You are on page 1of 44

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΧΩΡΟΤΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ∆ΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟΥ ΣΧΕ∆ΙΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΑΘΗΝΑΣ

ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ∆ΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΑΡΑΚΤΙΑΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ


∆ΥΤΙΚΟΥ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ

Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΖΩΝΗ

ΦΑΣΗ Α

ΒΟΛΟΣ – Απρίλιος 2003

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΚΟΥ ΣΧΕ∆ΙΑΣΜΟΥ


ΤΜΗΜΑ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΟ∆ΟΜΙΑΣ, ΧΩΡΟΤΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ
Οµάδα µελέτης

1. Καθ. Χάρης Κοκκώσης, Πανεπιστήµιο Θεσσαλίας, Συντονιστής


2. ∆ρ. Ελένη Κάρκα, αρχιτέκτων – χωροτάκτης
3. ∆ρ. Κώστας ∆ηµητρίου, περιβαλλοντολόγος
4. Θεόφιλος Κυρατσούλης, οικονοµολόγος – περιβαλλοντολόγος MSc.
5. ∆ρ. Αλεξάνδρα Μέξα, χηµικός – περιβαλλοντολόγος
6. Βασιλική Τζανετάτου, πολιτικός µηχανικός – λιµενολόγος MSc
7. Ερασµία Καστανίδη, περιβαλλοντολόγος MSc
8. Κωνσταντία Χαλάτση, βιολόγος
9. Παναγιώτης Πανταζής, πολεοδόµος – χωροτάκτης MSc
10. Αντώνης Ζαµπέλης, ιχθυολόγος – περιβαλλοντολόγος
11. Αλεξάνδρα Μαυρογονάτου, πολεοδόµος – χωροτάκτης
12. Γιώργος Παπαγεωργίου, οικονοµολόγος – χωροτάκτης

13. Επίκ. καθ. Παύλος ∆ελλαδέτσιµας, πολεοδόµος – χωροτάκτης, Χαροκόπειο


Πανεπιστήµιο

2
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ................................................................................................................ 4

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ................................................................................................................. 6

1. ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ............................ 7

1.1. Υ∆ΑΤΙΚΟΙ ΠΟΡΟΙ ............................................................................................................. 7


1.1.1 ΓΕΝΙΚΑ Υ∆ΡΟΛΟΓΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ........................................................................................................ 7
1.1.2. ΚΥΡΙΕΣ ΛΕΚΑΝΕΣ ΑΠΟΡΡΟΗΣ ...................................................................................................................... 8

1.2. ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΜΕ Ι∆ΙΑΙΤΕΡΗ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΑΞΙΑ ................................................... 9


1.2.1. ΛΙΜΝΗ ΚΟΥΜΟΥΝ∆ΟΥΡΟΥ .......................................................................................................................... 9
1.2.2. ΑΛΜΥΡΟ ΕΛΟΣ - ΟΡΜΟΣ ΒΟΥΡΚΑΡΙ ............................................................................................................. 9

1.3. ∆ΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ - ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΒΛΑΣΤΗΣΗΣ ...................................... 12

1.4. ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ................................................................................. 13


1.4.1 ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ .......................................................................................................................... 13
1.4.2. ΦΥΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ........................................................................................................................ 13
1.4.3. ∆ΙΑΛΕΛΥΜΕΝΟ ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΘΡΕΠΤΙΚΑ................................................................................................... 14
1.4.4. ΕΠΙΚΙΝ∆ΥΝΕΣ ΟΥΣΙΕΣ .............................................................................................................................. 15
1.4.5. ΖΩΟΒΕΝΘΙΚΕΣ ΒΙΟΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ................................................................................................................. 16
1.4.6. ΠΗΓΕΣ ∆ΙΑΧΥΤΗΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΑΚΗΣ ΡΥΠΑΝΣΗΣ ........................................................................................... 16
1.4.7. ΤΑΣΕΙΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ .................................................................................................................................... 19

1.5. ΝΕΡΑ ΚΟΛΥΜΒΗΣΗΣ ........................................................................................ 20

1.6. ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ Ε∆ΑΦΟΥΣ.................................................................................. 22

1.7. ΚΙΝ∆ΥΝΟΙ ΑΠΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ....................... 23

2. ΧΡΗΣΕΙΣ ΓΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟ∆ΟΜΕΣ ............................................................................ 24

2.1. ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ..................................................................................... 24


2.1.1. ΓΕΩΡΓΙΚΗ ∆ΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ - ΖΩΝΕΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ ................................................................................. 24
2.1.2. ΑΛΙΕΥΤΙΚΗ ∆ΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ .................................................................................................................... 25
2.1.3. Υ∆ΑΤΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ............................................................................................................................... 25

2.2. ∆ΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ - ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ..................................... 26


2.2.1. ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΚΟΛΠΟΥ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ........................................................................... 26
2.2.2. ∆ΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΚΟΛΠΟΥ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ........................................................................................................ 31
2.2.3. ΟΡΜΟΣ ΒΟΥΡΚΑΡΙ.................................................................................................................................... 33
2.2.4. ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ ΑΓ. ΤΡΙΑ∆ΑΣ ....................................................................................................................... 33
2.2.5. ΑΚΤΗ ΜΕΓΑΡΩΝ ....................................................................................................................................... 33
2.2.6. ΑΚΤΗ ΚΑΚΙΑΣ ΣΚΑΛΑΣ .............................................................................................................................. 34
2.2.7. ΠΑΡΑΛΙΑ ΚΙΝΕΤΤΑΣ.................................................................................................................................. 34

2.3. ΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ – ∆ΟΜΗΣΗ .................................................................. 35


2.3.1. ΟΙΚΙΣΜΟΙ ................................................................................................................................................ 35
2.3.2. ∆ΟΜΗΣΗ ................................................................................................................................................. 37

3. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΤΙΑ ΖΩΝΗ.................................. 40

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ....................................................................................................... 44

3
ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για τις ανάγκες της παρούσας έκθεσης, η κρίσιµη ζώνη οριοθετείται σαν την περιοχή
της παράκτιας ζώνης που βρίσκεται νότια της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών –
Κορίνθου. Η Ε.Ο. έπαιξε και συνεχίζει να παίζει ένα ιδιαίτερα σηµαντικό όσο και διττό
ρόλο στην περιοχή µελέτης. αποτέλεσε την βασική αιτία προσέλκυσης
δραστηριοτήτων στην περιοχή του Θριασίου πεδίου και διάχυσής του στην συνέχεια
κατά µήκος της χάραξής της αλλά και εκατέρωθεν. Συγχρόνως λειτουργεί σαν
φράγµα µεταξύ της ενδοχώρας και του θαλάσσιο µετώπου που της αντιστοιχεί
παρεµποδίζοντας την ολοκλήρωση ενός φυσικό – γεωγραφικά ενιαίου χώρου. Η
διάσπαση αυτή είχε επιπλέον στην µορφή διαχείρισης του χώρου, µε το παράκτιο
τµήµα να συγκεντρώνει τις πλέον περιβαλλοντικά οχλούσες δραστηριότητες και να
ρυθµίζεται από αποφάσεις που λαµβάνονται εκτός περιοχής µελέτης και σε επίπεδο
πολύ υψηλότερο του τοπικού.

Περιληπτικά, µπορεί να αναφερθεί ότι η κρίσιµη ζώνη της περιοχής µελέτης στο
χερσαίο τµήµα της χαρακτηρίζεται από:

1. Την παρουσία µεγάλων βιοµηχανικών συγκροτηµάτων και δραστηριοτήτων


χονδρεµπορίου στο ανατολικό της τµήµα που γειτνιάζει µε την Αθήνα (παραλίες
Ασπροπύργου και Ελευσίνας), στα οποία παρεµβάλλονται αρχαιολογικοί χώροι,
οικιστικές περιοχές και δραστηριότητες αναψυχής (θαλάσσιο µέτωπο Ελευσίνας
και Ασπροπύργου),
2. Τµήµατα που διατηρούνται ακόµα σχετικά άθικτα από την ανθρώπινη παρέµβαση
και εκτείνονται κατά µήκος της παλαιάς Εθνικής Οδού Αθηνών – Κορίνθου αλλά
και περιοχές µε οικολογικό ενδιαφέρον. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα
τµήµατα από το λόφο του Ευταξία µέχρι τον Λουτρόπυργο και ίσως τη Ν.
Πέραµο και από τα παλαιά λατοµεία στην έξοδο της πόλης των Μεγάρων µέχρι
τον πρώτο παλαιό κόµβο της Ε.Ο. προς Κινέττα. Στην δεύτερη κατηγορία
ανήκουν κυρίως η λίµνη Κουµουνδούρου και ο όρµος Βουρκάρι.
3. Περιοχές παραθεριστικής κατοικίας που δηµιουργούν διακριτούς πυρήνες µε
διαφορετικά κάθε φορά χαρακτηριστικά από τον Λουτρόπυργο µέχρι το δυτικό
άκρο της περιοχής µελέτης. Η σχετικά πρόσφατη ένταξη περιοχών
παραθεριστικής κατοικίας σε εγκεκριµένο σχέδιο (περίπτωση Βλυχάδας Ν.
Περάµου) έχει βελτιώσει τον τύπο των ανεγειρόµενων οικοδοµών αλλά και έχει
επιταχύνει τη σταδιακή µετατροπή της παραθεριστικής σε α΄κατοικία . Η τάση
αυτή αναµένεται να ενισχυθεί ακόµα περισσότερο µε την ολοκλήρωση των
έργων στη λεωφόρο Σταυρού- Ελευσίνας.
4. Γεωργική γη που φιλοξενεί κυρίως δενδροκαλλιέργειες (αιωνόβιοι ελαιώνες και
φυστικιές Αιγίνης) στους δήµους Ν. Περάµου και Μεγαρέων. Στις περιοχές αυτές
έχουν πολλαπλασιαστεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια οι καλλιέργειες κηπευτικών
παρά τα έντονα προβλήµατα λειψυδρίας και µε άµεσο αποτέλεσµα την
υφαλµύρωση του υδροφόρου ορίζοντα. Η γεωργική γη απειλείται έντονα τόσο
από ενδογενή προβλήµατα της γεωργίας, όσο και από την ανάπτυξη νέων
χρήσεων.
5. Περιοχές εκτός σχεδίου µε έντονη ανάµιξη µη συµβατών χρήσεων, όπως η
παράκτια ζώνη του δήµου Μεγαρέων. Τα έργα του φυσικού αερίου στη
Ρεβυθούσα σε γειτνίαση µε τη βιοµηχανική ζώνη υψηλής όχλησης
(πετρελαιοδεξαµενές) στην περιοχή του Περάµατος, ένα πλήθος στρατιωτικών
εγκαταστάσεων και µια σειρά µεγάλων αξόνων µεταφορικής υποδοµής
χαραγµένων παράλληλα στην ακτή δυσχεραίνουν τη λειτουργική ενσωµάτωση
της πόλης των Μεγάρων στην παράκτια ζώνη της. Αποτέλεσµα της σηµερινής

4
διαχείρισης του παράκτιου χώρου είναι η αναιµική ανάπτυξη χρήσεων
παραθεριστικής κατοικίας και αναψυχής στην παραλία των Μεγάρων και η
εκτόνωση των πιέσεων αυτής της κατηγορίας προς την περιοχή Αλεποχωρίου.

Οι οικονοµικές δραστηριότητες και οι υφιστάµενες χρήσεις γης όπως έχουν


αναπτυχθεί στο χερσαίο τµήµα της κρίσιµης ζώνης έχουν συµβάλει στην υποβάθµιση
του φυσικού περιβάλλοντος, το οποίο σε σηµαντικό βαθµό έχει χάσει τον ιδιαίτερο
χαρακτήρά του. Η ρύπανση των ρεµάτων της περιοχής από την ακατάλληλη διάθεση
των βιοµηχανικών και αστικών λυµάτων, η σηµαντική υποβάθµιση των δασικών
εκτάσεων καθώς και η υποβάθµιση του θαλάσσιου περιβάλλοντος (ευτροφισµός,
σηµειακή ρύπανση) αποτελούν προβλήµατα, άµεσα σχετιζόµενα µε την ποιότητα
ζωής των κατοίκων της περιοχής και τις δυνατότητες για ανάπτυξη. Οι περιοχές µε
ιδιαίτερη οικολογική αξία που έχουν εντοπισθεί εντός της κρίσιµης ζώνης (λίµνη
Κουµουνδούρου, όρµος Βουρκάρι) φαίνεται να έχουν περιορισµένες προοπτικές
αξιοποίησης καθώς γειτνιάζουν στενά µε περιβαλλοντικά υποβαθµισµένες περιοχές
και έντονα οχλούσες δραστηριότητες, ενώ η ανάγκη διατήρησή τους δεν συνάδει
απόλυτα µε τις αναπτυξιακές προοπτικές και το προγραµµατικό πλαίσιο για την
περιοχή. Η ποιότητα των νερών κολύµβησης, µε ορισµένες εξαιρέσεις, βρίσκεται σε
καλή κατάσταση δηµιουργώντας προοπτικές για την αξιοποίησή τους ως πόλο
αναψυχής σε τοπικό, κυρίως, επίπεδο.

Ένα βασικό πρόβληµα στην περιοχή µελέτης έγκειται στο ρόλο που έχει αναλάβει η
συγκεκριµένη παράκτια ζώνη και στη σχέση της µε την υπόλοιπη ηπειρωτική περιοχή
στην οποία υπάγεται διοικητικά. Η παράκτια ζώνη έχει έναν ρόλο υπερτοπικής
σηµασίας, φιλοξενώντας χρήσεις που εξυπηρετούν την πρωτεύουσα και τη χώρα
γενικότερα. Αντίθετα το ηπειρωτικό τµήµα , µε µόνη εξαίρεση τη βιοµηχανική ζώνη
Ασπροπύργου – Ελευσίνας, δεν έχει αναπτύξει ανάλογης σηµασίας δραστηριότητες.
Επιπλέον το σύνολο των οικισµών της περιοχής µελέτης, µε µόνη εξαίρεση την
Ελευσίνα, είναι παραδοσιακά στραµµένοι προς το ηπειρωτικό τους τµήµα
ασχολούµενοι σε µεγάλο ποσοστό (πολυδραστηριότητα) µε τον πρωτογενή τοµέα.
Το τελικό αποτέλεσµα είναι:
- η µειωµένη δυνατότητα παρέµβασης στον παράκτιο χώρο από τους δήµους στους
οποίους διοικητικά ανήκει για τους λόγους που αναφέρονται στη συνέχεια:
- Η οικειοποίηση του χώρου από δραστηριότητες διαχειριζόµενες από επιχειρήσεις
και άτοµα εκτός περιοχής µελέτης (βιοµηχανίες, χονδρεµπόριο, παραθεριστική
κατοικία)
- Η συστηµατική αποκοπή του παράκτιου χώρου από µεγάλους άξονες µεταφορικής
υποδοµής χαραγµένους παράλληλα προς την ακτή
- Το γεγονός ότι πολλά από τα προβλήµατα που παρουσιάζονται στην περιοχή
µελέτης απαιτούν για την αντιµετώπισή τους ένα στρατηγικό σχεδιασµό και όχι
παρεµβάσεις τοπικού επιπέδου.

5
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Βασικός στόχος του ερευνητικού έργου «Ολοκληρωµένη ∆ιαχείριση Παράκτιας


Περιοχής ∆υτικού Σαρωνικού (κόλπος της Ελευσίνας)» είναι ο προσδιορισµός των
αρχών και κανόνων αλλά και βασικών κατευθύνσεων και προτεραιοτήτων ανάπτυξης
της παράκτιας περιοχής του ∆υτικού Σαρωνικού. Οι ειδικότεροι στόχοι είναι:
• Η προστασία και αναβάθµιση του περιβάλλοντος στην παράκτια ζώνη.
• Η διασφάλιση του δηµόσιου και κοινόχρηστου χαρακτήρα της παράκτιας ζώνης
ως περιοχής αναψυχής-δραστηριοτήτων και προστασίας του περιβάλλοντος για
την ευρύτερη περιοχή.
• Ο εξορθολογισµός των υφισταµένων χρήσεων.

Η προσέγγιση ακολουθεί την λογική της ανάγκης για ειδικό πλαίσιο σχεδιασµού και
διαχείρισης της παράκτιας ζώνης ως χώρου µε ειδικά προβλήµατα και προοπτικές που
σχετίζονται µεν µε τα αντίστοιχα στην ευρύτερη περιοχή της ∆υτικής Αττικής (και της
Αττικής γενικότερα) αλλά απαιτούν ιδιαίτερο συντονισµό µέσα από µια προοπτική της
«ολοκληρωµένης διαχείρισης παράκτιων περιοχών».

Η παρούσα Έκθεση αναφέρεται στην Α’ Φάση όπου προδιαγράφεται το γενικότερο


και ειδικότερο πλαίσιο διαχείρισης της κρίσιµης ζώνης της παράκτιας περιοχής και
περιλαµβάνει:
• Ανάλυση της κρίσιµης ζώνης ως προς:
- Τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά και προβλήµατα (ακτές – νερά
κολύµβησης, υδρολογία – απορροές, περιοχές µε ιδιαίτερη οικολογική αξία,
θαλάσσιο περιβάλλον, έδαφος).
- Τις χρήσεις γης (πρωτογενής τοµέας, οικιστική ανάπτυξη, µεγάλες
εγκαταστάσεις και τριτογενής τοµέας, δίκτυα και υποδοµές).
• Προσδιορισµό του πλαισίου σχεδιασµού, προγραµµατισµού και διαχείρισης της
παράκτιας περιοχής.

Πιο συγκεκριµένα, στο 1ο κεφάλαιο γίνεται περιγραφή των χαρακτηριστικών και των
προβληµάτων του φυσικού περιβάλλοντος στην κρίσιµη ζώνη. Στην ενότητα 1.1
παρουσιάζονται τα βασικά υδρολογικά χαρακτηριστικά της περιοχής µελέτης ενώ
αναλύονται οι κύριες λεκάνες απορροής σε σχέση µε υδροµετρικά και περιβαλλοντικά
δεδοµένα. Στην ενότητα 1.2 γίνεται αναφορά στις περιοχές µε ιδιαίτερη οικολογική
αξία µε έµφαση στα οικολογικά χαρακτηριστικά, στις πιέσεις και στα ειδικότερα
προβλήµατα υποβάθµισής τους ενώ στην ενότητα 1.2 δίνεται περιγραφεί ως προς τις
δασικές εκτάσεις της κρίσιµης ζώνης. Το θαλάσσιο περιβάλλον της περιοχής µελέτης
(γενικά χαρακτηριστικά, φυσικά χαρακτηριστικά, διαλελυµένο οξυγόνο και θρεπτικά,
επικίνδυνες ουσίες, ζωοβενθικές βιοκοινωνίες, πηγές ρύπανσης) παρουσιάζεται στην
ενότητα 1.4 ενώ η ενότητα 1.5 περιέχει αναφορές για την υποβάθµιση του εδάφους
στην κρίσιµη ζώνη. Οι κίνδυνοι από τεχνολογικά και βιοµηχανικά ατυχήµατα µεγάλης
έκτασης περιγράφονται σύντοµα στην ενότητα 1.6. Οι χρήσεις γης εντός της
κρίσιµης ζώνης αναλύονται στο κεφάλαιο 2 µε ιδιαίτερα λεπτοµερείς αναφορές στον
πρωτογενή τοµέα (ενότητα 2.1), στον δευτερογενή τοµέα και στις µεγάλες
εγκαταστάσεις (ενότητα 2.2) καθώς και στην οικιστική ανάπτυξη (ενότητα 2.3). Στο
3ο κεφάλαιο της παρούσας έκθεσης αναλύεται ο προβληµατισµός για τα ιδιαίτερα
προβλήµατα και τις προοπτικές της παράκτιας περιοχής του ∆υτικού Σαρωνικού. Στο
Παράρτηµα παρουσιάζεται το φυσικό περιβάλλον και οι χρήσεις γης για κάθε µία από
τις έξι υποενότητες της κρίσιµης ζώνης (ανατολικό και κεντρικό τµήµα κόλπου
Ελευσίνας, ανατολικό τµήµα κόλπου Ελευσίνας, όρµος Βουρκάρι – χερσόνησος Αγ.
Τριάδας, ακτή Μεγάρων, ακτή Κακιάς Σκάλας, παραλία Κινέττας).

6
1. ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

1.1. Υ∆ΑΤΙΚΟΙ ΠΟΡΟΙ

1.1.1 Γενικά υδρολογικά χαρακτηριστικά

Η ευρύτερη περιοχή της ∆υτικής Αττικής χαρακτηρίζεται από έντονο υδρολογικό


δίκτυο. Παρόλο που η οριοθετηµένη κρίσιµη ζώνη, στην οποία εστιάζεται η παρούσα
µελέτη, δεν συµπεριλαµβάνει την συνολικά έκταση των λεκανών απορροής, κρίνεται
απαραίτητη µία ολοκληρωµένης παρουσίαση των λεκανών λόγω των σηµαντικών
αλληλεπιδράσεων µε την παράκτια ζώνη. Σύµφωνα µε υδρογεωλογικά δεδοµένα, οι
λεκάνες απορροής στη ευρύτερη περιοχή της ∆υτικής Αττικής είναι τρεις:

Ενότητα Έκταση Μικτή ∆υνητικά Εκφόρτιση


(χλµ2) απορροή αποθέµατα
(hm3/ (hm3/ έτος)
έτος)
Καρστικές ενότητες σε ανθρακικούς σχηµατισµούς
Νότιας Πάρνηθας – 510 157 120 Λίµνη
Ανατολικού Πατέρα – Κουµουνδούρου,
Αιγάλεω Σαρωνικός κόλπος
Γερανίων 250 42 20 Πηγές Σχίνου,
Λουτρακίου,
Σκάλας
Προσχωµατικοί υδροφορείς
Μεγάρων 260 15 3 Ευβοϊκός και
Σαρωνικός κόλπος

Οι καρστικές υδρογεωλογικές ενότητες έχουν, γενικά, χαµηλές τιµές συντελεστών


απορροής και υψηλές ταχύτητες διήθησης ενώ βρίσκονται µε ανοικτό µέτωπο στη
θάλασσα, µε αποτέλεσµα τα υπόγεια νερά να είναι ποιοτικώς υποβαθµισµένα λόγω
υφαλµύρισης.

Οι τιµές της µέσης ετήσιας απόληψης είναι περίπου 9 * 106 µ3 ενώ το ετήσιο ποσοστό
της πτώσης επιφάνειας των υπόγειων υδροφορέων είναι περίπου 0,25 µ. Το βάθος
της επιφάνειας των υπόγειων υδροφορέων κυµαίνεται µεταξύ 30 µ - 100 µ και το
ποσοστό απολήψεων καταγράφηκε µεταξύ 5-70 µ3h-1.

Υπολογίζεται ότι περισσότερα από 4000 φρεάτια και γεωτρήσεις είναι συγκεντρωµένα
στην παράκτια περιοχή του Θριασίου πεδίου, µία αύξηση 35% τα τελευταία 22 έτη,
που χρησιµοποιούνται κυρίως για βιοµηχανικούς και γεωργικούς σκοπούς
(Bosdogianni,1997). Η παρείσφρηση νερού της θάλασσας έχει φθάσει 8-10 χλµ εντός
της ακτής (Kounis, 1986). Στις περιπτώσεις αυτές, αν και είναι πολύ δύσκολο να
εκτιµηθούν τα εκµεταλλεύσιµα αποθέµατα υπόγειων υδροφορέων, θα µπορούσε να
θεωρηθεί ότι δεν υπερβαίνουν το 30% των ρυθµιστικών αποθεµάτων.
Χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελούν οι καλλιέργειες φυστικιάς στη Λάκα
Καλογήρου όπου τα τελευταία χρόνια συναντούν προβλήµατα στη παραγωγή λόγω
της υψηλής αλατότητας των υπόγειων νερών.

