ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ

Τρελαντώνης

ΤΙΤΛΟΣ: Τρελαντώνης

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Πηνελόπη Δέλτα

ΕΙΔΟΣ: Μυθιστόρημα

ΕΙΚΟΝΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Pierre-Auguste Renoir

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Βιβλιοθήκη «Πηνελόπη Δέλτα»

ΕΚΔΟΣΗ: Βιβλιοθήκη «Πηνελόπη Δέλτα» - 2017

Το ψηφιακό βιβλίο αυτό διατίθεται ελεύθερα προς κάθε χρήση. Το
αντίτιμο για όσους το επιθυμούν είναι, στις δύσκολες εποχές που
περνάμε, να βοηθούν τους γύρω τους με όποιον τρόπο μπορούν.

Βάσει της παραγράφου 1, άρθρο 29, Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί με την παράγρα-
φο 5, άρθρο 8, Ν. 2557/1997, «Η πνευματική ιδιοκτησία διαρκεί όσο η ζωή του δημιουργού
και εβδομήντα (70) χρόνια μετά το θάνατό του, που υπολογίζονται από την 1 η Ιανουαρίου
του έτους το οποίο έπεται του θανάτου του δημιουργού».

Ιστοσελίδα: www.taexeiola.gr/pinelopidelta
email: vivliothikidelta@gmail.com
Πρωτοβουλία της εκπαιδευτικής ιστοσελίδας taexeiola.gr

Η Πηνελόπη Δέλτα (1874-1941) γεννημένη
στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, θεωρείται
από τις σπουδαιότερες Ελληνίδες συγγρα-
φείς. Έγραψε κυρίως λογοτεχνία για παιδιά
(διηγήματα, ιστορικά αφηγήματα, παραμύ-
θια), καθώς και μελετήματα που αφορούσαν
παιδαγωγικά και εκπαιδευτικά ζητήματα. Η
αγάπη της για την πατρίδα και καθετί ελληνι-
κό φτάνει στο πάθος που φαίνεται και στα γραπτά της. Κατά τη διάρκεια
της ζωής της βοήθησε την Ελλάδα με σημαντικό φιλανθρωπικό έργο. Ή-
ταν το τρίτο παιδί του Εμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη. Εί-
χε δύο μικρότερα αδέρφια, τον Αλέξανδρο και την Αργίνη και δύο μεγα-
λύτερα, την Αλεξάνδρα και τον Αντώνη, τον «Τρελαντώνη» του μυθιστο-
ρήματος που κρατάτε στα χέρια σας.

Έργα της Πηνελόπης Δέλτα:

 Για την Πατρίδα (νουβέλα) (1909)
 Η καρδιά της βασιλοπούλας (διήγημα-παραμύθι) (1909)
 Παραμύθι χωρίς όνομα (παραμύθι-μυθιστόρημα) (1910)
 Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου (ιστορικό διήγημα) (1911)
 Παραμύθια και άλλα (1915)
 Μύθοι και Θρύλοι (διηγήματα και παραμύθια) (1916)
 Τα Ανεύθυνα (διηγήματα) (1921)
 Στο Κοτέτσι (παραμύθι) (1922)
 Η ζωή του Χριστού (1925)

 Τρελαντώνης (μυθιστόρημα) (1932)
 Πρώτες ενθυμήσεις (διήγημα) (1932)
 Μάγκας (μυθιστόρημα) (1935)
 Στα μυστικά του βάλτου (μυθιστόρημα) (1937)
 Ρωμιοπούλες (1939) σε τρείς τόμους:
- Το Πρώτο Ξύπνημα (Γεγονότα από το 1895 έως το 1907) (1939)
- Λάβρα (Γεγονότα από το 1907 έως το 1909) (1939)
- Το Σούρουπο (Γεγονότα από το 1914 έως το 1920) (1939)
 Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος: ημερολόγιο, αναμνήσεις, μαρτυρίες, αλ-
ληλογραφία (1978)
 Ίωνας Δραγούμης: ημερολόγιο, αναμνήσεις, μαρτυρίες, αλληλο-
γραφία (1978)
 Το Γκρέμισμα (ιστορικό μυθιστόρημα) (ατέλειωτο)

Φρεντερίκ Μπαζίλ και Άλφρεντ Σίσλεϋ. Κατά πολλούς το διάστημα 1870-1883 αποτελεί τη λε- γόμενη ιμπρεσιονιστική περίοδο του Ρενουάρ. Το 1862 γράφτηκε στο ατελιέ των Ερλ Σινιόλ και Μαρκ-Σαρλ-Γκαμπριέλ Γκλαιρ. Εκεί γνώρι- σε τους Κλοντ Μονέ. O Πιερ Ωγκύστ Ρενουάρ (Pierre Auguste Renoir 1841-1919) ήταν Γάλλος ζωγράφος. Το 1867 ένας πίνακάς του με τον τίτλο Λιζ (Lise) έγινε δεκτός στο Σαλόν του Παρισιού. Την περίοδο αυτή θεωρείται πως ο Ρενουάρ επηρεάστηκε σημαντικά από τον Κλωντ Μονέ. Τίτλος ζωγραφιάς εξωφύλλου: Jeune garcon sur la plage d`Yport (1883) . από τις ηγετικές μορφές του ιμπρεσιονισμού.

... Η βάρκα..................168 ΙΔ'..................... 229 ΙΖ'.................................................. Στο λόφο της Καστέλας ..... 151 ΙΓ'............ 82 Η'................................... ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Πρόλογος .................................................... Η γειτονοπούλα ................................... Ο Γιάννης ........................................... Στραβοτιμονιές ..... 29 Δ'. 107 Ι'............................................................................................................................................ Ο Μπαρμπαγιάννης κανατάς ............. Τρελαντώνης............................. 211 ΙΣΤ'................................................................. Ο μπάτης ο γρουσούζης............................................ 139 ΙΒ'............................................... 45 Ε'.........55 ΣΤ'................ Οι κατσίκες .............................................. 18 Γ'.................. 95 Θ'.......... Βασιλικά δώρα ........................10 Β'.........................................................................................................................189 ΙΕ'................................................................................................................................................ Ο ναργιλές.................................. 70 Ζ'..... Η ραφτομηχανή ................................................. Πουλουδίας θράσος ....... 8 Α'... Η μάχη .................. Μπάτης ο γουρλής .................... Οι βόλοι .... Αντώνης ο ήρωας................................................................................................................ 241 .................................................................................... 126 ΙΑ'........................

της Πηνελόπης (Πουλουδιά) και του Αλέξανδρου. στην Καστέλα. Είναι παλικάρι. Ο Αντώνης και τα τρία αδέρφια του. περιγράφοντας παράλληλα το συναρπαστικό καλοκαίρι του 1879 που πράγματι πέρασαν στην Κα- στέλα τα τέσσερα παιδιά του Εμμανουήλ Μπενάκη: της Αλεξάνδρας. του Αντώνη. δε φοβάται να δεχτεί κάθε τρελή πρόκληση και βρίσκεται συνέχεια σε μπελάδες! . Ο Αντώνης είναι ο πιο σκανδαλιάρης από όλους. αλλά ακέραιος χαρακτήρας αφού δεν λέει ποτέ ψέματα και παραδέχεται με θάρρος όλες του τις σκανδαλιές γνωρίζοντας πως θα ακολουθήσει η τιμωρία. δεν κλαίει ποτέ. ΠΡΟΛΟΓΟΣ Το μυθιστόρημα «Τρελαντώνης» πρωτοεκδόθηκε το 1932 και πα- ρουσιάζει τον τρελούτσικο ήρωά μας. Τα τέσσερα παιδιά μακριά από τους αυστηρούς γονείς τους. που δεν μπορούν να ταξιδέψουν από την Αλεξάνδρεια. φέρ- νουν τα πάνω κάτω στη ζωή των ενηλίκων. φιλοξενούνται για τις καλο- καιρινές διακοπές από το θείο Ζωρζή και τη θεία Μαριέττα.

στις εγγονές μου Λένα και Αργίνη Ζάννα .

λέει. πότε από την Αγγλίδα δασκάλα και πότε από την τραπεζιέρα. με το δάχτυλο στο στόμα. Σαν έφθανε απέξω ο θείος και άκουε την καινούρια αταξία του Α- ντώνη. το αγαθό του πρόσωπο αγρίευε όσο μπορούσε.10 - . αν ήταν πιο μεγάλη η κάμαρα και αν δε χτυπούσε ο τοίχος στα ποδάρια του· σκαρφάλω- . η μεγάλη αδελφή. η μικρότερη αδελφή. Έκανε τούμπες τρεις στη σειρά και θα έκανε. Δεν περνούσε μέρα που να μην έτρωγε δυο τρεις κατσάδες. Άκουε η Πουλουδιά. πότε από τη μαγείρισσα. κουνώντας το σταχτί του κεφάλι. Πηνελόπη Δέλτα O Αντώνης ήταν πολύ σκάνταλος και πολύ άτακτος και κά- θε λίγο έβρισκε τον μπελά του. κι ένιωθε την καρδιά της να παίζει τούμπανο. και τέσσερις. Άκουε η Αλεξάνδρα. καθισμένος στο πάτωμα. και κάθε λίγο αναγκάζουνταν ν' ανακατώνεται ο θείος. και ντρέπουνταν για τον αδελφό της. και αποφάσιζε μέσα του πως εκείνος δεν ήθελε να γίνει έτσι κακό παιδί σαν τον Αντώνη. Και όμως πώς ήθελε να μπορεί να κάνει όσα έκανε ο Αντώνης! Γιατί ο Αντώνης έκανε πολλά δύσκολα πράματα. πότε από τη θεία του. σούρωνε τ' άσπρα του φρύδια και. έλεγε αυ- στηρά: — Αντώνη. Άκουε και ο μικρός ο Αλέξανδρος. ακούω πάλι πως έκανες αταξίες! Φοβούμαι πως δε θα τα πάμε καλά! Αυτές ήταν οι σοβαρές περιστάσεις.

προς το λό- φο. Στο πρώτο. κάθουνταν ο βασιλέας· στο δεύτερο μια Ρωσίδα. το ακριανό. τ' άλλα όλα όμοια. μεγάλο.11 - . χωρίς ν' αγγίξει τον τοίχο . Τι δεν έβρισκες μέσα! Καρφιά. βόλους. είχαν κατέβει από τας Αθήνας να περάσουν τους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού κοντά στην πει- ραιώτικη θάλασσα. δεν μπόρεσαν να ταξιδέψουν εκείνο το καλοκαίρι. το μεγάλο σπίτι. κάποτε και κανένα κομμάτι μαστίχα μασημένη. Τρελαντώνης νε στη γαζία της αυλής· καβαλίκευε στην κουπαστή της σκάλας και κατέβαινε γλιστρώντας ως κάτω . Έπειτα είχε πάντα γε- μάτες τις τσέπες του από τόσους θησαυρούς. όλα στην αράδα κι ενωμένα· το πρώτο. σπάγκους.κάθε πρωί. πάνω απ' όλα. Και' άλλα πολλά έκανε ο Αντώνης. τρεις φορές το γύρο της αυλής του σπιτιού. πηδώντας με το ένα πόδι. βότσαλα. που ζούσαν στην Αίγυπτο. Επτά ήταν τα σπίτια του Τσίλερ. Ολόκληρο πλούτο είχαν αυτές οι τσέπες του Αντώνη. Οι γονείς του Αντώνη. βουτούσε το κεφάλι του στο νερό κι έμε- νε τόση ώρα με κλειστό στόμα και ανοιχτά μάτια. κι εκείνος και τ' αδέλφια του είχαν έλθει στον Πειραιά με το θείο Ζωρζή και τη θεία Μαριέτα.έκανε. κυρία της Τιμής της βασίλισσας· στο τρίτο ο Αντώνης με τ' αδέλφια του και το θείο του και τη θεία. σαν το βασιλέα. το τρίγωνο γυαλί που είχε πέσει από τον πολυέλαιο της εκκλησίας και που έκανε τόσα ωραία χρώματα σαν το έβαζες στον ήλιο. στη θάλασσα. και. που δεν είχαν παιδιά. . και στ' άλλα παρακάτω διάφοροι άλλοι που. και δεν πνίγου- νταν ποτέ. με τρία πρόσωπα. και κάθουνταν σ' ένα από τα σπίτια του Τσίλερ. με μια βερα- ντούλα προς τη θάλασσα και μιαν αυλή στο πίσω μέρος.

. λυ- τά. ελεύθερα.. Τ' άκουε ο Αντώνης που γάβγιζαν και τραβούσαν τις αλυσίδες τους. Και τα τέσ- σερα αδέλφια γνώριζαν καλά τα σκυλιά αυτά και ιδιαίτερα ένα. Ήταν μεγάλος πειρασμός για τον Αντώνη τα σκυλιά αυτά και κά- θε φορά που περνούσε μπρος στο σπίτι του βασιλέα με την Εγγλέζα δασκάλα του. που πάντα βρίσκουνταν α- νάμεσα στους θησαυρούς του Αντώνη. — Είναι κακιά και γρουσούζα. έκανε ελιγμούς. έμενε πίσω. προς μεγάλο θαυμασμό του Αλέξανδρου. που τα έπαιρνε μαζί του. κλεισμένα στην αυλή τους την περιτοιχισμένη. κατσουφιασμένο μα δαμασμένο. τον Ντον. Είναι τσίφνα και γρινιάρα. το μεγάλο κανελί σκυλί με τα παράταιρα μά- τια. τον κεραυνοβολούσε με μια μα- τιά και τον συμμάζευε.12 - . Μα πού να ξεφύγει από το βλέμμα της Εγγλέζας! Ξερή και μονοκόμματη γύριζε αυτή. . Πηνελόπη Δέλτα Κάθε μέρα ο Αντώνης και τ' αδέλφια του πήγαιναν περίπατο με την Εγγλέζα τους δασκάλα και περνούσαν εμπρός στο μεγάλο σπίτι όπου κάθουνταν ο βασιλέας. που είχε μεγάλα σκυλιά του κυνηγιού. Τα έβλεπαν συχνά με το βασιλέα.. στο μπου- λούκι των τριών πιο φρόνιμων. το ένα γαλάζιο και το άλλο πράσινο. και κάθε φορά ο κρό- τος αυτός και τα γαβγίσματα ήταν μεγάλος πειρασμός. μουρμούριζε ο Αντώνης στις α- δελφές του. τη στιγμή που νόμιζε κείνος πως είχε γλιτώσει.. καμτσικώνοντας τις πέτρες του δρόμου με κανένα μα- δημένο από τα φύλλα του χλωρό κλαδί. έβρισκε διάφορες προ- φάσεις για να πλησιάσει την πόρτα της αυλής. κάθε φορά που έβγαινε περίπατο μονάχος. μήπως και τύχει να είναι μισάνοιχτη ή μήπως και βρει καμιά χαραματιά που να τον α- φήσει να δει τον Ντον.

γυρίζοντας τη ράχη της στα τέσσερα α- δέλφια. ψηλά.13 - . — Σπίκ Ίνγκλις! πρόσταζε με το πιο αυστηρό της ύφος! Και μαζεμένα πάλι. Τρελαντώνης — Τι είναι. Ύστερα άνοιγε το βιβλίο της και κάθουνταν. στους βράχους. Σε λίγο σηκώνουνταν η δασκάλα. για να της δείξουν την αποδοκιμασία τους. και τον ξανάφερνε στη θέση του πλάγι της. σιω- πηλά. ρωτούσε ο Αλέξανδρος γέρνοντας ολόκληρος εμπρός από τη δασκάλα. Κι εκεί στη μοναξιά. και κοίταζαν από πάνω. . την ακολουθούσαν τα τέσσερα αδέλφια. βαθιά. με ί- σιες τις ράχες και σφιγμένα τα χείλια. Γιατί ο Αντώνης την είχε δει δυο φορές που κρυφά έβαζε στα χείλια της μια μποτίλια με κάτι κανελί μέσα και το έπινε και πάλι βιαστικά το έκρυβε κάτω από τους φραμπαλάδες της φούστας της. Μα τ' αδέλφια ήξεραν πως δε διάβαζε καθό- λου. που δεν καταλάβαινε τα ελληνικά. τις βαρκούλες που αρμένιζαν μακριά στο πέλαγος και πιο κοντά. κάθουνταν όλα τ' αδέλφια στην αράδα. ανέβαιναν στο λόφο. Μ' αμέσως τον τίναζε πίσω η Εγγλέζα. Κι έτσι. που τον βαστούσε σφιχτά από το χέρι. παρατώντας κάθε αρχισμένη κουβέντα. έκαναν το γύρο του βράχου. τις πέτρες που ξεχώριζαν μια-μια στα διάφανα βαθυγάλαζα νερά της Καστέ- λας. κάτω. έκανε πως συγυρίζει τα φορέμα- τα της κι έβγαζε κρυφά κάτι από την τσέπη της. για ν' ακού- σει τη λέξη που του ξέφυγε. απομακρύ- νουνταν από τον περαστικό δρόμο. με τα πόδια ενωμένα και τα χέρια σταυρωμένα φρόνιμα μπροστά τους. στις πέτρες και στα ξερά χαμόκλαρα. Έκανε πως διάβαζε.

σα ρόδες χωρίς αξόνι . Ό. μάζευαν βότσαλα. πετούσαν πέτρες.14 - . βεβαίωνε ο Αντώνης. ρουφώντας κρυφά την μποτίλια της. το χώμα πιο πλούσιο από θησαυρούς. Έτρεχαν. Πηνελόπη Δέλτα Τότε άρχιζε η καλή ώρα του Αντώνη και των αδελφών του. φώναζαν.κάποτε κανένα κουδουνάκι σιδερένιο χωρίς γλωσσίδι . Χωμένη στο βιβλίο της. με μια μεγάλη χάντρα της Αλεξάνδρας. άφηνε τ' αδέλφια ελεύθε- ρα. μα προπάντων πέτρες. Και τι ωραία που ήταν η ελευθερία στο βράχο της Καστέλας! Πουθενά δεν ήταν τόσο ψιλή η σκόνη. με φλέβες σταχτιές.μα ο Αντώνης έ- λεγε πως ήταν εύκολο να τους κάνεις αξόνι μ' ένα καρφί που θα τα τρυπούσε στη μέση . κατέ- βαιναν στο δρόμο. σηκώ- νουνταν. τα κλαριά πιο εύκολα να τσακίσουν. δέρνουνταν. που είχε πέντε τέτοιες χάντρες. οι πέτρες πιο πολλές. σκαρφάλωναν στους βράχους. καβγάδιζαν ή γελούσαν. τίποτε πια δεν έβλεπε ούτε άκουε η δασκάλα. . Τι δεν έβρισκες εκεί μέσα! Πράσινα και γαλάζια κομμάτια γυαλί. κάποτε και άσπρα. πηδούσαν. τα χαμόκλαδα πιο ξερά. έπιαναν ακρίδες. μό- νο που η Αλεξάνδρα. τριανταφυλλιές ή μαύρες. χαλκάδες τενεκεδένιους σκουριασμένους ή κα- πάκια κουτιών στρογγυλά. . μενεξελιές. έπεφταν.κάποτε κανένα κομμάτι σκοινί ή σπάγκο ή τέλι. δεν ήθελε να δώσει καμιά. Ο Αντώνης έδινε το σύνθημα κι ένας-ένας σηκώνουνταν σιωπηλά και απομακρύνουνταν. βουτούσαν στις σκόνες.που και αυτό διορθώνουνταν. κρεμασμένη σε μια κλωστή. πέτρες όλων των σχημάτων.τι ήθε- λαν έκαναν. Η δασκάλα δεν τους κοίταζε πια. Και τότε γίνουνταν το ανάστα ο Θεός.

που πρέσβευε πως τα κορίτσια δεν πρέπει να παίζουν βόλους. Η Πουλουδιά όμως επέμεινε. πολλούς. πως έχουν κούκλες και πως αυτές τους αρκούν. Ανακούρκουδα πλάγι της. ολοστρόγγυλους. που τόσο τους λαχταρούσε και που ποτέ δεν του δάνειζε τους δικούς του ο Αντώνης. . τους μάζευε ο Αλέ- ξανδρος έναν-έναν και τους φύλαγε στην άλλη παλάμη του. Η πρώτη της σκέ- ψη ήταν να μη φωνάξει τ' αδέλφια της. άφωνη από τη χαρά της.15 - . με τα δυο του χέρια στις τσέπες του πανταλονιού του. Μα ήταν τόσο πολ- λοί οι σκόρπιοι βόλοι. που ακολουθούσε πάντα τον Αντώνη. ακόμα και για τον Αλέ- ξανδρο. η Πουλουδιά βρήκε έναν αληθινό θησαυρό· βόλους. σκόρπιους. μην της τους πάρει ο Αντώ- νης. Φώναξε λοιπόν τ' αδέλφια της. δεν το θεώρησε αξιόπρεπο για ένα αγόρι να ενθουσιαστεί με το εύρημα ενός κοριτσιού. μικρούς. καταχαρούμενος. — Βόλους! Βόλους! Ελάτε να δείτε πόσοι! τους είπε μαζεύοντας τους στη γεμάτη φούχτα της. θα πει πως είναι χαλασμένοι! Απογοητευμένος άνοιξε ο Αλέξανδρος τα χέρια του και οι βόλοι του σκορπίστηκαν στο χώμα. Και είπε ακατάδεχτα: — Οι δικοί μου είναι πιο μεγάλοι! Και η Αλεξάνδρα. Ο Αντώ- νης όμως. αρκούσαν για όλους. βόλους μαύρους. Ζαλισμένη τους κοίταζε. είπε: — Και για να τους πετάξουν εδώ. Τρελαντώνης Μια μέρα.

κι εκεί. ρώτησε.. διέκοψε ο Αντώνης που είχε πολλή όρεξη να πάρει από το θησαυρό της αδελφής του... Και το 'λεγε η κερα-Ρήνη η μαγείρισσα. γιατί ήταν πολύ ψηλά και το νερό πολύ χαμηλά. Πηνελόπη Δέλτα — Πού το ξέρεις πως τους πέταξαν. Αυτό ήταν το πιο ωραίο τους παιχνίδι. σαν είχε πονοκέφαλο. που. Μπορεί ένα αγόρι να τους είχε στην τσέπη του και να τρύπησε η τσέπη του και να του έ- πεσαν όσο περπατούσε. Γιατί ποτέ δεν είπε ψέμα ο Αντώνης. Για δες. μα που δεν το καταδέχουνταν πια. έχει παντού. μιας και τον είχε περιγελάσει. εγώ δε θα σας τους δώσω! Και κάκιωσε και δεν ήθελε να ρίξει με τους άλλους πέτρες στο γιαλό. πρέπει να ήταν αλήθεια. Και το 'λεγε πάντα ο θείος: «Ο Αντώνης είναι σκάνταλος. λυπημένη.16 - . Μα τους είχε πει ο Αντώνης πως κάνει πάντα πλουφ η πέ- τρα στο νερό. και παρα- κάτω! Θα έτρεχε το αγόρι και θα έπεφταν οι βόλοι. Το πλουφ δεν το άκουαν. και αν το 'λεγε ο Αντώνης. Ξέρεις και συ τώρα από αγόρια! Πειραγμένη στο φιλότιμο της για την περιφρονητική αδιαφορία των αδελφών της. . κοίταζε η Πουλουδιά τις πέτρες που τις πετούσαν τ' αδέλφια της και που πηδούσαν στους βράχους και ξαναπηδούσαν ως κάτω κι έπε- φταν πλουφ στο νερό. που του τις έβρεχε συχνά. η Πουλουδιά γέμισε την τσέπη της και είπε: — Καλά.. εδώ. — Πφφφ. Όταν αύριο μου ζητήσετε τους βόλους μου. μα ψέ- ματα δε λέγει!» Και το 'λεγε και η θεία. Και παράμερα.

. . εκείνη την ημέρα που βρήκε το θησαυρό της. μα που τις ομολογούσε ύστερα εκείνος. που κακό να μην τον πιάσει. που ήταν καλή. σαν τον ρωτού- σαν. Τρελαντώνης έδενε ένα μαντίλι γύρω στο μέτωπο της με φέτες πατάτες ή λεμόνια στα μηνίγγια της κι έβριζε μες στα δόντια της κι έλεγε: «Ντελή.17 - . που γύρευε να κρύψει από τη θεία τις ζημιές του. πέρασε η Πουλουδιά μεγάλη στενοχώρια. Έτσι. Όλα τα ομολογούσε. όσο ήταν άσχημη. Τρελαντώνης. Και τον έτρεμαν τα κορίτσια.Α- ντώνης. γιατί ψέματα δεν ξέρει!» Το 'λεγε και η Αφροδίτη η τραπεζιέρα. μην ομολογήσει και τις δικές τους αταξίες και τα δικά τους μυστικά..

Πηνελόπη Δέλτα Ε ίχαν επιστρέψει τ' αδέλφια στο σπίτι με την Εγγλέζα δα- σκάλα που αισθάνθηκε. τα χείλια σφιγμένα για να συγκρατήσει τ' αναφιλητά που όλο ξανανέβαιναν. είχε ντροπιάσει την οικογένεια. τα μάτια πρησμένα από τα κλάμα- τα.18 - . που συνήθως ήταν κόμμα του. που ήταν ακόμα μέρα. ξεχνούσε από την αγανάκτηση του να κάνει τη σβούρα στριφογυρίζοντας στο τακούνι του. μισοκρεμασμένος από το τεντωμένο σκοινί της απλώτρας. που. και πότε την Πουλουδιά. Τ' αδέλφια μείναν στην αυλή για να παίξουν. τα χέρια ακουμπισμένα στην πέτρα όπου απλώνουνταν φουντωτή η άσπρη του κεντημένη φουστίτσα. κακοδιάθετη και ανέβηκε στην κάμαρα της. — Πώς του ήλθε να το κάνει! είπε η Αλεξάνδρα σμίγοντας τα δυο της χέρια κάτω από το πιγούνι της. . γιατί ο Αλέξανδρος. Κοίταζε πότε τη μεγάλη του αδελφή. το μυτάκι κατακόκκινο. που φαίνουνταν ζαλισμένη από το κακό που της ήλθε στο κεφάλι. μα κανένας δεν είχε κέφι για παιχνίδια. λέει. — Φαντάσου να το ήξερε η μαμά πως είπε «Βρε συ!» σ' έναν α- ξιωματικό! είπε αργοπροφέροντας μια-μια τις λέξεις του ο Αντώνης. μα που κι εκείνη τώρα έσκυβε το μέ- τωπο κάτω από την οικογενειακή συμφορά. πότε τον Αντώνη. Ο ένοχος κάθουνταν στο πεζούλι τής πίσω πόρτας του σπιτιού. στην επιστροφή εκείνο το απόγεμα.

— Το άκουσα. Μα τη βρήκε αστήριχτη.19 - . Τρελαντώνης — Και να σηκώσει και τη γροθιά του! είπε η Αλεξάνδρα. με την άσπρη του στολή και τα χρυσά γαλόνια στο πηλήκιο του. — Όοοχι. — Πώς δεν το ήξερες. — Μα δεν το ήξερα πως ήταν αξιωματικός! είπε ανάμεσα στα δά- κρυα του. Άκουσες μήπως το τσίκι τσάκα που κάνουν οι κανάτες του Μπαρμπαγιάννη Κανατά. ρώτησε αυστηρά ο Αντώνης. δεν άκουσες τ' άλογο του που ήρχουνταν πίσω μας. μα τον είδα αφού το είπα! — Καλά.. — Αυτά που λες μόνο ένα μωρό σαν και σένα μπορεί να τα πει! του αποκρίθηκε με το πιο αυστηρό του ύφος. — Και σε ποιον.. έλιωσε πάλι στα κλά- ματα. σαν τρέχει το γαϊδουράκι του. Μα νόμιζα πως ήταν ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς! Στάθηκε μια στιγμή ο Αντώνης να σκεφθεί και να ζυγίσει αυτή την πιθανότητα. Ο Αλέξανδρος.. — Και να χτυπήσει το πόδι του εμπρός. στη φοβερή αυτή ενθύμηση. . Δεν τον είδες.. Σ' έναν αξιωματικό! είπε η Αλεξάνδρα. ομολόγησε χαμηλόφωνα ο Αλέξανδρος. — Τον είδα. σα να τραβούσε σπαθί! πρόσθεσε ο Αντώνης.

Κι είπε η Αλεξάνδρα.. σα να έκανε έφοδο! επανέλαβε η Αλεξάνδρα.. κλοπακλόπ που κάνει το άλογο σαν τρέχει και που δε μοιάζει καθόλου με το τακ. τακ του γαϊδουριού. κλοπακλόπ. αποκρίθηκε ακόμα πιο σιγά ο Αλέξανδρος. τ' άκουσα. Κι άξαφνα. — Και δε θύμωσε ο αξιωματικός. και δε μάλωσε. φαντάσου! Γέλασε! επανέλαβε καταστενοχωρεμένη η με- γάλη αδελφή.. κουνώντας πάνω κάτω το κεφάλι της.. — Ναι. το πιο μικρό. — Και αμέ το κλικικλίκ του σπαθιού στη σέλα. κάνει απότομα ένα βήμα μπροστά. για να μη μείνει πίσω στην παρατηρητικότητα και την περιγραφή.. — Σα να έκανε έφοδο! διέκοψε με αγανάκτηση ο Αντώνης.. Κι έτρεχε για να πάγει σπίτι του.. Σ' έναν αξιω- ματικό! Ο Αλέξανδρος ήταν αναλυμένος πια όλος στα δάκρυα. όπου βάραινε όλη η ντροπή του αδελφού της. Και βλέπει μπροστά του τέσσερα παιδιά που θα νόμιζε. . Με αυτή την ενθύμηση του σπαθιού του αξιωματικού. πως είναι καλοαναθρεμμένα παιδιά. — Ναι.. φωνάζει: «Βρε συ!» Και σε ποιον. έκαμε η Αλεξάνδρα..20 - . αναπολώντας πάλι το δράμα: — Ήρχουνταν ο αξιωματικός από την Καστέλα. γυρνάει πίσω.. βέβαια. τακ. μόνο γέλασε! — Ναι. είπε συντριμμένη η Πουλουδιά.. Και σηκώνο- ντας τη γροθιά του. καινούρια δά- κρυα του Αλέξανδρου.. Πηνελόπη Δέλτα — Και δεν άκουσες το κλοπακλόπ.

κο- ντή. έβα- λε τα χέρια του στις τσέπες και κοίταξε. ο Αντώνης. Και πού είναι η μις Ράις. ευκίνητη όμως κι ελαφριά σαν μπάλα λαστι- χένια. ήταν πάντα κόμμα της. ακίνητοι.. παρατώντας το σκοινί όπου κουνιούνταν κρεμαστός. στρογγυλή. βγήκε στην αυλή. Πού είναι τα παιδιά. Μόλις είχε φθάσει απέξω. Τα τέσσερα αδέλφια ανορθώθηκαν. τον κοίτα- ζαν με όλη την αυστηρότητα που άξιζε το έγκλημα του. ένα βασιλικό φουντωμένο στη γλάστρα του. η Πουλουδιά ένιωσε να γεμίζουν και τα δικά της μάτια δάκρυα και ν' ανεβαίνει κάτι πνιγερό στο λαιμό της. του κατέβασε και του έσιαξε την τσαλακωμένη του φούστα και με το χέρι βιαστικά βρούτσισε στην κανονική τους θέση τα κάπως ανακατωμένα ξανθά του κατσαρά. παχιά. Η Αλεξάνδρα και ο Αντώνης. ίσως γιατί ήταν πιο μικρή και είχε τα κλάματα πιο εύκολα.21 - . Εκείνη τη στιγμή α- κούστηκε η φωνή της θείας: — Αλεξάνδρα! Αντώνη!. Φορούσε ακόμα το καπέλο και τα γάντια της. για να στεγνώσουν πριν στάξουν τα δάκρυα. έβγαλε τους βόλους της από την τσέπη της και άρχισε να παίζει μόνη της. στους καβγάδες. σκύβοντας στις πέτρες της αυλής. Τρελαντώνης Αυτή τη φορά απέκανε ο Αλέξανδρος. Η Πουλουδιά πέταξε χάμω όλους της τους βόλους και τίναξε τα σκονισμένα χέρια της. Και η θεία. η Αλε- ξάνδρα έτρεξε στον Αλέξανδρο. και. σα να τον ανακάλυψε πρώτη φορά. Η Πουλουδιά όμως. ί- σως γιατί ο Αλέξανδρος. ανοίγοντας όσο μπορούσε πλατύτερα τα μάτια της.. . Έσκυψε το κεφάλι του στα γόνατα του κι έπνιξε δάκρυα και αναφιλητά στ' άσπρα κεντήματα της φούστας του.

. διέκοψε πάλι η θεία. Ποιος έμπασε κατσίκες εδώ. — Άρρωστη. Μια φωνή της θείας τον διέκοψε: — Καλέ. — Πήγε στην κάμαρα της. στρογγυλός. σα να φοβούνταν μη λερωθεί πα- .. που περιτύλιξε και τα τέσσερα αδέλφια μεμιάς. παχύς. κοντός. με το αγαθό του χαμόγελο που ξανάνιω- νε το σταχτί του κεφάλι και τ' άσπρα του φρύδια.. — Ήταν άρρωστη και.. Πού είναι η μις Ράις.22 - .. είπε πως ήταν άρρωστη. τι είναι αυτά. Τι είναι αυτές οι βρώμες στην αυλή μας. είπε η θεία γυρνώντας σ' εκεί- νον. Όλοι γύρισαν σαστισμένοι. — Η μις Ράις είναι πάλι άρρωστη. Μα τη διέκοψε η θεία: — Γιατί.. που ήλθε η θεία Αργίνη με τον Γιάννη. σηκώνοντας με τα δυο της χέρια τις φούστες της. βγήκαμε. Πηνελόπη Δέλτα Έριξε γύρω της μια γοργή ματιά. — Δε βγήκε μαζί σας.. και είπε: — Μόνοι σας. Βή- ματα ακούστηκαν από μέσα και ο θείος Ζωρζής βγήκε στην πόρτα. Τι έπαθε! Καλώς τα παιδιά! Ελάτε στη βεράντα. Σκυμμένη εμπρός. άρχισε η Αλεξάνδρα. στις μύτες των ποδαριών της. σα γυρίσαμε.. Μα. — Ναι.

. Την ίδια ώρα εμφανίζουνταν η Ειρήνη με σκουπάκι και φαράσι.». Και μουρμουρίζοντας και γρινιάζοντας «Τι βρώμες.. επανέλαβε. Όχι! έκανε ξαφνισμένος ο Αντώνης. μ' άφησαν πίσω τους τα. τα σημάδια τους! πρόσθεσε με καινούριο ξε- κάρδισμα. πωπώ. Και φώναξε: — Ειρήνη! Στο παράθυρο της κουζίνας παρουσιάστηκε το συγυρισμένο κε- φάλι της μαγείρισσας. Τρελαντώνης τώντας ολόκληρα τα παχιά της ποδαράκια. — Πωπώ! έκανε. — Έ. τι αη- δίες. Και υποψιάρικα πρόσθεσε: — Μην τις έβαλε μέσα ο Αντώνης. Έσκυψε να δει εκεί που έδειχνε το αμείλικτο δάχτυλο της θείας.23 - ... — Κατσίκες.. κυρία! — Ποιος έμπασε κατσίκες στην αυλή μας. — Ορίστε.. μάζεψε όλους τους βόλους . στις παστρικές μας πλάκες κιόλα. — Εγώ.. κοίταζε η θεία με φρίκη και αηδία το θησαυρό της Πουλουδιάς σκορπισμένο στις πλάκες. Μα πού είναι οι κα- τσίκες. ανόητε! είπε γελώντας ο θείος. Οι κατσίκες ξανάφυγαν.. — Ποιος έβαλε μέσα κατσίκες.

όχι πια ταμπούρλο αλλά γκρανκάσα. όλο ρωτήματα μουτράκι του Αλέξανδρου και.. Και τόσο δυνατά έκλαιγε. Αχ. αυτά. α- νέβηκε δυο δυο.. παρακαλώντας μέσα της να την κα- ταπιεί η γη. στο φαράσι της. γοργά.. το κοροϊδευτικό σήκωμα των φρυδιών του Αντώνη.. Πουφού! τι αηδία! Και θα τη μαλώσει η θεία. Και ήταν κάτω η θεία Αργίνη και ο εξάδελφος ο Γιάννης! Και θα κορόιδευε ο Γιάν- νης. δίπλωσε τους ώμους της. Σαν τον Αλέξανδρο πρωτύτερα. Τώρα θα ρωτήσει η θεία... τρομαγμένη κοίτα- ξε τ' αδέλφια της. Και τώρα θ' απαντήσει ο Αντώνης που δεν έλεγε ποτέ ψέματα: «Ναι. σαν κατάλαβε τι ήταν ο θησαυρός της. Πηνελόπη Δέλτα της Πουλουδιάς. Από τα πρώτα λόγια του θείου. μα που θα πει: «Γιατί τις πήρε για βόλους!» Και θα την περιγελάσουν όλοι. τι φοβερό να την περι- γελάσουν όλοι! Και τα 'πιασε με τα χέρια της. η ντροπή! Και αυτή την ώρα θα τα λέγανε κάτω. το ξαφνι- σμένο. που ήταν όλων των αδελφών κάμαρα. έτρεξε στη σκάλα. Η καρδιά της βροντούσε.. και θα της δώσει κανένα μπάτσο.24 - . Μα η Πουλουδιά δε στάθη- κε να δει και ν' ακούσει το τέλος της ιστορίας. το παχύ χεράκι της θείας δεν πονούσε πολύ. Δεν την έμελε ο μπάτσος.. βουλιάζοντας κάτω από το βάρος της ντροπής. και κρύφθηκε πίσω από την κουνουπιέρα της. ξεγλιστρώντας πίσω από το θείο. χώθηκε σιγά στο κούφωμα της πόρτας και. ξέσπασε κι εκείνη στα κλάματα. μα η ντροπή. Αντάμωσε την περιφρονητική ματιά της Αλεξάν- δρας. τις βρώμες αυτές τις έφερε η Πουλου- διά!» Και δεν ήταν μόνο αυτό. Αυτό ήταν περισσότερο απ' ό. ώστε δεν άκουσε τον Αντώνη που ανέβηκε και μπή- .τι μπορούσε να υποφέρει. μπήκε στην κρεβατοκάμαρα της.

— Γιατί κλαις. — Γιατί. Και της είπε ο Αντώνης: — Είσαι μια κουτή! Λερώνεις την αυλή μας και ύστερα κλαις κιό- λα! — Δεν κλαίγω γι' αυτό. Μα την άκουσε κείνος και παραμερίζοντας την κουνουπιέρα. ντράπηκε κείνη πιο πολύ.. τη ρώτησε περιφρονητικά.. γιατί. Μα πάλι δεν έκανε να το δείξει και σηκώθηκε χωρίς ν' αποκριθεί. πάλι δεν έκλαψε. Οι αδελφές του του είχαν μεγάλο θαυμασμό γι' αυτό. Ο Αντώνης είχε βαθιά περιφρόνηση για τα κορίτσια. Τρελαντώνης κε στην κάμαρα. Εκείνος. όσο και να πονούσε. σα να πούμε. Και α- ποφάσισε: Γιατί θα με μαλώσει η θεία και θα μου δώσει κι έναν μπάτσο! — Φοβητσιάρα! έκανε ο αδελφός της. Και τώρα που την τσάκωσε την Πουλουδιά αναλυμένη στα κλάματα. όσο και να χτυπούσε. Η Πουλουδιά επαναστάτη- σε. σαν αγόρι που ήταν. Και του είχαν και κάποιο σεβασμό.25 - . Και ούτε σαν έπεσε από τη σκάλα της βεράντας κι έσπασε το κεφάλι του κι έτρεχαν αίματα και του το κόλλησε ο θείος με τσιρότο. τη βρήκε ζαρωμένη στη γωνία της. — Αμέ γιατί κλαις. Στάθηκε να σκεφθεί ποιαν αιτία να προτιμήσει. κλαιν για το τίποτα. . είπε πειραγμένη η Πουλουδιά. δεν έκλαιγε ποτέ. ντρέπονταν να κλαιν μπροστά του. λέει.

. είπε περιφρονητικά. Από τη σαστισμάδα της σταμάτησε η Πουλουδιά το κλοτσοκόπη- μα. άρχισε να κλοτσιά το ξύλινο περίφραγμα.. Και τώρα βρίσκεις αφορμή πως θα σε δείρει η θεία. Της ήλθε να φιλή- σει τον Αντώνη. — Έτσι! Δε μ' αρέσει να με δέρνουν! Ο Αντώνης σήκωσε τους ώμους του και πήγε στην μπαλκονόπορτα και πιάνοντας την κουπαστή του μπαλκονιού. — Τίποτα δεν ξέρεις! Γιατί θα σε δείρει.. Και πρώτον το ξέρεις πως δεν πονεί το χέρι της θείας! — Αμέ τότε. — Εσείς τα κορίτσια όλο αφορμές γυρεύετε για να κλαίτε. — Μα δεν της είπες πως εγώ έφερα τους βόλ.. αν είναι έτσι. — Αφού το ξέρω πως θα με δείρει! είπε η Πουλουδιά που είχε βγει και αυτή στο μπαλκόνι και είχε πιάσει και αυτή την κουπαστή και κλοτσούσε το ξύλινο περίφραγμα. Πηνελόπη Δέλτα — Δε φοβούμαι! διαμαρτυρήθηκε. Έκανε την αδιάφορη και είπε: — Α. έ- κανε με αηδία.. — Βέβαια όχι. Ούτε του είπε ευχαρι- στώ.26 - . δηλαδή. .. καλά. χωρίς να ξέρεις τίποτα.. αυτά. Η χαρά και η ανακούφιση την πλημμύρισαν.. αφού δε με ρώτησε. Μα πάλι δεν το καταδέχθηκε.

που πιάσανε τους βόλους σου.. όταν τα 'βγαζαν πέρα μονάχα. χωρίς φωνές. — Πώς καθόλου. μια φορά που τελείωνε η μάχη. Την κοίταξε από πάνω από τον ώμο του και της είπε: — Μ' έστειλε η θεία Αργίνη να σε φωνάξω. πουφού! τι βρώμες! — Καθόλου! φώναξε αγανακτισμένη η Πουλουδιά. με σφιγμένα δόντια. είναι οι πάστρες που βγαίνουν από τους βόλους της δεσποινίδας. μετά τον καβγά. Ο Αντώνης την είχε ακολουθήσει. αλλά σιωπηλή. βιαστικά σαπούνισε χέ- ρια και πρόσωπο.... αποφεύγοντας τον καθρέφτη μπροστά της.. Ένας μπάτσος του βρεγμένου χεριού της «δεσποινίδας» του έκο- ψε τη φόρα.... έμεναν τ' αδέλφια μαλωμένα.27 - . Και ακολούθησε μάχη άγρια. Ενώ. έχυσε νερό στη λεκάνη και. Μα είναι το πρόσωπο σου σιχαμένο. τα πράματα χειροτέ- ρευαν και. — Όλα αυτά είναι πάστρες. Τρελαντώνης Μα θα το κατάλαβε ο Αντώνης. γιατί η φωνή της δεν ήταν πια κλαψιάρικη. είπε. κοροϊδευτικά. χωρίς ανάμειξη των μεγάλων. Γύρισε ο Αντώνης και την άρπαξε από τα κατσαρωμένα της φουντωτά μαλλιά. Τους καβγάδες τους τ' α- δέλφια τούς έβγαζαν πέρα μονάχα. Κοίταξε το πρόσωπο σου στον καθρέφτη! Φουρκισμένη πήγε κείνη στο νιφτήρα. σκούπισες τα μάτια σου με βρώμικα χέρια. . Κάθε φορά που ανακατώνουνταν οι μεγάλοι. Με το δάχτυλο. της έδειξε τις μαυριδερές σαπουνάδες της λεκάνης. γαλήνευε πάλι ο ουρανός. μην ακούσει η δασκάλα στην πλαγινή κάμαρα κι έλθει και ανακατωθεί.

. στην αυλή μας! Αμέσως παράτησε η Πουλουδιά τη μάχη. νιώθοντας πως τις τρώγει από το μεγα- λύτερο της. — Αν το πεις. κατέβη- καν στη βεράντα. Χωρίς άλλες εξηγήσεις χωρίστηκαν τ' αδέλφια. βρουτσίστηκαν.28 - .. αν δε μαντατέψεις εσύ! Αυτό ήταν το τέλος του καβγά. Και τώρα. . Πηνελόπη Δέλτα Αυτό δεν εμπόδιζε τις φοβέρες την ώρα της μάχης. σφίγγοντας με λύσσα τα δόντια της. συγυρίστηκαν και ειρηνεμένα. είπε η Πουλουδιά: — Θα πω του θείου πως μου τράβηξες τα μαλλιά! Επίσης χαμηλό- φωνα. πνιγμένα. ξέρεις τι. θα είσαι μαντατούρης! του είπε. — Εσύ είσαι η μαντατούρα! — Καθόλου! Εγώ δε μαντατεύω! — Ουτ' εγώ δε μαντατεύω. πα- λεύοντας με τον αδελφό της. της αποκρίθηκε ο Αντώνης: — Κι εγώ θα πω της θείας πως εσύ έφερες τις κατσικίσιες.

αν και αδελφή της θείας Μαριέτας. όλοι ήταν συναγμένοι. και χαμογελούσε πότε της Αλεξάνδρας και πότε του Αλέξανδρου. που όρθιος και αυτός και ακατάδεχτος. Η θεία Μαριέτα. γύρω σ' ένα σιδερένιο τρίποδο τραπε- ζάκι. κοί- ταζε σιωπηλά τη θεία Αργίνη μισοξαπλωμένη σε μια ψάθινη βαθιά πολυθρόνα. όπου σκαρφάλωναν πλαγίως λουλούδια του αγρού. και ψάθινο καπέλο τουρλωτό. η θεία Μαριέτα. ανοιχτό στο λαιμό. στην κουνιστή μαύρη της πολυθρόνα. όρθια. που κάθουνταν φρόνιμα σ' ένα ψάθινο σκαμνί. ήταν για τα τέσσερα αδέλφια το άκρον άωτον της ομορφιάς. και τον Γιάννη. σα μαμά. δεν της έμοια- ζε καθόλου. . κουνιούνταν στην πολυθρόνα της και αναπολούσε την ακρίβεια των μαγαζιών. λεπτή. Η Αλεξάνδρα. με την πλάτη στην κουπαστή της βεράντας. Φορούσε ένα καφετί φουστάνι με κίτρινο πλα- στρόνι. μ' ένα χαμόγελο που έστριφτε γλυκά λίγο πλάγια στο στόμα της. ο θείος Ζωρζής κά- πνιζε ειρηνικά το ναργιλέ του. Ψηλή. κρατώντας μες στο δικό του το χέρι του Αλέξανδρου. κοίταζε πάνω από το κεφάλι της τη θάλασσα και δε μιλούσε σε κανένα. σαν πάντα. Τρελαντώνης Κ άτω. χαδιάρικα. με στόμα που χαμογελούσε πάντα και φρύδια που δε σουφρώνουνταν ποτέ. με μάτια μαύρα που σε χάιδευαν και χέρια μαλακά σα μετάξι. ακουμπισμένος στον τοίχο με τα χέρια πίσω. που είχε βγάλει πια γάντια και καπέλο. ένα αγόρι δώδεκα χρονών. στη βεράντα.29 - . Η θεία Αργίνη.

30 - . που τρύπησε πάλι τα δικά του. πριν κλείσει ο μήνας. είπε γλυκά: — Όχι δα. για να την εγκαρδιώσει να ξεκολλήσει από τη γυάλινη πόρτα και το πόμολο της. και συνάμα άπλωνε το χέρι της ν' αγκα- λιάσει τον Αντώνη. Και χαμογέλασε του Γιάννη κοντά της. σηκώνοντας το πόδι του. κάνει όλη την ώρα αταξί- ες. . Ενώ ο Γιάννης. που είναι κι έτσι μεγάλος. που κατάφθανε πίσω του. — Βλέπεις. — Εγώ. με τα μαντα- τούρικα τριμμένα μπροστά παπούτσια του και πριν προφθάσει να βγει από τη μέση και να ξεσκεπάσει την Πουλουδιά. όπως κάνω εγώ για τα δικά μου αγόρια. Σε τέτοια θηρία χρειάζονται σιδερένια ποδήματα! εί- πε. και ιδίως για τον Γιάννη που είναι και αυτός κατελυτήρι. είπε αργότερα η Αλεξάνδρα στ' αδέλφια της. έτσι που της φάνηκε της Πουλουδιάς πως άλλαξε έννοια η λέξη κατελυτήρι κι έγινε έξαφνα χάδι. για να μη λυπάται. αν είχα τη θεία Αργίνη μαμά. δε θα έκανα ποτέ αταξίες. έδειξε της θείας Αργίνης τη μύτη του παπουτσιού. που με το λίγο στραβό χαμόγελο της έγνεφε της Πουλουδιάς. τον έπιασε η θεία Μαριέτα και. Το κατελυτήρι εκείνη την ώρα έβγαινε στη βεράντα. Η θεία Αργίνη. τον Α- ντώνη. καημένη! Αρκεί να πεις του τσαγκάρη να προσθέσει ένα σιδεράκι στις μύτες. Πηνελόπη Δέλτα όπου πάλι είχε ψουνίσει παπούτσια για το κατελυτήρι αυτό.

είπε η Αλεξάνδρα. Και πρώτον είχε σχίσει το παντελόνι του και στέκουνταν όλη την ώρα ακουμπισμένος στον τοίχο. μα το είδα όταν τον κοίταξε η θεία Αργίνη. ρώτησε όλο και πιο ερεθισμένος ο Αντώνης. γιατί ποτέ δεν τον μα- λώνει. — Εγώ το ξέρω! είπε η Πουλουδιά σείοντας το φουντωτό της κε- φάλι. είπε μελαγχολικά η Πουλουδιά. — Πώς το ξέρεις. που τα έκρυβε πίσω στην πλάτη του και όλο κουνούσε τα δάχτυλα του. για να βγάλει τις μουντζούρες και τα μελάνια. — Πού το ξέρεις. Α- φού ήταν τα χέρια του πίσω του! . εγώ το είδα! — Ο Γιάννης δε θα φοβάται τη μαμά του. Τρελαντώνης — Πού το ξέρεις. για να μην τον δει κανείς και τον μαλώσει η μαμά του. και ξέρω πως είναι πολύ κα- κό παιδί ο Γιάννης! Ήταν και τα δυο του χέρια τόσο βρώμικα. — Το είδα! αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα. που ένιωσε το αγορίστικο γόητρο να κινδυνεύει. εκεί που αυτός δεν είχε δει τίποτα. Μα εγώ το κατάλαβα. — Τίποτα δεν ξέρεις! Ούτε μίλησες του Γιάννη! — Όχι.31 - . Και όταν έφευγε. και όλο μαδούσε τον τοίχο της βεράντας κι έτριβε ύστερα το σοβά στα χέρια του. ρώτησε πάλι ο Αντώνης. ρώτησε ο Αντώνης. χολιασμένος που τόσα παρατήρησαν τα κορίτσια. — Δεν είδες τίποτα! Κοροφέξαλα! — Εγώ όμως είδα.

Να. Και είχε και δαχτυλιές μαύρες. σαν έφυγαν. πήγα και κοίταξα τον τοίχο και είδα πως τον είχε μαδήσει. Ύστερα είπε: — Δε θα το πω! — Μα θα σε δείρει! Με αδιαφορία σήκωσε ο Αντώνης το δεξί του ώμο. φοβητσιάρες και . — Δεν το είδε. — Δε θα το πιστέψει! Να της πεις την αλήθεια. Δεν κοίταξε από κει. — Ας με δείρει! έκανε. κάτι τέτοια είχε ο Αντώνης που τις έκανε να αισθάνονται κουτές. Μα θα το δει αύριο και θα πει πως το 'κανες εσύ! Ο Αντώνης δε μίλησε. — Τι θα κάνεις. Και.32 - . Ο Αντώνης παράτησε τα κακιώματα. — Θα της πω πως δεν το έκανα. πως το 'κανε ο Γιάννης. Ανήσυχη τον κοίταξε η Πουλουδιά. Και ήταν πια σούρουπο σαν έφυγαν. Συλλογίζουνταν. — Και τι είπε η θεία Μαριέτα. Αντώνη. ρώτησε. Το πράμα άρχισε να γίνεται ενδιαφέρον. Τα κορίτσια τώρα τον κοίταζαν με θαυμασμό. Πηνελόπη Δέλτα — Έβλεπα κάθε λίγο σκόνες και πετραδάκια που έπεφταν από τη ράχη του. Μια στιγμή δεν αποκρίθηκε ο Αντώνης.

εκτός από τις ώρες που γίνουνταν τα μαθήματα. που καθισμένος στο πάτωμα παρακολουθούσε όλη αυτή τη συζήτηση. πάλι όρισε και διεύθυνε τα παιχνίδια. Θυμήθηκε κείνο το ξύλο. πως ήταν άξιος άλλη μια μέ- ρα να επιβληθεί στ' αδέλφια του. παρακάλεσε και το στόμα του έτρεμε. Τα πράματα άρχισαν να θολώνουν . Αυτός ο Αντώνης άξιζε να είναι αρ- χηγός τους και ας ήταν η Αλεξάνδρα μεγαλύτερη του. προπάντων που η θεία δεν είχε δει το μουντζουρωμένο και μαδημένο τοίχο. που δεν πονούσε και πολύ. Τρελαντώνης ανάξιες και να δέχονται την επιβολή του σα δίκαια. συγκινήθηκε. σα δικτάτορας που δε δέχεται ούτε ν' α- κούσει άλλου γνώμη. όπως τη μέρα που έριξε ο αέρας κάτω τη στάμνα κι εκείνη νό- μιζε πως την έσπασες εσύ! Ο Αντώνης τώρα είχε φθάσει στην ακμή του ηρωισμού και της αυ- τοθυσίας. θυμήθηκε το παχουλό χέρι της θείας. καταπώς έπαιρναν το λόγο τ' αδέλφια του. με τον ηρωισμό του. και τότε αυτές επαναστατούσαν. Και όλο κείνο το βράδυ τα όρισε και τα κυβέρνησε τ' αδέλφια του σαν απόλυτος άρχοντας.33 - . πες πως το έκανε ο Γιάννης. κι έτσι δεν του έδωσε αφορμή να δείξει. πότε την άλλη. έτοιμο να ξεσπάσει στα κλάματα. μη σε δείρει η θεία. Πα- ραμάκραινε η μοναρχία του Αντώνη. Και το άλλο πρωί. Ως την ώρα που γίνουνταν τυραννικός. — Όχι. Τα κορίτσια άρχισαν να δυσανασχετούν. Αντώνη. κοιτάζοντας πότε τον έναν. Ο Αλέξαν- δρος όμως. και είπε ρίχνοντας πίσω το κεφάλι του: — Εγώ μαντατούρης δε γίνομαι! Όλοι σώπασαν υποταγμένοι. ως την ώρα του κρεβατιού και του ύπνου.

Μα δε βρήκε το δίκιο του ούτε κείνος ούτε οι αδελφές του ούτε και ο μικρός . Άρχισε με διαμαρτυρίες. Καλύτερα να είχε κλάψει σαν τα κο- ρίτσια ή σαν τον Αλέξανδρο. αλλά ήλθε μήνυμα από τη θεία Αργίνη να παν τ' απόγεμα και τα τέσσερα αδέλφια με τη δα- σκάλα. πως θα έβγαινε κείνη έξω. — Θα είχες βρει το δίκιο σου! τον βεβαίωσε η Αλεξάνδρα. αρνήθηκε να πάγει και πρόσταξε τα τέσσερα αδέλ- φια να ζητήσουν να παν περίπατο. αν θέλουν. γιατί ο Αντώνης δεν έκλαιγε ποτέ. Όταν έμαθε η μις Ράις πως τα επτά παιδιά της θείας Αργίνης δεν είχαν ούτε δασκάλισσα Εγγλέ- ζα ούτε νταντά. να τρέξουν. Και η επανάσταση που είχε γίνει καπνός. πως θα έλειπε και ο θείος ο γιατρός και πως τα παιδιά θα έχουν σπίτι και αυλή δικά τους. και να φωνά- ξουν και να τραγουδήσουν όσο το τραβούσε η καρδιά τους. Πηνελόπη Δέλτα και θα ξεσπούσε βέβαια επανάσταση. Μα λίγην ώρα βάσταξε η μπουνάτσα. γαλήνεψε τα πρόσωπα.34 - . εξελίχθηκε σε ξύλο και το χέρι της Εγγλέζας ήταν πιο βαρύ και πιο σκληρό από το χεράκι της θείας Μαριέτας. χωρίς μονάρχες και υποτακτικούς. να πουν πως το προτιμούν παρά να παν στη θεία. Μόνος ο Αντώνης δεν έκλαψε. που ολοένα ανάβρυ- ζαν αστέρευτα από τρία ζευγάρια μάτια συνάμα. και πνίγηκε σε ποτάμια από δάκρυα. να παίξουν με τα δικά της τα επτά παιδιά. Αλλά έσφιξε τα δό- ντια του με λύσσα και είπε της δασκάλας: — Είσαι κακιά γυναίκα! Και αυτό τα κατέστρεψε όλα. Το μή- νυμα αυτό σκόρπισε τα σύννεφα. η επανά- σταση έγινε καπνός και η ομόνοια βασίλεψε ανάμεσα στα τέσσερα αδέλφια. ξανάγινε μπαρούτι.

ρώτησε: — Τι τρέχει. ο Αντώνης βαστούσε. ο Αντώ- νης βαστούσε. όταν ήταν θυμωμένος. είχαν την ιδιότητα να σκορπούν βούβα και υποταγή γύρω της. Δικάστηκαν και καταδικάστηκαν χωρίς απολογία. Και ύστερα. με τα χέρια ακόμα αιχμαλωτισμένα στα χέρια του Α- ντώνη. Γιατί είχε ακούσει το θόρυβο η θεία και είχε μπει στο σπουδαστήριο των α- δελφών όπου. Άκουσε την πόρτα η μις Ράις και.35 - . που έμοιαζαν τόσο με τα σουφρωμένα φρύδια του πατέρα. Τρελαντώνης Αλέξανδρος που. -τι φρίκη!.. Τα σουφρωμένα φρύδια της θείας Μαριέτας. και τα πνιγμένα αναφιλητά του Αλέξανδρου έκο- βαν κάπου κάπου την τέλεια σιωπή που ξαφνικά είχε χυθεί στην κά- μαρα. για να τ' ακούσει μόνος ο τοίχος: — Και όμως. επι- θετική όσο και αμυντική. γύρισε. τα δυο χέρια της μις Ράις. με άτακτα μαλλιά και το πρόσωπο αναμμένο. ούτε πρόφθασαν να δικαιολογη- θούν.ναι. Και πήρε αργά η θεία μια καρέγλα και κάθισε. όχι μόνο με . ψηλά πάνω από το κεφάλι του. η μις Ράις είπε ψέματα! Όσο για τ' άλλα τρία αδέλφια.. κλαίγοντας και αναστενάζοντας μουρμούριζε σιγά σιγά. είδε τη θεία και φώναξε: — Καμαρώστε τ' ανίψια σας! Ιδού με τι τρόπο γίνεται το μάθημα κάθε μέρα! Η παρουσία της θείας σταμάτησε κάθε κίνηση των αδελφών. Μόνο τα δάκρυα δεν μπόρεσαν να σταμα- τήσουν απότομα. βαλμένος στη γωνιά με πρόσωπο κατά τον τοίχο. με σουφρωμένα φρύδια. μις Ράις.

Ο Αντώνης φυσικά! Και το κακό είναι που παρα- σύρει και τις αδελφές του και ακόμα και τον Αλέξανδρο που τόλμησε να μου πει: «Μη φωνάζεις»! Εγώ δεν τ' ανέχομαι αυτά! Η θεία δε μίλησε αμέσως. που γίνουνταν μαύρα κά- τω από τα σουφρωμένα της φρύδια. χωρίς ν' α- παντήσει. Τα γόνατα μου κουράστηκαν τόσο. — Ποιος άλλος. Μα έπεσε ο κεραυνός στο κεφάλι τους. Πηνελόπη Δέλτα τα τέσσερα αδέλφια. περιπλανήθηκαν στα τέσσερα σκυφτά κεφάλια των ανιψιών της και στάθηκαν στον Αντώνη. Και μες στη σιωπή που είχε ακολουθήσει την ανεμοζάλη. ακόμα και με το θείο Ζωρζή. — Πρέπει να πέρασαν πολλές ώρες! είπε αργότερα η Αλεξάνδρα στ' αδέλφια της.36 - . δίπλωνε τους ώμους του κι έπαιρνε το καπέλο του κι έ- βγαινε έξω. Και ρώτησε: — Ποιος είπε αυτή τη λέξη. που κόντευα να πέσω! Δεν έπεσε κείνη. αλλά και με την Αφροδίτη και με την κερα- Ρήνη. που σε τέτοιες ώρες. Και είπε η θεία: . Κοίταζε τ' ανίψια της που άφωνα περί- μεναν την καταδίκη τους. ακούστηκε η φωνή της Εγγλέζας που έλεγε: — Δεν μπορώ να εξακολουθήσω να διδάσκω παιδιά που μου εί- παν: «Είσαι κακιά γυναίκα»! Τα καστανά μάτια της θείας Μαριέτας.

ν' ανέβει στη σοφίτα και να μείνει μονάχος. Πετάχθηκε πάνω ο Ντον και άρχισε να πηδά γύρω τους και τρόμαξε τον Αλέξανδρο. είδαν τ' α- δέλφια τέσσερις πέντε αξιωματικούς και κυρίες που κάθουνταν γύ- ρω σ' ένα τραπέζι στρωμένο φλιτζάνια και μπισκότα. εμπρός στην αυλή του μεγάλου σπιτιού. που φορούσε ένα ά- σπρο φόρεμα μ' ένα μαύρο βελούδο στα μαλλιά. Τρελαντώνης — Δεν έχει να πάτε στη θεία Αργίνη τ' απόγεμα! Θα βγείτε περί- πατο με τη μις Ράις! Και ούτε το μεσημέρι ούτε το βράδυ δε θα φά- γει κανένας σας φρούτο! Και τώρα. Παρακάτω. Γύρισε η Εγγλέζα και τον αγριοκοίταξε. με τον Ντον ξαπλωμένο στα πόδια του. — Σπίκ Ίγκλις! πρόσταξε με θυμό. Τον φώναξε όμως πίσω ο βασιλέας και γέλασε και είπε του Αλέξανδρου: — Μη φοβάσαι. — Μάλιστα! Τέτοια κάνουν αυτές οι ξένες. με τεντωμένες τις ράχες τους. εμπρός στο βασιλικό τραπέζι. σα στρα- τιώτες πέρασαν τα τέσσερα αδέλφια. κλεισμένος ως την ώρα του τραπεζιού.37 - . και τη βασίλισσα. ο κύριος Αλέξανδρος να πάγει στη γωνιά με το πρόσωπο στον τοίχο. όταν με τ' αδέλφια του και τη δασκάλα βγήκε από την αυλή τους. Φρόνιμα. τέτοιες ψευτιές λεν κι έτσι τυραννούν τα παιδιά! Και το κάνουν πάντα! δήλωσε ο Αντώνης το απόγεμα. ο δε κύριος Αντώνης να έλθει μαζί μου. Ο Αντώνης συμμαζεύθηκε αμέσως. μικρέ! Είναι καλός και δε δαγκώνει! . Είχε αναγνωρίσει το βασιλέα.

