You are on page 1of 4

Οι Άγιοι Νεομάρτυρες Μανουήλ, Θεόδωρος, Γεώργιος και ο νεότερος Γεώργιος

κατάγονταν από την Σαμοθράκη, ο δε Μιχαήλ από την Κύπρο. Κατά την επανάσταση του
1821 μ.Χ. η νήσος Σαμοθράκη κατελήφθη από Αγαρηνούς, που ήλθαν από την Άβυδο και την
Τένεδο και εφόνευσαν τους Χριστιανούς κατοίκους, τις δε γυναίκες και τα παιδιά διεμοίρασαν
ως σκλάβους στην Ανατολή και στην Αίγυπτο. Τότε συνέλαβαν και τους τέσσερις Μάρτυρες
μαζί με τον Άγιο Μιχαήλ, ο οποίος όμως φοβήθηκε και αλλαξοπίστησε, και τους επούλησαν
σε Τούρκους σε διάφορα μέρη. Απ' αυτούς ο Άγιος Μανουήλ, πουλήθηκε στην Αίγυπτο,
έμαθε την αραβική γλώσσα και επιδόθηκε στη μελέτη του Κορανίου. Όταν η Ελλάδα
ελευθερώθηκε, οι πέντε Νεομάρτυρες επέστρεψαν στη Σαμοθράκη και ακολούθησαν τον
χριστιανικό βίο. Εκείνη την περίοδο διορίσθηκε στο υπούργημα του Καδή της Μάκρης
κάποιος σκληρός Απτουρραχμάν αφέντης λεγόμενος, απάνθρωπος και ζηλωτής της
θρησκείας του Μωάμεθ. Αυτός, συνέλαβε τους Μάρτυρες, τους οποίους εφυλάκισε και
βασάνισε. Παρά τις κολακείες και τα φρικώδη βασανιστήρια οι Μάρτυρες ομολογούσαν την
πίστη τους στον Χριστό. Τότε ο καδής έγραψε στην Κωνσταντινούπολη προς τον αφέντη της
Βασάφ, ο οποίος ήταν μυστικός γραμματεύς του σουλτάνου Μαχμούτ, τα σχετικά με τους
Μάρτυρες και ότι αρνήθηκαν τη θρησκεία του Μωάμεθ. Η απόφαση που ήλθε ήταν
καταδικαστική. Πρώτος εμαρτύρησε ο Άγιο γέροντας Μιχαήλ που τον κατέκοψαν σε
κομμάτια με τα ξίφη τους. Οι Άγιοι Θεόδωρος και Γεώργιος εκρεμάσθησαν και έτσι έλαβαν
τον στέφανο της αθλήσεως. Τον δε πολυπαθή Άγιο Μανουήλ τον έριξαν επάνω σε σιδερένια
τσιγκέλια και εκαρφώθηκε σταυροειδώς. Έτσι έριξαν και τον μακάριο μικρό Άγιο Γεώργιο,
αλλά, ω του θαύματος! Τα καρφιά ελύγισαν και δεν καρφώθηκε κανένα στο σώμα του Αγίου.
Μετά από αυτό τον έριξαν πάνω σε σιδερένια σουβλιά και τον επατούσαν για να καρφωθεί
το σώμα του. Με αυτόν τον τρόπο ο Μάρτυς Μανουήλ σύντομα παρέδωσε την αγία του ψυχή
στα χέρια του Θεού, ο δε Μάρτυς Γεώργιος έμεινε καρφωμένος είκοσι τέσσερις ώρες με οδύνη
αφόρητη. Οι Αγαρηνοί, όταν είδαν ότι ακόμη μετά από τόσο διάστημα ζει, τον επυροβόλησαν
στην κεφαλή κι έτσι ετελείωσε το βίο του κι αυτός ο αοίδιμος. Οι Χριστιανοί, αφού έλαβαν την
άδεια, ενταφίασαν τα λείψανα των Μαρτύρων στο τόπο του μαρτυρίου τους. Όλων τα
μαρτύρια έγιναν στη Μάκρη της Αλεξανδρούπολης στις 6 Απριλίου 1835 μ.Χ. Η Σύναξή τους
εορτάζεται και στις 6 Απριλίου.

Ο Άγιος Δούκας καταγόταν από τη Μυτιλήνη και εργαζόταν ως ράπτης σε κάποιο ραφείο
της Κωνσταντινουπόλεως. Όταν κάποτε πήγε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο σπίτι
κάποιου Τούρκου μεγιστάνα, που έλειπε στον στρατό, δέχθηκε άμεση επίθεση από την
ακόλαστη γυναίκα του, αλλά ως άλλος σώφρων Ιωσήφ απομακρύνθηκε από το σπίτι της.
Τότε εκείνη για να αποσείσει την ντροπή από πάνω της πήγε και συκοφάντησε τον Άγιο
Δούκα στο Βεζίρη ότι ο Μάρτυρας προσπάθησε να τη βιάσει στο σπίτι της. Ο έπαρχος αμέσως
συνέλαβε τον Άγιο Δούκα και τον οδήγησε μπροστά στο Βεζίρη, ο οποίος με κολακείες και
υποσχέσεις προσπάθησε να τον πείσει να αρνηθεί το Χριστό και να γλιτώσει τη ζωή του. Ο
Δούκας πεισματικά αρνήθηκε και υπέστη φρικτά βασανιστήρια. Οι Τούρκοι, αφού τον
έγδαραν ζωντανό, έριξαν το δέρμα του στη θάλασσα και συνέχισαν τα βασανιστήρια τους
στο άψυχο και άμορφο σώμα του Νεομάρτυρα. Το γεγονός αυτό έγινε στις 24 Απριλίου 1564
μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη αποδεικνύοντας τον θείο έρωτα του μάρτυρα στην Πίστη.