7
1.1.2. Κύριες λεκάνες απορροής

Το όρος Πατέρας χωρίζει τη λεκάνη απορροής του Θριασίου πεδίου µε αυτές των
Γερανίων και των Μεγάρων. Η µέση ετήσια βροχόπτωση στη περιοχή είναι 410 mm,
ενώ ο µέσος ετήσιος συντελεστής επιφανειακής απορροής είναι 0.10 και η συνολική
απορροή είναι 20*106 m3 (Αντωνίου και άλλοι, 1982). Η καθεµία από αυτές τις
λεκάνες συµπεριλαµβάνει πολλά εφήµερα ρέµατα άλλα µεγαλύτερα και άλλα
µικρότερα. Το έντονο υδρολογικό δίκτυο της περιοχής συχνά προκαλεί προβλήµατα
εξαιτίας των πληµµύρων ενώ σε εξέλιξη βρίσκονται πολλά έργα αντιπληµµυρικής
προστασίας στη περιοχή.

∆ύο είναι οι κυριότεροι χείµαρροι: ο Σαρανταπόταµος και ο Άγιος Γεώργιος (ή


Γιαννούλας) ενώ σηµαντικά είναι επίσης τα ρέµατα Σούρες, Καµάρας, Μαυρατζάς,
Αγίας Παρασκευής και το Κακόρεµα. Τα ρέµατα αυτά έχουν προκαλέσει πολλά
προβλήµατα πληµµύρων στη περιοχή και στα οποία είναι σε εξέλιξη αντιπληµµυρικά
έργα. Ο κύριοι λόγοι των πληµµύρων αυτών είναι η επιχωµατώσεις των κοιτών των
ρεµάτων.

Ο Σαρανταπόταµος διασχίζει την κοιλάδα της Οινόης και το Θριάσιο πεδίο και
χύνεται στον κόλπο της Ελευσίνας, δυτικά του εργοστασίου της Χαλυβουργικής. Η
λεκάνη απορροής του ορίζεται από τα όρη Πατέρας, Κιθαιρώνας, Πάστρα και
Πάρνηθα και έχει έκταση 266 χλµ2. Στον κύριο κλάδο συµβάλλουν και νερά άλλων
χειµάρρων, µε µεγαλύτερο κλάδο αυτόν που πηγάζει από τα όρη Πατέρας και Μακρό
Όρος. Για την συγκεκριµένη λεκάνη απορροής δεν υπάρχουν υδροµετρικά δεδοµένα.

Ο Άγιος Γεώργιος (ή Γιαννούλας) βρίσκεται στη περιοχή του Ασπρόπυργου και έχει
λεκάνη απορροής εµβαδού 110 χλµ2 ενώ η εκροή του βρίσκεται δυτικά της Ελληνικής
Χαλυβουργίας. Στο παρελθόν έχει προκαλέσει αρκετά προβλήµατα µε πληµµύρες
αλλά η ρύπανση αποτελεί το σηµαντικότερο πρόβληµα. Είναι το µοναδικό ρέµα στη
περιοχή που λειτουργεί ως αποδέκτης υγρών αποβλήτων διαφόρων βιοµηχανιών.

Το ρέµα Σούρες πηγάζει στη περιοχή της Μάνδρας και εκβάλει δυτικά της πόλης της
Ελευσίνας. Έχει λεκάνη απορροής πολύ µικρότερη των προηγουµένων (50 χλµ2),
αλλά έχει και αυτό στο παρελθόν επιβαρύνει περιβαλλοντικά την περιοχή. Μελέτες
αντιπληµµυρικής προστασίας είναι σε εξέλιξη αλλά δεν έχουν ακόµα εγκριθεί.

Στη λεκάνη απορροής των Μεγάρων, το µεγαλύτερο ρέµα είναι της Καµάρας. Τα
αντιπληµµυρικά έργα που πρόσφατα εγκρίθηκαν από το ΥΠΕΧΩ∆Ε προβλέπουν τη
δηµιουργία φράγµατος ανάσχεσης στη περιοχή Λιακωτή (νότια από τα Μελίσσια
Καλογήρου) όπου το ρέµα Καµάρας συναντάται µε το ρέµα Τουτούλης. Η µελέτη
επίσης προβλέπει το άνοιγµα της κοίτης του ρέµατος ως τη θάλασσα στη περιοχή
Βουρκάρι.

Αξίζει να αναφερθεί ότι τα ρέµατα της περιοχής της ∆υτικής Αττικής συµβάλουν στην
αύξηση της βιοποικιλότητας της παράκτιας ζώνης λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς
τους σε θρεπτικά συστατικά η οποία οφείλεται κυρίως σε γεωργικές δραστηριότητες.
Στην περίπτωση που η χρήση των λιπασµάτων είναι υπερβολική και η αποστράγγιση
από τα χωράφια δεν είναι ελεγχόµενη προκαλείται οργανική µόλυνση και
ευτροφισµός της παράκτιας ζώνης.

8
1.2. ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΜΕ Ι∆ΙΑΙΤΕΡΗ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΑΞΙΑ

1.2.1. Λίµνη Κουµουνδούρου

Στην υδρολογική λεκάνη του Θριασίου πεδίου βρίσκεται και η λίµνη


Κουµουνδούρου η οποία αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα µικροπεριβάλλοντα
του κόλπου της Ελευσίνας, µε ακραία φυσικοχηµικά χαρακτηριστικά. Η ακτή της έχει
συνολικό µήκος περίπου 1300 µ ενώ το µέγιστο µήκος και πλάτος είναι 600 µ και 400
µ αντίστοιχα. Η λίµνη καλύπτει έκταση περίπου 140000 µ2 ενώ το βάθος της δεν
ξεπερνάει το 1,5 µ εκτός από τη περιοχή των υπολίµνιων πηγών όπου το βάθος της
φτάνει τα 3 µ (Conides et al, 1996). Συνδέεται µε τον Κόλπο της Ελευσίνας µέσω
ενός στενού και αβαθούς διαύλου. Παρά τη σύνδεση της λίµνης µε τη θάλασσα, η
αλατότητα του νερού δεν ξεπερνάει το 17.2 ‰, ενώ στον Κόλπο της Ελευσίνας, η
αλατότητα είναι µεταξύ 28 ‰ και 39.9 ‰ (Scoullos, M and Pavlidou, A., 1999). Η
λίµνη τροφοδοτείται σχεδόν αποκλειστικά µε τα νερά των υπολίµνιων αναβλύσεων,
καθώς και µε τα νερά της βροχής, που δέχεται είτε απ’ ευθείας στην επιφάνειά της,
είτε µέσω των κάθε είδους απορροών. Η ανανέωση των νερών της λίµνης µέσω των
υπογείων πηγών καθιστά το οικοσύστηµα ευαίσθητο σε οποιαδήποτε µεταβολή της
ποιότητας των υπογείων νερών. Η εκροή των νερών γίνεται µέσω του στενού
διαύλου στα νότια της λίµνης και ο ρυθµός εκροής είναι περίπου 30 µ3 ανά ώρα. Η
ετήσια βροχόπτωση είναι γύρω στα 41 εκ., ενώ τα νερά εξατµίζονται µε µια µέση
τιµή των 163 εκ. ανά µήνα.

Η λίµνη Κουµουνδούρου παρουσιάζει προβλήµατα ρύπανσης που οφείλονται κυρίως


σε διαρροές των δεξαµενών των ∆ιυλιστηρίων που υπάρχουν στην περιοχή.
Αποτέλεσµα των διαρροών αυτών είναι η περιοδική εµφάνιση ενός λεπτού
στρώµατος (oil film) πετρελαίου στην επιφάνεια του νερού. Η κυκλοφορία, όµως, του
νερού, αλλά και οι άνεµοι που πνέουν στην περιοχή (Νότιο-νοτιοανατολικής
διευθύνσεως), ευνοούν την αποµάκρυνση του στρώµατος αυτού, µε αποτέλεσµα η
λίµνη να παρουσιάζει χαµηλές συγκεντρώσεις βαρέων µετάλλων τόσο στη στήλη του
νερού όσο και στα ιζήµατα. Η συχνή ανανέωση του νερού επιδρά θετικά στη
διατήρηση χαµηλών συγκεντρώσεων θρεπτικών και υψηλής διαύγειας (πάνω από
95% στην επιφάνεια και 70% στο βυθό) µε αποτέλεσµα να αποφεύγονται οι
εκρηκτικές αυξήσεις φυτοπλαγκτού κατά τη διάρκεια του χρόνου (Conides et al,
1996). Τα ζωοβενθικά είναι κυρίως µεγάλου µεγέθους ενδεικτικά µολυσµένων
περιοχών (Nereis spp.). Στη λίµνη υπάρχουν επίσης 64 διαφορετικά είδη
φυτοπλαγκτού όπως και κέφαλοι (Mugil spp.) και χέλια (Anguilla anguilla) (Conides
and Papoura, 1997).

Αξίζει να σηµειωθεί η, κατά το παρελθόν, ρύπανση της λίµνης Κουµουνδούρου µε


πετρελαιοειδή από διαρροές των δεξαµενών των ΕΛ.∆.Α. και της παρακείµενης
στρατιωτικής µονάδας ενώ η λίµνη αποτελούσε πηγή ρύπανσης της θάλασσας.

1.2.2. Αλµυρό έλος - Όρµος Βουρκάρι

Ο όρµος Βουρκάρι εντοπίζεται στη ζώνη Αγίας Τριάδας νότια του Περάµατος και
εντάσσεται στα όρια του ∆ήµου Μεγάρων. Χαρακτηριστικό σηµείο αναφοράς
αποτελεί η δηµιουργία παράκτιου έλους µεγάλης έκτασης στο δυτικό τµήµα του
κόλπου.

Εµφανή σηµάδια τόσο στη χερσαία όσο και στην υδάτινη ζώνη δηλώνουν ότι η
περιοχή υπόκειται στην επίδραση της παλίρροιας. Η χερσαία ζώνη εκτείνεται µέχρι και

9
25 µ από την ακτή (η τιµή αυτή ελαττώνεται σε κάποια παράκτια τµήµατα του έλους)
και παρουσιάζει χαρακτηριστική βαθµίδωση ως προς την βλάστησή της. Στα πρώτα 6
µ είναι ιδιαίτερα έντονη η εµφάνιση αλόφιλων φυτών του γένους Arthrocnemum και
του γένους Suaeda. Το ίδιο πρότυπο φυτοκάλυψης συνεχίζεται για τα υπόλοιπα 10
µ, αυτή τη φορά πιο σποραδικό όσο η απόσταση από την ακτή µεγαλώνει.

Μετά την έλευση των 16 µ παρατηρείται σε κάποια σηµεία ελαφρά ανύψωση του
εδάφους. Αυτό αποτελεί ένα φυσικό όριο µεταξύ της παράκτιας βλάστησης των
αλόφιλων φυτών και της υπόλοιπης χλωρίδας. Στα επόµενα 7 µ εντοπίζονται φυτικοί
αντιπρόσωποι που δεν έχουν σχέση µε τον υδροβιότοπο. Τέτοιοι είναι το είδος
Solanum elaeagnifolium επιγενές ζιζάνιο, το είδος Eruca sativa, όπως και φυτά του
γένους Sisymbrium που είναι νιτρόφιλα και αναπτύσσονται σε περιοχές µε
ανθρωπογενή επίδραση (δρόµους, σκουπίδια). Τα τελευταία εντοπίστηκαν κοντά
στον δρόµο. Επίσης υπάρχουν φυτά του γένους Lathyrus, Adonis, Ornithogalum,
Parentucellia καθώς και τα είδη Gynandriris sisyrinchium και Asphodelus aestirus.
Έντονη είναι επίσης η παρουσία τσουκνίδων και φυτών του γένους Verbascum

Σε απόσταση περίπου 8 µ από την ακτή, είναι πολύ χαρακτηριστική η απόθεση


πλήθους µικρών οστράκων γαστεροπόδων. ∆ιάσπαρτα συναντώνται επίσης νεκρά
καβούρια και στοµατικά εξαρτήµατα αυτών. Ακόµα, υπάρχουν θυρίδες από Μαλάκια
και ελάχιστα δείγµατα από νεκρά θυσσανόποδα.

Η παρουσία των παραπάνω υδρόβιων οργανισµών σε συνδυασµό µε τη βλάστηση


των αλόφιλων φυτών, υποδηλώνει ότι το παράκτιο αυτό τµήµα πληµµυρίζει και εν
συνεχεία αποκαλύπτεται από την επίδραση της παλίρροιας. Η διαπίστωση ενισχύεται
και από την χαρακτηριστική ένδειξη του πασσάλου εντός της θάλασσας. Σύµφωνα µε
αυτή, παρατηρείται µεταβολή στη στάθµη των νερών της τάξης περίπου των 30 εκ.,
τιµή χαρακτηριστική για τα παλιρροιακά φαινόµενα της Μεσογείου.

Η ευρύτερη περιοχή του έλους αποτελεί ενδιαίτηµα για πουλιά όπως οι γλάροι και οι
ερωδιοί. Η παρουσία των ερωδιών, οι οποίοι ανήκουν στο είδος Egretta garzetta
(Λευκοτσικνιάς), είναι ιδιαίτερης σηµασίας, αφού δεν υπάρχει περιοχή στο ευρύτερο
κοµµάτι του νοµού Αττικής που να φιλοξενεί τέτοια πουλιά. Ο πληθυσµός τους
αριθµεί λίγα άτοµα. Στην παράκτια ζώνη έχουν σχηµατισθεί υδάτινες αποθέσεις
ποικίλων διαµέτρων, που αποτελούν σηµεία συνάθροισης των πουλιών. Για την
εύρεση τροφής δραστηριοποιούνται σε απόσταση µέχρι και 6 µ από την ακτή, χωρίς
αυτό να αποκλείει την αναζήτηση σε µεγαλύτερες αποστάσεις. Σηµειωτέoν το βάθος
του όρµου δεν ξεπερνά το 1 µ.

Στην επιφάνεια των υδάτων και σε αρκετά µεγάλη έκταση υπάρχουν εκρηκτικές
αυξήσεις φυτοπλαγκτού, χαρακτηριστικά δείγµατα ευτροφισµού. Εξαιτίας της
έντονης γεωργικής δραστηριότητας στην ευρύτερη περιοχή βόριο- δυτικά του όρµου
(καλλιέργειες φυστικιού Αιγίνης στην Λάκκα Καλογήρου), ο υπόγειος υδροφορέας έχει
επιβαρυνθεί µε αυξηµένες συγκεντρώσεις νιτρικών και φωσφορικών ιόντων. Τελικός
αποδέκτης είναι η θάλασσα στην περιοχή του όρµου µε επακόλουθο το φαινόµενο
του ευτροφισµού.

Πολύ κοντά στον υδροβιότοπο περνάει ο παραλιακός δρόµος που εξυπηρετεί τη


διαδροµή προς την χερσόνησο της Αγίας Τριάδας και την περιοχή Ήρεµο Κύµα. Η
πρόσβαση στο έλος είναι εφικτή κυρίως από το νότιο τµήµα του, εκεί που καταλήγει
το ιστορικό τείχος. Η ανθρωπογενής επίδραση στο τµήµα αυτό είναι εµφανής, όχι
όµως µεγάλης έκτασης. Υπάρχουν λίγα πεταµένα λάστιχα αυτοκινήτων, µικρή σωρός

10
από µπάζα, πεταµένα µπουκάλια και σίδερα. Στο τείχος, το οποίο γκρεµίστηκε σε ένα
τµήµα του για τη διάνοιξη του δρόµου, έχει αναρτηθεί διαφηµιστική επιγραφή.

Η χέρσος, που συνορεύει µε το κεντρικό τµήµα του έλους και εκτείνεται πέραν του
δρόµου, εξυπηρετεί τη γεωργική δραστηριότητα (καλλιέργειες φυστικιών) και τη
βόσκηση. Αντίθετα, η περιοχή που γειτνιάζει µε το νότιο τµήµα του έλους εµφανίζει
ήπια οικιστική ανάπτυξη, µε περιθώρια όµως εξέλιξης.

Η ευρύτερη περιοχή στην οποία εντάσσεται ο όρµος Βουρκάρι και κατά συνέπεια το
αλµυρό έλος, έχει χαρακτηρισθεί ως Βιοµηχανική ζώνη. ∆ραστηριότητες αυτού του
είδους κοντά στο έλος δεν υπάρχουν, πλην µιας µονάδας που βρίσκεται σε ακτίνα
περίπου 500 µ από το νότιο τµήµα του.

Μελέτη αντιπληµµυρικών έργων προβλέπει τη διάνοιξη της κοίτης του ρέµατος


Καµάρες έως την θάλασσα περιοχή του όρµου. Ακόµα, σύµφωνα µε την
Ε1β)221/22.1.65 Υγειονοµική ∆ιάταξη, στην ακτή Αγίας Τριάδας (θέση Αλµύρες)
επιτρέπεται η διάθεση αστικών λυµάτων και υγρών αποβλήτων της περιοχής
Μεγάρων, κατόπιν πλήρους επεξεργασίας τους. Η περιοχή αυτή βρίσκεται κοντά στο
αλµυρό έλος και ως ένα βαθµό αποτελεί τµήµα που χρησιµοποιούν τα πουλιά για
αναζήτηση τροφής.

Τα στοιχεία που φαίνεται να απειλούν τον υδροβιότοπο είναι αρχικά ο παραλιακός


δρόµος που διέρχεται πολύ κοντά από το έλος και που καθιστά εύκολη την πρόσβαση
αυξάνοντας τις πιέσεις από την ρύπανση. Η οικιστική επέκταση µπορεί επίσης να
αποτελέσει απειλή στην διατήρηση του υγρότοπου εφόσον δεν πραγµατοποιηθεί
ελεγχόµενα ενώ το γεγονός ότι η περιοχή έχει χαρακτηρισθεί ως βιοµηχανική, έρχεται
σε αντίθεση µε την ενδεχόµενη ανάγκη διατήρησης του υδροβιότοπου. Επιπλέον η
παρουσία ηλεκτροφόρων καλωδίων της ∆.Ε.Η που είναι τοποθετηµένα κατά µήκος
του δρόµου αποτελούν κίνδυνο για τα πουλιά. Τέλος η ρύπανση των υδάτων από
γειτονικές ακτές σε συνδυασµό µε το φαινόµενο του ευτροφισµού αποτελούν
στοιχεία που διαταράσσουν την ισορροπία του υδάτινου οικοσυστήµατος.

11
1.3. ∆ΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ-ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΒΛΑΣΤΗΣΗΣ

Στην περιοχή της Κινέττας, η οποία ανήκει στην θερµοµεσογειακή ζώνη Oleo-
Ceratonium, τα αντιπροσωπευτικά είδη που συναντώνται είναι το Olea europaea
(αγριελιά) και το Ceratonium siligua (χαρουπιά) και τα οποία εναλλάσσονται µε
γεωργικές καλλιέργειες.

Στην περιοχή της Κακιάς Σκάλας, ακολουθείται το ίδιο πρότυπο βλάστησης µε εµφανή
όµως τα σηµάδια της υποβάθµισης. Κυριαρχούν τα φρυγανικά οικοσυστήµατα µε
βασικούς αντιπροσώπους το Sarcopoterium spinosum, Euphorbia acanthothamnos,
Phlomis fruticosa, Thymus capitatus.

Στο νότιο τµήµα της Λάκκας Καλογήρου (όρµος Βουρκάρι), όπου υπάρχουν αλµυρά
έλη κυριαρχούν τα αλόφιλα φυτά του γένους Arthrocnemum και του γένους Suaeda.
Βόριο-ανατολικά της Λάκκας και µεταξύ της παλαιάς Ε.Ο. και της οδού που οδηγεί
στο Πέραµα (προς Σαλαµίνα), υπάρχουν φρυγανικά οικοσυστήµατα. Πυκνό
πευκοδάσος χαλεπίου πεύκης (Pinus halepensis) περιβάλλει τη Μονή Οσίου
Αθανασίου του Αθωνίτη που βρίσκεται στο ύψωµα στο βόριο-ανατολικό άκρο του
όρµου Βουρκάρι. Η φυσική προέκταση του δάσους συνεχιζόταν βορειότερα όπου
σήµερα υπάρχουν οι δεξαµενές των ΕΛ.ΠΕ

Στην περιοχή της Νέας Περάµου, η οποία επίσης ανήκει στην θερµοµεσογειακή ζώνη
Olea-Ceratonium, υπάρχουν τα είδη Olea europaea και Ceratonium siliguα
εναλλασσόµενα µε καλλιέργειες κηπευτικών και διάσπαρτη παρουσία κωνοφόρων
δένδρων χαλεπίου πεύκης. Στην περιοχή Ευταξία η βλάστηση έχει παραµείνει άθικτη
από τη δόµηση και λειτουργεί σαν φράγµα µεταξύ της βιοµηχανικής περιοχής της
Ελευσίνας και της ζώνης παραθεριστικής κατοικίας του Λουτρόπυργου.

Στη κυρίως βιοµηχανική ζώνη του κόλπου της Ελευσίνας (ζώνη Ελευσίνας, ζώνη
Ασπρόπυργου) η βλάστηση είναι εµφανώς υποβαθµισµένη. Χαρακτηριστική είναι η
παρουσία Ευκάλυπτων κατά µήκος του δρόµου της παλαιάς Ε.Ο.

12
1.4. ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

1.4.1 Γενικά χαρακτηριστικά

Ο Σαρωνικός Κόλπος είναι µία ηµίκλειστη θάλασσα που περιβάλλεται στα βόρεια και
ανατολικά από τις ακτές της Στερεάς Ελλάδας και στα δυτικά – νοτιοδυτικά από τις
ακτές τις Πελοποννήσου. Έχει έκταση 26.000 χλµ2 και επικοινωνεί µε το Αιγαίο
Πέλαγος µέσω του ανοίγµατος του Σουνίου – Πόρου, µήκους 50 χλµ. στο Β∆ του
άκρο. Επίσης ο Σαρωνικός κόλπος επικοινωνεί και µε τον Κορινθιακό Κόλπο µέσω του
ισθµού της Κορίνθου. Ωστόσο, λόγω της µικρής διατοµής του Ισθµού δεν υπάρχει
µεταξύ τους υδάτινη κυκλοφορία. Η περιοχή χωρίζεται σε 5 θαλάσσιες µάζες: Κόλπος
της Ελευσίνας, Εσωτερικός Σαρωνικός, Κεντρικός, ∆υτικός και Εξωτερικός Σαρωνικός
εκ των οποίων οι πρώτες δύο αποτελούν µέρος της περιοχής µελέτης.

Ο εσωτερικός Σαρωνικός ορίζεται από τις νότιες ακτές της Σαλαµίνας, τις βόρειες
ακτές της Αίγινας και τις δυτικές ακτές της Αττικής ενώ ο κεντρικός Σαρωνικός
βρίσκεται στη συνέχεια στη θαλάσσια περιοχή της Αίγινας – Βουλιαγµένης. Συχνά, ο
εσωτερικός και κεντρικός Σαρωνικός έχουν παρόµοια φυσικά χαρακτηριστικά –
αλατότητα και θερµοκρασία – και επηρεάζονται περισσότερο από τις ανθρώπινες
δραστηριότητες που αναπτύσσονται στις ακτές της Αττικής. Ο δυτικός Σαρωνικός
οριοθετείται πίσω από τη νοητή γραµµή Αίγινας – Σαλαµίνας. Ο εξωτερικός
Σαρωνικός που ορίζεται δυτικά από τη γραµµή Αίγινα – Μέθανα και από τη δυτική
ακτή της Αττικής, εµφανίζεται χαρακτηριστικά ανάλογα µε εκείνα του των µαζών του
Αιγαίου Πελάγους. Ο κόλπος της Ελευσίνας αποτελεί αβαθή λεκάνη που επικοινωνεί
µε τον υπόλοιπο Σαρωνικό µε δύο στενούς διαύλους, τον δίαυλο Κερατσινίου και το
δίαυλο Μεγάρων, ανατολικά και δυτικά της Σαλαµίνας αντίστοιχα. Το µέσο βάθος του
κόλπου είναι 18 µ και το µέγιστο 33 µ. Ο δίαυλος Κερατσινίου έχει βάθος 12µ, πλάτος
στην επιφάνεια 1200 µ και πλάτος στον πυθµένα 250µ. Ο δίαυλος Μεγάρων έχει
βάθος 8 µ, πλάτος στην επιφάνεια 600 µ και πλάτος στον πυθµένα 170 µ.

