Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας ἔναντι τοῦ

Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης

Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Πανοσιολογιώτατοι καί Αἰδεσιμολογιώτατοι ἅγιοι Πατέρες,
Ἀξιότιμοι κύριοι καθηγητές,
Ἐν Χριστῷ Ἀδελφοὶ καὶ Ἀδελφές

Ἀπὸ τὶς ἰδεολογίες ποὺ ἐμφανίστηκαν στὸν κόσμο τὸν 20ό
αιώνα ἴσως ἡ πιὸ ἐπικίνδυνη εἶναι ἡ παγκοσμιοποίηση, τὸ
Τεκτονικῆς ἐμπνεύσεως σχέδιο, τὸ ὁποῖο ἀποβλέπει στὴν κατάρριψη
τῶν πολιτιστικῶν, οἰκονομικῶν, γλωσσικῶν καὶ θρησκευτικῶν
συνόρων ἀνάμεσα στὰ διάφορα κράτη καὶ τὴν συγχώνευση ὅλης τῆς
ἀνθρωπότητας σὲ μιὰ ἑνιαία ὁντότητα, σὲ πλανητικὴ κλίμακα, μὲ
μιὰ μοναδικὴ πολιτικὴ, οἰκονομικὴ καὶ θρησκευτικὴ ἡγεσία.
Ἀπὸ πνευματικὴ ἄποψη, αὐτὸ τὸ ἰδεολογικὸ κατασκεύασμα
εἶναι ἐπικίνδυνο, διότι, ἀφενός, φαίνεται νὰ εἶναι μιὰ ἐπανάληψη
τοῦ σχεδίου περιφρόνησης τοῦ Θεοῦ ποὺ περιγράφεται στὸ ἐπεισόδιο
τοῦ Πύργου τῆς Βαβέλ ἀπὸ τὸ πρῶτο βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς
(Γένεση 11), καὶ ἀφετέρου φαίνεται νὰ προετοιμάζει τοὺς ἀνθρώπους
γιὰ τὸ τελευταῖο στάδιο τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, τὴν ἔλευση τοῦ
Ἀντιχρίστου.
Ἡ παγκοσμιοποίηση ἀποτελεῖ τὸ ἄμεσον ἀποτέλεσμα τῆς
ἀποχριστιανοποίησης τῆς Δυτικῆς κοινωνίας, ποὺ ἐπήλθε μὲ τὴν
ἀπομάκρυνση τῆς χάριτος ἀπὸ τὴν Δυτικὴ Ἐκκλησία, λόγῳ τῆς
ἀπόσχισής της ἀπὸ τὴν Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς στὰ
μέσα τοῦ ἑνδεκάτου αἰώνα, καὶ μὲ τὸν διαδοχικὸ κατακερματισμὸ τοῦ
Δυτικοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου σὲ διάφορες αἱρέσεις καὶ
ἀντιχριστιανικὲς φιλοσοφικὲς ἀντιλήψεις κατὰ τοὺς αἰῶνες ποὺ
ἀκολούθησαν, ὅπως ἦταν ὁ Παπισμός, ἡ Ἀναγέννηση, ὁ
Προτεσταντισμός, ὁ Διαφωτισμός, ὁ ἐξελικτισμός, ἡ ἐκκοσμίκευση, ὁ
ἀθεϊσμός, ὁ Κομμουνισμός, ὁ καπιταλισμός, ὁ καταναλωτισμός, τὸ
κίνημα τῆς «Νέας Ἐποχῆς» κ.α.
1
Ὁ εὐρωπαῖος ἄνθρωπος κυριαρχημένος ἀπὸ τὸ Ἑωσφορικὸ
πνεῦμα, ποὺ προάγει τὴν δαιμονικὴ ἐξέγερση ἐναντίον τοῦ Θεοῦ
ἀναζήτησε στὴ ζωή του τὴν ἐκπλήρωση κάποιων ἑσχατολογικῶν
ὑποσχέσεων τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως σὲ μιὰ διεστραμμένη μορφή,
ἀπογυμνωμένη ἀπὸ κάθε πνευματικὸ χαρακτήρα. Οὕτως ἡ
ἑσχατολογικὴ ἀναμονὴ τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἔχει
διαστρεβλωθεῖ σὲ μιὰ προσπάθεια πραγμάτωσης τῆς εὐτυχίας ἑνός
ἐπίγειου παραδείσου, μὲ τὴν βοήθεια τῆς τεχνολογίας, μέσα σὲ μιὰ
δυστοπικὴ κοινωνία ποὺ κυριαρχεῖται ἀπὸ μιὰ κοσμικὴ ἀγάπη, ἡ
ὁποία μὲ τὴν σειρὰ της προσπαθεῖ νὰ μιμηθεῖ τὴν χριστιανικὴ ἁγάπη
ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ συνδετικὸ στοιχεῖο τοῦ Σῶματος τοῦ Χριστοῦ,
τῆς Ἐκκλησίας, τῆς σύναξης τῶν Ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸ
πρότυπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ζοῦν σὲ κοινωνία ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ
καὶ ἀναμεταξύ τους.
Καὶ ἐπειδή ἡ παγκοσμιοποίηση δὲν μπορεὶ νὰ ἐπιτευχθεὶ παρὰ
μόνο μὲ τὴν δημιουργία ἑνός πλανητικοῦ κράτους καὶ μιᾶς
πλανητικῆς οἰκονομίας καὶ θρησκείας ἐμφανίστηκε ὁ οἰκουμενισμός
ὡς θρησκευτικὴ ἔννοια. Ἡ ἀναγκαιότητα ὕπαρξης μιᾶς παγκόσμιας
θρησκείας σὲ ἕναν κόσμο χαρακτηρισμένο ἀπὸ θρησκευτικὸ
σκεπτικισμὸ καὶ ριζοσπαστικὸ ἀγνωστικισμό, μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ
μόνο ὑπὸ τὸ πρίσμα τοῦ ἀπώτερου σκοποῦ τῆς παγκοσμιοποίησης,
ἤτοι τῆς προετοιμασίας τοῦ κόσμου γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Ἀντιχρίστου.
Ἐάν αὑτὸς θὰ ἐρχόταν σὲ ἕναν κόσμο ἐντελῶς ἄθεο, ποιός θα τὸν
ἀναγνώριζε πλέον ὡς Θεὸ καὶ θὰ τὸν λάτρευε ὡς τέτοιον; Μία
πλαστὴ παγκόσμια θρησκεία, στὴν ὁποίαν ἡ Ἀλήθεια
ἀντικαθίσταται ἀπό διαφορετικές «ἀλήθειες» που παράγονται ἀπό
τὸν μεταπτωτικὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, μπορεῖ νὰ δημιουργήσει τὸν
ψευδοπνευματικὸ συνδετικὸ κρίκο που θὰ φέρει ὅλους ὅσοι ἔχουν
ἀπορρίψει τὸν Θεὸ στὸ σημεῖο νὰ δεχθοῦν τὴν βασιλεία τοῦ
Ἀντιχρίστου.
Ἔνας ἀπλὸς ὁρισμὸς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπὸ μιὰ περισσότερο
πολιτικὴ παρά θρησκευτικὴ ἄποψη, θα μᾶς ἒδειχνε ὅτι αὐτὸς εἶναι
μιὰ προσπάθεια ἔνωσης ὅλων τῶν θρησκειῶν τοῦ κόσμου σὲ μία
Πανθρησκεία, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ ἐξυπηρετήσει τὸν πολιτικῶς
δηλωμένο σκοπὸ τῆς «ἐνοποίησης τῆς ἀνθρωπότητας». Ἀπὸ
θεολογικὴ ἄποψη ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι μία ἐκκλησιολογικὴ αἵρεση,
2
ἡ ὁποία προωθεῖ τὴν συγκρητιστικὴ ἰδέα ὃτι ὅλες οἱ θρησκείες εἶναι
μέρος τῆς ἰδίας θείας ἀποκάλυψης, τὴν ὁποία μία ἀπροσδιόριστη
θεότητα ἔδωσε στὴν ἀνθρωπότητα, προκειμένου νὰ προχωρήσει
στὴν πνευματικὴ αὑτοτελειοποίηση. Τὸ οἰκουμενιστικὸ δόγμα τῆς
«ἀποδοχῆς τοῦ πλησίον» προϋποθέτει μία παγκόσμια θρησκεία, ἡ
ὁποία προκύπτει ἀπὸ τὴν ὁμοσπονδιακὴ ἔνωση ὅλων τῶν
ὑπαρχουσῶν θρησκειῶν καὶ λειτουργεῖ ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς
σχετικοποίησης τῆς ἀληθινῆς πίστεως ἕως τὴν πλήρη ἐξαφάνισή της
ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη συνείδηση.
Ὁ Οἰκουμενισμός μπορεῖ νὰ ὁριστεῖ ὡς μία ἐκκλησιολογικὴ
αἵρεση ἡ ὁποία δημιουργήθηκε μὲ σκοπὸ τὴν ἕνωση ὅλων τῶν
χριστιανῶν σὲ μία θρησκευτικὴ ὁντότητα, ἡ ὁποία νὰ θεμελιώνεται -
βάσει τῆς ἀρχῆς τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ καὶ τῆς
ἐκκλησιολογικὴς οὐδετερότητας - στὸ δόγμα ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν
συνύπαρξη ὅλων τῶν αἱρετικῶν ἰδεολογιῶν τῶν μελῶν τῆς
οἰκουμενικῆς κίνησης, ἔντονα προσαρμοσμένων στὶς ἰδεολογικὲς
ἀνάγκες τοῦ νέου κόσμου, τὴν ἐμφάνιση τοῦ ὁποίου προετοιμάζεται
ἀπὸ τὴν παγκοσμιοποίηση.
Ἀπὸ αὑτῆς τῆς ἀπόψεως πρέπει νὰ θεωρηθοῦν ἡ οἰκουμενικὴ
κίνηση καὶ τὸ ἐκτελεστικὸ της ὄργανο, τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο
Ἐκκλησιῶν καὶ νὰ κατανοηθεῖ ὁ δηλωμένος σκοπός τοῦ Παγκοσμίου
Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ἡ πραγμάτωση τῆς ὀρατῆς ἐνότητας τῶν
Χριστιανῶν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονηθεῖ τὸ γεγονός ὅτι πίσω ἀπὸ τὶς
οικουμενιστικὲς ὀργανώσεις βρίσκονται οἱ ἴδιοι ἰδεολόγοι ποὺ
χτίζουν καὶ τὴν κοινὴ πλανητικὴ οἰκονομικὴ ἀγορὰ καὶ τὴν Νέα
πολιτικὴ Παγκόσμια Τάξη.
Ἀπό ἱστορικῆς πλευρᾶς, τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν
εμφανίστηκε στὰ μέσα τοῦ περασμένου αἰῶνα, τὸ έτος 1948, μὲ τὴν
πρῶτη Γενική Συνέλευση τοῦ ΠΣΕ, ποὺ έλαβε χώρα στὸ Άμστερνταμ,
ὅποὺ, ὡς ἀφορμή τῆς ὕπαρξης αὐτῆς τῆς πλανητικῆς οργάνωσης,
προβλήθηκε ἡ ἀνάγκη νὰ δοθεὶ μία κοινή χριστιανική ὁμολογία
στοὺς μὴ χριστιανικούς λαούς. Ἀποτελούμενο ἀπό πάρα πολλές
προτεσταντικές κοινότητες, τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν
διατήρησε μέχρι σήμερα τὴν μορφή μιᾶς προτεσταντικῆς
ὁμοσπονδίας καὶ, παρά τὴν ἐκκλησιολογικὴ οὐδετερότητα, στὴν
ὁποία ἔκανε ἀναφορά ἡ Δήλωση τοῦ Τορόντο, ἡ ὁποία ἐπικυρώθηκε
3
πέρυσι καὶ ἀπὸ τὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης, ἔγινε φερέφωνο μιᾶς
προτεσταντικῆς ἐκκλησιολογικῆς προοπτικῆς, ὅσον ἀφορᾶ τὸ είδος
τῆς ἀποκατάστασης τῆς ἑνότητας τῶν χριστιανῶν, στὴν ὁποία
ἀποβλέποὺν οἱ οἰκουμενιστικές προσπάθειες. Παραπέμποὺμε ἐδῶ
στὴν ἄποψη πέντε Ἑλλήνων ἀρχιερέων, οἱ ὁποῖοι διαμαρτυρήθηκαν
γιὰ τὶς τελευταῖες ἐκκλησιολογικές εξελίξεις στο πλαίσιο του ΠΣΕ
ὅπως εμφανίζονται στὴν πρόσφατη Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ στο
Μπουσάν τῆς Νότιας Κορέας τὸ 2013: «Στη Γενικῆ Συνέλευση τοῦ
Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν ἥ μάλλον ὀρθότερα τῶν
αιρέσεων, ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα στο Μπουσάν, διατυπώθηκε τὸ
προτεσταντικό ἐκκλησιολογικὸ δόγμα περί τῆς ἀόρατης ἐνότητας τῆς
Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι δήθεν «πολυδογματική» 1.
Λαμβάνοντας ὑπόψη μας τὶς ἐπιπτώσεις τοῦ στὴν ὀρθόδοξη
ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση, μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε δύο
κατευθυντήριες γραμμὲς τοῦ οἰκουμενισμοῦ.
Ἡ μία γραμμὴ εἶναι θεολογική, ἡ ὁποία στοχεύει σὲ μιὰ
συγκριτιστικὴ ἕνωση τῶν θεολογικῶν δογμάτων μέσῳ τοῦ
δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ καὶ τῆς σχετικοποίησης τῆς σημασίας τῶν
δογμάτων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας (τῶν παραδεδομένων ἀπὸ τὴν
θεῖα ἀπόκάλυψη στὴν σκέψη τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ στὴν
διατύπωσή τους στὶς Ἱερὲς Συνόδους), θεωρώντας τα, ἤδη ἀπὸ τὴν
ἐποχὴ τῆς Γενικῆς Συνέλευσης τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε τὸ 2006, ὡς ἁπλὲς
παραδόσεις, ποικιλίες τῆς εὐαγγελικῆς ἔκφρασης καὶ τοποθετώντας
τὰ στὸ ἴδιο ἀξιολογικὸ ἐπίπεδο μὲ τὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες.
Ἡ ἄλλη κατεύθυνση εἶναι ἡ πρακτικὴ, ἡ ὁποία συνίσταται στὴν
ἰσοπέδωση τῆς ὀρθόδοξης θεολογικῆς συνείδησης, μέσῳ τῆς
συνεργασίας ὀρθοδόξων καὶ αἱρετικῶν, πράγμα ποὺ ἀντιβαίνει
στοὺς ἱεροὺς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, μὲ σκοπὸ νὰ δημιουργηθεῖ ἡ
ἐντύπωση ὅτι ἡ βίωση ἑνὸς ἐπιπόλαιου τρόποὺ διάχριστιανικὴς
κοινωνίας, σὲ ἐπίπεδο ἀμιγῶς ἀνθρώπινο, εἶναι πιὸ σημαντικὴ ἀπὸ
τὴν ἐν ἀληθείᾳ βίωση στὸ αὐστηρῶς ὁριοθετημένο πλαίσιο τῶν
δογμάτῶν τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
Ἡ ὡς ἄνω ἀναφερώμενες κατευθύνσεις ἀντικατοπτρίζονται
τόσο στὴν ὀργάνωση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ὅσο

