You are on page 1of 23

ΠΟΙΗΣΗ ΝΙΚΟΛΑ Α.

ΚΕΝΤΙΚΕΛΕΝΗ

1η Ποιητική Συλλογή

Ως του μυαλού την άκρη

0
Ως του μυαλού την άκρη

Χτύπα με θλίψη χτύπα με,
να σπάσω τους κανόνες,
πάρε με νύχτα πάρε με,
στις σκοτεινές
κρυψώνες.

Βάλε χολή στις φλέβες μου
και αλάτι στις πληγές μου,
πίσω φέρε τις σφαίρες μου,
να κόψουν
τις κλωστές μου.

Πες μου είσαι ένα τίποτα,
στον χάρτη μια μουτζούρα,
βάλε μου εμπόδια ανίκητα,
με μια τσιγγάνα
τζούρα.

Πες του μυαλού να τραβηχτεί,
στις απαγορευμένες άκρες,
πες της λογικής να γαμηθεί,
με μαχαιριά
στις πλάτες.

Δως μου μηδέν να πιω,
θυμό για να ξεσπάσω,
κάνε κουρέλια το Εγώ,
τον δρόμο μου
να χάσω.

Μα ο ήλιος δεν αργεί,
χτυπά ξανά την πόρτα,
η μοναξιά θα νικηθεί,
1
με του ουρανού
τα φώτα.

Αλάτι στην πληγή

Κάποιος μπήκε στο όνειρο μου,
σαν τ’αλάτι στην πληγή,
κάποιος σβήνει
τον φακό μου,
η παγίδα να κρυφτεί.

Κάποιος μπήκε στο μυαλό μου,
σαν τον λύκο στο παχνί,
κάποιος θέλει
το κακό μου,
στην επόμενη στροφή.

Κάποιος μπήκε στην οθόνη,
σαν μουτζούρα στο χαρτί,
κάποιος τα όμορφα
λερώνει,
να αγοράσει την ψυχή.

Κάποιος μπήκε στην αλήθεια,
σαν την τρίχα στο φαΐ,
κάποιος φτιάχνει
παραμύθια,
με τον Χάρο ποιητή.

Κάποιος μπήκε στην φωνή μου,
σαν αγκάθι στις χορδές,
κάποιος πνίγει
τα ΓΙΑΤΙ μου,
με χιλιάδες ενοχές.

Κάποιος μπήκε στην ζωή μου,
σαν αόρατος φονιάς,
κάποιος κόβει
2
την κλωστή μου,
στα σκοτάδια της βραδιάς.

Μουτζούρα στο χαρτί

Μια μουτζούρα στο χαρτί,
όλες οι σκέψεις σου απόψε,
με τέρμα γκάζι
την στροφή
και στον γκρεμό
πουτάνα σπρώξε.

Μια μουτζούρα στο χαρτί,
της καρδιάς το άδειο βλέμμα,
με ραγισμένο
τζάμι η ψυχή
και μαύρο χιόνι
μεσ’το αίμα.

Μια μουτζούρα στο χαρτί,
της μοναξιάς τα καλντερίμια,
λαβύρινθος
χωρίς κλωστή
και μεσ’τις σκιές
αγρίμια.

Μια μουτζούρα στο χαρτί,
του Έρωτα ο κρύος πόνος,
χύνει αλάτι
στην πληγή
και θέλεις
να‘σαι μόνος.

Μια μουτζούρα στο χαρτί,
της απόγνωσης ο χάρτης,
δίχως βελόνα
και πανί,
της μοίρα σου

3
ο ράφτης.

Του ήλιου η γραφή

Γδύσου φώναξε η νύχτα,
βγάλε μάσκες και γυαλιά,
στον καθρέπτη
τώρα κοίτα,
της ψυχής
την φορεσιά.

Γδύσου φώναξε τ’αστέρι,
δίχως ρούχα η καρδιά,
πες της σκέψης
να σε φέρει,
στης σιωπής
την αμμουδιά.

