You are on page 1of 82

Παραμύθι χωρίς

όνομα-Πηνελόπη Δέλτα
schooltime.gr-πεζογραφία

PDF που παράγονται χρησιμοποιώντας την ανοικτού περιεχομένου εργαλειοθήκη mwlib. Βλέπε http://code.pediapress.com/ για περισσότερες
πληροφορίες.
PDF generated at: Tue, 20 Nov 2012 10:35:45 UTC

Περιεχόμενα
Άρθρα
Παραμύθι χωρίς όνομα 1
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Α 2
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Β 4
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Γ 7
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Δ 12
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ε 18
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΣΤ 22
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ζ 30
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Η 38
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Θ 41
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ι 44
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΑ 48
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΒ 52
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΓ 55
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΔ 58
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΕ 62
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΣΤ 64
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΖ 67
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΗ 71
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΘ 74
Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Κ 77

Παραπομπές
Πηγές άρθρων και Συνεισφέροντες 79

Άδειες Άρθρου
Άδεια 80

Παραμύθι χωρίς όνομα 1

Παραμύθι χωρίς όνομα
Παραμύθι χωρίς όνομα
Μυθιστόρημα
Πηνελόπη Δέλτα

Περιεχόμενα
• Α'. Το δάσος
• Β'. Παλάτι και παλατιανοί
• Γ'. Στο φτωχικό της κυρα-Φρόνησης
• Δ'. Στο γυρισμό
• Ε'. Το δώρο του θείου Βασιλιά
• ΣΤ'. Στρατός και στόλος, παρών!
• Ζ'. Καινούριες αποκαλύψεις
• Η'. Η κορώνα του Βασιλιά
• Θ'. «Στη θέση όπου μας έβαλε η μοίρα»
• Ι'. Στην ταβέρνα
• ΙΑ'. «Χωροφύλακας, ή ξυλοκόπος;»
• ΙΒ'. Πανικός
• ΙΓ'. Πολύδωρος και Μονοχέρης
• ΙΔ'. Η μάχη
• ΙΕ'. Δικαιοσύνη
• ΙΣΤ'. Η ζώνη του Πολύδωρου
• ΙΖ'. Δουλειά
• ΙΗ'. Ο εξάδελφος Βασιλιάς
• ΙΘ'. Ο θείος Βασιλιάς
• Κ'. Συνετός Β'

Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Α 2

Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Α
Όταν κατάλαβε ο γερο-Βασιλιάς Συνετός πως μετρήθηκαν πια οι μέρες του, φώναξε το γιο του, το νέο
Αστόχαστο, και του είπε:
- Φθάνουν, γιε μου, τα παιχνίδια και οι διασκεδάσεις. Ήλθε η ώρα να παντρευθείς και να πάρεις στα χέρια
σου την κυβέρνηση του Κράτους. Εγώ έφαγα το ψωμί μου. Εσύ κοίταξε να κυβερνήσεις σαν καλός βασιλιάς.
Κι έστειλε τον αρχικαγκελάριό του στο γειτονικό βασίλειο, να ζητήσει την όμορφη Βασιλοπούλα Παλάβω, για
τον Αστόχαστο, το γιο του Συνετού Α', Βασιλιά των Μοιρολατρών. Έγινε ο γάμος με χαρές και ξεφαντώματα,
και λίγες μέρες αργότερα, αφού ευλόγησε τα παιδιά του, ο γερο-Συνετός τους άφησε χρόνια, και ο Αστόχαστος
στέφθηκε Βασιλιάς.
Όλα φαίνουνταν ρόδινα και ζηλευτά για το νέο ζευγάρι. Τα φλουριά ξεχειλούσαν από τα σεντούκια του
γερο-Συνετού· κάστρα γερά και γεμάτα στρατιώτες τειχογύριζαν το βασίλειο· το λαμπρό παλάτι, χτισμένο
ψηλά σ' ένα κατάφυτο βουνό, δέσποζε τη χώρα όπου ζούσαν με άνεση οι πολίτες· δρόμοι φαρδείς και
καλοστρωμένοι ένωναν το βασίλειο των Μοιρολατρών με όλα τα γειτονικά βασίλεια. Παντού χαρά και
καλοπέραση.
Και όπου γύριζε το μάτι του ο νέος βασιλιάς, από πάνω από τον ψηλό πύργο του παλατιού του, έβλεπε
απέραντα χωράφια σπαρμένα, ρεματιές και λαγκάδια κατάφυτα, χώρες και χωριά με παστρικά όμορφα
σπιτάκια, βουνά δασωμένα και λιβάδια καταπράσινα. Αμέτρητες αγελάδες έβοσκαν συντροφικά με κοπάδια
αρνιά και κατσίκες. Και σα μερμήγκια δούλευαν οι χωρικοί τη γη, άρμεγαν τις αγελάδες, κούρευαν τα
πρόβατα και μετέφερναν γεννήματα και καρπούς στη χώρα, όπου τα πουλούσαν. Πέρασαν χρόνια πολλά.
Ο καιρός, που άσπρισε και μάδησε τα μαλλιά του Αστόχαστου και μάρανε την ομορφιά της Παλάβως, άλλαξε
και την όψη ολόκληρου του βασιλείου των Μοιρολατρών. Παντού ερημιά. Πεδιάδες απέραντες, γυμνές,
ακαλλιέργητες, απλώνουνταν ως τα σύνορα του βασιλείου, και μονάχα μερικές ερειπωμένες πέτρες
μαρτυρούσαν ακόμα τα μέρη όπου άλλοτε έστεκαν, υπερήφανα και απειλητικά, τα φοβερά κάστρα του
Συνετού Α'. Πού και πού, κανένα γκρεμισμένο παλιόσπιτο ξεχώριζε στη μονοτονία της έρημης πεδιάδας. Τ'
αγριόχορτα και οι πέτρες σκέπαζαν τους λόφους, οι δρόμοι, παρατημένοι, χάνουνταν κάτω από τ' αγκάθια που
ελεύθερα άπλωναν τα πυκνά τους κλωνάρια. Και σφυρίζοντας ανάμεσα στις πέτρες και τους βράχους, ο
άνεμος μοιρολογούσε το ρήμαγμα του τόπου. Μόνο τα πυκνά δάση έμεναν στη θέση τους, ξεχασμένα και
αδούλευτα, κρύβοντας κάτω από το φουντωμένο τους φύλλωμα ολόκληρον κόσμο πεταλούδες, μαμούνια και
μέλισσες, που χαίρουνταν ανενόχλητα τα μυρωδάτα αγριολούλουδα. Πλήθος αγριοφραουλιές άνθιζαν και
καρποφορούσαν αδελφικά με τις βατομουριές, και οι καρποί τους σάπιζαν κι έπεφταν στο χώμα άχρηστοι.
Τα μονοπάτια, που περνούσαν άλλοτε ανάμεσα στα δέντρα, είχαν σβήσει και αυτά από τον καιρό που είχε να
τα πατήσει ανθρώπινο πόδι. Και τα δέντρα και τα χαμόδεντρα τόσο είχαν ξεχάσει την ανθρώπινη μορφή, που
όλα ταράχθηκαν, και τρόμαξαν, και ανατρίχιασαν, και σείστηκαν, και μουρμούρισαν αναμεταξύ τους
φοβισμένα, όταν μια μέρα είδαν ένα νέο αγόρι με βαθιά ονειροφορτωμένα καστανά μάτια, που περπατούσε
κάτω από το φύλλωμα τους σταματώντας σε κάθε βήμα, για να κοιτάξει πότε ένα λουλούδι, πότε ένα ζωύφιο,
με θαυμασμό κι έκπληξη, σα να τα έβλεπε πρώτη φορά.
- Τι πράμα να είναι άραγε τούτο που διαβαίνει; ρώτησε φοβισμένος ένας σκοίνος, συμμαζεύοντας τα
φυλλαράκια του από φόβο μην τον δει το αγόρι.
- Ποιος το ξέρει! αποκρίθηκε το πεύκο. Ίσως κανένα άλλο είδος ελάφι;
Μια λεύκα, που έστεκε εκεί κοντά, έσκυψε το υπερήφανο κεφάλι της να δει το διαβάτη.
- Ελάφι; είπε μ' ένα ξεκάρδισμα που αναποδογύρισε όλα της τα φυλλαράκια, και μια στιγμή από πράσινη την
έκανε ασημένια. Ονειρεύεσαι, παιδί μου! Μα το ελάφι έχει τέσσερα πόδια, και τούτο έχει μόνο δυο!

. Βγήκε από το δάσος. διηγούνταν στα δέντρα ένα σωρό παράξενες ιστορίες. Και όλα μαζί τα δέντρα έσκυψαν να δουν τον «άνθρωπο» που διάβαινε. είπε ο γερο-πλάτανος. Είναι άραγε κακό. Σηκώθηκε το Βασιλόπουλο και πήρε πάλι το δρόμο του. μαζεμένη στα πόδια του πλάτανου. αναφώνησε το θυμάρι. και με βρει γυμνή το καλοκαίρι σαν έλθει.Τι. ούτε το σφύριγμα του κότσυφα που. είπε η ακατάδεκτη βαλανιδιά.Μα λοιπόν τι ζώο είναι. βλέποντας τα γυμνά του πόδια και τα λιωμένα του ρούχα. και τα βατόμουρα. . Ξύπνησε το Βασιλόπουλο και τινάχτηκε ξαφνισμένο. . Τα χρυσοκέντητα βελουδένια ρούχα του. και τα ώριμα κούμαρα. λιωμένα στους αγκωνές και στα γόνατα. με γοργά βήματα ανέβηκε στο βουνό. . δεν είναι ζώο αυτό και δεν τρώγει φύλλα. Κοιμήθηκε τόσο βαθιά που δεν άκουσε τα ψιθυρίσματα των δέντρων. Και η λεύκα μουρμούρισε: . προσφέροντας τ' ανθισμένα του λουλουδάκια στη μέλισσα που βούιζε.Μη ζαλίζεστε. παιδιά μου. περίεργος. ενώ τα δέντρα σήκωναν ψηλά το κεφάλι τους κι έκαναν τον ανήξερο. ρώτησε ανήσυχα μια βατομουριά.Ο γιος του Βασιλιά! αναφώνησε ο γερο-πλάτανος. και η μέλισσα κρύφθηκε ανάμεσα στα φύλλα του σκοίνου.Γιατί. όταν μάζευαν οι άνθρωποι το μέλι της μέλισσας. Ο κότσυφας πήδηξε κοντά της και ψιθύρισε: . Είναι χρόνια πολλά που δεν πέρασε τέτοιο πράμα από δω. . ούτε το μουρμούρισμα του ρυακιού που έτρεχε πέρα. .Γιατί δεν έχει άλλα. τις έκοψε και τις έφαγε. γυρεύοντας μέρος ν' ακουμπήσει για να ρουφήξει το μέλι τους.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Α 3 . τότε θα φρίξεις! . άνθρωπος είναι! Θυμούμαι να είδα τέτοιους στα νιάτα μου. Τρόμαξε ο κότσυφας και πέταξε μακριά.Μα βέβαια. . φτερουγίζοντας γύρω του. . . Μην είναι άνθρωπος. Τι λές. Πώς να το πιστέψω.Μα τι θαρρείς. είδε κοντά του τη φραουλιά φορτωμένη κατακόκκινες φράουλες.Πίστεψε τον όμως. αποκρίθηκε ο γερο-πλάτανος. είπε η μέλισσα. Μη μου φάγει το καινούριο φόρεμα μου.Βέβαια είναι άνθρωπος. πηδώντας από κλαδί σε κλαδί. και οι χρυσές κορδέλες που βαστούσαν τα πέδιλα στα γυμνά του πόδια ήταν κατακομμένες και ξαναδεμένες με χοντροκοπιούς κόμπους. που το δάσος μας γέμιζε από όμοιους του. άπλωσε τα κλαδιά του να τον δει από πιο κοντά. και τραβώντας κατά το παλάτι. Ο Βασιλιάς φορεί και αυτός τέτοια ρούχα. . Μα θυμούμαι έναν καιρό. Ήταν τα καλά εκείνα χρόνια. και της φραουλιάς τη φράουλα. Ο σκοίνος. .Πώς! Ο γιος του Βασιλιά. Ύστερα δίπλωσε τα χέρια του αποκάτω από το κεφάλι του και αποκοιμήθηκε. αλήθεια σου λέγει.Λες παράξενα πράματα! μουρμούρισε ο σκοίνος που δεν πείθουνταν. .Γιατί κάτω από τα ρούχα τους δεν έχουν ούτε ποκάμισο! Και ξεκαρδίστηκε στα γέλια χωρίς να προσέξει πως βρίσκουνταν κοντά στο αυτί του αγοριού. φώναξε η αγριοφραουλιά.Μα γιατί δεν αλλάζει ρούχα. σφύριξε ο κότσυφας. Μ' αν δεις τις Βασιλοπούλες. σκαρφαλώνοντας ανάμεσα στους βράχους και στα χώματα σαν κατσίκι. τάχα πως δεν παρατήρησαν τίποτα. που πάγω κι έρχομαι στα παράθυρα του παλατιού και βλέπω τι γίνεται μέσα. Άκουσε με μένα. Ξαπλώθηκε στη ρίζα του γερο-πλάτανου.Άνθρωπος. πέρασε τον κατάξερο κάμπο. . παππού. Είχε βραδιάσει. είχαν μικρέψει και σχιστεί. αποκρίθηκε ο κότσυφας. Τι θέλει στο βασίλειο μας. Ήταν λιγνό αγόρι ως δεκάξι χρονών. ρώτησε η φραουλιά. ρώτησε το πεύκο σκανδαλισμένο. Μήπως νομίζεις πως ο Βασιλιάς έχει τίποτα περισσότερο από τον τσοπάνη ή το βαρκάρη.Να το πιστέψεις! αποκρίθηκε ο κότσυφας.

Σταμάτησε μια στιγμή. παρακάλεσε χαδιάρικα.Εγώ. Ειρηνούλα. . Ειρηνούλα. με βαρύ αναστεναγμό έκανε να γυρίσει πίσω. .. Κανένας δε φρόντισε ποτέ να επιδιορθώσει τους πεσμένους σοβάδες..Όχι. μόνος ο ψηλός πύργος έμενε κατοικήσιμος. η μια να ξεφωνίζει άσπρο και η άλλη να στριγλίζει μαύρο! .Να ομορφιά και φαμελική χαρά.. Εσύ δεν έχεις παρά τις κόρες σου.Αχ. Και ο άνεμος περιδιάβαζε και σφύριζε ελεύθερα στις άδειες κάμαρες.Και συ. Δυο παρακόρες έπλεκαν λουλούδια και ξεθωριασμένες κορδέλες ανάμεσα στα ψαρά της μαλλιά. όπου ήταν μαζεμένη όλη η οικογένεια. Μα την ίδια ώρα ένα κορίτσι δεκαπέντε χρόνων πετάχθηκε από μέσα από τις πέτρες και ρίχθηκε στο λαιμό του. εγύρισες επιτέλους! του είπε με δάκρυα στα μάτια. ..Και θα μ' αφήσεις. .Και η μητέρα τι κάνει. .Πες μου τίποτα. κάθουνταν οι Βασιλοπούλες με κρεμασμένα πρόσωπα και χείλια πεταμένα.Τι είναι αυτά μπροστά σε κείνα που τραβώ εγώ. οι διάδρομοι.Τι θέλεις να είναι. Ύστερα.. . . Η Ειρηνούλα έριξε το μπράτσο της γύρω το λαιμό του. Πού θα πας. Όλη μέρα έτσι τα πάμε. . γυρεύοντας να τις χωρίσει.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Β 4 Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Β Από το μεγάλο και λαμπρό παλάτι του Συνετού Α'. σε μετρημένα δωμάτια. Έλα λοιπόν να μας φέρεις το χαμόγελο! Βαρέθηκα τις μεγάλες σου αδελφές και τις φωνές τους! Και ο Βασιλιάς. Εμπρός σ' ένα ραγισμένο καθρέφτη κάθουνταν η Βασίλισσα Παλάβω. η δύστυχη! κλαύθηκε και είπε η Βασίλισσα Παλάβω. .. με την κορώνα γερμένη στη φαλάκρα του και με σχισμένο μανδύα. Θα φύγω. Στολίζεται σαν πάντα! .Εκεί που πάνε όσοι θέλουν να ζήσουν με αξιοπρέπεια.Τι να σου πω.Ειρηνούλα! Ειρηνούλα! φώναξε μια αντρίκεια φωνή από μέσα από τον πύργο. Τι να πω εγώ που έχω και σένα που με ξεκουφαίνεις. . Κι εκεί. Να 'ξερες πώς σε περίμενα τόσην ώρα! Το Βασιλόπουλο τη φίλησε και ρώτησε λυπημένα: . τις αγριεύει όλο και περισσότερο. Κάθησε στην πέτρα κοντά της και ακούμπησε το σαγόνι του στο χέρι του συλλογισμένος. . εγώ. και αφήνουν το βασίλειο μας κι εκπατρίζονται. και κοιτάζοντας μια τη Ζήλιω. όπου από τα περισσότερα παράθυρα έλειπαν τα γυαλιά. ενώ γυρνώντας τη ράχη η μια στην άλλη.Θα φύγεις. . Ο ψηλός πύργος ήταν και αυτός σε κακά χάλια.Τι είναι πάλι οι φωνές. . γιατί μόνο εσύ ξέρεις να παρηγορήσεις.Τι θες να κάνει. Τα δυο αδέλφια σηκώθηκαν και ακολούθησαν τον πατέρα τους στο δωμάτιο. γυναικείες και αντρίκειες. κι ο πατέρας. Τα ίδια και τα ίδια! Η Πικρόχολη μαλώνει με τη Ζήλιω. αδελφέ μου. ακούοντας τις φωνές που εξακολουθούσαν στο παλάτι. Ειρηνούλα. το Βασιλόπουλο άκουσε φωνές θυμωμένες. περιορίζουνταν ο Βασιλιάς και η οικογένεια του.έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της και ξέσπασε στα κλάματα: Εγώ βγήκα να σε βρω. στις δυο άκρες της κάμαρας. είπε ο Βασιλιάς σταυρώνοντας τα χέρια του. Ειρηνούλα! Πού είσαι. θυμωμένες και κατσουφιασμένες. και το γιόκα σου που ξεπορτίζει ίσα-ίσα την ώρα που τον θέλω να πάγει να μαζέψει λουλουδάκια. οι στρατώνες είχαν γκρεμίσει. . Το Βασιλόπουλο τη φίλησε. Όλα τ' άλλα δωμάτια. Καθώς πλησίαζε στο παλάτι. παρουσιάστηκε στην πόρτα. Θα σε πάρω μαζί μου. μια την Πικρόχολη. μουρμούρισε ο αδελφός της. Οι χοντροί όμως τοίχοι βαστούσαν ακόμα. οι μεγάλες σάλες. .

Και γιατί.Φαγί έχει. αναφώνησε ο Βασιλιάς. . Ο αρχικαγκελάριος..Τι λες. Ο Βασιλιάς κατάλαβε την έννοια της ματιάς. μαζί με το χρυσοκέντητο λιωμένο μανδύα του που κρεμάστηκε πίσω. διέκοψε οργισμένος ο Βασιλιάς. βλέποντας την αλυσίδα ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Κάπως μουδιασμένος ρώτησε: . είπε με απόφαση: .Πού είναι όλοι οι μασκαράδες οι υπηρέτες. . Τι μας έχει και περιμένομε. Χμ!.Τι προτείνεις. . έλα δω! Ο αρχικαγκελάριος ίσιασε την πλάτη του και προχώρησε προς το Βασιλιά.. . Ξαναχτύπησε. Τι περιμένεις. .. Τυλίχθηκε με μεγαλείο στο σχισμένο του μανδύα κι εξακολούθησε: . Μα κανένας δεν παρουσιάστηκε. Άφησε το επιτακτικό του ύφος. Η ώρα πέρασε. βλέποντας πως τα κλάματα κοκκίνιζαν τη μύτη της. . τα έχασε και σώπασε... άρχισε. . άνοιξε τα δυο του χέρια κι έδειξε του Βασιλιά πως ήταν άδεια. .Πανουργάκο.Στο διάβολο. Ο αρχικαγκελάριος υποκλίθηκε λίγο πιο βαθιά.Δώσε διαταγή να φωνάξουν τον αρχικελάρη. Γύρω στο λαιμό του κουδούνιζε μια τενεκεδένια αλυσίδα. Ο Βασιλιάς σηκώθηκε και χτύπησε το κουδούνι. Γιατί δεν αποκρίνεται κανένας σαν κουδουνίζω. Ο Βασιλιάς έξυσε νευρικά τη φαλάκρα του και η κορώνα έγειρε μελαγχολικά στο αριστερό του αυτί.Τι μου κάθισες στο λαιμό σου. καλά.Αφέντη!.Τι λες.. και τρομαγμένος άρπαξε την κορώνα .Τι λες. και με μια σπρωξιά. στέλνοντας την κορώνα από το αριστερό του αυτί στο δεξί. ύστερα κάθησε σε μια κουτσή και τρύπια χρυσή πολυθρόνα. . και θέλω να τον γλυκάνω με το τοπάζι νησιώτικο κρασί που το ζούλευε ακόμα και ο Βασιλιάς ο θειος μου! Ύστερα πρόσταξε τον αρχιτραπεζιέρη να στρώσει ευθύς το τραπέζι. Έξαφνα.. ρώτησε. να συγχωρήσεις το δούλο σου. μπερδεύτηκε.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Β 5 Μα έξαφνα. ανήσυχες. χωρίς ν' ανασηκωθεί. αποκρίθηκε ο αρχικαγκελάριος με χαμηλή φωνή. είπε ο Βασιλιάς σηκώνοντας ακόμα ψηλότερα το βασιλικό του κεφάλι. Και ξεχνώντας κακιώματα και πείσματα μπροστά στο φόβο της νηστείας. μα δεν αποκρίθηκε. . Ο αρχικαγκελάριος κοκκίνισε. Σκυμμένος ως κάτω στάθηκε ο αρχικαγκελάριος ακίνητος. και σοβαρά βάλθηκε να στερεώσει στη ζώνη της ένα μεγάλο τενεκεδένιο άστρο. τέτοιοι υπηρέτες σαν τους δικούς μου! Θα σας κόψω ολωνών το κεφάλι! Τρομαγμένος και τρεχάτος έφθασε ο αρχικαγκελάριος. Σε συγχωρώ αυτή τη φορά.. Ο αρχικαγκελάριος κοίταξε σιωπηλά την κορώνα του Άρχοντα.Α!.Για να δειπνήσει η Αφεντιά σου χθες. ν' ακούσουν.Αφέντη. Ο λαιμός μου είναι κατάξερος. χαμογέλασε του καθρέφτη της. ξεπετάχθηκε από την καρέγλα της. Τότε θύμωσε και βγήκε στο κατώφλι και άρχισε να βροντά τα πόδια του στο πάτωμα και να φωνάζει με θυμό: . όπου γυάλιζαν ανάμεσα στο μάλαμα μερικά μεγάλα πολύτιμα πετράδια. και πάλι κανένας δεν ήλθε. φώναξε ο Βασιλιάς. ρώτησε σύντομα ο Βασιλιάς. χαιρετώντας ως κάτω.Με ακούς λοιπόν. είπε με καινούρια υπόκλιση. . Ο Άρχοντας κατάλαβε. σταμάτησε.. Την πούλησες. ο αρχικελάρης σου έφυγε και το κελάρι είναι αδειανό. αξιοθρήνητος στον κουρέλιασμα του. ενώ οι παρακόρες παρατούσαν τα μαλλιά της Βασίλισσας και σίμωναν και αυτές. .. ψέλλισε.Αφέντη. Έκανε μερικούς γύρους στο δωμάτιο. είπε ο Βασιλιάς. στη θέση της χρυσής σου αλυσίδας. επανέλαβε η Πικρόχολη.

Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Β 6

του με τα δυο του χέρια και τη στήριξε στο κεφάλι του.
- Αχ, όχι! Αυτό όχι! φώναξε νευρικά. Πρότεινε κάτι άλλο.
- Τότε, και αφού δεν επιστρέφουν οι υπασπιστές που έστειλα στα γειτονικά βασίλεια από δω και δέκα μέρες,
ας κάνει τον κόπο η Αφεντιά του το Βασιλόπουλο, να πάγει άλλη μια φορά στο Βασιλιά τον εξάδελφο σου...
- Όχι, είπε αποφασιστικά το Βασιλόπουλο, βγαίνοντας από τη γωνιά όπου είχε αποτραβηχθεί με την
Ειρηνούλα. Έκανα όρκο να μη ζητιανέψω πια ποτέ.
Ο Βασιλιάς σηκώθηκε μ' έναν πήδο και στάθηκε μπροστά στο γιο του, φοβερίζοντας τον με το γρόθο του.
- Και ποιος είσαι συ, παλιόπαιδο, που κάνεις όρκους κι έχεις και γνώμη; είπε με θυμό.
- Είμαι ο αυριανός Βασιλιάς, αποκρίθηκε ήσυχα ο γιος του, και την αξιοπρέπεια μου τη θέλω.
Ο Αστόχαστος έτριψε το μέτωπο του με λύσσα. Απάντηση δεν έβρισκε να δώσει του αγοριού του, μα έμενε το
πρόβλημα άλυτο, που να βρουν φαγί.
- Πανουργάκο! φώναξε στο τέλος απελπισμένα, ή θα βρεις μια λύση ή σου κόβω το κεφάλι!
Ο δυστυχισμένος Πανουργάκος ταράχθηκε πολύ. Άρχισε να τρέμει στα γερά και να κοιτάζει την πόρτα,
μετρώντας με το μάτι πόσα βήματα έπρεπε να κάνει για να τη φθάσει.
- Λοιπόν, μια λύση! φώναξε ο Βασιλιάς.
Ο αρχικαγκελάριος έτρεμε ολόκληρος.
- Να... να πάγω εγώ... πρότεινε με σβησμένη φωνή.
- Να πας λοιπόν, μα να τρέξεις! αποκρίθηκε ο Βασιλιάς. Θέλω ευθύς φαγί και κρασί. Αν δεν πας κι έλθεις σαν
αστραπή, σου κόβω το κεφάλι!
Πριν προφθάσει να τελειώσει τη φράση του, ο αρχικαγκελάριος ήταν κιόλα μακριά. Τρεχάτος είχε βγει ο
Πανουργάκος. Μα σα βρέθηκε έξω, στα σκοτεινά και στο κρύο, σταμάτησε.
- Πού θα πάγω, μουρμούρισε. Και πώς; Θέλω δυο μέρες για να φθάσω στου εξαδέλφου Βασιλιά, και ως τότε...
Έμεινε δυο λεπτά σκεπτικός. Ύστερα πήρε την απόφαση του.
- Τι σήμερα, τι αύριο! μουρμούρισε. Θα φύγω που θα φύγω! Μόνο να τελειώσω πρώτα τις δουλειές μου με το
φίλο μου τον Λαγόκαρδο...
Και άρχισε να κατεβαίνει το βουνό.
Εκεί που πήγαινε βιαστικός, άκουσε περπατησιές. Τον έπιασε τρομάρα.
- Ποιος είναι; ρώτησε φοβισμένα.
- Κανένας, Εξοχώτατε, εγώ είμαι! αποκρίθηκε μια φωνή πιο φοβισμένη ακόμα από τη δική του.
Ο αρχικαγκελάριος πήρε αμέσως θάρρος.
- Και ποιος είσαι συ; ρώτησε.
- Εγώ... εγώ... ο Κακομοιρίδης, ο σιδεράς, αποκρίθηκε τρεμουλιαστά η φωνή.
- Έλα μπροστά μου, αμέσως! πρόσταξε ο αρχικαγκελάριος.
Και μια σκιά ανθρώπινη, με μεγάλη καμπούρα στον ώμο, παρουσιάστηκε μπροστά του. Ο αρχικαγκελάριος
έπιασε την καμπούρα.
- Μπρε κλέφτη! Τι έχεις μέσα στο σακούλι σου; ρώτησε άγρια.
- Εξοχώτατε... κλέφτης δεν είμαι... Είναι οι κότες μου και το κρασί μου, που τ' αγόρασα και που τα πλήρωσα...
- Ψέματα λες! φώναξε πιο άγρια ο αρχικαγκελάριος. Οι κουρελιάρηδες σαν και σένα δεν τρώνε κότες ούτε
πίνουν κρασί! Τα έκλεψες αυτά. Πες μου από πού!
- Δεν τα έκλεψα, να σε χαρώ, Αφέντη μου, τα πλήρωσα! αποκρίθηκε ο Κακομοιρίδης με δάκρυα στη φωνή. Τα
πλήρωσα, Αφέντη μου, με τα λεφτά που μάζεψα πουλώντας το κέντημα που έφτιασε η κόρη μου για το θείο

Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Β 7

του Βασιλιά, τον Άρχοντα του γειτονικού βασιλείου. Ρώτησε τον, Εξοχώτατε, αν δεν τα πλήρωσα! Μου έκανε
μάλιστα και δώρο ένα παστίτσιο...
Μα δεν πρόφθασε να τελειώσει. Τέτοια καλή τύχη ο Πανουργάκος δεν την άφησε να φύγει. Άρπαξε το
σακούλι του κατατρομαγμένου Κακομοιρίδη, και με μια κλωτσιά τον έστειλε να δοκιμάσει πόση ώρα
χρειάζεται να κατέβει κανείς, κουτρουβαλιστά, από πάνω από ένα ψηλό βουνό, χωρίς να πατήσει το πόδι του
χάμω.

Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Γ
Τρεχάτος ξανανέβηκε στο παλάτι ο Πανουργάκος και μπήκε στο δωμάτιο, όπου Βασιλιάς, Βασίλισσα,
Βασιλοπούλες και παρακόρες, καθισμένοι όλοι στο γύρο, κοίταζαν, ξεκαρδισμένοι στα γέλια, τα
στραβομούτσουνα και τα καραγκιοζιλίκια που έκανε ένας τζοτζές κοντός, καμπούρης και στραβοκάνης.
Πλάγι στο παράθυρο στέκουνταν το Βασιλόπουλο που κουβέντιαζε με την Ειρηνούλα, και της έλεγε τις
ομορφιές του δάσους που είχε πάγει το απόγευμα. Οι φωνές των άλλων, σαν μπήκε ο Πανουργάκος, διέκοψαν
την κουβέντα τους, και τα δυο αδέλφια γύρισαν ξαφνισμένα. Ο αρχικαγκελάριος άνοιξε με υπερηφάνεια το
σακούλι του, και από μέσα έβγαλε δυο κότες ψημένες, τρεις μποτίλιες κρασί, ένα μεγάλο παστίτσιο, κι ένα
καλάθι κατακόκκινες φράουλες.
- Τα έφερα, Αφέντη μου, από τον Άρχοντα εξάδελφο σου, αποκρίθηκε στα ρωτήματα του Βασιλιά.
- Γεια σου, καλέ μου Πανουργάκο! είπε ο Αστόχαστος. Αύριο θύμισε μου να σου δώσω το Διαμαντοστόλιστο
Μεγαλόσταυρο της Αχαλίνωτου Αφοσιώσεως, γιατί σου αξίζει.
- Δεν έχει πια κανένα παράσημο στο σεντούκι, είπε με δισταγμό ο αρχικαγκελάριος.
- Δεν έχει;... Χμ... Δεν πειράζει, σου δίνω το δίπλωμα του.
Ο Πανουργάκος έριξε πάλι μια ματιά στα πετράδια της κορώνας, σούφρωσε τα χείλια του κι ετοιμάζουνταν ν'
απαντήσει. Μα το Βασιλόπουλο τον πρόλαβε και είπε του πατέρα του:
- Βασιλιά μου και πατέρα μου, ο άνθρωπος αυτός λέγει ψέματα. Βέβαια δεν πήγε στου Άρχοντα εξαδέλφου
μας. Πότε πρόφθασε κιόλα; Χρειάζεται δυο μέρες να πάγει και άλλες τόσες να γυρίσει. Ρώτησε τον πού βρήκε
αυτά τα φαγιά, και, ώσπου να το μάθεις, να μη φάγει κανείς τίποτα! πρόσθεσε πιάνοντας το χέρι της Ζήλιως,
την ώρα που ετοιμάζουνταν να βουτήσει το δάχτυλο της στο παστίτσιο.
Ο Βασιλιάς κοντοστάθηκε.
- Αλήθεια; Θέλεις δυο μέρες να πας στου Άρχοντα εξαδέλφου μου; ρώτησε τον Πανουργάκο.
Αυτός τα έχασε, άρχισε κάτι εξηγήσεις, μπερδεύτηκε και σταμάτησε.
- Πατέρα, είπε το Βασιλόπουλο, τα φαγιά αυτά είναι κλεμμένα. Και σου ζητώ σα χάρη να υποχρεώσεις αυτόν
να τα γυρίσει εκεί που τα πήρε.
Ο Βασιλιάς έσπρωξε νευρικά την κορώνα ως πίσω κι έτριψε το μέτωπο του με το χτένι του χεριού του. Η ιδέα
να χάσει το φαγί του δεν του ήρχουνταν καθόλου.
- Μα πού ξέρεις εσύ πόσον καιρό χρειάζεται κανείς να πάγει στο βασίλειο του εξαδέλφου μας; ρώτησε
στενοχωρεμένος.
- Μ' έστειλες εκεί μια φορά, για να ζητήσω φλουριά. Το ξέχασες, πατέρα; Εγώ το θυμούμαι! αποκρίθηκε το
Βασιλόπουλο. Έκανα δυο μέρες να πάγω, και άλλες δυο να γυρίσω. Και τέσσερεις μέρες περίμενα εκεί, ώσπου
να δω τον Άρχοντα του τόπου. Γιατί ο εξάδελφος Βασιλιάς δε δέχεται ζητιάνους, παρά μόνο σαν του έλθει το
κέφι.
Το υπερήφανο ύφος του γιου του άρχισε να θυμώνει το Βασιλιά.
- Εσύ πήγες πεζή. Ο Πανουργάκος θα πήρε άλογο, είπε απότομα.

Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Γ 8

- Δρόμος δεν υπάρχει, και από τους βράχους άλογο δεν περνά. Μα κι αν είχε δρόμο, πάλι δε θα πρόφθαινε.
- Με σκότισες! φώναξε ο Βασιλιάς. Επιτέλους πες πως πέταξε και μη με ζαλίζεις πια, ειδεμή σε χώνω στη
φυλακή και ας πα να 'σαι ο αυριανός Βασιλιάς.
Και κάθησε στο φαγί, χωρίς να χάσει καιρό, μαζί με τις γυναίκες, τον Πανουργάκο και τον Τζοτζέ, που από τη
χαρά του έκανε μια τούμπα, κουδουνίζοντας τα κυπριά της παρδαλής του φορεσιάς.
Το Βασιλόπουλο άρπαξε το χέρι της Ειρηνούλας.
- Έλα μαζί μου, είπε, θα σκάσω εδώ μέσα!
Βγήκαν έξω μαζί, και σιωπηλά, με δυσκολία, σκοντάφτοντας στα σκοτεινά, κατέβηκαν το βουνό. Στον κάμπο
σταμάτησε η Ειρηνούλα.
- Πού πάμε; ρώτησε.
- Όπου και αν είναι, μα μακριά, μακριά από αυτό το βασίλειο, όπου γίνονται τέτοια πράματα!
- Θέλεις να εκπατριστείς;
- Ναι! ναι! ναι! Να φύγω από τον καταραμένο τούτον τόπο και να τον ξεχάσω!
Η Ειρηνούλα δεν αποκρίθηκε. Η καρδιά της μάτωνε που άφηνε τον τόπο όπου είχε γεννηθεί και μεγαλώσει. Τη
φτώχεια του, την ερημιά του και την κακοριζικιά του ακόμα, όλα τ' αγαπούσε, γιατί ήταν τόπος της. Σιωπηλά
ακολούθησε τον αδελφό της.
Και πήγαιναν ώρες και άλλες ώρες μες στα λιθάρια και μες τα χαμόκλαδα. Μα ήταν αμάθητη από τέτοιους
δρόμους. Τα πόδια της που μόλις σκεπάζουνταν από τα σχισμένα μεταξωτά της παπουτσάκια, είχαν
πληγιάσει. Η παλιά χρυσοϋφασμένη πλουμιστή φούστα της, κρέμουνταν κουρελιασμένη από τ' αγκάθια όπου
σκάλωσε περνώντας. Γύρισε και κοίταξε τον αδελφό της.
Με τα χείλια σφιγμένα και το κεφάλι ψηλά πήγαινε το Βασιλόπουλο, αδιαφορώντας για τον πόνο και την
κούραση. Και το νυχτερινό αεράκι χάιδευε το μέτωπο του, παίζοντας μες στα καστανά μαλλιά του που
έπεφταν σγουρά και πλούσια ως την κεντημένη του τραχηλιά. Της φάνηκε τόσο όμορφος, που τον φίλησε.
- Ναι! Θα έλθω μαζί σου, όπου κι αν πας! του είπε.
Και με καινούριο θάρρος ξαναπήρε το δρόμο της πλάγι του. Σε λίγο όμως η κούραση τη νίκησε. Κάθησε στην
άκρη του δρόμου και ακούμπησε το κεφάλι της στα διπλωμένα της γόνατα.
- Δεν μπορώ πια! μουρμούρισε.
- Ξεκουράσου λίγο, αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο, και φεύγομε πάλι.
Και σκαρφαλώνοντας σ' έναν ψηλό βράχο, κοίταξε γύρω του. Μακριά, μέσα από κάτι δέντρα, του φάνηκε πως
έλαμπε ένα φως. Κατέβηκε βιαστικά από το βράχο κι έτρεξε στην αδελφή του.
- Σήκω, Ειρηνούλα, είδα φως! της φώναξε. Έλα! Θα είναι κανένα σπίτι, και ίσως μας ανοίξουν και μας
φιλοξενήσουν.
Και πήραν πάλι το δρόμο τους κατά το μέρος όπου φαίνουνταν το φως, κι έφθασαν μπροστά σ' ένα
μικρό-μικρό κάτασπρο σπιτάκι. Το Βασιλόπουλο χτύπησε την πόρτα.
- Ποιος είναι; ρώτησε από μέσα μια γυναικεία φωνή.
- Άνοιξε μας, παρακάλεσε το Βασιλόπουλο. Η αδελφή μου κι εγώ ζητούμε φιλοξενία, να ζεσταθούμε και να
ξεκουραστούμε λίγο.
Η πόρτα άνοιξε, και μια γριούλα με μειλίχιο πρόσωπο και κάτασπρα μαλλιά, τους έκανε νόημα να μπουν.
- Καλώς ορίσατε στο φτωχικό της κυρα-Φρόνησης, είπε, Καθήστε, παιδιά μου, να ξεκουραστείτε.
Ξαπλωμένο σ' ένα σοφά, κοιμούνταν ένα κορίτσι. Η γριά το κούνησε λαφριά.
- Ξύπνα, κόρη μου, μας ήλθαν μουσαφίρηδες. Σήκω να ζεστάνεις λίγο γάλα και να φέρεις μερικά παξιμάδια.

Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Γ 9

Σηκώθηκε η κόρη και άναψε φωτιά και ζέστανε το γάλα. Ύστερα το έχυσε σε δυο κουπάκια και
χαμογελώντας τα έβαλε στο τραπέζι, μαζί μ' ένα πιάτο παξιμάδια, μπροστά στα πεινασμένα αδέλφια. Μα δεν
πρόφθασε η Ειρηνούλα να φάγει, και αποκοιμήθηκε στην καρέγλα της. Οι δυο γυναίκες την πήραν και την
ξάπλωσαν στο σοφά.
- Κοιμήσου και συ, αρχοντόπουλο μου, είπε η γριά, και αύριο πάλι εξακολουθείς το δρόμο σου. Πας μακριά;
- Ναι, αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο, πάγω πολύ μακριά.
- Κρίμα! είπε συλλογισμένη η γριά.
Και αναστενάζοντας χάιδεψε το σγουρό κεφάλι του αγοριού.
- Κρίμα; Γιατί; ρώτησε ξαφνισμένο το Βασιλόπουλο. Μα η γριά χαμογέλασε μόνο.
- Καληνύχτα, παιδί μου, κοιμήσου ήσυχα, είναι αργά, του είπε.
Και με την κόρη της πήγε στο πλαγινό καμαράκι κι έκλεισε την πόρτα. Το Βασιλόπουλο ξαπλώθηκε στο χαλί
εμπρός στο τζάκι και προσπάθησε να κοιμηθεί. Αλλά με όλη του την κούραση, ύπνο δεν έβρισκε. Ο λόγος της
γριάς κουδούνιζε μέσα στο μυαλό του, πότε δυνατά και δυσάρεστα, πότε μισοσβησμένα και σα να έρχουνταν
από πολύ μακριά.
- Κρίμα!... Κρίμα!... Κρίμα!... Γιατί κρίμα; Τι εννοούσε η γριά;
Και με τη συλλογή αυτή, επιτέλους αποκοιμήθηκε. Ο ήλιος πλημμύριζε την κάμαρα όταν ξύπνησε το πρωί.
Σηκώθηκε, έτρεξε στο σοφά όπου, αν και ξυπνητή, ήταν ακόμα ξαπλωμένη η Ειρηνούλα.
- Σε περίμενα, του είπε, έλα να βγούμε. Είναι τόσο όμορφα έξω!
Στο περιβολάκι η κυρα-Φρόνηση άπλωνε τα ρούχα της μπουγάδας, ενόσω η κόρη της, καθισμένη σ' ένα
σκαμνί, άρμεγε την αγελάδα. Και οι δυο χαμογέλασαν σαν είδαν τ' αδέλφια.
- Γνώση, κόρη μου, δώσε στα παιδιά να πιουν από το γάλα που αρμέγεις, πριν κρυώσει, είπε η γριά. Καθήστε,
αρχοντόπουλα μου. Θα κάνει καλόν καιρό για το ταξίδι σας. Το Βασιλόπουλο θυμήθηκε το λόγο που του είχε
πει την παραμονή.
- Μάνα, της είπε, γιατί βρίσκεις κρίμα που φεύγω μακριά;
Μα η γριά είχε δουλειές στο σπίτι.
- Δεν έχω καιρό, αρχοντόπουλο μου, είπε. Η Γνώση θα σου αποκριθεί. Αγκαλά εκείνη τα ξέρει ολ' αυτά
καλύτερα και από μένα.
Και πήγε στο μαγειριά της να ετοιμάσει το φαγί.
- Πες μου εσύ, Γνώση, είπε πάλι το Βασιλόπουλο, γιατί λέγει η μάνα σου πως είναι κρίμα να φύγω μακριά;
Η κόρη δίστασε. Ύστερα είπε δειλά:
- Γιατί ο γιος του Βασιλιά δεν πρέπει ν' αφήνει τον τόπο του.
Το Βασιλόπουλο ξαφνίστηκε.
- Πώς το ξέρεις ποιος είμαι; ρώτησε.
- Σε ξέρει η μάνα μου. Μια φορά καθόμαστε κι εμείς στο παλάτι. Μα πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.
- Και γιατί φύγατε;
- Γιατί άλλες παρακόρες πήραν τη θέση της μητέρας μου και δεν μπορούσαμε πια να μείνουμε. Φύγαμε από το
παλάτι και καθήσαμε σ' ένα σπιτάκι στη χώρα, στο ρίζωμα του βουνού. Μα οι καινούριες παρακόρες μας
έδιωξαν και από κει, και φύγαμε και πήγαμε πιο μακριά, και ακόμα πιο μακριά, και στο τέλος ήλθαμε δω,
στην άκρη του βασιλείου, όπου δε μας βλέπει κανείς, ούτε μας σχετίζεται άνθρωπος. Και ζούμε, ολομόναχες,
στη μοναξιά της εξοχής που άλλοτε ήταν κατάφυτη και κατοικημένη, μα που τώρα είναι όλο πέτρες κι ερημιά.
- Κι εμείς να έλθομε δω! είπε η Ειρηνούλα. Είναι τόσο ήσυχα και όμορφα!
- Δεν μπορείτε σεις, είπε η Γνώση.

ρώτησε το Βασιλόπουλο. που. . . ρώτησε. Θέλησε να την αποχαιρετήσει. .Θέλεις να μάθεις. Μη μείνεις κλεισμένος στο παλάτι.Δωσ' μου να δοκιμάσω κι εγώ! παρακάλεσε. . και της τα έδωσε. δεν ξέρω τίποτα. έλα πάλι να μας βρεις..Τι έχω.Αχ.Ξέρω κι εγώ τι να σου πω. Ύστερα ρώτησε: . θα πήγαινα πίσω και θα γύριζα σ' όλο το βασίλειο. Η Ειρηνούλα κοίταζε με θαυμασμό και απορία. Η Ειρηνούλα κοίταζε την κλωστή και τις βελόνες χωρίς να καταλαβαίνει..Διόρθωσε τον. Δε ράβεις.Όχι. Να ήξερες εκεί πόσες αλήθειες μαθαίνει κανείς.. παρά μίλησε με το λαό σου. ρώτησε.Τι είναι αυτά. γνώρισε τον. . ρώτησε η Γνώση.Γιατί θέλησες να φύγεις. Εγώ. δεν είναι μεγάλο δώρο. ρώτησε. Πήρε τη βελόνα κι έραψε το φόρεμα της. Εγώ να ήμουν στη θέση σου.Χρησιμεύουν να βρεις μέσα σου τη δύναμη και τη θέληση να ξαναφτιάσεις το έθνος σου. .Κάνεις και άλλες δουλειές. . .Δε θες να σταθείς ακόμα λίγο. και θα γυρίσω σε όλο το βασίλειο. δεν μπορώ! αναφώνησε το Βασιλόπουλο. ούτε είδα ποτέ άλλον να ράβει. και τα χρυσά κορδόνια που έδεναν τα πέδιλα του αδελφού της και που ήταν όλο κόμποι. Είσαι κατακουρελιασμένος και συ και η αδελφή σου. . όλος ο τόπος. δεν είμαι τίποτα.Έχεις φιλοτιμία και αξιοπρέπεια.Και τι μου χρησιμεύουν αυτά.Γιατί πονούσα πολύ μέσα στην κακοήθεια και στην αταξία του παλατιού.Θα πάγω πίσω. Η κόρη τον κοίταξε συλλογισμένη. . άκουσε τι θα σου πουν τα πουλιά και τα δέντρα και τα λουλούδια και τα έντομα. . αποκρίθηκε η κόρη.Λοιπόν θα πει πως έχεις μέσα σου κάτι. Ευχαριστώ.Πώς. . ούτε ακριβό. .. τι. Γνώση. Έχω κάτι να χαρίσω της Βασιλοπούλας που θα της χρησιμεύσει πολύ. Τόσο ωραία τα έραψε. Ύστερα είπε: . ράβεις πολύ. Πες μου.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Γ 10 . Ζήσε και στη φύση. . ύστερα την παλιωμένη του τραχηλιά και τα σχισμένα ρούχα του. Πώς. είπε. Εσύ. . . . αφού τελείωσε. . Κάθησε η Γνώση στο κατώφλι του σπιτιού πήρε τη σχισμένη τραχηλιά της Ειρηνούλας κι έραψε τις τρύπες.Τι διασκεδαστικό που είναι! είπε μ' ενθουσιασμό.Γιατί. πόσα παραδείγματα βρίσκει!. ζήσε κοντά του και μάθε την αιτία του κακού. Γνώση. μα η κόρη τον εσταμάτησε. το παλάτι. Έλα να σου δείξω. . Μα είμαι ακόμα παιδί. που αξίζει πιότερο από κείνα που δεν έμαθες. Το Βασιλόπουλο έμεινε συλλογισμένο πολλήν ώραν. Και οπόταν θελήσεις. Είναι όμως πολύτιμο. Το Βασιλόπουλο συλλογίστηκε λίγο. ύστερα τα μεταξωτά της παπουτσάκια.Μα πώς! Πώς! . . Δεν ξέρεις τι είναι ο λαός μου. Έβγαλε από την τσέπη της μια θήκη με βελόνες κι ένα κουβάρι κλωστή. . της φάνηκαν όλα σαν καινούρια. δεν έμαθα τίποτα.Γιατί πρέπει να μείνεις ανάμεσα στο λαό σου.Βλέπεις.Ράβω σαν τελειώσω τις δουλειές μου.

