You are on page 1of 29

Β.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Β1. Το νομικό πλαίσιο και η ερμηνεία του σύμφωνα με τη νομολογία του
ΔΕΕ
Β1α. Η οδηγία 93/13/ΕΟΚ1
Το δίκαιο της Ένωσης

3 Η δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας ορίζει τα εξής:

«[…] η απαίτηση [καλής πίστης] μπορεί να ικανοποιηθεί από τον επαγγελματία όταν
συναλλάσσεται με έντιμο και δίκαιο τρόπο με τον αντισυμβαλλόμενο του οποίου οφείλει να
λαμβάνει υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα».

4 Κατά το άρθρο 3 της οδηγίας:

«1. Ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης
θεωρείται καταχρηστική, όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης δημιουργεί εις βάρος του
καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των
μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση.

2. Θεωρείται πάντοτε ότι η ρήτρα δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής
διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και όταν ο καταναλωτής, εκ των
πραγμάτων, δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της, ιδίως στα πλαίσια μιας
σύμβασης προσχωρήσεως.

[…]

3. Το παράρτημα περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που
είναι δυνατόν να κηρυχθούν καταχρηστικές.»

5 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής
ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η
σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που
περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή
άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.»

6 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες
σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της
εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να
δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές
ρήτρες.»

7 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και
των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά

1
Η αρίθμηση των παραγράφων που ακολουθούν αφορά τις αντίστοιχες
σκέψεις του ΔΕΕ, ήτοι τις σκέψεις 3 έως 8 με τις οποίες προσδιορίστηκε
το εφαρμοστέο Κοινοτικό Δίκαιο, στην υπόθεση C-415/11 (Mohamed Aziz
κατά Caixa d’Estalvis de Catalunya, Tarragona i Manresa
(Catalunyacaixa), η οποία εφαρμόζεται ad hoc στα ερευνώμενα ως προς
την δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης ζητήματα.

[1]
μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις
που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.»

8 Το παράρτημα της οδηγίας αριθμεί, στο σημείο 1, τις ρήτρες στις οποίες
αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής. Μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει τις
ακόλουθες ρήτρες:

«1. Ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα:

[…]

ε) να επιβάλλουν στον καταναλωτή που δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του
δυσανάλογα υψηλή αποζημίωση,

[…]

π) να καταργούν ή να παρεμποδίζουν την προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου ή την
άσκηση ενδίκων μέσων από τον καταναλωτή, ιδίως με το να υποχρεώνουν τον καταναλωτή
να καταφεύγει αποκλειστικά σε διαιτησία μη καλυπτόμενη από νομικές διατάξεις, με το να
περιορίζουν μη προσηκόντως τα αποδεικτικά μέσα του καταναλωτή, ή με το να επιβάλλουν
σ’ αυτόν το βάρος της απόδειξης το οποίο, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, φέρει
κανονικά άλλος συμβαλλόμενος.»

Β1β. Το Ελληνικό δικονομικό σύστημα
Όλες οι σχετικές με τα επίδικα ζητήματα ρυθμίσεις του Κώδικα Πολιτικής
Δικονομίας, όπως ισχύει στον παρόντα χρόνο, έχουν ακριβώς ως ακολούθως:

Άρθρο 632

1. Ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, η
οποία απευθύνεται στο καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Αντίγραφα
των εγγράφων τα οποία αποδεικνύουν την απαίτηση παραμένουν στη γραμματεία του δικαστηρίου μέχρι την
πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά την παρούσα παράγραφο.

2. Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή
πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει την διαμονή ή την έδρα του στην Ελλάδα και τριάντα (30)
εργάσιμες ημέρες αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει τη διαμονή ή την έδρα του στο
εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών
διαφορών των άρθρων 614 επ.

3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 631 η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής
πληρωμής. Το δικαστήριο όμως, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, μπορεί, κατά τη
διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική
απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή αυτή δεν εμποδίζει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα
με το άρθρο 724.

4. Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση κατά της οριστικής απόφασης, το δικαστήριο που εξέδωσε την
απόφαση που προσβάλλεται μπορεί, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., έως τη συζήτηση της
έφεσης, μετά από αίτηση του οφειλέτη, και εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης, να αναστείλει ολικά
ή εν μέρει την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται
από την απόφαση που διατάσσει την αναστολή ή και χωρίς εγγύηση. Με τις ίδιες προϋποθέσεις το δικαστήριο
που δικάζει την έφεση μπορεί, σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη η οποία υποβάλλεται με
το δικόγραφο της έφεσης ή με τις προτάσεις, να αναστείλει την εκτέλεση σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο.

5. Η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης κατά την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου παρέχεται και
στην περίπτωση που δεν είχε χορηγηθεί αναστολή της εκτέλεσης σύμφωνα με την παράγραφο 3.

[2]
6. Με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να σωρευθεί και αίτημα ακυρώσεως των
πράξεων εκτελέσεως, οι οποίες ενεργούνται με βάση αυτήν, αν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 218
ΚΠολΔ.

7. Αν ο ανακόπτων δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν
και απορρίπτει την ανακοπή.

Άρθρο 633

1. Αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το
δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή
πληρωμής.

2. Αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής
μπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε
προθεσμία δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση. Στην περίπτωση αυτή δεν χορηγείται η
αναστολή εκτέλεσης που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του προηγούμενου άρθρου.

Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 938, οι οποίες είχαν αντικατασταθεί με το
άρθρο 19 παρ.5 Ν. 4055/2012, ΦΕΚ Α 51/12.3.2012, άρχισαν να ισχύουν από την 2
Απριλίου 2012, πλην όμως, το άρθρο 938 καταργήθηκε με το άρθρο όγδοο του
άρθρου 1 του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87). Με τη παρ.3 άρθρου ένατου του αυτού
άρθρου και νόμου ορίστηκε ότι:

3. Οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση
διενεργείται μετά τις 1.1.2016. Ομοίως, οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση (άρθρο όγδοο του παρόντος-
ΒΙΒΛΙΟ ΟΓΔΟΟ Κ.Πολ.Δικ.) εφαρμόζονται σε πτωχεύσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του,
σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου ένατου του παρόντος.

Για την πληρότητα της αφήγησης παρατίθεται το άρθρο 938 προ της
καταργήσεώς του, το οποίο είχε ακριβώς ως ακολούθως:

Άρθρο 938.-

1. Με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση
ή και χωρίς εγγύηση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει
ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης μπορεί να διαταχθεί
να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Η αίτηση αναστολής κατατίθεται στη γραμματεία
του δικαστηρίου της ανακοπής και συζητείται υποχρεωτικά κατά την ορισθείσα δικάσιμο αυτής. Η αίτηση μπορεί
να επιδοθεί και στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε την επιταγή του άρθρου 924 ή παρέσχε την εντολή
για τη διενέργεια οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης.

2. Αρμόδιος να διατάξει όσα ορίζει η παράγραφος 1 είναι ο δικαστής στον οποίο εκκρεμεί η ανακοπή, ο
οποίος μπορεί να εμποδίσει με σημείωμα του την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για την αίτηση
αναστολής.

Τέλος, ως ένα από τα ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία μπορεί να διατάξει το
Δικαστήριο, περιλαμβάνεται η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, η οποία
ρυθμίζεται ως ακολούθως

Άρθρο 731.-Το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή
ορισμένης πράξης από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση.

[3]
Β1γ. Το ερώτημα που τέθηκε στο ΔΕΕ και η απάντηση του Δικαστηρίου
της ΕΕ
Αντί πολλών, παραθέτουμε αυτούσιες τις σκέψεις 43 έως και 64 της Απόφασης
ΔΕΕ στην υπόθεση C-415/11 (Mohamed Aziz κατά Caixa d’Estalvis de Catalunya,
Tarragona i Manresa (Catalunyacaixa), με την οποία ερμηνεύτηκε αυθεντικά το
Κοινοτικό Δίκαιο, ως ακολούθως:

43 Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να
διευκρινιστεί αν η οδηγία 93/13 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι
αντιβαίνει σε αυτήν κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην
κύρια δίκη, η οποία, ενώ δεν προβλέπει στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως
ενυπόθηκης απαιτήσεως λόγους ανακοπής αντλούμενους από τον καταχρηστικό
χαρακτήρα ρήτρας συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή,
δεν παρέχει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο είναι αρμόδιο για την εκτίμηση
του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας τέτοιας ρήτρας, να λάβει προσωρινά μέτρα
προς πλήρη εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας της τελικής αποφάσεώς του.

44 Για να δοθεί απάντηση στο ως άνω ερώτημα, πρέπει καταρχάς να
υπομνησθεί ότι το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η επίμαχη οδηγία στηρίζεται
στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του
επαγγελματία, τόσο ως προς τη δυνατότητα διαπραγματεύσεως όσο και ως προς το
επίπεδο της πληροφορήσεως (προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de
Crédito, σκέψη 39).

45 Ακριβώς επειδή οι καταναλωτές βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση, το
άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να
προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές. Όπως
προκύπτει από τη νομολογία, πρόκειται για επιτακτικού χαρακτήρα διάταξη, η
οποία τείνει να αντικαταστήσει την τυπική ισορροπία που εισάγει η σύμβαση
μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων με μια
ουσιαστική ισορροπία, ικανή να αποκαταστήσει τη μεταξύ τους ισότητα
(προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito, σκέψη 40 και εκεί
παρατιθέμενη νομολογία).

46 Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως τονίσει ότι ο
εθνικός δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα
συμβατικής ρήτρας η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και,
πράττοντας τούτο, να αίρει την υφιστάμενη μεταξύ του καταναλωτή και του
επαγγελματία ανισότητα, εφόσον έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα προς τούτο
νομικά και πραγματικά στοιχεία (προαναφερθείσες αποφάσεις Pannon GSM,
σκέψη 31 και 32, καθώς και Banco Español de Crédito, σκέψεις 42 και 43).

47 Συναφώς, αποφαινόμενο επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που
είχε υποβάλει εθνικό δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασίας αμφισβητούμενης
δικαιοδοσίας κατόπιν ανακοπής ασκηθείσας εκ μέρους καταναλωτή κατά διαταγής
πληρωμής, το Δικαστήριο έκρινε ότι το εν λόγω δικαστήριο όφειλε να διατάξει
αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή αποδείξεων προκειμένου να εξακριβώσει αν μια
ρήτρα περί αποκλειστικής κατά τόπον αρμοδιότητας περιλαμβανόμενη σε σύμβαση
συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής
της οδηγίας 93/13 και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να εκτιμήσει
αυτεπαγγέλτως τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας αυτής
(απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010, C-137/08, VB Pénzügyi Lízing, Συλλογή
2010, σ. I-10847, σκέψη 56).

[4]
48 Ομοίως, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι αντιβαίνει στην επίμαχη οδηγία
κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία δεν παρέχει στο εθνικό δικαστήριο
που επιλαμβάνεται αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής την εξουσία να
εξετάσει αυτεπαγγέλτως, κατά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας ή κάθε στάση της
δίκης, και μολονότι διαθέτει όλα τα προς τούτο αναγκαία νομικά και πραγματικά
στοιχεία, τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας περί επιτοκίου υπερημερίας
περιλαμβανόμενης σε σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, στην
περίπτωση κατά την οποία ο τελευταίος δεν έχει ασκήσει ανακοπή
(προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito, σκέψη 57).

