ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΠΟ 20
"Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη"

Γ΄ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ.
ΘΕΜΑ.
Οι τέχνες πολλές φορές, στην ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού, έχουν την τάση να
‘σμίγουν’ μεταξύ τους. Επιλέξετε ένα έργο αρχιτεκτονικής από το 20 μισό του 18ου ή
του 19ου αιώνα στο οποίο συμμετέχουν η ζωγραφική και η γλυπτική, ή ένα έργο
ζωγραφικής στο οποίο απεικονίζονται τμήματα πόλεων ή αρχιτεκτονικά ή γλυπτικά
έργα και αφού το εντάξετε στο ευρύτερο ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον όπου
ανήκει σχολιάστε τα έργα και τη σχέση μεταξύ των τεχνών. Όσον αφορά στο μουσικό
σκέλος, η μουσική αναπτύσσει σχέση με την ποίηση ή τη λογοτεχνία κυρίως σε έργα
προγραμματικής μουσικής (π.χ. τα έργα του Έ .Μπερλιόζ). Επιλέξτε και περιγράψτε ένα
μουσικό έργο το οποίο επιχειρεί να αποδώσει μια λογοτεχνική αφήγηση ή ένα ποίημα ή
ακόμα να εξιστορήσει ένα γεγονός.

ΤΟΥ ΦΟΙΤΗΤΗ . ΜΗΤΡΟΥ ΤΡΥΦΩΝΑ Α.Μ 96962 . ΑΘΗ 8.

ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ –ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ. ΕΥΓΕΝΙΑ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ.

ΑΘΗΝΑ. ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2017.

1
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. Εισαγωγή ....................................................................................................σελ.3

2. Ο συνδυασμός των τεχνών την περίοδο του νεοκλασικισμού ...................σελ.3

3. Η μουσική ως επένδυση της λογοτεχνίας ...................................................σελ.5

4. Επίλογος .....................................................................................................σελ.9

5. Βιβλιογραφια ............................................................................................σελ.10

2
Εισαγωγή

Ο 19ος αιώνας, μεταξύ άλλων, χαρακτηρίζεται από την εθνική αφύπνιση των
κρατών. Η υπεροχή της Γαλλίας, την οποία προσπάθησε να επιβάλει ο Ναπολέων,
είχε ως αποτέλεσμα να προξενήσει και στα άλλα κράτη το συναίσθημα της
αυτοπεποίθησης και της υπέροχης. Η μελέτη των αρχαίων τεχνών, η οποία είχε
ξεκινήσει χάρη στο Διαφωτισμό, συνετέλεσε στην πεποίθηση πως τα καλλιτεχνικά
και τα θεωρητικά έργα της αρχαιότητας ήταν σε θέση να επαναδιατυπωθούν και να
εκπροσωπήσουν τα ιδανικά της νέας εποχής.
Στην παρούσα εργασία θα παρουσιαστεί ένα μνημείο από την περίοδο του
Νεοκλασικισμού το οποίο συνδυάζει τις τρεις βασικές τέχνες της αρχαιότητας, την
αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική. Στη συνέχεια, θα παρουσιαστεί το
έργο ενός συνθέτη του οποίου η μουσική ανέπτυξε στενή σχέση με τα λογοτεχνικά
είδη.

Ο συνδυασμός των τεχνών την περίοδο του Νεοκλασικισμού

Ο Νεοκλασικισμός επικράτησε στην Ευρώπη από το δεύτερο μισό του 18ου
αιώνα μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα και επηρεάστηκε από τη φιλοσοφία
του Διαφωτισμού. Χάρη στο Διαφωτισμό, την περίοδο της Αναγέννησης,
αναγνωρίζεται η αξία του ανθρώπου ως ατομική μονάδα και δημιουργούνται νέες
αντιλήψεις για τον κόσμο. Επιπλέον, δημιουργείται το κίνημα του Ουμανισμού το
οποίο δίνει βαρύτητα στη μελέτη των αρχαίων κειμένων αλλά και έργων τέχνης 1.
Τα έργα τέχνης της αρχαιότητας αποτελούσαν το πρότυπο της προόδου και την
ανάπτυξης. Την περίοδο εκείνη, τα αρχαιοελληνικά μνημεία έρχονταν συνέχεια στο
φως λόγω των αρχαιολογικών ανασκαφών σε Ελλάδα και Ιταλία και των
εκπαιδευτικών εκδρομών στις χώρες αυτές. Επίσης, πολλοί περιηγητές επέστρεφαν
στις πατρίδες τους με χαρακτικά των αρχαίων ναών που έφτιαχναν οι ίδιοι και όσοι
τα μελετούσαν διαπίστωναν πως οι ναοί απεικονίζονταν πολύ διαφορετικά από τα
κτίρια που οι παλαιότεροι αρχιτέκτονες έχτιζαν ως αρχαιοελληνικά. Επομένως,

