ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

)

Τὸ σημερινὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὶς «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων» μᾶς
μεταφέρει στὴν ἱερὴ καὶ ἐνθουσιώδη ἀτμόσφαιρα τῶν πρώτων χριστιανικῶν
χρόνων καὶ μᾶς περιγράφει ἕνα πράγματι ἀξιοσημείωτο περιστατικό: τὴν
ἐκλογὴ τῶν ἑπτὰ διακόνων. Ὅταν δηλαδὴ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι διαπίστωσαν ὅτι
λόγῳ τοῦ αὐξανόμενου ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἦταν δυνατὸν
νὰ διακονοῦν στὸ ἔργο τῆς λατρείας καὶ τοῦ κηρύγματος καὶ παράλληλα νὰ
φροντίζουν γιὰ τὴν καθημερινὴ σίτιση τῶν χριστιανῶν στὰ κοινὰ γεύματα ἢ
δεῖπνα, ποὺ συνήθιζαν τότε νὰ προσφέρουν, ἀποφάσισαν νὰ συγκαλέσουν
ὅλους τοὺς πιστοὺς τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καὶ νὰ ἐκλέξουν ἑπτὰ
κατάλληλους ἄνδρες, γιὰ νὰ τοὺς ἀναθέσουν τὸ ὑπεύθυνο αὐτὸ ἔργο.
Ἡ ἐνέργεια αὐτὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ νὰ δοῦμε κι
ἐμεῖς γιατί εἶναι ἀναγκαῖο νὰ βοηθοῦμε στὰ ἔργα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποιοὶ εἶναι
κατάλληλοι γιὰ νὰ διακονοῦν στὰ ἔργα αὐτά.
1. Ἐνεργὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας
Βασικὴ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διαβάζουμε καὶ στὴ σημερινὴ
ἀποστολικὴ περικοπή, εἶναι ἡ προσευχὴ καὶ ἡ διακονία τοῦ λόγου. Ἐκτὸς
ὅμως ἀπὸ τὴ θεία Λατρεία καὶ τὸ κήρυγμα, διακονίες ἱερὲς οἱ ὁποῖες
ἀνατίθενται ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους σὲ ἀνθρώπους μὲ εἰδικὴ κλήση ἀπὸ τὸν
Θεό, κληρικοὺς ἢ καὶ λαϊκοὺς θεολόγους, στὴν κάθε ἐνορία ὑπάρχουν καὶ
πολλὲς ἄλλες μορφὲς διακονίας. Τὸ φιλόπτωχο μὲ ὅλες τὶς δραστηριότητές
του, οἱ κατηχητικὲς συνάξεις γιὰ μικροὺς καὶ μεγάλους, οἱ ἐκδηλώσεις τοῦ
πνευματικοῦ κέντρου κλπ. Ἐπίσης ὑπάρχουν καὶ πρακτικὲς ἀνάγκες, ὅπως
π.χ. ἡ τάξη καὶ ἡ εὐπρέπεια μέσα στὸν ἱερὸ Ναό, ἡ συντήρηση καὶ ἡ μέριμνα
γιὰ τὴν καλὴ λειτουργία του, καὶ τόσα ἄλλα...
Εὔκολα γίνεται ἀντιληπτὸ ὅτι οἱ ἱερεῖς δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ἀναλάβουν μόνοι
τους ὅλα αὐτά, διότι τελικὰ αὐτὸ θὰ ἀποβεῖ εἰς βάρος τοῦ πνευματικοῦ τους
ἔργου. Αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν κίνδυνο εἶδαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ δήλωσαν:
«Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν
τραπέζαις», δηλαδὴ δὲν μᾶς φαίνεται σωστὸ νὰ ἀφήσουμε τὸ κήρυγμα τοῦ
λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ὑπηρετοῦμε σὲ τραπέζια φαγητοῦ. Συνεπῶς τὸ

1
πολύπτυχο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ ποικίλες ἀνάγκες ποὺ δημιουργοῦνται σ’
αὐτὸ ἀποτελοῦν ἕνα βασικὸ λόγο καὶ γιὰ τὴ δική μας δραστηριοποίηση.