49 Η υπόθεση της κύριας δίκης διακρίνεται πάντως από τις υποθέσεις επί
των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις VB Pénzügyi Lízing και
Banco Español de Crédito, κατά το μέτρο που αφορά τον καθορισμό των ευθυνών
που υπέχει το δικαστήριο της ουσίας σε διαδικασία συνδεόμενη με τη διαδικασία
εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, προκειμένου να εξασφαλισθεί, εφόσον
παραστεί ανάγκη, η πρακτική αποτελεσματικότητα της επί της ουσίας αποφάσεως
με την οποία αναγνωρίζεται ο καταχρηστικός χαρακτήρας της συμβατικής ρήτρας
που αποτελεί βάση του εκτελεστού τίτλου και, ως εκ τούτου, της κινήσεως της
διαδικασίας εκτελέσεως.

50 Διαπιστώνεται συναφώς ότι, ελλείψει εναρμονίσεως των εθνικών
μηχανισμών αναγκαστικής εκτελέσεως, οι λεπτομέρειες ασκήσεως των λόγων
ανακοπής που γίνονται δεκτοί στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης
απαιτήσεως, καθώς και των εξουσιών του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο είναι
αρμόδιο για την εκτίμηση της νομιμότητας των συμβατικών ρητρών βάσει των
οποίων εκδόθηκε ο εκτελεστός τίτλος, εμπίπτει στην εσωτερική έννομη τάξη των
κρατών μελών δυνάμει της αρχής της διοικητικής αυτοτέλειας των τελευταίων,
υπό τον όρο ωστόσο ότι τούτο δεν συνεπάγεται δυσμενέστερη μεταχείριση από
εκείνη που επιφυλάσσει η ρύθμιση που διέπει παρόμοιες καταστάσεις υπαγόμενες
στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και ότι δεν καθίσταται πρακτικά
αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερής η άσκηση δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από
το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις
της 26ης Οκτωβρίου 2006, C-168/05, Mostaza Claro, Συλλογή 2006, σ. I-10421,
σκέψη 24, και της 6ης Οκτωβρίου 2009, C-40/08, Asturcom Telecomunicaciones,
Συλλογή 2009, σ. I-9579, σκέψη 38).

51 Όσον αφορά την αρχή της ισοδυναμίας, επισημαίνεται ότι το
Δικαστήριο δεν διαθέτει κανένα στοιχείο ικανό να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς
τη συμφωνία της επίμαχης στην κύρια δίκη κανονιστικής ρύθμισης με την αρχή
αυτή.

52 Συγκεκριμένα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι το ισπανικό
δικονομικό σύστημα απαγορεύει στο δικαστήριο που επιλαμβάνεται της ουσίας σε
διαδικασία συνδεόμενη με διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως να
λαμβάνει προσωρινά μέτρα προς πλήρη εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας της
αποφάσεώς του όχι μόνον κατά την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα που,
υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της οδηγίας, ενδέχεται να έχει ρήτρα
περιλαμβανόμενη σε σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, αλλά και
κατά την επαλήθευση της συμβατότητας μιας τέτοιας ρήτρας προς τους εθνικούς
κανόνες δημόσιας τάξης, την οποία οφείλει πάντως να εξακριβώσει (βλ., επ’ αυτού,
προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito, σκέψη 48).

53 Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, υπενθυμίζεται ότι,
κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κάθε περίπτωση στην οποία τίθεται το
ζήτημα εάν μια εθνική δικονομική διάταξη καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή
την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης πρέπει να αναλύεται λαμβανομένης υπόψη
της σημασίας της εν λόγω διατάξεως στο πλαίσιο της όλης διαδικασίας, καθώς και

[5]
της εξελίξεως και των ιδιαιτεροτήτων της διαδικασίας αυτής, ενώπιον των εθνικών
δικαστηρίων (προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito, σκέψη 49).

54 Εν προκειμένω, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο
προκύπτει ότι, κατά το άρθρο 695 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, στις
διαδικασίες εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, η ανακοπή του καθού η εκτέλεση
γίνεται δεκτή μόνον όταν στηρίζεται σε απόσβεση της εγγυήσεως ή της
ασφαλιζόμενης απαιτήσεως, ή σε πλάνη κατά τον υπολογισμό του ποσού της
οφειλής, όταν η ασφαλιζόμενη απαίτηση συνίσταται στο πιστωτικό υπόλοιπο του
συνόλου των λογαριασμών μεταξύ επισπεύδοντος και καθού, ή ακόμη στην
ύπαρξη άλλης υποθήκης ή εγγυήσεως που είχε συσταθεί πριν από την απαίτηση
που αποτέλεσε αντικείμενο της διαδικασίας, με προσκόμιση αντίστοιχου
πιστοποιητικού.

55 Σύμφωνα με το άρθρο 698 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, για κάθε
άλλο αίτημα του οφειλέτη, περιλαμβανομένων των αιτημάτων που αφορούν την
ακυρότητα του τίτλου καθώς και το ληξιπρόθεσμο, τον συγκεκριμένο χαρακτήρα,
την απόσβεση ή το ύψος της απαιτήσεως, πρέπει να εκδίδεται σχετική δικαστική
απόφαση, χωρίς όμως τούτο να συνεπάγεται αναστολή ή διακοπή της ένδικης
διαδικασίας εκτελέσεως η οποία προβλέπεται στο σχετικό κεφάλαιο.

56 Επιπλέον, βάσει του άρθρου 131 του νόμου περί υποθηκών, οι
εγγραφές προς αποτροπήν αιτήσεως ακυρότητας υποθήκης ή οι λοιπές εγγραφές
οι οποίες δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις που συνεπάγονται αναστολή της
εκτελέσεως ακυρώνονται δυνάμει της διατάξεως ακυρώσεως του άρθρου 133 του
νόμου αυτού, υπό τον όρο ότι είναι μεταγενέστερες της σημειώσεως στο περιθώριο
με την οποία χορηγήθηκε το πιστοποιητικό συστάσεως εμπραγμάτου δικαιώματος.

57 Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι, στο ισπανικό δικονομικό σύστημα,
η τελική κατακύρωση ενυπόθηκου πράγματος σε τρίτο αποκτά πάντα μη
αναστρέψιμο χαρακτήρα, ακόμη και αν ο καταχρηστικός χαρακτήρας της ρήτρας
κατά της οποίας βάλλει ο καταναλωτής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας
συνεπάγεται την ακυρότητα της διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως,
πλην της περιπτώσεως στην οποία ο εν λόγω καταναλωτής πραγματοποίησε
εγγραφή προς αποτροπήν αιτήσεως ακυρότητας υποθήκης πριν από την εν λόγω
σημείωση στο περιθώριο.

58 Επ’ αυτού διαπιστώνεται, εντούτοις, ότι, λαμβανομένης υπόψη της
εξελίξεως και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της διαδικασίας εκτελέσεως
ενυπόθηκης απαιτήσεως στην υπόθεση της κύριας δίκης, η περίπτωση αυτή πρέπει
να θεωρηθεί μάλλον απίθανη, καθόσον συντρέχει σοβαρός κίνδυνος ο οικείος
καταναλωτής να μην προβεί στην εν λόγω εγγραφή εντός των προβλεπόμενων
προς τούτο προθεσμιών, είτε λόγω της ταχείας εξελίξεως της επίμαχης διαδικασίας
εκτελέσεως, είτε διότι δεν γνωρίζει ή δεν αντιλαμβάνεται την έκταση των
δικαιωμάτων του (βλ., επ’ αυτού, προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de
Crédito, σκέψη 54).

59 Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι αυτό το δικονομικό σύστημα, στο μέτρο
που καθιστά αδύνατη για το δικαστήριο της ουσίας, ενώπιον του οποίου
προσφεύγει ο καταναλωτής επικαλούμενος τον καταχρηστικό χαρακτήρα
συμβατικής ρήτρας αποτελούσας τη βάση του εκτελεστού τίτλου, τη λήψη
προσωρινών μέτρων δυνάμενων να αναστείλουν τη διαδικασία εκτελέσεως
ενυπόθηκης απαιτήσεως ή να τη διακόψουν, όταν η λήψη τέτοιων μέτρων
αποβαίνει αναγκαία για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της
αποφάσεώς του, είναι ικανό να θίξει την επιδιωκόμενη από την επίμαχη οδηγία
αποτελεσματική προστασία (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 13ης Μαρτίου 2007,
C-432/05, Unibet, Συλλογή 2007, σ. I-2271, σκέψη 77).

[6]
60 Πράγματι, όπως επίσης επισήμανε η γενική εισαγγελέας με το σημείο
50 των προτάσεών της, σε κάθε περίπτωση όπως εκείνη της υποθέσεως της κύριας
δίκης, όπου η κατάσχεση του ενυπόθηκου ακινήτου πραγματοποιήθηκε πριν από
την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας που αναγνώρισε τον
καταχρηστικό χαρακτήρα της συμβατικής ρήτρας στην οποία στηρίζεται η υποθήκη
και, ως εκ τούτου, την ακυρότητα της διαδικασίας εκτελέσεως, η απόφαση αυτή
μπορεί να εξασφαλίσει στον οικείο καταναλωτή ένδικη προστασία μόνο σε
μεταγενέστερο στάδιο, υπό μορφή αποζημιώσεως, η οποία θα συνιστούσε ελλιπές
και ανεπαρκές μέτρο και δεν θα αποτελούσε ούτε κατάλληλο ούτε αποτελεσματικό
μέσο παύσεως της χρήσεως της εν λόγω ρήτρας, αντιθέτως προς όσα προβλέπει το
άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13.

61 Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο σε περιπτώσεις όπως η υπόθεση της
κύριας δίκης, όπου το ακίνητο επί του οποίου έχει συσταθεί υποθήκη είναι η
κατοικία του θιγόμενου καταναλωτή και της οικογένειάς του, καθόσον αυτός ο
μηχανισμός προστασίας των καταναλωτών που περιορίζεται στην επιδίκαση
αποζημιώσεως δεν αποτρέπει την οριστική και μη αναστρέψιμη απώλεια του εν
λόγω ακινήτου.

62 Όπως επίσης επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, η εκ μέρους των
επαγγελματιών κίνηση, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις, διαδικασίας
εκτελέσεως υποθήκης αρκεί για να στερήσουν, κατ’ ουσίαν, από τους καταναλωτές
το προνόμιο της προστασίας που επιδιώκει η οδηγία, περίπτωση που επίσης
αντίκειται προς τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία τα ειδικά
χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ένδικης διαδικασίας η οποία διεξάγεται στο πλαίσιο
του εθνικού δικαίου μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή δεν μπορούν να
αποτελούν στοιχείο δυνάμενο να θίξει την έννομη προστασία της οποίας πρέπει να
απολαύει ο καταναλωτής δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας αυτής (βλ., επ’
αυτού, προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito, σκέψη 55).

63 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη
ισπανική κανονιστική ρύθμιση δεν συνάδει με την αρχή της αποτελεσματικότητας,
καθόσον καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή, στο πλαίσιο διαδικασιών που
κινούνται από επαγγελματίες κατά καταναλωτών, τη διασφάλιση της προστασίας
που παρέχει στους τελευταίους η οδηγία.

64 Κατόπιν των εκτιμήσεων αυτών, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η
απάντηση ότι η οδηγία πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει μια
κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία,
ενώ δεν προβλέπει στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως
λόγους ανακοπής αντλούμενους από τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής
ρήτρας η οποία αποτελεί βάση του εκτελεστού τίτλου, δεν παρέχει στο δικαστήριο
της ουσίας, το οποίο είναι αρμόδιο για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα
μιας τέτοιας ρήτρας, τη δυνατότητα λήψεως προσωρινών μέτρων, όταν η λήψη
των μέτρων αυτών είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της πλήρους
αποτελεσματικότητας της αποφάσεώς του.

