You are on page 1of 390

Η Κάλη Καρατζά-Τζιβελέκη

γεννήθηκε στην Αλεξανδρού­
πολη, αλλά μεγάλωσε στην
Καβάλα. Σπούδασε φαρμακευ­
τική στην Αθήνα, όπου και εξα­
σκεί ακόμη το επάγγελμα. Εδώ
και αρκετά χρόνια, ασχολείται
με τη συγγραφή μυθιστορη-
μάτων. Παράλληλα, έχει γρά­
ψει σενάρια για την τηλεόραση.

ΕΓΩ, Η ΑΝΑΤΟΛΗ
ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ
ΚΑΛΗ ΚΑΡΑΤΖΑ

οι άγγελοι
χορεύουν
στο ποτάμι

ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ
Η πλοκή του μυθιστορήματος όπως και οι χαρακτήρες που εμφανίζονται είναι φανταστικοί.
Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα είναι εντελώς συμπτωματική.

Εικαστικά εξωφύλλου: Ο Χορός των Μουσών (λεπτομέρεια)
Νικόλαος Γύζης

Οι άγγελοι χορεύουν στο ποτάμι
Κάλη Καρατζά

Copyright © ΚΑΛΗ ΚΑΡΑΤΖΑ
Copyright © 2005 ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ Α.Ε.Ε.
ISBN: 960-441-148-9
ΙΟΥΝΙΟΣ 2005

Εκδότης: Κώστας Α. Γιαννίκος

Επιμέλεια κειμένων: Λύντη Γαλάτη. Αγγελος Τσίκας
Επεξεργασία εξωφύλλσυ: Μανώλης Παναγιωτάκης
Σελιδοποίηση: Ηλίας Σούφρας, Νατάσσα Χαραλαμπίδη
Υπεύθυνος Παραγωγής: Λίνος Καμσής
Παραγωγή: Σπύρος Καμσής
Εκτύπωση-Βιβλιοδεσία:ΤΥΠΟΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε.

Απαγορεύεται η με κάθε τρόπο μερική ή ολική αναδημοσίευση
ή αναπαραγωγή των περιεχομένων του παρόντος βιβλίου.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ Α.Ε.Ε,
Γ. Παπανδρέου 1, Αθήνα 166 73 Τηλ.: 210 96 59 904-5, Fax: 210 8992101

Published by Costas Α. Giannikos for Modern Times S.A.
1 G. Papandreou Str., 166 73 Athens, Greece
οι άγγελοι
χορεύουν
στο ποτάμι
μυθιστόρημα
στον Θάνο Ξανθούλη
Το μπαρ ήταν μικρό και ασφυκτικά γεμάτο.
Το πρώτο χειμωνιάτικο κρύο μάζεψε τον κόσμο
του στο υπόγειο του Κολωνακίου. Γνωστοί οι περισσό­
τεροι μεταξύ τους· το καταλάβαινες από τους χαιρετι­
σμούς, τα φιλιά και τα επιφωνήματα.
Κανείς δε θυμόταν πώς και πότε είχαν γνωριστεί.
Το σίγουρο ήταν πως γνώριζε καλά ο ένας τον άλλο.
Τουλάχιστον απ' όσα είχαν εξομολογηθεί τις ώρες που
κατέβαζαν τα διάφορα είδη αλκοόλ.
Εκείνο το βροχερό βράδυ, η ατμόσφαιρα του μπαρ
ήταν διαφορετική- καμιά πλάκα, κανένα γέλιο δεν ακου­
γόταν. Όλα ακολουθούσαν την πλήξη τους. Ακόμα και
η τζαζ σε βούλιαζε περισσότερο.
Είχε διαδοθεί πως αυτή ήταν η τελευταία χρονιά που
θα λειτουργούσε. Άλλοι είπαν πως φαλίρισε ο ιδιοκτή­
της και άλλοι πως έφταιγε η παλαιότητα του κτιρίου.
Ό,τι κι αν ήταν, διέκρινες μια θλίψη στα πρόσωπα
όλων για τον τελευταίο χειμώνα στο υπόγειο μπαρ,
Πρώτος ο νεαρός μπάρμαν έδινε αυτή την αίσθηση
του τέλους. Οι κινήσεις του καθώς γέμιζε τα ποτήρια

9
είχαν μια νευρικότητα. Κι αν τον παρατηρούσες καλύτε­
ρα, τα μάτια του ήταν υγρά από το βούρκωμα. Τα γνω­
στά πειράγματα του σε όλους, εκείνο το βράδυ, ούτε που
ακούστηκαν,

Ο Μιχαήλ καθόταν εδώ και ώρα στο τραπέζι, πλάι στο
παράθυρο, ακούγοντας τις δυνατές σταγόνες της βρο­
χής που έπεφταν στο δρόμο, και παρατηρούσε τα βήμα­
τα των περαστικών. Εκείνο το βράδυ, δεν μπορούσε να
διακρίνει τα πόδια όσων διάβαιναν τις πλάκες του
πεζοδρομίου. Η πυκνή ομίχλη τον εμπόδιζε.
Ήταν ένα παιχνίδι που τον έβγαζε από τα δικά του,
τουλάχιστον τα βράδια που πήγαινε εκεί. Τον βοηθού­
σε πολύ το φως της ταμπέλας, που έπεφτε σαν προβο­
λέας σ' εκείνο το σημείο, άλλοτε κόκκινο κι άλλοτε
χλομό κίτρινο. Μετρούσε πόσοι άντρες, πόσες γυναί­
κες περνούσαν. Άνθρωποι μονάχοι ή ζευγάρια - παι­
διά σπάνια. Όλο αυτό συνέθετε ένα δικό του αλλόκοτο
θίασο από πόδια και παπούτσια.
Κι όσο κατέβαζε το ουίσκι γουλιά γουλιά, τόσο το
βλέμμα του άδειαζε και ταξίδευε.
Άλλες φορές, πάλι, χτυπούσε ρυθμικά τα δάχτυλα
του στο τραπέζι, συντονισμένα με το περπάτημα των
περαστικών έξω από το παράθυρο του μπαρ.
Όλοι οι θαμώνες, στην αρχή, τον πέρασαν για σαλε­
μένο. Αργότερα, όσο περνούσε ο καιρός, άρχισαν να
συνηθίζουν τη στάση και την παράξενη συμπεριφορά

10
του. Δεν έκανε κουβέντα με τους άλλους και δεν ενο­
χλούσε κανέναν, παρά μόνο με τον μπάρμαν αντάλλαζε
λίγα λόγια.
Τα σχέδια και τα χρώματα των παπουτσιών ήταν η
μεγαλύτερη απόλαυση του. Τα βήματα των περαστικών
τον προβλημάτιζαν... Προσπαθούσε μέσα σε κλάσματα
δευτερολέπτου να μαντέψει τι κουβαλούσε μέσα του
ο καθένας, ανάλογα με το βηματισμό τ ο υ · χαρά, λύπη,
απογοήτευση, προσμονή ή αγωνία.
Τους αναγνώριζε από τα πόδια που περπατούσαν,
άλλοτε αργά και άλλοτε βιαστικά, στα δύο μέτρα του
πεζοδρομίου - όσο ήταν και η πρόσοψη του μπαρ. Μπο­
ρούσε να ξεχωρίζει ποια πόδια άλλαζαν παπούτσια. Σκε­
φτόταν και σιγομουρμούριζε: «Τούτος είναι ο κύριος που
πέρασε και χθες. Η λεπτή γυναίκα φοράει πιο ψηλά
τακούνια σήμερα... Αμφιταλαντεύεται... Ο λαχειοπώλης
δεν πήγε καλά· του έμειναν λαχεία», κι άλλα πολλά.
Μπορούσε να προσδιορίσει ακόμα και την ηλικία
των περαστικών μόνο από τα πόδια, τα παπούτσια και
το βηματισμό τους. Μάλιστα, κάποιους τους ένιωθε
ο ι κ ε ί ο υ ς · θαρρείς και τους περίμενε. Κι όταν είχαν
μέρες να φανούν, η βραδιά του κυλούσε με σκέψεις και
ερωτηματικά. Όταν περνούσαν αρκετές μέρες και δεν
έβλεπε τα γνωστά πόδια, τότε ήταν που έφευγε τελευ­
ταίος από το μπαρ. Σκαρφιζόταν ιστορίες και αναρω­
τιόταν τι θα μπορούσε να είχε συμβεί στα παπούτσια
του πεζοδρομίου.
Έτσι τα αποκαλούσε, όπως και πολλοί από τους

11
θαμώνες του μπαρ που είχαν συνηθίσει πια τον Μιχαήλ
και την παράξενη ενασχόληση του εκείνο το διάστημα.

Είχε πρωτοεμφανιστεί στο μαγαζί κατεβαίνοντας
αργά τα σκαλιά και εξερευνώντας με το βλέμμα του
τους ανθρώπους και το χώρο. Ο μπάρμαν θυμόταν
ακόμα και τη μουσική που έπαιζε εκείνο το βράδυ,
παραμονή Χριστουγέννων ένα μπλουζ του Ray
Charles. Όπως θυμόταν και το μακρύ καφέ καστόρινο
παλτό του, φοδραρισμένο με γούνα στο ίδιο χρώμα· τις
μπεζ μπότες· το καρό κασκόλ που ήταν δεμένο σφιχτά
στο λαιμό· το λαδί κοτλέ παντελόνι· τα καστανόξανθα
μαλλιά, κάπως μακριά, άτακτα πεσμένα στο πρόσωπο
του. Το χρώμα των ματιών τού άγνωστου τότε πελάτη
δεν το είχε διακρίνει καλά, εξαιτίας του χαμηλού
φωτισμού. Όταν, αργότερα, τον πλησίασε, για να του
δώσει το μπουκάλι με το ουίσκι που είχε παραγγείλει,
είδε πως τα μάτια του είχαν το χρώμα της βιολέτας...
Και υπήρχαν βράδια που, όταν χαμήλωναν τα φώτα,
γίνονταν πιο ανοιχτόχρωμα, σαν την ξεθωριασμένη
γλυτσίνα. Τότε πρόσεξε πως ήταν πολύ γοητευτικός
άντρας αυτός ο τριαντάρης· έτσι υπέθεσε με ένα γρή­
γορο υπολογισμό.
Στο μέσο της σκάλας σταμάτησε και έπιασε με το
βλέμμα του το βλέμμα του μπάρμαν. Συνεννοήθηκαν με
τα μάτια για το άδειο τραπέζι που είχε πάνω ένα ποτή­
ρι μισογεμάτο.

12
Κατάλαβε αμέσως την επιθυμία του καινούριου
πελάτη. Ήθελε να καθίσει ακριβώς δίπλα από το μονα­
δικό στενόμακρο παράθυρο, με τις μπλε χάντρινες
κουρτίνες, που έβλεπε στο πεζοδρόμιο.
Ο νεαρός που στεκόταν στον πάγκο και μιλούσε στο
τηλέφωνο, μόλις έκλεισε, στράφηκε προς το άδειο τρα­
πέζι. Ο μπάρμαν τον σταμάτησε, πιάνοντας τον από το
μπράτσο. «Κάτσε κάπου αλλού, σε παρακαλώ», είπε στο
νεαρό που τον κοιτούσε απορημένος. «Είναι καινούριος.
Θα καθίσει στο τραπέζι σου. Ό,τι πιεις απόψε, κέρασμα
από μένα...» Εκείνος κούνησε το κεφάλι συγκαταβατικά,
κι έτσι ο Μιχαήλ κάθισε στο σημείο που διάλεξε.
Δεν είπαν πολλές κουβέντες. «Χρόνια Πολλά!
Καλώς ήρθατε στο μαγαζί μας».
Κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω το νεαρό μικρόσωμο
μπάρμαν, που εκτελούσε και χρέη σερβιτόρου, χωρίς να
πει λέξη. Άρχισε να βγάζει αργά το κασκόλ και το παλτό
του. Πέρασαν λίγα λεπτά ώσπου ν' απαντήσει: «Μιχαήλ.
Ένα μπουκάλι ουίσκι Ballantine's. Και... σ' ευχαριστώ».
Αυτή ήταν η πρώτη τους συνάντηση.

Πάντα καθόταν στην ίδια θέση. Τόσο είχαν συνηθίσει
την ιδιορρυθμία του οι υπόλοιποι πελάτες που, μέχρι
να 'ρθει εκείνος, το τραπέζι έμενε άδειο.
Έγιναν διάφορα σχόλια και έπεσαν γέλια τις πρώ­
τες μέρες. «Ποιος είναι αυτός;», «Μούτρο φαίνεται»,
είπε ο άλλος. «Σωπάτε, ρε! Μοιάζει σαν δούκας!»

13
Ακόμα κι αν κάποιος καινούριος τολμούσε να δώσει
μεγάλο φιλοδώρημα στον μπάρμαν, για να καθίσει
σ' εκείνο το τραπέζι, η απάντηση ήταν στερεότυπη: «Είναι
πιασμένο!»
Η μια βραδιά διαδεχόταν την άλλη, η παραξενιά
έγινε συνήθεια, όλοι σταμάτησαν ν' ασχολούνται μαζί
του και τον άφησαν στην ησυχία του.
Παράγγελνε ένα μπουκάλι, αλλά έπινε μόνο το μισό.
Προτού φύγει, του έλεγε: «Να πιει το υπόλοιπο όποιος
δεν έχει να πληρώσει». Δεν κρατούσε «κάβα» για το
επόμενο βράδυ. Πλήρωνε αφήνοντας του μεγάλο φιλο­
δώρημα και, μετά την καληνύχτα, ανανέωνε το ραντε­
βού του. «Αύριο πάλι...» ή «την Τρίτη...»
Ο μπάρμαν αργούσε να τακτοποιήσει το τραπέζι του
Μιχαήλ όταν έφευγε. Παρακολουθούσε τα βήματά του
ώσπου να χαθούν από τα δύο μέτρα του παραθύρου που
έβλεπε στο πεζοδρόμιο. Ύστερα, τραβούσε τις χάντρι­
νες κουρτίνες, που είχε πάντα ανοιχτές -όση ώρα έμενε
εκεί ο άγνωστος πελάτης-, και συνέχιζε τη δουλειά του.
Αυτό κράτησε εκατόν δέκα νύχτες. Όσες είχε πάει
ο Μιχαήλ στο υπόγειο μπαρ του Κολωνακίου, την
πρώτη εκείνη χρονιά, κάπου στις αρχές του '80. Τις
σημείωνε μια μια σ' ένα μπλοκάκι.
Του είχε γίνει έμμονη ιδέα αυτός ο αμίλητος άντρας
με το μακρύ καστόρινο παλτό, που το άλλαζε μόλις
έφτιαχνε ο καιρός και το αντικαθιστούσε με μια
καμπαρντίνα στο ίδιο χρώμα και στο ίδιο μήκος. Από
την πρώτη εβδομάδα στύλωσε το βλέμμα του στο παρά-

14
θυρο, και τo ίδιο έκανε κάθε φορά. Έτσι άρχισε να
παρατηρεί τα πόδια και τα παπούτσια των περαστικών.
Δεν είχε αλλάξει τίποτε στη συμπεριφορά του
ώσπου έκλεισε το μαγαζί για το καλοκαίρι και άνοιξε
ξανά το φθινόπωρο. Από τότε που άρχισε να συζητά
διστακτικά με τον μπάρμαν...
«Από που είσαι, νεαρέ;»
«Κάτω... Από Καλαμάτα...»
«Μόνος εδώ;»
«Μάλιστα, κύριε...»
«Βγάζεις από 'δώ;»
«Καλά είναι... Φτάνουν για τα έξοδα μου. Σπουδά­
ζω, ξέρετε...»
«Τι;»
«Νομικά...»
Εκείνο το βράδυ τού πρότεινε να καθίσει να τα
πούνε όταν θα άδειαζε το μαγαζί. Τότε έφερε αντίρρη­
ση ο ιδιοκτήτης του μπαρ, εκείνος ο σιχαμερός, με το
πονηρό μάτι, αδύνατος, μελαχρινός άντρας.
«Στη δουλειά σου! Αδειασε το μαγαζί! Καθάρισε
και κλείσε!»
Ο Μιχαήλ του έκανε νόημα να πλησιάσει. Πρώτη
φορά που είχε κάποια κουβέντα μαζί του. Αλλωστε,
δεν τον έβλεπε και συχνά. Περνούσε, έπαιρνε κάποια
λεφτά από το ταμείο και έφευγε,
«Ο μπάρμαν θα μείνει μαζί μου όση ώρα θέλω εγώ!
Θα πληρώσω για τη διανυκτέρευση».
Ο άλλος ξεροκατάπιε, κοκκίνισε, δάγκωσε τα χείλη

15
του, δήθεν, ήθελε να επιβάλει την τάξη στο μαγαζί του.
Όταν, όμως, είδε τον Μιχαήλ που ετοιμαζόταν να κό­
ψει επιταγή από το μπλοκ του, χαλάρωσε και άλλαξε
συμπεριφορά.
«Εντάξει, κύριε. Όπως θέλετε, κύριε. Το μαγαζί στη
διάθεση σας...»
Αμέσως μετά, πήρε την επιταγή κι έγινε καπνός,
χτυπώντας το νεαρό φιλικά στον ώμο.
Αυτή ήταν μια αλλιώτικη αρχή για τους δύο άντρες.
Ο μπάρμαν τού μιλούσε δυο ώρες για τη ζωή του. Δεν
έπινε σχεδόν καθόλου. Μόνο τον ευχαρίστησε όταν
πήγε να του γεμίσει το ποτήρι. «Πρέπει να είμαι νηφά­
λιος. Η δουλειά αυτή, βλέπετε...»
Είπε πως καταγόταν από φτωχή, αγροτική οικογέ­
νεια. Πως πέρασε στη Νομική τη χρονιά που έπεσε η
χούντα. Η ζωή του κυλούσε απλά, κι ας ξενυχτούσε κάθε
βράδυ, εκτός από την Κυριακή που ήταν κλειστό το μπαρ.
« Έ ξ ι χρόνια και ακόμα δεν έχω πάρει πτυχίο.
Ξεκλέβω μόνο λίγες ώρες για διάβασμα».
Ύστερα, σχολίασαν τα πολιτικά γεγονότα. Αναφέρ­
θηκαν στο καινούριο κόμμα που θα σάρωνε σαν βολίδα
την Ελλάδα. Περιέγραψε το μικρό δωμάτιο που έμενε
στην ταράτσα, στους Αμπελοκήπους. Του εκμυστηρεύ­
τηκε πόσα έπαιρνε από τη δουλειά στο μπαρ· ευτυχώς,
είχε και τα τυχερά του που έσωζαν την κατάσταση.
Ο Μιχαήλ άκουγε την περισσότερη ώρα σιωπηλός.
Λίγα λόγια σκόρπια είπε, ανάμεσα στις κουβέντες του
μπάρμαν...

16
«Εγώ ήρθα από Λονδίνο»,
Ο μπάρμαν δεν έμαθε λεπτομέρειες. Μόνος ή παντρε­
μένος, ντράπηκε να ρωτήσει. Συνέχισε να μιλάει για τα
δικά του.
«Πέντε παιδιά είμαστε. Μεγάλη οικογένεια,.. Δί­
πλωσε στα δυο ο πατέρας στα χωράφια».
«Η μάνα σου;»
«Σπίτι - Μπουγάδα - Κατσαρόλα».
«Ζει;»
«Ναι...»
«Να την προσέχεις! Δεν υπάρχουν πολλές τέτοιες
μάνες!» Σηκώθηκε απότομα. «Καληνύχτα. Τα ρέστα
δικά σου...» Κοίταξε το πεντοχίλιαρο πάνω στο τραπέ­
ζι με έκπληκτα μάτια. «Αν σου φαίνονται πολλά, στείλε
ένα φουστάνι δώρο στη μάνα σου.,.»
«Μα, κύριε...»
«Πώς τη λένε;»
«Ελένη».
«Έχεις καιρό να τη δεις;»
«Από το καλοκαίρι...»
«Βγάλε εισιτήριο και κατέβα στο χωριό την Κυριακή».
«Ξέρετε, τη Δευτέρα το πρωί δίνω Ποινικό...»
Απότομα έκανε στροφή και τον βούτηξε από το
μαύρο παπιγιόν.
«Διάβασε στο λεωφορείο! Θα πας!»
Έπειτα ανέβηκε γρήγορα τα σκαλιά και χάθηκε προ­
τού προλάβει να τον δει από το παράθυρο. Τράβηξε τις
χάντρινες κουρτίνες κι άρχισε να μαζεύει το μαγαζί,

17
Ο Μιχαήλ είχε άσχημη διάθεση εκείνο το βράδυ· κάτι
σαν κακό προαίσθημα. Αναζητούσε την αιτία όση ώρα
περπατούσε από το Κολωνάκι για να φτάσει στο μικρό
διαμέρισμα στου Γκύζη.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη για να βγάλει τα κλειδιά
του κι έπιασε τα λίγα χαρτονομίσματα - δύο χιλιάρικα
όλα κι όλα είχαν απομείνει. Κούνησε το κεφάλι του ειρω­
νικά και μπήκε μέσα. Σπάταλος μια ζωή, καλά να πάθει.
Δεν έβγαλε ούτε το παλτό του. Έτσι όπως ήταν
ξάπλωσε στο διθέσιο καναπέ, παρόλο που περίσσευαν
τα πόδια του, και άρχισε να σκέφτεται. Όχι κάτι δια­
φορετικό, αλλά ό,τι τον βασάνιζε εδώ και καιρό.
Πώς θα κατάφερνε να ζήσει στην Αθήνα; Ήταν μια
άγνωστη πόλη γι' αυτόν. Δεν είχε ξανάρθει... Δεν έβρι­
σκε δουλειά. Δεν είχε φίλους. Η γκαρσονιέρα που
έμενε ήταν απλήρωτη δύο μήνες τώρα. Έβγαλε τα χαρ­
τονομίσματα και τα έφερε κοντά στο πρόσωπό του.
Τα κοίταξε με προσοχή. Ποτέ δεν είχε παρατηρήσει τι
ήταν χαραγμένο επάνω τους. Χαμογέλασε ειρωνικά.
Μήπως είχε ποτέ καλή σχέση με τα χρήματα για να
προσέξει χρώματα και σχέδια; Τα σκορπούσε αλόγιστα
τόσα χρόνια τώρα. Ήταν, βλέπεις, ο γιος του Μαρκίδη,
ενός πλούσιου Ελληνοκύπριου από τη Λευκωσία.
Μεγαλωμένος στην άνεση και την πολυτέλεια, δεν
έδινε σημασία. Έκανε πάντα το κέφι του. Ακόμη και
τούτο το διάστημα που βρισκόταν στην Ελλάδα, το ίδιο
έκανε, κι ας γνώριζε πως το ποσό που έφερε μαζί του
ήταν ολάκερη η περιουσία του.

18
Εκείνη η διαθήκη του Μαρκίδη ήταν η εκδίκηση του
για τον Μιχαήλ...
«Δεν αφήνω τίποτε στο γιο μου. Ό,τι του πρόσφερα,
του πρόσφερα. Ήταν αχάριστος. Ένα γαϊδούρι απένα­
ντι σ' εμένα και στη γυναίκα μου, που τον περιβάλαμε με
τόση αγάπη από την ώρα που τον υιοθετήσαμε! Περιμέ­
ναμε εκτίμηση και σεβασμό! Δε στάθηκε δίπλα μας ούτε
τις δύσκολες ώρες! Αντ' αυτού, μας γέμισε αγωνίες και
περιφρόνηση! Ιδίως μετά την ενηλικίωση του.
»Με το δικό μου όνομα έγινε αυτός που είναι! Στην
ουσία, είναι ένας αποτυχημένος! Ένας αλκοολικός!
Αριβίστας! Είρων και σκληρός! Διά τους ανωτέρω
λόγους, δεν κληρονομεί τίποτε από την κινητή και ακί­
νητη περιουσία μου. Αντιθέτως, επιθυμώ να δοθούν στα
ιδρύματα - αναφέρονταν οι ονομασίες τους στη Λευκω­
σία. Μόνο οι λίρες τού ανήκουν, οι οποίες είναι κατατε­
θειμένες στο όνομά του εδώ και καιρό».
Θυμόταν λέξη προς λέξη αυτά τα λόγια που του διά­
βασε ο Βρετανός δικηγόρος της οικογένειας, Η λέξη
«υιοθετήσαμε» δεν του έκανε εντύπωση. Ήξερε την
αλήθεια από τα δεκαεπτά του.
Ήταν μια σύμπτωση διαβολική, εκείνο το βράδυ,
όταν τυχαία σταμάτησε έξω από το γραφείο όπου βρι­
σκόταν το ζεύγος Μαρκίδη με το δικηγόρο τους, έχοντας
μια έντονη λογομαχία. Ο δικηγόρος επέμενε από τότε
πως έπρεπε να μάθει για την υιοθεσία ο νεαρός Μιχαήλ.
Να τον απειλούσαν, μάλιστα, πως θα τον αποκλήρωναν
αν συνέχιζε τον έκλυτο β ί ο · μπαρ, ταξίδια, κορίτσια.

19
Η επιμονή της κυρίας Μαρκίδη να μη μαθευτεί
η αλήθεια έδωσε τέλος στη συζήτηση. Σε άψογα αγγλι­
κά έλεγε με έντονο ύφος: «Δεν είναι δυνατόν να μάθει
ο κύκλος μας πως δε γέννησα παιδί! Πως δεν είναι γιος
μου! Έφτασα από την Κύπρο στην Ελλάδα για να το
πετύχω αυτό! Έζησα δύο χρόνια στην κατάσταση που
επικρατούσε τότε, μετά τον ανταρτοπόλεμο, για να πει­
στούν όλοι πως εγώ γέννησα τον Μιχαήλ εκεί κάτω!»

Από τότε άλλαξε η συμπεριφορά του απέναντι στους
θετούς γονείς του. Άρχισε το δικό του παιχνίδι: Για
δική τους ικανοποίηση πήραν παιδί αυτοί; Για δική του
βολή, λοιπόν, κι αυτός από 'κεί και πέρα.
Δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει τους λόγους που έγινε
η υιοθεσία. Δε ζήτησε εξηγήσεις, ούτε ζήτησε να μάθει
ποιοι τον γέννησαν ούτε που τον ένοιαζε.
Δεν ήταν διατεθειμένος να χάσει τίποτε από τα πλού­
τη του Μαρκίδη που, όσο και αν τόνιζε στη διαθήκη του
ότι τον αγάπησαν, αυτός ήξερε πως είχε να κάνει από τη
μια με έναν παραδόπιστο και σκληρό επιχειρηματία και
από την άλλη με μια γυναίκα που καμάρωνε πως είχε
γιο, όπως καμάρωνε και για τα διαμάντια της και τη
σπάνια συλλογή πινάκων ζωγραφικής.
Αυτή η συλλογή, φυλαγμένη στο υπόγειο του σπιτιού
στο Μέιφερ, ήταν ό,τι αγάπησε ο Μιχαήλ σ' εκείνο το
σπίτι. Έβρισκε τον τρόπο να τρυπώνει εκεί κάτω και
να χαζεύει με τις ώρες τα αριστουργήματα διάσημων

20
ζωγράφων αγαπημένα του έργα ήταν δύο Βαν Γκογκ.
Αυτό έγινε αφορμή, παρ' όλη την κραιπάλη, να σπου­
δάσει συντηρητής έργων τέχνης. Ίσως πάλι σκεφτόταν
πως μια μέρα θα κληρονομούσε αυτόν το θησαυρό και
θα συνέχιζε ο ίδιος τη «λόξα» της Μαρκίδη...
Να, όμως, που την πάτησε. Να που μια κόλλα χαρτί
τού άλλαξε τη ζωή και τα σχέδια. Ποιος φανταζόταν
πως θα στριμωχνόταν σ' αυτό τον ξεθωριασμένο διθέ­
σιο καναπέ, στην γκαρσονιέρα του Γκύζη;

Κλεισμένος από τα τρία του χρόνια στα σχολεία και τα
κολέγια, ο Μιχαήλ δεν είχε δεχτεί καμία εκδήλωση αγά­
πης από το ζευγάρι αυτό. Μόνο τις γιορτές και τις δια­
κοπές βρίσκονταν όλοι μαζί, τάχα σαν μια οικογένεια -
κι αυτό γινόταν με κάθε επισημότητα. Επικρατούσε
μεταξύ τους σοβαροφάνεια. Τυπολάτρες, με το «σεις»
και με το «σας». «Yes, mother..,», «Please, father...».
Τι στο διάολο, τον είχαν υιοθετήσει; Αφού με τη
διαθήκη αυτή, ο Μαρκίδης δεν άφηνε στο διάδοχό του
την τρανή περιουσία του. Κουράστηκε να σκέφτεται τα
ίδια και τα ίδια. Κοίταξε κάτω την πεσμένη εφημερίδα
με τις αγγελίες. Άκεφα, έσκυψε να τη σηκώσει.
Είχε σημειώσει από χθες κάποιες. Το βλέμμα του
καρφώθηκε σ' αυτή που δεν καταλάβαινε τι ακριβώς
ζητούσε. Σημείωσε ένα ερωτηματικό στο περιθώριο της
αγγελίας κι έκλεισε τα μάτια, μένοντας στην ίδια θέση,
στο διθέσιο καναπέ...

21
Πήρε τον ηλεκτρικό από την πλατεία Βικτωρίας και
έφτασε στην Κηφισιά. Ρώτησε που βρισκόταν η οδός
Γεωργαντά, κι άρχισε να ανεβαίνει με τα πόδια.
Ο κύριος, με τον οποίο μίλησε το πρωί στο τηλέφω­
νο, του είπε πως εύκολα θα 'βρισκε το δρόμο.
Χάζευε τις όμορφες μονοκατοικίες. Δεν είχε τύχει
να βρεθεί ποτέ στην Κηφισιά, και του άρεσε πολύ.
Το πράσινο, η ησυχία τού θύμιζαν Αγγλία. «Ωραία να
μένεις εδώ...» μονολόγησε. Έστριψε στην οδό Γεωρ-
γαντά από την οδό Κολοκοτρώνη και άρχισε να αναζη­
τά τον αριθμό 25.
Η βαριά σιδερένια πόρτα ήταν κλειστή. Το σπίτι
ήταν κρυμμένο πίσω από τα πυκνά δέντρα. Μέσα
από τα κάγκελα μπόρεσε να διακρίνει το πέτρινο
διώροφο που τυλιγόταν από σιωπή... Το κελάηδημα
των πουλιών και η μυρωδιά από το γιασεμί τον καθυ­
στέρησαν.
Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν ακριβώς δώδεκα. Χτύ­
πησε το κουδούνι.
Ο άντρας που άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, κατέ­
βηκε αργά τις σκάλες και έφτασε πίσω από τη μαύρη
σιδερένια πόρτα.
«Είστε ακριβής στο ραντεβού σας».
«Σαν Εγγλέζος...»
«Ακριβώς!» συμφώνησε χωρίς να ξέρει την καταγω­
γή του. «Ακολουθήστε με, παρακαλώ...»
Διέσχισαν το τεράστιο σαλόνι και πέρασαν σ' έναν
πιο μικρό χώρο. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με βιβλιο-

22
θήκες, όπως και στο σαλόνι. Δεν υπήρχε πουθενά
κενό. Χιλιάδες βιβλία από το ταβάνι έως το πάτωμα,
Ο ηλικιωμένος κύριος έδωσε την απάντηση στο βλέμ­
μα του Μιχαήλ που περιφερόταν από ράφι σε ράφι.
«Όλοι βρίσκουν υπερβολική αυτή την ενασχόληση
μου. Ναι. είμαι συλλέκτης βιβλίων».
«Αφού σας ευχαριστεί, κύριε,..»
«Φραγκόπουλος...»
«Μαρκίδης...»
«Πολύ ωραία. Θα πιείτε κάτι;»
«Όχι, προς το παρόν... Ευχαριστώ... Θα προτιμού­
σα να συζητήσουμε για την αγγελία».
Ο άντρας έβαλε ένα χυμό να πιει. Στάθηκε μπροστά
του και τον κοίταξε λίγα δευτερόλεπτα, σαν να ήθελε
ν' ανιχνεύσει τις σκέψεις του. Έκανε μια γκριμάτσα με
τα φρύδια του, σαν να τον ενοχλούσε κάτι.
«Πιστεύετε ότι έχετε τα προσόντα και κλείσατε το
ραντεβού μαζί μου;» ρώτησε.
Αυτό ήταν και το πιο δύσκολο που έπρεπε να αντι­
μετωπίσει σ' αυτή τη συνάντηση. Είχε εκπλαγεί όταν
διάβασε την αγγελία. «Ζητείται κύριος για συνεργασία
σε συλλογή παλαιών βιβλίων... Απαραίτητη η γνώση
ξένων γλωσσών»,
«Δεν είμαι και τόσο σίγουρος, κύριε. Άλλωστε, δεν
είναι ιδιαίτερα σαφές τι ζητάτε...»
«Καλύτερα να τα πούμε στο γραφείο μου. Ακολουθή­
στε με...»
Ξαναβγήκαν από το σαλόνι όπου, εκτός από τις

23
βιβλιοθήκες, αυτή τη φορά τράβηξαν την προσοχή του
τα ακριβά έπιπλα και τα σπάνια αντικείμενα.
Ανέβηκαν την ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στον
επάνω όροφο του σπιτιού. Το ίδιο σκηνικό· δεν υπήρχε
άδειος τοίχος από τις βιβλιοθήκες.
Ο ηλικιωμένος άντρας κάθισε απέναντι του, στο
μαύρο δερμάτινο καναπέ, και άρχισε να εξηγεί.
Ήθελε κάποιον που να σέβεται και να αγαπάει τη
γνώση που πέρασε μέσα στις σελίδες των βιβλίων.
Του φαινόταν ιεροσυλία να καταστρέφονται τόσοι
πολύτιμοι θησαυροί που μετέφεραν πολιτισμό, ιστο­
ρία και παράδοση από γενιά σε γενιά. Πίστευε πως
οτιδήποτε μπορούσε αυτός να διασώσει, θα ήταν προ­
σφορά στην Ελλάδα.
Ένιωσε αμηχανία. Μέσα στην άθλια οικονομική του
κατάσταση, ο Μιχαήλ ήθελε αυτή τη δουλειά όσο τίπο­
τε άλλο.
«Είμαι συντηρητής έργων τέχνης. Δεν ξέρω αν
μπορώ...» Αποφάσισε να μιλήσει, σφίγγοντας το ποτή­
ρι με τη βότκα που του πρόσφερε πριν από λίγο ο οικο­
δεσπότης. Εκείνος, μάλιστα, έδειξε απορημένος όταν
τη ζήτησε: «Τέτοια ώρα, βότκα;...»
«Μα, φυσικά, είστε ο κατάλληλος. Και τα βιβλία είναι
έργα τέχνης!» απάντησε ενθουσιασμένος και σηκώθηκε.
Έπειτα, άρχισε να περιγράφει με ακρίβεια ποια θα
ήταν τα καθήκοντα του συνεργάτη που ζητούσε. Πηγαι­
νοερχόταν μπροστά του. Στο τέλος, σηκώθηκε κι εκεί­
νος κι άρχισε να τον ακολουθεί σ' αυτό το πέρα δώθε.

24
Κάποια στιγμή βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο·
πολύ κοντά, Είχαν το ίδιο ύψος περίπου. Ο Φραγκό-
πουλος τον κοίταξε στα μάτια ερευνητικά· σαν να
ήθελε να θυμηθεί κάτι.
«Σας θυμίζω κάποιον, κύριε;» ρώτησε ο Μιχαήλ.
«Όχι, όχι! Τα μάτια σας μόνο...»
«Δηλαδή;»
«Παράξενο χρώμα για άντρα...»
Χαμογέλασε με κάποιο σαρκασμό. Είχε αρχίσει να
νιώθει άνετα μ' αυτό τον ευγενή ηλικιωμένο.
«Μπλε.,. Αρέσουν στις γυναίκες».
«Βιολετί, θα έλεγα...»
«Δεν έχω ακούσει αυτό το χρώμα για μάτια».
«Κι όμως υπάρχει...»
Έκανε μια κίνηση που δήλωνε «τέλος πάντων» και
άρχισε να του δείχνει καταλόγους βιβλίων που ονει­
ρευόταν να αποκτήσει. Θα χρειαζόταν, σίγουρα, τόσα
χρόνια όσα έδειχνε πως ήταν.
Δεν ήθελε να φανεί αγενής και ειρωνικός μαζί του.
Ήταν τόσο καλοσυνάτος, που δεν τολμούσε να δείξει
τίποτε άλλο παρά σεβασμό γι' αυτόν. Όταν, μάλιστα,
το βλέμμα του έπεφτε στο ακρωτηριασμένο αριστερό
του χέρι -μονίμως μέσα στην τσέπη του σακακιού
του-, ένιωθε ταυτόχρονα οίκτο για τον κύριο Φρα-
γκόπουλο, ο οποίος θα πρέπει να ήταν γοητευτικός
άντρας στα νιάτα του.
Στο τέλος, συμφώνησαν. Ο Μιχαήλ θα έκανε όλη τη
δουλειά στα παλαιοπωλεία ή όπου αλλού θα υπήρχαν

25
βιβλία της αρεσκείας του. Τα λεφτά που του πρόσφε­
ρε ήταν πέρα από ικανοποιητικά. Όταν, μάλιστα,
συμπλήρωσε πως «παρόλο που μιλάω τρεις ξένες
γλώσσες -αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά-, είμαι άνερ­
γος εδώ και καιρό...» τότε, του έκανε μια πρόταση
που τον αφόπλισε.
«Πιστεύω πως το καλύτερο για σας είναι να μείνετε
μαζί μου. Το σπίτι έχει δύο ορόφους και ένα δώμα. Δεν
ανεβαίνω ποτέ...»
«Δεν μπορώ να σας το υποσχεθώ».
«Σκεφτείτε το, πάντως,.. Έχουμε πολλή δουλειά
εμείς οι δυο. Πρέπει παράλληλα να αρχειοθετηθούν
όλα αυτά τα βιβλία».

Σε πέντε μέρες είχε μετακομίσει. Δεν τον ρώτησε τίπο­
τε για την προσωπική του ζωή, πέρα από δυο τρία τυπι­
κά πράγματα.
«Ναι, ζούσα στο Λονδίνο».
«Οι δικοί σας;»
«Δεν υπάρχουν πια...»
«Λυπάμαι».
«Δε χρειάζεται...»
Ο Φραγκόπουλος δε συνέχισε. Από την απάντηση
του κατάλαβε πως η σχέση με τους δικούς του μάλλον
δεν ήταν καλή.
Στο ισόγειο του σπιτιού εκείνος και στον επάνω
όροφο ο Μιχαήλ ξεκίνησαν τη δουλειά.

26
Αυτή η παράξενη συνήθεια του ηλικιωμένου κυρίου,
να μαζεύει παλιές εγκυκλοπαίδειες και βιβλία, και
κυρίως η μανία του για τις Εκδόσεις Λειψίας, του
κέντριζε όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον.
Αρχικά, έκανε το γενικό ξεκαθάρισμα στα παλιά
βιβλία που αγόραζε ή που έφερνε σπάνια ο Φραγκό­
πουλος. Ο Μιχαήλ αξιολογούσε μόνος του τα βιβλία,
πετώντας όσα ήταν άχρηστα ή πολύ κατεστραμμένα.
Ύστερα, τίναζε από πάνω τους τη σκόνη, τα περνούσε
μ' ένα μαλακό ύφασμα να καθαρίσουν καλύτερα και τα
καταχώριζε. Όλα σχεδόν τοποθετούνταν στα ράφια.
Όσα χρειάζονταν συντήρηση, τα πήγαινε σ' ένα βιβλιο­
δέτη, στην οδό Μαυρομιχάλη. Σε μικρό χρονικό διά­
στημα, γνώρισε όλους τους παλιατζήδες και τα παλαιο­
βιβλιοπωλεία που του σύστησε.
Η καθημερινή επαφή με τον Φραγκόπουλο αφο­
ρούσε αποκλειστικά και μόνο ό,τι είχε σχέση με
τα β ι β λ ί α · καμία προσωπική αναφορά. Από τα παρά­
σημα που στόλιζαν έναν τοίχο του γραφείου, συμπέ­
ρανε πως ο ηλικιωμένος άντρας ήταν κάποτε αξιω­
ματικός. Δεν το κουβέντιασε, όμως, μαζί του. Ήταν
εσωστρεφής άνθρωπος, εξαιρετικά ευγενής και δια­
κριτικός, ακόμα και με τη γυναίκα που ερχόταν κάθε
πρωί για τη φροντίδα του σπιτιού. Ο Μιχαήλ δεν είχε
την περιέργεια να μάθει περισσότερα για τον εργο­
δότη του. Ήθελε να είναι άψογος στη δουλειά του
και τη συμπεριφορά του.
Ο Φραγκόπουλος σπάνια έβγαινε τα βράδια. Σε αντί-

27
θεση με τον Μιχαήλ, που δε σταμάτησε να επισκέπτεται
τα μπαρ. Ωστόσο, δεν του έδωσε αφορμή ν' αντιληφθεί
πως έπινε περισσότερο από όσο έπρεπε. Ένα δυο ποτή­
ρια μπροστά του, όταν τύχαινε.
Πέρα από την οικονομική ανάγκη για τοΰτη τη δου­
λειά, άρχισε σιγά σιγά κι αυτός να την αγαπάει.
Δεν την έκανε μηχανικά· το αντίθετο. Διάβαζε, καθώς
περνούσε ο καιρός, σχεδόν όλα τα βιβλία που αξιολο­
γούσαν για να μπουν στα ράφια και άνοιγαν συζητή­
σεις ατελείωτες πάνω σ' αυτά.
Δεν μπορούσε, όμως, να καταλάβει πού έβρισκε
τόσα χρήματα για τη συλλογή του.

Είχε περάσει ένας χρόνος που ο Μιχαήλ ζούσε κι εργα­
ζόταν στο σπίτι της Κηφισιάς. Καμιά άλλη σημαντική
αλλαγή στη ζωή του· καμιά γνωριμία με γυναίκα.
Κάποιες περαστικές ιστορίες της μιας βραδιάς, ενώ
σπάνια ξενυχτούσε πια σε κάποιο μπαρ.

Μια ασήκωτη κούτα με βιβλία παλιά, από το Μοναστη­
ράκι, ήταν το απόκτημα του Μιχαήλ εκείνο το Σάββατο.
Ο παλιατζής επέμενε να μην του δώσει μόνο τους έξι
παλαιούς τόμους της εγκυκλοπαίδειας ΗΛΙΟΣ, αλλά και
ό,τι άλλο περιείχε το κιβώτιο. «Έχει βιβλία αξίας και
μην τα κοιτάς έτσι περιφρονητικά. Τα έχω καταχωνια­
σμένα χρόνια τώρα στην αποθήκη. Τα είχε πάρει

28
ο πατέρας μου από ένα αρχοντικό στην Κηφισιά...
Μια τιμή όλα μαζί!»
Άπλωσε τα βιβλία της κούτας στο χώρο του σπιτιού
όπου γινόταν το ξεκαθάρισμα. Ήταν κατάλληλα δια­
μορφωμένος, είχε ειδικό φωτισμό και πάγκους με μόνω­
ση για την υγρασία· ένα τέλειο εργαστήριο στο υπόγειο.
Άρχισε το ξεδιάλεγμα. Πετούσε, καθάριζε, ώσπου
έφτασε στο τελευταίο... ένα μικρό μπλε σκούρο, δερμα­
τόδετο, ξεθωριασμένο τετράδιο, κάτι σαν ημερολόγιο. Το
κράτησε στα χέρια του αρκετά λεπτά. Στην αρχή, απλώς
το φυλλομέτρησε. Όταν, όμως, έπεσε το βλέμμα του στη
σελίδα με τον κόκκινο σταυρό, σταμάτησε. Σποραδικά,
ήταν σημαδεμένες κάποιες ημερομηνίες. Αυτή που του
έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν στις 14 Σεπτεμβρίου
του 1937. Δίπλα στο σταυρό, που έδειχνε τη μεγάλη γιορ­
τή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, ήταν σχεδιασμένος
κι ένας δεύτερος με κόκκινο μολύβι, πιο μεγάλος. Το πιο
εντυπωσιακό, μάλιστα, ήταν το ζωγραφισμένο με μαύρο
μολύβι σώμα μιας γυναίκας πάνω στο σταυρό!
Δύσκολα διέκρινε αυτό που έγραφε:
Σήμερα σταυρώθηκε η Βερονίκη!

Στις 10 Ιανουαρίου έγραφε:
Γεννήθηκε ο αδελφός μου στις πέντε το πρωί.
Θα τον πούνε Αλέξανδρο, Χωρίς χρονολογία...

Η τρίτη, σημειωμένη το 1942, έγραφε:
Γνώρισα τον Τζόγια.

29
Έπειτα προσπάθησε να διακρίνει και τις άλλες τρεις,
αλλά, κατά περίεργο τρόπο, είχαν τραβηγμένες γραμμές
με μελάνι, και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι έγραφαν.
Σε μια άλλη σελίδα διάβασε: «Αν κάνω γιο, θα του
δώσω βυζαντινό όνομα · ίσως Μιχαήλ ή Ρωμανό. Μου το
έχει ζητήσει ο Σεραφείμ...»
Το εξώφυλλο ήταν στολισμένο με μια ανάγλυφη
μεταλλική πλακέτα που τώρα ήταν μαυρισμένη. Πρέπει
να ήταν ασημένια. Είχε πάνω της χαραγμένα κάποια
αρχικά που δε φαίνονταν καθόλου.
Όταν τελείωσε το ξεκαθάρισμα, παρέδωσε τα
βιβλία που έκρινε σημαντικά στον παράξενο εργοδότη
του, αλλά κράτησε το ημερολόγιο. Για ποιο λόγο; Μάλ­
λον γιατί εκείνο το σημειωμένο όνομα -Μιχαήλ- σφη­
νώθηκε βαθιά στο μυαλό του.
Τον πείραζαν όλοι όσοι τον γνώριζαν: «Μιχαήλ;
Απόγονος του Βυζαντίου είσαι, βρε αδελφέ; Άσχημο το
Μιχαλάκης;»
Δεν του αποκάλυψε την ύπαρξη ταυ περίεργου αυτού
ημερολογίου μέσα στην κούτα. Περιορίστηκε σ' αυτά που
τον ενδιέφεραν. Στην εγκυκλοπαίδεια και στα υπόλοιπα
βιβλία που, ευτυχώς, ανάμεσά τους υπήρχαν και έξι
βιβλία από τις Εκδόσεις Λειψίας σε άριστη κατάσταση.
Τα σπάνια ευρήματά του τον συνεπήραν και ολοένα
σκεφτόταν τη χαρά που θα έδινε στον κύριο Φραγκό-
πουλο, με αποτέλεσμα να ξεχάσει κι ο ίδιος το τετρά­
διο της Βερονίκης που είχε κρύψει στο συρτάρι της
παλιάς σιφονιέρας, στο δώμα όπου έμενε...

30
Θ αμπώθηκε η Βερονίκη όταν έφτασε στην Κωνστα­
ντινούπολη, νιόπαντρη, δεκάξι χρονών κορίτσι.
Δεν προλάβαινε να χορταίνει την ομορφιά και την πολυ­
τέλεια. Τέτοια πόλη υπήρχε μόνο στα παραμύθια που
άκουγε μικρή. Ό,τι της είχε διηγηθεί ο άντρας της, τις
μέρες που ταξίδευαν με το καράβι από τον Πειραιά έως
το Βόσπορο, δεν ήταν τίποτε μπροστά σ' αυτά που τώρα
αντίκριζε και ζούσε. Μετά την Κωστάντζα όπου γεννή­
θηκε, πίστευε πως δε θα έβλεπε άλλον όμορφο τόπο.
Την έντυσε ο Θεοφάνης μες στα βελούδα της Ανα­
τολής και στα μεταξωτά της Προύσας. Τη γέμισε με
διαμάντια, ζαφείρια και μαργαριτάρια, από τα μαγαζιά
στην αγορά της Ιστικλάλ... Σε όλα τούτα το μόνο που
ζήτησε γι' αντάλλαγμα ήταν να του είναι πιστή.
«Τίποτ' άλλο δε θέλω εγώ: ποτέ να μην ντροπιάσεις
τ' όνομά μου. Τον εκτιμούν όλοι εδώ τον Θεοφάνη
Αρτόγλου».
«Σας παρακαλώ, κύριε...» Δεν είχε συνηθίσει να
λέει τ' όνομα του.
Ακόμη και το πρώτο βράδυ στο καράβι, που τους

31
πήγαινε στον Πειραιά για να φύγουν για την Πόλη,
κατέβαζε το κεφάλι όταν του μιλούσε. Όχι πως ήταν
ντροπαλή. Αντίθετα, μάλιστα, είχε θάρρος και πείσμα.
Ωστόσο, αυτός ο βιαστικός γάμος, παρ' όλη τη λύτρωση
που έφερε, φεύγοντας από το πατρικό της, προκαλού­
σε στη Βερονίκη φόβο για το άγνωστο.
Την πίεσε πολύ για να του μιλάει στον ενικό. Ούτε
την ώρα που τη σήκωσε στα χέρια, σαν πολύτιμο λάφυ­
ρο, και την οδήγησε στη νυφική κρεβατοκάμαρα για να
την κάνει δική του, ούτε τότε μπόρεσε να τον κοιτάξει
μες στα μάτια, να μην τον νιώθει ξένο.
Εκείνος προσπάθησε να της φερθεί με τρυφερότη­
τα. Ήταν πολύ καλός μαζί της. Δεν ήθελε αυτή την
πρώτη τους βραδιά να τραυματίσει το άγουρο κορίτσι
που παντρεύτηκε. Συνειδητοποιούσε πως η μεγάλη δια­
φορά ηλικίας που τους χώριζε θα στεκόταν εμπόδιο
στην ερωτική τους ζωή. Γι' αυτό τα είχε ετοιμάσει όλα
στην εντέλεια. Από το ολομέταξο ροζ νυχτικό και τα
ασορτί πασουμάκια, με πούλιες κεντημένα και φτερά,
έως τα ακριβά αρώματα σε σεντόνια και παπλώματα
που είχε μυρώσει η καμαριέρα του σπιτιού κατόπιν
εντολής του, Το κρεβάτι είχε ουρανό από μεταξωτό
ατλάζι, κεντημένο με μοτίφια χρυσά και ασημένια.
Λικέρ σε κρυστάλλινα μπουκάλια πάνω στο διπλανό
τραπεζάκι και δίσκος στο γραμμόφωνο με νοσταλγικά
τανγκό. Αναμμένα κεριά κόκκινα πλημμύριζαν με το
φως τους το μεγάλο δωμάτιο στο σπίτι, στη συνοικία
του Μπέγιογλου.

32
Κι όταν την ξάπλωσε στο κρεβάτι, άνοιξε το μεγάλο
βελούδινο κουτί και άπλωσε δίπλα της κολιέ, σκουλα­
ρίκια και βραχιόλι με σμαράγδια.
«Το δώρο για το γάμο μας».
Μέθυσε από τη λάμψη και το χρώμα τους η Βερονίκη.
Δεν κατάλαβε πότε την έβαλε στην αγκαλιά του κι άρχι­
σε να τη γεμίζει φιλιά και χάδια. Μόνο σαν έφτασε
η δύσκολη στιγμή για να την κάνει δική τoυ, εκείνη
πετάχτηκε σαν τρομαγμένο ζώο επάνω και αντέδρασε:
«Σας παρακαλώ, κύριε... Μη...»
«Θεοφάνη να με λες. Άντρας σου είμαι...» Μες στην
έξαψη του αυτό βρήκε να πει.
«Εντάξει, αλλά δε θέλω...»
«Πώς θα γίνεις γυναίκα μου; Πότε;»
«Θα γίνω...»
«Τώρα θέλω...»
«Όχι... Μη...»
Πώς να κάνει πίσω ο άντρας, που είχε φουντώσει
από το αλαβάστρινο γυμνό κορμί της, που το τύλιγαν τα
μακριά καστανά μαλλιά της; Κόντεψε να τελειώσει το
μπουκάλι με το λικέρ τριαντάφυλλο, όση ώρα την εκλι­
παρούσε κοιτάζοντας αποχαυνωμένος τα παράξενα
μάτια της.
«Σε ικετεύω, γιαβρί μου...»
«Σας παρακαλώ...»
«Θα σε προσέξω. Γιαβάς γιαβάς, θα μ' αγαπήσεις
κι εσύ. Έλα, κορίτσι μου...»
Την πήρε σαν μωρό στην αγκαλιά του και προσπά-

33
θησε να δαμάσει το πάθος του. Η Βερονίκη δεν είχε
άλλη επιλογή. Η Ελλάδα πια ήταν μακριά γι' αυτήν.
Πήρε την απόφαση να δ ε χ τ ε ί · έπρεπε να πληρώσει το
τίμημα της φυγής της. Έκλεισε τα μάτια, βούλωσε με τα
χέρια της το στόμα και περίμενε...
Ο γαμπρός ικανοποιήθηκε για την παρθενιά που
πήρε από τη δεκαεξάχρονη γυναίκα του και έγειρε
γρήγορα στο πλάι, ροχαλίζοντας, ναρκωμένος από τον
έρωτα και τη μυρωδιά του τριαντάφυλλου.
Έμεινε ώρα στην ίδια θέση, αποσβολωμένη, αφού
ο άντρας που είχε πλάι της δεν κατάλαβε πως άλλος
είχε περάσει πρώτος από το κορμί της...
Σε λίγο σηκώθηκε, πατώντας στις μύτες, και βγήκε
αθόρυβα από το δωμάτιο. Πήγε στο μπάνιο και έβγαλε
το ροζ νυχτικό. Το βούτηξε στο νερό, ύστερα το έσκισε
σε πολλά κομμάτια και το άφησε εκεί... Γύρισε πίσω
και κάθισε γυμνή απέναντι του στην πολυθρόνα.
Όταν ξύπνησε, την είδε να τον κοιτάζει με άδειο
βλέμμα.
«Τι έπαθες, κορίτσι μου;» Δεν του απαντούσε.
«Γυμνή; Πόση ώρα; θα μου κρυώσεις...» Την τύλιξε με
το σεντόνι. «Τι έπαθες, γιαβρί μου; Ωραία ήταν. Θα είναι
ακόμη πιο καλά, θα δεις...» Ακούνητη εκείνη, ενώ αυτός
συνέχιζε: «Είσαι δικιά μου πια, το ξέρεις; Χανούμ Αρτό-
γλου λέγεσαι! Η αρχόντισσα της Ιστανμπούλ!»
Αργησε ν' απαντήσει, γιατί έπρεπε να γίνει πιστευ­
τή στο ψέμα που θα ξεστόμιζε.
«Το ξέρω, Θεοφάνη. Τρόμαξα όμως».

34
Φοβήθηκε ο άνθρωπος μην τυχόν και παραφέρθηκε
μέσα στο μεθύσι του.
«Σε πρόσεξα... Μην κλαις». Εκείνη έβγαλε και δυο
ψεύτικα δάκρυα για να τον πείσει. «Μίλα, μπρε κορίτσι
μου. Τι σου έκανα;»
«Το νυχτικό γέμισε αίματα. Το έσκισα!»
«Δε σου μίλησε η μητέρα σου;»
«Ναι... Αλλά το νυχτικό;»
«Γι' αυτό σκας;» Γέλασε από ευχαρίστηση και άνοι­
ξε την ντουλάπα. «Μια ντουζίνα σου αγόρασα... Διά­
λεγε και φόρα κάθε βράδυ άλλο για τον άντρα σου!»
Εκεί έσπασε ο πάγος για τη Βερονίκη. Σηκώθηκε με
ύφος ντίβας κι άρχισε να βάζει και να βγάζει τα ακρι­
βά νυχτικά το ένα μετά το άλλο. Γιόρταζε τον πρώτο
της θρίαμβο! Το πιο δύσκολο στη ζωή που διάλεξε είχε
περάσει. Ο Θεοφάνης Αρτόγλου, ο πλούσιος έμπορος
της Κωνσταντινούπολης, δεν κατάλαβε πως είχε έρθει
δεύτερος, μετά από εκείνο το κτήνος που ρούφηξε
βαθιά στα σπλάχνα του το ποτάμι...

Μια βδομάδα ο Θεοφάνης ασχολιόταν με το «γιαβρί»
του, όπως την έλεγε. Τη γυρνούσε παντού, στις αγορές
και στα παζάρια... Της ψώνιζε ό,τι μπορούσε να φαντα­
στεί πουκαμίσες από σγουρό μετάξι· κασμίρια από το
Πακιστάν και μπροκάρ της Περσίας· πανωφόρια με για­
κάδες και μανσέτες από ερμίνα και ζιμπελίνα. Όλα τα
πλήρωνε με λίρες! «Θέλω να είσαι ντουνιά γκιουζελί!»

35
Δύο μοδίστρες μπήκαν εσωτερικές στο σπίτι να
ράβουν για την καινούρια κυρία.
Άλλαξαν τη διακόσμηση σε όλα τα δωμάτια. Έπι­
πλα, κουρτίνες και στρωσίδια. Βγήκαν από τις κασέ­
λες παλιά ασημικά από την Οδησσό, Χαλιά από τα
βάθη της Τουρκίας. Ναργιλέδες με ρουμπίνια αληθι­
νά στήθηκαν πάνω στα σκαλιστά καρυδένια τραπέ­
ζια. Σερβίτσια που ντρεπόσουνα να τα κοιτάξεις.
Όλα όσα έφερε από τη Ρωσία, τότε, ο θείος Σερα­
φείμ, και τα άφησε στις αποθήκες του σπιτιού, πήραν
τη θέση τους.

Κάθε βράδυ την πήγαινε, καμαρωτός, πότε κινηματο­
γράφο και πότε θέατρο. Όταν, μάλιστα, ερχόταν θία­
σος από την Αθήνα, το ζευγάρι καθόταν στην πρώτη
σειρά με χοντρό μπαξίσι. Άλλες φορές, πήγαιναν στα
καλύτερα κέντρα, και όταν τη σύστηνε, γέμιζε το στόμα
του... «Από 'δώ, η γυναίκα μου! Κυρία Βερονίκη Αρτο-
γλου! Ελληνίδα!»
Πολλά ακούστηκαν πίσω από την πλάτη τους: «Ποια
τσούλα κουβάλησε, ποιος ξέρει...», «Ξέρετε από πού
κατάγεται;», «Δε λέει! Σφίγγα! Όταν τον ρωτάς, απα­
ντάει "στα γαλανά νερά του Αιγαίου την ψάρεψα!" και
γελάει σαν χαζός!». Και δώσ' του να κακολογούν:
«Πατέρας της φαίνεται...», «Για τα λεφτά του τον
πήρε!», «Το μάτι της δεν είναι καθαρό!», «Ναι, έχει
χρώμα σκοτεινό μπλε», «Βιολετί, σαν τα λουλούδια του

36
Επιταφίου, Δεν είναι καλό σημάδι.,.», «Θα του φορέ-
σει κέρατα! Θα δείτε!».
Παρ' όλη τη μικροπρέπεια τους, ούτε είδαν ούτε
άκουσαν κάτι. Τέλεια σύζυγος· τέλεια οικοδέσποινα.
Μπορεί να φερόταν ξιπασμένα κάποιες φορές, αλλά
κανείς δεν μπορούσε να πει κάτι τεκμηριωμένα για την
κυρία Αρτόγλου. Ακόμη και όταν κάπνιζε μ' εκείνη τη
μακριά ασημένια πίπα, σαν σταρ του σινεμά, της έβγα­
ζαν το καπέλο οι άντρες.
Γιατί, είν' αλήθεια, πολλοί ζήλεψαν την τύχη του
Θεοφάνη. Και άλλοι τόσοι ονειρεύονταν στην αγκαλιά
τους τη Βερονίκη με τα βιολετιά μάτια και τα μαλλιά
σαν ώριμο κάστανο.

Ζωντάνεψε το σπίτι που είχε θέα στο Βόσπορο και
στον τρούλο της Αγια-Σοφιάς, εκεί στη συνοικία του
Μπέγιογλου. Πλούσιες βεγκέρες με χορούς, τραπέζια
με όλου του κόσμου τα καλά, βραδιές με χαρτοπαίγνια
έκαναν σιγά σιγά το ζευγάρι περιζήτητο στην καλή κοι­
νωνία της Πόλης.
Πήγαιναν συχνά και στο σπίτι της Χάλκης. Αυτό δεν
ήταν του Θεοφάνη. Ζούσε εκεί ο αδελφός του πατέρα
του, ένας πραγματικός άρχοντας, ο Σεραφείμ Αρτό­
γ λ ο υ · ο ευεργέτης τόσων και τόσων.
Μέχρι τα πενήντα πέντε του χρόνια, έμενε στην
Οδησσό. Εκεί είχε γεννηθεί, εκεί μεγάλωσε και εκεί
ήθελε να πεθάνει, «Εγώ θα ταφώ κάτω από την οδό

37
Γκρετσέσκαγια!» έλεγε. «Εκεί που κάθε σπιθαμή γης
έχει πάνω της τα βήματά μου! Σ' αυτό το σπίτι έζησαν
όλοι οι Αρτόγλου από το 1780!»
Δεν έγινε, όμως, έτσι. Ένα σημαδιακό όνειρο και το
πείσμα μιας γυναίκας τον οδήγησαν, θέλοντας και μη,
στην απέναντι πλευρά της Μαύρης Θάλασσας.
Είχε κάνει μεγάλη περιουσία. Είχε κληρονομήσει
από τους δικούς του αποθήκες με σιτηρά, δημητριακά
και μπαχαρικά. Τα φόρτωνε στα καράβια ενός πρώτου
ξαδέλφου του, εφοπλιστή, και τα πουλούσε στη Δύση.
Ευτυχώς, είχε την πρόνοια να τα πουλήσει, όλα λίγο
πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση.
Είδε όνειρο σημαδιακό και έπραξε έτσι. Άκουσε
εκείνη την πλούσια, σοφή δασκάλα της μουσικής στο
Λύκειο Ρισελιέ, τη μαντάμ Ροσάννα. Ήταν φίλη της
μάνας του κάποτε... Ήξερε να εξηγεί τα όνειρα και
λάτρευε την κλασική μουσική - είχε κρατημένο πάντα
ένα θεωρείο στην Όπερα.
Όλοι την ήξεραν στην Οδησσό. Φήμες έλεγαν πως
καταγόταν από τσαρική οικογένεια. Αλήθεια ψέματα,
πάντως, είχε μια αρχοντιά που σε καθήλωνε μαζί με τα
τσαχπίνικα πράσινα μάτια της. Μέχρι τα τελευταία της,
τα μαλλιά της ήταν πιασμένα πίσω με δυο χτένια από
τοπάζια, ενώ στο μέτωπο της έπεφταν πάντα κοκκινό-
ξανθες μπούκλες. Φορτωμένη στα διαμάντια, σιγοψι­
θύριζε όλες τις όπερες. Τις ήξερε απ' έξω. Η αγαπημέ­
νης της ήταν η Αΐντα.

38
Ο Σεραφείμ της μίλησε για το όνειρο που είδε, ξημερώ­
ματα μιας Παρασκευής, καθώς έπιναν τη μαστίχα τους
στον κήπο του σπιτιού της Ροσάννας, στην Αρκάντια.
Είχαν βρεθεί την προηγούμενη Κυριακή στην
εκκλησία της Αγίας Τριάδας και τον κάλεσε να περά­
σουν μαζί τη μέρα στην εξοχή.
Συναντιόνταν σχεδόν σε κάθε λειτουργία. Ο Σερα­
φείμ τα είχε καλά με τον Θεό. Πάντα έκανε το σταυρό
του κι έλεγε «Δόξα Σοι».
Άκουσε με προσοχή η Ροσάννα το όνειρο. Πέντε
λεπτά έμεινε αμίλητη. Μετά, τον κοίταξε βαθιά στα
μάτια και σηκώθηκε αργά. Δεν τη βοηθούσαν το πάχος
και η ηλικία της. Περπάτησε λίγα βήματα και στάθηκε
κάτω από το κυπαρίσσι. Πήρε δυο ανάσες και μετά
άρχισε να μιλάει πανικόβλητη:
«Μεγάλο κακό έρχεται στον τόπο! Ντα! Ντα! Μην
κάθεσαι ούτε λεπτό, Σερά! (έτσι τον φώναζε χαϊδευτικά)
Το όνειρό σου είναι προφητικό!»
«Μα τι λες, μαντάμ. Συγγνώμη, με όλο το σεβασμό
μου, αλλά δεν είναι εύκολο... Τι θα συμβεί δηλαδή και
τρομάζεις έτσι;»
«Μάζεψε τα, πούλα τα όλα και φύγε στην απέναντι
πλευρά της Μαύρης Θάλασσας! Σημαδιακό όνειρο...
Φύγε!»
«Κι αν είναι λάθος;»
«Τότε γύρνα να σου δώσω και τη δική μου περιουσία!»
«Για πάντα θα μείνω;» ρωτούσε ανόητα αυτός ο τόσο
έξυπνος άνθρωπος.

39
Τόσο τον επηρέασε η Ροσάννα. Θαρρείς και του πήρε
όλη τη γνώση. Σαν μικρό παιδί φοβισμένο την άκουγε.
Και όταν πρόβλεψε και το τελευταίο, το πήρε απόφαση.
«Άκουσέ με... Θα έρθουν τα πάνω κάτω. Θα πεινά­
σει ο κόσμος εδώ. Θα χυθεί αίμα. Για το καλό σου...
Εγώ παιδιά δεν έκανα. Εσένα αγαπάω, μετά τη μάνα
σου που πέθανε. Εσένα νοιάζομαι,,.»
Συγκινήθηκε ο Σεραφείμ κι έσκυψε να της φιλήσει
τα δυο της χέρια.
«Θα το κάνω, μαντάμ Ροσάννα».
«Εκεί θα ζήσεις σαν άρχοντας, όπως έζησες μέχρι
σήμερα».
Τρόμαξε στην αρχή, αλλά σύντομα πείστηκε από τα
λόγια της κι αποφάσισε ν' ακολουθήσει τη συμβουλή
της. Πούλησε τα πάντα στον ξάδελφο του τον εφοπλι­
στή. Τσουβάλια τα ρούβλια και τα χρυσά.
Μάλιστα, προτού εγκαταλείψει την Οδησσό, την
παρακάλεσε να την πάρει μαζί του. Φοβόταν μ' εκείνα
τα λόγια της: «Μεγάλο κακό έρχεται για τον τόπο!»
«Μαζί μου θα 'ρθεις, μαντάμ Ροσάννα!»
«Ξέχνα το, Σερά. Κοντεύω τα εκατό... Εγώ θα πεθά­
νω εδώ, στο τσερνόζεμ*!»
Τη θυμόταν πάντα και της άναβε κερί κάθε Κυριακή
στην εκκλησιά του Αγίου Νικολάου, στη Χάλκη, για τη
σωστή εξήγηση που έδωσε τότε στο όνειρο του.

Σ.τ.Ε_
* μαύρη γη

40
Πανέξυπνος άνθρωπος. Τυχερός πολύ· όλοι το λέγανε.
«Κάρβουνο να πιάσει ο Σεραφείμ, μάλαμα θα γίνει!»
Είχε σπουδάσει στην Ελληνική Εμπορική Σχολή,
στην Οδησσό. Μιλούσε γαλλικά και αγγλικά, μαζί με
τα ρωσικά και τα ελληνικά, τέσσερις γλώσσες! Χάρη
στις γνώσεις του προόδευσε στη ζωή του και απέκτησε
μεγάλη πείρα στο εμπόριο.
Το μόνο που του έλειπε ήταν το μπόι και η ομορφιά.
Ήταν δεν ήταν ένα κι εξήντα. Πολύ αδύνατος, σαν
καχεκτικός, δεν τολμούσε να κοιτάξει γυναίκα. Ωστό­
σο, του έγιναν πολλά προξενιά χάρη στα λεφτά του και
στην καλή του ψυχή. Τα περισσότερα, βέβαια, προέρ­
χονταν από τη μαντάμ Ροσάννα.
«Oh, mon Dieu! Mon Dieu! Που θα αφήσεις τέτοια
κληρονομιά, Σερά;»
«Στο γιο του μακαρίτη του αδελφού μου. Τον Θεο­
φάνη που ζει στην Πόλη».
«Αυτός ο άχρηστος, από τότε που ήταν παίδι και πέθα­
νε ο αδελφός σου, δεν ήρθε να σε δει ούτε μια φορά!»
«Πήγα εγώ και φτάνει».
«Δε λες καλύτερα πως δεν τον άφηνε εκείνη η μάνα
του, η στρίγκλα, που δε χώνεψε κανέναν από την οικο­
γένεια Αρτόγλου!»
«Πέρασαν αυτά...» Πήγαινε να κλείσει την κουβέ­
ντα, αλλά εκείνη επέμενε.
«Τι ιστορία ήταν κι αυτή! Ένας Αρτόγλου να μπλέξει
με μουσουλμάνα. Καλά που τον αποκλήρωσε ο πατέρας
σας. Ήθελες να σου κάνει και τεμενάδες;»

41
Τα ήξερε καλά όλα αυτά κι έτσι δεν έδινε άλλη
συνέχεια.
Όσες φορές πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη, έβλε­
πε τον ανιψιό του και άφηνε κι ένα σακούλι λίρες στη
μουσουλμάνα. Ώσπου πέθανε αυτή, και ο Θεοφάνης
κρατούσε ακόμα την πίκρα από την οικογένεια του
πατέρα του.
Τον αγαπούσε το θείο Σεραφείμ, αλλά δεν πήγαινε
επ' ουδενί να ζήσει στην Οδησσό μαζί του. Γι' αυτό χάρη­
κε όταν ο θείος έφτασε στην Πόλη, με όλα τα λεφτά του.
«Θα μείνω εδώ για πάντα Θα σε βοηθήσω να γίνεις
τρανός. Μόνο να με ακούς εμένα! Έχω μάθει το εμπό­
ριο πιο καλά από τον καθένα... Αλλιώς, θα σε δώσω
ένα μπερντάχι!» του ανακοίνωσε.
«Εντάξει, θείε», είπε, αλλά άργησε να αποκτήσει τις
συνήθειες του Σεραφείμ,

Ο Θεοφάνης ήταν άλλος χαρακτήρας· σπάταλος και γυ­
ναικάς. Όσα έβγαζε από το υποκατάστημα με τα σιτηρά,
που του είχε ανοίξει ο θείος στην Πόλη, τα ξόδευε στις
γυναίκες, που ήταν η μεγάλη αδυναμία του. Τη ζωή που
δεν έκανε ο θείος του, την έκανε αυτός. Ο Σεραφείμ μά­
ζευε ακόμα και τη δεκάρα. Ήταν αντικοινωνικός άνθρω­
πος, τα προσωπικά του έξοδα ήταν λιγοστά, κι έτσι οι
καταθέσεις του όταν ζούσε στην Οδησσό είχαν αβγατίσει.
Όσο για τις γυναίκες, τα βόλευε τότε στην έπαυλη
της Βέρας Ροντσόφ, στο προάστιο του Μπολσόι Φοντάν.