Γδύσου φώναξε το κύμα,
σαν της γέννας την γιορτή,
είναι η αλήθεια
ένα ποίημα,
με του ήλιου
την γραφή.

Γδύσου φώναξε η Σελήνη,
φτερά να βγάλει το μυαλό,
πες το ψέμα
να μην μείνει,
το παραμύθι
είναι νεκρό.

Γδύσου φώναξε ο αέρας,
να σε βαφτίσει η βροχή,
απ’την πληγή
μια σφαίρας,
πάντα γεννιέται

4
μια αρχή.

Ο Βασιλιάς της γειτονιάς

Άδεια η γειτονιά της μοναξιάς,
μόνο σκουπίδια και αναμνήσεις,
σταυρό στους ώμους
κουβαλάς
και δίχως πυξίδα
πίσω να γυρίσεις.

Όλες οι πόρτες ερμητικά κλειστές,
σαν να τις κάρφωσε ο γέρος χρόνος,
αλάτι χύνει
το φεγγάρι στις πληγές
και βασιλιάς της γειτονιάς
ο πόνος.

Στα καλντερίμια η σιωπή χαμογελά,
γόβα στιλέτο ο ψίθυρος του ανέμου,
η μαριονέτα
δίχως ψυχή παραπατά
και η λογική,
σπασμένου φρένου.

Άδεια η γειτονιά της μοναξιάς,
νεκρή βιτρίνα στις εκπτώσεις,
ένας γκρεμός
στο χείλος της ματιάς
και μια ζωή
που θέλεις να σκοτώσεις.

Όλα τα όνειρα εξόριστα παιδιά,
στην σκιά που άφησε ο φόνος,
πίνουν τσιγάρο
στην απέναντι γωνιά
και βασιλιάς της γειτονιάς

5
ο πόνος.

Στου μυαλού τα στενά

Μην ψάξεις το δάκρυ,
ένας κόμπος στην άκρη,
μια ζωή
με το βήμα κενό,
μην ρωτήσεις τον χάρτη,
η πυξίδα σου σκάρτη,
άσε με μόνο
στης σιωπής τον βυθό.

Μην ανοίξεις συρτάρια,
χαλασμένα τα ζάρια,
τα πιόνια
απ΄το σκάκι τυφλά,
μην ανάψεις τα φώτα,
κλειδωμένη η πόρτα,
άσε με μόνο
να πιω μοναξιά.

Μην αγγίξεις τον γρίφο,
τατουάζ σε έναν τοίχο,
θα βρεις
να ρωτά,
μην κολλάς τα κομμάτια,
της αμμουδιάς τα παλάτια,
άσε με μόνο
στου μυαλού τα στενά.

Μην πάρεις τους δρόμους,
τον Γολγοθά μου στους ώμους,
εμένα
περιμένει ο σταυρός,
μην φιλάς τον Ιούδα,
της φωτιάς την μουσούδα,
άσε με μόνο,
6
είμαι της γειτονιάς
ο τρελός.

Το τατουάζ του τοίχου

Με κοιτάς νύχτα μέρα,
η ματιά σου μια σφαίρα,
σε ένα κάδρο κλεισμένη,
τώρα πια
δυο ξένοι.

Σε κοιτώ νύχτα μέρα,
το κενό σου ως πέρα,
τατουάζ στην καρδιά,
τώρα πια
στα κρυφά.

Μου μιλάς νύχτα μέρα,
η φωνή σου μια σφαίρα,
στο όνειρο μου κρυμμένη,
τώρα πια
οι δυο μας χαμένοι.

Σου μιλώ νύχτα μέρα,
ο ερωτάς μου ως πέρα,
ένα δάκρυ στον τοίχο,
στού παραμυθιού μου
τον ήχο.

Σ’ αγαπώ νύχτα μέρα,
η θύμηση σου
μια σφαίρα,
στο σκοτάδι σ’αγγίζω,
μα στο φως,
στην αλήθεια
γυρίζω.

