“Η γυναίκα ως πηγή έμπνευσης των Ελλήνων ποιητών”

(από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα)
της Γιόλας Αργυροπούλου – Παπαδοπούλου*

«Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
…».
Είναι οι πρώτοι στίχοι ενός από τα πιο γνωστά ποιήματα του
μεγάλου μας Οδυσσέα Ελύτη. Τίτλος του
ποιήματος «Ελένη»∙ όνομα γυναίκας…
«… Άραγε τί ώρα νάναι δίχως εσένα;
Γιατί κι ο χρόνος φεύγει παράξενα δίχως εσένα.
Κι ο ήλιος φωτίζει παράξενα. Σε ποιον να τον δώσω;
Περίσσεψε ο ήλιος, αγάπη μου, δίχως εσένα…

Κουβεντιάζουμε οι δυο μας μέσα στο άπειρο, αγάπη μου,
φως με φως… ».
Στίχοι του Νικηφόρου Βρεττάκου αφιερωμένοι σε μια γυναίκα…
Και ο αξεπέραστος Κωστής Παλαμάς, εμπνευσμένος κι αυτός
από κάποια γυναικεία παρουσία, γράφει, πριν από έναν περίπου
αιώνα:
«Ήρθα να δω τον ίσκιο της από το παραθύρι
πριν σβήσει το κερί,
τον ίσκιο απ’ το κεφάλι της την ώρα που θα γείρει
να γλυκοκοιμηθεί…
Το φως μου είν’ αβασίλευτο. Γνώρισα την Αγάπη,
σ’ έζησα πια, ζωή».
Στίχοι κατακλυσμένοι από φως, ομορφιά και τρυφερότητα.
Νοήματα εκφρασμένα απλά και λιτά. Λόγια που εκπέμπουν ένα βαθύ,
αιώνιο και αδιάψευστο μήνυμα, πως «ζωή» σημαίνει «αγάπη»∙ κι
«αγάπη» σημαίνει «ζωή»…
Η γυναίκα ήταν, είναι και θα είναι, για πάντα, μια αστείρευτη
πηγή έμπνευσης των ποιητών, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά στον
κόσμο ολόκληρο…
«Ω σάρκα, σάρκα μου, γυναίκα που αγάπησα και έχασα,
εσένα αυτήν την νοτισμένη ώρα επικαλούμαι, τραγουδώ…
Ήταν η δίψα κι η πείνα και συ ήσουνα ο καρπός.
Ήταν ο πόνος και τα ερείπια, και συ στάθηκες το
θαύμα…» γράφει με πάθος ασυγκράτητο ο νομπελίστας χιλιανός
ποιητής Pablo Neruda.
Αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο ότι η γυναικεία παρουσία, η
γυναίκα – σύζυγος, μητέρα, αδελφή, η γυναίκα η πιστή ή η άπιστη,
η αφοσιωμένη ή η άστατη, η προδομένη, η απελπισμένη, η

εκδικητική, η ηλικιωμένη ή η νέα, η ανέραστη ή η γυναίκα του
δρόμου, και κυρίως η γυναίκα «αγαπημένη», έχει εμπνεύσει ένα
πλήθος ποιητών.
Για μια γυναίκα συνθέτει ο Γιάννης Ρίτσος ένα εκπληκτικό
ποίημα, τη «Σονάτα του σεληνόφωτος». Κάποιο ανοιξιάτικο
βράδυ, μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, βρίσκεται μαζί
μ’ έναν νέο σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Από τα δυο
παράθυρα μπαίνει ένα«αμείλικτο φεγγαρόφωτο». Η γυναίκα
παραδίδεται σ’ έναν ατελείωτο μονόλογο, όπου επανέρχεται σαν
επωδός η ικεσία προς τον νέο: «Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου». Το
φως του φεγγαριού δημιουργεί ένα κλίμα εξωπραγματικό, που ωθεί
τη γυναίκα ν’ αναζητήσει τον βαθύτερο εαυτό της…
«Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται
που ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου.
Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια – δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα…
Θα καθήσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του
φουστανιού μου
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν…
Δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις

κι ούτε έχει σημασία που ασπρίσαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου – η λύπη μου
είναι που δεν ασπρίζει κ’ η καρδιά μου).
Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου.
Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει – …
Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του
Άη – Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κ’ εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο
άγγιγμα του
σακκακιού σου…
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι που ’ναι σα μια
μεγάλη συνοδεία
ασημένιων κύκνων – …
Το ξέρω η ώρα πια είναι περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια,
έμεινα μόνη,
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε
άμεμπτο

μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. Δε φτάνει.
Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου…
Τούτο το σπίτι με πνίγει…
Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο
βάθος
του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων
πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και
μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κ’ ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια, μαργαριτάρια και ζαφείρια·
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω·
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ
τα δίνω.
Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου.
Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου…
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;
Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος
σου,

- τι δυνατό φεγγάρι, – …
Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου.
Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα ’ρθω. Καληνύχτα…
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει
να βγω απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι, – όχι, όχι το φεγγάρι –

ν’ ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα.
Καληνύχτα.
Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα
’κρυψε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε
το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ
γνωστή μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη
σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του
Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο Νέος θα κατηφορίζει
τώρα μ’ ένα ειρωνικό κ’ ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα
καλογραμμένα χείλη του και μ’ ένα συναίσθημα
απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Άη – Νικόλα,
πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, – ένα γέλιο
δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ’ ακουστεί καθόλου
ανάρμοστα κάτω απ’ το φεγγάρι… Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει,
θα σοβαρευτεί και θα πει: «Η παρακμή μιας εποχής». Έτσι,
ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του
και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα
μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ’ το σπίτι. Το
φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι
σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή,
όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση.
Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει…».

Θα μπορούσε κανείς να διαβάσει αμέτρητους στίχους και να
μιλάει ώρες ατελείωτες γι’ αυτό το ιδιαίτερα ελκυστικό, ενδιαφέρον,
πολυδιάστατο και ανεξάντλητο θέμα. Όμως εγώ, σεβόμενη τον
χρόνο σας, θα περιοριστώ σε ελάχιστους μόνον Έλληνες ποιητές,
που έγραψαν για τη γυναίκα, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Πολύ δύσκολη, στ’ αλήθεια, η επιλογή…
Έχοντας ξεκινήσει αυτό το σύντομο ταξίδι μας στον μαγικό
κόσμο της ποίησης, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε και να
υποκλιθούμε στον μέγιστο των ποιητών, τον Όμηρο. Στην
ραψωδία Ζ της«Ιλιάδος», ο περίφημος λόγος της Ανδρομάχης
προς τον Έκτορα αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα πιο
χαρακτηριστικά δείγματα ιδανικής συζυγικής αγάπης.
Η Ανδρομάχη, απευθυνόμενη στον άνδρα της, και αποσκοπούσα να
αποτρέψει την περαιτέρω συμμετοχή του στον πόλεμο, του λέει
μεταξύ άλλων:
«… Μ’ αν είναι να σε χάσω,
ν’ ανοίξει η γη να μπω καλύτερα χίλιες φορές, τι πια άλλη
δεν θα ’χω ζεστασιά, αν μου πέθαινες, τρανούς μονάχα θα ’χω
καημούς∙ κι ουδέ καν ζουν ο κύρης μου κι η σεβαστή μου η
μάνα…
Κι είχα κι εφτά αδερφούς που χαίρομουν στο αρχοντικό μας
μέσα,
κι όλοι την ίδια μέρα εδιάβηκαν στον Άδη κάτω…,
Έχτορα, τώρα εσύ πατέρας μου και σεβαστή μου μάνα
κι αδέρφι, εσύ και λεβεντόκορμος στην κλίνη σύντροφός
μου…».
(Μετάφραση του αρχαιοελληνικού κειμένου από τον Νίκο
Καζαντζάκη και τον Ιωάννη Θ. Κακριδή).
Η συζυγική αγάπη εξακολουθεί, και στα νεότερα χρόνια, να
αποτελεί ένα σημαντικό ερέθισμα για την ποιητική δημιουργία.