1 https://graiulortodox.wordpress.com/tag/declaratia-de-unitate-new-delhi/.
4
καὶ στὶς ἐκκλησιολογικὲς ἀρχὲς ποὺ περιλαμβάνονται στὴν Δήλωση
τοῦ Τορόντο ἀπὸ τὸ 1950.
Ἀπὸ ὀργανωτικὴ ἄποψη τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν
ἀποτελεῖται ἀπὸ μιὰ δογματικὴ ἐπιτροπὴ, «Πίστις καὶ Τάξις» καὶ
ἀπὸ μιὰ ἐπιτροπὴ «διακονίας», «Ζωή καί Ἐργασία»‧ ὅσον ἀφορᾶ δὲ τὶς
ἀρχὲς ποὺ διατυπώθηκαν στὴν Διακηρύξη τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς
τοῦ Τορόντο, ἡ πραγμάτωση τῆς θεολογικῆς σύγκλισης ἐκφράζεται
στὴν παρ. IV.6: «Οἱ ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Συμβουλίου εἶναι πρόθυμες νὰ
διαβουλεύονται μαζὶ, στὴν προσπάθειά τους νὰ μάθουν ἀπὸ τὸν Κύριο
Ἰησοῦ Χριστὸ τὶ μαρτυρία θὰ πρέπει νὰ δώσουν στὸ ὄνομὰ Του στὸν
κόσμο», ὅποὺ προϋποτίθεται ἡ συμπροσευχὴ τῶν ὀρθοδόξων καὶ τῶν
αἱρετικῶν. Ἡ δὲ ἰσοπέδωση τῆς θεολογικῆς συνείδησης, μέσῳ τῆς
συνεργασίας μὲ τοὺς αἱρετικοὺς, ἐκφράζεται στὴν παρ. ΙV.7: «Μιὰ πιὸ
ἔντονη συνεργασία τῆς κοινῆς συμμετοχῆς στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο
σημαίνει καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Εκλησίες-μέλη θὰ πρέπει νὰ
ἀναγνωρίσουν τὴν μεταξὺ τους ἀλληλεγγύη, νὰ παρέχουν βοήθεια ἡ
μία στὴν ἄλλη σὲ περίπτωση ἀνάγκης καὶ νὰ ἀπέχουν ἀπὸ ἐνέργειες
ἀσυμβίβαστες μὲ τὴν ἀδελφικὴ σχέση».
Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ποὺ συμμετεῖχαν στὴν Συνδιάσκεψη
τῆς Μόσχας τὸ 1948 εἶχαν αποφασίσει νὰ μὴ συμμετάσχουν στὴν
Οἰκουμενικὴ Κίνηση καὶ στὴν πρώτη Γενικὴ Συνέλευση του ΠΣΕ στὸ
Ἄμστερνταμ. Παρ' ὅλα αὐτά, κατὰ τὴν Τρίτη Γενικὴ Συνέλευση τοῦ
Νέου Δελχί (1961), οἱ περισσότερες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες
συντάχθηκαν τελικὰ μὲ αὐτὴν τὴν προτεσταντικὴ θρησκευτικὴ
λέσχη, μὲ τὶς ἐπιπτώσεις τῆς πράξης αὐτῆς νὰ εἶναι αἰσθητὲς στὴν
ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ μέχρι σήμερα. Τὸ 1961 ἐγινε μέλος τοῦ
Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς
Ρουμανίας.
Προκειμένου νὰ ἀποκτήσουμε μία εἰκόνα γιὰ τὸν ἀγῶνα ποὺ
γίνεται στὴν Ρουμανία ἐναντίον τοῦ οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς συνόδου
τῆς Κρήτης, θὰ πρέπει νὰ κάνουμε μερικὲς ἀναφορὲς στὶς ἐπιπτώσεις
ποὺ εἶχε στὴν ζωὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας ἡ
συμμετοχὴ τῆς στὸ ΠΣΕ.
Τὰ διδακτικὰ ἐγχειρίδια τοῦ μαθήματος τῆς Ἱστορίας τῆς
Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας ἀναφέρουν γιὰ τὸν πατριάρχη
Ἰουστινιανὸ Μαρίνα, κατὰ τὴν ποιμαντορία τοῦ ὁποίου
5
πραγματοποιήθηκε ἡ συμμετοχὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς
Ρουμανίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, ὅτι καθοδήγησε
λεπτομερῶς τὴν συμμετοχὴ τῆς Ἐκκλησίας μας σὲ ὅλες τὶς
δραστηριότητες ποὺ διεξάγονταν στὸ πλαίσιο τοῦ Παγκοσμίου
Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καὶ τοῦ Συμβουλίου τῶν Εὐρωπαϊκῶν
Ἐκκλησιῶν κ.ο.κ Στὴν χώρα μας ἔχει συμβάλει στὴν προώθηση τοῦ
τοπικοῦ οἰκουμενισμοῦ. Ἔτσι, μὲ τὰ ἐπιτεύγματὰ του ὁ πατριάρχης
Ἰουστινιανὸς μένει στὴν ἱστορία ὡς μιὰ σημαντικὴ μορφὴ ὁλόκληρης
τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς ἕνας σποὺδαῖος ἀγωνιστὴς τῶν ἡμερῶν μας στὸν
οἰκουμενικὸ χώρο2. Ίσως δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι τὸ Ρουμανικὸ
Πατριαρχεῖο, πρωτεργάτης τοῦ νηφάλιου ("προσεκτικοῦ")
οἰκουμενισμοῦ στὶς ἡμέρες μας, ἔχει ἀνακηρύξει τὴν φετινὴ χρονιὰ
ὡς «Ἔτος τοῦ πατριάρχου Ἰουστινιανοῦ Μαρίνα».
Το ἴδιο θριαμβολογικὸ ὕφος συναντάει κανεὶς καὶ στὰ
διδακτικὰ ἐγχειρίδια τοῦ μαθήματος τῆς Ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης
Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, τὰ ὁποία ἔχουν διαμορφώσει ὁλόκληρες
γενιὲς κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὴν οἰκουμενιστικὴ ἰδεολογία ἕως
τὶς πιὸ ἀπομακρυσμένες περιοχὲς τῆς χώρας, συμπεριλαμβανομένης
καὶ τῆς ἄποψης περὶ τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας
στὴν οἰκουμενιστικη κίνηση αὐτὲς τὶς δεκαετίες.
Παραθέτω μερικὰ ἀποκαλυπτικὰ ἀποσπάσματα:
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας ἔχει συμμετάσχει σὲ
ὅλες τὶς δραστηριότητες τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν...
[...]Όλες αυτές οἱ επαφές έχουν ὁδηγήσει ὄχι μόνο στὴν προώθηση
τοῦ οἰκουμενισμοῦ [...] Ἀνάμεσα σὲ όλες αυτές τὶς 14 Ἐκκλησίες καὶ
Ὁμολογίες3 [νομίμως ἀναγνωρισμένες στὴν Ρουμανία] υπήρχε μία
οἰκουμενικὴ ἀτμόσφαιρα συνεργασίας. [...]Τοιoυτοτρὅπως
δημιουργήθηκε στὴν Ρουμανία ἕνας πραγματικός «τοπικός
οικουμενισμός»4.
Πολλοί ἐκ τῶν θεολόγων ἀσπάζονται τὴν ἄποψη ὅτι ἡ
συμμετοχὴ τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας στὴν

2 Prof. Pr. Dr. Mircea Păcurariu, Istoria Bisericii Ortodoxe Române, vol. III, Ed. I.B.M. al B.O.R.,
Bucureşti, 1994, σ. 486.
3 Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ ἐμφάνιση τῆς ἔκφρασης «Ἐκκλησίες καὶ Ὁμολογίες» ἤδη ἀπὸ τὸ 1994, τὸ

ἔτος ἔκδοσης τοῦ συγκεκριμένου ἐγχειριδίου Ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας.
4 Prof. Pr. Dr. Mircea Păcurariu, ὅπ. παρ., σ. 521-523.

6
οἰκουμενιστικὴ κίνηση βοήθησε τὴν ἐκκλησία μας νὰ ἐπιβιώσει τὴν
περίοδο τοῦ καταπιεστικού κομμουνισμοῦ, γιατί υποτίθεται ὅτι μὲ
αὐτὸν τὸν τρόπο τῆς δόθηκε ἕνα ἄνοιγμα πρὸς τὴν συνεργασία μὲ τὶς
δυτικές ὁμολογίες, οἱ ὁποῖες, μὲ τὴν σειρά τους, θὰ ἀσκοῦσαν πιέσεις
στὸ κομμουνιστικό καθεστώς προκειμένου νὰ ἀποδυναμώσει τὸν
διωγμό τοῦ χριστιανισμοῦ στὴν χώρα μας. Παρόλα αὐτά, τὸ 1989
στὴν Μόσχα, στὴν συνάντηση τῆς Κεντρικῆς Επιτροπῆς τοῦ
Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ἡ ρουμανική ἀντιπροσωπεία
ἐπέκρινε αὐτὸν τὸν διεθνὴ ὀργανισμό, ἐπειδὴ δὲν κατήγγειλε τὶς
καταπατήσεις τῶν ἀνθρωπίνων δικαὶωμάτων στὴν Ρουμανία καὶ
προτίμησε τὴν ππολιτικὴ τῆς διπλωματίας τῆς σιωπῆς, κριτική τὴν
ὁποία ἀποδέχτηκε ὁ διεθνὴς οἱκουμενιστικὸς ὁργανισμός5.
«Ὁ τοπικὸς Οἰκουμενισμός», ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὡς μία μορφή
εἰρηνικῆς συνύπαρξης μεταξὺ διαφορετικῶν θρησκευτικῶν
ὁμολογιῶν, τῶν ὁποίων τὰ δόγματα διαφέρουν, ἔχει κηρυχθεῖ ἔντονα
σὲ ἕναν λαὸ, στὴν ἱστορία τοῦ ὁποίου δὲν ἔχει ὑπάρξει οὔτε μία
ἀξιομνημόνευτη αἱματηρὴ θρησκευτικὴ διαφορά. Ὑπὸ τὸ πρόσχημα
τῆς ἀνάγκης νὰ διατηρηθεῖ ἡ κοινωνικὴ εἰρήνη, ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν
Ρουμανία οὕτως ἤ ἄλλως, ὡς ιστορικὴ παράδοση, ἔχει διαδοθεί ἡ
οἰκουμενιστικὴ ἰδέα ὅτι δὲν ὑπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ
τοῦ Ὀρθοδόξου πληθυσμού, ποὺ ἀποτελεῖ πλειονότητα, καὶ τῶν
ἄλλων Ὁμολογιών, ὅτι «ὀ Θεὸς εἶναι ἕνας», ὅτι «λατρεύουμε ὅλοι μας
τὸν ἴδιο Θεό», ἀντιλήψεις ποὺ έχουν ἀποδυναμώσει τὴν Ορθόδοξη
δογματικὴ συνείδηση τοῦ πληθυσμού σὲ τέτοιον βαθμό, ὥστε πολλοὶ
Ρουμάνοι νὰ θεωροῦν τὸ ιδεώδες ποὺ προτείνει τὸ ΠΣΕ μιὰ ἀπολύτως
φυσιολογικἡ φιλοδοξία, ἐκπληρώνοντας τὰ λόγια τοῦ Ἕλληνα
ἰατροῦ Ἀλέξανδρου Καλόμοιρου, ὁ ὁποῖος ἐξηγεῖ ὅτι ὅσοι
ὀνειρεύονται τὴν ἑνότητα τῶν Χριστιανών μὲ τὸν τρόπο ποὺ κηρύττει
ὁ ὁικουμενισμός, ἔχουν ἕνα οὐτοπικό ὄραμα ἀμειγώς ἀνθρώπινο, τὸ
ὁποῖο ἀποδίδουν όμως στὸν Χριστό.
Τὴν πιὸ σοβαρὴ συνέπεια τοῦ «τοπικοῦ Οἰκουμενισμοῦ»
ἀποτέλεσε ἡ δίκη δύο ἐπισκόπων τὸ 2008 γιὰ μυστηριακὴ κοινωνία μὲ
τοὺς Ελληνόρρυθμους Καθολικοὺς. Αφού ἐπέδειξαν μετάνοια δὲν