7
Το βήμα που δεν έκανα

Κάπου εκεί ήρθε και πάλι,
το καημό του να μου βάλει,
το βήμα
που δεν έκανα ποτέ,
μπήκε ήσυχα απ’την πόρτα,
όταν έσβησαν τα φώτα,
τράβα φίλε
ρουφηξιά απ’τον ναργιλέ.

Κάπου εκεί στις δυο η ώρα,
στου μυαλού την κατηφόρα,
ήρθε πάλι
σαν τον άσωτο υιό,
βρήκε σκόρπιες χαραμάδες,
και ανέκδοτες αράδες,
να μου πει
πως το σκότωσα εγώ.

Κάπου εκεί στον άδειο δρόμο,
στης ψυχής τον νόθο πόνο,
ήρθε ένα βήμα
που δεν πάτησε την γη,
έστριψε αφιλτρο τσιγάρο,
κάπνισε σαν το φουγάρο
και μου είπε
τι μου φύλαγε η ζωή.

Κάπου εκεί ήρθε και πάλι,
να χορέψει στο κεφάλι,
ένα βήμα
που δεν τόλμησα ποτέ,
άναψε φωτιές μεγάλες,
στου μυαλού μου τις τραμπάλες
και με κέρασε
8
ένα αφιλτρο Σαντέ.

Ανέκδοτες αράδες

Σ’ένα τζάκετ σκονισμένο,
στην σοφίτα νικημένο,
βρήκα
κάτι απ’τα παλιά,
τρεις ανέκδοτες αράδες,
σαν τους γέρικους παράδες,
που πωλούν
σε μαγαζιά.

Σε ένα μπλοκ κιτρινισμένο,
απ’τον χρόνο ξεχασμένο,
μπήκε
ο ήλιος της ματιάς,
τρία δάκρυα μελάνι,
απ’της νιότης μου την κάνη,
γρατζουνίσαν
την κιθάρα της καρδιάς.

Σ’ένα τζάκετ σκονισμένο,
στην σιωπή φυλακισμένο,
βρήκα
κάτι όνειρα παλιά,
τρεις ανέκδοτες αράδες,
απ’τους κάτω μαχαλάδες,
μου θυμίσαν
τι γουστάραμε παιδιά.

Σε ένα μπλοκ κιτρινισμένο,
σαν φεγγάρι χιονισμένο,
βρήκα
κάτι απ’τα παλιά,
τρία δάκρυα με αίμα,
δίχως στάλα από ψέμα,
ζωντανέψαν
9
στου μυαλού την δρασκελιά.

Του ονείρου ο ναργιλές

Ήπιε η νύχτα κρασί
και με φλερτάρει,
φεγγάρι βγάζει
που μοιάζει κεχριμπάρι,
χύνει στις φλέβες μου
σκέψεις μεθυσμένες,
να βγουν στο φως
ανάσες μου ιδρωμένες.

Ήπιε το όνειρο
κρασί από το αμπέλι,
δίνει παράσταση
που γράψανε Αγγέλοι,
ντύνει τ’αστέρια
με κόκκινες φωτιές,
τις αναμνήσεις
να τις καπνίζει ναργιλές.

Ήπιε το βήμα μου
κρασί απ’το βαρέλι,
αλλιώς να δει
της μοίρας το κουρέλι,
ανοίγει δρόμους
στης σιωπής τον χάρτη,
να ξαναγεννηθεί
της ψυχής το τρίτο μάτι.

Ήπιε η καρδιά μου
κρασί απ’την ταβέρνα,
μουσική ερωτική
να βγει απ’την λατέρνα,
πήρε τους δρόμους
της Γύφτισσας Σελήνης,
να ξαναθυμηθεί
10
το άρωμα
εκείνης.

Ένα νεκρό λουλούδι

Τράβα μπροστά
και μην γυρνάς,
είναι το χθες
ένα νεκρό λουλούδι,
πόνεσε,κλάψε
μα μην τα παρατάς,
έρχεται η Άνοιξη
ακου το τραγούδι.

Βάλε τον ήλιο
κορδέλα στα μαλλιά,
είναι το φως
της θλίψης σου βοτάνι,
άλλη ανάσα
στα στήθια,στην καρδιά,
έρχεται η Άνοιξη
τον πόνο σου να γιάνει.

Πες το φεγγάρι
στην πόρτα σου να ρθει,
είναι το βλέμμα του
ζεστό σαν χάδι,
βάλε βελούδο μαύρο
στην φωνή,
έρχεται η Άνοιξη
με νέο χτυποκάρδι.

Τράβα μπροστά
και μην γυρνάς,
είναι η ζωή
ένα γλυκόπικρο ταξίδι,
πιες άσπρο πάτο
τον χρόνο που κρατάς,
έρχεται η Άνοιξη
11
και όλα μοιάζουν
με παιχνίδι.

Μαύρο βελούδο

Μαύρο βελούδο η βραδιά
και εσύ ολόγιομο φεγγάρι,
τρέμει για σένα
η καρδιά
και πόθος τρελός
στ’αμπάρι.

Μαύρο βελούδο η σιωπή
και εσύ φωτιά στα μάτια,
χωρίς κλειδί
για σένα η ψυχή
και όλου του γρίφου
τα κομμάτια.

Μαύρο βελούδο η μοναξιά
και εσύ στην έρημο πηγάδι,
διψά για σένα
η αγκαλιά
και σε φωνάζει
κάθε βράδυ.

Μαύρο βελούδο ο καημός
και εσύ χαμόγελο μ’αστέρια,
είσαι για μένα
ο ουρανός
και του γκρεμού
τα χέρια.

Μαύρο βελούδο το πανί
και εσύ κορμί μαλαματένιο,
η θύμηση σου
μπρούσικο κρασί,
από αμπέλι

12
μεταξένιο.

Μια σκιά μεσ’το σκοτάδι

Πως να σε μάθω,πες μου πως,
είσαι ένας γρίφος δίχως λύση,
κάτσε λιγάκι
κάτω απ’το φως,
μήπως
και η σιωπή μιλήσει.

Πως να σε μάθω,πες μου πως,
είσαι μια πόρτα κλειδωμένη,
πιες κρασί
ν’ασπρίσει ο βυθός,
μήπως και ανοίξει
η γαμημένη.

Πως να σε μάθω,πες μου πως,
είσαι τσιγάρο που δεν σβήνει,
φύσα να φύγει
ο καπνός,
το καμουφλάζ σου
που σε ντύνει.

Πως να σε μάθω,πες μου πως,
είσαι μια σκιά μεσ’το σκοτάδι,
χάνεσαι
μόλις φανεί ο Αυγερινός
και βγει ο ήλιος
παραγάδι.

Πως να σε μάθω,πες μου πως,
είσαι λαβύρινθος χωρίς το νήμα,
στην μοναξιά σου
χρόνια ναυαγός,
αρνείσαι

13
του ΣΟΣ
το σήμα.

Ασήμαντη λεπτομέρεια

Ασήμαντη λεπτομέρεια
που είμαι,
τι κάνω,
το όνομα μου σβησμένο
και άλλος στο πιάνο,
δεν μπορεί
κάποια μέρα,
πίσω η σφαίρα,
δεν μπορεί,
θα γυρίσω,
τον γρίφο θα λύσω.

Ασήμαντη λεπτομέρεια
του κλικ
η αιτία,
τα παιδιά να ρωτάνε
και τυφλή απορία,
δεν μπορεί
κάποια άκρη θα βρω,
την έξοδο
κάποια στιγμή
θα την δω.

Ασήμαντη λεπτομέρεια
και μαύρα γυαλιά
καμουφλάζ,
δεν μπορεί,
δεν ταιριάζω,
δεν είμαι κολλάζ,
Ασήμαντη λεπτομέρεια
και εσύ η αιτία,
ανθρωπάκι μαριονέτα
με κλωστές
για θυσία.
14
Η τζάζ της μοναξιάς

Στρίβεις καπνό
και πίνεις πόνο,
άσε με λες
ρε φίλε μόνο,
μαύρα γυαλιά
πάντα φοράς,
όταν ακούς
την τζάζ της μοναξιάς.