Η κυκλοφορία των θαλασσίων µαζών στον Σαρωνικό Κόλπο είναι κυρίως ανεµογενής.
Οι άνεµοι αναπτύσσουν δύο µορφές κυκλοφορίας, την κυκλωνική που προκαλείται
από ανέµους βόρειους ή νότιους και την αντικυκλωνική που προκαλείται από ανέµους
Ν∆ προς Β∆ διεύθυνσης. Κατά την κυκλωνική κυκλοφορία, τα νερά του Αιγαίου που
εισέρχονται από τον εξωτερικό κόλπο αναµιγνύονται µε τις θαλάσσιες µάζες µεταξύ
Αίγινας και Σαλαµίνας και µεταφέρονται προς τα νότιο – ανατολικά. Το αντίθετο
παρατηρείται κατά την αντικυκλωνική κυκλοφορία. Εκτιµήσεις για το χρόνο
ανανέωσης των νερών στο ανατολικό τµήµα του Σαρωνικού κόλπου δίνουν περίοδο
της τάξης του ενός µήνα περίπου. Ωστόσο, για το δυτικό τµήµα έχουν υπολογιστεί
βραδύτεροι χρόνοι ανανέωσης και ειδικότερα θεωρείται ελάχιστος χρόνος τα 8,1 έτη.

Η τροφοδοσία σε γλυκό νερό γίνεται µέσω των ρεµάτων και των υπόγειων νερών και
µπορεί να χαρακτηρισθεί αρκετά έντονη. Αποτέλεσµα είναι η σχετικά µεγάλη
περιεκτικότητα του σε τροφικά άλατα και η συχνή εµφάνιση εκρηκτικών αυξήσεων
φυτοπλανγκτού (Leptocylindrus danicus Cleve-R, Dactyliosolen fragilissimus,
Thalassionema nitzchioides, Thalassiosira rotula, Gymnodinium auroleum,
Gymnodinium sp.).

1.4.2. Φυσικά χαρακτηριστικά

Στις ακτές του Σαρωνικού κόλπου η θερµοκρασία κυµαίνεται από 13,0 µέχρι 13,5 οC
ενώ κοντά στα διυλιστήρια των ΕΛ.∆.Α. παρουσιάζεται η µεγαλύτερη θερµοκρασία

13
των ακτών (18,0 οC). Στις θέσεις του κέντρου η θερµοκρασία κυµαίνεται στην
επιφάνεια από 13,0 µέχρι 14,5 οC, ενώ σε βάθος 15 µ η θερµοκρασία ήταν από 12,2
µέχρι 13,2°C . Στα 30 µ ήταν 10,5°C (περιοχή Ευταξία).

Οι τιµές του pH, κυµαίνονται στις θέσεις της επιφάνειας από 8,22 µέχρι 8,36 και στις
θέσεις του βυθού από 8,06 µέχρι 8,26.

Η διαφάνεια εµφανίζει αρκετά ικανοποιητικές τιµές (από 4,0 µέχρι 5,0 µ) µε εξαίρεση
τη περιοχή εκβολής του Ρέµατος Αγ. Γεωργίου (τιµές 1,5 µ και 1,0).

Η αλατότητα (Salinity So/oo) παρουσιάζει τις µικρότερες τιµές στο Ρέµα Αγ. Γεωργίου)
και στα ΕΛ.∆.Α., ενδεικτικό των υγρών αποβλήτων.

1.4.3. ∆ιαλελυµένο οξυγόνο και θρεπτικά

Η ποιότητα των υδάτων του Σαρωνικού κόλπου ως προς τα θρεπτικά στοιχεία


χαρακτηρίζεται από ευρεία κλίµακα τροφικών καταστάσεων. ∆ιαφαίνεται ότι εκτός
από τα ιδιαίτερα φυσιογραφικά χαρακτηριστικά που υπεισέρχονται στη διαµόρφωση
µιας αρνητικής περιβαλλοντικά κατάστασης, σηµαντικός ρυπαντικός παράγοντας είναι
η διάθεση των λυµάτων που συµβάλει στη δραστική αύξηση των συγκεντρώσεων
των αµµωνιακών και φωσφορικών αλάτων. Έτσι η επεξεργασία των ετήσιων µέσων
τιµών των θρεπτικών στο χρόνο και στο χώρο οδηγεί στη διαπίστωση ότι οι περιοχές
της Ελευσίνας, της Ψυτάλλειας και του ∆υτικού Σαρωνικού εµφανίζουν, κατά την
πενταετία 1993 – 1997, τις υψηλότερες τιµές θρεπτικών. Χαρακτηριστική είναι η
περιοχή Ευταξίας (βάθος 33 µ), όπου στο βυθό το καλοκαίρι εµφανίζονται µεγάλες
συγκεντρώσεις αµµωνίας (από έλλειψη οξυγόνου). Ο ευτροφισµός εκδηλώνεται
ιδιαίτερα στις περιοχές Ασπροπύργου και Νέας Περάµου.

Ειδικότερα την περίοδο αυτή καταγράφονται υψηλές τιµές αµµωνιακών, νιτρωδών


και φωσφόρου στην περιοχή της Ψυτάλλειας, υψηλές τιµές νιτρικών και πυριτικών
στο ∆υτικό Σαρωνικό και υψηλές τιµές χλωροφύλλης – α στον κόλπο της Ελευσίνας,
που επίσης, χαρακτηρίζεται από αρκετά υψηλές συγκεντρώσεις πυριτικών και
φωσφορικών. Τους καλοκαιρινούς µήνες παρουσιάζεται στρωµάτωση των νερών και
το διαλυµένο οξυγόνο κάτω από το 20µ µειώνεται σηµαντικά. Οι χαµηλότερες τιµές
θρεπτικών εντοπίζονται στην περιοχή του εξωτερικού Σαρωνικού, διαπίστωση
αναµενόµενη εξαιτίας της επίδρασης των ολιγοτροφικών νερών του Αιγαίου.

Αντίθετα, η συχνή ανανέωση των θαλάσσιων µαζών και η απόσταση από


ανθρωπογενείς δραστηριότητες είναι παράγοντες που επιδρούν θετικά ως προς τη
διατήρηση χαµηλών συγκεντρώσεων θρεπτικών αλάτων και χλωροφύλλης – α στον
Εσωτερικό Σαρωνικό Κόλπο. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από σηµαντικές εποχιακές
διακυµάνσεις των συγκεντρώσεων και για αυτό το λόγο αυτό κατατάσσεται στο
µεσότροφο και ολιγότροφο σύστηµα, ως προς την κλίµακα ευτροφισµού, µε εξαίρεση
το βαθύ στρώµα νότιο – δυτικά της Ψυτάλλειας.

Ο Κόλπος της Ελευσίνας διαφοροποιείται από τον υπόλοιπο Σαρωνικό, διότι η


στρωµάτωση που παρουσιάζεται κατά τους θερινούς µήνες, µε την ανάπτυξη του
θερµοκλινούς και η συσσώρευση οργανικού υλικού στη ζώνη κάτω από αυτό έχει ως
συνέπεια την κατανάλωση του διαλυµένου οξυγόνου. Κύριο χαρακτηριστικό του
Κόλπου της Ελευσίνας αποτελεί η δηµιουργία ανοξικών συνθηκών στο στρώµα νερού
κάτω από τα 20 µέτρα κατά τη περίοδο Μαΐου – Οκτωβρίου στη βαθιά λεκάνη του
δυτικού τµήµατος. Η καθίζηση µεγάλης ποσότητας φυτοπλαγκτού που πιθανόν να

14
αναπτύσσεται τους καλοκαιρινούς µήνες και δεν καταναλώνεται από το ζωοπλαγκτόν,
θα πρέπει να συµµετέχει στη δηµιουργία ανοξικών συνθηκών λόγο της µεγάλης
κατανάλωσης του οξυγόνου για την αποσύνθεση της οργανικής ύλης.

Στη δυτική λεκάνη του Σαρωνικού Κόλπου σε βάθος µεγαλύτερο από τα 150m και ως
τον πυθµένα, µειώνεται δραστικά η συγκέντρωση του διαλυµένου οξυγόνου.
Σύµφωνα µε µελέτες (ΕΚΘΕ, 2002) η δυτική λεκάνη του Σαρωνικού κόλπου αποτελεί
µια δεξαµενή, όπου λόγω της µορφολογίας του πυθµένα αλλά και των συνθηκών
στασιµότητας των νερών που επικρατούν σε βάθη µεγαλύτερα από 100 – 150 µ,
συσσωρεύονται θρεπτικά άλατα (Friligos, 1985). Ο αποκλεισµός αυτής της υδάτινης
µάζας από τις σηµαντικότερες πηγές οξυγόνου που είναι ο ατµοσφαιρικός αέρας λόγω
µη ανάµειξης της υδάτινης στήλης, αλλά και η φωτοσυνθετική διαδικασία που
λαµβάνει χώρα µόνο στα ανώτερα στρώµατα, έχει ως συνέπεια τη µείωση της
συγκέντρωσης του οξυγόνου.

1.4.4. Επικίνδυνες ουσίες

Η παρακολούθηση της συγκέντρωσης βαρέων µετάλλων στο Σαρωνικό Κόλπο


παρουσιάζει µεγάλο ενδιαφέρον για τη διαπίστωση της κατάστασης σε µια περιοχή
που δέχεται σηµαντικές ανθρωπογενείς πιέσεις. Γενική διαπίστωση είναι η παρουσία
υψηλών συγκεντρώσεων βαρέων µετάλλων στον Κόλπο της Ελευσίνας και στην
περιοχή Ψυτάλλειας – Κερατσινίου. Ειδικότερα, η βορειοανατολική παράκτια ζώνη
του κόλπου Ελευσίνας είναι περισσότερο επιβαρηµένη, γεγονός που σχετίζεται µε την
υψηλή πυκνότητα της βιοµηχανικής δραστηριότητας. Αξίζει, επίσης, να αναφερθεί η
καταγραφή συγκεντρώσεων βαρέων µετάλλων στον Εξωτερικό Σαρωνικό σε επίπεδα
συγκρίσιµα µε τις υπόλοιπες περιοχές, αν και οι σταθµοί βρίσκονται σε µεγάλη
απόσταση από δραστηριότητες ξηράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι µεγαλύτερες
συγκεντρώσεις βαρέων µετάλλων, σύµφωνα µε µετρήσεις του Αναπτυξιακού
Συνδέσµου ∆ήµων και Κοινοτήτων Θριάσιου Πεδίου, εµφανίζονται µπροστά στα δυο
Ναυπηγεία (Ελευσίνας και Σκαραµαγκά) , του χρωµίου ειδικότερα στις εκβολές του
Ρέµατος Αγίου Γεωργίου (βυρσοδεψεία) και των λαδιών µπροστά στα δυο
∆ιυλιστήρια. Τα µέγιστα των συγκεντρώσεων παρουσιάζονται µπροστά στα δυο
διυλιστήρια (ΕΛ.∆.Α & ΠΕΤΡΟΛΑ) και στα ναυπηγεία Ελευσίνας. Επίσης, ο χαλκός
(Cu) παρουσιάζει τις µεγαλύτερες συγκεντρώσεις κοντά στα Ναυπηγεία Σκαραµαγκά
και Ελευσίνας αντίστοιχα. Το µαγγάνιο (Mn) παρουσιάζει τις µεγαλύτερες
συγκεντρώσεις στις κοντά στα ΕΛ.∆.Α. & στο Ρέµα Αγ. Γεωργίου. Το Ρέµα Αγ.
Γεωργίου παρουσίασε επίσης και τις υψηλότερες συγκεντρώσεις σε µόλυβδο (Pb),
σίδηρο (Fe) και νικέλιο (Ni). Το κάδµιο (Cd) εµφανίζει σχεδόν οµοιόµορφη κατανοµή
σε ολόκληρο τον Κόλπο Γενικότερα στις ακτές παρατηρούνται οι µεγαλύτερες
συγκεντρώσεις µετάλλων στα αιωρούµενα σωµατίδια αλλά και διαλυµένων µετάλλων
καθώς και µετάλλων στα ιζήµατα .

Στον Σαρωνικό Κόλπο ελέγχεται η συγκέντρωση οργανοχλωριωµένων ενώσεων στα


µύδια Mytilus galloprovincialis. Τα αποτελέσµατα της παρακολούθησης κατά την
πενταετία 1993 – 1997 δίνουν χαµηλές συγκεντρώσεις, πολύ κατώτερες των ορίων
που θεωρούνται επικίνδυνα για τη δηµόσια υγεία.

Στα νερά του Σαρωνικού Κόλπου παρατηρείται ευρύ φάσµα συγκεντρώσεων


πολυαρωµατικών υδρογονανθράκων. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασµό µε την ύπαρξη
πολλών παραµέτρων που επηρεάζουν την συγκέντρωση των πολυαρωµατικών
υδρογονανθράκων στο θαλάσσιο περιβάλλον επιτρέπει την εξαγωγή µόνο κάποιον
γενικών συµπερασµάτων για την κατανοµή των ενώσεων αυτών στον Κόλπο. Από τα

15
διαθέσιµα στοιχεία προκύπτει ότι η περιοχή της Ελευσίνας είναι περισσότερο
επιβαρηµένη και αυτό αποδίδεται στην έντονη βιοµηχανική δραστηριότητα, αλλά και
στα ιδιαίτερα φυσικά χαρακτηριστικά του κόλπου. Ο δυτικός Σαρωνικός εµφανίζει
περιοδικά υψηλές τιµές στην περιοχή των εγκαταστάσεων της Motor Oil. Στον
υπόλοιπο Σαρωνικό καταγράφονται εποχιακά υψηλές τιµές πολυαρωµατικών
υδρογονανθράκων, που µπορούν να αποδοθούν σε διαρροή πετρελαιοειδών
προερχόµενη από την κίνηση πλοίων, τη µεταφορά υγρών καυσίµων, ή και από
ατυχηµατική ρύπανση.

1.4.5. Ζωοβενθικές βιοκοινωνίες

Στον κόλπο της Ελευσίνας το πλαγκτόν παρουσιάζει έντονες ετήσιες διακυµάνσεις. Η


τάξη που κυριαρχεί στο φυτοπλαγκτόν είναι τα Μαστιγωτά µε χαρακτηριστικό
αντιπρόσωπο το γένος Cryptomonas, ενώ ακολουθούν τα ∆υνοµαστιγωτά του
είδους Cyrodinium aureolum και Prorocentum dentatum. Στο ζωοπλαγκτόν
κυριαρχούν τα Κωπήποδα (Copepoda) και τα Κλαδοκεραιωτά (Cladocerans).

Η ανάπτυξη του φυτοβένθους στον κόλπο της Ελευσίνας περιορίζεται στα πρώτα 3
έως 5 µέτρα βάθους, λόγω της µειωµένης διαφάνειας των νερών. Στις ιλυώδεις ακτές
του βόρειου τµήµατος του κόλπου, καθώς και στις δυτικές ακτές της Αττικής (Ζώνη
Μεγάρων-Ζώνη Αγίας Τριάδας), επικρατούν τα υποθαλάσσια λιβάδια του
αγγειόσπερµου Cymodocea nodosa. Συνήθως είναι ανάµεικτα µε το χλωροφύκος
Caulerpa prolifera. Από τις περιοχές αυτές απουσιάζουν οι λειµώνες του θαλάσσιου
φανερόγαµου Posidonia oceanica, ενδηµικού στη λεκάνη της Μεσογείου το οποίο
αποτελεί δείκτη µη διαταραγµένων περιοχών.

Οι ζωοβενθικές βιοκοινωνίες του κόλπου της Ελευσίνας χαρακτηρίζονται από χαµηλές


τιµές αφθονίας, χαµηλή ποικιλότητα και υψηλή κυριαρχία ειδών ανθεκτικών στη
ρύπανση, όπως είναι ο πολύχαιτος Capitella capitata. Λόγω της απουσίας οξυγόνου
στο βαθύτερο στρώµα της υδάτινης στήλης κατά τη θερµή περίοδο, οι πληθυσµοί
των βενθικών οργανισµών µειώνονται σε µεγάλο βαθµό από τον Αύγουστο µέχρι και
το ∆εκέµβριο.

Η χρήση χηµικών διασκορπιστικών για την καταπολέµηση των πετρελαιοκηλίδων,


είχε σαν αποτέλεσµα τη δηµιουργία συσσωµατωµάτων στην επιφάνεια της θάλασσας
και την καθίζησή τους στο βυθό του κόλπου της Ελευσίνας. Το φαινόµενο αυτό
εξελίχθηκε σε βάρος της επιβίωσης και ανάπτυξης των βενθικών οργανισµών του
κόλπου.

1.4.6. Πηγές διάχυτης και σηµειακής ρύπανσης

Οι κυριότερες πηγές ρύπανσης του Κόλπου Ελευσίνας σήµερα είναι:


- Οι διάφορες βιοµηχανίες του Θριασίου Πεδίου , που διαθέτουν τα απόβλητά τους
στη θάλασσα.
- Ρέµα Αγίου Γεωργίου (Βυρσοδεψεία , Βιοχαρτική)
- Ναυπηγεία , διαλυτήρια πλοίων , παροπλισµένα πλοία , κινούµενα πλοία (τα
τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί κατακόρυφα τα διακινούµενα φορτία στο λιµάνι
Ελευσίνας)
- Αιωρούµενα σωµατίδια (ατµοσφαιρικά).
- Χωµατερή Άνω Λιοσίων (στραγγίσµατα).

16
Ειδικότερα για τις σηµειακές πηγές ρύπανσης, µε βάση την Υγειονοµική ∆ιάταξη
Ε1β)221/22.1.65, όσον αφορά την υπό µελέτη περιοχή, επιτρέπεται η διάθεση υγρών
βιοµηχανικών αποβλήτων και λυµάτων στις ακτές Σκαραµαγκά, Ασπρόπυργου και
Ελευσίνας µέχρι τη θέση Ευταξία, ύστερα από πλήρη επεξεργασία αυτών. Στο ρέµα
Αγίου Γεωργίου Ασπροπύργου, που εκβάλλει στην ακτή απέναντι από τα ∆ιυλιστήρια
Ασπροπύργου, επιτρέπεται η διάθεση υγρών βιοµηχανικών αποβλήτων.

Σύµφωνα µε στοιχεία της ∆ιεύθυνσης Υγείας της Nοµαρχίας ∆υτικής Αττικής, στην
υπό µελέτη περιοχή, οι εγκαταστάσεις που χρησιµοποιούν ως τελικό αποδέκτη είτε το
ρέµα Αγίου Γεωργίου, είτε απευθείας τη θαλάσσια περιοχή του κόλπου της Ελευσίνας
είναι οι ακόλουθες:

• ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε. (Βιοµηχανικές εγκαταστάσεις Ασπροπύργου): Η


τελική διάθεση των επεξεργασµένων υγρών αποβλήτων γίνεται στη θάλασσα σε
σηµείο εκτός των εγκαταστάσεων της µονάδας. Η εταιρία στα πλαίσια
εκσυγχρονισµού της πρόκειται να κατασκευάσει καινούριες µονάδες παραγωγής,
για τις οποίες µετά την ολοκλήρωσή τους απαιτείται η χορήγηση νέας άδειας
διάθεσης υγρών αποβλήτων. Οι εγκαταστάσεις των ΕΛ.ΠΕ στην Πάχη Μεγάρων
διαθέτουν στη θάλασσα νερά ψύξης των µηχανών τους ανά τρεις µήνες. Τα
διυλιστήρια των ΕΛ.ΠΕ στο Πέραµα δεν διαθέτουν ακόµα άδεια για να
απορρίπτουν στη θάλασσα τα νερά εξυδάτωσης των δεξαµενών αργού
πετρελαίου. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι δειγµατοληψίες που γίνονται, γενικά,
δίνουν καλά αποτελέσµατα ενώ κατά καιρούς καταγράφονται περιστατικά
ρύπανσης και επιβάλλονται πρόστιµα.
• ΕΛ.∆.Α (Ελληνικά διυλιστήρια Ασπροπύργου): Έχουν οριστική άδεια για τη
διάθεση των υγρών αποβλήτων στη θάλασσα σε σηµείο εκτός των
εγκαταστάσεών τους.
• ΠΕΤΡΟΛΑ: Η βιοµηχανία έχει οριστική άδεια διάθεσης των επεξεργασµένων
υγρών αποβλήτων της στη θάλασσα σε σηµείο εκτός των εγκαταστάσεων της.
• ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΑ: Η τελική διάθεση των επεξεργασµένων υγρών
αποβλήτων γίνεται, κατόπιν αδείας, στη θάλασσα µέσω του ρέµατος Αγίου
Γεωργίου. Ο αγωγός διάθεσης εντοπίζεται στην εκβολή του ρέµατος.
• ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ (Εταιρία εµφιάλωσης και αποθήκευσης υγραερίου): Η τελική διάθεση
των επεξεργασµένων υγρών αποβλήτων γίνεται, κατόπιν αδείας, στη θάλασσα
µέσω του ρέµατος Αγίου Γεωργίου. Ο αγωγός διάθεσης εντοπίζεται στην εκβολή
του ρέµατος.
• ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ «ΘΡΙΑΣΙΟ»: Το νοσοκοµείο
έχει οριστική άδεια διάθεσης των επεξεργασµένων υγρών αποβλήτων στη
θάλασσα. Το σηµείο εκβολής του αγωγού βρίσκεται δίπλα στη Χαλυβουργική.
Αξίζει να αναφερθεί ότι από το 2001 δεν έχουν γίνει δειγµατοληψίες για την
ποιότητα των υγρών αποβλήτων ενώ εξετάζονται µόνο οι συγκεντρώσεις του
υπολειµµατικού χλωρίου.
• ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ: Η τελική διάθεση των επεξεργασµένων λυµάτων γίνεται
στη θάλασσα, σε σηµείο εκτός των εγκαταστάσεων των Ναυπηγείων, µέσω
αγωγού µήκους 10 µέτρων και σε βάθος 2,5 µέτρων από την επιφάνεια της
θάλασσας. Πρόσφατα εγκρίθηκε µελέτη για την αναβάθµιση του συστήµατος
επεξεργασίας των λυµάτων της µονάδας.
• TRIMAR Ε.Π.Ε. (Εργοστάσιο επεξεργασίας-βαφής νηµάτων): Το εργοστάσιο έχει
οριστική άδεια διάθεσης υγρών αποβλήτων στη θάλασσα, µε ενδιάµεσο αποδέκτη
το ρέµα Αγίου Γεωργίου.
• ΤΕΧΑCΟ: Έχει οριστική άδεια διάθεσης των υγρών αποβλήτων στη θάλασσα, σε
σηµείο εκτός των εγκαταστάσεων της εταιρείας.