Ὑπάρχει ὅμως κι ἕνας δεύτερος βαθύτερος λόγος, γιὰ νὰ βοηθοῦμε στὰ ἔργα
τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι «οἱ
πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ’ εἷς ἀλλήλων μέλη»· δηλαδή, οἱ
πολλοὶ πιστοὶ στὴν Ἐκκλησία εἴμαστε ἕνα σῶμα ἐξαιτίας τῆς ἑνώσεώς μας μὲ
τὸν Χριστό, καὶ ὁ καθένας μας εἴμαστε μέλη ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου. Συνεπῶς
ὀφείλουμε νὰ συνεργαζόμαστε καὶ νὰ ὑπηρετεῖ ὁ καθένας μὲ τὰ χαρίσματά
του ὅλο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας .
Ἄραγε ὅμως εἴμαστε κατάλληλοι γιὰ συνεργάτες στὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας;
2. «Πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου»
Γιὰ νὰ λάβουμε ἀπάντηση στὸ ἐρώτημά μας, ἂς δοῦμε ποιὰ κριτήρια ἔθεσαν
οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι γιὰ τὴν ἐκλογὴ τῶν ἑπτὰ διακόνων. Πρῶτον, ζήτησαν ἀπὸ
τοὺς πιστοὺς νὰ ἐκλέξουν «ἄνδρας μαρτυρουμένους ἑπτά», ποὺ σημαίνει ὅτι
οἱ ἑπτὰ διάκονοι, ποὺ θὰ ἐκλέγονταν, ἔπρεπε νὰ ἦσαν ἀποδεκτοὶ καὶ ἀγαπητοὶ
ἀπὸ τοὺς πιστούς, νὰ εἶχαν δηλαδὴ τὴν «ἔξωθεν καλὴν μαρτυρίαν». Τέτοιοι
πρέπει νὰ εἶναι ὅλοι, ὅσοι βοηθοῦν στὰ ἔργα τῆς Ἐκκλησίας. Ἄνθρωποι πιστοὶ
καὶ εὐσεβεῖς, μὲ ἀκέραιο χαρακτήρα καὶ ὑποδειγματικὸ ἦθος, ὥστε νὰ μὴ
σκανδαλίζουν τοὺς πιστοὺς μὲ τὴ ζωή τους, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τοὺς οἰκοδομοῦν
καὶ νὰ τοὺς στηρίζουν
Δεύτερον, οἱ ἑπτὰ διάκονοι ποὺ ἐξέλεξαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔπρεπε νὰ ἦσαν
«πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας», δηλαδὴ γεμάτοι ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ
σύνεση. Πράγματι. Καθένας ποὺ ἔχει ὑπεύθυνη θέση μέσα στὴν Ἐκκλησία
ὀφείλει νὰ ἐνεργεῖ μὲ σύνεση καὶ διάκριση, ὥστε νὰ μὴν ἀδικεῖ καὶ νὰ μὴν
προσβάλλει τοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ μὴν προκαλοῦνται παράπονα καὶ
παρεξηγήσεις. Κυρίως ὅμως ὀφείλει νὰ καλλιεργεῖ τὴν ψυχή του μὲ τὴν
ἄσκηση, τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μυστηριακὴ ζωὴ ἔτσι, ὥστε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ
πλημμυρίζει ὅλη τὴν ὕπαρξή του καὶ Αὐτὸ νὰ τὸν φωτίζει καὶ νὰ τὸν
καθοδηγεῖ σὲ κάθε ἔργο του.