κάνοντας κύκλο. δε θα της πω πια «Κακιά γυναίκα». Πηνελόπη Δέλτα Και ντροπιασμένος χώθηκε ο Αλέξανδρος πίσω από τη δασκάλα. και οι τρεις μεγάλοι. να μην της πουν ούτε λέξη όλο τ' απόγεμα και να μη μιλήσουν καθό- λου αγγλικά μεταξύ τους. αν ξαναδοκιμάσει ποτέ να με δείρει. — Αυτός ο Αλέξανδρος πάντα θα μας ντροπιάζει! είπε ελληνικά ο Αντώνης.. αδιάκοπη και αμείλικτη. πριν βγουν από την αυλή τους. πέρασαν κάνοντας τους αδιάφορους. με σφιγμένα χείλια και πεισμωμένα πρόσωπα. — Σπίκ Ίνγκλις! φώναξε άγρια η δασκάλα. Ένα-ένα σηκώθηκαν τότε τ' αδέλφια. Κι έτσι σιωπηλά ανέβηκαν στο λόφο. Δε φθάνει που είπε χθες «Βρε συ» στον αξιωματικό. Ώσπου τους γύρισε τη ράχη η δασκάλα κι έβγαλε κρυφά την μποτίλια της και άνοιξε το βι- βλίο της. να συζητήσουν την κα- τάσταση και να οργανώσουν την αντίσταση που στο μέλλον έπρεπε να είναι γενική. ταπεινωμένοι από τη δειλία του αδελφού τους. χωρίς όμως και να μπορεί η δασκάλα να βρει πάτημα για μαντατέματα.. Μα τ' αδέλφια είχαν αποφασίσει. μα θα σηκωθώ και θα βγω από την κάμαρα χωρίς να της μιλήσω. κατέβηκαν στο δρό- μο και κάθισαν στη σκόνη. σταύρωσαν χέ- ρια και πόδια και. κοίταζαν τη θάλασσα με τα καραβάκια της. είπε ο Αντώνης. — Εγώ. σα γύρισαν στο δρόμο. — Κι εγώ! είπε ο Αλέξανδρος που ήθελε να εξιλεωθεί από την πρωτυτερινή του τρομάρα και το χθεσινό του αμάρτημα απέναντι .38 - . κάθισαν στις πέτρες. ώσπου να πλαγιάσουν το βράδυ.

Και να δούμε τότε τι θα πει αυτή. και θα σου τις βρέξει. του είπε μεγαλόψυχα.... εγώ θα σε πάρω από το χέρι και θα σε πάγω έξω μαζί μου! — Κι εγώ θα πάγω ίσια στη θεία και θα της πω: «Θεία.39 - . Προστατευτικά έριξε ο Αντώνης το χέρι του πάνω στους ώμους του μικρού του αδελφού. σαν τη μαλώσει η θεία.. Κι εκείνος θα την κάνει. Και βλέποντας την εντύπωση που έκαναν τα λό- για της στ' αδέλφια της. Μπορεί να ήταν σωστό αυτό που έλεγε η Πουλουδιά. χωρίς να μπορείς εσύ να κάνεις τίποτα! Τα μάτια του Αλέξανδρου βούρκωσαν με την ενθύμηση του «πά- ντα» και του «βρεξίματος» και τα χείλια του άρχισαν να τρέμουν. όπως πάντα. θα την κάνει. η μις Ράις θέλει να μας δείρει».. . — Έννοια σου.. Τρελαντώνης του αξιωματικού. Μελαγχολικά είπε η Πουλουδιά: — Η θεία δε θα τη μαλώσει! Θα σε δείρει εσένα! Όλοι σώπασαν συλλογισμένοι. είπε η Αλεξάνδρα που αισθάνουνταν το θάρ- ρος της να μεγαλώνει με κάθε λέξη που ανταλλάζουνταν. πήρε φόρα η Πουλουδιά και πρόσθεσε: — Καλύτερα να το πούμε στο θείο. Αυτός δε μας δέρνει ποτέ. Η Αλεξάνδρα τον μέτρησε με μια ματιά. και είπε: — Ναι! Εσύ! Εσένα θα σε στρώσει μπρούμυτα στα γόνατα της. τόσο μι- κρούτσικος που ήταν.

όπως το πρωί.. ώστε το άφησε ανείπωτο και ο καθένας μπορούσε να φανταστεί το χειρότερο για τη μις Ράις. Τι ανοησίες που λες! Θα του πει η θεία «Εσύ. Ο Αντώνης άπλωσε τα πόδια του και σήκωσε ένα σύννεφο σκόνη από την τροχιά του δρόμου. ο Αντώνης ξανακλότσησε τη σκόνη. Θα της πιάσω τα χέρια. — Πωπώ! έκανε επίσης τρομαγμένος ο Αλέξανδρος. σα να ήλθε κιόλα η ώρα να τις φάγει.. τι έχομε να πάθομε από τη μις Ράις! είπε η Αλεξάνδρα. Πηνελόπη Δέλτα Δεν ήξερε τι θα την κάνει ο θείος. μιλού- σε σα μεγάλη κι έπρεπε να ξαναμπεί στη σειρά της. — Τι θα μας κάνει. — Ναι! Στο θείο! έκανε ο Αντώνης. Και όλο το ωραίο πρωτυτερινό της θάρρος καταγκρεμίστηκε και την έπιασε τρόμος. πωπώ. είπε ακατάδεχτα. Ως απάντηση. κουνώντας απάνω κάτω το κεφάλι του. σήκωσε δεύτε- ρο σύννεφο και σηκώθηκε και αυτός. και πάλι θα σε κλείσει στη σοφίτα! είπε με αθυμία. Και αυτό μπορούσε να γίνει. κουνούσε το κεφάλι της. .40 - . και θα την ντροπιάσω! Η Πουλουδιά είχε ξαναπέσει στην απαισιοδοξία της. και πάλι θα έλθει η θεία. Είχε ξανα- γίνει και άλλοτε. — Και τότε. Μα είχε πάρει αέρα η Πουλουδιά. μην ανακατώνεσαι» και θα πάρει ο θείος το καπέλο του και θα βγει έξω. — Και θα φωνάξει αυτή. Ζωρζή.

σα να ήθελε να τα καπακώ- σει.41 - . Είχε βγάλει το καπέλο του και κάθε λίγο το κατέβαζε στα κλαριά. έπεφτε ανα- κούρκουδα και πάλι χώριζε άλλα κλαριά. Δεν αποφασίσαμε τίποτα! Μα ο Αντώνης είχε σκύψει και. Πετάχθηκε πάνω και με τ' αδέλφια της πήρε κι εκείνη τον ανήφορο. του φώναξε η Αλεξάνδρα. χώριζε τα ξερά κλαριά ενός θάμνου και πάλι πηδούσε παρακάτω. Μα ο Αντώνης όλο ξανασηκώνουνταν. Με τα δυο χέρια τής έγνεψε ο Αντώνης να μην πλησιάσει. Η περιέργεια της Αλεξάνδρας την έκανε να ξεχάσει τα προσβλη- τικά λόγια του Αντώνη. γοργά. — Σσσστ! έκανε. του φώναξε η Αλεξάνδρα. ανακούρκουδα. Κοίταξε η Αλεξάνδρα την Πουλουδιά και κοίταξε η Πουλουδιά . άρχισε πάλι να σκαρφαλώνει στο λόφο. — Τι φεύγεις. Μα ύστερα από τα προσβλητικά λόγια του Αντώνη πώς να το δεί- ξουν. φώναξε θριαμ- βευτικά: — Την τσάκωσα! Γρήγορα! Γρήγορα! Ελάτε να με βοηθήσετε να την πιάσω! Ελάτε όλοι! Ούτε η Αλεξάνδρα ούτε η Πουλουδιά δεν αγαπούσαν τις σαύρες. όλο πηδούσε παραπέρα και όλο γύρευε μες στ' αγκάθια. Δε θα κάνετε ποτέ σας τίποτα! Και χώνοντας τα χέρια στις τσέπες. Μια σαυρίτσα! Και κατεβάζοντας τελευταία φορά το καπέλο του. — Τι ψάχνεις. Τρελαντώνης — Σεις τα κορίτσια είστε φοβητσιάρες! είπε περιφρονητικά.

Και άνοιξε μια πόρτα κι έφυγε η σαύρα. και χτυπιούνταν στις πλευρές του καπέλου. ο Αντώνης έχωσε το χέρι κάτω από το καπέλο. γρήγορα. θεώρησε φρονιμότερο να μην πλησιάσει πολύ. που θυμήθηκε η Που- λουδιά τα φρύδια της θείας Μαριέτας. . η άλλη από κει! πρόσταξε α- ναμμένος ο Αντώνης. Ο Αλέξανδρος. γυρεύοντας να φύγει. και σιωπηλά. τρόμαξε αυτή. στη ράχη. Μα δεν πρόφθασε να τη χτυπήσει και βροχή έπεσαν ξυλιές στους δικούς του ώμους. ανάμεσα τους. τις άκρες. έβγαλε μια φωνή και σήκωσε τα χέρια της.. σίμωσαν τον Αντώνη.. πασπατεύοντας να πιάσει τη σαύρα. με χτύπησε η σαύρα. Και τέτοιες φωτιές έβγαζαν τα μάτια του. Έξω φρενών εκείνος της έδωσε μια σπρωξιά και ξανασήκωσε το χέρι.. γονατιστός. — Με. Προσέξτε μη σας φύγει! Πάτησαν τα κορίτσια και.42 - . κόβοντας του φωνή και αναπνοή. Πηνελόπη Δέλτα την Αλεξάνδρα. στο κεφάλι. η μια από δω. είπε μισοζαλισμένη και από το φό- βο της σαύρας και από το θυμό του Αντώνη.. διστακτικός. και οι δυο σας! Πατήστε το με τα χέρια. αλλά χωρίς βία. — Τι έκανες! φώναξε ο Αντώνης.. Χτύπησε και την πλευρά που πατούσε η Πουλουδιά. — Μις Ράις! ξεφώνισαν τα δυο κορίτσια τρομαγμένα. Φοβισμένη αυτή πετάγουνταν εδώ κι εκεί.. — Πιάστε το καπέλο μου.

θολά και κα- τακόκκινα. Και ανεβοκατέβαιναν τα χέρια της στο κεφάλι του Αντώνη. Τότε έβγαλε η Αλεξάνδρα το καθαρό μαντίλι της και σκούπισε το πρόσωπο της Πουλουδιάς. γυρίζει η δασκάλα να δει τι τρέχει και της ξεφεύγει ο Αντώνης. Σηκώθηκε με δυσκολία και. όταν μια νυχιά τής γδέρνει το μάγουλο και τη γεμίζει και αυτήν αίματα. η Αλεξάνδρα τα κοίταξε στο πρόσωπο να δει από πού μάτωναν. η φούστα της είχε στρίψει στο ένα πλάγι και τα μάτια της. θα 'λεγες. Τρελαντώνης Μα τι μις Ράις ήταν αυτή! Το καπέλο της ήταν στραβό στο κεφάλι της. στέγνωσε το κλαμένο πρόσωπο του Αλέξανδρου και. Κάνει να τους κυνηγήσει η Εγγλέζα. ποιο να μοιάσει περισσότερο με παντζάρι. και γύρευε κείνος να της ξεφύγει. Είχε ανοίξει η μύτη του Αντώνη κι έτρεχε άφθονο αίμα. μα πού! Τον είδε έ- ξαφνα η Αλεξάνδρα αιματωμένο και φώναξε: — Πουλουδιά! Να τον βοηθήσομε! Τρομαγμένη έτρεξε και η Πουλουδιά να πιάσει με την αδελφή της τα χέρια της Εγγλέζας.. Παρακάτω μαζεύτηκαν όλα μαζί τ' αδέλφια και.. Βγάζει τις φωνές η Αλεξάνδρα. παράβγαιναν. με το καπέλο της α- . τα μάτια της. με τη μύτη της.43 - . Ωστόσο είχε συνέλθει και η δασκάλα από το πέσιμο της. σαν πιο μεγάλη. μπήγει τα κλάματα ο Αλέξανδρος. σαν της πλύστρας τον κόπανο στα ρούχα της μπουγάδας. πήρε τ' αδέλφια της και κά- θισαν στο χώμα να συνέλθουν. σκοντάφτει και πέφτει χάμω και μένει σα ζαλισμένη. τα μαλλιά της σκουλιά ξεχτένιστα. σέρνοντας μαζί του και την Πουλουδιά. λίγο σαστισμένη ακόμα από την αντάρα που είχε πέσει απάνω τους. ύστερα και του Αντώνη. πωπώ. και από το γδάρσιμο στο μάγουλο της Πουλουδιάς είχε πασαλειφθεί αίματα όλο της το πρόσωπο.

πλησίασε τ' αδέλφια και τους είπε.. κι εκείνη ύστερα ξεχνούσε να το ξαναπιάσει κι έμενε ο Αλέξανδρος πί- σω.. κατέβαινε προς το δρόμο. Σηκώθηκαν ευθύς και ακολούθησαν τη δασκάλα. βαστώντας το χέρι του Αλέξανδρου. Πηνελόπη Δέλτα κόμα πιο στραβό και μισοξεκούμπωτη τη φούστα της. και στην αράδα πή- γαιναν σιωπηλά τα τέσσερα αδέλφια πίσω από τη δασκάλα. όχι. Κάνατε πο.. Τι άλλαξε και τους μιλούσε γλυκά... .. και γύρισε πίσω και πήρε το χέρι του.44 - . γιατί ήταν. κατασκονι- σμένη και σκοντάφτοντας. Μα ήταν ξεκούμπωτη η φούστα της και σκάλωνε στα πόδια της και κάθε λίγο σκόνταφτε και της ξέφευγε το χέρι του Αλέξανδρου. κουρα- σμένος. και κουραστήκατε. μιλώ- ντας αργά και δύσκολα: — Πάμε στο σπίτι. παι. που. Και πώς δεν ξανάρχισε το ξύλο. Τον άκουσε η Αλεξάνδρα που έκλαιγε.. πολύ δρόμο. Κοιτάχθηκαν τ' αδέλφια... που σή- κωνε με τη φούστα της σύννεφο τη σκόνη. παιδιά μου. λέει..

— Όχι. Η παρουσία της . είπε ο Αντώνης. Ήσασταν και οι τρεις τόσο βρώ- μικοι! — Μα μας είδε η βασίλισσα! είπε η Πουλουδιά. Τα γειτο- νοπούλα αυτά ήρχουνταν στην αυλή της θείας Μαριέτας κι έπαιζαν με τα τέσσερα αδέλφια. έτοιμος πάντα να επαναστατήσει για κάθε επίκριση γυναικεία. που είχε κλειστεί στην κάμαρα της. Η Αλίς Χορν. Θα κοίταζε την Αλίς Χορν. αφού πλύθηκαν και χτενίστηκαν και κατέβηκαν πάλι τ' αδέλφια στην αυλή. συνομήλικη του Αντώνη και γειτόνισσα του. είχε δύο αδέλφια. Τρελαντώνης Κ αλά και ράβει η θεία και δε μας είδε! είπε η Αλεξάνδρα λίγη ώρα πιο ύστερα. επικύρωσε η Αλεξάνδρα. που ήταν μικρότερος από την Πουλουδιά και μεγαλύτερος από τον Αλέξανδρο. Και γύρισε μάλι- στα και μας κοίταξε δυο φορές! — Θα κοίταξε κανέναν άλλο. Και η πόρτα της Αλίς είναι ύστερα από τη δική μας. εγώ την είδα! επέμεινε η Πουλουδιά. όποταν τα έβλεπαν μόνα. δυο φορές! Ναι. χωρίς τη δασκάλα. τον Μαξ δέκα χρονών και τον Αλέκο. είτε από τραπεζιέρα ήρχουνταν είτε από αδελφή είτε από βασίλισσα. μας κοίταξε εμάς. — Και πρώτον η Αλίς ήταν στη δική της πόρτα και η βασίλισσα δεν μπορούσε να τη δει.45 - .

Σήμερα όμως κανένας δεν είχε όρεξη για την Αλίς και τ' αδέλφια της.46 - . προπάντων σαν ήταν και ο Μαξ. — Βέβαια! αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα. και είπε: — Πώς πήγε εκεί πίσω το αίμα. Τον τράβηξε ο Αντώνης ακόμα πιο μπροστά. τι να φανταστείς και τι να εφαρμόσεις. Και κουνώντας το κεφάλι της πρόσθεσε η Πουλουδιά: — Και είδε τα αίματα στην μπλούζα του Αντώνη! — Δεν έχω αίματα! διαμαρτυρήθηκε ο Αντώνης. ο Αντώνης σκαρφάλωνε στη γαζία της αυλής τους και. όπου φύγει φύγει! Συ- χνά. και το παιχνίδι γίνουνταν άξιο της πλούσιας φαντασίας του. Πηνελόπη Δέλτα μις Ράις είχε πάνω τους την επίδραση του σκιάχτρου πάνω στα σπουργίτια. σαν ήταν μόνα τ' αδέλφια. Όταν την άκουαν ή την έβλεπαν. Και. ρώτησε τρο- μαγμένος ο Αλέξανδρος. Ειδεμή μόνο με κορίτσια. έχεις! Εδώ! είπε η Πουλουδιά φέρνοντας μπροστά τον πλατύ ναυτικό κολάρο του. μας είδε και η Αλίς! Κι έμπηξε τα γέλια και δάγκασε τα χέρια της κι έτρεξε πίσω στο σπίτι της! Πώς θα μας περιγελάσει! — Και είδε το καπέλο της μις Ράις που ήταν στραβό. — Ναι. να βεβαιωθεί πως αλήθεια ήταν αιματωμένος. το χειρό- τερο. τα φώναζε στην αυλή του. αν από πάνω από το παρατηρητήρι του έβλεπε τα Χορνόπουλα. — Μας είδε η βασίλισσα! είπε πικρά η Αλεξάνδρα. .

— Εγώ.. αν. εγώ δεν άφηνα να μου χτυπήσει το κεφάλι ή να μου γδά- ρει το πρόσωπο! Εγώ θα της έπιανα τα χέρια! Μόνο που. Τρελαντώνης — Θα σου έσπασε το κεφάλι! αναφώνησε η Αλεξάνδρα. Για να δω. Πού πονείς. Λίγο απογοητευμένος. κι εκείνη θα έμπλεκε στη φούστα της που . έτσι άναν- δρα.47 - .. ιδίως που της Πουλουδιάς το μάγουλο μά- τωνε ακόμα κάπου κάπου... είπε ο Αντώνης: — Εσύ δεν της τα 'πιασες και όμως σε χτύπησε από μπρος. μα τη διέκοψε η Αλεξάνδρα. να πάρω και την Πουλουδιά. Δε βρήκε αμέσως για ποιο λόγο δεν το έκανε και θριαμβευτικά ξαναβρίσκοντας μεμιάς την ανδρική του υπεροχή.. με χτύπησε από πίσω! Ας ερχόταν μπροστά μια φορά και να 'βλεπε αυτή! — Κι εγώ θα της έπιανα τα χέρια! είπε η Πουλουδιά που. στο πρόσωπο! Πειραγμένη έκανε ν' απαντήσει η Πουλουδιά. να σε φωνάξω και σένα και να τρέξομε να φύγομε. όσο και να έψαξαν τα δυο κορί- τσια ανάμεσα στα μαλλιά του. αν. ένιωθε καταφρόνια στα λόγια του Αντώνη. σαν είδα τα αίματα. Ο Αντώνης δεν πονούσε πουθενά. Κι εγώ θα της έπιανα τα χέρια. είπε ο Αντώνης: — Εγώ.. ήθελα να πάρω τον Αλέξανδρο από το χέρι. είπε. Μα. Δε θέλησε όμως να λιγοστέψει το θαυμασμό των αδελφών του για την ηρωική του καρτερία και τους παρέδωσε το κεφάλι του. μ' όλη τη φανερή πληγή. δε βρήκαν καμιά πληγή.

σαν έπεσε κάτω. πάντα γελαστό. με δυο ξανθές πλε- ξούδες δεμένες στεφάνι και. γιατί δε μας το είπες ελληνικά. τη ρώτησε απότο- μα: — Και γιατί δεν το έκανες. που από κανένα κορίτσι δεν παραδέχουνταν ούτε τολμηρές αποφάσεις ούτε καν και ιδέες καθόλου. πάλι δεν είπες τίποτα.48 - . επανέλαβε η Αλεξάνδρα. Μα ο Αντώνης. — Ο μπαμπούλας έφυγε. Πηνελόπη Δέλτα είχε λυθεί και δε θα μπορούσε να μας κυνηγήσει και θα την αφήνα- με κει και θα ερχόμασταν σπίτι! — Αλήθεια! θαύμασε η Πουλουδιά. — Γιατί. παρουσιάστηκαν τα ξέ- θωρα μαλλιά του Μαξ και ύστερα το κόκκινο ολοστρόγγυλο πρόσω- πο του και πλάγι τους το πενταχρονίτικο. αμέσως μετά. — Κούκου! Μια φωνή από ψηλά γλίτωσε εγκαίρως την Αλεξάνδρα και τους έκανε όλους να σηκώσουν το κεφάλι. Και γιατί. . μουτράκι του Αλέκου. — Όχι! αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα. ρώτησε χαμηλόφωνα η Αλίς. — Ναι. που τέτοια τολμηρή λύση δεν την είχε σκεφθεί. Πάνω από τον τοίχο που χώρι- ζε τις δυο αυλές πρόβαλε το κεφάλι της η Αλίς. μάταια γυρεύοντας μιαν απά- ντηση που δεν ήρχουνταν.

— Στην. την ώρα που το μελαχρινό κεφάλι της θείας εμφανίζουνταν στο παράθυρο της σκά- λας. κάμαρα της. πηδηχτή και στρογγυλή. συγυρίστηκαν και βιαστικά ρώτησε η Αλεξάνδρα: — Τι θα πούμε. και τα τρία ξαν- θά κεφάλια εξαφανίστηκαν από πάνω από τον τοίχο. Τ' αδέλφια αλληλοκοιτάχθηκαν. μαγκωμένα. που δεν έφθασε ως το παράθυρο της σκάλας.. μάσησε κάθε αδέλφι από μιαν απά- ντηση διαφορετική... Μα την ίδια στιγμή ακούστηκε η φωνή της θείας Μαριέτας.. μουρμούρισε η Αλεξάνδρα. κατεβαίνω. . Πού είναι η μις Ράις. — Γιατί είστε δω. παιδιά. εσένα ρωτώ! Πού είναι η μις Ράις. — Δεν ακούω. βγήκε η θεία στην αυλή. έκανε να πλησιάσει τον τοίχο. υποψιάρικα είπε η θεία: — Τι τρέχει. φώναξε η θεία από ψηλά. Γιατί δεν είστε περίπατο. παιδιά. είπε η θεία. Σταθείτε. Απροετοίμαστα.. τινάχθηκαν. Τρελαντώνης Και για να μιλήσει πιο σιγά. — Γιατί. Αλεξάνδρα.. Τ' αδέλφια ξανακοιτάχθηκαν χωρίς ν' απαντήσουν. — Τι κάνετε τέτοιαν ώρα εδώ. Και το κεφάλι της χάθηκε πάλι. Με μια γοργή ματιά στα τέσσερα σκυφτά κεφάλια. Μα δεν πρόφθασαν να βρουν καμιάν απάντηση και.49 - .

Μα. — Γιατί. Τα φρύδια της θείας ξεσουφρώθηκαν και ανέβηκαν σχεδόν ως τα μαλλιά της. Πουλουδιά.. Μα τη διέκοψε η θεία. καλέ. εσύ χτύπησες την αδελφή σου. — Η μις Ράις. Κοίταξε με! Ποιος σου το 'κανε αυτό στο μάγουλο. — Εσένα δε σε ρώτησα! είπε η θεία.. Τι έκανε η Πουλουδιά. — Εσύ... αναφώνησε η θεία τραβώντας πάλι μπροστά τον τσαλακωμένο του κολάρο. — Κι έσταξε στη ράχη σου.50 - . Σήκωσε το κεφάλι.. ρώτησε. . Τον Αντώνη ρωτώ! Αντώνη. Δεν κατέβηκε... — Όχι. — Τι έπαθες. Πηνελόπη Δέλτα — Δεν ξέρω. τι είναι αυτά.. — Άνοιξε η μύτη μου! εξήγησε ο Αντώνης. — Όχι! αναφώνησε η Πουλουδιά και σώπασε φοβισμένη. — Ποιος τη χτύπησε. Τα σουφρωμένα της φρύδια γύρισαν κατά τον Αντώνη. Έλα δω! έκανε πιάνοντας την ανιψιά της από τους ώμους. Πες μου! — Η μις Ράις. είπε ακόμα πιο χαμηλόφωνα ο Αντώνης. Αίματα στα ρούχα σου. θεία! αποκρίθηκε χωρίς πολύ θάρρος ο Αντώνης. Τι παραμύθια είναι αυτά.

Την είδε ο Αλέξανδρος και άρχισε κι εκείνος να κλαίει φωναχτά. μόνο έβγαλε ένα πολύ ψιλό μαντίλι. Και τ' άλλα τρία αδέλφια είδαν μαγεμένα τη θεία να μπαίνει στο σπίτι με την Αλεξάνδρα και να σιάζει χαδιάρικα τα κατσαρωτά.51 - . που έχασε την παλικαριά του ακόμα και ο Αντώνης. θεία. κι έτρεχαν αίματα. αλήθεια. Τι φοβάσαι. θεία! Παρακαλώ! προσπάθησε να πει η Αλεξάνδρα. αφού είσαι μαζί μου. Και τότε έγινε παλικάρι η Αλεξάνδρα. Και σώπασε. και τρομάξαμε. μόνο της είπε: — Έλα πάνω μαζί μου! Έλα να μου τα ξαναπείς όλα αυτά εμπρός στη μις Ράις! — Όχι. Μα η θεία την πήρε από το χέρι. θεία! Η μις Ράις χτύπησε τον Αντώνη στο κεφάλι και στο πρόσωπο και του άνοιξε τη μύτη. Και είπε μεμιάς: — Αλήθεια σας λέγει. παντού! Και τρέξαμε με την Πουλουδιά να τον γλιτώσομε. τόσο. που μύριζε τριαντάφυλ- λο. τρομάξαμε πο- λύ! αναφώνησε η Αλεξάνδρα και ξέσπασε στα κλάματα... έμοιαζαν παραμύθια όλα αυτά. Η θεία δε σούφρωσε καθόλου τα φρύ- δια της. Αχ. και τον χτυπούσε και στην πλάτη και παντού. Τρελαντώνης Ναι. σαν . κι έδειρε την Πουλουδιά και της ξέγδαρε το πρό- σωπο. — Μην είσαι ανόητη! της είπε γλυκά. Και τότε έγινε κάτι περίεργο. Η φωνή της έτρεμε πολύ. Και δε μάλωσε καθόλου την Αλεξάνδρα. μα δε στάθηκε κα- θόλου. και σκούπισε τα μάτια του Αλέξανδρου.

Πηνελόπη Δέλτα της Πουλουδιάς. Ώστε τι να κάνει και ο Α- ντώνης... που. Και. διη- γήθηκε όλη την ιστορία του περιπάτου. Από πάνω από τον τοίχο παρουσιάστηκαν πάλι τα τρία ξανθά κε- φάλια. με σηκωμένο το κεφάλι κι ενωμένα τα χέρια. Μα η Πουλουδιά. χωρίς καθόλου να σουφρώνει τα φρύ- δια.. Η μις Ράις. — Τι θα κάνει η θεία σας τον μπαμπούλα. έκανε ο Αντώνης καμτσικώνοντας τον αέρα με τη χλωρή του βέργα. μαλλιά της. — Θα τις φάγει. τόσο τα έλεγε καλά.. που ήταν πάντα πρόχειρη. σαν κορίτσι που ήταν. πσσστ.. σίμωσε αμέσως τον τοίχο και... που μαγεμένη τον άκουε. — Πσσστ. δε συλλογίζουνταν πολλά πράματα. — Μη κι έλθει κάτω ο μπαμπούλας. Τι σας έκανε ο μπαμπούλας. προπάντων που δεν τα έλεγε και σωστά η Πουλουδιά και ξεχνούσε πολλά που έκανε και είπε ο Αντώνης. ρώτησαν τα τρία κεφάλια μα- ζί.52 - .. Αναγκάστηκε να πλησιάσει κι εκείνος στον τοίχο και να πει κι εκείνος το λόγο του και μάλιστα να πάρει εκείνος ολόκληρο το λόγο και να παραμερίσει την Πουλουδιά. Δεν του πολυάρεζε ν' ανακατώνει τη γειτονιά στις δουλειές του.. ο Αλέξανδρος κοίταζε κι εκείνος τα τρία κεφάλια .. — Και τώρα. όρ- θιος κοντά τους. χαμηλόφωνα. ρώτησε η Πουλουδιά σμίγοντας μ' έκσταση τα χέρια της. Ο Αντώνης κοντοστάθηκε.

ρώτησε ο Αλέξανδρος και η φωνή του έτρεμε σαν κατσίκας. μουρμούρισε η Πουλου- διά. μωρό μου! Η Αλεξάνδρα άρχισε τα κλάματα και όλοι οι άλλοι αποσβολώθη- καν.53 - .. Η θεία είχε τρομάξει πολύ... Και είπε η θεία κάτι τρομερό. πα- ραμιλούσε. Και η κερα-Ρήνη που τα 'κουσε είπε: . — Κι εγώ που την είπα μπαμπούλα.. άπλωσε τα χέρια και είπε: — Έλα. είπε η Αλίς από πάνω από τον τοίχο. δεν αναγνώριζε κανένα· και σαν είδε τη θεία. πάρα πολύ άρρωστη. — Και τώρα τι θα κάνομε. γιατί είπε της μις Ράις: «Δεν εί- μαι μωρό. — Κι εγώ που ήθελα να τη δείρει η θεία. είμαι η θεία της Αλεξάνδρας» και πάλι δεν τη γνώρισε κείνη. Η Αλεξάνδρα σκούπισε τα μάτια της και τους διηγήθηκε όλη την ιστορία. Ώσπου κατέβηκε η Αλεξάνδρα και άλλαξε ολότελα η ατμόσφαιρα της αυλής. Είπε: «Δε μ' αρέσει η θέση της!» Κι έστειλε ευθύς την Αφροδίτη να φωνάξει το θείο το γιατρό. Τρελαντώνης πάνω στον τοίχο και μ' έκσταση άκουε τα λόγια του Αντώνη. — Κι εγώ! — Κι εγώ! είπαν και τ' άλλα δυο κεφάλια κοντά της. Η μις Ράις ήταν πολύ άρρωστη. τυλίγο- ντας και ξετυλίγοντας τα δάχτυλα του το ένα μες στο άλλο.

Ο Αντώνης και τα δυο κορίτσια αγανάκτησαν. Όρθιος. Και είπε η Αλεξάνδρα: — Δεν μπορούμε σήμερα. Ο Αλέ- ξανδρος δεν είχε μιλήσει. πρέπει να είναι του θανατά!» Και τη ρώτησε η Αλεξάνδρα: «Θα πεθάνει. Αλήθεια. ρώτησε η Αλίς. τυλίγοντας και ξετυλίγοντας τα δάχτυλα του. Τα τέσσερα αδέλφια στέκουνταν μου- διασμένα και τα τρία κεφάλια πάνω στον τοίχο δε γελούσαν πια. Πηνελόπη Δέλτα «Για να λέγει η κυρία πως δεν της αρέσει η θέση της. Αλίς. Σήκωσε όμως και ο Αντώνης το κεφάλι κατά τον τοίχο. Δεν ήξερε.54 - . Πώς μπορούσε να σκεφθεί και να μιλήσει ο Αλέξανδρος για άλλο παρά για το θάνατο της μις Ράις. βέβαια! είπαν τα μεγαλύτερα αδέλφια. κοίταζε τον τοίχο και ρώτησε: — Πώς ανέβηκαν εκεί πάνω. κι έτσι μπήκαν όλοι στο σπίτι χωρίς να του απαντήσουν. πώς ανέβηκαν εκεί πάνω. Θα πάμε στη βεράντα να περιμένομε το θείο το γιατρό. Και πέρασε κάμποση ώρα. — Να έλθομε αύριο. Και τα τρία ξανθά κεφάλια χάθηκαν πίσω από τον τοίχο. . Ευτυχώς όμως ο Αλέ- ξανδρος δεν είχε ρωτήσει κανένα τους ιδιαιτέρως. να παίξομε μαζί σας.» Και είπε η κερα-Ρήνη: «Ίσως». — Ναι.

πρόσθεσε. Σήκωσε τα μάτια της στα σύννεφα που μαζεύουνταν πυκνά από τη δύση. Τρελαντώνης Ο θείος ο γιατρός έφθασε και πήγε πάνω με τη θεία Μα- ριέτα. — Απάνω. . Με τα χέρια στις τσέπες. Η μις Ράις είναι πολύ άρρωστη.. Και πέρασε πολλή ώρα κι εκείνοι δεν κατέβαιναν. που ανέ- βαινε. Και ακο- λούθησε το θείο. — Ίσως πέθανε πια! πρόσθεσε η Πουλουδιά. χω- ρίς βία.55 - . με το θείο. — Μην κουνήσετε από δω από τη βεράντα. είπε η θεία στ' αδέλφια.. λιγνό. Και τότε ήλθε ο Γιάννης. — Εκτός αν βρέξει. ίσιο. και τότε να μπείτε μέσα. Και όλα τ' αδέλφια μελαγχόλησαν. — Θα είναι πιο άρρωστη η μις Ράις! είπε η Αλεξάνδρα. με ψαρό μουστάκι και γένια. Εκτός. ανέβηκε τις σκάλες της βεράντας και ρώτησε: — Πού είναι η θεία Μαριέτα. κουνιστός. αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα.

. είπε ευγενικά της Αλεξάνδρας: — Η μητέρα μ' έστειλε να ρωτήσω ποιος είναι άρρωστος. ρώτησε ο Γιάννης χωρίς να φαίνεται πολύ ταραγμένος. — Τι έχει. στον Αντώνη. στην Πουλουδιά και στον Αλέξανδρο. γιατί η μις Ράις εί- ναι πολύ. Ο πληθυντικός «στείλατε» και «να πάρετε» κολάκευσε πολύ την Αλεξάνδρα. Και ύστερα από τη χθεσινή του διαγωγή. στον ερχομό του θείου Γιώργη. — Παραμιλά! αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα. τ' αδέλφια δεν ήξεραν πολύ καλά τι στάση να πάρουν. Σα να μιλούσε σε μεγάλη κυρία. και είπε στον καθένα χωριστά: — Καλησπέρα! Το είπε πολύ ευγενικά. Άλλο τόσο ευγενικά και πρόθυμα αποκρίθηκε του Γιάννη: — Ναι! Παρακαλέσαμε να έλθει πολύ γρήγορα. σα μεγάλος. που δεν είχε φαντασθεί ως εκείνη την ώρα πως έπαιζε ρόλο. Ο Γιάννης όμως δε φαίνου- νταν καθόλου ν' αντιλαμβάνεται πως βρίσκουνταν σε στενοχώρια τα εξαδέλφια του.56 - . Πηνελόπη Δέλτα Ο Γιάννης είχε βγάλει το δεξί του χέρι από την τσέπη του και. πάρα πολύ άρρωστη. — Πολλοί άνθρωποι παραμιλούν και με λίγο πυρετό! είπε καθη- συχαστικά. που μάδησε τον τοίχο για να καθαρίσει τα χέρια του. Ανησύ- χησε που στείλατε έτσι βιαστικά να πάρετε τον πατέρα. Μα καθόλου δεν ταρά- χθηκε ο Γιάννης. το έδωσε στην Αλεξάνδρα. εκείνη και τ' αδέλφια της.

— Ούτε η θεία ούτε η κερα-Ρήνη δεν είναι γιατροί! είπε. και τα τέσσερα. Αυτή η ασυζήτητη αλήθεια αποστόμωσε τ' αδέλφια που. — Η θεία. ενώ ο Αλέξανδρος έσκυβε να κουμπώσει ένα χαμένο κουμπί από το παπούτσι του. Μα τον είδε ευτυχώς η Αλεξάνδρα κι έτρεξε στη σκάλα και του φώναξε: — Η θεία είπε να μην κουνήσομε από δω! Κοντοστάθηκε ο Αντώ- νης και κακοθέλητα είπε: — Πάγω μια στιγμή στης Αλίς. Τι είναι ωστόσο να 'χεις πατέρα γιατρό! Μα θυμήθηκε η Αλεξάνδρα κάτι φοβερό. να μην πας! πρόσταξε η Αλεξάνδρα. Θα θυμώσει η θεία! . Πολύ ντράπηκαν τ' αδέλφια και όλα κούνησαν από τη θέση τους και καμώθηκαν πως κάτι γυρεύουν. η Πουλουδιά άπλωνε το χέρι της πάνω από την καγκελαρία να δει αν βρέχει. όρθια. ρώτησε. και σιωπηλά ο Αντώνης κατέβηκε στο δρόμο. Τους είδε αυτός και γέλα- σε. — Όχι. — Τι με κοιτάζετε έτσι.57 - . είπε: «Δε μ' αρέσει η θέση της!» Και η κερα-Ρήνη λέγει πως θα είναι του θανατά! Ο Γιάννης χαμογέλασε με επιείκεια. Τρελαντώνης Τ' αδέλφια θαύμασαν. κοίταζαν τον Γιάννη. θαμπωμένα. Άθελα γύρισε η Αλεξάνδρα στον τοίχο που είχε μαδήσει χθες ο Γιάννης.

. αποκρίθηκε βιαστικά η Πουλουδιά... — Τους ξέρω. ρώτησε ο Γιάννης. — Εβραίοι!. Παίζομε συχνά μαζί της. Η απάντηση του Γιάννη τους έριξε όλους σε συλλογή. ενθουσιασμένη που βρήκε μια κουβέντα να κάνει με το μεγάλο εξάδελφο. είπε ακατάδεχτα ο Γιάννης. — Τον ξέρω. — Γιατί όχι. κλοτσώντας ένα-ένα τα σκαλο- πάτια όσο ανέβαινε.58 - . έκανε η Αλεξάν- δρα. — Ποια είναι η Αλίς. — Έχει κι ένα μικρό αδελφό και τον λένε Αλέκο. Πηνελόπη Δέλτα Αργά επέστρεψε ο Αντώνης και... πλάγι μας. Τον ξέρεις.. προθυμοποιήθη- κε να τον πληροφορήσει η Πουλουδιά.. Και πάγει ο Μαξ στο σχολείο σου. Κάθεται δω. σαν αγόρι προς αγόρι. είπε ο Γιάννης. Ο Γιάννης είχε ξαναβάλει τα χέρια του στις τσέπες του και χαμο- γελούσε ακόμα πιο ακατάδεχτα. Έχει κι έναν αδελφό με- γάλο.. — Η Αλίς Χορν. Και ο Αντώ- νης. είπε. Και πρόσθεσε: — Είναι Εβραίοι! Τ' αδέλφια έμειναν εμβρόντητα. πήρε το λόγο και είπε: . Έρχεται στο σχολείο μου. είπε: — Θέλω κάτι να ρωτήσω την Αλίς. Γιάννη. Και τον αγαπούμε πολύ. που τον λένε Μαξ.

γιατί είναι μικρός και σ' άλλη τάξη. αποκρίθηκε ο Γιάννης. Η Πουλουδιά αποστομώθηκε. Κάθε απάντηση του Γιάννη της φαίνουνταν αλήθεια. — Ένας εξάδελφος μας στην Αλεξάνδρεια. ρώτησε ο Γιάννης. αυ- τός πέφτει ξερός! Γιατί έχει ένα διάβολο μέσα του και σα δει ο διά- βολος το σταυρό. βεβαίωση που δε σήκωνε συζήτηση. Τόσο έ- μοιαζε να τα ξέρει όλα αυτός ο Γιάννης! Και η Αλεξάνδρα κλονίστη- κε. δεν τον έχω φίλο. — Ναι. — Βέβαια είναι αλήθεια. σαν πιο μεγάλη τόλμησε να πει: — Μα ο Στάμος λέγει πως αν δείξεις του Εβραίου ένα σταυρό. — Μα δε φοβούνται. ρώτησε η Πουλουδιά. — Χριστιανοί. — Τι να φοβηθούν.59 - . Κι εμείς ξέραμε κάτι κορίτσια Ε- βραίες που πήγαιναν κι έπαιζαν στο ίδιο περιβόλι όπου πηγαίναμε κι . Μα άλλα παιδιά παίζουν. — Εγώ δεν παίζω με τον Μαξ. — Λοιπόν πώς μπορείς να παίζεις μαζί τους. σκάζει! Ο Γιάννης την κοίταξε και είπε: — Τι ανοησίες! — Ναι! επέμεινε η Αλεξάνδρα. Τρελαντώνης — Ο Στάμος λέγει πως οι Εβραίοι σταύρωσαν το Χριστό! — Ποιος είναι ο Στάμος. Εκείνη όμως. Είναι αλήθεια.

ή ο Γιάννης ήταν ά- πιστος Θωμάς. να δώσει δίκαιο σε κορίτσι. Να. — Και όμως είναι αλήθεια! βεβαίωσε η Αλεξάνδρα. Πηνελόπη Δέλτα εμείς και μας είπε ο Στάμος να δοκιμάσομε και να δούμε. Μα ο Αντώνης δε θέλησε να πει τι λέγει ο Στάμος. Η Αλεξάνδρα μαζεύθηκε. — Όχι! ομολόγησε.. — Κι έπεσαν ξερές. τις κόβει! — Εσύ δεν το πιστεύεις..60 - . Έφυγαν. ρώτα τον Αντώνη να σου πει τι λέγει ο Στάμος. Δεν ταίριαζε. θαρρώ. αυτό το σταυρό! Κι εμείς φοβόμασταν πολύ. ρώτησε η Πουλουδιά κλονισμένη. όπως έλεγε ο Γιάννης. Κι εδώ. Γιάννη.. — Να. Έχωσε η Αλεξάνδρα το χέρι της μες στο λαιμό του φουστανιού της και τράβηξε έξω ένα χρυσό σταυρό που κρέμουνταν σε μιαν αλυσι- δίτσα. ρώτησε ο Γιάννης.... σήκω- σε το σταυρό. που και αυτό ήταν κακό. Και πήρα- με το σταυρό της βαφτίσεώς μου. Ο Στάμος. — Τι ανοησίες! είπε πάλι ο Γιάννης. Και ο Στάμος είπε: «Δώσ' μου εμένα το σταυρό!» Και σαν είδε τις Εβραίες. ή ο Στά- μος είχε πει «ανοησίες». Ώστε γύρισε στον Αλέξαν- δρο και τον διέταξε: — Πήγαινε απάνω και φέρε μου τη σβούρα μου! . απέναντι ενός αγοριού. — Όχι! αποκρίθηκε ο Γιάννης. Μα ο Στάμος λέγει πως δεν τον είχαν κοιτάξει καλά και γι' αυτό δεν έσκασαν.

πήγαινε κι έρχουνταν κλοτσώντας καρέγλες και τραπέζι. — Τι είπες. Ο Γιάννης γύρισε. Ο Γιάννης κοίταζε τις εξαδέλφες του και οι εξαδέλφες κοίταζαν τη θάλασσα. Θα πω του Γιάννη τι είπες στον αξιωματι- κό! Ο Αλέξανδρος πετάχθηκε απάνω. — Πήγαινε! επανέλαβε ο Αντώνης.. ξέρεις.. Δε γυρνά καλά! Θέλω να τη δείξω του Γιάννη! — Πηγαίνω ύστερα! αποκρίθηκε ο Αλέξανδρος. με τα χέρια στις τσέπες του πανταλονιού του και το κεφάλι ψηλά. Μόνος ο Αντώνης.61 - . αφού εκείνος όριζε την κατάσταση και από κείνον κρέμουνταν να πει ή να μην πει. του διαβόλου και των Εβραίων. Και σου φέρνω τη σβούρα σου! Και σαν αστραπή χάθηκε πίσω από τις πόρτες και όρμησε στη σκάλα. Και σε ποιον αξιωματικό. να ντρο- πιάσει την οικογένεια στα μάτια του Γιάννη ή να βαστάξει το γόητρο της ψηλά. — Αν δεν πας. Στη βεράντα έπεσε σιωπή. — Μην πεις! φώναξε με αγωνία ο Αλέξανδρος. για να κρύψουν την ντροπή που τις πλάκωσε πάλι με την ενθύμηση του αξιωματικού και του Αλέξανδρου. Πέρασε ένας κουλούρας φωνάζοντας: . Τρελαντώνης — Δεν πάγω! είπε ο Αλέξανδρος που με πάθος παρακολουθούσε τις περιπέτειες του σταυρού.. ρώτησε με καλοσύνη. χωρίς ντροπή και χωρίς ανησυχία. — Όχι! αναφώνησε.

. — Σ' αρέσει. Και το πήρε ο Αλέξανδρος και ξέχασε να πει ευχαριστώ. κοιτάζοντας κατά τη θάλασσα και αγνοώντας εξάδελφο κι εξαδέλφες. ακούμπησε στην ξύλινη κολόνα που βαστούσε τη σκεπή της βεράντας. Και με το κουλούρι στο χέρι.. διάλεξε ένα κουλούρι κι έβγαλε από την τσέ- πη του μια φούχτα πράματα. — Ε. Ώσπου λαχανιασμένος κατέβηκε ο Αλέξανδρος και. μουρμούρισε η Αλεξάνδρα της Πουλουδιάς. Πήρε την πεντάρα και την έδωσε του κουλούρα και άρχισε ν' ανε- βαίνει σιγά. είπε. — Βρέχει. δεν το παίρνεις.62 - . σάστισε ακόμα περισσότερο και ο Αντώνης. Γύρισε ο Γιάννης και του χαμογέλασε με το λίγο στραβό χαμόγελο της θείας Αργίνης και του πρόσφερε το κουλούρι. κατακόκ- κινος και ανήσυχος. . Πηνελόπη Δέλτα — Φρέσκα κουλούρια της ώρας! Κατέβηκε ο Γιάννης. Και δεν ήξερε ο Αλέξανδρος τι να κάνει. Δώσ' του μια σπρωξιά να ξυπνήσει. σηκώνοντας τη μύτη του κατά τον ουρανό. τρεις τέσσερις πενίτσες. που τον λοξοκοίταζαν με περιέρ- γεια. ρώτησε ο Γιάννης. έδωσε τη σβούρα του Αντώνη. όπου χώριζαν δυο βόλοι. Για σένα τ' αγόρασα! Σάστισε ο Αλέξανδρος και κοκκίνισε ακόμα περισσότερο.. Σάστι- σαν και οι αδελφές του. ένας σουγιάς. ρώτησε. ένα κομματάκι αλυσίδα και μια πεντάρα.. — Αυτός ο Αλέξανδρος όλο θα μας ντροπιάζει.

με τα δυο χέρια στις τσέπες. σκασμένος στα γέ- λια. . Κι επειδή η θεία τούς είπε και άλλα και μάλωσε τον καθένα χωριστά. άρπαξε τον Αλέξαν- δρο με το κουλούρι στο χέρι και τον πήρε μέσα φωνάζοντας: — Βρέχει. Μα έλειπε ένας. Και τι σας είπα πριν. Αλεξάνδρα. που από το κεφάλι του Αλέξανδρου ξε- σπούσε έξαφνα στο κεφάλι της Αλεξάνδρας. Η απρόοπτη αυτή μπόρα. Ο Αντώνης δήλωσε πως αυτό ήταν αδικία. Τρελαντώνης Μα. που είσαι η πιο μεγάλη. καθώς πλάκωσαν και οι τέσσερις τη μύτη τους στο τζάμι. Και. Θέλετε νταντά να σας φυλάγει. κο- τζάμ παιδιά. ζάλισε ακόμα περισσό- τερο τα ξαφνισμένα από το κουλούρι αδέλφια.63 - . Ο Γιάννης ήταν ακόμα εκεί. όπου τώρα έπεφτε καταρράχτης η βροχή. Γιατί. βγήκε πηδηχτή και θυμωμένη η θεία. κι έκλεισε με πάταγο τη γυάλινη πόρτα και φώναξε: «Αφροδίτη! Φέρε καφέ και γλυκό για το γιατρό. στην ίδια κολόνα. Τι κάνεις εσύ. αυτός τους έβγαλε τη γλώσσα. και κοίταζε τα εξαδέλφια του κο- ροϊδευτικά. δεν το βλέπετε. όπως είχε έλθει. σα μάλωνε η θεία Μαριέτα. ο Γιάννης. με το κουλούρι ακόμα στο χέρι. Ο Αλέ- ξανδρος ήταν ολόκληρος εκεί. πριν προφθάσει η Πουλουδιά να δώσει την παραγγελμένη σπρωξιά. στο γραφείο του κυρίου» και ξανάφυγε βιαστική. Μουδιασμένα πήγαν τ' αδέλφια στη γυάλινη πόρτα και κοίταξαν έξω. ήθελαν δεν ήθελαν έπρεπε να μπουν μέσα. μπάζοντας τους μέ- σα. δηλαδή τους κορόιδεψε ακόμα περισσότερο. τ' αδέλφια άργησαν να συνέλ- θουν και ύστερα στάθηκαν και κοιτάχθηκαν και μετρήθηκαν.

— Τι δεν κάνει αυτός ο Γιάννης! είπε θαυμάζοντας η Αλεξάνδρα. σήκωσε το τραπέζι στα χέρια του. που ήταν μεγάλος και είχε και μητέρα και πατέρα στο σπίτι. το αναποδογύρισε στον αέρα. . πλακαπλάκ. τέσσερις. Μα ο Γιάννης. Πηνελόπη Δέλτα ενώ ο Γιάννης. απέξω. με τα πόδια πάνω.. πέντε φορές στην αράδα. Με τα χέρια στις τσέπες πηδούσε μ' ενωμένα τα ποδάρια κι έπεφτε με ανοιχτά και πάλι ξαναπηδούσε με ανοιχτά και ξανάπε- φτε μ' ενωμένα. πηδώντας από πάνω.64 - . έβαλε μπροστά του μια καρέγλα και πήδηξε από πάνω. πλακ! Θαμπωμένα τον κοίταζαν τ' αδέλφια. και το στήριξε στο κεφάλι του. σα να μην έφθαναν όλα αυτά. Και. Και ύστερα πήρε το τρίποδο σιδερέ- νιο τραπέζι και το έβαλε στη μέση κι έπαιξε βαρελάκια. Και τι χορό! Πετού- σε τα πόδια του μπροστά και τα χτυπούσε χάμω και ύστερα τα πε- τούσε πλάγια και πάλι τα χτυπούσε χάμω και σήκωνε τα γόνατα του ως το πιγούνι και λύγιζε ως κάτω στις πλάκες και πάλι πηδούσε σαν μπάλα κι έστριφτε σα σβούρα στο τακούνι του και στέκουνταν στο ένα πόδι. τώρα έκανε τέτοια πράματα. κι έγερνε το σώμα του ως κάτω και ακουμπούσε χάμω στο χέρι του. τρεις. έβγαλε τα χέρια του από τις τσέπες του. χωρίς να σταθεί. Εκεί που θαύμαζαν τ' αδέλφια. πλακαπλάκ. Μα και αυτού ακόμα δε σταμάτησε ο Γιάννης. Και ύστε- ρα. πλακ. έπιασε τη μέση του και άρχισε να χορεύει μονάχος του. που όλες οι κουβέντες σταμάτησαν και ο Αλέξανδρος ξέχασε να κόψει το κου- λούρι του. και πάλι ορθώνουνταν μεμιάς και χτυπούσε απανωτά τις πλάκες με τακούνια και μύτες.. τεντώνοντας τάβλα το άλλο πόδι.

Τρελαντώνης Τ' αδέλφια ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. ντροπιασμένη. είπε: — Ναι. Κατακόκκινη. είπε: — Εγώ. θα πάρω τον Γιάννη! Καταστροφή! Παν τα μάγια και η γοητεία. εκστατική. πάει και το μεθύσι! — Και ποια είσαι συ που θα πάρεις τον Γιάννη. Μα εσύ να μη λες άσχημα λόγια! . πού το ξέρεις. Και τότε είπε η Που- λουδιά την ιστορική εκείνη αναίδεια που έμεινε μαύρη σελίδα στα οικογενειακά τους αρχεία. που ήταν συνήθως κόμμα της. σα μεγαλώσω. — Και πού το ξέρεις αν θέλει να σε πάρει ο Γιάννης. το ξέρεις πως η μαμά δε θέλει να λες τέτοια λόγια! — Μα είναι φανταγμένη! διαμαρτυρήθηκε ο Αντώνης.65 - . Μαγεμένη. — Πολύ φανταγμένη. είχε κολλήσει πάλι η Πουλουδιά το μέτωπο της στο γυαλί της πόρτας μα πού να κοιτάξει πια τον Γιάννη! Και πάλι θα ήθελε να την κατάπινε η γη κι έκανε πως βλέπει τις κλωστές από νερά που κρέμουνταν στην ξύλινη σκεπή της βεράντας και τσάκιζαν στην κουπαστή και γίνουνταν σκόνη υγρή και σκορπί- ζουνταν χάμω. Και ως και ο Αλέξανδρος. Και είπε ο Αντώνης: — Μούτρο για σιδέρωμα! Αυστηρά τον διέκοψε η Αλεξάνδρα: — Αντώνη. ρώτησε συ- νάμα η Αλεξάνδρα. ρώτησε με κατα- φρόνια ο Αντώνης. είπε η Αλεξάνδρα.

πήρε μια καρέγλα. Θύμωσε ο Αλέξανδρος και χτύπησε το πόδι του και είπε πως θέλει όλο το κουλούρι του. Πηνελόπη Δέλτα Άνοιξε ο Αλέξανδρος το στόμα του να μιλήσει. Μα από το κουλούρι δεν έμενε πια πα- ρά ένα κομματάκι μια σταλιά και λίγα σησάμια σκορπισμένα στο τραπέζι. Κι επειδή δε γύριζε η Πουλουδιά. είπε ο Αντώνης: — Δώσε μού το μένα! και το έφαγε. Δεν είδε όμως τίποτα. Τα πράματα ήταν πολύ άσχημα. αφού στραβολαίμιασε γυρεύοντας να δει. να δει τι κοιτάζει. μα πάλι άλλαξε γνώμη και δεν είπε τίποτα. Και θέλησε ο Αλέξανδρος να της το βάλει στο χέρι κι εκείνη τράβηξε το χέρι της. Αγανακτισμένη γύρι- σε η Πουλουδιά ν' ακούσει και απέξω ο Γιάννης κόλλησε το πρόσω- πο του στο τζάμι να δει. και την ίδια ώρα έβγαινε η θεία Μαριέτα με το θείο Γιώργη από το γραφείο του θείου Ζωρζή. Και. χωρίς να γυρίσει. Και για να μη λυπηθεί ο Αλέξανδρος με τον τρόπο της. Και είπε η Αλεξάνδρα: — Και μένα! Κι έκοψε άλλο κομμάτι ο Αλέξανδρος και της το 'δωσε.66 - . την έστησε κοντά της και ανέβηκε πάνω. ξανακατέβηκε και ζήτησε για παρηγοριά το κουλούρι του. σήκωσε τον ώμο της. προπάντων που ο Αλέξανδρος άρχιζε να κλαίει. πλάγι της. θα πω της θείας πως είπες «Βρε συ» στον αξιωμα- τικό! . Και σε λίγο έκοψε ένα κομμάτι από το κουλούρι του και το πρόσφερε της Πουλουδιάς. ακούμπησε ο Αλέξανδρος το κουλούρι του στο τραπέζι. Πέρασε βιαστικά ο Αντώνης κοντά του και του εί- πε: — Αν κλάψεις. Και άναψε καβγάς. Μα εκείνη.

γιατί δε μας είπαν την αλήθεια! — Γιατί δε μας είπαν τίποτα πρόσθεσε η Πουλουδιά. Μα σαν του αποκρίθηκε ο Γιάννης: «Μ' έστειλε η μητέρα να ρω- τήσω ποιος είναι άρρωστος». — Εγώ ήθελα να ξέρω. τι κάνεις εδώ. ρώτησε ο Αντώνης. Είπε.67 - . πάμε σπίτι μας! Καθισμένα στα κρεβάτια τους. αφού τα είχε ξεκουμπώσει και πλύνει η Αφροδίτη. Και είπε ο θείος Γιώργης: — Μπα. Μας είπε η θεία πως είναι πολύ άρρωστη η μις Ράις! — Και είπε ο θείος Γιώργης του Γιάννη πως κανένας δεν είναι άρ- ρωστος εδώ! αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα. — Πώς δε μας είπαν τίποτα. Τρελαντώνης Και συνάμα άνοιξε του Γιάννη που χτυπούσε το τζάμι. Ο Αλέξαν- δρος κατάπιε τα δάκρυα του. Μπήκε μέσα ο θείος Γιώργης γελώντας και τον ακολούθησε η θεία Μαριέτα. με σβησμένο το κερί και κατεβασμένες τις κουνουπιέρες. . εκείνο το ίδιο βράδυ. είπε η Αλεξάνδρα. Εκείνη δε γελούσε· φαίνουνταν μάλιστα πολύ σκοτισμένη και τα φρύδια της ήταν σηκωμένα στη μέση σαν περισπωμένη. και οι τέσσερις θυμήθηκαν ξαφνικά πως η μις Ράις ήταν πολύ άρρωστη. Γιάννη. η Πουλουδιά την αγανάκτηση της. είπε ο θείος ο γιατρός κάτι παράξενο. και κανένας δεν είχε τυλίξει χαρτιά στα μαλ- λιά των κοριτσιών. χτυπώντας τον Γιάννη στον ώμο: — Κανένας δεν είναι άρρωστος! Άιντε. τα τέσσερα αδέλφια. χαμηλοκουβέντιαζαν.

γιατί είπε η Αφροδίτη: «Με τα εγγλέζικα ποδάρια της τα 'βγαλε πέρα» και δε μίλησε για κρεβάτι. αν είχε πέσει. πρόσθεσε συλλογισμένη η Πουλουδιά. Τα τέσσερα αδέλφια έπεσαν σε συλλογή. Και από πού. μα είπε: «Αυτές οι Εγγλέζες δεν παθαίνουν τίποτα. κι έν- νοια σας!» Που είναι σα να λέγει πως δεν είναι άρρωστη! αποκρίθη- κε η Αλεξάνδρα. Πηνελόπη Δέλτα — Μπορεί να μην ξέρει καλά ο θείος Γιώργης! παρατήρησε ο Αλέ- ξανδρος. έκανε η Πουλουδιά. και ήταν και ύ- στερα. Είπε: «Κάθε άλλος θα είχε γκρεμοτσακιστεί δέκα φορές! Αυτή τίποτα!» Γιατί θα είχε γκρεμοτσακιστεί η μις Ράις. — Όχι. — Ε! Αυτή δεν είπε ποτέ πως η μις Ράις δεν είναι άρρωστη! είπε ο Αντώνης. — Όχι. . — Εγώ αύριο θα πάγω μέσα να τη δω και θα σας πω! αποφάσισε ο Αντώνης. Αφού είναι γιατρός ο θείος! — Και η Αφροδίτη δεν ξέρει.68 - . Α- φού ήταν στην κάμαρα σαν πήγε ο θείος με τη θεία. αποκρίθηκε η Πουλουδιά. — Από το κρεβάτι της ίσως. έκανε δειλά ο Αλέξαν- δρος. — Εκείνη ξέρει πιο καλά απ' όλους! επικύρωσε η Αλεξάνδρα. — Σώπα συ! του είπε ο Αντώνης. και ήταν και πριν. — Είπε και κάτι άλλο. Την άκουσα που το είπε της κερα-Ρήνης.

μη ζητήσει τώρα να πάγει και η Πουλουδιά! έκανε κοροϊ- δευτικά ο Αντώνης. δεν κάνει! Είσαι μικρός και μπορείς να κολλήσεις την αρρώστια της! — Καθόλου δε θα κολλήσω! Και θα πάγω! — Τότε θα πάμε όλοι μας! είπε η Αλεξάνδρα. Τρελαντώνης — Κι εγώ! πετάχθηκε και είπε ο Αλέξανδρος. Ο Αλέξανδρος υποστήριζε τις αδελφές του.69 - . — Παιδιά. μα κανένας δεν τις άκουσε. Ξαφνική σιωπή απλώθηκε στη σκοτεινή κάμαρα. Τα κορίτσια επαναστάτησαν. μα τσιμουδιά πια δεν ακούουνταν. Η Πουλουδιά ορτσώθηκε υψώνοντας και τη φωνή: — Και γιατί να μην πάγω. Παλαμάκια δυνατά και μια φωνή ανέβηκαν από το κάτω πάτωμα. — Γιατί είσαι κορίτσι. θέλετε ν' ανεβώ. — Όχι εσύ. . Ο Αντώνης τους είπε να σωπάσουν. Για να επιβληθεί. αναγκάστηκε ο Αντώνης να φωνάξει. — Σιγά. γιατί όλοι μιλούσαν μα- ζί. Και όταν ανέβηκε η θεία να βεβαιωθεί πως όλα ήταν εντάξει. Ούτε φωνή ούτε κίνηση ακούστηκε πια. τέσσερις κουνουπιέρες άσπρες ξεχώριζαν θαμπά στην αστροφεγγιά που έμπαινε από τα ορθάνοιχτα παράθυρα. και τα κορίτσια κάθονται ήσυχα! Από τα κοριτσίστικα κρεβάτια σηκώθηκε διαμαρτυρία.

— Πού πήγε. Είπε η Αφροδίτη: — Πάει η μις Ράις! — Τι. — Δεν ξέρω. ώσπου να γίνει πάλι καλά. εκεί που σερβίριζε τον καφέ με το γάλα. — Όχι. Πηνελόπη Δέλτα Τ ην επαύριο το πρωί μεγάλη είδηση συντάραξε τα τέσσερα αδέλφια. η μις Ράις ήταν άρρωστη χθες και έφυγε. ώσπου θύμωσε η Αφροδίτη και φοβέρισε πως θα το πει της θείας. είπε η θεία: — Παιδιά. ρώτησε η Αλεξάνδρα. Μα ίσως πήγε στη μητέρα της.70 - . Κι ένας-ένας πήγε στην πλαγινή κάμαρα να βεβαιωθεί και βρήκε την πόρτα ανοιχτή και την κάμαρα άδεια. θεία. Και όταν γύρισαν στο σπίτι και κάθισαν στο πρόγευμα. Και σεις κοιτάξτε να είστε πολύ φρόνιμοι σήμερα. Και πήγαν τ' αδέλφια στη θάλασσα με την Αφροδίτη κι έκαναν όλες τις αταξίες και δεν ήθελαν πια να βγουν από το νερό. έφυγε! Κανένας δεν το πίστεψε. να μη θυ- μώσω! . Πέθανε.

μ' ένα χαμόγελο που στένευε τα μάτια του από τις πολ- λές τις δίπλες. βλέπεις. σα ρώτησα την Αφροδίτη. Τρελαντώνης Ο θείος δεν είπε τίποτα. γιατί. γιατί κατέβασε το μπα- ούλο που ήταν πολύ βαρύ. Είπε «ίσως». Και στη μητέρα της δεν πήγε. μα και η θεία. Μου είπε. αφού έφυγε. δεν ήξερε. μου αποκρίθηκε πως ούτε κείνη δεν ήξερε πότε έφυγε η μις Ράις. Μα δε βρήκε τι μπορούσε το «ίσως» να είναι κι έμεινε με τα χέρια του απλωμένα στα γόνατα του και με την απορία του. Φθάνει που έφυγε! Ζή- τω η ελευθερία! φώναξε ο Αντώνης χορεύοντας στο ένα πόδι. αν δεν ήξερε πως φεύγει η μις Ράις. Και όμως ύστερα είπε πως πονεί το χέρι της. μόνο κοίταξε τ' αδέλφια. Ένας άρρωστος παίρνει λάδι και μένει στο κρεβάτι. το ένα ύστερα από το άλλο. — Ίσως. σαν τη ρώτησα: «Να πας να ρωτήσεις τη θεία σου! Εμένα δε με 'βαλαν να τη φυλάγω!» Και με την Αφροδίτη όλο κρυφομιλάει. Και πρέπει κάτι να τρέχει. Γιατί λοιπόν κατέβασε το μπαούλο. είπε η Αλεξάνδρα. — Ναι. — Και πρώτον.. Ούτε τ' αδέλφια δεν είπαν τίποτα. — Και η κερα-Ρήνη λέγει κοροφέξαλα! είπε πάλι η Αλεξάνδρα. άρρωστη δεν ήταν η μις Ράις. Μα όταν βρέθηκαν μόνα. όπως .71 - .. άρχισε ο Αλέξανδρος. είπε η Πουλουδιά. πήγε ροδάνι η γλώσσα τους. αφού μας είπε πως η μητέρα της πέ- θανε και ο πατέρας της ξαναπαντρεύτηκε και δεν ξέρει πού είναι. — Και τι μας μέλει τι ώρα έφυγε και γιατί. Μόνο κοιτάχθηκαν και σώπα- σαν.