Ο Άγιος Αννιανός, μαθητής του Αγίου Μάρκου του Ευαγγελιστή, Επίσκοπος και διάδοχός
του στον επισκοπικό θρόνο της Αλεξάνδρειας, υπήρξε κατά τον ιστορικό Ευσέβιο Καισαρείας
«ανήρ θεοφιλής και κατά πάντα θαυμάσιος». Σύμφωνα με τις αγιολογικές ειδήσεις
εξασκούσε ως ειδωλολάτρης το επάγγελμα του υποδηματοποιού στην Αλεξάνδρεια. Όταν ο
Άγιος Μάρκος αποβιβάσθηκε από το πλοίο στην πόλη αυτή, απευθύνθηκε στον Άγιο
Αννιανό για να του επιδιορθώσει τα χαλασμένα του υποδήματα. Ο τελευταίος, επάνω στην
εργασία του, τραυμάτισε με το εργαλείο το αριστερό του χέρι. Μετά από αυτό το συμβάν ο
Απόστολος Μάρκος του ζήτησε να πιστέψει στον Θεό για να θεραπευθεί. Και αμέσως έκανε
πηλό από το πτύσμα του και με αυτό επάλειψε το χέρι του Αγίου Αννιανού, επικαλούμενος
το Όνομα του Κυρίου και το χέρι του υποδηματοποιού έγινε καλά. Ο Άγιος Αννιανός μετά το
θαύμα, βαπτίσθηκε από τον Απόστολο Μάρκο και τον διαδέχθηκε στον Αλεξανδρινό θρόνο.
Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 82 μ.Χ. Κατά άλλη μαρτυρία τελεύτησε κατά την εποχή του
αυτοκράτορα Δομετιανού, δηλαδή το έτος 85 μ.Χ. Άλλη όμως παράδοση Ανατολικής
προελεύσεως αναφέρει ότι ποίμανε την Εκκλησία της Αλεξάνδρειας επί δέκα οκτώ έτη και
κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 86 μ.Χ.