1
Toman, R., Νεοκλασικισμός και ρομαντισμός: αρχιτεκτονική, γλυπτική, ζωγραφική, σχέδιο: 1750-
1848,.

3
άρχισαν να μελετούν από την αρχή το σωστό ρυθμό ούτως ώστε να υπάρξει μια
αρχιτεκτονική «Ελληνική Αναβίωση»2.
Η μίμηση των αρχαίων κανόνων του μέτρου και της αρμονίας θα οδηγούσαν σε
ηθική και πολιτική αναγέννηση, επομένως ο καλλιτέχνης του Νεοκλασικισμού
υιοθέτησε τα αρχαιοελληνικά πρότυπα και τα προσάρμοσε στο πνεύμα της δικής του
εποχής. Ήταν μια προσπάθεια προκειμένου να χαλιναγωγήσουν τις αισθητικές
υπερβολές που χαρακτήριζαν τη μπαρόκ αρχιτεκτονική που σφράγισε την
προηγούμενη χρονική περίοδο3.
Οι αρχιτέκτονες του Νεοκλασικισμού επέστρεψαν στα αρχαία οικοδομήματα
προκειμένου να βρουν ένα αρχιτεκτονικό τύπο τον οποίο θα μπορούσαν να
προεκτείνουν και να ανανεώσουν. Ο ιδανικότερος τύπος θεωρήθηκε ο
αρχαιοελληνικός ναός καθώς θεωρήθηκε πρότυπο της απόλυτης ορθολογικής
ομορφίας που πηγάζει από την αλληλεξάρτηση της αρχαιότητας με τη φύση. Η
καθαρότητα των όγκων, η στιβαρότητα του οικοδομήματος και η μεγαλοπρέπειά του
δημιουργούν την ανάγκη για ένα κόσμο απλό και μεγαλειώδη όπως τον κλασικό. Τα
διακοσμητικά στοιχεία του ναού, οι γραμμική διακόσμηση και τα αετώματα
απαντώνται σε πολλά νεοκλασικά κτίρια4.
Η ταύτιση του αισθητικού ιδανικού με το αρχαιοελληνικό πρότυπο ήταν
απόρροια της πίεσης που υπήρχε στις ευρωπαικές κοινωνίες λόγω των αλλαγών σε
κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο καθώς και της βιομηχανικής
επανάστασης. Η νεοκλασική αρχιτεκτονική ήταν έντονα τυπολογική με αποτέλεσμα
να μπορεί να προσαρμόζεται στις λειτουργίες του εκάστοτε οικοδομήματος. Η
ορθολογικότητά της αντανακλά τον ορθολογισμό που επικρατεί γενικότερα την
περίοδο αυτή καθώς γίνεται αντιληπτό πως η πόλη δεν ανοίκει στην εκκλησία ή τους
αριστοκράτες αλλά στο κοινωνικό σύνολο και οφείλει να ικανοποιεί τις δικές του
ανάγκες5.
Προς τα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου, στη Γερμανία επικρατεί
πολιτική αναταραχή καθώς η εθνική συνείδηση των Γερμανών αφυπνίζεται ενάντια
στους Γάλλους. Το θέμα της γερμανικής εθνικής ενότητας έγκειται στην αναζήτηση
μιας πνευματικής συνοχής ανάμεσα σε λαούς ίδιας φυλετικής και γλωσσικής

