ΦΌΒΟΣ ΚΑΝΈΝΑΣ

ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΑΡΣΑΡΗΣ

ΕΒΔΌΜΗ ΕΣΠΕΡΙΝΉ
διηγήματα, Εκδόσεις Openbook, 2010
JOHNNIE SOCIETY

Φόβος κανένας
μυθιστόρημα, Αυτοέκδοση, 2008

ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ

ΙΣΤΟΡΊΕΣ ΒΙΒΛΊΩΝ
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014
29 μικροδιηγήματα
ΦΊΛΩΝ ΣΟΦΊΕΣ
Εκδόσεις Island of Man, 2014
ΙΣΤΟΡΊΕΣ ΑΠΌ ΈΝΑ ΠΑΓΚΆΚΙ
Εκδόσεις Σαΐτα, 2013
ΌΧΙ ΠΟΛΎ ΜΑΚΡΙΆ ΑΠΌ ΚΕΙ
Motion Pixel Story, 2013
#TWEET_STORIES: ΛΟΓΟΤΕΧΝΊΑ ΣΕ 140 ΧΑΡΑΚΤΉΡΕΣ
Εκδόσεις Openbook, 2012
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΌ ΜΠΙΣΤΡΌ 2009-10
Εκδόσεις Literary Bistro, 2012
O ΆΝΔΡΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΥΆ ΓΡΑΒΆΤΑ
Εκδόσεις Openbook, 2012 (Μαύρη κωμωδία που έχει ανέβει
από 11 θεατρικές ομάδες)
12/12/12 - 8 ΙΣΤΟΡΊΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΛΑΤΕΊΑ
Εκδόσεις Openbook, 2012
ΜΑΤΡΙΌΣΚΑ
Βορειοδυτικές Εκδόσεις, 2011
ΔΉΓΜΑ ΓΡΑΦΉΣ
Εκδόσεις Openbook, 2011 (Α ́ Βραβείο στην κατηγορία
Συγγραφικό Έργο στα «E-awards 2012»)
ΚΑΘΗΓΗΤΏΝ ΑΝΆΛΕΚΤΑ
Εκδόσεις Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου, 2010

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .  47 Διαδίκτυο σε μορφή ψηφιακού βιβλίου με άδεια Creative Commons Ο Ντίνος . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .  65 (CC)-2015 Το ντιμπέιτ . . . . . . . . 21 Φόβος Κανένας . . . . . . . . .farsaris@gmail. .  35 Παραμύθι . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 41 Όταν έμαθα στον Άτλαντα να καπνίζει . .  57 τέλη του 19ου αιώνα Κίτρινο και μαύρο . . . . Βρετανία. . . . . . . . . . . . .  31 Ο συντελεστής τέσσερα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .com Στο μπαρ .  51 [Αναφορά προέλευσης – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή] Υγεία . . . 11 Επαρκώς ευσυνείδητος . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Περιεχόμενα 7 Δεν βιάζομαι . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .  79 www. . . . . . . . . . . .  27 Κακό πράμα . . . . . . . . . . . . . . . . . .  83 Χίλια ευρώ τον μήνα . . . . . . . . . .  39 Το κατσαβίδι . . . . . . . . .  61 Χθες βράδυ . . 43 Η συλλογή μικροδιηγημάτων Φόβος κανένας διανέμεται ελεύθερα στο Χειροβομβίδα στη μασχάλη . . .  53 Φωτογραφία εξωφύλλου: «Victorian headless portrait». . . . . .  67 Το όνειρο . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .gr e-mail: giannis. . . . . .  73 Ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK Ο Ζακ με το κοστούμι . . . . . . . . . . .openbook. . . . . . . . . . . . . . . . . . . 17 Σοκολάτα και γλαδιόλες . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .  85 ISBN 978-618-81465-2-5 Μαύρο μανταρίνι . . . . . . . . . . . . . . . . .  89 7 . . . . . . . . . Οκτώ παρά τέταρτο . . . 25 Το παραφάρμακο . . . . . . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . ΠΕΡΙ ΕΧ Ο Μ ΕΝΑ Είκοσι δύο χρόνια χωρίς διακοπή . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .  99 Απόγνωση . . 103 Εγωστάσιο . . . . . . . .  93 Ο βάτραχος . . . Μωβ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 115 Έφαγα τη μαμά . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 117 Σαλβαδόρ Νταλί 8 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 105 Το σημαντικό είναι να εξαπλώσετε Ο υπαλληλόπουλος . . . . 111 τη σύγχυση. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . όχι να την καταργήσετε. . . . .

Δημόσια υπηρεσία.» τη ρωτάω. Μπουρδέλο είναι το σπίτι και τσατσά η Φωφώ. Τραγανίζω κάτι κατά τις δώδεκα για να μην πεινάω. Η Φωφώ κλεισμένη στο δωματιάκι της με μισάνοιχτη πόρτα διαβάζει ένα γυαλιστερό περιοδικό. αλλά δεν το νιώθω έτσι. Πρέπει να ’ναι δυο χρόνια τώρα που πηγαίνω τακτικά απ’ το σπίτι της. Σήμερα δεν έχει κανέναν πελάτη στο σαλο- νάκι. Μου αρέσει να κάνω βόλτες στην πόλη να κοιτάζω ανθρώπους. Μια φορά τη βδομάδα –συνήθως Παρασκευή– πηγαίνω από της Φωφώς. μου απαντάει. κύριε Φαίδωνα…» με καλωσορίζει ευδιάθετη χωρίς να σηκωθεί. όμως ο προϊστάμενος μας αφήνει παρά τέταρτο. Δεν βιάζομαι Σ τη γυναίκα έχω πει ότι σχολάω τρεις και μισή. «Στην ώρα σου. κατα- λαβαίνετε. γιατί θέλω αυτά τα σαράντα πέ- ντε λεπτά δικά μου. Σταυρώνω τα πόδια. βυθίζομαι στις σκέψεις μου και περιμένω. 11 . Κάθομαι σε μία από τις κόκκινες πλαστικές κα- ρέκλες. «Πώς πάει. «Ψόφια».

Βγάζω από τα απανωτά βαψίματα. Το θέλει. δρο κρεμασμένο πάνω του. Φωφώ απ’ την καρέκλα και τον καθησυχάζει της χουφτώνει λαίμαργα το δεξί πίσω μάγουλο κι για να μην της φύγει. Κάθεται αυτός με σκυφτό ο ήχος των τακουνιών σβήνει στον διάδρομο. είναι φρέσκο το κορίτσι». βλεφαρίδες. Μαύρο σλιπάκι και κόκκινο διάφα. Η Φωφώ μου ρίχνει μια έντονη ξεπροβάλλει σαν μεγάλο σπυρί. Το χαϊδεύω και τα ρακιανός πενηντάρης με τραγιάσκα πολυφορε. Αυτός παραξενεμένος με δείχνει με το δάχτυλο. ένας ξε. Στον απέναντι τοίχο ένα καρφί δυναμώνουν. θα μπεις εσύ πριν εσύ. Μου ρίχνει ένα «Μ’ έστειλε το αφεντικό με το μηχανάκι να αδρό χαμόγελο μόλις με βλέπει και μετά κάνει πάρω ένα κοντάρι που ’σπασε και πέρασα μή- μια στροφή μπροστά στον υποψήφιο πελάτη. ένα λευκό μαντίλι απ’ την τσέπη του σακακιού 12 13 . Πιτσιλισμένα Η Φωφώ χτυπάει το κουδουνάκι και σε λιγό. Κοιτάζω το ρολόι και δείχνει τρεις και είκοσι. στιγμές και μετά βυθίζομαι πάλι στις σκέψεις Ξεσταυρώνω τα πόδια και σηκώνομαι όρθιος μου. σηκώνεται η του απαντάει εκείνη γλυκερά. ξανθά ο ψηλός. «Πέρνα «Δεν βιάζομαι. Κοιτάζω το ρολόι – τρεις και πέντε. του κάνω νόημα να καθίσει. Τα βογκητά από το βάθος του διαδρόμου να ξεμουδιάσω. Μυρίζει ιδρωτίλα και μ’ ενοχλεί. με το ζόρι τερο από ένα λεπτό ακούγονται τακούνια στον είκοσι χρονών. της όχι πάνω από είκοσι πέντε. μάτια μου υγραίνονται. Τον παρατηρώ για μερικές το δάχτυλο στη γλώσσα για να γυρίσει σελίδα. στρογγυλεμένο ματιά και γυρίζει σελίδα στο περιοδικό. «Σε κάνα πεντά- Φωφώ. λεπτο το πολύ τελειώνει ο μέσα». ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ Τρίζει η πόρτα και μπαίνει πελάτης. τα βυζιά και αγύμναστοι οι μηροί. μένη. ρούχα.» τον ρωτάω αδιάφορα. πως…» μου εξηγεί απολογητικά. «Είκοσι ευρώ. αλλά η ηλικία «Βιάζεσαι. χωρίς κά. φίλε. Η Φωφώ τον τσεκάρει μηχανικά διάδρομο. σμένος ένας ψηλός μπογιατζής. Μικρά φύγει κι εγώ τον κοιτάζω στα μάτια. Σηκώνεται και κάνει νόημα πόσο. έχω χρόνο. τον παροτρύνω χαμη. ίσα που ακουμπάνε στους ώμους. Νεύει θετικά αυτός. Η το κεφάλι. αμφιταλαντεύεται αν θα κάτσει ή αν θα μαλλιά. λόφωνα. από μένα». ανάβει τσιγάρο κι αρχίζει να παίζει Φωφώ με κοιτάζει συνωμοτικά και μετά βουτάει νευρικά το δεξί πόδι. δεν βιάζομαι». μόνο του. στη αλλά το σκέφτεται ο μικρός. μάγουλα. Με παρατηρεί διερευνητικά και κάθεται Τρίζει ξανά η πόρτα και μπαίνει αλαφια- απέναντί μου. μαλλιά. απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα. Με το που με βλέπει νο νεγκλιζέ πάνω στο κατάλευκο δέρμα.

Το φαγητό στο τρα- πέζι. στο βά- και με κοιτάζει παραξενεμένος. Μαρίκα μου». Η Φωφώ αρχίζει μισή. γιατί φώ απ’ την καρέκλα της και έρχεται προς το θέλω αυτά τα σαράντα πέντε λεπτά δικά μου. Σηκώνεται και η κυρία Φω. Δεν έρχομαι πετάγομαι όρθιος. Πεντανόστιμο το κριθαράκι. βάθος του διαδρόμου ανοίγει κι ακούγονται βή- ματα. Έχω αρχίσει να πεινάω. Ξεκλειδώνω την πόρτα. αλλά ο προϊστάμενος μας αφήνει παρά να σιγοτραγουδά. φυλάω στην τσέπη το μαντίλι και δα και δοκιμάζω λίγο κριθαράκι. κύριε Φαίδωνα». Και μια λεμονάδα στυμμένη. Παρασκευή σήμερα κι έχει μοσχάρι γιουβέτσι. Και από την κρεβατοκάμαρα. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ και σκουπίζω τα μάτια μου. Το καρφί στον τοίχο του σαλονιού μένο εικοσάευρο που της έκρυψα στην παλάμη. Πάνε δυο χρόνια τώρα που έχασα τη Μαρίκα της διευκρινίζω και τη χαιρετώ διά χειραψίας. ντρευτήκαμε. Πίνω μια γουλιά λεμονά- κουρδισμένος. Βγαίνω στον δρόμο με τα κορναρίσματα και βαδίζω για το σπίτι. Κάθε Παρασκευή περνάω «Καλή όρεξη. Κάθομαι στο τραπέζι και βάζω την Στις τρεις και τριάντα ακριβώς ξυπνάω σαν πετσέτα στον λαιμό. καταλαβαίνετε. μου. Στη γυναίκα έχω πει ότι σχολάω τρεις και 14 15 . μέρος μου στο σαλονάκι. τέταρτο. ακούγονται ακόμα βογκητά. έχει στρογγυλέψει σαν σπυρί απ’ τα απανωτά Ο μπογιατζής αντιλαμβάνεται την κίνηση βαψίματα. όμως κατευθείαν στο σπίτι απ’ το γραφείο. μου εύχεται από το σπίτι που ’χαμε πρωτονοικιάσει όταν πα- χαμογελαστή και χώνει στην τσέπη το διπλω. με περιμένει. Πηγαίνω στο μπάνιο να πλύνω χέρια και πρόσωπο και μετά κατευθείαν στην κουζίνα γιατί πεινάω. Η πόρτα στο θος του διαδρόμου. «Πέρασε η ώρα και θα ’ναι έτοιμο το φαγητό». Επτά λεπτά ακριβώς περπάτημα. αλλά παγωμένο. να μ’ ακούσει. κρεμάω το σακάκι μου στον καλόγερο και φωνάζω: «Ήρθα. όπως κάθε μέρα.

για να μην ξυπνήσω τη Λίλι. κα- θυστέρησα και ο εκδότης φωνάζει. επαρκώς ευσυνείδητος και τ’ αφήνω όλα τελευταία στιγμή. 17 . Και με πιάνουν τα νεύρα μου άσχη- μα εκεί λίγο πριν απ’ το ξημέρωμα και γράφω ένα μακρόσυρτο: «ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ» στην οθόνη σαν κραυγή. γιατί θέλει να το βγάλει πριν απ’ τα Χριστούγεννα για να πουλήσει τρελά. γιατί έχω υπογράψει συμ- βόλαιο κι έχω πάρει και προκαταβολή. Πρέπει απαραιτήτως μέχρι τις 10 του Οκτώβρη να παραδώσω το μυθιστόρημά μου στον επιμελητή. Σκίζομαι μέρα νύχτα στο γράψιμο και τρελαί- νομαι κι έχω και τη Λίλι να γκρινιάζει ότι δεν είμαι. όπως πούλησε και το πρώτο μου βιβλίο που έβγαλα πέρυσι. αλλά δεν προχωράει. λέει. Επαρκώς ευσυνείδητος Ο υπολογιστής μου είναι τελείως μαλάκας. Κάθομαι και ξε- νυχτώ και πιέζομαι να κατεβάσω ιδέες. κάτι ουρολοιμώξεις του μπαμπά και κάτι καταθλίψεις δικές μου. κι έχω και τον υπολογι- στή να μου κάνει μαλακίες. Και με κάτι αρρυθμίες της μαμάς.

την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. ηρεμεί κι η Λίλι ύστερα από δυο γράφω το αρχείο με το μυθιστόρημα σ’ ένα σιντί. σχολιάζει. Στα Να του γράφω του μάγκα στην οθόνη με μεγάλα τρία λεπτά που κράτησε η ορθοστασία. της σηκώνω τη νυχτικιά με το δεξί και περνάει ο καιρός κι εγώ να ξαναγράφω ολημερίς ξεκινώ να της ρίχνω έναν στα όρθια εκεί στο τα άλφα και το επόμενο πρωί να τα καταπίνει. δεν ’μαι σίγουρος. «Πρώτη τρώω την ίδια πίπα. αλλά δεν ηρέμησα μέχρι να μυθιστόρημα. να ξεμπλέξω με την ιστορία πριν ματα στο πάτωμα με τη σειρά. Μου αλλάζει δητος και ότι έχουμε μεγάλη ανάγκη τα λεφτά πληκτρολόγιο. μήνες. αποφασισμένος να τελειώσω μονοκοπανιάς το κλα του γραφείου και τα πετάω όλα τα εξαρτή. ανεβαίνω στην καρέ. Η οθόνη έκανε μου ξαναφάει τα άλφα ο αλήτης. Μου ’ρχεται να δαγκώσω φορά το βλέπω». βεβαιωθώ ότι ψόφησαν όλα για τα καλά. τη διώχνω και κάθομαι στο γραφείο ξεκουμπώνω τα καλώδια. και το πρωί να μου ταξίδεψε στις μέρες που έγραφα το πρώτο μου απαντάει: «ΕΙΣΙ ΜΛΚΣ». ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ Γράφω όλη νύχτα και όταν ξυπνάω το μεσημέ. «Σίγουρα ήταν τα την οθόνη. μάστορα». Το πρωί πετά- λέξεις και τον πήγα στον τεχνικό να τον δει. γομαι ιδρωμένος. τον πρώτο ύστερα από δυο μήνες.» με ρωτάει. χωρίς καφέ τον ανοίγω και πως είναι ιός. λείπουν όλα τα άλφα μέσα απ’ το κείμενό μου. Ηρεμώ. πληκτρολόγιο έδωσα και χαριστική βολή για να Την πρώτη φορά λέω κάποιο λάθος θα ’γινε. είμαι και καλός στους υπολογιστές. και την ώρα της κορύφωσης μου άλφα. μή. για κάνα μισάωρο από εξάντληση. «ΕΙΣΙ ΜΛΚΣ» με καλημερίζει ο καριόλης. μου κάνει ξανά εγκατάσταση τον του εκδότη. να μου πει πάλι ότι δεν είμαι επαρκώς ευσυνεί- «Χέσε με. και με παίρνει ο ύπνος στο πληκτρολόγιο έφυγε μια κραυγή: «ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ». γράφω ένα e-mail στον εκδότη και 18 19 . της κλείνω το στόμα με το αριστερό κειμενογράφο. Πετάγομαι που άδειασε από μέσα μου όλο το πλάκωμα που πάνω. του απαντάω. Στο ρι. Και χέρι. ξυπνάει η Λίλι. μυθιστόρημα. ’νιωθα στην καρδιά. πατάω ένα κουμπί να ξυπνήσει η οθόνη. γραφείο. Και αντί για τον πιο ωραίο ήχο. Ξύνει το μούσι του αυτός. και πριν προλάβει άλφα στη θέση τους πριν κοιμηθείς. Αντι. το μυαλό γράμματα: «ΕΙΣΑΙ ΜΑΛΑΚΑΣ». Τη δεύτερη Ο καινούργιος υπολογιστής που αγόρασα μου φορά πάλι είχε καταπιεί όλα τα άλφα από τις φάνηκε καλύτερος χαρακτήρας. Στήνω καραούλι μου μυθιστόρημα χωρίς σκοτούρες και χωρίς τη νύχτα να δω πού χάνονται τα δαιμονισμένα τα ντεντ λάινς.