17
• POLYECO Α.Ε. (Βιοµηχανία διαχείρισης και αξιοποίησης αποβλήτων): Έχει
προσωρινή άδεια για την διάθεση των υγρών αποβλήτων της στη θάλασσα µέσω
του ρέµατος Αγίου Γεωργίου. Προς το παρόν δεν παράγει απόβλητα.
• ΒΙΟΧΑΡΤΙΚΗ Α.Ε.Β.Ε (Θέση Ντρασαριά Ασπρόπυργος): Ως θέση εκβολής των
υγρών αποβλήτων ορίζεται το ρέµα του Αγίου Γεωργίου Ασπροπύργου, στο ύψος
της χαρτοποιίας. Αυτή τη στιγµή η βιοµηχανία δεν έχει άδεια διάθεσης των υγρών
αποβλήτων της στο ρέµα καθώς δειγµατοληπτικές αναλύσεις έδειξαν ότι αυτά δεν
πληρούν τους όρους που απαιτούνται από την άδεια διάθεσης των αποβλήτων.
• MEDITEREAN Α.Ε. (Μονάδα επεξεργασίας και συντήρησης αλιευµάτων και
κρεάτων): Αποδέκτης των επεξεργασµένων υγρών αποβλήτων ορίζεται το ρέµα
Αγίου Γεωργίου. Η εταιρία βρίσκεται στο στάδιο προσωρινής αδειοδότησης για τη
διάθεση των υγρών αποβλήτων της στη θάλασσα.
• ΒΥΡΣΟ∆ΕΨΙΑ (Περιοχή Ασπροπύργου): Έχουν αποµείνει τρία. Η λειτουργία τους
είναι εποχιακή, από την άνοιξη ως το φθινόπωρο. Η τελική διάθεση των υγρών
αποβλήτων τους γίνεται στο ρέµα Αγίου Γεωργίου, όπου και τα διοχετεύουν
ανεπεξέργαστα. Τα βυρσοδεψία αυτή τη στιγµή λειτουργούν παράνοµα. Η
διεύθυνση βιοµηχανίας της Νοµαρχίας ∆υτικής Αττικής έχει ανακαλέσει την άδεια
λειτουργίας σε δύο από αυτά.
• ΜΗΧΑΝΟΥΡΓΕΙΑ (Περιοχή Ελευσίνας, Ασπρόπυργου): Πολλά από αυτά
λειτουργούν παράνοµα και διοχετεύουν επικίνδυνα υλικά όπως λάδια
αυτοκινήτων, ψυκτικά, υγρά φρένων και καύσιµα στο ρέµα Αγίου Γεωργίου.
• Σχολή πυροβολικού Μ.Πεύκου (Νέα Πέραµος): Έχει οριστική άδεια διάθεσης των
λυµάτων της στη θάλασσα σε σηµείο µπροστά από τη σχολή. Πραγµατοποιείται ο
βιολογικός καθαρισµός και υπάρχει συνέπεια.
• Στρατόπεδο Καλλίνσκη (Νέα Πέραµος): Το στρατόπεδο έχει λάβει το δικαίωµα
διάθεσης των λυµάτων του στη θάλασσα µε την προϋπόθεση να εφαρµόσει τους
κανονισµούς που προβλέπονται. Οι δειγµατοληπτικοί έλεγχοι αποδεικνύουν ότι οι
κανονισµοί δεν εφαρµόζονται.

Γενικές παρατηρήσεις
• Μετά την παροχή οριστικής άδειας από την Νοµαρχία, οι δειγµατοληψίες για την
ποιότητα των υγρών αποβλήτων που καταλήγουν στη θάλασσα, είτε απευθείας
είτε µέσω του ρέµατος Αγίου Γεωργίου, δε πραγµατοποιούνται µε την
προβλεπόµενη συχνότητα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην περιοχή δεν
υπάρχουν αρκετά εργαστήρια, ούτε επαρκής αριθµός προσωπικού για την
πραγµατοποίηση των αναλύσεων.
• ∆εν υπάρχει αδειοδοτηµένη διάθεση υγρών αποβλήτων στον Σαρανταπόταµο.
• Η κατασκευή του βιολογικού καθαρισµού των λυµάτων του Θριάσιου Πεδίου έχει
καθυστερήσει πάρα πολύ.
• Στην παραλία Ασπροπύργου, εκεί που αναπτύσσονται δραστηριότητες αναψυχής,
δεν καταλήγουν αγωγοί.
• Ο έλεγχος της ποιότητας των λυµάτων που διαθέτουν τα στρατόπεδα στη
θάλασσα είναι δύσκολος καθώς απαιτείται ειδική άδεια, από µέρους των
στρατοπέδων, για την πραγµατοποίηση δειγµατοληψιών.
• Σύµφωνα µε στοιχεία, της ∆ηµοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης
Μεγάρων, µεγάλο πρόβληµα εντοπίζεται στη θαλάσσια περιοχή Βαρέα (∆ήµος
Μεγάρων) όπου καταλήγει αγωγός όµβριων υδάτων. Με τον αγωγό αυτό έχουν
γίνει παράνοµες συνδέσεις τόσο µε σπίτια, όσο και µε ελαιοτριβεία µε αποτέλεσµα
την διάθεση ανεπεξέργαστων λυµάτων και υγρών αποβλήτων στη θάλασσα.

18
1.4.7. Τάσεις εξέλιξης

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αργή µεν αλλά αισθητή βελτίωση στον Κόλπο
Ελευσίνας. Χαρακτηριστικά αναφέρουµε ότι µειώθηκαν σε όλον τον κόλπο τα
φωσφορικά, το ανόργανο άζωτο (νιτρικά , νιτρώδη και αµµωνία), το BOD5 και το
COD. Επίσης αυξήθηκε η διαφάνεια. Συνέπεια της βελτίωσης είναι το γεγονός ότι τα
τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι ποσότητες και τα είδη των αλιευµάτων στον
ευρύτερο Κόλπο Ελευσίνας (π.χ. αλιεύονται µπαρµπούνια, κουτσοµούρες κ.λ.π.).
Επίσης από το 1993 δεν έχουν αναφερθεί περιστατικά οµαδικών θανάτων ψαριών.

Η βελτίωση που παρατηρείται γενικά στον Κόλπο Ελευσίνας οφείλεται στους εξής
παράγοντες :
- Μειώθηκε από το 1980 και µετά ο όγκος των βιοµηχανικών αποβλήτων κατά 70%
µε ανάλογη µείωση του ρυπαντικού φορτίου (έκλεισαν ιδιαίτερα ρυπογόνες
βιοµηχανίες , όπως Βότρυς και Κρόνος και η Χαλυβουργική άλλαξε µέθοδο
παραγωγής σιδήρου).
- Αρκετές βιοµηχανίες εγκατέστησαν συστήµατα καθαρισµού των αποβλήτων τους
(π.χ. ΕΛ.∆.Α., ΠΕΤΡΟΛΑ , ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ).
- Μειώθηκε σηµαντικά ο αριθµός των παροπλισµένων πλοίων :(1980 : 45 , 1982 :
435, 1993 : 33, 1994 : 37, 1995 : 60, 1996 : 67, 1998 : 144 : 1999 : 123, 2000:
94, 2001: 63)

19
1.5. ΝΕΡΑ ΚΟΛΥΜΒΗΣΗΣ

Η ποιότητα των νερών κολύµβησης κρίνεται ως ικανοποιητική, µε εξαίρεση το σηµείο


δειγµατοληψίας που βρίσκεται στην Ελευσίνα. Συγκεκριµένα, µε βάση της εφαρµογή
της Οδηγίας 76/160 για την ποιότητα των νερών κολύµβησης και στο πλαίσιο του
Προγράµµατος Παρακολούθησης των Νερών Κολύµβησης του ΥΠΕΧΩ∆Ε έχουν
πραγµατοποιηθεί δειγµατοληψίες µε τα ακόλουθα αποτελέσµατα:

Περιοχή ∆ήµος/ Ποιότητα νερών κολύµβησης


κολύµβησης Κοινότητα 1998 2001
Κινέττα Μεγαρέων (3) Γαλάζιο (2) Γαλάζιο (1) µπλε
Πέραµα Μεγαρέων - (1) Γαλάζιο
∆ηµητράνι Σαλαµίνας (1) Γαλάζιο (1) Γαλάζιο
Κύριζα Σαλαµίνας (1) Γαλάζιο (1) Γαλάζιο
Βασιλικά Σαλαµίνας (1) Γαλάζιο (1) Γαλάζιο
Μπλε λιµανάκι Σαλαµίνας (1) Γαλάζιο (1) Γαλάζιο
Ψιλή άµµος Σαλαµίνας (1) Γαλάζιο (1) Γαλάζιο
Γυάλα Σαλαµίνας (1) Γαλάζιο (1) Γαλάζιο
Κακιά Βίγλα Σαλαµίνας (2) Γαλάζιο (2) Γαλάζιο
Ντουλάπι Σαλαµίνας (1) Γαλάζιο (1) Γαλάζιο
Πέρανι Σαλαµίνας (1) Γαλάζιο (1) Γαλάζιο
Σελήνια Σαλαµίνας (2) Γαλάζιο (2) Γαλάζιο
Ελευσίνα Ελευσίνας (3) Κόκκινο (3) Γαλάζιο*

Επεξήγηση:

ƒ Γαλάζιο: σηµείο όπου τα νερά κολύµβησης πληρούν τις επιθυµητές και υποχρεωτικές
τιµές της Οδηγίας 76/160.
ƒ Μπλε: σηµείο όπου τα νερά κολύµβησης πληρούν τις υποχρεωτικές τιµές της Οδηγίας
76/160.
ƒ Κόκκινο: σηµείο όπου τα νερά κολύµβησης δεν πληρούν τις επιθυµητές και
υποχρεωτικές τιµές της Οδηγίας 76/160.
ƒ *: Σηµείο όπου τα νερά κολύµβησης δεν πληρούν τις επιθυµητές και υποχρεωτικές τιµές
της Οδηγίας 76/160 για µερικές ή όλες φυσικό-χηµικές παραµέτρους του υποµνήµατος.

Ιδιαίτερη µνεία πρέπει να γίνει για τη µικροβιολογική ποιότητα των νερών στην
Παραλία Ελευσίνας (Πλαζ). Τα τελευταία χρόνια ικανοποιούνται και το επιτρεπτό αλλά
και το επιθυµητό όριο της νοµοθεσίας. Το ίδιο συµβαίνει και στην περιοχή Νέας
Περάµου και Λουτροπύργου. Άλλωστε το Υπουργείο Υγείας & Πρόνοιας τα τελευταία
πέντε χρόνια επιτρέπει την κολύµβηση στην πλαζ Ελευσίνας. Οι µετρήσεις που κάνει
ο Σ.ΕΛΕ.Ρ. στην Παραλία Ασπροπύργου για τη µικροβιολογική ποιότητα των νερών,
δείχνουν ότι από την άποψη αυτή δεν υπάρχει πρόβληµα. Όµως στην περιοχή δεν
παύει να υπάρχει η χηµική ρύπανση όπως φαίνεται ακολούθως.

20
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΣΕΩΝ
ΟΠΤΙΚΑ ΕΚΤΙΜΟΥΜΕΝΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ

Κοπρανώδης
ΘΑΛΑΣΣΑ ΑΚΤΗ Ολικά
προέλευσης Ε.Coli Κοπρανώδεις
Κωλοβακτ/ειδή
Κωλοβακτ/οειδή (/100 ml) στρεπτόκοκκοι
(/100 ml)
χρώµα ορυκτέλαια πίσσες αντικείµενα φύκια τσούχτρες πίσσες ορυκτέλαια σκουπίδια φύκια (/100 ml)
ΝΕΑ ΠΕΡΑΜΟΣ
∆εξιό τµήµα γαλαζοπράσινο 0 0 0 1 0 0 0 0 1 <30 <30 <30 40
Αριστερό τµήµα γαλαζοπράσινο 0 0 0 1 0 0 0 0 1 40 <30 <30 20
Λουτρόπηργος γαλαζοπράσινο 0 0 0 1 0 0 0 0 1 <30 <30 <30 <10
ΕΛΕΥΣΙΝΑ
∆εξιό τµήµα γαλαζοπράσινο 0 0 0 0 0 0 0 0 0 40 40 40 20
Μεσαίο τµήµα γαλαζοπράσινο 0 0 0 0 0 0 0 0 0 150 40 40 50
Αριστερό τµήµα γαλαζοπράσινο 0 0 0 0 0 0 0 0 0 90 <30 <30 <10
ΚΙΝΕΤΤΑ
Camping Γλάρος γαλαζοπράσινο 0 0 0 + 0 0 0 0 + <30 <30 <30 <10
Κινέττα Beach γαλαζοπράσινο 0 0 0 + 0 0 0 0 + <30 <30 <30 <10
Μπούσουλας γαλαζοπράσινο 0 0 0 + 0 0 0 0 + <30 <30 <30 <10
Ξενοδ. Sun γαλαζοπράσινο 0 0 0 + 0 0 0 0 0 <30 <30 <30 <10
ΜΕΓΑΡΑ
ΠΑΧΗ Γαλαζοπράσινο 0 0 0 + 0 0 0 + + <30 <30 <30 <10
ΒΑΡΕΑ γαλαζοπράσινο 0 0 0 + 0 0 0 + + <30 <30 <30 <10
1.6. ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ Ε∆ΑΦΟΥΣ

Σύµφωνα µε στοιχεία του Αναπτυξιακού Συνδέσµου Θριασίου Πεδίου η βιοµηχανική


δραστηριότητα ρυπαίνει το έδαφος και το υπέδαφος µε βαριά και τοξικά µέταλλα, µε
οργανικές τοξικές ουσίες και µε πετρελαιοειδή.

∆ιάφορες µεταλλουργικές µονάδες, καθώς και µονάδες ανάκτησης µολύβδου από


µπαταρίες, εξαιτίας των αποθέσεών τους έχουν ρυπάνει σηµαντικά το έδαφος. Aπό
µετρήσεις που έγιναν βρέθηκε ότι οι συγκεντρώσεις σε Pb, Cd και Zn είναι κατά 2 έως
20 φορές µεγαλύτερες από εκείνες που παρατηρούνται σε µη ρυπασµένες περιοχές.

Το διυλιστήριο ΠΕΤΡΟΛΑ έχει ρυπάνει το έδαφος σε βάθος 1,5 µ, ενώ κατά µήκος
ενός άξονα 6 χλµ από την ακτή αυτό είναι ρυπασµένο µε υδρογονάνθρακες. Οι
µέγιστες συγκεντρώσεις υπερβαίνουν κατά 100 φορές τις συγκεντρώσεις υποβάθρου
της περιοχής.

Καταγραφές του 2000 έδειξαν ότι το διυλιστήριο ΕΛ.∆Α ρύπανε µε τρεις κηλίδες
πετρελαίου το υπέδαφος. Η πρώτη µε έκταση 427 στρεµµάτων περιείχε κηροζίνη και
ντίζελ και προκάλεσε αναβλύσεις στην Λίµνη Κουµουνδούρου. Η δεύτερη και τρίτη
κηλίδα έκτασης 5,9 και 1,9 στρεµµάτων αντίστοιχα, περιείχαν κυρίως κηροζίνη και
µαζούτ. Από την πλευρά της η εταιρία ανέφερε ότι οι µεγαλύτερες ποσότητες
πετρελαιοειδών είχαν αντληθεί και ότι εφαρµόστηκε πρόγραµµα ελέγχου των
διαρροών.

Στο Θριάσιο Πεδίο υπάρχουν 14 ακόµα χώροι αποθήκευσης πετρελαιοειδών στους


οποίους έχουν καταγραφεί περιπτώσεις διαρροών. Η έκτασή τους όµως και η
ρυπογόνος επίδρασή τους στο έδαφος δεν έχει µελετηθεί.

Η αποθήκευση από τη ∆.Ε.Η σηµαντικών ποσοτήτων κλοφέν (PCB’s) στον


Ασπρόπυργο και στην Μάνδρα, κατά τρόπο που δεν εξασφαλίζει προστασία ,
επιβαρύνει το έδαφος µε ρυπογόνους παράγοντες.

Ένα µεγάλο πρόβληµα που εντοπίζεται στις βιοµηχανίες Χαλυβουργική και Ελληνική
Χαλυβουργία είναι η ανεξέλεγκτη απόθεση των στερεών αποβλήτων της
επεξεργασίας του scrap. H Χαλυβουργική µε συνεχείς επιχωµατώσεις στη θαλάσσια
περιοχή µπροστά από τις εγκαταστάσεις της, αποθέτει σε µεγάλους σωρούς τα
παραπάνω στερεά απόβλητα. Είναι χαρακτηριστικό πως για την πράξη αυτή δεν έχει
ανάλογη άδεια, ενώ απουσιάζει ολοκληρωµένο και αποτελεσµατικό θεσµικό πλαίσιο
για την µεταφορά, την απόθεση και τον εγκλεισµό αυτού του υλικού σε ειδικά
διαµορφωµένους χώρους. Πρόκειται να ζητηθεί στη βιοµηχανία η εργαστηριακή
ανάλυση του υλικού1, µια και παλαιότερες µετρήσεις από το Γενικό Χηµείο του
Κράτους έδειξαν αυξηµένες συγκεντρώσεις Pb και Zn.

Σηµαντικός αριθµός µηχανουργείων αυτοκινήτων που λειτουργούν παράνοµα στις


περιοχές της Ελευσίνας και του Ασπρόπυργου ευθύνονται για την ρύπανση τόσο του
εδάφους όσο και των υπόγειων υδροφορέων. Επικίνδυνα υλικά όπως οι µπαταρίες, τα
χρησιµοποιηµένα λάδια, τα ψυκτικά, τα υγρά φρένων και τα καύσιµα διοχετεύονται
ανεξέλεγκτα στο έδαφος και σε παρακείµενα ρέµατα.

1
Προσωπική επικοινωνία µε το Τµήµα Περιβάλλοντος, Νοµαρχία ∆υτικής Αττικής
1.7. ΚΙΝ∆ΥΝΟΙ ΑΠΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ – ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ
ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΚΤΑΣΗΣ

Η συγκέντρωση σηµαντικού αριθµού βιοµηχανικών µονάδων υψηλής όχλησης στην


περιοχή της ∆υτικής Αττικής και ειδικότερα στην κρίσιµη ζώνη, και η γειτνίαση µεταξύ
τους, έχει σαν αποτέλεσµα την ύπαρξη κινδύνου τεχνολογικών – βιοµηχανικών
ατυχηµάτων µεγάλης έκτασης µε σηµαντικές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και
στο παράκτιο περιβάλλον.

Αξίζει να αναφερθεί ότι δύο από τα τέσσερα µεγάλα τεχνολογικά ατυχήµατα που
έχουν συµβεί στην Ελλάδα, πραγµατοποιήθηκαν στην παράκτια περιοχή της ∆υτικής
Αττικής (Μουζάκης, 2002):
• ΕΛ∆Α, Ασπρόπυργος (7/8/1989): πυρκαγιά σε πλοίο κατά την ώρα φόρτωσης
καυσίµων.
• ΠΕΤΡΟΛΑ, Ελευσίνα (1/9/1992): πυρκαγιά κατά την διαδικασία start up στο
διυλιστήριο.

Στο πλαίσιο του Β’ ΚΠΣ προβλεπόταν η χρηµατοδότηση δράσεων για την


αντιµετώπιση τεχνολογικών – βιοµηχανικών ατυχηµάτων µεγάλης έκτασης, και
ειδικότερα:
ƒ Η δηµιουργία ενός κινητού επιχειρησιακού κέντρου για την αντιµετώπιση
βιοµηχανικών ατυχηµάτων στην περιοχή του Θριάσιου πεδίου. Κάθε κινητό
επιχειρησιακό κέντρο θα αποτελείται από δύο οχήµατα µε δυνατότητα
αεροµεταφοράς και σε διαρκή επικοινωνία µε το κεντρικό επιχειρησιακό και
πληροφοριακό κέντρο που εδρεύει στη Γενική Γραµµατεία Πολιτικής Προστασίας.
Το έργο εποπτεύεται από το ΥΠΕΧΩ∆Ε και έχει µελετηθεί από το Εθνικό
Μετσόβειο Πολυτεχνείο και το Οικονοµικό Πανεπιστήµιο.
ƒ Η κατάρτιση Σχεδίου Αντιµετώπισης Τεχνολογικού Ατυχήµατος Μεγάλης Έκτασης
για το Θριάσιο πεδίο. Το έργο έχει ανατεθεί από την Νοµαρχιακή Αυτοδιοίκηση
∆υτικής Αττικής στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο και έχει ήδη ολοκληρωθεί.

Αντίστοιχες δράσεις προβλέπονται στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράµµατος


Περιβάλλον, Γ’ ΚΠΣ.

23
2. ΧΡΗΣΕΙΣ ΓΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟ∆ΟΜΕΣ

2.1. ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ

2.1.1. Γεωργική δραστηριότητα – ζώνες καλλιεργειών

Στην περιοχή της Κινέττας εναλλάσσονται δασικές εκτάσεις µε ζώνες καλλιεργειών. Οι


καλλιέργειες αναπτύσσονται κυρίως στη ζώνη µεταξύ των δύο εθνικών οδών και
περιλαµβάνουν ελιές και φυστικιές Αιγίνης. Στα ελαιοκτήµατα συχνά καλλιεργούνται
παράλληλα και κηπευτικά.

Στην περιοχή της Κακιάς Σκάλας λόγω των µεγάλων κλίσεων δεν υπάρχουν
καλλιέργειες. Στην παραλιακή ζώνη των Μεγάρων διατηρούνται καλλιέργειες
φυστικιάς ανάµεσα σε αστικές χρήσεις (εγκαταλειµµένα πτηνοτροφεία), παράλληλα
µε καλλιέργειες κηπευτικών αλλά και εγκαταλειµµένα χωράφια. Ανατολικότερα του
οδικού άξονα που συνδέει την πόλη µε τον οικισµό της Πάχης εκτείνονται επίπεδες
εκτάσεις, πρώην ελαιώνες που είχαν εκχερσωθεί µε την προοπτική πραγµατοποίησης
εργοστασίου αλουµινίου στις αρχές της δεκαετίας 1970. Ήταν η απόληξη στη
θάλασσα του αιωνόβιου ελαιώνα που καταλαµβάνει ακόµα την πεδιάδα των
Μεγάρων. Σήµερα µεγάλο µέρος τους έχει καταληφθεί από το αυτοκινητοδρόµιο ενώ
το υπόλοιπο χρησιµοποιείται για καλλιέργεια κηπευτικών που κατευθύνονται στην
αγορά της Αθήνας.

Η περιοχή Λάκκα Καλογήρου συγκεντρώνει αποκλειστικά καλλιέργειες φυστικιού


Αιγίνης. Θεωρούνταν η προσφορότερη περιοχή της Αττικής για αυτόν τον τύπο
καλλιέργειας, αλλά η έντονη υφαλµύρωση του υδροφόρου ορίζοντα έχει συµβάλλει
σηµαντικά στην υποβάθµισή τους. Αποτέλεσµα αυτής της εξέλιξης είναι να
µετακινείται η καλλιέργεια φυστικιών – τα οποία πρέπει να σηµειωθεί ότι είναι Προϊόν
Ονοµασίας Προέλευσης - προς την ενδοχώρα των Μεγάρων, δηλαδή προς περιοχές
λιγότερο κατάλληλες µε αποτέλεσµα να υποβαθµίζεται η ποιότητα του προϊόντος.

Οι εκτάσεις που περικλείονται µεταξύ των δύο Ε.Ο δυτικά της Νέας Περάµου
περιλαµβάνουν καλλιέργειες φυστικιάς σε ένα βάθος περίπου 100 µ από την παλαιά
Ε.Ο. και ελιές. Σε ορισµένες περιπτώσεις στον υπόροφο των τελευταίων
αναπτύσσονται καλλιέργειες κηπευτικών. Ωστόσο και σ’ αυτήν την περιοχή, όπως και
στην παράκτια ζώνη των Μεγάρων, υπάρχει σηµαντική µίξη των αγροτικών χρήσεων
µε αστικές λόγω της γειτνίασης µε τους δύο οικισµούς και τους τρεις άξονες
µεταφορικής υποδοµής.

Στην περιοχή Βλυχάδα της Ν. Περάµου οι παλαιοί ελαιώνες φιλοξενούν σταδιακά


εξοχικές κατοικίες και αντικαθίστανται από φυτεύσεις κήπων. Οι ετήσιες καλλιέργειες
έχουν εξαιρετικά µειωθεί. Ανάλογη εικόνα παρατηρείται και στο Νεράκι και
Λουτρόπυργο, όπου όµως γίνεται έντονη η παρουσία δασικής βλάστησης στις
υπώρειες του όρους Τρικέρατο.

