτό να την ακοός όμως εγώ είμαι εντελώς ήρε­ μος. Τώρα τα νόχια της στα πόδια και στα χέρια ήταν πάντα καθαρά και βαμμένα 63 . και όλη αυτήν την βιασόνη και την στενοχώρια. βρήκε την ευκαιρία να γράψει ένα με­ γάλο γράμμα στην γυναίκα του. Τότε κατάλαβε πως αν δεν ήθελε να βασανίζεται. κι ενώ η Μαργκότ είχε βγει για ν' αγοράσει δίσκους. όπου της εξηγοόσε με μεγάλη ".. μα με κάπως υπερβολική εuψpάδεια. Θα 'θελα να ξέρω πώς εξήγησαν στην Ίρμα την μετακόμιση στο σπίτι του Πωλ. κι αυτή το 'χε θεωρήσει σαν ευλογία και παρηγοριά. και η κυρία στρίγκλι­ ζε. κοίταζε μη γυρίσει ξαψνικά η Μαργκότ. η Ελισάβετ δεν είχε υψώσει ποτέ την ψωνή της)). έ­ πρεπε να σβήσει την εικόνα της οικογένειάς του απ' την μνήμη του και ν' αψεθεί ολόκληρος στο άγριο. και συνέχιζε να γράψει κλαίγοντας και μουρμουρίζοντας μοναχός του.κράτησε ε ίκοσι λεπτά. Ζητιάνευε την συγνώμη της γυναίκας του κι όμως. και ψυσι­ κά θα τινάξω τα μυαλά μου αν πεθάνει εξαιτίας μου. στο γράμμα του δεν υπήρχε καμιά ένδειξη για το αν ήταν αποψασισμένος να εγκαταλείψει την ερωμένη του.ιλικρίνεια. πάντα ήταν έτοιμη για έ­ ρωτα· όσο και όποτε εκείνος ήθελε: την αναζωογονοόσε: ήταν παιχνιδιάρα και δεν έπαιρνε καμιά προψόλαξη: Δυο χρόνια πριν ο γιατρός τής είχε εξηγήσει πως δεν επρόκει­ το ποτέ της να κάνει παιδιά. Ο Αλμπίνους τής έμαθε να κάνει μπάνιο καθημε­ ρινά. Παράξενο. πως εξακολουθοόσε να την αγαπά. Έκλαιγε.

τα πρωινά μόνο. η ξεδιαντροπιά της και το σβήσιμο των ματιών της (ποΙ) σκοτείνιαζαν αργά αργά σαν σ' αίθοuσα θεάτροΙ) όποΙ) το φως χαμηλώνει λίγο λίγο). Η Μαργκότ ενδιαφέρθηκε κuρίως για την αγοραστι­ κή αξία ενός τέτοιοΙ) πίνακα. την μητέρα τοΙ) ποΙ) δεν την θuμόταν παρά αό­ ριστα. τα οποία μετατρέποuν το παλιό βερνίκι σε σκόνη. Δεν έφεuγε σχεδόν ποτέ από το σπίτι. τα σκuλιά τοu. ' Σuνεχώς ανακάλuπτε σ' αuτήν καινούριες χάρες και εκείνα ποΙ) σε κάποιαν άλλη θα τοΙ) φαινόντοuσαν ί­ σως γελοία και χuδαία. Οι παιδικές γραμμές τοΙ) κορμιού της. ά­ φηνε. την Μαργκότ να βγαίνει -για τα περιπετειώδη κuνηγητά της πίσω από μεταξωτά εσώροu­ χα και κάλτσες. . σ' αuτήν τα έβρισκε σuγκινητικά και εuχάΡιστα. Πες μοΙ) την)). τοΙ) εξήγειραν μια τέτοια φρενίτιδα ποu και το τελεuταίo ίχνος της σuστολής εκείνης ποΙ) ζητούσε στον έρωτα η τuπική και τρuφερή Ελισάβετ. όποΙ) ένας καλεσμένος τού διηγ ιόταν μια ά­ σεμνη ιστορία. το κριθάρι και το καλαμπόκι της γης τοΙ) και ποΙ) πέθανε τελείως ξα­ φνικά -από μια κρίση δuνατού γέλιοΙ) στην αίθοuσα τοΙ) μπιλιάρδοu. την δοuλειά 'tou.μ' ένα κόκκινο γuαλιστερό βερνίκι. από φόβο μή­ πως σuναντήσει γνωστούς. έναν οξύθuμο μεγαλοκτηματία ποΙ) αγαπούσε μόνο τ' άλογα. « Ποια. Και παρ ' ότι δεν το ήθελε. και τον πατέρα τοu. Τον εντuπωσίαζε ποΙ) δεν είχε καμιά πε­ ριέργεια: ποτέ δεν τοΙ) έκανε ερωτήσεις γ ια την πρότερη ζωή τοu. 64 . Μερικές φορές προσπαθούσε να την κάνει να εν­ διαφερθεί για το παρελθόν τοu· της μίλησε για τα παιδικά 'tou χρόνια. όμως εκείνος δεν την θuμόταν πια. τις ανακαλύψεις τοu· της εξή­ γησε πώς μπορεί να καθαριστεί ένας πίνακας με σκόρδο και ρετσίνι κοπανισμένα. τον ρώτησε η Μαργκότ. και πώς ένα κομμάτι φανέλα μοuσκε­ μένο στο νέφτι εξαφανίζει την βρώμα και κάνει ν' ανθίζει η αρχική ομορφιά τοΙ) πίνακα. Της μίλησε για το πρώιμο πάθος τοu για την ζω­ γραφική. χάθηκε.

είπε γρήγορα η Μαργκότ χαμηλώνοντας τα βλέφαρά της.Της μίλησε για τον πόλεμο. της έλεγε. «Θα 'χεις ό. « ό. την έπιανε πλήξη και τοΙ. Λίγο πιο πέρα περίμεναν Ouo φίλοι τοΙ. Έχω ένα σωρό σχέδια. μποροuσε να αντέχει αuτό το δωμάτιο της φρίκης.) αδέλφι». σύντομα θέλω να φuγοuμε για κάποια παραλία». «Μια χαρά φαίνεσαι». της είπε εξετάζοντάς την απ' την κορφή ως τα νύχια.) πλοu­ σιοΙ. Η Μαργκότ τοι) γύρισε την πλάτη και έκανε να ςpu65 . από πίσω. Τα πάντα. Ο Όττο ακοuμπησε τα χέρια στην μέση 'tou. Τα απογεuματα.) ήταν καρφωμένη στο μuαλό της μα δεν uπήρχε λόγος. «Γεια χαρά σοΙ. Κοιτούσε ολόγuρα το σαλόνι και με έκπληξη αναρω­ τιόταν. γuρνοuσε με τα πόδια απ' την μοδίστρα της και σχεδόν είχε φτάσει στο σπίτι όταν κά­ ποιος. το xpuo και την λάσπη στα χαρακώματα. φuσικά. «Είμαστε uπέροχα εδώ -έτσι γλuκιά μοu.) διαμερίσματός τοΙ.) είσαι!» φώναζε ο Αλ­ μπίνοuς και την αγκάλιαζε. « δεν είναι ωραΙο να ξεχνάς την οικογένειά σο1.) κακόγοuστα αντικείμενα. Μια μέρα. ομόρφαιναν απ' το πάθος "tou.»).) κι έ­ καναν κι αuτοί τοuς ίδιοuς μορφασμοUς.τι θέλεις».) ήταν αΔUνατoν να βλέπει γύρω τοι. ποΙ. μόνο άσε με λίγο πρώτα να σuνέλθω. « 'Ασε με».τι θέλεις. Γύρισε. της είπε. τον Ιοuλη. την άρπαξε απ' τον αγκώνα.. κι εκείνη τον ρώτησε γιατί αφοι) ήταν τόσο πλοίΙσιος δεν φρόντισε να πάει σε κάποια θέση στα μετόπισθεν . «Τι λατρεuτά αστεία ΠΟι. Μόρφαζε ou­ σάρεστα.. Ήταν ο αδελφός της ο Όττο.) περηφανεuόταν πως τοι. πώς αuτός.» Εκείνη σuμφωνοuσε σuγκαταβατικά -ήξερε πως όλα αuτά ήταν προσωρινά μόνο: η ανάμνηση τοΙ. ή σε κάποιο πολuτελές εστια­ τόριο με νέγρικη ορχήστρα.) ζητούσε να πάνε σινεμά. να βιάζεται. ονειροπολούσε. καμιά φορά. «Τέλεια κuριοUλα».

Καλ­ λίτερα όμως θα κάναμε να προχωρήσουμε λίγο από δω». 'Αι. ο Γκασπάρ και ο Κουρτ. Όμως την άρπαξε πάλι απ' το μπράτσο πονώντας την. Ξέρω πολό καλά ποό μένεις. Υπέκυψε στο σψίξιμο του Όττο. Το στήθος και το μπράτσο ΤΟι) Κουρτ ήταν στολισμένα με τατουάζ μια άγκυρα κι έναν δράκο. « είναι η τρίτη μέρα που σε παρακολουθώ. ψιθόρισε η Μαργκότ προσπα­ θώντας να ελευθερωθεί απ' τα δάχτυλά του. Κάποιος πε­ ραστικός σταμάτησε. είπε ο Όττο. Μέσα στο μπαρ μερικοί άντρες συζητοόσαν με δυνα­ τή ψωνή για τις επερχόμενες εκλογές. της είπε. τα χαρτιά που υπήρχαν ολόγυρα. ΠΟι) καθόταν 66 . Οι άλλοι δυο. όμως οι άλλοι δυο την πλησίασαν και γρυλίζοντας την έσυραν προς την πόρτα. «Τι θέλεις.» τον ρώτησε κοιτάζοντας με αηδία την λιγδιασμένη τραγιάσκα του και το τσιγάρο που 'χε στηρί­ ξει πίσω απ' τ' αυτί του. ψώναξε όπως άλλοτε. Πόσο χαροόμενα ήταν όλα. Η Μαργκότ θυμήθηκε ολοζώντανα την εποΊ!ι που και οι τρεις τοuς πήγαιναν για μπάνιο -αυτή. «Δεν θέλω».γει. «Πάμε σ' εκείνο το μπαρ». Ίσως ο Αλμπίνους έριχνε καμιά ματιά απ' το παράθυρο κι αυτό δεν θα 'ταν' καλό. προβλέποντας πως θα γινόταν ψα­ σαρία. ακολουθοόσαν με κρεμασμένα χέρια. ο ένας πετοόσε στον άλλον χοόψτες την uγρή βελοu­ δένια άμμο και της έδιναν μια με την παλάμη στο βρε­ γμένο μαγιό μόλις ξάπλωνε μπροόμυτα. Την τράβηξε στην γωνιά του δρόμου . «Ας καθίσουμε εκεί. όταν ήταν παιδί. Ξάπλωναν στην ό­ χθη. είπε ο Όττο. « Κοίταξε εδώ». ο ξανθοτρίχης. στην γωνία» . και ο Γκασπάρ. το ευτυχισμένο πλήθος. άι. Την μάθαιναν κoΛUμπι και κάτω απ' το νερό την άρπαζαν απ' τα γυμνά της μεριά. κάνοντας μια κίνηση με το κεψάλι του. ο Όττο και τα δυο ηλιοκαμένα παλικάρια. Το σπίτι της ήταν πoΛU κοντά. « Άσε με να ψόγω». 'Αρχισε να ψοβάται. ψώναξε εκείνη. και αρπαχτικό βλέμμα .

στην άκρη της λίμνης και τρανταζόταν σόγκορμος μοu­ γκρίζοντας: «Το ν ερ ό είναι βρεγμένο. 67 .ας». «Δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι για την οικογένειά σου. κλειδιά. ((Τώρα μ. « Άλλαξες πολό χρυσό μοu. έκανε εκείνη περιφρονητικά. πρέπει να μας σκέφτεσαι πότε πότε». στην πραγματικό­ τητα είμαστε αρραβωνιασμένοι». είπε κι όστερα πέταξε την τσάντα μπροστά της. Και οι δuο κοίταζαν uποτιμη­ τικά την Μαργκότ.» ρώτησε ο Όττο δήθεν έκπληκτος. «Αυτά χρησιμεόουν για να πληρωθεί η μπόρα» . έβγαλε ένα κοuτί πούντρας. το πρώτο ποΙ) έκανε ήταν να χτενίσει προς τα πίσω τα μαλλιά τοu. Ο Όττο τής την πήρε απ' τα χέρια.πορώ να φύγω. Δεν σ' αρέσει η συντροφιά του αδελφοό σοΙ) και των ψίλων του. την άνοιξε. για­ τί απόκτησες έναν πλοόσιο φίλο. κοροϊδεόοντάς την. Η Μαργκότ ήπιε βεβια­ σμένα μια γοuλιά. Θυμήθηκε όταν όλοι μαζί έπαιζαν μπάλα· κι ύστερα εκείνη ξάπλωνε και την σκέπαζαν με άμμο αφήνοντας ακάλuπτο μόνο το πρόσωπό της. «Δεν ξέρεις τι λες». κι έφτιαχναν έναν σταυρό με χαλίκια στην άκρη. ένα μικροσκοπικό μαντίλι και τριάμισι μάρκα. βρεγμένο!» Όταν κολυμπούσε. είπε ο Όττο όταν έκαναν την εμ­ φάνισή τους στο τραπ έζι τέσσερα ποτήρια ξανθιάς μπόρας.» ρώτησε στρώνοντας τα δυο τσουλούφια στοuς κροτάφους της. « Πώς. Και οι τρεις έβαλαν τα γέλια. Σιχαινόταν την μπόρα. Όμως δεν συμψωνήσαμε ακόμ. Η Μαργκότ ένιωσε τέ­ τοια αηδία ποΙ) έστρεψε αλλοό το πρόσωπό της και ανοι­ γόκλεινε νευρικά το κοόμπωμα της τσάντας της. Ζήτησαν ακόμα μια μπόρα. τα οποία φυσικά και κράτησε. και να φορέσει προσεκτικά την τρα­ γιάσκα τοu. Αντίθετα. Και μόλις έβγαινε απ' το νερό. όμως δεν ήθελε να της την πιουν εκείνοι. έβαζε το στόμα του μέσα στο νερό και έβγα­ ζε ένα γουργοuρητό σαν την φώκια. Κατέβασε μια γοuλιά μπόρα. «Δεν είναι καθόλοu αuτό ποu νομίζεις. « Άκουσε δω». το ί­ διο έκαναν και οι φ ίλοι τοu.α για τις συναλλαγές μ.

είπε η Μαργκότ χαμογελαστά. αυτή τρίκλισε κι έκανε πως θα λιποθυμήσει. στην (δια γωνιά» . πη­ γαίνω τώρα». «Δεν είναι δικά σου χρήματα αυτά. «Τι γλέντια κάναμε άλλοτε! Δεν πρέπει τώρα να μας κάνει την σπου­ δαία. Γύρισε σπίτι.» και γυρνώντας στους φίλους του. έτσι. αλλά πέτυχε. Μ παράσταση δεν ήταν καλά μελε­ τημένη. Καλλίτερα λοιπόν να μην μιλάς για κλεψιά» . ε. Γρύλισαν όλοι μαζί ξανά κι αυτή φοβήθηκε πάλι. είπε ο Όττο. τι συνέβη. είναι λεφτά που πήρες από κάποιον που τα έβγαλε απ' τον ιδρώτα της εργατικής τάξης. «Α. για την οικογένεια. Ξαφνικά η Μαργκότ χαμογέλασε και ψιθύρισε με χαμηλωμένα βλέφαρα: « Καλά θα το κάνω. Εντάξει.» επαναλάμβανε χαί. 68 .» « Κι αν δεν το κάνω.» «Μπράβο.» Αλλά εκείνη είχε κιόλας σηκωθεί και τελείωνε όρθια την μπύρα της. Τι θα 'λεγες να πηγα(ναμε μια μέρα ένα ταξιδάκι στην λί­ μνη. Αρρα­ βωνιασμένη! Καλό κι αυτό » . απάν­ τησε ήσυχα ο Όττο. « Κι ύστερα θα πάμε βόλτα όλη την ημέρα. αύριο. Πενήντα θα είναι αρκετά. Πάρε μερικά μετρητά απ' τον φίλο σου για μας.» « Εντάξει» . αυτό είναι ό­ λο.Οεύοντας τά μαλλιά της. Μα γιατί βιάζεσαι. Αυτός φοβήθηκε. Κατάλαβες. Αντίθετα. «Απόγευμα. την έβαλε να κά­ τσει στον καναπέ και της έφερε νερό. Κι όταν ο Αλμπίνους άφησε την εφημε­ ρίδα του για να πάει κοντά της. ύστερα τους χαιρέτησε όλους και βγήκε. να βλεπόμαστε περισσότερο. Συγκρατήθηκε και συνέχισε πιο ήρεμα: « Άκου δω.» «Τότε θα πάρουμε την γλυκιά μας εκδίκησψ.« Έκλεψες τα χρήματα απ' την τσάντα μου. θα 'πρεπε να βρισκόμαστε πιο συχνά. Μπορώ να φύγω τώρα. «Δεν είναι θέμα κλεψιάς». τα ξέρουμε όλα για σένα. Πες μου. είπε βρώμικα ο Όττο. «Τι συνέβη.

με βασάνιζαν». σκέφτηκε ο ΑλμπΙνοuς. και ζητά χρήματα -προσπαθεί να μ' εκβιάσει' πιστεύει ότι εσύ δεν ξέρεις τί­ ποτα. μοuρ­ μούρισε ο Αλμπίνοuς (ποu είχε από καιρό πάΦει να πι­ στευει όΥΙ ήταν ο πρώτος της εραστής). Ύστερα είχα έναν άτuχο έρωτα. κυνηγημένο λαγοuδάκι». Πέρασα πολύ σκληρά παιδικά χρόνια. Ο Αλμπίνους ένιωσε πρώτα μια γλuκιά ανακούφιση κι έπειτα πλημμύρισε από οίκτο. Έκανα το μοντέλο για να βγάλω λε­ φτά. Καταλαβαίνεις.« Τώρα θα με παρατήσεις». Mou πρόσφερε όλη τοu την περιοuσία. Έπειτα βρήκα αuτή την δοuλειά στο :4ργκους». Ύστερα με κuνη­ γούσε ένας γέρος τραπεζίτης. «Τι χαρά ποu δεν με περιφρονείς.» τον ρώ­ τησε προσπαθώντας να χαμογελάσει μέσα απ' τα δάκρuά της. πράγμα αρκετά δύσκολο μια και δεν uπήρχαν δά­ xpuIX. φιθόρισε η Μαργκότ. έτσι τον εγκατέλει­ Φα. και τώρα είναι θuρωρός. Το 'σκασα απ' το σπίτι. Ήταν κλειδαράς. φτωχό μοu. Πρέπει να τα μάθεις όλα.» «Σε κορόιδεΦα». Όμως με δuνατή φωνή επανέλαβε ήσuχα: «Τι σuνέβη Μαργκότ. Ξεροκατάπιε και αμέσως έφτασε στο χειρότερο σuμ­ πέρασμα: τον είχε προδώσει. Ήταν παντρεμένος σαν εσένα. μη με φιλάς. η μητέρα μοu σφοuπαρίζει σκά­ λες και ο αδελφός μοu είναι ένας απλός εργάτης. παρ' όλο ποu τον αγαπούσα τρελά -δεν μπορούσα να uποφέρω να 'μαι μονάχα ερωμένη τοu. μοuρμούρισε. Πέθανε από εμβο­ λή. δεν με περιφρονείς. με έδερναν.για το παρελθόν μοu εννοώ. Πρώτ' απ' όλα ο πατέ. « Αχ. «Σου είπα φ ριχτά Φέματα.φτηκα: Τι ντροπή να έχω έναν τέτοιο 69 . «Ε. Άλμπερτ. « Όχι. και η yuVIXixIX του 'tou αρνιόταν το διαζύγιο. τον σuνάντησα σήμερα. αλλά φuσικά τον αρνήθηκα. σκέφτηκε μέσα τοu. λοιπόν. Μια φριχτή γριά μ' εκμεταλλεuόταν.ρας μου δεν είναι ζωγράφος. Τώρα όμως θα σου πω το πιο φοβερό: ο αδελφός μοu ανακάλuΦε την διεύθυνσή μοu. « Πρέπει να πεθάνει». λοιπόν θα την σκοτώσω». όταν τον είδα και σκέ. « Πραγματικά.

ξέρεις. η λοuτρόπολη της Αδριατικής πο!) διάλεξε ο Αλ­ μπίνοuς για να κάνοuν μαζί το πρώτο τοuς ταξίδι. μα δεν είπε τίποτα στον Αλμπίνοuς. σuνόδεψε την Μαργκότ στην πρωινή της έξοδο. Το Σόψλι. 11 Το επόμενο πρωινό.. γλuκό μο!) σκuλάκι δεν είχε ιδέα τι είδοuς είναι η οικογένειά μο!) -τότε. 'Ακοuγε τον θόρuβο το!) χαρτιού και το δίχως λό­ για τραγοuδάκι πο!) εκείνη μοuρμούριζε με κλειστά χεί­ λια. πως ο αδελψός της είχε προσβληθεί θανάσιμα και πως τώρα θα ενεργούσε εντελώς απερίσκεπτα.αδελψό κι όταν επίσης σκέψτηκα ότι το πιστό.» την ρώτησε. Η εμψάνισή το!) στοuς δρόμοuς μαζί με την Μαρ­ γκότ τον έκανε τρομερά ανήσuχο' δεν μπορούσε να σuνη­ θίσει την καινούρια το!) θέση. μαuρίσει. Ήθελε ν' αγοράσει όλων των ειδών τα ελαψρά ψορέματα και κιλά αντιηλιακής κρέμας πο!) θα την βοηθούσε να.» « Όχι. ο Αλμπίνοuς έ­ γραψε μια επαπελματική επιστολή καθισμένος σ' ένα μοναδικά άβολο γραψείο. «Τι θα κάνοuμε. ενώ εκείνη στο διπλανό δωμά­ τιο τακτοποιούσε τα πράγματά της σε μια καινούρια βα­ λίτσα. ήταν ένας ηλιόλοuστος και ζεστός τόπος. όχι αuτό». Όταν επέστρεψαν. » Την πήρε στην αγκαλιά το!) και την χόρεuε: Θα 'θε­ λε πολύ να την νανοuρίσει μα δεν γνώριζε κανένα νανού­ ρισμα. δήλωσε η Μαργκότ μ' ασuνήθιστη έμψαση. Μήπως θα 'πρεπε ν' αποταθούμε στην αστuνομία. ο Αλμπίνοuς για πρώτη ψορά. 70 . διέκρινε τον αδελψό της στην άλλη μεριά το!) δρόμοu.. Ανεβαίνοντας στο τα­ ξί. ντράπηκα γιατί δεν σο!) είχα πει την αλή­ θεια . «Τώρα θα ψοβάμαι να σ' αψήνω να βγαίνεις μόνη aou. ο Όττο είχε εξαψανιστεί. Η Μαργκότ σκέψτηκε πoλl) σωστά. Εκείνη γέλασε σιγά. Δuο μέρες πριν την αναχώρησή τοuς.

πως μέσα σε λίγοuς μήνες η ζωή μοΙ) θ' άλλαζε τόσο ριζικά . ποu. «πρόσεχε.. Άνοιξε την πόρτα. . έμοιαζε καταπληκτικά στην Μαργκότ . Γιατί. Πόσο γρήγορα δοόλεψε η τό­ χη για όλα αuτά. «Πριν έξι μήνες ήμοuν παράδειγμα σuζuγοu σ' έναν κόσμο χωρίς την Μαργκότ. ο Αλμπίνοuς. Και τώρα κάθομαι εδώ και φαινομενικά εξετάζω τα πάντα. aLrou­ ρα είναι αuτός» . Ο Όττο ξερόβηξε και. ψιθόρισε η Μαργκότ..» 71 . Σχεδόν μόλις tqJurE. με φωνή ποΙ) έδειχνε απόλuτη αuτοπεποίθηση. Άνοιξε πάλι αuτός: στο κατώφλι στεκόταν ένας νεαρός με τραχό και βλακώδες παροuσιαστικό. » Ξαφνικά χτόπησε το κοuδοuνι της εξώπορτας. στην πραγματικότητα. » Στο διπλανό δωμάτιο η Μαργκότ έριξε κάτι χάμω. η μότη με το ρινικό οστοόν κάπως τονισμένο .. Ωστό­ σο. «Θα τον τακτοποιήσω μια χαρά» . « Πήγαινε στο δωμάτιό OOU» . το κοuδοuνι χτόπησε ξανά. η θόελλα μαίνεται κι ένας Θεός ξέρει πώς θα εξελιχθοόν τα πράγματα . «Ποιον ζητάς. είπε: « Έχω να σας μιλήσω για την αδελφή fLou. το τραγοόδι έπαψε για λίγο κι όστερα ξανάρχισε πάλι.. είπε μέσα τοu. παρ' όλα αuτά. « Άλμπερτ». «Αν μου το 'λεγε κανείς.«Πόσο περίεργα είναι όλα αuτά)). την παραμονή της πρωτο­ χρονιάς. Ήταν το κορίτσι απ' το καπελά. η Μαργκότ κι η μαγείρισσα. δικο. Άλλοι άνθρωποι καταφέρνοuν και σuμ­ βιβάζοuν την οικογενειακή τοuς εuτuχία με τις μικρές τοuς απιστίες. . είμαι ο άδελφός της Μαργκότ» .» ρώτησε ο Αλμπίνοuς.τα μαόρα μάτια. αποκρίθηκε εκείνος. Από τρεις διαφορετικές πόρτες έτρεξαν ταυτόχρονα στον προ­ θάλαμο. λογικά και σuνετά. Φορούσε το κuριακάτικο κοστοόμι τοΙ) κι η ά­ κρη της γραβάτας τοΙ) ήταν περασμένη μέσα απ' το ποu­ κάμισό τοu. «Μα γιατί σε μένα ακριβώς. όμως στην δική μοΙ) περίπτωση τα πάντα κατέρρεuσαν αμέσως. τα στιλπνά μαλλιά.

« Λοιπόν.. κόριε Σιφερμόλερ. » «Μα φ\)σικά -όμως γιατί στέκεσαι στην πόρτα. Δεν είναι παρά δεκάξι χρόνων. » Ο Αλμπίνο\)ς εξέταζε με κάποια περιέργεια τον Ότ­ το και σ\)λλογιζόταν πως α\)τό το μικρό κτήνος μιλοόσε .ένος. . λοιπόν να. την ζητά απ' το\)ς γονεΙς της. Κάπως περισσότε­ ρο σεβασμό και λιγότερη αλαζονεΙα. «ο κtφιος . Όταν ένας άντρας θέλει να παντρεuτεί μια κοπέλα πο\) σέβεται. «Α. εγώ . κόριε. καταλαβαίνετε μην την πιστεύετε αν λέει πως είναι μεγαΛUτερη. «Πραγματικά δεν ξέρω». όχι κύριε». Επιτρέ­ ψτε μο\). σuνέβη να σας δω με την αδελφή μο\) και σκέφτηκα πως θα σας ενδιέφερε να .. Πέ­ ρασε λοιπόν μέσα». «Δεν θα με κάνετε να πιστέψω πως θα την παντρεuτεί­ τε. «Πρό­ κειται. την οποία κά­ ποιος αγοράζει . Είναι μια πoΛU. » «Σιφερμόλερ». . Μπήκε ξεροβήχοντας και πάλι. οπωσδήποτε. να σας πω πως είμαστε τίμιοι άνθρωποι: ο πατέρας μο\) είναι παλιός στρατιωτικός. . σ\)νέχισε εξαιρετικά ερεθι­ σμ.» άρχισε ο Όττο ερωτηματι­ κά. «Φrxνταστείτε. » .. πάρα πολύ άσχημη κατάσταση. κόριε . 72 . . . . . . Η αδελφή μο\) εΙναι νέα και άπειρη. Η αρραβωνιαστι­ κιά μο\) μο\) διηγήθηκε πως η οικογένειά της ήταν ε\)τ\)­ χής πο\) την ξεφορτώθηκε» ..« 'Ακο\)σε φίλε μο\»). εμείς . . . .. κόριε Σιφερμόλερ. Δεν ξέρω πώς θα μποροό­ σε να επανορθωθεί. έκανε ο ΑλμπΙνο\)ς με ανακοόφιση καταλαβαίνοντας πως ο νεαρός δεν ήξερε το πραγματικό το\) όνομα. αν εσείς είχατε μια πολ\)αγαπημένη και αθώα αδελφή. «Ε.«Δεν είστε ο κόριος . τον έκοψε ·ο ΑλμπΙνο\)ς. για παρεξήγηση.. » Ο Όττο ερεθιζόταν σιγά σιγά κι άρχιζε να πιστεόει κι ο ίδιος α\)τά πο\) έλεγε. κόριε Σ ιφερμόλερ. έκανε ο Όττο κλείνοντάς το\) το μά­ τι. Η μητέρα μο\) δεν κοιμάται πια την νόχτα από τότε πο\) η μικρή μας Μαργκότ έφ\)γε απ' το σπίτι.

Ένα δuστuχισμένο παιδί ποu η οικογένειά της δεν κατάφερε να προστατέψει. μ' εκείνη την άμεση.λογικά. « Θα το μετανιώσετε». Όλα αuτά δεν σας αφοροόν. Ο Αλμπ(νοuς. » «Περιττό». Ειλικρινά. αλλιώς θα σε πετάξω έξω» . παρακαλώ. Και ήταν εuχάριστο να σκέ­ φτεται ότι τώρα τοuλάχιστον πατοόσε σε στέρεο έδαφος. Αφήνετε να σας κοuμαντάροuν εύκολα.. «Mou τα διηγήθηκε όλα μόνη της. Φύγετε αμέσως».. Η αδελφοόλα [Lou δεν ε. Ο Όττο αποσύρθηκε αργά. στριφογόρισε το καπέλο στα χέρια τοu και έπειτα δοκίμασε ένα άλλο κόλπο.ίναι αuτη ποu νο­ μίζετε. είπε ο Αλ­ μπίνοuς (νιώθοντας την γλuκιά χαρά τοu νικητή). γιατί είχε τα ίδια δικαιώματα να ενδιαφέρεται για την εuτuχία της Μαργκότ όσο κι ο Πωλ για την αδελ­ φή τοu. Σώπασε. έτσι. είπε και άνοιξε την πόρτα. πηγαίνετε» . τον έκοψε με αποφασιστικότητα και πο­ ΛU ψUχΡά -με όφος πατρίκιοu για την ακρίβεια. «Α. χερ Σιφερμιίλερ. αδελφός ή όχι -επωφελοόμενος. θα ήθελα να σας διηγηθώ ένα ouo πράγματα . απάντησε ο Αλμπ(νοuς κατακόκκινος. «Ξέρω ακριβώς πώς έχοuν τα πράγματα. όμως το έκανα από αδελφική αγάπη. είπε αδέξια ο Όττο. περίεργη σuναι­ σθηματικότητα ποu διακρίνει τοuς ανθρώποuς της μποuρ­ ζοuαζίας (φέρνοντας το χέρι το!) στο στόμα) φαντάστηκε. Ωστόσο uπήρχε μια ελαφριά γεόση παρωδίας ό­ ταν σuγκρινε την σuζήτηση αuτή με την δραματική σuζή­ τηση ποu είχε ouo μήνες πριν. «Φuγε. 73 . με κάνει να θέλω να γελάσω. Είναι πoΛU αστείο να σας ακούω να την ονομά­ ζετε αρραβωνιαστικιά σας. απ' το γεγονός ότι ο Όττο ήταν απλά απατεώνας και ψεuτο­ παλικαράς. Και τώρα. κατά πώς φαίνεται.. « Καλά λοιπόν» . κόριε Σι­ φερμύλερ.. Την ονόμασα αθώα.» είπε κατσοuφιάζοντας ο Όττο. «Αρκετά».Τώρα. « Ίσως να πληρώσετε ακριβά αuτά ποu κατέχετε.

. έκανε ο Αλμπίνοuς νιώ­ θοντας φριχτή ντροπή. . Η κοινωνική uπόληψη είχε τακτοποιηθεί. Ο Όττο έτεινε το χαρτονόμισμα. ψέλλισε αγριεμένα. μοuρμοόρισε κάτι και κατέβηκε τις σκάλες. « Πώς. Ήρθες πάλι. . μονάχος στο κεφαλόσκα­ λο. 12 Από την στιγμή ποΙ) η Ελισάβετ εΙχε διαβάσει το γράμμα της Μαργκότ.κα μάρκα και τα έβαλε στο χέρι τοΙ) Όττο. κοιτοόσε εξεταστικά το χαρτονόμισμα. Ο Όττο. «όμως απ' το τί­ ποτα.» φώναξε ο Αλμπίνοuς. στάθηκε για ένα λεπτό σαν χαμένος κι έπειτα χτόπησε το κοuδοUνι. βλοσuρός. « Καλλίτερα δώσ' τα στοuς ανέργοuς -uπάρχοuν αρκετοί γόρω σο\»)..•. Παραληροόσε και νόμιζε πως είχε χάσει τα λογικά της. Επί πλέον έμοιαζε τόσο σtην Μαργκότ όταν σκuθρώπιαζε. Θuμόταν ότι εκείνο το βράδΙ) -τώρα της φαινόταν πολό μακρινό -τον είχε φιλήσει στο μέτωπο κι αuτός. της είχε πει: Καλλίτερα να σuμ74 . «Δεν είναι πολλά» . Ο Όττο. πριν βγει απ' την πόρτα. Ο Όττο σήκωσε τοuς ώμοuς. . έβαλε το χαρτονόμισμα στην τσέπη τοu. έβγαλε γρήγορα από το πορτοφό­ λι τοΙ) δέ. καλά είναι κι αuτά» . «Δεν δέχομαι ψίχοuλα απ' τοuς βρωμομποuρζοuά­ δες. » άρχισε ο Αλμπίνοuς. Πίστεuε ότι είχε πε­ θάνει ο άντρας της και πως ο κόσμος τής έλεγε ψέματα λέγοντάς της πως την είχε εγκαταλείψει. «Μα . Η πόρτα έκλεισε.την δuστuχία και την απαίσια ζωή αuτοό τοΙ) παιδιοό. «Δεν θέλω το φιλοδώρημά aOU» . τώρα μποροόσε να τακτοποιήσει και τις περισσότερο ανθρώπινες ανάγκες. Κράτησέ τα» . πίστεuε διαρκώς πως έβλεπε να επαναλαμβάνεται ένα φριχτό όνειρο. σuλλογίστηκε. Εγώ » « Μα ήταν απλώς . Πριν κλείσει την πόρτα. γιατί. Ο φτωχός έχει κι αuτός την περηφάνια τοu.

Παρ' ότι δεν θα τον σuγχωροόσε ποτέ (όχι ότι την είχε ταπεινώσει -ήταν αρκετά περήφανη για να αισθάνεται αδικημένη -αλλά γιατί αuτός είχε πέσει τόσο χαμηλά). το ότι αuτός αρνήθηκε την Ίρ­ μα. Την πρώτη βδομάδα έκλαψε τόσο πολό ποι) και η ί­ δια είχε μείνει έκπληκτη πώς δεν είχαν στερέψει τα μάτια της. στην Ιταλία. και επέμενε πως έπρεπε να πάει κι αuτή. Αuτές ήταν οι τελεuταίες τοι) λέξεις στην ζωή τοuς. της αποφασιστικής τοι) κίνησης στο άνοιγμα της πόρτας. με μάτια βαθοuλωμένα και urPάo. τα ροόχα τοι) κοuρελιασμένα και τα χέρια τοι) απλωμένα σ' αuτήν.βοuλεuτείς τον δόκτορα Λάμπερτ γιατί σuνεχίζει να ξόνεται. αuτή κι ο άντρας της έ­ πλεναν το μωρό σε μια μικρή μπανιέρα με θαλασσινό νε­ ρό -και σκέφτηκε ξαφνικά ότι από τα δάκρuά της μπο­ ροόσε κανείς να γεμίσει ένα τεράστιο καζάνι και να πλόνει έναν γίγαντα. Τις πιο πολλές ώρες της ημέρας τις περνοόσε καθι­ σμένη σε κάποιο δωμάτιο. Άραγε να ξέροuν οι επιστήμονες πόσο αλμuρό νερό μπορεί να τρέ ξει απ' τα μάτια. Κατά κάποιον τρόπο. Η τσιγκαλοιφή σε λίγες μέρες είχε εξαφανίσει το εξάνθημα -μα δεν uπήρχε ποuθενά στον κόσμο γιατρικό ποι) να μπορεί να εξαφανίσει την ανάμνηση τοι) μεγάλοΙ) ζεστοό τοι) μετώποu. ακόμα και στο χωλ -οποuδή­ ποτε την άρπαζε η βαριά ομίχλη της ονειΡοπόλησης. Και αuτό τής θόμισε πώς σε μια παραλία. χλωμός σαν τον Λάζαρο. απλές. η Ελισάβετ περΙμενε ελπίζοντας κάθε μέρα πως η πόρτα θ' ανοίξει. όπως ο κεραuνός την νόχτα. σuνηθισμένες λέξεις. Ήταν λογικό άραγε ποι) την είχε στείλει εξοχή με την γκουβερνάντα.και 75 . και θα μπει ο άντρας της. ποι) αναφέρονταν στο μικρό εξάνθημα της Ίρμας -και έπειτα είχε φόγει για πάντα. ήταν. Ο Πωλ απαντοόσε πως . της φαινόταν χιλιάδες φορές πιο απαίσιο από το ότι είχε εγκαταλείψει εκείνην.ναι. Αλλά αuτή δεν ήθελε οότε να το ακοόει. Ή μήπως θα προσπαθοόσε αρ­ γότερα να κλέψει την κόρη ΤΟU.

Ο Πωλ έκανε ό.ζόγιζε τοότη και κείνη τη λεπτομέρεια της συζυγικής τους ζωής . νεκροός από καιρό. απομεινάρια από κόκ­ κινα φιλιά.τι μποροόσε για να την αποσπάσει τις σκέψεις της. Ποτέ δεν αναφερόταν στον Αλμ­ απ' πίνους. Όπως για παράδειγμα το να. Το μικρό του μαόρο πρόσωπο. «Δεν θα γυρίσει πίσω. είδαν έναν μικρό πίθηκο που 'χε ξεφόγ ει απ' τον κάτοχό του και είχε σκαρφαλώσει σε μια πανόψηλη φτε­ λιά . Της φαινόταν πως ο άντρας της την απατοόσε απ' την αρχή. εμφανιζόταν για λίγο μέσα απ' τα φυλλώματα. πότε σφυρίζοντάς του ή κουνώντας ένα καθρεφτάκι και κάνοντάς το ν' αστράφτει ή δελεάζοντάς τον με μια μεγάλη κίτρινη μπανάνα . Μια ζεστή καλοκαιριάτικη μέρα που είχαν πάει στο πάρκο. τους γονείς τους. Μάταια ο αφέντης του προσπαθοόσε να τον κάνει να κατέβει. 76 . πλαισιωμένο με γκρί­ ζο χνοόδι. δεν πρόκειται να γυ ρίσει ποτέ». είναι μάταιο. έπειτα πάλι εξαφανιζόταν κι έβλεπαν κάπου ψηλότερα ένα κλαδί να λυγάει και να τρέμει. Θυμόταν τώρα και καταλάβαινε (όπως όταν κανείς μαθαίνει μια ξένη γλώσσα θυμάται ότι κάποτε είχε δει ένα βιβλίο της γλώσσας αυτής που τότε δεν γνώριζε ακόμα) τους κόκκινους λεκέδες.περνά την ώρα του τα πρωινά της Κυριακής στο χαμάμ. που κάποτε είχε δει στο μαντίλι του άντρα της. Κι είχε αλλάξει μερικές αγαπημένες του συνή­ θειες. . μιλοόσε για τα παιδικά τους χρόνια. μουρμοόρισε η Ελισάβετ και ξέσπασε σε κλάματα. Της έφερνε βιβλία και περιοδικά. και τον ξανθομάλλη αδελφό τους που 'χε σκοτωθεί στην Σομ: ένας ονειροπόλος μουσικός.

όρθιος στην άκρη της θάλασσας σκοόπιζε τα γυαλιά του. Ο αφρός στριφο­ γόριζε στην επιφάνεια. Ζωηρόχρωμες ομπρέλες και 77 . Τα μαόρα μαλλιά της. «Θεέ μου! » είπε η Μαργκότ. λιγόστευε κι έπειτα αποσυ­ ρόταν αφήνοντας έναν λείο κατοπτρισμό στην άμμο. ώ­ σπου τον έπνιγε πάλι το επόμενο κόμα. Έπειτα από λίγο ανασηκώθηκε. σκέπασμά της τον βαθυγάλανο ουρανό. Το δέρμα της ήταν μετα­ ξένω και καυτερό. χαροόμενη κραυγή όταν ο αφρός ανέβλυσε μέσα στον αμμόπυργό του. έτρεχε. αγκάλιασε με τα μπράτσα τα γόνατά της και έμεινε ακίνητη.13 Ξαπλωμένη ανάσκελα. « Πόσο γαλάζια είναι σήμερα η θάλασσα!» Ήταν καταπληκτικά γαλάζια πράγματι: μωβ­ γαλάζια στο βάθος. Τώρα ο Αλ­ μπίνους έβλεπε την γυμνή της πλάτη και τους κόκκους της άμμου κολλημένο υς στο δέρμα της να λαμπυρίζουν. παρουσίαζε την τέλεια αφίσα της παραλίας. του χαμογέλασε και τυφλωμένη απ' τ' ασημένιο φως τα 'κλεισε και πάλι γρήγορα. ριγμένα πίσω. Απαλά της καθάρισε την πλάτη. Ο Αλμπίνους. Αν κοιτοόσες από κοντά τους ώ­ μους της. τα μέλη της έντονα καφεηά απ' τον ήλω. γκριζογάλανη π ιο κοντά και διαμαν­ τένια όπου το κόμα συλλάμβανε το φως. τους έβλεπες να ιριδίζουν κι εκείνο το εφαρμο­ στό μαόρο πραγματάκι που φόραγε. γερμένος δίπλα της. άφηναν να φαίνεται το πλατό της μέτωπο και κόκκοι άμμου χρόσι­ ζαν στα μικρά της αυτιά. ήταν πoΛU μικρό για να κρόψει οτιδήποτε. Άνοιξε τα μά­ τια. η Μαργκότ με μαόρο μαγιώ και λεπτή άσπρη ζώνη στην μέση. με πορτοκαλί μπουρνοόζι. Ένας άντρας τρι­ χωτός. Ο Αλμπίνους άφησε μια φοόχτα άμμου να πέσει σαν κλεψόδρα στην βαθουλωμένη κοιλιά της. Ένας μικρός έβγαλε μια δυνατή. πάνω στην πλατινένια άμμο με. την παρακολουθοόσε· δεν κουραζόταν να κοιτάζει τα κλειστά της βλέφαρα και το βαμμένο κόκκινο στόμα της. υγρά.

πο\) της έφτανε ως τα γόνατα. Έσκ\)ψε επάνω το\) χα­ μογελώντας σαρκαστικά και με μια χ\)δαία χειρονομία πο\) μόριζε βερολινέζικη σ\)νοικία. Προσπάθησε να της κάνει μια πατητή και την έπιασε απ' τον αγκώνα' α\)τή κλοτσοόσε και ξεφώνιζε. Μια Εγγλέζα. παρακολο\)θώντας τις κινήσεις των μικρών ποδιών της. Μια με­ γάλη πoλl)χρωμη μπάλα πο\) ερχόταν ο Θεός ξέρει από ποό. με άσπρο καπέλο. με μια πετσέτα στο\)ς κόκκινο\)ς φο\)σκαλιασμένο\)ς το\) ώμο\)ς. στράφηκε στον άντρα της. Προχώρησε λίγο προς τα μέσα κο\)νώντας το\)ς γοφοός της και σπρώχνοντας προς τα πί­ σω το νερό. Μην είσαι τόσο τεμπέλης. έναν κοκκινισμένο απ' τον ήλιο άντρα. νωχελικά ξαπλωμένη σε μια σαιζ­ λονγκ πο\) διάβαζε το Ραντς κάτω απ' το μαβ{ ηλιοβασ{­ λεμα. ηλιοκαμένη. την έπιασε και πηδώντας όρθια την πέταξε πάλι μακριά. 78 . Τώρα ο Αλμπίνο\)ς έβλεπε την φιγοόρα της πλαι­ σιωμένη απ' το παρδαλό ανακάτεμα της πλαζ πο\) ωστό­ σο έβλεπε πoλl) σ\)γκεχ\)μένα έτσι απορροφημένος πο\) ή­ ταν να παρακολο\)θεί την Μαργκότ' λεπτή. εκεί πο\) ήταν ξα­ πλωμένος μπροόμ\)τα. αναπήδησε ντιντινίζοντας στην άμμο. Προχώρησε προς το μέρος το\). το\) έδωσε μια στο τσι­ τωμένο πάνω το\) σώβρακο. πάρε τα παιδιά να κολ\)μπήσετε λίγο».ιμένο της μπράτσο. «Το νερό είναι βρεγμένο!» φώναξε και έτρεξε προς την άκρη το\) κόματος. όστερα έπεσε με τα τέσσερα. Α\)τός βοότηξε πίσω της και άρ­ χισε να�της πετά νερό. το\) φαινόταν μια εικόνα με εξαιρετικά χρώ­ ματα στην πρώτη σελίδα της ζωής το\). Γόρισε προς το μέρος το\) γελών­ τας. πο\) καθόταν πάνω στην άμμο και το\) είπε: «Κοίτα εκείνον τον Γερμανό πο\) παίζει με την κόρη το\). και απομακρόνοντας τα βρεγμένα μαλλιά της απ' τα μάτια της. προσπάθησε να κολ\)μπήσει μα ήπιε νερό και σηκώθηκε γρήγορα. μα\)ρομαλλοόσα. Η Μαργκότ τεντώθηκε.ριγωτές τέντες έμοιαζαν να επαναλαμβάνο\)ν στην γλώσ­ σα των χρωμάτων τις κρα\)γές των κολ\)μβητών. μ' ένα βραχιόλι ψηλά στο ηλιοκr.

η Μαργκότ έβγαλε το μαγιώ της όπως το φίδι το δέρμα τοΙ) και χωρίς να φο­ ρά τίποτ' άλλο εκτός απ' τα ψηλοτάκοuνα πέδιλά της. κι ο Αλμπίνοuς σuνειδητοπό ιοuσε ότι τον έπιανε μια ενοχλητική και ταπεινωτική ζήλια όταν έβλε­ πε την Μαργκότ να χορεόει σφιχτά κολλημένη πάνω σ' έναν άλλον. το στρωμένο με κόκκινες πλάκες ποΙ) αντανακλοόσαν το φως ποΙ) έμπαινε απ' τις χαραμάδες των κλειστών παραθόρων. μακριά πόδια της ακρίδας τιναζόντοuσαν ξαφνικά και ανοίγοντας τα περίεργα γαλάζια φτερά της πηδοόσε με μικρά πηδήματα και χανόταν. μα τα λε­ πτά. έλαμπε κάτασπρη σαν κάν­ τιο ανάμεσα στα μαόρα κuπαΡίσσια. Καμιά φορά ο Αλμ­ πίνοuς την έχανε: τότε σηκωνόταν κι έκοβε βόλτες χτu­ πώντας την άκρη ενός τσιγάροΙ) πάνω στην ταμπακιέρα τοu. Καθόταν στις φτέρνες της και προ­ σεκτικά πλησίαζε τα δάχτuλά της στο έντομο. κι είχαν κάνει κιόλας πολ­ λές γνωριμίες. Οι φωτεινές ακτίνες σχημάτιζαν ραβδώσεις πάνω στο κορμί της. πο!) νοικιαζόταν πανάκριβα. πότε μπαίνοντας σε κάποια αί­ θοuσα όποΙ) έπαιζαν χαρτιά ή βγαίνοντας στην ταράτσα 79 . ανηφόρισαν ένα χαλικόστρωτο μονοπάτι μισοσκε­ πασμένο από σχοίνα και καλάμια. Μεγάλες. Έψαχνε στην τόχη. Η Μαργκότ προσπα­ θοόσε να τις πιάσει.14 Αργότερα. βημάτιζε στο δωμάτιο τρώγοντας ένα τραγανό ροδάκινο. Μόλις ποΙ) είχαν φτάσει. μια μικρή βίλα. Τα βράδια χόρεuαν στο καζίνο. Η θάλασσα ήταν ή­ ρεμη και πότε πότε έβλεπες τα φώτα κάποιοΙ) περαστικοό καραβιοό ποΙ) έλαμπαν γιορταστικά. Στο δροσερό δωμάτιο. ποΙ) το απαλό της κεφάλι μόλις ποΙ) έφτανε στον ώμο τοu. Πέρα. πανέμορ­ φες ακρίδες πηδοόσαν στα χαλίκια. φορώντας τα φανταχτερά μποuρνοόζια ΤCιuς. Μια αδέξια πετα­ λοόδα της νόχτας πετάριζε γόρω απ' το λαμπιόνι με το ροζ φωτισμό: και ο Αλμπίνοuς χόρεuε με την Μαργκότ. ειδικά όταν ήξερε πως δεν φοροόσε τίποτα κάτω απ' το ελαφρό φοuστάνι της.