Σ' ευχαριστούμε. Μ' αν πας πίσω στο λαό σου. όχι. και τη βρήκαν που κοκκίνιζε κρέας στο χαρανί. τη μεταχειρίζεσαι. πλένω.Και όμως η ώρα είναι πολύτιμη.Θες να τις σκοτώσεις ή να τις μεταχειριστείς.Σε τίποτα! Σε τι μπορώ να καταγίνω.Το ίδιο δεν κάνει. παιδιά μου. Κάθε λίγο γύριζε η Ειρηνούλα να δει το ανοιχτόκαρδο άσπρο σπιτάκι που ξεχώριζε ανάμεσα στα πράσινα δέντρα. έτσι. σήμερα το πρωί. Εγώ δεν κάνω τίποτα και βαριούμαι φοβερά! Να. Η Γνώση γέλασε. Συγυρίζω. . ώσπου να ξυπνήσει ο αδελφός μου. θα έβλεπε μια μέρα πως πάλι για τον εαυτό του δούλεψε.Όχι! Η ώρα πάντα περνά.Μπα! Ο καθένας φροντίζει για τον εαυτό του και κουτσοζεί. Η γριά έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί για τον καθένα και το έχωσε στην τσέπη τους. ζυμώνω.Δεν καταλαβαίνω. αποκρίθηκε η Γνώση. . μαγειρεύω. και ζήσεις ανάμεσα του.Πώς. Βιάζομαι να πάγω πίσω. . και μιλήσεις μαζί του.Ο δρόμος είναι μακρύς. . Αποχαιρέτησαν τη Γνώση.Τι να του κάνω. . και πως αντί να κουτσοζεί. . είπε. και ακούσεις τα όσα έχει να σου πει. . ρώτησε. κατάφερε να καλοζεί. . Μ' αν κάνεις περιττά πράματα.Όλες τις δουλειές του σπιτιού.Δεν το συλλογίστηκα αυτό ποτέ. Τα δυο αδέλφια μπήκαν στο μαγειριά ν' αποχαιρετήσουν την κυρα-Φρόνηση. περνούσα και ξαναπερνούσα το χέρι μου μες στις αχτίδες του ήλιου και κοίταζα τα σκονάκια που χοροπηδούσαν. Και ο τόπος σου κουτσοζεί. αναστέναξε βαριά και κοίταξε τον αδελφό της που πήγαινε ίσια μπροστά του. για να περνά η ώρα. .Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Γ 11 . . με σταθερό βήμα και με το μέτωπο ψηλά. ρώτησε η γριά. .. . πως κουτσοζεί. είπε.Καλά το είπες. σκάβω το περιβόλι.Θα πάγω! είπε σοβαρά το Βασιλόπουλο. Και όταν χάθηκε από τα μάτια της.Μπα! διέκοψε η Ειρηνούλα. . κι εγώ δεν έχω ανάγκη από τίποτα. Δε θα μείνετε να γευθείτε το γιαχνί μου. Σε τι καταγίνεσαι όλη μέρα.Σε σκότισα. Το καταδέχεσαι όμως. Και μένα η ώρα μου φαίνεται ατέλειωτη! .. Ο καθένας ζει και καταγίνεται για τον εαυτό του. Δεν ξέρω πώς να σκοτώσω τις ατέλειωτες ώρες της ημέρας! Η Γνώση γέλασε. Στο καλό. . . τη σκορπάς· ενώ αν κάνεις δουλειές με σκοπό.Μα ο τόπος σου έχει ανάγκη από σένα. αποκρίθηκε λυπημένη η Γνώση. είπε το Βασιλόπουλο. και τ' αδέλφια πήραν πάλι το δρόμο του παλατιού. θα εννοήσεις τότε καλύτερα. είπε συλλογισμένο το Βασιλόπουλο. μουρμούρισε το Βασιλόπουλο. .Αν ο καθένας σκέπτουνταν λιγότερο το άτομο του και δούλευε περισσότερο για το γενικό καλό. . .

κοίταξε ανάμεσα από τις πέτρες. Γκρεμιστείτε από δω. κι έτσι με την ησυχία μου συγύρισα το σπίτι του. δυο πίτες και μια σκούφια. είπε χαρούμενος ο άνθρωπος. . Σε λίγο άκουσαν το παράθυρο που άνοιγε με προσοχή. . Δωσ' μου τα τάληρα και θα πάρεις ένα μεγάλο μπράβο. Η Ειρηνούλα σηκώθηκε και τον ακολούθησε.Όλα αυτά τα βρήκες μαζί. στο κατώφλι μου. Αυτό το πήρα χθες βράδυ από την τσέπη του Κακομοιρίδη. είπε ο άνθρωπος. Έλειπε στη χώρα όπου πήγε μάρτυρας στη δίκη του Κακομοιρίδη. .Τι μου καθήσατε κει. και είδε τον ίδιο αφιλόξενο άνθρωπο. μιλούσε σιγά μ' ένα παιδί φορτωμένο μια σακούλα. Του φάνηκε σα ν' άκουσε ομιλίες.Σ' ενοχλούμε. .Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Δ 12 Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Δ Πολλές ώρες περπατούσαν στον ξερό απέραντο κάμπο. Σου αξίζει! Το παράθυρο έκλεισε και το παιδί χάθηκε πίσω από το σπίτι. Τ' άλλα είναι από το Δυστυχόπουλο. όπου μόλις δυο-τρία σπίτια στέκουνταν ακόμα όρθια. Δε μ' αρέσουν οι ζητιάνοι. σκάλισα τις τσέπες του και πήρα τ' ωρολόγι και δυο ασημένια τάληρα. Είμαστε κουρασμένοι.Έλα. Τους άνοιξε ένας μεσόκοπος άνθρωπος.Αμέ.Όχι βέβαια! Κουτός είμαι 'γω για να με πιάσουν. και το παιδί γέλασε. όπου. ανάμεσα σε κάτι χαλάσματα. στο πίσω μέρος του σπιτιού. . Μα ο ανοιξιάτικος ήλιος ήταν ζεστός. Τ' αδέλφια κάθησαν στο πεζούλι κι έβγαλαν να φάγουν το ψωμί τους. ρώτησε απότομα. . .Μια στάμνα κρασί. Στο τέλος έφθασαν σ' ένα ερειπωμένο χωριουδάκι.Ποιος μας διώχνει πάλι. . ειδεμή σας πιάνω με το ξύλο! Τα δυο αδέλφια σηκώθηκαν και πήγαν παρακάτω. και.Δε σου ζητούμε τίποτα. πήγαν στο πίσω μέρος του σπιτιού. αποκρίθηκε το παιδί.Τι έχει μέσα! ρώτησε ο άνθρωπος σκύβοντας να το πιάσει. ξαπλώθηκαν σε σκιερή γωνιά και αποκοιμήθηκαν. Δεν είναι ωραίο. Ο Ταλαιπωράκης ήταν σπίτι του. . είπε απότομα. Σταμάτησαν στο πρώτο και χτύπησαν την πόρτα. . Γύρισαν και είδαν τον ίδιο άνθρωπο.Βέβαια μ' ενοχλείτε! Τραβάτε το δρόμο σας! αποκρίθηκε ο άνθρωπος. Το πρόσωπο του ήταν σκοτισμένο. είπε ήσυχα το Βασιλόπουλο. τον βρήκα αναίσθητο. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. είπε. πρέπει και από δω να φύγομε. .Να καθήσομε λιγάκι. Μα ξεφόρτωσε με τώρα.Έλα μέσα. . για να βρουν δροσιά. . ρώτησε. .Όχι. ρώτησε χαμηλόφωνα ο άνθρωπος. Πήρα το κρασί και τα μήλα που δροσίζουνταν στο παράθυρο και το 'βαλα στα πόδια. που από το παράθυρο. Μα δεν είδες το καλύτερο. Το Βασιλόπουλο ξύπνησε την αδελφή του. εξακολούθησε βγάζοντας από την τσέπη του ένα ασημένιο ωρολόγι. . .Μπα. το σακούλι είναι βαρύ! . Σηκώθηκε με προσοχή. Ο άνθρωπος θύμωσε. .Τι θέλετε. Λαφρύς κρότος ξύπνησε το Βασιλόπουλο. Τότε κατρακύλησα κι εγώ ως κάτω. με κατσουφιασμένο πρόσωπο και βρώμικα ρούχα. ήμουν εκεί την ώρα που ο παλατιανός με την αλυσίδα τον γκρέμισε από το βουνό για να του πάρει το σακούλι του. . Δε μου λες μπράβο. χωρίς να φανεί. ρώτησε το Βασιλόπουλο χωρίς να σηκωθεί. τρία μήλα.Δεν είναι δω ξενοδοχείο. Και πού τον είδες τον Κακομοιρίδη.Το κατώφλι είναι δικό μου! φώναξε. ένα παπούτσι. Κι έκλεισε την πόρτα.Σε είδε κανένας. .

Ε. πως πρέπει και να φάγω και να ντυθώ! Έρχονται τα παιδιά. . .Μα. Μα δεν ήξεραν να τα διαβάσουν. για ξένο όφελος! Μα για να κάνεις το καθήκον σου. παιδιά μου.Λείπουν αυτή την ώρα. μα δεν τους κάνω μάθημα. .Γιατί είναι κλεφταποδόχος. .Και ποιος σε υποχρεώνει να μείνεις δάσκαλος. Ωστόσο.. είπε το Βασιλόπουλο. και στο τέλος είπε: . Πέρασαν από μια μικρή χώρα. αποκρίθηκε διστακτικά ο άνθρωπος.. Σα να είναι κι εύκολο να κάνει κανείς εκείνο που πρέπει σε τούτο τον τόπο! Μ' έβαλε το Κράτος δάσκαλο. Το πρόσωπο του ήταν σοβαρό. Εδώ τουλάχιστον έχω σπίτι! . παιδιά μου! είπε με απορία ο άνθρωπος δείχνοντας τα μαύρα γράμματα πάνω από την πόρτα. είπε ντροπιασμένα η Ειρηνούλα. Πάνω από μια πόρτα παρατήρησαν κάτι μαύρα γράμματα. για να βγάλω το ψωμί μου. Μα ξεχνά να με πληρώσει. ρώτησε με καλοσύνη. Να τι γίνεται στο βασίλειο μας! ..Όχι! . και τα στέλνω στο δάσος να μου μαζέψουν πότε φράουλες. έκανε ο άνθρωπος. . όταν είναι να δουλεύεις χωρίς απολαβή. παιδί μου. Μα το γράφει απ' έξω. Είσαι παιδί! Δεν ξέρεις τι θα πει ζωή. . ρώτησε. Ο άνθρωπος έξυσε το αυτί του. για να μη μιλήσει.Σχολείο! αναφώνησε με χαρά το Βασιλόπουλο. . χρειάζεται κάποτε ηρωική αυτοθυσία. . και βούρκωναν τα μάτια του. Χτύπησαν την πόρτα και τους άνοιξε ένας άνθρωπος χλωμός και αδύνατος. Ποτέ μου δεν είδα σχολείο. Και όλοι δεν είναι ήρωες στον κόσμο. δεν κάνουν μάθημα.Σα να είναι κι εύκολο! είπε σιγανά. ναι! δεν τους κάνω μάθημα! ξέσπασε και του είπε με πίκρα.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Δ 13 .Αμ' αλλιώς θα πεθάνω από το κρύο.Δεν ξέρομε να διαβάσομε. είπε το Βασιλόπουλο.Α. και το νομίζεις απλό κι εύκολο να κάνεις το καθήκον σου.. ξεχνά πως έχω ανάγκες κι εγώ.Θέλομε να μάθομε τι είναι τούτο το σπίτι.Τούτο το σπίτι.Ειρηνούλα.Παναγία μου! μουρμούρισε η Ειρηνούλα με δάκρυα στα μάτια.Και τι ώρα θα γυρίσουν για το μάθημα. Και τους εξήγησε πως απ' έξω έγραφε: «Σχολείο του Κράτους» . . μα το χρέος σου δεν το κάνεις! Ο δάσκαλος χαμογέλασε. κοντοστάθηκε.. Το είχε κλέψει από κάποιο δυστυχισμένον Κακομοιρίδη. Το Βασιλόπουλο τον κοίταζε συλλογισμένο. απολογήθηκε το Βασιλόπουλο. είπε με σουφρωμένα φρύδια το Βασιλόπουλο. είπε το Βασιλόπουλο με αναμμένα μάτια. και κανένας νέος δεν ξέρει πια να διαβάσει. Και βλέποντας την απορία στα μάτια του αγοριού: . Είμαι άνθρωπος κι εγώ! Κι εγώ πρέπει να ζήσω! Τα έλεγε αυτά ο δάσκαλος με παράπονο.. σε όλο το βασίλειο είναι τα ίδια χάλια. . Θα ήθελα να τα δω. πότε κούμαρα ή άλλα φρούτα της εποχής. που βαστούσε ένα βιβλίο στο χέρι.. και τον γκρέμισε ύστερα από πάνω από το βουνό.Ας χτυπήσομε να ρωτήσομε τι είναι δω. και μου παραδίνει τα παιδιά του να τους μάθω γράμματα. .Τι θέλετε. και φοβούνταν μη δούμε το παιδί του που του κουβαλούσε τα κλεμμένα πράματα.Το σπίτι λοιπόν το δέχεσαι. με δρόμους στραβούς και βρώμικους και σπίτια μισορημαγμένα. Και ξέρεις τι ήταν το φαγί που έφερε ο Πανουργάκος χθες βράδυ στο παλάτι. και ήθελα τόσο να ξέρω πώς είναι! Μα πού είναι τα παιδιά. Τα βάζω στο περιβόλι να σκάβουν. . . ξέρεις γιατί δε μας ήθελε πριν στο κατώφλι του αυτός ο άνθρωπος.

Κάμποσην ώρα πήγαινε σιωπηλά. ρώτησε η Ειρηνούλα κατακόκκινη και με βουρκωμένα μάτια. του γερο-Φτωχούλη. .. Φοβούμαι πως στον τόπο μας κανένας δεν το έμαθε αυτό. είπε ο γέρος. βαστώντας το χέρι της αδελφής του. αποκρίθηκε η Ειρηνούλα. να ξεκουραστούμε. Ούτε συ ούτε εγώ ούτε κανένας μας δεν εκάναμε ποτέ τίποτα για το γενικό καλό. στον καλό καιρό. κόβαμε και .Γιατί και μεις ίδιοι είμαστε. Τότε.Πάμε να βρούμε δουλειά.Ώρες καλές. παιδιά μου.Αυτό δε μας λέγει γιατί έφυγε ο γιος σου. πλήρωνε το παλάτι ό.Μου κακοφαίνεται μόνο που δε μου βρίσκεται τίποτα να σας φιλέψω. που δεν ήθελε ν' ακούσει περισσότερα για τον πατέρα του. μα έπαιρνε πάντα. Ύστερα. σταφύλια. Γι' αυτό πάμε κατά διαβόλου. χωρίς ν' αποκριθεί. και πουλούσαμε τα γεννήματα σε όλα τα γειτονικά μέρη. δεν πλήρωνε πια..Πώς δε μας λέγει. σαν το περιβολάκι μου.. ..Όλος ο τόπος έτσι προκόβει. Και τι θα κάνετε στη χώρα. Και πλήρωνε καλά.. . να ξεχάσω κι εγώ τα βάσανα μου. . Έφθασαν σε άλλο χωριό. που ρέμβαζε παίζοντας το κομπολόγι του. ένα γεροντάκι φτωχοντυμένο. Βγάζαμε και πορτοκάλια. εξακολούθησε. Ειρηνούλα.Γιατί κανένας δεν είναι τόσο κουτός. ηρωική αυτοθυσία. . ρώτησε το Βασιλόπουλο. Βιαστικά και γρήγορα λοιπόν. Ο γέρος χαμογέλασε: .Και δεν μπαίνετε. Ειρηνούλα. που ήταν το καμάρι μου! Και για πού είσθε. φτωχό και ρημαγμένο σαν το πρώτο. .Γιατί το λες αυτό.Δεν κοιμάται δηλαδή. Θυμάσαι τα λόγια της Γνώσης.Αμέ τι να κάνει εδώ.Καλησπέρα. Το παλάτι από δω φρόντιζε ό. . να μου πείτε δυο λόγια και μένα. Κι έδειξε γύρω του τ' αγκάθια και τ' αγριόχορτα που σκέπαζαν τη γη. και από δουλειά δε νοιάστηκε τίποτα. . αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο.τι είχε και δεν είχε. . Σκέψεις και άλλες σκέψεις σκουντουφλιούνταν στο μυαλό του. Μια φορά ήταν χαρά Θεού τούτη η γωνίτσα. έμεινα μονάχος και βαρέθηκα να δουλεύω για άλλους. Του φαίνουνταν πως αντίκριζε καινούριους κόσμους. . είπε καθώς πέρασαν κοντά του τα δυο αδέλφια. γι' αυτό καταστράφηκε το Κράτος. Δε βρίσκεται πια δουλειά στη χώρα.τι καλό ήθελε. παππού. . Το άκουσες. .. είπε το Βασιλόπουλο.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Δ 14 Βγήκε έξω το Βασιλόπουλο. πλάγι σε μια μισοξεραμένη δράνα. λίγα δροσερά σμέουρα. αρχοντόπουλα.. Μ' άλλαξαν τα πράγματα. πως δουλεύοντας για το γενικό καλό ωφελούμε τον εαυτό μας στο τέλος. να δουλεύει για να βγάλει το ψωμί που θα του φάγει ο γείτονας. ώσπου έφαγε ό. και όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ήρωες. πέθανε ο καλός μας Βασιλιάς και ο γιος του κοιμάται. Έφυγε το αγόρι μου. Ο καθένας μας γυρεύει μόνο το δικό του το συμφέρον ή τουλάχιστον τη δική του ησυχία. Χρειάζεται. μα το ίδιο κάνει. λέει. Μα μου κλέψανε το μόνο πράμα που είχα δα κι εγώ. . κάθουνταν. Μπήκαν στο κηπαράκι και κάθησαν στον μπάγκο πλάγι του.τι έπαιρνε. αφού όλο χορούς και ξεφαντώματα ήξερε να διατάζει.. Εξακολούθησαν τ' αδέλφια το δρόμο τους χωρίς να μιλήσουν πια. Σ' ένα περιβολάκι απεριποίητο και ακαλλιέργητο. διέκοψε το Βασιλόπουλο.Του κάκου κάνετε τον κόπο. σα ζούσε ο Συνετός Α'.. . χαμένα στις σκέψεις τους. Μαζί καλλιεργούσαμε τα χωράφια μας..Μπα. που πήγαιναν ως πέρα κει. . . Μας αφήνεις να καθήσομε στο περιβολάκι σου κοντά σου. . Ναι. Γιατί λες πως κοιμάται. Μα ποιος την αναγνωρίζει πια.Η αυτοθυσία! μουρμούρισε.Για τη χώρα. μήλα. . Όλα τα τροφαντά χόρτα και οπωρικά εδώ πρώτοβγαίναν. αποκρίθηκε ο γέρος.Γιατί. αδελφέ μου. Μακριά πάτε. παιδιά μου.Γιατί έφυγε το αγόρι σου.

. και δεν ξέρω τι άλλο. και τ' ωρολόγι του και δυο ασημένια τάληρα. είπε. την αλήθεια. Τότε φοβήθηκε ο Κακομοιρίδης και είπε να μην τον δείρουν. τ' αμάξια μας σπούσαν στα χαντάκια.Οι δικαστές δεν είναι για μας. Οι δίκες γίνονται στην πλατεία. λένε. Μα δεν έχομε ασφάλεια! . μου άφησε τα λεφτά. Ο ήλιος είχε γείρει πίσω από το βουνό. Έφθασαν αργά. Δεν κάθουνταν στ' αυγά του ο κουτός. Του κλέψανε. Μα οι δρόμοι ρήμαξαν. που από τον καιρό και τη σκόνη είχε χάσει πια το αρχικό του χρώμα. το εμπόριο καταστράφηκε.τι βρίσκεται στα περιβόλια. . κάτω από το μεγάλο πλάτανο.Ο Κακομοιρίδης ο σιδεράς.τι τροφαντό βρίσκουνταν στον τόπο. παρά πως παραδέχουνταν να πάγει φυλακή. Έτσι το 'θελε η μοίρα! . η δίκη.Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος. μας κλέβουν ό.Θα πάγω. λέει. θέλω με τα μάτια μου να τα δω αυτά που λες. ξεπούλησε τα κτήματα μας. . ή μας τα έτρωγε απλήρωτα το παλάτι. στο ρίζωμα του βουνού. Σε λίγο ούτε τα ζώα δεν μπορούσαν πια να περάσουν.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Δ 15 στέλναμε έξω στα ξένα ό. και θλιμμένος έσφιγγε στην αγκαλιά του την κόρη του που έκλαιγε με λυγμούς. λέει. Ο δικαστής. ρώτησε η Ειρηνούλα. μας είπε μας. Ο Φτωχούλης γέλασε. οι αποθήκες γκρέμισαν. πήγαινε στη δίκη του Κακομοιρίδη.Ξέρω 'γω! Έκλεψε. είπε το Βασιλόπουλο. τυλιγμένος στο παλιωμένο κόκκινο επανωφόρι του. Να. παλατιανός του έκλεψε κότες. ρώτησε με αγανάκτηση το Βασιλόπουλο. Φτώχεια και δυστυχία έπεσε στον τόπο. τα παράτησα όλα. Από μας τη φτωχολογιά δε βγάζουν τίποτα. Γιατί λοιπόν έχομε δικαστές.Τι δε μας κάνουν ρώτα. οι καλύτεροι πήγαν στα ξένα. κι έφυγε και αυτός στα ξένα. κανένας δεν τους φρόντιζε.Γιατί τον πάνε φυλακή. επιστήμονες και πεθαίνουν από την πείνα. . . άλλοι πήγαν στη χώρα να γίνουν. ρώτησε η Ειρηνούλα. Βαρέθηκε ο γιος μου. και να τα δεις με τα μάτια σου και να τ' ακούσεις με τ' αυτιά σου. Τ' αδέλφια αποχαιρέτησαν το γέρο και τράβηξαν κατά τη χώρα. και τον γκρέμισε. . πρόσταξε να τον δείρουν ώσπου να ομολογήσει. . για να βγάζομε τουλάχιστον μερικά λεφτά. ρώτησε το Βασιλόπουλο. Το κεφάλι του ήταν μαντιλοδεμένο. Οι χειρότεροι μείνανε και ζουν στην καμπούρα του ενός και του άλλου. και από φθόνο μας καταστρέφουν τα δέντρα και τα λαχανικά. αλλά πως αυτός τις είχε κλέψει από δεν ξέρω πού. λέει. κόρη μου. αν πας στη χώρα κι έχεις περιέργεια. . κάτι κότες. παιδούλα μου! Ερημώθηκε το χωριό. τον είπε ψεύτη και κλέφτη. πως όχι μόνο δεν ήταν αλήθεια πως του κλέψανε τις κότες του. χθες βράδυ ακόμα μου κλέψανε τα λίγα σμέουρα που ωριμάζανε αγάλι-αγάλι στη σμεουριά μου.Τι σας κάνουν. Δεν κατάλαβα καλά.Να πας. δεν είπαν και πολλά πράματα. όσο που να σωθούν και μένα οι μέρες μου και να ησυχάσω από τα βάσανα του κόσμου. δεν έμεινε κανένας να μας προστατεύσει. και ζω κι εγώ όπως-όπως. . μα τον βάλανε δυο χρόνια φυλακή. όπου έσπασε το κεφάλι του. και ας πουν πως αυτός έκλεψε τις κότες. Να. να 'ταν και άλλα! Παράδες γυρεύεις εδώ. του αποκρίθηκε ένας από τους παρόντες. εκείνη την ώρα. ν' ακούσεις δικαιοσύνη. λέει. αγόρι μου. σηκώνουνταν να πάγει στο σπίτι του. φύγανε τα παλικάρια. Είναι για τους πλούσιους που τους γεμίζουν την τσέπη.Και τα λεφτά που σου άφησε ο γιος σου. Καταλαβαίνεις πως τον αποπήρε η Εξοχότητά του ο κυρ-Λαγόκαρδος ο δικαστής. Σαπίζανε τα σιτάρια μας στις αποθήκες. είχε τελειώσει. Ήταν όμως και κουτός! Ήλθε και παραπονέθηκε πως κάποιος. όταν ούτε ψωμί δεν μας αφήνουν.Μου τα κλέψανε. Εγώ δούλευα το περιβολάκι μου κι έβγαζα ακόμα τα λαχανικά μου και αγόραζα το ψωμί μου. ενώ δυο κουρελιασμένοι χωροφύλακες έσερναν στη φυλακή ένα φτωχοντυμένο χλωμό άνθρωπο με αλυσίδες στα χέρια. κρασί. .Πώς δεν πας στο δικαστήριο. μου κόψανε και μου ρημάξανε το φυτό ολόκληρο! Βαρέθηκα. Και δε φθάνει αυτό μόνο. .Μα είναι αμαρτία! Είναι αμαρτία! φώναξε έξω φρενών το Βασιλόπουλο. μόνο γύρευε δικαστήρια και δικαιοσύνη! . λέει.

Έχω να σου πω για τον Κακομοιρίδη.Αφέντη. θα ξέρεις και άλλα! Ο Πανουργάκος είναι δυνατός! Πώς μπορώ να τον συλλάβω.Όχι.Ποιος είναι αυτού. κυρ-Λαγόκαρδε. Ήσυχα. με ζάλισες επιτέλους! είπε ο δικαστής που ξανάρχισε να θυμώνει. μα αποφασιστικά. να πουλήσει τη χρυσή του αλυσίδα που δεν ήταν καν δική του. . είπε λαφριά ο δικαστής.Τι θέλεις. ξαμαρτία. Μα σαν είδε μπροστά του δυο παιδιά.Να ελευθερώσεις αμέσως τον Κακομοιρίδη! πρόσταξε το Βασιλόπουλο. Θες κανένα. . Ο δικαστής εκείνη την ώρα είχε γυρίσει στο σπίτι του.Είμαι ο γιος του Βασιλιά και σε διατάζω! αποκρίθηκε εξοργισμένο το Βασιλόπουλο. ο φόβος του έγινε θυμός. . το Βασιλόπουλο τον παραμέρισε και μπήκε μέσα με την αδελφή του. που φοβερίζεις κιόλα. ρώτησε μουδιασμένος.Καλά. αμέσως. . Ό. για να θρέψει το παλάτι δυο μέρες. Τώρα είναι ζεστοί και ορεκτικοί οι τσίροι. Έκανε να υποκλιθεί κι έμεινε διπλωμένος δυο κάτια.Δεν έχει τίποτα. . παρά ήταν το σημείο του αξιώματος του. λυπήσου με! Μη μου ζητάς τέτοια πράματα. να μ' ακούσεις. Το προστακτικό ύφος του αγοριού έκανε τον Λαγόκαρδο να ζαρώσει. με γλύκα έτρωγε τσίρους κι έπινε μαστίχα. μα για να σου πω..Αμαρτία. Αναγκάστηκε. έτρεξε και άνοιξε την πόρτα. Ο κυρ-Λαγόκαρδος έπεσε στα γόνατα. . Δε μου λες ποια είναι η αφεντιά σου.Μα δε μ' αφήνεις ήσυχο! αποκρίθηκε ο δικαστής. . πριν σηκωθεί ο ήλιος. σου λέγω..τι θέλει κάνει! .Δε χωρατεύω. .Για να σου πω. θα σου έχω κόψει το κεφάλι! .Έχει στα χέρια του το ταμείο του παλατιού. .Είναι κλέφτης! . Ο Βασιλιάς θα είναι! Τρέμοντας σαν το φύλλο. είπε. . αυτά έχουν τα δικαστήρια! αποκρίθηκε ο άλλος. . Κλείσε την πόρτα σου κι έλα δω. Ποιος σου είπε την αλήθεια δεν ξέρω. καλά. Ή θα βγάλεις αμέσως τον Κακομοιρίδη από τη φυλακή ή θα λογαριαστείς με μένα. και τραβώντας την Ειρηνούλα από το χέρι. . κυρ-Λαγόκαρδε.Θέλω να βγάλεις τον Κακομοιρίδη από τη φυλακή. και στρωμένος στο τραπέζι. . . έχομε καιρό γι' αυτό. . έτρεξε και χτύπησε την πόρτα. ειδεμή σας βάζω και τους δυο στη φυλακή. φώναξε με γεμάτο στόμα. αφέντη! . αυτά δεν πρέπει να 'χουν τα δικαστήρια! είπε το Βασιλόπουλο.Παναγιά μου! αναφώνησε ο κυρ-Λαγόκαρδος.. και τσάκισε άλλον ένα ξεροψημένο τσίρο. γιατί ξέρεις πολύ καλά πως αυτός έκλεψε τις κότες και όχι ο Κακομοιρίδης. χωρίς να σηκωθεί.. ρώτησα απότομα. Μα και αν είχε φλουριά. μουρμούρισε τρέμοντας. διάταξε το δούλο σου. με κοροϊδεύεις.Άνοιξε! φώναξε το Βασιλόπουλο. Του έδειξαν το σπίτι. αυτό .Διάταξε. Δεν έχει τίποτα! . .Μα έχει φλουριά! . Έξω από δω. Ειδεμή σου τ' ορκίζομαι. Ο κυρ-Λαγόκαρδος τα έχασε. .Πού τα βρήκε.Άνοιξε! πρόσταξε το Βασιλόπουλο. Πού κάθεται ο δικαστής. .Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Δ 16 . είπε αυστηρά το Βασιλόπουλο.Αμέσως. μ' αν ξέρεις αυτό.Το καλό που σου θέλω.Α.Και να στείλεις να συλλάβεις τον αρχικαγκελάριο και να τον χώσεις αυτόν στη φυλακή.

μόνο έσκυψε το κεφάλι λίγο χαμηλότερα. είναι αρχικαγκελάριος κι έχει όλη την εμπιστοσύνη του Βασιλιά. και θέλησα να πείσω τον Κακομοιρίδη να σωπάσει. στηριγμένος στο μπράτσο της κόρης του. Ένας μπερμπάντης δεν μπορεί να δικάσει άλλον μπερμπάντη. για να σωπάσει ο Κακομοιρίδης. αμέσως κατάλαβα ποιος ήταν. θα με καταστρέψει. θα με καταγγείλει πως έκλεψα εγώ την αλυσίδα του και θα μου κόψουν το κεφάλι.. Το Βασιλόπουλο και η Ειρηνούλα τον είχαν συνοδεύσει. και την αλυσίδα την είχα ακόμα στο σπίτι μου. ρώτησε το Βασιλόπουλο τονίζοντας μια-μια τις συλλαβές. αποκρίθηκε η κόρη δείχνοντας το Βασιλόπουλο. αφού συνήλθε από την πρώτη συγκίνηση. την αλυσίδα μού την είχε δώσει εμένα να την πουλήσω για λογαριασμό του. της είπε με συμπάθεια.. γονατισμένον μπροστά του. Ο κυρ-Λαγόκαρδος άνοιξε την πόρτα. Ο Κακομοιρίδης έσκυψε και φίλησε το λιωμένο χρυσοκέντητο ρούχο του. ειδεμή οι ώμοι σου θα νιώσουν αν τσούζει το λουρί! Τρέμοντας όλος βγήκε έξω ο δικαστής και πήγε στου δεσμοφύλακα.Δεν την πούλησε για το παλάτι. γιατί δεν ήθελα να τα βάλω με τον αρχικαγκελάριο. Πάρε τα κλειδιά σου και άνοιξε ευθύς την πόρτα της φυλακής. λέει. Ο πατέρας σου θα γυρίσει στο σπίτι σας απόψε. . .Λοιπόν. . εξακολούθησε ο κυρ-Λαγόκαρδος. Είστε της ίδιας φάρας! Και αρπάζοντας ένα καμτσίκι που κρέμουνταν στον τοίχο: .Σ' αυτό το αγόρι. ένα κορίτσι έκλαιγε απαρηγόρητα. Ο κυρ-Λαγόκαρδος άρχισε τα κλάματα. να επιστρέψει τον κλεμμένο σάκο. γιατί. Μα πού αυτός! Γύρευε το δίκαιο του και δεν ησύχαζε! . Και θα ήταν ανανδρία αν σώπαινε! .Και από την πούληση αυτή εσύ δεν είχες κανένα κέρδος. Και. . βάζοντας στη φωνή του όλη την αηδία που φούσκωνε την καρδιά του.Καλά έκανε! είπε το Βασιλόπουλο.Μην κλαις. Με σταυρωμένα τα χέρια το Βασιλόπουλο τον κοίταζε. και από κει τράβηξε για τη φυλακή. θυμήσου με.Φοβιτσιάρη! Γιατί να τον ειδοποιήσεις μυστικά. Με στενοχώρεσε πολύ αυτή η δουλειά. Και θα πίστευαν πως την έκλεψα εγώ. και του έκανα ένα χαρτί.Δεν έπρεπε να φοβηθείς! Ούτε θα πίστευε κανένας πως έκλεψες την αλυσίδα του. . Άκουσε και λυπήσου με. . ..Η Παναγία να σου το πληρώσει! είπε με την καρδιά του.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Δ 17 δεν έπρεπε να σ' εμποδίσει να τον συλλάβεις. . Έμπα μέσα και πάρε τον. πεσμένο στα χώματα. Αν χρειαστείς ποτέ αληθινό φίλο. εμήνυσα αμέσως μυστικά του Πανουργάκου.Σε ποιον χρεωστώ την ελευθερία μου. πήρε τα κλειδιά. Ο δικαστής δεν αποκρίθηκε. αφού ο ίδιος την πούλησε για να θρέψει το παλάτι. φορούσε αλυσίδα. είπε στο τέλος. Το Βασιλόπουλο την αναγνώρισε. .Είχες δίκαιο να φοβάσαι.. Μ' αυτός ήλθε ευθύς και μου είπε πως αν δε βρω τρόπο να χώσω τον Κακομοιρίδη στη φυλακή.Δεν μπορώ. ελεεινό και ταπεινωμένο. πρόσταξε με θυμό. τράβηξε κατά το σπίτι του.Γιατί. . Στην πόρτα απ' έξω.. και η κόρη ρίχθηκε στο λαιμό του πατέρα της και τον τράβηξε έξω. είπε ο δικαστής με χαμηλή φωνή. . και μου περίγραψε τον παλατιανό που τον γκρέμισε και του έκλεψε το σακούλι του. . γιατί αλήθεια κι εγώ δεν ξέρω πώς να φερθώ! Σαν ήλθε ο Κακομοιρίδης και μου είπε τα παράπονα του. .Περπατά μπροστά μου.Πώς αυτό..Τον εφοβήθηκα! . ρώτησε με τρεμουλιαστή φωνή ο Κακομοιρίδης.

Η Βασίλισσα.Αν είναι διασκεδαστικά. Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ε Μόλις σίμωσαν στο παλάτι.Μπα. Και κάθησε στην πολυθρόνα και σκούπισε το μέτωπο του με το μανίκι του ποκαμίσου του. ο αρχικαγκελάριος με δυο υπασπιστές.Αυτή μου έσχισε την τραχηλιά μου! ξεφώνιζε η Ζήλιω. Η Ειρηνούλα ρίχθηκε μεταξύ στις αδελφές της. Ο αρχικαγκελάριος ζύγωσε και υποκλίθηκε. πεινασμένα. . . ειδεμή άστα για αργότερα.Μαζί μου ήταν. που του είχε πέσει ως τη μύτη. ρώτησε ο Βασιλιάς. μικρούλα. Πανουργάκο. . Βαριούμαι σκοτούρες. ρώτησαν οι δυο μαζί. Και πλάγι στην πόρτα. .Ύστερα μου τα λες.Τώρα πήγαινε να φας τους τσίρους σου. . και η άλλη. και άκουσαν φωνές θυμωμένες και παραπονιάρικα κλάματα. Ο Βασιλιάς. . . Με το χέρι τον παραμέρισε ο Βασιλιάς.Τα συνηθισμένα πάλι! είπε με λύπη το Βασιλόπουλο. Κι έμαθα κάμποσα πράγματα που πρέπει να τα ξέρεις. ξανθή και πλαδαρή. Δε σε είδαμε σήμερα. περίμεναν υπομονετικά να τελειώσει ο καβγάς. και το έβαλε στα πόδια. είπε το Βασιλόπουλο περιφρονητικά στο δικαστή. και μην ξαναπαρουσιαστείς πια μπροστά μου.Όχι. Και πήραν τον ανήφορο και σκαρφάλωσαν στο βουνό. Τώρα έλα συ. Έχω να κανονίσω τις δουλειές του κυρ-Πανουργάκου. πατέρα. χωρίς να προσέχει στο κακό που γίνουνταν γύρω της. κατέβαζε μια μελόπιτα σερβιρισμένη για το Βασιλιά. Μέσα στην κάμαρα το θέαμα ήταν σπαραξικάρδιο. . αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο.Πού βρέθηκες εσύ. για να μιλήσουν του Βασιλιά. ρώτησε η Ειρηνούλα.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Δ 18 . πάνω στη γενική αταξία. Οι φωνές σας ακούονται ως έξω! Οι Βασιλοπούλες σταμάτησαν σαστισμένες. Και συ εδώ είσαι. πατέρα. πες τα αμέσως. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο.Θα σου σχίσω και το πρόσωπο! αποκρίνουνταν η Πικρόχολη.Σε πολλά μέρη. . και πες μου τι θέλουν αυτοί οι δυο πανεροφορτωμένοι. . βαστιούνταν από τα μαλλιά και χτυπιούνταν με λύσσα.Καλώς την! είπε ημερεμένος. τραβούσαν μπροστά τους. που έβγαινε από το ξέσχισμα του ρούχου του. . όπου όλο και δυνατότερες ακούουνταν οι στριγλιές. Είναι ντροπή αυτά που κάνετε. ενώ η μια παρακόρη. με το κεφάλι ριχμένο πίσω. μήτε γύρισε να δει. Ο Βασιλιάς σήκωσε την κορώνα από τη μύτη του και χαμογέλασε της Ειρηνούλας. Μα πρέπει να τ' ακούσεις. Πού γυρνούσες. η Βασίλισσα καταγίνουνταν να στολίζει το κέντημα της φούστας της με τα γυαλάκια μιας σπασμένης μποτίλιας. γύρευε να τις ξεχωρίσει. Οι δυο αδελφές. και η μια άφησε τα μαλλιά της άλλης. . . Και τα δυο αδέλφια έτρεξαν στο παλάτι. Και θέλω να σου μιλήσω αμέσως.Στο παλάτι. στεγνή και μελαχρινή. κουρασμένα. είπε. που βαστούσε ο καθένας από ένα σκεπασμένο πανέρι.Πού πάμε τώρα. Είχε νυχτώσει πια. αποκρίθηκε ο αδελφός της. για να βλέπει από κάτω από την κορώνα του. απασχολημένη με τα γυαλάκια της. ξετραχηλωμένες και αγριεμένες. Ήσουν περίπατο. γιατί να ξέρεις πως δεύτερη φορά δε θα γλιτώσεις από το καμτσίκι μου. Καθισμένη χάμω. . με όλη την ταραχή. .Παύσετε για το Θεό! παρακάλεσε. Τα δυο αδέλφια. Διασκεδαστικά δεν είναι. κοιμούνταν ξαπλωμένη στα λιωμένα μαξιλάρια του σοφά. είπε το Βασιλόπουλο. Δεν περίμενε άλλο λόγο ο κυρ-Λαγόκαρδος.

λέει.Ας σιμώσουν. σίμωσε με πονηριά και. και ρίχνω μέσα στο βασίλειο του εκατό χιλιάδες στρατό. . . καράβια και αγοράζει. χώθηκε ο μισός μέσα.Δώσ' το. . αρπάζοντας μερικά αυγά. Ύστερα με ξαναφώναξε και με ρώτησε πολλά πράματα για το παλάτι και για σένα.Πολύδωρε! φώναξε ο αρχικαγκελάριος.Τί είναι αυτά! ξεφώνισε φουρκισμένος. Κι έτσι μου παρουσιάζεται και μένα η περίσταση να σου φανώ χρήσιμος και να σου στείλω . . Και γονατίζοντας πλάγι στο πανέρι.. πήγα στο παλάτι του Άρχοντα εξαδέλφου σου και του είπα όσα μου είχε προστάξει η Εξοχότητά του.. και πως δεν πάνε τα πράματα πρίμα στο βασίλειο σου. λέει. ξανακάθησε στην πολυθρόνα κατσουφιασμένος και κακιωμένος. Τίποτε άλλο δε βρέθηκε στο πανέρι. και κατεβάζω από το ποτάμι όλο το θεόρατο στόλο μου. Θα έχει και άλλα πράματα.Αφέντη. το ακούμπησε πλάγι του και με προσοχή σκάλισε στ' άχυρα. Άνοιξε η όρεξη μου μιλώντας για δουλειές. λέει. ο κυρ-αρχικαγκελάριος. και ο Βασιλιάς. ο καλύτερος του σύμβουλος.Είναι οι δυο υπασπιστές που είχα στείλει την περασμένη εβδομάδα στα γειτονικά βασίλεια. Αφέντη. που στέκουνταν παράμερα με σταυρωμένα χέρια. Μα δε βρήκε τίποτα. χτίζει καράβια και αγοράζει.. Πες μου τι έκανες στο παλάτι του σεβαστού Άρχοντα θείου μου. Ο πρώτος υπασπιστής ακούμπησε το πανέρι του χάμω και γονάτισε μπροστά στον Άρχοντα. το άνοιξε και το πρόσφερε του Βασιλιά. Άδειασε τ' άχυρα και κοίταξε παρακάτω. βλέποντας την προσοχή ολωνών γυρισμένη στο δώρο του εξαδέλφου Βασιλιά. . Πανουργάκο. που είναι. τα έκρυψε στην τσέπη της.Αυγά. στερέωσε τα γυαλιά του στη μύτη του. και μου είπε να περιμένω απ' έξω. Γύρισαν επιτέλους. όταν άκουσε ο Άρχοντας θείος σου όσα μου παρήγγειλε ο Εξοχώτατος κυρ-αρχικαγκελάριος χαμογέλασε.Τον αυθάδη! ξεφώνισε φοβερίζοντας με το γρόθο του τον απόντα συγγενή του. Με αηδία κοίταζε όλη τη σκηνή. αποκρίθηκε με σεβασμό ο αρχικαγκελάριος. Από τις πρώτες λέξεις που είπα. σπαθιά.Πρέπει να είσαι ζεβζέκης! είπε νευρικά ο Βασιλιάς. ώσπου να συλλογιστεί με τον καραγκιόζη του. και το λαρύγγι μου στέγνωσε. . . στενοχωρέθηκε. την είδε. Είμαι βέβαιος πως εγώ θα βρω το θησαυρό. και άρχισε να διαβάζει: «Πολυτρανότατε Βασιλιά και ανεψιέ. Με χαρά μεγάλη έμαθα τα νέα σου. έτσι που να τα χάσει από την τρομάρα του.Ξεσκέπασε το πανέρι. και αυτός με μεγάλη βία παραμέρισε μερικά άχυρα και ξεσκέπασε ένα μικρό καλαθάκι αυγά. .. μα πως ήταν το τελευταίο δώρο που σου έστελνε. φρένιασε. και δεν έχει φλουριά περισσευούμενα να στέλνει έξω από τον τόπο. μ' έβρισε και με φοβέρισε πως θα με κρεμάσει και θα με δώσει στα σκυλιά του να με φάνε. είπε μ' ευχαρίστηση ο Βασιλιάς. Ύστερα με φώναξε και μου έδωσε τούτο το κλειστό πανέρι. εξακολούθησε. το άνοιξε. Ο αρχικαγκελάριος έβγαλε το καλαθάκι. κι έφεραν τις απαντήσεις των Αρχόντων συγγενών σου. εξήγησε. είπε του δευτέρου υπασπιστή..Το βλέπω. σπαθιά! Ας τολμήσει να το ξαναπεί. Αυτός τουλάχιστον έχει βασιλικούς τρόπους! Πήρε το γράμμα. μα δε μίλησε. . και σαν τον Πολύδωρο γονάτισε μπροστά στο Βασιλιά. Χτίζει. πρόσταξε ο Βασιλιάς. τι μπορεί να σου στείλει. Στο τέλος μου είπε να πάρω αυτό το πανέρι και να σου το φέρω.. Το Βασιλόπουλο. κοίταξε αν έχει μέσα κανένα καλό φαγάκι. για να σε ωφελήσει περισσότερο. . λέει. Ωστόσο η μελαχρινή παρακόρη. Ο Βασιλιάς άναψε. Ο υπασπιστής Πολύκαρπος πλησίασε με το πανέρι του. Ο Πανουργάκος ξήλωσε τις κλωστές που βαστούσαν το σκέπασμα του πανεριού.Έλα δω και συ. γιατί. Κι έξαφνα αλλάζοντας τόνο: . λέει.Αφέντη. βλάκα! Δε σε ρωτώ πώς τα λένε!. κανένα θησαυρό κρυμμένο. .Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ε 19 . κι ένα γράμμα που σου έφερα. είπε.

δώρο τέτοιο που. Σηκώθηκε βιαστικά. είσαι ευγενικός! Εσύ αισθάνθηκες την προσβολή που έκαναν του πατέρα σου. . Εσύ θα με βοηθήσεις να ξεπλύνω την προσβολή. κουτεντέ. και με κλονούμενα βήματα προχώρησε ως εκεί και ακούμπησε βαριά το χέρι του στον ώμο του παιδιού του. Σε μένα έλαχε η δόξα να τη βρω.. Γιατί δεν ανοίγεις το πανέρι. . ώσπου να ξεπλυθεί η ντροπή μας. Λοιπόν σου στέλνω ένα δώρο που θα σου μείνει πάντα. . Ο Άρχοντας θείος σου» . να το βάλω εκεί που θα το βλέπομε όλοι. Ο αρχικαγκελάριος όρμησε να το πάρει. μόλις το δεις. Βασιλιά μου. Ευλογημένος να είσαι! Και για πρώτη φορά στη ζωή του. και δωσ' μου το μαντίλι να το κάνω σκουφί. . Κυρά μου. της αξίας μου. Πατέρα μου και Βασιλιά μου. Ό. και κατάχλωμο κοίταζε μια τον πατέρα του και μια το γαϊδουρίσιο κεφάλι. Στό μέλλον. Πάρε συ το δώρο. μαζί μου θα κυβερνάς. ψημένα ή άψητα.Προσοχή! είπε ο Βασιλιάς. και θα καταλάβεις τι σημασία έχει η ύπαρξη σου στον κόσμο. Σκέφθηκα πως αν σου στείλω φλουριά. θα λιώσουν. θα ωφεληθείς».Αχ. θα φαγωθούν και πάλι θα τελειώσουν. ο γερο-Βασιλιάς τράβηξε το γιο του στην αγκαλιά του και τον φίλησε σφιχτά. Μα το Βασιλόπουλο άπλωσε το χέρι και τον σταμάτησε.Έλα. τι λες! μούγκρισε ο Βασιλιάς. Παραμερίσετε! Και με μεγαλόπρεπη κίνηση σήκωσε την περγαμηνή και ξεσκέπασε ένα γαϊδουρίσιο κεφάλι με μια τενεκεδένια κορώνα ανάμεσα στα ορτσωμένα του αυτιά! Γενικό γέλιο ξέσπασε γύρω στο τραπέζι. Αν σου στείλω φορέματα. είπε. . παιδί μου. Να γράμμα μ' ευγένεια και σύνεση γραμμένο! Ανάλογο. βάλε το δέμα στο τραπέζι. Έξαφνα. Μια περγαμηνή σκέπαζε το δώρο.Εσύ. δώρο ανάλογο με την αξία σου. Ο Πανουργάκος έκοψε τους σπάγγους και ξεσκέπασε ένα δέμα τυλιγμένο σ' ένα μεταξωτό κόκκινο μαντίλι. τ' ακούτε σεις όλοι. λέει.Βγάλτε το! Βγάλτε το από δω! φώναξε σκεπάζοντας τα μάτια του.Ποιος κλαίει. τυλίχθηκε με αξιοπρέπεια στον ξεθωριασμένο μανδύα του και σίμωσε στο τραπέζι. έτρεχε στον καθρέφτη και το τύλιγε στα μαλλιά της. άλλαξε τη διαταγή σου και άφησε με. Μόνος ο Βασιλιάς έμεινε άφωνος. Με μεγάλη προσοχή έλυσε τους κόμπους του μαντιλιού.Να! Να άνθρωπος! φώναξε ενθουσιασμένα ο Βασιλιάς. .Παιδί μου.. Κοίταξε γύρω με πρόσωπο αλλαγμένο. Το κόκκινο χρώμα χτύπησε στο μάτι της Βασίλισσας. .Να το πάρεις. Το μάτι του έπεσε στο αγορίστικο κορμί. υφασμένο με σχέδια χρυσά και ασημένια. . ακουμπισμένο στο παράθυρο. . είπε. Αν σου στείλω φαγιά. αποκρίθηκε χαρούμενος ο Βασιλιάς. Ανάμεσα στα γέλια των άλλων.Όχι! είπε. Το μάτι του έπεσε στο γαϊδουρίσιο κεφάλι. . κι έτρεξε στο Βασιλιά.τι θες σου δίνω τώρα! Πανουργάκο. παρατώντας τα γυαλάκια της. ο Βασιλιάς άκουσε το αναφιλητό του γιου του. θα νιώσεις πόσο μεγάλη υπόληψη έχω για σένα. απεναντίας. Τι στέκεσαι λοιπόν. Το Βασιλόπουλο είχε πλησιάσει. Βλέπετε όλοι πως υπάρχει μυστική έννοια κλεισμένη εδώ μέσα. τι ωραίο! Τι φανταχτερό! είπε.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ε 20 ένα δώρο. ακούμπησε στο πεζούλι του παραθύρου και ξέσπασε στα κλάματα. θα τα ξοδιάσεις και θα τελειώσουν. με στόμα ανοιχτό και μάτια γουρλωμένα. Πανουργάκο. ενώ η Βασίλισσα αρπάζοντας το μεταξωτό μαντίλι. κάθε μέρα και κάθε ώρα. κρύβοντας το πρόσωπο του στα χέρια του. που ως εκείνη την ώρα είχε μείνει αδιάφορη σε όλα. και ο Βασιλιάς διάβασε βροντόφωνα τα λόγια που ήταν γραμμένα με χρυσά γράμματα: «Αν καταλάβεις τι σημαίνω. ρώτησε. Στερέωσε καλά την κορώνα στο κεφάλι του. Θέλω μόνος μου να το ανοίξω. Αφού πέρασε η πρώτη συγκίνηση και σκούπισε τα μάτια του και φύσηξε τη μύτη του. ο Βασιλιάς γύρισε στο τραπέζι και φώναξε το γιο του. πολυτρανότατε Βασιλιά και ανεψιέ.