Στην παράκτια περιοχή της Ελευσίνας οι ελαιώνες έχουν εξαιρετικά υποβαθµιστεί από
τη βιοµηχανική ανάπτυξη. Στο δυτικό µέρος της πόλης οι εναποµείναντες γειτνιάζουν
µε τις πετρελαιοδεξαµενές, ενώ στο βορειοανατολικό πλαισιώνουν το αεροδρόµιο. Η
περιοχή εκατέρωθεν του Σαρανταπόταµου έχει χαρακτηρισθεί ως προστατευόµενη.

24
Ανάλογη κατάσταση επικρατεί στο παράκτιο τµήµα του Ασπροπύργου, ενώ
εσωτερικότερα του ∆ήµου διατηρούνται σποραδικά καλλιέργειες κηπευτικών, µέσα σε
ένα περιβάλλον που φέρει έντονα τις συνέπειες της διασποράς βιοµηχανικών
εγκαταστάσεων.

2.1.2. Αλιευτική δραστηριότητα

Η αλιευτική δραστηριότητα στην υπό µελέτη περιοχή εκτείνεται από την παράλια
ζώνη της Κινέττας µέχρι και τον κόλπο της Ελευσίνας. Τα είδη των ψαριών που
συλλέγονται είναι αντιπρόσωποι οι οποίοι συναντώνται στην ευρύτερη λεκάνη της
Μεσογείου και πρόκειται κυρίως για µπαρµπούνια, κουτσοµούρες, γαύρους, µαρίδες,
σαβρίδια αλλά και µυτάκια, λυθρίνια, λαβράκια, τσιπούρες.

Τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι ποσότητες και τα είδη των αλιευµάτων στον
ευρύτερο κόλπο της Ελευσίνας, ενώ δεν έχουν αναφερθεί περιστατικά οµαδικών
θανάτων ψαριών. Εντούτοις, τους καλοκαιρινούς µήνες λόγω της στρωµάτωσης των
νερών οι συνθήκες κάτω των 15 µ βάθους είναι ανοξικές και δυσµενείς για τη ζωή
των ψαριών. To φαινόµενο αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο στη βαθιά λεκάνη του δυτικού
τµήµατος του κόλπου (περιοχή Ευταξία-Νέας Περάµου).

Η επιτήρηση της αλιευτικής δραστηριότητας στην θαλάσσια περιοχή της ∆υτικής


Αττικής πραγµατοποιείται από το Λιµεναρχείο Ελευσίνας. Επίσης στον κόλπο
υπάρχουν σταθµοί που καταγράφουν την ετήσια παραγωγή σε αλιεύµατα.

2.1.3. Υδατοκαλλιέργειες

Στη ζώνη Αγίας Τριάδας νότια του Περάµατος, υπάρχουν 3 µονάδες


οστρακοκαλλιέργειας, οι οποίες πρόκειται για πλωτές εγκαταστάσεις καλλιέργειας
µυδιών. Τον τελευταίο χρόνο οι δύο από αυτές διατήρησαν την παραγωγική τους
δραστηριότητα, ενώ η τρίτη υπολειτούργησε. Οι µονάδες είναι υποχρεωµένες να
καταθέτουν κάθε χρόνο στη ∆ιεύθυνση αλιείας της Νοµαρχίας ∆υτικής Αττικής τα
αποτελέσµατα της ετήσιας παραγωγής τους καθώς και να ανανεώνουν την άδεια τους
κάθε δέκα χρόνια. Επίσης πραγµατοποιείται ετήσιος έλεγχος στην ποιότητα των
καλλιεργούµενων µυδιών.

Κατά καιρούς, στον όρµο Βουρκάρι πραγµατοποιείται καλλιέργεια ψαριών


περίκλειστου τύπου. Στην περιοχή ευνοείται η είσοδος γόνων ψαριών και η ανάπτυξή
τους, η οποία ενισχύεται σε έναν βαθµό ανθρωπογενώς (φυσική καλλιέργεια). Με
αυτή τη µέθοδο έχουν αλιευθεί από την περιοχή ψάρια, όπως τσιπούρες, λαβράκια,
χέλια, µυτάκια και κουτσοµούρες.

Η τοποθεσία Νεράκι έχει επιλεγεί για την εξυγίανση των µυδιών. Βορειότερα, στον
Λουτρόπυργο, γίνεται πώληση µυδιών τα οποία έχουν αλιευθεί από την ευρύτερη
παράκτια ζώνη. Βάση της Υγειονοµικής ∆ιάταξης Ε1β)221/22.1.65 απαγορεύεται η
αλιεία οστρακοειδών και εχινοδέρµων στις περιοχές όπου πραγµατοποιείται η διάθεση
υγρών βιοµηχανικών αποβλήτων και λυµάτων. Και στην περίπτωση αυτή υπεύθυνο
για την επιτήρηση της αλιευτικής δραστηριότητας είναι το Λιµεναρχείο Ελευσίνας.

Η παρουσία των µονάδων οστρακοκαλλιέργειας δεν επιβαρύνει το εγγύς θαλάσσιο


περιβάλλον µε ρυπογόνους παράγοντες. Αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι η
διακίνηση και τυποποίηση των καλλιεργούµενων µυδιών λαµβάνει χώρα µακριά από
το σηµείο παραγωγής τους.

25
2.2. ∆ΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ - ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΟ
ΜΕΤΩΠΟ

2.2.1. Ανατολικό και κεντρικό τµήµα κόλπου Ελευσίνας

Το ανατολικό και κεντρικό τµήµα του κόλπου Ελευσίνας αποτελεί µία


βιοµηχανοποιηµένη και έντονα λιµενοποιηµένη ζώνη που εκτείνεται από τα Ελληνικά
Ναυπηγεία Σκαραµαγκά στα ανατολικά µέχρι και το ακρωτήριο του ναού του Αγ.
Νικολάου (1 χλµ δυτικά των Ναυπηγείων Ελευσίνας) στα δυτικά (βλ. Σχήµατα 1 και
2). Το θαλάσσιο µέτωπο του τµήµατος αυτού είναι κρηπιδωµένο στο µεγαλύτερο
τµήµα του και περιλαµβάνει τον Λιµένα Ελευσίνας, καθώς και µία σειρά λιµενικών
εγκαταστάσεων (προβλήτες, κρηπιδώµατα κλπ.) βιοµηχανικής χρήσης, ενώ ιδιαίτερα
περιορισµένα είναι τα τµήµατα της ακτής που παραµένουν αδιαµόρφωτα.

Η θεσµοθετηµένη Χερσαία Ζώνη του Λιµένα Ελευσίνας, όπου δικαιοδοσία έχει ο


Οργανισµός Λιµένος Ελευσίνας Α.Ε. (Ο.Λ.Ε. Α.Ε.), εκτείνεται από τα ∆ιαλυτήρια
Μπακόπουλου στα ανατολικά έως τις εγκαταστάσεις της ΠΕΤΡΟΛΑ στα δυτικά και
αφορά σε µήκος θαλασσίου µετώπου 4,5 χλµ περίπου (βλ. Σχήµα 2). Επισηµαίνεται
ότι έχει ήδη ξεκινήσει η κατάρτιση του νέου Στρατηγικού και Επιχειρησιακού Σχεδίου
του Ο.Λ.Ε. Α.Ε., κύριος στόχος του οποίου είναι ο εκσυγχρονισµός και η ανάπτυξη
του λιµένα Ελευσίνας, έτσι ώστε ο λιµένας να είναι σε θέση να αντεπεξέλθει πλήρως
στον εθνικής σηµασίας ρόλο του στον τοµέα των θαλάσσιων µεταφορών, αλλά και
στον ευρύτερο αναπτυξιακό ρόλο του για την πόλη της Ελευσίνας. Η κατάρτιση του
νέου Στρατηγικού και Επιχειρησιακού Σχεδίου του Ο.Λ.Ε. Α.Ε. εκτιµάται ότι θα
ολοκληρωθεί τον Ιούλιο 2003, ενώ έχει ήδη παραδοθεί η πρώτη φάση που αφορά
στο Στρατηγικό Σχέδιο του Ο.Λ.Ε. Α.Ε.

Συγκεκριµένα το θαλάσσιο µέτωπο του Λιµένα Ελευσίνας, σύµφωνα και µε τα


στοιχεία του νέου Στρατηγικού και Επιχειρησιακού Σχεδίου του Ο.Λ.Ε. Α.Ε.,
περιλαµβάνει τις ακόλουθες λιµενικές εγκαταστάσεις και διαµορφώσεις (από τα
ανατολικά προς τα δυτικά, βλ. Σχήµα 2):

• τη νέα βάση του Λιµενικού Σώµατος στη θέση Καλιµπάκι και σε επαφή µε τα
∆ιαλυτήρια Μπακόπουλου, η οποία χρησιµοποιείται για την επισκευή και
συντήρηση µικρών σκαφών του Λιµενικού Σώµατος.

• το χώρο χερσαίας απόθεσης σκαφών (καρνάγιο) στα νότια και σε επαφή µε τη


νέα βάση του Λιµενικού Σώµατος, ο οποίος έχει παραχωρηθεί στον επιχειρηµατία
Νικητάκη έναντι µισθώµατος. Ο χώρος είναι εξοπλισµένος µε εγκατάσταση
ανέλκυσης-καθέλκυσης σκαφών.

• το Λιµενίσκο Τουριστικών Σκαφών στη θέση Καλιµπάκι (φωτ. 1) δυναµικότητας


40 σκαφών αναψυχής µικρού και µεσαίου µεγέθους. Οι λιµενικές εγκαταστάσεις
αποτελούνται από κρηπιδώµατα σε καλή κατάσταση, τα οποία είναι εξοπλισµένα
µε κρίκους πρόσδεσης και πυργίσκους παροχών για τη εξυπηρέτηση των
σκαφών. Επίσης, υπάρχουν οι ελάχιστες απαιτούµενες εγκαταστάσεις χερσαίας
ζώνης για την εξυπηρέτηση των αναγκών των χρηστών του λιµενίσκου. Ο
Λιµενίσκος Τουριστικών Σκαφών στη θέση Καλιµπάκι καλύπτει ένα µικρό µέρος
της µεγάλης ζήτησης σε θέσεις ελλιµενισµού σκαφών αναψυχής που
παρατηρείται στην περιοχή της Ελευσίνας, αλλά και της ευρύτερης περιοχής της
∆υτικής Αττικής.

26
• το µέτωπο στη θέση ΚΡΟΝΟΣ (φωτ. 2), το οποίο είναι κρηπιδωµένο τοπικά σε
µικρό µήκος, ενώ το υπόλοιπο είναι αδιαµόρφωτο. Η χερσαία ζώνη του µετώπου,
έκτασης 10 στρεµµάτων περίπου, είναι περιφραγµένη χωρίς άλλες διαµορφώσεις
και η υποδοµή της αποτελείται µόνο από δίκτυο φωτισµού. Η περιοχή
χαρακτηρίζεται από αταξία, καθώς έχει καταληφθεί από σηµαντικό όγκο υλικών
κατασκευής και µπαζών. Σήµερα, στο µέτωπο υπάρχουν µόνιµα δεµένα πλοία τα
οποία βρίσκονται σε αχρηστία, ενώ η λιµενική χρήση της θέσης αυτής έχει πλέον
περιοριστεί στην περιστασιακή προσέγγιση πλοίων για την φορτοεκφόρτωση
εµπορευµάτων, εφ’ όσον αυτό ζητηθεί. Σηµειώνεται ότι δεδοµένης της
χωροθέτησης (κοντά στον πολεοδοµικό ιστό της Ελευσίνας και σε γειτονία µε
ήπιες χρήσεις όπως αυτή του Λιµενίσκου Τουριστικών Σκαφών στη θέση
Καλιµπάκι και του περιπάτου στη θέση του αναψυκτηρίου ΙΡΙΣ), καθώς και της
κατάστασης (ηµιτελή κρηπιδώµατα, αδιαµόρφωτη χερσαία ζώνη, µικρό ωφέλιµο
βάθος κλπ.) του µετώπου στη θέση ΚΡΟΝΟΣ, αυτό δεν προσφέρεται για
βιοµηχανική και εµπορική λιµενική χρήση, ενώ αποτελεί άµεση ανάγκη η
ανάπλασή του καθώς παραµένει ανεκµετάλλευτο υποβαθµίζοντας αισθητικά και
περιβαλλοντικά την περιοχή.

• το διαµορφωµένο µέτωπο στη θέση του αναψυκτηρίου ΙΡΙΣ (φωτ. 3), συνολικού
µήκους 200 µ περίπου, προ του οποίου υπάρχει τοπικά µικρού πλάτους παραλία.
Στη θέση του αναψυκτηρίου ΙΡΙΣ έχει διαµορφωθεί περίπατος. Το µέτωπο
αποτελείται από κατακόρυφο τοιχίο µικρού ύψους και φέρει προστασία από
φυσικούς ογκολίθους, ενώ η χερσαία ζώνη έχει διαµορφωθεί µε πράσινο και
πλακόστρωση. Το θαλάσσιο µέτωπο στη θέση του αναψυκτηρίου ΙΡΙΣ αποτελεί
τη µοναδική ουσιαστικά διέξοδο του πολεοδοµικού ιστού της Ελευσίνας προς τη
θάλασσα και κατ’ επέκταση µία από τις ελάχιστες περιοχές πρόσβασης των
κατοίκων της περιοχής στην ακτή. Σηµειώνεται ότι η περιοχή αυτή συµβάλει
ουσιαστικά στην περιβαλλοντική και αισθητική αναβάθµιση του θαλασσίου
µετώπου της Ελευσίνας.

• το Νέο Λιµενίσκο Αλιέων, ο οποίος βρίσκεται υπό κατασκευή µε προοπτική


ολοκλήρωσης τον Μάιο 2003. Ο νέος αυτός λιµενίσκος έχει δυναµικότητα 70
αλιευτικών σκαφών. Οι σύγχρονες εγκαταστάσεις του θα καλύψουν τις ανάγκες
των αλιέων της περιοχής παρέχοντας την κατάλληλη λιµενική υποδοµή και τον
απαραίτητο χερσαίο χώρο, καθώς οι λιµενικές εγκαταστάσεις που
χρησιµοποιούνται σήµερα από τους αλιείς είναι ανεπαρκείς σε αριθµό θέσεων και
ελλιπείς σε υποδοµή.

• τον Παλαιό Λιµενίσκο Αλιέων (φωτ. 4) δυναµικότητας 20 αλιευτικών σκαφών


µικρού µεγέθους. Το κρηπίδωµα του λιµενίσκου είναι σε άµεση επαφή µε τον
παραλιακό δρόµο της πόλης της Ελευσίνας, ενώ ουσιαστικά απουσιάζει η χερσαία
ζώνη και ο απαραίτητος χώρος στάθµευσης. Ο Παλαιός Λιµενίσκος Αλιέων
εξυπηρετεί ερασιτέχνες και επαγγελµατίες αλιείς της περιοχής. ∆εδοµένης της
µικρής δυναµικότητας του λιµενίσκου αυτού αλλά και της ελλιπούς υποδοµής
του, η ανάγκη της περιοχής σε σύγχρονες λιµενικές εγκαταστάσεις εξυπηρέτησης
των αλιέων είναι άµεση. Η ανάγκη αυτή θα ικανοποιηθεί σε µεγάλο βαθµό µε την
κατασκευή του προαναφερθέντος Νέου Λιµενίσκου Αλιέων. Επιπλέον, µε την
ολοκλήρωση του νέου λιµενίσκου θα είναι πλέον δυνατή η κατάργηση της
λειτουργίας του παλαιού λιµενίσκου και η αξιοποίηση του χώρου του µε βάση τις
ανάγκες του Λιµένα Ελευσίνας.

27
• το θαλάσσιο µέτωπο µήκους 100 µ περίπου, µεταξύ του νέου και του παλαιού
λιµενίσκου αλιέων, ο οποίος µπορεί να αξιοποιηθεί ως περίπατος. Το µέτωπο
αποτελείται από κατακόρυφο τοιχίο µικρού ύψους και φέρει προστασία από
φυσικούς ογκολίθους, ενώ στη χερσαία ζώνη υπάρχει µικρή παιδική χαρά. Στη
θέση αυτή υπάρχουν και δύο µικρού µήκους και πλάτους προβλήτες επί
πασσάλων µε ξύλινη ανωδοµή.

• τον Κεντρικό Λιµένα Ελευσίνας, ο οποίος καταλαµβάνει µήκος θαλασσίου


µετώπου 400 µ περίπου και αποτελείται από κρηπίδωµα και προβλήτα συνολικού
µήκους παραβολής 1000 µ. Ο χερσαίος χώρος του λιµένα, επιφάνειας 50
στρεµµάτων περίπου, είναι περιφραγµένος και κατάλληλα διαµορφωµένος για
την εξυπηρέτηση των αναγκών του λιµένα. Η κύρια χρήση του Κεντρικού Λιµένα
Ελευσίνας είναι εµπορική, καθώς εξυπηρετεί την φορτοεκφόρτωση, την
εναπόθεση και τη διακίνηση εµπορευµάτων (κυρίως scrap, σίδηρο, λαµαρίνες,
ρολά χαρτιού, ξυλεία κλπ.). Επισηµαίνεται ότι ο Λιµένας Ελευσίνας καλύπτει ένα
σηµαντικό ποσοστό των εθνικών αναγκών στη θαλάσσια διακίνηση
εµπορευµάτων, καθώς σύµφωνα µε στοιχεία του Υ.Ε.Ν. (2002) αποτελεί τον
τρίτο σηµαντικότερο λιµένα εµπορευµάτων της χώρας (µε φορτίο µεγαλύτερο
του 1,5 εκ.τ.). Συνεπώς, η αναβάθµιση και περαιτέρω ανάπτυξή του θα συµβάλει
ουσιαστικά στην ανάπτυξη τόσο της Εθνικής Οικονοµίας όσο και της τοπικής
οικονοµίας µίας περιοχής που διέρχεται κρίση τα τελευταία χρόνια λόγω της
τάσης αποβιοµηχανοποίησης που παρατηρείται στην ευρύτερη περιοχή του
Θριάσιου Πεδίου. Εντούτοις, η χωροθέτηση του λιµένα (στην παράκτια περιοχή
προ του πολεοδοµικού ιστού της Ελευσίνας και σε γειτονία µε ηπιότερες χρήσεις
όπως αυτή του Παλαιού Λιµενίσκου Αλιέων και του Λιµενίσκου Τουριστικών
Σκαφών στη θέση του Παλαιού Λιµένα), καθώς και το µέγεθος των
εγκαταστάσεων του υφιστάµενου Κεντρικού Λιµένα Ελευσίνας (απουσία επαρκών
χώρων για την εναπόθεση εµπορευµάτων, περιορισµένο µήκος κρηπιδωµάτων
κλπ.), σε συνδυασµό µε την αδυναµία επέκτασης και εκσυγχρονισµού των
υφιστάµενων εγκαταστάσεων (κυρίως λόγω έλλειψης διαθέσιµου χώρου), δεν
παρέχουν τις προϋποθέσεις για την επιθυµητή ανάπτυξη και αναβάθµιση του
Λιµένα Ελευσίνας. Για το λόγο αυτό θεωρείται ιδιαίτερα σηµαντική η προοπτική
µεταφοράς του λιµένα σε νέα θέση, όπου θα υπάρχει η δυνατότητα ανάπτυξης
ενός σύγχρονου εµπορικού λιµενικού συγκροτήµατος.

• το Λιµενίσκο Μικτής Χρήσης στη θέση του Παλαιού Λιµένα (φωτ. 6)


δυναµικότητας 50 σκαφών µικρού και µεσαίου µεγέθους. Ο λιµενίσκος
κατασκευάσθηκε πρόσφατα στις εγκαταστάσεις του Παλαιού Λιµένα, διαθέτει
κρηπιδώµατα εξοπλισµένα µε κρίκους πρόσδεσης και µικρής έκτασης
διαµορφωµένη χερσαία ζώνη, στην οποία υπάρχει µικρό κτίσµα για την στέγαση
χώρου γραφείου και WC. Στο λιµενίσκο αυτό ελλιµενίζονται µηχανοκίνητα και
ιστιοπλοϊκά σκάφη αναψυχής µικρού και µεσαίου µεγέθους, µικρός αριθµός
αλιευτικών σκαφών µεσαίου µεγέθους, καθώς και λέµβοι (λάντζες) διακίνησης
προσωπικού και υλικών εφοδιασµού προς τα εµπορικά κυρίως πλοία που
βρίσκονται αρόδου. ∆εδοµένης της θέσης του Λιµενίσκου αυτού σε σχέση µε τον
πολεοδοµικό ιστό της πόλης της Ελευσίνας προτείνεται ο διαχωρισµός των
χρήσεων και συγκεκριµένα η αποµάκρυνση, στο βαθµό που αυτό είναι εφικτό,
των αλιευτικών σκαφών και των λαντζών.

• τον προβλήτα της Πρώην Αµερικάνικης Βάσης (φωτ. 17) µήκους 250 µ περίπου.
Ο προβλήτας είναι κατασκευασµένος επί πασσάλων µε ανωδοµή από σκυρόδεµα
και βρίσκεται γενικά σε κακή κατάσταση. Επίσης, το ωφέλιµο βάθος προ αυτού

28
είναι µικρό. Κατά συνέπεια ο προβλήτας αφ’ ενός δεν είναι λειτουργικός και αφ’
ετέρου υποβαθµίζει αισθητικά την περιοχή. Ο προβλήτας της Πρώην
Αµερικάνικης Βάσης χρησιµοποιείτο στο πρόσφατο παρελθόν περιστασιακά από
εταιρίες πετρελαιοειδών. Σηµειώνεται ότι εφ’ όσον συνεχιστεί η λειτουργία αυτή
του προβλήτα θα πρέπει οπωσδήποτε να ανακατασκευασθεί.

• τη χερσαία ζώνη στα ανατολικά και δυτικά του προβλήτα της Πρώην
Αµερικάνικης Βάσης (φωτ. 5), η οποία είναι διαµορφωµένη µε πλακόστρωση και
φιλοξενεί στο ανατολικό της άκρο δηµοτικό αναψυκτήριο και θερινό
κινηµατογράφο. Στα ανατολικά της περιοχής αυτής υπάρχει µικρού µήκους και
πλάτους παραλία εξοπλισµένη µε οµπρέλες και κάδους απορριµµάτων.
Σηµειώνεται ότι µέχρι σήµερα η παραλία αυτή, όπως και η παραλία προ του
διαµορφωµένου µετώπου στη θέση του αναψυκτηρίου ΙΡΙΣ, έχει χαρακτηρισθεί
ακατάλληλη για κολύµβηση. Εντούτοις, σύµφωνα µε τις µετρήσεις ποιότητας
νερού που πραγµατοποιούνται σε ετήσια βάση στην περιοχή, η ποιότητα του
θαλασσινού νερού βελτιώνεται συνεχώς (λόγω της λειτουργίας του βιολογικού
καθαρισµού της Ψυτάλλειας, την σταδιακή αποβιοµηχανοποίηση της περιοχής
κλπ.) και ενδέχεται να φτάσει στα επιτρεπτά όρια κολύµβησης στο άµεσο
µέλλον.

• τις εγκαταστάσεις της εταιρίας ΤΙΤΑΝ, οι οποίες καταλαµβάνουν θαλάσσιο


µέτωπο µήκους 500 µ. Η πρόσβαση στο θαλάσσιο µέτωπο είναι ελεγχόµενη και
δεν επιτρέπεται σε µη εξουσιοδοτηµένα πρόσωπα, καθώς η περιοχή είναι
ιδιόκτητη. Σηµειώνεται ότι η εταιρία ΤΙΤΑΝ έχει περιορίσει σηµαντικά τις
δραστηριότητές της στην περιοχή και ότι ενδέχεται να παραχωρήσει σηµαντικής
επιφάνειας χερσαία έκταση στους ενδιαφερόµενους τοπικούς φορείς. Εντούτοις,
οι λιµενικές εγκαταστάσεις της εταιρίας ΤΙΤΑΝ θα παραµείνουν υπό την
εκµετάλλευση της.