5http://www.obinfonet.ro/docs/nmr/nmrex/datex/Biserica%20Ortodoxa%20si%20Ecumenismul%20azi.
htm.
7
τοὺς ἐπιβλήθηκε καμία ποινή6 ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο. Ἔνας ἐξ αὑτῶν
προέβη τὸν Μάρτιο τοῦ τρέχοντος έτους σὲ καθαἵρεση ἱερέα ποὺ εἶχε
διακόψει τὸ μνημόσυνὸ του γιὰ τὴν συμμετοχὴ του στὴν αἱρετικὴ
Σύνοδο τῆς Κρήτης.
Ἡ οἰκουμενικὴ νοοτροπία ἐξεφραζόταν στὴν Ρουμανία σὲ
συνδυασμὸ μὲ τὴν προπαγάνδα τῆς παγκοσμιοποίησης, ποὺ κήρυττε
ἐπιθετικὰ τὴν ἀναγκαιότητα ἐγκαταλείψης τῶν ἐθνικῶν ἀξιῶν καὶ
τῆς οἱκοιοποίσης τῶν κοσμοπολίτικων ἀξιῶν, στὶς ὁποῖες στηρίζεται
ἡ Νέα Παγκόσμια Τάξη. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν σύνθεση προέκυψε ἕνα νέο
ἦθος, βαθιὰ ξένο πρὸς τὸ Ὀρθόδοξο καὶ ἐθνικὸ πνεῦμα, καὶ αὐτὸ
ὁδήγησε κάποια στιγμὴ στὴν ἐνοχοποίηση τῆς Ὀρθόδοξης
Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς ἀντιδραστικὸ παράγοντα στὴν
πολιτικὴ καὶ θρησκευτικὴ ἔνταξη στὸ εὐρωπαϊκὸ πλαίσιο ἀξιῶν.
Γιὰ νὰ ἀμυνθοῦν ἐναντίων αὐτῶν τῶν κατηγοριῶν, οἱ
ρουμανικὲς ἐκκλησιαστικὲς ἀρχὲς αἰσθάνθηκαν τὴν ἀνάγκη νὰ
προσαρμοστοῦν στοὺς νέους τρόποὺς σκέψης. Τὰ λειτουργικὰ βιβλία
ἔχουν «καθαριστεὶ» ἀπὸ προσευχὲς, ὕμνους καὶ τελετουργίες ποὺ δὲν
συνάδουν μὲ τὴν πολιτικὰ ὀρθὴ σκέψη τοῦ εὐρωπαίου ἀνθρώποὺ,
ἔχουν τροποποιηθεῖ, ὥστε νὰ βρίσκονται ἐν ἁρμονία μὲ τὸ
οἰκουμενιστικὸ πνεῦμα (οἱ προσευχὲς ἐπανένταξης τῶν αἱρετικῶν,
τῶν σχισματικῶν καὶ τῶν μὴ-Χριστιανῶν στὴν Ὀρθοδοξία, ἔχουν
αφαιρεθεὶ κάποιοι ὕμνοι ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τοῦ Πάσχα, γιὰ νὰ μὴν
ἐνοχληθοῦν κάποιες εὐαισθησίες, ἀφαιρέθηκε τὸ Συνοδικὸν τῆς
Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, γιὰ νὰ μὴν θυμίσει
πλέον στοὺς Ρουμάνους πιστοὺς ὅτι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία
ὑπάρχουν μόνο αἱρετικοὶ καὶ σχίσματα καὶ ὄχι «χριστιανοὶ αδελφοί»,
ἔχει ἐγκαταλειφθεῖ ἀκόμη καὶ ἡ ἀνάγνωση τῶν ἐξορκισμών τοῦ
Ἁγίου Βασιλείου).
Τὰ κηρύγματα ποὺ ἐκφωνοῦνται μπροστὰ στὸ Ἅγιο Βῆμα
ἐκφράζουν περισσότερο τὴν οἱκουμενιστικὴ νοοτροπία παρὰ τὴν
ὀρθόδοξη δογματικὴ καὶ ἠθικὴ ἀκρίβεια: γίνονται μεγάλες
παραχωρήσεις στὶς ἠθικὲς ἐκτροπὲς τοῦ κόσμου, εἰς βάρος τῶν
κανονικῶν ἐπιταγῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει ἡ ἄποψη, ὅλο καὶ πιὸ
διαδεδομένη μεταξὺ τῶν θεολόγων, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ

6http://www.greco-catolica.org/a393-decizia-oficiala-a-sinodului-bor-ips-nicolae-corneanu-si-ps-
sofronie-drincec-au-fost-iertati.aspx.
8
κανόνες εἶναι παρωχημένες ἤ ὅτι εἶχαν ἰσχὺ σὲ μιὰ τοπικὴ
κατάσταση κάποια ἐποχὴ τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ χωρὶς ἀντιστοιχία
στὴν σύγχρονη πραγματικότητα. Μὲ αὐτὴν τὴν ἰδέα κάνει τὴν
εμφάνησὴ της στὴν θεολογικὴ προοπτικὴ καὶ ἡ αἱρετικὴ μετα-
πατερική ἀντίληψη. Ἔχουν εγκαταλειφθεῖ τὰ κηρύγματα στὰ ὁποία
γινόταν ἀναφορὰ στὴν δογματικὴ διάκριση μεταξὺ ὀρθοδόξων καὶ
αἱρετικῶν διδασκαλιῶν. Γίνονται ὅλο καὶ πιὸ συχνὲς ἀναφορὲς στὴν
«ἀδελφὴ» Ρωμαιοκαθολικὴ «Ἐκκλησία» καὶ στοὺς «Χριστιανοὺς
ἀδελφοὺς μας».
Στὶς θεολογικὲς Σχολὲς διδάσκεται ὡς μάθημα ὁ
Οἰκουμενισμὸς μαζὶ μὲ τὴν Ἱεραποστολὴ καὶ οἱ μαθητὲς καὶ οἱ
φοιτητὲς ἐκπαιδεύονται στὴν νέα νοοτροπία γιὰ νὰ ζήσουν ἁρμονικὰ
ἀπὸ ἠθικὴ καὶ δογματικὴ ἄποψη σὲ μιὰ ὅσο τὸ δυνατὸν καλύτερη
σχέση μὲ τὴν αἵρεση. Μιὰ πολὺ ἀνησυχητικὴ πτυχὴ τῆς ρουμανικῆς
θεολογικῆς ἐκπαίδευσης εἶναι ἡ φοίτηση τῶν ἀριστούχων Ρουμάνων
θεολόγων (ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ ἐκλεγοῦν οἱ μέλλοντες ἱεράρχες τῆς
χώρας) σὲ καθολικὰ καὶ προτεσταντικὰ πανεπιστήμια, ἀπὸ τὰ ὁποία
ἐπιστρέφουν μὲ μιὰ βαθιὰ ἑδραιωμένη οἰκουμενικὴ νοοτροπία καὶ
μιὰ πολὺ ἰσχνὴ Ὀρθόδοξη συνείδηση. Λίγες καὶ οὕτως ἔτι
ἀξιοσημείωτες εἶναι οἱ περιπτώσεις τῶν σποὺδαγμένων στὴν Δύση
θεολόγων ποὺ ἐπέστρεψαν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας
μὲ πιὸ δυνατὴ πίστη ἀπὸ ὅση εἶχαν ὅταν ἔφυγαν γιὰ σποὺδὲς.
Ἀντιμέτωποι μὲ αὐτὴν τὴν ἀργὴ οἰκουμενιστικὴ μόλυνση, οἱ
πιστοὶ ἐξεδήλωσαν μιὰ ἀντίδραση ἀπόρριψης, ἰδίως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι
εἶχαν καλοὺς πνευματικοὺς, προερχόμενους ἀπὸ τὰ μεγάλα
μοναστήρια τῆς χώρας. Ὁ εὐσεβὴς λαὸς καὶ οἱ μεγάλοι πνευματικοὶ
ἦταν οἱ κύριοι παράγοντες ποὺ ἀντιστέκονταν στὴν διείσδυση τοῦ
οἰκουμενισμοῦ στοὺς κόλποὺς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς
Ρουμανίας. Πνευματικὲς μορφές ὅπως ὁ Ἁγίος Ἰωάννης ἐκ Νεαμτς -
Χοζεβίτης, ὁ Γέρων Ιουστὶν Πάρβου, ὁ Γέρων Ἀρσένιε Παπατσιὸκ, ὁ
Γέρων Ἡλίε Κλεόπα, ὁ πατήρ Γεώργιος Κάλτσιου Ντουμιτρεάσα ἣ ὁ
καθηγητὴς πανεπιστημίου καὶ μέλος τῆς Ρουμανικῆς Ἀκαδημίας
πατήρ Ντουμίτρου Στανιλοάε καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ἐπέκριναν τὴν
συμμετοχὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν οἰκουμενικὴ κίνηση, τονίζοντας
τοὺς κινδύνους ποὺ ἐνέχει γιὰ τὴν ἀνόθευητη διατήρηση τῆς
Ὀρθόδοξης διδασκαλίας καὶ τὴν σωτηρία τῶν πιστῶν. Παραμένουν
9
ἀξέχαστα τὰ λόγια τοῦ πατρὸς Στανιλοάε: «Συμφωνῶ μὲ τὸν Πατέρα
Ιουστίνο Πόποβιτς, ὅτι ὁ οἰκουμενισμὸς εἶναι παναίρεση» ἤ «Ὁ
Οἰκουμενισμός εἶναι προϊόν τῆς μασονίας. πάλι θέλουν νὰ
σχετικοποιήσουν τὴν ἀληθινή πίστη. [...]Ἡ Παπική (λεγόμενη
Ρωμαιοκαθολική) «Ἐκκλησία» καὶ ἡ Ὁρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εἶναι
ἀδελφές Εκκλησίες. Ὑπάρχει μόνο ἕνα Σῶμα, ἑπομένως μία
Ἐκκλησία. Ὁ ὅρος “ἀδελφές Ἐκκλησίες“ εἶναι ἀδόκιμος»7.
Μὲ τὴν ἀπαλλαγὴ τῆς Ρουμανίας ἀπὸ τὴν κομμουνιστικὴ
δικτατορία καὶ μὲ τὴν ἔνταξη τῆς χώρας στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση,
δημιουργήθηκε μιὰ πνευματικὴ ἀλλοτρίωση πολλῶν Ρουμάνων,
λόγω μιᾶς ἄκρως ἐπιθετικῆς διεθνιστικῆς προπαγάνδας, κυρίως
μέσῳ τῶν ΜΜΕ, τοῦ ἀνοίγματος τῆς λεγόμενης "θρησκευτικῆς
ἀγορὰς ἰδεῶν", τῆς φτωχῆς κατήχησης καὶ τῆς οἰκουμενιστικῆς
νοοτροπίας κάποιων κληρικῶν. Ἔτσι, ὁ ἀριθμὸς ἐκείνων ποὺ
παρέμειναν πιστοὶ στὴν ὀρθόδοξη παράδοση μειώθηκε δραματικὰ
καὶ σ` αὐτὴν τὴν κατάσταση ἔχει συμβάλει τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τοὺς
μεγάλους πνευματικοὺς λίγοι μόνο εἶναι ἀκόμη ἐν ζωὴ.
Σημαντικό ρόλο γιὰ τὸν ἀγώνα ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ
στὴν Ρουμανία κατὰ τὴν μετακομμουνιστικὴ περίοδο εἴχαν οἱ
συναντήσεις μὲ μεγάλες προσωπικότητες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
τῆς Ελλάδος. Τὸ 2010 διεξήχθη στὴν Κωνστάντζα ἕνα ἐξαιρετικὸ
συνέδριο μὲ θέμα: «Τὸ μήνυμα τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου
Παλαμᾶ εἰς τὴν ἐποχήν μας», στὸ ὁποῖο εἰσηγητές ἦταν ὁ πατήρ
Γεώργιος Μεταλληνός, ὁμότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν,
καὶ ὁ κύριος Δημήτριος Τσελεγγίδης, καθηγητής τῆς Θεολογικῆς
Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τὸ 2013
ὀργανώθηκε μία σειρά ὀμιλιῶν τοῦ πατρός Θεoδώρου Ζήση,
ὁμότιμου καθηγητῆ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, γιὰ τὸ θέμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ
τὸ 2014 ἀκολούθησαν πέντε ὀμιλίες τοῦ Σεβασμιοτάτου
Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ μὲ θέμα «Ἡ Παναίρεσις τοῦ
Συγκρητιστικοῦ Διαχριστιανικοῦ Οἰκουμενισμοῦ». Ὅλες αὐτές οἱ
συναντήσεις ὀργανώθηκαν ἀπό τὴν Ἀρχιεπισκοπή Τόμιδος σὲ
συνεργασία μὲ τὸν πατέρα Ματθαῖο Βουλκανέσκου.