και δυο τρεις τσίροι καρβουνιάζουνταν ανάμεσα στις στάχτες.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ε 21 . Κανένα παράθυρο δεν ήταν φωτισμένο. Το Βασιλόπουλο πήρε τους δυο υπασπιστές κι έτρεξε στη χώρα. .Πάμε να κοιμηθούμε. Σκάλισε παντού. και το Βασιλόπουλο πίσω του ολοένα κέρδιζε δρόμο.. και γκρεμίστηκε στο βάραθρο όπου έσπασε τα κόκαλα του. παιδί μου. μα δεν ήξερε να διαβάσει. . πατέρα. όταν. είδε διπλωμένο ένα χαρτί. βάζοντας τα δυνατά τους. Και ο Βασιλιάς έσκυψε το κεφάλι και δεν εναντιώθηκε πια.Σπάσετε την πόρτα. Το άνοιξε.Μην ξεχνάς το δώρο του θείου Βασιλιά.Σε πειράζει. μα δεν αποκρίθηκαν από μέσα. μήπως βρω τη χρυσή αλυσίδα.Πήγαινε συ να κοιμηθείς. το πιο σφανταχτερό έπιπλο σε όλο το δωμάτιο. παραπάτησε. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο λαχανιασμένο. Δεν πρόφθασε να τελειώσει τη φράση του. . πάνω από μια κουτσή χρυσή κονσόλα. θα τη βρεις εκεί. πατέρα. χαιρετώντας το Βασιλιά ως κάτω..Βασιλιά μου και πατέρα μου. και δεν έμαθε από τέτοια. Το σπίτι ήταν κατασκότεινο. Δε βλέπεις την κούραση που έχομε. Ας μείνει εδώ. έχομε μια δουλειά να κανονίσομε μαζί. για να του ξεφύγει. αν το εγκρίνεις. το Βασιλόπουλο βρήκε το Βασιλιά με την Ειρηνούλα και τους δυο υπασπιστές. Και οι τρεις άντρες μαζί. . του Βασιλόπουλου. θα το ξεχάσομε. δε βρήκε τίποτα.Δεν την πούλησε. . Χτύπησαν δεύτερη φορά. πλάγι σε μια μποτίλια μαστίχα. τι έκανε τη χρυσή αλυσίδα που του εμπιστεύθηκες για σημείο του αξιώματος του. είπε ο Βασιλιάς. Μα δε βρήκε κανένα. Χτύπησαν την πόρτα. που είναι συνένοχος του. Και δεν πρέπει να το ξεχάσομε. πολλά φλουριά. Ο Πανουργάκος έπεσε στον γκρεμνό και πρέπει να πάγω αμέσως στο σπίτι του Λαγόκαρδου. μα ήταν αμάθητος στο τρέξιμο. Δώσ' μου μόνο τους δυο σου υπασπιστές. πάλι δεν αποκρίθηκαν. ώστε το ξαναδίπλωσε και το έβαλε στην τσέπη. Το Βασιλόπουλο άναψε δαδί και με τους συντρόφους του γύρισε σε όλο το σπίτι. Ο Βασιλιάς δίστασε και κοίταξε το γιο του. χωρίς τη βοήθεια της Αφεντιάς του. και αν πας στο σπίτι του δικαστή Λαγόκαρδου. που στέκουνταν στην πόρτα του πύργου και τον φώναζαν ανήσυχα.Κουτρουβαλιστά κατέβαινε ο Πανουργάκος το βουνό προς τη χώρα. γύρισε κατά τον γκρεμνό. γιε μου! είπε βαριεστημένος ο Βασιλιάς. Είναι τόσο νέος ακόμα ο γιός σου. . γυρνώντας στον αρχικαγκελάριο. αποκρίθηκε ο Βασιλιάς.. ο αρχικαγκελάριος. .Αφέντη. γιατί δεν είμαστε άξιοι τώρα να επιστρέψομε το δώρο στο δωρητή.. Μα πριν φύγω. Έκανα μεγάλη ανοησία να μην την πάρω αμέσως. . Είναι αργά και με πονεί το κεφάλι. πατέρα. . μα όλα τα συρτάρια ήταν άδεια.. Μόνο η Ειρηνούλα τον περίμενε ακόμα.. χάνοντας τα μυαλά του. Σαν ξανανέβηκε στο παλάτι. πατέρα. Μόνο στο μαγειριό μερικά ξύλα αποκαίουνταν. Δε νομίζεις πως τις δουλειές του Κράτους είναι καλύτερα να τις φροντίζομε συ κι εγώ. είπε σοβαρά το Βασιλόπουλο. Και πήρε το γαϊδουρίσιο κεφάλι και το κρέμασε σ' ένα ξεγυαλισμένο χρυσό κρεμαστάρι. κυρ-Πανουργάκο. έξαφνα. εγώ δεν μπορώ.Την πούλησε. πρόσταξε το Βασιλόπουλο. Και δεν έχομε τίποτα. στο σπίτι του κυρ-Λαγόκαρδου. Βγήκε τότε με τους υπασπιστές και γύρισε στο παλάτι. είπε το Βασιλόπουλο. Όλοι κοιμούνταν. θα φύγω. Μ' έναν πήδο ο αρχικαγκελάριος βρέθηκε έξω από το παράθυρο και χάθηκε στο σκοτάδι. Πήδηξε το Βασιλόπουλο πίσω του και τον πήρε στο κυνηγητό στα σκοτεινά. με κόπο κατάφεραν να τη ρίξουν κάτω. . . για να μας δώσει να φάμε. ρώτησε τον άνθρωπο αυτό..Και τώρα. Αν το καταστρέψομε όμως. είπε το Βασιλόπουλο. Στο τραπέζι. ανάμεσα στις πέτρες και στους βράχους. .. σαν ήμουν στο σπίτι του και τον βαστούσα! Τώρα έχομε ανάγκη από φλουριά. Ο αρχικαγκελάριος χλώμιασε. είπε με ανησυχία. Άπλωνε το χέρι πια να τον πιάσει.Τι τα θες τώρα τα φλουριά.

Τι του έκανε του Πανουργάκου.Στο δάσος. τα περίφημα αυγά του εξαδέλφου Βασιλιά.. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο.Δε βρήκα τίποτε άλλο! Κι εγώ μ' ένα τέτοιο κομμάτι δείπνησα. Η Ειρηνούλα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. έφαγες τίποτα. Η Ειρηνούλα κοίταξε γύρω της.Σαν ήχος κυπριού μου φάνηκε. όταν έξαφνα παράξενος ήχος κίνησε την προσοχή τους.. . . θα μαζέψομε ό. . . Δε σου έδωσαν.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ε 22 . και διόρθωσα την τρυπημένη φούστα της Πικρόχολης και της Ζήλιως την τραχηλιά. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. .Γιατί δεν πλάγιασες και συ.Έλα μαζί μου. να βάζεις σε πράξη τις συμβουλές της Γνώσης. .Μπα! Πού να βρεθεί κυπρί εδώ. Μα τι κάνει εκεί γύρω του. έχωσε το χέρι του μέσα. και γύρω του χοροπηδούσε σα μαϊμού ένα ανθρωπάκι μισομαύρο-μισοκίτρινο. και ωστόσο ξέρεις τι έκανα. Κάτω. έβγαλε μια φωνή και τραβήχθηκε πίσω.Τ' αυγά ήταν λίγα. Τ' αδέλφια σταμάτησαν ν' ακούσουν. . . ρώτησε η Ειρηνούλα. είπε.. που στάθηκε αιτία του σημερινού καβγά.Κατάλαβα. Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΣΤ Πρωί-πρωί το Βασιλόπουλο ξύπνησε την Ειρηνούλα.Τι είναι αυτό.Μα είχε αυγά. και μ' ένα τσιριχτό γέλιο ανασηκώθηκε κι έτρεξε στον κάμπο και από κει κατά τη χώρα. ήταν ξαπλωμένο το γκρεμισμένο πτώμα του αρχικαγκελάριου.Σε περίμενα. αποκρίθηκε. ρώτησε η αδελφή του.. Και με λαφριά βήματα κατέβαιναν το βουνό. Τ' αδέλφια φιλήθηκαν και πήγε ο καθένας στο δωμάτιο του. . . Έραψα το μανδύα του πατέρα και τα ρούχα του που ήταν κουρελιασμένα. που μια ανασηκώνουνταν και μια ξαναμαζεύουνταν ανακούρκουδα πλάγι στο σώμα. Το Βασιλόπουλο τη φίλησε. της είπε. .Τι έκανε.Πού πάμε. Κάθε του κίνηση συνοδεύονταν με κουδούνισμα κυπριών. είπε το Βασιλόπουλο. Κοιμήθηκαν αμέσως. Έξαφνα ο νάνος έσκυψε πάνω στον πεθαμένο. πριν σηκωθούν οι άλλοι. Κατσίκες δεν έχει στο γύρο! Προχώρησαν λιγάκι και πάλι ακούστηκε το ίδιο κουδούνισμα. ρώτησε το Βασιλόπουλο κι έσκυψε κοντά της.Τι τρέχει. Πάγω να φέρω το φαγί της ημέρας.Ένας πεθαμένος! ψιθύρισε τρομαγμένη η Ειρηνούλα. δεν είδε τίποτα και πλησίασε στην άκρη του γκρεμνού. και στη γλύκα του ύπνου ξέχασαν για λίγες ώρες τις δυσκολίες και τις πίκρες της ζωής. αδελφέ μου. Όλοι έφαγαν εκτός από σένα. Πάρε ένα καλαθάκι μαζί σου. Έπειτα πεινούσε και ο πατέρας. . ρώτησε η Ειρηνούλα τρέμοντας όλη. . . Λες και γυρεύει μονάχος του να τον σηκώσει. το άνοιξε. τη ρώτησε ο αδελφός της με αγάπη. και οι αδελφές μας έχουν καλή όρεξη. Η Ειρηνούλα χαμογέλασε.Άρχισες. στη ρίζα του βουνού. βλέπω. . Σου φύλαξα το μισό.. Μα πες μου. Η Ειρηνούλα έβγαλε από την τσέπη της ένα κομμάτι ψωμί και του το έδωσε μελαγχολικά.Είναι ο Πανουργάκος. . . και ο Τζοτζές..τι βρούμε. έσχισε το ρούχο του. Μα καθώς έσκυψε. όσο γρήγορα μπορούσαν να τον πάνε τα στραβά του ποδαράκια.

θα βρούμε μπόλικα αυγά. σαν έλθουν οι κακοί καιροί. φεύγοντας πάλι βιαστικά. φώναξε. . και μάζεψαν τόσα αυγά. Δες. ενώ όσα γύριζαν δε βαστούσαν τίποτα. Μπορούσες να σκοτώσεις καμιάν αγριόπαπια. Πήγαιναν κουβεντιάζοντας τα δυο αδέλφια. μόνο το κρύβουν μέσα στην τρύπα.. . τ' αδέλφια ακολούθησαν τη ζωντανή γραμμή. . Ένα κοπάδι τρομαγμένες αγριόπαπιες πέταξαν κι έφυγαν. Το κυνήγι τον ενθουσίασε. μην τρομάζεις έτσι! Και πήραν πάλι το δρόμο τους κατά τον κάμπο. Ύστερα σημάδεψε και σκότωσε και άλλα αγριόπουλα.Κρίμα να μην έχεις τόξο! είπε η Ειρηνούλα. και χιλιάδες διάφανες στάλες είχαν σκαλώσει σε κάθε φυλλαράκι. τα έδεσε όλα μαζί περνώντας ένα μακρύ βούρλο από τις μύτες τους. είπε η Ειρηνούλα. το Βασιλόπουλο παρατηρούσε το πήγαινε κι έλα των μερμηγκιών. Αφού φωλιάζουν εδώ. είπε η Ειρηνούλα.Άλλα πράματα έχομε μεις να κάνομε. μα έχω σφενδόνα. Ήταν χαρά Θεού εκείνη η ώρα. Καλό ήταν να κάναμε και μεις το ίδιο. έδεσαν και στα μαντίλια τους. αν θέλομε να είμαστε έτοιμοι ν' αντικρίσομε τις φουρτούνες.Αλήθεια. Ειρηνούλα.Τόξο δεν έχω. χωρίς να βγουν ποτέ από τη γραμμή τους. μένουν μερικές ανάμεσα στα καλάμια. μόνο κάνει παρακαταθήκη στη φωλιά του για τους κακούς καιρούς ίσως. σα να τους πρόσφερε σιωπηλά στα πεινασμένα αδέλφια. τα φόρτωσε στον ώμο του και καταχαρούμενος τράβηξε με την αδελφή του για το παλάτι. Να το πρώτο μάθημα που μας δίνει το μερμήγκι. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο κι εξακολούθησε συλλογισμένο: Θυμάσαι τα λόγια της Γνώσης πως ζώντας στη φύση θα μάθομε πολλά πράματα. . για να πιάσει το σκοτωμένο πουλί.. Μα πεσμένο χάμω. πηγαίνοντας να βρουν τίποτε άλλο. μα ο Τζοτζές ήταν πάντα λίγο παλαβός. Θα φάμε βασιλικά σήμερα. .Τώρα έχω ό. και το Βασιλόπουλο παρατήρησε πως εκείνα πήγαιναν πάντα προς το ίδιο σημείο. Έλα να τα μαζέψομε.. Παντού ξυπνούσε η φύση με τις πρώτες αχτίδες του ηλίου. δεν έφυγαν όλες. Οι μέλισσες φτερούγιζαν και μουρμούριζαν με αγάπη γύρω στα δροσερά αγριολούλουδα. Έβγαλε τα πέδιλα του και πήδηξε στο νερό.Η τρύπα αυτή είναι η φωλιά τους. και ο βάτος άπλωνε τα κλωνάρια του. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. Έλα. θαύμασε η Ειρηνούλα. και μαζεύοντας ό. . που σαν προσευχή ανέβαινε στον απαλό ουρανό. Ένας σπίνος χαμηλοπετούσε για να βρει κανένα άχυρο ή πούπουλο να φτιάσει τη φωλιά του. αποκρίθηκε ο αδελφός της.τι καρπό έβρισκαν στα δέντρα και χαμόδεντρα. Τα λουλούδια σκορπούσαν ολόγυρα τη γλυκιά τους μυρωδιά. . αποκρίθηκε χαρούμενα το Βασιλόπουλο.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΣΤ 23 . όπου όλα τα φορτωμένα μερμήγκια χώνουνταν. Και αφού μάζεψε κάμποσα. έλα να βρούμε που πηγαίνουν το φορτίο τους τα μερμήγκια! Και σκυμμένα στο χώμα. δεν τρώγουν το φαγί τους. σε κάθε χορτάρι. που ανήσυχα έβγαζε το κεφάλι της από μέσα από τα χορτάρια να δει τ' αδέλφια. . Και με μια πετριά σκότωσε μια πάπια. τι ωραία σμέουρα! φώναξε η Ειρηνούλα. βαριά φορτωμένα καρπούς. .Δες τι περίεργο. που ακολουθούσαν όλα τον ίδιο δρόμο. Μα τι να μαζέψομε. χτυπώντας τα φτερά τους. όπου κατέβηκαν και τράβηξαν στο δάσος.τι μου χρειάζεται για το γιαχνί μου. είτε πήγαιναν είτε ήρχουνταν. Στον κάμπο μάζεψαν κι ένα μάτσο αγριόχορτα. δε βαστούν! . Μερικά ήταν φορτωμένα με κανένα σπόρο ή έντομο. Ειρηνούλα. και ύστερα ξανάβγαιναν πάλι χωρίς φόρτωμα. σταματώντας κάπου κάπου. που σταματούσε σε μια μικρή τρύπα. σα να συνομιλούσαν. Σε λίγο έφθασαν σε λίμνη μισοκρυμμένη κάτω από τα δέντρα και τους καλαμιώνες.Τουλάχιστον το φαγί μας θα είναι τίμια κερδισμένο. Δεν άργησαν τωόντι να βρουν τις φωλιές. σα διαμάντια ατίμητα.Πάπιες! φώναξε με χαρά το Βασιλόπουλο.Δεν μπόρεσα να διακρίνω.Αχ. Τα πουλάκια έλεγαν το πρωινό τους τραγούδι. Δεν του φθάνει να μαζεύει το φαγί της ημέρας.. που αφού γέμισαν το πανέρι. .Έλα δω. . αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. Τα σμέουρα σαπίζουν.

ρώτησε: . Το μαγειριό ήταν βρώμικο και ακατάστατο. και σταμάτησε.Τι θα κάνεις. και όταν μπήκε το Βασιλόπουλο. κυρα-Βασιλοπούλα μου! Δεν είναι αυτή δουλεία για τα χεράκια σου! είπε με κομμένη φωνή. όπως είδα να ψήνει το κρέας η κυρα-Φρόνηση. και ύστερα θα ψήσω τα πουλιά.Ποιο σκοπό.. πήγε να παραδώσει του πατέρα του το γράμμα που είχε βρει στο τραπέζι του κυρ-Λαγόκαρδου. μερικά σπασμένα πιάτα κείτουνταν σκόρπια εδώ κι εκεί. κι εκεί βρήκαν τον υπασπιστή Πολύκαρπο που κουιούνταν ξαπλωμένος εμπρός στο τζάκι. Κατακοκκίνισε κι έτρεξε να της τα πάρει.Γιατί. . . λοιπόν. . ρώτησε το Βασιλόπουλο. Ο Βασιλιάς πέρασε και ξαναπέρασε μπροστά του.Να στείλομε το γαϊδουρίσιο κεφάλι πίσω στο δωρητή του. Είδε τ' αδέλφια και σηκώθηκε βιαστικά.. Άρπαξε έναν κουβά και μια σκούπα. Το Βασιλόπουλο γέλασε. σταμάτησε.Άφησε με να σε βοηθήσω λοιπόν κι εγώ. θα την καταδεχθώ κι εγώ. θα τους αναπληρώσω εγώ. Η Ειρηνούλα σήκωσε τα μανίκια της και άρχισε να συμμαζεύει τα πράματα.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΣΤ 24 Σαν έφθασαν στο παλάτι. Το Βασιλόπουλο την αγκάλιασε. . Ο υπασπιστής ήταν κατακόκκινος.Λοιπόν. .Εκείνο που θα έκανε η Γνώση στη θέση μου. . και η απορία του έγινε σάστιση όταν την είδε να τα πλένει και να τα σκουπίζει. αδελφούλα. Αφού ο μάγειρας και ο παραμάγειρας λείπουν. αφού δεν είναι άλλος να το κάνει. με καμάρι απλώνοντας το μανδύα του.Βλέπεις λοιπόν. ενώ η Ειρηνούλα μαδούσε τα πουλιά.Και πού είναι ο παραμάγειρας. Μα βλέποντας την Ειρηνούλα που μάζευε τα ποτήρια. . Θα καθαρίσω πρώτα όλ' αυτά εδώ. Με σένα πλάγι μου. . Ο Πολύκαρπος ξύπνησε με τις ομιλίες.Έλα δω να μάθεις το θαύμα.Κοιμάται ή γυρνά σε καμιά διασκέδαση. Ωστόσο το Βασιλόπουλο. χαιρέτησε βαθιά κι ετοιμάζουνταν να βγει έξω. . .. νιώθω πως θα εκτελέσω το σκοπό μου. σαν αυτή που έσχισε χθες η μέγαιρα αδελφή μου. Αφού καταδέχεσαι συ τέτοια δουλειά. Της Πικρόχολης έστειλε μια φούστα. ρώτησε η Ειρηνούλα. Πήγαν στο μαγειριό ν' αφήσουν το φορτίο τους. ρώτησε. κυρα-Βασιλοπούλα. .Γεια σου. και. αποκρίθηκε. Το μαγειριό πρέπει να παστρευθεί και το φαγί πρέπει να ψηθεί. .Λοιπόν. Οι κατσαρόλες είχαν μείνει άπλυτες. Δε βλέπεις πως κάποιος τρανός Βασιλιάς μας έστειλε καινούρια ρούχα. που δεν άκουσε τα λόγια της Ζήλιως. . τι. Ευτυχώς η Πικρόχολη ήταν τόσο απασχολημένη θαυμάζοντας τη φούστα της.Πώς όχι! αναφώνησε η Ζήλιω. . απάντησε το Βασιλόπουλο. αποκρίθηκε η Ειρηνούλα.Δεν κάνει. . του Βασιλιά καινούρια φορεσιά και μανδύα. είπε. Πρέπει να το κάνω εγώ. άρχισε. και με ζήλο άρχισε να τρίβει το πάτωμα του μαγειριού. . Η Ειρηνούλα γέλασε. .Γιατί αυτή είναι δουλειά του παραμάγειρα. όλοι κοιμούνταν ακόμα. και μένα μιαν ωραία τραχηλιά..Βλέπεις τίποτα καινούριο. όλοι τον δέχθηκαν με μια φωνή: . Η οικογένεια ήταν μαζεμένη στην τραπεζαρία. ακούοντας ομιλίες στα βασιλικά δωμάτια. μαζί με μεταχειρισμένα ποτήρια.Όχι.

Νεραϊδούλα! είπε μ' έκσταση η Βασίλισσα. Είναι μερικοί άνθρωποι που γεννιούνται ταπεινοί και χυδαίοι. ύστερα από μερικές πληροφορίες που θα του δώσω για την κατάντια του Κράτους μας. αδελφές μου. παράτησαν έξαφνα τον καβγά. Την έπιασαν τα νεύρα της και βγήκε από το δωμάτιο.Τα ίδια της συχωρεμένης! μουρμούρισε η Ειρηνούλα. . Μη φωνάζετε έτσι! Θ' αναστατώσετε τη χώρα! Καθώς την είδαν οι αδελφές της. χθες βράδυ βρήκα ένα γράμμα στο σπίτι του Λαγόκαρδου. Και. Απεναντίας.Γιατί είσαι κουτή. ενώ ο Βασιλιάς. δεν ήξερε αν έπρεπε να καταφρονήσει την αδελφή της. όπου ελπίζω. ντροπή! είπε με λύπη η Ειρηνούλα. την ώρα που το Βασιλόπουλο είχε στριμώξει τη Ζήλιω σε μια γωνιά. αφήνοντας το χαρανί της στη φροντίδα του Πολύκαρπου. Ο πιστός σου Λαγόκαρδος» . πεσμένος στο σοφά. όπου η Ειρηνούλα κοκκίνιζε τα πουλιά. ξέρει πως δεν πούλησες την αλυσίδα. μα δεν έχει φλουριά! Χρειάστηκαν εξηγήσεις. Εγώ δεν μπορώ πια να τη σχετίζομαι. έλα να με βρεις.Ναι. έβαλε τα γυαλιά του και διάβασε: «Εξοχώτατε! Αλλον από σένα δεν περιμένω σήμερα να έλθει στο σπίτι μου. Δε μου έφερε κανένα σμαραγδένιο βραχιόλι. βλέποντας καινούρια πάλι την τραχηλιά της. κι επειδή δεν προφθαίνω να έλθω εγώ στο δικό σου. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. είπε με κακία η Ζήλιω. έγινε θαύμα. .Την πρόστυχη! είπε με αηδία η ξανθή παρακόρη. Η Πικρόχολη όρμησε και άρπαξε τον κότσο της. που μπορούν να σε βλάψουν αν μείνεις εδώ. Και το Βασιλόπουλο διηγήθηκε πως. Εγώ θα της πω όλα τα καλοπιάσματα που ξέρω. . . είπε με φθόνο. . έτρεξε στην τραπεζαρία. προτού σκεπαστεί με λεκέδες.Δε φταίγει το καημένο το κορίτσι. . μα δεν ξέρω να διαβάσω και σου το έφερα. Η Ειρηνούλα έχει δάχτυλα.Ντροπή. ύστερα από τα καμώματα της! Και με μεγαλοπρέπεια ξαπλώθηκε στο σοφά. λόγου χάρη σαν εσένα. Μόνο φύγε αμέσως. Σα θέλεις. την είδες. ενόσω όλοι κοιμούνταν.Αλήθεια. ψιθύρισε η άλλη. Εγώ το στρίβω αμέσως με την αλυσίδα και πάγω στου Αρχοντα θείου. να τον καταφέρω να με βοηθήσει με το στρατό του. σαν της Βασίλισσας θειας μου. μα όχι απ' έξω. παρά από μέσα από το παλάτι. . και πώς. να κατακτήσω το ωραίο κτήμα που δε θέλησε να μου χαρίσει ο Βασιλιάς. Φέρε μαζί σου τα διαμαντένια ποτήρια του Βασιλιά και τα τελευταία διαμαντικά της Βασίλισσας που βρίσκονται στο κελάρι σου και που αξίζουν κάμποσα φλουριά.Πατέρα. Η Ειρηνούλα λοιπόν έβγαλε τις βελόνες της και την κλωστή. Η Ζήλιω. . που μοιάζει λεονταράκι και αετουδάκι. Γύρισε η Ζήλιω και της έδωσε ένα μπάτσο που ακούστηκε ως το μαγειριό. η νίκη είναι δική μας. χάιδευε την. και που είναι πέρα από το ποτάμι. Τα ρούχα σας είναι τα ίδια.Η κόρη μου ράφτρα! ξεφώνισε.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΣΤ 25 . για να σου ράβει καινούρια φουστάνια. Μα πού ακούστηκαν τέτοια πράματα! Ως εκεί ξέπεσε η κόρη μου η Βασιλοπούλα. Το Βασιλόπουλο. η Ειρηνούλα τον περίμενε και κάθησε κι έραψε ολωνών τα φορέματα. και κάθησε στο πεζούλι του παραθύρου να τους δείξει πώς τα μεταχειρίζουνταν. τη νύχτα.Δύσκολο πράμα. σου αφήνω τούτο το γράμμα εδώ. μήπως και μου ράψει φόρεμα όμορφο σαν που ήταν της Ζήλιως. μόνο που τα έραψε μια νεραϊδούλα. Αχ. Μη φοβάσαι τίποτα. σμίγοντας τα όμορφα χεράκια της. για να το βρεις αμέσως και να μάθεις πως τρέχω και τρέχεις το μεγαλύτερον κίνδυνο. βαστούσε από τη φούστα τη φουρκισμένη Πικρόχολη. . Η Βασίλισσα έγινε έξω φρενών. για να ρωτήσουν αν αλήθεια αυτή είχε ράψει τα σχισμένα τους ρούχα. και ο Πολύκαρπος ξέπλενε τα χόρτα. Αμέσως ξέσπασαν και οι φωνές. είπε τότε το Βασιλόπουλο. είπε. Ξέρει και μερικά άλλα. . Ο Βασιλιάς το πήρε. μάχη δε μπορεί να γίνει χωρίς στρατιώτες. Η Πικρόχολη όμως αισθάνθηκε απαραίτητη την ανάγκη να ξεστομίσει μερικά από τα συνηθισμένα της λόγια.

Το Βασιλόπουλο έκανε μερικά βήματα απάνω-κάτω και γύρισε πάλι στο Βασιλιά. Ο Βασιλιάς παρά λίγο να πνιγεί από την αγανάκτηση του. πατέρα.Τι κάθεσαι και λες! είπε νευρικά ο Βασιλιάς. . Μα στην πόρτα σταμάτησε. επανέλαβε ατάραχα ο Κατρακυλάκος. .. . και πως σε λίγες μέρες.Μυστήριο. Κι εκατό καράβια. Όλο του το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι. . Θα πει κι ένα άλλο: πως αυτός μοιάζει να ξέρει πράματα που δεν ξέρομε μεις. σε λίγες ώρες ίσως. . είπε στο τέλος.Τι λες. με πρισμένα κρεμαστά μάγουλα. μάταια προσπαθώντας να λυγίσει τη μέση του για να υποκλιθεί. Τι λες. Ο υπασπιστής υποκλίθηκε κι έκανε να φύγει. με τα χέρια σταυρωμένα και το μέτωπο σκυμμένο και συννεφιασμένο. Δεν έχομε. που δεν μπορούσε ποτέ να περάσει από πόρτα ή από έπιπλο κοντά χωρίς να σκουντουφλήσει. Αφέντη μου. φώναξε αμέσως τον αρχιστράτηγο. ουτ' εγώ δεν ξέρω πια πώς τον λένε. φώναξε με θυμό ο Άρχοντας. λέει στρατό! Κολοκύθια με τη ρίγανη! Χιλιάδες στρατιώτες ρίχνω στο βασίλειο του θείου μου. κατεβάζει το ποτάμι με την πρώτη μου προσταγή! Δεν έχομε. βροντοφώνησε ο Βασιλιάς. Μα καθώς γύρισε. ο τελευταίος μας αρχιστράτηγος ήταν ο κυρ-Μασκαρόπουλος. .. πάνε δυο χρόνια που δεν έχομε πια αρχιστράτηγο.. οπόταν θελήσω. . ψέλλισε. όλο σίδερο σκεπασμένα. που δεν είχε προφθάσει να την παραμερίσει.Και πού βρήκε τα φλουριά. Το Βασιλόπουλο κοίταξε με μάτια λυπημένα το γαϊδουρίσιο κεφάλι. σκουντούφλησε στη βαρελόμορφη κοιλιά του κυρ-Κατρακυλάκου.Πατέρα.. Δυο λεπτά αργότερα επέστρεψε με τον πρωτοβεστιάριο. διέταξε ο Βασιλιάς. . έμοιαζε να τους κοροϊδεύει. και με μεγάλα βήματα πήγε και ήλθε δυο-τρεις φορές στην κάμαρα. Ο κυρ-Κατρακυλάκος ήταν κοντός και χοντρός.. και ξανάρχισε πάλι το νευρικό του περίπατο. πως το γράμμα αυτό ήταν γραμμένο για τον Πανουργάκο. . και μελάνιασε..Αφέντη.Δεν ξέρεις. Φώναξε λοιπόν τον πρωτοβεστιάριο Κατρακυλάκο. . αποκρίθηκε ο Κατρακυλάκος. με την τενεκεδένια κορώνα περασμένη ανάμεσα στ' αυτιά του. φώναξε τον αρχιστράτηγο.Θα πει.. όπου όλοι τον ξέρουν για τον πιο πλούσιο τραπεζίτη. ρώτησε παραζαλισμένος. .Φώναξε αμέσως τον αρχιστράτηγο. . Θα πει πως ο Λαγόκαρδος είναι όχι μόνο μπερμπάντης. που από πάνω από την κονσόλα. δηλαδή πως δεν έχομε στρατό και πως δε θα γίνει καμιά αντίσταση στα σύνορα. Δεν ξέρεις.. είπε ο Βασιλιάς επιτακτικά.. δεν ξέρω ποιος είναι ο αρχιστράτηγος. Και αλλάζοντας τόνο: . αλλά και προδότης. Και άρχισε πάλι να περπατά απάνω-κάτω. και τόσο μεγάλη κοιλιά. Εκείνος θα μας δώσει τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε. . Ο Βασιλιάς χτύπησε το κουδούνι κι ευθύς παρουσιάστηκε ο υπασπιστής Πολύδωρος.. . διέταξε νευρικά ο Βασιλιάς. και η φωνή του κόπηκε και τίποτε άλλο δεν μπόρεσε ν' αρθρώσει. . τον πρώτο που θα τολμήσει να ξαναπεί τέτοιο λόγο! Κι έξω φρενών ο Βασιλιάς έσπρωξε την κορώνα στην κορυφή του κεφαλιού του. μουρμούρισε.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΣΤ 26 Ο Βασιλιάς σήκωσε τα μάτια και κοίταξε το γιο του από πάνω από τα γυαλιά του.Κατρακυλάκο. τα στρατεύματα του Άρχοντα θείου μας μπορούν να εισβάλουν στο Κράτος μας.Αφέντη.Αφέντη.Χμ.Τι θα πει αυτό. Είναι παραπάνω από δυο χρόνια που ξεπούλησε το σπίτι του και πήγε στα ξένα. Αφέντη.Φώναξε αμέσως το στόλαρχο.. στρατό! Θα τον κρεμάσω να τον φαν τα όρνια. Ο Πολύδωρος υποκλίθηκε κι έφυγε. λέει. Τι ήθελε τώρα να πάγει να σκοτωθεί ο τενεκές ο Πανουργάκος! Αυτός τα φρόντιζε και τα ήξερε όλα αυτά στα πέντε δάχτυλα!.

. Ξέρεις σε ποιον μιλάς. να μαζευθεί ο στρατός όλος. νομίζοντας πως από την τρομάρα του ο φρούραρχος τα είχε χάσει. αποκρίθηκε ο πρωτοβεστιάριος. . και φθάνοντας κούτσα . λαχανιασμένος και ολοστρόγγυλος. Αφέντη. παρουσίασε τα όπλα. αποκρίθηκε πάλι ο κουτσός. . το στόλαρχο! είπε θυμωμένα. Ο γέρος χωρίς να κουνήσει.Μεγαλέμπορος στα ξένα. και πίσω μακριά. αποκρίθηκε. δοκίμασε πάλι να υποκλιθεί ο πρωτοβεστιάριος.Στον Αφέντη μου και Βασιλιά μου. Τα γόνατα του κόπηκαν. είπε ήσυχα. να και ο στρατός.Δεν έχω όρεξη για αστεία. αμέσως! πρόσταξε ο Βασιλιάς.Ο στρατός. . .Πού είναι η φρουρά. Κι έξαφνα. ρώτησε ο Βασιλιάς. ρώτησε ο Βασιλιάς. από ένα κρασάδικο βγήκε ένας κουτσός.Ούτε τρελός ούτε αυθάδης.Τα έκανε τώρα τελευταία. Είναι ο στρατός. ο υπασπιστής εσήμανε το προσκλητήριο. Χωρίς να ταραχθεί. αποκρίθηκε ζαλισμένα: . . σου είπα. Εμπρός στην πόρτα βρήκαν το γερο-φρούραρχο.Εγώ είμαι ο στρατός. ρώτησε το Βασιλόπουλο.Μα με τι. χωρίς ν' αλλάξει τη στάση του. .Τι γίνηκε ο στόλαρχος. Κάνει σίδερα. .κούτσα μπροστά στο Βασιλιά και το Βασιλόπουλο. κατρακυλούσε ο πρωτοβεστιάριος. γυρίζοντας στο φρούραρχο που έμενε καθισμένος εκεί που είχε πέσει. Αφέντη. με τα πόδια γυμνά μες στις πατημένες του παντούφλες. να δείτε αν σας λέγω ψέματα. στη γωνιά της πλατείας. .Τι κάνεις λοιπόν. Σύναξε τους όλους εδώ.Δεν έχομε στόλαρχο. .Πού είναι οι στρατιώτες. Γύρευε να καταλάβει την έννοια του σκοπού της σάλπιγγας. αγουροξυπνημένο και μισοντυμένο. Ο Βασιλιάς και ο γιος του έτρεξαν χωρίς να σταματήσουν ως τους στρατώνες. σαστισμένο.Πού βρήκε και αυτός τόσα φλουριά. Με τι. . Ανεβείτε. Ο Βασιλιάς ανατινάχθηκε. είπε ο Βασιλιάς. Το Βασιλόπουλο τον ακολούθησε. από πάνω από τον πύργο. είπε πάλι ο κουτσός. μαζί και η φωνή του. . που τόσα χρόνια δεν την είχε ακούσει.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΣΤ 27 .Να η φρουρά. με το μανδύα του που πετούσε απλωμένος πίσω του. ρώτησε σιγά το Βασιλόπουλο. κι έμεινε αφανισμένος. εσήμανε το προσκλητήριο με τη μεγάλη σάλπιγγα. Ο Πολύδωρος. Αλλά ο γέρος άπλωσε το χέρι κι έδειξε τον κουτσό. . σαν αποβλακωμένο. Αφέντη μου.Είναι τρελός ή αυθάδης. Σηκώθηκε μ' έναν πήδο κι έτρεξε κατά την πόρτα. και κουρελιάρηδες σαν και σένα δεν πρέπει να είναι στη μέση.Σήμανε το προσκλητήριο αμέσως. Τώρα θα βγει ο στρατός. σα θέλετε. .Με τα σίδερα των καραβιών.Λοιπόν εξαφανίσου πριν θυμώσω. . . Δεύτερη φορά. τράβηξε από κάτω από το στρώμα του μια σκουριασμένη λόγχη χωρίς μύτη. Άλλο στρατιώτη δεν έχω. στους στρατώνες. διέταξε. Πού είναι το ιππικό και οι λογχοφόροι. αποκρίθηκε ο κουτσός. .Τι είναι αυτός. απ' όλες τις άκρες του βασιλείου! Και βγήκε τρεχάτος. σα φουσκωμένο πανί καραβιού. . Και βλέποντας τον υπασπιστή Πολύδωρο στην πόρτα: . . Τα γόνατα του γερο-φρούραρχου κόπηκαν κι έπεσε χάμω καθιστός. έτρεξε στους στρατώνες. Φώναξε.Τρελάθηκαν όλοι! Όλοι! φώναξε. Αφέντη. από τον πύργο. φώναξε φρενιασμένος ο Βασιλιάς. Ο Βασιλιάς έπεσε στο σοφά.

Πάμε παρακάτω. ο μάγειρας μου κι εγώ! Ο Βασιλιάς έπιασε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια.. Μόνο δυο παλιοφελούκες δεμένες στην ξηρά μ' ένα μακρύ σκοινί. ο γέρος εξακολούθησε: . Αφέντη μου! Μείναμε μεις οι δυο. Μήπως δεν καταλαβαίνω.Φέρε ευθύς το στρατηγό. .Μα ο στρατός.Πάμε στο ναύσταθμο. είπε σιγά. πληρώνω πολλά. που εξακολουθούσε να κάθεται χάμω. πρόσταξε. Αφέντη! είπε ο γέρος με ύφος αξιοθρήνητο. όσο μακριά και αν πήγαινε το μάτι. ούτε ναύσταθμο. κατρακυλιστά. Κανείς δεν ήξερε να του πει. χμ. Και αλλάζοντας τόνο: .. Και για το στόλο μου πληρώνω. . κόκκινος και ιδρωμένος από το τρέξιμο. δέντρα πολλά.Φώναξε όποιον θέλεις.. μακριά. Έφθασαν στο ποτάμι που έτρεχε ήσυχο και διάφανο. .Λοιπόν φώναξε το σωματάρχη! .Όλοι εδώ είμαστε. και με το χέρι του έκαμε νόημα πως έπαθε το κεφάλι του. είπε κι έκανε μερικά βήματα. .Μα τι παραμύθια λες! διέκοψε ο Βασιλιάς που άρχισε πάλι να θυμώνει.Δεν έχει στρατό πια. Ο Βασιλιάς του έδειξε το γερο-φρούραρχο. κουνιούνταν τεμπέλικα στ' ασημένια νερά. Μα λες παραμύθια! ξέσπασε πάλι με θυμό... .. . μαύρες πια από τον καιρό και την υγρασία.. ενώ πίσω. Εγώ δεν τους έβλεπα ποτέ.Καλά είναι. Αφέντη... Δεν έχει στρατιώτες. Δεν πειράζει τ' όνομα. ακολουθούσε ο δυστυχισμένος ο πρωτοβεστιάριος. . Εκείνη την ώρα κατάφθανε ο κυρ-Κατρακυλάκος.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΣΤ 28 Κι επειδή Βασιλιάς και Βασιλόπουλο έμεναν ακίνητοι. εξακολούθησε ο Βασιλιάς νευρικά. . μη θέλοντας να πιστέψουν.Τρελάθηκα εγώ.Δεν έχει εδώ στρατηγό. και μερικές πέτρες πεσμένες από έναν ερειπωμένο τοίχο. μα άλλο δεν είδε παρά χορτάρι πράσινο. το στρατηγό. .. Τους λογαριασμούς αυτούς τους έκανες με τον αρχικαγκελάριο. Με τη γωνιά του μανδύα του σκούπισε τον ιδρώτα που έστεκε σα χάντρες στο μέτωπο του. ξεφώνισε εξαγριωμένος. φέρε ένα στρατηγό. Ο Βασιλιάς κοίταξε πάνω και κάτω του ποταμού.. Μα δε βρήκε καράβια. Και γυρίζοντας στο γέρο: .. .Δεν έχει σωματάρχη! . Αφεντάδες μου.Δεν ξέρω. αποκρίθηκε ο πρωτοβεστιάριος. γιατί κάθε χρόνο πληρώνω γι' αυτόν.. Και με το γιο του. και σου λέγει την αλήθεια. . τελείωσε ο στρατός. του κάκου τον γυρεύεις. βιαστικά πήγε στον ποταμό. Πέρασαν και πάνε και ούτε θα ξανάρθουν πια.Θυμάστε ακόμα τα παλιά χρόνια. μα φώναξε κάποιον! ξεφώνισε ο Βασιλιάς έξω φρενών.. Αφέντη.... Ξέρω πως έχω στρατό. άλλα τόσα. πέρασε ο στρατός. Ας φωνάξει τους αξιωματικούς και θα σου δείξω εγώ τι είναι ο στρατός μου. αποκρίθηκε τρέμοντας ο φρούραρχος.. πώς τον λεν.Τι πληρώνω γι' αυτόν..Δεν είναι καλά. . . όπου σπίτι δε φαίνουνταν. Στην πλώρη της μιας κοιμούνταν ένας κουλός με το στόμα ανοιχτό. Πού είναι ο στόλος. . Στα καράβια θα βρίσκονται και οι στρατιώτες! Πού είναι τα καράβια. Αφέντη.Πληρώνω. ενωμένες και βασταγμένες πλάγι-πλάγι με μια καρφωμένη φαρδιά σανίδα. ρώτησε τον πρωτοβεστιάριο. ανάμεσα στις πράσινες δασωμένες όχθες.

που είναι όλα αυτά. Ο κουλός ξύπνησε. Αφέντη. παρών. . δείχνοντας τις μαυρισμένες πέτρες που έφθαναν ως το ποτάμι. ένας ναύαρχος που να πάρει η ευχή! .. φώναξε με φρίκη. παρών! Ο Αστόχαστος αναπήδησε. Δε σε καταλαβαίνει. . . φώναξε: .Ξέρεις εσύ πού είναι. ρώτησε.Και ο ναύαρχος. ρώτησε ο Βασιλιάς.Παρών! αποκρίθηκε πάλι ο κουλός. . Το Βασιλόπουλο προσπάθησε να συνεννοηθεί μαζί του. ρώτησε ο Βασιλιάς τον κυρ-Κατρακυλάκο. .. η τραπεζαρία και η κρεβατοκάμαρα μου.. Ο κουλός αργοκούνησε το μόνο του χέρι.Τι. αποκρίθηκε λαχανιασμένος. άνθρωπε μου. . ο ναύαρχος. ξεφώνισε ο κουλός με τόση δύναμη. που πρήστηκαν οι φλέβες του λαιμού του. Μ' έναν πήδο σηκώθηκε ο κουλός και χαιρέτησε στρατιωτικά. είπε σύντομα. . . . . . ποτέ μου δεν ήλθα τόσο μακριά.Βαρκάρη! Ε. είπε το Βασιλόπουλο. .Πού είναι ο στόλος και ο ναύσταθμος..Τι τρέχει.Στα ξένα. . . πες μου πού κάθεται ο στόλαρχος. . . είπε νευρικά ο Βασιλιάς παραμερίζοντας το γιο του.Στάσου. .. Άκου δω..Και ο ναύσταθμος. . ναύτες. παρών. για το Θεό. Και δείχνοντας με καμάρι τις φελούκες: . Τι ονόματα είπες. Άνθρωπε μου.Γυρεύομε τα καράβια του Βασιλιά. χωρίς να κόψει το χαιρετισμό του. σα θέτε να τις επισκεφθείτε.. Πού είναι ο ναύσταθμος. μα δεν ξύπνησε. ακούς τι σου λέγω. . εξήγησε. ρώτησε με νυσταγμένη φωνή.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΣΤ 29 ..Παρών. .Κυβερνήτες. ανασηκώθηκε κι έτριψε τα μάτια. ρώτησε πάλι ο Βασιλιάς νομίζοντας πως δεν είχε καταλάβει.Παρών. πλησίασε τις φελούκες στη γη..Παρών! επανέλαβε ο κουλός λίγο πιο δυνατά. που έφθανε μισοπεθαμένος από τον ασυνήθιστο κόπο της πρωινής του. βαρκάρη! φώναξε πάλι ο κυρ-Κατρακυλάκος. ξύπνα!.Πού είναι ο στόλος και ο ναύσταθμος.. παρών! Το ναυτικό της Αφεντιάς του του Βασιλιά. είπε ο κουλός μ' ένα χαμόγελο που χώριζε το στόμα του από το ένα αυτί ως το άλλο.Παρών! φώναξε. «Τρομάρα» και «Αντάρα». είπε πάλι ο κουλός. Και τραβώντας το σκοινί.Στάσου. . Στη διάθεση σας.Ε!. Ο Βασιλικός στόλος.«Τρομάρα» και «Αντάρα». Και βάζοντας τα χέρια εμπρός στο στόμα. σα χωνί. βαρκάρη!.Δεν έχομε τέτοιο πράμα εδώ. Μα να ρωτήσομε αυτόν τον ψαρά που κοιμάται. Το Βασιλόπουλο χλώμιασε.Παρών! επανέλαβε ο κουλός. Πού είναι τα καράβια και οι ναύτες. καράβια.Δεν καταλαβαίνει! είπε αποθαρρυμένος ο Βασιλιάς.Δεν ξέρω. Ο κουλός άπλωσε το χέρι του κατά τη δύση. ενώ σα σανίδα τεντωμένος εξακολουθούσε να χαιρετά στρατιωτικά.