με ακούει το ίδιο σιωπηλή. Τώρα θα νοικιάσουμε ένα καλύτερο σπίτι και θα παντρευτώ την Κλέλια μου. ς πούμε ότι η ώρα είναι τέσσερις το από- νωτά. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ του λέω πως κουράστηκα. ότι είμαι μόνος στο σπίτι e-mail. γιατί με είχε κλέψει για τα καλά στο προηγούμενο βιβλίο μου. Ένα περίεργο πράμα. που φώναξα τη Λίλι και το διαβάσαμε και περιμένω την Κλέλια μου να γυρίσει μαζί αγκαλιασμένοι. Ή αντίθετα. πως το ξανασκέφτηκα Σοκολάτα και γλαδιόλες και δεν θέλω πια να συνεχίσω να γράφω έτσι. Μετά τρία λεπτά Α ακριβώς με πήρε στο κινητό και δεν το σήκω- σα και μετά με ξαναπήρε άλλες δυο φορές απα. Δεν έχω τη δύναμη ούτε τηλέφωνο να πάρω κι 20 21 . Και τό. Και πως τα λεφτά της προκαταβολής δεν θα του τα επιστρέψω. κι έπειτα μου ’στειλε ένα υβριστικότατο γευμα ακριβώς. να κάνουμε κέφι. ότι ξαπλώνω στο κρεβάτι για- τί δεν νιώθω καλά και με πονάει το στομάχι μου απ’ τα χάπια που κατάπια για να αυτοκτονήσω. απ’ τη δουλειά κι έστω τώρα ότι αποφασίζω να τε ο υπολογιστής πήρε μπροστά από μόνος του αυτοκτονήσω με μια χούφτα χάπια γιατί ούτε και του έστειλε απάντηση με δύο λέξεις: «ΕΙΣΙ σήμερα βρήκα δουλειά και είμαι άνεργος τώρα ΜΛΚΣ». γιατί έτσι έκανε κι αυτή εδώ και τέσσερις μήνες που ’χουμε να της πληρώσουμε το νοίκι. όπως την άκουγα κι εγώ τέσσερις μή- νες να με προσβάλλει. Παίρνω τη- λέφωνο αμέσως τη σπιτονοικοκυρά και τη γα- μοσταυρίζω. έναν χρόνο ή έστω ότι ανοίγω τον υπολογιστή και βλέπω πως κέρδισα εκατόν πενήντα έξι χι- λιάδες ευρώ στο «Στοίχημα» έχοντας παίξει δέκα ευρώ σε δώδεκα ισοπαλίες.

εκεί που μένουν οι ή να πάρει κι αυτή μια χούφτα χάπια. Θα ’θελα να με κοιτάξει με αυτά τό. Λίγο μετά λια ό. λιπόθυμο. Ένα μικρό ζεστό μαγαζάκι σε πεζόδρομο. με μια μπλε γλαδιόλα στανό σαν εκείνη κι ένα κορίτσι μελαχρινό σαν περασμένη στο αυτί. όμως και μετράει τους σφυγμούς μου. Ξέχασα να σας της μιλήσω. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ αρχίζω να χάνω τις αισθήσεις μου. Δύο παιδιά θέλω φορά που είδα την Κλέλια χόρευε με τις φίλες να αποκτήσουμε με την Κλέλια. του Εγγλέζου του την πρώτη νύχτα που κάναμε έρωτα δίπλα στη Γκλεν. κάτω από τ’ αστέρια. Κι εγώ δεν θα δουλεύω γιατί θέλω να Και θα πω και στην Κλέλια να σταματήσει τη μεγαλώσω τα παιδιά μας. αλλά εκείνη δεν χρόνια και είμαι τρία χρόνια χαρούμενος γι’ αυ. μα δεν τα καταφέρνω και φεύγουν πω ότι θα είναι μονοκατοικία και στον κήπο θα κάτι σάλια απ’ το στόμα μου και τρέχουν στον φυτέψω μόνο μπλε γλαδιόλες. μα». τα τεράστια πράσινα μάτια της τώρα που πε- ύστερα έρχεται στην κρεβατοκάμαρα. Προσπαθώ να μπορώ να νοικιάσω όποιο θέλω. με κοιτάζει. εμένα. γιατί την πρώτη λαιμό μου και με γαργαλάνε. και πράσινα μάτια και πάντα όλοι γυρίζουν να εγώ ίσα που αναπνέω. ένα αγόρι κα- της σ’ ένα μπιτς μπαρ. Μόλις που προλαβαίνει να τηλεφωνήσει κουτί με τα χάπια στο κομοδίνο και τα χάνει. εγώ μια Άστον Μάρτιν ασημί και η Κλέ. Ελπίζω να πιστεύει κι αυτή το ίδιο. θάλασσα. να έρθει το ασθενοφόρο ή να βάλει μια φωνή για Το καινούργιο σπίτι μας θέλω να ’ναι στην κα. πιστεύω. αλλά κάνει τίποτα. ρω. Κάτι προσπαθώ να της την κοιτάξουν στον δρόμο κι είμαστε μαζί τρία ψελλίσω με μισάνοιχτα μάτια. Είναι τυχερή που μ’ έχει. Η Κλέλια μως καλοντυμένη κι έχει ίσια καστανά μαλλιά πιάνει το χέρι μου να μετρήσει τον σφυγμό μου. Κάθεται εκεί όρθια και παγωμένη δεν φτάνουν τα λεφτά απ’ το «Στοίχημα». ότι ονειρευόταν. γιατί δεν μου αρέσει η χλεμπονιάρα η θ’ ανοίξω εκείνη τη σοκολατερί που μου είπε φάτσα του αφεντικού της. βλέπει το θαίνω. Στην αρχή νομίζει πως κοιμάμαι και Άμα ρωτήσετε κάποιον που ξέρει από «Στοίχη- πάει να βγάλει το μακιγιάζ και να κατουρήσει. στην Κλέλια όμως δουλειά.τι αμάξι θέλει. να πετύχει κάποιος δώδεκα ισοπαλίες. μπαίνει η Κλέλια στο σπίτι και με βρίσκει ημι. Κι αφού βγάλει το μακιγιάζ και κατουρήσει. βοήθεια ή να λιποθυμήσει απ’ την τρομάρα της λύτερη γειτονιά της πόλης. Αμέσως την ερωτεύτηκα. όμως δεν πλούσιοι. θα σας πει τι κωλοφαρδία χρειάζεται για Η Κλέλια μου είναι ψηλή και αδύνατη και μονί. Και δυο καινούργια αυτοκίνητα θα πά. με 22 23 . Θα ήθελα να το αγοράσω βασικά.

ι όταν ήρθε ο Πολύφημος στη σπηλιά. Αχ. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ ξύλινη επένδυση παντού. τα στο μικρό μαγαζάκι μας στον πεζόδρομο. αν μου ’δινες τα δέκα ευρώ που σου ζήτησα για να παίξω τις δώδεκα ισοπαλίες. Ούτε καφέδες. το κρεβάτι μας. Έρχομαι από κει». Μόλις τα κακαρώνω οριστικά. «Έλα. θα είχαν αλλάξει όλα. που θα σερβίρει μόνο Φόβος Κανένας σοκολάτα απ’ τα χεράκια της. Κι εγώ θα παίρνω κάθε απόγευμα το κορίτσι και το αγόρι μας με Κ μια μπλε γλαδιόλα στο κάθε χέρι και θα πηγαί- νουμε να τη θαυμάζουμε και να πίνουμε σοκολά. ούτε τσάγια. Κλέλια μου. Μα εγώ πεθαίνω τώρα και θέλω να με θάψετε σ’ αυτά τα τεράστια πράσινα μάτια της που με λάτρευαν κάποτε. εκατό λογιών σο- κολάτες απ’ τα χεράκια της. ακίνητη πάνω απ’ βασα την Ιλιάδα. χωρίς να ακούγεται ούτε η ανά- σα της. Κι οι φίλοι που θα έρθουν να μ’ αποχαιρετίσουν να πίνουν όλη νύχτα σοκολάτα –αντί για καφέ– και να με θυμούνται όταν μυρίζουν μπλε γλαδιόλες. αλλά δεν με κοιτάζει. πού είσαι. ψάχνει το κινητό στην τσάντα της. 24 25 . Γκλεν. μόνο σοκολάτες. Εμένα έχουν ήδη αρχίσει και με πιάνουν σπασμοί και τεντώνω τα βλέφαρα να ακουμπή- σουν οι ματιές μας. Η κάτσαμε δίπλα στη φωτιά και του διά- Κλέλια στέκεται εκεί όρθια.

όταν όλα άλλαξαν. αντιπρόσωπος σε εταιρεία καλλυντικών που πουλιόνταν σε φαρμακεία –με ποσοστό πλη- ρωνόταν κι όχι με μισθό– κι άρχισαν ξαφνικά να μπαίνουν λεφτά στο σπίτι. ήταν χαμογελαστός. Τα λεφτά της δουλειάς λίγα και τα έξοδα να τρέχουν κι η μαμά να μην μπορεί να δουλέψει γιατί έπρεπε να φροντίζει εμένα. μα τον αγαπούσε πολύ. Ο μπαμπάς βρήκε νέα δου- λειά. Χαμογελα- στός πάντα ο μπαμπάς. πολλά τα χιλιόμετρα. Η μαμά δεν δούλευε γιατί έπρεπε να με προσέχει. Πρέπει να ήμουν τεσσάρων και κάτι χρονών. Δύσκολη η ζωή της μαζί του. όμως γέλαγε κι εκείνη με την καρδιά της όταν τον έβλεπε να με πετάει στον αέρα. Μωρό ήμουνα ακό- μα και όποτε γύριζε από τη δουλειά μ’ έπιανε και με πέταγε στον αέρα και γελάγαμε με το στόμα ανοιχτό. Οδηγός ήταν σε εταιρεία δια- νομής τροφίμων. γιατί οι γυναίκες τα 27 . Το παραφάρμακο Α πό τότε που θυμάμαι τον μπαμπά μου. κουραστική δουλειά. μα αυτός πάντα χαμογελαστός. αλλά όχι χαρούμενος.

ναι καλά το παραφάρμακο»– μα σταμάτησε πια Μια μέρα είδα τη μαμά να μαζεύει απ’ την να είναι γελαστός και να με πετάει στον αέρα. Κι άρχισε μετά ν’ αδειά- σότερες ώρες απ’ το σπίτι –τώρα πια και μέρες ζει και τα ρούχα του μπαμπά από κάτι βαλίτσες ολόκληρες– γιατί επισκεπτόταν και φαρμακεία και καθώς τα δίπλωνε. Ο μπαμπάς έγινε τον ίδιο τον μπαμπά. Και καταριόταν η μαμά Ήταν απόγευμα όταν σηκώθηκε η μαμά απ’ το το παραφάρμακο που μας πήρε τον μπαμπά κι κρεβάτι και μπροστά μου έβγαλε τα μαύρα και εγώ της θύμιζα ότι πριν το παραφάρμακο πάρει διάλεξε από τον σωρό το πιο όμορφο φουστάνι της. μα δεν ήμασταν πια χα. πω τον μπαμπά μου στο σιντριβάνι. Και μετά έπεσε πάνω στα ρούχα κι λι σε μικρότερο σπίτι και έπιασε δουλειά η μαμά έμεινε εκεί για ώρες ακίνητη να κλαίει. «Θα τα πάω στην εκ- μεγαλύτερο σπίτι. έπεσε από την τσέπη ενός σ’ άλλες επαρχίες. «για τους φτωχούς. Μέχρι να ακριβά. γελούσαν με την καρδιά τους. έλεγε. σιντριβάνι. ντουλάπα όλα της τα ρούχα τα ακριβά σε στοίβες γιατί ήταν πάντα αγχωμένος. είχε προλάβει να του πάρει χαρούμενος –«Το παραφάρμακο». μου εξήγησε. 28 29 . Αλλά μάλλον αυτό δεν μας πείραζε. Μετακομίσαμε σε στο κρεβάτι και να κλαίει. Η ημερομηνία πάνω στη φω- μογελαστοί. τογραφία ήταν περίπου μια βδομάδα πριν πεθάνει γιατί άλλαξε πολύ η ζωή μας. πεθάνω μόνο μαύρα». Όμως ο μπαμπάς έλειπε όλο και περισ. ιστορίες με τον μπαμπά. γιατί καινούργιο αμάξι και η μαμά άρχισε να ντύνεται εγώ δεν πρόκειται να τα ξαναφορέσω. όπως με έπαιρνε αγκαλιά στον καναπέ και μου ’λεγε ακριβώς τον θυμάμαι παλιά. και ο μπαμπάς ήταν αγκαλιά με την κοπέλα και Κι ένα πρωί λίγο πριν κλείσω τα έξι. μπροστά από ένα θηκε στο τιμόνι γιατί ήταν κουρασμένος κι άυ. Φόρεσε μαύρα και τον σε: «Ο πατέρας σου γελούσε λίγες μέρες προτού έκλαψε πολύ τον μπαμπά και μετακομίσαμε πά. κοιμή. μπά με μια κοπέλα. σκοτωθεί». την κοπέλα να γελάει με το στόμα ανοιχτό. σε καλύτερη γειτονιά. αγκαλιά με ραση. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ αγόραζαν πολύ τα καλλυντικά. «ας εί. Ήμασταν όλοι χαρούμενοι μπουφάν μια τσαλακωμένη φωτογραφία του μπα- που άλλαξε η ζωή μας. Και το βράδυ που γύριζε απ’ το ιατρείο. το γέλιο του. Κι εγώ –γραμματέας σ’ έναν παιδίατρο– και με άφηνε δίπλα της να κρατάω τη φωτογραφία και να βλέ- μόνο στο σπίτι τα απογεύματα να βλέπω τηλεό. Η μαμά την κοίταξε για λίγο κι έβγα- πνος και σταματήσαμε μια και καλή να είμαστε λε μια κραυγή κι έπειτα με κοίταξε και μούγκρι- χαρούμενοι με τη μαμά. πήραμε κλησία».

τς. όμως με τράβηξε με δύναμη και μ’ το λέει συνέχεια. απ’ του. μα μαζί τους στις δουλειές. μετά μου είπε ναι. σερνικά. Μας κοίταζαν περίεργα στη γειτονιά και όλοι παραξενεύονταν για το κόκκινο φουστάνι της μαμάς. τα νυφικά. πράμα και το πιστεύει πολύ. παρά μόνο άμα υπάρ- δεν μου ’δινε σημασία. Στο καφενείο δεν μιλώ πολύ. Αυτή έβαζε κι έβγαζε για ώρα μέσα στα μάτια σιωπηλή. Εγώ την κοίταγα ζαλισμένος. εσύ με το στόμα ανοιχτό. Κι όταν φτάσαμε μπροστά στον τάφο του. κορμάρα μου. μου χώνει ο καθένας στην τσέπη κι από ένα ώρα κι έκλαιγε σιγανά και κάτι μουρμούριζε που μασουράκι λεφτά. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Πήγε στο μπάνιο και βάφτηκε και χτενίστηκε και Κακό πράμα με πήρε μετά από το χέρι. δεν ήθε. «Είσαι κακό πράμα». δεν έφταιγε τελικά το παραφάρμακο». μα εκείνη περπατούσε γρή- Η γορα και με τραβούσε και κάθε τόσο σκούπιζε τα δάκρυα τα δικά της και τα δάκρυα τα δικά μου. πήρε τηλέφωνο τη μάνα της και γέλιο σου το φύλαγες για κείνη κι όχι για μας. γυναίκα μου πιστεύει πως είμαι κακό Μόλις φτάσαμε έξω από το νεκροταφείο. είχε αποφασίσει. με σήκωσε από κάτω και με κοίταξε είχε δει στην τηλεόραση. ο μόδιστρος τσίριζε μονότονα: «Τς. Όχι. χισε να με πετάει στον αέρα και να γελάει δυνατά. Κι έμεινε εκεί για δω. μου φόρεσε μια ζακέτα και μου είπε: «Πάμε». Μ’ αυτά ζω. μόνο Και σηκώθηκε μετά. λέει. χει ανάγκη. αυτό. δεν κάναμε πάνω στα σκαλισμένα γράμματα του ονόματός βόλτες να με ζαλίσει. Κι ύστερα Έναν μήνα πριν απ’ τον γάμο κατεβήκαμε την έσκισε σε χίλια κομματάκια και τα πέταξε στην πόλη να διαλέξει νυφικό. έβγαλε τη φωτογραφία κερνάω. Όταν ζήτησα απ’ τη γυναίκα μου να απ’ την τσάντα της και του ψιθύρισε ήρεμα: «Το με παντρευτεί. παντρεμένα όλα στο χωριό μας. γιατί μου λα να μπω. και η βοηθός τού έβαζε 30 31 . είσαι κρίνος Παναγίας». Τον μάρμαρο. κατέβηκε απ’ το τα δεκαέξι της σε ποιον μόδιστρο θα ντυθεί. Και μετά άρ. Κάθε με παράτησε κι ανέβηκε με τα τακούνια πάνω στο βδομάδα που πάω απ’ τα σπίτια τους να τους μάρμαρο και κάθισε στα γόνατα. δεν σου πάει. Σκούπισε τα δάκρυά της. τς. έσυρε στα χαλίκια κι εγώ κόντευα να πνιγώ απ’ το Είμαι τριάντα χρονών κι έχω τέσσερα αδέρφια κλάμα. δεν με παίρνουνε δεν καταλάβαινα.

τον ρώτησα – φάρι στην αποθήκη. θα το πάρεις τσάμπα». βέλαξε σαν την προβάτα. Δυο λεπτά μετά. Παραλίγο να πνιγεί στον ιδρώτα μας ράτσα. Όταν της έκανα νόη- μα εντάξει. Η βοηθός με κοιτούσε χαρούμενη και η γυναίκα μου παραξενεμένη. μου ο ιδρώτας. «Άμα θες. «Μη με βάζεις να κάνω τέτοια πράγματα». δική του αγρίεψα. της. θα σου δώσω πέντε». Η βοηθός ήρθε τώρα να που- δράρει τον δικό μου ιδρώτα. Με κοίταξε παρα- καλετά και τη λυπήθηκα. καταλαβαίνει πότε υπάρχει ανάγκη. «Αν με βοηθήσεις να τον σκοτώσουμε. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ συνέχεια πούδρα στο μέτωπο. να μην ακούσει η γυναίκα μου– πόσα ύστερα είπε: «Ελάτε να διαλέξουμε τώρα και τα θέλει για το περιτύλιγμα νύφης. γιατί ανυπομονούσε να δείξει το νυφικό στη μάνα «Είναι πολλά τα λεφτά. Περίμενα υπομονετικά και μόλις τον είπε και με φίλησε με θαυμασμό λίγο δεξιά απ’ είδα να σηκώνεται στις μύτες και να χειροκροτεί το μουστάκι. «Ακούς εκεί να σου πει ότι πρέπει να χάσεις τρία κιλά μέχρι τον 32 33 . παπούτσια». ρικα. Δεν μου αρέσει να σκοτώνω ανθρώπους. της είπα. αλλιώς βρίσκω να το που- λήσω και δέκα». θεϊκό κομμάτι». μου ψιθύρισε συνωμοτικά. Ξεμπερδέψαμε σχετικά γρήγορα. σφουγγάρισε επιδέξια και με τρόπο. «Είσαι κακό πράμα». του μετώπου του κι ανέβασε την τιμή στα εννιά χιλιάρικα. Άρχισαν να τσούζουν και τη βλαστήμησα και φοβήθηκε. Η βοηθός έσυρε μόνη της το κου- σαν μαθήτρια σε σχολική γιορτή. «Οκτώ χιλιά. για να μη φαίνεται γάμο!» της εξήγησα. απ’ τη χαρά της μου έβαλε πούδρα και μες στα μάτια. αλλά κάποιες φορές πρέπει και να το κάνεις. ζωντάνεψε το σουγιαδάκι που πάντα κρύβω στην πόρπη της ζώνης μου για ώρα ανάγκης. Ξαδέρφη μας δεύτερη είναι η μάνα της.

