You are on page 1of 78

ΙΕΡΟ ΧΡΗΜΑ

1989-90

ΧΡΗΣΤΟΣ Π. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΑΡΘΡΩΝ

Η αξιοκρατία και η απονομή των θώκων εξουσίας του Περικλή στον
Επιτάφιο

Αρχές, Άρχοντες και τα θεμέλια των Νόμων του Κράτους

Η υπερφυσική δεισιδαιμονία της Πολιτείας

Το Άτομο και η μαζικότητα της κοινωνίας

Συμβιβασμοί, Άτομο και Κοινωνικό Σύνολο

Λαϊκότητα και Λαϊκισμός

Η παρακμή και η Αποκατάσταση της Ελληνικής Δημοκρατίας

Η λειτουργία των κομματικών μηχανισμών στην Αρχαία και στην Νέα
Ελληνική Δημοκρατία
Η πληροφόρηση και ο Διαφωτισμός των Μέσων

Η διαφήμιση του Ανθρώπου και η επιστήμη των Μ.Μ.Ε.

Τα Μέσα του Ατομικού, Πυρηνικού Μηχανισμού

Ατομική-Επιστημονική Μόρφωση και Ηθική

Μεταφυσική πίστη και Επιστήμη

Πνευματική ηγεσία και Αξία Ζωής

Το πνευματικό κίνημα του Διαφωτισμού στην Ελλάδα

Η Αντίσταση του Ελληνικού Λαού και η μη Παράδοση

Το χρέος επικοινωνίας της Τέχνης του Πνευμ.Ανθρώπου

Ο φύλακας του φαινομένου της Τέχνης

Η ιδέα του Ωραίου

Πολιτισμός και Επικοινωνία των λαών μας

Η Φύση και ο Εκπολιτισμός του ανθρώπου

Ύπαρξη και Ποιότητα ζωής

Το αγαθό της ειρήνης και τα κινήματα των λαών μας

Παιδεία-Εκπαίδευση-Κοινωνία

Αυτογνωσία και Αξιοκρατία στην Παιδεία

Κοινωνική αναγνώριση και Επάγγελμα

Νάρκη Πλάτους

Θρησκεία – Τέχνη & Ουτοπία
Η αξιοκρατία και η απονομή των θώκων εξουσίας του Περικλή στον Επιτάφιο

«Στις ιδιωτικές μας διαφορές όλοι είμαστε ίσοι απέναντι στον νόμο, στα αξιώματα όμως προβαλλόμαστε ανάλογα με
τις δυνατότητές μας και την προκοπή μας, χωρίς να εμποδίζεται κανένας από την καταγωγή, τον πλούτο και την
κοινωνική του θέση».

«Περί Κλέους» Επιτάφιος ΑΓΝΩΣΤΩ ΘΕΩ

Η εξασφάλιση της αρμονίας στις σχέσεις Πολιτείας και πολίτη είναι θεμελιώδους σημασίας για την ευδοκίμηση του
δημοκρατικού πολιτεύματος και συμβάλλει σε μεγάλον βαθμό στην καλύτερη λειτουργία του. Τα όργανα, επομένως,
της Πολιτείας έχουν χρέος να ανταποκρίνονται στην αναμφισβήτητη αυτήν πρόταση του Θωκοδίδη επί του
«Επιταφίου» και να θέτουν τις δυνάμεις τους στην υπηρεσία της δημόσιας διοίκησης, τον τομέα που κατ’ εξοχήν
προσφέρει την ευκαιρία στους υπευθύνους να ρυθμίσουν με ιδιαίτερη φροντίδα τα εργασιακά θέματα προς το
συμφέρον του εκάστοτε Κράτους και κοινωνικού συνόλου.
Ενώ, όμως, η ανάγκη αυτή είναι θεωρητικά αδιαμφισβήτητη για άλλην μια φορά, στην πράξη και στην
καθημερινότητα όχι μόνο δεν ικανοποιείται αλλά χλευάζεται με τον χειρότερο τρόπο, σε μιαν προσπάθεια να
καλυφθούν οι ελλείψεις του Κράτους. Η κακοδιοίκηση εκδηλώνεται συνεχώς με αποκλίσεις από την πορεία που η
κάθε Κυβέρνηση έχει χαράξει ως πάγια πολιτική της ενώ η διοίκηση, γενικά, αν και ενεργεί –επιδερμικά,
τουλάχιστον– σύμφωνα με τους νόμους, έχει όμως και μιαν ελευθερία που την αποκτά για λόγους γενικής
σκοπιμότητας και συμφέροντος και η οποία καταντά να συνεπάγεται την υποβάθμιση και όχι την προαγωγή του
κοινωνικού συμφέροντος.
Και ενώ η πραγματική πρόοδος επιτυγχάνεται, ασφαλώς, με την τοποθέτηση του κατάλληλου ανθρώπου σε θέσεις
όπου θα εκτελέσει την θέληση του Κράτους υπηρετώντας τον λαό.
Η ηθική σήψη, ωστόσο, της κοινωνίας μας έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που ο ίδιος ο λαός –παραβιάζοντας την
αρχή της αξιοκρατίας– κάνει μιαν επίδειξη της έλλειψης κοινωνικής ευθύνης που τον διακρίνει και απαιτεί
ουσιαστικά τον παραγκωνισμό του γενικού καλού προς χάρη του ατομικού συμφέροντος.
Αντιλαμβανόμαστε όλοι τι μπορεί να συμβεί σε ένα Κράτος αν οι υπάλληλοί του κατέχονται από ένα πνεύμα
δολιοφθοράς, ανευθυνολογίας, ευθυνοφοβίας, απείθιας και ρουσφετολογίας. Και αυτό ακριβώς είναι που απουσίαζε
από την εποχή και τους κοινωνικούς άρα προβληματισμούς του Περικλή και που ταλανίζει την χώρα μας σήμερα,
αποτέλεσμα της τουρκοκρατίας αλλά και του κλίματος που επικρατεί εδώ και αρκετά χρόνια.
Απαραίτητη, άλλωστε, προϋπόθεση για να πάρει κάποιος πολίτης βαθμό–αξίωμα είναι να έχει τις ικανότητες να
ωφελήσει το σύνολο. Εφόσον ο πολίτης είναι ανάξιος ως άτομο, δεν προκαλεί κακό παρά μόνο σε μικρό κύκλο, γιατί
η ακτίνα δράσεώς του είναι περιορισμένη. Αν όμως είναι βαθμοφόρος, τότε το κακό που θα προκληθεί θα είναι
καθοριστικό. Ενώ όμως η στιβαρότητα που δείχνει η εκάστοτε κυβέρνηση στην άσκηση και στην εφαρμογή των
νόμων αποτελεί εγγύηση για την ειρήνη και την ευημερία, δεν αποτελεί βέβαιο έρεισμα για την θεμελίωσή της.
Η νεοελληνική μικρότητα και ανευθυνότητα, το χαμηλό επίπεδο μόρφωσης, το εκδικητικό πνεύμα καθιστά ανέφικτη
την τήρηση αυστηρής γραμμής σε σχέση με τον τρόπο πρόσληψης στον δημόσιο τομέα, όπου μόνο εκεί μπορεί να
γίνει λόγος για ύπαρξη αξιοκρατίας. Και έτσι παρατηρείται το τραγελαφικό φαινόμενο να μην είναι η ίδια η
κυβέρνηση αυταρχική, χαρακτηρισμός που κυρίως αποδίδεται σε αυτήν όταν πρέπει, αλλά ο λαός να επιβάλλει τις
προσωπικές του Ιδέες χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι παρενέργειες που ακολουθούν την πελατειακή σχέση που
καθιερώθηκε από τον 19ο αιώνα μεταξύ των κομμάτων και των ψηφοφόρων τους.
Είναι γνωστό, επιπλέον, πως ο προβληματισμός που δημιουργείται αυθόρμητα στα ανώτερα πολιτικά, κοινωνικά,
πνευματικά και πολιτισμικά κλιμάκια της ελληνικής δημόσιας ζωής δεν επεκτείνεται και στα ευρύτερα στρώματα του
λαού ούτε συμπεριλαμβάνει όλες τις κατηγορίες και αποχρώσεις, με αποτέλεσμα η υϊοθέτηση αυτών των θέσεων να
οδηγεί στην λήψη αποφάσεων κατά κανόνα πρόχειρων και βιαστικών. Και όμως, παρά τις δυσμενείς αυτές
επιπτώσεις, η κοινή γνώμη δεν έχει μέχρι στιγμής εφαρμόσει αυτό που αναντίρρητα έχει συνειδητοποιήσει με την
πάροδο τόσων χρόνων και την στειρότητα της τακτικής που ακολουθείται, ίσως επειδή δεν την βοήθησαν σε αυτό
αρκετά οι αρμόδιοι.
Το πιο σωστό θα ήταν να ενθαρρυνθεί και να ενισχυθεί με πρωτοβουλίες και κατάλληλα μέσα η υποτυπώδης
λειτουργία της αξιοκρατίας και να κατορθώσει να ξεπεράσει τα συμπλέγματα που την εμποδίζουν να ακολουθήσει
την σωστή κατεύθυνση. Ο χαρακτήρας και η νοοτροπία των Ελλήνων είναι διαμορφωμένη με τέτοιον τρόπο ώστε να
δυσκολεύονται να σκεφτούν, να συζητήσουν και να αποφασίσουν πάνω σε σπουδαία θέματα με σοβαρότητα,
ψυχραιμία και αίσθημα ευθύνης και αμεροληψίας. Αυτό το γεγονός αν μπορέσει να μειωθεί, θα βοηθήσει να
εγκαταλειφθεί η προχειρότητα και η αδιαφορία, το πνεύμα του νεποτισμού και «ωχαδερφισμού» και θα συντελέσει
στην ενθάρρυνση της ανοχής και της αμεροληψίας.
Τα δεδομένα που δεσμεύουν έμμεσα και συγκαλυμμένα την ανεξαρτησία των δημοσίων υπαλλήλων είναι το
ιδεολογικό, παραμορφωμένο πλαίσιο και η γενικότερη ασταθής φιλοσοφία και ο προσανατολισμός που έχει ασπαστεί
η χώρα, απόρροια των οποίων είναι η κοινωνική και πολιτική οργάνωσή της. Επίσης, το συγκεκριμένο διοικητικό
σύστημα που καθιερώνεται από το Σύνταγμα και τους Νόμους, που μπορεί καμιά φορά να είναι συνέπεια των
κομματικών αναγκών και των οικονομικών εκείνων συμφερόντων που επηρεάζουν και στηρίζουν την πλειοψηφία
των νομοθετικών σωμάτων. Ακόμα, οι κομματικοί παράγοντες κυβέρνησης και αντιπολίτευσης που πιέζουν τους
υπαλλήλους για την προώθηση ή επίλυση θεμάτων των ψηφοφόρων τους αλλά και συναδέλφους τους σε στρατηγικά
πόστα για διορισμούς –η κυβέρνηση, μέσα στο δίλημμα των πιέσεων που δέχεται από την βάση της για
αποκατάσταση των διωγμών της προηγούμενης και υπό την απειλή του ελέγχου της αντιπολίτευσης που και αυτή
κάθε φορά στηρίζεται σε αυτό της το δικαίωμα και ασκεί πιέσεις για ανάλογους διορισμούς με αντάλλαγμα την μη
καταγγελία του «πογκρόμ» απολύσεων.
Τελικά, μόνοι κερδισμένοι είναι οι ηγέτες και οι υψηλά ιστάμενοι των κομμάτων που σε κάθε περίπτωση είναι
ελεύθεροι να κερδίζουν την εκτίμηση που κάθε 4 χρόνια χάνει απολυμένος ο απλός πολίτης. Και μάλιστα, την στιγμή
που ο λαός υποβάλλεται σε θυσίες οικονομικές και έχει την θεμιτή και αθέμιτη συγχρόνως απαίτηση να
εξυπηρετείται.
Η ανεπάρκεια, ωστόσο, της διοικητικής μηχανής αποτελεί μόνιμη κατάσταση που δημιουργήθηκε με την γέννηση
του νέου ελληνικού κράτους και συνεχίστηκε αδιάκοπα μέχρι τις μέρες μας. Το πνεύμα της ευνοιοκρατίας προώθησε
προς τις μεγάλες και κατώτερες διοικητικές θέσεις ακατάλληλα στελέχη και έφερε στο φως τους μεσάζοντες, τους
κομματάρχες και τους καλοθελητές που στελέχωσαν την δημόσια διοίκηση –μέσω ευνοιοκρατικών κριτηρίων– με
άτομα μη μορφωμένα και χωρίς δημιουργικό πνεύμα. Τέλος, δεν γίνεται επαρκής ανανέωση και συντηρούνται οι
ξεπερασμένες μέθοδοι και συνήθειες που δεν ευνοούν την προσαρμογή στις νέες συνθήκες.
Απαραίτητη, λοιπόν, είναι η προσέλευση ατόμων με ευφυΐα, ενεργητικότητα, εκπαίδευση και προσόντα υψηλής
στάθμης. Τα πρόσωπα αυτά πρέπει να είναι νεαρής ηλικίας, με υψηλό ηθικό και ειδικευμένα, συγχρόνως με την
προσεκτική μετάταξη υπαλλήλων από την μία υπηρεσία στην άλλην. Στην πρώτη γραμμή, ωστόσο, είναι και η
κατάργηση των πολιτικών παρεμβάσεων, η καθιέρωση ακράδαντων κριτηρίων, η αυστηρή επιλογή, η αναμόρφωση
του συστήματος προαγωγών και η αξιοποίηση ανάλογα με τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα του καθενός.

*

Σε τελευταία ανάλυση, όμως, είναι ανάγκη να συνειδητοποιηθεί από τους υπεύθυνους ηγέτες ότι η μοίρα μιας
κοινωνίας προσδιορίζεται από την ικανότητά τους να αξιοποιούν εύστοχα το υλικό που διαθέτουν, ομονοιασμένοι
και μετά από διάλογο –και από την ικανότητα της κοινής γνώμης να στηρίζει οποιαδήποτε τέτοια δράση και να μην
την τορπιλίζει.
Οπωσδήποτε, όμως, για να πραγματοποιηθεί αυτό το δυσχερές αλλά όχι ανέφικτο όραμα και για να
δραστηριοποιηθεί η σιωπηρή πλειοψηφία του λαού, είναι επιβεβλημένη η βελτίωση της εικόνας των κοινών, των
πολιτικών διεργασιών προς τα έξω αλλά και η εξαφάνιση της αναξιοπιστίας των ταγών της κοινωνίας, ώστε να
πειστεί αυτή να τους ακολουθήσει σε όποια πρωτοποριακή ενέργεια, στην οποία ο λαός δεν ήταν συνηθισμένος.

Αρχές, Άρχοντες και τα θεμέλια των Νόμων του Κράτους

Η οργανωμένη κοινωνία προσφέρει την σημερινή εποχή στον άνθρωπο χιλιάδες αγαθά, τα οποία όμως για να τα
απολαύσει ο ίδιος πραγματικά –δημιουργούν την ανάγκη της συμβίωσης.
Ο άνθρωπος χρειάζεται τους άλλους ανθρώπους, ζει μέσα στην κοινωνική ομάδα, απολαμβάνει της προστασίας, της
ασφάλειας, της μόρφωσης, της συντροφιάς που αυτή του παρέχει, είναι όμως υποχρεωμένος να εκπληρώνει
ορισμένες υποχρεώσεις και καθήκοντα.
Ωστόσο, η εποχή μας, εποχή του ατόμου και του ατομιστού, έχει απομακρύνει πολλές κοινωνικές αρετές και ο
καθένας κατανοεί την έλλειψη κοινωνικής αγωγής και αισθήματος κοινωνικής ευθύνης.
Από την στιγμή που ο άνθρωπος διαπίστωσε την αναγκαιότητα της κοινωνικής ζωής και συγκρότησε τις πρώτες
κοινωνίες έθεσε στον εαυτό του και στους άλλους ορισμένους απαράβατους κανόνες, τους νόμους, οι οποίοι θα
συντελούσαν στην αρμονία και ισορροπία του κοινωνικού συνόλου.
Γιατί, πραγματικά, οι νόμοι είναι το θεμέλιο της ελευθερίας και από αυτούς πηγάζει το δίκαιο, επομένως ο ίδιος ο
άνθρωπος είχε υποχρέωση να τους τηρεί και να τους σέβεται, να τους διαφυλάσσει και να τους μεταδίδει στις
επόμενες γενιές.
Όταν το άτομο αισθάνεται την ανάγκη να συνεργάζεται με άλλα για κοινό σκοπό, όταν αποκτά συνείδηση ότι ζει
μέσα σε μιαν ομάδα, είναι φυσικό να επωμίζεται ορισμένες υποχρεώσεις που δεν μπορεί να τις αποφύγει χωρίς να
τιμωρηθεί ή απομονωθεί από τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνικής ομάδας. Η εκπλήρωση αυτών ακριβώς των
υποχρεώσεων και καθηκόντων κάθε μέλους είναι αναπόφευκτη και αναγκαία για την διατήρηση της ομαλής ζωής,
της ειρηνικής συνύπαρξης των ατόμων αλλά και ασφαλιστική, προστατευτική δικλείδα της ομαλής κοινωνικής
συμβίωσης.
Η συνεχής πρόοδος, η εξέλιξη της ανθρωπότητας θα ήταν αδύνατη χωρίς την εφαρμογή όσων απαιτούνται για την
προστασία του θεσμού της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης.
Είναι αδιαμφισβήτητο, λοιπόν, το γεγονός ότι η κοινωνία αποτελεί το φυσικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δρα και
κινείται ο σύγχρονος άνθρωπος,. Κάθε ενέργειά του, πράξη του και εκδήλωσή του έχει αντίκτυπο στο κοινωνικό
σύνολο. Είναι απαραίτητος ο εθισμός όλων στην συνειδητή υπακοή και προσαρμογή στους νόμους και το Σύνταγμα
της χώρας.
Ενταγμένος στην κοινωνία, δεν μπορεί ο άνθρωπος να αψηφά και να αδιαφορεί για τις επιπτώσεις των πράξεών του
σε αυτήν. Οφείλει να προσαρμόζεται και να συντελεί με τον δικό του τρόπο στην καλύτερη λειτουργία του
κοινωνικού μηχανισμού.
Άρα, το άτομο είναι εξαρτημένο στην ουσία του από το σύνολο για την ικανοποίηση των αναγκών του, για την
ύπαρξή του την ίδια.
Δεν θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε και να εννοήσουμε πως το γενικό καλό είναι μια σταθερή κι αντικειμενική αξία
που αντιμάχεται την ατομικότητα.

*

Η ανάπτυξη των κοινωνικών αρετών δεν καλλιεργείται καθόλου ή καλλιεργείται ελλιπέστατα στο σπίτι, στο σχολείο
και στο κοινωνικό περιβάλλον μας. Όπως την έχουν διαρρυθμίσει αυτοί οι 3 παράγοντες, λαμβάνεται υπ’ όψιν της
αγωγής μόνο το άτομο, σαν να είναι κάτι ξεχωριστό, απόλυτα ξένο προς την κοινωνική ζωή.
Επιβάλλεται, με αυτόν τον τρόπο, η ανάπτυξη των κοινωνικών προδιαθέσεων του ατόμου και ο περιορισμός των
εγωϊστικών ορμών του μέσα στα πλαίσια της αποστολής του, όπως επίσης και απομάκρυνση από το πνεύμα του
ωφελιμισμού –με βάση τις ατομικιστικές διαθέσεις του ατόμου.
Δυστυχώς, η κοινωνία της απληστίας, που ευφημιστικά ονομάζεται κοινωνία της αφθονίας, μας βοηθά να φέρουμε,
καθημερινά, στην επιφάνεια τις πιο αντικοινωνικές τάσεις μας.
Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε έγκαιρα ότι η θεραπεία του κακού βρίσκεται στην δημιουργία κοινωνικού
φρονήματος, αισθήματος κοινωνικής ευθύνης, στην καλλιέργεια ηθικών κοινωνικών αρετών.
Μόνο κέρδος μπορεί να έχει το άτομο από την υϊοθέτηση μιας τέτοιας στάσης και ασφαλώς τότε αξίζει την εκτίμηση
και τον σεβασμό, ενώ συγχρόνως δικαιώνεται, αφού φανερώνει ότι έχει επίγνωση του γεγονότος ότι η δική του
υποκειμενική γνώμη ενδέχεται να είναι λανθασμένη και γι’ αυτό επιδεικνύει και αυτήν την ανεκτικότητα.
Σε αντίθετη περίπτωση, στην περίπτωση δηλαδή που ουσιαστικά καταλύονται οι δημοκρατικοί θεσμοί, εξαφανίζεται
από την ζωή μας η φιλία, η κοινωνικότητα, το ενδιαφέρον για τους άλλους που είναι αναγκαία για την αρμονία της
κοινωνίας. Η ζωή θα ήταν αδιανόητη, οι σχέσεις θα ήταν ψυχρές και τυπικές, βασισμένες ακόμα περισσότερο στην
καχυποψία, την υποκρισία και την αμφιβολία. Ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να προσαρμοστεί εύκολα, να ζήσει
ειρηνικά και θα ήταν ένα καχεκτικό και απροσάρμοστο ον.
Λαμπρό παράδειγμα υπομονής και καταδεκτικότητας, υπακοής και υποταγής στους νόμους και τα κελεύσματα της
Δικαιοσύνης αποτέλεσε ο Σωκράτης, που αν και αθώος δέχθηκε με στωϊκότητα την καταδίκη του και που αν και του
δόθηκε ευκαιρία να θέσει το προσωπικό του συμφέρον πάνω από το γενικό, μπόρεσε να παραμείνει σταθερός στην
θέση του ότι ήταν υποχρεωμένος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, γιατί αυτός είχε καλλιεργήσει τον ψυχικό του
κόσμο, και ήξερε ότι θυσιαζόταν για να βελτιωθεί η κοινωνική ζωή. Πραγματικά, λοιπόν, είναι αξιοζήλευτη και
μπορεί να χαρακτηριστεί προοδευτική η κοινωνία εκείνη, όπου η εκπλήρωση των υποχρεώσεων και ο σεβασμός των
δικαιωμάτων έχει γίνει πεποίθηση όλων των πολιτών.
Άτομα και κοινωνία βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση, γιατί εφόσον το άτομο εκτελεί τις υποχρεώσεις του η κοινωνία
προοδεύει και του ανταποδίδει τα αγαθά που προκύπτουν από την συνεργασία και την ομόνοια.
Αν τα μέλη της αποφεύγουν τα άνωθεν, η κοινωνία διαλύεται και αποδυναμώνεται, ο άνθρωπος οδηγείται στην
περιθωριοποίηση και στην χρήση βίας. Έχει, λοιπόν, καθήκον να φροντίζει για την ενότητα, η οποία επιτυγχάνεται
αν ο ίδιος δεν είναι εριστικός και δυσπροσάρμοστος, αν αποκτήσει κοινωνική συνείδηση και ενταχθεί ομαλά στην
κοινωνική ομάδα. Η κοινωνία ευημερεί, ευημερεί και το άτομο. Γι’ αυτό και οφείλει να εξυπηρετεί τα συμφέροντα
και τις ανάγκες της.
Μέσω της εργασίας, κατά πρώτο λόγο, του βασικότερου μέσου προσφοράς. Με αυτήν συμβάλει στην αντιμετώπιση
των κοινών αναγκών, στην παραγωγή αγαθών απαραιτήτων για την διαβίωση όλων. Η άσκηση αυτής της κοινωνικής
υποχρέωσης καλύπτει ακόμα και τις προσωπικές του ανάγκες, γιατί αφού η εργασία είναι μια καταξιωμένη
προσπάθειά του, διαμορφώνει και τον χαρακτήρα του, συντελεί στην απόκτηση θάρρους και στην διοχέτευση της
δημιουργικότητάς του –την προετοιμασία για την διάδοχη κατάσταση– σε κάποιον ανώτερο σκοπό.
Διαπιστώνει, ακολούθως, ότι ο μόχθος του αναγνωρίζεται, ότι θεωρείται χρήσιμος και ότι έχει κερδίσει την εκτίμηση
όλων.
Κοινωνική βελτίωση είναι και η συνεχής βελτίωση του ατόμου, που πετυχαίνεται με την μόρφωση. Κάθε άτομο
οφείλει να προσπαθήσει να γίνει καλύτερο και να αποκτήσει όσο γίνεται πιο άρτια μόρφωση.
*

Οι περισσότερες, ειδικές γνώσεις που απαιτεί ο σημερινός πολιτισμός κάνουν επιβεβλημένη την ανύψωση, την έλξη
του πνευματικού μας επιπέδου, τον καταρτισμό μας και την συνεχή ενημέρωση που θα μας οδηγούν πάντα στις
καλύτερες επιλογές.
Η εγρήγορση και η επαγρύπνηση, η προσπάθεια εξασφαλίζουν την λήψη συνετών αποφάσεων για το μέλλον. Η
απογοήτευση και η περιθωριοποίηση είναι ασυγχώρητα λάθη και το άτομο, αντίθετα, πρέπει να έχει επίγνωση τόσο
της αξίας του όσο και της μηδαμινότητάς του. Η πολιτική κοινωνικοποίηση και όχι η κομματικοποίηση, η κοινωνική
ισότητα, η ταυτοσημία με τις 3 εξουσίες, η ανταπόκριση στο κάλεσμα της πατρίδος και η αυτοθυσία αποδεικνύουν
τον σεβασμό και την τήρηση των αρχών της πολιτείας, αν το άτομο θέλει να συμβάλη στην ομαλή λειτουργία του
κράτους.
Η πειθαρχία, επομένως, είναι απαραίτητη.
Σαν τελική εκτίμηση, άλλωστε, συμπεραίνουμε ότι κάθε μέλος της κοινωνίας δεν έχει μόνο υποχρεώσεις αλλά και
δικαιώματα. Δεν πρέπει να λησμονεί ότι τα ίδια δικαιώματα έχουν και άλλοι, γι’ αυτό πρέπει να τα αναγνωρίζει και
να τα σέβεται, όχι να τα καταπατεί.
Αυτή είναι η βασική προϋπόθεση προώθησης των γενικών συμφερόντων.
Εκείνος που παρεμποδίζει τα δικαιώματα των άλλων πρέπει να τιμωρείται παραδειγματικά, γιατί ανατρέπει την τάξη
των πραγμάτων της κοινωνίας του.
Φυσιολογικά, το άτομο μπορεί τότε να είναι σε θέση να προβάλλει την απαίτηση σεβασμού των δικών του
δικαιωμάτων.
Αυτό, τελικά, επιτυγχάνεται με την υπακοή και την υποταγή στους νόμους και την εκάστοτε εξουσία, που προωθεί
την ηρεμία και την ομαλότητα αλλά και κάνει συνείδηση των πολιτών την διαφορά του καλού-κακού.
Το τέλειο θα είχε επιτευχθεί αν κάποτε δεν χρειάζονταν η θέσπιση περιοριστικών ορίων στις κινήσεις των πολιτών,
αφού όμως οι νόμοι υπάρχουν είναι λογικότατο να υπακούμε σε αυτούς και τους φορείς που είναι υπεύθυνοι για την
σωστή λειτουργία της δημοκρατίας.

Η υπερφυσική δεισιδαιμονία της Πολιτείας
Αποτελεί σκληρή πραγματικότητα που απειλεί να διαιωνιστεί η απροκάλυπτη καταπάτηση των δικαιωμάτων των
ανθρώπων την σημερινή εποχή.
Το γεγονός αυτό είναι πανθομολογούμενο, ένα από τα λίγα ζητήματα που βρίσκουν σύμφωνη σύσσωμη την κοινωνία
αλλά και που, σε πείσμα των καταβαλλόμενων προσπαθειών, συνιστούν ανυπέρβλητο φραγμό στην ελεύθερη δράση
των μελών της.
Η αυθαίρετη παρέμβαση της κυριαρχικής δύναμης του κράτους, όταν αυτή ασκείται στον πολίτη, αναστέλλει κάθε
θετική δραστηριότητα και θέτει σε αμφισβήτηση την ποιότητα του δημοκρατικού και φιλελεύθερου πολιτεύματος,
όπως εφαρμόζονται οι γενικές γραμμές λειτουργίας του.
Ο κίνδυνος, άρα, για επέκταση του φαινομένου της ανελευθερίας, ύστερα από τον περιορισμό του, είναι ορατός και
μάλιστα η έξαρσή του οφείλεται σε θετικά, υπό διαφορετικό πρίσμα, στοιχεία της προόδου που χαρακτηρίζει
ταυτόχρονα τους λαούς.
Το παρελθόν των λαών της υφηλίου είναι έντονα σφραγισμένο από την παρουσία ανελεύθερων καθεστώτων, τα
οποία αρνήθηκαν στους ανθρώπους το δικαίωμά τους να αποδεσμευτούν από την εξουσία τους, αλλά και να ζήσουν
ανεπηρέαστα την πολιτική τους ζωή καθώς και να μετατραπούν σε πρωταγωνιστές και κύριους υπεύθυνούς της.
Σκοπό τους είχαν θέσει την ανεξέλεγκτη διακυβέρνηση με απολυταρχικές μεθόδους που θα κατέπνιγαν την
προσωπική θέληση των υπηκόων τους.
Παράλληλα, ωστόσο, δεν είχε ληφθεί υπόψη η ευτυχής επιθυμία κάθε κράτους, όσο ασήμαντο κι αν ήταν, για
ανεξαρτησία, για επανάκτηση της έμφυτης –και βασικού στοιχείου της ανθρώπινης ύπαρξης– ελευθερίας, όπως και
για διατράνωση του πόθου για αυτοδιάθεση.
Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος σαν άτομο και γι’ αυτήν την ελευθερία, που πολλές φορές έχασε, αγωνίστηκε να
ανατρέψει τις διαμορφωμένες συνθήκες και τελικά την απόκτησε.
Και σ’ αυτήν ωστόσο την περίπτωση, εμφανίζονται αρνητικές μορφές ελευθερίας που συνίστανται σε μιαν έλλειψη
εξάρτησης από κάποια δύναμη ή εξουσία και βέβαια δεν δημιουργούν ηθικό ή πνευματικό έργο.
Όμως, όποια και να είναι η μορφή της ελευθερίας, χρειάζεται κάποιος χώρος για να εξωτερικευτεί: η Πολιτεία.
Γι’ αυτό και υποστηρίζεται ότι η παραχώρηση πολιτικών εξουσιών με άκρατο ρυθμό συντέλεσε στην προσωρινή
επικράτηση της ανελευθερίας, στον περιορισμό της ελευθερίας και στον αποπροσανατολισμό του ανθρώπινου
αισθητηρίου.
Αλλά όμως, το αντίθετο ουσιαστικά συμβαίνει.
Σ’ αυτό το επικίνδυνο αλλά αναπόφευκτο κλίμα δοκιμάζεται η ποιότητα και η πραγμάτωση της ελευθερίας και, όταν
ξεπεραστεί το εμπόδιο αυτό, τότε μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη στους ταγούς που μας κατευθύνουν.
Τα στηρίγματα, λοιπόν, των καταπιεστικών κυβερνήσεων δεν προσφέρθηκαν σ’ αυτούς από τον λαό, που αντίθετα
όρθωσε το ανάστημά του, αλλά ευνοήθηκε η διατήρησή τους λόγω της πολιτιστικής καθυστέρησης και πολιτισμικής
ανωριμότητας των εποχών εκείνων.
Όταν εξαλείφθηκε η άκριτη και ασυλλόγιστη εμμονή σε δογματικές ιδεολογίες, φανατικά συνθήματα, υπερφυσικές
ερμηνείες, δεισιδαιμονίες και προλήψεις, όταν καταργήθηκαν θεσμοί καταλυτικοί για τον συνάνθρωπο (όπως αυτοί
της δουλείας, της εκμετάλλευσης των κατώτερων τάξεων και της υποβάθμισης του ρόλου της γυναίκας), και όταν
ακόμα επιδείχτηκε ανοχή στις ιδέες των ανθρώπων, διαλύθηκαν τα πλέγματα σωβινισμού, προσφέρθηκαν άφθονα
μέσα διευκόλυνσης της ζωής παράλληλα με την σμίκρυνση των αποστάσεων, κοινή έγινε η αντίληψη πως ο
πολιτισμός και η ανάπτυξη της τεχνικής οδήγησαν σ’ όλα αυτά τα πνευματικά επιτεύγματα και σίγουρα δεν
προκλήθηκαν από αυτά.
*

Κατά αυτήν την συλλογιστική πορεία, διαθέτουμε και σήμερα την δυνατότητα να υποστηρίζουμε με αρκετήν
ασφάλεια ότι η πρόοδος του τεχνικού πολιτισμού αποτελεί πρωτοφανή εξέλιξη, χάρη στην οποία παρατηρείται κάθε
ευεργετική συνέπεια σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης ζωής. Θα διαψευδόμασταν όμως οικτρά αν τολμούσαμε
να διακηρύξουμε ότι διαθέτουμε πια τον έλεγχο της πολιτικής ζωής του εαυτού μας και των συμπολιτών μας.
Και αυτό γιατί, ενώ οπωσδήποτε σήμερα δεν υπάρχει γόνιμο έδαφος για την καλλιέργεια ιδεών με τον χαρακτήρα
που αναφέρθηκε πιο πάνω, αναμφίβολα η ηθική παρακμή και εξαχρείωση, η υπερβολή σε κάθε είδους απόλαυση, η
αναλγησία των ανθρώπων στα ερεθίσματα που πρέπει να τους ευαισθητοποιούν όπως και η ιδεολογική σύγχυση και
επιρρέπεια της κοινωνίας σε αλληλοσυγκρουόμενες αλήθειες κάνουν ουτοπική στην στιγμή που θα δικαιολογείται ο
εφησυχασμός.
Γι’ αυτόν τον λόγο, ο άνθρωπος βρίσκεται στην κρισιμότερη καμπή της ιστορίας του. Πέρα από τα γνωστά θετικά
αποτελέσματα, είναι επιτακτική η ανάγκη να σταθεί κάθε πολίτης στα αρνητικά και επικίνδυνα, στα σημεία που είναι
δυνατόν να τορπιλίσουν ό,τι έχει επιτευχθεί ως τώρα, τον προπομπό τους που –καμιά υποψία ότι θα τα συμπαρέσυρε.
Διανύουμε, λοιπόν, μιαν περίοδο σχοινοβασίας και είτε θα βγούμε αλώβητοι και ενισχυμένοι από την δοκιμασία είτε
θα κατολισθήσουμε επικίνδυνα στα ασαφή μονοπάτια της πνευματικής και κοινωνικής υποδούλωσης σε άνομους
σκοπούς και συμφέροντα.
Και ναι μεν είναι ανάγκη να τονιστεί η δυνατότητα που παρέχει η αλματώδης ανέλιξη της τεχνολογίας για μιαν
επικοινωνία διεθνιστική και υπερπήδηση των φυλετικών φραγμών που θα μπορούσε να κερδηθεί χάρη στα
κατάλληλα άτομα, ωστόσο από μιαν άλλην οπτική γωνία αυτές οι προσπάθειες υπονομεύονται από όσους γνωρίζουν
ότι η εποχή της τεχνολογίας επιτρέπει, αν όχι ωθεί και εξαναγκάζει, την ενσωμάτωση και την
αποπροσωποποίηση, ώστε να είναι δυνατόν να χαθούν ή να αριθμοποιηθούν οι άνθρωποι ξαφνικά.
Η εκμηδένιση της ατομικότητας αφαιρεί από τον άνθρωπο την ιδιομορφία της προσωπικότητας.
Και το περίεργο είναι πως υπάρχουν άνθρωποι που αισθάνονται ευχάριστα όταν γίνονται τα θύματα. Η
μηχανοποίηση της σύγχρονης ζωής μετέθεσε την πηγή ζωής και δύναμης από την φύση στον εργοδότη της
βιομηχανικής επιχείρησης. Η πληθυσμιακή έκρηξη οδήγησε στην δυσκολία εύρεσης εργασίας, άρα και εξασφάλισης
των αναγκαίων. Και όταν εργασία βρεθεί, υπάρχει έντονη αβεβαιότητα για την διατήρησή τους.
Οι ανάγκες ωστόσο στην καταναλωτική κοινωνία είναι ακόμα μεγαλύτερες. Έτσι, σε συνδυασμό με την ποιότητα του
χαρακτήρα του καθενός μας, ο σημερινός άνθρωπος υπόκειται σε δουλική καταπίεση. Αυτή επιτείνεται από τον
έντονο ρυθμό ζωής και από την αχαλίνωτη φιλοδοξία του ανθρώπου να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Αν προστεθεί
και η καιροσκοπική πολιτική των κυβερνώντων με την τακτική του «ημετερισμού» και την διαγραφή της
αξιοκρατίας από την πρακτική ζωή, «δικαιολογείται» επαρκώς η σημερινή κατάσταση.
Δεν μένουν, επομένως, περιθώρια για να διαφωνήσουμε ως προς την απώλεια της ελευθερίας που μπορεί να επιφέρει
η τεχνολογία.
Άλλωστε, δείγματά της μας κατακλύζουν καθημερινά. Οι δυνατότητες για πολιτική διάβρωση, για επίδραση επί των
φρονημάτων του πολίτη, για εξανδραποδισμό των λαών διαρκώς αυξάνουν.
Η τεχνολογία προσφέρει λύσεις για προβλήματα άγνωστα και μάλιστα με ταχύτητα μεγαλύτερη από την συνείδηση
του ανθρώπου γι’ αυτά.
Εκμηδενίζεται η ικανότητά του να εκλέξει το σωστό και η υπευθυνότητά του.
Γι’ αυτό και ό,τι δεν κατέβαλλε τον άνθρωπο στο παρελθόν, η βουλιμία για απόλυτη εξουσία και για προσωπικά
οφέλη εις βάρος της ευημερίας του συνόλου, διαπιστώνουμε ότι διαθέτει πολλαπλάσιες δυνατότητες να το κάνει
σήμερα που ο άνθρωπος έχει απομακρυνθεί από το αυτονόητο περιβάλλον όπου αναπτύσσεται, την φύση, που νιώθει
μόνος και έχει επιδοθεί με μανία στην επιδίωξη της εξειδίκευσης και στους ανταγωνισμούς.
Σαφώς η απάντηση στα επίκαιρα ερωτήματα που προβάλλουν από την εμβάθυνση σε ένα τόσο εξαιρετικής σημασίας
ζήτημα βρίσκεται σε κάθε έναν μας ατομικά αλλά και στην συμβολή του τεχνικού και πνευματικού πολιτισμού σε
μιαν παράλληλη και ταυτόσημη πορεία. Άλλωστε, ο αυριανός άνθρωπος θα βρίσκεται σε τεχνολογικά καλύτερη
μοίρα από τον σημερινό.
Άγνωστο είναι αν τα προβλήματα της πολιτικής ύπαρξης του ανθρώπου θα αμβλυνθούν και αν η ψυχική του
κατάσταση θα βελτιωθεί. Η τυχόν μελαγχολική αρνητική απάντηση δεν πρέπει να οδηγήσει σε μιαν απαισιόδοξη
αντιμετώπιση του μέλλοντος, ώστε να μην εκμεταλλευτούμε την τωρινή μας ελευθερία.*

*Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης καθώς επίσης και η νικηφόρα πραγματικότητα
της εξελικτικής πορείας του ανθρώπου στα βάθη των αιώνων κατά της ανελευθερίας, κατά όσων επιβουλεύονταν το
συμφέρον του απλού ανθρώπου, κατά κάθε αντιξοότητας γενικότερα δημιουργούν βάσιμες ελπίδες ότι το ανθρώπινο
γένος θα διατηρήσει την ελεύθερη βούλησή του και ότι δεν θα υποκύψει στα έντεχνα καλλιεργημένα ψεύτικα τείχη
και στις διαχωριστικές γραμμές που κατά καιρούς προσπαθούν να επιβληθούν στην ψυχολογία του. Η πρόοδος του
πολιτισμού δεν είναι δυνατόν να σβηστεί από τα μελανά στοιχεία της κοινωνίας μας, εφόσον δεν μείνουμε παθητικοί
αλλά διαφοροποιηθούμε από το παρελθόν και προχωρήσουμε σε πρακτικά, αποφασιστικά βήματα.

Το Άτομο και η μαζικότητα της κοινωνίας
Η επιστράτευση όλων των δυνατοτήτων του ανθρώπου στην υπηρεσία της κοινωνίας και ο αδιάκοπος αγώνας
κατόπιν συνειδητών διεργασιών για την κατάκτηση της προόδου και της κοινωνικής ομαλότητας οδήγησε την
ανθρωπότητα σε μιαν αλματώδη ανάπτυξη του πολιτισμού, η οποία –μολονότι διευκόλυνε σημαντικά την διαβίωση–
δεν στάθηκε ικανή να λύσει μερικά από τα πιο δυσεπίλυτα προβλήματα της ζωής. Αυτά, με την συνδρομή των
δυσμενών συνθηκών που η ίδια η κοινωνία δημιούργησε, κατόρθωσαν να φέρουν τον πολιτισμένο άνθρωπο σε
αδιέξοδο.
Ένα από τα προβλήματα αυτά (τέκνο κατά τα άλλα θετικών επιτευγμάτων της συλλογικής ανθρώπινης αναζήτησης
των μέσων για την εδραίωση ενός τύπου ποιοτικής ζωής) απειλεί άμεσα αυτήν ακριβώς την ποιότητα, στο μέτρο που
αυτή έχει επιτευχθεί.
Η μετατροπή του ελεύθερου, από την φύση του, πολίτη σε μαζάνθρωπο έχει εξαλείψει κάθε λόγο για να αισθάνεται
αυτός ευτυχής που ζει σε μιαν κοινωνία διεθνή, πράγμα που αναμφισβήτητα έχει πλήθος πλεονεκτημάτων που
καλύπτονται από την μαζικότητα και χάνουν την σημασία τους.
Άλλωστε, η αιτία που ο άνθρωπος ξεπέρασε τα όρια της αγελαίας κοινωνίας για να ενταχθεί στην οργανωμένη ήταν
η ανάγκη υπερνίκησης των εμποδίων και επιτακτικής ανάπτυξης αξιόλογης πολιτιστικής και πνευματικής δράσης.
Αποτέλεσμα αυτών, ήταν η σύσφιγξη των σχέσεων και η ισορροπία του συνόλου όπως και η εμπέδωση της φιλίας
και κατανόησης, στοιχείων απαραιτήτων για την ομαλή κοινωνική συμβίωση. Και αυτό γιατί ο άνθρωπος διεξήγε
τρομακτικόν αγώνα για την αναγνώριση της προσωπικότητάς του.
Έκτισε μια κοινωνία δίκαιη, προοδευτική και ανθρώπινη, στηριγμένη στην αναγνώριση της πραγματικής αξίας του
ανθρώπου από τον συνάνθρωπο, στην συνεννόηση, στην ισότητα και την δημιουργική κριτική, πράγμα το οποίο
αποτέλεσε βασικό παράγοντα για την επίτευξη του κοινού σκοπού: την πρόοδο και βελτίωση της κοινωνίας.
Αυτή οδήγησε και στην αρμονική συνεργασία και συνύπαρξη των κρατών.

*

Ωστόσο, η ταραγμένη μας εποχή –ενώ θα έπρεπε να διαπνέεται από τα άνωθεν στοιχεία– αντίθετα θυμίζει μιαν
χαώδη κοινωνία που βαδίζει σίγουρα και οριστικά στην αποσύνθεση και στην διάλυση.
Γνωρίσματα της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας είναι η κυριαρχία των οικονομικών κολοσσών, η
απομόνωση κάθε ανθρώπου από τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας, η καταπάτηση των δικαιωμάτων τους και η μη
εκπλήρωση των δικών του υποχρεώσεων, η απροσαρμοστικότητα, η άνιση κατανομή του δικαίου, οι εγωϊστικές
τάσεις, η ανεργία, η ανυπακοή στους νόμους και η υποκρισία.
Μια τέτοια κοινωνία είναι δύσκολο να επιζήσει, γιατί κατατρέχεται από την μαζικότητα, την αιχμή του δόρατος για
κάθε αρνητική πτυχή που προξενεί πλήγματα στο κοινωνικό σώμα. Το κοινωνικό σώμα που παρηγορείται
πιστεύοντας ότι προστατεύεται από το δημοκρατικό πολίτευμα.
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, το πολίτευμα στο οποίο αναπτύσσεται ως παράσιτο η μαζικότητα συγκεντρώνει
στοιχεία από την φαυλοκρατία και την οχλοκρατία.
Η μαζικότητα είναι ένδειξη της κάκιστης λειτουργίας των μηχανισμών της κοινής γνώμης, η οποία επαινείται από
διεφθαρμένους ανευθυνοϋπεύθυνους, και μιας αχαλίνωτης λαϊκής κυριαρχίας που νομιμοποιεί την άλογη δύναμη της
μάζας εναντίον της νόμιμης τάξης.
Η μαζικότητα δεν φέρνει τίποτα άλλο παρά το χάος και την αστάθεια, δεν οδηγεί πουθενά αλλού έναν λαό παρά στην
αμάθεια και την αταξία και κατευθύνει ένα κράτος προς τον πολιτικό και ηθικό μαρασμό. Είναι προάγγελος
ανελευθερίας για τον απλό πολίτη και φανερώνει αυταρχικές διαθέσεις εκ μέρους του εκάστοτε πολιτικού ταγού.
Και είναι αξιέπαινες οι προσπάθειες όσων επιχειρούν να επισημάνουν τα αίτια του κοινωνικού αυτού βραχνά,
ανεπηρέαστοι από τα οικονομικά συμφέροντα που διακυβεύονται και τους αποσπούν την προσοχή.
Με τον λαϊκισμό, επομένως, και την δημαγωγία ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για την αυταρχικότητα και την
αυθαιρεσία, εφόσον μειώνεται η αντιληπτική-κριτική ικανότητα του λαϊκού αισθητηρίου και καταλύεται ο αντίλογος
που βοηθά για έναν καρποφόρο αυτοέλεγχο την πολιτική. Τα κατευθυνόμενα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εξάλλου,
συντελούν μέσω της ελλιπούς ή διαστρεβλωμένης κατά το δοκούν πληροφόρησης στην απορρύθμιση των
μηχανισμών της κοινής γνώμης και στρέφουν τον πολίτη προς την αποχή από την κοινωνική και πολιτική ζωή,
κανοντάς τον ο,τιδήποτε άλλο παρά υπεύθυνον.
Η παιδεία, εξάλλου, που παρέχεται σήμερα στα σχολεία είναι κατ’ αποκλειστικότητα στραμμένη προς την
εξειδίκευση και την επαγγελματική αποκατάσταση μέσω της εισόδου σε Α.Ε.Ι. και δεν προσφέρει την δυνατότητα
πνευματικής συγκρότησης στο άτομο για να αντιδράσει στα εκφυλιστικά μηνύματα που του αποστέλλουν διαρκώς.
Εντάσσεται κατά αυτόν τον τρόπο σε ένα ανεξέλεγκτο από τον ίδιο σύστημα το οποίο πολύ γρήγορα απογοητεύει και
δημιουργεί το άγχος και την αλλοτρίωση.
Η ηθική εξαχρείωση που χαρακτηρίζει την κοινωνία απωθεί, δείχνοντας ένα ιδιαιτέρως αηδιαστικό πρόσωπο, και
είναι φυσικό να βρει ο πολίτης καταφύγιο στην δύναμη της μάζας για να ορθώσει παράλογες και υπερφίαλες
αξιώσεις και να ζητήσει δικαιολογίες. Η μάζα και η γνώμη της αποτελούν γι’ αυτόν το πιο ικανοποιητικό
υποκατάστατο, εφόσον του προσφέρουν έτοιμες λύσεις, με αποτέλεσμα να κονιορτοποιεί ο ραγδαίος ρυθμός ζωής
την ήδη αβίαστη κρίση ενός συνθλιβόμενου, ανώνυμου ανθρώπου.