42
Χωρίς σκέψεις και προβλήματα, δυο βράδια την
εβδομάδα απολάμβανε τα πιο όμορφα ξανθά κορίτσια
της Οδησσού, πληρώνοντας δίχως αντίρρηση μπόλικα
ρούβλια. Έτσι κάλυπτε την απουσία της γυναικείας
παρουσίας και του έρωτα.
Εξάλλου, αυτός και μόνο αυτός γνώριζε το κουσού­
ρι που δεν τον άφηνε να παντρευτεί. Ήταν ανίκανος.
Κάτι που ούτε στους δικούς του είχε ξεστομίσει ποτέ,
αλλά ούτε η φίλη του η Ροσάννα είχε υποψιαστεί...
Όταν έφτασε στην Τουρκία, εκτός από την επιχεί­
ρηση με το εμπόριο σιτηρών, δημητριακών και μπαχα­
ρικών που μετέφερε εκεί, άνοιξε και τα μεγάλα βυρσο­
δεψεία στην Προύσα.
Αυτός ήταν η αιτία να ξεκινήσει και ο Θεοφάνης τις
μεγάλες επιχειρήσεις του. Αργότερα, μπήκε στο εμπό­
ριο δερμάτινων ειδών με τα δέρματα του θείου και,
μετά, οι δυο τους ξεκίνησαν τη δουλειά με τα καπνά.
Σύμβουλός του δεν έπαψε να είναι ο Σεραφείμ,
που τον στρίμωξε πολύ στη δουλειά και τον μάζεψε
από τα ξενύχτια και τις γυναίκες. Απέκτησε τεράστια
επιρροή επάνω του. Αυτός ήταν και η αιτία που
παντρεύτηκε τη Βερονίκη. «Να πας στην Ελλάδα να
παντρευτείς γυναίκα! Έχω μάλιστα κι ένα φίλο εκεί
Τον Βασίλη Δεσύλλα. Τρία κορίτσια της παντρειάς
έχει. Ξέπεσε ο άνθρωπος στη Ρουμανία και γύρισε
στην πατρίδα, αλλά, μη σε νοιάζει, για την προίκα
έχουμε εμείς να φάνε δυο γενιές ακόμα...»
Είχε συνεργαστεί παλαιότερα με τον Δεσύλλα, τότε

43
που αυτός ήταν στην Οδησσό και ο άλλος στην Κωστά-
ντζα. Δεν είχαν συναντηθεί ποτέ. Όσα γνώριζε, βέβαια,
γι' αυτόν προέρχονταν από τον ξάδελφο, τον εφοπλι­
στή. Τον είχε παρουσιάσει πλούσιο και αξιοπρεπή. Είχε
στην κατοχή του δύο ποταμόπλοια στο Δούναβη.
Πείστηκε ο Θεοφάνης από τα λόγια του θείου και
βρέθηκε στην Ελλάδα, Μέσα σε δυο μέρες, έγινε ο
γάμος. Και δεν του ανέφερε ποτέ πως ο Δεσύλλας ήταν
αλλιώτικος από τις περιγραφές του... Κουβέντα δεν είπε
στο θείο για όσα άκουσε και είδε τότε, γιατί ερωτεύτηκε
τρελά, από την πρώτη στιγμή, τη μικρότερη κόρη.

Το βράδυ που έφτασαν στην Πόλη, ο Σεραφείμ έμεινε
άφωνος από το νέο κορίτσι.
«Μάσαλα, Θεοφάνη! Εσύ δεν έφερες γυναίκα, ανι­
ψιέ μου. Το ουρί του παραδείσου μπήκε στο σπίτι σου!»
«Σ' αρέσει, θείε, ε;»
«Ταμάμ γυναίκα διάλεξες! Γκιουζέλ! Καλώς όρισες,
πριγκίπισσα!»
Πήρε τα τρυφερά της χέρια μέσα στα δικά του ρυτι­
δωμένα και τα κράτησε για ώρα, δίνοντας της ευχές.
Ίσως και να ήταν από τις σπάνιες φορές έως τότε που
η Βερονίκη συγκινήθηκε από ένα γεροντάκι. Και άνοι­
ξε γαλλική σαμπάνια και ήπιαν στην υγειά της.
Στη συνέχεια, της έδωσε μια μεγάλη βελούδινη
θήκη. «Τα κρατούσα για τη δική μου γυναίκα. Δε
θέλησε ο Θεός όμως... Ήταν της μητέρας μου... Όταν

44
τα φορούσε, παραμιλούσε όλη η Οδησσός. Δικά σου.
Γαμήλιο δώρο!»
Η Βερονίκη δεν ένιωθε άνετα με τέτοια υποδοχή.
Κατά βάθος τής άρεσε, αλλά δεν έβρισκε λόγια να πει.
Πώς να φερθεί όταν άνοιξε τη θήκη και είδε το περι­
δέραιο; Ζαλίστηκε από τη λάμψη των μπριγιάν και των
ζαφειριών.
«Θεέ μου!» ψιθύρισε έκθαμβη. Καλά που μίλησε
ο Σεραφείμ και την επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Στάσου να το βάλω στο λαιμό σου». Το περιδέραιο
έπιανε από την άκρη του λαιμού και έφτανε λίγο πάνω
από τα στήθη της. Τότε ο Θεοφάνης πρόσεξε για πρώτη
φορά τον ψιλόλιγνο λαιμό της γυναίκας του που ήταν
σαν μίσχος.
Δεν μπόρεσε να του πει «ευχαριστώ». Αυθόρμητα,
έσκυψε και αγκάλιασε τον Σεραφείμ. Και προτού προ­
λάβει εκείνος ν' αντιδράσει, του έδωσε δυο φιλιά στα
μάγουλα.
«Θα σας αγαπώ σαν δικό μου άνθρωπο, ό,τι κι αν
γίνει...»
Δάκρυσαν οι δυο άντρες, μα περισσότερο ο θείος.
Η μοναδική φορά που ένιωσε τέτοια γλύκα μέσα ταυ
από γυναίκα, κι ας ήταν αυτή μόνο δεκάξι χρονών. Τη
θέση της κόρης και της εγγονής, που δεν απέκτησε στη
ζωή του, την πήρε από κείνη τη στιγμή η νύφη από την
Ελλάδα.

45
Μεγάλη αδυναμία υπήρχε ανάμεσα σε θείο και ανιψιά!
Ωστόσο, σα γνώρισε τη Βερονίκη, ο Σεραφείμ ξετρε­
λάθηκε μαζί της.
Το πρώτο που αποφάσισε ο γέρος, λίγο προτού φύγει
ο Θεοφάνης για να παντρευτεί, ήταν να μείνει μόνος του.
«Τώρα εγώ δεν έχω θέση ανάμεσα στο ζευγάρι»,
του είπε. «Θα μείνεις εδώ με τη γυναίκα σου!»
Διαφώνησε ο Θεοφάνης, προσπαθώντας να του αλλά­
ξει γνώμη. Μάταια, όμως...
«Εκεί μ' αρέσει... Αγναντεύω από κοντά το Βόσπο­
ρο...» είπε κι αγόρασε το σπίτι στη Χάλκη.
Το πιο όμορφο στο νησί. Κι όταν έφτασε η νύφη από
την Ελλάδα, δεν ασχολήθηκε με τίποτε άλλο ο γερο-
Σεραφείμ. Όλα τα άλλα τα ανέλαβε η Βερονίκη.
Αυτός μόνο πλήρωνε, έδινε τις ευχές του, της χαμο­
γελούσε και πάντα είχε για κείνη ένα κουτί στην τσέπη
με κάποιο ακριβό χρυσαφικό, για να την ευχαριστήσει.
Η Βερονίκη έφτιαξε ένα σπίτι, από μέσα μέχρι έξω,
που το ζήλευαν όλοι. Κι εκείνος τόσο χουβαρντάς δεν
υπήρξε ποτέ του όσο μαζί της. Ακόμα και χοροδιδά­
σκαλο προσέλαβε για την όμορφη κοπέλα.
Όποτε τον επισκεπτόταν, της ζητούσε να χορέψουν
τους χορούς που μάθαινε. Έπαιρνε ζωή, εκείνες τις
ώρες, καθώς θυμόταν πόσο καταπληκτικός χορευτής
ήταν στα νιάτα του. Λόγω της εμφάνισης του, όμως,
δυσκολευόταν να βρει ντάμα όταν, έστω και σπάνια,
πήγαινε στα γλέντια και στους χορούς στην Οδησσό,
Πόσο αγάπησε η Βερονίκη αυτό τον καμπούρη γέρο

46
ήταν κάτι που το χαιρόταν και ο Θεοφάνης. Μ' αυτό το
δέσιμο που είχαν η γυναίκα του και ο θείος του, θα κλη­
ρονομούσε σίγουρα ό,τι είχε και δεν είχε ο Σεραφείμ.
Η Βερονίκη βρήκε μια Ελληνίδα πρόσφυγα από τη
Φιλιππούπολη, τη Νίνα, να τον προσέχει. Η ίδια πήγαι-
νε τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα να τον δει, να
μιλήσουν και να περπατήσουν στα δρομάκια της Χάλ-
κης ή να πάνε βόλτα με το βαποράκι στο Γαλατά.
Έκανε και στους δυο καλό αυτή η σχέση.
Από το πρωί ξεκινούσαν να πίνουν τα αρωματικά τσά­
για. Μονίμως κουβαλούσε και κάποιο γλυκό. Του άρεσε
το εκμέκ κανταΐφι - από τα χέρια της φτιαγμένο.
Αργότερα, κάθονταν στον κήπο ή, άλλες φορές, στα
μαγαζιά της παραλίας και άρχιζαν τα ούζα. Από το
γερο-Σεραφείμ έμαθε να πίνει. Όσο κυλούσε ο καιρός,
τόσο της άρεσε αυτό το ποτό που έκαιγε το λαρύγγι και
τα σωθικά της. Σαν βάλσαμο το ένιωθε, που έσβηνε
κάθε πίκρα που κουβαλούσε μέσα της από το νησί, από
τότε που το άφησε και δεν ήθελε να ξαναγυρίσει ποτέ
μα ποτέ πίσω...
Αλλη μια συνήθεια, που την έμαθε από αυτόν, ήταν
να καπνίζει. Ο γέρος έστριβε τσιγάρο μ' έναν τρόπο
τελετουργικό. Και όταν το άναβε, εκείνη έσκυβε προς
το μέρος του για να εισπνέει τον καπνό. Της άρεσε αυτή
η ζάλη που της έφερνε. Το παρατηρούσε ο Σεραφείμ
και χαμογελούσε πονηρά. Μια μέρα, της έκανε νόημα
και προέτεινε το τσιγάρο του να δοκιμάσει. Σαν μικρό
παιδί που του χάριζαν καραμέλα, ρούφηξε τον καπνό.

47
«Σ' αρέσει, κορίτσι μου;»
«Πολύ!»
«Κάτσε να στρίψω ένα και για σένα. Θα βάλω απ'
το καλό χαρμάνι... Αυτό το καπνίζουν όσοι έχουν
παράδες!»
Το πήρε και με χάρη άρχισε να καπνίζει... Αυτή
ήταν η αρχή!
Ούτε ρώτησε ποτέ πώς ο θείος ήταν τόσο προοδευ­
τικός. Χωρίς πολλές κουβέντες, μόλις σέρβιρε τον
καφέ η Νίνα, έλεγε:
«Τι ωραίος που είναι ο καφές με το τσιγάρο!»
«Είναι μεθύσι... Μόνο που, σαν γυναίκα, δεν πρέπει
να στρίβεις τσιγάρο».
Από την επόμενη μέρα, το πακέτο την περίμενε
μόλις έφτανε στη Χάλκη. Το φρόντιζε ο ίδιος. Αυτή,
όμως, επέμενε στο στριφτό. Μόνο όταν βρισκόταν έξω,
κάπνιζε από το πακέτο.
Πέρασαν μήνες για να καταλάβει ο Θεοφάνης πως
κάπνιζε η γυναίκα του.
Πήγαν μια Κυριακή να φάνε στο σπίτι του θείου.
Μετά το φαγητό, την ώρα που τους σέρβιραν τα λικέρ,
ο Σεραφείμ έβγαλε από την τσέπη του μια ασημένια
ταμπακιέρα με χαραγμένα επάνω τα αρχικά Β Α.
Την άνοιξε με βλέμμα πονηρό και της πρότεινε να πάρει
τσιγάρο. Ο Θεοφάνης δεν καταλάβαινε τι γινόταν.
«Θείε...» ψέλλισε. Και μόλις έσκυψε η Βερονίκη προς
το μέρος του θείου για να της ανάψει το τσιγάρο, ο Θεο­
φάνης πετάχτηκε επάνω. «Τι ρεζιλίκια είναι αυτά;»

48
«Κάτσε κάτω. Δεν πρέπει να σου κρατάει μυστικά η
γυναίκα σου. Η Βερονίκη καπνίζει εδώ και πέντε μήνες».
Κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. Κοκκίνισε, πρασίνι­
σε, αλλά που να φέρει αντίρρηση στο θείο. Όσο για
κείνη, έδειχνε ψύχραιμη και αδιάφορη, σαν να μη
συνέβαινε τίποτε. Δέχτηκε, μάλιστα, με χαρά την αση­
μένια ταμπακιέρα.
Δεν της έκανε φασαρία όταν γύρισαν στο σπίτι.
«Δε θέλω να καπνίζεις μπροστά στον κόσμο!» αρκέ­
στηκε να πει.
«Εντάξει, Φάνη μου,..» Έτσι τον έλεγε όταν ήθελε
να τον καλοπιάσει. Αλλά κι αυτό το «εντάξει» κράτησε
λίγο. Πήρε και μια μακριά ασημένια πίπα και κάπνιζε
κανονικά όπου την καλούσαν, σε σπίτια, ακόμα και σε
ρεστοράν.

Σε μια επίσκεψή της στη Χάλκη, ο Σεραφείμ της πρό­
τεινε να της πάρει μια δασκάλα να μάθει τα τουρκικά.
«Κορίτσι μου, είσαι ένα χρόνο εδώ και δεν ξέρεις
λέξη τούρκικη».
«Δε μ' αρέσει αυτή η γλώσσα, θείε. Δε μ' αρέσουν
ούτε οι άνθρωποι. Σκλάβωσαν την πατρίδα μου. Έρι­
ξαν τον κόσμο στη θάλασσα, τότε, το '22».
«Όλοι πονάμε γι' αυτά. Μη μένεις στα παλιά...
Ήταν θέλημα Θεού».
«Ξέρω ρουμάνικα και γαλλικά. Στην Κωστάντζα μας
είχε δασκάλα η μητέρα μας. Φτάνει...»

49
«Πρέπει να καταλαβαίνεις και να μιλάς τη γλώσσα
της χώρας που ζεις. Ο άντρας σου άνοιξε μεγάλες δου­
λειές. Τώρα που θα πεθάνω εγώ...»
«Εσείς όχι!» τον διέκοψε αγριεμένη. Σαν να ήθελε
να διώξει μακριά το χάρο απ' αυτόν. Αφού και ο ίδιος
ο Σεραφείμ ξαφνιάστηκε με τον τρόπο της. Τόσο τον
αγαπούσε, λοιπόν;
«Μ' αγαπάς ε;»
«Πολύ».
«Κι εγώ. Έφερες στη ζωή μου ό,τι στερήθηκα...»
«Το ξέρω... Κι εμένα μου έλειψε η αγάπη».
Χάιδεψε τρυφερά το ρυτιδωμένο χέρι του και χαμο­
γέλασε μ' εκείνο το χαμόγελο που ο Σεραφείμ το έλεγε
ηλιοχαμόγελο της Ιστανμπούλ! «Τώρα είναι η κατάλλη­
λη στιγμή να τη ρωτήσω. Τώρα, που παραδέχτηκε πως
μ' αγαπάει, θα μου εξομολογηθεί», σκέφτηκε.
«Τον πατέρα σου δεν τον αγαπάς;»
Τι ερώτηση σ' αυτό το γλυκό δειλινό; Ποιος το επέ­
τρεψε να τη ρωτήσει; Πώς έσβησε έτσι γρήγορα το φως
από τα μάτια της; Το χρώμα τους άλλαξε κι έγινε μαύρο,..
«Όχι!» Σηκώθηκε κι έριξε το μαντό στην πλάτη της,
έτοιμη να φύγει.
«Τον ήξερα, Βερονίκη...»
Γύρισε απότομα και συναντήθηκαν τα βλέμματα τους.
Τον ήξερε ο «αγαπημένος θείος»; Πώς γινόταν αυτό;
Ο Θεοφάνης δεν της είχε μιλήσει ποτέ γι' αυτή τη γνωρι­
μία. Κάθισε αποσβολωμένη. Από στιγμή σε στιγμή μπο­
ρούσαν να χαθούν όλα.

50
«Από πότε;...»
«Συνεργαζόμαστε παλιά. Εγώ στην Οδησσό, αυτός
στην Κωστάντζα... Δεν τον συνάντησα ποτέ. Άκουγα
καλά λόγια. Ο ξάδελφος μου ήταν φίλος του...»
«Α... Και;» Μια κουβέντα εδώ, μια εκεί.
«Ήξερα για τις τρεις κόρες του...»
«Εγώ είμαι η μικρή».
«Ναι... Μου είχε μηνύσει κάποτε... Όταν γυρίσατε
από τη Ρουμανία στο νησί».
«Τι σου 'χε μηνύσει;»
«Ήθελε να παντρέψει μια από σας»,
«Α...»
«Δε θέλω να σε πικράνω. Τότε που έπεσε έξω...»
«Ναι;...»
«Έτσι ήρθε ο Θεοφάνης. Εγώ τον έστειλα. Καλή
οικογένεια είχε ο πατέρας σου, έλεγαν, έτσι δεν είναι;»
«Ναι...» Απέφευγε να πει κάτι περισσότερο. Ήθελε
να ξεμπλέξει το γρηγορότερο.
Σηκώθηκε πάλι κι άρχισε να περπατάει στον κήπο
πέρα δώθε, ώσπου σταμάτησε στην άκρη κι άφησε το
βλέμμα της να απλωθεί στο γαλάζιο. Άκουσε το χτύπη­
μα του μπαστουνιού να πλησιάζει πίσω της. Έβαλε το
χέρι του στη μέση της. Έμειναν για λίγο αμίλητοι,
«Ο Θεοφάνης μου είπε πως είδε πράγματα που τον
στενοχώρησαν τότε που ήρθε για το προξενιό. Στην
αρχή, δε μιλούσε. Τον πίεσα όμως...»
«Τι;»
«Άγριος... Έ δ ε ι ρ ε τη μάνα σου και σένα. Παρα-

51
ξενεύτηκα, μα και λυπήθηκα συνάμα... Είν' αλήθεια;»
«Αλήθεια...»
«Γι' αυτό δέχτηκες να τον παντρευτείς;»
«Γι' αυτό...»
«Μάλιστα. Τώρα καταλαβαίνω γιατί τόσο καιρό δεν
έστειλε ένα γράμμα να ρωτήσει για σένα...»
Απότομα ξέσπασε σε κλάματα. Δεν μπορούσε ο Σε­
ραφείμ να την ηρεμήσει. Αυτό το κορίτσι που δεν είχε
κλείσει ακόμα τα δεκαοκτώ, έτρεμε μπροστά του σαν
ψάρι. Πρώτη φορά την έβλεπε έτσι. Την ήξερε μέχρι
τώρα πάντα αγέρωχη και δυνατή.
«Καλύτερα, Δε θέλω να ξέρω τι κάνει! Κανείς να μη
μου φέρει νέα του. Τον μισώ...» Πήγε κάτι να ρωτήσει,
και τον σταμάτησε: «Σας παρακαλώ, θείε... Πείτε πως
δε ζει ο Βασίλης Δεσύλλας. Σκουλήκι η ψυχή του, κι εκεί
πρέπει να πάει... στο χώμα». Αλλαξε ύφος, σαν να ήθελε
να κρύψει κάτι, κι έπειτα συνέχισε, δήθεν αδιάφορα:
«Αν δεν έχει πάει ήδη...»
«Πατέρας είναι...»
«Δε με νοιάζει!»
«Για τη μητέρα σου; Τις αδελφές σου;»
«Κανέναν».
Έμειναν για λίγο έτσι ακίνητοι και μετά περπάτη­
σαν μέχρι το σπίτι. Μπήκαν μέσα γιατί είχε χαλάσει
ο καιρός και ο βήχας άρχισε να ενοχλεί το θείο. Εδώ
κι ένα μήνα τον βασάνιζε μαζί με δέκατα... Τον είδαν
γιατροί. Όλοι διέγνωσαν το ίδιο: «Μεγάλος άνθρωπος
είναι, έχουν πειραχτεί τα πνευμόνια του».

52
Η Νίνα τους έφερε ζεστό τσάι. Η Βερονίκη κοίταξε
τo ρολόι της.
«Θα κάνουμε μια συμφωνία. Δε θα σου μιλήσω άλλη
φορά για την οικογένεια σου. Κι εσυ...»
«Κι εγώ τι;»
«Θα τιμήσεις όπως πρέπει τον Θεοφάνη, γιατί σ' αγα­
πάει. Είναι καλός,..»
«Είναι...» Κοίταξε πάλι το ρολόι της, «Πρέπει να
φύγω».
«Ό,τι είπαμε, δικό μας. Εντάξει;»
«Εντάξει. Ποτέ ξανά...»
«Μια μέρα, θα δεις... Θα είσαι βασίλισσα στην
Πόλη, κοκόνα μου», της ψιθύρισε στ' αφτί την ώρα που
έσκυψε να τον φιλήσει.
Προβληματίστηκε πολύ απ' αυτή τη συνάντηση. Στε­
νοχωρήθηκε, ωστόσο σεβάστηκε την επιθυμία της Βερο­
νίκης και δεν ξαναμίλησε για τον Δεσύλλα· σαν να ήταν
πια πεθαμένος...

Έφυγε ανακουφισμένη από τη Χάλκη. Η κουβέντα με
τον Σεραφείμ τη λύτρωσε για λίγο. Αυτός ο γάμος ήταν
το καλύτερο πράγμα που είχε κάνει στη ζωή της, κι ας
ήταν τότε δεκάξι χρονών μόνο. Άφησε πίσω της ένα
μυστικό και τρεις γυναίκες που προσπαθούσε να ξεχά­
σει ακόμα και τη μορφή τους. Το μόνο που ερχόταν στα
μάτια της ήταν εκείνο το λευκό παιδικό πρόσωπο, σαν
αλάβαστρο, με τα γαλάζια χάντρινα μάτια και τα ξανθά

53
μαλλιά σαν άγγελος· το πρόσωπο του αδελφού της, του
Αλέξανδρου. Την πονούσε, ναι... Παρ' όλ' αυτά, θυμό­
ταν τα τελευταία λόγια της μάνας της.
«Να μας ξεχάσεις...»
«Ποτέ!»
«Έτσι πρέπει, κόρη μου...»
«Δε θα μπορέσω...»
«Θα το κάνεις. Μην πεις σε κανέναν από πού και
από ποιον είσαι».
«Θα γυρίσω.,,»
«Όχι! Να θυμάσαι το ποτάμι...»
Έτσι έκανε ως τώρα- ό,τι της είχε πει... Θυμόταν το πο­
τάμι, και τη σκέψη της την έπαιρνε το μαύρο νερό, όπως
εκείνο το βράδυ πήρε στα βαθιά τον Βασίλη Δεσύλλα
Από την πρώτη στιγμή που ο Θεοφάνης έφερε τη
νύφη στην Πόλη, ο Σεραφείμ τον διέταξε να μην τη στε­
νοχωρήσει ποτέ. Να της προσφέρει όλα τα καλά και να
της είναι πιστός.
«Τόσα χρόνια διαφορά που έχετε, θα 'πρεπε να πλη­
ρώνεις γι' αυτό το ουρί που παντρεύτηκες...»
«Ακλιμί τσαλντίν. Μην ανησυχείς...»
«Α, ταμάμ... Δεν είσαι και κανένας ομορφάντρας!
Θα έχεις να κάνεις μαζί μου! Αγναντούμ, μπρε;»
«Κατάλαβα...»
Η Βερονίκη βρήκε τελικά στη συντροφιά του Σερα­
φείμ τη σιγουριά και την αναγνώριση. Κι εκείνος ό,τι
δεν έδωσε σε άλλη γυναίκα, το έδωσε σε τούτο το
όμορφο κορίτσι.

54
Τρεις παραδουλεύτρες είχε πάρει να την υπηρετούν.
Περισσότερο, όμως, η Βερονίκη δέθηκε με την Αρετούλα.
Τη συμπάθησε για την αγαθότητα και την καλοσύνη της.
Ήταν μόνο λίγα χρόνια μεγαλύτερη της, κι έτσι την κατα­
λάβαινε καλύτερα. Οι άλλες ήταν πάνω από σαράντα.
Την έπαιρνε μαζί της στις αγορές· την έπαιρνε και στο
χαμάμ. Εκεί που της άρεσε να τρίβει το κορμί της με
μοσχοσάπουνα. Δεν άφηνε να την τρίψει άλλη παρά μόνο
εκείνη. Δυο φορές την εβδομάδα ήταν η απόλαυση της...

Τα σχεδόν τριάντα χρόνια που τους χώριζαν με τον
Θεοφάνη, τα προσπέρασε σιγά σιγά.
Μια φορά το μήνα τής ζητούσε να ξαπλώσει πλάι
της, στο διπλό κρεβάτι της νυφικής κάμαρας, Έπινε
η Βερονίκη ούζο από το γεμάτο νεροπότηρο κι έτσι δεν
ένιωθε ούτε το πλαδαρό του σώμα ούτε το σαλιωμένο
από τον πόθο στόμα του. Σαν νεκρή, από κάτω του, δεν
κουνιόταν από το πηγαινέλα της φουσκωτής κοιλιάς
του. Υστερα σηκωνόταν να φύγει, τρεκλίζοντας, για το
άλλο μεγάλο δωμάτιο με τις ροζ βελούδινες κουρτίνες,
Ο Θεοφάνης ροχάλιζε σαν βόδι, κι εκείνη βούλωνε τα
αφτιά της, να μην ακούει αυτό τον ήχο που έσκιζε
ακόμα και τα ντουβάρια.
Κυλούσε έτσι η ζωή τους... Κοσμικές συναντήσεις,
γιορτές, λούσα και επισκέψεις στη Χάλκη, στο θείο
Σεραφείμ. Όσες φορές τής πρότεινε να πάει μαζί του
στην Αθήνα, το αρνήθηκε αμέσως.

55
«Μα να πας να δεις και τους δικούς σου στο νησί».
«Δε θέλω. Δε με νοιάζει. Ξέρεις...»
Μα, φυσικά, ήξερε. Και, τότε, του ερχόταν στο
μυαλό το πρώτο βράδυ που πήγε για γαμπρός στο σπίτι
του Δεσύλλα.

Σάββατο μεσημέρι, ο Θεοφάνης έφτασε στο νησί και
πήγε αμέσως στο γραφείο του Δεσύλλα, κάτω στο λιμάνι.
Ήταν κάτι σαν πρακτορείο που ναύλωνε πλοία για τις
μεταφορές εμπορευμάτων στα κοντινά νησιά. Μετά τα
δικά του καράβια στη Ρουμανία, κατάντησε ατζέντης
σε ξένα...
Χάρηκε με την ξαφνική επίσκεψη του Κωνσταντι-
νουπολίτη. Κι ακόμα περισσότερο, μόλις του είπε πως
είχε έρθει σταλμένος από το θείο του τον Σεραφείμ και
πως σκόπευε να παντρευτεί μία από τις κόρες του.
«Καλός φίλος! Τήρησε την υπόσχεση του να συμπε-
θερέψουμε!» Κι έστριψε με ικανοποίηση τα πυκνά του
μουστάκια.
Τον κέρασε στο διπλανό καφενείο όλους τους θαλασ­
σινούς μεζέδες. Τόση χαρά πήρε. Κατέβασαν και τρία
κιλά κρασί, και μόλις πήγε να πληρωθεί ο μαγαζάτορας,
ο Βασίλης του έκανε νόημα να τα γράψει στο τεφτέρι.
«Τρως, πίνεις, μεθάς και έχεις να με πληρώσεις δυο
μήνες!» ξέσπασε ο άλλος νευριασμένα.
Τέτοιο ρεζιλίκι μπροστά στον υποψήφιο γαμπρό δεν
το περίμενε. Αναψε, φούντωσε και τον πήρε παραπέρα.

56
«Απόψε θα κάνω το χαλύτερο κομπόδεμα...» του
είπε, δείχνοντας με νόημα τον Θεοφάνη, που είχε ζαλι­
στεί από το θαλασσινό αέρα και το κρασί και δεν
έπαιρνε είδηση. «Σ' ένα μήνα θα σε ξοφλήσω και βού-
λωσ' το! Έλα τώρα να τα μπαλώσεις». Τον απείλησε με
το δάχτυλο, και ο καφετζής πήγε και στάθηκε με ύφος
μπροστά στον ξένο.
«Συγγνώμη, αλλά έκανα λάθος... Ο κύριος Δεσύλ-
λας είναι άρχοντας! Δε βάζει φέσια!»
Τακτοποιήθηκαν, λοιπόν, οι λογαριασμοί και, μόλις
νύχτωσε, πήραν γαμπρός και πεθερός το δρόμο για το
βουνό. Για το αρχοντικό όπου θα ζούσε ώρες αξέχαστες...

Πρώτος μπήκε στο σπίτι, φωνάζοντας σαν ντελάλης,
ο Βασίλης και πίσω του ο παχουλός άντρας με τη ρεπού­
μπλικα και το καφέ παλτό. Το μαύρο μουστάκι του τονι­
ζόταν περισσότερο από τα κατακόκκινα μάγουλα του.
Στο ένα χέρι κρατούσε μια μεγάλη δερμάτινη τσάντα
και στο άλλο μια βαλίτσα μικρή από δέρμα καμήλας.
«Ελισσώ! Έχουμε καλεσμένο απόψε! Πού στο διάο­
λο είσαι; Βερονίκη! Θεοδοσία! Να πάρει και να σηκώ­
σει! Άννα! Τέσσερις γυναίκες εδώ μέσα και δε βρίσκεις
μία να σου πάρει το παλτό!»
Το έβγαλε με νευρικές κινήσεις και το πέταξε αγα­
νακτισμένος στην πολυθρόνα. Χωρίς λέξη, έκανε νόημα
στο χοντρό να κάνει το ίδιο,
«Δεν πειράζει...» Πήγε να τον ηρεμήσει.

57
«Κουμάντο στο σπίτι μου κάνω μόνο εγώ!»
Κατάλαβε το λάθος του και συμπλήρωσε ξέπνοα ένα
«συγγνώμη».
Ανοιξε τον ψηλό καρυδένιο μπουφέ με τα σκαλί­
σματα, το ίδιο εκνευρισμένος, έβγαλε δυο ποτήρια και
τα γέμισε με τσίπουρο. Το ένα το έδωσε στον καλεσμέ­
νο και το άλλο το κατέβασε μονοκοπανιά. Το ξαναγέ­
μισε, αμίλητος, και άρχισε να κόβει βόλτες πέρα δώθε.
Έ ρ ι ξ ε μια δυο ματιές στο ρολόι του και ρώτησε το
χοντρό για να βεβαιωθεί.
«Οκτώ λέει και το δικό σου;»
«Παρά πέντε...»
Κοιτάζονταν αμήχανα. Ο Θεοφάνης τον πρόσεξε
τώρα καλύτερα από ό,τι το πρωί στο γραφείο. Ήταν
πολύ μελαχρινός. Αν δεν τον ήξερες, θα τον περνούσες
για τσιγγάνο. Ψηλός, σχεδόν ένα κι ενενήντα. Τα μαύρα
του μαλλιά αραιά και κολλημένα με μπριγιαντίνη στο
κεφάλι. Ένα μουστάκι στριφτό που κατέβαινε κάτω από
τα χείλη. Τα μαύρα μάτια του σχεδόν δε φαίνονταν από
τα πυκνά φρύδια του. Ήταν άσχημος άντρας, κι έτσι
όπως ήταν αγριεμένος έμοιαζε με λύκο.
Ο Θεοφάνης ένιωθε περίεργα και σκέφτηκε για μια
στιγμή να φύγει. Ο Δεσύλλας το αντιλήφθηκε και τον
ξάφνιασε με την ερώτηση του:
«Είσαι βέβαιος πως θες να παντρευτείς;»
«Ναι, για! Ο θείος μου ο Σεραφείμ το 'πε».
«Σου είπε να 'ρθεις να πάρεις μια από τις κόρες μου;»
τον έκοψε γελώντας ηλίθια.

58
«Αυτό...»
«Πάρ' τες και τις τρεις, να ησυχάσω εγώ και να
'ρθει ο μπελάς σε σένα!» Έσκασε στα γέλια. «Τι με
κοιτάς;» Αγρίεψε πάλι; «Ορίστε! Καμιά δεν έχω να με
περιμένει!»
«Δεν ειδοποίησα...»
«Τι με νοιάζει τι έκανες εσύ! Ήρθε ο αφέντης στο
σπίτι; Σούζα έπρεπε να τον περιμένουν οι γυναίκες!
Κατάλαβες;»
Δε μίλησε ο Θεοφάνης. Η αγένεια του οργισμένου
άντρα τού έσπαγε τα νεύρα. Εκείνο που είχε καταλάβει
ήταν πως είχε μπλέξει ή με τρελό ή με κάθαρμα. Γιατί
ζητούσε, λοιπόν, να συγγενέψει με τέτοιον άνθρωπο;
Δεν τον ήξερε ο Σεραφείμ και τον έμπλεξε έτσι;
Πέρασε λίγη ώρα με τις σκέψεις του αυτές και τον
Δεσύλλα να πηγαινοέρχεται σαν θεριό σε κλουβί.
Οκτώ και δέκα, αφού ο Δεσύλλας είχε πιει και το
τέταρτο τσίπουρο και ο άλλος το δεύτερο, άνοιξε
η πόρτα. Πρώτη εμφανίστηκε η Ελισσώ, τυλιγμένη σε
μια μπέρτα πλεχτή, ξεφτισμένη. Μόλις έκανε ένα βήμα
μέσα, κοκάλωσε. Η Βερονίκη, που ακολουθούσε δεύ­
τερη, πέρασε ξυστά από τη μάνα της και έκανε να προ­
χωρήσει προς τη σκάλα.
«Μείνε εκεί!» διέταξε ο Δεσύλλας.
Ακολουθούσαν τα άλλα δυο κορίτσια, η Θεοδοσία
και η Αννα, που έτρεμαν σαν ψάρια. Γύρισε γρήγορα
κοντά τους η Βερονίκη και τους ψιθύρισε: «Μη φοβά­
στε... Θα μιλήσω εγώ».

59
Η πιο μικρή από τις τρεις αδελφές, και η πιο δυνα­
μική, έκανε ένα βήμα προς τον Δεσύλλα, ενώ το χέρι
του άρπαξε το δικό της. Κόντευε να της το σπάσει από
τη δύναμη.
«Μην κουνηθείς, θα σε γδάρω!»
Η Βερονίκη άρχισε να παλεύει μαζί του για να απο-
τραβήξει το χέρι της. Τότε, εκείνος της έδωσε μια
σπρωξιά και την έριξε κάτω. Αμέσως σηκώθηκε, τίνα­
ξε τα ρούχα της και δάγκωσε τα χείλη της με πείσμα,
έτοιμη να επιτεθεί ξανά.
Άρχισε να παίζεται μια παράσταση που ο καημένος
ο Θεοφάνης παρακολουθούσε σαν χαμένος. Παρατη­
ρούσε τόσο καλά τις τρομαγμένες γυναίκες που, έως
και τώρα, δεν είχε ξεχάσει τα χαρακτηριστικά τους.
Η Ελισσώ ήταν γύρω στα σαράντα πέντε, αλλά φαι­
νόταν εβδομήντα από τις ρυτίδες που αυλάκωναν
το πρόσωπο της. Ψηλή κι αδύνατη, ξερακιανή, με μάτια
βιολετιά που, από το φόβο της, είχαν γίνει μαύρα. Μαλ­
λιά ξανθά ανάκατα με γκρίζα, πλεγμένα σε μια κοτσί­
δα που τυλιγόταν γύρω από το κεφάλι. Φορούσε ένα
μπλε φανελένιο φόρεμα και μαύρα δετά παπούτσια,
ξεθωριασμένα από το χρόνο.
Η Βερονίκη ήταν αρκετά ψηλή, με σώμα στητό και
ύφος σαν πριγκιπέσσα. Ίδιο χρώμα μάτια με τη μάνα της,
πιο λευκή απ' αυτή στο πρόσωπο, με βλέμμα αποφασι­
στικό. Και κάτι μαλλιά σαν ώριμο κάστανο, έπεφταν χεί­
μαρρος στους ώμους. Ίσως ήταν και η μόνη από τις τέσ­
σερις γυναίκες που έδειχνε ψύχραιμη. Η Θεοδοσία,

60
η πιο μεγάλη, ήταν γύρω στα είκοσι και έφτανε στο μπόι
τον Δεσύλλα. Μαύρα μαλλιά και μάτια, με πυκνά φρύ­
δια σαν τα δικά του, που σκέπαζαν το μισό μέτωπο. Στε­
γνή και αμίλητη.
Κάτι μουρμούριζε συνέχεια που δεν ακουγόταν,
με κατεβασμένο το κεφάλι, και έπαιζε ένα μικρό
κομποσκοίνι με τρεμουλιαστά χέρια, σαν να είχε πάρ­
κινσον, Η Άννα, κάπου στα δεκαοκτώ, ξανθιά με γαλά­
ζια μάτια, είχε μέτριο ύψος και, επειδή ήταν γεμάτη,
έδειχνε πιο μεγάλη.
«Ξέρεις, Βασίλη...» πήγε να δικαιολογηθεί η Ελισσώ.
«Σκασμός! Περασμένες οκτώ! Άνθρωπος δεν
κυκλοφορεί έξω κι εσείς, μάνα και κόρες, σαν τις που­
τάνες στους δρόμους!»
«Πατέρα, έχετε καλεσμένο!...»
Η Βερονίκη αρπάχτηκε από την παρουσία του ξένου
και σηκώθηκε με περηφάνια...
Τότε ήταν που φούντωσε ο Δεσύλλας με το θράσος
της και, με μια δρασκελιά, βρέθηκε κοντά της και της
άστραψε ένα χαστούκι. Τα μάτια του Θεοφάνη άνοι­
ξαν διάπλατα κι έμειναν έτσι στυλωμένα και στις άλλες
σκηνές που ακολούθησαν.
Ο μανιασμένος άντρας ρωτούσε και ξαναρωτούσε:
«Πού ήσαστε; Πού; Μιλάτε, μωρέ! Θα σας σφάξω
όλες!»
Η Άννα αναστέναξε βαθιά και σωριάστηκε σαν
σακί. Ο Θεοφάνης πήγε να τη σηκώσει, μα τον τράβηξε
ο Δεσύλλας.

61
«Λιποθύμησε το κορίτσι».
«Καλά... Είναι μια θεατρίνα αυτή...»
Η Θεοδοσία έψελνε όλο και πιο δυνατά το τροπάριο
του Αγίου Γεωργίου «Ως των αιχμαλώτων ελευθερω­
τής...» και η Βερονίκη προσπαθούσε να ξεμπερδέψει
τα μαλλιά της Ελισσώς από τα χέρια του λυσσασμένου.
Πραγματικά, σαν ζώο που δεν υπολόγιζε ούτε τον
ξένο, έδειχνε για άλλη μια φορά απόψε τη βαρβαρότη­
τα του στις τέσσερις γυναίκες του αρχοντικού. Ρωτούσε
και έβγαζε μόνος του τις απαντήσεις.
«Πού γυρνάγατε; Ξέρω εγώ! Στην παλαβή τη μάντισ­
σα! Σας θρέφω, σας ντύνω κι εσείς ακούτε αυτήν! Να
ρίχνει τα χαρτιά και τα κουκιά και να σας λέει πώς
βάζουν οι γυναίκες στο βρακί τους τους άντρες!»
«Πατέρα, λάθος κάνετε...»
«Μπράβο, Βερονίκη! Δεν το βάζεις κάτω», σκέφτη­
κε η μάνα της.
«Αι στο διάολο!» Να και το άλλο χαστούκι. Στο ίδιο
μάγουλο που είχε πρηστεί από το πρώτο. «Θα την
κάψω στην πυρά! Αύριο κιόλας θα τη διώξω από 'δώ τη
γύφτισσα τη Λούλα!»
«Θα σου πω, Βασίλη μου...»
Πάλι το μαλλιοτράβηγμα. Μέσα από λυγμούς πά­
λευε η καψερή να βρει την ευκαιρία να γλιτώσει από τη
μανία του.
Τότε φάνηκε το μικρό αγόρι. Κρυμμένο τόση ώρα
πίσω από τις φούστες τους, έβαλε τα κλάματα.
«Μωρέ, κουβαλάτε και το γιο μου στα ξεπορτίσματά

62
σας;» Άρπαξε το παίδι στην αγκαλιά του και το σήκω­
σε ψηλά. «Πάψε! Δεν κλαίνε οι άντρες! Θεοφάνη, ο
γιος μου, ο Αλέξανδρος!»
«Μάλιστα,..»
Ύστερα, του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και τον
κατέβασε κάτω σαν καρπούζι.
«Άντε πάνω, εσύ, γρήγορα!»
Ο μικρός ανέβηκε τις σκάλες σ' ένα λεπτό και χάθηκε.
Κι όλα σταμάτησαν στα ξαφνικά. Σαν να έπεσε
κεραυνός και πάγωσε ο Δεσύλλας. Ο Θεοφάνης με τη
βαλίτσα και την τσάντα του, το παλτό στο χέρι και τη
ρεπούμπλικα στο κεφάλι, έτοιμος ν' ανοίξει την πόρτα.
«Πού πας;»
«Καληνύχτα».
«Μη φύγεις, σε παρακαλώ... Είδατε τι κάνατε;»
απευθύνθηκε στις αποσβολωμένες γυναίκες.
Είχε συνέλθει στο μεταξύ και η Άννα από μόνη της.
«Για προξενιό ήρθε ο άνθρωπος από την Πόλη και
με κάνατε ρεζίλι! Μείνε, Θεοφάνη. Σε παρακαλώ...»
«Μια ζαλάδα... Δε νιώθω καλά»,
«Θα νιώσεις.,. Ε, Ελισσώ;» Απότομη γλύκα. «Να, θα
μας φέρει και μεζέδες. Ξέρεις τι γυναίκα έχω εγώ; Χρυ­
σάφι!» Και την πήρε από τους ώμους όλο τρυφερότητα.
«Πρέπει να φύγω. Τα οικογενειακά σας...»
«Άσ' τον να φύγει. Αρκετά είδε ο άνθρωπος...» τόλ­
μησε να πει η Βερονίκη.
«Σκάσε εσύ!» Σχεδόν δεν το άκουσε κανείς αυτό
παρά μόνο εκείνη.

63
Η Ελισσώ είχε τρυπώσει ήδη στην κουζίνα, όσο κρα­
τούσε αυτό το παζάρεμα με το φιλοξενούμενο. Πίσω
της είχαν γλιστρήσει και τα δύο κορίτσια,
«Μάλλον έχει δίκιο ο πατέρας. Μείνετε να δείτε και
πώς είμαστε σαν ευτυχισμένη οικογένεια».
«Τι ειρωνεία και τι σαρκασμός», σκέφτηκε για τον
τρόπο που μίλησε το κορίτσι με τα βιολετιά μάτια. Διέ­
κρινε αμέσως πως αυτή μισούσε περισσότερο από τις
άλλες τον Δεσύλλα.
Ο Θεοφάνης έμεινε εντυπωσιασμένος από το δυνα­
μισμό της. Στύλωσε το βλέμμα του στο καλοσχηματι-
σμένο κορμί της, και σ' εκείνα τα μάτια που τόνιζαν τον
καστανό κυματιστό χείμαρρο στο κεφάλι της. Εικόνα
που καρφώθηκε στην καρδιά του από την πρώτη στιγ­
μή, και αμέσως διάλεξε ποια από τις κόρες του Δεσύλ­
λα θα ήθελε για γυναίκα του.
Βγήκαν στο άψε σβήσε οι μεζέδες. Έβγαλε κι από
την τσάντα του ο Θεοφάνης το πακέτο με τον παστουρ­
μά, μαζί με τα άλλα δώρα, και μύρισε ο τόπος. Η Άννα
πήγε ξανά να λιποθυμήσει, αλλά έκλεισε μόνο τα ρου­
θούνια της στο λοξό βλέμμα της Θεοδοσίας.
«Να γευτείτε πολιτική νοστιμιά, μπρε!» τους είπε
καμαρώνοντας για το δώρο του. «Και μετά κάτι λου­
κούμια ραχάτ, να γλείφετε τα δάχτυλα σας!»
Άνοιξαν τα κρασιά και τα ούζα. Αυτή ήταν η πρώτη
φορά που έπινε η Βερονίκη, Νερωμένο ούζο στην αρχή
και, όταν τελείωσε το προξενιό, σκέτο και διπλό.
«Αντε, στην υγειά μας!» Σήκωσε πρώτος το ποτήρι

64
ο Βασίλης. «Στην υγειά του παλιού μου φίλου, του
Σεραφείμ!» Τα μάτια του είχαν κοκκινίσει. Δεν ήταν,
όμως, από συγκίνηση· από το κοκκινέλι που κατέβαζε
μονορούφι.
«Στην υγειά του», ευχήθηκε σκεφτικός και ο Θεο­
φάνης.
«Να 'ναι καλά που σ' έστειλε να παντρευτείς μια
από τις κόρες μου. Εμπρός, λοιπόν, Θεοφάνη! Διάλεξε
ποια θέλεις».
Η Θεοδοσία, εκείνη την ώρα, προφασίστηκε πως
την ενοχλούσε το στομάχι της και ζήτησε για λίγο συγ­
γνώμη. Η Άννα έσκυψε κάτω από το τραπέζι να πιάσει
το πιρούνι που επίτηδες είχε ρίξει. Και τότε τα μάτια
του καρφώθηκαν πάνω στης Βερονίκης. Γυάλιζαν και
ήταν πεταμένα από την αγωνία· σαν να του μιλούσαν·
σαν να του ζητούσαν να πάρει εκείνη. Η καρδιά του
χτυπούσε δυνατά από τη λαχτάρα του.
«Αυτήν;» ρώτησε ο Δεσύλλας, που είδε το βλέμμα
του πάνω της.
«Ναι», απάντησε ο Θεοφάνης. «Αυτήν, αν το θέλει».
«Θέλει δε θέλει, θα την πάρεις! Δε ρωτάμε εδώ!
Ο πατέρας αποφασίζει! Ε, κόρη μου;»
«Αυτή τη φορά θ' αποφασίσω εγώ, αν μου επιτρέ­
πετε, πατέρα. Ναι, τον θέλω... Ευχαριστώ, κύριε Θεο­
φάνη!» απάντησε, απλώνοντας το χέρι της με ύφος.
Εκείνος έσκυψε και, προτού της κάνει χειροφίλημα,
είπε τη μεγάλη κουβέντα:
«Θα σε κάνω βασίλισσα!»

65
«Τιμή μου που θα γίνω γυναίκα σας,..»
Σηκώθηκε γρήγορα και έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο
του γαμπρού και ένα πιο δυνατά στον Βασίλη. Τόσο
δυνατό, που του άφησε σημάδι. Φιλί σημαδιακό. Φιλί
προδοσίας. Τέτοια χαρά ένιωσε που θα γινόταν η γυναί­
κα αυτού του χοντρού σαρανταπεντάρη!
Η Ελισσώ κόντευε να λιποθυμήσει περιμένοντας την
απάντηση της. Και όταν άκουσε πως η μικρή της κόρη θα
ήταν η νύφη, έκλεισε τα μάτια, έσκυψε στο πιάτο κι
άφησε να κυλήσει ένα δάκρυ. Όχι από χαρά, αλλά από
μεγάλη λύπη. Παρ' όλ' αυτά, δεν έφερε αντίρρηση.
Ήξερε καλά πως θα κατέληγαν πάλι σε άγριο καβγά. Τα
λόγια της Βερονίκης της κάρφωσαν μαχαίρι στο στήθος.
Η Ελισσώ σηκώθηκε να φύγει.
«Πού πας, γυναίκα; Δε θα ευχηθείς;»
«Οταν θα γίνει ο γάμος. Αν θα γίνει...» μουρμούρι­
σε, χωρίς ν' ακουστεί.
«Ο γάμος θα γίνει αύριο! Ο γαμπρός είναι βιαστι­
κός! Πρέπει να φύγει για την Πόλη».
Και έγινε όπως είπε. Ανήμερα του Σταυρού, Κυρια­
κή 14 Σεπτεμβρίου 1937...

Χαράματα άνοιξαν τα παράθυρα στο μεγάλο αρχοντι­
κό του Δεσύλλα. Ένα γκρίζο φως σκίασε το σπίτι, από
τα σύννεφα που σαν πέπλο το 'χαν τυλίξει. Στην κορυ­
φή του νησιού δέσποζε με μεγαλοπρέπεια· το μόνο που
είχε απομείνει από την τεράστια περιουσία.

66
Πεσμένοι σοφάδες, κεραμίδια ξεθωριασμένα και
εκείνη η πόρτα, η βαριά σκαλιστή, με τις διπλές αμπά­
ρες μαρτυρούσαν τα χρόνια του. Αλλοι έλεγαν πως το
έκτισαν οι Ενετοί και άλλοι πως κάποιος άρχοντας του
Βυζαντίου ήταν ο πρώτος οικοδεσπότης. Πάντως, η
οικογένεια του Βασίλη Δεσύλλα είχε εγκαταλείψει τη
Ρουμανία πριν από δέκα χρόνια κι εγκαταστάθηκε εκεί.
Είκοσι χρονών νύφη είχε φύγει η Ελισσώ από το
αρχοντικό για την Κωστάντζα, γκαστρωμένη στη Θεο­
δοσία, και γύρισε ώριμη γυναίκα με τρία κορίτσια.
Ο Αλέξανδρος είχε γεννηθεί πριν από πέντε χρόνια.
Και ήταν η πρώτη φορά που ακούστηκαν γέλια και
χαρές εκεί μέσα.
Γεννήθηκε, βλέπεις, ο γιος· ο διάδοχος του Δεσύλ­
λα. Δε ζούσε, βέβαια, η μάνα του να χαρεί κι αυτή.
Έ ρ ι ξ ε όσο έριξε το φαρμάκι της όταν γεννούσε η Ελισ­
σώ τα κορίτσια στη Ρουμανία.
Εκεί, κοντά στο αρχοντικό, ξεκινούσε το ποτάμι που
έφτανε σαν φίδι μέχρι τη θάλασσα... Το μέρος που αγα­
πούσε τόσο η Βερονίκη. Στα γάργαρα νερά του, που
έτρεχαν ανάμεσα απ' τα βράχια, περνούσε ατελείωτες
ώρες. Εκεί άφηνε τα όνειρά της να τα πάρει το νερό και
να τα σκορπίσει στο πέλαγος. Εκεί έσταζε τα δάκρυά της.
Εκεί έπλενε τα μαλλιά της και τραγουδούσε ρουμάνικα
τραγούδια, νιώθοντας νοσταλγία για την Κωστάντζα που
άφησαν πίσω τους. Μιλούσε με το νερό κι έλεγε τα μυστι­
κά της. Κι αυτό τα έπαιρνε βαθιά στις σπηλιές του και τα
έκρυβε καλά· μακριά από τη γνώση των ανθρώπων...

67
Με τα πουλιά και τις πεταλούδες έκανε παρέα από
την ανατολή ως τη δύση. Εκεί έτριβε με δύναμη το
κορμί της να καθαρίσει από το πάθος του άντρα που
μίσησε, ένα χρόνο προτού γίνει νύφη. Ήταν φορές που
το παιχνίδισμα του ήλιου στο νερό σχημάτιζε στη
φαντασία της αγγέλους, με γαλάζια ρούχα και χρυσά
μαλλιά, που έστηναν χορό αλλιώτικο από τους άλλους.
«Σε παίρνει ο ύπνος και ονειρεύεσαι, Βερονίκη...
Οι άγγελοι είναι στον ουρανό», έδινε την εξήγηση
η Θεοδοσία.
Κανείς δεν την πίστευε. Για να τους πείσει πως είναι
αλήθεια κι όχι όνειρο, πήρε κάποτε και τον Αλέξανδρο
μαζί της.
«Βλέπεις τους αγγέλους που χορεύουν στο νερό;»
«Οχι...»
«Σκύψε πιο πολύ... Να, έρχονται από βαθιά... Κοίτα!
Τους βλέπεις;»
Έσκυψε το παιδί να δει και κόντεψε να πνιγεί Για
να το ηρεμήσει και για να μην τη μαλώσουν, ώσπου να
γυρίσουν σπίτι, του έλεγε συνέχεια:
«Είναι που τους είδες και σ' έσωσαν! Αλλιώς, θα
είχες πάει στον πάτο... Κατάλαβες;»
«Κατάλαβα, Βερονίκη.,.»
Έτσι το αγόρι είπε στη μάνα πως, πράγματι, υπήρ­
χαν άγγελοι στο ποτάμι... Η Θεοδοσία σταυροκοπήθηκε
και το άλειψε με άγιο λάδι, να φύγει η κακιά σκέψη από
το μυαλό του.

68
Ο παπάς ήρθε την Κυριακή με τα σύνεργα του κι ένα
ματσάκι βασιλικά, μετά τη λειτουργία του Σταυρού.
Δεν ήταν κανένας καλεσμένος στο γάμο, εκτός από
τη μάνα της την Ελίσσω, τις αδελφές της Θεοδοσία και
Άννα και τον αδελφό της τον Αλέξανδρο - εκείνο το
ντροπαλό αγόρι με τα γαλάζια μάτια, που στεκόταν
δίπλα στον παπά και κρατούσε ένα μεγάλο άσπρο κερί,
σαν να ήταν Ανάσταση.
Κανένα στολίδι, καμιά μουσική να μαρτυράει πως
γάμος γινόταν στο αρχοντικό του Δεσύλλα. Θαρρείς
και πάντρευαν καταραμένη κόρη...
«Δε θέλω κόσμο και καλεσμένους!» διέταξε και
υπάκουσαν όλοι.
«Εσύ το αποφάσισες να γίνει έτσι... Μοναχά μια
μέρα πέρασε αφότου τον κουβάλησες εδώ και τον
παντρεύεις με το κορίτσι μας άρον άρον! Ξένος είναι...
Πού τη στέλνεις; Παιδί είναι ακόμη...»
«Τολμάς και μου βγάζεις γλώσσα; Δεν ξέρεις γιατί
τα κουκουλώνω στα γρήγορα; Δεν ξέρεις. Ελίσσω;»
«Έχουμε άλλες δυο...»
«Μια! Η άλλη θα κλειστεί σε μοναστήρι!»
«Όχι...»
«Σκάσε! Το ράσο λείπει μόνο απ' τη μεγάλη! Όλη
μέρα, προσευχές και ψαλμωδίες!»
«Άμα βρεθεί ο άντρας, θ' αλλάξει...»
«Βρες τον εσύ, γιατί εγώ δεν μπορώ να την ταΐζω
άλλο! Και να σταματήσει ν' ανάβει το καντήλι μέρα
νύχτα! Το λάδι είναι για το φαΐ!»

69
«Έχει περάσει τα είκοσι, Βασίλη».»
«Αυτό λέω κι εγώ! Γριά! Κατάλαβες;»
Τι ήθελε η Ελισσώ και μίλησε; Αρχισε πάλι τον
καβγά. Χτύπησε γροθιές σε τραπέζια, ξηλώθηκαν πόρ­
τες, και πήρε τις φωνές του ο αέρας μέχρι το λιμάνι.
Η γυναίκα του ήξερε, ή μάλλον είχε καταλάβει, εδώ
και χρόνια, πως είχαν βουλιάξει οικονομικά. Όση
περιουσία υπήρχε στο νησί και ό,τι είχαν φέρει μαζί
τους από τη Ρουμανία έγιναν στάχτη και αποκαΐδια.
Μπαρμπούτι χοντρό και μεθύσια σκόρπισαν τα λεφτά.
Σαν να μην έφταναν αυτά, απέναντι από το νησί, στη
στεριά, έμενε εκείνη η χήρα που του έτρωγε τα περισ­
σευούμενα. Το ήξεραν όλοι και κατέβαζαν το κεφάλι
όταν περνούσε η Ελισσώ, για να μην καταλάβει τις ατι­
μίες του άντρα της.
Συμφωνία κρυφή στη γειτονιά, γιατί ήταν και
τα τρία κορίτσια της παντρειάς... Μόνο αυτό το σπίτι
τους έμεινε και τα τέσσερα παιδιά τους. Το αγόρι,
βέβαια, υπολόγιζε μόνο ο άντρας σαν παιδί. Για τα
κορίτσια, από τη μέρα που γεννήθηκαν, είχε κατεβάσει
τα μούτρα και όλο γκρίνιαζε. Συνέχεια επαναλάμβανε
τα λόγια της μακαρίτισσας της μάνας του. «Τα κορίτσια
είναι καταστροφή. Μόνο να δίνεις πρέπει γι' αυτά.
Ακόμα και στο γάμο τους δεν παίρνεις φράγκο!»

Στο γάμο η Θεοδοσία έψελνε μαζί με τον παπά και
σταυροκοπιόταν. Η Άννα δάγκωνε τα χείλη της, όλο

70
ζήλια, γιατί δε διάλεξε αυτήν ο Θεοφάνης για γυναίκα
του, Μάλιστα, όλο το πρωί μουρμούριζε: «Χαρά στο
γέρο που παντρεύεται...»
«Αυτό ήταν το τυχερό της... Δόξα τω θ ε ώ ! »
«Εγώ θα πάρω άντρα από έρωτα!» πείσμωνε η άλλη.
«Ας έρθει η σειρά σου και θα δούμε...» την έβαζε
στη θέση της η μάνα.
«Δε θα ρωτήσω κανέναν! θα κλεφτώ!»
«Δε θέλω ρεζιλίκια!»
Και η γκρίνια συνεχιζόταν όσο ετοίμαζαν το σπίτι.

Το βλέμμα της νύφης ήταν καρφωμένο στα κόκκινα
σκαρπίνια του παιδιού. Της έφερναν θύμησες πολλές.
Πρώτα τα φόρεσε η Θεοδοσία, ύστερα η Άννα και
τέλος ο αδελφός της, που τα μάτια του ήταν βουρκωμέ­
να όση ώρα κρατούσε ο γάμος.
Μόνο το ποτάμι και το μικρό αγόρι πονούσαν πολύ
που θα έφευγε για τα ξένα η Βερονίκη.
«Πού θα πάει η αδελφή μου;» ρωτούσε με κλάματα
ο μικρός.
«Στην Ανατολή... Εκεί που φτιάχνουν τα παραμύ­
θια, γιε μου», απαντούσε η Ελισσώ.
«Να πάω κι εγώ μαζί της, να δω τα παραμύθια;»
«Αυτά δεν τα βλέπουν τα παιδιά, καμάρι μου. Τα
ακούν από τους μεγάλους».
Ούτε η Ελισσώ είχε δει παραμύθια στη ζωή της. Μπο­
ρεί ν' αγάπησε τον Δεσύλλα, αλλά ήρθαν αλλιώς τα

71
πράγματα. Ξένες γυναίκες κοίταζε. Αγαπούσε πιο πολύ
το κρασί από κείνη. Έκρυψε τις πίκρες βαθιά μέσα της
κι έμεινε κοντά του για τα τρία κορίτσια της.
Η Βερονίκη, από την ώρα που έκλεισε το προξενιό,
απέφευγε να μιλήσει με τη μάνα της. Δεν ήθελε να της
εξηγήσει γιατί δέχτηκε την πρόταση του Θεοφάνη.
Μόνο όταν βρέθηκαν αργά στο δωμάτιο της Βερονί­
κης, η Ελισσώ στάθηκε και την καμάρωσε.
«Σαν νεράιδα μοιάζεις... Έτσι ήμουν κι εγώ στο
γάμο μου. Όλοι θαμπώθηκαν τότε μ' αυτό το νυφικό...»
Και άφησε τα δάκρυα της.
«Μητέρα, πάψε να κλαις».
«Τον παρακαλούσα χθες βράδυ γονατιστή να πάρει
πίσω το προξενιό».
«Γι' αυτό είναι πρησμένα τα χείλη σου; Τον άφησες
να σε χτυπήσει πάλι;»
«Άσε τη δική μου μοίρα... Εσύ κοίτα τι θα γίνεις.
Γιατί φεύγεις, κορίτσι μου; Γιατί δέχτηκες;»
«Για να γλιτώσω!»
«Και οι αδελφές σου;»
«Θα βρουν τον τρόπο κι αυτές,..»
«Δε θα προλάβουν... Θα μας σκοτώσει μια μέρα!»
Έσφιξε δυνατά το νυφικό πάνω της. Κόντεψε να το
σκίσει. Στάθηκε μπροστά της αγριεμένη. Η Ελισσώ
τρόμαξε από το ύφος της.
«Κοίταξε με,,. Κοίταξε με!»
Την κοίταξε και κατάλαβε πως κάτι κακό θα της
έλεγε.

72
«Άσε ώρα τέτοια που είναι...»
«Μάνα θα το κάνουμε εμείς!»
Στην αρχή, δεν κατάλαβε, δεν άκουσε, δεν ήθελε να
συνειδητοποιήσει τι της έλεγε η μικρή,
«Ακαταλαβίστικα μιλάς...»
«Θα τον σκοτώσουμε εσύ κι εγώ!»
Πιάστηκε από το κρεβάτι μη σωριαστεί. Τι ήταν αυτό
που της πρότεινε; Να σκοτώσουν μάνα και κόρη τον
πατέρα και άντρα; «Τρελάθηκε το κορίτσι», σκέφτηκε,
«Από την απόγνωσή του που φεύγει για τα ξένα.,.»
«Παιδί μου,..»
«Θες να πεθάνει; Μίλα! Θες;» Την έπιασε από τον
καρπό και κόντεψε να της τον σπάσει.
«Ναι! Μακάρι να τον πάρει ο Θεός γρήγορα!»
«Άσε τον Θεό! Εμείς θα τον πάρουμε...»
«Όχι! Όχι!» άρχισε να φωνάζει η Ελισσώ, τραβώ­
ντας τα μαλλιά της.
Τότε, η Βερονίκη της βούλωσε το στόμα και πέταξε
τη σκέψη της όλο φαρμάκι.
«Εντάξει! Εγώ γλιτώνω από δαύτον. Θάψου εσύ
μαζί με τ' άλλα σου παιδιά κάτω από το χώμα...»
Άνοιξε την πόρτα η μάνα και έφυγε τρεκλίζοντας
από την κάμαρα. Η Βερονίκη ξάπλωσε στο κρεβάτι,
ντυμένη με το νυφικό...
Άνοιξε το παράθυρο, κι ας είχε ψύχρα. Ήθελε να
ακούει το ποτάμι να τραγουδάει μες στη νύχτα. Τρα­
γούδια γάμου έλεγε, που έμοιαζαν με μοιρολόι. Και
οι άγγελοι χόρευαν με σκυμμένο από τη λύπη κεφάλι.

73
«Είναι που φεύγω», σκέφτηκε. «Κι εγώ πονάω...»
Σηκώθηκε, κοίταξε έξω το μαύρο νερό κι άρχισε να
μιλάει μαζί του, «Εσένα είχα παρηγοριά. Εσύ ξέπλενες
την ντροπή μου. Κράτα, σε παρακαλώ, καλά το μυστικό
μου, ακόμα και τώρα που φεύγω. Πρόσεχε τον αδελφό
μου... Παιδί είναι ο Αλέξανδρος... Ναι, σ' ακούω που
κλαις. Όχι, μη συνεχίσεις άλλο... Είμαι ευτυχισμένη
που φεύγω με τον Θεοφάνη», Έπειτα, τέντωσε κι άλλο
τ' αφτιά της και άκουσε το γρύλο. Κάτι της έλεγε
κι αυτός μαζί με τα βατράχια, που βγήκαν όλα μαζί στην
άκρη του ποταμού να την αποχαιρετήσουν...
Ύστερα, έσκυψε και κοίταξε κάτω στην αυλή.
Τα βήματα αντηχούσαν αργά και βαριά. Πρόλαβε και
τον είδε προτού τραβηχτεί πιο μέσα. Αυτός ήταν που
την κοίταζε με μάτια γυαλιστερά από μεθύσι και
πάθος. Τρόμαξε πιο πολύ από την πρώτη φορά. Πριν
από ένα χρόνο, εκεί, στην άκρη του ποταμού, καθώς
έβγαινε γυμνή από το νερό, έζησε τον εφιάλτη...

Είχε σκοτεινιάσει, κι εκείνη ξεχάστηκε, όπως κάθε
φορά που λουζόταν στα νερά του. Δύο χέρια την άρπα­
ξαν από πίσω και την έριξαν κάτω. Το σώμα, που έπεσε
πάνω στη γύμνια της, πήρε την ανάσα μαζί με την παρ­
θενιά της. Βόγκηξε, πάλεψε, έκλαψε, μάτωσε, αλλά
ο άντρας δεν έκανε πίσω.
«Πατέρα...» είπε, κι αμέσως μετά λιποθύμησε.
Μόνο όταν τελείωσε, άκουσε τη φωνή του. Φωνή

74
τόσο γνώριμη. Τόσο κοντινή, σαν να ήταν η δική της.
Σκέπασε το πρόσωπο της με τη χοντρή του παλάμη,
χωρίς να την κοιτάζει, θαρρείς πως ξαφνικά ένιωσε
μετανιωμένος και ντροπιασμένος.
«Κουβέντα! Θα σε σφάξω! Δε φταίω εγώ... Τα νιάτα
σου που μοιάζουν με της μάνας σου όταν τη γνώρισα».
Πετάχτηκε σαν κυνηγημένος κι έφυγε.
Εκείνη έμεινε ξαπλωμένη πάνω στη ζεστή γη,
ώσπου κόντεψε να βγει ο ήλιος. Δεν είχε μυαλό. Δεν
είχε καρδιά και σώμα. Όλα έγιναν ένα με το κόκκινο
που έτρεχε ανάμεσα στα σκέλια της κι έφτανε μέχρι
το ποτάμι. Και σαν είδε πως κι εκείνο είχε αλλάξει
το χρώμα του, θύμωσε κι έκλαψε μαζί του. Άφησε λίγο
το νερό του να τη χαϊδέψει απαλά· σαν γιατρικό πάνω
στις πληγές της. Έσμιξε το βογκητό της μαζί με τον
παφλασμό του, και δάκρυσαν οι καλαμιές, οι μυρτιές
και τα σκοίνα... Και ήρθαν οι άγγελοι κι έσμιξαν τα
φτερά τους να τη σκεπάσουν, για να μην κρυώσει.

Οι μαύρες κοτσίδες που ακούμπησαν στο πρόσωπο της,
την ξύπνησαν από το κακό όνειρο. Άνοιξε τα μάτια
κι αντίκρισε τη Θεοδοσία.
«Ποιος;.. »
«Κανείς. Μπερδεύτηκα στις καλαμιές...»
«Ψέματα λες! Άντρας σε ατίμασε...»
«Ναι...»
«Πάμε να το πούμε στον πατέρα, να τον σκοτώσει!»

75
Άργησε ν' απαντήσει. Θυμήθηκε την απειλή.
«Άγνωστος ήταν...»
«Θα τον βρει!»
«Όχι...»
Το βλέμμα της Θεοδοσίας έπεσε στην υγρή γη.
Το ζωνάρι ήταν μαύρο· το ήξερε καλά. Το 'χε γυαλί­
σει πολλές φορές... Έβαλε τα χέρια στο πρόσωπό της
και τράβηξε πάνω του γρατζουνιές, από την ντροπή
και τον πόνο...
«Αχ!» Έβγαλε μια κραυγή που τάραξε το νερό.
Πετάχτηκαν τα πουλιά και οι πεταλούδες φοβισμένες
από τις φωλιές τους. Οι άγγελοι άλλαξαν τα γαλάζια
ρούχα τους κι έβαλαν μαύρα.
Γονάτισε και την πήρε αγκαλιά. Την έσφιξε στον
κόρφο της κι άρχισε να λέει συνέχεια, μέσα από
δάκρυα, «Κύριε, ελέησον την αμαρτωλή...»
Πήγαν μαζί στο σπίτι, αφού την καθάρισε, την έντυ­
σε και ξέπλεξε τα μαλλιά της.
Δε μίλησαν... Δεν έφαγαν μια βδομάδα. Παρά μόνο,
την επόμενη Κυριακή, την οδήγησε στο μοναστήρι που
βρισκόταν στην άλλη πλευρά του βουνού. Την έβαλε να
εξομολογηθεί στη μοναχή και ύστερα την κοινώνησαν,
Κουβέντα δεν είπαν ξανά για κείνη τη νύχτα στο
ποτάμι· σαν να μην είχε συμβεί. Δεν είπαν το όνομα του
καταραμένου που πήρε τη νιότη της Βερονίκης με τα
βιολετιά μάτια. Κατάλαβε από μόνη της η Θεοδοσία
ποιος ήταν...