7Στο περιοδικό Schimbarea la Faţă, nr. 2, luna 11/1997, p. 8; «Omagiu memoriei părintelui Dumitru
Stăniloaie», Editura Mitropoliei Moldovei şi Bucovinei, Iaşi, 1994, σ. 93.
10
Αὐτὴ εἶναι ἡ πνευματικὴ πραγματικότητα, συντόμως
περιγραφόμενη, στὴν ὁποία ἐμφανίστηκε τὸ γεγονὸς τῆς Συνόδου
τῆς Κρήτης καὶ τῶν ἀποφάσεὼν της. Ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς
Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας ἀποτελεῖτο ἀπὸ 25 ἱεράρχες, οἱ
ὁποῖοι ψήφισαν ὁμοφώνως τὰ ἐγκριθέντα ἀπὸ τὴν Σύνοδο ἔγγραφα,
χωρὶς καμία ἀντίρρηση. Ἐπικαλούμενες τὰ τεκτενόμενα τῆς
Συνόδου, κάποιες φωνὲς ἰσχυρίζονται ὅτι ὑπῆρξαν ἔντονες
συζητήσεις, ὅτι ἡ Ρουμανικὴ ἀντιπροσωπεία εἶχε μιὰ σημαντικὴ
συμβολὴ στὴν διαμόρφωση τῶν ἐγγράφων, σύμφωνα μὲ ὁρισμένους
συμμετέχοντες εἶχε ἀντιταχθεῖ σθεναρὰ μάλιστα στὴν ριζοσπαστικὴ
οικουμενιστικὴ μερίδα ποὺ ἐκπροσωποὺσε ὁ Σεβ. Μητροπλίτης
Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας. Εἶναι βέβαιο ὅμως ὅτι τελικὰ, γιὰ
λόγους ἄγνωστους στὸ εὐρὺ κοινὸ, ὁλόκληρη ἡ ρουμανικὴ
ἀντιπροσωπεία συμφώνησε μὲ τὴν διατύπωση τῶν ἐγγράφων τῆς
Συνόδου, τὰ ὁποῖα καὶ ἔχει ὑπογράψει χωρὶς ἐπιφύλαξη.
Μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῆς ἀντιπροσωπείας στὴν Ρουμανία, ἡ
Σύνοδος παρουσιάστηκε ὡς μεγάλη νίκη τῆς Ρουμανικῆς θεολογίας,
ἡ ὁποία ἔδειξε τὴν δύναμὴ τῆς στὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ
μέσῳ τῶν θεολόγων ποὺ ἔχουν συμμετάσχει στὴν Σύνοδο καὶ οἱ
συμβολὲς τῶν ὁποίων ἐκτιμήθηκαν ἀπὸ ὅλους ὡς πολύτιμες. Γιὰ τὶς
θεολογικὲς συνέπειες τῶν ψηφισθέντῶν στὴν Σύνοδο ἐγγράφων ἔχει
διατηρηθεὶ ἀπόλυτη σιωπὴ καὶ ἡ ἐνημέρωση τοῦ κλήρου καὶ τοῦ
πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ἦταν μηδενικὴ.
Στὰ τέλη τοῦ περασμένου Ὀκτωβρίου συνεδρίασε ἡ Ἱερὰ
Σύνοδος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας καὶ ἐπὶ τῇ
εὐκαιρίᾳ τονίστηκε ἡ συμβολὴ τῆς Ῥουμανικῆς ἀντιπροσωπείας στὴν
Σύνοδο, ἦτοι ἔγινε ἡ ἀποδοχή τῶν ἐγκριθέντων ἀπὸ τὴν σύνοδο
ἐγγράφων ἔτσι ὅπως εἶναι καὶ ὅπως ἄλλωστε προέβλεπε καὶ τὸ
ἄρθρο 13 τοῦ Κανονισμού Ὀργανώσεως τῆς «Ἁγίας καὶ Μεγάλης
Συνόδου», δηλαδή χωρίς νὰ γίνονται τροποποιητικές ἐπεμβάσεις
πάνω στὰ κείμενα, διατυπώθηκε τὸ συμπέρασμα ὅτι «ἡ Ἁγία καὶ
Μεγάλη Σύνοδος δὲν διετύπωσε καινούργια δόγματα καινούργιους
κανόνας ἤ λειτουργικές ἀλλαγές, ἀλλὰ ὁμολόγησε τὸ γεγονός ὅτι ἡ
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ

11
Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ8. Ἔχει σημειωθεί καὶ ὅτι τὰ ἔγγραφα μποροῦν
«νὰ ἐξηγηθοῦν, νὰ διαφοροποιηθοῦν ἐν μέρει ἤ νὰ ἀναπτυχθοῦν»
ἀπὸ μιὰ μελλοντική Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας. Ἀναφέρθηκε ἐπίσης καὶ τὸ ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὐτῶν τῶν
ἐγγράφων καὶ ἡ σύνταξη νέων συνοδικών ἐγγράφων γιὰ διάφορα
θέματα δὲν θὰ πρέπει νὰ γίνει ὑπό τῇν πίεση τοῦ χρόνου, ἀλλὰ οὔτε
καὶ ἐν τῇ ἀποὺσίᾳ τῆς πανορθόδοξης συναίνεσης.
Τα κείμενα τῆς συνοδικῆς ἀπόφασης μεταφράστηκαν στὴν
ἑλληνικὴ γλῶσσα κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε ἡ ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία νὰ
καταλάβει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας συνέστησε τὴν
ἐξήγηση, τὴν διόρθωση καὶ τὴν τροποποίηση ἄλλων θεμάτων σὲ μιὰ
ἄλλη σύνοδο9. Τὸ ρουμανικὸ κείμενο δὲν μιλάει ποὺθενὰ γιὰ
διόρθωση κειμένων ἤ γιὰ ἀλλαγὴ ἄλλων θεμάτων.
Τὸν Δεκέμβριο τοῦ περασμένου ἔτους, ὡς ἀπάντηση στὴν
διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου τῶν ἀρχιέρεων ποὺ ἔχουν συμμετάσχει
στὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης, ἀπὸ ὁρισμένους ἱερεῖς καὶ ἱερομονάχους
ἀπὸ ὅλη τὴν χώρα, καὶ τὴν ἄρνηση πολλῶν πιστῶν νὰ συμμετέχουν
στὶς ἀκολουθίες στὶς ὁποῖες μνημονεύονται αὐτοὶ οἱ ἱεράρχες, ἡ Ἱερὰ
Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας ἐξέδωσε ἕνα
ἀνακοινωθὲν, στὸ ὁποῖο τάσσεται ὑπὲρ τοῦ νηφάλιου οἰκουμενισμοῦ.
Παραθὲτω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο: «ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου, ὁ
νηφάλιος Οἰκουμενισμὸς δὲν εἶναι ἕνα νέο δόγμα πίστεως, ἀλλὰ μιὰ
πνευματικὴ στάση διαλόγου καὶ συνεργασίας μεταξὺ τῶν
Χριστιανῶν»10. Τὸ ἀνακοινωθὲν ἀναφέρει καὶ ὅτι ὁ οἰκουμενισμὸς
δὲν ἔχει καταδικαστεὶ ὡς παναίρεση ἀπὸ κάποια κανονικὴ Ὀρθόδοξη
Σύνοδο.
Ἀπὸ τὸν Αὔγουστο τοῦ 2016, μετὰ ἀπὸ συζητήσεις μὲ τοὺς
ἱεράρχες ποὺ συμμετεῖχαν στὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης καὶ μετὰ ἀπὸ
σειρὰ ὑπομνημάτων, στὰ ὁποία αὐτοὶ καλοῦνταν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν
αἱρετικὴ σύνοδο, καὶ οἱ συντάκτες τῶν ὑπομνημάτων δὲν ἔλαβαν
καμία θετικὴ ἀπάντηση, περίποὺ τριάντα ἱερεῖς ἀπὸ ὅλες τὶς

8http://basilica.ro/concluziile-sfantului-sinod-cu-privire-la-desfasurarea-si-hotararile-sfantului-si-
marelui-sinod-al-bisericii-ortodoxe-din-creta-16-26-iunie-2016/.
9http://astradrom-filiala-bihor.blogspot.ro/2016/12/surprize-traducere-cu-cantec-ips.html.

10http://basilica.ro/comunicat-orice-lamurire-privind-credinta-trebuie-facuta-in-comuniune-

bisericeasca-nu-in-dezbinare/.
12
ἐπαρχίες τῆς χώρας διέκοψαν τὸ μνημόσυνο τῶν ἱεραρχῶν τους καὶ
προέτρεψαν τοὺς πιστοὺς νὰ λάβουν θέση ἀπέναντι στὸ ζήτημα τῆς
γενομένης στὴν Κρήτη Συνόδου.
Σύμφωνα μὲ τὸν 31ο ἀπὸ τοὺς κανόνες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων
καὶ τὸν 15ο τῆς Α' και Β' Συνόδου, ὁ σκοπός τῆς διακοπῆς τοῦ
μνημοσύνου δὲν εἶναι νὰ διακοπεῖ τῆς σύνδεση μὲ τὴν Ἀγία
Ἐκκλησία οὔτε ἡ καταδίκη τοῦ ἐπισκόποὺ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δὲν τὸν
μνημονεύουν πλέον, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος καταδίκασε τὸν ἑαυτό του στὴν
αἵρεση καὶ θὰ κριθεῖ ἀπό μία Σύνοδο, ἡ ὁποία θὰ λάβει ἐν
προκειμένῳ τὰ προσήκοντα κανονικά μέτρα. Ἡ διακοπή τοῦ
μνημοσύνου σημαίνει ἀποστασιοποίηση ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ
ἐπισκόποὺ ποὺ διδάσκει αἱρετικά καὶ τὴν εὐκαιρία ἀντίδρασης
ὁλόκληρης τῆς Ἁγίας Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, πρὸς τὴν καταδίκη καὶ
τῆς αἵρεσης ποὺ δημιουργήθηκε καὶ εκείνων ποὺ τὴν κήρυτταν,
ἀκόμη καὶ μέσω μιᾶς ἐνδημοῦσας συνόδου - ὡς προπαρασκευαστικοῦ
σταδίου μιᾶς μεγάλης πανορθόδοξης ἥ οἰκουμενικῆς συνόδου - στὴν
ὁποία μποροῦσαν νὰ συγκληθοῦν τουλάχιστον δύο ἱεράρχες καὶ
πολλοί ἱερεῖς διάκονοι, μοναχοὶ, μοναχές καὶ πιστοί.
Αὐτοί ποὺ ἀποστασιοποιούνται ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους, μέσῳ τῆς
διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου, παραμένουν σὲ κοινωνία μὲ ὅλα τὰ μέλη
τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ὁμολογούν τὴν Ὀρθόδοξη ἀλήθεια καὶ δὲν
μοιράζονται τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ποὺ θεσπίστηκε στὴν
Κρήτη, μὲ τὶς Ἐκκλησίες καὶ τοὺς Ἐπισκόπους ποὺ πῆραν θέση
ἐναντίον τῆς Συνόδου, ὅπως εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς
Βουλγαρίας, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας, ἡ Ὀρθόδοξη
Ἐκκλησία τῆς Ἀντιοχείας, μὲ ὅλους τοὺς Ὀρθόδοξους Ἐπισκόπους
ποὺ πῆραν θέση ἐναντίον τῆς προβαλλόμενης ἀπὸ τὴν Σύνοδο
αἵρεση καὶ κατά τὴν διάρκεια τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, ἀρνούμενοι
νὰ ὑπογράψουν τὰ έγγραφα, καὶ στὴν συνέχεια, ἀκόμη καὶ ἄν γιὰ
διάφορους λόγους δὲν ἔχουν διακόψει τὴν κοινωνία μὲ τοὺς
αἱρετίζοντες Ἐπισκόπους καὶ μὲ τὶς συνόδους ποὺ τὴν ἔχουν
ἀποδεχθεί ὁμοφώνως (ὅπως εἶναι καὶ ἡ περίπτωση τῆς Ἱεράς
Συνόδου τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας).