• το θαλάσσιο µέτωπο στη θέση Βλύχα (φωτ. 7), που καταλαµβάνει την ανατολική
ακτή του Όρµου Βλύχας και βρίσκεται σε επαφή µε τις εγκαταστάσεις της
εταιρίας ΤΙΤΑΝ. Ο χώρος αυτός είναι περιφραγµένος και χαρακτηρίζεται από
αταξία, καθώς η χερσαία ζώνη της περιοχής είναι κατειληµµένη από παλιά
οχήµατα και σκάφη, ενώ στο µέτωπο είναι δεµένα παλιά εµπορικά και Ε/Γ-Ο/Γ
πλοία. Η περιοχή αυτή αποτελεί πόλο αισθητικής και περιβαλλοντικής
υποβάθµισης και κατά συνέπεια πρέπει να καθαρισθεί και να αναπλασθεί, χωρίς
απαραίτητα να αρθεί πλήρως η υφιστάµενη χρήση.

• τον προβλήτα στη θέση Βλύχα και την ωφέλιµη χερσαία επιφάνεια 20
στρεµµάτων που τον περιβάλλει. Η περιοχή αυτή έχει παραχωρηθεί σε δύο
εταιρίες (ΚΡΙΘΑΡΗΣ και ΑΦΟΙ ΤΣΟΚΑΝΗ) και χρησιµοποιείται για την
φορτοεκφόρτωση και την εναπόθεση αδρανών υλικών.

• την δυτική ακτή του Όρµου Βλύχας (φωτ. 8), η οποία δεν είναι διαµορφωµένη
και χαρακτηρίζεται από πολύ µικρού πλάτους παραλία και οµαλή κλίση πυθµένα,
ενώ τα βάθη στο εσωτερικό του όρµου δεν ξεπερνούν τα 5 µ. Εντούτοις, η
ανθρωπογενής παρέµβαση είναι αισθητή, καθώς υπάρχουν τρεις µικροί
προβλήτες σε αχρηστία και σε πολύ κακή κατάσταση, υπάρχει περίφραξη σε
πολύ µικρή απόσταση από την ακτογραµµή, ενώ απορρίµµατα και µπάζα είναι
σκορπισµένα στην παραλία. Η παράκτια αυτή περιοχή στον Όρµο Βλύχας είναι
αποµακρυσµένη από τις αστικές δραστηριότητες της Ελευσίνας και παράλληλα σε
γειτονία µε βιοµηχανικές χρήσεις (ΤΙΤΑΝ, φορτοεκφόρτωση αδρανών υλικών,

29
ΠΕΤΡΟΛΑ κλπ.). Κατά συνέπεια, δεδοµένου και του µεγέθους της, η περιοχή
αυτή προσφέρεται για να φιλοξενήσει τις εγκαταστάσεις του νέου εµπορικού
λιµένα της Ελευσίνας (δηλαδή την παρούσα δραστηριότητα του Κεντρικού
Λιµένα Ελευσίνας). Σηµειώνεται ότι η αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος
του Όρµου Βλύχας είναι ουσιαστικά αδύνατη δεδοµένης της σταδιακής
υποβάθµισης των οικοσυστηµάτων, της απόρριψης µεγάλων ποσοτήτων
αδρανών υλικών στο παρελθόν και της παρουσίας βιοµηχανικών δραστηριοτήτων
στην άµεση γειτονία του.

Το θαλάσσιο µέτωπο του Κόλπου Ελευσίνας στα ανατολικά της Χερσαίας Ζώνης του
Λιµένα Ελευσίνας έως και τα Ελληνικά Ναυπηγεία Σκαραµαγκά χαρακτηρίζεται από
βαριά βιοµηχανική χρήση. Συγκεκριµένα, από τα ανατολικά προς τα δυτικά
απαντώνται οι ακόλουθες βιοµηχανικές λιµενικές εγκαταστάσεις (βλ. Σχήµα 2):

• προβλήτες και χερσαίες εγκαταστάσεις Ελληνικών Ναυπηγείων Σκαραµαγκά


• προβλήτας Ελληνικών Πετρελαίων (ΕΛΠΕ)
• προβλήτας ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ
• προβλήτας Ελληνικής Χαλυβουργίας
• προβλήτας ΧΑΛΥΨ
• προβλήτας TEXACO
• προβλήτας ΣΙ∆ΕΝΟΡ
• προβλήτας ΒΙΟΧΑΛΚΟ
• προβλήτας και χερσαίες εγκαταστάσεις Χαλυβουργικής Α.Ε.
• εγκαταστάσεις ∆ιαλυτηρίων Μπακόπουλου, ο χώρος των οποίων είναι
ιδιόκτητος.

Στις θέσεις των λιµενικών αυτών εγκαταστάσεων η πρόσβαση στην ακτή είναι
ελεγχόµενη και δεν επιτρέπεται σε µη εξουσιοδοτηµένα πρόσωπα.

Απαγορευµένη είναι η πρόσβαση και στη χερσαία περιοχή και τις λιµενικές
εγκαταστάσεις της Σχολής Εµπορικού Ναυτικού που βρίσκεται στα δυτικά του
προβλήτα της ΒΙΟΧΑΛΚΟ.

Στο ανατολικό αυτό τµήµα του Κόλπου Ελευσίνας απαντώνται και οι παρακάτω δύο
περιοχές µικρότερης ανθρωπογενούς παρέµβασης, όπου η ακτή δεν έχει διαµορφωθεί
µε λιµενικά έργα:

• η ακτή στα βόρεια των Ναυπηγείων Σκαραµαγκά, προ της Λίµνης


Κουµουνδούρου, µήκους θαλασσίου µετώπου 1 χλµ περίπου
• η παραλία Ασπροπύργου, µεταξύ των εγκαταστάσεων της Σχολής Εµπορικού
Ναυτικού και της Χαλυβουργικής Α.Ε., µήκους θαλασσίου µετώπου 1 χλµ
περίπου.

Οι δύο αυτές περιοχές, αν και χαρακτηρίζονται από φυσική παραλία, έχουν υποστεί
έντονη και µακροχρόνια περιβαλλοντική υποβάθµιση. Εντούτοις, είναι επιθυµητή η
διατήρηση και η αποκατάστασή τους στο βαθµό που αυτό είναι δυνατό, δεδοµένου
ότι αφ’ ενός αποτελούν τα µοναδικά τµήµατα φυσικής ακτής στην περιοχή του
Σκαραµαγκά και του Ασπροπύργου και αφ’ ετέρου είναι οι µοναδικές θέσεις δηµόσιας
πρόσβασης στην ακτή. Σηµειώνεται ότι η δηµόσια πρόσβαση δεν συνιστάται για
δραστηριότητες όπως η κολύµβηση και ο περίπατος, αλλά αφορά στην απουσία
οπτικής παρεµπόδισης προς την ανοιχτή θάλασσα και την προσέγγιση της ακτής για

30
επιστηµονικούς λόγους (π.χ. δειγµατοληψίες). Άλλωστε, η Λίµνη Κουµουνδούρου που
βρίσκεται ουσιαστικά στη γειτονία της ακτής στα βόρεια των Ναυπηγείων
Σκαραµαγκά (διαχωρίζονται από την Εθνική Οδό Αθηνών-Κορίνθου) έχει
χαρακτηρισθεί ως Τοπίο Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλους και κατά συνέπεια βρίσκεται υπό
καθεστώς προστασίας.

Το θαλάσσιο µέτωπο του Κόλπου Ελευσίνας στα δυτικά της Χερσαίας Ζώνης του
Λιµένα Ελευσίνας µέχρι και το ακρωτήριο του ναού του Αγ. Νικολάου επίσης
χαρακτηρίζεται από βαριά βιοµηχανική χρήση. Συγκεκριµένα, από τα ανατολικά προς
τα δυτικά απαντώνται οι ακόλουθες βιοµηχανικές εγκαταστάσεις (βλ. Σχήµα 2):

• χερσαίες εγκαταστάσεις ΠΥΡΚΑΛ, των οποίων σύντοµα θα αρθεί η λειτουργία


• χερσαίες εγκαταστάσεις Ελληνικών Υαλουργείων
• προβλήτες και χερσαίες εγκαταστάσεις ΠΕΤΡΟΛΑ, που βρίσκονται σε ιδιόκτητο
χώρο
• λιµενικές και χερσαίες εγκαταστάσεις Ναυπηγείων Ελευσίνας
• προβλήτας φόρτωσης βωξίτη, ο οποίος βρίσκεται σε αχρηστία.

Στις θέσεις των εγκαταστάσεων αυτών η πρόσβαση στην ακτή είναι ελεγχόµενη και
δεν επιτρέπεται σε µη εξουσιοδοτηµένα πρόσωπα.

2.2.2. ∆υτικό τµήµα κόλπου Ελευσίνας

Το τµήµα αυτό του κόλπου Ελευσίνας εκτείνεται από το ακρωτήριο του ναού του Αγ.
Νικολάου στα ανατολικά µέχρι και το Πέραµα στα δυτικά (βλ. Σχήµατα 1 και 3). Κατά
µήκος του θαλασσίου µετώπου υπάρχει εναλλαγή µεταξύ βραχωδών ακτών µικρής
σχετικά κλίσης και παραλίων χονδρόκοκκου υλικού, ενώ η πρόσβαση στην ακτή είναι
δυνατή στο µεγαλύτερο τµήµα της υπό εξέταση περιοχής είτε απ’ ευθείας από την
παλαιά Εθνική Οδό, είτε από άλλες βοηθητικές οδούς.

Το τµήµα αυτό περιλαµβάνει την παραλιακή ζώνη των οικισµών (από τα ανατολικά
προς τα δυτικά) Λουτροπύργου, Νερακίου και Νέας Περάµου (Μεγάλου Πεύκου),
όπου οι παρεµβάσεις στην ακτή και οι χρήσεις του θαλασσίου µετώπου είναι ήπιες,
ενώ σε µεγάλο µήκος θαλασσίου µετώπου η ακτή διατηρείται στη φυσική της
κατάσταση (βλ. Σχήµα 3).

Εντοπίζονται οι ακόλουθες ανθρωπογενείς επεµβάσεις επί της ακτής (από τα


ανατολικά προς τα δυτικά):

• στην ακτή Λουτροπύργου, όπου σε µικρό βάθος έχει κατασκευασθεί πολύ µικρής
κλίµακας έργο σχήµατος Γ, το οποίο βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση και σε
αχρηστία. Κρίνεται σκόπιµη η καθαίρεση του έργου αυτού και η αποκατάσταση
της φυσικής ακτής, για λόγους περιβαλλοντικούς, ασφαλείας και αισθητικής.

• στην παραλιακή ζώνη του οικισµού Νερακίου σε µήκος θαλασσίου µετώπου 700
µ (φωτ. 9), όπου υπάρχουν 7 πρόβολοι µικρού µήκους από σκυρόδεµα σε κακή
κατάσταση. Οι πρόβολοι αυτοί χρησιµοποιούνται περιστασιακά από τους
κατοίκους του οικισµού για την πρόσδεση µικρών µηχανοκίνητων σκαφών και
βαρκών. Η ακτή µεταξύ των προβόλων είναι στο µεγαλύτερο τµήµα της
αδιαµόρφωτη και έχει παραθεριστικό χαρακτήρα. Η παραλία οριοθετείται από την
Παλαιά Εθνική Οδό Αθηνών-Κορίνθου µε κατακόρυφο τοιχίο. Σε ορισµένες
θέσεις, η ακτή έχει υποστεί µικρής κλίµακας διάβρωση, γεγονός που πιθανότατα

31
οφείλεται στην παρουσία του κατακόρυφου τοιχίου το οποίο προκαλεί την
ανάκλαση των κυµατισµών και την αποµάκρυνση του υλικού της παραλίας από
τον πόδα του προς τα βαθιά. Συνεπώς, θεωρείται σκόπιµο να εξετασθεί η
δυνατότητα προστασίας και αποκατάστασης της παραλίας.

• στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις Πυροβολικού βόρεια της Νέας Περάµου, όπου η


πρόσβαση στην ακτή επιτρέπεται µόνο σε εξουσιοδοτηµένα πρόσωπα.

• στην παραλιακή ζώνη του οικισµού Νέας Περάµου (Μεγάλου Πεύκου), το


ανατολικό τµήµα της οποίας είναι διαµορφωµένο µε κατακόρυφο µέτωπο, ενώ
δυτικότερα διατηρείται η φυσική ακτή προ της οποίας έχει τοποθετηθεί µία σειρά
αποσπασµένων προβόλων (φωτ. 10). Σηµειώνεται ότι στο κατακόρυφο µέτωπο η
ανάβαση των κυµάτων (run-up) είναι ιδιαίτερα έντονη, γεγονός που σε
συνδυασµό µε την παρουσία των αποσπασµένων προβόλων µαρτυρά την ανάγκη
προστασίας της ακτής από την κυµατική δράση.

• στο δυτικό τµήµα του οικισµού Νέας Περάµου (Μεγάλου Πεύκου), βρίσκονται ο
Λιµενίσκος Σκαφών Αναψυχής Νέας Περάµου (φωτ. 11) δυναµικότητας 70
σκαφών και ο Λιµενίσκος Αλιέων Νέας Περάµου δυναµικότητας 65 σκαφών. Οι
δύο λιµενίσκοι έχουν κοινό κεντρικό προβλήτα, µε τον Λιµενίσκο Σκαφών
Αναψυχής στα ανατολικά και τον Λιµενίσκο Αλιέων στα δυτικά. Στο δυτικό άκρο
του Λιµενίσκου Αλιέων υπάρχει χώρος συντήρησης και επισκευής σκαφών
(καρνάγιο). Τα κρηπιδώµατα του Λιµενίσκου Σκαφών Αναψυχής είναι
εξοπλισµένα µε δέστρες και πυργίσκους παροχών για τη εξυπηρέτηση των
σκαφών. Η χερσαία ζώνη των δύο λιµενίσκων περιλαµβάνει αναψυκτήριο, παιδική
χαρά, ένα µικρό χώρο γραφείων, WC και χώρους στάθµευσης. Οι ελεύθεροι
χώροι είναι διαµορφωµένοι µε πράσινο και πλακόστρωση βελτιώνοντας την
αισθητική του χώρου και εντάσσοντας επιτυχώς τις εγκαταστάσεις των δύο
λιµενίσκων στο ευρύτερο περιβάλλον. Συνεπώς, η χερσαία ζώνη των δύο
λιµενίσκων που βρίσκεται σε επαφή µε τον οικισµό αποτελεί ευχάριστη διέξοδο
αισθητικά αλλά και σε επίπεδο αναψυχής του πολεοδοµικού ιστού της Νέας
Περάµου στο θαλάσσιο µέτωπο.

• στο δυτικό άκρο του υπό µελέτη τµήµατος θαλασσίου µετώπου, όπου βρίσκεται
ο προβλήτας Ο/Γ πλοίων Περάµατος (φωτ. 12). Ο προβλήτας εξυπηρετεί την
ακτοπλοϊκή σύνδεση µε τη Σαλαµίνα µε ανοιχτού τύπου Ο/Γ πλοία. Ο προβλήτας
βρίσκεται σε κακή κατάσταση και έχει ανάγκη ανακατασκευής, ενώ ο µικρός
πρόβολος από φυσικούς ογκολίθους δεν προσφέρει προστασία από ανέµους Β-ΒΑ
διεύθυνσης. Επίσης, ο ελάχιστος χερσαίος χώρος είναι ανεπαρκής µε κυριότερη
έλλειψη τους χώρους στάθµευσης οχηµάτων και αναµονής των επιβατών. Τέλος,
η οδική πρόσβαση είναι προβληµατική, καθώς ο δρόµος είναι στενός, ενώ δεν
υπάρχει χώρος για ελιγµούς.

• στα ανατολικά του προβλήτα Ο/Γ πλοίων Περάµατος υπάρχει µικρό σύγχρονο
λιµενικό έργο δυνατότητας ελλιµενισµού 1-2 σκαφών, στο οποίο η πρόσβαση
απαγορεύεται.

Στο υπόλοιπο τµήµα του θαλασσίου µετώπου έχει διατηρηθεί η φυσική κατάσταση
της ακτής. Συγκεκριµένα, η ακτή χαρακτηρίζεται από βραχώδεις ακτές στα ανατολικά,
οι οποίες µεταβαίνουν σταδιακά σε παραλίες χονδρόκοκκου υλικού προς τα δυτικά. Οι
βραχώδεις ακτές διαµορφώνονται από το ασβεστολιθικό υπόβαθρο, έχουν αρκετά
οµαλή κλίση και µικρό ύψος πρανούς, ενώ καλύπτονται από θαµνώδη βλάστηση,

32
κυπαρίσσια και ελαιόδενδρα. Οι παραλίες αποτελούνται από χονδρόκοκκο υλικό
(χονδρή άµµο έως και χάλικες) και έχουν ήπια κλίση καθώς και περιορισµένο πλάτος,
αφ’ ενός λόγω της γεωµορφολογίας της περιοχής και αφ’ ετέρου λόγω της επέκτασης
της οικοδοµικής δραστηριότητας επί της ακτής και της χάραξης της Παλαιάς Εθνικής
Οδού Αθηνών-Κορίνθου.

2.2.3. Όρµος Βουρκάρι

Ο όρµος αυτός εκτείνεται νότια του Περάµατος (βλ. Σχήµα 3) και χαρακτηρίζεται από
πολύ ρηχά νερά (µικρότερα του 1 m στο εσωτερικό του). Οι ακτές του όρµου
αποτελούνται από λιµνοθαλάσσιες αποθέσεις ιζηµάτων µε υψηλό ποσοστό υγρασίας
και έχουν πάρα πολύ µικρή κλίση (φωτ. 18).

∆εν υπάρχει πρόσβαση στις ακτές του όρµου πλην ορισµένων χωµατόδροµων, ενώ η
ανθρώπινη παρουσία περιορίζεται σε λίγες κατοικίες µικρού µεγέθους, οι οποίες είναι
διάσπαρτες στο ευρύτερο πεδίο της περιοχής της «Αλµύρας» που έχει διαµορφωθεί
από τις προαναφερθείσες λιµνοθαλάσσιες αποθέσεις.

Η κύρια δραστηριότητα στην περιοχή του Όρµου Βουρκάρι είναι οι υδατοκαλλιέργειες


µυδιών, ενώ προς την ενδοχώρα και σε αρκετή απόσταση από την ακτή
καλλιεργούνται αµπελώνες.

2.2.4. Χερσόνησος Αγ. Τριάδας

Η χερσόνησος αυτή αποτελεί το νότιο όριο του Όρµου Βουρκάρι (βλ. Σχήµα 3) και
χαρακτηρίζεται από βραχώδεις ακτές, στο µεγαλύτερο τµήµα των οποίων η
πρόσβαση είναι αδύνατη.

Στο νοτιότερο άκρο της χερσονήσου υπάρχουν λιµενικές εγκαταστάσεις πιθανότατα


βιοµηχανικής χρήσης. Η πρόσβαση στις εγκαταστάσεις αυτές απαγορεύεται, καθώς η
είσοδος στον δρόµο που διατρέχει την χερσόνησο της Αγ. Τριάδας και καταλήγει στις
εγκαταστάσεις ελέγχεται.

2.2.5. Ακτή Μεγάρων (µεταξύ Πάχης και Στίκα)

Η παράκτια αυτή ζώνη βρίσκεται στα νότια της πόλης των Μεγάρων και εκτείνεται
µεταξύ των οικισµών της Πάχης στα ανατολικά και του Στίκα στα δυτικά. Το τµήµα
αυτό περιλαµβάνει την παραλιακή ζώνη του οικισµού της Πάχης, όπου το θαλάσσιο
µέτωπο είναι διαµορφωµένο, ενώ το υπόλοιπο τµήµα της ακτής διατηρείται στη
φυσική του κατάσταση (βλ. Σχήµα 4). Σηµειώνεται ότι ο οικισµός του Στίκα είναι
ορεινός και βρίσκεται σε απόσταση από την ακτή.

Η παραλιακή ζώνη του οικισµού της Πάχης διαµορφώνεται από τον Λιµενίσκο
Αλιευτικών Σκαφών Πάχης (φωτ. 13) δυναµικότητας 90 σκαφών µικρού και µεσαίου
µεγέθους, στον οποίο περιστασιακά ελλιµενίζονται και σκάφη αναψυχής. Οι λιµενικές
εγκαταστάσεις αν και σε αρκετά καλή κατάσταση χρειάζονται συντήρηση. Η χερσαία
ζώνη του λιµενίσκου είναι µικρής έκτασης µε αποτέλεσµα να µην καλύπτει πλήρως τις
ανάγκες των αλιέων. Είναι σε επαφή µε τον παραλιακό δρόµο του οικισµού, από τον
οποίο οριοθετείται µε πράσινο, όπου και έχει εξασφαλιστεί µικρός αριθµός θέσεων
στάθµευσης.

33
Στο υπόλοιπο τµήµα του υπό µελέτη θαλασσίου µετώπου έχει διατηρηθεί η φυσική
ακτή. Συγκεκριµένα, στα ανατολικά και δυτικά του οικισµού της Πάχης, η ακτή είναι
βραχώδης και διαµορφώνεται από το ασβεστολιθικό υπόβαθρο µε σχετικά ήπια κλίση.
∆υτικότερα και µέχρι την περιοχή του Στίκα, όπου βρίσκεται το ανατολικό άκρο των
ακτών της Κακιάς Σκάλας (τµήµα ακτής ΣΤ), εκτείνεται παραλία ήπιας κλίσης και
κυµαινόµενου πλάτος από χονδρόκοκκο υλικό (χονδρή άµµος έως και χάλικες) (φωτ.
14). Προς την ξηρά, η παραλία οριοθετείται από το κατακόρυφο τοιχίο του
παραλιακού δρόµου που εξυπηρετεί τους χρήστες της παραλίας και τις ελάχιστες
παραλιακές κατοικίες. Σε µεγάλο τµήµα της ακτής (στα δυτικά), η παραλία
χρησιµοποιείται από λουόµενους και συνεπώς έχουν γίνει οι σχετικές διαµορφώσεις
(πεζοδρόµιο, παγκάκια, σκαλοπάτια πρόσβασης στην παραλία κλπ.). Ανατολικότερα η
ακτή χαρακτηρίζεται από αταξία καθώς απαντώνται µικροί πρόβολοι από σκυρόδεµα
(σε κακή κατάσταση), µικρές βάρκες που έχουν «τραβηχτεί» στην ακτή και
απορρίµµατα. Σηµειώνεται ότι η παραλία αυτή οριοθετείται από τις βραχώδεις ακτές
που σχηµατίζουν οι απολήξεις των γειτονικών ορεινών όγκων στη θάλασσα.

2.2.6. Ακτή Κακιάς Σκάλας

Το τµήµα αυτό του θαλασσίου µετώπου είναι βραχώδες και απόκρηµνο και κατά
συνέπεια χαρακτηρίζεται από την απουσία ανθρωπογενών παρεµβάσεων επί της
ακτής (βλ. Σχήµα 4). Στην περιοχή αυτή βρίσκεται υπό κατασκευή τµήµα της Νέας
Εθνικής Οδού Αθηνών-Κορίνθου και της σιδηροδροµικής γραµµής Αθηνών-Κορίνθου.

2.2.7. Παραλία Κινέττας

Η παραλία της Κινέττας εκτείνεται προ του οµώνυµου οικισµού σε ένα µήκος
θαλασσίου µετώπου 5,5 χλµ περίπου (βλ. Σχήµα 4). Η παραλία αποτελείται από
χονδρόκοκκο υλικό και έχει κυµαινόµενο πλάτος, ενώ στο δυτικό της άκρο υπάρχει
εµφάνιση του βραχώδους υποβάθρου (µε τη στρώση του γεωλογικού σχηµατισµού
να καθορίζει την κλίση της παραλίας) (φωτ. 15).