διαλέγοντας και βάζοντας χω- . Αντώνη. Η θεία μηνούσε ν' αρχίσουν τα κορίτσια ευθύς το ξε- κουκούτσιασμα κι εκείνη έρχεται αμέσως. Πάει το μάθημα! Βούλιαξε το μά- θημα! Παιχνίδι όλη μέρα σήμερα! Μα τι παιχνίδι να φανταστούν. — Να παιχνίδι μια φορά! είπε καταχαρούμενη η Αλεξάνδρα που. τρελαίνουνταν για τις σπιτικές δουλειές. — Έλα. Αυτή δεν ήταν αντρίκεια δουλειά. άξιο της καινούριας ελευθερίας τους. Πηνελόπη Δέλτα είδε τον Γιάννη να το κάνει χθες. γιατί ήταν λίγο γινωμένο. Το είχε στείλει η θεία Αργίνη κι έπρεπε να καθαριστεί γρήγορα. με τα χέρια στις τσέπες. βγήκε από την κάμαρα. Αλέξανδρε. φώναξε. και συ. τις σουπιέρες. με πιάτα όπου θα έριχναν τα κουκούτσια. Αυτός δεν ήταν κορί- τσι. τα μανίκια που σήκωναν και τύλι- γαν ως τον άγκωνα. που είχε δέσει μια πετσέτα στη μέση του και με λαχτάρα ετοιμάζουνταν να βοηθήσει. να κάνομε πιο γρήγορα! Μα ο Αντώνης ακατάδεχτα κοίταζε τις προετοιμασίες των κορι- τσιών. το πακετάκι με άπιαστες φορκέ- τες. Χρειάζουνταν για την περίσταση αυτή κάτι εντελώς διαφορετικό κι εξαιρετικό. σαν και την Πουλουδιά. τις ποδιές που ζώνουνταν.72 - . Φαντάσου να έλεγαν του πα- τέρα: «Βάλε ποδιά κι έλα να καθαρίσεις βύσσινο ή τριαντάφυλλο ή σταφύλι»! Σήκωσε τους ώμους του ο Αντώνης και. Έλα. κάτι μεγάλο και τρελό. που να μη μοιάζει με κανένα παι- χνίδι που έπαιξαν ως τώρα. Κι ενώ το συζητούσαν. άφησε τις γυναικείες αυτές δουλειές στα κορίτσια! Ο Αλέξανδρος. ήλθε στο σπουδαστήριο η κερα-Ρήνη μ' ένα πανέρι βύσσινο για γλυκό.

Ήταν μεγάλος ο πειρασμός να μείνει με τα κορίτσια και να πασπατεύει βύσσινα! Ήταν τόσο κόκκινα και δροσερά! Μα. λέει. τραβούσαν έξω το κουκούτσι. Δεν μπόρεσε ο Αλέξανδρος ν' αν- θέξει στο δεύτερο. — Και τα κουκούτσια μη χαθούν. εμετό! . δίστασε μια στιγμή. πάλι. που του έκανε την τιμή να του φερθεί σαν αγόρι . θα μας μείνει εμάς περισσότερο βύσσινο να καθαρίσομε! Και με ζήλο έχωναν τα δυο κορίτσια το κεφάλι μιας φορκέτας σε κάθε βύσσινο. Το γλέντι ήταν μεγάλο. μη χαθεί ούτε στάλα. και να έχεις πάντα μια κατσαρόλα κάτω από τον άγκωνα. που θα κάνει όμορφο χρώμα στο γλυκό.. γιατί θα στραγγίσουν ύστερα. γιατί η θεία φώναζε. Κι έπρεπε να προσέχεις να μη στάξουν ού- τε χάμω ούτε στα ρούχα σου.. — Τόσο το καλύτερο! είπε λίγο πειραγμένη η Αλεξάνδρα.και να τον βάλει στην ίδια μοίρα με τον εαυτό του. Τη διέκοψε ο Αλέξανδρος που μπήκε στην κάμαρα σα σίφουνας: — Αλεξάνδρα! Έλα γρήγορα! Ο Αντώνης είναι πολύ άρρωστος! Γρήγορα! Γρήγορα! Θα κάνει.73 - . που να μαζεύει το ζουμί. ν' αρνηθεί την πρόσκληση του Αντώνη. κόκκινα σαν αίμα. είπε η Αλεξάνδρα της Πουλουδιάς. Από αυτά θα γίνει ύστερα η βυσσινάδα. έριχναν το φρούτο σε μια σουπιέρα και το κουκούτσι σ' ένα πιάτο. ούτε κανένα από τα πολύ γινω- μένα βύσσινα. ξεζώθηκε την πετσέτα και ακο- λούθησε τον Αντώνη. Έτρεχαν τα ζουμιά. γιατί λέκιαζαν. Αναστενάζοντας. σ' όλο το γυμνό μπράτσο κι έσταζαν από τον άγκωνα.τιμή σπάνια όσο και ποθητή . Τρελαντώνης ριστά τα σάπια βύσσινα και βγάζοντας τα κοτσάνια.

καθώς τον άγγιξαν.. βούτηξε και η Πουλουδιά τα δικά της και. όλο το πρωινό πρόγευμα χύθηκε στο πάτωμα! Ευτυχώς συγύριζε ακόμα η Αφροδίτη την τραπεζαρία. Και. όταν άκουσε τις φωνές των κοριτσιών κι έτρεξε. όπως είχε δει την Αφροδίτη να το κάνει. όπως είπε ύστερα η Αλεξάνδρα. τις κοίταξε με αγωνία. που είχε πέσει χάμω σα σακούλι ά- δειο. — Γρήγορα! Γρήγορα! φώναζε ο Αλέξανδρος. Ξέβγαλε η Αλεξάνδρα τα χέρια της. μη λε- κιάσουν την πετσέτα. Μα τι να κάνει τα ζουμιά που έ- σταζαν από τα χέρια της και που δεν έπρεπε να τα σκουπίσει. Μα. Σήκωσε τον Αντώνη. Τις πήγε ίσια στο γραφείο του θείου. ακολούθησαν τον Αλέξανδρο. μα δεν πρόφθασε. πλουφ. ο Αντώνης φαίνουνταν αλήθεια του «θανατά». — Πώς σου ήλθε.74 - .. Σωριασμένος στα γόνατα. γούρλωσε ο Αντώνης τα μάτια του.. ρώτησε η Αλεξάνδρα που εξακολου- θούσε να του βρέχει το μέτωπο. τρεχάτες και οι δυο. Πηνελόπη Δέλτα Πετάχθηκε πάνω η Αλεξάνδρα. Έτρεξαν οι δυο αδελφές κι έκαναν να τον σηκώσουν. Ευτυχώς η κερα-Ρήνη είχε φροντίσει να βάλει και μια λεκάνη με νερό απάνω στο τραπέζι.. του έβρεξε το μέτωπο και το πρόσωπο και βγήκε έξω να φέρει σφουγγαρόπανα και νερά να πλύ- νει το πάτωμα. όταν τη ρώτησε η Αφροδίτη. . Αντώνη. και τον ξάπλωσε στον καναπέ. το πρόσωπο κατάχλομο και τα μάτια κλειστά. ακουμπισμένος στον τοίχο. έκανε να σηκωθεί. για το τέλος της δου- λειάς.

» Και είπα ναι. όπως κάνει ο θείος. Αλλά βιαστικά. — Αντώνη! αναφώνησε η Αλεξάνδρα πιάνοντας το πιγούνι της με τα δυο της χέρια. φούσκες στο νερό. Ο Αντώνης δεν αποκρίθηκε. Μου λέγει ο Αντώνης: «Τι να παί- ξομε. κι εγώ του το είπα: «Όχι... . Λοιπόν ήλθε ο Αντώνης. έτσι! είπε ο Αλέξανδρος. Φέρε μου το ναργιλέ του θείου!». διηγήθηκε ο Αλέξαν- δρος την ιστορία. πολλές φούσκες! Και του είπα: «Κάνε το πάλι!» Και το ξα- νάκανε. Και είπε ο Αντώνης: «Εγώ θα είμαι ο θείος Ζωρζής και συ θα είσαι η κερα-Ρήνη!» Και κάθισε. με πολλά πήγαινε κι έλα. να έτσι. στην πο- λυθρόνα.. Εγώ δεν ήθελα να είμαι κερα-Ρήνη. Κι εκείνος έβαλε το κεχλι- μπάρι στο στόμα κι έκανε φούσκες στο νερό. φασαρεύοντας και πολυ- λογώντας. πολ- λέεεες. Κι εξακολούθησε ο Αλέξανδρος με ακόμα πιότερη πολυλογία: — Ναι. Ο θείος δε θέλει!» Μα εκείνος πρόσταξε: «Φέρε μού τον!» Κι εγώ δεν μπορούσα να τον ση- κώσω. Και του είπα: «Πάλι!» Μα εκείνος δεν ήθελε πια. και ήθελε να τον σηκώσει.. Και ύστερα μου είπε: «Είναι αναμμένος.» Εγώ δεν ήξερα.. Αντώνη. για ν' αναπαραστήσει και να ζωντανέψει τη σκηνή.. ξέρεις. Πώς τόλμησες. Κι έκανε. Μου είπε ο Αντώνης: «Θα κάνεις μόνο αγορίστικες δουλειές. να έτσι. μήπως και του κόψει ο Α- ντώνης το λόγο και δεν προφθάσει να τα πει.75 - . Θέλεις να κάνω. Είπε: «Θα κάνω εμετό!» Και πήγε στον τοίχο κι έπεσε χάμω κι εγώ έτρεξα να σας το πω. — Να. Τρελαντώνης Ο Αντώνης δε μίλησε.

Είχε πλησιάσει τον καναπέ κι έπιασε το μέτωπο του Αντώνη. Μην έφαγες τίποτα βύσσινα.76 - . Πίσω από τη θεία μπήκε μέσα η Αφροδίτη με σφουγγαρόπανα κι έναν κουβά νερό. Πηνελόπη Δέλτα Με κλειστά μάτια μουρμούρισε ο Αντώνης: — Μην το πείτε της θείας! Την ίδια ώρα μπήκε μέσα η θεία. είπε η θεία. ρώτησε. Αντώ- νη. . είπε.. — Το παιδί είναι κακοδιάθετο. και είναι σαν ιδρωμένος! Τι έχεις. — Τι τρέχει. άρχισε να φυ- σά του Αντώνη. — Είναι δροσερός. είπε. να του φυσήξει. κι έκανε εμετό! Η θεία φαίνουνταν ανήσυχη. θεία! φώναξαν μαζί τα δυο κορίτσια. Κι ευθύς είπε η Αφροδίτη: — Θα 'ναι η ζέστη! — Ναι. κάνει πολλή ζέστη σήμερα! Άνοιξε το παράθυ- ρο. ούτε ήλθε μαζί μας να τα καθαρίσει! Μας φώναξε ο Αλέξανδρος εμάς τις δυο! — Μα πώς του ήλθε. Φορούσε κι εκείνη μια μεγάλη ποδιά άσπρη και είχε τα μανίκια της σηκωμένα.. — Όχι! Όχι. ρώτησε πάλι η θεία. Και παίρνοντας ένα χάρτινο ριπίδι από το τραπέζι. Κανένα από τ' αδέλφια δε μίλησε. Αφροδίτη. Κανένας δε μίλησε.

— Εσύ. είπε. Τίποτα δεν ξέφευγε από τη γοργή ματιά της. θεία. εγώ ξετύλιξα το σωλήνα! Τ' αδέλφια στάθηκαν πα- γωμένα. Και σαν είπε η θεία «Συνήλθε το χρώμα του. ρώτησε. . — Ναι. ευχαριστώ. Είναι καλύτερα. αποκρίθηκε ο Αντώνης. Ο κύριος είχε τυλίξει το μαρκού- τσι γύρω στο γυαλί. Πάμε τώρα. πριν φύγει! Ποιος το ξετύλιξε και το έριξε χάμω. ή θα το έριξα εγώ σαν ξεσκόνισα. Τρελαντώνης — Αισθάνεσαι καλύτερα.. σηκώνο- ντας με απορία τα φρύδια. ρώτησε την Αφροδίτη. είμαι καλά. Η θεία όμως τον είδε. — Αυτό ρωτώ κι εγώ! είπε η θεία. σηκώθηκαν οι δυο αδελφές χωρίς να τολμήσουν να κοιτάξουν καν το ναργιλέ.. κορίτσια. Η Αφροδίτη γύρισε πάλι να δει και είπε βιαστικά: — Θα ξετυλίχθηκε μόνο του το μαρκούτσι. Η τραπεζιέρα που σφουγγάριζε το πάτωμα γύρισε και. — Ποιος άγγιξε το ναργιλέ του κυρίου. να καθαρίσομε το βύσσινο». Μα ούτε άνοιγε τα μάτια του ούτε σηκώνουνταν. της είπε: — Κανένας. έκανε παίρνοντας φωτιά η θεία. κυρία! Ποιος θα τον αγγίξει.. — Όχι.77 - . Ο Αντώνης ήταν πάλι κα- τάχλομος. Από τον καναπέ σηκώθηκε η φωνή του Αντώνη..

Τι τρομάρα πήρα.. σκούπισε το κα- ταϊδρωμένο πρόσωπο του. Με τα χέρια στη ράχη πίσω. — Ουφ! έκανε η Αλεξάνδρα. αντί να του τις βρέξει. Σώπασε ο Αντώνης και κανένας δε μίλησε. Πηνελόπη Δέλτα — Ναι. όταν.Δε σε τιμωρώ. με το μαντίλι της. Αντώνη. πάμε στο βύσσινο μας. μαζεύοντας και ξεμαζεύοντας την άσπρη του φουστίτσα. Και 'μεις. .. Τι θα γίνει τώρα. Πλησίασε η θεία τον καναπέ και τα κορίτσια και ο Αλέξανδρος άρχισαν να τρέμουν. έσκυψε απάνω στον Αντώνη και. Και στη μεγάλη σιωπή ακούστηκε μόνο το φουρκισμένο σφουγγάρισμα της Αφροδίτης. κι έκανα φούσκες στο νερό.. όπως το περίμεναν τ' αδέλφια. στην κρεβα- τοκάμαρα τους τ' αδέλφια βρέθηκαν πάλι μόνα. του είπε...78 - . γιατί τιμωρήθη- κες μόνος σου με τον εμετό που σου έφερε το κάπνισμα του ναργιλέ. ρώτησε ο Αλέξανδρος: — Γιατί το είπες της θείας.. Αντώνη.. Σήκω τώρα να πας να πλυθείς. σαν πήγες και είπες της θείας πως κάπνισες το ναργιλέ του θείου! — Κι εγώ! είπε η Πουλουδιά.. εγώ έπιασα το ναργιλέ.. είπε χωρίς ν' ανοίξει τα μάτια του. Ελπίζω όμως αυτό να σου γίνει μάθημα και άλλη φορά να υπακούεις όταν σου λέγει ο θείος σου να μην αγγίζεις πράματα που δε σου α- νήκουν.. Πωπώ!. . μετά το μεσημέρι. κορίτσια. αφού μας είπες εμάς να μην το πούμε. Μα η θεία.

όταν είπε η θεία και η Αφροδίτη πως η ζέστη σε πείραξε. η Αλεξάνδρα θαύμασε και επιδοκίμασε. Και σαν ηχώ είπε ο Αλέξανδρος: — Κι εγώ! Μα όλη αυτή η κουβέντα δεν ικανοποίησε τον Αλέξανδρο που συλλογισμένος εξακολουθούσε να μαζεύει και ξεμαζεύει τη φουστί- τσα του στα χέρια του. εξακο- λούθησε ο Αλέξανδρος. — Και η Αφροδίτη είπε πως δεν έπρεπε ποτέ να μιλήσεις. — Μαρκούτσι. — Μα η Αφροδίτη είχε πει πως από τη ζέστη έκανες εμετό. Γιατί είπες εσύ όχι. γιατί δεν είπες αμέσως όχι.. έκανε ο Αντώνης. Τρελαντώνης — Αφού ρώτησε. — Ναι. αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα. Η Πουλουδιά δάκρυσε. το μαρκούτσι. — Αντώνη. Και η θεία είπε ναι. . Μα εγώ φοβήθηκα! Πωπώ. — Έχει δίκαιο ο Αντώνης! είπε.79 - . πώς τον είπε η θεία το σωλήνα. ρώτησε πάλι. γιατί η θεία θα πίστευε ότι εκείνη έριξε κάτω το. πώς φοβήθηκα! — Κι εγώ! είπε η Αλεξάνδρα. Ο Αντώνης δε μίλησε.. — Και πάντα λέγει την αλήθεια ο Αντώνης! είπε με καμάρι. — Αφού ήταν ψέματα! έκανε ο Αντώνης.

Αλεξάνδρα.. — Η Αφροδίτη είναι πολύ καλή. — Γιατί λοιπόν δεν είπε την αλήθεια η Αφροδίτη. είπε η Αλεξάνδρα. θα την πά- ρω για νταντά των παιδιών μου! Και τότε κόντεψαν να μαλώσουν τ' αδέλφια. Εγώ δεν είδα ποτέ το θείο να κάνει εμετό σαν καπνίζει. Πώς το λένε. — Εγώ θα την πάρω. Εκείνη είπε πως είχε δει το ναργιλέ και κατάλαβε αμέσως. — Το μαρκούτσι. και δε θέλει ποτέ να μας μα- λώνει η θεία! — Αλήθεια! είπε η Αλεξάνδρα. που ήταν πάλι άρρωστη η μις Ράις και που εκείνη μου τύλιξε τα μαλλιά μου στα . λέει. Και είπε ο Αντώνης υπερήφανα: — Εγώ την αγαπώ πολύ την Αφροδίτη! Σα μεγαλώσω. Η Πουλουδιά εί- χε πάλι δακρυσμένα τα μάτια. να ξανατυλίξει το. εγώ! είπε η Πουλουδιά. Γιατί ένα βράδυ.. γιατί είμαι πιο μεγάλη! — Όχι. — Ναι! Γιατί λοιπόν είπε πως σε πείραξε η ζέστη. — Αλήθεια! επικύρωσε η Αλεξάνδρα. Μα οι απορίες του Αλέξανδρου πάλι δεν ησύχασαν. Και όλα τ' αδέλφια συμφώνησαν. Και όλοι θαύμασαν πάλι.80 - . είπε. μα δεν πρόφθασε. αναφώνησε ο Αντώνης. Πηνελόπη Δέλτα — Και πού να ξέρω εγώ πως ο ναργιλές με πείραξε. Πού να το ξέρεις.

πως θα 'ρθεις με τα δικά μου τα παιδιά. της είπαν την αιτία του καβγά. Και περνώ πρώτος! — Κι εγώ είμαι αγόρι! φώναξε ο Αλέξανδρος. . όλα μαζί τ' αδέλφια. Τρελαντώνης χαρτιά και δε με πόνεσε καθόλου.81 - . Οι φωνές ολοένα ανέβαιναν. — Θα ξυπνήσετε το θείο σας. κακά παιδιά! τους είπε με θυμωμένα ψιθυρίσματα. Τρεχάτη ανέβηκε η Αφροδίτη. μου είπε: «Θα σου τα τυλίγω πά- ντα εγώ!» — Κι εμένα μου το είπε! αναφώνησε η Αλεξάνδρα. Το ίδιο βράδυ! — Μα εγώ είμαι αγόρι! είπε ο Αντώνης. η ατμόσφαιρα γέμιζε μπα- ρούτι. αντί να κοιμάστε. ως την ώρα που κατέβηκαν στην αυλή μ' ένα κομμάτι ψωμοτύρι στο χέρι. Και τη ρώτησε το καθένα: — Δεν είναι αλήθεια. Γέλασε η Αφροδίτη και είπε: — Θα πάγω μ' εκείνον από σας που θα παντρευτεί πρώτος! Αυτή η λύση τους άρεσε ολονών και καθάρισε πάλι την ατμόσφαιρα. αγρίευαν. πες. Επίσης ψιθυριστά. Τι μαλώνετε.

Είχαν α- κούσει το τρίξιμο της γαζίας. — Αλήθεια! μουρμούρισε η Πουλουδιά. σκαρφάλωσε στη γα- ζία.. — Πφφφ!. ρώτησε ο Αντώνης: — Πού είναι ο Μαξ. — Ναι. Πηνελόπη Δέλτα Θ α 'ρθει σήμερα η Αλίς! είπε η Αλεξάνδρα έξαφνα. αμέ αν εί- ναι Εβραία. Αν μας θέλετε εμάς. είχαν δει τα κλαδιά να γέρνουν από το βάρος του Αντώνη και περίμεναν με σηκωμένο το κεφάλι κι ένα φαρδύ χαμόγελο στο στόμα. Μα θα έλθει σε λίγο. — Έξω. το παρατηρητήρι του. Και χώνοντας το ψωμοτύρι του στην τσέπη. — Να έλθομε.. σας περιμένομε! αποκρίθηκε ο Αντώνης. Στην πλαγινή αυλή δεν ήταν παρά η Αλίς με τον Αλέκο. Και.. έκανε ο Αντώνης. ερχόμαστε! . το τεντωμένο σκοινί της απλώτρας. ρώτησε η Αλίς... για να υψωθεί. Μ' αψηφώντας την αδελφή του. Ο Γιάννης λέγει πως αυτά είναι α- νοησίες. Αντώνη. ψιθύρισε η Αλεξάνδρα πιάνοντας. — Στάσου.. αποκρίθηκε η Αλίς δείχνοντας αόριστα κάπου με το χέρι.82 - .

Ο Αλέ- κος επίσης. είπε ξεκαρδισμένη η Αλίς.83 - . ο Αντώνης παλικάρι. λέει. είπε. Τα πράματα θα δυσκολεύουνταν πολύ. — Το ξέρω. που περίμενε πιο θερμή υποδοχή. δεν είχε. είπε και ο Αλέξανδρος. η Πουλουδιά καθισμένη σε μιαν άδεια κάσα και παίζοντας ταμπούρλο με τα τακούνια της.τι το λογάριαζε κείνος. χτυπήσει. — Πάει ο μπαμπούλας! αποκρίθηκε ο Αντώνης. Το κλαδί ήταν χαμηλό. Τρελαντώνης Τα κορίτσια. — Καλημέρα. και η κα- τρακύλα του πήρε μαζί της τη στενοχώρια της πρώτης στιγμής. η Αλεξάνδρα στο σκοινί της. Η Αλίς. από τον Γιάννη ή τον Στάμο. — Ξέρεις. Και κανένας δεν κούνησε. που στην αμφιβολία του είχε βάλει το δάχτυλο στο στόμα και κοίταζε μια τις αδελφές του και μια τον Αντώνη που κατέβαινε από κλαδί σε κλαδί. Γενικό γέλιο ξέσπασε και όλοι έτρεξαν να τον σηκώσουν. είπε η Αλίς. παίρνοντας κάτω τον Αντώνη πιο γρήγορα απ' ό.. Έφυγε ο μπαμπούλας! πρόσθεσε ο Αλέξανδρος. — Να σ' έβλεπε ο μπαμπούλας!. Ο Μαξ κι εγώ την είδαμε. αν εκείνη την ώρα δεν τσάκιζε το τελευταίο κλαδί της γαζίας. αποκρίθηκαν οι αδελφές. Η Αλίς του γύρισε το χαρούμενο πρόσωπό της. κοντοστάθηκε. που δεν πρόφθασαν ν' αποφασίσουν ποιος είχε δί- καιο. που έλιωσε μες στα γέλια.. Αλίς. . — Καλημέρα. — Καλημέρα. έμειναν μουδιασμένα σαν μπήκε η Αλίς.

Πηνελόπη Δέλτα — Κι εγώ την είδα. ρώτησαν όλα μαζί τα τέσσε- ρα αδέλφια. Πού. — Πού την είδατε. Έφυγε με το αμάξι. πρόσθεσε ο Αλέκος. είπε η Αλίς πολύ υπερήφανη πως είχε τόσα να διηγηθεί.. — Λοιπόν σας είδαν κι εκείνοι! Και μήνυσε η βασίλισσα της θείας σας πως ήταν ο μπαμπούλας μεθυσμένος! — Τι ήταν. στο δρόμο. μιας και το μήνυσε η βασίλισσα. — Την ώρα που έφευγε. Περίεργα μαζεύθηκαν όλα γύρω στην Αλίς. — Πώς την είδατε. ρώτησε η Πουλουδιά. Η μαμά είπε: «Δεν μπορούν πια να την κρατήσουν. τη νύχτα.» — Τι μήνυσε η βασίλισσα. . Βέβαια! Το μήνυσε η βασίλισσα! Την ώρα που γυρίσατε χθες. Η μαμά το είπε ευθύς. Πότε έφυγε. ρώτησαν τα δυο κορίτσια με κομμένη από τη συγκίνηση αναπνοή.84 - . — Ήταν άσχημηηη!!! Και ήταν η μύτη της κόκκινηηη!!! Πφούι! έκανε ο Αλέκος.. Τ' αδέλφια σάστισαν. δεν κάθουνταν η βασίλισσα με τη Ρωσίδα κυρία της Τιμής και με το βασιλέα και με τους αξιωματικούς απέξω από την αυλή τους.Ναι! Τους είδαμε! είπε η Αλεξάνδρα. — Μπα! Δεν το ξέρετε. . — Έξω. Εμείς το ξέραμε πως θα φύ- γει. Χθες βράδυ.

το καπέλο της στραβό. — Κι έκανε την άρρωστη. και είπε πως οι Έλληνες είναι πρόστυχοι. Και ύστερα ήλθε το μήνυμα της βασίλισσας και είπε η θεία σας: «Αυτή δεν μπορεί πια να μείνει. Ήταν πολύ θυμωμένη. — Ε. δε φαίνουνταν.. σα μαούνα άδεια που την κυλούν τα κύματα. δεν ξέρω τι γιατρικό. και η θεία σας τρόμαξε κι έφερε το γιατρό. που την ξεμέθυσε. Σαν καρνάβαλος ήταν! είπε η Αλίς. στουπί! είπε ο Αλέκος. γιατί νόμιζε πως είχε παραμιλητά... ρώτησε ο Αντώνης. και πώς σκόνταφτε και πώς ξέχασε πίσω τον Αλέξανδρο και πώς μια από δω πήγαινε και μια από κει. Εγώ δεν καταλά- . τη θυμήθηκαν τ' αδέλφια. — Μας τα είπε η μαγείρισσα μας. και ύστερα στάθηκαν στην πόρτα και την κοίταζε ο γιατρός και την είδε που έβγαζε μια μποτίλια από κάτω από το μαξιλάρι της κι έπινε. αυτή θα φύγει αμέσως!» Και της έδωσε ο γιατρός. — Μα πώς τα ξέρεις όλα αυτά. και την κατέβα- σαν κι εκείνη και το σεντούκι της και την έβαλαν σ' ένα αμάξι και δρόμο! Άκουαν τ' αδέλφια σαστισμένα.85 - . Είχε παύσει η βρο- χή και κατεβήκαμε στο δρόμο με τον Μαξ και την είδαμε που έφευ- γε. — Και πώς το ήξερε η βασίλισσα. εξακολούθησε η Αλίς. Και τ' άκουσε η μαμά και βγήκε στη βεράντα να δει. αληθινός μπαμπούλας! Κι έλεγε άσχημα λόγια. Η φούστα της ήταν ξεκούμπωτη. έκανε σαστισμένος ο Αντώνης. Ναι. Τρελαντώνης — Μεθυσμένη. καλά.. που της τα είπε η δική σας.

Και βέβαια τ' αδέλφια είχαν απορήσει. — Ποιος ρωτά ποτέ τη θεία.86 - . — Και δεν απορήσατε πώς να φύγει έτσι ξαφνικά ο μπαμπούλας. — Αμέ ποιον ρωτήσατε. Τ' αδέλφια κοίταζαν την Αλίς με ακράτητο θαυμασμό! Τέτοιο γλέ- ντι να γίνει στο σπίτι τους και να μην το ξέρουν! — Κρίμα! είπε πικρά ο Αντώνης. Και βέβαια είχαν ρωτήσει. Εγώ ήθελα να τη δω σαν έφευγε! — Εσείς πότε το μάθατε. — Αχούχα! έκανε ο Αλέκος. — Σήμερα το πρωί μόνο. — Και τι σας είπε η Αφροδίτη. Τ' αδέλφια ομολόγησαν πως δε ρώτησαν τη θεία. έκανε σκανδαλισμένος ο Αλέξανδρος. — Και τι σας είπε η θεία σας. — Πως ούτε είδε ούτε ήξερε πότε έφυγε η μις Ράις. — Την Αφροδίτη. Μα ο θείος σας θύμωσε και τη μάλωσε. ρώτησε η Αλίς. — Και δε ρωτήσατε κανένα. Πηνελόπη Δέλτα βαινα. ρώτησε ο Αλέκος. Κι εκείνος το είπε του πατέρα. Η Αφροδίτη είπε ψέματα! .

. Αφού ήταν στο δρόμο και βοή- θησε τον αμαξά ν' ανεβάσει το σεντούκι του μπαμπούλα κοντά του. Εγώ μια φορά έκλαψα. ... Πειραγμένη είπε η Αλεξάνδρα: — Η Αφροδίτη δε λέγει ψέματα! — Πώς δε λέγει. — Ποια είναι η μις Μέι.87 - . αγανακτισμένη για την απιστία του Α- λέκου. Και μάλιστα στραμπούλησε το χέρι της! Αυτή η τελευταία κατηγορία έπεσε σαν μπαλτάς στο κεφάλι των τεσσάρων αδελφιών. Ψέματα στο σπίτι κανένας δεν έλεγε. σαν έφυγε η μις Μέι. Μα να πει ψέματα η Αφροδίτη!.. Και το είπα μια μέρα της Αφροδίτης. — Σας έδερνε και αυτή. — Αχούχα! έκανε πάλι ο Αλέκος. Μπορεί να μην κατάλαβαν και οι δυο... σκασμένος στα γέλια. — Ναι! είπε η Πουλουδιά. η λέξη βα- ριά.. Η κατηγορία ήταν μεγάλη. και θα νό- μιζε πως θα λυπηθούμε που έφυγε η μις Ράις. και μας αγαπά πολύ. που στάθηκαν άφωνα. Μπορούσε να είχε λάθος η Αφροδίτη· μπορούσε να λέγει κοροφέξαλα η κερα-Ρήνη. διέκοψε ο Αλέκος. είπε η Πουλουδιά: — Η Αφροδίτη είναι πολύ καλή. Ύστερα. — Μια άλλη δασκάλισσα που είχαμε.. ντροπαλά. Τρελαντώνης Τ' αδέλφια κοντοστάθηκαν. Να λυπη- θείτε πως έφυγε ο μπαμπούλας... Μια στιγμή δε μίλησε κανένας...

είπε με στόμφο.. Λοιπόν. — Τούτη όμως σας έδερνε. Από την Αφροδίτη και την κερα-Ρήνη σας! Το πράμα ήταν ασυζήτητο. Και τα τέσσερα αδέλφια δε βρήκαν απάντηση. Μα τη θεία σας. Γιατί δε ρωτήσατε τη θεία σας.. ο Αντώνης δε βρήκε απάντηση. είπε ο Αλέκος. αν δεν έπρεπε να μιλήσει η Αφροδίτη. Αισθάνθηκε την ανάγκη να ξανασηκώσει το γόητρο του σπιτιού του. — Και πρώτον. εκεί που η Αλίς και ο Α- λέκος όλα τα ήξεραν και όλα τα είχαν δει. ομολόγησε η Πουλουδιά.88 - . Και κοκορεύθηκε ο Αλέκος με την επιτυχία του και είπε: — Γίνεται μια τέτοια φασαρία στο σπίτι σας και σεις ούτε παίρνε- τε χαμπάρι! Ούτε ρωτάτε τίποτα! Και χάβετε ό. Αυτός και τ' αδέλφια του περνούσαν για μπούφοι. Πηνελόπη Δέλτα — Όχι.τι κολοκύθια σας πουν! Ο Αντώνης άρχισε να θυμώνει. Απ' όλη αυτή την ιστορία έβγαινε μειωμένος και αυτός και τ' αδέλφια του και όλο το σπιτικό. Και πώς το μάθαμε 'μεις. ούτε στην υπηρεσία ούτε σε μας! Και θα είπε της Α- φροδίτης να μην πει τίποτα για ό. — Πουφ! διέκοψε ο Αλέκος. η θεία δεν επιτρέπει κουσκουσου- ριές στο σπίτι. Μ' όλο του το θυμό.τι έγινε. καλά κάνατε να μην τη ρωτήσετε. Και είπε γλυκά η Αλίς: — Καλά. Αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα: —Εμείς δε ρωτούμε τίποτα τη θεία μας! .

και είμαστε ελεύθεροι και ό. που. εσείς. — Μα. ο Αλέξανδρος φοβήθηκε και για προστασία.. η Αλίς ξέσπασε στα κλάματα. Μετά τον πάταγο απλώθηκε σιωπή. εσείς όλα τα κακά τα κάνετε! Εσείς σταυρώσατε το Χρι- στό! Σα να 'πεσε κεραυνός στην αυλή. σηκώνοντας απειλητικά τη γροθιά του. έπιασε το χέρι της Πουλουδιάς. Όλα τα μάτια γύρισαν προς τον Α- ντώνη που στέκονταν σα μουδιασμένος. Και σηκώνοντας . Μα δεν είπε τίποτα κι έσφιξε με λύσσα τα δόντια του. Τρελαντώνης Ο Αντώνης θύμωσε με την Αλεξάνδρα. ξανάκλεισε την πόρτα. Αυτή τη φορά έσκασε ο Αντώνης. ο Αλέκος έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Την ίδια στιγμή η πόρτα της αυλής άνοιξε και μπήκε μέσα ο Μαξ. τρομαγμένη. ύστερα κοίταξε μια-μια τις αδελφές του. Γιατί.. γιατί αυτά τα κορίτσια έ- χουν μανία να τα διηγούνται όλα στη γειτονιά. Κοίταξε ο Αντώνης την πόρτα. φώναξε έξω φρενών. Κανένας δε μίλησε. Εμείς όλα τα ρωτούμε της μαμάς και του πατέρα και δε φοβούμαστε κανένα. και τα δυο κορίτσια έσκυψαν το κεφάλι σα να περίμεναν μεγάλο κακό. παρασέρνοντας στην ορμή της και τον Αλέκο. Η Αλίς. βγαίνοντας. έσπρωξε πίσω τον Μαξ και βγήκε μαζί του. κοίταζε τ' αδέλφια. — Μπα.τι θέλομε λέμε και σ' όλους τα λέμε. Κι εκεί ακούστη- κε ήσυχη η φωνή της θείας: — Αντώνη! Έλα πάνω που σε θέλω! Και πάλι κανένας δε μίλησε. Σα να ξύπνησε ξαφνικά.89 - . όρμησε προς την εξώπορτα.

Αντώνη. ρώτησε χαμηλόφωνα ο Αλέξανδρος. τόσο πιο ακατάδεχτος γίνουνταν και τόσο πιο δεν ήθελε πα- ρηγοριές και συμπάθειες.90 - . μπήκε στο σπίτι. πως. Τον ήξεραν τον Αντώνη τ' αδέλφια του. η Πουλουδιά κρατώ- ντας ακόμα το χέρι του Αλέξανδρου. — Θα τις φάγει! είπε η Αλεξάνδρα ξαναβρίσκοντας τη φωνή της. Κι ενώ στέκουνταν και τα τρία πίσω του. λυπημένα όσο κι εκείνος. Τον ήξεραν γλυκό και υπομονετικό. το πρόσωπο κρυμμένο στα διπλωμένα του μπράτσα. Και τα λέγει τώρα στη μαμά της. ρώτησε η Αλεξάνδρα χαμηλόφωνα. βγήκε ο θείος στη βερά- ντα. όσο πιο λυπημένος ήταν. Πηνελόπη Δέλτα το κεφάλι. Ποτέ δεν τον είχαν δει έτσι. — Και ο Αντώνης. Και στάθηκαν πλάγι του αποσβολωμένα και σιωπηλά. ακούστηκαν κλάματα και μια γυναικεία φωνή που σιγά παρηγορού- σε. Πάμε να τον παρηγορήσομε! Βρήκαν τον Αντώνη καθισμένο στη βεράντα. Τα κορίτσια έμειναν παραζαλισμένα. βάζοντας το χέρι της σιγά στον ώμο του.. να γελάσει και να . το έσπρωξε κείνος πίσω ακατάδεχτα.. Κι άξαφνα. η Αλεξάνδρα ακίνητη σαν τη γυναίκα του Λώτ. Το θείο Ζωρζή δεν το φοβούνταν τ' αδέλφια. Τρόμαξαν τ' αδέλφια. χωρίς μιλιά και μαραμένα. Χωρίς να γυρίσει. — Κλαις. — Η Αλίς κλαίει! είπε η Πουλουδιά. πάντα έτοιμο να συγχωρήσει. στην πλαγινή αυλή. ακουμπισμένο στην κουπαστή.

πες μου τώρα τι έκανες. και γιατί πάλι θύμωσες τη θεία σου και την ανάγκασες να σε δείρει. Τρελαντώνης χαϊδέψει. Ο Αντώνης δε μίλησε. Στέναξαν από ανακούφιση και τα τρία σαν τον είδαν. του είπε κείνος με καλοσύνη. οι Εβραίοι έχουν θρησκεία. όταν πείραξες το μουσαφίρη αυτόν στη θρησκεία του. Και μπροστά του τα τρία αδέλφια πε- ρίμεναν.τι έχει πιο ιερό! Γιατί το έκανες. ε. δηλαδή σε ό. Έκανε ο Αντώνης ν' αντι- σταθεί. κο- τζάμ αγόρι οκτώ χρονών. Αντώνη. Πέρασε ο θείος χαϊδευτικά το χέρι του στο κεφάλι του Αλέξαν- δρου. — Βέβαια έχουν! αποκρίθηκε ο θείος. μιαν άσχημη πράξη. χαμογέλασε στα δυο κορίτσια και. όταν μες στο σπίτι σου πρόσβαλες μουσαφίρη! Κι έκανες μιαν ακόμα πιο κακή πράξη. Και βλέποντας πως δεν μπορεί να του ξεφύγει. Μα ήταν ο θείος πιο δυνατός. τράβηξε τον Αντώνη στην αγκαλιά του. Και είπε αργά ο θείος: — Έκανες. . ξέ- ροντας πως η παρηγοριά τώρα ήταν κοντά. σκέπασε ο Αντώνης το πρόσωπο του με τα χέρια του κι έμεινε όρθιος ανάμεσα στα γόνατα του θείου.91 - . τα καλά λόγια του θείου που θα γιάτρευαν τη λύπη του Αντώνη. Δειλά ακούμπησε η Πουλουδιά το χέρι της στο γόνατο του θείου και ρώτησε: — Μα. συγκινημένα. θείε. καθίζοντας σε μια καρέγλα. — Έλα. Μα ο θείος δε βιάζουνταν να μιλήσει. Σκέπτου- νταν και κοίταζε το γυρτό κεφάλι του ανιψιού του. ξέρεις. Ο Αντώνης δεν αποκρίθηκε.

γιατί κι εκείνος αγαπούσε όλο τον κόσμο και συγχωρούσε τους αμαρτωλούς και παρηγορούσε τους λυπημένους και γιάτρευε όλους τους πονεμένους και σκορπούσε χαρά όπου περνούσε. πολλά χρόνια. είπε πάλι ο θείος. — Και ο Χριστός ήταν Εβραίος. Πηνελόπη Δέλτα — Μ' αφού σταύρωσαν το Χριστό. Μα όλοι αυτοί που τον αγαπούσαν και τον ακολουθούσαν και τον λάτρευαν. σχεδόν δυο χιλιάδες χρό- νια. «Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκρι- ταί». είναι τόσο καλοί.χ. που τον λατρεύομε 'μεις. Συλλογίστηκε μια στιγμή ο θείος και ύστερα είπε: . τον έχουν' αυτοί για προφήτη. — Αλήθεια. — Αλήθεια. τον κύριο Χορν. άλλοι έγιναν χριστιανοί και άλλοι έμειναν Εβραίοι. μόνο που το Χριστό. και αρχιερείς μέσα σ' αυτούς. σα λ. Και αυτωνών τα παιδιά και τα εγγόνια και οι απόγονοι έμειναν καλοί Εβραίοι και λατρεύουν και αυτοί το Θεό σαν κι εμάς. όπως λέγει το Ευαγγέλιο. Και απ' αυτούς τους καλούς Εβραίους. ίσως γιατί δεν τους εξήγησαν καλά τι ήταν ο Χριστός. γιατί τον μισούσαν και τον φθονούσαν που ήταν τόσο καλός και πονόψυχος και που τον αγαπούσε όλος ο κό- σμος. αντί για Θεό.92 - . αναφώνησε η Αλεξάνδρα. Και από τη σάστισή του. που μακάρι να ήταν σαν κι αυτούς όλοι οι Χριστιανοί! . θείε. Και τον ζού- λεψαν και τον μίσησαν και τον σκότωσαν.Είναι πολλά. μήπως και αυ- τοί δεν ήταν Εβραίοι. ο Α- ντώνης κατέβασε τα χέρια του. Και μερικοί απ' αυτούς. τον σταύρωσαν το Χριστό. βέβαια! αποκρίθηκε γελαστά ο θείος. που μερικοί κακοί Εβραίοι. Ένα «ω!!!» γενικό του αποκρίθηκε. ίσως γιατί δεν ήθελαν ν' αφήσουν την παλιά τους θρησκεία.

ρώτησε ο θείος. από τη χαρά που ξαναμίλησε ο Αντώ- νης. Και είπε ο Αντώνης. θα μηνύσομε της Αλίς να έλθει να παίξει μαζί σας. και ύστερα και του Αλέξανδρου. αφού. από πάνω από τα φορέμα- τα των παιδιών. Η φωνή του Αντώνη σκόρπισε τα τελευταία σύννεφα. . θείε. λέει. Τ' αδέλφια κοιτάχθηκαν σαστισμένα. δεν μπορούν να είναι οι Εβραίοι καλοί. δεν είχαν παρατηρήσει πως ήταν έξω και δεν είχαν σκεφθεί να τους κρύψουν. Τους είχαν ξε- χάσει τους σταυρούς τους. σαν ήλθε η Αλίς στην αυλή τους. κατέβηκαν στο Πασαλιμάνι και μαζί ξανανέβηκαν πάλι τον ανήφορο και ακολούθησαν το δρόμο που γυρνά στο λόφο και πήγαν σ' ένα καφενεδάκι και ο θείος τούς τρατάρησε όλους από ένα μαστιχάτο λουκούμι.. Κυριακή. Τρελαντώνης Από τη σαστισμάδα της η Αλεξάνδρα διέκοψε το θείο: — Μα. Μαζί. μιλώντας πρώτη φορά: — Καλά είπε ο Γιάννης πως είναι ανοησίες. που και οι τρεις κρέμουνταν στο αλυσιδάκι τους. μας το είπε ο Στάμος! — Κι έπεσε σήμερα η Αλίς Χορν ξερή. Και με το δάχτυλο έδειξε το σταυρό της Αλεξάνδρας. και ύστερα το σταυρό της Πουλουδιάς. Τ' αδέλφια του πέταξαν φωνές και γέλια. για να ξεχάσει κι εκείνη την άσχημη σημερινή εντύπωση. και ο θείος τούς πρότεινε έναν περίπατο. — Και αύριο.. πέφτουν ξεροί! — Τι κάνουν. σα δουν σταυρό. θείε. — Πέφτουν ξεροί! Ναι.93 - . χωρίς καπέλα.

. Πηνελόπη Δέλτα είπε ο θείος κοιτάζοντας ένα-ένα τα τέσσερα ανίψια του από μέσα από τα ρυτιδωμένα μάτια του. που τα στένευε όλο και περισσότερο το πλατύ χαμόγελο του.94 - .

— Θα πάμε στην εκκλησία. που της τα τύλιξε η Αφροδίτη αποβραδίς. έλα μέσα.. κατσουφιασμένη είπε η Πουλουδιά: — Εγώ ξέρω πως σα βάλει η θεία το μενεξελί της μεταξωτό φόρε- μα. — Φυσάει μπάτης. διέκοψε ο Αντώνης. η θεία μάς παίρνει στην εκκλησία. βρέχει.95 - . Τρελαντώνη. ρώτησε ξαφνισμένη η Αλεξάνδρα. Είπα πως θα πάμε στην εκκλησία. Σα να μη φθάνει που δε βουτούμε στη θάλασ- . — Ποιος σου είπε πως θα βρέξει. — Ναι. Όχι σα φυσάει μπάτης. είπε. Μελαγχολικά μπήκε μέσα. με το νυχτικό του ακόμα. αποκρίθηκε ο Αντώνης από το μπαλ- κόνι όπου.. Γρινιάρικα. μην πάγω στην κυρία! φώναξε η Αφροδίτη από μέσα από την κρεβατοκάμαρα. Το 'πε η θεία. για να δει από πού του το κρύωνε ο άνεμος. για να είναι κατσαρά την Κυ- ριακή. Τρελαντώνης Α ντώνη. σήκωνε στον αέρα ένα σαλιω- μένο δάχτυλο. από το κρεβάτι της όπου κάθουνταν με τα παπουτσω- μένα της πόδια κρεμαστά και τα μαλλιά της ακόμα στα χαρτιά. — Όχι! Μα παρατήρησα πως κάθε φορά που την Κυριακή φυσάει μπάτης.

το πιάνει όλο. — Δεν ντρέπεσαι. Πρώτον εδώ είναι πάντα γεμάτη η εκκλησία και μας σπρώχνουν απ' όλες τις μεριές. — Μα ναι.. να λες μπελά την εκκλησία! του είπε αυστηρά. που αποκούμπωνε του Αλέξανδρου τ' άσπρα στιβα- λάκια. Αντώνη.... στεκόμασταν στο στασίδι της μαμάς. είπε ξαναβρίσκοντας την τόλμη του μαζί με την απά- ντηση. και βαριούμαι και δεν περνά η ώρα. είναι τόσο παχιά! είπε ο Αντώνης. και λειτουρ- γούσε ο Πατριάρχης και είχαμε και το εγκόλπιο μας και τα έλεγε σι- γά ο Πατριάρχης κι εμείς τα διαβάζαμε στο εγκόλπιο και ξέραμε πό- τε θα πουν το Ευαγγέλιο και πότε θα βγουν τ' Άγια. — Εδώ έχετε της θείας σας της Αργίνης το στασίδι.96 - . τα ξεχάσαμε στην Αλεξάνδρεια. Ο Αντώνης κοντοστάθηκε και. — Μπα! Σαν μπει μέσα η θεία Μαριέτα. Εδώ.. Πηνελόπη Δέλτα σα την Κυριακή! Κι εγώ σήμερα ήθελα να παίξω πόλεμο με τους στρατιώτες μου. Ουφ! μπελάς! Η Αφροδίτη. Και τα λέγει γρήγορα και μες στη μύτη του ο παπα- Δημήτρης και δεν καταλαβαίνω τίποτα. Και όλο λέγει ο παπα-Δημήτρης «Κύριω-ω ελώ-ω-ωησον! Κύριω-ω ελώ-ω-ωησον»! . Και κάνει μια ζέστη! Και δεν έχομε εγκόλπια. τον αγριοκοίταξε. αλήθεια. εδώ δε μ' αρέσει η εκκλησία! Στην Αλεξάνδρεια πηγαίναμε στον Άγιο Σάββα. στην αράδα. Εμείς στεκόμαστε εμπρός της.. διέκοψε η Α- φροδίτη. ντράπηκε και κοκκίνισε.

Τρελαντώνης — Κανένας δε λέγει ποτέ Κύριω ελώησον. Κι εγώ το άκουσα. — Ναι. Πουλουδιά. Και συ δεν τ' άκουσες. Ο Αντώνης σήκωσε τους ώμους του.97 - ... Είπε ο θείος να πούμε της Αλίς. Και τώρα την έχασαν τ' αδέλφια της κι έφυγε και η Α- φροδίτη. Μα η Πουλουδιά είχε χαθεί. βεβαίωσε φωναχτά. Αρνήθηκαν τ' αδέλφια της. Και πάλι η φωνή της θείας: . Κι έξαφνα ακούστηκε η φωνή της θείας στη σκάλα: — Πουλουδιά! Πού πας έτσι άντυτη. άρχισε τη γρίνια πως της πήρε κάποιος τη μια της παντούφλα. επέμεινε κείνη και το πράμα γύριζε στον καβγά. από πίσω από τον μπερντέ όπου λούζουνταν σ' ένα στρογγυλό μπανάκι η Αλε- ξάνδρα.. το λέγει ο παπα-Δημήτρης. που πάντα υποστήριξε τον Αντώνη. Ούτε το κρύο νερό δεν την ξεστράνεψε! Και αλήθεια. — Σηκώθηκε με στραβό ποδάρι σήμερα η Πουλουδιά! είπε.. Πήγαινε απάνω αμέσως! Και η δειλή φωνή της Πουλουδιάς: — Πήγαινα να πω της Αλίς. διαμαρτυρήθηκε η Α- φροδίτη. — Πού πήγε πάλι αυτό το παιδί! έκανε η Αφροδίτη. όταν ανακάλυψε ο Αλέξανδρος την παντούφλα σκαλωμένη στην κουνου- πιέρα της. με τα μαλλιά σου ακάμωτα. Μόλις είχε κατέβει από το κρεβάτι της. Και μπήκε στο πλαγινό δωμάτιο να τη γυρέψει.

με τους ώμους και τα μπράτσα γυμνά. — Είσαι μια ζαβολιάρα! της είπε η Αλεξάνδρα που δεν ανέχουνταν από κανένα να της πάρει τα πρωτοτόκιά της. Γρήγορα πάνω! Και ακολούθησε σιωπή.98 - . Η Αλεξάνδρα. Αν ήταν να πάμε όλοι μαζί. Εμείς είπαμε να πάμε όλοι μαζί. μονάχη. — Καλά λέγει ο Αντώνης. ενώ ήταν α- ποφασισμένο πως θα πήγαινε η Αλεξάνδρα στ' όνομα των αδελφών της. γιατί το ήξερε πως θα την κορόιδευαν τ' αδέλφια της. Ήταν ντροπιασμένη. ρώτησε ο Αντώνης. κουλούρια κουλούρια. Να τρέχεις με το μεσοφόρι σου στα σοκά- κια. κρυφά. εγώ δε συμφώνησα κα- θόλου. — Εγώ δεν πήγαινα κρυφά! αναφώνησε η Πουλουδιά παλεύοντας μ' ένα κατσαρό που δεν ήθελε να χωριστεί από το χαρτί του. ντροπιασμέ- νη. Είχαμε συμφωνήσει πως θα πήγαινα εγώ στης Αλίς. τα μαλλιά της όλα στα χαρτιά. ούτε και ο Αλέξανδρος. Πηνελόπη Δέλτα — Και είναι τέτοια βία. . γιατί πήγαι- νες εσύ. Και ύστερα ακούστηκαν αργά βήματα και παρουσιάστηκε η Πουλουδιά εμπρός στ' αδέλφια της. που είχε ξετυλίξει όλα τα χαρτιά από τα μαλλιά της κι ετοιμάζουνταν να τα χτενίσει. πως θέλησε να κάνει τη με- γάλη και να πάγει να καλέσει την Αλίς για το απόγεμα. — Καθόλου. γύρισε απειλητικά με το χτένι στο χέρι. είπε κακιωμένη η Πουλουδιά. — Γιατί λοιπόν πήγες μονάχη.

χτενισμένος. ρώτα τον Αλέξανδρο! Μα.99 - . — Γιατί εσύ και ο Αντώνης όλο συμφωνείτε μαζί και κάνετε ό. διαμαρτυρήθηκε η Πουλουδιά. έτοιμη να κλάψει. Μπράβο σου! — Δεν κλαις γι' αυτό. — Πώς σε πόνεσα. Τρελαντώνης — Αμέ τι έκανες. τραβώντας με απελπισία το χαρτί που δεν έβγαινε. Έλα. — Προφάσεις εν αμαρτίαις! Δεν ξέρεις τι να πεις! Όλο τη μεγάλη θέλεις να μας κάνεις κι έχεις και την απαίτηση να παντρευτείς με τον Γιάννη! αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα γυρεύοντας με το ελεύθερο της χέρι να βοηθήσει την αδελφή της. όρθιος κοντά στην πόρτα. ούτε για τον Γιάννη. Γιατί δε μας είπες πως πας στης Αλίς. ντυμένος. — Με πόνεσες! φώναξε πεισμωμένη.τι θέλετε σεις. Κλαις γιατί ξέρεις πως έκανες μια ζαβολιά. της είπε ο Αντώνης. ολοπάστρι- κος. κι εμείς δεν είμαστε τίποτα. — Και πρώτον δε θέλω να παντρευτώ με τον Γιάννη! Και συ με πόνεσες. ο Αλέξανδρος κι εγώ! ξέ- σπασε η Πουλουδιά. ο Αλέξανδρος δεν είχε γνώμη. που . πες το! — Δεν ήθελα καθόλου να κάνω ζαβολιά! Ήθελα μόνο να δω τι θα πει η Αλίς και αν ήταν θυμωμένη. Κοίταζε μια την Πουλουδιά. μου τράβηξες τα μαλλιά μου! — Ξετύλιξα δηλαδή το χαρτί που τραβούσες! Αυτό είναι το ευχα- ριστώ. Η Πουλουδιά έμπηξε τα κλάματα. Να.

Θα σας πάγω στην εκκλησία! — Δε σου το 'πα εγώ. με ύφος μεγάλου στρατη- γού. Να ο μπάτης! μουρμούρισε ο Αντώνης ανε- βαίνοντας με την Πουλουδιά να φέρουν τα καπέλα όλων των αδελ- φών. Πηνελόπη Δέλτα έκλαιγε και διαμαρτυρούνταν στ' όνομα της και στο δικό του. που την κατηγορούσαν τόσο κατη- γορηματικά. να είναι ζαβολιάρα! Και αναστέναξε ο Αλέξανδρος με ανακούφιση σαν είπε ο Αντώνης το τε- λειωτικό «Παύσατε πυρ!». μην ανυπομονήσει η θεία. Στο πρό- γευμα. Το ήξερα πως θα πάμε.100 - . ενόσω ξεπετιούνταν η Αλεξάνδρα στο πλάγι για να καλέσει την Αλίς. παιδιά! Πάρετε τον καφέ σας χωρίς χασομέρι και ύστερα τα καπέλα σας. και δεν ήξερε η μαγείρισσα σε πόσες μέρες θα γυρίσουν. — Ωραία! μουρμούρισε ο Αντώνης. μια στιγμή. Και το ήξερε ο Αλέξανδρος πως στις μαγικές αυτές λέξεις κανένας δεν αντιστέκουνταν ποτέ. έφερε άλλη μια απο- γοητευτική είδηση: Η Αλίς και τ' αδέλφια της είχαν φύγει πρωί-πρωί για ένα μέρος που το λένε Κηφισιά. Σαν επέστρεψε η Αλεξάνδρα τρεχάτη. Ο παπα-Δημήτρης εξακολουθούσε να ψέλνει με τη μύτη το «Κύ- . νόμισαν πως διορθώθηκαν τα πράμα- τα. σαν κατέβηκαν τ' αδέλφια. πάει και το απόγεμα μας! Στην εκκλησία. και μια τον Αντώνη και την Αλεξάνδρα. Πάντα ο μπάτης φέρνει γρουσουζιά. τους είπε η θεία: — Σβέλτα λιγάκι. και απόφαση δεν έβγαζε. Τον συγκινούσε η Πουλουδιά που όλο ανέφερε τη γνώμη του. Μα. που στη γλώσσα των αδελφών σήμαινε «Φθάνουν πια οι καβγάδες». σε μιας θείας τους. προπάντων σαν τις ξεστόμιζε ο Αντώνης προστακτικά. Μα ήταν γραφτό η Κυριακή αυτή να μην πάει καλά. Μα δε σταμάτησε κει η γρουσουζιά του μπάτη. πάλι.

Μα να πάλι η γρουσουζιά του μπάτη! Την ίδια στιγμή. άντρες και γυναίκες παραμέρισαν. με τη ράχη κολόνα. δεμένο κάτω από το πιγούνι. άνοιξαν δρόμο.. παρασέρνοντας και το μπαστούνι και τη σταχτιά ρεπούμπλικα. μακριά και ξανθά. Τα κορίτσια θαύ- μαζαν τη μεγάλη βασιλοπούλα που φορούσε ένα τριανταφυλλί κλει- στό καπέλο. άπλωσε τα χέ- ρια μ' ένα υποθετικό μπαστούνι στο χέρι. φόρεμα της. Τρελαντώνης ριω-ω ελώ-ω-ωησον». τρεχάτο πέρασε πίσω του ένα τρελόπαιδο. Ισιώθηκε. και είχε τα μαλλιά. Αν είχε μπαστούνι ο Αντώνης. Πώς στέκουνταν άραγε η ράχη του τόσο ίσια. Ο βασιλέας ανταπέδωσε γελαστά το χαιρετισμό του θείου και της θείας. που το γέμιζε μεγαλόπρεπα η θεία Μαριέτα και το πράσινο μεταξωτό. κοιτάζοντας να πάρει τη στάση του βασιλέα και. Η βασίλισσα όμως δε γύρισε. σαν ακουμπούσε με τα δυο χέρια στο μπα- στούνι του. και ο βασιλέας και η βα- σίλισσα με τις δυο βασιλοπούλες ήλθαν και στάθηκαν ακριβώς ε- μπρός στο στασίδι της θείας Αργίνης. όταν έξαφνα έγινε γενικό σούσουρο. ενώ ο Αντώνης μελετούσε το βασιλέα που βαστούσε στο ένα του χέρι τη σταχτιά του ρεπούμπλικα και α- κουμπούσε με τα δυο χέρια στο μπαστούνι του χωρίς να καμπουριά- ζει. Ή μήπως δεν τ' ακουμπούσε χάμω. Ήταν πολύ ψηλό το μπαστούνι του. Ο θείος πάντα στρογγύλευε την πλάτη. σκόρπια στη ράχη. Παφ! Πουφ! Κλακ κλακ κλακ! . Ίσια και σοβαρή κοίταζε το Ιερό μπροστά της. όλο φραμπαλάδες.101 - . έχασε ο Αντώνης την ισορροπία του κι έπεσε μπρος στο βασιλέα. Τ' αδέλφια ούτε άκουαν πια τον παπα-Δημήτρη. θα μπορούσε άραγε να σταθεί σαν το βασιλέα. τον έσπρωξε..

Όλα θα πήγαιναν πια καλά. Κι ύστερα φούσκωσε. ώστε ούτε άκουσε το βασιλέα που είπε χαμηλόφωνα του θείου με τη δυνατή ξενική του προφορά: — Παρακαλώ! Παρακαλώ! Δε φταίγει το παιδί! Είναι πολύς ο κό- σμος και πέφτει μικρή η εκκλησία για τις μεγάλες εορτές. ο θείος και η θεία πίσω. την . με το χέρι ξαναγύρισε προς το Ιερό το πρόσωπο της μικρής βα- σιλοπούλας. όλοι μαζί.. είχε ακούσει κι ένα άλλο: πως την ωραία βασιλο- πούλα με το τριανταφυλλί καπέλο και τα ξέπλεκα μαλλιά την έλεγαν κι αυτή Αλεξάνδρα. μαζί με τα παρηγορητικά λόγια του βασιλέα.102 - . αν δεν είχαν φουσκώσει τα μυαλά της Αλεξάνδρας.. Ο Α- ντώνης ήθελε να τον είχαν καταπιεί οι πλάκες της εκκλησίας. Το άκουσε όμως η Αλεξάνδρα και του το επανέλαβε ύστερα για να τον παρηγορήσει. φού- σκωσε η Αλεξάνδρα από υπερηφάνεια για τη συνονόματη της. Και είπε δειλά η Πουλουδιά: — Εγώ νομίζω πως τη λεν Πουλουδιά! Την κορόιδεψαν τ' αδέλφια της πως τέτοιο άσχημο όνομα δεν μπορούσε να το έχει βασιλοπούλα και ντράπηκε η Πουλουδιά και συμμαζεύθηκε και δεν είπε πια τίποτα. Και παρηγορήθηκε ο Α- ντώνης για το μάλωμα της θείας και την τιμωρία να μη φάγει γαλα- κτομπούρεκο το μεσημέρι. που. Πηνελόπη Δέλτα Γύρισε όλη η εκκλησία! Μόνη η βασίλισσα δεν ταράχτηκε και σι- γά. Τόσο ντράπηκε. Ποιος την έπιανε πια την Αλεξάνδρα! Πήγε να ρωτήσει η Πουλουδιά πώς τη λέγανε τη μικρή βασιλοπούλα και της αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα πως ούτε ήξερε ούτε την ένοιαζε. τα τέσσερα αδέλφια μπροστά. που είχε στρέψει να δει και που έμπηξε τα γέλια. σαν επέστρεφαν στο σπίτι.

Τρελαντώνης

όμορφη βασιλοπούλα, ώσπου μπούχτισε ο Αντώνης και φουρκίστη-
κε και ξέσπασε και είπε:

— Μας σκότισες με τη βασιλοπούλα σου!

Και τότε θύμωσε και η Αλεξάνδρα και σήκωσε ψηλά το κεφάλι της
και πήρε ένα βιβλίο και κάθισε χωριστά κι έκανε πως διαβάζει. Μα
δε διάβαζε καθόλου και όλοι βαρέθηκαν πολύ. Και είπε με παράπονο
ο Αλέξανδρος, που είχε καθίσει χάμω ώσπου να ξεμαλώσουν τ' α-
δέλφια του και που βαριούνταν περισσότερο και από τους άλλους,
είπε, έτοιμος να βάλει τα κλάματα:

— Αυτός ο μπάτης σήμερα είναι πολύ κακός!

Έχωσε ο Αντώνης τα χέρια του στις τσέπες, στριφογύρισε στο τα-
κούνι του, σφύριξε το «Ω λυγηρόν και κοπτερόν σπαθί μου!» και
βγήκε από την κάμαρα σειάμενος κουνάμενος. Μα δεν πρόφτασαν
τα κορίτσια ν' ανταλλάξουν πέντε λόγια με τον Αλέξανδρο και ξανα-
μπήκε σα σίφουνας. Ακτινοβολούσε όλος.

— Θα πάμε το απόγεμα στης θείας Αργίνης! Μου το είπε ο θείος!
Έστειλε μήνυμα η θεία Αργίνη πως θα 'ρθει εδώ και να πάμε 'μεις
εκεί! Θα 'ρθει η Μαριόρα, η τραπεζιέρα της, να μας πάρει και θα
πάμε μονάχοι μας! Ζήτω! Ζήτω!