2
Gombrich E.H., Το Χρονικό της Τέχνης, σελ.477
3
Φυρνώ – Τζόρνταν Ρ., Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, σελ.343
4
Πετρίδου Β., Ζιρώ, Ό., Τέχνες και αρχιτεκτονική από την αναγέννηση έως τον 21ο αιώνα, Πάτρα,
εκδ. Κάλλιπος, 2015, https://repository.kallipos.gr/handle/11419/3541
5
Argan L.C., Η μοντέρνα τέχνη 1770-1970, σελ.12-13

4
καταγωγής αλλά με επιμέρους διαφορές. Αντί να εστιάσουν τόσο στο κοινό
παρελθόν, οι Γερμανοί επέλεξαν να ενωθούν υπό την ιδέα μιας μελλοντικής
ιστορικής αποστολής και σε αυτό το σκοπό προσάρτησαν τον κόσμο των τεχνών,
ιδιαίτερα της μουσικής6.
Όπως είναι αναμενόμενο, η Γερμανία επιθυμεί να επιδείξει τον πολιτισμό και
την ιστορία της επομένως επιθυμεί την ανέγερση ενός μνημείου προς τιμήν των
Γερμανών επιφανών ανδρών. O βαυαρός αρχιτέκτονας Λέο φον Κλέντσε (1784-
1864), έχοντας ασπαστεί τις αρχές του Νεοκλασικισμού, μεταφέρει στο Μόναχο τα
στοιχεία της αρχαιοελληνικής αρχιτεκτονικής και υπακούοντας στο αίτημα του
Λουδοβίκου Ά ανάγει το Μόναχο σε λίκνο του ευρωπαϊκού νεοκλασικισμού7.
Έχοντας ήδη επισκεφτεί την Ελλάδα, κατασκευάζει στο Ρέγκεσμπουργκ το
μνημείο Bαλχάλα, ένα οικοδόμημα ίδιο με ελληνικό ναό. Εξωτερικά, το μνημείο
αποπνέει μια ηρεμία και μεγαλοπρέπεια, φτιαγμένο από γκρι μάρμαρο το οποίο δεν
έχει υποστεί στίλβωση. Η είσοδος στο ναό γίνεται από μια βαθμιδωτή κλίμακα.
Εσωτερικά, το μνημείο κοσμείται με πολύχρωμα σχέδια, πλούσιες ορθομαρμαρώσεις
και προτομές των σημαντικών εκπροσώπων του Γερμανικού έθνους. Επιπλέον,
υπάρχει μια ζωφόρος η οποία αφηγείται την πρώιμη ιστορία της Γερμανίας, από την
εποχή του μύθου μέχρι τον εκχριστιανισμό της8.
Ο γλυπτός διάκοσμος του μνημείου μαρτυρά αρχαιοελληνικές επιρροές τόσο
στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό του. Εξωτερικά, ο γλυπτός διάκοσμος,
ακολουθώντας τα πρότυπα του δωρικού ναού περιορίζεται στο αέτωμα όπου
εικονίζονται ηρωικές μορφές της Γερμανικής μυθοπλασίας αποδοσμένες κατά τον
ελληνικό τύπο της κλασικής περιόδου. Το αέτωμα στέφει ένα κεντρικό ανθέμιο.
Εσωτερικά του ναού, η γλυπτική διακόσμηση πέραν της ζωφόρου και των προτομών
που προαναφέρθηκαν συμπληρώνεται με γυναικείες μορφές που υποβαστάζουν την
οροφή σαν καρυάτιδες. Οι μορφές αυτές φέρουν αρχαιοελληνική ενδυμασία και είναι
ζωγραφισμένες όπως και τα αρχαία αγάλματα. Στηρίζονται σε εντοίχιους πεσσούς.
Τα εσωτερικά αετώματα που δημιουργούνται στην οροφή καθώς και τα φατνώματα
είναι ζωγραφισμένα.
H τοποθέτηση του μεγαλοπρεπούς αυτού μνημείου στην κορυφή ενός λόφου
που βρέχεται από το Δούναβη, η αυστηρότητα που χαρακτηρίζει το δωρικό ρυθμό

6
Argan L.C., ό.π., σελ.119
7
Φυρνώ – Τζόρνταν Ρ., ό.π., σελ.372
8
Watkin D., Ιστορία της Δυτικής Αρχιτεκτονικής, σελ.489

5
βάσει του οποίου χτίστηκε και ο μεγαλοπρεπής εσωτερικός του διάκοσμος στοχεύουν
στην εξύψωση της εθνικής συνείδησης των Γερμανών. Το κτίριο αυτό χτίστηκε ως
ηρώο και αφιερώθηκε στη μνήμη του γερμανικού πνεύματος9.