13
Ἀκολουθώντας τὶς προτροπὲς τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ
Στουδίτου, ὁ ὁποῖος στὴν επιστολή του προς τὸν Ναυκράτιο11
συνέστησε στοὺς πιστοὺς τὸν ἱερέα ὁ ὁποῖος ἀπὸ φόβο μνημονεύει
αἱρετίζοντα ἐπίσκοπο νὰ τὸν καλοῦν στὸ σπίτι γιὰ νὰ εὐλογήσει τὸ
φαγητὸ, ὅμως νὰ μὴν πάρουν τὰ Θεία Μυστήρια ἀπὸ τὸ χέρι του,
καθὼς ἐπίσης καὶ τὶς προτροπὲς τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ Β` Πατριάρχου
Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος συνιστᾶ στοὺς χριστιανοὺς νὰ
προσεύχονται μᾶλλον κατ' ἰδίαν παρὰ νὰ ἔχουν κοινωνία μὲ
λατινόφρονες ἱερεῖς, οἱ περισσότεροι Ρουμᾶνοι πιστοὶ οἱ ὁποῖοι
ἤθελαν νὰ πάρουν θέση ἐναντίον τῶν πεπραγμένων στὴν Κρήτη
προτίμησαν νὰ ἀκολουθήσουν τοὺς ἱερεῖς ποὺ δὲν μνημονεύουν τοὺς
ἱεράρχες συγκοινωνοὺς τῆς αἵρεσης καὶ νὰ προσεύχονται κατ' ἰδίαν,
ὥσπου νὰ μπορέσουν νὰ ἐκκλησιάζονται σὲ ναοὺς ὅπου λειτουργοῦν
ὁμολογητὲς ἱερεῖς.
Μὲ αὐτὴν τὴν στάση τους οἱ πιστοὶ ὁμολογοῦν ὅτι ἡ Χάρη τοῦ
Θεοῦ δὲν εἶναι ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ
Κυρίου μας, ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, τὸ
ὁποῖο δεν μπορεί να κατοικεῖ ὅπου δὲν ὑπᾶρχει ἡ Ἀλήθεια, ἥτοι ὁ
Χριστός καὶ τὸ ὀρθὸ Του Δόγμα. Οἰ σχολαστικοί, χωρίζοντας τὴν
Χάρη ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, διαπράττουν τὸ μεγάλο
σφάλμα τοῦ νὰ μὴν ἐλέγχουν τὴν πίστη τοῦ ἱεράρχη καὶ τῶν ἱερέων
του, θεωρώντας τὴν Χάρη ὡς κάτι μαγικὸ, χωρίς σχέση μὲ τὴν πίστη
τοῦ ἱεράρχη καὶ τῶν ἱερέων του. Διὰ τῶν Μυστηρίων ἑνωνόμαστε μὲ
τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ζωντανὸ Πρόσωπο, εὑρισκόμενο ἐν σχέση
μαζὶ μας. Ἐάν ψευδόμαστε μὲ τὴν αἵρεση σχετικά μὲ τὸν Χριστό καὶ
τὴν διδασκαλία Του, τὶ σχέση μποροῦμε νὰ ἔχουμε μαζὶ Του; Ὡς ἐκ
τούτου, ὑπάρχει κίνδυνος κάποιοι ἀντιοικουμενιστές νὰ κατανοοῦν
τὴν σχέση μας μὲ τὴν Χάρη μὲ τρόπο παπικὸ, Βαρλααμιτικὸ, ὡς
σχέση μὲ μία ἀπρόσωπη χάρη καὶ ὄχι μὲ τὸν ζωντανὸ Χριστό.
Οἱ περισσότεροι από τοὺς Ρουμάνους πιστούς οἱ ὁποῖοι
εξέφρασαν τὶς ἐνστάσεις τους ἐναντίον τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης εἶναι
τῆς ἀποψης ὅτι δὲν εἶναι ἀποδεκτός ὁ ἐκκλησιασμός σὲ ναούς ὅπου
μνημονεύονται οἱ αἱρετίζοντες ἰεράρχες καὶ γι' αυτὸν τὸν λόγο

11Sfântul Teodor Studitul, «Epistola către Navcratie», στὸ Dreapta credinţă în Scrierile Sfinţilor Părinţi,
vol. 1, Editura Sofia, 2006.

14
προτιμοῦν νὰ ταξιδέψουν ἀκόμη καὶ εκατοντάδες χιλιόμετρα
προκειμένου νὰ βροῦν ἕναν ναό στὸν ὁποῖον δὲν γίνεται κάτι τέτοιο.
Σύμφωνα μὲ τὴν συμβουλή τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ὁ
ὁποίος λέει: «Ἐάν ὅμως μνημονεῦει αἱρετικόν ποὺ εἶναι επίσκοπος
ἔστω καὶ ἄν μακαρίζει, ἔστω καὶ ἄν ὀρθοδοξεῖ, τὴν κοινωνία βέβαια
μαζί τοῦ πρέπει νὰ τὴν ἀποφεῦγει»12, οἱ Ρουμάνοι πιστοί ἀποφεύγουν
τοὺς ιερείς οἱ ὁποῖοι γενικῶς έχουν ορθόδοξο φρόνημα, αλλά
μνημονεύουν οικουμενιστές ιεράρχες. Καὶ αὐτὸ γίνεται γιατί οἱ
περισσότεροι πιστοί ἔχουν τὴν πεποίθηση ὅτι τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα
δὲν μπορεί νὰ συνυπάρξει μὲ τὴν ἀποδοχή τῆς αἱρεσης.
Ἐπίσης, δὲν εἶναι ἀποδεκτή οὔτε ἡ ιδέα ὅτι δὲν θα ἦταν
συγκοινωνοί τῆς αἱρεσης αυτής οἱ Ρουμάνοι ἀρχιερεῖς ποὺ δὲν
συμμετεῖχαν κατά ἄμεσον τρόπο στὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης καὶ δὲν
υπέγραψαν ἐκεῖ τὰ ἔγγραφά τῆς, διότι δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ τὸ
πράξουν αὐτὸ, ἐφόσον κανένας τους δὲν κατέγνωσε δημοσίως τὴν
αἱρεση αὐτήν καὶ τὴν σύνοδο τῆς Κρήτης καὶ οὔτε πῆραν θέση ἐπ’
αὐτοῦ σὲ καμιὰ ἐπαρχιακὴ σύνοδο‧ αὐτή ἡ στάση εἶναι σύμφωνη με
τὴν συμβουλή τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ἀπὸ τὴν ἐπιστολή
του πρὸς τὸν Ναυκράτιο, στὴν ὁποία λέει ὅτι χάριν οἰκονομίας
μποροῦν νὰ λαμβάνουν τὴν Θεία Εὐχαριστία ἀπό ἱερέα ποὺ
μνημονεύει τὸν ἐπίσκοπό του, ὁ ὁποίος «δὲν ἔλαβε μέρος στὴν
μοιχοσύνοδο, καὶ τὴν ὀνομάζει ψευδοσύλλογο», «μόνο ἂν ἐκείνος δὲν
λειτουργεῖ μαζὶ μὲ αἱρετικοὺς. Γιατὶ δὲν ὑπάρχει κανένα κώλυμα νὰ
μνημονεύεται ὁ ἐπίσκοπος ποὺ εἶναι ὀρθόδοξος, ἔστω καὶ ἄν ἐκεῖνος
ἀπό φόβο μνημονεύει τὸν μητροπολίτη του»13.
Ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ
Στουδίτου καταλαβαίνουμε ὅτι, στὴν ἀποτίμηση ποὺ ἀφορᾶ τὴν
συγκοινωνία μὲ τὴν αἵρεση, ἡ προσοχή πρέπει νὰ ἐστιάζεται στὴν
ὀρθόδοξη πίστη τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου, ἔτσι ὅπως τὴν ὁμολογεῖ ὁ
ἴδιος (ὁ ἐπίσκοπος) στὶς δημόσιές του δηλώσεις γιὰ τὴν Σύνοδο τῆς
Κρήτης, ἀκόμη καὶ ἄν δὲν ἔχει διακόψει τὴν κοινωνία μὲ τοὺς
αἱρετίζοντες Μητροπολίτες ἢ Ἐπισκόπους. Ἡ ὀριστικὴ διακοπή
μνημοσύνου τοῦ αἱρετίζοντος Μητροπολίτου ἢ τοῦ Πατριάρχου ἐκ
12 Sfântul Teodor Studitul, ὅπ. παρ., σ. 59.

13 Αὐτόθι, σ. 59-60.