*

Έτσι, αν κοιτάξουμε γύρω μας θα δούμε πλήθος περίφοβα πλάσματα,
αποξενωμένα από το περιβάλλον τους και ανίκανα να προστατεύσουν την εσωτερική τους γαλήνη.
Το αίσθημα της ανασφάλειας εξουσιάζει την ψυχή και το πνεύμα τους.

*

Επιπλέον, μια σημαντική μερίδα ανθρώπων δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει και να προσαρμοστεί ομαλά στις νέες
συνθήκες ζωής που επιβλήθηκαν από τα θεαματικά επιτεύγματα της τεχνολογίας, λόγω της ανισομερούς ανάπτυξης
του τεχνικοϋλικού και πνευματοηθικού πολιτισμού. Ακόμα, η οικονομική ανάπτυξη δημιούργησε νέες ανάγκες αλλά
και νέες ευκαιρίες για απολαύσεις, με αποτέλεσμα την στροφή των μαζών προς τον ευδαιμονισμό και την
υπερκατανάλωση ετερώνυμων υλικών αγαθών. Συγχρόνως, ο αυτοματισμός και η τυποποίηση με τις μηχανές όπως
και η έλλειψη ιδανικών και αξιών μείωσαν την ικανότητα των ανθρώπων να σκέφτονται και κυρίως να εμβαθύνουν
στα προβλήματά τους και να ενεργούν με γνώμονα τον ηθικό νόμο και το πραγματικό συμφέρον του συνόλου, όχι
όμως όπως αυτό προβάλλεται από τους καθοδηγητές των μαζών.
Και το πιο σημαντικό είναι ότι η αντίσταση στην μαζοποίηση θεωρείται κοινωνικό παράπτωμα με άμεση συνέπεια να
μην έχει κανείς το κουράγιο –συμφώνως προς την δοσμένη υπόσχεση– να ενταχθεί στην στιγματισμένη,
εξωπραγματική για τα δεδομένα της μάζας μειοψηφία που βλέπει με ανησυχία δικαιολογημένη την φθορά της
δημοκρατίας. Και όμως, η πλειοψηφία των ανθρώπων που ανατράφηκαν στην κοινωνία μας σπεύδουν να ενισχύσουν
την άβουλη και ετεροκατευθυνόμενη μάζα. Οι άνθρωποι αυτοί είναι απροβλημάτιστοι και παθητικοί, με τις
ασυλλόγιστες πράξεις του, ωστόσο –ακόμα κι αν η κοινωνία δεν είχε τουλάχιστον να αναμένει τίποτε από αυτούς–
οδηγούν τον υπόλοιπο λαό στο περιθώριο, αφού οι λιγοστοί ευσυνείδητοι και ευαισθητοποιημένοι πολίτες παύουν να
είναι πρωταγωνιστές, απευθυνόμενοι μάταια σε πειθήνια όργανα σκοτεινών σκοπών και προσώπων που ποτέ δεν
εκτίθενται αλλά αναθέτουν στην μάζα την διεκπεραίωση των σχεδίων τους.
Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους, η μαζοποίηση του ανθρώπου είναι καθαρή οπισθοδρόμηση.

*

Αν ο άνθρωπος δεν έχει ένα σημείο στήριξης πέρα από την κοινωνία, είναι φυσικό να παρασύρεται και να μένει
ανερμάτιστος. Η βούλησή του ενεργεί κάτω από εξωτερικούς καταναγκασμούς που εκμηδενίζουν στην ουσία κάθεν
έννοια ελευθερίας.

*

Η φιλοσοφία του υπερανθρώπου χαρακτηρίζει τον νεότερο πολιτισμό, ιδιαίτερα μετά τις νέες δυνατότητες ύστερα
από την ανάπτυξη της τεχνικής. Με μιαν τέτοια τοποθέτηση, η εγωκεντρική δίψα για διάκριση οδηγεί τις ατομικές
επιδιώξεις στον μηδενισμό. Η αυτοεγκατάλειψη του ανθρώπου στις αλλοτριωτικές δυνάμεις που τον
περιβάλλουν αφανίζει την ιδιαιτερότητα του προσώπου του ενώ η μόδα και οι ποικίλες κοινωνικές θεωρίες τον
κλείνουν στην μοναξιά των στατιστικών αριθμών και τον διαποτίζουν με μιαν απατηλή βεβαιότητα αυτάρκειας.
Μοναξιά και παραγκωνισμός, αδιαφορία και περιφρόνηση χαρακτηρίζουν τις λεπτομέρειες της ζωής για να γίνουν
τελικά προβλήματα.
Η άρση, ωστόσο, της μαζικότητας προϋποθέτει την σωστή διάγνωση της προέλευσής της. Και δεν είναι δυνατή η
αντιμετώπισή της όταν πιστεύουμε ότι αυτή είναι πρωταρχικά φαινόμενο κοινωνικό ή ψυχολογικό. Είναι πνευματικό,
γιατί ο άνθρωπος θέλησε να οικοδομήσει την ζωή του με έσχατο κριτήριο και στόχο τον εαυτό του και αντιμετώπισε
τον κόσμο ως πηγή κερδών.
Ο κίνδυνος αυτός ακόμα απειλεί τους νέους ιδιαίτερα που ζουν εντονότερα τις καταστάσεις αυτές. Η ωρίμανση,
λοιπόν, του ανθρώπου αυτήν την στιγμή παρουσιάζεται ως η μόνη λύση. Είναι μια εξελικτική διαδικασία που
χαρακτηρίζεται από την διαρκή αύξηση των κοινωνικών του δεσμεύσεων, γι’ αυτό πρέπει να αυξηθούν οι
δυνατότητες ανάπτυξης της προσωπικής του ελευθερίας σε συνδυασμό με την επιτυχή αντιμετώπιση των αιτίων που
προκαλούν την μαζοποίηση, για να πάψει να είναι επιρρεπής σε αυτήν.
Πιο συγκεκριμένα, σε πρώτο στάδιο, είναι επιβεβλημένη η όσο το δυνατόν αρτιότερη μόρφωση του πολίτη, ώστε να
αναπτύσσεται η δημιουργική του σκέψη, να του προσφέρονται κίνητρα για να ενδιαφερθεί για τα κοινά, να διδαχθεί
την συνεργασία, την συντροφικότητα και την ειλικρίνεια στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Επιπλέον, πρέπει να ξέρει
την χρησιμότητα και την ανάγκη της υπακοής στους νόμους και της τήρησης των αξιών. Ακόμα, θα πρέπει να
διασφαλιστεί η ενημέρωσή του με δημοκρατικές διαδικασίες ή έστω επισήμανση των κινδύνων που καραδοκούν και
της προέλευσης τους –ή και αποκάλυψή του που αυτοί αποσκοπούν.
Η άρση, επομένως, του υφιστάμενου προβλήματος συνίσταται στην αλλαγή των διαδικασιών προσαρμογής του
ανθρώπου στην κοινωνία και στην μεταβολή των δομών και του τρόπου λειτουργίας της, οι οποίες δεν μπορούν να
υποτιμηθούν γιατί επεκτείνουν και επιτείνουν την μαζοποίηση. Η μαζοποίηση, λοιπόν, γίνεται περισσότερο αισθητή
μέσα στην σύγχρονη μεταβιομηχανική κοινωνία ώστε ο άνθρωπος να εξουσιάζεται από τις συντριπτικές για την
ελευθερία του και την προσωπικότητά του δυνάμεις του τεχνοκρατούμενου κόσμου, την κυριαρχία του οποίου
νομίζει πως χάνει. Ταυτόχρονα, απειλείται από τον κίνδυνο του απανθρωπισμού και του ολοκληρωτικού αφανισμού
του. Παρασύρεται σε μιαν ατέρμονη περιδίνηση χωρίς ορατό διέξοδο –και τείνει να λησμονήσει τον εαυτό του.
Παύει να ενεργεί ως πρόσωπο που συζεί με άλλα άτομα και κινείται σαν μαριονέττα που κατευθύνεται από τα
νήματα μιας απρόσωπης κοινωνίας. Η ανεπανάληπτη ιδιαιτερότητά του, ωστόσο, και το μακρύ επιτυχημένο
παρελθόν του μας κάνουν αισιόδοξους ότι θα αποσπαστεί στο μέλλον από το ανώνυμο πλήθος στο οποίο τώρα
προστίθεται με έναν παράλογο τρόπο.

*

Η περίσταση είναι κρισιμότατη και ο κάθε πολίτης –με πλήρη επίγνωση των άνωθεν– οφείλει να αφυπνισθεί και να
βρει την δύναμη να αντιταχθεί σε κάθε αντιξοότητα. Πρέπει να χρησιμοποιήσει την αδάμαστη θέλησή του, να
παραδεχθεί την υπαιτιότητά του για το φαινόμενο της μαζικότητας και να επιδοθεί αδέσμευτος στην ανατροπή της
τωρινή ροής των πραγμάτων, αν και διαθέτει πενιχρά μέσα. Σε πείσμα των αναρίθμητων δυσκολιών, ο άνθρωπος
είναι προικισμένος με προτερήματα και δυνατότητες που μπορούν να τον κάνουν ικανό να ξεφύγει του κλοιού που
σφίγγει γύρω του και της επιρροής της πληθώρας των προβλημάτων που τείνουν να διαιωνιστούν.
Ελπίζεται, όμως, ότι δεν είναι ούτε ματαιοπονία ούτε ουτοπία αυτή η συλλογιστική. Άλλωστε, οι φραστικοί
εξορκισμοί ποτέ δεν ήταν αρκετοί. Αν, όμως, ο άνθρωπος εξαπολύσει αμείλικτο πόλεμο εναντίον όσων επιδιώκουν
να τον θέσουν σε διανοητικό λήθαργο και να τον κατευθύνουν στην πνευματική αποχαύνωση, ο καθένας μπορεί να
είναι βέβαιος ότι η σημερινή κατάσταση δεν πρόκειται να αποβεί επώδυνη ούτε και οδυνηρή αλλά αντίθετα ότι η
προσπάθεια να αποκτήσει ο άνθρωπος την πραγματική του θέση στο κοινωνικό σύνολο –θα στεφθεί από επιτυχία.

Συμβιβασμοί, Άτομο και Κοινωνικό Σύνολο

Είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση το γεγονός ότι την σημερινή κοινωνία της απληστίας και όχι της αφθονίας, όπως
ευφημιστικά αυτή ονομάζεται, την χαρακτηρίζει η έλλειψη κοινωνικής αγωγής και αισθήματος κοινωνικής ευθύνης.
Πραγματικά, ενώ ο άνθρωπος είναι εξαρτημένος στην ουσία του από την κοινωνία, κάνει καθημερινά κάθε
προσπάθεια για να φέρνει στην επιφάνεια τις πιο αντικοινωνικές τάσεις του.
Και όμως, η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που έχει επωμιστεί από την στιγμή που έγινε μέλος της κοινωνίας είναι
το ύψιστο χρέος του.
Είναι, ωστόσο, φυσική η δημιουργία της απορίας σε όλους τους υγιώς σκεπτόμενους, προβληματισμένους πολίτες
σχετικά με το τελικό νόημα που έχει αυτή η εκπλήρωση των υποχρεώσεων. Θα πρέπει, άραγε, να εκφράζεται μέσω
της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο και να παραμερίζονται τα ατομικά συμφέροντα μέσω συνεχών, διακριτικών
συμβιβασμών και υποχωρήσεων ή να αποβλέπει αποκλειστικά στην ικανοποίηση των ατομικών αναγκών έχοντας ως
βάση το προσωπικό όφελος του κάθε πολίτη;
Η κοινωνία, άλλωστε, είναι το φυσικό πλαίσιο δράσης του ανθρώπου και η ανταπόκριση στο ερώτημα αυτό έχει
ιδιαίτερη σημασία –ήταν και είναι επιτακτική ανάγκη.
Ακόμα και 2 αιώνες πριν, καθώς η κοινωνία βρισκόταν σε μια κρίση αξιών και ιδεών παρόμοια με την σημερινή, είχε
γίνει μια προσπάθεια να δοθεί μια απάντηση αποδεκτή από το σύνολο. Και τότε, όμως, είχαν διατυπωθεί αντίθετες
απόψεις.
Ο Τζων Λοκ από την μια, διακήρυσσε ότι πρωταρχικό ρόλο στην ανάπτυξη της κοινωνίας διαδραμάτιζε το
προσωπικό, υποκειμενικό συμφέρον και ότι καθένας έπρεπε να προσπαθεί αδιάκοπα να εκμεταλλευτεί τις κοινωνικές
συνθήκες για να προοδεύσει και η κοινωνία.
Αντίθετα, ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ διαφοροποιήθηκε και υποστήριζε ότι ο πολίτης πρέπει να δεσμεύεται από την Γενική
Βούληση, που επειδή κρίνει με αντικειμενικά κριτήρια μπορεί να αναγνωρίσει και ποιό είναι το Γενικό Καλό.
Και πράγματι, ακόμα δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι το Γενικό Καλό είναι μια σταθερή και αντικειμενική αξία που
αντιμάχεται την πραγματικότητα, το πνεύμα του ωφελιμισμού.
Την μόνη λύση αποτελεί η καλλιέργεια υψηλού κοινωνικού φρονήματος και ψυχικών αρετών.
Ο Σωκράτης αποτελεί λαμπρό παράδειγμα πνευματικού ανθρώπου ο οποίος υπόμεινε με καταδεκτικότητα και
στωϊκότητα την μοίρα του, έστω κι αν αδικήθηκε, έστω κι αν του δόθηκε η ευκαιρία να περιφρονήσει τους
δημοκρατικούς θεσμούς, να καταλύσει τις δικαστικές αποφάσεις και να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία να γλιτώσει.
Ωστόσο, ως βαθιά καλλιεργημένος άνθρωπος, προέβαλε με περηφάνεια στον Κρίτωνα το ακλόνητο επιχείρημα της
επιβολής του κοινωνικού πάνω στο ατομικό συμφέρον, και εκτέλεσε το χρέος του. Υπάκουσε στους νόμους και τους
άρχοντες και δικαιώθηκε από την Ιστορία.
*

Η περίπτωση αυτή παρουσιάζει πολλά κοινά σημεία με το περίφημο πολιτικό κόστος που υπολογίζει κάθε
κυβέρνηση πριν πάρει κάποιες αποτελεσματικές, σωστές αλλά επώδυνες αποφάσεις που από την μια θα ωφελήσουν
τον τόπο αλλά από την άλλη θα προκαλέσουν ποικίλες αντιδράσεις. Σίγουρα, όμως, δεν υπάρχει άλλος τρόπος
προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο. Είναι, λοιπόν, αξιοζήλευτη και προοδευτική η κοινωνία εκείνη όπου έχει γίνει
πεποίθηση των πολιτών η ανάπτυξη των κοινωνικών τους προδιαθέσεων, και όπου υπάρχει επίγνωση καθηκόντων
και δικαιωμάτων.
Όσο κι αν ακούγεται ρομαντικό, επιβάλλεται το άτομο να αποβλέπει στο γενικότερο καλό, οποιοδήποτε κόστος κι αν
συνεπάγεται η μεγάλη αυτή υπηρεσία του.
Εξάλλου, ήταν δική του επιλογή η ένταξή του στην κοινωνία.
Εκεί απολαμβάνει την προστασία που αυτή προσφέρει, αισθάνεται ασφαλής, και προωθούνται τα συμφέροντά του
μαζί με το κοινωνικό συμφέρον.
Απαραίτητη, ωστόσο, προϋπόθεση ώστε το ίδιο το άτομο και το σύνολο, γενικά, να συντελεί στην κοινωνική εξέλιξη
και στην προώθηση του πολιτισμού είναι η προσαρμογή στον κοινωνικό μηχανισμό. Αυτό επιτυγχάνεται με την
συνειδητή υπακοή στον άρχοντα και τους νόμους που το ίδιο το άτομο πάλι έχει υποσχεθεί να τους τηρεί, να τους
σέβεται, να διαφυλάττει και να μεταδίδει το πνεύμα τους στις επόμενες γενιές.
Από την στιγμή που συγκρότησε τις πρώτες κοινωνίες έθεσε στον εαυτό του απαράβατους κανόνες που συντελούν
στην διατήρηση της αρμονίας και της ισορροπίας στην ζωή, που θεμελιώνουν την ελευθερία και από τους οποίους
πηγάζει το δίκαιο. Ο εθισμός στην συνειδητή υπακοή περικλείει όλες τις φροντίδες του ατόμου σχετικά.
Επιβάλλεται, επίσης, η καταφυγή του ανθρώπου στην εργασία και την μόρφωση ώστε να αντιμετωπιστούν από
κοινού οι ανάγκες, να διοχετευθεί η εφευρετικότητα και δημιουργικότητα του ανθρώπου.
Παράλληλα, ο περιορισμός των εγωϊστικών ορμών που οδηγούν στην περιθωριοποίηση και την χρήση βίας, στην
αύξηση της εγκληματικότητας και της δυστυχίας είναι ικανός να μετατρέψει και τον πιο εριστικό και
δυσπροσάρμοστο πολίτη σε φύλακα των δικαιωμάτων των συνανθρώπων του, ώστε αυτά να μην καταπατούνται και
δυσφημίζεται το σύνολο εξ ολοκλήρου. Συγχρόνως, η συνεχής ενημέρωση και επαγρύπνηση, η πολιτική
κοινωνικοποίηση και όχι κομματικοποίηση κρατούν όλους μας σε συνεχή εγρήγορση.
Μόνο μ’ αυτούς τους τρόπους επιτυγχάνεται η βελτίωση της κοινωνίας και η πρόοδος του πολιτισμού. Αυτοί πρέπει
να αποτελούν και το κύριο μέλημά μας.
Σαν τελική εκτίμηση, επομένως, συμπεραίνουμε ότι η προώθηση του κοινωνικού συμφέροντος και η εξέλιξη του
κοινωνικού συνόλου σε όσο το δυνατόν πιο τέλεια μορφή συνεργασίας είναι αναπόφευκτη χωρίς την υπερπήδηση
από όλους μας των εμποδίων που ογκώνονται μπροστά μας λόγω του προσωπικού συμφέροντος, που ίσως αποδίδει
καρπούς βραχυπρόθεσμα αλλά, σίγουρα, όχι μακροπρόθεσμα.
Ο πιο σίγουρος τρόπος για να φτάσουμε στον στόχο μας είναι ο αδιάκοπος προβληματισμός απάνω στα κοινωνικά
προβλήματα και ο εντοπισμός όλων των ικανοτήτων μας στην εξυπηρέτηση των απαιτήσεων, πια, της κοινωνικής
ζωής.

Λαϊκότητα και Λαϊκισμός

Ο οποιοσδήποτε προβληματιζόμενος και ευσυνείδητος πολίτης που παρατηρεί με ιδιαίτερη προσοχή τα κοινωνικά
ζητήματα και εξελίξεις σε κάθε τομέα, που ενδιαφέρει άμεσα τον ίδιο αλλά και ολόκληρη την κοινωνική μάζα,
μπορεί χωρίς δυσκολία και με απλή λογική να κατανοήσει ότι ο ρόλος τον οποίον ασκεί ο λαός στον έλεγχο της
εξουσίας είναι μειωμένης αξίας, όσο εξακολουθεί να συντηρείται το φαινόμενο του λαϊκισμού στην δημόσια ζωή και
να ενδημεί σε όλα τα επίπεδα που αφορούν τον λαό.
Στον κακοήθη αυτό όγκο της δημοκρατίας υπάρχουν έντονα σημάδια κοινωνικής κατάρρευσης, καθώς εκδηλώνεται
και επιβάλλεται σε κυρίαρχους θεσμούς. Στην διατήρησή του, συμβάλλει η ιδεολογική σύγχυση των ημερών μας και
ιδιαίτερα η παρεξήγηση του όρου «λαϊκότητα», η αντικατάστασή της από το νοσηρό φαινόμενο του λαϊκισμού.
Αυτή η σύγχυση έχει ευδιάκριτα αρνητικά αποτελέσματα στα κοινωνικά στρώματα που είναι ιδεολογικά φορτισμένα.
Ο λαϊκισμός νοθεύει την αυθόρμητη λαϊκή έκφραση αυτών των τμημάτων από πολίτες και την υποκαθιστά, με την
άστοχη μίμηση των στοιχείων που την αποτελούν.
Εξαπατά μεγάλο αριθμό του λαού, γιατί στηρίζεται στην παρακμή του λαϊκού πνεύματος –και όταν εκπροσωπείται
από κυβερνήσεις εξασθενεί τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Αντίθετα, η λαϊκότητα ανήκει στον λαό και προέρχεται από αυτόν, καθώς δίνει το στίγμα της αυτονομίας και του
αυτοπροσδιορισμού του χωρίς βοηθητικά δεκανίκια.
Κύρια ένδειξη της ύπαρξης ουσιαστικής δημοκρατίας, η λαϊκότητα είναι φυσιολογικό και όχι ανησυχητικό
φαινόμενο. Η εκτροπή της όμως από τους φορείς του λαϊκισμού αποτελεί σοβαρό στοιχείο της πολιτιστικής,
κοινωνικής και πολιτικής ιδιαίτερα παρακμής που παρατηρείται τα τελευταία 5 χρόνια και στην χώρα μας, και έχει
προκαλέσει ατέρμονες συζητήσεις και αρκετά έντονο δημόσιο προβληματισμό, που όμως προσκρούει στις
διαχωριστικές γραμμές που έχουν υψωθεί από τις πολιτικές παρατάξεις που υϊοθετούν αρκετές φορές την ψευδή
αυτή ιδεολογία που διακηρύσσουν οι υποστηρικτές του λαϊκισμού.
Η παράλογη αυτή πραγματικότητα οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στην άμβλυνση των αυτοσυνειδησιακών απαρχών
του λαού. Και αυτή ευνοείται εγκληματικά, την στιγμή που ο λαϊκισμός δεν καταπολεμείται από εκείνους τους
ανθρώπους οι οποίοι έχουν την ευθύνη της καθοδήγησης του λαού προς τους διαύλους εκείνους που ανυψώνουν το
αυθεντικό λαϊκό πνεύμα. Έτσι, ο λαϊκισμός με υποκριτικά αθώο προσωπείο εισχωρεί ολοένα και πιο βαθιά στον
αντιληπτικό μηχανισμό του πολίτη και διαβρώνει την κριτική του ικανότητα.
Ο λαός, όμως, με την αποχή του από τα πολιτικά τεκταινόμενα, με την περιορισμένη συμμετοχή του στα κοινά και με
την έλλειψη ενδιαφέροντός του για την διοίκηση –ενδιαφέρον που περιορίζεται μόνο στην διατύπωση παραπόνων
και στον κραδασμό απειλών, όταν θίγεται το ατομικό συμφέρον– δίνει την ευκαιρία για την εμφάνιση όλων των
εκτρόπων στην κοινωνική ζωή.
Οι ταγοί, ωστόσο, της κοινωνίας μας έχουν συντελέσει με πολλαπλές μεθόδους στον υπνωτισμό του λαού, στην
δουλικότητα που τον διακρίνει.
Υπεύθυνος είναι φυσικά και ο ίδιος ο λαός που ανέχεται την ποδηγέτησή του και τον συστηματικό
αποπροσανατολισμό του.
Τόσο στον λαό οφείλουμε να καταμερίσουμε τις πρωτογενείς ευθύνες για την ανάδειξη των ομάδων που θα
αναλάβουν το μέλλον του, όσο και στους ηγέτες αυτών των ομάδων. Άλλωστε, ο λαός από ένα σημείο και ύστερα
χάνει τον έλεγχο, όταν όλα όσα πρέπει να κατακριθούν γίνονται «νομότυπα».
Τα πρότυπα, όμως, που θέτει η λαϊκή βάση όπως και οι κάθε είδους οδηγοί του, κηδεμόνες του στην ουσία,
επιχειρούν την εξαπάτηση και παραπλάνησή του, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Θεωρούν την έλλειψη αυτογνωσίας του
λαού ως μέσο για την ανώδυνη κατάκτηση της εξουσίας και μ’ αυτόν τον στόχο, ο πολιτικός λόγος γίνεται
διφορούμενος και ξύλινος, αποκρύπτει τις πραγματικές προθέσεις του και εξυπηρετεί το εύκολο κέρδος.
Οι διαδικασίες, δυστυχώς, προς το θετικό ενδεχόμενο της πρακτικής εφαρμογής της δημοκρατίας έχουν αποτελέσει
στο παρελθόν πεδίο κομματικών αντεγκλήσεων και αλληλοκατηγοριών που δεν θίγουν τα «κακώς κείμενα». Και
αυτό συμφέρει αποκλειστικά όσους επιδιώκουν τον παραγκωνισμό του λαού από τους χώρους εκείνους όπου
βρίσκουν την ευκαιρία να προσπορίζονται οφέλη εις βάρος και ερήμην του λαϊκού ελέγχου, επικαλυμμένοι πίσω από
την ασυγκράτητη κολακεία της δύναμης της πλειοψηφίας του λαού, με συνθήματα όπως «δεν υπάρχουν θεσμοί αλλά
μόνον η λαϊκή θέληση».
Οι φορείς του λαϊκισμού εξαίρουν τον λαό, απευθυνόμενοι στα ένστικτα και το συναίσθημα του λαού –που ακριβώς
για την γενναιότητα, την γνησιότητα και τον αυθορμητισμό του, αποτελεί εύκολο θύμα για όσους συντηρούν τα
συμπλέγματα του παρελθόντος, θέσεις που καμιά χρησιμότητα δεν έχουν στην σημερινή εποχή, και τον δογματισμό.
Αυτοί προβάλλουν τις αντιδημοκρατικές τους ιδέες ως δημοκρατικές και εξαγγέλλουν την δήθεν προτεραιότητα του
λαού έναντι οποιουδήποτε τιμήματος. Συνιστούν ένα λαϊκό υποκατάστατο, υπόσχονται «άρτον και θεάματα» και
αφιονίζουν συστηματικά τις συνειδήσεις των εκτεθειμένων πολιτών. Εκτεθειμένων σε προεκλογικούς λόγους, σε
διακηρύξεις ισότητας και ισονομίας, σε υποσχέσεις που καταστρατηγούνται με το ρουσφέτι.
Στο παρελθόν, ο ναζισμός και ο φασισμός στηρίχτηκαν στην παραφθορά του λαϊκού πνεύματος και είχαν
καταστρεπτικές συνέπειες σε κάθε τομέα δράσης του ανθρώπου.
Ο ελληνικός, ωστόσο, λαός δεν διακατέχεται από αίσθημα υψηλής κοινωνικής ευθύνης, αν και στο παρελθόν, ακόμα
κι αν το φαινόμενο του λαϊκισμού είχε ενσκήψει στις κοινωνικές δομές, το λαϊκό πνεύμα δεν κατολίσθησε τόσο,
ώστε να μην διατηρήσει την ταυτότητά του και να ανάγει τον λαϊκισμό σε καθοριστικό ζήτημα δημοκρατικών
θεσμών.
Ο σημερινός, λοιπόν, προβληματισμός ενός ώριμου και ολοκληρωμένου δημοκρατικά ατόμου, παραγνωρίζοντας τις
εγγενείς αδυναμίες της Ελλάδας, μπορεί να καταλήξει στην έλλειψη παιδείας, εκεί όπου καταλήγει κάθε άλλη
διερεύνηση σχετικά με την σημερινή ποιότητα του λαού.
Και σ’ αυτόν τον καθοριστικό τομέα του κράτους εκδηλώνεται, δυστυχώς, ο λαϊκισμός, εφόσον οι υποσχέσεις για
καθολική παιδεία, παιδεία για τον λαό, ανήκουν στις καλένδες, στα χαρτιά προγραμματισμού.
Την στιγμή, μάλιστα, που δάσκαλοι χωρίς προσόντα υποσκελίζουν άλλους καταξιωμένους –και όταν η
προσωπικότητα των στελεχών της εκπαίδευσης δεν επιδέχεται τον έλεγχο της ενδιαφερόμενης άμεσα Πολιτείας.
Εφόσον ο πολίτης θέλει να έχει την ευθύνη των επιλογών του, οφείλει να γνωρίζει ότι οι επιτήδειοι που συντηρούν
τον λαϊκισμό (καθώς η στάση της πολιτικής υπήρξε πάντοτε απαράλλακτη) βασίζονται στην έλλειψη σωστής
μόρφωσης και αγωγής του ώστε να μειώσουν την δυνατότητα συμμετοχής του στον προσδιορισμό της τύχης του και
με την εξειδίκευση τον εξωθούν στην διαφοροποίηση από το σώμα όσων ενδιαφέρονται για τα κοινά και
καταβάλλουν προσπάθειες για επισήμανση των αιτίων και για την καταπολέμηση του λαϊκισμού.
Πώς, όμως, μπορούμε να περιμένουμε λύσεις όταν η πρόοδος διχάζει την ανθρώπινη σκέψη που δέχεται πλήθος
αληθοφανών ερεθισμάτων;

*

Η πολιτική μπορεί να αποτελεί το κυρίως αγωνιστικό «γήπεδο» όπου εμφανίζεται ο λαϊκισμός, επιπλέον όμως
καθόλου αυτός δεν απουσιάζει από τον πολιτισμό, την τέχνη, την μουσική, τα γράμματα, τον αθλητισμό, τους
καθιερωμένους τρόπους συμπεριφοράς.
Αυτοί οι τομείς είναι κατεξοχήν συνδεδεμένοι άρρηκτα με την λαϊκή ψυχαγωγία και όταν αποδίδουν τους
κατάλληλους καρπούς, τότε οι ευεργετικές τους συνέπειες εξακτινώνονται σ’ όλο το κοινωνικό σύνολο.
Ο λαϊκισμός, ωστόσο, ευθύνεται για την μη πραγματοποίηση των στόχων αυτών που πρωταρχικά θέτει ένα
πολίτευμα υγιούς μορφής, όπως η δημοκρατία. Έτσι, οι φορείς του πατερναλισμού που συντελεί στην ευρύτερη
διάδοση της λαϊκιστικής μορφής συμπεριφοράς αφιονίζουν τον λαό και καταπολεμούν την όποια ποιοτική
διαφοροποίηση από το ισοπεδωμένο, ετεροκατευθυνόμενο και άβουλο σύνολο.
Το σύνολο που είναι έρμαιο των φτηνών μέσω διασκέδασης που προωθεί ο λαϊκισμός, για χάρη εμπορικών
συμφερόντων. Η εμπορευματοποίηση συντηρεί την υποκουλτούρα, που προβάλλει ως ιδανική την κίβδηλη, στην
πραγματικότητα, εξουσία των ινδαλμάτων του απλού λαού.
Η κακόγουστη, εξ άλλου, μίμηση που επιβάλλεται στον ανήμπορο να αντιδράσει λαό εντοπίζεται στα φτηνά
υποκατάστατα του κοινωνικού βίου που εκμαυλίζουν τις συνειδήσεις και δήθεν διατηρούν την ανύπαρκτη ενότητα,
συλλογικότητα και ντροπιαστική αλληλεγγύη που συνδέει τους οπαδούς του λαϊκισμού.
Η μηχανοποίηση της λαϊκής τέχνης, η χυδαιολογία κατά ακατάσχετο τρόπο που «δικαιολογείται» με την πρόφαση
της λαϊκότητας, η πορνογραφία, το σταρ-σύστεμ, τα τυχερά παιχνίδια –και στον τομέα του αθλητισμού: η
παραγοντοποίηση, η ηρωοποίηση των αθλητών, ο διασυρμός των φιλάθλων που μετατρέπονται σε οπαδούς, οι
ρωμαϊκές φιέστες σε αθλητικούς κατά τα άλλα χώρους– και κυρίως τα τυχερά παιχνίδια αλλοιώνουν τις πραγματικές
επιδιώξεις που πρέπει να έχει ο πολίτης και τον παρασύρουν σε ανούσιους, αδιέξοδους δρόμους που τελικά
υποβαθμίζουν την προσωπικότητά του.
Μόνον ο δημόσιος προβληματισμός και η διαφάνεια σε κάθε κοινωνική εκδήλωση μπορούν να περιορίσουν τα
λαϊκιστικά φαινόμενα στην σύγχρονη πραγματικότητα.
Η παρακμή των δημοκρατικών θεσμών είναι κάτι που επιδιώκεται σκόπιμα, αποκαλύπτονται όμως αργά ή γρήγορα
όσοι κινούν τα νήματα τέτοιων υποχθόνιων ενεργειών.
Η δημοκρατία είναι πλέον αρκετά στερεωμένη ώστε να δίνει αξία σε παρωχημένες από την κοινή γνώμη την ίδια
ιδέες (αν έχουν ιδεολογική βάση καν).
Ο λαός καταδικάζει ανεπιφύλακτα κάθε προπαγανδιστική, δέσμιο του παρελθόντος προσπάθεια για όξυνση της
κρίσης εις βάρος του και γνωρίζει τους υπονομευτές του.

Η παρακμή και η Αποκατάσταση της Ελληνικής Δημοκρατίας

Ένας προβληματιζόμενος και ευσυνείδητος πολίτης, ο οποίος παρατηρεί με ιδιαίτερη προσοχή τις κοινωνικές
εξελίξεις σε κάθε τομέα που ενδιαφέρει άμεσα τον ίδιο αλλά και ολόκληρη την κοινωνική μάζα, μπορεί χωρίς
δυσκολία και με απλό νου να παρατηρήσει ότι ο ρόλος που ο λαός παίζει στην άσκηση και στον έλεγχο της εξουσίας
είναι μειωμένης σημασίας, όσο συντηρείται το φαινόμενο του λαϊκισμού στην δημόσια ζωή και ενδημεί σε κάθε
επίπεδο με το οποίο ο λαός οφείλει να συνδέεται.
Ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν ο λαϊκισμός δεν καταπολεμείται από τους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι έχουν την ευθύνη
της καθοδήγησης του λαού προς τους διαύλους εκείνους που κατευθύνουν προς την ανύψωση του πνεύματος που τον
διακρίνει τον λαό, το ανησυχητικό εδώ και πολλά χρόνια αυτό φαινόμενο εισχωρεί ολοένα και πιο βαθιά στον
αντιληπτικό μηχανισμό του πολίτη και διαβρώνει την κριτική του ικανότητα.
Πραγματικά, τα έντονα δείγματα εξάπλωσης της έννοιας «λαϊκισμός» αποτελούν απτές αποδείξεις του γεγονότος ότι
οι αυτοσυνειδησιακές αρχές των ανθρώπων που αποτελούν τον λαό, την βάση της δημοκρατίας, έχουν αμβλυνθεί σε
ανεπανόρθωτο βαθμό, ίσως.
Η διαπίστωση αυτή σημαίνει ότι οι ταγοί της κοινωνίας μας έχουν συντελέσει με πολλαπλές μεθόδους στον
υπνωτισμό του λαού. Υπεύθυνος είναι φυσικά και ο ίδιος ο λαός που ανέχεται την ποδηγέτησή του και τον
συστηματικό αποπροσανατολισμό του, αυτός έχει την πρωτογενή ευθύνη για την ανάδειξη των ομάδων που θα
αναλάβουν το μέλλον του, ας μην ξεχνάμε όμως ότι από ένα σημείο και μετά χάνει τον έλεγχο, όταν όλα γίνονται
«νομότυπα». Οι κάθε είδους ηγέτες, επομένως, πολιτικοί, πνευματικοί και τα πρότυπα που θέτει ο λαός επιχειρούν
την εξαπάτησή του, με εξαιρέσεις ανάξιες ανάλυσης, ωστόσο.
Οι τομείς στους οποίους εκδηλώνεται, λοιπόν, το φαινόμενο του λαϊκισμού είναι όσοι είναι κατ’ εξοχήν άρρηκτα
συνδεδεμένοι με την λαϊκή παρέμβαση και συμμετοχή. Η πολιτική, κυρίως, αποτελεί το αγωνιστικό «γήπεδο» του
λαϊκισμού, επιπλέον όμως αυτός καθόλου δεν απουσιάζει τόσο από τους δημοκρατικούς θεσμούς όσο και από τον
πολιτισμό, την τέχνη, τον αθλητισμό, τους καθιερωμένους τρόπους συμπεριφοράς.
Αυτά τα στοιχεία θα έπρεπε να προωθούνται χάρη στην ανάληψη ευθυνών από τις λαϊκές τάξεις αλλά και οι
ευεργετικές τους συνέπειες υποτίθεται ότι εξακτινώνονται σε όλο το κοινωνικό σύνολο.
Ο λαϊκισμός είναι υπεύθυνος για την μη πραγματοποίηση των στόχων που πρωταρχικά θέτει ένα υγιούς μορφής
πολίτευμα, όπως η δημοκρατία.
Η εποχή μας, μ’ αυτήν την λογική, συνεπάγεται παρακμή της δημοκρατίας.
Τα αίτια που επηρεάζουν καθοριστικά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, από το σημείο που βρίσκεται σήμερα ως
την θέση που της αρμόζει να έχει ώστε να εφαρμόζεται και πρακτικά, δεν είναι ακατόρθωτο να επισημανθούν, οι
διαδικασίες όμως προς ένα τέτοιο θετικό ενδεχόμενο έχουν γίνει στο παρελθόν πεδίο κομματικών αντεγκλήσεων και
αλληλοκατηγοριών, με αναμφισβήτητες βάσεις αλήθειας, χωρίς ωστόσο να θιχτούν τα «κακώς κείμενα».
Και αυτό είναι προς το συμφέρον αποκλειστικά όσων επιδιώκουν τον παραγκωνισμό του λαού από τον χώρο των
προσωπικών συμφερόντων, όπου βρίσκουν την ευκαιρία να προσπορίζονται οφέλη εις βάρος και ερήμην της λαϊκής
αντίδρασης, επικαλυμμένοι πίσω από την ασυγκράτητη κολακεία της δύναμης της πλειοψηφίας του λαού, με
συνθήματα όπως «δεν υπάρχουν θεσμοί, αλλά μόνον η λαϊκή θέληση».
Οι φορείς του λαϊκισμού εξαίρουν τον λαό, απευθυνόμενοι στα ένστικτα και στο συναίσθημα του λαού –ενός λαού
που ακριβώς για αυτήν του τη ιδιότητα, την γνησιότητα και τον αυθορμητισμό, είναι εύκολο θύμα για όσους
συντηρούν τα συμπλέγματα του παρελθόντος, θέσεις που καμιά χρησιμότητα δεν έχουν την σημερινή εποχή (της
κατάρρευσης των ιδεολογικών μύθων και του επαναπροσδιορισμού τους), και τον δογματισμό.
Από το σημείο, όμως, που οι γνώστες της ψυχολογίας της μάζας, εκμεταλλευόμενοι την διάσταση και τον φορτισμό
ιδεολογικά των λέξεων, ως το σημείο να ξεγελιέται ο λαός –τα αλάθητα ένστικτα του οποίου, τουλάχιστον ως τώρα,
έχουν λειτουργήσει ικανοποιητικά αποδίδοντας τις πραγματικές ευθύνες εκεί όπου πρέπει και επανορθώνοντας τα
λάθη του– υπάρχει η μερίδα που ο ίδιος έχει, ως αίτιος των δοκιμασιών στις οποίες υποβάλλεται.
Πιο συγκεκριμένα, αναντίρρητα ο ελληνικός λαός δεν διακατέχεται από αίσθημα κοινωνικής ευθύνης όπως και από
πολιτική και κοινωνική αυτογνωσία.
Στο παρελθόν, ωστόσο, είχαμε αντίθετες καταστάσεις.
Το φαινόμενο του λαϊκισμού είχε ενσκήψει ανέκαθεν στις κοινωνικές δομές, εν τούτοις το λαϊκό πνεύμα δεν είχε
κατολισθήσει. Ο λαός μπόρεσε να διατηρήσει την ταυτότητά του, να αντισταθεί επιτυχημένα και να μην ανάγει τον
λαϊκισμό σε θέμα καθοριστικό της ύπαρξης ή όχι δημοκρατικών θεσμών, έστω και αν οι συνθήκες ήταν
αντιξοοότερες σε σύγκριση προς τις σημερινές, μολονότι η έλλειψη επικοινωνίας ήταν πιο έντονη.
Ο σημερινός, λοιπόν, προβληματισμός του ώριμου και δημοκρατικά ολοκληρωμένου ατόμου μπορεί να καταλήξει,
παραγνωρίζοντας τις εγγενείς αδυναμίες της περίπτωσης που διαδραματίζεται διαρκώς στην Ελλάδα, στην έλλειψη
παιδείας, εκεί όπου καταλήγει κάθε άλλη παρόμοια σε σημασία διερεύνηση, σχετικά με τον λαό και την ποιότητά
του.
Εφόσον ο πολίτης θέλει να έχει την ευθύνη των επιλογών του, οφείλει να γνωρίζει ότι από τον ίδιον εξαρτάται η
σημασία που η κρίση του θα έχει στην διακυβέρνηση του περιβάλλοντος όπου ζει.
Ωστόσο, οι επιτήδειοι που συντηρούν τον λαϊκισμό (και αυτοί δεν πρέπει να αναζητηθούν μέσα στους πολιτικούς, η
στάση των οποίων υπήρξε πάντοτε απαράλλακτη και γνώριμη στον λαό) μπορούν να έχουν επιρροή στην μόρφωση
του πολίτη –και αυτό είναι το πιο σημαντικό στοιχείο.
Ο άνθρωπος όχι μόνο δεν αφυπνίζεται αλλά αντίθετα αποκοιμίζεται και υπνωτίζεται, οι ικανότητές του ως
συμμετόχου στον προσδιορισμό των τυχών του μειώνονται και η εξειδίκευση τον κάνει να μην ενδιαφέρεται για τα
κοινά. Πώς λοιπόν μπορούμε να περιμένουμε λύσεις, όταν η πρόοδος σήμερα διχάζει την ανθρώπινη σκέψη, που
δέχεται εκατοντάδες αληθοφανή ερεθίσματα;
Μόνον ο δημόσιος προβληματισμός και η διαφάνεια σε κάθε επίπεδο της ζωής μπορούν ίσως να εξαλείψουν τον
λαϊκισμό ή να τον περιορίσουν σε ασήμαντη ισχύ επιρροής πάνω στον πολίτη.
Η παρακμή της δημοκρατίας είναι κάτι που σκόπιμα επιδιώκεται, όμως όσοι την υποβοηθούν αποκαλύπτονται αργά
ή γρήγορα.
Η δημοκρατία είναι πλέον αρκετά ικανοποιητικά στερεωμένη ώστε να δίνει αξία σε θέσεις που είναι παρωχημένες
και από τον ίδιον τον λαό, την κοινή γνώμη, που καταδικάζει ανεπιφύλακτα κάθε τέτοια προσπάθεια, απ’ όποια
πλευρά κι αν προέρχεται.

Η λειτουργία των κομματικών μηχανισμών

στην Αρχαία και στην Νέα Ελληνική Δημοκρατία

Αναμφίβολα, το πολίτευμα εκείνο το οποίο συντελεί τα μέγιστα για την διαρκή πρόοδο και βελτίωση των
κοινωνικών σχέσεων είναι η δημοκρατία. Και η δημοκρατία βασίζεται στην ποιότητα των μελών που αποτελούν
την κοινωνία για να στερεωθεί και να απελευθερώσει προς αυτά τα μέλη τις ευεργετικές της συνέπειες που
συνεπάγεται μια τέτοια αρμονική κατάσταση.
Και κριτήριο για την δημοκρατική ολοκλήρωση σε μιαν χώρα αποτελεί ασφαλώς η λειτουργία ή μη των μηχανισμών
κοινής γνώμης και επιπλέον η αποτελεσματικότητα αυτής. Δικαιολογημένα άλλωστε, αφού οι παράγοντες που την
διαμορφώνουν και η ύπαρξη των κατάλληλων προϋποθέσεων για αυτήν την διαδικασία καθορίζουν αποφασιστικά
την διασφάλιση του δημοκρατικού ιδεώδους.
Επειδή, λοιπόν, στην έννοια της δημοκρατίας συμπεριλαμβάνεται και η ελεύθερη διασπορά και μετάδοση ιδεών,
συναισθημάτων και πόθων, κάθε φορά που τα άτομα επικοινωνούν μεταξύ τους και η κοινωνική ομάδα σχηματίζει
κάποιαν συγκεκριμένη γνώμη για την αξία ή απαξία ενός θέματος, πάντα με βάση τις κατά αυτόν τον τρόπο
διασπειρόμενες ιδέες, τότε μιλάμε για τον σχηματισμό της κοινής γνώμης, που αντιδιαστέλλεται με την ατομική και
υπεύθυνη γνώμη, και είναι η συνισταμένη των απόψεων μιας ομάδας συνολικά, πάνω σε θέματα κοινού
ενδιαφέροντος που επηρεάζουν την κοινωνία άμεσα ή έμμεσα, και σχηματίζεται με την ενέργεια και την αντενέργεια
αυτών των απόψεων.
Ωστόσο, είναι απρόσωπη και ατομικά ασυνείδητη, μ’ όποια μορφή κι αν παρουσιάζεται.
Και βέβαια, η κοινή γνώμη δεν αποτελεί χαρακτηριστικό μόνο της σημερινής εποχής. Ανέκαθεν αποτελούσε τον
πυρήνα της δημοκρατικής ζωής.
Από την αρχαιότητα, στις τραγωδίες όπου απεικονιζόταν η ίδια η εποχή του δημιουργού τους, η κοινή γνώμη κατείχε
ιδιαίτερα τιμητική θέση, και παρέμβαινε δυναμικά, μέσω της μικρογραφίας του χορού, στα διαδραματιζόμενα.
Και στην συνέχεια, εκφραστής της κοινής γνώμης αναλαμβάνει η εκκλησία του δήμου, όπου γινόταν ευρύτερα
γνωστό το απάνθισμα των ιδεών όλων των πολιτών.
Την σύγχρονη εποχή, η κοινή γνώμη λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από την κάθε είδους ηγεσία που είναι υπεύθυνη
για κάθε θέμα το οποίο περνά από το αυστηρό μικροσκόπιο της κοινής αντίληψης των πραγμάτων.
Η γνώση της αντίδρασης, θετικής ή αρνητικής, έχει οδηγήσει στην δημιουργία και επιστήμης ακόμα που ασχολείται
με την κοινή γνώμη.
Γίνονται, έτσι, καθημερινά σφυγμομετρήσεις και δημοσκοπήσεις απάνω σ’ αυτήν, ώστε να διορθωθούν τα κακώς
κείμενα που η κοινή γνώμη απαιτεί, να ανιχνευτεί από προηγουμένως η στάση που θα τηρήσει η πλειοψηφία των
πολιτών και να γίνουν οι κατάλληλες ενέργειες, έτσι ώστε η κοινή γνώμη να είναι συγχρόνως ευχαριστημένη και
ωφελημένη.
Το γεγονός αυτό, επομένως, έχει αποκλειστικά θετικές συνέπειες για την κοινωνία.
Και αυτό γιατί, επιπλέον, ο ρόλος της κοινής γνώμης είναι να επιδοκιμάζει ή να επικρίνει τις αποφάσεις και τα έργα
κάθε προσώπου της επικαιρότητας, τα οποία ασφαλώς έχουν αντίκτυπο μεγίστης σημασίας σε ιδιαίτερα πλατύ μέρος
των πολιτών.
Εξάλλου, κάθε φορά που παραβιάζονται οι δημοκρατικές διαδικασίες που ορίζονται ρητά από το Σύνταγμα ή οι
αρχές ή ακόμα και μη υπεύθυνα άτομα αυθαιρετούν και εκμεταλλεύονται το κοινωνικό σύνολο, η κοινή γνώμη
αντιδρά φράζοντας τον δρόμο στους επιτήδειους που την αγνοούν. Γι’ αυτό και επηρεάζει καταλυτικά την λήψη των
αποφάσεων και το νομοθετικό έργο, προσφέροντας πολύτιμο έργο για την εύρυθμη λειτουργία του
κοινοβουλευτισμού.
Κρίνει τις πράξεις των πολιτικών ηγετών και κομμάτων, εξασκεί έντονη πίεση για τον συνετισμό τους, επικροτεί τις
επιτυχίες τους και γενικά, κατευθύνει το πολιτικό έργο, όσο κι αν εδώ υπεισέρχεται ο ατομικός παράγοντας αρκετές
φορές παραγκωνίζοντας το κοινωνικό συμφέρον.