Η χρήση της παραλίας της Κινέττας είναι αποκλειστικά παραθεριστική, όπως άλλωστε
και ο χαρακτήρας του οικισµού. Η παραλία είναι σε επαφή µε τις παραλιακές
κατοικίες, ενώ µόνο σε ένα τµήµα της (µήκους 500 χλµ) υπάρχει παραλιακός δρόµος.
Στις υπόλοιπες θέσεις, η πρόσβαση στην παραλία γίνεται µέσω των στενών δρόµων
του οικισµού που είναι κάθετοι στην ακτή και ξεκινούν από την παλαιά Εθνική Οδό
Αθηνών-Κορίνθου.

Στο δυτικό άκρο του οικισµού της Κινέττας και µέχρι το όριο της περιοχής
ενδιαφέροντος (59ο χιλιόµετρο παλαιάς Εθνικής Οδού Αθηνών-Κορίνθου), η ακτή
παρουσιάζει εναλλαγές βραχωδών ακτών οµαλής κλίσης και µικρού µήκους και
πλάτους παραλιών από χονδρόκοκκο υλικό (φωτ. 16). Κατά θέσεις υπάρχουν
πρόχειρα κατασκευασµένοι πρόβολοι από σκυρόδεµα. Το τµήµα αυτό του θαλασσίου
µετώπου είναι σε επαφή µε παραλιακές κατοικίες, ενώ η πρόσβαση στην ακτή είναι
δύσκολη (στενοί δρόµοι σε κακή κατάσταση, µεγάλη υψοµετρική διαφορά µεταξύ
παραλίας και παραλιακής ζώνης κατοικιών.

34
2.3. ΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ – ∆ΟΜΗΣΗ

2.3.1. Οικισµοί

Στην περιοχή µελέτης περιλαµβάνονται πέντε κύριοι οικισµοί – έδρες ∆ήµων, οι


οποίοι διαθέτουν στο σύνολό τους Γενικά Πολεοδοµικά Σχέδια. Από τους οικισµούς
αυτούς εξαρτώνται µια σειρά µικρότερων οικισµών, σε µεγαλύτερη ή µικρότερη
απόσταση από τους κύριους. Είναι ενδιαφέρον ότι, σύµφωνα µε την ΕΣΥΕ, οι δήµοι
Ελευσίνας, Ασπροπύργου και Ν. Περάµου δεν διαθέτουν δευτερεύοντες οικισµούς, σε
αντίθεση µε τη Μάνδρα και τα Μέγαρα που περιλαµβάνουν αντίστοιχα 11 και 12
οικισµούς επιπλέον των κύριων, ορισµένοι από τους οποίους είναι Μονές. Στην
πραγµατικότητα, όµως, µε εξαίρεση τη Ν. Πέραµο, όλοι οι οικισµοί πλαισιώνονται από
µικρότερους οικισµούς, κατά κανόνα αυθαίρετους. Η µεθοδολογία απογραφής των
πληθυσµιακών µεγεθών έχει επιπτώσεις στην εικόνα της ιεράρχησης των οικισµών µε
βάση τη συγκεκριµένη παράµετρο. Έτσι ο Ασπρόπυργος εµφανίζεται ως ο
µεγαλύτερος από την άποψη πληθυσµού οικισµός της περιοχής µελέτης, µε την
Ελευσίνα να ακολουθεί και τα Μέγαρα να έπονται.

Ιεράρχηση

Η ιεράρχηση των οικισµών αυτών προβλεπόταν ως εξής σύµφωνα µε το Ρυθµιστικό


Σχέδιο Αθήνας: τα Μέγαρα θα αποτελούσαν έδρα της υποενότητας ∆υτικής Αττικής,
η Ελευσίνα θα λειτουργούσε σαν κέντρο δήµου υπερτοπικής σηµασίας και η Μάνδρα
θα κάλυπτε ανάγκες κέντρου τοπικής σηµασίας επιπέδου δήµου. Οι προβλέψεις αυτές
διαψεύσθηκαν από την πραγµατικότητα, δεδοµένου ότι ο Ασπρόπυργος και η
Ελευσίνα εµφάνισαν έντονο δυναµισµό, σε αντίθεση µε τα Μέγαρα που υποχώρησαν
σε ρυθµό εξέλιξης. Το αποτέλεσµα αυτών των τάσεων είναι να εµφανίζονται σήµερα
στην περιοχή µελέτης τρία κέντρα ισοδύναµα από πληθυσµιακή άποψη, ενώ από την
άποψη της ενίσχυσης λειτουργιών τόσο του ιδιωτικού όσο και του δηµόσιου τοµέα τα
Μέγαρα να παρουσιάζονται ως περισσότερο αποδυναµωµένα.

Σχέση µε το θαλάσσιο µέτωπο

Από τους πέντε κύριους οικισµούς µόνο η Ελευσίνα και η Νέα Πέραµος διαθέτουν
θαλάσσιο µέτωπο και µόνο στη δεύτερη έχει επιτευχθεί λειτουργική ενσωµάτωση της
παράκτιας ζώνης στον οικισµό. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις η σχέση θαλάσσιου
µετώπου – οικισµού είναι χαλαρή έως µηδαµινή για λόγους που αναφέρονται στη
συνέχεια. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί ο δήµος Μάνδρας, ο οποίος καταλήγει στη
θάλασσα µε µια πολύ στενή ζώνη, την περιοχή του Ευταξία, µε αποτέλεσµα να µην
τίθεται ζήτηµα σχέσης των περιοχών κατοικίας ή άλλων χρήσεων µε τη θάλασσα. Ο
µόνος παράκτιος οικισµός του δήµου βρίσκεται βόρεια και σε επαφή µε τα διόδια
Ελευσίνας και είχε δηµιουργηθεί πριν την εγκατάσταση της Petrola στην περιοχή.
Πρόκειται για τον αυθαίρετο οικισµό «Μακρυάµµο», που έχει πλέον χάσει τη
λειτουργία του σαν περιοχή παραθεριστικής κατοικίας.

Η παράκτια ζώνη της Ελευσίνας, µε ένα µήκος περίπου 20χλµ, είναι σαφώς η πλέον
βεβαρυµένη στο σύνολο των πέντε δήµων, τόσο στο χερσαίο, όσο και στο θαλάσσιο
τµήµα της. Οριοθετείται ανατολικά από τη Χαλυβουργική και δυτικά από τα
Ναυπηγεία Ελευσίνας. Μεταξύ των τελευταίων και της πόλης παρεµβάλλονται οι
πετρελαιοδεξαµενές της Petrola και οι εγκαταλειµµένες εγκαταστάσεις της ΠΥΡΚΑΛ
και του ΤΙΤΑΝΑ. Το παλαιό εργοστάσιο του ΤΙΤΑΝΑ αποτελεί µια από τις βασικές
αιτίες υποβάθµισης του θαλάσσιου µετώπου της πόλης, τόσο λόγω της εικόνας

35
εγκατάλειψης που παρουσιάζει, όσο και λόγω των µπάζων που έχουν αποτεθεί
µπροστά στο εργοστάσιο µε προοπτική τη δηµιουργία νέου λιµανιού στη θέση Βλύχα.
Μαζί µε το εργοστάσιο της ΒΟΤΡΥΣ αποκλείουν τις περιοχές κατοικίας από τη
θάλασσα και εγκλωβίζουν τον αρχαιολογικό χώρο. Στο µικρό χερσαίο τµήµα της
ακτής που µένει ελεύθερο από βιοµηχανικές εγκαταστάσεις αντιστοιχεί ο θαλάσσιος
χώρος που φιλοξενεί το λιµάνι της Ελευσίνας. Στο δυτικό άκρο αυτής της ζώνης έχει
δηµιουργηθεί µια µικρή µαρίνα και γίνονται προσπάθειες για την ανάπτυξη
δραστηριοτήτων αναψυχής. Ανατολικά η ίδια ζώνη περιορίζεται από τις
εγκαταστάσεις των ανενεργών εργοστασίων ΙΡΙΣ και Ελαιουργική. Ανατολικά των
ορίων του ΓΠΣ Ελευσίνας και µέχρι τις εκβολές του Σαρανταπόταµου µια σηµαντική
έκταση σχετικά αδόµητη, το Καλυµπάκι, διαχωρίζει τις περιοχές κατοικίας από τις
εγκαταστάσεις της Χαλυβουργικής.

Στον οικισµό Νέας Περάµου η παράκτια ζώνη δεν περιλαµβάνει οχλούσες χρήσεις. Οι
ζώνες κατοικίας διακόπτονται µόνο από τις εγκαταστάσεις του Πυροβολικού, που
παρεµβάλλονται στο εγκεκριµένο σχέδιο. Ολόκληρο το θαλάσσιο µέτωπο φιλοξενεί
πρώην παραθεριστικές κατοικίες που έχουν εξελιχθεί σε µόνιµες ή ηµι-µόνιµες και
εγκαταστάσεις αναψυχής. Στο βορειοανατολικό άκρο του εγκεκριµένου σχεδίου
έχουν οριστεί δύο βιοµηχανικές περιοχές για τη φιλοξενία συγκεκριµένων
δραστηριοτήτων. Η νότια περιλαµβάνει το εργοστάσιο της SOFTEX (πρώην Πειραϊκή
– Πατραϊκή) και η βόρεια επρόκειτο να φιλοξενήσει τον βιολογικό καθαρισµό του
δήµου.

Ο κύριος οικισµός του Ασπροπύργου δεν γειτνιάζει µε τη θάλασσα. Στο παράκτιο


τµήµα του δήµου, που εκτείνεται σε µήκος 10 περίπου χλµ, έχουν αναπτυχθεί
χρήσεις που δεν σχετίζονται µε τις περιοχές κατοικίας. Η παράκτια ζώνη, νότια της
Ε.Ο. Α-Κ εγκλωβίζεται µεταξύ των ναυπηγείων Σκαραµαγκά και της Χαλυβουργικής
και το µεγαλύτερο ποσοστό της έκτασής της καλύπτεται από ζώνες χονδρεµπορίου
που στο ανατολικό τµήµα φιλοξενούν βιοµηχανικές εγκαταστάσεις. Έτσι η είσοδος
στο Θριάσιο σηµατοδοτείται προς νότο από τους σωρούς των εκκαµινευµάτων της
Ελληνικής Χαλυβουργίας και τις εγκαταστάσεις των εταιρειών Πετρογκάζ και TEXACO
και προς βορρά από τα ∆ιυλιστήρια και την Ελληνική Χαλυβουργία. Μια περιοχή
γενικής κατοικίας έχει δηµιουργηθεί γύρω από τον κόµβο της Ε.Ο Αθηνών – Κορίνθου
και επεκτείνεται προς βορρά µέχρι το εγκεκριµένο σχέδιο του Ασπροπύργου. Το
παράκτιο τµήµα της χωρίζεται από τις ζώνες χονδρεµπορίου από µια διαµορφωµένη
ζώνη αναψυχής στα δυτικά και το στρατόπεδο των ΛΟΚ και τις Σχολές
Εµποροπλοιάρχων στα ανατολικά.

Τα Μέγαρα δεν έχουν αναπτύξει λειτουργική σχέση µε το θαλάσσιο µέτωπό τους


παρά τη µικρή απόσταση του οικισµού από τη θάλασσα. Η παραλία Βαρέα δεν απέχει
περισσότερο από 1 χλµ σε ευθεία, αλλά δεν ενσωµατώθηκε ποτέ στην πόλη. Βασική
αιτία γι’ αυτό είναι η χάραξη πέντε αξόνων µεταφορικής υποδοµής µεταξύ της
παραλίας και του κέντρου της πόλης (τριών οδικών και δύο σιδηροδροµικών) που
επέτεινε την στροφή της πόλης προς το ηπειρωτικό τµήµα κατά τους νεώτερους
χρόνους σε αντίθεση µε το ναυτικό της παρελθόν. Ακόµα και η Πάχη δεν λειτούργησε
ποτέ σαν επίνειο των Μεγάρων και η εξέλιξή της σε πόλο υπερτοπικής αναψυχής
οφείλεται στη δράση µη τοπικών παραγόντων. Στη Βαρέα κτίστηκαν στην αρχή της
δεκαετίας 1970 ορισµένες παραθεριστικές κατοικίες Μεγαρέων που στη συνέχεια
υπέστησαν τις συνέπειες υποβάθµισης του Σαρωνικού κόλπου. Στην αρχή της
δεκαετίας του 1990 εκτελέστηκαν έργα αναβάθµισης της παραλιακής ζώνης και
εγκαταστάθηκαν εκεί µια σειρά κέντρων αναψυχής, τοπικής όµως εµβέλειας.

36
Η µη λειτουργική ενσωµάτωση του θαλάσσιου µετώπου στην πόλη διευκόλυνε την
προοδευτική φιλοξενία οχλουσών εγκαταστάσεων στο ανατολικό µέρος της
παράκτιας ζώνης των Μεγάρων (πετρελαιοειδή και φυσικό αέριο). Είναι αξιοσηµείωτο
ότι οι εγκαταστάσεις αυτές παρεµβάλλονται µεταξύ: α) της Πάχης και β) του
εγκεκριµένου σχεδίου της Νέας Περάµου και των εκτός σχεδίου επεκτάσεών του
προς δυσµάς, ενώ συνορεύουν µε τον αυθαίρετο παραθεριστικό οικισµό «Ήρεµο
Κύµα» στη Χερσόνησο Αγίας Τριάδας και τον εγκεκριµένο οµώνυµο οικισµό στη
βόρεια ακτή της ίδιας χερσονήσου. ∆ιασπούν έτσι µια ζώνη κατοικίας
(παραθεριστικής και µόνιµης) που αρχίζει από το Λουτρόπυργο και φτάνει µέχρι την
Κακιά Σκάλα.

2.3.2. ∆όµηση

Σχεδόν σε όλο το µήκος της κρίσιµης ζώνης επιπλέον των εγκεκριµένων σχεδίων των
κύριων οικισµών, παρατηρείται διάσπαρτη δόµηση, που σε ορισµένες περιοχές
σχηµατίζει συνεκτικούς πυρήνες. Μοναδικές εξαιρέσεις η περιοχή Ευταξία και το
τµήµα της Κακιάς Σκάλας, που είναι εντελώς αδόµητα και διαθέτουν ένα ιδιαίτερα
αξιόλογο φυσικό περιβάλλον που αντιπροσωπεύει ένα σηµαντικό φυσικό πόρο γι’
αυτήν την τόσο επιβαρυµένη περιοχή.

Περιµετρικά των κύριων οικισµών αναπτύσσονται πυρήνες µε πυκνή δόµηση ή


παρατηρείται διάχυσή της σε µεγαλύτερη ακτίνα. Η πρώτη περίπτωση χαρακτηρίζει
την περιοχή Ελευσίνας – Μάνδρας και οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους: Το
εγκεκριµένο σχέδιο της Ελευσίνας οριοθετείται ασφυκτικά από οδικούς και
σιδηροδροµικούς άξονες µε αποτέλεσµα να περιορίζονται οι δυνατότητες εξάπλωσης
της δόµησης. Συγχρόνως µεταξύ των δύο οικισµών παρεµβάλλονται βιοµηχανικές
περιοχές που περιορίζουν τις διαθέσιµες για κατοικία εκτάσεις. Η δεύτερη περίπτωση
αντιπροσωπεύεται από την πόλη των Μεγάρων, ενώ ο Ασπρόπυργος εµφανίζει µια
εικόνα διαφορετική από τις δύο προηγούµενες.

Ανεξάρτητα από τον τρόπο µε τον οποίο διατάσσεται στο χώρο η εκτός των κύριων
οικισµών δόµηση (ακόµα αυθαίρετη ή ενταγµένη εκ των υστέρων στο σχέδιο) η αιτία
του φαινοµένου θα πρέπει να αναζητηθεί στην εγκατάσταση των χαµηλότερων
εισοδηµάτων εργαζοµένων σε περιοχές µε µικρότερες αξίες γης, δηλαδή σε περιοχές
εκτός των εγκεκριµένων σχεδίων.

Στο δήµο Ασπροπύργου η µεγαλύτερη συγκέντρωση αυθαιρέτων δηµιουργήθηκε


µεταξύ του οικισµού και της Ε.Ο. Αθηνών – Κορίνθου, στην περιοχή «Παραλία
Ασπροπύργου». Στην παράκτια ζώνη του δήµου, όµως, η οποία καταλαµβάνεται
σχεδόν εξ ολοκλήρου από βιοµηχανίες και χρήσεις χονδρεµπορίου, οι περιοχές
κατοικίας είναι περιορισµένες. Αντίθετα στη δυναµική ζώνη έχουν αναπτυχθεί µέσα σε
πρώην γεωργικές εκτάσεις συνεκτικοί αυθαίρετοι οικισµοί : Ελληνορώσων, Ρουπάκι,
Νέα Ζωή, Νεόκτιστα. Αυτή η διασπορά της κατοικίας αποτελεί και την αιτία για την
οποία ο ίδιος ο οικισµός διατηρεί χαµηλές πυκνότητες δόµησης.

Στην παράκτια περιοχή της πόλης της Ελευσίνας η δόµηση έχει επεκταθεί και
δυτικότερα του εγκεκριµένου σχεδίου, στην περίµετρο του αρχαιολογικού χώρου και
µέχρι το σηµείο που αρχίζουν οι βιοµηχανικές εγκαταστάσεις της ΠΥΡΚΑΛ. Στο βόρειο
τµήµα της πόλης αρκετά πυκνή δόµηση συγκεντρώνεται µεταξύ των αξόνων προς
Μάνδρα και Μαγούλα και περιµετρικά της έκτασης που περικλείει το αεροδρόµιο
Ελευσίνας. Το δυτικό άκρο του οικιστικού ιστού της Ελευσίνας είναι εκείνο που
αντιµετωπίζει το µεγαλύτερο πρόβληµα ασυµβατότητας χρήσεων, αφού γειτνιάζει όχι

37
µόνο µε µεµονωµένες βιοµηχανίες αλλά και µε ευρύτατες θεσµοθετηµένες
βιοµηχανικές περιοχές. Αξιοσηµείωτη είναι η παρεµβολή µιας ιδιαίτερα εκτεταµένης
βιοµηχανικής ζώνης µεταξύ των εγκεκριµένων σχεδίων Μάνδρας και Ελευσίνας που
απέχουν µεταξύ τους λιγότερο από 2 χλµ.

Από τον Λουτρόπυργο µέχρι το πέρας του εγκεκριµένου σχεδίου Ν. Περάµου και
νότια της Εθνικής Οδού Αθηνών – Κορίνθου η παράκτια ζώνη καλύπτεται από
οικιστικές περιοχές πρώτης και δεύτερης κατοικίας. Πρόκειται για περιοχές που
φιλοξένησαν παραθεριστικές κατοικίες υψηλών εισοδηµατικών επιπέδων στη δεκαετία
1960 και υποβαθµίστηκαν σταδιακά προϊούσης της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης του
κόλπου της Ελευσίνας. Γεωργικές εκτάσεις µε αιωνόβιες ελιές κατατµήθηκαν και
δοµήθηκαν αυθαίρετα από χαµηλότερες εισοδηµατικά κατηγορίες παραθεριστών.

Η ένταξη σε σχέδιο µιας εκτεταµένης περιοχής δεύτερης κατοικίας στις θέσεις


Βλυχάδα και Νεράκι του ∆ήµου Ν. Περάµου το 1998 (Π.∆. 18835/6.8.1998, ΦΕΚ
796/∆/12.10.1998) είχε σαν αποτέλεσµα την αναβάθµιση των κατασκευών που
συµβαδίζει µε την τάση µετατροπής τους σε Α΄ κατοικία. Με το ίδιο ∆ιάταγµα
εγκρίθηκε και η πολεοδοµική µελέτη του παραθεριστικού οικισµού Αγίας Τριάδας του
∆ήµου Μεγαρέων που ουσιαστικά αποτελεί προέκταση της Βλυχάδας βόρεια της Ε.Ο.
Αθηνών – Κορίνθου. Πρόκειται για το πλέον πυκνοδοµηµένο τµήµα της ζώνης
παραθεριστικής κατοικίας που έχει δηµιουργηθεί βορειοδυτικά της Ε.Ο και η οποία
προεκτείνεται ακόµα βορειότερα από οικοδοµικούς συνεταιρισµούς.

Στο τµήµα µεταξύ Ν.Περάµου – Μεγάρων έχει αναπτυχθεί αρκετή διάσπαρτη δόµηση
µέσα σε φυστικοκαλλιέργειες και ελαιώνες, νότια της νέας Ε.Ο. Πρόκειται κυρίως για
πρώτη κατοικία ντόπιων και για οικήµατα αγροτικής χρήσης. Η δόµηση αυτή γίνεται
πυκνότερη κατά µήκος της παλαιάς Ε. Ο. στο τµήµα που γειτνιάζει µε τα Μέγαρα,
ενώ ανάλογα φαινόµενα παρατηρούνται στην περίµετρο του εγκεκριµένου σχεδίου
Μεγάρων και κατά µήκος των αξόνων που αναπτύσσονται ακτινωτά γύρω από την
πόλη. Η δόµηση αυτή αν και περιλαµβάνει και κατοικίες αφορά σε µεγάλο ποσοστό
άλλες χρήσεις και κυρίως χονδρεµπόριο και µεγάλες εµπορικές επιχειρήσεις. Στο νότιο
τµήµα της πόλης και κατά µήκος των εθνικών οδών, έντονη είναι η παρουσία των
εγκαταλειµµένων πλέον πτηνοτροφείων. Τέλος, στο όριο της Κακιάς Σκάλας µε την
Μεγαρική πεδιάδα στοιχείο υποβάθµισης του παράκτιου µετώπου αποτελούν τα
παλαιά λατοµεία, τα οποία αναπτύχθηκαν µέσα σε αρχαιολογικό χώρο.

Στο ανατολικό άκρο της παραλίας του δήµου Μεγάρων, γύρω από τον όρµο
Βουρκάρι, έχουν αναπτυχθεί χρήσεις παραθεριστικής κατοικίας. Οι σηµαντικότερες
συγκεντρώσεις είναι στο «Ήρεµο Κύµα» και στον οικισµό της Αγίας Τριάδας (Νέο
Μελί). Η πρώτη περιοχή περιλαµβάνει κατοικίες µη ντόπιων και γειτνιάζει µε τις
εγκαταστάσεις της Ρεβυθούσας (φυσικό αέριο). Η δεύτερη αποτελεί διανοµή του
1960, βρίσκεται σε επαφή µε το τείχος των Μεγάρων - το οποίο χρονολογείται στους
προ-επαναστατικούς χρόνους - και εγκλωβίζει αρχαιολογικό χώρο µε ευρήµατα
προϊστορικού οικισµού. Ορισµένες παραθεριστικές κατοικίες ευτελούς κατασκευής
εντοπίζονται στην ελώδη δυτική ακτή του όρµου, µέσα στη βιοµηχανική περιοχή.
Τέλος, στην απόληξη του δρόµου προς Πέραµα έχει δηµιουργηθεί µια µικρή ζώνη µε
κέντρα διασκέδασης (εστιατόρια), τα οποία συνδέονται µε τις οστρακοκαλλιέργειες
που έχουν αναπτυχθεί στη γειτονική θαλάσσια περιοχή.

Μια συσπείρωση παραθεριστικής κατοικίας έχει δηµιουργηθεί και στην δυτική πλευρά
της παραλίας Μεγάρων στη θέση Στίκα. Ακολουθεί µια µεγάλη αδόµητη ζώνη στην
Κακιά Σκάλα που χρήζει προστασίας, όχι τόσο από απειλές οικοδόµησης όσο από

38
αλλοιώσεις που οφείλονται στην εκτέλεση έργων µεταφορικής υποδοµής. Στο
δυτικότερο τµήµα της ζώνης αυτής εµφανίζονται οι πρώτες παραθεριστικές κατοικίες
της Κινέττας, κτισµένες σε πρανή µε µεγάλη κλίση. Ο αριθµός τους αυξάνει
προοδευτικά µε τη µείωση των κλίσεων του εδάφους και πολλαπλασιάζεται
κατακόρυφα στις πεδινές εκτάσεις.