Ο σπουδαίος ποιητής μας Άγγελος Σικελιανός εμπνέεται από
τη γυναίκα του Άννα, και της γράφει λόγια που ξεχειλίζουν από
λατρεία κι αφοσίωση:
«Γλυκό μου φως, αναπνοή μου, αίμα μου, θεϊκά μαλλιά μου,
μάτια μου, σφραγίδα της καρδιάς μου, στόμα μου γλυκό,
απαντοχή μου, λύτρωσή μου, Αγάπη μου… Ψυχή μου!… Εσύ,
το νόημα το μοναδικό και απέραντο όλης μου της
ειμαρμένης… Αγαπημένη στη Ζωή, Αγαπημένη στο Θάνατο κι
ως το βάθος του τάφου μας, πάθος μου ατελεύτητο και
άναρχο, ως την καρδιά της Αιωνιότητας…».

Σημαντική θέση στην αρχαιοελληνική ποίηση κατέχει και
η γυναίκα – μητέρα. Στην περίφημη ραψωδία λ της «Οδυσσείας»
ο Όμηρος, πραγματευόμενος το ταξίδι του Οδυσσέα στον Άδη και τη
συνομιλία του ήρωα με τις ψυχές των νεκρών, αναφέρεται μεταξύ
άλλων στον θάνατο της Αντίκλειας, της μητέρας του Οδυσσέα, από
τον καημό της για τη μακροχρόνια απουσία του γιου της:
«Ο ίδιος μ’ έρριξε καημός κι εμένα μέσ’ στον τάφο.
Δεν έτρεξε στο σπίτι μου να μ’ εύρει η Σαϊτεύτρα,
με τις πυκνές σαΐτες της να σβήσει τη ζωή μου,
μήτε άλλη αρρώστια την καρδιά μού νέκρωσε στα στήθια.
Μόνο ο καημός σου μ’ έφαγε, λεβέντη μου Οδυσσέα,
η γνώση που σε στόλιζε κι η τρυφερή καρδιά
σου». (Μετάφραση Ζησίμου Σιδέρη).
Αλλά και πολλοί νεοέλληνες ποιητές γράφουν στίχους
αναφερόμενους στο ακατάβλητο μητρικό αίσθημα, την πιο
ανιδιοτελή, την πιο ιερή μορφή της αγάπης. Και είναι πράγματι
αξιοσημείωτο ότι οι περισσότεροι από τους στίχους αυτούς
εκφράζουν τον βαθύτερο ανθρώπινο πόνο, την οδύνη της μάννας
για τον θάνατο του παιδιού της.

«Γλυκύ μου Έαρ, Γιε μου, πού βασίλεψ’ η άγια σου
ομορφιά;» γράφει ο Τάκης Σινόπουλος στο ποίημά του «Μετά
την Αποκαθήλωση»∙ ένας στίχος ιδιαίτερα δυνατός, που
αναμφίβολα ανακαλεί στη μνήμη μας το «Ω γλυκύ μου έαρ,
γλυκύτατόν μου τέκνον» από τα εγκώμια της Μεγάλης
Παρασκευής.

Μία γνωστή σε όλους μας ποιητική αναφορά στην αδελφική
αγάπη είναι η περίπτωση τηςΑντιγόνης, στην ομώνυμη τραγωδία
του Σοφοκλή. Η νεαρή ηρωίδα δεν πειθαρχεί στο απαγορευτικό
διάταγμα του Κρέοντα για την ταφή του Πολυνείκη, ισχυριζόμενη ότι
έχει ιερό και επιβεβλημένο χρέος να θάψει τον αδελφό της. Για την
πράξη της αυτή τιμωρείται από τον Κρέοντα με εγκλεισμό σ’ έναν
βραχώδη τάφο. Και όταν ο Κρέων, μετά την πληροφορία του μάντη
ότι το πτώμα του Πολυνείκη μιαίνει την πόλη, πηγαίνει να την
απελευθερώσει, διαπιστώνει πως εκείνη έχει ήδη απαγχονιστεί…
«Αν έχανα τον άντρα μου, θα ’βρισκα κι άλλον άντρα,
και το παιδί μου αν έχανα, θα μου γεννιούνταν άλλο.
Μα αφού στον Άδη κρύφτηκαν η μάννα μου, ο πατέρας,
δεν θα μπορούσε πια αδερφός ποτέ να μου γεννιούνταν».
(Μετάφραση Κωνσταντίνου Μάνου).
Στα νεότερα χρόνια, ως ύμνος για τη γυναίκα – αδελφή
θεωρείται η συλλογή του Γιάννη Ρίτσου «Το τραγούδι της
αδελφής μου», αφιερωμένη στην αδελφή του Λούλα:
«Αδελφή μου,
θ’ άξιζε ολόρθος να σταθώ
κατάντικρυ στον ήλιο
και των στίχων τους κίονες να υψώσω
προς το κυανό διάστημα
για να περιπατείς τα βράδια