*

Γίνεται επομένως αντιληπτό ότι, όταν η κοινή γνώμη συμπεριφέρεται με δυναμικό τρόπο, είναι φυσική η
κατοχύρωση κάθε είδους πολιτικής, κοινωνικής και ατομικής ελευθερίας, εξασφαλίζεται η απονομή της δικαιοσύνης,
ευνοείται η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και παρεμποδίζονται οι διεργασίες που υπονομεύουν την δημοκρατική
ζωή.
Αντίθετα, η παραβίαση ή η παραπλάνηση της κοινής γνώμης συνεπάγεται αυτόματα την αδρανοποίηση του λαού που
αδιαφορεί για τα κοινά προβλήματα, αποπροσανατολιζόμενος από την ολοκληρωτικού τύπου προπαγάνδα, ενώ τα
δικαιώματά του και η ελευθερία του καταπατούνται και η δημοκρατία φθείρεται, εφόσον ο πολίτης δεν μπορεί να
συμμετάσχει στην άσκηση της εξουσίας που διαμορφώνει τις τύχες όλης της μάζας του λαού.
Είναι, για όλους τους παραπάνω λόγους, επιτακτική η ανάγκη να διατηρηθούν και να βελτιωθούν, όσο το δυνατόν
περισσότερο, οι μηχανισμοί που κινούν την κοινή γνώμη και την σχηματίζουν.
Προϋποτίθεται, αναντίρρητα, ωστόσο η ελευθερία στην επικοινωνία και στην συζήτηση –και είναι ευτύχημα το
γεγονός ότι οι παράγοντες που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη βρίσκονται αυτήν την στιγμή σε πλήρη άνθηση.
Τόσο η τηλεόραση, ο τύπος και το ραδιόφωνο, όσο και ο κινηματογράφος, το θέατρο, η τέχνη γενικά που συντελούν
στο να μην χάνει το άτομο την ατομική του γνώση, έχουν στραφεί εύστοχα προς όλες εκείνες τις πτυχές της ζωής που
ενδιαφέρουν το σύνολο και προσφέρουν έγκυρη ενημέρωση, σαφείς προσανατολισμούς, ρεαλιστική ιδεολογία και
μόρφωση.
Ακόμα, οι πνευματικοί άνθρωποι έχουν πρόσβαση σε κάθε μέσο μαζικής ενημέρωσης για να προβάλλουν τις
διαφωτιστικές θέσεις τους, να απαλλάξουν τον κόσμο από τις προκαταλήψεις, να προωθήσουν τους καρπούς της
γνώσης τους.
Το βιβλίο, επίσης, μορφώνει τους πολίτες πολύπλευρα και σφαιρικά και επακριβώς, με αδιάσειστα στοιχεία, ενώ
προσφέρει πολλά και στην παιδεία, ως συντελεστής της ηθικής συμπεριφοράς του ατόμου.

*

Όλοι αυτοί οι παράγοντες αρκεί να χρησιμοποιηθούν σωστά, για να εκλείψει η προπαγάνδα, και η κοινή γνώμη θα
μπορεί, ανεπιφύλακτα και με την αίσθηση ότι είναι αλάνθαστη, να επιδοθεί απερίσπαστη στον εποικοδομητικό της
ρόλο, της άσκησης καλόπιστης κριτικής που πρέπει να εντείνεται όταν δίνονται ενδείξεις παρέκκλισης από τα όρια
της δημοκρατίας.
Όμως, η κοινή γνώμη, για να μην καταστρέψει την ατομικότητα, πρέπει να προσκρούει στην δύναμη εκείνης.
Δύναμης που θα απορρέει από την μόρφωση.
Το άτομο τότε μπορεί να συμμετέχει ενεργά στην κοινή γνώμη αλλά να μην γίνεται εξάρτημα εκείνης, ούτε να την
αισθάνεται ως ρυθμιστή της ζωής του και καταπιεστή της βούλησής του.
Γεγονός, άλλωστε, είναι ότι πολλές φορές απατήθηκε η κοινή γνώμη, αφού σχηματίζεται όχι από εκείνους που
έκριναν ορθά αλλά από την ένταση εκείνων που αντέδρασαν δυναμικά.
Όταν λοιπόν τα περισσότερα μέλη μιας κοινωνίας είναι αδιάφορα, τότε η γνώμη που υπερισχύει είναι των λιγότερων,
αυτών που υποστήριξαν φανατικά τις θέσεις τους.
Όμως, η κοινή γνώμη ενός παιδευμένου συνόλου έχει εξεταστική βαρύτητα εξέχουσας σημασίας, επειδή έτσι
ελέγχονται οι άρχοντες, διαμορφώνονται ιδανικά, κατευθύνονται τα άτομα προς τις αξίες. Αυτό
εξηγεί και το, επικίνδυνο πολλές φορές, ενδιαφέρον της εξουσίας για την διαμόρφωσή της.
Η λειτουργία της κοινής γνώμης προϋποθέτει, κυρίως, για να είναι δημιουργική την ανάθεση της κυβέρνησης σε
χέρια υπεύθυνων, σωστών ανθρώπων που θα έχουν δικαίωμα και καθήκον να συζητούν τα κοινά ζητήματα.
Πρέπει με το πρόβλημα που θα εμφανίζεται να δίνεται το ερέθισμα για την αντίληψή του και την επιδίωξη της λύσης.
Επιπλέον, είναι απαραίτητη η αντικειμενική και πλουραλιστική ενημέρωση του πολίτη, η μόρφωση και η ωριμότητά
του (όπως ειπώθηκε και πιο πάνω), η παροχή μέσων για την ελεύθερη διακίνηση αναμφισβήτητων αληθειών, και η
απαλλαγή από κάθε προκατάληψη, όπως και η επιδίωξη της θέσπισης γενικών κανόνων που να βασίζονται στην
λογική και όχι στην τυφλή πίστη.
Συμπερασματικά, η κοινή γνώμη, αν και δεν αποτελεί πάντα την γνώμη όλων των πολιτών, επηρεάζει σημαντικά τις
πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις, πράγμα που μπορεί να μας κάνει να υποστηρίξουμε άφοβα ότι η κοινή γνώμη,
όταν συμβαδίζει με ορθές αποφάσεις υπέρ του γενικού καλού, έχει λίγες υποχρεώσεις γιατί τότε η δημοκρατία δεν
κινδυνεύει.
Όταν όμως παρατηρούνται ανησυχητικά φαινόμενα ηθικής σήψης, πολιτικής διαφθοράς και κοινωνικής αδικίας, η
όρθωση του αναστήματός της εναντίον αυτών, αποτελεί απτή απόδειξη ότι οι μηχανισμοί λειτουργίας της είναι
αποτελεσματικοί, άρα και σ’ αυτήν την περίπτωση η κοινή γνώμη έχει την ευκαιρία να πιστοποιήσει ότι
αναπτύσσεται μέσα σε ένα ιδεώδες, δημοκρατικό περιβάλλον.

Η πληροφόρηση και ο Διαφωτισμός των Μέσων

Από τα αρχαία χρόνια, από τότε δηλαδή που ο άνθρωπος συνειδητοποίησε ότι το μεγαλύτερο αγαθό που είχε ήταν η
σκέψη του και η ικανότητά του να κρίνει, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί αυτό το προνόμιο αλλά συγχρόνως και να
προστατέψει την ελεύθερη γνώμη ώστε να πετύχει την όσο το δυνατόν καλύτερη διακίνηση των ιδεών του.
Ιδεών και αξιών μαζί, που σχετίζονταν με την καθημερινότητα, με προβλήματα που τον απασχολούσαν και που είχαν
σαν επακόλουθο διαμάχες, συζητήσεις και ενδιαφέρουσες καταστάσεις.
Από εκείνην την στιγμή, όμως, άρχισε και μια προσπάθεια ανταγωνισμού αφού ο άνθρωπος στην εξελικτική του
πορεία που συνεχίζεται ακόμη, κατάφερε να επινοήσει διάφορα μέσα με τα οποία να επιτυγχάνει την ταυτόγχρονη
έκθεση πολλών απόψεων για ένα συγκεκριμένο ζήτημα.
Αρχικά βέβαια, κύριος σκοπός του ήταν να είναι σε θέση να παίρνει πληροφορίες –μηνύματα για ό,τι συμβαίνει και
να προβληματίζεται. Η διαφορετική, όμως, προσωπικότητα του καθενός μας ήταν φυσικό να φέρει και συγκεχυμένες
απόψεις. Και η προσωπικότητά μας διαμορφώνεται από το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε και από τα ερεθίσματα
τα οποία δεχόμαστε.
Το ερώτημα, όμως, τίθεται από το σημείο εκείνο που αναρωτιόμαστε για την απήχηση που έχουν αυτά στην ψυχή
μας και από τις αντιδράσεις μας που διαφέρουν. Γιατί, άραγε, να αντιδρούμε με διαφορετικό τρόπο ο καθένας μας;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα μπορούσε να δοθεί μέσα από την μελέτη και την κριτική του συγχρόνου τρόπου
ενημέρωσης του πολίτη, που είναι η τηλεόραση, το ραδιόφωνο και ο τύπος που είναι και αυτά που διαμορφώνουν
την σκέψη, την συνείδηση και τον τρόπο συμπεριφοράς ίσως ενός ατόμου.
Κάθε άνθρωπος πρέπει να αποφασίσει ανάλογα με τα συγκεκριμένα ερεθίσματα που δέχεται, τα οποία όμως άλλοι
διαλέγουν γι’ αυτόν.
Η εισβολή και κυριαρχία των ενημερωτικών μέσων στην ζωή μας είναι αναμφισβήτητη, και γι’ αυτό έχει γίνει
επιτακτική και η ανάγκη για σωστή και αξιόπιστη πληροφόρηση. Ο τύπος, ιδιαίτερα, έχει χαρακτηριστεί 4η εξουσία
(χωρίς παρ’ όλα αυτά να υστερούν, τώρα τελευταία, καθόλου ούτε η τηλεόραση ούτε το ραδιόφωνο), γιατί έχει και
την μεγαλύτερη ανταπόκριση από τον κόσμο που, ανάλογα με τις προτιμήσεις του, έχει καθιερώσει τις εφημερίδες
σαν τον κύριο παράγοντα που δίνει σάρκα και οστά στις πεποιθήσεις και τις επιθυμίες του.
Η ενημέρωση, λοιπόν, έχει γίνει πια ανάγκη οργανική για μας και, όμως, δεν γνωρίζουμε πολλές φορές να κρίνουμε
αντικειμενικά αλλά επηρεαζόμαστε από την ασθένεια που λέγεται «παραπληροφόρηση». Οι συνθήκες που
αντιμετωπίζουμε ευνοούν τεράστια την διάδοση αυτού του «ιού».
Η ηθελημένη διασπορά ψευδών ειδήσεων έχει αποκλειστικό στόχο την καθοδήγηση των φρονημάτων ενός πολίτη
προς μιαν ορισμένη κατεύθυνση, γεγονός που λόγω της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η σημερινή κοινωνία
μπορεί να ασκήσει μεγάλες πιέσεις και να εξυπηρετήσει συμφέροντα.
Η υπερκατανόηση της ισχυρούς θέσης και του λειτουργήματος του δημοσιογράφου, ο οποίος είναι και ο κύριος
υπεύθυνος για όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της ενημέρωσης, οδηγεί πολλές φορές στην
παραπληροφόρηση και μπορεί να κάνει ακόμη και τον πιο λογικό άνθρωπο να χρησιμοποιεί, αθέλητα βέβαια,
παρωπίδες ως προς την αντιμετώπιση των τεράστιων ζητημάτων που απασχολούν μιαν κοινωνία.
Οι παράγοντες, ωστόσο, που προκαλούν αυτό το φαινόμενο έχουν βαθιά ριζώσει στα θεμέλια της σωστής και
αντικειμενικής πληροφόρησης και το συγκλονίζουν αυτό το οικοδόμημα που δημιουργήθηκε από την ανάγκη
διαφώτισης του κόσμου.

*

Ένας από τους παράγοντες αυτούς, και ο πιο σημαντικός, είναι και η κομματικοποίηση της ζωής μας. Έχει
παρατηρηθεί μια στροφή της ενημέρωσης προς την πολιτική, και αυτό ίσως για να αποπροσανατολιστεί ο κόσμος
από τα καθημερινά του προβλήματα και να οδηγηθεί σε διαμάχες, σε διαίρεση και σε μίση.
Αυτό είναι φανερό και από την προβολή αυτών των θεμάτων στην τηλεόραση, τον τύπο και το ραδιόφωνο.
Κύριο αίτιο, η εισβολή του μεγάλου κεφαλαίου στον εκδοτικό, ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό χώρο (όπου αναμένουμε
σε λίγο καιρό τα πρώτα δείγματα) που έχει σαν άμεση συνέπεια την διαστρεβλωτική λειτουργία των ειδήσεων και
την ένταξή τους στην θέληση του κόμματος στο οποίο πρόσκειται.
Η πορεία αυτή, παράλληλα με την κομματική γραμμή, γίνεται ακόμα πιο ευδιάκριτη από την προσπάθεια κάθε
κομματιού-κόμματος να εντάξει την δημοσιογραφία στον χώρο του, να στελεχώσει δηλαδή τα κρατικά μέσα
ενημέρωσης με ανθρώπους δικούς του αμέσως μόλις έρθει στην εξουσία.
Κι αυτό, ανεξάρτητα από την κάθε είδους αξιοκρατία και από τα προσόντα του δημοσιογράφου. Καλύτερο
παράδειγμα από την ελληνική τηλεόραση δεν πρέπει να υπάρχει.
Εξ άλλου, υπάρχει πολυφωνία τόσο στον τύπο όσο και στο ραδιόφωνο που σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνά και τα
όρια της δημοσιογραφικής δεοντολογίας.
Ένας άλλος παράγοντας είναι και η έλλειψη ικανών δημοσιογράφων, που δεν υπολογίζουν τον παιδαγωγικό και
ψυχαγωγικό ρόλο που πρέπει να παίξουν.
Τελευταία, δημιουργούνται ανώτατες δημοσιογραφικές σχολές με έμπειρους, επαγγελματίες δημοσιογράφους που
επιτελούν επάξια το έργο τους, για να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα.
Πέρα από τις πολιτικές πεποιθήσεις όμως και κατευθύνσεις που διοχετεύονται, η παραπληροφόρηση γίνεται αισθητή
και σε άλλους τομείς της καθημερινής ζωής. Εδώ, όμως, σκοπός είναι ο εντυπωσιασμός, ο εκφοβισμός και ο
αποπροσανατολισμός της κοινής γνώμης που σχετίζεται με φαινομενικά πιο ασήμαντα αλλά στην κυριολεξία πολύ
πιο σοβαρά θέματα.
Στον οικονομικό τομέα, η διασπορά ψευδών οικονομικών ειδήσεων ευνοείται από την τεράστια άγνοια πάνω σ’ αυτά
τα θέματα και η κριτική γίνεται δεκτή από τον πολύ κόσμο απροβλημάτιστα, χωρίς να πολυεξεταστούν οι
πραγματικές αιτίες αλλά και συνέπειες που οδήγησαν τον υπουργό Οικονομικών να ανεβάσει τις τιμές ή τον υπουργό
Εθνικής Οικονομίας να ανεβάσει τους φόρους. Και ανεξάρτητα από την σωστότητα της πράξεως, ο τύπος και η κοινή
γνώμη το αντιμετωπίζουν αυτό το θέμα άλλοτε με συγκατάβαση και άλλοτε με ψόγο.
Στον κοινωνικό τομέα, η παραπληροφόρηση γίνεται αισθητή στα ατυχήματα, τους φόνους και άλλα φρικιαστικά
γεγονότα, που προσβάλλουν την δημόσια αιδώ αλλά και την μνήμη νεκρών όχι λίγες φορές στο όνομα της
σπουδαιότητας και της έντασης που θα έχει κάποιο γεγονός.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι αρκετά δημοσιεύματα αντιτίθενται στην δημοσιογραφική δεοντολογία και
προκαλούν την βία από μόνα τους με τους συνταρακτικούς τίτλους και τις αιματηρές φωτογραφίες. Επίσης, η
παραπληροφόρηση υπάρχει και στα εξωτερικά γεγονότα.
Η αλληλεγγύη με κινήματα, η συμφωνία ή μη με τους εξοπλισμούς, οι συνεχείς εξελίξεις στα θέματα των
ανθρώπινων δικαιωμάτων, παράξενα και αλλόκοτα συμβάντα καλύπτουν ένα τεράστιο φάσμα και διαμορφώνουν στο
μέγιστο την γενικότερη κριτική σκέψη του ανθρώπου, ο οποίος τοποθετείται με τρόπο συγκεκριμένο απάνω σ’ αυτά,
που επηρεάζει γενικότερες εξελίξεις.
Στον αθλητικό τομέα, έναν τομέα στον οποίο διακυβεύονται εκατομμύρια όχι μόνο για μεταγραφές και έξοδα
λειτουργικά αλλά και στο Προ-Πό, υπάρχει ίσως και η μεγαλύτερη διάβρωση όσον αφορά την παραπληροφόρηση
και την διασπορά ψευδών ειδήσεων.
Η κύρια αιτία είναι σ’ αυτήν την περίπτωση η δημιουργία αναταραχών σε μιαν ομάδα αλλά και σε κάποιον αθλητή
τις περισσότερες φορές. Η έξαρση εξάλλου της βίας οφείλεται κατά πολλούς και στην προτροπή ή την λανθασμένη
εκτίμηση των ειδήσεων με την οποία ο φίλαθλος ξεπερνάει τον εαυτό του και προβαίνει σε πράξεις επικίνδυνες για
ασήμαντα, ίσως, αίτια.
Ο ψυχολογικός πόλεμος που γίνεται καταρρακώνει την ευπρέπεια και το ηθικό οποιουδήποτε ανθρώπου κάτω από
τέτοιες συνθήκες, πράγμα που ισχύει και για όλες τις πλευρές της παραπληροφόρησης.
Δεν μένει, λοιπόν, παρά να προβληματιστεί ο καθένας μας για το φαινόμενο της παραπληροφόρησης που απασχολεί
όλον τον αντικειμενικά σκεπτόμενο κόσμο και που βασίζεται στα αθέμιτα μέσα που χρησιμοποιούν κακόβουλοι
δημοσιογράφοι που προσπαθούν να αναρριχηθούν μέσω των διασυνδέσεών τους παραβαίνοντας το καθήκον τους.
Αυτό που απαιτείται, για να εξαλειφθούν έστω οι συνέπειές της, δεν είναι ο ρομαντισμός αλλά η εγρήγορση και η
αποχή από κάθε δραστηριότητα αντίθετα στην ηθική και δημοσιογραφική δεοντολογία.

Η διαφήμιση του Ανθρώπου και η επιστήμη των Μ.Μ.Ε.

Ένας από τους κύριους εκφραστές του πνεύματος της εποχής μας είναι η διαφήμιση, ο υπερτονισμός δηλαδή της
αξίας ενός νέου προϊόντος, εμπορεύματος ή και ανθρώπου με σκοπό την προώθηση της κατανάλωσής του και την
επιβολή του στις προτιμήσεις του κοινού.
Σήμερα η διαφήμιση έχει εξελιχθεί σε επιστήμη και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της καταναλωτικής κοινωνίας
που ασκεί τεράστια επίδραση στον ανθρώπινο πληθυσμό.
Ως ουσιώδης παράγοντας της οικονομίας των διαφόρων λαών, η διαφήμιση αναπτύσσεται ιδιαίτερα στα συστήματα
του ελεύθερου ανταγωνισμού.
Μέσα στο πολύπλοκο σύστημα των οικονομικών σχέσεων της εποχής μας η άσκηση σοβαρής επιχειρηματικής
δραστηριότητας είναι αδιανόητη αν δεν προσφύγουμε στην διαφήμιση η οποία ήλθε σαν αποτέλεσμα της
βιομηχανικής επανάστασης.
Έχοντας τις ρίζες της στην Αίγυπτο και την Ρώμη, επεβίωσε χάρη στην εφεύρεση και εξάπλωση της τυπογραφίας
ώσπου έλαβε την μορφή, σταδιακά, με την οποία είναι σήμερα γνωστή –μορφή χειμάρρου– δίνοντας το κυρίαρχο
στίγμα στον σύγχρονο πολιτισμό.
Η τηλεόραση, οι εφημερίδες, το ραδιόφωνο και οι κάθε είδους επιγραφές είναι τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να
προσελκύσουν το ενδιαφέρον και την εκτίμηση του καταναλωτή, όπως επίσης και η γνώση της ψυχολογίας του
κοινού, το είδος και η αξία του προϊόντος, ο τρόπος παρουσίασής του, η γνώση του επιπέδου του κοινού, η
παρεμβολή της ως σφήνα σε άλλα προγράμματα και, τέλος, η ώρα παρουσίασής της.
Η διαφήμιση πρέπει να προκαλεί την προσοχή του καταναλωτή, να του κινεί το ενδιαφέρον, να το μετατρέπει αυτό
σε επιθυμία και βέβαια να ωθεί στην αγορά του προϊόντος, δηλαδή στην ενέργεια.

*

Με την αύξηση των αγοραστών δίνει διέξοδο στην κρίση της υπερπαραγωγής και συντελεί στην ανάπτυξη πολλών
επιχειρήσεων, προκαλείται συναγωνισμός και ανέρχεται η παραγωγικότητα. Εξάλλου, το καταναλωτικό κοινό
ωφελείται σημαντικά αφού γνωρίζει πλήρως, με αυτόν τον τρόπο, την αγορά και τις τιμές και κάνει την φθηνότερη
και καλύτερη εκλογή.
Η επιτυχία μιας επιχείρησης, ακόμα, την οδηγεί σε ποιοτική βελτίωση ενώ και η ζωή μεγάλων στρωμάτων του
πληθυσμού γίνεται ανετότερη.
Επίσης, τα μέσα που προβάλλουν τα προϊόντα έχουν οικονομικά οφέλη μέσω των εσόδων από τις διαφημίσεις και,
παράλληλα, ένα πλήθος ατόμων βρίσκει σχετική απασχόληση. Με μια κατάλληλη διαφήμιση, επιπλέον, κάθε χώρα
μπορεί να προβάλλει τα προϊόντα και τα αξιοθέατά της στο εξωτερικό, με απώτερο σκοπό την αύξηση εμπορικών και
τουριστικών συναλλαγών. Από μιαν άποψη, λοιπόν, η διαφήμιση είναι χρήσιμη αφού εκφράζει την νοοτροπία κάθε
λαού και μετατρέπει το περιττό σε απόλυτα αναγκαίο.
Η διαφήμιση, όμως, έχει και τις δυσάρεστες πτυχές της.
Πρώτα-πρώτα, είναι υπεύθυνη για το κύμα του καταναλωτισμού που έχει κατακλύσει τις σύγχρονες κοινωνίες. Το
κοινό υφίσταται μια πλύση εγκεφάλου για να πειστεί ότι έχει ανάγκες και να αντικαταστήσει το προηγούμενο με κάτι
νέο. Εξυπηρετεί η διαφήμιση τις μεγάλες οικονομικές μονάδες και εργάζεται κατά των μικρών επιχειρήσεων που δεν
διαθέτουν τα μέσα για πλατύτερη διαφήμιση ενώ συγχρόνως κάνει κατάχρηση της ελευθερίας του ελεύθερου
ανταγωνισμού.

*

Ωστόσο, στα καθεστώτα με κατευθυνόμενη οικονομία, λειτουργεί σε υποτυπώδη μορφή.

*

Επίσης, η διαφήμιση δεν είναι σχεδόν ποτέ αντικειμενική και δεν δίνει ειλικρινείς πληροφορίες. Προβάλλει ψευδείς
ή υπερβολικούς ισχυρισμούς και γίνεται ενοχλητική ή βλαβερή, αφού οδηγεί σε άχρηστες τοποθετήσεις χρημάτων.
Κουράζει και αλλοτριώνει τον καταναλωτή, τον αποπροσανατολίζει. Ακόμα, συχνά ξεπερνάει τα δεοντολογικά όρια
και προβάλλει προϊόντα που βλάπτουν την υγεία και την ηθική και ρυπαίνουν το περιβάλλον.
Δύο πρόσθετες λειτουργίες της διαφήμισης είναι η προβολή προτύπων ζωής και αξιών που καθιστούν τον πολίτη
ευάλωτο σε κάθε κακόβουλη επιχειρηματική δραστηριότητα αλλά και του επιβάλλουν ορισμένον τρόπο
συμπεριφοράς, επηρεάζοντας ολόκληρη την κοινωνία, όπως και ο εθισμός του στο να υπακούει αβίαστα σε κάθε
μήνυμα, αφού διαστρέφονται τα πολιτικά του κριτήρια, παρεμποδίζεται η κυκλοφορία υγιών πολιτικών ιδεών και
γίνεται πιο εύκολη η προβολή του εντυπωσιακού, ουσιαστικά η δημαγωγία.
Παρατηρείται σε αυτήν την περίπτωση, περιορισμός της ανθρώπινης ευφυΐας και παραποίηση ταυτόχρονα της
αλήθειας ενώ η καλοπιστία γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης.

*
Παρ’ όλη την ανάπτυξη και επιρροή της, ωστόσο, η παρουσία και λειτουργία της διαφήμισης δεν φαίνεται και τόσο
απαραίτητη, κρίνοντας από τις αντιρρήσεις που διατυπώνονται αλλά και από την ίδια την πραγματικότητα, όσον
αφορά το πλατύ κοινό βέβαια, γιατί η έλλειψή της θα είχε αντίκτυπο αποκλειστικά στις μεγάλες επιχειρήσεις.
Θα έπρεπε, όμως, να βρεθεί ένας κανόνας που θα ορίζει τα πλαίσια μέσα στα οποία θα πρέπει να κινούνται οι
διαφημίσεις ώστε να μην είναι βλαβερές. Οι κώδικες επαγγελματικής Δεοντολογίας δεν είναι αρκετοί, αν και
αποτελούν ένα θετικό βήμα. Το κράτος, οι φορείς της κοινωνίας, οι ίδιοι οι καταναλωτές θα πρέπει να οργανώσουν
τις δυνάμεις τους ενάντια σε αυτόν τον μηχανισμό.
Μην ξεχνάμε το πόσο μεγάλη απήχηση έχει βρει η διαφήμιση σε εμάς τους ίδιους, πράγμα από το οποίο ορμώμενοι
οι ειδικοί αντλούν νέες ιδέες, πρωτότυπες αλλά όσο το δυνατόν πιο αποπροσανατολιστικές.
Πολλοί από μας έχουμε παραπλανηθεί και ζούμε μιαν ψεύτικη πραγματικότητα.

*

Είναι επιτακτική η ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε όλοι την τεράστια σημασία που έχει η διαφήμιση και τον ρόλο
που παίζει στην ζωή μας. Πρέπει να εννοήσουμε τι ωφέλεια θα έχει το κοινωνικό σύνολο από τον περιορισμό των
διαφημίσεων όπου αυτός είναι δυνατόν να επιτευχθεί και πόσο μεγάλη μεταστροφή θα παρατηρηθεί στις μεταξύ μας
σχέσεις, αφού η διαφήμιση αποτελεί έναν ευφημισμό που από καιρό έχει στραφεί σε καινούργιους, «επεκτατικούς»
στόχους.
Με σωστή εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που παρέχονται σήμερα θα οδηγούσε στην λύση αρκετών προβλημάτων
–το να ενδώσουμε, όμως, στις πιέσεις θα τα μεγέθυνε.

Τα Μέσα του Ατομικού, Πυρηνικού Μηχανισμού

Μια από τις κυριότερες πηγές από τις οποίες αναβλύζει το μεγαλύτερο μέρος της αγωνίας, του άγχους και της
ανησυχίας που διακατέχει σε ολοένα αυξανόμενη κλίμακα την ανθρωπότητα την σημερινή εποχή και που προξενεί
αχαρακτήριστες συνθήκες αθλιότητας και φτώχειας στον πλανήτη μας είναι η ένταση των εξοπλισμών –τουλάχιστον
μέχρι πρότινος– και το ενδεχόμενο ενός νέου, πυρηνικού αυτή την φορά πολέμου. Και σ’ αυτόν ακριβώς τον τομέα
παρατηρείται τα 2 τελευταία χρόνια μια σειρά από απροσδόκητα φαινόμενα που προβληματίζουν κάθε πολίτη, κάθε
μέλος της ανθρώπινης κοινωνίας.
Γιατί μέχρι εκείνην την χρονική περίοδο ήταν κοινό μυστικό η επίδοση των δυνάμεων που κρατούν τα ηνία του
κόσμου σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής απάνω σε πρωτοφανείς τελειοποιήσεις των πολεμικών
συστημάτων που κατείχαν –αλλά συγχρόνως δεν αμφισβητούνταν και από κανέναν οι απεριόριστες δυνατότητες σε
επιχειρήσεις τέτοιου είδους των δυνάμεων.
Η τεράστια ανά χρόνο αύξηση των δαπανών κάθε χώρας για τον τομέα της εθνικής «άμυνας» και η ενασχόληση με
πυρηνικές μελέτες των πιο επιφανών επιστημόνων έχουν πάρει διαστάσεις επιδημίας που τείνει να οδηγήσει, αυτήν
ακριβώς την στιγμή, από μια απρόβλεπτη ενέργεια ή μια λανθασμένη κίνηση, την ανθρωπότητα στο χείλος της
καταστροφής.
Και πραγματικά, ποιός θα φανταζόταν ότι ο τερματισμός του «ψυχρού πολέμου» μετά τις κοσμογονικές εξελίξεις
στην Ανατολική Ευρώπη που τόσα σκιρτήματα χαράς σκόρπισε στους φιλήσυχους πολίτες, θα ήταν μια ψευδαίσθηση
προσωρινής μορφής και ότι η διάδοχη κατάσταση θα έφερνε έναν πόλεμο στο προσκήνιο που κανείς δεν ξέρει αν θα
«εξελιχθεί» σε πυρηνικό, που θα έχει επιπτώσεις ολέθριας μάστιγας για την ζωή, και αν δεν θα περιοριστεί στο
αναπόφευκτο ανθρώπινο τίμημα αποκλειστικά.
Ο πυρετός έχει ανέβει στα ύψη και οφείλεται στον χρόνιο ανταγωνισμό των 2 μεγάλων δυνάμεων αλλά και σε
μικρότερα κράτη που αυξάνουν τις αμυντικές τους ικανότητες και βελτιώνουν την επιθετική τους αιχμή.
Υπήρχε ανέκαθεν βέβαια ενδιαφέρον για την προστασία των εδαφών που κατείχε κάθε κράτος, τις περισσότερες
φορές ωστόσο οι ενέργειες που λάμβαναν χώρα απέβλεπαν σε νέες κατακτήσεις και στην επέκταση της επιρροής.
Οι βαθύτεροι λόγοι που οδηγούν τους ταγούς της κοινωνίας μας, στους οποίους έχουμε όλοι στραμμένα τα μάτια, να
διακινδυνεύουν την παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια είναι ποικίλοι, δεν είναι όμως δύσκολο να εντοπιστούν και να
εξαλειφθούν. Αυτό άλλωστε έγινε και μέχρι τώρα, με συνεχείς προσπάθειες που είχαν ουσιαστικά αποτελέσματα,
παρά την παρεμβολή των σημερινών γεγονότων που καμιά πολιτική διορατικότητα δεν θα μπορούσε να είχε
προβλέψει –εκτός από τους εμπνευστές της.
Πρώτα-πρώτα, η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής ανεξαρτησίας κάθε κράτους αποτελεί
πρωταρχικό παράγοντα της εξωτερικής πολιτικής του, που καμιά κυβέρνηση δεν θα παρέβλεπε, γνωρίζοντας τις
αντιδράσεις της κοινής γνώμης που θα θεωρούσε προδοσία κάθε παραίτηση από τα εθνικά δικαιώματα, επειδή
ακριβώς είναι συναισθηματικά δεμένη με τα χώματα της πατρίδας.
Αυτό το γεγονός, αυτή η κατεύθυνση όμως δεν δικαιολογεί την διενέργεια επιθέσεων για την επέκταση της εδαφικής
ακεραιότητας, φαινομένου συχνά παρατηρούμενου και αμφιλεγόμενου, για την μέθοδο της αύξησης της πολιτικής
και οικονομικής επιρροής που ακολουθείται.
Ένας άλλος σχετικός λόγος είναι και η ροπή του ανθρώπου προς την υπεροχή και την κυριαρχία, που όμως δεν είναι
πρωτοεμφανιζόμενη. Αντίθετα, ο παράγοντας που συντελεί όσο κανείς άλλος στην εντατικοποίηση των εξοπλισμών –
στην οποία, όπως φαίνεται, επιστρέφουμε– είναι ο προσπορισμός οικονομικών κερδών από την παραγωγή και την
πώληση όπλων στο εξωτερικό, η τροφοδότηση επικείμενων συρράξεων και η αποτροπή (με ειρωνικό τρόπο) των
ειρηνευτικών ενεργειών μέσω της άκριτης απόρριψης των προτάσεων διαλόγου και προσέγγισης.
Όλα αυτά σε συνάρτηση με τις διαφορές στην ιδεολογία και τα κοινωνικά συστήματα συντελούν στην αύξηση της
δυσπιστίας, στην παράταση της ανασφάλειας, που αφήνουν μετέωρα πλήθος αναπάντητα ερωτήματα.
Η παράταση της παραμονής των αυταρχικών και καταπιεστικών καθεστώτων αποτελεί επιθυμία των ηγετών τους,
είναι όμως και το απευκταίο από το σύνολο του υπόλοιπου κόσμου.
Ως συνέπεια των παραπάνω αναφερομένων, η αβεβαιότητα εντείνεται χωρίς να μειώνεται η σπατάλη αστρονομικών
ποσών για την διαιώνιση της διαίρεσης της ανθρωπότητας σε σφαίρες επιρροής και συμφερόντων. Οι μικρές,
αδύνατες χώρες προσκολλώνται στις ισχυρές –πέρα όμως από αυτά, παραμελείται η κοινωνική, οικονομική και
πολιτιστική ανάπτυξη, από την στιγμή που κεφάλαια ιλιγγιώδους ύψους διοχετεύονται για σκοπούς ξένους από τα
συμφέροντα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η δημιουργία εστιών αναταραχής και ανωμαλίας με στόχο την αύξηση των πωλήσεων όπλων από τις βιομηχανικές
χώρες ή ακόμα και οι δοκιμές οπλικών συστημάτων όχι μόνον έχουν ανθρώπινα θύματα αλλά ένα ολοκαύτωμα –και
όχι μόνο, γιατί και μικρότερης έκτασης επεισόδια έχουν ως αποτέλεσμα την δημιουργία άλλων παρενεργειών στην
φύση– θα εξαλείψει κάθε ίχνος ζωής από την υδρόγειο, στον βωμό μικροσυμφερόντων, στα οποία δεν υπάρχει χώρος
για συναισθηματισμούς.
Δεν είναι, ωστόσο, και ανέφικτο το όραμα ενός κόσμου όχι ιδανικού αλλά στα μέτρα των ανθρώπινων προσδοκιών.
Η Παγκόσμια Ειρήνη μπορεί να επωφεληθεί από την «ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ». Ο τορπιλισμός της
εμπέδωσής της θα μπορούσε να καταπολεμηθεί από μιαν οργανωμένη ένταση των προσπαθειών για προβολή των
θέσεων των πολιτών της υφηλίου που απαιτούν την ειρήνη και την διευθέτηση των αντιθέσεων προς όφελός τους,
μακριά από σκοπιμότητες, που καλλιεργούν έντεχνα την μισαλλοδοξία.
Συγχρόνως, οι επιστημονικές ανακαλύψεις μπορούν αναμφίβολα να τεθούν στην υπηρεσία των αναγκών που κανείς
δεν είναι δύσκολο να εντοπίσει. Μια ανθούσα πολεμική βιομηχανία προσφέρει, από την άλλη μεριά, απασχόληση σε
μεγάλο εργατικό δυναμικό, όπως βέβαια εξασφαλίζει το ισοζύγιο των εξωτερικών συναλλαγών, συνδέεται όμως
παράλληλα με την καθυστέρηση της ανάπτυξης και δεν αφήνει να φανούν τα άλματα της τεχνολογίας σε άλλους
τομείς.
Είναι, λοιπόν, πραγματικά δύσκολη η παύση των πολεμικών διεργασιών, την στιγμή μάλιστα που τα σενάρια για τον
επικείμενο πυρηνικό όλεθρο λίγο απέχουν από την πραγματικότητα. Σίγουρα, δεν υπάρχουν αρκετές ελπίδες
απαλλαγής από αυτόν τον βραχνά. Ο έλεγχος των εξοπλισμών, η απαγόρευση της διασποράς τους και ακόμα
περισσότερο ο σταδιακός αφοπλισμός υπονομεύονται σε διεθνείς συναντήσεις και συνέδρια από τις επιτροπές που
συμμετέχουν σ’ αυτές.
Ο θεατρινισμός εκδηλώνεται εκεί σ’ όλο του το μεγαλείο, με στόχο τον εφησυχασμό και την παραπλάνηση της
κοινής γνώμης. Οι εικονικές αυτές διαπραγματεύσεις καθορίζουν το μέλλον της ανθρωπότητας και ο μέσος πολίτης
δεν έχει αρκετά –μηδαμινά ουσιαστικά– περιθώρια ελέγχου. Υπερισχύει απλώς η λογική της ισχύος και ξοδεύονται
κολοσσιαία ποσά για τους εξοπλισμούς, αντί να διατίθενται για ειρηνικούς, εξευγενισμένους και ωφέλιμους
χειρισμούς.
Ο κίνδυνος ενός ολοκληρωτικού αφανισμού έχει πλησιάσει επικίνδυνα και απειλεί την ίδια την ύπαρξή μας. Η
μείωση των εξοπλισμών, η διάθεση χρημάτων υπέρ της ανθρωπότητας και όχι υπέρ ενός ανούσιου πολέμου απαιτεί
μιαν πολιτική διεθνούς συνεργασίας, την υϊοθέτηση σθεναρής στάσης απέναντι σε κάθε υπονομευτή όσων με κόπο
έχουν επιτευχθεί, από όπου κι αν αυτός δέχεται εντολές. Αυτή η δραστήρια παρουσία θα είναι επιτυχής αν
ευαισθητοποιήσει και αφυπνίσει τις συνειδήσεις του κόσμου που είναι αμέριμνος και εφησυχασμένος. Βέβαια, δεν
φτάνει η ανάληψη πρωτοβουλιών μπροστά σε παράλογες καταστάσεις, είναι ωστόσο επιβεβλημένη η εξάντληση
κάθε ικμάδας των δυνατοτήτων –αν αυτές υπάρχουν– για την αποφυγή συρράξεων που τελικά δεν αποβαίνουν προς
το συμφέρον κανενός.