76
Και να, τώρα, ο ίδιος να κοιτάζει τη νιόπαντρη κόρη
του σαν προδομένος εραστής. Εκείνη έκλεισε το παρά­
θυρο και κούρνιασε στο κρεβάτι.
Ο Δεσύλλας ανοιγόκλεισε το χερούλι της πόρτας δυο
τρεις φορές. Ήταν κλειδωμένα. Η φωνή σιγανή και προ­
στακτική.
«Άνοιξε... Θέλω να σου μιλήσω για το γαμπρό. Να
σε συμβουλεύσω...»
Τον Θεοφάνη τον είχαν βάλει σ' άλλο δωμάτιο να
κοιμηθεί, κι ας έγιναν ζευγάρι το πρωί. «Είναι και
τ' άλλα κορίτσια... Καταλαβαίνεις... Δεν μπορείς να κοι­
μηθείς με τη νύφη. Αύριο φεύγετε έτσι κι αλλιώς για τον
Πειραιά. Ασε τη γλύκα για εκεί.» του είχε πει ο Δεσύλ-
λας, κλείνοντας πονηρά το μάτι.
Ήταν ζαλισμένος από το πολύ κρασί που ήπιαν μετά
το γάμο. Έφαγαν κι εκείνο το γουρουνόπουλο, που
παρήγγειλε ο πεθερός του, άκουσαν και τα ρουμάνικα
τραγούδια, που έβαλε δυνατά στο γραμμόφωνο, και
είχε αποτρελαθεί. Τραβούσε, σαν αρκουδιάρης, μια το
ένα κορίτσι και μια το άλλο να χορέψουν. Καμία κίνη­
ση εκείνες. Μόνο στο τέλος σηκώθηκε η Βερονίκη,
πήρε το γαμπρό κι άρχισε να χοροπηδάει μαζί του,
Ο Θεοφάνης, κουρασμένος απ' όλα αυτά, έπεσε ξερός
στο κρεβάτι, μη παίρνοντας είδηση τι γινόταν στην
άλλη άκρη του σπιτιού...
Η φωνή ακούστηκε πιο απειλητική τώρα. Της ήρθε
η σκηνή με τη μάνα της που την παρακαλούσε να τον
σκοτώσουν.

77
«Αν δεν ανοίξεις δε θα σ' αφήσω να φύγεις μαζί του!»
Τότε κατάλαβε πως ήταν αποφασισμένος. Σηκώθηκε
και γύρισε το κλειδί. Μπήκε μέσα τρεκλίζοντας. Έτρεξε
και γονάτισε μπροστά στο κρεβάτι της. Πιάστηκε από τα
κάγκελα για να μη σωριαστεί. Έφτασε κοντά της και τη
σήκωσε σαν πούπουλο στα χέρια του. Την καμάρωσε, τη
φίλησε στο μέτωπο και την έριξε στο στρώμα.
«Μη...»
«Πολλά λες...» Της ίσιωσε το νυφικό. Της άπλωσε
τα μαλλιά στο μαξιλάρι και την κοίταζε. «Όμορφη
νύφη ήσουνα. Ίδια με τη μάνα σου,.. Εγώ το 'χα αγο­
ράσει. Παραγγελιά στη Βενετία». Η Βερονίκη είχε
χάσει λαλιά και ψυχή, σαν να μην ήταν εκείνη. «Μου τα
'δωσε όλα εκείνο το πρώτο βράδυ. Την αγάπησα. Γέρα­
σε πια η Ελισσώ...» Έκανε να σηκωθεί, αλλά την κρά­
τησαν τα δυνατά χέρια του στην ίδια θέση. Ξάπλωσε
δίπλα της, έκλεισε τα μάτια και συνέχισε: «Τώρα θέλω
εσένα, κόρη μου. Για τελευταία φορά, προτού φύγεις
με το γαμπρό. Να με θυμάσαι...»
Όλα έγιναν σαν αστραπή. Το βαρύ μπρούντζινο
κηροπήγιο, μέσα στο ελεύθερο χέρι της, έγινε χάρτινο,
ελαφρύ. Πέρασε από πάνω της σαν αέρας και καρφώ­
θηκε στο μέτωπο του. Πετάχτηκε το αίμα σαν βρύση.
Ανοιξε τα τρομαγμένα μάτια της από τις σταγόνες, που
λέρωσαν το πρόσωπο της, κι έμεινε έτσι κοκαλωμένη.
Έκανε να φέρει το κηροπήγιο και πάνω στο δικό της
κεφάλι, όταν άνοιξε η πόρτα και φάνηκε η γυναίκα με
τα μακριά, λυτά μαύρα μαλλιά και το κερί στο χέρι,

78
Έκλεισε πίσω της την πόρτα, προχώρησε αργά και
στάθηκε από πάνω τους. Κοιτάχτηκαν οι αδελφές με
νόημα. Η φωνή της Θεοδοσίας μόλις έβγαινε από το
λαρύγγι της.
«Είναι πεθαμένος. Σήκω...»
Εκείνη σηκώθηκε κι άρχισε να ακολουθεί τις κινή­
σεις της μεγάλης αδελφής της. Τον τύλιξαν στο σεντό­
νι. Τον έσυραν μέχρι το παράθυρο. Το άνοιξαν και
πήγαν να πετάξουν το νεκρό στην αυλή. Ήταν αδύνα­
τον, όμως, να σηκωθούν τα εκατό κιλά. Ο Δεσύλλας τις
τυραννούσε ακόμα.
Τα ελαφριά βήματα δεν τ' άκουσαν. Μόνο σαν
έφτασαν πίσω τους, είδαν την Ελισσώ μ' ένα χοντρό
σκοινί στα χέρια, χωρίς μιλιά, μόνο με το άδειο βλέμ­
μα, να τις προστάζει να τη βοηθήσουν. Τύλιξαν σφι­
χτά με το σκοινί το πτώμα μες στο σεντόνι κι ύστερα
έδωσαν και οι τρεις μαζί μια και το πέταξαν από το
παράθυρο.
Πάντα με τις οδηγίες της μάνας τους, κατέβηκαν
γρήγορα στην αυλή και έσυραν το φορτίο μέχρι το
ποτάμι. Έδεσαν γύρω του πέτρες βαριές και μετά του
έδωσαν μια και χάθηκε στο νερό.

Ανοιξαν οι ουρανοί εκείνη την ώρα. Τόση βροχή δεν
είχε δει το νησί. Αγρίεψε και ξεχείλισε το ποτάμι. Είχε
χρέος να σταθεί στο αγαπημένο του κορίτσι, που του
είχε εξομολογηθεί όλα τα μυστικά του. Και τότε φού-

79
σκωσε και κύλησε ακόμα πιο γρήγορα στο βουνό μέχρι
κάτω στη θάλασσα.
Η Βερονίκη σήκωσε το πρόσωπο της ψηλά κι άφησε
εκείνο τον καταρράκτη να την ξεπλύνει. Το βαμμένο
από το αίμα νυφικό έγινε πάλι άσπρο. Ακούμπησε τα
χέρια της στο στόμα κι έστειλε ένα φιλί στο ποτάμι για
τη βοήθεια του... «Και ο Θεός, φαίνεται, θέλει το θάνα­
το του», σκέφτηκε η Θεοδοσία, βλέποντας πόσο είχε
αγριέψει ο καιρός.
«Κοιτάξτε τους αγγέλους. Ήρθαν να χορέψουν για
το γάμο μου». Γύρισαν το βλέμμα οι δυο γυναίκες και
δεν είδαν, «Λάθος έκανα... Δε χορεύουν. Απλωσαν τις
φτερούγες τους να σκεπάσουν το μυστικό μου...»
Σταυροκοπήθηκαν και βούρκωσαν. Κόντευε να σα­
λέψει το μυαλό της. Μεγάλα κλαδιά ήταν, που έσπασαν
από την μπόρα κι έπεσαν στο νερό.
Η Ελισσώ τύλιξε τη βρεγμένη κοτσίδα της γύρω από
το κεφάλι και κάρφωσε με δύναμη τις φουρκέτες. Σαν
να ήθελε να σταματήσει τις σκέψεις και την πίκρα από
το μυαλό της. Απέμειναν εκεί, χωρίς να κοιτάζει η μία
την άλλη, υπολογίζοντας το χρόνο για το τελευταίο
ταξίδι του Δεσύλλα. Κατάλαβαν πως έφτασε στο πέλα­
γος όταν σταμάτησε πάλι ξαφνικά η βροχή.

Μπροστά η μάνα, από πίσω η Θεοδοσία και τελευταία
η Βερονίκη έφτασαν στο σπίτι. Προτού μπουν, γύρισε
η Ελισσώ και είπε δυο κουβέντες.

80
«Θα το πάρουμε στον τάφο μας».
«Ναι, μάνα,..» είπε η μεγάλη,
«Και για την αμαρτία του θα του κάνουμε κόλλυβα
και μνημόσυνα».
«Σ' ευχαριστώ, μητέρα...» είπε η ατιμασμένη από
τον πατέρα και χώθηκε στην αγκαλιά της. Εκείνη την
έσφιξε δυνατά πάνω της, δίνοντας της την ευχή της,
«Αλλο πόνο να μη νιώσεις, κόρη μου. Αντε, πήγαινε
να ετοιμαστείς· θα φύγεις με τον άντρα σου σε λίγο».

Δευτέρα ξημέρωσε. Μια παράξενη ησυχία είχε απλω­
θεί στο αρχοντικό, σαν να μην είχε πένθος. Ήπιαν
καφέ και κονιάκ με τον Θεοφάνη.
«Έτσι το συνηθίζετε εδώ;» ρώτησε όταν του γέμισαν
το ποτήρι.
«Ναι, γαμπρέ μου... Να πάρετε δύναμη και ζεστα­
σιά με το ποτό».
Αυτή για άλλο το έκανε. Μετά την κηδεία, έτσι
έπρεπε.
«Ο πατέρας;»
Να και η ερώτηση η δύσκολη.
«Ξύπνησε νωρίς. Ήταν ακόμη νύχτα. Πήγε στην
άλλη πλευρά του βουνού. Είχε μια δουλειά. Συγχώρα
τον». Τα βόλεψε πειστικά η μάνα.
«Το καράβι φεύγει σε μία ώρα. Δε θα τον χαιρετήσω;»
«Μου έδωσε εμένα τα χαιρετίσματά του. Και τις
ευχές του... Να στεριώσετε!»

81
«Να στεριώσετε!» επανέλαβε και η Θεοδοσία. Όλοι
μαζί βγήκαν έξω. Αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν και, την
ώρα που αποχαιρετούσε τη Βερονίκη, ψιθύρισε: «Μη
γυρίσεις ποτέ πίσω. Να μας ξεχάσεις... Όλα θα πάνε
καλά».
Ο Θεοφάνης κοντοστάθηκε, κοίταξε την Ελισσώ για
λίγο και της ζήτησε να μιλήσουν οι δυο τους.
«Τι συμβαίνει, γαμπρέ μου;» ρώτησε με αγωνία.
Πέρασαν άσχημες σκέψεις γρήγορα από το μυαλό της.
Μήπως άλλαξε γνώμη για το γάμο; Μήπως πήρε είδη­
ση το χθεσινό φόνο;
Ο άντρας δε μίλησε. Ανοιξε αργά την τσάντα του κι
έβγαλε ένα μεγάλο δερμάτινο σακούλι και της το έδωσε.
«Τη μέρα που μιλήσαμε για το προξενιό, κάτω στο
γραφείο του, μου ζήτησε προίκα». Έμεινε να τον κοι­
τάξει με απορία. «Πάρ' τα...»
«Για να παντρέψει την κόρη του;»
«Ναι. Είναι πολλά...» Και κούνησε το σακούλι.
«Εγώ τηρώ το λόγο μου»,
Η Ελισσώ τα 'χε χαμένα. Δεν τολμούσε ν' απλώσει
το χέρι στις λίρες. Τόσο πολύ είχε ξεπέσει; Πούλησε τη
Βερονίκη τους; Εδώ δεν είχε δεχτεί ο Θεοφάνης ούτε
προικιά να πάρουν μαζί τους.
«Με ντροπιάζεις...»
«Έχω πλούτη στην Πόλη, Βασίλισσα θα είναι η Βερο­
νίκη. Τη θέλω μόνο με τα ρούχα που φοράει», είπε όταν
την είδε πρωί πρωί να ετοιμάζει το μπαούλο με τα κεντί­
δια και τα στρωσίδια.

82
Την είδε διστακτική και επέμενε.
«Θα χρειαστούν...»
«Βρείτε τα οι δυο σας με τον άντρα μου. Εγώ θέλω
μόνο να είναι ευτυχισμένο το κορίτσι μου. Να μου την
προσέχεις». Κι έκανε να φύγει μες στη ντροπή.
Ο Θεοφάνης έβαλε με το ζόρι το σακούλι στα
χέρια της και προχώρησε προς τη γυναίκα του και τη
Θεοδοσία.
Όλα τα κατάλαβε η νύφη, αλλά δε μίλησε. Την
έτρωγε η ανησυχία να φύγει μια ώρα αρχύτερα από
κείνο το μέρος. Ίσα ίσα που χάρηκε κιόλας μέσα της
για το θησαυρό που άφηνε ο άντρας της. Μια αμοιβή
για ό,τι έπραξαν οι δυο γυναίκες για κείνη, το προη­
γούμενο βράδυ. Σαν να ήταν τα λύτρα για την απελευ­
θέρωση της.
Οι νιόπαντροι πήραν το καΐκι για την απέναντι στε­
ριά και μετά το καράβι για τον Πειραιά, Ύστερα από
δύο μέρες, το άλλο, το μεγάλο, για τα στενά του
Βοσπόρου.
Η Ελισσώ μπήκε στο σπίτι, με κρυμμένες τις λίρες
στον κόρφο της. Έβγαλε το χρωματιστό ρούχο και
έβαλε μαύρα... Στη Θεοδοσία δεν το επέτρεψε.
«Δεν πρέπει να καταλάβει κανένας...»
«Εσύ;»
«Θα πω πως το είχα τάμα άμα παντρευόταν στα ξένα
μια από εσάς...»
«Για θάνατο βάζουν μαύρα...»
«Θάνατος είναι για μένα - και διπλός. Τη ζωή μου

83
έθαψα... Το παιδί μου έστειλα τόσο μακριά... Δε θα την
ξαναδούμε, Θεοδοσία».
«Μη σταματάς να ελπίζεις...»
Της έπιασε τα χέρια σφιχτά μέσα στα δικά της και
την κοίταξε αποφασιστικά.
«Πρόσεξε με! Έχω σχέδιο!»
«Τι;»
«Θα φύγουμε από 'δώ!»
Τα μάτια της Θεοδοσίας χάθηκαν από τον τρόμο
κάτω από τα πυκνά φρύδια της.
«Πού θα πάμε;»
«Στην πρωτεύουσα».
«Γιατί;»
«Χάνονται οι άνθρωποι εκεί. Τους ρουφάει το
άγνωστο...»
«Πότε;»
«Γρήγορα».
«Φοβάσαι;»
«Ναι. Είναι βαρύ αυτό που κάναμε... Πιο βαρύ,
όμως, του πεθαμένου». Έπρεπε να τη βοηθήσουμε,
κόρη μου... Κατάλαβες;»
Κατάλαβε η Θεοδοσία πως κινδύνευαν κι αυτές.
«Εντάξει, μητέρα, να φύγουμε».
«Και άκου... Εκεί που θα πάμε, θα την κρύψουμε όσο
μπορούμε. Δυο αδέλφια θα 'χεις από 'δω και πέρα...»
Τι πικρό! Τι προδοσία ν' αρνηθεί την αδελφή της,
και η Ελισσώ το κορίτσι της!

84
Η Βερονίκη δεν ξαναπήγε στην Ελλάδα για πολλά
χρόνια. Με το κύμα που έσβηνε πίσω από το
καράβι, έσβηνε και τις εφιαλτικές αναμνήσεις της από
το προηγούμενο βράδυ.
Ο Θεοφάνης δεν επέμενε και πολύ να την πάρει
μαζί του, όσες φορές πήγε για δουλειές στην Αθήνα.
Ούτε νοιάστηκε να ρωτήσει τι απέγινε η οικογένεια
της γυναίκας του. Ποιοι ζούσαν και ποιοι όχι. «Καλύ­
τερα έτσι», είχε σκεφτεί, «Να ξεκόψει. Να την έχω
μόνο δική μου...»
Ξεχάστηκε εκεί, στο σπίτι του άντρα της, στη συνοι­
κία του Μπέγιογλου. Ζαλίστηκε από τα πλούτη,
τη λατρεία του και την αγάπη του θείου Σεραφείμ...
Τα δέχτηκε όλα σαν λύτρωση, για να μη θυμάται.
Έτσι κυλούσε η ζωή της μέχρι εκείνο το μοιραίο
βράδυ του '42, που ήρθε ο επισκέπτης από την Ελλάδα,
Ήταν τότε είκοσι δύο χρονών...

85
Μια βδομάδα νωρίτερα, την είχε ειδοποιήσει ο Θεο­
φάνης να συγυρίσει καλά το σπίτι και να ετοιμάσει
πολλά φαγητά, γιατί θα φιλοξενούσε ένα φίλο του από
την Αθήνα.
«Τα θέλω όλα στην εντέλεια, γιαβρί μου, κατάλα­
βες;»
Κατάλαβε δεν κατάλαβε, πρόσταξε τις δούλες να εί­
ναι όλα έτοιμα. Έτριψαν τα ασημικά, γυάλισαν τα
μπρούντζα, πέρασαν με σαπούνι άσπρο τα κρύσταλλα
κι ετοίμασαν και τα φαγητά: ένα ταψί με γιαουρτλού,
ένα ταψί με έντερα στριφτά και μπόλικη λαδορίγανη,
κοκκινιστό με χιουνκιάρ μπεγεντί και σου μπουρέκ.
Έφτιαξαν και σκεμπέδες με δυόσμο φρέσκο και
συμπλήρωσαν με γλυκά: μπακλαβά, σαραγλί, κιουνε-
φέ, κες κιουλ.
Έκοψε μενεξέδες και κρίνα από τον κήπο τους.
Γλυτσίνες που αγαπούσε τόσο και στόλισε τα ακριβά
από σμάλτο βάζα.
Διάλεξε φόρεμα κόκκινο της φωτιάς, ζορζέτα μετα­
ξωτή, με βαθύ άνοιγμα στο στήθος και στην πλάτη, από
πάνω μέχρι κάτω κεντημένο με κλωστές στο ίδιο
χρώμα και χρυσές. Σκουλαρίκια μαλαματένια, μακριά.
Και στο λαιμό εκείνο το σταυρό με τα ρουμπίνια.
Της τσάκισε η πιο μικρή της δούλα, η Αρετούλα,
τα μαλλιά με τη μασιά για να κάνουν κουλέδες και
της έβαλε ένα τσιμπίδι με ρουμπίνια, κι αυτό στο
αριστερό μέρος των μαλλιών.
Ήξερε καλά την κομμωτική αυτή η μικρή. Ακόμα και

86
τα σπαστά μαλλιά της Βερονίκης τα έκανε πιο κατσαρά,
με κορδελάκια που της τα έδενε τούφα τούφα, κάθε
βράδυ.

Ο Θεοφάνης ήρθε νωρίς από τη δουλειά εκείνη τη
μέρα, γύρω στις πέντε. Του είχαν ετοιμάσει ζεστό νερό
με αρωματικό σαπούνι και πετσέτες χνουδωτές, ζεστές
κι αυτές.
Πλενόταν μια φορά το μήνα. Δε βρομούσε γιατί πασ­
σαλειβόταν με βαριά κολόνια. Κάτι εξαιρετικό έπρεπε
να συμβεί για να ξεβρομίσει. Φαινόταν πως η επίσκεψη
του ξένου ήταν κάτι το διαφορετικό εκείνο το βράδυ.
Έβαλε το κοστούμι από μπλε αλπακά και έδεσε το
μαύρο παπιγιόν με τις μπορντό βούλες χαλαρά στο
λαιμό του, να μην τον πνίγει και πάθει εκείνο τον ξερό­
βηχα που τον έπιανε συχνά και φούσκωνε σαν γάλος
από το πάχος και τη δυσφορία. Τα εκατόν δέκα κιλά
που κουβαλούσε δεν ήταν λίγα...
Όλα έτοιμα. Η Βερονίκη άναψε το τσιγάρο της
πάνω στο δωμάτιο. Τράβηξε τις κουρτίνες και είδε το
Βόσπορο τυλιγμένο στην ομίχλη. Από το πρωί η μέρα
ήταν αποπνικτική από την υγρασία και τη ζέστη.
Κολλούσε η ζορζέτα επάνω της. Ακόμα και το άλικο
κραγιόν της είχε λιώσει και είχε ποτίσει τον καπνό του
τσιγάρου. Δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Κατέβασε
δυο γουλιές ούζο από το κρυμμένο μπουκάλι. Ένιωσε
καλύτερα.

87
Ο Θεοφάνης, στο μεγάλο σαλόνι, διάλεξε το δίσκο
και τον έβαλε στο γραμμόφωνο.
Πρώτα ακούστηκε η φωνή του, που τραγουδούσε
μαζί με τον Γούναρη, ύστερα αχνά το χτύπημα στην
πόρτα. Έπειτα, χαμήλωσε ο ήχος, βήματα και ομιλίες.
Γέλια και η βροντερή φωνή του Θεοφάνη.
«Καλώς όρισες, Τζόγια!»
«Ο επισκέπτης ήρθε», σκέφτηκε η Βερονίκη. «Πρέ­
πει να κατεβώ». Έ ρ ι ξ ε μια τελευταία ματιά στο μεγά­
λο καθρέφτη, διόρθωσε τα μαλλιά της και έβγαλε
το τσιμπίδι με τα ρουμπίνια - τη νεύριαζε. Όλα την
ενοχλούσαν απόψε. Έβαλε ένα κομμάτι κανέλα στο
στόμα της. Αλίμονο από τις φωνές του άντρα της
αν μύριζαν τα χνότα της από το δυνατό άρωμα του
ούζου. Έγλειψε τα χείλη της να ισιώσει το λιωμένο
κραγιόν και, προτού βγει από το δωμάτιο, πέρασε
γρήγορα με το κρυστάλλινο βαποριζατέρ το φόρεμα
με κολόνια Shalimar της Guerlain.
Κατέβηκε αργά τις πρώτες σκάλες και σταμάτησε.
Το βλέμμα του ξένου μαζί με του Θεοφάνη της έφε­
ραν πανικό. Τουλάχιστον αυτό νόμισε, τότε, πως
αισθάνθηκε, Έπειτα από ώρες, ξεδιάλυνε τα συναι­
σθήματα της...
«Τι στέκεις εκεί, Βερονίκη; Έλα να σου γνωρίσω
τον Τζόγια!» Κατέβηκε αργά αργά τα υπόλοιπα σκα­
λιά, μη τυχόν και τα ψηλά τακούνια της σπάσουν από
την ταραχή που την είχε κυριεύσει.
Ο Τζόγιας προχώρησε πίσω από τον Θεοφάνη, που

88
της προέτεινε το χέρι του για να τη βοηθήσει στο τελευ­
ταίο σκαλοπάτι.
«Καλησπέρα...» ψέλλισε μόλις ισορρόπησε στην
ευθεία.
«Η γυναίκα μου... Το στολίδι του Πέραν και του σπι­
τιού μου!» τη σύστησε καμαρωτός, με μάτια λιγωμένα,
όπως πάντα όταν την έβλεπε.
Ο Τζόγιας πήρε το χέρι της στο δικό του και το φίλη­
σε. Αγγιγμα και φιλί τόσο ζεστά δεν είχε ξανανιώσει...
«Χαίρω πολύ, κυρία Αρτόγλου».
«Κι εγώ, κύριε...»
«Τζόγια τον λένε, και μην το ξεχάσεις ποτέ...»
συμπλήρωσε χαμογελαστός, με νόημα, ο άντρας της.
Ούτε αυτό το κατάλαβε τότε.
Τα μάτια του επισκέπτη έπαιξαν γρήγορα ανάμεσα
στις πυκνές βλεφαρίδες του, κοιτάζοντας μια εκείνη
μια τον άντρα της. Τράβηξε το βλέμμα της από το πρό­
σωπό του και κοίταξε το αναμμένο τζάκι.
«Περάστε στο σαλόνι, κύριε Τζόγια», πρότεινε η Βε­
ρονίκη, για να βγάλει από την αμηχανία και τους τρεις.
Προχώρησαν όλοι μαζί στους βελούδινους καναπέ­
δες. Ο Τζόγιας με τον Θεοφάνη κάθισαν στον ίδιο
καναπέ και εκείνη στον απέναντι.
«Φώναξε την Αρετούλα να μας σερβίρει κάτι», είπε
ο άντρας της, καθώς χάιδευε την πλάτη του επισκέπτη.
«Γίναμε φίλοι στο τελευταίο ταξίδι μου στην Αθήνα,
πριν από τον πόλεμο...» Η τελευταία λέξη στάθηκε στο
μυαλό της. «Πόλεμος...»

89
Προσπαθούσε να την ξεχάσει, μα κάθε είδηση για
το τι γινόταν στην Ελλάδα της έφερνε ταραχή. Της
έφερνε τα πρόσωπα της μάνας της, της Θεοδοσίας, της
Άννας και του Αλέξανδρου. Τους φανταζόταν να τρέ­
χουν μες στη φωτιά και στις σφαίρες. Ύστερα, ησύχα­
ζε με τη σκέψη πως ίσως δεν είχε φτάσει ο εχθρός στο
νησί τους. Έτσι τα είχε βολέψει μέσα της και απέφευ­
γε αυτές τις συζητήσεις. Δεν απαντούσε στις κυρίες
όταν τη ρωτούσαν: «Καλά οι δικοί σας στην Ελλάδα;
Έχετε νέα τους;» Γλιστρούσε κι απομακρυνόταν, προ­
καλώντας σχόλια πίσω της. «Άψυχη γυναίκα,.,» Είχαν
δίκιο. Η Βερονίκη είχε αφήσει την ψυχή της εκεί, στο
ποτάμι, που πήρε μαζί του τον Βασίλη Δεσύλλα.
Και με τον Θεοφάνη δε μιλούσαν για το τι γινόταν
στην πατρίδα. Συμφωνία μυστική ανάμεσα τους για την
τύχη των δικών της.

Χτύπησε το χρυσό κουδουνάκι πάνω στο τραπέζι και
σ' ένα λεπτό εμφανίστηκε η Αρετούλα. Στρουμπουλή
και κουνιστή, ρώτησε τι θα πάρουν.
«Εγώ ένα κονιάκ», είπε ο Θεοφάνης. «Εσύ;» ρώτη­
σε τον Τζόγια.
«Το ίδιο, διπλό. Μπορώ;»
«Και τριπλό!» Δήθεν έκανε πλάκα. «Εντάξει, Αρε­
τούλα, πήγαινε». Τη Βερονίκη την προσπέρασε.
Την ώρα που γύρισε την πλάτη της η υπηρέτρια,
πέταξε χωρίς να κοιτάζει τον άντρα της:

90
«Κι εγώ ένα διπλό ούζο σκέτο!»
Τα μάτια του αγρίεψαν. Απέφυγε να τον κοιτάξει.
Θα ξεσπούσε καβγάς πάλι. Μόνο μπροστά στο θείο
Σεραφείμ δεν τολμούσε να την παρατηρήσει. Κρίμα
που δεν ήταν εδώ. Η αρρώστια του στα πνευμόνια τον
είχε ρίξει δυο μήνες τώρα στο κρεβάτι. Είχε τόση ανά­
γκη να πιει απόψε,
«Δεν έχει κρύο, αλλά αυτή η υγρασία σού τρυπάει
τα κόκαλα», είπε, για να δικαιολογήσει το αναμμένο
τζάκι, καθώς στα μάτια της λαμπύριζαν οι φλόγες.
«Έλεγα, λοιπόν, για τη γνωριμία με τον Τζόγια».
«Τι με νοιάζει; Μήπως μου έδωσες ποτέ λογαρια­
σμό για το τι έκανες και τι κάνεις;» Απάντηση βουβή·
πού να τολμήσει να βγάλει γλώσσα μπροστά σε ξένο.
«Ναι, κι εγώ χάρηκα που σε γνώρισα», είπε ο άντρας
- με κάποια επιφύλαξη, ή έτσι της φάνηκε εκείνη
τη στιγμή;
Συνέχισαν να μιλούν οι δυο τους για εκείνη τη νύχτα
σ' ένα κέντρο της Αθήνας όπου τραγουδούσε ο Τζό­
γιας, Μακρινές έφταναν στ' αφτιά της οι φωνές τους.
Αλλού ταξίδευε εκείνη... Σ' εκείνο το σπίτι στην κορυ­
φή του νησιού, με τα ξεβαμμένα παντζούρια· με τη σκα­
σμένη από το χρόνο βαριά ξύλινη πόρτα της εισόδου...
Γύρισε στα γρήγορα το μυαλό της όλο το σπίτι. Σαν να
την κυνηγούσε κάποιος.
Ίσως ο φόβος μη τυχόν και της κάνει παρατήρηση
ο Θεοφάνης, για το διπλό ούζο που το κατέβαζε γουλιά
γουλιά - από τις λίγες φορές.

91
Πρέπει να κράτησε αυτή η επιστροφή στο πατρικό
της σπίτι κάπου ένα λεπτό.
Γέλιο βροντερό. Ανάσα λαχανιασμένη. Κι ύστερα,
εκείνο το χοντρό χέρι που είχε βαρεθεί πια να της χαϊ­
δεύει τα μαλλιά.
«Έχεις ζαλιστεί και δε μας παρακολουθείς».
«Πώς... Σας ακούω»,
«Τι λέγαμε;» Πήγε να παίξει μαζί της ο Τζόγιας.
«Είστε τραγουδιστής».
«Ίσως...» Με μισό χαμόγελο και ειρωνεία έδωσε
τη διφορούμενη απάντηση.
«Αλλο;» ξαναρώτησε ο άντρας της.
Της ήρθε να πεταχτεί επάνω και να τους τσουγκρί­
σει τα κεφάλια. Γιατί την έπαιζαν σαν μπαλάκι; Ήθελε
να ξεχαστεί λίγο στα δικά της.
«Μια χαρά είναι!» διαβεβαίωσε ο Τζόγιας με ύφος.
Τι την ένοιαζε πώς γνωρίστηκαν αυτοί οι δυο αταί­
ριαστοι άντρες; Ο Θεοφάνης δεν της είχε αναφέρει
τίποτε εκείνο το διάστημα που είχε γυρίσει από την
Αθήνα. Ούτε ότι είχε πάει σε κέντρο διασκέδασης,
ούτε πως είχε γνωρίσει τον τραγουδιστή,
«Ξέρεις τι φωνή έχει;» Η Βερονίκη έγνεψε αρνη­
τικά, αλλά εκείνος συνέχισε τις συστάσεις. «Αηδόνι!»
«Υπερβολές», διαμαρτυρήθηκε ο Τζόγιας.
«Πάψε, μπρε! Λιώνουν οι γυναίκες μπροστά σου»,
«Λες να νιώθω αυτό το λιώσιμο σ' όλο το κορμί μου
από την παρουσία του ξένου;» σκέφτηκε πάλι βουβά
η Βερονίκη.

92
«Γιατί χαμογελάς;»
Συνήλθε από τη δυνατή φωνή. Χαμογέλασε και δεν
το κατάλαβε; Σηκώθηκε για να καλύψει την ταραχή της.
«Μα, Θεοφάνη... Έχουμε έναν τόσο γοητευτικό
επισκέπτη στο σπίτι μας και να μη χαμογελάσω από
περηφάνια;»
Τα βόλεψε. Είδε πως έμεινε ικανοποιημένος από την
απάντηση της. Αναψε το μακρύ, χοντρό πούρο του και
σηκώθηκε, ζητώντας συγγνώμη για λίγο να πάει μέσα.
Τότε χαλάρωσε κι αυτή, και πήγε να πάρει ένα τσι­
γάρο από την ασημένια ταμπακιέρα της, πάνω στο τρα­
πέζι. Καθώς έσκυψε, είδε πως μέσα στο βαθύ ντεκολτέ
οι ρώγες στα σκληρά στήθη της είχαν τεντώσει. Έτοι­
μες να σκάσουν από πάθος για τα φιλιά ενός άντρα,
Η φλόγα από τον αναπτήρα τής έκαψε το πρόσωπο.
Ο Τζόγιας, ανασηκωμένος, της άναβε το τσιγάρο.
Της άναβε φωτιά που δεν υποψιαζόταν πού και πώς θα
την έκαιγε... Το είδε στα μάτια του, που είχαν χωθεί
κι αυτά ανάμεσα στις τσιτωμένες ρώγες της.
Κάθισε απέναντι του, φωνάζοντας εκνευρισμένη
«Αρετούλα, ένα διπλό ούζο!» και, μέχρι να 'ρθει
το κορίτσι, τον περιεργάστηκε από πάνω μέχρι κάτω,
όπως έκανε κι αυτός εκείνη τη στιγμή.
Μελαχρινός με μαύρα μάτια. Γύρω στο ένα κι ογδό­
ντα. Αδύνατος, με σκαμμένα μάγουλα, που μπέρδευαν
την ηλικία του - κάπου στα τριάντα,
Η Αρετούλα έφερε σχεδόν τρέχοντας το ούζο και
πήρε το πρώτο ποτήρι.

93
Δεν ήταν ο γλυκανάλατος όμορφος. Ήταν αρσενικό.
Το είδε καθώς έπεσε γρήγορα το βλέμμα της ανάμεσα
στα σκέλια του.
Ξεγύμνωσαν ο ένας τον άλλο μέσα στα πέντε λεπτά
που έκανε να εμφανιστεί ο Θεοφάνης,
Ο δρόμος που άνοιξαν τα βλέμματα τους ήταν
μακρύς...
«Δεν έχω ξαναδεί μάτια στο χρώμα της βιολέτας...»
ψιθύρισε ο Τζόγιας, καθώς σηκώθηκε και στάθηκε
μπροστά της.
Ρούφηξε δυο γουλιές ούζο και έκανε την ερώτηση
που έφερε σε αμηχανία τον επισκέπτη.
«Πώς δραπετεύσατε από την κόλαση του πολέμου;»
Η φωνή του Θεοφάνη άλλαξε την κουβέντα.
«Ώρα να φάμε...»
Πέρασαν στο στρωμένο τραπέζι. Τόσο γυάλιζαν τα
ασημικά, τα κρύσταλλα και οι πορσελάνες, ώστε ο Τζό­
γιας έμεινε για λίγο αμίλητος να τα θαυμάζει,
«Ρωσικά τα περισσότερα», του είπε. «Ξέρεις, οι δικοί
μου ήταν από την Οδησσό. Τα καλά χρόνια... Η γιαγιά
μου έπινε τσάι με την τσαρίνα!»
Η Αρετούλα σέρβιρε τα φαγητά άψογα, με τη βοή­
θεια της Αρμένισσας μαγείρισσας,
«Τι τραγουδάτε;» Ξεκάρφωτη ερώτηση πάλι.
«Οπερέτες!» πρόλαβε ο Θεοφάνης.
«Σε νυχτερινό κέντρο;» ρώτησε η Βερονίκη.
«Όχι, κυρία μου! Τα πράγματα, λόγω του πολέμου,
είναι δύσκολα στην Αθήνα. Δύο φορές την εβδομάδα

94
τραγουδάω ιταλικά τραγούδια στο κέντρο όπου γνωρι­
στήκαμε με το σύζυγο σας».
«Να κάτι καλό από την ιταλική κατοχή. Απ' αυτούς
θα τα μάθατε βέβαια τα ιταλικά!» Ήθελε να τον πικάρει.
Ήθελε να βγάλει μια κακία γι αυτόν το γοητευτικό τρα­
γουδιστή που είχε απέναντι της.
«Η ανάγκη...»
«Τα λεφτά...» Έκανε με νόημα την κίνηση και το
βλέμμα ο Θεοφάνης.
«Μάλλον, κυρία μου...» Σήκωσε το ποτήρι στην
υγειά της, με τα μάτια καρφωμένα στο βαθύ ντεκολτέ
της. Ο άντρας της δεν είχε αντιληφθεί τίποτε καθώς
απολάμβανε με κλειστά τα μάτια το παλιό γαλλικό
κρασί.
Το δεύτερο ποτήρι άρχισε να της φέρνει ζάλη. Νόμι­
σε πως κουνήθηκε το πάτωμα, μα, σαν το ένιωσε και
πάλι, κατάλαβε πως το πόδι του Τζόγια έψαχνε το δικό
της. Από 'κεί και πέρα, αφέθηκε σ' αυτό το άγγιγμα
μέχρι να σηκωθούν από το τραπέζι.
Ο Θεοφάνης ζήτησε από την Αρετούλα να τους σερβί­
ρει καφέ και λικέρ στο σαλόνι. Έβαλε στο γραμμόφωνο
ένα δίσκο με τανγκό και, σαν άρχισε να παίζει το Μέντια
Λουζ*, γύρισε όλο χαρά και πρότεινε στον Τζόγια,
«Σήκω να χορέψεις με τη γυναίκα μου. Χορεύει
καταπληκτικά!»

Σ.τ.Ε.
* A Media Luz, Στο Ημίφως. Τανγκό, 1925, Σύνθεση: Edganto Donato. Στίχοι: Carlos Cesar Lenzi.

95
Προσπάθησε ν' αντιδράσει, αλλά δεν του άφησε περι­
θώρια. Είχε ήδη σηκώσει τη Βερονίκη και τραβούσε
κι εκείνον από το χέρι.
Μεθυσμένη από το βαρύ άρωμα της, το ούζο και τη
ζεστή αγκαλιά του, κόλλησε επάνω του. Ο Τζόγιας δεν
αντέδρασε, κι άρχισαν να εκδηλώνουν το πάθος τους
με τις κινήσεις των κορμιών τους.
Τα μάτια του ενός μέσα στου άλλου. Ο ιδρώτας
έσταζε στο λαιμό της, και όταν κάποια στιγμή την άγγι­
ξε με το πρόσωπο του, εκεί γέμισε ρίγος και επιθυμία·
σαν να έφτανε στο αποκορύφωμα ενός τέλειου έρωτα.
Κι ύστερα, ήρθε ο ψίθυρος από τη βαριά φωνή του:
«Θέλω να σε δω... Απόψε...» Μια στροφή με τη μελω­
δία, και πάλι η ίδια φωνή, σφίγγοντας την; «Στο ξενο­
δοχείο Τοκατλιάν...»
«Όχι»,
«Θα περιμένω...»
Ο Θεοφάνης απολάμβανε το τέλειο χορευτικό ζευ­
γάρι, τραβώντας το ναργιλέ του.
Θα βλέπονταν την άλλη μέρα. Τον κάλεσαν να πάνε
όλοι μαζί το μεσημέρι μια βόλτα με το βαποράκι στο
Βόσπορο και ύστερα να δουν το Τοπ Καπί.
Κράτησε με τα δυο του χέρια το δικό της και το
φίλησε.
Δεν άντεχε να περιμένει τον Θεοφάνη να καληνυ­
χτίσει τον επισκέπτη και να κλείσει την πόρτα. Ανέβη­
κε αργά τη σκάλα, γερμένη σχεδόν η μισή πάνω στην
κουπαστή, μη τυχόν και σωριαστεί από το μεθύσι και το

96
ερωτικό πέπλο που την τύλιγε εδώ και δυο ώρες. Όταν
έφτασε στο κεφαλόσκαλο, τον άκουσε να της λέει:
«Νομίζω πως πέρασες εκπληκτικά απόψε, χρυσή
μου Βερονίκη, έτσι δεν είναι;»
Γύρισε και, σχεδόν έτοιμη να πέσει από τα κάγκελα,
φώναξε;
«Έτσι! Είσαι ευχαριστημένος;»
«Απόλυτα. Καληνύχτα! Α, και άλλη φορά μην τολ­
μήσεις να πιεις τόσο πολύ μπροστά σε καλεσμένο μου!»
«Παράτα με!»
«Θα κάνω κάτι άλλο. Το ξέρεις...»
«Θα με πετάξεις στο δρόμο με το βρακί που με
πήρες! Αυτό δεν είναι; Πες το!»
«Αυτό!»
«Μόνο που το βρακί αυτό έλιωσε και φοράω τα δικά
σου, τα μεταξωτά!»
«Για μένα να τα βάζεις, κι όχι να λιγουρεύεσαι
άλλον!»
Έβγαλε ένα γέλιο δυνατό και χώθηκε στην κρεβα­
τοκάμαρα της, φτύνοντας κάτω. Και, προτού διπλοκλει-
δώσει, είπε μόνο: «Χοντρό γουρούνι...»
Δεν πρόλαβε να φέρει στο μυαλό της τη μορφή του
Τζόγια και την πήρε ο ύπνος με τα ρούχα.

Ξύπνησε ανήσυχη και κοίταξε το ρολόι. Ήταν επτά...
Νευρίασε με τον εαυτό της. Ο Τζόγιας θα την περίμε­
νε όλο το βράδυ... Υστερα, θυμήθηκε πως του είχε

97
αρνηθεί... Πέταξε τα σεντόνια, τσαλάκωσε τα μαξιλά­
ρια. Γιατί το έκανε αυτό; Ήθελε τόσο πολύ να νιώσει
τον έρωτα του.
Η υπόσχεση στο θείο Σεραφείμ... Να είναι τίμια με
τον Θεοφάνη, Αντάλλαγμα για τη ζωή της που του εμπι­
στεύτηκε. Ναι... αυτό την κράτησε.
Χτύπησε το κουδούνι, και σ' ένα λεπτό ήρθε η Αρε-
τούλα. Είχε μεγάλη αδυναμία στην κυρά της. Ορφανό
κορίτσι, ήταν στη δούλεψη του Θεοφάνη από τα δεκα­
τρία της.
«Τόσο πρωί, κυρά μου;»
Συνήθως σηκωνόταν από το κρεβάτι μετά τις δέκα.
«Καφέ διπλό...»
«Απ' τα χαράματα;»
«Πολλά λες, Αρετούλα»,
«Συγχωράτε με, αλλά φαίνεστε κουρασμένη...»
«Καφέ!» φώναξε.
Η Αρετούλα κατέβασε το κεφάλι και έφυγε γρήγο­
ρα. Γύρισε με τον καφέ πάνω στον ασημένιο δίσκο και,
δίπλα στο φλιτζάνι, ένα κομπολόι...
Στο απορημένο βλέμμα της Βερονίκης απάντησε
διστακτικά:
«Το ξέχασε εκείνος ο κύριος...»
«Δεν τον είδα να το παίζει».
«Από την τσέπη του θα έπεσε...»
«Άσ' τα όλα και φύγε».
Κατέβασε αργά μια γουλιά καφέ και άναψε τσιγάρο.
Πήρε το κομπολόι στα χέρια της κι άρχισε να παίζει με

98
τις χάντρες ταυ. Ήταν μαύρες ανάμεσα σε ασημένια
δαχτυλίδια. Όσο το άγγιζε, τόσο νόμιζε πως έπλεκε
τα δάχτυλα της στα δάχτυλα του Τζόγια. Φύσηξε ψηλά
τον καπνό και στους κύκλους του στριφογύρισε το
μυαλό της.
«Πώς είναι ο έρωτας, μάνα;» ρωτούσαν τα τρία κορί­
τσια την Ελισσώ, ένα βράδυ, γύρω από το τζάκι.
«Σαν γαλάζιο ατλάζι... Χάνεσαι στο άγγιγμα του.
Ξεχνάς το χρώμα του ουρανού. Μπερδεύεις τη μέρα με
τη νύχτα. Σαν το αγκάθι του τριαντάφυλλου που σου
τρυπάει το δάχτυλο και ξεχνάς τον πόνο από τη μυρω­
διά του. Ρουφάς σαν μέλι το αίμα που στάζει...
Και κατεβαίνει αργά αργά, σαν βάλσαμο, στην ψυχή
σου...» Εκεί σταματούσε και σκούπιζε κρυφά από τις
κόρες της ένα δάκρυ στα βιολετιά μάτια της. Τι να 'λεγε
περισσότερο; Αρκετά καταλάβαιναν πια οι κόρες της
-όσο μεγάλωναν- τι τραβούσε από τον Βασίλη Δεσύλλα,
που μόνο αυτόν αγάπησε.
«Έτσι θα νιώσω όταν θα έρθει ο έρωτας;»
«Έτσι, Βερονίκη μου...»
«Εγώ δε θέλω να πονάω. Και δε μ' αρέσει και το μέλι!
Θα πάρω άντρα με προξενιό!» συμπλήρωνε η Άννα.
«Καλά... Άλλο δείχνουν τα μάτια σου».
«Θα δεις!»
«Αν ζω...»
«Εσύ δε θα πεθάνεις ποτέ!» αγρίευε η Βερονίκη.
«Κανείς δε μένει...»
«Όταν γίνουμε γριές εμείς, τότε να φύγεις».

99
«Θα το θυμάμαι, Σ'το υπόσχομαι, κόρη μου».
Όσο για τη Θεοδοσία, κατέβαζε το κεφάλι, με τα
χλομά μάγουλα της κατακόκκινα από την ντροπή.
Το έβλεπε η Ελισσώ και της έδινε θάρρος.
«Κι εσύ θα ερωτευτείς, Θεοδοσία μου».
«Εγώ μόνο τον Χριστό αγαπάω». Κι έτρεχε στο εικο­
νοστάσι να προσευχηθεί...
Εσφιξε τόσο δυνατά τις χάντρες, που κόντεψε
να κόψει την κλωστή. Ταράχτηκε. Ήθελε τόσο πολύ
να κρατήσει αυτό που άφησε πίσω του ο Τζόγιας, χθες
βράδυ, μαζί με τον έρωτα που φώλιασε στην καρδιά
της. «Ήρθε, μάνα...» ψιθύρισε και έσφιξε στο στήθος
της το κομπολόι.

Στις εννέα, ήταν στη Χάλκη. Η Νίνα την περίμενε στον
κήπο με αγωνία. Ο σφυγμός της ανέβηκε ώσπου να
φτάσει κοντά της.
«Πώς είναι;»
«Όχι καλά, κυρία.,.» Πήγε να την προσπεράσει,
αλλά η Νίνα τη σταμάτησε. «Περιμένετε λίγο...»
«Άφησε με!»
«Έχει κάποιον...»
«Το γιατρό;...»
«Όχι...»
«Νίνα, ποιος είναι μέσα;»
«Είπε να περιμένετε. Δε θέλει να τον ενοχλήσει
κανένας».

100
Σχεδόν την έσπρωξε και προχώρησε στο σπίτι. Κάτι
δεν της άρεσε στη συμπεριφορά της Νίνας.
Η αγωνία της μεγάλωνε, καθώς διέσχιζε το χώρο με
γρήγορα βήματα, για να φτάσει στην κρεβατοκάμαρα.
Δε χτύπησε. Άφησε στην άκρη τους τύπους και άνοιξε
σιγά την πόρτα.
Ο καθισμένος στο κρεβάτι άντρας, που ήταν σκυμ­
μένος πάνω από το πρόσωπο του Σεραφείμ, δεν κουνή­
θηκε. Τα λόγια τους ήταν ψιθυριστά.
Προχώρησε τρία βήματα και τότε διέκρινε μέσα από
το δυνατό βήχα την αγαπημένη φωνή.
«Βερονίκη, κάτι σε πρόσταξα»,
«Θείε...»
Ο άντρας πετάχτηκε και στράφηκε προς το μέρος
της. Ήταν ο Τζόγιας.
Έμειναν αμίλητοι για λίγο. Ο άρρωστος ανασηκώ­
θηκε στα μαξιλάρια και κοίταξε το ζευγάρι που είχε
αφεθεί σ' αυτή την απρόσμενη συνάντηση.
Έκανε πίσω, λέγοντας τρεμουλιαστά:
«Με συγχωρείτε... Θα περιμένω στο σαλόνι...»
Περπατούσε στο διάδρομο πιάνοντας τους τοίχους.
Ο Τζόγιας με το θείο Σεραφείμ! Δεν είχε αναφέρει
τίποτε γι' αυτή τη συνάντηση χθες βράδυ. Ούτε καν πως
τον γνώριζε. Τι ζητούσε στο σπίτι της Χάλκης ο δικός
τους επισκέπτης; Ζήτησε από τη Νίνα διπλό καφέ
χωρίς ζάχαρη κι άναψε τσιγάρο.
Οι δυο άντρες έμειναν σιωπηλοί ώσπου έκλεισε την
πόρτα η Βερονίκη.

101
«Δεν έπρεπε να με δει εδώ», μίλησε πρώτος ο Τζόγιας.
«Μην ανησυχείς. Θα τα βολέψω εγώ...»
«Είναι παιδί, δεν πρέπει να ξέρει».
«Όχι».
«Ούτε ο Θεοφάνης, ε;»
«Ούτε...»
«Μόνο για τα λεφτά νοιάζεται. Ευτυχώς, τα κατάφε­
ρε να σε φέρει ως την Πόλη. Μέχρι εδώ αυτός...»
«Όλους τους χρειάζεται η Ελλάδα».
Κουβέντες ανάμεσα σε δυνατό βήχα, κομμένη ανάσα
και συγκίνηση.
«Είστε ήρωες, Τζόγια...»
«Αν δεν τελειώσει ο πόλεμος, κύριε Σεραφείμ...»
«Θα τελειώσει, παιδί μου».
«Απόψε θα φύγω για το Σουδάν».
«Ναι. Μην ξεχάσεις τον άνθρωπο που σε περιμένει
στο Χαρτούμ».
«Όχι».
«Από 'κεί θα φτάσεις εύκολα με τη βοήθεια του στο
Κάιρο».
«Ευχαριστώ...»
«Η τσάντα δίπλα σου έχει πολλά λεφτά. Αν χρεια­
στούν κι άλλα, το 'χω κανονίσει με το φίλο στο Χαρτούμ».
«Εντάξει...»
Ο Τζόγιας έσκυψε και φίλησε το κοκαλιάρικο χέρι.
Με σεβασμό έκανε υπόκλιση στο γέρο, που έπιανε μια
σταλιά στο μεγάλο κρεβάτι. Ένα κουφάρι έμοιαζε
τώρα στο τέλος.

102
«Με την ευχή μου, Τζόγια...»
«Ευχαριστώ... Εσείς είστε ο ήρωας!»
Μόλις έφτασε ν' ανοίξει την πόρτα, τον σταμάτησε.
«Μισό λεπτό...» Έκανε στροφή προς το κρεβάτι.
Ο Σεραφείμ τον κοίταζε έντονα με αγωνία. «Τι έγινε
με τη Βερονίκη κι εσένα χθες βράδυ;»
«Τι τροπή παίρνει τώρα η κουβέντα;» αναρωτήθη­
κε ο Τζόγιας. Τι θα έπρεπε να απαντήσει; Πώς να
ομολογούσε ότι αυτό το κορίτσι με τα όμορφα βιολε­
τιά μάτια είχε καρφωθεί στο μυαλό του όλη τη νύχτα
και τον ξαγρύπνησε να την περιμένει; Ότι ένιωθε
ακόμα τον ιδρώτα του κορμιού της με το βαρύ άρωμα
στα χείλη του;
«Τίποτε...» απάντησε με σκυφτό το κεφάλι.
«Κατάλαβα... Σκεφτόσουν τι ν' απαντήσεις...»
«Ξεχάστε το...»
«Δεν έχει ερωτευτεί ποτέ η Βερονίκη. Πρόσεχε...»
«Δε θα την ξαναδώ».
«Ωραία... θα σε οδηγήσει έξω η Νίνα, από την πίσω
είσοδο του σπιτιού»,
Χτύπησε το κουδούνι που είχε στο πλάι του για να
'ρθει η Νίνα.
Ο Τζόγιας έκανε βαθιά υπόκλιση, πήρε την τσάντα
κι έφυγε...

Η Βερονίκη είχε καπνίσει τα τσιγάρα το ένα πίσω από
το άλλο. Είχε παραγγείλει και δεύτερο καφέ στη Νίνα.

103
Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί βρισκόταν εκεί ο Τζό­
γιας και τι συζητούσαν με το θείο Σεραφείμ.
Ανοιξε το παράθυρο να πάρει αέρα και τότε τον
είδε να ξεγλιστράει βιαστικά έξω από τον κήπο.
«Τζόγια!» φώναξε τόσο δυνατά, που ακούστηκε
σ' όλη τη Χάλκη. Φωνή γυναίκας ερωτευμένης που
έχανε τον άντρα που αγάπησε μέσα σε δυο ώρες...

Ο επίμονος βήχας του γέρου σταμάτησε από τη δυνατή
φωνή. Άνοιγε τις πόρτες σαν τρελή ώσπου να βγει από
το σπίτι. Τα ψηλά τακούνια, που συνήθιζε να φοράει
όλες τις ώρες, την εμπόδιζαν να τρέξει στο βρεγμένο
χώμα του κήπου. Τα πέταξε και βγήκε στο δρόμο. Εκεί­
νος είχε χαθεί. Έφτασε στην παραλία την ώρα που
ξεκινούσε μια βάρκα με τον Τζόγια, για την απέναντι
όχθη. Το βαπόρι για το Γαλατά θα έφευγε σε μία ώρα.

Το ρίμελ από τις βλεφαρίδες της είχε μουντζουρώσει
το πρόσωπο της. Έκλαιγε γονατιστή μπροστά στο κρε­
βάτι του Σεραφείμ και τον παρακαλούσε:
«Πού θα τον βρω;»
«Ξέχασε τον, κορίτσι μου...»
«Τον αγάπησα».
«Σε μια νύχτα, μπρε;»
«Ναι...»
«Δεν κρατάει τέτοια βιαστική αγάπη».

104
«Σας παρακαλώ.,.»
«Με υποσχέθηκες πως θα τιμήσεις τον Θεοφάνη».
«Δεν ήξερα πώς είναι ο έρωτας».
Της χάιδεψε το χέρι τρυφερά.
«Θα περάσει ο πόνος»,
«Συγχώρα με... Δεν μπορώ... Για άλλα είναι εκεί­
νος...»
Και τότε θυμήθηκε! Προτού φύγει από το σπίτι τους,
το περασμένο βράδυ, είχαν πει να βρεθούν το μεσημέ­
ρι για μια βόλτα στο Βόσπορο, Κοίταξε το ρολόι της·
ήταν έντεκα. Έπρεπε να βιαστεί, ν' αλλάξει ρούχα,
να γίνει όμορφη γι' αυτόν.
«Φεύγω!»
«Πού πας;»
Έφυγε γρήγορα σαν αέρας. Ο Σεραφείμ κατάλαβε
πως δε θα έβλεπε άλλη φορά τη Βερονίκη.
Η αναπνοή του βάραινε κι άλλο. Πρώτη φορά
άφησε τα δάκρυά του να κυλήσουν στις ρυτιδωμένες
κόγχες. Ένιωθε τύψεις που δεν της είπε πού πήγε
ο Τζόγιας και γιατί...
«Ο πόλεμος έχει τις μεγαλύτερες θυσίες. Θα ξεχά­
σουν. Νέοι είναι...» μουρμούρισε, κι αμέσως μετά κάλε­
σε τη Νίνα να φέρει μελάνι, πένα, φάκελο και χαρτί.
Εκείνη τον βοήθησε να σταθεί όρθιος στα μαξιλά­
ρια, και έμεινε μόνος.
Τα γράμματα ήταν τρεμουλιαστά πάνω στο χαρτί.
Δεν τα ξεχώριζες καλά. Το σάλιο που κόλλησε
το φάκελο, άφησε ακόμα πιο στεγνό το στόμα του.

105
Ο τελευταίος σπασμός τον βρήκε την ώρα που, με
δυσκολία, έκρυβε το γράμμα κάτω από το μαξιλάρι του.

Η Βερονίκη ντύθηκε μ' ένα ανοιχτό μοβ ταγέρ που ταί­
ριαζε με τα μάτια της. Έβαλε ροζ καπελίνα και ασορτί
γάντια. Έφυγε βιαστικά για το γραφείο του Θεοφάνη,
κοντά στην πλατεία Ταξίμ. Σπάνια πήγαινε εκεί, εκτός
από κάποιες φορές που κατέβαινε για ψώνια στην αγορά
του Μπέγιογλου.
Την είδε να μπαίνει και έμεινε με το τηλέφωνο στο
χ έ ρ ι · πιο όμορφη από ποτέ. Γιατί ήταν ντυμένη έτσι,
μεσημεριάτικα; Φαινόταν πολύ αναστατωμένη.
«Τι έπαθες, γιαβρί μου;»
«Μία η ώρα!»
«Ε;»
«Έχουμε ραντεβού με τον κύριο Τζόγια!»
«Α...»
«Γιατί απορείς; Δε μίλησες μαζί του;»
«Όχι...»
«Είσαι αγενής! Του υποσχέθηκες βόλτα στο Βόσπο­
ρο και γεύμα!»
«Ναι...»
Έσκυψε μπροστά του, χτυπώντας το χέρι στο γραφείο.
«Τι 'ναι, Θεοφάνη; Γιατί μιλάς σαν χαζός;»
«Έστειλε σημείωμα το πρωί»,
«Ποιος;» Η ένταση στο πρόσωπό της είχε φτάσει
στο αποκορύφωμα. «Λέγε! Ποιος σ' έστειλε;»

106
«Ο καλεσμένος μας, γιαβρί μου».
Σωριάστηκε στη δερμάτινη πολυθρόνα σαν σακί.
«Και;»
«Έφυγε...»
«Για πού;»
«Δεν ξέρω. Μας ζητάει συγγνώμη...» Έψαξε στα
χαρτιά του. «Να, 'δω το 'χω!»
Το κοίταζε μπροστά της και δεν τολμούσε να το
αγγίξει. Σηκώθηκε προσπαθώντας να μην καταλάβει
περισσότερα ο Θεοφάνης, Ευτυχώς, χτύπησε η πόρτα
και μπήκε η γραμματέας του με κάτι χαρτιά. Έπιασαν
την κουβέντα. Κοίταζε το σημείωμα με άδειο μυαλό.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και πήρε το χαρτί από το γρα­
φείο. Το τσαλάκωσε στη χούφτα της και έφυγε προτού
καλά καλά καταλάβει ο Θεοφάνης τι είχε γίνει...
Πρώτα πήγε στο ξενοδοχείο Τοκατλιάν και τον ανα­
ζήτησε. Είχε φύγει από το πρωί, της είπαν.
Περπάτησε ώρες στους δρόμους. Χάθηκε στους
μαχαλάδες. Κουράστηκαν τα μάτια της να ψάχνουν
το πρόσωπο του Τζόγια ανάμεσα στους περαστικούς.
Αμανέδες και φωνές τής έφεραν ζάλη. Γύρισε στο σπίτι
στις πέντε το απόγευμα. Πέταξε την καπελίνα και τα
παπούτσια της, όταν φάνηκε η Αρετούλα τρομαγμένη
και κλαμένη.
«Αντε, κυρά μου... Πού ήσαστε;»
«Παράτα με κι εσύ!»
«Ο κύριος...»
«Στο διάολο κι αυτός!»

107
Ποτέ δεν την είχε δει έτσι. Ποτέ δεν είχε μιλήσει για
τον κύριο με τέτοιες λέξεις.
«Σας ψάχνει...»
Αρχισε ν' ανεβαίνει τις σκάλες αργά, βγάζοντας τα
ρούχα της στα σκαλοπάτια, και, την ώρα που έφτασε
σχεδόν γυμνή στο τελευταίο σκαλί, άκουσε αυτό που
δεν ήθελε ν' ακούσει εδώ και πέντε χρόνια που βρι­
σκόταν στην Πόλη.
«Πέθανε ο θείος Σεραφείμ...»
Ταράχτηκε από το ξαφνικό, κι ύστερα σπασμοί σ'
όλο το κορμί της. Η Αρετούλα νόμισε πως ήταν από τη
γύμνια της και με δυο δρασκελιές βρέθηκε κοντά της.
Της έριξε στην πλάτη το σακάκι από το μοβ ταγέρ και
την κάθισε στο σκαλί. Σαν μωρό στα χέρια της, δεν
έφερε αντίσταση. Μόνο έλεγε και ξανάλεγε με ανα­
φιλητά:
«Δεν είναι αλήθεια. Όχι! Την ίδια μέρα έφυγαν
κι οι δυο».
Η Αρετούλα δεν καταλάβαινε για ποιο δεύτερο
θάνατο μιλούσε η κυρά της. Πέρασε ώρα ώσπου να
την πείσει να σηκωθεί από κάτω και να πάει στο
δωμάτιο της.
«Σας περιμένει ο κύριος στη Χάλκη. Θα σας ετοιμά­
σω...»
Την έπλυνε, την έντυσε με μαύρο ταγέρ, μαύρες
κάλτσες, της έβαλε μαύρο καπέλο με βέλο και την οδή­
γησε, σχεδόν αγκαλιά, στην είσοδο του σπιτιού. Εκεί
την περίμενε ο Σακίπ, ο σοφέρ, για να την πάει στο

108
βαποράκι, που είχε κλείσει ο Θεοφάνης με την εντολή
να μην ξεκινήσει αν δε μεταφέρει τη γυναίκα του στη
Χάλκη.

Η Νίνα προαισθανόταν εδώ και μέρες πως το αγαπη­
μένο της αφεντικό θα έφευγε από κοντά τους. Είχε
βαρύνει πολύ. Πλησίαζε τα ενενήντα. Η πνευμονία τον
είχε ξεκάνει, Ο υψηλός πυρετός εδώ και μια βδομάδα
έλιωσε κι άλλο το καχεκτικό του κορμί.
Όταν μπήκε το μεσημέρι στο δωμάτιο, με την
πρώτη ματιά, κατάλαβε... Ο άρχοντας από την Οδησ­
σό είχε φύγει.
Έκανε όλα τα απαραίτητα. Είχε δώσει εντολές για
τα πάντα, εδώ και μέρες, ακόμα και ποιο κοστούμι
θα του φορούσε για το μακρινό ταξίδι...
Έπειτα, τηλεφώνησε στον Θεοφάνη. Τη Βερονίκη
δεν την είχε βρει στο σπίτι. Μέσα σε όλη την αναστά­
τωση, δεν πρόσεξε αρχικά το φάκελο κάτω από τα
μαξιλάρια του νεκρού. Αφού ήρθαν οι άντρες να τον
πλύνουν και να τον ντύσουν, πήγε να στρώσει το κρε­
βάτι. Τότε βρήκε το γράμμα. Το πήρε στα χέρια της και
άρχισε να διαβάζει: «Για τη Βερονίκη. Να μην το γνω­
ρίζει κανένας άλλος. Σ' ευχαριστώ για όλα, Νίνα,
και μείνε κοντά της».
Η μεσόκοπη γυναίκα τον έκλαψε εκείνη την ώρα
σαν δικό της. Τόσο ευγενή και καλό άνθρωπο δεν είχε
συναντήσει στη ζωή της.

109
Είχε νυχτώσει όταν μπήκε ο Τζόγιας στο τρένο για την
Άγκυρα. Ήταν πολύ κουρασμένος. Όλη τη μέρα περί­
μενε κοντά στο σπίτι του Θεοφάνη να φανεί η Βερονί­
κη. Λεν μπορούσε να κρατήσει την υπόσχεση που είχε
δώσει το πρωί στο γερο-Σεραφείμ.
Αυτή η γυναίκα βασάνιζε τη σκέψη του από την πρώτη
στιγμή που την είδε. Ξέχασε ακόμα και το σκοπό που βρι­
σκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Είδε κι έπαθε να φύγει
από την Ελλάδα για την αποστολή στη Μέση Ανατολή.
Δεν έπρεπε να προδώσει την πατρίδα. Τα γνώριζε
όλα αυτά, αλλά η επίμονη εικόνα της στο μυαλό του
-για πρώτη φορά στη ζωή του- ήταν πάνω από τις
δυνάμεις του.
Έφυγε από τη συνοικία του Μπέγιογλου γύρω στις
τέσσερις και μισή. Στις πέντε γύρισε η Βερονίκη...

Βγήκε από το βαπόρι σαν υπνωτισμένη. Ο Σακίπ την
κρατούσε σφιχτά από το μπράτσο. Έβλεπε πως η κυρία
του παραπατούσε ώσπου να φτάσουν στο σπίτι.
Τα παράθυρα κλειστά. Η μαυρίλα της νύχτας
δε φωτιζόταν από πουθενά. Άνοιξε η πόρτα και φάνη­
κε η Νίνα. Τα μαύρα την έκαναν πιο αδύνατη. Ίσως
και τα τραβηγμένα προς τα πίσω γκρίζα μαλλιά τής έδι­
ναν αυτή την όψη.
Έκανε στην άκρη για να περάσει η Βερονίκη.
Ο Θεοφάνης τη διέκρινε ανάμεσα στον κόσμο που είχε
συγκεντρωθεί στο σαλόνι. Την πήρε αγκαλιά και την

110
έβαλε να καθίσει στην πολυθρόνα. Αμίλητη, με την καρ­
διά στραγγισμένη από τον πόνο, την κοίταζαν όλοι
περίεργα- σαν να μην ήταν αυτή. Από κορίτσι είκοσι δυο
χρονών φαινόταν σαν γυναίκα κοντά στα σαράντα.
Ζήτησε ούζο από τη Νίνα, αντί για καφέ...
«Όχι, τώρα», είπε ο Θεοφάνης σιγά.
«Αυτό θα ήθελε κι εκείνος τέτοια ώρα... Νίνα,
διπλό, σε παρακαλώ...»
Έβαλε την πίπα με το τσιγάρο στο στόμα της,
με τρεμάμενα χέρια. Ο Θεοφάνης της το άναψε και
απομακρύνθηκε, για να μιλήσει μ' έναν κύριο που
είχε μόλις μπει.
Η είδηση είχε μαθευτεί σ' όλη τη Χάλκη και την
Πόλη μέχρι το βράδυ. Κατηφείς έμπαιναν όλοι μέσα
στο σπίτι, με βλέμμα γεμάτο σεβασμό, ενώ είχαν μια
καλή κουβέντα να πουν για τον Σεραφείμ.
Η Νίνα έφερε το ούζο χωρίς νερό. Μπορεί να μην
της το είχε ζητήσει, αλλά ήταν σίγουρη πως έτσι έπρε­
πε να το σερβίρει εκείνη την ώρα,
«Δεν έβαλα νερό». Ήπιε μια γουλιά και μετά την
κοίταξε ικετευτικά. «Τι θέλετε;»
«Βοήθησε με να ανεβώ επάνω».
Ήταν μια καλή ευκαιρία να της δώσει το φάκελο.
Την κράτησε σφιχτά από τη μέση, για να μην πέσει.
Με το ποτήρι στο ένα χέρι και το τσιγάρο στο άλλο, ακο­
λούθησε τη Νίνα. Κάθισε στο κρεβάτι. Άφησε το ποτήρι
στο κομοδίνο και της έδωσε να σβήσει το τσιγάρο.
Κοίταξε το άδειο κρεβάτι. Πόσο άδειο και μεγάλο

111
τής φαινόταν χωρίς τον Σεραφείμ! «Τόσο άδεια είναι
πια και η ζωή μου. Μεγάλωσα τόσο πολύ. Το ποτάμι
δε θα με γνωρίσει...» αναλογίστηκε. «Υπέφερε;»
ρώτησε.
«Ξεκουράστηκε, κυρία...»
«Λέγε με Βερονίκη...»
«Μα...»
«Όπως εκείνος...»
Πήρε το άσπρο κεντητό μαξιλάρι με τα αρχικά Σ Α,
κεντημένα με χρυσή κλωστή, και το ακούμπησε στο
πρόσωπο της,
«Ήσουν κοντά του;»
«Όχι...» Γύρισε και την κοίταξε άγρια. «Με ζήτησε
να του φέρω να γράψει... Μετά με είπε να πηγαίνω...»
«Να γράψει τι;»
Έβγαλε από την τσέπη της μαύρης πλεκτής ζακέτας
το φάκελο.
«Αυτό...»
«Για ποιον;»
«Για εσάς...»
«Για μένα;»
«Ναι...»
Η Νίνα το άφησε δίπλα της, πάνω στο κρεβάτι.
«Θέλω να μείνω μόνη. Μη μ' ενοχλήσει κανείς...»
Κράτησε στο πρόσωπο το μαξιλάρι ώσπου μούσκεψε
από τα δάκρυα της. Ξάπλωσε από την κούραση στη θέση
του Σεραφείμ, κοντά στη δεξιά άκρη του κρεβατιού.
Αδειο μυαλό. Καρδιά γεμάτη έρωτα, θάνατο, μοναξιά...

112
Άγγιξε το φάκελο. Τον έφερε μπροστά στα μάτια της
και διάβασε τι έγραφε απ' έξω. Ύστερα, τον άνοιξε με
προσοχή, να μη χαλάσει τα γράμματα, κι έβγαλε τη
σελίδα με τα τρεμουλιαστά, δυσανάγνωστα γράμματα.
Προσπάθησε να τα διαβάσει...

113
114
Προσπάθησε να θυμηθεί τα λόγια από το τροπάριο
του Αγίου Γεωργίου που κάθε τόσο έλεγε η Θεοδοσία.
Μετά το «ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής» σταματού­
σε. Πέρασαν δέκα λεπτά, με το γράμμα πεσμένο κάτω
και τον ψαλμό στα χείλη.
Την κούρασε το δύσκολο γράμμα. Μπερδεύτηκε και
την πήρε ο ύπνος.
Η Νίνα μπήκε στις μύτες και το πήρε από το χέρι της.
Το έκρυψε στον κόρφο της. Δεν έπρεπε να γνωρίζει
κανείς... Έτσι έγραφε ο μακαρίτης. Τη σκέπασε, έσβησε
το φως και βγήκε το ίδιο ήσυχα από το σκοτεινό δωμάτιο.