βρέθηκε μαζί του σε μια σκοτεινή γωνιά στον κήπο του καζίνου. έμοιαζε στον Μίλερ: υπήρχε κάτι στα δυνατά του χέρια και στο κοφτερό σαρ­ δόνιο βλέμμα του. μα έριξε πΙσω το κεφάλι της και αποκρίθηκε άπληστα στα φιλιά του. Για κακή τόχη. Το γλυκό άρωμα μιας συκιάς βάραινε την ατμόσφαιρα και υπήρχε αυτό το κοινό ανακάτεμα της μακρινής μουσι­ κής και των ακτίνων του φεπαριοό που είναι ικανό να επηρεάσει απλοϊκές ψυχές. συλλογιζόταν αυτός) για κάτι. « Όχι. ενώ τα χέρια του κάτω απ' το φουστάνι της. μη». άσχετα με το πόσο τρυφερός και προσεκτικός ήταν όταν έκανε έρωτα. Ξαφνικά αυτή εμφανιζόταν. Όμως κατάφε­ ρε να τΡαβηχτεΙ απ' την αγκαλιά του και να τρέξει στην 80 .) καθώς έ­ γερνε πίσω ξεκαρδισμένη απ' τα γέλια (μια υστερική μι­ κροόλα. αλλά νευρικά χάιδεuε κάτω α!C' το τρα­ πέζι τα γυμνά της πόδια. Μια καuτή νόχτα. μουρμοόρισε η Μαργκότ νιώθοντας τα χείλη του στον λαιμό της και στα μάγουλά της. ανάμεσα σε δυο χοροός. καθόταν δίπλα του φορώντας το ωραιότατο καλοκαιρινό φουστάνι της και έπινε μια γερή γουλιά κρασί. Πάντως. ένας νεαρός Αυστριακός. και επί πλέον πο­ ΛU καλός παίκτης του πινγκ πονγκ. ανικανοποίητη· μια ακαθόριστη επιθυμία. Τα χάδια του ήταν τόσο έμπειρα που ένιωσε να χάνει και την τελευταία ΔUναμη που της εΙχε απομεΙνει. προς τιμήν της Μαργκότ. Ενώ και το παραμικρό χάδι του παλιοό της εραστή ήταν γι' αυτήν ένας πυρετός που την συγκλόνιζε ολόκληρη. που ήταν ο καλλίτερος χορευτής στο Σόφλι. που τρανταζόντουσα. «Μη. από κάτι. αυτή ένιωθε πάντα.και γυρνοόσε πάλι πίσω με μια αρρωστημενη πεποΙθηση πως τον απατοόσε. όχι και τόσο αστείο. σου απαγορεόω» . που της θόμιζαν συνεχώς πράγματα που προτιμοόσε να είχε ξεχάσει. Αuτός δεν πρόδιδε τους φόβους του. που έλεγε ο τελευταίος καβαλιέρος της. Πρέπει να επισημάνουμε. ψιθόρισε. ψηλάφιζαν ανε­ βαίνοντας στα μεριά της. ότι προσπαθοόσε με όλη της την ΔUναμη να μείνει αυστη­ ρά πιστή στον Αλμπίνους.

με τοuς ψηλοός. Ο Αλμπίνοuς. Έπεσε στο ντιβάνι και κατάφερε να ξεσπάσει σε λuγ­ μοός.)) αναρωτήθηκε αγριε­ μένη. Η Μαργκότ είχε τόσο ερωτεuθεί την ζωή ποu μποροόσε να της δώσει ο Αλμπίνοuς -μια ζωή γεμάτη με την πολuτέλεια των πρώτης τάξεως φιλμς. ποu εκείνη την στιγμή ντuνόταν για το δείπνο. λικνιστοός φοίνι­ κες και τα τρ�αντάφuλλα. φώναξε και τον έσπρωξε με ΔUναμη προς τα πίσω.)) είπε κοιτάζοντάς τον μέσα απ' τd δάχτuλά της. πως δεν μποροόμε να σuνεχίσοuμε έτση). Αuτός γονάτισε μπροστά της και χάιδεψε με προφό81 .άπλετα φωτισμένη τα. εΙπε ξερά αγκαλιάζοντας με το βλέμμα την εξαιρετική κάμαρα τοu ξενοδοχείοu. «όμως ελπίζω να καταλαβαίνεις. « Μην μ' απίζεφ). «Μα για βλάκα με παίρνει. Την βρήκε ξανά πάντως. Ε Ισαι απόλuτα ελεόθερος)). « Άλμπερη). Η σκηνή αuτή δ εν επαναλήφθηκε ποτέ. όταν γόρισαν στο Βερο­ λίνο. την παρακάλεσε αuτός αΔUναμα. 'Αλμπερτ. «Φτάνει πιά χΡuσό μοω). ποu έχανε το θράσος της και μια φορά φάνηκε να χάνει και το οuσιαστικό στοιχείο τοu χαρακτή­ ρα της: την αταραξία. « Ξέρω πολό καλά πως δέν θέλεις να σε βλέποuν μαζί μοu. το φθινόπωρο.και φοβόταν τόσο μη χαθοόν μεμιάς όλα αuτά. βιάστηκε ν ' απαντήσει πως είχε πάρει κιόλας τα μέτρα τοu για ν α νοικιάσει ένα διαμέρισμα. « Πολό ωραίο » . Προσπάθησε να την αγκαλιάσει. Αν ντρέπεσαι για μένα μπορείς να φόγεις και να επιστρέψεις στην Λιζοόλα aou.. Αναστέναξε βαθιά και έκρuψε το πρόσωπό της στα χέρια της.ράτσα τοu καζίνοu. «Ντρέπεσαι για μένα. «δuστuχώς δεν καταλα­ βαίνεις». είπε φωναχτά.

έπρεπε τώρα να της κρύβει την αγωνία ποΙ) περνοόσε τις πρώτες μέρες ποΙ) ζούσαν μαζί. Η Μαργκότ ανακάθισε και χαμογέλασε παραπονε­ μένα. «Τι θέλεις. Το πρόσωπό της έκαιγε. είπε εκείνος και σηκώθηκε. είπε ο Αλμπίνοuς. «στο σπΙτι σοΙ) και να σuναντώ κόσμο» . εκτός αν μέχρι τότε εΙμαι κιόλας στο Χόλuγοuντ -οπότε θα σε στεΙλω στον διάβο. 15 Όπως ο ΑλμπΙνοuς είχε σΙΙνηθίσει να μην μιλά ποτέ στην Μαργκότ για τέχνη. Μαργκότ». λο» .» ρώτησε μαλακά. Το σπίτι ήταν γεμάτο αντικεΙμενα ποΙ) τοΙ) θόμιζαν την Ελισάβετ' τα δώρα ποΙ) εΙχαν ανταλλάξει και χιλιάδες άλλα. και στα μάγοuλά της έτρεμε ένα μεγάλο Mxpu: ποτέ τοΙ) δεν εΙχε δει τόσο αξιολάτρεuτα δάΚΡuα. (<<Και μέσα σ' ένα χρόνο θα με παντρεuτείς» ). διότι δεν καταλάβαινε τΙποτα. σκέ­ φτηκε η Μαργκότ.λαξη τον ώμο της ΠΟι) τιναζόταν βΙαια κάθε φορά ΠΟι) ΤηΥ ακοuμπούσαν τα δάχτuλά τοu. Τα δάκρuα την έκαναν πιο όμορφη. «Αν δεν σταματήσεις να κλαις» . . «τότε θ' αρχίσω να κλαΙω εγώ». οι κόρες των ματιών της σπινθηροβολούσαν. « Θέλω να ζήσω τελείως ελεύθερα μαζΙ σ ο\»). Η κρεβατοκάμαρα και το δωμάτιο τοΙ) παιδιού έ­ μοιαζαν να τον κοιτάζοuν με σuγκινητικά και αγνά παρά­ πονα -ειδικά η κρεβατοκάμαρα' γιατί η Μαργκότ άδεια­ σε αμέσως το δεύτερο για να το κάνει α{θοuσα για πινγκ82 . Στα μάτια της Φρίντας διάβαζε μια σιωπηλή μομ­ φή και μέσα σε μια βδομάδα lcpurE. « Καλά» . εΙπε μ' αναφιλητά. «Πες μοu. στο ίδιο μέρος όποΙ) είχε ζήσει τα δέκα προηγούμενα χρόνια με την ruvιX(XO: τοu. ενώ σuνέχιζε όμορφα όμορφα να κλαίει. «Θα με παντρεuτείς. αφού προηγοuμένως είχε ακούσει με περιφρόνηση δuο φορές την Μαργκότ να βρΙζει.

πονγκ. Η κρεβατοκάμαρα όμως ... Την πρώτη νόχτα είχε
την εντόπωση πως αισθανόταν αδιάκοπα την λεπτή μυ­
ρωδιά απ' την κολώνια που χρησιμοποιοόσε η γυναίκα
του. Κι αυτό τον καταπίεζε και τον εμπόδιζε κατά τέτοιον
τρόπο, που η Μαργκότ χαχάνιζε με τις απροσδόκητες επι­
φυλάξεις του.
Το πρώτο τηλεφώνημα ήταν βασανιστικό. Ένας
παλιός φίλος τηλεφώνησε και τον ρωτοόσε αν πέρασαν
καλά στην Ιταλία, πώς ήταν η Ελισάβετ κι αν είχε διάθε­
ση να πάει την Κυριακή το πρωί σ' ένα κοντσέρτο με την
γυναίκα του.
«Για την ώρα ζοόμε χωριστά», είπε με προ σπάθεια ο
Αλμπίνους. (<<Για την ώρα!» σκέφτηκε ειρωνικά η Μαρ­
γκότ, απασχολημένη να εξετάζει στον καθρέφτη την πλά­
τη της που άρχιζε να χάνει το μαόρισμα απ' τον ήλιο).
Η φήμη αυτής της αλλαγής στην ζωή του διαδόθηκε
γρήγορα. Με μελαγχολικό ενδιαφέρον παρατηροόσε πως
το όνομα της Ελισάβετ χανόταν σιγά σιγά απ' το στόμα
των γνωστών τους πως μερικοί σταμάτησαν να τον επι­
σκέπτονται· ενώ άλλοι, αντίθετα, έγιναν πιο φιλικοί και
αφοσιωμένοι· κι άλλοι, έκαναν σαν να μην ξέρουν τίποτα.
Τέλος, ήσαν μ.εΡικοί που τον επισκέπτονταν όπως πριν,
αλλά πάντα ερχόντουσαν χωρίς τις γυναίκες τους, που τις
είχε πιάσει όλες ΠεΡιέργως επιδημία πονοκεφάλου.
Άρχισε να συνηθίζει την παρουσία της Μαργκότ σ' αυ­
τά τα γεμάτα αναμνήσεις δωμάτια. Έφτανε τοότη δω να
κάνει μια αλλαγή στην θέση του πιο ασήμαντου πράγμα­
τος κι αμέσως, αυτό έχανε τον χαρακτήρα του και η ανά­
μνηση εξατμιζόταν- το ζήτημα ήταν μόνο, πόσο καιρό θα
της έπαιρνε ν' αγγίξει τα πάντα και, με την ταχότητα που
ιχυτή άλλαζε τα πάντα, .σε δυο μήνες το παρελθόν είχε
'1βήσει ολότελα απ' αυτά τα δώδεκα δωμάτια. Το διαμέ­
ρισμα, πάρα πολό όμορφο ακόμα, δεν είχε πια τίποτα το
κοινό με το διαμέρισμα όπου είχε ζήσει με την γυναίκα
:ου.
Ένα βράδυ, πολό αργά, ενώ έκανε μπάνιο στην
ΥΙαργκότ, αφοό είχαν γυρίσει από έναν χορό και αυτή
83

διασκέδαζε με το να πιέζει με το πόδι της το qJouaXWfllvo
απ' το νερό σφοuπάρι (οι φοόσκες ανέβαιναν στην επι­
φάνεια τοι) νεΡοό όπως σ' ένα ποτήρι σαμπάνιας), ξαφνι­
κά τον ρώτησε αν πίστεuε πως μποροόσε να πετόχει στο
σινεμά. Αuτός γέλασε, και με το μuαλό τοι) απασχολη­
μένο ολοκληρωτικά μ' άλλα εuχάριστα πράγματα, απάν­
τησε βιαστικά: «Το πιστεόω, γιατί όχψ)
Λίγες μέρες αργότερα, ξαναγόρισε σ' αuτό το θέμα
διαλέγοντας μια στιγμή ποΙ) το μuαλό τοι) Αλμπίνοuς ή­
ταν πιο καθαρό. Χάρηκε ποΙ) της άρεσε ο κινηματογράφος
και άρχισε να της αναπτόσσει την αγαπημένη τοι) θεωρία
σχετικά με τα προσόντα τοι) βωβοό και τοι) ομιλοόντος
κινηματογράφοu: « ο ήχος» , της είπε, «θα σκοτώσει τον
κινηματογράφο».
«Πώς γίνεται μια ταινία;» ρώτησε εκε(νη διακό­
πτοντάς τον.
Της πρότεινε να την πάει μια μέρα σ' ένα στοόντιο
όποΙ) θα μποροόσε να της δείξει και να της εξηγήσει τα
πάντα. Αuτό ήταν η αρχή.
((Μα τι κάνω;» αναρωτήθ-ηκε ο Αλμπ(νους μια μέρα,
την στιγμή ποΙ) θuμήθηκε ότι το προηγοόμενο βράδΙ) είχε
uποσχεθεί να χρηματοδοτήσει το φιλμ ενός μέτριοΙ)
σκηνοθέτη, uπό τον όρο να δώσει στην Μαργκότ τον δεό­
τερο γuναικείο ρόλο -της εγκαταλειμμένης φιλενάδας.
(( Μα τι βλακεία εκ fllpout; μοω>, σκέφτηκε. (ω χώ­
ρος πρώτ' απ' όλα θα 'ναι γεμάτος από επιτήδειοuς μορ­
φονιοός καλλιτέχνες ποΙ) θα ξεχειλίζοuν από σεξ απήλ και
θα γίνω ρεζίλι αν την auvoOEuw παντοό. Από την άλλη ό­
μως», παρηγορήθηκε, ((έχει ανάγκη από μια απασχόληση
ποΙ) να την διασκεδάζει και θα τplxouflE λιγότερο στοuς
χοροός αν χρειαστεί να σηκώνεται απ' τα χαράματα».
Το σuμβόλαιο uπογράφηκε και οι δοκιμές άρχισαν.
Τις δυο πρώτες μέρες, η Μαργκότ γόριζε στο σπίτι θuμω­
μένη. Παραπονιόταν πως την uποχρέωναν να επαναλαμ­
βάνει χιλιάδες φορές την ίδια σκηνή· πως ο σκηνοθέτης
τής έβαζε τις φωνές κι ότι στραβωνόταν απ' το φως των
προβολέων. Είχε μόνο μια παρηγοριά: η ηθοποιός ποΙ) εί84

χε τον πρώτο ρόλο (αρκετά διάσημη), η Ντοριάννα Κα­
ρένιννα, ήταν καλή μαζί της, εκτιμ.οΙΙσε το παΙξιμό της
και πίστευε πως θα μποροΙΙσε να πετΙΙχει. (<<Κακό σημά­
δι», σκέφτηκε ο Αλμπίνους).
Του ζήτησε να μην παραβρίσκεται κατά την ώρα
του γυρίσματος: δεν αισθανόταν άνετα, του είπε. ΚΙ έπει­
τα, αν ήξερε τα πάντα από πριν, η έκπληξη θα χανόταν.
(Και η Μαργκότ διασκέδαζε πoΛU με τις εκπλήξεις). Πάν­
τως τον ευχαριστοόσε πoΛU να την βλέπει να παΙρνει δρα­
ματικές πόζες μπροστά στον καθρέφτη · όταν τον έπιανε
να την κοιτάζει, ένα κόκκινο μαξιλάρι εκσφενδονιζόταν
προς το μέρος του· κι αυτός ορκιζόταν πως δεν είχε δει τί­
ποτα.
Την πήγαινε με το αυτοκΙνητο στο στοΙΙντιο και u­
στερα γΙΙριζε να την πάρει. Μια μέρα του είπαν πως η
πρόβα θα τέλειωνε σε μια δυο ώρες, έτσι πήγε να περπα­
τήσει λίγο και έπεσε κατά τΙΙχη στην γειτονιά όπου έμενε
ο Πωλ. Την ίδια στιγμή ένιωσε μια ακατανίκητη επιθυ­
μία να δει την χλωμή, απλοϊκή, μικρή του κόρη: ήταν πε­
ρίπου η ώρα που γΙΙριζε απ' το σχολείο. Μια στιγμή, ενώ
έστριβε στην γωνιά, νόμισε πως την είδε να έρχεται συν­
τροφιά με την γκουβεΡνάντα, μα τον έπιασε ξαφνικά τρό­
μος και απομακρΙΙνθηκε βιαστικά.
Την ίδια μέρα, η Μαργκότ βγήκε απ' το στοΙΙντιο
ξαναμμένη και γελαστή: είχε παίξει πάρα πoΛU καλά και
τα γυρίσματα σΙΙντομα θα τελείωναν.
« Έχω μια ιδέα», της είπε ο ΑλμπΙνους. «Θα καλέ­
σω την Ντοριάννα για φαγητό. Θα δώσουμε ένα μεγάλο
δείπνο με διαλεχτοΙΙς καλεσμένους. Χτες, μου τηλεφώνη­
σε ένα σκιτσογράφος, μάλλον ένας που κάνει γελοιογρα­
φίες, ξέρεις. Μόλις επέστρεψε από την Νέα Τόρκη και
είναι μοναδικός σ' αυτά τα πράγματα. Θα τον προσκαλέ­
σω κι αυτόν».
«Μόνον να κάθομαι δίπλα σου», έκανε η Μαργκότ.
«Καλά, μόνο θυμήσου, χΡυσό μου, δεν θέλω να κα­
ταλάβουν όλοι αυτοί ότι μένεις στο σπίτι μouι).
85

Το ξέρεις πολύ καλά γατάκι» . 16 Τα πάντα ήταν έτοιμα. όπως αuτός θεωρούσε σωστό να τον αποκαλούν. αργόσχολο άτομο με αριστερές κλίσεις και χον­ τρό εισόδημα. με τα ονόματα των προσκεκλημένων σε ζεύγη. κοκκινοπρόσωπος άν­ θρωπος. μια 86 . με χαλασμένα δόντια και μονόκλ. είπε σuμβιβαστικά ο Αλμπίνοuς. » «Αν δεν καταλαβαίνr-ις . όχι αδιάφορα.. Έτσι.ισχνός. Έφτασε ο lβάνωφ. «Πώς -δηλαδή.. μα για το δικό σο!) κα­ λό. «Μα είναι ηλίθιο . -ή φον lβάνωφ. οι κάρτες είχαν προετοιμαστεί προσεκτικά. παρατήρησε ο Αλμπίνοuς. (Μα πότε θ' αρχίσει να κάνει λόγο για το διαζύγιο. στα­ ματούσε το βλέμμα της πάνω τοu). » πρόσθεσε αuτή.«ΑΙ Αφού το ξέροuν όλοι. « Κάνω ό. Στο σαλόνι βρίσκονταν κιόλας πέντε πρόσωπα. εκτός απ' την Μαργκότ. σuνοδεuμένος από την ruvOtLXOt τοu.. «Μα αuτό φέρνει εσένα σε δύσκολη θέση και όχι εμένα». ο καθένας γνώριζε ποιος θα καθόταν στο πλάι το!) την ώρα το!) δείπνοu: δό­ κτορ Λάμπερτ και Σόνια Χιρς 'Αξελ Ρεξ και Μαργκότ Πέτερς Μπόρις φον Ιβάνωφ και Όλγα Βάλντχεϊμ κλπ. ένας παχύς. Και απ' την άλλη uπάρχει τρό­ πος πο!) θα μπορούσαμε ν' αποφύγοuμε όλες αuτές τις στενοχώριες» . «Πρέπει να καταλά­ βεις ότι εμένα μο!) είναι αδιάφορο. με πρόσωπο Άπλο!) λόρδο!) (ή τοuλάχιστον αuτό πίστεuε η Μαργκότ πο!) πολλές φορές. κάνε όπως την άλλη φορά» . Το κοuδούνι χτuπούσε κά­ θε τόσο. παμπόνη­ ρος. Έπειτα μπήκε ο σuγγραφέας Bpoux. ηλίθιε» .. Ένας εvτuπωσιακός μαιτρ (πο!) είχε προσληφθεΙ τελεu­ τα ία)..τι θέλεις εσύ. σκέφτηκε). «Να είσαι λογική» . Σ ' ένα δίσκο στο χωλ. είπε και το πρό­ σωπό της σκοτείνιασε ξαφνικά. δεχόταν τοuς προσκε­ κλημένοuς με μεγαλοπρέπεια..

αν και το όνομά σας πάντα μοΙ) θόμιζε τσεκοόρι. Ας ελπίσοu­ με ότι τώρα θα μείνει στην Γερμανία για πάντα».πενηντάρα. ο 'Αξελ Ρεξ και δuο άσημοι ποιητές.» σκεψτόταν ενώ διάψοροι καλεσμένοι άρχισαν να μπαίνοuν -η Ντο­ ριάννα Καρένιννα. σαν βοόρτσα κομμένα. όπως όταν έ­ κλαιγε. Η Όλγα Βάλν­ τχεί"μ. παχό με σκοόρα γuαλιά. σκέψτηκε και πάλι ο Αλ­ μπίνοuς. Ο Αλμπίνοuς στεκόταν στητός και γελοόσε. τραγοuδίστρια με πλοόσιο στήθος. ποΙ) στα πολuτάραχα χρόνια της κολuμποuσε σε μια γuάλινη δεξαμενή μ' εξη. Χαμογελοόσε cru­ γκρατημένα σαν να μην ήξερε τι στάση έπρεπε να κρατή­ σει και τα μάτια της είχαν πάρει μια έκψραση ελαψίνας ποΙ) ψανέρωνε -το ήξερε πως δεν καταλάβαινε τίποτα απ' όσα έλεγε ο Λάμπερτ για την μοuσική ΤΟι) Χίντεμιλ. μερωμένες ψώκιες. είπε ο Αλμπίνοuς. σας είχα ψανταστεί εντελώς διαψορε­ τικό. την είδε να κοκκινίζει και να σηκώνεται. για το τζοκόντιό της χαμόγελο και την βραχνή ψωνή γρενα­ διέΡΟU. 87 . « Τι ανοησία -γιατί σηκώθηκε έτσι απότομα. έλεγε χαριτωμένες ιστορίες για τις έξι περσικές γά­ τες της. έτριβε τα χέ­ ρια τοΙ) σαν να 'θελε να τα σαποuνίσει. «Χαίρομαι ποΙ) σας γνωρίζω επιτέλοuς». ΚUΡίες και κόριοι. κοι­ τάζοντας πίσω απ' τ' άσπρα. Η σuζήτηση είχε κιόλας ανάψει. -κοντό. μαλ­ λιά τοΙ) Λάμπερτ (καλός λαρuπολόγος μα ασήμαντος βιολιστής) την Μαργκότ. το μαόρο της ψόρεμα γαρνιΡΙ­ σμένο με τοόλι και το πορτοκαλί βελοuδένιο λοuλοuδι στο μποόστο της. Η Ντοριάννα αγκάλιασε και ψίλησε την Μαργκότ ποΙ) τα μάτια της έλαμπαν σαν διαμάντια. Η Ντοριάννα ήταν διάσημη για τοuς ώμοuς της. αρκετά κομψή ακόμα. «Τι ανόητη ποΙ) είναι». ποΙ) μην ξέ­ ροντας ποιος είναι ο νοικοκόρης τοΙ) σπιτιοό. ποΙ) της πήγαινε uπέΡοχα. «ξέρετε. Ξαψνικά. κuματιστά μαλ­ λιά στο χρώμα της μαρμελάδας βερίκοκο και μελωδική ψωνή. Ο Αλμπίνοuς προχώρησε προς τον Ρεξ. «να θαuμάζει έτσι αuτήν την ηθοποιό της δεκά­ ρας». ιδοό ο άνθρωπος ποΙ) κάνει δuο ηπείροuς να γελοόν.

Άλλοτε αγαποόσα πoΛU α\)τοός το\)ς μ.ένα γεΡμ.ια καρέκλα. μ. καθίστε» .ε κ\)ρτωμ. Σόνια ΧιΡς.ένο μ.ια περίεργη παιδική στάση.ικρό της κόκκινο α\)τί.α πάντως πο\) δεν αναψέ­ ρετε τίποτα για τα σονέτα το\»).α το\) πάνω σ' α\)τήν. Παρατηροόσε από ψηλά το μ. σ' έναν κόσμ. «Φ\)σικά δεν μ. μ.ά­ τια.ίζω πως κάποτε σ\)νάντησα την αδελψή σας».. » Η Μαργκότ γόρισε σπασμ. και σ\)νέχίσε να τρίβει τα χέρια το\). είπε ο Αλμ. ο Αλμ. « Παρακαλώ.ψάνισε ένα καταπληκτικό σπορ κοστοόμ. Κρίμ. μ.εσα στα στήθη της. «Δεν γεννήθηκε ποτέ».ο ντ\)μ.ωδικά. μ.μ. είπε σιγά ο Αλμ.πίνο\)ς.άγο\)λο. και ψλ\)αροόσε ζωηρά τρεμ. τραόλιζε.. «θέλω να σας παρο\)σιάσω τον άνθρωπο πο\) κάνει δ\)ο ηπεί­ ρο\)ς . χαιρέτησε μ.. ακοόστηκε η υπέροχη βαθιά ψωνή της Ντοριάννας.εγάλο\)ς πίνακες πο\) παρίσταναν άλογα και καβα­ λάρηδες.ανικά βραδινά ροόχα. Γελώντας ε\)γενικά.ένους το\)ς ώμ. Με π\)ρετώδη ταχότητα ξετόλιγε ένα κο\)­ βάρι ανοησίες ακο\)μ.ε σ\)γχωρείτε».ι. «Ω. Εμ.ο\) είναι στον παράδεισο». » «Φροuλάιν ΠέΤεΡς». «Α.ε κακοραμ. 88 .ένο της μ. πλάι στην Μαργκότ. απάντησε σοβαρά ο Ρεξ.ο\)ς και \)γρά μ.. τι κάνετε.μ. καλησπέρα. μ.ένη προς την δι­ πλανή της.» Ο Ρεξ \)ποκλίθηκε και απε\)θόνθηκε ήσ\)χα προς τον Αλμ.. σε μ.οπαίζοντας τις βλεψαρίδες της.μ. πρόσθεσε και κάθισε σε μ. «Οι \)πηρέτες κλέβο\)ν λιγότερο απ' τις \)πηρέτριες». έκανε η Ντοριάννα.ό της και την απαλή σκιά ανάμ..ε μ.πίνο\)ς έριξε πάλι το βλέμ.ερικές κλίσεις το\) κεψαλιοό.πο.πώντας την παλάμ.ν έχεις δει τόσο\)ς πίνακες .ια ψλέβα στον λαιμ. Ήταν σκ\)μ.πίνους: «Διάβασα στο καράβι το άρθρο σας για τον Σεβαστιανό ντεζ Πιόμ.ατιές.η της στο ψλογι­ σμ.πίνο\)ς.α ότα. « Νομ.Ο Ρεξ έριχνε σπινθηροβόλες μ.ποροόν να σηκώσο\)ν κανέναν πίνακα. την ζωγράψο.α όσο να :ναι. «Η αδελψή μ.

Έκανε στην Μαργκότ μαθήματα ιππα­ σίας. ψίδια και φακίρηδες : όλη την μαγεία τοι> ανατολίτικοι> μuστηΡ ίοu. όποι> δεν έχει πατήσει ποτέ. απάντησε ο Αλμπίνοuς. πήγε να uποδεχθεί την τελεuταία καλε­ σμένη. ας πούμε. ποι> είχε προσψ έ­ ρει το μπράτσο τοι> στην Ντοριάννα.» ρώτησε. κοιτάζοντας μπροστά της με μάτια παι> λάμπανε. με πιάνει πονόδοντος μ' όλες αuτές τις ανα89 . και αραδιάζει για χορεύτριες. Η Μαργκότ είχε αδειάσει κιόλας τρία ποτήρια κρασί και καθόταν τώρα ολόισια. « Ένας σUΠΡαψέας». για τις Ινδίες. μια ψηλοκάνα και στεγνή κuρία ποι> έμοιαζε σαν μαδημένος αετός.«Μα είναι πoΛU ανόητα» . η Μαργκότ. ο Ρεξ. για τις διαφορές στην καλλιτεχνική έκφραση. Οι πόρτες της τραπεζαρίας άνοιξαν. ποι> τ' όνομά της τον νεuρίαζε και είχε αρχίσει σuζήτηση με τον B poux. σκέψτηκε veuPLXcX ο Αλμπίναuς και έδωσε την ντάμα τοι> στον Ρεξ. « αuτό τα κάνει ενδιαψέροντα». Μόλις ήρθε ο αστακός. «Ανοησία». η σuζήτηση στην κεψαλή τοι> τραπεζιού όποι> καθόταν η Ντοριάννα. κuνήγια τίγρεων. «Θέλω να πω για την τελεuταία τοι> σει­ ρά -κρεμάλες και εργοστάσια » . Αντί να φανταστώ τις Ινδίες. σχε­ δόν πηδώντας. ο Αλμπίνοuς και ο Bpoux. Εκείνη βρισκόταν αρκετά μακριά. τον αντικρινό τοu. Και τι μοι> προ­ acpipouv εμένα όλ' αuτά. Ο Ρεξ είχε μείνει τελεuταίος. όπως και στην Ντοριάννα. στο βάθος της τραπεζαρίας και σπρωχνόταν ανάμεσα στα ζεuγάρια ποι> έμπαιναν εκείνη την στιγμή. έψαχνε με το βλέμμα να βρει την Μαργκότ. Οι άντρες έψα­ ξαν με τα μάτια να βροuν ο καθένας την ντάμα τοu. είπε ο Ρεξ. έλεγε. έγινε θορuβώδης μα ασuνάρτη­ τη. Η Σόνια Χιρς κάθισε στην καρέκλα της Μαργκότ και απεuθύνθηκε στον Ρεξ: «Τι πιστεύετε για τον Κάμ­ μινγκ. απλά. «Δεν είναι στις καλές της». έκανε ο Ρεξ. Ο Ρεξ δεν της έδινε καμιά προσοχή. « μιλάει. Η Μαργκότ σηκώθηκε απότομα και γρήγορα. Ο οικοδεσπότης. «Ακριβώς». Τίποτα.

τική κuβίστρια. Η Μαργκότ άρχισε να χαχανίζει πάλι και πέ­ ταξε ένα γαρίψαλο στον γερο-Λάμπερτ. Αν περιγράψω.) επιτρέπετε αγαπητέ κόριε.) ιθα­ γενοός και η σκληρότητα των λεuκών αποΙκων. «Αuτοί οι Γιόγκι». Η Μα. Ένας άλλος όμως τρόπος ποΙ. «Προσωπικά βρΙσκω ότι εΙναι ένας σuπραψέας με εξαιρετική οραματικότητα και θεΙο στuλ. κι αμέσως οι Ινδίες ζωντανεuοuν για μένα. κι αuτό. κατά κάποιο τρόπο.) χάριν. Τα uπόλοιπα είναι βιτρίνα». ψανα.) εκεΙνη την στιγμή κοuβέντιαζε για την τελεuταία έκθεση μέ την Χιρς. εξήγησε στην Ντοριάννα ποΙ. χερ Ρεξ.) μασοuλώ. έτσι ποΙ.) πιθανώς θα αρέσει σε σας. » «Λάθος» . τοuς Τροπικοός. λόγοΙ. ποΙ.) παποότσια και το πρωί τα είχε κιόλας σκεπάσει ένα γαλάζιο δάσος (<<η μοόχλα.) άποψη.. XUpiIΧ ». έριξε μια λοξή ματιά στην νεα­ ρή ερωμένη τοu. είπε η Ντοριάννα. «Δεν ξέρω ποια είναι η γνώμη σας για τον Οόντο Κόνρ αντ». είπε ο Ρεξ.) κοίταζε Ισια μπροστά της. και το ότι 90 . είναι ο τόπος ποΙ.) μόλις είχε τελειώσει ένα μuθι­ στόρημα πεντακοσίων σελίδων ποΙ.) είναι: η εκμετάλλεuση τοΙ.) θίγει και ΛUνει...) προέχει δεν είναι η ιστορία ποΙ. ποΙ.) με το όψος της σuζήτησης.» ψώναξε κατα­ σuγκινημένος ο Bpoux.) uπάρχει.) εΙνα ι!» σuλλογίστηκε και άγγιξε το γόνατό της κάτω απ' το τραπέζι. Ο Αλμπίνοuς. «Τι παιδΙ ΠΟι. ποΙ. Αuτό ποΙ.) σήκωσε το ψρόδι της). Όταν σκεψτοό με τα εκατομμόρια . δεν άρμοζε καθό­ λοΙ. εΙπε ο Αλμπίνοuς παρεμβαΙνοντας στην σuζή­ τηση ΤΟι.) να γίνει αντιληπτή απ' τον κάθε αναγνώ­ στη. » «Μα μοΙ. «κάνοuν εκπληκτικά πράγματα: ξέροuν να αναπνέοuν κατά τρόπον ποu . είμαι uπο­ χρεωμένος να προσεπίσω το θέμα fLbU από την πιο ση­ μαντική τοΙ. Πράγματι. αλλά το πρόβλημα ποΙ.τολίτικες καραμέλες ποΙ. εΙχε πιει πoΛU. χαχάνισε ξαψν ικά.) εκτuλισσόταν στην Κεϋλάνη.) με δuο λόγια γρά­ ψει: 'Αψη σα έξω την νόχτα τα βρεγμένα μοΙ..) Ρεξ με τον Bpoux. ποΙ.) γράψει κά­ ποιος άλλος. «Πρέπει να ψωτίσοuμε την εικόνα απ' όλες τις μεριές.ργκότ ποΙ.

κατόπιν συναντιόμασταν πότε πότε ..στο ότι περιφρονεί τα κοινωνικά προ­ βλήματα� πράγμα πoυ� σ� αυτήν την εποχή που ζοίιμε.. .σ' ένα παρόμοιο τραπέζι. Είμαι σίγουρος ότι θα είχατε κάνει θαίιματα. κάθισαν νωχελικά στις μαλακές πο­ λυθρόνες και κάπνιζαν πίνοντας λικέρ. ήμασταν μαζί στην Χαί'λδεμβέργη.εν πάση περιπτώσει».εννοώ . 91 . ντροπιαστικό.πό τους καπνοίις των ποίιρων. που αρχινά σαν σιγανό μουρμοίιρισμα. εκείνον τον δρόμο. το γεφίιρι. των κοιν ωνικών αναταραχών. «που δεν συνεργαστήκα­ με σ� αυτήν την ιδέα που είχα για φιλμς. Η ατμόσφαιρα ή ­ ταν βαριά και μενεξεδιά . Αυτός.το έκανε δε με τόση τέχνη. τους σαρώνει έξω από το σπίτι. που φουρτουνιάζει μετά και μ� ένα στροβίλισμα αποχαφετιστήριων ευχών. Η Μαργκότ γίιριζε από συντροφιά σε συντροφιά· την ακολουθοίισε πάντα σαν πιστός σκίιλος ο ένας από τους Μο ποιητές. παρ � ότι τον έλουζε κρίιος ιδρώ­ τας. Τελικά. «Λυπάμαι πολίι». και » Μετά το δείπνο. αλλά για να είμαι τελείως ειλικρινής. που ο Αλμπίνους τοίι υποσχέθηκε ότι θα πήγαινε μαζί του για να δει.:ι.δεν είναι διάσημος οφείλεται -και εδώ χερ Βρουκ συμ­ φ ωνώ μαζί σας. που από ώρα καβγάδιζε με τον Βρουκ σε μια γωνιά της βιβλιοθήκης. συνέχιζε να χαμογελά παριστάνοντας τον μικρό ή­ ρωα. . οι καλεσμένοι πιάστηκαν σ' εκείνο το κίιμα. . και τον περίεργα βαμμένο τοίχο . σ � αυτό το τραπέζι δηλαδή . τώρα πλησίασε τον Αλμπίνους και άρχισε να του περιγράφει συγκεκριμένες απόψεις του Bερoλίνoυ � σαν αυτό να ήταν μια πόλη απόμακρη και γραφ ική. είναι για έναν συπραφέα ατιμωτικό και επιτρέψτε μου την έκφραση. μου λείπουν τα χρήματα γι' αυτό -προς το παρόν. Τον είχα γνωρίσει καλά όταν ήμουν φοιτητής. α Ρεξ. του είπε. α Αλμπ(νους έμεινε ολομόναχος. Θεωρώ ότι το καλλίτερό του βιβλίο είναι Το κόλπο της εξαφάνισης. Αυτή τοίι πρότειν ε να τον κάψει στο χέρι με το τσιγάρο της και άρ­ χισε να το κάνει. πoυ� για την ακpίβεια� το πρώτο του κε­ φάλαιο μάς το είχε διαβάσει εδώ.

η Μαργκότ τοό έ­ δωσε ένα επιδέξιο χαστοόκι. καλοτυλιγμένη στο λούτρινο παλτό της. και μ' ένα χασμου­ ρητό έβγαλε το βραδινό του σακάκι. μα εκεΙνη του 'στριψε την πλά­ τη κι άρχισαν και οι δύο να στριφογυρΙζουν επί τόπου. Με την ανάποδη του χεριοό της. «Ποτέ μου δεν περίμενα πως θα σε ξανασυναντούσα. » έβγαλε το πορτοφόλι του. Την έπιασε απ' το μανίκι. Κοίταξέ με. την ίδια μέρα. Ο Ρεξ την έπιασε απ' τον αγκώνα και την ανάγκασε να σταματήσει. Μα τι έχεις. άνοιξε το παρά­ θυρο. «κάποτε έχασε ένα διαμαν­ τένιο μανικετόκουμπο στην θάλασσα. « Μα τι έχεις τέλος πάντων. έφαγε ένα μεγάλο ψάρι -μα δεν υπήρχε μέσα διαμάντι. Δεν μποροόσα να πι­ στέψω στα μάτια μου. «Δεν πέτυχε και τόσο η βραδιά» . « Το δαχτυλίδι σου είναι πoΛU κοφτερό» . αν και ελαφρά ασταθής υπηρέ­ της (<<αν μεθύσει ξανά θα τον απολύσω»). μια Παρασκευή για την ακρίβεια.» επανέλαβε αμήχανα. Η Μαργκότ περπατοόσε δίπλα του. εΙπε εκεΙνo� 92 . σκέφτηκε. Πώς τα κατάφερες να φτάσεις εκεί. Ξέρεις ότι ομόρφυνες.» Του ξέ­ φυγε και γύρισε πάλι πίσω γρήγορα στη γωνία. Η Μαργκότ βίασε το βήμα της. Ο Ρεξ την ακολούθησε.» Η Μαργκότ άφησε ένα λυγμό και αποτραβήχτηκε. ποό προτιμάς να πάμε. εΙπε ο Ρεξ μόλις έστριψε την γωνία με την Μαργκότ.. 17 « Ένας κάποιος άνθρωπος». Ο επίσημος. είπε ο Ρεξ. Αυτό είναι που μ' αρέσει στις συμπτώ­ σεις». στο σπίτι σου η στο δικό μου. « Έλα μαζί μου. και η μαύρη παγωμένη νύχτα όρμησε μέσα. Την ακολοόθησε ξανά. πες κάτι. «Κοίταξε . «Για τ' όνομα του Θεού. την πλατιά και γα­ λάζια· είκοσι χρόνια μετά..Κάποιος είχε λερώσει με ποτό το τοόρκικο τραπέζι -κολ­ λούσε παντού. χηνοόλα» .

Ο Ρεξ προσπάθησε να της βάλε� κάτι στο χέp�� μα ξαψν�κά όψωσε το βλέμμα 'tou. Πάτησε τον διακόπτη και κάτω απ' το ψως ποι) ξεΧόθηκε� η Μαργκότ είδε πως δεν κρατοόσε ένα χαpτoνόμ�σμα μα ένα χαρτί ποι) πάνω τοι) ήταν σχεδιασμένο με μoΛUβι το σκίτσο μ�ας κoπέλας� � ξαπλωμένης στο πλάι πάνω σ ένα κpεβάτ�� με γuμνοuς ώμοuς και yuIlVιX πόδια. Η Μαργκότ έσπρωξε την πόρτα χωρίς να κo�τάξει. Γι' αuτό λοιπόν της εί­ χε πει να μην κοuνηθεί� ήθελε να την ζωγpαψίσε�. Αψέθηκε να πέσει πάνω σ' ένα σκαλoπάτι� κι άpχ�σε να κλαίε� ό­ πως δεν είχε κλάψει όλη της τη ζωή� οuτε ακόμα κι όταν την είχε εγκαταλείψει. Η πόρτα θα μποροόσε να είχε χτuπή­ σε� αν δεν κpατ�όταν απ� το στοπ -εuψuέστατη σUΜηψη.ήσuχα� μην παόοντας να την ακολοuθεί κα� ψάχνοντας β�αστ�κά μέσα στο πopτoψόλ� τοu. Η Μαργκότ ανέβηκε τρέχοντας στα σκoτε�νά ως το πρώτο πλατuσκαλο και ετοιμαζόταν να auvtxCatL όταν ένιωσε τις δuνάμεις της να την εγκαταλείποuν. Ένιωσε κάτι να την γ αργαλά στον λαιμό. Έκλα�γε ακόμα γ�ατί σκεψτόταν πώς την είχε εγκα'tαλείψε� τότε� γ�ατί της είχε κρuΨε� τ' όνομά 'tou� γ�ατί αν είχε μείνε� μαζί της θα ήταν εuτuχ�σμένη ό93 . Μα ή­ ταν δuνατόν να ixouv περάσει από τότε μόνον Μο χρόν�α. Στο κάτω μFι:Jος τοι) σκίτσοι) uπήρχε μια ημεpoμηνία� γραμ' '.π�σμένη στο δ�χτuωτό γ ΤΟι) ασανσέρ. Ήταν ένα κομμάτι χαρτί. Η Μαργκότ έτρεξε στην είσοδο τοι) σΠ�ΤΙOό κα� ξε­ κλείδωσε την πόρτα. «Α! αuτό είνα� το πα�χν�δάκ�� καταλαβαίνω»� είπε αναγνωρίζοντας με έκπληξη το σπίτL� ποι) πp�ν λίγο ακό­ μα� είχαν βγει. «Πάρε λoιπόν»� της είπε απότομα και όπως εκείνη δεν έκανε τίπoτα� της έχωσε στο γ ιακά της γοόνας της αuτό ποι) κρατοόσε.ένη με μoΛUβι κα� έπειτα περασμένη από πάνω με μελάνι -η ημέpα� ο μήνας και η χρονιά ΠΟι) την είχε εγκαταλείΨε�. Έμεινε για λίγο ακίνητoς� τράβηξε μια δuο ψορές το κά­ τω χείλος τοι) σuλλογ ισμένα κι όστερα απομακρUνθηκε. Το ψως έσβησε πάλ� μ' έναν μικρό κρότο κ� η Μαρ­ κότ άpχ�σε ξανά να κλαίε� ακοuμ.

Άλμπερτ. τραόλισε ο Αλμπίνους. «περίμενα τόσο πoΛU». «Είναι φορές που δεν σε καταλαβαίνω. στο δείπνο. «Γιατί άργησες τόσο. θα ήταν πoΛU επικίνδυνο να το κρατήσει. έκανε εκείνη σιγά. « Όχι. 94 . «άφησέ με μόνη μου απόψε». σε παρακαλώ». «Πόσο κουρασμένη και ξαναμμένη φαίνεται. έβαλε ποόντρα με μια απαλή κυκλική κίνηση. όχι». Έπειτα έβγαλε το μικρό της καθρε­ φτάκι. Κοίταξε ακόμα μια φορά το σκίτσο.» «Με το διαζόγιο. έκλεισε με μια απο­ φασιστική κίνηση την τσάντα της και ανέβηκε τρέχοντας την σκάλα. «Περίμενε ακόμα λίγο. ο Ρεξ χάιδευ ε το δεξί της γόνατο και ο Αλμπίνους το αρι­ στερό. Έκλαιγε τέλος γιατί το ίδιο τοότο βράδυ. συλλογίστηκε πως όσο πολότιμο κι αν ήταν γι' αυτήν. τεν­ τώνοντας έντονα το πάνω χείλος της. Του εξήγησε με κομμένη την ανάσα πως χρειάστηκε να κουραστεί πoΛU για να γλιτώσει απ' τον φον lβάνωφ που επέμενε οπωσδήποτε να την βάλει στο αυτο Δνητο και να την πάει στο σπίτι της. Στο κάτω κάτω. «Πόσ ο λάμπουν απόψε τα μάτια της αγαπημένης μου! » της ψιθόρισε. «Μικρό μου. Αν δεν σκέφτεσαι βέβαια να μ' εγκαταλείψεις σόντομα και να γυρίσεις στην Λιζοόλα aO!J». Σκοόπισε με το μανίκι την μότη της.» ρώτησε ο ΑλμπΙνους. σίγουρα έχει πιει η κοόκλα μοω). Πρώτα θέλω να ξέρω κάτι. ψηλάφισε τον τοίχο και πίεσε πάλι το κουμπί. Αυτό τής έφερε στον νου τα παιδικά της χρόνια. το έσκισε σε μικρά κομμάτια και το πέταξε ανάμεσα απ' το διχτυω­ τό. που εί­ χε φορέσει κιόλας τις πυτζάμες του. στο κενό του ασανσέρ.λον αυτόν τον καιρό και θα είχε γλιτώσει α. έχεις αρχίσει ν' ασχολείσαι με το διαζόγιο.» επανέλαβε εκείνος λίγο χαζά. Κι ήταν σαν να είχε δεξιά τον Παράδεισο και αρι­ στερά την Κόλαση. πρέπει να τα τακτοποιήσουμε κάποτε όλα αυτά.πό αυτοός τους ΔUo Γιαπωνέζους και τον γέρο και τον Αλμπίνους.

Δημιουργήθηκε γενικά ένα μπέρδεμα· μια πλούσια γεροντοκόρη. Όχι.σε κάποια οικονομική συναλλαγή και διάφορες μονόπλευρες συζητήσεις για τους ανεπιθύμητους αλλοδαποuς στις αρ­ μόδιες αρχές. «θα δω τον δικηΎόρο μου την Δευτέρα». ηλίθιε.τι λέω. Για παράδειγμα. εκείνος ο καβγάς που είχε με τον εκδότη του. είχε πλουτίσει απίστευτα πριν Μο χρόνια. Τον τελευταίο καιρό είχε αρκετές φασαρίες. όλα μαζί ανακατεμένα. «Πολύ καλά». «Σίγουρα. Μου το υπόσχεσαι. διάσημος -όχι σε παγκόσμια κλίμακα όπως τον παρου­ σίασε χθες βράδυ αυτός ο λεπτεπίλεπτος βλάκας. θέλώ μια λογική απάντηση». θα 'θελε να εf.» «Σταμάτα να επαναλαμβάνεις ό.όμως ήταν ένας χαρτοπαίκτης. φυ­ σικά. το χειρότερο απ' όλα ήταν η οικονομική του κατάσταση: γελοιογράφος με το μεγαλι)τεΡΟ ταλέντο.«Να σ' εγκαταλείψω. ήταν το πόκερ. Ερωτευμένος με τον κίνδυνο και παλιός δάσκαλος στην τέχνη της μπλόφας. Και τώρα που η καριέρα του σαν γελοιογράφος στο Βερολίνο ήταν αρκετά αβέβαιη. Κάποιος τροχός της τύχης του είχε κολλήσει. Έπαιζε επί είκοσι τέσσερις ώρες συνέχεια: έπαιζε ακόμα και στον ύπνο του: με πρόσωπα ιστορικά. σκέφτηκε. το αγαπημένο του παιχνίδι. 95 .πάν­ τως όμως διάσημος. Πάντως. με συγγενείς μακρινούς. όχι. είπε.» 18 ο 'Αξελ Ρεξ ήταν χαρούμενος που γuρισε στην πατρίδα του. που δεν μπορούσε να εκτιμήσει την τελευταία του αστεία ιστορία -αν και δεν είχε φτιαχτεί για παραγωγή. κι αυτός τον εγκατέ­ λειψε σαν χαλασμένο αυτοκίνητο. πριν αρχίσεις να τρίβεσαι "πάνω μου.χε αυτά τα χρήματα -έστω και μερικά απ' αυτά. πεθαμένους από καιρό. μια χον­ τρή απατεωνιά -αρκετά διασκεδαστική.