Ατομική-Επιστημονική Μόρφωση και Ηθική

Πρώτη προσπάθεια του ανθρώπου αποτέλεσε η ικανοποίηση της ακατανίκητης ροπής του προς την γνώση, πράγμα
το οποίο τον ώθησε στην επίμονη έρευνα για την κατάκτησή της.
Η σωστή, αληθινή και επιστημονική μόρφωση είναι αποτέλεσμα έντονου μόχθου εκ μέρους του με στόχο την
ποιοτική βελτίωση της ζωής του τόσο στο βιοτικό όσο και στο πνευματικό επίπεδο.
Όμως, όταν οι καρποί της επιστημονικής μόρφωσης βρεθούν κάτω από την ευθύνη ενός ατόμου ηθικού και
δημιουργικού, τότε γίνονται φορείς του πολιτισμού και σημαντικός συντελεστής της προόδου.
Αντίθετα, η μόρφωση βλάπτει σημαντικά τον άνθρωπο όταν αποχωρίζεται την συνοδεία της αρετής, με αποτέλεσμα
να παρουσιάζεται ως απάτη παρά ως σοφία.
Ιδιαίτερα μεγάλες διαστάσεις αποκτά ο κίνδυνος αυτός στην σημερινή πραγματικότητα, όπου οι απαιτήσεις όλων
μας για την ηθική ποιότητα του μορφωμένου ατόμου θα πρέπει να είναι αυξημένες και όπου κύριο μέλημά μας
επιβάλλεται να είναι η πρόνοια για την νέα γενιά πολιτών.
Μια απλή περιπλάνηση του νου στην τάξη των πραγμάτων που επικρατεί στην υφήλιο θα έπειθε και τον πιο
δυσκολόπιστο και ρομαντικό παρατηρητή για την ηθική εξαχρείωση που κάθε νέος είναι υποχρεωμένος να
αντικρίσει, μορφωμένος ή μη. Και βεβαιώνεται κανείς πως αν ένα μεγάλο ποσοστό των μορφωμένων ήδη ατόμων, οι
οποίοι αναντίρρητα –και δίκαια– καθορίζουν τις κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει στο μέλλον να ακολουθήσει η
κοινωνία για να προοδεύσει, ήταν ηθικοί συγχρόνως δεν θα παρατηρούσε την κρίση αξιών που παρουσιάζεται
καθημερινά και πιο βαθειά.
Υπάρχει οπωσδήποτε έλλειψη από τους ανθρώπους εκείνους που έχουν άμεση εσωτερική επίγνωση του καθήκοντός
τους, που απορρέει από την ελεύθερη βούληση η οποία συμφωνεί με τις αντικειμενικά παραδεδεγμένες αξίες και
επιταγές της συνείδησης εσωτερικά και εξωτερικά.
Η υγιής συνείδηση και ο αυστηρός έλεγχος στον οποίον αυτή υποβάλλει τις ανθρώπινες ενέργειες, είτε
επικυρώνοντας και επιδοκιμάζοντας αυτές είτε κατακρίνοντάς τες, είναι το κριτήριο του ηθικού ανθρώπου.
Θα ήταν αναμενόμενο, ωστόσο, ακριβώς η αντίθετη περίπτωση να συνέβαινε.
Πρώτα-πρώτα, επειδή η αποστολή της παιδείας είναι η ηθική τελειοποίηση του ανθρώπου και η απομάκρυνσή του
από το κακό.
Γιατί, επομένως, η κατάκτηση της μόρφωσης δεν εξευγένισε τον κάτοχό της;
Έπειτα, ένας μορφωμένος άνθρωπος οδηγείται αυτομάτως στην ορθή αντίληψη, στην γνώση του δίκαιου και
σωστού; Έχει ταυτόγχρονα την δύναμη να κυριαρχεί στα πάθη του; Προφυλάσσεται, τέλος, από τον εγωϊσμό και την
περηφάνεια;
Θα δινόταν από όλους τους έμφρονες ανθρώπους καταφατική απάντηση, αν αυτοί ήξεραν ότι, κατά την διαδικασία
της μόρφωσης, έλαβε χώρα και η ηθική διάπλαση του χαρακτήρα κάθε ατόμου.
Και αυτή στοχεύει τόσο στην εξατομίκευση όσο και στην κοινωνικοποίηση.
Με την πρώτη, το άτομο μαθαίνει ποια στοιχεία της προσωπικότητάς του μπορούν να το ωφελήσουν. Παραμονεύει
ωστόσο εδώ ο κίνδυνος να μετατραπεί σε έναν εγωπαθή, αυταρχικό πολίτη, έρμαιο της διχόνοιας.
Με την δεύτερη, το άτομο διδάσκεται πως όλοι οι άνθρωποι έχουν αξία και πως ο καθένας συμβάλλει στον τομέα
που τον ενδιαφέρει –ενώ όλοι μαζί στην προαγωγή του συνόλου.
Με αυτήν την προϋπόθεση, η επιστημονική μόρφωση βοηθά –και δεν μεταφέρει αυτόματα στον άνθρωπο την
δυνατότητα– να προσαρμοστεί ο πολίτης στο συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον και συντελεί στην πνευματική και
ηθική του εξύψωση. Δεν γεμίζει την ψυχή του νέου με στείρες γνώσεις, αλλά τις φέρνει στο φως με την λογική.
Ακόμα, τον ενώνει με το παρελθόν και αναπτύσσει τις πνευματικές του δεξιότητες.
Αντίθετα, η αμάθεια οδηγεί σε δεισιδαιμονίες και σε πνευματική δουλεία, ενώ, και αυτό είναι το πιο σημαντικό από
κάθε άλλο επιχείρημα, η έλλειψη της γνώσης του ορθού παρασύρει την ανθρώπινη ύπαρξη πιο εύκολα στην
ανηθικότητα και την διαφθορά.
Άμεσο αποτέλεσμα είναι η δυσχέρεια στην κοινωνική συμβίωση και η αναχαίτιση κάθε είδους εξέλιξης, που βέβαια
θα μπορούσε να αποφευχθεί –όπως και γίνεται από το ήμισυ των μορφωμένων ανθρώπων– αν η ανθρωπιά επέστρεφε
στις ανθρώπινες σχέσεις.
Άλλωστε, η επιστημονική μόρφωση αποκαλύπτει την αλήθεια των πραγμάτων, δημιουργεί αυτοπεποίθηση σ’ όποιον
την κατέχει, οξύνει την κριτική του ικανότητα και παρέχει κίνητρα για να φέρει στην επιφάνεια ό,τι καλύτερο, από
πλευράς προσφοράς στην κοινωνία, διαθέτει.
Και ενώ κατά κύριο λόγο η επιστημονική μόρφωση δυνάμει μπορεί να ανυψώσει την πνευματική στάθμη ενός λαού,
όπως και να βελτιώσει το πνευματικό του επίπεδο, οδηγώντας στην καλύτερη μορφή κοινωνικοποίησης, σοβαρές
υπόνοιες ότι αυτές οι συνειδητές προσπάθειες που γίνονται σ’ αυτήν την κατεύθυνση υπονομεύονται υπάρχουν, και
τα συμπτώματά τους είναι κάτι παραπάνω από φανερά και ανησυχητικά.
Οι κύριες ενδείξεις της ηθικής κατάπτωσης της κοινωνίας –του μορφωμένου ανθρώπου, πιο συγκεκριμένα, γιατί
αυτός είναι ο αντιπρόσωπός της στο συγκεκριμένο θέμα, είναι η αδράνειά του μπροστά στα μεγάλα σύγχρονα
προβλήματα, η πνευματική στειρότητα στην οποία έχει οδηγηθεί από την εξειδίκευση και από την ανάπτυξη των
θετικών επιστημών και η ιδεολογική σύγχυση που διατηρείται έντεχνα.
Εκδηλώσεις της που προβληματίζουν εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα είναι η προσήλωση του θετικού επιστήμονα
στην έρευνα που κάνει και η απομόνωσή του από τις ανησυχίες του απλού κόσμου αλλά και από το ίδιο το
περιβάλλον του, στα οποία αναπόφευκτα οδηγείται χωρίς να αντιδρά, και η παθητικότητα την οποία θεωρεί φυσική.
Επίσης, η στράτευση της επιστήμης στην ανακάλυψη όπλων και σε κομματικά συμφέροντα.
Ιδιαίτερα οι θεωρητικές επιστήμες εκτρέφουν πολίτες οι οποίοι συσκοτίζουν την αλήθεια καλυμμένοι πίσω από τις
λέξεις που χρησιμοποιούν και αδιαφορώντας για την ουσία των λεγομένων τους. Συντηρούν τις πλάνες, και δείχνουν
ότι είναι ανάξιοι του τίτλου τους, καταρρακώνοντας το κύρος της Μόρφωσης που ξεθωριάζει στα μάτια όσων
ανέχονται τις εμπεριστατωμένες, βαθιές αναλύσεις τους, που αρκούνται σ’ ένα θεωρητικό και συμβιβαστικό επίπεδο
και είναι ανίκανες να θίξουν τα κακώς κείμενα.
Και βέβαια, η σήψη είναι πολύ πιο προχωρημένη από ό,τι περιγράφεται.
Οι προσδοκίες του πνευματικού αλλά κυρίως τεχνοκρατικού ατόμου διαψεύστηκαν στο παρελθόν και δεν μπορεί να
ανεχτεί την αλλαγή της νοοτροπίας της κοινωνίας.
Και όμως, κανείς δεν πρέπει να χάνει τις ελπίδες του, ότι δηλαδή θα κατορθώσει ο μορφωμένος άνθρωπος να βρει τα
σωστά πλαίσια στα οποία πρέπει να κυμαίνεται η δραστηριοποίησή του.
Ο επιστήμονας οφείλει να συνειδητοποιήσει αρχικά ότι η μόρφωση που με κόπο κατέκτησε δεν έχει κανένα νόημα
αν δεν χρησιμεύσει για την υπηρέτηση του ανθρώπου και όχι για το συμφέρον ή την αυτοϊκανοποίηση του εγωϊσμού
του.
Είναι ομολογουμένως δύσκολο να περιοριστεί η καταπάτηση των αξιών της ζωής, όχι όμως και ακατόρθωτο, και γι’
αυτό δεν πρέπει κανένας να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο με απαισιόδοξη διάθεση.
Η ανάπτυξη μονομερώς του τεχνικού πολιτισμού εις βάρος του πνευματικού και αν ακόμα δεν μειωθεί –πράγμα
οδυνηρό, που θα επιφέρει καθυστέρηση σε ένα πλήθος θετικών εφαρμογών στην σύγχρονη, άνετη ζωή– μπορεί να
αντιμετωπιστεί από την αλματώδη ανάπτυξη του πνευματικού πολιτισμού.
Αρκεί επίσης να μην είναι εκμεταλλεύσιμη η μόρφωση για χάρη υλικών αγαθών.
Η επιστημονική μόρφωση (είναι αρκετά εύκολο να το πούμε) αποτελεί το μέσο για να γίνει η ζωή καλύτερη, και ο
καθένας, ενώ το γνωρίζει καλύτερα από εμάς, δεν το εφαρμόζει.
Αυτή είναι η μόνη σωστή αντιμετώπιση ενός τόσο κρίσιμου ζητήματος από τον απλό πολίτη, που, όσο εξαρτάται από
αυτόν, είναι διατεθειμένος να προσφέρει ό,τι μπορεί για την επιτυχία του σκοπού αυτού, εναποθέτει όμως τις ελπίδες
του στον επιστήμονα.
Δεν είναι ορθό, παρά όλα αυτά, να αποκλείουμε τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν από τους τομείς εκείνους
στους οποίους αρμόζει η στροφή της προσοχής μας.
Ο συναισθηματισμός και η προσωπικότητα του νέου, η ηθική του ζωή, επηρεάζονται από τα ερεθίσματα που δέχεται
από το οικογενειακό και το σχολικό περιβάλλον, τα οποία αμφότερα διαμορφώνουν το ήθος του. Οι μετέπειτα
οικονομικές και επαγγελματικές συνθήκες δύσκολα μεταβάλλουν έναν σωστά διαπλασμένο πνευματικόν άνθρωπο
προς το χειρότερο, αν οι βάσεις του ήταν τόσο ανθεκτικές και απρόσβλητες.
Επιπλέον, η ποιοτική ενημέρωση και η ψυχαγωγία εφοδιάζουν με γνώσεις που συνδυάζουν σαφήνεια και ηθική τον
νέο, γνώσεις που προάγουν το πνεύμα υπευθυνότητας, συνεργασίας και αφοσίωσης. Τεράστια σημασία και
ευεργετικά αποτελέσματα σε κάθε επίπεδο θα είχε αν ο νέος μάθαινε νωρίς να είναι συνεπής στις υποσχέσεις και
στους λόγους του υλοποιώντας τα με πράξεις ανιδιοτελείς, ώστε να μην εμφανίζεται ως πρότυπο ανακολουθίας και
πονηριάς αλλά ως άνθρωπος με θάρρος και έμπρακτη απόδειξη των καλών του προθέσεων.
Συμπερασματικά, θα ήταν άτοπο να υποστηρικτεί η άποψη πως αρκεί μια μόρφωση βασισμένη σε επιστημονικά
στοιχεία αδιαμφισβήτητης αξίας, όσο κι αν αυτή αποτελεί τον θεμέλιο λίθο αλλά και το επιστέγασμα των
προσπαθειών του ανθρώπου, για να εξυψωθεί ηθικά το άτομο ή να ακολουθήσει τις ηθικές επιταγές του καιρού του.
Ο μορφωμένος άνθρωπος –και αυτό δεν είναι δυσοικονόμητη προσδοκία ούτε επιφανειακή αποφθεγματολογία αλλά
ρεαλιστική άποψη– είναι επιβεβλημένο να αποκτήσει συναίσθηση της κοινωνικής αποστολής του, να πάψει να
μεταθέτει τις ευθύνες του εξωραΐζοντας τις κακόβουλες βλέψεις του κάτω από ηχηρές και εντυπωσιακές νουθεσίες
αλλά να διδαχτεί από νεαρή ηλικία να αποδεικνύει την όποιας ποιότητας ηθικότητά του τουλάχιστον αμερόληπτα, με
γνώμονα το κοινό συμφέρον και την ανόρθωση του επιστημονικού κύρους.

Μεταφυσική πίστη και Επιστήμη

Αν ο άνθρωπος κατόρθωσε να ανέλθει ταχύτατα τις βαθμίδες της εξελικτικής κλίμακας, να αποβάλει το περίβλημα
της βαρβαρότητας και να προσδώσει στην ζωή του ανώτερο πνευματικό και ηθικό περιεχόμενο, αυτό οφείλεται
αναμφίβολα στην έμφυτη τάση του για γνώση, που ικανοποιήθηκε με την επιστήμη.
Το θαύμα του υλικού πολιτισμού, που εμφανίζεται στις ημέρες μας, είναι αποτέλεσμα της ραγδαίας ανάπτυξης, της
εκμετάλλευσης και αξιοποίησης της επιστήμης και των πορισμάτων της.
Με τον όρο «επιστήμη» εννοείται η μεθοδική, ορθολογική έρευνα της πραγματικότητας και ταυτόχρονα η γνώση που
προκύπτει από αυτήν. Κάθε επιμέρους επιστήμη, σύμφωνα με την ειδίκευσή της, μελετά έναν ορισμένο τομέα και
προσπαθεί να παραγάγει καινούργιο γνωστικό υλικό σχετικά με αυτόν ενώ αυτό το υλικό θα το κατατάξει και
επιπλέον θα το ταξινομήσει, σύμφωνα με ορισμένες γενικές αρχές και μεθόδους.
Εξάλλου, η ερμηνεία που δίνεται για κάθε τι δεν είναι ούτε τετελεσμένη ούτε αμετάκλητη αλλά εμπλουτίζεται ή
αναθεωρείται διαρκώς.
Επομένως, η επιστήμη συνδέεται άμεσα με τις παραστάσεις του συνειδητού, του επαληθεύσιμου, του διαπιστωμένου
και του αξιόπιστου.
Αντίθετα, η προχειρότητα, η επιπολαιότητα, η υποκειμενικότητα, ο ερασιτεχνισμός, η αυθαιρεσία και η αναξιοπιστία
αποτελούν γνωρίσματα ασυμβίβαστα μ’ αυτήν.
Αυτή η παράθεση φανερώνει ότι η επιστήμη είναι πολιτιστική επίδοση που παρουσιάζεται ιστορικά με αισθητή
καθυστέρηση.
Αρχικά, λοιπόν, οι μυθικές εξηγήσεις κυριάρχησαν στο ανθρώπινο πνεύμα, στην συνέχεια ζητήθηκαν μεταφυσικά
αίτια για τα φαινόμενα και σήμερα, τα φαινόμενα συσχετίζονται μεταξύ τους ώστε να βρεθεί η αιτιώδης σχέση που
τα συνδέει.
Αυτό το στάδιο διδάσκει πως η επιστημονική σκέψη προϋποθέτει έναν βαθμό πνευματικής ωριμότητας. Η αργή αυτή
πορεία του ανθρώπινου πνεύματος δεν ήταν εύκολη και επιπλέον, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Ο άνθρωπος θα
εξακολουθήσει να παλεύει με επιστημολογικά εμπόδια που δεν είναι δυνατόν να καταρριφθούν αμέσως.
Ο κοινός νους του ανθρώπου αισθάνεται αδυναμία να παρακολουθήσει την ιλιγγιώδη επιστημονική πρόοδο.
Δυστυχώς, όμως, η πραγματικότητα μετριάζει την αισιοδοξία αφού η πρόοδος αυτή δημιούργησε άπειρα
προβλήματα γιατί υπήρξε μονόπλευρη.
Ο άνθρωπος με την πρόοδο δεν ακολουθεί ανάλογη πνευματική ωρίμανση και ηθική τελείωση, αλλά υφίσταται μιαν
οξύτατη κρίση.
Κανείς δεν αρνείται τις ευεργετικές συνέπειες της τεχνικής προόδου, αν είναι καλοπροαίρετος. Όλα αυτά όμως δεν
αρκούν, γιατί μόνα τους δεν οδηγούν στην λύτρωση.
Άλλωστε, το γένος μας έχει εξαιρετικά σύντομη ιστορία πάνω στην γη.
Πριν ακόμα ωριμάσει εσωτερικά, αποδέσμευσε δυνάμεις αχαλιναγώγητες, εφόσον δεν μπόρεσε να δαμάσει τα πάθη
του. Γοητεύθηκε από την δύναμη που κρατούσε και πλήρωσε βαρύτατο τίμημα. Η πρόοδος υπήρξε ακατάσχετη και ο
άνθρωπος αδυνατεί να αφομοιώσει, να προσαρμοστεί και να κατανοήσει.
Είδε παλιά βάθρα να καταρρέουν, πεποιθήσεις να κλονίζονται, ριζική μεταβολή του κάθε τι και αναθεώρηση των
αξιών.
Όλα αυτά υπήρξαν δεινά πλήγματα για την εσωτερική του συγκρότηση, για την καλύτερη αξιοποίηση εμπειρίας και
νόησης.
Η αναζήτηση, επομένως, της γνώσης υπήρξε ο μεγάλος πόθος ενώ η επίγνωση της αδυναμίας του να την κατακτήσει
ολοκληρωτικά ήταν το μεγάλο του δράμα.

*

Ωστόσο, θετικό στοιχείο είναι η πίστη στην προσπάθεια των επιστημόνων.
Την δύναμη αυτή της πίστης προς το επιστημονικό ιδεώδες αποκαλύπτει η ακαταπόνητη προσπάθεια των ερευνητών
να διεισδύσουν στα άδυτα και στα μυστήρια του κόσμου, για να αποκρυπτογραφήσουν το αίνιγμα της δημιουργίας,
και η προσφορά της ζωής τους, πολλές φορές στον βωμό της αλήθειας.
Η κοινωνία και η πολιτεία ζητούν περισσότερες ευθύνες από άτομα με τέτοια πνευματική καλλιέργεια, που θα έχουν
συναίσθηση της ευθύνης τους και θα είναι δυνατόν να επωμισθούν τα βάρη που συνεπάγονται.
Γι’ αυτό οι επιστήμονες έχουν γενικές και ειδικές υποχρεώσεις.
Εφόσον έχουν εθελοντικά στρατευθεί στην υπηρεσία της ανθρωπότητας που έχει εναποθέσει σ’ αυτούς τις ελπίδες
της, είναι τιμητικό χρέος γι’ αυτούς να μην προδίδουν τις προσδοκίες των συνανθρώπων τους και της συνείδησής
τους.
Η συναίσθηση αυτή τους θέτει σε εγρήγορση και δεν τους αφήνει να επαναπαύονται στις γνώσεις που έχουν
αποκτήσει, αλλά τους υποχρεώνει να κινούνται στα πλαίσια της ηθικότητας, να αγωνιούν για τυχόν παραλείψεις
κατά την άσκηση του έργου τους. Αυτός ο συνεχής συνειδησιακός έλεγχος καθιστά τον επιστήμονα μιαν έγκυρη και
σοβαρή προσωπικότητα, μακριά από την επιπολαιότητα και την ατημελησία.
Αν έσφαλε ο επιστήμονας είναι δείγμα ωριμότητας και ψυχικής γενναιότητας η ομολογία των σφαλμάτων.
Ωστόσο, επειδή η επιστημονική δεοντολογία όρισε αυτά ως μέλημα του επιστήμονα, όταν ο επιστήμονας δεν τα
τηρήσει, θα μετατρέψει την επιστήμη από πηγή ζωής σε πηγή καταστροφών.
Απόλαυση, λοιπόν, για τον Επιστήμονα είναι η εκπλήρωση αυτού του χρέους και ο έπαινος που θα ακολουθήσει,
ατομικός και κοινωνικός.
Κάθε επιστήμονας είναι εργάτης και συντελεστής της επιστήμης, και γι’ αυτό πρέπει να διακατέχεται από
επιστημονικό πνεύμα, που το απαρτίζουν η διαρκώς αυξανόμενη περιέργεια, η διάθεση ανάλυσης, η απόλυτη
σαφήνεια, η κριτική στάση και η ελεύθερη εξέταση.
Αρκεί ο άνθρωπος να συλλαμβάνει τα φαινόμενα όχι παθητικά αλλά με ερμηνευτική προσπάθεια, και να τα
καταμερίζει, να επιζητεί την ακρινή προσέγγισή τους, να αμφιβάλλει γι’ αυτά και να προχωρά με αργά, σίγουρα
βήματα, χωρίς να υπόκειται σε καμιάν απαγόρευση.
Μόνο ένας παράγοντας, επιβάλλεται σήμερα να επενεργεί κάποτε ανασταλτικά, σε αντίθεση με την αρχή ότι καμιά
σκοπιμότητα δεν πρέπει να παρεμβαίνει στο έργο της επιστήμης, να το παρακωλύει ή να το παραποιεί. Και αυτός
είναι η ζωή και το συμφέρον των εκατομμυρίων ανθρώπων που άμεσα ή έμμεσα απειλούνται από την επιστημονική
υπερβολή.
Αυτό που δυστυχώς δεν μπορούμε να το περιμένουμε –στον βαθμό τουλάχιστον που θα ήταν ευκταίο– από τα κράτη,
τα οποία ουσιαστικά ελέγχουν την έρευνα με διαρκείς χρηματοδοτήσεις, το περιμένουμε από την άγρυπνη ηθική
συνείδηση του ίδιου του επιστήμονα και από την βαθιά του αγάπη για τον άνθρωπο.
Χωρίς αυτά τα 2, θα κινδύνευε να παραδοθεί σε στείρο και κοινωνικά επικίνδυνο τεχνοκρατικό πνεύμα.
Η συχνή δικαιολογία ότι ο επιστήμονας πρέπει να ενδιαφέρεται για την έρευνά του μόνο, εφόσον την ευθύνη για την
καλή ή άσχημη χρήση των επιτευγμάτων του έχουν άλλοι, δεν φαίνεται πιο πειστική.
Η πικρή πείρα έχει διδάξει ότι πρέπει να είμαστε ολοένα και πιο απαιτητικοί από άτομα μεγάλης ευφυΐας και
ωριμότητας.
Η κοινωνία περιμένει από τους επιστήμονες όχι απλώς την παραγωγή γνώσης, αλλά και να αναρωτιούνται με αγωνία
πώς, από ποιούς και για ποιόν σκοπό θα χρησιμοποιηθούν όσα οι ίδιοι φέρνουν στην επιφάνεια.
Η γνώση, επομένως, μέσω της επιστήμης είναι κοινωνική κατάκτηση και δημιούργημα της ιστορίας που
επιτυγχάνεται με πολύ κόπο. Προϋποθέτει πολύ χρόνο και συστηματική προσπάθεια. Απαιτείται ο συντονισμός του
μόχθου πολλών ερευνητών και ταυτόχρονα το εξεταστικό βλέμμα που θα ελέγχει τα πάντα, το κάθε επίτευγμα, και
δεν θα ικανοποιείται από καμιά κατάσταση.
Η επιστήμη, λοιπόν, αποβαίνει προς όφελος της ανθρωπότητας και υπηρετεί τους σκοπούς της, όταν εξασφαλίζονται
οι απαραίτητες προϋποθέσεις εκ μέρους του επιστήμονα, όταν δηλαδή αυτός δεν κλείνεται μέσα σε μιαν συνεκτική
θεωρία που παραποιεί το πνεύμα και όταν, κυρίως, οι προσπάθειές του συμβαδίζουν με την αντικειμενικότητα, την
ηθική αδιαβλητότητα και την αυξημένη συνειδησιακή αντίδραση.

Πνευματική Ηγεσία και Αξία Ζωής

Αποτελεί αναντίρρητα την μεγαλύτερη προϋπόθεση για την πρόοδο του ανθρώπινου πολιτισμού η ποιότητα της ζωής
που προσφέρεται στους πολίτες και γιατί μέσα σε ένα τέτοιο καθεστώς, γεμάτο από τρόπους ψυχαγωγίας και κάθε
είδους ανέσεις, ο άνθρωπος αφήνεται απερίσπαστος στο έργο της δημιουργίας αλλά και επειδή ο ίδιος αυτός
πολιτισμός κρίνεται στα κατοπινά χρόνια από την αξία και την προσοχή που δίνει στην ζωή.
Η αναγνώριση από τους πολίτες του δικαιώματος των συνανθρώπων τους να απολαμβάνουν την ζωή είναι αυτή που
στερεώνει την δημοκρατία, εξυψώνει το πνευματικό επίπεδο και ασφαλώς βελτιώνει τις κοινωνικές σχέσεις.
Συγχρόνως, όμως, αυτή η αρχή είναι και κάτι που τείνει να εκλείψει σήμερα.
Πραγματικά, μετά από τόσες εμπειρίες που απέκτησε το ανθρώπινο γένος στην διάρκεια των αιώνων της ύπαρξής
του, κύρια επιδίωξή του έγινε η εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων για την ζωή. Και αυτή η επιδίωξη
πραγματοποιήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αποτέλεσε συνισταμένη γοργής ανάπτυξης του πολιτισμού.
Ο νόμος της φθοράς ήταν η κινητήρια δύναμη γι’ αυτήν την εξέλιξη, πηγή της αναγεννητικής προσπάθειας.
Η ζωή πια απέκτησε πολυεδρικότητα και πολυμορφία, ωστόσο, αν και ο υλικός της τομέας έφτασε μέσω της
υπερτροφικότητας σε ύψιστα επίπεδα απόδοσης, αποτελεί κοινή σε όλους διαπίστωση πως ο πνευματικός και ο
ηθικός της τομέας βρίσκονται ακόμα σε μιαν «εν δυνάμει» κατάσταση και από την στιγμή που αυτοί οι 2 τομείς
χαρίζουν κατ’ εξοχήν την ποιότητα στην ζωή (και δεν έχουν ενεργοποιηθεί), είναι εύλογη η υποβάθμιση της αξίας της
ζωής.
Ασφαλώς, αυτό το φαινόμενο παρατηρείται σε μεγαλύτερη κλίμακα και στις μεγαλουπόλεις των οικονομικά ισχυρών
χωρών γιατί εκεί υπάρχει και η μεγαλύτερη αντιρροπία μεταξύ τεχνικών και πνευματικών επιτευγμάτων, όσο και αν
η άνοδος του βιοτικού επιπέδου οδηγεί αυτόματα σε έκρηξη παραγωγής και τις πνευματικές δραστηριότητες.
Δυστυχώς, αυτές παρεμποδίζονται από τις πλήθος υποχρεώσεις που απορρέουν από τον σύγχρονο, εντατικό και
απαιτητικό ρυθμό ζωής σε μιαν κοινωνία αφθονίας.
Αποτέλεσμα αυτού είναι η μονοτονία και η κούραση που αισθάνεται ο άνθρωπος, ανασταλτική για κάθε άλλο
κίνητρο που αναμφίβολα εμφανίζεται στην καθημερινότητά του.
Όλα αυτά συνεπάγονται άμεσα την υποβάθμιση της αξίας της ζωής ακριβώς εκεί όπου θα έπρεπε να συνδυαστούν τα
γνήσια μέτρα της άνετης ζωής και της ποιοτικής, ιδανικής ζωής.
Και θα ήταν αφέλεια να υποστηρίξουμε ότι ο διαχωρισμός των ειδοποιών στοιχείων της ζωής με την πολυδιάστατη
ουσία πρόσθεσε καινούργιους ορίζοντες. Αντίθετα, η υποβάθμιση της αξίας της ζωής συνοδεύεται και από τα
τεράστια προβλήματα που αυτή δημιουργεί. Η απουσία αυτών θα ήταν αδιανόητη, αποτελούν φυσικά επακόλουθα.
Και το μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίστηκε ίσως με επάρκεια είναι το κοινωνικό πρόβλημα.
Αν εξαιρέσουμε τις περιπτώσεις που υπάρχει εκμετάλλευση ορισμένων κατωτέρων τάξεων, που και αυτές οι λίγες
περιπτώσεις δεν συνδέονται με το θέμα της ποιότητας της ζωής, θα παρατηρούσαμε πως έχει αντιμετωπιστεί κατά
μεγάλο βαθμό η άνιση κατανομή των υλικών αγαθών και των μέσων ανάπτυξης.
Σε αντιδιαστολή, όμως, άλλες πληγές παρουσιάζονται.

*
Η αλλοτρίωση μεταξύ των ανθρώπων, οι οποίοι αποξενώνονται εντελώς, είναι η πρώτη. Και είναι άρρηκτα
συνδεδεμένη με την εγκληματικότητα, τα ναρκωτικά, την «υπεροχή» του ατομικού συμφέροντος από το κοινωνικό,
την έλλειψη επικοινωνίας, συντροφικότητας και συνεργασίας, την περιθωριοποίηση και την ματαιοδοξία.
Η εξειδίκευση προς την οποία προσανατολίζεται η παιδεία μιμούμενη τα ξένα πρότυπα κατά τον χειρότερο τρόπο, τα
οποία και αυτά έχουν αποτύχει στον προορισμό τους, συντελεί αποφασιστικά στην διαιώνιση και εξάπλωση των
θανάσιμων αυτών αμαρτημάτων του πολιτισμού μας. Η στροφή της κοινής γνώμης προς τα οικονομικής φύσης
ζητήματα αποδεικνύει πόσο βαθιά έχει εισχωρήσει ο ιός της απληστίας μέσα μας.
Η ανθρώπινη ύπαρξη έχει καταπέσει, και έχει γίνει υποχείριο των πιο στυγνών και προγραμματισμένων ενεργειών
και φαινομένων.
Η μόλυνση της ατμόσφαιρας δεν συγκινεί πια, γιατί έχει γίνει πεποίθηση όλων η ματαιότητα μιας αντίδρασης.
Και η επιστημονική μονομέρεια δεν έχει τίποτα να προσφέρει στον άνθρωπο που αισθάνεται παραγκωνισμένος και
αγνοημένος ενώ περικυκλώνεται από τα ογκώδη επακόλουθα του υποβιβασμού του ως μονάδας χρήσιμης και
αποδοτικής, σε κάθε τομέα.
Η φιλία, άλλωστε, αποτελεί τον πιο σπάνιο, γνήσιο σύντροφό του.
Τα άτομα γύρω μας έχουν κυριευτεί από μιαν πρωτόγνωρη κυνικότητα και ψυχρότητα, έχουν γίνει απρόσβλητα σε
κάθε συναισθηματικό σκίρτημα και το πιο σπουδαίο, νιώθοντας ασήμαντοι, έχουν απωλέσει τον αυτοσεβασμό και
την αυτοκυριαρχία τους.
Μέσα από την παρακμή κάθε θεσμού, γίνεται εξάλλου αντιληπτή η κρίση ιδανικών, ηθών και αξιών της εποχής μας,
στην οποία εντάσσεται πρώτιστα η κρίση της οικογένειας που ελάχιστες φορές βρίσκεται συγκεντρωμένη ώστε να
χαρεί τα πράγματι άφθονα υλικά αγαθά, η κρίση της δικαιοσύνης η οποία επίσης ελάχιστη εμπιστοσύνη προσφέρει
με αποτέλεσμα την ανατροπή κάθε φράγματος δικαίου και την αναρχία που κάνει τον πολίτη ανασφαλή, σκυθρωπό
και καχύποπτο.
Μ’ αυτούς τους τρόπους, ο άνθρωπος χάνει τις ελπίδες του για το μέλλον και αντί να δημιουργεί, η αποχαύνωση και
ο εκφυλισμός τον οδηγούν σε άλλους τύπους συμπεριφοράς, τους οποίους μόνον η ποιότητα και η ποικιλία δεν
μπορεί να αποδωθεί ως χαρακτηρισμός. Μέσα σ’ έναν κόσμο, επιπλέον, που ευνοείται η ροπή προς την εσωστρέφεια
και όπου διαψεύδονται τα όνειρα και οι προσδοκίες όσων θέλουν να οραματίζονται κάτι καλύτερο.
Πρέπει, επομένως, να βρεθεί η χρυσή τομή δια μέσου μιας νέας αντιμετώπισης των προβλημάτων.
Και βέβαια, πρέπει να εφαρμοστούν οι νομικές διαδικασίες και ο καθένας να συμβάλλει για την εξάλειψη ή έστω την
μείωση, στα σημερινά επίπεδα, των μαστίγων που ταλανίζουν τους πολίτες, κάθε έναν ξεχωριστά.
Ωστόσο, τα μέτρα που επιβάλλεται να ληφθούν δεν πρέπει να μείνουν επιφανειακή αποφθεγματολογία. Αντίθετα, θα
πρέπει να πραγματοποιηθεί κάθε δυνατή ανάληψη πρωτοβουλιών από τους ανθρώπους που, όσο εκτός κλίματος κι
αν είναι αυτό και πολύ σπάνιο, είναι υπεράνω των εγκλωβιστικών δινών που δημιουργούνται αναπόφευκτα.
Αυτοί είναι κατ’ εξοχήν όσοι αποτελούν την πνευματική και πολιτική ηγεσία.
Πολιτική ηγεσία γιατί χωρίς την δική τους μεσολάβηση κάθε μέτρο θα ήταν ανεφάρμοστο.
Οφείλουμε όλοι, λοιπόν, να αποκαταστήσουμε τις γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ μας, να καταληφθούμε από μιαν
συνειδητή πειθαρχία, να αποκαταστήσουμε το κοινωνικό συμφέρον και κάθε αξία που συνεχίζει να καταλύεται.
Μια διαρκής κινητοποίηση, θεμελιωμένη ακριβώς πάνω στο υψηλό βιοτικό επίπεδο που μας απαλλάσσει από
ορισμένες υποχρεώσεις, θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την αναβάθμιση της αξίας της ζωής που θα σημαίνει
σεβασμό του συνανθρώπου και πολιτισμική ανάπτυξη.

Το πνευματικό κίνημα του Διαφωτισμού στην Ελλάδα

Ο Διαφωτισμός ξεκίνησε από την Γαλλία γιατί εκεί διαμορφώθηκαν οι κατάλληλες πολιτικές και κοινωνικο-
οικονομικές συνθήκες κατά τον 17ο αιώνα. Η «Εγκυκλοπαίδεια» πρόσφερε υπηρεσία μοναδικής σπουδαιότητας:
διατήρησε αλλά και διέδωσε τις ιδέες του Διαφωτισμού, μετέδωσε εμπιστοσύνη για τις θετικές επιστήμες που τότε
αναπτύσσονταν, ενθουσιασμό για τις νέες ιδέες, επιχειρηματολογία ενάντια στα τρωτά του «παλαιού καθεστώτος» –
ancient regime– ιδεολογία για μιαν αστική επανάσταση, αισιοδοξία για την βελτίωση της ανθρώπινης κοινωνίας και
την πρόοδο του πολιτισμού.
Οι Διαφωτιστές απαιτούσαν καθολική Παιδεία, γενικά ενώ ο Ρουσσώ στον «Αιμίλιο», συγκεκριμένα, θεωρεί ότι
πρωταρχικός δάσκαλος του παιδιού είναι η προσωπική ενασχόληση με τα πράγματα και η απόκτηση εμπειριών.
Υποστήριζε ότι τα παιδιά δεν πρέπει να αφεθούν να υποπέσουν στις συμβατικότητες της καθημερινότητας.
Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ έγινε ξαφνικά διάσημος όταν κέρδισε έναν διαγωνισμό στα 1757 (γεγονός που συμπίπτει με την
γέννηση του Ρήγα Φερραίου) με το έργο του «ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΕΡΙ ΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ». Μ’ αυτό υποστήριζε
ότι ο άνθρωπος ήταν καλός και αγνός όταν ζούσε στην φύση ελεύθερος πριν δημιουργήσει τις κοινωνίες του
πολιτισμού, ότι φθείρουν την ανθρώπινη φύση οι κακοί νόμοι, το κατεστημένο, η κακή παιδεία, οι συμβατικότητες
της καθημερινής ζωής και το εμπόριο.
Τις αντιλήψεις των Διαφωτιστών για το θέμα της Παιδείας διατύπωσε σχετικά ο Ρουσσώ στον «Αιμίλιο». Για να
ερεθιστεί η θέλησή του για μάθηση, πρέπει να γνωρίσει πρώτα το περιβάλλον του, την φύση. Ο Ρουσσώ διατυπώνει
επίσης την αντίληψη ότι τα παιδιά δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μικρογραφία των μεγάλων αλλά ότι έχουν τον
δικό τους κόσμο.
Το κίνημα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού έδωσε την ώθηση για την διαμόρφωση στον Ελλαδικό χώρο μιας ανάλογης
πνευματικής κίνησης η οποία, ωστόσο, διέφερε σε αρκετά σημεία από αυτό –και ιδίως, ως προς τον σκοπό.
Ενώ ο Ευρωπαϊκός 18ος αιώνας ήταν εποχή της πλατιάς διάδοσης των ιδεών του Διαφωτισμού, της ευρείας
ανάπτυξης και καλλιέργειας των επιστημών, ιδίως των θετικών, της πνευματικής αναγέννησης και της αναζήτησης
της χαμένης ταυτότητας, ο Ελληνικός 18ος αιώνας είναι –εξ αιτίας των άθλιων συνθηκών διαβίωσης που ζούσαν τότε
οι Έλληνες– ο αιώνας της αφύπνισης και της προπαρασκευής.
Η μεγάλη διαφορά του Ελληνικού από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό εντοπίζεται κυρίως στην σύγκρουση των λογίων
για το θέμα της γλώσσας.
Οι τάξεις των λογίων που αντιμάχονται από το 1750 ως το 1821 είναι αυτές των προοδευτικών και των
συντηρητικών.
Οι προοδευτικοί λόγιοι επιθυμούν γλώσσα λαϊκή, μετακένωση των ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού στον
Ελληνικό χώρο, ισονομία, δικαιοσύνη, αναμόρφωση της Παιδείας με διδαχή των θετικών επιστημών και επικράτηση
ορθολογικού πνεύματος.
Από την άλλη μεριά, οι συντηρητικοί δυσπιστούν στις νέες εξελίξεις, παραμένουν πιστοί στην παιδευτική αυτοτέλεια
της αρχαϊκής παράδοσης, επιθυμούν γλώσσα αρχαΐζουσα, αμφιβάλλουν για την πρόοδο των επιστημών, αισθάνονται
την καρέκλα της εξουσίας να τρίζει και προσπαθούν να διατηρήσουν το κύρος τους.
*

Η ουσία είναι ότι η πνευματική αυτή κίνηση ονομάστηκε «ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ». Ξεκίνησε στα
μέσα του 17ου αιώνα (1660) και διήρκεσε ως την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Παρουσιάστηκε, συγκεκριμένα,
σε χρόνια αφύπνισης του Ελληνικού λαού και προπαρασκευής για το ξέσπασμα της Επανάστασης.
Σκοπός του Νεοελληνικού Διαφωτισμού ήταν να «μετακενώσει» τις ιδέες που ήδη διαδίδονταν στην Ευρώπη, και
στην Ελλάδα την τουρκοκρατούμενη, να μεταδώσει το πνεύμα της ελευθεροφροσύνης και της αντιγραφής του
Δυτικού κόσμου καθώς και την πίστη στα ιδανικά, αυτά δηλαδή ακριβώς που είχε ανάγκη το Γένος ώστε να
αποτινάξει τον Τουρκικό ζυγό.
Πρέπει να δούμε την προσπάθεια Μοισιόδακα-Κοραή-Λούκαρη σε άμεση σύζευξη αλλά και σε σύνδεση με το έργο
Ρουσσώ-Ρήγα.
Το όνομα του Πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρη είναι στενά συνδεδεμένο με την αναβάθμιση του θεσμού της
εκκλησίας.
Όταν η Πατριαρχική Σχολή μετονομάστηκε σε Μεγάλη του Γένους Σχολή, ο Κ. Λούκαρης ανέλαβε ένα εξαιρετικά
επίπονο και δύσκολο έργο. Δεν υπήρχαν σχολεία, Επιστημονικές Ακαδημίες, τίποτα που να βοηθά την μόρφωση του
Γένους. Όλα είχαν εξαφανισθεί.
Ο Λούκαρης έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην δημιουργία ορφανοτροφείων και σχολείων.
Ανέθεσε στον μοναχό Μάξιμο Καλλιπολίτη την μετάφραση της ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ώστε να γίνει κατανοητή σε
όλους, ενώ κατέστησε τον φιλόσοφο Κορυδαλέα υπεύθυνο για την αναμόρφωση της Παιδείας και τον εφοδιασμό της
με ευρωπαϊκά στοιχεία και μεθόδους διδασκαλίας.
Εξάλλου, φρόντισε για τα εκκλησιαστικά θέματα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Οι σπουδαιότερες εκκλησιαστικές μορφές που αναδείχθηκαν κατά την διάρκεια αυτής της λεγόμενης «Προδρομικής
Περιόδου» ήταν αυτές του Σαμουήλ Χατζέρη, του Κοσμά του Αιτωλού και του Ευγένιου Βούλγαρη.
Ο Σαμουήλ αφιέρωσε την ζωή του στην διάδοση των Χριστιανικών ιδεών και στην διατήρηση της ελληνικής
πολιτισμικής ταυτότητας.
Ο Κοσμάς, όμως, ήταν εκείνος που έδωσε την ζωή του μαρτυρώντας κοντά στον Αψό ποταμό επειδή δεν αρνήθηκε
την πίστη του βασανιζόμενος από τους Τούρκους. Σαν νέος Απόστολος, ταξίδεψε με τα πόδια στην Θράκη, την
Θεσσαλία, την Αιτωλοακαρνανία, την Πελοπόννησο και μεριμνούσε για την Παιδεία του αμόρφωτου και απαίδευτου
Γένους. Έθετε τις βάσεις για να χτιστούν σχολεία και μίλαγε με ενθουσιασμό για την Χριστιανική διδασκαλία,
δημιουργώντας στους απλούς ανθρώπους την επιθυμία να μορφωθούν και δίνοντάς τους κουράγιο και υποστήριξη.
Πρέπει να δούμε τον θάνατο του Αιτωλού σε σχέση με τον θάνατο του Φερραίου στην Βιέννη και την υπόθεση
Σαμουήλ σε σχέση με τον Βούλγαρη (βλ. δημιουργία «Ελληνικής Νομαρχίας»).
Σε ένα άλλο οπτικό πεδίο, ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Άνθιμος Γαζής έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην ενημέρωση του
υπόδουλου Γένους και στην διάδοση των επαναστατικών ιδεών μεταξύ των πνευματικών ανθρώπων του εξωτερικού,
δηλ. των ελληνικών παροικιών της Βιέννης, της Βουδαπέστης, του Λιβόρνου και της Λειψίας, μέσω του Τύπου.
Ίδρυσαν τυπογραφείο και εξέδωσαν την πρώτη ελληνική εφημερίδα, τον «Λόγιο Ερμή», ενώ με την πνευματική τους
προσφορά συντέλεσαν στην μετακένωση –όπως είδαμε άνωθεν– των ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Με τις συνεχείς μετακινήσεις τους, τις γνωριμίες τους και την ενεργητικότητά τους βοήθησαν σημαντικά τις
προεπεναστατικές δραστηριότητες, την εκπαίδευση και την διάδοση μιας γλώσσας που ήταν αρκετά λαϊκή,
«δημοτική», απαλλαγμένη από τις εντυπώσεις που δημιουργούσε η πομπώδης αρχαΐζουσα αλλά και με αρκετά
βασικά στοιχεία από αυτήν που δεν ήταν σωστό να αγνοηθούν.
Ο Ρήγας Φερραίος ή Βελεστινλής γεννήθηκε περίπου στο Βελεστίνο το 1757 (ίδιο έτος με την ανάδειξη του
Ρουσσώ).
Στην συνέχεια, βρέθηκε στην Ζαγορά. Για τα φοιτητικά του χρόνια, ο ίδιος μαρτυρεί σε ένα κείμενό του αργότερα,
έμμεσα, ότι η αρχαΐζουσα ήταν δαιδαλώδης και τον εξανάγκασε να βασανιστεί αρκετά για να την
κατανοήσει (βλ. Βιέννη). Ακολούθως, μετακινείται στην Πόλη όπου υπηρετεί ως γραμματέας σε Φαναριώτες, ενώ ως
γραμματέας απασχολείται και στην Βλαχία, αυτή την φορά σε ανώτατους αξιωματούχους. Εκεί γνωρίζει τον κόμη
Ντε Λάγγενφελδ ο οποίος τον πείθει να τον ακολουθήσει στην Βιέννη, όπου ο Ρήγας βρίσκει πλήθος Ελλήνων
πνευματικών ανθρώπων που είχαν καταφύγει εκεί.
Συγγράφει το «Σχολείο των Ντελικάτων Εραστών» και το «Φυσικής απάνθισμα».
Το πρώτο είναι μια μορφή σατιρικής εκδοχής έξι ερωτικών ποιημάτων ενός Γάλλου ποιητή, το δεύτερο δεν
απευθύνεται στον εξειδικευμένο φυσικό αλλά αποπειράται να γνωρίσει στον απλό πολίτη την λογική σκέψη.
Ο Ρήγας επιδίδεται σε επαναστατικές δραστηριότητες και δολοφονείται από Αυστριακούς στρατιώτες το 1798 (αυτό
το γεγονός μπορεί να συνδέεται στην φιλολογία –κατά έναν περίεργο τρόπο– με το έργο «ΜΑΤΙΑΣ ΣΑΝΤΟΡΦ» του
Βερν, το έργο «ΡΙΧΑΡΔΟΣ Ο ΛΕΟΝΤΟΚΑΡΔΟΣ» του Σκοτ και τα «ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ ΤΟΥ ΚΙΛΙΜΑΝΖΑΡΟ» του
Χέμινγουαίη).
Το πιο σημαντικό έργο του Ρήγα περιείχε α) μιαν επαναστατική προκήρυξη, β) το Σύνταγμα του Ρήγα, γ) τον
Θούριο, δ) μιαν χαλκογραφία του Μεγ. Αλεξάνδρου. Ακόμα, σημειώνονται ο «Ανάχαρσης», ο «Ηθικός Τρίποδας»
και οι 3 Χάρτες.
Η απήχηση του έργου του φαίνεται στα Πολιτεύματα των Συνελεύσεων της Ελληνικής Επανάστασης.

*

Η Ελληνική Νομαρχία επιχειρεί να φέρει τον αναγνώστη κοντά στην πολιτική, να του δώσει πολιτική αγωγή.
Ο συγγραφέας της είναι ένθερμος πατριώτης, με ευγενική ψυχή (βλ. σχέση με Ευγένιο Βούλγαρη) και αγνά
αισθήματα. Όμως, είναι γραμμένο χωρίς κάποιαν συγκεκριμένη δομή, με αταξία διαρθρωτική. Για τον συγγραφέα
υπάρχουν 3 εκδοχές: είτε ότι είναι κάποιος γιατρός από την Κόρινθο είτε κάποιος με το όνομα «Ιωάννης» είτε
κάποιος εξ Ιωαννίνων. Καμιά εκδοχή όμως δεν είναι τεκμηριωμένη.
Ο παραδοσιακός όρος «φιλοσοφία» αρχίζει να παίρνει τώρα ένα περιεχόμενο διαφορετικό: είναι η «υγιής», η
«αληθινή», η «πνευματική», η «καθαρή» –ή, όπως λέει ο Μοισιόδακας– η «υγιαίνουσα» φιλοσοφία. Ο Μοισιόδακας
δημοσιεύει την πραγματεία του «Περί Παίδων αγωγής» ή «Παιδαγωγία» ενώ ο Αδαμάντιος Κοραής αρχίζει την
μεγάλη του εκδοτική προσπάθεια.
Συντελεστές της ανανέωσης, εκτός των λογίων, ήταν και οι έμποροι που έχουν πια εξελιχθεί σε κύριους μοχλούς για
την παιδευτική εξόρμηση και την πνευματική καλλιέργεια του Γένους. Δεν έχουν, όμως, αποκτήσει ακόμα ταξική
συνείδηση. Πρωτεύει σ’ αυτούς ο υλικός πλούτος. Η αστική τάξη τα χρόνια αυτά χρηματοδοτεί όλες τις προσπάθειες.
Κλείνοντας αυτό το μικρό κείμενο, πρέπει να αναφερθούμε στο «ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΕΡΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΙΝΩΝ»
του Τσεζάρε Μπεκαρίε: περιείχε τις ιδέες του συγγραφέα και τις προτάσεις του για την αναθεώρηση του
σωφρονιστικού συστήματος και της Δικαιοσύνης.
Προέβλεπε:
1) ότι σκοπός κάθε επιβαλλόμενης ποινής δεν είναι η εκδίκηση της κοινωνίας προς τον ένοχο, αλλά ο
παραδειγματισμός και σωφρονισμός των άλλων μελών της κοινωνίας,
2) ότι είναι προτιμότερη μια μικρότερη ποινή που, όμως, θα επιβληθεί σίγουρα για μιαν παράνομη πράξη από μιαν
υπερβολικά μεγάλη ποινή η οποία, ωστόσο, είναι αμφίβολο αν θα ισχύσει,
3) ότι είναι ανάγκη η ποινή να επιβάλεται όσο το δυνατόν πιο σύντομα, χωρίς να μεσολαβήσει αρκετά μεγάλο
χρονικό διάστημα από την τέλεση της αξιόποινης πράξης.
Ο Μπεκαρίε δικαιολογούσε αυτές τις ιδέες του με το επιχείρημα ότι μ’ αυτόν τον τρόπο, οι ποινές έχουν διαρκέστερο
και εντονότερο αποτέλεσμα στην βούληση των ανθρώπων και ότι όσο πιο γρήγορα επιβάλλονται αυτές τόσο πιο
στενός είναι ο συνειρμός που δημιουργείται στην σκέψη τους, ώστε να μην επαναληφθούν οι ίδιες πράξεις.
Αυτές οι απόψεις μπορούν να συνδεθούν και με το θέμα της αρχαιοελληνικής «κάθαρσης».

Η Αντίσταση του Ελληνικού Λαού και η μη Παράδοση

Κάθε τι που προϋπήρξε σαν έκφραση της ζωής και της δημιουργίας ενός λαού, αποτελεί την ιστορική
του παράδοση. Αυτή απεικονίζει τις εσωτερικές του εκδηλώσεις και σφυγμομετρά τις δυνάμεις του
επειδή αφορά και περιλαμβάνει τις εκδηλώσεις τόσο της δημόσιας όσο και της ιδιωτικής του ζωής.

Μέσα στην παράδοση παρουσιάζονται ανάγλυφα το ψυχικό και ηθικό περιβάλλον, οι αγώνες για την
ύπαρξη, η φυσιογνωμία και η προσφορά κάθε λαού στην πολιτιστική άνοδο. Η παραμέληση της
παράδοσης, σύμφωνα με την άποψη ότι «Σβήνοντας ένα κομμάτι απ’ το παρελθόν είναι σα να σβήνει
κανείς και ένα κομμάτι από το μέλλον» (του πολιτικού και συγχρόνως πνευματικού ανθρώπου Γιώργου
Σεφέρη), οδηγεί σε ένα απάνθρωπο μέλλον και η εγκατάλειψή της συνεπάγεται εγκατάλειψη των
προσπαθειών για κοινωνική και πολιτιστική πρόοδο.

Πραγματικά, από την στιγμή που τα παραδείγματα για μίμηση ή αποφυγή τα οποία διδασκόμαστε από
την παράδοση συμβάλλουν στην στερέωση του εθνικού δεσμού, οι βαθιές ρίζες ενός λαού είναι
αδύνατο να χαθούν, όσο κι αν χτυπηθούν.

Οι άρρηκτοι δεσμοί αγώνων, θυσιών κάθε δημιουργίας ενισχύουν την πίστη στην εθνική ύπαρξη.

Η μια γενιά παραδειγματίζεται από την προηγούμενη και δημιουργεί δυνατότητες για την επόμενη. Για
τα έθνη η παράδοση είναι η μνήμη του παρελθόντος που πλάθει και διατηρεί τα χαρακτηριστικά τους.
Χωρίς αυτήν, δεν θα ήξεραν τον εαυτό τους, δεν θα ένιωθαν την ενότητα με τα περασμένα μα θα ήταν
ξεκομμένα.