115
Σ το χαμηλοτάβανο σπίτι της Κοκκινιάς, η ψηλόλι­
γνη γυναίκα με τα μαύρα άναβε το καντήλι μπρο­
στά στο εικόνισμα του Αγίου Γεωργίου. Το νερό που
κόχλαζε πάνω στην γκαζιέρα, την απέσπασε από την
προσευχή της.
«Τι θα ρίξεις μέσα σήμερα, Θεοδοσία;» ρώτησε
η αδύναμη γυναίκα, ξαπλωμένη πάνω στο στενό σιδε­
ρένιο κρεβάτι.
«Ένα φλιτζανάκι ρύζι, μητέρα...»
«Πιλάφι...»
«Σούπα», διόρθωσε η Θεοδοσία.
«Βάλε και κουκουνάρι και σταφίδες μαύρες.
Θα γίνει πιο γλυκό», συνέχισε. «Τότε στην Κωστάντζα
έτσι το φτιάχναμε...»
«Θα βάλω».
Το δάκρυ έπεσε στην ανοιχτή κατσαρόλα και κάηκε
από το ζεστό νερό. Το μυαλό της Ελισσώς, εδώ και
καιρό, γύριζε μόνο πίσω... «Κάνε, Αγιε μου, να φτιά­
ξει...» παρακάλεσε, με το βλέμμα στο εικονοστάσι.
«Ο Αλέξανδρος παίξει ακόμα στην αυλή;»

117
«Ναι...»
«Θα κρυώσει. Φώναξε τον! Έχει πολύ κρύο απόψε».
«Έχει...» απάντησε σαν κουρδισμένη η Θεοδοσία,
κι άρχισε να καταπίνει τα υπόλοιπα δάκρυα για να
βλέπει καλύτερα το ρύζι, μη τυχόν λαπαδιάσει. Ήθελε
να φωνάξει δυνατά· να τελειώσει αυτό το μαρτύριο της
σιωπής της. «Ο Αλέξανδρος κρυώνει, καιρό τώρα.
Κανένας δεν ξέρει πού βρίσκεται μαζί με την Αννα».

Δυο μέρες μόνο έμεινε η Ελισσώ στο νησί, αφότου έφυ­
γαν οι νιόπαντροι για Κωνσταντινούπολη. Την τρίτη
σφράγισε το σπίτι, ετοίμασε κάποιους μπόγους, έραψε
πάνω της το σακούλι του Θεοφάνη με τις λίρες και είπε
στα παιδιά της πως θα πήγαιναν ταξίδι μακρινό. Πέρα­
σαν με το καΐκι στην απέναντι στεριά και, προτού ρίξει
άγκυρα ο καπετάνιος, του είπε:
«Θα δώσω τα χαιρετίσματα σου στον άντρα μου».
«Θα λείψετε καιρό;» ρώτησε εκείνος.
«Αρκετό... Εξαρτάται, βέβαια, από το αν θα πάει
καλά η καινούρια του δουλειά στη Ρουμανία...»
Η Θεοδοσία έκανε το σταυρό της όσο άκουγε τα
ψέματα της μάνας της στον καπετάνιο, κι όχι μόνο.
Τα ίδια είχε πει στην Αννα και στον Αλέξανδρο. Πως
θα πήγαιναν να συναντήσουν τον πατέρα που είχε
φύγει μόνος του, εκείνο το βράδυ, για να τακτοποιήσει
εκεί τα πράγματα. Τα ίδια και σε δυο τρεις γνωστούς.
«Ο Βασίλης έφυγε βιαστικά για τη Ρουμανία...

118
Μ' ένα εμπορικό στα ξαφνικά... Προχθές βράδυ...»,
«Δόξα τω Θεώ... Όλα καλά!», «Πάντρεψα και τη
Βερονίκη μου. Ναι... Ο γαμπρός; Κι αυτός από την
Κωστάντζα. Εκεί πήγαν οι νιόπαντροι». Σωρός τα
ψέματα στα παιδιά της και στον κόσμο... Έτσι κι
αλλιώς, κανείς δεν είχε μιλήσει με τον Θεοφάνη. Ούτε
τον ρώτησε από πού ήταν. Μόνο ο παπάς, μετά το
μυστήριο, αντάλλαξε λίγα λόγια μαζί του.
«Παίρνεις καλό κορίτσι».
«Ναι, πάτερ...»
«Να το προσέχεις εκεί που θα το πας».
«Θα το προσέχω...»
«Αλήθεια, από πού είσαι;»
Πώς της ήρθε εκείνη η ευλογημένη σκέψη και έριξε
το κρασί πάνω στο γαμπρό της;
«Ποπό! Συγχωρά με... Τι απρόσεχτη!»
«Μυαλό δεν έχεις!» Βρήκε την ευκαιρία ν' αρχίσει
τον καβγά ο Δεσύλλας. «Μούσκεψες τον άνθρωπο!»
Η Ελισσώ πήρε το σακάκι του να το καθαρίσει. Ο πα­
πάς δεν ήθελε να δώσει συνέχεια, γι' αυτό χαιρέτησε
κι έφυγε. Δεν έμαθε πού θα πήγαινε το ζευγάρι...
Έτσι, μια ώρα προτού μπουν στο καΐκι, η Ελισσώ
πήγε στην εκκλησία να κλείσει τους λογαριασμούς της.
«Παπά μου, την ευχή σου. Φεύγω...»
«Πού πας, Ελισσώ;»
«Οικογενειακή υπόθεση είναι, αλλά θα σ' την πω...
Μόνο εσύ και ο Θεός... Ήταν κανονισμένα όλα από τον
άντρα μου. Ο γαμπρός, πλούσιος, από τη Ρουμανία...»

119
«Μπράβο! Μπράβο!»
«Πήρε στη δουλειά του και τον Βασίλη. Θα συνα­
ντιόνταν στον Πειραιά, Μας περιμένουν κι εμάς. Κατά­
λαβες;»
«Βέβαια, βέβαια, Ελισσώ»,
«Γυρνάμε πίσω,.. Την ευχή σου...»
«Την έχετε όλοι,..»
Κουκούλωσε το φόνο, πήρε την ευχή του ιερέα και,
χαμογελαστή, αποχαιρέτησε τον κόσμο.
Έφτασε ανακουφισμένη στην απέναντι στεριά με τα
παιδιά της. Κι από 'κεί πήραν το μεγάλο καράβι, να τα­
ξιδέψουν μακριά από το αρχοντικό του Δεσύλλα και το
ποτάμι που κυλούσε δίπλα του. Εκεί που, στα βαθιά
νερά του, σφράγισε για πάντα το μυστικό της Ελισσώς,
της Βερονίκης και της Θεοδοσίας...

Δυο μέρες κοντά κράτησε το ταξίδι μέχρι τον Πειραιά.
Φουρτούνα κι αλμύρα άσπρισαν τα πρόσωπα τους
πάνω στο κατάστρωμα.
Δεν ήθελε ακόμα να χαλάσει από τις λίρες του Θεο­
φάνη. Ήξερε καλά η Ελισσώ ότι τα δύσκολα θα 'ρχο-
νταν αργότερα. Με τα λιγοστά πράγματα στα χέρια,
έμειναν όλο το βράδυ στο λιμάνι.
«Και τώρα, μάνα;» ρώτησε η Θεοδοσία.
«Τώρα κάνουμε το σταυρό μας, κι αν θέλει Εκείνος
εκεί πάνω, θα προχωρήσουμε».
«Θέλω να γυρίσουμε στο νησί», κλαψούρισε ο μικρός.

120
«Εμένα μ' αρέσει εδώ...» πετάχτηκε η Άννα. « Έ χ ε ι
κόσμο πολύ!»
«Θα συνηθίσουμε μέχρι να 'ρθει ο πατέρας σας
να μας πάρει».
«Θα αργήσει;» ρώτησε η Άννα.
«Εκείνος ξέρει... Α! Ξέχασα να σας πω... με ειδοποί­
ησε πως πήγαν κοντά του και η Βερονίκη μας με το
γαμπρό! Σε λίγο θα είμαστε όλοι μαζί! Μια μεγάλη
οικογένεια! Ε, Θεοδοσία;»
«Ναι... Ναι... Πολύ μεγάλη... Θα κάνει και παιδιά
η Βερονίκη μας».
«Σωστά, σωστά.., Θα έχω και εγγόνια!» Γύρισε το
βουρκωμένο βλέμμα της στο σημείο όπου έπαιζε ο γιος
της μ' έναν τενεκέ από κονσέρβα,
«Δε θέλω να γυρίσω στην Κωστάντζα!» διαμαρτυρή­
θηκε η Άννα που το πίστεψε.
«Δε σου πέφτει λόγος! Εγώ αποφασίζω!» Πάντα
ήταν καλή στα παραμύθια η μάνα τους. Αυτή τη φορά
κόντεψε να το πιστέψει και η Θεοδοσία.
Η Ελισσώ σηκώθηκε ταραγμένη και πλησίασε έναν
άντρα. Αντάλλαξε κάποιες κουβέντες μαζί του, και
μετά όλοι μαζί τον ακολούθησαν εκεί που πήγαινε·
στην Κοκκινιά...

Νοίκιασε ένα σπίτι με δύο κάμαρες. Οι λίρες του Θεο­
φάνη άρχισαν να πιάνουν τόπο. Βρήκε αμέσως δουλειά
σε εργοστάσιο παπουτσιών.

121
«Μητέρα, γιατί δεν πάμε στη Ρουμανία;» ρωτούσε
συχνά η Άννα, που είχε αρχίσει να μην της αρέσει
το στρίμωγμα στο σπίτι.
«Υπομονή. Θα περιμένουμε ειδήσεις από τον πατέ­
ρα σας».
«Πότε;»
«Όσο χρειαστεί... Κάνε υπομονή και κοίτα τα μαθή­
ματα σου στο σχολείο». Την είχε βάλει στο Γυμνάσιο
και τον Αλέξανδρο στο Δημοτικό.
Η Θεοδοσία φρόντιζε τα πάντα. Κουβέντα δεν
αντάλλαξαν αυτές οι δυο γυναίκες για το τι είχε συμβεί,
εκείνο το βράδυ, μετά το γάμο της Βερονίκης. Ούτε το
όνομα της ανέφεραν ποτέ. Ήταν σίγουρες πως θα ζούσε
καλά στην Πόλη.
Καθώς περνούσε ο καιρός, η Άννα σταμάτησε να
ρωτάει πότε θα πήγαιναν κι εκείνοι στη Ρουμανία.
Ο Αλέξανδρος ήταν μικρός, δεν καταλάβαινε. Λίγες
ήταν οι φορές που γκρίνιαζε.
«Θέλω τη Βερονίκη...»
«Κάνε υπομονή, γιε μου».
Τι υπομονή έκανε, βέβαια, η ίδια, μόνο αυτή και
η Θεοδοσία το 'ξεραν.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, η Ελισσώ
έκανε ό,τι μπορούσε για να τα βγάλει πέρα με τόσα στό­
ματα. Οικονομία και στέρηση δεν την πτοούσαν. Είχε
ξεχάσει τελείως τον άντρα της, ακόμα και τον τρόπο που

122
πέθανε, «Εσείς να 'στε καλά, και τίποτ άλλο», έλεγε στη
Θεοδοσία,
Η Αννα δεν έπαιρνε τα γράμματα. Έτσι, μια μέρα,
την πλησίασε κάποια κυρία και της είπε: «Έλα να γρα­
φτείς εκεί που αρμόζει σε κάθε Ελληνίδα, και θα παίρ­
νεις και βαθμούς στο Γυμνάσιο!» Εκείνη δε δίστασε
καθόλου και, χωρίς να το πει σε κανέναν, εμφανίστηκε
μια μέρα με τη στολή της Ε.Ο,Ν,, τραγουδώντας μάλι­
στα και το εμβατήριο: «Γιατί χαίρεται ο κόσμος και
χαμογελάει, πατέρα;...»
Κόκαλο μάνα κι αδελφή!
«Πού μπλέχτηκες;»
«Έγινα φαλαγγίτισσα!»
Κόντεψε να της στρίψει της Ελισσώς. Δεν ήθελε
φασαρίες με τα πολιτικά. Ασε που σήκωσε μύτη η Άννα
και δεν άκουγε παρά μόνο ό,τι έλεγε η Εθνική Οργά­
νωση Νεολαίας του Μεταξά!
«Δε μας έκανε καλό η πρωτεύουσα», μουρμούριζε
η Θεοδοσία.
«Θα μαθευόταν μια μέρα το φονικό... Αν δε μαθεύ­
τηκε».
«Κι αν μας βρουν;»
«Δεν έχουν αποδείξεις πως το έκανε η Βερονίκη».
«Ο Θεός να μας λυπηθεί...»
«Μας λυπήθηκε, γι' αυτό μας έφερε εδώ».
Η Ελισσώ βρήκε και δεύτερη δουλειά. Ξενόπλενε
σε πλούσια σπίτια του Πειραιά. Από τις πέντε μέχρι τις
επτά, προτού πάει στο εργοστάσιο. Μετά το σχόλασμα,

123
πήγαινε πάλι για το σιδέρωμα. Έπαιρνε καλά λεφτά.
Δεν όριζε το κορμί της από την κούραση. Είχε μείνει
η μισή, αλλά άχνα δεν έβγαζε.
Σα γυρνούσε αργά το βράδυ, η Θεοδοσία της είχε
έτοιμο ζεστό νερό με σαπουνάδα και σόδα, για να
ξεκουράζει τα πόδια τ η ς · και γλυκερίνη με λεμόνι, να
μαλακώνουν τα χέρια της.
Όλους τους υπηρετούσε εκεί μέσα η Θεοδοσία,
χωρίς ν' αγκομαχάει, Γαλήνευε μόνο στην προσευχή
της, που παρακαλούσε για όλους. Δεν ξεχνούσε ούτε τη
Βερονίκη ούτε τον Θεοφάνη. Ακόμα και για την ψυχή
του Δεσύλλα ζητούσε συγχώρεση.

Ένα χρόνο αφότου μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα,
τα πράγματα άλλαξαν στο σπίτι της Κοκκινιάς. Απέλυ­
σαν την Ελισσώ από το εργοστάσιο, και στα σπίτια
όπου ξενόπλενε «έσφιξαν» τα οικονομικά τους, μπρο­
στά στη φτώχια της Κατοχής.
Το σπίτι που νοίκιαζαν έπρεπε να το αφήσουν, για να
μείνει ο γιος του ιδιοκτήτη, που είχε μόλις παντρευτεί.
Αλλη μια στενοχώρια... Πρήστηκαν τα πόδια τους με τη
Θεοδοσία να ψάχνουν για άλλο σπίτι.
Γύρισαν ολόκληρο τον Πειραιά, ώσπου, στο τέλος,
βολεύτηκαν σε μια κάμαρα τέσσερα άτομα, πίσω από
τον Αγιο Σπυρίδωνα.
Η Ελισσώ άρχισε να βγάζει απ' το σακούλι μια μια
τις λίρες του Θεοφάνη που είχαν απομείνει. Με την

124
πρώτη πλήρωσε ενοίκια, με τη δεύτερη αγόρασε ό,τι
βρήκε από τρόφιμα και βολεύτηκαν για λίγο διάστημα.
Αργότερα, στάθηκε πιο τυχερή. Μια δασκάλα απένα­
ντι τους ζητούσε μια γυναίκα για να φροντίζει την
κατάκοιτη μάνα της, όσο θα δούλευε εκείνη.
Μόνο για την Άννα ήρθαν διαφορετικά όλα.
Είχε ένα χρόνο να δει την κυρία που την έγραψε
στην Ε.Ο.Ν. και συναντήθηκαν τυχαία τη Μεγάλη
Παρασκευή στην Αγία Τριάδα. Την πλησίασε πρώτη
η κυρία Τζούλια· έτσι συστήθηκε, χωρίς επώνυμο, χωρίς
ιδιότητα. Έκανε χαρές. Να τα φιλιά και τα χάδια.
«Αννούλα μου, αδυνάτισες».
«Πεινάμε, κυρία Τζούλια...»
«Γιατί είμαι εγώ; Ο Θεός μ' έστειλε τέτοια μέρα!»
Της έβαλε λίγα χρήματα στην τσέπη και την κάλεσε
να πάει μια μέρα στο σπίτι της, σ' ένα στενό της Δρο­
σοπούλου. Είχε υπόψη της -όπως είπε- κάποια δου­
λειά για το κορίτσι και ήθελε να τα πουν καλύτερα.

Η Άννα κατέβηκε στην Κολιάτσου. Δεν άργησε να βρει
τη διεύθυνση που έγραφε το χαρτί. Ήταν ένα τριώροφο
σπίτι. Στον τελευταίο όροφο έμενε η κυρία Τζούλια.
Το μεγάλο σαλόνι την άφησε άφωνη. Στολισμένο με
μεταξωτές κουρτίνες και καναπέδες με κόκκινα
βελούδα και χρυσές τρέσες. Στις κολόνες υπήρχαν
αρχαία γυναικεία αγάλματα. Χαλιά περσικά στρωμέ­
να και στο μέσο της οροφής ένας κρυστάλλινος πολυέ-

125
λαιος. Τραπέζια με χρυσά σκαλίσματα και βιτρίνες με
ασημικά. Ένα μεγάλο πιάνο κοντά στον τοίχο. Δε χόρ­
ταινε το μάτι της τον πλούτο. Την πόρτα είχε ανοίξει
μια γυναίκα, γύρω στα εξήντα, με μαύρο φόρεμα και
άσπρη ποδιά.
«Είμαι η Άννα», συστήθηκε με θάρρος. Αυτό δεν της
έλειπε ποτέ.
«Σ' ένα λεπτό θα 'ρθει η κυρία». Της έδειξε να καθί­
σει σε μια μεγάλη πολυθρόνα που έμοιαζε με θρόνο.
Βολεύτηκε, έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο και πήρε
ύφος μεγάλης κυρίας.
Πέρασε όχι ένα λεπτό, αλλά δέκα ολόκληρα, ώσπου
να φανεί η κυρία Τζούλια. Δεν την είχε δει ποτέ έτσι
ντυμένη. Όσες φορές πήγαινε στο Γυμνάσιο, φορούσε
πολύ απλά ρούχα. Εκείνη τη μέρα, όμως, ήταν σαν
βασίλισσα αυτή η μελαχρινή σαραντάρα με το μαλλί
περμανάντ. Με το φόρεμα από πράσινο ταφτά που είχε
ντεκολτέ βαθύ. Με τις ψηλοτάκουνες γόβες από λου­
στρίνι και κοσμήματα που έφερναν λιγοθυμιά από τη
λάμψη τους. «Σαν ηθοποιός είναι», σκέφτηκε.
Μπήκε στο σαλόνι κουνιστή, χαμογελαστή και
κατευθύνθηκε στην Άννα που έκανε να σηκωθεί από
ευγένεια.
«Κάτσε όπως κάθεσαι!»
«Μα...»
«Θα κάνεις ό,τι σου λέω!» Και της άπλωσε το χέρι.
Έκανε το ίδιο να τη χαιρετήσει. «Όχι έτσι, άκομψα! Για
έλα να μάθεις πώς χαιρετάει μια κυρία όταν κάθεται!»

126
Και άρχισαν το πρώτο μάθημα συμπεριφοράς. Είπε
στη γυναίκα με την ποδιά να φέρει τσάι και λικέρ και
άρχισε το δεύτερο μάθημα σερβιρίσματος.
Πέντε ποτηράκια ήπιε η Άννα για να μάθει πώς
κρατούν το ποτήρι και πώς με χάρη κατεβάζουν γουλιά
γουλιά το λικέρ κουαντρό!
Έπειτα, τη σήκωσε με σκέρτσο και άρχισαν τα άλλα
μαθήματα: πώς περπατάει μια κομψή κυρία, πώς κινεί­
ται σ' ένα σαλόνι. Η Άννα τα είδε σαν παιχνίδι όλα
αυτά. Της άρεσε που της φερόταν έτσι γλυκά και με
υπομονή η κυρία Τζούλια. Δεν τη μάλωσε ούτε μια
φορά για τα λάθη της. Ήταν κι εκείνο το γλυκό μεθύσι
από το λικέρ, και όλα φαίνονταν ευχάριστα.
Στο τέλος, στάθηκε μπροστά της και την παρατηρού­
σε για ώρα, στριφογυρίζοντας την.
«Τα ρούχα σου...»
«Τα καλύτερα μου φόρεσα, όπως μου είπατε...»
«Απαράδεκτα, μικρή μου».
Φορούσε μαύρη πλισέ φούστα και άσπρη δαντελέ­
νια μπλούζα, κλειστή ως το λαιμό. Παπούτσια καφέ με
χαμηλό τακούνι και μια ζώνη στη μέση. Είχε χτενίσει τα
μαλλιά της ψηλά για να φαίνονται τα κρεμαστά, ψεύτι­
κα σκουλαρίκια της.
Η Τζούλια φώναξε τη γυναίκα και της ψιθύρισε κάτι
στο αφτί.
«Πρέπει ν' αλλάξεις στυλ. Είσαι κοντή και δε σου
πάνε αυτά». Η γυναίκα γύρισε με μια αγκαλιά ρούχα.
Αρχισε με γρήγορες κινήσεις να διαλέγει κάποια, τοπο-

127
θετώντας τα επάνω της. Όχι αυτό, όχι εκείνο, στο τέλος
κατέληξε σ' ένα φόρεμα ίσιο, από μπορντό σατέν, που
άφηνε όλη την πλάτη ανοιχτή. «Αυτό! Βάλ' το!» Η προ­
σταγή της δε χωρούσε αντίρρηση.
«Εδώ;»
«Ναι, χρυσό μου...»
«Μπροστά σας;»
«Πάψε να με ντρέπεσαι! Θέλω να με βλέπεις σαν
μάνα σου!»
Πήγε σε μια άκρη και άλλαξε. Μόλις την είδε
η Τζούλια ξέσπασε σε γέλια. Η Άννα ήθελε να το βάλει
στα πόδια. Τέτοια ντροπή ένιωσε.
«Συγγνώμη...» βρήκε μόνο να πει.
«Δε φταις εσύ. Εγώ, η ανόητη! Είναι δυνατόν τέτοιο
ρούχο φορεμένο με καφέ σκαρπίνια;»
Έφυγε και, επιστρέφοντας, κρατούσε ένα ζευγάρι
γόβες με μπαρέτα στο ίδιο χρώμα. Τις άφησε μπροστά
της. Η Άννα δεν τολμούσε να τις βάλει. Τις κοίταζε και
την έπιανε τρόμος πως θα έπεφτε μ' αυτά τα δεκάποντα
τακούνια. Της έκανε νόημα με αυστηρό ύφος. Δεν έπρε­
πε να απογοητεύσει τη γυναίκα που τη φρόντιζε τόσο.
Τις φόρεσε και άρχισε με δυσκολία να κάνει κάποια
βήματα πάνω στα παχιά χαλιά. Στην αρχή δυσκολεύτη­
κε, σιγά σιγά όμως τις συνήθιζε, κάτω από τα επιφωνή­
ματα χαράς και ικανοποίησης της κυρίας Τζούλιας.
«Τι δουλειά θα κάνω;» Από ώρα ήθελε να ρωτήσει,
αλλά όλο το ανέβαλλε μη φανεί αχάριστη.
«Δεν υπάρχουν πολλές δουλειές σήμερα, χρυσό μου...»

128
«Τότε;»
«Έχω σκεφτεί... Θα δεις... Ό,τι λέει η Τζούλια,
το τηρεί!»
Η ηλικιωμένη γυναίκα άναψε τον πολυέλαιο, και τότε
κατάλαβε πως είχε νυχτώσει. Την έπιασε πανικός.
«Πρέπει να φύγω...»
«Δεν μπορείς τέτοια ώρα να κυκλοφορήσεις έξω.
Έχει μπλόκα. Θα κοιμηθείς εδώ, και αύριο βλέπουμε...»

«Στις τρεις να είσαι πίσω! Έχουμε πόλεμο!» φώναζε
πίσω της η Θεοδοσία, όταν έφευγε στις δώδεκα το μεση­
μέρι από το σπίτι.
«Άμα πιάσω δουλειά, θα γυρίσω μόλις σχολάσω!»
Είχε ζαλίσει την αδελφή της για την καλή κυρία που
την είχε γράψει τότε στην Ε.Ο.Ν. και τώρα τη συνάντη­
σε πάλι.
«Είναι πολύ πλούσια! Θα μου βρει δουλειά!»
«Δεν την εμπιστεύομαι. Άγνωστη γυναίκα...»
«Μας φέρνει γλυκά στο Γυμνάσιο».
«Άλλα έχει στο μυαλό της...»
«Εγώ θα πάω, και να σκάσεις!»
«Άλλαξες πολύ, Άννα...»
«Δεν μπορώ άλλο τη φτώχια. Θα δουλέψω. Θα φέρω
λεφτά!»
«Μακριά είναι η Αθήνα...»
«Ξέρω να πάω!»
«Αν το μάθει η μητέρα...»

129
«Θα της κάνουμε έκπληξη!»
«Περίμενε να γυρίσει. Μάνα είναι, πρέπει να
ξέρει». Η Θεοδοσία, γονατιστή, την παρακαλούσε να
μην πάει «βοηθός» στη δουλειά της κυρίας Τζούλιας -
όπως την ορμήνευσε η σαραντάρα να πει.
Καβγάδισαν, αλλά, στο τέλος, υποχώρησε η Θεοδο­
σία. Μια δουλειά για την Άννα θα ήταν ό,τι καλύτερο
μέσα στην Κατοχή. Θα ξεκουραζόταν και η Ελισσώ.

Η Άννα, κλαίγοντας, ξεντύθηκε και έβαλε τα δικά της
ρούχα. Η Τζούλια την παρατηρούσε καπνίζοντας
ήρεμα. Όταν η μικρή έφτασε στην πόρτα, ακούστηκε
ο πρώτος πυροβολισμός. Ακολούθησαν κι άλλοι. Τότε
κατάλαβε πως βρισκόταν εγκλωβισμένη στο σαλόνι της
γυναίκας που φρόντιζε για το καλό της...
Το βράδυ εκείνο, αφού την έπλυνε η γυναίκα με
αρωματικά σαπούνια, η Άννα κοιμήθηκε σε σατέν
σεντόνια και κρεβάτι με ουρανό... Και προτού την
πάρει ο ύπνος, σκέφτηκε τη Βερονίκη που, σίγουρα, θα
ζούσε κι αυτή σε τέτοια πλούτη.
Ζήλεψε, όπως τότε που παντρεύτηκε τον άντρα από
τα μέρη που βγαίνουν τα παραμύθια, και την άλλη μέρα
συμφώνησε με την πρόταση της κυρίας Τζούλιας.
«Δεν είναι δύσκολο... Oι άντρες θέλουν μόνο ευχά­
ριστη συντροφιά. Πρέπει να καλοπιάνουμε τον κατα­
κτητή, για να μην τα βάζει με τον τόπο μας».
«Πώς να πω στη Θεοδοσία γι' αυτή τη δουλειά;»

130
Θηρίο έγινε η άλλη.
«Όχι, βέβαια! Μην τολμήσεις! Από τη στιγμή που
κλείσαμε τη συμφωνία, θα μένεις εδώ!»
«Θα με ψάχνουν...»
«Άκου, μικρή μου! Ή θα πας και θα πεις πως θα
μένεις εδώ μαζί μου, να με βοηθάς στις δουλειές, ή μην
ξαναπατήσεις! Και πρόσεξε! Αν πεις το παραμικρό, θα
σε εξαφανίσω! Έχω τον τρόπο μου!»
Τον είχε. Θυμόταν καλά η Άννα τότε που την πήγε
στην οργάνωση. Την υπάκουαν όλοι. Στέκονταν προ­
σοχή μπροστά της.

Η Ελισσώ άκουγε την αφήγηση της κόρης της για την
άγνωστη που της πήρε τα μυαλά, και δεν πίστευε στα
αφτιά της. Ούτε επίθετο ούτε διεύθυνση ανέφερε για
την κυρία αυτή. Σκέτο «κυρία Τζούλια».
« Ξ έ χ α σ ε το! Αντί να πεινάμε τρεις, θα πεινάμε τέσ­
σερις!»
«Θ' αργήσει να τελειώσει ο πόλεμος!»
«Ας αργήσει! Μαζί με όλους κι εμείς!»
«Εγώ δεν αντέχω!»
«Θα σε κλειδώσω στο σπίτι!»
«Θα φύγω από το παράθυρο!»
«Τόλμα και θα δεις! Θα σκάψω τη γη να σε βρω!»
«Τη Βερονίκη τη στείλατε να ζει στα πλούτη! Μας
ξέχασε και ο πατέρας! Γιατί δε φάνηκε; Λέγε!»
«Πολλές δουλειές...»

131
«Ψέματα! Μόνο τη Βερονίκη αγαπάει και είναι
κοντά της!»
«Μη μιλάς έτσι στη μάνα!» αγρίεψε η Θεοδοσία.
«Να μ' αφήσετε ήσυχη! Είμαι μεγάλη! Δεν μπορώ
τη φτώχια! Σειρά μου να κάνω κι εγώ την τύχη μου!»
Δίχως ρούχα ή κάτι άλλο, έπειτα από δύο μέρες, που
έλειπαν όλοι από το σπίτι, η Άννα χάθηκε μες στη
νύχτα της Κατοχής, όπως χάθηκαν τόσοι και τόσοι, για
άλλο λόγο, βέβαια, εκείνοι...

Στο σπίτι της Δροσοπούλου γνώρισε άλλες πέντε κοπέ­
λες, σχεδόν στην ηλικία της. Οι επισκέπτες ήταν μόνο
Γερμανοί και σπάνια Έλληνες,
Για το καλό της πατρίδας τούς περιποιόταν. Το τόνι­
ζε κάθε μέρα η σαραντάρα. «Προσφέρετε στην Ελλά­
δα! Μια μέρα θα σας το αναγνωρίσουν. Μόνο το στόμα
σας κλειστό!» Έπιναν, χόρευαν κι έπειτα δέχονταν τα
χάδια και τα φιλιά των μεθυσμένων...
Η αρχή ήταν δύσκολη. Μια βδομάδα τής πήρε να
συνηθίσει.
Ευτυχώς, ο πρώτος άντρας ήταν εκείνος ο νέος συμ­
βολαιογράφος. Καλός φίλος της Τζούλιας, που κανόνι­
ζε και τα οικονομικά της. Αυτός έβρισκε τις ευκαιρίες
να αγοράζει για λογαριασμό της σπίτια που τα πουλού­
σε ο κόσμος άρον άρον, για να αντιμετωπίσει την πείνα
της Κατοχής.
Όσο για τους Γερμανούς, που δεν καταλάβαιναν τη

132
γλώσσα, τους έβριζε άνετα, αντί να τους λέει τρυφερά
λόγια. Και σα συλλογιζόταν πως άλλοι πολεμούσαν και
πέθαιναν, τότε έβρισκε εύκολο αυτό που έκανε εκείνη
για την πατρίδα της.

Δεν άφησαν γειτονιά και σοκάκι η Ελισσώ με τη Θεοδο­
σία για να βρουν την Άννα Ένα μήνα έψαχναν. Μάταια
όμως... Στέγνωσαν oι δυο γυναίκες από το κλάμα.
«Έπρεπε να την κλειδώσω σπίτι!»
«Το 'χε βάλει στο μυαλό της να φύγει. Σκορπίσαμε,
μητέρα...»
«Ο κολασμένος εκείνος φταίει...»
Η αγωνία τους σιγά σιγά καταλάγιασε. Δε μιλούσαν
γι' αυτό. Κρατούσαν μέσα τους την ελπίδα πως με το
τέλος του πολέμου θα γύριζε και η Άννα. Και για να
μαλακώσει τον πόνο της μάνας της, έλεγε κάποιες
φορές η Θεοδοσία:
«Ευτυχώς που βρέθηκε αυτή η κυρία...»
«Πώς την είχε πει, αλήθεια;»
«Τζούλια».
Και την παρέσερνε στο όνειρο της επιστροφής.
«Ναι... Ας είναι καλά... Την ταΐζει, την ντύνει, σαν
παιδί της θα την έχει, ε;»
«Βέβαια... Βέβαια, μητέρα...»
«Οταν τελειώσει ο πόλεμος, θα δεις... Θα κάνει
γνωριμίες η Αννούλα. Θα γυρίσει με λεφτά. Σίγουρα
θα της δίνει και χαρτζιλίκι. Τι λες κι εσύ;»

133
«Ας τελειώσει ο πόλεμος..,»
«Όλα τα δύσκολα τελειώνουν. Πρωτοχρονιά σή­
μερα, του Αϊ-Βασίλη! Σήκω να πάμε στην εκκλησία,
ν' ανάψουμε ένα κερί. Γιόρταζε ο πατέρας σας...»
Πρώτη φορά που δεν υπάκουσε η Θεοδοσία. Αμάρ­
τησε απέναντι στον Θεό, εκείνη την 1η Ιανουαρίου του
'44. Δεν πήγε στην εκκλησία, δεν άναψε κερί για τον
«καταραμένο». Λέξη που έλεγε μέσα της, χωρίς ποτέ ν'
ακουστεί. Αν δεν είχε μολύνει το κορμί της Βερονίκης,
ίσως να ήταν αλλιώς τα πράγματα στη ζωή τους.

134
Η Βερονίκη δεν είχε βγει από το σπίτι στο Μπέ-
γιογλου εδώ κι ένα χρόνο. Μόνο η Νίνα κατα­
λάβαινε το λόγο. Την είχε πάρει μαζί της αμέσως μετά
την κηδεία, όπως της είχε ζητήσει ο θείος Σεραφείμ
στο γράμμα.
Άργησε να ξεπεράσει την απουσία του. Ονειρευό­
ταν πώς θα ήταν η ζωή της αν προλάβαινε τον Τζόγια
τότε στη Χάλκη. Ακόμα και ο δικηγόρος διάβασε στο
σπίτι τη διαθήκη του πεθαμένου. Και καλύτερα εκεί,
διαφορετικά όλη η Κωνσταντινούπολη θ' άκουγε τις
φωνές του Θεοφάνη.
Τα βυρσοδεψεία στην Προύσα τα άφησε στον ανι­
ψιό του, καθώς και το εμπόριο σιτηρών, καπνών και
μπαχαρικών. Τις αποθήκες, όμως, που ήταν μέσα
το εμπόρευμα, το σπίτι στη Χάλκη, τα κτίρια όπου
κατεργάζονταν τα δέρματα και όλες τις καταθέσεις του
τα κληροδότησε στη Βερονίκη! Ο Θεοφάνης υποχρεω­
νόταν να δίνει ισόβια στη Νίνα -που υπηρέτησε τόσο
καλά το θείο- το ενοίκιο από τη μια αποθήκη.
Του κακοφάνηκε αυτή η μοιρασιά. Φούσκωσε,

135
άναψε, εκνευρίστηκε και άναψε δυο πούρα από την
ταραχή του. Μετά ξέσπασε.
«Τον μάγεψες το γέρο, όπως κι εμένα! Του άλλαξες
τα μυαλά από την αδυναμία που σου 'χε! Τι είμαι εγώ,
μπρε, και μ' αποκληρώνει; Μπάσταρδος;»
Εκεί δαγκώθηκε, γιατί πράγματι ήταν μπάσταρδος,
από μάνα μουσουλμάνα και πατέρα χριστιανό, από την
οικογένεια Αρτόγλου!
Η Βερονίκη έμεινε ανέκφραστη, πίνοντας νωχελικά
το ούζο της, και η Νίνα σκούπισε ένα δάκρυ για τη
μεγαλοψυχία του αφεντικού της.
Ήπιε και δυο βότανα για την πίεση ο Θεοφάνης και
ηρέμησε κάπως... Μα όσο το σκεφτόταν, τόσο έβλεπε
πως έπρεπε να καλοπιάνει τη γυναίκα του, μην τον πετά­
ξει κι αυτή, με τη σειρά της, απ' όλη την περιουσία...

Τον επόμενο χρόνο, άρχισε να επισκέπτεται συχνά το
σπίτι της Χάλκης, πάντα με τη Νίνα συνοδό. Δεν ήθελε
να ρημάξει αυτό το μέρος που τόσο αγάπησε. Φρόντι­
ζαν να το έχουν πάντα τακτοποιημένο.
Υστερα, ήταν κι εκείνη η έμμονη ιδέα που της είχε
σφηνωθεί στο μυαλό. Ίσως μια μέρα ερχόταν πάλι
ο Τζόγιας να δει τον Σεραφείμ.
Της άρεσε να κάθεται στον κήπο, όπως παλιά, και να
αγναντεύει το Βόσπορο. Αλλες φορές, έκοβε λουλούδια
και στόλιζε τον τάφο του Σεραφείμ, που έμοιαζε με μνη­
μείο στο νεκροταφείο.

136
Στη Χάλκη ερχόταν και η δασκάλα για να της μάθει
τουρκικά. Σκέφτηκε πως θα έπρεπε ν' ακούσει τα
τελευταία λόγια του θείου και να κάνει αυτό που της
είχε ζητήσει. Έδειχνε μια έντονη διάθεση να απαλλα­
γεί απ' όσα τη ζάλισαν όταν είδε κι έζησε τα πλούτη της
οικογένειας Αρτόγλου. Το μόνο που δε σταμάτησε
ήταν εκείνο το ούζο. Γκρίνιαζε ακόμα και η Νίνα.
«Θα σ' τα φάει τα σωθικά σου!»
«Με κάνει να ξεχνάω...»
«Για λίγο... Ψεύτικη λύτρωση... Θα σε πειράξει στο
συκώτι».
«Αν ξαναμιλήσεις, θα σε στείλω να βρικολακιάσεις
στη Φιλιππούπολη!»
«Θα σε τινάξει το στομάχι!» συνέχιζε η Νίνα να
μουρμουρίζει, χωρίς να φοβάται την απειλή που, έτσι κι
αλλιώς, δε θα πραγματοποιούσε η Βερονίκη.
Της είχε γίνει απαραίτητη η παρουσία αυτής της γυ­
ναίκας· ιδίως η ψυχραιμία και η αγάπη που της έδειχνε.
«Τι να κάνω, Νίνα; Πώς αυτό... Πώς το άλλο,
Νίνα;...» Για όλα τη συμβουλευόταν. Για όλα της μιλού­
σε, εκτός από τον έρωτα που έκρυβε μέσα της τόσα
χρόνια για τον Τζόγια.
Αλλαξε ακόμα και την εμφάνισή της· πιο σοβαρή στο
ντύσιμο και στη συμπεριφορά. Όσο για τη σχέση της με
τον Θεοφάνη, όλο και απομακρυνόταν απ' αυτόν.
Κι εκείνος δεν τολμούσε να πει λέξη, μήπως και του
ζητούσε τα ενοίκια από τις αποθήκες, παρόλο που δεν
τα είχε απαιτήσει μέχρι τότε.

137
Η Βερονίκη δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο πλού­
σια ήταν με τη διαθήκη του μακαρίτη, ώσπου έλαβε
εκείνη την επιστολή από την τράπεζα· την καλούσαν
για κάποιο προσωπικό της θέμα.
Ο διευθυντής τής πρότεινε ν' ανοίξει λογαριασμό
στο όνομά της, με τα λεφτά που της άφησε ο θείος
Σεραφείμ.
«Σπουδαίος πελάτης και άνθρωπος. Πρέπει να σας
αγαπούσε πολύ, κυρία μου...»
«Πολύ... Κι εγώ...»
Όταν είδε τα μηδενικά στο λογαριασμό της και της
έφεραν να υπογράψει και για τις χρυσές λίρες και τις
ντούμπλες*, που είχε εμπιστευτεί στο διευθυντή ο
μακαρίτης και τώρα ήταν δικές της, δεν μπορούσε να
συνέλθει.
Μόνο όταν έφυγαν μαζί με τη Νίνα από την τράπεζα
και κάθισαν να πιουν έναν καφέ στην πλατεία Ταξίμ,
και της εξήγησε με χαρτί και μολύβι πόσα κληρονόμη­
σε, τότε άλλαξε ύφος· σαν να υπολόγιζε κάτι...
«Έγινες η πιο πλούσια στην Πόλη, κορίτσι μου!»
«Αν γυρίσω στην Ελλάδα, πιάνουν αυτά τα λεφτά;»
«Τι ρωτάς τώρα; Την αγοράζεις ολόκληρη!» Σταμά­
τησε και σκοτείνιασε στη μέση της κουβέντας της.
«Μόνο που έχουν πόλεμο...»
«Όταν τελειώσει, θα πάω να μείνω εκεί...»

Σ.τ.Ε.
* Χρυσό κόσμημα, σε σχήμα νομίσματος, αξίας 2,5 λιρών. Δινόταν στις νύφες.

138
«Και ο άντρας σου;»
«Δεν ξέρω. Δεν τον αγαπώ... Ποτέ δεν τον αγάπησα».
«Ο μακαρίτης ήθελε να του σταθείς».
«Θα καταλάβει... Κατάλαβε τότε και για τον Τζόγια».
Πρώτη φορά που μίλησε γι' αυτόν. Από 'κεί και πέρα,
εξομολογήθηκε στη Νίνα τον έρωτά της για τον άντρα
που έζησε μόνο για λίγες ώρες, πριν από δυο χρόνια.
Δεν τη συμβούλεψε τίποτε η γυναίκα. Ένα κορίτσι
κοντά στα είκοσι πέντε ήταν ακόμα, «Άσε να τελειώσει
κι ο πόλεμος στην Ελλάδα», είπε μέσα της, «και μέχρι
τότε θ' αλλάξει. Θα ξεχάσει...»

Ο Θεοφάνης, όσο έβλεπε τη Βερονίκη να απομακρύνε­
ται από κοντά του, τόσο ζήλευε. Σπάνια της έλεγε να
πάει μαζί του στις προσκλήσεις που έπαιρνε. Και, από
την άλλη, την πήγε σε γιατρό να δει γιατί τόσα χρόνια
δεν είχε μείνει έγκυος.
Έγινε καβγάς για να τον ακολουθήσει στο Γάλλο
γυναικολόγο, στην οδό Τσιχανκίρ.
«Δε θέλω παιδί!»
«Θέλω εγώ όμως! Θέλω διάδοχο να με κληρονομή­
σει! Δεν παντρεύτηκα γυναίκα για στολίδι και λούσα!»
«Άλλα έλεγες κι έκανες όταν μ' έφερες στην Πόλη!
Καμάρωνες!»
«Άλλαξες κι εσύ. Μεθυσμένη, με τα νεροπότηρα του
ούζου στο χέρι σε βρίσκω όταν γυρνάω! Κιτρίνισαν τα
χέρια σου από το τσιγάρο!»

139
«Κοίτα τα χάλια σου! Κοντεύεις τα εκατόν πενήντα
κιλά! Σαν βόδι έγινες! Θες και γυναίκα να σε κανακεύει;»
Τελικά, πήγαν στον πιο διάσημο Γάλλο γιατρό στην
Πόλη και μίλησαν για το πρόβλημα τους. Έκαναν εξε-
τάσεις και, στο τέλος βγήκε το πόρισμα που έκανε τη
Βερονίκη να πετάξει από τη χαρά της. «Εσείς, κύριε
Αρτόγλου, δυστυχώς έχετε το πρόβλημα. Η κυρία σας
είναι απολύτως υγιής». Το βούλωσε ο Θεοφάνης, και
από τότε δεν είπε κουβέντα για διάδοχο και παιδί...

Εκείνη απέφευγε να μιλήσει για τον πόλεμο. Όταν
άνοιγε συζήτηση γι' αυτό το θέμα, στα τραπέζια που
έκαναν, η Βερονίκη χανόταν στις δικές της σκέψεις.
Το αντιμετώπιζε σαν απλό γεγονός που άρχισε και
θα τελείωνε μια μέρα. Μόλις πήγαινε να γλιστρήσει
λίγο το μυαλό της στην Ελλάδα, το γύριζε γρήγορα
πίσω. Κι άλλες φορές, σταματούσε σ' εκείνο το βράδυ
του γάμου της. Στον άντρα που πήρε για άλλη μια φορά
τα όνειρα και το κορμί της.

Ο Γενάρης του '44 την έριξε στο κρεβάτι με υψηλό
πυρετό. Μέρα και νύχτα, η Νίνα στο προσκέφαλο της
να τη φροντίζει με τις εντολές του γιατρού, παρόλο που
δεν είχε κάνει κάποια διάγνωση... Δεν έβαζε μπουκιά
στο στόμα της. Τα μήλα στο πρόσωπο της είχαν τονιστεί
κι άλλο. Τα βιολετιά μάτια της είχαν πάρει σκούρο

140
χρώμα. Το σπίτι είχε σιωπήσει. Ζήτησε από τον Θεο­
φάνη να την πάει στη Χάλκη.
«Δεν αφήνει ο γιατρός να σηκωθείς».
«Σε παρακαλώ...»
Αδύνατον να υποχωρήσει. Έβλεπε πως η Βερονίκη
κατέρρεε μέρα με τη μέρα. Έ φ ε ρ ε κι άλλο γιατρό να
τη δει.
«Μια σοβαρή αναιμία έχει. Και το συκώτι της είναι
πειραγμένο».
«Το ούζο... Της έφαγε τα σωθικά. Το έλεγα εγώ!
Χαμπάρι εκείνη,..» μουρμούρισε θυμωμένος, και συμ­
φώνησε μαζί του η Νίνα.
Έφυγε ο Θεοφάνης για δουλειά στην Προύσα και
βρήκε τον τρόπο να πείσει τη Νίνα και τον Σακίπ να τη
μεταφέρουν στο σπίτι της Χάλκης...
Πήγε δυο μέρες νωρίτερα η ηλικιωμένη υπηρέτρια
να τακτοποιήσει το σπίτι και να ζεστάνει το χώρο.

Πλησίαζε αργά αργά, γεμάτη συγκίνηση, στο κλειστό
σπίτι. Η καρδιά της σφιγγόταν από τις αναμνήσεις του
Σεραφείμ. Νόμισε πως τον είδε να κάθεται στην κουνι­
στή πολυθρόνα, εκεί στον κήπο. Να την κοιτάζει όλο
γλύκα μέσα στα μάτια, όπως έκανε όταν ήθελε ευγενι­
κά να της ζητήσει κάτι.
Το αγαπούσε εκείνο το γεροντάκι, που μπορεί να
μην είχε αρχοντιά στην εμφάνιση, αλλά την είχε στην
ψυχή, και με το παραπάνω...

141
Η πόρτα σύρθηκε μαζί με το φάκελο. Δυσκολεύτηκε
να τον τραβήξει. Δεν ήθελε να σκιστεί. Μπορεί να έφερ­
νε κάποια είδηση σημαντική. Όση ώρα κράτησε αυτό,
αναρωτιόταν από ποιον μπορεί να ήταν. Τόσο καιρό που
είχε πεθάνει ο Σεραφείμ, δεν είχε έρθει κάποιο γράμμα.
Ο φάκελος είχε σκιστεί μόνο στην άκρη. Έβαλε τα
γυαλιά της και διάβασε:
Κύριον Σεραφείμ Αρτόγλου

Από ποιον και από που, δεν έγραφε. Θεώρησε πως
έπρεπε να τον ανοίξει. Δυο χρόνια είχαν περάσει από
το θάνατο του αφεντικού της. Ποιος ήταν, λοιπόν,
αυτός που του έστελνε το γράμμα; Ποιος δεν είχε μάθει
για το μακαρίτη; Άρχισε να διαβάζει ψιθυριστά:
Άργησα να σας στείλω νέα μου. Ο πόλεμος
μακραίνει το χρόνο και τους ανθρώπους. Ο
φίλος σας στο Σουδάν με βοήθησε πολύ...
Ευχαριστώ για όλα... Αν πάνε όλα καλά, θα σας
δω στην επιστροφή μου.
Δημήτρης

Δεν της έλεγε τίποτε τ' όνομα αυτό. Παρόλο που
είχε ζήσει τόσα χρόνια με τον Αρτόγλου, δεν είχε δει,
δεν είχε ακούσει για κάποιο γνωστό του που να τον
έλεγαν Δημήτρη.
Έ ψ α ξ ε το φάκελο από όλες τις μεριές. Σταμάτησε
στα γραμματόσημα. Προσπάθησε να διαβάσει την
ξεθωριασμένη σφραγίδα που είχε αραβικά γράμματα.

142
Τα κατάφερε, έπειτα από ώρα, μ' εκείνον το μεγεθυ­
ντικά φακό που χρησιμοποιούσε στα τελευταία του ο
Σεραφείμ - ήταν σταλμένος από το Κάιρο. Καθώς
έκανε να τον βάλει στην τσέπη της, παρατήρησε πως
κάτι πιο σκληρό υπήρχε μέσα. Σχεδόν τον έκανε κομ­
μάτια και έβγαλε μια πολύ μικρή φωτογραφία, κολλη­
μένη στην εσωτερική επιφάνεια του φακέλου. Έδει­
χνε έναν άντρα με στρατιωτική στολή και καπέλο.
Αμέσως αναγνώρισε τον Τζόγια! Η μόνη διαφορά
ήταν το μουστάκι του. Δεν είχε τότε που είχε έρθει στη
Χάλκη,
Προχώρησε στο σαλόνι κι άρχισε να βγάζει τα
άσπρα σεντόνια από τα σκεπασμένα έπιπλα. Όλα εκεί
μέσα μύριζαν ακόμη θάνατο και μοναξιά...
Μπήκε στο γραφείο. Τα πάντα ήταν όπως τα είχε
αφήσει ο Σεραφείμ. Χάιδεψε το γραφείο και κάθισε
στην πολυθρόνα του. Ένιωσε πως ήθελε να κλάψει.
Δεν ήξερε αν ήταν για τη δική της ζωή, την απουσία του
γέρου ή γι' αυτό το γράμμα που είχε στην τσέπη της.
Για τον άντρα που είχε η φωτογραφία. Για τη Βερονί­
κη που ακόμα τον περίμενε και έλιωνε στη θύμηση του.
Από αυτήν εξαρτιόταν αν θα της έδινε το γράμμα.
Έπρεπε να σκεφτεί πολύ.
Ανοιξε ένα συρτάρι και είδε το σακούλι με τον καπνό
του. Ποτέ δεν είχε καπνίσει η Νίνα. Ίσως από σεβασμό
στους άλλους που υπηρετούσε. Πήρε ένα χαρτάκι κι
άρχισε να το γεμίζει με καπνό. Σκεφτική, με αργές κινή­
σεις, το έστριψε και το άναψε. Ακούμπησε πίσω στην

143
πολυθρόνα κι άρχισε να ρουφάει όλο και πιο βαθιά.
Έμεινε έτσι ώσπου κάπνισε και δεύτερο τσιγάρο.
Δεν έδειξε στη Βερονίκη το φάκελο, ούτε τη φωτο­
γραφία του Τζόγια. Δεν ήθελε να την ταράξει. Έφτανε
η αρρώστια που τη βασάνιζε.

Η αλλαγή άρχισε να της κάνει καλό. Η όρεξη της επα­
νήλθε. Σιγά σιγά, άφηνε την κρεβατοκάμαρα της και
κατέβαινε στο κάτω μέρος του σπιτιού.
Καθόταν ώρες στο παράθυρο και άφηνε το βλέμμα
της να ταξιδεύει στον κήπο και το Βόσπορο· σαν να
περίμενε κάποιον. Είχε σταματήσει να καπνίζει και να
πίνει εκείνες τις μέρες. Στα χέρια της κρατούσε συνέ­
χεια το κομπολόι του Τζόγια με τις μαύρες πέτρες και
τα ασημένια δαχτυλίδια ανάμεσα τους...
Η Αρετούλα κερί αναμμένο δίπλα της όλες τις ώρες.
Η Νίνα την τάιζε σαν μωρό, μπουκιά μπουκιά, και της
έλεγε ιστορίες ερωτικές, βγαλμένες από το μυαλό της,
πάντα με καλό τέλος.
«Έτσι θα βρεθούμε κι εμείς με τον Τζόγια. Θα ζήσου­
με μαζί...» έλεγε κάθε φορά που τελείωνε η ιστορία, και
συμφωνούσε και η άλλη με κατεβασμένο το κεφάλι.
«Ναι, κοκόνα μου. Έτσι θα γίνει...»
Πολλές φορές σκέφτηκε να βγάλει τη φωτογραφία
και να τη δώσει στην κυρά της, μα κάτι την κρατούσε
ακόμα...

144
Αν δεν έβλεπε εκείνο το όνειρο, στις 11 Γενάρη του '44,
που τρόμαξε τόσο τη Βερονίκη, θα είχε βελτιωθεί
η υγεία της.
Ήταν μέρα καλοκαιρινή μες την καρδιά του τρύγου.
Τραγουδούσαν τα πουλιά και η Βερονίκη χόρευε με
τους αγγέλους στο ποτάμι. Είχε κλειστά τα μάτια σε
αυτή την ευτυχία. Ο θόρυβος ακούστηκε βαρύς. Βήμα­
τα σαν να περπατούσε δράκος... Φωτιά και λάβα ξαφ­
νικά ξεχείλισε τριγύρω... Πουλιά και δέντρα έγιναν
μαύρα σαν καμένα. Ο άντρας βγήκε σαν στοιχειό από
το ποτάμι. Βροντές που δεν έμοιαζαν της βροχής ακού­
στηκαν ως κάτω στη θάλασσα.
Άλλαξε μορφή η γη, Ο ουρανός είχε χαθεί Το νησί
είχε ξεριζωθεί από τη θέση του και ταξίδευε σαν καρά­
βι μέσα σ' αυτή την κόλαση...
Έβλεπε η Βερονίκη και δεν πίστευε το κακό που
γινόταν. Ώσπου φάνηκε πάλι ο άντρας, πιο κοντά αυτή
τη φορά. Φορούσε μακριά μαύρα ρούχα. Πόδια και
χέρια σαν κουπιά. Τα μάτια της πετάχτηκαν από τον
τρόμο. Τον ήξερε τόσο καλά... Αυτός την κράτησε στην
αγκαλιά του όταν γεννήθηκε. Αυτός την περπάτησε και
της έκανε παιχνίδια. Αυτός την έβαζε στους ώμους του
και την πήγαινε στο λιμάνι της Κωστάντζας, να βλέπει
από ψηλά τα καράβια και τα θαλασσοπούλια. Και τώρα
αυτός ο άντρας την τρόμαζε τόσο πολύ...
Δεν ήταν μόνος. Στην αγκαλιά του σήκωνε δυο παι­
διά! Έτριψε τα μάτια της να δει καλύτερα. Ήταν η Άννα
και ο Αλέξανδρος. Πάλευαν μαζί του για να ξεφύγουν.

145
Κι αυτά τα φόβιζε τούτος ο άντρας. Το κλάμα του αδελ­
φού της, μαζί με το όνομα της, έφτασε στ' αφτιά της και
την τρέλανε: «Βερονίκη!»
Ήθελε να τρέξει κοντά τους να βοηθήσει. Δεν μπο­
ρούσε να κουνηθεί Η φωτιά όλο και έφτανε στα πόδια
της. Έκανε πίσω· κι όλο πιο πίσω, να μην καεί... Κρα­
τήθηκε από ένα κλαρί και γύρισε να δει. Ο άντρας βού­
λιαζε στο ποτάμι, έχοντας μόνο τον Αλέξανδρο τώρα
στην αγκαλιά του. Η Άννα έτρεχε μόνη της, σαν παλα­
βή, στην απέναντι όχθη από τη Βερονίκη, τραβώντας τα
μαλλιά της.
Το θολό νερό άρχισε να σκεπάζει τον άντρα με το
παιδί, και τότε πρόλαβε να δει το πρόσωπο του Αλέ­
ξανδρου λουσμένο στο αίμα. Έβγαλε κραυγή και
ξύπνησε.
Ο ιδρώτας έτρεχε στο κορμί της. Τα μάτια της ήταν
καρφωμένα σ' ένα σημείο και παραμιλούσε.
«Πέθανε ο Αλέξανδρος. Τον πήρε κι αυτόν μαζί του».
Η Νίνα, δίπλα της, δεν ήξερε πώς να τη συνεφέρει.
«Εφιάλτης ήταν. Ησύχασε... Πέρασε...»
Η Βερονίκη άρχισε να πετάει τα ρούχα της. Της ζη­
τούσε να την ντύσει και να φύγουν εκείνη τη στιγμή.
«Τώρα! Τώρα θα φύγω για το νησί!»
«Μπρε, δε γίνεται αυτό... Πώς θα πας μέσα στον
πόλεμο και στην αντάρα;»
Μια ώρα πέρασε ώσπου να τη συνεφέρει και, όταν
ηρέμησε, της έφτιαξε ένα ζεστό και κάθισε κοντά της.
Χώθηκε στην αγκαλιά της κι άρχισε να κλαίει σαν

146
μωρό. Η Νίνα κατάλαβε πως η νέα γυναίκα είχε ανά­
γκη να μιλήσει. Τη χάιδεψε σαν μάνα και της έδωσε
κουράγιο...
«Θέλω να πεθάνω. Εγώ έφταιξα...»
«Όλοι κάνουμε λάθη».
«Κοίταξα μόνο τον εαυτό μου. Τους εγκατέλειψα,
Νίνα...» Και άρχισε να διηγείται τη ζωή της εκεί στο
νησί. Μίλησε για την Ελισσώ, τη Θεοδοσία, την Αννα
και τον Αλέξανδρο, που τον άφησε μόλις πέντε χρονών
παιδάκι.
Είπε για τον πατέρα της που βασάνιζε τη μάνα της
και τα κορίτσια. Είπε ποιος ήταν ο λόγος που δέχτηκε
το προξενιό του Θεοφάνη. Και σταλιά σταλιά έβγαλε
τις λέξεις για τον άντρα που την έκανε γυναίκα και
ήταν ο ίδιος ο πατέρας της...
Για όλα μίλησε. Μόνο πώς πέθανε ο Δεσύλλας δεν
είπε. Έκρυψε την αλήθεια.
«Τον βρήκαμε σκοτωμένο κοντά στο ποτάμι. Η μάνα
μου δεν ήθελε φασαρίες. Ποιος το έκανε και γιατί... Τη
βραδιά του γάμου μου ήταν... Τον πετάξαμε μέσα...»
«Αφου δε ζει αυτός, γιατί τρομάζεις για τον Αλέ­
ξανδρο; Όνειρο ήταν...»
«Σημαδιακό, Νίνα...»
«Σώπα, καλέ! Να δεις που θα σε βγει σε καλό. Πόσο
είναι ο αδελφός σου τώρα;»
Άρχισε να υπολογίζει με τα δάχτυλα.
«Δώδεκα, δεκατρία...»
«Όταν θα πας στην Ελλάδα, θα είναι παλικάρι!»

147
«Θα πάω...»
Της έπιασε το μέτωπο με στοργή και αναπήδησε
από τη χαρά της.
«Ορίστε! Σ' έπεσε και ο πυρετός! Να το πρώτο καλό!»
Δεν έδωσε άλλη συνέχεια η Νίνα σε ό,τι άκουσε.
Τα γυρόφερνε στο μυαλό της, και μόνο όταν έμενε
μονάχη, μουρμούριζε και σταυροκοπιόταν.
«Πατέρας το κορίτσι του; Πώς κι έζησε η κοπέλα,
θαύμα είναι! Τυχερή η ώρα που πήγε ο Θεοφάνης
εκεί... Και μόνο γι' αυτό το καλό που της έκανε, δεν
πρέπει να τον προδώσει».
Ύστερα, έσφιγγε τα μηνίγγια της με μια μαντίλα, θαρ­
ρείς και ήθελε να λιώσει εκεί μέσα αυτό που σκεφτόταν
να δώσει το γράμμα και τη φωτογραφία του Τζόγια.
Ένιωσε τόσο πόνο για τη Βερονίκη, που δεν άφησε
μέρος της καρδιάς της που να μη βάλει αγάπη γι' αυτήν...

148
Η Άννα, κλεισμένη τόσο καιρό στο σπίτι της κυρίας
Τζούλιας, κόντευε να πνιγεί. Όσο έβλεπε να
έρχονται κάθε βράδυ οι Γερμανοί, και ιδίως εκείνος ο
γκεσταπίτης που της είχε γίνει στενός κορσές, τόσο
πίστευε πως ο πόλεμος δε θα τελείωνε ποτέ.
Είχε βάλει αρκετά λεφτά στην άκρη. Δεν ξόδευε
τίποτε· απ' όσα της έδινε η Τζούλια, δεν πείραζε δραχ­
μή, Είχε δύο δαχτυλίδια κι ένα μενταγιόν, δώρα του
Γερμανού, που την είχε ερωτευτεί και δεν ήθελε άλλη
κοπέλα από τις πέντε που δούλευαν εκεί μέσα... για τη
σαραντάρα και την πατρίδα!
Εκείνη την Πρωτοχρονιά, της είχε φέρει κι ένα ζευ­
γάρι μαύρα σκαρπίνια - τα είχε ζητήσει για τον αδελ­
φό της. Ήταν σίγουρη πως τα παλιά θα είχαν λιώσει.
Σκόπευε να του αγοράσει κι ένα παλτό και να πάει να
τον δει κρυφά από τη μάνα της και τη Θεοδοσία. Ντρε­
πόταν. Φοβόταν να παρουσιαστεί έτσι στα ξαφνικά
μπροστά τους. Τον Αλέξανδρο θα τον συναντούσε στο
Γυμνάσιο. Σίγουρα θα πήγαινε εκεί.
Άφησε να περάσουν οι γιορτές και, μια μέρα που

149
άκουσε πως η Τζούλια θα πήγαινε στην Κόρινθο για
δουλειά, έπεσε στα πόδια των άλλων κοριτσιών, «Σας
παρακαλώ... Σας ικετεύω... Δυο ώρες θα κάνω. Να δω
τον αδελφό μου. Κρυφά... Μην της πείτε τίποτε».
Συγκινήθηκαν από το κλάμα της. Είχαν κι αυτές
τα δικά τους δράματα, προτού καταλήξουν στο σπίτι
της κυρίας Τζούλιας, και την άφησαν να φύγει αμέσως.
Μόλις είχε χαράξει, και γλίστρησε έξω με τη βοή­
θεια των άλλων, μη τυχόν την πάρει είδηση η υπηρέ­
τρια της Τζούλιας. Φορτωμένη με τα δώρα και όλα
τα λεφτά της χωμένα στην καφέ τσάντα. Μάλιστα,
μία από αυτές τής έδωσε ένα κασκόλ κι ένα πουλόβερ
την τελευταία στιγμή. «Πάρ' τα για το παιδί. Μόνη
μου τα έπλεξα...»

Δεν πίστευε στα μάτια της, όταν είδε το σκελετωμένο
αγόρι καθισμένο στο πεζούλι, έξω από το Γυμνάσιο.
Της φάνηκε πιο μικρός από τότε που τον άφησε. Έτρε­
με σαν πουλί από το κρύο. Ένα παλιό σακάκι δεν
έφτανε να τον ζεστάνει. Τα πόδια του γυμνά κάτω από
το κοντό παντελόνι. Παπούτσια ξεθωριασμένα από το
χρόνο. Έγλειφε με λαχτάρα ένα χαρούπι.
Η Αννα, βλέποντας τον, θέλησε να πεθάνει εκείνη
την ώρα. Όλη η χαρά της έγινε ντροπή· γέμισε ενοχές.
«Δε θα ξαναγυρίσω πίσω στην κυρία Τζούλια,
Ποτέ...» σκέφτηκε με πείσμα.
Διστακτικά, πλησίασε το αγόρι. Ο Αλέξανδρος την

150
κοίταζε με ύφος χαμένο· σαν να μην τη γνώριζε. Άφησε
τα πακέτα κάτω και πλησίασε κι άλλο.
«Αλέξανδρε;»
Την πρόσεξε καλύτερα, μα δεν κουνήθηκε από τη
θέση του. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του για λίγο και μετά
τα κάρφωσε πάνω της αμίλητος. Το γαλανό χρώμα
τους είχε γίνει γκρι στο σκελετωμένο πρόσωπο. Γονά­
τισε μπροστά του. Πήρε στα χέρια της τα χέρια του και
τα έβαλε κάτω από το ζεστό παλτό της. Αδύνατα και
παγωμένα. Ακούμπησε το κεφάλι της στα πόδια του
κι άρχισε να τα ζεσταίνει με τα δάκρυα της.
«Δεν πάω στο Γυμνάσιο πια...» είπε το αγόρι.
«Γύρισα...»
«Πεινάω...»
«Εγώ... Τώρα είμαι εδώ εγώ...»
«Η μαμά έφερε προχθές λίγο αλεύρι. Ήθελα λου­
κουμάδες, μα δεν έφτασε. .»
«Είναι καλά;»
«Όχι, όλο πονάει...»
«Η Θεοδοσία;»
«Ψέλνει...»
Το παιδί είχε χωθεί ολόκληρο κάτω από το παλτό της.
Μιλούσαν σιγά, μην παγώσει ο χιονιάς τη φωνή τους.
«Σ' αγαπώ».
«Κι εγώ...»
«Θα φύγεις πάλι;»
«Όχι...»
«Πάμε να τους το πούμε».

151
«Περίμενε...»
Ανοιξε ένα δέμα κι έβγαλε το πουλόβερ. Του το
φόρεσε πάνω από το σ α κ ά κ ι · τόσο μεγάλο ήταν.
Έβγαλε μετά ένα μακρύ γκρι παντελόνι από φανέλα
-δυο χωρούσαν μέσα- και του το έσφιξε με τη δική της
δερμάτινη ζώνη να του σταθεί. Του φόρεσε τα μαύρα
σκαρπίνια του Γερμανού λοχαγού και ψηλές, άσπρες
μάλλινες κάλτσες που είχε πάρει καινούριες.
Το αγόρι χάζευε την αλλαγή του και δεν αντιδρού­
σε. Τα παπούτσια ήταν μεγάλα. Έκανε να περπατήσει
και βγήκαν από τα πόδια του.
«Θα τα φορέσω του χρόνου». Και πήγε να βάλει τα
παλιά.
«Στάσου...» Έκοψε ένα κομμάτι από το χάρτινο
κουτί των παπουτσιών και το έκανε πάτους. «Εντάξει
τώρα;»
«Εντάξει. Θα ζηλέψει η Θεοδοσία... Έφερες δώρα
γι' αυτήν;»
Δεν απάντησε... Τι να πει στο παιδί; Πως είχε σκοπό
να δει μόνο εκείνον; Πως τώρα δα κατάλαβε τα λάθη
της και ράγισε η καρδιά της; Είχε, όμως, την τσάντα της
γεμάτη λεφτά. Σκόπευε να τα δώσει στον Αλέξανδρο,
να τα πάει σπίτι. Ωστόσο, άλλαξε γρήγορα γνώμη.
Τώρα θα το έκανε εκείνη...
«Κάτσε να σου βάλω και τον μπερέ». Τον έβγαλε
από το κεφάλι της και τον έβαλε στο δικό του.
Ήταν αστείος μ' αυτό τον πράσινο τσόχινο μπερέ, που
είχε κεντημένη μια μοβ πεταλούδα στην αριστερή άκρη.

152
«Άντρας μοιάζεις...»
«Είμαι! Όταν γυρίσει η Βερονίκη, θα της κάνω
έκπληξη!»
Η Βερονίκη... Ήταν πολλά αυτά που είχε ξεχάσει
στο σπίτι της κυρίας Τζούλιας. Ούτε πώς ήταν η αδελ­
φή της δε θυμόταν.
«Σας έγραφε;»
«Όχι...»
«Ο πατέρας;»
«Όχι. Θα μετρηθώ μαζί του όταν γυρίσει. Ψήλωσα
κι εγώ...»
«Λεβέντης είσαι, αγάπη μου...»
Καμάρωσε κι εκείνος και στύλωσε το λιγνό κορμί
του πάνω στα κοκαλιάρικα πόδια, που τα έκρυβε το
μακρύ φανελένιο παντελόνι.
Έπειτα, περπάτησε καμαρωτός σαν φαντάρος,
γυρίζοντας της την πλάτη. Έκανε λίγα βήματα και στα­
μάτησε. Από μπροστά του περνούσαν τρεις Γερμανοί.
Φάνηκε πως τον έπιασε τρεμούλα. Η Άννα έτρεξε γρή­
γορα πίσω του. Τον έπιασε από το χέρι.
«Προχώρα. Μη φοβάσαι...»
Είχε τόσο συνηθίσει την παρουσία τους που, ακόμα
κι αν συνέβαινε κάτι, ήταν σίγουρη πως θα κατάφερνε
με τις γνωριμίες της να γλιτώσει.
Ένιωσε το χέρι του Αλέξανδρου να κολλάει στο
δικό της. Το έσφιγγε τόσο δυνατά, σαν να μην ήθελε να
το αποχωριστεί ποτέ.
«Θες να φας;»

153
Γύρισε και την κοίταξε με τόση απορία και με το
στόμα ανοιχτό. Τι τον ρωτούσε; Με βουρκωμένα μάτια,
της έγνεψε καταφατικά.
Ανέβηκαν στο λεωφορείο για το κέντρο του Πει­
ραιά. Κατέβηκαν στο λιμάνι και κάπου εκεί κοντά μπή­
καν σ' ένα μαγειρείο.
Ο Αλέξανδρος έτρωγε και με τα δυο χέρια. Η Άννα
δεν κατέβασε μπουκιά. Δε μίλησαν καθόλου, παρά
μόνο όταν το αγόρι κατάπιε την τελευταία μπουκιά από
το σιμιγδαλένιο χαλβά.
«Θέλω και γλυκό!» της είχε πει μετά από δυο πιάτα
ρεβίθια.
«Χόρτασες;»
«Για μια βδομάδα! Ευχαριστώ...»
Της απαντούσε σαν να ήταν ξένη. Δεν ανέφερε
καθόλου το όνομά της.
«Με σκεφτόσουνα καθόλου;» τόλμησε να ρωτήσει.
«Όχι», απάντησε αυθόρμητα.
Της ήρθε καρφί στην καρδιά. Δε μιλούσαν, λοιπόν,
για εκείνη...
«Γιατί;» επέμεινε.
«Δε με πήρες μαζί σου στην πλούσια κυρία...»
«Ήταν δύσκολο...»
«Τώρα;»
«Τι;»
«Θα με πάρεις;»
Έκανε μια παύση στη συζήτηση. Προσπαθούσε να
καταπιεί το λυγμό της.