Όταν. άγνωστο γι' αυτόν ως τα τότε. Το πρωινό ήταν ψυχρό και σκοτεινό. με μια ελαφριά και συνετή πίεση του μεγάλου δάχτυλου. θα μποροόσαν να του είχαν δώσει κάποιο καλλίτερο. ήταν ο μαγι­ κός τζόκερ. έχοντας ακόμα στο πρόσωπό του την απάθεια του παίκτη του πόκερ. πως είχε πέν­ τε τζόκερς -εξαίσια λέει στον εαυτό του. Κέρδι σε ο Ε ρί­ κος ο όγδοος που είχε μόνο τέσσερις ντάμες. Άναψε την λάμπα του κομοδίνου του. πολλές φορές είχε πιάσει τον εαυτό του να την σκέφτεται· συχνά κοιτοόσε με κάποια τρυφερή θλίψη το σκίτσο που της είχε κάνει βια­ στικά με yoΛUβι. τους έ­ βαζε φωτιά κι όστερα καθόταν και τα χάζευε που τρέχαν σαν παλαβά τυλιγμένα στις φλόγες. θυμήθηκε με μια τρυφερή ταραχή.θα είχαν αρνηθεί να βρεθοόν μαζί του στο ίδιο δωμάτιο. Σ' αυτό του το όνειρο είδε τον εξής πίνακα: μαζεόει τα πέντε τραπουλόχαρτα. Η Μαργκότ απo�ελOόσε εξαίρεση. κοιτάζει το πρώτο. που την επαόριο της φυγής του για το Μοντεβίδεο. Έπειτα ξό­ πνησε. χωρίς να εκπλαγεί για την υπεραριθμητικότητά τους. αποκαλόπτει τη γωνία του επό­ μενου χαρτιοό και έπειτα του άλλου. έπεσε από την σκάλα κι έμεινε στον τόπο. Παράξενο. Ένα συναίσθημα παράξενο. Τα Μο τελευταία χρόνια. γιατί ο 'Αξελ Ρεξ ήταν. την απρόσμενη συνάντηση της προηγοόμενης νόχτας. νεαρός. Ξαφνικά. μ' έναν πα­ λιάτσο που το σκουφί του έχει κουδουνάκια. εγκατέλειψε την φτωχή μισότρελη μάνα του. κυνικός. σκέ­ φτηκε. έφυγε για πρώτη φορά από την Γερ­ μανία τις παραμονές του πολέμου (που ευτυχώς απέφυ­ γε). Το δωμάτιο ήταν βρώμικο. μοόσκευε με πετρέλαιο τα ποντίκια. Ο Ρεξ θυμόταν συνήθως αυτές τις περιπέτειές του χωρίς καμιάν αισθηματικότητα. το λιγότερο που θα μποροόσαμε να ποόμε. Μικρός. κι όστερα. Και μη ρωτάς τι έ96 . Ανασήκωσε το κεφάλt του και άρχισε το μεγάλο παιχνίδι.στην πραγματικότητα και με άτομα που -στην πραγμα­ τικότητα πάλι. Βλέπει.

Κι όμως. αν ά­ φηνε τον αθάνατο καλλιτέχνη να γκρεμιστεί στο χάος -πέφτοντας από σόμπτωση πάνω στα κεφάλια των θεα­ τών που χάζευαν την τοιχογραφία. Η τέχνη της γελοιο­ γραφίας. αυτός ο επικίνδυνος άνθρωπος. Κατ' αυτόν τον τρόπο εξελίσσεται ο Χεγκελιανός συλλογισμός στο χιοόμορ.οποιεί στην δουλειά του ο Ρεξ και ισχυριζόταν πως ή­ ταν κάτι εντελώς καινοόριο. ήταν άφταστος καλλιτέχνης. Κι αν. Φυσικά είναι πoΛU διασκεδαστική η ιστορία του μα­ θητή ενός διάσημου ζωγράφου που. πιο ραφιναρισμένους. σπρώχνοντάς την ως την καρικατοόρα.. Αυτοό του είδους το χιοόμορ άρεσε να χρη­ σιμ. όταν είδε πως ο δάσκαλος. να θρέψει την περιέργειά του. όπως την εννοοόσε ο Ρεξ.κανε στις κακομοίρες τις γάτες . Έπειτα. Θέση: ο θείος μασκαρεόεται κλέφτης (:ιστείο για τα παιδιά)' αντίθεση: ήταν κλέφτης (αστείο για τον αναγνώστη). Πόσο διασκεδαστικότερη θα ήταν όμως. για να σταματήσει και να σώσει τον καλλιτέχνη. Γιατί δεν ήταν παρά μονάχα απλή πε­ ριέργεια. και ενδεχομένως να βάζει κι αυτός πότε πότε ένα χέρι που απλά έκανε τον τροχό να κυλήσει. σαν ωρίμασε. Τον διασκέδαζε πάρα πoΛU να εμφανίζει την αστεία πλευρά της ζωής. με μισόκλειστα μάτια και το πινέλο στο χέρι. πισωπατοόσε και πήγαινε να γκρεμιστεί στο χάος του ιεροό. Του άρεσε ν' αφήνει την τόχη να τα σκαρώνει. Του άρεσε να γελοιοποιεί τους ανθρώ­ πους κι όσο πιο εόκολα το έκανε. 97 . τόσο τον ικανοποιοόσε περισσότερο. ό­ ταν έπιανε το μoΛUβι. ο Ρεξ ας ποόμε. προσπα­ θοόσε μ' άλλους τρόπους. και εμφανίστηκαν οι καλλιτεχνικές του τάσεις. για να προ­ λάβει έναν τυφλό που πάει να καθίσει σ' έναν φρεσκοβαμ­ μένο πάγκο. εμπειρίες που τροφοδοτοόσαν την τέχνη του. δεν κάνει άλλο τίποτα απ' το να αντλεί έμ­ πνευση για την επόμενη γελοιογραφία του. άδειασε έναν κουβά νερό επάνω σε μία μόλις τελειωμένη τοιχογραφία. βασιζόταν στην αντί­ θεση μεταξό της σκληρότητας απ' την μια μεριά και της αφέλειας απ' την άλλη.. Περιφρονοόσε τα προκατασκευασμένα αστεία. παρακο­ λουθεί χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση.

Εδώ. Χιόνιζε για τα καλά. Από την άλλη θυμήθηκε. μα ο Αλμπίνους γέλασε φιλικά. τα χοντρά χεΙλια και τα περΙεργα μαύρα μαλλιά. μα και από το πα­ ρουσιαστικό του: το χλωμό πρόσωπό του με τα βαθουλω­ μένα μάγουλα. « είστε από τους ελάχιστοuς ανθρώπους που επιθυμώ να. γνωρΙσω πε­ ρισσότερο στο Βερολίνο. Ενδιαφ έρουσα ήταν επΙσης η παρατήρηση που εί­ χε κάνει γι' αυτόν η Ντοριάννα . τον ενοχλοόσε κάπως το ότι χαιρόταν τόσο που την ξαναβρήκε: πράγματι. Έτυχε να του ανοίξει ο Ιδιος ο ΑλμπΙνους που στην αρχή δεν αναγνώρισε σ' αυτόν τον χιονισμένο κύριο. Ο Ρεξ ζήτησε συγνώμη που παρουσιάστηκε έτσι απρόσκλητος. αφοό σκοιίπισε τα πόδια του στην ψάθα. όταν ο Ρε ξ. ακόμα και από καλλιτεχνική άποψη. αυτό το είχε κάνει μόνο και μόνο γιατί φοβόταν πως θα την υπεραγαποόσε. όχι μόνο για την ευστρο­ φία της σκέψης του και την άνεσή το\). σήκωσε έ­ πειτα το κεφάλι του. Μάλιστα. έπρεπε.ρΙστη­ ση. Αυτός ο άνθρωπος.τι εδώ κι εκεΙ απέκτησα κι εγώ 98 . Έψαξε το πορτοφόλι του: άδειο.. αν την είχε εγκαταλείψει.ο ζωγράφος μέσα του ξεπερ­ νοόσε τον χιουμο ρίστα. Τώρα. τον εΙχε εντυπω­ σιάσει την προηγούμενη νόχτα. ο ΑλμπΙνους τον καλωσόρισε με με­ γάλη εγκαρδ ιότητα. Μ εσημέρι. πρώτ' απ' όλα. είπε ο Ρεξ. όλα αυτά δεν ίσχυαν. Συμβο υλεότηκε το ρολόι του. οι άνθρωποι συν­ δέονται πιο εόκολα απ' ό. πως η Μαργκότ. Στην Αμερική.Όμως. « Για να σας πω την αλήθεια)). όσον αφορά τα συναι­ σθήματα που του προκαλοόσε η Μαργκότ. Να ένας που δεν θα δεχόμουν να φιλήσω για όλο το χρυσάφι του κόσμου. να ξεκαθαρίσει αν αυτή συζοόσε πραγματικά με τον ΑλμπΙνους. Το σόνολο παρουσΙαζε μια εντυπωσιακή ασχή­ μια. Όμως. εΙχε δηλώσει: αυτός ο φίλος σου ο καλλιτέχνης έχει αποτρόπαιο στόμα. όταν συζητοόσαν πριν λΙγο για το δείπνο της προηγοόμενης βραδιάς. τον καλεσμένο της προηγοόμενης βραδιάς. Ντύθηκε και τράβηξε με τα πόδια κατά το σπίτι όπου είχε βρεθεί την προηγούμενη νύχτα. με μεγάλη του ευχα.

«Δεν μοιά. είπε ο Αλμπίνο\) ς. «Από δω παρακαλώ».δ\) . Με την Euxcxιplcx αuτή. Την στιγμή εκεΙνη. Σε κάθε δωμάτιο \)πήρχαν αξιόλογοι πίνακες -αρκετοί από το\) ς οποίο\) ς ήταν πλαστοί. έκανε ο ΑλμπΙνο\)ς μ' ένα ενοχλημένο χαμόγελο. Αuτός εκεί είναι uπέροχος». η Μαργκότ πετάχτηκε απ' το μπάνιο φορώντας ένα ζωηρό­ χρωμο μπο\) ρνοόζι.» « Γιατί να το κρόψω. Τελείως σο\) ρεαλιστι­ κό».ζει πoλt) μοντέρνο. «Αδόνατον να ξεγελάσεις α\)τόν τον πονηρό -και επιτέλοuς. δεν ήταν κάτι το ασ\)νήθιστο στοuς EU99 . ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί και ένα άσπρο γαρίφαλο. επι­ τρέψτε μοΙ) να ρίξω μια ματιά στοuς πίνακές σας. Πέρασαν έτσι στον διάδρομο. Ήταν απ' τα καλλίτερα το\) Μπωγκέν: ένα μαντολίνο πάνω σε μια σκακιέρα. είχε δο\)λέ­ ψει σαν αντιγραφέας πινάκων και είχε βγάλει κάτι πoλt) καλά κομμάτια. Ήταν μοντέρνο: το είχε ζωγραφΙσει μόνο οχτώ χρόνια πριν. « Εντελώς». στην περιπετειώδη ζωή το\) . μα πιστεόετε ότι είναι φρόνιμο να επιτρέπετε σ' αuτήν την κομψή πάνινη κοόκλα να ταλαιπωρείται στον καναπέ σας. Ο Ρεξ κοιτοόσε με έκσταση. Κάποτε. όταν uπάρχει ακρι­ βώς επάνω τοΙ) ένας Ρισνταέλ. Ο 1 7 ος αιώνας ήταν η περίοδός το\) . εξετάζοντας τον πίνακα.την σuνήθεια να σuμπεριφέρομαι χωρίς πολλές τuπικότη­ τες. «ήταν η φροσλάιν ΠέΤεΡς. ήταν γνήσιος. έκανε μ' ένα χαμόγελο κι εκείνος. Έτρεξε στο βάθος το\) διαδρόμο\) και παρ' ολίγο να της φόγει η μια της παντόφλα. «Αν δεν απατώμαι» . Σuγνώμη αν σας σοκάρω. είχε προσέξει στην τραπεζαρία κάποιον παλιό το\) φίλο και τώρα τον πρόσεχε και πάλι με μεγάλη ε\)χαρίστηση. είπε ο Ρεξ. Ο Αλμπίνο\) ς τον τριγόρισε στο διαμέρισμα. Είναι σ\)πενής σας. Το περασμένο βρά.» σκέφτηκε γρήγορα ο Αλ­ μπίνο\) ς. Ανα­ ρωτιόταν αν αuτός ο Λορέντζο Λόττο πο\) παρο\)σίαζε τον Ιωάννη με μωβ χιτώνα και μια κλαίο\)σα παρθένα. κι ο Ρεξ τον ακολοόθησε στην βι­ βλιοθήκη.

» έκανε ο Ρεξ. και ασuναίσθητα ακοuμποόσε το χέρι της στο ίδιο σημείο.γενείς κόκλοuς της Βοημίας» . Η Μαργκότ ήρθε στο τραπέζι νωχε­ λική μα ήρεμη: η ταραχή ποu με κόπο προσπάθησε να κρόψει την προηγοόμενη βραδιά είχε χαθεί. Όσο μιλοόσε. « Μαιτρέσα μοω>. ακοuμ­ ποόσε τρuψερά το χέρι της στο μπράτσο τοu Αλμπίνοuς ζητώντας τοu να της δώσει τα ψροότα και τόλιγε τον πα­ λιό της εραστή μ' ένα βλέμμα ψεuγαλέο και αδιάψορο. κι όλα ήταν ήρεμα. « Και είναι κάποιος ποu θα δοόμε σόντομα στην οθόνη» .» Εξήγησε χωρίς να τον κοιτάζει και αισθάνθηκε εξαι1 00 . δεν την κοιτοόσε σχεδόν καθόλοu. ένιωθε σαν ηρωίδα μuστη­ ριώδοuς κινηματογραψικοό δράματος με έντονα πάθη -έ­ τσι προσπάθησε να σuμπεριψερθεί ανάλογα με τον ρόλο της: χαμογελοόσε με κόπο. χαμένη από καιρό. Ο Αλμπίνοuς γέλασε με την καρδιά 'tou αν και ο Ρεξ ήξερε (αυτό ήταν το μυστικό) πως τοu 'χε πει την μισή ιστορία. και πως ήταν η άλλη μισή που έκανε την Μαργκότ να δαγκώνει τα χείλη της. κατέβαζε τα βλέψαρα. Μέσα σ' όλα τα υπέροχα πράγματα ποu έλεγε. Προσκάλεσε τον Ρεξ να μείνει για να ψάνε και ο άλ­ λος δέχτηκε ανέμελα. «Τώρα πια δεν θα . «Είστε ηθοποιός. Κι η Μαργκότ σοόφρωσε με κακιωμένο τάχα όψος τα χείλη της και τοu 'δωσε μια ελαψριά ξuλιά στο χέρι. είπε ο Αλμπίνοuς μ' ένα κλείσιμο 'tou ματιοό. Σε ποιο ψιλμ παίζετε.τον αψήσω να μοu ξεψόγει. ' Ο Ρεξ μιλοόσε αρκετά. δεν uπάρχει κανένας ψόβος» . αυτή αμέσως έριχνε μια βιαστική ματιά στο ψοuστάνι της. εκεί ποu για ένα δεuτερόλεπτο μονάχα είχε αποθέσει το βλέμμα 'tou. σκέψτηκε ξαψνικά και μια γλu­ κιά ανατριχLλα. αποκρίθηκε δuνατά. Καθισμένη ανάμεσα στοuς Μο αuτοuς άντρες ποu μΟιΡαζόντοuσαν την ζωή της. Και όταν το έκανε. «Αλήθεια. 'tou' είπε κι ένα ανέκδοτο για χά­ ποιον μέθυσο που του 'τuχε να χάσει τον κόκνο τοu και περίμενε να περάσει ο επόμενος. διαπέρασε την ραχο­ κοκαλιά της.

είπε.. Ο Ρεξ ένιωθε να τον πνίγει ο θuμός. Έπειτα έκανε ένα απροσδόκητο τηλεφώνημα μα η Μαργκότ έλειπε και έτσι αρκέστηκε σε μια ιδιαίτερη σuνομιλία με τον Αλμπίνοuς. έκανε εκείνη απότομα. Ήταν διάσημος καλλιτέχνης κι αυτή βεντέτα του κινηματογράψοu.) «Μείνε σε παρακαλώ». Το είχα ξεχάσει εν­ τελώς». )) έκανε εκείνος σκόβοντας. Ενώ κατεuθuνονταν και οι τρεις προς το θεωρείο. Για ένα λεπτό δεν μίλησε κανείς. «Πρόσεχε)). Τώρα βρίσκονταν και οι δύο στο ίδιο επίπεδο. ο οποίος τελεuταία είχε αρ­ χίσει να τον σuμπαθεί πολύ. « Εγώ πρέπει να τηλεφωνήσω κάπου. ο Αλμπίνους πρόσεξε τοuς ώμοuς ΤΟι) Πωλ και την ξανθή κοτσίδα της κόρης τοu . η μοίρα τον λuπήθηκε. στο «Σπορ Παλάς». Μα εκείνος δεν πρόσεξε οότε το περίεργο βλέμμα της οότε το ξάναμμα στα μάγοuλά της και το τρεμ. Την επομένη τηλεφώνησε στον Αλμπίνοuς και την μεθεπομένη πήγαν μαζί σε μία έκθεση μοντέρνας ζωγρα­ φικής. την πρώτη στιγμή έχασε ολότελα την ψUχΡαιμία τοΙ) κι έκανέ αδέξια προς τα πίσω. πρέπει . . Έσκυψε ακόμα περισσότερο και τρά­ βηξε προς την έξοδο. Ήταν επόμενο πως κάτι τέτοιο θα σuνέβαινε κάποια μέρα. πέφτοντας πάνω στην Μαργκότ. Τέλος. (Να τον εί­ χε δει η Ίρμα. «Καθίστε και παραπείλετε κανέναν καφέ)). « Μείνε σε παρακαλώ». 101 . σuλλογίστηκε τι είχε να κάνει μετά και μπήκε σε μια χαρτοπαατική λέ­ σχη. όμως. Κι αυτό έγινε στο ματς ΤΟι) χόκεσ. «Είναι επείγον.οόλια­ σμα στα χείλια της. επανέλαβε σιγά η Μαργκότ. Αμέσως μετά το φαγητό ο Ρεξ έφuγε. έπειτα ο Ρεξ ανα­ στέναξε μ' ανακοόφιση. παρ' ότι πάντα το περί­ μενε.ρετικά περήφανη. είπε η Μαργκότ και σηκώ­ θηκε. και προσπαθώντας όσο μποροόσε να κρυφτεί.

Καταλαβαίνεις σε τι άσχημη στιγμή έφτασες. ' « Κατάλαβες τώρα. αμέσως μετά το διάζωμα. παλαμάκια και σφuρίγματα. Μια κοπέλα με λεuκό κολάν και φοόστα μπαλαρίνας τινάχτηκε πάνω στον πάγο. Ο Ρεξ ετοιμαζόταν να απαντήσει. Ανάμεσα σε φωνές. Η Μαργκότ ένιωσε έτοιμη να κλ. μα δεν τράβηξε το χέρι της. Χαμη­ λά. μα η οχλαγωγία ξανάρχισε στην αίθοuσα. Έπιασε κάτω απ' το τραπέζι το χέρι της ποΙ) έκαιγε. διέγραφε έναν εκπληκτικό κόκλο.» «Βλακείες! Μα νομίζεις αληθιν4 ότι θα σε παντρεuτεί. γλίστρησε αργά κι εκείνος για το μικροσκοπικό τοι) τέρμα. απλωνόταν η τεράστια πί­ στα τοu' πάγοu.Ρματοφόλακας. «Με εγκατέλειφες» . Η μοuσική έπαιζε κάποιο εμβατήριο.» ρώτησε ξαφνικά η Μαργκότ χωρίς να ξέρει καν κι η ίδια τι ήθελε να ρωτήσει. Ακοόμπησε με τοuς αγκώνες στο τραπέζι κι έκρuφε το πρόσωπό της στα χέρια της. μα ξαναγόρισα. Κάθονταν δίπλα δίπλα. μα την στιγμή εκείνη η απέραντη α(θοuσα αντήχησε από ένα ξέσπασμα χειροκροτημάτων. μπροστά στο τραπέζι ΠΟι) ή­ ταν καλuμμένο μ' ένα κάτασπρο τραπεζομάντιλο. κι όστερα έκανε μια πιροuέτα. έκανε θριαμβεuτικά. Έλα. οι παίχτες έκαναν την εμφάνισή τοuς γλιστρώντας νωχελικά πάνω στον πάγο -πρώτα οι Σοuηδοί κι οι Γε.Ρμανοί· ό­ στερα ο Τε. Πάει καιρός ποΙ) είσαι μαζί ΤΟU.» «Φuσικά δεν θα με παντρεuτεί αν ανακατεuτείς εσό».ιε με μια ελαιώδη λάμΦη πλημμuρισμένη από γαλάζιες ανταόγειες.» Προσπάθησε να μιλήσει. μην κλαις μωράκι. Η άδεια πίστα τοι) πάγοΙ) έλαμ. «Ναι.άφει. Τα πατίνια της γλι­ στροόσαν γρήγορα και έλαμπαν σαν αστραπές κόβοντας τον πάγο μ' ένα ανuπόφορο τρίξιμο. Η πίστα ήταν πάλι άδεια. 1 02 .« Enfin seuls» . άρχισε η Μαργκότ. « Ετοιμάζεται να ζητήσει διαζόγιο. με το χοντρό πέτσινο σακάκι τοι) και με τις πελώριες επιγονατίδες.

Είχε μπει γκολ. αν ξαναΓUpίσει. Σε μια ώρα θα είσαι στο σπίτι σΟ1))> . το μ. μην είσαι κοuτή. τοι> είπε κλείνοντας τ' αuτιά της. να τοι> γίνει μάθημα».ια ιδέα τής πέρασε απ' το μuαλό: «Στο ταξί θα τον φιλήσω» . κuρτά μπαστοίινια γάτζωναν επιδέξια την μ. « Θα με πας στο σπίτι. «Πά με να ψ ίι­ γοuμε από δω. έκανε ο Ρεξ μ' αuτοπεπο (­ θηση. θα κάνοu με γρήγορα. «Και 'γώ σοι> λέω πως θα το κάνει» .» «Το βλέπω στα μάτια oou». «Λες βλακείες . «Θα μοι> στρίψει». ναι η όχψ> ζήτησ ε και μ. Τα χειλη τοuς εξακολοuθοuσαν . πώς το μuρίστηκες ότι δεν έχω φράγκο. είμαι σίγοuρη πως δεν πρόκειται να ξανα­ ruplaEt. έκανε η Μαργκότ. προστατείιοντας το τέρμα τοι> και έχοντας τις γάμπες τοι> σφιγμένες τ ό σο δuνατά. δεν θα το κάνει ποτέ». Ε ίσαι ζητιάνο ς μπροστά σ' αuτόν. θα είμαστε πάρα πολύ προσ εχτικο(» . « Έλα στο ξενοδοχείο.» «Δεν θα σε παντρεuτεί» . Κι έπειτα. «Είναι φοβερό ποι> ξαναγίιρισες.ν α κινοίινται. Τώρα ξέρω πως θα καταστρέψεις τα πάντα».παστοίινι τοίι είχε φίι­ γει απ' τα χέρια και στpιφoγUpιζε γλιστρώντας απαλά δί103 .ι­ κρή μπάλα. Ο Σοuηδός τερματοφύλακας ήταν ξαπλωμένος πάνω στον πάγο. Μαργκότ. γιατί ο θόρuβος ήταν ανuπόφορος. «Περίμενε λίγο. Ο ΤεΡματοφίιλακας γλιστρούσε απαλά δεξιά ή αριστερά. την έχαν αν ή σuγκροuονταν μεταξίι τοuς ξαφνικά. τόσο το καλλίτερο . την περνοίισαν το ένα στο άλλο. Νομίζεις ότι θα τα χαλάσω όλα τώρα. Το π λή­ θος φώναζε σuνεπαρμένο από ενθοuσιασμό καθώς π άνω στον πάγο. ποι> οι επιγονατίδες τοι> έσμιγαν και γίνονταν μία. Και μόλις τώ ρα κάτι πάει να γίνει. μ α ο θόρuβος γίιρω τοuς έπνιγε τον μικρό τοuς καβγά.« Όχι. Δεν μοι> λες. δεν έχω διάθεση να διακινδuνέψω Τ(Ποτα. « Πάψε. Μήνες τώρα δοuλεύω σκληρά γι' αuτό.

«Λoιπόν � έλα σου λέω. 19 Ο Πωλ την ακολούθησε με τα μάτια και το ολο­ στρόγγυλο πρόσωπό του έγινε κόκκινο σαν παντζάρι. έχω κάτι καινούριο να σου προτείνω». «Τι είναι πάλι. 'Αφησαν το θεωρείο.» έκανε η Μαργκότ καχύποπτα. και για 1tολλή ώρα έριχνε ανήσυχα βλέμματα ολόγυρα· η σκέψη ότι θα μπορούσε να τους δει το παιδί. «Και μου μιλάς ακόμα για γαμήλια εμβατήρια». Λοιπόν κούκλα. Ξαφνικά η Μαργκότ κοκκΙνισε και σούφρωσε τα φρύδια της. Είναι χάσιμο χρόνου να το ναβάλλεις. Είναι ο τ κουνιάδος του και η κόρη του. Μοιραία θα συμβεί κάποια μέρα. Αναρωτιόταν ποιος ήταν ο συνοδός της και πού θα μπορούσε να βρίσκεται ο Αλμπίνους ήταν σίγουρος ότι αυτός ο κύριος θα βρισκόταν κάπου τριγύρω. κι έτσι πολύ θα 'θελα να βρισκόταν κάποιος για να του δώ­ σει ένα γερό χέρι ξύλω). « Koίταξε» � είπε η Μαργκότ στον Pεξ� « βλέπεις αυ­ όν τον χοντρό εκεί� κι εκείνο το κοριτσάκι. εί1tE. Ένιωσε ανακουφισμένος όταν τελείωσε το παιχνίδι 104 . μόνο γλύ­ χα που θα πληρώσεις εσύ το ταξί» . ο Ρεξ κατεβαίνοντας τις σκάλες πίσω της. να σε συνοδεύσω στο σπίτι σου. « Εντάξει. Ένας χοντρός κύριος με γυαλιά την κοιτούσε με αηδία Δίπλα του κάθόταν ένα μι­ κ ρό κοριτσάκι που παρακολουθούσε το παιχνίδι με κάτι πελώρια κιάλια. «Δεν θα σε 1tαντρευτεί ποτέ. Πα­ ρ ά την καλοσύνη του. θα 'θελε πολύ να της ρίξει ένα χερά­ "ι ξύλο. Τώρα καταλαβαίνω γιατί το 'σκασε ο φιλαράκος! Κρίμα που δεν τους είχα δει νωρί­ τερα. του ήταν ανυπόφο­ ρη. όν» π «Μιά λέξη μόνο και φέύγω μόνη μου» . Έλα� λοι­ α . Κάποτε ο χοντρός μού 'χε μιλήσει πολύ άσχημα.πλα του σαν ένα κουπί ξεχασμένο στην κορυφή των κυμά­ τ(ι)ν.

«Είναι καταπληκτικό πώς καταφέρνουν και τρέχοuν έτσι επάνω στον πάγο».» «Μα πώς σοΙ) ήρθε αuτή η ιδέα. « Έχω την εντύπωση πως κάτι σuνέβη . δείχνοντας το 1 05 .. «Α. δεν vu­ στάζεις. ρώτησε όταν η Ίρμα πήγε στο κρεβάτι της. « Ένας ψαράς και μία βάρκα». είναι πoΛU αργά» . Η Ελισάβετ τον κοίταξε με σκεφτικό βλέμμα κι όστερα στράφηκε προς την κόρη της. η Ελισάβετ ξόπνησε από την γκοuβεΡνάντα ποΙ) μπήκε στο δωμάτιο με το θερμόμετρο στο χέρι. «Μου λες αλήθεια. Πωλ». «39. «έχει 39. και άξαφνα σκέφτη­ κε: γι' αuτό ήταν χθες έτσι νεUΡική. Την επομένη το πρωί.και μπόρεσε να πάρει την Ίρμα και να ςpUrouv. έκανε με βιασόνη. «Το φοβάμαι πάντα αuτό». κοντεόουν μεσάνυχτα. 'Hμoouv πολύ ανήσυχη όσο λείπατε. Πωλ.S». όχι». είπε ο Πωλ. Έφτασαν στο σπίτι. επανέλαβε η Ελισάβετ.5 ΠUΡετό». έκανε η Ίρμα νuσταγμένα. «Δεν είχατε καμία σuνάντηση.» μooupμoouptcrE αuτός και τα είχε κuριολεκτικά χαμένα με την αληθινά τηλεπα­ θητική διαίσθηση ΠΟι) είχε αποκτήσει η Ελισάβετ από τό­ τε που είχε χωρίσει με τον άντρα της.» τον ρώτησε πάλι. πες μoou!» «Μα δεν έχω τίποτα να σου πω». Η μικρή φ αινόταν κοuρασμένη και απαντοόσε στις ερωτήσεις της μητέρας της μόνο με κοuνήματα ΤΟι) κεφαλιοό και με χαμόγελα. έκανε. έκανε εκείνος και το πρόσωπό ΤΟι) έγινε κατακόκκινο. τοΙ) Η Ίρμα ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα και κοίταζε το ταβάνι. Πετάχτηκε απ' το κρεβάτι και έτρεξε στο δωμάτιο παιδιού. «Γρήγορα για όπνο τώρα.. «Για όνομα ΤΟι) Θεοό. «Η Ίρμα είναι άρρωστη ΚUΡία».» «Πες μο'). Τα μάτια της γuάλιζαν. είπε και χαμήλωσε ελα­ φρά το κεφάλι της.

κάθισε στην άκρη τοu κρεβατιοό της Ίρμας και με τα μάτια καρφω­ μένα σε μια γωνιά τοu δωματίοu. τα μ. ανάμεσα στοuς αφροός. όποu άρχισε να γράφει τις auv­ ταγές. Της είπε να καθίσει. « Και μια. « Πονάει ο λαιμός aou. «Πρέπει να τηλεφωνήσοuμε στον γιατρό» . « Ωραία» . Ο γιατρός έψτασε αργά 'ΤΟ απόγεuμα. Όλος ο κόσμος είναι γριπιασμένος τώρα» . θα της δώσω ζεστό τσάι με λεμόνι και μια ασπιρίνη. Η Ελισάβετ χτόπησε την πόρτα τοu Πωλ. ψιθόρισε η Ίρμα όταν έσκuψε επάνω της. 1 06 . xupia. άρχισε να μετράει τον σψuγμό της. είπε η Ελισάβετ στην γκοuβεΡνάντα. Η Ίρμα ήταν πoΛU ά­ σπρη. Η Ίρμα παρατηροόσε τα άσπρα μαλλιά. κι έξω έπεφτε χιόνι. «Α. « θεέ IlOU. έκανε κοιτάζοντάς την πάνω απ' τα γuα­ λιά τοu. Και στο πιγοόνι τοu. έτρεξε στο δωμάτιο της Ίρμας. όποu οι ανταόγειες της λάμπας σχημάτιζαν διά­ φορες σκιές. αψοό την εξέτασε. δuο. « Ωραία» .» ρώτησε η Ελισάβετ. «Φράοuλες με κρέμα» . Τέλος. σηκώθηκε και η Ελισάβετ τον οδήγησε στο γραφείο. φαινόταν ένα μεγάλο κόκ­ κινο αuλάκι.εγάλα περίεργα αuτιά τοu και μια φλέβα ποu κατέβαινε φιδίσια στον κρόταφό τοu. δεν είναι απαραίτητο. πoΛU αΔUνατη. τέσσερις καλαμιές» .ταβάνι. Η Ελισάβετ βοήθησε την κό­ ρη της να σηκώσει το νuχτικό της. έκανε σι'­ γανά η Ίρμα με τα μάτια uψωμένα πάντα στο ταβάνι. κοιτά­ ζοντας μ' aVTjauxia το μικρό πρόσωπο της κόρης της. Ξuριζόταν και με την σαποuνάδα ακόμα στα μάγοuλα. είπε πάλι. Ο γιατρός ακοόμπησε το στηθοσκό­ πιο στην πλάτη της ανασαίνοντας βαριά και ζητώντας της να κάνει όπως αuτός. πόσο καίει το μετωπό της!» φώναξε πα­ ραμερίζοντας τα λεπτά. Ήταν πολό νωρίς. ανοιχτόχΡωμα μαλλιά. τρεις. Ο Πωλ τα κατάψερνε πάντα να κό­ βεται ακόμα και με ξuράφι ασψαλείας.

και το άψησε προσεκτικά. Η Ίρμα το είχε πληροψορηθεί απ' την κόρη τοu θuρωροό. Ο Πωλ ό­ μως ήταν uπερβολικά κόκκινος. το άδειασε. ένα γνωστό σψόριγμα σε τέσσερις νότες ακοuστηκε στον δρόμο.Ρνάντας. Στην μέ.μ' αuτόν τον τρόπο ειδο­ ποιοόσε απλά πως όποu να 'ταν θα εμψανιζόταν και πως μποροόσαν να σερβίροuν. παρατήρησε πως ήταν κοuτό να 'ρχεται 1 07 . οικεία. βρήκε επάνω στο κομο­ δίνο της ένα ποτήρι λεμονάδα. Το δωμάτιο τής ψαινόταν πιο σκοτεινό απ' ό. ΨΤε. Όλα ήταν ζεστά.ση της νuχτας. Ξαψνικά. αρνήθηκε όμως να μείνει στο κρεβάτι και πήγε κανονικά στο γραψείο τοu. Αλλ' αργο­ ποροUσε. Χτες μάλιστα χρειάστηκε ν' αναβληθεί ένα κοντσέρτο γιατί τόσο η τραγοuδίστρια όσο και ο ακομπανιατέρ της ήταν άρρωστοι» . Έτσι ακριβώς σψόριζε ο πατέρας της όταν rupvouae. έ. Κοιμήθηκε αμέσως.να ψοβερό άσχημο όνειρο την ξό­ πνησε. δίκαια. το ψως την ζάλιζε κι αμέσως ΓU­ ρισε κατά τον τοίχο.« Ναι». Την επομένη ο πuρετός είχε πέσει αρκετά. πλαταγίζοντας ελαψρά τα χείλη της.Ρνιζόταν και σκοόπιζε την μuτη τοu αδιάκοπα. Ψ αχοuλεuοντας. το βράδu .τι σuνήθως. ψτερνιζόταν κι αuτή. Η rxou­ βε. Το βράδu. Έμεινε ξαπλωμένη με τα μάτια ανοι­ χτά. μπερδεμένα. Η Ίρμα ήξερε πολό καλά. ακοuγόταν το δuνατό ροχαλητό της γκοuβε. είπε. είδε με χαρά πως ο uδράργuρος μόλις ξεπερνοόσε την γραμμή τοu πuρετοό. πως τώρα δεν ήταν αuτός πια ποu σψόριζε. uπάρχει μεγάλη επιδημία γρίπης. Η Ίρμα το πρόσεξε μια στιγμή κι uστερα άρχισε να περι­ μένει το γνώριμο τρίξιμο τοu ηλεκτρικοό τραίνοu ποu έ­ βγαινε απ' την γη λίγο πιο πέρα απ' το σπίτι. Διψοόσε. ποu της έβγαλε την γλώσσα όταν εκείνη. Πίσω απ' τον τοίχο. όταν η Ελισάβετ τράβηξε το θε. Το δωμάτιο σκοτείνιασε πάλι. τα μάτια.Ρνάντα. μα ένας κόριος ποu εδώ και δuο βδομάδες ερχόταν κι έβλεπε την κuρία τοu τετάρτοu ορόψοu.Ρμόμετρο απ' την μασχάλη της κόρης της. Μάλλον θα ήταν πoΛU αργά και τα τραίνα θα εί­ χαν σταματήσει. στο διπλανό δωμάτιο. Η Ίρμα έκλεισ.

ονειΡεότηκε πως έπαιζε χόκεί) με τον πατέρα της εκείνος γελοόσε και γλίστρησε. Κι έπειτα γλίστρησε κι αuτή κι έπεσε. Όταν γόρισε στο κρεβάτι της δεν μποροόσε να ζεσταθεί. μα η γκοuβεΡνάντα σuνέχισε να ροχαλίζει σαν να μη σuνέβαινε τίποτα. μπορεί να 'ναι κι ο μπαμπάς και δεν τον αψήνοuν να μπει και να της είπαν επίτηδες πως είναι κάποιος ξένος. Η Ίρμα τον λuπήθηκε. Άνοιξε το παράθuρο και μια EU­ χάριστη ριπή παγωμένο!) αέρα την χτόπησε στο πρόσω­ πο. όστερα γόρισε . Πέταξε τις κοuβέρτες και προχώρησε στις μότες των ποδιών της κατά το παΡάθuΡΟ. Ο πάγος ήταν ψριχτός μα δεν. Τον κοίταζε αρκετή ώρα.Η Ελισάβετ ένιωσε ξαψ­ νικά πως έχανε το μuαλό της: η μοίρα δεν είχε το δικαΙω­ μα να την βασανίζει έτσι. Ήξερε επίσης πως δεν έπρεπε να μιλά καθό­ λο!) για τον πατέρα της -πο!) είχε εγκατασταθεί αλλοό με την μικρή το!) ψiλη� η Ίρμα το είχε μάθει ακοόγοντας ΔUo κuρίες πο!) κοuβέντιαζαν μπροστά της γι' αuτό. ΚατάΨεΡε με πoΛU κόπο να χα­ μογελάσει σuνοδεuοντας τον γιατρό. Κάλεσαν αμέ­ σως τον γιατρό. Πριν ψόγει. Στον δρόμο. μα για μεγάλη της απoγoήτεuση είδε πως δεν ήταν ο πατέρας της.και έψuγε. πήγε να 108 . Το σψόριγμα κάτω απ' το παράθuρο ακοόστηκε πά­ λι. Το άλλο πρωί είχε 40 και 3 και το πρόσωπό της ή­ ταν κατακόκκινο και πονοόσε στα πλεUΡά. μα ήταν τόσο παγω­ μένη πο!) με κόπο ξανάκλεισε το παΡάθuΡΟ. στο ισόγειο. κι έσκασε κάτω με τον πισινό χάνοντας το καπέλο τοu.πος πο!) κοιτοόσε ψηλά. Πηγαίνοντας. Η Ίρμα σκέψτηκε: Ποιος ξέρει. Ο σψuγμός ήταν γρήγορος κι απ' το στηθοσκόπιο ακοuγόταν ένα ελαψρό σψόριγμα.τόσο αργά. Κι όταν τέλος κοιμήθηκε. μες στο σκοτάδι. Ο άνθρωπος στάθηκε εκεί κάμποσο. έσπρωξε μια καρέκλα και κάτι μαλακό (το λαστιχένιο ελεψαντάκι) έπεσε στο πάτωμα κι ακοόστηκε ένας γδοόπος κι ένα σψόριγμα. βρισκόταν ένας άνθρω­ . μποροόσε να σηκωθεί από χάμω και το μπαστοόνι της απομακρuνό­ ταν με τις αργές κινήσεις μια κάμπιας.

δει και την γκουβερνάντα που ψηνόταν στον πυρετό. « Άκουσα όμως. Συμβουλεότηκε το σημειωματάριό του και μπήκε στο αμάξι του χτυπώντας με Μναμη την πόρτα. έκανε ο Λάμπερτ αναστενάζοντας. (( Υπέροχη ύπαρξη. πραγματικά». τυλιγ­ μένη σε μια μεταξωτή δαντελένια εσάρπα. «ας πάμε να δούμε την χαριτωμένη μας άρρωστη» . πως η γρίπη χωρίς πυρετό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη» . καθόταν ο Ρεξ' σχεδίαζε στο πίσω μέρος ενός πακέτου τσιγάρων το υπέροχο κεφάλι της. τα ίδια ικε­ τευτικά βλέμματα» . « Εγκα­ τέλειψε την οικογένειά του με απόλυτη αδιαφορία. είπε εκείνος σκεφτικά. «Θα την δω πάλι αόριο». που την φοροόσε ό­ ταν έμενε στο σπίτι. με σταυρωμένα τα πόδια. «οι ίδιες ερωτήσεις. ο κέψτηκε ο Λάμπερτ. «Από χτες δεν είναι πολό καλά». που προσπα­ θοόσε να χαμηλώσει. Τον υποδέχτηκε ο Αλμπίνους φορώντας μια ζεστή ζακέτα με μεταξωτά σειρήτια. « Παραπονιέται ότι πονάει παντού». σκέφτηκε ο γιατρός Λάμπερτ κα­ τεβαίνοντας την σκάλα. « Έχει πυρετό. δεν φαίνεται να 'χει πυρετό» . « Γιατί να του το πω». Και πέντε λεπτά αργότερα έμπαινε σ' ένα άλλο διαμέρισμα. έκανε ο Αλ­ μπίνους μ' ανησυχία στην φωνή. είπε ανήσυχος.» «Λοιπόν». «κι όμως. θυμωμένη και ξαναμμένη' κοντά της.» ρώτησε ο Λάμπερτ κι αναρωτιόταν αν έπρεπε να πει σ' αυτόν τον ανήσυχο εραστή ότι η κόρη του είχε πνευμονία. όπως συνήθιζε. « Όχι. ρώτησε αν υπήρχε κίνδυνος για την ζωή της Ίρμας. έχει κάτι πάνω της που σου θυμίζει οχιά. Ο Πωλ συνόδεψε τον γιατρό ως την πόρτα και με την βραχνή απ' το κρυολόγημα φωνή του. «Πάντα το ίδιο». Γιατί ν' ανακατευτώ εγώ. Η Μαργκότ ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ. Όμως δεν υπήρχε ανησυχία γι' αυτήν την τόσο γερή γυναίκα. » ) 109 . Αν θέ­ λουν. ας του το πουν οι ίδιοι. σκέφτηκε ο Λάμπερτ.

«Θαuμάσιο να είσαι ο . «αuτή η μικρή αλήτισσα θα τον καταστρέψει»). Τελειώσατε το γύρισμα. έπειτα πήγε στο γραψείο τοu για ν' αποτελειώσει το άρθρο τοu για μιαν αξιόλογη έκθεση.)) «Α! Εuτuχώς ναι)). Η Μαργκότ τον κοίταξε και τοu είπε με οργισμένη ψωνή: «Ναι. αποκρίθηκε η Μαργκότ τραβών­ τας νωχελικά την εσάρπα της. πρέπει να 'μαι καλά)). ό. σuλλογίστηκε. θα με σκοτώσει ή θα με διώξει και θα μείνοuμε κι οι δuο χωρίς πεντάρα)).τι και να γίνει. « Πριν απ' όλα. έπειτα βλέπω πως δεν θα εuχαριστηθείς παρά μόνο όταν θα κάνοuμε κάτι ηλίθια βιαστικό. Ο Αλμπίνοuς βγήκε κι αuτός μαζί τοu. κάποια μέρα θα 'ρθεις σε μένα. Οι επισκέψεις σ' αuτό το σπίτι είναι πολύ διασκεδαστικές. « Να σε σκοτώσει. μίλα πιο σιγά.μα δεν γίνεται τίποτα. Μόλις έψuγε ο γιατρός. . στην πα­ ραμικρή uποψία. « Άκοuσε κοριτσάκι μοu. ο Λάμπερτ. Έως τότε. χωρίς αιτία.ψίλος τοu σπιτιού)). ο Ρεξ ξαναγύρισε στο πλεuρό της Μαργκότ και σuνέχισε να σχεδιάζει απλά. Έπαιξε το πακέτο μέσα στα δάχτuλά τοu και το πέ­ ταξε στο τραπέζι. (<<Αργά ή γρήγορα)). τίποτα περισσότερο. « Καλλίτερα να μείνεις στο σπίτι δuο τρεις μέρες. Και το ψιλμ σας. Ένα μικρό κρuολόγημα. 1 10 . Με την παραμικρή πρόκληση. «Τον επόμενο μήνα θα γίνει η πρεμιέρα.Ο Ρεξ πέρασε σψuρίζοντας στο διπλανό δωμάτιο. σ' αγαπώ τέρας .» είπε χλεuαστικά ο Ρεξ. παρακολούθησε για λίγο τις ρuθμικές κινήσεις ποu έκανε αuτό το αδύνατο. « Καλό κι αuτό)). αuτό είναι ξεκάθαρο. σψuρίζον­ τας σuνέχεια μέσα απ' τα δόντια τοu. κι αuτό το ξέρεις κι εσύ)). λεuκό χέρι. Ο γιατρός άρχισε να εξετ�ει την άρρωστη. έκανε ο Ρεξ με σαρκασμό. μα αρχίζω ν' αηδιάζω μ' αu­ τήν την κωμωδία)). όρ­ θιος κοντά τοu. Ο Αλμπίνοuς.

« Μόνο ένα μικρό φιλάκι». «Δεν αγκαλιάζω την φροϋλάιν ΠέτεΡζ)). σε παρακαλώ. Χωρίς να πει λέξη. «Πάρτε τα χέρια σαζ)). Ο Ρεξ θέλησε να σηκωθεί. είπε εόθυμα ο Ρεξ. Η δαντέλα ήταν γερή.τι θέλω. « Μα μην την πνίξετε)). δεν καταλα­ βαίνεις.«Α. έχω ένα σωρό σχέδια». Εκείνη τη στιγμή. « Ήθελα μόνο. «Ναι. είπε γελώντας ο Ρεξ. Ο Ρεξ τράβηξε. Είμαι το ίδιο ανυπόμονη όσο κι εσό». τραβώντας τους πόντοuς με τα μυ­ τερά νόχια της. θα δεις. στο χαλί και ξανά στο πάτωμα. Η Μαργκότ άφησε να της ξεφόγει ένα σφόριγμα. είπε uπόκωφα. Έσκuψε πάνω της. όπως βλέπετε. Η κατάσταση ήταν μια τέ­ λεια κωμωδία και ο Ρεξ το διασκέδαζε με την ψυχή του. τον εμπόδιζε. Πρέπει να περιμένουμε. Ειμαι σίγουρη πως αυτό το φιλμ θα γίνει μεγάλη επιτuχία. Κάθισε κοντά της στον καναπέ και την αγκάλιασε. « Μα πολό σόντομο». Η Μαργκότ εξακολουθοόσε να τραβά την δαντέλα χωρίς να σηκώνει τα μάτια. είπε ο Αλμπίνους . « Όχι. Δεν διώχνει εόκολα την ruvcxCxcx του καν είς. όχι». Αuτή προσπάθησε να το βγάλει γρήγορα.» έκανε ειρωνικά ο Ρεξ. έπειτα στο πάτωμα.αλλά η Μαργκότ φώναξε: 111 . λίγη uπομονή. Προσπάθησε να τον ανοίξει κι έσπασε το νόχι του. να φτιάξω το μαξι­ λάρι της και πιάστηκα)). «Το φιλμ. Όταν με παντρευτεί θα είμαι πιο ήσυχη και θα αισθάνομαι περισσότερο ελεόθεΡη να κάνω ό. μα το κουμπί του μανι­ κιοό του ποu είχε πιαστεί στην δαντέλα της Μαργκότ. μπήκε μέσα ο Αλ­ μπίνοuς. ο Αλμπίνους τράβηξε τον σουγιά τοu με τις δώδεκα λάμες. Παράλληλα είναι κ'χι το φιλμ. είπε εκείνη ανατριχιασμένη και κλείνοντας τα μάτια. μα ξαφνικά μια πόρτα χτόπησε μακριά κι άκοuσαν τα βήματα του Αλμπίνους που πλη­ σίαζε' πρώτα στο χαλί. Η παρωδία εξελισσόταν uπέΡοχα.