Η μουσική ως επένδυση της λογοτεχνίας

Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η μουσική απευθυνόταν κυρίως
στην αριστοκρατία και υπό την επίδραση του Διαφωτισμού, χαρακτηριζόταν από μια
ομοιομορφία. Παρόλα αυτά, η οικονομική άνθιση οδήγησε στην άνοδο της αστικής
τάξης και στην επιβολή ενός νέου στυλ. Ταυτόχρονα, αναπτύχθηκε το κίνημα του
ρομαντισμού που βασίστηκε στις διακηρύξεις της Γαλλικής Επανάστασης περί
ισότητας και ελευθερίας. Ο ρομαντισμός αποτέλεσε την κορύφωση της μουσικής
εξέλιξης που παρατηρήθηκε ήδη από τον 18ο αιώνα. Πλέον η μουσική δεν
περιορίζεται στα ανάκτορα αλλά σε αίθουσες συναυλιών που γεμίζει η μεσαία τάξη10.
Ο καλλιτέχνης αντιλαμβάνεται την ελευθερία ως την αυτονομία από την ομοιομορφία
που κυριαρχούσε μέχρι τότε. Από την άλλη πλευρά, το κοινό ήταν συχνά αρνητικό σε
νεωτερισμούς που δεν συμβάδιζαν με τα καθιερωμένα γούστα11.
Παράλληλα με την ανεξαρτησία του καλλιτέχνη, η εθνικική αφύπνιση των
κρατών επηρεάζει τα μουσικά δρώμενα. Συνειδητοποιεί, πλέον, κάθε έθνος το
παρελθόν του και δημιουργεί μια ιδιότυπη προσωπική γλώσσα. Οι λαϊκές παραδόσεις
που είχαν περιθωριοποιηθεί αποκτούν πρωταγωνιστικό ρόλο και η μουσική για
πρώτη ίσως φορά στα χρονικά επενδύεται με τη χροιά του εθνικισμού. Οποιοσδήποτε
λαός, ακόμα και χωρίς να έχει να επιδείξει την πλούσια παράδοση της Γαλλίας, της
Ιταλίας ή της Γερμανίας είναι σε θέση να προσφέρει στη μουσική τα στοιχεία εκείνα
που θα της προσδώσουν ένα στυλ που τείνει στο φολκλόρ. Υπό τις συνθήκες αυτές,
ενώ τον προηγούμενο αιώνα η μουσική ήταν παγκόσμιας εμβέλειας και οι συνθέτες
ήταν εξίσου φημισμένοι σε οποιοδήποτε κράτος, τον 19ο αιώνα γίνεται πλέον λόγος
περί εθνικής μουσικής12.

9
Πετρίδου Β., Ζιρώ, ό.π.
10
Hauser A., Κοινωνική Ιστορία της Τέχνης, σελ.283
11
Μάμαλης Ν., «Η μουσική κατά τον 19ο αιώνα – Ο ρομαντισμός» στο Η ιστορία των Τεχνών στην
Ευρώπη, τόμος Γ, σελ.167-168
12
Μάμαλης Ν., ό.π., σελ.225