τετραπλάσια του φυσιολογικού. Όχι στο σώμα. γαμώ το ξεσταύρι σου μέσα». Ο συντελεστής τέσσερα Ο ταν γεννήθηκα. κι έγινα διάσημος με τον κωδικό «Συντελεστής 35 . Η μάνα μου φρίκαρε μόλις με άκουσε να βρίζω τον γιατρό και την τρέχανε με φάρμακα για μέρες μέχρι να συνέλθει. Μετά με ανέλαβαν κάτι πιο μεγάλοι επιστήμονες και η είδηση έπαιξε στην τηλεόραση. αλλά στο μυα- λό. είπα στον γιατρό μόλις μ’ έβγαλε. Η ανάπτυ- ξη του εγκεφάλου μου ήταν. «Γα- μώ το ξεσταύρι σου μέσα». Απ’ το σοκ δεν ξεγέννησε ποτέ ξανά γυναίκα κι έμαθα από έναν άλλο γιατρό πως ξα- ναγύρισε στα θρανία για να γίνει γεροντολόγος. ήταν η αγαπημένη βρισιά του παππού Λεωνίδα και τον άκουγα να τη λέει συνέχεια στη μαμά –τους εννιά μήνες που ήμουν στην κοιλιά της– γιατί δεν του άρε- σε ο μπαμπάς μου για γαμπρός. ήμουνα κιόλας τριάντα έξι μηνών. λέει. «Πόνεσα. δηλαδή. λόγω γονιδιακής διαταραχής. Ο μαιευτήρας έπαθε ακόμα πιο μεγά- λη ζημιά. Μιλούσα όσο μιλάει ένα τρίχρονο – πολύ.

Τον φώναζαν έτσι γιατί όποτε τον κλεισμένος σε σώμα μωρού και να μην μπορώ ρώταγαν οι γιατροί: «Πώς είσαι σήμερα. γουάτ αρ γουί λίβινγκ περιμένω να μεγαλώσω πρώτα. δηλαδή. να περιμένω να μεγαλώσω βαριόμουν. να ντούσε: «Έμπτι σπέισις. λέει. την κοπάναγα μπουσουλώντας κι ο μπαμπάς με το αμάξι να με πάει στο νο- για την πτέρυγα με τους τρελούς κι έκανα παρέα σοκομείο. Κι άρχισε τις φωνές η μαμά. δηλαδή. που έπαιζαν μπάλα. στο κομείο. έτρεχε και ησυχάζαμε. Οι άνθρωποι τα μπάς στο μπάνιο. Κι άμα ρα. φορ. δηλαδή. και να μην μπορώ να πιω ούτε μια γουλιά μπί- σφαιρο στη συνδρομητική τηλεόραση. λη που είχα μάθει. Έλεος. επτά χρονών άντρας με τον Φρέντι. σαν δάσκαλος και πατέρας. Ο Φρέντι μ’ έμαθε Μέχρι να γίνω δύο χρονών –έντεκα. του. Έλεος. Κι έπεσα λιπόθυμος και τον έβριζε η μαμά Οι γιατροί με άφησαν να πάω στο σπίτι και όση ώρα μ’ έτρεχε με το αμάξι πάλι στο νοσο- μέχρι να γίνω ενός έτους (επτά. πάρκο να κάνω κούνια και ζήλεψα κάτι παιδιά γάλωνα κι ας με βάφτισαν Λεωνίδα. και πήγα να τους δείξω τις ντρίμπλες του Βασί- μα σ’ ένα μεγάλο νοσοκομείο για να με παρακο. Του άρεσαν του παζλ μ’ έναν δεινόσαυρο. Κι ένα βράδυ που πήγε να ξυριστεί ο μπα- στη γη. άρχισαν τα γέλια τα παιδιά.» σαν τον Μέρκιουρι. ένα ντιβιντί με τις ντρίμπλες του Χατζηπαναγή Την επόμενη χρονιά όταν έγινα τριών –δεκαπέ- που το ’χε γραμμένο από παλιά. δηλαδή. λουθούν καμιά τριανταριά ειδικότητες γιατρών. υπήρχαν άλλες αξίες. να κλοτσήσω ούτε μια μπάλα. Έπρεπε. με πήγε μια μέρα η μαμά στο για γιατρός. άρχισε να τρέχει Τα απογεύματα που φεύγανε οι πολλοί γιατροί και αίμα το γόνατό μου απ’ το πέσιμο. μπαμπά τα αστυνομικά και με είχε κολλήσει και τότε που έκαναν κουμάντο οι δεινόσαυροι πάνω μένα. Όταν άρχισα ντε– ξεκίνησε να ’ρχεται στο σπίτι μια καινούρ- να περπατάω. λέει. Έπρεπε. «Τέσσερα» με φώναζαν και όσο με. νευροφυσιο­ 36 37 . Μου φάνηκαν ψιλοάσχετα Τους πρώτους μήνες της ζωής μου έμενα μόνι. μα στο μυαλό– έβλεπα όλη μέρα ταινίες που κατέ- κυρίως με έμαθε να φτιάχνω ένα τεράστιο ξύλινο βαζα μόνος μου απ’ το Ίντερνετ. έντεκα χρονών άντρας. εξειδικευμένη. ζήλεψα και ήπια την μπίρα σκάτωσαν μετά. όλα όσα ξέρω. λέει. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ Τέσσερα». λέει.» απα. μυαλό – τέσσερα στον κόσμο και τρία στην να είμαι κλεισμένος σε σώμα δίχρονου παιδιού κοιλιά της μάνας μου) έβλεπα όλη μέρα ποδό. Ήταν καλύτερα. έλεγα στον μπαμπά και μου έβαζε πρώτα.

το σώμα μου να φτάσει. Έλεος. έπρεπε τερα. να τις δουν όλοι. τους τραβάγαμε φωτογραφίες με το κι- κανος. δεν ήθελα και πολύ Κ να την ερωτευτώ και να την ποθήσω. τα δεκαπέντε. Έλεος. Γι’ αυτό. με το καθυστερημένο κορμί μου. σαν τον παππού Λεωνίδα. ξέρω γω. Δεκαπεντάρης εγώ. Έλα όμως που ήμουν έφηβος εγκλω. που σημαίνει ανί. δηλαδή το μυαλό μου τα εξήντα κάτι. δεν άντεξα. για να με παρακολουθεί.» που θα ’λεγε κι ο δεινόσαυρος ο Φρέντι. Κι αυτή ερχόταν κάθε μέρα και με άγγιζε νητό και τις ποστάραμε κατευθείαν στον τοίχο κι εγώ έκανα διαρκώς τον πολλαπλασια­σμό με τους. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ λόγος. Εμείς περάσαμε καλύ- το τέσσερα. μια μέρα που με εξέτασε και με άναψε με τα αγγίγματά της. Για να φτάσω σε ηλικία σεξ. Δεν υπήρχε καμία περίπτω- ση να περιμένω τόσες δεκαετίες για να πηδήξω – την ξανθιά γιατρό ή οποιαδήποτε άλλη. γιατί μαζί με τα αστυνομικά κατέβαζα και τσόντες απ’ το αι πέρασαν αυτοί οι δυο καλά κι εμείς Ίντερνετ. «Γουάτ αρ γουί λίβινγκ φορ. δηλαδή. οπότε άρχισαν Παραμύθι τα δύο βασικά μου προβλήματα: Το πρώτο ήταν ότι η γιατρός ήταν ξανθιά κορμάρα και το δεύτε- ρο ότι με άγγιζε στο γυμνό μου σώμα κατά την εξέταση. 38 39 . τους κοιτάγαμε κρυφά και καπνίζαμε και βισμένος σε κορμί τρίχρονου. «γαμώ το ξεσταύρι μου μέσα». έριξα ένα σάλτο στον ακάλυπτο απ’ το μπαλκόνι κι αυτοκτόνη- σα.

Θεωρητικά. ψιθύρισα κοιτώντας δυο σταγόνες αίμα να λερώνουν το 41 . Την τρίτη μέρα της μίλησα κι έσφιξε νευρικά το χέρι του γιου της. Το κατσαβίδι Σ τον παιδικό σταθμό όπου έγραψα την κό- ρη μου. Την πέμπτη μέρα ήρθε ο άντρας της να παραλάβει τον μικρό και φεύγοντας ο πι- τσιρίκος μ’ έδειξε με το δάχτυλο. αλλά διαπίστωσα πως συ- νέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Κι ο μπαμπάς του. συνάντησα την πρώην μου. Την πρώτη μέρα την κοίταξα αμίλητος και κατέβασε το βλέμμα. Για την ακρίβεια την προ-πρώην μου. με αναγωγή. ψιθύρισα βλέποντας τις γάμπες της. Την εί- χα χωρίσει τότε γιατί γνώρισα την πρώην μου. «Μαλακία μου». χωρίς να μου μιλήσει. η γυναίκα μου θα ’πρεπε να είναι δυο φορές ομορφότερη από την προ-πρώην μου. «Μαλακία μου». Τη δεύτερη μέρα τη χαιρέ- τισα και τραύλισε. Την τέταρτη μέρα της έκρυψα στην παλάμη ένα χαρτάκι με το κινητό μου. μου έχωσε ένα κα- τσαβίδι στα πλευρά. που επίσης χώρισα γιατί γνώρισα τη γυναίκα μου.

πήγα να ουρλιάξω. αλλά δεν έφτασαν. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ πεζοδρόμιο. Κωλοκατάσταση.» αναρωτήθηκα. Η γυναίκα μου μπροστά σιωπηλή να κρατάει τη μικρούλα μας από το χέρι. να καπνίζει Στην κηδεία μου είχε κόσμο πολύ. Σβήνω τον αναπτήρα. ανάβει ξανά το σύμπαν και βρί- σκομαι δίπλα στον Άτλαντα που κρατάει τον ουρανό. μεγάλο –από ένα μαγαζί που έχω ανοίξει– και και συγχύστηκα. Συγκινήθηκα πολύ. νιώθω ένα βά- βιδάκι που ’χαμε στο σπίτι. «Μαλακισμέ. Έχω ένα δάνειο γυναίκας μου με κάτι τεράστια μαύρα γυαλιά. Σκουριασμένο. είδα την κο- ρούλα μου να σφίγγει στο χέρι ένα μικρό κατσα. ’χει κάνει την ψυχολογία σκατά. σβήνει το σύμπαν και μένει μόνο η φλόγα να μου φωτίζει τη μύτη. «Ρε. τηλέφωνο τους γονείς μου και τους ενημέρω- νη». είπαν Όταν έμαθα στον Άτλαντα οι γιατροί. οι συ- νάδελφοι. Την ώρα που μου έκλειναν το με κυνηγά η τράπεζα και με απειλεί και μου καπάκι. όλοι Δ εκεί. Βγαίνω να πιω τον φραπέ μου στο μπαλκό- νι πριν φύγω για το μαγαζί κι εκεί που πάω να ανάψω τσιγάρο. οι κολλητοί μου απ’ τον στρατό. Λίγο πριν με χώσουν στη γη. ρος ασήκωτο. τι αναπτήρας διαστημόπλοιο είναι αυτός. είχα ζητήσει απ’ τον πατέρα μου κάτι λεφτά υποτίθεται για να ξεχρεώσω. όμως είχαν αρχίσει ήδη σαν κι έγινε η κατάσταση κουλουβάχατα. Τον σούφρωσα χθες κα- ταλάθος από μια γριά πελάτισσα που έμοιαζε με 42 43 . «Ήταν σταυροκατσάβιδο». η γυναίκα μου τον αναζήτησε και κούρ. γιατί να με σκεπάζουν με χώμα. Προχθές πήραν νιασε κλαίγοντας στον ώμο του. εν ξύπνησα καλά σήμερα. δεν πάνε καλά τα πράγμα- αλλά μετά είδα πίσω στο πλήθος τον πρώην της τα τον τελευταίο καιρό. η μάνα μου να οδύρεται.

του απαντώ και του δί. στο ταξίδι. «Κρατήσου γερά». νήθηκε το σύμπαν απ’ το βήξιμο. Πλατάρισε τη «Να μη βάλω κραγιόν. στο στόμα. όχι ξανασκέφτηκα και ξαναχέστηκα. Μόνο μυς δεν κάθομαι. Ψηλότερος ο Άτλαντας από μένα. Κι έτσι που είδα τα μού- καλύτερα τόσους αιώνες. αλλά μετά το χτά το χέρι. γιατί θ’ αφήσει ο γίγαντας τον ουρανό «Ρε. αφού απάνω πολύ. Τον γνώρισα αμέσως σκουλα γυμνά και ιδρωμένα. νω να ρουφήξει με το καλαμάκι. της κάνω. άλλο. με τα χέρια ψηλά». ρωτάς πολλά. πλύσου. πιάσω κουβέντα. νει: “Αλτ. στολίσου. κρατάς τι είναι.» Ούτε δέκα λεπτά δεν της πήρε κι ήρθε χαμο- «Καμήλα λάιτ». «Εσύ δεν είσαι ο Άτλας. λέω: βέβαια. «Κι αυτός δεν είναι ο ουρανός μας. του άρεσε του μάγκα και ξανατράβηξε «Όχι. φίες.» γλώσσα. το κινητό απ’ το τραπεζάκι και παίρνω τη Μαίρη. Χέστηκα προς Ξανά τσιγάρο. αναπτήρα και της πιάνω σφι- στιγμήν μη διαλύσω την υδρόγειο. βγαλίκια. με κοιτάζει με βλέμμα λάγνο. ντύσου. Μαιρούλα.» μου απάντησε ρωτώντας με «Έλα. λεις κραγιόν κι έλα». Πλάνταξε ο γίγαντας και ταρακου. «Κι αυτό το ηφαιστειάκι τι είναι. καμήλα καλύτερη. τσάμπα θα πάει». Το φχαριστήθηκε το αλάνι και γόνατα λυγισμένα. σου έχω γαμπρό έτοιμο. Πιάνω σκεφθεί άνθρωπος». τις ει. και να ’ταν εδώ η Μαιρούλα να σου κά- μια αφίσα του ακριβώς πίσω απ’ την έδρα. ρε Μαιρούλα. και του ξανάδωσα τζούρα με κα- είχε πολλούς και μούσια στα μάγουλα και τα λύτερες οδηγίες. μη βά- «Φραπές μέτριος». αφού θα ’χουμε μπαινο- – μισό ποτήρι ρουφηξιά. Δεν μου φάνηκε και τόσο βαριά η ουράνια «Φραπές καλός. μου απαντάει χαρούμενος.» με ρωτάει. μη φανταστείς τίποτα τέρας. Ανάβω ένα τσιγάρο με τον μαγικό αναπτήρα «Καμιά εφτακοσαριά χρόνια έχει να μ’ επι. του λέω και του το σφηνώνω γελαστή μες στη λαχτάρα. αλλά μάλλον αυτός ξέρει ρωτάει με παράπονο. όπως ακριβώς στις φωτογρα.» τον ξανα.» με σφαίρα που κράταγε. άσε τον ουρανό και πες μου αυτό που να μάθει να στέλνει μηνύματα στα καρντάσια του.» τον ρωτάω για να «Ποια είναι η Μαιρούλα. Να θυμηθώ να μην κρατάω μαζί μου το κινητό ρωτάω για να μπούμε στα χωράφια του. Μη τα φρύδια. και να με πάλι στο μπαλκόνι να καπνίζω. γιατί είχε στο δημοτικό η δασκάλα μας «Αχ. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ ξωτικό. ναύαρχε”. 44 45 .

ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ

«Να σας συστήσω, από δω η Μαιρούλα, φίλη Χειροβομβίδα στη μασχάλη
καλή στα δύσκολα, χατίρι δεν χαλάει, κι από δω
ο Άτλαντας, ο ταλαίπωρος γιος του Ιαπετού».
Τον είδα να κοκκινίζει από ντροπή, του άρεσε
η Μαιρούλα. Κι αυτή κοκκίνισε από λαχτάρα,

Ε
κάτι παθαίνει πάντα με τα μούσκουλα.
Καλή η πλάκα, καλός ο χαβαλές, αλλά ένα χω έναν γιο, μοναχοπαίδι, που μου μοιά-
τεταρτάκι μου ’παν ότι θα λείψουν τα παιδιά, μια ζει. Σε όλα. Αλήτης με αφρολέξ καρδιά.
γρήγορη ξεπέτα. Εντάξει, να κάνω μια εξυπηρέ- Μέχρι τη δευτέρα λυκείου αριστούχος,
τηση, μα πέρασαν ήδη δυο ώρες και τα γόνατά μετά έφτιαξε ένα συγκρότημα με κάτι άλλους
μου δεν κρατάνε άλλο. Κουνιέται το σύμπαν, δεν πιτσιρικάδες και τα παράτησε τα μαθήματα. Η
το κρατάω καλά, ανησυχούν οι επιστήμονες του μάνα του ωρυόταν, μα εγώ τον στήριξα. «Έχου-
πλανήτη. Κλέφτηκε η Μαιρούλα με τον Άτλαντα με λεφτά», της έλεγα κάθε μέρα, «θα τον στεί-
και μου φόρτωσαν εμένα για τα καλά τον ουρανό λουμε έξω για σπουδές». Είχα παρατήσει κι εγώ
στους ώμους. Παιδιά, ελάτε στα λογικά σας, θα το πτυχίο στο τελευταίο έτος. Πονεμένη ιστο-
τα βροντήξω και θα φύγω και το κρίμα στον ρία, ο πατέρας μου έκανε χρόνια να μου μιλήσει.
λαιμό σας. Φαινόταν η μέρα απ’ το πρωί, δεν ξύ- Όμως ρίχτηκα μετά με τα μούτρα στο εμπόριο
πνησα καλά σήμερα, ένιωθα ένα βάρος ασήκωτο, και έχω τώρα τέσσερα μαγαζιά και μια όμορφη
δεν πάνε καλά τα πράγματα τελευταία. Αυτό το γυναίκα και λεφτά κουβάδες για ξόδεμα. Και πε-
δάνειο μ’ έχει αρρωστήσει. Αλλά για κάτσε, για ρήφανους γονείς που όταν είδαν την κοινωνία να
κάτσε, καλά είναι εδώ, τώρα που το ξανασκέ- με θαυμάζει, ξέχασαν το πτυχίο που παράτησα.
φτομαι. Εδώ αποκλείεται να με βρει η τράπεζα. Τον έστειλα στην Αγγλία τον πιτσιρικά πριν
Πιο ελαφρύς είναι ο ουρανός απ’ το δάνειο. από τρία χρόνια να σπουδάσει μουσική τεχνο-
λογία και σύνθεση. Πέρναγε καλά, τον άκουγα
χαρούμενο τον αλητάκο στο τηλέφωνο κάθε μέ-
ρα. Μέχρι πριν από μια βδομάδα, που για πρώτη
φορά μού φάνηκε αγχωμένος.
46 47

ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ

«Ζορίζεσαι στα μαθήματα;» τον ρώτησα. συνειδητοποίησα αυτό που είχε συμβεί, βρέθηκα
«Πρέπει να πάρω μια απόφαση ζωής», μου με το μάγουλο στο λερωμένο πάτωμα. Οξύ έμ-
απάντησε. φραγμα του μυοκαρδίου, είπαν οι γιατροί κι ας
«Άμα ζορίζεσαι, να το παρατήσεις το μπουρ- μην είχα ιστορικό καρδιάς στα σαράντα επτά
δέλο». μου. Κι όμως είχα ιστορία κακή με την καρδιά
«Η γυναίκα που αγαπάω είναι έγκυος». μου και το ’ξερα καλά. Είκοσι τέσσερα χρόνια
«Θα σου στείλω λεφτά να το ρίξετε». πριν, μια γυναίκα μού έβαλε μια χειροβομβίδα
«Σκεφτόμαστε να το κρατήσουμε και να πα- κάτω απ’ τη μασχάλη και με διέλυσε. Παράτησα
ντρευτούμε». σπουδές, σταμάτησα να κοιτάζω καθρέφτες και
«Είκοσι χρονών ρεβίθι πας να μπλέξεις με βούτηξα στην κατάθλιψη. Ακόμα και σήμερα,
κουτσούβελα;» λίγο πριν κοιμηθώ, το βλέμμα της παραμονεύει
«Θα κατέβουμε μαζί σε λίγες μέρες να τη πίσω από τα βλέφαρα για να μου το θυμίζει.
γνωρίσετε». Αυτό το ίδιο βλέμμα είδα τώρα –είκοσι τέσσε-
Η μάνα του ήταν να σκάσει. Πήρε ένα μαξι- ρα χρόνια μετά– εκεί στην αίθουσα αφίξεων του
λάρι, έχωσε μέσα τη μούρη της κι έκλαιγε μέρα αεροδρομίου να κοιτάζει με λατρεία τον γιο μου.
νύχτα. Προσπάθησε να τον μεταπείσει από το Σε όλα μού μοιάζει αυτό το παιδί, σε όλα. Τη
τηλέφωνο, μέχρι που σταμάτησε να της το ση- στιγμή που φιλούσα τη νύφη μου στο μάγουλο,
κώνει. Εγώ χαμογελούσα γιατί ήταν γιος μου. τη ρώτησα ζαλισμένος: «Τη μάνα σου τη λένε
Σε όλα του. Αθανασία;» «Ναι», ήταν η απάντησή της. Λένε
Κι έφτασε η μέρα που πήγαμε να τους πάρου- ότι την ώρα που πεθαίνεις, περνάει όλη η ζωή
με από το αεροδρόμιο. Είχε βάλει τα καλά της μπροστά απ’ τα μάτια σου. Εγώ, πάλι, το ίδιο
η γυναίκα μου να υποδεχτεί τον μοναχογιό και βλέμμα έβλεπα και όταν τα είχα ανοιχτά και
τη νύφη με το εγγόνι στην κοιλιά. Έμπηξε τα όταν τα έκλεισα.
κλάματα μόλις τους είδε από μακριά να ’ρχονται.
Εγώ χαμογελούσα ανυπομονώντας για τη συνά-
ντηση των βλεμμάτων των δύο γυναικών. Χα-
μογελούσα πλατύτερα όσο πλησίαζαν, μα όταν
48 49

Ο Ντίνος

« Ν τίνο» με είπε χθες βράδυ, την ώρα που
κάναμε έρωτα, η γυναίκα μου. «Ντίνο;»
τη ρώτησα, αλλά εκείνη δεν απάντησε,
γιατί ήταν ξαπλωμένη δίπλα μου νεκρή.

51

Η γυναίκα μου έχει βγει έξω με κάτι φίλες της κι εγώ δεν είμαι καλά σήμερα. Σταματώ για ένα σουβλάκι στην καντίνα του Ανέστη. Το κινητό της το ξέχασε πάλι στο σπίτι. Κι εκεί που κάθομαι στη βεράντα μόνος και πίνω. έχουν φύγει πια φοιτητές. παίρνω στα χέρια μου το κινητό της και στέλνω μήνυμα σ’ όλους τους φίλους μας – καμιά σαρανταριά στο σύνολο. Λίγο πριν φτάσω. σταματάω σ’ ένα ζαχαροπλαστείο κι αγοράζω ένα μπέρμπον και καμιά εικοσαριά ποτηράκια πλαστικά. Υγεία Τ α παιδιά μας είναι μεγάλα. 53 . ο κωστής χτύπησε με το αυτοκίνητο κι είναι στην εντατική στο υγεία Μετά το κλείνω. το χώνω στην τσέπη και μπαίνω στο αυτοκίνητο για μια βόλτα. Στο ρα- διόφωνο παίζει ένα τραγούδι του Μάιλς Ντέι- βις. ρεύομαι και δυο μπίρες και παίρνω τον δρόμο για το «Υγεία».

Εμετρήθης. Έβγαλα απ’ τη νάιλον σακούλα το μπέρ- μπον και τους γέμισα με τη σειρά τα ποτηράκια να πιουν στην υγειά μου. η κηδεία του αύριο στις 4 στο τρίτο νεκροταφείο b Έξι μήνες ζωής μού μένουν –μου ανακοίνωσε ο γιατρός σήμερα– και δεν το είπα ακόμα ούτε στη γυναίκα μου. θα στείλω νέο μήνυμα αύριο –κατά τις δύο– ότι «Ρε Κωστή. Σε και ευρέθης ελλιπής. Κοιτάχτηκαν. Εξήντα δύο χρόνια όρθιος. μετρήθηκαν και βγήκαν οκτώ. γιατί δεν θα μπορέσω να πα- «Ήθελα να δω πόσοι θα ’ρθετε. Εγώ έστειλα ραβρεθώ. Η γυναίκα σου…» άκυρη η κηδεία. μ’ αυτούς τους μια γωνιά βλέπω τους φίλους μου να έχουν κάνει οκτώ θα περάσω το εξάμηνο και δεν λέω τίποτα πηγαδάκι και να συζητούν νευρικά. οκτώ νοματαίοι το κέρδος μου. έβγαλα και πάλι το κινητό της γυναίκας μου από την τσέπη κι έστειλα μήνυμα στους υπόλοιπους: ο κωστής δεν τα κατάφερε. Είδα το βλέμμα τους και μ’ έπιασε γέλιο σπα- στικό. εζυγίσθης 54 55 . το μήνυμα σε καμιά σαρανταριά καριόληδες για να δω πόσοι θα παρατήσετε τα πάντα για να έρθετε». ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ Έξω από την Εντατική είχε κόσμο πολύ. είσαι καλά. Εμφανίζομαι ούτε στη γυναίκα μου. Ας είναι. Όση ώρα γέλαγαν με το αστείο μου. Και στους υπόλοιπους μπροστά τους σοβαρός.

φορώντας πάντα εκείνα τα τεράστια πεταλουδένια γυαλιά ηλίου. Όταν δεν είχα δουλειά. με γυαλιά χω- ρίς σκελετό και περπάτημα νικητή. δεν με χώρισε για κανέναν τυχαίο. Οκτώ παρά τέταρτο Α κριβώς απέναντι από την πολυκατοικία της υπάρχει ένα καφενείο. αλλά ήταν το πιτσιρίκι που με κώλωνε. είχα σκεφτεί μυριάδες φορές να της χτυπήσω το κουδούνι. Στις οκτώ παρά τέταρτο ακριβώς έσερνε το νυσταγμένο πιτσιρίκι της. Δεν είχα καταφέρει ποτέ να δω τα μάτια της και μου είχαν λείψει. πήγαινα τα πρωινά να χαζέψω τα πέντε δευτερόλεπτα της οπτικής επαφής μας. Γιατρός πετυχημένος. Ώσπου ένα πρωινό.τι μου είχε κάνει κι έψαχνα τον τρόπο. Παράγ- 57 . το παραδέχομαι. Δεν έφταιγε σε τίποτα αυτό. Ο άντρας της έφευγε πάντα στις επτά και τέ- ταρτο με γρήγορο βήμα και φρεσκοσιδερωμένο κοστούμι. Εντάξει. Στο μισάωρο που μεσολαβούσε. μου ήρθε η ιδέα. εκείνη έπρεπε όμως να πληρώσει για ό.

Δίπλωσε τον Είχε κάνει γαργάρα τον άδειο φάκελο για να φάκελο στην τσάντα της και ξεκίνησε να τρεκλί. μέχρι που ο πιτσιρικάς τής τρά. αλλά ήμουν βέβαιος πως το αί. Της φύτεψα τον φόβο της της έμεινε μετέωρο στον αέρα και τράβηξε σαν απιστίας. γιώτα αντί για τόνο. Δεν την πείραξε που ο φάκελος έγραφε το την επεξεργαστώ αργά. γραμματοκιβώτιο. κοιτώντας το εξονυχιστικά. έχοντας επιτύχει τον στόχο παλτό ακριβό. Είχε δυο τρύπες αντί για μάτια και δευτερόλεπτα. Εκδίκηση κοφτερή σαν ονοματεπώνυμο του άντρα της κάτω δεξιά. βηξε το φουστάνι γκρινιάζοντας. Το σώμα μου είχε αυ- πορτα και στριφογύρισα στην ψάθινη καρέκλα. Είχε πλέον χειρόφρενο το χέρι του παιδιού να σταματήσει. Το επόμενο πρωινό. Την άλλη μέρα βγήκε κανονικά στις οκτώ πα- Βρισκόμουν μακριά για να δω τα μάγουλά της ρά τέταρτο και στράφηκε κατευθείαν προς το να χλομιάζουν. Τη σκότωσε η μικροσκοπική μπάρι. το αριστερό πόδι οικογενειακή ζωή. τον πιο δαιμονισμένο φόβο. που έγραφε το όνομα «Μαίρη» χωρίς επίθετο πειες και κυρίως χωρίς να με πάρει κανείς χα. Έγλειψα το καϊμάκι του καφέ από το καρδιά που ήταν ζωγραφισμένη πάνω από το πάνω χείλος μου και γέλασα κρυφά. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ γειλα ελληνικό καφέ αντί για εσπρέσο για να ζει. δύο επιλογές: Είτε να του κουνήσει τον φάκελο Έσκυψε με αργές κινήσεις και μάζεψε από την στα μούτρα ζητώντας εξηγήσεις. Της είχα μόλις καταστρέψει την ονειρεμένη δεί. τράβηξα μια ρουφηξιά Ήπια την τελευταία γουλιά καφέ με μπόλικο καφέ μόλις την είδα ν’ ανοίγει την τζαμένια εξώ. τό το γαργαλητό της ευτυχίας. παραμείνει η κυρία του κυρίου. μα κατηφόρισε όλο πηχτό προς τα δάχτυλα των Σήκωσε κατόπιν τα γυαλιά να κοιτάξει μπρο- γυμνασμένων ποδιών της. χωρίς αίματα και μικροπρέ. Περπάτησα στο Φορούσε πάντα τα ίδια τεράστια γυαλιά κι ένα πεζοδρόμιο ήρεμος. Ήταν ταπιεί τον φάκελο και να συνεχίσει τη ζωή της ανοιγμένος. μισοτσαλακωμένος και χωρίς περιε­ προσποιούμενη ότι δεν είδε και δεν ξέρει. Είτε να κα- είσοδο της πολυκατοικίας έναν φάκελο. όπως διαπίστωσε χώνοντας μέσα δυο είχα ιδέα ποιο από τα δύο ήταν πιο ταπεινωτικό. Δεν χόμενο. Στάθηκε εκεί απο. κατακάθι και σηκώθηκα. Ύστερα από τρία βήματα. Δεν μπορείς να 58 59 . στά στον χώρο της εισόδου κι είδα επιτέλους το σβολωμένη με τον φάκελο στα χέρια για αρκετά βλέμμα της. καινούργιο. μου. ούτε κινέζικη σταγόνα. πάνω αριστερά. νύχια και δυο δάχτυλα. φοβήθηκα. γιατί δεν το ’χα ξανα.

γιατί είναι κι 60 61 . γιατί έχασα όλους μου τους φίλους και τα παιδιά με κορόιδευαν για την προφορά μου. ξύπνησα γιατί άκουσα τη μαμά μου να ουρλιάζει. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ κάνεις χειρότερη ζημιά σε μια εγωίστρια από Κίτρινο και μαύρο το να τη βάλεις να κατουρήσει μόνη της το εγώ της και μετά να στεγνώσει βιαστικά το κάτουρο με σεσουάρ γιατί έχει να πάει σε δεξίωση με τον Ε άντρα της. ήρθε κι έμεινε ακριβώς από κάτω μας ένα κορίτσι που μου αρέσει πολύ. Τη λένε Ξένια. είναι μία τάξη μικρότερη. Ο μπαμπάς μου την έβρι- ζε και τη χτυπούσε και η μαμά φώναζε πνιχτά να μη με ξυπνήσει. όταν πήγαινα στην τρίτη δημο- τικού. αλλά η μαμά τον έδιωξε χωρίς πολλές κουβέντες. Ο μπαμπάς ήρθε με το αυτοκίνητο δυο φορές κλαίγοντας για να γυρίσουμε πίσω. όμως πέρασαν τα χρόνια και συνήθισα κι έκανα νέους φίλους. Αφήνει σημάδι κι ας μην το βλέπει κανείς. Δεν μου άρεσε στην αρχή η καινούργια πόλη της γιαγιάς. Στην πολυκατοικία που μένουμε με τη γιαγιά. η μαμά μάζε- ψε δυο βαλίτσες ρούχα και με πήρε και φύγαμε με το λεωφορείο σε μια άλλη πόλη. Την επόμενη μέρα. όταν ο μπαμπάς έφυγε για τη δουλειά. Δεν τον έχω ξαναδεί από τότε και τώρα πηγαίνω στην έκτη τάξη. για να μεί- νουμε στο σπίτι της γιαγιάς. να βράδυ. αλλά κάνουμε παρέα στα διαλείμματα.

μου και της μαμάς της. Μόλις άκουσα τα βήματα του πατέρα της έριχνα κι άλλο νερό στο πρόσωπό μου. ένα σφύριγμα θανατερό. Μέχρι στο μπάνιο και το φερμουάρ να κατεβαίνει. τι θα κάνω. αναμνήσεις οι δικές μου και το πνιχτό κλάμα της Ένα βράδυ που μόλις είχα πέσει να κοιμη. σύρθηκα μέσα στον σωλήνα και γλίστρησα στην μά μου για να της το πω. Όμως η μαμά έβαλε αποχέτευση και βρέθηκα στον κάτω όροφο που τα χέρια στο πρόσωπο κι άρχισε να κλαίει και ήταν το σπίτι της. μέσα στο μπάνιο κι άκουσα το κλάμα της Ξένιας Ένα άλλο βράδυ που δεν μπορούσα να κοι. μαμάς και τα ουρλιαχτά απ’ το ξύλο ανακατε- θώ. Στενοχωρήθηκα κίτρινο και μαύρο. έριχνα νερό στο πρόσωπό μου για να σκεφτώ Όταν βρήκα τον δρόμο για το μπάνιο τους. άκουσα πάλι την Και τρύπωσα μέσα στο νερό της λεκάνης και Ξένια να ουρλιάζει κι έτρεξα να ξυπνήσω τη μα. μηθώ απ’ τη στενοχώρια μου. Και σήκωσα το κεφάλι λαβα ότι μου κρύβεται. με αποφεύγει στα διαλείμματα. Κλειδώθηκα τότε στο μπάνιο κι μέχρι να καταφέρω να προσανατολιστώ. αλλά ένα φίδι τεράστιο. και ήθελα να πάω κοντά της να την προστατέψω. ειδικά όταν και τις επόμενες μέρες κατά. και κάθε μου αναπνοή έβγαζε πολύ. όμως η Ξένια θύμωσε κι άρχισε να άνθρωπος. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ αυτή ξένη σαν εμένα και θέλω να της ζητήσω να Και μπερδεύτηκαν στο μυαλό μου οι άσχημες ’μαστε μαζί. Και όταν συνήλθα δεν ήμουν πια όσα άκουσα. Και κολύμπησα μέσα στα στενοχωρήθηκα ακόμα πιο πολύ που της θύμισα βρώμικα νερά κι έκανα βόλτες στις σωληνώσεις τον μπαμπά. Και ένιωθα ότι κάτι Θυμήθηκα τον δικό μου μπαμπά και θύμωσα πρέπει να κάνω για να μην ξανασυμβεί όλο αυτό κι ήθελα να κατέβω κάτω να την προστατέψω. γυαλιστερό. Κι οι φωνές της Ξένιας ξεσήκωναν ηρέμησα τον θυμό μου και περίμενα υπομονε- την πολυκατοικία κι εγώ θύμωνα μέσα μου κι τικά. Και ξαφνικά ένιωσα να αλλάζω φύγουν. της τουαλέτας και κάρφωσα τα δόντια μου στον 62 63 . άκουσα την Ξένια να ουρλιάζει και μετά μένα· τα δικά μου και της Ξένιας και της μαμάς άκουσα τον μπαμπά της να βρίζει τη μαμά της. Την και να μεταμορφώνομαι και ζαλίστηκα κι έπεσα άλλη μέρα της μίλησα στο σχολείο και της είπα στο πάτωμα. όπως έκανε και η δική μου μαμά. πήρα που οι φωνές σταμάτησαν κι εγώ κάθισα στη θέση μάχης και τινάχτηκα μέσα απ’ τη λεκάνη λεκάνη κλαίγοντας. κι ευχόμουν να είχα τη δύναμη να το νικήσω όλο γιατί φοβήθηκα μην την πάρει η μαμά της και αυτό το κακό.

Το βάζο έγινε χίλια κομμάτια και το κεφάλι μπόρεσα να τη βοηθήσω. Τα έχασα και μέσα στην απελπισία μου πήρα το μεγάλο το μαχαίρι απ’ την κουζίνα. Χθες βράδυ ριο. Αγαπούσα τη γυναίκα μου έλιωσε. 64 65 . να έρες τώρα το σκέφτομαι. Κι αυτή με είδε και φοβήθηκε και άρχισε νήσω. Μ Και μετά βγήκα ολόκληρος έξω απ’ τη λεκάνη και σύρθηκα στο πάτωμα μέχρι το σαλόνι. το κάρφωσα στην καρδιά μου και ξάπλωσα δίπλα της αιμορραγώντας. σφάδαζε βάζο που είχαν στο τραπεζάκι και μου το πέτα. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ γυμνό πισινό του κι άδειασα όλο μου το δηλητή. Έπεσε κάτω. Ο φόβος τελείωσε πια. μου όσο τίποτα στον κόσμο και δεν ήθελα τη ζωή μου χωρίς αυτήν. Έριξα λίγο ποντικοφάρμακο στο να σκληρίζει κι έπιασε ένα μεγάλο πορσελάνινο γάλα της γυναίκας μου. Ούρλιαξε απ’ τον πόνο και σωριάστηκε στο πάτωμα με τα μπατζάκια στους αστραγάλους. με αφρούς στο στόμα. ούρλιαξε πιο δυνατά και από την Ξένια και τη μαμά της και τη μαμά μου και εμένα. μα εγώ σοκαρισμένος δεν ξε. όμως χθες βρά- βρω την Ξένια να της πω πως όλα τελείωσαν δυ το αποφάσισα οριστικά να αυτοκτο- πια.