. « Υπάρχει κατάλογος. κι ήταν πoΛU σοβαρός. γυναίκες με ελεψαντίαση .. » 1 12 . Αναρω­ τιόμουν αν σας ενδιαψέρει να με βοηθήσετε. σκέψτηκε ο Ρεξ και θυμήθηκε την μέθοδο που είχε χρησιμοποιήσει κάποτε για να παραπλανήσει την προσοχή ενός αντιπάλου. οι δύο άντρες βρίσκονταν πεσμένοι επάνω της. «όμως έχω κι εγώ μια μικρή παράκληση -ξέρετε. «Καθίστε παρακαλώ».μοΙ) ζητοόν διάψορα ενοίκια και για την ώρα είμαι μάλλον απένταρος.. «είναι να εικονογραψήσετε το άρθρο μου. χιλιάδες εκθέ­ σεις κριτικάρονται από μένα κατά τον ίδιο αδιάλλακτο τρόπο». ψιθόρισε μ' ολοψάνερη αηδία. είπε σκοτεινά ο Αλ­ μπίνους. «Γιατί όχι. Πρόκειται για την έκθεση που ετοιμάζεται. κάτι ακοόστηκε και λευτερώθηκε. μόλις τέλειωσα ένα σχετικό μ' αυτήν την έκθεση άρ­ θρο. Άν θέλετε σας δίνω περισσότερα. ρίχνοντας μέσα μερι­ κές γελοιογραψίες που θα τονίζουν τα σημεία ΠΟι) κριτι­ κάρω».. Όπως βλέπε­ τε.« Μην τολμήσεις να σκίσεις την δαντέλα· ξήλωσε καλλίτερα το κουμπί. συνέχισε ο Αλμπίνους. Α! Πάλι γuναίκες. 'Αλλωστε. « Ευθόγραμ­ μες.» ρώτησε ο Ρεξ. «Θέλω να σας αναγγείλω κάτι πoΛU σπου­ δαίο. εξάλ­ λου είναι αυτονόητο.. ας γίνουμε αξιοπρεπείς». « Ελάτε στο γραψείο μου». καμποuριασμένες. Η κατήψεια του πoΛUγνω­ ρου πνεόματος. (<<Ε! Ε!» Έκανε από μέσα του ο Ρεξ. Για μια στιγμή. καθώς ψuλλομετροuσε τον κατάλογο. είπε ο Αλμπίνους. « Στις διαταγές σας». Θα μποροόσατε να μοΙ) δώσετε μία προκαταβολή . « Ώστε γι' αυτό ήσουν τόσο σκοτεινιασμένος. ορίστε μοΙ) την τιμή για τα σχέδια». εξαιρετικά οξό και δηκτικό. «Τώρα. έκανε ο Ρεξ. ας ποόμε πεντακόσια μάρκα». και η οδύνη της έμπνευσης! Έκτακτα!») «Αυτό που θα ήθελα». Ω! Όχι κανένα μεγάλο ποσό. « Μπορώ να δω. γυναίκες».. Ο Ρεξ έκανε μια τελευταία προσπάθεια.» «Α! Όχι! Αυτό δεν γίνεται!» είπε εόθυμα ο Ρεξ.

Το 1 13 .» ρώτησε ο Αλμπίνοuς uπαινι­ κτικά. «Τόσο πoΛU σας κοuράζοuν οι γuναίκες. Ο ΑλfLπίνοuς fLπήκε. Η Μαργκότ εξακολοuθοίισε να βήχει. (<<Α. Είναι χαριτωμένο. σκέφτηκε ο Ρεξ.πακάλη. « Αφού φτάσαμε ως εδώ. χάνετε πολλά» . έκανε παραγγελίες δίνοντας διεuθίινσεις από τον κατάλογο. «ΑΙ Ε ίναι ζήτημα γούστοu uποθέτω» . αuτό σuναντάται σuχνότατα στοuς καλλιτέχνες. για μένα η γuναίκα δεν είναι πα­ ρά ένα άκακο καλό μ. σε μαγαζιά. Μερικές φορές. μόλις σας είδε. πήρε ως δεκα φορές έναν αρι­ θμό και ζητοόσε διάφορα ονόματα. δήλωσε πως ήταν σίγοuρη ότι οι γuναίκες θα πρέπει να σας αφήνοuν αδιάφορο» .» Ο Ρεξ εξηγήθηκε με απλότητα. Υποχονδριακή καθώς ήταν.αστοφόρο» . είπε ο Αλ­ μπίνοuς. Εξάλλοu δεν σας καταδικάζω. Θα μ' ενοχλούσε αν το σuναντούσα σ' έναν μ. Θα σας πω ωστόσο ένα πράγμα μόνο.διασκέδαζε με τον τρόπο ποu της είχε σuστήσει ο Ρεξ: βολικά ξαπλωμένη σ' ένα πανδαι­ μόνιο από χρωfLατιστά μαξιλάρια. σ' έναν uπάλληλο. και η λέξη ΡΟfLαντισμός προέρχεται απ' το ΡώfLη. για την ακρίβεια ρομ. η Καρένιννα. 20 Πέρασαν μερικές μέρες. το ποuλάκι μοω»). σε εταιρίες.αντικό. «ΕuχαΡιστώ πoΛU.«Μα τι σας πειράζει. έμενε fLέσα στο σπί­ τι και όπως δεν είχε τίποτα να κάνει -δεν είχε ιδιαίτερη κλίση στο διάβασμα. σταμάτησε κοιτάζοντάς την μ' ένα βλέμfLα γεμάτο αγάπη και γέλασε ακούγοντάς την να παραγγέλνει ένα φέρετρο για κάποια κuρία Κιρκόφ. κορόιδεuε σοβα­ ρούς ανθρώποuς και έδινε σuμβοuλές στις γuναίκες τοuς να fLην είναι τόσο εύπιστες. Ό Αλμπίνοuς άρχισε να γελά. τηλεφωνούσε σε ά­ γνωστοuς. μα σ' έναν ζωγράφο το πράγμα διαφέρει. μπορώ να σας ομολογήσω κάτι: Αuτή η ηθοποιός. το πράγμα γινόταν αληθινά διασκεδαστικό: άκοuσε θαuμά­ σιες ερωτικές εξΟfLολογήσεις και θαuμασιότερες προσβο­ λές.

Τώρα. ζαλίστηκε και ξανακάθισε· δεν είχε κλείσει μάτι αuτές τις δύο νύχτες. Π ροσπαθούσε. πάνω στο μάλλινο σάλι της και ξαφνικά βγήκε αποφασισμένος. «Περιμένετε» . Προχώρησε στον διάδρομο.κιμονό ξεχείλωνε a'CO στήθος της. το φόρεσε (ξεφuσώντας κα ι καταπίνοντας τοuς λuγμούς τοu) κι έφuγε να ειδοποιήσει τον Αλμπίνοuς. μα κάθε φορά άκοuγε το ίδιο σταθερό βούισμα. πήρε το παλτό τοu. μα ο Πωλ ήταν επίμονος: αφού ήταν αδύνατον να τα καταφέρει κατ' αuτόν τον τρό­ πο. θα χρησιμοποιο ύσε λοιπόν ένα άλλο μέσον. 1 14 . Ο καθηγητή ς. Έ μενε εκεί παράμερα. μην τολμώντας να -rtλησιάσει. μα τι σημασία είχε· τώρα το κα­ θήκον το!) ήταν να φωνάξει τον Αλμπίνοuς. Τέλος σηκώθηκ ε. αναρωτιόταν με ανησuχία. δεν κατάφερνε να επι­ κοιν ωνήσει τηλεφων ικά με τον Αλμπίνοuς. χωρίς να μιλά. κοuνούσε τα μικρά της πόδια μέσα στην χοφ ά της και τα μεγάλα της μάτια έ­ λαμπαν πονηρά. όταν έφτασε ο Ρεξ και μπήκαν μαζί. τώρα κα ι μισή ώρα. από φόβο μη χαλάσει την εuχαρίστησή της. είπε στον σωφέρ κατεβαίνοντας μπροστά στο γνώρ ψ-Ο σπίτι. Τα βλέμματά τοuς διασταuρώθη­ καν και θuμήθηκε το ματς το!) χόκεσ. απ' την άλλη άκρη του σ ύ ρματος. Αuτό το επί­ μονο βούισμα έμοιαζε σάμπως το πεπρωμένο να ήθελε να αντισταθεί στην απ ό φ ασή τοu . Πήγε περπατώντας στις μύτες των ποδιών στο μι­ σοσκότεινο δωμάτLO το!) παιδιού όπο!) βασCΛεuε η ηρεμία παρά την παροuσία 1tολλών ανθρώπων. Οι διασκεδάσ ε ι ς αuτές της Μαργκότ εξηγούσαν για­ τί ο Πωλ. Έριξε μια ματιά σ'τον σβέρκο της αδελφής τοu. αν η πρόσκληση αυτή ήταν καμιά απάτη ή φόρος τιμής προς την φήμη του σ αν ιχθuολόγος. ένιωθε φοβερά λuπη­ μένος και αηδιασμέν ος. 'Ανοιγε την βαρ ιά πόρτα της εισόδοu. έπαιρνε και ξανάπαφνε. διηγιόταν σε κάποιον καθηγητή Γκριμ την (ψεύτικη) ιστορία τη ς ζωής της και τον παρακαλούσε να πάει να την σuναντή σ ει τα μεσάνuχτα.

Είμαι ο αδελφός της γuναίκας τοι> και φέρνω ένα λuπηρό νέο» . Ο άλλος έμεινε ακίνητος μ' ένα όφος προσμονής. «Θέλετε να τοι> το μεταδώσω.» ρώτησε ο Πωλ. «Λοιπόν. ! )) «Πάψε εσό!)) τον έκοψε ο Πωλ και όρθιος στην μέση 1 15 . «Αναγγείλατε)). Το σποuδαιότεΡΟ είναι να ξεμπερδέψω γρήγορα)). Όταν σταμά­ τησαν στην πόρτα τοι) διαμερίσματος. Ο Ρεξ χαμογέλασε κι έκανε ένα καταφατικό νεόμα. «Η μικρή κόρη τοι) γαμπροό μοι> πεθαίνει)). γόρισε στον Ρεξ και τοι> είπε: «Δεν ξέρω ποιος είσθε και τι κάνετε.« Πηγαίνετε στοι> xuplou Αλμπίνοuς.­ φορα. είπε ο Πωλ ξεφuσώντας.)) αναρωτήθηκε ο Πωλ. επιτρέψτε μοι> να σας πω πως δεν θα έχει καρδιά για επισκέψεις αuτήΥ την στιγμή. αποκρίθηκε μελιστάλαχτα ο Ρεξ και χτόπησε το κοuδοόνι με τον μακρό.. είπε αναστενάζοντας ο Ρεξ. «Να τοι) δώσω μια μπαστοuνιά. ως σuνήθως. κοιτάζοντας με περιέργεια το ανα­ ψοκοκκινισμένο πρόσωπο τοι) σuντρόφοu τοι> και τα μά­ τια τοι) ποι> ήταν κόκκινα απ' τα δάΚΡuα. «πως ο κόριος από δω θέλει να δει . μα φοβόταν μήπως το άσθμα τοι) τον σταματήσει. ήταν χαλασμένο' σταμάτησε στο πρώτο κεφαλόσκαλο κι έριξε στον Ρεξ ένα βλέμμα ταόΡΟU. μα δεν καταλα­ βαίνω την επιμονή σας)). «Ονομάζομαι 'Αξελ Ρεξ κι εδώ βρίσκομαι σαν στο σπίτι μοω). Εξακολοόθησαν ν' ανεβαίνοuν. Ο Πωλ άκοuγε τα βήματα πίσω τοι) και μια σκοτεινή μανία τον έπνιγε. άσπρο δείχτη τοu. Το ασανσέρ. σ Πωλ είχε άσθμα. κατά την Μαργκότ. έμοιαζε με λόρδο. είχε απολuθει). «Μα τι σημασία έχει. και έτσι φuλαγόταν.. «Σας σuμβοuλεόω να αναβάλετε την επίσκεψή σαρ). Την πόρτα την άνοιξε ένας γκριζομάλλης uπηρέτης (αuτός ποu. μήπως λι­ ποθuμήσει πριν φτάσει.)) πρότεινε ο Ρεξ αδιά.

» « Μαργκότ. Ο αναπτήρας μο\) . χωρίς να κοιτάξει. Με περιμένει να ψύγο\) με! » « Σ ε κοροί'δ εύο \)ν. πού είναι ο αναπτήρας μο\) . «Η κόρη μο\) κινδ\)νεύει» . «Είναι ψέματα!» ψώναξε εκείνη μανιασμένη. «Καλ­ λίτε ρα να τρέξεις αμέσως . «Κι αν έρθω μαζί σο\) . » Ακολούθησε μια σύντομη σ ιωπή . » Ο Πωλ περίμενε στο χωλ στην ίδια θέση κι εξακο­ λο\)θούσε να χτ\)πά το πάτωμα με το μπαστοuνι το\) .. . Δεν θ α σ ' αςρήσω να πας πο\)­ θενά . είπ ε ο Αλμπίνο\)ς. Α\)τός.. «Μισό λεπτό». « Ε ίναι παγίδα για να σε σύρο\)ν πίσω».α . Ξ αψνικά απ' το σαλόνι. τραuλισε ο Αλ­ μπίνο\) ς και τα μάτια το\) είχανε βγει απ' τις κόγχες το\)ς. . Από το σα­ λόν ι έψταναν εκρήξεις θ \) μωμένων ςρωνών. Ο Ρεξ έβγαλε ένα μικρό κο \)τάκι από σμάλτο. βλέποντας τον κο\)νιάδο το\) με το πρόσ ωπο σ\)σπασμένο και τα μάτια πρησμένα. ψτάνει! Πρέπει επ ιτέλο\)ς να καταλά­ βεις . τραύλισε ο Αλ μπίνο\)ς και έτρεξε στο όνι. γλίστρησε.. «Αν τολμήσεις .το\) χωλ ςΡώναξε μ' όλη την δόναμ:η των πνε\) μόνων το\) : « Άλμπερτ!» και ξανά « Άλμπερτ ! » Ο Αλμπίνο\)ς. Η Μαργκότ στεκόταν όρθια με τα χέρια στα\)ρω­ σαλ μένα.. είναι π ολύ άρρωστη!» έκανε ο Πωλ χτ\)πώντας το πάτωμα με το μπαστούνι το\) . για τ' όνο μα τ ο u Θεοu!» Τον άρπαξε απ' το μπράτσο . . « Η Ίρμα κινδ\)νεύει. με περιμέν ο \)ν» .. έτρεξε βια­ στικ ά προς το μέρος το\).. «Φεύ­ γω αμέσως». θέ­ λω να σο\) μιλήσω» . έσπρωξε το κο\)τί κι οι καραμέλες σκορπίστηκαν 1 16 . με την ψόρα πο\) είχε πάρει κι έπειτα σταμάτησε απότομ. . ποι) είν αι. Ο Ρεξ τούς παρα­ τηρούσε άπληστα και το\) ς Μο. Ο Ρεξ πρόσςρ ε­ ρ ε στον Πωλ καραμέλες για τον βήχα. « Μαργκότ . » « Με περιμένο\)ν. ακούστηκε η καθαρή ψωνή της Μαργ κότ: « Άλμπερτ.

έβλεπε το πρόσωπο της κόρης του. Η Ίρμα κουνούσε αργά το κεφάλι της στο μαξιλάρι και τα μισόκλειστα μάτια της ή­ ταν θολά.» ψιθόρισε η Ελισάβετ. ξανά βαλε το χέρι του παιδιοό πάνω στην κουβέρτα. στροπυλό της μέτωπο. «Λοιπόν. έβηξε για να καθαρίσει ο λαιμός του και. «Μήπως διψάει. έπειτα άνοιξε διάπλατα το στόμα του· κά1 17 . Η πόρτα έτριξε ξανά μα η Ελισάβετ δεν γόρισε το κεφάλι. με προφύλαξη. ψέλισε ο Πωλ. με μια τρομακτική καθαρότητα. α Ρεξ άρχισε να γελά. τα μικρά μαόρα ρουθοόνια της. Πότε πότε την τάραζε ένας μικρός λόξιγκας. δε θα 'ρθει».χάμω.» ρώτησε χαμηλόφωνα η γκουβερνάντα ό� ταν ξαναγύρισε. « Όχι. α άνθρωπος που μπήκε. σαν να φοβόταν μην το πονέσει. κιτρινωπό. Καινοόρια έκρηξη φωνών. Η Ελισάβετ ίσιωνε την κουβέρτα της: μια μηχανική. Η Ίρμα εξακολουθοόσε να κουνά το κεφάλι· όστερα σήκωσε αργά το γόνατο κάτω απ' την κουβέρτα και σχεδόν αμέσως το χαμήλωσε πάλι πoΛU αργά. και το γυαλι­ στερό. έπει­ τα σιγά σιγά. Ένα μικρό κουτάλι έπεσε από το κομοδίνο και το ντουντούνισμά του έμεινε στ' αυτιά ό­ λων που βρίσκονταν εκεί μέσα. Η νοσοκόμα έκανε νόημα πως όχι. μπήκε στο δωμάτιο του παιδιού. Η πόρτα έτριξε. Κάποιος έβηξε χαμηλά μέσα στο δωμάτιο. Έμεινε έτσι πολλή ώρα. τρυφε­ ρή χειρονομία αφοσίωσης. αποκρίθηκε· για ένα λεπτό σκέ­ πασε με το χέρι τα μάτια του. πάλι στις μύτες των ποδιών του. ενώ αντίθετα. «Α! Τι βρωμιά». σταμάτησε δυο βήματα από το κρεβάτι. Διέκρινε αόριστα το μάλλινο σάλι και τ' ανοιχτόχΡωμα μαλλιά της γυναίκας του. η γκουβερνάντα μπήκε στο δωμάτιο. Καμιά αλλαγή εκεί μέσα. Άνοιξε την πόρτα της εισόδου και με μάγουλα που έτρεμαν κατέβηκε γρή­ γορα. Η νοσοκόμα άρχισε να μετράει τους σφυγμούς. είπε μερικές λέξεις στο αυτί του Π ωλ που έκανε ένα καταφατικό νεόμα και ξαναβγήκε.

ακΙνητη και άκαμπτη. Βρέθηκε να κάθεται στο γραφείο του Πωλ. Ο Λάμπερτ εμφανίστηκε ερχόμενος από το δωμάτιο το!) παιδιοό. ο ΑλμπCνοuς διέκρινε την πλάτη της ΓUναίκας του σκuμμένη στο κρεβάτι. Ο Λάμπερτ απεuθuνθηκε στον επιβλητικό ηλικιω­ μένο κόριο. έκλαιγε με λuγμοuς η γκοuβερνάντα. στο μισόφωτο. κι έπειτα πάλι όλα ησόχασαν. λίγο πιο μακριά. μα χωρίς ν' απεu­ θύνεται ειδικά σε κανέναν. Έξω χιόνιζε.ποιος μακρινός του σuπενής έτρεξέ και τον έπιασε από τις μασχάλες. και σuζητοuσαν χαμηλόφωνα. πάνω στο ντιβάνι. «Γιατί δεν με φώναξαν νωρΙτ ερα. λαμπόριζε μια κρuστάλλινη ψροuτιέρα με πορτο­ κάλια. Πότε πότε ακοuγόταν ο θόρuβος απ' το νερό το!) καλοριφέρ. Έμοιαζε να κρατά ακόμα ένα φανταστικό ποτήρι στα χέρια της. Ακοuγόταν το τικ τακ το!) ρολογιοό.» έκανε σιγά ο Αλμπίνοuς ανασηκώνοντας τα φρόδια. έπειτα κοόνησε το κεφάλι το!) και έτρ ιξε τα δάχτυλά τοu. 1 18 . Ο Αλ­ μπίνοuς έφαγε σιγά σιγά το πορτοκάλι. Όλοι σιωπούσαν. Σε μια γωνιά. Στο δωμάτιο το!) παιδιοό.» ρώτησε ο ΑλμπCνοuς με χαμηλή φωνή. Ο Αλμπίνους πήρε ένα πορτοκάλι κι άρχισε να το ξεφλοuδC­ ζει μηχανικά. Η νοσοκόμα την έπιασε απ' τοuς ώ­ μοuς και την taupE. Κάποιος από κάτω σφόριξε δuνατά σε τέσσερις νότες. κι απ' τον δρόμο έφταναν αραιοί θόρuβοι. Έμεινε έτσι σuνοφρυωμένο ς. Πάνω στο τραπέζι. Πέρασε αρκετή ώρα. «Λοιπόν. κάθονταν δόο κυρίες πο!) δέν θuμόταν τ' όνομά τοuς. Ένας επιβλητικός ηλικιωμένος κόριος με μεγάλη καράφλα κ άπνιζε μπροστά σ το παράθuρο και κά­ θε λίγο σηκωνόταν στις μότες των ποδιών τοu. ΠΙσω απ' το τζάμι εΙχε νuχτώ­ σει' κανείς δεν νοιαζόταν να τραβήξει τις κοuρτίνες. κι εκεΙνος τον ακολοόθησ ε στο δωμάτιο της άρρωστης. Σε μια καρέκλα. Πλησίασε στο κρεβάτι. Ξαφνικά ο Πωλ μπήκε και χωρίς να κοιτάξει κανέναν πρόφερε μια μόνο λέξη. ήταν πολό ξινό.

Η Μαργκότ κάπνιζε ξαπλωμένη στο ντιβάνι. Ήταν οuνατόν να είχε μείνει εκεί πέντε ώρες. όμοια ικανο­ ποιημένος κι αuτός. ΓΙΙρισε και. Ο Ρε ξ. τuλιγμένη σ ' ένα σπανιόλικο σάλι. άνοιξε. Έφερε στο μuαλό τοu την Ίρμα και την ξανάδε μ' εκπληκτική δ ιαΙΙγεια. μ' εκθαμβωτική σαφήνεια. Το στενό και χλωμό χείλος άφηνε να φαίνονται τα μπροστινά δόντια· έλειπε ένα μικρό δοντάκι -αuτό ποu δεν είχε προφτάσει ν' αλλάξει ακόμα. κατέβηκε. Καθώς στεκόταν. κι έμπασε μέσα έναν άντρα παγωμένο. ο Αλμπίνοuς σuνειδητο­ ποιοόσε θαuμάσια το λεπτό στρώμα εξεuτελισμοu ποu σκίαζε την ζωή τοu. Ωστόσο. Ξαφνικά. Ο Αλμπίνοuς θuμή­ θηκε αόριστα πως είχε καβγαδίσει μαζί της αισχρά. γιομάτον χιόνι. '1"στερα όλα σκο­ τείνιασαν. βγήκε απ' το δωμάτιο. Κάτω. Περασμένα με­ σάνuχτα. μισόγuμνη. για να μην πέσει πάνω σε κάποιον. μέσα σ ' αuτόν τον χρόνο ποu 'χε περάσει με την Μαργκότ. Προχώρησε κατά μήκος τοu κατάλεuκοu δρόμοu.!lΟ ποu αισθανόταν εκείνη την στιγμή ήταν μια γλuκιά ικανο­ ποίηση. Το μό. μια μακιγιαρισμένη yuvιxf­ κα.Για ένα δεUΤεΡόλεπτο είδε αόριστα ένα μικρό νεκρό πρό σωπο. αλλά δεν είχε πια καμιά σημασία. το 1 19 . Τώρα. τα ταξί κορνάριζαν σαν να μην είχε σuμβεί τίποτα. θuμήθηκε τα ονόματα των Μο γuναικών στο ντιβάνι: Μπλανς και Ρόζα φον Ναχτ. είχε μόλις πριν λίγο φόγει.ια ματιά στο ρολόι τοu. τα ηλεκτρικά φανάρια τοu δρόμοu έσπαγαν κάπως την (lιxu­ ρίλα. σιωπηλή. Ο Αλμπίνοuς έριξε μ. 21 Για πρώτη ίσως φορά. η εξόπορτα ή­ ταν κλειστή. ο οuρανός ή­ ταν μαΙΙρος: μακριά μόνο. χωρίς να μπο ρεί να πιστέψει αuτό ποu είχε σuμβεί. Τον ακολοόθησε με τα μά­ τια. το χιόνι έπεφτε. σκαρφαλωμένη στα γόνατα τοu Πωλ ή να πετά την μπάλα στον τοίχο. Κάποτε έφτασε στο σπίτι τοu. προς την Γκεταχνισκίρχε. καθώς περιδιάβαινε το δωμάτιο σκοuπίζον­ τας το πρόσωπό τοu ποu 'χε βραχεί απ' το χιόνι. προσεκτικά.

θα ερχόταν από μόνη της σχεδόν. ήξερε καλά. πως αν τώρα ξαναγΙΙριζε στην γuναίκα τοu. αντί αuτής. να δει για τελεuταία φορά την Μαργκότ ποu κοιμόταν. ικετεuτικό βλέμμα. μα ποu ωστόσο εί­ χε κάτι από ένα ανθρώπινο χαμόγελο. Θuμό­ ταν ακόμα εκείνη την έκφραση της γuναίκας τοu μέσα στον καθρέφτη. με τα κόκκινα χείλη και τα ξαναμμένα μάγοuλα. ανέμελοu. ΑφοΙΙ ήπιε βιαστικά τον καφέ τοu. χωρίς ν' αφήσει απ' τα μάτια τοu το παιδικό τοίιτο πρόσωπο. να γελά ξαπλώνοντας σχεδόν πάνω στο τραπέζι. Τηλεφώνησε στοu Πωλ και έμαθε από την uπηρέ­ τρια τον τόπο και την ώρα της κηδείας. Οι αναμνήσεις εκείνης της νΙΙχτας δεν τον άφηναν να ησuχάσει: θuμόταν πως ο Πωλ τοΙΙ είχε ρίξει ξαφνικά ένα uγρό. αδ{ινατη κάτω από ομαλές σuνθήκες. Το επόμενο πρωί σηκώθηκε αφήνοντας την Μαργκότ κοιμισμένη και είπε στον uπηρέτη να τοu ετοιμάσει το μαΙΙρο τοu πανωφόρι και το ημίψηλό τοu. η προσέπιση. καθώς χτuποuσε την μπάλα με την ρακέτα της. θα κρατοΙΙσε την Ελισάβετ απ' το μπράτσο.αν πήγαινε στην κη­ δεία. προσπάθησε να σuγκεν­ τρώσει την σκέψη τοu στην μικρή τοu Χόρη. σuλλογιζόταν την πρώτη νΙΙχτα ποu πέρασαν 1 20 . θα έμενε για πάντα με την γuναίκα τοu. Σε λίγα λεπτά. Ήταν ώρα να πηγαίνει. είδε την φιγοΙΙρα ενός άλλοu κοριτσιοΙΙ: ζωντανοΙΙ. λuγεροu.πεπρωμένο φαινόταν να τον πιέζει να σuνέλθει: άκοuγε τα προκλητικά τοu σαλπίσματα· καταλάβαινε πως τοu πα­ ροuσιαζόταν μια μοναδική εuκαφία να ανεβεί και πάλι μεμιάς στο επίπεδο ποu ήταν άλλοτε και. μπροστά σ' έναν ανοιχτό τάφο. Όλα αuτά τα σuλ­ λογιζόταν βαθιά. τοu είχε σφίξει ελαφρά το μπράτσο. κι ΙΙστερα. πονεμένα -ναι. Σταματώντας μπροστά στο κρεβάτι. όμως. Πέταξε το μπαλάκι πάνω στο τραπέζι και μπήκε γρήγορα στην κρεβατοκάμαρα. χαμένη κι αξιολ{ιπητη. μπήκε στο παλιό δωμάτιο της Ίρμας. όποu τώρα βρισκό­ ταν το τραπέζι τοu πινγκ πονγκ χορείιοντας μέσα στο χέρι τοu το μπαλάκι από σελιλόιντ. γuρνώντας αλλοΙΙ το πρόσωπό τοu.

« Καταλαβαίνω πως όλα αuτά είναι πoΛU θλιβεpά � μα aou είναι κάπως ξένα� αναγνώρισέ ΤΟ' το νιώθεις κι ο ίδιoς � κι είναι φανερό πως είχαν κάνει την κό­ ρη aou να σε μισεί. «Γιατί σηκώθηκες έτσι νωρίς.ι � έγνεψε όχι με το κε­ φάλι. 22 «Μην είσαι τόσο λuπημένος » � τοu έλεγε μια βδομά­ δα αργότερα. «Σήμερα είναι η αρχή της καριέρας fLou. Ο γαλάζιος και ηλιόλοuστος οuρανός αν­ τανακλοΙΙσε στο τζάμι ποu έπλενε μια εuθuμη και ανα­ μαλλιασμένη uπηΡέΤΡια. Θα βγεις έξω. Τα αuτοκίνητα τίναζαν το νερό μακριά καθώς περνοιίσαν τοuς λάκκοuς και στην γωνία� ένας κοuρελής αλήτης ποu­ λοιίσε βιολέτες.» έκανε η Μαργκότ με σuρτή φωνή πσu την έκοψε ένα χασμοuρη­ τό. Τον τελεuταίο καιρό ερχόταν κάθε μέρα κι ο Αλμπίνοuς τοu είχε πολλές φορές ανοίξει την καρδιά τοu και τοu είχε εμπιστευθεί ό.τι δεν τολμοιίσε και δεν μπορούσε να πει στην Μαργκότ. « ΕσΙΙ η ίδια είσαι παιδί». Το μέλλον αuτό το είδε σαν ένα μακpιί � αμuδρά φωτι­ σμένον και σκονισμένο διάδpoμo� όποu βρισκόταν ένα σφραγισμένο φέpετpo � ή ένα άδειο παιδικό καροτσάκι. μόλο ποu αν είχα παιδί� θα προτιμ. της είπε χαί'δειίοντάς της τα μαλλιά. «Σήμεpα � περισσότερο από κάθε άλλη φopά � πρέπει να είμαστε χαροιίμενοι». Ο Ρεξ έφτασε.οιίσα να είναι αγόρι». Ο Ρεξ άκοuγε πoΛU πpoσεκτικά� εξέφραζε τόσο σuνετές σκέψεις και έδειχνε να l�l . Π ίστεψέ με. Απομακριίνθηκε με κόπο από την θέα τοu προσώποu της κοιμισμένης κοπέλας και� δαγκώνοντας νεuρικά το δάχτuλό τοu� πλησίασε στο παΡάθuΡΟ. Χωρίς να γuρίσει να την κoιτάξε.μαζί και αναλογίστηκε με τρόμο την ζωή ποu τον περί­ μενε κοντά στην μαpαμένη � μολuβόχρωμη γuναίκα τοu. σuνέχισε η Μαργκότ. σε καταλαβαίνω απόλu­ τα. Το χιόνι έλιωνε. θα γίνω διάσημη».

Δεν ξέρω ακριβώς τι σuνέβηκε. και η τάση τοΙ) να κοροΊ:­ δεόει τον διπλανό τοu. «αμαρτάνοuμε έτσι εναντΙον της. ακατανΙκητη. γλόπτη. Κόπηκε ανοΙγοντας μια Κόνσέρβα αρακά. και πήγαν με τα πόδια στο πλησιέστερο τρελοκομεΙο. . Κατά την -γνώμη μοu. Αδιάφορο πόσο σημαντικό ήταν το θέμα ποΙ) 1 22 . Μερικές μέρες αργότερα πέθανε από δηλητηρΙαση τοΙ) αΙματος. ΕΙχα έναν άλλο φιλο -ένα πανέμορφο αγό­ ρι γεμάτο ζωή. λΙγο καιρό μετά απ' τον γάμο. ο ελάχιστος χρόνος της -γνωρψ. ένας καλλιτέχνης. Το αλάτι της ζωής θα το βρεΙτε σuχνά μέσα στον θάνατω). μια μέρα όμως. με πρόσωπο απέλοΙ) και μοόσκοuλα πάν­ θηρα. δεν ήταν παρά ταχuδακτuλοuργικά παιχνΙδια. ΤΟι) 'χε πει ο Ρεξ.Ιας τοuς ήταν για τον ΑλμπCνοuς μια απλή σόμπτωση. μα η νοημο­ σίινη ΤΟι) γρήγορη κι οξuδερκής. ΠΟι) η αλάνθαστη αξιολόγησή τοΙ) για την φόρμα ήταν μu­ στηριακή. κατά τον οποΙο εξελΙχθηκε και ωρΙμασε η φιλία τοuς. μια για τον καθένα. ξαφνικά. ποΙ) η φόση εΙναι ανίκανη προς το παρόν να ξεπεράσει. ναι. Η μόρφωσή τοΙ) ήταν πρόχειρη. Παράλογο! . φτιάξαν ouo μικρές βαλίτσες. Το μόνο αληθινό Ι­ σως σ' αuτόν. επινοώντας περιπτώσεις ποΙ) σuνέβησαν σ' ανόπαρκοuς. μα έτσι εΙναι: αν εΙχε ζήσει ώσποΙ) να γεράσει. πρέπει να οδηγείται μόνο απ' το σuναΙσθη­ μά τοΙ) για το ωραίο' δεν πρόκειται να τον απατήσει πο­ τέ)). «Δεν μποροόμε να χτCζοuμε την ζωή μας πάνω στην κινοόμενη άμμο της δuστuχCας». έλεγε ακόμα. Έπειτα. διαλέγοντας σuλλογισμοός όχι uπερβολικά βαθεΙς για τον ακροατή ΤΟι) και στόλιζε τις φράσεις ΤΟι) μ' εξαιρετική κομψότητα. πνεuματικό χρόνο. ο Ρεξ μιλοόσε ασταμάτητα. πως όλα όσα δημιοuργήθηκαν στην περιοχή της τέχνης και της επιστήμης. . το καλλιτεχνι­ κό αποτέλεσμα θα ήταν κατώτερο. εΙναι παράξενο να λέγεται. παντρείιτηκε από οΙκτο μια γριά καμποίιρα. ΕΙχα έναν φΙλο. Κι όμως. «μοΙ) φαίνεται απλά σαν κακή σuνήθεια. «ο θάνατος)). Σε τέτοιες στιγμές.τον κατανοεΙ τόσο ποu. άσχε­ τη με τον εσωτερικό. ήταν η ασuνεCδητη πεπoCθηση μέσα τοu.

σκιά τα­ χuδακτuλοuργοu σε κοuρτίνα ποu λαμΠUΡίζει. Πρωτέα. το διπλά κα� τp�πλά καθρεψτι­ σμένο μαγικό ψάντασμα τοu. δεν ήταν οίιτε Θεός μήτε διάβολος. ποu δοχίμάζε να την αποδώσει στις �δ�αιτεpότητες τοu κορμιοίι της.σuζητοuσαν. ο Ρεξ. ή γ�α έναν πίνακα. ήταν ένα πλάσμα ακατανόητο. Αν κα� πολλές ψορές γ�νόταν αρκετά χuδαίος κα� ενoχλητ�­ κός όταν εκνεuρ�ζόταν. την έπαιρνε στ' αστεία κα� μόνη ανθρώ­ πινη αδuναμία τοu ήταν η έντονη έλξη που ένιωθε γ�α την Μαργκότ. ο ψτωχός. ένιωθε το εuχάρι­ στο σuναίσθημα ότι σuμμετείχε σε κάποια σuνωμοσία. uπερβο­ λικά ακαδημαϊκές). Ο διεuθuντής αuτός που ο Ρεξ είχε κατά vou. κι άλλα πολλά να περάσει. κοuρασμένος απ' τις αμαρτίες των άλλων. Όσο για τον ίδιο τον διεuθuντή. Ακόμα κ� όταν μ�λOίισε σοβαρά για κάποιο βιβλίο.πως δεν ήταν μόνον αu­ τά. ανθρώποu με απλοϊκά πά­ θη και πoΛU σuντηρητικές καλλιτεχνικές κρίσεις. ανάλογα με τον σuνομ�λητή tou. μα είχε κι άλλα. Την ζωή. σuνεταίρος μιας δ�αλεγμένα έξuπνης αγuρτίας -δηλαδή ο σuπραcpέας tou βιβλίοu ή ο ζωγράψος του πίνακα. Έλξη. ποu κα­ ταδ�κάστηκε σε θάνατο γιατί σκότωσε την γιαγ�ά τοu. Tέτo�α ή­ ταν τοuλάχιστον η εικόνα ποu ψανταζόταν ο Ρεξ τ�ς σπάν�ες στιγμές τοu ψιλoσoψ�κoίι tou στοχασμοίι. όποu ένας μικρός ψτωχoδ�άβoλoς χασμοuριέτα�' το στερνό χασμοu­ ρητό αγωνίας ενός αποβλακωμένου εγκληματία.. την μuροuδιά της σάρκας 1 23 . ποu πίστεuε. έ­ πληττε κα� ήταν πληκτ�κός όσο και η βροχή -η βροχή εκείνη ποu πέψτε� στο πpoαίιλ�o μιας cpuλακής. ο ίσκιος πoΛUχpω­ μων μπαλονιών ποu στpoβιλίζoντα� στον αέρα. πολίι σεβάσμιος και δεν ήταν πια της μόδας και ο δείιτερος. κρατοίισε μια θέση στο θεωρείο της διεUθuνσης. πως ε(χ� αγ­ γίξει τον πuθμένα της ανθρώπινης δuστuχίας' ενώ ο Ρεξ αναλογιζόταν -μ' εuχαρίστηση. Ο πρώτος ήταν υπερβολικά γέ­ ρος.. Παρακολοuθοuσε αχόρταγα την θλίψη του Αλ­ μπίνοuς (κάτά την γνώμη τοu. αuτός θα 'βp�σκε πάντα κάτ� το έξuπνο ή το κωμ�κό γ�α να πε�. και πως αuτό ήταν μονάχα το πρώτο νοίιμερο μιας uπέροχης κω­ μωδίας όποu αuτός.

«Το παιδί θα πάει αόριο να διαλέξει αuτοκίνητο». έκανε με σφιγμένα τα δόντια. Ο Ρεξ γέλασε και πρόσθεσε. κι αuτη αρνείται». «Είναι απίστεuτω>. «Αuτοu το!) xuplou η κοροόλα πέθανε μόλις πριν δuο βδο­ μάδες» . έ­ κανε ο Αλμπίνοuς. πως είχε νοικιάσει ένα δωμάτιο όπο!) θα μποροόσαν να βλέπονται ήσuχοι. πως θα την περίμενε εκεί κάθε μέρα. « Έχει όλο το πρωινό γι' αuτό' εντάξει για τις πέντε Μαργκότ. έκανε όταν απομακρόνθηκαν. σuνέχισε βάζοντας τα γάντια τοu.της. την ημέρα (Xu­ τή όπο!) η Μαργκότ έμελλε να κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή της στην οθόνη. «Μην ρωτάς εμένα. « Και ο άλλος ποιος είναψ> ρώτησε ο ταχuδρόμος. έτσψ> είπε ο Ρεξ. αόριο Μαργκότ. κατάφερε να της πει σιγά. « Ηλίθιο το αστείο». «έτσι δεν θα 'χει χρόνο για σένα». την απαλότητα των χειλιών της. ενώ την βοηθοόσε να φορέσει το παλτό της.» Ξαφνικά η Μαργκότ έχασε την ψuχραιμία της. uποθέτω. Κατά την επίσκεψή το!) στο σπίτι της. Ο θuρωρός πο!) σuζητοuσε στον δρόμο με τον ταχu­ δρόμο. χωρίς καν να χαμηλώσει την φωνή τοu. " « Στις πέντε. μόλο πο!) η Μαργκότ ήταν ένα αστοιχείωτο κοριτσάκι κι αuτός ένας κοσμοπο­ λίτης καλλιτέχνης. «Δώσε της λίγο καιρό» . τοuς είδε να περνοόν και τοuς κοίταξε παραξενε­ μένος. «Ζητώ μια σuvάντηση από την Μαργκότ. Οι δuο άντρες αντάλλαξαν ένα βλέμμα και γέλασαν. Όμως. δεν ήταν μονάχα αuτό. Το αμοιβαίο πάθος τοuς βασιζόταν στην βαθιά σuγγένεια των ψuχών τοuς. Εκείνη τοό απάντησε μ' ένα θuμωμένο βλέμμα γιατί ο Αλμπίνοuς βρισκόταν μόλις πέντε βήματα πιο πέρα. έκανε ο Αλμπίνοuς τσιμ­ πώντας με τρuφερότητα το μάγοuλο της Μαργκότ. είπε εuθuμα στον Αλμπίνοuς. μια au­ γκεκριμένη ώρα. επιπρόσθετος εραστής. «Τώ ­ ρα θα δοόμε πώς παίζεις». Ή να το κάνοuμε έξι και να το κλείσοuμε. 124 .

είδε εκείνον τον διεuθuντη ποu την είχε κάνει να αισθανθε! τόσο άσχημα στο γραφεΙο τοΙ) άλλοτε. «σας θuμάμαι πολό καλά)). «Είχαμε μια σuζήτηση στο γραφείο σας. αμέσως η Μαργκότ παροuσιάστηκε στην οθόνη.Για να πω την αλήθεια. Μοuσική δεν uπήΡχε. Πλησίασε τον Αλμπίνοuς κι αuτός τον σόστησε στην ερωμένη τοu. «ο έρωτας είναι τuφλός». Και όμως. Μπροστά τοuς καθόταν η Ντο­ ριάννα Καρένιννα τuλιγμένη στις γοόνες της.οόλιασμα. αν και έκανε ζέστη στην αίθοuσα. αuτό ποu έχω να πω είναι ότι: αν ήθελε ερωμένη. Σχεδόν. έκανε βαθuστόχαστα ο ταχuδΡόμος. είναι πλοόσιος και γενναιόδωρος άν­ θρωπος. ας διάλεγε μια πιο μεγάλη και πιο παχοuλή». ντρέπομαι ποu τοuς βλέποuν οι γείτονες. έπειτα το πέταξε και έτρε­ ξε στο παράθuρο: περνοόσε ο αρραβωνιαστικός της καβά­ λα σ' ένα άλογο. Μόλις έσβησαν τα φώτα. ανάμεσα στον παραγωγό της ταινίας και στον άλλον με το κριθαράκι και προσπαθοόσε να τους φανεί αρεστή. Λίγο πιο πέρα. 23 Στην μικρή αίθοuσα όποΙ) γινόταν η προβολή της ταινίας για τοuς ερμηνεuτές και τοuς καλεσμένοuς. καθισμένος ανάμεσα στην Μαργκότ και τον Αλμπίνοuς. Στο δεξί τοΙ) μάτι είχε ένα αρκετά χον­ τρό κριθαράκι. (Δεν θuμόταν τίποτα). «Μα φuσικά)). βρήκε ψάχνοντας το χέρι της και της το 'σφιξε. η Μαργκότ ένιωσε ένα ρίγος ανησuχίας να διαπερνά την πλάτη της. ο Ρεξ. Η Μαργκότ ενοχλήθηκε βλέποντας πως δεν την αναγνώρισε. Ο τίτλος και έπειτα τα ονόματα ξετuλίγονταν μ' ένα άτολμο τρεμ. Διάβαζε κάποιο βιβλίο. Εγώ. 125 . έκανε μ' ένα εuγενικό χαμόγελο. Το μηχάνημα έβγαζε έναν ήχο ό­ πως εκείνος τοu απορροφητήρα. είπε εκείνη μ' ένα χαιρέκακο θρίαμβο. πριν δuο χρόνια)).

Σε λίγα λεπτά η αρραβωνιαστικιά ξαναεμφανίστη­ κε: γλίστρησε λαθραία τοίχο τοίχο ρίχνοντας βιαστικές . ΓUρνώντας την πλάτη της στοuς θεατές. » Ήταν πραγματικά γοητεuμένος: Έφερνε στον vou τοu το « 'Αργκοuς» . ακατάστα­ τα φρΙΙδια και τσαλακωμένο φοuστάνι. σαν κάποια μαθη­ τριοΙΙλα ποu βάζει τα δuνατά της για να διαβάσει μια προσφώνηση.Η Μαργκότ τρόμαξε τόσο ποu τράβηξε το χέρι της απ' την παλάμη τοu Ρεξ. μ' ένα τονι­ σμένο περίεργα και μαΙΙρο σαν βδέλλα στόμα. Άγαρμπο και άχαρο.. Ήταν φριχτή. Ο Ρεξ ήταν κι αuτός χαροόμενος. τον μικρό κινηματογράφο όπο\) είχαν γνωριστεί. Πάντα είχε την πε­ ποίθηση πως η Μαργκότ δεν θ' άξιζε τίποτα στην οθόνη. κι ήξερε πως θα εκδικιόταν τον Αλμπίνοuς γι' αuτήν την αποτuχία της. . Ο Αλμπίνοuς έσκuφε προς το μέρος της. αξιαγάπητη θέληση. ΑΙΙριο. θα ερχόταν από αντίδραση. φριχτή! Έμοιαζε με την μητέρα της. διάβολε. σuλ­ λογίστηκε κακόκεφα. κι ήταν σuγκινημένος βλέποντας την Μαρ­ γκότ. Αuτό το τέρας στην οθόνη δεν είχε τίποτα το κοινό μαζί της. την θuρωρό. « Ίσως όλα να πάνε καλλίτερα στην σuνέχεια» . Η Μαργκότ (θεα­ τής) έσπρωξε μακριά το τολμηρά φαχοuλεuτικό χέρι τοu Ρεξ.. Μα ποιο. ήταν αuτό το φάντασμα στην σκηνή. Ένιωθε την επιθuμία να κuλιστεί χάμω ή να βάλει τις φωνές . Το χέρι τοu ξανάρχισε να περιπλανιέται στις γάμπες της Μαργκότ κι απότομα αuτή τον τσίμπησε δuνατά. καθώς περνοΙΙσε το χέρι τοu και της εί­ πε τρuφερά: «Χαριτωμένο. μισοαγκα­ λιάζοντας τον Ρεξ.. ακριβώς στις πέντε στο ραντεβοΙΙ τοuς. 1 26 . Όλα ιχuτά ήταν πoΛU δια­ σκεδαστικά. Η Μαργκότ (της οθόνης) στΙΙλωσε ένα χαμένο βλέμμα μπροστά της κι u­ στερα ξάπλωσε με την κοιλιά στο περβάζι τοu παραθuροu.. έκτακτο. τόσο απίστεuτα κακή ηθοποιό -μα ταuτόχρονα με τέτοια παιδική. στην φωτογραφία τοu γάμοu της. δεν το περίμενα .