Πάει η κακοκεφιά, πάει κι ο βαρεμός. Μόλις άγγιξαν φαγί τ' α-
δέλφια στο τραπέζι, τέτοια ήταν η ανυπομονησία τους να παν στης
θείας Αργίνης να δουν τα καινούρια τους εξαδέλφια που όλο τ' ά-
κουαν και που δεν τα γνώριζαν ακόμα. Ώσπου να έλθει η Μαριόρα,
τους φάνηκε πως πέρασαν χρόνια. Ώσπου να φθάσουν στο σπίτι,

- 103 -

Πηνελόπη Δέλτα

πως έκαναν το γύρο του κόσμου. Της θείας Αργίνης το σπίτι ήταν σε
μια πλατεία με μερικά δέντρα σκονισμένα και λίγες τζινιές χλωρωτι-
κές, που ορτσώνουνταν στ' ατροφικά τους κλωνάρια. Μα στα μάτια
των τεσσάρων αδελφών ποτέ δεν άνθισαν ωραιότερα λουλούδια,
ούτε βλάστησαν πρασινότερα δέντρα. Κι εδήλωσαν της Μαριόρας
πως ποτέ στην Αλεξάνδρεια δεν είδαν τέτοιο ωραίο περιβόλι.

— Και τα δικά μας παιδιά το αγαπούν, είπε καμαρώνοντας η Μα-
ριόρα.

Μα, σαν μπήκαν στο σπίτι και αντίκρισαν «τα δικά μας παιδιά»,
που τους φάνηκαν λαός ολόκληρος, τα τέσσερα αδέλφια έπαθαν
γλωσσοδέτη. Ήταν όλα εκεί, τα επτά παιδιά της θείας Αργίνης, μια
σκάλα από αγόρια και κορίτσια όλων των ηλικιών, από δεκαπέντε
χρονών ως δύο. Τα δυο μεγάλα κορίτσια, η Κατίνα, μελαχρινή, και η
Κλειώ, ξανθή, επιβλήθηκαν πολύ στα τέσσερα αδέλφια με τις μα-
κριές φούστες και τις πλεξούδες τους, σηκωμένες και δεμένες στο
σβέρκο με φαρδιές καφετιές κορδέλες.

Ύστερα ήταν ο Γιάννης, ο φίλος τους, ο μόνος που γνώριζαν. Ύ-
στερα η Αλεξάνδρα, μαζεμένη και σιωπηλή. Ύστερα ο Μανόλης, που
τον έλεγαν τ' αδέλφια του Μπανανάκη, γιατί αγαπούσε πολύ τις
μπανάνες και του τις έφερνε δώρο κάθε ταξιδιώτης που έφθανε με
τα αιγυπτιακά βαπόρια. Ύστερα ο Αλέκος, ολοστρόγγυλος και ξαν-
θός, και τελευταία η Λουκία, που ήταν μικρότερη από τον Αλέξαν-
δρο και κάθουνταν χάμω, μια μπάλα στα μπλου ντυμένη, με κατα-
κόκκινα μάγουλα και μαύρα κοντά σγουρά μαλλιά. Η Κατίνα άπλω-
σε το χέρι μεγαλόπρεπα και είπε:

- 104 -

Τρελαντώνης

- Καλημέρα!

Η Κλειώ όμως γονάτισε μπρος στον Αλέξανδρο, του έβγαλε το κα-
πέλο του και, με τα όμορφα δάχτυλα της, του διόρθωσε τις ξανθές
του μπούκλες και τον είπε «Χρυσό μου!» και τον φίλησε.

Απ' όλους, η Αλεξάνδρα θαύμασε περισσότερο τη μεγαλόπρεπη
Κατίνα. Η Πουλουδιά όμως λαχταρούσε να παίξει με την μπλου
μπάλα, τη Λουκία. Ο Αντώνης κοίταζε όλους, έναν-έναν, ακατάδε-
χτα, γιατί ντρέπουνταν. Τόσο ακατάδεχτα, που, σαν αντάμωσε ο
Μανόλης το βλέμμα του, ντράπηκε και τρύπωσε κάτω από μια καρέ-
γλα και κάθισε χάμω, με το κάθισμα της καρέγλας στο κεφάλι του
και τα μάτια καρφωμένα στον Αντώνη, και περίμενε. Μα η Μαριόρα
είχε εξαφανιστεί και τα τέσσερα αδέλφια δεν ήξεραν ούτε τι να πουν
ούτε τι στάση να πάρουν εμπρός στ' άγνωστα εξαδέλφια, ιδίως ε-
μπρός στην Κατίνα και στην αδελφή της, τη σιωπηλή Αλεξάνδρα,
που τα κοίταζαν σαν ανθρωπάρια παράξενα και σπάνια. Και τότε, μ'
ένα νάζι του κεφαλιού, είπε η Κατίνα:

— Ελάτε στην τραπεζαρία να πάρετε μια βυσσινάδα! Και ξεκίνη-
σαν τα ένδεκα εξαδέλφια και ανακατώθηκαν θέλοντας και μη τα
στελέχη τους. Και σαν μπήκαν στην τραπεζαρία και είδαν τις παστε-
λαριές με τα σησάμια και τα ξερά αμύγδαλα και τα κουλούρια και το
στρογγυλό ρεβανί, κάτασπρο, πασπαλισμένο ψιλή ζάχαρη, και τις
αφράτες φέτες ψωμί και τη βυσσινάδα στα ποτήρια, λύθηκε η
γλώσσα ολονών και πήγε ροδάνι.

- 105 -

Πηνελόπη Δέλτα

Και βόησε η τραπεζαρία σα δέντρο στο σούρουπο, όταν το λεν τα
σπουργίτια, πριν κατακαθίσουν να κουρνιάσουν και ν' αποκοιμη-
θούν.

- 106 -

Τρελαντώνης

Τ
ρεχάτα κατέβηκαν τα ένδεκα εξαδέλφια στην αυλή, το
ένα σπρώχνοντας το άλλο, το καθένα βαστώντας ποιος ένα
κουλούρι, ποιος μια φέτα ψωμί ή μια παστελαριά. Τη λέγανε
«αυλή» τα παιδιά της θείας Αργίνης, μα ήταν μάλλον περιβολάκι, με
λιλάδια στους δρόμους και πικροδάφνες τούφες τούφες, και στο βά-
θος μια στέρνα μαρμαρένια για νερό.

Η Αλεξάνδρα η εξαδέλφη έτρωγε αργά και σιωπηλά το κουλούρι
της και κάθε λίγο γύριζε στην Πουλουδιά, που της είχε προσκολλη-
θεί και την κοίταζε από το κεφάλι στα πόδια με βαρεμό, σα να της
έλεγε: «Δεν πας παρακάτω;»

Μα η Πουλουδιά, που ντρέπουνταν τις δυο μεγάλες εξαδέλφες και
που δεν καταδέχουνταν τον Μπανανάκη και τον Αλέκο που έπαιξαν
τόπι αναμεταξύ τους, δεν ήξερε με ποιον να πάγει. Γιατί η Αλεξάν-
δρα η αδελφή, σαν πιο μεγάλη, έκανε τη σοβαρή και κουβέντιαζε με
την Κατίνα, ενώ ο Γιάννης έκανε χίλιες τρέλες, για να θαμπώσει τον
Αντώνη και την Κλειώ, που στα παιχνίδια ήταν η πιο τρελή απ' ό-
λους. Ο Αλέξανδρος πάλι, το κόμμα της, ο σύντροφος της, κάθου-
νταν στο πεζούλι της πόρτας με τη Λουκία και κάθε λίγο την αγκά-
λιαζε και τη φιλούσε, παιχνίδι που το βαριούνταν η Πουλουδιά.

Δεν ήξερε λοιπόν τι να κάνει. Και δειλά, για ν' αρχίσει κουβέντα,
είπε της εξαδέλφης Αλεξάνδρας:

- 107 -

Έλα να με βοηθήσεις! Μα τ' αγόρια δεν την καταδέχθηκαν. τη μικρή θα τα βάλομε. μόνη πάλι. τώρα. κατά τη στέρνα. πήγε στο βάθος του περιβολιού. Και συ. Αποκρίθηκε η Πουλουδιά. Πηνελόπη Δέλτα — Παίζεις σκοινάκι. έκαναν. τον Γιάννη όμως δύσκολα τον έβαζε κάτω και ήταν κατακόκκινη και η ξανθή πλεξούδα της είχε ξεφτίσει και το φόρεμα της ήταν τσαλακωμένο. Πάλευε με τα όλα της η Κλειώ. γιατί. αποκρίθηκε ακατάδεχτα η εξαδέλφη Αλεξάνδρα μεγα- λώνοντας και αυτή κατά λίγους μήνες την ηλικία της. Και σταμάτη- σαν την πάλη. Ένιωσε βαριά η Πουλουδιά την απόσταση που τη χώριζε από την εξαδέλφη Αλεξάνδρα και. ταπεινωμένη.108 - . — Πουλουδιά! φώναξε. αν και τον Αντώνη τον έκανε εύκολα ζάφτι. όπου πάλευαν τ' αγόρια με την Κλειώ. Γύρισε πάλι η εξαδέλφη Αλεξάνδρα και την κοίταξε από πάνω ως κάτω και ρώτησε συρτά: — Πόσων χρονών είσαι. Και γυρνώντας τη ράχη της στην εξαδέλφη της. — Μ' αυτήν. πήγε παρακάτω. Πέταξε πίσω η Κλειώ τα μαλλιά της από το ζεσταμένο της πρόσω- πο και γελώντας φώναξε του Αντώνη: . μεγαλώνοντας λίγο τον εαυτό της: — Οκτώ. — Εννιά.

Η Αλε- ξάνδρα εξαδέλφη είχε πλησιάσει και. και τρεχάτη έφθασε. καταταραγμένη. Μα τον είδε η Αλεξάνδρα αδελφή. στρέφοντας ακατάδεχτα το κεφάλι της. πήδηξε. από τις ροδοδάφνες όπου κουβέντιαζε με την Κατίνα. . η μεταξωτή του γα- λάζια γραβάτα σα σκοινί κρέμουνταν άμορφη μπροστά του και λά- σπες παντού λέρωναν την αφράτη προ ολίγου λινή του φορεσιά.. έτρεξε. έκανε αναπολώντας τη μελλούμενη κατσάδα. Τρελαντώνης — Άιντε! Σου πάγω στοίχημα πως δεν είσαι άξιος να πηδήξεις πά- νω από τη στέρνα! Να πεις του Αντώνη «Δε σ' έχω άξιο». — Αχ. είπε: — Αυτό δεν είναι τίποτα! Καλά που δεν έσπασε το κεφάλι του! Η παρατήρηση αυτή παρηγόρησε την Αλεξάνδρα αδελφή. κολλημένα στο πρόσωπο του. Μα σε τι χάλια! Τα μαλλιά του σα λαδωμένα. παρά ν' αντιμετωπίσει το θυμό της θείας. ήταν σα να τον σπιρουνί- ζεις. Ξεκαρδισμένοι τίναζαν ο Γιάννης και η Κλειώ τα νερά από τα ρούχα του. Όχι όμως και τον Αντώνη που προτιμούσε χίλιες φορές να είχε σπάσει το κεφάλι του. Αντώνη! Τι θα πει η θεία. — Και τώρα. Πήρε τη φόρα του. κι έπεσε πλουφ! μέσα στη στέρνα. Η Κλειώ έμπηξε τα γέλια. Φορείς τα κυριακάτικα σου! Το νερό δεν ήταν βαθύ κι εύκολα τον έσυραν έξω η Κλειώ και ο Γιάν- νης. τα ρούχα του μούσκεμα ως μέσα. μαζί κι ο Γιάννης. Η Αλεξάνδρα αδελφή είχε δάκρυα στα μάτια.109 - ..

τρεχάτοι ακολούθησαν τη Μαριό- ρα και τον Αντώνη. Η Αλεξάνδρα κολακεύθηκε πολύ που η μεγάλη. έκανε κι εκείνη την αδιάφορη και κάθισε πλάγι στην εξαδέλφη της μες στις ροδοδάφνες. έριξε μια ματιά του Αντώνη και πρόσθεσε.110 - . Και με ήσυχο. — Βάλε τα ρούχα του στον ήλιο... Είπε η Κατίνα.. αναφώνησε η Μαριόρα κι έκανε το σταυρό της. μεγαλόπρεπο βήμα πήγε πάλι και κάθισε μες στις ροδοδάφνες και φώναξε την Αλεξάνδρα κοντά της. την ήθελε συντροφιά και μ' όλη της την ανησυχία για τον Αντώ- νη και τη φορεσιά του. Πηνελόπη Δέλτα — Μοιάζεις λαδωμένος ποντικός! του έλεγαν για παρηγοριά. διέκοψε ήσυχα η Κατίνα. από την τρελή Κλειώ ως την μπλου μπάλα τη Λουκία. Και πώς θα τον στεγνώσω. δώσε του μια φορεσιά του Γιάννη. Όλη όμως η άλλη τσούρμα. Κατί- να. ώσπου να στεγνώσουν τα δικά του ρούχα. σαν κυρία πια. Εί- σαι γελοίος! Μόνη η Κατίνα δεν είχε χάσει το μεγαλείο της σ' όλη αυτή την ι- στορία. Φωτιά δεν έχομε αναμμένη. και φό- ρεσε του ωστόσο μια φορεσιά του Μανόλη ή. αν δεν του μπαίνει. . Χτύπησε τα παλαμάκια της και φώναξε: — Μαριόρα! Και σαν παρουσιάστηκε τρεχάτη η Μαριόρα. όλοι σπρώχνοντας και σπρωχνόμενοι. σί- δερα ζεστά δεν έχει κυριακάτικο. της έδειξε με το δά- χτυλο το μουσκεμένο Αντώνη και είπε μεγαλόπρεπα: — Πάρε τον μέσα και στέγνωσε τον! — Παναγιά μου! Τι έπαθε.. που από την πίσω πόρτα μπήκαν στο μαγειρείο.

Σα δε σκοτώθηκε το παιδί! Εσύ πάλι θα τον έβαλες στα αίματα. σα να σε βλέπω. που του είπε να πηδήξει! Γύρισε η Αλεξάνδρα εξαδέλφη και τον αποτσίφνωσε με μια ματιά. αποσβολωμένος. που την έκανε και επιβάλλουνταν σε όλα της τ' αδέλφια. άκουε ο Αντώνης κι έκανε πως σιάζει τα μανίκια του. Ας μην την άκουε. — Και τι φταίγω εγώ. κερα-Κλειώ. προπάντων του Γιάννη και της Κλειώς. με τις μαριολιές σου! Ξεκαρδίστηκε η Κλειώ. Και τι μου κάνατε την κουζίνα μου. κερα-Αννέτα! είπε γελώντας η Κλειώ. με ύφος δασκάλας. Γύρευε να πηδήξει από πάνω από τη στέρνα! — Η Κλειώ φταίγει! φώναξε ο Αλέκος. είπε.111 - . σα θέλουν οι μικροί να κάνουν τους μεγά- λους. ο Μπανα- νάκης κι εγώ. Τρελαντώνης — Τι είναι αυτά. Την ακούσαμε. αναφώνησε μια γριά που κάθουνταν πλάγι στο παράθυρο και κοίταζε τους περαστικούς στο δρόμο. Είναι εξά- δελφος μας κι έπεσε στη στέρνα! Πάγει η Μαριόρα να του φέρει στεγνά ρούχα και πρέπει να τον γδύσομε! — Κύριε ελέησον! είπε η κερα-Αννέτα και σταυροκοπήθηκε και αυτή δυο φορές. Μα όταν κατάφθασε η Μαριόρα με στεγνά ρούχα και σίμωσε η Κλειώ χορευ- . — Εσύ να μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν! του είπε συρτά. για ν' αποφύγει τα κοροϊδευτικά βλέμματα των εξαδέλφων του. αφού δεν ήταν άξιος! Ταπεινωμένος. Για δες νερά στις πλάκες! — Μη φωνάζεις. καλέ.

ο Μανόλης και ο Αλέκος. κρέμουνταν ως τα πόδια του. σκέπαζε τη χαραματιά. Η πόρτα άνοιξε και βγήκε η Μαριόρα σπρώχνοντας μπροστά της τον Αντώνη. — Γδύθηκε. σιωπηλή και ανήσυχη. το κολάρο τον κουκού- λωνε. Τα μανίκια. Ο λαιμός έχασκε. Και γελούσε η Κλειώ. Έξω περίμενε η τσούρμα πολιορκώντας την πόρτα. επαναστά- τησε. του σκέ- παζαν ακόμα και τα χέρια. Ντύθηκε. το πιγούνι του χάνουνταν μες στη γραβάτα. ξαναβρήκε όλη την παλικαριά του. Μόνη η Πουλουδιά στέκουνταν παράμερα. Δε θα γδυθώ μπροστά σας! Και πάλι σπρώχνοντας και σκουντουφλώντας βγήκε όλη η τσούρμα έξω κι έ- μεινε μόνος ο Αντώνης στην κουζίνα. κορόιδευε ο Γιάννης. διπλωμένο και ξαναδιπλωμένο. Τα δυο μικρά. Πηνελόπη Δέλτα τά και φωναχτά να του βγάλει την μπλούζα του. ο Αλέξανδρος και η Λουκία. ήταν θέαμα ο Α- . και ο καθένας έλεγε το κοντό του και το μακρύ του. με τη Μαριόρα και την κερα- Αννέτα. — Να φύγετε όλοι! φώναξε. ρώτησαν τ' άλλα δυο αγόρια. Ένα ξεφωνητό τον παρέλαβε. είχαν κολλήσει το μάτι τους σε μια χα- ραματιά της πόρτας και γύρευαν να δουν. Μα τίποτα δεν έβλεπαν τα μικρά. σα δει τα ρούχα του Αντώνη.112 - . που έσερναν ξεθωριασμένες και πολυπατημένες παντού- φλες. Τι κάνει. γυρισμένα και αυτά και ξαναγυρισμένα. αγρίεψε. Η κερα-Αννέτα. με όλο το πλά- τος της παχιάς της ράχης. Τι Αντώνης ήταν αυτός! Το παντα- λόνι του Γιάννη. Τι θα πει η θεία.

είχε ξαναβρεί ο Αντώνης το παραστατικό του και τα μεγάλα του κέφια. και πρώτος αυτός άρχισε τα καραγκιοζλίκια. . Πουλου- διά· ληστείες στα κορφοβούνια των μπάγκων φυγή αιχμαλώτων Λουκία. Λαμπο- κοπούσε όλος ο Αντώνης μες στα μακριά και πλατιά ρούχα του Γιάν- νη. με χορούς και πήδους. χωρίς να καταλάβει κανείς πώς και πότε του δόθηκε η αρ- χηγία. Αλέξανδρος· μάχη αρχιληστών Γιάννης. στεγνωμένα πια. Τρελαντώνης ντώνης! Μόνο τα μαλλιά του. Και ξαφνικά ο Αντώ- νης βρέθηκε το κέντρο όλης της εξαδελφικής παρατάξεως. Κι έτσι έφτιασε στρατούς και στόλους. και τυφλά τον ακολού- θησαν οι άλλοι. Αλέκο. που έκαναν πλακ πλακ πλακ στις πέτρες. Έγινε αρχηγός. Αντώνης. Και το παιχνίδι έγινε τρελό και γενικό. χτυπώντας χάμω τις πλατιές του παντούφλες. ήταν καλοχτενισμέ- να. Εκείνο το απόγεμα ήταν ο Αντώνης στις δόξες του. και μπουρλότα Μανόλη. έστησε πύργους. ας ήταν και κωμικά. Έκοψε κι έραψε όσο και όπως ήθελε. υ- πάκουαν. οι διαταγές του έπεφταν σαν αστροπελέκια και όλοι υποτάσσουνταν μαγεμένοι. με καινούρια χωρίστρα. περιφρούρησε φυλακές. με φρούρια Κατίνα. Αλεξάνδρα αδελφή· ναυμαχίες γύρω στη στέρνα. εκτελούσαν τις προσταγές του.113 - . χώρισε ληστές και χωρο- φύλακες. Μα μαζί με τα στεγνά ρούχα. Ήταν σα ν' άναψε φωτοστέφανο γύρω στο κεφάλι του. με ναυ- αρχίδα ανυπότακτη Κλειώ. Ποτέ ακόμα δεν είχε φανταστεί τόση ποικιλία από μάχες: πο- λιορκίες γύρω στις ροδοδάφνες. Αλεξάνδρα ε- ξαδέλφη. η φωνή του σάλπιζε και βροντούσε. διεύθυνε τα πά- ντα. Τα μάτια του άστραφταν.

Αντώνη. Βίασε το βήμα της η Αλεξάνδρα και τον πρόφθασε και του είπε χαμηλόφωνα. Και όταν τα φόρεσε και ξαναβγήκε στην αυλή. και τον αποχαιρέτησαν τα εξαδέλφια μ' ενθουσιασμούς και υποσχέσεις γρήγορα να ξαναπαντηθούν. μη σε δει κα- νείς! Είσαι φρίκη! Κόπηκε η φόρα του Αντώνη και το ωραίο υπερήφανο βήμα του. όταν διακόπηκε το παιχνίδι και μπήκε στην κουζίνα ο Αντώνης. σα βγήκαν στο δρόμο. και αντάμωσε ένα δυο . με τα ρούχα του κιτρινιασμένα και ασιδέρωτα. Έριξε μια ματιά στους περαστικούς που φορούσαν τα καλά τους. χώσου κοντά στη Μαριόρα. σαν κόπασαν οι τρέλες κι έλειψαν τα γέλια και σώπασαν οι φωνές και πήγαιναν τα τέσσερα αδέλφια με τη Μαριόρα. Ο Αντώνης θριάμβευε. διαλύθηκαν τα μάγια. Πηνελόπη Δέλτα — Ο Αντώνης είναι το πιο χρυσό μας εξαδέλφι. δήλωσε η Κλειώ. Τους φάνηκε ανυπόφορα βρώμικος και κωμικός. στο αυτί: — Μην τρέχεις. χαιρε- τούσε. έσβησε ξαφνικά το φωτοστέφανο του Αντώνη. χαμογελούσε. που πήγαινε υπερήφανα μπροστά. για να ξαναφορέσει τα στεγνωμένα του πια ρούχα. κοίταξε μπράτσα και πόδια και η καρδιά του βούλιαξε στα παπού- τσια του. με τη Μαριόρα και τα καπέλα των αδελφών του.114 - . Τον κοίταξαν τ' αδέλφια του. αλλού ζαρωμένα και αλλού κρε- μαστά. Μα. ολόκληρη η τσούρμα τον επευφήμησε και τον ζητωκραύγασε. και τρόμαξαν και ντράπηκαν γι' αυτόν. με παπούτσια και κάλτσες όπου είχαν ξεραθεί κομμάτια οι λάσπες και με γραβάτα που είχε χάσει και χρώμα και σχήμα και είχε γίνει είδος μουσαμάς. στο δρόμο το γεμά- τον κόσμο τη βραδινή αυτή ώρα. για το βραδινό κυριακάτικο περίπατο.

Να μπουν μπροστά τα κορίτσια να την ειδοποιήσουν.. αν έβλεπε η θεία τον Αντώνη σ' αυτά τα χάλια. Με δάκρυα στη φωνή αποκρίθηκε η Πουλουδιά: — Φρικτά! Τι θα πει η θεία. Να πάρουν τον πίσω δρόμο. ρώτησε η Μαριόρα. — Πάντα από την αυλή μπαίνομε. Ολόκληρη στρα- τηγική προετοίμασαν τ' αδέλφια. Βιαστικά. Τρελαντώνης βλέμματα κοροϊδευτικά. — Έννοια σου. Γιατί. όπου θα κάθουνταν οι θείες με τις επισκέψεις. Αγγλικά. παιδιά. αποκρίθηκε αποφασιστικά η Αλεξάνδρα.115 - . Βράδυνε το βήμα του και χώθηκε μεταξύ της Μαριόρας και της Πουλουδιάς. Έφθασαν στα σπίτια του Τσίλερ και μεμιάς έστριψαν όλα μαζί τ' αδέλφια στον πίσω δρομάκο. — Σας είπα από το πρωί πως θα μας βγει στραβός ο μπάτης! είπε μελαγχολικά ο Αντώνης. Να μπουν στην αυλή. Να μην περάσουν από τη βεράντα. μην τύχει και τον γνωρίσει κανένας. Να βρουν την Αφροδίτη και να της ζητήσουν βοήθεια. — Γιατί από δω. για να τον κρύψουν από τους πε- ραστικούς. ψιθυριστά έκαναν συμβούλιο τα τρία μεγαλύτερα α- δέλφια. θα σε γλιτώσομε! είπαν τα κορίτσια που περπα- τούσαν πότε μπρος και πότε πίσω. ρώτησε την αδελφή του: — Φαίνονται πολύ άσχημα τα ρούχα μου.. μην καταλάβει η Μαριόρα. .

Η Αφροδίτη χλόμιασε. . Μα στους λεκέδες και στις λάσπες του ρούχου του είχαν προστεθεί τώρα κι αίματα νωπά. — Σσστ! Δεν είναι τίποτα. και από κει στο μαγειρείο. και με τα δυο του χέρια σκέπαζε το στόμα του. ρώτησε γυρνώντας μέσα κι έξω τα χέρια του.116 - . Πηνελόπη Δέλτα — Και πάντα εμείς μπαίνομε πρώτες. ενώ η Αλεξάνδρα απομόνωσε την Α- φροδίτη για να της τα πει και η Πουλουδιά έστηνε καραούλι. πρόσθεσε με φόρα η Που- λουδιά παίρνοντας το χέρι του Αλέξανδρου. τα καλά του. Άρπαξε τα χέρια του και τα είδε ματωμένα. . Μα σα βγήκε στην αυλή με την Αλεξάνδρα. φώναξε η Α- λεξάνδρα. — Θα φοβήθηκε να μπει μέσα. — Πωπώ! αναφώνησε σαν τ' άκουσε η Αφροδίτη. για να παρασύρει και τη Μαριόρα προς την αυλή. μην παρουσιαστεί ξαφνικά κανένας από τους μεγάλους της βεράντας. Και τωόντι στέκουνταν απέξω. — Πού σε δάγκασε. γιατί θα τα πατσαβουριάσει παίζοντας! Πού είναι το τρελόπαιδο. όπου έπιασε η Μαριόρα κουβέντα με την κερα-Ρήνη. το «τρελόπαιδο» δεν ήταν πουθενά. λέει. θα στέκεται α- πέξω. Τα κατάφεραν τα κορίτσια και μπήκαν πρώτες στην αυλή με τη Μαριόρα και τον Αλέξανδρο. αφήνοντας έξω τον Αντώνη. είπε η Αλεξάνδρα. με δάγκασε ο Ντον! είπε χαμηλόφωνα ο Αντώνης.Αντώνη! Τι έπαθες. Μην τον δει μο- νάχα η θεία σου! Δεν ήθελε να του δώσω.

— Πάμε πάνω. θέλει καθάρισμα το στόμα σου. Η Αφροδίτη όμως έ- μοιαζε σκουτουρεμένη.117 - . Μπαίνουν μέσα. Δεν παίρνω απάνω μου αυτή την ιστορία.. — Πίσω! Πίσω! ψιθύρισε. Αντώνη. — Του πήρα το κόκαλο! είπε ντροπιασμένος ο Αντώνης. Τρελαντώνης — Στο στόμα! είπε ο Αντώνης κι έδειξε το πάνω του χείλι που μά- τωνε από δυο τρύπες που είχαν αφήσει τα δόντια του Ντον. Πλησίασε τον Ντον να τον εξετάσει και. είπε γυρίζοντας κοντά στ' αδέλφια. — Η ουρά του είναι ψηλά.. θα φωνάξω τη θεία σου! έλεγε η Αφρο- δίτη. του είπε. Έλα μέσα γρήγορα να σε πλύνω. Ο ένοχος κάθουνταν παρακάτω και μασούλιζε ένα κόκαλο. — Τις αταξίες σου δεν μπορείς να μην τις κάνεις! είπε σκοτισμένη όλο και περισσότερο η Αφροδίτη. Την ακολούθησε ο Αντώνης με την Αλεξάνδρα κι έκανε να μπει στην κουζίνα. δε μοιάζει άρρωστος. — Όχι. Τρελαντώνη. Σταμάτησε άφωνη εμπρός στον αιματωμένο Αντώνη που πάλευε με την Αφροδίτη να της ξεφύγει... Τι του έκανες και σε δάγκασε. Τρεχάτη και τρομαγμένη κατάφθασε η Πουλουδιά με τον άλλο τόσο τρομαγ- μένο Αλέξανδρο. καθώς την είδε αυτός. δεν κάνει. . Η Α- φροδίτη φαίνουνταν πολύ τρομαγμένη. Πρήστηκαν κιόλα τα χείλια σου. Μα τον έσπρωξε κατά την είσοδο η Αφροδίτη. πετάχθηκε απάνω και άρχισε να πηδά γύρω της και να της κάνει χίλιες χαρές.

— Τι τρέχει.118 - . τον άρπαξε από την μπλούζα του και φώναξε: — Κυρία! Ελάτε. Θεέ μου! Τι θα τον κάνουν τώρα! μουρμούρισε τρέμοντας η Αλεξάνδρα. — Η θεία θα δει τα ρούχα του... κυρία! Γρήγορα... — Ο σκύλος δάγκασε τον Αντώνη! Δείτε. — Κακιά! μούγκρισε ο Αντώνης κι έμεινε ακίνητος. — Ποιος σκύλος. — Πώς τον δάγκασε. περιμένοντας το αστροπελέκι που θα έπεφτε τώρα στο κεφάλι του. — Ο σκύλος. πίσω τους. ρώτησαν μαζί θείος και θεία. Στην ανοιχτή πόρτα του σαλονιού στέκουνταν η θεία Μαριέτα και ο θείος ο γιατρός. — Ποιον δάγκασε ο σκύλος. . πρόσθεσε η Πουλουδιά. ρώτησε η θεία. Μα θεία και θείος είχαν πλησιάσει κατασυγχυσμένοι και. — Τι τρέχει. Πηνελόπη Δέλτα Και βλέποντας πως της ξέφευγε ο Αντώνης. κύριε γιατρέ! είπε πολύ ταραγμένη η Αφροδίτη. ανήσυ- χοι πρόβαλαν η θεία Αργίνη με το θείο Ζωρξή. — Αχ. — Πού.

Και όχι μόνο δεν έπεφτε το αστροπελέκι. — Τι τρέχει. θεία Μαριέτα και θείος γιατρός μαζεύθηκαν γύρω στον άφωνο Αντώνη. Πήρε κατά μέρος το θείο Ζωρζή και κάτι του είπε κρυφά. Επέστρεψε ο θείος Ζωρζής και κάτι τον ρώτησε η θεία Μαριέτα και αποκρίθηκε ο θείος: — Ο βασιλέας διέταξε να δέσουν τον Ντον και να τον παραφυλά- γουν! . Μεγάλο σούσουρο ακολούθησε. Μα καλό είναι να εξετάσουν το σκύλο. και το αστροπελέκι δεν έπεφτε. Σαστισμένα κοίταζαν τ' αδέλφια όλη αυτή τη φασαρία και τον Α- ντώνη που σιωπηλά δέχουνταν. χάδια και περι- ποιήσεις. Αμέσως άρπαξε το καπέλο του ο θείος Ζωρζής και βγήκε έξω. δεν είναι τίποτα! έλεγε κάθε λίγο. Θείος Ζωρζής. — Τίποτα. που όλο περίμενε το αστροπελέκι. ρώτησε ανήσυχα η θεία Μαριέτα.119 - . — Δεν είναι τίποτα. Τρελαντώνης — Τον Αντώνη! Τον δάγκασε ο σκύλος του βασιλέα! εξήγησε η Αφροδίτη. θεία Αργίνη. σα λίγο ζαλισμένος.. Να του εξα- κολουθήσετε τις κομπρέσες με την άρνικα και θα ξεπρηστούν τα χείλια του. ενώ ο θείος Γιώργης βουτούσε κομπρέσες σ' ένα κίτρινο γιατρικό και του τις άπλωνε στα χείλια. η θεία Μαριέτα βουτούσε πανιά σε μια λεκάνη και του ξέπλενε τρυ- φερά πρόσωπο και χέρια. Γιώργη. αλλά και όλοι οι μεγάλοι φασάρευαν γύρω του· η θεία Αργίνη τον πήρε στην αγκαλιά της.. Μόνο. αποκρίθηκε ο θείος γιατρός.

. μη σε ζαλίσει. — Τα είδε όλα.. είπε η Πουλουδιά. τα τέσ- σερα αδέλφια έκαναν συμβούλιο στα σκοτεινά. με όλη την επιβολή που του έδινε το δάγκαμα του Ντον και η παλικαρίσια ακλαψιά του. Σήκωσε τη φωνή του πάνω από τα ψιθυρίσματα των αδελφών του και είπε: — Κάποιοθθθ μάγεπθε τη θεία. — Ήθελα να ξέρω. Και είπε κι ένα άλλο. και συ είσαι παλικάρι! Το βράδυ εκείνο. σα βρέθηκαν μόνα πάλι. χωρίς όμως και να τον εμποδίζει να βάζει το λόγο του. Πηνελόπη Δέλτα Και χάιδεψε τα μαλλιά του Αντώνη και είπε: — Δεν είναι τίποτα. με πολλά φ φ φ φ.. γδυμένα και στο κρεβά- τι. Είπε «Καλά και ήταν ο σκύλος του βασιλέα». — Να μη σου αλλάξει τα ρούχα σου. πρόσθεσε ο Αλέξανδρος. και θ θ θ θ. και μάλι- στα να κόβει το λόγο στ' αδέλφια του.. είπε η Αλεξάνδρα. μ' απεναντίαθ με φιλούθε θθθαν να ήμουν ο Αλέκ- θθθαντροθθθ! — Εγώ νομίζω πως δεν είδε τα ρούχα σου. ρώτησε ανήσυχος ξαφνικά ο Αντώνης. γιατί όχι μόνο δε με μάλωθθθε. κουκούτθθθι.120 - . Ο Αντώνης είχε δεμένο το στόμα. — Ούτε τις λάσπες στα παπούτσια του. — Τι τηθ είπε. Την άκουσα που το είπε της Αφροδίτης. . με κατεβασμένες τις κουνουπιέρες και σβησμένο το φως. τι έκανε τη θεία και δε μά- λωσε τον Αντώνη. πράμα που τον δυσκόλευε λίγο και τον έκανε να προφέρει περίεργα. διέκοψε η Αλεξάνδρα..

Μα ο Αλέξανδρος. διέκο- ψε τη συζήτηση. άρχισε η Πουλουδιά.. αργά. Αλεξάνδρα. θα τον κλοτθθθούθα και θα τον έδιωχνα! — Ναι! Πού θα πρόφθαινες! έκανε η Αλεξάνδρα. — Και πρώτον. ο Κέρβερος είναι δικό μας σκυλί. . — Επειδή αυτός είναι από καλή ράτσα. και όμως δεν έφαγε ποτέ κανένα μας.121 - . Ενώ. Εγώ δε θα τον άφηνα. αν ήταν κανένας αγριόσκυλος. ρώτησε ο Αλέξανδρος: — Γιατί είναι καλύτερο να σε δαγκάσει ο σκύλος του βασιλέα πα- ρά αλλουνού. Μα βρήκε αμέσως μια δικαιολογία.. — Καθόλου! διαμαρτυρήθηκε ο Αντώνης. — Επειδή. — Ο δικός μας ο Κέρβερος. που δεν ικανοποιήθηκε με την εξήγηση. Τρελαντώνης — Αλήθεια! θαύμασε η Πουλουδιά. είπε συλλογισμένος. Η παρατήρηση του Αλέξανδρου έριξε την Αλεξάνδρα σε συλλογή. Καλά και ήταν ο Ντον! Από το κρεβάτι του. μα στάθηκε. θα τον είχε φάγει ολό- κληρο τον Αντώνη.. δεν είναι σκύλος του βασιλέα. ούτε μας δά- γκασε ποτέ. Κι εκείνη δεν ήξερε. είπε. είπε με βεβαιότητα η Αλε- ξάνδρα.. — Αλήθεια! στέναξε πάλι η Πουλουδιά. στην Αλεξάνδρεια. Και ρώτησε διστακτικά: — Γιατί είπε η θεία πως ήταν καλύτερα.

Τι σαλάτα την έκανε ο Αλέξανδρος την παιδαγωγική της! — Και πρώτον λες ανοησίες! Ο Ντον είναι σκύλος. μα ο Αντώνης δεν του έπαιρνε τα κόκαλα του! Σήμερα πή- ρε του Ντον το κόκαλο που έτρωγε. Η Αλεξάνδρα στενοχωρέθηκε. Και πάλι τα λόγια του Αλέξανδρου μπέρδεψαν την Αλεξάνδρα. έκανε ανυπόμονα. τι ξέρει.122 - . Η μαμά λέγει πως είναι αγριόσκυλος! επέμεινε ο Αλέξανδρος. ρώτησε ο Αλέξανδρος. — Κι έπρεπε γι' αυτό να τον δαγκάσει. Έπειτα. να που τον τιμώρησε ο βασιλέας! Είπε να τον δέσουν και να τον παραφυλάξουν! — Έπρεπε να τον δείρουν! επέμεινε ο Αλέξανδρος που κουρδίζου- νταν με τα ίδια του τα λόγια. διόρθωσε ο Αντώνης. — Βέβαια! επισφράγισε η Πουλουδιά. Πηνελόπη Δέλτα — Και τι πειράζει.. ρώτησε ο Αλέξανδρος. — Τι θα πει. παρά είπε μόνο να τον κοιτάξουν. . — Να τον εκθθθετάθουν θα πει. όταν άλλα παιδιά μας παίρνουν τα παιχνίδια μας. Γιατί δεν είπε ο θείος Γιώργης να τον δείρουν. Εσύ λες πως δεν πρέπει ποτέ να θυμώνομε μεις. — Να τον εκθθθετάθουν. Και θύμωσε αυτός. Μα και πάλι βρήκε μιαν εξήγηση: — Ναι..

πώθθθ κάνουν εκθετάθθθειθ θτο θκολείο. Τρελαντώνης Το ήξερε τώρα ο Αντώνης. Δεν είχε πολλή πεποίθηση στα λόγια του ο Αντώνης. ρώτησε.. Για ν' αλλάξει την ομιλία και να κόψει τα ρωτήματα του Αλέξανδρου.. Ο Αλέξανδρος όμως δεν είχε καταλά- βει.. Πωπώ! τι με περίμενε!. χαλάλι του.. — Θα του κάνουν μάθημα.. Ένιωσε η Αλεξάνδρα πως κάπου σκάλωσε το κύρος του Αντώνη και πως κινδύνευε να γκρεμιστεί από κει που το είχε ανεβά- σει η παλικαριά του όλης της ημέρας. Εγώ ποτέ πια δε θα τον πω γρουθθθούδη. — Ποιοθθθ λέγει τον μπάτη γρουθούδη. Μα τη διέκοψε ο Αντώνης. που έβγαιναν πάντα κομπο- λόγι. με τα αιώνια ρωτήματα του! — Δεν καταλαβαίνειθθθ τίποτα! Να. Κι εννοούσε να καταλάβει. ύστερα η βουτιά στη στέρνα και τώρα ο Ντον. μα πώς να το πει με λόγια. αφού με δάγκαθε ο Ντον! Αν δε με είχε δαγκάθει ο Ντον. αν δεν είχε τρομάκθει η θεία.123 - .... ύστερα η τούμπα του Αντώνη στην εκκλησία. αναφώνησε. είπε μ' έναν αναστεναγμό: — Ουφ! Πάει αυτή η Κυριακή! Ήταν γρουσούζικη! Πρώτα το τα- ξίδι της Αλίς. η κουνουπιέρα του Αντώνη σώπαινε. Μπα! Ο μπάτηθθθ είναι γουρλήθθθ! Δήτω ο μπάτηθθθ! . Το ερώτημα έμεινε χωρίς απάντηση. μα επιτέλους ας καταλάβαινε και ο μικρός. Πρωί πρωί αλήθεια ο γρου- σούζης ο μπάτης. Αυτός ο Α- λέξανδρος.

— Όχι. Η φωνή της θείας στη σκάλα σταμάτησε ξαφνικά τις ετοιμασίες των άλλων κρεβατιών. Πηνελόπη Δέλτα Μια τούμπα στα μαλακά ακούστηκε και από μέσα από την κου- νουπιέρα σα σάλπισμα ξαναπέταξε η φωνή του Αντώνη: — Δήτω-ω-ω!!! — Ζήτω! φώναξε και ο Αλέξανδρος που ηλεκτρίσθηκε και αναση- κώθηκε και αυτός για τούμπα. — Παιδιά. Η θεία μπήκε μέσα προσεκτικά και στάθηκε ν' ακούσει. Τσιμουδιά. ξα- νάμπηξε την κουνουπιέρα και βγήκε έξω. Βήματα ακούστηκαν και συνάμα ένα βιαστι- κό γλίστρημα σωμάτων κάτω από σεντόνια πίσω από τις τέσσερις κουνουπιέρες.. δεν έχει πυρετό. Ο Αντώ- νης δεν κούνησε. Τα βήματα πλησίαζαν. Σίμωσε η θεία στο κρεβάτι του Αντώνη. και κοιμούνται και τα τέσσερα.124 - . άπλωσε το χέρι της κάτω από την κουνουπιέρα κι έψαξε το μέτωπο και το λαιμό του. είπε βγαί- νοντας. και τέλεια σιωπή απλώθηκε στην κάμαρα. έκανε χαμηλόφωνα. — Κανένας δε μίλησε. Και η φωνή του θείου απέξω αποκρίθηκε: . — Τι τρέχει απάνω. Ποιος φωνάζει.. Σιγά τράβηξε κείνη κι έσιαξε το σεντόνι του.

Για τ' αδέλφια ήταν σα να σάλπισε σιωπητήριο. . ψιθύρισε τσευδά ο Αντώνης.. Σε τέτοια δια- ταγή δεν επιτρέπουνταν αντίρρηση.. είχε σηκωμένη την ουρά κι έπινε Μοιάζει.. λοιπόν φθάνουν τα λό- για».. Τρελαντώνης — Μένει να παρακολουθήσομε τώρα το σκύλο. Ευτυχώς φαίνεται να είναι καλά και σαν τον είδα. Η θεία είπε πως κοιμόμαστε! Καληνύχτα! Που σήμαινε «Δεν πρέπει να τη γελάσομε. Και οι τρεις μικρότεροι. Τα παρακάτω χάθηκαν στο γύρισμα της σκάλας.125 - . ευάγω- γα. — Δε θαθθθ είπα πωθ ο μπάτηθθθ είναι γουρλήθθθ. Από το κρεβάτι της Αλεξάνδρας ακούστηκε χαμηλόφωνη διαταγή: — Σσστ!. έκλεισαν τα μάτια τους.

Ο Αντώνης άνοιξε το δεύτερο μάτι του για να αγριοκοιτάξει τον αδελφό του. ρώτησε ο Αντώνης. Πηνελόπη Δέλτα Ξ απλωμένος χάμω. σημαδεύοντας με το άλλο πού να ρίξει το βόλο του. — Μα πώς μπορούν Έλληνες να πολεμούν και να σκοτώνουν Έλ- ληνες. — Δε θέλω όμως να είναι Τούρκοι οι στρατιώτες μου! διαμαρτυ- ρήθηκε θυμωμένος. τα χέρια του απλω- μένα προστατευτικά πάνω από τα παρατεταγμένα μολυβένια στρα- τιωτάκια. το ένα μάτι κλειστό. πίσω από το μολυβένιο στρατό του. — Έλληνας! φώναξε ο Αλέξανδρος. είπε ο Αντώνης: — Λοιπόν! Αποφάσισε! Είσαι ή δεν είσαι Τούρκος. — Λοιπόν τι είσαι. . — Δεν είμαι! αναφώνησε αγανακτισμένος ο Αλέξανδρος. Ο Αλέξανδρος δεν ήξερε.126 - . γονατι- σμένος και αυτός πίσω από το δικό του στρατό.

Μια βδομάδα είχε περάσει από το δάγκαμα του Ντον. όρθια. τα χείλα του Αντώνη είχαν γιατρευτεί. οι δικοί σου πρέπει να είναι Τούρκοι! — Δε θέλω! επανέλαβε ο Αλέξανδρος. μια μάζα γύρω στην τρίχρωμη μολυβένια σημαία τους. με τα χέρια στην πλάτη. κατά τετράδες βαλμένα στρατιωτάκια του Αντώνη. οι αταξίες πολλα- πλασιάστηκαν και οι τιμωρίες της θείας έπεφταν βροχή. με τις ξιφολόγχες άλλες στραβωμένες και άλλες σπασμένες. με βάσεις ασταθείς. γραμμή στον ώμο. σηκώθηκε η Πουλουδιά και σίμωσε τ' αγόρια. Μα σήμερα δεν είχε πάγει η θεία στην εκκλησία. Μα δε μίλησε. με την ελληνική ση- μαία στη μέση και το στρατηγό καβάλα εμπρός. τα τουφέκια και τις ξιφολόγχες τους ολόισια.127 - . Και ύστερα κοίταξε τα στρατιωτάκια του Αλέξανδρου. όπου με μπλου και κόκκινα μολύβια χρωμάτιζαν οι δυο αδελφές ντεκολτέ κυρίες με τριαντάφυλλα στο κεφάλι. είχαν αποφασίσει να κάνουν πόλεμο κι έστησαν τον έναν αντίκρυ στον άλλο τους δυο τους εχθρικούς στρατούς. Και είπε ο Αντώνης. αλλού τσακισμένες και αλλού κυρτές. και τ' αγόρια. παλιά φιγουρίνια της θείας Μαριέτας. Πώς θα πολεμήσομε. Ήταν πάλι Κυριακή. σταυρώνοντας τα χέρια του: — Τότε καλύτερα να μην παίξομε! Παραπονιάρικα είπε ο Αλέξαν- δρος: . Τρελαντώνης — Και ποιος θα είναι τότε Τούρκος. κι επιθεώρησε με μια ματιά τα τακτικά. Ή Έλ- ληνες θα είναι οι στρατιώτες σου ή Τούρκοι! Αφού οι δικοί μου είναι Έλληνες. Στάθηκε η Πουλουδιά. Από το τραπέζι. ελεύθερα.

ρώτησε η Πουλουδιά. έκανε. Πώς μπορούν να είναι οι Τούρκοι πιο ωραίοι από τους Έλληνες. Το επιχείρημα συγκίνησε την Πουλουδιά. — Εγώ.128 - . Πηνελόπη Δέλτα — Δε θέλω ο στρατός μου να είναι τούρκικος! Και νιώθοντας πως ο ερχομός της Πουλουδιάς σήμαινε επικουρία. βερνικωμένο. — Γιατί δε γίνεσαι εσύ Τούρκος. είπε ο Αντώνης. περι- ποιημένο. ολοκαίνουριο. Και πώς μπορούν οι Έλληνες να έχουν αυτό το χάλι. και χάιδεψε τη χάρτινη ελληνική σημαία. Υπερήφανα έδειξε ο Αντώνης το στρατό του. σα να 'βγαινε από το μαγαζί. αλλά παστρικά κολλημένη απάνω στη μολυβένια σημαία. σήκωσε το κεφάλι και παρακάλεσε: — Πες του! — Τότε μάζεψε το στρατό σου. . για να σκεπάσει τα τρία της χρώματα. — Αυτοί Τούρκοι. πρόσθεσε με μια περιφρονητική κίνηση κατά τη μολυ- βένια μάζα του Αλέξανδρου. ας ήταν και μολυβένιοι. Ειρηνευτικά είπε του Αλέξανδρου: — Ας είναι Άγγλοι οι δικοί σου! — Λαμπρά! Σαν τη μις Ράις! επιδοκίμασε ο Αντώνης που ήξερε τη νίκη του σίγουρη και ήταν ενθουσιασμένος να τραβήξει έναν τράκο στους συμπατριώτες της μις Ράις. όχι πολύ τακτικά χρωματισμένη.

— Μα τότε. και θα ελευθερωθεί όπως ελευθερώθηκε η Ελ- λάδα. όχι για τη μις Ράις. μα γιατί ο θείος λέγει πως οι Άγγλοι μας έδωσαν την Κρή- τη. που μας έδειξε ό θείος τον τάφο του. . Πώς θα ελευθερωθεί. Τι θα είναι οι δικοί μου. Ο ενθουσιασμός του Αλέξανδρου έπεσε και κοντοστάθηκε. — Την Κέρκυρα! διόρθωσε ο Αντώνης. Και οι Κερκυραίοι. — Μα δεν είπαμε πως θα είναι Άγγλοι. είπε αργοκουνώντας πλαγίως το κεφάλι του. Πού η Κρήτη! Η Κρήτη θα ελευθερωθεί μόνη της! Αυτή δεν έχει ανάγκη από τους Άγγλους! — Ναιαιαι. Να! Αυτοί οι Κρητικοί είναι παλικάρια! Οι δικοί μου στρατιώ- τες λοιπόν είναι Κρητικοί! — Ωραία! φώναξε μ' ενθουσιασμό ο Αλέξανδρος.. Και οι δικοί μου Έλληνες. Δεν είναι και αυτοί Έλληνες... — Καλά.129 - . Πώς μπορούν Έλληνες να σκοτώνουν Έλληνες. όπως ο Καραϊσκάκης.. — Η μις Ράις είπε πως δεν είναι αγγλική αυτή η σημαία. έκανε ο Αλέξανδρος. — Θα κάνει επανάσταση. Μα τον διέκοψε ο Αντώνης: — Μπούφο! Και τι είναι οι Κρητικοί. Και οι Ροδίτες και οι Κυπριώτες.. Είναι ξένη. ρώτησε κατσουφιασμένος. Τρελαντώνης Ο Αλέξανδρος στάθηκε να συλλογιστεί. ζαλισμένος λίγο από τόσα ονόματα. μουρμού- ρισε διστακτικός ο Αλέξανδρος.. Και η σημαία σου το λέγει.

Το είδε η Πουλουδιά και άρ- χισε να θυμώνει. Τι χάλια! Ένας δεν έχει στέρεη βάση! Και θες να είναι κι Έλληνες! Με την πρώτη θα πέσουν! . ποιος πολύ ποιος λίγο. — Τι χάλια που είναι οι στρατιώτες σου! είπε χαμηλόφωνα του Α- λέξανδρου. ανάμεσα στους στρατιώτες του. και πάλι στη μάζα των στρατιωτών. νευρικά. Μα δεν ήταν εύκολο να στηθούν γερά στρατιώτες που όλοι σχεδόν είχαν στραβωμένες τις βάσεις. όλοι κάπως κουτσοί και ανάπηροι. μες στο κουτί τους. ρώτησε επιφυλακτικά ο Αλέξαν- δρος. και χρειάστηκε να τους ξαναστήσει. Μα ο Αλέξανδρος είχε χάσει το βόλο του. τελείωνε! φώναξε του Αλέξανδρου. Τον γύρεψε μες στις φούστες του.130 - . Έλα! Ετοιμάσου! — Μα είναι παλικάρια οι Άγγλοι. Πηνελόπη Δέλτα — Το ξέρω. Έλα τώρα! Πού είναι ο βόλος σου. θυμωσιάρικα. Με τα δόντια της. έσιαζε μια δυο λυγισμένες βάσεις. που ήταν. — Βέβαια είναι! Αφού μας έδωσαν την Κέρκυρα. Μόνο που έπε- σαν οι στρατιώτες του. αδιάφορο. ενώ παρακάτω ο Αντώνης γύρευε ανάμεσα στους βόλους του έναν όμοιο σαν το δικό του. — Έλα. είναι γαλλική. Σου δίνω εγώ άλλο βό- λο! Μόνο στήσε γρήγορα το στρατό σου! Βιάζουνταν ο Αλέξανδρος όσο μπορούσε και βοηθούσε και η Που- λουδιά. Ο βόλος δε βρέθηκε. για να τον δώσει του αδελφού του. Έχασε την υπομονή του ο Αντώνης.

— Να. θα σκοτώσεις περισσότερους από τους δικούς μου στρα- τιώτες. μήπως τις αλληλοσυγκρατήσει. Ο δικός σου είναι λίγο πιο μεγάλος. Μα επέστρεφε ο Αντώνης. πατώ- ντας τη μια βάση πάνω στην άλλη. τοποθέτησε το βόλο πάνω στο νύχι του και σημάδεψε. έκλεισε το ένα μάτι. Δε βρήκα τον απαράλλα- χτο σαν το δικό μου βόλο. — Ω! ω! ω! έκανε ο Αλέξανδρος. Τρελαντώνης Ντροπιασμένος κοίταζε ο Αλέξανδρος τα θυμωμένα χέρια της Πουλουδιάς που γύρευε να στερεώσει τους στρατιώτες του. Τους έσφιξε η Πουλουδιά όσο μπορούσε σε μια μάζα και σηκώθηκε. Τον τίναξε. Μα ήταν μικρός ο αντίχειρας και βαρύς ο βόλος. Έλα! Τράβα εσύ πρώτος! — Και σημάδεψε καλά! πρόσταξε η Πουλουδιά. Δίπλωσε ο Αλέξανδρος τον αντίχειρα του μέσα στο στρογγυλεμένο του δείχτη. — Μπούφο! μουρμούρισε η Πουλουδιά. Ξαπλώθηκε χάμω.131 - . Είπα- με πως όποιος στρατιώτης έπεσε πάνω σ' άλλο στρατιώτη είναι πλη- . — Δική μου σειρά! είπε ο Αντώνης. Ο βόλος χτύπησε τη μάζα του Αλέ- ξανδρου στη μια γωνιά και πήρε τους μισούς. είπε ο Αντώνης του αδελφού του. έφυγε αυτός στραβά και πέρασε πλάγι στους στρατιώτες του Αντώνη. — Στάσου! φώναξε η Πουλουδιά απλώνοντας τα χέρια της. τοποθέτησε το βόλο του στο νύχι του. μα δεν πειράζει. έτοιμος να κλάψει. χω- ρίς ν' αγγίξει κανένα. σημάδεψε κι έριξε.

Μα τούτοι είναι σχεδόν όλοι σκοτωμένοι. και πάλι άλλον. — Καθόλου! Σήκωσα μόνο τους πληγωμένους! Έλα. ώ- σπου δεν έμειναν παρά τρεις τέσσερις σκοτωμένοι. — Καθόλου! είπε η Πουλουδιά σηκώνοντας έναν πεσμένο που έ- σπρωξε έναν άλλο πλάγι του. — Σωστά. όταν είχε λάβει ο αδελφός του καινούριους στρατιώτες. αποκρίθηκε ο Αντώνης που είχε κάνει το νόμο στα γε- νέθλια του Αλέξανδρου. — Στην άκρη μόνο της ξιφολόγχης! παρατήρησε ο Αντώνης. — Αδιάφορο! Ακουμπούσε! επέμεινε η Πουλουδιά. Πηνελόπη Δέλτα γωμένος και ξανασηκώνεται. Αλέξανδρε. επανέλαβε πλησιάζοντας να επιτηρήσει την επι- λογή. Και σήκωσε τον πληγωμένο. και πάλι σημάδεψε και πάλι έριξε. . κούνησε αυτός· άρα ακουμπούσε στον άλλο. Μα πάλι στράβωσε ο βόλος του και αστόχησε και κατρακύλησε πέρα από το στρατό του Αντώνη. ενώ οι δικοί του είχαν αρχίσει να χάνουν λίγο την ισορ- ροπία τους. Να. και άλλον έναν. — Σα να μου φαίνεται πως τους σήκωσες όλους! ξαναδιαμαρτυ- ρήθηκε ο Αντώνης. Σωστά.132 - . Σκοτωμένοι είναι μόνο όσοι ακου- μπούν ολόκληροι στο πάτωμα. τράβα πάλι! Αναστέναξε ο Αλέξανδρος με ανακούφιση. σαν είδε πάλι όρθιους τους στρατιώτες του. — Μα δεν προσέχεις! του φώναξε η Πουλουδιά.

Μ' αυτή τη φορά είχε ρίξει πιο δυνατά ο Αντώνης και είχαν σκορπίσει μακριά οι στρατιώτες. σημάδεψε! Πρόσεξε! Πρόσεξε ο καημένος ο Αλέξανδρος. για να υποστηρί- ξει ο ένας τον άλλο. αν και κλονίστηκε ολόκληρη η σειρά. μόνο ένας στρατιώτης έπεσε. — Έλα. Ζήτω! Σας έφαγα πάλι! . και πάλι σκόρπισαν. Τρελαντώνης — Δική μου σειρά! είπε θριαμβευτικά ο Αντώνης. όλοι σχεδόν οι στρατιώτες του Αλέξανδρου. και πάλι ο μισός στρατός του Αλέξαν- δρου στρώθηκε χάμω. έτριζε η Πουλουδιά τα δόντια της κι έσφιγγε κοντά-κοντά. πεθαμένοι και πληγωμένοι. είπε σφίγγοντας τα δόντια της η Πουλουδιά. Η Πουλουδιά ρίχθηκε στα γόνατα και άρχισε πάλι το ξεδιάλεγμα των πληγωμένων. Αυτή τη φορά χτύπησε την πλευρά μιας τετράδας. Τα δάκρυα έτρεχαν τώρα σιωπηλά στα μάγουλα του. Και σημάδεψε και τράβηξε. Στην κατοπινή ριξιά έπεσε όλος ο στρατός του Αλέξανδρου. τους λίγους πια ήρωες του Αλέξανδρου. σιωπηλή και αυτή. μα του έπεφτε βαρύς ο βόλος και μικρό το χέρι και ήταν στερεές οι βάσεις του Αντώνη. — Ζήτω! φώναξε ο Αντώνης. αφή- νοντας λιγότερους πληγωμένους παρά σκοτωμένους. αλλά. Ο αγώνας δε βάσταξε πολύ. ενώ σήκωνε τους πληγωμένους του. και πλάγι του. Και πάλι τράβηξε ο Αντώνης.133 - .

Ήταν όλοι σκοτωμένοι! — Δεν ήταν! διαμαρτυρήθηκε η Πουλουδιά. πίσω του. είπε πει- σμωμένος. ξεμπέρδευε. Πηνελόπη Δέλτα — Καθόλου! αποκρίθηκε η Πουλουδιά. και με την πρώτη θα σου τους σαρώσω όλους κάτω! Ο Αλέξανδρος. να. γοργά σηκώνοντας τρεις τέσσερις στρατιώτες. για να σταμα- τήσει τα δάκρυα που ολοένα ανάβρυζαν. — Δική μου σειρά και τελείωσε! φώναξε θριαμβευτικά ο Αντώνης. ήταν πεσμένοι έτσι. Ο Α- ντώνης ρίχθηκε κι εκείνος στα γόνατα. Αυτοί είναι πληγωμένοι. γονατιστός.. Και δε θέλω να με λες ζαβολιάρα! Αυτοί ήταν πληγωμένοι.134 - . σημά- δεψε κι έριξε. Πήρε το βόλο του. — Εγώ τους είδα. — Δεν πάει αυτή! αντιφώναξε η Πουλουδιά. Μα έτρεμαν τα χέρια του και ο βόλος πήδηξε από πά- νω από το στρατό του Αντώνη και κύλησε με κρότο στα σανίδια. ρίξε άλλη μια. — Μη μαλώνετε! φώναξε η Αλεξάνδρα από το τραπέζι της. πληγωμένος και ο στρατηγός! Έλα. δάγκανε τα χείλια του. . Αλέξανδρε! — Ζαβολιάρα! της φώναξε ο Αντώνης. — Έλα. μα- κριά. — Ήταν! — Δεν ήταν! Τα πράγματα αγρίευαν. καλά. και ήταν όλοι σκοτωμένοι! επέμεινε ο Αντώνης.. — Δεν ήταν! επέμεινε και η Πουλουδιά. Αλέξανδρε.

Δεν πάει. έριξε το βόλο του και σκόρπισε στα πέρατα τους τελευταίους ανδρείους του Αλέξανδρου.135 - . Με μια ξανάστροφη τους έριξε κάτω ο Αντώνης. Την έπιασε ο Αντώνης από τα δυο χέρια γυρεύοντας να τη γονατίσει. Είδες τι έκανες. που αυτή τη φορά έπεσε από το άλογο. Έξω φρενών κλότσησε η Πουλουδιά και αναποδογύρισε και σκόρπισε όλο το στρατό του Αντώνη. τον κάθισε στο άλογο και άρχισε να στήνει πάλι όρθιους τους στρατιώτες. Τρελαντώνης — Πάει και παραπάει! — Όχι. Ο Αλέ- ξανδρος δε γύρευε πια να συγκρατήσει τ' αναφιλητά του. Άλλη μάχη ξέσπασε τότε. Έριξες κάτω την ελληνική σημαία και την ξεκόλλησες! Μάζεψε την ευθύς και φίλησε την! — Δεν τη μαζεύω και δεν τη φιλώ! — Θα τη μαζέψεις! — Δεν τη μαζεύω! . μαζί και το στρατηγό. Η Που- λουδιά άφριζε. — Δεν πάει! έλεγε και ξανάλεγε. είναι αδικία! Και με φούρκα μάζεψε το στρατηγό. της είπε μέσα από τα δόντια του. δεν πάει! Έδωσες του Αλέξανδρου ένα μεγάλο βόλο που δε χωρεί στο δάχτυλο του! Δώσ' του το δικό σου βόλο! — Ανοησίες λες! Φύγε από κει! — Δεν πάει σου λέγω! Στάσου! Με μια σπρωξιά την παραμέρισε ο Αντώνης. — Τι έκανες.

. — Πουλουδιά!. ο Αντώνης τράβηξε τα χέρια του. Τ' άκουσε και η Αλεξάνδρα και ο Αλέξανδρος! — Όχι! Δεν το είπα για τη σημαία μας! Το είπα γι' αυτό το χαρτί. ο Αλέξανδρος σταμά- τησε τα κλάματα του. Δεν τόλμησε να επαναλάβει τη λέξη. . — Είναι μια μουντζούρα! μουρμούρισε. Πηνελόπη Δέλτα Με τη βία τη γονάτισε. — Δεν είναι αυτό σημαία! επέμεινε.. και είναι πασα- λειμμένο γκόμες και μουντζούρες! Είναι. Το απόγεμα θα έλθει ο Γιάννης και θα τον ρωτήσω αν επιτρέπονται αυτά! Θα του πω πως είπες τη σημαία μας παλιόχαρτο και μουντζούρα! — Δεν την είπα! — Δεν την είπες. Διακόπηκε κείνη. και το κόλλησε ο Αντώνης.. και δεν είναι τίποτα. Αυτό το ζωγράφισε ο Αντώ- νης..136 - ... Σα να πά- γωσε ξαφνικά η κάμαρα όλη. μα τα χείλια της έτρεμαν και δάκρυα μαζεύουνταν στα μάτια της.. τρομαγμένη με τα ίδια της τα λόγια. — Μάζεψε την! Είναι η ελληνική σημαία! — Δεν είναι! Είναι ένα παλιόχαρτο. Μα η Πουλουδιά δεν τα 'βαζε κάτω. Και οι τρεις την κοίταζαν... — Καλά! είπε ο Αντώνης. είναι.. Η Αλεξάνδρα είχε σηκωθεί από τη ζω- γραφική της.