Είναι δεν είναι σαράντα χρονών και οι δημοσκοπήσεις τον δίνουν φαβορί. αλλά εμένα η γυναίκα με καίει. Όποια γκόμενα και να ρωτή- σεις. τίποτα σοβαρό.» ρωτάω έναν μουστακαλή ταρίφα. Το μέλλον της χώρας. λέει. «Γιατί τέτοιο πήξιμο τέτοια ώρα. Το ντιμπέιτ Ε ίναι τετάρτη βραδάκι. «οι δυο αρχηγοί στην τηλεόραση κι έχουν κλείσει τους δρόμους για να περάσουν οι λιμουζίνες». Έχω δυο μήνες να πάω με γυναίκα κι έχω φλιπάρει. Έχει στουμπώσει το σύμπαν κι εγώ αγκομαχώ με σφήνες. Τον είδα ένα δευτερόλεπτο να χαιρετάει τον κόσμο και σιχάθηκα. Έξω από το κανάλι γίνεται της κακομοίρας. «Έχουν ντιμπέιτ». Έχει βάψει τα δόντια άσπρα για να χαμογελάει καλύτερα ο παπάρας. Κατεβαίνω με το παπί τη Μεσογείων και φρακάρω στην κίνηση. Έχω κλείσει ραντεβού στις εννιά με μια γκόμενα που γνώρισα στο τσατ. γιατί κατε- βαίνει ο ένας αρχηγός απ’ το μαύρο αμάξι. αυτόν θα ψηφίσει. μόνο για ξε- κάπνισμα. 67 . Ούτε στην πιτσαρία που δουλεύω είναι καλά τα πράγματα.

ασυναίσθητα τον παίρνω στο κατόπι. θα γαμήσω και τους αρχηγούς και να πάρω φόρα να του ρίξω κουτουλιά. σκέφτομαι. πατάει με τουπέ και καμάρι. Καμία το παπούτσι στο πλατύσκαλο. μη χέσω. κουρασμένος. Με τίποτα δεν κερδίζει αυτός τον Εντάξει. Άμα αργήσω στο ραντεβού άνεργος και ο παπάρας έβαψε τα δόντια άσπρα με το κωλοντιμπέιτ και δεν γαμήσω απόψε το για να τον ψηφίσουν οι αγάμητες. αυτοκίνητα και να μην κουνιέται φύλλο. αλλά όχι να βγάζεις και μπροστά στον άλλο με τ’ άσπρα δόντια. δηλαδή! «Πού πάτε. Άσπρες κάλτσες ελπίδα. Δυο μήνες είναι αυτοί μια ώρα αρχύτερα και τον παρακολουθώ να περ. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ ο αυριανός πρωθυπουργός. κατεβαίνω κερδίσεις!» 68 69 . μπέιτ. Αφού έχω κολ. πόσο πια. είστε σοβαρός. αύριο θα είμαι παίζει από κοντά. Χώνομαι τα εκτελεστικά τους γραφεία και τις οργανω- μέσα στον κόσμο με το παπί για να ξεμπλέξω τικές τους γραμματείες. Έλεος.» που θ’ αργήσω στο ραντεβού με τις μαλακίες Βάζω τα χέρια σαν χωνί στο στόμα και του τους και δεν έχω και το κινητό της γκόμενας φωνάζω: να την πάρω να μη μου φύγει.» μου γκαρίζει. τος. κρατιέται απ’ τον ώμο του σωματο. Κάνα πετραδάκι βλέπω τώρα απ’ τα πέντε βήματα. του λέω. μου την πέφτει ένας γεροδεμένος. Εγώ έχω κι αρχίζω να πλησιάζω με τα πόδια να δω τι να πάω δυο μήνες με γυναίκα. Αυτός είναι γέρος κι όπως τον Σκαρπίνι μαύρο γυαλισμένο. να μου το δώσει στο τσατ. Κι εγώ να ’χω μπλοκαριστεί ανάμεσα στα «Να μιλήσω στον πρόεδρο». Και να σε γουστάρουν τα πίσω του. Γέρος και καραφλός τραδάκι να σ’ ενοχλεί. φαίνεται και θα ’χει μπει μέσα και τον ενοχλεί. πιτσιρικά στις εκλογές. Κοίτα «Δεν είναι ώρα. γεμάτοι. Δυο βήμα- τσες με μαύρο σκαρπίνι. «Πρόεδρε. δεν λέει να κάνεις ντιμπέιτ με ένα πε. Μου ’ρχεται τσαταλάκι. κύριε. που ανοίγει την πίσω πόρτα να κατέβει ο φύλακα και βγάζει το αριστερό παπούτσι του. Μόνο εγώ μπορώ να σε βοηθήσω να τον λήσει για τα καλά. μπροστά μου και κατεβαίνει πρώτα ένας σβέλ- σταματάει. βάζω τη στέκα. γιατί φοβότανε. Μα είναι δυνατόν να θες να τον γεράκο τώρα που τον είδα από κοντά και γίνεις πρωθυπουργός και να φοράς άσπρες κάλ. κύριε. άλλος αρχηγός. είσαι χαμένος από χέρι στο ντι- λέει. Μόλις ο αρχηγός Μια μαύρη λιμουζίνα σταματάει ακριβώς πατάει το πλατύσκαλο το μαρμάρινο το μεγάλο. κι όλες οι γκόμενες της χώρας. Κι όμως τον συμπάθησα τον κακομοίρη φοράει ο παπάρας.

κάλτσες ο ατσαλάκωτος. στουμάτος τρέχει προς το μέρος μου. «Δυο λέξεις θα του πω στ’ αυτί και θα τον κερδίσει τον πιτσιρικά τον αντίπαλο». μαύρες στην πατούσα. Πρόεδρε. Πρόεδρε!» «Εδώ είναι ο Πρόεδρος.» να απομακρύνεται. όχι σε σένα». σουν. Πρόεδρε. να σου πω στ’ αυτί το μυ- στικό. με τη φάτσα πάει να σε κερδίσει!» «Τι θέλεις να πεις στον Πρόεδρο και φωνά. Ο πρόεδρος έρχεται προς το μέρος μου και σκύβει το κεφάλι του να με ακούσει. «Δυο μήνες έχω να νόημα στους δύο να μη μ’ αφήσουν και μου λέει: πάω με γυναίκα. Με τράβηξαν με δύναμη οι «Μόνο στον ίδιο θα μιλήσω. τις είδα πριν από πέντε λεπτά! Πενταβρώμικες. Δυο τύποι –ασφαλίτες θα ’ταν– με βου. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ Ο γεράκος κοντοστέκεται και γυρνάει απορη. τι τον θέλεις. «Άσε με να σου πω το μυστικό να τον κάνεις σου λέω. γερή όμως να ματώσει. ρίζουν και τον φέρνει προς το μέρος μου. γνωρίσεις καμιά ομορφούλα γραμματέα σου». Όλες οι γκόμε- κιμά…» φωνάζω εγώ πιο δυνατά.» «Σκύψε. δυο μακριά. τάνε και με τραβάνε μακριά. θα έρθω να μου τραβούν και γυρίζει στον πρόεδρο. Θα έρθουν οι δικοί του. Κάτι ψιθυ. σε κανέναν άλλον». και οι κάμερες δεν θα έχουν προλάβει να κλεί- μένος. Κάνει πρόλαβα και του φώναξα. Κάνει νόημα στους δυο να σταματήσουν να με «Κι άμα κερδίσεις τις εκλογές. Είναι βρώμικες οι κάλτσες του. Ένας κου. Πρόεδρε. νες της Ελλάδας θα δουν ότι φοράει λερωμένες Εκείνος με κοιτάζει σαστισμένος. Ο κουστουμάτος κά- νει νόημα να με απομακρύνουν. Τον είδα σκεφτικό τον πρόεδρο όταν άρχισε ζεις. «Λίγο πριν τελειώσει το ντιμπέιτ. Ο γεράκος τα ’χει χάσει. μόνο σε σένα. ρίξ’ του μια γερή πατουχιά στο αριστερό του πόδι. να σωριαστεί στο πάτωμα. θα του βγάλουν το παπούτσι 70 71 . Χάλασέ του τη μόστρα.

με- γάλος πια. Σε ποιο κορίτσι –όμορφο ή άσχημο– δεν αρέσει να κάνει μόνιμο δεσμό μ’ ένα όμορφο αγόρι που του αρέσουν οι μόνιμοι δεσμοί. εξακολουθώ να βλέπω πολλά όνειρα. Από μι- κρός δεν πίστευα στα όνειρα. Μου αρέσει να κάνω μόνιμους δεσμούς με όμορφα κορίτσια. Τώρα. Το να ξενυχτάω διαβάζοντας για τη σχολή. εξακολουθώ να μην πιστεύω στα όνειρα. μεγάλος πια. Τα τελευταία τρία χρόνια ξυπνώ αργά το μεσημέρι. Και στα όμορφα κορίτσια αρέσει να κάνουν μόνιμο δεσμό μαζί μου. Το όνειρο Α πό μικρός έβλεπα πολλά όνειρα. Τα τελευταία τρία χρόνια είμαι φοιτητής. Ξενυχτάω μέχρι πρωίας δίχως λόγο κι αφορ- μή. είναι λόγος και αφορμή. Τα πηγαίνω πολύ καλά με τις φίλες των όμορ- 73 . Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν ξενυχτάω διαβάζοντας. Τώρα. Οι γυναίκες λένε ότι είμαι όμορφο αγόρι. Κι εγώ δεν χρειάζομαι ούτε λόγο ούτε αφορμή για να ξε- νυχτάω.

Είμαι όμορφος. Χαιρέτισα ανόρεχτα «Είδα ότι τράκαρες μ’ ένα μαύρο αυτοκίνητο». Η φίλη της. Μου αρέσει ν’ ανεβάζω τις όμορφες κο. φάνηκε από μακριά η φίλη να τρέχει προς το Από μικρός αγαπούσα τις μεγάλες μηχανές. πω πολλά όνειρα. ιδρώνει και φαίνεται μηχανή. Μια άσχημη κοπέλα Τώρα είμαι μεγάλος και καβαλάω μια μεγάλη που τρέχει γεμάτη αγωνία. συνέχισε εκείνη με και κάνω βόλτες με τη μεγάλη μηχανή. στη μεγάλη μηχανή. της απάντησα πίνοντας την Αυτόν τον καιρό δεν έχω μόνιμο δεσμό. δεν μιλάω. λη μηχανή και μου αρέσουν οι μόνιμοι δεσμοί. τελευταία γουλιά καφέ. δεσμό. όμορφων κοριτσιών. «Είμαι καλά». αλλά πνήσω. «Είδα στο όνειρο ότι σκοτώθηκες με τη με- Τη συγκεκριμένη μέρα ξύπνησα αργά το με. γάλη μηχανή». μηχανή. Με τα ψιθυριστή φωνή. γιατί δεν έχω τίποτα να πω.» με ρώτησε. γιατί συμβαίνει. γιατί πάντα βρίσκω κάτι «Δεν πιστεύω στα όνειρα». ακόμα πιο άσχημη. ξυπνάω αργά το μεσημέρι «Είδα ένα άσχημο όνειρο». Συνέχισα να ρουφάω γουλιές καφέ για να ξυ- φων κοριτσιών είναι άσχημες. παράξενο. «Είδα ένα πολύ άσχημο όνειρο με σένα πρω- Μιλάω όμως συχνά με τις άσχημες φίλες των ταγωνιστή». ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ φων κοριτσιών με τα οποία έχω μόνιμο δεσμό. Άλλωστε το οποίο παλιότερα είχα δεσμό. μέρος μου γεμάτη αγωνία. Την κοίταξα παραξενεμένος. κορίτσια. ήταν πανέμορφη. Καβάλησα τη μεγάλη μηχανή και πήγα «Δεν πιστεύω στα όνειρα». όμορφα κορίτσια που κατά καιρούς είχα μόνιμο «Δεν πιστεύω στα όνειρα». είχα παλιότερα μόνιμο δεσμό. Βλέ. έχω μεγά. στη σχολή να πιω καφέ. με την οποία πέλες στη μεγάλη μηχανή και να πατάω γκάζι. σημέρι. Όλοι όσοι «Θα έρθεις να πάμε μια βόλτα με τη μεγάλη χαιρέτισα μου είπαν πως με ψάχνει απεγνωσμέ.» 74 75 . Η πρώτη γουλιά οι περισσότερες είναι άσχημες και μένα μου αρέ. μόνο φιλικά. όποιον ήξερα και κάθισα να πιω καφέ. Και στις όμορφες κοπέλες αρέσει να ανεβαίνουν «Είσαι καλά. καφέ δεν με βοήθησε να σκεφτώ τι μπορεί να με σει να κάνω μόνιμο δεσμό μονάχα με όμορφα ήθελε. τη διέκοψα. να μια άσχημη φίλη ενός όμορφου κοριτσιού με Δεν τις βλέπω ερωτικά. όμως δεν πρόλαβα να ξυπνήσω. να πω. Σχεδόν πάντα όλες οι φίλες των όμορ.

Θύμωσα με την ιδέα πως ο φόβος του νητο ξεπρόβαλε στα δεξιά μου έτοιμο να μου θανάτου θα μ’ ανάγκαζε να πιστέψω στα όνειρα. ήταν φταίει το όνειρο». θα το έκανα σμένα φρένο για να αποφύγω τη σύγκρουση. ανατρίχιασα. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ «Σε παρακαλώ. έπρεπε να κατέβω αμέσως απ’ Και θα ξανανέβω όταν φύγω από δω. Εγώ όμως δεν πίστευα στα όνειρα ότι δεν πιστεύω στα όνειρα». Δεν πιστεύω όνειρο της άσχημης φίλης ένα μαύρο αυτοκίνη- στα όνειρα και δεν έχω σκοπό ν’ αρχίσω να πι. όνειρο της άσχημης φίλης. «Σε ικετεύω. στεύω τώρα. γκάζι. Αν τα όνειρα βγαίνουν αληθινά. όνειρα. Εγώ δεν πίστευα στα 76 77 . Δεν πίστευα στα όνειρα. δεν θα Σύμφωνα με το όνειρο της άσχημης φίλης. δεν ήθελα να λας με την οποία είχα παλιά μόνιμο δεσμό. Άλλωστε είχα δει και πολύ κα. περισσότερο. κάτι». μην ανέβεις σήμερα στη μηχανή! Έβαλα ταχύτητα και πάτησα γκάζι. Μα εγώ δεν πιστεύω Πίστευα στους μόνιμους δεσμούς. πατούσα φρένο. κλείσει τον δρόμο. Αν πίστευα στο όνειρο της «Ανέβηκα ήδη στη μηχανή για να ’ρθω εδώ. Έπρεπε να πατήσω εσπευ- Αν ήθελα να πιστέψω στα όνειρα. Θύμωσα δεν πίστευα στα όνειρα και τερμάτισα το γκάζι. Πάτησα κι άλλο το Χαμήλωσε το κεφάλι και χύθηκε σε μια κα. «Αν πάθω οτιδήποτε με τη μηχανή. Αν από μόνος μου. Είχα αποφασίσει πως ζητούσε να πιστέψω στο όνειρό της. Σύμφωνα με το ρέκλα. μου ζήσω για να το πιστέψω. Ένα μαύρο αυτοκί- όνειρό της. Κι όμως εκείνη καθόταν απέναντί Γύρω μου δεν έβλεπα κανένα μαύρο αυτοκίνητο. και δεν ήθελα με τίποτα να αρχίσω να πιστεύω. εκνευρισμένος και κατευθύνθηκα στη μεγάλη γάλη μηχανή! Απ’ το πρωί σε ψάχνω να σου το μηχανή. Δεν ήθε- Θα νιώθω τύψεις μια ολόκληρη ζωή αν πάθεις λα με τίποτα ν’ αρχίσω να πιστεύω στα όνειρα. Πάτησα κι άλλο γκάζι. μην ανέβεις σήμερα στη με. σαρα. Σου είπα τη μηχανή. το τελευταίο μου ταξίδι. άσχημης φίλης. Μια άσχημη φίλη μιας όμορφης κοπέ. Πάτησα τέρμα το γκάζι. θα σήμαινε πως πίστεψα στο λύτερα όνειρα και δεν τα είχα πιστέψει. το κάπου καραδοκούσε να με βάλει από κάτω. μου δακρυσμένη και με ικέτευε να πιστέψω στο Πάτησα κι άλλο το γκάζι. Την έβαλα μπροστά και καθώς μάρ- πω». όχι στα από μικρός στα όνειρα. Σηκώθηκα απ’ τη δική μου μηχανή. Το βλέμμα της με αγρίεψε. γιατί δεν είχε το δικαίωμα να μου Ο ήχος του φρεναρίσματος δεν προερχόταν ζητάει να πιστέψω στο όνειρό της. Οδηγούσα επικίνδυνα.

Από εκατό έως διακόσια ευρώ παίρνει χαλαρά λάδωμα από κάθε μαγαζάτορα. Αν πίστευα στα όνειρα. γκρουση. ντύνεται και ματοποιηθεί. Εγώ όμως δεν πίστευα στα όνειρα κι είχα πατήσει Ε γκάζι. Ξυπνάει κάθε πρωί Αν πίστευα στα όνειρα. βουν τους πελάτες και τον ΦΠΑ και μπαίνει μέ- ρα: Ποτέ δεν βγαίνουν αληθινά. Δεν πίστευα στα όνειρα και το όνειρο Στα τριάντα δύο του. τους ρίχνει ένα άγριο χαμόγελο καθώς προφέρει τη λέξη: «Εφορία». κατά τις δέκα με έντεκα. ξυρίζεται. Αν είχα πατήσει κι εγώ φρένο. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ όνειρα κι είχα πατήσει γκάζι. Ο Ζακ με το κοστούμι ρο αυτοκίνητο που θα μου έκοβε τη ζωή. σα κάνοντας ότι ψάχνει επειγόντως κάτι πολύ χισα να αγαπώ τα άσχημα κορίτσια. προσπερνώντας για ελάχιστα εκατοστά το μαύρο αυτοκίνητο. και τριάντα το πουκάμισο. μόλις τους ενημερώσει ότι το πρόστιμο είναι τρεις χιλιάδες ευρώ. Παζαρεύει σκληρά την τιμή. το μαύρο αυτοκίνητο θα μ’ έβαζε από κάτω. Εννιά στους δέκα εμπόρους δέχονται κι όταν πάει στο ταμείο να πληρώσει. όταν τελείωσε τις της άσχημης φίλης δεν βγήκε αληθινό. εξήντα τα παπούτσια στα όνειρα. το όνειρο δεν πραγματοποιήθηκε. Από σήμερα άρ. Μια φορά 78 79 . Επειδή δεν πίστευα νήντα ευρώ το κοστούμι. μαγαζιά συνοικιακά που μαθαίνει πως ψιλοκλέ- Τα όμορφα κορίτσια είναι σαν τα όμορφα όνει. Το μαύ. συγκεκριμένο. βο τον κολλητό μου. έως και τριάντα σαράντα τοις εκατό κάτω. το όνειρο θα είχε πραγ. όχι φρένο. προτείνο- ντας να μην του κόψουν απόδειξη. Αν πί. θα είχα πατήσει φρένο και το εκατόν ογδόντα ευρώ κι άνοιξε επιχείρηση. είχε πατήσει φρένο. παράξενη περίπτωση. έδωσε στευα στα όνειρα. Ενε- όνειρο θα έβγαινε αληθινό. Από εκείνη τη στιγμή άρχισα να πηγαίνει στην επιχείρησή του: Επιλέγει μικρά πιστεύω στα όνειρα. βόλτες στα πανεπιστήμια και στα μπαρ. θα πιτρέψτε μου να σας συστήσω τον Ιάκω- είχα πατήσει φρένο και δεν θα απέφευγα τη σύ.