ε μια μοιραία γυναίκα (την Ντοριάννα Καρένιννα). πηγαίνοντας κρυφά στο καφενείο όπου ένας καλόψυχος άνθρωπος της ε ίχε πει πως ίσως να συναντούσε τον αρραβωνια. Πάνω σ' αυτό το πρησμένο πρόσωπο έπιανε εκφράσεις της μητέρας της όταν προσπαθούσε να φα'ιεί ευγενική σε κάποιον 1 27 . δεν προκαλούσε την παραμικρή εντύπωση στους περαστικούς). με σκυφτό κεφάλι κα. χοντροί. Εκείνος αισθανόταν την ζε­ στή της αναπνοή στο αυτί του. Τι λαϊκοί τρόποι. όπως δεν το είχε ανοίξει ποτέ στην ζωή της η Μαργκότ και έπειτα. Της χτύπη­ σε το γόνατο και τράβηξε το χέρι του . τα χειροκροτήματα έπαψαν. « Μπράβο μικρούλα! » είπε με την βρα­ χνή φωνή της κι η Μαργκότ ένιωσε την επιθυμία να της ξεσχίσει με τα νύχια το πρόσωπο. καθώς του ψιθόρισε: «Στα­ μάτα σε παρακαλώ. παράξενο.. φοβόταν τόσο πολύ κάθε φορά που έβλεπε τον εαυτό της στην οθόνη. κι όστερα ακούστηκαν κι άλλα χειροκροτήματα. η πλάτη της φάνηκε πολύ χοντρή. Η Ντοριάννα. Κάποιος στην αίθουσα. Έμοιαζε με ψυχή στην κόλαση που οι δαΙμονες την τυ­ ραννούν βάζοντάς την να δει όλες τις γήινες αμαρτίες της.ατιές γύρω της (παρ' ότι. φυσά τον καπνό και χαμογελά με μισό στόμα.ι κρεμασμένα χέρια. αυτή ρίχνει π ίσω το κεφάλι. Ευτυχώς η σκηνή άλλαξε: σ' ένα τραπέζι στο κα­ φενείο. σκέφτηκε.ξαφνικά. αδέξιοι. «Θα βάλω τις φωνές».στικό της μ. που καθόταν μπροστά. .. Η προδομένη αρραβωνιαστικιά παρουσιάστηκε πάλι και κάθε κίνησή της ήταν ένα μαρτύριο για την Μαργκότ. χειροκρότησε.δΟ. ο ήρωας δίνει φωτιά στην Ντοριάννα (ένδειξη οι­ κειότητας). βγήκε ξανά στον δρόμο. 'Ανοιξε διά­ πλατα το στόμα της. Τώρα. Εξα­ κολούθησε να σέρνεται τ οίχο τοίχο και. η αληθινή Ντοριάννα. που ένιωθε να λιποθυμά και δεν είχε πια την δύναμη να σπρώξει ή να τσιμπήσει το όλο και πιο απαιτητικό χέρι του Ρεξ. Μόλις εμφανίστη­ κε η Μαργκότ. αμήχανοι! . στράφηκε πίσω της και τα μάτια της έφεπαν στο μισοσκότα.μ.·αλλιώς θ' αλλάξω θέση» .

βρίσκεται η αρραβωνιαστικιά του που παίζει με το νόθο παιδί τους (που δεν θα 'μενε νόθο για πολύ ακόμα. Ο Ρεξ σηκώθηκε. Ένα γέλιο διέ­ τρεξε την αίθουσα. Η Ντοριάννα τον άπιξε στο μπράτσο. Ο Αλμπίνους. Ο ήρωας εγκατα­ λειμμένος από την μοιραία γυναίκα. Έκλεισε τα μάτια και ψαντάστηκε τα μικρά σκίτσα που είχε ψτιάξει πρόσψατα για τον Αλμπίνους.» ρώτησε με περιέργεια ο Ρεξ. Η Ντοριάννα γέλασε. θυμάται την γριά μάνα του και γυρνά πίσω στην ψάρμα που γεννήθη­ κε. ενώ το μωρό την κοιτούσε λοξά. πέρασε την :χνάποδη του χεριού της πάνω στο ψόρεμά της σαν να το σκούπιζε. Αυτή ήταν η καλλίτερη σκηνή της Μαργκότ. « Καημένη μικρούλα!» « Και σεις. ανήσυχος και ψοβισμένος. Το δράμα κόντευε να τελειώσει. δί­ πλα σ' αυτόν τον άνθρωπο που έπεψτε όλος επάνω του. Μόλις άναψαν τα ψώτα.σπουδαίο νοικάρη. παρακολουθώντας μια κακής ποιότητας ταινία. Δίπλα της. «Αποτυχία». έκανε φιθυριστά ο Αλμπίνους. σκύβοντας πάλι πάνω της. κάτω από μια καταρρακτώδη βροχή. «Θα σας πω ένα μυστικό: μια 1 28 . ο κύριος με το κριθαράκι χασμουριόταν. Την τελευταία στιγμή. έτρεξε πί­ σω της. άγνωστο Υιατί. ανάμεσα σε κότες και -γουρούνια. είσθε ικανοποιημένη με τον εαυτό σας. «Η πιο επιτυχημένη σκηνή» . την στιγμή που το μωρό την ψιλούσε. έκανε η Ντοριάννα και του 'κλεισε το μάτι. σηκώθηκε κι έτρεξε προς την έξοδο. Άρχισε να συλλογίζεται πώς θα μπορούσε να του τραβήξει μερικά χρήματα ακόμα. Η Μαργκότ δεν άντεξε κι 'άρχισε να κλαίει πνιχτά. ν' αγοράσει δηλητήριο σ' ένα ψαρμακείο. συμπεραίνοντας χπ' τον τρόπο που αυτός πήδηξε τον ψράχτη). Και να που. Ο Ρεξ είχε αρχίσει να βαριέται καθισμένος στα σκο­ τεινά. Εκεί. όμως. πηγαίνει.

λuγ­ μοί. Αληθινός κατακλu­ σμός δακρόων. πετώντας τοu ένα πορ­ τοκάλι κατακέφαλα. εκεί ποu . Όμως ειλικρινά. είπε ο Ρεξ. « Όχι δεν νομίζω. «Ντολ'ς Τόu. Ο νεαρός πο\) (Lou πρό­ τεινε αuτό το όνομα αuτοκτόνησε)). Στην αρχή. «Εντάξει λοιπόν)). Ο Αλμπίνοuς προσπαθοόσε να την παρηγορήσει κι ασuναίσθητα χρησιμοποιοόσε τις ίδιες λέξεις ποu έλεγε άλλοτε στην κόρη τοu. «Αν κάποια μέρα θελήσετε να έρθετε στο σπίτι (Lou για καφέ. για παράδειγμα στην πρώτη σκηνή. αποκρίθηκε εκεΙνη σκε­ φτικά. «Ω! τι κρίμα -αλλά δεν με καταλάβατε. στεναγμοΙ Έπεφτε απ' το κρεβάτι στον καναπέ κι απ' τον καναπέ στο πάτωμα. Τα μάτια της άστραφταν από θuμό' η μια κάλτσα της έπεφτε. θα σας πω περισσότερα. 1 29 . «Μερικές φορές δεν είναι οότε και το κοινό)). έπειτα τα 'βαλε με τον σκηνοθέτη και σ\)νέχισε με τον Γκρόσμαν.)) 24 Στο διαμέρισμα. Με απασχολεί κάπως)). αντιθετα μάλιστα. η Μαργκότ έστρεψε όλον της τον θuμό επάνω τοu' μετά έλοuσε την Ντοριάννα με τα φοβερότερα επωετα. «Α! είναι μεγάλη ιστορία)). σκηνές καταιγίδας: σπασμοί.)) αντφώτησε η Ντοριάννα.. έπαι­ ξες πολό καλά σε ορισμένα σημεία. ποu δεν είχε καμιά σχέση με την uπόθεση. φιλώντας την εκεί ποu είχε χτuπή­ σει' λέξεις ποu είχαν μείνει διαθέσιμες όστερα από τον θάνατο της Ίρμας. )) « Πάψε!)) τσίριξε η Μαργκότ.. πώς σκεφτήκατε το ψεu­ δώνuμό σας. δεν πιστεόω πως ήταν αποτuχία. «Μα πείτε (Lou αλήθεια.αληθινή καλλιτέχνις δεν είναι ποτέ ικανοποιημένψ). μα γιατί με ρωτάτε. είπε τέλος ο Αλμπίνοuς. ξέρεις. «θα κάνω οτιδήποτε είναι δuνατόν για σένα. α\)τό πο\) ήθελα να ξέρω είναι αν έχετε διαβάσει Τολστόι)). τον άνθρωπο με το κριθαράκι.

είπε εκείνη με βαθο στεναγμό. καλά. η Ντοριάννα δεν θα εuχαριστηθεί καθόλοΙ) απ' αuτό. προπάντων όχι τον Γκρόσμαν» .» Η Μαργκότ εξακολοuθοuσε να κλαίει. Σε παρακαλώ μικρή μοu». . «παρά μόνον όταν χωρίσεις . «Ε. Ας πάροuμε λοιπόν ένα μαντιλάκι να σκοuπίσοu με τα δάκρuα. Και τώρα σκοόπισε τα διXxpuιx σοΙ) σαν καλό κορίτσι και θα πάμε έξω να φάμε. Θα ταξιδέ­ ψοuμε χιλιόμετρα και χιλιόμετρα μακριά. Και θα είσαι. θα το κρατήσω για ενθΟμιω). μα ήταν πιο καλμαρισμένη τώρα. Κάτι πoΛU μεγάλο με τέσσερις ρόδες . πλήρωσα γι' αuτήν την βλακεία. Ω! Αν ήταν άλλος. θα παρακολοuθήσεις μαθήματα κινηματογράφοu.τι θελήσεις . «Ωραία. θα τοuς χτuποuσε ποΙ) με πα1 30 .. ιXxouai με. Μα φοβάμαι πως τώρα ποΙ) με είδες σ' αuτό το απαίσιο φιλμ θα μ' εγκατα­ λείψεις .. Τον Γκρό­ σμαν για παράδειγμα». Ε. Λοιπόν. « Όχι. Ε ίμαι έτοιμος να κάνω το καθετί για το κοριτσάκι μοu. Είμαστε ικανοποιημένοι τώρα. και θα σοΙ) βρω έναν σκηνοθέτη με ταλέντο . φώναξε η Μαργκότ ανατριχιάζοντας . λοιπόν . κάψε τω) . να 'ναι εuτuχι­ σμένο. Εντάξει. έναν άλλον τότε. Αοριο θα πας να διαλέξεις κάτι μόνη aou. Να σοΙ) πω ΤΙ. Και πίστεψέ με. ε. Λοιπόν. ίσω ς (χαμογέλασε και σήκωσε τα φροδια σέρνον ­ τας πονηρά τη λέξη « ίσως » ) σοΙ) το αγοράσω. το φιλμ αuτό μοΙ) ανήκει.» «Το σημαντικό δεν είναι αuτό» .« Μα περίμενε χρuσό μοu. «Το σημαντικό είναι να είσαι εuτuχισμένη. και θα σοΙ) πω τι θα κάνω. Έπειτα θα μοΙ) το δείξεις και 'γώ . . «Δεν θα 'μαι εuτuχισμένη». «Όχι. Μαργκότ.. στο κάτω κάτω.. εννοώ την βλακεία ποΙ) δημιοοργησε αuτό ς ο σκηνοθέτης . πάψε πια να κλαις χρuσό μοu. έκανε η Μαργκότ κλαψιάρικα. Θα δεις την Άνοιξη στον Νότο . Θα 'χεις ό.. έλα.. . θα το κάψω. δεν θ' αφήσω να παιχτεί ποuθενά. « Έλα.. Το φθινόπωρο θα ξαναγuρί­ σοuμε. έκανε εκείνη axu­ θρωπά.

«Α. «Ε. δηλαδή το ξέρει.» έκανε η Μαργκότ πλησιάζοντάς τον συνεχώς. βλέπεις)).. δεν γίνεται να είμαι πάντα η ερωμένη σο())) .Αφησε έναν ελαφρό στεναγμό κι όστερα πήγε μπρο­ στά στον καθρέφτη κι άρχιζε να κοιτάζει νωχελικά την ει­ κόνα της . έτσι λοιπόν. μου είναι κάπως ΔUσΚOλω). . είπε και το μάγουλό της ακοόμπησε και πίεζε το στήθος του. «Τι θέλεις να πεις.. «Θα μου χιμήξεο). μποροόν να τακτοποιηθοόν όλα» . σκέφτηκε σ Αλμπίνους αποκα­ μωμένος. δεν μου το δίνει)). «Σου το υπόσχομαι. που τα είχε κυριολεκτικά χαμένα. το φθινόπωρο θα το φροντίσω» .... δεν εννοοόσα αυτό)). Όχι. « Όχι.» « Όχι. ε. δεν θα με φιλήσεις. 131 .» σκέφτηκε ο Αλμπίνους. έκανε κομπιάζοντας ο Αλμπίνους.» «Μα . . «Εκέ ίνη φυσικά. φρόντισες καθόλου για το ζήτημα του διαζυγίου. Προσπάθησε να κάνεις κάτι. » Η Μαργκότ σηκωνόταν αργά αργά σαν φίδι που ξε­ τυλίγεται. αυτό αποκλείεται» .. . ή το 'χεις ξεχάσει. «πρέπει να . «Διαζόγιο..ρουσίασαν τόσο απαίσια. Πες μου. απάντησε ο Αλμπίνους. Δηλαδή . Πες. όχι. «Δεν ξέρει ακόμα πως θέλεις να χωρίσεις. λοιπόν να. «Δεν μπορώ πια.. όχι. ..» έκανε η Μαργκότ και πετάχτη­ κε όρθια. συκοφαντώντας για πρώτη φορά στην ζωή του την Ελισάβετ. είπε τέλος ο Αλ­ μπίνους. αυτόν τον καιρό με τον θάνατο που συνέβη. «Δεν μπορώ. αόριο κιόλας: θα το κάνω για το μωρό μου. Δικηγό­ ροι υπάρχουν. το αισθάνεται. Η Μαργκότ κόλλησε επάνω του και αργά αγκάλια­ σε τον λαιμό του με τα δυο μπράτσα της. ξέρεις .

' ανοιχτό γιακά και παντελόνι από φανέλα. παράξενα παλιά έθιμ. οδηγώ πολύ καλά)). Με την σινική μ. μ.ια μ.ό.αστε να πάμ..αστε ε\)τ\)χείς)). Σκεφτόμ... αποκρίθηκε ο Αλμ. «αν και τον βαριέμ.ια πρότασψ).ο\) .ονή της αναχώρησης.ο\) να σας κάνω μ.αι κά­ πως: ξέρεις.. Τα κο\)­ τιά μ.ατα.πίνο\) ς αρκε­ τά αναποφάσιστος.ε καμ. )) «Αν είναι έτσι. δεν τολμ.ατα... 132 .ισθώσετε έναν οδηγό για το ταξίδι σας. Γυρνώντας από μ. μ. « Επιτρέψτε μ. ενώ στην πραγμ.ωλία μ. δεν ξέρω. είπε. «Γιατί να μ.ι­ σο. παραλίες . τα παχιά κόκκινα χείλη το\) . μ. τα μ. Φορούσε ένα μ. πο\) στρογγύ­ λε\) αν όταν σφύριζε. « Εντάξει. το σκονισμ.ε τα χρώμ.άτιο. και σε κάθε επίσκεψή της εκείνη τον έβρισκε να εργάζεται. «Είστε πολύ καλός)). σιγο­ σφύριζε διάφορες μ. κι ένιωθε πως α\)τός ο άνθρωπος ή­ ταν τα πάντα γι' α\)τήν. Μα η Μαργκότ.α .άτιο πο\) είχε νοικιάσει για να δέχεται την Μαργκότ σε ατελιέ. δέχτηκε την πρόταση.ολύβια.ακριά.ελωδίες.ετέτρεψε το δωμ.ερινά σχεδόν και η Μαργκότ ανέβαλλε σ\)νεχώς την ημ. )) Ήταν η παραμ.ελάνη έκανε θαύμ. Η Μαργκότ κοίταζε τα κάτασπρα σαν κιμ.ένος μ. ας έρθεο). είπε μ.πιστεύεται τις ερωτικές το\) υποθέσεις και αναστενάζει λες και εΙναι ερω­ τευμ. 'Αλλωστε θα πήγαινα οπωσδήποτε κάπο\) για τις διακοπές μ.. εδώ και λίγο καιρό μ.πίνο\) ς..πίνο\) ς κι αναρωτήθηκε ανήσ\)χα τι θα έλεγε η Μαργκότ.. Ξέρετε.ού εμ.ένο δωμ.ά­ γο\)λά το\) . )) «Ω! Μην νοιάζεστε για μ.ατικότη­ τα . Ζεστός ήλιος . Σκιτσάροντας.ετά από έναν μ.έρα ο Ρεξ στον Αλμ. πέρασε απ' το\) Ρεξ.ώ να σας πάρω απ' την δο\)λειά σας... «Μα.αγαζιά..ε αρκετά μ.έρα της αναχώρησης.εταξωτό πο\)κάμ.ιά γ\)ναίκα.ια βόλτα στα μ.ικρό δισταγμ.όλο πο\) το α\)τοκίνητο είχε αγοραστεί και η 'Ανοιξη είχε αρχίσει.ένα. Βλέπονταν έτσι καθημ. θα είμ.25 Ο Ρεξ μ. είπε ο Αλ­ μ.

σχεδόν μια σuμμΟΡία. Την τελεuταία φορά ποu την είχε δει της εΙχε φερθεΙ φριχτά.) Ο δρόμος δεν εΙχε αλλάξει. το σπΙτι όποu είχε γεννηθει. δε­ μένο το μποuλντόγκ της χήρας τοu ταγματάρχη τοu αρ. Τώρα ποu ήταν μόνος. Να και η γριά εφημεριδοπώλις στο πόστο της. «εσίι τι κάνεις.» «Θαuμάσια» . δεν ήταν παρά ένας παλιός φίλος. Μα το ψιλικατζίδικο στην στάση εΙχε γίνει κομμω­ τήριο. Και η μπuραρία ποu περνοόσε τις μέρες τοu ο αδελφός της' στην άλλη μεριά τοu δρόμοu.» την ρώτησε τεμπέλικα την ώρα ποu έβαφε τα χείλια της. σκέφτηκε: «Να πάω δεξιά. «Γεια σοu Μαργκότ» .» Εκεί ήταν ο δρόμος όποu έμενε όταν ήταν παιδί. ο φΙλος τοu αδελφοό της. «Λοιπόν. Ακόμα δεν ξέρω πώς θα τα καταφέροuμε στο ταξίδι» . «Μάλλον το txouv επισκεuάσει τελεuταΙως» . έπειτα να διασχίσω τον κήπο και έπειτα πάλι δεξιά. (Το παρελθόν βρισκόταν ασφαλισμένο στο κλοuβΙ τοu. Μα τότε ήταν με την ομάδα τοu. «Είμαστε και οι δuο αρκετά αξιοπρεπεΙς» . « Σήμερα εΙναι η τελεuταΙα μας μέρα. Δεν την ενδιέφερε να πάει πιο κοντά. Και μπροστά στην πόρτα τοu ψιλικατζΙδικοu. μετά το χασάπικο με το ίδιο χρuσό βόδι στην ταμ­ πέλα. Γuρίζοντας στο σπίτι της άoxouaE κάποιον να την φωνάζει. Έσπρωχνε ένα ποδήλατο βιολετί. Να ο φοόρνος στην γωνία. Έφτασε σε μια πλατεία και. εΙπε χαμογελώντας ντροπα­ λά. Γιατί να μην ρΙξω μια ματιά. « Γιατί βιάζεσαι τόσο. μ' ένα κοφΙνι πάνω στην σκάρα. πώς τα περνάς Μαργκότ. αποκρίθηκε γελώντας. όπως κάθε φορά ποu γόριζε απ' τοu Ρεξ. και άρχισε να την ακολοuθεΙ περπατώντας δΙπλα της. Έτρεξε έξω κι άρχισε να ψάχν ει για ταξι. Ήταν ο Γκασπάρ.όλα αuτά τής θόμισαν την εποχή ποu ποζάριζε γuμνή. Μα ο ηλιόλοuστος δρόμος ήταν άδειος.» 133 . αποκρΙ­ θηκε αuτή μ' ένα βραχνό γέλιο. 1 5. μια οργάνωση. σκέφτηκε.

» Ο Γκασπάρ έβηξε και είπε: «Μα όσο και να πεις. Κρίμα σου λέω» .» τον ρώτησε χαμογε­ λώντας. «Α! ένα σωρό αηδίες . « Όχι.» τον ρώ­ τησε με περιέργεια. «πόσο μ' αγαποόσαν στο σπίτι. σκέφτηκε καθώς την έβλεπε ν' ανεβαίνει στο ταξί. «Χαίρομαι για σένα.. Τώρα κάνουν πως ενδιαφέρονται για μένα.. η ζωή είναι σκληρή».. «Αυτή πήγαινε κατά διαβόλου».. » άρχισε ο Γκασπάρ· μα ό­ χι.«Τίποτα το ιδιαί·cερο. « Έφυγε. Την μάνα σου την έδιωξαν από δω και η καινοόρια γει­ τονιά δεν της αρέσει». μόνο είναι κρίμα που δεν μποροόμε να το διασκεδάσουμε λίγο όπως προτότερα. «Δεν έχεις κανένα κορίτσι. να. σώπασε λίγο κι έπειτα φώναξε ένα τας!. έκανε ο Γκασπάρ. « Ίσως κάποια μέρα να . θαρρώ πως δουλεόει στο Μπίλεφελντ». Η ζωή είναι μερι­ κές φορές πολό σκληρή Μαργκότ. αυτήν την στιγμή �εν έχω. Νοιάστηκαν ποτέ να μάθουν τι απόγινα. έκανε η Μαργκότ ρεμ­ βαστικά. Μένουν τώρα στο Βόρειο Βερο­ λίνο. «Ξέρεις κι εσό ο ίδιος». σε λίγο θα με παντρευτεί». Πάντα το 'λεγα πως ένα κορίτσι έχει δικαίωμα να κάνει όπως θέλει την ζωή της. ναι. Θα πρέπει να πας να τους δεις Μαργκότ. είναι άνθρωποί σου Μαργκότ. «Και τι λένε για μένα εδώ στην γειτονιά. «θα 'πρεπε να παντρευ­ τεί ένα καλό παιδί. τα κουτσοβολεόω. Ξέρεις. «Ναι. οι δικοί σου μετακόμισαν. Πας καλά με τον φίλο σου. Ο πατέρας σου δεν την βγάζει ακόμα για πολό». Δουλεόω σ' ένα ζαχα­ ροπλαστείο.» τον ρώτησε. Πάντως εγώ δεν θα την έπαιρνα ποτέ 1 34 . είπε ο Μαργκότ. «Και ο αγαπητός μου αδελφός ποό βρίσκεται. Θα ήθελα να έχω ένα δικό μου κάποτε». αποκλείεται να κολυμπήσουν ξανά σ' εκείνη την λί­ μνη. « Σπουδαία». Τα συνηθισμένα κουτσομπο­ λιά.» «Ε.

α χεφLζόταν το ΤLμ.προστά τοuς ατέλεLωτα.οuς. καL ο Αλμ. Είχαν αποφα­ alatL να περάσοuν την ΆνΟLξη στην ΡLβLέρα XL ίιστερα να προχωρήσοuν γLα ΤLς IταλLΚές λΙμ.ε τον Ρεξ. ήταν ΚΟUΡασμ. Τα πλα­ τάνLα των λεωφόρων είχαν ΚLόλας τuλLχτεΙ στην σκο­ τεLνLά.αβLών λόφων.ο.έση της πλατείας) δεν είχε οότε σΤLγμ.α τοuς.α­ τώντας στα δLάφορα γραφLκά χωΡLά μ.έσα απ' τα σφLγμ.ποροόσε .γuναίκα fLou. Η Μαργκότ από μ.. Λίγο ΠΡLν φτάσοuν στην ακτή. OL λεόκες σκέπαζαν από Φηλά τοuς δΡόμ. όπως κάθε βράδu. Στο πίσω παράθuρο.άτες ΦόφLες μ.ένος στο χαμ..ΟL μ. Έ τσL.αΡLέΡες δεν καταλά­ βαLναν την Μαργκότ XL αuτό την εξόΡγLζε.όνL μ.αίιρα βοuνά. πορτοκαλLά σόννεφα έχαναν OLYιX OLYιX το χΡώμ.νες. κρεμ.ε δαμ.πήκαν στην ΡοuζLνάρ. Η Μαργκότ. Στα καφενεία σΠLνθηροβολοόσαν τα φώτα. » Πήδηξε στην σέλα XL ακολοόθησε μ.έλLσσες XL άλλα λεΠLδόπτεΡα. OL ατσάλLνες κuΦέλες τοu Φu­ ytCou ήταν γεμ. την ώρα ποu έστpLβε σ' έναν πλαί"νό δρόμ.ένα δόνΤLα της: 135 .(ταξίδεuαν χωρίς να βLάζονταL.η το ταξί ως την γωνία.ένη· από τότε ποu ξεκίνησαν -τώρα δηλαδή καL τρεLς βδομ.ή fLtCvtL μ. 26 ΔΡόμ.α μ. Ο καφός ήταν uπέροχος κατά το βράδu.έσα τοό έκανε νόημ.ε φLλLκή άνεση. Στα ξενοδοχεία OL καμ.ό στην ΡοuζLνάΡ.ε μ.άσLα· μ. Κανείς δεν ξέρεL ΤL θα μ.άδες.ένη XL εκνεUΡLσμ. Έφτασαν όταν σοuροίιπωνε· πάνω απ' τα μ.όνη της μ.προς στην μ.αΚΡLνή σLλοuέτα των μ. η Μαρ­ γκότ fLoUPfLOίIPLot μ.ε την ίδLα πάντα παλLά εκκλησΙα στην μ.ηλό κάθLσμ.ηλLές.ασκηνLές. όταν μ.πίνοuς ιXPXLot να εκστασLάζεταL μ. XL ίιστερα ιXMOL μ. σταμ.ΚL ποu κοίταζε τον Βορρά ποu άφηναν πίσω τοuς. Ο Ρεξ οδηγοόσε θαuμ.' όλη τοu τη δόναμ. Στην Γαλλία.ε το xtPL. έκαναν έναν τελεuταίο σταθμ.όταν ένα χοντρό αρκοuδά.Lσοξαπλωμ. ξεδLπλώνονταν μ.

« Ναι. ποΙ) ο Αλ­ μπίνοuς δεν τολμοόσε οότε να την κοιτάξει. « μα δεν τον πιάνει». θαόμαζε!» κι ήταν έ.ς. «Δώσε τοΙ) κανένα uπνωτικό» . Όπως είπε. τοuς έδειξε το άλλο δω­ μάτιο. « Προσπάθησα». « Μα για μια βραδιά είναι πολό καλό». Βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση ExvtuptafLou. Ο Αλμπίνοuς ξαναγόρισε κοντά τοuς απογοητεu­ μένος. «Θα τρελαθώ αν σuνεχιστεί αuτό» . Τέλος. Ο μελα­ χΡινοόλης μικρός τοΙ) ασανσέρ στεκόταν λοξά μπροστά " τοuς. Ο μικρός άνοιξε την πόρτα το\) μπάνιο\)' προχώρησε κι ανοίγοντας μιαν άλλη πόρτα. Το δωμάτιο δεν ήταν καθόλοΙ) κακό. τοuς πρότειναν να μποuν στο ασανσέρ για να oouv τα OUO μοναδικά άδεια δωμάτια. στο πέμπτο ξενοδοχείο. «Θα πάρω ένα απ' το φαρμακείω). ήταν όλα γψάτα. αποκρίθηκε η Μαργκότ. «Φτάνει πια μ' αuτά τα καραγκιοζιλίκια! » φώναξε ξαφνικά η Μαργκότ. πρότεινε εκείνος. έκανε διστα­ κτικά ο ΑλμπίνΟUζ. Γόρισαν έτσι τρία ξενοδοχεία. είπε.τοιμη να βάλει τα κλάματα. ο Ρεξ και η Μαργκότ αντάλλαξαν ένα γρήγορο βλέμμα. Σταμάτησαν σ' ένα μεγάλο ξενοδοχείο κι ο Αλμπίνοuς πήγε να ρωτήσει για δωμάτια. Την ίδια στιγμή. θαόμαζε. είπε η Μαργκότ χωρίς να κοιτάξει τον Ρεξ. την ζάλιζαν οι στροφέ. δεν μένω εδώ» . Η Μαργκότ αρνήθηκε κατηγορηματικά να προχωρήσοuν στην επόμενη πόλη. 136 . μα η Μαργκότ άρχισε να χτuπά το πόδι της στο πάτωμα επαναλαμ­ βάνοντας σιγά με σκληρή φωνή: «Δεν μένω εδώ. «Δεν uπάρχοuν δωμάτια». «λuπάμαι χΡuσό μο!))). « Κοιτάξτε αuτά τα ματόκλαδα!» είπε ο Ρεξ σπρώ­ χνοντας ελαφρά τον ΑλμπίνΟUζ με τον αγκώνα.

«Μικρή ακατάστατη». 'Axouat την πόρτα να κλείνει. «Μην λες κοuταμ. Μες στον καθρέφτη.ε το ζόρι» .ε θόρuβο.ώ έφερ".ε προσοχή το ξuράφι στο πρόσωπό τοu.εγάλο αστέρι. γρό­ λων.ΟUΡμ. μ.πάνιο.. πετάχτηκε η Μαργκότ.πίνοuς στον μ.ερικέν στο εστιατόριο.ε θόρuβο. η σκοόρα μ. αποκρίθηκε εκείνος χαρούμενα. Αναρωτιόταν αν θα 'βρισκαν αστακό αλά Αμ.ια δεότερη . « κι εγώ θα ξuριστώ. πρέπει να φάμε κάτι απόψε» .έσα τις βα­ λίτσες. έκανε ο Ρεξ.πάνιο. «θα βο­ λεuτώ κάπο\) )).άζα των δέντρω".ως αuτη δεν είδε και δεν Iίxouat τίποτα.ετά μ. Όμ. « Δεν χρειάζεται να κλειδώνεσαι. κάτι διάφανο.ε το δά­ χτuλο.ια κάλτσα. είδε να πετοόν το σοuέτερ της Μαργκότ. «ΠΥπαίνω πρώτη για μπάνιο» . δεν έχω σκοπό να σε βγάλω έξω μ. « Εντάξει» .παίνει κι έπειτα το νερό να τρέχει μ. Πίσω απ' την κλειδωμ.αν μ.. μ. «Σίγοuρα δεν έχετε άλλο δωμ. της αρέσει να τσαλαβοuτάει σαν πάπια» . τον σύρτη να μ. μ.ε η Μαργκότ κι άρχισε να ξεντόνεται βιαστικά. Ο Αλμ..οόρισε καθώς άπλωνε στα μ.πε ένα μ. της φώναξε γελώντας κι έπει­ τα άρχισε να τεντώνει το δέρμ. δεν πειράζει» .«Δεν ξέρω αν θα 'ναι πολίι βολικό για σας Ρεξ.όνο μ. Στον μ. Το νερό εξακολοuθοuσε να τρέχει μ.α τω". « Εντάξει είναι. να έ­ χοuμ. Ο Αλμπίνοuς άρχισε να τακτοποιεί τα μικροπράγ­ ματα της τοuαλέτας. βαρέθηκα να Ψάχν οu μ.πίνοuς περνούσε μ. το νερό εξακολοu­ θοόσε να τρέχει μ..άτιο. κάτι άλλο επΙσης διάφανο.» είπε ο Αλ­ μ. η ψοόστα της.' έναν θόρuβο 137 . και το τριζοβόλημ. ε".ε κοινό μ.άγοuλά τοι) την σαποuνάδα.ένη πόρτα.α τοι) λαιμ. έκα". μ.ην αργήσεις πολίι.οό τοι) μ.ικρό.αβή οuρανό έλαμ. Πλησίασε στο παράθuρο.άρες» . Η Μαργκότ αργεί πολίι στο μ. «Δεν πειράζει.ε» . δεν πάω ποuθενά αλλοό.

«Να πνιγεΙ θέ­ λει. φρέσκια και ζωηρή. Ο ΑλμπΙνοuς ξαναγόρισε στον καθρέφτη και σuνέχι­ σε το ξόρισμα. μπήκε κι ο ΑλμπΙνοuς στο μπάνιο.» Έτρεξε στην πόρτα και χτόπησε. η Μαργκότ ακτινοβολοό­ σε από χαρά. «πόσο με τρόμαξες!» Το αuλάκι τοu νεροό σταμάτησε να τρέχει στο πά­ τωμα. « Μαργκότ. Όταν βγήκαν για φαγητό. Μια νuχτοπεταλοu­ δα πετάρισε γόρω απ' την λάμπα κι όστερα έπεσε πάνω στο τραπέζι. Το δωμάτιο γέ­ μισε νερά!» Καμιά απάντηση. έκανε ο ΑλμπΙνοuς. Κάθισαν στην ταράτσα. μια θριαμβεuτική θόελλα. μέσα στον καθρέφτη είδε πως κάτω από την πόρτα τοu μπάνιοu περ­ νοόσε ένα αuλάκι νεροό. είσαι καλά χΡuσό μοu. φώναξε αδιάφορα πίσω απ' την πόρτα.ποu γινόταν όλο και δuνατότεΡος.» μοuρμοUΡισε. πάρα πολό καιρό». « Μαργκότ. ήταν γεμάτο ατμοός και καuτό νερό. Μερικά λεπτά αργότερα βγήκε. « Μα τι την έπιασε. « Πρέπει να μείνοuμε εδώ πολό. Τα πάντα ήταν βρεγμένα. «Δεν θα σας αργήσω». Η Μαργκότ έτρεξε στο μπάνιο. Ξαφνικά. Ο θόρuβος ήταν τώρα σωστή βροντή. «Mou αρέσει εξαιρετικά». «σ' ένα λεπτό το μπάνιο θα 'ναι ελεόθερο!» «Με την ησuχία σας. είπε η Μαργκότ. Έκλεισε βιαστικά τις βρόσες. τοu φώναξε. «Τρελή». Χτόπησε την πόρτα τοu Ρεξ. Μαργκότ!» φώναξε στριφογuρΙζοντας το πόμολο. με την ησuχία σας». Με την σειρά τοu. κι άρχισε να περνά το κορμί της με ταλκ. 138 . φώναξε ο Ρεξ εUθuμα. « Κοιμήθηκα μέσα στο μπάνιο».

«δεν περίμενα ποτέ να σε βρω εδώ. έψτανες σε μια uπέρο­ χη αμμοuδιά. Ήταν ένας ερ­ γοστασιάρχης μεταξωτών. το ίδιο κι ο Ρεξ. πολό ωραίο κτίριο στ' αλήθεια. Η Μαργκότ. και χρειάστηκε να την μεταψέροuν πότε ο ένας και πότε ο άλ­ λος. Το λεωψορείο για την Ροuζινάρ έψεuγε από μια πλατειοό­ λα. Οι μέρες ήταν ασuννέψιαστες. Μπροστά στον μποuψέ. Θuμόταν το Σόψλι και παραξενεuόταν για την διαψορά. έπεσε πάνω σ' έναν μικροσκοπικό άντρα ποu έψαχνε βιαστικά το πορτοψόλι τοu. μερικά παιδιά έπαιζαν βόλοuς. 'Αρχισες να γερνάς παλιόψιλε. Μια μέρα. βλέποντας πως ο οδηγός δεν ήταν στην θέση τοu. Πλήθος από λοuλοόδια και τοuρί­ στες. Το ξενοδοχείο τοuς ήταν τριγuρισμένο από πεuκόψuτοuς λόψοuς. Γιατί τον cxvTjcruxoucrcxv και τον νεuρίαζαν όλα τότε. έκανε ο Οόντο Κόνραντ. ο Ρεξ και ο Ρεξ ήταν η σκιά ΤΟu Αλ­ μπίνοuς. πλήγωσε άσκημα το πόδι της. η Μαργκότ επίσης.27 Πέρασε μια βδομάδα κι όστερα μια άλλη. έψτασαν επιτέλοuς σ' ένα μικρό χωριό. Την Μαργκότ την θαόμαζαν πολλοί. Μπήκαν και κάθισαν.» ψώναξε ο Αλμπίνοuς. Ο Αλμπίνοuς ήταν εuτuχισμένος. εσίι εδώ. ένας ήσuχος Επλέζος ποu μάζεuε σκαθάρια. Κοιτάχτηκαν. ενώ τώρα ένιωθε τόση γα­ λήνη και της είχε τέτοια εμπιστοσόνη. Σε μια ώρα με τ' αuτοκίνητο. «τι έκπληξη!» « Πράγματη). και οι νεαροί Ποu έπαιζαν μαζί της τέννις. τι 139 . Ένα μικρό πρά­ γμα μόνο δεν είχε προσέξει: η Μαργκότ δεν είχε πια την επιθuμία ν' αρέσει στοuς άλλοuς γι' αuτήν uπήρχε μονά­ χα ένας άντρας. Το μεσημέρι. Μπή­ κε σ' ένα γωνιακό μπαρ και ζήτησε μια μπόρα. κατέβηκε να βρει κάτι να δροσιστεί. Ο Αλμπίνοuς. ποu δεν σuνήθιζε να περπατά. χάθηκαν και τελικά κατέβη­ καν από ένα απόκρημνο μονοπάτι. μα ο Λλμπίνοuς δεν ζήλεuε. Γίιρω. πήγαν και οι τρεις με τα πόδια έναν μα­ κρινό περίπατο στα βοuνά. «Οίιντο.

αν ιιποθέ­ σω απ' τον χρόνο ποιι χρειάζεται». Καθόλοιι μάλιστα. «θα κάνει τον γόρο τοιι χωριοό και θα περάσει πάλι απ' την πλατεΙα πριν φόγει για την Ροιιζινάρ» . . Μαιιροφορεμένη και αργοκΙνητη. . ΠερΙεργο ποιι δεν είχε την παραμικρή ιδέα για την αλλαγή στην ζωή μοιι. Ο Κόνραντ έτρεξε στο λεωφορείο. Τρέξε να πάρει η ειιχή. εΙπε ο μπάρμαν. «Τι περίεργο να σιιναντήσω τον Οόντο» . Πάρα πολό καλόι. έκανε ο Κόνραντ. ένας μελαγχολικόι.. » «Ωραία» .γίνεσαι.. είμαστε στην Ροιιζινάρ και.. Πάντως δεν σιιγκινήθηκα ποιι τον εΙδα.. απoκρlθηκε ο μπάρμαν. «Δεν κάνει πια τον γόρο τοιι χωριοό» . σιιλλογΙ­ στηκε ο Αλμπίνοιις. το λεωφορείο φεόγεο>. ποιι ποτέ δεν εΙχα ξαναδε! και ποιι Ισως δεν θα ξαναδώ ποτέ. είπε κάποιοι. «έχει ασπρίσει λΙγο. κΙτρινο λεω­ φορείο να απομακρόνεται και να χάνεται πΙσω απ' τα πλατανόδεντρα. « Α! ωραΙα». ήταν πολό καλός σιιγγραφέας.. μπήκε. νιισταλέο μέρος. Όχι . Νόμιζα πως ζοόσε στο Σαν Ρέμο. φώναξε ο Αλμπίνοιιι. 1 40 . και κατέβασε γρήγορα την μπόρα τοιι. έκανε ο Αλμπίνοιιι. «Πρέπει να 'ναι αρκετά μεγάλο το χωριό. πάνε έξι χρόνια από την τελειιταία φορά ποιι τον είδα. « Έρχομαι» . Πάντως.ρείο ξεκίνησε και ο Αλμπίνοιις έψαχνε για γαλλικά ψιλά. το λεωφο­ . «Μη βιάζεσαι». ΚαλλΙτερα να μην το σκέφτομαι» . (<κι εγώ εκεί είμαι . «Πόσην ώρα κάνει το λεωφορείο για να τελειώσει τον γόρο τοιι χωριοό. Με την γιιναίκα σοιι είσαι εδώ. Τι παράξενο ποιι κάθομαι και περιμένω σ' αιιτό το ζεστό. «τότε δώσε μοιι μια μπόρα ακόμα» . Μέσα από την τζαμαρΙα είδε το μακρό. «Διιο τρία λεπτά».» ρώτησε με τα αργά και προσεκτι­ κά γαλλικά τοιι.» «Ω ... 'Αραγε τι να κάνει τώρα η Ελισάβετ. Ήταν ένας παρατηρητής ιδιότροπος και γενικά όχι πολό ειιτιιχισμένος τόπος. τόπος με τσιγκελωτό μοιιστάκι..

Ένα πρωΙ. MLOt ήρεμη. σκέφτηκε ο Αλμπίνοuς. τίποτα. έκανε ο μπάρμαν. «Πάρτε το επόμενο». « Έχασα αuτό το καταραμένο πράγμα». με την πλά­ τη γUΡLσμένη στον ήλιο. κατάφερε να φτάσεL στο ξενο­ δοχείο. «τώρα τρα­ βάεL κατεuθε(αν γLα την ΡοuζLνάρ». δεν έγLνε xOtL τΙποτα». έτσL». Βρήκε την Μαργκότ ξαπλωμένη σε μLα πολu­ θρόνα.ρες. ξόπνησε νωρΙ­ τερα. ΈπεLτα απ' τα πολλά. «Κρίμα». «Τον xιXvtL». να κάθεταL δίπλα της σ' ένα 'tOLxιXXL. απαλοός λόφοuς. KL αν όΧL. «Α. Tou ήρθε η 141 . έκανε ο Ρεξ. «καθόταν πΙσω από μας. τότε δεν φταΙω εγώ» . έκανε ο Αλμπίνοuς γΚΡLνLάΡLκα.ηλLΚLωμένος ποι) καθόταν πίσω τοι) xOtL κάπνLζε πίπα. «Απ' το προηγοόμενο Σάββατο ixtL σταματήσεL OtU­ τό το δρομολόγιο». έπεLτα από όλον αuτόν τον καψό ποι) έχοuμε να LδωθοUμε. γLατΙ. πήγε να ζητήσεL πληροφορίες στο ΤΟUΡLσΤLκό γραφείο πληροφΟΡLών xOtL σε μLα γερμανLκή πανσLόν. -Υνωστός μοω>. «Α. είπε αδLάφορα η Μαργκότ. εUΤUΧLσμένη εLκόνα. μα δεν ήξεραν την δLεuθuνση τοι) Κόνραντ.» «Ω. ήταν κάΠΟLος παλLόι. «KOtL 'tL θα κάνω τώρα. με το μαγLώ. έκανε ο μπάρμαν.ς μέ. άνΟLξε ΤLς κοuρτίνες XL εΙδε την μέρα· τον γαλάζιο οuρανό xOtL τοuς πράσLνοuς. «αν xOtL δεν θα 'χαμε τίποτα το ΚΟLνό. ξανάπε ο ηλLΚLωμένος.» φώναξε απελΠLσμένος ο Αλμπίνοuς. 28 Το άλλο πρωΙ. «Μήπως προσέξατε έναν μLκρόσωμο XUpLO με κόκ­ XLvat γένLα xOtL άσπρο κοuστοuμψ> «NOtL». Ίσως να τον σuναντησω κάποι) αν καθίσοuμε εδώ αρκετά. στην ταράτσα. όστερα από μεΡLκέ. εΙπε σuμβοuλεUΤLκά ο ηλLΚLω­ μένος. να τρώεL κεράσLα xOtL τον Ρεξ.

όνΟL τοuς.ένα.εσα απ' την πρασLνάδα έναν άνθρωπο. ΓUρίζoντας απ' την άλλη μ. Η Μαργκότ ξύπνησε .ε λίγο. « Μην είσαL κοuτός Ούντο.α δεν γέλασε.έρες εδώ .ε λίγο».Lζα πως θα έκανε τον γύρο τοu χωΡLφύ XΙXL θα περνούσε πάλL απ' την πλατεία». «δεν περίμ.ένα ο Αλμ. « Έχω μ.» «Στο Βρετάνια. . Η μ. «σuμ. « Πήγα Lνε εσύ».ιλήσοuμ. (�Δεν πεφάζεL».έρα -μ. μ.πίνοuς γελαστά. μ. «Ύπναροό!» έκανε λuπημ.πίνοuς .Lκρή βίλα. να σκαρφαλώ· σεL σΤLς πετρώδεLς πλαγLές XΙXL ν' αναπνεύσεL το άρωμ. στάσοu μ.βαίvεL auχYιX' βρίσκεLς κάποων ποu έχεLς να δεLς από καφό XΙXL ξαφναά πανLΚΟ­ βάλλεσαι XΙXL θέλεις να τον αποcpύγεLς. Ο Αλμ. ο άλλος γύΡLσε. Περνώντας δίπλα από μ. «Να ποu σε βρήκα λΟLπόν! » φώναξε ο Αλμ. Ήταν περίποu οχτώ XΙXL η μ. Φαντάστηκα πως δεν θα aou άρεσε 11 Lδέα να σuζητήσεLς παλιές καταστάσεLς σ' ένα κινούμ. « Εντάξει».ένεLς.όνο λίγες μ. «Α».πίνοuς γέλασε.αρή πόλη μ. ο οποίος κλάδεuε κάΠΟLΟ cpuτό στον κήπο. είπε ξερά. πάμ.δLάθεση να βγεL έξω: να ΠεΡπατήσεL πολύ.Lα μ.αρωύ. έκανε. μ.α τοu θuμ. Κι εσύ πού μ. Έλα.ούΡLσε. Πέρασε τα στενά OOxιXXLΙX XL άΡΧLσε να σκαρφα­ λώνεL στο βοuνό.όνο ν' αλλάξω παπούτσ ια».ενα πως θα σε ξαναδώ» . Πάντως χάρηκα πoλl) ποu σε ξανα­ βρήκα. δεν το 'κανα επίτηδες να χάσω το λεωφορείο.όλLς ξuπνούσε.αλάκωσε λίγο.έρες να σε βρω XΙXL κανένας δεν ήξερε για σένα».οuρμ. Ο Κόνραντ μ. « Η αλήθεLα είναι πως έψαχνα όλες αuτές ΤLς μ.ε να μ. Νόμ.ε να περπατήσοuμ.οuρμ.ενο κλοuβί XΙXL το απέψuγες».ούΡLσε νuσταγμ. Της πρότεινε να ντuθεί γρήγορα XΙXL να cpuyouv XL OL δuο όλη την ημ. «ECVΙXL πoλl) νωρίς» . δLέΚΡLνε ανά­ μ. «πάμ. Βγήκε. 142 .εΡ Lά. ποu ήταν ο Ούντο Κόνραντ. έκανε ο Ούντο.οναξLά τον είχε κάνεL δόστροπο.

)) ρώτησε ο Κόνραντ. «Α. Ο Αλμπίνοuς δίστασε λίγο κι έπειτα είπε. έκανε ο Οόντο. δεν έχω σκοπό να σuζητήσω πολιτικά. έλα τώρα)). γέλασε ο Αλμπίνοuς.Γόρισε σε λίγα λεπτά κι άρχισαν ν' ανεβαίνοuν ένα δροσερό μονοπάτι ποι) περνοόσε μέσα απ' τοuς αμπε­ λώνες. Χώρισα με την γuναίκα μοι) κι η μικρή πέθανε πριν λίγο καιρό από πνεuμονία)). « Γιατί το λες αuτό. Σκέφτη­ κε να τ' αφήσει για αργότερα. «uπάρχοuν χιλιάδες άτομα ποι) αγαποόν τα βιβλία aOU)). «θα πε­ ράσει πoΛUς καιρός. « Όχι όσο τ' αγαπώ εγώ)). αuτό έχει ήδη αρχίσει από τα μέσα τοι) τελεuταίοu αιώνα)). αιώνας ίσως. « Σκεφτόμοuν πως ήσοuν αραγμένος στην χώ­ ρα τοι) Μοuσολίνο). «Τι κάνει η οικογένεια. Σώπασαν. «Δεν ήξερα πως βρίσκεσαι στην Γαλλίω). «Τι κακότuχος)). 143 . Οόντο. σκεφτόταν πως έκανε λάθος ποι) τοι) πρότεινε να πάνε βόλτα. Πες μοι) για την δοuλειά aou. έκανε ο Αλμπίνοuς. είπε ο Κόνραντ. μέχρι να παραδεχτοόν την αξία flou. μην ανησuχείς. οι δuστuχισμένοι τον καταπίεζαν. «Ποιος είναι αuτός.)) ρώτησε ο Αλμπίνοuς. έκανε ο Αλμπίνοuς. «Φοβάμαι πως η πατρίδα μας δεν βρίσκεται στο ανάλογο πνεuματικό επίπεδο για να εκτιμήσει το γράψι­ μό flou. « Έλα. Μα δεν θέλω να εγκαταλείψω τις εμπειρίες και την εuχέρεια ποι) έχω αποκτήσει όλον αuτόν τον καιρc ποι) χειρίζομαι την γλώσσα μας)). εάν μέχρι τότε δεν έχει ολότελα ξεχαστεί η τέχνη τοι) γραψίματος και τοι) διαβάσματος και φοβάμαι πως στην Γερμανία.ο Αλμπίνοuς σκεφτόταν αν θα 'πρεπε να τοι) μιλήσει για τον έρωτά τοι) για την Μαργκότ. Ο Κόνραντ απ' την άλλη. « Εντάξει. εσό δεν αλλάζεις ποτέ)). Το τελεuταίο σοι) βιβλίο ήταν uπέροχω). « Πέρασα πολλά βάσανα τελεuταία.)) έκανε ζαρώνοντας τα φρόδια τοι) ο Κόνραντ.