6
Δεν είναι λίγοι οι συνθέτες που επηρεάστηκαν από την εμφάνιση του
εθνικισμού και που τον χρησιμοποίησαν σαν άξονα για τα κυριότερα έργα τους. Η
όπερα, προσφιλές είδος του 18ου αιώνα, συνεχίζει να ακμάζει και κατά τη διάρκεια
του 19ου. Η όπερα εξέφραζε απόλυτα το ρεύμα του ρομαντισμού καθώς η
εξελισσόμενη ιστορία βασιζόταν σε αδιέξοδους έρωτες και τραγικά πάθη13. Την ίδια
περίοδο, η ρομαντική όπερα στη Γερμανία γνώρισε μεγάλη άνθιση. Το υλικό της το
άντλησα από τις λαϊκές παραδόσεις, τα παραμύθια και τις δραματοποιημένες
ιστορίες. Πράλληλα, τα στοιχεία της φύσης και το υπερφυσικό, μέσω της εμφάνισης
τόσο των πνευμάτων όσο και διαφόρων δαιμονικών δυνάμεων, αποτέλεσαν
αναπόσπαστο τμήμα της οπερατικής θεματολογίας. Τα βασικά μέρη μιας όπερας ήταν
η εισαγωγή, η όπως αλλιώς είναι γνωστή το πρελούδιο, ο ομιλούμενος διάλογος, η
σκηνή και η άρια, η πλούσια ενορχήστρωση, τα φωνητικά σύνολα, τα υπενθυμητικά
μοτίβα, τα φινάλε και τα χορωδιακά.14
Ο Ριχάρδος Βάγκνερ (1813-1883) θεωρείται ως ένας από τους σπουδαιότερους
μουσικούς του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε στη Λειψία και ήταν ουσιαστικά αυτοδίδακτος,
αλλά χάρη στο ταλέντο του κατόρθωσε να ανανεώσει τη γερμανική όπερα και να της
προσδώσει ένα εθνικό μυστικισμό15. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, κατέλαβε
σημαντικά αξιώματα όπως αυτό του διευθυντή χορωδίας και του διευθυντή
ορχήστρας του Βασιλιά της Σαξονίας. Ο Βάγκνερ επεδίωκε να απομακρυνθεί από τη
θεματολογία του ιστορικού δράματος και να κινηθεί προς τον εξιδανικευμένο λαϊκό
θρύλο, κάτι το οποίο εγινε φανερό, κυρίως μέσα από τα έργα Ιπτάμενος Ολλανδός,
Ταγχώυζερ και Λόενγκριν. Βασίζεται στα μεσαιωνικά γερμανικά έπη, ενώ παράλληλα
φανερώνει μια βαθιά σύνδεση με τη φύση. Επίσης, το υπερφυσικό έχει σημαντική
θέση στην ιστορία καθώς και η εξύμνηση του λαού και του κράτους της Γερμανίας.16
Είναι φανερή η επιρροή των θεατρικών δραμάτων στο έργο του Βάγκνερ.
Πεποίθησή του ήταν πως τα στοιχεία της ποίησης, του χορού και της μουσικής,
πλήρως εναρμονισμένα στο αρχαίο δράμα, είχαν χάσει την εκφραστική τους δύναμη
από τη στιγμή που διαχωρίστηκαν. Ειδικοτερα, η συμβολή της ποίησης και της
μουσικής εξελίχθηκε και μετουσιώθηκε στη θεωρία του συνθέτη μέσω των τρόπων
εκείνων που εξέφραζαν την έννοια της αλήθειας της ιδέας του Γερμανικού
13
Machlis J., Η απόλαυση της μουσικής, εισαγωγή στην ιστορία – μορφολογία της δυτικής μουσικής,
σελ.324
14
Headington C., Ιστορία της Δυτικής Μουσικής – Από την Αρχαιότητα ως τις μέρες μας, Μετάφραση
Μ. Δραγούμης, τόμος Α’, σελ.32
15
Stehman, J., Ιστορία της ευρωπαϊκής μουσικής (Verviers, 1964), σελ.257
16
Machlis J., ό.π., σελ.333