Κάνει ἐντύπωση τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἀκόμη καὶ γιὰ ἔργα ποὺ
θεωροῦνται τεχνικῆς φύσεως, ὅπως π.χ. ἡ διανομὴ φαγητοῦ, ζήτησαν νὰ
ἐκλεγοῦν ἄνθρωποι μὲ εἰδικὲς προϋποθέσεις καὶ ἐξαίρετα πνευματικὰ
προσόντα, «πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας». Ἂς προσευχόμαστε
θερμά, ὥστε ὁ ἅγιος Θεὸς νὰ ἀναδεικνύει πάντοτε τέτοιους ἀνθρώπους, γιὰ
νὰ ὑπηρετοῦν τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἂς φιλοτιμούμαστε ὅσοι
ὑπηρετοῦμε σὲ κάποιο ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἔργα νὰ δείχνουμε προθυμία στὸ ἔργο
αὐτό, μὲ συναίσθηση τῆς ἱερότητός του καὶ μὲ σύνεση καὶ πλούσιο τὸν
φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

«Μακάριοι οι ελεήμονες!...»
Ὁ θεῖος Διδάσκαλος στὸν πέμπτο «μακαρισμὸ» τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλίας
Του μακαρίζει τοὺς ἐλεήμονες: «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ
2
ἐλεηθήσονται» (Ματθ. ε΄ 7). Μακάριοι εἶναι οἱ σπλαχνικοὶ καὶ ἐπιεικεῖς, ποὺ
συμπονοῦν τοὺς συνανθρώπους τους στὴ δυστυχία τους, διότι αὐτοὶ θὰ
ἐλεηθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.
Τὸ μεγαλεῖο τοῦ νὰ ἐλεεῖ κανεὶς τὸν συνάνθρωπό του, οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐπο-
χῆς μας δὲν μποροῦν νὰ τὸ κατανοήσουν, διότι ζοῦν ἐγωκεντρικά. Οἱ
ἄνθρωποι τοῦ κόσμου θεωροῦν εὐτυχισμένους αὐτοὺς ποὺ λαμβάνουν κι ὄχι
αὐτοὺς ποὺ δίνουν. Ἀλλὰ ὁ θεῖος Διδάσκαλος μὲ τὸν ἀδιάψευστο λόγο Του
μᾶς βεβαιώνει ὅτι μακάριοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἐλεοῦν τοὺς ἐμπερίστατους
συνανθρώπους τους. Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη καὶ τί ἀμοιβὲς
ἐπιφυλάσσει ὁ Κύριος στοὺς ἐλεήμονες;
Ἐλεημοσύνη δὲν εἶναι μόνο ἡ χρηματικὴ βοήθεια, ἀλλὰ ἡ σπλαχνικὴ
μετάδοση κάθε καλοῦ καὶ ἀγαθοῦ· ἡ πρόθυμη συμπαράσταση σὲ
ὁποιαδήποτε ἀνάγκη τοῦ πλησίον μας, ὑλικὴ καὶ πνευματική.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος σημειώνει ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη «οὐκ ἐν χρήμασι γίνεται
μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐν πράγμασιν» Κι ἀκόμη προσθέτει ὅτι εἶναι «ποικίλος ὁ τῆς
ἐλεημοσύνης τρόπος καὶ πλατεῖα αὕτη ἡ ἐντολή». Ἡ ἐλεημοσύνη ἔχει πολλὲς
μορφὲς καὶ ἐκδηλώσεις, ὑλικὲς καὶ πνευματικές, ἀνάλογες πρὸς τὸ βάθος καὶ
τὸ πλάτος τῆς ἀγάπης τοῦ ἐλεήμονος. Ἀσκεῖται μὲ πολλοὺς καὶ ποικίλους
τρόπους. Ἔχει πολὺ πλατιὰ ἐφαρμογὴ αὐτὴ ἡ ἐντολή.
Μποροῦμε νὰ ἐλεοῦμε προστατεύοντας κάποιον ποὺ εἶναι ἀνήμπορος.