15
μέρους τοῦ ἐν λόγω ἐπισκόπου καθίσταται ἀναγκαία, ἀφοῦ ἐκεῖνοι
καταδικαστοῦν προσωπικῶς γιὰ αἵρεση σὲ Ὀρθόδοξη Σύνοδο.
Ἕναν ἐξαιρετικὸ ρόλο στὴν ἐξακρίβωση λεπτομερειῶν σχετικὰ
μὲ τὴν διεξαγωγὴ τοῦ ἀγῶνα τῆς Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον
τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, καθὼς ἐπίσης καὶ στὴν ἀποφυγὴ
ἐνδεχομένων ἐκτροπῶν εἶχαν οἱ ὁμιλίες τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων,
τῆς ἀντιπροσωπείας μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Γέροντα Σάββα Λαυριώτη,
γιὰ τὸν ὅποιον οἱ Ρουμᾶνοι ὀρθόδοξοι ἀντί-οικουμενιστές τρέφουν
βαθὺ σεβασμὸ καὶ ευγνωμοσύνη.
Ἱερεῖς, θεολόγοι καὶ πιστοὶ ἀπηύθυναν στὴν Ἱερὰ Σύνοδο καὶ
στοὺς ἱεράρχες, στὸν καθένα, αἰτήσεις στὶς ὁποῖες ἔχουν ἐκθέσει τὶς
ἀντιρρήσεις τους γιὰ τὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης τὴν ὁποία θεωροῦν
αἱρετική. Συνοψίζοντας τὶς ἐνστάσεις γιὰ τὰ ἔγγραφα τῆς Συνόδου,
μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι οἱ ἀντιρρησίες τῆς ἀπὸ τὴν Ρουμανία τὴν
θεωροῦν αἱρετικὴ γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους:
1. Δὲν πρόβαλε τὴν ὁριοθέτηση ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως, ἔσβησε
τὸ ὅριο ποὺ θέσπισαν οἱ προγενέστερες Σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας,
δὲν καταδίκασαν καμία αἵρεση, καμιὰ ἀνθρώπινη δοξασία
ἀντιβαίνουσα στὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ἀντιθέτως τὰ ἔχει
ἀποδεχτεῖ ὅλα ὡς συνομιλητὲς στὸν «οἰκουμενικὸ διάλογο».
2. Διεξήχθη βάσει ἀρχῶν ποὺ περιφρονοῦν τὴν ἰσότητα τῶν
ἐχόντων τὴν ἀρχιερωσύνη ἐφόσον πολλοὶ ἀρχιερεῖς δὲν εἶχαν
τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου. Τὸ σύστημα λήψης ἀποφάσεων
δημιουργήθηκε μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ διασφαλιστεῖ ἡ
ἀνεμπόδιστη ἔγκριση τῶν κειμένων, παρὰ τὶς ὅποιες
προσπάθειες ὑπεράσπισης τῆς Ὀρθοδοξίας. Αὐτό καταδεικνύει
τὸν κληρικαλιστικὸ χαρακτήρα τῆς Συνόδου αὐτῆς, μὲ τὴν
υἱοθέτηση ἑνός παπικοῦ συστήματος προεδρευόντων τῶν δέκα
παρόντων στὴν Σύνοδο προκαθημένων, οἱ ὁποίοι ἦταν οἱ μόνοι
μὲ ἀποφασιστικὴ ἰσχύ, ἐνῶ οἱ ἀλλοι ἦταν ἁπλοί θεατές,
γεγονός τὸ ὁποίο καθιστᾶ αὐτὴν τὴν ἔκπτωση ἀκόμη χειρότερη
καὶ ἀπὸ τὸν Παπισμό.
3. Ἀναίρεσε τὸ δικαίωμα τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν
νὰ ἐγκρίνουν ἤ νὰ ἀπορρίψουν αυτὴν τὴν Σύνοδο, καθόσον
σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρο 13 τοῦ Κανονισμοῦ Ὀργανώσεως καὶ
Λειτουργίας τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου οἱ κατά τόπους
16
Ἐκκλησίες μποροῦσαν νὰ κοινοποιήσουν στοὺς πιστούς τὶς
ληφθείσες ἀποφάσεις, οἱ ὁποῖες ἔχουν πανορθόδοξο κῦρος, ἐνῷ
ὁ Κανονισμός Ὀργανώσεως δὲν κάνει μνεία γιὰ ττὴν συζήτηση,
τὴν ἀπόρριψη ἤ τὴν ἀκύρωση αὐτών τῶν ἀποφάσεων σὲ κατά
τόπους Συνόδους.
4. Ἐπικύρωσε τὴν συμμετοχή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴν
ἐκκλησιολογικὴ παναίρεση ποὺ προωθεῖ ἡ Οἰκουμενικὴ
Κίνηση, καθιστώντας τὸν Οἰκουμενισμό ἐπίσημο δόγμα τῆς
Ἐκκλησίας.
5. Ἐπικύρωσε τὸν Καταστατικὸ Χάρτη τοῦ Παγκόσμιου Συμβουλίου
Ἐκκλησιῶν καὶ τὴν Δήλωση τοῦ Τορόντο ὡς πηγὲς τοῦ
ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μολονότι
τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἔχουν αἱρετικὸ περιεχόμενο.
6. Ἀθέτησε τὴν ὁμολογία ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία,
Ἁγία, Ἀποστολικὴ καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία, ἐγκρίνοντας τὴν
προϋπόθεση τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο, στὴν οποία
διαλαμβάνεται ὅτι: «ἡ ἰδιότητα τοῦ μέλους δὲν συνεπάγεται ὅτι
κάθε Ἐκκλησία θὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρίζει τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες-
Μέλη ὡς Ἐκκλησίες μὲ τὴν πλήρη ἔννοια τοῦ ὅρου» (IV.2),
πράγμα ποὺ σημαίνει ἀφ` ἑνός ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης
ἀποδέχτηκε τὴν θεωρία περί τῶν «λειψών Ἐκκλησιῶν» καὶ
ἀποδέχτηκε ἀφ` ἑτέρου ὅτι οἱ συνομιλητές Προτεστάντες καὶ
Καθολικοί στὸ ΠΣΕ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ θεωροῦν τὴν
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς Ἐκκλησία μὲ τὴν πλήρη ἔννοια τοῦ
ὅρου καὶ πολύ λιγότερο μάλιστα νὰ αναγνωρίζουν ὅτι ἡ
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ «Μία, Αγία, Καθολικὴ καὶ
Ἀποστολική Ἐκκλησία», ἀκυρώνοντας κάθε πιθανότητα ἡ
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νὰ κάνει γνωστό τὸ σωτήριό τῆς μήνυμα
στοὺς αἱρετικούς καὶ στοὺς σχισματικοὺς, ἰεραποστολική ἀρχή
τὴν ὁποίαν ἄλλωστε τόσο ἐμφατικά προβάλλει ἡ Σύνοδος ὡς
δικαιολογία τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὸ
ΠΣΕ.
7. Μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς ἀρχῆς ὅτι «κανένα ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ ΠΣΕ
δὲν εἶναι ὑποχρεωμένο νὰ ἀλλάξει τὴν Ἐκκλησιολογία του», ἡ
Σύνοδος τῆς Κρήτης ἀκύρωσε ὅλη τὴν δῆθεν ἱεραποστολικὴ
δραστηριότητα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὸ ΠΣΕ. Ὑπὸ τὸ
17
πρόσχημα τῆς δῆθεν οὐδετερότητας τοῦ ΠΣΕ, ἀποδέχεται ἐν
τέλει τὸν ἀπώτερο στόχο αὐτοῦ τοῦ ὀργανισμοῦ, ποὺ
ἐκφράζεται στὸν Καταστατικὸ του Χάρτη, μὲ τὴν μετατροπὴ
τῶν οὐσιαστικῶν δογματικῶν διαφορῶν μεταξὺ ὀρθοδοξίας καὶ
κακοδοξίας σὲ «τοπικὴ παράδοση» ἡ στὴν λεγόμενη «ποικιλία
εὐαγγελικῆς ἔκφρασης» ὅπως διατυπώθηκε στὸ Πόρτο
Αλέγκρε. Εἶναι δύσκολο νὰ κατανοήσουμε γιατὶ ἔχει ἀλλάξει ἡ
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὴν Ἐκκλησιολογία τῆς στὴν Κρήτη,
ἐφόσον ἡ οἰκουμενιστικὴ ἀρχὴ ὁρίζει ὅτι δὲν ἦταν ὑποχρεωμένη
νὰ τὸ πράξει.
8. Μὲ τὴν ἐπικύρωση τῆς προϋπόθεσης ΙΙΙ.2 τῆς Δήλωης τοῦ
Τορόντο ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης παραδέχθηκε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη
Ἐκκλησία συμμετέχει σὲ ἕναν ὀργανισμὸ τοῦ ὁποίου ὁ σκοπὸς
εἶναι «μιὰ ζωντανὴ ἐπαφὴ μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιών...η μελέτη
καὶ ἡ συζήτηση τῶν προβλημάτων ποὺ ἀφοροῦν τὴν ἑνότητα
τῆς Ἐκκλησίας» ἄρθρο 19'. Νὰ συμπεράνουμε ἀπὸ αὐτὸ ὅτι τὸ
Π.Σ.Ε. ἐργάζεται γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας;
Ἄραγε ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἤδη ἑνωμένη ἤ χρειάζεται τὸ Π.Σ.Ε.
προκειμένου νὰ τῆς ἐξασφαλίσει τὴν ἑνότητα;
9. Τὸ ἄρθρο 19 τοῦ ἐγγράφου ἐπικυρώνει ὅλες τὶς αἱρετικὲς
Ἐκκλησιολογικὲς προϋποθέσεις τῆς Διακήρυξης τοῦ Τορόντο.
10. Ἡ ἀποδοχὴ τῆς «ἱστορικῆς ὀνομασίας ἄλλων ἑτεροδόξων
χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν» εἶναι σύμφωνη μὲ τὸ
πνεῦμα τῆς Διακήρυξης τοῦ Τορόντο, κατὰ τὴν ὁποία τὰ μέλη
τοῦ ΠΣΕ ἀναγνωρίζουν ὅτι ἔχουν διαφορετικὰ ἐπίπεδα
Ἐκκλησιαστικότητας, σύμφωνα μὲ τὴν προτεσταντικῆς
προέλευσης θεωρία τῶν «λειψῶν ἐκκλησιῶν», ἐπεξεργασμένη
ἀπὸ τὴν Β` Βατικάνεια Σύνοδο, ὑιοθετημένη ἀπὸ τὸν
Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ἰωάννη Ζηζιούλα καὶ εἰσηχθείσα
στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης μέσω τῆς
Δήλωσης τοῦ Τορόντο, ἡ ὁποία διατείνεται ὅτι ὑπάρχουν
Χριστιανοὶ extra muros (ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη-ὅρια τῆς Ἐκκλησίας),
ἀκόμη καὶ ecclesia extra ecclesiam (Ἐκκλησία ἐκτὸς τῆς
Ἐκκλησίας), ἀναιρώντας τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Κυπριανοὺ τῆς
Καρχηδόνος: extra Ecclesiae nulla salus («Ἐκτὸς Ἐκκλησίας
οὐδεμία σωτηρία»).
18
11. Στὸν Καταστατικὸ Χάρτη τοῦ ΠΣΕ προβλέπεται ἡ ἀρχὴ τοῦ
δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι θεμελιώδης γιὰ τὴν
επίτευξη τοῦ συγκρητιστικοῦ κατασκευάσματος ποὺ προτείνει
τὸ ΠΣΕ.
12. Τὸ άρθρο 22 τοῦ κειμένου γιὰ τὶς «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον» φαίνεται νὰ
εἶναι γραμμένο εἰδικά γιὰ νὰ τιμωρήσει ἐκείνους ποὺ
ἀντιτίθενται στὸν Οἰκουμενισμό. Ἀποκλείει ἀπὸ τὴν διαδικασία
ἀποδοχής τῶν αποφάσεων τῆς Συνόδου τὸ πλήρωμα τῆς
Ἐκκλησίας, ὀνομάζοντας τους ἀντιρρησίες ἐχθρούς τῆς
ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας καὶ σχισματικούς.
13. Στὸ κείμενο γιὰ τὶς «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός
τόν λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον» ἐπαινείται ἡ οἰκολογία, ἡ
ὁποία εἶναι ἕνα ἰδεολογικὸ ὄπλο τῆς πανθεϊστικῆς θρησκείας
τῆς Νέας Ἐποχῆς.
14. Τὸ κείμενο γιὰ «τὸ μυστήριον τοῦ γάμου καὶ τὰ κωλύματα
αὐτοῦ» στὴν ὑποπαράγραφο ii τῆς παραγράφου 5 ἀνοίγει τὴν
ὁδό τῆς κατ` οἰκονομίαν ἀποδοχῆς τῶν μικτῶν γάμων μεταξύ
ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων, καὶ ὡς ἐκ τούτου νομιμοποιεῖ τὸν
Οἰκουμενισμὸ στὸν χῶρο τῆς οἰκογένειας.
15. Ἡ πρόβλεψη ὅτι oἱ διατάξεις τῆς κρατικῆς νομοθεσίας
ἀναφορικὰ μὲ τὰ κωλύματα γάμου εἶναι ἐξίσου σημαντικὲς μὲ
τὶς διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας (δηλ. τῶν Ἱερῶν Κανόνων) ἀφήνει
ἀνοιχτή τὴν θύρα τελέσεως γάμων καὶ μεταξύ ὁμοφυλοφίλων ἢ
τουλάχιστον φαίνεται νὰ ὑποχρεώνει θεσμικὰ τὴν Ἐκκλησία νὰ
ἀποδεχτεί τὴν ὕπαρξη τέτοιων πολιτικῶν «γάμων».
16. Τὸ κείμενο γιὰ τὴν σπουδαιότητα τῆς νηστείας ἀφήνει στὴν
διάκριση τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιών τὴν ἐφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς
οικονομίας, ὅσον ἀφορά τὴν τήρηση τῆς νηστείας (αρ. 7-8), καὶ
αὐτό ἐπηρεάζει τὴν ἑνιαία πρακτική τῆς Ἐκκλησίας στὸν τομέα
αὐτόν καὶ σχετικοποιεῖ τὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν αὐστηρότητα
τῶν ἱερῶν νηστειῶν.
Οἱ ἀπαντήσεις ποὺ ἔλαβαν οἱ πιστοὶ σὲ αὐτὲς τὶς προσήκουσες
ἐνστάσεις ἔδειξαν τὴν ἔλλειψη ἐπιχειρημάτων ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν
κληθεῖ νὰ λογοδοτήσουν γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τῆς ἐκκλησιολογικῆς
αἵρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στὴν Ἐκκλησία. Μέχρι στιγμῆς κανένας
19
ἐπίσκοπος, ἀπὸ ὅσους ἀντιμετωπίζουν τὴν διακοπὴ μνημοσύνου τους
ἐκ μέρους τῶν ἱερέων καὶ τῶν πιστῶν, δὲν ἔχει ἀναγνωρίσει
ἐπισήμως ὅτι ἡ ἐκκλησιολογία τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης εἶναι αἱρετικὴ
ἤ ὁτι τὰ ἐγκριθέντα ἀπὸ αυτὴν ἔγγραφα πρέπει νὰ ἀποσυρθοῦν.
Ἀγνοώντας τὸ δικαίωμα τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας νὰ
ἀκυρώσει τὶς αἱρετικές ἀποφάσεις μιᾶς Συνόδου, οἱ Ρουμάνοι
ιεράρχες ἐμμένουν στὴν ἰδεα ὅτι μόνο μία ἄλλη "Ἁγία καὶ Μεγάλη
Σύνοδος» ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνει τὰ λάθη μιᾶς προηγούμενης
Συνόδου καὶ ὅχι ὁ ευσεβὴς λαός ή ὁ κλήρος. Γιὰ νὰ υποστηριχτεῖ αὐτή
ἡ ἰδέα, χρησιμοποιήθηκε ἀκόμη καὶ βλάσφημη σύγκριση μεταξύ τῆς
πρώτης καὶ τῆς δεύτερης Οικουμενικής Συνόδου, ἀφήνοντας νὰ
ἐννοηθεῖ ὅτι ἡ δεύτερη ἔχει διορθώσει τὰ λάθη τῆς πρώτης, καίτοι ὁ
1ος κανόνας τῆς Δευτέρας Οικουμενικῆς Συνόδου ἐπικυρώνει ὅλες
τὶς ἀποφάσεις τῆς πρώτης.
Οἱ ὑπερασπιστὲς τῆς ἐπίσημης θέσης τῆς ἱεραρχίας φέρνουν
διάφορα ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου.
Διατείνονται μάλιστα ὅτι δὲν ἐπῆλθε καμιὰ ἀλλαγὴ στὴ ζωὴ τῆς
Ἐκκλησίας καὶ ὅτι κανεὶς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὀμολογήσει τὰ
δόγματα τῆς Κρήτης, λησμονώντας ὅτι ὁ ἱερέας εἶναι ὁ ἐκπρόσωπος
τοῦ ἐπισκόπου στὴν ἑκάστοτε ἐνορία καὶ ὅτι μνημονεύοντὰς τον
ὀμολογεῖ τὴν ἴδια διδασκαλία μὲ τὸν ἱεράρχη. Επιχειρηματολογεῖται
ὅτι τὸ μνημόσυνο θὰ πρέπει νὰ διακόπτεται μόνο ἂν ἐπιβληθεῖ ἡ
συμπροσευχὴ καὶ ἡ μυστηριακὴ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς,
διαστρεβλώνοντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἔννοια τοῦ 15οῦ κανόνα
τῆς Πρωτοδευτέρας, ὁ ὁποῖος συστήνει τὴν διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου
ὅταν ὁ ἐπίσκοπος κηρύττει αἱρετικὸ λόγο καὶ ὄχι μόνο τὴν στιγμὴ
ποὺ θὰ ὁριστικοποιήσει τὴν συγκοινωνία του μὲ τὴν αἵρεση διὰ τῆς
μυστηριακῆς κοινωνίας.
Εἶναι διαδεδομένη ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς δὲν ἔχει
καταδικαστεῖ ἀπὸ καμία σύνοδο, χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπόψη τὸ
γεγονὸς ὅτι οἱ διδασκαλίες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἐπαναλήψεις
αἱρέσεων καὶ πρακτικῶν ποὺ καταδικάστηκκαν ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς
Συνόδους καὶ ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς ἔχει καταδικαστεὶ ἀπὸ κάποιες
Συνόδους τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν, ἀπὸ ἱεράρχες της Ἐκκλησίας
καὶ ἀπὸ ἁγίους του εἰκοστοῦ αιώνα.