7
πνεύματος, το οποίο εγκαθιδρύθηκε για πρώτη φορά στο γερμανικό θέατρο και το
οποίο είχε ως στόχο την επανάκτηση από την κοινωνία της φυσικής της υπόστασης. 17
Βάσει της θεωρίας του Βάγκνερ, το σύγχρονο δράμα ακολούθησε δυο δρόμους
μορφολογικής εξέλιξης. Ο πρώτος σχετίζεται τόσο με το μεσαιωνικό μυθιστόρημα
όσο και με τα έργα σαιξπηρικής δραματουργίας, κυρίως μέσω των θρησκευτικών
παραστάσεων. Ο δεύτερος δρόμος αναφέρεται στο αρχαίο δράμα με τον τρόπο που
επιβίωσε στις κλασικιστικές τραγωδίες της Γαλλίας. Το έργο του ίδιου του Βάγκνερ,
παρά το γεγονός πως θεματολογικά είναι επηρεασμένο από το Μεσαίωνα,
ενσωμάτωσε το αρχαίο ελληνικό δράμα στη σύνθεσή του ως ένα διαχρονικό
εργαλείο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τετραλογία του Δαχτυλιδιού των
Νιμπελούνγκεν στην οποία είναι εμφανής η επίδραση της αθηναϊκής τετραλογίας του
Αισχύλου.18
Βαρύνουσας σημασίας, προκειμένου να γίνει κατανοητό το έργο του Βάγκνερ,
είναι η θέση του συνθέτη για το Gesamtkunstwerk, δηλαδή για το ολικό έργο τέχνης,
καθώς ο Βάγκνερ έχει μία βασική αισθητική αρχή πως η «τέχνη» δεν ταυτίζεται με
την «πραγμάτωση», δηλαδή δεν καταλήγει στο αντιληπτό με τις αισθήσεις
φαινόμενο, δε μετρά αισθητικά. Αντιθέτως, ο ίδιος πίστευε πως κυρίαρχος
παράγοντας στις όπερες οφείλει να είναι το δράμα ενώ η μουσική ακολουθεί. Η
άποψη αυτή έκανε πολλούς να τον αντιμετωπίζουν περισσότερο ως θεατράνθρωπο
παρά ως συνθέτη. Ο Βάγκνερ αντέστρεψε την ιεραρχία των τεχνών, όπως είχε
καθιερωθεί στην Αισθητική του Χέγκελ, και υποστήριξε την ουτοπιστική ιδέα ότι στη
δράση πρέπει να εκφράζεται η ανθρώπινη φύση όπως έχει εκ νέου ανακαλυφθεί και η
οποία δεν είναι διαστρεβλωμένη από τις κοινωνικές συμβάσεις. Με τον τρόπο αυτό, η
έννοια του δράματος δεν μπορεί να γίνει ουσιαστικά αντιληπτή μέσω μιας πάγιας
διατύπωσης από κανένα19.
Τέλος, προκειμένου να γίνει αντιληπτή η σύνδεση τη βαγκνερικής όπερας με το
λογοτεχνικό είδος του δράματος, αξίζει να αναφερθεί η θεωρία του συνθέτη για το
λάιτ-μοτίβ (Leitmotiv) το 1851 στο Όπερα και δράμα, χωρίς όμως να επικαλεστεί ο
ίδιος αυτόν τον όρο, καθώς καθιερώθηκε αργότερα από τον Χανς φον Βολτζόγκεν. Η
έννοια του λάιτ μοτίβ ουσιαστικά υπάρχει ήδη από το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν,
όπου και αντιπροσωπεύει το ιδανικό του αγώνα για την αγάπη, τη φύση και την

17
Σιώψη Α., «Οι ρόλοι της μουσικής και της ποίησης μέσα από τις εξελισσόμενες θεωρίες του Ρίχαρντ
Βάγκνερ», σελ. 120-121.
18
Μάμαλης Ν., ό.π., σελ. 211
19
Μάμαλης Ν., ό.π., σελ. 212

8
ελευθερία, ενάντια σε ο,τι συντάσσεται με την εξουσία, τον πολιτισμό και το νόμο.
Πρόκειται κατά κάποιο τρόπο για ένα είδος καθοδηγητικού μοτίβου, το οποίο
συγκροτεί έναν πυκνό ιστό στο πλαίσιο της ενορχήστρωσης και προσδιορίζει τη δομή
του δράματος σε κάθε χρονική στιγμή. Η επινόηση ενός επεξεργασμένου θεματικού
μοτίβου είναι σύμφυτη με την ιδέα της θεμελίωσης της δραματουργίας ενώ η
ορχήστρα αποκτά καταλυτικό ρόλο δεδομένου ότι εκφράζει ταυτόχρονα με σαφήνεια
την ψυχική διάθεση και την ένωση του παρελθόντος και του μέλλοντος, μέσω του
παρόντος, με τη βοήθεια των λάιτ μοτίβ20.