[7]
Β1δ. Το αντίστοιχο ερώτημα που τέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο
Αθηνών και η απάντηση που έδωσε το Δικαστήριο, σχετικά με το
Ελληνικό δικονομικό σύστημα της προσωρινής ρύθμισης της
κατάστασης, μετά την κατάργηση του 938 ΚΠολΔ
Όλα τα παραπάνω, εν πολλοίς, τέθηκαν στην κρίση του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών, με την ίδια διαδικασία, ήτοι με την διαδικασία των
ασφαλιστικών μέτρων, με αντίστοιχη αίτηση με την οποία ζητείτο η αναστολή
εκτελέσεως.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με τις εντελώς πρόσφατες 5800/2016 και
5899/2016 αποφάσεις του ερμήνευσε το Ελληνικό δικονομικό σύστημα, κατά τρόπο
απολύτως σύμφωνο με τα παραπάνω. Ακολουθούν τα χαρακτηριστικά αποσπάσματα
των σελίδων 10, 11 και 12 των εν λόγω αποφάσεων που και δέχτηκαν τα εξής:

Εικόνα 1: Σελίδα 10 της Μον Πρωτ Αθηνών 5800/2016. Ακολουθούν οι σελίδες 11 και 12 της ίδιας
απόφασης

[8]
[9]
Β1ε. Γεννά η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ γνήσιες δικονομικές και δικαιοδοτικές
υποχρεώσεις των Εθνικών Δικαστηρίων, που υπέρκεινται του ΚΠολΔ, για
την προστασία των καταναλωτών κι αν ναι, ποιες;

Κατ’ αρχάς παρατηρητέο τυγχάνει ότι η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ δεν εισάγει μόνο
διατάξεις ουσιαστικού αλλά και δικονομικού δικαίου. Και ως προς τα δυο σκέλη, το
δίκαιο που τίθεται είναι αναγκαστικό και υπερνομοθετικής ισχύος, κατά το αρ 28 Σ,
κατ’ εκδήλωση της αρχής της υπεροχής του Κοινοτικού Δικαίου έναντι του Εθνικού
Δικαίου.

Ως προς το δικονομικό σκέλος, η υποχρέωση των εθνικών Δικαστηρίων να
λαμβάνουν αυτεπαγγέλτως υπόψη τους τον ενδεχόμενο καταχρηστικό χαρακτήρα
ρήτρας περιλαμβανόμενης σε προδιατυπωμένη σύμβαση μεταξύ προμηθευτή και
καταναλωτή, δεν αποτελεί ένα αόριστο ευχολόγιο και δεν προσδιορίζει μια αόριστη
δικαιοδοτική δυνατότητα των εθνικών Δικαστηρίων.

Απεναντίας, από την παραπάνω Οδηγία αμέσου εφαρμογής απορρέει ειδική
δικονομική υποχρέωση, αφού όπως έκρινε το Δικαστήριο (ΔΕΕ, με την σκέψη 77 της
από 21-04-2016 απόφασής του στην υπόθεση C-377/14 Ernst Georg Radlinger,
Helena Radlingerová κατά Finway a.s)

77 Εν προκειμένω, αφενός, η υποχρέωση αυτεπάγγελτης εξέτασης
του καταχρηστικού χαρακτήρα ορισμένων ρητρών και της παρουσίας
υποχρεωτικών πληροφοριακών στοιχείων σε σύμβαση πίστωσης συνιστά
δικονομικό κανόνα που δεσμεύει όχι τους ιδιώτες αλλά τα δικαιοδοτικά
όργανα (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Kušionová,
C-34/13, EU:C:2014:2189, σκέψη 67, καθώς και της 18ης Φεβρουαρίου 2016,
Finanmadrid EFC, C-49/14, EU:C:2016:98, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη
νομολογία).

Μάλιστα, το ανώτατο Δικαστήριο της ΕΕ ερμηνεύει τις διατάξεις της Οδηγίας
93/13/ΕΟΚ στο πλαίσιο κάθε εθνικής δικονομικής διαδικασίας, καταλήγοντας ότι οι
εθνικοί δικονομικοί κανόνες και οι δικονομικές ιδιαιτερότητες της κάθε ένδικης
διαδικασίας δεν είναι -ή πάντως, δεν πρέπει να είναι- στοιχεία ικανά για να
υποβαθμίσουν την προστασία των καταναλωτών. Υπό το πρίσμα αυτό, διατύπωσε
τις σκέψεις 52 και 53 στην από 10-09-2014 απόφασή του στην υπόθεση C-34/13,
σύμφωνα με τις οποίες

52 Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, υπενθυμίζεται ότι το
Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι κάθε περίπτωση κατά την οποία τίθεται το ζήτημα
εάν μια εθνική δικονομική διάταξη καθιστά αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την
εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης πρέπει να αναλύεται λαμβανομένης υπόψη της
σημασίας της εν λόγω διατάξεως στο πλαίσιο της όλης διαδικασίας, καθώς και της
εξελίξεως και των ιδιαιτεροτήτων της διαδικασίας αυτής ενώπιον των διαφόρων
εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων (απόφαση Asociación de Consumidores

[10]
Independientes de Castilla y León, C-413/12, EU:C:2013:800, σκέψη 34 και εκεί
παρατιθέμενη νομολογία).

53 Περαιτέρω, τα ειδικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ένδικης
διαδικασίας η οποία διεξάγεται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου μεταξύ
επαγγελματία και καταναλωτή δεν μπορούν να αποτελούν στοιχείο
δυνάμενο να θίξει την έννομη προστασία της οποίας πρέπει να απολαύει ο
καταναλωτής δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας 93/13 (βλ., υπ’ αυτήν την
έννοια, αποφάσεις Banco Español de Crédito, C-618/10, EU:C:2012:349, σκέψη
55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και Aziz, EU:C:2013:164, σκέψη 62).

Έτσι, ως προς το δικονομικό σκέλος το ΔΕΕ απεφάνθη (επί των δύο
προδικαστικών ερωτημάτων στην υπόθεση C-537/12 και επί των δύο πρώτων
προδικαστικών ερωτημάτων στην υπόθεση C-116/13) ότι

38 Με τα ερωτήματα αυτά, τα οποία αρμόζει να εξετασθούν από κοινού, τα
αιτούντα δικαστήρια ζητούν, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί, αν η οδηγία 93/13 έχει
την έννοια ότι προσκρούει σε αυτήν νομοθεσία κράτους μέλους, όπως αυτή των
κυρίων δικών, η οποία δεν παρέχει την εξουσία στο δικαστήριο εκτελέσεως, στο
πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, ούτε να εξετάζει,
αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως του καταναλωτή, τον καταχρηστικό χαρακτήρα
ρήτρας περιλαμβανόμενης στη σύμβαση από την οποία προκύπτει η οφειλή της
οποίας ζητείται η εξόφληση και στην οποία στηρίζεται ο εκτελεστός τίτλος, ούτε
να λαμβάνει προσωρινά μέτρα διασφαλίζοντα την πλήρη
αποτελεσματικότητα της οριστικής αποφάσεως του δικαστηρίου της
αντίστοιχης επί της ουσίας διαδικασίας, το οποίο είναι αρμόδιο να εξετάσει
τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας αυτής.

39 Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, το σύστημα προστασίας που θεσπίζει
η οδηγία 93/13 βασίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε
ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, τόσο ως προς τη δυνατότητα
διαπραγματεύσεως όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφορήσεως
(προπαρατεθείσα απόφαση Aziz, σκέψη 44).

40 Ακριβώς επειδή οι καταναλωτές βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση, το
άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη
να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους
καταναλωτές. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, πρόκειται για επιτακτικού
χαρακτήρα διάταξη, η οποία τείνει να αντικαταστήσει την τυπική ισορροπία που
εισάγει η σύμβαση μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των
συμβαλλομένων με μια ουσιαστική ισορροπία, ικανή να αποκαταστήσει τη μεταξύ
τους ισότητα (προπαρατεθείσα απόφαση Aziz, σκέψη 45).

41 Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι ο
εθνικός δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό
χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της
εν λόγω οδηγίας και, πράττοντας τούτο, να αίρει την υφιστάμενη μεταξύ
του καταναλωτή και του επαγγελματία ανισότητα, εφόσον έχει στη
διάθεσή του τα απαραίτητα προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία
(προπαρατεθείσα απόφαση Aziz, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη
νομολογία).

[11]
42 Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η οδηγία 93/13 έχει την
έννοια ότι προσκρούει σε αυτήν κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η
οποία δεν παρέχει στο εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεως για
την έκδοση διαταγής πληρωμής την εξουσία να εξετάσει αυτεπαγγέλτως,
κατά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας ή σε κάθε στάση της δίκης, και
μολονότι διαθέτει όλα τα προς τούτο αναγκαία νομικά και πραγματικά
στοιχεία, τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας περί επιτοκίου υπερημερίας
περιλαμβανόμενης σε σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή,
στην περίπτωση κατά την οποία ο τελευταίος δεν έχει ασκήσει ανακοπή
(απόφαση Banco Español de Crédito, προπαρατεθείσα, σκέψη 57).

43 Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι, στη σκέψη 64 της προπαρατεθείσας
αποφάσεως Aziz, η οδηγία αυτή έχει την έννοια ότι αποκλείει κανονιστική
ρύθμιση κράτους μέλους η οποία, ενώ δεν προβλέπει στο πλαίσιο
διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως λόγους ανακοπής
αντλούμενους από τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η
οποία αποτελεί τη βάση του εκτελεστού τίτλου, δεν παρέχει στο
δικαστήριο της ουσίας, το οποίο είναι αρμόδιο για την εκτίμηση του
καταχρηστικού χαρακτήρα μιας τέτοιας ρήτρας, τη δυνατότητα λήψεως
προσωρινών μέτρων, μεταξύ των οποίων, της αναστολής της εν λόγω
διαδικασίας εκτελέσεως, όταν η λήψη των μέτρων αυτών είναι αναγκαία
για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της οριστικής
αποφάσεώς του.

Δηλαδή, το ΔΕΕ, κατά την πάγια νομολογία του, όχι μόνο διατυπώνει την
εύλογη διαπίστωση, ότι ένα ολοκληρωμένο σύστημα προστασίας των καταναλωτών,
εξοπλισμένο με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, δεν μπορεί να στέκεται μόνο στην
αφηρημένη υποχρέωση διαπίστωσης της καταχρηστικότητας συμβατικών ρητρών, οι
οποίες φέρονται να συνομολογήθηκαν μεταξύ προμηθευτή και καταναλωτή, από τα
εθνικά Δικαστήρια, όχι μόνο καθιερώνει πρόσθετη ειδική δικαιοδοτική υποχρέωση
των εθνικών δικαστηρίων, να διαπιστώνουν ακόμα και αυτεπαγγέλτως την
καταχρηστικότητα ρητρών που συνήφθησαν μεταξύ καταναλωτή και προμηθευτή,
παρέχοντας πρόσθετη, πλην όμως αποτελεσματική προστασία στον καταναλωτή 2,
έστω κι αν αυτή δεν προβλέπεται από αντίστοιχο κανόνα του εθνικού δικαίου 3 αλλά
πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα.