χαμογελώντας πλάι στην Ευρυδίκη
κάτω απ’ τους έναστρους θόλους / του άφθαρτου θέρους.
Όμως, αδελφή μου,
δεν δύναμαι άλλο…
Μονάχα με λυγμούς
αρθρώνω το άσμα σου…».

Βέβαια, η γυναίκα – αγαπημένη ήταν ανέκαθεν και θα είναι,
για πάντα, η κυριότερη πηγή έμπνευσης των ποιητών, το βασικότερο
κίνητρο της ποιητικής δημιουργίας…
«Σε περίμενα πάντα
όπως η ξεραμένη γη τη βροχή.
Σ’ ένιωθα μέσα μου
σα ρίζα εκατόχρονου δέντρου.
Σ’ αισθανόμουνα γύρω μου
σα φωτιά καλοκαιριού» γράφει με άφατη νοσταλγία ο Νίκος
Καρύδης.
Κι ο ανεπανάληπτος Γιάννης Ρίτσος συνθέτει την «Εαρινή
συμφωνία», ένα εκτενές ποίημα, στο οποίο υμνείται ο έρωτας.
Σημειωτέον ότι ο Παντελής Πρεβελάκης (στο βιβλίο του “Ο ποιητής
Γιάννης Ρίτσος” [σσ. 88 - 89] ) γράφει: “Ο έρωτας που ο Ρίτσος
υμνεί στην Εαρινή συμφωνία δεν είναι φαινόμενο κοινωνικό, αλλά
θεμελιακό ένστικτο. Είναι μια ειμαρμένη που οδηγεί στην αποθέωση
(Δάντης – Βεατρίκη) ή στο θάνατο (Ρωμαίος – Ιουλιέτα). Υπό αυτές
τις συνθήκες, το ποίημα είναι γέννημα μεθυστικής ευφορίας… Το
πνεύμα του ποιητή απολαμβάνει το απόλυτο που έχει εισβάλει στη
ζωή του: τον τέλειο έρωτα, την ιδανική γυναίκα, τη λύτρωση από
τον πόνο…”.
«… Εσύ μου ’φερες

τον καινούργιο καιρό
το φως της αυγής
και το αίμα μου…
Γονατισμένος προσεύχομαι.
Θεέ μου Θεέ μου
η αγάπη μου ’χε λείψει
για να χαρώ και να νοήσω
το μεγαλείο σου…
Άξιζε να υπάρξουμε
για να συναντηθούμε…
Η πλήρωση έφτασε.
Δε μένει τίποτ’ άλλο.
Τύλιξέ με.
Φοβούμαι αγαπημένη.

Πώς μπορεί η γη
να κρατήσει στα χέρια της
τόση ευτυχία;…
Ο ήλιος με φωνάζει…».
Θα έλεγα χαρακτηριστικά πως το μαγικό δίδυμο «Έρωτας –
Γυναίκα» χρονολογείται από τότε που υπάρχουν άνθρωποι, και θα
ζει όσο θα υπάρχει η ζωή…
«Αγάπησέ με, Ανθούλα μου, γλυκιά χρυσή μου ελπίδα,
καθώς κι εγώ σ’ αγάπησα την ώρα οπού σ’ είδα.
Είχες τα μάτια σου γυρτά στα πράσινα χορτάρια,

κι η λύπη σου τα στόλιζε με δυο μαργαριτάρια» γράφει ο
εθνικός ποιητής της νεότερης Ελλάδος Διονύσιος Σολωμός.