154
«Δε θα γυρίσω εκεί...»
Τα μάτια του γέμισαν φως.
«Σπίτι μας;»
«Ναι».
«Πάμε...»
Σηκώθηκε και της άπλωσε το χέρι. Η δύναμη που
πήρε από το κοκαλιάρικο αγαπημένο χέρι, της έφτανε
για να οδηγήσει τα βήματα της εκεί, πίσω από τον Άγιο
Σπυρίδωνα.
«Γιατί από 'δώ;»
«Καιρό τώρα, έχει νοικιάσει άλλο δωμάτιο η μαμά».

Πόσα είχαν αλλάξει στη ζωή τους, κι αυτή χαμένη στο
σπίτι της Τζούλιας και στις αγκαλιές των Γερμανών.
Ήθελε να φτύσει τα μούτρα της. Τέτοιο κατάντημα,
λοιπόν, επειδή ήθελε να ζήσει στα πλούτη σαν τη
Βερονίκη;
Ξαφνικά, χάθηκε το αγκάθι του φθόνου από την
καρδιά της για κείνη την αδελφή που ζούσε το παρα­
μύθι... Η εικόνα την ώρα που στεκόταν νύφη πρόβαλε
μπροστά της. Τα άσπρα σύννεφα, εκείνη την Κυριακή,
που είχαν φτάσει ως τα παράθυρα στο αρχοντικό τους,
ταίριαζαν με το νυφικό της. Πόσο όμορφη ήταν... Τότε
είχε ζηλέψει πολύ. Τότε είχε ορκιστεί μέσα της να γίνει
σπουδαία μια μ έ ρ α · να την ξεπεράσει...

155
Τον κρατούσε αγκαλιά. Τώρα έβλεπε πραγματικά
πόσο είχε ψηλώσει ο Αλέξανδρος.
«Σ' αγαπώ...» του ψιθύρισε, καθώς εκείνος σταμά­
τησε μπροστά σ' ένα γέρο που πουλούσε κόκκινα
καραμελωμένα μήλα. Χωρίς να τον ρωτήσει, του αγό­
ρασε δυο. Μια έγλειφε το ένα, μια το άλλο.
«Ήθελα να 'μαστε στο νησί», είπε το αγόρι.
«Κι εγώ...»
«Εκεί δεν έχει πόλεμο».
«Μπορεί...»
Τα λόγια της χάθηκαν από τον ήχο της σειρήνας.
Κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Τα σιδερένια πουλιά κατέ­
βαιναν όλο και πιο γρήγορα. Οι βόμβες άρχισαν να
πέφτουν σαν χαλάζι. Οι φωνές έγιναν ουρλιαχτά.
Ένας άντρας την άρπαξε από το παλτό.
Μια γυναίκα τούς ειδοποίησε: «Τρέξτε στην ανοιχτή
πόρτα!» Άλλοι φώναζαν: «Μπείτε στην Αγία Τριά­
δα...» Ουρλιαχτά από παντού μπερδεμένα στο κακό
που είχε έρθει από τον ουρανό.
«Άννα! Άννααα!»
«Είπε το όνομα μου!» Χοροπήδησε από χαρά. Δεν
ξεχώριζε μέσα από τη σκόνη και τον πανικό από πού
την είχε φωνάξει.
Έτρεξε σαν τρελή από 'κεί που νόμισε πως ήρθε η
φωνή. Τον είδε κολλημένο στον απέναντι τοίχο.
Έκανε να τρέξει προς το μέρος του, και τότε, με τον
κρότο της βόμβας, έχασε τον τοίχο και τον Αλέξαν­
δρο από τα μάτια της... Η μιλιά της σταμάτησε στα

156
χείλη. Τα μάτια της, θαμπά από το κλάμα, τον καπνό
και το χώμα, δεν την άφηναν να προχωρήσει. Κάποι­
ος πήγε να την πάρει μακριά από το γκρεμισμένο κτί­
ριο. Τον έσπρωξε και προχώρησε σαν τρελή. Το
μισοφαγωμένο κόκκινο μήλο κύλησε και σταμάτησε
στα πόδια της.
Το πήρε με τρόμο στα χέρια της και έπεσε πάνω στα
χαλάσματα. Έβαλε το μήλο στο στόμα της κι άρχισε να
σκάβει όσο μπορούσε πιο βαθιά. Ήθελε να φωνάξει
βοήθεια, αλλά δεν ήθελε ν' αφήσει το μήλο,,.
Μαζεύτηκαν πολλοί γύρω της. Ο βομβαρδισμός είχε
τελειώσει. Πήγαν να τη σηκώσουν, αλλά αντέδρασε.
Σιωπηλοί, έκαναν πίσω... Μερικοί γύρισαν την πλάτη
κι έφυγαν σέρνοντας το δικό τους πόνο.
Στα χέρια έτρεχε το αίμα. Στο σώμα της είχαν μπει
καρφιά και λαμαρίνες, όμως εκείνη συνέχιζε να σκάβει.
Το μαύρο σκαρπίνι φάνηκε. Ύστερα, το μακρύ γκρι
φανελένιο παντελόνι. Το πουλόβερ το πλεχτό. Τα ξανθά
μαλλιά. «Τον βρήκα!» αναφώνησε μέσα της.
Οι χούφτες της έγιναν φτυάρια. Πέταξε το χώμα
από το κορμί του αγοριού. Καθάρισε το πρόσωπο του
και, όταν έφυγε και το τελευταίο ίχνος σκόνης, είδε τα
γαλανά μάτια κλειστά. Δίπλα του ο πράσινος μπερές με
την κεντημένη πεταλούδα...
Τον σήκωσε στην αγκαλιά της και έβαλε στο στόμα
του από το στόμα της το μισοδαγκωμένο κόκκινο μήλο.

157
Πουθενά δε βρέθηκε ο Αλέξανδρος. Κανείς δεν είδε
το αγόρι έξω από το Γυμνάσιο, με το κοντό παντελόνι
και τα παλιά παπούτσια.
Μόνο για μια νέα γυναίκα, καλοντυμένη, είπαν πως
ήταν μ' ένα παιδί ξανθό με γαλανά μάτια, αλλά φορού­
σε μακρύ παντελόνι, γκρι. Παπούτσια καινούρια, μαύρα
σκαρπίνια...
«Δεν ήταν ο Αλέξανδρος», συμπέρανε η Θεοδοσία,
που μόλις είχε γυρίσει από κείνο τον όλεθρο. Έψαχνε
όλη μέρα να βρει τον αδελφό της, μετά το βομβαρδισμό
του Πειραιά, στις 11 Γενάρη του '44.
«Είναι μεγάλος. Θα βρει το δρόμο να γυρίσει...»
Έτσι ήθελε να πιστεύει η Ελισσώ. Τρία παιδιά χαμένα·
ήταν πολύ βαρύ να το σηκώσει...

Η Άννα περπάτησε ως το λιμάνι, με το παιδί στην αγκα­
λιά. Κάθισε εκεί στην αποβάθρα ώσπου νύχτωσε. Και
σαν άρχισε η θάλασσα να αγριεύει από θυμό, για τη
συμφορά που βρήκε την πόλη, άφησε απαλά το κορμί
να το πάρει το κύμα...
Ύστερα, περπάτησε αργά αργά σ' όλο το λιμάνι.
Πηγαινοερχόταν από τη μια άκρη ως την άλλη δεκάδες
φορές μέχρι το ξημέρωμα. Έκλαιγε, σταματούσε. Μια
έβγαζε τα παπούτσια της και τα έπαιρνε στα χέρια, μια
τα φορούσε. Οι άντρες από τα καράβια ούτε που έδι­
ναν σημασία. Μάζευαν ό,τι άφησε ο βομβαρδισμός την
προηγούμενη μέρα.

158
Στάθηκε απέναντι από την πρώτη ακτίνα του ήλιου
στην παγωμένη μέρα του Γενάρη. Κοίταξε ψηλά και
χαμογέλασε στο γαλάζιο που έσκαγε.
Ένα χαμόγελο που έγινε γέλιο σιγά σιγά. Με γρή­
γορες κινήσεις -θαρρείς και χόρευε, κρατώντας σφιχτά
το μήλο-, άρχισε να πετάει ένα ένα τα ρούχα της στη
θάλασσα ώσπου έμεινε γυμνή. Το μόνο που φορούσε
ήταν ο πράσινος μπερές στο κεφάλι της. Ένα βήμα
μετέωρο για να βρεθεί στο νερό και τα χέρια στη μέση
της που την κράτησαν...

Ο θυρωρός άνοιξε την πύλη του τρελάδικου. Δύο άντρες
κουβαλούσαν μια γυναίκα τυλιγμένη σε κουβέρτα.
« Έ χ ε ι χάσει τα μυαλά της», είπε ο ένας.
«Από χθες, μετά το βομβαρδισμό, την έβλεπα να
περιφέρεται στο λιμάνι του Πειραιά», είπε ο άλλος.
Την άφησαν στους γιατρούς κι έφυγαν.
Σε όλους έκανε εντύπωση ο πράσινος μπερές στα
ξανθά περμανάντ μαλλιά της, με την κεντημένη μοβ
πεταλούδα, και το κόκκινο καραμελωμένο μήλο που
κρατούσε στο χέρι. Το χρώμα του είχε λιώσει... Είχε
βάψει κόκκινα τα χέρια της. Το πρόσωπό της έμοιαζε
με του παλιάτσου που, σα δακρύζει, μπερδεύονται οι
μπογιές και γίνεται αστείος.
Δεν είπε πώς την έλεγαν... Γιατροί και νοσοκόμες
κούνησαν το κεφάλι και κατάλαβαν πως είχε σαλέψει
το μυαλό της.

159
Η τσάντα που κρατούσε αυτή η γυναίκα παραδόθηκε
στο γραφείο και καταγράφηκε στα βιβλία ό,τι περιείχε.
Τα λεφτά είχαν εξαφανιστεί... Έ ν α κραγιόν άλικο,
μια χτένα, ένα καθρεφτάκι, μια πούδρα, ένα μαντίλι
λευκό από οργάντζα, και στη μικρή θήκη ένα χαρτί με
τη διεύθυνση της Τζούλιας.
Κάποιος υπάλληλος αντέγραψε τη διεύθυνση της
Δροσοπούλου και υποσχέθηκε πως μια μέρα θα σταμα­
τούσε στην Κολιάτσου, καθώς θα πήγαινε σπίτι του στα
Άνω Πατήσια...

160
Ο Θεοφάνης είπε ν' αλλάξει συμπεριφορά απέναντι
στη Βερονίκη, μόλις συνήλθε από την αρρώστια
της... Ήταν και τα νέα τόσο καλά... Είχε τελειώσει ο
πόλεμος και κόντευαν τα Χριστούγεννα του '45.
Η πρόσκληση ήρθε από το Γενικό Προξενείο της
Ελλάδας. Θα γινόταν μια γιορτή για να τιμήσουν τους
τελευταίους Έλληνες αξιωματικούς που επέστρεψαν
από τη Μέση Ανατολή.
«Έχω καιρό να βγω...»
«Το χρειάζεσαι, Βερονίκη», επέμενε ο Θεοφάνης.
«Συνήθισα εδώ...»
«Κράτησε πολύ αυτό...»
Ναι, ήταν αλήθεια. Είχε τόσο πολύ αλλάξει. Μπορεί
να είχε περάσει η κρίση της αρρώστιας της, αλλά εκεί­
νη δεν ήθελε να δει κανέναν. Το μόνο που έκανε, ήταν
να διαβάζει μέρα νύχτα. Ό,τι δε σπούδασε στα νιάτα
της, το έβαλε πείσμα να το μ ά θ ε ι · ιστορία, αρχαίους,
φιλοσοφία, τα πάντα. Έβγαινε με τη Νίνα και γύριζαν
φορτωμένες με βιβλία. Παρήγγειλε βιβλιοθήκες να τα
βάλει. Έπειτα, της ήρθε η ιδέα να πάει να γραφτεί στο

161
Ζωγράφειο για να πάρει απολυτήριο. Στο νησί είχε
πάει μέχρι τη δευτέρα Γυμνασίου.
Ένιωσε όμως άσχημα όταν πήγε μια μέρα και είδε
τα νέα παιδιά. Ήταν τόσο μεγάλη... Έτσι, απευθύνθη­
κε σ' έναν Έλληνα καθηγητή, ο οποίος ανέλαβε την
εκπαίδευσή της.
Με τα εντατικά μαθήματα και το διάβασμα, είχε απο­
ξενωθεί από τον κόσμο. Μόνο όταν άνοιγε τα παράθυρα
και άκουγε τους αμανέδες ή τη φωνή του μουεζίνη, συνει­
δητοποιούσε πως ζούσε ακόμα στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Θεοφάνης είχε γυρίσει στις παλιές του συνήθειες.
Γλέντια και ξενύχτια με φίλους και γυναίκες.

Επέμεινε πολύ και η Νίνα για ν' αποδεχτεί την πρό­
σκληση του Προξενείου. Είδε και απόειδε ώσπου τελι­
κά το αποφάσισε η Βερονίκη.
Έβαλε μακριά, μαύρη βελούδινη φούστα. Μαύρη
μπλούζα δαντελένια, κεντημένη με αληθινές πέτρες,
γυαλιστερές. Φόρεσε διαμαντένια σκουλαρίκια, ίδια
με το μεγάλο μονόπετρο. Η Αρετούλα της τύλιξε τα
καστανά της μαλλιά χαμηλά στο κεφάλι. Απλωσε το
βαθύ κόκκινο στα χείλη της, μα δεν της άρεσε όταν κοι­
τάχτηκε στον καθρέφτη. Το σκούπισε και πέρασε ένα
απαλό ροζ. Τα κιτρινισμένα μήλα στο πρόσωπο της
τονίστηκαν από το ρουζ. Η Νίνα της έριξε στην πλάτη
την ακριβή λευκή ρενάρ που έφτανε ως κάτω, και της
έδωσε την ευχή της να περάσει καλά.

162
Ο Θεοφάνης την κοιτούσε για ώρα, καθώς την είδε
έτσι ντυμένη, έπειτα από πολύ καιρό, και φούντωσε
μέσα του η παλιά αγάπη... Ακόμα και ο σοφέρ, ο Σακίπ,
τα 'χασε από την ομορφιά της και αργοπόρησε ν' ανοί­
ξει την πόρτα του αυτοκινήτου, για να μπει το ζευγάρι.

Στην αίθουσα του Προξενείου, ο κόσμος ήταν πολύς.
Κόκκινα φέσια, μαύρα σμόκιν και αξιωματικοί με
ελληνικές στολές. Καλοντυμένες γυναίκες που γύρισαν
όλες μαζί το κεφάλι όταν μπήκε η Βερονίκη Αρτόγλου.
Είχαν συνηθίσει την απουσία της από τα κοσμικά και
τα γλέντια της Πόλης. Οι άντρες παραμέρισαν στο
πέρασμά της. Πολλοί πήγαν κοντά της να τη χαιρετή­
σουν με χειροφίλημα. Αγέρωχη, με ένα μειδίαμα στα
χείλη, μπερδεύτηκε με τους καλεσμένους,
Ο Θεοφάνης, όπως πάντα, βρήκε γνωστούς κι άρχισε
την κουβέντα. Όλα ήταν χαρούμενα εκεί μέσα. Η ήττα
του Γ' Ράιχ είχε φέρει άλλη ατμόσφαιρα στην τελετή
αυτή.
Η Βερονίκη είχε γυρισμένη την πλάτη της στον άντρα
με τη στολή του Έλληνα αξιωματικού που είχε μόλις μπει
στην αίθουσα. Τα μαλλιά του στους κροτάφους είχαν
αρχίσει να παίρνουν ασημένια όψη. Αδυνατισμένος,
μαυρισμένος, κουβαλούσε στο πρόσωπο του τη σκληρό­
τητα του πολέμου. Το αριστερό του μανίκι, χωμένο στην
τσέπη, σου έδινε να καταλάβεις πως ήταν ανάπηρος.
Αρκετοί έκαναν στην άκρη από σεβασμό, καθώς

163
προχωρούσε προς το κέντρο της αίθουσας. «Ο Δημή­
τρης Φραγκόπουλος... Ο Δημήτρης Φραγκόπουλος
απλώθηκε ψιθυριστά το όνομα του ταγματάρχη.
Δεν έδωσε σημασία στο άγνωστο όνομα και επίθε­
το. Η κυρία που μιλούσε μαζί της, κάρφωσε τα μάτια
της επάνω στον αξιωματικό, αφήνοντας τη χωρίς απά­
ντηση στη συζήτηση που είχαν.
«Με συγχωρείτε, κυρία Αρτόγλου. Ήρθε ο ήρωας».
Και, χωρίς να πάρει το βλέμμα της από τον άντρα, προ­
χώρησε προς το μέρος του, αφήνοντας τη σύξυλη!
Η Βερονίκη έκανε μισή στροφή και κοκάλωσε.
Ανοιγόκλεισε τα μάτια της, σαν να ήθελε να ξεθολώσει
το πέρασμα του χρόνου. Το προφίλ του αξιωματικού
τής ήταν πέρα από γνωστό... Δεν είχε ξεχάσει εδώ και
τρία χρόνια καμία λεπτομέρεια από τα χαρακτηριστικά
του Τζόγια.
Το ποτήρι έπεσε από τα χέρια της. Ο κόσμος χάθη­
κε από τα βιολετιά της μάτια. Τα ψηλά τακούνια λύγι­
σαν στο γυαλιστερό πάτωμα, και δεν κατάλαβε πώς
σωριάστηκε στην αγκαλιά του Θεοφάνη που πλησίαζε
εκείνη τη στιγμή...

Λίγο αργότερα, στο μικρό γραφείο του Προξενείου,
άνοιξε τα μάτια της, έχοντας ένα δυνατό πόνο στο στο­
μάχι. Διπλωμένη στα δύο, κουνούσε αρνητικά το κεφά­
λι στις κουβέντες του άντρα της και του γιατρού που τη
βοηθούσαν να συνέλθει.

164
«Πρέπει να μεταφερθεί αμέσως στο νοσοκομείο!»
«Ήταν πριν από ένα χρόνο άρρωστη. Αναιμία...»
«Φοβάμαι για χειρότερα...»
«Δηλαδή;»
«Μπορεί να έπαθε γαστρορραγία».
Κρατήθηκε στα μπράτσα της πολυθρόνας με όση
δύναμη της απέμεινε, και προσπάθησε να τεντώσει
το κορμί της. Το χρώμα της είχε αλλάξει. Ακόμα και
το ρουζ είχε εξαφανιστεί από το χλομό πρόσωπό της.
«Είμαι καλά...»
«Κυρία μου...»
«Είπα... είμαι καλά!»
«Δε συμφωνώ...» συνέχισε ο γιατρός.
«Βερονίκη, λιποθύμησες».
«Πάψε εσύ! Είμαι καλά, είπα!»
«Πάντως, η γνώμη μου είναι να μεταφερθεί επειγό­
ντως στο νοσοκομείο!»
Η επιμονή του της έσπαγε τα νεύρα. Ο χρόνος περ­
νούσε και ο Τζόγιας απείχε μόνο λίγα μέτρα. Έπρεπε
να προλάβει. Δεν είχε περιθώρια... Τεντώθηκε ακόμη
περισσότερο και έκανε ένα βήμα μπροστά. Στο δεύτε­
ρο, έπεσε ξανά στην αγκαλιά του Θεοφάνη.
Ο Σακίπ τη σήκωσε στα χέρια του. Το μαύρο αυτο­
κίνητο έφτασε μέσα σε λίγα λεπτά στο γερμανικό
νοσοκομείο. Η αρχική διάγνωση του γιατρού επαλη­
θεύτηκε.

165
Στη μεγάλη αίθουσα του Προξενείου, λίγοι είχαν αντι­
ληφθεί τι είχε συμβεί με την κυρία Αρτόγλου, ωστόσο
το προσπέρασαν απορροφημένοι από τους λόγους που
έβγαζαν οι επίσημοι για τον ηρωισμό των Ελλήνων στη
Μέση Ανατολή.
Η γυναίκα με το λιτό μπλε φόρεμα δάκρυσε όταν
έβαλαν το παράσημο στο στήθος του άντρα με το ανά­
πηρο χέρι. Το χειροκρότημα του κόσμου ήταν η ελάχι­
στη τιμή για τον ταγματάρχη Δημήτρη Φραγκόπουλο
που πολέμησε στο Ελ Αλαμέιν...

Όλη την προηγούμενη νύχτα ταξίδευε από την Κατερί­
νη για να συναντήσει, έπειτα από τόσο καιρό, τον
άντρα της. Δεν ήταν δυνατόν να λείψει η Μαρίνα, όταν
έμαθε ότι ο Δημήτρης επέστρεφε στην πατρίδα, κάνο­
ντας στάση στην Κωνσταντινούπολη.
Την πήρε από τους ώμους και τη σύστησε.
«Η σύζυγος μου, Μαρίνα Φραγκοπούλου. Σ' ευχα­
ριστώ που ήρθες», της ψιθύρισε.
Ήταν δυνατόν να μην παρευρισκόταν σε μια τέτοια
τελετή για τον άντρα της; Ο πόλεμος τους είχε χωρίσει
μόλις ένα μήνα μετά το γάμο τους... Επιτέλους, η αγω­
νία της είχε τελειώσει· εκείνος ήταν πάλι κοντά της.

Είχε βρεθεί από την Κατερίνη στην πρωτεύουσα για
ανώτερες σπουδές στο πιάνο. Με τον Δημήτρη γνωρί-

166
στηκαν σε μια γιορτή του Ωδείου Αθηνών. Ήταν φίλος
με το διευθυντή. Εκείνη έπαιζε στο πιάνο κι εκείνος
τραγουδούσε κάποιες φορές. Είχε υπέροχη φωνή τενό­
ρου. Λοχαγός τότε. Τον ερωτεύτηκε αμέσως..,
Κάποιο διάστημα που η Μαρίνα έπιασε δουλειά ως
πιανίστρια σε μαγαζί της Πατησίων, ο Δημήτρης πήγαι­
νε συχνά να τη δει.
Ήταν φιλικός μαζί της, και τίποτ' άλλο. Εκείνη
έλιωνε από έρωτα κάθε φορά που τον έβλεπε. Κι όλο
περίμενε να της πει το «σ' αγαπώ».
Πολλές φορές, πάνω στο κέφι, τραγουδούσε. Έτσι,
του έβγαλαν το παράνομα «ο τενόρος λοχαγός». Ίσως
τότε εκεί γνωρίστηκαν με τον Θεοφάνη, σ' ένα ταξίδι
του στην Αθήνα.
Με την εισβολή των Ιταλών, χάθηκαν για μεγάλο
χρονικό διάστημα. Βρέθηκαν τυχαία στην οδό Σταδίου.
Πήγαν στο ζαχαροπλαστείο Πέτρογκραδ, και της είπε
πως ήταν στο αλβανικό μέτωπο· πως γλίτωσε και πως
ήθελε να προσφέρει κι άλλα στην πατρίδα.
Ήταν Μάρτης του '41. Σ' ένα μήνα περίπου θα
έμπαιναν οι Γερμανοί. Μέσα στην αντάρα του πολέ­
μου, ένα βράδυ που την πήγαινε σπίτι, έτσι στα ξαφνι­
κά της ζήτησε να γίνει γυναίκα του.
«Θα φύγω για τη Μέση Ανατολή, Αν ζήσω και γυρί­
σω, θέλω κάποιος να με περιμένει...»
Η Μαρίνα είπε τόσο γρήγορα το «ναι», που ο ίδιος
έμεινε έκπληκτος. Δεν είχε καταλάβει πόσο ερωτευμέ­
νη ήταν μαζί του.

167
«Σ' αγαπώ από την πρώτη φορά που σε είδα. Από
τότε στο Ωδείο,..»
«Εγώ δεν ξέρω αν νιώθω το ίδιο... Ξέρω πως σε σκέ­
φτομαι και μου είσαι απαραίτητη».
Την επόμενη μέρα το μεσημέρι, παντρεύτηκαν στο
εκκλησάκι των Ταξιαρχών, στο Πεδίον του Άρεως.
Κουμπάρος ήταν ο νεωκόρος.
Δύο μέρες μετά, την έβαλε στο τρένο για την Κατε­
ρίνη.
«Καλύτερα κοντά στους δικούς σου... Η δική μου
ζωή έχει διαφορετική πορεία από 'δώ και πέρα»,
Η Μαρίνα ήταν είκοσι πέντε χρονών τότε. Άβουλη
και ήρεμη, δεν του το αρνήθηκε.
«Θα ήθελα να είμαι κοντά σου σε ό,τι κάνεις...»
«Όταν τελειώσει ο πόλεμος, θα είσαι... Σ' το υπό­
σχομαι...»

Αυτή την υπόσχεση κράτησε και την ειδοποίησε να
βρεθούν στην Κωνσταντινούπολη· αντρίκεια υπόσχεση.
Έμειναν ακόμη μια μέρα εκεί, μετά τη βράβευση
του. Της ζήτησε να πάει μόνος μια βόλτα. Ήθελε να δει
κάποιους παλιούς γνωστούς του στην Πόλη, από τότε
που είχε περάσει για τη Μέση Ανατολή.
Προχωρούσε σκυφτός και σκεφτικός προς το σπίτι
της Χάλκης, ενώ γύριζαν όλες οι εικόνες πίσω... Το
χιόνι που έπεφτε στη χλαίνη του, κύρτωνε κι άλλο τους
ώμους του.

168
Το σπίτι ήταν κλειστό. Ο κήπος εγκαταλειμμένος.
Παραξενεύτηκε από την τόση ησυχία. Έφτασε στην
πόρτα και ήταν έτοιμος να χτυπήσει, όταν άνοιξε και
βγήκε η ηλικιωμένη γυναίκα.
Δεν τη θυμήθηκε. Ίσως και να μην την είχε δει καλά
τότε που είχε πάει να συναντήσει τον Σεραφείμ.
Η Νίνα ήταν σίγουρη πως δεν έκανε λάθος. Ο ίδιος
άντρας με τη στολή και το μουστάκι, όπως σ' εκείνη τη
μικρή φωτογραφία, που κρατούσε καλά φυλαγμένη
στην τσάντα της, μέσα σε άσπρο πανί, για να μη χαλά­
σει. Είχε αποφασίσει να τη δώσει στη Βερονίκη όταν
θα έφευγε για την Ελλάδα.
«Ορίστε, κύριε...»
«Ήρθα για τον κύριο Αρτόγλου. Είμαι γνωστός του
από παλιά...»
«Έχει κρύο. Περάστε μέσα».
«Ήσαστε έτοιμη να φύγετε.,.»
Μ' ένα νεύμα τού έδειξε πως δεν πείραζε... Προχώ­
ρησαν στο σκοτεινό σπίτι.
«Δεν έχει φως...» δικαιολόγησε η Νίνα το σκοτάδι
κι άναψε μια λάμπα πετρελαίου.
Καθώς περνούσε από μπροστά του, βρέθηκαν πρό­
σωπο με πρόσωπο. Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Ήταν
ωραίος άντρας. Ακόμα και τα τραβηγμένα χαρακτηρι­
στικά του από την αδυναμία τού πρόσδιδαν μια άλλη
γοητεία...
Καθώς κατέβαζε τα χέρια της ν' ακουμπήσει τη λά­
μπα, το βλέμμα της έπεσε στο αριστερό χέρι του άντρα.

169
«Μικρή προσφορά...» εξήγησε, βλέποντας το
λυπημένο ύφος της. «Ο κύριος Αρτόγλου; Δε ζει πια
εδώ;»
«Πουθενά...»
Η σιωπή κράτησε λίγα λεπτά.
«Πότε;»
«Τη μέρα που ήρθατε να τον δείτε...»
«Το '42;»
«Δε θυμάμαι πια τις ημερομηνίες, κύριε».
«Φαινόταν...»
«Ναι... Ηταν πολύ καιρό άρρωστος».
Χτύπησε το δερμάτινο γάντι στο στήθος του νευρικά.
Μάλλον κάλυπτε με τον εκνευρισμό τη στενοχώρια του.
«Πρέπει να φύγω. Με συγχωρείτε...»
«Είδατε όλους τους γνωστούς σας εδώ στην Πόλη;»
Έκανε την ερώτηση με την ελπίδα να πει κάτι για τη
Βερονίκη.
«Όλους».
«Α, μάλιστα...»
«Αργησα και με περιμένει η γυναίκα μου...» Έκανε
υπόκλιση και μεταβολή στρατιωτική κι έφυγε, αφήνο­
ντας ανοιχτή την πόρτα.
Μέσα στο άσπρο τοπίο, η σκούρα φιγούρα του
αξιωματικού με τη μακριά χλαίνη ήταν σαν πίνακας
ζωγραφικής.
Σταμάτησε στην άκρη του κήπου και κάρφωσε το
βλέμμα του πέρα μακριά, στο γκρίζο νερό. Νόμισε πως
είδε το κορίτσι με τα βιολετιά μάτια να τον κοιτάζει

170
από το Βόσπορο. Το δάκρυ που κύλησε, πάγωσε στην
άκρη του ματιού...

Η Νίνα έβλεπε τις νιφάδες του χιονιού να μπαίνουν
από το άνοιγμα μέσα στο σπίτι. Αυτό το λευκό, μπρο­
στά της, θάμπωσε κι άλλο τα βουρκωμένα μάτια της.
Έβγαλε από την τσάντα της αργά το μικρό πάνινο
πακετάκι. Το ξεδίπλωσε κι έβγαλε τη φωτογραφία,
Ο άντρας με τη στολή αξιωματικού και το μουστάκι
ήταν αυτός που χάθηκε πριν από λίγο μέσα στη χιο­
νοθύελλα.
Ήταν ο Τζόγιας... Γι' αυτόν φώναζε όλη τη νύχτα
μες στον ύπνο της η Βερονίκη στο γερμανικό νοσο­
κομείο.
Ήταν ο ίδιος άντρας, ο Δημήτρης, όπως έγραφε
η φωτογραφία. Μες στο παραμιλητό της, γι' αυτόν
έλεγε στη Νίνα το κορίτσι με τα βιολετιά μάτια, ξεχνώ­
ντας τον πόνο και το αίμα που έχανε. «Τον αγαπώ.
Πήγαινε με κοντά του, σε παρακαλώ... Τον είδα στο
Προξενείο. Πίστεψε μ ε . . »
Τώρα μπορούσε να την πιστέψει. Ήταν αυτός...
Μα δεν μπορούσε να κρατήσει άλλο τη φωτογραφία.
Αν γύριζε μια μέρα στην Ελλάδα, δεν έπρεπε να βρε-
θεί με τον Τζόγια. Άλλη αγάπησε. Άλλη παντρεύτηκε.
Και ψεύτικο όνομα της έδωσε εκείνο το βράδυ που
έφτασε σαν επισκέπτης στο σπίτι του Αρτόγλου, στη
συνοικία του Μπέγιογλου,

171
Την έκανε μικρά κομμάτια. Έσβησε τη λάμπα.
Έκλεισε την πόρτα και, καθώς έφευγε, τα πέταξε ένα
ένα στο χιόνι. Βούλιαξαν γρήγορα, βαθιά κάτω από τα
βήματα της, και χάθηκε κάθε σημάδι του Τζόγια ή του
Δημήτρη Φραγκόπουλου στην παγωμένη γη...

172
Ε υτυχώς που σταμάτησε το μυαλό της Ελισσώς
σ' εκείνον το βομβαρδισμό, μέσα στο καταφύγιο
του Πειραιά. Σπάραζε από το κλάμα που δεν ήταν μαζί
τους και ο γιος της. Όταν βγήκαν από 'κεί, έλεγε και ξα­
νάλεγε: «Θα γύρισε σπίτι. Πάμε γρήγορα, Θεοδοσία...»
Το αγόρι με τα μαύρα σκαρπίνια και το κόκκινο
καραμελωμένο μήλο στα χείλη δε γύρισε. Δεν το βρή­
καν πουθενά. Έψαχναν μέρες και μέρες. Κι εκεί στα­
μάτησε τη μνήμη της. Θυμόταν μόνο ό,τι είχε συμβεί
πριν, ως την ώρα που έφυγε ο Αλέξανδρος. Μετά,
κενό... Μόνη της το επέλεξε; Ο Θεός τα έκανε έτσι,
να μην πονάει η μάνα; Πάντως, η Θεοδοσία τη δεύτε­
ρη εκδοχή πίστεψε.
Μαζεύτηκαν κι οι δυο στο καβούκι τους και καθό­
λου δε μιλούσαν για τον πόλεμο και όσα είχαν περάσει.
Ακόμα κι εκείνο τον Οκτώβριο του '44, που γιόρταζαν
όλοι την Απελευθέρωση, μάνα και κόρη ούτε από το
σπίτι τους δε βγήκαν, Η ψυχή τους συνέχιζε να είναι
σκλαβωμένη.
Κάθε μήνα η Θεοδοσία πήγαινε στον Ερυθρό Σταυρό,

173
να ψάχνει για τον Αλέξανδρο. Για χρόνια μετά, ακου­
γόταν στο ραδιόφωνο: «Αναζητείται ο Αλέξανδρος
Δεσύλλας του Βασίλη και της Ελισσώς. Χάθηκε στο
βομβαρδισμό του Πειραιά, στις 11 Ιανουαρίου του
'44. Τότε ήταν δεκατριών χρονών. Τον αναζητούν
η μητέρα του και η αδελφή του Θεοδοσία».
Για την Άννα δεν είχε βάλει ανακοίνωση. Πίστευε
πως θα ήταν καλά κοντά στην κυρία Τζούλια και πως
μια μέρα θα πρόβαλλε στην πόρτα.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, πήρε την Ελισσώ και μετα­
κόμισαν στην Αθήνα, στην Αχαρνών, κοντά στην Αγίου
Μελετίου. Φρόντισε, μάλιστα, ν' αφήσει σε μια γειτόνισ­
σα -εκεί, πίσω από τον Αγιο Σπυρίδωνα του Πειραιά
που έμεναν- την καινούρια διεύθυνση, σε περίπτωση
που θα εμφανιζόταν η Άννα.

Μόλις είχε βρει δουλειά στο Δημοτικό Βρεφοκομείο,
στην οδό Πειραιώς, από μια γυναίκα που συναντούσε
στην εκκλησία και αντάλλασσαν κάνα δυο κουβέντες
στο σχόλασμα. Τόσα χρόνια στην Αθήνα, ήταν η πρώτη
φορά που έπιανε φιλίες. Την έλεγαν Αγγέλα. Ήταν
περίπου σαράντα χρονών ανύπαντρη σαν τη Θεοδο­
σία. Δούλευε κι εκείνη εκεί. Στην αρχή, την πήραν ως
καθαρίστρια και να βοηθάει στο μαγείρεμα. Σύντομα,
είδαν πως είχε τελειώσει το Γυμνάσιο, γνώριζε γαλλι­
κά και ρουμανικά και την προώθησαν στα γραφεία
-κοντά στην Αγγέλα- για να μάθει γραφομηχανή.

174
Σιγά σιγά, εκείνη τη βοηθούσε και, όσο περνούσε
ο καιρός, τη συμπαθούσαν. Όλοι στάθηκαν στο πλευρό
της. Ακόμα και ο διευθυντής έβαλε τις γνωριμίες του να
την προσλάβουν ως υπάλληλο, έστω και προσωρινή.
Φορούσε πάντα μαύρα. Πένθος που δεν έβγαλε από
πάνω της, από τότε που χάθηκαν η Αννα και ο Αλέξαν­
δρος. Μόνο αν χρειαζόταν να 'ρθει σ' επαφή με τα
μωρά, έβαζε μια άσπρη μπλούζα πάνω της. «Φτάνει
η μαυρίλα που θα ζήσουν», έλεγε. Κάθε φορά που
κατέγραφε στις καταστάσεις τα εγκαταλειμμένα παι­
διά, την έπιανε τρέλα. Όταν, μάλιστα, είχε και τη μάνα
μπροστά της, για να γράψει τα στοιχεία του παιδιού,
που το άφηνε προσωρινά εκεί μέσα, της ερχόταν κάτι
σαν εγκεφαλικό. Δεν ήξερε τι να κάνει, πώς να συμπα­
ρασταθεί σ' αυτές τις γυναίκες. Σε πολλές υποσχόταν
ότι θα φρόντιζε εκείνη το μωρό τους.
Κάποιες δεν ξαναφάνηκαν ποτέ, Πολλά παιδιά
άλλαξαν χέρια με τις υιοθεσίες. Άκουσε τόσες ιστορίες
και δράματα, που θα μπορούσε να γράψει βιβλίο.
Αυτή η δουλειά την έκανε ακόμη πιο θρησκευόμενη,
Δεν περνούσε λεπτό χωρίς να προσεύχεται μέσα της,
Μαλάκωσε ο δικός της πόνος από το χαμό της
Άννας και του Αλέξανδρου. Ακόμη και η λαχτάρα της
να δει τη Βερονίκη έσβησε κι αυτή.
Από τα χαράματα ως αργά το απόγευμα, ζούσε εκεί
μέσα. Τελείωνε τη δουλειά του γραφείου και έτρεχε να
βοηθήσει τις κοπέλες για τα μωρά. Και για να μην αφή­
νει τόσες ώρες μόνη της την Ελισσώ, ζήτησε από το διευ-

175
θυντή να της παραχωρήσει ένα δωμάτιο για να μη φεύ­
γει καθόλου. Έτσι, έμειναν και οι δυο στο βρεφοκομείο.
Αυτό έκανε καλό στη μάνα της. Αρχισε να παίζει με
τα παιδιά. Να τους λέει παραμύθια. Δε ρώτησε άλλη
φορά αν θα γυρίσει ο γιος της. Σιγά σιγά, έγινε η «για­
γιά Έλλη», όπως τη φώναζαν τα μικρά κι έτρεχαν ξοπί-
σω της.
Η Θεοδοσία ξόδευε από το μισθό της μόνο για τα
απαραίτητα και με τα υπόλοιπα χρήματα αγόραζε
καραμέλες, παιχνίδια, ρούχα και ό,τι άλλο έδινε χαρά
στις αθώες ψυχές. Οι δυο τους βάφτισαν πολλά παιδιά
εκεί μέσα.
Εκείνη δεν έπαιρνε ούτε άδεια. Το βρεφοκομείο
είχε γίνει το δικό της μοναστήρι. Γιατί, αν τη ρωτούσες,
από κοπέλα αυτό ήθελε να κάνει...

Πέρασε το αντάρτικο. Πέρασαν και άλλα δύο χρόνια,
και ήταν σαν να μην κατάλαβαν μάνα και κόρη το
χρόνο.
Νύχτα ήταν, Νοέμβρης του '51, Εριχνε τόση βροχή
από το μεσημέρι, που είχε βουλιάξει ο κόσμος.
Κοίταζε από το παράθυρο την οδό Πειραιώς· άδεια.
Το παλιό αυτοκίνητο σταμάτησε απέναντι από το βρε­
φοκομείο. Ο οδηγός βγήκε και άνοιξε την πίσω πόρτα.
Η γυναίκα που πρόβαλε, έψαξε γύρω της σαν να ήθελε
να κρυφτεί. Κατέβηκε βιαστικά, με σφιγμένο πάνω στο
στήθος κάτι σαν δέμα. Ο άντρας της έκανε νόημα να

176
φύγει. Διέσχισε σχεδόν τρέχοντας το δρόμο. Τα μαλλιά
της λαμπύρισαν κάποια στιγμή από τα φώτα του δρό­
μου. Ήταν κόκκινα.
Η Θεοδοσία δεν μπορούσε να διακρίνει καλά. Ίσως
η γυναίκα βρισκόταν ήδη στην είσοδο του κτιρίου.
Συνηθισμένη σκηνή.
«Καινούριο μωρό!» αναφώνησε και βγήκε από το
δωμάτιο. Έκανε όσο μπορούσε πιο γρήγορα για να
προλάβει τη γυναίκα. Όταν έφτασε, ο φύλακας είχε
πάρει στα χέρια του από τη βρεφοδόχο το μωρό, τυλιγ­
μένο μέσα σε κουβέρτα. Όρμησε ν' ανοίξει την πόρτα,
αλλά το μαύρο αυτοκίνητο είχε ήδη ξεκινήσει...
Ένα σφίξιμο στην καρδιά, γιατί δεν πρόλαβε να
μιλήσει μαζί της. Να της υποσχεθεί πως θα φρόντιζε
και το δικό της μωρό... Το πήρε στην αγκαλιά της και
πήγε μέσα. Ανέλαβε να το τακτοποιήσει η υπεύθυνη
νοσοκόμα εκείνης της βραδιάς.
Μεσημέρι τής έφεραν τα στοιχεία που βρήκαν πάνω
στο μωρό, για να τα καταγράψει στις καταστάσεις.
«Γερό;» ρώτησε η Θεοδοσία.
«Μια χαρά! Κούκλος!» απάντησε η νοσοκόμα.
«Αφησε τίποτε η μάνα;»
«Ναι. Το είχε βαθιά χωμένο στην πάνα, σαν να
ήθελε να το κρύψει από κάποιον...» Και της έδωσε ένα
σημείωμα.
Έβαλε τα γυαλιά της. Τα φορούσε εδώ κι ένα χρόνο.
Αρχισε να διαβάζει αργά, καθώς η κοπέλα έκλεινε πίσω
της την πόρτα του γραφείου.

177
Είναι είκοσι ημερών. Ήμουν στο Δρομοκαΐτειο,
αλλά δεν είμαι τρελή, Δ ε ν μπορώ να το κρατήσω.
Δε μ' αφήνουν... Να το βγάλετε Αλέξανδρο.
Με λένε Άννα

Το άλλο όνομα που ακολουθούσε, ήταν μουντζου­
ρωμένο...
Η Αγγέλα, δίπλα της, δεν ήξερε πώς να τη συνεφέ­
ρει από τη λιποθυμία. Τι νερά, τι αιθέρα, ξεσηκώθηκε
όλο το βρεφοκομείο. Κανείς δεν κατάλαβε την αιτία.
Ούτε και η ίδια δεν ήξερε τι να τους πει.
«Από την κούραση και την αδυναμία είναι...» είπε η
προϊσταμένη και της έδωσε μια μέρα άδεια να καθίσει
στο κρεβάτι.

Η Ελισσώ ένιωσε να φεύγει η γη απ' τα πόδια της, όταν
είδε να φέρνουν τη Θεοδοσία στο δωμάτιο, κίτρινη σαν
το φλουρί.
«Τι έπαθες; Τι έπαθες;»
«Μια ζαλάδα... Ησύχασε...»
Ησύχασε κι εκείνη και πήγε να πει τα παραμύθια
της στα παιδιά που την περίμεναν. Της έκανε καλό
εκείνη την ώρα να μείνει μόνη της. Ήθελε να σκεφτεί·
να βάλει τα γεγονότα σε μια σειρά. Το όνομα Άννα στο
σημείωμα του μωρού σκοτείνιασε τον κόσμο από τα
μάτια της. Πώς τα συνδύασε όλα σαν αστραπή στο
μυαλό της; Το παιδί της αδελφής της ήταν; Η γυναίκα

178
μέσα στη χθεσινή βροχή μπορεί να ήταν εκείνη; Κι αν
ζούσε, δεν έτυχε ν' ακούσει την ανακοίνωση του Ερυ­
θρού Σταυρού για τον Αλέξανδρο; Κι από πού... πώς
είχε παιδί; Γιατί ζητούσε να το βαφτίσουν Αλέξανδρο;
Ήταν και η υπογραφή: «Με λένε Άννα». Στο επίθετο,
όμως, ούτε ένα γράμμα δε διέκρινε.
Κόντευε να σπάσει το κεφάλι της. Το σάλιο είχε
κολλήσει στο στόμα. Τα μάτια δεν έβγαζαν δάκρυ από
την αγωνία. Μάζεψε την κοτσίδα γύρω από το κεφάλι
της και βγήκε από το δωμάτιο.
Η Αγγέλα τρόμαξε όταν την είδε να μπαίνει στο
γραφείο αλαφιασμένη.
«Έπρεπε να μείνεις...»
«Το σημείωμα!» την έκοψε.
«Ποιο...»
«Αυτό που βρήκαν στο μωρό! Αυτό που θα έγραφα
στις καταστάσεις πριν...» Πάλι η ζάλη. Δίχως να τελειώ­
σει τη φράση της, κάθισε και ήπιε νερό.
Η Αγγέλα τα είχε χαμένα.
«Χάλια είσαι, βρε Θεοδοσία!»
«Το σημείωμα...»
«Το έβαλα...»
«Το θέλω. Σε παρακαλώ...»
«Πρέπει να μείνει στο φάκελο του μωρού».
«Για λίγο...»
Της το έδωσε και, χωρίς άλλη κουβέντα, η Θεοδοσία
έφυγε από το γραφείο, αφήνοντας την έκπληκτη.
Ήξερε κι αυτή πως η φίλη της είχε μια αδελφή

174
χαμένη στον πόλεμο. Ήξερε και για το μικρό αδελφό
της, τον Αλέξανδρο. Δεν της είχε πει και πολλά για τη
ζωή της. Μόνο ότι είχαν έρθει από τη Ρουμανία. Δεν
είχε αναφέρει κάτι για το νησί, ούτε για τη Βερονίκη...
Η Αγγέλα είχε δει κι αυτή το όνομα Άννα, όταν
έβαζε το σημείωμα στο φάκελο του παιδιού.
Εκείνη την ώρα δε σκεφτόταν τίποτ' άλλο, παρά μόνο
γιατί το όνομα αυτό έφερε τόση ταραχή στη Θεοδοσία,

Δεν μπορούσε να θυμηθεί το γραφικό χαρακτήρα της
αδελφής της. Όσο το διάβαζε με προσοχή, τόσο δεν
έβγαζε κάποια άκρη. Η αναφορά στο Δρομοκαΐτειο
της έφερνε πανικό. Τι ζητούσε εκεί;
«Τους έλεγα ένα παραμύθι, αλλά αποκοιμήθηκαν
όλα στο πάτωμα! Αύριο τους υποσχέθηκα να τους κάνω
τηγανίτες με μαρμελάδα βερίκοκο. Ν' αγοράσεις, ε;»
Χτυπώντας τα χέρια από χαρά μπήκε στο δωμάτιο
η Ελισσώ, Τα μάτια της είχαν πάρει χρώμα μαραμένης
γλυτσίνας, από το ξεθώριασμα του χρόνου και το κλάμα.
Τα άσπρα μαλλιά της τα γλύκαιναν ακόμη περισσότερο.
Ήταν κοντά στα εβδομήντα, μα έδειχνε εκατό.
Δεν της απάντησε. Μόνο την κοίταξε και της χάιδε­
ψε τρυφερά το κεφάλι. Τι καλά που δε θυμόταν την
Άννα, Πόσο ευτυχισμένη ένιωθε με τόσα παιδιά γύρω,
τα οποία θα μπορούσαν να είναι εγγόνια της...
«Και το μωρό που έφεραν; Αν είναι της Αννούλας
μας;» Πάλι η σκέψη την τυράννησε, αλλά δε μίλησε.

180
Τι να πει στη μάνα αυτή; Τέσσερα παιδιά είχε η Ελισ­
σώ Δεσύλλα, και της έμεινε μόνο ένα...

Η Θεοδοσία άφησε να περάσει ένας μήνας ώσπου να
πάρει την απόφαση να πάει στο Δρομοκαΐτειο. Δεν μπο­
ρούσε να σηκώσει μόνη της τέτοιο βάρος και ζήτησε τη
βοήθεια της Αγγέλας.
«Δεν το φαντάστηκα πως μπορεί να ήταν η Άννα
η γυναίκα που έφερε το μωρό! Η αδελφή σου;»
«Μπορεί να είναι τρέλα της φαντασίας μου. Η λα­
χτάρα πως ζει... Πρέπει όμως να ψάξω».
«Ξέρεις πόσες Άννες άφησαν εδώ τα παιδιά τους;»
«Σε παρακαλώ, έλα μαζί μου...»
Πήραν άδεια από το βρεφοκομείο και ξεκίνησαν...
Τρεις μέρες κράτησε αυτό το πηγαινέλα. Ακρη δεν
έβρισκαν. Το όνομα Άννα μόνο, χωρίς άλλα στοιχεία,
δεν έλεγε τίποτε στους υπευθύνους. Είπαν πως ίσως
πρόκειται για μια γυναίκα ξανθιά με γαλανά μάτια
που, όμως, χρόνια είχαν να μάθουν νέα της.
Στο τέλος, έκανε άλλη μια προσπάθεια η Αγγέλα.
«Για να τελειώνουμε, κύριε.., Είμαστε από το Δημο­
τικό Βρεφοκομείο. Κάποια ήρθε πριν από ένα μήνα και
άφησε ένα μωρό. Ορίστε και το σημείωμα που είχε στις
πάνες του και γράφει για το Δρομοκαΐτειο!»
Ο υπάλληλος το διάβασε, το ξαναδιάβασε...
«Τι να πω;»
«Τι να πεις;» Όρμησε η Θεοδοσία, χτυπώντας τα

181
χέρια της στο γραφείο... «Αν είχατε τον τελευταίο
καιρό κάποια έγκυο εδώ μέσα!» Πετάχτηκε το μελανο-
δοχείο και πάσσαλειψε το πουκάμισο του υπαλλήλου.
Εκείνη την ώρα έγινε θηρίο αυτός.
«Έξω!»
«Σας παρακαλούμε...» Πήγε να ηρεμήσει την κατά­
σταση η Αγγέλα. «Πιστεύει πως είναι η αδελφή της».
«Είπα, έξω από 'δώ!»
Τα μάζεψαν άρον άρον και βγήκαν στον κήπο. Γύρω
τους άνθρωποι σκελετωμένοι, σαλεμένοι... Πού και
ποιον να ρωτούσαν; Ποιος θα τους μιλούσε λογικά για
την Άννα Δεσύλλα που έψαχναν;
Γύρισαν στο βρεφοκομείο απογοητευμένες.
«Θα προσπαθήσουμε ξανά», την παρηγορούσε η
Αγγέλα.
«Μπα... Λάθος δικό μου... Η Αννούλα μας στο τρε-
λάδικο; Γιατί;»
«Τα χρόνια αυτά...»
«Είναι δυνατό κορίτσι, Υστερα, είχε κι εκείνη την
καλή κυρία που την πήρε κοντά της, την κυρία Τζούλια.
Δε θα την άφηνε έτσι...»
Η κυρία Τζούλια! Η σαραντάρα με το ωραίο σπίτι
στον τρίτο όροφο, κοντά στην πλατεία Κολιάτσου.
Η γυναίκα που φρόντισε τόσο καλά τους εχθρούς, θα
άφηνε την Άννα;
Ήταν δυνατόν να μάθαινε κάποτε την αλήθεια η Θεο­
δοσία; Ποτέ...

182
Η ταν 14 Σεπτεμβρίου του '52. Ύψωση του Τιμίου
Σταυρού, πάλι. Δεκαπέντε χρόνια γάμου. Τα
τριάντα έκλεισε η Βερονίκη, Τίποτε δε θύμιζε το κορίτσι
που είχε φτάσει νιόπαντρο στην Κωνσταντινούπολη.
Άλλαξε, ωρίμασε, έγινε γυναίκα που πατούσε γερά στα
πόδια της...
Πρώτα, ο θάνατος του θείου Σεραφείμ. Έπειτα, ο
Τζόγιας, που δεν ξαναείδε από κείνη τη βραδιά στο
Προξενείο. Η γαστρορραγία της τότε μεγάλη ταλαι­
πωρία. Η απομόνωση της στη Χάλκη και στο σπίτι στο
Μπέγιογλου. Το διάβασμα και τα μαθήματα που την
έφεραν στο Παρθεναγωγείο, να πάρει έστω και τόσο
μεγάλη το απολυτήριο του Γυμνασίου. Η τόλμη της να
δώσει εξετάσεις στη σχολή για δασκάλα, και να την
τελειώσει μάλιστα. Τα άψογα τουρκικά που μιλούσε
πια. Το μαντολίνο που έμαθε.
Οι ώρες που γυρνούσε πάνω σ' έναν αραμπά μαζί με
τον Σακίπ και την Αρετούλα, στους φτωχούς μαχαλά­
δες του Κουμ Καπί, του Μπαλάτ και στα Ταταύλα, να
μοιράζει λεφτά και ό,τι άλλο, χωρίς να ξεχωρίζει

183
Αρμένη ή Τούρκο από Έλληνα, την έκαναν μια γυναί­
κα με προσωπικότητα. Αγνώριστη. Δεν ακουγόταν
πίσω της κανένα σχόλιο. Το αντίθετο· όλοι συζητούσαν
για την κυρία Αρτόγλου που βοηθούσε κόσμο.
Την Ελληνίδα που άφηνε στο πέρασμα της αρχο­
ντιά, καλοσύνη και μεγαλοπρέπεια. Ακόμη και ο θάνα­
τος της Νίνας πριν από ένα χρόνο δεν την κατέβαλε,
όπως θα περίμεναν όλοι.
Το σπίτι στη Χάλκη είχε ερημώσει. Πήγαινε εκεί
μόνο για να φροντίσει τον τάφο του Σεραφείμ.
Πάντα κομψή και καλοντυμένη, με τα όμορφα
κοσμήματά της. Δεν έχασε τίποτε από την ομορφιά της
με όσα πέρασε. Εκείνα τα μάτια της έγιναν ακόμη πιο
φωτεινά βιολετιά. Το χαμόγελό της έβγαζε μόνο αγάπη
για τους άλλους.
Με τον Θεοφάνη είχαν βρει μια αλλιώτικη ισορρο­
πία. Εκείνος με τα εμπόρια και τις επιχειρήσεις και
καμιά φορά με άλλες γυναίκες... Κι εκείνη με τα ενδια­
φέροντά της. Είχε χαθεί από τις βεγκέρες και τα γλέ­
ντια. Δεν αντάλλασσαν πολλές κουβέντες. Χρόνια
τώρα, δεν πήγαινε στην κρεβατοκάμαρά της. Δεν της
ζητούσε να κάνουν έρωτα. Ίσως από τότε που τους είχε
πει ο Γάλλος γυναικολόγος πως αυτός ήταν στείρος.
Είχε γίνει στωική. Γαλήνια. Θαρρείς και ο πόνος την
ωρίμαζε σωστά· σαν να προετοίμαζε με ηρεμία και
σκέψη κάτι...

184
Ο Θεοφάνης αποφάσισε να κάνουν ένα μεγάλο γλέντι
για την επέτειο του γάμου τους. Στο ξενοδοχείο Πέραν
Παλλάς μαζεύτηκε όλη η καλή κοινωνία για να συγχαρεί
το ζευγάρι.
Η Βερονίκη ζήτησε από την Αρετούλα να τη συνο­
δεύσει στο χαμάμ Ταριχί Γαλατά Σαράι, Μια συνήθεια
που δεν είχε σταματήσει από τότε που ήρθε στην Πόλη.
Πήγαινε δυο φορές την εβδομάδα. Ολόκληρη ιεροτελε­
στία. Κουβαλούσε η Αρετούλα μοσχοσάπουνα, πετσέ­
τες χνουδάτες, αρώματα και βάλσαμα για το κορμί της.
Αυτό την ανακούφιζε και της έδινε άλλη διάθεση.
Εκείνο το βράδυ η Βερονίκη, μέσα στο ολοκέντητο
με μαργαριτάρια μακρύ άσπρο φόρεμα της, ήταν πιο
όμορφη από ποτέ. Το περιδέραιο με σμαράγδια στο
λαιμό της έδινε άλλο χρώμα στα μάτια της. Άβαφη
τελείως, με τραβηγμένα τα μακριά μαλλιά της ψηλά,
φάνταζε σαν οπτασία.
Μ' ένα χαμόγελο συνέχεια, περιποιόταν άψογα τους
καλεσμένους. Είχε να πει μια καλή κουβέντα για τον
καθέναν. Και όταν έφτασε η ώρα να υψώσουν όλοι τα
ποτήρια με τη σαμπάνια, στην υγειά του ζευγαριού,
ζήτησε από τον Θεοφάνη να πάρει το λόγο.
«Η Κωνσταντινούπολη μου έδωσε χαρές και λύπες
μεγάλες... Ευχαριστώ τον άντρα μου για τη ζωή που
μου πρόσφερε. Και προσεύχομαι για την ψυχή του
Σεραφείμ Αρτόγλου που μ' ευεργέτησε. Όλα αυτά τα
χρόνια, αδιαφορούσα για την Ελλάδα, Δε στάθηκα
κοντά της όταν με χρειαζόταν. Μετάνιωσα γι' αυτό.

185
Νομίζω πως τώρα ήρθε ο καιρός να επανορθώσω. Για
μένα αυτή η βραδιά είναι και η τελευταία...» Οι καλε­
σμένοι κοιτάχτηκαν με απορία. Ο Θεοφάνης έχασε το
χρώμα του. Έκανε να την πιάσει από το χέρι, να τη
σταματήσει και να τη ρωτήσει τι εννοούσε. Τον αγνόη­
σε και συνέχισε: «Επιστρέφω αύριο στην Ελλάδα! Στην
υγειά σας!» Και κατέβασε μονορούφι τη σαμπάνια.
Προτού προλάβει ν' αντιδράσει κάποιος, έκανε νόημα
στην ορχήστρα ν' αρχίσει το χορό. Στάθηκε μπροστά
στον Θεοφάνη, που τα είχε τελείως χαμένα και πρόλαβε
μόνο να ρωτήσει:
«Τι συμβαίνει, Βερονίκη;»
Του χαμογέλασε με τρόπο που έδειχνε αγάπη, Παι-
χνίδισε τα βλέφαρά της, όπως έκανε συχνά με χάρη,
και του είπε:
«Πρέπει να ανοίξουμε το χορό. Οι καλεσμένοι μας
περιμένουν». Τον αγκάλιασε με νάζι και τον παρέσυρε
στο τανγκό που έπαιζε η ορχήστρα. Και τι σύμπτωση,
μα την αλήθεια. Ήταν το Μέντια Λουζ! Αυτό που είχε
χορέψει τότε με τον Τζόγια.
Ο κόσμος, παγωμένος, ακολούθησε σιγά σιγά το
ζευγάρι στο λίκνισμα του τανγκό.
Την έσφιξε πάνω του και τα μάτια του άρχισαν να
τρέχουν.
«Γιατί το έκανες αυτό; Τι λόγια ήταν αυτά;»
Ανάμεσα στις φιγούρες και στα δήθεν χαμόγελα
προς τους καλεσμένους, άρχισαν μια συζήτηση που δεν
οδηγούσε πουθενά.

186
«Είχα υποσχεθεί σε σένα και στον Σεραφείμ να
είμαι τίμια μαζί σου. Και ήμουν... Δε θέλω, λοιπόν, να
πουν πως σ' εγκατέλειψα. Θα φύγω, Θεοφάνη... Είναι
όλα έτοιμα».
«Σε παρακαλώ...»
«Δεν ωφελεί».
«Είσαι γυναίκα μου...»
«Στα χαρτιά. Και θα είμαι, σ' το υπόσχομαι...»
«Δεν μπορείς.,.»
«Μπόρεσα τότε... Πριν από δεκαπέντε χρόνια, που
ήμουν παιδί...»
«Θα 'ρθω μαζί σου!»
«Μην το τολμήσεις!»
«Θα σε σταματήσω..,»
«Είναι αργά πια.,.»
Είχαν μείνει μόνοι να χορεύουν. Τα χειροκροτήματα
τους έκαναν να σταματήσουν και να ευχαριστήσουν τον
κόσμο αμίλητοι, με μια υπόκλιση μόνο. Από 'κεί και
πέρα, άρχισαν οι ψίθυροι: «Τον εγκαταλείπει;», «Δεν
είπε κάτι τέτοιο...», «Νομίζω πως φεύγει απλώς για ένα
ταξίδι,..», «Είναι αποφασισμένη!», «Τι θράσος! Τον
έκανε ρεζίλι τον Αρτόγλου!», «Το έλεγα εγώ! Δεν έχω
δει μάτια ν' αλλάζουν έτσι χρώμα! Από μπλε, μαύρα!
Σατανικά!», «Ποιος ξέρει από ποιο χαμαιτυπείο την κου­
βάλησε τότε...», «Τη βάλαμε και στα σαλόνια μας!». Και
τίναζαν γιακάδες οι άντρες και πάθαιναν έξαψη οι
γυναίκες από το κακό τους.
Απέφυγαν και οι δύο να δώσουν εξηγήσεις. Κυκλο-

187
φορούσαν ανάμεσα τους σαν να μη συνέβαινε τίποτε.
Ιδίως ο Θεοφάνης, ο οποίος κατέβαλε μεγάλη προ­
σπάθεια να μη δείξει πάσο πολύ πονούσε από τα
λόγια της.
Κάποια στιγμή, η Βερονίκη γλίστρησε προς την
έξοδο του ξενοδοχείου, χωρίς να την αντιληφθεί κανέ­
νας. Έξω, την περίμενε ένα αυτοκίνητο. Στη θέση του
οδηγού ήταν ο σοφέρ τους, ο Σακίπ. Πίσω, η Αρετούλα.
Του έκανε νόημα να φύγουν. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε
με ταχύτητα.
Σε λίγο εγκατέλειπε την Πόλη και κατευθυνόταν
προς την Αδριανούπολη και από εκεί προς την Ελλάδα.
Το αυτοκίνητο ήταν φορτωμένο μόνο με βαλίτσες. Πλάι
στον Σακίπ, σε μια δερμάτινη τσάντα, μεγάλη σαν μπα-
ουλάκι, ήταν όλα τα πανάκριβα κοσμήματα της κυράς
του. Η Βερονίκη, αμίλητη, άλλαζε ρούχα στο πίσω κάθι­
σμα, με τη βοήθεια της Αρετούλας. Το ακριβό βραδινό
φόρεμα της τελευταίας δεξίωσης μπήκε στη βαλίτσα
δίπλα της. Ένα μαύρο ταγέρ και ένα καπέλο στο ίδιο
χρώμα με μεγάλο μπορ την έκαναν διαφορετική.
Ο Σακίπ την κοίταξε από τον καθρέφτη με απορία.
«Ταιριάζει το μαύρο. Πένθος είναι κι αυτό...» πέτα­
ξε σιγά και άναψε τσιγάρο. Ισως για πρώτη φορά
χωρίς τη μακριά πίπα της.

Από καιρό τώρα, τα είχε τακτοποιήσει όλα η Βερονίκη,
Η γνωριμία της μ' έναν πασά ήταν το καλύτερο διαβα-

188
τήριο για να γυρίσει στην Ελλάδα. Τη βοήθησε πολύ.
Αυτός βρήκε τον τρόπο να κανονίσει τα πάντα.
Αρχικά, αγόρασε ο ίδιος τις αποθήκες -που είχε
κληρονομήσει από τον Σεραφείμ-, με την υπόσχεση να
παίρνει μικρό ενοίκιο από τον Θεοφάνη, που είχε εκεί
τα εμπορεύματα του. Αγόρασε τα βυρσοδεψεία στην
Προύσα. Όσο για τις καταθέσεις, κατάφερε να της
ανοίξει νέο λογαριασμό και να τις στείλει σε τράπεζα
της Ελβετίας!

Όταν έφτασαν στο Ουζούν Κιουπρού, το τρένο ετοιμα­
ζόταν να φύγει. Ο Σακίπ κόντεψε να σωριαστεί όταν
τον αγκάλιασε η Βερονίκη για να τον ευχαριστήσει.
«Κυρά μου, πάρε με μαζί σου».
«Είναι δύσκολες εποχές... Και θα 'ρθουν ακόμη χει­
ρότερες για μας τους Έλληνες, μα και για σας. Ανήκεις
εδώ...»
«Θα με σκοτώσει αν μάθει πως εγώ...»
«Δε θα τολμήσει. Είναι ο πασάς... Ό,τι θες, σ' αυτόν!»
Έβγαλε από την τσάντα της και του έδωσε ένα κουτί.
«Όχι, κυρά μου...»
«Είναι καλά λεφτά! Πάρ' τα. Μου στάθηκες πολύ,
Σακίπ».
«Δε θα το ξεχάσω». Έσκυψε, της φίλησε τα χέρια
και τα μούσκεψε με τα δάκρυα του.
«Θα πηγαίνω στη Χάλκη ν' ανάβω τα καντήλια του
θείου Σεραφείμ και της Νίνας. Σας το υποσχέθηκα...»

189
«Αυτό μου φτάνε ι...»
Την Αρετούλα την αποχαιρέτησε με δυο λόγια. Ούτε
το χέρι δεν έδωσε, ενώ έμεινε το δικό της μετέωρο.
«Την κυρά μας και τα μάτια σου. Στο καλό...»
Δίπλα στις γραμμές του τρένου, εκείνος και η Βερο­
νίκη κρεμασμένη στο παράθυρο, μέσα στη νύχτα και
στον καπνό, δε διέκριναν ο ένας τον πόνο του άλλου.
Δεν μπόρεσε ο Σακίπ να δει το ηλιοχαμόγελο της Ισταν-
μπούλ αν φώτιζε το πρόσωπο της. Δεν τόλμησε να
φωνάξει και στην Αρετούλα πως την αγαπούσε τόσα
χρόνια τώρα, κι ας μην το είχε καταλάβει ούτε εκείνη
ούτε κανείς άλλος. Μόνο στη Νίνα το είχε εξομολογη­
θεί μια μέρα στο νοσοκομείο, όταν την είχαν πάει με
σπασμένο πόδι.
Μόλις είχαν φύγει η Βερονίκη με τη στρουμπουλή
υπηρέτρια.
«Μπρε, Σακίπ, θαρρείς και γυαλίζει αλλιώτικα το
μάτι σου όταν βλέπεις την Αρετούλα...»
«Μπα...»
«Τι μπα και ξεμπά! Εμένα κοροϊδεύεις; Ορκίσου
στον Αλλάχ!» Κατέβασε εκείνος το κεφάλι και κάτι
μουρμούρισε, «Πιο δυνατά πες το...»
«Την αγαπώ».
«Και γιατί δεν της το λες;»
«Δε θα γίνει μουσουλμάνα».
«Μπρε, η αγάπη είναι πάνω απ' όλα! Καλά... Ασε να
βγω από 'δώ μέσα και θα της μιλήσω εγώ».
Η Νίνα δε βγήκε από το νοσοκομείο. Έμεινε τρεις

190
μήνες εκεί. Έφτιαξε το πόδι της, αλλά την πρόδωσε η
καρδιά της. Έτσι, πήρε μαζί της ακόμα έναν έρωτα
κρυφό στο μακρινό ταξίδι· του Σακίπ για την Αρετούλα.
Για καιρό έβλεπαν στο νεκροταφείο της Χάλκης ένα
μουσουλμάνο, λίγο πριν από τη δύση, να σέρνει αργά
τα βήματά του ανάμεσα στους μαρμάρινους σταυρούς.
Να σκύβει με σεβασμό και ν' αφήνει λουλούδια σε δύο
μνήματα. Μετά, ν' ανάβει τα καντήλια τους και να
θυμιατίζει σαν καλός χριστιανός. Κάποιοι, μάλιστα,
έλεγαν πως, σε μεγάλες γιορτές, φώναζε και παπά να
κάνει τρισάγιο.
Όσο για το σπίτι του Σεραφείμ, δεν άνοιξαν ποτέ
τα παράθυρα από τότε που έφυγε η Βερονίκη. Ο πενη­
ντάρης άντρας που έμεινε εκεί, σεβάστηκε το καθετί
σ' εκείνο το σπίτι.
Ήταν αδύνατον να το πιστέψει ο Σακίπ όταν διάβα­
σε το χαρτί που ήταν μέσα στη σακούλα με τις λίρες.
Το σπίτι της Χάλκης μόνο εσύ μπορείς να το
πονέσεις. Δικό σου είναι τώρα... Όλα τα χαρτιά
της ιδιοκτησίας τα έχει ο πασάς.

Μεγάλη η διαδρομή για την Ελλάδα... Δεν κοιμήθηκε
ούτε ώρα. Κόλλησε το πρόσωπο της στο θολωμένο πα­
ράθυρο του τρένου. Στέγνωσε η καρδιά της και τα μάτια
της απ' όσα είδε. Μια Ελλάδα κατεστραμμένη από τον
πόλεμο. Σάμπως τη γνώριζε από παλιά; Απ' όσα της έλε­
γαν μόνο είχε καταλάβει πόσο όμορφη ήταν.

191
Με πλοίο είχαν φύγει από την Κωστάντζα, αλλά
τότε ήταν μια σταλιά κορίτσι. Ούτε το λιμάνι του Πει­
ραιά δε θυμόταν. Κι από 'κεί η οικογένεια του Δεσύλ­
λα πήρε το καράβι για το νησί. Στέριωσαν εκεί στο
αρχοντικό τους και δεν είδαν παραπέρα...
Μια φορά μόνο είχε περάσει με τη μάνα της απένα­
ντι στη στεριά. Ως εκεί γνώριζε αυτή τη χώρα. Κι ύστε­
ρα, η ίδια διαδρομή όταν παντρεύτηκε τον Θεοφάνη και
πήραν το πλοίο για τον Πειραιά και μετά για την Πόλη.