Και. Εκεί ήταν μοναξιά και ηλιοπύρι. που δεν την άκουσε. βλέποντας την τόσο συμπονετική και γλυκιά. έκλαψε όσο το τραβούσε η καρδιά της. Συνάμα θυμήθηκε την τελευταία φορά που είχε έλθει η Αλίς και. Μα τόσο έκλαιγε η Πουλουδιά. Ξαφνίστηκε η Πουλουδιά και ανορθώθηκε. με ξαφνική τρυφερότητα. ρώτησε γλυκά. πως εκείνη σταύρωσε το Χριστό. Η πόρτα της αυλής άνοιξε σιγά και η Αλίς μπήκε μέσα. Το πρόσωπο της ήταν μουσκεμένο και μουντζουρωμένο από τ' ασκούπιστα δάκρυα. — Γιατί κλαις. Η Πουλουδιά έμπηξε τα κλάματα. έσκυψε το κεφάλι της στα γόνατα κι έκλαψε. Πως είπες που. Τρελαντώνης — Να.. Αντί- κρισε το συμπονετικό βλέμμα της Αλίς και συγκινήθηκε και ξανάρ- χισε τα κλάματα. Τι έχεις. όταν μεγαλώσεις. — Γιατί κλαις. αγκάλιασε την Αλίς και τη φίλησε. Πλησίασε η Α- λίς λίγο διστακτικά και ακούμπησε το χέρι στο σκυμμένο κεφάλι της Πουλουδιάς. ντράπηκε για τα τραχιά λόγια που της είχε πει ο Αντώνης. Αυτού πια ξεχείλισε το ποτήρι. πάλι το λες! Λοιπόν για τιμωρία σου θα του πω και το άλλο. θα τον πάρεις.137 - . Κάθισε στο πεζούλι της πόρτας.. . πετάχθηκε έξω από την κάμαρα κι έτρεξε ολόισια στην αυλή. Μα δεν ήθελε να πει η Πουλουδιά ούτε για τη σημαία ούτε για τον καβγά της με τον Αντώνη ούτε για τις φοβέρες του πως θα τα πει του Γιάννη.

έλα και συ!.. — Μα γιατί κάθεσαι στον ήλιο. στο βουνό. είπε η Αλίς. Και για να κάνει την Πουλουδιά να ξεχάσει τη λύπη της. στην πρασινάδα και στα πεύκα! Αχ. Πηνελόπη Δέλτα Κοκκίνισε κείνη από ευχαρίστηση και της ανταπέδωσε το φίλημα της. Πύρωσε το κεφάλι σου. Μαζί πήγαν τα δυο κορίτσια και κάθισαν κάτω από τη γαζία.138 - . στην εξοχή. Ήμουν στης θείας μου. είπε. — Ξέρεις γιατί δεν ήρθα τόσες μέρες. Έλα στη σκιά.. .

— Η Πουλουδιά είναι πολύ καλή! είπε. . Τρελαντώνης Μ έσα στην κάμαρα ωστόσο άλλος θρήνος γίνουνταν. κλαί- γοντας. Η Αλεξάνδρα είχε ξανακαθίσει στο τραπέζι κι έγλειφε το πινέλο της για να το κάνει μυτερό. γυρεύοντας να καταπιεί τα δάκρυα του. — Βέβαια. μόνο μουσούνιζε σιωπηλά. ενώ ο Αντώνης. Μα η Πουλουδιά που είναι μεγάλη πρέπει να μάθει να μη θυμώνει. πήγαινε κι έρχουνταν σα Μεγάλος Ναπολέων μετά τη νίκη. δεν αποκρίθηκε. που είχε ακούσει αυτό το ίδιο μάθη- μα ύστερ' από κάθε μάχη με τον Αντώνη.139 - . Ο Αλέξανδρος ξέσπασε σε καινούρια κλάματα. — Ο Αλέξανδρος είναι μικρός. — Και πρώτον δεν κάνει να κλαις γιατί νικήθηκες! είπε του αδελ- φού του. Ο Αλέξανδρος μάζευε φούχτες τους στρατιώτες του. που το ήξερε. είπε μ' επιείκεια. με τα χέρια στην τσέπη. σα χάνει ένα παι- χνίδι. και τους έριχνε φύρδην μείγδην στο κουτί τους. γιατί σε βοήθησε! αποκρίθηκε ο Αντώνης. Δεν είναι σπορ αυτό! Ο Αλέξανδρος.

Εγώ σου λέγω για βόλους! Στους βόλους τα βγάζει πέρα μαζί μου. στην Αλεξάνδρεια. — Τέτοιο στρατό δεν τον νικά κανένας! είπε. σημαδεύει πιο καλά! επέμεινε με πείσμα ο Αλέξανδρος. Ξανάνοιξε το κουτί του. Στο κροκέ.. Πηνελόπη Δέλτα — Δε με βοήθησε! Αν με είχε βοηθήσει. Οι δικές μου βάσεις είναι όλες στερεές! — Η Πουλουδιά θα τους νικούσε. θα σου σκότωνε η Πουλουδιά τους δικούς σου! — Κιαμεδέ! είπε πάλι ο Αντώνης. κοριτσίστικο παιχνίδι! έκανε ακατάδε- χτα ο Αντώνης.140 - . πολλές φορές σε κέρδιζε! — Στο κροκέ! Ένα κουτό. σπασμέ- νους. — Ναι. αφού πρώτα διόρθωσε και ίσιασε όσες ξι- φολόγχες είχαν κακοπάθει από την κλοτσιά της Πουλουδιάς. και τους χάιδεψε με αγάπη.. γιατί σημαδεύει πιο καλά από σένα! — Κιαμεδέ! επανέλαβε κοροϊδευτικά ο Αντώνης. στραβωμένους. όπου έναν-έναν είχε συγυρίσει και φυλά- ξει τους στρατιώτες του. θα κέρδιζα εγώ τον πόλε- μο! — Κιαμεδέ! Με τέτοιους στρατιώτες. — Και στους βόλους σε κερδίζει η Πουλουδιά! — Ποτέ! . — Ναι.

Θα έπεφτε τώρα ξύλο. παρά να του πουν πως λέγει «ανακρίβειες». — Ο Στάμος της είχε δώσει βόλους! — Ο Στάμος. Πιο μεγάλη προσβολή δεν μπορούσε να γίνει του Αντώνη.. εγώ το θυμούμαι! — Λες ανοησίες! — Σε κέρδισε μια μέρα! — Και πρώτον η Πουλουδιά δεν έχει βόλους! Πώς με κέρδισε. είπε ο Αντώνης: . — Αλέξανδρε! φώναξε τρομαγμένη η Αλεξάνδρα.. Τη λέξη όμως «ψέματα» κα- νένα απ' τ' αδέλφια δεν είχε τολμήσει ποτέ να την ξεστομίσει. — Ο Στάμος κέρδισε κείνη τη μέρα.141 - . Σφίγγοντας φούχτες και δόντια. κατακόκκινος. εγώ θυμούμαι. Εσύ έπαιζες με την Αλεξάνδρα κι εκείνη εναντίον σου με τον Στάμο. σε κέρδισε μια μέρα. Θυμάσαι συ τώρα τι έκανε στην Αλεξάνδρεια ο Στά- μος! — Ναι. Τρελαντώνης — Ναι. Εσύ κάνεις πως ξέχασες.τι ακούσεις. σαν παπαγάλος! — Και συ λες ψέματα. Με τι. όχι η Πουλουδιά! — Ναι. η Πουλουδιά! Εγώ το θυμούμαι! Το είπε και ο Στάμος! — Και συ λες ό.

Μας θέλετε. όλο δά- κρυα και δαχτυλιές πασαλειμμένο πρόσωπο του Αλέξανδρου. και βλέπεις εσύ! Ο Αλέξανδρος αναλύθηκε πάλι στα κλάματα. τι. Μά- ντεψε ευθύς καβγάδες και λογομαχίες. έτοιμη για μάχη.142 - . — Γιατί κλαις. πως λέγω εγώ ψέματα. Να λες έτσι. που είπε μου- ντζούρα και παλιόχαρτο την ελληνική σημαία! Αυτή η διπλή φοβέρα αποτελείωσε πια τον Αλέξανδρο. όπου ο φυσικός της σύμμα- χος θα τις έφαγε πάλι. Πηνελόπη Δέλτα — Είσαι μικρός και δε σε δέρνω! Μα στάσου να έλθει η μαμά. Κάθισε χάμω. Η πόρτα της κάμαρας άνοιξε και το γελαστό κεφάλι της Αλίς. — Όχι. κι εσύ και η Πουλουδιά. με τις ξανθές της πλεξούδες στεφάνι.. εμένα! επανέλαβε ο Αντώνης. παρουσιά- στηκε στο άνοιγμα. — Καλημέρα! φώναξε χαρούμενα. Και μπήκε μέσα με την Πουλουδιά. Να δεις! Να δεις τι θα πάθεις. Το μάτι της Πουλουδιάς έπεσε αμέσως στο ξαφνισμένο. να μάθει πως είπες «Βρε συ» στον αξιωματικό. — Και πως μου την είπες εμένα.. Και σα μάθει η μα- μά πως λες αυτή τη λέξη. έχωσε το κεφάλι του στις δίπλες της φούστας του και αφέθη- κε στην απελπισία του.. — Μην το πεις! παρακάλεσε. — Που δε θέλει ο πατέρας ούτε να περνά το στόμα μας! πρόσθεσε αυστηρά η Αλεξάνδρα.. . ρώτησε απότομα.

— Μας το 'πε χθες βράδυ η Μαρούσα. κουτά. κρυφοδείχνοντας την Αλίς. Τρελαντώνης — Γιατί. Μα η Αλίς δεν τους άφησε καιρό να νιώσουν τη στενοχώρια τους. Τι κρίμα που είχα φύγει! Και πως ύστερα σε δά- γκασε ο Ντον. κιμά το πρόσωπο! Ναι. έτσι! είπε ο Αντώνης πιάνοντας το χείλι του ανάμεσα στον αντίχειρα και στο δείχτη. λέει. Μας είπε πως ήλθατε να με φωνάξετε. — Όχι! Μα πώς το ξέρεις. δεν πόνεσα πολύ. και τ' αδέλφια στάθη- καν αδέξια.. Και κόντεψες να λυσσάξεις και δεν έκλαψες. Καημένε Αντώνη! Πώς θα πόνεσες! — Όχι... Γελαστή σίμωσε τον Αντώνη και.. — Μην πεις! διέταξε σιωπηλά. μόνο δυο μικρά κοκκινάκια! Πόνεσες πολύ. γιατί. αλήθεια. η Μαρού- σα μας το είπε. τάχα να τον βοηθήσει να σηκω- θεί. ούτε καν φοβήθηκες! Μπράβο σου! Όλοι σε θαυμάσαμε. τι λες.. Και σκύβοντας πάνω στον αδελφό του. Μπα! Περίεργο! Δε φαίνονται τα δαγκάματα του Ντον. με δάγκασε. — Καλέ. του πρόσταξε στο αυτί: — Μην πεις για τη σημαία μπροστά της! Και σώπασε ο Αλέξανδρος κι έγινε σιωπή. να. σπρώχνοντας με το δάχτυλο πίσω το κεφάλι του. Μα τον διέκοψε ο Αντώνης μ' ένα νόημα. ρώτησε ο Αντώνης. Σου έκανε. είπε: — Για να δω. μαγκωμένα. κλαψαποκρίθηκε ο Αλέξανδρος..143 - . .

. — Εμείς.. Εκτός.... — Ναι. Πηνελόπη Δέλτα Ο Αντώνης. τι αίματα! Τόσο τρόμαξε η θεία σας η Μαριέτα. που έ- στειλε το θείο σας στο βασιλέα να του πει να σκοτώσει τον Ντον. και κατατρόμαξαν όλοι εδώ. Και είπε ο βασιλέας: «Πώς λυπούμαι γι' αυτό που συνέβηκε! Να είστε βέβαιος πως θα θέσομε τον Ντον και θα τον παραφυλάξομε!» Και κάθε μέρα. Καθόλου! αναφώνησε η Πουλουδιά. ούτε πως κόντεψε να λυσσάξει. ύστερα. — Γιατί. ένιωσε έξαφνα σα να υψώνουνταν μια πήχη πάνω από το μπόι του. Τι είπε η Μαρούσα.144 - .. Μα κόντεψες να λυσσάξεις και να πεθάνεις! Το είπε και ο πατέρας. ναι. έκαναν να τον κατεβάσουν από τα ύψη του. — Καλέ. — Τι. μόνο σαν έτρεχαν τα αίματα. Και φουριαστά διαμαρτυρήθηκε η Πουλουδιά: — Καθόλου δεν του έκανε κιμά το πρόσωπο! ενώ με βιαστικά βή- ματα πλησίαζε ο Αλέξανδρος και σηκώνουνταν στις μύτες του. ρώτησε η Αλεξάνδρα. Μα η Αλίς δεν υποχώρησε. που δεν είχε καταλάβει καθόλου πως έγινε κιμάς το πρόσωπο του. Οι αδελφές του όμως.. σε ξέρω! Είσαι πάντα παλικάρι και ποτέ δε λες πως πονείς! επανέλαβε. μηνούσε πως ο Ντον ήπιε πολύ νερό. ναι. για να δει από πιο κοντά τις άγνωστες πληγές στο πρόσωπο του αδελ- φού του. ρώτησε ειρωνικά η Αλεξάνδρα. φυσικά.

Τον γέμιζε λίγο λίγο αίσθημα από συμπόνια και θαυμασμό για τον εαυτό του και συνάμα μια τρυφερή αγάπη για την Αλίς που έβγαζε στη φόρα τον ηρωισμό του.145 - . που είναι ακόμα πιο επικίνδυνο. Μα όταν είδε δάκρυα στα μάτια της Αλεξάνδρας και της Πουλου- διάς τα φρύδια ν' ανεβαίνουν τρομαγμένα κατά τα κατσαρωμένα της μαλλιά.. ρώτησε πάλι η Αλεξάνδρα. Τρελαντώνης — Γιατί. έτσι λέγει ο πα- τέρας. Και είπε: «Πώς θ' ανησύχησαν οι άνθρω- ποι που τον δάγκασε στο πρόσωπο!» Και μας είπε η Μαρούσα πως και ο Αντώνης θα δάγκανε όλο τον κόσμο και πως θα έπεφτε ξερός! Και όμως ο Αντώνης δε φοβήθηκε! Άκουσε ο Αντώνης και θαύμαζε. αν ήταν λυσσασμένος.. στη σαστιμάδα του. τόσο πιο άσχημο είναι. Μα ο Αντώνης δεν το ήξερε πως δε θα ήταν λυσσασμένος. και όμως δε φοβήθηκε καθόλου! Οι δυο αδελφές άκουαν κλονισμένες και ο Αλέξανδρος ξέχασε. Μ' αυτή τη φορά δεν ήξερε η Αλίς. φούσκωσε η καρδιά του από ευγνωμοσύνη και του ήλθε . δε θα έπινε νερό. όσο πιο κο- ντά στο κεφάλι σε δαγκάσει ο σκύλος. να κλείσει το στόμα του. θαμπωμένη από τις γνώσεις της Αλίς. Ποτέ δεν είχε φανταστεί πόσο ηρωικά είχε φερθεί. Σταμάτησε μια στιγμή και πάλι πήρε φόρα: — Έτσι είπε ο πατέρας. — Και όχι μόνο τον δάγκασε. — Γιατί. αλλά τον δάγκασε στο πρόσωπο. Γιατί. εξακολούθησε η Αλίς.

— Βέβαια! . ρώτησε ανήσυχα η Αλίς. Αλίς. της είπε μ' ενθουσιασμό. μουρμούρισε διστακτικά η Αλίς. — Ναι. τι μαθαίνεις εσύ στο σχολείο που πας. μόνο πάνε στους ιησουίτες. — Αλίς. — Τι μαθαίνω.. σας μαθαίνουν για τον Τρωικό πόλεμο και τον Αχιλλέα. — Δεν ξέρω. Εγώ ξέρω πως στην Αλε- ξάνδρεια οι Εβραίοι δεν είναι Έλληνες και δεν πάνε στο δικό μας σχολείο. — Αυτό δε σημαίνει. δεν μπορείς! φώναξε ο Αντώνης. — Στάσου να δούμε. είπε η Αλεξάνδρα. είπε σκοτισμένη η Αλεξάνδρα.. Γιατί. — Πες! επέμεινε ο Αντώνης..146 - . εσύ δεν είσαι Εβραία! Είμαι βέ- βαιος πως δεν είσαι Εβραία! Η Αλίς σώπασε μαζεμένη και ανήσυχα κοίταξε ένα-ένα τ' αδέλφια. Πηνελόπη Δέλτα ακράτητη λαχτάρα να διορθώσει την αδικία. είπε ντροπαλά η Αλίς. την προσβολή που είχε κάνει της Αλίς την τελευταία φορά που την είχε δει. Δεν είναι αλήθεια πως δεν είσαι Ε- βραία. έχω μιαν ιδέα και θα καταλάβομε αμέσως. Τι μαθαίνω. — Εγώ είμαι βέβαιος πως δεν είσαι Εβραία και πως είσαι Ελληνί- δα. — Να. — Όχι. Νομίζω πως μπορείς να είσαι και Ελληνίδα και Εβραία. είμαι Ελληνίδα..

147 - . με τα χέρια μπερδεμένα το ένα μες στο άλλο πίσω στην πλάτη. διέκοψε με μεγαλείο η Αλεξάνδρα. Εμείς όμως θέλομε την Αλίς να είναι Ελληνίδα! . ρώτησε ορμητικά.. σα να είχαν ανακαλύψει ξαφνικά ένα θησαυρό. Τρελαντώνης — Και για τον Σωκράτη. ανάμεσα στις δυο αδελφές που της βαστούσαν η κα- θεμιά από ένα χέρι. Ξέρεις ποιος είναι ο δίκαιος Αριστείδης. συγκινημένη κι εκείνη. μα τι πειράζει αν είναι Εβραία η Αλίς. Και χαρούμενη. φίλησε την Αλίς.... — Δεν είσαι Εβραία! επικύρωσε η Αλεξάνδρα. κάθισε στον καναπέ.. Και «Ή ταν ή επί τας». Μα τη διέκοψε ο Αντώνης: — Ξέρεις τι θα πει «Μολών λαβε». ρώτησε αργά. Ήταν το δεύτερο φιλί που δέχουνταν η Αλίς εκείνο το ίδιο πρωί από τις αδελφές. — Μα. Είσαι Ελληνίδα σαν και μας! Και. — Ξέρω! — Και ο Περικλής. στη συγκίνηση της απάνω. Ο θείος λέγει πως οι Εβραίοι είναι πάρα πολύ καλοί άνθρωποι και πως ο μπαμπάς της Αλίς. — Ναι! — Λοιπόν δεν είσαι βέβαια Εβραία! φώναξε θριαμβευτικά ο Α- ντώνης. Και ο Λεωνίδας.. το ξέρομε. Έμα- θες το «Πάταξον μεν. άκουσον δε». τις κοίταζε ο Αλέξανδρος και συλλογίζουνταν. Όρθιος.. — Καλά.

βρουτσίζοντας τα μαλλιά του πριν καθίσουν στο τραπέζι.. Μα ο Αντώνης δεν ένιωθε αρκετά ικανοποιημένη την ευγνωμοσύ- νη του προς την Αλίς. Αλήθεια.148 - . Πηνελόπη Δέλτα Και της χαμογέλασε η Αλίς και χαμογέλασε και του Αλέξανδρου και φαίνουνταν χαρούμενη όσο ποτέ ακόμα. τους ρωτούν ευγενικά: «Θες να μείνεις:» Ο Αλέξανδρος δεν είδε καμιά διαφορά στις δυο προσκλήσεις. αυτός ο Αλέξανδρος όλο ντρόπιαζε τ' αδέλφια του. . μα δεν είπε τίποτα· όλη του την προσοχή τη συγκέντρωνε στις θυμωμέ- νες βρουτσιές της Αλεξάνδρας και κοίταζε πώς να της ξεφύγει και να σμίξει τον Αντώνη. που ακτινοβολούσε όλος και δεν ήξερε πώς να περιποιηθεί καλύτερα την Αλίς. Δε λεν στους ανθρώπους «μπο- ρείς να μείνεις». είπε η θεία πως μπορεί να μείνει η Αλίς το μεσημέρι. ήταν πιο χαϊδεμένος κι έτρωγε τις λι- γότερες κατσάδες. να πάγει να βρει τη θεία Μαριέτα. Κατακοκκίνισε η Αλεξάνδρα και ντράπηκε η Πουλουδιά. Έκανε να βγει έξω. σαν πιο μικρός. Τον πήρε ιδιαιτέρως και του είπε: — Πήγαινε να ρωτήσεις τη θεία αν μπορούμε να προσκαλέσομε την Αλίς στο πρόγευμα. Μα το καλοσυλλογίστηκε και προτίμησε να στείλει τον Α- λέξανδρο που. Και.. Και πήγε ο Αλέξανδρος και γύρισε φωνάζοντας: — Ναι. τον μάλωσε η Αλεξάνδρα: — Κάνεις σα χωριάτης! του είπε.

από κει. ο εξάδελφος μας! Να δεις πώς πηδά!. Πας με το τρένο· α- νεβαίνεις· είναι βουνό· και όμως δεν είναι βουνό.. αχλάδια. . κόβαμε φρούτα.. Αντώνη... μα πέερα... ποτίζαμε. Τρελαντώνης — Και θα μείνεις το απόγεμα. σκάβαμε. εκτός από τον Αλέξανδρο που ήταν μικρός. Αλίς. πως ήταν τόσο ωραία στης θεί- ας της στην Κηφισιά. Μα είχε τόσα κέφια σήμερα ο Αντώνης. Και τι δεν έχει! Κι έφυγε ο περιβολάρης της θείας μου και κάναμε μεις τον περιβολάρη. κατά την Πεντέλη. Σε παρακάλια δεν ξέπεφτε κανένα από τ' αδέλφια. Και στο περιβόλι της θείας μου έχει όλα τα φρούτα.149 - ... ήταν τόσο στις καλές του! Αν του το ζητούσε άραγε. Κι έχει δέντρα.. πολλά δέντρα. στης θείας μου. Κλωθογύριζε λοιπόν η Πουλουδιά γύρω στον Αντώνη και στην Α- λίς και άκουε της Αλίς τις διηγήσεις. ρώτησε ο Αντώνης. Και θα παίξεις μαζί μας. μα έχει σύκα. ροδάκινα.. — Να. — Πού είναι η Κηφισιά.. δεν έχει πια κεράσια. και μεγάλωνε και άπλωνε ολοένα η ανησυχία της Πουλουδιάς. σταφύλια. Η Αλίς έδειξε αόριστα κατά το Πασαλιμάνι. έλεγε ο Αντώνης τα καλά και τα κατορθώματα του Γιάν- νη.. Θα έλθει και ο Γιάννης. Θυμήθηκε η Πουλουδιά την πρωινή φοβέρα και όλο της το κέφι έσβησε. Μα πώς να το ζητήσει. κλαδεύα- με! Τι ωραία που περάσαμε! Έλα κι συ. Αχ και να μην ήρχουνταν ποτέ πια ο Γιάννης! Κι έλεγε.

δε θα πεις του Γιάννη. θα δώσω όλα μου τα παιχνίδια του Αλέξαν- δρου και θα γίνω περιβολάρης! είπε μαγεμένος ο Αντώνης.. Του έκανε νόημα «Ναι» και πέρασαν στο τραπέζι. της ανήγγειλε. — Αντώνη. αφού δεν έχει περιβολάρη! — Εγώ. Πηνελόπη Δέλτα Με τα χέρια ενωμένα και τα μάτια χαμένα κατά πέερα από το Πασαλιμάνι. ώσπου να βγει από τα όνειρα του και να ξαναμπεί στην πραγματικότητα. του ψιθύρισε σιγά. που έλεγες το πρωί. σα μεγαλώσω. — Και να ποτίσω. Πες της εσύ για την Κηφισιά. Ήταν η ώρα της Πουλουδιάς. . ξέρεις τι. ο Αντώνης έβλεπε όσα του ζωγράφιζε με τα λόγια της η Αλίς και χαμογελούσε μακαρίως. Ποτέ δε θα ξανάβρισκε τον Αντώνη σε τέτοια διάθεση. Μια στιγμή στάθηκε ο Αντώνης.. να μας αφήσει να πάμε.150 - . — Και θα μ' αφήσει η θεία σου να σκάψω. — Και βέβαια! είπε η Αλίς. ρώτησε.. — Η θεία είναι στην τραπεζαρία. Και ξαναγύρισε στην Αλίς. — Εγώ δε μαντατεύω! είπε περήφανα. Κι έξαφνα θυμήθηκε. — Ακούς λέει! Θα της κάνεις και χάρη..

μ' αυτή πείσμα. και δεν είχε άλλο πρόχειρο. Τι κουταμάρες. και τι έλλειψη φαντασίας που πρέπει να έχει ένα κορίτσι. κι έχει πολύ γούστο ο αδελ- φός της μαμάς μου! αποκρίθηκε η Πουλουδιά που άλλη φορά είχε . αλήθεια. αυτουνού που την αγόρασε! — Μου τη χάρισε ο θείος ο νονός μου. — Τι γούστο. για να διασκεδάζει πασπατεύοντας ένα κούτσουρο. έκοβε κυρίες από παλιά φιγουρίνια της θείας. και η Πουλουδιά βρήκε την ώρα να βγάλει την άσχημη κούκλα της. Η Μικρά Καλύβη του Δάσους. και να παίζει μαμά και μωρό.151 - . να παίζει με την Αραπίνα της! Την είχε κοροϊδέψει. κόκκινο και κίτρινο. που χόρευαν στα κύματα τεντώνοντας τα σκοινιά τους. σα να ήθελαν να τα κόψουν και να ξεφύγουν στο πέλαγος. Είχε τελειώσει το βιβλίο που του είχε δανείσει ο Μαξ. δεμένες στην ακρογιαλιά. της είχε πει πως ήταν φρικτό το φόρεμα της κού- κλας της. Τρελαντώνης Φ υσούσε μελτέμι δυνατό. ο Αλέξανδρος. μια Αραπίνα με προβατίσια μαύρα μαλλιά και χρυσές φούσκες γύρω στο λαιμό της. με πορτσελανένιο κεφάλι και προβιά για μαλλιά! Δυο τρεις φορές την είχε φωνάξει. σαν κορίτσι. Σκυμμένος στο παράθυρο κοί- ταζε ο Αντώνης τις βάρκες. Η Αλεξάνδρα μελε- τούσε σκάλες στο πιάνο. Θεέ μου.

άλλαξε γνώμη. ακίνητη. — Εγώ. Πηνελόπη Δέλτα παραδεχτεί πως ήταν πολύ άσχημο το φόρεμα της κούκλας της. Κανένας δεν του αποκρίθηκε. Και λαχτάρησε μια παρόμοιαν ατμάκατο που θα δέσποζε και μελτέμι και κύματα. Ο Αλέξανδρος όμως. χωρίς να σταματήσει το ψαλίδι του. — Να. κακιωμένη. και θυμούνταν τον Σεβάχ το Θαλασσινό.152 - . και όλο τα 'βγαζε πέρα και δεν πνίγουνταν ποτέ. δεν του αποκρίθηκε. σα μεγαλώσω. Μα και αυτό δεν το παραδέχθηκε η Πουλουδιά. επιστρέφει κιόλα η ατμάκατος του κυρίου Μακρονησιώτη! είπε σκύβοντας έξω από το παράθυρο. και την εσύγκρινε με τις δεμένες βαρκούλες που χόρευαν σαν άδεια καρυδότσοφλα. θα γίνω καπετάνιος! είπε πάλι χωρίς να γυ- ρίσει. λέει. σα στραβόλαιμιασμένες. που σε αμέτρητες βρέθηκε φουρτούνες. Και κοίταζε ο Αντώνης τις βαρκούλες που ανεβοκατέβαιναν λοξά. Η Πουλουδιά. που την είχε στολίσει το πινέλο της Αλεξάνδρας με του κόσμου τα διαμαντικά. αποτελείωσε πρώτα την ουρά μιας κιτρινοντυμένης κυρίας. Της είπε πως οι χρυσές φούσκες του λαιμού της την έκαναν σαν καμπούρα. απάνω στα κύματα που σπούσαν και βροντούσαν στα χαλίκια. την άπλωσε στο τρα- πέζι και ύστερα είπε με το συνηθισμένο ήσυχο του τρόπο: . μα που τώρα. Και στο τέλος κάκιωσε και δεν του απαντούσε πια. που καραβοτσακίστηκε και θαλασσοπνίγηκε τόσες φο- ρές. Κοίταξε ο Αντώνης την ατμάκατο που σα σαΐτα έκοβε τα κύματα. στερεά.

— Και συ κάθε μέρα γίνεσαι πιο σαχλή! της αποκρίθηκε ο Αντώ- νης. Τι τον έμελε. φώναξε φουρκισμένη η Πουλουδιά. για να μπει στη μύτη του αδελφού της.153 - . Κάθε μέρα θες να γίνεις κάτι άλλο. — Αν το πεις. Τώρα που είμαι μεγάλος λέ- γω πως θα γίνω καπετάνιος. Τρελαντώνης — Εσύ είπες μια φορά πως. το όπλο της σπούσε στα χέρια της. Μα σταύρωσε τα χέρια του και είπε. θα πω εγώ της μαμάς πως είπες της Αλίς ότι κείνη σταύρωσε το Χριστό! Ο Αντώνης σήκωσε τους ώμους του. Αλήθεια όμως! . — Και δεν το λες. σα μεγαλώσεις. — Ναι! Να δούμε τι θα πεις αύριο που θα πάμε στο περιβόλι της Αλίς στην Κηφισιά. θα γίνεις σκύλος! — Και ύστερα ήθελες να γίνεις και άλογο! πρόσθεσε κοροϊδευτικά η Πουλουδιά. Τι να το κάνει πια. Αν δεν τον έμελε τον Αντώνη να το μάθει η μαμά. έκανε ξένοιαστος. θα πάρεις τον Γιάννη. όπως προχθές που μας προσκάλεσε η Αλίς. και ύστερα παρακαλείς να μην του το πω! Μα θα το πω καμιάν ώρα. Ο Αντώνης κοκκίνισε. Πάλι θα θέλεις να γίνεις περιβολάρης. Λες κουταμάρες. τάχα αδιάφορα: — Ήμουν μικρός σαν τα έλεγα αυτά. πως. και η μαμά δεν τι- μωρούσε ποτέ δεύτερη φορά. Της Πουλουδιάς όμως της κόπηκε η φόρα και η φωνή. σα μεγαλώσεις. παρατώντας για μια στιγμή την αξιοπρεπή σιωπή της. Την τιμωρία του την είχε φάγει.

. Ο Αντώνης είχε φύγει και. για να τις δει από πιο κοντά. Ήταν κάτασπρη. κατέβαινε να πάγει στο σαλόνι. Φυσούσε δυνατά και κανένας βαρκάρης δε βρίσκουνταν πια εκεί. είδε την αγριεμένη θάλασσα που πηλαλούσε αφρισμένη κατά την ακρογιαλιά και κόλλησε τη μύτη του στην τζα- μόπορτα. δε θα τη φοβέριζε πια ο Αντώνης πως θα του μαντατέψει τα λόγια της. με τα χέρια στις τσέπες. — Σα ζωντανές κάνουν! μουρμούρισε.154 - . να ξελογιάσει την Αλεξάνδρα που εξακολουθούσε να παίζει τις βαρετές και ατέλειωτες σκάλες της. Μα μόνο ο Αλέξανδρος κάθουνταν στο τραπέζι κι έκοβε τις χάρτι- νες κυρίες του. Κοίταζε τον ήλιο που έγερνε και τις βάρκες που σκαμπα- νεβαίναν όλο και πιο γρήγορα και πιο πηδηχτά. άλλη φορά. τραβώντας τα σκοι- νιά τους. — Κι εγώ. Πηνελόπη Δέλτα Αν έλεγε κι εκείνη πως δεν τη μέλει να το μάθει ο Γιάννης. Τι κρίμα! Τόσα είχε να ρωτήσει ο Αντώνης. Τι κουτή! Μα τι κουτή! Γύρισε με- μιάς. Μια βάρκα ιδιαιτέρως του άρεσε. «Σαν τη σημαία μας!» σκέφθηκε υπερήφανα. Και ανοίγοντας την πόρτα.. Μα. Το ό- πλο του ήταν ο δικός της φόβος. . Ο Αντώνης είχε φύγει.. περνώντας από την τραπεζαρία. με μια γαλάζια γραμμή κοντά στην κουπαστή.. βγήκε στη βεράντα και κατέβηκε στο δρόμο και από κει στο λιμάνι. Και ηλεκτρίστηκε.

σαν που έβλεπε τους βαρκάρηδες να κάνουν. Η βάρκα σου είναι δεμένη! Γύρισε ο Α- ντώνης και είδε τον Αλέκο Χορν που. — Το ξέρω. ρίχνοντας πίσω το σώμα του. Ύστερα στερεώνοντας τα πόδια του στον εμπροστινό μπάγκο. Τρελαντώνης Και όταν τη γύριζε λίγο κανένα κύμα. . άρχισε να κωπηλατεί. όσο πήγαινε το σκοινί. μα γυμνάζομαι για όταν γίνω καπε- τάνιος! Ο Αλέκος πήδηξε από το βράχο του και πλησίασε. τον κοίταζε. Και μπορούσες να τη φέρεις άραγε ως απάνω στην άμμο. Έσκυψε ο Αντώνης κι έπιασε το σκοινί που ήταν δεμένο σ' ένα παλούκι και τράβηξε. «Να 'χεις μια τέτοια βάρκα. ήταν εύκολο.. Πήρε τα κουπιά. Ένα κύμα πήρε τη «Μαγδαληνή» και την τράβηξε πίσω. — Τι τσακίζεσαι. Ενθουσιάστηκε ο Αντώνης. που με κομψά μαύρα γράμματα απλώνουνταν στην πλώρη της. με τα χέ- ρια στις τσέπες. και να 'σαι καπετάνιος!» σκέφθηκε με λαχτάρα. και τα πέρασε στις τροπωτήρες. «ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ».155 - .. και η βάρκα ανέβηκε σχε- δόν ως απάνω στη στεγνή άμμο. δεν ήταν δύσκολο. Ναι. Και ήταν εύκολο να μπεις και μέσα. λίγο μόνο να βουτούσες τα πόδια σου στο νερό. Αντώνη. Πιάστηκε ο Αντώνης στην κουπαστή και πήδηξε μέσα. Και βρέθηκε στη βάρκα σα βασιλιάς στο βασίλειο του. όρθιος σ' ένα βράχο. βγαλμένα από τους σκαρμούς και ξαπλωμένα μες στη βάρκα. είπε ακατάδεχτα. που έτριξε από το τέντωμα. διάβαζε ο Αντώνης τ' όνομα της. Ήταν άραγε δύσκολο να μπεις μέσα.

— Τραβώ κουπί! — Μ' αφού είσαι δεμένος. έκανε. Ο Αλέκος δίστασε. που ξα- νάφευγε. Η «Μαγδαληνή» ανέβηκε σ' ένα κύμα και όρμησε κατά την αμμουδιά. Ο Αλέκος γέλασε. μόλις τράβηξε τον κόμπο. . ξετυλίχθηκε μεμιάς το σκοινί και η «Μαγδαληνή».. — Δε ρώτησα τη μαμά. Ο Αντώνης δεν αποκρίθηκε. άφησε τα ρηχά νερά και παραδόθηκε στα κύματα και στο χορό τους.156 - . Ο Αλέκος δε βάσταξε στον πειρασμό. Θριαμβευτικά ξανατράβηξε ο Αντώνης και η «Μαγδαληνή». Πηνελόπη Δέλτα — Σε τι γυμνάζεσαι. λύνομε το σκοινί. στύλωσε πάλι τα πόδια του στον μπάγκο και τράβηξε με όλη του τη δύναμη. μ' ένα δυο σκαμπανεβάσματα. Χαρούμενα του είπε ο Αντώνης: — Πιάσε το ένα κουπί! Λύνω εγώ τη βάρκα! Μα. Έπιασε τα δυο κουπιά.. γύρισε πάλι και χώθηκε μαλακά στην άμμο. Κοίταξε ο Αντώνης μελαγχολικά το σκοινί. Γύρισε ο Αντώνης και του είπε: — Μόνος μου δεν τα καταφέρνω τα δυο κουπιά. Πιάστηκε στην πλώρη και πήδηξε κι εκεί- νος στη βάρκα. ρώτησε. — Ε! Αντώνη! Μου φεύγει το κουπί! φώναξε ο Αλέκος. — Τι να κάνω. Μ' αν έλθεις και συ. μουρμούρισε.

— Πάει! Πάει! Το πήρε η θάλασσα! φώναξε τρομαγμένος ο Αλέ- κος. Αντώνη.157 - . τι θα κάνομε χωρίς το κουπί μου. Ο Αλέ- κος τώρα έκλαιγε με τα σωστά του. Ο Αντώνης έκαμε να σηκωθεί. ξανάρχισε να χορεύει στα κύματα. ελεύθερη. η «Μαγδαλη- . που δεν είχε προφθάσει ακόμα να καθίσει στο άλλο κουπί. Ο Αντώνης δεν τα 'χασε. με την κουπαστή της πλαγιασμένη ως το νερό. — Αχ. τίποτα δεν ήταν χαμένο. σκαρφάλωσε με δυσκολία κι έπιασε το δεύ- τερο κουπί. Ο Αντώνης άρπαξε το κάθισμα για να στηριχθεί. έλεγε. το κου- πί έφυγε από τα χέρια του και το πήρε και αυτό η θάλασσα. Και η «Μαγδαληνή». Μα τα κύματα φούσκωναν. μα κάθε του κίνηση έγερνε τη βάρ- κα πότε από τη μια μπάντα και πότε από την άλλη. γύρισε να βοηθήσει τον Αλέκο. Ο Σεβάχ ο Θα- λασσινός είχε χάσει και τα δυο του κουπιά και το κατάρτι του και πάλι δεν πνίγηκε. η «Μαγδαληνή» σή- κωσε την πλώρη της κι έστριψε. Σύρθηκε ως το κάθισμα. Ο Αλέκος μισοέκλαιγε. έχασε την ισορροπία του κι έπεσε μες στη βάρκα. Τρελαντώνης Ο Αντώνης. — Δεν ντρέπεσαι να φοβάσαι! του είπε ο Αντώνης. και πάλι έπεφτε. Γύρευε να σκεφθεί τι θα έκανε σε όμοια περίστα- ση ο Σεβάχ ο Θαλασσινός και θυμήθηκε πως όσο του έμενε το τιμόνι. Μ' αντί να προχωρήσει. μα ούτε ήξερε τι να κάνει. Εμείς έχομε το ένα κουπί! Στηρίχθηκε με τα δυο πόδια στον εμπροστινό μπάγκο και βούτηξε το κουπί στη θάλασσα.

όπου έπιασε το τιμόνι. — Τώρα μη φοβάσαι! φώναξε του Αλέκου. Πηνελόπη Δέλτα νή» χόρευε και κυλούσε κι έκανε ν' αναποδογυρίσει με κάθε άτακτη κίνηση των αγοριών. Θα φθάσομε σίγουρα στο λιμάνι. Δεν ήταν όμως εύκολο πράμα να φθάσει ως εκεί.. αυτή δε γυρνούσε πίσω. γιατί δε σ' άκουσα. μαμά μου. μ' ένα παιδί τρομαγμένο που έκλαιγε. και που να φεύγει η βάρκα. σαν που θα το έκανε ο Σεβάχ ο Θαλασσινός σ' αυτή την περίσταση. τόσες βάρκες δεμέ- . Δε θυμούνταν καμιά τέτοια του ιστορία. κοίταζε ολόγυρα. — Αχ... Μ' αυτό δεν τον σταμάτησε· πέρασε από κάτω από τα σανιδάκια και σύρθηκε ως την πρύμη. — Κάτσε ήσυχος. Εγώ θα πιάσω το τιμόνι. Σωριασμένος στο βάθος της βάρκας. Μα δεν έβρισκε. κάτσε στο βάθος της βάρκας και μην κουνάς! διέταξε σαν αληθινός καπετάνιος ο Αντώνης. λίγο παραπέρα. Μα η «Μαγδαληνή» χορεύοντας έφευγε. Και να βλέπεις.. Ο Αντώνης.158 - . τα κύματα την έσερναν στο πέλαγος και. αντί να κινδυνεύει να σπάσει στους. Και δεν ήξερε ο Αντώνης πώς να τη φέρει πίσω. όσο και να γύριζε ο Αντώνης πότε δεξιά το τιμόνι και πότε αριστερά. Πάντα σπάζουν οι βάρκες στους βράχους μες στα βιβλία. Αλέκο. βαστώντας πάντα το τιμόνι. μαμά μου. βράχους. να περάσει πάνω από τους μπάγκους. ο Αλέκος έκλαιγε με λυγμούς. που να είναι μόνος. τεντω- μένος όλος στην προσπάθεια να βρει κάτι. Έφευγε όλο και πιο μα- κριά. σε μια θάλασσα με σπίτια κοντά.

. Πού ήταν η θεία και ο θείος. Στο σπίτι τώρα. — Εσύ ξέρεις κολύμπι. βαχ! Σπιτάκι μου. Ντράπηκε φοβερά και τ' άνοιξε όσο μπορούσε. σπιτάκι μου!» Έξαφνα θυμήθηκε ο Αντώνης το σπίτι του στην Αλεξάνδρεια και τη μαμά του. Μα δεν είχε. πολύ άσπρη.. αχ. Και τη νύχτα και ο Σεβάχ ο Θαλασ- σινός τα έχανε. και πρώτη φορά σκέφθηκε πως ήταν όμορφη η μαμά του. σε λίγο θα ήταν νύχτα. Θεέ μου. Φοβήθηκε μήπως και αυτός. Τι.. με κόκκινα χείλια και γαλανά μάτια. με τόσα κουπιά άχρηστα. Και όλα αυτά τα 'φταιγαν οι σκάλες της Αλεξάνδρας! Αν δεν ήταν αυτές οι σκάλες.. Να είχε ένα φανάρι.159 - . για να στεγνώσουν στον άνεμο. Αλέκο. και πως τα φιλιά της ήταν πολύ γλυκά. Μα τι να φοβηθεί. Ούτε σπίρτα δεν είχε.. Σαν τον Αλέκο θα κάνει και αυτός. Αυτός θα έπεφτε στη θάλασσα και θα κολυ- μπούσε ως την ξηρά να φέρει βοήθεια. αχ. θα κλάψει και αυτός τώρα. Και μια φορά μάλιστα έκλαιγε κι έλεγε: «Αχ. Περίεργο! Ποτέ άλλη φορά δεν το είχε συλλογιστεί! Κι επίσης έξαφνα γέμισαν τα μάτια του δάκρυα.. θα έκανε σινιάλα σαν τον Σεβάχ το Θαλασσινό. Τρελαντώνης νες στην ξηρά. είχαν σβήσει τα κόκκινα σύννεφα. Μα έλα που ο Αντώνης δεν ήξερε κολύμπι.. Θεέ μου! Κοίταξε τον ουρανό ο Αντώνης. . και να μην τις φθάνεις! Ο Σεβάχ ο Θαλασσινός. θα είχε μείνει με την Αλεξάνδρα ή θα τον είχε δει η Αλε- ξάνδρα πως έφευγε και κατέβαινε στο δρόμο. Στο σπίτι τι να γίνουνταν.. — Όχι! Δεν ξέρω! Και θα πνιγούμε. Αλήθεια. ε. Και θα νυχτώσει.

— Δεν πειράζει. Και ξανα- γύρισε το τιμόνι. Ο Αλέκος έκλαιγε με φωνές.. είπε ο Αντώνης. πάλι ακούστηκε το ίδιο τσιρι- χτό σφύριγμα και μια μικρή ατμάκατος πρόβαλε. Από την ξηρά δυο βαρκούλες είχαν ξεκολλήσει και προχω- ρούσαν κατά το πέλαγος. κατέβαι- νε.160 - .. Αλέκο.. αγριεμένος. μισοπεθαμένους ναυαγούς και άσπρα πανιά για σινιάλα. ανακατωμένα ή που κρέμου- νταν. με μαλλιά αχτένιστα. μήπως βρει ένα ρεύμα. Και ο Αντώνης δεν έ- βρισκε πια τίποτα παρηγορητικό να του πει. όλο και πιο μακριά έφευγε. — Όχι. δείχνοντας το μούχρωμα όλο και πιο σκοτεινό. που ήταν αραγμένα παραπέρα. μια εδώ και μια εκεί.. Έξαφνα άκουσε ένα σφύριγμα τσιριχτό. φυσώντας τον κα- πνό της κολόνα στον ουρανό. κι έτρεχε καταπάνω τους. Μ' από μέσα από τις καρίνες των καρα- βιών.. που να το πιστεύει και ο ίδιος. Μα η «Μαγδαληνή». θα ησύχαζε η θάλασσα. Ανατρίχιασε και κοίταξε ολόγυρα. δεμένα σε κουπιά που τα εί- χαν στήσει όρθια. δεν έχω. Και θυ- μήθηκε ιστορίες που είχε διαβάσει και ζωγραφιές που είχε δει: βάρ- κες χαμένες σε θάλασσες μανιασμένες· ανθρώπους με ξεκούμπωτα ή σχισμένα ρούχα. με τα χέρια ενωμένα ανάμεσα στα γόνατα του. Πηνελόπη Δέλτα — Έχεις σπίρτα. και ο ουρανός ολοένα σκοτείνιαζε και το μούχρωμα κατέβαινε.. σκουλιά βρεμένα· σχεδίες με ξαπλωμένους. Γιατί... Θα έπεφτε το μελτέμι τώρα. Είχε παρατήσει το τιμόνι και. . κοίταζε τα φώτα που άναβαν και πλήθαιναν στην προκυμαία. σειάμενη κουνάμενη.

Τρελαντώνης — Αλέκο! φώναξε ο Αντώνης. — Δεν τη βλέπεις. και σφυρίζει πάλι να μας ειδοποιήσει πως μας είδε. Τωόντι. Και βρέθηκε ο Αντώνης στην αγκαλιά του θείου που τον φιλούσε και του έλεγε: . ακούστηκε μια φωνή γνωστή. σαν από πείσμα. Και πάλι ντράπηκε. — Ναι.. εγώ είμαι.161 - .. Έβαζε λες τα δυνατά της να φθάσει γρηγορότερα. — Έρχεται. και ο Αλέκος! αποκρίθηκε πνιχτά ο Αντώνης. ρώτησε με κλάματα ακόμα στη φωνή του. Σε μας έρχεται! Να. γιατί. Κι έξαφνα. Πλησίαζε. Έπιασε πάλι ο Αντώνης το τιμόνι και το γύρισε πάνω στην ατμάκατο. χωρίς να το θέλει. Του κυρίου Μακρονησιώτη η ατμά- κατος! Έρχεται! Έρχεται να μας πάρει! Ευθύς σταμάτησε τις φωνές του ο Αλέκος και ανασηκώθηκε και πέρασε το κεφάλι του πάνω από την κουπαστή. ώσπου έφθασε κοντά τους κι ένα παλικάρι έριξε ένα σκοινί στην πλώρη και γοργά άρπαξε τον Αλέκο και τον πέρασε στην ατμάκατο. ύστερα σα φτερό σήκωσε και τον Αντώνη και μαζί του πήδηξε και αυτός μέσα. φούτου φούτου φούτου φού- του. τράβηξε πιο ανοιχτά. μα η «Μα- γδαληνή». πλησίαζε η ατμάκατος. η ατμάκατος ορμούσε καταπάνω τους με τσιριχτές σφυ- ριγματιές και λαχανιάσματα βιαστικά. ξαναγέμισαν τα μάτια του δάκρυα. στο σκοτάδι που ολοένα πύκνωνε. η φωνή του θείου: — Αντώνη. εσύ είσαι.

Στάθηκε η ατμάκατος και αμέ- σως μαζεύθηκαν γύρω της οι δυο βάρκες που είχαν ξεκολλήσει από την ακρογιαλιά και που γύρισαν πάλι πίσω. τρόμαξε πολύ η μαμά σου... Πηνελόπη Δέλτα — Κακό παιδί. το κεφάλι σκυμμένο και τα φτερά ακόμα πιο χαμηλωμένα. Άλλη φορά να μη λύνετε τις βάρκες. ο Αντώνης εμπρός στη θεία του που λιγότερο τρυφερά τον έπιασε από το μπράτσο και. έτρεχε πάλι κατά τη στεριά. μας κατατρόμαξες. και με το άλλο χέρι αγκάλιαζε τον Αλέκο και γύριζε και του έλεγε κι ε- κείνου: Δεν έπρεπε ν' ακούσεις τον Αντώνη. η καρδιά τους βούλιαζε στα τακούνια τους με την πρόβλεψη της βεβαίας τιμωρίας. είπε: — Πάμε τώρα στο σπίτι! Αρκετή ώρα στεκόμαστε δω. ώσπου να το καλοκαταλάβουν. Σου χρειάζεται γερή τιμωρία. όσο πλησίαζαν. με την καρ- διά στον Άδη! Περπατά εμπρός! Περπατούσε μπρος ο Αντώνης. η θεία σου είναι πολύ θυμωμένη. ο Α- λέκος στην αγκαλιά της μητέρας του που έκλαιγε και τον φιλούσε. Πίσω ακολουθούσαν σιωπηλά η θεία και ο θείος...162 - . μεταξύ τους. Άλλη φορά να μην το κάνεις. Και υπολόγιζε ο Αντώνης και στοχάζουνταν αν η αναβολή της τιμωρίας από την ακρογιαλιά στο σπίτι σήμαινε πιο γερό ξύλο ή τι- .. με καρδιόχτυπο ξεχώρισαν οι δυο ένοχοι το άσπρο φόρεμα της μαμάς του Αλέκου και το κιτρι- νοφορεμένο στρογγυλό κορμί της θείας Μαριέτας. τα δυο αγόρια διέκριναν ανθρώπους μαζεμέ- νους στην ακρογιαλιά και. με τα βιαστικά της φούτου φούτου φούτου φούτου και. από την ατμάκατο στη μια βάρκα και από τη βάρκα στην ακρογιαλιά και... Δυο μαντέρια. βρέθηκαν τ' αγόρια στην ξηρά. σέρνοντας πίσω της τη «Μαγδαληνή».. σπρώχνοντας τον εμπρός. Η ατμάκατος. Και τώρα που πέρασε ο κίνδυνος.

163 - . Σιωπηλά τον κοίταζε και. που θύμιζε τόσο τα μάτια του πατέρα σαν ήταν θυμωμένα. Τον πήγε η θεία στο σπουδαστήριο τους και κάθισε σε μια καρέγλα και τον φώναξε μπροστά της. νομίζεις. Αντώνη. Ήταν έτοιμος για ξύλο. τώρα. ακολούθησε τη θεία Μαριέτα μες στο σπίτι. όσο και αν σήκωνε το κεφάλι. όχι όμως για συγκινήσεις. τι θα σου έκανε. Αντώνη. Και τις συγκινήσεις τις απεχθάνουνταν ο Αντώνης. Τρελαντώνης μωρία ήρεμη χωρίς ξύλο. Έριξε μια λοξή ματιά στ' αδέλφια του και. τι θα έκαναν αν πνίγουσουν. αν ήταν εδώ ο πατέρας σου. Και όλο τον κοίταζε κείνη και όλο δε μιλούσε. κάτω από τη ματιά της. χωρίς να τους μιλήσει. Και είπε πάλι η θεία: — Νόμιζα πως ήσουν αληθινός γιος του πατέρα σου και πως ξένο πράμα δε θα τ' άγγιζες ποτέ. που τον περίμεναν και τον κοίταζαν τρομαγμένα χωρίς να τον πλησιάσουν. Αυτό δεν το περίμενε ο Αντώνης. Μα επιτέλους μίλησε η θεία και είπε: — Όταν έκανες αυτή την αταξία. Και νόμιζα πως αγαπούσες τη μαμά σου και δε θα ήθελες ποτέ να την κάνεις να κλάψει. συλλογίστηκες τη μαμά σου και τον πατέρα σου. κι έλυσες την ξένη βάρ- κα. η δική του η καρδιά πήγε στον Άδη. . Μα σαν έφθασε στο σπίτι και από τη σκά- λα είδε τ' αδέλφια του μαζεμένα στη βεράντα. λίγο λίγο έχα- νε το θάρρος του ο Αντώνης και. η καρδιά του όμως βούλιαζε όλο και πιο βαθιά. με σηκωμένο όμως τώρα το κεφάλι. σα να μην τον έμελε τι θα γίνει. Χαμήλωσε τα μάτια του ταραγμένος.

μια γερή τιμωρία. και ήταν έτοιμος να τις φάγει. Και θα σ' έδερνα κι εγώ και θα το άξιζες. Και απόψε δε θα καθίσεις στο τραπέζι. Και είπε η θεία. σουρώ- νοντας τα φρύδια της. Όσο ένιωθε το φόβο ν' απομακρύνεται. Μ' άκουσες. που νόμιζε πως θα πνιγείς και που το νόμισα κι εγώ. μαζί με τον άλλο μικρό. και θα την έχεις. θα γίνει η χάρη του θείου σου και δε σε δέρνω. Και του είπε η θεία: — Θα σου έδινε.» Μα μια ματιά στα μαύρα μάτια της θείας τού έκοψε τη φόρα. Πηνελόπη Δέλτα Το ήξερε πολύ καλά ο Αντώνης τι θα του έκανε ο πατέρας και το περίμενε και από τη θεία. φαντάζομαι. Το κεφάλι του Αντώνη χαμήλωνε.. και θα γράψεις ολόκληρο το ρήμα «λείπω». Αύριο που θα πάμε 'μεις με τ' αδέλφια σου στης Αλίς. Και είπε πάλι η θεία: — Ας είναι. Πήγαινε! . Μα να 'χεις χάρη που μεσίτεψε για σένα ο θείος σου. που τον πήρες στο λαιμό σου και πήγε να τα χάσει η μάνα του η κακομοίρα. Μα δεν α- ποκρίθηκε. τόσο ντρέπουνταν περισσότερο για την αταξία του και τόσο δεν μπορούσε να σηκώσει τα μάτια του.. και με το δίκιο του. όταν σας έπαιρ- νε η θάλασσα.. χαμήλωνε. Του ήλθε να πει: «Καθόλου δεν τρόμαξα. εσύ θα μείνεις εδώ. Πι- στεύω άλλωστε να τρόμαξες αρκετά μες στη βάρκα. του πατέρα τα φρύδια: — Σου αξίζει όμως μια τιμωρία.164 - . μόνος. μόνο θ' ανέβεις ευθύς στην κάμαρα σου. γερό ξύλο..

κακόπαιδο! Τρελαντώνη! Καλά σε λέγει η κερα-Ρήνη! Τι τρομάρα πήραμε όλοι για χατίρι σου! Κόπηκε το αίμα μου σα σε είδα να σε παίρνει η θάλασσα μονάχο. ποιος ξέρει. Και σκύβοντας ξαφνικά τον φίλησε στις ρίζες των μαλλιών του. που δεν του το επέβαλε η θεία. Και σα να το κα- τάλαβε η θεία. ας τον σκότωνε. Ας τον έδερνε η θεία. Ακούμπη- σε το δίσκο της στο τραπέζι και βγήκε κι εκείνη στο μπαλκόνι. «Συγχωρήσετε με. Ανασηκώθηκε ο Αντώνης και κάνοντας τον αδιάφο- ρο. Αυτά ήταν για τα μωρά.. και δε θα το κάνω πια». βγήκε στο μπαλκόνι και άρ- χισε να σφυρίζει. — Τι μου κάνεις τώρα τον καμπόσο. διέκοψε ο Αντώνης. — Ναι! Βοήθεια σού ήταν! αντέκοψε η Αφροδίτη. ρώτησε ο Αντώνης.. Αυτό απ' όλες τις τιμωρίες ήταν η χειρότερη. είπε μ' ένα γοργό χάδι στο κεφάλι του. Εκεί αναστέναξε. Εκείνο που φοβούνταν και που γλίτωσε. ήταν να ζητήσει συγχώρηση. θεία. σαν τον Αλέξανδρο. στη βάρκα! — Δεν ήμουν μονάχος.. όσο και να είχε όρεξη να πάγει στης Αλίς. Αυτός δεν είχε ανάγκη να το υποσχεθεί για να μην το ξανακάνει.165 - . Η τιμωρία δεν τον πείραζε. δεν του το ζήτησε. Βήματα ακούστη- καν στη σκάλα. ήταν και ο Αλέκος. Και το ξύλο θα το δέχουνταν.. . Μα ήταν μόνο η Αφροδίτη μ' ένα δίσκο. — Κακό. κακόπαιδο. Τρελαντώνης Ο Αντώνης δεν περίμενε να του το επαναλάβει η θεία και βγήκε έξω και ανέβηκε στην κάμαρα του. — Από πού μας είδες.. μόνο να μην έχει να πει.. χώνοντας τα χέρια του στις τσέπες.

Είδα μια βάρκα να φεύγει μοναχή της και είπα: «Σε καλό τους. και με το αμάξι έφυγε ο θείος σου να τη βρει. «Γρήγορα. σήκωσε τον κόσμο στο πόδι. κατακίτρινη σαν το φλουρί! Κατέβηκε τρεχάτη. Πήγε. — Ήταν θυμωμένη. τέτοια ώρα και με τέτοιον άνεμο!» Κι εκεί σε βλέπω σένα να σηκώνεσαι. Από την τραπεζαρία. Μα κι έτσι δεν ησύχασε κείνη. να πέφτεις μες στη βάρκα και να ξανα- σηκώνεσαι. φώναξε. και φώναζαν: «Αλεξάνδρα! Αλεξάνδρα! Ο Αντώνης είναι στη βάρκα!» Τρομάρα τα παιδιά. — Θυμωμένη λέει. Ζωρζή! Τρέχα. της φωνάζω: «Σώστε. Πρώτα θύμωσε πολύ. Εκεί- νη συλλογίστηκε τότε την ατμάκατο του κυρίου Μακρονησιώτη. και βρέθηκαν δυο βαρκάρηδες που έλυσαν τις βάρκες τους. και στο δρόμο. Παναγιά μου! Σφάχτης μ' έκοψε! Και την ίδια ώρα α- κούω τρεχιό στη σκάλα και τα δυο μικρά κατέβαιναν κι έτρεχαν στο σαλόνι. και πνίγεται ο Αντώνης!» Πώς έγινε η καη- μένη. εμπρός στο σπίτι. ρώτησε ταπεινωμένος ο Αντώνης. κι εμείς όλοι μαζί. γρήγορα. Πηνελόπη Δέλτα — Από πού. και με τους τρεις που έτρεχαν το κατόπι μου για να μην της το πω. μα τα γύρισε μπρος πίσω η θεία σου. Τρέχαν και τα παιδιά.166 - . ο Αντώνης είναι σε μια βάρκα χωρίς βαρκάρη!» του φώναξε. που ήξερα πως ήταν στην κάμαρα της κι έραβε στη μηχανή. Ο Θεός με φώτισε ν' ανέβω να βάλω τραπέζι πιο νωρίς. Ύστερα όμως ήταν πιό- τερο τρομαγμένη. μην τα ρωτάς! Και φοβούνταν να το πουν στη θεία σου! Τρέχω γω πάνω. λέει. Μα στο μεταξύ βγήκε και η . να βγει με τη βάρκα του να σας φέρει πίσω· μα δεν ήταν κανένας στην ακρογιαλιά. Μα δεν τα έχασε· έχει γερό κεφάλι η θεία σου! Κατέβηκε με το θείο σου να φωνάξει βαρκάρη. κυρία. βρίσκομε το θείο σου που γύ- ριζε απέξω. όπου έπαιζε πιάνο η Αλεξάνδρα.

δόξα να 'χει ο Θεός! είπε η Αφροδίτη και σταυροκοπή- θηκε. που κακό να μη σε πιάσει. λέει. μόνο μια σούπα με ξερό ψωμί. αποκρίθηκε ο Αντώνης σηκώνοντας τους ώμους του. ζουρλόπαιδο! Άιντε. Ας έχεις χάρη στην κερα-Ρήνη που σε λυπή- θηκε και σου έκοψε λίγο κρέας μες στη σούπα σου! Δε σου άξιζε βέ- βαια! Και σου βουτύρωσε και το ψωμί. μπήκε στην κάμα- ρα. Κοίταζε ο Αντώνης τη σκοτεινή θάλασσα ησυχασμένη πια.. Και φαγί απόψε δεν έχει. είπε. και του φάνηκε όλη αυτή η απο- γεματιανή ιστορία σαν παραμύθι. είπε η θεία σου. Τρελαντώνης ατμάκατος. διέκοψε η Αφροδίτη. — Εγώ δεν τρόμαξα. κάτσε τώρα να φας. είπε η Αφροδίτη που μπήκε κι εκείνη στην κάμαρα. Διάβασα χειρότερες ιστορίες που. τώρα που είχε πέσει ολότελα το μελτέμι. Και σειώντας το κεφάλι του μια εδώ. — Εγώ θα σου τις έβρεχα..167 - . — Άφησε με που δεν τρόμαξες! Το λες τώρα που πατάς γερά τη γη... μια εκεί. Ακούς. . δεν τρόμαξες! Καλά έλεγε η θεία σου πως σου χρειάζεται ξύλο! — Μα δε μου το 'δωσε.

να τη βοηθήσει εκεί- νη. ύστε- ρα από ένα δυο προφητείες για τον καιρό που θα κάνει αύριο στην Κηφισιά. που άλλη φορά θα είχε κολακευθεί πολύ με αυτή την πρόταση. σοβαρή. σαν πιο μεγά- λη. συλλογισμένη. Η Αλεξάνδρα. Μ' αυτή . Μα η Πουλουδιά. Η αταξία του Αντώνη βάραινε πάνω τους. ζεματισμένα. που μέρα δεν άφηνε να περάσει χωρίς να κάνει και από μια τρέλα. Η Αλεξάνδρα. Ντρέπουνταν γι' αυτόν και για όσα θα έλεγαν οι Χορν.168 - . κοντοστάθηκε. ήταν σα σκαντζόχοιρος εκεί- νο το βράδυ και δεν μπορούσες να την πλησιάσεις. Είχε αποφασίσει να μιλήσει του Αντώνη. Ήταν σα μαγκωμένα και τα τρία. σώπασε κι εκείνος. μα δεν ήξερε πώς ν' αρ- χίσει. Στο τραπέζι η θεία δε μιλούσε και ο θείος. τώρα που παρέσυρε και τον Αλέκο στην αταξία του. που περίμενε μετάνοια και συντριβή από τον αδελ- φό της. Ο Αντώνης όμως δεν άφησε καιρό της Αλεξάνδρας να ετοιμάσει τη φράση της. ένιωθε πως. Την πρόλαβε ρωτώντας: — Τι φαγί είχατε απόψε. να φέρει την ομιλία. Πηνελόπη Δέλτα Ε ίχε πλαγιάσει ο Αντώνης σαν ανέβηκαν τ' αδέλφια του. Κοίταξε την Πουλουδιά για βοήθεια. Το είχε πει μάλιστα και της Πουλουδιάς. ήταν υπεύθυνη για τα καμώματα του αδελφού της. μουδιασμέ- να ακόμα από το απογεματιανό κακό. και ύστερα έπιασε την εφημερίδα του.

. . Τρελαντώνης είχε ακουμπήσει στα κάγκελα του κρεβατιού του Αντώνη και κοίταζε αλλού. — Πως ήταν μεγάλη η τιμωρία σου. — Αχ. γιατί τα περιστέρια με τα μπι- ζέλια είναι το αγαπημένο σου φαγί. διέκοψε ο Αντώνης. Ο Αντώνης έδωσε μια κλοτσιά στο σεντόνι του και το έκανε βουνό χιονισμένο με το πόδι του από κάτω. Αντώνη! Και πρέπει να γίνεις πια καλό παι- δί. καυχήθηκε πετώντας έξω τα χείλια του. Και αποκρίθηκε πάλι ο Αλέξανδρος: — Το είπε και ο θείος. να καταλάβει τι έκανε!» Και ύστερα δεν είπε πια τίποτα ο θεί- ος. — Σαν τη θεία μιλάς τώρα. το αγαπημένο μου φαγί! είπε μελαγχολικά ο Αντώνης. — Τι είπε ο θείος.169 - . Αποκρίθηκε ο Αλέξανδρος: — Είχαμε περιστέρια με μπιζέλι. ρώτησε ο Αντώνης. Και είπε η θεία: «Τόσο το καλύ- τερο. Μα η Αλεξάνδρα είχε πάρει φόρα.. Κρίμα! Τον λυπήθηκε η Αλεξάνδρα και σταμάτησε όλες τις παρατηρήσεις που είχε ετοιμάσει. είτε φάγω είτε δε φάγω... — Εμένα δε με μέλει καθόλου.. Η ώρα της Αλεξάνδρας είχε έλθει και την άρπαξε και είπε: — Πρέπει να σε μέλει..