Η παντοδυναμία του έρωτα εξυμνείται μ’ έναν τρόπο εκπληκτικό
στο Γ΄ Στάσιμο της περίφημηςσοφόκλειας
«Ἀντιγόνης». Πρόκειται για το πασίγνωστο «Ἔρως, ἀνίκατε
μάχαν…».
«Έρωτα ανίκητε στη μάχη,
Έρωτα, που σ’ όποιον πέσεις πάνω τον σκλαβώνεις,
εσύ που ξενυχτάς
στου κοριτσιού τα τρυφερά τα μάγουλα
κι όλο γυρνάς και πάνω από τις θάλασσες
και στις καλύβες τις εξοχικές·
κανείς να σου ξεφύγει δεν μπορεί ούτ’ από τους αθάνατους
ούτε κι από τους ανθρώπους τους εφήμερους·
κι είναι τρελός όποιος μέσα του σ’ έχει». (Μετάφραση
Κωνσταντίνου Μάνου).
Ο έρωτας εμφανίζεται, εδώ, σαν μια ακατανίκητη δύναμη που
κυβερνάει όλο τον κόσμο, όλα τα έμψυχα, τους ανθρώπους, αλλά
και τους θεούς.
Στην αρχαιότητα, ο κορυφαίος τραγικός ποιητής Ευριπίδης, που
κυριολεκτικά λατρεύτηκε σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο, και που
η φήμη του εξαπλώθηκε και πέρα από τον ελληνισμό, ήταν αυτός
που – όσο κανείς άλλος μέχρι τότε – βύθισε το βλέμμα του μέσα
στην ανθρώπινη ψυχή, κυρίως τη γυναικεία. Ήταν ο ζωγράφος του
ενστίκτου και των θυελλωδών εκρήξεων της ψυχής, ο ποιητής των
συναισθηματικών υπάρξεων, στο θέατρο του οποίου οι γυναίκες
κατείχαν τη δεσπόζουσα θέση. Ο Ευριπίδης, ο ποιητής του
απέραντου ωκεανού των συγκινήσεων, έφερε ολοζώντανα μπροστά
μας γυναίκες κυριαρχημένες από σφοδρά ψυχικά πάθη…