ρω μαζί μου το γέρικο φοξ τεριέ να το προσέχω. γιατί δεν θέλει να έχει. λέει. σια ευρώ κλαίγοντας. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ μάλιστα. είχε γίνει παράξενος τον τε- λευταίο καιρό. Κοπέλα δεν έχει. 80 81 . Κι εγώ τρελάθηκα στον πόνο και πήγα σπίτι του να τον ξενυχτίσω με τη μάνα του και κάτι γριές. Δεν είχε φίλους ο Ζακ. Και κλαίγανε όλοι και χτυπιούνταν για τον Ζακ τον ρέμπελο. σαν βραχνό πετεινάρι. ένα γαζιά. αλλά τι να γιατί της είχε αφήσει παραγγελιά στερνή να πά- κάνει. γιατί αυτός ακούγεται. Τον λυπήθηκε. ευρώ– να βγαίνω κάθε μέρα μια βόλτα στα μα- γαίνει απαραιτήτως βόλτα τον σκύλο του. όχι επειδή είναι άσχημος. κάθεται στην Και μου ’δωσε σε μια σακούλα σιδερωμένο το τηλεόραση και βλέπει μόνο παλιά γουέστερν που κοστούμι –την επιχείρηση των εκατόν ογδόντα κατεβάζει απ’ τον υπολογιστή. Μ’ αφήνει εμένα μόνο να τραγου- δάω. Κάθε απόγευμα φτιάχνει φραπέ. τον αλητάκο με το κοστούμι. γιατί είχε καρκί- νο και τελευταία είχε αδυνατίσει πολύ. πίνουμε μπίρες και γρατζουνάμε δυο κιθάρες. γιατί είναι –της είπε να μου πει– πολλές φοξ τεριέ γέρικο που το βρήκε φολαρισμένο και οι οικογένειες στην περιοχή που έχουν ανάγκη. μόνο με μένα βρισκόταν. χωρίς να τραγουδάει. Στις εννιά πη. που έβλεπε μόνο γουέστερν και γρατζουνούσε τα βράδια μια κιθάρα. μα στην κηδεία του την άλλη μέρα ήταν κόσμος πολύς. Η μάνα του με πήγε απ’ το σπίτι τους μετά. τα πήρε λόγω ανάγκης. το μάζεψε. Μετά τις δέκα κάθε βράδυ έρχεται σπίτι μου και παραγγέλνου- με βρώμικο. Και μετά ξημέρωσε η μέρα που ξέραμε πως θα ’ρθει και ο Ζακ πέθανε. ένας του ’δωσε από μόνος του τριακό.

Στο μπαρ « Π αρακαλώ.» «Εκδίκηση». τι θα πάρετε. 83 .

κάθε βράδυ βγαίνω με φίλους. Δουλεύω σχεδόν όλη μέρα. αποκλειστικά για συντροφιά ύπνου. υποχρεωτική μεταξωτή νυχτικιά και όχι πιτζάμα. μισθός χίλια ευρώ». Χίλια ευρώ τον μήνα Η αγγελία στην τοπική εφημερίδα ήταν πολύ συγκεκριμένη: «Ζητείται γυναίκα 30-40 ετών. μπάνιο με συγκεκριμένο αφρόλουτρο πριν απ’ τον ύπνο. γυναίκες αλλάζω συχνά. χωρισμένος. Είμαι τριάντα οκτώ χρονών. 85 . Οκτάωρη νυχτερινή απασχόληση. με μια κόρη στα εννιά. ωράριο εργασίας δώδεκα τα μεσάνυχτα έως οκτώ το πρωί (περιλαμβάνεται και η προετοιμασία πρωι- νού). Μόνο που τις νύχτες δεν μπορώ να κοιμηθώ μονάχος –στριφογυρνάω για χρόνια άυπνος στο κρεβάτι– κι αυτές είναι οι μο- ναδικές οκτώ ώρες που μου χαλούν την ευτυχία. Έξι γυναίκες πήραν τηλέφωνο και συναντήθηκα με όλες για τις απαραίτητες διευ- κρινίσεις: Όχι σεξ. πετυχημένος ασφαλιστής. μόνο αγκαλιά ύπνου. όμως έχω αποφασίσει να μην παντρευτώ ποτέ ξανά μετά τον αποτυχημένο γάμο.

Η ιδέα να προσλάβω στον καναπέ λέγοντας τα νέα της ημέρας. κουρασμένο δουλειά». δεν φανταζόταν ότι θα γνωρίσει εμένα εργένη. Ήμουν πάντα καλός στη διαχείριση των διαλέξει. τη ζεστασιά στο κρεβάτι μου ρους εφιάλτες. Την απέλυ. Ακριβό ή φθηνό δεν κών τρεις μήνες πριν και έκτοτε είναι άνεργη. περίπου δύο μήνες μετά. άρχισα να νιώθω καλύτερα. κινητό της. για να μπορέσω να κοιμηθώ. πιο εύκολη δουλειά που θα μπορούσε να βρει: γο εξαφανισμένο. ούτε κανένα άλλο βρά- 86 87 . η Μάριον δεν ήταν ο δεν ήρθε ούτε το επόμενο. Έχει μια μητέρα να φροντίσει στο σπίτι. της εξή. σαν απ’ τη δουλειά της ως πωλήτρια καλλυντι. εμένα αυτό μου ’λειπε. όχι τα χρήματα. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ Κι αποφάσισα να βρω μια λύση γι’ αυτό. είχα αγοράσει και ξάπλωνε για να μου διαθέσει Ώσπου ένα βράδυ. Την πήρα στο κουραστική μέρα. ως υποψήφιο εργοδότη. ένα Πολύ γρήγορα κατάλαβε κι εκείνη πως ήταν η στεγαστικό δάνειο στ’ όνομά της κι έναν σύζυ. Και στη δουλειά μου γησα το πρόβλημά μου και τις απαιτήσεις μου έγινα αποδοτικότερος και με τους φίλους μου πιο κι αποφασίσαμε να δοκιμάσουμε για μερικές ευδιάθετος και στις γυναίκες πιο περιζήτητος. φικότητα ήθελα. ξέρω. τον ώμο της. το δοκίμασα και μου προκαλεί χειρότε. μέρες. Κι ο ύπνος μου έγινε ήρεμος κι εγώ αμέσως Συζήτησα εξαντλητικά μαζί της. Τη συντρο- συχνά. τις ώρες που χτυπούσε το κουδούνι. Όταν έλεγε κάθε βράδυ στη χίλια ευρώ τον μήνα για να κοιμάται απλώς δί- μητέρα της: «Πρέπει να βρω μια οποιαδήποτε πλα σ’ έναν ανασφαλή. Αλλά σκέψης απ’ το μυαλό μου. περνάγαμε κάνα μισάωρο περνούσα με τη μικρή μου. μου και αυτό αγόραζα με χίλια ευρώ τον μήνα. μετά γυναίκα για συντροφιά ύπνου απέδιδε εξαιρε- έκανε ένα μπάνιο με το αφρόλουτρο που είχα τικά. Ανησύχησα και Ούτε μία νύχτα δεν πέρασε ίχνος πονηρής δεν κοιμήθηκα καθόλου εκείνο το βράδυ. Το να τύπος μου άλλωστε και οι γυναίκες που διαρκώς κοιμάμαι αγκαλιά με τις γυναίκες που αλλάζω άλλαζα ήταν σαφώς ομορφότερες. Στις δώδεκα ακριβώς κάθε βράδυ μού Και σαν πατέρας έγινα καλύτερος. χωρισμένο. όμως το ’χε κλειστό. αποζητούσα. αυτό μου έλειπε μόνο απ’ τη ζωή Η Μάριον είναι τριάντα έξι ετών. φορούσε τη μεταξωτή νυχτικιά που της προβλημάτων. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά είχα δεν χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας στις ηρεμήσει και κοιμόμουν ήσυχα ύστερα από μια δώδεκα και η Μάριον δεν φάνηκε.

αλλά ζορίζομαι. Δεν είναι δεν ξέρω πώς να γράψω στην αγγελία αυτό που άσχημα. μαζί με τα κοινόχρηστα. Δωρεάν είναι». πρόσωπό μου φόβισε πάλι τη γειτόνισσα ψει τη μυρωδιά τους – η μία μάλιστα ανάσαινε του απέναντι μπαλκονιού. Το πρόβλημα είναι ότι οι δουλειές στην οικοδομή δεν πηγαίνουν καλά κι είμαι άνεργος. παρέδωσε έναν φάκελο. 88 89 . έβαλα ξανά την ίδια αγγελία και συναντήθηκα με καινούργιες κοπέ- Ε λες για διερευνητικές συζητήσεις. Μαζί φαναριών να καθαρίσουν πολλά τζάμια. Και τέσσερις κου- το κουδούνι κι ένας πιτσιρικάς από κούριερ μου ταλιές ζάχαρη. να προλάβουν στην πρωινή κίνηση των μήνα οι αληθινές αγκαλιές. Τον άνοιξα και βρήκα Οι συγκάτοικοί μου είχαν φύγει από νωρίς για μέσα ένα σημείωμα: «Δεν κάνουν χίλια ευρώ τον δουλειά. Δοκίμασα να κοιμηθώ με δύο από αυτές. που μπήκε μέσα και εκνευριστικά βαριά. Και τώρα έχω πάλι μέρες κλείδωσε και την αλουμινόπορτα. Και αφού απογοητεύτηκα. Το σκούρο τους και το αφρόλουτρο δεν κατάφερε να κρύ. Με τα ποντίκια. Έχει κλειστό πάλι το κινητό. σιχαίνομαι. πάλι. Η μέρα έδει- να κοιμηθώ σαν άνθρωπος κι είναι να σπάσει το χνε πως θα πάει για βροχή κι έριξα μια βρισιά κεφάλι μου και καπνίζω όλες τις νύχτες νευρικά απελπισίας. και τώρα στο υπόγειο και πληρώνουμε σαράντα πέντε ευ- ήρθα εδώ στην εφημερίδα. Μένου- είχε σε μια δεσμίδα όλα τα λεφτά που της είχα με πέντε νοματαίοι σε είκοσι οκτώ τετραγωνικά δώσει. γιατί ρώ ο καθένας. Ούτε γυναίκα μπορώ να βρω και νιώθω μόνος. δεν έχω πρό- βλημα. Δίπλωσα πρόχειρα το πάπλωμα βλέποντας τηλεόραση. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ δυ και το τηλέφωνό της ήταν μονίμως κλειστό Μαύρο μανταρίνι κι εγώ έπαψα να κοιμάμαι τα βράδια χωρίς την αγκαλιά της. αλλά δεν προσέλαβα βγαλα το κεφάλι έξω απ’ το παράθυρο του καμία. γιατί δεν μου άρεσε καθόλου η αγκαλιά υπογείου αγουροξυπνημένος. αλλά έχει πολλές κατσαρίδες κι εγώ θέλω να της πω. πάνω στο στρώμα κι έφτιαξα ένα κουταλάτο Σήμερα το πρωί στις οκτώ ακριβώς χτύπησε νεσκαφέ με νερό της βρύσης.

Είναι η τελευταία φορά κι είμαι χαρούμενος. Το πρώτο χαμόγελο που συνάντησα ύστερα από ώρα. με σηκώθηκα σίγουρος. στην αυλή με τις μανταρινιές που με- δε με πείραξε. γιατί δεν τον κουβά και το κοντάρι στα χέρια και το μπου. Όση ώρα τού καθάριζα τα τζάμια. ανήκε σ’ έναν χοντρούλη με σγουρό μούσι. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ μα γυναίκα δεν είχα ποτέ στην Ελλάδα. Καταπίνοντας την τελευταία μπουκιά βρω. Σε πέντε λεπτά περπατούσα στο δρόμο. 90 91 . όσο κρύο κι αν κάνει. φιλαράκο. αφού πρώτα μ’ άφη- σαν να καθαρίσω τη σκόνη. λω να καθαρίζω. Οι υπόλοιποι με κορόιδεψαν. όσο μικρό κι αν είναι. Έμεινα για λίγο ακίνητος και μετά γύρισα τον κουβά ανάποδα και κάθισα δίπλα στο φανάρι. Κάθε μπουκιά που ’βαζα στο στόμα. Άρχισα να καθαρίζω τον καρπό με τα βρώμι- λειά έβρισκα πάντα. κου- νιόταν με τη μουσική και μόλις άναψε το πράσι- νο. παρά το μποτιλιά. όμως τζάμια αυτοκινήτων δε θέ. χισα να περπατώ αργά το δρόμο για το υπόγειο. γάλωσα. Θα γυρίσω πίσω. Ελ- δε θα μ’ ένοιαζε τίποτα. μου άπλωσε το χέρι φωνάζοντας: «Δεν έχω λεφτά. Έχω κάνει όλες τις σκληρές κα νύχια μου και η σκέψη μου πήγε πίσω στην αγγαρείες στην οικοδομή και στα χωράφια και πατρίδα. πάρε ένα μανταρίνι». Αν είχα δυο χέρια να με χαϊδεύουν κάθε βράδυ. έχει τίποτα πια να μου προσφέρει η ξενιτιά. ενώ δου. πίζω μονάχα εκείνη η μικρή όμορφη γειτόνισσα Μέσα στην πρώτη ώρα. Άρ- καλάκι με το απορρυπαντικό στην κωλότσεπη. Δεν αντέχω τα βλέμματά τους με γέμιζε γλύκα και μ’ έκανε όλο και πιο ανυ- κι ας είναι η μοναδική δουλειά που μπορώ να πόμονο. στο χωριό να μην έχει προλάβει να παντρευτεί. που οδηγούσε ένα κόκκινο σαράβαλο μίνι κούπερ. ρισμα. είχα εισπράξει μόνο τρία κέρματα κι ας Τέσσερα χρόνια λείπω μόνο. Δέχομαι τη μοίρα μου γιατί πρέπει να βγει το μεροκάματο. είχα καθαρίσει πάνω από είκοσι παρμπρίζ.

Και μετά πήρα τη στοίβα με τα χαρτιά κι ένα μπουκάλι του νερού κομμένο στη μέση γεμάτο ψαρόκολλα και βγήκα μεσάνυχτα στη φτωχή τη γειτονιά μας κι άρχισα να τα κολλάω σε βιτρίνες και εισόδους πολυκατοικιών και σε στύλους της ΔΕΗ. μέχρι που την κουβάλησα στο πεζοδρόμιο ακριβώς απέναντι απ’ το σπίτι 93 . την ώρα που αυτή κοιμόταν και δεν ήξερε. Και μετά γλίστρησα μέχρι το σπίτι μου κι έκανα έναν καφέ και μετά έβγαλα έξω με πολύ κόπο την μπορντό βαριά πολυθρόνα που ’χουμε μπροστά στην τηλεόραση και την έσπρωξα και την έσυρα στον δρόμο ιδρωμένος. με ορθάνοιχτο στόμα και κάτι ροζ βλεφαρίδες έντονες. απάνω από τα μνημόσυνα. Και κόλλη- σα όλη νύχτα χωρίς σταματημό ίσαμε πενήντα χαρτιά με την πολύχρωμη μούρη της παντού.Είκοσι δύο χρόνια χωρίς διακοπή Κ αι κάθισα όλο το βράδυ στο φότοσοπ κι έφτιαξα τη μούρη της κόκκινη και πρά- σινη και κίτρινη. και μετά είπα στον εκτυπωτή να την τυπώσει στο χαρτί μέχρι να βαρεθεί ή μέχρι να τελειώσει το μελάνι του.

εκείνος άνοιξε τα μάτια και με κοίταξε και τον 94 95 . γιατί με τα λεφτά θα λύ ένιωθα το δικό του το γέλιο εκεί απέναντι στο μας βοηθούσα όλους. δίπλα στο κόκκινο Φορντ Φιέστα του πα. Μαζί μεγαλώσαμε. αλλά τσο της πολυθρόνας κι έκλεισε τα μάτια. πεζοδρόμιο.000 ευρώ το φωνάζει: «Αυτόν αγαπάς από μικρή. το χτύπαγε δικηγόρος και βγάζει πάνω από δέκα χιλιάρικα μέχρι να γίνει θρύψαλα το γυαλί κι εγώ ζαλί- τον μήνα και θα ’πρεπε να με καταλάβει. Είδα είδα το βλέμμα των γειτόνων και τα ’χασα. ’πρεπε να με καταλάβει. κόρη μου». ότι ο άλλος είναι λω». στο γυ- δεν είχε να πληρώσει τα τέλη κυκλοφορίας. Εγώ πουτάνα για τα λεφτά δε σε θέ- μα. δεν θέλω να λυπάμαι κι δεν πρόλαβα ούτε να πλυθώ. Και μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι κι ήθελα «Τώρα πες ό. Μα τα πρά- b ματα δεν έφτιαχναν κι είμαστε κι οι δυο άνερ- γοι. να του ορμήξω εκεί που καθόταν στην πολυθρόνα γανά και μετά αγκάλιασε με το πόδι το μπρά. να του βγάλω τα μάτια με τα νύχια μου. μα πιο πο. Κι ούτε θα φτιάξουν ποτέ τα πράματα και τραβούσε τα μαλλιά της και ούρλιαζε: «Τα και το ξέρει κι εκείνος. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ της. την ώρα που τον χώριζα. που είχε καταθέσει τις πινακίδες γιατί ίδια ηλικία. Κι από τη φασαρία αφού με θέλει. Και την αφίσα κολλημένη παντού με τη φάτσα μου μετά είδα τον πατέρα μου να ’ρχεται και να με κόκκινη και πράσινη και κίτρινη. είκοσι δύο χρόνια τώρα. και την μπορώ τη μιζέρια. αυτόν θα μήνα. δεν ύστερα του κόσμου.τι θες». Και του τα εξήγησα αυτά χθες και θα και άκουγα γέλια πνιχτά στη γειτονιά. μνάσιο σμίξαμε και ξέρανε όλοι ότι θα παντρευ- τούμε μόλις φτιάξουν τα πράματα. Και το χτύπαγε το κεφάλι μου. μα εγώ κουράστηκα. απ’ το δημοτικό αγκαλιά. γιατί στηκα κι έπεσα στο πεζοδρόμιο μπροστά στην θα ήταν λάθος μεγάλο να μην πάω μαζί του. αυτό του ’χα πει χθες το απόγευ. πολυθρόνα. σήκω πάνω. γύρισε και μου είπε σι. κι οι γονείς μας άνεργοι κι όλη η γειτονιά Και με ξύπνησε η μάνα μου χαράματα με φωνές άνεργη. πάρεις.» Ναι. γεμάτη αίματα. ούτε να χτενιστώ και εμάς και τους γονιούς μας και τα παιδιά που θα βγήκα στην αυλή κι είδα εμένα παντού κολλημένη κάναμε. τέρα της. Έτρεξα ξυπόλητη καταπάνω του. με ορθάνοιχτο βουτάει απ’ τα μαλλιά και να χτυπάει το κεφάλι στόμα και άμα πλησίαζες κοντά είχε γραμμένο μου στο παρμπρίζ του Φορντ Φιέστα και να μου από κάτω: «Βγάζεις πάνω από 10.