. κάθε μέρα. ακούστηκε παραπονιάρικη η φωνή της. Ό. Πουλουδιά. πότε εμπρός στους άλ- λους. φώναξε ο Αντώνης. μα ίσως και τώρα να την πονεί. Έ- κλαιγε και πριν από το τραπέζι.. — Όχι. έκανε η Πουλουδιά. τη μάλωσε η θεία που ήλθε στο τραπέζι με βρώμικη ποδιά. πότε εμπρός στην Αλίς. . Πηνελόπη Δέλτα — Έχει πολύ δίκαιο η θεία. διέκοψε ο Αλέξανδρος.. — Σαχλαμάρες τα λες αυτά. έδωσε μια κλοτσιά στ' ανεύθυνα πόδια του κρεβατιού κι έτρεξε στο μπαλκόνι. το παπούτσι σου. δεν είναι γι' αυτό που κλαίγει... — Άσ' την. με πονεί. Βγήκε ο Αλέξανδρος στο μπαλκόνι και ρώτησε: — Σε πονεί.. — Ποιους άλλους... Εσύ αύριο δε θα έλθεις και δε σε μέ- λει. — Ωωωω.. είναι έτσι.. Και μες στη σαστισμένη σιωπή που ακολούθησε.Τι σ' έπιασε. μα εμείς που θα πάμε στην Κηφισιά και θ' απαντήσομε τον πα- τέρα του Αλέκου... ναι. στις κακές της σήμερα. — Ναι.τι και αν της πεις κλαίγει. είπε με αγανάκτηση. είπε η Αλεξάνδρα.. Τι σαχλαμάρες! διέκοψε πάλι ο Αντώνης. ξέσπασε στα κλάματα. . — Πριν έλεγε πως την πονεί το παπούτσι της.. — Όχι...170 - . είπε η Αλεξάνδρα. Μας ντροπιάζεις όλους.

κλείσε τις βρύσες! φώναξε ο Αντώνης. Άρχισε όταν μας έστειλε μέσα η θεία. Σιωπή στην κάμαρα. είπε ο Αλέξανδρος. εγώ θα σου το βγάλω. να δούμε τη βάρκα σου.. — Πουλουδιά.. Ξέχασες πως είσαι τιμωρημένος. ο Αλέξαν- δρος κάθισε χάμω να ξεκουμπώσει τα παπούτσια του και σιωπηλή και ντροπιασμένη τρύπωσε μέσα η Πουλουδιά και μισοκρύφθηκε πίσω από την κουνουπιέρα της να γδυθεί. βγάλ' το. Και ο Αντώνης χώθηκε κάτω από το σεντόνι του. Ε. — Έχει μπουρινάκια.. η Αλεξάνδρα άρ- παξε το χτένι. . — Ναι. της φώναξε από το κρεβάτι ο Αντώ- νης. κουτή. Επέμεινε ο Αλέξανδρος και τον έσπρωξε η Πουλουδιά.171 - . ακούστηκε θυμωμένη η φωνή της θείας. τάχα πως λύνει τα μπερδεμένα μαλλιά της. εξήγησε. Θύμωσε ο Αλέξανδρος και της έδωσε μια στην πλάτη. Πουλουδιά.... — Αντώνη!.. Πουλουδιά. Και ξέσπασε πάλι η Πουλουδιά στα κλάματα. Η Αλεξάνδρα σήκωσε τους ώμους της. Ακούς.. Που- λουδιά. Και από κείνη την ώρα όλο ξανανοίγουν οι βρύσες. κι εμείς θέλαμε να κατεβούμε στην ακρογιαλιά. Η Πουλουδιά δεν ήθελε. Στάσου. ξαναφώναξε ο Αντώνης. Τρελαντώνης — Και δεν το βγάζεις. — Μα τι έπαθες απόψε.

όταν έβγαζες τα χαρτιά και τους ξεδιάλυνες τα μαλλιά. αμάν. που φούντωναν σγουρεμένα και τους έκαναν δυο κεφάλια σαν «ξερα- χνιάστρες». Και οι δυο αδελφές μισούσαν αυτή την προετοιμασία που γίνου- νταν κάθε βράδυ. δε θέλω! — Αύριο θα είσαι σαν κατσιβέλα! — Ας είμαι! . μ' ένα φιόγκο ή μια κορδέλα που τις έκανε σα μαϊμούδες. τεντωμένα και τρα- βηγμένα στις ρίζες. σαν ήλθε η σειρά της. τυλίγοντας τα μαλλιά της σκουλιά σκουλιά σε χαρτί. παιδί μου! — Όχι. κάθε φορά την επαύριο έπρεπε να είναι κα- λοχτενισμένα τα κορίτσια. και οι αδελφές το είχαν πάρει απόφαση και η τελετή του σγουρώματος γίνουνταν λίγο πολύ χωρίς φασαρία. Μα έτσι το ήθελε η μαμά. έλεγε ο Αντώνης. Απόψε όμως ήταν στις στραβές της η Πουλουδιά και. σε νεύριαζαν. πονούσαν. έλεγε η Αλεξάνδρα. σήκωσε επανάσταση: — Δε θέλω. τα χαρτιά κόμποι κόμποι. με περισσότερη φροντίδα. σε ξυπνού- σαν. που χώνουνταν στο κεφάλι μόλις έκανες να γυρίσεις στο κρεβάτι. που σήμαινε περισσό- τερα χαρτιά στο κεφάλι. δε θέλω να μου κάνεις κατσαρά! — Μπρε. Και το χειρότερο για τις δυο αδελφές ήταν το πρωί. Απόγδυσε τον Αλέξανδρο και άρχισε να χτενίζει την Α- λεξάνδρα. βρήκε όλα τ' αδέλφια μι- σογδυμένα.172 - . Πηνελόπη Δέλτα Όταν μπήκε στην κάμαρα η Αφροδίτη. Τα σφιγμένα μαλλιά.

— Μα άφησε να δω. Μα. ω του θαύματος.173 - . δε θέλω! Μα όταν κατέβηκαν στο πρόγευμα και είδε η θεία το κεφάλι της σαν «κατσιβέλας» κι έμαθε για ποιο λόγο είχαν μείνει τα μαλλιά της ακατσάρωτα. να δω! — Όχι. η Πουλουδιά δεν έκλαψε! . μπρε παιδί μου. Η Πουλουδιά είχε ξυπνήσει πάλι από την ανάποδη. δεν έχει! — Στάσου. Ακόμα δεν της είχε μιλήσει κανείς και άρχισε να κλαίγει. με φουντωτά κατσαρωμένα μαλλιά. μην έχει κανένα καρφί το παπούτσι σου! — Όχι. θύμωσε και της είπε: — Λοιπόν δε θα σε πάρομε στην Κηφισιά! Τα καπριτσιόζικα παι- διά μένουν σπίτι! Τ' αδέλφια περίμεναν πως θ' ανοίξουν οι βρύσες και θα γίνει νε- ροποντή. μπρε παιδί μου. είπε πάλι πως την πονεί το παπούτσι. Και σαν τη ρώτησε η Α- φροδίτη τι έχει. μια στιγμή! — Δε θα σταθώ! Και δε στάθηκε και δεν μπήκαν τα χαρτιά και την άλλη μέρα μόνη η Αλεξάνδρα βρέθηκε καλοχτενισμένη. Τρελαντώνης — Δε θα σε πάρει η θεία σου στην Κηφισιά! — Ας μη με πάρει! — Στάσου.

Αλεξάνδρα και Αλέ- ξανδρο και γύρισε ο Αντώνης μελαγχολικά από τη βεράντα να μπει μέσα. — Μπα! Εσύ γράφεις γρήγορα! Τι είναι ένα ρήμα! Να σου το λέγω εγώ από τη γραμματική και συ να γράφεις. είπε. δίστασε. — Έχω να γράψω ένα ρήμα. φώναξε θριαμβευτικά: — Όλο το σπίτι δικό μας είναι σήμερα! Πάμε να παίξομε κυνηγητό στις σκάλες! Μα ο Αντώνης δεν ξεμελαγχόλησε. ρώτησε ο Αντώνης. — Γιατί έτσι. πιάνοντας τον από τους ώμους. . ρώτησε. είπε με απόφαση. — Γιατί.174 - . — Θα 'ρθεις και συ μαζί. της αποκρίθηκε κατσουφιασμένος. — Μα εγώ δεν ήθελα να πάγω. Με τα χέρια στις τσέπες την κοίταξε ο Αντώνης. θείο. Η Πουλουδιά κοντοστάθηκε. Πηνελόπη Δέλτα Και σαν ήλθε το αμάξι και πήρε θεία. πηδώντας με τα πόδια της ενωμένα μπήκε και η Πουλουδιά και. Και πρόσθεσε συ- μπονετικά: — Τι κουτή που ήσουν χθες να μην αφήσεις να σε σγουράνουν και να πας στην Κηφισιά! Η Πουλουδιά έκανε άλλους δυο πήδους.

— Μιάου! Γύρισαν τ' αδέλφια και είδαν την κιτρινόμαυρη γάτα της Ρωσίδας κυρίας της Τιμής. Έλα να το σκάψομε εμείς! Πήραν λοιπόν ο ένας ένα μικρό σκουριασμένο καρφί. — Φύγε. υποτακτική. είπε η Που- λουδιά. Τ' άλλα. μα συνάμα της έτριψε χαδιάρι- κα το κεφάλι. Έχομε δουλειά! Μα η γάτα δεν έφυγε. αυτά παν γρή- γορα. απαρέμφατο. τρεχάτος κατέβηκε στην αυλή. Και με την α- δελφή του. — Φύγε! επανέλαβε η Πουλουδιά. Έλα.175 - . προστακτική. φύγε! Κσσστ! έκανε η Πουλουδιά. Χθες ίσα ίσα έλεγε ο θείος πως όλο το περιβόλι θέλει σκάψι- μο. Μόνο η οριστική έχει πολ- λά. απεναντίας σίμωσε. — Κι εδώ μπορούμε να κάνομε τους περιβολάρηδες. . Τρελαντώνης Έστριψε μια δυο φορές στο τακούνι της και πιάνοντας τον πάλι από τους ώμους: — Έλα να γράψομε το ρήμα σου. η άλλη ένα κομμάτι σπασμένο κεραμίδι και άρχισαν να σκάβουν. — Να την έβλεπε ο Ντον! είπε ο Αντώνης. όπου λες και είχαν πε- ράσει πηδηχτά μελανωμένα ποδαράκια σπουργιτιού. είπε. πάμε να το ξεφορτωθούμε! Και πήγαν και το ξεφορτώθηκαν και αναστέναξε ο Αντώνης και πέρασε το στουπόχαρτο πάνω στο χαρτί του.

— Θα την έτρωγε! — Γιατί. Πηνελόπη Δέλτα — Τι θα έκανε ο Ντον. — Πού να πάμε. βγήκαν από την αυλή. ρώτησε. Τα τρία σκυλιά. Μόνος ο Ντον σήκωσε το κεφάλι του και κούνησε την ουρά του. — Στην αυλή του βασιλέα. Ο θείος λέγει πως οι σκύλοι και οι γάτες όλο τρώγονται. — Ναι! αναφώνησε. Η- συχία. μην και τους δει η κερα-Ρήνη ή η Αφροδίτη. — Έτσι. — Αλήθεια. Η καρδιά της Πουλουδιάς πήδηξε στο λαιμό της. δεμένα. Κρίμα που δεν είναι εδώ ο Ντον! Ο Αντώνης σηκώθηκε και τίναξε τα χώματα από τα χέρια του. Έξαφνα η ήσυχη . Μα τι ήταν αυτό. ξαπλωμένα ηλιάζουνταν. Δεν είναι ποτέ κλειδωμένη. τα δυο αδέλφια. Πάμε! Πήρε τη γάτα στην αγκαλιά της και ρίχνοντας πίσω ανήσυχες μα- τιές.176 - . — Πάμε να δοκιμάσομε αν είναι αλήθεια. Αυτό και αν ήταν τρέλα! Τρομερή τρέλα! Αντώνικη τρέλα! Μα λες και αυτή την ώρα κόλλησε από την τόλμη του Αντώνη και η Πουλουδιά. πατώντας στα νύχια. Βαστώντας τη γάτα πλησίασε η Πουλουδιά. Η πόρτα του βασιλέα ήταν ξεκλείδωτη και με καρδιόχτυπο την έσπρωξαν τ' αδέλφια. ρώτησε μαγεμένη η Πουλουδιά.

τραβούσαν τις αλυσίδες τους. Ο Αντώνης άρπαξε το μπράτσο της Πουλουδιάς και απότομα την έσυρε στην πόρτα. ξετρελαμένη. γύρευε να ξεφορτωθεί τη γάτα. τη στιγμή που στο πάνω πάτωμα άνοιγαν όλα τα παντζούρια και κεφάλια παρουσιάζουνταν σε διάφορα παράθυρα. Τρομαγμένα κοιτάχθηκαν. Μα φαίνουνταν η τσουγκρανιά πάνω από το φρίλι του λαιμού της και. αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Παλεύοντας οπισθοχώ- ρησε η Πουλουδιά και η γάτα πήδηξε στον τοίχο και χάθηκε στην αυλή της Ρωσίδας κυρίας της Τιμής. και τρύπωσαν στην αυλή τους. . φυσίγματα. Γαβγίσματα. Πάμε μέσα να σε πλύνω και δε θα φαίνεται τί- ποτα. σα να ήθελαν να τις σπάσουν και ν' αρπάξουν τον εχθρό. και ο Α- ντώνης μάταια προσπαθούσε να την πιάσει. Τρεχάτα είχαν βγει τ' αδέλφια στο δρόμο. με τις τρίχες ολόρθες. φτύνο- ντας και φυσώντας. Τρελαντώνης αυλή αναστατώθηκε. χλομός ακόμα αλλά ξαναβρίσκο- ντας την τόλμη του. Η Πουλουδιά μάτωνε από μια τσουγκρανιά στο σβέρκο και ο Α- ντώνης από άλλη μια στο χτένι του χεριού. είπε ο Αντώνης.177 - . πάλι ξα- νάπεφτε στη θέση του και ξεσκέπαζε το γδαρμένο σβέρκο. — Δεν πειράζει. Η γάτα είχε ξεφύγει από τα χέρια της Πουλουδιάς και είχε σκαρφαλώσει στο σβέρκο της. ενώ ο Ντον και τ' άλλα σκυλιά. φωνές και στριγλιές γέμισαν τον αέρα. όρθια. όσο και αν τραβούσε απάνω ο Αντώνης το φουστάνι. Η Πουλουδιά ξεφώνιζε.

θα την ξέπλεκες και δε θα φαίνουνταν τίποτα. ξέρω ‘γω.. Αν είχες κοτσίδα. Η γάτα είναι πιο μικρή από τους σκύλους του βασιλέα.. Αν ρίχναμε. αποκρίθηκε τρομαγ- μένη ακόμα η Πουλουδιά. και ο Τούρκος τον αρπούσε στα δόντια του. σ' ένα μεγάλο Τούρκο. Αντώνη! αναφώνησε η Πουλουδιά... ας πούμε. — Λέγω. — Γιατί ήμασταν εμείς κακοί..178 - . — Αυτό δεν πειράζει. Τι κάναμε... Αλήθεια... Δεν είναι το ίδιο! .. το κρύβω στην τσέπη. Τα κέφια τους ήταν μουδιασμένα και τα φτερά τους χαμηλωμένα. τον Αλέξανδρο που είναι μικρός.. — Όχι. Ήταν εκείνο που έλεγε η μις Ράις «Μαντ κατ». — Και το χέρι σου.. συλλογίζομαι. σαν τρε- λή έκανε! — Είναι πολύ κακιά και άγρια αυτή η γάτα. μήπως εμείς ήμασταν κακοί που πήγα- με να τη ρίξομε στη μύτη των σκύλων.. Πηνελόπη Δέλτα — Τι κουταμάρα να 'χεις κοντά μαλλιά! της είπε. Νόμιζα πως θα με φάγει. ρώτησε η Πουλουδιά που μπροστά της ανοίγουνταν ξαφνικά κόσμοι από κουβαριασμένους στοχα- σμούς.. είπε συλλογισμένος ο Αντώνης. Της έριξε ο Αντώνης μια στοχαστική ματιά και είπε: — Ξέρεις. — Πώς έκανε η γάτα.

. Και τότε θυμή- θηκε ο Αντώνης πως είχε πει κάποτε ο θείος ότι πληγώνεις το φυτό τραβώντας τα φύλλα. δεν είναι ολωσδιόλου το ίδιο. και γύρισαν όλο το χώμα. είπε συλλογισμένη η Πουλουδιά. Τρελαντώνης — Όχι.. — Ναι. Μα ο Αντώνης δεν αγαπούσε τις στενόχωρες σκέψεις. Κάνει ζέστη εδώ μέσα! Και πρέπει να σκάψομε τον κήπο... Και ξανάπιασαν το καρφί και τη σπασμένη κεραμίδα κι έσκαψαν. Και αφού έσκαψαν καλά-καλά και μάδησαν όλα τα φύλλα που τους φαίνουνταν ξερά. Κρίμα. και ήταν τρία σκυλιά. — Όχι. Πολύ άσχημες απορίες κουτρουβαλούσαν στο μυαλό της Πουλου- διάς και άλλες τόσες στου Αντώνη. φοβούμαι. ... Μα η γά- τα ήταν μικρή και ο Ντον μεγάλος. Θα φωνάζει η θεία. Πάμε στην αυλή. — Ουφ! είπε. γιατί ο Αλέξανδρος είναι αδελφός μας. κι έσκαψαν.179 - . μαζί και μερικά χλωρά. — Πήγαινε να φέρεις της θείας.. αλλά και σ' όλες τις γλάστρες με τους βασιλι- κούς.. όχι μόνο στις πρασιές που πε- ριτριγύριζαν την αυλή. επίσης και σ' ένα βαρελάκι όπου ο θείος είχε φυτέψει μια τριανταφυλλιά που έβγαζε εκατόφυλλα τριαντάφυλλα και που την περιποιούνταν ιδιαίτερα και μόνος αυτός.. αποκρίθηκε κάπως μπερδε- μένος ο Αντώνης.. Κι έχασα το δικό μου. αποκρίθηκε η Πουλουδιά. τους φάνηκε ξαφνικά αυτή σα μαδημένη. θα χρειάζουνταν ψαλίδι. της είπε ο Αντώνης κόβοντας α- κόμα ένα δυο φύλλα που του φαίνουνταν παραμεγαλωμένα. της τριανταφυλλιάς του θείου.

180 - . — Έχεις δίκαιο. αν δεν τα φώναζε η θεία. Δε θα πάθει τίποτα. που ήταν στα ίδια χάλια. Απαγορεύουνταν στα τέσσερα αδέλφια να μπαίνουν μέσα. — Και όμως πρέπει να κόψομε τα κοτσανάκια που μείναν από τα ξερά φύλλα. — Δεν το βρίσκω. — Πάμε να δούμε στην κάμαρα της. όλο χώματα χέρια του. Στάσου. είπε. — Στάσου. Και. Πάρε της Αλεξάνδρας. έρχομαι. είπε ο Αντώνης. . Αντώνη. το ψαλίδι δε βρέθηκε. Μα το πανεράκι της θείας δεν ήταν κάτω. Πηνελόπη Δέλτα — Καλά λες. Θα πάρομε μια στιγμή το ψαλίδι της θείας και θα το βάλομε πάλι στη θέση του. αποκρίθηκε κείνος. Ο Αντώνης κοίταξε τα σκονισμένα. και ύ- στερα τα παπούτσια του. Φαίνεται ακατάστατη έτσι η τριαντα- φυλλιά. — Αχ. Μα όσο και να σκάλισαν και οι δυο και ν' αναποδογύρισαν τα κα- λοσυγυρισμένα κουτιά της Αλεξάνδρας. είπε ο Αντώνης. κοίταξε τα χέρια σου! Πώς θα πιάσεις το πανέρι της θείας. Αντώνη! του φώναξε. Τρεχάτη μπήκε μέσα η Πουλουδιά. με πλυμένα χέρια και ξεσκονισμένα παπούτσια. δειλά μπή- καν τα δυο αδέλφια στην κάμαρα της θείας. πάμε πρώτα να καθαριστούμε. μα σε λίγο παρουσιάστηκε το κεφάλι της στο παράθυρο της εισόδου. Η κάμαρα της θείας ήταν το «άγιον των αγίων».

της είπε κείνος.. — Πώς το ξέρεις πως είναι η Κηφισιά. Πάμε. πάμε να φύγομε. σα να βρίσκονταν σε αγιαστήριο... Το ένιωθε η Πουλουδιά. όπως έλεγε. και η καρ- διά της χτυπούσε τούμπανο.. Αλλά στην κάμαρα της δεν ήθελε «ποδαρικά».181 - . εκεί θα 'ναι η Κηφισιά. Ο Αντώνης σήκωσε τους ώμους του. ρώτησε η Πουλου- διά. Και πέρα άλλο βουνό δεν έ- χει. ψιθύρισε χαμηλώνοντας τη φωνή της. Να και τα βου- νά πέρα.. κρεμασμένη στο μπράτσο του. Τρελαντώνης Και η θεία δεν τα φώναζε ποτέ· έβγαινε στην είσοδο. όπως λέγει η Αλίς. Αυτό που έκανε ο Αντώνης. Κοίταξε τι μακριά που φαίνεται η θάλασσα από δω.. ήταν το άκρον άωτον της τόλμης και της ασέβειας και της αποκοτιάς. Το επιχείρημα ήταν αναμφισβήτητο.. . πώς περνά το τρένο τη θάλασσα.... — Αντώνη. που είναι βουνό και δεν είναι βου- νό. αν είχε να τα μαλώσει ή να τα επιθεωρήσει πριν βγουν.. Ο Αντώνης δεν αποκρίθηκε. — Αφού είπε η Αλίς πως είναι πέρα. Και όμως. ρώτησε η Πουλουδιά που είχε τρυπώσει κοντά του στο παράθυρο. Στάσου να δούμε. — Αντώνη. να μπει μέσα με την Πουλουδιά ενόσω έλειπε η θεία. Αντώνη! — Φοβητσιάρα! Τι φοβάσαι..

. ευτυχώς είναι απέραστη.. εμπρός στην ασκέπαστη ραφτομηχανή της θείας. Πλησίασε βιαστικά.. είπε. χωρίς να ξανασηκωθεί. Γύρισε τη ρόδα και η βελόνα σηκώθηκε ως απάνω. ενώ με το δεξί του χέρι έπιανε το χερούλι. που έμενε καρφωμένο. βρωμά πετρέλαιο! Να την αφήσομε να ξεμυρίσει. θα βγει εύκολα.. . Με το δάχτυλο έσπρωξε σιγά τη ρόδα. Δεν την έκλεισε η θεία. μουρμούρισε... Μα. πουφ.. μην την αγγίζεις! Δε θέλει η θεία! είπε η Πουλου- διά.182 - . — Την άνοιξα για να τη δω. Η λαδωμένη ρόδα γύρισε γοργά μ' ένα ζλακ! και η βελόνα τρύπη- σε πέρα-πέρα το δάχτυλο του Αντώνη. — Αντώνη! Αχ. — Στάσου ν' ανεβάσω τη βελόνα. Πηνελόπη Δέλτα Γύρισε η Πουλουδιά και τον είδε όρθιο στην άλλη άκρη της κάμα- ρας. Αντώνη. Αντώνη. τι έκανες! είπε κλαίγοντας η Πουλουδιά. — Μη. — Μπα!. Ο Αντώνης ρουθούνιζε. Μα η περιέργεια του Αντώνη είχε ξυπνήσει. χωρίς όμως και να βγει από το δάχτυλο... Πώς θα τη βγάλεις τώρα. — Για να δούμε αν τρυπά η βελόνα. έκανε βάζοντας το δάχτυλο του από κάτω. είπε χωρίς να ταραχθεί ο Αντώ- νης.. — Αντώνη! φώναξε η Πουλουδιά.

Τρελαντώνης Ο Αντώνης κοίταζε το δάχτυλο του. Με το δεξί του χέρι την άρπαξε ο Αντώνης από το μανίκι. ώσπου ν' ανέβει όσο μπορεί πιο ψηλά η βελόνα. — Δε με μέλει που τρυπήθηκα. — Πονεί. Αχ. — Να! Βάστα τη ρόδα και γύρισε την αργά αργά. — Να μην κουνήσεις! πρόσταξε. Αντώνη! Πώς θα φύ- γεις από δω. ρώτησε τρέμοντας η Πουλουδιά.. σταμάτησε τη ρόδα. Βάστα! Πάει. — Στάσου τώρα. σαν ανέβηκε ψηλά η βε- λόνα. Θεέ μου! Θα σου κόψουν το δάχτυλο. . Έλα! Έκανε η Πουλουδιά όπως της έλεγε και. της είπε ο Αντώνης. βγήκε! φώναξε θριαμβευτικά ο Αντώνης. Και τράβηξε το δάχτυλο του και το έχωσε στο στόμα. — Άφησε τώρα αν πονεί. στάσου να φωνάξω την Αφροδίτη.. Πώς. βοήθησε με να βγάλω τη βελόνα! — Μα πώς. είπε. ο λόγος είναι να βγει η βελόνα! Βάστα τη ρόδα. έκανε απελπισμένη η Πουλουδιά. — Αχ. μόνο που θα με βρει εδώ η θεία! Η Πουλουδιά έκλαιγε τώρα με αναφιλητά. μην ξαναπέσει η ρόδα! και με το δεξί του δείχτη πίεσε κάτω το τρυπημένο νύχι με όλη του τη δύναμη..183 - . Και αντί να κλαις..

Μα δεν έπρεπε να της δώσει και πολύ θάρρος. Η Αφροδίτη προχθές μου έβαλε στο γόνατο και δεν ξεμάτωνε πια. αφού σκόρπισε τη μισή άρνικα στο πάτωμα. προσέχοντας μην τον πονέσει. — Πονεί. Και ξαφνικά: — Στάσου! φώναξε κι έφυγε σα σαΐτα. φουσκωμένη από υπερηφάνεια. . ξέρεις. του είπε. και τον βρήκε τον Αντώνη στην είσοδο. και άλλη μια όμοια στο μέσα μέρος του δαχτύλου. κάνοντας τα καλά της.184 - . ακόμα και όταν ευχαριστιούνταν.. μη μας δει κανείς εδώ! του είπε με σκηνικά ψιθυρίσματα και περπατήματα στα νύχια και κατασκο- πεύσεις στη σκάλα. Ο Αντώνης της έτεινε το τρυπημένο δάχτυλο και. Έβγαλε ο Αντώνης το δάχτυλο από το στόμα του και τα δυο αδέλ- φια είδαν μια στρογγυλή καθαρή τρυπίτσα κόκκινη. Βαστούσε ένα μποτιλάκι κι ένα παστρικό κουρελάκι. δεν εννοούσε να κυβερνιέται από κορίτσι. Μα ο Αντώνης. στη μέση του νυχιού. —Στάσου. Στάσου. πως φρόντιζε κι εξυπηρετούσε τον Αντώνη.. Ομολογούσε μέσα του τις υπηρεσίες της αδελφής του και τον ευχαριστούσαν. Γύρισε όπως είχε φύγει. ρώτησε με αγωνία η Πουλουδιά. τρεχάτη. — Και τώρα πάμε γρήγορα κάτω. θα σου βάλω άρνικα.. προσπαθώντας και φασα- ρεύοντας. τόσο να τους δώσεις.. του το έδεσε η Πουλουδιά. «γιατί τα κορίτσια. Πηνελόπη Δέλτα — Ρούφηξε το! Πιπίλισέ το! Δείξε μου το! παρακάλεσε η Πουλου- διά.

Μα την απο- πήρε: — Ποιος θα κλείσει τη μηχανή. παραμέρισε τα χέρια της και ύστερα κατέ- βασε ένα σιδεράκι. Και ξαναμπήκε στην κάμαρα της θείας. Πλησίασε ο Αντώνης. άρπαξε το καπάκι κι έκλεισε τη μηχανή πριν προφθάσει ο Αντώνης. Τρελαντώνης σε καβαλικεύουν κιόλα».. Η Πουλουδιά τον ακολούθησε. έχω δουλειά. — Αχ. — Στάσου. — Έννοια σου! Μην κουράζεσαι! Έννοια σου! ψιθύρισε πασπα- τεύοντας να στερεώσει το καπάκι που όλο ξανάνοιγε. όταν έσπασε ο Στάμος το βάτραχο του. Το είπε μια μέρα και ο πατέρας. Αντώνη. ώστε το ήξερες! Μεγάλη δουλειά που την ξανάκλεισες! Εγώ δεν ξέρω από μηχανές! . — Ναι...Κανένα κορίτσι δεν ξέρει από μηχανές. για να δει πώς πηδά. Να τη βρει η θεία ξεσκέπαστη. πάντα έτοιμη για επανάσταση.185 - . τι θέλεις πια να μπαίνεις εδώ μέσα. γύρισε μια βίδα και το καπάκι έμεινε μαγκωμέ- νο.. Χρειάζουνταν η Πουλουδιά και λίγη ψυ- χρολουσία. Είπε: «Ωστόσο. περίεργη όσο και τρομαγμένη. της είπε. μα εσύ την άνοιξες. ορτσώθηκε. αποφάσισε ο Αντώνης. Η Πουλουδιά. τι είναι τ' αγόρια! Αυτός . Η Πουλουδιά όρμησε. — Ούτε να κλείσεις μια μηχανή δεν ξέρεις. της είπε μεγαλόπρεπα.

. μα. είπε κοφτά πάλι ο Αντώνης. — Καθόλου! αναφώνησε. αυτή η κερα-Ρήνη γεν- νήθηκε μαγείρισσα!» Εμείς γεννιούμαστε μαγείρισσες! — Πφφφ! έκανε ο Αντώνης. — Πφφφ! έκανε πάλι ο Αντώνης. Συλλογισμένη κατέβαινε η Πουλουδιά τη σκάλα με τον αδελφό της. Μα δε βρήκε. Πηνελόπη Δέλτα γεννήθηκε μηχανικός!» Δηλαδή. Η Πουλουδιά ξαφνικά θυμήθηκε. έκανε.. Τα κορίτσια είναι περιττά στον κόσμο. Γύρευε να θυμηθεί για ποια τέχνη γεννιούνται τα κορίτσια.186 - . πως κανένα κορίτσι δε γεννιέται μηχανική... — Μα εγώ. Κοντοστά- θηκε γυρεύοντας τι να πει.. — Τι ναι μα. . διαμαρτυρήθηκε αναμμένη η Πουλουδιά. Ο θείος είπε μια μέρα για την κερα- Ρήνη. «Ωστόσο. Εσύ ξέρεις. Τον διέ- κοψε η Αφροδίτη που έστρωνε τραπέζι στην τραπεζαρία. Και πάλι πήρε φόρα: — Μα εγώ ξέρω να ξεκουκουτσιάζω βύσσινο! είπε.. Δεν κάνεις εσύ να μου ψήσεις μακα- ρόνια με κιμά να σε δω. Γυναικείες δουλειές. — Ναι. που είχε ψήσει σαλιάγκους.

Τρελαντώνης

— Ελάτε, παιδιά, φώναξε, το φαγί είναι έτοιμο! Περνώντας πίσω
από την Πουλουδιά στάθηκε, την καλοκοίταξε και, πιάνοντας το
φρίλι του λαιμού της, είπε:

— Γιατί είναι το φουστάνι σου αιματωμένο; Μπρε παιδί μου, ποιος
σ' έγδαρε έτσι;

Η Πουλουδιά σήκωσε τους ώμους της να υψώσει και το φόρεμα.

— Η γάτα, είπε σύντομα.

— Ποια γάτα;

— Της Ρωσίδας κυρίας της Τιμής. Ήθελε να παίξει! έκανε τάχα
αδιάφορη και κάθισε στο τραπέζι, αντίκρυ στον Αντώνη, όπως το
'κανε ο θείος και η θεία.

Μα η Αφροδίτη σήμερα είχε μάτια εμπρός και πίσω και σε όλο της
το κεφάλι.

— Τι έχει το χέρι σου, Αντώνη, και είναι δεμένο; ρώτησε πάλι.

Ο Αντώνης το μισοσήκωσε και πάλι το κατέβασε, τάχα με αδια-
φορία και αυτός.

— Δεν είναι τίποτα. Το τρύπησα, είπε.

— Για να δω! Πώς το τρύπησες; Άνοιξε το να δω! Αν είναι πονεμέ-
νο, να το βάλομε σε καυτό νερό!

— Δεν είναι ανάγκη, πετάχθηκε και είπε η Πουλουδιά, του το
μούσκεψα εγώ με άρνικα!

— Και πού βρήκες την άρνικα;

- 187 -

Πηνελόπη Δέλτα

— Στην κάμαρα σου. Σε είδα προχθές πού την είχες κρύψει. Η
Αφροδίτη δίστασε αν έπρεπε να μαλώσει ή να επαινέσει.

Διάλεξε τη μέση οδό.

— Ε, καλά το συλλογίστηκες να του βάλεις άρνικα, είπε. Έβαλες
και στην τσουγκρανιά σου;

Και χωρίς να περιμένει απόκριση, πρόσθεσε:

— Άλλη φορά όμως να μου κάνεις τη χάρη να με φωνάζεις και όχι
να πηγαίνεις να σκαλίζεις στην κάμαρα μου!

Όλο το απόγεμα πήγε και ήλθε η Αφροδίτη από την κουζίνα στο
σπουδαστήριο και από το σπουδαστήριο στην κουζίνα και απορούσε
με την ησυχία του σπιτιού.

— Τι πάθαν οι δυο σκανδαλιάρηδες σήμερα; έλεγε και ξανάλεγε
της κερα-Ρήνης. Δεν ακούονται! Και να τους δεις, σαν Παναγιές κά-
θονται και παίζουν ντόμινο, ο ένας αντίκρυ στον άλλο, τόσο φρόνι-
μα, που απορώ. Κάτι πάλι θα μας ξεσπάσει στο κεφάλι.

Και η κερα-Ρήνη απορούσε και αυτή.

— Μην είναι άρρωστα; της αποκρίνουνταν. Τρελαντώνης και
φρονιμάδα δεν παν μαζί! Κάτι θα σκαρφίζεται να μας βγάλει στη
μέση το σκάνταλο μυαλό του.

- 188 -

Τρελαντώνης

Μ
α όσο και να παραμόνεψε η Αφροδίτη, καμιάν ατα-
ξία δεν είδε.

Και σα χαμήλωσε ο ήλιος και δρόσισε, συγκινημένη
από τόση φρονιμάδα, πήγε και πρότεινε στα δυο αδέλφια να κάνουν
θαλάσσιο λουτρό, αφού δεν έκαναν το πρωί, και ύστερα να μείνουν
μαζί της στην αμμουδιά και να μαζέψουν κοχλαδάκια.

— Φταίγω εγώ τώρα; έλεγε λίγο αργότερα ο Αντώνης, καθισμένος
στο σπουδαστήριο με την Πουλουδιά, που είχε πρησμένα τα μάτια
από τα πολλά κλάματα. Είχαμε πει να μην κουνήσομε πια από δω,
ώσπου να γυρίσει η θεία... Γιατί το ξέρω πως ο διάβολος έχει πολλά
ποδάρια. Καθόμασταν όμορφα και καλά στο ντόμινο. Ήταν ανάγκη
να μας πάγει στα λουτρά η Αφροδίτη; Και ύστερα να καθίσομε στην
άμμο και να πιάσει τόση κουβέντα με τις γειτόνισσες; Και πού να
τύχει και ο Μπαρμπαγιάννης ο Κανατάς!

— Και να 'χει και τόσες στάμνες και τόσα κανάτια, ίσα ίσα σήμε-
ρα! αναστέναξε η Πουλουδιά.

— Ναι! Και να τις πηγαίνει παραγγελία στο καφενείο! Μα είδες;
Είδες τι ωραία που τα είχε δεμένα, αράδες-αράδες γύρω στο γαϊ-
δουράκι του; αναφώνησε ο Αντώνης που ενθουσιάστηκε πάλι με την
ενθύμηση.

— Τι ήθελες να τ' αγγίξεις! κλαψιάρισε η Πουλουδιά.

- 189 -

Πηνελόπη Δέλτα

— Ήθελα να δω πώς στέκουνταν. Πού να ξέρω εγώ πως το σκοινί
ήταν περασμένο μονάχα μες στα χερούλια κάθε στάμνας και πως σα
λύσεις μια, πέφτουν όλες! Ήταν κουταμάρα του Μπαρμπαγιάννη!

— Εγώ σου το έλεγα, μην τις αγγίξεις, Αντώνη!

— Το ξέρω κι εγώ τώρα! Μα φταίει ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς!
Αντί να μου πει «Φύλαγε το γαϊδουράκι μου, ώσπου να πάγω να πιώ
νερό», αν μου έλεγε «Δεν είναι δεμένες κόμπο οι στάμνες, και πρό-
σεχε», εγώ δε θα τις άγγιζα! Μα πες, δε φαίνουνταν δεμένες;

— Ναι, φαίνουνταν, παραδέχθηκε η Πουλουδιά.

— Κι εγώ έτσι νόμιζα και ήθελα να σου δείξω πώς να κάνεις τον
τελικό κόμπο. Πού να φανταστώ πως, μόλις λύσω το σκοινί, θα φύ-
γουν όλα, στάμνες και κανάτια!

— Και με τέτοιον κρότο!...

— Χωρατεύεις...

— Πόσα να σπάσανε λες, Αντώνη;

— Ξέρω ‘γω; Όλα θαρρώ.

— Και περιμένει απέξω να 'ρθει ο θείος, να του πληρώσει, λέει, τη
ζημιά!

Τα δυο αδέλφια έμειναν συλλογισμένα. Και ρώτησε ο Αντώνης:

— Σαν πόσες δραχμές λες να ζητήσει του θείου; Τέσσερις; Πέντε;

Η Πουλουδιά ξανάρχισε τα κλάματα.

- 190 -

Τρελαντώνης

— Πολλές! είπε. Η Αφροδίτη λέγει πως θα θέλει πολλές δραχμές.
Αχ! Να είχα κουμπαρά, σαν την Αλίς!

— Κι εγώ! είπε άθυμα ο Αντώνης.

Η Πουλουδιά σφούγγισε τα μάτια της. Σκουτουρεμένη ρώτησε:

— Να ζητήσομε χρήματα της κερα-Ρήνης; Εκείνη έχει πολλά. Κά-
θε βράδυ της δίνει η θεία.

Ο Αντώνης αργοκούνησε το κεφάλι.

— Ο πατέρας απαγορεύει να ζητούμε χρήματα, είπε.

— Μα δε θα μας τα χαρίσει, θα μας τα δανείσει μόνο.

— Κι αυτό το απαγορεύει ο πατέρας. Έπειτα πώς θα της τα πλη-
ρώναμε, αφού εμείς δεν έχομε κουμπαρά; Και ούτε τίποτε άλλο έχο-
με εμείς.

Η Πουλουδιά αναπήδησε. Της είχε έλθει μια ιδέα.

— Εγώ ξέρω! αναφώνησε. Θα της πουλήσω τα σκουλαρίκια της
Αραπίνας μου! Πολλές φορές μου τα ζήτησε κι εγώ δεν ήθελα να της
τα δώσω.

— Να της τα πουλήσεις; έκανε ο Αντώνης βλέποντας ξαφνικά και-
νούριες ελπίδες να φτερουγίζουν μπροστά του. Ναι... αυτό επιτρέ-
πεται... και ο πατέρας πουλά μπαμπάκια στο γραφείο... αυτό είναι
εμπόριο...

Η Πουλουδιά είχε τρέξει στη γωνιά όπου αράδιαζε τα δικά της
παιχνίδια, άνοιξε το σεντουκάκι της κούκλας της και το άδειασε ο-

- 191 -

Με το χέρι παραμέρισε το κουτί και τους θησαυρούς της Πουλουδιάς. αυτά τα κόκκινα αχλαδωτά σκουλαρίκια. Μουδιασμένη πρόσφερε το κουτί της στον αδελφό της. Η κερα-Ρήνη τηγάνιζε κεφτέδες. Είχε ακούσει πως στο εμπόριο αγοράζεις και πουλάς. — Άσ' τα. εσύ. λέει. — Να. μα. πάρ' τα. Με ορμή άνοιξε η Πουλουδιά την πόρτα και μπήκε στην κουζίνα. — Μα. Μα με τι τρόπο γίνεται η πράξη δεν το ήξερε.. Δικά σου είναι τα σκουλαρίκια. αυτά θέλει η κερα-Ρήνη. Τα πουλώ». — Να. σε μια πνοή.. Και αυτός από εμπόριο δεν ήξερε καλά.Να. . που μοιάζουν. είπε. Πηνελόπη Δέλτα λόκληρο στο πάτωμα. αρκετά κακο- μεταχειρισμένο κουτάκι. Μα η φόρα της κόπηκε μπρος στην κλειστή πόρτα της κουζίνας. Κάτω κάτω πήρε ένα χάρτινο. σου έφερα τα σκουλαρίκια μου και σου τα που- λώ! είπε βιαστικά. βέβαια. εγώ δεν ξέρω πώς να της το πω.... ρώτησε απρόθυμα η Πουλουδιά. Και αυτό. Αντώνη. κερα-Ρήνη.. Χωρίς να γυρίσει ρώτησε: . το άνοιξε και το έδειξε του Αντώνη. Αντώνη! Πες της το εσύ! — Όχι. θα πεις: «Τα θέλεις. — Ναιαιαι. — Να. είπε. Πάμε να της τα δείξομε. Ο Αντώνης δεν ήταν και τόσο βέβαιος. κοράλι. προτιμώ να φάγω ξύλο. δεν είναι κακό. Επιτρέπεται..192 - ..

είδε και την Πουλουδιά που. — Ποιος πουλά. στο βάθος της κουζίνας. τα κόκκινα αχλαδάκια. Τρελαντώνης — Τι κάνεις λέει. — Σου πουλώ τα σκουλαρίκια της κούκλας μου. — Μου πουλά σκουλαρίκια! Είδε η Αφροδίτη τον Αντώνη. — Να.. φώναξε: — Αφροδίτη.193 - . που κουβέντιαζε με κάποιον στην αυλή. κερα-Ρήνη. δεν πολυήξερε αν έπρεπε να μείνει ή να το βάλει στα πό- δια. που μελε- τούσε έναν-έναν τους μπακιρένιους τεντζερέδες στα ράφια. το κορίτσι μας! — Τι κάνει λέει.. Πουλουδιά. μη χάσεις το κελεπούρι! Πουλούμε διαμαντικά εδώ μέσα! Η Αφροδίτη. Χωρίς καν να κοιτάξει το α- πλωμένο δειλό χέρι με το χάρτινο κουτί. και ρώτησε γλυκά: — Τι θες. Η φωνή της Πουλουδιάς έτρεμε λίγο· περίμενε περισσότερο εν- θουσιασμό. Με χείλια που έτρεμαν είπε η Πουλουδιά: . ρώτησε. Η κερα-Ρήνη εξακολουθούσε με το πιρούνι ν' αναποδο- γυρίζει τους κεφτέδες μες στο τηγάνι. γύρισε και στάθηκε στην ανοιχτή πόρτα. με κόκκινα πρησμένα μάτια και το κουτί της στο χέρι.

Έλα ν' ακούσεις. Ένας άντρας ψηλός. με φαρδιά ξανθά μουστάκια. Στα μαλλιά και στα μουστάκια πολλές άσπρες τρίχες γυάλιζαν. είπε και σώπασε πνιγμένη. είπε ο Μπαρμπαγιάννης εξετάζοντας τα κόκκι- να αχλαδάκια. Η κερα-Ρήνη είχε πλησιάσει με τα δυο της χέρια στους γοφούς.. Η Πουλουδιά δε μίλησε. — Μπαρμπαγιάννη! φώναξε. Δαχτυλίδι. — Να τα σκουλαρίκια που θέλει να μου πουλήσει! είπε. Πηνελόπη Δέλτα — Θέλω να πουλήσω τα σκουλαρίκια της Αραπίνας μου. είπε η Αφροδίτη κάνοντας του το μάτι. Γύρισε κατά την αυλή. Τι είναι. καθώς στηρίζουνταν στη μαγκούρα του. ρώτησε. ε. για να σε πληρώσο- με. γέμισε με το μεγάλο μπόι του την πόρτα. για να πληρώσομε τον Μπαρμπαγιάννη Κανατά.194 - . Ανήσυχη κοίταζε τα στολίδια της. — Για να δούμε τα τζοβαρικά σου! είπε ο Μπαρμπαγιάννης Κανα- τάς. Η Αφροδίτη γέλασε. — Να. πουλούμε χρυσαφικά της κούκλας μας. μα ήταν ήρεμο το πρόσωπο του και είχε αρχοντιά η στάση του.. . Και τούτο. — Τι με θέλεις. Ήταν φτωχοντυμένος και ξυπόλυτος και στο κεφάλι φορούσε ένα παλιωμένο πλατύγυρο καπέλο. — Σκουλαρίκια. Πήρε το κουτί από το χέρι της Πουλουδιάς κι έναν-έναν έβγαλε από μέσα τους θησαυρούς της και τους άπλωσε στο τραπέζι. πριν έλθει ο θείος.

παρέδιδε όλους τους θησαυρούς της. Ντρέπουνταν την κερα-Ρήνη. — Το διαμαντένιο της χτένι. Είχε βασιλέψει ο ήλιος. τόσο πιο πετού- σε πίσω το κεφάλι του. — Είναι το άλλο χρυσό βραχιόλι της κούκλας μου. . που ήξεραν τώρα όλοι πως η Πουλουδιά. Και όλη τη μέρα δεν της είχε πει ούτε ένα ευ- χαριστώ της Πουλουδιάς που είχε βρει τρόπο να φάγει και αυτή τι- μωρία και να μην πάγει στην Κηφισιά.. για να μη φάγει αυτός ξύλο. — Πωπώ. Ένα φόρτωμα κανάτια. πλούτη! Και τούτη η αλυσίδα με τ' ωρολόγι. Πουλουδιά. στα νύχια πέρασε από το διάδρομο. Τρελαντώνης — Όχι. βγήκε στη βεράντα και κατέβηκε. Μα ο Αντώνης είχε εξαφανιστεί. ομορφιά! Και αμέ τούτες οι κίτρινες φούσκες με το λά- στιχο.195 - . την τραπεζαρία. είναι το χρυσό βραχιόλι της κούκλας μου. μα ντρέπουνταν. Ε. Με τα χέρια στις τσέπες. τον Μπαρμπαγιάννη Κανατά. Ουφ! Ήταν πνιγερό όμως το σπίτι. κατέβαινε το μούχρωμα και ήταν μοναξιά. αποκρίθηκε πνι- χτά η Πουλουδιά. Μα η Πουλουδιά δεν ήξερε. Δεν ήξερε γιατί. Και όσο περισσότερο ντρέπουνταν. είχε βγει απαρατήρητος από την πόρτα της κουζίνας. Κα- τέβηκε σε κάτι βράχους και κοίταξε μακριά τη θάλασσα την ανοιχτή. την Αφροδίτη. Έξω στο δρόμο ανάσαινε τουλάχιστον κανείς καλύτερα. Πόσα τα δί- νεις όλα μαζί. — Και τούτο. Χαμένη γύρισε στον Αντώνη για βοή- θεια. — Πωπώ.. στο δρόμο.

αφήνοντας λιμνούλες όπου πατούσε. μην περνά κανένας γνωστός στο δρόμο και. στους βρεμένους από τη θάλασσα βράχους. βρέθηκε ξαπλωμένος μες στα νερά. Πάω στην κάμαρα μου. Την πρώτη στιγμή ζαλίστηκε. Και από τα σκου- λαρίκια της θα τον προτιμούσε τον κάβουρα. Σιωπηλά τρύπωσε κι αυτός στο διάδρομο και από κει γύρισε κατά τη σκάλα. ρώτησε η Αφροδίτη. Μα η κρύα θάλασσα τον συνέφερε γρήγο- ρα και σηκώθηκε και τινάχθηκε. Πωπώ! Ώς τις πλάτες ήταν μού- σκεμα! Καινούρια ζημιά! Και μη χειρότερα.196 - .. σαν κοίταζες καλά στους νερόλακκους. βλέποντας μοναξιά. Αν της έφερνε εκείνος κανένα.» Μα όχι. μόνος. μα γλίστρησε στο βρεμέ- νο μούσκουλο και. Του ήλθε μια φωτεινή ιδέα. Πήδηξε ο Αντώνης στους κάτω βράχους. αν δε σχίστηκε κιόλα! Ανέβηκε στους βράχους και από κει στο δρόμο.. Μα ο Αντώνης δε συνήθιζε να παραπονιέται για πόνο. Πονούσε λίγο κάτω εκεί που τελειώνει η ράχη και πονούσε λίγο και στο κεφάλι. . ξαφνικά. — Τίποτα. κά- τω. την ίδια ώρα. της αποκρίθηκε κάνοντας για τη σκάλα. παρακάτω. Πηνελόπη Δέλτα Κι εκεί.. Αντώνη. Μα. έβρισκες κάποτε καβούρια. Η Πουλουδιά όλο γύρευε καβούρια και δεν τα έβρισκε ποτέ. «Μην ήλθε η θεία. Κοίταξε απάνω. ανέβηκε κούτσα-κούτσα στη βεράντα και μπήκε στην τραπεζαρία. Ήταν και η Που- λουδιά μαζί της . Όλα ήταν σιωπηλά και σκοτεινά. — Τι κάνεις εδώ. η πόρτα της κουζίνας άνοιξε και η Α- φροδίτη βγήκε μ' ένα αναμμένο κερί και τον είδε.

ρώτησε πάλι ο Αντώνης που γύρευε να δει την πλάτη του πάνω από τον ώμο του. Πού χτύπησες. Πωπώ. αίματα! — Πού. — Στάσου! Καλέ. αναφώνησε η Αφροδίτη. Ακούμπησε το κερί της σε μια καρέγλα και γύρισε τον Αντώνη με την πλάτη στο φως. Με τη μωρολογιά του Μπαρμπαγιάννη νύχτωσε πριν το καταλάβω και δεν έβαλα τραπέζι ακόμα. Τρελαντώνης — Κάτσε μια στιγμή. Βράχηκα λίγο στη θάλασσα. Έπεσες. ν' ανάψω εγώ τη λάμπα της σκάλας και είναι αργά. επανέλαβε όλο και πιο τρομαγμένη η Που- λουδιά. Λαφριά. Τι έπαθες. Είσαι όλος αίματα! — Αίματα.197 - . θα με τρελάνεις εσύ. γοργά σήκωσε η Αφροδίτη τα κοντοκομμένα του μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. παιδί μου! . — Τι έπαθες. — Τίποτα. — Αντώνη! διέκοψε τρομαγμένη η Πουλουδιά. αποκρίθηκε ο Αντώνης γυρεύοντας να ξεφύγει από το φως.. — Χτύπησες. έλα. γεια σου. Πού.. — Μα βέβαια! Έσπασες το κεφάλι σου! Τα μαλλιά σου είναι ποτι- σμένα αίματα! Αχ! Παναγίτσα μου. άναψε μου τα κεριά στη τρα- πεζαρία. αλήθεια! Παναγιά μου! Πού πήγες.

Πηνελόπη Δέλτα

Τον άρπαξε από τους ώμους και, σχεδόν σηκωτό, τον ανέβασε
απάνω. Φοβισμένη ακολουθούσε η Πουλουδιά.

— Γρήγορα, άρνικα, πανιά, ξαντό! πρόσταξε η Αφροδίτη. Που-
λουδιά, τρέξε! Στο σερτάρι μου έχω ένα μπογαλάκι με το καθαρό ξα-
ντό της κυρίας. Έχει και παστρικά μαντίλια εκεί. Φέρε τα με την άρ-
νικα, ώσπου να τον πλύνω εγώ!

Παθητικά, λίγο ζαλισμένος ακόμα, αφέθηκε ο Αντώνης στα χέρια
της τα επιδέξια, που σε λίγα λεπτά τον είχαν πλύνει, επιδέσει, αλλά-
ξει. Στεγνός και παστρικός, με το κεφάλι μαντιλοδεμένο και τα μαλ-
λιά ανακατωμένα, μισοβρεμένα ακόμα, κοίταζε τώρα υπερήφανα
από κάτω από τον άσπρο κόμπο, δεμένο στο μέτωπο του, την Που-
λουδιά και περίμενε να φύγει η Αφροδίτη, για να τη ρωτήσει τι απέ-
κανε με τα σκουλαρίκια της κούκλας και τα κανάτια του Μπαρμπα-
γιάννη. Μα έξαφνα ανατρίχιασε. Από κάτω ανέβαινε η φωνή της
θείας.

— Τι είναι αυτό το σκοτάδι; Γιατί δεν είναι βαλμένο το τραπέζι;

Ανήσυχα κοιτάχθηκαν τα δυο αδέλφια. Και ξαφνικά, πάλι, θυμω-
μένη ανέβηκε η φωνή της θείας:

— Καλέ, τι είναι αυτά; Ποιος έχυσε εδώ νερά; Ειρήνη! Αφροδίτη!
Πού είστε και οι δυο;

Τρεχάτη κατέβαινε κιόλα η Αφροδίτη τη σκάλα και κατάφθανε
βιαστική η κερα-Ρήνη, μαζί με μια μπούφα τηγανίλας που την ακο-
λούθησε από την ανοιγμένη πόρτα της κουζίνας, κι έξι φωνές ακού-

- 198 -

Τρελαντώνης

στηκαν μαζί, που ρωτούσαν, εξηγούσαν, μάλωναν και αναφωνού-
σαν. Και μέσα σ' όλες ξεχώρισε ήσυχη η φωνή του Αλέξανδρου:

— Έχει και αίματα εδώ, θεία!

Στις μύτες των ποδαριών είχαν βγει τα δυο αδέλφια στη σκάλα και
κοίταζαν, από πάνω από την κουπαστή, τη σκοτεινή είσοδο που φω-
τίζουνταν μόλις από την τραπεζαρία. Γύρευαν να ξεχωρίσουν φωνές
και λόγια. Μα τόση φασαρία γίνουνταν, που μόνο μια βοή ανέβαινε
στ' αυτιά των δυο τιμωρημένων. Κι έξαφνα, από μέσα από το σκοτά-
δι, βαρυπατώντας ανέβηκε η κοντοφάρδουλη σκιά του θείου. Βια-
στικά υποχώρησαν τ' αδέλφια και μπήκαν στην κάμαρα τους, όπου
έκαιε ένα κερί. Μπήκε και ο θείος πίσω τους, χαμογελώντας σαν πά-
ντα, με τα πυκνά του φρύδια σηκωμένα σαν περισπωμένη ανήσυχη.

— Πάλι, Αντώνη, αταξίες και αβαρίες; ρώτησε. Μα δε θα περάσει
μια μέρα χωρίς να μας θυμώσεις;

Ένα βήμα πλησίαζε, το πηδηχτό βήμα της θείας, και όλοι μαζεύ-
θηκαν, ακόμα και ο θείος τράβηξε το χαδιάρικο χέρι του από τα ορ-
τσωμένα μαλλιά του Αντώνη.

— Ώστε την ξανάκανες την κουτσουκέλα σου! είπε μπαίνοντας
στην κάμαρα η θεία και γυρίζοντας στον ένοχο τα μαύρα της μάτια.
Έλα στο φως, να δω τι έκανες πάλι το κεφάλι σου...

Γοργά έλυσε τον επίδεσμο και ντελικάτα, τρυφερή ξαφνικά, σή-
κωσε το ξαντό κι εξέτασε τη μαυριδερή τρυπίτσα στο κεφάλι πίσω
του Αντώνη και σήκωσε προσεκτικά λίγα μαλλιά που είχαν μείνει
κολλημένα στην πληγή. Ύστερα, επίσης γοργά, ξανάδεσε το μαντίλι

- 199 -

Πηνελόπη Δέλτα

και τα φρύδια της ξανασουρώθηκαν, όμοια με του πατέρα σαν ήταν
θυμωμένος.

— Δεν είναι τίποτα, είπε, και θα έπρεπε να σε δείρω που ξαναπή-
γες στη θάλασσα χωρίς άδεια. Μα να που τιμωρήθηκες μόνος σου
και με απάλλαξες από τον κόπο να σου τις βρέξω βραδιάτικα, πρό-
σθεσε όλο και πιο μαλωσιάρικα.

Και γυρνώντας στην Πουλουδιά, χωρίς να γλυκάνει:

— Εσύ δεν ήξερες να τον εμποδίσεις; Μόλις μείνετε μόνοι, μόνο
αταξίες ξέρετε να κάνετε! Άιντε, κατεβείτε τώρα. Ώσπου να ξεντυ-
θούμε, να σας βρούμε όλους καθισμένους στο τραπέζι. Έλα, Ζωρζή.

Σιωπηλά έσβησε ο Αντώνης το κερί και προφθαίνοντας την Που-
λουδιά στη σκάλα, πέρασε το χέρι του γύρω στο λαιμό της και κατέ-
βηκε μαζί της. Δεν ήταν στις συνήθειες του Αντώνη τα χάδια και σά-
στισε και λιγώθηκε η Πουλουδιά, και τον ακολούθησε υποταγμένη,
σκλάβα του, έτοιμη να κάνει ό,τι της προστάξει. Μα ο Αντώνης δεν
ήταν στη συνηθισμένη του προστατευτική διάθεση. Στάθηκε στο
πρώτο πλατύσκαλο και χαμηλόφωνα ρώτησε:

— Πούλησες τα σκουλαρίκια σου;

— Όχι! αποκρίθηκε η Πουλουδιά.

Και, βιαστική, πρόθυμη, πολυλογού, του διηγήθηκε πως δεν μπο-
ρούσε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς ν' αγοράσει τα διαμαντικά της
κούκλας της, γιατί μόνος ο βασιλέας μπορούσε, λέει, να πληρώσει
τέτοιο θησαυρό. Και αν κι επέμεινε η Πουλουδιά να πάρει ο Μπαρ-

- 200 -

Τρελαντώνης

μπαγιάννης τουλάχιστον τ' ωρολόγι, να ξεπληρωθούν οι σπασμένες
κανάτες, πάλι δε θέλησε ο Μπαρμπαγιάννης.

— Και μου είπε, εξακολούθησε η Πουλουδιά: «Δεν έπαθαν τίποτα
οι κανάτες μου. Τρεις μόνο σπάσανε και σας τις χαρίζω, μια για την
κούκλα σου, μια για σένα και μια για τον Αντώνη!» Και μου είπε:
«Πες του Αντώνη πως ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς ξέρει από παι-
χνίδια και σαν ήταν μικρός, ήταν και αυτός ζημιάρης». Και καβαλί-
κεψε το γαϊδούρι του κι έφυγε.

Περίμενε η Πουλουδιά πως θα χαρεί πολύ ο Αντώνης με τα λόγια
της. Μα δε χάρηκε καθόλου. Απεναντίας κατσούφιασε και τράβηξε
το χέρι του από το λαιμό της.

— Ο Μπαρμπαγιάννης είπε ψέματα! Και τα κανάτια του σπάσανε
όλα! είπε. Τα είδα!

— Μα... πώς... άρχισε η Πουλουδιά. Τη διέκοψε με φούρια ο Α-
ντώνης:

— Σου λέγω πως έσπασαν όλα! Και είπε ψέματα για να με γλιτώ-
σει! Σου λέγω πως είπε ψέματα!

— Μα, Αντώνη... έκανε μουδιασμένη η Πουλουδιά, αν το είπε για
να σε γλιτώσει... δεν είναι ψέματα... είπε καλά λόγια...

— Το ίδιο κάνει! Πάλι ψέματα είναι! Κι εγώ το ξέρω! Ουφ! Προτι-
μώ χίλιες φορές να φάγω ξύλο! Νευριασμένος πρόσθεσε:

- 201 -

Πηνελόπη Δέλτα

— Όλα πήγαν στραβά σήμερα! Πρώτα η γάτα, ύστερα η μηχανή,
ύστερα τα κανάτια, ύστερα οι βράχοι, που ήθελα να σου φέρω έναν
κάβουρα...

— Αλήθεια, Αντώνη; διέκοψε βουρκωμένη από τη συγκίνηση η
Πουλουδιά.

— Ε, και τι, μεγάλο πράμα! έκανε ο Αντώνης. Νομίζεις πως δεν ξέ-
ρω γιατί δεν πήγες εσύ στην Κηφισιά;

Μα η κουβέντα γύριζε στην αισθηματολογία. Και ο Αντώνης δεν
αγαπούσε τις αισθηματολογίες, ούτε τις στενοχώριες ούτε τις τύψεις
και τις λύπες. Χωρίς να περιμένει απάντηση από την ξελιγωμένη
Πουλουδιά, κατέβηκε τρεις-τρεις τις σκάλες και μπήκε στην τραπε-
ζαρία, όπου περίμενε η Αλεξάνδρα, καθισμένη στο τραπέζι με τον
Αλέξανδρο, που φορούσε κιόλα την πετσέτα του γύρω στο λαιμό.

Κοίταξαν και οι δυο τον Αντώνη με κάποιο σεβασμό για το μαντι-
λοδεμένο του κεφάλι και τα μαλλιά του, σκουλιά-σκουλιά, ορτσωμέ-
να πάνω από τον κόμπο του μαντιλιού.

— Σε μάλωσε η θεία; ρώτησε χαμηλόφωνα η Αλεξάνδρα.

— Όχι πολύ, αποκρίθηκε ο Αντώνης και κάθισε στην καρέγλα του.

Το μάτι της Αλεξάνδρας πήρε ευθύς την τσουγκρανιά του χεριού
του.

— Πώς το 'κανες; ρώτησε σκύβοντας για να δει καλύτερα.

0 Αντώνης τράβηξε το χέρι του.

- 202 -

Τσουγκράνισε και την Πουλουδιά στο λαιμό.. — Ήταν η θεία πολύ θυμωμένη σαν είδε τα νερά. Εβραίοι καλόγεροι. που δεν ήθελε ρωτήματα και συζητήσεις γύρω σ' αυτό το επεισόδιο. κι έγινε μια φασαρίαααα! είπε σε μιαν ανάσα. δηλαδή πήγαμε ‘μείς στους καλόγερους. όχι. άλλαξε κουβέ- ντα. που κατάφθανε την ίδια ώρα. μα φταίγει η μέλισσα! πέταξε ο Αλέξανδρος. σήκωσε τους ώ- μους της ως τ' αυτιά της και το φρίλι στο λαιμό του φουστανιού της σκέπασε το γδαρμένο της σβέρκο. έκανε η Αλεξάνδρα. μου το 'κανε η γάτα της Ρωσίδας κυρίας της Τιμής..203 - . Για πες..Μια μέλισσα αγκύλωσε τη θεί- α.. Και ο Αντώνης. — Ποια μέλισσα! ρώτησε η Πουλουδιά που κάθισε βιαστικά στο τραπέζι και ξέχασε τσουγκρανιές και προφυλάξεις στην ανυπομονη- σία της ν' ακούσει τα κηφισιώτικα.. . ρώτησε. — Ήταν καλόγεροι στης Αλίς. — Και τρέχαμε όλοι για λεμόνι. και πρήστηκε το χέρι της θείας και τρέχανε οι καλόγεροι. ... — Πώς.. — Ναι. — Ναι... Μα η Πουλουδιά. μα τη διέκοψε ο Αλέξανδρος. — Για να δω. ρώτησε ο Α- ντώνης. άρχισε η Αλεξάνδρα. Τρελαντώνης — Δεν είναι τίποτα. — Έτσι. είπε.