Διατυπώνει την άποψη, ότι η προστασία του καταναλωτή δεν μπορεί να
αποδυναμώνεται από δικονομικούς περιορισμούς του κάθε κράτους-μέλους, οι
2
Με βάση την αρχή της αποτελεσματικότητας, της οποίας επίκληση γίνεται παγίως στις αποφάσεις του
ΔΕΕ που αφορούν την προστασία καταναλωτών, βλ ήδη προσκομιζόμενη νομολογία ΔΕΕ.
3
Το ευθέως ανάλογο του εθνικού δικαίου είναι η πρόσφατη κατάργηση του 938 ΚΠολΔ, με την οποία
στερείται από το δικαστήριο συνολικά και αδιάκριτα η δυνατότητα να διατάξει αναστολή της
εκτελέσεως, ακόμα κι αν διαπιστώσει την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών σε υπόθεση διεπόμενη από
το καταναλωτικό δίκαιο. Η κατάργηση του 938 ΚΠολΔ, υπό το πρίσμα της αρχής της
αποτελεσματικότητας της Οδηγίας 93/13, σε συνδυασμό με την απόφαση του ΔΕΕ επί των
συνεκδικαζόμενων υποθέσεων C-537/12 και C-116/13 και το αρ 28 παρ 1 του Συντάγματος, αποκτά μια
ξεκάθαρα αντισυνταγματική διάσταση, αφού αντίκειται στην αρχή της αποτελεσματικότητας της
Οδηγίας 93/13, όπως αναλύεται παρακάτω.
[12]
οποίοι, ακόμα κι αν έχουν τεθεί, εφόσον καταλήγουν να αποστερούν τον καταναλωτή
από την προστασία που ο τελευταίος θα έπρεπε να έχει, παρίστανται ως αντικείμενοι
σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, κι ως εκ τούτου θα πρέπει να μείνουν
ανεφάρμοστοι.

Μάλιστα, ορίζει ότι για να ανταποκριθεί το εκάστοτε εθνικό Δικαστήριο στο
ειδικό δικονομικό και δικαιοδοτικό του καθήκον, απαιτείται ενέργεια εκ μέρους του.
Έτσι, το εθνικό Δικαστήριο οφείλει να πράξει οτιδήποτε, ώστε να αποκαταστήσει τη
συμβατική ισορροπία των μερών. Οι υποχρεώσεις θετικών παρεμβάσεων των
εθνικών δικαστηρίων διατυπώθηκαν, μεταξύ άλλων, και στις σκέψεις 52 και 53 της
από 21-04-2016 απόφασης του ΔΕΕ επί της υπόθεσης C-377/14 (Ernst Georg
Radlinger, Helena Radlingerová κατά Finway a.s)

52 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο
εθνικός δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό
χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της
οδηγίας 93/13 και, πράττοντας τούτο, να αίρει την υφιστάμενη μεταξύ του
καταναλωτή και του επαγγελματία ανισότητα, εφόσον έχει στη διάθεσή του τα
απαραίτητα προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία (απόφαση της 1ης
Οκτωβρίου 2015, ERSTE Bank Hungary, C-32/14, EU:C:2015:637, σκέψη 41 και
εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

53 Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, προς εξασφάλιση της
επιδιωκόμενης από την εν λόγω οδηγία προστασίας, η ως άνω κατάσταση
ανισότητας μπορεί να αντισταθμιστεί μόνο με θετική παρέμβαση, μη
εξαρτώμενη από τους συμβαλλομένους στη σύμβαση, και συγκεκριμένα
παρέμβαση του εθνικού δικαστηρίου το οποίο επιλαμβάνεται της
υπόθεσης (βλ., συναφώς, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Pohotovosť,
C-470/12, EU:C:2014:101, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

Και ναι μεν το ΔΕΕ δεν ορίζει στην συγκεκριμένη απόφαση, σε τι ακριβώς
συνίσταται η «θετική παρέμβαση», πλην όμως, τούτο έχει απαντηθεί ήδη σε
παρελθόντα χρόνο, καθώς έχει κριθεί στην υπόθεση C-472/11 (Banif Plus Bank Zrt
κατά Csaba Csipai, Viktória Csipai) ότι

27 Ως προς την υποχρέωση διασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας της
προστασίας που προβλέπει η οδηγία όσον αφορά τις συνέπειες μιας καταχρηστικής
ρήτρας, το Δικαστήριο έχει ήδη διευκρινίσει ότι ο εθνικός δικαστής πρέπει να
συναγάγει όλες τις συνέπειες που, κατά το εθνικό του δίκαιο, απορρέουν
από τη διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της επίμαχης ρήτρας,
ώστε να εξασφαλίζεται ότι ο καταναλωτής δεν θα δεσμεύεται από αυτήν
(προμνημονευθείσα απόφαση Asturcom Telecomunicaciones, σκέψη 59). Το
Δικαστήριο διευκρίνισε, πάντως, ότι ο εθνικός δικαστής δεν οφείλει, δυνάμει της
οδηγίας, να μην εφαρμόσει την επίδικη ρήτρα εάν ο καταναλωτής, αφού
ενημερωθεί από τον εν λόγω δικαστή, δεν προτίθεται να προβάλει τον
καταχρηστικό και μη δεσμευτικό της χαρακτήρα (βλ. προμνημονευθείσα απόφαση
Pannon GSM, σκέψεις 33 και 35).

[13]
28 Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι για την πλήρη
αποτελεσματικότητα της προβλεπόμενης από την οδηγία προστασίας απαιτείται ο
εθνικός δικαστής, ο οποίος διαπίστωσε αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό
χαρακτήρα μιας ρήτρας, να μπορεί να συναγάγει τις συνέπειες της
διαπιστώσεως αυτής, χωρίς να αναμένει έως ότου ο καταναλωτής, αφού
ενημερωθεί σχετικά με τα δικαιώματά του, προβεί σε δήλωση με την οποία
ζητεί να ακυρωθεί η εν λόγω ρήτρα.

Μάλιστα, σε περίπτωση που το Δικαστήριο επέλεγε να παραβιάσει τις διατάξεις
αυτές, θα παραβίαζε το Κοινοτικό Δίκαιο, γεγονός που θα γεννούσε αποζημιωτική
ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου.
Τέτοια ευθύνη γεννάται και από εσφαλμένη απόφαση Δικαστηρίου το οποίο
αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό (όπως συμβαίνει επί αιτήσεως αναστολής
εκτελέσεως, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία των 686επ ΚΠολΔ), πλην όμως
παραλείπει να ανταποκριθεί στα ειδικά δικονομικά και ουσιαστικά του καθήκοντα
όπως περιγράφηκαν ως άνω.
Χαρακτηριστικές προς τούτο είναι οι σκέψεις 18, 19 και 20 της από 28-07-2016
απόφασης στην υπόθεση C-168/15, σύμφωνα με τις οποίες

18 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ευθύνης του
Δημοσίου για ζημίες που υφίστανται οι ιδιώτες λόγω παραβιάσεων του δικαίου της
Ένωσης με τις οποίες βαρύνεται το κράτος αυτό είναι σύμφυτη προς το σύστημα
των Συνθηκών στις οποίες στηρίζεται η Ένωση (βλ. αποφάσεις της
19ης Νοεμβρίου 1991, Francovich κ.λπ., C-6/90 και C-9/90, EU:C:1991:428,
σκέψη 35, της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C-46/93
και C-48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 31, και της 14ης Μαρτίου 2013, Leth,
C-420/11, EU:C:2013:166, σκέψη 40).

19 Η αρχή αυτή ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις παραβιάσεως του δικαίου
της Ένωσης από κράτος μέλος, τούτο δε ανεξαρτήτως του ποια δημόσια αρχή
διέπραξε την παραβίαση αυτή (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996,
Brasserie du pêcheur και Factortame, C-46/93 και C-48/93, EU:C:1996:79,
σκέψη 32, της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C-224/01, EU:C:2003:513,
σκέψη 31, της 13ης Ιουνίου 2006, Traghetti del Mediterraneo, C-173/03,
EU:C:2006:391, σκέψη 30, και της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C-429/09,
EU:C:2010:717, σκέψη 46).

20 Η αρχή αυτή τυγχάνει εφαρμογής, υπό ορισμένες προϋποθέσεις,
και οσάκις η επίμαχη παραβίαση οφείλεται σε απόφαση εθνικού
δικαστηρίου αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό. Πράγματι, λαμβανομένου
υπόψη του σημαντικού λειτουργήματος το οποίο επιτελεί η δικαστική εξουσία ως
προς την προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν οι ιδιώτες από τους κανόνες
δικαίου της Ένωσης και του γεγονότος ότι το αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό
δικαστήριο συνιστά, εξ ορισμού, το τελευταίο δικαιοδοτικό όργανο ενώπιον του
οποίου οι ιδιώτες μπορούν να προβάλλουν τα δικαιώματα που τους παρέχονται
βάσει των κανόνων αυτών, το Δικαστήριο έκρινε ότι θα θιγόταν η πλήρης
αποτελεσματικότητα των εν λόγω κανόνων και ότι θα εξασθενούσε η προστασία
των δικαιωμάτων αυτών αν δεν παρεχόταν στους ιδιώτες η δυνατότητα, υπό
ορισμένες προϋποθέσεις, αποκαταστάσεως της ζημίας που υφίστανται λόγω
παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης οφειλομένης σε απόφαση εθνικού

[14]
δικαστηρίου αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της
30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C-224/01, EU:C:2003:513, σκέψεις 32 έως 36
και 59, της 13ης Ιουνίου 2006, Traghetti del Mediterraneo, C-173/03,
EU:C:2006:391, σκέψη 31, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Ferreira da Silva e
Brito κ.λπ., C-160/14, EU:C:2015:565, σκέψη 47).

Άλλωστε, σε καμία περίπτωση δεν δύναται υπό την ψευδεπίγραφη ένσταση της
αοριστίας, να εμποδιστεί η προστασία την οποία πρέπει να απολαμβάνουν οι
καταναλωτές. Τούτο, διότι όπως πάλι το ΔΕΕ έκρινε στην υπόθεση C-618/10 (Banco
Español de Crédito SA κατά Joaquín Calderón Camino)

44 Συναφώς, κληθέν να αποφανθεί επί αιτήσεως για την έκδοση
προδικαστικής αποφάσεως που είχε υποβάλει εθνικό δικαστήριο το οποίο είχε
επιληφθεί στο πλαίσιο διαδικασίας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας κατόπιν
ανακοπής ασκηθείσας εκ μέρους καταναλωτή κατά διαταγής πληρωμής, το
Δικαστήριο έκρινε ότι το εν λόγω δικαστήριο όφειλε να διατάξει
αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή αποδείξεων προκειμένου να εξακριβώσει αν
μια ρήτρα περί απονομής αποκλειστικής κατά τόπον αρμοδιότητας
περιλαμβανόμενη σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και
καταναλωτή ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13 και, σε
περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να εκτιμήσει αυτεπαγγέλτως τον
ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας αυτής (προπαρατεθείσα
απόφαση Pénzügyi Lízing, σκέψη 56).

Η απόφαση Pénzügyi Lízing, στην οποία παραπέμπει η παραπάνω απόφαση,
εκδόθηκε την 09-11-2010 στην υπόθεση C-137/08 (VB Pénzügyi Lízing Zrt. Κατά
Ferenc Schneider) και στη σκέψη 56 αυτής, διατυπώνεται ρητά η υποχρέωση των
εθνικών δικαστηρίων να διατάσσουν αυτεπαγγέλτως αποδείξεις.

Για του λόγου το αληθές, παρατίθενται εδώ οι σκέψεις 47 έως και 56 της εν
λόγω αποφάσεως, οι οποίες έχουν ακριβώς ως ακολούθως:

47 Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι, όσον αφορά τέτοιες καταστάσεις στις οποίες ένα
από τα συμβαλλόμενα μέρη βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση, το άρθρο 6, παράγραφος
1, της οδηγίας προβλέπει ότι η καταχρηστική ρήτρα δεν δεσμεύει τον καταναλωτή.
Όπως προκύπτει από τη νομολογία, πρόκειται για επιτακτικού χαρακτήρα
διάταξη, η οποία τείνει να αντικαταστήσει την τυπική ισορροπία που εισάγει
η σύμβαση μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των
συμβαλλομένων με μια ουσιαστική ισορροπία ικανή να αποκαταστήσει τη
μεταξύ αυτών ισότητα (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Mostaza Claro, σκέψη 36,
και Asturcom Telecomunicaciones, σκέψη 30).