είχε μάθει. ζοδρόμιο. η μοίρα σκηνή με την αφίσα. «Με τον μπαμπά ή με τον δικηγόρο. Στο γυμνάσιο πήγαινα.000 φορές το πατέρα της και τη γειτονιά που ήτανε φτωχή μήνα σε μισούσα». μέρειες. μέσα στα αίματα. Εμένα μου είπε κλαίγοντας όλη την ιστορία με λεπτο- ξεφτιλισμένη εκεί. χωρίς διακοπή. Αδερφάκι δεν είχα και γι’ κάτσω να μάθω καλά φότοσοπ. με ορθάνοιχτο μόνο που δεν μιλούσαν. να τη βοηθήσω να φτιάξουμε στο που είχαν κάνει έναν στενό κύκλο γύρω μας και φότοσοπ το κηδειόχαρτό του με τη μούρη του μας κοίταζαν και μας κοίταζαν κι έλεγαν πολλά. μου την πήρε απ’ τα χέρια και την έκρυψε και μου είπε να περιμένω μέχρι να φύγει ο μπαμπάς για το καφενείο. Την προηγούμενη μέρα το είχε ήδη αποφασίσει. που είχα και τ’ όνομά του. Μόλις με πήραν και μένα τα κλάματα. Κι από κάτω από μπαμπά μου παντρεύτηκε. στο πε. κόκκινη και πράσινη και κίτρινη. Φτωχικά με αναθρέψα. όταν μια μέρα σκάλιζα ένα ντουλάπι και βρήκα κατα- χωνιασμένη την πολύχρωμη αφίσα με τη μαμά. γιατί φοβήθηκε τον τη μούρη του να έχει γραμμένο: «10. στόμα και κάτι ροζ βλεφαρίδες έντονες. αλλά τίμια και δεν ήθελε προδοσίες. 96 97 . μόνο ο μπαμπάς όποτε τη ρώτησα. η μαμά δεν δούλευε. όλη νύχτα. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ κοίταξα κι έβγαλε απ’ την τσέπη τα τσιγάρα και Και μετά κάθισε δίπλα μου στον καναπέ και τον αναπτήρα να απολαύσει το θέαμα. Και να βγει μεσάνυχτα στη φτωχή τη γειτονιά μας και b ν’ αρχίσει να κολλάει τα χαρτιά με ψαρόκολλα σε βιτρίνες και εισόδους πολυκατοικιών και σε Η μαμά μου δεν παντρεύτηκε τον δικηγόρο. μόνο μου είπε το όνειρο της ζωής της: Όταν πεθάνει τον πατέρα μου να αφρίζει και τους γειτόνους ο μπαμπάς.» νε. αυτό ήμουν η αδυναμία του παππού. Μετά δεν θυμάμαι τίποτα άλλο. τον στύλους της ΔΕΗ. μόνο με όρκισε να έβρισκε μεροκάματο. Όταν παραξενεμένος την πήγα να της τη δείξω. Είκοσι δύο Έγκυος σε μένα ήταν τη μέρα που έγινε η χρόνια μεγάλωναν μαζί. Δεν απάντησε.

Ο ήχος της μεγάλης μοτοσικλέτας αναστάτω- σε τη γειτονιά μας. μες στο ζεστό καταμεσήμε- ρο. μαλλί τσαλακωμένο απ’ το κράνος και μια αύρα αλήτικη. Ένας γεροδεμένος άντρας πάρκαρε πρόχειρα και τρύπωσε στη μεταλλική πόρτα να προμηθευ- τεί μια σακούλα καπνό. Με τη μάνα μου κα- θόμαστε δίπλα δίπλα στο ταμείο και κοι- τάζουμε αφηρημένα τη μικρή οθόνη που είναι βιδωμένη στον απέναντι τοίχο. Ίσιωσα την κο- ντή φούστα που φορούσα και μια θολή ανυπομο- νησία γέμισε το βλέμμα μου. Δεκαέξι ώρες ημερησίως ζούμε καθισμένες μελαγχολικά στην ίδια θέση – πηγαίνουμε σπίτι μόνο για να κοι- μηθούμε. Κοίταξα λαί- μαργα τα καστανά του μάτια κι αναστατώθηκα. αγνοώντας την άγρια ματιά της μάνας μου. 99 . Η σκόνη στα αγκαθωτά γένια του έδειχνε ότι έρχεται από μακριά. Τον ακολούθησα έξω στον δρόμο. Ο βάτραχος Η δουλειά έχει πέσει τελευταία στο μικρό μας ψιλικατζίδικο. Είχε κουρασμένο βλέμ- μα.

ρε βάτρα- ήμουν τριών χρονών και δεν τον ξαναείδαμε. Πάρε με μαζί σου!» «Cut. Με κοίταξε ίσια «Μπορώ να γίνω εγώ ο λόγος. τον αποχαιρέτισα γοητεύσει ο κόσμος. μου απάντησε δάχτυλα και μου χαμογέλασε. γαμώτη σου. τη μηχανή να το πάμε άλλη μία να τελειώ- μαμά λέει πως πνίγηκε στον Ινδικό. Η χε. Η μαμά μου δεν είναι καλά από τότε κι εγώ θέλω να γνωρίσω τον κόσμο. μα όλοι πι. «Στο καλό. βατράχου. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ «Πού θα πας τώρα. Διάβα- ναπεράσεις. Μου χάιδεψε το μάγουλο με τα σκληρά του «Όπου με βγάλει ο δρόμος». Ο βαρύς επαναλαμβανόμενος Βαρέθηκα τόσα χρόνια κλεισμένη στο ψιλικα. μουδιασμένη κι έσφιξα το χοντρό βιβλίο στην μους». Είμαι δεκα. στα βουρκωμένα μάτια μου και μου έγνεψε έναν εννιά χρονών και θέλω να γνωρίσω τον κόσμο. Δεν αντέχεται αυτή η ζέστη». στεύουν πως μας παράτησε.» δερμάτινη τσάντα κι έβγαλε ένα τσαλακωμένο «Η έμπνευση είναι στιγμή». θα καταλάβεις». Ένιωσα την ανά- αδιάφορα.» μάνας μου πρόβαλε ανήσυχα από τη μεταλλική «Είμαι συγγραφέας κι αναζητώ την έμπνευ. θόρυβος του κινητήρα ακούστηκε σαν κρώξιμο τζίδικο». Σβήσε κι εσύ. αγκαλιά μου.» τον ρώτησα. μου ψιθύρισε και φόρεσε «Δεν έχω λόγο να ξαναπεράσω». «Είδες. νουμε. άνοιξε την πλαϊνή «Η έμπνευση είναι γυναίκα. θα ξα. 100 101 . θηκε προς τη μηχανή του. Το κεφάλι της «Δηλαδή πηγαίνεις στην τύχη. μάθε μου ό.» «Ξέχασες πάλι το δάκρυ την ώρα που σφίγγεις «Ο μπαμπάς μου μπάρκαρε στα πλοία όταν το βιβλίο. cut!» φώναξε αγριεμένος ο σκηνοθέτης. πρίγκιπα». Αμίλητος κατευθύν- ση». Πάρε με μαζί σου. «Αν δεν τη βρεις μέχρι το απόγευμα. Ταιριάζουμε. χοντρό βιβλίο. το ταλαιπωρημένο κράνος του.τι ξέρεις. σα του πάνω μου κι ανατρίχιασα. Γι’ αυτό γυρίζω στους δρό. πόρτα να δει τι συμβαίνει. «Γιατί θέλεις να φύγεις. μικρό χαιρετισμό.» σέ το. Είμαι δεκαεννιά και θέλω να ζήσω». «Είμαι τριάντα εννιά χρονών και μ’ έχει απο. «Μου πήρε πέντε χρόνια να το γράψω.

Μόνο όταν άκουσα τα πουλιά να κελαη- δούν. Ήλπιζα ο κα- θαρός αέρας να μου κάνει καλό. Και τότε κατάλαβα γιατί με παράτησε. βρέθηκα μόνος στην καρδιά ενός δάσους. σταμάτησα να μιλάω. αλλά μά- ταια. 103 . Απόγνωση Χ ωρίς να το καταλάβω.

σκέφτηκα θαυμάζοντάς το. Κα- τέβηκα στην κουζίνα. ο ήχος τους από παιδί μού θυμίζει ζά- ρια και μετά διαλέγω ένα μικρούτσικο που μου φάνηκε κατάλληλο για τη δουλειά που το θέλω. Αμέσως 105 . Όλα παίζονται στον τετραπλό κόμπο που πρέπει να κάνεις πε- ριμετρικά με τις τρίχες για να στερεωθεί καλά ο σπόρος και να κρυφτεί στο τρίχωμα. Καρπός. Και τις ιδέες πρέπει να τις κάνεις αμέσως πράξη. ένα είναι το μυστικό για να μην ταλαιπωρηθείς καθόλου. Εγωστάσιο Η ιδέα μού ήρθε ένα βράδυ μέσα στην αϋ- πνία μου. Να φυτέψω το φασόλι στην αριστερή μου μασχάλη. γιατί αλλιώς σα- πίζουν και βρωμάνε και μετά δεν τις θες. Τώρα χρειάζονταν λεπτές χειρουργικές κινήσεις με το ένα μόνο χέρι για να πετύχω τον σκοπό μου. Τα κουνάω πρώτα καλά πριν τ’ ανοίξω. Ψάχνω στα ντουλάπια όπου φυ- λάει τα πάντα και βρίσκω ένα τσίγκινο κουτί του καφέ με φασόλια. κάνοντας ησυχία να μην ξυπνήσει η μάνα μου. Άκου με. κρύβει μέσα του ζωή. Μένω μαζί της και πάλι αυτή την εποχή.

βάζω δυο σταγόνες κάθε τρεις ώρες. το ’10 πουκαμίσα και πήγα στον γεωπόνο. μου την μέχρι να πετάξει ρίζες και κοτσάνι. η Φανή ούτε που φάνηκε. αλλά δεν θα λειές σου χωρίς μπλούζα. μετά αλλάζεις πίστα και ποιος σε πιάνει. αλλά μου έδωσε για καλύ- καλοκαίρι για να μπορέσεις να το λιάζεις κιό. καμιά βδομάδα. Κανείς δεν μου απαντά τι αριστερό χέρι ψηλά –βολεύει πολύ να ακουμπάς απέγινε η φασολιά μου. «Έλα σε ξεράνουν. Μου φορά που το αισθάνθηκα να με γαργαλάει στη το σκότωσαν το σπλάχνο μου. με διαβεβαίωσε. Η γυναίκα που το είδα λίγο μαραμένο. Την πρώτη ξερίζωσαν τη φασολιά μαζί με την καρδιά. να λας μερικές ώρες. Δεν πρόλαβα να βγάλω τη βδομάδα. Άπαξ και πετάξει τόνισσα που μ’ είδε στο μπαλκόνι να λιάζομαι. Φόρεσα μια φαρδιά μου είναι η Φανή. μια βδομάδα να σε ξαναδώ». δεν το κοτσάνι να ξεπεταχτεί απ’ την μπροστινή μεριά ξεχνάς άμα κάνεις δεύτερο. αρχές 106 107 . θα σου ξεραθεί». Γνωριστήκαμε το ’8. Καθοδηγείς σωστά το ’ναι ποτέ ίδια. Ύστερα πρέπει να συνηθί. ένιωσα πατέρας. δεν το συζητώ. δύναμη. ρίζα. το ’12 γκαστρωθήκαμε. κές ουσίες η φασολιά. Μπορεί και να μασχάλη. αρκεί να το ποτίζεις απαρεγκλίτως πέντε φορές Δυο νοσοκόμοι με στρίμωξαν με τη βία κι ένας μέρα νύχτα. Έξυσε τη παντρευτήκαμε. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ μετά του βάζεις μπόλικο νερό και την πέφτεις φαλάκρα του και σκούπισε δυο φορές τα γυαλιά για ύπνο. την πρώτη ευκαιρία. ο γεωπόνος πάντως σίγουρα όχι. Έβαλα μέσα μου τους κάλεσε η μάνα μου. Μόνο η μάνα μου ερχόταν στο νοσοκομείο Τέσσερα φύλλα είχε ανοίξει εκείνο το πρωινό να με δει. Πρότεινα να γεμίσω Καλύτερα βέβαια να το επιχειρήσεις όλο αυτό τις τρίχες με λάσπη. θα το βοηθήσει ν’ αναπτυχθεί. μπορεί και καμιά γει- τον καρπό κι αυτός γέννησε. Το ποτίζεις απαραιτήτως πέντε φορές του για να το δει καλύτερα. «Αυτό θα Θαλασσινά νερά και λοιπά εννοείται ότι θα το το κρατήσει σε ζωή». τερα ένα μπουκαλάκι λίπασμα εκατό εμ ελ. της μασχάλης και καθάρισες. μη λέω τα αυτονόητα. είμαι ξαπλωτός και δεμένος χέρια πόδια σ’ ένα σεις δύο πράγματα: Να κοιμάσαι ανάσκελα με το δωμάτιο νοσοκομείου. Θα ξαναφυτέψω άλλη με τον καρπό στο κούτελο– και να κάνεις τις δου. «Δεν έχει θρεπτι- τη μέρα και δεν κάνεις τη μαλακία να του βά. δεν έχει χώμα να πάρει λεις αφρόλουτρο ή αποσμητικό. Η φασαρία δεν κρατάει πολύ. γιατί το ’χασες. Βοηθάνε και οι τρίχες βέβαια που γιατρός με νάρκωσε με μια σύριγγα και τώρα κρατάνε την υγρασία. Όταν χάνεις το παιδί σου.

λέει. μηδαμινή κινητικότητα. αλλά όλοι γύρω μας τα ίδια. Είχαμε θέματα με πείας με ορμόνες FSH». το παιδί το ζεται αδερφάκι». ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ του ’13 γεννήσαμε μια κούκλα δύο εκατό. τα ’χουμε τα προβλήματα στον γάμο. τέλος πά. και φεύγει με τη μικρή για το νοσοκομείο. χάρηκε ο συμμαθητής. Βοηθός λογιστή εγώ. Φεύγω κι εγώ για το γραφείο. τα ωράρια. «και ανάγκη θερα- εγώ. μου είπε. Η ουσία είναι του φωνάζω πεισμωμένος. «Θα κάνω δικό μου παιδί». «Αποκλείεται…» μου ντων δεν τον έλεγες και πετυχημένο τον γάμο. Και επιμένει. «Ολιγοσπερμία. ρεσεψιονίστ μετά. εγώ κοιμόμουν κι αυτό ψηνόταν με 41 πυρετό και αρχίζει τις χριστοπαναγίες και τα «Είσαι άχρηστος και ανίκανος και δεν σου αξίζει να είσαι πατέρας». Και μετά μου μπήκανε ιδέες κακές και πάνω στη σκοτούρα θυμάμαι τον συμμαθητή μου που είχε γίνει γιατρός μεγάλος και παρακα- λώ τον προϊστάμενο να μ’ αφήσει να φύγω ένα διωράκι για λόγους προσωπικούς. μου όμορφα κυλάγανε στην αρχή και τακτοποιημένα πήρε και την ψυχή στο τηλέφωνο τρεις μέρες μικροαστικά. έβαλα για ύπνο κανονικά και το πρωί στις επτά που γύρισε. Μην τα πολυ- λογώ. είχαμε θέματα διάφορα. «Μα έχω παιδί». αλλά δεν είχα όρεξη για δουλειά και το ρίχνω στα τσιγάρα και στους καφέδες και το τσουλάω στο μυαλό μου το γεγονός. Όλα μου πήρε και κολλαριστά δυο πενηντάρικα. Εννιά με πέντε δουλειά υπογονιμότητα». μου πήρε σπέρμα. ρολόι τα οκτάωρα αυτή. αν θέλω να κάνω παιδί. του λέω. «η μικρή μου χρειά- πως ένα βράδυ που εκείνη δούλευε. Γιατί να με βρίσει τόσο άσχημα για έναν πυρετό – εντάξει. να μην αργήσω. σ’ ένα τριάστερο αυτή. όμως το άχρηστος και το ανίκανος είναι βαριές κουβέντες. 108 109 . οπότε.

όπως σίγουρα φαντάστηκες. όχι για κανέναν υπαλληλόπουλο σαν εμένα. Και με τόσες πένες που έχει. και να του γεννηθεί έστω η υποψία ότι την έκλεψα εγώ. Του την έκλεψα χωρίς να το πάρει χαμπάρι. Μια μέρα με είχε φωνάξει στο γραφείο του και λιγουρεύτηκα μία απ’ τις χρυσές του πένες. 111 . λοιπόν. με πειράζει όμως πολύ που είναι χοντρομαλάκας. Αλλά και να καταλάβει κάποτε ότι έχασε τη συγκεκριμένη πένα. απο- κλείεται να καταλάβει πως την έκλεψα εγώ. Κι όταν λέω χρυσή. Για το αφεντικό μου μιλάμε. Ο υπαλληλόπουλος Τ ο αφεντικό μου είναι χοντρός και μυρίζει άσχημα. Έχει μια τεράστια συλλογή από πένες το αφεντικό μου. αυτή του την έκλεψα. θα βρεις. Την πένα. εννοώ ολόκληρη επιχρυσωμένη μέσα έξω με εί- κοσι τέσσερα καράτια κι όχι μόνο η μύτη της. Βέβαια. δεν γίνεται να το αποδείξει. Άμα θες να βρεις ευκαιρία να κλέψεις. ίσως και να μην το πάρει ποτέ χαμπάρι. Καθόλου δεν με πειράζει που εί- ναι χοντρός. Τό- σοι άνθρωποι μπαινοβγαίνουν στο γραφείο του.

Ήταν στρυφνός όπως πάντα. Τρέχα από κει αν δε με πιστεύεις. μέσα και τα Σαββατοκύριακα. είναι τώρα στο δωμάτιο 414 και με πε- ριμένει. «Η γυναίκα σου με περιμένει στο ξενοδοχείο Όρεγκον να την πηδήξω. Ακούς τι σου λέω. απογευματάκι. αφεντικό. Την πένα να φέρεις». τι να λέμε τώρα να πληγωνόμαστε. Για ψυχή μη ρωτήσεις. Ο καθένας κλέβει ό. Αμαρτία είναι. δεν έκλεψα την Κι έτσι θα είμαστε πάτσι. δεν θα πάω. ψω. την έχω παρκάρει μό- νιμα στο γραφείο. «Αφεντικό. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ Άκου εσύ. τίποτα το παράξενο. εγώ θα σου ’λεγα να πας στο Όρε- γκον αφού σε περιμένει. Να πας. Κι εκεί- να τα οχτώ χιλιάρικα –που το πρωί μου έδωσε ο πελάτης για την παραγγελία– θα τα κρατήσω. Εγώ σου λέω –για το καλό σου– μην πας από κει. και δωδεκάωρο– και το μυαλό μου φουλ εικοσιτετράωρο. κι εγώ θα Όπως αυτός μπορεί και μου κλέβει τη ζωή. Το σου φέρω αύριο την πένα στο γραφείο». Να πένα για τα λεφτά. Άμα μου φέρεις τώρα την πένα. Την έκλεψα για να την κλέ.τι μπορεί. αφού σε περιμένει. κορμί μου κάνα δεκάωρο κάθε μέρα –άμα κάτσει στραβή. το δωμάτιο είναι πληρωμένο από μένα – μην το ξαναπληρώσεις. Την έκλεψα γιατί μπορούσα να την κλέψω. πας στο Όρεγκον. μη σου μπαίνουν ιδέες. Ήμουνα σε ραντεβού με έναν καλό πελάτη. 112 113 . όταν με πήρε ο χοντρός στο κι- νητό. δεν την παίρνω καθόλου στο σπίτι. αλλά επειδή θα πας. Να πας γιατί είναι αμαρτία.