μάγειρα πια. Το τραπέζι ήταν στρωμένο. μες στην κάψα του μεσημεριού. .Στόλος. άφησε την άλλη να περάσει. παρών. και ήταν στις κακές του.Εσύ μαγείρεψες. φύλαξε μου λίγο. τα ποτήρια και τα πιάτα σε καθενός τη θέση. Όλη η χαρά της Ειρηνούλας έσβησε. είπε χαρούμενη. Σηκώθηκαν αυτές κατσουφιασμένες. είπε ο Βασιλιάς στις παρακόρες. Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ζ Όταν έφθασαν. είπε απότομα ο Βασιλιάς. Η Ειρηνούλα έβαλε με το νου της να τον αναπληρώσει. ρίχνοντας λαίμαργες ματιές στο γιαχνί. λυγισμένος ως κάτω και απλώνοντας το χέρι του στο στήθος με όλα τα δάχτυλα ανοιχτά. Ύστερα χτυπώντας το στήθος του: . είπε με το φαρδύ του χαμόγελο. είπε η ξανθή. και ο γιος του δε χαρίζει. το γιαχνί σερβιρισμένο. Καλά την έχομε σαν το μάθει η Βασίλισσα. παρών! Άλλο μη γυρεύεις.Τρεχάτε.Περιττό να γυρεύεις τίτλους. τι ωραία σμέουρα και φράουλες! είπε χαρούμενη η Παλάβω. που συλλογίζουνταν τα καράβια του και το θείο του το Βασιλιά και το γράμμα του Λαγόκαρδου. Το αγαπημένο μου φαγί! Μα μπράβο του του μάγειρα που το θυμήθηκε! Φωνάξετε τον γρήγορα. είδαν την Ειρηνούλα. Η Ειρηνούλα κοίταξε τον αδελφό της και αντάμωσε τη λυπημένη του ματιά. που από την πόρτα τους έγνεφε να σιμώσουν.Πάμε σπίτι. .Η κόρη μου! Η κόρη μου μαγείρισσα! Την έπιασαν πάλι τα νεύρα της. Ποιος βασιλιάς ή μεγιστάνας μας τα έστειλε άραγε.. εμάθαμε όσα θέλαμε να ξέρομε. . ούτε έχομε.Κυβερνήτης. Μα έξαφνα της μύρισε το γιαχνί και της άνοιξε η όρεξη. και τεμπέλικα γύρισε και κάθησε στη θέση της.Αχ. Βασιλιά μου. είπε το Βασιλόπουλο. Ο Βασιλιάς σταμάτησε. όπου τη στήριξε. Πήγε ως την πόρτα. Η Βασίλισσα ξεφώνισε από τη φρίκη της: .Κοπιάστε στο παλατάκι μου. τι να τον διορίσω. φαίνεται. Μα βαρέθηκε να προσθέσει τίποτε άλλο. σηκώθηκε από το τραπέζι κι έτρεξε στην κάμαρα της.Εσύ όλο μεγιστάνες και βασιλιάδες ονειρεύεσαι. . ναύτης και τα λοιπά. . δεν έχει. Μάζεψε από μέσα από τη φελούκα του μια σανίδα και την έσπρωξε στη στεριά. Δούλος σας. Κρυφοσκούπισε ένα δάκρυ και κάθησε στο τραπέζι αναστενάζοντας. Μαραμένη ακολούθησε τον πατέρα της. ρώτησε κατσουφιασμένος.Πουλιά! Πουλιά με μαρούλια! φώναξε ξεχνώντας κακιώματα και καμώματα. Αφεντάδες μου! . . η Βασίλισσα σας φωνάζει. Και με σκυφτό κεφάλι πήραν το δρόμο του πύργου.Και μένα. Αφέντη. Έξαφνα ακούστηκαν κουδουνίσματα που τους ξεκούφαναν.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΣΤ 30 . κυρά μου. να χαρείς τα λαμπρά σου ματάκια! . Ο υπασπιστής Πολύκαρπος έβαλε τα οπωρικά σε μια γαβάθα και τ' ακούμπησε μπρος στη Βασίλισσα. είπε με παραξενιά ο Βασιλιάς. πατέρα. Ο χαριστής απέθανε.. . Η Βασίλισσα τα κρέμασε. . Ο μάγειρας δεν το έψησε. Θα τον διορίσω. να μου πείτε αν επέτυχα το γιαχνί.Το φαγί είναι έτοιμο.Ειρηνούλα. Τρεχάτη γύρισε η πρώτη παρακόρη. Έσπρωξε το πιάτο της πέρα και ακούμπησε στη ράχη της καρέγλας της με μεγαλοπρέπεια. είπε κολακευτικά η μελαχρινή. . .

Και γυρίζοντας από τη μέσα μεριά αποκοιμήθηκε. μοιάζει της αφεντιάς σου.Εσύ δεν τρως. για ν' αγοράσουν όπλα.Πάμε στου Πανουργάκου. Εκεί τους βρήκε το Βασιλόπουλο.Ειρηνούλα. είπε κάνοντας το μάτι της Πικρόχολης. Να μην ξεχάσομε.Η Βασίλισσα ζητά γιαχνί και κάρδαμα. Άφησε με λιγάκι στην ησυχία μου. σε βαρέθηκα πια! Από το πρωί γυρνώ μαζί σου! διέκοψε στενοχωρεμένος ο Βασιλιάς. είπε. .Είναι του Τζοτζέ. λέει. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Ύστερα έπιασε και τη μανιασμένη Πικρόχολη και την κλείδωσε σε άλλη κάμαρα. κοίταζε ατάραχος όλη τη σκηνή.Α. ρώτησε το γιο του. Τίποτα παράξενο να το βρήκε και να το πήρε ο Πανουργάκος με την ελπίδα πως θα έχει και αυτό αξία. πρόσθεσε. . Και της διηγήθηκε τι έλεγε το γράμμα του Λαγόκαρδου και πόση ανάγκη ήταν να βρεθεί αμέσως ο κλεμμένος θησαυρός. να σκαλίσομε αμέσως στο κελάρι του και να βρούμε τα πράματα που μας έκλεψε.. ξέπλεναν και σκούπιζαν τα ποτήρια και τα πιάτα. για ν' ανοίξει τέτοια πόρτα.. και φράουλες. Μπήκαν μέσα και γύρισαν όλα τα δωμάτια. είπε.Παράξενο! είπε το Βασιλόπουλο. το σήκωσε. . με το πηρούνι του όρθιο στο χέρι. . ...Τα νεύρα της Βασίλισσας δε βαστούν μπροστά στο φαγί. είπε με ειρωνεία η Πικρόχολη. .Συλλογίζομαι.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ζ 31 .Στρίγλα! φώναξε η Ζήλιω. Κατέβηκαν μια στενή πέτρινη σκαλίτσα κι έφθασαν μπροστά σε μικρή σιδερένια πόρτα. που συλλογισμένος κοίταζε το γαϊδουρίσιο κεφάλι πάνω από την κονσόλα. . φθάνει να μ' αφήσεις εμένα στην ησυχία μου. πατέρα. αν δεν πρόφθαινε το Βασιλόπουλο να σπρώξει τη Ζήλιω στην κάμαρα της και να κλειδώσει την πόρτα. Άνοιξαν όλα τα συρτάρια και ντουλάπια. Ευθύς παράτησε την ποδιά της και τον ακολούθησε. αποκρίθηκε. γιατί τις έχει λαχτάρα. Θα χρειαστεί να φωνάξομε σιδερά. Από πάνω από την κονσόλα το κρεμασμένο γαϊδουρίσιο κεφάλι εξακολουθούσε να τους κοιτάζει κοροϊδευτικά. Πώς έφυγε αυτός χθες. τα πιάτα και τα ποτήρια διέσχιζαν την κάμαρα. . αν και ξεχρυσωμένο.Πήγαινε συ όπου θέλεις. για να μπορέσομε. Κοντά στην εξώπορτα η Ειρηνούλα πάτησε κάτι σκληρό. με τα φλουριά που θα πάρομε. χωρίς να κλειδώσει. Μα δε βρήκαν άλλο παρά μερικά παλιά ξύλινα έπιπλα. . δεν ξέρω τι σ' έχει πιάσει! Σηκώθηκε και πήγε και ξαπλώθηκε στο σοφά. πως πρέπει να κατεβούμε στο σπίτι του Πανουργάκου. μα ήταν άδεια. και το έδειξε του αδελφού της... Ο Βασιλιάς. Και σ' ένα λεπτό το τραπέζι έγινε άνω-κάτω.Ένα κυπρί. Πάμε τώρα στο κελάρι. . Πριν τελειώσει τη φράση της. στο μαγειριό η Ειρηνούλα και ο υπασπιστής Πολύκαρπος. κουβεντιάζοντας και γελώντας. . να οπλίσομε το έθνος. Κατέβηκαν στη χώρα και πήγαν ίσια στο σπίτι του αρχικαγκελάριου. και θα 'σπαζαν και τα τελευταία. αποκρίθηκε η Ζήλιω. Το Βασιλόπουλο το πήρε και το κοίταξε. Έρχεσαι μαζί μου. Σαν έκλεισαν οι δυο πόρτες και ησύχασε πάλι η κάμαρα. . Το Βασιλόπουλο εξέτασε την κλειδαριά με προσοχή.Καλά είχε κρυμμένα αυτός τους θησαυρούς του! είπε. Φαίνεται ακόμα το βασιλικό στέμμα. Ωστόσο. . πήρε ένα δεύτερο πουλί στο πιάτο του και άρχισε να το τρώγει. Έσκυψε. θα πάγω στη χώρα. της είπε. το ποτήρι της Πικρόχολης πέταξε από πάνω από το τραπέζι και τη βρήκε στο μέτωπο.Σ' αυτό. Πρέπει ευθύς να τα πουλήσουμε. .

να και το κλειδί. αλλά πρέπει να υποψιάζουνταν ή να ήξερε την ύπαρξη του θησαυρού στο κελάρι του αρχικαγκελάριου.Ώστε αυτός ήταν συνένοχος του Πανουργάκου. και η τρεμουλιάρικη φλόγα του φώτιζε τους τέσσερεις γυμνούς πέτρινους τοίχους. Δεν πιστεύω να είναι δυνατόν να τον προφθάσω.Και τώρα. Το Βασιλόπουλο το σίμωσε και ρώτησε αν ήταν του μαγαζιού.Τώρα πάμε να ρωτήσομε αν τον είδε κανείς και από πού πήγαινε. . Το παιδί έδειξε με το χέρι: . το φανάρι αναμμένο και το κελάρι αδειανό.Λες και το έριξε δω επίτηδες. είπε η Ειρηνούλα. και σα λείπει στην ταβέρνα. Έκλεισαν το κελάρι και βγήκαν έξω. το κλειδάκι εμπρός στην πόρτα. ρώτησε η Ειρηνούλα.Γύρισε κατά τον κάμπο. πρόσθεσε γελώντας. πως ετούτο μας εξηγεί γιατί βρήκαμε την εξώπορτα ανοιχτή. το κυπρί καταγής. το φυλάγω εγώ. Γύρισε το κλειδί.Μπα! Πού να τολμήσω! Και άλλες φορές ήλθε στου κυρ-Πανουργάκου φορτωμένος.Ποιος ξέρει. με χαμηλή στέγη και χωρίς παράθυρο. .Περιττό. . . το σκήπτρο του Τζοτζέ. . . . Καταγής έκαιε ένα φανάρι. και στολισμένο με κορδέλες και κυπριά. Παλαβός δεν ήταν ο νάνος. Ειρηνούλα! Ο θησαυρός χάθηκε! . ρώτησε. . Βαστούσε τίποτα.Τον είδες να φεύγει. μουρμούρισε το Βασιλόπουλο.Λέγω. δηλαδή στον κόρφο του πεθαμένου. Ήταν ένα ξεχρυσωμένο μπαστουνάκι με κουκλίστικο κεφάλι στην άκρη. στην πόρτα ενός φτωχικού μπακάλικου. . και. ένα παιδί κουρελιασμένο και χλωμό μασούσε λίγο μαύρο ξερό ψωμί. Το σήκωσε και το εξέτασε στο φως του φαναριού. . δείχνοντας το παιχνίδι που είχε βρει. άλλα κυνηγούσε αυτός. Χάμω. . την ώρα που πηγαίναμε μεις ανυποψίαστοι να βρούμε φαγί. . αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. Τ' αδέλφια ευχαρίστησαν κι έφυγαν. Πού να ρωτήσω! Είναι κακός και πονηρός. ρώτησε η Ειρηνούλα. πρωί-πρωί.Ναι! αποκρίθηκε το παιδί.Τι λες! φώναξε η αδελφή του.Τι βρήκες. σε μια γωνιά.Την υπογραφή του κλέφτη. ένα άδειο ξύλινο σεντούκι έχασκε με το σκέπασμα ανοιχτό.. Μας εξηγεί και την παρουσία του Τζοτζέ κοντά στο πτώμα του Πανουργάκου. Αυτός πρέπει να του κουβαλούσε τα πράματα που λίγα-λίγα τα έκλεβε από το παλάτι. είπε το Βασιλόπουλο. Η κάμαρα όπου μπήκαν τ' αδέλφια ήταν μικρή. Εφθάσαμε αργά. . Περίλυπη κοίταζε η Ειρηνούλα το σκήπτρο του Τζοτζέ. .Όπως άφησε και την εξώπορτα ανοιχτή. .Ναι! Στον ώμο κρατούσε ένα σακούλι.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ζ 32 .Ναι! Ήλθε στο σπίτι του εξοχώτατου κυρ-Πανουργάκου. είπε το Βασιλόπουλο.Πες μου. . Σαν πολύ εύκολα μου φαίνονται όλα. για να μπούμε μέσα ανεμπόδιστοι. Με άλλα λόγια. .Δεν τον ρώτησες τι είχε μέσα. Και από χάμω μάζεψε ένα κομψό κλειδάκι που χωρούσε σωστά στην κλειδαριά. . αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. Πλάγι στο φανάρι. για να το βρούμε πιο εύκολα. Αντίκρυ από το σπίτι. και η πόρτα άνοιξε. μα θύμωνε αν τον ρωτούσες τι είχε στο σακούλι του. Το Βασιλόπουλο κοίταξε γύρω του. Κατέβαινε στο βάραθρο κι έβρισκε το κλειδί εκεί που ήξερε πως είναι.Λες να τον προφθάσομε. . ξέρεις αν σήμερα το πρωί πέρασε από δω ο Τζοτζές του Βασιλιά. Ήταν βιαστικός κι έτρεχε. κάτι σα ν' άσπριζε..Και πού πήγε. Μα θέλω να δοκιμάσω. είναι το μπακάλικο του θειου μου. ρώτησε το Βασιλόπουλο.

. .. . ρώτησε: . και μόνη μου συλλογή ήταν να ξεφύγω από τους αιώνιους καβγάδες και τις μικροπρέπειες του παλατιού.Μη μιλάς έτσι! Μη λυπάσαι τόσο! είπε με δάκρυα στα μάτια. θα βρίσκαμε το θησαυρό! . Ο Κακομοιρίδης χαμογέλασε. θα τον κυνηγούσα ευθύς. Το Βασιλόπουλο τον αναγνώρισε και στάθηκε να τον καλημερίσει. καθήστε να ξεκουραστείτε. όταν βρήκα το γράμμα του Λαγόκαρδου.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ζ 33 Πήραν βιαστικά το δρόμο του κάμπου. Πως ποτέ δε θα καταφέρω να εκτελέσω το σκοπό μου. Ο Λαγόκαρδος ήταν μακριά και το κελάρι άδειο. ή κατέβαινα και τραβούσα σημάδι με τη σφενδόνα μου. Δε θα ξεχάσω ποτέ τι σου χρεωστώ. Κυνηγώ κάποιον που τρέχει μπροστά μου.. Και τώρα θα έχει φθάσει ο Λαγόκαρδος στο βασίλειο του θείου Βασιλιάς θα έχει προδώσει. Μ' αν κυνηγάς κανέναν παλατιανό. Δε φταις εσύ αν δεν ξέρεις γράμματα! . Και ξέρεις τι συλλογίζομαι. όταν διάβασε ο πατέρας το γράμμα..Δεν έχω καιρό να σταματήσω. . . θα έπρεπε να έχεις το άλογο του Τζοτζέ για να τον φθάσεις. βλέπω. Πού τον είδες.Ως τώρα δεν είχα νιώσει ποτέ την ανάγκη να μάθω τίποτα. έννοια σου. Και ποιος ξέρει τι φουρτούνες θα ξεσπάσουν στο δόλιον τόπο μας. Κακομοιρίδη.Πώς πάγει το κεφάλι. .Η Παναγιά να σ' έχει καλά. αφότου κατέβηκα από το βουνό μας και πήγα ανάμεσα στους ανθρώπους. . Βγαίνοντας από το δάσος. Αν εφθάναμε λίγο νωρίτερα. εξακολούθησε αποθαρρυμένος. Και θα μάθω. και που πρέπει να τον φθάσω. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. Παντού μοναξιά.Ωστόσο. Ο Τζοτζές έχει άλογο.. Ο άνθρωπος σηκώθηκε.Οι παλατιανοί όλα τα βρίσκουν. Μα τώρα. αν ήξερα να διαβάσω. . Στην πόρτα κάθουνταν ο νοικοκύρης με το κεφάλι μαντιλοδεμένο. γιατί δεν ξέρω γράμματα! Χθες βράδυ. Αν ήξερα να διαβάσω. ούτε στα χωράφια. Και τότε θα τον εμπόδιζα να πάγει στους εχθρούς και να προδώσει. .Άλογο. και θα μάθω! Αλλιώς δε θα εκτελέσω ποτέ το σκοπό μου. Η Ειρηνούλα έριξε τα χέρια της γύρω στο λαιμό του.Πέρασε από δω την αυγή. παλικάρι μου. εξακολούθησε με δύναμη. ..Αν κυνηγάς κανένα σαν εσένα και μένα.Ορίστε στο φτωχικό μου λοιπόν. φουρτούνες που μπορούσα να προλάβω αν ήξερα γράμματα!. Κανέναν άνθρωπο δεν αντάμωσαν.Ναι! .Πήραν τον ίδιο δρόμο. πέρασαν από ένα σπιτάκι μοναχικό. θα ερχόμουν αμέσως στο σπίτι του Πανουργάκου. δεν έχομε τύχη. Αν έχασα το θησαυρό. είπε συγκινημένος. για να ρωτήσουν από πού είχε περάσει ο Τζοτζές. θα σπούσα την πόρτα του κελαριού και θα έβρισκα το θησαυρό. Θα πάγω στο δάσκαλο. . άρπαξε το χέρι του αγοριού και το φίλησε.Αδελφή σου είναι η παιδούλα. διέκοψε το Βασιλόπουλο. νιώθω την ανάγκη να μάθω. Και ο κυρ-Λαγόκαρδος με το άλογο πέρασε χθες τη νύχτα. Τύχη έχει εκείνος που ξέρει να κυβερνά τη βάρκα του σε μια φουρτούνα.Δεν παραδέχομαι τύχη και ατυχία σε αυτά. κοιτάζοντας τον ουρανό και τον κάμπο. Περνούσα τις μέρες μου στο δώμα. . . θα δουλέψω μέρα-νύχτα. Ειρηνούλα. ίσως τον πρόφθαινα. τον έχασα από λάθος μου. ήταν πια αργά. είπε το Βασιλόπουλο. . που μας είναι τόσο αναγκαίος για να ξαναφτιάσουμε και να οπλίσομε στρατό.Μα πού το βρήκε το άλογο. βλέποντας την Ειρηνούλα.. Ενώ σήμερα. Και. Κάμποση ώρα πήγαιναν τ' αδέλφια. θα τον πρόφθαινες ίσως. είπε μελαγχολικά η Ειρηνούλα. ούτε στα δάση. Τότε πρόφθαινα ακόμα. Πιλαλούσε το άλογο του σα δαιμονισμένο. είπε το Βασιλόπουλο. είπε. και κάπνιζε το τσιμπούκι του..

δεν ήταν ένας από μας που να μην είχε το βραστό του ή την κότα του την Κυριακή. Ξέρεις πως είμαι φτωχός άνθρωπος. κι έτσι μένουν άχρηστα τα χέρια μου. . .Φλουριά δεν έχω.Και γιατί άραγε να μην ξανάρθουν οι καλές μέρες. Δεν κάνει άραγε να μου τα πεις στο δρόμο. παλικάρι μου. Μια φορά κι έναν καιρό. και ρώτησε γιατί. Γιατί να μην ξαναρχίσει η δουλειά. μου φώναξε ο νάνος αν είχα χαιρετίσματα για τον κυρ-Λαγόκαρδο. χάθηκαν τα καράβια. με τα χέρια δεμένα: . και τον ακούμπησε μπροστά τους. . Πάμε ευθύς στου δασκάλου... Όσο σίδερο βρίσκουνταν στην αποθήκη μου. Ο Κακομοιρίδης χαμογέλασε: .Δεν το αγόραζα εγώ. είπε ο δάσκαλος αναγνωρίζοντας τ' αδέλφια. είπε μ' ενθουσιασμό το Βασιλόπουλο.Μην κακοκαρδίζεις.. μα θα σου προτείνω μια συμφωνία. δεν τον προφθαίνεις πια! Σαν μπήκαν λοιπόν στο σπίτι. Εγώ τότε διεύθυνα εκατό δουλευτάδες τεχνίτες. είπε το Βασιλόπουλο.Και ποιος θα πληρώσει τους δουλευτάδες. Παν και παν αυτοί οι καιροί! στέναξε ο Κακομοιρίδης. Με μαθαίνεις εσύ. παλικάρι μου! Τα μάτια του Βασιλόπουλου αχτινοβολούσαν από καινούριες ελπίδες που είχαν γεννηθεί στην καρδιά του. Έχω μια πρόταση να σου κάνω. .Και πρώτα. λέει. Θέλω να μάθω γράμματα. γιατί θα τον έβλεπε. . παν και τα όπλα.Ώρες καλές. και άλλοι τόσοι δούλευαν στα συνεργεία όπου χώριζαν το μέταλλο από την πέτρα.Μπράβο! Μα πόσα μου πληρώνεις. Για πού. Το Βασιλόπουλο έσκυψε το κεφάλι. . είπε της Ειρηνούλας. γρήγορα. Κι εγώ πρέπει να γυρίσω στη χώρα με την αδελφή μου. που γέμιζαν το ποτάμι και φοβέριζαν τη γειτονιά. το μεταχειρίστηκα κι έφτιασα τα έπιπλα μου. Έλα μέσα με την αδελφή σου. ώστε πηγαίνοντας τα λέμε. ούτε τίποτε άλλο. αποκρίθηκε ο Κακομοιρίδης. . παιδί μου. η κόρη του Κακομοιρίδη έψησε καφέ. διέκοψε το Βασιλόπουλο.Έλα. εξακολούθησε. Του κάκου τον κυνηγάς. .Γιατί όχι. . Τους έβλεπες σα μερμήγκια και κατέβαιναν κάθε μέρα στα πηγάδια κι έβγαζαν τις πέτρες. ενώ η κόρη μου πουλά τα κεντήματα της για να φέρει λίγο ψωμί στο σπίτι. . Σηκώθηκε και αποχαιρέτησε τον Κακομοιρίδη και την κόρη του. Δεν μπορώ χάρισμα να διδάσκω. να βγάζουν πάλι σίδερο και να φτιάνεις εσύ σπαθιά και σαΐτες και λόγχες. Και κάθομαι διπλοχέρης.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ζ 34 . Φλουριά του χρειάζουνταν! Πού να βρει φλουριά. καταθλιμμένο. τον αντάμωσαν στο δρόμο. καπνίζοντας το τσιμπούκι μου. τον καιρό που παράγγελνε σπαθιά το παλάτι.Αμέ. Μα δεν έχω πια σίδερο.Εσένα γύρευα. . παλικάρι μου. Εσύ δεν έχεις για να ζήσεις παρά λίγα χορταρικά που σου καλλιεργούν τα παιδιά. τις σαΐτες και τους θώρακες του βασιλείου. Θυμήθηκε το χαμένο θησαυρό και σφίχθηκε η καρδιά του. Και παρατηρώντας το Βασιλόπουλο που έστεκε μαραμένο. και καινούρια δεν παραγγέλνει πια το παλάτι.Αχ. παιδί μου. ήταν τον καιρό που όλα πρόκοβαν εδώ! Τόσα παλικάρια και φαμελίτες άνθρωποι ζούσαν από τα μεταλλεία του Κράτους.Ναι! Και περνώντας σήμερα. Το παλάτι μου το προμήθευε. . κερδίζαμε μπόλικα το ψωμί μας. Μα πέρασαν τα καλά χρόνια. Όλα ανάποδα. που αγόραζες το σίδερο. εγώ έφτιανα όλα τα σπαθιά. . Ούτε να φάγει πια δεν έχει.. εγώ σκέπαζα με σίδερο και τα τρανά καράβια. ρώτησε. Ο Βασιλιάς μουφλούζεψε. έτσι για να 'χω δουλειά και να μην κάθομαι.Και το παλάτι από πού το έπαιρνε. σε σιδερένιο ταψί. Το Βασιλόπουλο παρατήρησε πως όλα τα έπιπλα ήταν και αυτά σιδερένια. τον εσερβίρισε σε σιδερένια κουπάκια. .Κρίμα! Ίσα-ίσα πηγαίνω στου αδελφού μου που κάθεται στη χώρα. σιδεράς είναι η τέχνη μου. Μια χάρη έχω να σου ζητήσω κι έρχουμουν στο σπίτι σου. Μα δεν πρόφθασαν να πάνε ως το σπίτι του.

Καλά. Μια στραβή να του έλθει. τον αδελφό σου. έλα αύριο στο σπίτι του να κάνεις το μάθημα σου. για να τον διακρίνουν από μένα που είμαι Αμοιράκος-δάσκαλος. Αν τα πηγαίνομε πάντα έτσι. και μια έβγαινε ως έξω να δει αν φθάνουν. Σου προτείνω λοιπόν εγώ να σου φέρνω κανένα πουλί ή λαγό ή κουνέλι.Αμοιράκο-πρωτομάστορη. Την άλλη μέρα. Μα κουτσοζεί ο κακομοίρης. .Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ζ 35 . είπε ο δάσκαλος. που ξέχασα και τη γεύση του. .Τον καιρό του Συνετού Α'. για να τους φέξει ως την τραπεζαρία.. πήγαν πάλι στο δάσος. είχε ξυπνήσει με τις ομιλίες και άναβε δαδί. χτίζουνταν εκεί τα βασιλικά καράβια κι έμπαιναν στο ναύσταθμο.Καλά.Καράβια. με το μεροδούλι-μεροφάγι.Καλά. Το Βασιλόπουλο πήρε από το μάτσο το μερδικό του δασκάλου και αποχαιρέτησε την Ειρηνούλα. Πηγαίνοντας κουβέντιαζαν. Το σπίτι του πρωτομάστορη είναι σχεδόν στο ρίζωμα του βουνού. είπε χαρούμενα της Ειρηνούλας. Όλοι κοιμούνταν. Ώστε έμπηξε το δαδί σε μια στάμνα και με αυτό το φως κάθησαν τ' αδέλφια να φάγουν. γρήγορα θα μάθετε περισσότερα και από μένα. . . Έκοβαν τα δέντρα. είπε. εκεί πηγαίνω απόψε. είπε το Βασιλόπουλο.Στη χώρα βρίσκεται. θα έλεγες πως όλη η χώρα ήταν ένα μεγάλο εργοστάσιο. αν περνούσες από δω. για κάθε μάθημα που θα μου κάνεις. Μόνος ο Πολύκαρπος τους περίμενε με ανησυχία.τι άλλο κυνήγι σκοτώσω. . Φανάρι δεν μπορούσε να ανάψει. .Τι δουλειά έκαναν. Έμπα στην τραπεζαρία.Δε θ' αργήσω. γιατί ούτε λαμπάδα. Τόσα χρόνια έχω να φάγω κρέας. Σε λίγο θα σας δώσω και βιβλία να διαβάζετε μοναχοί σας. έχω στρωμένο το τραπέζι.Ακούς λέει! είπε καταχαρούμενος ο δάσκαλος. . Αν έλθεις νωρίς θα με βρεις εκεί. ρώτησε με λαχτάρα το Βασιλόπουλο. ενώ η Ειρηνούλα ξεφώλιαζε αυγά και μάζευε οπωρικά και χόρτα. είπε.Γιατί όχι. και του έλεγε τις ανησυχίες του. και μια γύριζε στον μπάγκο όπου κοιμούνταν ξαπλωμένος ο Πολύδωρος. ή ό. Και πρωτομάστορης ήταν ο αδελφός μου. ρώτησε το Βασιλόπουλο. . Δέχεσαι. Ο Πολύδωρος.Όχι χορταρικά. Πήραν πάλι τό δρόμο της χώρας. είπε ο δάσκαλος. μόλις την είδε.Πού είναι τώρα ο αδελφός σου. Περνούσαν από το δάσος. μόνο ρίζες. Ο δάσκαλος πήρε ένα χοντρό ξερό κλαδί. που ο άλλος ούτε τις άκουε. να σας μάθω τα ψηφία πρώτα-πρώτα. και το Βασιλόπουλο με την Ειρηνούλα ανέβηκαν στο βουνό. . . το έκοψε σε μικρά τετραγωνάκια και χάραξε από ένα γράμμα στο καθένα. αποκρίθηκε ο δάσκαλος. Ειδεμή μου τα κλέβουν. κυρα-Βασιλοπούλα. ανακατώνοντας και ξαναδιαλέγοντας τα ξυλαράκια και σχηματίζοντας συλλαβές και λέξεις. διέκοψε ο δάσκαλος. μια ν' αρρωστήσει. Ύστερα κάθησε στη ρίζα ενός δέντρου και τ' άπλωσε μπροστά του. Τ' αδέλφια κάθησαν κοντά του και το μάθημα άρχισε. Εμπρός στην πόρτα του πρωτομάστορη ο δάσκαλος τους αποχαιρέτησε.Ήθελα να τον γνωρίσω. κρεμμύδια και τέτοια πράματα. Δε φυτεύω πια παρά καρότα. ούτε αλειμματοκέρι πια δε βρίσκουνταν στο παλάτι. θα βρεθεί χωρίς ψωμί. . και θα γυρίσω μόλις τελειώσει το μάθημα.Φύλαξα φαγί για σένα και την Αφεντιά του. . Ο δάσκαλος είχε υπομονή και οι μαθητές ζήλο και πόθο να μάθουν. . και ακόμα κάθουνταν οι τρεις στα πόδια του δέντρου.Ελάτε. Όταν γύρισαν.Πώς τον λένε. Ήταν πια αργά σαν έφθασαν στο παλάτι. Αντί να τρέχεις στο Σχολείο του Κράτους. όπου το Βασιλόπουλο σκότωσε αγριόπουλα και κουνέλια. τα κατέβαζαν στο ποτάμι. Ώστε ο ήλιος είχε βασιλέψει. . θα έρθω.. . . . που ο καρπός τους δε φαίνεται. πρωί-πρωί. ωστόσο. κανείς ακόμα δεν είχε σηκωθεί! Μόνος ο Πολύκαρπος πάλι ετοίμαζε το μαγειριό για την Ειρηνούλα.

ρώτησε το Βασιλόπουλο.Γίνονται βέβαια. Ο κόσμος τα έχει βούκινο. Ο Βασιλιάς όλη του τη ζωή δε σκέφθηκε παρά την ησυχία του.Γιατί τρέχει ο κόσμος στο δρόμο. .Τι έκανε ο αρχιστράτηγος.Και το μάθημα. ας είναι καλά οι αρχικαγκελάριοι. είπε με θυμό ο πρωτομάστορης. Μα πότε νοιάστηκε τίποτα. «Τον κακόμοιρο τον άνθρωπο». Τι φταίγει ο Βασιλιάς. είπε ο δάσκαλος διακόβοντας την κουβέντα. που με τις γυναίκες τους έφευγαν βιαστικά προς το βουνό.Δε θα μου τα παραγγείλει ο Βασιλιάς.Τι φταίγει και ο Βασιλιάς. ο καθένας γυρεύει μόνος του να βρει το δίκαιο του και να εκδικηθεί εκείνον που τον έβλαψε ή που νομίζει πως τον έβλαψε. που έτρωγαν ψωμί κι ελιές. μα περισσότερο για να κρύψει την κοκκινάδα του προσώπου του. Έπειτα μας τρώγει εμάς η πονοψυχιά! Πώς να τιμωρήσεις κλέφτη ή προδότη.τι άλλο ασυνείδητο.Ας φρόντιζε να γνωρίσει τους υπαλλήλους του. Τόσοι άλλοι κάνουν χειρότερα!» Και πάει λέγοντας. και η ψυχή του θλίβουνταν όλο και περισσότερο για τις δυστυχίες του τόπου του. Εμείς εδώ είμαστε συνηθισμένι σ' αυτά. ρώτησε δείχνοντας δυο-τρεις χωρικούς.Γίνονται πολλοί καβγάδες.Δε θα είχες όρεξη να ξαναχτίσεις καράβια. Και οι πέτρες τα ξέρουν αυτά που σου λέγω. γυρνώντας τάχα να κοιτάξει τι γίνουνταν στο δρόμο. δε μας κάνουν πια εντύπωση. . Ο πρωτομάστορης χαμογέλασε πικρά. και σου ξαναπαράγγελνε καράβια..Για τον Μασκαρόπουλο ρωτάς. είπε το Βασιλόπουλο. Το Βασιλόπουλο αμέσως άρχισε ομιλίες με τον πρωτομάστορη. Και μόνο οι τίμιοι δε βρίσκουν εδώ ψωμί! Το Βασιλόπουλο τον διέκοψε για να μην ακούσει άλλα εναντίον του πατέρα του. στόλαρχοι και συντροφιά.τι και να έλεγε. . . . Πώς μου έφερες τόσο ορεκτικό κουνελάκι. σα δεν έχει παρά κλέφτες και μπερμπάντηδες γύρω του. πάντα στο παράπονο γύριζε η ομιλία. και με δάκρυα στα μάτια διηγούνταν τη συγκίνηση που είχε κάθε φορά που έβλεπε στον ποταμό κανένα καινούριο καράβι. είπε. ας τους τιμωρούσε. χωρίς καν να το νιώσει ο Αφέντης.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ζ 36 Βρήκε το δάσκαλο και τον αδελφό του. ας πούμε πάλι ο Βασιλιάς. .Καλό στο παλικάρι.Μην κάνεις τέτοια χωρατά. Οι δυο Αμοιράκοι έσκυψαν στο παράθυρο. . Τώρα είναι αργά για να ξυπνήσει. πρόσθεσε ο πρωτομάστορης. ή ό. πριν τους εμπιστευθεί τα συμφέροντα του Κράτους. . και του σύστησε τον αδελφό του. . ρωτώντας χίλιες-δυο λεπτομέρειες για τον τρόπο που έχτιζε άλλοτε τα βασιλικά καράβια. . είπε ο πρωτομάστορης με περιφρόνηση. έκανε περιουσία κι έφυγε στα ξένα. είπε ο δάσκαλος.. Σαν πούλησε τα όπλα. Μόνος ο Βασιλιάς βρίσκεται να μην τ' ακούει.Μ' αν βρίσκουνταν κανένας. Πολλές φορές γίνονται και φόνοι. Ό. τις σκηνές και τις φορεσιές. αρχιστράτηγοι.Κανένας καβγάς θα είναι πάλι. «γιατί να καταστραφεί. Και ποιος δεν τα ξέρει! Έκανε εκείνα που κάνουν όλοι στο παλάτι. Και σαν έβγαιναν μπερμπάντηδες.. .. που το είχαν φτιάσει τα δικά του χέρια. είπε ήσυχα ο πρωτομάστορης. θα τα έκανες. Κι έτσι κάθε μέρα πέφτει ξύλο στη χώρα και στα χωριά. ξέρεις. . Ούτε να φάγει πια δεν έχει. Το Βασιλόπουλο έβγαλε τα ξυλαράκια από την τσέπη του και το μάθημα άρχισε. Μα πού να το νιώσει η δικαιοσύνη! Ούτε χωροφύλακας πια δεν υπάρχει! Το Βασιλόπουλο άκουε. . δεν έχουν νοστιμάδα. . Είχε στα χέρια του τις αποθήκες του στρατού και τις άδειασε όλες. κι έννοια σου. καθισμένους στο σαχνισί1 του σπιτιού. ρώτησε το Βασιλόπουλο. γιατί αφότου χαλάρωσε και χάθηκε η δικαιοσύνη. αν δεν είναι να μάθεις και τίποτα παρακάτω. και ο πρωτομάστορης μελαγχολικά ξαναθυμούνταν τα παλιά του χρόνια. . σου λένε. ρώτησε το Βασιλόπουλο.

Ο Πολύδωρος τον ακολούθησε. Ήλθε η ώρα όπου θα κάνομε θυσίες. είπε με δύναμη.Αφέντη.Θα σου ξαναχτίσω στόλο. ο Βασιλιάς σε ζητά αμέσως. που με τρόμο θυμήθηκε τα λόγια που είχε ξεστομίσει πρωτύτερα. Έφθασαν κακές ειδήσεις. .Ποιος είσαι! Ποιος είσαι! φώναξε ο πρωτομάστορης. και θα σου δώσω το παράδειγμα. και αν περάσουν χρόνια και δέσε πληρώσω. μουρμούρισε. κλαίει και σε φωνάζει. Το Βασιλόπουλο είχε σηκωθεί. . Ο πρωτομάστορης αναπήδησε. άρπαξε το χέρι του αγοριού και το φίλησε. πάλι να μη σταματήσεις.Αν μαθαίνεις τόσο δα κάθε μέρα. Και αν δεν έχω φλουριά. Το πρόσωπο του ήταν κατάχλωμο. Το ζητά η Πατρίδα. . Ο πρωτομάστορης έπεσε στα γόνατα.Αφέντη.Είμαι ο γιος του Βασιλιά. . . . . είπε το Βασιλόπουλο τείνοντας του το χέρι. δούλεψε μόνο για το κοινό καλό του τόπου. γρήγορα θα σου δώσω τα βιβλία που σου υποσχέθηκα και που θα διαβάζεις μονάχος σου.Αφέντη. Και τώρα σου το διατάζω εγώ. ν' αφήσεις τη δουλειά σου και να χτίσεις καινούριο στόλο. Τα τελευταία εκείνα λόγια τον είχαν εξάψει και η καρδιά του φούσκωνε από αγάπη και θαυμασμό για τον νέον Αφέντη του που τα είχε ξεστομίσει. και θα δουλέψω ώσπου ν' αποστάσω.Ο θείος Βασιλιάς. Έξαφνα άνοιξε η πόρτα με ορμή και ο υπασπιστής Πολύδωρος μπήκε μέσα λαχανιασμένος και κατασκονισμένος. Και βγήκε έξω το Βασιλόπουλο με αναστατωμένη την ψυχή. επανέλαβε. είπε ευχαριστημένος ο δάσκαλος. παρά να δουλέψεις ώσπου να σκεπαστεί πάλι το ποτάμι με καράβια. Η Αφεντιά του τα 'χάσε. και μ' έστειλε η Βασιλοπούλα να σου πω να έλθεις ευθύς.. . είπε και η φωνή του έτρεμε.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ζ 37 . αναφώνησε ζαλισμένος ο δάσκαλος. Ξέχασε το άτομο σου και το συμφέρο σου..

Δώσε μου την κορώνα σου. να τους ρίξομε αμέσως πέρα από το ποτάμι και να τους οδηγήσω στον εχθρό.Μα εγώ. τι τρέχει. Πες μου. Δίνοντας τη κορώνα σου για ν' αγοράσεις όπλα. να βεβαιωθούν αν αλήθεια είναι ελεύθερος ο τόπος και αμέσως να προχωρήσουν και να πιάσουν όλον εκείνο τον κάμπο.. . γέρο ή παιδί μπορεί να βαστάξει λόγχη ή σπαθί. . προσπαθώντας να κρύψει τη συγκίνηση του. γιε μου. .Κατάλαβες.. στέκουνταν ο κυρ-Κατρακυλάκος. είπε αποκαμωμένος. Τι προτείνεις εσύ. πατέρα. τη ζητώ στ' όνομα της Πατρίδας! Ο Βασιλιάς έκλαιγε.. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. είπε. . γιε μου.τι σίδερο βρεθεί στις χώρες και στα χωριά. . παιδί μου! Πλάκωσε η αντάρα! Και πέφτοντας σε μια καρέγλα. δώσε μου την! . Ο Βασιλιάς ανασηκώθηκε. .Ο Βασιλιάς ο θείος σου.Ποιος εχθρός. Την κορώνα σου.Είναι απαραίτητο. πατέρα. Πλάγι του. Τ' άκουσες. πατέρα.Το περίμενα.Αχ. να γυρίσω από τη μιαν άκρη του βασιλείου ως την άλλη. Σου το είπα. . να τη δώσεις αμέσως να πουληθεί στα ξένα. και περίμενε τις διαταγές του Άρχοντα με τη συνηθισμένη του απάθεια.Εσένα ρωτώ. προτείνω να πάγω αμέσως. επέμεινε το Βασιλόπουλο. Τι προτείνεις. ωστόσο. και ξανάπεσε στη συνηθισμένη του αταραξία. Έχομε πρώτα απ' όλα ανάγκη από φλουριά. Λέγε παρακάτω. Μαζί τους είναι και ο δικαστής ο Λαγόκαρδος που τους οδηγεί. . γιε μου. στο μέλλον εσύ θα διευθύνεις μαζί μου. και μας διηγήθηκαν πως ο εχθρός πέρασε τα σύνορα και εισβάλλει στο βασίλειο μας. πρόσθεσε ο κυρ-Κατρακυλάκος. Δώσε μου την κορώνα σου.Πατέρα. άρχισε ο κυρ-Κατρακυλάκος. Κάνε συ αυτή. πώς θα μείνω χωρίς στέμμα. μην κλαις. με τα χέρια διπλωμένα και ακουμπισμένα στο στομάχι του. πατέρα μου και Βασιλιά μου. είπε. . πατέρα. απεναντίας.. Με τρομάρα την άρπαξε ο Βασιλιάς. Ήλθε η ώρα όπου όλοι μας θα κάνομε θυσίες. να τους φέρω εδώ. Καθώς είδε το γιο του. μη μου την πάρεις. και χοντρά δάκρυα κυλούσαν στα παχουλά τριανταφυλλιά του μάγουλα.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Η 38 Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Η Ο Βασιλιάς πήγαινε κι έρχουνταν με νευρικά άτακτα βήματα.Όχι.Και σταμάτησαν οι εχθροί σα να φοβούνται να προχωρήσουν. Προτείνω κι ένα άλλο. πατέρα. Δεν ξέρω ακόμα τίποτα! Ο Βασιλιάς έκανε νόημα του πρωτοβεστιάριου να πει τις ειδήσεις. Το Βασιλόπουλο σίμωσε το Βασιλιά. έβγαλε μια φωνή: .. αποκτάς το δικαίωμα να ζητήσεις θυσίες από κείνους που θα τα μεταχειριστούν για να ελευθερώσουν τον τόπο μας. διέκοψε το Βασιλόπουλο. πατέρα.Σου τη δίνω. τη θέλω! . αποκρίθηκε ο κυρ-Κατρακυλάκος. μη την πουλήσεις. Αυτές είναι οι ειδήσεις. ήλθε η ώρα να ενεργήσομε. Έστειλαν μερικούς προσκόπους προς το ποτάμι. Μου παίρνεις τη δύναμη μου παίρνοντας το σύμβολο μου! .Λοιπόν. και η κορώνα σου είναι το μόνο πολύτιμο πράμα που βρίσκεται στο παλάτι. και μπορούν να προχωρήσουν ως το ποτάμι. Έχομε ανάγκη από όλο μας το θάρρος και τη δύναμη. Και τώρα. σε παρακαλώ γονατιστός. φώναξε ταραγμένος. να τους δώσομε ό. έκρυψε το πρόσωπο του στα χέρια του κι έκλαψε με λυγμούς.Τ' άκουσα. να σηκώσω όποιο νέο. . και γυρεύει να τους πείσει πως ο δρόμος είναι ανοιχτός. . Μα αυτοί φοβούνται και στρατοπέδευσαν.Είναι λίγη ώρα που έφθασαν τρομαγμένοι χωρικοί. ήσυχος και αδιάφορος. .

με το κεφάλι ακουμπισμένο στο χέρι του. . Ο Πολύδωρος. από την πλώρη στην πρύμη. .Πατριώτη! ξεφώνισε. φίλησε το χέρι που του το έδινε. χαίρονταν την πρωινή λιακάδα. Ε!. Πατριώτη!. ρώτησε ο Πολύδωρος.Ναι. και περπατώντας αργά-αργά. είπε. και ξανάρχισε τον περίπατο του προς την πρύμη. παλικάρι. Χωρίς βία. με την πολύτιμη κορώνα κρυμμένη κάτω από το επανωφόρι του. Το ξανάμπηξε.Τι θέλεις να σου δώσω για να με περάσεις αντίκρυ. σέρνοντας πίσω του το κοντάρι. σου ζητώ.Έμπα. και βγήκε τρεχάτος. Ο κουλός έσυρε πάλι το κοντάρι του από το νερό και γύρισε στην πλώρη. Ή μήπως και δεν ξέρεις πως ξεμπαρκάρησε ο θειος μας στα χώματα μας. ρώτησε ο κουλός. από την πόρτα όπου στέκουνταν.. . . θα περάσει στα ξένα. χωρίς καν να μας πάρει άδεια. . το έμπηξε στον πάτο του ποταμού. . Ο κουλός έλυσε το σκοινί και ξανάπιασε το κοντάρι του. κάποιον που. ενωμένες με την καρφωμένη σανίδα. Ο κουλός. πήρε ο κουλός το κοντάρι του. το έδωσε του γονατισμένου γιου του. Το Βασιλόπουλο σηκώθηκε με ορμή. Μόνο φλουριά μη μου ζητάς γιατί δεν έχω. με κάθε θυσία και γρήγορα σαν αστραπή. πετάξου και γύρισε! Ο Θεός μαζί σου! Ο Πολύδωρος πήρε το στέμμα. στο μέρος όπου ήταν δεμένες οι δυο παλιοφελούκες. είχε παρακολουθήσει όλη αυτή τη σκηνή με πολλή συγκίνηση.Και τι σε πληρώνει η Αφεντιά του. ανασηκώθηκε. .Και τώρα. είπε το Βασιλόπουλο.Για την πέρα όχθη.Και πας μακριά. γυρνώντας το πρόσωπο του για να κρύψει τα δάκρυα που κατρακυλούσαν στα μάγουλα του. απομάκρυνε τις φελούκες του από την όχθη.Και πας έτσι. είπε.Για χάρη ανεκτίμητη. Σε καλό σου. . και σπρώχνοντας το κοντάρι. να μου εμπιστευθείς εμένα την κορώνα και να με αφήσεις να φύγω.Και δε γυρνάς πίσω. να δοκιμάσεις τι λογής τσιμπούν οι λόγχες του θείου μας του Βασιλιά. για να πας ν' αφήσεις εκεί κάτω τα κόκαλα σου. με άλλα λόγια του κυρ-Αστόχαστου. που ξαπλωμένος στη ράχη. Λίγη ώρα δε μίλησε ούτε ο ένας ούτε ο άλλος.Το ξέρω.Μυστική υπηρεσία του Κράτους. . . . έσπρωξε τις φελούκες του στην ακροποταμιά. . και ο υπασπιστής πήδηξε στη βάρκα.Παρών! φώναξε. φθάνει να με περάσεις γρήγορα.. ρώτησε τραγουδιστά ο κουλός.Δε ζήτησα πληρωμή. φώναξε.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Η 39 Έβγαλε ο Βασιλιάς το χρυσό του στέμμα και. Η πρώτη του έξαψη είχε γίνει ακράτητος ενθουσιασμός. εξακολουθώντας τον περίπατο του. και να σου φέρω το αντίτιμο ή να χάσω τη ζωή μου. για το κέφι του Κράτους. . χωρίς να σταματήσει. Βγάλε με όπου θες ή όπου μπορείς. .Φύγε λοιπόν. . ένα παλικάρι ζητώ. Έκανε ένα βήμα κι έπεσε στα γόνατα εμπρός στο Βασιλόπουλο. Για πού. . ρώτησε. θα την πουλήσει και θα μου φέρει πίσω το αντίτιμο σε φλουριά. ρώτησε. πολύ μακριά! Ο κουλός έφθασε στην άκρη της φελούκας και γύρισε πίσω στην πλώρη. να την πουλήσω. αποκρίθηκε ήσυχα ο Πολύδωρος. . αποκρίθηκε ο υπασπιστής. κι έτρεξε. Ίσια στο ποτάμι διευθύνθηκε. Αφέντη.. .Τι πας να κάνεις αντίκρυ. και βουτώντας το στο νερό ως τον πάτο..