48 Προς εξασφάλιση της προστασίας που προβλέπει η οδηγία, το Δικαστήριο έχει τονίσει
ότι η κατάσταση ανισότητας μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία
μπορεί να αντισταθμιστεί μόνο με θετική παρέμβαση, μη εξαρτώμενη από
τους συμβαλλομένους στη σύμβαση (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Océano
Grupo Editorial και Salvat Editores, σκέψη 27, Mostaza Claro, σκέψη 26, και
Asturcom Telecomunicaciones, σκέψη 31).

49 Επομένως, στο πλαίσιο των καθηκόντων που υπέχει από τις διατάξεις της
οδηγίας, ο εθνικός δικαστής υποχρεούται, καταρχάς, να εξακριβώνει αν

[15]
συμβατική ρήτρα που αποτελεί αντικείμενο διαφοράς της οποίας έχει
επιληφθεί εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας. Σε περίπτωση
καταφατικής απαντήσεως, ο εθνικός δικαστής οφείλει, εν ανάγκη
αυτεπαγγέλτως, να εκτιμήσει την εν λόγω ρήτρα υπό το πρίσμα των
απαιτήσεων προστασίας του καταναλωτή που προβλέπουν οι διατάξεις της
οδηγίας αυτής.

50 Όσον αφορά το πρώτο στάδιο της εξετάσεως που πρέπει να πραγματοποιήσει ο
εθνικός δικαστής, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 της
οδηγίας προκύπτει ότι η οδηγία αυτή εφαρμόζεται σε κάθε καταχρηστική ρήτρα περί
απονομής αποκλειστικής κατά τόπον αρμοδιότητας περιλαμβανόμενη σε σύμβαση
συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε
αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης.

51 Επομένως, προς εξασφάλιση της επιδιωκόμενης από τον νομοθέτη της
Ένωσης προστασίας των καταναλωτών, ο εθνικός δικαστής πρέπει, σε όλες
τις περιπτώσεις και ανεξαρτήτως περιεχομένου των κανόνων του εσωτερικού
δικαίου, να καθορίζει κατά πόσον η επίμαχη ρήτρα αποτέλεσε αντικείμενο
ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή.

52 Όσον αφορά το δεύτερο στάδιο της εξετάσεως που πρέπει να πραγματοποιήσει ο
εθνικός δικαστής, διαπιστώνεται ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη συμβατική ρήτρα
προβλέπει, όπως επισήμανε και το αιτούν δικαστήριο, την αποκλειστική κατά τόπον
αρμοδιότητα ενός δικαστηρίου που δεν είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του
οποίου έχει τη διαμονή του ο εναγόμενος ούτε εκείνο στην περιφέρεια του οποίου
βρίσκεται η έδρα του ενάγοντος, αλλά δικαστήριο που βρίσκεται εγγύς της έδρας του
ενάγοντος τόσο γεωγραφικώς όσο και από απόψεως δυνατοτήτων μεταφοράς.

53 Όσον αφορά ρήτρα περιλαμβανόμενη σε σύμβαση συναπτόμενη μεταξύ καταναλωτή
και επαγγελματία η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως και
η οποία απονέμει αποκλειστική αρμοδιότητα στο δικαστήριο στην περιφέρεια του
οποίου βρίσκεται η έδρα του επαγγελματία, το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 24 της
προπαρατεθείσας αποφάσεως Océano Grupo Editorial και Salvat Editores, ότι πρέπει
να θεωρείται καταχρηστική υπό την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας, στο μέτρο που
δημιουργεί, παρά την απαίτηση καλής πίστεως, σημαντική ανισορροπία, εις βάρος του
καταναλωτή, μεταξύ των εκ της συμβάσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των
συμβαλλομένων.

54 Επισημαίνεται ότι η ρήτρα επί της οποίας καλείται να αποφανθεί ο εθνικός δικαστής
εν προκειμένω, ακριβώς όπως μια ρήτρα η οποία έχει ως αντικείμενο την απονομή
αρμοδιότητας, για όλες τις διαφορές εκ της συμβάσεως, στο δικαστήριο στην
περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα του επαγγελματία, επιβάλλει στον
καταναλωτή την υποχρέωση να υπαχθεί στην αποκλειστική αρμοδιότητα δικαστηρίου
το οποίο μπορεί να είναι απομακρυσμένο από τον τόπο της κατοικίας του, πράγμα το
οποίο μπορεί να καταστήσει δυσχερέστερη την παράστασή του ενώπιον του
δικαστηρίου αυτού. Στην περίπτωση διαφορών που αφορούν περιορισμένα ποσά, τα
έξοδα που απαιτούνται για την παράσταση του καταναλωτή μπορεί να τον
αποθαρρύνουν και να τον οδηγήσουν σε παραίτηση από την άσκηση ένδικης
προσφυγής ή από την υπεράσπισή του. Ως εκ τούτου, μια τέτοια ρήτρα εμπίπτει στην
κατηγορία των ρητρών που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τη ματαίωση ή την
παρεμπόδιση της ασκήσεως ενδίκων προσφυγών από τον καταναλωτή, κατηγορία
που προβλέπεται στο σημείο 1, στοιχείο π, του παραρτήματος της οδηγίας (βλ.
προπαρατεθείσα απόφαση Océano Grupo Editorial και Salvat Editores, σκέψη 22).

55 Επιπλέον, μια τέτοια ρήτρα περί παρεκτάσεως αρμοδιότητας παρέχει στον
επαγγελματία τη δυνατότητα να συγκεντρώνει το σύνολο των διαφορών που
αφορούν την επαγγελματική του δραστηριότητα σε ένα μοναδικό δικαστήριο που δεν
είναι εκείνο του τόπου διαμονής του καταναλωτή, πράγμα το οποίο διευκολύνει την

[16]
παράστασή του ενώπιον του δικαστηρίου καθιστώντας τη συγχρόνως λιγότερο
δαπανηρή (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Océano Grupo Editorial και Salvat Editores,
σκέψη 23).

56 Επομένως, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο τρίτο ερώτημα που υποβλήθηκε
συμπληρωματικώς είναι ότι ο εθνικός δικαστής οφείλει να διατάσσει
αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή αποδείξεων προκειμένου να εξακριβώσει αν
μια ρήτρα περί απονομής αποκλειστικής κατά τόπον αρμοδιότητας που
περιλαμβάνεται σε σύμβαση αποτελούσα αντικείμενο διαφοράς της οποίας
έχει επιληφθεί, και η οποία έχει συναφθεί μεταξύ επαγγελματία και
καταναλωτή, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και, σε περίπτωση
καταφατικής απαντήσεως, να εκτιμά αυτεπαγγέλτως τον ενδεχομένως
καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας που αφορά την κατά τόπον αρμοδιότητα
δικαστηρίου.

Τούτων δοθέντων, πέρα από ατυχής αποδεικνύεται και παράνομη η νομολογία
Ελληνικών δικαστηρίων, δυνάμει της οποίας μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ανακοπών
να έχουν απορριφθεί λόγω αοριστίας.

Ενόψει όλων όσα προαναφέρθηκαν δεν απομένει επαρκής νομικός χώρος,
ούτε για να προβληθεί, αλλά πολύ περισσότερο για να γίνει αποδεκτή οποιαδήποτε
ένσταση αοριστίας, καθώς, ακόμα και στην αδόκητη περίπτωση κατά την οποία
Δικαστήριο ήθελε διαπιστώσει οποιαδήποτε αοριστία, και πάλι, θα όφειλε να
διατάξει αυτεπαγγέλτως αποδείξεις, ώστε εν τέλει να δικαιοδοτήσει επί της
ουσίας της υποθέσεως, αποφαινόμενο επί της καταχρηστικότητας των
προσβαλλόμενων ΓΟΣ.

Με τα δεδομένα αυτά, ένα πρώτο ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι το Δικαστήριο
οφείλει να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα κάθε
ρήτρας που περιλαμβάνεται σε προδιατυπωμένη σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και
καταναλωτή και σε αυτή την περίπτωση, οφείλει να προβεί σε θετική παρέμβαση,
κατά τρόπο, ώστε ο καταναλωτής να μην δεσμεύεται από τα αποτελέσματα που
παράγει η εν λόγω ρήτρα. Αυτό αποτελεί ειδικό δικονομικό καθήκον του εθνικού
δικαστή, που απορρέει από αναγκαστικό δίκαιο, ενδεχόμενη δε παραβίαση της
πάγιας νομολογίας του ΔΕΕ, όπως αυτή παρατέθηκε ανωτέρω συνιστά αδικοπραξία
και γεννά αποζημιωτική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου.

Από όλα τα παραπάνω σκιαγραφούνται και προσδιορίζονται οι ειδικές
δικαιοδοτικές (δικονομικές και ουσιαστικές) υποχρεώσεις του Δικαστηρίου Σας, όπως
αυτές πηγάζουν από τις διατάξεις αναγκαστικού δικαίου της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ.
Όμως, στη φάση αυτή προκύπτει, κατά λογική αναγκαιότητα, το ερώτημα:

Ποια είναι η ισχύς του δεδικασμένου του ΔΕΕ για την Ελληνική έννομη τάξη;

[17]
Γ. Η ισχύς του δεδικασμένου του ΔΕΕ στην Ελληνική έννομη τάξη

Η απάντηση έρχεται από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία
απεφάνθη ότι η κρίση του ΔΕΕ ως ερμηνεία κοινοτικού δικαίου δεσμεύει όλα τα
Δικαστήρια. Συγκεκριμένα, όπως έκρινε η ΟΛΑΠ 16/2013:

…η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σ' αυτό
υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της
Ένωσης, συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με
λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρ. 559 ή 560 ΚΠολΔ. Η ίδια παράβαση συντελείται ακόμη και όταν
το εθνικό δικαστήριο δεν εφαρμόζει μεν ευθέως το δίκαιο της Ένωσης, αλλά ρυθμίσεις του εσωτερικού
δικαίου, που ενσωματώνουν αντίστοιχες ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου, τις οποίες όμως και πάλι
παραβιάζει, αν τελικά ερμηνεύει τις εσωτερικές ρυθμίσεις κατά τρόπο αντίθετο προς την
ερμηνεία προηγουμένως των ενωσιακών ρυθμίσεων από το Δικαστήριο της Ένωσης.

Δ. Το δεδικασμένο από Συλλογικές Αγωγές ως δικονομική συνθήκη
εξάλειψης της αοριστίας και γένεσης ουσιαστικών καταναλωτικών
δικαιωμάτων

Πέρα από το δεδικασμένο του ΔΕΕ, υπάρχει και το δεδικασμένο της
Ελληνικής έννομης τάξης, που παράγεται από την ευδοκίμηση Συλλογικών Αγωγών
(αγωγών παραλείψεως, βλ. παρ 20 του αρ 10 του Ν. 2251/1994) και το οποίο,
σύμφωνα με τη σχετική νομοθετική διάταξη

20. Συλλογικές αγωγές των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 16 δικάζονται κατά τη
διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στη συντομότερη δυνατή δικάσιμο. Το δικαστήριο μπορεί να
διατάξει την προσωρινή εκτέλεση της απόφασης. Οι έννομες συνέπειες που προκύπτουν από την
απόφαση αυτή ισχύουν έναντι πάντων, και αν δεν ήταν διάδικοι. Το δεδικασμένο απόφασης που
δέχεται εν όλω ή εν μέρει αγωγή της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 16 ισχύει και υπέρ των
ζημιωθέντων καταναλωτών, έστω και αν αυτοί δεν είχαν συμμετάσχει στη σχετική δίκη4.

Αναφορικά με την ισχύ αυτού του δεδικασμένου, που παρήχθη από την
ευδοκίμηση Συλλογικών Αγωγών, αντί πολλών παρατίθεται αυτούσια η από 26
Απριλίου 2012 απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία εξεδόθη
στην υπόθεση C-472/10, σύμφωνα με το διατακτικό της οποίας:

4
Η παράγραφος 20 του άρθρου 10 του Ν. 2251/1994, όπως ισχύει στο παρόν.