Η παράδοση, λοιπόν, είναι ο σύνδεσμος των ατόμων μιας φυλής που τα κάνει έθνος.

Το έθνος θα έχει μιαν ολοκληρωμένη και δημιουργική ζωή όταν εξισορροπήσει την παράδοση και την
δημιουργία, όταν αποκτήσει εθνική αυτογνωσία. Και βέβαια, η παράδοση δεν είναι ούτε ιστορία αλλά
ούτε και έκφραση του κατεστημένου, όπως έχει ειπωθεί.

Αντίθετα, ο άνθρωπος αντλεί δυναμική περηφάνεια για το μέλλον μέσω της παράδοσης.

Δεν καταπιέζεται από άδικους άρχοντες ούτε αντιμετωπίζει την αξία και την πρόοδο με αρνητισμό.

Η παράδοση είναι πνευματικό γεγονός και όχι κοινωνική οπισθοδρόμηση χωρίς πνοή.

Παραδίνεται από την μια γενιά στην άλλη και περιέχει τις αξίες ενός λαού, που ειδικά για την Ελλάδα
δεν είναι μόνον εθνικές αλλά παγκόσμιες.
Ο νέος, παράλληλα, για να ανέβει στην κλίμακα των αξιών του πολιτισμού πρέπει να ενστερνιστεί την
παράδοση, και δεν μπορεί να την αρνηθεί με το πρόσχημα του καινούργιου.

Η παράδοση, επιπλέον, είναι ο θεματοφύλακας των ενδόξων πράξεων του παρελθόντος, μαρτυρεί το
παρόν και αποτελεί εξαιρετικό σύμβουλο για το μέλλον.

Επιβάλλεται, συνεπώς, η ανασκόπηση και η σπουδή της ώστε σαν άτομα και σαν λαοί να
τοποθετηθούμε σωστά απέναντι στην ζωή και να ρυθμίσουμε την πορεία μας.

Αν βέβαια αποδεχτούμε την παλιά αντίληψη ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, τότε η σημασία των
παραπάνω αναγκαιοτήτων θα ήταν αυταπόδεικτη.

Η ροή, όμως, της ιστορίας ακολουθεί μιαν περίεργη πορεία που ποτέ δεν επανέρχεται σε παλιά
πρότυπα, όσο κι αν εντυπωσιάζουν μερικές εξωτερικές ομοιότητες.

Αν, όμως, λάβουμε υπόψη μας την συχνότητα με την οποία οι ίδιες συνθήκες δημιουργούνται από τα
ίδια αίτια, τότε η παράδοση, αναμφισβήτητη και πανθομολογούμενη, αποτελεί πολύτιμο βοηθό.
Έρχεται σαν αγγελιοφόρος από το παρελθόν, εμπλουτίζει την πείρα και φωτίζει την αλήθεια. Οδηγεί
σταθερά και σε κάθε βήμα προς τα εμπρός τον άνθρωπο.

Δεν μπορούμε, λοιπόν, να κατανοήσουμε το σήμερα αν δεν γνωρίζουμε το χθες.

Επιβάλλεται συνεπώς οι παλιοί να θυμούνται και οι νέοι να πληροφορούνται.

Ταυτόγχρονα, η μελέτη των περασμένων γενιών, η εκμετάλλευση προς το συμφέρον της κοινωνίας του
κάθε τι που έχει κληροδοτηθεί σ’ εμάς, μπορεί να προσφέρει αρκετές ωφέλειες.

Εφόσον γνωρίζουμε τα σφάλματα και τον τρόπο με τον οποίον οι παλιοί προσέγγισαν την επιτυχία,
μπορούμε να βασίσουμε την ζωή μας σε σωστές επιλογές, με ελαχιστοποιημένο τον κίνδυνο να
υποβληθούμε σε δοκιμασίες και ταλαιπωρίες που πέρασαν οι προγενέστεροί μας.

Το μυστικό είναι η γνώση του παρελθόντος, ιδιαίτερα όταν αυτή δεν περιορίζεται σε μιαν άγονη και
στείρα απομνημόνευση αλλά επεκτείνεται στην γνώση των ιδεών, στην κατανόηση της νομοτέλειας,
στην εξοικείωση με το ήθος των προσώπων και του πνεύματος των εποχών που αξίζει να διατηρηθούν.
Από το παρελθόν ακόμη θα μπορέσουμε να αντλήσουμε ηθικές δυνάμεις για να ανταπεξέλθουμε στις
δυσχέρειες της ζωής.

Ειδικότερα οι Έλληνες, αφού διαθέτουμε ίσως το πλουσιότερο κληροδότημα, την ελληνική Παράδοση,
είμαστε προνομιούχος λαός και δεν μας επιτρέπεται ο φυλετικός ξεπεσμός και η εθνική διάβρωση.
Πόσο μάλιστα όταν αξιοποιήσουμε τα διδάγματά της και οπλιστούμε με υψηλό φρόνημα και
αγωνιστικό ήθος.

Με το φως της παράδοσης θα γνωρίσουμε την θέση μας στο παρόν και θα μπορέσουμε να
προεικάσουμε, να συμπεράνουμε το στίγμα μας στο μέλλον. Έχει, λοιπόν, ο Έλληνας την εθνική του
συνείδηση που είναι βέβαια ανθρωπιστική και με κανέναν τρόπο σωβινιστική. Να γιατί δεν
απομονονώμαστε απ’ τους άλλους λαούς, παρ’ ότι διατηρούμε –όσο διατηρούμε την παράδοσή μας.
Χαρακτηριστικό της ελληνικής ψυχής δεν είναι μόνον η δημιουργία πρωτοτύπων αλλά και η
ενσυνείδητη αναπλαστική και αφομοιωτική ικανότητα, που πάντοτε μετουσίωνε ξενόφερτα στοιχεία σε
γνήσιες ελληνικές δημιουργίες, συγκρατώντας μόνον όσα ταίριαζαν στην εθνική μας ιδιοσυγκρασία.
Είναι, επομένως, εγκληματική η προσπάθεια για συναλλαγή που γίνεται για να ξεπουληθούν
κακόγουστα εφευρήματα με την ελπίδα κάποιας πρόσκαιρης ικανοποίησης. Η απώλεια της εθνικής μας
ταυτότητας, μέσα από την ξενομανία, ισούται με την αφάνιση του λαού μας.

Πρέπει να συνυπάρχει παράδοση και διεθνής επικοινωνία, όχι όμως και να αλλοτριωθεί η πρώτη από τα
αρνητικά στοιχεία της δεύτερης.

Αν σήμερα υπάρχουμε σαν Έθνος και σαν λαός το οφείλουμε αποκλειστικά στην παράδοση, την ιδεατή
αλυσίδα που ενώνει παρελθόν, παρόν και μέλλον.

*

Τα στοιχεία που συνθέτουν την παράδοση τυγχάνουν ιδιαίτερης προσοχής στο εξωτερικό, χωρίς να
έχουν την βαρύτητα και την ευρύτητα των στοιχείων της δικής μας παράδοσης και χωρίς να έχουν
συντελέσει τόσο αποφασιστικά στην πρόοδο της ανθρωπότητας. Αν, λοιπόν, καραδοκεί ένας μεγάλος
κίνδυνος με εξίσου βαρύτατες εθνικές επιπτώσεις, αυτός είναι ακριβώς η απομάκρυνσή μας από την
παράδοση που οφείλεται στην άγνοια, την προκατάληψη και τον μιμητισμό.

Μιλούμε για παράδοση χωρίς να γνωρίζουμε τι είναι αυτή, αγνοώντας ότι η πιο ουσιαστική πρωτοπορία
κλείνεται μέσα στην ίδια την παράδοση, ενώ μεταφυτεύουμε ξένους τρόπους ζωής εντελώς
ακατάλληλους για την ελληνική πραγματικότητα.

Αυτοί ακριβώς οι λόγοι οδηγούν αναπότρεπτα στην αλλοίωση του εθνικού μας προσώπου, μέσω της
έσχατης μορφής δουλείας. Και η προγονοπληξία, όμως, η τάση δηλαδή για προσκόλληση στην
παράδοση δημιουργεί τους ίδιους κινδύνους. Ήδη, το ελληνικό κράτος στο παρελθόν εμποδίστηκε να
χαράξει την δική του πορεία, ενώ η αναχρονιστική νοοτροπία του Έλληνα είναι εμφανής και σήμερα. Η
εμμονή, εξάλλου, σε ξεπερασμένες ιδέες και θεσμούς εμπόδισε την πρόοδο και αποτέλεσε αφορμή για
διαμάχες.

Κανένα έθνος, λοιπόν, δεν μπόρεσε εύκολα να απαρνηθεί ή να περιφρονήσει την παράδοσή του η οποία
αποτελεί θεμέλιο και στήριγμά του. Αλλά και κανένα έθνος δεν πρέπει να γίνει δούλος της, όσο
σπουδαία κι αν είναι αυτή, γιατί τότε οι αρνητικές συνέπειες είναι περισσότερες από τις θετικές. Η
επιρροή της παράδοσης πρέπει να περιορίζεται στις σωστές της διαστάσεις και να αποτελεί καταλύτη
στις προσπάθειες για αξιόλογες πρωτοβουλίες. Η αδιαφορία για την παράδοση και η εμμονή σ’ αυτήν
αντιμετωπίζονται, με κανέναν τρόπον όμως δεν πρέπει να σβηστεί ένα κομμάτι αυτής γιατί αυτό αυξάνει
τις αδυναμίες μας στο μέλλον.

Το χρέος επικοινωνίας της τέχνης του Πνευμανθρώπου
Οι σχέσεις, οι κανόνες ζωής και τα πλαίσια επικοινωνίας των ανθρώπων μέσα σε κάθε κοινωνία
αποτελούν την λειτουργική της δομή και διάρθρωση. Οι καθιερωμένες αυτές δομές εξελίσσονται σε
θεσμούς για να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες και τα προβλήματα της κοινωνικής ζωής. Είναι αυτονόητο
πως πίσω από αυτούς υπάρχει πάντα η ανθρώπινη παρουσία, μια παρουσία όμως που η ιστορία και η
πείρα απέδειξαν ότι δεν μπορεί να καταπολεμήσει την αιτία του κακού.

Επομένως, η παρεμβολή του απρόσωπου θεσμικού παράγοντα δεν είναι σε θέση να αλλάξει την
ποιότητα του ανθρώπου, να αντιμετωπίσει τα κοινωνικά προβλήματα αλλά διατηρεί καταστάσεις
αδικίας που καταπιέζουν τον άνθρωπο και διαφθείρουν την κοινωνική ζωή.

Η επίτευξη της καλύτερης, κατά το δυνατόν, ποιότητας ζωής είναι –σε μεγάλο μέρος– σήμερα έργο με
το οποίο επωμίζεται η πνευματική ηγεσία κάθε τόπου, η καθιερωμένη από την φύση και την δομή των
πραγμάτων τάξη ανθρώπων του πνεύματος που κατέχουν υψηλές θέσεις στην Πολιτεία ή που
καλύπτουν με τις δραστηριότητές τους έναν αρκετά ευρύ χώρο, έχοντας την δυνατότητα να
καθοδηγήσουν θετικά την κοινή γνώμη ακριβώς επειδή η θέση τους είναι αυτή που τους επιτρέπει να
γνωρίζουν και να κρίνουν –πράγμα ασφαλώς πιο σπουδαίο– με μεγαλύτερη ευχέρεια σχετικά με τους
απλούς πολίτες.

Αν οι απλοί άνθρωποι έχουν κάποια δικαιολογία για την απώλεια των τυχόν στόχων που έχουν θέσει ή
για την ανικανότητά τους να συλλάβουν τις κατευθύνσεις που διοχετεύονται καθημερινά, για τους
ανθρώπους του πνεύματος μια τέτοια έλλειψη προσανατολισμού θα ήταν βαρύ σφάλμα για το οποίο η
ανθρωπότητα θα κληθεί να πληρώσει εξίσου βαρύ τίμημα.

Το γεγονός αυτό επιβάλλει να τονίσουμε ότι κατά πρώτο και κύριο λόγο ο ρόλος του πνευματικού
ανθρώπου στην σύγχρονη κοινωνία παραμένει η θεραπεία του ανθρωπισμού.

Όταν η ανθρωπότητα τείνει να χάσει τα διακριτικά της γνωρίσματα, όταν η δίψα για κέρδος νεκρώνει
και διαφθείρει τις συνειδήσεις, τότε χρέος του πνευματικού ανθρώπου είναι να γίνει υπηρέτης των
αξιών που συνθλίβονται από τα άνομα συμφέροντα, να πολεμήσει τις σκόπιμα δημιουργημένες
συγχύσεις, να βρίσκεται στην πρωτοπορία των αγώνων για την προάσπιση της ελευθερίας.

Η εποχή μας δεν έχει ανάγκη από γνώσεις αλλά από γνώση.

Λείπουν οι άνθρωποι οι οποίοι θα δώσουν καινούργιο νόημα στις εσωτερικές μας αναζητήσεις.

Τον πνευματικό άνθρωπο θα πρέπει να τον βρίσκουμε πρώτον στην αντιμετώπιση των απρόβλεπτων
συνεπειών που έχουν οι τεράστιες κοινωνικές αντιθέσεις που υπονομεύουν την ομαλή συμβίωση. Το
βάρος εδώ πέφτει στην διασπορά αισθήματος δικαιοσύνης και στην υλοποίησή του τόσο στο στενότερο
ανθρώπινο περιβάλλον όσο και σε ευρύτερα πλαίσια.

Ο πνευματικός άνθρωπος δεν μπορεί να μένει αδιάφορος.

Η συνειδητοποίηση εκ μέρους του της ύπαρξης των προβλημάτων αποτελεί το πρώτο βήμα.

Είναι μια άλλη κοινή διαπίστωση, εξάλλου, η έλλειψη επαρκούς επικοινωνίας μεταξύ των σημερινών
ανθρώπων. Σ’ αυτό το πρόβλημα οφείλει να στρέψει το βλέμμα του ο άνθρωπος του πνεύματος για να
βρει μεθόδους που θα σπάσουν τον κλοιό της απομόνωσης, να καλλιεργήσει την ιδέα της βελτίωσης
των σχέσεων και της επέκτασης των επαφών.
Η νεολαία θα είναι αυτή που θα επωφεληθεί άμεσα. Βασικό μέλημα πρέπει να είναι η ομαλοποίηση των
σχέσεων νέων-ενηλίκων, οι προτάσεις για την γεφύρωση του χάσματος και η ανάσχεση του κύματος της
αναταραχής.

Ο πνευματικός άνθρωπος, καταξιωμένος και με ερείσματα στο κοινωνικό σύνολο, έχει την ικανότητα
να τονίσει την σημασία του θεσμού της οικογένειας, να διαπραγματευθεί τις ευθύνες αλλά και τα
δικαιώματα που απορρέουν απ’ αυτόν.

Η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί άλλον τομέα στον οποίον η παρουσία του πν.
ανθρώπου θα πρέπει να γίνεται αισθητή. Από την κατοχύρωσή τους εξαρτάται η ζωή, η ελευθερία, η
τιμή, η ασφάλεια των πολιτών.

Με όλα τα μέσα που του διαθέτει η σύγχρονη τεχνολογία, ο πν. άνθρωπος πρέπει να προβάλλει το
πνεύμα αλληλοσεβασμού στις σχέσεις ατόμου προς άτομο και ατόμου προς κράτος, να αντισταθεί και
να καταγγείλει δημόσια την αυθαιρεσία, να δώσει δημοσιότητα σε κάθε θέμα, να βοηθήσει στον
συντονισμό και την ενίσχυση της δράσης των οργάνων που μάχονται για την εμπέδωση των θεσμών της
Δημοκρατίας.

Μόνο με την ενίσχυση της πολιτικής και ηθικής ωριμότητας θα εξαλειφθούν τα κρούσματα που
απορρυθμίζουν την λειτουργία τους.

Η κρίση του πολιτισμού δεν πρέπει να κλονίσει τις ηθικές και πνευματικές αξίες.

Ο άνθρωπος του πνεύματος, ατομικά, και η πνευματική ηγεσία –συλλογικά– έχουν αποστολή να
απελευθερώσουν τον άνθρωπο από τα πάθη του.

Οι μάστιγες της εποχής τίθενται στην πρώτη γραμμή των άμεσων στόχων τους.

Η ενιαία στάση απέναντι σ’ αυτά τα προβλήματα, η συγκρότηση μετώπου με όλες τις προσπάθειες
συγκεντρωμένες επιβάλλεται, αν θέλουμε να ξεφύγουμε από τον φαύλο, άκαρπο κύκλο που διαγράφει η
κοινωνική ζωή.

Στον τομέα, ειδικότερα, που αποτελεί το φυσικό πλαίσιο ανάδειξής τους, οι πν. άνθρωποι οφείλουν να
προτείνουν, να δώσουν λύσεις, να ταχθούν στην υπηρεσία του.

Η εκπαίδευση, το προπαρασκευαστικό κέντρο της μελλοντικής ζωής των νέων, έχει την ανάγκη της
πολύτιμης προσφοράς τους. Από την άλλη μεριά, δεν πρέπει να τεθεί σε δεύτερη μοίρα το πρόβλημα της
μόλυνσης του περιβάλλοντος. Οι οικολογικοί προβληματισμοί δεν λείπουν. Λείπουν όμως οι
παραδειγματικές πράξεις που θα ανοίξουν τον δρόμο για την διάσωση της φύσης.

Βέβαια, όλες αυτές οι πηγές κινδύνου, οι πληγές της σύγχρονης ζωής δεν θεραπεύονται μόνο με
ατομικές προσπάθειες και πρωτοβουλίες αλλά απαιτούν ευρύτερες αλλαγές και κινητοποιήσεις που θα
πραγματοποιηθούν μέσα από συγκεκριμένες ευαισθητοποιήσεις.

Η κάθε είδους αλλοτρίωση απαιτεί θυσίες για να αντιμετωπιστεί, αφοσίωση και βέβαια, όχι επιφανειακή
αποφθεγματολογία.
Ακόμα και αν το παράδειγμα του πνευμ. ανθρώπου δεν έχει μιμητές και ο λόγος του δεν βρίσκει
απήχηση, αυτός οφείλει να συνεχίσει να αποτελεί ασυμβίβαστη φωνή διαμαρτυρίας. Όχι μόνο δεν
πρέπει να περιοριστεί στον εαυτό του, αλλά έχει υποχρέωση να υψώσει το ανάστημά του, να μεταδώσει
τις ιδέες του και να οδηγήσει τον άνθρωπο στις αληθινές πηγές της ευτυχίας.

Η κοινωνική αποστολή της πνευματικής ηγεσίας προσδιορίζεται σαν μια στάση θετική αλλά και σαν μια
αρνητική στάση.

Η θετική στάση καθορίζεται από την αποδοχή του κάθε τι που προάγει τον άνθρωπο σαν αξία, ενώ η
αρνητική από την απόρριψη όλων εκείνων που προσβάλλουν την αξιοπρέπεια και τραυματίζουν την
ευαισθησία του ανθρώπου.

Οι άνθρωποι με τέτοια ηθική ποιότητα σπανίζουν και μόνο με πράξεις μπορούν να βρουν ανταπόκριση.

Η ατέλειωτη αλυσίδα των ανησυχιών συνοδεύει όλη την πορεία του ανθρώπου και υποχρεώνει σε
μόνιμη προσπάθεια και αδιάκοπο αγώνα, ενδιαφέρον και αυξημένη προσοχή.

Ο πνευματικός άνθρωπος θα ψάξει να βρει ικανοποιητικές λύσεις, θα μπει στην δίνη της κίνησης και
της σύγκρουσης των ιδεών, θα παρακολουθήσει τις αντιμαχόμενες απόψεις και το δυσεπίλυτο των
προβλημάτων και θα βοηθήσει τους πολίτες να γίνουν υπεύθυνοι και να αποκτήσουν συνείδηση,
καλύπτοντας τις ελλείψεις και τις ατέλειες.

Η πνευματική ηγεσία δεν μπορεί παρά να συμπαρασταθεί στην προσπάθεια του απλού πολίτη να
ξεριζώσει συνήθειες και παντοδύναμες, ψυχικές απόψεις και να ανατρέψει κάθε τι που αποτελεί
τροχοπέδη στην κοινωνική εξέλιξη, χωρίς ωστόσο να απωλέσει την συνείδηση των ορίων μέσα στα
οποία πρέπει να κινηθεί.

Η καταγγελία του κυνισμού και της υποκρισίας των υπεύθυνων που δεν αποφασίζουν να λύσουν τα
προβλήματα των πολιτών πριν γίνουν εκρηκτικά, η αντιμετώπιση των αδικιών και ανισοτήτων είναι
μέσα για την σωστή και υπεύθυνη καθοδήγηση της νεολαίας.

Στο παρελθόν, άλλωστε, η ερμαφρόδιτη τακτική και το αλλοπρόσαλλο των διανοουμένων ήταν
υπεύθυνα για την διόγκωση αυτών των προβλημάτων.

Η πνευματική ηγεσία, επομένως, πρέπει να περιβάλλεται με αγάπη και εμπιστοσύνη και το ηθικό της
όπως και η διάθεσή της να προσφέρει χρήσιμο έργο να τονώνεται συνεχώς.

Η σημερινή κοινωνία της αφθονίας δεν κατάφερε να δώσει διέξοδο στις πνευματικές και ηθικές
ανησυχίες του ανθρώπου ενώ οι ευκαιρίες για επαφές καταστρέφονται.

Η ανυπαρξία πίστης, η έλλειψη στόχων ιδανικών και σαφών προσανατολισμών, η βαθιά θρησκευτική,
εκπαιδευτική κρίση και σύγχυση, ο κυνισμός και η υποκρισία των κοινωνικών και διεθνών σχέσεων και
η στροφή σε επιζήμιες απολαύσεις επιτάσσουν την ανάληψη δράσης εκ μέρους της πνευμ. ηγεσίας, η
οποία θα πρέπει να ενδιαφερθεί ειλικρινά για την ανάπτυξη του πολιτιστικού επιπέδου του λαού και την
βελτίωση της κοινωνικής αγωγής.

Σαν τελική εκτίμηση, λοιπόν, συμπεραίνουμε ότι η πν. ηγεσία δεν πρέπει να υϊοθετεί αφιλοσόφητες και
αντιδιαλεκτικές θέσεις αλλά οφείλει να αγκαλιάσει όλα τα κοινωνικά στρώματα, να τα ενθαρρύνει να
προβληματιστούν δημόσια, εις βάθος και αυθόρμητα εξυπηρετώντας την εθνική επιβίωση, να
επιστρατεύσει κάθε αναμφισβήτητης ακτινοβολίας προσωπικότητα ώστε να ακουστούν όλες οι
χρήσιμες απόψεις.

Τα πορίσματα των συζητήσεων πρέπει να γίνονται γνωστά, κίνητρα για εποικοδομητικό έργο, για
άσκηση κριτικής, για εμφύσηση νέου πνεύματος.

Η επιδίωξη των αξιοπρεπών λύσεων συντελεί πάντα στην εγκατάλειψη της προχειρότητας και στην
αλματώδη πρόοδο του πολιτισμού,

Ο φύλακας του φαινομένου της Τέχνης

Η τέχνη, η ενέργεια δηλαδή του πνεύματος με την οποία γίνεται προσπάθεια να εκφραστεί το ιδεώδες
του ωραίου, απετέλεσε μιαν από τις πιο αποφασιστικές, βαρύνουσες και δραστήριες δυνάμεις που
χρησιμοποίησε ο άνθρωπος για την οικοδόμηση του πολιτισμού.

Είναι φανερό ότι η έννοια της τέχνης μπορεί να μεταβάλλεται και να εμφανίζεται διαφορετική σε κάθε
τόπο και εποχή και συγχρόνως, να καθορίζεται από διάφορους παράγοντες, που ποικίλλουν ανάλογα με
τις αντιλήψεις που επικρατούν κάθε φορά.

Η επικοινωνία του ατόμου με οποιοδήποτε έργο τέχνης και η επιρροή της στα αισθήματά του εξαρτάται
κυρίως από την καλλιέργεια του ατόμου και με μιαν κρίση, η οποία όμως με την σειρά της
μεταβάλλεται με την αλληλουχία των εποχών, ανάλογα βέβαια με την εξέλιξη ή την διαφοροποίηση των
κριτηρίων τα οποία η κοινωνία λαμβάνει υπ’ όψη της, γι’ αυτό άλλωστε και δεν μπορούμε να
εκτιμήσουμε ποτέ με βεβαιότητα την καλλιτεχνική αξία ενός έργου τέχνης.

Η τέχνη, περισσότερο από κάθεν άλλη μορφή του πνευματικού πολιτισμού, συμβάλλει στην
καλλιέργεια του ανθρώπου, τον εξευγενισμό της ψυχής του, στην εξημέρωση των παθών και των ηθών
του, από την στιγμή που τα προϊόντα της ασκούν αποφασιστική επιρροή στην ψυχή του. Όχι μόνο τον
ψυχαγωγούν αλλά του καλλιεργούν την ικανότητα να σκέφτεται σωστά, να κρίνει δίκαια, να παίρνει
σωστές αποφάσεις με ψυχραιμία, να ενεργεί ανεπηρέαστος και όχι υποκειμενικά.

Εξ αιτίας αυτών των προτερημάτων τους οι τέχνες κέρδισαν την πρωτοκαθεδρία στην εκτίμηση του
ανθρώπου. Η αφιλοκέρδεια και τα ταπεινά κίνητρα οδήγησαν στην δημιουργία ανεκτίμητων και
μοναδικών έργων τέχνης, που τέθηκαν στην διάθεση του ανθρώπου για να τον ανανεώνουν ψυχολογικά,
να του προσφέρουν αισιοδοξία, να τον οπλίζουν με αγωνιστικότητα και να του καταπραΰνουν τον
εγωϊσμό, την μισαλλοδοξία και να τον καθιστούν υπεύθυνον, ικανό να πετύχει στην ζωή.

Η τέχνη μπορεί να επιδιώκει πολλούς και ποικίλους σκοπούς με την απαραβίαστη, όμως, προϋπόθεση
ότι αυτοί θα παραμένουν μέσα στα πλαίσια της καλλιτεχνικής δημιουργίας, χωρίς παράλληλα να είναι
θεμελιώδη κριτήρια για την αξιολόγηση του αποτελέσματος.

Δεν πρέπει να μας ξεφεύγει ότι κάθε έργο τέχνης δημιουργείται από άτομα που ζουν μαζί, γι’ αυτό και
εκφράζει κοινές διαθέσεις και ψυχικές καταστάσεις, κοινά ιδεώδη και πνευματικά ρεύματα.
Σε κάθε έργο τέχνης, παρ’ όλα αυτά, εμφανίζεται με ακρίβεια η πρόθεση, η προσπάθεια και η
προσωπικότητα του δημιουργού που αποβλέπει σε καθαρά αισθητικούς σκοπούς, δεν είναι όμως και
αυτός που παίζει τον πρωταρχικό ρόλο.

Η αξία ενός καλλιτέχνη δεν εξαρτάται από την νεωτεριστικότητα των ιδεών που παρουσιάζει, αλλά από
την αισθητική τελειότητα με την οποία τις εκφράζει.

Είναι ο καλλιτέχνης το άτομο που δίνει αξία σε στοιχεία που δεν αναπτύχθηκαν μέχρι την εποχή του ή
που δεν προσέχτηκαν ιδιαίτερα από το κοινό.

Είναι, πράγματι, ένα σπουδαίο κατόρθωμα η έκφραση των ιδεών μιας εποχής, η μετουσίωση των
πόθων, των επιθυμιών και των προθέσεων της κοινωνίας σε πράξη.

*

Δεν μπορεί, λοιπόν, παρά η τέχνη να αποτελεί ένα κοινωνικό φαινόμενο, που όμως αν μεταχειριστεί
ατομικά θα οδηγήσει σε καταστρεπτικά αποτελέσματα. Αντίθετα, πρέπει να έχει την ικανότητα να
ελίσσεται ανάμεσα στους νόμους που διέπουν την ζωή.

Εξ άλλου, στην αρχή της εμφάνισής της η τέχνη άρχισε να εμφανίζεται σαν αυτοσκοπός (η τέχνη για
την τέχνη) ενώ αποτελούσε ήδη ύψιστη κοινωνική λειτουργία. Αργότερα, βέβαια, καθιερώθηκε σαν
καθαρά αισθητική απόλαυση, αφού ο δημιουργός απευθύνεται στην συνείδηση του κοινού, και
αναγνωρίστηκε η κοινωνική της αποστολή, όχι όμως και για να υπηρετήσει πολιτικούς, ιδεολογικούς
σκοπούς (στρατευμένη τέχνη).

Πράγματι, η ελευθερία της πνευματικής δημιουργίας μόνο που δεν διαφυλάσσεται με την πολιτική
τοποθέτηση, αλλά δεν σημαίνει και ότι ο καλλιτέχνης μένει απαθής και αδιάφορος μπροστά στα
ζητήματα της κοινωνίας. Ίσα ίσα, που ο καλλιτέχνης έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να εκλέξει με
απόλυτη ελευθερία τα θέματά του, αρκεί να έχει την έμπνευση και την συνείδηση που κάνει την τέχνη
πλούσια σε ποιότητα.

Αυτό το θέμα αποτελεί κρίσιμο ηθικό πρόβλημα της εποχής μας και προεκτείνεται στην κοινωνική ζωή.

Αποτελεί, ωστόσο, η τέχνη και ένα προνόμιο που ενώ παλιότερα ήταν αποκλειστικό των ανώτερων
οικονομικά τάξεων, σήμερα έχει γίνει κτήμα του ευρύτερου κοινού και είναι σωτήρια η συχνή
οργάνωση δημοσίων εκθέσεων, πινακοθηκών, μαζί και με την προβολή των πολιτιστικών.

Σίγουρα, όμως, δεν πρέπει να παραμελείται η ποιότητα για χάρη του κέρδους, δια μέσου της
ικανοποίησης των χαμηλών αισθητικών απαιτήσεων του κοινού στην οποίαν επιδίδονται πολλοί
καλλιτέχνες για να αποπροσανατολίσουν και να συγχύσουν, πράγμα που συντελεί στην πτώση της
καλλιτεχνικής προσφοράς και στην υποβάθμιση της αισθητικής μόρφωσης του κοινού.

Επιτακτική ανάγκη είναι η τέχνη να συνεχίσει να αντικατοπτρίζει την ζωή και να επηρρεάζει τον ηθικό
και ψυχικό μας κόσμο. Πρέπει να συνεχιστεί η αναζήτηση τόσο της τελειότητας στην μορφή, γιατί αυτή
είναι που χαρίζει το μέτρο και την αρμονία, όσο και στο περιεχόμενο, γιατί αυτό ανταποκρίνεται (και
εξασκεί) στο αίσθημα και την νόηση.
Η τέχνη δεν πρέπει να παραπλανά, αλλά να διδάσκει και κυρίως να σε αφήνει ελεύθερο να
τοποθετήσεις τον εαυτό σου εκεί που ο ίδιος νομίζεις ότι ανήκεις.

Όπως η επιστήμη για να ερμηνεύσει τα γεγονότα και τα φαινόμενα που περιβάλλουν τον κόσμο
επιστρατεύει την φαντασία, έτσι και η τέχνη απευθύνεται στην φαντασία για να ερμηνεύσει την ψυχική
κατάσταση του ανθρώπου, ενώ και οι δύο αν μη τι άλλο βελτιώνουν την ζωή του ανθρώπου, τον κάνουν
ικανό να αφομοιώσει νέες αξίες, νέες μορφές έκφρασης και που είναι αυτή την στιγμή, με την
υπερτροφικότητα της τεχνολογίας και την ατροφικότητα του πνευματικού πολιτισμού, το μεγαλύτερο
πρόβλημα που πρέπει να μας απασχολήσει.

Η λύση, η μοναδική λύση, είναι η επικοινωνία καλλιτέχνη-κοινού, ενός κοινού που δεν έχει
ανεπτυγμένο το αίσθημα της κριτικής. Κύρια αιτία του κακού είναι η κυριαρχία του αφηρημένου στην
ζωή που η τέχνη για να την καταπολεμήσει, αυτήν που η ίδια δημιούργησε, πρέπει να στρέψει το κοινό
στην σκληρή πραγματικότητα, την συγκεκριμενοποίηση.

Συμπερασματικά, η τέχνη (λογοτεχνία, μουσική, ζωγραφική, θέατρο, κινηματογράφος, ποίηση,
γλυπτική, κ.λ.π.) είναι μεγάλο πνευματικό δημιούργημα που, μαζί με την φύση, την επιστήμη και την
οικονομία, θεμελιώνει και κτίζει τους πολιτισμούς υπό το καθεστώς ελευθερίας.

Ήταν πάντα απαραίτητη στον άνθρωπο και ιδίως στην σημερινή εποχή πρέπει να μας κάνει να
νιώσουμε άνθρωποι, απλά με την παρουσία της.

Παρ’ όλη την εσωτερική της αξία, η τέχνη έγινε και επιχειρείται σήμερα να γίνει αντικείμενο ευρείας
εκμετάλλευσης από την πολιτική και το εμπόριο. Σίγουρα η αξία της δεν θα μειωθεί και θα
εξακολουθήσει να είναι μέσο απόλαυσης και εξανθρωπισμού, επαναφοράς των ανθρώπων στην τάξη
μέσα από το ξάνοιγμα του ορίζοντα για το κοινό.

Η ιδέα του Ωραίου

Η τέχνη, η ενέργεια δηλαδή του πνεύματος του καλλιτέχνη με την οποία γίνεται προσπάθεια να
εκφραστεί το ιδεώδες του ωραίου, αποτέλεσε μιαν από τις πιο βαρύνουσες, αποφασιστικές και
δραστήριες δυνάμεις που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος για την οικοδόμηση του πολιτισμού.

Είναι ολοφάνερο ότι η έννοια, η μορφή και το περιεχόμενο της τέχνης μπορεί να μεταβάλλονται και να
εμφανίζονται διαφορετικά σε κάθε τόπο και εποχή επειδή καθορίζονται από διάφορους παράγοντες που
ποικίλλουν, ανάλογα με τις αντιλήψεις που επικρατούν κάθε φορά.

Όπως, λοιπόν, η τέχνη αντικαθρεφτίζει και μιαν νέα πραγματικότητα καθώς εξελίσσεται, συγχρόνως
όμως οι σχέσεις της με την ζωή παραμένουν πάντα σταθερές και αμετάβλητες.
Η τέχνη κάθε εποχής, στην άνθησή της, μορφοποιεί αισθητικά την ακμή του πολιτισμού, αντιμετωπίζει
και μελετά την πραγματικότητα. Πασχίζει να ανακαλύψει και να αποδώσει την αληθινή ουσία της.
Ξεχωρίζει στην τέχνη ο παλμός, η νεανική θέρμη, η επίμονη προσπάθεια για διαύγεια και απλότητα.

Η ίδια μορφή της τέχνης, ωστόσο, στην περίοδο της παρακμής αποπροσανατολίζεται και
απομακρύνεται από την ζωή.

Αυτό είναι φυσικό, ορισμένες φορές, γιατί οι άπειροι συνδυασμοί στην έκφραση και στον ορισμό του
ωραίου αλληλοσυγκρούονται, ενώ όλοι ίσως έχουν μιαν δόση αλήθειας.

Το ωραίο, όμως, δεν είναι αναλλοίωτο.

Απλούστατα, η αντικειμενική πραγματικότητα είναι διαφορετική και η καλλιτεχνική της έκφραση, η
τέχνη. Προσαρμόζεται υποχρεωτικά σ’ αυτή.

Διαφορετικά, τα έργα άλλων εποχών και λαών δεν θα είχαν σήμερα για μας την παραμικρή
καλλιτεχνική αξία.

Κάθε άξιο έργο τέχνης περικλείει όχι μονάχα την ιδιοφυΐα ενός ατόμου, μα ενός λαού.

Μας αποκαλύπτει τους αγώνες του, τις ιδέες, τα όνειρα, τις συνήθειες, το πνευματικό και ηθικό του
υπόστρωμα, την κοινωνική του σύνθεση και την κοσμοθεωρία του.

Έτσι κι ο πιο μεγάλος καλλιτέχνης εκφράζει υποχρεωτικά, είτε το θέλει είτε όχι, μιαν μόνη εποχή, την
δικιά του –με ό,τι όμως πιο πρωτοποριακό διαθέτει.

Οι επιδράσεις επισημαίνονται όχι τόσο με το περιεχόμενο του έργου όσο, κυρίως, με τον τρόπο που
αυτό αναπτύσσεται και αποκτά προεκτάσεις –ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ.

Έχει, εξάλλου, ανέκαθεν αναγνωριστεί ότι η απόλαυση των έργων τέχνης υπόκειται στην υποκειμενική
διάθεση. Επομένως, δεν υπάρχουν αντικειμενικά μέτρα για την αναμφισβήτητη αξιολόγηση των έργων
της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Ο καλλιτέχνης είναι ελεύθερος να εκφράσει τον ψυχικό του κόσμο στην γλώσσα που ο ίδιος βρίσκει ότι
τον ικανοποιεί.

Εφόσον την κατανοήσουμε, τότε πλουτίζουμε την ψυχή μας από τους θησαυρούς της εμπειρίας του
δημιουργού, ειδάλλως υπεύθυνος δεν είναι ο καλλιτέχνης που την μεταχειρίστηκε.

Απλώς εμείς θα πρέπει να αναζητήσουμε αλλού εκείνην που μας ταιριάζει.

Πρώτα γιατί δεν συμφωνούμε όλοι στην αγέραστη ομορφιά των προτύπων που προβάλλονται και
έπειτα, γιατί ούτε αυτά συμφωνούν μεταξύ τους.

Τα παραπάνω αναφερόμενα, όμως, δεν συνεπάγονται και ότι δεν υπάρχουν κάποιες γενικές αρχές,
κάποιοι νόμοι καθολικής αποδοχής που εκφράζουν τις καλαισθητικές ανάγκες της ανθρώπινης ψυχής
και γίνονται ενστικτωδώς σεβαστοί από τους δημιουργούς και το φιλότεχνο κοινό.
Όντας, λοιπόν, η τέχνη μέρος του πολιτιστικού εποικοδομήματος της κοινωνίας διαμορφώνεται από τις
κοινωνικές συνθήκες αλλά και αντίστροφα, συντελεί κι αυτή στην διαμόρφωση εκείνων.

Είναι δημιουργός και συντηρητής της εθνικής πνευματικής παράδοσης, της εθνικής ταυτότητας όπως
και φρουρός των πνευματικών συνόρων.

Και αυτό είναι λογικό, από την στιγμή που ο καλλιτέχνης όχι μόνο απεικονίζει αλλά κάνει κριτική στην
πραγματικότητα.

Είναι καινοτόμος και νεωτεριστής, σπάζει το κέλυφος του δογματισμού, των συμβάσεων και του
συμβιβασμού.

Έχει την δυνατότητα να λειτουργήσει παιδευτικά και ηθοπλαστικά, την ικανότητα να ευαισθητοποιήσει,
αποτελεί το σημαντικότερο ίσως αντίβαρο στον μονοδιάστατον, ετεροκατευθυνόμενον άνθρωπο.

Η τέχνη, επομένως, παίζει κοινωνικό ρόλο και έχει προορισμό να βοηθήσει τον άνθρωπο, να τον
χειραγωγήσει και να τον καθοδηγήσει, ώστε να ξεπεράσει τα προβλήματά του και να τον ενισχύσει στον
αγώνα του για την πρόοδο.

Ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης αξιών, ιδεών, θεσμών και σύγχυσης, η τέχνη ξεδιαλύνει, ξεκαθαρίζει,
αποσαφηνίζει και προσανατολίζει σωστά, ασκώντας απελευθερωτικό και λυτρωτικό ρόλο.

Οπλίζει και συνεχώς ανεφοδιάζει τον άνθρωπο με κουράγιο να αντιμετωπίσει της σκληρές ώρες της
ζωής.

Έτσι θεωρημένο, το έργο της τέχνης αποτελεί την κορυφαία και την πιο πολύτιμη προσφορά στην
ιστορία των ανθρώπων, αφού καθιστά τον ίδιο τον απλόν άνθρωπον ικανό να αρνηθεί την υποταγή του
στην φθορά και τον μηδενισμό.

Βοηθά, ουσιαστικά, στην ανοδική πορεία προς τον πολιτισμό.

Η τέχνη, περισσότερο από κάθεν άλλη μορφή του πνευματικού πολιτισμού, συμβάλλει στον
εξευγενισμό της ψυχής του ανθρώπου, στην καλλιέργεια των αρετών της, στην εξημέρωση των παθών
και των ηθών του. Δεν αποτελεί απλά μιαν ψυχαγωγία αλλά βελτιώνει την κριτική ικανότητα, συντελεί
στην λήψη σωστών, ψύχραιμων αποφάσεων.

Χάρη σ’ αυτά τα προτερήματά τους οι τέχνες κέρδισαν την πρωτοκαθεδρία στην εκτίμηση του
ανθρώπου.

Η τέχνη τίθεται στην διάθεση του ανθρώπου για να τον ανανεώσει ψυχολογικά, για να τον γεμίσει με
«αισθητική ηδονή» που είναι συνώνυμη με την Αριστοτελική «κάθαρση» στον ορισμό της Τραγωδίας
(που ήταν Τέχνη).

Οδηγεί, λοιπόν, τον άνθρωπο στην κάθαρση του ψυχικού του κόσμου από τα περίπλοκα πλέγματα,
πάθη, άγχη, ψυχικές ταλαιπωρίες και ακόμη σε μιαν ψυχική ευεξία και ευεργετική αισιοδοξία. Πρέπει
να συνεχιστεί η αναζήτηση της τελειότητας γιατί αυτή εξυπηρετεί το μέτρο και την αρμονία.
Η τέχνη μαζί με την φύση, την επιστήμη και την οικονομία θεμελιώνει και κτίζει τους πολιτισμούς υπό
καθεστώς ελευθερίας.

Είναι μέσο εξανθρωπισμού, επαναφοράς στην τάξη και έχει κοινωνικό χαρακτήρα παρ’ όλες τις
προσπάθειες να αποδειχτεί το αντίθετο.

Είναι, πραγματικά, ανυπόστατο το επιχείρημα ότι όσο η τέχνη έχει λιγότερη σχέση με την
πραγματικότητα, τόσο καλύτερη είναι.

Και αυτό, επειδή δήθεν η αξία ενός έργου βρίσκεται μόνο στην μορφή.

Οι θιασώτες του δόγματος αυτού, της Τέχνης για την Τέχνη, είναι οι καλλιτέχνες οι οποίοι ανήκουν σε
μιαν κοινωνική τάξη που πεθαίνει. Ρίχνουν όλο το βάρος στην μορφή, γιατί δεν έχουν πια ιδανικά που
να ενθουσιάζουν και να φλογίζουν. Αρνούνται οποιοδήποτε καθήκον και κάθε επίδραση της τέχνης στην
ζωή, και την θέλουν να πορεύεται ασυγκίνητη ανάμεσα από τις εποχές, αδιαφορώντας για ό,τι γίνεται
γύρω της. Προσπαθούν να πείσουν ότι ο καλλιτέχνης δεν έχει την παραμικρή υποχρέωση να
ενδιαφέρεται για τα «πρόσκαιρα γεγονότα» και τον θέλουν εξωκοσμικό, ομφαλοσκόπο, αυτοεξόριστο
και εγωκεντρικό.

Αυτά ακριβώς τα κηρύγματα φυγής από την πραγματικότητα αντιστοιχούν σε εποχές ξεπεσμού. Το
συγκεκριμένο δόγμα είναι σοφιστική επινόηση, γιατί θέλει και επιμένει να αγνοεί το κοινωνικό
περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται ο άνθρωπος και την προσπάθεια για επιβίωση και πρόοδο.

Ο καλλιτέχνης δεν έχει κανένα δικαίωμα να μην ενδιαφέρεται για τίποτα άλλο παρά για την τέχνη του,
να μένει ακατάδεχτος και ουδέτερος.

Σε τελευταία ανάλυση, θα πρέπει να ασχολούνται οι καλλιτέχνες και να αλληλογραφούν μόνο με τους
ομότεχνούς τους. Να απευθύνονται προς αυτούς και γι’ αυτούς αποκλειστικά να προορίζουν τα
προϊόντα τους, επειδή φοβήθηκαν την κριτική για την αξία των έργων τους.

Αυτό θα είναι και για τους ίδιους πολύ επικίνδυνο αφού οι καλλιτέχνες δεν διακρίνονται ούτε για την
επιείκια ούτε για την αμεροληψία τους όταν εκφράζουν γνώμη για συναδέλφους τους. Έτσι θα
αποξενωθούν από την κοινωνία που προσδοκά τροφή και τρυφή από τις καλές τέχνες, και μάλιστα την
κρίσιμη ώρα που οι απλοί άνθρωποι, αμήχανοι έχουν τα μάτια στηλωμένα απάνω στους ταγούς και
περιμένουν βοήθεια, έτοιμοι να ανταμείψουν υλικά και ηθικά όσους τους υπηρετούν με πίστη και
αυταπάρνηση και την προσφέρουν.

Από την άλλη μεριά, δεν πρέπει και οι καλλιτέχνες που ανήκουν σε μιαν ορμητικά ανερχόμενη τάξη να
βρεθούν στην αντίπερα άκρη, υποστηρίζοντας πως το περιεχόμενο στέκεται ο μοναδικός αποφασιστικός
παράγοντας για την αξιολόγηση ενός έργου.

Για μας, η μορφή και το περιεχόμενο είναι ισοδύναμες αξίες, οι δύο αναπόσπαστες βάσεις στις οποίες
στηρίζεται κάθε έργο τέχνης.

Όσο πιο τέλεια είναι η πρώτη, τόσο πιο αληθινό είναι το δεύτερο.

Η μορφή καθορίζει την ικανότητα του καλλιτέχνη.
Το περιεχόμενο αποκαλύπτει την δύναμη της διάνοιας και το ανθρωπιστικό στοιχείο.

Όποιος παραμελεί την μορφή δεν είναι καλλιτέχνης ενώ όποιος αγνοεί το περιεχόμενο δεν είναι
δημιουργός.

Η τέχνη δεν μπορεί να είναι ούτε μια αυθαίρετη ούτε μια φωτογραφική αναπαράσταση της ζωής.

Άλλωστε, η αντικειμενική πραγματικότητα αποκτά αισθητική αξία όταν γίνει έργο τέχνης που δονεί
τόσο την νόηση όσο και τα συναισθήματά μας.

Κάθε έργο που κατορθώνει να έχει άμεση απήχηση στον ηθικό και ψυχικό κόσμο είναι καλύτερο από
κάποιο, που ενώ έχει βαθύτερο περιεχόμενο, μας αφήνει ψυχρούς και ασυγκίνητους.

Προϋπόθεση όλων αυτών, ωστόσο, αποτελεί η ικανότητα να ξεχωρίζουμε το αληθινό από το ψεύτικο,
το σχετικό από το απόλυτο, το σύγχρονο από το ξεπερασμένο.

Η ιδέα μιας εξωπραγματικής, αφηρημένης τέχνης δεν είναι τέχνη αλλά μόδα.