Έμεινε στο κέντρο. Διάλεξε το ξενοδοχείο στην πλα­
τεία Συντάγματος. Έκανε συμφωνία με το διευθυντή,
πως θα μείνει καιρό, και ζήτησε δύο δωμάτια, το ένα
δίπλα στο άλλο.
Της άρεσε αυτό το άπλωμα απέναντι από τη Βουλή,
Της άρεσαν και οι περίπατοι στην Αθήνα που δε γνώ­
ριζε καθόλου. Ώρες πολλές ξεχνιόταν στον Εθνικό
Κήπο.
Πέρασε μια βδομάδα έτσι. Τη δεύτερη, άρχισε να
σκέφτεται πώς θα έφτανε στο νησί. Σταματούσε μόλις
θυμόταν τα λόγια της μάνας της τη μέρα που την απο­
χαιρετούσε: «Μη γυρίσεις ποτέ πίσω..,» Θυμόταν και
εκείνο το σφιχτό αγκάλιασμα της, σαν να ήθελε να την
προστατεύσει για πάντα από το έγκλημα που έκαναν
εκείνη, η Θεοδοσία και η Ελισσώ,
Από την άλλη, πάλι, ο μακρύς χρόνος που είχε περά­
σει της έδινε μια ελπίδα πως όλα αυτά θα είχαν ξεχα-

192
σ τ ε ί · πως το ποτάμι δε θα είχε βγάλει το μυστικά τους
στους ανθρώπους. Οι βαθιές σπηλιές του θα είχαν ρου­
φήξει το κορμί του Βασίλη Δεσύλλα και θα το είχαν
λιώσει στην κρυψώνα τους που έφτανε ως την κόλαση.
Τώρα δεν ήταν πια ένα κορίτσι δεκάξι χρονών που
δεν ήξερε τη ζωή, Ήταν μια γυναίκα που είχε δοκιμα­
στεί στα τριάντα της χρονιά. Ποιος θα τη γνώριζε; Είχε
τόσο πολύ αλλάξει... «Αρκετά», σκέφτηκε, «κράτησα
μέσα μου τη λαχτάρα και τον πόνο να τους ξαναδώ,
κι ας μην κατάλαβε κανείς αυτή τη σιωπή μου. Ένα
μαρτύριο ήταν όλ' αυτά τα χρόνια...»

Βασάνισε πολύ το μυαλό της. Στο τέλος, όμως, το απο­
φάσισε. Την ίδια μέρα, ζήτησε από τον ξενοδόχο να της
βγάλει ένα εισιτήριο για το νησί της.
Την Αρετούλα θα την άφηνε στην Αθήνα. Έβαλε τα
κλάματα εκείνη.
«Πού θα μ' αφήσεις, κυρά μου, σε ξένο μέρος; Πώς
θα μείνω μόνη μου εδώ;»
«Δυο μέρες θα λείψω...»
«Θα με βρεις πεθαμένη...»
«Δε θα κουνηθείς από 'δώ ρούπι! Θα τρως εδώ
μέσα. Δε θα κάνεις βήμα παραέξω».
Δεν έβγαλε μιλιά η κακομοίρα και πήγε να ετοιμά­
σει τα πράγματα της κυράς της για το ταξίδι.

193
Ο καιρός ήταν άσχημος. Φουρτούνα και βροχή. Το πλοίο
καθυστέρησε να φτάσει στο νησί. Ήταν μεσημέρι όταν η
Βερονίκη κατέβηκε στο λιμάνι.
Έμεινε εκεί ώρα να κοιτάζει. Κι όταν σήκωσε ψηλά
το βλέμμα της, δεν είδε το αρχοντικό. Σαν να το είχαν
ρουφήξει τα πυκνά σύννεφα. Έβγαλε τα σκούρα γυα­
λιά που έκαναν ακόμα πιο μαύρη την εικόνα. Πάλι
τίποτε. Ένα άσπρο διέκρινε στη θέση του. Κοίταξε
μπροστά της τα σπίτια. Κάποια γνωστά, τα περισσότε­
ρα καινούρια. Το γραφείο του Βασίλη Δεσύλλα είχε
γίνει γραφείο κηδειών.
Χώθηκε κάτω από την ομπρέλα της, ξανάβαλε τα
σκούρα γυαλιά για να κρυφτεί και σήκωσε την κουκού­
λα από το αδιάβροχο της. Άρχισε να ανεβαίνει αργά το
χαλασμένο πλακόστρωτο. Δε βρήκε σημάδια γνώριμα.
Κι αυτό είχε αλλάξει...
Κανένας δεν τη σταμάτησε. Κανένας δεν της μίλησε.
Όλοι την προσπερνούσαν, αδιαφορώντας για την
άγνωστη γυναίκα που, μες στη βροχή, βάδιζε ξανά στα
μονοπάτια που γνώριζε από χρόνια.

Το μεγάλο άσπρο σπίτι με τα κλειστά γαλάζια παράθυρα
δε μαρτυρούσε τίποτε από το αρχοντικό του Δεσύλλα.
Η καρδιά της δεν είχε χτύπο. Τα δάκρυα της μπλέ­
χτηκαν με τις σταγόνες της βροχής. Τα βιολετιά μάτια
της έγιναν γκρίζα από τη θλίψη. Απόκαμε σε μια
πέτρα.

194
«Γκρεμίστηκαν όλα. Άνθρωποι και ντουβάρια
χάθηκαν. Δεν ξέρω αν είμαι εγώ η Βερονίκη που
έζησε εδώ μέσα. Θεέ μου! Μητέρα... Γιατί; Θεοδοσία,
μήπως προσεύχεσαι και δε με βλέπεις; Άννα, πάλι τρα­
γουδάς και δε μ' ακούς; Αλέξανδρε, μήπως παίζεις
κρυφτό μαζί μου;...» Σηκώθηκε ένα κουβάρι και πλη­
σίασε πιο κοντά στο σπίτι. «Που είστε; Ποιος μένει
εδώ;» Κλάμα γοερό.
Έσπασε την ομπρέλα με τη δύναμη που χτυπούσε τη
σιδερένια πόρτα. Έτρεξε σαν παλαβή γύρω από την
ψηλή ασβεστωμένη μάντρα. Κανείς και τίποτε από το
χθες της ζωής της.
Το μεγαλόσωμο μαύρο σκυλί την έβγαλε από την
αγωνία της με το γάβγισμα του.
«Άννα! Θεοδοσία! Αλέξανδρε!...»
Απάντηση δεν έδωσαν πάλι οι τοίχοι. Νόμισε πως
άδειασε το μυαλό της. Πως δεν ήταν εκείνη. Πως σε
άλλο μέρος βρέθηκε, ξένη...
Η σκέψη της ήρθε ξαφνικά, κι έτρεξε προς το ποτά­
μι. Το βαθύ άνοιγμα της γης την κοίταζε σαν να ήθελε
να την αγκαλιάσει.
Εκεί ήταν που δίπλωσε στα δύο. Ξ ε ρ ό · ούτε σταγόνα
νερό. Μόνο χόρτα και πέτρες μέσα στη μαύρη λάσπη.
Το πράσινο νερό του δεν μπορούσε να τη λούσει. Τα
σκοίνα και οι καλαμιές θαρρείς και δεν είχαν φυτρώσει
ποτέ στις όχθες του. Οι πεταλούδες και τα πουλιά δεν
την περίμεναν. Όλα πεθαμένα... Οι άγγελοι δε χόρευαν
πια στο ποτάμι.

195

J
Ένα βήμα εδώ, ένα εκεί, ώσπου μπήκε μέσα στο απο­
ξηραμένο ποτάμι. Κάθισε πάνω στο βρεγμένο χώμα
κι άφησε τα δάκρυα της, μήπως και το γεμίσουν...
Παράπονο και πόνος.
«Πώς έγιναν όλα αυτά; Εσύ ίσως θα μπορούσες να
μου πεις πού πήγαν οι δικοί μου... Πότε έγινε αυτό;
Ποιο χέρι εξαφάνισε τη ζωή από 'δώ; Ήταν μακριά
η Πόλη για να μάθω, αλλά κι εγώ δε θέλησα. Αργά
ήρθα, έτσι;» Πάλι δεν πήρε απάντηση. «Κι εκείνος;...»
Δεν τόλμησε να πει τη λέξη. «Τον βρήκαν οι άνθρωποι
ή κράτησες το μυστικό μου;»
Πετάχτηκε επάνω κι άρχισε να φωνάζει σαν τρελή
που έχασε τα λογικά της, Η φωνή της έγινε αντίλα­
λος, που τον πήρε το φουρτουνιασμένο κύμα πέρα
στη θάλασσα. «Μίλα μου! Πες κάτι εσύ! Χάνω το
μυαλό μου! Έζησα ποτέ εγώ εδώ; Είχα μάνα την
Ελισσώ και αδέλφια την Άννα, τη Θεοδοσία και τον
Αλέξανδρο; Στα νερά σου δεν τον θάψαμε; Δε θυμά­
σαι; Μίλα μου!»
Το σκυλί γάβγιζε όλο και πιο δυνατά. Ουρλιαχτό
ήταν που έμπλεκε με το δικό της μοιρολόι...

Το πλοίο δεν έφυγε εκείνο το βράδυ από το νησί. Ο και­
ρός είχε χαλάσει κι άλλο. Κατέβηκε στο λιμάνι και
κούρνιασε σ' έναν καφενέ... Η γριά που τον είχε λυπή­
θηκε την ταλαιπωρημένη γυναίκα και της έφερε ένα
ζεστό φασκόμηλο.

196
«Τι ζητάς εσύ στο νησί μας;» Δεν απάντησε. «Γεμί­
ζει ξένους μόνο το καλοκαίρι».
«Πάρε αυτό και φέρε μου ούζο...» Έσπρωξε στο
μέρος της το φλιτζάνι με το φασκόμηλο. Απόρησε κι
άλλο η γριά με τη διαταγή της και κοντοστάθηκε.
«Άντε, φέρ' το...»
Ώσπου να ξημερώσει, ήπιε ένα μπουκάλι. Η γριά
έμεινε μαζί της μέχρι τα μεσάνυχτα. Μετά, την καληνύ­
χτισε και την άφησε μόνη.
«Τέτοια εποχή, δεν υπάρχει ξενοδοχείο ανοιχτό να
κοιμηθείς. Μπορείς να μείνεις εδώ. Εγώ θα πάω στη
διπλανή κάμαρη».
«Περίμενε...» Αγωνιούσε να μάθει... «Υπήρχε
κάποτε ένα αρχοντικό στην κορυφή;»
«Χριστός κι Απόστολος! Αρχοντικό στο νησί μας;»
«Υπήρχε!» Χτύπησε το ποτήρι με δύναμη στο τρα­
πέζι και την αγριοκοίταξε. Φοβήθηκε η γριά τη μεθυ­
σμένη και ψέλλισε:
«Καταραμένο ήταν. Στοιχειωμένο... Το γκρέμισαν...»
«Οι άνθρωποι του;»
«Λένε πως βγαίνουν ακόμα τη νύχτα τα φαντάσματα
τους και περπατάνε πάνω κάτω στο ποτάμι. Ο Άγγλος
που το πήρε λέει πως είναι ψέματα... Έχτισε καινούριο».
«Είχε ποτάμι;»
«Είχε... Στέρεψε κι αυτό από τη δυστυχία».
«Άντρες ή γυναίκες τα φαντάσματα;» Κόντευε να
πάθει συγκοπή η γριά από τα λόγια της ξένης, «Λέγε!»
«Γυναίκες. Μα...»

197
«Μα, τι;»
«Λένε πως τις κυνηγάει ένας άντρας. Όλο το βράδυ
αυτό γίνεται εκεί πάνω...»
Σιωπή ανάμεσα τους. Ο καπνός από το τσιγάρο
θόλωσε τα πρόσωπα τους.
«Ποιος σατανάς την έφερε τούτη στα μέρη μας;»
αναρωτήθηκε η γριά, αλλά δεν τόλμησε να μιλήσει.
«Τις ήξερες;»
«Ε... Τόσα χρόνια... Γέρασα, δε θυμάμαι... Όλοι τούς
ξέχασαν. Πόλεμος, βάσανα, ποιος θυμάται τη φαμίλια
του Δεσύλλα...»
Να, λοιπόν, που είχε ρίζες. Τελείωσε το μαρτύριο
της. Ήταν αυτή, η ίδια η Βερονίκη...
«Πέθαναν;»
«Ξέρω 'γώ; Η μάνα έφυγε με τα παιδιά της».
«Ο άντρας;»
«Αυτός ήταν κολασμένος. Πήγε στην Κωστάντζα,
είπαν. Εκεί θα είναι όλοι. Πάω τώρα...»
Έβγαλε από την τσάντα της μπόλικα χαρτονομίσμα­
τα και τα άφησε στο τραπέζι. Η γριά γούρλωσε τα
μάτια. Τόσο πολλά λεφτά!
«Δεν κάνει το ούζο...»
«Πάρ' τα κι άντε να κοιμηθείς».
«Εσύ;»
«Θα πάω στα φαντάσματα...»
Δεν πήγε πουθενά. Ήταν βαρύ το φορτίο της μνήμης
και την είχε καταρρακώσει. Την πήρε ο ύπνος πάνω στην
καρέκλα.

198
Το φως του ήλιου που την ξύπνησε ήταν δυνατό.
Το σφύριγμα του πλοίου, που σάλπαρε πρωί πρωί,
μετά την καταιγίδα, έσπασε τη σιωπή της μέρας. Μόλις
και το πρόλαβε, προτού σηκώσει άγκυρα για το ταξίδι.

199
Η Τζούλια βρέθηκε προ εκπλήξεως όταν ήρθε
εκείνος ο άντρας από το Δρομοκαΐτειο, με τη
διεύθυνση της γραμμένη σ' ένα χαρτί. Ώσπου να
καταλάβει πώς βρέθηκε στα χέρια του, κόντευε να
σκάσει.
«Την έφεραν πριν από χρόνια. Τότε, με το βομβαρ­
δισμό... Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε γι' αυτήν. Το χαρτί
ήταν μέσα στην τσάντα της».
«Και τι σχέση έχω εγώ;»
«Μήπως την ξέρατε...»
«Το όνομα της;»
«Δεν είχε στοιχεία. Ούτε θέλησε ποτέ να μας πει...»
«Και γιατί με μπλέκετε εμένα με την κάθε τρελή;»
«Έλεγα μήπως...»
«Όχι, κύριε, καμιά γνωστή μου δεν είναι σε τρελά-
δικο».
«Κρίμα... Κανένας δεν την έχει ζητήσει».
«Είναι νέα;» Τι λύγισε μέσα της και ρώτησε περισ­
σότερα; Πάντως, είχε καταλάβει πως πρέπει να ήταν
η Άννα. Από τότε που το έσκασε από το σπίτι, δεν

201
ξαναφάνηκε. Που να φανταζόταν, όμως, ότι θα κατέ­
ληγε στο τρελάδικο...
«Πώς είναι αυτή η γυναίκα;»
«Ξανθιά, με μέτριο ανάστημα»,
«Μάτια;»
«Γαλανά».
«Κάτι πάει να μου θυμίσει, αλλά...»
«Συγγνώμη. Εγώ έκανα αυτό που έπρεπε, Χαίρετε»,
Ο άντρας έφυγε, αφήνοντας πίσω του την Τζούλια
προβληματισμένη.

Μετά τον πόλεμο, έφυγαν όλες οι κοπέλες από το σπί­
τι της. Τα οικονομικά της δεν ήταν και τόσο καλά.
Την εποχή του αντάρτικου, την κατηγόρησαν και για
τις σχέσεις που είχε με τους Γερμανούς, Γλίτωσε από
του χάρου τα δόντια χάρη σε κάποιους ταγματασφαλί-
τες που γνώριζε. Οι πελάτες χάθηκαν όλοι. Μόνο ο
συμβολαιογράφος είχε ξεμείνει, κι αυτός γιατί είχε
συμφέρον. Την έπεισε να του πουλήσει κάποια από τα
κτήματα που είχε αγοράσει στην Κατοχή για ένα κομ­
μάτι ψωμί.
Αν, λοιπόν, έπαιρνε την Αννα που ήταν σαλεμένη,
ίσως κατόρθωνε ν' ανοίξει πάλι την παλιά της δουλειά.
Το συζήτησε και με το συμβολαιογράφο και πήρε την
απόφαση. Πήγε στο Δρομοκαΐτειο και είπε στον υπάλ­
ληλο πως θυμήθηκε τη γυναίκα. Δεν είπε το αληθινό
της όνομα. Δεν τη ζήτησε ως Άννα, αλλά με ψεύτικο.

202
«Την ήξερα πριν από τον πόλεμο, αλλά πού να φαντα­
στώ... Φτωχό και ορφανό κορίτσι...»
«Το όνομα της;»
«Νανά...» Χώρισε τα «α» και τα «ν» κατάλληλα,
και βρήκε το όνομα.
Η Αννα ή έκανε πως δεν τη γνώρισε ή πράγματι έτσι
ήταν. Τα χάπια που της έδιναν, την είχαν κάνει σαν
φυτό. Δεν αντιδρούσε σε όσα της έλεγε. Από κάποιο
γιατρό έμαθε πως της είχαν κάνει και ηλεκτροσόκ.
Δε χρειάστηκαν πολλές διαδικασίες για να υπογρά­
ψει ως γνωστή της και να την πάρει από 'κεί. Εκείνα τα
χρόνια, ποιος νοιαζόταν πού θα πάει μια τρελή...

Την πήγε στο σπίτι της Δροσοπούλου και την περιποιή­
θηκε. Της έκοψε τα μαλλιά και της αγόρασε καινούρια
ρούχα· άλλο άνθρωπο την έκανε. Κράτησε και το και­
νούριο της όνομα, γιατί σκέφτηκε πως «δεν ξέρεις
καμιά φορά τι γίνεται...» Υστερα, έκανε αλλαγές στο
σπίτι, για να αποκτήσει την παλιά του όψη, και άνοιξε
παλιά τεφτέρια, για να βρει γνωστούς και να αναγγεί­
λει πως άρχισε να λειτουργεί πάλι το σπίτι της πανούρ­
γας Τζούλιας.
Η Αννα τη μισή μέρα κοιμόταν από τα χάπια που
έπαιρνε και την άλλη μισή αφηνόταν στις περιποιήσεις
της Τζούλιας.
Πρώτος ανέλαβε να δοκιμάσει την Άννα ο συμβο­
λαιογράφος.

203
«Τα πήγαμε μια χαρά οι δυο μας. Άντε τώρα να δούμε
αν θα τα καταφέρει πάλι και στο κρεβάτι», του είπε.
«Λες να με θυμηθεί;»
«Σώπα, καημένε! Αυτή δε θυμάται ούτε πώς τη λένε!»
«Κι αν το παίζει;»
«Θα το καταλάβαιναν σίγουρα οι γιατροί. Αμνησία
έχει πάθει!»
Κλείστηκε εκείνο το βράδυ μαζί της στο δωμάτιο με
τα χαμηλωμένα φώτα κι άρχισε το ερωτικά του παιχνί­
δι. Εκείνη δεν αντέδρασε καθόλου. Σαν να μη μεσολά­
βησε ο χρόνος που έφυγε από το σπίτι της Δροσοπού­
λου... Σαν να ήταν η ίδια που αγκάλιαζε και έδινε το
κορμί της στους Γερμανούς.
Ανοιξε σαμπάνια από τη χαρά της η Τζούλια, όταν
της είπε τα καλά νέα ο συμβολαιογράφος,
«Έγινε η αρχή! Στην υγειά μας, συνεταίρε!»
«Δε φτάνει μόνο αυτή. Κοίτα να μαζέψεις κι άλλες».
«Άσ' το σε μένα!»
Πράγματι, από την επόμενη μέρα, άρχισε να ψάχνει
ποια δυστυχισμένη θα τυλίξει. Μετά τον πόλεμο, η πείνα
και η στέρηση δεν είχαν πάψει.
Βρήκε άλλες τρεις. Ένα κορίτσι ορφανό στα είκοσι,
τη Γεωργία. Μια χήρα τριαντάρα, την Τασούλα, που το
'χε ρίξει στο χασίσι για να ξεχάσει τον άντρα της στην
εξορία, και μια ξεπεσμένη τραγουδίστρια στα μπου­
ζούκια, που έκανε κονσομασιόν, τη Ρένα.
Η επιχείρηση ξεκίνησε. Πηγαινοέρχονταν οι άντρες.
Το πάνω χέρι πήρε στα γρήγορα η τραγουδίστρια.

204
Απαιτούσε τους πιο πολλούς πελάτες. Ύστερα, άρχισε
να ζητάει μεγαλύτερα ποσοστά. Η Τζούλια δεν ήξερε
με ποιον τρόπο να την πετάξει έξω, γιατί η άλλη την
απειλούσε.
«Θα σε καταγγείλω! Αδήλωτο το 'χεις το μπουρδέλο
σου!»
«Βρε, ησύχασε, που να πάρει!»
«Πέσε άλλα τόσα, να το βουλώσω!»
«Με στράγγισες με τις απαιτήσεις σου!»
«Εμένα θέλουν οι περισσότεροι!»
Υποχωρούσε η Τζούλια κι άνοιγε το πορτοφόλι. Κι
όταν κατάλαβε η Ρένα πως η Άννα δεν έπαιρνε φράγκο
από 'κεί μέσα, σκέφτηκε να το εκμεταλλευτεί.
«Θα παίρνω και το ένα τρίτο της τρελής!»
«Να σκάσεις!»
«Εκμεταλλεύεσαι μια άρρωστη!»
«Δουλειά σου εσύ!»
Καβγά στον καβγά, δεν κατάφερε τελικά κι άρχισε
άλλο βιολί. Βάλθηκε να συνεφέρει την Άννα.
«Μωρ' είσαι στ αλήθεια τρελή;» Λέξη εκείνη. «Από
πού είσαι;»
«Από το νησί...»
«Ποίο νησί, ανάθεμα σε;»
«Με το αρχοντικό και το ποτάμι».
Θεωρούσε παράλογες τις απαντήσεις της.
«Άκου, νησί με αρχοντικό και ποτάμι! Δεν ξέρω και
γεωγραφία! Σ' τα τρώει, μωρή Νανά, έρμη, τα λεφτά
σου αυτή η σκρόφα!»

205
«Έχω λεφτά...» Και άνοιγε την τσάντα της κι έβγα­
ζε δυο χαρτονομίσματα όλα κι όλα κάθε φορά.
Δεν κατάφερε τίποτε. Την είχε βάλει για τα καλά
στο χέρι η Τζούλια. Η Ρένα, όμως, αποφάσισε ν' ανα­
καλύψει ποια ήταν η Άννα.
«Πού θα μου πάει εμένα; Θα βάλω αγγελία στον
Ερυθρό Σταυρό!»
Μπήκε κρυφά στο δωμάτιο της Άννας, μια μέρα που
η Τζούλια την πήγε στο κομμωτήριο να της βάψει τα
μαλλιά και να κάνει και τα δικά της κόκκινα σαν τη
φωτιά. Τα έκανε όλα άνω κάτω και στο τέλος βρήκε
αυτό που ήθελε: την ταυτότητα της Νανάς.
Άννα Δεσύλλα
Δάφνης 5, Κοκκινιά

«Α, την πουτάνα! Ή αυτή κρύβεται από κάποιον,
ή η άλλη την εκβιάζει με κάτι!»
Μια και δυο, πήγε στο Ζάππειο, στην Ελληνική
Ραδιοφωνία, να δώσει την ανακοίνωση για τις αναζη­
τήσεις του Ερυθρού Σταυρού.
«Η Άννα Δεσύλλα αναζητεί τους δικούς της...» Και
έδωσε διεύθυνση και τηλέφωνο της Τζούλιας!
Ακούστηκε για λίγο καιρό. Εξάλλου, της είχαν πει να
ξαναπάει. Συνέβησαν, όμως, άλλα γεγονότα και ξεχά­
στηκε η Ρένα.

206
Πρώτη το κατάλαβε η Τασούλα, πως η Νανά ήταν έγκυος!
«Την ακούω τα βράδια... Ξερνοβολάει!»
«Είδες, μωρή, να πλένει πανιά περιόδου αυτόν το
μήνα;» πετάχτηκε η Ρένα.
«Είναι γκαστρωμένη η τρελή!» επέμενε η Γεωργία.
«Θα την πετάξει σαν το σκυλί, αν το μάθει η μαντάμ!»
συμπλήρωσε η Ρένα, και έκαναν συμβούλιο οι τρεις τους
πώς να βοηθήσουν τη Νανά.
«Εγώ λέω να τη φυγαδεύσουμε τη δύστυχη».
«Να πάει πού;»
«Στο αρχοντικό της!» είπε κι έβαλε τα γέλια η Ρένα.
Απόρησαν οι άλλες και ρώτησαν για το αρχοντικό...
«Αντε, βρε χαζές! Το 'πα να γελάσουμε!» Μετά
σοβάρεψε. «Πάντως, εγώ το ορκίζομαι... Θα της σταθώ,
ό,τι κι αν γίνει».
Παρ' όλ' αυτά, κατέληξαν να το πουν στην Τζούλια
και να προστατεύσουν αυτές τη Νανά, αν χρειαζόταν.
Φυσικά, το μαντάτο το ξεφούρνισε η Ρένα. Η Τζούλια
κόντεψε να λιποθυμήσει· μόνο αυτό δεν περίμενε από
την προστατευόμενη της.
«Κουβέντα σε κανέναν!» διέταξε και τις τρεις.
«Αν της πεις να ρίξει το παιδί, θα σε καρφώσουμε
στην αστυνομία!» Κανόνισε τους λογαριασμούς πάλι
η Ρένα.

Αμέσως συναντήθηκε με το συμβολαιογράφο. Ξενύχτη­
σαν για να βρουν λύση. Τελικά, αποφάσισαν να την πάει

207
αυτός σε γυναικολόγο. Την παρουσίασε ως γυναίκα του,
και επιβεβαιώθηκε πως πράγματι περίμενε παιδί, και
μάλιστα ήταν ήδη πέντε μηνών!
Ταμπλάς τους ήρθε. Ήταν αργά για να ρίξει το παιδί.
Τα ξανάβαλαν κάτω και αποφάσισαν να το κρατήσουν
μυστικό όσο γινόταν. Έτσι, ένα βράδυ, την πήραν οι δυο
τους κρυφά και την πήγαν σ' ένα ξενοίκιαστο σπίτι του
συμβολαιογράφου στο Παγκράτι.
Την κλείδωσαν μέσα και πότε ο ένας πότε ο άλλος
την επισκέπτονταν καθημερινά.
Λύσσαξαν οι άλλες τρεις να ρωτούν:
«Πού την πήγες, μωρή;»
«Σε δικό μου άνθρωπο, κοντά...»
«Θα το κρατήσει το παιδί;»
«Ναι...»
«Και γιατί την εξαφάνισες;»
«Δεν είναι μέρος αυτό για μία έγκυο. Τι θα λένε και
οι πελάτες;»
«Θα τη φέρεις μετά;»
«Ναι, που να σκάσετε!»
«Με το παιδί μαζί!»
Μ' αυτές τις υποσχέσεις, η Τζούλια κατάφερε να τις
κρατήσει μακριά.

Η Άννα έδειχνε πως δεν καταλάβαινε ότι ήταν έγκυος.
Συνέχιζαν να της δίνουν τα χάπια και, μάλιστα, έπρεπε
να τα καταπιεί μπροστά τους.

208
«Θα τα πιεις τώρα! Εδώ!» της έλεγαν αυτοί οι δυο
σατανάδες.
Όταν έφευγαν έβαζε τα κλάματα, Καταλάβαινε
πολύ καλά πως την είχε μπλέξει πάλι στα δίχτυα της
αυτή η γυναίκα.
Τώρα ήταν χειρότερα από τότε. Τότε μπόρεσε να
ξεφύγει και να τρέξει κοντά στον αδελφό της, τον Αλέ­
ξανδρο. Είχε πάρει την απόφαση να γυρίσει στο σπίτι
και να ζητήσει συγγνώμη από τη μάνα της και τη Θεο­
δοσία. Αν δεν ήταν εκείνα τα σιδερένια πουλιά που
έριξαν βόμβες και φωτιά εκείνη τη μέρα του Γενάρη
στον Πειραιά, όλα θα 'ταν αλλιώς.
Θα ζούσε ο Αλέξανδρος και θα έγλειφε το κόκκινο
καραμελωμένο μήλο. Θα του είχε πάρει κι άλλο μακρύ
ζεστό παντελόνι. Ίσως του έπαιρνε και ολόκληρο
κοστούμι... Πολλά μπορούσε να κάνει για όλους. Είχε
μαζέψει αρκετά λεφτά μέσα στο σπίτι της Τζούλιας,
πουλώντας το κορμί της στους Γερμανούς.
Έτσι όπως έγινε κομμάτια το μυαλό της, μέσα στο
τρελάδικο, πώς να το μαζέψει τώρα; Πώς έμαθε η
Τζούλια και ο συμβολαιογράφος για κείνην; Γιατί δεν
την έπνιξε με τα ίδια της τα χέρια, τη μέρα που εμφανί­
στηκε μπροστά της στο Δρομοκαΐτειο; Αν μπορούσε να
βρει έναν τρόπο να τη σκοτώσει τώρα... Τώρα που
πίστευε ότι ήταν τρελή ακόμα.
Περίμενε την ευκαιρία. Είχε όμως νιώσει αυτή τη
ζωή στα σπλάχνα της κι έτσι έδωσε λίγο χρόνο στην
απόφαση της.

209
Κλειδωμένη στο ισόγειο σπίτι του Παγκρατίου, δεν
ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Ήταν τόσο μόνη και χαμένη.
Σκεφτόταν να γεννήσει πρώτα το παιδί κι έπειτα να
χαθεί μ' αυτό, μακριά από το ισόγειο και τους δεσμο­
φύλακες της.
Τρεις μήνες έλειπε η Άννα. Οι άλλες στο σπίτι της
Δροσοπούλου ήθελαν να πάνε να τη δουν.
«Πού την πήγες την τρελή;» φώναζε η Ρένα. «Λέγε,
μωρή, τη διεύθυνση να πάμε!»
«Δε χρειάζεται ταραχές και συγκινήσεις. Οταν πρέ­
πει, θα σας πω...»
Πιανόταν στα χέρια με την Τζούλια. Καβγάδιζαν
μέρα νύχτα, αλλά τη διεύθυνση δεν κατάφερε να τη
μάθει.

Όταν την έπιασαν οι πόνοι, ο συμβολαιογράφος ήταν
παρών. Τη μετέφερε στο μαιευτήριο Έλενα. Δε θυμό­
ταν όμως τι επακολούθησε.
Πέρασαν μέρες για να συνέλθει από τα χάλια που
είχε. Της έδιναν δυο δυο τα τρελοχάπια, όταν την ξανά-
κλεισαν στο ισόγειο. Σαν όνειρο τα φανταζόταν όσα
έγιναν μετά. Μια βδομάδα κράτησε στην αγκαλιά της
το γιο της. Νύχτα ήταν όταν της είπε η Τζούλια να ετοι­
μάσουν το παιδί.
«Τύλιξε το με διπλές πάνες. Βρέχει έξω...»
Δήθεν ήταν άρρωστο και θα το πήγαινε στο γιατρό
μαζί με το συμβολαιογράφο. Τι παράξενο προαίσθημα

210
ήταν εκείνο, καθώς τύλιγε το μωρό της στις πάνες.
Θαρρείς και κάποιος της έλεγε πως δε θα το δει άλλη
φορά. Εκείνη την ώρα, έγραψε στο χαρτί τις λιγοστές
λέξεις.
Γύρισαν την επόμενη μέρα χωρίς το μωρό. Η αγωνία
στα μάτια της τρόμαξε και την Τζούλια και το συμβο­
λαιογράφο.
«Πού είναι;...» Πρώτη φορά έπαιρνε θέση για κάτι
που την αφορούσε.
«Ποιος;» ρώτησε εκείνος, καθώς καθάριζε αμέρι­
μνος τα γυαλιά του.
«Το παιδί μου!» Κοιτάχτηκαν με απορία. Δεν είχε
πει άλλη φορά αυτές τις λέξεις. «Το παιδί μου! Πού το
πήγατε;»
Έτρεξε και της βούλωσε το στόμα, για να μην ακου­
στεί η στριγκλιά της παραέξω. Πάλεψε μαζί της, για να
της πάρει το χέρι από το στόμα. Της έκοψε κομμάτι από
την παλάμη.
Τότε όρμησε ο συμβολαιογράφος και την άρχισε
στα χαστούκια. Την έριξε κάτω κι άρχισε να την κλο­
τσάει. Μέσα από τις φωνές της Τζούλιας ακούστηκε κι
εκείνη η απειλή:
«Αν το ξανακάνεις, θα σε κλείσω στο τρελάδικο
πάλι! Θα ψοφήσεις εκεί μέσα! Τ' ακούς;»
«Όσο για το μούλικό σου, πέθανε!» συμπλήρωσε με
κακία ο συμβολαιογράφος.
Έμεινε κουβάρι στο πάτωμα για μέρες. Ώσπου
ξαναφάνηκαν και οι δυο μαζί...

211
Η Άννα έλειπε περίπου πέντε μήνες από το σπίτι της
Δροσοπούλου. Η πόρτα άνοιξε και μπήκαν η Τζούλια
και ο συμβολαιογράφος. Πίσω τους, μια Άννα αλλιώτι­
κ η · σαν πεθαμένη. Μάσκα το πρόσωπο της. Η μισή από
όταν έφυγε... Κοκάλωσαν οι τρεις γυναίκες μέσα στις
φτηνές μεταξωτές τους ρόμπες. Τα φτιασίδια στα πρό­
σωπά τους πήραν άλλο χρώμα.
Το πρώτο που είδαν ήταν πως δεν είχε κοιλιά.
«Το παιδί;» ρώτησε η Γεωργία.
«Στα δωμάτιά σας!» πετάχτηκε η Τζούλια.
Τότε πλησίασε η Ρένα κι αγκάλιασε την Άννα.
«Νανάκο, το γέννησες το παιδί ή σ' έβαλαν και το
έριξες;» Κουβέντα εκείνη. «Μίλα σε μένα, γιατί θα
τους σκοτώσω και τους δυο». Κάτι πήγε να πει η Άννα,
αλλά το άγριο βλέμμα της Τζούλιας την πάγωσε και την
έπιασε τρεμούλα... «Νανάκο, πού είναι το παιδί;»
Πάλι κάτι πήγε να πει, αλλά εκείνη τη στιγμή ο συμ­
βολαιογράφος την άρπαξε από τα μαλλιά και την απο­
μάκρυνε. Έγινε θηρίο η τραγουδίστρια και τον βούτη­
ξε από τη γραβάτα.
«Θα σε κάνω τ' αλατιού, γυαλάκια! Καχεκτικέ και
ανώμαλε!»
Φορούσε χρυσά μυωπικά γυαλιά. Ήταν αδύνατος
και κοντός. Νταρντάνα η Ρένα, τον έκανε παιχνιδάκι
στα χέρια της, ώσπου τον έσωσαν οι άλλες. Στο μεταξύ,
η Άννα είχε χαθεί στο δωμάτιο της.
Όταν έφυγε και ο τελευταίος πελάτης της Ρένας,
και προτού κοιμηθεί, χτύπησε την πόρτα της Άννας.

212
Δεν πήρε απάντηση. Μπήκε και την είδε πεσμένη στο
πάτωμα να κλαίει σαν παιδί.
«Δεν είμαι τρελή!» έλεγε και ξανάλεγε.
«Σώπα, κορίτσι μου...»
«Το γέννησα. Αγόρι...»
«Σ' το πήραν;»
«Ναι...»
«Πού το πήγαν;»
«Δεν ξέρω,,.»
«Να δεις που το πούλησαν!»
«Όχι...»
«Η στρίγκλα με το γυαλάκια! Αυτοί το κανόνισαν!»
«Δεν ξέρω...»
«Θα το βρούμε. Κάνε υπομονή, Σ' το υπόσχομαι...»

Πρέπει να ήταν κοντά τέσσερις, εκείνη τη βροχερή
νύχτα του Δεκέμβρη, όταν ακούστηκε ο γδούπος στο
πεζοδρόμιο από τον τρίτο. Ύστερα, φωνές, ανοίγματα
παραθύρων, πανικός, κουδούνια και οι γυναίκες της
Τζούλιας αλαφιασμένες στο δρόμο, με τα βρακιά.
«Έπεσε από το παράθυρο!»
«Αυτοκτόνησε, καλέ...»
«Πεθαμένη είναι».
Το μπουκαλάκι με τον αιθέρα άλλαζε συνέχεια
χέρια. Αστυνομία, Πρώτων Βοηθειών και όλη η Δρο­
σοπούλου και η Κολιάτσου στο πόδι.

213
Υγρή η γη. Βαθιά σημάδια από τα ψηλοτάκουνα των
τριών γυναικών. Ρένα, Τασούλα, Γεωργία.
«Όλες είναι διαμάντια στο κρεβάτι! Ξέρει η Τζούλια
να διαλέγει! Ποια θέλετε, κύριε;» Σαν πρόβατα τις διάλε­
γαν. Αλλος κοίταζε τα χείλη, άλλος τα πόδια και το στή­
θος. Τις εξέταζαν προσεκτικά, μη τυχόν και δώσουν τζά­
μπα τα λεφτά τους. Κι ύστερα, ό,τι απαιτούσαν μαριο­
νέτες στα χέρια τους... Άδεια κορμιά. Ψυχές βουλιαγμέ­
νες στην ντροπή και την αηδία. Λανθασμένες επιλογές·
για πέντε φράγκα στο μπορντέλο της Τζούλιας.
Πρόσωπα άβαφα, μουσκεμένα από το κλάμα. Κορ­
μιά τυλιγμένα στα φτηνά μαύρα, λύγισαν πάνω από τον
άδειο λάκκο εκείνο το απόγευμα.
Λίγα λουλούδια έριξαν στην Άννα, που κατέβαινε
εκεί μέσα για να κρύψει τη δυστυχία και την τρέλα της.
«Γλίτωσε».
«Καημένο κορίτσι...»
«Καλύτερα που δεν ξέρει η μάνα της».
«Είχε;»
«Δεν είπε...»
«Υπάρχει κανείς που να μην τον γέννησε μάνα;»
«Η αληθινή του μάνα...»
«Τι λες, μωρή Ρένα;»
«Ξέρω τι λέω... Για το γιο της... Άλλη μάνα τον
πήρε!»
Μόνο οι τρεις τους πήγαν στην κηδεία. Ώσπου να
γίνουν και τα εννιάμερα, αρνήθηκαν να ξαπλώσουν με
άντρα.

214
Κουβέντα δεν είπε η Τζούλια, από το φόβο της μήπως
ξεράσουν αυτά που πέρασε η πεθαμένη.
«Εντάξει, κορίτσια, κι εγώ πενθώ. Από μικρή ήταν
κοντά μου...»
«Φίδι! Υποκρίτρια... Θα την ξεσκεπάσω μια μέρα»,
έλεγε από μέσα της η Ρένα.

Οι ανακρίσεις για την αυτοκτονία της Άννας έσπειραν
τη διχόνοια ανάμεσα στο συμβολαιογράφο και την τσα­
τσά. Και να 'ταν μόνο αυτό στο «σπίτι» της Δροσοπού­
λου; Η μια ατυχία πίσω από την άλλη. Σε δεκαπέντε
μέρες, έφυγαν και οι άλλες τρεις.
Έκανε δήλωση μετανοίας ο άντρας της Τασούλας
και γύρισε από την εξορία. Έψαξε να βρει τη γυναίκα
του και, μόλις την εντόπισε, άρχισε να την παρακολου­
θεί. Όταν ο δηλωσίας τη βρήκε μέσα στο σπίτι της
Τζούλιας, τα έκανε όλα λίμπα...
Η Γεωργία αγάπησε έναν υδραυλικό της γειτονιάς
και κλέφτηκε μαζί του. Δεν την ήθελαν τα πεθερικά,
γιατί ήξεραν ότι δούλευε στο μπορντέλο.
Όσο για τη Ρένα, βρήκε μια ορχήστρα και άρχισε να
γυρνάει στην επαρχία, σε πανηγύρια.
Προτού φύγει, μάλιστα, από το σπίτι της Τζούλιας,
τόλμησε και πήρε ένα μενταγιόν από τα πράγματα
της Αννας, Το κρέμασε στο λαιμό της, με βελούδινη
κορδέλα.
«Να τη θυμάμαι!» είπε με θράσος στην Τζούλια.

215
«Βγάλ' το!» Πλησίασε προκλητικά κοντά της. Φύση­
ξε στα μάτια της τον καπνό του τσιγάρου.
«Αν μου πεις για το παιδί...»
«Σκατά, θα σου πω!»
«Το γέννησε, έτσι; Μίλα, μωρή! Μου τα ξέρασε
εκείνη τη νύχτα η μακαρίτισσα».
«Το γέννησε!»
«Το δώσατε, έτσι;»
«Έτσι...»
«Πού;»
«Πολλά ρωτάς...»
Έκανε ένα βήμα πιο κοντά και έβαλε τα χέρια της
γύρω από το λαιμό της Τζούλιας. Όλο και τα έσφιγγε
πιο δυνατά καθώς τη ρωτούσε:
«Πού; Σε ποιον;»
«Καλύτερα να πεθάνω...»
«Θα πεθάνεις, πουτάνα, όταν το βρω! Σ' το ορκίζο­
μαι πως θα το κάνω μια μέρα!»
Πετάχτηκε η γλώσσα της έξω από το σφίξιμο. Μελά­
νιασαν τα χείλη της, και το αίμα έκανε μπλε το πρόσω­
πο της. Την έσφιξε τόσο δυνατά, που έπεσε κάτω από
τον πόνο. Λέξη όμως δεν έβγαλε για το γιο της Αννας
Δεσύλλα...

216
Ε φτασε στο ξενοδοχείο ένα ράκος, Η Αρετούλα
είχε να δει έτσι την κυρά της από τότε που πέ­
θανε ο Σεραφείμ στη Χάλκη. Η Βερονίκη έπεσε στο
κρεβάτι και δε σηκώθηκε για μέρες - ούτε να φάει
ούτε να πιει. Λέξη δεν έβγαζε στα παρακάλια της:
«Τι θα απογίνουμε, κυρά μου; Κανένα γνωστό δεν
έχουμε εδώ, να τρέξει να σε φροντίσει. Φάε λίγο να
σταθείς στα πόδια σου. Τι κακό είδες στο νησί που
πήγες; Ποιος σε τρόμαξε;» Δεν έφερνε αποτέλεσμα
κανένα. Η Βερονίκη με άδειο το βλέμμα δεν έδινε
καμιά εξήγηση.
Είδε κι απόειδε η καψερή και αποφάσισε να μιλήσει
με το διευθυντή του ξενοδοχείου.
«Μέρες έχουμε να δούμε την κυρία Αρτόγλου».
Άρπαξε την ευκαιρία κι άρχισε να λέει για την
αρρώστια της Βερονίκης,
«Αχ, κύριε διευθυντά, κοντεύω να πλαντάξω! Η κυρά
μου είναι βαριά άρρωστη...»
«Δεν είναι δυνατόν!»
«Αλήθεια λέω, για...»

217
«Και δε με ειδοποιήσατε; Τόσο καλή πελάτισσα,
να μη βοηθήσουμε; Ένα γιατρό»,
«Μάλιστα. Γιατρό θέλει...»
«Αμέσως!» Σχημάτισε ένα νούμερο και μίλησε με
κάποιον. Η Αρετούλα κατάλαβε πως ήταν ο γιατρός.
«Δεν ξέρω τι ακριβώς έχει, αλλά πρέπει να έρθετε το
συντομότερο!»
Δεν είπε στη Βερονίκη πως ζήτησε τη βοήθεια του
διευθυντή· όπως δεν είπε κουβέντα και για το γιατρό.
Φοβόταν πως θα αντιδρούσε.
Έτσι, έπειτα από μία ώρα, όταν χτύπησε η πόρτα
και εμφανίστηκε ο διευθυντής μ' έναν κύριο, κόντεψε
να σπάσει η καρδιά της από το χτύπο. Έκανε νόημα
στο διευθυντή να μην μπει μέσα, και προχώρησε μαζί
με το γιατρό στο κρεβάτι όπου βρισκόταν η Βερονίκη
αμίλητη, σαν να μη συνέβαινε τίποτε.
«Είμαι ο γιατρός...» Ξερόβηξε ο άνθρωπος για να
δηλώσει την παρουσία του,
Η Αρετούλα του έφερε μια καρέκλα να καθίσει και
του έκανε νοήματα πως ήταν χάλια η κυρά της. Ο γιατρός
έπιασε το σφυγμό της και μετρούσε. Ύστερα, έβαλε το
στηθοσκόπιο κι άρχισε να την εξετάζει στο στήθος. Όλα
αυτά χωρίς καμιά αντίδραση από τη Βερονίκη,
Τη ρωτούσε πώς ένιωθε, τι την ενοχλούσε, αν πο­
νούσε κι όλα αυτά που θα του έδιναν μια εικόνα για την
άρρωστη.
Η Αρετούλα παρακολουθούσε με αγωνία.
«Λοιπόν, γιατρέ;» ρώτησε.

218
«Νομίζω πως πρέπει να τη μεταφέρουμε στο νοσο­
κομείο».
Έκλεισε το στόμα της για να μη φωνάξει, από τον
τρόμο που πήρε. Ήξερε πόσο ευαίσθητη ήταν η υγεία
της Βερονίκης. Δυο φορές είχε πάει στο νοσοκομείο,
στην Πόλη, και είχαν λιώσει όλοι από την αγωνία
τότε.
Ο γιατρός σηκώθηκε και άρχισε να βάζει τα σύνεργά
του στην τσάντα. Φαινόταν εντελώς απογοητευμένος.
Έκανε λίγα βήματα προς την πόρτα, όταν ακούστη­
κε η ξεψυχισμένη φωνή.
«Όχι στο νοσοκομείο...»
Τα μάτια της Αρετούλας γυάλισαν. Ο γιατρός γύρι­
σε και κατευθύνθηκε προς τη Βερονίκη.
Από 'κεί και πέρα, όλα πήραν μια σειρά. Μέτρησε
ξανά την πίεση της, της έκανε μια ένεση και έδωσε
τις απαραίτητες εντολές στην Αρετούλα· τι θα τρώει,
τι χάπια θα παίρνει και πότε. Και όταν τον ξεπροβόδι­
σε στην πόρτα, ρώτησε δειλά από τι έπασχε η κυρά της,
«Κάποιο σοκ που της έφερε εξάντληση και, δυστυ­
χώς, παρουσιάζει κατάθλιψη»,
«Θα συνέλθει;»
«Το ελπίζω... Θα ξανάρθω. Εξαρτάται και από εκεί­
νη... Και δε χρειάζονται συγκινήσεις».
Έσκυψε και του φίλησε τα χέρια, Ο γιατρός αντέ­
δρασε πως ήταν υπερβολή.

219
Ήρθε και ξανάρθε ο γιατρός. Μανόλη Παπαδημητρίου
τον έλεγαν. Ήταν κάπου σαράντα χρονών. Συνηθισμέ­
νος τύπος. Σοβαρός, άκουγε με προσοχή ό,τι του έλεγε
η ασθενής του.
Η Βερονίκη άρχισε να συνεργάζεται και να κουβε­
ντιάζει όλο και πιο πολύ μαζί του. Απέκτησε οικειότη­
τα μ' αυτό τον ήρεμο άντρα.
Η Αρετούλα πετούσε από τη χαρά της, όσο έβλεπε
να πηγαίνει καλύτερα η κυρά της. Δεν έχανε ευκαιρία
να ευχαριστεί το διευθυντή του ξενοδοχείου για τη
βοήθειά του.
Σε δέκα μέρες, σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει
στο δωμάτιο. Και στις δεκαπέντε, ζήτησε να κατεβεί
στο ρεστοράν του ξενοδοχείου. Μάλιστα, κάλεσε και
το γιατρό να φάνε παρέα.
Δεν ήξερε ποιο φόρεμα να της διαλέξει. Πώς να την
κάνει όμορφη για εκείνο το βράδυ. Τα ρούχα έπλεαν
πάνω της.
«Τίποτε δε σου κάνει. Έλιωσες...»
«Θα πάρω καινούρια».
«Δεν κάνει να βγεις ακόμα».
«Ειδοποίησε το διευθυντή πως τον θέλω...»
Ήρθε γεμάτος ικανοποίηση και ευγένεια, με μια
αγκαλιά λουλούδια.
«Μας τρομάξατε, κυρία Αρτόγλου...» Και της έκανε
χειροφίλημα με βαθιά υπόκλιση. «Στη διάθεσή σας...»
«Θέλω να μου φέρετε τον καλύτερο μόδιστρο της
Αθήνας».

220
«Βεβαίως! Σε λίγη ώρα θα βρίσκεται εδώ. Ξέρετε
κάποιον;»
«Όχι... Γι αυτό σας κάλεσα. Εσείς;»
«Μα, φυσικά! Οι πιο κοσμικές και σικ κυρίες είναι
πελάτισσες του ξενοδοχείου μας!»
Σπουδαίο όνομα ήταν ο μόδιστρος που ήρθε. Του
εξήγησε τι ήθελε, και σε δυο ώρες γέμισε το δωμάτιο
με καταπληκτικά ρούχα. Διάλεξε σχεδόν τα μισά.
Παρήγγειλε και ασορτί παπούτσια και τσάντες.
Ο άνθρωπος ζαλίστηκε με τέτοια πελάτισσα και δεν
προλάβαινε να λέει «ευχαριστώ». Όταν, μάλιστα, πήρε
και την αμοιβή του, δεν ήξερε πώς να την ευχαριστήσει.
Για το γεύμα με το γιατρό, της πρότεινε ένα φόρεμα
σε μαβί κ ρ ε π · ίδιο με τα μάτια της. Διαμάντια για σκου­
λαρίκια και κολιέ. Όσο για τα δαχτυλίδια της, λαμπύ­
ριζαν τόσο, που έφερναν ζάλη.

Μετά το γεύμα εκείνο, στο ξενοδοχείο, ακολούθησαν
κι άλλα. Σχεδόν δύο φορές την εβδομάδα, είχε αυτή τη
συνάντηση με το γιατρό.
Ήταν παθολόγος στο Αρεταίειο, και τ' όνειρο του
ήταν ν' ανοίξει δική του κλινική,
Η περιποίηση του την είχε συγκινήσει. Της έστελνε
λουλούδια μαζί με προσκλήσεις για το θέατρο. Σιγά
σιγά άρχισαν να κυκλοφορούν παντού μαζί.
Η Αρετούλα μες στη χαρά που βρήκε συντροφιά η
Βερονίκη - και μάλιστα γιατρό!

221
«Ό,τι καλύτερο!» έλεγε, «Έτσι που είσαι ευαίσθη­
τη, σου χρειαζόταν ένας τέτοιος άνθρωπος».
«Φίλοι είμαστε...»
«Μετά έρχεται και ο έρωτας..,» Πρώτη φορά που τόλ­
μησε η έρημη να ξεστομίσει τέτοιες λέξεις, και η Βερο­
νίκη έγινε θηρίο,
«Μη μου ξαναμιλήσεις για έρωτα!»
«Μα...»
«Κουβέντα!»
«Νέα είσαι, κυρά μου, Ο κύριος Θεοφάνης...»
«Ο κύριος Θεοφάνης έκανε αυτά που έπρεπε για
μένα!»
Άλλη φορά δεν έγινε συζήτηση,
Η Βερονίκη συνέχισε να βλέπει το γιατρό, και η
Αρετούλα να μένει κλεισμένη στο ξενοδοχείο.
Μια μέρα, άλλαξαν τα πράγματα. Χωρίς να της πει
τίποτε, η Βερονίκη άρχισε να ετοιμάζει τις βαλίτσες
της. Παραξενεύτηκε η Αρετούλα.
«Φεύγουμε;»
«Ναι».
«Για πού;»
«Αγόρασα σπίτι στο Παλαιό Φάληρο».
«Αλλάζουμε μέρος;»
«Αρετούλα, δεν μπορώ να μένω στο ξενοδοχείο».
«Σωστά... Σωστά...» Κι άρχισε να μαζεύει κι εκείνη,
χωρίς να ρωτήσει αυτό που τη βασάνιζε. Αν θα την
έπαιρνε μαζί της.,.
Τελικά, μετακόμισαν παρέα στο καινούριο σπίτι. Μια

222
μονοκατοικία με μεγάλο κήπο που έβλεπε στη θάλασσα.
Τα έπιπλα και τα στολίδια ξετρέλαναν την Αρετούλα.
«Ποπό, κυρά μου! Σαν να είμαστε στο σπίτι του
κυρίου Θεοφάνη!»
«Μην το ξαναπείς αυτό το όνομα! Τ' άκουσες;»
Κατέβασε το κεφάλι, ζήτησε συγγνώμη και δεν το
ανέφερε άλλη φορά... Έφτανε το άλλο που άκουγε
συχνά στο σπίτι του Παλαιού Φαλήρου: «Θα 'ρθει ο
κύριος Μανόλης. Τηλεφώνησε ο γιατρός; Θα βγω με
τον κύριο Παπαδημητρίου!»
Κουβέντα η Αρετούλα, Απαντούσε μονολεκτικά,
μ' ένα «ναι» ή μ' ένα «όχι». Καταλάβαινε πως ο άντρας
αυτός είχε μπει για τα καλά στη ζωή της Βερονίκης.
Μια μέρα, της εκμυστηρεύτηκε πως το σπίτι το αγό­
ρασε για λογαριασμό της ο γιατρός. Αυτός έκανε τη
συμφωνία με τον αγοραστή. Και όταν άκουσε πόσες
λίρες έδωσε, της ήρθε κόλπος. Κάτι δεν της άρεσε...
Κάτι άρχισε να φωλιάζει μέσα της για το γιατρό... Ενώ
τον συμπαθούσε στην αρχή, επειδή είχε σταθεί στη
Βερονίκη, όσο περνούσε ο καιρός, τόσο της στεκόταν
στο στομάχι. Της φαινόταν ψεύτικος· όλο γλύκες και
προσποιητές ευγένειες ήταν.
Έτσι είχε κυλήσει ένας χρόνος, όταν, ένα αυγου­
στιάτικο βράδυ, ο γιατρός έφτασε στο σπίτι μέσα σε
μια αστραφτερή λιμουζίνα - μια άσπρη Πόντιακ.
«Αρετούλα, έλα να δεις το καινούριο μας αυτοκίνη­
το!» φώναξε ενθουσιασμένη μέσα στη γαλάζια της
οργαντίνα η Βερονίκη, μόλις άκουσε το κορνάρισμα.

223
Βγήκε η Αρετούλα να καμαρώσει το λαμπερό αυτο­
κίνητο, πέταξε ένα «καλορίζικο» και μπήκε ξανά
μέσα...

Είχε ετοιμαστεί για το ζουρ φιξ στην ταράτσα του
King George. Όλη τη μέρα διάλεγε φορέματα και
κοσμήματα. Το καλοκαίρι του '54, σύχναζαν εκεί με
το γιατρό, κάνοντας παρέα με τα μεγάλα τζάκια των
Αθηνών.
Αλλα βράδια, έβλεπαν ταινίες με τον Χάμφρεϊ Μπό-
γκαρτ και τον Γκρέγκορι Πεκ. Συχνά πήγαιναν στο
θέατρο, που λάτρευε. Διασκέδαζαν ως το πρωί στα
νυχτερινά κέντρα που ήταν τότε της μόδας.
Είχε μπει για τα καλά στην υψηλή κοινωνία. Όλη
η αφρόκρεμα της Αθήνας την είχε μάθει. Πολλοί σχο­
λίαζαν τη σχέση της με το γιατρό Παπαδημητρίου.
Αλλά τα λεφτά της βούλωναν στόματα.
Στην Αρετούλα δεν άρεσε η ζωή που έκανε η Βερο­
νίκη. Θαρρείς και δεν ήταν η γυναίκα που έφυγε τόσο
αλλαγμένη από την Πόλη. Της θύμιζε όπως όταν πρω­
τοήρθε νιόπαντρη με τον Θεοφάνη. Πού πήγε η μόρ­
φωσή της; Πού πήγε η φιλανθρωπία της και η καλοσύ­
νη της; Τι την τρόμαξε όταν πήγε στο νησί; Γιατί έφυγε
από εκεί και ήρθε στην Αθήνα, αφού δεν είχε κανένα
γνωστό ή συγγενή;
Ερωτηματικά που δεν μπορούσε να τα λύσει, γιατί
η Βερονίκη δεν ανοιγόταν καθόλου μαζί της. Τώρα,

224
μάλιστα, που την απασχολούσε τόσο πολύ ο γιατρός,
έβλεπε πως κάτι δεν πήγαινε καλά με την κυρά της.

Σεπτέμβρης του '55. Στις 6 του μήνα, τη βρήκε να κάθε­
ται στον κήπο και να διαβάζει εφημερίδα. Το πρόσωπό
της έδειχνε πως ήταν κάτι δυσάρεστο.
Την ώρα που της πήγε το ούζο, δεν είχε σταματήσει
να πίνει και να καπνίζει. Πρόσεξε την πρώτη σελίδα.
Πάγωσε η Αρετούλα. Έγραφε για τους βανδαλισμούς
των Τούρκων στην Πόλη.
Η Βερονίκη πέταξε την εφημερίδα και έτρεξε γρήγο­
ρα στο σπίτι. Άρχισε να παίρνει συνέχεια τηλέφωνα. Φαί­
νεται πως δεν έβρισκε αυτόν που έψαχνε. Ήταν πολύ
εκνευρισμένη και κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο.
Η Αρετούλα την παρακολουθούσε αμίλητη. Όταν χτύ­
πησε το κουδούνι και εμφανίστηκε ο γιατρός, η Βερονίκη
άρχισε να ξεσπάει.
«Δε βρίσκω κανέναν!»
«Δεν καταλαβαίνω...»
«Πρέπει να μάθω αν είναι καλά».
«Ποιος;»
«Όποιος θέλω!»
Ο γιατρός έμεινε έκπληκτος από τη συμπεριφορά
της. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, όταν της είπε πως
τους περίμεναν στο κέντρο Μπλε Αλεπού, μόνο που δεν
τον χαστούκισε.
«Είσαι τρελός;»

225
«Μα γιατί;»
«Εδώ χάνονται οι Έλληνες στην Πόλη, κι εγώ θα το
ρίξω στο χορό; Φύγε και πήγαινε μόνος σου».
«Ήταν να κουβεντιάσουμε για την κλινική με τον...»
«Κάν' το μόνος σου! Εσύ είσαι ο γιατρός!»
«Ναι, αλλά...»
«Τα λεφτά, Μανόλη, ε; Τα λεφτά!»
«Ακριβώς... Αφού το τοποθετείς έτσι!» Θράσος.
Παραδέχτηκε το λόγο που ήταν μαζί της.
«Περίμενε!» Χάθηκε για λίγο μέσα και εμφανίστη­
κε με το καρνέ των επιταγών. Συμπλήρωσε ένα νούμε­
ρο και σχεδόν την πέταξε στα μούτρα του. «Ορίστε και
παράτα με!» Ο γιατρός είδε το ποσό και ικανοποιημέ­
νος έφυγε αμέσως.
Η Βερονίκη δεν κοιμήθηκε όλη τη νύχτα. Την έβγαλε
στο πόδι, με καφέ και τσιγάρα. Η Αρετούλα ήταν το ίδιο
στενοχωρημένη, αλλά είχε την έννοια της κυράς της.
Αυτή δεν ήταν που αδιαφορούσε για τον Θεοφάνη;
Τώρα γιατί έψαχνε να τον βρει; Γιατί ήταν σίγουρη η
Αρετούλα πως αυτόν έψαχνε όλο το βράδυ... Και όταν
την άκουσε το άλλο πρωί να μιλάει στα τουρκικά και να
γίνεται θηρίο, κατάλαβε πως όχι μόνο για τον Θεοφά­
νη νοιαζόταν, αλλά έβρισε το συνομιλητή της κι από
πάνω, για όσα γίνονταν στην Πόλη.
Έκανε μέρες να βγει από το σπίτι. Ο γιατρός πηγαι­
νοερχόταν με την Πόντιακ σαν να ήταν δική του. Κι όλο
έλεγε ενθουσιασμένος για μια κλινική που θα γινόταν
η πρώτη στην Αθήνα.

226
Ο Θεοφάνης δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την προδο­
σία της γυναίκας του, όπως έλεγε στους γνωστούς
του. Στην αρχή, τη δικαιολόγησε τάχα πως έφυγε για
λίγο, για ένα ταξίδι στην Ελλάδα. 'Οταν όμως παρου­
σιάστηκε ο πασάς και του εξήγησε τι και πώς του είχε
πουλήσει η Βερονίκη, από την περιουσία που κληρονό­
μησε από τον Σεραφείμ, έπαθε το πρώτο εγκεφαλικό.
Να πληρώνει ενοίκιο στον Τούρκο; Δεν έφταναν οι
φόροι που είχαν επιβληθεί στους Έλληνες επιχειρημα­
τίες, είχε κι άλλα να πληρώνει; Αυτό που τον τσάκισε,
όμως, ήταν γιατί του φέρθηκε τόσο άδικα. Έχασε κάθε
κέφι για δουλειά.
Του άφησε και κουσούρι το εγκεφαλικό στο περπά­
τημα και τα παράτησε όλα. Πούλησε τα εμπορεύματα
στον πασά, πούλησε και το σπίτι στο Μπέγιογλου.
Έμεινε λίγο καιρό στο ξενοδοχείο Πέραν Παλλάς
και, αφού πήγε στη Χάλκη κι έβρισε τον Σακίπ, που
συνωμότησε με τη Βερονίκη πίσω από την πλάτη του,
άφησε ό,τι του απέμεινε εκεί κι έφερε την πίκρα και τη
μοναξιά του στην Ελλάδα.

227
Δεν τον κρατούσε τίποτε στην Κωνσταντινούπολη,
κι ας είχε στο αίμα του τουρκικό αίμα από τη μάνα
του... Όσο αγάπησε αυτή την πόλη, τόσο δεν ήθελε να
μείνει ούτε ώρα.
Ευτυχώς που αυτά έγιναν πριν από τα γεγονότα του
'55 και γλίτωσε κι άλλη ταραχή...
Δεν πήγε στην Αθήνα, αλλά στη Θεσσαλονίκη. Εκεί
είχε κάποιους γνωστούς και πελάτες και, με την ελπίδα
πως μια μέρα θα ψάξει για τη Βερονίκη, άρχισε μια
ζωή ήσυχη πάνω, στην παλιά πόλη...
Μα, όσο περνούσε ο καιρός, και έβλεπε την κατάντια
του από το εγκεφαλικό -είχε γεράσει κιόλας- έκανε
πίσω... Ντρεπόταν να παρουσιαστεί μπροστά της.
Πολλές φορές έτυχε να δει δημοσιευμένες φωτο­
γραφίες της στις στήλες των κοσμικών, διαβάζοντας...
«Η κυρία Αρτόγλου, πιo όμορφη από ποτέ, δείπνησε
χθες βράδυ με τους...»
Ναι. Η Βερονίκη ήταν πιο όμορφη από τότε που την
είχε φέρει γυναίκα του στην Πόλη, δεκάξι χρονών
κορίτσι... Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, από τη
στενοχώρια του για τη γυναίκα που τον πρόδωσε,
έπαθε κι άλλο εγκεφαλικό. Γείτονες τον βρήκαν νεκρό,
ύστερα από μέρες, μέσα στο σπίτι στην παλιά πόλη της
Θεσσαλονίκης. Κανείς δεν έψαξε για συγγενείς...
Κανείς για κληρονόμους...

228
Η Θεοδοσία δεν είχε μάτια γι' άλλο παιδί μέσα στο
βρεφοκομείο, παρά μόνο για το αγόρι εκείνο
που είχε γράψει στο χαρτί η μάνα του να το βαφτίσουν
Αλέξανδρο. Είχε κι εκείνα τα σπάνια βιολετιά μάτια,
ίδια με της Βερονίκης και της μάνας της, που της έλιω­
ναν την καρδιά.
«Πέρασε καιρός... Πρέπει να βαφτιστεί το παιδί»,
της έλεγε η Αγγέλα. Το καθυστερούσε, αν και είχε
ζητήσει από τη διεύθυνση να γίνει εκείνη η νονά.
Φοβόταν μήπως το όνομα αυτό άνοιγε καινούριες πλη­
γές στην Ελισσώ.
Εκείνη η έμμονη ιδέα της να περιμένει ακόμα τον
Αλέξανδρο... Μπορεί να την αναστάτωνε αν έδινε
αυτό το όνομα. Και απορούσε πώς δε συνδίαζε το
χρώμα των ματιών του με τα δικά της και της Βερονί­
κης. Από την άλλη, όμως, αν ήταν της Άννας το μωρό
και γύριζε μια μέρα να το πάρει; Δεν έπρεπε να πραγ­
ματοποιήσει την επιθυμία της;
Έγινε η βάφτιση. Το παιδί πήρε το όνομα Αλέξαν-
δρος, και σε λίγο άρχισε μια καινούρια ιστορία.

229
«Αν μπορούσα να το υιοθετήσω...» Άλλη λαχτάρα
και επιθυμία της αυτή, που δεν ξάφνιασε την Αγγέλα.
«Αν ήσουν παντρεμένη...»
«Αν... Πολλά θα ήταν πιο εύκολα...»
«Μην ξεχνάς και την Ελισσώ. Συνέχεια κρατάει από
το χέρι τον Αλέξανδρο...»
«Μου ραγίζει την καρδιά όταν του λέει "τι καλά που
γύρισες, γιε μου..."»
«Άσ' τα να πάνε. Εγώ, πάντως, πιστεύω πως...»
«Πως τι;»
«Πιστεύει κι αυτή πως είναι παιδί της Άννας».
Η Θεοδοσία ήθελε να της πει και κάτι άλλο που τη
βασάνιζε καιρό. Μήπως ήταν της Βερονίκης; Μήπως
δεν περνούσε καλά με τον Θεοφάνη, κι άλλαξαν τα
πράγματα γι' αυτή, και βρέθηκε στην Ελλάδα μέσα
στον πόλεμο; Ωστόσο, δεν ξεστόμισε αυτές τις σκέψεις,
γιατί η Αγγέλα δεν ήξερε πως είχε κι άλλη αδελφή, με
μάτια ίδια στο χρώμα με του μικρού αγοριού...

Φαινόταν ανήσυχη και αφηρημένη εκείνο το βράδυ.
Είχαν πάει να δουν στο Εθνικό Το Μυστικό της Κοντέ-
σας Βαλέραινας με την Κυβέλη. Κατέβαιναν με τα
πόδια την Πειραιώς και κουβέντιαζαν για την παρά­
σταση. Όταν σταμάτησαν στο βρεφοκομείο, και προ­
τού πουν «καληνύχτα», η Θεοδοσία πρόσεξε την αμη­
χανία της.
«Τι συμβαίνει, βρε Αγγέλα;»

230
«Πρέπει να σ' το πω, αλλιώς θα σκάσω! Άσε που
σήμερα αύριο θα το μάθεις...»
«Τι;»
«Ζήτησαν τον Αλέξανδρο για υιοθεσία...»
Έφυγε η γη από τα πόδια της. Νόμισε πως άστραψε
ο ουρανός και δεν έβλεπε μπροστά της από τη ζάλη και
τη λάμψη στα μάτια της. Κρατήθηκε από τα κάγκελα
της μάντρας.
«Ποιος;»
«Δεν έμαθα πολλά. Μέρες τώρα πηγαινοερχόταν
ένα ζευγάρι. Αυτόν διάλεξαν».
«Όχι!»
«Κι όμως...»
«Δεν πρέπει να γίνει, Αγγέλα. Καταλαβαίνεις... Δεν
πρέπει...»
«Αν ήταν στο χέρι μας...»
«Θα το σταματήσω!»
«Μη λες πράγματα που δε γίνονται. Δεν έχουμε πού
να βάλουμε τα μωρά. Το ένα πίσω από τ' άλλο τα αφή­
νουν...»
«Άλλο... Να πάρουν άλλο!»
«Είναι πολύ πλούσιοι, λένε...»
Γύρισε και την πλησίασε. Η ανάσα της ενώθηκε με
της Αγγέλας.
«Δε θα τον πάρουν!» Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε
μέσα.
Η Αγγέλα στάθηκε για λίγο κι έπειτα συνέχισε, προ­
βληματισμένη, για του Ψυρρή όπου έμενε.

231
Περίμενε από νωρίς έξω από το γραφείο της διευθύ­
ντριας. Αυτή η αυστηρή εξηντάρα, που έκανε όλους να
τρέχουν στο πέρασμα της, είχε αναλάβει εδώ και λίγους
μήνες το βρεφοκομείο.
«Τι συμβαίνει, δεσποινίς Δεσύλλα;»
«Πρέπει να σας μιλήσω επειγόντως!»
«Συμβαίνει κάτι σοβαρό;»
«Για μένα, πολύ...»
Της έκανε νόημα να περάσει μέσα. Κάθισε και την
είχε όρθια να περιμένει. Το κάθε λεπτό που περνούσε,
της φαινόταν αιώνας. Η αγωνία έκανε τα πόδια της να
τρέμουν, και φοβόταν μη σωριαστεί. Η διευθύντρια
πότε έκανε τηλέφωνα, πότε υπέγραφε ή κοίταζε χαρ­
τιά, σαν να μην υπήρχε εκεί η Θεοδοσία.
Κάποια στιγμή, την κοίταξε πάνω από τα γυαλιά της,
«Ποιο είναι, λοιπόν, το πρόβλημα;»
«Μπορώ να καθίσω;»
Η διευθύντρια κοίταξε το ρολόι της.
«Δεν έχω χρόνο, δεσποινίς Δεσύλλα!»
Ήταν αναγκασμένη να πει ό,τι ήθελε όρθια, Λέγε­
ται μια ολόκληρη ζωή στο πόδι;
Άρχισε να λέει για τη γυναίκα που έφερε το μωρό,
για το σημείωμα που βρήκαν στις πάνες του, για το
πόσο είχε δεθεί μαζί του, Υστερα, ανακάτεψε την εξα­
φάνιση του αδελφού τ η ς · ένα κουβάρι μπερδεμένο τα
λόγια της, χωρίς η διευθύντρια να βγάζει άκρη.
«Συντομεύετε, παρακαλώ. Συντομεύετε...»
Στο τέλος, πήρε βαθιά ανάσα και το είπε:

232
«Θέλω να υιοθετήσω εγώ το παιδί. Τον Αλέξανδρο...»
Τέτοια φασαρία, τέτοιο ανακάτωμα μέσα στις υπηρε­
σίες του βρεφοκομείου δεν το φανταζόταν κανένας.
Πρώτον, η διευθύντρια ζήτησε να απομακρυνθεί προσω­
ρινά από τη δουλειά της. Τουλάχιστον για τρεις μήνες.
Φυσικά, η Θεοδοσία δεν επέστρεψε ποτέ. Ουδέν μονι-
μώτερον του προσωρινού. Δεύτερον, να αφήσει το δωμά­
τιο που ο προηγούμενος διευθυντής είχε παραχωρήσει σ'
εκείνη και την Ελισσώ, Και τρίτον, έκλεισε την «ιστορία
φαντασίας» -όπως την αποκαλούσε- δίνοντας την έγκρι­
ση της για την υιοθεσία- το παιδί θα δινόταν στο πλούσιο
ζευγάρι από την Κύπρο.
Καλύτερα να τη σκότωνες, μπροστά στα προβλήματα
που δημιουργήθηκαν στη ζωή της.
Κανένας από 'κεί μέσα δεν μπορούσε να τη βοηθή­
σει. Η Αγγέλα δεν ήξερε πώς να την παρηγορήσει. Τι
να πρωτοκάνει...
Έψαξαν για σπίτι. Τα λεφτά που είχε στην άκρη, θα
βόλευαν κάπως την κατάσταση. Στο τέλος, της πρότει­
νε να φιλοξενήσει εκείνη και τη μάνα της στο δικό της
σπίτι, στου Ψυρρή, Έτσι δέθηκαν ακόμη περισσότερο
με τη Θεοδοσία.
Η Ελισσώ αντέδρασε άσχημα που έφυγαν από το
βρεφοκομείο. Της έλειπαν πολύ τα παιδιά. Κλεισμένη
μέσα, κόντευε να μαραζώσει. Η Θεοδοσία, από την
άλλη, γύριζε όλη μέρα για να βρει δουλειά. Δεν ήθελε
να γίνονται βάρος στην Αγγέλα. Είχε και την αγωνία
για την άνοια της μάνας της που χειροτέρευε...

233
Είχαν πιαστεί τα πόδια της να ρωτάει από μαγαζί σε
μαγαζί, σε όλη την Αθηνάς και την Αιόλου. Βγήκε στη
Σταδίου- τίποτε. Ανηφόρισε την Πανεπιστημίου και
μετά την Ιπποκράτους. Στο τζαμάκι του ταμείου ε ί δ ε το
«Ζητείται...» Δεν υπήρχε άνθρωπος να ρωτήσει. Διά­
βασε καλύτερα: «Πληροφορίες μετά τις πέντε...»
Ήταν δύο το μεσημέρι. Ένιωθε κουρασμένη για να
γυρίσει σπίτι. Πήρε μια τυρόπιτα και κάθισε στα σκα­
λιά της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
Πέντε παρά πέντε, ήταν ξανά εκεί. Έμαθε για την
αγγελία από την καθαρίστρια. Η ταμίας του θεάτρου
θα έφευγε σε μια βδομάδα. Παντρευόταν κάποιον στην
Αμερική. Της είπε ν' ανεβεί στον ημιώροφο και να δει
το θεατρώνη.
Μόλις είχε βγει από το γραφείο του μια κοπέλα.
«Κι αυτή για την ίδια θέση», σκέφτηκε η Θεοδοσία
και απογοητεύτηκε καθώς είδε πως ήταν τόσο νέα,
«Σιγά που θα πάρει εμένα, τη γεροντοκόρη...» Η εικό­
να της στον απέναντι καθρέφτη επιβεβαίωσε την απο­
γοήτευση της.
Εκείνη η χοντρή μαύρη κοτσίδα, τυλιγμένη κότσο,
είχε αρχίσει να γκριζάρει. Το μελαμψό της πρόσωπο
φαινόταν ακόμα πιο σκούρο με τα βαθουλωμένα
μαύρα μάτια της κάτω από τα πυκνά φρύδια. Είχε κλεί­
σει πέρυσι τα σαράντα,
Η σκέψη της μπερδεύτηκε μαζί με την είδηση που
διάβασε το πρωί για τα γεγονότα στην Κωνσταντινού­
πολη. Πόνο ένιωθε μέσα της όταν αναρωτιόταν σε ποια

234
κατάσταση βρισκόταν η Βερονίκη. Τόσα χρόνια τώρα,
δεν είχε νέα της, μα κάθε μέρα τη νοιαζόταν.
«Τι να πρωτοκοιτάξω και τι να σκεφτώ. Πληρώσαμε
ακριβά το θάνατο του καταραμένου...» μουρμούρισε,
όταν άνοιξε η πόρτα και της είπαν να περάσει.
Ήταν γύρω στα εξήντα ο κοντός άντρας. Ευγενικά,
της έδειξε να καθίσει,
«Ήρθατε για τη θέση της ταμία;»
«Μάλιστα...»
Την περιεργάστηκε για λίγο αμίλητος, φέρνοντας
της αμηχανία. Ένιωσε να κοκκινίζουν τα μάγουλα της.
«Έχετε ξανακάνει τέτοια δουλειά;»
«Όχι, κύριε. Γνωρίζω όμως από λογιστικά. Εργαζό­
μουν στο Δημοτικό Βρεφοκομείο, στο λογιστήριο...»
«Α, δε χρειάζεται τίποτε το ιδιαίτερο γι' αυτή τη
δουλειά. Εννοώ, προσόντα...»
«Όπως νομίζετε...»
Άφησε πάλι να περάσει λίγος χρόνος. Μεσολάβησε
ένα τηλεφώνημα και συνέχισε:
«Παντρεμένη;»
«Όχι, κύριε».
«Ααα...» Αυτή η αόριστη απάντηση της έφερε ταχυ­
παλμία από την αγωνία. «Ξέρετε, δεσποινίς...»
«Δεσύλλα, κύριε. Θεοδοσία Δεσύλλα»,
«Ωραία. Θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε. Προ­
τείνω ν' αναλάβετε και ένα κομμάτι από τα λογιστικά
του θεάτρου». Τώρα η ταχυπαλμία σίγουρα ήταν από
ελπίδα. «Όμως...» δίσταζε να το πει...

235
«Όμως... κύριε;»
«Η εμφάνιση σας. Συγγνώμη, αλλά αυτός ο χώρος
είναι...»
«Καταλαβαίνω...»
«Ευχαριστώ. Ο κόσμος έρχεται εδώ να διασκεδάσει».
«Δηλαδή δεν...»
«Αν αλλάζατε κάπως. Όχι πολλά πράγματα. Να, τα
μαλλιά σας...» Σηκώθηκε σφίγγοντας την τσάντα της.
«Είστε συμπαθητική γυναίκα και φαίνεστε δυναμική...»
Δεν ήταν μεγάλη η θυσία. «Εδώ χάσαμε τα μάτια, τα
φρύδια θα κοιτάμε;» Πέρασε με σαρκασμό από το
μυαλό της η σκέψη.
«Πότε μπορώ να πιάσω δουλειά, κύριε;»
«Τοπαλίδης λέγομαι. Την Παρασκευή...»
«Σας ευχαριστώ».
Της έδωσε το χέρι και την πήγε μέχρι την πόρτα.
«Ελάτε, αν μπορείτε, από την Πέμπτη, για να σας
κατατοπίσουν. Θα συζητήσουμε και για το μισθό σας».
Βγήκε τρέχοντας από το θέατρο. Ούτε πρόσεξε
ποιοι και τι έπαιζαν. Κατέβηκε με την ίδια χαρά από
την Ιπποκράτους στην Πανεπιστημίου και μπήκε στο
υπόγειο μαγαζί με τους λουκουμάδες. Πήρε πέντε μερί­
δες με μπόλικη κανέλα και μέλι. Ήθελε να κεράσει την
Ελισσώ και την Αγγέλα. Τέτοια ανέλπιστη δουλειά,
πού το φανταζόταν...

236
Η Γενική Κλινική του Μανόλη Παπαδημητρίου στο
Φάληρο πήγαινε καλά. Από τη μέρα που άνοιξε,
ο γιατρός σχεδόν χάθηκε από το σπίτι της Βερονίκης.
Μόνο κάποια βράδια περνούσε για να την πάρει να
βγουν έξω. Το περίεργο ήταν πως εκείνη έδειχνε να
μην τη νοιάζει.
Ξυπνούσε αργά, έφευγε κατά τις δώδεκα, γύριζε
νωρίς το απόγευμα και -άλλοτε με το γιατρό και άλλο­
τε με παρέες που επιζητούσαν τη συντροφιά της- σκορ­
πούσε άσκοπα τα λεφτά και τον καιρό της στην Αθήνα.
Έως εκείνα τα μεσάνυχτα που τινάχτηκε το σπίτι και
η γειτονιά στον αέρα από τις φωνές και τα σπασίματα.
Είχε ανεβεί στην Κηφισιά, στο Κεφαλάρι. Ήταν
καλεσμένη στο ξενοδοχείο Σεσίλ. Τον τελευταίο καιρό,
είχε προσλάβει σοφέρ για να οδηγεί την Πόντιακ. Ο για­
τρός αγόρασε δικό του. Εξάλλου, τα έσοδα από την κλι­
νική, όσα κι αν εισέπραττε η Βερονίκη, ήταν πολλά. Είχε
το ενενήντα τοις εκατό των μετοχών, και δέκα εκείνος.
Δεν είχε κέφια. Η συγκέντρωση των φίλων της στο
ξενοδοχείο δεν είχε κάτι το εξαιρετικό, και έπληττε

237
όλο το βράδυ. Καθισμένη στο πίσω κάθισμα, τυλιγμένη
στην πανάκριβη λευκή ρενάρ, κάπνιζε συνέχεια, κοιτά­
ζοντας τα σπίτια της οδού Δηληγιάννη.
Τόσα χρόνια στην Αθήνα, και ακόμα δεν μπορούσε
να εξηγήσει τι ήταν αυτό που την ώθησε να φύγει από
την Πόλη. Προτιμούσε να διώχνει στο πίσω μέρος του
μυαλού της αυτές τις σκέψεις.
Είχε ησυχάσει αφότου έμαθε πως ο Θεοφάνης δε
ζούσε πια στην Kcoνσταντινούπολη. Πίεσε πολύ τον
πασά για να της πει την αλήθεια. Όσο για τον Σακίπ,
έμενε καιρό τώρα στη Σμύρνη με τους δικούς του. Στο
σπίτι της Χάλκης δεν υπήρχε κανένας εκείνο το βράδυ
του Σεπτέμβρη με τα γεγονότα...
Η λαχτάρα να μάθει για την οικογένειά της είχε
καταλαγιάσει μετά την επίσκεψη της στο νησί. Εκείνα
τα φαντάσματα που έβγαιναν τη νύχτα από το αρχοντι­
κό τους, θαρρείς και επιβεβαίωναν το θάνατο εκείνων
που αγαπούσε. «Κάποιος θα ζει. Δεν μπορεί...»
Δεν είχε σκεφτεί ακόμα να ψάξει περισσότερο.
Ήξερε πως, μέσω ραδιοφώνου, έκαναν ανακοινώσεις
στον Ερυθρό Σταυρό. Οι γνωριμίες της θα βοηθούσαν
πολύ. Τότε, γιατί το ανέβαλλε;
Ο φόβος. Ναι, αυτό πρέπει να ήταν... Φόβος μη
ζωντανέψει στ' αλήθεια ο άντρας που πέταξαν στο ποτά­
μι. Και ο Τζόγιας; Τον είχε ξεχάσει κι αυτόν; Όχι... Τον
κουβαλούσε μέσα της. Είχε γίνει κομμάτι από το είναι
της. Όπου κι αν έψαχνες στο κορμί της υπήρχε...
Ίσως το πιο δυνατό πράγμα που την έφερε πίσω

238
στην Ελλάδα ήταν η ελπίδα να τον συναντήσει. Έβαλε
το χέρι στην τσέπη της γούνας και χάιδεψε τις χάντρες
του κομπολογιού που κουβαλούσε πάντα επάνω της.
Η Πόντιακ κατέβαινε το δρόμο αργά. Το αυτοκίνη­
το, που πρόβαλε γρήγορα από τη γωνία της οδού Διο­
νυσίου, φρέναρε απότομα για ν' αποφύγει το τρακάρι­
σμα. Ο οδηγός του αυτοκινήτου πάγωσε. Η Βερονίκη
κάρφωσε το βλέμμα της στην ξανθιά γυναίκα δίπλα του.
Μετά, κοιτάχτηκε με τον άντρα. Την είδε κι αυτός...
Ήταν ο γιατρός! Ο σοφέρ κάτι μουρμούρισε και έκανε
να προχωρήσει. Το αυτοκίνητο έφυγε βολίδα.
«Κάνε όπισθεν!» Τα έχασε ο άνθρωπος. «Γρήγορα
σου λέω!» Η Πόντιακ γλίστρησε πίσω. «Ακολούθησε
αυτόν που πήγαμε να τρακάρουμε!»
Μέσα σ' όλη την ταραχή, ακολούθησαν την πορεία
του αυτοκινήτου. Είχε όμως χαθεί. Για ώρα έψαχναν τα
στενά της Κηφισιάς, εκεί γύρω· τίποτε.
Η Βερονίκη είχε γίνει θηρίο. Έλεγε και ξανάλεγε στο
σοφέρ να τρέξει όσο μπορούσε πιο γρήγορα στην Κηφι­
σίας και στη Βασιλίσσης Σοφίας. Στην παραλιακή πήγαν
να ντεραπάρουν. Έφτασαν στο Φάληρο μέσα σε λίγα
λεπτά. Βγήκε από το αυτοκίνητο, χωρίς να περιμένει να
της ανοίξει την πόρτα.
Πέταξε γούνα και παπούτσια και άρχισε να φωνάζει:
«Αρετούλα, καφέ! Ξύπνα!»
Πήγε στο τηλέφωνο. Το νούμερο που έπαιρνε δεν
απαντούσε.
Η Αρετούλα, αγουροξυπνημένη, έφερε τον καφέ σε

239
μεγάλη κούπα. Ήξερε πως, όταν η κυρά της ήταν σε
ξέφρενη κατάσταση, δεν της έφτανε ένας απλός καφές.
«Τι έγινε;...»
«Φύγε και παράτα με!»
Είχε αντιμετωπίσει πολλές φορές τα νεύρα της, από
τότε που είχαν έρθει στην Αθήνα. Το καλύτερο που
είχε να κάνει ήταν ν' αποσυρθεί και να περιμένει...

Πρέπει να πέρασε μια ώρα. Το κουδούνι ακούστηκε
σιγανά. Κανείς δεν άνοιξε την πόρτα. Σε λίγο, πάλι το
χτύπημα, πιο δυνατό.
Η πόρτα άνοιξε. Μετά, η φωνή της Βερονίκης.
«Πώς τολμάς; Αχάριστε! Νόμισες πως ξέφυγες, ε;
Σας είδα!»
«Να σου εξηγήσω...» Ο γιατρός προσπαθούσε να
πει κάτι, εκείνη όμως δεν τον άφηνε.
Ύστερα, βρόντηξε την πόρτα.
«Τα λεφτά μου! Την κλινική!»
«Βερονίκη...»
Οι κραυγές της μαζί με τα αντικείμενα, που έσπαγαν
το ένα πίσω από το άλλο, έκαναν την Αρετούλα να τα
'χει χαμένα, κρυμμένη πίσω από την πόρτα της κουζίνας.
«Τι νόμισες, δηλαδή; Επειδή μου έκανες ενέσεις και
με μαστούρωνες με χάπια, θεώρησες ότι δεν ξέρω τι
μου γίνεται;»
Αυτά που άκουγε έμπαιναν σαν καρφιά στο κεφά­
λι της.

240
«Θεραπεία έκανες...» δικαιολογήθηκε ο γιατρός.
«Σε βόλευε! Για να βάλω τις υπογραφές!»
«Ηρέμησε!»
«Άσε με! Φύγε!»
«Ήταν μια πελάτισσα...»
«Πάψε, αλήτη! Τα λεφτά μου!»
«Πρέπει να πάμε στην κλινική. Χρειάζεσαι...»
Τρελό γέλιο. Το κρυστάλλινο βάζο έγινε χίλια κομ­
μάτια.
«Χρειάζομαι ν' απαλλαγώ από σένα! Έξω! Με πο­
νάς!»
«Βερονίκη, παραφέρεσαι...»
«Αι στο διάολο! Αρετούλααα!»
Της έφυγαν οι παντόφλες ώσπου να τρέξει στο
σαλόνι. Τα πόδια της πάτησαν πάνω στα γυαλιά. Δεν
έδωσε σημασία. Είχε πάθει σοκ.
Μια αναμαλλιασμένη Βερονίκη πάλευε με το για­
τρό. Την ώρα που έφτανε κοντά της, είδε την κίνηση· το
ασημένιο κηροπήγιο στο χέρι της ήταν έτοιμο να κατε­
βεί στο κεφάλι του γιατρού...
«Μηηη!» Μαζί με τη φωνή, πρόλαβε και το άρπαξε.
Η Βερονίκη έμεινε στήλη άλατος όταν το είδε στα
χέρια της Αρετούλας. Τα μάτια της πετάχτηκαν έξω
από τον τρόμο. Κοντά είκοσι χρόνια πίσω... Η εικόνα
με το αίμα να πετάγεται από το μέτωπο του άντρα, που
τη χάιδευε, ζωντάνεψε και πάλι...

241
Σαν άψυχη κούκλα αφέθηκε στη φροντίδα τους, Το ξημέ­
ρωμα, στο σπίτι του Παλαιού Φαλήρου, βρήκε τη Βερο­
νίκη να κοιμάται βαθιά, χάρη στην ένεση που της έκανε
ο γιατρός προτού φύγει.
Η Αρετούλα προσπάθησε να τον αποτρέψει. Έπει­
τα απ' όσα άκουσε, φοβόταν γι' αυτές τις ενέσεις,
«Δε θα ηρεμήσει διαφορετικά. Γιατρός είμαι, ξέρω
τη δουλειά μου».
Καθισμένη κάτω, πλάι στο κρεβάτι, την κοίταζε και
πονούσε.
«Τι της λείπει, Χριστέ μου; Τόσα λεφτά... Νέα κι
όμορφη. Τι τη βασανίζει;»
Ξύπνησε γύρω στο μεσημέρι.
«Αρετούλα...»
«Εδώ είμαι. Δεν έφυγα καθόλου... Καφέ;»
«Όχι, τσάι...»
Πρώτο ξάφνιασμα της Αρετούλας.
«Τσάι; Το φέρνω...» Έκανε δυο βήματα.
«Πέταξε όλα τα πακέτα τα τσιγάρα».
Kι άλλο ξάφνιασμα.
«Μάλιστα...»
Δεν κάπνισε όλη την υπόλοιπη μέρα. Δε ζήτησε ούτε
καφέ ούτε ούζο. Έμεινε κλεισμένη στο δωμάτιο της
μέχρι τις επτά. Η Αρετούλα τα 'χε χαμένα μ' αυτή την
αλλαγή της. Την άκουγε να μιλάει συνέχεια στο τηλέ­
φωνο.
Λίγη ώρα μετά, τη φώναξε για να της ετοιμάσει το
μπάνιο. Έπειτα, τη βοήθησε να ντυθεί.

242
«Περιμένω κάποιον κύριο. Φρόντισε να του ανοί­
ξεις αμέσως...»
Ποιος ήταν πάλι αυτός; Ποτέ δεν της έλεγε τα σχέ­
διά της, κι ας ήταν μαζί τόσα χρόνια.

Στις οκτώ χτύπησε το κουδούνι. Ο κύριος ήταν πάνω
από εξήντα χρονών. Σοβαρός, με την τσάντα του.
«Η κυρία Αρτόγλου;»
«Θα κατεβεί σε πέντε λεπτά. Περάστε...»
Κλείστηκαν στο γραφείο, δίπλα στο σαλόνι, για
περίπου δύο ώρες. Έσκασε από περιέργεια. Ποιος
ήταν αυτός; Τι έλεγαν; Τι ετοίμαζε, άραγε, πάλι;
Τον συνόδευσε έως την πόρτα. Συνήθως, αυτό ήταν
μέσα στα καθήκοντα της Αρετούλας, Έκανε πως μάζευε
τάχα τα ποτήρια. Ο κύριος είχε πιει ένα ουίσκι και η
Βερονίκη δυο χυμούς.
«Ευχαριστώ. Θα σας περιμένω με τα χαρτιά...»
«Σε μια βδομάδα, κυρία Αρτόγλου».
«Όσο το δυνατόν γρηγορότερα...»
Της έκανε χειροφίλημα κι έφυγε.
Δεν απάντησε στο απορημένο βλέμμα της Αρετού­
λας. Ανέβηκε στο δωμάτιό της και κλειδώθηκε μέσα.

Τις μέρες που ακολούθησαν, έβγαινε από το δωμάτιό
της κάθε μεσημέρι γύρω στις δώδεκα. Έπινε ένα τσάι·
συνέχιζε να μη ζητάει καφέ και τσιγάρο. Μετά, έλεγε

243
στην Αρετούλα να ντυθεί κι εκείνη, κι έφευγαν με το
σοφέρ για την παραλία - άλλοτε στο Σούνιο κι άλλοτε
στο Λαύριο, Κάποιες φορές έφταναν έως τη Ραφήνα
και τη Νέα Μάκρη. Δε μιλούσε καθόλου. Ήταν συνέ­
χεια σκεφτική. Σταματούσαν σε παραθαλάσσια ταβερ­
νάκια, όπου παράγγελνε νερό κι έτρωγε μόνο ψάρι και
σαλάτα. Πάντα καθόταν σε τραπέζι να βλέπει τη
θάλασσα. Έφευγαν με τη δύση του ήλιου.
Όταν έφταναν σπίτι, έκανε για ώρα μπάνιο και μετά
κατέβαινε στο γραφείο της. Έγραφε, έγραφε ως αργά.
Ζητούσε από την Αρετούλα μόνο μια κανάτα με νερό
προτού αρχίσει. Κλείδωνε τα συρτάρια της, μόλις τελεί­
ωνε, και ανέβαινε για ύπνο. Το φως έμενε αναμμένο
ως τα ξημερώματα. Διάβαζε. Ήταν φανερό, με τόσα
βιβλία που ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα.
Σχεδόν δεν αντάλλασσαν κουβέντα, παρά μόνο για
τα απαραίτητα· σαν να είχαν πένθος εκεί μέσα. Η
Αρετούλα τρωγόταν από την αγωνία. «Πού θα ξεσπά­
σει αυτό;» αναρωτιόταν. Θυμήθηκε πως κάπως έτσι
συμπεριφερόταν και τότε, προτού ανακοινώσει πως θα
έφευγε για την Ελλάδα, εκείνο το βράδυ στο Πέραν
Παλλάς...
Μια βδομάδα κράτησε αυτή η ιστορία. Ως το από­
γευμα εκείνο που ήρθε ο εξηντάρης κύριος, μαζί με ένα
νεότερο, φορτωμένο με φακέλους.
Κλείστηκαν στο γραφείο για πέντε ώρες, με την
εντολή να μην τους ενοχλήσει κανείς και κανένα τηλε­
φώνημα. «Λείπω για όλους...»

244
Αυτό έκανε συνέχεια, άλλωστε, από το βράδυ που
έγινε η φασαρία με το γιατρό. Μόνο η Αρετούλα απα­
ντούσε στο τηλέφωνο. «Δεν είναι εδώ η κυρία Αρτό­
γλου... Ταξίδι στο εξωτερικό...» Ούτε στο γιατρό απα­
ντούσε, «Αν πάρει αυτός, καμία συζήτηση... Αν φανεί,
δεν ανοίγεις! Κατάλαβες; Ν' αλλάξετε και κλειδαριά».

Δύο εικοσιτετράωρα αφότου έφυγε ο εξηντάρης με το
νεαρό, εμφανίστηκαν ένα πρωινό πέντε άντρες με δυο
μεγάλα φορτηγά.
«Της κυρίας Αρτόγλου;»
«Μάλιστα...» απάντησε η Αρετούλα σαν χαμένη.
«Για τη μετακόμιση», είπε αυτός που έδειχνε αφε­
ντικό.
«Κάνε στην άκρη να περάσουν», ακούστηκε η φωνή
της Βερονίκης.
Γύρισε και την είδε στη σκάλα να κάνει νόημα ν' αρχί­
σουν.
«Τι συμβαίνει, κυρά μου;»
«Φεύγουμε από το σπίτι. Πουλήθηκε...»
Λύγισαν τα πόδια της και κάθισε σε μια πολυθρόνα.
Δεν μπορούσε να κάνει κάτι... Την παρακολουθούσε
έκπληκτη που έδινε ήρεμα εντολές τι να μαζέψουν και
πώς... «Τα πράγματα από το υπόγειο... Αχρηστα είναι,
αλλά πάρτε τα».
Σωστά. Ό,τι είχαν ξεδιαλέξει από τις βαλίτσες που
έφεραν από την Πόλη.

245
Η Πόντιακ με τις δυο γυναίκες ακολούθησε τα
φορτηγά προς την Κηφισιά. Σταμάτησε σ' ένα επιβλη­
τικό διώροφο σπίτι, πέτρινο, με κεραμίδια και μεγάλο
κήπο, που το έκρυβαν τα ψηλά δέντρα, στην οδό
Γεωργαντά 25.

246
Γ ιατί ένιωσε τέτοια χαρά η Θεοδοσία για την και­
νούρια δουλειά στο ταμείο του θεάτρου, ούτε η
ίδια μπορούσε να ερμηνεύσει. Η Αγγέλα έτρωγε τους
λουκουμάδες και χοροπηδούσε εκείνο το βράδυ.
«Μωρέ, θα παίρνεις και κάνα εισιτήριο τζάμπα, να
βλέπω κι εγώ παράσταση; Ξέρεις πόσο μου αρέσει το
θέατρο!»
«Σιγά, καλέ. Σαν να είμαι ηθοποιός κάνεις».
«Καλύτερο»,
«Γιατί;»
«Γιατί θ' αλλάξεις! Μη με κοιτάς. Αλλος άνθρωπος
θα γίνεις, Θεοδοσία μου! Θα βλέπεις κόσμο. Θα μιλάς
με τους ηθοποιούς και τους τραγουδιστές! Μεγαλεία!»
«Δε μ' αρέσουν εμένα αυτά. Δεν είναι χριστιανικά...»
«Δεν αλλάζει κάποιος την πίστη του και την ηθική
του από τους άλλους».
Είπαν κι άλλα πολλά και την άλλη μέρα πήγαν μαζί
στο κομμωτήριο. Έπρεπε να γίνει η μεγάλη θυσία. Να
κοπεί εκείνη η μακριά μαύρη κοτσίδα. Κοίταζε στον
καθρέφτη και δεν πίστευε πως ήταν αυτή. Κοντό μαλλί

247
και περμανάντ! Μια διαφορετική Θεοδοσία. Της έβγα­
λε η Αγγέλα και τα πυκνά της φρύδια. Πήγαν και στου
Τσιτσόπουλου και αγόρασε δυο καινούριες φούστες.
Μια γκρι και μια μπλε, με δυο πουκάμισα. Ένα απαλό
ροζ με βολάν στο λαιμό και ένα ανοιχτό πράσινο με
δέσιμο γραβάτα... Της πήρε δώρο και καλλυντικά· μια
πούδρα, ένα κραγιόν και ρουζ.
«Δέκα χρόνια πιο μικρή φαίνεσαι!»
«Καλά... Μέσα μου είμαι εκατό...»
«Ξέχνα λίγο...»
«Ποιο απ' όλα, βρε Αγγέλα;»
«Όλα!»
Μα τι της έλεγε; Να ξεχάσει τις δυο αδελφές της και
το μικρό αδελφό της; Να ξεχάσει το λόγο που ξεσηκώ­
θηκαν από το νησί για να φτάσουν στην Αθήνα; Να
ξεχάσει και το μικρό Αλέξανδρο που τον πήραν ξένοι;
«Αν δε γινόταν η υιοθεσία...»
«Δε γινόταν διαφορετικά. Για το καλό του είναι...»
«Έμαθες;»
«Όχι, ούτε ποιοι ούτε πού τον πήγαν. Αλλωστε, μπο­
ρεί να μην ήταν...»
«...της Αννούλας μας».
«Εγώ είμαι σίγουρη. Σύμπτωση ήταν τα ονόματα...
Η ζωή παίζει παιχνίδια τρελά».
«Δε θα ησυχάσω αν δε μάθω».
«Ασε να περάσει ο καιρός, και θα δούμε...»
Πράγματι, έτσι έκανε. Τ' άφησε όλα στον καιρό και
στον θ ε ό . Παρακαλούσε στην προσευχή της να φανερώ-

248
σει κάτι... Ακόμα και για τη Βερονίκη ήλπιζε να μάθει
κάποιο νέο της.

Η Αγγέλα δεν τις άφησε να φύγουν από το σπίτι της
όταν έπιασε δουλειά η Θεοδοσία. Είχε συνηθίσει κι
αυτή τη συντροφιά τους,
«Είμαστε βάρος...»
«Παρέα είστε... Βάλε στην άκρη κάποια λεφτά και
μετά...»
Τακτοποιούσε το σπίτι και την Ελισσώ, και τ' απο­
γεύματα πήγαινε στο θέατρο, τις ώρες που ήταν ανοι­
χτό το ταμείο. Μεγάλοι ηθοποιοί έπαιζαν εκείνη τη
χρονιά. Ατελείωτες ουρές στήνονταν απ' έξω.
Μέσα στο ένα τετραγωνικό, σκυμμένη στα χαρτιά με
τις θέσεις, έκοβε τα εισιτήρια χωρίς να προσέχει ποιος
έμπαινε. Μόνο όταν ερχόταν κάποιος επίσημος και
βούιζε όλο το θέατρο, χάζευε κι αυτή από το τζαμάκι.
Κοκκίνιζε όταν της μιλούσαν οι ηθοποιοί, και μάλι­
στα οι πρωταγωνιστές.
«Καλησπέρα, Θεοδοσία, Πώς πάμε απόψε;»
«Μια χαρά! Γεμάτο θα είναι...»
Και όταν άρχιζε η παράσταση και έκλεινε ταμείο,
τρύπωνε μέσα και χανόταν στη μαγεία της παράστασης.
Πολλές φορές έφευγε την ώρα που έπεφτε η αυλαία.
Η Αγγέλα την περίμενε με ανυπομονησία για να
μάθει όλα τα νέα, «Πες, μωρέ, τι γίνεται με την τάδε
ηθοποιό; Εκείνος αγαπάει την άλλη;»

249
Η Θεοδοσία, όμως, δεν ανακατευόταν με τα κου­
τσομπολιά. Απέφευγε τα πηγαδάκια που έκαναν οι
ταξιθέτριες. Λίγα λόγια με όλους. Μόνο με τον επιχει­
ρηματία, τον κύριο Τοπαλίδη, μιλούσε περισσότερο.
Την είχε εκτιμήσει και μέσα σε σύντομο χρονικό διά­
στημα της ανέθεσε τα λογιστικά του θεάτρου.
Ο μισθός της ως ταμία ήταν μικρός, αλλά συμπλή­
ρωνε με τα φιλοδωρήματα, όταν έδινε καλές θέσεις.
Αργότερα, ο κύριος Τοπαλίδης της έκανε μια μικρή
αύξηση και για τα λογιστικά.
Η Ελισσώ δεν πολυκαταλάβαινε τι δουλειά έκανε η
κόρη της. Θέατρο δεν είχε δει. Από το σπίτι έβγαινε
μόνο Κυριακές και γιορτές για την εκκλησία, πάντα με
τη Θεοδοσία. Μια φορά έτυχε να την πάει στο Γκρην
Παρκ να την κεράσει γκαζόζα.
Από τότε που μετακόμισαν στο σπίτι της Αγγέλας,
περνούσε τις ώρες της στο κρεβάτι, μ' ένα ραδιόφωνο
δίπλα της. Ήταν δώρο της Αγγέλας, και δεν το έκλεινε
ούτε το βράδυ.

Η υπεύθυνη της εκπομπής για τις αναζητήσεις του Ερυ­
θρού Σταυρού στο Ελληνικό Ιδρυμα Ραδιοφωνίας
έδωσε εντολή να μπουν πάλι όσες ανακοινώσεις παλιές
δεν είχαν φέρει κάποιο αποτέλεσμα· δεν είχαν βρεθεί
οι άνθρωποι που τους έψαχναν οι δικοί τους.
Ήταν ανάμεσα σε ύπνο και πραγματικότητα. Εκεί
που τα βλέφαρα δεν ξέρεις αν κλείνουν από την κού-

250
ραση ή από την ανάγκη να περάσεις στην άλλη μεριά,
του ονείρου. «Η Άννα Δεσύλλα αναζητεί...» Πρώτο
κρακ στην καρδιά. Το όνομα αντίλαλος στ' αφτιά.
Από το ποτάμι ήρθε η φωνή...
«Με λένε Άννα Δεσύλλα! Πάω δευτέρα Δημοτικού».
«Μανία που έχει να λέει το όνομα της δυνατά».
«Κάνει φασαρία ο κόσμος εδώ, μητέρα, στην αλάνα».
«Τόσες φορές της το είπα στο σπίτι: "Σιγά να πεις το
όνομα σου. Το ποίημα πιο δυνατά"... Τι κοκορεύεται
έτσι, Θεοδοσία μου;»
«Σώπα, να την ακούσουμε».
«Ωραία, το λέει».
«Είναι έξυπνη, Βερονίκη μου... Μυαλό δεν έχει».
Δυνατά χειροκροτήματα...
Σείστηκε το νησί από τα παλαμάκια. Όλοι την καμά­
ρωσαν. Πολλοί είπαν: «Ηθοποιός θα γίνει η κόρη σας.
Συγχαρητήρια!»
Άλλη εκπομπή... Τελείωσαν οι ανακοινώσεις.
Η μουσική τη σήκωσε από το κρεβάτι.
«Παίζουν για την Άννα μου... Ήρθε!» Παραπάτησε
για να φτάσει στην πόρτα. Δύσκολα την άνοιξε... Η
βροχή που μπήκε της θόλωσε τα μάτια. Δεν την είδε.
«Άννα! Αννούλα μου...» Κατρακύλησε ο τενεκές στην
αυλή. «Ο Αλέξανδρος κάνει φασαρία; Αννα, μαζί σου
είναι το παιδί;» Η αστραπή φώτισε μακριά. Τώρα δε
διέκρινε τίποτε. Θα κρύφτηκαν... «Άννα; Αλέξανδρε;»
Ο αέρας έκλεισε την πόρτα πίσω από το πεσμένο
γέρικο κορμί της Ελισσώς.

251
Τη βρήκε η Αγγέλα μόλις γύρισε από τη δουλειά της.
«Θεοδοσία, έλα στο σπίτι...»
«Η μάνα μου;»
Ανακοπή... Κηδεία... Σιωπή... Τέλος στην αγωνία
και την προσμονή... Μεγάλωσε ο αριθμός. Τέσσερις
απουσίαζαν από τη ζωή της Θεοδοσίας. Τον Βασίλη
Δεσύλλα δεν τον υπολόγιζε ποτέ στον κατάλογο, σαν
να μην υπήρξε... Ο καταραμένος δεν είχε θέση στην
οικογένεια, κι ας έφερε το επίθετο του. Από τη μάνα
της είχε φυτρώσει, και αυτό της έφτανε,..
Τρεις μέρες δεν πήγε στο θέατρο. Την τέταρτη,
έραψε άσπρο πικεδένιο γιακά πάνω στο μαύρο πουκά­
μισο, χτένισε τα μαλλιά της, έβαλε και λίγο κοκκινάδι
στα μάγουλα, που είχαν χλομιάσει κι άλλο από τον
πόνο, και ξεκίνησε...
Το έλεγε εκείνος ο μεγάλος ηθοποιός ένα βράδυ στο
καμαρίνι του: «Ο ηθοποιός είναι παλιάτσος. Θάβει τη
μάνα του τη μέρα και το βράδυ γελάει στη σκηνή...» Στο
θέατρο δούλευε κι αυτή. Να διασκεδάσει ερχόταν ο
κόσμος, κι όχι να κλάψει για τη δική της λύπη...
Ο κύριος Τοπαλίδης τη ρώτησε αν ήθελε άδεια λίγες
μέρες. Δε δέχτηκε, Άλλωστε, επέμενε και η Αγγέλα:
«Χειρότερα θα είναι. Κλεισμένη μέσα όλη μέρα, θα
κλώθεις τα ίδια και τα ίδια. Πολλά τράβηξες... Τώρα
πρέπει να ξεδώσεις, Θεοδοσία».

252
Ο σο αγάπησε αυτή την περιοχή, δεν αγάπησε καμία
άλλη. Η Κηφισιά της έκανε καλό. Ο πρωινός περί­
πατος μέσα στο πράσινο την αναζωογονούσε.
Ήταν και πάλι η Βερονίκη της Πόλης, λίγο προτού
φύγει για την Ελλάδα... Συνέχιζε να μην καπνίζει και
να μην πίνει. Τους τελευταίους πέντε μήνες, δεν έκανε
κοσμική ζωή. Απέφευγε τις παλιές παρέες, ενώ είχε
σταματήσει τα γλέντια και τα ξενύχτια, Κλεινόταν στο
γραφείο της για πολλές ώρες και έγραφε, όπως συνή­
θιζε να κάνει τις ώρες της μοναξιάς της.
Η Αρετούλα ποτέ δεν ήταν τόσο ευτυχισμένη.
Έβλεπε την κυρά της να είναι καλά και πετούσε από
χαρά. Ηρεμία στο σπίτι. Της μιλούσε με τρόπο
γλυκό. Την έπαιρνε πολλές φορές μαζί της στις βόλ­
τες. Της φαινόταν ακόμα πιο όμορφη, τώρα που είχε
κλείσει τα τριάντα πέντε. Είχε γαληνέψει. Κι εκείνα
τα μάτια της τα βιολετιά είχαν πάρει χρώμα ανοιχτό
μοβ. Την έτρωγε, βέβαια, το σαράκι που τόσο νέα
δεν είχε ξαναπαντρευτεί, και περισσότερο που δεν
είχε παιδιά.

253
Κάποιες φορές, όταν συζητούσαν, έπαιρνε το θάρ­
ρος να τη ρωτήσει:
«Που θα πάνε τόσα λεφτά, κυρά μου;»
«Έχει φτώχια ο κόσμος, Αρετούλα, που είναι λίγα
τα δικά μου για να χορτάσουν...»
Έγινε μέλος σε πολλά ιδρύματα και συλλόγους.
Ακόμα και στη Βασιλική Πρόνοια, που προίκιζε άπορα
κορίτσια.
Δεν ξαναείδε το γιατρό. Ο δικηγόρος της κατάφερε
να πάρει πίσω το δέκα τοις εκατό των μετοχών του για­
τρού από τη Γενική Κλινική, αγοράζοντας τες στη μισή
τιμή. Αφού ρυθμίστηκε κι αυτό, τη δώρισε στο κράτος.
Έγινε μια σπουδαία τελετή, με καλεσμένους πολιτι­
κούς και μεγαλογιατρούς, οι οποίοι θα την τιμούσαν
για την προσφορά της, αλλά εκείνη δεν πήγε. Έστειλε
μια επιστολή πως, για λόγους υγείας, δε θα μπορούσε
να παραστεί.
Γράφτηκε σε όλες τις εφημερίδες η είδηση.
Μεγάλη δωρεά στο κράτος από την πλούσια
Ελληνίδα εκ Κωνσταντινουπόλεως, Βερονίκη
Αρτόγλου

Μια Κυριακή του καλοκαιριού, ήρθε ο δικηγόρος της
και κλείστηκαν πάλι στο γραφείο για ώρες. Ο μόνος
που την επισκεπτόταν δύο φορές την εβδομάδα. Αυτός
είχε αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας της - ό,τι
πουλούσε κι ό,τι αγόραζε.

254
Την επομένη, μπήκαν στο καράβι -μαζί και η Αρε­
τούλα- κι έφτασαν στην Ύδρα. Πιάστηκε ο λαιμός της
να χαζεύει ως επάνω στο λόφο τα «σκαρφαλωμένα»
σπίτια. Είχαν καθίσει στο λιμάνι να πιουν κάτι δροσι­
στικό. Έκανε ζέστη πολλή. Το πρόσωπο της Βερονίκης
κάτω από τη μεγάλη καπελίνα, έτσι όπως γυάλιζε από
τον ιδρώτα, του έδινε μια λάμψη αλλιώτικη. Φαινόταν
ευτυχισμένη.
Η Αρετούλα δεν μπορούσε ν' ανακαλύψει το λόγο που
έφτασαν σ' αυτό το νησί. Για μια στιγμή υπέθεσε πως
εκεί θα ήταν το σπίτι της κυράς της, από όπου είχε έρθει
τότε νιόπαντρη με τον Θεοφάνη. Φύσηξε, ξαναφύσηξε,
έκανε αέρα με τη βεντάλια, στο τέλος δεν κρατήθηκε...
«Γιατί ήρθαμε εδώ, κυρά μου;»
«Μη βιάζεσαι, Αρετούλα...» Χαμογέλασε πονηρά
και σηκώθηκε. Έκανε νόημα στο δικηγόρο, κι άρχισαν
να ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια.
Εκείνη τα ανέβαινε δυο δυο. Η Αρετούλα είχε μπαϊλ-
ντίσει. Είχε πάρει παραπανίσια κιλά, τελευταία, και όλο
λαχάνιαζε. Διακόσια ανέβηκαν; Τριακόσια; Δεν τα μέ­
τρησε, γιατί της είχε κοπεί τελείως η ανάσα.
Σταμάτησαν μπροστά σ' ένα σπίτι όπου τους περίμε­
νε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Τους καλωσόρισαν και
τους οδήγησαν στο εσωτερικό.
Η Βερονίκη προχώρησε στο μεγάλο μπαλκόνι και
άνοιξε τα χέρια, σαν να ήθελε ν' αγκαλιάσει όλο το
γαλάζιο που απλωνόταν μπροστά. Ρούφηξε τον ήλιο
μέχρι το μεδούλι της. Έπαιξε τα βιολετιά μάτια της με

255
τις ακτίνες του. Απλώθηκε στα χείλη της εκείνο το σπά­
νιο χαμόγελο· το ηλιοχαμόγελο της Ιστανμπούλ.
«Θείε Σεραφείμ, αν ζούσες, εδώ θα πίναμε τα ουζά-
κια μας. Η μυρωδιά από το στριφτό σου τσιγάρο θα ταί­
ριαζε με την αρμύρα... Να το πάρω;» Η φωνή ακούστη­
κε μέσα της από μακριά: «Ναι, κόρη μου, θα σου φέρει
ευτυχία».
Δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουσε αυτή τη φωνή·
τη φωνή του... Όταν έπρεπε να πάρει κάποια απόφα­
ση, τον ρωτούσε μ' ένα δικό της τρόπο που μόνο αυτή
ήξερε και κανένας άλλος. Ήταν εκείνη η μικρή παύση
προτού πει το «ναι» ή το «όχι».
Έτσι πήρε την απόφαση να φύγει από την Πόλη.
Έτσι πούλησε τα πάντα εκεί. Έτσι έπραξε με το σπίτι
στο Παλαιό Φάληρο, με την κλινική, με την Κηφισιά.
Αγόραζε και πουλούσε με τη συμβουλή του. Και πάντα
της έβγαινε σε καλό. «Αυτό ακριβώς ήθελα! Τόσο ψηλά
να είναι το σπίτι! Να μην κρύβει τίποτε τη θάλασσα.
Συμφωνείς, θείε Σεραφείμ;»
Στράφηκε προς το ζευγάρι και το δικηγόρο της
ενθουσιασμένη, «Το αγοράζω τώρα!» Είχε πάρει την
έγκριση του.
Η Αρετούλα, που στεκόταν δίπλα της, άκουσε το
όνομα του πεθαμένου κι ανατρίχιασε. Οι άλλοι όμως
δεν κατάλαβαν... Σωριάστηκε σε μια σεζλόνγκ και
ζήτησε νερό.
Σε μια ώρα ετοίμασαν τα χαρτιά και συζήτησαν διά­
φορα για το σπίτι. Με τις υπογραφές, το ζευγάρι της

256
ευχήθηχε να 'ναι καλορίζικο. Η Αρετούλα ξύπνησε
όταν είχαν τελειώσει όλες οι διατυπώσεις.
«Φεύγουμε;» ρώτησε αλαφιασμένη.
«Ναι, Αρετούλα, αλλά σε μια βδομάδα θα επιστρέ­
ψουμε ε δ ώ · στο καινούριο μας σπίτι!»
Τα υπόλοιπα τα έμαθε στο καράβι, όταν της εξήγη­
σε πως είχε αγοράσει το αρχοντικό στην Ύδρα, για να
περνάει τα καλοκαίρια της.
Παρ' όλ' αυτά, εκείνο το καλοκαίρι δεν ξαναπήγαν.
Ήρθαν άλλα, που γέμισαν τη ζωή της ευτυχία...

257
Ο άντρας με το ανάπηρο χέρι στην τσέπη του παλ­
τού του βγήκε από τα δικαστήρια στην Πανεπι­
στημίου. Φαινόταν ανακουφισμένος. Ήταν μια καλή
μέρα για τον Δημήτρη Φραγκόπουλο. Είχε τελειώσει
με το διαζύγιο του. «Αυτός ο γάμος δεν έπρεπε να
γίνει», σκέφτηκε. «Τώρα είναι καλύτερα και για μένα
και για τη Μαρίνα».
Στάθηκε μπροστά στον εφημεριδοπώλη και πήρε
την Ακρόπολη. Τη δίπλωσε, την έβαλε στην άλλη τσέπη
και ανέβηκε στο λεωφορείο για Κυψέλη.
Έζησαν μαζί σαν ζευγάρι πέντε χρόνια. Μετά την
επιστροφή ταυ από τη Μέση Ανατολή, διαπίστωσε πως
είχε κάνει μεγάλο λάθος σ' αυτή την επιλογή του. Δεν
έπρεπε να τη ζητήσει τότε σε γάμο.
Βιαστική απόφαση. Ίσως και συναισθηματική, λόγω
του πολέμου. Ήθελε να τον περιμένει κάποιος... Κάπου
να στέλνει ένα γράμμα, όταν θα βρισκόταν μακριά.
Γνώριζε λίγο ο ένας τον άλλο. Η παρέα τους στο
Ωδείο, όπου σπούδαζε η Μαρίνα, και μετά τα βράδια
εκείνα στο κέντρο της Πατησίων, όπου τραγουδούσε

259
μαζί της κάπου κάπου, τους έφεραν κοντά. Η Μαρίνα
τον αγάπησε. Εκείνος δεν παθιάστηκε μαζί της. Της
έδειχνε συμπάθεια και εκτίμηση. Ίσως ήταν και η
δύναμη της συνήθειας. Αυτά το συνειδητοποίησε, για
πρώτη φορά, όταν έφτασε στην Αίγυπτο.
Διέσχισε τόσα μέρη, μα δεν έφευγε από το μυαλό
του εκείνη η εικοσάρα με τα βιολετιά μάτια από την
Πόλη. Το κορμί της που γλιστρούσε σαν φίδι στα χέρια
του, με τους ήχους του Μέντια Λουζ... Πόσο πολύ πάλε­
ψε να την ξεχάσει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Αργότερα, όταν συνάντησε τη Μαρίνα στην Κων­
σταντινούπολη για τη βράβευση του, του φάνηκε τόσο
ξένη... Βλέποντας τη βέρα της στο δεξί, δεν μπορούσε
να χωνέψει πώς την παντρεύτηκε έτσι βιαστικά...
Περισσότερο, όταν πήγε να δει τον Σεραφείμ Αρτό­
γλου, Κατάλαβε πως αγαπούσε ακόμα τη Βερονίκη.
Μια βραδιά και μόνο σημάδεψε την ύπαρξη του...
Πόσες στιγμές δε νόμισε πως μέσα από την άμμο της
ερήμου πρόβαλε η μορφή της. Όταν έσκαγαν οι βόμβες
δίπλα του, από τα βιολετιά μάτια της έπαιρνε κουράγιο.
Τις υγρές νύχτες, ξαπλωμένος στη σκηνή, ζούσε την
ψευδαίσθηση πως τον άγγιζαν τα χέρια της. Πως το
δροσερό σώμα της ακουμπούσε στο δικό του, το ιδρω­
μένο από τη ζέστη και τη φωτιά του πολέμου, και του
έδινε ανάσα, δύναμη κι ελπίδα...
Στην αρχή, δεν ήθελε να παραδεχτεί πως την είχε
ερωτευτεί κεραυνοβόλα. Όταν, όμως, άκουσε τη φωνή
της τότε να τον καλεί από το σπίτι της Χάλκης, ράγισε

260
η καρδιά του. Έπρεπε να συγκρατηθεί· να μη γυρίσει
πίσω. Η μεγάλη του αγάπη για την πατρίδα στέρησε την
αγκαλιά του από τη δική της,
Άλλες φορές, σκέφτηκε να της γράψει και να στείλει
το γράμμα στη διεύθυνση του Σεραφείμ, Δεν ήθελε
όμως να φέρει σε δύσκολη θέση ούτε το γέρο φίλο του
ούτε και την ίδια. Αλλωστε, μια βραδιά έζησαν μαζί·
μόνο λίγες ώρες. Παντρεμένη με τον Θεοφάνη, πώς να
το τολμούσε; Και, από την άλλη, η Μαρίνα είχε γίνει
γυναίκα του μόλις λίγες μέρες προτού γνωρίσει τη
Βερονίκη στην Πόλη.
Δύσκολες καταστάσεις. Δύσκολοι καιροί. Έρωτες
που σταμάτησαν στην κλαγγή των όπλων...
Σίγουρα εκείνη δε θα τον θυμόταν. Δική του φαντα­
σίωση ήταν πως ίσως τον ερωτεύτηκε κι αυτή μέσα από
το τανγκό, στο σπίτι του Μπέγιογλου... Κι αν τον θυμό­
ταν καμιά φορά, σίγουρα θα θυμόταν τον Τζόγια...
Ψευδώνυμο που είχε διαλέξει, μα την αλήθεια, για να
διαφύγει από την Ελλάδα. «Ο Τζόγιας είναι το πιο έξυ­
πνο άλογο. Περήφανο και γρήγορο σαν τον άνεμο!»
έλεγε ο πατέρας του και καμάρωνε.

Μα γιατί τη σκέφτηκε πάλι; Τι προσπαθούσε να βρει
τούτη τη μέρα που βγήκε το διαζύγιο με τη Μαρίνα;
Πήγε να βγάλει την εφημερίδα από την τσέπη του,
αλλά σταμάτησε. Δεν του ήταν εύκολο να διαβάσει στο
λεωφορείο. Πολλά πράγματα δεν ήταν εύκολα, με το

261
ανάπηρο χέρι του. Ακόμα και στη σχέση του με τη
Μαρίνα στάθηκε εμπόδιο πολλές φορές...
Όταν τον πρωτοείδε στην Κωνσταντινούπολη, κόντε­
ψε να λιποθυμήσει. Δεν της είχε γράψει για τη βόμβα
που τίναξε στον αέρα κορμιά, παρ' ότι ο ίδιος γλίτωσε
μόνο μ' αυτή την απώλεια. Είχε σκληρύνει πολύ. Η μάχη
στο Ελ Αλαμέιν του στράγγισε την ψυχή. Ένας εφιάλ­
της που δε θα έφευγε ποτέ από το μυαλό του...
Το λεωφορείο σταμάτησε στο τέρμα. Περπάτησε ως
την οδό Λήμνου. Ανέβηκε στο δεύτερο όροφο της
πολυκατοικίας. Τράβηξε την κουρτίνα στο παράθυρο
και κάθισε να διαβάσει.
Μετά την πρώτη σελίδα, αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε
όταν το φως είχε χαθεί από το μικρό σαλόνι. Κοίταξε
γύρω του. Δεν υπήρχε, εδώ και καιρό, κανένα από τα
πράγματα της Μαρίνας.
«Δεν αντέχω άλλο την απάθεια σου. Υπάρχω δεν
υπάρχω, είναι το ίδιο για σένα... Φεύγεις πρωί, γυρίζεις
απόγευμα... Πού πας;» Πού πήγαινε, αλήθεια; Περι­
πλανήσεις άσκοπες στην Αθήνα. Κάποιες φορές στο
Επιτελείο και σπάνια στη Λέσχη. Περίμενε να πάρει τη
σύνταξη του... Απόστρατος στα τριάντα πέντε του,
λόγω αναπηρίας πολέμου. Πήρε κι άλλα γαλόνια,
χωρίς μάχες· συνταγματάρχης πλέον...
Κάποιο διάστημα, τριγύριζε στο Μοναστηράκι.
Ήταν η περίοδος της αντιπαροχής που άδειαζαν ολό­
κληρα σπίτια από παλιά πράγματα. Χάζευε τα παλιά
βιβλία και τα περιοδικά.

262
Ξεκίνησε με ό,τι αφορούσε τον Α' Παγκόσμιο
Πόλεμο. «Μανία με τα πολεμικά, βρε αγόρι μου...»
έλεγε ο πατέρας του, ένας Ηπειρώτης ως εκεί πάνω.
Με την κάπα στους ώμους και την γκλίτσα στο χέρι,
έστριβε τα μουστάκια του από καμάρι όταν ο Δημή­
τρης έλεγε: «Θα γίνω αξιωματικός! Είμαι Έλληνας
εγώ!» Ξεπούλησε ένα κοπάδι πρόβατα ο άνθρωπος
για να τον στείλει στην Ευελπίδων στην Αθήνα. Πρό­
λαβε να τον χαρεί απόφοιτο. Όταν γύρισε από το
αλβανικό μέτωπο, άργησε να πάει στον τόπο του.
Σύντομα, εισέβαλαν και οι Γερμανοί, και το ταξίδι του
για το ορεινό χωριό αναβλήθηκε.
Το μαντρί, ο λεβεντάνθρωπος με την κάπα στους
ώμους και τα πρόβατα έγιναν στάχτη από τον εχθρό...

Η νύχτα πήρε τη θέση της δύσης για τα καλά. Δεν ήθελε
να ανάψει φως. Δεν ήθελε να δει τη γύμνια της μονα­
ξιάς του. Το σαλόνι γεμάτο από βιβλία· άλλα τακτοποιη­
μένα κι άλλα μες στη σκόνη. «Βαρέθηκα να κουβαλάς
όλα τα παλιατζίδικα εδώ μέσα! Ούτε το πιάνο μου δε
χωράει, όχι εμείς!»
Η Μαρίνα παρέδιδε μαθήματα πιάνου στο σπίτι
και τα πρωινά δίδασκε μουσική σ' ένα Γυμνάσιο. Σε
άλλα εκείνη, σε άλλα αυτός. Τον είχαν μάθει όλοι οι
παλιατζήδες. Τη μισή σύνταξή του την ξόδευε σε
βιβλία. Τη μισή του ζωή, χωμένος στις σελίδες τους,
να διαβάζει. Μετά τα πολεμικά και τα ιστορικά,

263
αρχαία κείμενα. Σπάνιες συλλογές. Από μεράκι έγινε
πάθος σιγά σιγά,
Οι καβγάδες ανάμεσα τους πολλαπλασιάστηκαν, με
αποτέλεσμα μια μέρα να του πει: «Είμαι ερωτευμένη με
ένα συνάδελφο μου στο Γυμνάσιο. Θα φύγω μαζί του
για τη Λάρισα».
Χαρά που έκανε. Αν είχε δυο χέρια, θα τη σήκωνε
ψηλά. Συμφώνησαν για το διαζύγιο, και να που εκδό­
θηκε εκείνο το πρωινό.
«Αξίζει ένα ποτήρι κρασί», σκέφτηκε και σηκώθηκε
ν' ανάψει το φως. Κλότσησε την εφημερίδα από τα
πόδια του και πήρε το μπουκάλι στο άλλο δωμάτιο, εκεί
που κατέγραφε τα παλιά β ι β λ ί α · εκεί που τα φρόντιζε
σαν παιδιά του...
Έφυγε από το σπίτι την ώρα που ήρθε η γυναίκα να
καθαρίσει το διαμέρισμα. Το πρώτο που μάζεψε, ήταν
η εφημερίδα στο πάτωμα. Αυτή που έγραφε για τη
δωρεά της Γενικής Κλινικής στο κράτος από τη Βερο­
νίκη Αρτόγλου...

264
Τ ελικά, η Θεοδοσία δεν έφυγε από το σπίτι της
Αγγέλας. Η μια συντρόφευε την άλλη, Δέθηκαν
σαν αδελφές. Η καθεμιά στη δουλειά της,
Ο κύριος Τοπαλίδης είχε κι ένα θερινό θέατρο.
Έτσι, όλο το χρόνο σχεδόν ήταν απασχολημένη στο
ταμείο. Γνωρίστηκε με πολλούς ηθοποιούς. Την αγα­
πούσαν και της έφερναν συχνά δώρα. Κάποιες παρα­
στάσεις ήταν εκπληκτικές. Καμιά δεν έχανε από όσες
ανέβαιναν στα δύο θέατρα. Απ' έξω και ανακατωτά
γνώριζε τους ρόλους.
Μια φορά την πείραξε ο κύριος Τοπαλίδης.
«Θεοδοσία, αν αρρωστήσει κάποια ηθοποιός, μια
χαρά θα την αντικαταστήσεις».
«Μέχρι εδώ που έφτασα, με τη βοήθεια σας, μου
φτάνει...»
Τον εκτιμούσε και τον σεβόταν. Με σχολαστικότητα
έλεγχε τα οικονομικά των θεάτρων του. Ούτε μια δεκά­
ρα λάθος - να μην πέσει έξω ο κύριος Τοπαλίδης.

265
Δυο χρόνια είχαν περάσει. Το θέατρο ήταν το δεύτερο
σπίτι της. Άλλη δεν υπήρχε εκεί μέσα να έχει κλειστό το
στόμα της σε ό,τι έβλεπε και άκουγε. Υπήρξαν κάποιες
φορές που δημοσιογράφοι την πλησίασαν να μάθουν
για σκάνδαλα των ηθοποιών. Σφίγγα η Θεοδοσία.
Μόνο καλά λόγια έλεγε. Βοηθούσε ακόμα και τα νέα
κορίτσια που έρχονταν για οντισιόν. Πετούσε κουβέ­
ντες στον κύριο Τοπαλίδη. «Καλό κορίτσι... Πρέπει να
έχει και ταλέντο».
Λεγόταν, μάλιστα, πως μια ηθοποιός -η οποία αργό­
τερα έγινε μεγάλη και τρανή- όφειλε την καριέρα της
στη Θεοδοσία, Εκείνη ήταν η αφορμή να την πάρουν σ'
ένα ρόλο υπηρέτριας. Κι έτσι έκανε την αρχή.

Ήταν τρίτη μέρα των Χριστουγέννων, Η παράσταση
που είχε ανεβεί από την αρχή της σεζόν έσπαγε τα
ταμεία. Ο επιχειρηματίας θα διέθετε τις εισπράξεις
από τη βραδινή παράσταση σ' ένα φιλανθρωπικό σύλ­
λογο. Θεωρήθηκε τότε μεγάλο κοσμικό γεγονός.
Η Θεοδοσία κόντευε να τρελαθεί με τη ζήτηση των
εισιτηρίων. Δεν υπήρχε ούτε καρέκλα για εκείνο το
βράδυ. Από νωρίς, η ένταση στο θέατρο ήταν απερί­
γραπτη. Θα παρακολουθούσαν το έργο υπουργοί και
διάφοροι επίσημοι για να συνδράμουν την προσπάθεια
του συλλόγου για τις άπορες οικογένειες.
Χιόνιζε από νωρίς και ήταν οι δρόμοι γιορτινοί, με
μπάλες, στολίδια και γιρλάντες. Πολυτελή αυτοκίνη-

266
τα, αστραφτερές τουαλέτες, κομψές κυρίες, γοητευτι­
κοί κύριοι και φλας έκαναν τη βραδιά να μοιάζει με
παραμύθι.
Αστυνομία, σφυρίγματα, συνοδείες, μια απίστευτη
αναστάτωση για τη φιλανθρωπική παράσταση. Δεν
προλάβαινε να δει κανέναν. Τα χέρια της έτρεμαν από
την πολλή δουλειά.
Το κουδούνι χτύπησε για δεύτερη φορά. Ο χώρος
έξω και στο φουαγιέ είχε αδειάσει από τον κόσμο. Η
αγωνία στα παρασκήνια μεγάλη. Ακούστηκε και το
τρίτο. Τα φρένα της άσπρης Πόντιακ στρίγκλισαν στην
κατηφόρα της Ιπποκράτους. Η γυναίκα πετάχτηκε γρή­
γορα προτού προλάβει να της ανοίξει ο σοφέρ. Φορού­
σε μακριά λευκή γούνα. Οι άσπρες μπάλες του χιονιού
έπεφταν μπροστά της σαν πέπλο. Μια φιγούρα γεμάτη
μυστήριο σαν νύφη του χιονιά... Τα σμαραγδένια
σκουλαρίκια της φεγγοβόλησαν στα τελευταία φλας
των φωτογράφων.
Ένας ψίθυρος απλώθηκε τριγύρω. «Η Αρτόγλου...»,
«Ήρθε...», «Πανέμορφη πάντα...».
Δεν έπαψε ποτέ να είναι κομψή. Θεωρούνταν από
τις πιο καλοντυμένες γυναίκες της Αθήνας. Έγραφαν
στα περιοδικά γι' αυτήν. Σχολίαζαν πάντα τι φορούσε.
Ιδίως ο συνδυασμός των χρωμάτων και η συλλογή των
κοσμημάτων της έκαναν πολλές να τα ζηλεύουν.
Ήταν αντιπρόεδρος σ' αυτόν το σύλλογο. Χάρη στις
δικές της γνωριμίες, συγκεντρώθηκε όλο αυτό το πλήθος
στο θέατρο. Από νωρίς την έψαχναν όλοι. «Άργησε...»,

267
«Λες να μη φανεί;», «Είναι ιδιόρρυθμη, αλλά για το σύλ­
λογο...». Ήταν και η αγαπημένη των φωτογράφων.
Η Βερονίκη μπήκε σχεδόν τρέχοντας μέσα. Ακολου­
θούσαν οι ταξιθέτριες και κάποιοι άλλοι του θεάτρου.
Η Θεοδοσία μετρούσε τα λεφτά. Πρόσεχε να μην
κάνει λάθος. Τρίτη φορά που τα μετρούσε. Δεν αντιλή­
φθηκε στην αρχή την άφιξη της γυναίκας με τη λευκή
γούνα. Έκανε να στρίψει το κεφάλι στο διάδρομο και
τότε... Της φαντασίας της ήταν το προφίλ που έβλεπε
στους μεγάλους καθρέφτες ή η αδελφή της η Βερονίκη;
Τα λεφτά έπεσαν από τα χέρια και σκόρπισαν στο
μικρό ταμείο. Η γυναίκα χάθηκε σαν οπτασία πίσω
από τις μαύρες κουρτίνες.
«Τι συμβαίνει, Θεοδοσία;» Στην πόρτα ο κύριος
Τοπαλίδης της έκλεινε με τα χέρια την είσοδο. Ήταν
έτοιμη να τρέξει μέσα.
«Η κυρία...» ψέλλισε.
«Η αντιπρόεδρος του συλλόγου ήταν. Αργησε...
Έλα, μάζεψε τα λεφτά από κάτω και φύγε μόλις κλεί­
σεις το ταμείο».
Η παράσταση είχε αρχίσει. Οι ταξιθέτριες δεν την
άφησαν να μπει στην αίθουσα. Διαταγή του Τοπαλίδη.
Απαγορεύτηκε η είσοδος ακόμη και στο προσωπικό,
για λόγους ασφαλείας.

Κρύφτηκε στη γωνία Ιπποκράτους και Πανεπιστημίου.
Τόσο κρύο και τόσο χιόνι χρόνια είχε να δει η Αθήνα.

268
Τα πόδια της μέσα στις γόβες ήταν κοκαλωμένα. Η
αγωνία της για τη γυναίκα με τα σμαραγδένια σκουλα­
ρίκια την έκανε να ξεχνάει την παγωνιά. Περιπλανιό-
ταν στους δρόμους σχεδόν δύο ώρες.
Ήθελε να διώξει τη σκέψη και την ελπίδα πως ήταν
η Βερονίκη και, από την άλλη, φτερούγιζε η καρδιά της
πως μπορούσε να 'ναι αυτή. Έκανε διάφορες υποθέ­
σεις. Ίσως με τα γεγονότα τρόμαξε και γύρισε. Ήταν
πλούσιος ο Θεοφάνης. Τη γλίτωσε. Ο Θεοφάνης...
Αλήθεια, ποιο ήταν το επίθετο του;
Τότε, ο Δεσύλλας τον είχε συστήσει μόνο με το
όνομα. Τις δυο μέρες που έμεινε στο αρχοντικό τους,
συνέχεια «γαμπρό» τον αποκαλούσαν.
Κάποτε, όταν έμεναν στην Κοκκινιά, είχε ρωτήσει
την Ελισσώ.
«Πώς λέγεται η Βερονίκη μας τώρα;»
«Τι σημασία έχει;»
«Μπορεί να γυρίσει...»
«Γυρίσει δε γυρίσει, βρεθείτε δε βρεθείτε, σκέτο
Βερονίκη φτάνει!»
«Γιατί, μητέρα;»
«Δε χρειάζονται άλλες λεπτομέρειες! Ο κόσμος είναι
μικρός».
«Στην Κωνστ...»
«Μην πεις!»
«Μα που βρίσκεται;»
«Πολλά λες Θεοδοσία!»
«Δε σε καταλαβαίνω, μητέρα...»

269
«Αν ήταν πεθαμένη, θα κουβέντιαζες; Όχι! Πες, λοι­
πόν, πως είναι...»
«Μητέρα...»
«Κουβέντα γι' αυτήν. Τα έχουμε ξαναπεί. Πρέπει να
ξεχαστεί το κορίτσι. Αν μίλησε το ποτάμι... Σατανάδες
είναι οι άνθρωποι· φτάνουν στην άκρη του κόσμου για
να σου κάνουν κακό!»
Κατέβασε το κεφάλι η Θεοδοσία και σταμάτησε τη
συζήτηση.
Είχε δίκιο η Ελισσώ. Βούλωσαν το στόμα τους και την
καρδιά τους για να μη μαθευτεί πού βρισκόταν η Βερο­
νίκη. Απ' αυτό το μεγάλο μυστικό ξεκληρίστηκαν...

Μετρούσε τα χρόνια που πέρασαν αφότου έφυγε νύφη
για την Κωνσταντινούπολη στα δεκάξι της. Πίεζε τα
μηνίγγια της να μη θυμηθεί το αίμα που έλουζε το πρό­
σωπο του καταραμένου· τη Βερονίκη να τρέμει σαν
πουλάκι από το φονικό που έ κ α ν ε · κι ύστερα, τη σκηνή
στο ποτάμι.
Έξι χέρια τραβούσαν τον πεθαμένο να τον ρίξουν
στο νερό.
«Κι αν τον βρουν, Θεοδοσία;»
«Μη φοβάσαι, Βερονίκη. Θα κάνω παράκληση στον
Αρχάγγελο Μιχαήλ να τον κρατήσει κοντά του».
«Έχει υπόγειες σπηλιές, λένε...»
«Θα τον ρουφήξουν ως την κόλαση».
«Έχει δίκιο η Θεοδοσία. Εκεί ανήκει... Ανάθεμα την

270
ώρα που τον αγάπησα. Κατάρα που γέννησα παιδιά
μαζί του».
Όλη η ζωή τους πέρασε σαν ταινία από το μυαλό της,
όση ώρα περίμενε να τελειώσει η θεατρική παράσταση.
Ο κόσμος άρχισε να βγαίνει στο δρόμο. Τα αυτοκί­
νητα παραλάμβαναν τον κόσμο. Καληνυχτίσματα και
επευφημίες.
Ανέβηκε με δυσκολία το δρόμο, γιατί γλιστρούσε
στο παγωμένο χιόνι. Κρατιόταν από τους τοίχους για
να φτάσει στο θέατρο.
«Θεέ μου, βοήθησε με να τη δω».
Πρόλαβε την Πόντιακ την ώρα που ξεκινούσε. Η
γυναίκα στο πίσω κάθισμα δε φαινόταν από τα φλας.
Είχε γυρισμένο το κεφάλι προς την άλλη μεριά. Πάλι
μόνο το προφίλ της είδε μέσα στην κοσμοσυρροή... Η
γυναίκα έσκυψε σαν να ήθελε να κρυφτεί. Ο οδηγός
της Πόντιακ κόρναρε δυνατά. Έκαναν στην άκρη όλοι,
κι έφυγε με ταχύτητα...
Πήρε ταξί για του Ψυρρή. Πρώτη φορά τέτοιο
έξοδο. Μάζευε τα λεφτά για να κάνει το ταξίδι. Από
τότε που πέθανε η Ελισσώ, αυτό είχε βάλει στόχο: Να
πάει στην Πόλη για ν' αναζητήσει τη Βερονίκη. Θα
'πρεπε, βέβαια, να περιμένει λίγο να ομαλοποιηθεί η
κατάσταση μετά τα γεγονότα του Σεπτέμβρη.
«Να κάνεις τι, εκεί;» ρωτούσε η Αγγέλα.
«Μια πρώτη ξαδέλφη έχω...»
Δεν έλεγε την αλήθεια. Ποτέ δεν της είπε πως είχε
κι άλλη αδελφή εκτός από την Άννα. «Πόσο δύσκολα

271
είναι, απόψε... Με ποιον να μοιραστώ αυτό που τάραξε
το μυαλό μου πριν από λίγη ώρα; Πώς να κρατηθώ;»
Ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε στις μύτες, μη τυχόν
ξυπνήσει την Αγγέλα. Το φως στην κουζίνα την ξάφνια­
σε. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Προχώρησε, έσπρωξε
την πόρτα και είδε έναν άντρα με γυρισμένη την πλάτη.
«Αχ!» Κι έβαλε το χέρι στο μέρος της καρδιάς της.
«Μην τρομάζετε...»
«Ποιος είστε; Η Αγγέλα;»
«Κοιμάται».
«Εσείς;»
Γέμισε το ποτήρι από την κανάτα με το νερό.
«Ο αδελφός της...»
«Ο...» Δεν ήξερε πως η Αγγέλα είχε αδελφό.
«Σωτήρης. Είσαι η Θεοδοσία...»
«Ναι».
«Είμαι κουρασμένος. Θα τα πούμε το πρωί. Καλη­
νύχτα».
«Καληνύχτα».