Όλοι γνωρίζουμε τη Μήδεια, από την ομώνυμη τραγωδία, που,
παραδομένη σε πάθος ακυβέρνητο από τα χαλινάρια της φρόνησης,
ούτε ήθελε ούτε μπορούσε να αντισταθεί στις σφοδρές ανεμορριπές
που δέρναν’ την ψυχή της. Ποιος, επίσης, αγνοεί το άμετρο ερωτικό
πάθος τηςΦαίδρας, στην τραγωδία «Ἱππόλυτος Στεφανηφόρος»; Η
τραγική αυτή ηρωίδα, που ερωτεύτηκε παράφορα τον γιο του άνδρα
της, τον Ιππόλυτο, έναν αγνό νέο που περιφρονούσε τον έρωτα και
τις γυναίκες, βασανίστηκε και συντρίφτηκε, όχι επειδή το θέλησαν οι
θεοί ή το όρισε η Μοίρα, αλλά επειδή το πάθος τής φίμωσε τη λογική
και της παρέλυσε την ορθή κρίση…
Δυόμισι χιλιάδες περίπου χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο
Ευριπίδης, ο πλατύς δακρύων ποταμός, όπως τον χαρακτήρισε ο
Oscar Wilde, εμπνεύστηκε από τη πολυδιάστατη γυναικεία παρουσία,
κι έγραψε τις άφθαρτες τραγωδίες του, που οι περισσότερες φέρουν
ως τίτλους ονόματα γυναικών, τα οποία εξακολουθούν να
παραμένουν επικαλυμμένα από το άσβεστο φως της μνήμης και της
αθανασίας: Άλκηστις, Ιφιγένεια, Εκάβη, Ελένη, Μήδεια,
Φαίδρα…
Ο απόηχος της ευριπίδειας Φαίδρας υπάρχει μέχρι σήμερα και –
διόλου απίθανο – θα υπάρχει πάντα. Το 1961,
ο Jules Dassin σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία, βασισμένη σε
θέμα της κλασικής αρχαιότητας. Τίτλος «Φαίδρα», πρωταγωνιστές
η Μελίνα Μερκούρη και ο Anthony Perkins, σενάριο της Μαργαρίτας
Λυμπεράκη, και μουσική του Μίκη Θεοδωράκη…
Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε πει τότε: «… Πήγα να συναντήσω την
Μελίνα στο σπίτι της στην οδό Ακαδημίας κι εκεί βρήκα και
τον Anthony Perkins. Μου λέει η Μελίνα: “Αυτός ο κούκλος είναι
γιος μου στην ταινία, δηλαδή γιος του άντρα μου. Κι εγώ υποτίθεται
ότι τον ερωτεύομαι τρελλά. Γι’ αυτόθέλω να μου γράψεις το πιο
ερωτικό αλλά και το πιο παθιασμένο για αγάπη τραγούδι”»…
Ο Γιάννης Ρίτσος, από τον Απρίλιο του 1974 έως τον Ιούλιο
του 1975, γράφει κι αυτός τη δική του «Φαίδρα», ένα
συγκλονιστικό έργο, που το αφιερώνει στον Γιάννη Τσαρούχη. Η
Φαίδρα του Ρίτσου, μια σαραντάρα γυναίκα, παραδίδεται σ’ έναν
εκτενή μονόλογο, ο δε όμορφος νέος, ο Ιππόλυτος, παραμένει
σιωπηλός. Ο Ρίτσος γνωρίζοντας σε βάθος την ευριπίδεια τραγωδία,

σημειώνει – ως υπότιτλο – την ακόλουθη φράση από τον
«Ιππόλυτο» του μεγάλου τραγικού: «…Είναι φυσικό άμα οι θεοί το
θέλουν οι θνητοί να σφάλλουν». Διαβάζω ένα υπέροχο απόσπασμα
από τη «Φαίδρα» του Ρίτσου:
«… Φύγε, λοιπόν. Τί μου στέκεις εκεί απολιθωμένος; Έμπα
στο λουτρό σου,
έμπα να ξεπλυθείς απ’ τ’ ανόσια μου λόγια, απ’ τ’ ανόσια μου
μάτια…
Ίσως κει μέσα
ν’ αφαιρέσεις για λίγο και συ το προσωπείο σου, τη γυάλινή
σου πανοπλία,
την παγωμένην αγιοσύνη σου, τη φονική σου δειλία. Φεύγα
σου λέω.
Δεν αντέχω
την ύ β ρ η της σ ι ω π ή ς σου…».
Το αναπόσπαστο και παντοδύναμο δίδυμο «Έρωτας – Γυναίκα»
εξακολουθεί λοιπόν να υπάρχει αναλλοίωτο, και να εμπνέει
ακατάπαυστα και τους νεότερους ποιητές.
«… Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ’ ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς…» γράφει – σαν σε
παραλήρημα – ο Οδυσσέας Ελύτης.