Η τέχνη είναι αληθινή όταν είναι συνυφασμένη με το αίσθημα και την νόηση.

Η περιφρόνηση της πραγματικότητας και η αυθαίρετη αναπαράσταση της ζωής δεν εξυπηρετεί την
πρωταρχική αναγκαιότητα.

Η διδασκαλία, εξ άλλου, στο έργο τέχνης πρέπει να είναι όσο το δυνατόν καλυμμένη.

Να βγαίνει μέσα από την πίστη του καλλιτέχνη για ένα ιδανικό, όχι μέσα από τα λόγια των ηρώων του,
για παράδειγμα.

Για να μας πείσει, χρειάζεται πρώτα να μας συγκινήσει, και ο δρόμος για να φτάσει το έργο τέχνης στο
μυαλό μας περνάει πρώτα από την καρδιά μας.

Δεν θα πρέπει, όμως, ο καλλιτέχνης να λησμονεί επίσης ότι η πρώτη αρετή κάθε μεγάλου έργου είναι
πως δεν αποτείνεται σε μιαν ορισμένη κατηγορία ανθρώπων αλλά συγκινεί, λιγότερο ή περισσότερο,
τους πολλούς, ανεξάρτητα από την πνευματική τους κατάρτιση, όπως ακόμα και ότι η μεγάλη τέχνη δεν
είναι αυτοσκοπός –γιατί δεν δημιουργήθηκε από καμιά μεγαλοφυΐα.

Φτιάχτηκε από το σύνολο της ανθρωπότητας και σ’ αυτήν ανήκει.

Γι’ αυτό και είναι υποχρεωτική η επικοινωνία ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό του.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η σχέση καλλιτέχνη και κοινού είναι προσδιοριστικής σημασίας για
την συμβολή της τέχνης στον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Έχει πριν απ’ όλα την έννοια της επικοινωνίας και της μεταβίβασης μηνυμάτων, που δεν μπορεί παρά
να είναι αμφίπλευρη.

Ο καλλιτέχνης δέχεται ερεθίσματα από το ανθρώπινο, κοινωνικό περιβάλλον του –το κοινό– τα οποία
μετουσιώνει αισθητικά στην γλώσσα της τέχνης και ξαναδίνει στο κοινό με διαφορετική μορφή.
Αυτή η διαλεκτική σχέση και αλληλεπίδραση ήταν, όπως είναι γνωστό, ιδιαίτερα έντονη στην αρχαία
Ελλάδα.

Την τέχνη οι Έλληνες δεν την θεωρούσαν απλή τέρψη ή «παιδιά», αλλά παιδεία για τους πολίτες, με
χαρακτηριστικότερα παραδείγματα την διδασκαλία των ομηρικών επών και τον ρόλο του αρχαίου
θεάτρου στην ζωή τους. Το γεγονός ότι η τεχνολογική επανάσταση της εποχής μας δεν πλαισιώνεται
πολιτισμικά, αλλά κινείται αυτόνομα έχει τεράστιες επιπτώσεις στην ικανότητα του μέσου ανθρώπου να
δεχτεί μηνύματα και να αφομοιώσει νέες αξίες πολιτισμού και εκφραστικές μορφές.

Σ’ αυτήν ακριβώς την πολιτισμική καθυστέρηση και την μεταφορά ξένων προτύπων και τεχνοτροπιών
καλείται ο καλλιτέχνης να απαντήσει ενεργά.

Το κοινό αφήνεται ανεπηρέαστο και αδιάφορο σ’ αυτήν την μάστιγα.

Έτσι, άλλωστε, εξηγείται και ο καλλιτεχνικός σνομπισμός, το γεγονός ότι η τέχνη είναι σε μεγάλο
βαθμό υπόθεση κλειστών κύκλων.

Η εύκολη λύση της περιφρόνησης των αδαών είναι μια άνετη λύση που δεν απαλλάσσει τον καλλιτέχνη
από την ευθύνη, αλλά, αντίθετα, είναι μορφή προδοσίας της κοινωνικής ευθύνης και οδηγεί στον
αυταρχισμό.

Όπως, επίσης, επικίνδυνη είναι η τέχνη που απευθύνεται στα κατώτερα ένστικτα του ανθρώπου γιατί
ενδιαφέρεται μόνο να αρέσει και εκχυδαΐζει την ζωή αλλά και η δεσμευμένη, στρατευμένη τέχνη που
στοχεύει αποκλειστικά στην βίαια επιβολή ενός αισθητικού δόγματος, όσο σωστό κι αν είναι αυτό. Σ’
αυτήν την δεύτερη περίπτωση ο καλλιτέχνης υποτάσσεται σε πολιτικές, κυρίως, δεσμεύσεις και
περιορίζει την έμπνευσή του στα στενά πλαίσια μιας αρχής.

Η τέχνη, όμως, πρέπει να είναι αδέσμευτη, να μην δοκιμάζεται από κανέναν περιορισμό αλλά να
αναπτύσσεται μέσα στην ελευθερία ή τον αγώνα γι’ αυτήν.

Ο καλλιτέχνης έχει την ευθύνη των κοινωνικών και πολιτικών καθεστώτων που επιβάλλονται στην
εποχή του.

Η έλλειψη από μέρους των ανθρώπων της τέχνης να διακρίνουν τα αναγεννητικά στοιχεία που θα
μπορούσαν να γίνουν μοχλοί προς την αξιοποίηση νέων, πολιτικών και κοινωνικών μορφών οδήγησε
στην αποξένωση από το πλήθος μ’ όλες τις αναπόφευκτες συνέπειες στην καλλιτεχνική δημιουργία στο
παρελθόν.

Οι καλλιτέχνες δεν πρέπει να παρασυρθούν, αλλά να αντιταχθούν σε κάθε είδους απόπειρα να
χρησιμοποιηθεί η τέχνη από κάθε πολιτική εξουσία, βοηθώντας το κοινό να σχηματίσει ακριβή
συνείδηση των όρων της ευημερίας του.

Εξάλλου, ο καλλιτέχνης είναι από τα πράγματα η πιο ευαίσθητη κεραία, ο σεισμογράφος της
κοινωνικής μεταβολής.

Οφείλει, μέσω της τέχνης, να ευαισθητοποιήσει, να γίνει επιταχυντικός συντελεστής στην πορεία
απελευθέρωσης του ανθρώπου.
Και αυτό επιτυγχάνεται μόνο αν επικοινωνεί με το ευρύ κοινό, όχι με το ναρκισιστικό κοινό των
κλειστών κύκλων, και αν στρατευθεί αποκλειστικά στην υπηρεσία του κοινωνικού συμφέροντος. Στόχος
του είναι η δημιουργία ενός μεγάλου κοινού με κατανοητική και κριτική λειτουργία και αυτό είναι
κατορθωτό, αν δεν κινηθεί σε ένα υποκειμενικό επίπεδο ατομικής έκφρασης αλλά δώσει αξία σε
στοιχεία που δεν αναπτύχθηκαν ή προσέχτηκαν από το κοινό, αν κατορθώσει να εκφράσει τις ιδέες της
εποχής του και μετουσιώσει τους πόθους, τις επιθυμίες και τις επιθυμίες της κοινωνίας στην οποία ζει
σε πράξη, χωρίς να αλλοιωθεί το προσωπικό του στίγμα.

Πολιτισμός και Επικοινωνία των λαών μας

Στις μέρες μας περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, ο άνθρωπος αισθάνεται όχι απλώς ως μέλος ενός
κράτους αλλά ως μέλος μιας παγκόσμιας κοινωνίας.

Η τάση αυτή για την ανάπτυξη διεθνών, πανανθρώπινων σχέσεων σε κάθε τομέα του πολιτισμού δείχνει
σαφώς την διεθνιστική αντίληψη που διακατέχει τον σύγχρονο κόσμο και έχει παραμερίσει σημαντικά
τις εθνικιστικές προκαταλήψεις. Αποτέλεσμα ευεργετικό της συμβολής τέτοιου είδους πολιτιστικών
αλληλεπιδράσεων μεταξύ κρατών είναι η αδιαμφισβήτητη πρόοδος του παγκόσμιου πολιτισμού και η
προαγωγή της επικοινωνίας των λαών.

Δεν έχουν εκλείψει, ωστόσο, οι μεμονωμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες γίνεται φανερή η αρνητική
επίδραση των ξένων ιδεών στην πολιτιστική παράδοση μικρών κατά κύριο λόγο χωρών.

Στην πραγματικότητα, όμως, ο διεθνισμός δεν αντιστρατεύεται τις εθνικές παραδόσεις. Αυτό, άλλωστε,
έχει γίνει συνείδηση της μεγάλης πλειοψηφίας των σημερινών κρατών που –ως στόχο της πολιτικής
τους– αρκετές φορές θέτουν την ανάπτυξη των εξωτερικών σχέσεών τους, συγκεντρώνοντας το βάρος
των προσπαθειών τους στην συνεργασία με τα άλλα κράτη και, βέβαια, ενάντια στην απομόνωση και
τον σωβινισμό. Και αυτό, επειδή ακριβώς έχουν συναίσθηση του γεγονότος ότι σήμερα μόνο αν
ενταχθούν σε έναν ευρύτερο συνασπισμό από κράτη θα μπορέσουν να σταθούν επιτυχημένα στην
ρευστότητα που χαρακτηρίζει τον πλανήτη μας.

Σε αυτά τα πλαίσια εντάσσονται και οι κινήσεις για την ένωση κάτω από μιαν ισχυρή στις αποφάσεις
της για το κοινό συμφέρον ηγεσία διαφόρων κρατών (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την
ευρωπαϊκή ένωση του 1992) και κύριο σκοπό την καλλιέργεια μιας ενιαίας ιδεολογίας. Η καλλιέργεια
μιας ενιαίας ιδεολογίας, όπως και η έμφυτη ανθρώπινη ροπή στην επικοινωνία και η σφυρηλάτηση
ισχυρών συνεκτικών δεσμών αποτελούν αίτημα των καιρών μας. Στους τομείς της επιστήμης, του
πνεύματος και της εκπαίδευσης ειδικά, η ανάπτυξη των πολιτιστικών αλληλεπιδράσεων μπορεί να
ωθήσει κάθε χώρα να εισέλθει σε ένα ανώτερο πολιτιστικό περιβάλλον και να έρθει σε επαφή με το
πνεύμα άλλων χωρών, την ανώτερη επιστήμη και τεχνολογία (όπως και να υϊοθετήσει ένα εκπαιδευτικό
σύστημα) από τα οποία μόνον οφέλη θα έχει.

Με την αποδοχή, εξάλλου, και την προώθηση της ιδεολογίας –με την καλή έννοια του όρου– που θα
είναι κοινή για τα μέλη που θα αποτελούν συγχρόνως πομπούς και δέκτες μηνυμάτων, θα διαφυλαχθούν
οι πολιτιστικές και εθνικές παραδόσεις ενώ, επιπλέον, θα καταρριφθούν τείχη που ορθώνονταν ανάμεσα
στους λαούς, στην μεταξύ τους γνωριμία και αλληλοκατανόηση και, άρα, τα κράτη που θα υποστούν τις
ευεργετικές συνέπειες –πέρα από αυτά που ήδη τις υφίστανται– ενός τέτοιου ενδεχομένου θα
επιζητήσουν την περαιτέρω προσφορά θετικών στοιχείων από τις προηγμένες χώρες.

Σίγουρα, όταν δύο κράτη αποφασίσουν να χαρακτηρίζει η ειλικρίνεια και η αμοιβαία επίδειξη
συνεργαστικού πνεύματος τις σχέσεις τους, οι ανταλλαγές στον τομέα του πολιτισμού έχουν από εκείνη
την στιγμή απεριόριστες δυνατότητες προσφοράς θετικού έργου. Το κάθε κράτος ξεχωριστά, μέσω των
προσωπικοτήτων που διαθέτει και που έχουν παγκόσμια απήχηση ως φωτισμένα και διακεκριμένα
άτομα, θα μπορέσει να διακρίνει τα θετικά στοιχεία του άλλου, να τα αφομοιώσει και ενσωματώσει
δημιουργικά στις δικές του πολιτιστικές κατακτήσεις και, ασφαλώς, να αξιοποιήσει όσο το δυνατόν
καλύτερα τις ευνοϊκές συνθήκες που θα υπάρξουν.

Αρκεί κάθε φορά να μπορεί ο άνθρωπος να ανασύρει από το κράμα αυτό ιδεών και νοοτροπιών τις
συνήθειες που θα βελτιώνουν την ποιότητα της ζωής του.

Με αυτόν τον τρόπο, καλύπτονται οι οποιεσδήποτε αδυναμίες και τα κενά.

Άλλωστε, η τακτική των πολιτιστικών αλληλεπιδράσεων έχει κάθε άλλο παρά βλαπτικές συνέπειες,
όταν τοποθετείται στα σωστά πλαίσια, για την γενικότερη εξελικτική πορεία ενός τόπου. Επεκτείνει,
ακόμα, τις ανθρώπινες βλέψεις προς κάτι δημιουργικό, παραγωγικό και ωφέλιμο.

*

Κάθε λαός, επομένως, οφείλει να ερευνά βαθειά και να κατανοεί κάθε ερέθισμα που δέχεται και να το
απορρίπτει ή να το οικειώνεται.

Η μίμηση, λοιπόν, του καλύτερου δεν είναι μια ακούσια αυτοαποκάλυψη της εσωτερικής κενότητας
ενός λαού ούτε και ένδειξη στασιμότητας ή ξεπεσμού. Αντίθετα, όταν περιορίζεται στην προσαρμογή
και προσωπική διαμόρφωση των στοιχείων του προτύπου, όχι μόνο δεν είναι γόνιμη, αποδοτική και
θεμιτή αλλά επιβάλλεται. Στην περίπτωση όμως άλλων μορφών πολιτιστικών ανταλλαγών, ο κίνδυνος
που διαγράφεται απαιτεί την άμεση κινητοποίηση και επισήμανση από όλους.

Πρώτα-πρώτα, είναι παρατηρημένο πως αρκετές φορές η δίψα ενός υπανάπτυκτου λαού να γνωρίσει τις
πολιτιστικές κατακτήσεις των προηγμένων εθνών μετατρέπεται σε ξενομανία, πράγμα που αποκαλύπτει
έλλειψη εμπιστοσύνης στις ικανότητες του ίδιου του λαού και αποτελεί προάγγελο απώλειας της
ιδιαιτερότητας και αυθεντικότητας που κάθε κράτος διαθέτει.

Στην εποχή μας, πάλι, η ανάπτυξη πολλών αναπτυγμένων χωρών σε θέσεις κυριαρχικές συντέλεσε στην
ευρύτερη φθορά των αλληλεπιδράσεων που λαμβάνουν χώρα.

Με βασικό σκοπό πάντα το κέρδος, με τέλεια οργανωμένες ενέργειες και περίτεχνες μεθοδεύσεις οι
διάφορες πολυεθνικές εταιρείες συντελούν στην εγκαθίδρυση, σε παγκόσμια κλίμακα, ενός
τυποποιημένου τρόπου ζωής, εξαφανίζοντας με αυτόν τον τρόπο κάθε ιδιοτυπία.

Η ανάπτυξη των μέσω μαζικής ενημέρωσης και επικοινωνίας, ο τουρισμός και η εξομοίωση του τρόπου
ζωής των ασθενεστέρων λαών με ένα καθορισμένο πρότυπο, οδηγούν στην άκριτη και ασυλλόγιστη
αποδοχή ξένων στοιχείων ως καλών, χωρίς παράλληλα εξέταση των βαθύτερων συνεπειών της εισροής
τους στην καθημερινή κουλτούρα.

Η πνευματική, επίσης, τροφοδότηση με υποπροϊόντα οδηγεί στην πολιτιστική υποτέλεια, μετατρέπει τον
λαό σε άμορφη μάζα και υποδουλώνει, αλλοιώνοντας το έθνος που υφίσταται την εξαφάνιση των ηθών
και εθίμων του.

Έτσι, λοιπόν, η μετάγγιση σε μιαν κοινωνία ανεξέλεγκτων στοιχείων, ξένων προς την ιδιοσυγκρασία
του λαού που την αποτελεί, την κατευθύνει στην παρακμή και την παραμόρφωση. Και αυτά,
επικαλυμμένα με τις διακηρύξεις περί γόνιμων επιρροών από αξιόλογα ξένα στοιχεία.

Υπάρχει, άρα, διαρκώς ο κίνδυνος της μετατροπής ενός κράτους σε πνευματικά ετερόφωτο, όταν έχει
προηγηθεί η απομίμηση αλλότριων αντιλήψεων, που δεν συμφωνούν με την νοοτροπία του κόσμου, και
η καταστροφή της εθνικής κληρονομιάς.

Επομένως, πρέπει ο πολίτης κάθε χώρας να αποστρέφεται τις περιπτώσεις εκείνες όπου οι πολιτιστικές
αλληλεπιδράσεις παίρνουν την μορφή της επιβολής ισχυρών κρατών σε βάρος των αδυνάτων. Ωστόσο,
θα πρέπει να δοθεί και η δέουσα προσοχή μήπως βρεθούμε στον αντίποδα. Να αντιμετωπίζουμε δηλαδή
τους ξένους πολιτισμούς και τους φορείς τους με στενόκαρδη αντίληψη και στείρα προγονοπληξία. Ο
σωβινισμός δεν ταιριάζει στην εποχή μας.

Ο σημερινός πολίτης, ωστόσο, μολονότι δεν αρμόζει να δείχνει περιφρόνηση προς την πολιτιστική
παράδοση άλλων λαών ή να υποτιμά τον τρόπο ζωής τους, δεν μπορεί να δέχεται παθητικά την υποταγή
σε ξένα πολιτιστικά στοιχεία και την επιβολή ξένων συρμών.

*

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τον δικό μας πολιτισμό –και όχι μόνον οι Έλληνες αλλά οποιοσδήποτε–
και να αξιοποιήσουμε τα διδάγματά του και, επιπλέον, να μελετάμε τα πολιτιστικά πρότυπα άλλων
λαών σε βάθος και όχι επιφανειακά.

Συμπερασματικά, οφείλει το σύνολο των λαών να εντείνει τις προσπάθειές του για να γκρεμιστούν τα
σύνορα κάθε μορφής που εμποδίζουν την ελεύθερη επικοινωνία τους.

Ένα τέτοιο επίτευγμα συνεπάγεται την ενημέρωση και τον διαφωτισμό ολόκληρων λαών αλλά και την
εναρμόνιση και εξισορρόπηση αμιγών, παραδοσιακών στοιχείων με επιλεγμένα άλλα –τα οποία δεν
αντιτίθενται σε ό,τι γερό προϋπήρχε.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι πρόβλημα συγκεκριμένων επιλογών και της λειτουργικότητάς τους σε
μιαν νέα πραγματικότητα. Πρέπει να αλλάξει ο τρόπος εισαγωγής θεσμών και εννοιών σε κάθε
κοινωνία, στοιχείων που δεν μπορούν παρά να προέρχονται από τον οικουμενικό πολιτισμό που τείνει
να δημιουργηθεί, βάσει μιας ενιαίας συμφωνίας.
*

«Αυτά τα αγάλματα, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από
την πατρίδα μας. Γι’ αυτά πολεμήσαμε».

*

Η σπουδαία αυτή φράση του στρατηγού Μακρυγιάννη κρύβει χιλιάδες αγώνες και θυσίες. Δίνει το
νόημα ολόκληρου του Αγώνα και επεκτείνεται σε όλην την Ελληνική Ιστορία. Την ιστορία ενός
πολιτισμού, μιας παράδοσης που δεν πήρε μόνο στοιχεία από άλλους αλλά που έδωσε και φώτισε με το
πνεύμα και την λαμπρότητά του όλην την ανθρωπότητα –και γι’ αυτό, άλλωστε, θαυμάζεται και
παρατηρείται προσεκτικά ακόμα και σήμερα.

Τα μνημεία μας, τα τραυματισμένα από τον χρόνο αριστουργήματα της ελληνικής ευφυΐας, σκορπίζουν
παντού το φως του πολιτισμού μας.

Αποτελούν την πηγή από όπου καθένας μας περιμένει και προσδοκά να πιεί, να καταλάβει δηλαδή την
ιερή παράδοση που κρύβουν.

Αξίζουν τόσο πολύ γιατί αποτελούν το ίδιο το έθνος, την ίδια την πατρίδα και την θρησκεία, είναι σαν
την οικογένεια, κοντινά και φιλικά –μα, τόσο ανασφαλή.

Αντικατοπτρίζουν την πορεία και την εξέλιξη μιας φυλής που έπαιξε μέγιστο ρόλο στην πρόοδο του
ανθρώπου και γι’ αυτό εκτιμούνται τόσο, όσο η ίδια μας η ψυχή και τα απόκρυφα συναισθήματά της.

Η αξία τους, όμως, γεννάει πάρα πολλούς κινδύνους. Κινδύνους που δείχνουν έμμεσα και την αξία του
Ελληνισμού και του έργου του.

Η τεράστια σημασία τους φανερώνει το μέγεθος του πολιτισμού και γι’ αυτό επιβουλεύονται και
εποφθαλμυούνται από τους «φτωχούς στο πνεύμα» που ούτε ιδανικά αλλά ούτε και θάρρος έχουν αλλά
μόνο συμφέρον και ζηλοφθονία κρυφή.

Καθένας μας, λοιπόν, σαν άξιος φορέας του ελληνικού στοιχείου, οφείλει να προστατεύσει και να
διαφυλάξει τα κεκτημένα αυτά.

Πρέπει να αντισταθεί και να εκτιμήσει σωστά την αξία των μνημείων αυτών, να τα αγαπήσει και να τα
περιβάλλη με στοργή σαν να πρόκειται για κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο που δεν θέλει είτε να χαθεί
είτε να του φύγει και να είναι σίγουρος ότι θα έχει κάνει το καθήκον του ως Έλλην, πατριώτης και άξιος
άνθρωπος.

Η Φύση και ο Εκπολιτισμός του Ανθρώπου
Απειλητικά πάνω από τα κεφάλια μας στέκεται την τελευταία 20ετία η τρομερή απειλή του πυρηνικού
ολέθρου. Μια εφιαλτική απειλή που, αν και δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα, δεν έχει παραλείψει
ωστόσο να κάνει αισθητή την παρουσία της ως δαμοκλείου σπάθης με τον εξίσου μελανό προάγγελό
της, την οικολογική καταστροφή.

Η ανοησία του ανθρώπου έχει ξεπεράσει κάθε σημείο λογικής. Ουσιαστικά αυτοκαταστρέφεται όταν
επιφέρει στην φύση καίρια, θανάσιμα πλήγματα. Πλήγματα διαρκή και ύπουλα, που αποτελούν
ανασταλτικό παράγοντα για την αποκατάσταση των σχέσεων ανθρώπου-φύσης.

Πραγματικά, παρατηρείται –τελευταία σε ιδιαίτερη έξαρση– το φαινόμενο της χρήσης, της στυγνής
εκμετάλλευσης της φύσης από τον άνθρωπο αλλά και της κατάχρησής της με τα νέα επιστημονικά και
τεχνολογικά επιτεύγματα, την στιγμή που η φύση στο παρελθόν υπηρέτησε καθοριστικά την
ανθρωπότητα στην προσπάθειά της να δημιουργήσει: να στερεώσει τον πολιτισμό.

Άλλωστε, εξ ορισμού η φύση συνεπάγεται νόμους που κυβερνούν τον φυσικό κόσμο, είναι η δύναμη
που δίνει γένεση και ενέργεια στα όντα και συνεχίζει μ’ αυτόν τον τρόπο το έργο της δημιουργίας μέσα
στον χώρο που κινείται η ύπαρξη (που ενώ έχει την προοπτική να γίνει ο καλύτερος συνεργάτης της,
κάνει ό,τι μπορεί για να αποδείξει ότι δεν θέλει αυτή την συνεργασία, αλλά επιδιώκει –για μιαν ακόμη
φορά– να γευτεί την κυριαρχία).

Και όμως, η φύση συνιστά πηγή ζωής όσο και έμπνευσης για τον άνθρωπο, χωρίς να ξεχνά τον ρόλο της
ως δασκάλου που εμπλουτίζει τον μαθητή της με τις πρώτες εμπειρίες. Και αυτό γιατί ερεθίζει την ορμή
του ανθρώπου για έρευνα ενώ οι ιδιότητες και οι δυνάμεις της του δημιουργούν την ακατανίκητη
επιθυμία να τις κάνει κτήμα του, να δημιουργήσει τις φυσικές επιστήμες για να κατακτήσει την
αστείρευτη γνώση μέσω της παρατήρησης και του πειράματος.

Συγχρόνως, η φύση που χαρακτηρίζεται από αρμονία, τάξη και ομορφιά προσφέρει μιαν ανείπωτη
γαλήνη και καλλιεργεί το ωραίο αλλά και παραδειγματίζει επιπλέον.

Μολονότι, λοιπόν, έχει πλήρως συνειδητοποιηθεί η σημασία της φύσης και η προσφορά της στην
ανθρωπότητα, ο άνθρωπος εξακολουθεί να σχοινοβατεί επικίνδυνα, αγνοώντας ότι με μιαν τέτοια στάση
διαταράσσει την ισορροπία της φύσης και συντελεί στην αποδυνάμωσή της. Άλλωστε, το πρόβλημα
άρχισε να υφίσταται από την στιγμή εκείνη που ο άνθρωπος επενέβη σε τέτοιον βαθμό στο φυσικό του
περιβάλλον ώστε να αδυνατεί η φύση με την φθοροποιό αλλά και αναζωογονητική της ισχύ να καλύψει
τα κενά που δημιουργήθηκαν νομοτελειακά.

Ο σημερινός προοδευμένος άνθρωπος αλλοίωσε ολοκληρωτικά το φυσικό τοπίο, το παραμόρφωσε
αισθητικά και το μόλυνε. Επιπλέον, έφθειρε την εθνική του κληρονομιά, έβλαψε ανεπανόρθωτα την
σωματική και ψυχική του υγεία, εξαφάνισε την σπάνια χλωρίδα και πανίδα. Επίσης, εκδηλώθηκε η
καταστροφική του μανία με χίλιους τρόπους.

Μια επισκόπηση στην ειδησεογραφία θα επιβεβαίωνε του λόγου το αληθές.

Τα πυρηνικά ατυχήματα αποτελούν υπαρκτό κίνδυνο. Οι διαρροές πετρελαίου και οι πετρελαιοκηλίδες
της θάλασσας επιδιώκονται σκόπιμα πια, όπως υπάρχουν υπόνοιες ότι το ίδιο γίνεται και για τα
δηλητηριώδη λήμματα που απελευθερώνονται από τις βιομηχανίες. Ακόμα, η κατάσταση από τα
απορρίμματα των πόλεων έχει γίνει πλέον αφόρητη. Η καταστροφή και οι εμπρησμοί των δασών είναι
πια σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στην πλήρη αποξένωση του ανθρώπου από την φύση.

Ο άνθρωπος απειλείται από τον βασανιστικότερο θάνατο, ο χημικός πόλεμος δεν αποτελεί όπως μέχρι
πρότινος ουτοπία, αλλά πλήθος από ανεξήγητες, ανίατες παθήσεις πρωτοεμφανίζονται. Το άγχος
πολλαπλασιάζεται, ο άνθρωπος νιώθει ανασφαλής κοντά στην φύση, χάνει την ηρεμία του και τον
κυριεύει η αγωνία.

Για την φύση, ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα.

Υπάρχει γενική καταστροφή των πλουτοπαραγωγικών πηγών, διατάραξη της αυστηρής και
ακριβοδίκαιης παράλληλα νομοτέλειάς της και επικρατεί ένα επιβλαβές κακοποιημένο περιβάλλον
ενάντια όχι μόνο στον άνθρωπο και σε κάθε ζωντανό ον αλλά και στα άψυχα ακόμη.

Από τις συνέπειες της καταστρεπτικής αυτής επέμβασης του ανθρώπου, γίνεται αντιληπτή η έκταση του
προβλήματος. Ενός προβλήματος που διατηρεί άρρηκτες τις διασυνδέσεις του με τον ίδιο τον άνθρωπο.
Η ρίζα του βρίσκεται στην ακόρεστη δίψα του ανθρώπου να κερδίζει περισσότερα από αυτά τα οποία
του είναι απαραίτητα. Ο παραλογισμός του, η τυφλή προσήλωση στο ατομικό συμφέρον αλλά και οι
παρωπίδες με τις οποίες αντιμετωπίζει την αντικειμενική πραγματικότητα του δημιουργούν ψεύτικες,
χαμένες προσδοκίες, τον εμποδίζουν να λάβει σοβαρά τις προειδοποιήσεις. Χρειάζεται συνετισμό,
πράγματι, ο άνθρωπος.

Η οικονομία επηρεάζει την ζωή του. Όταν αρχικά προσπάθησε να ανταποκριθεί στις ανάγκες της, δεν
φανταζόταν ούτε αναλογίστηκε ότι η εξάντληση των φυσικών πηγών, που τον προμήθευε με ό,τι αγαθό
χρησίμευε στην βιομηχανία και στις άλλες του κερδοφόρες δραστηριότητες, θα ήταν αναπόφευκτη.

Και αντί να περιοριστεί στα εντυπωσιακά επιτεύγματά του όταν το συνειδητοποίησε αυτό, στράφηκε σε
άλλες πηγές ενέργειας και πλούτου, χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό και προφύλαξη.

Ο οικονομικός ανταγωνισμός επέτεινε την ηθελημένη τύφλωση –και η μόλυνση έγινε πραγματικότητα.
Η ασυδοσία των βιομηχανικών επιχειρήσεων συμβαδίζει με την ανευθυνότητα και τον επεκτατισμό των
κρατικών φορέων που δεν έλαβαν κανένα προστατευτικό μέτρο ή αν το έκαναν, τα συμφέροντα που
διακυβεύονταν τους εξώθησαν στην αναίρεσή του. Και από επιστημονικής πλευράς, βέβαια, δεν
τηρήθηκαν οι αρχές της χρήσης των ανακαλύψεων προς όφελος του ανθρώπου, αλλά αυτές
διοχετεύθηκαν –και ίσως δεν ήταν δυνατόν να γίνει διαφορετικά– σε αρμόδιους που όμως είχαν την
«ατυχία» να είναι σε θέσεις εξουσίας, να χάσουν την ανθρωπιά τους και την ικανότητά ανταπόκρισης
στην συνείδησή τους, και επομένως ήταν ακατάλληλοι για μιαν τέτοια διαχείριση.

Τέλος, θα ήταν εγωϊστικό να μην επισημανθεί η ευθύνη του απλού, αλλοτριωμένου ωστόσο, ανθρώπου
που μένει απαθής, χαμένος στην ανωνυμία και την ασημαντότητά του, μπροστά στον τορπιλισμό του
πολιτισμού του, στην κατάρρευση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζει και αναπτύσσεται. Και αυτή
είναι μια αιτία κοινή για κάθε μεγάλο, αναπάντητο ερώτημα που βασανίζει τον πλανήτη μας. Τώρα που
ο κώδωνας του κινδύνου κρούεται για τελευταία ίσως φορά, είναι ο καιρός να αποκτήσει η
ανθρωπότητα οικολογική, υπερκομματική (γιατί δυστυχώς η εκμετάλλευση των σύγχρονων μαστίγων
έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο) συνείδηση, να αντιληφθεί οριστικά και να αποβάλη κάθε επιφύλαξη για
το μέγεθος της συμφοράς που της επιφυλάσσεται.
Χρειάζεται και είναι επιβεβλημένο, κατά την γνώμη μου, να υποστεί το ανθρώπινο γένος έναν τρομερό
συγκλονισμό, όσο μακάβριο κι αν είναι αυτό, γιατί τότε μόνο το ζήτημα θα πάρει τις πραγματικές
διαστάσεις του, που θα απαιτούν μιαν έντιμη, αποτελεσματική λύση.

Πρέπει, ωστόσο, η Πολιτεία να κάνει το πρώτο βήμα με τον έλεγχο των βιομηχανιών και την
απομάκρυνσή τους από τα μεγάλα αστικά κέντρα, να δώσει ριζικές απαντήσεις στις κατηγορίες και
λύσεις στα αμφισβητούμενα οικολογικά θέματα ώστε να αποσπάσει την συναίνεση του πληθυσμού.

Για κάθε κράτος, βέβαια, ισχύει αυτό, και συνδυασμένο με μιαν σωστή χωροταξική κατανομή όπως και
με ευκρινείς προσπάθειες για αποκέντρωση και αποσυμφόρηση, θα ήταν δυνατόν να δώσει μιαν
ευκαιρία στην φύση να ανακτήσει τις δυνάμεις της και να ενισχυθεί.

Είναι, για μιαν ακόμη φορά, όμως απαραίτητη η τοποθέτηση του κοινωνικού συμφέροντος πάνω από
το στενό, οικονομικό συμφέρον. Και δεν είναι σωστή αντιμετώπιση του προβλήματος η δημιουργία
ενός οποιουδήποτε ενιαίου φορέα, υπεύθυνου για την προστασία του περιβάλλοντος, αν δεν ελεγχθούν
πρωταρχικά όλες οι πιθανές εστίες μόλυνσης και αν δεν εξαλειφθούν τα κίνητρα αυτής της παράλογης
κινητοποίησης εναντίον της φύσης.

Την στιγμή, επομένως, που το οικοδόμημα του πολιτισμού μας είναι έτοιμο να καταρρεύσει όχι γιατί
απέτυχε αλλά επειδή υπονομεύεται, η εκτροπή του ανθρώπου αποκτά επικίνδυνη κλίση.

Η εξόντωση της φύσης είναι τρομερά δύσκολο να παρακαμφθεί και να εμποδιστεί. Τα αποτελέσματα
της ασυνείδητης επιθυμίας του ανθρώπου να ξεπεράσει κάθε μέτρο δεν αποτελούν πια θέματα εικασιών
αλλά είναι πασιφανή.

Η φύση και κατά συνέπεια το ανθρώπινο γένος δεν μπορούν να σωθούν με ευχολόγια αλλά μόνο με
πράξεις.

Η ανάληψη πρωτοβουλιών από κάθε πολίτη συναντά, λόγω της κοινωνικής δομής, ανυπέρβλητα
εμπόδια, η φύση όμως αξίζει να γίνει το επίκεντρο του ενδιαφέροντος σ’ όλον τον πλανήτη και το
αποκλειστικό, μέχρι να αντιμετωπιστεί επιτυχώς, θέμα διαβουλεύσεων από υπεύθυνα, ανώτερα
κλιμάκια.

Ύπαρξη και Ποιότητα ζωής

Ο βαθμός ύπαρξης της ποιότητας της ζωής σε έναν κόσμο οργανωμένο σε κοινωνίες είναι σήμερα
κριτήριο και βασική προϋπόθεση της προόδου του ανθρώπινου πολιτισμού. Τουλάχιστον στα πλαίσια
που την εννοούμε, η αξία μιας ανώτερης και ουσιαστικής ποιότητας ζωής είναι σήμερα υποβαθμισμένη,
καθώς γίνεται αισθητή με τις πνευματικές ασχολίες και εκδηλώσεις, την επιδίωξη του αγαθού, την
ύπαρξη επικοινωνίας, τον παραμερισμό του άγχους και την ομαλή συμβίωση.

Υπάρχουν αρκετά στοιχεία που μας κατευθύνουν προς την εκτίμηση ότι ο άνθρωπος την κατέκτησε και
πολλοί υποστηρίζουν ότι σε αυτό το γεγονός οφείλεται ότι ο άνθρωπος έχει αφεθεί απερίσπαστος στο
έργο της δημιουργίας.
Πιο ευρεία, όμως, διαπίστωση είναι ότι η τεχνολογική ανάπτυξη και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου
δεν επέφεραν την απαιτούμενη ποιότητα ζωής. Επίσης, ότι η υποβάθμιση της ζωής εμφανίζεται μαζί με
τα θλιβερά επακόλουθά της. Η προσφορά, ωστόσο, του σημερινού πολιτισμού για να γίνει η ζωή μας
πιο ανθρώπινη θα κριθεί στα κατοπινά χρόνια. Την στιγμή αυτή, όμως, επιβάλλεται να σταθμήσουμε τα
στοιχεία που συνηγορούν στην ύπαρξη της ποιότητας ζωής ή αναιρούν αυτήν την άποψη.

Το ανθρώπινο γένος, μετά από τόσες εμπειρίες που απέκτησε στην διάρκεια των αιώνων της ύπαρξής
του, έθεσε ως κύρια επιδίωξή του την εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων για την ζωή. Αυτή η επιδίωξη
πραγματοποιήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και αποτέλεσε συνισταμένη γοργής ανάπτυξης του
πολιτισμού. Η ζωή απέκτησε πολυεδρικότητα και χάρη στην ανάπτυξη του τεχνολογικού πολιτισμού
κυρίως, ανυψώθηκε το βιοτικό επίπεδο, αναπτύχθηκε η παραγωγή και η οικονομία, γενικά όλοι οι
τομείς του επιστητού μέσω της συσσωρευμένης πείρας ανήκουν στο ενεργητικό του πολιτισμένου
ανθρώπου.

Οι ανέσεις που προσφέρονται στην ζοφερή μας εποχή δεν υπήρξαν ποτέ στο παρελθόν και, από αυτήν
την πλευρά, ο άνθρωπος μπορεί να υπερηφανεύεται. Επακόλουθο αυτών ήταν η πρόοδος της γεωργίας,
της βιομηχανίας, του εμπορίου, των μέσων συγκοινωνίας και γενικά του υλικού τομέα του πολιτισμού.
Με την τελειοποίηση και τον αυτοματισμό των μηχανών, αυξήθηκε η παραγωγή υλικών αγαθών και
καλύπτει τις ανάγκες όλων των κατοίκων της υφηλίου. Η παραγωγή των βασικότερων φαρμάκων, των
τελειότερων ιατρικών μηχανημάτων, η χρησιμοποίηση μηχανικών μέσων για την διάγνωση και την
θεραπεία, συνέβαλαν στην ελάττωση του ποσοστού θνησιμότητας σε ολόκληρο τον κόσμο και στην
καλύτερη προστασία της υγείας. Επιπλέον, ο άνθρωπος δάμασε τα στοιχεία της φύσης και χρησιμοποιεί
την ενέργεια προς όφελός του.

Αλλά και η πνευματική εξέλιξη της ανθρωπότητας, που οδηγεί σε μιαν ουσιαστικότερη ποιότητα ζωής,
βοηθείται από τα επιτεύγματα αυτά. Η γνώση γίνεται πιο εύκολα κτήμα όλων, αλλά το σημαντικότερο,
η επιστημονική έρευνα γνωρίζει ραγδαία εξέλιξη. Ο υλικός, επομένως, τομέας έφτασε στα ύψιστα
επίπεδα απόδοσης.

Ωστόσο, αποτελεί άλλη μιαν κοινή διαπίστωση η «εν δυνάμει» κατάσταση στην οποία βρίσκονται ο
πνευματικός και ηθικός τομέας της ζωής. Από την στιγμή που οι δύο αυτοί τομείς χαρίζουν κατ’ εξοχήν
την ποιότητα στην ζωή και δεν έχουν ενεργοποιηθεί, είναι εύλογη η αναίρεση της άποψης ότι οι
κοινωνικές σχέσεις έχουν βελτιωθεί.

Τα στοιχεία που αποκαλύπτουν ότι ο άνθρωπος απέχει ακόμα από την πραγματική κατάκτηση μιας
ανώτερης ποιοτικά ζωής παρατηρούνται σε μεγαλύτερη κλίμακα στις μεγαλουπόλεις, γιατί εκεί υπάρχει
η μεγαλύτερη αντιρροπία μεταξύ των τεχνικών και των πνευματικών επιτευγμάτων, όσο κι αν η άνοδος
του βιοτικού επιπέδου οδηγεί αυτόματα σε έκρηξη και των πνευματικών δραστηριοτήτων.

Δυστυχώς, αυτή παρεμποδίζεται από τις πλήθος υποχρεώσεις που απορρέουν από τον σύγχρονο,
εντατικό και απαιτητικό τρόπο της ζωής. Αποτέλεσμα είναι η μονοτονία και η κούραση που αισθάνεται
ο κάθε άνθρωπος, ανασταλτική για κάθε άλλο κίνητρο που αναμφίβολα εμφανίζεται στην
καθημερινότητα. Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια την ποιοτική υποβάθμιση της ζωής ακριβώς στους τομείς
όπου θα έπρεπε να συνδυαστούν τα γνήσια μέτρα της άνετης ζωής και της ιδανικής ζωής.

Θα ήταν σκόπιμη η επισήμανση των στοιχείων που οδηγούν σε αυτήν και των προβλημάτων που
δημιουργεί αναπόφευκτα. Η αλλοτρίωση μεταξύ των ανθρώπων είναι η πρώτη πληγή.
Ο άνθρωπος εξωθείται στην απομόνωση ενώ είναι εγκλωβισμένος στις μεγαλουπόλεις. Το άγχος τον
κυριεύει και τον υποχρεώνει να θεωρεί ως αυτοσκοπό της ζωής την απόκτηση υλικών αγαθών και όχι
ως μέσο για να φτάσει σε αυτήν. Καταλαμβάνεται από μια κερδοσκοπική μανία που τον κατευθύνει σε
ψυχοφθόρες ενέργειες που προκαλούν ψυχολογικά προβλήματα και του αφαιρούν την ιδιαιτερότητα της
προσωπικότητάς του.

Η πιεστική αυτή κατάσταση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εγκληματικότητα, τα ναρκωτικά, την
«υπεροχή» του ατομικού στο κοινωνικό συμφέρον, την έλλειψη επικοινωνίας, συντροφικότητας και
συνεργασίας, την περιθωριοποίηση και την ματαιοδοξία.

Η εξειδίκευση προς την οποία (από)προσανατολίζεται η παιδεία μιμούμενη κατά τον χειρότερο τρόπο
τα ξένα πρότυπα συντελεί αποφασιστικά στην διαιώνιση και εξάπλωση των θανάσιμων αυτών
αμαρτημάτων του πολιτισμού μας. Τα τεχνολογικά επιτεύγματα, κακώς χρησιμοποιούμενα, ωθούν σε
επιδιώξεις μεγαλύτερες των δυνατοτήτων μας ενώ η εκβιομηχάνιση και η αυτοματοποίηση αυτή την
φορά παραγκωνίζουν τον ανθρώπινο παράγοντα και τον αδρανοποιούν. Η στροφή, εξάλλου, της κοινής
γνώμης προς τα οικονομικής φύσης ζητήματα αποδεικνύει πόσο βαθειά μέσα μας έχει εισχωρήσει ο ιός
της απληστίας. Η μόλυνση της ατμόσφαιρας δεν συγκινεί πια, γιατί έχει γίνει πεποίθηση όλων μας η
ματαιότητα μιας αντίδρασης. Και η επιστημονική μονομέρεια δεν έχει τίποτα να προσφέρει στον
άνθρωπο που περικυκλώνεται από τα ογκώδη επακόλουθα του υποβιβασμού του ως μονάδας χρήσιμης
και αποδοτικής.

Η ανθρώπινη ύπαρξη έχει καταπέσει και έχει γίνει υποχείριο των πιο στυγνών και προγραμματισμένων
ενεργειών και φαινομένων. Ο ξεπεσμός της σύγχρονης ζωής με τις κάθε είδους εκλύσεις, την φτηνή
ψυχαγωγία και διασκέδαση, την ωμή βία, την προσβολή της ανθρώπινης προσωπικότητας βρίσκει
εφαρμογή καθημερινά. Ο άνθρωπος έχει χάσει τον αυτοέλεγχό του, την αξιοπρέπειά του, τα ιδανικά που
δεν μπορεί να βρει γιατί η έννοια τους έχει διαστρεβλωθεί ενώ αντιφατικά μηνύματα διαχέονται και
διαστρεβλώνουν τους αρχικούς του σκοπούς.

Επιπλέον, η φιλία αποτελεί δυσεύρετο καταφύγιο γι’ αυτόν. Τα άτομα γύρω μας έχουν κυριευτεί από
μιαν πρωτόγνωρη κυνικότητα και ψυχρότητα ακολουθώντας την αρχή της αποφυγής των ενοχλημάτων.
Έχουν γίνει απρόσβλητα σε κάθε συναισθηματικό σκίρτημα και το πιο σπουδαίο, νοιώθοντας
ασήμαντοι, έχουν απωλέσει τον αυτοσεβασμό και την αυτοκυριαρχία τους. Έτσι, μέσα από την
παρακμή κάθε θεσμού γίνεται αντιληπτή η κρίση ιδανικών, ηθών και αξιών της εποχής μας, στην οποία
εντάσσεται πρώτιστα η κρίση της οικογένειας και της δικαιοσύνης (ελάχιστη εμπιστοσύνη παρέχει, με
αποτέλεσμα την ανατροπή κάθε νομικού φράγματος δικαίου και την αναρχία που κάνει τον πολίτη
ανασφαλή, σκυθρωπό και καχύποπτο).

Με αυτούς τους τρόπους, ο άνθρωπος χάνει τις ελπίδες του για το μέλλον και –αντί να δημιουργεί– η
αποχαύνωση και ο εκφυλισμός τον οδηγούν σε άλλους τύπους συμπεριφοράς, στους οποίους μόνον η
ποιότητα και η ποικιλία δεν μπορεί να αποδοθεί ως χαρακτηρισμός. Και όλα αυτά, σ’ έναν κόσμο όπου
ευνοείται η ροπή προς την εσωστρέφεια και όπου διαψεύδονται τα όνειρα και οι προσδοκίες όσων
θέλουν να οραματίζονται κάτι καλύτερο.

Πρέπει, επομένως, να βρεθεί η χρυσή τομή δια μέσου μιας νέας αντιμετώπισης των προβλημάτων. Μια
διαρκής κινητοποίηση σε ατομικό και κρατικό πλαίσιο, θεμελιωμένη ακριβώς πάνω στο υψηλό βιοτικό
επίπεδο και στα στοιχεία που συνηγορούν για την κατάκτηση στο μέλλον της ποιότητας ζωής που μας
αξίζει, θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την αναβάθμιση της ζωής, πράγμα που θα σημαίνει
σεβασμό του συνανθρώπου και ενιαία πολιτισμική ανάπτυξη.

Σε ατομικό πλαίσιο, ο καθένας μας οφείλει να συμμετέχει σε πνευματικές εκδηλώσεις, να παραμερίσει
τα υλικά αγαθά για να προωθήσει τις αξίες στις οποίες πιστεύει, να συντελέσει στην αναβίωση της
γειτονιάς και να συμβάλη στην προστασία του περιβάλλοντος.

Επειδή, όμως, κάθε θετική προσπάθεια θα έμενε ανεφάρμοστη χωρίς την βοήθεια της Πολιτείας, αυτή
πρέπει να στηρίζει την εθνική και πνευματική μας παράδοση, να οδηγήσει με πράξεις ανεξάρτητα
πολιτικού κόστους στην αποκέντρωση, στην απομάκρυνση των εστιών ρύπανσης, στην δημιουργία
χώρων με πράσινο, στην καταπολέμηση της ανεργίας και να παρέχει εγγυήσεις για την ζωή την υγιεινή
και σεβαστή των πολιτών.