Επίλογος

Ο 19ος αιώνας σηματοδοτείται από σημαντικές αλλαγές σε κοινωνικό,
οικονομικό, πολιτικό και πολιτισικό επίπεδο. Η οικονομική άνθιση οδηγεί στην
άνοδο της αστικής τάξης που επιβάλει τα δικά της γούστα. Παράλληλα,
αναπτύσσεται το κίνημα του εθνικισμού ο οποίος εκφράζεται μεταξύ άλλων και μέσω
της τέχνης. Στη Γερμανία, ο Κλέντσε δανείστηκε στοιχεία από την αρχαία ελληνική
αρχιτεκτονική με απώτερο σκοπό να τονώσει την υπερηφάνια του έθνους του και να
ενσωματώσει σε ένα κτίριο τις αξίες που το διέπουν. Ακολουθώντας τα αρχαία
πρότυπα, έφτιαξε ένα κλασικό αρχιτεκτόνημα το οποίο φέρει γλυπτό και ζωγραφικό
διάκοσμο. Στο πεδίο της μουσικής, ο Βάγκνερ θεωρείται ως ο συνθέτης που
εξέφρασε περισσότερο από τον καθένα την εθνικιστική έξαρση της περιόδου.
Δημιούργησε όπερες στηριζόμενος στα γερμανικά λογοτεχνικά είδη της λαικής
παράδοσης και στηρίχτηκε περισσότερο στο κείμενο παρά στη μουσική επένδυση.
Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό πως ο ίδιος έγραφε τα κείμενα των έργων που
ανέβαζε εμπλουτίζοντας το ρεπερτόριο με μια σκοτεινή και σκληρή μυθοπλασία21.

20
Μάμαλης Ν., ό.π., σελ. 214
21
Stehman, J., ό.π., σελ.257

9
10
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μάμαλης Ν., «Η μουσική στην Ευρώπη κατά το Μεσαίωνα – από τη μονωδία στην
πολυφωνία» στο Η ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη, τόμος Γ, ΕΑΠ, Πάτρα 2008

Πετρίδου Β., Ζιρώ, Ό., Τέχνες και αρχιτεκτονική από την αναγέννηση έως τον 21ο
αιώνα, Πάτρα, εκδ. Κάλλιπος, 2015, https://repository.kallipos.gr/handle/11419/3541

Σιώψη Α., «Οι ρόλοι της μουσικής και της ποίησης μέσα από τις εξελισσόμενες
θεωρίες του Ρίχαρντ Βάγκνερ»: ανακοίνωση στο επιστημονικό συνέδριο με θέμα Με
επίκεντρο την ποίηση. Λόγος, Μουσική, Εικόνα, Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, 7-8
Νοεμβρίου 2008. Ως άρθρο, αναθεωρημένο και με προσθήκες, στο φιλολογικό
περιοδικό Πόρφυρας, τομ. Ν’, φυλ. 140, Ιουλ.-Σεπτ. 2011, σελ. 120-121.

Φυρνώ – Τζόρνταν Ρόμπερτ, Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, εκδ. Υποδομή, Αθήνα 1980

Αργκάν, Τζ. Κ., Η Μοντέρνα Τέχνη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο
2014.

Gombrich E.H., Το χρονικό της Τέχνης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1994

Hauser, Arnold, Κοινωνική Ιστορία της Τέχνης τ. 3, Αθήνα 1984

Headington C., Ιστορία της Δυτικής Μουσικής – Από την Αρχαιότητα ως τις μέρες μας,
Μετάφραση Μ. Δραγούμης, τόμος Α’, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1994

Machlis Joseph – Forney Kristine, Η απόλαυση της μουσικής, εισαγωγή στην ιστορία –
μορφολογία της δυτικής μουσικής, Αθήνα 1996

Stehman, J., Ιστορία της ευρωπαϊκής μουσικής (Verviers, 1964), (μτφρ. Δρόσος Γ.,
εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα, 2004).

11
Toman, R., Νεοκλασικισμός και ρομαντισμός: αρχιτεκτονική, γλυπτική, ζωγραφική,
σχέδιο: 1750-1848, μτφρ. Μ. Σητμάκη, Αθήνα, εκδ. Ελευθερουδάκης, 2008.

Watkin, D., Ιστορία της Δυτικής Αρχιτεκτονικής, μτφρ. Κ. Κουρεμένος, ΜΙΕΤ, Αθήνα
2005

12

Related Interests