Και ο Τάσος Λειβαδίτης, ένας από τους πιο βαθιά ερωτικούς
ποιητές όλων των εποχών, σε κάποιο δίστιχο με τίτλο «Έρωτας»,
εκφράζει – με τρόπο εκπληκτικό – όλη αυτή την αγέραστη ομορφιά
και την αέναη δύναμη του έρωτα:
«Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε».
Δεν είναι τυχαίο το ότι στις περισσότερες ποιητικές συλλογές
κυριαρχεί, και σήμερα, το ερωτικό στοιχείο, κι ότι οι περισσότεροι
ποιητές εμπνέονται από τη γυναίκα – αγαπημένη.
«Θέλω να κοιμηθώ, αλλά εσύ δεν μ’ αφήνεις.
Έχεις ρίξει το χέρι σου στο μάγουλό μου και τρέχει
στο μαξιλάρι μου φως∙ διακλαδίζεται, ρέει
στο στήθος μου, φτάνει στα πόδια…
Πες μου, τί θα ’λεγε τάχα η μητέρα μου,
αν μ’ έβλεπεν έτσι, μ’ αυτό το χρυσό
στεφάνι στο μέτωπο;» γράφει με άφατη τρυφερότητα
ο Νικηφόρος Βρεττάκος.
Ως κυρίαρχο, λοιπόν, μοτίβο και στα περισσότερα νεοελληνικά
ποιητικά κείμενα εμφανίζεται ο έρωτας, ο νόμιμος ή ο παράνομος, ο
αιώνιος ή ο εφήμερος, ο ιδανικός, ο απελπισμένος, ο εκδικητικός, ο
άτυχος, ή ο έρωτας που – τελικά – δεν ήρθε ποτέ· και πηγή
έμπνευσης, βασικό κι αναντικατάστατο ερέθισμα η γυναίκα …
Η γυναίκα που ο ποιητής ονειρεύεται προτού ακόμη τη γνωρίσει:
«… Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου…».
Η γυναίκα που καταργεί τη σκοτεινιά· που και μόνο η γραφή του
ονόματός της σκορπάει παντού το φως:

«… Ύστερα ερχόταν η βροχή. Μα έγραφα σ’ όλα μας τα χνωτισμένα τζάμια τ’ όνομά σου
κι έτσι είχε ξαστεριά στην κάμαρά μας…».
Η γυναίκα που συγχέεται με την άνοιξη∙ που τα μάτια της είναι
όμορφα σαν τα τραγούδια και σαν την ελπίδα∙ που το χαμόγελό της
διαθέτει τη μαγική εκείνη δύναμη να μεταλλάξει τις αντίξοες
συνθήκες σε παραμυθένιο παράδεισο:
«… Στο στόμα σου / ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη…
Τα μάτια σου… / είναι όμορφα σαν όλα μαζί του κόσμου
τα τραγούδια
… είναι μεγάλα τα μάτια σου σαν την πιο μεγάλη ελπίδα…
… Όταν χαμογελούσες ξεχνούσα τη στέγη που έσταζε,
ξεχνούσα το τρύπιο πάτωμα
έλεγα κιόλας, να, μες απ’ τις τρύπες του
όπου και να ’ναι θα φυτρώσουνε μεγάλα κόκκινα
τριαντάφυλλα…».
Η γυναίκα που γεννάει στην ψυχή του ερωτευμένου την
ευγνωμοσύνη:
«… Θα ’θελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου, της
μητέρας
σου τα γόνατα που σε γεννήσανε για μένα…
να κρύψω σα φυλαχτό στον κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι απ’
το σεντόνι που κοιμήθηκες…».
Η γυναίκα που παθιάζει και τρελαίνει τον άνδρα και μόνο στη
σκέψη πως κάποτε μπορεί να μην του ανήκει πια:
«Όχι λοιπόν, δε θα σε πάρει από τα χέρια μου ο άνεμος

μήτε η νύχτα
κανείς δε θα σε πάρει. Ακούς; Ακούς;».
Η γυναίκα που εκστασιάζει:
«Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή».
Η γυναίκα που η κάθε της κίνηση, απλή και καθημερινή,
προσλαμβάνει νόημα ξεχωριστό και διαστάσεις υπερφυσικές:
«Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.
Καθώς γδυνόσουν θρόϊζαν τα φύλλα ενός δάσους μακρινού
ο ουρανός ξαστέρωνε μονομιάς καθώς γδυνόσουνα.
Σαν μια αγκαλιά άσπρα λουλούδια τα εσώρουχά σου πάνω
στην καρέκλα.
Κ’ ύστερα τίποτ’ άλλο παρά η αγάπη μας
τίποτ’ άλλο παρά εγώ κ’ εσύ
τίποτ’ άλλο παρά οι δυο μας
κι ούτε χτες
ούτε αύριο
τίποτ’ άλλο παρά μόνο τώρα
τίποτ’ άλλο παρά εγώ κ’ εσύ
τώρα, τώρα
μαζί
τώρα μαζί
πάντα μαζί