Είναι επιτακτική ανάγκη να ξεκινήσει μια συστηματική προσπάθεια για την βελτίωση της ποιότητας
ζωής στα μεγάλα αστικά κέντρα και για την συμμετοχή της επαρχίας στα θετικά στοιχεία του
πολιτισμού μας. Το περιβάλλον και οι συνθήκες ζωής έχουν χειροτερέψει σε τρομακτικό βαθμό. Οι
αλματώδεις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις και οι κατευθύνσεις που έχουν δώσει στην ζωή
και στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη δεν πείθουν ότι η ζωή στο μέλλον θα είναι ανθρωπινότερη
αλλά μάλλον μηχανικότερη. Οφείλει κανείς να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στα σημεία εκείνα που θα
έχουν ως αποτέλεσμα τα ανθρωπιστικά κίνητρα να κερδήζουν περισσότερο έδαφος έναντι του
ωφελιμισμού και του ευδαιμονισμού.

Το αγαθό της ειρήνης και τα κινήματα των λαών μας

Μία από τις κυριότερες πηγές από τις οποίες αναβλύζει το μεγαλύτερο μέρος της αγωνίας, του άγχους
και της ανησυχίας που διακατέχει σε ολοένα αυξανόμενη κλίμακα την ανθρωπότητα την σημερινή
εποχή και που προξενεί αχαρακτήριστες συνθήκες αθλιότητας και φτώχειας στον πλανήτη μας είναι η
απειλή της ειρήνης και το ενδεχόμενο ενός νέου, πυρηνικού αυτή την φορά πολέμου.

Απροσδόκητα φαινόμενα κατά συρροή παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια και προβληματίζουν κάθε
πολίτη, μέλος της ανθρώπινης κοινωνίας.

Είναι, άλλωστε, κοινό μυστικό η επίδοση των δυνάμεων, που κρατούν τα ηνία του κόσμου σε όλους
τους τομείς της καθημερινής ζωής, σε πρωτοφανείς πολεμικές τελειοποιήσεις, η τεράστια ανά χρόνο
αύξηση των δαπανών για την εθνική «άμυνα» και η ενασχόληση των επιφανέστερων επιστημόνων με
πυρηνικές μελέτες.

Είναι, άλλωστε, στην ημερήσια διάταξη η τάση της ανθρωπότητας να φτάσει στα χείλη της πυρηνικής
καταστροφής από μιαν απρόβλεπτην ενέργεια ή λανθασμένη κίνηση. Οι μικρές περίοδοι ειρήνης
αποτελούν μια προσωρινής μορφής ψευδαίσθηση, ο πυρετός έχει ανέβει στα ύψη και η αντίδραση που
έχει πάρει διαστάσεις επιθυμίας είναι η οργάνωση εκδηλώσεων και κινήσεων υπέρ της προστασίας της
ειρήνης.
Όλοι έχουμε στραμμένα τα μάτια προς τους ταγούς της κοινωνίας που διακινδυνεύουν την παγκόσμια
ασφάλεια. Τα κινήματα που συστήνονται δεν αποτελούν παρά την προσπάθεια ευαισθητοποίησης όλων
εκείνων που μπορούν να συντελέσουν στον εντοπισμό και στην εξάλειψη των αιτίων που οδηγούν
στους παραλογισμούς που μπορούν να εξελιχθούν σε ολέθρια μάστιγα.

Ο χρόνιος ανταγωνισμός, η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας και η εξυπηρέτηση των εθνικών
συμφερόντων, η αύξηση της πολιτικής και οικονομικής επιρροής, η ροπή του ανθρώπου προς την
υπεροχή, ο προσπορισμός κερδών από την παραγωγή και πώληση όπλων, η τροφοδότηση επικείμενων
συρράξεων συντελούν στην άκριτη απόρριψη των προτάσεων διαλόγου και προσέγγισης και στην
αποτροπή των ειρηνευτικών ενεργειών.

Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα την παράταση της ανασφάλειας που αφήνει μετέωρα πλήθος
αναπάντητα ερωτήματα. Αυτά ο πολίτης προσπαθεί να ξεδιαλύνει συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις ή
κινήσεις ειρηνικής κατεύθυνσης. Η ειρηνική διευθέτηση των διαφορών αποτελεί αίτημα της εποχής,
που δεν μπορεί να προχωρήσει με την ένταση της αβεβαιότητας και της διαίρεσης της ανθρωπότητας σε
σφαίρες επιρροής και συμφερόντων. Αντίθετα, με αυτό τον τρόπο παραμελείται η κοινωνική,
οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη –ο χώρος για τους συναισθηματισμούς συνεχώς μειώνεται.

Το όραμα ενός κόσμου όχι ιδανικού αλλά στα μέτρα των ανθρώπινων προσδοκιών ολοένα
απομακρύνεται.

*

Και πράγματι, το αγαθό της ειρήνης έχει κατά έναν μεγάλο βαθμό εξαφανιστεί και από την ομαλή ως
αυτήν την στιγμή κοινωνική ζωή.

Πλήθος προβλήματα έχουν γεννηθεί, εμποδίζουν τον άνθρωπο να ζήσει ειρηνικά, άνετα και ευτυχισμένα
στο περιβάλλον του, τον βάζουν σε καθημερινή αγωνία και εντείνουν τα αισθήματα αβεβαιότητας.

Οι άνθρωποι διαφωνούν και αν για μια στιγμή χαλαρώσουν το ενδιαφέρον τους για την μόνιμη
προσπάθεια και αγώνα που απαιτείται, τότε οι λανθασμένες προσπάθειες είναι πάρα πολύ κοντά.

Ο πολιτισμός της αφθονίας όχι μόνο δεν οδήγησε στην επιτυχία αλλά επέφερε ψυχολογικά και ηθικά
προβλήματα.

Η έλλειψη επικοινωνίας δεν έμεινε χωρίς συνέπειες.

Η επιδίωξη των υλικών αναγκών, η αδιαφορία για τον συνάνθρωπο, η καλλιέργεια δυσπιστίας και
μίσους και, βέβαια, η μετατροπή του χώρου εργασίας σε πεδίο συγκρούσεων, αλληλοϋπονόμευσης,
ταπεινών επιδιώξεων και η προβολή φιλοδοξιών καθώς και η κακή χρήση των μέσων μαζικής
ενημέρωσης αποτελούν ένα σύμπλεγμα το οποίο έχει συντελέσει τα μέγιστα στην καλλιέργεια
πολεμικής, εχθρικής ατμόσφαιρας μέσα στον κοινωνικό βίο.
Με τα άνωθεν χαρακτηριστικά που παρουσιάζονται, πώς είναι δυνατή η αποκατάσταση των κοινωνικών
σχέσεων και η συναδέλφωση;

Και ιδιαιτέρως την στιγμή που βρισκόμαστε σε μιαν γενικότερη αναταραχή και αμφισβήτηση των
πάντων, που δεν εκφράζεται με γόνιμο διάλογο αλλά με την εμμονή στην αναταραχή και τον έντονο
αρνητισμό.

Επιπλέον, το χαμηλό επίπεδο ζωής ενέτεινε την κρίση εμπιστοσύνης και κατέστησε ανέφικτη την
πραγμάτωση των ιδανικών του ανθρώπου.

Ιδιαίτερα ακόμα στην οικογένεια, τον τομέα που αποτελεί το βασικό κύτταρο της οργανωμένης
κοινωνικής ζωής, γίνεται έκδηλη όσο ποτέ η αδυναμία διατήρησης της ψυχραιμίας και οι συνεχείς
προστριβές. Οι διαπληκτισμοί, η απειθαρχία, η αυθαιρεσία, η εικόνα χάους που επικρατεί στην
οικογένεια του σήμερα έχουν δυσάρεστες και καταστρεπτικές επιπτώσεις στην χώρα και
καταρρακώνουν την ισοτιμία, τον αμοιβαίο σεβασμό και την συλλογική ευθύνη.

Και είναι φυσική και η σύγχρονη παρουσία των σύγχρονων μαστιγών που κάνουν την ανησυχία διάχυτη
και αποτελούν ναρκοπέδιο για την γαλήνη, μαζί με τον υποδαυλισμό των παθών, την κοινωνική αδικία
και τις ανισότητες. Εκδηλώσεις όλων αυτών αποτελούν η μόλυνση και η ηχορύπανση, ο συνωστισμός, η
αύξηση της εγκληματικότητας κύρια.

*

Συνέπεια των άνωθεν είναι το συνεχώς αυξανόμενο εχθρικό κλίμα που χαρακτηρίζει τον Έλληνα.

Αυτό, όχι μόνο δεν βοηθά την λύση των πολύπλοκων προβλημάτων και δεν διαφωτίζει, αλλά
δημιουργεί παρανοήσεις. Εμποδίζει συγχρόνως την κυκλοφορία και ανταλλαγή απόψεων και αποτελεί
ανασταλτικό παράγοντα για έναν δημιουργικό κοινωνικό βίο –ενώ δημιουργεί εντυπώσεις ότι δεν
υπάρχει ή δεν εφαρμόζεται το δημοκρατικό πολίτευμα και οι ελευθερίες του πολίτη.

Το πνεύμα της συνεργασίας εγκαταλείπεται και η σύσφιγξη των σχέσεων, η παγίωση της ειρήνης
παρακωλύονται. Ο δογματισμός, η έλλειψη ανοχής, η προκατάληψη, οι φωνασκίες δεν εντοπίζονται και
δεν περιορίζονται μόνο στην ελληνική νοοτροπία.

Ο αμοιβαίος, τελικά, ζήλος για την δημιουργία και την πραγμάτωση μεγάλων κοινωνικών σκοπών
εκδηλώνεται ως ομαδική και αλληλέγγυη προσπάθεια για την επιτυχία των στόχων του συνόλου, δια
μέσου θεμιτών και αξιοπρεπών μεθόδων.

Πρέπει, επομένως, από έμφυτη προδιάθεση και από λόγους κοινωνικής ανάγκης να υπάρξει κοινωνική
γαλήνη και ηρεμία, που επιτυχαίνεται με την συνεργασία των διαφόρων κοινωνικών τάξεων και όχι με
τον ανταγωνισμό τους. Η πείρα και η αλληλοκατανόηση πρέπει να αποκτηθούν από τον πολίτη που δεν
έχει σαφή αντίληψη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του ούτε και έχει συνειδητοποιήσει την ευθύνη
του, που πρέπει ουσιαστικά να βοηθά στην πρόοδο όταν συσταίνει πανίσχυρες ομάδες και να μην
παρασύρεται σε λάθος εκτιμήσεις που τον κατευθύνουν στον εν ψυχρώ τορπιλισμό της ειρήνης που ο
ίδιος στο παρελθόν κατόρθωσε να απολαμβάνει.

Παιδεία-Εκπαίδευση-Κοινωνία

Ένας από τους θεσμούς που εξακολουθούν να μην λειτουργούν αποδοτικά στην χώρα μας, ίσως ο πιο
βασικός για την πολιτιστική και κοινωνικο-οικονομική μας ανάπτυξη είναι η εκπαίδευση, το σύνολο
των μέσων, δηλαδή, των μεθόδων ή των ενεργειών που προσφέρονται ή καταβάλλονται από το Κράτος
ή και άλλους κοινωνικούς ή ιδιωτικούς φορείς για την μόρφωση των πολιτών, της νεαρής ιδίως ηλικίας.

Κοινή είναι η πεποίθηση σε όλους ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα, σε σύγκριση μάλιστα με τις άλλες
προηγμένες θεαματικά στον τομέα αυτό χώρες, έχει αρκετές ελλείψεις και βασικά ελαττώματα και δεν
εξυπηρετεί με τρόπο ικανοποιητικό τις σύγχρονες ανάγκες.

Αυτή η διαπίστωση δεν είναι πρόσφατη ούτε έχει γίνει από λίγους μόνον ειδικούς, αλλά όλοι έχουν
πειστεί πλέον ότι το ελληνικό κράτος από την γέννησή του σχεδόν δεν μπόρεσε να προγραμματίσει και
να εφαρμόσει ένα άρτιο εκπαιδευτικό σύστημα που να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες και ντόπιες
απαιτήσεις και συνθήκες.

Εξαιτίας του συγκεντρωτικού συστήματος διοίκησης που επικρατεί στην Ελλάδα, η Πολιτεία έχει την
βασική ευθύνη για τον καθορισμό της φιλοσοφίας που θα το διακατέχει και για τον επαγγελματικό
προσανατολισμό των νέων, με γνώμονα το συμφέρον του έθνους και του κοινωνικού συνόλου, και
παιδαγωγικά κριτήρια. Ωστόσο, τα προγράμματα σπουδών, οι μέθοδοι διδασκαλίας, οι κτιριακές
εγκαταστάσεις, ο εξοπλισμός με εποπτικά όργανα και άλλα αναγκαία μέσα είναι ανεπαρκή.

*

Και όμως από το 1964, όταν η τότε κυβέρνηση του Κέντρου του Γ. Παπανδρέου καθιέρωσε για πρώτη
φορά τον θεσμό της δωρεάν παιδείας και το κράτος ανέλαβε βασικά την ευθύνη για την παροχή της
παιδείας και την χρηματοδότησή της, όλοι πίστευαν ότι τα πράγματα στον χώρο της παιδείας θα
βελτιώνονταν, από οικονομικής τουλάχιστον πλευράς. Και ότι θα λύνονταν τα εντονότερα προβλήματα
που απασχολούσαν τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις, σχετικά με την αδυναμία τους να
ανταποκριθούν στα έξοδα μιας πληρωμένης εκπαίδευσης.

Γι’ αυτό και καθιερώθηκε ο προοδευτικός και αναγκαίος αναμφισβήτητα θεσμός της δωρεάν παιδείας.
Και αυτό γιατί συντελεί στην δημοκρατικοποίηση της παιδείας, παρέχοντας ισότητα ή τις ίδιες ευκαιρίες
για όλους σε σπουδές κάτω από τους ίδιους όρους.
Όπως είναι γνωστό, παλιότερα τα παιδιά των κοινωνικά και οικονομικά προνομιούχων τάξεων είχαν
δυνατότητες και ευκαιρίες μεγαλύτερες για σπουδές αφού φοιτούσαν στα υψηλής στάθμης ιδίως
ιδιωτικά ή στα καλά δημόσια σχολεία. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, και την οικονομική και
κοινωνική ανάπτυξη που επακολούθησε στις ανώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης, άρχισαν να
προωθούνται και ικανοί νέοι φτωχών οικογενειών εκμεταλλευόμενοι τις διάφορες υποτροφίες ή και
ορισμένες άλλες διευκολύνσεις που παρείχε το κράτος και άλλοι κοινωνικοί ή ιδιωτικοί φορείς.

Με αυτόν τον τρόπο, άρχισαν βαθμιαία να καταλύονται οι φραγμοί και οι νέοι να βαδίζουν δειλά αλλά
σταθερά προς την ανώτατη εκπαίδευση. Σημαντικό επίσης ρόλο έπαιξε και η καθιέρωση του μέτρου
των υποτροφιών όπως και αυτού της 9ετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης.

Ουσιαστικά, λοιπόν, το 1964 έγινε το πρώτο βήμα για την επέκταση της παιδείας χωρίς φραγμούς πλέον
σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Αναμενόταν ότι μετά από αυτό το βήμα θα επακολουθούσαν και άλλα
που θα ολοκλήρωναν την σχετική προσπάθεια. Η μεσολάβηση, ωστόσο, της δικτατορίας και άλλες
πολιτικές και εθνικές εξελίξεις δεν επέτρεψαν, όπως φαίνεται, να ληφθεί μια σειρά από νέα μέτρα που
θα έδιναν στην έννοια της δωρεάν παιδείας ουσιαστικό περιεχόμενο και δεν θα την άφηναν να είναι μια
φράση χωρίς περιεχόμενο, όπως ακριβώς συμβαίνει τώρα.

Σύμφωνα με αρκετούς, βέβαια, η δωρεάν παιδεία κατοχυρώνει την ισότητα των ευκαιριών γιατί δίνει
την δυνατότητα σε όλα τα παιδιά να σπουδάσουν κάτω από τις ίδιες συνθήκες, απαλλάσσει τους γονείς
και τους νέους από το άγχος της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας για το μέλλον τους, αποβλέπει στην
απόδοση, έστω μερικώς, κοινωνικής δικαιοσύνης γιατί είναι μέτρο δημοκρατικό –και, τέλος, ανήκει στις
υποχρεώσεις του σημερινού συγκεντρωτικού και παρεμβατικού κράτους.

*

Αποτελεί, όμως, εξίσου πραγματικότητα και ο περιορισμός της δωρεάν παιδείας α) στην απαλλαγή των
μαθητών των δημοσίων σχολείων από τα ποσά των εγγραφών και διαφόρων άλλων εισφορών και στην
απαλλαγή των φοιτητών των Α.Ε.Ι. από τις εγγραφές, τα δίδακτρα και τα εξέταστρα,

β) στην δωρεάν χορήγηση διδακτικών βιβλίων, εγχειριδίων ή συγγραμμάτων,

γ) στην δωρεάν ή μερική σίτιση ή και στην στέγαση με μειωμένη δαπάνη στις φοιτητικές εστίες ενός
μικρού αριθμού φοιτητών που επιβαρύνει το κράτος με μιαν ασήμαντη δαπάνη αν την συγκρίνουμε με
το σύνολο δαπάνης για την διατροφή και στέγαση που καταβάλλουν όλοι οι άλλοι μαθητές και

δ) στην δωρεά ή την μεταφορά με μειωμένο εισιτήριο που ενώ δεν λύνει το πρόβλημα της καθημερινής
μετακίνησης ταυτόχρονα δεν αποτελεί επίσης σημαντική δαπάνη για το κράτος.

Παρατηρείται, λοιπόν, δυσαναλογία στις παροχές και στα οικονομικά βάρη από τα οποία απάλλαξε τους
γονείς το ελληνικό κράτος σε σχέση με άλλες αναπτυγμένες χώρες.

Συγχρόνως, οι γονείς εξακολουθούν να επιβαρύνονται με έξοδα
α) στα ιδιωτικά σχολεία όπου είναι αναγκασμένοι να πληρώνουν για δίδακτρα, κόμιστρα, ειδικές
στολές, γραφική ύλη και επιπλέον εγχειρίδια,

β) στα δημόσια σχολεία όπου τώρα πια υποχρεώνονται να πληρώνουν γραφική ύλη, φόρμες αθλητικές
και παπούτσια, φροντιστήρια ξένων γλωσσών και καλών τεχνών αλλά και να συνεισφέρουν για
εράνους, δώρα καθαρίστριας, εκδρομές και να συνδράμουν στους Συλλόγους Γονέων και Κηδεμόνων.

Βαθμιαία προστίθενται βοηθητικά βιβλία και ιδιαίτερα ή ομαδικά φροντιστήρια.

*

Είναι επομένως μεγάλο και προκλητικό ψέμα να ισχυρίζονται οι αρμόδιοι ότι υπάρχει δωρεάν παιδεία
στην Ελλάδα και κανείς γονιός δεν το πιστεύει.

Στην πραγματικότητα, η προσφορά 10-14 βασικών εγχειριδίων του Ο.Ε.Δ.Β. είναι ασήμαντη.

Επιπλέον, στις ευρωπαϊκές χώρες υπάρχουν δύο δωρεάν γεύματα την ημέρα και η μεταφορά με τα
λεωφορεία επιβαρύνει το κράτος.

Εξάλλου, η καλή λειτουργία των σχολείων καλύπτει τις ανάγκες για φροντιστήρια ενώ και οι ελάχιστες
δαπάνες είναι ανάλογες με την μόρφωση που οι μαθητές παίρνουν από τα σχολεία.

Φυσικό είναι, λοιπόν, οι επικριτές του θεσμού της δωρεάν παιδείας να υποστηρίζουν ότι ο θεσμός
απέτυχε και επομένως πρέπει να καταργηθεί.

Επικαλούνται την κάθοδο του επιπέδου και της ποιότητας των σπουδών, την αύξηση των δαπανών των
γονιών, την αδυναμία του κράτους να αναλάβει εξ ολοκλήρου την ευθύνη των δαπανών για την
βελτίωση των συνθηκών και, τέλος, την υποχρέωση αλλά και το δικαίωμα των γονιών να δίνουν όποιο
είδος παιδείας επιθυμούν στα παιδιά τους.

Σαν συμπέρασμα, λοιπόν, πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι η δωρεάν παιδεία αποτελεί, για
την Ελλάδα τουλάχιστον και προς το παρόν, έναν μύθο.

Γιατί η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι οι γονείς όχι μόνο δεν απαλλάσσονται από τις σχετικές με την
μόρφωση δαπάνες αλλά, αντίθετα, επιβαρύνονται με νέες και υψηλότερες.

*
Παρ’ όλ’ αυτά, δεν υφίσταται λόγος να καταργηθεί η δωρεάν παιδεία ως θεσμός επειδή δεν εφαρμόζεται
σωστά. Ίσα-ίσα, επιβάλλεται να εντοπιστούν οι αδυναμίες και να ληφθούν μέτρα ώστε να αποκτήσει
ουσιαστικό περιεχόμενο. Αυτό, άλλωστε, είναι και το αίτημα της κρίσιμης εποχής στην οποία
βρισκόμαστε.

Ως προϋπόθεση, ωστόσο, των άνωθεν ξεχωρίζει κυρίως μία.

Να δοθεί μια απάντηση στο ερώτημα: «Ποιός πρέπει να είναι ο ρόλος της παιδείας σήμερα;»

Πρέπει, λοιπόν, να διευκρινιστούν ένα σωρό πράγματα: ο σκοπός της Παιδείας, η φιλοσοφία του
ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, η αποστολή του σχολείου και της παρεχομένης εκπαίδευσης, τα
δικαιώματα των αποφοίτων και οι υποχρεώσεις τους και ο τρόπος με τον οποίον επιτυγχάνεται ο
καλύτερος επαγγελματικός προσανατολισμός.

Χωρίς τις διασαφήσεις αυτές, θα εξακολουθήσουμε να παραπαίουμε στην σύγχυση και την
αβεβαιότητα.

Η παιδεία, λοιπόν, πρέπει να βοηθά τον υπό ανάπτυξη άνθρωπο από ψυχική και σωματική άποψη, να
τον εφοδιάζει με γνώσεις που θα τον στηρίζουν στην αντιμετώπιση των δυσκολιών και να διαμορφώνει
την προσωπικότητά του.

Η παιδεία κάνει τον άνθρωπο πολίτη, συμβάλλει στην πολιτική του κοινωνικοποίηση και συντελεί στην
ανόρθωση της Δημοκρατίας και κατ’ επέκταση δίνει αξία στον πολιτισμό.

*

Ο παιδευόμενος με αυτόν τον τρόπο κατανοεί την ζωή, συμμετέχει σε αυτήν και συμβάλλει στην
ανύψωσή της. Οδηγείται στην ορθή αντίληψη του πρέποντος, του δίκαιου, έχει την δύναμη να κυριαρχεί
στα πάθη, προφυλάσσεται από τον εγωϊσμό και την περηφάνεια και βελτιώνει τις σχέσεις του με τους
άλλους ενώ ταυτόχρονα μαθαίνει να σέβεται τις πνευματικές αξίες.

Η αποστολή της παιδείας, με βάση την εμπειρία του παρελθόντος δεν είναι απλώς η απόκτηση των
οποιωνδήποτε ικανοτήτων ή η μετάδοση άσχετων γνώσεων.

Ο ρόλος της, ουσιαστικά, είναι ο εξευγενισμός του ανθρώπου, η πνευματική του καλλιέργεια.
Ενταγμένος αυτός ο ρόλος στις σύγχρονες απαιτήσεις, διαμορφώνεται στο να μάθει ο άνθρωπος να
εκτιμά την ιδέα της συνεργασίας και να αποκαλυφθεί η πραγματική διάσταση που υπάρχει μεταξύ
κοινωνικής πραγματικότητας και των σκοπών και επιδιώξεων των σχολείων μας.

Επομένως, ακριβώς λόγω της μεγάλης αξίας, της ιστορικής ζωής και του έργου που επιτελεί, η παιδεία
πρέπει να συναντά την καθολική υποστήριξη και φροντίδα. Δεν πρέπει να ταυτίζεται με το σχολείο, την
εκπαίδευση, αλλά να αποβλέπει σε όλους. Από όλους, γενικά –άλλωστε– αναγνωρίζεται ότι με αυτήν
ενισχύεται και μετριέται ο δυναμισμός κάθε λαού.
Αν υπάρχει απαιδευσία σε ένα άτομο και πολύ περισσότερο σε έναν λαό, αυτό σημαίνει την χειρότερη
συμφορά που μπορεί να πάθει ο άνθρωπος. Να μείνει χωρίς Δικαιοσύνη και πολιτική ζωή.

Αυτογνωσία και Αξιοκρατία στην Παιδεία

Σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης σήμερα, ο κύριος τρόπος αξιολόγησης του μαθητή είναι η
βαθμολογία. Από τους καθηγητές γίνεται κάθε προσπάθεια να είναι αντικειμενικοί στις αποφάσεις τους
και όσο το δυνατόν πιο κοντά στις πραγματικές ικανότητες του μαθητή που κρίνουν κάθε μέρα στην
τάξη, ύστερα από προσεκτική εξέταση της απόδοσής του τόσο στον καθαρά διδακτικό τομέα όσο και
στον τομέα της συμπεριφοράς του.

Παρ’ όλο, όμως, που οι καθηγητές κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα
έχει –όπως όλοι ομολογούν– πάρα πολλές ατέλειες και παρ’ ότι η παιδεία αποτελεί ένα από τα κύρια
σημεία που έχουν συμπεριελάβει τα πολιτικά κόμματα στα προγράμματά τους, ελάχιστα βήματα έχουν
γίνει για την βελτίωσή του.

Μοιραία, υπό αμφισβήτηση τίθεται και το σύστημα αξιολόγησης των μαθητών το οποίο, δυστυχώς, δεν
είναι το μόνο υπεύθυνο.

Οι διαφωνίες που έχουν υψωθεί αφορούν την λεπτότητα και την σοβαρότητα με την οποία είναι
αναγκαίο να αξιολογούνται οι μαθητές.

Τα άτομα που η κοινωνία έχει εμπιστευτεί στους καθηγητές για να εκπαιδευτούν, βαθμολογούνται χωρίς
πολλήν σκέψη και προβληματισμό. Ακόμα, οι βαθμοί δεν θα πρέπει να αποτελούν σοβαρό παράγοντα
στην λήψη αποφάσεων –ενώ αμφισβητείται η εγκυρότητα και η αξιοπιστία τους.

Αυτά είναι τα κύρια επιχειρήματα αυτών που απαιτούν την κατάργηση της αξιολόγησης με το
συγκεκριμένο σύστημα.

Δεν έχουν επεκταθεί, όμως, στις πραγματικές αιτίες που τους ώθησαν να κατηγορήσουν την
αξιολόγηση, γιατί αυτή καθαυτή προσφέρει και συντελεί στην επάνδρωση της κοινωνίας με στελέχη
άξια και με προσόντα ενώ το σύστημα της αξιολόγησης αποτελεί τροχοπέδη αυτής της λειτουργίας.

Τα μειονεκτήματα του συστήματος αξιολόγησης στην Ελλάδα ανιχνεύονται στην οργάνωση της
παιδείας.

*
Ο μικρός αριθμός των εξετάσεων ανά διδακτικό έτος, ο μεγάλος αριθμός από την άλλη μεριά των
μαθητών σε κάθε τάξη, οι απαιτήσεις των προσκολλημένων σε παλιά, αντιπαιδαγωγικά συστήματα
καθηγητών για ξερή απομνημόνευση της διδακτικής ύλης –και η καθόλου σωστή μέθοδος με την οποία
προσπαθούν να προβλέψουν την μελλοντική εξέλιξη κάθε μαθητή– δημιουργούν καθημερινά
προβλήματα άγχους στους μαθητές που εντείνονται κατά την διάρκεια των εξετάσεων, όταν δηλαδή
αισθάνονται υποχρεωμένοι να αποδείξουν την αξία τους, να ελέγξουν την απόδοση της εργασίας τους (ή
της μη εργασίας τους) κατά την διάρκεια του υπόλοιπου χρόνου που θεωρείται ότι αφομοίωσαν το
υλικό που τους διοχετεύθηκε, όχι βέβαια για να περάσουν την τάξη αλλά για να νοιώσουν την
ικανοποίηση ότι δίκαια κουράστηκαν, ότι δίκαια στερήθηκαν στιγμές ευτυχίας και διασκέδασης, με
αντίτιμο την μόρφωση και κύρια, την άνοδο της αυτοπεποίθησής τους και την καλλιέργεια της
προσωπικότητάς τους.

Οι καθηγητές, όμως, στερούνται παιδείας που σε συνδυασμό με την μόρφωση που κατέχουν θα
εκμεταλλευόταν τις ιδιαίτερες κλίσεις κάθε μαθητή και θα τον προετοίμαζε για να προσαρμοστεί στην
κοινωνία, όπου εκεί πια θα πρέπει να αποδώσει κάτω από σαφώς δυσκολότερες συνθήκες σε σύγκριση
με αυτές του σχολείου.

Η πράξη, η πείρα και η συνεχής ενημέρωση είναι χρέος των εκπαιδευτικών, οι οποίοι μόνο έτσι θα
υϊοθετήσουν ένα άρτιο, ολοκληρωμένο σχήμα αξιολόγησης, απαλλαγμένο από αδυναμίες κατά το
μεγαλύτερο μέρος του.

Είναι, ωστόσο, και άλλοι παράγοντες που παρεμποδίζουν την σωστή και υπεύθυνη αξιολόγηση. Η
έλλειψη προγραμματισμού είναι το «σήμα κατατεθέν» της ελληνικής παιδείας.

Αντί να οδηγεί τον μαθητή στην πλήρη ανάπτυξη των ικανοτήτων του και στον σχηματισμό μιας
κρυστάλλινης γνώμης για όποιο ζήτημα τον αφορά, τον μπλέκει σε δαιδαλώδεις λαβυρίνθους και τον
καθιστά έρμαιο διαφορετικών απόψεων, ερμηνειών και –γιατί όχι;– πραγματικοτήτων που
αλληλοσυγκρούονται.

Το συναίσθημα παίρνει την θέση της λογικής, η αποχαύνωση αντικαθιστά την δημιουργική φαντασία
ενώ συνεργασία υπάρχει για πράγματα ασήμαντα που δεν προσφέρουν στον μαθητή τίποτα.

Μην ξεχνάμε, όμως, ότι η λάθος αξιολόγηση φέρνει την απογοήτευση και τότε ακριβώς δεν
προσφέρεται

κανένα χέρι βοήθειας.

Εξάλλου, η αγωνία αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για τον μαθητή που ανησυχεί για το μέλλον του,
για την είσοδό του στον επαγγελματικό τομέα και την αποκατάστασή του, που είναι πράγματα των
οποίων τον έλεγχο κάποια στιγμή χάνει.

Συγχρόνως, ο οικονομικός παράγοντας είναι, πολλές φορές, το κριτήριο με το οποίο οι μαθητές
αξιολογούνται θετικά ή αρνητικά.

Ακόμα και το είδος του σχολείου επηρεάζει την αξιολόγηση.

Είναι αναπόφευκτο γεγονός να μην προσφέρονται εξίσου οι ίδιες ευκαιρίες και αυτή είναι, ίσως, μια
αδυναμία που πρέπει να ξεπεράσουμε.
Προτάσεις για την βελτίωση του συστήματος αξιολόγησης είναι, τελικά, ή πρέπει να είναι ο κύριος
στόχος μας. Ωστόσο, πρέπει να ανταγωνιστούμε και το εξωτερικό, εκεί όπου τα περισσότερα κακώς
κείμενα έχουν διορθωθεί και όπου τα προβλήματα έχουν εξαλειφθεί.

Αξιολόγηση, λοιπόν, πρώτα απ’ όλα –απαιτεί συγχρονισμό. Συγχρονισμό με ό,τι χρειάζεται η ζωή.

Και βέβαια, δεν είναι και τόσο σημαντικό το να ξεχωρίζεις στους Έλληνες, αλλά να μπορείς να
στέκεσαι και ανάμεσα στους ξένους. Αυτό ισχύει και για στενό τοπικό επίπεδο.

*

Ο καθηγητής δεν πρέπει να βαθμολογεί με βάση το σχολείο όπου διδάσκει όταν ξέρει ότι αυτό είναι,
από κάθε πλευρά, υποβαθμισμένο αλλά με βάση τις συνθήκες που επικρατούν στα άλλα σχολεία, τα
ανώτερα, γιατί με αυτόν τον τρόπο ο μαθητής είναι ικανός να εκτιμήσει την πραγματική του αξία και
όχι να ενθουσιαστεί, απατημένος από την απόδοσή του σε σχέση με κατώτερους μαθητές.

Επίσης, εκείνο που χρειάζεται είναι η περιγραφική αξιολόγηση, αφού πολλές φορές ένας βαθμός
αντικατοπτρίζει απλά την μόρφωση του μαθητή. Ο βαθμός, όμως, θα πρέπει να αντανακλά και την
συμμετοχή του μαθητή, την συμπεριφορά του, την κοινωνικότητά του, την ειλικρίνειά του, την
εφευρετικότητα και την συνέπειά του, ώστε να ξέρει κι ο ίδιος σε τι ακριβώς πρέπει να βελτιωθεί και να
προσπαθήσει να βελτιωθεί επειδή θα του έχουν προσφερθεί τα κίνητρα για να αποφασίσει ο ίδιος να
αναλάβει τα ηνία του εαυτού του.

Έτσι μόνο θα αναπτύξει πρωτοβουλίες.

Ένα άλλο σχετικό μέτρο που πιστεύω ότι θα πετύχαινε επειδή θα αποκάλυπτε τις πραγματικές και
άγνωστες στον καθηγητή πλευρές του χαρακτήρα και αισθήματος ευθύνης που έχει κάθε μαθητής θα
ήταν η αξιολόγησή του από τους συμμαθητές του. Αυτή θα αποκάλυπτε, επίσης, και την κριτική
ικανότητα των μαθητών και θα βοηθούσε τις διαπροσωπικές σχέσεις.

Όσον αφορά, τώρα, τις μεθόδους αξιολόγησης κατά τις εξετάσεις, πιστεύω ότι θα έπρεπε να παρθούν
δύο αποφάσεις: 1) να γίνονται τεστ πολλαπλών επιλογών, και 2) ερωτήσεις με διαφόρων ειδών
απαντήσεις που ο μαθητής θα πρέπει να χαρακτηρίσει ως σωστές ή λάθος.

Όλα αυτά, αναλόγως με την υφή κάθε μαθήματος, θα ήταν κριτήρια για την εμπέδωση της ύλης και το
όσο ικανός είναι ο μαθητής.

Εξάλλου, είναι δοκιμασμένες μέθοδοι που ισοπεδώνουν κάθε διάκριση.

Η συχνή χρησιμοποίησή τους κάνει τους μαθητές να εξοικειώνονται με τις απαιτήσεις αυτών και να
είναι έτοιμοι να δώσουν την μάχη με επιτυχία, χωρίς να καταρρεύσουν την τελευταία στιγμή. Θα
ξέρουν τις ικανότητές τους και θα είναι σίγουροι για την ανεμπόδιστη απόδοσή τους.
Η τεράστια σημασία της αξιολόγησης φαίνεται από το γεγονός ότι κύριο έργο των καθηγητών είναι η
μετάδοση γνώσεων και η σφυρηλάτηση υγιών και ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων.

Η σωστή αξιολόγηση επηρεάζεται από πλήθος παραγόντων και αν δεν υπάρξει σωστή μελέτη και
σχεδιασμός οι σκοποί αυτοί δεν εξυπηρετούνται.

Χρειάζεται πάνω απ’ όλα συζήτηση και εκφορά όλων των σχετικών απόψεων από τους ειδικούς, για να
βρεθεί η καλύτερη λύση, που πιστεύω ότι θα δώσει και την λύση στα προβλήματα της χώρας μας.

Κοινωνική αναγνώριση και Επάγγελμα

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι κάποιες στιγμές στην ζωή μας πρέπει, αν και ανέτοιμοι τις
περισσότερες φορές, να αποφασίζουμε για το μέλλον μας, για το είδος της ζωής που θα ακολουθήσουμε
και για την ένταξή μας μέσα σε ορισμένα κοινωνικά πλαίσια. Αυτό επιβάλλεται από την στιγμή που
αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα της εκλογής ενός επαγγέλματος, κάτι που είναι εντελώς διαφορετικό από
τις μέχρι εκείνην στην στιγμή αποφάσεις, οι οποίες δικαιολογούσαν μιαν κάποιαν άγνοια, ανευθυνότητα
και ίσως παιδικότητα –και που δεν είχαν κανέναν σοβαρό αντίκτυπο στην ζωή μας και που, επίσης,
πολλές φορές δεν απαιτούσαν σύνεση και λογική.

Σταδιακά, όμως, ο άνθρωπος ωριμάζει και η κοινωνική δομή τον υποχρεώνει να επιλέξει μέσα από ένα
πλήθος επαγγελμάτων, βιαστικά και μην εκτιμώντας σωστά όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα,
το επάγγελμα εκείνο που θα τον συντροφέψει μιαν ολόκληρη ζωή και που θα την επηρεάσει σημαντικά.

Κι αυτό, γιατί η απασχόλησή του αυτή σε κάποιον τομέα της ζωής όχι μόνο θα τον κατατάξει σε κάποια
κοινωνική ομάδα, ανάλογα με τις απολαβές και τις δυνατότητες που θα του προσφέρει, αλλά και θα
χρειαστεί να αφιερώσει σ’ αυτήν τον περισσότερο χρόνο της ζωής του.

Δεν θα πρέπει ο άνθρωπος ούτε στιγμή να ξεχνάει ότι από μια απόφαση που θα πάρει στην ηλικία των
17-18 χρονών θα κριθούν ζητήματα τεράστια, που θα διαμορφώσουν τον χαρακτήρα του και ή θα τον
ικανοποιήσουν ψυχικά ή θα τον καταβάλλουν και απογοητεύσουν.

Το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα ασκήσει το επάγγελμα που επιθυμεί, η ανάπτυξη και εξέλιξη των
δυνατοτήτων του σε ικανότητες, η οικογενειακή του κατάσταση, η δημιουργικότητα και ασφάλεια που
θα αισθάνεται αν το επάγγελμά τον εκφράζει και κυρίως ο σεβασμός που θα εμπνέει στους άλλους είναι
παράγοντες, ίσως και αποτελέσματα, που τον βοηθούν να πραγματοποιήσει τις πεποιθήσεις και τα
όνειρά του σε έναν βαθμό που να εξασφαλίζει μιαν άνετη ζωή, έστω και με προβλήματα που, όμως,
μπορούν να ξεπεραστούν.

Αλλά βέβαια, αν δεν έχει γίνει η σωστή επιλογή δεν είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί η γνώση και η κλίση
του καθενός. Τον ασύγκριτα μεγαλύτερο ρόλο σ’ αυτήν, παίζουν τα κριτήρια με τα οποία ο άνθρωπος
κάνει αυτήν την επιλογή. Και είναι φυσικό αυτά να διαφέρουν από άτομο σε άτομο, και γι’ αυτό
άλλωστε οι άνθρωποι έχουν διαφορετικές επιδιώξεις ο καθένας.
Κύριος λόγος είναι αυτή την φορά το περιβάλλον μέσα στο οποίο έχουν μεγαλώσει και η χρηματική,
οικονομική δυνατότητα που η οικογένειά τους έχει, γιατί από αυτές τις πηγές έχουν εφοδιαστεί με
ιδανικά, απαιτήσεις και κυρίως, μόρφωση.

*

Εξετάζοντας τα κριτήρια με τα οποία οι Έλληνες πολίτες επιλέγουν τον τρόπο ζωής τους και έχοντας
υπ’ όψιν ότι στην Ευρώπη και την Αμερική, κυρίως, επικρατούν πολύ πιο προχωρημένες ιδέες και αξίες
για την ζωή σε σύγκριση με τον υπόλοιπο κόσμο και την επαγγελματική αποκατάσταση, θα ήταν πολύ
εύκολο να διακρίνουμε τα 3 σπουδαιότερα, αυτά τα οποία λαμβάνει περισσότερο υπ’ όψιν της η μεγάλη
μάζα του λαού και που είναι αλληλένδετα μεταξύ τους:

i) τις προσωπικές ανάγκες που έχει κάποιος που μεγάλωσε σε φτωχό και μίζερο περιβάλλον, που έζησε
μιαν απλή ζωή, που γνώρισε στερήσεις αλλά και ευτυχισμένες στιγμές και που συναισθάνεται ότι πρέπει
κάποια στιγμή να ξεφύγει, να αισθάνεται πια σίγουρος για την ζωή του, να έχει τέλος πάντων ένα
εισόδημα που να τον ικανοποιεί, χωρίς να δουλεύει πολύ και με αξιόλογο ελεύθερο χρόνο. Πολλές
φορές, παρ’ όλ’ αυτά, δεν αρκείται στα αρκετά, αλλά επιθυμεί την συνεχή βελτίωση της ζωής προς
όφελός του.

ii) την κοινωνική αναγνώριση, στοιχείο που εκτιμάται ιδιαίτερα από τους νέους που έχουν
αυτοπεποίθηση και θέλουν να την ικανοποιήσουν. Νοιώθουν την ανάγκη να αισθάνονται χρήσιμοι και
ικανοί στο κοινωνικό τους περιβάλλον αλλά συγχρόνως και να έρχονται σε επαφή με πολύ κόσμο,
γεγονός που αυξάνει τις μετοχές τους στο χρηματιστήριο της κοινωνικής καταξίωσης. Πολλές φορές, σ’
αυτήν την περίπτωση, ο τρόπος σκέψης αυτός έχει μεταδοθεί σε αυτούς από την οικογένεια και τους
φίλους τους.

iii) τα χρήματα τα οποία αυτό το επάγγελμα θα αποφέρει, το αίσθημα κυριαρχίας που θα χαρίσει και η
άνεση για δημιουργία.

Αυτό είναι το στοιχείο που παίζει και τον μεγαλύτερο ρόλο στην σχηματοποίηση μιας άποψης για το
επάγγελμα που πρέπει να ακολουθηθεί.

Η καταναλωτική μας κοινωνία προσφέρει εύφορο έδαφος για την ανάδειξη κεφαλαίων, και γι’ αυτό η
οικονομική πλευρά του επαγγέλματος έχει υϊοθετηθεί από τους νέους που γεμάτοι ενθουσιασμό και
ελπίδες ξεκινούν την ζωή τους, με επίγνωση του γεγονότος ότι για να αποκτήσουν ό,τι θέλουν θα πρέπει
να διαλέξουν ένα επάγγελμα με προοπτικές και μεγάλες απολαβές.

Δεν μπορεί, όμως, να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα στα 3 αυτά κριτήρια.

Το ένα φέρνει το άλλο, και αυτό είναι φυσικό.

Κύριος στόχος, όμως, όσων διαλέγουν ένα επάγγελμα είναι η εξοικονόμηση χρημάτων.
Ένας διαχωρισμός πολύ σημαντικός μπορεί, τελικά, να γίνει στον τρόπο με τον οποίο κάθε νέος,
έχοντας λάβει υπ’ όψιν του όλες τις πλευρές κάθε επαγγέλματος, προσπαθεί να αναρριχηθεί στην
κορυφή.

Εξάλλου, σημασία δεν έχει το επάγγελμα που κάνεις, είτε αποφέρει τεράστια κέρδη είτε είναι το πιο
ταπεινό, αλλά ο τρόπος που το ασκείς.

Αυτό είναι κάτι που πολλοί λίγοι έχουν συνειδητοποιήσει και γι’ αυτό έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα
άλλα κριτήρια με τα οποία κάποιος μπορεί να επιλέξει το επάγγελμά του. Δεν είναι λίγο πράγμα να
ξέρεις ότι κάνεις τίμια την δουλειά σου και ότι το περιβάλλον σου σε θεωρεί απαραίτητο, ούτε να
μπορείς να εξασκείσαι συνεχώς, να αποκτάς νέες γνώσεις και να μην αρκείσαι στα ήδη γνωστά.

Επίσης, το επάγγελμα είναι χωρίς κανένα ψυχικό κέρδος αν δεν προσφέρει και δεν βοηθά τους άλλους
ανθρώπους.

Βέβαια, το τέλειο θα ήταν ο συνδυασμός όλων αυτών, που ελάχιστα επαγγέλματα μπορούν να
προσφέρουν. Είναι αναπόφευκτο ο άνθρωπος να οδηγείται σε έναν και μόνο στόχο: την εξασφάλιση των
οικονομικών πόρων έτσι ώστε να είναι σε θέση να καλύψει βασικές ή μη ανάγκες του.

Εγώ προσωπικά, θα θεωρούσα αρκετό για τους νέους ανθρώπους να καλύψω τις βασικές ανάγκες μου,
και της οικογένειάς μου ύστερα από μερικά χρόνια που θα μεγαλώσω και θα έχω εμπειρία σε όποιο
επάγγελμα, αρκεί αυτό να μου άρεσε, να μου έδινε τα κίνητρα για να εργαστώ, να κουραστώ για να
δημιουργηθεί κάτι. Αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα να αισθάνομαι χρήσιμος και καταξιωμένος. Θα ήταν,
βέβαια, ψέμα να πω ότι θα προτιμούσα ένα επάγγελμα με λιγότερες απολαβές ώστε να αισθάνομαι πιο
πλήρης ψυχικά και πιο ασφαλής, αλλά δεν παύω να επιθυμώ να δουλεύω με δραστηριότητα,
επιδεξιότητα και θέληση.*

Ο δρόμος* που πρέπει να πάρουμε μοιάζει με το δίλημμα του Ηρακλή να ακολουθήσει την Αρετή και
την κακία, εδώ όμως δεν χρειάζεται η δύναμη του Δία αλλά η συνεχής αναζήτηση για απόκτηση όσο το
δυνατόν περισσότερων πληροφοριών με αποτέλεσμα την σωστή κριτική, την υπεύθυνη και ζυγισμένη
απόφαση.

Η εσωτερική αρμονία, λοιπόν, είναι προϊόν τόσο της οικονομικής όσο και της κοινωνικής κατάστασης
του ανθρώπου και σκιαγραφεί με έντονα χρώματα την μορφή του.

Νάρκη Πλάτους
Μια από τις αμέτρητες μάστιγες, σύγχρονες πληγές που ταλαιπωρούν και ταλανίζουν τα τελευταία
χρόνια όχι μόνο τις χώρες του εξωτερικού αλλά και την δική μας αποτελούν τα ναρκωτικά. Κατέχουν
την κύρια θέση στους προβληματισμούς του σύγχρονου ανθρώπου ο οποίος, παρ’ όλη την πρόοδο που
έχει σημειώσει, δεν έχει καταφέρει, δυστυχώς, να αντιμετωπίσει και αυτών την εξάπλωση.

Είναι αδιαμφισβήτητη η έκταση του προβλήματος, γιατί την στιγμή που γίνεται κάποιο βήμα προς τον
περιορισμό του, οι δυνάμεις του κακού αναδιπλώνονται και ανασυντάσσονται, ώστε να αντισταθούν.

Διάχυτη είναι η ανησυχία τόσο μεταξύ της παλιότερης γενιάς όσο και της σημερινής υγιούς ότι η χρήση
και η διάδοση των ναρκωτικών στις τάξεις της υπόλοιπης νεολαίας είναι ευρύτατη.

Όσο, όμως, κι αν αυτό το συμπέρασμα είναι βιαστικό, λόγω του επιδεικτικού και κυνικού τρόπου με τον
οποίο απολαμβάνουν τα θύματα τα προϊόντα του επονομαζόμενου «αργού θανάτου» και της προβολής
που τυγχάνει οποιασδήποτε παρέκκλιση από το καθιερωμένο και φυσιολογικό, οι διαστάσεις του κακού
είναι πράγματι αρκετά ανησυχητικές, ιδίως στις πολύ αναπτυγμένες οικονομικά και τεχνολογικά χώρες,
επομένως δικαιολογείται και η ανάπτυξη της σχετικής φιλολογίας.

Αναμφίβολα, ωστόσο, τα ναρκωτικά απέκτησαν «φήμη» τις τελευταίες δεκαετίες.

Ενώ είχαν κάνει την εμφάνισή τους στην Αρχαία Ελλάδα ως μέσα δημιουργίας ευχάριστων
ψευδαισθήσεων και κατάληψης του οργανισμού από ευεξία με πιο γνωστό το παράδειγμα της Πυθίας
στο μαντείο των Δελφών και ενώ η χρήση τους συνεχίστηκε επί εκατοντάδων χρόνων στην υψηλή
κοινωνία αρκετών χωρών, η συστηματική εκμετάλλευση των ιδιοτήτων τους ως τοξικών ουσιών
φυτικής ή συνθετικής προέλευσης άρχισε από το 1900 στην Αμερική, προωθήθηκε το 1960 και
διογκώθηκε σήμερα, που έχουν παραμεριστεί οι σπουδαίες φαρμακολογικές τους ικανότητες για να
οδηγήσουν τον χρήστη τους, αναπόφευκτα και απρόσμενα, στον βέβαιο θάνατο.

Η αναζήτηση των αιτιών που ωθούν τους νέους στην χρήση των διάφορων παραισθησιογόνων από τον
καθένα μας θα οδηγούσε, ασφαλώς, στην ενημέρωση, όχι βέβαια με την σημερινή έννοια που αρκετές
φορές φέρνει αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Η τάση, η «τροπή» στα ναρκωτικά και ο βαθύς διαποτισμός της νεολαίας από αυτά, αποτελεί μια
σιωπηρή και παθητική αντίδραση κατά της σημερινής κοινωνικής οργάνωσης και ζωής γενικά.

Η καταναλωτική κοινωνία και ο πολιτισμός της αφθονίας δεν έφερε την επιτυχία ούτε οδήγησε στον
Παράδεισο, όπως είχε υποσχεθεί.

Αντίθετα, γέννησε ένα πλήθος ψυχολογικά και ηθικά προβλήματα, κάτω από την επίδραση των οποίων
ο νέος υποφέρει. Έτσι, αισθάνεται μόνος και δυστυχής, ενώ η προσπάθεια για πραγματοποίηση στόχων
διάφορων μορφών είχε σαν αποτέλεσμα να καλλιεργηθεί η δυσπιστία μεταξύ των ανθρώπων, να κοπούν
οι γέφυρες επικοινωνίας και να μην υπάρχει η πραγματική ολοκλήρωση δια μέσου απρόσωπων
σχέσεων, που προκαλούν άγχος, αγωνία για την επόμενη μέρα.

Η χρήση των ναρκωτικών, άλλωστε, δεν είναι τίποτε άλλο από μια τραγική φυγή από τον κόσμο που
μας περιβάλλει, από μιαν απελπισμένη διαμαρτυρία των νέων εκείνων που δεν βρίσκουν καμιά
ικανοποίηση πλέον, μέσα στα όρια του σημερινού τρόπου ζωής, του στερημένου ευτυχίας. Κι αυτό,
απλώς, γιατί οι νέοι έλαβαν την δεκαετία 60-70 εχθρική στάση απέναντι στις καθιερωμένες αξίες,
καθώς είδαν να κυριαρχεί η αδικία και η υποκρισία, να γκρεμίζονται τα είδωλά τους, και να παίρνει την
θέση τους η επιδίωξη των υλικών αγαθών και η μικροπολιτική των συμφερόντων.

Αποτελούν, λοιπόν, τα ναρκωτικά μιαν αναζήτηση της προσωπικότητας στον κόσμο της εσωτερικής
γαλήνης, της ανυπαρξίας και παραίτησης ακόμα που είναι όμως καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού δεν
προσφέρουν την νέα διάσταση της ζωής που θα λυτρώσει τον νέο, παρ’ όλο που ο λήπτης έχει την
αίσθηση –μάταιη, βέβαια– ότι οδηγείται σε έναν κόσμο ευτυχίας και ικανοποίησης.

Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και οι φαινομενικά κορεσμένοι από την υπερεπάρκεια αγαθών και την
απόλαυση κάθε ηδονής σε πρόωρη ηλικία, και αναζητούν νέες σφοδρές συγκινήσεις και μέσα
ικανοποίησης των διαθέσεών τους. Επίσης, δεν πρέπει να παραβλέπεται και το γεγονός ότι πολλοί νέοι
καταφεύγουν στα ναρκωτικά παρασυρόμενοι από περιέργεια, από λόγους γοήτρου, ψυχικής αδυναμίας
ή μίμησης, απειρίας ή άγνοιας.

Άλλη μια από τις κυριότερες αιτίες είναι το διεθνές λαθρεμπόριο ναρκωτικών που παρασύρει πολλούς
αφελείς και τους υποδουλώνει, καθιστώντας τους άβουλους, εξαρτημένους από το πάθος τους.

Το όπιο, η μορφίνη, η κοκαΐνη, η ηρωΐνη, το χασίς, η μαριχουάνα, το L.S.D. παράγονται στην Νότιο
Αμερική, μεταφέρονται λοιπόν σε όλον τον κόσμο με διεθνή κυκλώματα, άριστα οργανωμένα, με
ισχυρές προσβάσεις και πειστική εξωτερική εικόνα.

Προστατεύονται από μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, είτε ατομικά είτε ομαδικά, και ωφελούνται από
την παραγωγή, την επιβολή φόρων, το εξαγωγικό εμπόριο και την απασχόληση που προσφέρουν.
Παράλληλα, η εξυπηρέτηση πολιτικών και ιδεολογικών συμφερόντων και σκοπιμοτήτων υποχρεώνει,
σπάνια ευτυχώς, πολιτικές ομάδες, οργανώσεις και κυβερνήσεις να καταφεύγουν στην διάδοση των
ναρκωτικών για να παραλύουν την δράση της νεολαίας που ερευνά την αλήθεια, και να την στρέφουν
προς άλλες ανώδυνες κατευθύνσεις, ώστε να αποσπούν το ενδιαφέρον τους για τις σχέσεις των ατόμων
και των λαών, για τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα και για ύποπτες ή πλαστές καταστάσεις και να τα
μετατρέπουν σε πολιτικό μηδενισμό, αλλοτρίωση και τάση φυγής από την πραγματικότητα.

Όσον, όμως, αφορά την πραγματική όψη του νομίσματος, αυτή των πραγματικών συνεπειών των
ναρκωτικών, τα πράγματα ίσως είναι ακόμη χειρότερα, αφού επιφέρουν βλάβες στην ψυχική ισορροπία
του ατόμου, στην λειτουργία του εγκεφάλου του, στην σωματική του υγεία ενώ αρκετοί άνθρωποι
σπρώχθηκαν στο έγκλημα, την οικονομική καταστροφή. Οι οικογένειές τους διαλύθηκαν, η υπόληψή
τους καταρρακώθηκε, και οι ίδιοι έχασαν αρκετά χρόνια δημιουργικής εργασίας στην φυλακή, όπου
μπλέχτηκαν βαθύτερα στα πλοκάμια των ναρκωτικών.

Πιο συγκεκριμένα, το σώμα αρχίζει να υφίσταται μιαν πρωτοφανή φθορά, γερνά πρόωρα, ο εγκέφαλος
χάνει τις διανοητικές του δυνατότητες και η ανάγκη και εξάρτηση από τα ναρκωτικά ωθεί τον χρήστη
σε πράξεις ενάντια στην θέλησή του για να εξασφαλίσει την δόση του ναρκωτικού που θα
αποκαταστήσει προσωρινά την ισορροπία του, ως την στιγμή που ο οργανισμός θα αποζητά αγωνιωδώς
νέα.

Γενικά, λοιπόν, η χρήση των ναρκωτικών, αναντίρρητα προκαλεί περισσότερες βλάβες παρά ωφέλειες.
Ωφέλειες που συμπυκνώνονται στην ιατρική, στις χειρουργικές επεμβάσεις και την καταπολέμηση
ασθενειών.
Σαν αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, επιτακτική είναι η ανάγκη και η θέληση της κοινής γνώμης για
την λήψη, από τις κυβερνήσεις και τους άλλους αρμόδιους φορείς, μέτρων που θα περιορίζουν την
χωρίς σοβαρούς φραγμούς κυκλοφορία των ναρκωτικών.

Καθώς, όμως, όλοι γνωρίζουν –είναι πολύ δύσκολο να οργανωθεί μια πραγματική σταυροφορία για την
πάταξη του λαθρεμπορίου αλλά και τον έλεγχο της παραγωγής, επειδή σχετίζονται άμεσα με σημαντικά
συμφέροντα.

Τα πιο αποτελεσματικά μέτρα, ωστόσο, αν εφαρμόζονταν σωστά θα ήταν:

α) Η διεθνής συνεργασία, δια μέσου της δημιουργίας μιας επιτροπής ελέγχου η οποία θα βοηθούσε συν
τοις άλλοις στην λήψη δραστικών ποινικών μέτρων, αποδεκτών από όλες ανεξάρτητα τις κυβερνήσεις,

β) Η απαγόρευση της καλλιέργειας φυτών, με την εξαίρεση όσων χρησιμεύουν στην φαρμακολογία,

γ) Η ένταση και στον ρυθμό και στην αυστηρότητα ελέγχου σε αεροδρόμια, λιμάνια και σύνορα κάθε
χώρας που θα βοηθούσε στον εντοπισμό των λαθρεμπόρων,

δ) Η ενίσχυση, οικονομική και υλική, του Σώματος Δίωξης και Καταπολέμησης Ναρκωτικών, και

ε) Η επιβολή, έγκαιρα, εξοντωτικών ποινών προς τους λαθρεμπόρους στα δικαστήρια και, συγχρόνως, η
παροχή προστασίας σε δικαστές που διστάζουν (λόγω απειλών που δέχονται) να καταδικάσουν
εμπόρους –και καταδικάζουν τους απλούς χρήστες, επιτείνοντας έτσι το μέγεθος του προβλήματος– και
η αναθεώρηση της νομοθεσίας που παρέχει διευκολύνσεις και «παραθυράκια» που επιτρέπουν σε
οποιονδήποτε δικηγόρο παραδώσει «αθώο» τον πελάτη του να κυκλοφορεί ελεύθερος.

Τέλος, η διάθεση σημαντικού μέρους του προϋπολογισμού κάθε χώρας θα έπρεπε να προβλέπεται σε
ειδική διάταξη για τους σταθμούς αποτοξίνωσης, νοσοκομεία και κοινωνικούς λειτουργούς, που θα
ήταν ένα ακόμα βήμα στην αλυσίδα από τις απόπειρες που γίνονται και στην Ελλάδα για την θεραπεία
των τοξικομανών.

Τα διάφορα κράτη έχουν υποχρέωση, αγνοώντας τα συμφέροντα που κρύβονται πίσω από τα
ναρκωτικά, να λάβουν επείγοντα και δραστικά μέτρα εναντίον τους. Ειδάλλως, οι ευθύνες της
πολιτικής, πνευματικής ηγεσίας, των φορέων αλλά και των ιδιωτών θα είναι ιστορικές,

Μια κοινή, ανθρώπινη πολιτική θα μπορούσε να βάλει τα θεμέλια για την βελτίωση των κοινωνικών,
οικονομικών, ψυχολογικών συνθηκών που ευνοούν την χρήση τοξικών ουσιών και να οδηγήσει
σταδιακά στην εξάλειψη της πληγής αυτής.

Θρησκεία – Τέχνη & Ουτοπία
«Για τον ίδιο λόγο, οι εκκλησίες τους δεν έχουν εικόνες του Θεού, ώστε καθείς είναι ελεύθερος να τον
φανταστεί με όποια μορφή θέλει, ανάλογα με το ποιαν θρησκεία θεωρεί καλύτερη» THOMAS MORE
“Outopia”

Οι Ουτοπίες του 16ου αιώνος, οι οποίες εκφράζουν το επιθυμητό μοντέλο μιας ιδεώδους κοινωνίας,
πηγάζουν από την σύνθεση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και της εκ νέου αναδυομένης μορφής της
Αναγεννησιακής Ουτοπίας, μιας έκφρασης σκέψης και δράσης που θέτει στο επίκεντρο τον άνθρωπο.
Έχουν γεννηθεί από τις ουτοπίες του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και του Κικέρωνα. Όπως αναφέρει ο
μύθος: «Σόλων, Σόλων, εσείς οι Έλληνες είστε αιωνίως παιδιά. Κανείς Έλλην δεν είναι γέρων – Ο
Σόλων, άμα ήκουσε, του είπε: Πώς γίνεται αυτό; Τί εννοείς με αυτά που λέγεις; – Και κείνος απήντησε:
Όλοι είστε νέοι κατά την ψυχή, διότι δεν έχετε μέσα εις την ψυχήν σας καμία παλαιά γνώση δια την
αρχαίαν παράδοσιν ούτε και κανένα μάθημα παλαιό από την πολυκαιρία». Ο Πλάτων μιλά για την
εξαφάνιση και για την εμφάνιση της Ατλαντίδας, η οποία, αν και ήταν «άμα Λιβύης και Ασίας μείζων»
όπως λέει «σεισμών εξαισίων και κατακλυσμών γενομένων δύσα κατά της θαλάττης εξαίφνης
ηφανίσθη». Στενός φίλος του Πλάτωνα, ο Φίλων –για αυτούς τους δύο λεγόταν το ρητό «Ή ο Πλάτων
φιλωνίζει ή ο Φίλων πλατωνίζει»– ο οποίος έχει αναλυτικά γράψει για τον μύθο περί καταστροφής της
Αθήνας: «ΟΠΕΡ ΕΝ ΟΦΘΑΛΜΩ ΚΟΡΗ Η΄ ΨΥΧΗ ΛΟΓΙΣΜΟΣ, ΤΟΥΤ’ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΑΘΗΝΑΙ»
αναφερόμενος στην κόρη, στο μάτι, στον οφθαλμό της πόλης ενώ στο κείμενο «ΠΕΡΙ ΑΦΘΑΡΣΙΑΣ
ΚΟΣΜΟΥ» αναφέρεται στην εμφάνιση της Ατλαντίδας ως «κόρης του Πελάου» από ύμνο του
Πινδάρου: Χαίρε ω θεόδμητη, λαχταριστό, ποθητό στερνοπαίδι της Λητούς με τα λιπαρά πλοκάμια για
γόνιμες πλεξούδες, κόρη του Πελάγους του ακίνητου και πλατύσωμου υποχθόνιου τέρατος, Δήλο σ’
αποκαλούν οι θνητοί, Κενταύρισσα της κυανοπώγωνος Γης οι μακάριοι Ολύμπιοι θεοί, Τηλέφαντο
Αφροδίσιο Άστρο Αυγής».

*

Αυτή η μορφή Ουτοπίας με την σειρά της –και με επίκεντρο την Σχολή της Λυόν, Οίκο με πλούσια
ποίηση, λογοτεχνία, βιβλιοθήκη– έδωσε βάση στις ουτοπίες των Marx, Owen, Morelly, Dom Dechamps
και από αυτήν επηρεάστηκαν για τον «μελωδικό» μελλοντικό Παράδεισο οι Orwell, Simone Weil και
René Leynaud. Είναι η «Εύρω Πηγή της Ζωής», η «Θύρα του Παραδείσου», το «Αρχαίο Κάλλος».
Είναι το γνωστό «ΕΥΡΗΚΑ» του Ευκλείδη, η ΚΛΕΙΔΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ, η μουσική λειτουργία.
Επιζητούν να επικρατήσει η αρχή της ισότητας, να παταχθεί η ιδιοκτησία και να πάψει η εκμετάλλευση.
Οι ουτοπίες της Αναγεννήσεως δεν βρίσκονται στο μέλλον αλλά στο παρόν και σε απόσταση χώρου (η
Ουτοπία του More σε κάποιο νησί του ωκεανού ενώ του Campanella Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ στο
εσωτερικό της Κεϋλάνης). Δεν απευθύνονται, ωστόσο, προς συγκεκριμένο «κοινό» ή «ακροατήριο»
καθώς ο More απευθυνόταν στην κυρίαρχη τάξη, ο Campanella στους μοναχούς και ο Μίλτων σε μιαν
ιδεώδη συμβίωση όλων των πολιτών. Επιπλέον, αποδίδουν μεγάλη σημασία στην επιστήμη, στην
εκπαίδευση και στην απόκτηση της πραγματικής γνώσης. Θεωρούν ότι ο κόσμος είναι επίπεδος (βλ.
πίνακα του Χανς Χωλμπειν “ΟΙ ΠΡΕΣΒΕΥΤΕΣ”) και το αποδεικνύουν βάσει αστρονομικών οργάνων
και χαρτών. Σε ίση μοίρα θέτουν και την δημιουργία ευφυών, γερών και γενναίων απογόνων, οι οποίοι
με την «πρόοδο», την «τάξη» και τον «λόγο» θα βελτιώσουν ακόμα περισσότερο την κοινωνία.
Βασικός βοηθός στις επιδιώξεις για τελειότητα, ο Ένας Θεός, Θεός αγάπης, όχι όμως και
προκαθορισμένης μορφής –δεν υπάρχει ούτε προορισμός ούτε πεπρωμένο ούτε προκαθορισμός μοίρας,
η ερμηνεία των ουτοπιών αυτών είναι υποκειμενική– ούτε γραφτό. Ο καθένας κρίνει εάν το αποτέλεσμα
της σύνθεσης για την ιδεώδη κοινωνία ανταποκρίνεται ή όχι στο δικό του πρότυπο, σχέδιο. Μάλιστα,
για τον Βοηθό εκ της Σιδόνης λέγεται ότι τον είχαν περιβάλλει με σπάργανα (εξ ου και η Ιερά Σινδόνη
του Χριστού) εντός του κύκλου των Στωϊκών δογμάτων αλλά εξηγούν ότι αυτό έχει 3 σημασίες: α) ότι
οι Στωϊκή διδασκαλία πηγάζει από την «amor fati», την «μελέτη θανάτου» ή «αγάπη της ειμαρμένης»
που διδάσκει την στωϊκότητα, β) ότι πηγάζει από τα ύδατα της Στυγός, δηλαδή την ιερή πηγή των
αθανάτων με το όνομα «Στυξ», γ) ότι η αλήθεια είναι διαφορετική και πως το όνομα προέρχεται από
την Ποικίλη Στοά και τις θαυμάσιες τοιχογραφίες της και ότι, άρα, οι Στωϊκοί πρέπει να γράφονται
Στοϊκοί, δηλαδή οι φιλόσοφοι της Στοάς, της γαλαρίας ή του βάθους στο Σπήλαιο του Πλάτωνα και της
γέννησης του Χριστού. Περίφημοι Στοϊκοί, λοιπόν, ήταν ο Ζήνων, ο Κλεάνθης, ο Παναίτιος και ο
Χρύσιππος. Γύρω από αυτούς, σχηματίζεται μια χρυσοποίκιλτη, πλεκτή εσθήτα, ένας χιτώνας υφαντός
με χρυσές κλωστές της ζωφόρου των γλυπτών του Παρθενώνος Πολυκλείτου, Μύρωνος, Μνησικλέους
και Καλλικλέους και φθάνει ως τις κατακόμβες, τις ληκύθους και τους «κρατήρες» των Γεωμετρικών
Αγγείων και, ειδικότερα, τους ζωγράφους Πολύγνωτο, Έκφαντο και Αγάθαρχο. Γύρω από τον καθέναν,
υπάρχει ένας ολόκληρος κύκλος μαθητών, σχηματίζεται ένα σχέδιο, ένα πατρόν, ένα μοντέλο, ένα
πρότυπο. Αυτό λέγεται «Σχέδιο Αναγεννήσεως» – Ουτοπία.

*

Όλες οι Ουτοπίες αναφέρονται σε ζητήματα όπως η εργασία (την οποία περιορίζουν κατά πολύ), η
κοινοκτημοσύνη προσώπων και αγαθών, ο έρως, η κοινωνική διαστρωμάτωση, ο προορισμός της
ψυχής, η χρήση βίας. Αυτά τα θέματα απασχολούν την ουτοπική «προγραμματολογία» της Αναγέννησης
με γνώμονα και μέτρο τον άνθρωπο. Παραγκωνίζεται η υλική ευημερία, χάρη του πνευματικού
πληρώματος. Ο άνθρωπος, ως αξία ανεκτίμητη, μένει ανυπότακτος και στηρίζεται στην δύναμη της
βούλησής του, του «θελήματός» του. Η ουτοπία δεν είναι τέχνη. Ασφαλώς, όμως, αποτελεί δημιουργία,
η οποία εντάσσεται σε μιαν γενικότερη σφαίρα «ποίησης» ανώτερης από την φιλοσοφία. Ο Πλάτων δεν
ήταν καλλιτέχνης και εξοβέλιζε την μυθική σκέψη από την δημιουργία, την οργάνωση της ιδεατής
κοινωνίας. Ήταν, όμως, «ποιητής» και χρησιμοποίησε τον μύθο για να προσεγγίσει την ιδέα του καλού,
το Αιώνιο Αρχέτυπο του Αγαθού, αιτίας και σκοπού του «κόσμου». Κατά τον ίδιο τρόπο, δημιούργησε
τέχνη –το λεγόμενο «Σύμπαν του Καλό»– ο χαράκτης Jacques Callot. Στον «ΦΑΟΥΣΤ» του Γκαίτε:
καθώς ο Φάουστ περιμένει να του δοθεί το ελιξήριο της νεότητας, κοιτάζει σε έναν καθρέφτη και
αντικρύζει, εκστατικός, μιαν όμορφη γυναίκα. Δεν γνωρίζει, ωστόσο, ότι η εικόνα αυτή είναι πλάσμα
της φαντασίας του. Δίνει ο ίδιος σάρκα και οστά στο ιδανικό του, όπως και οι πολίτες της Ουτοπίας του
Thomas More. Στην θρησκεία, είναι ο Θωμάς που θέτει «τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων» στο
«Μαγικό Βουνό» είναι ο Thomas Mann, ο άνθρωπος και ο γιος του, στην λογοτεχνία, Klaus Mann o
οποίος είναι ο σύνδεσμος μεταξύ Αντρέ Ζηντ, Όργουελ, Καμύ, Σιμόν Βέϊλ, Καίσλερ, Ντε Γκωλ –ένας
ακόμα ολοκληρωμένος και αυτόνομος κύκλος βασισμένος στην Ελλάδα. Ο Θεός τους, αν ήταν
έγχρωμοι οι ίδιοι, θα ήταν και αυτός έγχρωμος. ΥΠΑΡΧΕΙ, όμως, εκ των προτέρων. Αποδεικνύεται,
θέλουν να τον πλησιάσουν, να τον προσεγγίσουν, τους είναι γνωστός από πριν ο Θεός, τον ζητούν:
Αποδεικνύει ότι η Γη ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ στρογγυλή: «Δεν υπάρχει ούτε καν μία λογική αιτία που να εξηγεί
γιατί η Γη είναι στρογγυλή. Το ότι η επιφάνεια της Γης είναι καμπυλοειδής, δεν συνεπάγεται και ότι η
Γη είναι σφαιρική. Μπορεί το σχήμα της Γης να είναι ελλειψοειδές, σαν ένα αυγό-πώς θα στηριχτεί;
Ούτε και για τον Ήλιο και την Σελήνη δεν ξέρω αν αυτά τα δύο σώματα είναι σφαιρικά. Γνωρίζω
μονάχα ότι φαίνονται στρογγυλά. Και γιατί η Γη πρέπει να έχει εξ ανάγκης το ίδιο σχήμα με τον Ήλιο
και την Σελήνη; Κι επειδή, δηλαδής, η σκια της Γης, όταν πέφτει στο φεγγάρι κατά την διάρκεια των
εκλείψεων και μοιάζει σαν να είναι η σκια ενός στρογγυλού αντικειμένου, γνωρίζω ότι οι εκλείψεις
στην επιφάνεια της Σελήνης προκαλούνται από την σκια της Γης; Αφού και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι (που
θεωρούσαν ότι ο Ήλιος γυρίζει γύρω από την Γη) κι αυτοί μπορούσαν να κάνουν πρόγνωση για τις
εκλείψεις!».

Απόδειξη που λέγεται στα μαθηματικά «Εις Άτοπον Απαγωγή», ΟΠΕΡ ΕΣΤΙ ΔΕΙΞΑΙ. Το ίδιο και στον
μύθο του σπηλαίου, ο «ποιητής των όλων», η φάτνη στην «ΠΟΛΙΤΕΙΑ» του Πλάτωνα. Η διαλεκτική
αυτή, της ανάλυσης και της σύνθεσης, της διάκρισης και ταξινόμησης εννοιών, είναι μια τέχνη. Τεχνική
ανάλυση, ανάλυση μετοχών, έκθεση, έργο, πίνακας, τάξη, πρόβλημα, λύση, γεωμετρία, χάρτης, σχέδιο,
θησαυρός. Η ουτοπία εκφράζει με τον τρόπο της ό,τι εκφράζει και η τέχνη. Και, ειδικότερα, η
Αναγεννησιακή Τέχνη. Θέτει τον άνθρωπο ως κέντρο. Κέντρο τίνος; Μα, του Κόσμου. Δημιουργεί ένα
Σύστημα και θέλει να το θεμελιώσει με βάση στήριξης της φιλοσοφίας του τον Άνθρωπο.

*

Δείτε το παράδειγμα με την ανάλυση ενός αντικειμένου: ενός κουτιού με την μορφή κύβου. Δεν υπάρχει
οπτική γωνία θέασης από την οποία το κουτί να δίνει την όψη ενός κύβου. Κανείς ποτέ δεν βλέπει παρά
επίπεδες πλευρές. Αν κανείς πάει γύρω από το κουτί, τότε γεννιώνται μια απεριόριστη ποικιλία
φαινομενικών μορφών. Καμιά, όμως, από αυτές τις όψεις δεν είναι κύβος. Καμιά από τις φαινομενικές
όψεις ή θεάσεις του κουτιού δεν είχε την μορφή ενός κύβου αλλά όποιος περιέστρεφε το κουτί ολόγυρα
ήξερε ότι η κυβική μορφή είναι αυτή που αποφασίζει για την μεταβλητότητα της κάθε φαινομενικής
όψεως. Αυτός ο καθοριστικός παράγοντας συνθέτει τόσο καλά στα μάτια μας το σώμα του αντικειμένου
που, κοιτάζοντας το κουτί, πιστεύουμε ότι βλέπουμε έναν κύβο –κάτι, όμως, που ποτέ δεν συμβαίνει
(ποτέ δεν βλέπουμε κύβο, δηλαδή). Από τις φαινομενικές όψεις που παράγει η προοπτική ποτέ δεν
προκύπτει σχέση με τον κύβο. Κανείς ποτέ δεν έχει βάλει το δάκτυλό του –ούτε θα το κάνει ποτέ– επί
τον τύπον (για τους ίδιους λόγους) ενός κύβου. Η μορφή του κύβου διαφέρει από όλες τις αντιλήψεις,
είναι έξω από αυτές, υπερβαίνει το επίπεδό τους. Την ίδια στιγμή, όμως, η μορφή του κύβου συνθέτει
την ενότητά τους. Επίσης, συνιστά την αλήθειά τους. Το γνωρίζουμε αυτό τόσο καλά, με όλην μας την
καρδιά: ότι κάθε φορά που βλέπουμε ένα κουτί, εμείς πιστεύουμε ότι βλέπουμε άμεσα, πραγματικά έναν
κύβο. Αυτήν την μελέτη προοπτικής και προβολής είχε αναλάβει να κάνει στο στούντιό του ο Λέων
Βαπτιστής Αλμπέρτι. Και ο ζωγράφος Albrecht Duhrer, όμως, θεωρούσε τον εαυτό του «Salvator
Mundi», «Σωτήρα του Κόσμου» της Αναγεννήσεως και είχε αναλάβει την προβολή των έργων τέχνης.
Δείτε την επίλυση των προβλημάτων προοπτικής και βάθους στα έργα του Φλαμανδού Ντιρκ Μπουτς:
«ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ»,«ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ»,
«ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ» (15ος αι). Καλλικλής και Μνησικλής ανήκουν στους Μαθητές του
Δασκάλου. Αυτή είναι η σκέψη που ολοκληρώνει το θέμα του αντικειμένου. Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ
ΟΥΤΟΠΙΑΣ, άρα, εμπεριέχει τόσο την υποκειμενική ανάλυση του ενός, όπερ εστί μεθερμηνευόμενον
του δημιουργού της –όσο και τις αντιλήψεις του αναγνώστη που επιμελείται του δημιουργήματος. Κι
εδώ υπάρχει στράτευση συχνά, από τους υποστηρικτές των Ουτοπιών (Marx, Sorel ενδεικτικά). Η τέχνη
και η ουτοπία θέτουν ερωτήματα και δίδουν απαντήσεις που δεν αξιώνουν την ολοκληρωτική αποδοχή
τους αλλά θέλουν να είναι η τελείωση, το τελευταίο, αρμονικότερο και δικαιότερο, κοινωνικό σύστημα.
Από την άλλη μεριά, από τον Πλάτωνα, τον Θέωνα, τον Θεόγνιν ως τον Χριστό και τον Campanella στα
γραφτά κείμενα γίνεται λόγος για την αθανασία της ψυχής, για την διαμάχη Καλού-Κακού, θέματα τα
οποία έδωσαν τροφή σε νέους προβληματισμούς και σηματοδότησαν νέες εποχές αντίστοιχα στην
ανθρώπινη σκέψη. Οι ιδέες αυτές, ωστόσο, και πάλι προϋπήρχαν. Όπως προϋπάρχει και κάθε ιδέα, η
οποία όμως αποκαλύπτεται ως γνώση πια και πλήρης κατανόηση από κάθε πολιτική θεωρία. Με ίδιο
τρόπο η τέχνη και η πολιτική θεωρία –ουτοπική και μη– αποκρυσταλλώνουν με υποκειμενικότητα και
με δυνατότητες για περαιτέρω βελτίωση ιδέες (όπως απελευθερώνεται ο δεσμώτης του Σπηλαίου, της
Φάτνης ή της Στοάς και αντικρύζει τα πραγματικά όντα και όχι τις σκιες τους). Με την μέθοδο αυτή, η
τέχνη, η ουτοπία, η επιστήμη, η φιλοσοφία ετοιμάζουν την εφαρμογή των θεωριών τους στον πολιτικό
στίβο. Το Άτομο υπακούει, υποκύπτει, δίνει την μαρτυρία του, σέβεται τους νόμους αλλά αντιστέκεται.
Ξέρει να διαβάζει, να αναγιγνώσκει, να ερμηνεύει καλύτερα. Το άτομο ξέρει καλύτερα τους νόμους, ΤΟ
ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ, από δικαστές, εισαγγελείς και αστυ-Νομικούς. Το Άτομο δίνει αγώνα
αντίστασης κατά του Κράτους –το τέλειο θα ήταν, φυσικά, η βασιλεία των Σοφών.

Εξάλλου, την ίδια εποχή με κάθε ουτοπία αναπτύσσεται και η τέχνη, η οποία ανταποκρίνεται στα ίδια
αιτήματα, στις ίδιες απαιτήσεις, στις ίδιες αξιώσεις, στα ίδια αξιώματα. Αξίωμα είναι αίτημα, τίτλος
τιμής και ευγενείας, βαθμός αλλά και γεωμετρικός όρος. Στην Αναγέννηση, στο επίκεντρο τόσο της
τέχνης όσο και της ουτοπικής δημιουργίας, τίθεται εκ των πραγμάτων, από την ανάγκη για ισότητα ο
άνθρωπος. Η ισότητα και πάλι είναι γεωμετρικός όρος. Χωρίς να είναι τέχνη, η ουτοπία βρίσκεται
παράλληλα σε αυτήν. Επιδέχεται, ωστόσο, ακόμα περισσότερες ερμηνείες από ένα έργο τέχνης, το
οποίο είναι απτό, πραγματικό, ψηλαφητό. Η συνεισφορά τους όμως είναι η ίδια, όπως και κάθε αγνού
ανθρώπινου δημιουργήματος που δεν αποσκοπεί στην επιβράβευση απλώς ή στον θαυμασμό αλλά
εκφράζει τις πιο βαθειές ανησυχίες, της ψυχής και της σκέψεως. Στους τόπους που δημιουργούνται,
όμως, ορισμένες ιδανικές πόλεις, τόπους ασύλου και σύλληψης των ικετών στων Ελλήνων τα Ιερά,
πρέπει να υπάρχει μια αίσθηση ισορροπίας του ατόμου, πρέπει να είναι το περιβάλλον ιδανικό για το
συγκροτημένο άτομο, με μέτρο άριστον. Θα πρέπει να υπάρχει η ευωδιά της φύσεως. Δεν θα πρέπει να
υπάρχει η σημερινή μαζική δημοκρατία που περιέχει την τυραννία της πλειοψηφίας. Οι ΝΟΜΟΙ του
Πλάτωνα δεν τελείωσαν ποτέ, έμειναν ανολοκλήρωτοι: ΔΕΝ ΗΡΘΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΩ ΑΛΛΑ ΓΙΑ
ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΩ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ –όπως θα έλεγε μια φίλη μου «Η εξίσωση της Παραβολής είναι η
συνάρτηση που αποτελεί το «αναλογικό μέσο» μεταξύ μιας σταθεράς και μιας μεταβλητή. Η εφεύρεση
του «ολοκληρωτικού λογισμού» αποδίδεται στον Εύδοξο, ο οποίος σχηματοποίησε την θεωρία των
πραγματικών αριθμών και έθεσε το εξής αξίωμα:

ΑΞΙΩΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (κακώς είναι γνωστό ως αξίωμα του Αρχιμήδη)

«ΔΥΟ ΠΟΣΟΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΑΝΙΣΑ ΟΤΑΝ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΕΡΒΕΙ
ΚΑΘΕ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΗΝ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΤΗΣ»

Ο Εύδοξος βρήκε τον όγκο της Πυραμίδος και του Κώνου, ο Αρχιμήδης βρήκε το τετράγωνο της
Παραβολής. Άρα, πρόκειται για ένα ζήτημα «ολοκληρώματος» ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ. Το ζητούμενο αφορά
το άθροισμα των όρων μιας γεωμετρικής προόδου άπειρης. Στο πεδίο των ακέραιων αριθμών, είναι
δυνατόν το 1 και το 1 να παραμένει το ένα δίπλα στο άλλο εις τους αιώνας των αιώνων. Ποτέ δεν θα
κάνουν 2 –εκτός αν μία διάνοια εκτελέσει την πράξη της πρόσθεσης. Το πρόβλημα του διπλασιασμού
του κύβου ο Μέναιχμος, μαθητής του Πλάτωνα, το έλυσε και εφηύρε την Παραβολή, την Ισόπλευρην
Υπερβολή και την Λειτουργική Συνάρτηση. Και ο Εύδοξος, τέλος, επεξεργάστηκε ολόκληρο το
σύστημα αστρονομίας των Αρχαίων Ελληνικών. Το ξαναγράφω, για να γίνει αντιληπτό: δεν πρόκειται
για σύστημα των Αρχαίων Ελλήνων –είναι απλώς μεταφραστικό λάθος των Αγγλικών. Είναι το σύστημα
των Αρχαίων Ελληνικών. Σύστημα Αστρονομίας του Κόσμου. Ο «κόσμος» συμβολίζει τον ουρανό και
τ’ άστρα σε κάθε τόπο της Γης καθώς και όλα τα έμψυχα (ζώα και φυτά) που βρίσκονται σε αυτήν την
χώρα. Υπαινισσόμενος τους χορούς και τις περιστροφές των άστρων– κι ο Αναξαγόρας, όταν τον
ρώτησαν γιατί προσπαθούσε να διανυκτερεύει στην εξοχή και στην ύπαιθρο, απάντησε: «ΤΟΥ ΤΟΝ
ΚΟΣΜΟΝ ΘΕΑΣΑΣΘΑΙ». Κι ο «θείος» Πλάτων μετά το ρητό «ΦΘΟΝΟΣ ΕΞΩ ΘΕΙΟΥ ΧΟΡΟΥ
ΙΣΤΑΤΑΙ», πρόσθεσε το μάτι κλείνοντας: «Τ’ αστέρια είναι μοντέλα της Θεότητας που τα ‘χει σκαλίσει
σε γλυπτά ο ίδιος ο Θεός». Αυτή είναι, άρα, η Τέχνη της Αναγεννήσεως: μέσω των στιγμάτων του
πυρός, όπως το παιδάκι που ΑΙΩΝ ΠΑΙΣ ΕΣΤΙ ΠΑΙΖΩΝ παίζει στην άμμο, ΔΙΑ ΠΥΡΟΣ ΚΑΙ
ΣΙΔΗΡΟΥ, δημιουργεί τον κόσμο EX NIHILO, εκ του μηδενός -και μέσω της Αναγεννήσεως οδηγεί
στην Παλιγγενεσία.

«NIHIL DURARE POTEST TEMPORE PERPETUUM».

Στα ερείπια της Πομπηΐας σε στήλη το ρητό, η επιγραφή, δεν σημαίνει ότι «τίποτε δεν μπορεί να
διαρκεί για πάντα» αλλά –με έμφαση και τονισμό και ρυθμό στο λάτιν «ποτές», τί ειρωνεία, Θεέ μου!
σημαίνει

«ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΙΑΡΚΕΙ ΑΙΩΝΙΑ»

Και, επιτέλους, αυτός ο «ΜΗΔΕΙΣ ΑΓΕΩΜΕΤΡΗΤΟΣ» ή ο «ΜΗΔΕΝΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ
ΜΑΚΑΡΙΖΕ» ποιός θα πει ότι είναι ο Μίδας, ο Κανένας, ο Νέμο, ο Οδυσσεύς; Με μια λέξη, όπως θα
‘λεγε ο Δάντης: «ΤΙΣ Δ’ ΕΣΤΙ ΔΟΥΛΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΕΙΝ ΑΦΡΟΝΤΙΣ ΩΝ;»

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ

Απαρχές: Φυλή Guaran → “Land Without Evil” Βραζιλία, Αραβία

Ταοϊσμός, Βουδισμός, Μεσαιωνικός Μουσουλμανισμός, Κίνα, Ιαπωνία, Ινδία.

Ελληνιστικές νοβέλλες, διηγήματα → Λουκιανός

1516 “Nusquama” = Nowhere Thomas More Έρασμος

Ου + Τόπος = Ουτοπία - Ευτοπία/E.U.topia KHΠΟΣ ΤΗΣ ΕΔΕΜ

Guillamme Budé, Γάλλος ανθρωπιστής → “Udepotia” = Neverland

Germaine de Brie/Brixius “Antimorus”

1595 Sir Philip Sydney «Άμυνα Ποίησης» → Ουτοπία και Ποίηση υπεράνω φιλοσοφίας και ιστορίας
διότι οδηγούν στην αρετή. Η Ουτοπία αποτελεί ομιλούσα εικόνα.

Θερβάντες – Σεξσπηαρ – Βάκων → Η ΝΕΑ ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ

16ος αιών Σχολή Λυόν Ποίησης + Βιβλιοθήκη Rene Leynaud → Λυόν – Λύνω – Σελήνη - Rene Char
1642 John Milton – Samuel Hartlib → Μοντέλο Ιδεώδους Κοινωνίας

1647 Peter Chamberlen → ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΟΥΤΟΠΙΑ

ΠΑΓΚΟΣΜΙΕΣ

ΠΑΝΣΟΦΙΚΕΣ ΟΥΤΟΠΙΕΣ: Campanella, Andreae, Comenius, Leibniz

18ος αιών. Morelly, Dom Dechamps, Restif de la Brettone, Condorcet, Charles Fourier: λογικές,
συστηματικές ουτοπίες για πολιτική δράση – χρήση βίας, επανάσταση, μηχανισμοί προπαγάνδας,
ντετερμινισμός, τυφλή ιστορική μοίρα: Owen, Saint – Simon, Marx

ROUSSEAU Mοναχική

ΟΥΤΟΠΟΓΡΑΦΟΙ: οι συγγραφείς ουτοπιών

ΟΥΧΡΟΝΙΑ / Charles Renouvier: Φανταστική ιστορία του παρελθόντος που βασίζεται στην υπόθεση
ότι ένα κρίσιμο γεγονός θα είχε διαφορετική κατάληξη

ΕΥΧΡΟΝΙΑ = Zukunftsroman

ΕΥΨΥΧΙΑ / Abraam Maslow: Ιδεώδης κατάσταση συνειδητοποίησης

Thomas More → King Utopus , ποτάμι Άνυδρος

Σύγχυση με προφητεία

More/Patrizi, Bacon/Campanella, Andreae/Morelly, Fénelor/Condorcet, Restif de la Bretton/Edward
Bellamy, H.G. Wells/Hertzka, Wilhelm Reich/Norman Brown, Erich Fromm/Herbert Marcuse.

Σχιζοφρένεια: Μαργαρίτα Καβέντις/Μοναχική Ουτοπία: Giulio Clemente Scotti

ΙΣΤΟΡΙΚΑ Κριτική προς Ουτοπία: «Πολιτικά 2» Αριστοτέλη, Ερρίκος του Άλεφεντ 1704,

Louis Reybayd 1840, Robert von Mohl.

(Κακή χρήση) Ουτοπίας : Μαρξισμός, Φασισμός (George Sorel)

Ortega Y Gasset, Karl Popper, Arnold Toynbee: περιφρονούσαν, χλεύαζαν, θεωρούσαν την ουτοπία ως
σύμπτωμα που υποβιβάζει τον πολιτισμό.

Ο Μέλβιν Λάσκυ συνδέει το 1976 θεωρία και πράξη: «ΟΥΤΟΠΙΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ»

Karl Mannheim, Raymond Ruyer, Georges Duveau, Martin Buber, Ernst Bloch, Friedrich Ludwig
Polak, Roger Muchielli, Jean Servier. Οι Ουτοπίες γεννούνται από ουτοπίες και ασχολούνται με:
εργασία, διακυβέρνηση, αγάπη, γνώση, θρησκεία, ομορφιά, ζωή, θάνατο.

Πλάτων: μύθος, λόγος «ΠΟΛΙΤΕΙΑ»/ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ («Πολιτικά»)/ΚΙΚΕΡΩΝΑ (“Offices”).

Αναγέννηση: Χριστιανισμός + Ελληνισμός «Ιδεώδης Πολιτεία»
Ομιλούσα εικόνα: Όμηρος, Ησίοδος, Οβίδιος, Ξενοφών, Αριστοφάνης, Λουκιανός

ΤΡΟΠΟΙ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

Γεωγραφικά, Ιστορικά, Ψυχολογικά, Μυθικά, Φιλοσοφικά, Κοινωνικά, Μονοδιάστατα.

Νησιά μακρινά, απομονωμένες κοιλάδες (Ρώμη), βουνά, διάστημα, Σελήνη, Ήλιος, Άρης, Αφροδίτη.

Μετά το 1600: Kepler Σελήνη, Wilkins, Godwin, Cyrano de Bergerac

H ουτοπία γραπτό κείμενο, γράφεται από έναν, μοναδική δημιουργία

Όχι Τέχνη: ικανοποιεί την δίψα, παρακινεί πνεύμα – και σώμα σε νέες δυνατότητες, είναι το όνειρο της
δίκαιης τάξης πραγμάτων, συνεργεί σε κάθε φιλοσοφική αξιολόγηση της κοινωνίας, έκφραση
απελπισμένων στρωμάτων που πλήρωσαν μετάβαση από μεσαίωνα σε αστική κοινωνία

Φταίει η ιδιοκτησία, ο πλούτος ως κατοχή των μέσων εργασίας, εκμετάλλευση/ενιαία ανθρωπότητα,
«οικουμενική μοναρχία». Η θρησκεία αποτελεί το σκεύος που διατηρεί ανόθευτα: δικαιοσύνη, άγια
κοινότητα. Ο άνθρωπος δεν είναι κακός από την φύση του. Αρχή της ισότητας. Το ιδιωτικό συμφέρον
είναι πανούκλα, πυρετός. Οι Ουτοπίες βρίσκονται σε απόσταση χώρου και όχι χρόνου. ΠΕΙΘΩΣ,
ΠΟΝΗΡΙΑ, ΒΙΑ.

More, Campanella: Καθολικοί.

Η Ουτοπία του Μωρου σε νησί του ωκεανού, του Campanella στην KeyLand.

(Wells – TO ΝΗΣΙ ΤΟΥ Δρ. Μορώ) - Καμύ «NEMO HABET IN SUO NISI» - «NEMO BONUS»

Εργασία 6/9 ώρες

Συνεταιρισμός ελεύθερων πολιτών/πρότυπο μεσαιωνικών μοναστικών ταγμάτων

ΕΠΙΣΤΗΜΗ, ΕΥΓΟΝΙΚΗ. Ο More θέλει να πείσει τους κυρίαρχους, ο Campanella τους μοναχούς

THOMAS MUNTZER: ανυπόμονος Χριστιανός

«Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ»

Πεδιάδα κάτω από τον Ισημερινό, Λόφος, επτά κύκλοι, 4 πύλες και δρόμοι, 7 τείχη, ναός, 7 πλανήτες,
Ιερέας Βασιλιάς/Μεταφυσικός, Δύναμη, Σοφία, Αγάπη, Κοινοκτημοσύνη, Εκπαίδευση, Τέχνη, Νόμος,
Καύση νεκρών, Αθανασία ψυχής
ΠΛΑΤΩΝΟΣ «ΠΟΛΙΤΕΙΑ»

Ο ΜΥΘΟΣ του ΣΠΗΛΑΙΟΥ και των ΔΕΣΜΩΤΩΝ

Η ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ (Τίμαιος)

Θεωρία των Ιδεών: ψυχή, προσωματική περίοδος, ανάμνηση, νοσταλγία, αιώνιο αρχέτυπο.
ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ: διάκριση εννοιών.

Αληθινά όντα μόνο τα αρχέτυπα των αισθητών, οι ιδέες, αιώνιες οντότητες.

Η ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ είναι ένα σύνολο όλων των αιτίων, απόλυτος σκοπός.

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ: Η ψυχή ανάμεσα σε ιδέες και φαινόμενα, θεία καταγωγή, όχι ιδέα. Η αρετή
είναι διδακτή. Πνευματική και ηθική προαγωγή. Καταμερισμός εργασίας, άκρατος ιδεαλισμός.

«ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ», κριτική σε μαζική δημοκρατία, επίγνωση άγνοιας, ένας Θεός,
«ΚΡΙΤΩΝ», σεβασμός σε νόμους, Επαΐοντες

«ΦΑΙΔΩΝ», Αθανασία ψυχής