Ο υπασπιστής.Μονοχέρης. ..Έτσι! Μ' εκείνα που είπε. βου-ον-ου-ου-νά. αποκρίθηκε ο υπασπιστής. . Για άκουσε ακόμα. αμέ το δικό σου. Γιατί. αποκρίθηκε ο κουλός μαζεύοντας πάλι το κοντάρι του.Τ' όνομα σου! . Το ρεύμα είναι πολύ δυνατό. Για τα μαύρα μάτια του κυρ-Αστόχαστου. πατριώτη! . πε-ερ-πα-α-τούσα.Ναι. ξαναπήρε ο κουλός τη διεύθυνση της αντικρινής όχθης. εξακολούθησε.Ευχαριστώ.Μπα. φώναξε ο κουλός. και θα γίνουνταν κόσκινο το κορμί σου πριν βρεις την «Τρομάρα» και την «Αντάρα». Και με τράνταξε.Μα είναι κακό το μέρος. Από το φεγγάρι πρέπει να μας έπεσες εσύ.. .. τραγουδώντας σιγανά: Πέντε χρό-νια.Ποιο δικό μου.Τι ζητάς λοιπόν για τον κόπο σου. . Και ο υπασπιστής γύρισε να φύγει. που είχε απομακρυνθεί. αποκρίθηκε ήσυχα ο κουλός και με μια σπρωξιά απομάκρυνε τις φελούκες του.Γι' αυτό ίσα-ίσα δε θα συλλογιστούν να έλθουν ως εκεί να μας χαιρετήσουν οι μουσαφιρέοι.Ποιο είναι το σωστό μέρος. θα μας έχουν έλθει και οι μουσαφιρέοι.Στο καλό! Και με αργά βήματα.Και τώρα σου είπε: «Ρίξου στις λόγχες». . βουνά.Όχι. πέντε χρό-νια. ξαναπλησίασε. . . . .Καλά.Πολύδωρος. αν πας στο σωστό μέρος· ειδεμή. βέβαια! είπε ο κουλός. . με πήρε όλον και μ' έκανε δικό του.. γιατί θα γυρίσεις βέβαια. Και δε μίλησαν πια ώσπου έφθασαν αντίκρυ και άραξαν οι φελούκες. Σα γυρίσεις. . στο ποτάμι. πλουφ.Την αγάπη σου.. .. Δε θέλω να σε ξεχάσω.Ναι! .. αγάπη μ'. . Και σα μου πει: «Ρίξου στη φωτιά». ρώτησε.Μπα. Ο υπασπιστής πήδηξε στην ξηρά. Μπα. ως τότε. είπε ο Πολύδωρος.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Η 40 .Όχι εδώ. ρώτησε σε λίγο. πε-ερ-πα-α-τούσα στα βου-ουνά..και με το χέρι έκανε σχήμα μακροβουτιού -. . Θα με βρεις όμως. στα-α βου-ου-νά. . . Λίγη ώρα πάλι δε μίλησαν. και ρίχνεσαι στις λόγχες. τον είδα. πατριώτη. είπε ο κουλός με τον ίδιο ατάραχο τρόπο του. Στο καλό. εκεί που το Τρελόρεμα σμίγει με το ποτάμι. Και πας έτσι.και με το χέρι έδειξε τ' απάνω του ποταμού -. . Ο κουλός εξακολουθούσε να σπρώχνει τις φελούκες του. είπε ο κουλός και το φαρδύ του χαμόγελο χώρισε το στόμα του από το ένα αυτί ως το άλλο. .. αλλά για τα καστανά μάτια του γιου του. . αποκρίθηκε απλά ο Πολύδωρος.Ε.. πώς θα πας εκεί.Και με τι σε άναψε λοιπόν ο γιόκας του. σπρώχνοντας το κοντάρι του. Τον άκουσα. .Θα με βρεις μπροστά σου.Πες μου τουλάχιστον τ' όνομα σου. θα ριχθώ στη φωτιά. . . .

Πού είναι. πρόσταξε ο κυρ-Κατρακυλάκος.Βέβαια.Πελεκάς.Φερ' το. κι έτρεχε στο κελάρι. αφέντη. . αποκρίθηκε ο πρωτοβεστιάριος.Φερ' το.Ποιος το θέλει. ρώτησε η Ειρηνούλα. . μα πάλι δε βρήκε τίποτα.Μα λοιπόν τούτος θα είναι γιος του. . εκατόνταρχος.. συρτάρι. στρατηγός -. που τα εξωτερικά χρυσά γράμματα μόλις διαβάζουνταν πια.Φοβέρας. χώθηκε ως τη μέση στα παλιοσέντουκα που κουτσοστέκουνταν. Πολύκαρπε! Πρέπει να το βρεις! παρακάλεσε η Ειρηνούλα. Σα γάτα σκαρφάλωσε στην όρθια ξύλινη σκάλα της σοφίτας.Πέθανε. Γύρισε στον πρωτοβεστιάριο και πρόσταξε: . . ρώτησε το Βασιλόπουλο. Ο υπασπιστής κοίταξε την Ειρηνούλα με μάτια σαστισμένα. . από κάτω από μια στοίβα παλιόχαρτα κιτρινιασμένα και ζαρωμένα. τόσα ξέρω. Βλέπω ονόματα και τίτλους. Ο Βασιλιάς γύρισε στον πρωτοβεστιάριο. . κι εκεί. ρώτησε ο υπασπιστής. με το εξώφυλλο μισοφαγωμένο από τα ποντίκια και τόσο σκονισμένο. για να πάρει την άδεια να γυρίσει στο σπίτι του. Και άρχισε να διαβάζει εδώ κι εκεί: . . κυρα-Βασιλοπούλα. άνοιξε όλες τις αποθήκες.Πέθανε.Δεν ξέρω. Τρεχάτος και σκονισμένος ανέβηκε στο πρώτο πάτωμα. . Ο Βασιλιάς το άνοιξε κι έριξε μια ματιά. σωματάρχης. αφού σκάλισε σε όλες τις γωνιές. . Φώναξε το γιο του. όπου ο Πολύκαρπος σκούπιζε με ζήλο μια πιατέλα για την Ειρηνούλα που τσιγάριζε το κυνήγι. 'Εβρε το και φέρ' το. είπε ο υπασπιστής.τι είχε και δεν είχε στο κελάρι· δε βρήκε τίποτα.τι ντουλάπι. έκανε ο Βασιλιάς. Κοίταξε.Όσα ξέρεις.. αυτό είναι.Α!.Η Αφεντιά του ο αδελφός σου. .Αχ. . σκάλισε. Ο πρωτοβεστιάριος βγήκε χωρίς βία από την τραπεζαρία και πήγε στο μαγειριό. .Φώναξε ευθύς το στρατηγό Φοβέρα! Ο κυρ-Κατρακυλάκος προσπάθησε να υποκλιθεί. ένα κουρελιασμένο μακρύ βιβλίο.Ποιο. πρόσταξε νευρικά ο Βασιλιάς. είπε. . άνοιξε ό. . χμ!. χιλίαρχος. αναποδογύρισε ό..Τι είναι αυτό το κουρέλι.Βρόντος. όπου ήξερε πως τον καρτερούσε μια ορεκτικότατη σκορδαλιά. Ο υπασπιστής ακούμπησε το βιβλίο στο τραπέζι. . . όπου Βασιλιάς και Βασιλόπουλο συζητούσαν ακόμα. σαράβαλα μουχλιασμένα και σαρακοφαγωμένα. τότε φώναξε το σωματάρχη Πελέκα. από δω και δώδεκα χρόνια. Αφέντη. και ο Πολύκαρπος είχε παρατήσει πιατέλα και σφουγγοπάνα.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Θ 41 Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Θ Στο μεταξύ το Βασιλόπουλο είχε ζητήσει το μεγάλο Κατάστιχο όπου ήταν καταγραμμένοι οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες. μα είναι το μόνο βιβλίο στο παλάτι. στο τέλος έβγαλε.. Ατρόμητος.Το Κατάστιχο του Στρατού. από δω και οκτώ χρόνια. . Το φόρτωσε στον ώμο του και θριαμβευτικά το κατέβασε στην τραπεζαρία. Δεν πρόφθασε να τελειώσει τη φράση της. πρόσταξε. ενώ με τα χέρια σταυρωμένα περίμενε ο κυρ-Κατρακυλάκος να τελειώσει η συζήτηση. σεντούκι ή κοφίνι βρίσκουνταν στον πύργο. . .

Να στρατιώτες ένα σωρό! Ποιος λέγει πως δεν έχω στρατό.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Θ 42 . . αποκρίθηκε ο κουτσός. . και. τον ακολούθησε που κατέβαινε τρεχάτος. είπε σιγά το Βασιλόπουλο. .Όχι. Και ο Βασιλιάς. Εγώ είμαι στρατός. Και πού. πρόσταξε.. .Από πότε έπαυσε να υπάρχει στρατός.Ο γιος του δεν ήταν στο στρατό.Παραγιός του μπαλωματή.. Πάμε στη χώρα. κι έφυγε στα ξένα. «και οι στρατιώτες γίνονταν μάγειροι ή παραγιοί. Το Βασιλόπουλο κατάλαβε πως του κάκου έχανε τον καιρό του. . ενώ σιωπηλά ξέκοβε ο κυρ-Κατρακυλάκος για να πάγει στη σκορδαλιά του.Κουκάκης - Κουκίδης . αποκρίθηκε ο κουτσός με μιαν αναπνοή. . ρώτησε σαστισμένος.Ποιος να πάγει. γιατί δεν ήταν.Μα τι λοιπόν έφερες αυτό το παμπάλαιο Κατάστιχο. . πρόσταξε ο Βασιλιάς. Με σκυμμένο κεφάλι και βαριά καρδιά. κατσουφιασμένος και μουρμουρίζοντας. . για να του πάρει το πουγγί που είχε βρει στη μπαλάσκα του Κουκουβάγια που κέρδισε τρία τάληρα στην ταβέρνα. Μα ο Πολύκαρπος έμεινε με στόμα ανοιχτό. . είπε με θυμό ο Βασιλιάς.Κουκόπουλος . αποκρίθηκε με τηλεγραφική συντομία ο κουτσός. να και άλλες καταγραφές.Πού είναι ο Κούκος.Άρρωστος με συνάχι στο κρεβάτι. . Αν είναι δυνατόν να βρεθούν. όχι! είπε το Βασιλόπουλο. ή κλέφτες και φονιάδες. ρώτησε το Βασιλόπουλο χωρίς να χάσει την υπομονή του.Δεν έχει στρατιώτες. Και ο Κουκάκης.Και οι άλλοι στρατιώτες πού είναι.Παραμάγειρας του Κουκίδη που σκότωσε τον Κουκόπουλο.Άκουσε δω.Τι λες. . θα τους βρούμε μεις. αποκρίθηκε με υπερηφάνεια ο κουτσός.. Ο Βασιλιάς άρπαξε τα λιγοστά μαλλιά του και τράπηκε σε φυγή κατά το βουνό. είπε ευχαριστημένος. αποκρίθηκε βιαστικά ο κουτσός. τράβηξε κατά το σπίτι του Κακομοιρίδη.Διάταξε αμέσως να πάγει κάποιος να φωνάξει. Μα τώρα θα φάμε! Είναι μεσημέρι! . .Δεν είναι. κρατώντας αγκαλιά την ξυλοπινάκα του. είπε μέσα του με πίκρα..Α. Γύρισε μερικά φύλλα προς το τέλος: . Πού να πάγει δεν ήξερε. Αφέντη. . χαιρέτησε στρατιωτικά.Κούκος . Έφαγε τους παράδες του και μπήκε κοπέλι στου αρχιστράτηγου Μασκαρόπουλου κι έφυγε μαζί του στα ξένα.Κουκιάδης . να μαζέψει όλους αυτούς τους στρατιώτες. Καθώς τους είδε σηκώθηκε. . .Δε γίνηκαν. που με γλύκα έτρωγε βρεχτοκούκια. Κανένα δε γνώριζε στη χώρα που να του γυρέψει βοήθεια ή συμβουλή. ρώτησε πάλι το Βασιλόπουλο. να και ονόματα στρατιωτών.Πήγαινε να φωνάξεις το φρούραρχο. διαμαρτυρήθηκε ο Βασιλιάς. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. . . . πίνει φλαμούρι. Με τίνος άδεια έφυγε από τους στρατώνες να γίνει παραγιός.. Και γυρνώντας στον υπασπιστή Πολύκαρπο: .Μα τι γίνηκαν.Θα φάμε με περισσότερη όρεξη αργότερα.. Και όμως έπρεπε αμέσως να βρει άντρες και όπλα! «Ο Βασιλιάς επλήρωνε στρατό». μήπως ξέρεις πού μπορώ να βρω τους καταγραμμένους στρατιώτες. όπου δεν έχει παρά πεθαμένους! ξέσπασε φουρκισμένος ο Βασιλιάς. Με μαύρη καρδιά εξακολούθησε το Βασιλόπουλο να εξετάζει. πατέρα.Τώρα. .Δεν έπαυσε. .Κουκουβάγιας. και θα πεθάνω στρατός. Εμπρός στους στρατώνες βρήκαν τον κουτσό.

. Σε φανταζόμουν δυστυχισμένο και αποθαρρυμένο. και οι αρχιστράτηγοι πουλούσαν τα όπλα. . Γνώση. Το Βασιλόπουλο έκρυψε το πρόσωπο του στα χέρια του.Πώς βρέθηκες εδώ. Άνοιξε τα μάτια του και ανασηκώθηκε ξαφνισμένος. Θυμούνταν τις κλεψιές και τις ατιμίες. Θυμήθηκε τα λόγια του δασκάλου. Σε είδα από το δρόμο που μπήκες στο δάσος και σε ακολούθησα. Να φύγεις όμως.Στη θέση όπου μας έβαλε η μοίρα. Αξίζει. και. Μα έχει ανάγκη από διοίκηση. αξίζει να κοπιάζεις για τον τόπο σου. κι ευχαριστώ για το θάρρος που τα λόγια σου ξύπνησαν μέσα μου. και ήξερα πως ήσουν μονάχος.Θέλω να πω πως τους περιφρονείς αυτούς τους ανθρώπους που είναι λαός σου.Λοιπόν. ώστε να παλέψουν εναντίον της δυστυχίας και της γενικής αποχαυνώσεως. Και θέλεις λοιπόν κι εσύ να γίνεις ένα μαζί τους. Ναι.» Του ήλθε μαύρη απελπισία. Μπροστά του στέκουνταν η Γνώση. Έχε γεια. Ο λαός σου είναι σαν όλους τους λαούς. τη ρώτησε. να πονώ για τέτοιον τόπο. έστω και αν αυτοί δεν το θέλουν.Αν ήξερες τι είναι αυτοί οι άνθρωποι! είπε με κούραση. χωρίς να κοιτάξει πίσω του. . όχι! Θα ήταν λιποταξία! Το Βασιλόπουλο ανατινάχθηκε.Θα μείνω! είπε με λαχτάρα. θα του ξαναδώσω ζωή ή θα πεθάνω με αυτόν. Μήπως λοιπόν δεν είσαι αρκετά δυνατός να γίνεις εσύ αρχηγός. θα τους σώσω. Στη θέση σου πρέπει να μείνεις. ρώτησε. . και οι στόλαρχοι ρήμαζαν το ναύσταθμο και σπούσαν τα καράβια για να κλέψουν λίγο σίδερο!» Και γύρευε να εννοήσει και να εξηγήσει την αιτία όλου του κακού. Και με μεγάλα βήματα βγήκε από το δάσος. πως είναι ώρες όπου χρειάζεται ηρωισμός για να κάνει κανείς το καθήκον του. μουρμούρισε. . Τον τόπο μου θα τον κάνω μεγάλο. στα χωριά και στις χώρες. μα μόνο τότε. και ήλθα να σε βρω. . Θυμούνταν τα λόγια του πρωτομάστορη για τους καβγάδες και τις αντεκδικήσεις που γίνουνταν παντού. . να δειλιάσεις μπρος στον κόπο και στην ευθύνη. . Και τον κοίταζε η Γνώση με μάτια γεμάτα σκέψη. Εσένα σ' έβαλε η μοίρα αρχηγό.Δεν ήλθες πια στην καλύβα μου.Ναι! είπε σιγά μια γυναικεία φωνή. που να είχε την υπερηφάνεια να κάνει το καθήκον του ηρωικά.Τι θες να πεις. ν' αφήσεις τη θέση σου. να παρατήσεις την πάλη. αν είναι ανάγκη.Αξίζει άραγε ο κόπος να εργαστώ για τέτοιους ανθρώπους. . ή μόνο και μόνο γιατί δεν έχουν ζωή αρκετή. Θα δουλέψω! Ναι. γιατί είναι κλέφτες ή δειλοί. Δε βρίσκουνταν λοιπόν στο λαό του κανένας. ούτε καλύτερος ούτε χειρότερος. θα έχεις γίνει ανώτερος από κείνους που περιφρονείς. εκεί να πεθάνεις υπερήφανα. εκεί πρέπει να μείνομε. θέλεις να γίνεις και συ όπως είναι αυτοί. . από τις πρώτες δυσκολίες. εξακολούθησε.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Θ 43 Και τα φλουριά πήγαιναν στην τσέπη των Πανουργάκηδων. που παντού έβλεπε γύρω του. και σκέφθηκε: «Λοιπόν μόνο στην ευτυχία θα είναι τίμιος ο λαός μου. μικρές και μεγάλες. . Μπήκε στο δάσος και χώθηκε στα πυκνά δέντρα και ξαπλώθηκε στο δροσερό χορτάρι κι έκλεισε με κούραση τα μάτια του. Και τότε.

Έφαγες. μην κάνετε έτσι. φαίνεσαι κουρασμένος. . όχι. παρακάλεσε ο Κακομοιρίδης. ρώτησε αποθαρρυμένος ο Κακομοιρίδης.Θα ξυπνούσες πεθαμένο.Δεν πεινώ.Να χαλάσω τελειωμένη δουλειά. Δικά σου είναι τα έπιπλα μου.Θα ήταν καθήκον σου και θα το έκανες όσο και αν σου κόστιζε. . κάθησε το Βασιλόπουλο στο τραπέζι και του έφερε η κόρη ένα σιδερένιο πιάτο..Κάθησε ν' ανασάνεις. αποκρίθηκε με φωτιά το Βασιλόπουλο. . είπε το Βασιλόπουλο σηκώνοντας τους.Το Βασιλόπουλο! μουρμούρισε η κόρη. είπε μελαγχολικά. διέκοψε το Βασιλόπουλο. . .Ο γιος του Βασιλιά. σηκώθηκαν και οι δυο. . άκουσες τις κακές ειδήσεις. αν είναι ανάγκη. . παραζαλισμένοι. ήλθε το τέλος! μούγκρισε.. Φτιάσε μου όπλα. . . Αλλά δεν είναι ανάγκη να χαλάσεις τελειωμένη δουλειά.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ι 44 Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ι Έτρεξε στο σπίτι του Κακομοιρίδη και τον βρήκε στο τραπέζι με την κόρη του. . Κακομοιρίδη. .Γι' αυτό ήλθα σε σένα. δεν ήλθε το τέλος! είπε με δύναμη το Βασιλόπουλο. . Όπλα θα μου κάνεις. Ο Κακομοιρίδης πήδηξε από την καρέγλα του. δική σου και η ζωή μου! Και αρπάζοντας δυο αξίνες βγήκε έξω. με την ψυχή σου! είπε μ' ενθουσιασμό. αλλά για να ζητήσω τη βοήθεια σας. εσύ. Μα βλέποντας τη λύπη στο πρόσωπο του σιδερά. . και σου φέρνω αμέσως όσο θες! Ο Κακομοιρίδης ηλεκτρίστηκε. Ούτε μιαν οκά σίδερο δεν έχω πια! Το Βασιλόπουλο έριξε μια ματιά στα σιδερένια έπιπλα γύρω του. Ο θείος μας ο Βασιλιάς πέρασε τα σύνορα και προχωρεί προς το ποτάμι. .Θα πάγω λοιπόν στην ταβέρνα. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. Φθάνει να το θέλομε όλοι.Γιατί όχι. .Παναγιά μου! φώναξε η κόρη. Δείξε μου που είναι το μεταλλείο. είπε τότε χωρίς περιφράσεις. φώναξε. Και για να μην τον κακοκαρδίσει. .Κακομοιρίδη. είμαι ο γιος του Βασιλιά και ήρθα να σου ζητήσω μια χάρη. και θα διώξομε τον εχθρό. θα τους έβρισκες όλους. μήτε στα χωράφια μήτε στους δρόμους! Ο Κακομοιρίδης χαμογέλασε πικρά. στρατιώτες δεν έχεις. Γιατί ένα δεν είδα. Και οι δυο έπεσαν στα γόνατα. και στρατιώτες θα σηκώσω. Καθώς τον είδαν.Πώς.Αν πήγαινες στην ταβέρνα. πες μου πως να βγάλω το σίδερο. με τι! είπε απελπισμένα ο Κακομοιρίδης. προσφέροντας του ένα σιδερένιο σκαμνί. δε σας το είπα για να σας τρομάξω.Όχι. είπε. είπε ο Κακομοιρίδης.Λοιπόν.Μα με τι. . Ο Κακομοιρίδης έπιασε το κεφάλι του.Όχι. . είπε. Ο Κακομοιρίδης μπήκε στο νόημα και χαμογέλασε: .Καταδέξου το φτωχικό μας φαγί. φθάνει να μου πεις πού κρύβονται όλοι οι άντρες του τόπου. σηκώθηκε βιαστικά: . Όπλα δεν έχεις. Εσύ ωστόσο μη χάνεις στιγμή.

Και ρώτησε το Βασιλόπουλο: . . κάνε κι εσύ το ίδιο.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ι 45 . ρώτησε το Βασιλόπουλο. σκάλωσε το φανάρι στη ζώνη του και τον κατέβασε ο Κακομοιρίδης στο πηγάδι. Πλήθος σιδερόπετρες ήταν κομμένες και μαζεμένες σωροί. παρατημένα εκεί. Ο θείος σου δουλεύει το ξύλο. να τους το ξανακατεβάσει πάλι.Και πού μπορώ να τον βρω. χώριζε το μέταλλο από το χώμα και το έριχνε μέσα στη χειράμαξα.Δέσε το σκοινί γύρω μου. δε θα έλθει κανείς χωρίς φλουριά! .Φεύγεις. Πηγαίνοντας αντάμωσαν ένα παιδί αδύνατο και χλωμό. μικρέ. δεν τους μέλει πια για τον τόπο και αν χαθεί. Ο καλύτερος. δεν έχουν στο κεφάλι άλλο παρά παιχνίδι και κρασί. Μα τι γίνηκαν όλοι οι τεχνίτες που δούλευαν πρωτύτερα με τον πατέρα σου. και μαζί έσυραν ένα από τα πανέρια ως το πηγάδι.Του κάκου θα χάσεις τα λόγια σου. ρώτησε το Βασιλόπουλο. .Γιατί ζητιανεύεις. . αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. . . Δεν έχεις στρατιώτες. Έφθασαν στα πηγάδια. . όχι όμως τόξα και κοντάρια.Πού είναι. ένα σκοινί και το φανάρι. Φλουριά δεν έχω να σου δώσω. Μα και αν σε ακολουθούσαν. . Και δέθηκε πάλι το Βασιλόπουλο με το σκοινί. που ήταν ο αδελφός του. που με την αξίνα του κομμάτιαζε τις σιδερόπετρες. θα σου δώσω φαγί να χορτάσεις. . θα κατέβω εγώ. είπε το Βασιλόπουλο. να φτιάσει τόσα όπλα. το έδεσαν με το σκοινί και είπαν του Κακομοιρίδη να το τραβήξει απάνω. . Και με μεγάλα βήματα πήρε με το Βασιλόπουλο το δρόμο του μεταλλείου. και ανέβηκε. μα αν δουλέψεις καλά.Ναι! πηγαίνω στην ταβέρνα.. Και το παιδί τους ακολούθησε. Ύστερα ο πατέρας μου είναι σιδεράς.Πήγαινε τώρα στο σπίτι. Δε δουλεύει το ξύλο.Σωστό αυτό που λες. αποκρίθηκε το παιδί.Έλα μαζί μας. .Θα δοκιμάσω. .Δε θα σε ακολουθήσουν..Πάρε τη χειράμαξα. Σαν έφθασε κάτω στο μεταλλείο. είδε πως δεν ήταν καν ανάγκη να σκάψει για να βγάλει σίδερο. Αφέντη. Γι' αυτό πάγω στην ταβέρνα. για να πολεμήσουν με τα σπαθιά και τις λόγχες που θα φτιάσεις εσύ. ξέρει βέλη να κάνει και λόγχες. Η κρεμαστή σκάλα ήταν σπασμένη και ο Κακομοίρης δεν μπόρεσε να κατέβει. Η ώρα περνά και πρέπει να μαζέψω στρατιώτες. Στο δρόμο κουβέντιαζαν. ενώ πίσω ακολουθούσε η κόρη με τη χειράμαξα. Βρήκε τον Κακομοιρίδη. .Θα βρω.Άλλος έφυγε. άδειασε κει το σίδερο και φέρε μου πίσω τη χειράμαξα. Και ξεκίνησε με την κόρη του Κακομοιρίδη. είπε περίλυπη η κόρη. είναι από τους πιο επιτήδειους τεχνίτες για όπλα. . . . Το Βασιλόπουλο φώναξε του Κακομοιρίδη να κατεβάσει το μικρό διακονιάρη. και δυο-τρία πανέρια ήταν γεμάτα.Τώρα. . Αφέντη. Μα πήγαν στραβά οι δουλειές του και τώρα δεν κάνει πια τίποτα.Βέβαια.Δεν έχω ψωμί. που σαν τους είδε άπλωσε το χέρι. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. Πήρε την αξίνα. άνοιξε δικό του συνεργείο. έλα να σου δωσω φαγί. Η κόρη αργοκούνησε το κεφάλι. και αφού το αδειάσει. πώς θα προφθάσει μόνος ο πατέρας μου. Και σαν τελειώσεις τη δουλειά. είπε το Βασιλόπουλο αφού γέμισαν μερικά πανέρια. Θα πάγω να τον βρω και θα τον φέρω.Του κάκου ελπίζεις πως θα μπορέσεις να πολεμήσεις τους εχθρούς. και ακολούθα μας! φώναξε της κόρης του. . αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. άλλος έπιασε άλλη δουλειά. είπε της κόρης του.

.Για το σκοπό ή για το κέρδος.Δεν κοροϊδεύω. Όσοι κάθονται από την άλλη μεριά. έπαιζαν ζάρια ή ρουχάλιζαν με το κεφάλι ακουμπισμένο στα διπλωμένα τους χέρια.Βαρέθηκα να δουλεύω άσκοπα. . ρώτησε το Βασιλόπουλο. Από την ομοιότητα.Όχι. . .Αμ' αν ήταν να έβρισκα σκοπό. γερο-Κακομοίρη! είπε ένας νέος με μάτια που σπιθοβολούσαν από το κρασί. . Τότε ήταν αλλιώτικα. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Ψήσε φαγί για περισσότερους. Ίσα στην ταβέρνα πήγε. θα σου τον φέρω στο δείπνο.Ο τόπος μας εδώ πέρα είναι σίγουρος.. ρώτησε σοβαρά. Τα μάτια του Βασιλόπουλου άναψαν. Κρυμμένος πίσω από τα παράθυρα του θα μας πάγει στον πόλεμο! . Ούτε πατούσαμε το πόδι μας. Ο άνθρωπος στέναξε. . είπε με φωτιά το Βασιλόπουλο.Για δες αρχηγό που τον έχομε! φώναξε άλλος. πατριώτη! είπε γελώντας ο νέος. . Πώς να σκοτώσει κανείς την ώρα του. δεν κάνει το ίδιο. πεσμένοι χάμω. . Κι έφυγε τρεχάτος κατά τη χώρα.Πάγω να τον πάρω. Τότε ποιος κάθουνταν σε ταβέρνες να πίνει. Ένας άνθρωπος. εγώ να του δώσω δουλειά. Ο εχθρός είναι μέσα στον τόπο! Ο νέος σηκώθηκε. Μερικοί νέοι.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ι 46 . Άλλοι. Τότε δουλεύαμε.Όχι.Κοροϊδεύεις. . γέρο. . Δωσ' μας λίγο κέρδος.Μα δε μ' αφήνεις ήσυχο! είπε ο νέος με αναμμένα μάτια.Δούλεψε λοιπόν για ένα σκοπό. σαν όλους τους άλλους. με το ποτήρι στο χέρι. και να δεις με τι καρδιά δουλεύομε! . Θεός σχωρέσ' τον. κατάλαβε πως αυτός ήταν ο αδελφός του Κακομοιρίδη. Η κακοριζικιά του τόπου. .Ούτ' εμείς. και ο Βασιλιάς είναι κούτσουρο! Η προσβολή έτσουξε το Βασιλόπουλο σαν καμτσικιά. έπιναν γύρω σ' ένα βρώμικο σανιδένιο τραπέζι.Και ποιος σε αναγκάζει να έρχεσαι τώρα. . .Ήταν τα καλά χρόνια εκείνα. και τρέμοντας από αγανάκτηση αποκρίθηκε: .Στην ταβέρνα. Η Πατρίδα είναι λέξη.Πατρίδα είναι ο τόπος σας και ο Βασιλιάς είναι αρχηγός σας! Γενικό γέλιο του αποκρίθηκε. χλωμοί και κακορίζικοι. έσκυψε από πάνω από το τραπέζι και κοίταξε το Βασιλόπουλο.Ποιος. γιατί όποιος από σας εδώ θέλει να δουλέψει. Όχι σαν τούτα δω τα παιδιά!. μισοξαπλωμένοι στο τραπέζι. .Τι δουλειά μας προτείνεις.. . Μα θα είναι για ένα σκοπό μεγάλο και ιερό που δεν αφήνει κέρδος.Μας προτείνεις δηλαδή να γίνομε στρατιώτες και να πάμε να σκοτωθούμε για του δεσπότη τα ποδήματα. ο εχθρός δεν περνά το ποτάμι! είπε ένας με φωνή βραχνή από το μεθύσι. . σα ζούσε και βασίλευε ο Συνετός Α'.Γιατί δε δουλεύεις και τώρα. και άλλοι πάλι. είπε με κούραση. .Τη δουλειά που έχει χρέος να κάνει κάθε πατριώτης την ώρα του κινδύνου. Σηκώθηκε από την καρέγλα του. . δε θα κάθουμουν εδώ! αποκρίθηκε ο άνθρωπος. αν δεν έλθει και στην ταβέρνα. διηγούνταν τα νιάτα του με βραχνή φωνή. είπε ζωηρά το Βασιλόπουλο. κοιμούνταν βαριά.Το ίδιο κάνει. . είπε και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά στα στήθια του.Και χωρίς όπλα! πρόσθεσε τρίτος χαχανίζοντας. . ρώτησε το Βασιλόπουλο. έλεγε αναστενάζοντας ο άνθρωπος. αλλά για την Πατρίδα και για το Βασιλιά! . ας φροντίσουν για τον εαυτό τους. Το Βασιλόπουλο κάθησε αντίκρυ του.

στέκουνταν ανάμεσα τους ο γιος του Βασιλιά. έλα στο σπίτι σου να βεβαιωθείς. μελέτησε. Ζήτησε μόνο ένα κομμάτι ψωμί να φάγει στο δρόμο. μα σου το ζητώ στ' όνομα της Πατρίδας. Με κόπο έφθασε στο ρίζωμα του βουνού και τράβηξε για το παλάτι. Δε θα τον βοηθήσεις.Ας βγει το Βασιλόπουλο. Κάθησαν στο τραπέζι. Μα το Βασιλόπουλο δε θέλησε να μείνει. είπε το Βασιλόπουλο.Σοβαρότατα. Φλουριά δεν έχω να σε πληρώσω. Οπόταν θελήσεις. σαν έλθει η ώρα. να μάθει τα νέα. είπε. έχω το λόγο σου! Ο Βασιλιάς εγέρασε και δε βαστά στον κόπο. πηγαίνοντας στου δασκάλου. να μας δείξει πώς πολεμάνε! φώναξε κάποιος. δουλεύοντας. Τα μεσάνυχτα. και γυρνώντας στον άλλο: Γερο-Κακομοίρη. και με σταυρωμένα χέρια. Μόνο το φτωχόπαιδο είχε φάγει και αποκοιμηθεί σε μια γωνιά του μαγειριού. σηκώνουνταν πάλι και ξανάρχιζε το τρέξιμο. Το Βασιλόπουλο γύρισε και τον κοίταξε στο πρόσωπο. Μα ήταν τόσο κουρασμένος. . Προσπάθησε να τρέξει. . εγώ δουλεύω εδώ και δε χάνεται καιρός. είπε ο νέος με τ' αναμμένα μάτια. . Βιαστικά πήρε πάλι το δρόμο της χώρας.Έλα λοιπόν στου αδελφού σου.Μπράβο. Επιστρέφοντας απαντήσαμε ένα-δυο ζητιανόπαιδα. . . Φθάνει όμως να βγει το Βασιλόπουλο.Διάταξε. Έπρεπε. . αν και ήταν πια αργά.Έχεις εργαλεία. Και βγήκε χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Και πήγαν μαζί στο σπίτι του σιδερά. και. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. ρώτησε. Τον έπαιρνε τότε ο ύπνος. Ο γέρος τον κυνήγησε και τον πρόφθασε λίγα βήματα παρακάτω. Πήγε τρεχάτος. εξακολούθησε ο Κακομοιρίδης.Ας βγει ο Βασιλιάς κι εγώ να του φτιάσω όπλα! είπε ο γερο-Κακομοίρης.Ας βγει ο Βασιλιάς πρώτος. ο αδελφός σου άρχισε να φτιάνει τα όπλα που χρειάζεται το Βασιλόπουλο για να βγει με στρατό. έγραψε. . .Είμαι ο γιος του Βασιλιά. το βραδινό του φαγί. και όλοι μας να τον ακολουθήσομε. Μα ο γιος του θα βγει και θα του φτιάσεις όπλα! . και όλα μου ζήτησαν δουλειά με την ίδια πληρωμή. Το σπίτι του δασκάλου ήταν μακριά.Θυμήσου τα λόγια που είπες. και τρεχάτος πάλι γύρισε στου Κακομοιρίδη το σπίτι. είπε ο γέρος. φτιάσε μου όπλα! Ο γερο-Κακομοίρης τα έχασε. για να μην κοιμηθεί. ρώτησε. Έπεσε στα γόνατα κι έμεινε άφωνος. . . . οι δυο αδελφοί παράτησαν σφυρί και τόρνο. Είμαι δικός σου! Το Βασιλόπουλο τον σήκωσε. .Γερο-Κακομοίρη. Δεν πρέπει ούτε μιαν ώρα να χάσομε. Ο γέρος ξαφνίστηκε. μα η .Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ι 47 .Δε μου εξηγείς τα λόγια σου. όπου ήθελε ακόμα να μελετήσει πριν πιάσει δουλειά με τους δυο αρχιμαστόρους. . να γυρίσει στο παλάτι.Μιλάς σοβαρά. Τους περίμενε τωόντι. Μας συμφέρει. Την ώρα που ανεβάζουν σιδερόπετρες από τα πηγάδια. είπε.Αύριο θα έχομε και άλλους τέτοιους εργάτες. όπου για ώρες δούλεψαν το σίδερο που έβγαινε πυρωμένο από το φουρνέλο. Μ' αυτό δε δέχθηκε. είπε βαθιά ταραγμένος. ρώτησε. ρώτησε το Βασιλόπουλο. Ο Κακομοιρίδης θέλησε να δώσει στο Βασιλόπουλο το δικό του κρεβάτι. Χλωμός σαν το κερί. και ο μικρός τους διηγήθηκε πώς κέρδισε.Έρχεσαι. είπε χαμογελώντας ο Κακομοιρίδης. και ο Κακομοιρίδης μας περιμένει. Τους είπα να έλθουν.Έχω! . Αφέντη! μουρμούρισε ο γέρος. που δυο-τρεις φορές κάθησε στο χώμα να ξεκουραστεί. είπε με τρανταχτερή φωνή.

Το κυνήγησε. βγήκε και αυτός κι έφθασε την ώρα που το παιδί του κλέφτη ξέκοβε στο δάσος.Μπα! είπε χαρούμενος. Και της διηγήθηκε πως πήγε και βρήκε τον αδελφό του Κακομοιρίδη. Πήγε στου δασκάλου. Το Βασιλόπουλο παράτησε τα εργαλεία του. βγήκε τρεχάτος και είδε ένα από τα παιδιά του μεταλλείου.Δώστε μου ένα σκοινί! φώναξε το Βασιλόπουλο. είπε της αδελφής του. στου Κακομοιρίδη το σπίτι.Αυτό θα το δούμε αργότερα.Είναι αμαρτία αυτό που κάνετε! φώναξε ο κλέφτης. έκανε το μάθημα του και άφησε δυο πουλιά για πληρωμή. Αδελφή σου δεν είναι. να ξαναμάθει ο κόσμος να δουλεύει. που δούλευε τώρα και αυτός να φτιάσει όπλα. . κάθε ώρα είναι κέρδος. που ήλθες προχθές και χτύπησες την πόρτα μου.Τι ωραία! είπε η Ειρηνούλα συγκινημένη. Εσύ είσαι. Έξαφνα ο κλέφτης θυμήθηκε το πρόσωπο του Βασιλόπουλου και αναστέναξε με ανακούφιση. Και αφού παρέδωσε το κυνήγι στην κόρη του Κακομοιρίδη. που είχε κλέψει τ' ωρολόγι του Κακομοιρίδη. αντί να δείρετε αυτό το παλιόπαιδο που γύρευε να ζημιώσει καλούς και ήσυχους νοικοκυρέους. και πως μερικά αλητόπαιδα ήταν να έλθουν να δουλέψουν στο μεταλλείο και να πληρωθούν με το φαγί που θα τους έφερνε. το έπιασε και το έφερε πίσω με τις σπρωξιές. πρωί-πρωί. Γύρω στους τοίχους της κάμαρας κρέμουνταν διάφορα νεόφτιαστα όπλα. με το γερο-Κακομοιρίδη να το φυλάγει. Έτσι τρέφεις ένα πλήθος πεινασμένους και συνάμα τους μαθαίνεις να δουλεύουν για να μη ζητιανεύουν. από το κατώφλι του.Καλή αρχή! είπε με χαρά το Βασιλόπουλο. Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΑ Εκεί τον βρήκε η Ειρηνούλα. . και αποκοιμήθηκε βαθιά. . . Ο Κακομοιρίδης. Και τι γίνεται η κοπελίτσα που ήταν μαζί σου.Όχι. και πρέπει κι εκεί να πάγω φαγί. Ο εχθρός δε φαίνεται ακόμα να πλησιάζει.Κάτω εκεί. . Ύστερα τράβηξε στου Κακομοιρίδη. που πάλευε γενναία να σώσει τη φορτωμένη χειράμαξα του από δυο κλέφτες.Ο Θεός να δώσει! είπε το Βασιλόπουλο από μέσα από την καρδιά του. Αποχαιρέτησε την αδελφή του και κατέβηκε τρεχάτος στη χώρα. Για μας. Μοίρασε και τ' αυγά. θα στρωθεί σήμερα μεγάλο τραπέζι. με την Ειρηνούλα. είπε το Βασιλόπουλο.Παλιάνθρωπε! φώναξε και ρίχθηκε πάνω του. και μαζί γύρισαν στο σιδηρουργείο σπρώχνοντας μπροστά τους δυο κλέφτες. του αποκρίθηκε. Τους βρήκε όλους στη δουλειά. Έξαφνα όμως ακούστηκαν έξω φωνές. . τον άρπαξε από το λαιμό και τον έστρωσε στο χώμα. Τώρα πες μου πώς σε λένε. τα μάτια του έκλεισαν μονάχα τους. Κάθησε σε μια πέτρα ν' ανασάνει. . σήκωσε τα μανίκια του κι έπιασε το σφυρί και την τσιμπίδα. . . . και το παιδί του. Από ένα τέτοιο παιδί τι είχε να φοβηθεί. Οι εχθροί δε φάνηκαν ακόμα στον ποταμό. παλικάρι. . Το Βασιλόπουλο αναγνώρισε τον αφιλόξενο άνθρωπο που τους είχε διώξει. Θάρρος! Θα γίνουν τα όπλα. Και με τη βοήθεια του Κακομοιρίδη. και πήρε τα μισά στο μαντίλι του. Την ρώτησε αν είχε άλλα νέα.Μα αυτό γυρεύω ίσα-ίσα. Το Βασιλόπουλο άφησε απ' έξω το κλεφτόπαιδο. . αποκρίθηκε απλά το Βασιλόπουλο.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ι 48 κούραση τον νίκησε. Τι μας δέσατε τα χέρια σαν κακούργους. και τα μοίρασε σε δυο μάτσα. καθώς πήγαινε στο δάσος. Τον ξύπνησε και μαζί κατέβηκαν. Σκότωσε με τη σφενδόνα του κουνέλια και αγριόπουλα. τους έδεσε πισθάγκωνα. ακούοντας τις φωνές.

ρώτησε το Βασιλόπουλο.Τ' άκουσες..Εσύ να σωπάσεις ή σου στουμπώνω το στόμα! φώναξε το Βασιλόπουλο. να πιστέψετε πως πήγαινε. . να σε χαρώ! Λύσε μου τα χέρια μου.Με λένε Κατεργαρίσκο. παιδί μου.. να σε χαρώ. γιατί προσπάθησες να πάρεις τη φορτωμένη χειράμαξα.. είπε ο Μήτσος νομίζοντας πως κατάλαβε την έννοια του πατέρα του. παλικάρι μου. μα την ίδια ώρα έφθασε ο άλλος.. .Θα τον ρωτήσω και αυτόν ύστερα. αυτά.Μα δεν είναι έτσι τα πράματα. και ανάγκασε τον Κατεργαρίσκο να γυρίσει την πλάτη. που για να μη χάνει καιρό γυάλιζε ένα σπαθί φυλάγοντας το κλεφτόπαιδο. Και ρώτησε το αγόρι: . Μα πριν προφθάσει να πει περισσότερα. είπε το Βασιλόπουλο.Πες. έσκαβα κι έβγαζα.. .Μα. .Πώς σε λένε και τι συνέβηκε. με αλεπουδίσιο χαμόγελο. . πώς τα λένε. του λύθηκαν τα γόνατα κι έπεσε σε μια καρέγλα. Μόνος ο Κατεργαρίσκος κατάλαβε. . γιατί μούδιασαν έτσι δεμένα.. Φώναξα πως ήταν ξένο πράμα. και μυστικά έκανε νόημα του πατέρα του πως δεν ήξερε τι να πει.Φθάνει. και το παιδί τα έχασε ολότελα και άρχισε τα κλάματα. Να. . Όλοι παραξενεύθηκαν με τα λόγια του Βασιλόπουλου.Τ' ωρολόγι μου! αναφώνησε χαρούμενος ο σιδεράς. δεν πήγαινες.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΑ 49 . που το φυλάγεις τώρα τόσες μέρες στον κόρφο σου. Και φώναξε το παιδί του μεταλλείου: . . Και συ.. τι έτρεξε. . πέτρες. γιατί το δικό μου γκρέμισε. δεν του δίνεις πίσω τ' ωρολόγι του. άρχισε ο κλέφτης. αποκρίθηκε τρέμοντας το παιδί. θέλω μόνο την αλήθεια να πει το παιδί μου. είπε το Βασιλόπουλο. Τώρα πες μου εσύ. γέρο. ο Κακομοιρίδης του είχε δέσει το στόμα μ' ένα πεσκίρι.Με λένε Μήτσο. βγήκα έξω και είδα το παιδί αυτό που γύρευε να κλέψει τις πέτρες από το γιο μου.. είπα στο παιδί μου να το πάγει στο σπίτι. Και το παιδί μου ήταν εκεί και με βοηθούσε. Μήτσο.. Δεν ήξερες βέβαια πως η χειράμαξα είναι δική μας. μ' έριξε χάμω και θα έπαιρνε το αμαξάκι αν δεν έφθανες εσύ.. Το Βασιλόπουλο πήρε από την τσέπη του κλέφτη το ασημένιο ωρολόγι με την αλυσίδα του και τα έδωσε του Κακομοιρίδη.Και αυτό θα μείνει για αργότερα. . είπε το Βασιλόπουλο. εξακολούθησε γυρνώντας στο κλεφτόπαιδο. πως πήγαινα τις πέτρες στη χώρα για να τις πουλήσω του πρωτομάστ. Εγώ δούλευα στο δάσος... .Στάσου εκεί τώρα. . ειδεμή θα έβρισκες άλλην εξήγηση να μας δώσεις. και το έριξα κάτω για να γλιτώσω το πράμα μου. και βγήκε αυτός από το δάσος και μου άρπαξε τη χειράμαξα. έχομε και άλλον ν' ακούσομε πριν σε λύσομε. . η ιστορία πώς είναι. .Θέλω να πω. παλικάρι μου. πήγαινα να βοηθήσω το παιδί που έσερνε το φορτωμένο αμαξάκι. .. Άφησε με να σου πω τι έγινε. Θάνο. κυρ-Κατεργαρίσκο.Φερ' τον μέσα. Το Βασιλόπουλο το αντιλήφθηκε..Γύριζα από τα πηγάδια με το σίδερο. είπε ο άνθρωπος. είπε. Σα γέμισα λοιπόν το αμαξάκι. τώρα που έχεις την καλή τύχη να ξανανταμώσεις τον κυρ-Κακομοιρίδη..Να χτίσω ένα κοταριό. Και φώναξε το γερο-Κακομοιρίδη.Ναι. Λοιπόν άκουσα φωνές. .Τι τις ήθελες τις πέτρες. και πως το παιδί αυτό δουλεύει στο συνεργείο μας. Μα δε βλέπω γιατί με ρωτάς εμένα εκείνα που θα έπρεπε να ζητήσεις αυτουνού που γύρευε να μας ζημιώσει. . είπε ο Θάνος.. Με μια κλωτσιά στο πάτωμα ο πατέρας του τον σταμάτησε. Άλλη μια κλωτσιά στο πάτωμα. Τώρα πες μου τ' όνομα σου. παλικάρι μου. .Λέγε. Πώς βρέθηκε σ' αυτουνού την τσέπη.

Κανένας παλατιανός και αυτός.Και τώρα. . πίσω από το σπίτι του κλέφτη. Το Βασιλόπουλο σκέφθηκε λίγο. Χρειάζονται ρόδες. άνοιξε την πόρτα κι έβαλε μέσα τους κλέφτες. σαν όλους.Δώσ' μου το τσεκούρι σου.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΑ 50 Με δυο λόγια το Βασιλόπουλο του διηγήθηκε τι είχε ακούσει και δει από μέσα από τα ερείπια.Δε μου λες. Και από μακριά τον ακολούθησε. . και βρήκε το δεσμοφύλακα που κουβέντιαζε στην πόρτα ενός καφενείου μ' ένα παλικάρι. καλέ! είπε ο νέος. δεμένο με σκοινιά. . Είναι πολύ μεγάλο. έφερε πίσω τα κλειδιά και γύρισε να φύγει. ζεύθηκαν και οι τρεις στα σκοινιά. ρώτησε ο νέος. «Λοιπόν άρχισε δουλειά!» Γύρισε κατά το ποτάμι. ανάμεσα στα δέντρα. Και βγάζοντας το ρούχο του.Τι να κάνομε. όπου το θέλει ο παραφέντης. σαν του έδωσες τα. το Βασιλόπουλο έφτιασε τρία κατρακύλια.Μα ποιος λοιπόν είναι αυτός. . Ζήτησε τα κλειδιά.. και μαζί τον έσυραν. Το Βασιλόπουλο κλείδωσε την πόρτα της φυλακής. πατριώτη. αποκρίθηκε ο δεσμοφύλακας. κλειδιά.. Ποιος είναι. εμπρός! Περπατάτε! Τους πήγε πισθάγκωνα δεμένους στη φυλακή.. Με δυσαρέσκεια αναγνώρισε το Βασιλόπουλο τον πιωμένο νέο με τα γυαλιστερά μάτια. Περνώντας από του Αμοιράκου του πρωτομάστορη.Όχι.Θα σπάσετε τα σκοινιά σας και δε θα κάνετε τίποτα. . και ρώτησε ειρωνικά: . και.Πού θέλετε να το πάτε αυτό.Τι λες. και ο δεσμοφύλακας του τα έδωσε και τον χαιρέτησε ως κάτω. που στην ταβέρνα είχε πει τόσο υβριστικά λόγια εναντίον του Βασιλιά. Κι εξακολούθησε περιφρονητικά: . θέλησε το Βασιλόπουλο ν' ανέβει να τον ρωτήσει αν είχε πιάσει δουλειά. Θα φτύσομε αίμα μα θα το σύρομε. . Οι ξυλοκόποι γέλασαν. Το θέλει ο παραφέντης. Ο κορμός κατρακύλησε σαν να ήταν σε τροχούς. Ο νέος και ο δεσμοφύλακας το κοίταζαν που πήγαινε.. Μα τούτος!. . Να τον έβλεπες! Με το καμτσίκι οδηγούσε τον κυρ-Λαγόκαρδο. . γιατί υποκλίθηκες τόσο βαθιά. Ύστερα τα τοποθέτησαν κάτω από τον κορμό..Δεν είναι απάνω ο πρωτομάστορης.. σκέφθηκε χαρούμενο το Βασιλόπουλο. αποκρίθηκαν. .Είναι αδύνατο να το σύρετε έτσι. είπε. . . μουρμούρισε ο νέος. . Και αυτός τον αναγνώρισε. είπες. . μα περνώντας από το δάσος άκουσε ομιλίες. Το Βασιλόπουλο δεν αποκρίθηκε. του φώναξε ο κουντουράς της γωνιάς. Παλατιανός ήταν εκείνος που ζήτησε την καταδίκη του Κακομοιρίδη.Με το καμτσίκι! επανέλαβε ο δεσμοφύλακας. . Πουλημένος στους παλατιανούς ήταν ο κυρ-Λαγόκαρδος που καταδίκασε τον αθώο άνθρωπο.Με τι. Μα ήταν πολύ βαρύς και δεν μπορούσαν να τον κουνήσουν. Βρίσκεται στο ποτάμι. ενώ ο ίδιος ο Λαγόκαρδος τον είχε καταδικάσει. βέβαια! είπε ο δεσμοφύλακας. είδε δύο νέους που γύρευαν να σύρουν ένα μεγάλον κορμό. βγήκε ο γιος του Βασιλιά.Δεν ξέρω..Στό ποτάμι. είπε. Ύστερα πήγε στο αντικρινό μέρος της πλατείας όπου ήταν οι φυλακές. Μα αυτός υποχρέωσε τον κυρ-Λαγόκαρδο να βγάλει τον Κακομοιρίδη από τη φυλακή. ρώτησε το Βασιλόπουλο. «Καλά!». Μπήκε μέσα.. Άλλο τρόπο να βρούμε.Ε. .Μα έλα δα που δεν έχομε! είπαν. και τον υποχρέωσε να βγάλει τον καταδικασμένο από τη φυλακή. . .

φώναξε το Βασιλόπουλο αναμμένο. οι εχθροί καταφθάνουν! . είπαν ξελαφρωμένοι. . γιατί πούλησε το σπίτι του και ό. πάρτε το αυτό και βάλτε το πάλι μπροστά. και πόσο θα ευχαριστηθεί ο παραφέντης.Και πώς έτυχε να δουλεύετε μαζί του. Γυρνάτε πίσω. .Μα δεν έχομε όπλα! είπαν. Πώς θα το περάσουν. ρώτησε φοβισμένος ένας. μη χάνετε έτσι το λογικό σας. πατριώτες. Λίγα βήματα μακρύτερα. . εμείς από δω είμαστε ήσυχοι.τι κοφτερό έχετε: μαχαίρι. παιδιά! Θα τους σταματήσομε! Οι χωρικοί κοντοστάθηκαν. .Εγώ! είπε με δύναμη το Βασιλόπουλο. . ρώτησε το Βασιλόπουλο.Ποιος είναι ο παραφέντης σας. είδε άλλους πέντε-έξι άντρες που έτρεχαν και αυτοί. όσοι τεχνίτες μαραγκοί είμαστε στη χώρα. Για το Θεό. Αλλά δεν αποκρίθηκαν. .Χαρά στον πατριώτη! φώναξε ενθουσιασμένο το Βασιλόπουλο. και μας πήρε όλους. Το Βασιλόπουλο τον κοίταξε κατάματα.Ποιος θα μας οδηγήσει. Εξακολουθούσαν να φεύγουν. Ελάτε στα συγκαλά σας. . Μα πρέπει να πέτυχε καμιά καλή παραγγελία.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΑ 51 . .Μπα! είπε άλλος. . Γιατί να πολεμήσομε. . . . τους φώναξε. Στα όπλα. για να δουλέψομε μέρα-νύχτα. Μην πηγαίνεις από κει. καλά! Μένει το ποτάμι. Μα δεν αποκρίθηκαν. Έτσι θα τον πάτε ως το ποτάμι. . για το Θεό! Γυναίκες είστε να φοβάστε.Ε. . Το Βασιλόπουλο γύρισε και αναγνώρισε το νέο της ταβέρνας. .Για τη χώρα. είπε. . πατριώτες. απάντησε χωρικούς που έφευγαν τρομαγμένοι κατά τη χώρα. και κάτι άλλο. Κι έτρεξε κατά το ποτάμι. Οι δύο νέοι τον ευχαρίστησαν καταχαρούμενοι. δρεπάνι.Χωροφύλακας ή ξυλοκόπος. Γιατί να σκοτωθούμε . και ακολουθήστε με! .Ο Αμοιράκος ο πρωτομάστορης. Αν πάλι το ποτάμι δε σταματήσει τους εχθρούς. Το Βασιλόπουλο τους σίμωσε.Και όταν κυλήσει ο κορμός και βγει από το τελευταίο κατρακύλι. αποκρίθηκε ο ένας νέος. Τρομαγμένοι και σαστισμένοι έφευγαν.Πού τρέχετε. Ενόμιζα πως δεν έχει πια παραγιούς. μη φεύγετε! .Και τίποτε άλλο.Ναι.Και τα δυο. αποκρίθηκε. ρώτησε αυτός. . Μονάχος δούλευε από τον καιρό που πήγαν στραβά οι δουλειές του. που θα προχωρήσει γρηγορώτερα η μεταφορά.Για πού. αποκρίθηκε ένας. . Το Βασιλόπουλο τους κυνήγησε και τους πρόφθασε.τι είχε.Οι εχθροί κατεβαίνουν στο ποτάμι από την πέρα μεριά. Σ' ένα γύρισμα του δρόμου. ρώτησε. τους είπε το Βασιλόπουλο. σκουντούφλησε έναν άνθρωπο που στέκουνταν εκεί απαρατήρητος. ρώτησε ο νέος. Αν το ποτάμι σταματήσει τους εχθρούς. Περνώντας βιαστικά. .Πού φεύγετε! ρώτησε θυμωμένος. του αποκρίθηκαν. με καλή πληρωμή. Κι έφυγε τρεχάτος.Και δεν είχε. ουτ' εμείς δε θα τους σταματήσομε. Είχε κλείσει μάλιστα το εργαστήρι του. Τι φοβάστε και τρέχετε σα λαγοί.Πιάστε ό. τσεκούρι ή σκερπάνι.Δε φαντάζεσαι πόσο μας ευκόλυνες τη δουλειά μας.Πού φθάνουν.

και απελπίζουνταν που δεν μπορούσε να την παρηγορήσει.Το Βασιλόπουλο δεν το 'στριψε! Είναι ανάμεσα σας! φώναξε το Βασιλόπουλο. . θα φύγομε κι εμείς. Συλλογίστηκε το Βασιλιά. ρώτησε φοβισμένα ο Βασιλιάς. . . έμοιαζε σαν κοπάδι τρομαγμένες χήνες. ο Βασιλιάς.Δε θα μας εμποδίσεις εσύ βέβαια! ξεφώνισε η Πικρόχολη. Η οικογένεια του Βασιλιά. είπε. γιε μου.Τι τρέχει.» Τον έπιασε τρόμος. πατέρα μου. ο Πολύκαρπος γύριζε κάθε λίγο και την κοίταζε. φώναξε το Βασιλόπουλο. και δεν ξέραμε τι να κάνομε και πού να πάμε.Μας είχες αφήσει. η Ειρηνούλα έτρεξε και κρεμάστηκε στο λαιμό του. Και συ. ξετρελαμένοι από φόβο. . Όλοι γύρισαν. να πάτε στα δωμάτια σας.Αχ. Είναι ανάγκη να παρουσιαστείς αυτή τη στιγμή. δικαιολογήθηκε ο Βασιλιάς. Έφθασε το Βασιλόπουλο στο παλάτι. ανέβηκε στο βουνό. Εσείς οι γυναίκες. Και η ζεστή φωνή του δέσποζε μέσα στην αναμπαμπούλα. Το Βασιλόπουλο έσφιξε το μέτωπο του στα χέρια του.Και να μας αφήνεις ολομόναχους να φύγομε στα ξένα! πρόσθεσε πάλι η Βασίλισσα. και θα σας οδηγήσω! . και ο Πολύκαρπος παράτησε το σεντούκι. γιε μου! Πού έφυγες! είπε με παράπονο ο Βασιλιάς. Καθισμένη σε μια γωνιά η Ειρηνούλα έκλαιγε με αναφιλητά. ο Βασιλιάς αναστέναξε με ανακούφιση. σέρνοντας ένα σεντούκι. . Πώς να τους βαστάξει. .Όλος ο κόσμος φεύγει. . Ένας από τους χωρικούς γέλασε κοροϊδευτικά.Τι. Κοιτάξετε με. κι έφυγε στα ξένα! Άλλο τόσο θα κάνομε κι εμείς. ρώτησε πάλι το Βασιλόπουλο.Δε θα φύγει κανένας! είπε με απόφαση το Βασιλόπουλο. Θυμήθηκε τα λόγια του χωρικού: «Ο Βασιλιάς ετοιμάζεται να το στρίψει. πρόσθεσε πάλι η Βασίλισσα.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΑ 52 άδικα. Γιατί αυτή η σύγχιση. μαζεμένη στην τραπεζαρία.Δε θα φύγει κανένας! επανέλαβε πιο δυνατά το Βασιλόπουλο. με το μανδύα του τυλιγμένο στο μπράτσο. . Και. .Δεν πας ν' ακούσεις τι γίνεται στο παλάτι. να συμμαζέψουν τα πράγματα. Ο Βασιλιάς ετοιμάζεται να το στρίψει και το Βασιλόπουλο το 'στριψε κιόλα! . Τέτοιες ώρες βρίσκεις να ξεπορτίζεις.. . . έδινε οδηγίες σε φανταστικούς υπηρέτες.Πού να μας ακολουθήσει. Τι κακό γίνεται δω. Ποιος μιλά για φευγιό. μείνετε και σεις. .. έλα κάτω μαζί μου.Στη χώρα. τρεχάτος. . γύρισε πίσω και.. Θα κάνομε και μεις εκείνο που κάνει ο Βασιλιάς και το Βασιλόπουλο.. πατριώτες! Εγώ είμαι ο γιος του Βασιλιά. Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΒ Κοπάδια κατέβαιναν από τα χωριά οι άνθρωποι κι έτρεχαν στη χώρα χωρίς σκοπό. που πρέπει να τα έχασε μονάχος στο παλάτι.Αλλού να τα πουλάς αυτά! αποκρίθηκαν οι χωρικοί. Το Βασιλόπουλο γύρευε να τους σταματήσει. και καθησύχαζε κάθε τρομαγμένη καρδιά. μα ο πανικός τους έκανε κουφούς και τυφλούς. Οι γυναίκες έπαυσαν τα ξεφωνητά. Και τίποτα δεν μπορούσε να τους συγκρατήσει. Όλες οι γυναίκες φώναζαν μαζί.Τι είναι αυτά. Τι να κάνει.Ο Βασιλιάς θα μείνει! Το Βασιλόπουλο θα σας οδηγήσει! Κανένας δε θα φύγει. . . για να μας δει όλος ο τρομαγμένος πληθυσμός και να μας ακολουθήσει. Το είδαν το Βασιλόπουλο που πέρασε το ποτάμι χθες σαν ένιωσε τα σκούρα.Δεν έχομε Βασιλιά! Δεν έχομε Πατρίδα! έλεγαν. Οι πόρτες ήταν όλες ανοιχτές. . και άλλα παρόμοια. βροντοφώνησε το Βασιλόπουλο. να κλείσουν τα παράθυρα.Πού θέλεις να πάμε. .

Στρατός είστε σεις! Πού τον γυρεύετε αφού είστε όλοι μαζεμένοι εδώ. Εδώ θα πεθάνομε ή θα τους δαμάσομε! Παραμερίζοντας τον κόσμο. κρεμασμένος στο μπράτσο του γιου του.Όχι! είπε με απόφαση το Βασιλόπουλο. Άρματα θα γίνουν τα εργαλεία που σκάβετε τα χωράφια! Σε αντρειωμένα χέρια. τι γυρεύετε. εμπρός στο φρουραρχείο είδαν κόσμο πολύ που φώναζε και ζητούσε στρατό. Τώρα φθάνει το χτένι στον κόμπο! Τώρα νιώθομε πού μας τσούζει. Κάτω ο Βασιλιάς! Κάτω η Βασιλεία! φώναζε το πλήθος. . και η φωνή του ακούστηκε. Τι περιμένετε μαζεμένοι εδώ.Τόσο το καλύτερο! επανέλαβε πιο δυνατά το Βασιλόπουλο.Εσύ..Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΒ 53 Μα πριν προφθάσει το Βασιλόπουλο ν' αποκριθεί. Σ' ένα παράθυρο. Οι κάτοικοι της χώρας πετούσαν τα πράματα τους από το παράθυρο και τα φόρτωναν σε αμάξια ή σε μουλάρια. Και στους άντρες: . Τα κρεμαστά του μάγουλα ήταν κατακόκκινα και πυρωμένα. Ο τόπος ήταν ανάστατος. . πάλι. . Όλοι είχαν χάσει τα μυαλά τους. έτρεχαν να προφυλαχθούν στη χώρα. μαζεμένος στον ποταμό και στην πλατεία. . και σύσσωμο θα σηκωθεί. που κινδυνεύουν στην πέρα όχθη! Αφέντη. με τα μαλλιά του ολόρθα και τα μάτια του γουρλωμένα. όταν ο εχθρός ρημάζει τη χώρα μας. .. παιδιά. .. να πλακώσει τους εχθρούς που ποδοπατούν τη χώρα του! Πατέρα. πήγαινε μπροστά! φώναξε του Πολύκαρπου που τον ακολουθούσε. εμπρός! Ακολουθήσετε με! Όλοι ενωμένοι θα διώξομε τον εχθρό! . το έθνος ξυπνά επιτέλους. έλεγε περνώντας το Βασιλόπουλο.Ελάτε μαζί μου και μη φοβάστε! Σαν έφθασε στην πλατεία με το Βασιλιά. . να βοηθήσεις τους αδελφούς τους..Δεν έχομε στρατό! Ούτε άρματα δεν έχομε! φώναξαν μερικοί από μέσα από το πλήθος. Δε θέλουν πια τη βασιλεία. δεν έχομε κανένα φόβο.Δεν έχομε Βασιλιά. όλη εκείνη η πεδιάδα καταστρέφεται! Ο κόσμος. Πήγαινε στου Κακομοιρίδη. ο φρούραρχος.Ποιος σκέπτεται θρόνο και βασιλεία! φώναξε το Βασιλόπουλο. τυλιγμένος μες στην κουβέρτα του. παιδιά. μούγκρισε ο πρωτοβεστιάριος. πέρασε με το Βασιλιά και ανέβηκε στα σκαλοπάτια του φρουραρχείου. και τα μάτια του πεταμένα έξω από το κεφάλι του. Ο Βασιλιάς γύρισε στο γιο του απελπισμένος. πάρε όσα όπλα είναι έτοιμα και φερ' τα αμέσως στο ποτάμι. έβαλε φωτιά στα δάση. πάμε να φύγομε! παρακάλεσε ο Βασιλιάς. Ο Βασιλιάς έφυγε και μας παράτησε. . φώναζε πως στρατό δεν έχει και να πάνε να τον ζητήσουν από το Βασιλιά. ως πέρα στην πλατεία. για να φύγουν στα βουνά. . .Παιδί μου! Τι λες! Χάνομε το μισό μας βασίλειο! αναφώνησε ο Βασιλιάς. δεσπόζοντας το θόρυβο. κάθε σίδερο γίνεται όπλο! .Πηγαίνετε στα σπίτια σας και μη φοβάστε.. Και στις γυναίκες έλεγε: .Δεν έχομε αρχηγό! Το έστριψε ο Βασιλιάς! . φωνάζει και βρίζει που δε βγαίνεις να τους οδηγήσεις. κανένας δεν ήξερε τι έκανε. έλα τώρα! Και σέρνοντας το Βασιλιά από το μπράτσο. . . Άκου πώς μας βρίζουν! .Πατριώτες. κατρακύλησε μέσα ο πρωτοβεστιάριος. φώναξε δυνατά. Εκεί θα τους μαζέψω όλους.Ησυχία. Το έθνος ζει.Αχ. ενώ οι χωρικοί.Μα βρίζουν το θρόνο! Το Κράτος χάνεται! Σηκώθηκε επανάσταση στη χώρα.Τόσο το καλύτερο! είπε το Βασιλόπουλο με σφιγμένα δόντια.. Κάνετε καρδιά.Αφέντη! Αφέντη! Ο εχθρός καίει τη χώρα στο αντικρινό μέρος του ποταμού. ο εχθρός προχωρεί! Θα φθάσει στο ποτάμι. τρεχάτος κατέβηκε το βουνό.

Σα δεν έχουν όπλα. το Βασιλόπουλο τράβηξε κατά τον ποταμό. χωρίς να χάσει καιρό. . διέταξε: . . Και το πλήθος.Δώσ' μας όπλα! Κάτω ο Βασιλιάς! ξεφώνιζαν.Πού είναι ο Βασιλιάς. που γυρνά πάντα με τον τελευταίο που μίλησε. ξεφώνισε αγριεμένα: . ανέβαινε ο Βασιλιάς στο φρουραρχείο να ξεκουραστεί. έτοιμος να σας οδηγήσει στη μάχη! φώναξε το Βασιλόπουλο δείχνοντας το γέρο πατέρα του.Αν είναι δω ο Βασιλιάς.Εμπρός! Στο ποτάμι! Εκεί θα διοργανωθούμε. Και το ανθρώπινο κοπάδι. ξεφώνισε: . Ζήτω λοιπόν ο Βασιλιάς! . που εμπρός στον εξοργισμένο λαό του είχε ξαναβρεί την πατρογονική του υπερηφάνεια. με μια σπρωξιά. φώναξαν άλλοι. αναγνωρίσετε τον. . . . και με σταυρωμένα χέρια και ψηλά το κεφάλι κοίταζε το αγριεμένο πλήθος. και ας μη φορεί το στέμμα του. πάνε και τα παίρνουν από τους εχθρούς τα παλικάρια.Γεια σου. μα δε χτυπούν γέρους! .Ο Βασιλιάς μας δεν έφυγε.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΒ 54 . παιδιά! Ακολουθείτε με! Κι ενώ.Ο Βασιλιάς σας είναι δω. λεβέντη! Καλά του αποκρίθηκες! ακούστηκε μια φωνή. . φώναξε με αγανάκτηση. με το ενθουσιασμένο πλήθος που ξεφώνιζε πίσω του.Ναι. ανάμεσα σας. έριξε κάτω έναν που σήκωνε το χέρι να χτυπήσει το Βασιλιά. Δείξε μας το Βασιλιά! φώναξαν μερικοί. Ο Βασιλιάς σας είναι δω.Δώσ' μας όπλα! Κάτω ο Βασιλιάς! Έξω από δω ο Βασιλιάς! Μερικοί πιο αυθάδεις ανέβηκαν στα σκαλοπάτια φοβερίζοντας με το γρόθο. αποκαμωμένος και συγκινημένος. ζητάτε του πρώτα-πρώτα όπλα! φώναξε μια θυμωμένη φωνή. Ο Βασιλιάς είναι δω. όπλα! Δώσ' μας όπλα! επανέλαβαν άλλες φωνές. γυρνώντας άλλη μια φορά με τον τελευταίο που του επιβλήθηκε. λεβέντη! Οδήγησε μας εσύ και θα σε ακολουθήσομε! Ζήτω το Βασιλόπουλο μας! Ζήτω ο Βασιλιάς! Το Βασιλόπουλο. για να περάσομε αντίκρυ και να διώξομε τον εχθρό! Εμπρός.Γεια σου. που το πούλησε για να σας δώσει όπλα. Το Βασιλόπουλο όρμησε μπροστά στον πατέρα του και.

. είναι αυτά. Το νερό κατέβαινε με ορμή. άρχισε ν' ανεβαίνει τον ποταμό.Μα βέβαια! Βέβαια! Δίκιο έχει αυτός! μουρμούρισε. έτοιμοι να πελεκηθούν: . σπρώχνοντας τις φελούκες του με το κοντάρι. . Και πρόσθεσε: .Και βέβαια είναι. Έξαφνα χτύπησε το μέτωπο του: .Για τους ήσυχους καιρούς δουλεύεις. πρόσθεσε.Μυστική υπηρεσία του Κράτους.Λοιπόν τι λες να κάνω. πήδηξε στη γη. έκανε σοβαρά.Γέφυρα. ..Με κολακεύεις.Με αυτό. αλλά με βήμα κανονικό. Ξετύλιξε το σκοινί. αποκρίθηκε ο κουλός.. ο κουλός αντί να δέσει τις φελούκες του στη στεριά και να ξαπλωθεί στην «κάμαρα» του. πατριώτη. Και παράγγειλε στους παραγιούς του: . όπως το συνήθιζε.. και κατήντησε τέτοιο. αφού ως το βράδυ δεν τα τελειώνεις. . Δε βλέπω τάχα πως φτιάνεις θεόρατα καράβια. σα σίμωσε με τις φελούκες του. αποκρίθηκε ο κουλός. λες. Ο κουλός πήρε το σκοινί του και του το έδειξε. που δούλευε στο νερό κοντά. το έδεσε στη μέση του. και αργά. Ο πρωτομάστορης παράτησε τη δουλειά του και πλησίασε το νερό. τον είδε και τον φώναξε: . Τράβηξε για τη δεξιά όχθη του ποταμού και. . . Ο πρωτομάστορης ήταν συλλογισμένος. ακολουθώντας τις φελούκες με συλλογισμένα μάτια. είπε.Γέφυρα. Έχω βιαστική δουλειά να σας δώσω. μπήγοντας το κοντάρι του και μουρμουρίζοντας μελαγχολικά: Άλογ-α-α δε βρήκα-α-νε. Κάμποση ώρα ο πρωτομάστορης έμεινε ακίνητος. αποκρίθηκε ο κουλός. Προβατά-α-κια πήρανε. οι μουσαφίρηδες θα είναι αντίκρυ στρωμένοι. Και φαντάζεσαι πως η γέφυρα γίνεται σε τρεις ώρες.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΓ 55 Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΓ Όλην εκείνην την ημέρα η «Τρομάρα» και η «Αντάρα» είχαν πάγει κι έλθει πολλές φορές από τη μιαν ακροποταμιά στην άλλη. πατριώτη.. Αφού πέρασε και τον τελευταίο. ρώτησε ο πρωτομάστορης. το ρεύμα γίνουνταν όλο και δυνατότερο. ρώτησε έξαφνα. . Ο πρωτομάστορης Αμοιράκος. Ο ιδρώτας . που έφευγαν εμπρός στον εχθρό.Και με αυτά. . Για να κλέ-ε-ψουν άλο-ο-γα. ο κουλός όμως δε σταμάτησε. . και πριν βασιλέψει ο ήλιος.Και για ήσυχους καιρούς. σπρώχνοντας τις βάρκες του προς τ' απάνω του ποταμού και μουρμουρίζοντας μελαγχολικά: Βγήκαν κλέ-ε-φτες στα βου-ου-νά.Ξέρεις πως είπες κάτι πολύ σωστό. ανέβηκε την ακροποταμιά. περνώντας τους χωρικούς της πεδιάδας. που δεν μπορούσε πια με το κοντάρι να προχωρήσει.Παρατάτε τα καράβια όλοι σας! Κι ελάτε δω. σέρνοντας το σπίτι του. ανεβαίνοντας στην πλώρη και σέρνοντας πίσω του το κοντάρι.Για πού. .Και αμέ στραβός είμαι. Κι δείχνοντας τους κομμένους κορμούς που στοιβάζουνταν στην όχθη. . παραφέντη. Μα όσο ανέβαινε.Πού ξέρεις εσύ τι κάνω. Και ξανάρχισε το δρόμο του. Ο κουλός ωστόσο εξακολουθούσε να πηγαινοέρχεται από πλώρη σε πρύμη.

το στόμα του στέγνωσε. Το ποτάμι μας σέρνει γρηγορώτερα. . ρώτησε. και τράβηξε το σκοινί. . που σε μια στιγμή βρέθηκαν στη μέση του ποταμού.Ναι. σύννεφο σαΐτες πέταξαν από το δάσος και σκορπίστηκαν γύρω τους. τους έσερνε όλο και μακρύτερα από την εχθρική όχθη.Ναι.Ναι. . . .Δεν πιστεύω.Έσκασες όμως το άλογο σου. ένα άλογο με τον καβαλάρη του όρμησε από μέσα από τα δέντρα και γκρεμίστηκε μπροστά του. Ο κουλός τους χαιρέτησε με βαθιά υπόκλιση.Όσο θέλετε τραβάτε τώρα! φώναξε. Ο Πολύδωρος ανατρίχιασε. θα το πάρεις. Τους το άρπαξα. Αν δεν είχες βρεθεί εκεί.Λες να περάσομε το στενό. κάθησε κοντά στον υπασπιστή. οι φλέβες του λαιμού του πρήστηκαν από τον αγώνα. σαν από θαύμα. σαν έλθει η ώρα.τι και να γίνει. Μα το σταθερό αργό του βήμα δεν άλλαξε. Ο κουλός είχε μαζέψει το σκοινί του και ήσυχα το συγύριζε. Θα πάρω το κοντάρι μου.Ήσουν βιαστικός. μα είναι πολύ μακριά. είπε. . Τώρα είναι περιττό.Ήταν δικό τους. Και η όχθη γέμισε στρατιώτες. . κατεβαίνοντας με μεγάλη γρηγοράδα. δεν τα ξαναείδες ακόμα. . . Το δικό μου έσκασε στο δρόμο.Δε γίνεται τίποτα.Παρακάτω θα μας φθάσουν. ο καβαλάρης ξεμπερδεύτηκε από τις πατήτρες και σηκώθηκε.Τα κατάφερες. Το ρεύμα παρέσυρε τις φελούκες. Σε μια στιγμή.Τι εννοείς. Ο υπασπιστής έμεινε συλλογισμένος λίγη ώρα. Και ρώτησε: . τους βλέπω. ρώτησε. είπε ο υπασπιστής. . . Ο κουλός μ' ένα πήδημα έτρεξε στο δέντρο κι έκοψε το σκοινί. πώς κατάλαβες πως θα έφθανα τόσο γρήγορα και βρέθηκες εκεί στην ώρα. κρέμασε η γλώσσα του. πιτσιλώντας τους δυο άντρες με τα νερά που σήκωσαν. . έδεσε το σκοινί σ' ένα δέντρο και ξαπλώθηκε στο γρασίδι να ξελαχανιάσει.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΓ 56 έτρεχε ποτάμι από το μέτωπο του.Ναι.Στενεύει δηλαδή το ποτάμι. αφού κουλούριασε το σκοινί στην πλώρη. το ποτάμι που ήταν πολύ γρήγορο και κάμποσο φαρδύ σ' εκείνο το μέρος. Ο κουλός ανασηκώθηκε.Ναι! αποκρίθηκε ο Πολύδωρος. Τωόντι. . Λογάριασα πως στα τέσσερα θα 'ρχόσουν.Μην παινιέσαι. . . μα ώσπου να καλοκαταλάβει τι ήταν. . δε θα ξανάβλεπα τα φωτεινά μάτια του Βασιλόπουλου. . Έξαφνα ακούστηκε τρελό πηλαλητό αλόγου. ρώτησε. πρέπει να φθάσω.Γρήγορα! φώναξε.Μας ακολουθούν οι μουσαφιρέοι.Ό.Τα ξέρεις καλά τούτα τα μέρη. Μα πες μου εσύ. είπε ήσυχα. Την ίδια ώρα. Πήδα μέσα! Πήδηξε και αυτός στη βάρκα μαζί με τον Πολύδωρο. Το ποτάμι είναι φαρδύ και δε μας φθάνουν τα βέλη τους. Ήξερα πως αν βρεις άλογο. . .Κι έκανες καλά. . Με το κεφάλι έγνεψε ο κουλός κατά τη στεριά. . που για λόγου του θα γίνουμουν κομμάτια! Ο ναύτης. . Έφθασε στο Τρελόρεμα.

αποκρίθηκε η πνιγμένη φωνή του κουλού. και ο ναύτης με δυσκολία οδηγούσε τις φελούκες του. Μα δεν πρόφθασε ο κουλός ν' αποκριθεί. ξέφυγε μια σαΐτα. . πρόσθεσε: . . που τις πήρε πάλι το ρεύμα στη μέση του ποταμού. Σκούπισε βιαστικά το αίμα που τον τύφλωνε κι έκανε να σηκωθεί. γιατί να μην ξεμπαρκάρομε από τώρα. Έχει γκρεμνούς αδιάβατους κι αιώνια χιόνια. και το ποτάμι τον σκέπασε με το ασημένιο του σάβανο. Δεν μπορούσε και να πλησιάσει πολύ την αριστερή ακροποταμιά. στα πόδια του όρθιου βουνού. Μα άλλο βέλος τον πήρε στο στήθος και το κοντάρι ξέφυγε από τα χέρια του . αποκρίθηκε ο κουλός..Ναι! Μα πάμε πεζή στη χώρα. σωθήκαμε.Δεν είναι τίποτα.Παρών. Το ρεύμα ήταν δυνατό στο στενό αυτό μέρος.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΓ 57 . Σα χαλάζι έπεφταν τα βέλη γύρω στις φελούκες. Το χέρι του απλώθηκε για βοήθεια. οι μαύροι βράχοι.Και κανένας άλλος δρόμος δεν υπάρχει. .. έκανε ένα βήμα μπροστά. . . αποκρίθηκε ο κουλός. ένας από μας πρέπει να περάσει. Σιωπηλά κοίταζαν τα νερά που ολοένα στένευαν ανάμεσα στις όχθες. . ρώτησε ο Πολύδωρος. έγειρε μονοκόμματος κι έπεσε στο νερό. Η «Τρομάρα» και η «Αντάρα» γύρισαν απότομα και βγήκαν από τη μέση του ποταμού. είπε ο κουλός. . .Λαβώθηκες! ξεφώνισε. Αν καταφέρομε να βγούμε από το στενό. Και δείχνοντας τη φαρδιά πέτσινη ζώνη που φορούσε. Κάμποση ώρα τους έσυρε το ποτάμι χωρίς να μιλήσουν πια. αποκρίθηκε ο Πολύδωρος. που εδώ κι εκεί ξεμύτιζαν από τα νερά. . και πέντε-έξι σαίτες μπήχθηκαν στις φελούκες. ο κουλός σηκώθηκε μ' έναν πήδο και αρπάζοντας το κοντάρι του το έμπηξε με ορμή στον πάτο. Μα έξαφνα κλονίστηκε στα πόδια του. που πέρασε πλάγι του και μπήχθηκε παρακάτω στον ώμο του Πολύδωρου.Πρέπει αυτή να πάγει στα χέρια του Βασιλόπουλου.Λες πως βιάζεσαι να φθάσεις. Εσύ κι εγώ όμως ίσως δε φθάσομε.Δεν έχει δρόμο. είπε.Μα αν είναι τόσος κίνδυνος. . Τραβώντας το κοντάρι ο κουλός όρμησε στον υπασπιστή. . ρώτησε ο υπασπιστής. κανένας. Ο κουλός έτρεξε στην πλώρη και ξανάμπηξε το κοντάρι στον πάτο του ποταμού. Το σπίτι μου θα φθάσει πάντα.ίσως για τελευταίο αποχαιρετισμό -.Είμαστε ακόμα μακριά. είπε ο υπασπιστής. γιατί. μας ξαναφέρνει το ρεύμα στη μέση.Τι τρέχει. δεξιά. Ο Πολύδωρος είχε αρπάξει το κοντάρι και με ορμή το έμπηξε στον πάτο. μια τσουγκρανιά μόνο.. Μια στιγμή ακόμα το αιματωμένο του πρόσωπο φάνηκε στην επιφάνεια του νερού. . . φοβέριζαν κάθε στιγμή τα σαπιοσάνιδα της «Τρομάρας» και της «Αντάρας».Γρήγορος.. . Έξαφνα.Μονοχέρη.Τώρα θ' αρχίσει το πανηγύρι. και συνάμα ξεπρόβαλαν από μέσα από τα δέντρα. . για το Θεό.Περνούμε από πάνω από το βουνό. Σπρώξε το κοντάρι σου. Την ίδια στιγμή μια σαΐτα του τρύπησε το φρύδι και τον έριξε στα γόνατα. Και σκύβοντας γοργά.Λοιπόν ακουμπά την κάλλιο στην κάμαρα μου. αρματωμένοι καβαλαρέοι. . . . Όχι.Μόνο με φτερά μπορείς να περάσεις.Όχι. προς τ' αριστερά.Μονοχέρη! φώναξε με αγωνία ο Πολύδωρος. Ο κουλός χαμογέλασε. ρώτησε ο Πολύδωρος.

και σωριάστηκε στη φελούκα. κι έπεσε στα γόνατα κοντά του.Ζήτω ο στόλος του Αστόχαστου Α'. Το παλικάρι πέθανε. και σκούπισε το αίμα που έσταζε από τα μουσκεμένα μαλλιά. έσκυψε και είδε το αιματωμένο πρόσωπο. Αφέντη. για να μην τους δουν οι εχθροί. ώσπου να ετοιμάσει στρατό και στόλο. όπου οι εχθροί ήταν τώρα στρατοπεδευμένοι. Έκρυψε τους ανθρώπους του στο δάσος και τους παράγγειλε να μη βγουν από μέσα από τα δέντρα. και βάζοντας τον στο σημάδι. παράβγαιναν ποιος να του μπήξει περισσότερα βέλη στο κορμί. Από μακριά είδε κάτω από τα δέντρα ανθρώπους μαζεμένους και αναγνώρισε τον πρωτομάστορη σκυμμένο πάνω σ' ένα σώμα.. να τους υποχρεώσει να ξαναπεράσουν τα σύνορα. Του φάνηκε πως ο ήλιος έσβησε και μαύρη νύχτα απλώθηκε παντού. να πλακώσει με τους ανθρώπους του το κοιμισμένο στρατόπεδο. γρήγορα! πρόσταξε. είπε ο πρωτομάστορης. και τον φώναξε: Ε.Πολύδωρε! φώναξε.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΓ 58 και το πήρε το ποτάμι. Μονοχέρη! φώναξε πάλι.Ποιος. Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΔ Το Βασιλόπουλο είχε φθάσει στο ποτάμι. Εκεί να τους βαστάξει με κάθε τρόπο. ο πρωτομάστορης άφησε τις φελούκες να σιμώσουν. . και τότε πολεμώντας τους γερά. Με τη βοήθεια των παραγιών του έριξε στο νερό την πλωτή που έφτιανε.Φέρτε νερό. Κανένας δεν αποκρίθηκε. όπου κατέβαιναν αργά-αργά στα ήσυχα νερά. παιδιά το σκοινί ώσπου να φθάσω στη μέση του ποταμού. άλλο έκοψε το λουρί της ζώνης του και χύθηκαν μερικά φλουριά.. ώσπου χτύπησαν την πλωτή και σταμάτησαν μια στιγμή.. Αφέντη. και πήδηξε απάνω. . μερικοί στρατιώτες του έριξαν σαΐτες και του φώναξαν βρισιές. Οι καβαλάρηδες. .Μανούλα μου. πέταξαν θριαμβευτικές φωνές. ο πρωτομάστορης τις διέκρινε από μακριά.Λαργάρετε. αλλά δεν αναγνώρισε το ναύτη. . Σήκωσε το κεφάλι του υπασπιστή. . Και όλοι οι άλλοι ξεκαρδίστηκαν στα γέλια. . πατριώτη! πού κρύβεσαι. το ακούμπησε στο στήθος του. Και οι βάρκες ολοένα σίμωναν. φώναξε. Παραξενεύθηκε που δεν είδε τον κουλό να σπρώχνει το κοντάρι του. Μα άλλο βέλος τρύπησε το πλευρό του.Περιττό. Του φάνηκε σα να ξεχώρισε ένα κορμί ξαπλωμένο. Από κάτω από τα παραπόταμα δέντρα όπου δούλευε με πυρετική βία. .Τι τρέχει. Χωρίς να ταραχθεί. όπου το βέλος είχε μείνει μπηγμένο στο φρύδι. ή ξαπλωμένο στην πλώρη όπως το συνήθιζε. και να τους διώξει μακριά. μουρμούρισε. Μα για να επιτύχει το σκοπό του. έπρεπε να βρεθεί τρόπος να μεταφερθούν οι στρατιώτες του αντίκρυ. Το πρόσωπο του ήταν αγέλαστο και χλωμό. να ωφεληθεί από την αταξία και την τρομάρα που θα έπιανε τους εχθρούς. ρώτησε σιμώνοντας. Ανασηκώθηκε με κόπο και ξανάδεσε το λουρί. Άρπαξε τότε το σκοινί. .Πατριώτη! Ε. Ο πρωτομάστορης δεν έχασε καιρό. Ο πρωτομάστορης άκουσε τη φωνή του και γύρισε.Εσένα ζήτησε. είπε χωρίς να σηκωθεί. . . Ένα τον βρήκε στο λαιμό. ρώτησε το Βασιλόπουλο. . Και παραμερίζοντας τους εργάτες. Μα δεν ακούστηκε απόκριση. Το σχέδιο του ήταν τη νύχτα να περάσει στην άλλη όχθη. φώναξε ένας. Το ρεύμα έπαιρνε ολοένα την «Τρομάρα» και την «Αντάρα».. που ήταν κουλουριασμένο στην πλώρη. κι έκανε νόημα να τον τραβήξουν στην όχθη. Απ' αντίκρυ. Πήγε λοιπόν αμέσως να βρει τον Αμοιράκο για να του προτείνει ένα σχέδιο του. βγάζοντας τες πέρα από το στενό στο ανοιχτό ποτάμι. βλέποντας πεσμένο το πληγωμένο παλικάρι.

άρχισε το Βασιλόπουλο. ..Σ' ευχαριστώ στ' όνομα της Πατρίδας. τι θέλεις.Έκανα μονάχα το καθήκον μου. Το λουρί λύθηκε και χρυσά φλουριά χύθηκαν στο χώμα.Ξέρω πως πούλησες το σπίτι σου και ό. δεν μπορώ να καταπιαστώ τακτικό πόλεμο. Μα τώρα σου ζητώ να παρατήσεις τα καράβια σου. αποκρίθηκε ο πρωτομάστορης. . Στο λάκκο μέσα. ρώτησε ενθουσιασμένο το Βασιλόπουλο.Όχι..Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΔ 59 . Πες. ρώτησε. πρέπει εσύ να με βοηθήσεις. . Μα πρέπει γι' αυτό να περάσομε το ποτάμι. . όπου τον ξάπλωσε το Βασιλόπουλο. μα ο ναύτης δε βρέθηκε. Ήταν αναίσθητος σαν τον κατέβασα στη στεριά και βουτηγμένος στο αίμα.. . είτε στη νίκη! Πατριώτες! Χαιρετήσετε τον Πρωτομάρτυρα! Και σιωπηλά όλοι γύρω γονάτισαν.Ποιος σου είπε να την κάνεις.Σκέφθηκα πως πρέπει να μου φτιάσεις μια πρόχειρη γέφυρα.Δε γίνεται! Θα ζήσει! Πρέπει να ζήσει! φώναξε το Βασιλόπουλο. .Πρωτομάστορη. γιατί η ώρα περνούσε και ο εχθρός είχε ζυγώσει.. Δεν έλαβε απόκριση..Την έχω μισοέτοιμη. δεν τον είδα πια. Από την ώρα που ανέβηκε το ποτάμι.. που είχε ξυπνήσει στην ψυχή του τόση ομορφιά και δύναμη.τι θέλεις θα το κάνω. συλλογίστηκα να πέσω απόψε με τους στρατιώτες μου στο εχθρικό στρατόπεδο και να τους διώξω. έχω ένα σχέδιο για απόψε.τι είχες.Δε σου είπε πού πήγαινε. Τοτε σηκώθηκε το Βασιλόπουλο και γύρισε στους άντρες του. Αφέντη. και η φωνή του έτρεμε από την ταραχή της ψυχής του. Το πληγωμένο παλικάρι βρέθηκε μέσα στις φελούκες του.Δεν ξέρω.Σου έφτιαξα λοιπόν πολλές πλωτές. . Αφέντη. σιωπηλά και ήσυχα θα δέσομε τις πλωτές τη μια με την άλλη. Τα μάτια του είχαν σβήσει χωρίς ν' ανταμώσουν του Αφέντη τη φωτεινή ματιά.Και ο Πολύδωρος δε σου είπε τίποτα. Την ώρα που διατάξεις. Έθαψαν το παλικάρι εκεί που ξεψύχησε. Είπε μόνο: «Μυστική υπηρεσία του Κράτους»! Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. αυτό θες να πεις. . Θέλω αμέσως να του μιλήσω! . Αφέντη. . Αλλά ο πρωτομάστορης τον διέκοψε.Ο κουλός. μαρμαρωμένα στην παντοτινή σιωπή. και από μέτριο άνθρωπο τον έκανε ήρωα. . με ακούς! Μίλησε μου. είπε το Βασιλόπουλο. Το Βασιλόπουλο απόρησε. και σας έδειξε το δρόμο για να φθάσετε στη δόξα. Πικρό χαμόγελο είχε παγώσει τα χείλια του. είπε. .Πού είναι ο ναύτης. με χέρια σταυρωμένα κοιμούνταν ο Πολύδωρος το στερνό του ύπνο. σαν τον ρώτησες. Με νευρικά δάχτυλα έσπρωξε την πέτσινη ζώνη ν' ακούσει αν χτυπά η καρδιά. Το παλικάρι αυθόρμητα έδωσε τη ζωή του στην πατρίδα. Έχω ανάγκη από κάτι πιο βιαστικό. . . Μουρμούρισε μόνο τ' όνομα σου δυο φορές και ξεψύχησε.Δεν πρόφθασε. Τα σφιγμένα χείλια έμειναν βουβά. Και διηγήθηκε στο Βασιλόπουλο τα λόγια που είχε ανταλλάξει με το ναύτη.. .Πρόσταξε. Με βαριά καρδιά έπιασε πάλι ο καθένας τη δουλειά του.Με το στρατό που έχω. Δοκίμασα να τον συνεφέρω..Στρατιώτες! φώναξε. . . για να πληρώσεις τεχνίτες και να μου φτιάσεις στόλο. είπε απλά ο πρωτομάστορης. είτε στο θάνατο σας πάγω. είπε συγκινημένος. .Και δεν έχεις καράβια. Ό. .Τα παράτησα. Το Βασιλόπουλο του άπλωσε το χέρι. αποκρίθηκε ο πρωτομάστορης. . μα δεν άνοιξε τα μάτια του. . Από τον καθένα σας απόψε ζητώ την ίδια θυσία. αποκρίθηκε ο πρωτομάστορης. Πολύδωρε. εξακολούθησε. Μα για να το επιτύχω. και ο στρατός ολόκληρος θα περάσει. Λοιπόν. αποκρίθηκε ο πρωτομάστορης.

και οι πρώτοι εχθροί πηδούσαν στις πλωτές. με τα μακριά τους δρεπάνια. Πάρε τ' άρματα σου και ακολούθα με! Εσύ με πήρες στο λαιμό σου και με παρέσυρες να κάνω τούτο τον πόλεμο. . Ο κυρ-Λαγόκαρδος όμως. Και στο μεταξύ. παιδιά! Στο ποτάμι! Μα το Βασιλόπουλο τον είδε.Εμπρός! Εμπρός! φώναζε το Βασιλόπουλο. ενόσω στο ποτάμι ο πρωτομάστορης με τους παραγιούς του σιωπηλά έδενε τις πλωτές τη μια με την άλλη και τις στερέωνε στις δυο όχθες. οι στρατιώτες του Βασιλόπουλου. θέριζαν τους άντρες που έπεφταν σα στάχυα. Στο σημείο αυτό. αφού κατάκλεβαν από τα σπίτια ό. Κατόρθωσε να μαζέψει μερικούς και θέλησε ν' αντισταθεί. Όπως πέρασαν αυτοί το νερό. Εμπρός! Το Βασιλιά τους να πιάσομε. είπε. πρώτο το Βασιλόπουλο ξεσπάθωσε και ρίχθηκε καταπάνω στους εχθρούς. κοιμούνταν βαριά. και παρατούσαν τα χωριά τους που τα έκαιαν οι εχθροί. Μα δεν ήταν εύκολο να τα βρουν στο σκοτάδι της αφέγγαρης νύχτας. Μπροστά του οι κάτοικοι έφευγαν. Σιωπηλά.Σα γυρίσει ο κουλός απόψε. κόψε τα σκοινιά! βροντοφώνησε. Το Βασιλόπουλο είχε κατατάξει τους στρατιώτες του. δεν μπορούσε πια να σταθεί στα πόδια του και κάθησε χάμω. Και οταν μας δουν να φθάνομε στα σπίτια τους. πνίγοντας τον κρότο των βημάτων τους. Μα ο Άρχοντας ήταν παλικαράς. . Έξαφνα έλαμψε μια φωτιά κοντά στο ποτάμι. Το Βασιλόπουλο κατάλαβε αμέσως πόσο μπορούσε να ωφεληθεί από αυτή την αμέλεια. Στην αρχή δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι έτρεχε. Οι εχθροί ξύπνησαν τρομαγμένοι από τις φωνές. και βαστώντας την αναπνοή τους περίμεναν το σύνθημα. αν περνούσαν οι εχθροί στην αριστερή όχθη. χωρίς καν να σκεφθούν να βάλουν φρουρούς.τι μπορούσαν να σηκώσουν. πριν σκεφθούν αυτοί να διαφεντευθούν. όπου δεν έμενε ούτε ένας στρατιώτης. αλαλάζοντας. Και με το σπαθί στο χέρι έτρεξε στη σκηνή του θείου Βασιλιά. οι Μοιρολάτρες περίζωσαν το στρατόπεδο. και πρώτος πάτησε τη γέφυρα και πέρασε στο αντικρινό μέρος. ας τον πνίξει το ποτάμι! . άρπαξε ευθύς τα όπλα του και θέλησε να συμμαζέψει τους στρατιώτες του. και θέλησαν να τρέξουν κατά τον κάμπο. Δεν άργησαν όμως ν' αντιληφθούν πως κάποιος άγνωστος εχθρός τους χτυπούσε κι έτρεξαν στα όπλα. ο θυμός του έγινε μανία και άρχισε να τους χτυπά με το κοντάρι του. . αφού τους μοίρασε τα όπλα καθώς και όλα τα δρεπάνια. Αντιλήφθηκε αμέσως τι πανωλεθρία θ' ακολουθούσε. από την τρεμούλα που τον έπιασε. Κανένα λόγο για ν' ανησυχήσει δεν μπορούσε να έχει ο θείος Βασιλιάς. Βλέποντας τους στρατιώτες του να φεύγουν. να δείτε αν ξέρει αυτός να πολεμήσει και να σας προστατέψει! Με τις φωνές του σταμάτησε ακόμα μερικούς. Το εχθρικό στρατόπεδο κοιμούνταν ησυχότατο. Είχε νυχτώσει καλά. θα σκορπίσουν σα σπουργίτια! Εμπρός. και με μερικούς διαλεχτούς στρατιώτες έπεσε καταπάνω τους και σκότωσε τόσους πολλούς. Τόσο εύκολα δεν παραδίνουνταν. Με χαμηλή φωνή έδινε τις τελευταίες του οδηγίες. και ο θείος Βασιλιάς τον κλώτσησε με θυμό και αηδία και βγήκε από τη σκηνή του. που το αίμα έτρεχε ποτάμι. Γυρνάτε πίσω! Ελάτε γύρω στο Βασιλιά σας. με την ελπίδα να σωθούν. και οι στρατιώτες του Βασιλόπουλου πρόφθασαν κι έσφαξαν καμπόσους. θέλω να τον δω. Και αν κανένας από τους δικούς μας θελήσει να φύγει.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΔ 60 . κοπάδια τρομαγμένα. μα το βράδυ ο κουλός δε γύρισε. θα το περάσομε κι εμείς. τις τσάπες και όσα άλλα εργαλεία του είχαν φέρει οι χωρικοί.Πιάσε το σπαθί σου. Το Βασιλόπουλο έδωσε το σύνθημα. τον ακολούθησαν οι στρατιώτες. Όλα ήταν έτοιμα.Άνανδροι! Πού τρέχετε σαν τ' αρνιά που τα κυνηγάει ο λύκος.Στο ποτάμι τώρα! πρόσταξε. Και κουρασμένοι από το δρόμο που είχαν κάνει εκείνη την ημέρα. . φωνάζοντας: . Με τους διαλεχτούς του έτρεξε στη γέφυρα κι έφθασε την ώρα που τσάκιζε το μικρό σώμα που τη φύλαγε. Με τις πρώτες φωνές ξύπνησε. Έβγα τώρα και πολέμα μαζί μου. ούτε οι στρατιώτες του.Σπάσε τη γέφυρα! Πρωτομάστορη. Μα ο κυρ-Λαγόκαρδος ούτε να κουνήσει δεν μπορούσε. Μα το Βασιλόπουλο φύλαγε. και απ' όλες τις μεριές μαζί. Ο θείος Βασιλιάς είχε φθάσει ως το ποτάμι χωρίς ν' απαντήσει στρατιώτη. Πανικός έπιασε τους εχθρούς. δειλέ! του φώναξε άγρια ο σύμμαχος του.