Μποροῦμε νὰ ἐνισχύουμε ἄλλον ποὺ βρίσκεται σὲ δυσκολία ἢ νὰ
συμβουλεύουμε ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀνάγκη καθοδηγήσεως. Ἂν ὁ ἄλλος πεινάει
καὶ μοιρασθοῦμε μαζί του τὸ λιτὸ φαγητό μας, τοῦ προσφέρουμε
ἐλεημοσύνη. Ἂν διψάει καὶ τοῦ δώσουμε λίγο νερὸ νὰ ξεδιψάσει, τοῦ
προσφέρουμε ἐλεημοσύνη. Ἂν εἶναι ξένος καὶ τὸν φιλοξενήσουμε, τοῦ προσ-
φέρουμε ἐλεημοσύνη. Ἂν εἶναι γυμνὸς καὶ τὸν ντύσουμε, τοῦ προσφέρουμε
ἐλεημοσύνη. Ἂν εἶναι ἀσθενὴς ἢ φυλακισμένος καὶ τὸν ἐπισκεφθοῦμε, τοῦ
προσφέρουμε ἐλεημοσύνη.
Καὶ ἡ «καῦσις τῆς καρδίας ὑπὲρ ὅλης τῆς κτίσεως», ὅπως λέει ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ
ὁ Σύρος, εἶναι ὕψιστη μορφὴ ἐλεημοσύνης. Ὅπως καὶ ἡ θερμὴ προσευχή μας
«ὑπὲρ πλεόντων, νοσούντων, καμνόντων, αἰχμαλώτων...» εἶναι ἐλεημοσύνη.
Ἐπίσης ἐλεοῦμε, ὅταν βοηθοῦμε ἕνα χωρισμένο ἀνδρόγυνο νὰ συμφιλιωθεῖ·
ὅταν βοηθοῦμε τὸν ὑποδουλωμένο στὸ πάθος, ποὺ τὸν βασανίζει, νὰ
ἐλευθερωθεῖ· ὅταν στηρίζουμε τοὺς νέους στὸν ἅγιο φόβο τοῦ Θεοῦ· ὅταν
παρηγοροῦμε τοὺς πενθοῦντες· ὅταν συγχωροῦμε· ὅταν βοηθοῦμε μιὰ
πλανεμένη ψυχὴ νὰ σωθεῖ!
Ἀπὸ τὰ παραδείγματα ποὺ ἐπιλεκτικὰ ἀναφέρθηκαν, γίνεται κατανοητὸ ὅτι ὑ-
πάρχει εὐρύτατο πεδίο ἀσκήσεως τῆς ἐλεημοσύνης. Τὰ περιστατικὰ ποὺ
παρουσιάζονται μπροστά μας εἶναι πάρα πολλά. Ὅσοι ἔχουν φιλάνθρωπα
αἰσθήματα, δὲν τὰ προσπερνοῦν βιαστικά, ἀλλὰ βλέπουν τὸν ἐμπερίστατο
συνάνθρωπο μὲ βλέμμα συμπαθείας, μὲ συμπονετικὴ καρδιά, καὶ κατὰ τὸ
μέτρο τοῦ δυνατοῦ ἐκδηλώνουν θυσιαστικὴ τὴν ἀγάπη τους.
3
Σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὅτι ὅσοι ἔχουν «φιλάνθρωπον γνώμην»,
συμπονετικὴ διάθεση, ἂν ἔχουν χρήματα, δὲν θὰ τὰ λυπηθοῦν, ἀλλὰ θὰ
δώσουν ἄφθονα ἐκεῖ ποὺ χρειάζεται· ἂν δοῦν κάποιον σὲ συμφορές, δὲν θὰ
τὸν προσπεράσουν, ἀλλὰ θὰ κλάψουν καὶ θὰ θρηνήσουν μαζί του· ἂν
συναντήσουν κάποιον ἀδικημένο, δὲν θὰ ἀδιαφορήσουν, ἀλλὰ θὰ τὸν
προστατεύσουν ἀδελφικά· ἂν δοῦν κάποιον ποὺ τὸν κακομεταχειρίζονται, δὲν
θὰ ποῦν: ἐμένα τί μὲ νοιάζει; ἀλλὰ θὰ ἁπλώσουν τὸ χέρι τους γιὰ βοήθεια
Μὲ δυὸ λόγια, οἱ ἐλεήμονες σκορπίζουν ἁπλόχερα τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης τοῦ
Θεοῦ, ἐφαρμόζοντας τὸν ψαλμικὸ στίχο: «Ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν».