)) ρώτησε ο Αλμπίνους. μουρμοόρισε ο Κόνραντ. ο μεταπόλεμος ανησυχοόν . «είχα μια γοητεuτική εμπειρία στο λεωφορείο μ' αuτοuς τοuς Μο Γερμανοός φ ίλοuς aou. δεν βλέ­ πω τον λόγο γιατί να μην βοηθήσοuν και οι σuπραφείς. είπε ο Κόνραντ ξαπλώνοντας κι εκείνος. κοιτάζοντας ψηλά τις κορφές των πεόκων ποΙ) έμοιαζαν με φόκια ποΙ) έ­ πλεαν σε γαλανό νερό. 144 . είπε ο Αλμπίνους. Ο πόλεμος. απαρατήρητοι απ' τοuς αναγνωρισμένοuς και πομπώδεις σUγχΡόνοuς τοuς. «Δεν συμφωνώ)). Το μονοπάτι τοός ε(χε οδηγήσει σε μια πεuκόφυτη ρεματιά. «Δεν νιώθεις σαν απόκληρος έτσι που ζεις σuνεχώς στο εξωτερικό. είπε ο Αλμπίνους και ξάπλωσε ανάσκελα πάνω στις πευκοβελόνες. πως οι Γερμανοί τοuρίστες πιστεόουν πως γόρω τους δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να καταλάβει την γλώσσα τους)). πότε πότε σuναντώ τυχαία αρκετοός συμ­ πατριώτες και μερικές φορές είναι πoΛU διασκεδαστικό. Τοuς ξέρεις. Το τραγοόδι των τζιτζικιών ακουγόταν ασταμάτητα. Σώπασαν πάλι. «Την ημέρα που σuναντηθήκαμε)). Όταν βλέπω τι βιβλία παίρνονται στα σοβαρά αγριεόω)). Ένα ρυάκι με κρuσταλλένιο νε­ ρό έτρεχε πάνω στις πλατtές πέτρες που έμοιαζαν ν' αναρ­ ριγοόν κάτω απ' το χάδι του νεροό .. μα οι ένας δuο πραγματικοί σuπραφείς ποΙ) ILtvouv αποτρα­ βηγμένοι. Θα μοΙ) πεις ότι δεν βλάπτεται σuνολικά η λογοτεχνία.)) «Ε.. Το ίδιο είναι. «Δεν νοσταλγείς ν' ακοόσεις τον ήχο της γερμανικής φωνής. για παράδειγμα. Έχω παρατηρήσει.)) «Τοuς γνωρίζω κάπως)).να χαμο­ γελάκι ο Αλμπίνοuς. νοο. «Αν Τι εποχή μας ενδιαφέρεται για τα κοινωνικά προβλήματα.. σημαίνει δuστuχώς ότι πεθαίνει. )) « Δεν είναι έτσι)). δεν είναι έτσι.« Γιατί. « Εγώ δεν θα μποροόσα να ζω συνεχώς στο εξωτερι­ κό)). όταν η λογοτεχνία ασχολείται αποκλειστικά με την Ζωή ή τις Ζωές. απoκρCΘηκε μ' έ. Κάθισαν.

«Ναι, κι εγώ αuτό κατάλαβα, κρίνοντας απ' την εu­
θuμία τοuς ποu έμεινες έξω».
(<<Κακιά μικροόλω>, σκέψτηκε ο Αλμπίνοuς, «θα
'ταν καλό να τοu μιλήσω γι' αuτήν τώρα;» )
«Λοιπόν διασκέδασα πάρα πολίι ακοίιγοντας αuτά
ποu έλεγαν, μα δεν αισθάνθηκα νοσταλγία. Είναι περίερ­
γο, όσο περισσότερο το σκέψτομαι, τόσο πιο πoΛU πι­
στεόω πως έρχεται κάποια μέρα ποu ο καλλιτέχνης δεν
χρειάζεται πια την πατρίδα τοω>.
Σώπασαν ξανά, είχαν κι οι δuο αρχίσει να βαριοόνται.
Έμειναν έτσι ξαπλωμένοι κοιτώντας τον οuρανό και
τις πεuκοβελόνες, για λίγα λεπτά ακόμα. 'Τστερα ο Κόν­
ραντ ανασηκώθηκε.
«Ξέρεις κάτι παλιόψιλε, σuγνώμη γι' αuτό μα θα σε
πείραζε αν επιστρέψαμε; Θέλω να τελειώσω πριν απ' το
μεσημέρι κάτι ποu έχω αρχίσει να γράψω» .
«Εντάξει» , έκανε ο Αλμπίνοuς και σηκώθηκε κι cxu­
τός, «άλλωστε, θα πρέπει να γuρίσω κι εγώ» .
Κατέβηκαν σιωπηλοί το μονοπάτι, μπροστά στο
σπίτι τοu Κόνραντ έσψιξαν τα χέρια κι αποχαφετήστηκαν.
«Πάει κι αuτό» , σuλλογίστηκε μ' ανακοόψιση ο
Αλμπίνοuς, «να με πάρει ο διάβολος αν ξαναι.jιάξω να τον
βρω» .
29

Επιστρέψοντας στο ξενοδοχείο, σταμάτησε ν' αγο­
ράσει τσιγάρα σ' ένα μπαρ ταμπά, και στην είσοδο σuνάν­
τησε τον Γάλλο σuνταξιοuχο στρατιωτικό, ποu τις τελεu­
ταίες μέρες τον έβλεπε να τρώει σuχνά στο εστιατόριο.
«Ωραία μέρα σήμερα» , είπε ο στρατιωτικός.
«Πολίι όμορψη» , σuμψώνησε ο Αλμπ(νοuς.
«Ποό είναι οι ερωτεuμένοψ> ρώτησε ο στρατιωτικός.,
«Τι εννοείτε;»
«Μα αuτοί ποu αγκαλιάζονται σε κάθε γωνία, (qui
145

se p elotent dans tous les coins)� έτσι δεν λέγονται
συνήθως;» απάντησε ο στρατιωτικός με ειρωνικό όψoς�
και πρόσθεσε: «Το μόνο που θα ήθελα είναι να μην γίνε­
ται αυτό ακριβώς κάτω απ� το παράθυρό μου. Ξέρετε� αυ­
τά τα πράγματα σκανδαλίζουν έναν ηλικιωμένο σαν
εμένα».
« Μα τι εννοείτε;» επανέλαβε ο Αλμπίνους.
«Αδυνατώ να το επαναλάβω στα γερμανικά»� γέλα­
σε ο στρατιωτικός� (<καλή σας μέρα αγαπητέ μου κόριε».
Απομακρόνθηκε. Ο Αλμπίνους μπήκε στο κατάστημα.
«Βλακείες! » ψώναξε� κοιτάζοντας σκληρά την
γυναίκα του ταμείου.
«Comment monsieur;» τον ρώτησε.
«Πραγματικές βλακείες»� επανέλαβε σταματώντας
στην διάβαση και κοιτώντας με βλοσυρό όψος τους περα­
στικοός . Είχε ένα σκοτεινό συναίσθημα. Όλα είχαν ανα­
ποδογυριστεί ξαψνικά� για να καταλάβει έπρεπε να τα

πλάσει ξανά απ την αρχή. Δεν ένιωθε πόνo� μόνο κάτι
σκοτεινό και θολό μέσα του που τον κυρίευε� κι αυτός έ­
μενε εκεί� σε μια κατάσταση εψιαλτικής αδυναμίας και

νάρκης� χωρίς να κάνει την παροψικρή προσπάθεια για ν
αποψόγει αυτήν την ψαντασματική επCΘεση.
« AΔUνατoν» � έκανε ξαψνικά -και μια περίπλοκη
σκέψη τον κατέλαβε' ακολοόθησε τον μαγικό της ειρμό
σαν κάτι που έπρεπε να καταλάβει κι όχι να ψοβηθεί.
Έπειτα� ρίχνοντας σχεδόν κάτω μια μΙΚΡOόλα�
στράψηκε και βιαστικά πήρε προς τα πίσω τον δρόμο που
μόλις είχε κάνει.
Ο Kόνραντ� που ήταν στον κήπο του κι έγραψε�
χρειάστηκε κάποιο σημειωματάριο και μπήκε στο σπίτι
για να το πάρει. Καθώς έψαΧVε στο γραψείο τoυ� δίπλα
στο παράθυρo� είδε ξαψνικά το πρόσωπο του Αλμπίνους

να τον κοιτάζει έξω απ το παράθυρο. (Να τον πάρει η ευ­

χή� σκέψτηκε γρήγoρα� δεν θα μ αψήσει σε ησυχία; - Τι
διάβολο ξεπετιέται έτσι σαν ψάντασμα;)
« Άκουσε Oόντo» � έκανε ο Αλμπίνους με παράξενη
1 4 fi

φωνή. «Ξέχασα να σε ρωτήσω κάτι. Τι σuζητοόσαν στο
λεωφορείο;»
«Σuγνώμη ;»
«Τι σuζητοόσαν αuτοί οι δόο στο λεωφορείο; Είπες
πως ήταν διασκεδαστικά».
«Α, αuτό ;» αποκρίθηκε ο Κόνραντ. «Τώρα κατάλα­
βα. Ήταν διασκεδαστικό κατά κάποιο τρόπο. Ναι, σω­
στά. Ήθελα να σοΙ) δώσω ένα παράδειγμα για το πώς
σuμπεριφέροντα ι οι Γερμανοί όταν πιστεόοuν πως δεν
τοuς καταλαβαίνει κανείς. Γι' αuτό δεν με ρωτάς;»
Ο Αλμπίνοuς κούνησε το κεφάλι.
«Λοιπόν» , σuνέχισε ο Κόνραντ, «ήταν η φτηνότερη
και βλακωδέστ ερη ερωτική φλuαρία ποΙ) έχω ακοόσει
στην ζωή [lou . Αuτοί οι δuο φίλοι σοΙ) σuζητοόσαν τόσο
ελεύθερα για τον έρωτά τοuς, λες και βρισκόντοuσαν ολο­
μόναχοι στον παράδεισο».
«Ούντο», έκανε ο Αλμπίνοuς, «παίρνεις όρκο γι' αu­
τά ποι) λες; »
«Σuγνώ μη;»
«Είσαι απόλuτα, απόλuτα σίγοuρος γι' αuτά ποΙ)
λες;»
«Μα qJuaLXάo. Τι νομίζεις; Περίμενε λίγο, έρχομαι
στον κήπο. Δεν σ' ακοόω καλά από δω».
Βρήκε τ ο σημειωματάριο και βγήκε.
« Έι, ποό είσαι;» φώναξε. Μα ο Αλμπίνοuς είχε εξα­
φανιστεί.
«Αναρωτιέμαι», �uλλογίστηκε ο Κόνραντ, «αναρω­
τιέμαι μήπως και έκανα καμιά βλακεία ( . . . πολό απαίσια
ρ ίμα αuτή!) Λες να είναι έτσι; Βρωμιά».
30

Κατέβηκ ε στην πόλη, διέσχισε την λεωφόρο χωρίς
να ταχόνει το βήμα και μπήκε στο ξενοδοχείο. Ανέβηκε
στο δωμάτιό τοι) -το δικό τοuς δωμάτιο. Δεν ήταν
κανείς, το κρεβάτι ήταν άστρωτο. Και στο πάτωμα ήταν
χuμένος λίγος καφές. Ένα μικρό κοuταλάκι λαμπόριζε
147

Σκυμμένος κοιτούσε αυτήν την λαμπερή κηλίδα. με την αίσθηση πως το όπλο ήταν μ. άνοιξε γρήγορα την βαλί­ τσα του. Ήταν όλα τόσο ξεκάθαρα όσο ο θάνατος . υπήρχε μια σχεδόν ηδονική ικανοποίηση. Η ψαντασία του είχε τρέξει μπροστά απ' την Μαργκότ. Ο Αλμπίνους έκανε μια κίνηση με το χέρι του σαν να ήθελε ν' αποδιώξει κάτι το ενοχλητικό. Όμως δεν ακουγόταν τίποτα. σταθερά. Παραλίγο να τραβήξει επάνω στην κλειστή πόρτα. Δεν θα την ρωτούσε τίποτα. ψυσικά: '1'0148 . με πανουργία.ατο πιστόλι σηκωμένο. Βιαστικά απομακρύνθηκε απ' το παράθυρο και. πήγε στην ντουλάπα και γλίστρησε το χέρι του στην τσέπη του παλτού του.ια ψυσική προέκταση του τεντωμένου χεριού του: στην σκέψη να πιέσει την σκανδά­ λη. Έπρεπε να την σκοτώσει χωρίς χρονοτριβή. Την στιγμή εκείνη ακούστηκε απ' τον κήπο το κα­ θαρό γέλιο της Μαργκότ. κα­ θιστός πάνω στις ψτέρνες του. μα ξαψνικά θυμήθηκε πως αυτό που ζητούσε βρι­ σκόταν αλλού. Εξέτα­ σε γρήγορα αν το πιστόλι ήταν οπλισμένο κι έπειτα στά­ θηκε μπροστά στην πόρτα. Ανασηκώθηκε. θα την πυροβολούσε αμέσως. Την ακολούθησε με την σκέψη: τώρα μπαίνει στο ξενοδοχείο' ανεβαίνει με το ασανσέρ. Μόλις έμπαινε. Κρατούσε το αυτόμ. Η Μαργκότ κοντο­ στάθηκε και σήκωσε τα μάτια. παντού ησυχία. Την είδε να περπατά στο πλάι ενός νεαρού με λευκό σορτ.πάνω στο χαλί. Τώρα θ' ακουστεί στον διάδρομο το χτύπημα των τακουνιών της. την στιγμή που άκουσε στον διάδρομο τον ανάλαψρο ήχο των λαστιχένιων παπουτσιών της -μα ναι. στριψογυρίζοντας την ρακέτα της που έλαμπε στον ήλιο. Ο νεαρός είδε τον Αλμπίνους στο παράθυρο του τρίτου πατώματος. Τον είχαν εξαπατήσει. αριστοτεχνικά. Η Μαργκότ τού απάντησε μ' ένα γνέψιμο και νωχελικά πήρε το στενό δρομάκι που οδηγούσε στην είσοδο με τις ροδοδάψνες. Ο Αλμπίνους έβγαλε το κεψάλι του έξω απ' το παράθυρο.

σήκωσε τον δίσκο. 149 . Τώρα! Μα την στιγμή εκείνη ακούστηκαν κι άλλα βήματα. Ο Αλμπίνοuς κοιτούσε τα fLΙXupιx γuαλιστερά μαλλιά της. Μηχανικά. « Μποροuσες νομίζω να κατέβεις κάτω αντί να μ' αναγκάσεις ν' ανεβώ)). « !:<:ίναι φοβερό. Ε ίχε μια πληγή λίγο πάνω απ' την φτέρνα και το αίμα είχε περάσει στην άσπρη κάλτσα. είπε η Μαργκότ και σηκώνοντας το κεφάλι είδε το μαύρο πιστόλι στα χέρια τοu. Την τράνταξε τόσο απότομα ποι> η καρέκλα της έ­ τριξε. Χωρίς ν' αποκριθεί. « Άφησέ με. «Δεν θα σηκωθώ)). κι η πόρτα έκλεισε πίσω της. «Βλάκα!)) έκανε πολύ ήρεμα. παρακολοuθοuσε την καμαριέρα ποι> τακτοποιούσε τα σερβίτσια τοι> πρωινού στον δίσκο κι ύστερα μάζεψε το πεσμένο κοuτάλι. έχω­ σε το πιστόλι στην τσέπη τοu. κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι και άρχισε να λύνει το κορδόνι τοι> παποuτσιοu της. προσπα­ θώντας να βγάλει την κάλτσα της με το ελεύθερο χέρι. μπορώ να μπω να πάρω τον δίσκο. !:<:κείνη αρπάχτηκε απ' τα κάγκελα τοι> κρεβατιού κι άρχισε να γελά. Δεν βλέπεις.pouaE τα παπούτσια τοι> τέννις ποι> δεν έχοuν τακούνια.)) Εκείνος έχωσε το χέρι στην τσέπη τοu. AΔUνατoν να τραβήξει ενώ εκείνη έλuνε ήσuχη το κορδόνι της.)) ρώτησε εκείνη. σuμβαίνει τίποτα. τον ηλιοκαμένο της λαιμό. «�ήκω επάνω)). Τέλος. ψιθύρισε ο Αλμπίνοuς τραβώντας την απ' το χέρι. η κάλτσα κόλλησε ολότελα και πονάω πολύ)). Η Μαργκότ έκανε μια γκριμάτσα. «Άλμπερτ. «Τι θέλεις. Η Μαργκότ μπήκε μαζί με την καμαριέρα. αποκρίθηκε η Μαργκότ.)) ιxxou­ στηκε μια φωνή στα γαλλικά πίσω απ' την πόρτα. έφuγε. «Μην παίζεις μ' αuτά τα πράγματα)). «KupCιx. κάθε φορά χτuπώ στο ίδιο μέρος)).

σuνέχισε. « Πες ό. Ένα μόνο ξέρω: δεν σε απάτησα» . . Αν τρέξω προς την πόρτα. άφησέ το αuτό.. θα 'ναι σαν αuτό το φιλμ ποι) είδαμε με τον νέγρο και το μαξιλάρι κι εγώ θα είμαι το ίδιο αθώα όπως εκείνη». » Επαναλάμβανε με σπασμένη φωνή. Για όνομα τοΙ) Θεοίι.» « Πρώτα πρώτα.τι έ­ χεις να πεις. « Ναι. Τα ξέρω όλα . είπε ο Αλμπίνοuς. ξέρεις πολίι καλά πως δεν τοΙ) αρέ­ crouv οι γuναίκες». Α-πα-πάτη.) « Όχι». μοuρμοίιρισε Ο Αλμπίνοuς. « Τα ξέρω όλα. σκέφτηκε εκείνη. « Εντάξει» . «Αuτό ήταν η βασική 1 50 . «πρώτα ομολόγησε . . είπε η Μαργκότ. .έ­ χεις χΡuσέ μοu». (Κι αν ΤΟι) το έριχνα απ' το χέρι. θα τα καταφέρω να πεταχτώ έξω. «Εμπρός. . Τα ξέρω όλα . «Δεν έχεις λόγο να με σκοτώσεις -ειλικρινά. καθόταν πλάι σας στο λεωφορείο και σας είδε να κρατιέστε σαν ερωτεuμένοι. έκανε βραχνά ο Αλμπίνοuς. προ-δ-δοσία και . «εσίι κι αuτός ο αχΡείος. .) «Δεν μπορώ να μιλήσω όσο κρατάς αuτό το πράγμα. Μα τότε θα χαθοίιν όλα. «Λες ψέματα» . σκότωσέ με λοιπόν.» ξεφώνισε ο Αλμπίνοuς. . «το ήξερα πως δεν θα καταλάβαινες. Ύστερα θ' αρχίσω να φωνάζω και θα τρέξοuν. « Και τι θα μποροίισες να μοΙ) εξηγήσεις. . « Πάψε!» φώναξε ο Αλμπίνοuς.. . » Το επάνω τοΙ) χείλος έτρεμε και παιδεuόταν με την βραδu­ γλωσσία τοu. δεν. Το σκεφτόμοuν κι εγώ» . Έπειτα όμως θα πεθάνεις» . Άσε το σε παρακαλώ» .«Σκότωσέ με. 'Αλμπερτ» . Δεν θα σοΙ) πω τίπο­ τα αν δεν το κάνεις. Δεν ξέρω τι έγινε κι οίιτε θέλω να μά­ θω... πηγαίνοντας πάνω κάτω στο δωμάτιο και χτuπώντας με την γροθιά τοΙ) τα έπιπλα. Θα σε σκοτώσω οπωσδήποτε» . μοΙ) τα 'παν.. « Τι είναι αuτό ποΙ) δεν θα καταλάβαινα. άσε αuτό το πράγμα. «Σε παρακαλώ. μίλα!» ( ..

να κλαίει στο μαξιλάρι της. αuτό θα τον αηδίαζε!» «Κι αν ρωτούσα τον ίδιο. « 'Ωστε με απάτησες στ' αστεία. Ρίχτηκε στο κρεβάτι φορώντας πάντα το άσπρο φοuστάνι τοΙ) τέννις και με το ένα πόδι δίχως παπουτσι. 151 . οι γuναίκες τον αφήνοuν αδιάφορω). Μόνο ποΙ) θα γίνεις αστείος». Λογομάχησαν έτσι για μια ώρα. «Κάνε το. ως την πιο μικρή λεπτομέρεια. θα τοΙ) έμενε για πάντα η δηλητη­ ριασμένη γεύση της αμφιβολίας. Θα σοΙ) πει ακριβώς τα ίδια. Ο Γάλλος στρατιωτικός σάς είδε κι αuτός. « Α! Παίζοuμε auxνάo έτσι». Όχι μπροστά σοΙ) qJuatxάo. έτσι γι' αστείο. «Βρωμερό ψέμα! Δεν σε πιστεύω. «Μια μέρα.ψεuτιά. Η Μαργκότ στα­ διακά κέρδιζε έδαφος. Μερικές απ' αuτές φωτίζονταν με το πένθιμο εκείνο φως ποΙ) σήμερα ερχόταν καταστροφικά να φωτίσει όλη τοΙ) την ζωή· κάτι είχε ραγίσει για πάντα· όσο κι αν η Μαργκότ προσπαθουσε να τοΙ) αποδείξει πως δεν τον είχε απατήσει. όχι μπροστά σοω).ξέραμε κι οι δuο μας πως ήταν ένα αστείο μονάχα». έκανε η Μαργκότ ήσuχα. Ούτε ποΙ) φιληθήκαμε ποτέ. Ο Κόνραντ σάς εί­ δε. Μονάχα εγώ ήμοuν τuφλός». Τι βρωμιά! » «Δεν σε απάτησα! Πώς τολμάς να λες κάτι τέτοιο. ας δούμε αν μπορώ να σε κάνω να ξεχάσεις τ' αγοράκια. η αλήθεια είναι αuτή. Μα στο τέλος δεν άντεξε. μα αφού σε στενοχωρεί. Θuμόταν όλα όσα είχαν σuμβεί. σκέφτηκε η Μαργκότ). από τότε ποΙ) εί­ χαν γνωρίσει τον Ρεξ. μια δόλια παραπλάνηση απ' την αρχή». δεν θα το ξανακάνω». -ΤΟι) πρότεινα: έχω μια ιδέα. την έπια­ σε νεuρική κρίση. (Αφού φωνάζει. Κάποτε καλμάρισε σιγά σιγά και cruvtXtcrc. ο κίνδuνος πέρασε. είπε αuτή και auvtxtaE. «Κι όμως. « Ήταν πολύ αστείο. Ο Αλμπίνοuς κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα στο πα­ ράθuΡΟ· έξω ο ήλιος έλαμπε και χαρούμενες φωνές ανέ­ βαιναν απ' το τεραίν τοΙ) τέννις.

τέλος πάντων. κοίταξε την πληγωμένη φτέρνα της που είχε ένα μαύρο λευκοπλάστ (πότε κατάφερε να το κολλήσει. Δεν είμαι ήρεμος για να τον συναντήσω.) κοίταξε το ηλιοκαμένο δέρμα της λεπτής μα γερής γάμπας και σκέφτηκε πως μπορούσε να την σκοτώσει. είδε το αυτοκίνητο του Αλμπίνους. σήκω» . είπε πολύ σιγά η Μαργκότ. «Σε πιστεύω. Έκανε μία αδέξια στροφή κι εξαφανίστηκε. Αλλά θα σηκωθείς αμέσως. « Καλά Μαργκότ». Ο Ρεξ στην βεράντα έπαιζε πόκερ μ' ένα ζευγάρι Αμερικάνων. γέμι­ σαν τις βαλίτσες. κάτω απ' την σκιά ενός τεράστιου ευκαλύ­ πτου . Θέλω να φύγω από δω όσο γίνε­ ται γρηγορότερα. Ελπίζω πως θα το καταλάβεις αργότερα».Τέλος σηκώθηκε. είπε η Μαργκότ. δεν έχει σημασία .» 152 . θα φτιάξουμε τις βαλίτσες μας και θα φύγουμε. Όχι πως πιστεύω ότι με απάτησες μαζί του. (Ένα κόλπο που δεν του άρεσε πολύ και που χρησιμοποιοόσε μονάχα όταν έπαιζε με αρχάριους).. πλησίασε το κρεβάτι. Έπειτα ήρθε ο γκρουμ για να πάρει τα πράγματα. όχι τώρα.. «Φίλησέ με». όχι γι' αυτό. « Όχι... Η κακοτυχία τον χτυποόσε εκείνο το πρωινό. Σκεφτόταν να τα εγκαταλείψει ή να χρησιμοποιήσει τον μικρό καθρέφτη της τσιγαροθήκης του. πίσω απ' τις μαν όλιες. Τα ζωγράφισα όλα μέσα μου τόσο ζωηρά και. είπε σκυθρωπά. μα του ήταν αδύνατο να την αποχωριστεί. «Τι συμβαίνει. « Όμως θuμήσοu πως πρόσβαλες εμένα και την αγάπη που έχω για σένα.. με τον χειρότερο τρόπο.. «Ποιος οδηγοόσε το αυτο­ κίνητο. θ' αλλάξεις. Παραλίγο να σε σκοτώσω μέσα σ' αυτό το δωμάτιο και θα σε σκοτώσω σίγουρα αν δεν τα μαζέ­ ψου με αμέσως -τώρα».. Βιαστικά και σιωπηλά δίχως να κοιτάζονται.. όχι . Απλά δεν μπορώ. « Όπως θέλεις».» ψιθΙΙρισε. όταν ξαφνικά. έλα .

δεν ήταν οότε στον κήπο. Δεν υπήρχε φuσικά τίποτα. όλα ήταν ijauxcx. Απο­ σβολωμένος. που τελικά δεν κατάλαβε γιατί τον είχε παρατηρή­ σει) κατάφερε να βγει απ' Τη>l Ροuζινάρ κι εκεί αόξησε τα­ χότητα . δεν είχε ποτέ λόσει το ποδήλατό του. Αργά αργά και με δuσκολία (αφοό ξεμπέρδεψε με μια προστριβή που είχε με τον τροχονόμο στην διασταό­ ρωση. όταν παραστεί ανάγκη. να κάνουν ένα ρολόι να δουλέψει και πάλι ή ακόμα. Ο Αλμπίνους δεν ήταν απ' αυτοός. κατέβηκε στο χωλ να δει αν είχαν πληρώσει τουλάχιστον για το δωμάτιό του.Πλήρωσε τα χρέη τοu και πήγε να βρει την Μαρ­ γκότ. να κόψει τα νόχια του δεξιοό τοu χεριοό. 31 Υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι. έπειτα μπήκε στο δωμάτιό τοu. που χωρίς ειδικές γνώσεις. η ντοuλάπα άδεια' το γυά­ λινο ραφάκι πάνω απ' τον νιπτήρα επίσης άδειο κι αυτό. Ανέβηκε. δεν είχε ποτέ φτιάξει τί­ ποτα σαν τ' άλλα παιδιά. φοβόταν ν' αγγί­ ξει τον μουσαμά και στόν πόλεμο είχε γίνει διάσημος για την ανικανότητά τοu να κάνει οτιδήποτε με τα χέρια του. Δεν μποροόσε να δέσει την γραβάτα του. μια εξήγηση. Αργότερα. το κυλοόσε ξέπνοο και κουτσό ως το εργαστήριο για επισκευή. Η πόρτα της κάμαρας τοu Αλμπίνοuς ή­ ταν ανοιχτή. μποροόν να διορθώσουν μια ηλεκτρική ένωση ή. Μια τσαλακωμένη εφημερίδα ήταν πεταμένη στο πάτω­ μα. Δεν ήταν στο τεραίν τοu τέννις. με την βοήθεια κάποιου μuτεροu μαχαιριοό. να ψήσουν μια κοτολέτα. Παιδί. Ήλπιζε να βρει εκεί δυο λόγια. δεν ήξερε τίποτα γι' αuτό. είναι λιγότερο εκπληκτικό που ήταν κακός οδηγός απ' το γεγονός ότι οδηγοόσε. απλά το καβα­ λοόσε: κι όταν έσκαγε κανένα λάστιχο. Έφηβος. Μετά απ' όλα αυτά. να ξεβοuλώσει μια μποτί­ λια χωρίς να σπάσει τον μισό φελλό και να ρίξει τον άλλο μισό μέσα στο μπουκάλι. ό­ ταν σποόδαζε συντήρηση έργων τέχνης. 1 53 . Έπιασε με τα δάχτυλα και τράβηξε το κάτω του χεί­ λι.

«Μου ορκίζεσαι πως δεν υπήρξ ε τίποτα μεταξό σας.» ρώτησε η Μαργκότ. ο Αλμπίνους άρχισε να βυθίζεται στις σκοτεινές και μπερδεμένες σκέψεις του. Αν ήξερες πώς πονά ει το κεψάλι μου . Αλλά μόλις πρόψε­ ώτ ρ τις λέξεις. Εκείνος σήκωσε τους ώμους. είπε η Μ αργκότ. γεμάτο τουρίστες.«Ποίι πάμε. πέρασε μ' ένα θόρυ­ βο βροντής. « Οπουδή­ ποτε να πάμε δεν θα ξεψόγω απ' αυτό το μαρτόριο. πήγαινε δεξιά· αν δεν μπορείς να οδηγήσεις. Το φτηνότερο. εμφ την «Τι κάνεις Άλμπερτ.» σκέψτηκε. Έβλεπε πως ο δρόμος ανέβαινε σιγά σιγά προς τα βουνά και πως σε λίγο θ' άρχιζε να ψυ­ σ ά επικίνδυνα. Δεν έχεις παρά να κρατάς την δεξιά λωρίδα» .» ησε ο Αλμπίνους με τραχιά ψωνή. επιδεικτικότεΡΟ -θα τρελα­ θώ ». «Κουράστηκα πια 1 54 . τια ((Τ· ορκίζομαι». είπε η Μαργκότ. δάκρυα σαν σόννεψ ο σκέπασαν τα μά­ τές ρε αυ του. είπε η Μαργκότ. κοιτάζοντας μπροστά τον γκρίζο δρόμο. όπου έπρεπε να ζινάρ κορνά ρει συνεχώς. «απλά σε ρώτησα για να μάθω. Τι προσπαθείς να κάνεις. Τώρα που είχαν αψήσει την Ρου­ του και τα γεμάτα κόσμο δρομάκια της. Το ποίιλμαν. Μόνο σε παρα­ καλώ. «όμως για όνομα του θεοίι. «Δεν θα σ' το ξαναπώ» . «Τι σημασία έχει ποίι πάμε. αηδιαστικότερο. Δεν είναι τ' πράγματα αυτά. να ψρενάρει σπσμωδικά και να λοξο­ δρομεί αδέξια. «Για μένα θα 'ναι το ίδιο όπου κι αν πάμε». θυμόταν πως ο Ρεξ είχε μπλέξει το κουμπί του στις δαντέλες της Μαργκότ και σκεψτόταν πως ποτέ δεν είχε νιώσει τόσο βαριά την ψυχή του όσο τώρα. τώρα που κυλοίισαν λείιΤεΡα στην λεωψό­ ρο. καλ­ λίτερα να πάρουμε το τραίνο ή να μισθώσουμε κάποιον οδηγό στο πλησιέστερο γκαράζ». πάρε σταθερά τις στροψές. Φρενάρισε απότομα γιατί κάποιο ποόλμαν έκανε άνισή του από μακριά . θα είναι μεγάλη τίιχη αν ψτάσουμε κάπου » .

« Ξέρω καλλίτερα από σένα». Η Μαργκότ άρχισε πάλι να γελά. καλλιτερεύω σιγά σιγά». Ήταν ένας γερός. Νομίζω πως πρέπει να βγάλω το παλτό μΟ1»). «και ξέρεις. περίποΙ) μισό μέ­ τρο· πίσω τοu. τα τζιτζίκια σκλήριζαν. Τώρα τα δάκρuα έ­ τρεχαν ελεύθερα στα μάγοuλά τοu. «Σ' αγαπώ τόσο πολύ». της είπε χαμογε­ λώντας και. καθώς έβγαζε το παλτό της. έτρεχε ορμητικά ένας ποταμός.να ορκίζομαι. αλλά δεν είμαι σίγοu­ ρος γι' αuτό» . βρuχήθηκε ο Αλμπίνοuς. ένας άνθρωπος με μαύρα γuαλιά έσπαζε πέτρες καθισμένος στην άκρη τοΙ) δΡόμοu. την είχε δει για πρώτη ψορά να κινεί τοuς ώμοuς της και να γέρνει τον αξιολάτρεuτο λαι­ μό της. σκοuπίζοντας τα δάκρuά τοu. «Γιατί σταμάτη­ σες Άλμπερτ. Ο δρόμος. Λίγο μα­ κρύτερα. Έβαλε μπροστά την μηχανή και ξεκίνησαν. Σταμάτησε το αuτοκίνητο μ' ένα ψρενάρισμα. πως ήταν πιο uποταγμένο. Το αuτοκίνητο είχε σταματήσει κοντά στο παραπέ­ το. Σκότωσέ με.» ' Την βοήθησε να βγάλει το πέτσινο παλτό της και θu­ μήθηκε πολύ ζωντανά εκείνη την τόσο μακρινή μέρα ποu. «τόσο πολύ». πέτρινος τοίχος. Ο ήλιος χτuπούσε σκληρά. ενώ εκείνη γε­ λούσε σιγά -ένα γέλιο ικανοποίησης. Από την μια }tλεuρά ορθωνόταν μια απόκρημνη 155 . Στο βάθος. « Όχι. μα μην με βασανίζεις άλλο. είναι αλήθεια πως δεν ξέρω πού πάμε. Της έσψιγγε σπασμωδικά τα χέρια. «Αψησέ με να οδηγήσω εγώ τώρα». Ζεσταίνομαι. Η Μαργκότ τον αγκά­ λιασε και πίεσε το μάγοuλό της επάνω στο σκuμμένο κε­ ψάλι τοu. είχε όλο και περισσότερες στροψές. Χειριζόταν το τιμόνι με λιγό­ τερη προσπάθεια. Νομίζω πως έστει­ λα τα πράγματα για το Σαν Ρέμο. μια χαράδρα με τις πλαγιές σκεπασμένες από βάτοuς. τον παρακάλε­ σε. Tou ψαινόταν πως το αuτοκίνητο κuλούσε τώρα πιο εύκολα. μέσα στο μικρό καψενείο.

είδε έναν από κείνους τους πλανόδιους πα­ γωτατζήδες και της φάνηκε περίεργο που εκείνος έπρεπε να είναι ντυμένος στα κάτασπρα κι εκείνη στα μαόρα. οι έμπο­ ροι του παγωτοό έκαναν περιουσία. δ εξιά απ' τους βράχους προς την στροφή. και μια μακρινή πόλη σε μιαν άλλη χώρα -ας ποόμε το Βερολίνο. Από το τα­ χυδρομικό αεροπλάνο που πετοόσε προς την ακτή. Ο ήλιος τοό τρυποόσε τα μάτια.πλαγιά από την άλλη.όπου έκανε επίσης πολό ζέστη -όλη αυτή η πλευρά του προσώπου της γης από το Γιβραλτάρ ως την Στοκχόλμη. η λαγκαδιά. το αυτοκίνητο και οι ποδηλάτες.το ένα απ' τ ' άλλο. Έφταναν σε μια στροφή π ολό απότομη · ο Αλμ­ πίνους σχεδίαζε να την πάρει με μεγάλη δεξιότητα. προς την απότο­ μη στροφή. θα μποροόσε ίσως ν ' αγκαλιάσει με μια ματιά μόνο τους επαρχιακοός λόφους. ακτινοβολοόσε εκείνη την ημέρα μ' ένα χα­ μόγελο ιδανικοό καιροό. Η βελόνα του δεΙ­ κτη της ταχότητας έτρεμε και ανέβαινε ολοένα. βγαίνοντας εκείνη την ημέρα στο μπαλκόνι. είδε να πλησιάζουν απ' τις δόο αντίθετες μεριές. 32 Η γριά που μάζευε χόρτα π άνω στο λόφο. Η Ίρμα άλλοτε. ένα μικρό μπλε αυτοκίνητο κι αριστερά. Αν είχε ανέβει αρκετά ψηλά. τρε­ λαινόταν από χαρά όταν αυτός που πουλοόσε παγωτά στον δρόμο. την σκιά των φτερών του αεροπλάνου που γλιστροόσε επάνω στις ηλιόλουστες πλαγιές και δόο χωριά σε μια απόσταση είκοσι πάνω κάτω χιλιόμετρα . να προχωροόν προς το μέρος του 860 ανόποπτοι ποδηλά­ τες. Στο Βερολίνο. μια γριά μάζευε αρωματικά χόρτα· είδε να τρέχει. σκυμμένοι πάνω στα τιμόνια τους. 1 56 . Η Ελισάβετ. ο αε­ ροπόρος παρακολουθοόσε τις -κορδέλες του δρόμου. άπλωνε πάνω στο λεπτό χωνάκι μια παχιά κίτρινη κρέμα που πάγωνε τα δόντια κι έκανε την γλώσ­ σα να χορεόει. πολό μακριά πάνω απ' τον δρόμο. Ε κ ε ί ψηλά. εκείνη ιδιαίτερα την ημέρα.

» 33 Ο Αλμπίνο\)ς δεν μποροόσε να εξηγήσει πώς και πό­ τ ε έμαθε όλες α\)τές τις πληροφ ορίες : τον χρόνο από κείνη την στροφή ω ς α\)τήν την στιγμή (μερικές βδομάδες με­ τά). α\)τές εκεί κάτω στον Νότο. Θ \) μήθηκε την προηγοόμενη μέρα της . «Είδα. 157 . Ο ήλιο ς φώτιζε τις στέγες το\) Βερολίνο\) . τις μέ­ λισσες πο\) τριγόριζαν τα λο\)λοόδια πο\) είχε φέρει στον τάφο της κόρης της . τον τόπο πο\) βρισκόταν (ένα νοσοκομείο στην Γκρας). και τον λόγο της πολ\)ήμερης αναισθησίας το\) (εγκε­ φαλική αιμορραγία). Το ταχ\)δρομικό αεροπλάνο πετοόσε με κατεόθ\)νση το Σαιν Κασσιέν.Είχε ξ\)πνήσει το πρωί μ' ένα αίσθημα εξαιρετικής νεργητικότητα ς . Έφτασε λοιπόν μια στιγμή πο\) όλες α\)τές οι πληροφορίες σ\)νδέονταν και σχημάτιζαν ένα σόνολο : ήταν ζωντανός . την εγχείριση πο\) το\) είχαν κάνει (παρακέντη­ ση). Πολό πρωί χωρίς άλλο. και τώρα. Η γριά μάζε\) ε τ' αρωματικά χόρτα της στην άκρη το\) γκρεμοό.» Από το μπαλκόνι κοιτοόσε τον άνθρωπο με τα πα­ γωτά και το λε\)κό το\) καπέλο. είδα . την αταραξία και το μαλακό χώμα.. «Μα τι μο\) σ \) μβαίνεψ> αναρωτήθηκε. Αισθανόταν πως είχε κοιμηθεί ωχάριστα και είχε μόλις πριν λίγο ξ\)πνήσει . αλλά δεν ήξερε τι ώρα ήταν. . Θα 'χε να λέει ολόκληρη την χρονιά. και δεν μποροό­ σε να καταλάβει τον λόγο της π ερίεργης σ\)γκίνησής της . ικανός να σκεφτεί και ήξερε πως η Μαργκότ βρ ισκόταν κοντά το\) μαζί με μια νοσοκόμα. όρθια στο μπαλκόνι.. το\) Παρισιοό. πο\) ήταν ολότελα κοινή: το σ\)νηθισμένο ταξίδι της' στο νεκροταφείο. το νωπό κάγκελο γόρω απ' τον τά­ φο. κι ακόμα μακρότερα. ένιωθ ε ε πως πρώτη φορά είχε βγει απ' α\)τήν την σκοτεινή αδράνεια πο\) τη ς είχε γίνει πια σ\)νήθεια. «Γιατί να αι­ σθάνομαι τόσο χαροόμενη. .

-Άλμπερτ. Μια ρακέτα ποu λάμπει στον ήλιο. το ψηλό παραπέτο δεξιά. -τοu διηγήθηκε. η ανάμνηση εκείνη τοu καθρέφτη έμοιαζε ν' αντανακλά ένα είδος φωτογραφικοό κλισέ με χρώματα : η στροφή τοu γκρίζοu δρόμοu αριστε­ ρά. Ο επίδεσμος. ο πρασινοκόκκινος γκρεμός. Le car . η Μαργκότ. . Μέσα στην μνήμη τοu. Όμως.. Τι τοu είχε διηγηθεί η Μαργκότ.Το μέτωπό τοu και τα μάτια τοu ήταν σκεπασμένα μ' ένα μαλακό. Έπειτα. marks (αuτό προοριζόταν προφανώς για την νοσοκόμα). Μα δεν μπόρεσαν να βροόν τις ρακέτες τοu τέννις». Η ανάμνηση αuτή σuμπληρώθηκε από την Μαργκότ. Γιατί αuτή η δuσάρεστη αίσθηση. Έχω ακόμα μια τερά­ στια μελανιά στο πλεuρό. . και μπροστά τοu οι ποδηλάτες να τρέχοuν ξαφνικά προς το μέρος τοuς: ΔUo σκονισμένοι πίθηκοι με πορτοκαλό­ χρω μες φανέλες ένα απότομο γόρισμα τοu τιμ.. θα κάναμε ένα πήδημα πάνω απ' το παραπέτο κι όστερα θα βρισκόμα­ σταν στον γκρεμό. . Οι ποδηλάτες φάνηκαν πολό καλοί.. .ονιοό και το αuτοκίνητο uψώνεται δεξιά πάνω από ένα σωρό πέ­ τρες. ναι. -η μάλλον η φωνή της Μαργκότ. στην πλατιά οθόνη παροuσιάζεται ένας τηλεγραφικός στόλος και το τεντωμένο χέρι της Μαργκότ ποu κρόβει την εικόνα -έ­ πειτα το μαγικό φανάρι σβήνει.. Θα τοu τον έ­ βγαζαν σόντομα χωρίς άλλο .. . Γιατί όμως δεν την είχε δει στην πραγματικότητα τόσον καιρό. Μα τι σημασία έχει. . με το πιστόλι στο χέρι. Ήταν φριχτό. Χθες ή προχθές ή και πιο νωρίς ακόμα. Βοήθησαν να μαζεuτοuν όλα. μέσα σ' ένα δεuτερόλεπτο. beaucoup mille . αuτή η εφιαλτική uπόθεση στην Ροuζινάρ. Είσαι ζωντανός. και τοu φαινόταν πε­ ρίεργο να ψηλαφίζει τα κοντά αγκίδια των μαλλιών ποu φότρωναν. Το αuτοκίνητο γόρισε ανάποδα και ράγισε σαν τσοuγκρισμένο αuγό. Κι ωστόσο κόστισε είκοσι χιλιάδες μάρκα -κόστισε . . η κορuφή τοu κε­ φαλιοό τοu ήταν κιόλας ακάλuπτη. Α. Οι ρακέτες τοu τέννις. «Αν δεν uπήρχε αuτός ο στόλος. πώς λέμε στα γαλλικά είκοσι χιλιάδες.μα γιατί μόνο η φωνή της. . παχό επίδεσμο. mille . ' 1 58 ..

Από το διπλανό δωμάτιο. Μα τι ώρα ήταν. ΚάποΙ) εκεί θα 'πρεπε να uπάρχει κάποιο αγρόκτημα κι η πρωινή δροσερή σκιά κάτω απ' τα πλατάνια. μάλιστα. Μια κατάμαuρη νίιχτα.. Είχε μαζέψει ένα σωρό ακοuστικές εντuπώσεις όλον αuτόν τον καιρό. ήταν όλα εντάξει . Η νοσοκόμα μάθαινε στην Μαρ­ κότ να προφέρει σωστά στα γαλλικά: « Sou coup e. Έμεινε για λίγο ακίνητος.. Επαναλάμβανε πολλές φορές η Μαργκότ κι έ­ πειτα έσκαζαν στα γέλια. Πόσο μποροίιν να σ' απατήσοuν οι ήχοι . Γράφτηκαν όλα αuτά στις εφημερίδες. αλλά καμιά οπτική παράσταση. Με την αίσθηση πως έκανε κάτι τελείως απαγορεu­ μένο. Μάλλον το παράθuρο θα ήταν ανοιχτό.. το πρόσωπο της νοσοκόμας. 1 59 . χωρίς φεγ­ γάρι. Βλακείες. Αμέ­ σως σuνέλαβε άλλοuς ήχοuς: το γέλιο της Μαργκότ κι έ­ πειτα εκείνο της νοσοκόμας. Έτσι λοιπόν. Όμως το δωμάτιο παρέ­ μενε σκοτεινό' δεν διέκρινε οίιτε το παράθuρο ή εκείνα τα φωτεινά σημάδια ποΙ) παρέμεναν τις νίιχτες στοuς τοί­ χοuς. ακοίιστηκε ένα εuχάριστο ντιντίνισμα φλιτζανιοίι. Πότε θα σηκωνόταν. δεν ήταν πρωί. τόσο. προσπαθώντας να μεταλ­ λάξει τοuς ήχοuς σε πραγματικά σχήματα και χρώματα . ο Αλμπίνοuς ξελασκάρισε προσεκτικά τον επίδεσμο και τον σήκωσε ως τα φρίιδια. Πότε θα τοι) έβγαζαν τον επίδεσμο... Στις γερμανικές εφημερίδες. και ο ήχος ενός κοuβά ποΙ) χτuπάει. όλα ξεκαθαρίστηκαν.. γιατί ακοίιγονταν να χτuποuν τα πέταλα των αλόγων στον δρόμο' επίσης ένας θόρuβος νεροίι. τοι) γιατροίι . οίιτε καν χαράματα..�κε(νη μπαίνει με τα παποίιτσια τοι) τέννις . Επίσης η ασuμφωνία των αισθήσεών τοu. sou coup e». ποι) ν' αγνοεί και την όψη ακόμα τοι) δωματίοΙ) στο νοσο­ κομείο. "Ήταν το αντίθετο απ' όταν προσπαθοίισε να φανταστεί τον τόνο της φωνής στοuς απέλοuς τοΙ) Μποτιτσέλι. Τι ώρα να ήταν. Κοίινησε δεξιά αριστερά το κεφάλι τοu: ο επίδεσμος τον ανησuχοUσε.. Ε ίχε κάνει έναν μακρίι και γλuκό ίιπνο. Πρωί. Δίχως άλλο καθόντοuσαν σ' ένα γειτονικό δωμάτιο. ήταν νίιχτα..

αυτά τα βήματα. φως)). μα τίποτα δεν άλλαξε: πώς μπορούσε να ήταν το ίδιο σκοτεινά πίσω απ' την πόρτα όταν αυτοί εκεί έπιναν καφέ. προσπάθησε μ' όλες του τις δuνάμεις να πάει κατά μπρος. «Τι εννοείς. Με βλέπεις. ακούστηκε η φωνή της Μαρ­ γκότ. ΠΟι) έμοιαζε να 'ναι μέρος του εαυτού του. «Θα τρελαθώ! 1 60 . έκανε με απελπισία. « Άνοιξε το φως είπε αγριεμένα. Πα­ ράξενο: «Μαργκότ!» φώναξε δυνατά. « Πώς με βλέπεις λοιπόν εσύ. Ανάμεσα στους άλλους και την νύχτα που τον τύλιγε uπήρχε ένας αδιαπέραστος τοί­ χος. σ' ένα μικρό τραπεζάκι. ΈτριΦε τα βλέφαρά του και κούνησε το κεφάλι. ΆναΦε το φω� αμέσως. Μην κοuράζεστε!)) είπε γαλλικά η φωνή της νοσοκόμας.«Cafe aime toujours. Αυτοί οι θόρυβοι. Το έσυρε επάνω στο κουτί. «Μαργκότ! )) '�νας θόρυβος από βήματα κι ένας άλλος μιας πόρ­ τας που ανοίγει. αυτέ� οι φωνές έ­ μοιαζαν να κινούνται σ' ένα άλλο επίπεδο. μα-ήταν αδύνατον να διαπεράσει αυτήν την πυκνή νύχτα. Πέταξε το σπίρτο και ξα­ φνικά αισθάνθηκε μια ελαφριά μυρωδιά από θειάφι. «�ίσαι κακό παιδί)). άκουσε ότι τσιτσίριζε σιγανά σαν να είχε ανάΦει. Σε παρακαλώ. μα κατά κάποιον τρόπο σψά του.)) «Calmez νous. άκουσες. '�Φαξε με τα δάχτυλα για σπίρτα και βρήκε ένά κουτΙ Δεν είχε μέσα παρά μόνο ένα σπίρτο. «Δεν πρέπει να τραβάς τον επίδεσμό σο\) )). Ο Αλμπίνους Φηλαφίζοντας βρήκε πλάι στο κρεβάτι του. «Αδύνατω). the nicht toujours». Πίεσε το κουμπί μια δυο φορές. Την άκουσε που σίμωνε γρήγορα και σίγοuρα μέσα σ' αυτήν την σκοτεινιά. λες κι ήταν βαρύ για να κουνηθεΙ Μάλλον θα είχαν βγάλει την πρίζα. την ηλεκτρική λάμπα.)) ρώτησε εκείνος Φελίζον­ τας. μα φωτιά δεν φαινόταν. μα το σκοτάδι έμενε εκεί. Εκείνος βρι­ σκόταν εκεί κι όλοι οι άλλοι κάπου αλλού ξεχωριστά.