[18]
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφοι 1
και 2, της ίδιας οδηγίας, έχει την έννοια ότι:
Η διαπίστωση της ακυρότητας καταχρηστικής ρήτρας η οποία περιλαμβάνεται στους γενικούς
όρους συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, κατόπιν αγωγής παραλείψεως, κατά την
έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας, ασκηθείσας κατά επαγγελματία, προς το δημόσιο συμφέρον
και εξ ονόματος των καταναλωτών, από οργανισμό που ορίζει η εθνική νομοθεσία,
επιτρέπεται να παράγει, σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία, αποτελέσματα έναντι
όλων των καταναλωτών οι οποίοι έχουν συνάψει σύμβαση με τους ίδιους γενικούς
όρους, περιλαμβανομένων και των καταναλωτών που δεν ήσαν διάδικοι της σχετικής
δίκης.

Όταν ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας ρήτρας περιλαμβανόμενης στους γενικούς
όρους συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές έχει αναγνωριστεί στο πλαίσιο
τέτοιας διαδικασίας, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, και στο μέλλον, να αντλούν
αυτεπαγγέλτως από την εν λόγω αναγνώριση τις συνέπειες τις οποίες προβλέπει το
εθνικό δίκαιο, ώστε η ρήτρα αυτή να μη δεσμεύει τους καταναλωτές που έχουν συνάψει
με τον οικείο επαγγελματία σύμβαση με τους ίδιους γενικούς όρους.

Μάλιστα, εντελώς πρόσφατα το ΔΕΕ, με τις σκέψεις 28-31, 40, 43 και 47 που
περιέλαβε στην απόφαση της 21-12-2016 στην υπόθεση C-119/15 αναφορικά με την
δυνατότητα επέκτασης του δεδικασμένου, ακόμα και σε προμηθευτή ο οποίος δεν
είχε μετάσχει στην αρχική δίκη της Συλλογικής Αγωγής (αγωγή παραλείψεως)
δικαιοδότησε ότι μοναδική προϋπόθεση για την επέκταση του δεδικασμένου
είναι η δυνατότητα προσφυγής του προμηθευτή ενώπιον του εκάστοτε
αρμοδίου Δικαστηρίου, ώστε να διαπιστωθεί η τυχόν καταχρηστικότητα της
παρεμφερούς ρήτρας, της οποίας προσβάλλεται η χρήση.

Στην εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο, δέχτηκε ότι

28 Πρέπει, επιπροσθέτως, να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το σύστημα
προστασίας που καθιερώνει η οδηγία 93/13 στηρίζεται στην παραδοχή ότι ο
καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, τόσο ως προς
τη δυνατότητα διαπραγματεύσεως όσο και ως προς το επίπεδο πληροφορήσεως
(απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 2015, BBVA, C-8/14, EU:C:2015:731, σκέψη 17 και
εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

29 Λαμβανομένης υπόψη της ασθενέστερης αυτής θέσεως, το άρθρο 6,
παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 προβλέπει ότι οι καταχρηστικές ρήτρες
δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές. Πρόκειται για αναγκαστικής φύσεως
διάταξη, η οποία έχει ως σκοπό να αντικαταστήσει την τυπική ισορροπία που
εγκαθιδρύει η σύμβαση μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των
συμβαλλομένων με πραγματική ισορροπία δυνάμενη να αποκαταστήσει τη
μεταξύ τους ισότητα (απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 2015, BBVA, C-8/14,
EU:C:2015:731, σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

30 Επιπλέον, δεδομένης της φύσεως και της σπουδαιότητας του δημοσίου
συμφέροντος που έγκειται στην προστασία των καταναλωτών οι οποίοι

[19]
βρίσκονται σε τέτοια ασθενέστερη θέση, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της εν
λόγω οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν
κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα προκειμένου να πάψει η χρήση των
καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από επαγγελματία
με καταναλωτές (απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2015, Unicaja Banco και
Caixabank, C-482/13, C-484/13, C-485/13 και C-487/13, EU:C:2015:21, σκέψη 30
και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

31 Τον σκοπό αυτό της παύσεως των παράνομων πρακτικών επιδιώκουν επίσης οι
διατάξεις της οδηγίας 2009/22, οι οποίες συμπληρώνουν την προστασία των
καταναλωτών στην οποία αποσκοπεί η οδηγία 93/13, με την πρόβλεψη κατάλληλων
διαδικαστικών μέσων σε σχέση με τις αγωγές παραλείψεως.

40 Επιπροσθέτως, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής
προστασίας, ο επαγγελματίας, στον οποίο επιβάλλεται πρόστιμο επειδή χρησιμοποίησε
ρήτρα που κρίθηκε ισοδύναμη προς ρήτρα που περιέχεται στο συγκεκριμένο μητρώο,
πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαθέτει τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή κατά της
κυρώσεως αυτής. Το δικαίωμα αυτό προσφυγής πρέπει να αφορά τόσο την εκτίμηση
της θεωρηθείσας ως παράνομης συμπεριφοράς όσο και το ύψος του ποσού που
καθορίσθηκε από το αρμόδιο εθνικό όργανο, εν προκειμένω το Γραφείο προστασίας
του ανταγωνισμού και των καταναλωτών.

43 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, την ακρίβεια των οποίων οφείλει να
ελέγξει το αιτούν δικαστήριο, δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό ότι εθνικό
σύστημα όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη προσβάλλει τα δικαιώματα άμυνας
του επαγγελματία ή παραβιάζει την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής
προστασίας.

47 Λαμβανομένων υπόψη όλων των προεκτεθεισών σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα
πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7 της
οδηγίας 93/13, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας 2009/22,
καθώς και υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι δεν
αντιτίθενται στο να θεωρείται παράνομη η χρήση ρητρών γενικών όρων, το
περιεχόμενο των οποίων είναι ισοδύναμο με εκείνο ρητρών που έχουν κριθεί
παράνομες με τελεσίδικη δικαστική απόφαση και έχουν καταχωριστεί σε
δημόσιο μητρώο παρανόμων ρητρών γενικών όρων έναντι επαγγελματία ο
οποίος δεν είχε συμμετάσχει στη διαδικασία που κατέληξε στην καταχώριση
των ρητρών αυτών στο εν λόγω μητρώο, υπό την προϋπόθεση, τη συνδρομή
της οποίας απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, ότι ο
επαγγελματίας αυτός έχει το δικαίωμα ασκήσεως πραγματικής προσφυγής,
τόσο κατά της αποφάσεως περί διαπιστώσεως της ισοδυναμίας των υπό
σύγκριση ρητρών, η οποία έγκειται στο κατά πόσον, λαμβανομένων υπόψη
όλων των ειδικών περιστάσεων κάθε υποθέσεως, οι ρήτρες αυτές είναι
ουσιαστικώς πανομοιότυπες, ιδίως όσον αφορά τα αποτελέσματα που
παράγουν εις βάρος των καταναλωτών, όσο και κατά της αποφάσεως με την
οποία καθορίζεται, κατά περίπτωση, το ύψος του επιβληθέντος προστίμου.

Εξάλλου, σύμφωνα με το ΔΕΕ, δεν είναι δυνατός ο περιορισμός των
διαχρονικών αποτελεσμάτων που παράγονται από την αναγνώριση
συγκεκριμένης ρήτρας άκυρης ως καταχρηστικής, καθόσον, όπως διατυπώθηκε

[20]
στις σκέψεις 72, 73 και 74 επί των συνεκδικαζόμενων υποθέσεων C-154/15,
C-307/15 και C-308/15

72 Ο χρονικός περιορισμός των έννομων αποτελεσμάτων που απορρέουν από τη
διαπίστωση της ακυρότητας των ρητρών «κατώτατου επιτοκίου», στον οποίο προέβη
το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) με την απόφασή του της 9ης Μαΐου 2013,
ισοδυναμεί με εν γένει στέρηση από κάθε καταναλωτή που συνήψε, προ αυτής της
ημερομηνίας, σύμβαση ενυπόθηκου δανείου περιέχουσα τέτοια ρήτρα του
δικαιώματος για εξ ολοκλήρου επιστροφή των ποσών που κατέβαλε αχρεωστήτως στο
τραπεζικό ίδρυμα κατ’ εφαρμογήν αυτής της ρήτρας κατά το προγενέστερο της 9ης
Μαΐου 2013 διάστημα.

73 Επομένως, εθνική νομολογία, όπως η διαλαμβανόμενη στην απόφαση της 9ης
Μαΐου 2013, σχετική με τον χρονικό περιορισμό των έννομων
αποτελεσμάτων που απορρέουν, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της
οδηγίας 93/13, από την κήρυξη συμβατικής ρήτρας ως καταχρηστικής
παρέχει μόνον περιορισμένη προστασία στους καταναλωτές οι οποίοι συνήψαν
σύμβαση ενυπόθηκου δανείου περιέχουσα ρήτρα «κατώτατου επιτοκίου» προ της
ημερομηνίας δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως με την οποία διαπιστώθηκε ο
καταχρηστικός χαρακτήρας της. Μια τέτοια προστασία, όμως, είναι ελλιπής και
ανεπαρκής και δεν συνιστά ούτε κατάλληλο ούτε αποτελεσματικό μέσο
προκειμένου να παύσει η χρησιμοποίηση αυτού του είδους ρητρών, τούτο δε
αντιβαίνει προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας
αυτής (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz, C -415/11,
EU:C:2013:164, σκέψη 60).

74 Υπό τις συνθήκες αυτές, τα αιτούντα δικαστήρια, τα οποία δεσμεύονται για την
επίλυση των διαφορών των κύριων δικών από την ερμηνεία του δικαίου της
Ένωσης που έχει δώσει το Δικαστήριο, οφείλουν να μην εφαρμόσουν,
αυτεπαγγέλτως, τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων στον οποίο
προέβη το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) με την απόφαση της 9ης
Μαΐου 2013, καθόσον δεν πρόκειται για περιορισμό σύμφωνο προς το δίκαιο
αυτό (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2010, Elchinov, C-173/09,
EU:C:2010:581, σκέψεις 29 έως 32· της 19ης Απριλίου 2016, DI, C-441/14,
EU:C:2016:278, σκέψεις 33 και 34· της 5ης Ιουλίου 2016, Ognyanov, C-614/14,
EU:C:2016:514, σκέψη 36, καθώς και της 8ης Νοεμβρίου 2016, Ognyanov,
C-554/14, EU:C:2016:835, σκέψεις 67 έως 70).

Για να καταλήξει, με το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως να ορίσει ότι

Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης
Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που
συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομολογία
η οποία περιορίζει χρονικώς τα περί επιστροφής αποτελέσματα που συνδέονται με
τη κήρυξη, με δικαστική απόφαση, ρήτρας ως καταχρηστικής, υπό την έννοια του
άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, η οποία ρήτρα περιέχεται σε
σύμβαση συναφθείσα από επαγγελματία με καταναλωτή, μόνον στα ποσά που
καταβλήθηκαν αχρεωστήτως κατ’ εφαρμογήν τέτοιας ρήτρας μετά τη δημοσίευση
της δικαστικής αποφάσεως με την οποία διαπιστώθηκε η εν λόγω
καταχρηστικότητα.