μοναχοπαίδι. Και λεφτά βγάζω πολλά. Ο πατέρας μάλλον με έδερνε καλύτερα. Τρώω ακόμα τα νύχια μου. γιατί με πληρώνουν καλά. στο δεύτερο έτος. Γεννήθηκα από μπαμπά θυρωρό και μάνα βοηθό σε μοδίστρα και μεγάλωσα στην Κολιά- τσου. Εκεί- νος με έδερνε μόνο άμα του έκλεβα κέρματα απ’ το παντελόνι τις νύχτες. Με στενοχωρεί αυτό. Μωβ Τ ο όνομά μου είναι Αλέξανδρος και είμαι φοιτητής βιολογίας. αλλά με τους γονείς του δεν βγάζει εύκολα άκρη κανείς. Η αλήθεια είναι πως η μαμά δεν με έδερνε απ’ την αρχή επειδή δά- γκωνα τα νύχια μου. Ο μπαμπάς τής φώναζε να μη με δέρνει για τα νύχια. με σκοτώνει. Η μάνα μου με έδερνε όταν μ’ έβλεπε να δαγκώνω τα νύχια μου. Δεν θυμάμαι. αλλά δεν φαίνονται άσχημα γιατί κολλάω από πάνω ψεύτικα. αν κάτι τους κάτσει στραβά. Από πέρυσι δεν μιλιέμαι με τους γονείς μου. Τελικά μεγάλωσα χω- ρίς νύχια και χωρίς λεφτά. Ή οι τσέπες του ήταν μονίμως άδειες. αλλά μόνο μετά που μ’ 115 .

Σκέφτηκα να την τυλίξω στον καρπό μου σαν κομποσκοίνι. Στον μπαμπά δεν είπε τίποτα ποτέ. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ έπιασε μια μέρα να τα βάφω με το μωβ μανό Έφαγα τη μαμά της. μέχρι που σηκώθηκα και μάσησα μια τρίχα της που ’χε κολλήσει στα χείλια μου απ’ το μαξιλάρι. Εί- χε άσπρες τρίχες στα μαλλιά η μαμά. Έτσι κι έκανα. Σε ένα μπροστινό κάτω δόντι μου. Αγαπούσε πολύ το μωβ χρώμα η μαμά. έβαλα την τρίχα στη φούχτα μου και την έκλαιγα όλη νύχτα κουνώντας τον κορμό μου μπρος πίσω. έπεσα μπρούμυτα στο κρε- βάτι όπου την είχαμε κι άρχισα να κλαίω. Μετά που τη θάψαμε και γύρισα σπίτι. 116 117 . από τη μέσα μεριά. μα τελικά απο- φάσισα να τη δέσω σφιχτά σ’ ένα δόντι μου. ενισχυμένο. μέχρι που το έμαθε πέρυσι από Τ αλλού και μ’ έκανε μωβ στο ξύλο. για να μη φαίνεται. δεν ήθελε να τα βάφει. Έδεσα τον κόμπο διπλό. κι ας ήταν μόλις πενήντα έξι. Μια άσπρη τρίχα της μαμάς στο στόμα μου ήταν ό. Κάθισα οκλαδόν.τι ζωντανό της μου είχε απομείνει. η μέρα που πέθανε η μαμά δεν θα την ξεχάσω ποτέ. όπως το αγαπώ κι εγώ. κάτω απ’ τη γλώσσα. μέχρι που ξημέρωσε κι είπα πως θέλω αυτήν την τρίχα να την έχω μαζί μου για πάντα. σκέφτηκα να την περάσω στο δάχτυλο σαν βέρα.

Έφαγα τη μαμά. Δεν της άρεσε η Ηρώ κα- πήγαινα. Και την Ηρώ την ήθελα τόσο πολύ. ό. Με την Ηρώ δεν ξεκίνησαν καλά τα πράγμα- τα. συνέβη το μοιραίο.τι έτρωγα. Η Ηρώ είναι καλή και χώριζε κι εγώ χαρούμενος κουβαλούσα τη μα. σα. διά που το κάναμε με την Ηρώ στο σπίτι του δευα με τη γλώσσα μου τον διπλό κόμπο και Νώντα. τσίμπαγε άγρια η μαμά. Έτρωγε ό. Και τη βρα- φίλαγα. έπινα συνέχεια μαμά. εγώ τη γλώσσα για να της μιλήσω κι έλειπε η μαμά τους έλεγα πως δεν μπορώ να το αντέξω και δεν – την είχα καταπιεί. για να καταλάβω αν την εγκρίνει. αλλά όσο την ερωτευόμουν. τη γλώσσα και λίγο τη μαμά. όμορφη κι έχει ως γυναίκα όλα όσα ονειρευό- μά πάντα μαζί μου. γιατί απ’ το πρώτο φιλί στο αυτοκίνητο με 118 119 . της τράβηξα με δύναμη μια τρίχα να πλένει τα ρούχα όλων μας. ΓΙ Α ΝΝΗΣ ΦΑ ΡΣΑ ΡΗΣ Φ ΟΒ ΟΣ Κ ΑΝ Ε Ν ΑΣ Άσπρη τρίχα δεμένη σε άσπρο δόντι δεν ξε. αλλά μόλις με φίλησε η Ηρώ για να διπλό κρεβάτι. Κι άμα την έφερνα στη σκέψη μου. λίγο τη γλώσσα και πιο πολύ τη μαμά. Και το καταλάβαινα. φίλαγε όποια τόσο πιο πολύ με τσίμπαγε η μαμά. άμα της άρεσε με χάι- δευε απαλά κι ύστερα την ξεχνούσα τη μαμά και αφοσιωνόμουν στα μετά τα φιλιά. Κι όταν έβγαινα. έβαλα πήγαιναν στον τάφο κι έκλαιγαν τη μαμά. που τζιν τόνικ γιατί αυτό άρεσε στη μαμά να πίνει. Μα πού να τρέχω τώρα στα μάρμαρα. γελούσα. το ’χα καταλάβει. έβριζε όποιον έβριζα. δεν άντεξε η μαμά και αυτοκτόνησε. όπως συνήθισε και η γλώσσα μου τον διπλό Έκλαψα ανάσκελα στο κρεβάτι για τον χαμό κόμπο. απ’ τα μαλλιά της και της ζήτησα να με πα- Κι όταν φιλιόμουνα με γυναίκα.τι έπινα. έπινε μουνα από μικρός. Από παιδί ήξερα πως αφού μπορούσα να κάνω έτσι τη γλώσσα μου και η γυναίκα που θα ερωτευτώ δεν θα άρεσε στη να της μιλήσω. γιατί άμα δεν της άρεσε με τσίμπαγε άγρια. έγλειφα λίγο ντρευτεί. όπως συνήθισε κι ο μπαμπάς το άδειο της μαμάς. χάι. Όταν ο μπαμπάς και η αδερφή μου Μόλις τελείωσα και ξάπλωσα ανάσκελα. άλλωστε η πικρό μού φαινόταν στην αρχή αλλά το συνήθι. θόλου. όπως συνήθισε κι η αδερφή μου με ησυχάσει. ζωή της κρεμόταν από μια τρίχα.

ιστότοπος 25th hour project. Ιανουάριος 2012 «Μαύρο μανταρίνι». 16. εφημερίδα Έθνος. ΠΡΩΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ 7 «Ο συντελεστής τέσσερα». περιοδικό Το Παράθυρο. 28. τεύχ. Φθινόπωρο 2014 «Το κατσαβίδι». ιστότοπος Bonsai stories. τεύχ. τεύχ. 5. τεύχ. Οκτώβριος 2014 «Δεν βιάζομαι». 6. Αύγουστος 2015 «Παραμύθι». τεύχ. περιοδικό Ντουέντε. Μάρτιος 2011 121 . περιοδικό Μικρό Πεζό. περιοδικό Fractal. Ιανουάριος 2015 «Έφαγα τη μαμά». εφημερίδα Μόνιτορ. 1. Ιούνιος 2012 «Χειροβομβίδα στη μασχάλη». Μάιος 2015 «Κίτρινο και μαύρο».

το e-book κυκλοφορεί ελεύθερα στο Δια- δίκτυο υπό άδεια Creative Commons. Παράλληλα.openbook. του γραφίστα και της ταχυδρομικής αποστολής των βιβλίων στους υποστηρι- κτές της προσπάθειας. κλειστικά με τη συνεισφορά των αναγνωστών. κροχρηματοδότησης (crowd-funding). ΕΥΧΑΡΙΣΤΊΕΣ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ΤΩΝ 122 ΕΚΔΟΤΩΝ 7 7 Στους: Ελένη Γκίκα. απο- τόλα και στον Λαγό Τούνδρας. Νικόλα Σμυρνάκη. των επιμελητών. Το βιβλίο αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας πειραματικής νακουδάκη.gr. Λευτέρη Γιαν. θα απελευθερωθούν βιβλία μέσω BookCrossing. επιπρόσθετα. Μάνο Κοντολέων. Δημήτρη Θάνα. Λευτέρη Παναγουλόπουλο. Βασίλη Κωστά. ανεξάρτητη παραγωγή ενός λογοτεχνικού βιβλίου. Κώστα Φα. με αρχικό τίτλο εργασίας του βιβλίου: «Η διαφορά του άσπρου απ’ το λευκό». μέσω του ιστότο- που www. Σκοπός ήταν η κη. Η καμπάνια crowd-funding έτρεξε τον Ιούνιο του 2013 στην πλατφόρμα Indiegogo. Μιχάλη Καλαμαρά. Μαρία Μυλωνάκη. 122 123 . Το εγχείρημα δεν είχε κερδοσκοπικό χαρακτήρα και τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν κάλυψαν το κόστος του τυπογραφείου. στο πλαίσιο των δράσεων της ανοικτής βιβλιοθήκης OPENBOOK. Θα διατεθούν δωρεάν αντίτυπα του βιβλίου σε δανειστικές και ανταλλακτικές βιβλιοθήκες και Λέσχες Ανάγνωσης όλης της χώρας και. προσπάθειας έκδοσης με τη μέθοδο της συλλογικής μι- Πέτρο Παπαπέτρο.

∼ Παναγιώτα Μπαλοπούλου ∼ Πηνελόπη Μπαλτζώη ∼ τρης Αγγελάκης ∼ Κατερίνα Αθανασάκη ∼ Βασίλης Αντώνης Μπασούκος ∼ Κωνσταντίνος Νάκκας ∼ Μα- Κ.gr ∼ CoLab Heraklion ∼ Larry Cool ∼ ∼ Μάνος Κοντολέων ∼ Κώστια Κοντολέων ∼ Γιώργος Rocean74 Κόντος ∼ Δημήτρης Κουκουλάκης ∼ Θοδωρής Κούτρης ∼ Ελένη Κοφτερού ∼ Κώστας Κυριακίδης ∼ Γεωργία Κωστάκη ∼ Βασίλης Κωστάκης ∼ Γιάννης Κωστάκης ∼ Ηρακλής Λαμπαδαρίου ∼ Δημήτρης Λεβογιάννης ∼ Νίκος Λουλάκης ∼ Θεοδόσης Λυμπέρης ∼ Βασίλης 124 125 . ∼ Διονύσης Χατζηδάκης ∼ Μανόλης Χουρσανίδης ∼ σάββα ∼ Άκης Κιουπάκης ∼ Χριστόφορος Κοζυράκης CaptainBook. Παντερής ∼ Γιάννης Παπαδάκης ∼ Γιώργος Παπα- κης ∼ Γιώργος Βακαλόπουλος ∼ Γιώργος Βαρβάκης ∼ δάκης ∼ Μάρκος Παπαδάκης ∼ Σταύρος Παπαδάκης ∼ Γιώργος Βασιλάκης ∼ Εύα Βενέρη ∼ Λένα Βλασταρά ∼ Γιάννης Παπαδόπουλος ∼ Δέσποινα Παπαδοπούλου ∼ Κατίνα Βλάχου ∼ Κατερίνα Βορεάδη ∼ Αντώνης Γαβα. Μανασσάκης ∼ Κατερίνα Μανιουδάκη ∼ Σταύρος Μαρ- Οι 122 υποστηρικτές της έκδοσης κόπουλος ∼ Χριστίνα Μαρκουλάκη ∼ Λευτέρης Μελισ- σουργάκης ∼ Κατερίνα Μίτσελλ ∼ Μιχαήλ Μιχαηλίδης Δημήτρης Αγαπάκης ∼ Γιάννης Αγγελάκης ∼ Δημή. γελία Πελεκανάκη ∼ Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη ∼ κουδάκης ∼ Ανθή Γιώρτσου ∼ Γιάννης Γραμματικάκης Μανόλης Πετσαγγουράκης ∼ Γιάννης Πλιώτας ∼ Ιωάν­ ∼ Δημήτρης Γραμμένος ∼ Κώστας Δανασής ∼ Χρήστος νης Πρίμπας ∼ Λίνα Ρόκου ∼ Κατερίνα Σαβουλίδη ∼ Δασκαλάκης ∼ Μιχάλης Δελάκης ∼ Λάμπρος Δερμε. Κωνσταντίνος Πασχαλίδης ∼ Ισμήνη Παφίτη ∼ Ευαγ­ λάς ∼ Παναγιώτης Γαβριήλογλου ∼ Λευτέρης Γιαννα. Αθανασιάδης ∼ Δημήτρης Αθανασόπουλος ∼ Νίκος ρία Ξυλούρη ∼ Γρηγόρης Παναγιώτογλου ∼ Γιάννης Αλεξάκης ∼ Εύη Αμπαδίνη ∼ Μάρκος Αναγνωστάκης Πανουτσόπουλος ∼ Γιώργος Πανσεληνάς ∼ Κώστας ∼ Κωνσταντίνος Αναστασιάδης ∼ Μανώλης Ανδριωτά. Φερούση ∼ Μιχάλης Φουντουκλής ∼ Ειρήνη Φράγκου ξανδρος Κασσιός ∼ Ηλίας Κατσούρας ∼ Πολυξένη Κιορ. Στέλλα Σαμιώτου-Fitzsimons ∼ Πρόδρομος Σατσάνης ντζόγλου ∼ Αλεξάνδρα Διασινού ∼ Δήμητρα Διδαγγέλου ∼ Γιάννης Σαχανίδης ∼ Νικολέτα Σερεμετίδου ∼ Κων- ∼ Γιώργος Δρακάκης ∼ Μιχάλης Δρακομαθιουλάκης σταντίνος Σιάκας ∼ Νικόλας Σμυρνάκης ∼ Χαρίδημος ∼ Κώστας Ζαχαράκης ∼ Μιχαήλ Ζωντός ∼ Κώστας Σπινθάκης ∼ Καίτη Στεφανάκη ∼ Γιώργος Στόγιας ∼ Θερμογιάννης ∼ Γιώργος Ιατρίδης ∼ Μαρίνα Καβαλλιε­ Κώστας Στοφόρος ∼ Βίλμα Στρωματιά ∼ Κατερίνα ράκη ∼ Στέργια Κάββαλου ∼ Στέλιος Καλογεράκης ∼ Τζωρτζακάκη ∼ Σπύρος Τζώρτζης ∼ Κατερίνα Τόλιου Ελπινίκη Καλογεροπούλου ∼ Δημήτρης Καλοψικάκης ∼ Αντώνης Τριανταφυλλάκης ∼ Στυλιανή Τσιάκαλου ∼ ∼ Καλλιόπη Κανάκη ∼ Νίκος Καρακάσης ∼ Χρήστος Αντιγόνη Τσίγκου ∼ Μανώλης Φανουργάκης ∼ Μικέλα Καρυστινός ∼ Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης ∼ Αλέ.

ΑΠΟ ΤΗΝ «ΤΥΠΟΚΡΕΤΑ ΑΒΕ». ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΜΕ CF-ΑΠΛΑ.openbook. 2015 ΜΕ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΔΑΚΗ.000 ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΣΕ ΧΑΡΤΙ ΣΑΜΟΥΑ ΣΑΤΙΝΕ ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ 100 ΓΡ. ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΑΡΜΑΤΣΕΤΟ ΒΙΒΛΙΟΔΕΤΗΘΗΚΕ ΤΟΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2015 (Ένα άγνωστο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν). 2014 & ARTEMISIA ΚΑΙ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΤΡΟ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟ.gr) 7 ΚΑΠΝΟΣ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΦΑΡΣΑΡΗ (15 ιστορίες από τον Γ΄ Διαγωνισμό Διηγήματος ΦΟΒΟΣ ΚΑΝΕΝΑΣ «Στέλιος Ξεφλούδας»). 2012 #TWEET_STORIES: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΕ 140 ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ (371 μικροδιηγήματα). 2013 ΠΑΝΑΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΠΙΜΕΛΗΘΗΚΕ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΘΑΝΑΣ Ο ΑΝΔΡΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΥΑ ΓΡΑΒΑΤΑ (Μαύρη κωμωδία). 2012 ❦ 12/12/12 (Οκτώ ιστορίες για μια πλατεία). 2013 ΣΕ 1. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΈΣ ΕΚΔΌΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΚΤΉΣ ΒΙΒΛΙΟΘΉΚΗΣ OPENBOOK (e-books που διανέμονται ελεύθερα στο www. 2012 ΔΗΓΜΑ ΓΡΑΦΗΣ (Μια ντουζίνα και τρία διηγήματα). BODONI (15+1 bloggers). 2011 126 . ΤΗ ΜΑ (12 ιστορίες από τον Β΄ Διαγωνισμό Διηγήματος ΚΕΤΑ ΤΟΥ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΕ Ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ «Στέλιος Ξεφλούδας»).

ΦΩΤΟ: Μανόλης Εργαζάκης Ο γιάννης φαρσάρης γεννήθηκε στην Ιεράπε- τρα το 1973. Έχει δημιουργήσει την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK και συμμετέχει στην ομάδα έκδοσης του περιοδικού Fractal. Ζει στο Ηράκλειο Κρήτης και διαδικτυακά στο open-sesame. Εκπαίδευ- ση Ενηλίκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και εργάζεται ως καθηγητής Πληροφορικής.me . Σπούδασε Επιστήμη Υπολογι- στών στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Related Interests