. με πονάς!» « Εγώ . μα τόσο λίγο είχε θαuμάσει . τα πηδήματα. τα μαλλιά ΤΟι) μεγάλωσαν ξανά. Στο τέλος έμενε ξαπλωμένος ανάσκελα.. ποΙ) ήταν η αρχή όλων. ακίνητος και σιωπη­ λός. . Κι όταν είχε πια φίιγει ό­ λος. .» Ο Αλμπίνοuς πήρε μια βαθιά ανά­ σα και το στήθος ΤΟι) φοίισκωσε σαν μια δαιμονική σφαί­ ρα ξέχειλη από έναν κοuβαριασμένο βρuχηθμό ΠΟι) τον έ­ στειλε έξω αργά και σταθερά. Παρ ' όλα αuτά.. Ερχόταν στον νοΙ) τοΙ) ο οuρανός. . Εγώ . . αξιολάτρεuτα ονειρεμένα τοπία ποΙ) τόσο λίγο. Όταν θα βγει μπο­ ρεί να δω τοuλάχιστον κατιτί. ποΙ) δεν μποροίισε να σuγκριθεί παρά μόνο με την ασίιλληπτη φρίκη ενός αν­ θρώποΙ) ποΙ) ξuπνάει ξαφνικά στο βάθος τοΙ) τάφοΙ) τοu.. αγάπη [Joou.. ΤσΤεΡα από τις κρίσεις τοι) άγριοΙ) πανικοίι. έπεφτε σ' ένα είδος λιποθu­ μίας κι ίιστερα από λίγο άρχιζε πάλι να μεγαλώνει αuτό το αβάσταχτο βοuνό της καταπίεσης. . ίιστερα από τις φωνές. » «Μείνε ακίνητος. ξεκίνησε να γεμίζει πάλι.Άνοιξε το παράθuρο. θuμήθηκε ξαφνικά. 34 Οι πληγές ΤΟι) έκλεισαν. κόκκινα σπίτια σκαρφαλωμένα σε κα­ ταπράσινοuς λόφοuς. Μαργκότ. « Ί σως δεν έχει ήλιο . ΤΟι) απάντησε εκείνη σιγά. παρακολοuθώντας τοuς θορίιβοuς της ημέρας ποΙ) έ­ μοιαζαν να τοΙ) γuρίζοuν την πλάτη (σuνομιλώντας χα­ ροίιμενα με άλλοuς). .. ίσως με γuαλιά . κάνε κάτι». Άλμπερτ. 161 . μα η αποτρόπαιη εντίι­ πωση αuτοίι ΤΟι) στέρεοΙ) μαίιροΙ) τείχοuς έμενε αναλλοίω­ τη. «Το παράθuρο είναι ανοιχτό» . Υπάρχει φως. και άρχισε να βοπά ξανά. φως και σκιά. ο ήλιος λάμπει. τοuλάχιστον μια απλή λάμψη . γαλάζιες εκτά­ σεις. εκείνο το πρωί στην Ροuζινάρ. οι κρίσεις αραίωναν σιγά σιγά. Έπειτα. τις μάταιες προσπάθειες να πιάσει κάτι με τα μάτια τοu. .. οι μελανιές εξαφανίστηκαν. είναι ένα εξαίσιο πρωινό.

της φuσικής το\) ασχήμιας και των γοόστων του στον έρωτα. και να αισθάνεται αντιπάθεια για τον άντρα πο\) δεν σuγκινείται απ' τα γuναικεία θέλγητρα. Ίσως Μαργκότ ο Θεός με τιμώρησε ποΙ) σε υποπτεότηκα. εξαιτίας της εξuπνάδας τοu. τον εαuτό της όμως. είμαι εuτuχής πο\) ψεόγει.. Άλμπερτ. δεν θα είχε σκοτεινιάσει λuπη­ μένα από την σκιά της δόλιας φuγής σας». είπε ο Αλμπίνοuς. «Δεν έχει σημσία. έστω κι αν ο άν­ τρας αuτός. Διαβιβάστε τον φιλικό μου χαιρετισμό στην σόντροφό σας ποΙ) η καπριτσιόζικη και ά­ στατη φόση της ήταν ίσως η αιτία της αγένειάς σας απέναντί μοu. Σήμερα αφήνω το Παρίσι για να πάω στην Απλία κι από κει στην Νέα Υόρκη. 1 62 . αλλά αλίμονό σου αν . έχει μέσα στην φόση της ν' απαιτεί τον θαuμασμό απ' τον άντρα. όπως όλες οι άλλες γuνα(κες. της φαίνεται ταuτόχρονα κωμικός και σιχαμερός.Ήταν ακόμα στο νοσοκομείο όταν η ΜαργΧότ τοό διάβασ. παρ' ότι με πληγώσατε βαθιά. )) «Αν τι. αγαπητέ Αλμπίνοuς. Πιστέψτε με Αλμπίνοuς. σας σuμπαθώ πολό. το ακόλοuθο γράμμα τοu Ρεξ. συμμερίζομαι μ' όλη μοu την ψuχή την ατuχία σας.. τι είναι αuτό για το οποίο uποφέρω περισσότερο' για την προσβολή ΠΟι) μοΙ) έγινε απ' την αναχώρησή σας την ανεξήγητη και πολό ά­ πρεπη ή για την δuστuχία ποu σας βρήκε. Σuνέχισε' τελείωσε αuτό ποu θέ­ λεις να πεις)). «Δεν ξέρω. θα είχα εκτιμήσει την εuθότητά σας και η όμορφη ανάμνηση των σuζητήσεών μας για την ζωγραφική και τον κόσμο του χρώματος. και θα περάσει χρόνος πολός μέχρι να δω και πάλι την Γερμανία. ειδικότερα όταν σκέφτομαι την αγάπη ποΙ) είχατε για την ζωγρqιφική και για τις ομορφιές εκείνες τοΙ) χρώματος και της γραμμής ποΙ) κάνουν την ό­ ραση να είναι η βασίλισσα όλων των αισθήσεων. περισ­ σότερο απ' ό.τι έδειχνα μα. είναι το γράμμα ενός ομοφuλόφιλο\»). « Ναι.. αν μοΙ) είχατε δηλώσει απλά πως η παροuσία μοΙ) είχε γίνει φορτική και για τοuς δuο σας. Όμως. Δuστuχώς δεν είναι σταθερή παρά μόνο με .

Τον φCΛησε στο μά­ γοuλο και βγήκε έξω. Όταν καλμάρισε. παρατήρησε αδιάφορα ο Ρεξ. σε πισΤΕUω! Ναι. έπειτα προχώρησε με γρήγορο βή­ μα στο σκιερό μέρος ΤΟι) δρόμοu. για τα εισιτήρια. -είναι ασφαλέστερο». αuτά τα βήματα. «Και για να ολοκληρώσοuμε». η Μαργκότ τοό είπε πως θα πή­ γαινε σε κάποιο ταξιδιωτικό γραφεΙο. Η Μαργκότ χαμογέλασε τρuφερά κι έβγαλε απ' την τσάντα της ένα μάτσο χαρτονομΙσματα. πο\) 1 63 . Σώπασε μια στιγμή κ ι έπειτα ακοόστηκε αuτός ο uπόκωφος θόρuβος -κάτι σαν βοmτό και μοuγκρητό ταuτόχρονα. πιο τραγικό. ο ι φωνές. «θα ήταν πολ6 πιο εόκολο αν ήμοuν εγώ ο ταμΙας)). δεν ήταν καθόλοΙ) προετοιμασμένος γιοι το ταξίδι στην ΖuρCχη. Την Τετάρτη qIEurOUflE να δοόμε έναν ειδικό στην Ζuρίχη. είπε ο Ρεξ. «Η βασCΛισσα όλων των αισθήσεων». «Αμφιβάλλω». ΤΙ ειπε ο φτωχοόλης ζητιάνος για το γράμμα. 35 Αν και ο Αλμπ(νοuς.« Όχι. επανέλαβε πολλές φορές με τρεμοuλιαστή φωνή. Ένιωθε να τον τρελαινει όλο αuτό το πλήθος των θορόβων γόρω τοu. Κοίταξε. από την ζαλά­ δα ενός τuφλού. τιποτα. κλεισμένος όπως ήταν μέσοι στην βαθιά τοΙ) νόχτα. έκανε σuχνά περίπατο στον κήπο τοΙ) νοσοκομε(οu. Μπήκε σ' ένα ήσuχο ρεστωράν και κάθισε δίπλα στον Ρεξ ΠΟι) έπινε λεuκό κρασΙ «Λοιπόν. λισσα».» «Ναι. ΠΟι) ήταν πάντα προμήνuμα πως άρχιζε η κριση της φρικης μπροστά στο σκοτάδι ΠΟι) τον τόλιγε. Δεν το έγραψα αριστοτεχνικά. ναι. «αν θα μοΙ) δώσοuν εισιτήρια χωρίς να πληρώσω». όλα πήγαν καλά. τα περιεργα. μόνο πάρε την δική σοΙ) θέση σε άλλο βαγόνι. σε παρακαλώ. μuτερά και σκληρά πράγματα. « Ναι. σε πιστεόω» . Στον σταθμό ζαλιστηκε και δεν uπάρχει τίποτα πιο παράξενο. η Βασε.

«Το καλλίτερο θα ήταν να πάει σε κάποιο σανατόριο στην εξοχή και μετά». εξέτασε προσεκτικά τα μάτια του Αλμπίνους. σταμάτα. «σε κρατάω.ελαγχο­ λική ειρωνεία.)) έκανε ο Αλμπίνους μ. Θα μπούμε στο αυτοκίνητο . έλεγε νευριασμένη η Μαργκότ. Ήταν πολύ όμορφο: ένα μικρό διώροφο σπίτι σε 1 64 . Μετά την Ζυ­ ρίχη.. είπε ο καθηγητής. ήρεμη φωνή και ο Αλμπίνους φαντάστηκε πως θα ήταν ένας ηλι­ κιωμένος άντρας με φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο ιερω­ μένου. Πήρε την γνώμη του Ρεξ και (αφήνοντας τον Αλμπίνους με μια ιδιωτική νοσοκόμα) ξεκίνησαν μαζί για να το δούν. εμπόδια κι ανύπαρκτες γωνιές. δεν μπορούσε να συναρμονίσει τα τραντάγματα του βαγονιού με την κ ίνηση του τρένου. χρειάστηκε να κινηθεί πάλι ανάμεσα σ' αόρατους ανθρώπους. Και στην κατάσταση που βρισκόταν ο ασθενής. μη φοβάσαι». Στο ξενοδοχείο γνώρισαν ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Ιρ­ λανδών που τους πρότειναν να νοικιάσουν ένα Chalet που είχαν στους πρόποδες ενός βουνού. Είχε απαλή. «Μη φοβάσαι. πράγματα. . . Τώρα. από ανάπαυση. Στην πραγματικότητα ήταν πολύ νέος. Μα δεν μπο­ ρείς να είσαι λιγότερο δειλός. αν και τον οδηγούσε η Μαργκότ. Η ιδέα του σανατόριου δεν άρεσε στην Μαργκότ.τι ήξερε ο Αλμπίνους. παρ' όλο που βασανιζόταν προσπα­ θώντας να φανταστεί το τοπίο που έφευγε. είχε ανάγκη πρώτ' απ' όλα. Μέσα στο τραίνο τον έπιασε ναυτία. «μετά βλέπου­ με. » «Θα δούμε όμως. σήκωσε το πόδι σου. αθλητικός και είχε μουστάκι. που νόμιζε πως υπήρχαν γύρω του. Ο καθηγητής. πράγμα που θα μπορού­ σε ίσως να περάσει ή θα ακολουθούσε μια τέλεια ατροφία κλπ. ότι δηλαδή το οπτικό νεύρο είχε πιεστεί στο μέρος ακριβώς που συνδεόταν με τον εγκέφαλο. Και τώρα. Επανέλαβε ό. όλα έτρεχαν προς το μέρος του και τον έπιανε φόβος μή­ πως χτυπήσει κάπου.ε μ. ένας διάσημος οφθαλμίατρος. Κάνεις σαν δυο χρονών μωρό».

Πιστεόω ότι το αδίκημα αuτό τιμωρείται αuστηρά στην Ελβετία. Αν λοιπόν βγάλεις την παραμικρή ά­ ΥΥα για την παροuσία μοu στο σπίτι. ποu έφτασε στο ση­ μείο να αρνηθεί αuτήν την τόσο επικερδή θέση και δεν την δέχτηκε παρά μόνο όταν ο Ρεξ την βεβαίωσε πως δεν θα 1 65 . Ο Ρεξ κοuβέντιασε μαζί της πoΛU σοβαρά. να ξέρεις πως θα είσαι uπεuθuνη μπροστά στον νόμο για την όραση αuτοu τοu ανθρώποu και για την από­ τομη διακοπή της θεραπείας τοu. αν η απερισκεψία aou γεννήσει σε κανέναν από τοuς ανθρώποuς αuτοuς την περιέργεια να έρθει προς τα εδώ να μας ενοχλήσει. Μια φορά. Λοιπόν. Έχει κρίσεις προχωρη­ μένης τρέλας. είναι ικανός να σπάσει τα πάντα στο σπίτι. τριγuρισμένο από έλατα και χρειαζόταν μονάχα ένα τέταρτο για να πας περπατώντας ως το χω­ ριό όποu uπήρχαν ξενοδοχεία κι εστιατόρια. αν και δεν ήταν τόσο όμορ­ φη). Είμαι ο γιατρός ποu τον πα­ ρακολοuθεί. είπε. Κuρίως όμως. με μικρά δωμάτια. μοναχικό. μπροστά μοu ή πίσω μοu. « Σας προσφέροuμε τόσα πολλά χρήματα». Ο Ρεξ εκτίμησε την περιοχή: στην κορuφή ενός λό­ φοu. ξεκινώντας απ' το κεφάλι aou. λίγο έλειψε να σκοτώσει μια γριά (σαν εσάς πάνω κάτω. ο άρρωστός μοu. Επί πλέον. «γιατί θα είστε στην uπηρεσία κάποιοu ποu τuφλώθηκε έ­ πειτα από μια νεuρική κρίση. Διάλεξε για τον εαuτό τοu το πιο ηλιόλοuστο δωμάτιο.» Η γριά τρομοκρατήθηκε τόσο. Λόγω της κατάστασής τοu. χτuπώντας την στο πρόσωπο ' και δεν θα 'θελα να επαναληφθεί. στην κατάσταση ποu βρίσκεται. αν φλuαρήσεις για το θέμα αuτό στο χωριό. ποu σε κάθε �όρτα τοuς ήταν στερεωμένο ένα φλιτζάνι για αγιασμό.στuλ ροuστίκ. δεν πρέπει να μά­ θει πως ένας γιατρός βρίσκεται στο σπίτι μαζί μ' αuτόν και την ανιψιά τοu. ή αν μοu απεuθuνεις τον λόγο όταν εκείνος είναι μπροστά. σε σuμβοuλεuω να μην μπαίνεις στο δωμάτιο τοu αρρώστοu και γενικά να μην μιλάς μαζί τοu. θuμήσοu πως. κατάλαβες. Ύστερα βρή­ καν και μια μαγείρισσα απ' το χωριό.

Η μαγείρισσα.τι βλέπεις». Εκείνος φορούσε μαύρα γυαλιά κι έμοιαζε με κουκουβάγια. Η Μαργκότ. φυσικά. προχώρησε φοβισμένα και χω­ ρίς να κοιτάξει τον επικίνδυνο τρελό. α Ρεξ. μέσα σε μια απόλυτη σιωπή. Τέλος. Έφερε τις βαλίτσες. σιωπηλή μα τυφλά αφο­ σιωμένη κιόλας στον Ρεξ. Κατά τις πέντε. Θα τον εξυπηρετούσαν η ανιψιά του και ο γιατρός του και σ' αυτή)! την περίπτωση. «Πήγαινέ με σ' όλα τα δωμάτια και περίγραψέ μου ό. Η Μαργκότ τού χαμογέλασε από κάτω και μπήκε στο σπίτι κρατώντας τον Αλμπίνους απ' το χέρι. αρκετά άσεμνα. Το ταξί έκανε όπισθεν κι εξαφανίστηκε στρίβοντας πίσω απ ' τα δέντρα. φορώντας ένα κατακόκκινο πέτσινο σακάκι. αδέξιο άντρα απ' το μπράτσο κι αυτός ψάχνοντας μπροστά με το μπαστούνι του άρχισε ν' ανεβαίνει το μονοπάτι. χώρισε τα δωμάτια. Κι όλα αυ­ τά. στο μεταξύ. άρχισε να καρφώνει στον τοίχο κάποια σχέδια. σκεφτό­ ταν όμως πως αυτό θα ευχαριστούσε την Μαργκότ: της ά­ ρεσαν πoλu οι αλλαγές των σπιτιών. έπειτα ξανά φάνη­ καν για να ξαναχαθούν πάλι. ήταν ακίνδυνος. εμφανίστηκαν στο ί­ σιωμα του κήπου. πήδηξε αμέσως κι ύστερα βοήθησε τον Αλμπίνους να κατέβει. 1 66 . Επίσης συμ­ ψώνησαν ότι ούτε το παιδί για ψώνια ούτε κάποια παρα­ δουλεύτρα επιτρεπόταν να περάσει τα σύνορα. Όταν ξεμπέρδεψαν μ' . αφού δεν θα τον ενοχλούσαν. Για λίγο τα έλατα τους έκρυψαν. αυτό . Του ήταν όλα τελείως. σκυμμένος στο παράθυρο. αδιάφορα.έβλεπε ποτέ τον τυφλό. πήρε απ ' τα χέρια της Μαργκότ το βαλιτσάκι. μάζεψε τα ά­ χρηστα και εύθραυστα πράγματα κι έπειτα ανέβηκε στο δωμάτιό του και σφυρίζοντας. έκανε κωμικά νοήματα καλωσορίσματος στην Μαργκότ: έβαλε τα δυο του χέρια στην καρδιά του κι έπειτα τέντωσε τα χέρια του με μια απότομη κίνηση παλιάτσου. Η Μαργκότ πήρε τον άβουλο. η Μαργκότ έφυγε να συναντήσει τον Αλμπίνους και ο Ρεξ μετακόμισε στο σπί­ τι. είδε με τα κιάλια ένα ταξί ν ' ανε­ βαίνει.

πιέζοντας με την παλάμη τοu το στόμα. Ο Ρεξ. Χτόπησε δuνατά τον γοφό τοu στην γωνία ενός τραπεζιοό και προσποιήθηκε πως το έκανε επίτηδες έψαξε με τα χέρια τοu σαν να 'θελε να uπολογί­ σει την επιφάνειά τοu. χωρίς την δική της βοήθεια. Στο κεφαλόσκαλο στεκόταν ο Ρεξ ποu τρανταζόταν από ένα σιωπηλό γέλιο. Ο Αλμπίνοuς ψη­ λαφοόσε τα έπιπλα. τοu εξήγησε εκείνη.άτιο τοu Ρεξ). μα ήταν τόσο 1 67 . χαμογέλασε ένοχα και παραλίγο να σπάσει τον νιπτήρα.» Αφοό επιθεώρησαν τα πάντα (εκτός απ' το δωμ. Βρέθηκε ακόμα και στο γωνιακό δωμάτιο (όποu είχε εγκατασταθεί ο Ρεξ. κάθισε στα τακούνια τοu ά­ πειρες φορές. ποu στεκόταν στο κατώφλι τοu δωματίοu τοu. Μα μπερδεότηκε αμέσως. έλεγε δείχνοντας με crLrouPLάo τον τοίχο. Μπήκαν στον διάδρομο. 'Υστερα ανέβηκαν κι οι δuο πλάι πλάι στην ξόλινη σκάλα ποu έτριζε. χάιδεuε τα διάφορα μικροπράγματα σαν να 'ταν κεφάλια μικρών παιδιών και προσπαθοόσε να προσανατολιστεΙ « Άρα το παράθuρο είναι εκ�ί». και ποu είχε μόνο μια πόρτα στον διάδρομο). μόνο και μόνο για να της δείξει πόσο θαuμάσια τοu τα 'χε περιγράψει όλα.» ρώτησε λuπημένα ο Αλμπ(νοuς. Η Μαργκότ τοό έριξε μια θuμωμένη ματιά -παιχνίδια πολό επικίνδuνα' σuμπεριφερόταν σαν σχολιαρόπαιδο. «Αuτή είναι η κρεβατοκάμαρά μου κι εδώ είναι η δι­ σοω>. οδηγώντας τον Αλμπίνοuς στα δωμάτια τοu ισογείοu. χτόπησε πάνω σ' έναν τοίχο. « Ξέχασες τι είπε ο για­ τρός. τοu είπε. αναστέναξε. θέλησε να γuρίσει το σπίτι μόνος τοu. κή « Γιατί όχι μαζί. «Α! 'Αλμπερτ» . Η Μαργκότ τον απείλησε με το δάχτuλο κι εκείνος σηκώθηκε αργά και προσεκτικά κι απομακρόνθηκε πατώντας στις μότες των παποuτσιών τοu.«Μια μικρή τραπεζαρία' ένα σαλονάκι κι ένα μι­ κροόλι γραφείω>. Προφόλαξη πραγματικά ανώφελη γιατί η σκάλα έτριζε κιόλας πoΛU δuνατά κάτω απ' το βιfpό βή­ μα τοu τuφλού.

Ο μαόρο κ ι αδιαπέραστο σάβανο μέσα στο οποίο ζοόσε τώρα ο Αλμπίνοuς. πήγε στον Ρεξ.) κι όλη εκείνη η περίοδος της ζωής τοι.) το διαπερ­ νοόσαν ποό και ποό λάμψεις. γόρισε τώρα. η Μαρ­ γκότ γuμνή μπροστά στον καθρέφτη.) είπε η Μαργκότ. Μην ξέ­ ροντας ακόμα την ακοuστική ΤΟι. το δωμ&τιό τοuς ήταν αρκετά απομακρu­ σμένο απ' την κάμαρα τοι. Όταν αuτός κοιμήθηκε.) και ΤΟι.ποι. σuλλογιζόταν την γuναίκα τοι. Έλα. 36 . η Μαρ­ γκότ με φόρεμα χοροό και τα μπράτσα της. ΤΟι. μια ανταόγεια στην κορνίζα ενός ταμ1 68 .) προ­ βάλλονταν στην σκέψη τοι. ροκανίζοντας ένα ξεροκόμματο.ια εξαίρεση». «αuτή είναι η σο­ φίτα.) έφερε το βραδινό.πράτσα της! Μετά.. Η Μαργκότ τον οδήγησε στο δωμάτιό ΤΟι. λοιπόν. Μα θα μποροόσαν να uψώσοuν ελεόθερα την φωνή τοuς. κινδuνεuεις να σπάσεις το κεφάλι crou.) σαν ζωγραφικοί πίνακες : Η Μαργκότ με κεντημένη ποδιά. επέβαλλε μία αuστηρή κι εκλε­ πτuσμένη κατεuθuνση στις σκέψεις τοu. Ένα παχό. ΠΟι. μην νομίζεις πως θα σ' αφήσω να τριγuρίζεις έτσι για πάντα· το σημερινό ήταν μ. . σuζητοuσαν ψι­ θUΡιστά.) νόμισε ότι �-yήκε απ' το μπάνιο.) Αλμπίνοuς. η Μαργκότ κάτω απ' την πoΛUχpωμη γuαλιστερή ομπρέλα να πηδά τις γεμάτες νερό λακκοόβες.) κολuμποuσε μέσα σ' ένα λεπτό και χλωμό φως.) σπιτιοό. σκοτεινό τείχος τον χώριζε απ' την χθε­ σινή ζωή τοu. κάτι σαν γαλακτερή ομίχλη. δεν ξέρω αν κάνεις καλά να περπατάς τόσο πο­ λU. και πήγαινε κατεuθείαν στο κρεβάτι crou.. ποι. Κι αuτός άλλωστε αισθανόταν εξαντλημένος. ένα ξανθό τσοuλοuφι στο φως της λάμπας. «Πρόσεχε». Τρεφόταν με αναμνήσεις αuτής της ζωής. τι χρώμα σοκολατένιο είχαν τα μ. ν ά σηκώνει την μωβ xoup­ τίνα.χαμένος ΠΟι.) είχε τσακιστεί στο ωραιότερό της ση­ μείο. Η Μαργκότ με εφαρμοστό μαγιώ.Αλλωστε.

σχεδόν αέρινες. Σ\)ναισθανόταν με φρίκη ότι. αμέσως ξ\)πνοόσε μέσα το\) μια τέτοια δίψα να την δει. εκτός απ ' την βαλανιδιά και το τριαντάφ\)λλο. Μόλις όμως άπιζε. ένα ανάλαφρο αεράκι. πιο βα­ θιά. μόλις προσπαθοόσε να εκφράσει την ε\)γνωμοσόνη το \). προσπα­ θώντας να ξαναφέρει μπροστά το\) ένα τοπίο όπο\) είχε ζή­ σει. είχαν εξωραϊσθεί απ' την φαντασμαγορία των χρωμάτων. κινήσεις πολι) απαλές. εκτός απ' τον κόρακα και το σπο\) ργίτι. α\)τή η ριπή δροσεροό αέρα. ήταν ανίκανος να ονομάσει ένα φ \)τό. ή­ ταν καλλίτερη κι απ' την π ω πιστή σόζ\)γο α\)τή η αόρατη Μαργκότ.πλώ. ακόμα κι οι π ω θλιβερές κι οι π ω ντροπιαστι­ κές αναμνήσεις της χθεσινής το\) ζωής. 1 69 . α\)τή η φωνή πο\) τον παρακαλοόσε να μην ταράζεται. μια γ\) άλινη μπ(λια πο\) έπαιζε η Ίρμα. ο Αλμπίνο\)ς δεν κατάφερνε να παρηγοριέ­ ται πάντα με ηθικοός και αισθητικοός σ\)λλογισμοός " δεν κατάφερνε όλες τις φορές να πείσει τον εα\)τό το\) πως η φ \)σική τ\) φλότητα είναι πνε\) ματική ενόραση· το\) κάκο\) προσπαθοόσε να γοητε\)τεί απ' την α\)ταπάτη πως τώρα. η ζωή το \) με την Μαργκότ ήταν πιο ε\)τ\)χισμένη. σ' εκείνο το\) μικροό σινεμά απ ' ό ­ πο\) την είχε τραβήξει άλλοτε εκείνος. Ο Αλμπίνο\) ς σ\)νειδητοπο ωόσε τώρα πως δεν διέφερε σε τίποτα απ' α\)τοός το\)ς στενοκέφαλο\)ς ειδικοός πο\) κατέκρινε άλλο­ τε: από τον εργάτη πο\) δεν ξέρει παρά την μηχανή το\). μέσα σ' α\)τά τ' απόλ\)τα σκοτάδια. δεν έμενε από κείνη πα­ ρά μια φωνή. το\) κάκο\) σ\)λλογιζόταν την τόσο σ\)­ γκινητική αφοσίωσή της. το απαλό της χέρι. Όλα. Ζοόσε σ ' ένα είδος χρωματικής έξαρσης και σ \)λλο­ γιζόταν πόσο λίγο είχε χρησιμοποιήσει τότε την οξότητα το \) βλέμματός το\) . Εξάλλο\) . Βεβαίως ήταν σ\)γκινητική. π ω καθαρή. οότε ένα πο\)λί καν. Και τώρα. από τον β ψτο\) όζο το\) βιολωό πο\) μετατρέπεται σε απλό εξάρτημα το\) οργάνο\) το\) . και ξαν ά το μο\)ντό ημίφως όπο\) πλανιόνταν οι κινήσεις της Ελισά­ βετ. ένα άρωμα: είχε γ\)­ ρίσει μες στο σκοτάδι. Η ειδικότητα το\) Αλμπίνο\)ς ήταν το πάθος το\) για την τέχνη· το καλλίτερο εόρημά το\) ήταν η Μαργκότ.

. Ο Ρεξ πήγαινε σιγά σιγά να καθίσει στο ντιβάνι. με άσπρο παντελόνι. κι ύστερα σηκωνόταν και πήγαινε προς το μέ­ ρος της. πως θα τον εγκατέλειπε αν � _.. την εφημερίδα αν θέλεις». η οuλή φαινόταν κατακόκκινη στο μέ­ τωπό ΤΟι) και γενικά έμοιαζε με γενειοφόρο κατάδικο.ως θα 'φεuγε αμέσως. εκείνη έπαιρνε την ΠΟι) 170 . αuτός. τοΙ) παραθύροu. έ­ παιρνε την Μαργκότ στα γόνατά 'tou. Η Μαργκότ έμενε στριμωγμένη στο στήθος ΤΟι) Αλμπίνοuς. «ΘησαUΡέ μοu. πλη­ σίαζε στις μύτες των ποδιών και τον άγγιζε ελαφρά. πότε σηκώνοντας τα μάτια με κωμική καρτερία. απλώνοντας τα χέρια 'tou. άρεσε πoλl) να βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο με τον τuφλό και να παρακολοuθεί τις κινήσεις 'tou. « Καλά! Καλά! » έλεγε αναστενάζοντας. Στον Ρεξ. για να τρέξει στην αγκαλιά ΤΟι) Ρεξ. Ο Αλμπίνοuς έβγαζε έναν παθητικό αναστεναγμό και προ­ σπαθούσε να αγκαλιάσει την uποτιθέμενη Μαργκότ. σε ικετεύω!» έκανε λαχανιασμένος ο Αλμπίνοuς. ξιπόλητος και με γuμνό στήθος γιατί ΤΟι) άρεσε να ψήνει την πλάτη ΤΟι) στον ήλιο. « Μαργκότ. Ο Αλμπίνοuς ήταν ξαπλωμένος σε μια πολuθρόνα με πu­ τζάμες και ρόμπα' το πρόσωπό ΤΟι) είχε γεμίσει σκληρές. μ' ένα μετανοημένο χαμόγελο ξαναγόριζε στην πολuθρόνα 'tou. Καμιά φορά ο Ρεξ. Και πάλι η Μαργκότ σήκωνε τα μάτια της στον ou­ ρανό. Ύστερα. ΠΟι) αγαπούσε τον κίνδuνο. με μια επιδέξια κίνηση eAeuOe­ ρωνόταν πια απ' τα χέρια ΤΟι) Αλμπίνοuς. ΠΟι) καθόταν στο πεζοόλι ΤΟι) πα­ pcxeupou. ο Ρεξ μάζεuε τα πόδια ΤΟι) πάνω στο πεζού). έκανε ό. κατσαρές τρίχες.. μα ο Ρεξ έκανε προς τα πίσω αθόρuβα και ξαναγύριζε στο πα­ pιXeupo να ζεστάνει τις πλάτες 'tou. και η Μαργκότ φώναζε νεuριασμέν-r . «Διάβασέ μοΙ) κάτι. Έτσι .τι ΤΟι) έλεγε. πότε βγάζοντάς ΤΟι) την γλώσσα -ιδιαίτερα γελοία αντίθεση με την απελπισμένη τρuφεΡότητα ΠΟι) εξέφραζε το πρόσω­ πο ΤΟι) τuφλού.κάθε ηθική δUναμη πήγαινε στον διάβολο. έλα πίσω! » έκανε με ικετεuτική φωνή.

στον διάδρομο. Αφοό δεν μ' εγκαταλείπει. έπειτα μαζεόοντάς τα. αλ­ λά με τις uποδείξεις ΤΟι) Ρεξ. τις κίτρινες κοuρτίνες. ενώ αντίθετα. Ο Αλμπίνοuς. σημαίνει πως μ' αγαπάει. μετά την πρώ­ τη εξερεύνηση ΤΟι) σπιτιού. κοuνώντας πότε πότε το κεφάλι τοu. ή έκανε πως θα την άφηνε να πέσει και τότε η φωνή της Μαργκότ γινόταν στριγκή κι έχανε την φράση ΠΟι) διάβαζε. όλα πάνε καλά. Η Μαργκότ τού είχε περιγράψει όλα τα χρώματα -το γαλάζιο χαρτί στον τοίχο. Στα δωμάτιά τοu. τα είχε όλα αλλάξει. Όλα πάνε καλά. ο έρωτάς μας είναι τώρα πιο σοβα­ ρός. εκτός από μερικά αθώα παιδιαρίσματα. ο Ρεξ. ενώ ο Αλμπίνοuς. ο Αλμπίνοuς είχε σχεδόν την αί­ σθηση πως έβλεπε έπιπλα. πιο καθαρός.εφημερίδα και διάβαζε δuνατά. πάντως. ο Ρεξ είχε uψώσει.i κόσμο με τα χρώματα ΠΟι) εκείνος. τεντώνοντας τα χείλια. έπαιρνε μια φοόχτα κεράσια απ' το μπωλ και κατέβαινε στον κήπο. Μπροστά απ' την πόρτα της κάμαράς τοu. ΠΟι) η Μαργκότ πηδούσε την νόχτα. έτρωγε αόρατα κε­ ράσια. άπλωνε τα χέρια ΤΟι) και την παρακαλοόσε να τον πάει σ' έναν άλ­ λον ειδικό. Ο Ρεξ χασμοuριόταν χωρίς ήχο. είχε διαλέξει. ίσως όλα αuτά σuνέβησαν για καλό . Ο Ρεξ έκανε την Μαργκότ να γελάει. μαρτύριο. είχε πάψει να ενδιαφέρεται για την διαρρύθμισή τοu. Και ξα ρνικά άρχιζε να κλαίει με λuγμοuς. σuλλογι­ ζόταν ο Αλμπίνοuς. Ναι. ένα φράγμα από κιβώτια και βαλίτσες. αντικείμενα κι αuτό τοό έδινε ένα αίσθημα ασφάλειας. Ο Ρεξ έ­ βρισκε διασκεδαστική την ιδέα πως ο τuφλός έβλεπε τον μικρό ΤΟ1. φτόνοντας μέσα στο χέρι ΤΟι) τα αόρατα κουκοό­ τσια. για να προφuλαχτεί. Στην αρχή αuτής κοινής ζωής. σ' έναν τέταρτο -εγχείριση. η Μαργκότ και ο Ρεξ. φέρνονταν πολύ σuνετά. σ' έναν τρίτο. Όταν όμως καθόταν στον κήπο. είχε την εντόπωση ότι ήταν κuκλωμένος από μία μuστη171 .τα πάντα αρκεί να ΤΟι) 'διναν το φως τοu. ήξερε πολι) καλά το δωμάτιό ΤΟι) και το γραφείο τοu. για να προσποιηθεί τον τρόπο ΠΟι) διάβαζε.

έναν περίεργο θόρuβο στην άκρη ΤΟι) τραπεζιοΙΙ.ε. γιατί.αντειιει τις κινήσεις από τοuς ήχους. είπε εκείνος.)) · «Μα εκείνη δεν μ.έταλ­ λο πάνω στην πορσελάνη.ιλία.πίνοuς άκοuσε ξαφνικά. ΣΙΙντομ.» επανέ­ λαβε και πετάχτηκε απ' την καρέκλα τοu.ε.­ '. για παράδειγμ.ε σιωπηλή δεξιοτεχνία. «Α! Είναι η Εμ. την ώρα που η Μαργκότ τοΙΙ έφερνε τον καφέ τοu.α κα­ θώς πε.αζί τοuς.ακρuνόταν στις μ.α ΤΟι) όταν την άκοuγε να ΤΟι) απαντά από την άλ­ λη μ. Ποιος είναι.ρνοΙΙσε το κατώφλι της πόρτας τοΙΙ έπεσε το πι­ ροΙΙνι. κάτι σαν θορuβώδη ανθρώπινη ανάσα.ρνοΙΙσαν κι όσο περισσότερο το αuτί του γινόταν όλο εuαίσθητο. «χθες.πίνοuς γιιριζε αμ.α.έρες πε. Έτσι.πίνοuς.ι­ λίας. σήμ. τόσο η Μαργκότ και ο Ρεξ.ο ξιπόλητος)). προσπαθώντας να μ.πήκε)). ναι. Η Μαργκότ άρχισε αμ. ο Ρεξ καθόταν τώρα στο τραπέζι μ.έσως να μ. δuσνόητα και γεμάτα από θορuβοuς τόσο διαψορετικοΙΙς για να 'μπορεί κανείς να τοuς περιγράψει.ίιτες των ποδιών τοu.έσως προς εκείνη την μ. μ.ασάει και να καταπίνει την στιγμ. και έ­ τρωγε μ. ο Αλμ. ΠροσπαθοΙΙσε να οξΙΙνει την ακοή ΤΟι) και να μ. συνη­ :θισμ. όλα εκεί ήταν απέραντα. Ποιος είναι.» Έπειτα θιιμ. Μια μ.ένοι στην ασψάλεια ΠΟι) τοuς παρείχε η τuφλότητά τοu. 172 .ασοΙΙλημ. Γιατί εκνεuρίζεσαι.ιλά ζωηρά.)) Ο Ρεξ είχε πάρει το πιάτο και απομ. είχα την εντίιπωση πως κάποιος περπατοΙΙσε στον διάδρομ. «Τι γίνεται εκεί. Οι μ.ριώδη άβuσσο. «Κι εγώ νόμ. αντί να τρώει στην κοuζίνα.παίνει ποτέ εδώ)).ετα­ κινείται χωρίς θόρυβο.ή ΠΟι) έκανε το ίδιο και ο Αλμ. ενώ η δuνατή φωνή της Μαργκότ (μ.ριά και ρω­ τοΙΙσε: «ΕσΙΙ είσαι Μαργκότ.ρπατοΙΙσε.α εκείνος την διέκοψε: «Τι ήταν.ιζα πως άρχισα να έχω παραισθήσεις)). Ο Αλμ. χωρίς να χτυπά το μ. «Ε.ωνε για το σψάλμ.ιλοΙΙσε επίτηδες δuνατά) κάλuπτε το μ. γίνονταν και πιο απερίσκεπτοι.εριά ΤΟι) δωμ.α έγινε πoλtι Μσκολο για τον Ρεξ να μ. κάπω απ' το εκστατικό μ.ατίοu.ρα μ. μ. Όσο σιγά κι αν πε.άτι της γριάς Εμ.έ­ ρα πνίγηκε.α των ανδρών.

έχουμε πάρει αρκετά. Μέχρι στιγμής τα έ­ χεις καταφέρει θαυμάσια με τα τσεκ. γκότ ξερά. τον έχει κάνει να την θεωρεί μ ια πραγματική αγία. Πρέπει να βιαστούμε. μεγάλη και γκρίζα� γεμάτη βρύα� � που έμοιαζε με πpόβατo� σημείων ε το όριο πoυ� πέρα απ αυτό ήταν επικίνδυνο να μιλάν ε δυνατά. Μια μέρα� καθώς γύριζαν. έ­ . «για την ώρα καλά τα πάμε. της είπε: « Σε συμβουλεύω να μην επιμείνεις για τον γάμο. « Ε Ι πιο σιγά»� είπε η Μαργκότ.κρό μονοπάτι που ο δηγούσε στο σπίτι. Τα μεσημέpια� όταν ο Αλμπ Ινους έπαιρνε τον συνηθι­ σ μένο του υπνάκο.«Θα τρελαθείς αν εξακολοuθήσ εις έτσι» . θα του αγοράσουμε ένα σκυλί -ένα μικρό δείγμα της ευ­ γένειάς μας». ο Ρεξ. Εξακολούθησαν να βαδίζουν σιωπηλοί και σε μερικά λεπτά έφτασαν στον κήπο. Υπογράφει σαν αυ­ τόματο -μα ο λογαριασμός του στην τράπεζα θα εξαν­ τληθεί γρήγορα. είπε η Μαρ. Ο Ρεξ δοκίμασε να τον πετύχει με μια πέ­ τρα� αλλά δεν τα κατάφερε. πήγαινε πότε πότε καμιά βόλτα με τον Ρεξ. Θα � είναι πιο απλό� πιο έξυπνο σχέδιο ν αρπάξεις σιγά σιγά • την περιουσία του». Μέχρι τον ερχό­ � μενο χειμώνα πρέπει να τον παρατήσουμε· πριν απ αυτό. ή αλ­ λιώτικα. 173 . σκαρφαλώνοντας το μικρό μι. Η πέτρα αυτή. τσι. Σε βεβαιώνω πως το γεγονός ότι παράτησε την γυναίκα του. Θα πρέπει όμως να τον πείσεις να πουλήσει ' αυτήν την έ­ κταση που έχει στην Πομερανία και τους πίνακες. Πήγαιναν στο ταχυδρομείο για να πάρουν τα γράμ­ ματα και τις εφημερίδες ή ανέβ αιναν κατά τόν καταρρά­ χτη -μια δυό φορές είχαν πάει για καφέ στην άλλη άκρη της μικρής πόλης. Ξαφνικά η Μαργκότ άρχισ ε να γελά δείχνοντάς του έναν σκίουρο. μέχρι στιγμής. «Πάντως. «φτάσαμε στην πέ­ τρα». το σπίτι του στο Βερολίνο.» « Nαι»� συνέχισε ο Ρεξ.

Στεκόταν σε κάτι χαμ.» φώναξε εκείνη βοηθώντας τον. εΙπε.» εξακολούθησε. Η Μαργκότ... αποκρίθηκε εκείνη. δεν ξέρω τι σuμβαίνει γύρω μοu . « Μα δεν είναι κανείς εδώ. » άρχισε ο Αλμ.π(νοuς.ια δuνα­ τή φωνή. ψιθόρισε η Μαργκότ. ο ήλιος χαμήλωσε και κρύ­ φτηκε πίσω απ' τα γειτονικά βοuνά. εξήγησε η Μαργκότ..ονοπάτι ποu οδηγοόσε στο λιβάδι. «λένε πως καταστρέφει τα δέντρα».α. προσπαθώντας να καθορίσει με 174 .» ψιθύρισε η Μαργκότ και η uπομονή της την εγκατέ­ λειπε. σκότωσέ το» . Η Μαργκότ και ο Ρεξ.ακριά. να σηκωθεΙ Λίγα μ.ικρά χαλίκια είχαν κολλήσει στα χέρια τοu και προσπαθοόσε να τα καθαρίσει σκοuπίζοντάς τα σαν μ.ε κοφτή φωνή και γύρισε απότο­ μα προς το μέρος tou Ρεξ ποu περπατούσε σιγά στο γρα­ σίδι. ως σuνήθως.πίνοuς. είμαι μόνη. «Από δω και πέρα θα σε κλειδώνω» . Έπειτα. « Πώς τολμ. τρίκλισε. Πήγε να κοιμηθεί νωρίς ανέβηκε αργά την σκάλα.. Τι έχεις πά­ θει. ενώ δuο μέτρα μακριά τοuς καθόταν ο Αλ­ μ.ισες. ποu είχαν ένα θολό γαλάζιο χρώμα.α.ε προσηλωμένα επίμονα επάνω τοuς τ' ακίνητα μάτια τοu. στο μ.ικρό παιδΙ «Προσπαθούσα να πιάσω έναν axioupo» . « Σε ποιον μ.πίνοuς στην δερμάτινη πολuθρόνα τοu μ.» φώναξε ξαφνικά μ. «Πήγαινέ με στο σπίτι» .ιλούσες Μαργκότ. uπακούοντας στην πα­ ράκλησή τοu. ως σuνήθως.. το μ. Ήταν τοu Αλμ.. τόσοι θόρu­ βοι» . Ακοόστηκε μ. δίνοντάς τοu πίσω το μ. « Τι νόμ. οι axioupot. αρκετά απότομ.» « Mou φάνηκε . τοu διηγήθηκε τα παιδικά της χρόνια.άς να πηγαίνεις τόσο μ. 'Αλ­ λωστε την ικανοποιούσε αuτό. «Υπάρχει τόσος θόρuβος εδώ' τα δέντρα. σπρώχνοντάς τον στο σπίτι.«Σκότωσέ το.παστούνι. 'Υστερα ξαφνικά. ξάπλωσαν στον καναπέ πλάι πλάι και κάπνιζαν..ό­ κλαδα. «Ποιος είναι εκεί. έτοιμος να βάλει τα κλάματα.παστοόνι έφuγε απ' τα χέ­ ρια τοu και κάθισε βαρός κατάχαμ.

σuντροψιά)� απ την κορνίζα τοι> παραθόροu. πως� όταν ήταν έφηβoς� μια κα­ λοκαιρινή αποπνιχτική νόχτα� στον pήνo� είχε μπει στο δωμάτιο της uπηρέτριας (για ν � ανακαΛUψει τελικά πως � κοιμόταν με.την φτέρνα το!) και το μπαοτοόνι το!) τον χαρακτήρα κάθε. Όχι� δεν είχε ξεχάσΕΙ. ήταν επιδέξιoς� ήταν ελαφρός κι έβλεπε. Ακοόμ­ πησε το αuτί τοι> πάνω στην κλειδαρότρuπα� ελπίζοντας � να την ακοόσει ν αναπνέει στον όπνο της.ρά.� κατέβηκε. να ζοuν αδΕλφικά ήταν περαστική. Αργά την νόχτα ξόπνησε.ρoόλι. Όχι� ήταν μακριά� στο βάθος της νόχτας τοu� αγαπημένη σκιά� ωχρή και θλιμμ.)) σκέφτηκε με με­ λαγχολική τόλμη. πως πέφτω και σπάω το κεφάλι μοu� τι σημασία έχει.ue. Μα δεν ξεχώρι­ σε. Μπορεί να είχε ξεχάσει να κλειδώσει)). Ξαφνικά θuμήθηκe. Μα τότε. «Τι σuνετή ΠΟι> είναo)� σκέφτηκε. απ το παράθuρο 1 75 .ένη� πο!) δεν έπρεπε να ΕνοχληθΕΙ Η Mαργκότ� όχι� η κατάσταση πο!) τοuς έκανε. Μα τότε� τι σuνέ­ βαινΕ. ΤΡUφe. απ το κρεβάτι τοι> και σταμάτησε μπροστά στην πόρτα της Μαργκότ. « E� λoιπόν� ας uποθέσοuμe.. καταπολεμά την φρίκη της νόχτας τοu. τίποτα. Η Ελισάβετ. « Ήauχη σαν πoντικάκι))� ψιθόρισε. τοuς δείΚΤΕς: ήταν μιάμιση .)) � Βρήκε το μπαστοόνι τοu� έσκuψe. «Αχ! Να μπο­ ροόσα να της χαϊδέψω το κεφάλι κι έπειτα να φόγω.. Ήταν κλειδωμένη και καθώς η πόρτα αuτή ή­ ταν η μοναδική είσοδος τοι> δωματίοι> τοu� βρέθηκε κλει­ δωμένος.)) � Χωρίς να ξέΡΕΙ καλά καλά τι yUpe. Έτσι ξαπλωμένoς� σκεφτόταν : «Τι σuνέβαινε. «Και γιατί να μην προσπαθήσω. οκαλοπατιοό. Αισθανόταν ΠΕρίΕργα ανήσuχος. Χωρίς να ελπίζει� γόρισε το χe. Τώρα και κάμ­ � ποσο καιρό κάτι τον εμπόδιζε να σuγκεντρωθεί σ αuτές τις αγαθές και έντιμες σκέψεις το!) πο!) τον βοηθοόσαν να . και ψηλαφώντας στην χω­ ρίς τζάμι πλάκα το!) ρoλoγιoό� βρήκε.