Τα πλέον πυκνοδοµηµένα τµήµατα εντοπίζονται νότια της παλαιάς Ε.Ο.- όπου


βρίσκονται και οι περιοχές µε εγκεκριµένο σχέδιο - και βόρεια της νέας Ε.Ο., ειδικά
στον οικισµό του Πανοράµατος. Ο τελευταίος στερείται εγκεκριµένου σχεδίου γιατί
αναπτύσσεται µέσα σε δασικές εκτάσεις. Πυκνή παρόδια δόµηση έχει αναπτυχθεί και
στη βορινή πλευρά της νέας Ε.Ο. Οπωσδήποτε είναι ανησυχητική η προς βορρά
εξάπλωση της παραθεριστικής κατοικίας, µέσα σε δασικές εκτάσεις. Ειδικά στην
περιοχή του Πανοράµατος και στο δυτικό όριο της περιοχής µελέτης δηµιουργούνται
νέοι οικισµοί σε πολύ µεγάλη απόσταση από τη θάλασσα, µέσα στο δάσος των
Γερανείων.

Το είδος των κατασκευών ποικίλλει σηµαντικά στην Κινέττα. Οι κατοικίες που


βρίσκονται στο ανατολικότερο τµήµα της και στην παραθαλάσσια ζώνη (νότια της
παλαιάς Ε.Ο.) χαρακτηρίζονται ως υψηλότερου επιπέδου από εκείνες που βρίσκονται
µεταξύ των δύο Ε.Ο., ενώ στο Πανόραµα κυριαρχούν ακόµα απλούστερες αυθαίρετες
κατασκευές. Χαρακτηριστική είναι η παρουσία ικανού αριθµού πισινών στο ανατολικό
και ακόµα περισσότερο στο δυτικό άκρο της Κινέττας. Με δεδοµένη τη µεγάλη
έλλειψη υδατικών πόρων στην περιοχή αυτή η πρακτική θα πρέπει να ληφθεί
υπ΄όψιν στη χάραξη στρατηγικής για τη διαχείριση του παράκτιου χώρου.

39
3. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΤΙΑ ΖΩΝΗ

Η περιοχή µελέτης είναι εξοπλισµένη µε ένα πολύπλοκο θεσµικό πλαίσιο για τις
χρήσεις γης που περιλαµβάνει:
• Τις ζώνες των ∆/των 707 και 303.
• Τις βιοµηχανικές ζώνες του Π.∆.84/1984, όπως επικαιροποίηθηκαν µε το νόµο
3105/2003 (ΦΕΚ 29/Α/10.2.2003).
• Τις ρυθµίσεις της ΖΟΕ Ασπροπύργου.
• Τις ρυθµίσεις των ΓΠΣ που καλύπτουν και τους πέντε δήµους
• Τα ∆/τα καθορισµού περιοχών παραθεριστικής κατοικίας
• Τοπικά Ρυµοτοµικά και περιοχές µε ίδια νοµικά καθεστώτα.

Αξιοσηµείωτο χαρακτηριστικό του προαναφερόµενου θεσµικού πλαισίου είναι η


διάσταση στη φιλοσοφία που διέπει τη διαχείριση της δυναµικής ζώνης σε σχέση µε
την αντίστοιχη για την κρίσιµη. Η δυναµική ζώνη καλύπτεται στο µεγαλύτερο µέρος
της από ζώνες Α, όπου επιτρέπονται µόνο δραστηριότητες του πρωτογενή τοµέα και
κατά συνέπεια προβλέπεται καθεστώς προστασίας για την γεωργική γη και τις δασικές
εκτάσεις. Αντίθετα η κρίσιµη ζώνη φιλοξενεί σε µεγάλο µήκος της οχλούσες έως
ιδιαίτερα οχλούσες δραστηριότητες.

Το καθεστώς της ζώνης Α έχει καταστρατηγηθεί σε πολλές περιπτώσεις στην περιοχή


του Θριασίου, προκειµένου να εγκατασταθούν εκεί οχλούσες χρήσεις.Ο χώρος που
έχει δεχτεί τις περισσότερες επεµβάσεις βρίσκεται στη δυτική πλευρά της πεδιάδας,
στην περιοχή Μάνδρας – Ελευσίνας, αλλά και στο ανατολικό όριο της περιοχής
µελέτης.

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό του υπάρχοντος θεσµικού πλαισίου είναι η αδυναµία


επίλυσης των προβληµάτων ασυµβατότητας των χρήσεων γης. Είναι εξαιρετικά
ενδιαφέρον το γεγονός ότι τα µεγαλύτερα προβλήµατα διαχείρισης του χώρου
εντοπίζονται στις περιοχές που καλύπτονται µε ΓΠΣ. Οι αιτίες της αδυναµίας των ΓΠΣ
να επιτύχουν µια αποτελεσµατικότερη οργάνωση του χώρου αναλύθηκαν στην Α’
φάση της µελέτης και είναι απόρροια κυρίως της αποσπασµατικής αντιµετώπισης
ενός ενιαίου χώρου µε ρόλο εθνικής εµβέλειας. Η έλλειψη ελεύθερων χώρων
πρασίνου, αναψυχής και αθλητισµού που εµπόδισε την ανάπτυξη δραστηριοτήτων
αναψυχής στην παράκτια ζώνη είναι µέχρις ενός σηµείου απόρροια µεταγενέστερων
τροποποιήσεων των ΓΠΣ, που περιόρισαν τις ανοιχτές χρήσεις και συνδέονται µε
τοπικές πιέσεις. Η τάση αυτή δυστυχώς δεν φαίνεται να έχει ανακοπεί – όπως
προκύπτει από τα σχέδια για το Καλυµπάκι και άλλα σχέδια που αναλύθηκαν
παραπάνω – παρότι αντιτίθεται στις προβαλλόµενες τοπικές επιδιώξεις για µετεξέλιξη
της περιοχής σε χώρο αναψυχής της ∆υτικής Αττικής.

Η έλλειψη ελεύθερων χώρων έχει εντοπίσει το ενδιαφέρον για εξεύρεση γης σε


µεγάλες ενιαίες ιδιοκτησίες του δηµόσιου ή ηµι- δηµόσιου τοµέα και µάλιστα στους
χώρους των στρατοπέδων που υπάρχουν σε όλους τους δήµους της περιοχής
µελέτης. Επειδή ορισµένοι από αυτούς είναι φθίνοντες, οι προσδοκίες των τοπικών
κοινωνιών για αλλαγή της χρήσης τους και άνοιγµα στο κοινό ενισχύονται. Ωστόσο η
επαλήθευσή τους στο προσεχές µέλλον δεν θα πρέπει να θεωρηθεί πιθανή.

Η κριτική ανάλυση του προγραµµατικού πλαισίου για την περιοχή µελέτης που
πραγµατοποιήθηκε στο 1ο παραδοτέο του ερευνητικού προγράµµατος κατέδειξε ότι
δεν υπάρχει διατυπωµένη στρατηγική για την περιοχή, ούτε σαφείς κατευθύνσεις για
την µελλοντική της ανάπτυξη. Το ζήτηµα αυτό είναι περισσότερο κρίσιµο για την

40
περιοχή της Μεγαρίδας, όπου οι εναλλακτικές δυνατότητες ανάπτυξης µπορούν να
ποικίλλουν αισθητά, τόσο εξ αιτίας του µικρότερου βαθµού ανάπτυξης συγκριτικά µε
το Θριάσιο, όσο και λόγω της ποικιλίας των διαθέσιµων πόρων και των πολύ
διαφορετικών ήδη εκφρασµένων τάσεων εξέλιξης. Αντίθετα στο Θριάσιο η
κατάσταση είναι περισσότερο παγιωµένη και το ζητούµενο είναι η εξυγίανση της
υφιστάµενης κατάστασης και η εξασφάλιση ζωτικού χώρου για τους κατοίκους της
περιοχής, ειδικά στην παράκτια ζώνη.

Το µέλλον του Θριασίου φαίνεται να συνδέεται – τουλάχιστον µεσοπρόθεσµα – µε


την ανάπτυξη του χονδρεµπορίου, που τείνει να εξισορροπήσει την κρίση που
δηµιούργησε η αποβιοµηχάνιση, τόσο ως προς την απασχόληση, όσο και ως προς την
επαναχρησιµοποίηση εγκαταλειµµένων βιοµηχανικών χώρων. Ο πρωτογενής τοµέας
συρρικνώνεται δραµατικά και οι εναποµείνουσες γεωργικές εκτάσεις µετατρέπονται
σε υπαίθριους χώρους χονδρεµπορίου (αυτοκινήτων, απόθεσης υλικών για
ανακύκλωση κλπ). Το βασικό ερώτηµα για το µέλλον της περιοχής σχετίζεται
πιθανότατα µε τα όρια ανάπτυξης των διαφόρων χρήσεων µε βάση τη φέρουσα
ικανότητα του χώρου και τον προσανατολισµό του πλεονάσµατος σε άλλες περιοχές.

Το µέλλον της Μεγαρίδας εξαρτάται σε µεγάλο βαθµό από αυτή την τελευταία
ανάγκη: είναι προφανές ότι η ζήτηση για δραστηριότητες και χρήσεις γης, που δεν
µπορούν να χωροθετηθούν σε περιοχές του Λεκανοπεδίου µε υψηλές τιµές γης ή σε
περιοχές που είναι πλέον κορεσµένες, θα κατευθυνθεί προς την πεδιάδα των
Μεγάρων. Το ζήτηµα το οποίο τίθεται είναι αν αυτή η τάση θα γίνει αποδεκτή από
τους πάσης φύσεως εµπλεκόµενους στη διαχείριση του χώρου ή αν θα υπάρξει η
βούληση να προστατευθεί ένας ακόµα σχετικά άθικτος φυσικός χώρος στον οποίο
µπορούν να αναπτυχθούν ήπιες δραστηριότητες.

Τα υφιστάµενα προγραµµατικά κείµενα, το θεσµικό πλαίσιο και η τοπική κοινή γνώµη


συνηγορούν προς τη δεύτερη κατεύθυνση. Η γεωργία µε την εισαγωγή δυναµικών
καλλιεργειών ή την αναβίωση παραδοσιακών µε υψηλές πλέον προδιαγραφές (όπως
η αµπελοκαλλιέργεια) επιδιώκεται από το ΡΣΑ και την τοπική κοινωνία. Η ποιότητα
του φυσικού περιβάλλοντος της ενδοχώρας δικαιολογεί προσδοκίες ανάπτυξης
δραστηριοτήτων αναψυχής για τους κατοίκους του Λεκανοπεδίου. Το µεγάλο
ερώτηµα σχετίζεται µε το µέλλον της παράκτιας ζώνης, όπου τα αντιφατικά
εναλλακτικά σενάρια δεν επιτρέπουν την εξαγωγή συµπερασµάτων για την τελική
διαχείριση του χώρου. Οπωσδήποτε η παράκτια ζώνη της πόλης των Μεγάρων
αναδεικνύεται ως το πλέον επίµαχο τµήµα της περιοχής µελέτης.

Η έλλειψη διατυπωµένης στρατηγικής για την εξέλιξη της περιοχής µελέτης καταλήγει
στο οξύµωρο, το µέλλον µιας περιοχής εθνικής σηµασίας να καθορίζεται µε
µικροπαρεµβάσεις τοπικής σηµασίας και συχνά αυθαίρετων. Τα προγραµµατισµένα ή
εκτελούµενα έργα, όπως παρουσιάστηκαν στην Α΄ φάση, συνηγορούν προς αυτή την
άποψη. Ωστόσο πίσω από αυτή την αποσπασµατική αντιµετώπιση υπάρχει µια
γενικότερη επιδίωξη από πλευράς τοπικής κοινωνίας για αναβάθµιση της περιοχής και
ανάκτηση του παράκτιου χώρου µε στόχο τη χρήση του για αναψυχή από το
ευρύτερο κοινό του Λεκανοπεδίου. Η άποψη αυτή είναι κοινή σε όλους τους δήµους,
ανεξάρτητα από την ποιότητα του περιβάλλοντος.

Στο ∆ήµο Ασπροπύργου έχει ήδη υλοποιηθεί ζώνης αναψυχής στην Παραλία και είναι
επιθυµητή η διεύρυνσή της προς τα ανατολικά στις εκτάσεις της Εθνικής Τραπέζης,
του Στρατοπέδου των ΛΟΚ και της Λίµνης Κουµουνδούρου. Ωστόσο τα σχέδια αυτά
προσκρούουν στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των χώρων, διότι ακόµα και η λίµνη

41
εντάσσεται σε στρατιωτική περιοχή. Στόχος των επιδιωκόµενων παρεµβάσεων είναι
να δηµιουργηθεί Πάρκο Πόλης για τους κατοίκους της ∆υτικής Αττικής. Μια
σηµαντική δυσχέρεια για την πραγµατοποίηση αυτών των σχεδίων είναι η
υποβάθµιση του θαλάσσιου χώρου από τον παροπλισµό πλοίων µέσα στον κόλπο.
Σύµφωνα µε τοπικές εκτιµήσεις, την περίοδο της κρίσης υπήρχαν περίπου 600
παροπλισµένα πλοία στην περιοχή, µε σοβαρές επιπτώσεις για την ποιότητα του
τοπίου και του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Η πρόσφατη επανεµφάνιση του
φαινοµένου έχει δηµιουργήσει ανησυχίες για επανάληψη αυτής της κατάστασης όχι
µόνο στο ∆ήµο Ασπροπύργου, αλλά και στο ∆ήµο Μεγαρέων για την περιοχή της
Πάχης.

Στο ∆ήµο Ελευσίνας οι επιδιώξεις για το παράκτιο µέτωπο των περιοχών κατοικίας
συνοψίζονται σε δύο κατευθύνσεις: α) απόδοση µεγαλύτερου τµήµατος της
παραλιακής ζώνης σε αναψυχή και β) µείωση της διαµπερούς κίνησης στην πόλη. Η
πραγµατοποίηση του νέου λιµανιού µπροστά από τις εγκαταστάσεις του ΤΙΤΑΝΑ
αντιστρατεύεται και τις δύο παραπάνω επιδιώξεις γι’ αυτό αντιµετωπίζεται σε τοπικό
επίπεδο µε σκεπτικισµό. Το µεγαλύτερο πρόβληµα στο σηµερινό λιµάνι - αλλά και
στο µέλλον πιθανότατα – είναι η διακίνηση χύδην φορτίων. Για εξυπηρέτηση αυτών
των αναγκών δηµιουργήθηκε ο ανατολικός λιµενοβραχίονας στο νέο εµπορευµατικό
λιµάνι, ωστόσο έχει συζητηθεί και η µεταφορά της δραστηριότητας στην περιοχή του
Ευταξία, µε αξιοποίηση της Σκάλας Σκαλιστήρη.

Ένα δεύτερο σηµείο της παραλιακής ζώνης που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον είναι η
περιοχή Καλυµπάκι, δυτικά της Χαλυβουργικής. Η ζώνη, αν και εκτός ορίων ΓΠΣ,
προβλεπόταν σαν αστικό πράσινο. Σήµερα, όµως, συζητούνται διάφορες λύσεις για
αξιοποίησή του, προκειµένου να επιλυθούν προβλήµατα της πόλης. Μια από τις
προοπτικές για την έκταση αυτή είναι να γίνει ΒΕΠΕ, στην οποία θα συγκεντρωθούν
τα συνεργεία που είναι διάσπαρτα µέσα στον οικιστικό ιστό.

Στο ∆ήµο Ν. Περάµου επιδιώκεται η ανάδειξη της παραλίας σε υπερτοπικό πόλο


αναψυχής, κατ’ αναλογία προς την Πάχη Μεγάρων. Ο κορεσµός της τελευταίας από
επισκέπτες τα Σαββατοκύριακα, παράλληλα µε τη βελτίωση της ποιότητας θαλάσσιου
ύδατος στην περιοχή Ν. Περάµου µετά τα έργα της Ψυτάλειας και τα έργα
αναβάθµισης των ακτών είναι λόγοι που συνηγορούν προς τη δυνατότητα
πραγµατοποίησης της επιδίωξης αυτής. Η ύπαρξη των οστρακοκαλλιεργειών στην ίδια
περιοχή θεωρείται σαν ένας πρόσθετος θετικός παράγων προς την ίδια κατεύθυνση.

Η αξιοποίηση των χώρων των δύο στρατοπέδων για πράσινο και χώρους άθλησης
κρίνεται ότι θα βοηθούσε τα προαναφερόµενα σχέδια, αλλά δεν πρέπει να θεωρείται
πιθανή για το κοντινό µέλλον, λόγω του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Ανάλογης
σηµασίας θα ήταν και η πραγµατοποίηση µαρίνας µπροστά από τις κατασκηνώσεις
του ΟΣΕ, που βρίσκονται στο βορειοανατολικό άκρο του εγκεκριµένου σχεδίου.

Στο ∆ήµο Μεγαρέων το ενδιαφέρον για δραστηριότητες αναψυχής εντοπίζεται στην


παραλία της Βαρέας. Η λειτουργία αυτή θα πρέπει να κατοχυρωθεί, γιατί ενώ
αναφέρεται στο κείµενο του ΓΠΣ δεν υπάρχει στους αντίστοιχους χάρτες. Επίσης
επιθυµητή είναι η λειτουργία µαρίνας στην Πάχη, όπου ήδη φιλοξενείται ένας αριθµός
σκαφών αναψυχής. Ο όρµος Βουρκάρι θα ήταν σκόπιµο να χαρακτηρισθεί
προστατευτέος ως ένας από τους λίγους εναποµείναντες βιότοπους στην Αττική.
Παράλληλα θα έπρεπε να αναθεωρηθεί το όριο της βιοµηχανικής ζώνης που τον
περιβάλλει, προκειµένου να εξαιρεθούν τα ελώδη τµήµατα που όχι µόνο εντάσσονται

42
στο βιότοπο αλλά και είναι ακατάλληλα για θεµελίωση βιοµηχανικών κτιρίων, αφού το
σταθερό έδαφος βρίσκεται σε βάθος 58µ.

Ένα σηµείο της παράκτιας ζώνης του δήµου για το οποίο υπάρχει ενδιαφέρον είναι η
περιοχή που περιβάλλει το αυτοκινητοδρόµιο. Για τον χώρο αυτό προτείνεται η
δηµιουργία µιας «περιοχής Αυτοκινήτου», όπου θα συγκεντρωθούν τα διάσπαρτα
στην πόλη συνεργεία, αλλά και εκθέσεις αυτοκινήτων και άλλες συναφείς χρήσεις.

Η παραθεριστική ζώνη της Κινέττας θα πρέπει να διατηρηθεί και αναβαθµιστεί µέσω


εγκεκριµένου σχεδίου, δεδοµένου ότι σήµερα ένα µικρό µέρος έχει θεσµοθετηθεί
(ΦΕΚ 399/∆/16.6.1989 και ΦΕΚ 1215/∆/22.11.1994) ενώ η Πράξη Εφαρµογής
βρίσκεται σε διαδικασία υλοποίησης. Πιθανότατα να µπορούσε να χαρακτηρισθεί ως
Ζώνη Ήπιας Οικιστικής Ανάπτυξης.

Η περιοχή από τους Αγίους Θεοδώρους Κορινθίας µέχρι τα Μέγαρα εξελίσσεται σε


∆υτική Πύλη της Αθήνας, εποµένως ο σχεδιασµός της θα πρέπει να λάβει υπ’ όψιν
αυτή τη διάσταση. Η συγκεκριµένη ανάγκη µαζί µε τις πιέσεις από χρήσεις που
«υπερχειλίζουν» από το Θριάσιο οδηγεί στη διερεύνηση της δυνατότητας πρόβλεψης
χώρων υποδοχής τους. Κυρίως φαίνεται να υπάρχουν προοπτικές για εµπορευµατικές
ζώνες, όπως η προαναφερόµενη για αυτοκίνητα. Όµως υπάρχει το ζήτηµα της
συµβατότητας δύο βασικές παραµέτρους: α) µε το θεσµικό πλαίσιο (ζώνες Α σε όλη
τη Μεγαρίδα) καθώς και β) µε την τοπικά επιδιωκόµενη λειτουργία για την παράκτια
ζώνη της περιοχής µελέτης ως χώρου υπερτοπικής αναψυχής.

Το τµήµα που συγκεντρώνει τις καλλίτερες προοπτικές για µια παρόµοια αξιοποίηση
είναι από τον Ευταξία προς τα δυτικά και µπορεί να λειτουργήσει σαν τουριστικό
κύκλωµα µε τις ακόλουθες στάσεις: Ευταξίας – Νεράκι/ Καταστήµατα
Οστρακοκαλλιεργειών – Λιµάνι Νέας Περάµου – Βουρκάρι – Παραλία Κινέττας.

Τέλος, ο ∆ήµος Μάνδρας αποτελεί τη µοναδική εξαίρεση όπου το ενδιαφέρον


επικεντρώνεται σε ηπειρωτικές περιοχές παραθεριστικής κατοικίας, όπου έχουν
διαµορφωθεί αυθαίρετοι οικισµοί. Στην παράκτια ζώνη υπάρχει µόνο η Μακρυάµµος,
για την οποία κρίνεται σκόπιµο να καλυφθεί από πολεοδοµικό σχέδιο.

43
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνική

• Κουσουρής Θ., 1994. Περιβαλλοντική αναβάθµιση της λίµνης Κουµουνδούρου.


ΕΚΘΕ-ΙΕΥ, Τεχνική Έκθεση.
• Μουζάκης Γ., 2002. Μεγάλα Τεχνολογικά Ατυχήµατα. Πρακτικά ηµερίδας
«Περιβάλλον και ασφάλεια στον ∆ήµο Ασπροπύργου» (27.6.2002) ∆ήµος
Ασπροπύργου.
• Παυλίδου Α., 1998. Μελέτη µορφών µετάλλων σε µικροπεριβάλλοντα του κόλπου
της Ελευσίνας µε χρήση Ανοδικής Αναδιαλυτικής Βολταµµετρίας (ASV).
∆ιδακτορική ∆ιατριβή, Τµήµα Χηµείας, Πανεπιστήµιο Αθηνών.

Ξενόγλωσση

• Αntoniou et al, 1982, Study of flood protection measures of the Thriassion Plain,
Ministry of Environment, City Planning and Public Works.
• Bosdogianni,1997. Biodegradation of Municipal Solid Waste, PhD. Dissertation,
National TechnicalUniversity of Athens, Greece.
• Conides et al., 1996 Ecological study of an oil polluted coastal lake system in
Greece. Fresenius Environmental Bulletin, vol. 5, pp 324-332.
• Conides A. and Papoura A., 1997. A study of oil pollution effects on the ecology
of a coastal lake ecosystem. The Environmentalist, vol. 17, pp 297-306
• Karavitis et al, 2001, Environmental Management approaches and water
resources in the stressed region of the Triassion, Greece. Global Nest: the Int. J.
Vol 3, No 2, pp 131-144.
• Kounis, 1986. Evaluation of Vulnerability and quality of groundwater Resources in
Greece, Institute of Geology and Mineral Exploration of Greece.
• Scoullos M. & Pavlidou A., 1977. Speciation studies of trace metals in the Gulf of
Elefsis, Greece. Croatica Chemica Acta, 70(1): 299-307.
• Scoullos M. & Pavlidou A., 1999. Metal speciation studies in a brackish/marine
interface system. Symposium on metal speciation in the environment. 6th Intern.
Conf. On Environmental Science and Technology. Pythagorio, Samos Island,
Greece, pp. 93-115.
• Scoullos M. & Pavlidou A., 2000. Metal speciation studies in a brackish / marine
interface system. Global Nest, 2(3): 255-264.
• Siokou Frangou. Zooplankton annual cycle in a Mediterranean coastal area.
Journal of plankton research 1996, Vol 18, Iss2, pp 203-223
• Panayotidis P., & N. Simboura. Distribution and phenology of Posidonia oceanica
in Saronikos gulf (Aegean sea, Greece). GIS Posidonia publ., 1989, 2: 43-48.

44