Ἀλλὰ τὸ παράδοξο εἶναι ὅτι, ἐνῶ μοιράζουν τὰ ἀγαθά τους, αὐτὰ δὲν
λιγοστεύουν, ἀλλὰ γίνονται περισσότερα. Αὐτοὶ φροντίζουν μὲ ἀδελφικὴ
ἀγάπη γιὰ τοὺς ἄλλους καὶ ὁ Θεὸς φροντίζει μὲ πατρικὴ ἀγάπη γι᾿ αὐτούς. «Ὁ
ἐλεῶν πτωχόν, ἔχει τὸν Θεὸν μεριμνῶντα περὶ αὐτοῦ», σημειώνει ὁ ὅσιος
Ἰσαὰκ ὁ Σύρος.
Ἡ ἀμοιβὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἐλεήμονες δὲν εἶναι ποτὲ ἴδια μὲ τὴ δική τους
μικρὴ προσφορά, ἀλλὰ ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη. Τὰ δικά μας δῶρα, ὅταν
ἐλεοῦμε, εἶναι «πηλὸς καὶ χόρτος μαραινόμενος», ἐνῶ τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ
εἶναι «οὐράνια καὶ ἄφθαρτα». «Ἐρρύσασθέ με», λέει ὁ Κύριος, «ἀπὸ
δεσμωτηρίου, ἐπεσκέψασθέ με ἀσθενοῦντα, ἐλύσατέ μου τὸν λιμὸν καὶ τὴν
δίψαν, ἐνίψατέ μου τοὺς πόδας, ἐθερμάνατέ με ριγοῦντα· ἰδοὺ χαρίζομαι ὑμῖν
τὸν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ. Ἔλαβον πηλόν, δίδωμι μαργαρίτας· ἔλαβον χόρτον,
δίδωμι χρυσόν» .
Φαίνεται πολὺ καθαρὰ στὴ φράση αὐτὴ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ὅτι μὲ τὴν
ἐλεημοσύνη δίνουμε λίγα καὶ παίρνουμε πολλά. Προσφέρουμε μικρὰ καὶ
λαμβάνουμε μεγάλα. Δίνουμε ὑλικὰ καὶ παίρνουμε πνευματικά. Προσφέρουμε
φθαρτὰ καὶ λαμβάνουμε ἄφθαρτα.
Ἡ ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη ἀμοιβὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἐλεήμονες εἶναι τὸ
μέγα καὶ πλούσιο ἔλεός Του: ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας, ὁ ἐξαγιασμὸς τῆς
ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός μας, ἡ κληρονομία τῆς θείας Βασιλείας Του. Ὅλα ὅσα
κάνουμε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἄλλους, ὁ Κύριος θὰ τὰ ὑπολογίσει ὅτι τὰ
κάναμε σ᾿ Αὐτὸν τὸν Ἴδιο, τὸν Θεό μας, καὶ θὰ μᾶς ἀμείψει γι᾿ αὐτά. Οἱ
ἐλεήμονες τότε θὰ ἀκούσουν τὸν ἀγωνοθέτη Κύριο νὰ τοὺς λέει: «Δεῦτε οἱ
εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν
βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» . Ὁποία χαρὰ τότε, ὁποία δόξα, ὁποία
μακαριότης!

4