20
Τὸ 1982, ἡ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καταδικάστηκε ἀπὸ τὴν
Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἐκτὸς Ρωσίας
(ROCOR), καὶ ἡ Ἀπόφαση ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς
Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, διότι βασικὴ προϋπόθεση τῆς
ἵδρυσης τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἐκτὸς Ρωσίας ἦταν ἡ
ἀναγνώριση ὅλων τῶν ἀποφάσεὼν της ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς
Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
Στὶς 8 Οκτωβρίου 1998 ὁ Οἰκουμενισμός καταδικάστηκε ἀπὸ τὴν
Ιερά Σύνοδο τῆς Ορθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας, ἡ ὁποία δὲν
ἀποδέχεται ούτε τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτἡς.
Τὸ 1948 ὁ Οἰκουμενισμὸς καταδικάστηκε ἀπὸ τὶς ἐννέα Αὐτοκέφαλες
Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ποὺ ἔχουν συμμετάσχει στὴ Διάσκεψη τῆς
Μόσχας.
Ὁ Οἰκουμενισμὸς καταδικάστηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἱεράρχη
Σεραφεὶμ Σομπόλεβ, ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰουστίνο Πόποβιτς, ἀπὸ τὸν
πατέρα Σεραφεὶμ Αλέξιεβ, ἀπὸ τὸν Ἅγιο Αὐγουστῖνο Καντιώτη, ἀπὸ
τὸν Ἅγιο Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη, ἀπὸ τὸν Ὅσιο Διονύσιο τῆς Κολιτσοὺ,
ἀπὸ μεγάλους Ρουμάνους πνευματικοὺς Πατέρες ὅπως ἦταν οἱ
πατέρες Ιουστὶν Παρβοὺ, Αρσένιε Παπατσίοκ, Ἰουλιανὸς ὁ
Προδρομήτης, Εφραὶμ Αριζόνας.
Ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης ἔχει δεχθεὶ κριτική καὶ ἔχει
καταδικαστεὶ ἀπὸ τὴν Ἀπόφαση τοῦ Κισινάου, ἡ ὁποία ὑπογράφηκε
ἀπὸ τὸν κύριο καθηγητή Θεόδωρο Ζήση, τὸν κύριο καθηγητή
Δημήτριο Τσελεγγίδη καὶ ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους πατέρες, ἀπὸ τὴν
Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας, ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας, ἀπὸ ἱερεῖς, μοναχούς, μοναχές καὶ
λαϊκούς ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο, ἀπὸ τὴν Σύναξη κληρικῶν του Βόλου καὶ
ἀπὸ τὴν Σύναξη μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀπὸ γέροντες καὶ
ἀναχωρητὲς ποὺ ἐγκαταβιοὺν σὲ κελιὰ, μοναστήρια καὶ σκῆτες.
Οἱ αἱρετικὲς προτεσταντικὲς Ὁμολογίες - μέλη τοῦ ΠΣΕ
καταδικάζονται ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους ποὺ ἀναθεματίσαν
τὸν μονοφυσιτισμὸ, τὴν εἰκονομαχία, τὴν θεώρηση τῆς Παρθένου
Μαρίας ὡς Ανθρωποτόκου, τὶς βλασφημίες κατὰ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ
καὶ τῶν ἱερῶν λειψάνων, ὁ δὲ Παπισμὸς καταδικάζεται ἀπὸ τὴν
Δευτέρα Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀναθεμάτισε τὴν
Πνευματομαχία, ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους τοῦ Ἁγίου Φωτίου
21
καὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, οἱ ὁποῖες καταδίκασαν τὸ
Filioque καὶ το δόγμα περὶ τῶν κτιστῶν ενέργειὼν. Ἡ ἰδέα τῆς
ὕπαρξης τῆς Ἐκκλησίας ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὸ
ἄρθρο τοὺ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ποὺ διατύπωσε ἡ Δευτέρα
Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἡ ὁποία θέσπισε ὅτι ὑπάρχει μιὰ μόνο
Ἐκκλησία, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθόδοξη. Ἡ συνεργασία μὲ τοὺς
αἱρετικοὺς σὲ ὁποιονδήποτε τομέα ἀπαγορεύεται ἀπὸ τοὺς κανόνες
καὶ τὴν σκέψη τῶν Πατέρων (κανόνες 10ο, 45ο τῶν Ἁγίων
Ἀποστόλων, Κανόνες 32ο, 33ο, τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας). Ἡ
ἀναγνώριση κάποιων μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν ἀπαγορεύεται ἀπὸ
τους ἱερεῖς κανόνες ἐπὶ τὴ ποινὴ τῆς καθαίρεσης τοῦ ἱερέα καὶ τοῦ
ἀφορισμοῦ τῶν λαϊκῶν. Στὸ πλαίσιο τῆς συζήτησης γιὰ τὰ Μυστήρια
τῶν αἱρετικῶν ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς Καρχηδόνος λέει στὸν σχετικὸ
κανόνα τῆς Συνόδου τοῦ 256 τὰ ἑξῆς: «οἱ ὑπερασπιστὲς τῶν
αἱρετικῶν ὀφείλουν εἴτε νὰ ἀλλάξουν τὴν ἐρώτηση, εἴτε νὰ
ὑπερασπιστοῦν τὴν ἀλήθεια, ἤ μήπως θα ἔπρεπε νὰ ὀνομάζονται καὶ
Εκκλησία αὐτοί ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι ἐχουν Βάπτισμα;»14. Αὐτό
ἀκριβώς ἔκανε καὶ ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης.
Σύμφωνα μὲ τὴν θεολογία τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου ὁ
οἰκουμεμνισμος εἶναι αὐτοκατάκριτος ἐνώπιον τοῦ Θεού ἀπὸ τὴν
στιγμή ποὺ ἐμφανίστηκε: «εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ
ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος» (Τιτ. 3,11). Ἀκολουθώντας τὴν σκέψη
τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου συμπεραίνουμε ὅτι οἱ ἱεροὶ κανόνες τῶν
τοπικῶν συνόδων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἐφάρμοζαν τὴν
ὑποχρεώση ποὺ ὑπαγορεύει ὁ Ἀπόστολος: «αἱρετικὸν ἄνθρωπον
μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τιτ. 3,10) καὶ δὲν
ἐπέτρεπαν μία ἀτέρμονη διαπραγματευση ἀνάμεσα στὴν Ἀλήθεια
τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν αἵρεση τῶν ἀνθρώπων. Σὲ σχεδόν ἕναν αἰώνα
συμμετοχής τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴν οἰκουμενικὴ κίνηση, ἡ
πρώτη καὶ ἡ δεύτερη νουθεσία ἔπρεπε νὰ εἴχαν ολοκληρωθεῖ ήδη πρὸ
πολλοῦ.
Ὅλοι οἱ ἱεράρχες καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ δικαστήρια τὰ ὁποία
ἔχουν δικάσει μέχρι τώρα ὑποθέσεις ἱερέων ποὺ ἔχουν διακόψει τὸ
μνημόσυνο ἱεραρχῶν ἔχουν ἀρνηθεὶ ἤ παραποιήσει τὴν ἐγκυρότητα

14 Arhid. pr. prof. Ioan N. Floca, Canoanele Bisericii Ortodoxe, note şi comentarii, f.e., Sibiu, 2005, σ. 200.

22
καὶ τὴν ἐκτελεστότητα τοῦ 31οῦ κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ
τοῦ 15οὐ κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας, δίδοντάς τους ἑρμηνεῖες
τελείως διαφορετικὲς ἀπὸ τὴν πραγματικὴ τους ἑρμηνεία,
χρησιμοποιώντας ἐπιχειρήματα ποὺ στεροῦνται πειστικότητας, τὰ
ὁποία ἐπιδιώκουν νὰ ἀποδείξουν ὅτι δὲν πληροῦνται οἱ προϋποθέσεις
ποὺ ἀπαιτοῦνται ἀπὸ τους κανόνες γιὰ τὴν διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου.
Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, σὲ δίκες ποὺ ἀποτελοῦν φαιδροποίηση τῆς
ἔννοιας τῆς δικαιοσύνης καὶ στὶς ὁποῖες ἡ τεκμηριωμένη ὑπεράσπιση
τῶν ἱερέων ἀγνοήθηκε παντελῶς, περιφρονώντας τοὺς ὡς ἄνω
ἀναφερόμενους κανόνες, τὰ ἐκκλησιαστικὰ δικαστήρια καὶ οἱ
ἱεράρχες κατηγόρησαν τοὺς ἱερεῖς ὡς σχισματικοὺς, γιὰ ἀνυπακοὴ
στὴν ἱεραρχία καὶ ἐναντίωση στὴν ἐπίσημη θέση τῆς Ἐκκλησίας καὶ
τους καθαίρεσε.
Ἐκλεκτὸ ἀκροατήριο,
Στὴ Ρουμανία ἡ καταπολέμηση τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης ἔχει
ὁρισμένα χαρακτηριστικὰ ποὺ τὴν διακρίνουν ἀπὸ τὶς ἐνέργειες ὅλων
τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων ἀδελφῶν χωρῶν:
1. Εἶναι ἡ πιὸ ἔντονη ἀντίδραση τοῦ πληρώματος τῆς
Ἐκκλησίας κατὰ τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης
2. Εἶναι ἡ ἀντίδραση ποὺ καταστέλλεται ἀπὸ τὶς
ἐκκλησιαστικὲς ἀρχὲς μὲ τον πιὸ ἔντονο τρόπο.
3. Οἱ συνθῆκες ὑπὸ τὶς ὁποῖες ανατύσσεται αὐτὸς ὁ ἀγῶνας
εἶναι πολὺ σκληρὲς, δεδομένου ὅτι στὴ Ρουμανία δὲν ὑπάρχει οὔτε
ἕνας ἀρχιερέας ποὺ νὰ ἀπορρήψει τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς
Κρήτης.[1]
Ἡ ἔνταση τοῦ ἀγῶνα τοῦ λαοῦ ἐναντίον τοῦ οἰκουμενισμοῦ
ὀφείλεται στὴν ἔκταση τῆς διάδοσής του στὴν ἱεραρχία καὶ στὸν
ρουμανικὸ Ὀρθόδοξο κλῆρο. Μολονότι ἡ πλειοψηφία τῶν ὀρθοδόξων
πιστῶν στὴ Ρουμανία δὲν ἔχει συνειδητοποιήσει ἀκόμη τὸν κίνδυνο
τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς ἐπισημοποίησης του μὲ τὴν Σύνοδο τῆς
Κρήτης γιὰ τους λόγους ποὺ ἀναφέρθηκαν παραπάνω, οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ
πιστοὶ ποὺ ἔχουν ἀποφασίσει νὰ ἀναλάβουν δράση θὰ
ὑπερασπιστοῦν τὴν ἀληθινὴ πίστη μὲ κάθε κόστος.
Μέχρι στιγμῆς ὑπάρχουν πέντε ἱερεῖς οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἤδη
καθαιρεθεὶ ἀδίκως γιὰ τη διακοπὴ μνημοσύνου. Τέσσερις ἀπὸ
αὐτοὺς, ὁ πατὴρ Κοσμὶν Τριπὸν, ὁ πατὴρ Κυπριανὸς Στάικου, ὁ
23
πατὴρ Ἰωάννης Μύρων καὶ ὁ πατὴρ Ὀνήσιμος Μπάνου εἶναι ἀπὸ τὴν
Τρανσυλβανία, ὅπου ὁ ὀρθόδοξος πληθυσμὸς ἀναγκάστηκε ἀπὸ τὶς
ἱστορικὲς περιστάσεις νὰ ζήσει γιὰ αἰῶνες μαζὶ μὲ ἄλλες ὁμολογίες
καὶ ἡ οἰκουμενικὴ παράδοση εἶναι πολὺ ἰσχυρὴ μεταξὺ τῶν
ἱεραρχῶν, καὶ ὁ τελευταῖος, ὁ πατέρας Κλαούντιου Μπούζα ἀπὸ το
νότιο μέρος της χώρας. Οἱ ὁμολογητὲς ἱερεῖς ἀπὸ τὴν Μολδαβία
ἀναμένουν τὴν περάτωση τῆς δίκης, οἱ πιθανότητες ἡ ποινὴ νὰ εἶναι
κάποια ἄλλη ἐκτὸς ἀπὸ καθαίρεση εἶναι ἐλάχιστες, διότι τὰ
ἐκκλησιαστικὰ δικαστήρια βρίσκονται σὲ μιὰ πολὺ δύσκολη θέση: ἡ
ἀθώωση τῶν ἱερέων θὰ σήμαινε τὴν ἐνοχοποίηση τῶν ἴδιων
ἱεραρχῶν ποὺ παρέπεμψαν στὴ δίκη τὶς ὑποθέσεις τῶν ἐν λόγω
ἱερέων ὑπὸ την κατηγορία γιὰ συγκοινωνία μὲ την αἵρεση,
δεδομένου ὅτι θὰ γίνεται ἀποδεκτὴ ἡ διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου
βάσει τῶν διατάξεων τοῦ 31ὁ κανόνος τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ
τοῦ 15 κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας. Ἐφόσον σὲ μιὰ τέτοια
περίπτωση αὐτοὶ ποὺ ἐκδικάζουν τὶς ὑποθέσεις θὰ ἀναγκάζονταν νὰ
δικάζονται οἱ ἴδιοι ἐνώπιον τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαστηρίων, εἶναι
ἀναμενόμενο ὅτι οἱ κατηγορούμενοι ἱερεῖς θὰ καθαιρεθεὶ. Σήμερα
μάλιστα δικάζεται στὴν Μητρόπολη Μολδαβίας ἡ ὑπόθεση τοῦ
πατρός Πάμβο Ζουγκανάρου Οἰγουμένου τῆς Σκήτης Ραντένι, στὴν
ὁποίαν αὐτός δημιούργησε ἕνα ἀληθινό κέντρο καταπολέμησης τοῦ
οἰκουμενισμοῦ.
Ἡ κατάσταση θὰ εἶναι ὁλοένα καὶ πιὸ δύσκολη καθὼς οἱ
καθαιρεθέντες ἱερεῖς δὲ λειτουργοῦν πλέον στὶς ἐκκλησίες τους. Θὰ
πρέπει νὰ βροῦν χώρους ὅπου νὰ μποροῦν νὰ λειτουργοῦν, σπίτια
τῶν πιστῶν, ναούς χτισμένους σὲ ἰδιωτικοὺς χώρους κ.λπ. Αὐτὴ τῆν
στιγμὴ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς λειτουργοῦν σὲ ἰδιωτικὰ παρεκκλήσια καὶ
εἰδικὰ διαμορφωμένους χώρους σὲ ἰδιωτικοὺς χώρους.
Ὄχι μόνον οἱ ἱερεῖς ἔχουν ὑποστεὶ διωγμὸ, ἐκδιώχθηκαν καὶ
μοναχὲς ἀπὸ τὶς μονὲς τους ἐπειδὴ ἔπαψαν νὰ ἐκκλησιάζονται σὲ
ναοὺς ὅπου λειτουργεῖ ἱερέας ὁ ὁποῖος μνημονεύει αἱρετίζοντα
ἱεράρχη‧ καταγράφεται ἀκόμη καὶ ἡ περίπτωση μιᾶς ἀριστεύσασας
μαθήτριας σὲ ἐκκλησιαστικὸ λύκειο, ἡ ὁποία ἀναγκάστηκε νὰ
ἀλλάξει σχολεῖο ἐπειδὴ ἀρνοῦνταν νὰ συμμετάσχουν σὲ ἀκολουθίες
στὶς ὁποῖες μνημονέυονται αἱρετίζοντες ἱεράρχες.