οι δυο μαζί…» γράφει ο ερωτικότατος Τάσος Λειβαδίτης στη
συλλογή του «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας», αφιερωμένη
στη γυναίκα του Μαρία, που ήταν γι’ αυτόν το στήριγμα στα
δύσκολα χρόνια της εξορίας του, και ο φύλακας – άγγελος
ολόκληρης της ζωής του…
Ο ίδιος ποιητής στα «Χειρόγραφα του φθινοπώρου» γράφει
ένα κυριολεκτικά εξαίσιο ποίημα με τίτλο «Τερέζα», για μια γυναίκα
του δρόμου:
«Εκείνο το βράδυ γύρισα ανήσυχος, “Τερέζα” φώναξα,
τίποτα, έψαξα τα δωμάτια, κατέβηκα στο υπόγειο “πού είναι η
Τερέζα;” ρώτησα, “πέθανε, είπε κάποιος – την κηδέψαμε
χτες”, “ηλίθιοι, φώναξα, σας ξεγέλασε, δεν ξέρετε τι μεγάλη
πόρνη ήταν” κανείς δε μίλησε “μα πώς μπορεί ένας άγγελος
να πεθάνει” είπα κλαίγοντας.
Άνοιξα το παράθυρο και πράγματι εκεί στο βάθος τ’
ουρανού έλαμπε η Τερέζα σαν άστρο».
Μη θέλοντας να σας κουράσω περισσότερο, νοιώθω επιτακτικά
την υποχρέωση να τερματίσω, κάπου εδώ, αυτή τη δύσκολα
διακοπτόμενη διαδρομή στους μαγικούς δρόμους της ποίησης…
Πιστεύω πως κάποιοι στίχοι, όπως αυτοί με τους οποίους θα
ολοκληρώσω την ομιλία μου, δεν είναι πια γραμμένοι μόνο στα
βιβλία, αλλά υπάρχουν και θα υπάρχουν στη σκέψη και στην ψυχή
όλων μας, σαν φως, σαν ελπίδα, σαν καταφυγή:
«Καλοκαίρι φιλούσε τ’ ακρογιάλι,
σε πρωτόειδα στ’ ολόδροσο νησί,
αργούσε το φεγγάρι να προβάλει,
απάντεχη ώρα! Πρόβαλες εσύ…».

Κωστής Παλαμάς.

«Μισή σού χάρισα ζωή μονάχα!
Ζωές αμέτρητες ήθελα να ’χα,
έτσι όπως πρέπει σου να σ’ αγαπήσω…
Αχ! Και να γύριζαν τα χρόνια πίσω!».

Ιωάννης Πολέμης.

«Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη
υπάρχει μια έκσταση…
Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια
και δε σε γνώριζα μήτε με γνώριζες».

Γιώργος Σεφέρης.

«Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα».

Οδυσσέας Ελύτης.

Η γυναίκα, λοιπόν, είναι η «Μούσα», η αστείρευτη πηγή
έμπνευσης των ποιητών του χθες, του σήμερα και, σίγουρα, του
αύριο…
«Αυτή η ιστορία δεν τέλειωσε και δεν τελειώνει.
Είναι μια παλιά αρρώστια που τρέχει μες στο αίμα.
Γιατί κρατάει τα ίχνη η μνήμη
κι έχει η ψυχή τη δίψα του ανεκπλήρωτου»[1].
======================================
[1] Κώστας Στεργιόπουλος. Απόσπασμα από το ποίημά του «Εσύ
τουλάχιστον…».
* Η κυρία Γιόλα Αργυροπούλου – Παπαδοπούλου είναι
επίκουρη καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και
ποιήτρια (“Θυμάσαι;”, Εκδόσεις ΣΥΜΜΕΤΡΙΑ, 2008)
Η ομιλία της αυτή εκφωνήθηκε στο “Πολιτιστικό κέντρο
Παπάγου”, τον Μάρτιο του 2010, επ’ ευκαιρία της “Ημέρας
της Γυναίκας”.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful