You are on page 1of 6

BECOME WIND: POETIC APPROACHES

Τα χαρακτηριστικά της ποιητικής της Ανδρονίκης Ζαχαριουδάκη (Αλόη Δρυός) στη συλλογή «Αέρας γίνε»

Zacharioudaki Androniki (Aloe Dryos) & Zaneka Stergiani

Ο λόγος περί ποίησης περιλαμβάνει ορθολογικά και ανορθολογικά στοιχεία, και παράγει μια
αμφίθυμη στάση. Από τη μια αίσθηση παντοδυναμίας αφού η πρόσληψή της μας δίνει την ψευδαίσθηση ότι
μπορούμε –έστω για μια στιγμή- να ρίξουμε μια ματιά στην αιωνιότητα, από την άλλη, άγχος, στον βαθμό
που η τέχνη της ποίησης αναγορεύεται σε μια μυθική δύναμη, ιερή και απαραβίαστη, άπιαστη και
φευγαλέα, σε έναν ρυθμό που συνέχει τον μέσα και τον έξω κόσμο, πέρα από τους κοινούς τόπους της
καθημερινής γλώσσας. Γιατί η ποίηση είναι «έκφραση της φαντασίας» (Shelley), «έκφραση εξημμένου
πάθους» (Βyron), «απεικόνιση του πνεύματος, του έσω κόσμου στην ολότητά του» (Νοvalis) σύμφωνα με
κάποιους ορισμούς. Γιατί γράφουν οι ποιητές; Οι ίδιοι απαντούν: «Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να
μιλήσουμε, αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας» (Αναγνωστάκης). «Γιατί η ποίηση
αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο Θάνατος […]. Γιατί η ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον
κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε: τον κόσμο της φθοράς» (Ελύτης).
Η υπό εξέταση ποιητική συλλογή της Ανδρονίκης Ζαχαριουδάκη (Αλόης Δρυός) «Αέρας γίνε»
αποτελείται από 45 ποιήματα –φιλοσοφικά, ερωτικά - της υπαρξιακής τάσης στη νεωτερική ποίηση. Η
εκφραστική της μοντέρνας ποιητικής αποδίδει το αυθόρμητο ξεχείλισμα ισχυρών αισθημάτων που
απορρέουν από την αγωνία του υποκειμένου για τα θεμελιώδη και έσχατα ερωτήματα της ύπαρξης, αλλά
και τη διαβρωτική και συνάμα λυτρωτική δύναμη του έρωτα. Έμφαση δίνεται στη σκοπιά του ίδιου του
υποκειμένου και τον τρόπο που νοηματοδοτεί τα βιώματα του.λο
Στο πιο εμβληματικό ποίημα της συλλογής, το ομώνυμο «Αέρας γίνε», η ποιήτρια διερευνά στο
υλικό και ψυχικό πεδίο τις έννοιες της διάλυσης του «εγώ» και του νοήματος της ζωής κυρίως με όρους
υπαρξιακής ψυχολογίας.
ΑΕΡΑΣ ΓΙΝΕ
Έφυγε πάλι η σκέψη μου
και μ’ άφησε μονάχη.
Αέρας γίνε!
Πνοή ζωής να μου εμφυσήσεις
όνειρο να με ταξιδέψεις
και σκέψη μου και ιδέα
και παραλήρημα και πόνος.
Θέλω να ματώσω,
να βλέπω τη ζωή να φεύγει,
να τη νιώσω να χύνεται σα φως
σαν χάδι, σαν αύρα
να αναλύεται, να εξαϋλώνεται σαν καπνός
στον αέρα
και ν’ ανεβαίνει, ν’ ανεβαίνει
ώσπου να γίνει αόρατη στα μάτια.
Να νοιώθω πως πλανώνται
τα μόριά της γύρω μου.
Κι εγώ καθισμένη σ’ ένα σκαμνί,
να περιμένω ν’ ακούσω τον ήχο,
τη βοή που αφήνει φεύγοντας από πάνω μου.
Το κορμί μου βαραίνει
νοιώθω το βάρος μου ν’ αντιστέκεται στη βαρύτητα
θέλω να ονειρευθώ μήπως ελευθερωθώ.
Αυτή η ακινησία της σάρκας που με καθηλώνει
τόσο βάρος!

1
Η αίσθηση του απόλυτου κενού, το θέμα της συνομιλίας με το εσωτερικό εγώ ή με τον Ιδεατό
εαυτό μας αποδίδεται με αμεσότητα και παραστατικότητα. Η ανάδυση του υποσυνείδητου στη σφαίρα του
συνειδητού σε στιγμές αποστασιοποίησης από τον άχρονο χώρο με το τέχνασμα της εσωτερικής σιωπής
που μετατρέπεται σε ψυχική ανάληψη και υπαρξιακή διάχυση λειτουργεί ως φυγή προς το επέκεινα και ως
επιθυμία θανάτου. Σε κατάσταση ενεργοποίησης της ενσυναίσθησης - η έκτη αίσθηση που μας επιτρέπει
να αντιληφθούμε την πραγματικότητα απελευθερωμένοι από τα δεσμά των πέντε αισθήσεων που την
παραμορφώνουν- το άτομο αντιλαμβάνεται αιώνιες αλήθειες που τον απομακρύνουν από την
παραπλάνηση της φυσικής ύπαρξης.
Το ποιητικό υποκείμενο μάταια ονειρεύεται τον μεταφυσικό ήχο του πετάγματος της ψυχής προς
τα πάνω «να περιμένω ν’ ακούσω τον ήχο,/τη βοή που αφήνει φεύγοντας από πάνω μου», αφού το «κορμί
μου βαραίνει», «καθισμένη σ’ ένα σκαμνί νοιώθω το βάρος μου να αντιστέκεται στη βαρύτητα». Η
επιθυμία της ποιήτριας για την αναζήτηση ενός μη αισθητικού κόσμου και η εναγώνια προσπάθεια για
επανάκτηση της χαμένης πληρότητας είναι ατελεύτητη και αποτελεί μια άλλη έκφραση του μύθου του
Σίσυφου ο ποιητικός επίλογος: «Αυτή η ακινησία της σάρκας που με καθηλώνει/τόσο βάρος!». Στο ποίημα -
σπάραγμα «Δεσμώτης» εκμυστηρεύεται την ίδια αγωνία της αιχμαλωσίας της: «Τον τελευταίο καιρό
αγωνίζομαι / να λύσω τα βαρίδια / που κρέμασαν στα πόδια μου». Όμως αυτός ο περιορισμός του
φυσικού χώρου δεν υπονομεύει τις προσπάθειές της να αγγίξει τον ορίζοντα των προσδοκιών της στο
πρώτο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Ας βρέξει» που διαπνέεται από αισθήματα συγκρατημένης
ευφροσύνης και αισιοδοξίας.
ΑΣ ΒΡΕΞΕΙ
Ας βρέξει έστω μια σταγόνα νερό,
ένα δάκρυ, μια λέξη
πρόσφορο έδαφος θα βρει.
Η δίψα περιμένει
δεν θα χαθεί...
Δεν είναι έρημος,
χωράφι γόνιμο η ψυχή
δεν πάει χαμένο
μη φοβάσαι
θ' ανθίσει
την Περσεφόνη θα προϋπαντήσει
πριν η Άνοιξη φανεί.

Η ποιήτρια αντλεί εικόνες από το υποσυνείδητο «η δίψα για μια σταγόνα της βροχής ή ένα δάκρυ», «η
έρημος», «το γόνιμο χωράφι της ψυχής», «η ανθισμένη Άνοιξη», «η Περσεφόνη» που λειτουργούν ως
αρχετυπικά σύμβολα που αποδίδουν το προσωπικό της όραμα για τη χαρά της ζωής, τον έρωτα, την
πλήρωση του εγώ και τη δικαίωση της ύπαρξης σε ένα ποίημα-προσευχή.
Η λύτρωση όμως προϋποθέτει τη σταύρωση του Προμηθέα στο ομώνυμο ποίημα.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Δεν χρειάζεται
να στήσουμε τους βράχους.
Οι βράχοι στέκονται εκεί
από πολύ παλιά
και περιμένουν τον κάθε Προμηθέα
να σταυρωθεί.

Εδώ ο αρχαίος μύθος του Προμηθέα αποδίδει μια πτυχή της «προσωπικής μυθολογίας» της
ποιήτριας η οποία αξιοποιεί με μια ποιητική εικόνα ένα οικουμενικό σύμβολο με κάποιο νόημα και άμεση
απήχηση δίνοντάς του νέα ζωή και δικό του σχήμα. Έτσι ο μύθος γίνεται πεδίο πάνω στο οποίο

2
εξυφαίνεται η θεώρηση της σύγχρονης αδιέξοδης πραγματικότητας. Το ιδεώδες της μετάβασης του
ανθρώπινου γένους από το σκοτάδι στο φως παραμένει έως σήμερα ιδανικό όραμα της προαιώνιας πάλης
που δεν έχει ακόμα κριθεί οριστικά. Παλιές συνθήκες επανέρχονται στο προσκήνιο της ιστορίας για να
δοκιμάσουν ξανά την πίστη του ανθρώπου στην ελευθερία.
Στην «Αφύλακτη διάβαση» ο έρωτας αποδίδεται μετωνυμικά στη μυθολογική Θεά του.
ΑΦΥΛΑΚΤΗ ΔΙΑΒΑΣΗ
Τα πέταξα τα σύνεργα των υπολογισμών του εμπορίου
αριθμομηχανές και ζυγαριές και τιμοκαταλόγους
πριν γεννηθώ γυναίκα
κι ακόμα πριν αναδυθεί
η Αφροδίτη μέσα μου.
Στα τούνελ του μυαλού μου
στης ύπαρξής μου τις λεωφόρους
και στης ψυχής μου το λαβύρινθο
ελεύθερη διάβαση,
χωρίς διόδια.
Η Αφροδίτη μ’ έμαθε
τον έρωτα να σπέρνω,
στου άντρα το κορμί να ζωγραφίζω.

Το ποιητικό υποκείμενο παραλληλίζεται με ιέρεια της Αφροδίτης μετά τη μυσταγωγία του από τη
μεγάλη Θεά στο ορμέμφυτο του έρωτα. Η αρχετυπική εικόνα της «Αναδυομένης» αισθητοποιεί το
κάλεσμα για ανταπόκριση στις απαιτήσεις του ενός εκ των δυο βασικότερων ενστίκτων του ανθρώπου,
αυτό της ερωτικής συνεύρεσης με το άλλο φύλο, όχι όμως στο πεδίο της αγοραίας συναλλαγής («ζυγαριές
και τιμοκαταλόγους») αλλά της εικαστικής τέχνης («στου άνδρα το κορμί να ζωγραφίζω»). Ήδη πριν η
Αφροδίτη εκκινήσει το ερωτικό ξύπνημα από το άλογο-συναισθηματικό μέρος της ψυχής της («πριν να
αναδυθεί / η Αφροδίτη μέσα μου») οριοθετείται η απαλλαγή της από κάθε υπολογισμό που θα υπονόμευε
την ηθική της ακεραιότητα. Ο έρωτας αναταράσσει το νου της («Στα τούνελ του μυαλού μου») καθώς είναι
ήδη γονιδιακά προγραμματισμένος («πριν γεννηθώ γυναίκα», «στης ψυχής μου το λαβύρινθο»), δεν είναι
στο χέρι της να του αντισταθεί («ελεύθερη διέλευση / χωρίς διόδια»). Η ομολογία της ποιήτριας ότι ο
έρωτας την γέννησε ουσιαστικά, την εκθέτει ανοχύρωτη από αναστολές και επιφυλάξεις στις τριβές του
γονιμοποιού έρωτα, με σκοπό να φτάσει στο χώρο της προσωπικής της ευτυχίας και πληρότητας.

ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ
Aκούω την κραυγή σου
με τη σιωπή ν’ αντιπαλεύει
η μια την άλλη κομματιάζει
κι εγώ μαζεύω τα κομμάτια
και την κατάλληλη ψηφίδα
ψάχνω στο μωσαϊκό σου.
Μα δεν χωράει πουθενά.
Τότε τις στρέφω στην καρδιά μου
και σαν σαΐτες με χτυπούν
Ματώνω.
Θολώνει το τοπίο,
μείξη αίματος
και περιμένω – επωάζω
στο θερμοκήπιο της προσμονής
να δω με αγωνία περιμένω
υπάρχει συμβατότητα;
Ή θα κατασπαράξουν

3
τ’ απομεινάρια της σιωπής σου
τη δική μου κραυγή;
Ανοίγω διάπλατα το στόμα,
τα μάτια, τ’ αυτιά μου,
τα πόδια μου τρέμουν
ανοίγω, ανοίγομαι, αδημονώ, παραλογίζομαι
σε νοιώθω να ’ρχεσαι
να βουτάς στα άδυτα του κορμιού μου,
με το κεφάλι.
Το κορμί μου σε ρουφά,
σε περιμένει η μήτρα μου,
απ’ την αρχή να σε κυοφορήσει

Στο ποίημα ονειρικές καταστάσεις που εκπορεύονται από την σκοτεινή μήτρα του ασυνειδήτου
φωτίζουν τα νευρωνικά δίκτυα που διασχίζουν, μέχρι να φτάσουν στον κρυστάλλινο καθρέφτη της
συνείδησης, εκεί που η ωραία κοιμωμένη ονειρεύεται εγκόσμια όνειρα στην αγκαλιά του αγαπημένου της
πάνω στην επιφάνεια του ψυχότροπου μωσαϊκού του έρωτα. Η στέρηση και η πλησμονή της ερωτικής
εμπειρίας συναιρούν στη μορφή του άλλου προσώπου δυο αντιθετικές ιδιότητες της ανθρώπινης
επικοινωνίας, τη σιωπή και την κραυγή, την απουσία και την παρουσία. Το ερωτικό βίωμα βρίσκεται στο
διαλεκτικό γεγονός της πλησμονής και της στέρησης, της ζωής και του θανάτου, ως μυστήριο που
λειτουργεί σωστικά για τον άνθρωπο. Αισθήματα συγκρουόμενα στην ψυχή της ποιήτριας που δυναμώνουν
σε ανιούσα κλιμάκωση. Ο έρωτας είναι η σύνθεση των αντιθέτων και η ευτυχής συμφωνία τους στην
ανθρώπινη συνείδηση, που με το διαρκή πόθο για το άλλο πρόσωπο επιδιώκει την πληρότητα της ύπαρξής
του. Η εκρηκτική ορμή του έρωτα πυροδοτεί επιθυμίες που δονούν το κορμί της σ’ ένα ξέσπασμα ερωτικού
παραληρήματος. Ιδιαίτερα προσέχουμε ότι αναφέρονται τα κατεξοχήν ερωτικά σημεία του σώματος: το
στόμα, τα μάτια, τα πόδια, η μήτρα. Στις υπερρεαλιστικές εικόνες του ποιήματος αισθητοποιείται το
πάθος, η παραζάλη και η συγκλονιστική συγκίνηση που προκαλεί ο έρωτας. Στην τελευταία εικόνα όπου η
ερωμένη σκοπεύει να μεταβληθεί σε μητέρα που γεννά ξανά τον αγαπημένο της αποδίδονται παραστατικά
οι αναγεννητικές και μεταμορφωτικές ιδιότητες του έρωτα αλλά και ο ανομολόγητος πόθος για την
απόλυτη κατάκτηση και οικείωση του άλλου. Υπερβολή που οδηγεί στην κορύφωση του Έρωτα, καθώς
αποκτάει μια άλλη διάσταση αυτή η ιδεώδης μορφή της τέλειας ένωσης.
Ο ανομολόγητος, ο αδικαίωτος, ο πλατωνικός έρωτας είναι το θέμα ενός άλλου ποιήματος της
συλλογής «Αέρας γίνε», με τίτλο «Τα ανείπωτα».
ΤΑ ΑΝΕΙΠΩΤΑ
Ανήμερα θεριά
οι λέξεις που δεν είπαμε,
δεν είναι θάλασσα η σιωπή
για να τις πνίξει,
δεν είναι αέρας να τις ταξιδέψει
δεν είναι χωρίς όρια η καρδιά
να τις χωρέσει,
δεν έχει κάστρο η ψυχή μου.
Κι έτσι ανοχύρωτη αν την βρουν
θα την αλώσουν
έτσι και σπάσει η σιωπή.

Ένα ποίημα-μοιρολόι ενός χαμένου έρωτα μέσα σε εφιαλτικές σιωπές του παρελθόντος που
στοιχειώνουν το παρόν του ποιητικού υποκειμένου. Η μη έκφραση ισχυρών αισθημάτων λειτουργεί ως
συνεχής υπενθύμιση της βασανιστικής απουσίας του αγαπημένου προσώπου και της ήττας του έρωτα στο
πεδίο της αντιπαράθεσης εσωτερικών δυνάμεων που τον υπονόμευσαν. Στην επανάληψη του αρνητικού
«δεν» προοικονομείται ο θάνατος του έρωτα. Από το πρώτο «δεν» έως το τέταρτο αρχίζει ένας κλιμακωτός

4
ρυθμός ανάβασης του ερωτικού συναισθήματος και των αποτελεσμάτων του στην ψυχή της ποιήτριας, ένα
ερωτικό κρεσέντο μέχρι τον ποιητικό επίλογο, που καταλήγει στην απόλυτη βεβαιότητα της αλεκτικής του
δύναμης. Οι συναισθηματικές εξάρσεις μιας τέτοιας αγάπης εύκολα μπορούν να εκφραστούν «έτσι και
σπάσει η σιωπή». Γι’ αυτό άλλωστε η ποιήτρια γράφει το ποίημα, για να σπάσει η σιωπή μεταξύ τους. Το
λυρικό «εγώ» εξομολογείται με ποιητικές λέξεις - λέξεις που δεν ειπώθηκαν έως τώρα - τον έρωτά του σ’
ένα «εσύ» που απουσιάζει και γι’ αυτό ουσιαστικά απευθύνεται σε αυτό το ίδιο. Ουσιαστικός αποδέκτης
αυτής της ομιλίας γίνεται ο πομπός του σε μια προσπάθεια απόσταξης του συναισθήματος. Έτσι το λεκτικό
κενό που άφησε πίσω της αυτή η ερωτική ανάμνηση γίνεται ένα πολύ ζωντανό σκίρτημα στο παρόν,
δηλαδή μια συγκίνηση που διατρέχει ακόμη την ψυχή της.
Στη συλλογή «Αέρας γίνε» περιλαμβάνονται και λίγα ποιήματα με κοινωνικό περιεχόμενο.
Χαρακτηριστικό ποίημα αυτής της κατηγορίας είναι «Οι κρεμάλες».
ΟΙ ΚΡΕΜΑΛΕΣ
Αν ήταν ορατές στα μάτια οι κρεμάλες
θα μοιάζανε με λούνα παρκ οι πόλεις.
Γεμίσανε κρεμάλες οι πλατείες
εκεί που κάποτε φυτρώναν παπαρούνες,
μα και στους δρόμους, στα γραφεία
στη θέση του φτερωτού ανεμιστήρα,
στις αποθήκες, στα καρφιά
που κάποτε κρεμούσαν τα κρεμμύδια,
στους κορμούς των δέντρων.
Εκεί που χόρευαν παλιά οι νυχτερίδες
στο φως των αστεριών.
-Να τώρα η νυχτερίδα της αϋπνίας μου
Κρέμεται ανάποδα στο ηλεκτρικό μου φως
Και με κυττάζει ακίνητη-
Σαν τις κρεμάλες που αόρατες,
που αόρατες στα μάτια
περιμένουν τον επίδοξο απελπισμένο
όχι μάταια –το ξέρουν-
κι έχουν μια καρτερικότητα
αξιοζήλευτη ομολογώ.
Το επίκαιρο και επονείδιστο θέμα των αυτοκτονιών των ημερών της κρίσης πραγματεύεται το
ποίημα «Οι κρεμάλες». Η ποιήτρια δημιουργεί συγκλονιστικές εικόνες της καθημερινότητας των
ανθρώπων του εσωτερικού και του εξωτερικού χώρου που μετατράπηκαν σε εφιάλτες (κρεμάλες αντί για
παπαρούνες, κρεμασμένοι άνθρωποι αντί για κρεμασμένα κρεμμύδια στα καρφιά και στους κορμούς των
δέντρων, ο χορός των νυχτερίδων στο ηλεκτρικό φως γίνεται αποτρόπαιο θέαμα, οι αόρατες κρεμάλες που
περιμένουν τον επίδοξο αυτόχειρα). Οι εικόνες αυτές είναι ικανές να μεταδώσουν στον αναγνώστη όλη την
απόγνωση και τον πόνο που κυριαρχεί στα χρόνια της ανθρωπιστικής κρίσης στη χώρα μας σήμερα, και
φιλοδοξούν να τον αφυπνίσουν κοινωνικά και να τον απομακρύνουν από τον εφησυχασμό και την
παθητικότητα του παρατηρητή. Η ποιήτρια απλώς καταγράφει με κινηματογραφική οπτική ό,τι φτάνει
στην αντίληψή της, χωρίς να μας αναφέρει πως αισθάνεται γι’ αυτά που καταγράφει, αποφεύγοντας έτσι το
μελοδραματισμό.
Εν κατακλείδι, το θέμα της εσωτερικής αναζήτησης της προσωπικής ταυτότητας ή της διπλής
ταυτότητας του εαυτού και του Ιδεατού εαυτού μας («Ζω ερήμην μου» μας λέει σε ένα ποίημά της), η
αίσθηση του απόλυτου κενού, το θέμα της συνομιλίας με το εσωτερικό εγώ, η απορία για το νόημα της
ζωής, ο έρωτας και η απώλειά του, η απουσία του αγαπημένου προσώπου, τα όνειρα και η ερωτική
φαντασίωση, θέματα κοινωνικής ευαισθησίας και υπαρξιακού προβληματισμού είναι τα βασικά θέματα της
συλλογής «Αέρας γίνε». Μια συλλογή που χαρακτηρίζεται από φαντασία και καλαισθησία, επιτυχημένη
ποιητική στρατηγική και εξαιρετική τεχνοτροπία, εκφραστική τελειότητα και συναισθηματική ένταση. Οι
ποιητικές αρετές της συλλογής αυτής, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι επιτρέπουν στην τέχνη της

5
Ανδρονίκης Ζαχαριουδάκη (Αλόης Δρυός) να αναρριχηθεί στα υψίπεδα της Ποίησης.

6