. Ο νέος άνοιξε τα μάτια. και το παράδειγμα του έδινε καρδιά και στον πιο δειλό. είπε βαθιά ταραγμένος. ξυλοκόπος. πετάχθηκε στη γέφυρα και με δυο τσεκουριές την έκοψε στη μέση. και με το θάρρος σου. σαν ήλθε η ώρα. Αλλά έξαφνα πετάχθηκε ο ίδιος νέος που είχε κόψει τα σκοινιά της γέφυρας. Αφέντη! φώναξε. Το Βασιλόπουλο. έτρεξε στο ποτάμι και με κίνδυνο της ζωής του. σαστισμένοι με την τόλμη του. έκοψε τα σκοινιά που βαστούσαν ακόμα τις πλωτές δεμένες στη στεριά. Έκλεισε τα μάτια του κι έγειρε αργά το κεφάλι. και το ακολουθήσαμε όλοι. . Ο ίδιος ο Βασιλιάς τους μόλις πρόφθασε να σωθεί. βλέποντας κομμένο το δρόμο. θέλησαν να γυρίσουν πίσω.. Και οι πλωτές χωρίστηκαν σε δύο μέρη. .. είδε το Βασιλόπουλο σκυμμένο απάνω του και χαμογέλασε. θυμήθηκα. ούτε σάλεψε πια. και με το σώμα του σκέπασε το Βασιλόπουλο. βλέποντας το Βασιλόπουλο πεσμένο. τ' άρματα μου και την κόρη μου θα δώσω σ' εκείνον που θα μου φέρει αυτό το παλικάρι. Όρμησαν οι διαλεχτοί του αξιωματικοί και στρατιώτες να τον αρπάξουν.Παιδιά! φώναξε στους δικούς του.. και η μισή γέφυρα παρασύρθηκε από το ρεύμα με όσους εχθρούς είχαν προφθάσει να πηδήξουν απάνω της. κατέστρεψες τόσους εχθρούς.. . αψηφώντας τις πληγές του. . από μέσα από τους συντρόφους του Βασιλόπουλου πετάχθηκε ένας νέος. είπε με κόπο. Και χάθηκε πάλι ο νέος ανάμεσα στους στρατιώτες... . Στη λάμψη της φλόγας αναγνώρισε το νέο της ταβέρνας. Πήρε από ένα πεθαμένο εχθρό το παγούρι. . όταν έσπασε το σπαθί του στα χέρια του. που το Βασιλόπουλο έπεσε στα γόνατα.. αψηφώντας τα κοντάρια των εχθρών. και συχώρνα με.Ξέχασε τ' άλλα λόγια που σου είπα.. κόβοντας τη γέφυρα. Το Βασιλόπουλο έσκυψε και τον φίλησε.. Βγήκε το Βασιλόπουλο. γονατισμένο στο χώμα. Μια μαχαιριά του είχε ανοίξει το μέτωπο. Μ' αυτή η στιγμή είχε αρκέσει. τους έσπρωξαν πίσω. τους τσάκισαν και τους έτρεψαν σε φυγή. μουρμούρισε με σβησμένη φωνή. . Το άλογο μου.. μουρμούρισε.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΔ 61 Από την αντικρινή όχθη τον άκουσε ο πρωτομάστορης. ζωντανό ή πεθαμένο. Οι εχθροί. Μα έξαφνα. Ο θείος Βασιλιάς τον είδε και τον αναγνώρισε στη λάμψη της φωτιάς που έκαιε ακόμα στην ακροποταμιά. Και σωριάστηκε αναίσθητος.. . Σα λεοντάρι πολεμούσε το Βασιλόπουλο. κυλιόμενος στο αίμα του. Μα ο νέος δεν αποκρίθηκε. και Βασιλόπουλο. τα λόγια μου. Σε μια στιγμή δέκα σπαθιά τον τρύπησαν.Χωροφύλακας. πρόσταξε. άρχιζαν να δειλιάζουν και να υποχωρούν. μα το Βασιλόπουλο εξακολουθούσε να πελεκά. Ένας του έμπηξε τη λόγχη στον ώμο με τόση ορμή.Φύγε. Με άγριες φωνές ρίχθηκαν τότε επάνω του. Βλέπεις. έγιναν θηρία.Δώστε μου ένα φως. γύρευε να συνεφέρει το νέο που με θυσία της ζωής του τον είχε σώσει. και οι εχθροί. κι έχυσε μερικές στάλες στα χωρισμένα χείλια του.. Και του έφεραν αναμμένο δαδί...Αυτός. Μα το σπαθί του Βασιλόπουλου θέριζε κεφάλια ανοίγοντας κύκλο γύρω του.Μου έσωσες τη ζωή σήμερα. εδώ!. Οι Μοιρολάτρες... Τι συγχώρηση ζητάς. Θα τον έσφαζαν βέβαια.. Στην αγκαλιά του Βασιλόπουλου είχε ξεψυχήσει. και βλέποντας τη μάχη χαμένη πήδηξε στο άλογο του και ξέφυγε κατά τον κάμπο με τα συντρίμματα του στρατού του. και με καινούρια ορμή ρίχθηκαν στους εχθρούς.

τον ρώτησε. αποκρίθηκαν.Όχι τώρα.Ο δικαστής! φώναξε. . ξαπλώθηκε στα χώματα. κόπηκαν ολότελα τα γόνατα του και.Έλα δω.Έκανε κείνο που θα κάναμε όλοι. πρόσταξε. πρόσταξε να τον φέρουν μπροστά του. γλιστρώντας από τα χέρια των στρατιωτών. Αφέντη μου! κλαύθηκε.τι έβρισκαν να φάνε.Σκοτώθηκε για να με σώσει. Ένας φίλος μου κάθησε να ξεκουραστεί. Εκείνη την ώρα έφθασαν μερικοί στρατιώτες σέρνοντας μαζί τους τον κυρ-Λαγόκαρδο. αποκρίθηκε ο Κακομοιρίδης. Το κεφάλι του ήταν πεσμένο μπροστά. Ο Αφέντης είναι αποκαμωμένος. Μα από τη μια τρομάρα έπεσα σε . που βρίσκονταν κοντά στη σκηνή του θείου Βασιλιά. Τον βρήκε καθισμένο σ' έναν κορμό δέντρου με το κεφάλι μαντιλοδεμένο. έπλενε κι έδενε την πληγή του ώμου του. ρώτησε ο Κακομοιρίδης. σε θέλομε να σου δείξομε κάτι. Μα το Βασιλόπουλο τον άκουσε και θέλησε να μάθει τι έτρεχε. Και τι να δούμε. Ο ατάραχος τρόπος του Βασιλόπουλου καθησύχασε τους φόβους του κυρ-Λαγόκαρδου. . Και όλοι μαζί ξεκαρδίστηκαν στα γέλια. γύρισε και. ρώτησε πού ήταν. τα μαλλιά του άνω-κάτω.Πού ήταν. . . Μα μόλις τον είδε κοντοστάθηκε. . Μπήκαμε στη σκηνή του Βασιλιά να μαζέψομε τα πράματα και να τα πάμε στο Βασιλόπουλο. Πώς δεν έφυγε με τους άλλους.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΕ 62 Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΕ Ο Κακομοιρίδης. Με ανησυχία τον αναζητούσε δω κι εκεί. Ο Κακομοιρίδης σίμωσε και θέλησε να διώξει τους στρατιώτες και ν' αφήσει ελεύθερο τον άνθρωπο. αφού κυνήγησε κάμποση ώρα τους εχθρούς.Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αν ήξερες τι τράβηξα αφότου δε σε είδα! Έφυγα ο κακομοίρης για να σωθώ από τον Πανουργάκο. Πληγωμένος είναι ή άρρωστος. Μα δεν ήξεραν να του πουν.Κυρ-Λαγόκαρδε. . Οι άντρες. Και πήγε πάλι να γυρέψει το Βασιλόπουλο. το πλούσιο βελουδένιο βυσσινί του ρούχο κάτασπρο από τη σκόνη. ρώτησε ο Κακομοιρίδης. .Αχ. Την αφεντιά του. Ανάμεσα τους βαστούσαν έναν άνθρωπο από τις μασχάλες. κι έξαφνα το κάθισμα γκρεμίστηκε και ο φίλος μου έπεσε ανάσκελα. . μάζευαν από τις σκηνές των εχθρών ό. είπαν. έπεφτε χάμω. όταν είδαμε κει ένα κάθισμα σκεπασμένο με χαλί. και αμέσως ξαναθάρρεψε. τους είπε ο Κακομοιρίδης. κι ετοιμάζουνταν να πέσουν να κοιμηθούν. . . Και. . μισοπεθαμένο από το φόβο! Ο Κακομοιρίδης τον κοίταξε με αηδία. κυρ-Κακομοιρίδη. μη βλέποντας το Βασιλόπουλο. που πολεμούσε στην άλλη άκρη του στρατοπέδου. έχεις καμιάν εξήγηση να δώσεις πώς βρέθηκες εδώ. τον φώναξαν. όταν μερικοί στρατιώτες.Τι έχει αυτός ο δυστυχισμένος. Ένας στρατιώτης.Μη ρωτάς πώς τον βρήκαμε! είπε ένας στρατιώτης. και το Βασιλόπουλο τον έδειξε του Κακομοιρίδη. Τρομάξαμε μην τύχει και σπάσαμε τίποτα πολύτιμο και βιαστικά σηκώσαμε το χαλί. κουρασμένοι και πεινασμένοι. Καθώς άκουσε ο κυρ-Λαγόκαρδος τη φωνή του Κακομοιρίδη. Οι στρατιώτες ξέσπασαν πάλι στα γέλια. Η μέρα άρχιζε να γλυκοχαράζει.Μαζέψετε τον και φέρετε τον στο Βασιλόπουλο. . Σαν είδε και αναγνώρισε το δικαστή. Στα πόδια του ήταν ξαπλωμένο το αιματωμένο σώμα του νέου. Η Αφεντιά του θα τον δικάσει. που θα με σκότωνε αν μάθαινε όσα σου είπα. μόνο τρέμει από το φόβο του. μόλις έκαναν οι στρατιώτες να τον αφήσουν. που βρέθηκε να είναι γιατρός. είπε με βραχνή φωνή.

ρώτησε. και μ' έσωσες από τα χέρια αυτού του σκληρού Βασιλιά! Σταυροκοπήθηκε. Ο Θεός με λυπήθηκε και σ' έβγαλε νικητή. και μου πρότεινε μεγαλεία και πλούτη.Λοιπόν. .Κάνετε το χρέος σας. . είπε το Βασιλόπουλο. και προτού προφθάσω να πω ωχ.Ο Θεός με λυπήθηκε! Το Βασιλόπουλο έβγαλε από την τσέπη του ρούχου του ένα ζαρουκλιασμένο αιματωμένο χαρτί. ρώτησε ήσυχα το Βασιλόπουλο. τότε μου είπε ο Βασιλιάς ο θείος σου. Οι στρατιώτες έσυραν τον Λαγόκαρδο στην ακροποταμιά.Λοιπόν. κυλίστηκε στα πόδια του Βασιλόπουλου γυρεύοντας να τα φιλήσει. Το Βασιλόπουλο σηκώθηκε αηδιασμένο. αν ήθελα να τον οδηγήσω ως εδώ. και μ' έδεσε σ' ένα άλογο και μ' έφερε αλυσοδεμένο ως εδώ. Και γυρνώντας στους στρατιώτες του: . μα αυτή τη φορά με κάποια ανησυχία. και αναγνώρισε το γράμμα που είχε γράψει του Πανουργάκου. Η βαθιά σιωπή ολωνών του φαίνουνταν δυσάρεστη. είπε πάλι το Βασιλόπουλο. με άρπαξαν και μ' έσυραν στο Βασιλιά το θείο σου. επρόδωσες την Πατρίδα. Σταμάτησε μια στιγμή κι έριξε γύρω μια πονηρή ματιά. . Καθώς έριξε ο Λαγόκαρδος μια ματιά. είπε. . Μα πού εγώ ν' ακούσω από τέτοια! Και πάλι κοίταξε γύρω του. με πρόσωπο αναλυμένο από τον τρόμο. να βεβαιωθεί πως τον πιστεύουν. δείχνοντας τον πεθαμένο νέο. λυπήσου με! φώναξε τρέμοντας. σκούπισε τα μάτια του κι επανέλαβε με τρεμουλιάρικη φωνή: . Και γύρισε να φύγει.Λυπήσου με! ξεφώνισε ο προδότης. Ετούτη είναι τιμημένη γη. το ξεδίπλωσε και το άπλωσε μπρος στο δικαστή. .Εγώ του αποκρίθηκα πως προτιμώ χίλιες φορές το θάνατο παρά να δεχθώ τέτοιο παζάρι. Κάποιος στρατιώτης έριξε ένα σκοινί στο κλαδί του δέντρου εκεί μπροστά. εξακολούθησε ο Λαγόκαρδος.Λαγόκαρδε. . αργά προφέροντας τις λέξεις. . Συγχώρηση! Κι ελεεινός. έγινε πράσινος κι έπεσε στα γόνατα. πως είχε σκοπό να καταχτήσει το βασίλειο του πατέρα σου του Βασιλιά. στα πόδια μιας ψηλής βαλανιδιάς. . .Το αναγνωρίζεις αυτό. ο προδότης είχε πληρώσει την αμαρτία του. Και πριν βγει ο ήλιος. και να κρεμαστείς.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΕ 63 τρισχειρότερο κακό! Πέρασα το γειτονικό βασίλειο. . πρόσθεσε σοβαρά.Συχώρνα με! Αφέντη. . Στ' όνομα της Πατρίδας σε καταδικάζω να πεθάνεις με το θάνατο του προδότη.Λοιπόν. Και θύμωσε ο Βασιλιάς ο θείος σου.Η Πατρίδα σε καταδικάζει.Όχι εδώ! είπε το Βασιλόπουλο.

. . Και τι έπαθε το κεφάλι σου. Μερικά αγριόχορτα έβραζαν σ' ένα τέντζερε απάνω στη φωτιά. Στο παράθυρο καθισμένη.Όχι. και σήμερα δεν έχομε τίποτα να φάμε! . και νίκησαν. για να γλιτώσει ο γιος σου. .Ναι. Ο πρωτομάστορης με τους παραγιούς του ξανάδεσαν το γεφύρι.. Σηκώθηκε στενάζοντας να βγει έξω και μπροστά της είδε το Βασιλόπουλο με το κεφάλι δεμένο και με το χέρι κρεμασμένο. κατακόκκινα και πρισμένα από τα κλάματα. η Ειρηνούλα κοίταζε κατά το ποτάμι. Μα έξαφνα αλλάζοντας τόνο ρώτησε: . ρώτησε. . . πρόσθεσε η Βασίλισσα χωρίς να σηκωθεί. Το Βασιλόπουλο έστεκε σα ζαλισμένο. Και με τι χόρτα! Αγριόχορτα! Και γυρνώντας στο γιο του ρώτησε απότομα: . .. Καιρός ήταν να θυμηθείς να γυρίσεις στο πατρικό σου! Δε συλλογιέσαι και μας εδώ τι τραβούμε. τους οδήγησα στη μάχη και πολέμησαν σα λεοντάρια. Οι εχθροί είχαν φύγει.Αλήθεια. . και με ακούραστη υπομονή καταγίνουνταν να φτιάσει μια κορώνα με μολυβόχαρτο και τενεκεδάκια. έστειλε προσκόπους να δουν πού βρίσκουνταν οι εχθροί και πόσοι ήταν. ωραία πράματα γίνηκαν όσο έλειπες! Οι αδελφές σου ξεπόρτισαν μαζί με τις παρακόρες. με την ελπίδα να δει την Ειρηνούλα πρώτη. και τι ξένους! Ένα σωρό προστυχιάρηδες. τι έκανες χθες με όλους αυτούς τους λυσσασμένους..Βέβαια! Με χόρτα τώρα θα ζούμε! είπε ο Βασιλιάς. οι στρατιώτες έθαψαν τους σκοτωμένους εχθρούς και φίλους.Έχομε.Πού ήσουν. Το Βασιλόπουλο. και φύγανε. μόνο στη χώρα μου γυρίζεις. . Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Πώς τους ξεφορτώθηκες.Αμέ βέβαια! Με τους ξένους γυρνάς. Τα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα.. κάπως ντροπιασμένος για τα ασυλλόγιστα λόγια που είχε πει. Ύστερα ανέβηκε στο παλάτι.Και πού πήγαν. πατέρα. Η Βασίλισσα κάθουνταν κοντά στο τραπέζι. παραδομένη στην κορώνα της. και τους δικούς σου ούτε τους συλλογίζεσαι! είπε ο Βασιλιάς. χωρίς να με πάρουν και μένα μαζί. Εσύ είσαι επιτέλους. μισοχαρούμενος. για να φτιάσουν όπλα καινούρια και αρκετά. και ο Κακομοιρίδης εγύρισε στο μεταλλείο και το σιδηρουργείο με τον αδελφό του. Μα όλο ξανασπούσε η κορώνα και όλο ξανάρχιζε η Βασίλισσα. φώναξε. πατέρα. Τι έπαθες. Το μαγειριό ήταν σε τάξη. και παραξενεύθηκε που δεν άκουσε τις συνηθισμένες φωνές της Ζήλιως και της Πικρόχολης. και κάθε λίγο σκούπιζε τα μάτια της. πες μου.Τι.Όσα ξέρεις τόσα ξέρω! αποκρίθηκε ο Βασιλιάς με μεγάλες χειρονομίες. Να δεις. ώστε να ξαναρχίσει ο πόλεμος και να διώξουν τους εχθρούς πέρα από τα σύνορα. Ο Βασιλιάς σταμάτησε. Έβγαλε μια φωνή και ρίχθηκε στο λαιμό του. Πήγε ίσια στο μαγειριό. Θα σου κάνω ωραία σούπα. Μάζεψα αυγά στο δάσος κι έβρασα ξυνήθρα. κι έσωσαν το βασίλειο σου. και πήραν μαζί τους όσο φαγί περίσσεψε από χθες. . Ο Βασιλιάς με τα χέρια στις τσέπες πήγαινε κι έρχουνταν συλλογισμένος και νευρικός. Φύγανε χωρίς να μας πουν τίποτα. οι άκαρδες.Εσύ τουλάχιστον συλλογίστηκες να σκοτώσεις κανένα αγριόπουλο. είπε η Ειρηνούλα σκουπίζοντας τα μάτια της που ολοένα ξαναγέμιζαν δάκρυα. μα έμενε δουλειά πολλή να γίνει. Ο Βασιλιάς γύρισε με ορμή. και πέθαναν. κι έβαλε φρουρούς στο γύρο. αφού έστησε το στρατόπεδο του. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. είπε μισοθυμωμένος. Να.Δεν τους ξεφορτώθηκα. είπε με συγκίνηση το Βασιλόπουλο. . Σε χτύπησαν αυτοί.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΣΤ 64 Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΣΤ Πολύ λίγη ώρα αναπαύτηκαν οι στρατιώτες εκείνη την ημέρα. αλλά η αδελφή του έλειπε και το Βασιλόπουλο πήγε στην τραπεζαρία να τη ζητήσει. δεν πρόφθασα.

.Τα φλουριά αυτά είναι ιερά.Ο εχθρός δεν έφυγε.Πού. Μα πού να τα βρει. καθώς είδε τα φλουριά. είπε. Στείλε γρήγορα τον Πολύκαρπο να μας αγοράσει κανένα παχύ-παχύ γαλόπουλο. Τι να κάνομε. . μαζί με το Βασιλιά τους. πρόσθεσε συγκινημένος. Περνούσε από το δάσος. πατέρα. μα δε θέλει. είπε. ούτε αυτό δε θ' αρκούσε. Έγινε μάχη. κι ας μη φαίνεται. Και ωστόσο θα τρώμε σούπες από ξυνήθρα.Αφέντη. κι έτρεψαν τους εχθρούς σε φυγή. .Πώς θα τα ξοδιάσεις. και πάλι δε φθάνουν. λέει να δώσει τίποτα χωρίς πληρωμή. Εσύ τους ξύπνησες. το ήξερε. Ο Βασιλιάς τον άκουε. και μαύρη λύπη του γέμιζε την καρδιά βλέποντας τους ακαλλιέργητους κάμπους. είπε. Είπε με τι ανδρεία πολέμησαν ως το πρωί. Αύριο βλέπομε τι θα γίνει. Μα. Το Βασιλόπουλο σήκωσε το κεφάλι. γιατί κανένας δε δούλεψε χθες. Κι έκανε ν' αρπάξει τη ζώνη. Μα πού. γυρεύοντας να συγκρατήσει τ' αναφιλητά της. . και τα ερειπωμένα χωριά.Πού.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΣΤ 65 . ενθουσιάστηκε. Τι άλλο έχεις πια να κάνεις. με αγροτικά εργαλεία αντίς όπλα χωρίς φαγί. .. Ο Βασιλιάς.Σε μερικά χρόνια δηλαδή. πρώτα μ' έκπληξη και ύστερα με συγκίνηση. Πως του χρειάζουνταν φλουριά.Εσύ τους έκανες τέτοιους! φώναξε.Ο Πολύδωρος τα πλήρωσε με τη ζωή του. γιατί δεν έχομε κάστρα. ρώτησε ο Βασιλιάς δυσαρεστημένος. Ο εχθρός έφυγε και πάει! . πώς τη νύχτα πέρασαν οι στρατιώτες του κι έπεσαν στο κοιμισμένο στρατόπεδο. ούτε στρατό να τον εμποδίσουμε να ξανάρθει. . Και συλλογισμένος κατέβηκε το βουνό και τράβηξε κατά το στρατόπεδο.Πώς.Και συ πληγώθηκες! αναφώνησε η Ειρηνούλα. που μια φορά ήταν κατοικημένα και πλούσια. είναι βαμμένα μ' αίμα. Μα το Βασιλόπουλο έπιασε το απλωμένο χέρι του. ρώτησε ο Βασιλιάς και άρχισε πάλι να θυμώνει. Μα γιατί δεν το 'λεγες πρωτύτερα. που απλώνουνταν στη ζώνη. ίσως βρω και άλλα.Πού τα βρήκες. εσύ είσαι άξιος να τους κυβερνήσεις! Θα σε κάνω εσένα Βασιλιά! Εκείνη την ώρα έφθανε και ο Πολύκαρπος. και θα του δώσομε μεις το παράδειγμα. ώσπου να ξαναμάθει πάλι η γη να μας δίνει τα πλούτη της. . που δε βαστάχτηκε πια και άρπαξε το γιο του στην αγκαλιά του. είπε το Βασιλόπουλο. Το Βασιλόπουλο διηγήθηκε τότε πώς έφτιασε ο πρωτομάστορης το γεφύρι. Θα ξοδευτούν ως το τελευταίο για την Πατρίδα. θέλεις στέρνες γεμάτες φλουριά. τους δρόμους όλο αγκάθια και λάκκους. οι στρατιώτες πεινούν! Πήγαμε στο μπακάλη της πλατείας να πάρομε ελιές και κουκιά. . Κοίταξε γύρω του. . και να φάνε οι στρατιώτες όσο θέλουν.Να πληρώσετε τα κουκιά και τις ελιές. . Και κανένας δεν έχει λεφτά. ρώτησε μαγκωμένος. ρώτησε χαρούμενος.Θ' αρχίσω με αυτά. . κουρασμένοι. είπε το Βασιλόπουλο. πατέρα! είπε με δύναμη. για να κάνεις αυτά που λες. Το Βασιλόπουλο έλυσε από τη μέση του μια φαρδιά πέτσινη ζώνη κι έβγαλε ένα-δυο φλουριά. . . . και στο τέλος με τέτοιον ενθουσιασμό. αποκαμωμένοι. που θα μας τις βράζει η Ειρηνούλα.Ναι. Και τού έδειξε έναν πλατύ κόκκινο λεκέ. και ώσπου να τελειώσουν. Ισως δουλεύοντας τη γη που θα μας θρέψει.Και με αυτά τα φλουριά ελπίζεις να χτίσεις κάστρα και να οπλίσεις στρατό. παιδί μου. είπε συλλογισμένο το Βασιλόπουλο.. Μα και αν είχε φύγει πέρα από τα σύνορα. . ρώτησε ο Βασιλιάς ξεκαρδισμένος στα γέλια. Για σήμερα αυτά φθάνουν. Για μερικά χρόνια ο τόπος όλος θα τρώγει σούπες από ξυνήθρα. και όμως ως το θάνατο αφοσιωμένοι στο Βασιλόπουλο που τους οδηγούσε.

εργάτες και στρατιώτες.Ν' αγοράσεις σιτάρι. Και όταν θα τα είχαν φάγει όλα. . Παρακάτω. που να γεμίσουν μια στέρνα. . κριθάρι. που γονατισμένη στο ρυάκι έπλενε ρούχα. . ρώτησε κείνη γελαστή.τι άλλο μπορέσαμε να σηκώσομε. κυλώντας τα κρυσταλλένια νερά του ανάμεσα στα πυκνά χαμόδεντρα. .Κάνε τα. είπε το Βασιλόπουλο δείχνοντας τη ζώνη του. κουκιά. Να βάλεις τους στρατιώτες σου να δουλεύουν τα χωράφια την ώρα που δεν πολεμούν. είπε μια γυναικεία φωνή κοντά του. τις κότες μας. πώς θα ζούσαν.Και ωστόσο.Γνώση! φώναξε το Βασιλόπουλο. Τι να πρωτοκάνω με τόσο λίγα. .Αχ! Να είχα πλούτη! Να είχα πλούτη! στέναξε με καημό. για να τα ξαναμοιράσεις το χειμώνα. .Μου χρειάζονται φλουριά.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΣΤ 66 Μπήκε μέσα και κάθησε στα χόρτα να ξεκουραστεί. διέκοψε μ' ενθουσιασμό το Βασιλόπουλο. Έτρεξε στα χαμόδεντρα. τι έχεις που σε στενοχωρεί. Αχ. . Μα πες μου εσύ. το δάσος με το κυνήγι του. κάθε φορά που σε αντάμωσα. Και τρεχάτος έφυγε και πήγε στο στρατόπεδο.. αποκρίθηκε η Γνώση. Και ωστόσο. Φύγαμε σαν πέρασαν οι εχθροί τα σύνορα. Γνώση! Ποτέ δε θα σου ξεπληρώσω όλο το καλό που μου έκανες με τις συμβουλές που μου έδωσες. . ήλθαμε δω και κρυφθήκαμε στο δάσος με την αγελάδα μας. όπου θα φυλάξεις τα γεννήματα. τόσα. Το Βασιλόπουλο με το νου του λογάριαζε πόσες μέρες μπορούσε να θρέψει τους στρατιώτες του με τα φλουριά του Πολύδωρου.. . και δεν έχω παρά αυτά. και ό. Να πάρεις εργάτες να σου στρώσουν καινούριους δρόμους και να χτίσουν αποθήκες. όταν το δάσος θα είναι χιονοσκέπαστο και αγριόχορτα δε θα φυτρώνουν. ένα ρυάκι μουρμούριζε γλυκά. ο κάμπος με τα χόρτα του και το ποτάμι με τα ψάρια του θα μας τρέφουν. παραμέρισε τα κλαδιά και είδε τη Γνώση.Δεν περίμενες να με δεις εδώ. που ήταν πολύ κοντά στο ποτάμι. το σπίτι σου είναι τόσο μακριά! Γιατί έρχεσαι δω να πλύνεις. αποκρίθηκε η Γνώση. ρύζι και ό. .Δεν είμαστε πια στο σπίτι μας.Όχι.τι άλλο μπορείς να σπείρεις.

Πήρε ο δάσκαλος τα παιδιά και ακολούθησε το Βασιλόπουλο στο σιδεράδικο του Κακομοιρίδη. Για δες τι καλό που έκανε το παράδειγμα του πρώτου ζητιάνου που ήλθε να δουλέψει! Όλη η χώρα τώρα θέλει να μου στείλει τα παιδιά της. Εσύ πρόσταξε μας μονάχα από πού ν' αρχίσομε.Α. τουλάχιστον το ψωμί τους. Όταν μας φέρουν το σιτάρι. για να κερδίζουν.Γεια σου. δίνοντας πρώτος αυτός το παράδειγμα. είπε το Βασιλόπουλο. και ό. Αφού λοιπόν τους έστρωσε όλους στη δουλειά. Άλλους έστειλε σε όλο το βασίλειο ν' αγοράσουν από τους χωρικούς τα βώδια τους και τ' αλέτρια. Το δάσος είναι απ' έξω από το σπίτι σου κι έχει πλήθος ελάφια. Ήρθε η ώρα όπου όλοι θα δουλέψουμε. κριθάρι. πως η πεδιάδα όλη ήταν σπαρμένη με τ' άρματα που είχαν ρίξει φεύγοντας. από το κακό του και το θυμό του. ακούραστα χτυπούσε το σίδερο απάνω στο αμόνι. όχι. θα είμαστε έτοιμοι να το σπείρομε. Βρήκε πάλι δυο-τρία πεινασμένα παιδιά. .Όχι σήμερα. κουνέλια και αγριόπουλα. τους φώναξε όλους και τους είπε: . . κυρ-δάσκαλε. Και παίρνοντας μια τσάπα. Λογάριαζε.Και σαν τι να κάμω εγώ. Ύστερα έστειλε τον Πολύκαρπο στη χώρα ν' αγοράσει σιτάρι. μόλις γίνει καλά. ξαπλωμένος σε δυο καρέγλες. .Να εργαστείς αντί να κάθεσαι με σταυρωμένα χέρια! Ο δάσκαλος σηκώθηκε ντροπιασμένος. διάβαζε την «Κύρου Ανάβαση». είπε χαρούμενος ο Κακομοιρίδης. είχε αρρωστήσει και είχε φωνάξει από την πατρίδα του το μεγαλύτερο σοφό να τον γιατρέψει. λαγούς. Κακομοιρίδη. και πως ο θείος Βασιλιάς. του είπαν. εσύ κι εγώ και όλοι μας θα σιάξομε τον τόπο. Ο δάσκαλος παράτησε το βιβλίο του και με κάποια ειρωνεία ρώτησε: . . ενώ στο σπίτι μέσα ο δάσκαλος. κουβαλώντας σίδερο από το μεταλλείο στο σιδηρουργείο. . .Ναι. διορθώνοντας όμως πρώτα-πρώτα τον εαυτό μας! είπε θυμωμένα το Βασιλόπουλο. λέει.Δουλειά όση θέλεις. Και βλέποντας τους στρατιώτες που με δεμένα χέρια κάθουνταν και κουβέντιαζαν ή ξαπλωμένοι στον ήλιο έχασκαν ή σεργιάνιζαν στην ακροποταμιά. λέει. ρώτησε.τι άλλο μπορούσε να σπείρει. και ο κάμπος είναι γεμάτος αγριοράδικα.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΖ 67 Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΖ Οι πρόσκοποι γύριζαν εκείνη την ώρα κι έφερναν την είδηση πως οι εχθροί ήταν σκορπισμένοι άλλοι εδώ και άλλοι εκεί. που με απορία κοίταζαν το μαντιλοδεμένο του κεφάλι και το κρεμασμένο του χέρι: .Έχεις δουλειά να μου δώσεις. πατριώτες. Πρώτα-πρώτα να πάρεις αμέσως τα παιδιά αυτά που δουλεύουν στο περιβόλι σου και να έλθεις μαζί μου. να σηκώσει καινούριο στρατό και να ξαναρχίσει τον πόλεμο.Τι δουλειά μπορώ εγώ να κάνω. Το Βασιλόπουλο έβαλε τότε ανθρώπους να μαζέψουν τα σκορπισμένα όπλα του εχθρού.Ελάτε.Δεν πειράζει. αυτό δεν κάνει πια! είπε αυστηρά το Βασιλόπουλο. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. όπου πλήθος αγόρια και κορίτσια πήγαιναν κι έρχουνταν. πήρε πάλι το δρόμο της χώρας και από κει τράβηξε στου δασκάλου το σπίτι. που πότιζαν κι έσκαβαν το περιβόλι του «Σχολείου του Κράτους». ρώτησε. πάμε να σκάψομε τα χωράφια. Μήπως εγώ θα σιάξω τον τόπο. Και δεν ξέρω πώς να θρέψω τόσον κόσμον! Παν να τελειώσουν οι σοδειές μου! Και με το σφυρί του. Αφέντη. . Και γυρνώντας στα παιδιά. και συ με τους άλλους. Αλλά οι στρατιώτες δεν τον άφησαν. δεν κάνει με το πληγωμένο σου χέρι και το δεμένο σου κεφάλι! Άφησε μας να κάνομε μεις αυτή τη δουλειά. που για χρόνια σκούριαζαν στους ερειπωμένους στάβλους.Ποιος από σας ξέρει να τραβήξει σφενδόνα. Αφέντη. θέλησε να σκάψει το χώμα. . . με το χέρι ακουμπισμένο σε τρίτη. .

. Άλλη μια ώρα το πρωί και μια το απόγεμα. κουνέλια ή αγριοκάτσικα. θα σκοτώνουν τους εχθρούς της Πατρίδας. πριν αρχίσουν άλλη δουλειά. Οι έτοιμες πέτρες τελείωσαν και τα παιδιά δεν μπορούν και να σκάβουν και να κουβαλούν. οι ξυλοκόποι και οι μαραγκοί έκοβαν δέντρα και δούλευαν στα καράβια του πρωτομάστορη. που του έφερνε πάλι τον καφέ στο σιδερένιο κουπάκι. Και συ. και οι σιδεράδες και κλειδαράδες δούλευαν στο σιδεράδικο του Κακομοιρίδη που τους διεύθυνε όλους. Ο γερο-Κακομοιρίδης. ας δουλεύουν για την ωφέλεια του κράτους. Μαζί γύρισαν και είδαν ένα κοριτσίστικο κεφάλι που τους γελούσε από μέσα από τα κλαδιά. κι έτσι να στεγνώσει τα δάκρυα της Βασιλοπούλας του. Πού θα βράσω τόσα ελάφια και τόσα αγριοκάτσικα. κατά τη δουλειά που ήξερε ο καθένας πριν γίνει στρατιώτης. τα ρούχα του.Το καζάνι είναι δω.τι πρόφθαινε το καθένα. . έριχναν τα δίχτυα τους ή τις βόλτες στο ποτάμι και μάζευαν ψάρια. ό. Πολύκαρπε. Έξαφνα ένα χέρι έπιασε το δικό της και μια λυπημένη φωνή μουρμούρισε: .Αχ. . Πολύκαρπε! αποκρίθηκε η Ειρηνούλα. Η σφενδόνα ήταν το μόνο τους παιχνίδι. κι έγραψε ο δάσκαλος: Δυο ώρες το πρωί και άλλες δυο το απόγεμα δουλειά στο μεταλλείο· κάθε παιδί θα κουβαλά σίδερο στο σπίτι του Κακομοιρίδη.Ζήτω το Βασιλόπουλο μας! φώναξαν μ' ενθουσιασμό τα παιδιά. Η Ειρηνούλα είχε κατέβει από το παλάτι με την πρώτη λέξη που της είχε πει ο αδελφός της. Και όλες οι άλλες ώρες θα μείνουν για το κυνήγι. πρόσταξε το Βασιλόπουλο. όλοι έβγαιναν στο κυνήγι.Στο μεταλλείο θα κατεβαίνουν οι φυλακισμένοι. Όταν όμως είδε τόσο κυνήγι μαζεμένο και κοίταξε τις κατσαρόλες της που δε χωρούσαν παρά λίγα μικρόπουλα. Αλλά δροσερό γέλιο ακούστηκε που τους σταμάτησε. το Βασιλόπουλο μάζεψε τις σκηνές και τα υλικά του πολέμου και τα μοίρασε στους δικούς του στρατιώτες.Κάθε πρωί όλα τ' αγόρια θα μαθαίνουν να σαϊτεύουν. Αντί να σαπίζουν στη φυλακή. και με τη σφενδόνα σκότωναν αγριόπουλα. που δεν μπορούσαν να τρέχουν στα δάση και στα βουνά. . μ' ένα-δυο μαραγκούς. Ειρηνούλα. . Το Βασιλόπουλο γύρισε στο δάσκαλο. Και κάθε πρωί. Βασιλοπούλα μου.Και συ. Και όλα μαζί έτρεξαν να φιλήσουν τα χέρια του. έλα να μας ανάψεις φωτιά! είπε η Γνώση. Και υπαγόρευσε το πρόγραμμα. ρώτησε ο Κακομοιρίδης. Ούτε το κεφάλι τους δε χωρεί στον τέντζερέ μου! Ο Πολύκαρπος σηκώθηκε ευθύς. την ώρα που η Βασιλοπούλα θα τη βράζει στο στρατόπεδο για όλο το στρατό. μάθημα· θα παραδίνει ο δάσκαλος μέσα στο δάσος.Και ποιος θα σκάβει το μεταλλείο. κάθησε στο χόρτο και άρχισε τα κλάματα. Μόνο με τη δουλειά μπορούν να ξαναγίνουν άνθρωποι. . κυρ-λογιότατε. Κι έτσι άρχισε από τα μικρότερα πράματα ως τα μεγαλύτερα η αναδιοργάνωση και η αναγέννηση στο βασίλειο των Μοιρολατρών.Γράφε λοιπόν. όταν δε βρέχει. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. όταν είναι κακός καιρός. ενώ οι γέροι. είπε χαμογελώντας το Βασιλόπουλο στην κόρη του Κακομοιρίδη. όταν θα έρχουνταν το κρύο. και με τα βέλη τους σκότωναν ελάφια. λαγούς. Στην αρχή θα σκοτώνουν λαγούς κι ελάφια. πες μου τι μπορώ να σου κάνω! . οι χτίστες έχτιζαν αποθήκες και μύλους και έστρωναν δρόμους.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΖ 68 Όλα ήξεραν. Από το στρατόπεδο των νικημένων εχθρών. και σα μεγαλώσουν. Οι γεωργοί όργωναν κι έσπερναν τα χωράφια. φέρε το κυνήγι σου. για να τα μοιράσει πάλι το χειμώνα. . για να βρει το καζάνι που χρειάζουνταν για τη σούπα του στρατού. εσύ με τα κορίτσια θα βράζεις τη σούπα για όλον αυτόν τον κόσμο. έτοιμος να τρέξει στην άκρη του βασιλείου.Μην κλαις. Από τους σκοτωμένους εχθρούς πήρε τα ρούχα και τα φύλαξε στο υπόγειο του παλατιού. είχε τελειώσει την ξύλινη κρεμαστή σκάλα και τα παιδιά ανεβοκατέβαιναν ελεύθερα στα πηγάδια. και στο «Σχολείο του Κράτους». είπε. . Ύστερα χώρισε τους στρατιώτες του σε τέσσερα τμήματα.

ρώτησε η Ειρηνούλα. Η μια έλεγε πως η άλλη έφταιγε. Και πέρασαν μερικές εβδομάδες. . γελαστές κι ευχαριστημένες. η μάνα μου κι εγώ. από τρία που ήταν στην αρχή. ενώ παρακάτω.Και σεις. μα ο Κακομοιρίδης είναι επιτήδειος τεχνίτης κι εύκολα τα μπάλωσε. Χάθηκαν μέσα στα δάση και πείνασαν και κρύωσαν. Γιατί σε μας. Η Γνώση την είδε και άρχισε πάλι τα γέλια. Και σαν είδαν πως το μετανοιώσαμε. και τότε θυμήθηκαν το παλάτι και θέλησαν να γυρίσουν πίσω. Κι έτσι ακόμα δεν πρόφθασε να μου το πει. Και το βράδυ. είπε. . όταν τελείωσε η δουλειά και όλοι πήγαν να κοιμηθούν. η Ζήλιω και η Πικρόχολη. Η κυρα-Φρόνηση είχε στήσει τα καζάνια της. και όλα μαζί τα κορίτσια ετοίμασαν τη σούπα του στρατού. τους στρώσαμε να κοιμηθούν. τι κάνατε.τι είχαμε και χάθηκαν και μας άφησαν στη μοίρα μας. η κούραση τους ήταν τέτοια. Σκέφτηκε η μάνα μου πως εκείνα τα καζάνια.Αχ! Μη μου τις θυμίζεις πια! αποκρίθηκε ανατριχιάζοντας η Ζήλιω. και ύστερα θέλησαν να βάλουν μερικά λαχανικά. όλο κι έφευγαν μακρύτερα. ξέρεις. και τους γύμναζε στο τόξο και στη λόγχη. ξαναπερνώντας τα σύνορα κι επιστρέφοντας στα σπίτια τους. μια στιγμή που βρέθηκε με τη Ζήλιω κοντά στο ίδιο καζάνι. Τόση πολλή δουλειά είχε η καθεμιά. . Τα σπαρτά είχαν φυτρώσει και οι στρατιώτες χωρικοί θέλησαν να φυτέψουν ελιές. Το Βασιλόπουλο έστελνε τακτικά προσκόπους.Δεν περίμενες να δεις τις αδελφές σου μαζί μας. αποκρίθηκε η Γνώση. που ήταν αρκετά μεγάλα για να ζεσταίνουν τόσο νερό. Μα δεν έφθαναν τα χέρια για να καλλιεργήσουν τόσα χωράφια. . . . τα δημόσια λουτρά. Και κάθε μέρα προχωρούσε η δουλειά του πρωτομάστορη. που δεν μπορούσε να γιάνει. .Στην αρχή πιαστήκαμε αναμεταξύ μας. Τη νύχτα ακούσαμε τα κλάματα τους και βγήκαμε από τη δεντροκουφάλα μας. αντί να συμμαζευθούν γύρω του. Η κυρα-Φρόνηση τους οδηγούσε. Αλλά ο θείος Βασιλιάς εξακολουθούσε να είναι τόσο θυμωμένος. Και οι λίγοι στρατιώτες του. Τους δώσαμε να φάγουν.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΖ 69 Έτρεξαν κοντά της και είδαν δυο μεγάλα καζάνια. που η Ζήλιω και η Πικρόχολη ξέχασαν να μαλώσουν.Τι γίνηκαν οι παρακόρες. . Και σαν την τελείωνα και ξαναπήγαινα να τη ρωτήσω. . θα ήταν καλά για να ψήσουν πολύ φαγί. Σαστισμένη κοίταξε η Ειρηνούλα και ούτε να ρωτήσει δε σκέφτηκε. είπαμε πως καλύτερα ήταν να παύσομε τους καβγάδες και να γυρέψομε το δρόμο μας. και όσοι είχαν αγόρια ή αδέλφια στα ξένα άρχισαν να λυπούνται πως άδειασε . Ζήλιω! είπε η Ειρηνούλα. που πάλι ξέχασαν να μαλώσουν οι δυο αδελφές. και πρωί-πρωί αρχίσαμε μαζί τη δουλειά. ο Πολύκαρπος άναψε φωτιά.Αχ. μηλιές. αχλαδιές. Αλλά η Γνώση λέγει πως έχει ένα γιατρικό και θα μας το δώσει. Ο καιρός και η σκουριά τα είχαν τρυπήσει κάμποσο. Κάθε φορά που πήγα να τη ρωτήσω μου έδωσε αμέσως μια βιαστική δουλειά. . Μ' αφού δαρθήκαμε καλά-καλά και μαλλιοκουβαριαστήκαμε.Μόνες μας αδύνατο! είπε η Ζήλιω. κουβαλούσαν ένα μεγάλο πανέρι γεμάτο χόρτα και οπωρικά.Δεν ξέρω. έτοιμα να ριχθούν στον ποταμό. και τα καράβια. Κάθε μέρα λοιπόν το Βασιλόπουλο μοίραζε στους στρατιώτες του τα όπλα που ολοένα του έφτιανε ο Κακομοιρίδης. Μα δεν ήξεραν το δρόμο. μου έδινε ευθύς μιαν άλλη βιαστική δουλειά. στα παλιά χρόνια. Ειρηνούλα. που άκουσε τα κλάματα μας και βγήκε και μας παρηγόρησε και μας φιλοξένησε. γίνηκαν πέντε. ρώτησε η Ειρηνούλα με συμπάθεια. Το ίδιο και με την Πικρόχολη. πήραν ό. όλοι πρέπει να δουλεύουν. Δεν μπορείτε να ξεμάθετε τα μαλώματα. .Τι γιατρικό. που γλίτωσαν από τη μάχη.Η μάνα μου πήγε και τα ξετρύπωσε από μέσα από τα ερείπια που ήταν. που τα έσερναν μερικοί στρατιώτες. Και μαζί φθάσαμε κοντά στη Γνώση. και χύσαμε όσα δάκρυα είχαν τα μάτια μας. όπως ποτέ ακόμα δεν τις είχε δει η Ειρηνούλα. ε. να μαθαίνουν τι έκαναν οι εχθροί. ρώτησε η Ειρηνούλα. πώς βρέθηκαν εκεί οι αδελφές της. Κι έτσι πέρασαν μερικές μέρες. Αυτές μας άναψαν τα μυαλά να φύγομε.Μα πού βρήκες τα καζάνια.