Μαύρο παλτό
νύχτα και μέρα,
κάθε σου λέξη
και μια σφαίρα,
τα βράδια ουρλιάζεις
όταν πονάς,
όταν ακούς
την τζάζ της μοναξιάς.

Κάποιοι σε λένε
ασήμαντη τελεία
κι’ας σε γράφουν
στα χαρτιά Ηλία,
κάποιοι γελάνε
όταν περνάς,
όταν ακούς
την τζάζ της μοναξιάς.

Κλαις στην χαρά
και γελάς στο δάκρυ,
είσαι τους λες
από την άλλη άκρη,
περνάς με κόκκινο
και στο πράσινο κολλάς,
όταν ακούς
15
την τζάζ της μοναξιάς.

Εξήντα δευτερόλεπτα

Εξήντα δευτερόλεπτα
και η ζωή αλλιώς,
σε άλλους δρόμους
και σε άλλο φως,
εξήντα δευτερόλεπτα
και η άβυσσος εχθρός,
βήμα χωρίς γη
και εγώ ο ναυαγός.

Εξήντα δευτερόλεπτα
και το κορμί σε μάχη,
το στρώμα με καρφιά
και τατουάζ στην ράχη,
εξήντα δευτερόλεπτα
και η ζαριά χαμένη,
η νύχτα ατελείωτη
και η πόρτα κλειδωμένη.

Εξήντα δευτερόλεπτα
και απόλυτο σκοτάδι,
με σημαδεύουνε οι σκιές
με βάζουν στο σημάδι,
εξήντα δευτερόλεπτα
και ιδρώτας κρύος,
το βλέμμα στο κενό
και εγώ νοιώθω γελοίος.

Εξήντα δευτερόλεπτα
και ρέκβιεμ μπαλάντα,
οι ήχοι ουρλιαχτά
και πανικός στην μπάντα,
εξήντα δευτερόλεπτα
και ο χρόνος με μαχαίρι,
ένα βήμα ο γκρεμός
16
και αδειανό το χέρι.

Δυο όνειρα

Δυο όνειρα παλεύουν στην σιωπή,
το ένα κοιτά τον θάνατο
και τ’άλλο την ζωή,
χύνουν μελάνι
στης σκέψης το χαρτί,
το ένα με χαμόγελο
και τ’άλλο
με δάκρυ σαν βροχή.

Δυο όνειρα μιλάνε στο φεγγάρι,
το ένα δίχως φως
και τ’άλλο κεχριμπάρι,
βγάζουν εικόνες
απ’του μυαλού τ’αμπάρι,
το ένα σ’αδιέξοδο
και τ’άλλο
να τρίβει το λυχνάρι.

Δυο όνειρα μαλώνουν στο σκοτάδι,
το ένα απ’την Εδέμ
και τ’άλλο απ’ τον Άδη,
ρίχνουν νομίσματα
στης μοίρας το πηγάδι,
το ένα κόκκινη φωτιά
και τ’άλλο
λάμπα δίχως λάδι.

Δυο όνειρα πεθαίνουν κάθε βράδυ,
το ένα από χολή
και τ’άλλο από σημάδι,
σαν άσωτα παιδιά
κουρνιάζουν στο σκοτάδι,
το ένα πάνω στον σταυρό
και τ’άλλο
17
στου παραμυθιού
το πλάνο χάδι.

Με ένα φεγγάρι για χαρτί

Με ένα φεγγάρι για χαρτί
και δυο αστέρια για μελάνι,
στέλνει ένα γράμμα η ψυχή,
στο όνειρο
που’ χει πεθάνει.

Με ένα φεγγάρι για χαρτί
και ένα δάκρυ στον αέρα,
το χθες θυμάται η ψυχή
και την χτυπά
μια σφαίρα.