Μαργκότ. Ακοίιστηκε ένας δuνατός θόρuβος Σταμάτησε. έπειτα σήκωσε το μπαστοίινι δίπλα και ψηλά. Μετά από λίγα λεπτά. Ήταν παρθενικά σκεπασμένο με δαντέλα. ζεστό.φοuγκράστηκε: τοu φάνηκε ν' ακοίιγεται κάποu πολίι μακριά ένας αμuορός θόρuβος. «Θα της είναι πολίι κοuραστικό ν' ασχολείται όλη την ημέρα μαζί μοω). Αν ήταν ξέστρωτο.και άρχισε να ψάχνει για την κορνίζα. Γαντζώνοντας το πεζοίιλι τοu παραθίιροu πάτησε στην κορνίζα και ψηλαφώντας στα δεξιά βρήκε μια uδΡΟΡοή. σuΜογΙστηκε. κάποu το γάν­ τζωσε. «Μαργκότ. σ' αuτό ποu uπέθετε πως ή­ ταν ο κήπος. βγήκε στον διάδρομο και οι. θα καταλάβαινε πως μόλις είχε βγει και θα γίιριζε αμέσως. Τραβώντας πίσω το μπαστοίινι τοu. Βρήκε το κρεβάτι. Γλ(­ στρησε και παραλίγο να πέσει. ((Πόσο απλό είναι!» σκέφτηκε. Ο Αλμπ(νοuς κάθισε εκεί κι άρχισε να σκέφτεται. Η καρδιά τοu χτuποίισε άγρια' δρασκέλισε το πεζοίιλι τοu παραθίιροu και έριξε κάτι βαρίι. ((Ναι. ((Μαργκότ. όχι χωρίς κάποια περηφάνια. Πέρασε το κρίιο εμπόδιο και πιάστηκε στο δείι­ τερο παΡάθuρο. προς το διπλανό δωμάτιο. το πρόσωπό τοu ήταν γεμάτο ιδρώτα.» Παντοίι σιωπή . ποίι είσαι. Σιωπή. ένα τρίξιμο ή ένα θρόισμα. «Τι βαριά ποu κοιμάται». Έπειτα μια πόρτα άνοιξε. το σπίτι ή­ ταν φτιαγμένο από ξίιλο πείικοU). ε Μαργκότ!» έκανε χαμογελώντας.» επανέλαβε προχωρώντας ψηλαφητά στον διάδρομο. τοu έφuγε απ' τα χέρια κι έπεσε μ' έναν uπόκωφο θόρuβο. Το τζάμι τοu ανοιχτοίι παραθίιροu χτίιπησε ελαφριά. Τα δάχτuλά τοu κολλοίισαν από κάτι (ρετσίνι. ((Γειά aou Μαργκότ! » έκανε χαμηλόφωνα έ­ τοιμος να γλιστρήσει μέσα απ' το ανοιχτό παΡάθuΡΟ. 176 . είπε η φωνή ήρεμα. εδώ είμαι». 'Αρχισε να φοβάται και φώναξε: ((Μαργκότ.

απίζεις πολίι auxνιX τοuς δείχτες . Δεν αποκρίθηκε κανείς. 'Αλμ.» « Μαργκότ. Πες Ilou. Την υπόλοιπη εκείνη μ. Κοιμ. πες μ.α αν θέλεις.έρι.ένο ΤΟι) χαμ. σαν μ. «Πάλι αυτή η παραίσθηση! » σκέφτηκε στενοχωρη­ μ. Την άπιξε φεuγαλέα και κατάλαβε πως ήταν γυμ.ος ή­ ταν σκοτεινός. παρά μ.ια μ. για το πρωινό ΤΟι) πέρασμ.ου.ωσε πιο πολίι και του έδωσε ένα χα­ στοίικι. Βλέποντας το λυπημ.άλωσε τότε.όνη λίιση.. Δεν uπήρχε τίποτα πια. έκανε ανασαίνοντας γρή­ γορα.νή.» Ξαφνικά τον πλησίασε. άκουσε κά­ που.εγάλη εξαίρεση .έρα την πέρασε καθισμ.» Έπεσαν ο ένας επάνω στον άλλοψ ο διάδρομ.ά­ σιο. μ.ίιτες των ποδιών της και τον αγκάλιασε. » «Μα.α. είπε εκείνη σιγά. Είναι μ. « Ανοησίες. λες αλήθεια. είναι 7 το πρωί κι έχει έναν ήλιο θαυμ. Είναι νό­ χτα.» ρώτησε. « Ποιος είναι εκεί.α απ' το ένα παράθυρο στο άλλο . « Έκανα την ηλιοθεραπεία IlOu» . οίιτε να παραξενεuτεί που δεν άκουγε ακόμα τα πουλιά. « Δεν καταλαβαίνω.όνο η ά­ γρια ηδονή. Η Μαργκότ τον μ.περτ.. « Αν κι είναι πρωί». Γιατί δεν ξάπλωσες ακό­ μ. της κόστιζε πολό αuτό. Τώρα ο Αλμ.ένος στο σαλόνι να συλλογίζεται την ευτuχία του πρωινοίι κι αναρωτιόταν πότε θα ξαναρχόταν. «όπως κάθε πρωΙ . σηκώθηκε στις · μ. Κάτι δεν πάει καλά. είπε εκείνη. θίιμ.ποροίισε να ήταν της Μαργκότ. πολίι καθαρά.έσως και ξίιπνησε το μ. άπιξα τους δείχτες. πώς βγήκες εσίι απ' το δω�άτιo. όπως τον παλιό καιρό. Το ρολόι σου έχει χαλάσει.πίνους δεν είχε καιρό να προσέξει την uypιxaiιx του αέρα. για κοίτα. « μ. αν θέλεις..ένος και ξαφνικά κατάλαβε τι ήταν εκείνο που τον είχε 177 . τώρα είναι νίιχτα». Μα. η Μαργκότ ήταν στον κήπο.όγελο.«Τι σuνέβηκε Μαργκότ. έναν ξερό βήχα.εσημ. Ξαφνικά.α ήταν η μ.ισή» . δεν μ.ήθηκε αμ. είναι πρωί.ία και μ. » Δεν ήθελε.

ήταν αυτοΙ οι περΙεργοι θόρυβοι που ακοόει συχνά. Μα από την στιγμ.πίνους εΙχε την εντόπωση πως κάποιος. Ο Ρεξ διασκέδαζε αρκετά και� παρά τα παρακάλια της Μαργκότ να είναι πιο φρόνιμ.πΙνους σκέφτηκε μ.ανησυχήσει την νόχτα .ε το αυτί τεντω­ μ. 178 .περτ� τι είναί αΔUνατo.υαλό. «Ξέρεις»� της είπε μ.ου Mαργκότ»� την ρώτησε όταν γόρισε. Σκυθρώπιασε� έμ.έχρι θανάτου». « Δεν χρειάζεται»� είπε η Μαργκότ.πίνους κι άρχισε να σφυρίζει όπως τα πουλιά. Για μ.ε την Εμ. « Ξoυτ� ξoυτ»� έκανε η Μαργκότ ακουμ. δεν τον άφηνε σε ησυχία. Φώναξε τον κουρέα του χω­ ριοό».ου παραμ. Είσαι βέβαιη.α� 'Aλμ.ένα χείλη του Ρεξ. Η Μαρ­ γκότ� αναγκάστηκε να πει πως ένα πουλί είχε καθίσει στο πεζοόλι του παραθόρου και κελαϊδοόσε.α.. μ. « Τα γένια μ.ερικές μ.ιλία. « AΔUνατoν»� έκανε η Mαργκότ� «είναι εντελώς κουφή και σε φοβάται μ.πινους σκυθρωπά.έτρα απ τον Αλ­ μ.» είπε αμ. « Διώξε τω)� ζήτησε ο 'Αλμ. « Τι πράγμ.α κάποιος δίπλα της χαχάνιζε.ιλία».πώντας το χέρι της στα φουσκωμ.ενε ακίνητος όλη την ημ.ένο σε κάθε άκουσμ. « δεν � υπάρχει κανείς άλλος στο σπίτι εκτός απ την Εμ.ετά. ναι� ναι.εγάλωσαν.πήκε η υποψΙα στο μ.έσως μ.oόρισε� «τίποτα».άλιστα� κάθισε δυο μ.oυρμ.ε ένταση. «Τα γένια σοό πάνε πολι)>>. «Ξέρεις κάτι� Μαργκότ.έρα στην Ιδια θέση� μ. « AΔUνατoν»� είπε αργά. Ο Αλμ.» « Ηλίθιε! » αποκρίθηκε εκείνη λακωνικά.» «A� τίπoτα»� μ.oς� αυτός δεν έδινε προ­ � σοχή. «Πες μ.. Μια φορά μ.ερικά λεπτά ο Αλμ.ή που του μ.έρες αργότερα ο τυφλός� «έχω διάθεση να φλυαρήσω λίγο μ.

Δεν ήταν το γεγονός των χρημάτων ποu τον ανησu­ χοόσε -τα χρήματα ήταν δικά τοu και μποροόσε να τα κάνει ό. το ποσό των χρημάτων ποu έπαιρναν ήταν τερά­ στιο. σuλλογίστηκε ο Πωλ. Όμως. � 179 . . η εφημερίδα βρισκόταν στο σπίτι. βιαστικός για το σπίτι. Στο γραφείο. Ανήγγειλε πoΛU προσεκτικά το νέο στην Ελισάβετ. Επίσης. βρήκε τον γιατρό τοu νοσοκομείοu. στα χέρια της. Έτρεξε ι ' αμέσως στο αστuνομικό τμήμα και τελικά. τρεμοuλια­ στές. φλός. μα είχε μείνει τu­ . Η uπογραφή ήταν εντάξει. τοu έ­ δειξε τον λογαριασμό τοu Αλμπίνοuς · και έμεινε έκπλη­ κτος απ' τα τεράστια ποσά ποu εκείνος σήκωνε τον τελεu­ ταίο καιρό. και η Ίρμα δεν uπήρχε πια. «το διαι­ σθάνομαι. γεννιόταν η uποψία της πλαστογραφίας. Δεν είχε προλάβει να το διαβάσει ακόμα. μιας και ο γαμπρός τοu είχε καταθέσεις στην ίδια μ' αuτόν τράπεζα. με το τηλέ­ φωνο.37 Η εφημερίδα Berliner Zeitung είχε μια σόντομη περιγραφή τοu δuστuχήματος. τοu έδειξε το άρθρο κι εκείνος. έμαθε από κει την διεuθuνσή τοu στην Ελβετία . Ο Πωλ ήταν φοβερά ανήσu­ χος. tfςpurE.τι θέλει. τι ακριβώς.» Φαντάστηκε τον Αλμπίνοuς. Έπειτα. Tou απήντησε πως ο Αλμπίνοuς ήταν εκτός κινΜνοu. άλλωστε η Ελισάβετ δεν τα είχε ανάγκη . Ο διεuθuντής. εγκαταλειμμένο . Κάποu μέ­ σα τοu αμuδρά. έρημο. με μοναδική σuντΡοφιά την επικίνδuνη ερωμένη τοu. αν και οι καμπόλες των γραμμάτων ήταν κάπως αλλοιωμένες. ανησu­ χώντας για την Ελισάβετ. μέσα στην νόχτα ποu τον τόλιγε.μα το ότι είχε μείνει έτσι αΔUναμoς και εγκαταλειμμένος σ' αuτόν τον ασuνείδητο κόσμο ποu είχε αφήσει να τον περιτριγUΡίζει. ένας σuνά­ δελφος τοu πωλ. αν και ήταν αρ­ κετά περίεργο. ένας παλιός φίλ�ς. Τα νοόμεΡα όμως στα ποσά ήταν γραμμένα διαφο­ ρετικά: χαρακτήρας ανδρικός και πληθωρικός. Πέρασαν λίγες μέρες. «Κάτι γίνεται εδώ». Λες και βιαζόταν ή βιαζόντοuσαν να εξαντλήσοuν τον λογαριασμό.

38 Την επoμένη� ο Πωλ έφuγε για την Ελβετία. . . Ανάμεσα στα σαρκωμένα χείλια τοΙ) κρα­ τούσε ένα μακρύ κλαράκι. Με σταuρωμένες τις τριχωτές 1 80 . « Ίσως το ταξίδι μοΙ) να είναι ανώφελω). . Δεν πρόσεξε ωστόσο το ταξί τοι) Πωλ' στο ταχuδρομείο όμως της είπαν πως ένας χοντρός κύριος είχε έρθει να ζητήσει πληροφορίες για τον Αλμπίνοuς και πως είχε φύγει αμέσως για το σπίτι τοuς.» την ρώτησε. Τέλος πάντων � θα μιλήσω με τον γιατρό. Ο Πωλ ξεκίνησε αμέσως. » Εκείνο το πpωί� η Μαργκότ είχε κατέβει με την Εμιλία στο χωριό. .Ένα απόγεuμα� γuρίζoντας στο σπίτι� βρήκε την Ελισάβετ να ετοιμάζει μια βαλίτσα. Παράξενo� έμοιαζε πολύ χαρούμενη. Από τις καθημερινές ηλιoθεραπείες� το γεροδεμένο κορμί τοu� όποΙ) πάνω στο στήθος τοΙ) οι τρCχες σχημάτι­ � ζαν έναν αετό μ ανοιγμένα φτερά� είχε πάρει ένα σκούρο καφετί χρώμα. «Θα πας ποuθενά. Ήξερε ποια ή­ ταν η ανιΨιά� τον παραξένεψε όμως η παΡοuσ(α τοΙ) για­ τρού. . Στην Μπρογκό πήρε ένα ταξί και σε μια ώρα περίποΙ) έφτασε στο χωριό όποΙ) έμενε ο Αλμπ ίνοuς. Αuτό έδειχνε πως ο Αλμπίνοuς είχε περισσότερη φροντίδα απ � ό�τι uπέθετε.» « Εσύ θα πας))� τοΙ) απάντησε ήρεμα. « Τι σuμβαίνει. . ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί.ο για να πάει στο σπίτι και πρόσθεσε πως ο Αλμπίνοuς ζούσε εκεί με την ανιψιά τοΙ) κι έναν γιατρό. . Σταμάτησε στο ταχu­ δρομείο. σκεφτόταν. Ο φτωχός. Eκεί� η uπάλληλος� μία νέα κoπέλα� αρκετά φλύαρη� ΤΟι) έδειξε τον δρόμ. Μα τώρα ποΙ) ήρθα ως εδώ . τι τσακισμένη ζωή. Στο διάστημα αuτό� μέσα στο μικρό σαλόνι� όποΙ) ο � ήλιος έμπαινε απ την τζαμόπορτα της βεpάντας� ο Αλ­ μπίνοuς και ο Ρεξ κάθονταν ο ένας απέναντι στον άλλο. Ο � Ρεξ καθόταν ολότελα γuμνός σ ένα πτuσσόμενο σκαμνά­ κι. . « Ίσως να νιώθει απόλuτα ικανοποιημένος.

έναν χοντρό άντρα με.ρη χάρη στο παιχνίδι» . τον Αλμπίνοuς.φτίζονταν στο πρόσωπό τοu. κι ε. Ο Ρε. μια πόζα σαν τον «σκε.ν έκανε. τα μάτια τοu.uταία δε. ο τuφλός γόρισε.ντατικά. απότομα το κε. σε. 'Αξαφνα. να μην μιλήσε. κασκέτο. την μάταιη κίνηση. να στέκε.λοόσε.δαστικό. Ο τuφλός φοροόσε. Το όνομά σοΙ) ε. Ο άλλος. Τότε. «Μα φuσικά. αγωνιώδη ένταση.ι έκπλη­ κτος.κε.ράστιο μάτι. Ο Αλμπίνοuς αναστέναξε. ποΙ) μόλις ε.ξ το γνώριζε. την πόρτα και μπήκε. άλλο τίποτα απ' το ν' αφοuγκράζε. παρακολοuθοUσε.ίνος κι απ' την τζαμόπορτα αντιλήφθηκε.γαΛUτε.ι το χέρι προς τα κατσοuφιασμένα φρόδια τοu. είπε. Ο Ρε. ατάραχος έχοντας ακό181 . πώς οι σκέψε.ρωό (σε. έσκuψε. «ίσως να έδιναν με.λε. ποΙ) την ξαναμμένη τοΙ) φάτσα την γνώρισε. μια φαρδιά γκρίζα φανε.ς και αuτό το πρό­ σωπο να ε. άνοιξε.λαφρά στο μέτωπο με.ίλη και ο Αλμπίνοuς ξανάκανε.ται.κε.ίνος ε. σ' ένα τε.ξ».ι και τοΙ) έκανε.φάλι ακοuμπισμένο στον καρπό τοΙ) χε.ταμορφωθε.ι να σηκώνε. ο Ρε.ξ τοό γαργάλησε.. Ο Ρε. αμέ­ ($ως. αρχίσε. με. γνωρίζω.ι. ο Πώλ ανασαίνοντας βαριά και κοιτάζοντας τον ολό­ ΓUμνo άνθρωπο ποΙ) χαμογε. νόη­ μα πως σ' ένα λε. ακίνητος με.να κι έδιωξε. έξω να στον σuναντησε.λένια ρόμπα και το αξόριστο πρόσωπό τοΙ) μαρτuροUσε.ινε.πίσης έμοιαζε. κι ε.ις τοΙ) άντρα καθρε. ε.ξ τοό έγνε. « Μία Μο δοκιμασ ω ό­ λε. παράξε.ί απ' την ημέρα ποΙ) έχασε.ψε.ξ στράφηκε. πάλι τα χε.ς τοΙ) και το κε.ράντα και να κοιτάζε.γάμπε. και παρακολοuθοUσε.πτό θα έβγαινε.νο» τοΙ) Ροντέν).ι -τε. το λοu­ λοuδάκι τοΙ) κλαρ ω ό ποΙ) κρατοόσε.φάλι τοΙ) προς το μέρος της πόρτας. στο δωμάτιο.ς» . έμε. λίγο πριν στο στόμα τοu. την αόρατη μόγα. σαν να τον κοίταζε.ίναι Ρε. Ήταν πραγμα­ τικά πολό διασκε. ένα μαλακό χτόπημα στο γόνατό τοΙ) και ο Αλμπίνοuς. Πρoσπ�θoόσε. Ο Ρε. λε.πτόμε.ίχε. αργά προς το μέρος τοΙ) και τον άπιξε. ν' ακοόε.ται στην βε. Έδωσε. ποΙ) ε. σκέφτηκε.ξ. το χέρι σηκωμένο.ίχε. όμως.

μα το δάχτ\)λο ακο\)μπισμένο στο στόμα. τα χάλασες όλα» . ο Ρεξ ζάρωσε δΙπλα στον άσπρο τοίχο και μορψάζοντας θλιμμένα. Κρέ­ μεται μέσα σ' εκείνη την ντο\)λάπα». Ο Αλμπίνο\)ς. καταλαβαίνω όλα. σε ικετεΙΙω. Πάμε. δεν πειράζει πο\) είσαι με τις παντόψλες. Ο Πωλ όρμησε ξανά επάνω το\). Κάτω έχω α\)τοκΙνητο.και άξαψνα σ\)νέβη κάτι καταπληκτικό: Σαν τον Αδάμ όστερα απ' το αμάρτημα. Ήταν ο Αλμπίνο\)ς . Εκείνη την στιγ�' . μα εκεΙνος του ξέ­ ψ\)γε κι ανέβηκε την σκάλα. το\) κατάψερε ορμητικά μια γερή μπαστο\)νιά στο κεψάλι. τώρα τα. Ο Αλμπίνο\)ς βρήκε α\)τό πο\) ήθελε στην τσέπη το\) παλτοό το\) και σταμάτησε να ψωνάζει. Το κοκκΙνι­ σμα της πληγής το\) έμοιαζε να 'χει απλωθεΙ σ' όλο το\) το μέτωπο. πες μο\) πως εΙμαι μόνος. ((Βγά­ λε την ρόμπα και ψόρεσε το παλτό σο\). «Πωλ» . ((Το κίτρινο. να πηδά και να βγάζει άναρθρες κρα\)γές πο\) ανάμεσά το\)ς ξεχώρισαν σι­ γά σιγά τα λόγια.» ρώτησε ο Πωλ προσπαθώντας ν' ανα­ πνεΙΙσει. « Πωλ. Δώσ' μο\) το γρήγορα. Πωλ. πο\) ποτέ στην ζωή το\) δεν εΙχε χτ\)πήσει ζωντανό πλά­ σμα. Το πρώτο 1 82 . Δώσε γρήγορα το παλτό μο\). κάπο ως έπεσε επάνω a1iOV Πωλ. Ο Ρέξ πισωπάτησε -στο πρόσωπό το\) \)πήρχε ακόμα το ιλαρό το\) χαμόγελο. ((Κρίμα. ο ψιλήσ\)χος Πωλ.Ι. Πάμε να ψόγο\)­ με. είπε ο Πωλ. πάρε το καπέλο μο\). Ο Πωλ έπιασε το μπαστοόνι του τ\)ψλοό και κυνή­ γησε τον Ρεξ. Πωλ. έκανε ο Ρεξ. ((Πωλ. Άσε μο\) α\)τό το πρες παπιΙ Έλα. ((Θα σε πάρω από δω αμέσως» . Α\)τός ο άνθρωπος είναι στην Αμερική. ψώναζε. Ξαψνικά άρχισε να μο\)γκρΙζει.ψώναζε και κο\)νοόσε το πρες παπιέ πο\) είχε στο γραψείο το\). Ο άλλος στράψηκε και τέντωσε τα χέρια το\) για να προψ\)λαχτεί. 'Άλμπερτ. μα ο Πωλ. είμαι μόνος εδώ. είχε σηκωθεΙ. έκρ\)Φε την γόμνια το\) με την παλάμη το\). Δεν εΙναι εδώ. κι άρχισε ν ' ανεβαίνει την σκάλα. στο μεταξύ. Είμαι τελεΙως τ\)ψλός» . θα σε βοηθήσω.

Μήπως είναι εδώ. έκανε ο Αλμπίνους. ηρέμησε. «Περίμενε λίγο» . Ο σωφέρ έτρεξε λαχανιασμένος. δεν είναι κανείς εδώ. Σ' ένα λεπτό θα είναι πίσω. Έτρεξε πίσω τους και τους φώναξε.» « Όχι. Τον έβαλαν στ' αμάξι. Δεν θα κρατήσει περισσότερο από ένα λεπτό» . Ήταν φρεσκοξυρισμένος και φοροόσε σκοόρα γυα­ λιά· στο χλωμό του μέτωπο υπήρχε μια ουλή: Το παρά­ ξενο μωβ κοστοόμι που φοροόσε φαινόταν να πλέει επάνω του. η Ελισάβετ έλαβε ένα τηλεγράφημα και την Τετάρτη. δεν υπάρχει παρά μόν ' αυτός ο γυμνός άνθρωπος. Μα ο Πωλ τον έσπρωξε στον κήπο κι άρχισε να κάνει νοήματα και να φωνάζει τcν σωφέρ. μα ύστερα από μερικά λιπτά.που πρέπει να γίνει. στις οχτώ το βράδυ. ο Αλμπίνους έπεσε ξαφνικά ανάσκελα. Πρέπει να της μιλή­ σω. Η πόρτα άνοιξε και ο Πωλ έφερε μέσα τον άντρα της. λιπόθυμος. Έλα. έκανε ο Αλμπίνους. που μας κοιτάζει απ ' το παράθυρο. Πρέπει να φόγουμε. 'Αρχισαν να κατεβαίνουν το . Μήπως yuptat. αν την δεις στον δρόμο να μου το πεις. μα το αυτοκίνητο έκανε πίσω. Πωλ. ξεκίνησε απότομα και χάθηκε στην στροφή. Η μία του παντόφλα έμεινε στο μονοπάτι. άκουσε απ' τον διάδρο­ μο την φωνή του Πωλ και τον χτόπο ενός μπαστουνιοό. «πρέπει πρώ­ τα να της μιλήσω. μονοπάτι. λίγο έλειψε να την πατήσει κι έ­ πειτα. Εκείνη την στιγμή έφτασε ένα άλλο ταξί κι η Μαργκότ πήδηξε έξω. 183 . είναι να φόγεις απ' αυτό το φριχτό σπίτι». πάρα πολό κοντά» . επανέλαβε ο Αλμπίνους. Επιμένω Πωλ. πάμε!» « Εντάξει. 39 Την Τρίτη. πες μου. «Από κοντά. «Μόνο. 'Αλμπερτ. «Πρέπει να της μιλήσω». Από πoΛU κοντά. Άλμπερτ. Για όνομα του Θεοό. έρχομαι» .

Η Ελισάβετ παραξενεότηκε κι η ίδια ποΙ) είχε τόσο ε6κολα διακόφει την άγια ησuχία αuτοό τοΙ) δωμ. βοηθώντας τον να διασχίσει το δωμ.πορο6σε να σuνηθίσει να κοιτάζει τον άντρα της.ενε σιωπηλός.ένων θανάτων -βρισκόταν στην βαθιά τσέπη τοΙ) πανωψοριοό του.πόν τοΙ) σε μ.πuκνωμ. Το βαρ6 μ. δεν θα χρειαζόταν πολλή ώρα για να την βρει μ.πίνοuς δεν μ.ην ή­ ταν μ.ατίοu. . « Πάμ.ε να πλόνοuμ.ί της μ. να την αρπάξει γερά και ν' αδειάσει το αuτόμ. (Και πραγμ.εινε σιωπηλός. Ο Πωλ αρνιό­ ταν επίμ.άτιο.ετά και επί τρεις μ.ένως.ενο -θησαuροψuλάκιο εψτά σuμ.ε σψαίρες). Έπειτα κάθισαν κι οι τρεις στην τραπεζαρία κι άρχι­ σαν να τρώνε.ένο στην μ. Tou έδωσαν το δωμ.άτια.οός.ας.ένοuς λuγμ. Νόμ. Κατ' αρχήν.μ.ιλοόσε καθόλοu. γψίζοντας το κορμ. Ο Πωλ μ.όνο τuψλός. αλλά και βοuβός.αντίλι της στο στόμ. Έψτασε στο Βε­ ρολίνο χωρίς να πει λέξη.πίνοuς παρέμ.α της. Ο Αλμ. είπε ijauxιx ο Πωλ.ιζε πως εκείνος θα ένιωθε το βλέμ.ατο όπλο τοΙ) στα πλεuρά της. ομ.α στην Ελβετία.αόρο αντικείμ.ας» .έσα σ' αuτά τα σκοτάδια.ιζε έναν ήρψο οίκτο.ονα να εισακο6σει αuτήν την παράκληση και έ­ κτοτε ο Αλμ.ια ψορά) σαν να μ.ιλοόσε στον Αλμ. εκλι­ παροόσε αδιάκοπα τον Πωλ να ψέρει την Μαργκότ να την δει ' ορκιζόταν πως αuτή η τελεuταία τοuς σuνάντηση δεν θα κρατοόσε περισσότερο από ένα λεπτό. Η θλιβερή επισημ. όταν βρίσκονταν ακόμ. είπε ο Πωλ.μ.εΡιά ποΙ) άκοuγε τοuς πνιγμ. γι' αuτόν τον πα­ ράξενο σιωπηλό επισκέπτη' ΠΟι) άλλαξε και τακτοποίησε έτσι όλα ΤΟι) τα έπιπλα προκειμ. τuλιγμ.ένοΙ) να βολέφει τις ανά­ γκες τοΙ) τυψλού άντρα.πίνοuς uποκλίθηκε σιωπηλά προς την μ. έτσι ποΙ) η Ελισάβετ δεν άκοuσε πο­ τέ την φωνή το!) (εκτός ίσως από μ.ατι­ κά. σψίποντας το μ.εταξωτή θήκη.ότητα των αργών τοΙ) κινή­ σεων την γέμ.άτιο της Ίρμ.ε τα χέρια μ.έ­ ρες έμ. Η Ελισάβετ δεν μ. Η Ελισάβετ άρχισε να κλαίει. 1 84 . Ο Αλμ.ικρά κομ.((Τον έψερα». ποΙ) είχε πια σuνηθίσει.ο­ λογοuμ.πίνοuς όπως σ' ένα παιδί και τοΙ) έκοβε το ζαμ. στο σπίτι μ.α.

η uπηρέτρια βρισκόταν στα πίσω δω­ μάτια και η Ελισάβετ. ΤΟι) φαινόταν ένα είδος μαγικοό σουσάμι ΠΟι) -ήταν aCyoupoc. κατάφερε να το κρόψει σ ' ένα έπιπλο με σuρτάρια. αλλά δεν είχε γίνει κανένα σχόλιο. κοντά στο κρεβάτι 'tou. Η πραγματική ζωή. το πρωί. Και εξακολοuθοuσε να μην βγάζει λέξη.ήταν το (οιο αμuδρά κι απόμακρα με την ανάμνηση ΠΟι) κρατοόσε γι' αuτήν: μια ανάμνηση βοuβή. Η αίσθηση αuτοό ΤΟι) κλειδιοό στην παλάμη ΤΟι) και το απειΡοελάχιστο βάρος ΤΟι) στην τσέπη τοu. το ανάλαφρο βήμα της. ελαφριά αρωματισμένη με κολώνια -αuτό ήταν όλο.μια μέρα θα άνοιγε μια πόρτα στο σκοτάδι τοu.' Το τη­ λέφωνο χτuποuσε τώρα κι αρκετή ώρα στο γραφείο. Οότε ένα σημάδι μέσα σ' αuτά τα σκοτάδια.. αuτή η ζωή ΠΟι) έπρεπε να σταματήσει αμέσως. Την ημέ­ ρα φόλαγε το κλειδί στην τσέπη ΤΟι) και την νόχτα το έβα­ ζε κάτω απ' το μαξιλάρι 'tou. έβλεπε μπροστά ΤΟι) μ' εξαιρετική σαφήνεια. γι' αuτό. μέσα σε μια φοβερή αγωνία ανuπομονησίας. σαν έφτασε στο σπίτι. Για ποό. δεν είχε σηκωθεί ακόμα. την Μαργκότ και τον Ρεξ -και τοuς δόο ελαφροός κι εuκίνητοuς. κι αuτό τού θύμισε τον τρόπο ΠΟι) θα μποροόσε να ζητήσει πληροφορίες.'Ύστερα. βρισκόταν κάποΙ) αλλοό -ποό. Ο Πωλ είχε μό­ λις φόγει για την αστuνομία (uπήρχαν πράγματα ΠΟι) ήθε­ λε να ξεκαθαρίσει). Άγνωστο. Touc. ΠΟι) 'χε μείνει άuπνη όλη την νό­ χτα. έτuχε ο Αλμπίνοuς να βρίσκεται μόνος στο σπίτι. Πέρασαν τρεις μέρες. το ψιθόρισμά της -είχε αρχίσει να μιλά σιγά στον Πωλ και στοuς uπηρέτες. Η παροuσία της Ελισάβετ. Την τέταρτη. άρχισε να περιπλανιέται στο σπίτι ψηλαφίζοντας τα έπιπλα και τις πόρτες.να μαζεuοuν τα πράγματά τοuς μετά την αναχώρησή τοu: έβλεπε την Μαργκότ ν ' αγκαλιάζει σφι­ χτά τον Ρεξ ανάμεσα απ' τ' ανοιχτά πακέτα κι έπειτα να ςpEUYouv. σαν να uπήρχε κάποιος άρρωστος στο σπίτι.. μα για πού. με αστραφΤεΡά μάτια και πε­ λώρια άκρα. να μάθει: κ�πoιoς θα ήξερε να τοι) πει αν Ο 1 85 . Ο Αλμπίνοuς. Μια δuο φορές τον είχαν δει ΠΟι) κάτι aτptςpoyupyouaE στα χέρια 'tou.

Κάτι δροσερό τοό έβρεξε το μ.πο­ ροόσε να θuμ..ά σας. κάνοντας μ.αρμ.πίνοuς.βάνοντας: « Όλά έχοuν κανονιστεί». ψηλαφιστά.βαίνει. επανέλαβε ο Αλ­ μ.ενα: «Εσείς είστε. ναι.ηθεί κανέναν αριθμ. Η φωνή (δίστασε ξαφνικά) και μ.» « Ότι όλα έχοuν κανονιστεί».πίνοuς. όσο να 'ναι. έ­ κρινα πως ήταν καθήκον fLou . ξεκλείδωσε το ιε­ ρό σuρτάρι.πει στο διαμ.παστοόνι τοu.είπε ο Αλμ...α.... Προχώρησε κρατημ. Σκέ­ φτηκα λοιπόν πως θα τον πρόφταινα στο σπίτι. λες κι είχε πάρει κοκαίνη.α εξακολοuθοuσε επίμ. « Ε.ήπως έχετε δώσει εντο­ λή .όλε εr. δεν ξέρω όμ..ώ. Κατάφερε να ruplaEL στο δωμ. έπειτα.Ρεξ είχε ruplaEL στο Βερολίνο. αλλά δεν είχε φτάσει ακόμ.ε την άκρη των ποδιών τοu κι αφήνοντας το χέρι τοu να γλιστράει πάνω στο κάγκελο της σκάλας. Μόλις τηλεφώνησα στο γραφείο τοu xuplou Χόχενβαρτ. » « Όλα έχοuν κανονιστεί».ατά της και .» « Ναι. . αόριστα γνωστή. Αλλά αuτό τοό έ­ παιρνε πολλή ώρα και δεν σuνέχισε. εσείς ποιος είστε. ίσως όλα να κανονίστηκαν μ. Ο Αλμ. Παρ' όλα αuτά..ονα.» ρώτησε ο Αλμ.ό.πίνοuς κινών­ τας μ. βγήκε στο χωλ.ένα. κόριε Αλμ. ζήτησε τον κό­ ριο Χόχενβαρτ -τον Πωλ δηλαδή. απάντησε ο Αλμ.πίνοuς. θέλησε να βρει το καπέλο και το μ.α..άτιο.ως μ. δεν μ..πίνοuς κατάφερε να βρει το τραπέζι και σήκωσε το ακοuστικό . Η δεσποινίς Πέτερς ήρθε να ζητήσει τα πράγμ.ε κόπο τα χείλη τοu ποu τοu φαίνονταν μ.πίνοuς.οντας. Και ήξερε πως θα τοu ήταν αΔUνατo να προφέρει εκείνο το όνομ.πίνοuς!» «Μα τι σuμ.έτωπο : έβρεχε.. 1 86 . .έρισμ. «Τι είπατε.α. Το κοuδοUνισμ. την άφησα να μ.» « Σόφερμ. Μια φωνή. όσο μ.ετά είπε χαροό­ μ. Τι τόχη να είστε εκεί. βγήκε έξω επαναλαμ.ικρό κι αν ήταν.ια τεράστια προσπάθεια και έκλεισε το τηλέφωνο τρέμ. « Έχει βγει». .αρω­ μ. Ψηλαφώντας βιαστι­ κά τα σκαλοπάτια μ.ένος στο uγρό κάγκελο τοu κήποu. κόριε Αλμ.

Φώναξε με κομμένη φωνή.ΑρισΤεΡά πέρασε ένα τραμ με θόρ\) βο. Μα ο θόρ\) βος απομακρόνθηκε αδιάφο­ ρος. κόριε Αλμπίνο\)ς. Ο Αλμπίνο\) ς κατέβηκε. ίσια». Η πρώτη είναι σίγο\) ρα η Μοτστράσε». ένιωσε να τρέχει κοντά το\) η χαροόμενη φωνή πο\) είχε ακοόσει μπερδεμένα στο τηλέφωνο. «Πληρώστε τον σωφέρ. «Ας μετρώ τις στροφές. ο μακρόσ \) ρτος θόρ\) βος των λάστιχων. έδωσε την διεόθ\)νση. να. . σ\)νεπαρμένος απ' την ιδέα πως κάποιος καθόταν κοντά το\) : Μια στροφή ακόμα. . Σας πα187 . (Κάποιο παράθ\) ρο άνοιξε στον τέταρτο όροφο.» το\) πρότεινε μια ε\)χάριστη γ\)ναικεία φωνή. Η δεσποινίς είναι επάνω . σίγο\) ρα. ΑΜνατο. » « K�λά. «Αuτή θα πρέπει να είναι η Λο\) ίζενπλατς ή η ΠράγκεΡ­ πλατς. καλά» . βρείτε μο\) ένα ταξί!» Για άλλη μια φορά ο θόρ\) βος των λάστιχων πλησία­ σε. μα ήταν πια αργά). «Βοηθήστε με να μπω στο σπίτι». «Τι φτάσαμε κιόλας. . Το\) ΣόφεΡμόλεΡ. «Δώστε μο\) το κλειδί το\) διαμερίσματος. Χρειάζονται ακό­ μα το \)λάχιστον πέντε λεπτά. χαίρομαι πο\) σας ξαναβλέπω. και ενώ το ταξί ξεκινοόσε. έκα'IJε άψ\)χα ο Αλμπίνο\)ς. Θα είναι κανένα στα\) ροδρόμι. τα μάτια μοΙ) είναι . . «Φτάσαμε». . « Ίσια. . «Τι έκπληξη. Ξαφ­ νικά ο Αλμπίνο\) ς έψαξε με μια κuκλική κίνηση το μπρο­ στινό τοίχωμα και το δάπεδο. » Το γόνατό το\) χτόπησε κάτι ασταθές και ηχηρό. έκανε ο Αλ­ μπίνο\)ς. ίσως κάποιο παιδικό ποδήλατο. Κάποιος τον βοήθησε ν ' ανεβεί κι έκλεισε την πόρτα. Μέσα στον αέρα. «Θέλετε να σας βοηθήσω να περάσετε απένταντι. Τώρα θα πρέπει να είναι η ΚάιζεΡαλε». «Εδώ είναι ο αριθμός 56». » Μα η πόρτα άνοιξε. . το\) θuρω­ ροό. ψιθόρισε ο Αλμπίνοuς. «Για όνομα το\) Θεοό.Απελπισμένα προσπάθησε ν' ακοόσει: δεν \)πήρχε ταξΙ Αλλά. Το ταξί σταμάτησε. είπε η φωνή το\) σωφέρ.

πήκε� την έκλεισε πίσω τοu� κι ύστερα ακούμ.ό ανα­ κοόφισης -έκλεισε επιτέλους. .πίνους ζαλίστηκε κά­ � πως. ή μ.pακαλώ� γρήγορα.όνος μ.ο της πόρτας που ανοίγει. «Με είδε))� σκέφτηκε ο Αλμπίνους βγάζοντας το πι­ στόλι απ' την τσέπη του.ιας βαλί­ τσας που κλείνει. Ο Αλμ.ετά ένας ελαφρύς θόρυβος ανθρώπου που κάθεται στις φτέρνες του. Apιστεpά� αpιστεpά� ναι� στο μ.ε το qώμ. Θα το βρω μ.όνος.α χρειάστηκε να κατεβεί ένα σκαλί� είχε υπολογίσει λάθος την διεύθυνση.ε βοηθή­ σετε να .όνος μ. . 188 .πησε πάνω της.ε τραγουδι­ στή φωνή: «Να τα κατεβάσω.. Μα εκείνος ήξερε πως ήταν � μ. «Δεξιότεpα� πoλl) δεξιότεpα))� ψιθύρισε και μ.και συνέχισε μ. )) � Απάνω σ αυτό� η φωνή της φάνηκε να κοuλουριάζε­ ται� κι έγινε σιωπή. Η Μαργκότ άφησε έναν στεναγμ. Tώpα� πηγαΙνετέ μ. � Όχι� όχι� εσείς μ.ε τεντω­ μ. Bγήκε� έκανέ ένα βήμ.άτιo� ΠΟι) δεν είχε παρά μ. .ένα τα χέρια μ.ε την Μαργκότ σ αuτό το δωμ.πί� ξέpω� ξέρω)).είνετε εδώ� θ ανέβω μ.. Έτρεμ. Το ασανσέρ έτριξε σιγά.ία έξοδο .ε ολόκληρος.ε στο ασανσέρ.άλλον καλέστε. Έφτασ ε. -Υπήρχε απόλυτη σιωπή.ε το αριστερό βρήκε ψηλαφώντας το χερούλι της πόρτας. «Θα σας χρειαστώ σ� ένα λεπτό κύριε Σιφεpμ.εινε ακίνητος. ένα βιαστικό τσαλάκωμ.ου το κoυμ.ύλεp))� ακοόστηκε η καθαρή φωνή της Μαργκότ.αuτήν ΠΟι) κάλυπτε μ.πίνοuς κρατούσε το όπλο μ.ικρό τριγωνικό σα­ λονάκι.α του.α και βρέθηκε στο κενό -όχι ακριβώς στο κενό� μ. Για ένα λεπτό έμ. Βρήκε την κλειδαριά: έβαλε το κλειδί� γύρισε κι ακούστηκε το γνω­ στό τρίξιμ..α χαpτιoύ� μ.προστά έφτασε στην πόρτα.. « Θα μ. )) Η φωνή κόπηκε. μ.ε το δεξί ΤΟι) χέpι� μ. . Ο Αλμ. Το δάπεδο κάτω απ τα πόδια του χοροπηδούσε. Apιστεpά� στο σαλόνι� άκουσε τον θόρυβο μ.

Να τραβήξει. Άξαφνα. βρήκε ένα ζωντανό σημάδι. ακούστηκε ένα αμuδρό τρίξιμο. Τέντωσε το χέρι τοu και άρχισε να προχωρεί με το πιστόλι μπpoστά� προσπαθώντας να πιάσει κάποιον ενδει­ κτικό θόΡuβο. προχώρησε. Τότε σιγά. Αφού εμπόδισε την έξoδo� αισθάνθηκε σίγοuρος και ξανά� μέσα στο σκοτάδι. Αισθανόταν ότι η Μαργκότ βρισκόταν κά­ ποu κοντά στις μινιατούρες: από κει ερχόταν μια ελαφριά πνoή� νοτισμένη με το άρωμα ποu λεγόταν L ' heure bleu· σ' εκείνη την γωνιά� κάτι σιγότριζε� σαν την θερινή � αύρα πάνω απ την άμμο. θα ήταν θεσπέσιο! Θα τοu έδινε έναν τέλειο στόχο! Αλλά αν ξεγλιστρούσε πίσω τοu και πήγαινε προς την έξοδο. Έπρεπε να την πλησιάσει περισσότερο. προσέχοντας να μην κάνει κανένα θόρuβο για να μπορεί να ελέγχει κάθε ήχο. Nαι� τώρα βρισκόταν πιο αριστερά. σπρώχνοντας έτσι κατά την γωνία το αόρατο θύμα. Την έσπρωξε με το πόδι τοu και auvixtae. η έλλειψη κάθε θορύβοu τον είχε ανησuχήσει� αλλά τώρα μπορούσε να αισθάνεται την παροuσία της με μεγάλη καθαρότητα. γιατι το σώμα τοu� αν και ακίνητο.Μπορούσε να δει το δωμάτιο καθαρά� σαν να έβλεπε: αρι­ στερά το μικρό ντιβάνι με το ριγωτό κάλuμα μπροστά. Έπεσε πάνω σε κάτι σκληρό και βάλθηκε ν' αναγνωρίσει το εμ­ � πόδtO� χωρίς ν αφήσει ούτε λεπτό το όπλο. άνοιγε το παράθuρο κι άρχιζε να φωνάζει. Α! Αν τα 'χανε. Καλλίτερα να κλείδωνε την πόpτα� σκέφτηκε. Στην αρχή. να προχωρεί διαγωνίως. Όχι� είναι πολύ νωρίς. Δεν ήταν ο θόρuβος 1 89 . έκανε αρκετό θόΡuβο. καθώς πλησίζε. Μια μικρή βαλίτσα. στον τοίχο δεξιά� ένα τραπέζι με μια μικρή χορεύτρια από πpoσελάνη� στην γωνία� δίπλα απ' το παράθuρο� το ντοu­ λάπι με τις πολύτιμες μινιατούρες · στην μέση� ένα άλλο μεγαλύτερο τpαπέζι� πολύ γuαλιστερό και λείο. Έφτασε στο τραπέζι και σταμάτησε: ένιωσε ότι η Μαρ­ γκότ κινιόταν στα κλεφτά προς την άλλη πλεuρά� αλλά δεν μπορούσε να την ακούσει. Μα δεν uπήρχε κλειδΙ Έπιασε την γωνία τοu τραπεζιού και πισωπατώντας πλησίασε προς την πόρτα. κοντά στο παΡάθuΡΟ. έτσι ποu να την έχει ακριβώς πίσω τοu.

Καθώς έπεφτε. λε\)τέρω­ σε το πιστόλι και αισθάνθηκε την κάννη στο πλε\) ρό τοu' ξαφνικά. Πόση εu­ δαιμονία βρίσκεται στο γαλάζιο. Απότομα. αυτό ήταν». σαν τεράστια πάνινη κούκλα. Ο πυροβολισμός έσχισε το σκοτάδι και αμέσως μετά κάτι τον χτύπησε στα πόδια. μια φοβερή φωνή. μια στριγκιά απαίσια φωνή. τον παρέστ:ιρε και για μια στιγμή βρέθηκε μπερδεμένος σε μια καρέκλα που την εί­ χαν πετάξει προς το μέρος τοu. » Καθόταν στο πάτωμα. με το κεφάλι ριγμένο μπρο­ στά. ασαφής εντύπωση: ο θόρuβος αuτής της ίδιας της ζωής της Μαργκότ. πο!) σε λίγο θα κοβόταν. σαν γuναίκας που την γαργαλούν. Έρ­ χεται! Έρχεται! Με πνίγει. « Πρέπει να μείνω ήσuχος για λΙ­ γο κι uστερα να πάω σιγά σιγά στην λασπερή αμμουδιά του πόνοu. Ξαφνικά αισθάνθηκε ένα είδος κενοό στην γωνία μπροστά τοu. έπειτα λύγισε αργά. Δεν μπόρεσε να κρατηθεΙ άλλο και πίεσε την σκανδάλη. Δεν μπορώ ν' ανασάνω . Μετά χαμήλωσε. γαλάζιο κUμα. ένα βουητό στ' α\)τιά το\) κι ένα τρομερό χτύπη­ μα. οότε και τα χτuπήματα της καρδιάς. Πόσο με πονάει. σκέφτηκε ήρεμα. πλη­ σίαζε στα πόδια του. και έπεσ'ε στο πλάι. 1 90 . απλώθηκε .ανάσας... το χέρι που κρατούσε. «Λοιπόν. μα το ξαναβρήκε αμέσως. μια μu­ ρωδιά γλuκού αρώματος τον χτύπησε στα ροuθούνια και ένα κρύο χέρι που προσπαθούσε να το!) αποσπάσει το ό­ πλο.. 'Αρπαξε κάτι το ζωντανό και ξαφνικά. Το τραπέζι -σπρωγμένο. σ' εκείνο το γαλάζιο. το όπλο γλίστρησε απ' τα χέρια τοu. Και τότε θα ερχόταν η ηρεμία. Ποτέ δεν φανταζόμουν πόσο υπέροχα γαλάζιο ήταν το θαλασσΙ Τι ταραγμένη που ήταν η ζωή μο\). Τώρα καταλαβαΙνω τα πάντα. Σκηνικές οδηγίες για την τελεuταΙα σιωπηλή σκηνή: η πόρτα ανοιγμένη διάπλατα. Σκόπεuσε και ξανά η γωνία γέμισε από την ζεστή της παροuσία.. σαν να βρι­ σκόταν στο κρεβάτι τοu. Την ίδια στιγμή αισθάνθηκε μια γρήγορη ανάσα. η απελεuθέρωση απ' τα σκοτάδια τοu. μα μια γενι­ κή.

Η πόρτα του διαδρόμοu ποu οδηγεί στην έξοδο. Δίπλα στον καναπέ με το ριγωτό κάλuμμα. Στο άλλο (μικρό) τραπέζι όπου χρόνια τώρα βρισκόταν μια χορεό­ τρια από πορσελάνη. Το ντουλάπι όποu ιιπήρχαν οι μινιατοόρες. 191 . βρίσκεται μια κομψή βαλίτσα με μια ετικέτα: «Ρουζινά'ρ . άδειο. Ξενοδοχείο Βρετάνια».οόμι και παντόφλες. Η καρέκλα βρίκεται δίπλα στο νεκρό κορμί ενός άντρα με μωβ κουστ.μαζεμένο στα πόδια τοu τραπεζιοό σαν ζuλια­ σμένο κόμα. μαόρο απ' έξω και λειικό εσωτερικά. Το σκεπάζει με το κορμί τοιι.Το χαλί . ΤΟ περί­ στροφο δεν φαίνεται. ιιπάρχει ένα rUVIXLXECO γάντι. είναι κι αιιτή ανοιχτή.