Να το κλώσετε σεις! .Να τα φάνετε μόνες σας. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο. και με μερικούς στρατιώτες γύρισε τους λόγγους και τους κάμπους. . . και μάζεψε από τις δεντροκουφάλες και τους βράχους όσες μελισσοφωλιές βρήκε. Βασιλόπουλο μου! αποκρίθηκαν οι γυναίκες. Πήρε λοιπόν κοφίνια. Μια μέρα. και δεν πρόφθαινε ο πρωτομάστορης να τα δουλέψει και να τα καρφώσει. Η ιδέα του ήλθε τότε να κάνει μέλι. Και όταν έφεραν πίσω το κοπάδι. Και τόσο καλά δούλεψαν οι στρατιώτες ξυλοκόποι. έδιωξε όλες τις μέλισσες στο αδειανό κοφίνι. και να ράψετε ρούχα. για να το κλώσουν και να το φάνουν. Και όποιος είχε αμπέλι. πλήθος ξύλα περίσσευαν. Να τις αυξήσομε πρέπει. Έτσι το κάνουν στη Φραγκιά. και οι στρατιώτες γεωργοί τα θέρισαν.Γιατί να σκοτώσομε τις μέλισσες. που αν κι επτά καράβια ανεβοκατέβαιναν το ποτάμι. εκεί που περνούσε από το δάσος. και δουλεύουν στα χωράφια. έλαβε διαταγή από το Βασιλόπουλο να το κλαδέψει και να το θειαφώσει. την εσκέπασε μ' ένα άδειο κοφίνι. ρώτησαν οι γυναίκες. για να φωτίζονται το χειμώνα. για να έχουνε οι άντρες σας να ντυθούν το χειμώνα. και ωρίμασαν τα σπαρτά. Θα ψοφήσουν οι μέλισσες και τότε με την ησυχία σου μαζεύεις το μέλι. μ' ένα-δυο στρατιώτες. όπου η αγουρίδα σάπιζε χωρίς να ωριμάζει. κι έφερε κι έστησε τα κοφίνια του στην είσοδο του δάσους.Κάπνισε τις κυψέλες με θειάφι. στοιβαγμένα στις όχθες του ποταμού. Μα πώς να πάρει τις μελόπιτες.Και πού να βρούμε νήμα. . και το κερί το έδωσε να το κάνουν λαμπάδες. μαζεύοντας σε κυψέλες τις σκορπισμένες μέλισσες.Αχ. Τότε το Βασιλόπουλο άνοιξε την πολύτιμη πέτσινη ζώνη του κι έβγαλε μερικά φλουριά. Οι άντρες σας βρίσκονται στο στρατόπεδο. και τα έβαλαν στις αποθήκες που είχαν χτίσει οι στρατιώτες χτίστες. Τότε πήγε το Βασιλόπουλο στη χώρα και στα χωριά και μίλησε με τις γυναίκες και τους είπε: . το Βασιλόπουλο είδε κρεμασμένο στο κλαδί ενός δέντρου. και το έστησε στη θέση του άλλου. σαν έλθουν τα χιόνια. και τους είπε ν' αρμέξουν τις προβατίνες. Κρίμα δεν είναι. κι έστειλε τον Πολύκαρπο. Και οι μέλισσες έκαναν τόσο μέλι. . τους είπε το Βασιλόπουλο. να φτιάσουν βούτυρο και τυρί. και στρώνουν δρόμους. και φτιάνουν καράβια. Πέρασαν μήνες. όταν μικρέψουν οι μέρες. Αφέντη.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΖ 70 ο τόπος από χέρια γερά.Και πού να βρούμε υφάσματα. για να καταστρέψει την ψώρα που για χρόνια μάραινε τα κλήματα. Είμαστε φτωχοί άνθρωποι και δεν έχομε πρόβατα.Να πώς μαζεύομε εύκολα το μέλι χωρίς να σκοτώνομε τις πολύτιμες εργάτριες. σα μεγάλο χοντρό τσαμπί.Και δεν τους γράφετε να ξαναγυρίσουν. Στράγγισε το μέλι σε κουμνιά. . στο βασίλειο του εξαδέλφου Βασιλιά ν' αγοράσουν αρνιά και πρόβατα. Και όσοι δεν ήξεραν είπαν του δασκάλου και τους έκανε γράμμα στο παιδί τους ή στον αδελφό ή στον πατέρα τους. Πού να βρούμε μαλλί. και ύστερα να κόψουν και να ράψουν ρούχα. που αποφάσισε το Βασιλόπουλο να το μαζέψει και να το βάλει στις αποθήκες του για το χειμώνα. Και αναποδογυρίζοντας μια γεμάτη κυψέλη. και χτίζουν μύλους και αποθήκες. Γιατί δεν έρχεστε και σεις να βοηθήσετε στο μαγείρεμα της σούπας. . και λίγο-λίγο έφθαναν μερικοί ξενητεμένοι και χρειάστηκαν και άλλα όπλα και άλλα ρούχα και περισσότερο φαγί. και. το Βασιλόπουλο πρόσταξε να κόψουν το μαλλί και να το μοιράσουν στις γυναίκες. ένα ολόκληρο μελίσσι. με τη συμβουλή της κυρα-Φρόνησης. είπε το Βασιλόπουλο. να τ' αλατίσουν και να τα φυλάξουν για το χειμώνα. . που δεν έφευγε πια από ανάμεσα τους.Τι κάθεστε άεργες και μένετε στα σπίτια σας. Φώναξε και όλα τα κορίτσια. . απεναντίας. . το σκέπασε ύστερα. Και όσοι ήξεραν γράμματα κάθησαν κι έγραψαν. και. είπε ένα παλικάρι που είχε γυρίσει από τα ξένα. με μικρά χτυπήματα απ' έξω από το γεμάτο μελισσώνα.

έβγαλε το σιτάρι και το έδωσε στους χωρικούς που το κουβάλησαν στους μύλους. θέλοντας και μη. όπου έκοψε το κεφάλι του στρατηγού του. και γύρισε με τα τρία καράβια κι έδωσε τα φλουριά στο Βασιλόπουλο. κι έδωσε διαταγή του Πολύκαρπου να πάγει με μερικούς στρατιώτες να τα πουλήσει στο γειτονικό βασίλειο του εξαδέλφου Βασιλιά. όπου φαίνουνταν ακόμα τα ερείπια του κάστρου που είχε χτίσει ο παππούς του. το Βασιλόπουλο πρόσταξε να χτίσουν και άλλο κάστρο στον πλαγινό βράχο. όπου ήταν ίσα-ίσα μερικά ερείπια από ένα παλιό φρούριο του Συνετού Α'. και αφού το άλεσαν. με όλο του το θυμό. Έτσι ήλθε ο χειμώνας. και με πολλές φοβέρες τους είπε να σηκώσουν ευθύς μεγάλο και τρομερό στρατό. Ώστε όταν ήλθε πάλι η άνοιξη. ίσα-ίσα στο βράχο. και. Μοίρασε τότε τις σοδειές του. για να το προφυλάξει. που είχε καταφύγει στο παλάτι του. Κι ενώ για καλό και για κακό φύλαγαν τέσσερα καράβια στο ποτάμι. δούλευαν σιγά-σιγά στο καλυβάκι τους. μα κανέναν πια δε βρήκε. για τις ερχόμενες ανάγκες του κράτους. και τον πρόσταξε να χορέψει μπροστά του για να τον διασκεδάσει. λέει. αφού τελείωνε η δουλειά στο κάστρο. ολόκληρο χωριό είχε απλωθεί στα πόδια του βράχου. και ρώτησε τι έπαθαν οι Μοιρολάτρες και αγόραζαν αρνιά και πουλούσαν ξύλα. Τότε άνοιξε τις αποθήκες του το Βασιλόπουλο. Μα δεν είχαν πια όπλα. και από την πολυφαγία είχε παραχοντρύνει. αναγκάστηκε ο θείος Βασιλιάς. Έβαλε και τα φόρτωσαν μια μέρα σε τρία καράβια. και μάθαιναν να τραβούν το τόξο και να ρίχνουν το κοντάρι.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΖ 71 Τα είδε το Βασιλόπουλο που γέμιζαν τον τόπο. Έχασε τον ύπνο του και χολόσκανε τόσο. . Αλλά το νερό περνούσε μέσα σαν έβρεχε. γιατί οι στρατιώτες τα είχαν ρίξει φεύγοντας. Ούτε αστείος πια δεν είσαι! Γιατί λοιπόν να τρέφω την ασχήμια σου. Οι στρατιώτες κουβάλησαν εκεί τροφές για τη διατήρηση τους. αναγκάστηκαν κι έχτισαν μερικά καλύβια ξύλινα. μοίρασαν το αλεύρι στις γυναίκες που το ζύμωναν κι έκαναν ψωμί. και καμαρωτά ξεκίνησαν για το βασίλειο του εξαδέλφου Βασιλιά. Αλλά ο Πολύκαρπος χαμογέλασε μόνο. Τότε φώναξε τον καμπούρη και στραβοκάνη Τζοτζέ. για να ξαναπεράσουν τα σύνορα και να καταστρέψουν τον τόπο του ανεψιού του. έπεσαν τα φύλλα των δέντρων. Τα παιδιά μάθαιναν να διαβάζουν και να δουλεύουν. που ούτε να φάγει πια δεν μπορούσε. και στοχάστηκε να τα χρησιμοποιήσει αμέσως. ξαναπέρασε τα σύνορα και γύρισε στην πρωτεύουσα του. τα στραβά του ποδαράκια μπερεύτηκαν το ένα μέσα στο άλλο κι έπεσε χάμω λαχανιασμένος. πρόσταξε ένα σώμα ν' αφήσει το στρατόπεδο που ήταν στην ακροποταμιά. έφυγαν τ' αγριόπουλα. πήρε τα φλουριά. για να ζυμώνουν και να μαγειρεύουν. που καταχαρούμενο τα φύλαξε στην πέτσινη ζώνη. που από τους μυστικούς του αποσταλμένους μάθαινε κάθε κίνηση των εχθρών. Λοιπόν. να περάσει το ποτάμι και να προχωρήσει ως κοντά στα σύνορα. για να χτίσει εκεί ένα τρανό κάστρο. αφού πρώτα έφαγε σε διασκεδάσεις όσα χρήματα έβγαλε από τα κλεμμένα διαμαντικά του Αστόχαστου. Ούτε ήταν εύκολο να συναθροίσουν τόσο γρήγορα τους άντρες. Και σα . κι επειδή τους ακολούθησαν οι γυναίκες. Ώστε όταν θέλησε να χορέψει εμπρός στον Άρχοντα. Και ξεσπαθώνοντας του έκοψε το κεφάλι. κι έτσι πέρασε ο χειμώνας χωρίς να πεινάσει κανένας. κρύφθηκαν τ' αγρίμια και σκεπάστηκε ο τόπος χιόνια. τ' άλλα τρία έκαναν πανιά. Τότε τον έπιασε μαύρη μελαγχολία. Αλλά με την καλοπέραση ο Τζοτζές είχε ξεμάθει το χορό και τα καραγκιοζλίκια. και το βράδυ. Το Βασιλόπουλο. ν' αναβάλει την εκδίκηση του. είχε φύγει από τη μάχη χωρίς να του πάρει άδεια. και ο άνεμος τους πάγωνε. Φουρκισμένος και τραβώντας τα μαλλιά του. Ύστερα φώναξε τους αξιωματικούς του. Ζήτησε να συμμαζέψει τους στρατιώτες του. ο Συνετός Α'. που είχαν σκορπιστεί πια σε όλες τις άκρες του βασιλείου και κρύβουνταν ο καθένας στο χωριό του. ώσπου να ξαναγίνει καινούριος στρατός. Αυτό όμως δε γιάτρεψε τη μελαγχολία του. Σάστισε σαν το έμαθε ο Άρχοντας.Τι βλάκας είσαι συ! φώναξε φρενιασμένος ο θείος Βασιλιάς. γιατί. Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΗ Ο θείος Βασιλιάς ωστόσο είχε γιάνει. Αποφάσισαν λοιπόν οι άντρες να χτίσουν πέτρινες καλύβες.

Σαν είδαν οι χωριάτισσες τις καλοχτισμένες μάντρες και τα ορνιθαριά. για να μεταφέρνουν ευκολώτερα τα ξύλα ως το ποτάμι. έβαλε και ξαναφύτεψαν άλλα μικρά. Το είδαν οι άλλοι γείτονες πως φούντωνε. Τότε το Βασιλόπουλο πρόσταξε να παύσουν οι στρατιώτες ξυλοκόποι να κόβουν τα δέντρα από τα παραπόταμα δάση. αναγκάστηκε το Βασιλόπουλο. Και όσες είχαν ακόμα τ' αγόρια τους στα ξένα. κι έβαλαν και αυτοί. και από κει πάλι ως το σιδηρουργείο του Κακομοιρίδη. το Βασιλόπουλο παράγγειλε του Πολύκαρπου ν' αγοράσει άλογα. τόσο που δε χωρούσαν πια στην πέτσινη ζώνη. καθεμιά θέλησε αυτό το γράμμα για το δικό της το παιδί. Όσοι είχαν κλαδέψει και θειαφώσει τ' αμπέλια τους από το περασμένο καλοκαίρι έβγαλαν τόσο ωραίο σταφύλι και τόσο πολύ. μόνο εσύ πια έμεινες τελευταίος να μαραίνεσαι στα ξένα!» Οι γυναίκες συγκινήθηκαν σαν τους το διάβασε ο δάσκαλος. Αλλ' από τον καιρό που έμεναν και δούλευαν με τη Γνώση. και κατόρθωσε έτσι και πήρε την καρδιά του Βασιλιά που είχε βαρεθεί. και να μην τρέχουν κάθε μέρα στο δάσος να μαζεύουν αγριόχορτα. κι έμειναν μια στιγμή ακίνητες. φύτεψε και ο γείτονας κλήμα. Κι έγραψε ο δάσκαλος ένα γράμμα που έλεγε: «Έλα πίσω. γιατί με τις πρώτες βροχές η δεντροκουφάλα τους είχε γίνει ακατοίκητη. κι έφυγαν τα γράμματα. γέμισαν πάλι φύλλα τα δέντρα. όπου έβαλε τα φλουριά του και τα έκλεισε στο κελάρι του παλατιού. Ώστε το παλάτι ήταν ήσυχο. αντιλήφθηκαν άξαφνα πως είχαν ξεχάσει με τι λόγια ν' αρχίσουν. και η Γνώση είχε μάθει της Βασίλισσας Παλάβως να πλέκει κάλτσα. μοίρασε τα πουλερικά και τις κατσίκες στα χωριά. για να βάλουν μέσα τις κότες ώσπου να ξαναχτιστεί τ' ορνιθαριό. έβαλαν το δάσκαλο να τους γράψει να ξανάρθουν. πολύ ωραίο! Λοιπόν ο δάσκαλος έγραψε το ίδιο σε όλους. και ολοένα επέστρεφε ο Πολύκαρπος με περισσότερα φλουριά. να πατά όλη μέρα γυαλάκια και τενεκεδάκια. οι καλές μέρες ξανάρθαν στον τόπο. Μαζί με τ' άλογα παράγγειλε και κότες και πάπιες και χήνες και κατσίκες. τα επτά καράβια είχαν γίνει δεκαπέντε. Από το στρατόπεδο ως τη χώρα. Και σαν έφθασαν πάλι τα καράβια. Στο μεταξύ. Τα μελίσσια είχαν πολλαπλασιαστεί. Ωστόσο η Γνώση και η κυρα-Φρόνηση είχαν δεχθεί την πρόσκληση του Βασιλόπουλου ν' ανεβούν και να κατοικήσουν στο παλάτι. που ήταν πλάγι στου Κακομοιρίδη το σιδηρουργείο. κοιτάζοντας η μια την άλλη. έστειλε τη μια ν' αρμέξει την αγελάδα και την άλλη να πλέξει καφάσια. κι έτσι σε όλη τη γραμμή των συνόρων. Κοντά στο περιβολάκι. που βλέποντας τ' αμπέλια των άλλων να ξαναβλαστάνουν. και ολοένα έφευγαν τα μισά φορτωμένα ξύλα. μαζί και ο γιος του γερο-Φτωχούλη. και απλώνουνταν η γεωργία. Και στα μέρη όπου είχαν κόψει πολλά δέντρα. και θέλησαν να ξαναμαλώσουν. που όταν μπήκαν στον πύργο και ξαναείδαν τις κάμαρες τους με τα σπασμένα έπιπλα. να βλέπει αν οι χωρικοί φρόντιζαν τα ζώα τους και αν είχαν εκτελέσει τις παραγγελίες του. όλοι σήμερα γύρισαν και κερδίζουν το ψωμί τους. και γύρισαν τα πουλιά. Δεν ακούουνταν πια ποτέ φωνές. και ξανάσπειραν οι στρατιώτες γεωργοί. βγήκαν οι φράουλες και τ' αγριοράδικα. Κοντά στη δράνα του γερο-Φτωχούλη. και μαζί με τα . και ν' αρχίσουν να τα κόβουν στους λόγγους. θέλησαν να κάνουν και περιβολάκι δικό τους. κι έτσι έχασαν και την τελευταία περίσταση να ξαναπιαστούν. ν' αρχίσει τρίτο. γιατί ήταν. και το Βασιλόπουλο αναγκάστηκε να παραγγείλει στον Κακομοιρίδη ένα βαρύ σιδερένιο σεντούκι με γερή κλειδαριά. που αδιάκοπα τα σκορπούσε η Βασίλισσα γύρω της με τα στολίδια που γύρευε να φτιάσει. Μαζί με τη Γνώση και την κυρα-Φρόνηση ανέβηκαν και η Ζήλιω και η Πικρόχολη στο παλάτι. λέει. για να μεγαλώσουν και να χρησιμεύσουν πάλι αργότερα. φαρδύς και καλοστρωμένος δρόμος. όχι μόνο τα ίδια χωράφια. για να τα προφυλάξει και αυτά. θέλησαν και το σπιτάκι τους να το τυποδέψουν. που γέμισαν καράβια κι έστειλαν και το πούλησαν στο βασίλειο του εξαδέλφου Βασιλιά. Ο Βασιλιάς διάβαζε ήσυχα τη φυλλάδα του κάθε βράδυ. τόσο είχαν ξεμάθει τους καβγάδες. Μάζεψαν το μέλι σε κουμνιά. για να καλλιεργούν τα λαχανικά τους. Με την τελευταία λοιπόν καραβιά ξύλα που έστειλε να πουληθούν στου εξαδέλφου Βασιλιά. με συμφωνία να χτίσει ο καθένας τη μάντρα του και τ' ορνιθαριό του. λέει. βάλθηκε και αυτός να κλαδέψει τη δράνα του και να καλλιεργήσει το περιβολάκι του. και ακόμα άλλα. και ξανάρχισε πάλι το κυνήγι. Η Γνώση. Έφθασε η άνοιξη. παιδί μου. πότε στο ένα χωριό και πότε στο άλλο.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΗ 72 χτίστηκαν κι εκεί μερικά καλύβια. μα και άλλα. πήγαινε τώρα ένας μακρύς. Και όσοι νέοι ήταν ακόμα έξω γύρισαν πάλι στο χωριό τους. και ύστερα τέταρτο κάστρο. που ίσα-ίσα έφθανε κείνη την ώρα. Και κάθε μέρα γύριζε.

και πήγα στο στρατόπεδο που βρίσκεται κοντά στο ποτάμι. . και στη μέση φορούσε μια παλιωμένη πέτσινη ζώνη. Και τόση χαρά χύθηκε στα πρόσωπα τους. σαν τον είδαν. και δε μίλησε.Μα λοιπόν βρήκε θησαυρούς ο ζητιάνος ο εξάδελφος μου. Στα παράθυρα είδα ολοπάστρικα άσπρα κουρτινάκια. παράβγαιναν στην ομορφιά οι ανθισμένες πορτοκαλιές και αμυγδαλιές. Δεν είδα όμως κανέναν άνθρωπο. Με τι τρόπο θα υπερασπίσει όλα αυτά. Περνώντας τα σύνορα μας.Πέρασα από ένα βουνό κατάφυτο. μόνο πήρε τα φλουριά του κι έφυγε με τα καράβια. Και είδα πρόσωπα γελαστά. . ο Βασιλιάς. Κατέβηκα από το βουνό και ρώτησα ποιος κάθουνταν σ' εκείνο το ερείπιο. κερασιές και άλλα δέντρα με λαχανικά· είδα χωράφια και χωράφια. Μην τα είδες στον ύπνο σου. κι επέστρεψε στο Βασιλιά του και του είπε: . Ο Βασιλιάς των Μοιρολατρών ήταν πάντα τενεκές. το ποτάμι να μερμηγκιάζει από καράβια. σπαρμένα σιτάρι και κριθάρι. από ένα κάστρο με θεόρατους πύργους. . που απλώνονται όσο δε φθάνει μάτι ανθρώπου.Είδα. Και είδα σε κάθε σπίτι από μια ή δυο κατσίκες και μερικές κότες. και ρώτησα αλλού. Μήπως λοιπόν ο Ρήγας. και ρώτησα πού ήταν οι άντρες. Το Βασιλόπουλο . και άκουσα τραγούδια παντού. . και μέτρησα ανάμεσα τους δέκα που ήταν σκεπασμένα ως απάνω με σίδερο. Μα πάλι χαμογέλασε ο Πολύκαρπος. Είδα στρατιώτες όπου και αν γύρισα. όπου ξεχώριζε ένας μεγάλος μουντός λεκές. μου έδειξαν ένα παλικάρι που κατάφθανε.Καλά και άξια αυτά που λες. και ύστερα είπε στον αρχικαγκελάριο του: . και όλα τα σπίτια καλοχτισμένα και ασπρισμένα· είδα χωριά όπου όλα τα καλύβια είναι νοικοκυρεμένα και περιτριγυρισμένα με περιβολάκια γεμάτα πορτοκαλιές. διέκοψε ο Άρχοντας.Είδα μια χώρα όπου όλοι οι δρόμοι είναι στρωμένοι. Ανέβηκα ως απάνω και παραξενεύθηκα να βρω εκεί ένα μισογκρεμισμένο ερειπωμένο μεγάλο χτίριο μ' έναν πύργο. Είδα παιδιά μικρά να τραβούν τόξο κυνηγώντας τα ελάφια. . τα έπιασα με τα χέρια μου. που μόνος φαίνουνταν κατοικημένος. στο ερείπιο του βουνού. με τα βέλη του κρεμασμένα στη ράχη και το τόξο στο χέρι. Το πρόσωπο του ήταν ιδρωμένο και σκονισμένο. ανάμεσα στην πρασινάδα. και κουκιά και καλαμπόκια· είδα ελαιώνες απέραντους και αμπέλια. και είδα τον κάμπο γεμάτο αρνιά· και το βράδυ είδα να κατεβαίνουν κοπάδια οι αγελάδες από τα βουνά.Τα είδα με τα μάτια μου. Μα δε μου θαμπώνουν το μάτι. αν μου κατέβει καμιάν ώρα να του τα πάρω. Και ύστερα να έλθεις να μου δώσεις λογαριασμό τι είδες και τι δεν είδες.» Και μου αποκρίθηκαν: «Όχι! Εκεί κάθεται ο πατέρας του. ντυμένο με μάλλινα άσπρα ρούχα σαν όλους τους άλλους στρατιώτες. μα λίγους στρατιώτες. σαν τι λοιπόν είναι το παλάτι του. σα νύφες στολισμένες. Ο Άρχοντας πήγε και ήλθε συλλογισμένος. Τότε φώναξε ο Άρχοντας τον αρχικαγκελάριο του και του είπε: .Μα τι γίνεται στο βασίλειο των Μοιρολατρών. και να σκοτώνουν πουλιά στα πεταχτά! . όπου. Πήγε λοιπόν ο αρχικαγκελάριος και γύρισε όλα τα χωριά και τις χώρες. Περνώντας από ένα ανοιχτό παράθυρο άκουσα γυναικεία δροσερά γέλια. που παραξενεύθηκα και ρώτησα ποιος ήταν αυτός. Και μου αποκρίθηκαν: «Ο Βασιλιάς!» Δεν πίστεψα. Μου αποκρίθηκαν: Στα χωράφια! Και ρώτησα ποιος κάθουνταν στο ερείπιο που ήταν απάνω στο βουνό.Να πας στο βασίλειο των Μοιρολατρών και να γυρίσεις σε όλο τον τόπο. πάπιες και χήνες. Πες μου. μηλιές. Άρχοντα μου. και δεν είδα ζητιάνο κανένα. ο εξάδελφος μου. Αγοράζουν αρνιά και άλογα και τα πληρώνουν με χρυσά φλουριά. Όλοι οι στρατιώτες. Και πάλι δεν πίστεψα. πουλούν έναν κόσμο ξύλα και σταφύλια και μέλι. είδα σε κάθε βράχο και κορυφή βουνού. Μου είπαν πάλι πως ήταν το παλάτι του Βασιλιά.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΗ 73 σταφύλια το φόρτωσαν κι εκείνο να πουληθεί έξω. Και μου είπαν πάλι: «Ο Βασιλιάς!» Και σαν είδαν τη σάστισή μου. και γύρω στον πύργο έβοσκαν αγελάδες και κατσίκια συντροφικά με κότες. Και μου αποκρίθηκαν: «Το Βασιλόπουλο!» Και πάλι δεν πίστεψα. ρώτησε πάλι ο εξάδελφος Βασιλιάς. έτρεξαν γύρω του και φίλησαν τα χέρια του. είπε ο αρχικαγκελάριος.Μα τι παραμύθια είναι αυτά που λες. Ένα στρατιώτη δεν αρμάτωσε ποτέ του. και γέλασα και τους ρώτησα: «Μην κάθεται και αυτός εκεί απάνω. ξύπνησε από το βαθύ του ύπνο. Εκεί είδα σκηνές πολλές. αχλαδιές.

Αχ! Πόσο ακριβά θα μου ξεπληρώσετε τη νίκη σας εκείνη! μούγκρισε φοβερίζοντας τον ορίζοντα με το γρόθο του. Την έκλεισε σ' ένα σκαλισμένο. τι βλέπεις. ο θείος Βασιλιάς είχε κατορθώσει. Και φώναξε: . δεμένους από το λαιμό στη σέλα του αλόγου του. .Στρατηγέ! Ο στρατηγός ζύγωσε και υποκλίθηκε ως κάτω. . και να πας μαζί τους στο Βασιλόπουλο των Μοιρολατρών. . ύστερα από τρία χρόνια που βασανίζουνταν. και θα μπούμε ανεμπόδιστοι ως μέσα στο παλάτι του Ρήγα. παιδιά. και να του πεις πως του στέλνω αυτά. και πες μου τι βλέπεις. βλάκας και προδότης! Πες αμέσως στον εκατόνταρχο να έλθει. Άρχοντα μου. Κοιτάζοντας τους κάμπους του.Ρίξε μια ματιά γύρω σου. που την είχε κατακτήσει ο πατέρας του σε μια μεγάλη μάχη. Ξυπνητός ονειρεύομαι. Μια στιγμή ο εξάδελφος Βασιλιάς έμεινε άφωνος. αφού σκότωσε με το χέρι του το Βασιλιά που τη φορούσε. Ύστερα είπε σιγά. . και πάλι έτριψε τα μάτια του. είπε ανήσυχα. Και γελούσε με γέλιο σατανικό.Κάστρα. θα σέρνει πίσω του τον Αστόχαστο και το Βασιλόπουλο. κι έβαλε τους σαλπιγκτές του να περπατούν μπροστά και να σημαίνουν το θριαμβευτικό εμβατήριο. τσίμπησε δυνατά το μπράτσο του να δει αν κοιμάται. σα ν' ανακάλυψε έξαφνα μια μεγάλη αλήθεια: . Και τότε έφυγα. του Βασιλιά των Μοιρολατρών.Τραβάτε ίσια. και πως ζητώ τη συμμαχία του και τη φιλία του. ασημένιο κουτί και την έδωσε στον αρχικαγκελάριο.Μα τι έπαθα λοιπόν. να μαζέψει στρατό αρκετό και να εκστρατεύσει εναντίον του ανεψιού του. . έζωσε το μεγάλο του σπαθί. .Αναστήθηκε ο Συνετός! Και φώναξε να του φέρουν από το θησαυρό του μιαν ολόχρυση κορώνα. . . Άρχοντα μου.Είσαι στραβός! Φώναξε τον υποστράτηγο! είπε με θυμό ο θείος Βασιλιάς. . φώναξε στους στρατιώτες του. εκεί. . Πήγαινε! Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΘ Στο μεταξύ. εκεί. .Κοίταξε μπροστά σου.Κάστρο.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΗ 74 κάθεται δω. Ύστερα κοίταξε πάλι μπροστά του. Άρχοντα μου. και μέσα του χαίρουνταν από πριν τη ντροπή και τα δάκρυα των ανεψιών του. Περπάτησαν κάμποσες ώρες. κατά τα σύνορα. αριστερά.Είσαι βλάκας! ξεφώνισε άγρια ο θείος Βασιλιάς. και πες μου. κι εξαφανίσου από μπρος μου! . αυτή τη φορά. να του δώσεις την κορώνα αυτή και τη γοργοπόδαρη άσπρη μου φοράδα. . να σου πω τι είδα και τι άκουσα. Και ήλθε ο υποστράτηγος και υποκλίθηκε ως κάτω. στολισμένη με πολύτιμα σμαράγδια και διαμάντια. ο θείος Βασιλιάς λογάριαζε πως στο γυρισμό. με μας». Καβαλίκεψε το καλύτερο του άλογο.Να πάρεις αμέσως πενήντα από τους διαλεγμένους μου σωματοφύλακες.Άρχοντα μου.Άρχοντα μου. Αλλά έξαφνα σταμάτησε κι έτριψε τα μάτια του. και ήλθα. πρόσταξε. όπου τρία χρόνια πρωτύτερα είχε επιστρέψει νικημένος και ντροπιασμένος. τα πολυτιμότερα πράματα που έχω στο θησαυρό μου. δεξιά.

Τι στέκει εκεί απάνω.Βλέπεις εκείνο το πέρα βουνό. Με σεβασμό περίμενε να τελειώσει ο νέος το διάβασμα του για να του το προσφέρει. .Ποιος είσαι και τι θέλεις. Άρχοντα μου. Καθισμένο σε ξύλινο σκαμνί. Τότε γύρισε στους στρατιώτες του και φώναξε αφρισμένος: . Μια φορά ο Άρχοντας σου έκανε ένα δώρο στον πατέρα μου.Πες του Άρχοντα σου πως προσταγές δε δέχομαι. για να γίνω γαμπρός του και άντρας της κόρης του .Δεν είναι πέτρες στοιβαγμένες. που αρρώστησε πάλι και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στο παλάτι του. όπου ζήτησε να δει το Βασιλόπουλο. Τον οδήγησαν σε μια σκηνή. Μα τώρα θα σου δώσω να πας στον Άρχοντα σου δώρο άξιο της τιμής που μου κάνει. το ίδιο. Και όμως μπροστά του. Εγώ δε θα έλθω. Τα μάτια του Βασιλόπουλου άστραψαν. Δεν πρόφθασε να τελειώσει.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΘ 75 Και ήλθε ο εκατόνταρχος και υποκλίθηκε ως κάτω.Πάρε αμέσως δέκα από τους καλύτερους στρατιώτες της σωματοφυλακής μου. και πέρα άλλο κάστρο. το ύφος και η στάση του είχαν τέτοια αρχοντιά. . Πήγαινε! Κι έφυγε ο αρχικαγκελάριος με τους δέκα σωματοφύλακες και πήγε στο βασίλειο των Μοιρολατρών. εμπρός σε χοντροπελεκημένο σανιδένιο τραπέζι. σαν κάτι πέτρες στοιβαγμένες! . γονατισμένος. . Το παλικάρι φορούσε άσπρα μάλλινα ρούχα. . πήγαινε στο βασίλειο των Μοιρολατρών και πες του Βασιλόπουλου να έλθει αμέσως εδώ. το γιο του Βασιλιά των Μοιρολατρών. Και με την άκρη του ματιού του είδε με απορία ο αρχικαγκελάριος πως τα χαρτιά αυτά είχαν τη χρυσή βούλα του εξαδέλφου Βασιλιά. και. μόνο που στη μέση είχε μια πολυφορεμένη πέτσινη ζώνη όπου διακρίνουνταν ένας μαύρος λεκές. όσο πάει το μάτι. Έστειλε ένα σώμα προσκόπους να δουν τι ήταν αυτά τα κάστρα. που οι μισοί στρατιώτες έμειναν στον τόπο. και από τις δυο μεριές τόσα βέλη πέταξαν. βροχή από βέλη τους έτρεψε σε φυγή. θα μου το πείτε επιτέλους. Λέγε. Πήγαν παρακάτω. παιδιά. που ο απεσταλμένος του θείου Βασιλιά έπεσε στα γόνατα. Το παλικάρι σήκωσε το κεφάλι και είδε τον απεσταλμένο του θείου Βασιλιά. αποκρίθηκε ο αρχικαγκελάριος. δάγκωσε με μανία τα χέρια του και χόλιασε τόσο. Μόλις όμως έκαναν να πλησιάσουν. Έκαναν να περάσουν μεταξύ σε δυο κάστρα.Κάστρο. Αν και τόσο απλά ντυμένος.Ναι. ήταν ένας ηλικιωμένος αρχοντάνθρωπος. Κάμποσες μέρες έμεινε κακιωμένος και κλεισμένος στα δωμάτια του. γιατί θέλω να τον στεφανώσω με την κόρη μου τη Βασιλοπούλα..Εγώ είμαι. λέει. πλουσιοντυμένος. Με μια σπαθιά ο θείος Βασιλιάς του είχε κόψει το κεφάλι. με χρυσοκέντητα βελουδένια ρούχα. ένα νέο παλικάρι διάβαζε κάτι χαρτιά. Και όλος μαζί ο στρατός φώναξε: . και στο χέρι βαστούσε ένα πολύτιμο ασημένιο κουτί.Τι έχει απάνω εκεί. είπε το Βασιλόπουλο. κάστρα και πάλι κάστρα! Τότε ο θείος Βασιλιάς έσκυψε το κεφάλι κι έκλαψε με λύσσα. . . Δε θέλω όμως να φύγεις έτσι. μα κρατήθηκε. είπε. Σαν είδε ο θείος Βασιλιάς πως δεν μπορούσε πια να περάσει. το Βασιλιά.Ζητώ το Βασιλόπουλο. μαζί σου. να σε στεφανώσει με την κόρη του τη Βασιλοπούλα. Ύστερα φώναξε τον αρχικαγκελάριό του και του είπε: . τι θέλεις. με αδειανά χέρια. και παρακάτω άλλο κάστρο. Ο Βασιλιάς ο θείος σου και Άρχοντας μου μ' έστειλε να σου πω να έλθεις αμέσως μαζί μου στο βασίλειο του. .Αφέντη! είπε. ρώτησε. γιατί θέλει. ρώτησε απότομα ο θείος Βασιλιάς. είναι τρανό κάστρο. διαλέγοντας εμένα μεταξύ όλων. . Τότε δεν ήμασταν σε κατάσταση να του ανταποδώσομε την ευγένεια. είπε ο εκατόνταρχος σκιάζοντας τα μάτια του με το χέρι.. και δεν ξεχώριζε καθόλου από τους άλλους στρατιώτες που τον περιτριγύριζαν.

Σηκώθηκε κατακόκκινη από τη χαρά της. Μόνο η Ειρηνούλα εννόησε.Ποια ώρα.Να η απάντηση του! φώναξε χαρούμενη η Ειρηνούλα. Καθισμένη πλάγι στο παράθυρο. άρπαξε από πάνω από τη χρυσή κονσόλα το κρεμασμένο γαϊδουρίσιο κεφάλι με την τενεκεδένια κορώνα. Και ανεβαίνοντας σ' ένα σκαμνί. και δώσε το στον Άρχοντα σου. Η Γνώση είχε σηκωθεί και ταραγμένη ρώτησε: . και με χαρά δεχόμαστε τη συμμαχία που μας τιμά. ρώτησαν όλοι μαζί. σκυμμένη στο τραπέζι. τα τύλιξε στο μεταξωτό κόκκινο μαντίλι που είχε φυλαγμένο στο συρτάρι της. φώναξε ο Βασιλιάς. . Μην ξεχάσεις να του επαναλάβεις τα λόγια που σου είπα. Ο Βασιλιάς έπαιζε σκάκι με την κυρα-Φρόνηση.Τι αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΘ 76 της Βασιλοπούλας. και η Βασίλισσα Παλάβω έπλεκε σκούφια για τη φαλάκρα του γερο-Βασιλιά. Η Γνώση.Πες του Άρχοντα σου πως τον ευχαριστώ. Τι λες. έραψε από πάνω ένα γερό πανί και τα έδωσε του Πολύκαρπου. Χαιρέτησαν βαθιά οι δυο απεσταλμένοι. που βγήκε ευθύς.Βασιλοπούλα μου. Το Βασιλόπουλο πήρε το πανέρι και το έδωσε του απεσταλμένου του θείου Βασιλιά.Ναι. εξέταζε με την Ειρηνούλα το λογαριασμό του μάγειρα. η Ζήλιω τραγουδούσε γυρνώντας το ροδάνι της. Βασιλοπούλα μου. και πήρε ο καθένας το δρόμο του. αποκρίθηκε ο Πολύκαρπος. Μα τη φιλία μας θα την έχει. Ο υπασπιστής καβαλίκεψε πάλι το άλογο του και κατέβηκε στο στρατόπεδο.Πάρε αυτό.Ήλθε μήνυμα από το θείο Βασιλιά. και όλα μαζί τα έβαλε σ' ένα πανέρι. Στο καλό.Τι. . και τρεχάτος μπήκε στην τραπεζαρία. Ο Πολύκαρπος έτρεξε ίσια στην Ειρηνούλα. πήδηξε στο άλογο του και πηλάλα ανέβηκε στο παλάτι. Κι έκαμε νόημα του Πολύκαρπου. το γαϊδουρίσιο κεφάλι! Ήλθε η ώρα! φώναξε με κομμένη φωνή. . όπου ξεκαβαλίκεψε. σιωπηλή και γελαστή. . . . γιατί το Κράτος μας είναι ακόμα φτωχό και χρειάζεται όλα μας τα φλουριά. . ενώ κοντά της. . ρώτησε. Γυρεύει το Βασιλόπουλο για γαμπρό. Πήγαινε. είπε. Και γυρνώντας στον αρχικαγκελάριο του εξαδέλφου Βασιλιά είπε: . Δώρα δεν του στέλνει ο Βασιλιάς ο πατέρας μου. η Πικρόχολη φάδωνε ένα μαξιλάρι. Κανένας δεν κατάλαβε.

να με βοηθήσεις. Όταν ο νέος Βασιλιάς Συνετός Β' ανέβηκε στο παλάτι με τον καινούριο αρχικαγκελάριο του. Σ' έκανα από καιρό Βασιλιά ίσο με μένα. . Πού το βρήκες. και κυβέρνα μόνος σου το βασίλειο που ανέστησες μονάχα με τη θέληση σου. . . κι εκεί ανήγγειλε σε όλους πως παραιτούνταν από τη διοίκηση του Κράτους.Και σα μάθει τους αρραβώνες σας ο θείος Βασιλιάς. Η .Εγώ. Μου έκανες τόσο καλό πάντα με τις πολύτιμες συμβουλές σου! Πες. που αναγνώριζε την αξία του γιου του. σα να περίμενε από τα χείλια της ν' ακούσει την καταδίκη του.Τώρα. είπε.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Κ 77 Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Κ Με το ασημένιο κουτί στο χέρι πήδηξε το Βασιλόπουλο στην άσπρη φοράδα. που του χαμογελούσε χαρούμενη και ροδοκόκκινη. Πάρε πίσω το στέμμα σου. τι θα πει. καθώς άκουσε τα λόγια της κυρα-Φρόνησης.Πατέρα μου και Βασιλιά μου. . Εκείνη η ημέρα ήταν εορτή σε όλο το κράτος. γονάτισε μπροστά του και του έδωσε το ασημένιο κουτί. και με τη δύναμη του επιβάλλει σεβασμό στους εχθρούς. είπε. Σήμερα το έθνος σηκώνει κεφάλι. και του νέου Βασιλιά. ρώτησε γελώντας η Ειρηνούλα. είπε ο Συνετός.Είναι το δώρο του εξαδέλφου Βασιλιά. Το Βασιλόπουλο έτρεξε στον πατέρα του. και πως παρέδινε το στέμμα και την κυβέρνηση στο γιο του. ο γερο-Βασιλιάς τους είχε αρπάξει και τους δυο στην αγκαλιά του. βαρέθηκα ν' ακούω για δουλειές. Την άλλη μέρα ο Βασιλιάς συγκάλεσε όλο το λαό στο στρατόπεδο πλάγι στον ποταμό. Και με το μάτι έκανε νόημα του Βασιλιά να κοιτάξει τον Πολύκαρπο. Γνώση. το έθνος σου το χαρίζει. Σου αξίζει μια τέτοια κορώνα. Βασιλιά μου και πατέρα μου. Πώς μπορώ να σε βοηθήσω. του σωτήρα του έθνους. με το στόμα ανοιχτό. .Θέλεις. έβαλε στο κεφάλι του γιου του την πολύτιμη κορώνα. έγινε δυνατό. αποκρίθηκε το Βασιλόπουλο.Θα ζητήσει εσένα για το γιο του. κι έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό.Ζήτω ο Συνετός Β'! Ζήτω! Η χαρά του κόσμου δε βαστιούνταν. Το τραπέζι ήταν στρωμένο. είπε βαθιά συγκινημένος.Να γίνεις γυναίκα μου και Βασίλισσα μου. . δώρο του εξαδέλφου Βασιλιά. Κοίταξε το αδειανό κρεμαστάρι πάνω από τη χρυσή κονσόλα. Και γυρίζοντας στη Γνώση. είπε η κυρα-Φρόνηση. έμεινε ακίνητος. Όλοι ήθελαν να φιλήσουν τα χέρια του γερο-Βασιλιά. δε θέλεις μαζί μου να διοικήσεις τον τόπο. Ο δυστυχισμένος αρχικαγκελάριος είχε χλωμιάσει έξαφνα. . . . Ο Βασιλιάς σήκωσε το σκέπασμα. που έφυγε από κει το απαίσιο γαϊδουρίσιο κεφάλι. Απ' όλα τα στήθη βγήκε μια μεγάλη φωνή: .Τι είναι αυτό. και θέλω να ζήσω ήσυχα τα τελευταία μου χρόνια. . σου πήρα το στέμμα σου μια μέρα που το έθνος ζητούσε απ' όλους μας θυσίες.Φόρεσε την εσύ. μπορώ να πω πως αισθάνομαι ελεύθερος να καταπιαστώ μεγάλα πράματα. γιατί με τον κόπο σου και τη δύναμη σου κατόρθωσες να την κερδίσεις. και. ρώτησε στο τέλος. πρόσθεσε: . Πάρε συ το στέμμα μαζί με τα βάρη του. Μόνο εκείνους πια περίμεναν για να καθήσουν. τον Πολύκαρπο. Τώρα γέρασα. βρήκε πάλι όλη την οικογένεια μαζεμένη στην τραπεζαρία. αναφώνησε η κόρη κι έγινε ακόμα πιο ροδοκόκκινη. και μαζί με τον Πολύκαρπο ανέβηκε στο παλάτι. Εγώ. που ζητά τη φιλία μας και θέλει τη συμμαχία μας. Γνώση. και τρέμοντας κοίταζε την Ειρηνούλα. Μα πριν μπορέσει η κόρη ν' απαντήσει. πήρε την κορώνα μέσα από το κουτί και την έβαλε στο κεφάλι του γιου του. το Βασιλόπουλο. γιε μου. βλέποντας τη θαυμάσια κορώνα με τα πολύτιμα της πετράδια. Λέγοντας αυτά τα λόγια. και τον έστεψε Βασιλιά των Μοιρολατρών. Ο Βασιλιάς τότε σηκώθηκε. ναι! Μαζί να κυβερνήσετε το Κράτος. είπε με συγκίνηση.Με την ευλογία μου.

αγκαλιάζοντας τα παιδιά του πρόσθεσε: . είπε. Και χαρούμενος. έρχουμουν στο ίδιο μέρος. είπε ο πρωτομάστορης. με την ελπίδα πως ίσως θα ξαναγύριζε. Αφέντη. . ....Εγώ ξέρω πως δεν πήγε.Για τον Αφανέρωτο Ήρωα. .Βάλε δω άλλο ένα στεφάνι.Όχι. Ο πρωτομάστορης αργοκούνησε το κεφάλι. Έτσι που τον ήξερα. . ας έλθει πάλι με το στρατό του να ξανανιώσει πώς τρυπούν τα βέλη του Κακομοιρίδη.. Ύστερα ο νέος Βασιλιάς έκοψε ένα κλαδί δάφνης από το δέντρο και το ακούμπησε στον τάφο του Πολύδωρου. .. ρώτησε ο αρχικαγκελάριος με φωνή πνιγμένη. δυο άσπροι πέτρινοι σταυροί έστεκαν πλάγι-πλάγι: ο τάφος του Πολύδωρου και ο τάφος του νέου της ταβέρνας. Γιατί.. ξέρεις. .Δεν καταλαβαίνω. Κρέμασε ο Συνετός και στους δυο από ένα στεφάνι δάφνης. .Και για όσους δίνουν τη ζωή τους σιωπηλά και ταπεινά στην Πατρίδα.Τι έγινε. . ντροπαλή και μουδιασμένη. όπου για τελευταία φορά τον είδα. . . χωρίς η Πατρίδα να τους ξέρει ποτέ. ρώτησε ο Συνετός.. είπε.Ελπίζω να μη μας κάνει τέτοια πρόταση ο θείος Βασιλιάς. την ώρα του κινδύνου.Και. Και σαν τον σήκωσαν να τον βάλουν στο κρεβάτι. . σιωπηλά και αφανέρωτα για τον τόπο του. . Ο Συνετός τον κοίταξε.Για τον Αφανέρωτο Ήρωα. Στον ίσκιο των πλατάνων. Γιατί την Ειρηνούλα μας τη θέλομε δω. Και γονατίζοντας προσκύνησαν τον τάφο. ήταν άνθρωπος να δώσει τη ζωή του χωρίς λόγια. Μα δεν πρόφθασε ο καημένος ο θείος Βασιλιάς ν' αρπάξει τη δεύτερη προσβολή.Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Κ 78 Βασιλοπούλα κοκκίνισε..Μπορεί να πήγε στα ξένα σαν τόσους άλλους. Αφέντη. το έβαλε στου Πολύκαρπου που κόντεψε να τα χάσει από τη χαρά του. είδαν πως ήταν πεθαμένος. ειδεμή θα ξανανάψει ο θυμός του. που έπεσε ξερός στο πάτωμα. αποκρίθηκε ο πρωτομάστορης.. σα βασίλευε ο ήλιος..Δε γύρισε ποτέ ο κουλός από το τελευταίο του ταξίδι. δείχνοντας τον τάφο του Πολύδωρου. . είπε στο τέλος. ποτέ! Κάμποση ώρα ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δε μίλησε. πρόσθεσε ο πρωτομάστορης. Και παίρνοντας το χέρι της αδελφής του..Και σα δεν του αρέσει. είπε. μουρμούρισε η Ειρηνούλα χωρίς να τον κοιτάξει.Απεναντίας! Πρέπει να μας κάνει την πρόταση. τόσος θυμός τον έπιασε.Τρία χρόνια τον περίμενα.. Την ημέρα της στέψεως του.. Έμαθες καμιάν είδηση. για ν' αρπάξει και δεύτερη προσβολή! είπε ο γερο-Βασιλιάς που δεν είχε χωνέψει ακόμα το γαϊδουρίσιο κεφάλι. Σαν άνοιξε το πανέρι και αναγνώρισε το γαϊδουρίσιο κεφάλι και άκουσε τα λόγια του Βασιλόπουλου. που του τα επανέλαβε ο αρχικαγκελάριός του.. . . και κάθε βράδυ. ο Συνετός Β' κατέβηκε στο ποτάμι να κάνει μνημόσυνο για όσους είχαν πέσει στην περίφημη εκείνη νυχτερινή μάχη. . γύρισε και τον είδε και κατέβασε τα μάτια της. Βασιλοπούλα μου. είπε γελώντας ο Συνετός. Πολύκαρπε. ούτε να ξανανιώσει αν τρυπούσαν τα βέλη του Κακομοιρίδη. Μα τώρα δεν τον περιμένω πια. Ο πρωτομάστορης έμεινε συλλογισμένος.Άλλο ένα.. είπε ο Συνετός. Ν' αφήσει όμως την Πατρίδα. και θα δεχθείς.

php?oldid=48904  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Α  Πηγή: http://el.org/w/index.org/w/index.org/w/index.wikisource.php?oldid=48923  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Θ  Πηγή: http://el.wikisource.php?oldid=48929  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΕ  Πηγή: http://el.php?oldid=48916  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Γ  Πηγή: http://el.org/w/index.php?oldid=48925  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΑ  Πηγή: http://el.org/w/index.php?oldid=48921  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ζ  Πηγή: http://el.wikisource.wikisource.php?oldid=48931  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΖ  Πηγή: http://el.wikisource.php?oldid=48922  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Η  Πηγή: http://el.org/w/index.php?oldid=48932  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΗ  Πηγή: http://el.wikisource.wikisource.php?oldid=48928  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΔ  Πηγή: http://el.wikisource.php?oldid=48919  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ε  Πηγή: http://el.org/w/index.php?oldid=48924  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Ι  Πηγή: http://el.wikisource.org/w/index.wikisource.wikisource.php?oldid=48927  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΓ  Πηγή: http://el.wikisource.Πηγές άρθρων και Συνεισφέροντες 79 Πηγές άρθρων και Συνεισφέροντες Παραμύθι χωρίς όνομα  Πηγή: http://el.org/w/index.wikisource.php?oldid=48930  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΣΤ  Πηγή: http://el.wikisource.wikisource.org/w/index.php?oldid=48934  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Κ  Πηγή: http://el.org/w/index.wikisource.org/w/index.org/w/index.org/w/index.php?oldid=48917  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Β  Πηγή: http://el.wikisource.org/w/index.wikisource.php?oldid=48920  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΣΤ  Πηγή: http://el.org/w/index.org/w/index.php?oldid=48935  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou .php?oldid=48926  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΒ  Πηγή: http://el.org/w/index.wikisource.org/w/index.org/w/index.php?oldid=48918  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο Δ  Πηγή: http://el.php?oldid=48933  Συνεισφέροντες: Christina Nicolaou Παραμύθι χωρίς όνομα/Κεφάλαιο ΙΘ  Πηγή: http://el.wikisource.org/w/index.wikisource.

org/licenses/by-sa/3.0 Unported //creativecommons. Άδειες και Συνεισφέροντες 80 Άδεια Creative Commons Attribution-Share Alike 3.0/ .Πηγές Εικόνων.