Στο χωριό Πάνω Αρόδες στην επαρχία της Πάφου βρίσκεται η μοναδική εκκλησία στον
κόσμο, η οποία είναι αφιερωμένη στον Άγιο Καλανδίωνα. Είναι η κεντρική εκκλησία του
χωριού και κτίστηκε το 18ο μ.Χ. αιώνα. Ο Άγιος Καλανδίων είναι ένας από τους Αγίους της
Πάφου που είναι άγνωστοι όχι μόνο στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, αλλά και στις άλλες
επαρχίες της Κύπρου. Σύμφωνα με τον Κύπριο χρονογράφο Λεόντιο Μαχαιρά, ο οποίος έζησε
κατά την 15ο μ.Χ. αιώνα, ο Όσιος αυτός είναι ένας από τους «Τριακόσιους» Αλαμάνους
Αγίους που ήρθαν στη Κύπρο κατά τον 7ο μ.Χ. αιώνα όταν οι Σαρακηνοί κυρίευσαν τη
Παλαιστίνη και τη Συρία, χώρες που ήσαν τότε τα μεγάλα κέντρα του Μοναχίσμου. Ο Άγιος
Καλαντίων ήταν επίσκοπος στην Αντιόχεια και αφού έχασε το ποίμνιό του, μετέβει στη
Κύπρο μαζί με τον Άγιο Αγάπιο και τον Άγιο Βαρλαάμ, όπου αποφάσισαν να ζήσουν πλέον
ως ασκητές. Σύμφωνα ξανά με τον χρονογράφο Μαχαιρά οι τρεις αυτοί Όσιοι ασκήτεψαν στο
χωριό Αρόδες της Πάφου. «... εις την Αρόδαν ο Άγιος Καλάντιος, ο Άγιος Αγάπιος και ο Άγιος
Βαρλαάμ..». Για τα θαύματά τους αναδείχθηκαν Άγιοι μετά το θάνατό τους και οι πιστοί τους
έκτισαν εκκλησία. Νότια της εκκλησίας βρίσκεται μαρμάρινη λάρνακα, η οποία φέρει το
όνομα του Αγίου Αγαπίου ή Αγαπητικού. Πρόκειται για τον Όσιο Αγάπιο. Στα βόρεια
βρίσκεται άλλη λάρνακα η οποία φέρει το όνομα του Αγίου Μίσιου ή Μισιτικού. Αυτά τα
ονόματα τα άλλαξαν δεισιδαίμονες κάτοικοι. Το πιθανότερο είναι ότι ανήκει στο Όσιο
Βαρλαάμ. Ακολουθία του Αγίου εξεδόθη το 1914 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Ο Άγιος Στέφανος έζησε στη Ρωσία κατά τον 11ο αιώνα μ.Χ. και ασκήτεψε στη Λαύρα του
Κιέβου. Μετά την κοίμηση του Οσίου Θεοδοσίου (3 Μαΐου) έγινε ηγούμενος της ιεράς μονής
των Σπηλαίων του Κιέβου. Από τη νέα αυτή θέση ήταν πολύ δραστήριος και φρόντισε με
επιμέλεια για την κτηριακή ολοκλήρωση της Μονής. Παράλληλα όμως φρόντιζε και για την
πνευματική αύξηση των μοναχών. Όρισε να τελείται καθημερινά στη Μονή, η Θεία
Λειτουργία υπέρ αναπαύσεως των μακαρίων κτητόρων και των κεκοιμημένων αδελφών,
καθώς και για την σωτηρία των ζώντων αδελφών και όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών. Ο
επίβουλος διάβολος όμως φθόνησε τον ένθεο ζήλο του Αγίου Στεφάνου και ξεσήκωσε
μερικούς αδελφούς εναντίον του Αγίου ηγουμένου τους και δημιούργησε έτσι μεγάλη
αναταραχή στην αδελφότητα. Ο Άγιος αναχώρησε από την ηγουμενία και εκδιώχθηκε
αναίτια από τη Μονή. Ωστόσο τα υπέμεινε όλα αγόγγυστα, χωρίς παράπονο και μνησικακία.
Ο Θεός όμως ευλόγησε τόσο τον πιστό δούλο Του, ώστε ο Άγιος Στέφανος αξιώθηκε να χτίσει
νέα μονή στο Κλοβ, με πέτρινο ναό αφιερωμένο στην Κατάθεση της Τιμίας Εσθήτος της
Υπεραγίας Θεοτόκου. Η αρετή του προσείλκυσε πολλές ευσεβείς ψυχές, που ήλθαν κοντά του
και δέχθηκαν από τα τίμια χέρια του το μοναχικό σχήμα. Η φήμη του Αγίου απλώθηκε σε
όλη τη Ρωσική γη. Γι' αυτό, όταν το έτος 1091 ο Επίσκοπος του Βλαντιμίρ κοιμήθηκε, ο Άγιος
Στέφανος χειροτονήθηκε Αρχιερέας και διάδοχός του στο Βλαντιμίρ από τον Μητροπολίτη
Κιέβου Ιωάννη. Ο Άγιος Στέφανος ποίμανε θεοφιλώς το ποίμνιό του και κοιμήθηκε με ειρήνη
το έτος 1094.

Οι Άγιοι εννέα μάρτυρες της Κυζίκου δηλαδή οι Θεόγνις, Ρούφος, Αντίπατρος,
Θεόστιχος, Αρτεμάς, Μάγνος, Θεόδουλος, Θαυμάσιος και Φιλήμονας καταγόταν από
διάφορους τόπους. Συνελήφθησαν όμως όλοι μαζί στη Κύζικο την περίοδο των διωγμών.
Όταν οδηγήθηκαν μπροστά στον τοπικό άρχοντα επέδειξαν θαυμαστή γενναιότητα και
υπερασπίσθηκαν με παρρησία και θάρρος την πίστη τους. για το λόγο αυτό και για να
καμφθεί το σθένος τους ρίχθηκαν στη φυλακή. Εκεί χωρίς νερό και ψωμί προσευχόταν και
δοξολογούσαν τον Κύριό τους ο οποίος τούς αξίωσε να υποφέρουν για Εκείνον και ο ένας
έδινε θάρρος στον άλλον. Όταν ο άρχοντας από τη φυλακή και τούς ρώτησε για τελευταία
φορά αν επιμένουν να πιστεύουν στο Χριστό όλοι «εν ενί στόματι και μία καρδία» του
απάντησαν ότι προτιμούν το μαρτύριο από το να αρνηθούν τον Πλάστη και Δημιουργό και
Σωτήρα του κόσμου. Έξαλλος από οργή ο άρχοντας διέταξε αμέσως τον αποκεφαλισμό τους
χαρίζοντάς τους την ουράνια δόξα.

Οι Άγιοι αυτοί, ήταν άπ' τους κατοίκους της Κέρκυρας, οι όποιοι πρώτοι ειλκύσθησαν
από τα κηρύγματα των Αγίων Ιάσονα και Σωσίπατρου (24 Απριλίου), και έγιναν ένθερμοι
συνεργάτες στο αποστολικό τους έργο. Ο άρχοντας Κερκυλλίνος τους κατεδίωξε και αφού
τους συνέλαβε, τους γύμνωσε και τους μαστίγωσε σκληρά. Επειδή όμως αρνήθηκαν να
θυσιάσουν στα είδωλα, τους φυλάκισε και κατόπιν αφού άναψε μεγάλη φωτιά, τους έριξε
μέσα και έτσι αξιώθηκαν του αθανάτου μαρτυρικού στεφάνου.