[21]
Τούτων δοθέντων, ως προς το δικονομικό σκέλος, θα πρέπει να γίνει
δεκτό ότι η λειτουργία του δεδικασμένου αποκρούει την ένσταση της αοριστίας
και εκθέτει ως νομικά αβάσιμη την -ατυχή- μερίδα της ελληνικής νομολογίας, η
οποία υποχρεώνει τον καταναλωτή να προσδιορίζει ειδικότερα κονδύλια στα
ασκηθέντα από αυτόν ένδικα βοηθήματα, άλλως απορρίπτει το εκάστοτε
ασκηθέν ένδικο βοήθημα (αγωγή ή ανακοπή), περιορίζοντας κατά τρόπο
ποσοτικό τα διαχρονικά αποτελέσματα της λειτουργίας καταχρηστικών ΓΟΣ σε
συμβάσεις που συνήψαν καταναλωτές με προμηθευτές.

Κάθε τέτοια δικανική κρίση αποδεικνύεται παράνομη, ως αντικείμενη
στην Οδηγία 93/13 και σε συνδυασμό με το αρ 28 παρ 1 του Συντάγματος,
τέτοια δικαστική απόφαση είναι παράνομη ως αντισυνταγματική, αφού με αυτή
επιχειρείται να περιοριστούν τα αποτελέσματα της καταχρηστικότητας μόνο
στα ποσά που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως κατ’ εφαρμογή άκυρης ως
καταχρηστικής ρήτρας.

Και τούτο μόνο αρκεί, για να καταστεί νομικά αβάσιμη κάθε ένσταση αοριστίας
βάλλουσα κατά ανακοπής καταναλωτή κατά προμηθευτή, εδραζόμενη σε άκυρες ως
καταχρηστικές ρήτρες της συμβάσεως, καθώς δεν νοείται καμία αοριστία λόγω της μη
αναφοράς ειδικότερων κονδυλίων, πολλώ δε μάλλον δεν νοείται ως βάσιμη η
εδραίωση της ένστασης αοριστίας, επί τη βάσει της απαίτησης αναφοράς ειδικότερων
κονδυλίων, ως αχρεωστήτως καταβληθέντων εκ μέρους των δανειοληπτών, αφού με
την ένσταση αυτή διώκεται ο περιορισμός της καταχρηστικότητας μόνο στα ποσά που
καταβλήθηκαν αχρεωστήτως. Τέτοιος περιορισμός, όμως είναι μη νόμιμος και ως εκ
τούτου αβάσιμα προτείνεται και ζητείται από την αντίδικο στην επίδικη περίπτωση.

Ε. Το υφιστάμενο δεδικασμένο των Ελληνικών δικαστηρίων, που
προέκυψε μετά από ευδοκίμηση Συλλογικών Αγωγών του αρ 10 του Ν.
2251/1994 (άρθρο 7 παρ 3 της Οδηγίας 93/13)

Μετά από την ευδοκίμηση σειράς Συλλογικών Αγωγών (δηλ. αγωγών
παραλείψεως που άσκησαν καταναλωτικές ενώσεις κατά τραπεζών, ως
προμηθευτών) τέτοιο δεδικασμένο έχει παραχθεί στην Ελληνική Επικράτεια από

την ΑΠ 1219/2001,

την ΑΠ 430/2005,

[22]
την ΑΠ 652/2010,

την ΕφΑθ 5253/2003

την ΕφΑθ 6291/2000,

την ΠΠΑθ 1119/2002,

την ΠΠΑθ 1208/1998,

οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, καθώς και από την απόφαση 961/2007
του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που έχει καταστεί αμετάκλητη.

Το παραπάνω δεδικασμένο επιδρά και επεκτείνεται και στην κρινόμενη
περίπτωση, δίχως να είναι δυνατή η με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο απόκρουση της
επεκτάσεως της ισχύος του, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω.

Υπό τα παραπάνω δεδομένα, δεν απομένει καμία νομική δυνατότητα,
να αποκρουστεί η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου στην επίδικη
περίπτωση.

Έτσι, το δεδικασμένο, που πηγάζει από τις αποφάσεις που παρατέθηκαν στο
κεφάλαιο τούτο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριό Σας και
αυτεπαγγέλτως, τόσο κατά τη διάταξη της παρ 20 του άρθρου 10 του Ν. 2251/1994,
όσο και κατ’ άρθρο 332 ΚΠολΔ, όπως αυτό εκτείνεται και καλύπτει τα ανακύπτοντα
στην παρούσα δίκη ζητήματα που ερευνήθηκαν στο πλαίσιο των ανωτέρω
αποφάσεων, κατ’ άρθρο 330 ΚΠολΔ, ενόψει των ειδικών δικονομικών συνεπειών που
επάγεται η ευδοκίμηση αγωγών παραλείψεως (Συλλογικών Αγωγών), όπως οι
συνέπειες αυτές διαπιστώθηκαν από το Δικαστήριο της ΕΕ, που ερμήνευσε αυθεντικά
την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ.

Άλλωστε, εν προκειμένω, εφόσον η τράπεζα ουδέν αντίθετο αποδεικνύει
(παρά τις όποιες απόπειρες άρθρωσης ενστάσεων) περί της καταναλωτικής ιδιότητας
του ανακόπτοντος, θα πρέπει κατά το μέρος αυτό η ανακοπή να θεωρηθεί
ομολογημένη κατ’ άρθρο 261 ΚΠολΔ, άλλως βάσιμη, δυνάμει όλων όσα
αναφέρθηκαν ήδη.

ΣΤ. Επικουρικώς, υποβάλλεται αίτημα απευθύνσεως προδικαστικού
ερωτήματος στο ΔΕΕ

Άλλως, και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το αξιότιμο Δικαστήριό Σας
εξακολουθεί να διατηρεί αμφιβολίες περί της εφαρμογής του Δικαίου της Ένωσης

[23]
στην προκειμένη περίπτωση, ζητείται με τις παρούσες προτάσεις μας, κατά τα άρθρα
19, παράγραφος 3, στοιχείο β', της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (:ΣΕΕ) και
267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (:ΣΛΕΕ), η υποβολή
σχετικού προδικαστικού ερωτήματος ενώπιον του ΔΕΕ, το οποίο είναι αρμόδιο να
αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης και επί του
κύρους των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης,
ώστε:

1. Να ερωτηθεί, εάν η παράλειψη των διατάξεων των άρθρων 623, 624,
628, 629 ΚΠολΔ, να θεσπίσουν ρητή υποχρέωση των εθνικών
Δικαστηρίων να λαμβάνουν αυτεπαγγέλτως υπόψη τους τον
καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας, που συνήφθη μεταξύ προμηθευτή και
καταναλωτή, κατά τη διαδικασία έκδοσης Διαταγής Πληρωμής, ιδίως
δοθέντος ότι, στην Ελληνική έννομη τάξη, αρμόδιο για έκδοση Διαταγής
Πληρωμής είναι δικαιοδοτικό όργανο της Ελληνικής Πολιτείας και η
διαταγή πληρωμής αποτελεί αμέσως εκτελεστό τίτλο, δυνάμει του
οποίου ο προμηθευτής μπορεί μετά από τρεις (3) ημέρες να εκκινήσει
διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι σύμφωνη με την Οδηγία
93/13/ΕΟΚ.
2. Να ερωτηθεί, εάν οι διατάξεις των άρθρων 623, 624, 628, 629 ΚΠολΔ, με
το ισχύον περιεχόμενό τους, είναι σύμφωνες με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ,
κατά το μέρος που παραλείπουν να απαγορεύσουν την έκδοση
Διαταγής Πληρωμής, όταν αποδεικνύεται εγγράφως, ενώπιον
δικαστηρίου που εκδίδει διαταγή πληρωμής, ότι η απαίτηση προέκυψε
από ΓΟΣ, που έχουν ήδη νομολογηθεί, τελεσίδικα και αμετάκλητα, στο
πλαίσιο Αγωγών Παραλείψεως, που άσκησαν καταναλωτικές ενώσεις
κατά προμηθευτών, άκυροι ως καταχρηστικοί, όπως αυτοί απαριθμούνται
στην από 25 Ιουνίου 2008 Ζ1-798 (ΦΕΚ Β/1353/11-07-2008) Υπουργική
Απόφαση όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ Ζ1-
21/17-01-2011 και κρίθηκε νόμιμη με την ΣτΕ 1210/2010 και αφού λήφθηκαν
υπόψη οι αποφάσεις υπ' αριθμ 430/2005 και 1219/2001 ΑΠ, 5253/2003 και
6291/2000 Εφετείου Αθηνών καθώς και οι 1119/2002 και 1208/1998 του
Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες,
καθώς και την απόφαση υπ' αριθμ 961/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου
Αθηνών κατά το μέρος που έχει καταστεί αμετάκλητη και το γεγονός ότι οι
συνέπειες του δεδικασμένου των ανωτέρω αποφάσεων έχουν ευρύτερο
δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την
προστασία των καταναλωτών (άρθρο 10 παρ 2 του Ν 2251/1994) με την

[24]
οποία αποφασίστηκε «η απαγόρευση αναγραφής των Γενικών Όρων
Συναλλαγών που έχουν κριθεί ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές
αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που
συνάπτουν τα πιστωτικά ιδρύματα με τους καταναλωτές», στην οποία
παρατίθενται οι ΓΟΣ που έχουν κριθεί άκυροι ως καταχρηστικοί, μετά από
άσκηση συλλογικών αγωγών ενώσεων καταναλωτών κατά των τραπεζών,
λογιζομένων των τελευταίων ως προμηθευτών, ιδίως δοθέντος ότι αρμόδια
προς έκδοση διαταγών πληρωμής στην Ελλάδα είναι δικαιοδοτικά
όργανα και συγκεκριμένα τα Ειρηνοδικεία και τα Πρωτοδικεία της χώρας
και η διαταγή πληρωμής αποτελεί αμέσως εκτελεστό τίτλο, δυνάμει του
οποίου ο προμηθευτής μπορεί μετά από τρεις (3) ημέρες να εκκινήσει
διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι σύμφωνη με την Οδηγία
93/13/ΕΟΚ.
3. Να ερωτηθεί, εάν η ευρύτερη προστασία που απολαμβάνει ο καταναλωτής
στο Ελληνικό Δίκαιο, σύμφωνα με τον Ν. 2251/1994, με τον οποίο
ενσωματώθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ και όπως
αυτός ερμηνεύτηκε αυθεντικά με την ΟλΑΠ 13/2015, είναι σύμφωνη με τις
διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ.
4. Να ερωτηθεί εάν, η εκ της νομολογίας των Ελληνικών δικαστηρίων
διαμορφωθείσα απαίτηση του Ελληνικού δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με
την οποία ο καταναλωτής υποχρεούται να προσδιορίσει τα επιμέρους
κονδύλια του λογαριασμού, κατά τα οποία αχρεωστήτως επιβαρύνθηκε,
μπορεί να αποτελέσει νόμιμο λόγο, για την εκ μέρους του εθνικού Δικαστηρίου
παράλειψη διαπίστωσης της καταχρηστικότητας συμβατικής ρήτρας που
τέθηκε από προμηθευτή σε προδιατυπωμένη σύμβαση προσχωρήσεως, στην
οποία αναγκάστηκε να προσχωρήσει ο καταναλωτής, είναι σύμφωνη με την
Οδηγία 93/13/ΕΟΚ.
5. Να ερωτηθεί, εάν οποιαδήποτε δικονομική ένσταση ή νομολογιακά
διαμορφωθείσα απαίτηση του Ελληνικού δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με
την οποία, ο καταναλωτής υποχρεούται να επικαλεστεί και να αποδείξει τις
υπερβάσεις και τα αχρεωστήτως απαιτούμενα κονδύλια, εκ μέρους του
προμηθευτή, σε διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, αντίκειται στην
Οδηγία 93/13/ΕΟΚ.