... είπε βια- στικά ο Αλέξανδρος... — Και διεύθυνε η Αλίς.. Μα πάλι τον διέκοψε η Αλεξάνδρα: — Σώπα... και ήταν έ- κτακτα! Μόνο η θεία δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη. Πώς μπορεί να είναι Εβραίοι καλόγεροι. κι έτρεχε. Και ύστερα μας πήραν όλους με τη σού- στα. Αλέξανδρε. Αλέξανδρε.. και μας πετούσε απάνω.. — Μα πού ήταν οι καλόγεροι.. . απάνω στο βουνό.. ρώτησε μαγεμένος ο Αντώνης. είπα πως εγώ θα τα πω. — Και διεύθυνε η Αλίς.. Μα με το χέρι τού σκέπασε η Αλεξάνδρα το στόμα. — Ου ου ου! Όλα στραβά τα λες! Σώπα λιγάκι εσύ.. — Με τι. στο περιβόλι. διέκοψε πάλι ο Αντώνης. και είχε ένα άλογο. διέκοψε ανυπόμονα ο Αντώνης. πρόφθασε να πει ο Αλέξανδρος... και ξαναπέφταμε στους μπάγκους.204 - . Είναι ένα αμάξι σαν κάρο με δυο ρόδες και κά- γκελα... Πηνελόπη Δέλτα — Τι λες. θα τα πω εγώ! Πήγαμε στης θείας της Αλίς πρώτα και φάγαμε κει. και είχε αρνί αλά Κλέφτα. — Με τη σούστα. Τα κάνεις σαλάτα! διόρθωσε η Αλεξάνδρα. και ήταν πεύκα εκεί και νε- ρό. — Στο σπίτι τους.

ύστερα δε φοβόμουν πια. Τελείωσαν. — Τι πήγατε να κάνετε στο μοναστήρι. ώσπου θύμωσε η κυρία Σοφία στο μάθημα και σου τράβηξε το αυτί! Και δεν είναι καθόλου άσχημο. ρώτησε ο Αντώνης. — Και ήταν μεγάααλα δέντρα! Και ήταν πολλοίοιοι καλόγεροι ε- κεί. — Και λοιπόν. όπου βάλανε μια βρύση. — Μόνο στην αρχή. Κι έτρεχε νερό πολύ κρύο από μια πηγή. Ήταν γέρικο το άλογο της. που η Πεντέλη είναι το Πεντελικόν. σαστισμένη ακόμα για την ανα- κάλυψη της: — Και φαντάσου. — Λοιπόν μας πήρε η Αλίς στην Πεντέλη. ε- κείνο το βουνό που δεν έβρισκες ποτέ στο χάρτη. .. έκανε με λαχτάρα η Πουλουδιά. στην Αλεξάνδρεια. Τρελαντώνης — Ναι.. Διακόπηκε η Αλεξάνδρα και είπε. Αντώνη.. και δεν τα γευθήκαμε.. και τους φοβήθηκε ο Αλέξανδρος. έβαλε πάλι το λόγο του ο Αλέξανδρος. είπε η Αλεξάνδρα. Και μας πήγε η Αλίς σ' ένα μοναστήρι στην Πεντέλη. και από κει πάνω βλέπεις μακριά. — Μας πήγε κει η Αλίς για να πιούμε. Μα δεν ήταν σπουδαίο πράμα να διευθύνεις. διαμαρτυρήθηκε ο Αλέξανδρος. μια μπάλα με τρίχες. γιατί διψούσαμε. το είπε η ίδια η Α- λίς. — Ναι. Κι εγώ μπορούσα να το διευθύνω.205 - . Και είναι ανάμεσα στα πεύκα το μοναστήρι. αλλά είναι γεμάτο πεύκα και σκίνους και κουμαριές! Μα δεν είχε πια κούμαρα. όπως είναι στο χάρτη.

ο θείος. εξακολούθησε η Αλεξάνδρα.... μ' ένα καλάθι.. ακόμα και βούτυρο άσπρο σαν κρέμα.. Κι εκεί που τρώγαμε.. παφ! ολόκληρο ένα μελίσσι στα γόνατα της θείας! — Από πού έπεσε. παφ! σκέπα- σε το μελίσσι στα γόνατα της θείας. λεμόνι». αφού ξαναβγήκαμε έξω και μας έδωσαν οι καλόγε- ροι μέλι. και φωνάζαμε και ‘μείς «λεμόνι.. στην κηρήθρα. — Στην κηρήθρα! φώναξε ο Αλέξανδρος. αφού το σκέπασαν πρώτα μ' ένα τηγάνι.. Και τρέχαμε όλοι. Κι ένας καλόγερος. με τσίμπησε μια μέλισσα!... κι έτρεξε ένας καλόγερος και πήδηξε από πάνω από έναν μπάγκο.» και τίναζε το χέρι της έτσι..» πρόφθασε και είπε πάλι ο Αλέξανδρος.. λεμόνι... είπε φουριαστά ο Αλέξανδρος. ρώτησε ο Αντώνης. Από τη στέγη.. — Μα μια μέλισσα. — Ναι. δεν την είδαν εκείνη την ώρα. λεμόνι. τι- νάζοντας κι εκείνος το χέρι του στον αέρα. κι έπεσε ο μπάγκος... Πηνελόπη Δέλτα μακριά! Και μας πήραν μέσα οι καλόγεροι κι εκεί που καθόμασταν. — Και φώναζε η θεία «λεμόνι. μια μέλισσα. κρύφθηκε μες στις δίπλες του φουστανιού της θείας και δεν το ήξερε η θεία. τον ξαναδιέκοψε η Αλεξάν- δρα. φορού- . και μας έδω- σαν ψωμί ζεστό. λέει. φαντάσου. οι καλόγεροι πως είχαν φωλιά- σει εκεί οι μέλισσες.» και όλοι πετάχθηκαν απάνω.. και σηκώθηκε το ράσο του και.. οι καλόγεροι. κι έπεσε και ο καλόγερος. πέφτει. — Ναι. Δεν το ήξεραν... και ύστερα το γύρισαν ανάποδα..206 - . βγάζει μια φωνή η θεία: «Μια μέλισσα. μα έξαφνα. «Λεμόνι. και πήραν τις μέλισσες.

Τρελαντώνης

σε πανταλόνι σαν το θείο! Και τα παπούτσια του, αντί κορδόνια, ή-
ταν δεμένα με σπάγκο! Και τρέξαν οι άλλοι καλόγεροι να τον σηκώ-
σουν, και φωνάζαμε ‘μείς «λεμόνι, λεμόνι», κι έγινε μια φασαρίαα-
α...

Και γύρω στο τραπέζι έγινε φασαρία. Όλα μαζί τ' αδέλφια γελού-
σαν, ρωτούσαν, εξηγούσαν, τόσο που δεν άκουσαν τα βήματα στη
σκάλα. Κι έξαφνα ακούστηκε η φωνή της θείας:

— Σερβίρισε, Αφροδίτη!

Μεμιάς κόπηκαν γέλια και φασαρίες. Τα τέσσερα αδέλφια ξανα-
γύρισαν στην πραγματικότητα, φρόνιμα και σωπασμένα, ο Αντώνης
με το γδαρμένο χέρι στην τσέπη, η Πουλουδιά καμπουριασμένη, ση-
κώνοντας όσο μπορούσε τους ώμους, μη φανεί η τσουγκρανιά της
γάτας. Στο τραπέζι διηγήθηκε ο θείος την εκδρομή τους στην Κηφι-
σιά, μαζί και το τσίμπημα της μέλισσας. Μα οι μεγάλοι δεν ξέρουν
ποτέ να διηγηθούν καλά, γιατί λένε πάντα μόνο τα βαρετά, την ώρα,
τον ανήφορο, την κούραση, τη σκόνη, την ωραία θέα, το κρύο νερό,
πόσα χρόνια είναι χτισμένο το μοναστήρι, πόσοι καλόγεροι είναι μέ-
σα, και ξεχνούν όλα τα λαχταριστά, σαν την τούμπα του καλόγερου,
το πανταλόνι κάτω από το ράσο, τους σπάγκους στα παπούτσια.

Και σαν τελείωσε ο θείος, ρώτησε, τραβώντας λαφριά το αυτί του
Αντώνη που κάθουνταν πλάγι του:

— Και σεις οι δυο, τι κάνατε όλη μέρα;

Ο Αντώνης έχωσε προφυλακτικά τα δυο πληγωμένα του χέρια
στις τσέπες.

- 207 -

Πηνελόπη Δέλτα

— Σκάψαμε τον κήπο και καθαρίσαμε τα ξερά φύλλα, είπε.

— Ε, μπράβο σας! αναφώνησε ο θείος. Για μια φορά κάνατε καλή
δουλειά!

— Και... καμιάν αταξία; Καμιάν άλλη αταξία από το σπασμένο κε-
φάλι του Αντώνη δεν κάματε; ρώτησε υποψιάρικα η θεία.

Οι δυο ένοχοι κοιτάχθηκαν χωρίς ν' απαντήσουν. Μα βιαστικά
πρόλαβε και αποκρίθηκε η Αφροδίτη:

— Όχι, κυρία... ήταν πολύ φρόνιμα. Όλο τ' απόγεμα έπαιζαν ντό-
μινο.

— Δεύτερη ψευτιά σήμερα, από καλοσύνη, είπε ο Αντώνης της
Πουλουδιάς, σαν ανέβηκαν στην κάμαρα τους.

— Τι ψευτιά; ρώτησε η Αλεξάνδρα. Ποιος είπε ψέματα;

Με τα χέρια πίσω στη ράχη και τα πόδια ανοιχτά, κοίταζε ο Αντώ-
νης την ήσυχη θάλασσα, πέρα από την ανοιχτή πόρτα του μπαλκο-
νιού.

— Ποιος είπε ψέματα; ξαναρώτησε η Αλεξάνδρα την Πουλουδιά.

Μα η Πουλουδιά δεν αποκρίθηκε. Και είπε ο Αντώνης:

— Η Αφροδίτη είπε ψέματα. Έσπασα όλες τις στάμνες του Μπαρ-
μπαγιάννη Κανατά!

Μεγάλη συγκίνηση στο ακροατήριο. Και η Πουλουδιά, που με την
ομολογία του Αντώνη ξεδένουνταν από τη σιωπή της, έδωσε δρόμο
στη γλώσσα της και διηγήθηκε, με τη συνηθισμένη της πολυλογία,

- 208 -

Τρελαντώνης

την περιέργεια του Αντώνη, το λύσιμο του σκοινιού, το κατρακύλι-
σμα, τον κρότο σα σπάζανε τα κανάτια, και κατέληξε στην άρνηση
του Μπαρμπαγιάννη Κανατά να πάρει τ' ωρολόγι της Αραπίνας της.

Ο Αντώνης, που την άκουγε σκυθρωπός, ξαφνικά ανησύχησε. Γύ-
ρισε και τη φώναξε:

— Άκου δω, Πουλουδιά!

Πρόθυμη έτρεξε κείνη κοντά του και, αγκαλιάζοντας την για δεύ-
τερη φορά από το λαιμό, την τράβηξε προς το μπαλκόνι.

— Μην πεις για τη μηχανή, και μην πεις για τη γάτα και τον Ντον!
ψιθύρισε. Μην τα πεις ούτε της Αλεξάνδρας!

Με το κεφάλι τού έκανε κείνη νόημα πως κατάλαβε και ξαναμπή-
κε μαζί του στην κάμαρα, φουσκωμένη από υπερηφάνεια για το μυ-
στικό που είχε μαζί του απέναντι και της Αλεξάνδρας ακόμα, που
ήταν πάντα κόμμα του, και κάνοντας την αδιάφορη, μην καταλάβει
τίποτα η μεγάλη αδελφή.

Μα η Αλεξάνδρα είχε άλλες έννοιες. Δεν τους πρόσεχε. Είχε καθί-
σει στο κρεβάτι της, με τα πόδια κρεμαστά και τα χέρια σταυρωμένα
στα γόνατα της, και είπε συλλογισμένη:

— Δεν πρέπει να κάνεις πια αταξίες, Αντώνη, και να είσαι πάντα
τιμωρημένος. Μας χάλασες ολονών τη μέρα μας σήμερα και δεν άξι-
ζε τίποτα η εκδρομή μας!

— Εγώ το ήξερα! φώναξε η Πουλουδιά.

— Τι ήξερες;

- 209 -

Πηνελόπη Δέλτα

— Πως θα 'ναι άσχημη η εκδρομή σας. Γι' αυτό δεν πήγα!

Η Αλεξάνδρα κατέβηκε αργά από το κρεβάτι της και, συλλογισμέ-
νη, κάθισε σ' ένα σκαμνί και άρχισε να βγάζει τα παπούτσια της.

— Όχι, δεν ήταν άσχημη η εκδρομή μας, είπε, μα δε διασκεδάσα-
με καθόλου, ούτε ο Αλέξανδρος ούτε ‘γω, γιατί λείπατε οι δυο σας
και δε γίνουνταν παιχνίδι σωστό. Ήταν πολύ βαρετό. Δεν είναι αλή-
θεια, Αλέξανδρε;

Ο Αλέξανδρος δεν το είχε αντιληφθεί ως τώρα. Μα τα λόγια της
αδελφής του του έδειξαν ξαφνικά το χάος της ημέρας.

— Ναι, είπε σταυρώνοντας κι εκείνος τα χέρια του στα γόνατα,
ήταν πολύ βαρετό... και ήταν πολύ άσχημο.

— Εγώ το ήξερα, είπε πάλι η Πουλουδιά τινάζοντας το κεφάλι της
με ύφος σπουδαίο, και γι' αυτό δεν άφησα να μου σγουράνουν τα
μαλλιά χθες βράδυ.

— Μα δεν πρέπει ούτε συ να το ξανακάνεις, είπε η μεγάλη αδελ-
φή.

— Εγώ θα το ξανακάνω, αποκρίθηκε με απόφαση η Πουλουδιά.
Εμείς παίξαμε ωραία. Δεν είναι αλήθεια, Αντώνη;

— Ουφ, πάμε να κοιμηθούμε! αναφώνησε ο Αντώνης. Καθόλου
δεν παίξαμε ωραία, και όλο αναποδιές και ψευτιές ήταν η μέρα!

Η Πουλουδιά ξαναμαζεύθηκε στο καυκί της, μουδιασμένη και ψυ-
χρολουσμένη. Και μελαγχολικά γδύθηκαν τ' αδέλφια και μπήκαν
στα κρεβάτια τους, κάτω από τις κουνουπιέρες τους.

- 210 -

Τρελαντώνης

Τ
η νύχτα κακοκοιμήθηκε ο Αντώνης. Είδε όνειρα με κα-
ράβια, φουρτούνες, κανάτια τρυπημένα απ' όπου έτρεχαν,
έτρεχαν, έτρεχαν νερά αστέρευτα, που πλημμύριζαν την
τραπεζαρία και καταπόντιζαν τη σκάλα και γέμιζαν την κάμαρα της
θείας κι έπαιρναν τη ραφτομηχανή της, και μες στο μεγάλο κακό
βρίσκουνταν μπροστά του η θεία με τα θυμωμένα μάτια του πατέρα
και τα σουρωμένα του φρύδια κι έλεγε αγριεμένη: «Έσπασες τη βε-
λόνα της μηχανής!»

Και φώναξε ο Αντώνης: «Όχι!» Και τον ξύπνησε η φωνή του. Και
σαν είδε τον ήλιο που χύνουνταν από την μπαλκονόπορτα και είδε
πως ήταν στεγνή η κάμαρα και ήσυχη και πως κοιμούνταν τ' αδέλ-
φια του, ήλθε πάλι η καρδιά του στη θέση της και πήδηξε κάτω από
το κρεβάτι του, χαρούμενος κι έτοιμος για μεγάλα καταπιάσματα.

— Κακό όνειρο! είπε δυνατά.

— Τι; ρώτησε η Αλεξάνδρα από μέσα από την κουνουπιέρα της,
τεντώνοντας χέρια και ράχη.

— Τίποτα, αποκρίθηκε ο Αντώνης, είδα ένα άσχημο όνειρο! Η
Πουλουδιά είχε σηκώσει την κουνουπιέρα της και κατέβαινε κα-
τσουφιασμένη από το κρεβάτι της.

— Κι εγώ είδα άσχημο όνειρο, είπε.

- 211 -

Πηνελόπη Δέλτα — Για πες το! έκανε πάλι η Αλεξάνδρα. Μόνο σα μαζεύθηκαν τ' αδέλφια στην ταπεζαρία για τον πρωινό καφέ και κατάφερε να ξεμοναχιάσει τον Αντώνη. Μα ο Αντώνης δεν τον παρακολούθησε. Και κάθισε στο κρεβάτι και αγκάλιασε τα γόνατα της. γιατί δεν είχε πια δραχμές. του ξεμολογήθηκε: — Είδα στ' όνειρο μου πως πέθανε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς. από πείνα. στη δουλειά του. που έκανε κάθε πρωί το γύρο του. γρινιάρικα άφησε την Αφροδίτη να του βάλει φρέσκο επίδεσμο στο κεφάλι και κατέβηκε στην αυλή με το θείο. — Για πες το! επανέλαβε. που τα εξηγούσε ύστερα η κερα-Ρήνη. στη ρίζα της αγαπημένης εκα- τόφυλλης τριανταφυλλιάς του. Τίποτα δεν την ενδιέφερε τόσο. όσο τα όνειρα των αδελφών της. Μα η Πουλουδιά δε θέλησε τίποτα να πει.212 - . ούτε στην κρεβατοκά- μαρα ούτε στη θάλασσα ούτε στο δρόμο. όλη προσο- χή. όπως το συνήθιζε. πότιζε τους βασιλικούς κι έχυνε το κατακάθι του πρωινού καφέ. Κακόκεφα. Γιατί αυτή δεν έβλεπε ποτέ κανένα κι έτσι δεν πρόλεγε τίποτα για κείνην ο Ονειροκρίτης. που στο τραπέζι ξέ- χασε να ζητήσει δεύτερη φορά σύκα. λέει. ούτε κοίταξε την τριανταφυλλιά ούτε ζήτησε να γεμίσει . αφού σπά- σαμε όλα του τα κανάτια! Και χάλασαν πάλι τα κέφια του Αντώνη τόσο. Και πέθανε. ως δυναμωτικό.

— Ναι. που κρέμουνταν θλιβερά στα κλωνάρια της. — Ποιος την έσπασε. με τρία τέσσερα μαραμένα φυλλαράκια. εσύ! Έλα να τη δεις! Και πήγε ο Αντώνης και την είδε. εγώ και η Πουλουδιά. Όχι εγώ. είδε μπροστά του το θείο. σαν έ- τοιμη να λιγοθυμήσει. αλήθεια σας λέγω! — Εσύ δεν την έσκαψες χθες. θείε. Μα σαν ένιωσε πως του τραβούν το αυτί και ξιπασμένος ανατινά- χθηκε και γύρισε. που δεν περνούσε ποτέ το πρωί. στέκουνταν μισογερμένη μες στο βαρέλι της. Η καημένη η τριανταφυλλιά. Σκυμμένος έξω από τη μισάνοι- χτη αυλόπορτα. ρώτησε ο θείος. ρώτησε ο Αντώνης σαστισμένος. ούτε άκουσε τ' αγανακτισμένα επιφωνήματα του. Τρελαντώνης το ποτιστήρι ούτε πρόσεξε τις παρατηρήσεις του θείου. θείε. — Σκότωσες την τριανταφυλλιά μου! — Εγώ. — Τι έκανα. μα που τον ήθελε ο Αντώ- νης να έλθει σήμερα. .213 - . — Ναι. μήπως και κα- τά τύχη ακούσει το τσικ τσικ των κανατιών του Μπαρμπαγιάννη Κανατά. ακροάζουνταν με όλη του τη δύναμη. για να βεβαιωθεί πως ήταν ζωντανός και πως βγήκε ψεύτικο τ' όνειρο της Πουλουδιάς. κόκκινο και θυμωμένο όπως δεν τον είχε δει ποτέ! — Γιατί το έκανες αυτό.

214 - . — Εγώ είχα ένα καρφί και η Πουλουδιά ένα κεραμίδι. έστω και αν είναι λίγο μαύρα στις άκρες. γιατί της τα κόψατε. Πεδίο μάχης μετά το μακελειό ήταν οι ως χθες συ- γυρισμένες και λουλουδοσπαρμένες πρασιές στα ριζότοιχα της αυ- λής· ανάπηροι ήταν όλοι οι βασιλικοί της θείας. κρεμνώντας τα μαραζιασμένα φυλλαράκια τους έξω από τις γλάστρες τους. και καλό είναι να μην καταπιανόμαστε τέχνες που δεν τις ξέ- ρομε. — Και δεν ξέρεις πως το φυτό αναπνέει από τα φύλλα. πεθαίνει. Μα φαντάζομαι πως και τ' άλλα φυτά δε θα καλοπέρασαν με το καρφί και την κεραμίδα. και μερικά είχαν τρύπες από τους σαλιάγκους. Πηνελόπη Δέλτα — Με τι τη σκάψατε. είπε ο θείος. σαν ανεμοδαρμένοι. Και πως. Και πως σαν τους τα κόψεις όλα. Και τα φύλλα της. Μα ο θυμός του θείου δε βαστούσε ποτέ πολλή ώρα. που κουτσοστέκου- νταν ακόμα. Ο Αντώνης δεν το ήξερε. δεν το ήθελες. Πά- με να δούμε. ζεματισμένος. του είπε. αποκαμωμένοι. σα μαραμένα. Φώναξε και την Πουλουδιά να της τα πω κι εκείνης. Και στέκουνταν τώρα σα φονιάς εμπρός στο θύμα του. — Έλα. . τα φύλλα τού είναι απαραίτητα. Και τα είδαν. — Ωραία! Και της κόψατε τις ρίζες της κι έγειρε και τσάκισε. Αντώνη. — Βλέπεις. — Γιατί ήταν μαύρα στις άκρες. το ξέρω. ανίκανος να διορθώσει το κακό. και η κηπουρική έχει την τέχνη της.

που τις πήγαινε στο καφενείο. Στρίβοντας τα χέρια του το ένα μες στο άλλο ομολόγησε: — Έκανα και άλλη ζημιά χθες. γιατί δεν ήξερε. τον κοίταζε ο θείος. μεγαλύτερη! — Σε καλό σου! Τι έκανες. — Ώστε ο μαστροχαλαστής είσαι συ! Και τη μαστοριά σου φρό- ντισες να τη μάθεις και σ' άλλους! έκανε. θέλησε κείνος να μάθει της Πουλουδιάς να δένει κόμπο το σκοι- νί. Και σαν τον άφησε μόνο να φυλάγει το γαϊδούρι του. Του πλήρωσες τουλάχιστον τις στάμνες του. είπε. — Δε φταίγει εκείνη. πάνω στο λόφο. τα μάτια του στενεμένα στο αγαθό του χαμόγελο.215 - . Με τα χέρια κάτω από το βεστόνι του και τα κοντά παχιά του πό- δια ανοιχτά. Και τι είπε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς. αναφώνησε ο θείος. Η καλόκαρδη ειρωνεία του θείου γκρέμισε μεμιάς τη συνηθισμένη αυτοπεποίθηση του Αντώνη. Με δυο λόγια. Τρελαντώνης Ο Αντώνης κοκκίνισε. κι εγώ της είπα να σκάψει το χώμα πολύ βαθιά και πολύ κοντά στα λουλούδια. — Μα τι μανία σ' έπιασε να δασκαλεύεις. . του διηγήθηκε ο Αντώνης πως πέρασε ο Μπαρμπα- γιάννης Κανατάς με πολλές στάμνες. — Έσπασα όλες τις στάμνες του Μπαρμπαγιάννη Κανατά! — Μπρε ζημιάρη! Πώς το 'κανες.

για να τον πληρώσει. Είχαν σπάσει όλες.216 - . είπε. μα ούτε κείνος δεν το πήρε. ρώτησε διστακτικά. μα δεν τ' αγόρασε η κερα-Ρήνη. που του κατέστρεψες το κεφάλαιο του. — Ήθελε η Πουλουδιά να πουλήσει τα σκουλαρίκια της κούκλας της. Και πρόσθεσε: — Δεν έχομε κουμπαρά και λεφτά! — Λοιπόν θα ζημιώσει ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς. Πηνελόπη Δέλτα Ο Αντώνης κρέμασε το κεφάλι.. είναι ανάγκη να βάλω ζημιάρης και Τρελαντώνης και ξεφυτρώνει. πολύτιμο. Το είπε έτσι. — Θείε. είπε. και να γράψεις παστρικά σ' ένα χαρτί: «Ο ζημιάρης Τρελαντώνης ευχαριστεί τον Μπαρμπαγιάν- νη Κανατά για τη μεγάλη του ευγένεια. λέει. Το χαμόγελο του θείου είχε φαρδύνει από τη μια φαβορίτα στην άλλη. λέει. Και πώς θα πάρει ψωμί. — Και ήταν αλήθεια. — Να το βάλεις σ' ένα φάκελο. . Ήταν. Πήρε από την τσέπη το πορτοφόλι του κι έβγαλε από μέσα ένα χαρτονόμισμα. — Όχι. είπε ο Α- ντώνης. και θα προσπαθήσει άλλη φορά να μη γυρεύει να ξεφυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν!» Ο Αντώνης δίπλωνε και ξεδίπλωνε το χαρτονόμισμα. μόνο τρεις στάμνες και μας τις χάριζε. Ύστερα ήθελε να χαρίσει τ' ωρολόγι της του Μπαρμπαγιάν- νη Κανατά. το δίπλωσε και το έδωσε του Αντώνη. — Όχι. Και σπάσανε..

αφού έχει να πάγει στάμνες στο καφενείο. Άιντε. Τα τέσσερα αδέλφια. του είπε -ο θείος δεν έδερνε ποτέ. Ο Αντώνης θα διάλεγε το ξύλο της θείας. Εκείνη η μέρα έσυρε μακριά σα δέκα μέρες. — Διάλεξε ένα από τα δυο. πήγαινε τώρα και κάνε με κουράγιο την τιμωρία σου. όποιο θέλεις. η αγωνία τους είχε φθάσει στο κατακόρυφο. με την αράδα.μ' αυτό δε θα διόρθωνε τη ζημιά σου. Μα. είχαν κρεμαστεί στο παράθυ- ρο ή έβγαιναν κάθε λίγο στη βεράντα. Τ' ακόλουθα όμως λόγια του θείου μαλάκωσαν λίγο το πληγωμένο του φιλότιμο. Τρελαντώνης — Μήπως προτιμάς να του το πεις προφορικά. Μα ντράπηκε να το πει. με τον Αλέξανδρο από το μέρος της βερά- . — Μπορούσα να σε δείρω. — Θα περάσει. Να έχεις έννοια. πριν ακόμα φανεί εκείνος και το γαϊδούρι του. — Και αν δεν περάσει. Χωρίστηκαν σε δυο στρατόπεδα και βγήκαν όλα στο δρόμο. μήπως και δουν από μακριά τον Μπαρμπαγιάννη Κανατά ή μήπως ακούσουν τα κανάτια του να κάνουν το συνηθισμένο τους τσικ τσικ. να του δώσεις εσύ ο ίδιος το φάκελο σου. η Αλεξάνδρα.217 - . είπε ο θείος. και δεν είναι δίκαιο ο Μπαρμπα- γιάννης Κανατάς να ζημιωθεί για τις αταξίες σου. σαν περάσει τ' απόγεμα ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς. Σήκωσε ο Αντώνης το κεφάλι και αντάμωσε τα γελαστά μάτια του θείου. προς το βράδυ πια.

κι εγώ φυλάγω από δω. με πλατείς πήδους.. Πηνελόπη Δέλτα ντας και της θάλασσας. — Ο Ντον! αναφώνησε η Πουλουδιά. πήδηξε πάνω στον Αντώνη και του έβαλε τα πόδια στους ώμους κουνώντας χαρούμενα την ουρά του. και. κατάφθασε ένας μεγάλος σκύλος. — Εσύ θα σταθείς εκεί. Την ίδια ώρα. ακούστηκε μια σφυριγ- ματιά και συνάμα η ξενική φωνή του βασιλέα: — Ντον! Έλα δω! Και πρόσθεσε: . ο Αντώνης με την Πουλουδιά από το μέρος της αυλής. αποφάσισε ο Αντώνης. στη σκιά του τοίχου.. Μα μόλις έκαναν λίγα βήματα.. — Μα θα με δει ο βασιλέας και η βασίλισσα.. Μια στιγμή δίστασε ο Αντώνης.. πίσω από το σπίτι. αν δεις τον Μπαρμπαγιάννη Κανατά να έρχεται από την Καστέλα. σ' αυτή την πέτρα! πρόσταξε. Τρεχάτος. πρέπει να σταθείς εκεί να παραφυλάγεις. κάθουνταν η βασιλική παρέα γύ- ρω σ' ένα τραπέζι. — Δεν πειράζει. από το παρακάτω τραπέζι. Και είναι εκεί και τ' αγόρια. Και. και η βασιλοπούλα Αλεξάνδρα.. — Και τώρα τι θα κάνομε. Παρακάτω..218 - .. Αλλά ευθύς πάλι αποφάσισε και μοίρασε τις στρατηγικές θέσεις. ψιθύρισε η Πουλουδιά. στάθηκαν μουδιασμένα τα δυο α- δέλφια.

Σηκώθηκε ο βασιλέας. με σκούρα μπλου ναυτικά κολάρα και πλατιά ναυτικά ψάθινα καπέλα.219 - . σίμωσε το βασιλικό τραπέζι. Μαγεμένη κοίταζε η Πουλουδιά τη βα- σίλισσα. και θα 'ρθει κι εκείνος! Ο Αντώνης έσπρωξε την Πουλουδιά με τον άγκωνά του. παιδί μου. θέλοντας και μη. σα σκάλα. ύστερα ο δεύτερος. που ξιπάστηκε σαν τον ρώτησε ο βασιλέας: — Τι έπαθες κι έχεις δεμένο το κεφάλι. Και τόσο ήταν απορροφημένος με τη θέα αυτή. και παρακάτω ένα δυο αξιωματικοί. αυτά είναι χάδια που σου κάνει! Μα ο Ντον δεν εννοούσε ν' αφήσει τον παλιό του φίλο. και πλάγι της η Ρωσίδα κυρία της Τιμής. . λίγο απόμα- κρη. μιας και τον ξανα- βρήκε. Τρελαντώνης — Μη φοβάσαι. τράβηξε στα ίσια της την πάντα στραβή γραβάτα του και. ύστερα ο τρίτος. με τη ράχη στον τοίχο. Κοντά της κάθουνταν η μεγάλη βασιλοπούλα. με μόνο μια βελουδένια μαύρη κορδέλα γύρω στα ξανθά της μαλλιά. Μα ο Αντώνης είχε κολλήσει τα μάτια του στα τρία βα- σιλόπουλα. Το είπε ο βασιλέας! — Όχι χωρίς εσένα! Μας φώναξε και τους δυο! αποκρίθηκε φοβι- σμένη η Πουλουδιά. σοβαρή. με φρίλια στον ανοιχτό της λαιμό και στα κοντά μανίκια. ξανασφύριξε του Ντον και φώναξε: — Ελάτε δω. που εξακολουθούσε να πηδά γύρω τους. όρθια στην αράδα. Νευρικά έσιαξε ο Αντώνης το ναυτικό κολάρο του. παιδιά. χωρίς καπέλο. ολόασπρη στο μουσελινένιο. όλο κανονέδες φόρεμα της. και οι τρεις στα άσπρα. ο διάδοχος πρώτος. — Πήγαινε! ψιθύρισε. με την Πουλουδιά και τον Ντον.

και μπορούσε κανείς να της μιλήσει. — Και τον έπιασε. Και του μιλούσε ο βασιλέας κι έπρεπε ν' απαντήσει. Μην το αγγίζεις! — Μα γιατί είναι δεμένο το κεφάλι σου. προπά- ντων τα τρία μεγάλα αγόρια αραδιασμένα στον τοίχο. τον έκανε δειλό. ρώτησε η μικρή βασιλοπούλα γυρνώντας στην Που- λουδιά. Πηνελόπη Δέλτα Το είχε ξεχάσει ο Αντώνης το κεφάλι του.. και. πλησίασε ν' ακούσει. Μα του το έπιασε η βασίλισσα. επανέλαβε ο βασιλέας. καθόλου σπουδαία σαν την όμορφη αδελφή της.220 - . Αποκρίθηκε ο Αντώνης κοκκινίζοντας: — Έπεσα χθες. είπε η Πουλουδιά.. . ξαναβρίσκοντας τη συνηθισμένη της πολυλογία. μα δεν αποκρίθηκε. ρώτησε με λαχτάρα η μικρή βασιλοπούλα. πήγε στη θάλασσα και κατέβηκε στους βράχους να μου πιάσει έναν κάβουρα. Όλη αυτή η συντροφιά τον στενοχωρούσε. ρώτησε περίεργη. Αυθόρμητα σήκωσε το χέρι να βγάλει το μαντίλι. ντροπαλό. — Χτύπησες. Αυτή ήταν μικρή. και τ' αγόρια όλο τον κοίταζαν και όλο άκουαν. — Ναι. που κοίταζαν και άκουαν ακατάδεχτα. Γύρισε ο Αντώνης και την είδε. — Δεν πρέπει! του είπε γλυκά. — Χτύπησε. που κυνηγούσε το τόπι της. Η μικρή βασιλοπούλα.

. και φορεί ρού- χα παλιά και μπαλωμένα. — Είναι πολύ φτωχός.. — Να του δώσεις. έχω κάτι να του δώσω. είπε η βασίλισσα. δε φορεί παπούτσια. έκανε ο Αντώνης και σώπασε. . είπε ο Αντώνης δειλά. — Όχι.221 - .. Ο βασιλέας γέλασε.. Τρελαντώνης Μα την τράβηξε η βασίλισσα πλάγι της και μαζεύθηκε ντροπαλή πάλι η Πουλουδιά. — Θέλω. Κι έλεγε του Αντώνη ο βασιλέας: — Τι θέλεις να του πεις του Μπαρμπαγιάννη Κανατά. Ο Αντώνης σήκωσε το κεφάλι ξαφνισμένος. — Μάλιστα.. είπε. είπε... — Όταν πουλά στάμνες. χρήματα. ρώτησε.. εσύ. Τι. Μα δεν είναι φτωχός ο Μπαρμπα- γιάννης Κανατάς. — Πείτε το μαζί. έκανε όλο και πιο στενοχωρεμένος. ο θείος μου μου έδωσε. — Και συ το ξέρεις. δεν έχει ούτε παπούτσια. Μα σαν πάγει στο Ζάππειο. είπε τρομαγμένη η Πουλουδιά. Ξέρεις το τραγούδι του. Πες το συ. — Πες το λοιπόν! Ο Αντώνης γύρισε στην Πουλουδιά.

. — Όχι. Μπαρ- μπαγιάννη Κανατά. Ο Αντώνης κοντοστάθηκε. διέκοψε ο βασιλέας. Μπαρμπαγιάννη Κανατά.ε-λο και παπούτσια γυαλιστά. ποτέ. Μπερδεμένος είπε: — Μα δεν είναι αλήθεια. αφού φορεί παπούτσια γυαλιστά και ψηλό καπέλο.. να χαρώ τα μάτια σου. στας Αθήνας..222 - . Πρό-σεξε μη σε γελά-α-σει κα-μιά όμορφη κυρά και σου φάει το γαϊδούρι και σ' αφήσει την ουρά. άρχισαν τα δυο αδέλφια μαζί: «Μπάρμπαγιάννη με τις στά-α-μνες και με τα κανάτια σου. Και με φωνές που έτρεμαν. Δεν ήταν τρόπος να το ξεφύγουν. αντίκοψε η Πουλουδιά. — Λες ανοησίες. πήγαμε μια φορά σ' ένα μαγαζί για να δοκιμάσομε όλοι παπούτσια. της είπε χαμηλόφωνα ο Αντώνης.» — Βλέπεις λοιπόν που δεν είναι φτωχός. που φορείς ψηλό κα- πέ. Κοροϊδευτικά τον ρώτησε ο βασιλέας: — Εσύ δεν πας ποτέ στο Ζάππειο. δε θυμά- σαι. — Ναι. είναι μόνο τραγούδι. χαδιάρικα. πάμε στας Αθήνας. Πηνελόπη Δέλτα Και. σαν κατσικάκια... Μπάρ-μπαγιάννη σε λατρέ-ε-βω και θα σ' αγαπώ πιστά.. και με τα κανάτια σου. βόλεψε τα πάντα ξεβολεμένα μαλλιά της Πουλου- διάς.

223 - . Μα ο Α- ντώνης ήταν αποφασισμένος να μην πει άλλο. Ξέρω κι ελληνικά. αποκρίθηκε. ρώτησε η Ρωσίδα κυρία της Τιμής. ξέρω και αγγλικά. χωρίς να καταλα- βαίνει τι έλεγαν. Και της είπε η βασίλισσα: — Ρωτά η κυρία αν ξέρεις κανένα γαλλικό τραγούδι. φράγκικο. αλαρέ-βε-ράνσε Λια-κεν-ντιε κιγκουβέρν λα Φράνσε. αποκρίθηκε η Πουλουδιά. Λα γκερ ντελαφινί. Δεν είναι ούτε ελληνικό ούτε αγγλικό. αλαρί-βε-ζό». — Για πες το! έκανε ο βασιλέας. — Δεν ξέρω κανένα καλά. που είχε πάρει θάρρος στο μεταξύ. μα ξέρω ένα φράγκικο. — Όχι. Και το είπε η Πουλουδιά: «Πι-πον-ντο. κοίταζε η Πουλουδιά μια τη μια και μια την άλλη. είπε: — Εγώ ξέρω πολλά. Η Πουλουδιά όμως. Κάτι αποκρίθηκε η βασίλισσα σε ξένη γλώσσα και. ρώτησε η βασίλισσα. — Τι φράγκικο. Πι-πον-ντο. — Κες κ' ελ ντι. Αλό μεζαμί. μαζεμένη πάλι. σαν είδε πως γελούσαν οι αξιωματικοί. — Έτσι. . Τρελαντώνης — Και ξέρεις και άλλα τραγούδια.

224 - . Ένας α- ξιωματικός. Και αυτό θα το πει. — Για πες το. — Ξέρω. Έτσι λέγει η Αλίς. είπε ο βασιλέας. γελούσαν τώρα ξεκαρδισμένοι. — Και ποια είναι η Αλίς. ρώτησε ο βασιλέας που φαινόταν να δια- σκεδάζει πολύ. ενώ εκείνη τίποτα δε σκάμπαζε. Και είναι φράγκικο. προς μεγάλη δυσαρέσκεια του Αντώνη που υποψιά- ζουνταν ότι περιγελούσαν την Πουλουδιά. αποκρίθηκε. — Όχι. — Είναι ένα κορίτσι που κάθεται πλάγι μας. το λέμε για να δούμε ποιος θα βγει έξω στο κυνηγητό. ρώτησε: — Ξέρεις και κανένα άλλο ξενικό να μας πεις. ρώτησε πάλι ο βασιλέας. — Και τι θα πει αυτό. — Δεν ξέρω. αποκρίθηκε η Πουλουδιά. είναι γοριτσιάνικο. — Και πού τα ξέρεις εσύ τα γοριτσιάνικα. αποκρίθηκε. . Είναι φράγκικο σαν το άλλο που εί- πες. Ο Αντώνης της έγνεψε: «Όχι!» Μα η Πουλουδιά είχε πάρει φόρα. αξιωματικοί και κυρίες. Πηνελόπη Δέλτα Όλοι γύρω στο τραπέζι. Τρομάρα τον έπιασε τον Αντώνη. Με το κεφάλι έδειξε η Πουλουδιά κατά τα παρακάτω σπίτια. άσπρα ντυμένος και με μακριές καστανές μουστάκες.

γιες τερέτιτς μαμ. αυτός τουλά- χιστον. — Μάλιστα. από τη βολή των ματιών τους. και γελούσε η βασίλισσα. αυτό το τραγούδι που κανένα αδέλφι δεν ήθελε πια να το πει. που μισοχαμογε- λούσαν με οίκτο. και πάλι τα είδε ακίνητα και ακατάδεχτα. ντροπή! Δεν ήξερε ο Αντώνης πού να κρυφθεί. Άθελα έκανε ένα βήμα πίσω. Τρελαντώνης — Μου τα έμαθε η Φραντσέσκα. να βγει. Του το κέντησε η μαμά μας. η παραμάνα του Αλέξανδρου.. Και άρχισε η Πουλουδιά μ' όλη της τη φωνή: «Τις Μαρίτσκα μόγια. τους είχε περι- γελάσει πως τα 'λεγαν όλα στραβά και δε θα πει τίποτα το τραγούδι τους! Και τώρα γελούσε ο βασιλέας. — Και ο Αλέξανδρος ποιος είναι. Ο Αντώνης έφριξε. Θέλησε να παρασύρει και την Πουλουδιά. — Ο αδελφός μου. ακουμπισμένα στον τοίχο. και . ρώτησε η βασίλισσα. Που φορεί ένα τόσο όμορφα κεντημένο φουστανάκι. — Αγόρι είναι το πιο μικρό σου αδελφάκι. Έριξε μια ματιά στα τρία αγόρια. Μ' αυτή ούτε τον κοίταζε. προθυμοποιήθηκε να την πληροφορήσει η Πουλουδιά. Κι έλεγε ο βασιλέας: — Μπράβο! Μπράβο της μαμάς σου! Και πες μας λοιπόν το γορι- τσιάνικο. Όλα τώρα τα οικογενειακά τους θα τα πει η Πουλουδιά.» Πωπώ. αφότου η πα- ραμάνα κάποιου άλλου μωρού.225 - .. Να ξεφωνί- ζει έτσι η αδελφή του. Γοριτσιάνα και αυτή. μπρος στο βασιλέα και τη βασίλισσα.

Πίσω του ξανάνοιξε η πόρτα της αυλής. Πηνελόπη Δέλτα γελούσαν οι αξιωματικοί. παρά εξακολουθού- σε να ξεφωνίζει: «. και γελούσε η Ρωσίδα κυρία της Τιμής. και μόνη η Πουλουδιά δεν το έβλεπε. ακατάδεχτα και αυτός σαν την αδελφή του. γρήγορα! Η θεία έφυγε κι έρχεται ο Μπαρμπα- γιάννης Κανατάς! . που είχε σηκώσει ακατάδεχτα το πι- γούνι της. — Τηλεγράφημα. Γύρισε φουρκισμένος να τα ψάλει της Πουλουδιάς.. κούπενζέ. γιες τερέτιτς γκρί- λενζέ... Αντώνη.Γιες τερέτιτς κούπενζέ. Ουφ! Τουλάχιστον εκεί δεν έβλεπε την α- νόητη την Πουλουδιά. παρά μόνο ο ταχυδρόμος. που ο ένας μάλιστα ακούμπησε στο σπαθί του με τα δυο του χέρια για να γελάσει πιο βολικά. Και ξαναβγήκε βιαστικός. Μα δεν ήταν η Πουλουδιά.. κούπενζέ.226 - . που έκανε δυο βήματα προς το σπίτι του και άλλα δυο. τρεχάτος κατάφθανε ο Αλέξανδρος από μέσα από το σπίτι.» Τόσο ντράπηκε ο Αντώνης.. Την ίδια ώρα. — Έλα. δώσ' το μέσα. που του έτεινε ένα διπλωμένο και κολλημένο χαρτί. Έριξε πίσω του μια ματιά και είδε πως τον κοίταζε ο διάδοχος. είπε του Αντώνη. όλοι γελούσαν και την περιγελούσαν. Και το 'βαλε ο Αντώνης στα πόδια και δε στάθηκε παρά στην αυλή του. κι εκεί πια ανέπνευσε ελεύθερα. ακό- μα και η μεγάλη βασιλοπούλα.. κατακόκκινος από τη βία και τη λαχτάρα.

κατέβηκε ο Αντώνης στο δρόμο.. Ίσια μες στην τραπεζαρία μπήκε ο Αντώνης γυρεύοντας να κρύψει τη συγκίνηση που τον έκανε να λαχανιάζει. φαίνουνταν τωόντι η πλατύγυρη σχι- σμένη ψάθα του Μπαρμπαγιάννη. μη μας περάσει. . που κατάφθανε να τους βιάσει να προφθάσουν. μήπως και δεν τον προφθάσει ο Αντώνης. χωρίς βία.. που ήξερε τι ήταν το χαρτί του Αντώνη. που. μισο- χαρούμενος. Νευρικός τον κοίταζε ο Αντώνης.. Τρεχάτη και λαχανιασμένη ανέβηκε και η Αλεξάνδρα με τον Αλέξανδρο από το δρόμο και τρύπωσε κι ε- κείνη στην τραπεζαρία.. τώρα το κολλά. Αντώνη.227 - . πρόσεχε. — Τώρα στρίβει ένα τσιγάρο. — Γρήγορα! Γρήγορα! Έρχεται ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς! Κι έτρεξαν στη βεράντα. Και σαν έφθασε ο Μπαρμπαγιάννης στη γωνιά των σπιτιών του Τσίλερ. πλάγι στο γαϊδούρι του. και μάλιστα του το είχε ριγώσει. Μακριά. στον κατήφορο. τους έλεγε κάθε κίνηση του Μπαρμπαγιάννη. του έδωσε το φάκελο και ξανάφυγε σα σαΐτα. ανέβαινε με τον αφέντη του. μισοντροπιασμένος για το χαρτί που ήταν μέσα στο φάκελο. Τρελαντώνης Στο διάδρομο τους σκουντούφλησε η Αλεξάνδρα. σκαρφαλωμένος στα κάγκελα και σκύβοντας πάνω από την κουπαστή. έτρεξε στον Μπαρμπαγιάν- νη. φορτωμένο όσο και χθες.. για να το γράψει εκείνος ίσια. κατά τα σπίτια του Τσίλερ. για να βλέπει πιο καλά. Και άλλο τόσο νευρική κοίταζε η Αλεξάνδρα. Και πλάγι τους ο Αλέξανδρος.. άλλο τόσο α- ναμμένη.

Ο Αντώνης τέντωνε το λαιμό του να δει χωρίς να φαίνεται. Τρελαντώνη. άγγιξε το γύρο της ψάθας του. — Γεια σου. σα να μην είχε συμβεί τίποτα. με την άκρη των δαχτύλων του. σήκωσε ο Μπαρμπαγιάννης τα μάτια του στα παράθυρα και. . Τότε και μόνο τόλμησε να ξα- ναβγεί στη βεράντα και ν' αναπνεύσει ελεύθερα. Αντώνη. Σαν έφθασε μπρος στη βεράντα.228 - . Πηνελόπη Δέλτα — Τι σου είπε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς. παραμόνευε να δει τον Μπαρμπαγιάννη που. Κρυφά. τραβούσε ήσυχα το δρόμο του και χάνουνταν στο γύρισμα του δρόμου. ρώτησε. κι ευχαριστώ! φώναξε. Μα ο Αντώνης δεν αποκρίθηκε. ανέβαινε τον ανήφορο. από το ανοιχτό παράθυ- ρο. Και τον είδε που ανέβαινε ως το παλάτι. ήσυχος.

σα να γύρευε να κρύψει κάτι. Τώρα. — Ας ήσουν εδώ! είπε ο Αντώνης μπουρινιασμένος ξαφνικά. ρώτησε η Πουλουδιά ξεφυτρώνοντας ξαφνικά μεταξύ της Αλεξάνδρας και του Αντώνη· βαστούσε τα χέρια της πίσω. Δες τι σας φέρνω! Θριαμβευτικά άνοιξε τα χέρια της και παρουσίασε καμιά δεκαριά μπισκότα «Μαρί». — Ποιοοος. Πες. — Πού τα βρήκες. ρώτησε η Αλε- ξάνδρα.229 - . Αντώνη. έκανε με λα- χτάρα. — Και πως δεν ήμουν. Πού ήσουν και άργησες τόσο. Ε. αποκρίθηκε ο Αλέξανδρος. τι σου είπε. — Τι σου είπε. έκανε αδιάφορα η Πουλουδιά. — Ναι. — Αχ. . — Μήπως πέρασε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς. ρώτησε η Αλεξάνδρα που τα τρελαίνουνταν. τι κρίμα! Γιατί δε με φωνάξατε. έκανε ξαφνισμέ- νη η Πουλουδιά. — Από πού έρχεσαι. Τρελαντώνης Σ υγκινημένη τον ακολούθησε η Αλεξάνδρα με τον Αλέ- ξανδρο στη βεράντα.

. εξακολούθησε η Πουλουδιά.» Και είπα: «Ναι.. Και μου είπε: «Δε σ' αρέσουν.. Πηνελόπη Δέλτα — Μου τα 'δωσε η βασίλισσα! — Αλήθεια. — Και τούτο! Και με άλλη βουτιά στην τσέπη. Μα θα μου τα φάνε τ' α- δέλφια μου!» Κι εκείνη είπε: «Πάρε τα λοιπόν όλα!» Και μου άδεια- σε το πιάτο. ο ενθουσιασμός της Πουλουδιάς είχε πέσει ξαφνικά. έβγαλε ένα κόκκινο μεταξωτό μα- ξιλαράκι. γαλάζιο και γυαλιστερό. Η Που- λουδιά κοντοστάθηκε. — Γιατί. ελικτό κοχλάδι. έκανε μαγεμένος ο Αλέξανδρος. — Πουλουδιά!!! αναφώνησε φρικιασμένη η Αλεξάνδρα. λέει. — Και μου είπε να ράψω το κοχλάδι στο μαξιλαράκι και να το βά- λω στην τουαλέτα μας. για να τη θυμούμαι. Τι. πάρε και δυο μπισκότα!» Μα εγώ δεν τα έπαιρνα. Έχωσε το χέρι της στην τσέπη της κι έβγαλε ένα μακρύ. όλο και με πιότερη έξαψη. — Μου έδωσε και τούτο! είπε. — Ε. μ' αρέσουν. Και ύστερα μου είπε: «Να. Η Πουλουδιά ακτινο- βολούσε. με κόκκινες πιτσιλάδες. .. Τι έκανα. — Δεν ντρέπεσαι! της είπαν συγχρόνως τα δυο μεγαλύτερα αδέλ- φια.230 - . έκανε ανήσυχη. άρ- χιζε να τρομάζει.

που δεν είχε πει τίποτα. Ο Αλέξανδρος. τάχα πως σου τρων τα μπισκότα σου! πρόσθεσε η Αλεξάνδρα. Μα τόσο έκλαιγε η Πουλουδιά. Η Αλεξάνδρα έσκυψε. έκανε πνιγμένη από τη σύγχυση της η Αλεξάνδρα. ζαλισμένη από τη γενική αποδοκιμασία που γύριζε το θρίαμβο της σε καταστροφή. και τους τέσσερις! είπε ο Αντώνης. να δει τα «καναρίνια» που διά- βαιναν. θεώρησε σωστό να λάβει μέρος κι εκείνος στη γενική αγανάκτηση.231 - . την είδε και φώναξε: — Έλα. Σα να μην έφτανε η πρώτη ντροπή. να τραγουδήσεις το «Τις Μαρί- τσκα μόγια»! — Τραγούδησες το «Τις Μαρίτσκα μόγια». που ούτε τους άκουσε. Ομιλίες πολλές και βήματα ακούστηκαν στο δρόμο· ήταν οι Ευέλ- πιδες που περνούσαν. μια τον άλλο και μια τα μπισκό- τα στα χέρια της. Τρελαντώνης — Ζητιάνεψες μπισκότα! είπε ο Αντώνης. Έσμιξε τα χέρια του και ανεβοκατέβασε το σγουρό του κεφάλι δυο και τρεις φορές και είπε κι εκείνος με φρίκη. Και ξαφνικά πέταξε τα μπισκότα στο σιδερένιο τραπεζάκι κι έμπηξε τα κλάματα. — Και ξευτέλισες τ' αδέλφια σου. — Και μας ντρόπιασες όλους. που δεν είχε όμως και πολλή αγριότητα: — Το «Τις Μαρίτσκα μόγια»! Πωπώ! Η Πουλουδιά κοίταζε μια τον ένα. όλο μάτια. Ένας Εύελπις γύρισε. έλα μαζί μας! .

πνιγμένες αντεγκλήσεις και θυμωμένα λόγια. ήταν ο Γιάννης. λοιπόν. σα χαστούκια. ρώτησε ο Αντώνης. Και βλέποντας την απορία των εξαδέλφων του. — Γιατί τον έδειρες. — Εμένα τίποτα. ανέβηκε στη βεράντα. αν δεν ανακατώνουνταν ο αξιω- ματικός. γιατί μερικοί απ' αυτούς γέλασαν και τρεις τέσσε- ρις μάλιστα ξαναφώναξαν: «Έλα. — Έτσι θ' αφήσω να μιλάει ένας ξένος στην εξαδέλφη μου.232 - . κοριτσούδι!. σκονισμένος.» Και συνά- μα κάτι κρότοι ανέβηκαν. αποκρίθηκε ο Γιάννης. με στραπατσαρισμένα τα ρούχα του. — Λοιπόν γιατί τον χτύπησες.. Μουρμουρί- ζοντας μες στα δόντια του. Όταν ξεθαρρεύτηκε και πέρασε το κεφάλι της πάνω από την κα- γκελαρία. Πηνελόπη Δέλτα Ντροπιασμένη τραβήχθηκε η Αλεξάνδρα και κρύφθηκε ανακούρ- κουδα πίσω από τις περικοκλάδες και δεν τόλμησε να ξανασηκωθεί να τους κοιτάξει. Τι σου έκανε. η ουρά των Ευελπίδων έστριφτε στο γύρισμα του βράχου και στο δρόμο.. σιάζοντας τον τσαλακωμένο του γιακά. είπε πάλι: . Και είπε ο Γιάννης: — Θα του 'σπανα τα μούτρα του. Δεν ήξεραν πως δεν επιτρέπεται να μιλά ξένος σ' εξαδέλφες. Τ' α- δέλφια στάθηκαν λίγο σαστισμένα.

Μια μέρα περπατούσα με την Κλειώ και την Κατίνα και κάποιος άγνω- στος πέρασε και τις χαιρέτησε.. Μ' έναν πήδο καβαλίκεψε την ξύλινη κουπαστή της βεράντας και με φιάκα ρώτησε τον Γιάννη: — Γνωρίζεις εσύ τον Μπαρμπαγιάννη Κανατά. Με το πιγούνι έ- δειξε ο Γιάννης κατά τον ανήφορο. — Το ξέρω. Τα τέσσερα αδέλφια τον κοίταζαν τώρα με μάτια και στόμα ανοι- χτά.233 - .. Μιλήσαμε μαζί. έκανε ο Αντώνης που φα- ντάζουνταν έτσι να κάνει πολλή εντύπωση στον εξάδελφο του. — Είναι πρόστυχο.. Και ακούμπησε σ' ένα στύλο της σκεπής και σταύρωσε τα πόδια του. Δι- στακτικά ρώτησε η Αλεξάνδρα: — Είναι κακό να σε χαιρετά ένας άγνωστος. απέναντι των εξαδέλ- φων του. Μα δεν ήθελε και να το δείξει. Και από το θαυμασμό της ξέχασε η Πουλουδιά τα κλάματα. . αποκρίθηκε. και τον έδειρα και αυτόν. Ακόμα και στο βασιλέα λέγει «ε- σύ».. οι πολλαπλές του γνώσεις. — Πέρασε τώρα. Τρελαντώνης — Έτσι μιλούν στο δρόμο σε κορίτσια. Μα ο Γιάννης είπε: — Και σε ποιον δε μιλά αυτός. δηλαδή. Ακόμα και ο Αντώνης αισθάνθηκε την άγνοια του. Το κύρος του επιβλήθηκε πάλι στα τέσσερα αδέλφια. με όλη τη σπουδαιότητα που του έδιναν. Ο Αντώνης πήδηξε χάμω. είπε ο Γιάννης. Ποιος το παραδέχεται.

βά- ζει σκούρα ρούχα. Μα τη διέκοψε ο Αντώνης. — Πώς το ξέρεις. Μα τον λέγει «εσύ». Όλα μαζί τ' αδέλφια θαύμασαν. μεγα- λειότατε. «μεγαλειότατε». μπούφο! Τον λέγει. όπως και συ το λοφίο σου. — Αλήθεια. ρώτησε θαυμάζοντας η Αλεξάνδρα. σαν όλους. Όλη την εβδομάδα τον βλέπεις κουρε- λιάρη και ξυπόλυτο. έκανε. ρώτησε. — Τον άκουσα. — Αλήθεια είναι πως φορεί ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς ψηλό καπέλο και παπούτσια γυαλιστά. — Γι' αυτό είπε ο βασιλέας για το Ζάππειο! έκανε η Πουλουδιά. Και πώς τον λέγει. Μπαρμπαγιάννη. . ρώτησε ο βασιλέας: «Γιατί δε φορείς σήμε- ρα ψηλό καπέλο και παπούτσια γυαλιστά. Μια μέρα που περνούσε αυτός και στέκουνταν ο βασιλέας στον ανήφορο. στις μεγάλες περιστάσεις!» Και γέλασε ο βασιλέας. κάθε Κυριακή. παίρνει στο χέρι ένα μπαστούνι με ασημένιο χερούλι και κάνει τη φιάκα του στο Ζάππειο. ψηλό καπέλο και λουστρίνια. Μα την Κυριακή το απόγεμα γίνεται κύριος.234 - . — Όχι. Τ' αδέλφια τ' άκουαν και τους φαίνουνταν σαν παραμύθι της Χα- λιμάς.» Κι ε- κείνος του αποκρίθηκε: «Τα φορώ. — Βέβαια. Γεώργιε. ρώτησε η Αλεξάνδρα. στις εορτές φορεί ο βασιλέας λοφίο. Πηνελόπη Δέλτα — Αλήθεια. Γιάννη.

γύρισε ο Αντώνης και την έπιασε από την ποδιά της. — Για ποιον είναι αυτά τα μπισκότα. Εξαγριωμένος για την προσβολή που του έγινε μπρος στον Γιάννη. — Για κανένα. Μα ένας μπάτσος της Πουλουδιάς τον διέκοψε. — Σαν τα φας. Είναι δικά μου και θα τα φάγω μονάχη! Ο Αντώνης άπλωσε το χέρι πάνω στα καταδικασμένα μπισκότα. ρώτησε ο Γιάννης. θα ντροπιαστείς διπλά. Μα ο Αντώνης την πρό- λαβε πριν απαντήσει. είπε περιφρονητικά ο Αντώνης. Και στάθηκε η Πουλουδιά αποσβολωμένη. Έσπρωξε πίσω το ψάθινο καπέλο του. για να μάθεις.235 - . — Δεν το λέγω! Άφησε με! . — Και τώρα. Την είδε ο Γιάννης. θα πεις μόνη σου του Γιάννη ποιος σου τα έδωσε και γιατί! την πρόσταξε.. — Καθόλου! φώναξε κατακόκκινη. που στάθη- κε σα δόξα αγίου γύρω στο στρογγυλό του πρόσωπο. κι έχωσε τα χέ- ρια του στις τσέπες του. Είναι ντροπιασμέ- να μπισκότα. Η Πουλουδιά ανατινάχθηκε. Τρελαντώνης — Τι είπε ο βασιλέας. — Κάλλιο να μην τ' αναφέρεις! της είπε. άρχισε.. Με το πιγούνι πάλι έδειξε κατά το σιδερένιο τραπέζι. κατάλαβε πως κάποιος καβγάς ετοιμάζεται και δεν επέμεινε. πίσω από την Πουλουδιά. ρώτησε.

μα το κεφάλι πεισματάρικα πεταμένο πίσω. θυμήθη- κε πως πάντα την αφόπλιζε ο Αντώνης με την ίδια απάντηση. Δεν την κορόι- δευε ο Γιάννης. Η Πουλουδιά έτρεμε από ανησυχία. Με τα μάτια σκυμμένα. — Πες το. Γιάννη. Να το πω λοιπόν. Δε σε μέλει. μ' όλη της τη φούρκα.236 - . για να μην ξεσπάσει στα κλάματα. αναφώνησε ο Αντώνης. Και σιγανή ακούστηκε η φωνή του Γιάννη που έλεγε τραγουδιστά: — Μακά-αρι!. Πες το! Την έμελε και την παραέμελε. δε με μέλει! επανέλαβε. πως. μα το είχε πει πια.. Της φάνηκε ξαφνικά πως άνοιξαν τα ουράνια. που ούτε για τη ραφτομηχανή δεν μπόρεσε να πει. — Τι. σα θα μεγαλώσει. Ουφ! Τι ξελάφρωμα! . Πηνελόπη Δέλτα — Θα το πεις! — Δεν το λέγω! — Δεν το λες. τόσο. Τι. Της ήλθε κόλπος. Μα. Πες το! Πεισμωμένη είπε και η Πουλουδιά: — Κι εμένα δε με μέλει. δάγκανε τα χείλια της. Τότε θα πω εγώ στον Γιάννη τι είπες μια μέρα γι' αυτόν! — Κι εγώ θα πω για τη ραφτομηχανή! — Τι με μέλει.. Και το είπε ο Αντώνης: — Είπε για σένα. θα σε πάρει! Η Πουλουδιά δεν το περίμενε.

σχολίασαν τη διαγωγή του με πολύ μαύρα χρώματα.. χωρίς πολ- λή πεποίθηση όμως: — Βέβαια. .. αφού θα της τα τρώγατε! Πάει το γόητρο του Γιάννη! Γκρεμίστηκε. Μόνη η Πουλουδιά είπε. πράματα που ζητιάνεψες από τη βασίλισσα. — Δε ζητιάνεψα! — Ναι. σκορπισμένα στο τραπεζάκι. τσακίστηκε. Τι είπε. με τα λόγια της Πουλουδιάς. Δε θα φας ούτε ένα! του είπε. Κανένας δεν του αποκρίθηκε... αφού θα μου τα τρώγατε.Ούτε τα θέλω ούτε ο Γιάν- νης δεν τα θέλει. Μα ο Γιάννης δε φάνηκε να ένιωσε την ντροπή που είχε πέσει... Τρελαντώνης Στον ενθουσιασμό της. είπες. αφού είπες. Σαν έφυγε ο Γιάννης κι έμειναν τ' αδέλφια μόνα. χάθηκε.237 - . σ' όλη την οικογένεια. — Της έδωσε η βασίλισσα δυο και είπε η Πουλουδιά: «Θα μου τα φαν τ' αδέλφια μου!» Και της έδωσε η βασίλισσα όλα όσα ήταν στο πιάτο! επεξήγησε η μεγάλη αδελφή ντροπιασμένη. που στέκουνταν μπερδεμένος για την τροπή που είχαν πάρει τα πράματα. Έβαλε δυο μπισκό- τα μαζί στο στόμα του και είπε μπουκωμένος: — Πολύ καλά έκανε.. Αλεξάνδρα. ζητιάνεψες! επικύρωσε ο Αλέξανδρος. μάζεψε όλα τα «Μαρί». — Σου τα χαρίζω όλα! είπε και θριαμβευτικά γύρισε στον Αντώνη. . και τα πρόσφερε του Γιάννη..

— Και να μην ντραπεί! είπε πάλι ο Αντώνης. ού- τε και η Πουλουδιά που τα ζήτησε.. — Και να πει πως έκανε καλά η Πουλουδιά να τα ζητήσει! πρό- σθεσε η Αλεξάνδρα. — Δεν ντρέπεσαι. να φάγει τα ντροπιασμένα μπισκότα! είπε ο Αντώ- νης. Ο Αλέξανδρος ντράπηκε πολύ. λέει. καλύτερα που δεν τα φάγαμε τα μπισκότα. — Και ούτε να μας δώσει κι εμάς! διαμαρτυρήθηκε ο Αλέξανδρος. για να μου δώσουν τόσα. Και είπε σηκώνοντας το κεφάλι η Αλεξάνδρα: — Το μόνο που μας ξεπλένει είναι ίσα ίσα που δεν τα φάγαμε. Πηνελόπη Δέλτα — Ακούς. Μα τον αποπήρε ο Αντώνης. Όσο ήταν παρών ο Γιάννης αισθάνουνταν κάπως σίγουρη και ικανοποιημένη. Και η κερα- Ρήνη είπε πως. θα ήταν ταγκά. Μόνη η Πουλουδιά δεν είχε μιλήσει. Μα δεν ήξερε καλά γιατί. Σήκωσε πάλι το κεφάλι και είπε στερεώνοντας τη φωνή της: — Ναι. Τουλάχιστον έτσι ξεπλένεται κι εκείνη. μιας και είχε φύγει ο Γιάννης κι έμειναν μεταξύ τους τ' αδέλφια. της φάνηκε πως ξέπεφτε η αξία του. Τα λόγια της Αλεξάνδρας της ήλθαν ουρανοκατέβατα. .238 - . οι αποφάσεις του δεν είχαν πια τη σπουδαιότη- τα που φαίνουνταν να έχουν την ώρα που τις βεβαίωνε.. Τέτοια μπισκότα! φώναξε. Μα. της έδωσαν αέρα.

Τρελαντώνης Με αγανάκτηση τη διέκοψε ο Αντώνης: — Δεν ντρέπεσαι! Τα μπισκότα του βασιλέα! Όλα μαζί τ' αδέλφια τής ρίχθηκαν πάλι. Δεν είχε τύχη σήμερα. Και όταν τη ρώτησε η Αλεξάνδρα «Τι ήταν που ήθελες να πεις πριν για τη ραφτομηχανή. ρώτησε.. Λόγια και πράξεις. Μα γιατί. . όλα της έβγαιναν ξινά. απογοητευμένη αποκρίθηκε: «Τίποτα». Πουλουδιά. Τ' άρπαξε κι έτρεξε να τα ρίξει στο δρόμο.. θα της έβγαινε κι αυτό στραβό. και σώπασε η Πουλουδιά ντροπιασμένη. Μα στην πόρτα βρήκε την κερα-Ρήνη που γύρευε την Αφροδίτη. Η Αφροδίτη στέκουνταν στο πεζο- δρόμιο και σιγοκουβέντιαζε με την τραπεζιέρα της Αλίς. Και σώπασε. αποκρίθηκε η Πουλουδιά κι έκανε να υποχωρήσει κατά την τραπεζαρία. με μια μεγάλη όρεξη για κλάματα που δύσκολα τα συ- γκρατούσε. Στο σιδερένιο τραπέζι είχε μείνει ριγμένο το βασιλικό γαλάζιο κο- χλάδι με τις κόκκινες πιτσιλάδες και το κόκκινο μεταξωτό μαξιλαρά- κι. — Τίποτα. Ούτε μπάτης γρουσούζης φυ- σούσε ούτε.. Άκουσε τα βήματα και σήκωσε το κεφάλι.. αποθαρρυμένη.239 - . Θα συμμαχούσε η Αλε- ξάνδρα με τον Αντώνη και δε θα της έλεγε ο Αντώνης τίποτε άλλη φορά. — Τι θέλεις. Τι της έφταιγε.». Και μπήκαν μέσα τ' αδέλφια της κι έμεινε μόνη η Πουλουδιά. Αν το ‘λεγε. Αυτά ήταν τα γρουσούζικα! Αυτά τα είχαν κάνει όλα.

που τώρα το κατέβασα από τη φωτιά. της είπε. είσαι πάλι στις κακές σου! Μα έχω τρόπο να σε γλυκάνω. Σταφύλι γλυκό! Το πιο αγαπημένο της! Τα κέφια της Πουλουδιάς ξαναγύρισαν μεμιάς. — Έλα. Η κερα-Ρήνη της έδωσε μια φιλική σπρωξιά. γέλασε και της είπε: — Έλα. Μπουρινάκια. Πηνελόπη Δέλτα Την είδε κακόκεφη.. έκανε η Πουλουδιά. είναι γρουσούζι- κα! Και πήγε στην κουζίνα και της έδωσε η κερα-Ρήνη ολόκληρο ένα πιατάκι γλυκό. δεν τα θέλω. τόσο είχε χαρεί με τα βασιλικά δώρα της Πουλου- διάς. όλο και πιο έτοιμη «ν' ανοίξει τις βρύσες». μα.240 - . Αυθόρμητα τέντωσε το χέρι της με τα βασιλικά της δώρα. Πάρ' τα! Μου τα χάρισε η βασίλισσα κι εγώ σου τα χαρίζω σένα. να σου δώσω εγώ μια κουταλιά σταφύλι γλυκό. Τι μου δίνεις. — Όχι.. — Σου τα δίνω αυτά! είπε ολόκαρδα. .. καθώς έλεγε ο Αντώνης.. τι έχεις πάλι.

πη- γαίνοντας στα λουτρά δυο μέρες αργότερα. ένα ολόκληρο τζάμι. λέει. Και δεν πρόφθασαν να κατέβουν τ' αδέλφια τη σκάλα. και της πέταξε ο Αντώνης ένα ασημένιο κουτάλι που. που έκλεψε το κασέρι του θεί- ου από το τραπέζι της τραπεζαρίας. Τρελαντώνης Η κακή μέρα από το πρωί φαίνεται! Θα δείτε πως όλα θα παν στραβά σήμερα! είπε ο Αντώνης στ' αδέλφια του. Και βγήκε η θεία με την καμιζόλα της και. και γλιστρά και πάρ' τον κάτω. . Μα κι εκεί η γρουσουζιά εξακολούθησε. και να σου η γάτα της Ρωσίδας κυρίας της Τιμής. έφαγε ο Αντώνης την κατσάδα. μην ξεσγουράνει τα κατσα- ρά της. Ενώ στη σκάλα έβρεχε προσεκτικά η Αλεξάνδρα το μέτωπο της.241 - . από την ώρα που έπεσε ο Αλέξανδρος μες στην μπηγμένη κουνουπιέρα του και πήγε ο Αντώνης να τον ξε- σκαλώσει και κατρακύλησε ο Αλέξανδρος ως το αντικρινό ποδάρι του κρεβατιού κι έκανε στο μέτωπο μια μελανιά που φούσκωσε σαν καρύδι. μ' όλες τις διαμαρτυρίες του πως δεν έφταιγε αυτός. και ζεματισμένος ξεκίνησε με τ' α- δέλφια του για τα λουτρά. γυρίζει ο Αντώνης να δει ένα παιδί που νοίκιαζε κολοκύθες. για να κολυμπήσει. αντί να βρει τη γάτα. στα βαθιά. βροντοκοπώντας. Και αλήθεια είχε αρχίσει άσχημα η μέρα. βρήκε τη γυαλόπορτα και κατέβασε. μαζί κι έναν μπάτσο από το παχύ χεράκι της θείας.

και μόνο το ξανθό κε- φάλι του Αλέξανδρου γλίτωσε από την οργή της. Τι έχομε να τραβήξομε! Η θεία είναι κιόλα θυμωμένη και η μέρα μόλις αρχίζει! Στη βεράντα. που πλάκωνε σφιχτά ένα ασημέ- νιο τάλιρο απάνω στη μελανιά του. και παν και αυτηνής τα κα- τσαρά. Και δε φθάνει αυτό. Και. στον πάτο της θάλασσας. γυρίζοντας από τα λουτρά. — Κι ακόμα τι έχομε να τραβήξομε! είπε ο Αντώνης. Χάλασε ο κόσμος στα λουτρά. Μα παν τα κατσαρά. κόκκινη και αναμμένη. γιατί τους ανέβαιναν τα νερά ως τα γόνατα. σαν έφθασαν. για να τη γλι- τώσει. . στις αδελφές του που πήγαιναν μπροστά μαζί του. γιατί ήταν δεμένο μ' ένα μεταξωτό μαντίλι του θείου. Η Κατίνα και η Κλειώ συζητούσαν με τη θεία που. που έβαλε τις φωνές.242 - . και. βαστώντας τον Αλέξανδρο από το χέρι. μόνο κόλλησε μια τσούχτρα στην πλάτη της Πουλουδιάς. έλεγε και ξανά- λεγε: — Δεν είναι δυνατόν! Σας λέγω πως δεν είναι δυνατόν! Ζωρζή! Έλα έξω! Άκουσε τι λεν τα κορίτσια! Ο θείος Ζωρζής βγήκε στη βεράντα την ίδια ώρα που ανέβαιναν τα τέσσερα αδέλφια με την Αφροδίτη. Πηνελόπη Δέλτα μαζί και την Αλεξάνδρα. πήρε πηλό και τους έ- λουσε και των τριών τα μαλλιά στη θάλασσα. ο Αντώνης τη βούτηξε και αυτήν. φουρκισμένη τότε η Αφροδίτη. ήταν κόσμος. — Σώστε! Ελεήστε! Πνίγονται τα παιδιά! Δεν πνίγηκαν. ενώ φορτωμένη λουτρικά ακολουθούσε η Αφροδίτη.

Και ρώτησε: — Πότε το λάβατε σεις. Και βλέποντας τ' ανίψια του. ρώτησε λίγο μουδιασμένος. στο λιμένα. — Έφθασαν. μπείτε να πάρετε το πρόγευμα σας.. Ο θείος αργοκούνησε το σταχτί κεφάλι του. — Μα πώς το ξέρεις.243 - . να τους παραλάβουν! Τα τέσσερα αδέλφια έμειναν εμβρόντητα. — Αφού έρχονται να κατοικήσουν εδώ. είπε. Η θεία γύρισε απότομα. θεία! διέκοψε η Κατίνα μ' ένα νάζι του κεφαλιού της. — Μα σας τηλεγράφησαν! Το δικό μας τηλεγράφημα λέγει: «Ει- δοποιούμεν Ζωρζήν». . μπρε παιδάκι μου. Ο θείος Ζωρζής επίσης. Να ετοιμάσομε την κάμαρα τους. — Καλώς τα παιδιά. — Δεν έλαβα τίποτα. — Αφού πήγε η μητέρα με τον πατέρα κάτω. έλαβες εσύ τηλεγράφημα. είπε. Τα κορίτσια επιμένουν πως φθάνουν οι δικοί μας από την Αλεξάνδρεια. Τρελαντώνης — Τι τρέχει.. χαμογέλασε το φαρδύ του χαμόγελο. Ο θείος Ζωρζής πάντα μούδιαζε σαν εξάπτουνταν η θεία Μαριέτα. Μα η θεία δεν πείθουνταν. — Ζωρζή. δε θα μας ειδοποιούσαν πρώτα εμάς.. — Άκουσε τώρα δω! διέκοψε η θεία..

— Το. μπουρδούμπισε ο Αντώ- νης. Μαύρο. Γύρισαν όλοι και τον είδαν κατακόκκινο. που πασπάτευε.. το άνοιξε και διάβασε: «Φεύγομε σήμερον Αργολίδα. — Πώς τόλμησες.244 - . ήθελαν να τις καταπιεί η γη... μήπως ξεφύγουν από το θυμό τη θείας. τσαλακωμένο. . με χέρια που έτρεμαν. σα να μην έφθαναν τα χάλια του. και οι δυο αδελφές του Αντώνη λες και μί- κρεψαν.. μουντζουρωμένο. Ο Αντώνης έπαθε σα λόξιγκα κι έχωσε τα χέρια του στις τσέπες του.. ζάρωσαν.. ανάμεσα στους θησαυρούς της τσέπης του κι έβγαζε ένα χαρτί διπλωμένο ακόμα. Μα έξαφνα έγινε κάτι. Πηνελόπη Δέλτα — Προχθές το απόγεμα... άρχισε η θεία. το τηλεγράφημα. από πότε το έχεις στην τσέπη και δε μιλάς. Ο θείος και οι δυο εξαδέλφες έμπηξαν τα γέλια. καλήν αντάμωσιν . Σήκωσε ο θείος τα ζαρωμένα γελαστά του ματιά στον Αντώνη και ρώτησε: — Μπρε διαβολάκι. που προμηνύουνταν τρομε- ρός. σχισμένο. μαζί με τον Αντώνη. Μα τα μάτια της θείας έβγαλαν σπίθες. κόκκινος σαν αστακός.Μανόλης». αποκρίθηκε η Κλειώ. μες στις δίπλες του είχε χωθεί ένα κομμάτι μασημένη μαστίχα και πλακώθηκε και αυτή και κόλλησε κι έγινε πίτα. το ξεκόλλησε από τη μαστίχα. Μα ο θείος είχε πάρει το κουρελόχαρτο από τα κρεμασμένα χέρια του Αντώνη. μα σε κακή κατάσταση. εγώ το πήρα.

... Μπήκε στην είσοδο. χωρίς καν να τον ακούσει. Τιμωρία! Και θα φθάσουν οι γονείς σου και δε θα είσαι δω να τους υποδεχθείς! Στη σοφίτα! Αμέσως! Σα διέταζε η θεία. μπήκε ο Αντώνης στο σπίτι. Τρελαντώνης — Το. δε θα υπακούσει και ας τον δείρει η θεία. γυρνώντας στον άφωνο Αντώνη μάτια φορτωμένα αστροπελέκια.... ο Α- ντώνης επαναστάτησε.. από προχθές. Και γέρ- νοντας στους ώμους του...245 - . είδε τη σκάλα έρημη... μιας και βγήκε από τη βολή των ματιών της θείας. όχι. — Χωρατεύεις κιόλα μαζί του.. κατσάδες.. Και θα τους υποδέχουνταν τους γονείς του.. Μα. ό.. αφού από κει ήλθε με τ' αδέλφια του. ξεγλιστρώντας κατά την πίσω πόρτα.τι βρέξει ας κατεβάσει... με σκυφτό κεφάλι. Τι. τιμωρίες. Πέταξε ο Αντώνης πάνω το κεφάλι του. Ζωρζή. και περνούσε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς και. σα θέλει.. θα έφθαναν οι γονείς του και δε θα ήταν αυτός εκεί να τους δει. αυτός πρώτος. κανένας δεν τολμούσε ν' αντισταθεί. .. το απόγεμα. Και θα μάθαιναν αμέσως αμέσως αταξίες. σαν έφθασαν στον Πειραιά. το. Μα η θεία μπήκε στη μέση. Ωωωω!. — Στη σοφίτα! Αμέσως στη σοφίτα! πρόσταξε η θεία. και αν δεν τον ήξερε.. Και ύστε- ρα........ τραύλισε ο Αντώνης. — Δεν το πήρα. ρώτησε: Από πού το πήρες. Θα πάγει αυτός στο λι- μένα. διέκοψε και. θα τον ξανάβρισκε. Αυτή τη φορά. ήξερε το δρόμο. άκουσε την κερα-Ρήνη που σκάλιζε τη φωτιά της και.. μου το έδωσε ο ταχυδρόμος..

. — Τι ανοησίες! Τις έλουσες χθες! διέκοψε η θεία. Η βεράντα τώρα και η τρα- πεζαρία βούιζαν από τις διαταγές της θείας. πες.. βγάλε σεντόνια. μα. — Κάναμε. Αφροδίτη. Πηνελόπη Δέλτα βγήκε στην αυλή και από κει στο δρόμο. έγνεφε του Αλέξανδρου «Μην πεις.». ακουμπά τα λουτρικά. στην κά- μαρα πάνω.... από κάτω από τα φρύδια της. είπε. Φέρε πιάτα. φλιτζάνια. να το κάνει. Όχι εδώ. Αφρο- δίτη. πού είσαι. ίσως να μην προγευμάτισαν ακόμα. — Ξαναλερώθηκαν. πεσκίρια. Κατίνα.. — Αμέσως. που του αρέσει του θείου Μανόλη. Αλεξάν- δρα. Κλειώ. αλήθεια. .. ήταν ελεεινά τα μαλλιά τους και δεν ήξερα πως φθάνουν οι κύριοι.. άνοιξε την ντολάπα του λινού. Στάσου.. κυρία.. αναφώνησε. αλά Σπετσιώτα... Πουλουδιά. πάρε συ τα κλειδιά μου.. ούτε τα παιδιά δεν προγευμάτισαν. αμέσως βγάλτε τα καπέλα σας.. μαξιλαροθήκες.. ψέλλισε η Αλεξάνδρα κοιτάζοντας απελπι- σμένη την Πουλουδιά που. με σκυφτό κεφάλι.. επέμεινε η Αφροδίτη. Διακόπηκε ξαφνισμένη: — Τι κεφάλια είναι αυτά. μα.. ήταν ζέστη χθες. Γιατί δεν κάνατε κατσαρά χθες βράδυ. τρέχα πες της κερα-Ρήνης να ξεπεταχτεί να πάρει ψάρι... Αλέξανδρε. Μπήκε στη μέση η Αφροδίτη βιαστικά: — Τις έλουσα στη θάλασσα.246 - .... Και.

Δε θα φάγει. πηδηχτή.. που τις θέλει πάντα τυποδεμένες.. βιαστική. να πάρω στη σοφίτα τον καφέ του Αντώνη. ρώτησε η Αλεξάνδρα. Και σαν κατέβηκε η θεία. παχουλή. Με τα μάτια. — Ε. είπε καλόκαρδα ο θείος. μα ευχαριστημένη που ετοιμάστηκε πια η κάμαρα του μουσαφίρη.. .. και ο Αλέξανδρος με δεμένο το κεφάλι. και σιωπηλά κάθισε στο πρό- γευμα και ξεδίπλωσε την πετσέτα του. γελαστά του έγνεψε ο θείος. εξαδέλφες και Αφροδίτη σκορπί- ζουνταν σ' όλο το σπίτι για να ετοιμάσουν την υποδοχή των γονέων. με το πράσινο μεταξωτό φόρεμα της. — Και ο Αντώνης. Τρελαντώνης — Το πέτυχες! Και τώρα θα τις δει σ' αυτά τα χάλια η μαμά τους. ζεσταμέ- νη από τη βία.. Μα τον κεραυνοβόλησε μια ματιά της θείας.. — Σιγά σιγά. καπελωμένη και γαντωμένη. κι έγνεψε και στις δυο αδελφές να καθίσουν. ρώτησε χαμηλόφωνα. αποκρίθηκε ο θείος...247 - . Τ' αδέλφια πήραν αέρα. Ο Αλέξανδρος είχε σκαρφα- λώσει στην καρέγλα πλάγι του. μη θυμώσουμε πάλι τη θεία. Ίσως μπορέσομε να την καταφέρομε να τον συγχωρήσει. μπράβο. ξέχασε μια φορά και αυτός. θείε. βρήκε την ώρα κατάλληλη ο θείος και μεσίτεψε για συγ- χώρηση. ενώ θεία. ωραία μας τα κατάφερε ο Αντώνης. ο Α- ντώνης. — Θείε.

Και μα- .. ο Αντώνης δεν ήταν πουθενά. ο Αντώνης είχε εξαφανιστεί. κι έκλεισε η πόρτα πίσω από το θείο. — Να του πούμε να έλθει κάτω. ήλθε το αμάξι. θεία.. η σοφίτα ήταν άδεια. ούτε στη σοφίτα ού- τε στην αυλή ούτε στην κάμαρα του ούτε στο καρβουναριό. ναι... Μα πάλι παρουσιάστηκε το κεφάλι της θείας στο παράθυρο. Μισογύρισε και είπε: — Πες του πως για χατίρι της μαμάς σας. Η θεία είχε κατέβει τα μισά σκαλοπάτια. Μα σαν έφθασαν ξεφωνίζοντας «Αντώνη! Αντώνη! Έλα κάτω!». Ο Αντώνης χάθηκε. μή- πως τους προφθάσομε. τον συγχωρώ αυτή τη φορά! Μα είναι η τελευταία. Ζωρζή. Και ξεκίνησε το βαρύ λαντό και ο κρότος σκέπασε τη φωνή της. Τα υπόλοιπα χάθηκαν μέσα στην κουκούλα. — Φρόνιμα. που έπαιρνε τρία τρία τα σκαλοπάτια.248 - .. Τρεχάτη μπήκε η Αλεξάνδρα στην τραπεζαρία φωνάζοντας: — Τον συγχώρησε η θεία! Πάμε να τον φέρομε! Και οι δυο αδελφές πηλάλα ανέβηκαν τη σκάλα. Δειλά την ακολούθησε η Αλεξάνδρα. παιδιά! φώναξε.. Πηνελόπη Δέλτα — Ας έχει χάρη που έρχουνται οι γονείς του. Μεγάλο σούσουρο έγινε στο σπίτι.. πάμε. ειδεμή. με την Κλειώ πί- σω τους.. Η Κατίνα και η Κλειώ μας περιμέ- νουν. Είχε βγει κιόλα στη βεράντα.. ας έχει χάρη! Μα γρήγορα.. αποκρίθηκε η θεία. ρώτησε.

— Μήπως πήγε στης Αλίς.. και καθένας έλεγε το «μήπως» του.. όχι.. — Ναι.... ποτέ! Ποτέ δεν πάμε στου βασιλέα! διαμαρτυρήθηκε η Α- λεξάνδρα γυρνώντας αυστηρά στην αδελφή της. απέξω.. αντίκοψε η Πουλουδιά. ξεκαρδίστηκε και είπε η Κλειώ... — Έτσι πάτε σεις στου βασιλέα. Η Κατίνα.. ίσως να δει τον Ντον. Μήπως ξαναπήγε σε καμιά βάρκα! Μήπως θαλασσοπνίγεται αυτή την ώρα ο Τρελαντώνης μας. όχι να ξαναμπεί στην αυλή.249 - ... έκανε η Αλεξάνδρα. Τρελαντώνης ζεύθηκαν αδέλφια κι εξαδέλφες. — Είπα ίσως. που κοίταζε κατά τον ανήφορο. ίσως. στο ηλιοπύρι. τυφλωτικά φωτισμένη. Η Αφροδίτη χλόμιασε. Μα η κερα-Ρήνη μ' ένα λόγο της άλλαξε τον αέρα κι έριξε τρόμο σ' όλες τις όψες. Γιατί λες «πάλι». .. ρώτησε σηκώνοντας τα καλο- γραμμένα φρύδια της. — Ξανά. Λοιπόν πηγαίνει κάποτε. και κατάφθασαν Αφροδίτες και κε- ρα-Ρήνες.. Με το χέρι σκίασε τα μάτια της και κοίταξε τη θάλασσα που τρεμοσάλευε. μπουρδούμπισε η Πουλουδιά γυρεύοντας μάταια να πάρει πίσω τα λόγια που της είχαν ξεφύγει. — Όχι. — Ή πάλι στου βασιλέα. — Ξανά! Ξανά! είπε κουνώντας το φακιολοδεμένο της κεφάλι... γύρισε αργά. και πάλι τα 'χασε η Πουλουδιά και στάθηκε.

— Ποια γάτα. Και όλοι πάλι σκορπίστη- καν. .. Έκλεψε το πρωί το τυρί του θεί- ου.. εξήγησε ο Αλέξανδρος. — Πάμε να δούμε! αναφώνησε η Κλειώ.. και ξαναγύρισαν πάλι στη βεράντα και βεβαιώθηκαν πως ο Αντώνης δεν ήταν πουθενά. ρώτησε με καινούριες ελπίδες η Κλειώ. η Αφροδίτη και ο Αλέξανδρος έψαξαν το σπίτι από τις κρεβατοκάμαρες ως το πλυσταριό και ξανά τη σοφίτα και το καρβουναριό. όχι! είπε. Μα σαν πήγε η Κλειώ στης Ρωσίδας κυρίας της Τιμής και η κερα- Ρήνη στο βασιλικό μαγειρείο και η Αλεξάνδρα στης Αλίς και η Κατί- να. — Μήπως πήγε να τιμωρήσει τη γάτα. ενθου- σιασμένος που έπιασε ο λόγος του. Η φωνή της. τρόμαξε τ' αδέλφια περισσότερο ακόμα και από τα λόγια της κερα-Ρήνης. έριξε ένα λόγο ο Αλέξαν- δρος. — Της Ρωσίδας κυρίας της Τιμής. Είναι σκάνταλος ο Αντώνης. που έτρεμε λιγάκι. — Κι εγώ μαζί σου! είπε η Κλειώ πηδώντας δυο-δυο τα σκαλοπά- τια.. μα παράκουος δεν είναι.250 - . η Πουλουδιά. Πηνελόπη Δέλτα — Όχι. — Σταθείτε όλοι εδώ! Πάγω να δω και παρακάτω! είπε η Αφροδί- τη κατεβαίνοντας στο δρόμο. η ανησυχία έγινε τρόμος και ο τρόμος απελπισία.

. Και ρίχνοντας την ποδιά της στο κεφάλι της. αργά ανέβαινε ο Αντώνης. Ακόμα και η Κατίνα έχασε το πάσο της. φύλαγε τα μικρά! φώναξε η Αφροδίτη.. Πάλι σκίασε η Αφροδίτη τα μάτια της να δει πιο καλά. πλάγι του. Και είναι με τον Γιάννη! Ναι. Μα δεν είχε ο Αντώνης το γνωστό πετειναρίστικό του αέρα. Μα δεν έκαναν πολύ δρόμο. — Πώς το 'κανε. — Να τον! αναφώνησε. Καινούριο σούσουρο έγινε στη βεράντα σαν έφθασαν. Δεν είχαν προλάβει ακόμα τον κατήφορο και μπροστά τους είδαν ένα ναυτόπουλο μακρολέλεκα. και πλάγι του ένα μικρότερο με κοντά παντελόνια αγόρι που το βα- στούσε ο μακρολέλεκας από το μπράτσο.251 - . Τρελαντώνης — Εσύ. βιαστικά πήρε τον κατήφορο με την Κλειώ που ξεσκούφωτη. Και σαν τον έφθασαν οι δυο γυναίκες. καθησυχαστικά: — Δεν είναι τίποτα! Πιάστηκε σε πετροπόλεμο κι έφαγε μια πέ- τρα. Κατίνα. Μα της είπε ο Γιάννης. — Τι έπαθε. στ' άσπρα. είδαν πως το πρόσωπο του και τα ρούχα του ήταν όλο αίματα. ήταν ο Γιάννης και. Πήγαινε με πεσμένα τα φτερά και κρεμασμένο το κεφάλι. — Μη χειρότερα! έκανε η Αφροδίτη και δεν μπόρεσε να πει άλλο. πήγαινε πλάγι της. μα την πρόλαβε η Κλειώ. — Έχει πληγή στο μέτωπο! .

ρώτησε η Κλειώ: Και ποιος σου έριξε την πέτρα. ποια θα του πρωτοφέρει άρνικα. μαντιλοδεμένος και αλ- λαγμένος.252 - . και σιωπηλά έπινε το δροσερό από τη στάμνα νερό που του είχε φέρει η κερα-Ρήνη. ξαντό. ματώθηκες! Ο Αντώνης δεν απαντούσε σε κανένα. που είχαν μπλέξει σε πετρο- πόλεμο με μια τσούρμα μαρίδα. ποια θα τον πρωτοπλύνει. όλες φασάρευαν γύ- ρω του. Συγκινημένη χάιδεψε η Αφροδίτη το κεφάλι του Αντώνη. πλυμένος. Σα μισοζαλισμένος. Και πήρε το λόγο ο Γιάννης και είπε: — Κάτι χαμίνια. καθαρισμένος. εξαδέλφες και αδελφές. ξανακάθισε ο Αντώνης στην κουνιστή της θείας πολυθρό- να. Και στο τέλος του έδεσαν το μέτωπο. Και όταν πια. Πηνελόπη Δέλτα — Αντώνη. μια καθαρή φο- ρεσιά. μια τον άλλο και αφήνουνταν στα γοργά χέρια της Αφροδίτης. όπως τη μέρα που τον δάγκασε ο Ντον. κάθου- νταν στην κουνιστή πολυθρόνα της θείας και κοίταζε μια τον έναν. κρα- τούσε ο Αλέξανδρος μ' ευλάβεια. — Το καημένο! είπε πονόψυχα. σα δισκοπότηρο. ακίνητος. Μα ο Αντώνης δε μίλησε. κι αυτή τη φορά ήταν ο κόμπος από πίσω. τραπεζιέρα. Και. Και γονατιστός πλάγι στην πολυθρόνα. μαντίλια. μαγείρισσα. μαγκόπαιδα μεγάλα. .

αφού έ- πρεπε να είσαι στη σοφίτα.. ξέσπασε ο Αντώνης ξαναβρίσκοντας τη φωνή του στην αγανάκτηση του.. — Στο λιμένα! — Μόνος! — Το 'κανες αυτό! — Βρήκες το δρόμο! Τ' αδέλφια του Αντώνη ήταν έτοιμα να προσκυνήσουν. Αντώνη. Η θεία σου σε είχε στείλει στη σοφίτα! Ο Αντώνης δεν αποκρίθηκε. ρώτησε η Αλεξάν- δρα. γιατί. — Αλήθεια. Τους φά- νηκε ξαφνικά πως το μαντιλοδεμένο του κεφάλι ακτινοβολούσε. — Εμείς σε γυρεύαμε παντού. που θα 'ρχουνταν οι γονείς. γιατί δεν ήθελα να είμαι τιμωρημένος. και πήγα στο λιμένα. — Γιατί βγήκες έξω. Αντώνη. επανέλαβε η Αλεξάνδρα.253 - . κυρ Αντώνη. πώς βρέθηκες στο δρόμο. Τρελαντώνης Η κερα-Ρήνη όμως.. — Γιατί... ρώτησε: — Μα πώς βρέθηκες εκεί. ... σ' όλο το σπίτι. Αστροπελέκι έπεσε στο ακροατήριο. που με τα χέρια στους γοφούς άκουε και πα- ρακολουθούσε. πρόσθεσε η Που- λουδιά..

Και αποκρίθηκε γελώντας ο Γιάννης: — Καλέ. Ρώτησε η Κα- τίνα: — Και γιατί γύρισες μόνος σου. — Γιατί ήταν κάτι παιδιά που έπαιζαν ένα παιχνίδι και στάθηκα να δω. εδώ. . άξιος να κα- ταπιαστεί τα πιο μεγάλα πράματα! Μα δεν πρόφθασε ο Αντώνης να χαρεί τη δόξα του.254 - .. Τι μας κρένεις για λιμάνια και βαπό- ρια. μα- ζεμένος πάλι: — Ναι.. Και θα 'βρισκα το δρόμο μια χαρά! Τ' αδέλφια θαύμασαν πάλι. Πηνελόπη Δέλτα Ο Αντώνης ήταν φωστήρας! Ο Αντώνης ήταν ήρωας. δε λες πως βγήκες στα τρυφερίτσια και σε πιάσανε με τις πέτρες! χαχάνισε η κερα-Ρήνη. βρε μπούφο! Αμπάριζες δηλαδή! διέκοψε ο Γιάννης. Γιατί δεν ήλθες με τους θείους. Θα πήγαινες τώρα συ. κι έπιαναν σκλάβους και τους ξεσκλάβωναν οι άλλοι.. λίγο παρακάτω τον βρήκα! Και είπε ο Αντώνης. δεν πρόφθασα να τους βρω! Δεν πρόφθασα ν' ανέβω στο βαπόρι! — Καλέ. — Ναι! Θα πήγαινα! διέκοψε ο Αντώνης με αγανάκτηση.. Μα η κερα-Ρήνη τους έκοψε τη φόρα: — Και γιατί δεν πήγε η αφεντιά σου. είπε ο Αντώνης. — Έπαιζαν σκλαβάκια.

Τρελαντώνης — Αμπάριζες! Έπαιζαν αμπάριζες! αναφώνησε αναμμένη η Κλειώ.255 - . σκεπάζοντας τ' αυτιά της. — Καθόλου! φώναξε ο Αντώνης και πετάχθηκε από την πολυθρό- να της θείας. μα τον διέκοψε η Κλειώ. Η κερα-Ρήνη έφυγε τρεχάτη. και να δεις τι έχεις να πάθεις! — Γιατί. και του έδωσε μια τρικλοποδιά. — Αν δεν κάτσεις ήσυχος. γιατί ήταν όλα τόσα δα. του είπε μαλωσιάρικα. — Είχαν καλό αρχηγό. Ήταν ένας μικρός που έτρεχε και ξεσκλάβωνε όλους! Μα ήλθε ένας μεγάλος.. — Δεν ήξερα πώς το παίζουν. ήταν μαρίδα! αποκρίθηκε ακατάδεχτα ο Γιάννης. Και πρόσθεσε: — Δεν έχει να πάθει τίποτα ο Αντώνης! Τι έκανε κακό. Και τους βάλαν εμπρός τα χαμίνια. Αντώνη! Ο ενθουσιασμός της Κλειώς ντρόπιασε τον Αντώνη. άρχισε. που δεν ήταν του παιχνιδιού. Έδωσε και ο Αντώνης μια τρικλοποδιά στο σιδερένιο τραπέζι που έπεσε με πάταγο στις πλάκες της βεράντας και ο κρότος σκέπασε όλα τα ξεφωνητά. Και δεν μπήκες και συ στο παιχνίδι. — Καλέ.. και η Α- φροδίτη πετάχθηκε. ρώτησε η Κλειώ... θα σπάσεις και τις πλάκες και τα δικά μας κεφάλια! Στάσου ν' ακούσει η θεία σου πως πιάστηκες με χαμίνια του δρόμου. ρώτησε.. έτσι. . σήκωσε το τραπέζι κι έσπρωξε τον Αντώνη στην κουνιστή πολυθρόνα της θείας..

κρυφογελούσε σιωπηλά. Και ο Αλέξανδρος. Αντώνη. Καλά έκανες. μπράβο. τώρα είσαι ωραίος και μ' αρέσεις. Πηνελόπη Δέλτα — Μπράβο. θα έμπαινα στο παιχνίδι. Κλειώ! Έτσι του λες και παίρνει θάρρος! α- ναφώνησε η Αφροδίτη. Και μ' αρέσεις. ακουμπισμένος στον τοίχο. που είχε βγάλει μαντίλι και τάλιρο και φεγγοβολούσε με μια μεγάλη μελανιά στο μέτωπο. Μόνος ο Γιάννης. μοιάζεις σκαντζόχοιρος! είπε τσαχπίνικα. — Καθόλου! διέκοψε η Κλειώ. — Να. Όλοι κοίταζαν την Κλειώ ταραγμένοι.. Ακόμα και ο Αντώνης δεν ήξερε τι στάση να πάρει. γιατί όλο αταξίες κάνεις! Η Αλεξάνδρα και η Πουλουδιά στάθηκαν φρικιασμένες. Ήταν πρώτη φορά που άκουαν τέτοια ηθική. Η Κλειώ είχε δώσει μια σπρωξιά στην πολυθρόνα της θείας Μα- ριέτας.256 - . — Έχει δίκαιο η Αφροδίτη! αποφάσισε η Κατίνα. Με το χέρι αναποδογύρισε τα μαλλιά του. γιατί δεν ήταν βέβαιος αν κορόιδευε η Κλειώ ή αν εννοούσε όσα έλεγε. . — Ουφ! έκανε σκασμένη. Εγώ νίβω τα χέρια μου πια! Κάνετε σεις κα- λά! Και μπήκε στην τραπεζαρία μουρμουρίζοντας και φοβερίζοντας και άρχισε να σηκώνει το τραπέζι.. τα σήκωσε όλα όρθια πάνω από το μαντιλοδεμένο του μέτωπο. με τα χέρια πίσω του. Κι εγώ αν έβλεπα να παίζουν α- μπάριζες. έμεινε με το στόμα ανοιχτό. που έγειρε βαθιά πίσω και βούτηξε πάλι εμπρός.

μ' αρέσεις! . επανέλαβε. — Αυτά δεν είναι καμώματα φρόνιμου παιδιού.. και αυτό σ' αρέσει. Μα δεν είναι φρόνιμος ο Αντώνης. τραβάς τ' αυτιά του Ντον. είπε η Κλειώ. είπε μεγαλόπρε- πα. Τρελαντώνης — Ναι. γιατί δεν είναι υποκριτής. μα δε φοβάσαι και να τις φας! Και γι' αυτό μ' αρέσεις..257 - . Σπάζεις τζάμια.. επειδή είσαι άτακτος και είσαι και παλικάρι! Κάνεις όλες τις αταξίες. γιατί μαρίδα είναι και αυτός. ανάμεσα σε μεγάλα χαμίνια. κάνεις όλες τις αταξίες που κάνουν τα κακά παιδιά στα βιβλία! — Και. τα βάζεις με μαγκόπαιδα δυο φορές μεγα- λύτερα σου. δεν το 'στριψε. μ' αρέσεις εσύ. προπάντων το δικό σου. Μ' αρέσει που στάθηκε και μετρήθηκε μ' αυτούς κι έφαγε την πέτρα! Η Κατίνα έγειρε πάλι πίσω το κεφάλι της. και πιάνοντας τον από το πιγούνι: Εσύ μ' αρέσεις. είπε μάγκικα η Κλειώ. Και είναι παλικαράκι! Μια στιγμή τ' αδέλφια στάθηκαν να συλλογιστούν και να ζυγίσουν αυτά που είπε η μεγάλη εξαδέλφη.. σπάζεις κεφάλια.. γιατί δεν είσαι φρό- νιμος και δεν κάνεις τον φρόνιμο. — Μ' αρέσει.. ρώτησε σαστισμένη η Αλεξάνδρα που ένιωθε μέσα της να κλονίζονται όλα όσα ήξερε για το καλό και το κακό. εί- ναι πετειναράκι.. Και είπε η Κλειώ: — Σα βρέθηκε αυτός ο μικρούτσικος Αντώνης. μόνο τα 'βαλε μαζί τους. — Βέβαια όχι! είπε ή Κλειώ..

γυρεύοντας κάπου να στηριχθεί. ανέβαινε η θεία Αργίνη. τον φίλησε. κατάφθαναν δυο λαντά φορτωμέ- να ανθρώπους και σεντούκια και σταμάτησαν εμπρός στη βεράντα. χωρίς να πολυκαταλαβαί- νει τι ήταν ωραίο στην αταξία του. Πετάχθηκε πάνω. βούρκωναν. μ' αντάμωσε το βλέμμα της Αλεξάνδρας τόσο φορτωμένο καταδίκη. Άκουσε τη φωνή της μαμάς που ρωτούσε: «Μπα! Τι έπαθες. χύθηκε στη μαμά του. βουτώντας και κυλώντας. Τον Α- ντώνη! Να τον φιλήσει κορίτσι! Και μπρος στ' αδέλφια του κιόλα! Και σα να μην έφθανε αυτό. Έριξε μια λοξή ματιά στ' αδέλφια του. την αγκάλιασε από τη μέση και ακούμπησε το μέτωπο του στη φούστα της για να κρύψει τα μάτια του που. Πηνελόπη Δέλτα Ο Αντώνης τράβηξε το πιγούνι του από το χέρι της εξαδέλφης του. αβέβαιος αν έπρεπε να κατέβει ή να περιμένει την μπόρα εκεί που κάθουνταν. χαρούμενη. κρατώντας τον Αλέξανδρο στην αγκαλιά και τις δυο αδελφές κρεμασμένες στο άλλο της χέρι.258 - . Τότε δε βάσταξε ο Αντώνης. τρίζοντας και στενά- ζοντας. Και πιάνοντας το κεφάλι του ανά- μεσα στα χέρια της. ίσως μ' επανάσταση. Μόνος ο Αντώνης έμεινε στην πολυθρόνα της θείας Μαριέτας. . έμπηξε και ο Γιάννης τα γέλια! Τα πρά- ματα θα τελείωναν άσχημα. μισοντροπιασμένος μισοευχαριστημένος.» και την εί- δε που ανέβαινε τρεχάτη. Αδέλφια κι εξαδέλφια κατρακύλησαν τη σκάλα και χύθηκαν στο δρόμο με φωνές και αλαλαγμούς. Τον είδε η Κλειώ κι έμπηξε τα γέλια. Και πού είναι ο Αντώνης. Μα την ίδια στιγμή έγινε σούσουρο. Αυτό πια τον αποτελείωσε. που τα έχασε ολότελα. γελαστή και ασπροντυμένη. ανήσυχος. Πίσω. ήθελε δεν ήθελε. Αλέξανδρε. Αφροδίτη και κερα-Ρήνη πε- τάχθηκαν έξω και κατέβηκαν στο δρόμο όπου.

Μανόλη! Εγώ είδα και απόειδα! Τρελαντώνη. εκεί. με κάποια χασμωδία. είπε η θεία Μα- ριέτα: — Να παραλάβεις τώρα εσύ το γιο σου. όρια πια δεν έχει η τρέλα του. χτύπησες. Αντώνη. Και τότε. αναφώνησε η μαμά βάζοντας χάμω τον Αλέξανδρο και πιάνοντας στα δυο της χέρια το μαντιλοδε- μένο κεφάλι του Αντώνη. Έλα να δω! — Δεν είναι τίποτα. Κούτρισαν ο ένας με τον άλλο σαν αυγά του Πάσχα. Πού πληγώθηκες. λέει. όταν. Μα πώς βρέθηκε στο δρόμο ούτ' εγώ δεν ξέρω. παντού. σύγχυση κι εξηγήσεις. τινάζοντας τα δυο της παχιά χεράκια.259 - . μ' αλή- θεια. αφού πλήρωσε τ' αμάξια και παρέδωσε στην Αφροδίτη τις αποσκευές. βούιζαν εδώ. Είδε το μελανιασμένο μέτωπο του Αλέξανδρου. ρωτήματα. το δεμένο κεφάλι του Αντώνη και είπε μισομαλώνοντας μισογελώντας: — Μα τι πάθαν τα δυο μου αγόρια. Πιάστηκε. . — Πάλι! αναφώνησε σαστισμένη. ανέβηκε ο πατέρας στη βεράντα με τους δυο θείους. σε πετροπόλεμο με χαμίνια του δρόμου κι έσπασε το κεφάλι του. Πηδηχτή και ζεσταμένη ανέβαινε η θεία Μαριέτα με τα εξαδέλ- φια. Τρελαντώνης — Τι έπαθες. είπε ο Γιάννης. Λωλαντώνη τον λέγει η κερα-Ρήνη. έφαγε μια πέτρα. Επιφωνήμα- τα.

που έσκυβε απάνω του ανήσυχη. θα του περάσει! Και στη μαμά. Την εξέτασε. Βιργινία. και μου έριξε ένα παιδί μια σπασμένη κεραμί- δα. τα μαύρα μάτια του απειλούσαν βροντές και αστραπές. Αντώνη... ρώτησε. είναι η πρώτη του πολέμου λαβωματιά. ζούλησε το μέτωπο ολόγυρα και είπε γε- λαστά: — Άιντε. είπε μουδιασμένος ο Αντώνης. Πηνελόπη Δέλτα — Ακόμα δε φθάσαμε. είπε. μεταξύ στα δυο φρύδια. — Τ' ακούς. Δε θα πεθάνει τούτη τη φορά! Μα τα φρύδια του πατέρα έμεναν σουρωμένα.260 - . του έλυσε το μαντίλι και ξεσκέπασε μια τρίγωνη τρυπίτσα κόκκινη. και από τώρα αταξίες. και μην ανησυχείς. Βιργινία. Και τράβηξε τον Αντώνη ανάμεσα στα γόνατα του. Μα τη διέκοψε ο θείος Γιώργης: — Στάσου.. και βρέθη- κα κι εγώ στη μέση. Και του είναι απαγορευμένο να παίζει στο δρόμο με άγνωστα παιδιά! διέκοψε η θεία.. — Πώς έφαγες την πέτρα. να δούμε πρώτα. Τ' ακούς... . είπε ζωηρά: — Δέσε του το κεφάλι. — Ήταν πετροπόλεμος. έκανε θλιμμένη η μαμά. Ώσπου να πα- ντρευτεί.

— Τι. — Και βέβαια έριξα. Ο Αντώνης ήταν πιο άτυχος και την έφαγε στο πρόσωπο. Τ' αδέλφια του Αντώνη άρχισαν να τρέμουν. είπε. Ανακατώθηκες στον πετροπόλεμο. Και δε θα έπαιζε πετροπόλεμο χωρίς ανάγκη. θεία μου. Έριξες και συ πέτρες. Μπήκε στη μάχη και ο Αντώνης. Τα μικρά διαφεντεύθηκαν τότε με πέτρες. Η θεία Αργίνη γέλασε. δεν το επιτρέπω. τον είδα από μακριά κι έτρεξα κι εγώ. κοτζάμ αγόρια. Πετάχθηκε τότε η Κλειώ και είπε: — Σα βρεθείς στη μέση. — Και το επιτρέπεις εσύ. Σας βεβαιώνω πως και ο Γιάννης το ίδιο θα έκανε. Και είπε ο Γιάννης: — Ήταν κάτι χαμίνια. Αγανα- κτισμένη γύρισε η θεία Μαριέτα στη θεία Αργίνη. μαρίδα τόση δα. Μανόλη. μα όχι στο κεφάλι. ρώτησε σαστισμένη η θεία Μαριέτα. Γιάννη. που πιάστηκαν με μια τσούρμα μικρά. Τ' ακούς. αναφώνησε η θεία Μαριέτα. και το ξέρει ο Γιάννης. έριξαν και οι μεγάλοι και άναψε ο πετροπόλεμος. Τρελαντώνης Τα πράματα έπαιρναν πολύ άσχημη όψη.261 - . κι έριξα κι εγώ πέτρες και τους σκόρπισα: Αυτό ή- ταν όλο! — Τ' ακούς. — Όχι. δεν μπορείς να μην πολεμήσεις και συ. Κάτι θα 'τυχε. κι έφαγα μερικές. πώς έγινε. και τη βάλανε μπροστά. . Πες. ρώτησε. — Δηλαδή το ίδιο έκανα! διόρθωσε ο Γιάννης.

Και τώρα. και ας πάθαινε. ρώτησε: — Ένα πράμα ήθελα να ξέρω. Με τη μαρίδα ή με τα χαμίνια. Μα.. Γιάννη. Αν ήταν με τη μα- ρίδα. Πηνελόπη Δέλτα — Τ' ακούω. είπε ήσυχα ο πατέρας. καλά! είπε ξεσουρώνοντας τα φρύδια του. — Με τη μαρίδα. έκανε η μαμά. έλα να με φιλήσεις! Ουφ! Τι ξαλάφρωμα για τ' αδέλφια του Αντώνη! Και για τον Α- ντώνη τι καμάρι τα λόγια του πατέρα! Όλοι μαζί μιλούσαν.. Εσύ άξιζε να είσαι αγόρι! . γελούσαν. θα τελείωνε άσχημα η σημερινή μας συνάντηση. όχι μόνο δε θα σε τιμωρήσω. σε ποιο στρατόπεδο πολεμούσε. Και κοιτάζοντας τον Αντώνη από κάτω από τα πυκνά του φρύδια. βέβαια! Μπήκε στη μάχη την ώρα που υποχω- ρούσαν οι μικροί και τις έτρωγαν! — Φαντάσου τι μπορούσε να πάθει. Αντώνη. Αν μου έλεγαν όμως. μιας και πολέμησες με τους μικρούς. μα και θα σου πω πως έκανες καλά. σαν είδες τον Αντώνη να ρίχνει πέτρες. πως πήγες με τους πιο δυνατούς..262 - . χαλάλι του. Μα τη διέκο- ψε ο πατέρας: — Ε. που τις έτρω- γαν κιόλα από τους μεγάλους. Και μυστικά τσίμπησε σιγά ο Αντώνης το μπράτσο της Κλειώς και της είπε: — Εσύ πρώτη είπες έναν καλό λόγο.. φώνα- ζαν.

που είχε πει της Πουλουδιάς μια μέρα. ρώ- τησε ο Αντώνης: — Και τι κάναν αυτές και ήταν παλικάρια. μπράβο! έκανε η Κλειώ. που τα ξέρει απέξω κι ανακατωτά.» Μα τι έκανε η Μπουμπουλίνα δεν ήξερε. είπε γελαστά. Εσύ είσαι παλικάρι. γιατί δεν το ή- ξερε ούτε ο Στάμος. Αμέ η Μαντώ Μαυρογένη. και αυτές και άλλες και άλλους. . όρθια στην πλώρη. τώρα που θα μας μείνεις. Και οι γυναίκες. Τα κορίτσια δε λεν σωστά λόγια. δεν είναι παλικάρια. Και στις παύσεις θα ‘χομε ‘μείς άλλο ένα μεγάλο αγόρι στο σπίτι. τις ηρωίδες της Επανάστασης. Μα δεν πρόφθασε η Κλειώ ν' αποκριθεί. Άπλωσε η θεία Αργίνη το χέρι της και τράβηξε τον Αντώνη κοντά της. Θα σου τα πει όλα ο Γιάν- νης. νομίζεις. αν κλαις για λίγο αίμα. με φουσκωμένα τα πανιά πίσω της. ρώτησε ξεκαρδισμένη η Κλειώ. Αμέ η Μπουμπουλίνα. Και λίγο ντροπιασμένος για την άγνοια του. σαν κόπηκε κι έκλαιγε: «Πώς θα γίνεις Μπουμπουλίνα. Αμέ η Μόσχω Τζαβέλλα.263 - . Αυτές δεν ήταν παλικάρια. — Θα τις μάθεις όλες τώρα. Τρελαντώνης — Γιατί. Ή μήπως γιατί είπα πως μ' αρέσεις. Έτσι την είχε δει πάντα σ' ένα άδετο κακοτυπωμένο και κουρελια- σμένο βιβλίο του Στάμου. Ο Αντώνης δεν είχε ακούσει ούτε τη Μαντώ Μαυρογένη ούτε τη Μόσχω Τζαβέλλα και την Μπουμπουλίνα την ήξερε μόνο σα φιγού- ρα καραβιού. πως είσαι πετειναράκι και παλικάρι. είσαι σαν άντρας! — Α. — Μα εσύ δε φοβήθηκες να μιλήσεις της θείας! είπε ο Αντώνης.

— Αχ. είναι πια καιρός να πάγει σχολείο. — Βέβαια και δε λυπάται. διστακτικός για τη χαρά του. είπε ο θείος Ζωρζής χαϊδεύ- οντας τις φαβορίτες του και χαμογελώντας με το πλατύ του χαμόγε- λο. Γύρισε στον πατέρα και στη μαμά τα σαστισμένα μάτια του. — Αμέ γιατί. ήλθαμε. — Και θα παίζομε σκλαβάκια! φώναξε ο Αντώνης διακόπτοντας τον πατέρα του. Ο πατέρας γέλασε. παρατήρησε η θεία Μαριέτα. την ώρα που βούρκωνε η μαμά. μπαμπά... είναι πια μεγάλο αγόρι. — Λυπάσαι. — Ε. νομίζεις. ρώτησε. Στο σχολείο θα μάθει έναν κόσμο πράματα και θα έχει συμμαθητές και φίλους. Τα γαλανά μάτια της μαμάς είχαν βουρκώσει. — Θα πάγω σχολείο. φώναξε. βέβαια. Μα ο πατέρας έβαλε τα πράματα στη θέση τους. — Και θα μάθεις πρώτα-πρώτα πειθαρχία και να μη διακόπτεις τους μεγαλύτερους σου. στον ενθουσιασμό του απάνω. Για να σου βρούμε σχολείο! απο- κρίθηκε. όχι! Του ξέφυγε του Αντώνη η φωνή του και στάθηκε ντροπιασμένος. . Στη σάστισή του ο Αντώνης ξαναβρήκε τη φωνή του. Πηνελόπη Δέλτα Ο Αντώνης δεν κατάλαβε. έστω και αν χωρίζεται από μας.264 - .

Τρελαντώνης — Θα μάθει να είναι και πιο φρόνιμος ελπίζω.. είπε η Κλειώ: — Θα τις φας. γύριζε να τη φωνάξει. Κλειώ. με μια φιλική σπρωξιά στον Αντώνη. Ε. πρόσθεσε ο μπα- μπάς σουρώνοντας λαφριά τα φρύδια του. Χαμηλόφωνα. Αγκαλιάζοντας από πάνω από το μακρύ του νυχτικό τα σηκωμένα .. Και ο Γιάν- νης ήταν σκάνταλος. Χαμογέλασε μόνο κι έγειρε πίσω το κεφάλι του με το νάζι της Κατίνας. που χύνουνταν στην κάμαρα από τη διάπλα- τα ανοιγμένη μπαλκονόπορτα. Κατίνα. άσπριζε τα χαρτιά. δε γίνεσαι άνθρωπος. Το φως του φεγγαριού. πάμε σπίτι. είπε ο θείος ο γιατρός και χαμογέλασε κι εκείνος κουνώντας πά- νω κάτω το κεφάλι.. Άιντε. εμπρός. Γιάννη.. Αντώνη.. Αν δεν τριφτείς με συντρόφους και αν δε φας μερικές καρπαζιές. είχαν στήσει συμβούλιο. — Πως είναι λίγο σκάνταλος. Μας περιμένουν τα μικρά. με τις κουνουπιέρες πεταμένες πίσω. παίζουν και στα σχολεία. τυλιγμένα στα μαλλιά των κοριτσιών.. με το γλυκό χαμόγελο της. έλα. διέκοψε η θεία Αργίνη. Και όμως τώρα φρονίμεψε και μ' ακούει. — Όλα τ' αγόρια έχουν ανάγκη από σχολείο. από τη σκάλα της βεράντας. Και πετροπόλεμο. Μα στο σχολείο όλα αυτά θα διορθωθούν. Αργίνη. Στρώνει το χαρακτή- ρα. Γιάννη. ε. Πού να κοιμη- θούν εκείνο το βράδυ τα τέσσερα αδέλφια! Καθισμένα στα κρεβάτια τους. μα και θα τις δώσεις. Ο Γιάννης δε μίλησε.. Του έκανε μαριόλικα το μάτι και ακολούθησε τη θεία Αργίνη που. το μαντιλοδεμένο κεφάλι του Αντώνη και ξε- χώριζε σκιερή στο μέτωπο του Αλέξανδρου την πρωινή του μελανιά. ξέρεις.. Η θεία σου μου λέγει.265 - .

Μα πώς θα πηγαίνεις με τη βάρ- κα. πώς θα γίνεις περιβολάρης της θείας της Αλίς στην Κηφισιά. ύστερα στο άλλο και πάλι στο πρώτο: «Να.266 - . Και τότε η Πουλουδιά έσπασε πρώτη τον κανόνα. Και κάνοντας ξένο κεφάλι το ένα του γόνατο. αφού θα πας στο σχολείο του Βούλγαρη. παφ κι εγώ». να τρως καρπαζιές και να τις δίνεις. παφ εσύ και παφ κι εσύ. τη μιμήθηκε ο Αλέξανδρος. Και ανάβοντας με τα ίδια του τα λόγια. κι έδινε και μια στο σβέρκο του. και πάλι στο άλλο του γόνατο. ύστερα και το άλλο. έτσι. Πηνελόπη Δέλτα γόνατα του και διακόπτοντας των μεγάλων το συμβούλιο. Θα γίνω α- ξιωματικός και θα πολεμώ όλη μέρα. και ύστερα στον ώμο του. ρώτησε ο Αλέξανδρος: — Αντώνη.. — Ούτε καπετάνιος δε θα γίνω! διέκοψε ο Αντώνης. Ο ενθουσιασμός του Αντώνη τη συνεπήρε τόσο. αφού το σχολείο είναι στην Αθήνα και η θάλασσα είναι εδώ. κι έξαφνα βρέθηκαν τα τρία αδέλφια καθισμένα πάνω . που κρέμασε ένα πόδι έξω από τα σεντό- νια.. Αποφασιστικά αποκρίθηκε ο Αντώνης: — Εγώ δε θα γίνω περιβολάρης! — Θα γίνεις λοιπόν καπετάνιος. «παφ κι εσύ». του τράβηξε μια καρπαζιά. ολάκερη μάχη γίνουνταν από τον Αντώνη εναντίον του Αντώνη. εξακολούθησε όλο και με περισσότερη έξαψη: — Σήμερα πολέμησα και σήμερα κατάλαβα τι χάζι έχει αυτό που είπε η Κλειώ. τον ακολούθησε η Αλεξάνδρα.

267 - . πατέ- ρας. και τα πόδια του βρόντησαν στα σίδερα του κρεβατιού. Αφροδίτη. Τρελαντώνης στο ένα κρεβάτι. ανασηκωμένος ανάμεσα τους μ' ενθουσιασμό ακράτητο και χειρονομίες μπόλικες. Τα τρία αδέλφια ήταν στα κρεβάτια τους. Και όπου φύγει φύγει τ' άλλα τρία αδέλφια. δε βάσταξε. Και σαν είδε τον εαυτό του μόνο και νικητή. Κι έλεγε ο Αντώ- νης και άκουαν τ' αδέλφια του. ξαναπαράσταινε τους πρωινούς του ηρωισμούς. που ξαναχώθηκαν άψε σβήσε κάτω από τα σε- ντόνια τους. Άκουαν τα κορίτσια και θαύμαζαν. και σηκώθηκε ο Αντώνης όρθιος και ξαναπολέμησε όλο τον πρωινό πετροπόλεμο και κάτι περισσότερο. Μα στον ενθουσιασμό του δεν πρόφθασε να μετρήσει την από- σταση. την τόλμη του. κερα-Ρήνη. την ατρομησιά και τη γρηγοράδα του. δεν τους πείραζε να του δείξουν πως αναγνώριζαν την υπεροχή του. θείος. κάθουνταν στο χαλασμένο του κρεβάτι άφωνος σαν ψάρι. Άκουε ο Αλέξανδρος και θαύ- μαζε κι εκείνος.. α- νάμεσα στα θαμπωμένα από τα κατορθώματα του αδέλφια του. Κι έτρεψε σε φυγή όλα τα χαμίνια της πρωινής μάχης και άλλα τόσα της φαντασίας του. Και τώρα που θ' αποχωρίζουνταν τον Αντώνη. τρομαγμένες. Έβαλε κάτω το κεφάλι του κι έκανε μια τούμπα ξεφωνίζο- ντας: — Ζήτωωω!. του Αντώνη που. μα οι κουνουπιέρες εί- χαν μείνει στυλωμένες. και ο Αντώνης. θεία. σαν από μαγεία βρέθηκαν όλοι στη μέ- ση. Και γέμισε η κάμαρα κόσμο. Μαμά. λίγο ζαλισμένος από τούμπα και κρότους. γύρευαν λαβωμένους και . Η μαμά και η θεία. που γκρεμοτσακίστηκαν με πάταγο στο πάτωμα..

Και πρώτος ο Αλέξανδρος έκοψε τη σιωπή με τα ψιθυρίσματα του: — Αντώνη. και τον παρηγόρησαν για τις καινούριες του πληγές. Πηνελόπη Δέλτα σκοτωμένους. και όμως σήμερα ήταν η πιο ωραία μέρα! Ήλθαν οι γονείς και μας έφεραν εμάς του- φέκια και σπαθιά. μαμά και θεία τού ευχήθηκαν περαστικά και βγήκαν στις μύτες των ποδα- ριών. Κανένας δε μίλησε. Και σαν τον φίλησαν και τον φασάρεψαν και τον χάιδεψαν και του κα- τέβασαν την κουνουπιέρα του και τις κουνουπιέρες των αδελφών του.268 - . Εσύ είπες σήμερα πως η κακή μέρα από το πρωί φαίνεται. και φλιτζάνια και . εσύ δεν ξέρεις τίποτα. τα σήκωσε και όλοι είδαν στο καθένα από ένα πλατύ γδάρσιμο που μά- τωνε και κοκκίνιζε τα σεντόνια. με μαντιλοδεμένα κορυφή και πόδια. Κι η κερα-Ρήνη πλησίασε. και κουζίνα της Αλεξάνδρας. μ' ένα κερί στο χέρι. Κάμποση ώρα τα τέσσερα αδέλφια έμειναν σιωπηλά. πίσω από τον πατέρα και το θείο. όπως είχε δέσει το πρωί το πληγωμένο κεφάλι. ξαντό και μαντίλια κι έδεσε τα πληγωμένα πόδια. λίγο σαστισμένα για την τροπή που είχαν πάρει τα πράματα και λίγο ντροπιασμένα για την απίστευτη ατιμω- ρησία. και μαμά και θεία πλάγιασαν τρυφερά τον Αντώνη στο ξα- ναφτιαγμένο του κρεβάτι. — Τον χτύπησε το σίδερο πέφτοντας! Αχ. Κι έτρεξε η Αφροδίτη κι έφερε πάλι άρνικα. έπιασε τα δυο πόδια του Αντώνη. Ο θείος. μισογελούσε και ο πατέ- ρας μισοσούφρωνε τα δασιά του φρύδια. — Έπεσε το σίδερο του κρεβατιού. είπε χαμηλόφωνα. το καημένο! αναφώνησε η θεία. ρώτησε.

θυμωμένα ψιθύρισε η Αφροδίτη: — Θα ησυχάσετε. Γύρισε και ο Αντώνης από τον τοίχο κι έκλεισε τα μάτια του. θα.. Λωλαντώνη. απο- κρίθηκε ξεχνώντας να μιλήσει σιγά.. .. και κανένας δε σε μάλωσε για τον πετροπό- λεμο.. Αντώνη.. εγώ συγυρίζω.. ακούστηκε η ανήσυχη φωνή της μαμάς από κάτω κι ευθύς η απάντηση της Αφροδίτης από πάνω: — Τίποτα. και ας μη μίλησε.. θα πολεμούν όλη μέρα. Θα είναι πια με αγόρια... Και τον πήρε ο ύπνος με χίλια όνειρα ηρωικά. θα παλεύουν. πάλι κανένας δε σε μά- λωσε.. — Τι τρέχει απάνω πάλι. Τον διέκοψε ο Αντώνης: — Και πρώτον δεν είπε κανένας πως έσπασα εγώ το κρεβάτι.. εσύ να μην ξεφυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν. θα παίζουν πάλι σκλαβάκια. θα σπάζουν κε- φάλια.. Τρελαντώνης πιάτα της Πουλουδιάς. Ή να φωνάξω τον μπαμπά να του πω πως έκανες μια τούμπα κι έσπασες το κρεβάτι... Τρελαντώνη... Και τώρα που έσπασες το κρεβάτι σου. Και μπαίνοντας στην κάμαρα.. θα. τουφεκιές. όλο με αγόρια. καλά σε λέγει η κερα-Ρήνη! Θα μας τρε- λάνεις όλους! Κοιμήσου αμέσως! Όλα τ' αδέλφια ζάρωσαν.... Είπε ο θείος πως ήταν παλιό κι έσπασε μόνο του! Και ύστερα.. κυρία Βιργινία. θα τραβούν σπαθιές. Ζουρλαντώνη..269 - . Αυτή η κερα-Ρήνη! Τίποτα ωστόσο δεν της ξέ- φευγε! Μα θα της ξεφύγει αυτός τώρα που θα πάγει σχολείο! Αχ! σαν πάγει σχολείο. θηρία. κανονιές. Θαρρείς πως δεν το κατάλαβε η κερα-Ρήνη.

.

Τα τέσσερα παιδιά μακριά από τους αυστηρούς γονείς τους. δε φοβάται να δεχτεί κάθε τρελή πρόκληση και βρίσκεται συνέχεια σε μπελάδες! . Ο Αντώνης και τα τρία α- δέρφια του. αλ- λά και ακέραιος χαρακτήρας αφού δεν λέει ποτέ ψέματα και παραδέχεται με θάρρος όλες του τις σκανδαλιές γνω- ρίζοντας πως θα ακολουθήσει η τιμωρία. Ο Αντώνης είναι ο πιο σκανδαλιάρης από όλους. φιλοξενούνται για τις καλοκαιρινές διακοπές από το θείο Ζωρζή και τη θεία Μαριέττα. φέρνουν τα πάνω κάτω στη ζωή των ενηλίκων. Είναι παλικάρι. δεν κλαίει ποτέ. στην Καστέλα. που δεν μπορούν να ταξιδέ- ψουν από την Αλεξάνδρεια.