24
Μὲ τὴν σειρὰ τους οἱ πιστοὶ ποὺ ἀκολουθοῦν τοὺς ὁμολογητὲς
ἱερεῖς ὑφίστανται τὴν δημόσια κατακραυγή, κυρίως ἐκ μέρους τῶν
ἱερέων ἀπὸ τὶς ἐνορίες ποὺ εξκατάλειψαν, οἱ ὁποῖοι τοὺς κατηγοροῦν
ὅτι ἔγιναν παλαιοημερολογῖτες, ὀπαδοὶ προτεσταντικῶν
παραφυάδων ἤ ακόμα καὶ Ρωμαιοκαθολικοί.
Μὲσω μιᾶς ἰσχυρῆς προπαγάνδας ἐναντίον τῶν ἀντιρρησίων
τῆς Συνόδου τῆς Κρἤτης ἡ ἱεραρχία, ἡ ὁποία δὲν φαίνεται νὰ εἶναι
διατεθειμένη νὰ ἀπορρίψει τὴν αἵρεση τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης
προετοιμάζει τοὺς πιστοὺς καὶ τους ἱερεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν διέκοψαν το
μνημόσυνο νὰ ἀντιλαμβάνονται τὶς ἀποφάσεις ποὺ θὰ ληφθοῦν
στὴν παροῦσα Σύναξη καὶ τὶς μελλοντικὲς ἀποφάσεις τῶν
ὁμολογητῶν πιστῶν ὡς ἀντικανονικὲς καὶ παράνομες, ὡς ἀνάμειξη
στὶς ἐσωτερικὲς ὑποθέσεις τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας.
Ὅσον ἀφορᾶ δὲ τους ἱερεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν διέκοψαν τὸ μνημόσυνο, οἱ
περισσότεροι ἐξ αὐτῶν ἔχουν τὴν πεποίθηση ὅτι ἡ ἄνευ ὅρων ὑπακοὴ
στὸν οἰκεῖο ἐπίσκοπο εἶναι πιὸ σημαντικὴ ἀπὸ τὴν ὑπεράσπιση τῆς
ἀλήθειας τῆς πίστεως.
Οἱ Ρουμᾶνοι ἱερεῖς καὶ πιστοὶ, ὑπερασπιστὲς τῆς Ὀρθοδοξίας
έναντίον τῆς αἱρετικῆς Συνόδου τῆς Κρήτης ἔχουν μεγάλες
προσδοκίες ἀπὸ αὐτὴ τὴν Σύνὰξη καὶ ἀπὸ τὴν προγραμματισμένη νὰ
λάβει χώρα στὸ Κίεβο. Δύσπιστοι ὅσον ἀφορᾶ μιὰ ἀλλαγὴ τῶν
πραγμάτων στὴ Ρουμανία ἰδίως σχετικὰ μὲ τὴν στάση τῶν ἱεραρχῶν
ποὺ ἔλαβαν μέρος τὸ περασμένο έτος στὴν αἱρετικὴ Σύνοδο, οἱ
Ρουμᾶνοι ὁμολογητὲς ἱερεῖς καὶ πιστοὶ ἀναμένουν ἀπὸ τὶς
ἀντιοικουμενιστικὲς συνάξεις, τα ἀναθέματα ποὺ θὰ ἀπαγγελθοῦν
νὰ ἐπεκταθοῦν πέραν τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας τῆς Συνόδου τῆς
Κρήτης, προκειμένου νὰ συμβάλουν καθοριστικὰ στὴν ἀφύπνιση τῶν
Ὀρθοδόξων πιστῶν οἱ ὁποῖοι ἀκόμα δὲν συνειδἡτοποἱούν πόσο
σοβαρή είνὰι ἡ κατάσταση.
Ὑπάρχει ἡ προσδοκία τὸ ἀνάθεμα νὰ περιλαμβάνει καὶ τοὺς
ἱδρυτὲς τοῦ οἰκουμενισμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν - σύμφωνα μὲ τὰ
λόγια τοῦ πατρὸς Ντουμίτρου Στανιλοάε, ποὺ παραθέσαμε
προηγουμένως - μέρος τοῦ εὐρύτερου συστήματος ὑποδούλωσης τῆς
ἀνθρωπότητας στὸ πλαίσιο τοῦ σχεδίου τῆς Νέας Τάξης Πραγμάτων.
Σὲ ἀντίθετη περίπτωση, μετὰ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, οἱ
ἱδρυτὲς του θὰ ἐπινοήσουν ἁπλῶς μιὰ ἄλλη ἰδεολογία ποὺ νὰ τὸν
25
ἀντικαταστήσει κατὰ τὸ πολιτικὸ πρότυπο μὲ το ὁποῖο ὁ
κομμουνισμὸς ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὸν καπιταλισμὸ καὶ τὸν
καταναλωτισμὸ, ποὺ ἀποτελοῦν πιὸ λεπτὲς καὶ ἐπικίνδυνες μορφὲς
ὑποδούλωσης τῆς ανθρωπότητας.
Ἐπίσης, ὑπάρχει ἡ προσδοκία οἱ σύναξις νὰ δώσουν πέρα ἀπὸ
τὸ ζήτημα τοῦ οἰκουμενισμοῦ καὶ τὶς ἀπαντήσεις ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ
δώσουν οἱ συμμετάσχοντες τὸ περασμένο ἔτος στὴ Σύνοδο τῆς
Κρήτης.
Τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας σὲ ὅλους τοὺς ναούς ὅπου
λειτουργοῦν ὁμολογητὲς ἱερεῖς ἀναγνώσθηκαν κατὰ τὴν παράδοση
τὰ ἀναθέματα συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἀναθεμάτων
ἐναντίον τῶν διδασκαλιῶν ποὺ ἀποδέχτηκε ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης.
Ἀνάθεμα τὰ αἱρετικὰ κείμενα τῆς οικουμενιστικῆς
ψευδόσυνόδου τῆς Κρήτης τοῦ Ἰουνίου τοῦ 2016 τῆς
αυτοαποκαλούμενης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθόδοξης
Ἐκκλησίας καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὰ ἀποδέχονται καὶ τὰ ἐφαρμόζουν,
κείμενα τὰ ὁποία:
- καθιερώνουν τὴν λεγόμενη «ἀποκατάσταση τῆς ἐνότητας τῶν
χριστιανῶν» καὶ τὴν ἱστορική ὀνομασία «Ἐκκλησία» γιὰ τοὺς
αἱρετικούς
- καθιερώνουν τὸν Καταστατικό Χάρτη τοῦ λεγόμενου
Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιών ὡς βάση τοῦ διαλόγου μὲ τοὺς
αἱρετικούς - τὸν δογματικὸ μινιμαλισμό
- καθιερώνουν τὴν Δήλωση τοῦ Τορόντο ἡ ὁποία διατείνεται ὅτι
ὑπάρχουν μέλη τῆς Εκκλησίας ἐκτός τῶν ὀρίων τῆς Ὀρθόδοξης
Ἐκκλησίας καὶ ὅτι «τὸ νὰ ἀποτελεῖ κάποιος μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ
Χριστοῦ εἶναι πιὸ περιεκτικὸ ἀπὸ τὸ νὰ ἀποτελεῖ μέλος τῆς ίδιας του
τῆς Ἐκκλησίας».
- κατά μίαν ψευδῆ οἰκονομία καθιερώνουν τοὺς μεικτούς
γάμους (με τους αἱρετικοὺς).
- καθιερώνουν τὸν ὄρο «ἀνθρώπινο πρόσωπο», τὸν ὁποίο
χρησιμοποιεῖ ὁ Μητροπολίτης Ἰωάννης Ζηζιούλας.
Τῇ ληστρικῇ, αἱρετικῇ καί οἰκουμενιστικῇ ψευδοσυνόδῳ τῆς
Κρήτης τοῦ Ἰουνίου 2016, τῇ λεγομένῃ «Ἁγίᾳ καί Μεγάλῃ Συνόδῳ τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», τοῖς κακοδόξοις αὐτῆς κειμένοις, ἅτινα
θεσμοθετοῦσιν
26
α) τήν διεξαγωγήν τοῦ διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
καί αἱρέσεων μέ κριτήριον τάς προτεσταντικάς πλατφόρμας καί οὐχί
τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν,
β) τήν λεγομένην «ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος τῶν
Χριστιανῶν» καί τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τοῦ ὅρου «ἐκκλησία» διά
τοὺς αἱρετικούς,
γ) τόν Καταστατικόν Χάρτην τοῦ προτεσταντικοῦ λεγομένου
«Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν»-αἱρέσεων καί τόν δογματικόν
μινιμαλισμόν ὡς βάσιν τοῦ διαλόγου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά
τῶν αἱρέσεων,
δ) τήν «Δήλωσιν τοῦ Τορόντο» τοῦ 1950, σύμφωνα μέ τήν
ὁποίαν i) ὑπάρχουσιν μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί ἐκτός τῶν τειχῶν
Αὐτῆς, ii) ὑπάρχει Ἐκκλησία ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί iii)
τό ἀποτελεῖν μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ περιεκτικώτερον
ἔστιν ἤ τό ἀποτελεῖν μέλος τῆς ἰδίας Ἐκκλησίας,
ε) τοὺς μεικτούς γάμους μέ πρόσχημα μίαν ψευδήν οἰκονομίαν,
καί στ) τήν αἱρετικήν ζηζιούλιαν θεωρίαν περί ἀνθρωπίνου
προσώπου, καί τοῖς ἀποδεχομένοις καί ἐφαρμόζουσι τάς αἱρετικάς
αὐτῆς ἀποφάσεις, ἀνάθεμα (γ΄).

Σὰς εὐχαριστῶ ἐκ μέρους ὅλων τῶν Ρουμάνων ἱερέων καὶ
πιστῶν ἀγωνιστῶν κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ γιὰ τὴν εὐκαιρία νὰ σὰς
ἀπευθύνω αὐτὰ τὰ λόγια.

Θεολόγος Μιχαήλ Σίλβιου Κυρίλλου

27