Ζ. Η -έστω και παρεμπιπτόντως- διαπιστούμενη αντισυνταγματικότητα
της κατάργησης του 938 ΚΠολΔ, άλλως η αντισυνταγματική παράλειψη του
νομοθέτη να θεσπίσει δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης, σε περιπτώσεις που

[25]
η εκτέλεση προκύπτει από σύμβαση περιέχουσα άκυρους ως καταχρηστικούς
ΓΟΣ, που φέρονται να συνομολογήθηκαν μεταξύ καταναλωτή και προμηθευτή:

Από όλα όσα προεκτέθηκαν αποδεικνύεται ότι το Δικαστήριο όχι μόνο
δικαιούται αλλά υποχρεούται να διατάξει αναστολή της εκτέλεσης διότι:

Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ υποχρεώνει τα κράτη μέλη
να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές.
Πρόκειται για επιτακτικού χαρακτήρα διάταξη, η οποία τείνει να αντικαταστήσει την
τυπική ισορροπία που εισάγει η σύμβαση μεταξύ των δικαιωμάτων και των
υποχρεώσεων των συμβαλλομένων με μια ουσιαστική ισορροπία, ικανή να
αποκαταστήσει τη μεταξύ τους ισότητα (προαναφερθείσα απόφαση Banco Español
de Crédito, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

Στο πλαίσιο αυτό, ο εθνικός δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον
καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής
της οδηγίας και, πράττοντας τούτο, να αίρει την υφιστάμενη μεταξύ του καταναλωτή
και του επαγγελματία ανισότητα, εφόσον έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα προς
τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία (προαναφερθείσες αποφάσεις Pannon GSM,
σκέψη 31 και 32, καθώς και Banco Español de Crédito, σκέψεις 42 και 43).

Εν προκειμένω, μετά την κατάργηση του 938 ΚΠολΔ και ενόψει του ρητού
αποκλεισμού αναστολής εκτελέσεως, ο οποίος διαλαμβάνεται στο 633 ΚΠολΔ,
προκύπτει ότι το Ελληνικό δικονομικό σύστημα, αποστερεί από τον καταναλωτή το
φυσικό του δικαστή, ο οποίος θα έπρεπε να επιλαμβάνεται σε διαδικασία συνδεόμενη
με διαδικασία εκτελέσεως και να λαμβάνει προσωρινά μέτρα προς πλήρη
εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας της αποφάσεως του δικαστηρίου της ανακοπής
και μάλιστα, όχι μόνον κατά την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα που, υπό το
πρίσμα του άρθρου 6 της οδηγίας, ενδέχεται να έχει ρήτρα περιλαμβανόμενη σε
σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, αλλά και κατά την επαλήθευση της
συμβατότητας μιας τέτοιας ρήτρας προς τους εθνικούς κανόνες δημόσιας τάξης, την
οποία πάντως θα όφειλε να εξακριβώσει (βλ., επ’ αυτού, προαναφερθείσα απόφαση
Banco Español de Crédito, σκέψη 48).

Όσον δε αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, κατά πάγια νομολογία του
ΔΕΕ, κάθε περίπτωση στην οποία τίθεται το ζήτημα εάν μια εθνική δικονομική
διάταξη καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της
Ένωσης πρέπει να αναλύεται λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της εν λόγω
διατάξεως στο πλαίσιο της όλης διαδικασίας, καθώς και της εξελίξεως και των

[26]
ιδιαιτεροτήτων της διαδικασίας αυτής, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων
(προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito, σκέψη 49).

Εν προκειμένω, προκύπτει ότι, κατά το άρθρο 633 του Κώδικα Πολιτικής
Δικονομίας, στις διαδικασίες εκτελέσεως, η ανακοπή του καθού η εκτέλεση μπορεί να
ασκηθεί, χωρίς όμως να παρέχεται δικαίωμα αναστολής ή διακοπής της διαδικασίας
εκτελέσεως. Δικαίωμα αναστολής προβλέπεται μόνο μετά από άσκηση ανακοπής του
632 ΚΠολΔ, ενώ και το άρθρο 938 ΚΠολΔ, το οποίο προέβλεπε τη δυνατότητα
χορηγήσεως αναστολής εκτελέσεως, καταργήθηκε με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1
του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87).

Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι, στο παρόν Ελληνικό δικονομικό σύστημα,
η τελική κατακύρωση πράγματος σε τρίτο διώκεται να αποκτήσει μη αναστρέψιμο
χαρακτήρα, ακόμη και αν ο καταχρηστικός χαρακτήρας της ρήτρας κατά της οποίας
βάλλει ο καταναλωτής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας συνεπάγεται την
ακυρότητα της διαδικασίας εκτελέσεως απαιτήσεως.

Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι το παρόν δικονομικό σύστημα, στο μέτρο που
καθιστά αδύνατη για το δικαστήριο της ουσίας, ενώπιον του οποίου προσφεύγει ο
καταναλωτής επικαλούμενος τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας
αποτελούσας τη βάση του εκτελεστού τίτλου, τη λήψη προσωρινών μέτρων
δυνάμενων να αναστείλουν τη διαδικασία εκτελέσεως απαιτήσεως ή να τη
διακόψουν, όταν η λήψη τέτοιων μέτρων παρίσταται αναγκαία για τη διασφάλιση της
πλήρους αποτελεσματικότητας της αποφάσεώς του, είναι ικανό να θίξει την
επιδιωκόμενη από την επίμαχη οδηγία αποτελεσματική προστασία (βλ., επ’ αυτού,
απόφαση της 13ης Μαρτίου 2007, C-432/05, Unibet, Συλλογή 2007, σ. I-2271,
σκέψη 77).

Άλλωστε, εφόσον η κατάσχεση του ακινήτου πραγματοποιείται πριν από την
έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο οφείλει να αναγνωρίσει
τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας και ως εκ τούτου, την ακυρότητα της
διαδικασίας εκτελέσεως, η απόφαση αυτή μπορεί να εξασφαλίσει στον οικείο
καταναλωτή ένδικη προστασία μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, υπό μορφή
αποζημιώσεως, η οποία θα συνιστούσε ελλιπές και ανεπαρκές μέτρο και δεν θα
αποτελούσε ούτε κατάλληλο ούτε αποτελεσματικό μέσο παύσεως της χρήσεως της εν
λόγω ρήτρας, αντιθέτως προς όσα προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της
οδηγίας 93/13/ΕΟΚ.

Εξάλλου, η εκ μέρους των προμηθευτών κίνηση της διαδικασίας εκτελέσεως
αρκεί για να στερήσει, κατ’ ουσίαν, από τους καταναλωτές το προνόμιο της

[27]
προστασίας που επιδιώκει η Οδηγία, περίπτωση που επίσης αντίκειται προς τη
νομολογία του ΔΕΕ κατά την οποία, τα ειδικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ένδικης
διαδικασίας, η οποία διεξάγεται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου μεταξύ επαγγελματία
και καταναλωτή δεν μπορούν να αποτελούν στοιχείο δυνάμενο να θίξει την έννομη
προστασία της οποίας πρέπει να απολαύει ο καταναλωτής δυνάμει των διατάξεων
της οδηγίας αυτής (βλ., επ’ αυτού, προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de
Crédito, σκέψη 55).

Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι η επίμαχη στην παρούσα δίκη
κατάργηση της Ελληνικής κανονιστικής ρύθμισης του 938 ΚΠολΔ και η παράλειψη
θέσπισης διαδικασίας αναστολής εκτελέσεως, εδραζόμενη στη διαπίστωση της
καταχρηστικότητας των ΓΟΣ που περιλαμβάνονται σε προδιατυπωμένη σύμβαση
μεταξύ προμηθευτή και καταναλωτή δεν συνάδει με την αρχή της
αποτελεσματικότητας της Οδηγίας 93/13, καθόσον καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά
δυσχερή, στο πλαίσιο διαδικασιών που κινούνται από επαγγελματίες κατά
καταναλωτών, τη διασφάλιση της προστασίας που παρέχει στους τελευταίους η
οδηγία.

Κατόπιν των εκτιμήσεων αυτών, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Οδηγία
93/13/ΕΟΚ αποκλείει την κανονιστική ρύθμιση του Ελληνικού δικονομικού
συστήματος, η οποία, ενώ δεν προβλέπει στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως
απαιτήσεως λόγους ανακοπής αντλούμενους από τον καταχρηστικό χαρακτήρα
συμβατικής ρήτρας η οποία αποτελεί βάση του εκτελεστού τίτλου, δεν παρέχει στον
καταναλωτή τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής σε δικαστήριο αρμόδιο για την
εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας τέτοιας ρήτρας, το οποίο θα έπρεπε να
έχει τη δυνατότητα λήψεως προσωρινών μέτρων, όταν η λήψη των μέτρων αυτών
είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της
αποφάσεώς του.

Και τίποτα από όλα μέχρι εδώ αναφέρονται δεν αναιρείται από την πρόβλεψη
της παρ. 6 του άρ. 632 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία

6. Με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να σωρευθεί και αίτημα ακυρώσεως των
πράξεων εκτελέσεως, οι οποίες ενεργούνται με βάση αυτήν, αν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 218
ΚΠολΔ.
και τούτο διότι η εν λόγω διάταξη αναφέρεται σε δικαίωμα σώρευσης των
ανακοπών του 632 και 933 ΚΠολΔ, πλην όμως, δεν επεκτείνει τη δυνατότητα
αναστολής στις πράξεις της εκτελέσεως, την οποία παρέχει μόνο για τον εκτελεστό
τίτλο. Σύμφωνα δε με το Ελληνικό δικονομικό σύστημα, πρώτη πράξη εκτελέσεως

[28]
είναι η επιταγή προς πληρωμή και έναντι αυτής, δεν φαίνεται να παρέχεται από τις
ισχύουσες διατάξεις δυνατότητα αναστολής της.

Με τα δεδομένα αυτά:

α) η παράλειψη θέσπισης δυνατότητας αναστολής των πράξεων της
αναγκαστικής εκτέλεσης, δοθέντος ότι τέτοια δυνατότητα, κατά το 632 ΚΠολΔ,
υπάρχει μόνο για την διαταγή πληρωμής

β) η απαγόρευση αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας, όπως θεσπίστηκε
στο 633 ΚΠολΔ και

γ) η κατάργηση του 938 ΚΠολΔ και η μη συμπλήρωση του νομοθετικού κενού
που προέκυψε από την κατάργηση αυτή, με άμεση συνέπεια, την ανυπαρξία
δυνατότητας αναστολής των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, ενόψει του οποίου
δεν υφίσταται πλέον καμία ένδικη δυνατότητα αναστολής της εκτελεστικής
διαδικασίας, και μάλιστα, ακόμα κι αν η εκτέλεση στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο που
προέκυψε από καταχρηστικές ρήτρες που φέρονται να συνομολογήθηκαν μεταξύ
καταναλωτών και προμηθευτή,

παρίστανται ως αντισυνταγματικές, λόγω της πρόδηλης αντίθεσής τους
σε διατάξεις αναγκαστικού Δικαίου και υπερνομοθετικής ισχύος, κατά το 28Σ,
αφού αντίκεινται στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ και ως τέτοιες θα πρέπει να
αναγνωριστούν με απόφαση Δικαστηρίου, έστω και παρεμπιπτόντως.

Κατ’ αποτέλεσμα και ενόψει των παραπάνω, η αίτηση αναστολής με την οποία
ζητείται αναστολή της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής και αναστολή της
εκτελεστότητας της πρώτης πράξης της εκτέλεσης (ήτοι, της επιταγής προς εκτέλεση)
παρίσταται απολύτως παραδεκτή, προς αμφότερα τα αιτήματά της, ήτοι τόσο όσον
αφορά το αίτημα αναστολής της πληττόμενης διαταγής πληρωμής, όσο και το αίτημα
αναστολής της επιταγής προς εκτέλεση, αφού αντλεί την νομιμότητά της απευθείας
από το παράγωγο και υπερνομοθετικής ισχύος Κοινοτικό Δίκαιο και τούτο θα πρέπει
να αποτυπωθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου.

[29]