ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (της ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ

)

Μετάνοια / Απόθεση και ένδυση
Ένα εγερτήριο σάλπισμα μετανοίας θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί το
αποστολικό αυτό ανάγνωσμα. Ο απόστολος Παύλος απευθυνόμενος στους
Χριστιανούς, λέει: Είναι πλέον ώρα να σηκωθούμε από τον ύπνο της
αμέλειας. Διότι τώρα η ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας είναι πλησιέστερη σε
μας παρά τότε που πιστεύσαμε. Η ζωή αυτή, που μοιάζει με νύχτα σκοτεινή,
προχώρησε, ενώ η ημέρα της άλλης ζωής πλησίασε. «Ἀποθώμεθα οὖν τὰ
ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός». Ας πετάξουμε
λοιπόν από πάνω μας τα έργα της αμαρτίας που γίνονται στο σκοτάδι, κι ας
ντυθούμε σαν όπλα τα φωτεινά έργα της αρετής. Όπως συμπεριφέρεται
κανείς την ημέρα, που τα βλέμματα πολλών τον παρακολουθούν, έτσι κι εμείς
ας συμπεριφερθούμε με ευπρέπεια και σεμνότητα· όχι με άσεμνα φαγοπότια
και μεθύσια, ούτε με πράξεις αισχρότητας και ασέλγειας, ούτε με φιλονικίες
και ζηλοτυπίες. Αλλά να ενδυθούμε σαν ένδυμα της ψυχής μας τον Κύριο
Ιησού Χριστό, ώστε στον όλη ζωή μας να μοιάζουμε μ’ Αυτόν.
Με το όλο ιερό κείμενο ο άγιος Απόστολος μας καλεί σε μετάνοια και
εγρήγορση και μας ζητεί να κάνουμε δύο ενέργειες: πρώτα να πετάξουμε από
πάνω μας τα έργα της αμαρτίας, κι έπειτα να ντυθούμε και να οπλισθούμε με
τα όπλα του φωτός και της αρετής. Να μισήσουμε δηλαδή την αμαρτία και τα
έργα της, και να αγαπήσουμε τον Χριστό και την αρετή. Να αφήσουμε τη
νύχτα και τα αμαρτωλά της έργα, και να ζήσουμε πλέον μέσα στο φως της
ημέρας, της νέας εν Χριστώ ζωής. Διπλό λοιπόν το έργο της μετανοίας,
ξερίζωμα και ένδυση, μίσος και αγάπη, απάρνηση της αμαρτίας και αφοσίωση
στον Χριστό. Ας μη νομίσουμε ότι το κάλεσμα αυτό δεν μας αφορά, αλλά
αφορά μόνο τους ανθρώπους που βρίσκονται μακριά από τον Θεό. Καθώς
εισερχόμαστε στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η Εκκλησία μας επέλεξε
αυτό το αποστολικό ανάγνωσμα για να καλέσει όλους – κι εμάς που
νομίζουμε ότι είμαστε προοδευμένοι Χριστιανοί – σε μετάνοια. Διότι αν
ψάξουμε καλά μέσα στην ψυχή μας, θα δούμε ένα σωρό πάθη και επιθυμίες
αμαρτωλές, σκέψεις και φρονήματα σκοτεινά. Αλλά και στην καθημερινή μας

1
ζωή κάθε τόσο πέφτουμε στα ίδια και στα ίδια. Ας ξυπνήσουμε λοιπόν από
τον λήθαργο της αδιαφορίας και της αμέλειας. Ιδιαιτέρως τώρα καθώς
μπαίνουμε στο στίβο των πνευματικών αγώνων. Ας κάνουμε ένα νέο ξεκίνημα
με ζήλο. Και θα το ευλογήσει ο Θεός.
Κατάκριση
Στη συνέχεια ο απόστολος Παύλος αναφέρεται στο θέμα των φαγητών
που ταλαιπωρούσε τότε τους Χριστιανούς. Λέει λοιπόν ο θείος Απόστολος: Να
δέχεσθε με καλοσύνη εκείνον που είναι αδύνατος στην πίστη και εξαρτά τη
σωτηρία του και από τη διάκριση των φαγητών και των ημερών, χωρίς να
συζητάτε και να επικρίνετε τις ιδέες του. Άλλος βέβαια πιστεύει ότι δεν
απαγορεύεται να φάει όλα τα φαγητά. Ενώ ο αδύνατος στην πίστη τρώει
λαχανικά και αποφεύγει τις άλλες τροφές από το φόβο μήπως μολυνθεί απ’
αυτές. Εκείνος που λόγω της ισχυρότερης πίστεώς του τρώει απ’ όλες τις
τροφές, ας μην περιφρονεί ως στενοκέφαλο εκείνον που δεν τρώει απ’ όλες.
Κι αυτός που δεν τρώει απ’ όλα, ας μην κατακρίνει εκείνον που τρώει.
Άλλωστε ποιος είσαι εσύ, που κατακρίνεις ξένο δούλο; Αυτός δεν έχει
εσένα Κύριο αλλά τον Θεό. Για τον Κύριό του λοιπόν μένει σταθερός ή πέφτει
πνευματικά. Μάθε λοιπόν ότι, ενώ εσύ τον κατακρίνεις, αυτός θα μείνει
σταθερός στην πίστη, διότι ο Θεός έχει τη δύναμη να τον ανορθώσει και να
τον στερεώσει.
Παίρνοντας αφορμή από το ζήτημα των τροφών ο θείος Απόστολος
ξεσκεπάζει το φοβερό πάθος της κατακρίσεως, που πάντοτε ταλαιπωρούσε
και ταλαιπωρεί ιδιαιτέρως τους πιστούς. Αν εξετάσουν προσεκτικά τον εαυτό
μας, θα δούμε πόσο πάσχουμε κι εμείς στο θέμα της κατακρίσεως. Πόσο
εύκολα ανοίγουμε το στόμα μας για να κρίνουμε τους άλλους αδελφούς μας.
Και μας εγκαλεί ο απόστολος Παύλος και μας ρωτά: Ποιοι είμαστε εμείς που
κάνουμε τους δικαστές των άλλων; Με ποιο δικαίωμα αρπάζουμε το δικαίωμα
του Θεού, που είναι ο μόνος κριτής όλων μας;
Επιπλέον όταν κατακρίνουμε, χωρίς να το καταλαβαίνουμε
αποκαλύπτουμε την κακία που έχουμε για τους αδελφούς μας, και τον μεγάλο
εγωισμό μας. Νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα κι ότι έχουμε το δικαίωμα να
καυτηριάζουμε τα λάθη των άλλων. Κατακρίνουμε αυτά που βλέπουμε, και
δεν ξέρουμε ότι οι άλλοι μπορεί να μετανόησαν, ενώ εμείς μένουμε σκλάβοι
στο ολέθριο πάθος μας. Κατακρίνουμε διότι δεν αποκτήσαμε ακόμη
συναίσθηση και φροντίδα για τα δικά μας αμαρτήματα. Εμείς καθημερινά
σφάλλουμε σε χειρότερα αμαρτήματα και κατακρίνουμε τους άλλους!
Διώχνουμε όμως έτσι τη Χάρη του Θεού και παραχωρεί ο Θεός και πέφτουμε
στα ίδια αμαρτήματα, κάποτε και σε άλλα βαριά, ακόμη και σε σαρκικά, για
να ταπεινωθούμε και να μετανοήσουμε. Ας προσέξουμε λοιπόν πολύ, κι ας
ζητήσουμε με μετάνοια από τον Θεό να μας δώσει τη χάρη του να
απαλλαγούμε από την κατάκριση. Διαφορετικά με την κατάκριση οδεύουμε σ’
έναν από τους συντομότερους δρόμους για την κόλαση.
2
«Γιατί ελιές και όχι λάδι;»

«Τώρα ποῦ μπήκαμε στήν περίοδο τῆς νηστείας ἔχω, μαζί μέ ἄλλους, δύο
ἀπορίες. Ἡ πρώτη ἔχει σχέση μέ τήν ἑβδομάδα τῆς Τυροφάγου: Γιατί
ἐπιτρέπεται τό γάλα καί τά γαλακτοκομικά προϊόντα καί δέν ἐπιτρέπεται τό
κρέας; Ἀπαγορεύονται τά κοτόπουλα καί ἐπιτρέπονται τά αὐγά. Ἡ δεύτερη.
Γιατί στόν καιρό τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς δέν τρῶμε ψάρια καί τρῶμε τά
«θαλασσινά» καί τό χαβιάρι ἤ μερικές φορές τρῶμε ἐλιές καί ὄχι λάδι;»
Εὔστοχη ἀπάντηση καί στά δύο ἐρωτήματα ἔχει δώσει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ
Πάριος, μεγάλος διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας. Γράφει σ’ ἕνα γιατρό:
«Κατηγορεῖς τόν φίλο σου ἐπειδή τήν ἑβδομάδα τῆς Τυρινῆς τρώγει αὐγά δέν
τρώγει ὅμως τήν κότταν ποῦ γεννᾶ τά αὐγά… Ἀλλά ποία σύγκρισις ἠμπορεῖ
νά γίνη μεταξύ του αὐγοῦ, ποῦ δέν εἶναι ζῶον καί τῆς κόττας, ποῦ εἶναι ζῶον;
Τό αὐγό εἶναι πολύ κατώτερον ἀπό τήν ὄρνιθα. Καί ὡς ἀπόδειξιν ἐπικαλοῦμαι
τήν δικήν σας γνώμην, δηλαδή τήν γνώμη τῶν ἰατρῶν. Εἰς ὅσους εἶναι
ἄρρωστοι καί ἀρχίζουν νά εἰσέρχωνται εἰς τό στάδιον τῆς ἀναρρώσεως
ὁρίζετε ὡς τροφήν τά μικρά καί τρυφερά κοττόπουλα καί ὄχι μίαν
μεστωμένην ὄρνιθα. Διά ποῖον λόγον τό κάμνετε αὐτό; Διότι, λέγετε, τό παχύ
καί λιπαρόν φαγητόν θά βλάψη αὐτόν ποῦ τώρα ἀρχίζει νά συνέρχεται ἀπό
τήν ἀσθένειάν του, ἐπειδή ὁ στόμαχός του δέν ἔχει ἀκόμη τήν δύναμιν νά
δεχθῆ καί νά χωνεύση βαρείας τροφᾶς. Ἀφοῦ λοιπόν ὑπάρχει διαφορά μεταξύ
μικροῦ κοττόπουλου καί μεγάλης κόττας καί τό κοττόπουλον εἶναι ὡς τροφή
πολύ κατώτερον εἰς δύναμιν ἀπό τήν κότταν καί οὐδείς ἰατρός εἶπε ποτέ ὅτι
αὐγό, κοττόπουλον, κόττα εἶναι ὁμοία τροφή καί ἐξ ἴσου κατάλληλος διά τούς
ἀσθενεῖς, δέν εἶναι φανερόν ὅτι ἀνοήτως μᾶς κατηγοροῦν διατί τρώγομεν
αὐγά καί ὄχι ὄρνιθας;… Μᾶς κατηγοροῦν ἀκόμη διατί τρώγομεν ἐλαίας, ὄχι
ὅμως καί ἔλαιον, ἐνῶ μέσα εἰς τά ἐλαίας ὑπάρχει ἔλαιον. Ἀλλά καί μέσα εἰς τά
σταφύλια ὑπάρχει οἶνος. Ὅσα ὅμως σταφύλια ἄν φάγωμεν δέν πρόκειται νά
μεθύσωμεν, τό πολύ πολύ νά βαρυστομαχιάσωμεν…».
Ἄλλωστε οἱ ἐλιές ἀποτελοῦν ξηροφαγία. Τρώγονται, δηλαδή ὡς καρπός μέ
ψωμί καί ξηρούς καρπούς σέ καιρό αὐστηρῆς νηστείας, ἐνῶ τό λάδι ἀφορᾶ
στά φαγητά – πολυάριθμα καί νοστιμώτατα – ποῦ παρασκευάζονται μέ τό
λάδι. Γιά τά πανάκριβα θαλασσινά καί τό χαβιάρι δέν θά μποροῦσε κανείς νά
κάνη λόγο. Ἀποτελοῦν παρωδία νηστείας.
Ὁ θεσμός τῆς νηστείας ἔχει μεγάλο πλάτος καί βάθος καί δέν περιορίζεται
μονάχα στή χύτρα μας. Ἔχει βαθύ πνευματικό περιεχόμενο. Γιά τόν
πνευματικό σκοπό τῆς νηστείας γράφει στήν «Ἐπί τοῦ Ὅρους Ὁμιλία» ὁ
ἀείμνηστος π. Σεραφείμ Παπακώστας τά ἑξῆς:
«Ἡ νηστεία εἶναι σπουδαῖο μέσο ἐπιβολῆς ἐπί τοῦ ἑαυτοῦ μας καί κυριαρχίας
ἐπί ἐπιθυμιῶν τοῦ σώματος, ποῦ δύνανται νά ὁδηγήσουν εἰς πάσαν
ἁμαρτίαν… Ἡ νηστεία εἶναι ἐπίσης σπουδαία ἄσκησις καί γυμνασία, διά νά
3
ἀποκόπτη ὁ Χριστιανός τό ἴδιον θέλημα, νά ταπεινώνεται, νά ὑπακούη, νά
πειθαρχῆ εἰς ἀνωτέραν αὐθεντίαν, καί δή εἰς τόν Θεόν καί τήν Ἐκκλησίαν…
Ἀκόμη βοηθεῖ τόν Χριστιανόν ἀφ’ ἑνός νά ἐπιμένη καί προσκαρτερή εἰς τήν
προσευχήν, διότι κάμνει τόν νοῦν καθαρώτερον καί προσεκτικώτερον… Ἀφ’
ἑτέρου δέ βοηθεῖ εἰς τήν ἐλεημοσύνην…», ὅταν φυσικά κάνουμε οἰκονομία μέ
τή νηστεία.
Σχετική εἶναι καί μιά ἄλλη ἐπιγραμματική διατύπωση: «Οὐ τό βραδυφαγῆσαι
τοῦτο μόνον νηστεία ἐστίν, ἀλλά καί τό βραχυφαγῆσαι καί τό μή
ποικιλοφαγῆσαι». Συμπληρωματική καί ἡ παρακάτω φράση: «Ἄσκησίς ἐστι
τράπεζα ἐν μονοειδῆ τροφή συνισταμένη». Δέν ἀρκεῖ, δηλαδή, μονάχα νά
περιμένης τό βράδυ γιά φαγητό. Πρέπει καί ἡ τροφή νά εἶναι μετρημένη. Καί
προπάντων ὄχι πολυδάπανες νηστίσιμες ποικιλίες, ποῦ εἶναι παρωδία καί
ἐμπαιγμός τῆς νηστείας.
Σ’ αὐτό τό σημεῖο ἰδιαίτερα ἐπιμένει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἡ πατερική σοφία.
Ἡ νηστεία δέν εἶναι ἕνας ξηρός τύπος. Εἶναι προπάντων διάθεση ψυχική.
Συνδυάζεται πάντα μέ τίς ἄλλες ἀρετές, τήν ἐγκράτεια, τήν προσευχή, τή
φιλανθρωπία. «Τιμή νηστείας οὐ σιτίων ἀποχή, ἀλλά ἁμαρτημάτων
ἀναχώρησις» τονίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος.
Ἡ νηστεία μάλιστα πρέπει νά εἶναι ἔκφραση εἰλικρινοῦς μετανοίας, χωρίς τήν
ὁποία τίποτα δέν μᾶς ὠφελεῖ. Ἴσα-ἴσα μπορεῖ νά μᾶς παραπλανᾶ καί νά μᾶς
δημιουργῆ τήν ψευδαίσθηση τῆς πνευματικῆς αὐταρκείας. Μᾶς τό
ὑπογραμμίζει τόσο καθαρά ὁ Θεός μέ τό στόμα τοῦ προφήτου Ἠσαΐα. Ἡ
γλώσσα ποῦ χρησιμοποιεῖ ὁ φλογερός προφήτης ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, εἶναι
πολύ σκληρή, ἀλλά καί ἀφυπνιστική. Στηλιτεύει τόν ὕπουλο πειρασμό τῆς
ἀποκοιμιστικῆς τυπολατρίας, στόν ὁποῖο μπορεῖ νά καταντήση ἡ νηστεία (Ἤσ.
ἅ’ 13, νή’ 3-7).
«Μήν περιορίζης τό καλό της νηστείας μονάχα στήν ἀποχή ἀπό τά φαγητά.
Νηστεία ἀληθινή εἶναι ἡ ἀποξένωση ἀπό τίς κακίες», τονίζει ὁ ὑμνητής τῆς
νηστείας ὁ Μ. Βασίλειος.

4