Με ένα φεγγάρι για χαρτί
και ένα πικρό τσιγάρο,
ρουφάει θάνατο η ψυχή
σαν τον σβησμένο
φάρο.

Με ένα φεγγάρι για χαρτί
και δυο σελίδες πόνο,
ματώνει απόψε η ψυχή,
απ’τον κρυμμένο
φόνο.

Με ένα φεγγάρι για χαρτί
και ένα κρασί στο χέρι,
πίνει φαρμάκια η ψυχή,
απ’του μυαλού
τα μέρη.

Με ένα φεγγάρι για χαρτί
και πένα την αλήθεια,
αναρωτιέται η ψυχή,

18
ποιος ζει
μέσα στα στήθια.

Ο πάγος της Σελήνης

Βάλε στα μάτια σου φωτιά,
να λιώσει ο πάγος της Σελήνης,
δες αίμα στάζει η καρδιά,
απ’το κενό
που απόψε δίνεις.

Βάλε στα μάτια σου κρασί,
να πιω και να μεθύσω,
είναι μαχαίρι η σιωπή,
που έρχεται
από πίσω.

Βάλε στα μάτια σου βροχή,
στην ερημιά να ξεδιψάσω,
δες έχει λυγίσει το κορμί,
που δεν μπορώ
να σ’αγκαλιάσω.

Βάλε στα μάτια σου ζωή,
να φύγω απ’το σκοτάδι,
είναι μικρούλα η κλωστή,
που ακροβατεί
στον Άδη.

Βάλε στα μάτια σου σταυρό,
τον Γολγοθά ν’ανηφορίσω,
είναι μαρτύριο να σ’αγαπώ,
αν δεν μπορώ
να σε φιλήσω.

Βάλε στα μάτια σου φωτιά,
να λιώσει ο πάγος της Σελήνης,
δως μου και πάλι τα κλειδιά

19
και άλλο απ’εξω
μην μ’αφήνεις.

Ορφανό χαμόγελο

Δως μου ένα χέρι δίχως σώμα να πιαστώ,
ένα χαμόγελο ορφανό από χείλη να μεθύσω,
δως μου έναν δρόμο
ανώνυμο για να με βρω,
μια αγκαλιά
δίχως επώνυμο
να μ’αγαπήσω.

Δως μου έναν ήλιο από άλλο ουρανό,
ένα φεγγάρι δίχως δάκρυα στα μάτια,
δως μου ένα βλέμμα
που θα λέει σ’αγαπώ,
έναν καθρέπτη
που δεν θα λέει,
φίλε είσαι κομμάτια.

Δως μου ένα βήμα δίχως ίχνη στο χαρτί,
μια ζωή που δεν θα την βλέπουν απ’την τρύπα,
δως μου ένα χάδι
σαν σταγόνα από βροχή,
μια υπόσχεση
δίχως είπα
ξ’είπα.

Δως μου έναν πόνο γεννημένο από χαρά,
έναν έρωτα
μεθυσμένο από Σελήνη,
δως μου χίλιες σκέψεις
με ολόλευκα φτερά,
μια αγάπη
που στα δύσκολα
θα μείνει.

20
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Ως του μυαλού την άκρη
Αλάτι στην πληγή
Μουτζούρα στο χαρτί
Του ήλιου η γραφή
Ο Βασιλιάς της γειτονιάς
Στου μυαλού τα στενά
Το τατουάζ του τοίχου
Το βήμα που δεν έκανα
Ανέκδοτες αράδες
Του ονείρου ο ναργιλές
Ένα νεκρό λουλούδι
Μαύρο βελούδο
Μια σκιά μεσ’το σκοτάδι
Ασήμαντη λεπτομέρεια
Η τζάζ της μοναξιάς
Εξήντα δευτερόλεπτα
Δυο όνειρα
Με ένα φεγγάρι για χαρτί
Ο πάγος της Σελήνης
Ορφανό χαμόγελο

21
22