Έπιναν καφέ προτού φύγει η Αγγέλα για τη δουλειά
της. Ξεκίνησαν την κουβέντα για τον Σωτήρη, ο οποίος
ακόμα κοιμόταν.
«Τρόμαξα, που να πάρει!»
«Πώς να σε ειδοποιούσα; Το τηλέφωνο στο θέατρο
μιλούσε συνέχεια».
«Δεν το ήξερες;»

272
«Όχι. Ξαφνικά ήρθε, γύρω στις οκτώ».
Σιωπή και αμηχανία.
«Γιατί;»
«Δε μιλούσα σε κανέναν γι' αυτόν». Ρούφηξε τη
μύτη της. Ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα...
«Αδελφός σου είναι...»
«Ναι, και τον αγαπώ πολύ».
Η Θεοδοσία άπλωσε το χέρι και της χάιδεψε το
δικό της.
«Τότε;»
«Υπέγραψα χαρτιά τότε στην Ασφάλεια πως απορ­
ρίπτω τις πολιτικές του ιδέες».
«Αριστερός...»
«Ναι. Έτσι μου είπε να κάνω... Έπρεπε να δουλέ­
ψω. Γυναίκα μόνη... Πρώτα στο βουνό, μετά εξορία...»
«Καιρό είχες να τον δεις;»
«Κοντά δέκα χρόνια...»
«Και τώρα;»
«Δεν ξέρω, Θεοδοσία. Ας αποφασίσει μόνος του...»
«Υπέγραψε δήλωση και βγήκε;»
«Όχι. Πήραν χάρη μερικοί από τον Αι-Στράτη».
«Θα μείνει εδώ;»
«Θα φύγει όταν ξυπνήσει. Φοβάται για μ έ ν α . »
Η Αγγέλα έφυγε προτού σηκωθεί ο Σωτήρης. Η Θεο­
δοσία μαγείρευε στην κουζίνα όταν ξύπνησε.
«Καλημέρα».
«Καλημέρα. Καφέ;»
«Αν μπορείς...»

273
«Πώς;»
«Μέτριο. Και διπλό...»
Δεν είχε βρεθεί ποτέ στη ζωή της μόνη σ' ένα σπίτι με
άντρα. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς ανακάτευε τον καφέ.
Καθόταν απέναντι της και την παρατηρούσε. Ένιωθε το
βλέμμα του και κοκκίνισε. Ο Σωτήρης πρέπει να ήταν
κοντά στα πενήντα. Χθες, μέσα στον τρόμο της, δεν πρό­
σεξε τα χαρακτηριστικά του. Σέρβιρε τον καφέ και κάθι­
σε. Πήρε κοντά της τα χόρτα κι άρχισε να τα καθαρίζει.
Ο άντρας έστριψε κι άναψε τσιγάρο.
«Σε πειράζει;»
«Όχι».
«Καπνίζεις;»
«Όχι».
«Ούτε η αδελφή μου...»
«Ούτε...»
Η μυρωδιά του καπνού ήταν αλλιώτικη. Ζαλάδα τής
έφερνε.
«Σ' ενοχλεί το τσιγαριλίκι;»
«Βρομάει!»
«Ε, όχι και βρομάει! Μαστουρώνει! Τι με κοιτάς σα
χαζή;»
Χασίσι κάπνιζε! Την έπιασε τρομάρα.
«Δεν ξέρω απ' αυτά εγώ...»
«Στη φυλακή το έμαθα...»
«Το ξέρει η Αγγέλα;»
«Σιγά! Νιάνιαρο είμαι για να με μαλώσει; Τόσα
χρόνια στη στενή, αν δεν έχεις αυτό, τρελαίνεσαι!»

274
«Πολλοί υπέφεραν στην εξορία».
Την κοίταξε αποσβολωμένος.
«Τι εξορία μου τσαμπούνας; Μίλα, μωρή!»
«Έτσι είπε η αδελφή σου».
Έβαλε τα γέλια και φάνηκαν τα σάπια δόντια του.
«Τέτοιο ζώον! Προτιμά να λέει πως είμαι αριστερός
από απατεώνας! Ναι, μωρή! Στη φυλακή ήμουν για
απάτες και κλοπές. Εντάξει... Γρατζούνισα κι έναν μια
μέρα, αλλά τη γλίτωσε φτηνά. Κατάλαβες;»
Λιγοθυμιά τής ήρθε απ' αυτά που άκουγε και από το
χασίσι.
«Γιατί το βούλωσες;»
«Έχω δουλειά».
«Τα στραβάδια σου έχεις! Πες πως είσαι μια γερο­
ντοκόρη που δεν έχεις δει άντρα ούτε στα σκέλια σου,
ούτε στο κρεβάτι, σαν την αδελφή μου!»
Πώς έμπλεξε έτσι, πρωί πρωί; Τέτοια προσβολή;
Έσφιξε το μαχαίρι με δύναμη. Πήγε να σηκωθεί, μα
έβαλε το πόδι του.
«Άσε με να περάσω».
«Της πληρώνεις ενοίκιο;»
«Δε θέλει...»
«Μια ζωή ηλίθια ήταν! Το μισό σπίτι είναι δικό μου.
Κληρονομιά της μάνας μας, το ξέρεις;»
«Όχι...»
«Κάτσε κάτω!» Την τράβηξε και την ξανακάθισε.
«Τζάμπα σ' έχει δηλαδή εδώ μέσα;»
«Εγώ πληρώνω το ηλεκτρικό και το φαΐ».

275
«Εγώ όμως δεν παίρνω τίποτε απ' αυτά!»
«Θα μιλήσω με την Αγγέλα...»
«Κανονίστε τα σύντομα».
Σηκώθηκε, έβαλε το σακάκι του και κοιτάχτηκε στον
καθρέφτη. Τότε τον πρόσεξε. Ήταν αδύνατος και
κοντός, με χαρακωμένο το πρόσωπο από τις ρυτίδες.
Πέντε τρίχες για μαλλιά. Έπιασε πως τον κοίταζε και
κάρφωσε το βλέμμα του άγριο στο δικό της.
«Τι;»
«Δεν είμαι ωραίος, το ξέρω...»
«Άμα έχει χαρίσματα ο άνθρωπος...»
Έβαλε τα γέλια.
«Χαρίσματα εγώ; Ένα σακί σκατά είμαι!»
Κατέβασε πάλι τα μάτια της στα χόρτα. Πετούσε,
μαζί με τα άχρηστα, και τα καλά από την ταραχή της.
Ένιωσε πως την πλησίαζε. Το φτηνό φουζέρ τής μπού­
κωσε τη μύτη. Η ανάσα του στάθηκε στο πρόσωπό της.
Το χέρι του ανασήκωσε το πιγούνι της και την ανάγκα­
σε να τον κοιτάξει.
«Παράτα με!»
«Και ωραία μαύρα μάτια...» Άπλωσε και το άλλο
χέρι του στο άνοιγμα της ρόμπας. Της βούτηξε το στή­
θος δυνατά. Έσκυψε να τη φιλήσει...
Το μαχαίρι που κρατούσε, ούτε κατάλαβε πώς
χώθηκε στην παλάμη του. Το αίμα πετάχτηκε σαν ν'
άνοιξε βρύση. Έβγαλε μια κραυγή και τραβήχτηκε από
κοντά της. Το έβαλε κάτω από το νερό, εξευτελίζοντας
τη σαν σκουπίδι.

276
«Μωρή πουτάνα! Ψευτοπαρθένα! Είδες άντρα και
έχασες το μυαλά σου! Κάτι σαν και σένα ο Σωτήρης τις
έχει φάει με το κουτάλι πριν μπει φυλακή!»
Βγήκε τρέχοντας από την κουζίνα. Έριξε μια ζακέ­
τα επάνω της και με τις παντόφλες ακόμα στα πόδια
βγήκε από το σπίτι.

277
Π έρασε όλο εκείνον το χειμώνα στο σπίτι της
Κηφισιάς. Δε μίλησε καθόλου με την Αρετούλα
για το αρχοντικό στην Ύδρα. Συνέχιζε τον ίδιο ρυθμό
ζωής. Έβγαινε σπάνια έξω. Κλεινόταν στο γραφείο
της, κι έγραφε και διάβαζε συνέχεια. Η Αρετούλα,
πέρα από τις καθημερινές δουλειές, δεν είχε πολλά να
κάνει. Παλιά, έβγαιναν συχνά βόλτα μαζί. Τώρα, κλει­
σούρα και σιωπή.
«Αν συνεχίσει έτσι, θα γηροκομηθούμε». Το σκέ­
φτηκε έτσι κι αλλιώς κι άρχισε τα τάματα, «Φέρε έναν
άντρα στα πόδια της, Άγιε Φανούρη, και όλα τα λεφτά
που μάζεψα θα σ' τα κάνω εικόνισμα χρυσό».

Ο φάκελος στο γραμματοκιβώτιο είχε σφραγίδα στρα­
τιωτική, Η Αρετούλα τον περιεργάστηκε προτού τον
δώσει στη Βερονίκη επειδή της είχε κάνει εντύπωση.
«Μέχρι και ο στρατός την καλεί...» μουρμούρισε
φουσκώνοντας από περηφάνια.
Ηξερε πολύ καλά την αξία της κυράς της. Έβλεπε τις

279
φωτογραφίες της σε περιοδικά και εφημερίδες, αλλά σαν
πήγαινε κάτι να της πει -«μπράβο» ή «συγχαρητήρια»- η
Βερονίκη τη σταματούσε με μια κίνηση του χεριού της.
Η πρόσκληση ήταν από το Επιτελείο Στρατού για τη
δεξίωση στο Σαρόγλειο Μέγαρο, στην πλατεία Ρηγίλ­
λης, με αφορμή την εορτή της 25ης Μαρτίου.
Τη διάβασε και την άφησε στην άκρη. Οι πολλές
προσκλήσεις είχαν αρχίσει να την κουράζουν. Η μονα­
ξιά της είχε γίνει συνήθεια. Έβλεπε πως κάθε έξοδος
της ήταν μια αντίδραση και μόνο. Όσο για το φιλαν­
θρωπικό της έργο, δεν ήταν μόνο από τη λύπη που
ένιωθε για τους απόρους. Ήταν πολλά τα λεφτά της. Οι
καταθέσεις και οι επενδύσεις της πολλαπλασιάζονταν.
Μετά την κλινική, που πήγαινε περίφημα, αγόρασε
ένα ξενοδοχείο. Αργότερα, ήρθε στην κατοχή της εκείνη
η στοά με τα δέκα καταστήματα, στο κέντρο της Αθήνας.

Οι στρατιωτικές στολές, τα παράσημα, η μπάντα, τα
στολισμένα τραπέζια μέσα στην αίθουσα της Λέσχης
μαρτυρούσαν το μεγαλείο της βραδιάς.
Η γυναίκα με το γκριζογάλαζο ταφταδένιο μουαρέ
φόρεμα, κεντημένο στο μπούστο με πετράδια, καθήλω­
σε τον κόσμο με την είσοδο της. Το φαρδύ μαντό στο
ίδιο χρώμα, ριγμένο στην πλάτη, έδινε έναν αριστο­
κρατικό αέρα στο περπάτημα της. Τα σκούρα μαλλιά
της, σηκωμένα πάνω, άφηναν να φανούν τα ζαφείρια
που φορούσε στον -ψηλόλιγνο λαιμό και στα αφτιά.

280
Πάνω στις ψηλοτάκουνες γόβες της, από το ίδιο
ύφασμα, προχωρούσε με σώμα στητό. Η εμφάνιση της
έκανε τους στρατιωτικούς σχεδόν να παραταχθούν
δεξιά και αριστερά της, σε στάση προσοχής. Πολλοί
χαμήλωσαν το κεφάλι σε υπόκλιση. Η Βερονίκη Αρτό­
γλου, γι' άλλη μια φορά, έκλεβε την παράσταση.
Ο στρατηγός την οδήγησε στο τραπέζι με τους επι­
σήμους. Με μειδίαμα απαντούσε στους χαιρετισμούς...
Από το σημείο όπου καθόταν, έβλεπε την είσοδο της
αίθουσας. Η κυρία ταξιάρχου κάτι της έλεγε, και γύρι­
σε προς το μέρος της.
Ο άντρας με τη στολή και τα παράσημα μπήκε με
τους τελευταίους. Προχώρησε λίγα βήματα και στα­
μάτησε. Κεραυνός τού ήρθε. Ας είχε τόσα χρόνια να
τη δει. Στο πρώτο τραπέζι ήταν εκείνη· το κορίτσι με
τα βιολετιά μάτια που ερωτεύτηκε σε μια βραδιά στην
Πόλη...
Τον πλησίασε κάποιος σερβιτόρος.
«Ακολουθήστε με, παρακαλώ, στο τραπέζι σας».
Υπάκουσε και τον ακολούθησε. Διέσχισαν την αίθου­
σα, αναγκάζοντας τον να περάσει δίπλα από τη Βερονί­
κη. Έφτασε πολύ κοντά της. Μια καρέκλα τούς χώριζε.
«Συγγνώμη...» είπε ευγενικά ο σερβιτόρος.
Γύρισε το πρόσωπο της κι έμεινε εκεί... Άδειασε ολό­
κληρη... Ανέβασε το βλέμμα της αργά, από το σακάκι
της στολής με τα παράσημα έως το πρόσωπο του... Τα
μάτια της άστραψαν σαν τα ζαφείρια που φορούσε.
Οι άλλοι στο τραπέζι νόμισαν πως έπαθε κάτι.

281
Ο άντρας με το αριστερό χέρι στην τσέπη της προέτει-
νε το άλλο. Σήκωσε το δικό της σαν υπνωτισμένη.
«Κυρία Αρτόγλου... Πόσα χρόνια...» Έσκυψε και
της έκανε χειροφίλημα. Ήταν παγωμένο.
«Τζόγια...» ψέλλισε.
«Κάνετε λάθος, κυρία μου. Δημήτρης Φραγκόπου-
λος, το όνομα μου. Συνταγματάρχης εν αποστρατεία».

Η βραδιά κύλησε σιωπηλά· μόνο τα βλέμματα τους παι-
χνίδιζαν. Απορίες και ερωτηματικά... Εξηγήσεις χωρίς
λόγια... Θλίψη και χαρά συνάμα. Παρελθόν μακρινό,
που ζωντάνεψε στο σήμερα...
Την πρόλαβε την ώρα που στεκόταν στην έξοδο,
περιτριγυρισμένη από άλλους στρατιωτικούς. Έπρεπε
να το τολμήσει.
«Μπορώ να σας συνοδεύσω, κυρία Αρτόγλου;»
ψιθύρισε, προτείνοντας το μπράτσο του.
Διάβασε τα μάτια της, και αυτό του έδωσε θάρρος
να την οδηγήσει έξω. Η άσπρη Πόντιακ την περίμενε
με το σοφέρ. Της άνοιξε την πόρτα,
«Περάστε, παρακαλώ...»
«Ο συνταγματάρχης θα 'ρθει μαζί μου».
Κάθισαν ο ένας δίπλα στον άλλο. Ανεβαίνοντας τη
Βασιλίσσης Σοφίας, άγγιξε δειλά το χέρι της. Τα
δάχτυλα της σιγά σιγά μπλέχτηκαν με τα δικά του. Σε
όλη τη διαδρομή δεν κοιτάχτηκαν καθόλου...
Βγήκε πρώτη.

282
«Πήγαινε», είπε στο σοφέρ. «Δε σε χρειάζομαι...»
«Ο κύριος συνταγματάρχης;»
«Θα φιλοξενηθεί απόψε στο σπίτι μου»,

Την ακολούθησε αμίλητος μέσα. Εκείνη κλείδωσε την
πόρτα πίσω της. Της έβγαλε το μαντό. Το πέταξε στην
πολυθρόνα. Δεν είχε ανάψει φως. Τη γύρισε προς το
μέρος του απαλά. Της άγγιξε το πρόσωπο. Τα δάκρυα
έτρεχαν ποτάμι.
«Είσαι στ' αλήθεια εσύ...»
«Εγώ...»
«Βερονίκη...»
«Τζόγια...» Χάιδεψε το χέρι που είχε στην τσέπη
του... «Πώς;»
«Έχω να σου πω πολλά... Εσύ;»
«Εγώ έφυγα από την Πόλη».
«Ο Θεοφάνης;»
«Δεν ξέρω. Μόνη έφυγα...»
Τύλιξε το χέρι του στη μέση της και την έσφιξε πάνω
του.
«Πάνε πολλά χρόνια...»
«Πάρα πολλά, Τζόγια...»
«Είναι αργά...»
«Μείνε...» Έπιασε το βλέμμα του πάνω στο ανάπη­
ρο χέρι του. «Και σε αναπηρικό καρότσι να σ' έβρι­
σκα... Μείνε...» Έβγαλε το χέρι του από την τσέπη και
το φίλησε.

283
«Σ' αγαπώ, Βερονίκη».
«Κι εγώ. Δεν είναι αργά...»
«Δεν είναι εύκολο...»
«Είναι... Αυτή τη φορά είναι!» Ακούμπησε στον ώμο
του και ανέβηκαν στον επάνω όροφο.
Η Αρετούλα κοιμόταν βαθιά. Πρώτη φορά που δεν
την ξύπνησε για να τη βοηθήσει να ξεντυθεί...
Βρέθηκε γυμνή στο κρεβάτι από άλλον άντρα· τον
άντρα που αγάπησε στα είκοσι της· τον άντρα που είδε
να χάνεται στα νερά του Βοσπόρου· τον άντρα που
ήξερε πως ήταν τενόρος και όχι ήρωας του πολέμου·
τον Τζόγια που αρνήθηκε να τον πει Δημήτρη.
«Ψευδώνυμο ήταν. Έτσι έπρεπε, για την αποστολή...»
«Δε με νοιάζει. Αυτόν γνώρισα, αυτόν αγάπησα.
Αυτός είσαι...»
Η νύχτα πήρε το πάθος τους. Το φεγγάρι τις εξομο­
λογήσεις τους. Τα άστρα τις υποσχέσεις τους να μη
χωρίσουν πια...

284
Π ήγε στην απέναντι γειτόνισσα. Είπε ψέματα πως
είχε ξεχάσει στο σπίτι τα κλειδιά. Η Αγγέλα θα
γύριζε στις τρεις, και ήταν ακόμα δέκα... Κάθισε κοντά
στο παράθυρο για να παρακολουθεί την πόρτα.
Μια ώρα μετά, άνοιξε και βγήκε ο Σωτήρης, Πετά­
χτηκε αμέσως.
«Tι έπαθες, καλέ;» απόρησε η γειτόνισσα.
«Να πηγαίνω τώρα,,.»
«Μα δεν έχεις κλειδιά».
«Το θυμήθηκα... Στο κάτω παράθυρο έχω κρυμμένα
άλλα».
Μπήκε και διπλοκλείδωσε. Άλλαξε αμέσως ρούχα
και ετοιμάστηκε να φύγει. Όλα αυτά με έντονο εκνευ­
ρισμό. Τέτοια προσβολή από άντρα δεν τη φανταζότα­
νε ποτέ. Πώς ήταν δυνατόν η Αγγέλα να της πει τόσα
ψέματα για τον αδελφό της; Γιατί δεν την προειδοποί­
ησε πως μόλις είχε βγει από τη φυλακή;
Πελάγωσε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να την περιμένει ή
να φύγει. Πάλι, όμως, δε θα το κουβέντιαζε κάποια
στιγμή μαζί της;

285
Αλλαξε γνώμη και ξεντύθηκε. Έπλυνε τα χόρτα.
Πέταξε το μαχαίρι που είχε ακόμα αίματα επάνω,
και στάθηκε μπροστά στο εικονοστάσι να προσευχη­
θεί, να ζητήσει συγχώρεση που παραλίγο να κάνει
έγκλημα.
Η Αγγέλα τη βρήκε να κάθεται κουρνιασμένη στο
κρεβάτι.
«Τι έπαθες, Θεοδοσία;» Κουβέντα. Από πού ν' άρχιζε;
«Ο Σωτήρης είναι εδώ;»
«Έφυγε...»
«Είπε τι ώρα θα γυρίσει;»
«Όχι...»
«Μα τι μιλάς κοφτά;»
«Αγγέλα...»
«Τι;»
«Ο αδελφός σου...»
«Είδες τι καλός είναι; Δεν είναι; Μιλήσατε;»
«Ναι...»
«Και πώς σου φάνηκε;»
«Δεν ξέρω...»
«Βασανισμένος άνθρωπος... Αλλά ποιος του φταίει
με τις ιδεολογίες...»
«Γιατί λες ψέματα;» τη διέκοψε.
«Ψέματα;»
«Δεν ήταν εξορία. Φυλακή ήταν, για βρομιές που
έκανε...» Κατέβασε το κεφάλι η Αγγέλα από την ντροπή.
«Μου τα είπε ο ίδιος...»
Βγήκε από το δωμάτιο τρέχοντας στο δικό της.

286
Έμεινε κλεισμένη ως το βράδυ. Λίγο προτού φύγει η
Θεοδοσία χτύπησε την πόρτα της.
«Φεύγω για το θέατρο. Αν ξανάρθει, ειδοποίησέ με.
Δε θέλω να τον ξαναδώ μπροστά μου...»
Ανοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε πρησμένη από το
κλάμα.
«Δεν μπορούσα να σ' το πω. Αδελφός μου είναι, τον
αγαπώ...»
«Καταλαβαίνω... Έπρεπε όμως να ξέρω... Πέρασα
άσχημα μαζί του. Καληνύχτα».

Ο Σωτήρης εγκαταστάθηκε στο σπίτι της Αγγέλας. Η
Θεοδοσία νοίκιασε ένα δωμάτιο στα Εξάρχεια, αφού
προηγουμένως εξήγησε στη φίλη της τι είχε περάσει με
τον αδελφό της εκείνη τη μέρα... Μετά την άσχημη
εμπειρία που είχε μαζί του, έψαξε να βρει δικό της σπίτι.
Ένιωσε λυτρωμένη που έμενε μόνη της. Πρώτη
φορά που δεν είχε να νοιαστεί για κανέναν και ήταν
και κοντά στη δουλειά της. Με τον καιρό, ο κύριος
Τοπαλίδης την πήρε από το ταμείο και της ανέθεσε όλη
τη διαχείριση των οικονομικών του. Την εκτιμούσε ιδι­
αίτερα και της παραχώρησε δικό της γραφείο. Της είχε
τυφλή εμπιστοσύνη. Τίποτε δεν αποφάσιζε αν δεν
έπαιρνε τη γνώμη της.
Η επαφή της με τους ηθοποιούς μεγάλωνε. Όταν
έρχονταν να πληρωθούν, άκουγε πολλές φορές τα προ­
σωπικά τους, ιδίως ό,τι είχε σχέση με τα οικονομικά

287
τους - «Δεν τα βγάζω πέρα...», «Μεγαλώνω και δυο
παιδιά,..», «Λίγα παίρνω, βρε Θεοδοσία...».
Με όλες αυτές τις σκοτούρες στο μυαλό της, το τρέ­
ξιμο και τη μετακόμιση, ξέχασε τη γυναίκα που ήταν
σαν νύφη του χιονιά. Εξάλλου, κάθε βράδυ εξουθενω­
νόταν με την πολλή δουλειά στο θέατρο κι έπεφτε αμέ­
σως για ύπνο.

Της ζήτησε να μείνει το βράδυ μετά το τέλος της παρά­
στασης. «Έχουμε να πούμε πολλά...»
Σε λίγες μέρες θα τελείωνε η χειμερινή σεζόν. Ήταν
πια Μάρτης. Το έργο που είχαν ανεβάσει είχε μεγάλη
επιτυχία. Δεν έβλεπε, όμως, ούτε άκουγε να ετοιμάζε­
ται κάποια άλλη παράσταση για το θερινό θέατρο που
είχε ο Τοπαλίδης.
Έκανε δυο τρεις βόλτες μπροστά της, με τα χέρια
δεμένα πίσω. Το συνήθιζε αυτό όταν είχε να κουβε­
ντιάσει σοβαρά θέματα.
«Προβληματισμένο σάς βλέπω...»
«Η πρωταγωνίστρια μου έκανε μια πρόταση...»
«Σαν τι;»
«Να πάμε την παράσταση στην επαρχία».
«Δηλαδή;»
«Να γυρίσει ο θίασος όλη την Ελλάδα και να παίξει
σ' όλες τις μεγάλες πόλεις».
«Μάλιστα... Και το θερινό;»
«Θα το νοικιάσω. Ποια είναι η δική σου γνώμη;»

288
«Το έχετε ξανακάνει;»
«Παλαιότερα, αλλά με άλλη μορφή. Κατεβάζαμε
μπουλούκια. Όχι θίασο περιωπής, όπως αυτός τώρα,
με πρώτα ονόματα!»
«Θέλει προετοιμασία και μελέτη. Ποιο θα είναι το
κόστος, ποια τα κέρδη...»
«Σωστά. Γι' αυτό σε κάλεσα, να φροντίσεις για όλα.
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής θα πρέπει να ελέγξει τους
χώρους που θα παίξουμε. Αν και...»
«Και;»
«Επιμένουν όλοι να πάμε και στην Κωνσταντινού­
πολη».
Έσφιξε τα χέρια για να μην καταλάβει την τρεμού­
λα της μόλις άκουσε τη λέξη.
«Κωνσταντινούπολη...» επανέλαβε.
«Τι λες;»
«Εσείς θ' αποφασίσετε».
«Συμφωνώ, Θεοδοσία, αλλά θέλω εσύ ν' ακολου­
θήσεις το θίασο ως το τέλος, για να έχω ήσυχο το
μυαλό μου».
Τέλος Απριλίου θα παιζόταν η πρώτη παράσταση
της περιοδείας στην Κωνσταντινούπολη και από 'κεί θα
συνεχιζόταν σε όλη την Ελλάδα... Το διαβατήριο για το
ταξίδι που ονειρευόταν, στερούμενη ακόμα και τη
δεκάρα, της το έδωσε ο κύριος Τοπαλίδης.

289
Ε κείνο το πρωινό, η πόρτα στο δωμάτιο της Βερο­
νίκης ήταν κλειδωμένη. Η Αρετούλα, με το δίσκο
στα χέρια, περίμενε απ' έξω. Πριν από λίγο, της είχε
παραγγείλει: «Αρετούλα, σε παρακαλώ, δυο φλιτζάνια
καφέ και πλήρες πρωινό...»
Όση ώρα τα ετοίμαζε στην κουζίνα, αναρωτιόταν
για την ξαφνική αλλαγή της Βερονίκης. «Καφέ αντί για
τσάι, όπως συνήθιζε εδώ και καιρό; Και δυο φλιτζάνια;
Και πλήρες πρωινό; Αυτή δεν έβαζε μπουκιά στο στόμα
της πρωί πρωί».
Κουλουράκια, βούτυρο, φρέσκα ψωμάκια, τυριά,
φρούτα· ο μεγάλος ασημένιος δίσκος γέμισε με όλα τα
καλά.
Χτύπησε την πόρτα για να μπει.
«Άφησε τα έξω και φύγε! Θα τα πάρω εγώ...»
«Μπα, σε καλό της... Τι πράγματα είν' αυτά; Τι συμ­
βαίνει εκεί μέσα;» μονολόγησε, ενώ την έτρωγε η πε­
ριέργεια. Δεν μπορούσε να βάλει στο μυαλό της ότι
υπήρχε άντρας στην κρεβατοκάμαρα της Βερονίκης,

291
Μεσημέρι κατέβηκαν μαζί με τον Τζόγια, Μπροστά
αυτή, πίσω ε κ ε ί ν ο ς · πιο νέα και φρέσκια από ποτέ.
Πιασμένα τα μαλλιά της σε αλογοουρά, σαν κοριτσάκι.
Με χαμηλά παπούτσια και ένα φόρεμα σε απαλό ροζ,
σαν μαθήτρια. Κατέβηκε τα σκαλιά, θαρρείς και
χόρευε. Ο άντρας φορούσε στρατιωτική στολή, με το
σακάκι ριγμένο στους ώμους. Το βλέμμα του, όλο
λάμψη, δεν έφευγε από πάνω της.
Βρέθηκαν μπροστά στην Αρετούλα, την ώρα που
έβγαινε από την κουζίνα. Έμεινε άγαλμα...
«Αρετούλα...» Κατέβασε το κεφάλι σαν να έκανε
ζημιά. «Πήγαινε μέσα». Πρέπει να κατάλαβε την πίκρα
της και συμπλήρωσε: «Θα τα πούμε αργότερα...»
Την κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του για ώρα. Κοι­
τάχτηκαν στα μάτια και φιλήθηκαν. Προχώρησαν προς
την εξώπορτα. Στο δρόμο τους περίμενε η Πόντιακ.
«Θα πας τον κύριο εκεί που θα σου πει», είπε στον
οδηγό.
Το αυτοκίνητο ξεκίνησε και, μέχρι που χάθηκε στη
στροφή του δρόμου, το βλέμμα του ήταν στραμμένο στη
φιγούρα της Βερονίκης, μπροστά στο σιδερένιο φράχτη.

Έσυρε αργά αργά τα βήματά της στο σαλόνι. Κάθισε
στην κουνιστή πολυθρόνα, δίπλα στη μεγάλη τζαμαρία
που έβλεπε στον πίσω κήπο. Πρότεινε και στην Αρε­
τούλα να καθίσει απέναντι της.
Τέλος του Μάρτη. Όλα τα λουλούδια είχαν αρχίσει

292
να βγάζουν τα πρώτα τους μπουμπούκια. Από τα τσα­
μπιά της γλυτσίνας έσκαγε το μοβ... Άφησε το βλέμμα
της να χαθεί στα χρώματα και, χωρίς να την κοιτάζει,
άρχισε να μιλάει: «Ίσως να τον θυμάσαι. Ο επισκέπτης
στο Μπέγιογλου...» Θυμήθηκε αμέσως. Είχαν κάνει
και σ' εκείνη εντύπωση το παράστημα και η γοητεία
του. Έφερε στο μυαλό της κι εκείνο το κομπολόι που
κρατούσε, με τις μαύρες χάντρες και τ' ασημένια
δαχτυλίδια ανάμεσα τους. Από την ώρα που το βρήκε
και της το έδωσε μέχρι αυτή τη στιγμή, η Βερονίκη το
κρατούσε στα χέρια της. «Αυτός. Τον αγάπησα από το
ίδιο βράδυ». Κι όσο συνέχιζε να μιλάει για τον Τζόγια,
τόσο οι θύμησες της Αρετούλας ζωντάνευαν και δικαιο­
λογούσαν τα καμώματα της κυράς της...

Το απόγευμα ήρθε ο δικηγόρος της. Κλείστηκαν πάλι
στο γραφείο. Αυτή τη φορά μόνο για λίγη ώρα.
«Θέλω να τον παντρευτώ!»
«Δεν έχετε πάρει διαζύγιο με τον κύριο Αρτόγλου».
«Είναι χρόνια εξαφανισμένος! Βρείτε κάποιον
τρόπο...»
«Εντάξει...»
«Το συντομότερο!»
«Θα το προσπαθήσω...»
«Πληρώστε ανθρώπους, αν χρειαστεί... Θέλω να τον
παντρευτώ την άλλη Κυριακή!»

293
Έπειτα από μία βδομάδα, το φορτηγό, γεμάτο με
βιβλία και με τα λιγοστά πράγματα του Τζόγια, έφτασε
στην οδό Γεωργαντά 25, στην Κηφισιά.
Πότε μεταμορφώθηκε όλο το σπίτι, ούτε με μαγικό
ραβδί να γινόταν. Βιβλιοθήκες τοποθετήθηκαν στους
τοίχους. Το γραφείο της έγινε δικό του. Τα παλιά έπι­
πλα αντικαταστάθηκαν με καινούρια. Σαν μικρά παι­
διά οι δυο τους γελούσαν κι έδιναν εντολές.
Η Αρετούλα δεν προλάβαινε από τις δουλειές να
ξεπληρώσει το τάμα της στον Αϊ-Φανούρη. Άντρας
ήρθε στη ζωή της Βερονίκης, και τι άντρας!
«Τέτοιος έρωτας, κυρά μου, ούτε στα παραμύθια!
Σ' το χρωστούσε ο Θεός!»
«Τον αγαπώ»,
«Κι εκείνος, μάτια μου... Να σας φυλάει η Παναγιά!»
«Θέλω να τον κάνω ευτυχισμένο».
«Μα είναι! Δεν τον βλέπεις που λάμπει ολόκληρος!»
Η Βερονίκη άλλαξε ακόμα και την εμφάνισή της.
Διάλεγε ρούχα πιο φωτεινά, πιο νεανικά. Έγινε σαν
είκοσι χρονών κορίτσι. Σταμάτησε να φοράει τα
κοσμήματα της - ένα μενταγιόν μόνο στο λαιμό. Και
ύστερα από ένα μήνα, τη βέρα της στο δ ε ξ ί · ίδια με του
Τζόγια.
Έμαθε να οδηγεί και έδιωξε το σοφέρ. Όλη η
Αθήνα βούιξε μ' αυτόν το γάμο. Έκαναν διάφορα
πικρόχολα σχόλια και την κατέκριναν, ωστόσο όλοι
επιδίωκαν την παρέα της.
Παρ' όλα αυτά, ο Τζόγιας άρχισε να κουράζεται από

294
τη ζωή που έκαναν. Σιγά σιγά, της επέβαλε το δικό του
τρόπο. Την ενθάρρυνε να διαβάσει διάφορα βιβλία, όπως
έκανε και παλιά. Πήγαιναν στο θέατρο και στο σινεμά.
Καλούσαν φίλους στο σπίτι ή τους επισκέπτονταν εκείνοι.
«Θέλω να ζήσω!»
«Δε ζεις έτσι, Πεθαίνεις από την ανία. Τα ίδια και
τα ί δ ι α · όλα ανούσια».

Η Αρετούλα δε δέχτηκε να φύγει μαζί τους για την
Ύδρα.
«Αποκλείεται! Ανύπαντρη γυναίκα εγώ, με νιόπα­
ντρο ζευγάρι;» Κι έβαλαν κι οι τρεις τους τα γέλια.
«Θα σε χρειαστεί», της είπε ο Τζόγιας.
« Έ χ ε ι εσένα. Δε χρειάζεται κανέναν άλλο, κύριε
Τζόγια!»
Τόσο καιρό τώρα, που ζούσε σ' αυτό το σπίτι, δεν
τον ενοχλούσε που δεν τον φώναζαν με το αληθινό του
όνομα...
Έμειναν ένα χρόνο εκεί. Τον έρωτα και το πάθος
τους μόνο το σπίτι με τη μεγάλη βεράντα μπορούσε να
ομολογήσει. Την ευτυχία τους, τα σκαλοπάτια του νη­
σιού... Τα όνειρα τους, η θάλασσα και τα γλαροπούλια...

Εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό, απολάμβανε στη βερά­
ντα τον καφέ του και ξεφύλλιζε ένα βιβλίο. Η Βερονί­
κη κοιμόταν ακόμα...

295
Η ζωή στο νησί γεφύρωσε τα χαμένα χρόνια. Δε
φανταζόταν ούτε στ' όνειρο του πως κι εκείνη τον είχε
αγαπήσει από το πρώτο βράδυ στην Πόλη. Ήταν ευτυ­
χισμένος. Μπορούσε να το ομολογήσει. Του ήταν τόσο
αφοσιωμένη. Δεν έφευγε στιγμή από δίπλα του.
Χρειάστηκαν ώρες και ώρες για να διηγηθούν όσα
πέρασε ο καθένας τους. Ζούσαν μια αγάπη που λίγο
έλειψε να μην τη ζήσουν.
Το θέμα της αναπηρίας του έδειχνε πως δεν την
ενοχλούσε καθόλου, σαν να μην υπήρχε. Πολλές φο­
ρές φιλούσε το χέρι του κι άλλες το έλουζε με δάκρυα
ευτυχίας.
Έκανε τα αδύνατα δυνατά για την αγάπη τους.
Ακόμα και την οικονομική τους διαφορά δεν τον άφηνε
να την καταλάβει. Έβαζε σ' ένα συρτάρι λεφτά και
έλεγε: «Είναι και για τους δυο μας. Όποιος χρειάζεται,
παίρνει χωρίς λογαριασμό!»
Κάποια στιγμή πήγε να διαμαρτυρηθεί.
«Δε νιώθω άνετα!»
«Λες και είναι δικά μου...»
«Βερονίκη, αγάπη μου...»
«Τα άφησε ένα άνθρωπος που αγαπούσε και σένα και
μένα!» Μετά κοίταζε ψηλά, χαμογελούσε πονηρά και
ρωτούσε στο άπειρο: «Δεν έχω δίκιο, θείε Σεραφείμ;»
Έβαζαν τα γέλια και ξεχνούσαν τη διαφορά τους
που ήταν και η μοναδική.

296
«Τζόγιααα!» Η δυνατή φωνή έσπασε την ηρεμία
του πρωινού.
Τη βρήκε πανικόβλητη στο κρεβάτι. Πλημμυρισμένα
όλα στο αίμα... Την κατέβασαν στα χέρια, μέχρι το
λιμάνι, ένας γιατρός και κάποιοι γείτονες. Η αιμορρα­
γία συνεχιζόταν ώσπου έφτασε το καράβι στον Πει­
ραιά. Την πήγαν στην κλινική του Παλαιού Φαλήρου.
Οι γιατροί όλοι έπεσαν πάνω της να τη φροντίσουν.
Διαπίστωσαν πως ήταν έγκυος και είχε αποβάλει...
Ο Τζόγιας ήταν συντετριμμένος, αλλά έπρεπε να
στηρίξει τη Βερονίκη. Εξάντλησε όλα τα ψυχικά του
αποθέματα, για να σταθεί στο πλάι της εκείνες τις πρώ­
τες ώρες. Το δυσάρεστο νέο έπρεπε να της το πει ο
ίδιος. Οι γιατροί θεωρούσαν ότι θα 'ταν καλύτερα
έτσι... «Είναι τόσο προσωπικό και για τους δυο σας,
κύριε Φραγκόπουλε».
Στεκόταν αμίλητος και την κοίταζε. Τα απίθανα
μάτια της είχαν γίνει σκούρα μοβ, όπως οι κύκλοι γύρω.
«Δεν το είχα υποψιαστεί. Πίστεψε με...»
«Ίσως να είναι αργά για όλα...»
«Μην το ξαναπείς, Τζόγια μου».
«Λαχταρούσα ένα παιδί!»
«Γιο...»
«Μπορεί...»
«Θα τον έβγαζα όπως ήθελε ο Σεραφείμ».
«Δηλαδή;»
«Βυζαντινό όνομα...»
«Σαν τι;»

707
«Ρωμανός ή Μιχαήλ, Το δεύτερο μ' αρέσει πιο πολύ».
Το σπίτι στην Ύδρα κλειδώθηκε για πολλά καλοκαί­
ρια. Επέστρεψαν στην Κηφισιά. Η Βερονίκη δε δέχτη­
κε να αλλάξει τίποτε από τη ζωή τους. Απαγόρευσε
στον Τζόγια και στην Αρετούλα να της φέρονται σαν να
ήταν άρρωστη. Μπορεί να φαινόταν ταλαιπωρημένη,
αλλά δεν το έβαζε κάτω. Η αποβολή ολοκλήρωσε τον
κύκλο των χαμένων ανθρώπων της. Για το μόνο που
έτρεμε, ήταν να μην πάθει κάτι ο Τζόγιας. Δεν άντεχε
να τον χάσει. Αυτό δε θα μπορούσε να το ξεπεράσει.
«Μπορεί να ξαναμείνω έγκυος, αγάπη μου. Δεν το
απέκλεισαν οι γιατροί...» Του έδινε κουράγιο, και στην
Αρετούλα την ελπίδα πως, αν έκανε πάλι τάμα, μπορεί
να την άκουγε ο άγιος. Γιατί το πρώτο τάμα το 'χε
ξεπληρώσει. Πήγε την ολόχρυση εικόνα...
Όταν ένιωσε καλύτερα, έφυγαν στην Ευρώπη για
ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Ανοιγε χάρτες, σημείω­
νε πόλεις και, στο τέλος, του δήλωσε: «Ένα ταξίδι
χωρίς ημερομηνία επιστροφής!»

Η Αρετούλα δεν ακολούθησε. Η ιστορία της Βερονίκης
την είχε διαλύσει για άλλη μια φορά. Δεν μπορούσε να
πιστέψει πως αυτή η γυναίκα άγγιζε την ευτυχία, αλλά
ποτέ δεν τη χαιρόταν ως το τέλος... Για να περάσει τον
καιρό της, αποφάσισε να καθαρίσει το υπόγειο του
σπιτιού, από τόσα και τόσα άχρηστα που είχαν συσσω­
ρευτεί με τα χρόνια.

298
Μάζεψε στοίβες τα πράγματα που δε χρησιμοποιού­
με η Βερονίκη: φορέματα, παπούτσια, τσάντες, βαλί­
τσες και καπέλα. Τα περισσότερα είχαν σαπίσει.
Η κούτα με τα βιβλία και σκόρπια χαρτιά είχε ποτί­
σει από την υγρασία. Έ ρ ι ξ ε μια βιαστική ματιά και τα
έβαλε μαζί με τα άλλα για πέταμα...
Μια βδομάδα συμμάζευε, και όταν, ένα πρωινό,
πέρασε ο παλιατζής, τον φώναξε να τα πάρει.
«Τι θες γι' αυτά;» τη ρώτησε.
«Σιγά να μη θέλω και λίρες. Πάρ' τα να ξεβρομίσει
το υπόγειο!»
«Δίκιο έχεις. Μαζεύουν οι πλούσιοι, θαρρείς και θα
τα πάρουν μαζί τους».
Τα φόρτωσε και τα κατέβασε στο Μοναστηράκι.

299
Τ ις πρώτες δύο μέρες, στην Κωνσταντινούπολη, δε
βγήκε καθόλου από το ξενοδοχείο - ώσπου να
τακτοποιηθούν και ν' αρχίσουν οι παραστάσεις, η Θεο­
δοσία φρόντιζε για όλα.
Το επόμενο πρωί, μετά την πρεμιέρα, βγήκε να δει
το μέρος όπου ζούσε η Βερονίκη. Η ελπίδα πως θα
μπορούσε να μάθει κάτι γι' αυτή, εξαφανίστηκε όταν
βρέθηκε στην πλατεία Ταξίμ και στους δρόμους με τον
αλλόκοτο κόσμο. Τρόμαξε. Δεν άκουγε φωνή ελληνική.
Δεν ήξερε ποιον να ρωτήσει και τι. Μέχρι αργά το από­
γευμα, πηγαινοερχόταν σε αγορές και συνοικίες. «Δεν
οδηγεί πουθενά... Ίσως ζητήσω τη βοήθεια της κοπέλας
στη ρεσεψιόν. Είναι Ελληνίδα. Αλλιώς, ψάχνω ψύλλους
στ' άχυρα».
Βρήκε την αφορμή όταν τη ρώτησε:
«Πώς σας φάνηκε η Κωνσταντινούπολη;»
«Ωραία!»
«Πήγατε στην Αγια-Σοφιά;»
«Όχι...»
Παραξενεύτηκε η άλλη...

301
«Εκεί πάνε όλοι».
«Εγώ αναζητούσα κάποιους συγγενείς μου».
«Πού μένουν;»
«Δεν ξέρω...»
«Τότε;»
«Αυτό ήθελα να σας ρωτήσω... Πώς μπορώ να τους
βρω; Πάνε χρόνια που 'ναι χαμένοι».
«Θα σας δώσω το τηλέφωνο ενός φίλου του πατέρα
μου, που είναι στο σύλλογο των αποφοίτων του Ζωγρα-
φείου. Όσοι ζουν ακόμα εδώ, είναι όλοι γραμμένοι
εκεί. Αυτός ξέρει τους πάντες. Παρόλο που είναι μεγά­
λος στην ηλικία, σίγουρα θα σας βοηθήσει».
Την ευχαρίστησε με συγκίνηση.
Ήθελε να πάει το άλλο πρωί, ωστόσο οι διάφορες
δουλειές και υποχρεώσεις για το θίασο στέκονταν
εμπόδιο.
Πέρασε μια βδομάδα, χωρίς να καταφέρει να ξεφύ­
γει. Έφτασε η Δευτέρα. Το μεσημέρι θα αναχωρούσαν
για Ελλάδα. Σηκώθηκε από τα χαράματα να τακτοποι­
ήσει τις εκκρεμότητες. Τελευταία μ έ ρ α · έπρεπε πάση
θυσία να δει τον κύριο που είχε ένα μαγερειό στο Τεπέ
Μπασί.
Ήταν πολύ ευγενικός άνθρωπος. Χάρηκε που έβλε­
πε μια πατριώτισσα από την Ελλάδα, όπως είπε. Τη
ρώτησε πώς ήταν η κατάσταση εκεί κάτω.
«Καλά είμαστε κι εμείς εδώ τώρα... Μάσαλα, μάσα-
λα...» Και μπήκε στο θέμα «Για πες τώρα, ποιον ζητάς;»
«Μια ξαδέλφη μου...»

302
«Εδώ γεννήθηκε;»
«Παντρεμένη μ' έναν από 'δώ. Ήρθε το '37».
«Και ποιον πήρε;»
«Δε θυμάμαι επίθετο. Ήταν πλούσιος, είπαν, τότε».
«Τέλειωσε το Ζωγράφειο;»
«Πού να ξέρω...»
«Όνομα;»
«Θεοφάνης».
«Θεοφάνης... Θεοφάνης... Πολλοί, βρε παιδί μου, μ'
αυτό το όνομα. Πρέπει ν' ανοίξω το τεφτέρι να δω από
παλιά. Ξέρεις, έφυγαν αρκετοί τότε με τα γεγονότα».
«Μήπως με τ' όνομα της γυναίκας του; Της ξαδέλ-
φης μου, θέλω να πω...»
«Ε, για πες...»
«Βερονίκη».
«Βερονίκη;» Ανεβοκατέβασε πέντε φορές στο
χοντρό νήμα τις χάντρες του κομπολογιού του, με σκυμ­
μένο το κεφάλι. Όταν το σήκωσε, ήταν βουρκωμένος,
«Με τα παράξενα μάτια;»
Ώσπου να πει «ναι», έφυγε όλο το αίμα από μέσα της.
«Ναι...»
Γέμισε την πίπα του με τον καπνό, χωρίς να μιλάει...
«Λοιπόν;»
«Και τι την έχεις, είπες;»
«Ξαδέλφη, σας είπα!» Μεγάλωνε η αγωνία της,
αλλά ο γέρος δεν προχωρούσε τη συζήτηση.
«Ααα... Πρώτη;»
«Πρώτη, δεύτερη, δεν ξέρω. Πρέπει να μάθω, κύριε».

303
Την έπνιξε με τον καπνό που φύσηξε. Τα νεύρα της
είχαν γίνει κόμπος. Έπαιξε πάλι το κομπολόι αμίλητος.
«Σας παρακαλώ... Την ξέρετε;»
«Την ήξερα, μπρε...»
«Δηλαδή;» Πάλι σιωπή. Πώς να ρωτούσε αυτό που
καρφώθηκε στο μυαλό της; Έπρεπε, κι ας πονούσε...
«Δε ζει;»
Σήκωσε τους ώμους του και ξαναφύσηξε τον καπνό.
Δάκρυσαν τα μάτια της.
«Σε πείραξε ο καπνός;»
Ο φόβος για την απάντηση του της έφερε δάκρυα
στα μάτια».
«Πείτε μου... Δε ζει;»
«Δεν ξέρω...»
Του έβγαλε τα υπόλοιπα με το τσιγκέλι. Λέξη λέξη...
Η Βερονίκη είχε παντρευτεί τον Θεοφάνη. Από τους
πρώτους στην Πόλη, τότε... Είχε κι ένα θείο.
«Αγιος άνθρωπος ο Σεραφείμ. Τους ευεργέτησε
όλους. Σ' αυτή τ' άφησε όλα».
«Και; Η Βερονίκη; Πού είναι; Ζει;»
«Ο Θεός ξέρει. Ο Θεός θα την κρίνει...»
Από 'κεί και πέρα, της είπε πως ήταν γυναίκα πονη­
ρή. Τον ατίμασε τον Θεοφάνη. Ήταν φίλοι και συμμα­
θητές στο Ζωγράφειο. Σκούπισε τα δάκρυά του και
ρούφηξε τη μύτη του.
«Θα το πληρώσει. Μεγάλη αμαρτία, τζάνεμ... Ρεζί-
λη τον έκανε. Έφυγε για την Ελλάδα πριν από πολλά
χρόνια».

304
«Πόσα;»
«Μόλις τελείωσε ο πόλεμος».
Στο ρολόι της περνούσε η ώρα. Είχε μόνο ένα τέταρ­
το στη διάθεση της για να γυρίσει στο ξενοδοχείο και
να προλάβει το θίασο που θα έφευγε από την Κωνστα­
ντινούπολη.
«Ο Θεοφάνης;»
«Αρρώστησε βαριά. Συμφόρηση του ήρθε από την
πίεση. Εμ, έτρωγε κιόλας... Καλοφαγάς και χουβαρ-
ντάς. Δεν τον αγάπησε... Ήταν συμφεροντολόγα. Είχα
μεγάλο ρεστοράν εγώ και τον είχα πελάτη».
Δεν προλάβαινε ούτε να λυπηθεί τον Θεοφάνη, ούτε
να ντραπεί για όσα της έλεγε για τη Βερονίκη.
«Πού θα τον βρω;»
«Αν τον βρεις...»
«Γιατί;»
«Στη Σαλονικη πήγε...»
Αφησε να περάσουν μερικά δευτερόλεπτα και συ­
μπλήρωσε βουρκωμένος.
«Είπαν πως πέθανε εκεί».
«Ευχαριστώ».
Πετάχτηκε έξω κι άρχισε να τρέχει για να προλάβει.
Αλίμονο αν την άφηναν σε τούτη την πόλη, που μόνο
σκιές βρήκε από το παρελθόν.

Την ώρα που ξεκινούσε το τρένο, θυμήθηκε... Δεν είχε
ρωτήσει το επίθετο του Θεοφάνη. Και ο γέρος ξέχασε

305
να τo αναφέρει. Τελικά, δεν είχε κάνει ούτε ένα βήμα
μπροστά, στην αναζήτησή της. Το μόνο που έπαιρνε
μαζί της ήταν πως η Βερονίκη δε ζούσε πια εδώ. Ήταν
πιο κοντά τ η ς · στην Ελλάδα...
Εκείνη, όμως, η προσβολή που άκουσε για την αδελ­
φή της είχε σφηνωθεί βαθιά μέσα της. «Τον ατίμασε τον
Θεοφάνη...» «Πώς και δεν είχα αντιληφθεί τι άνθρωπος
ήταν;» Ξαφνικά, μπήκε η αμφιβολία σαν σατανάς στο
μυαλό της. «Μήπως έφταιγε κι εκείνη τότε με τον πατέ­
ρα;... Μήπως δεν ήταν μόνο δικό του το πάθος και το
φταίξιμο; Ξεγέλασε δηλαδή και τη μάνα μας και μένα
και σκεπάσαμε το έγκλημα;» Παρηγοριά κι απογοήτευ­
ση μαζί μπλέχτηκαν με το θόρυβο του τρένου στις ράγες.

Τρεις μήνες έκαναν περιοδεία σε Θράκη, Μακεδονία
και Θεσσαλία. Όλοι είχαν μείνει ικανοποιημένοι, και
μόλις έφτασαν στην Αθήνα, ο κύριος Τοπαλίδης την
υποδέχτηκε με λαχτάρα.
«Αντε, βρε Θεοδοσία! Μου έλειψες!»
Τη συγκίνησε και την κολάκευσε αυτό. Έβγαλε από
την τσάντα της τα δώρα που του έφερε: ένα κουτί λου­
κούμια και ένα κομπολόι από την Πόλη, με χάντρες
από ελεφαντόδοντο.
«Κι εγώ σας σκεφτόμουν, κύριε Τοπαλίδη»,
«Καιρός να σταματήσεις αυτό το "κύριε Τοπαλίδη".
Είσαι κοντά μου χρόνια και πονάς τη δουλειά μου σαν
δικός μου άνθρωπος».

306
«Μου είναι δύσκολο,..»
«Σκέτο Λουκά!»
Μάλιστα, για να την ευχαριστήσει που τα κατάφερε
τόσο καλά στην περιοδεία, την κάλεσε το επόμενο
βράδυ για φαγητά στην Πλάκα.
«Είναι πολύ για μένα...»
«Το αξίζεις, Θεοδοσία».

Πήγε από τις οκτώ στα μαγαζιά για ψώνια. Έπρεπε να
ντυθεί όπως άξιζε στην πρόσκληση του Λουκά. Λεφτά
είχε. Το ταξίδι το έκανε χωρίς να ξοδέψει τίποτε απ'
όσα μάζευε.
Είχε να πάει σε κομμωτήριο από τότε που την πήγε
η Αγγέλα και έκοψε την κοτσίδα της. Τα είχε μακρύνει
πάλι και τα έπιανε κότσο. Τα έκοψε καρέ. Τους έβαλε
και λίγο χρώμα προς το ακαζού.
Χάζευε τη μεταμόρφωσή της στον καθρέφτη. Και
όταν ντύθηκε με το σκούρο πράσινο ταγέρ και την άσπρη
κεντημένη μπλούζα, καμάρωσε τον εαυτό της. Σαράντα-
πεντάρα, μα κρατιόταν μια χαρά. Καινούριες λουστρινέ-
νιες γόβες και τσάντα ίδια· σαν πλούσια κυρία ήταν...
Τυχαία πέρασε η Αγγέλα να τη δει, μισή ώρα προ­
τού φύγει. Δε βρίσκονταν πια συχνά, αλλά δεν έπα­
ψαν να είναι φίλες. Τον Σωτήρη τον είχαν συλλάβει
για ναρκωτικά και τον ξανάκλεισαν φυλακή. Είχαν
βρεθεί τότε και της ζήτησε να επιστρέψει στο σπίτι
του Ψυρρή.

307
«Δεν αντέχω τη μοναξιά... Έλα να μείνουμε πάλι
μαζί, βρε Θεοδοσία».
«Ξέχασέ το. Τόσο καλά δεν ήμουν ποτέ στη ζωή μου
Έχω το σπίτι μου, έχω τη δουλειά μου, μαζεύω και κάνα
φράγκο, μήπως και αγοράσω ένα μικρό διαμέρισμα».
Ήταν η εποχή που όλοι ονειρεύονταν ένα διαμέρι­
σμα σε καινούρια πολυκατοικία...
Με την Αγγέλα συναντιόταν σε καμιά εκκλησία την
Κυριακή, κι έπειτα έπιναν κι έναν καφέ να πουν τα νέα
τους.
Την είδε ντυμένη στην τρίχα και έμεινε άναυδη.
«Τι αλλαγή είν' αυτή;»
«Ε... Καιρός να κοιτάξω κι εγώ τον εαυτό μου».
«Αγνώριστη... Για πού;»
«Έχει μια γιορτή ο κύριος Τοπαλίδης. Είμαστε όλοι
καλεσμένοι...» Δεν είπε την αλήθεια - όχι γιατί φοβό­
ταν μην την παρεξηγήσει που θα έβγαινε με άντρα,
αλλά για να μη γρουσουζέψει τη βραδιά.
Γιατί, καιρό τώρα, σκεφτόταν τον εργοδότη της.
Στην αρχή, υπέθεσε πως ήταν από συνήθεια. Αργότε­
ρα, κατάλαβε πως είχε κι αυτή το δικαίωμα να συμπα­
θήσει κάποιον, σαν γυναίκα...

Πέρασε και την πήρε με το αυτοκίνητο του από το σπίτι
στις εννιά. Της άνοιξε την πόρτα να μπει. Γαρδένιες σε
κουτί την περίμεναν στη θέση της.
«Κύριε Τοπαλίδη...»

308
«Λουκά, είπαμε».
«Για μένα;»
«Ναι, Θεοδοσία. Όταν κυκλοφορώ με γυναίκα,
θέλω να νιώθει βασίλισσα».
Άρα ήταν μια από τις «γυναίκες του Λουκά Τοπαλί-
δη». Δεν είχε δει καμιά, βέβαια, στο θέατρο να έρχεται
και να φεύγει μαζί του. Ήξερε πως ήταν χήρος και είχε
ένα γιο στον Καναδά, που ούτε αυτόν είχε δει ποτέ
παρά μόνο στη φωτογραφία που είχε στο γραφείο του.
Την περιποιήθηκε πολύ. Παρήγγειλε όλα τα καλά.
Φάνηκε ότι ήταν πελάτης στο μαγαζί από τις υποκλί­
σεις που του έκαναν.
Αμήχανη, χρειάστηκε να πιει δυο ποτήρια κρασί για
να χαλαρώσει. Πρώτη φορά βρισκόταν σε τέτοιο
κέντρο πολυτελείας. Μαγεύτηκε από τα τραγούδια της
Μπελίντας και του Παναγόπουλου και το χορευτικό
του Μανώλη Καστρινού με τη Χρυσούλα Ζώκα.
Όλη η καλή κοινωνία της Αθήνας σύχναζε εκεί. Και
όταν σηκώθηκαν τα ζευγάρια να χορέψουν, ο Λουκάς
της άπλωσε το χέρι.
«Πάμε να χορέψουμε, Θεοδοσία». Την τραβούσε να
σηκωθεί...
«Άντε να χορέψετε, μωρέ! Γάμο έχουμε σήμερα! Φεύ­
γει για την Πόλη η Βερονίκη».
«Πού και πότε χόρεψαν για να ξέρουν τα κορίτσια,
Βασίλη μου;»
«Άλλα κι άλλα τα ξέρουν! Πονηριές μόνο! Δε σας
έμαθε η Λούλα η τσιγγάνα να χορεύετε; Ε, Θεοδοσία;»

309
«Όχι, πατέρα...»
Την έπιασε απαλά από τους ώμους και την οδήγησε
στην πίστα.
«Τι έπαθες;»
«Δεν ξέρω να χορεύω. Δε χόρεψα ποτέ...»
«Εύκολο είναι. Να, πιάσε με έτσι... Το χέρι σου εδώ,
στο λαιμό μου... Ακολούθα το ρυθμό...»
Ίδρωσε το χέρι της ακουμπισμένο στο δέρμα του
άντρα. Κόπηκαν τα πόδια της από το σφίξιμο του στη
μέση της. «Πόσα δεν έζησα... Πόσα στερήθηκα... Είναι
όμορφη η ζωή...»

Έφυγαν μετά τα μεσάνυχτα. Δεν την πήγε στο σπίτι
της. Το αυτοκίνητο κατέβηκε προς την παραλία.
«Έχεις πάει στη θάλασσα, Θεοδοσία;»
«Όχι».
«Πόσα χρόνια είσαι στην Αθήνα;»
«Πολλά... Δεν έτυχε...»
Απόρησε ο Λουκάς με την απάντηση της. Έκανε
στροφή στο Φάληρο και σταμάτησε σ' ένα παραλιακό
ζαχαροπλαστείο.
«Θα φάμε ένα γλυκό, θα μιλήσουμε...» Μιλούσαν
δυο ώρες. Τη ρώτησε όσα ήθελε ν' αποφύγει. Από
πού ήταν, τι πέρασε, ποιους είχε και δεν είχε. Με
μισόλογα απαντούσε - ούτε μικρό κορίτσι να ήταν.
«Έτσι ήταν η ζωή μου, Λουκά. Ώσπου δούλεψα στο
θέατρό σου και πήρα μια ανάσα».

310
Στενοχωρήθηκε ο άνθρωπος. Έβγαλε το άσπρο
μαντίλι από το τσεπάκι του σακακιού και σκούπισε τον
ιδρώτα του.
«Άργησα να το κάνω αυτό...»
«Ποιο;»
«Ν' ασχοληθώ με σένα. Δεν έδινες και το δικαίωμα,
βέβαια... Τέλος πάντων, όλοι έχουμε τα βάσανα μ α ς · τη
μοναξιά μας».
«Σωστά, όλοι... Άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο».
Ζήτησε καφέ ο Λουκάς και, αφού ήπιε λίγες γου­
λιές, την κοίταξε και της έπιασε το χέρι. Πάλι μια ανα­
τριχίλα στο κορμί της. Δεν το τράβηξε... Ένιωθε μαζί
του μια σιγουριά.
«Δεν παντρεύτηκες δηλαδή ποτέ...»
«Χμμ...» Κατέβασε το κεφάλι και χαμογέλασε
πικρά, «Πού να προλάβω; Άντρας δε μ' άγγιξε...»
Άφησε να περάσουν λίγα λεπτά,..
«Λοιπόν! Από αύριο θα αναλάβεις όλη τη διεύθυν­
ση των θεάτρων μου!» Δε λιποθύμησε στις πρώτες
κουβέντες, αλλά καθώς συνέχιζε ο Λουκάς, έβαλε τα
κλάματα σαν μικρό παιδί μέσα στο ζαχαροπλαστείο.
«Και θέλω να σκεφτείς καλά αν επιθυμείς να γίνεις
γυναίκα μου».
Χάθηκαν όλες οι σκέψεις. Χάθηκαν η Βερονίκη, η
Αννα, ο Αλέξανδρος, η μάνα τ η ς · το ποτάμι και το
μυστικό... Μέσα σε μια βραδιά, άλλαξε ζωή και όνειρα.

311
Αρχές καλοκαιριού έγινε ο γάμος τους. Η Αγγέλα
μ' ένα φίλο, πρωταγωνιστή στο θέατρο, ήταν οι κου­
μπάροι. Στη διάρκεια της τελετής, δεν ψιθύρισε τα
λόγια του μυστηρίου, αν και τα 'ξερε καλά. Κρατούσε
σφιχτά το χέρι του γαμπρού και κοίταζε τον Χριστό με
βουρκωμένα μάτια.
Το θερινό θέατρο παρέμεινε κλειστό. Ο θίασος
πήγε περιοδεία στα νησιά μαζί με τον κύριο και την
κυρία Τοπαλίδου που έκαναν το μήνα του μέλιτος.

312
Ε ίχαν διασχίσει όλη την Ιταλία και πέρασαν στην
Ελβετία. Ξετρελάθηκε με το Λουγκάνο και παρέ­
μειναν εκεί για δέκα μέρες. Ο Τζόγιας διέθετε πολλές
ώρες για το ψάξιμο βιβλίων. Σε όλο το ταξίδι κουβα­
λούσαν, μαζί με τις αποσκευές τους, και κούτες με
βιβλία. Δεν του έφερνε αντίρρηση, όσα χρήματα κι αν
ξόδευε γι' αυτά.
Στην αρχή πήγαινε μαζί του, αργότερα όμως άρχισε
να βαριέται. Όσο κι αν προσπαθούσε να δείξει ότι
συμμεριζόταν αυτή τη μανία του, δεν τα κατάφερνε.
Άρχισε την γκρίνια.
«Ξοδεύεις το χρόνο σου να μαζεύεις όλα αυτά τα
χαρτιά! Στερούμαι τη συντροφιά σου...»
«Το κάνω όταν κοιμάσαι ή όταν πας για ψώνια».
Περνούσε ώρες στο ξενοδοχείο ή τριγύριζε στα
μαγαζιά φορτωμένη με ρούχα. Μόλις επέστρεφε, ο
Τζόγιας πρότεινε πού να περάσουν το βράδυ τους -
ρεστοράν, θέατρο, καμπαρέ, σινεμά. Φερόταν με μια
αλαζονεία που άρχισε να τον προβληματίζει. Είχε
χάσει βάρος. Της είχε κοπεί η όρεξη. Κάπνιζε πάλι

313
πολύ. Τώρα έπινε ουίσκι. Η Βερονίκη ήταν ένας άλλος
άνθρωπος, που τρόμαζε τον Τζόγια.
«Σταμάτα να πίνεις. Καπνίζεις υπερβολικά».
«Μη μου λες τι να κάνω! Αγάπα με μόνο...»
Της ζήτησε να επιστρέψουν στην Αθήνα. Το αρνή­
θηκε.
«Έζησα ό,τι έζησα σ' αυτό το μέρος. Δεν μπορώ τα
ίδια και τα ίδια... Μ' αρέσουν οι αλλαγές, Τζόγια μου!»
«Δεν μπορούμε να ζούμε σαν τσιγγάνοι. Είπες για
ένα μήνα... Πάμε για δυο! Δεν είναι ζωή αυτή...»
Επαιζε τα μάτια ναζιάρικα και χωνόταν στην αγκα­
λιά του. Έτσι τον έπειθε πως ήταν μια χαρά όλα..,
Εκείνος δεν ήθελε να παραδεχτεί πως ήταν διαφορε­
τικοί χαρακτήρες. Την αγαπούσε τόσο πολύ, που τρόμα­
ζε στην ιδέα να χωρίσουν. Αλλωστε, τις δικές τους ώρες,
η Βερονίκη του έδειχνε όλο το πάθος και τη λατρεία της.

Είχε βγει από νωρίς να πιει τον καφέ του έξω. Είχε πάει
έντεκα, και η Βερονίκη κοιμόταν ακόμα. Δεν άντεχε να
περιμένει να πάρουν μαζί το πρωινό τους. Περπάτησε
αργά ως τον Σηκουάνα. Είχε πυκνή ομίχλη, και η υγρα­
σία τρυπούσε τα κόκαλα και μούσκευε το τσιγάρο που
κρατούσε. Κάθισε στο παγκάκι... Δεν είχε καλή διάθε­
ση. Ο χθεσινός καβγάς τους ήταν το αποκορύφωμα από
τότε που ξεκίνησαν αυτό το ατελείωτο ταξίδι.
Είχαν μια βδομάδα στο Παρίσι όταν της ήρθε η ιδέα...
Πίστευε πως θα ήταν ένα απροσδόκητο δώρο για τον

314
Τζόγια. Έβγαλε και τα εισιτήρια κρυφά, έκλεισε το
ξενοδοχείο και παρήγγειλε δείπνο στη σουίτα τους.
Κεριά αναμμένα και λουλούδια στόλιζαν το τραπέζι με τ'
ασημένια σερβίτσια.
Μπήκε και έμεινε άλαλος...
«Βερονίκη...» Γιόρταζαν κάτι που το ξέχασε;
Η φωνή της ακούστηκε από την κρεβατοκάμαρα.
«Έρχομαι!»
Τον υποδέχτηκε ντυμένη με ένα εκπληκτικό βραδινό
φόρεμα, μακρύ. Κόκκινο σαν τη φλόγα. Κολλητό, που
έδειχνε κάθε λεπτομέρεια από το τέλειο κορμί της. Το
βαθύ ντεκολτέ στόλιζε ένα ολόχρυσο κόσμημα που
αγκάλιαζε όλο το λαιμό. Ίδια βραχιόλια και στα γυμνά
της μπράτσα. Μακριά χρυσά σκουλαρίκια. Ολόκληρη η
εικόνα της έδινε την εντύπωση πως είχε βγει από τοι­
χογραφία της Αιγύπτου.
Τα υπέροχα μάτια της, βαμμένα με μαύρη σκιά και
έντονο ρίμελ, είχαν χάσει το μαβί τους χρώμα.
Άνοιξε την αγκαλιά της μόλις τον είδε.
«Αγάπη μου
Ο Τζόγιας συνέχιζε να στέκεται απορημένος.
«Τι συμβαίνει; Τι είναι όλ' αυτά;...»
Χαμογέλασε με ύφος μυστήριο, σαν σταρ.
«Κάνε το μπάνιο σου... Ντύσου ανάλογα... Είσαι
καλεσμένος μου απόψε, μόνο εσύ...» Ήθελε να τον κρα­
τήσει κι άλλο σε αγωνία. Λέγοντας αυτά, πήγε μέσα...
Τη βρήκε να τον περιμένει στον καναπέ, με ύφος
νωχελικό.

315
«Λοιπόν;»
Φύσηξε τον καπνό από την πίπα προς το μέρος του.
Έμεινε για λίγο το βλέμμα της επάνω του.
«Ερωτεύτηκα και παντρεύτηκα τον πιο ωραίο άντρα!»
Άναψε κι εκείνος τσιγάρο, για να μη δείξει τον
εκνευρισμό του. Τι ήταν αυτή η παράσταση πάλι
απόψε; Πού το πήγαινε;
Σηκώθηκε με το ίδιο χαμόγελο και άνοιξε την
πόρτα. Εμφανίστηκαν τρεις μουσικοί με βιολιά που
έπαιζαν το Μέντια Λουζ. Τον πήρε από το χέρι και τον
παρέσυρε στο χορό... Οι κινήσεις της ήταν όλο πάθος.
Ο Τζόγιας νόμιζε πως ζούσε κάτι παράλογο. Την ακο­
λουθούσε στα βήματα, με ύφος απορημένο και προβλη­
ματισμένο.
Μόλις τελείωσε η μουσική, τους έκανε νόημα να
φύγουν. Κοιτάχτηκαν για λίγο, και αμέσως μετά πήρε
τη σαμπάνια, την άνοιξε, σέρβιρε στα δυο ποτήρια, του
έδωσε το ένα, στάθηκε μπροστά του και το σήκωσε
ψηλά, Ο Τζόγιας περίμενε πού θα τελείωνε όλο αυτό.
«Στο ταξίδι μας στην Αίγυπτο!» ήταν η πρόποση.
Κατέβασε μονορούφι τη σαμπάνια του, χωρίς απά­
ντηση. Τώρα αυτή ήταν γεμάτη απορία.
«Δε χαίρεσαι, αγάπη μου;»
«Μπορείς να πας μόνη σου!»
«Μα τα έχω όλα έτοιμα. Εισιτήρια, ξενοδοχεία...»
«Ακύρωσε το δικό μου!»
«Δε σε καταλαβαίνω, Τζόγια! Ήθελα να γυρίσεις
εκεί που...»

316
Την άρπαξε από το χέρι σφιχτά και την ανάγκασε
να τον κοιτάξει...
«Εκεί που δε στέγνωσε ακόμα το αίμα! Εκεί που μας
εξαφάνισε η έρημος και ο πόλεμος!»
«Αγάπη μου...»
«Όχι, δε μ' αγαπάς!»
«Δεν είναι δυνατόν! Για σένα...»
«Το σκέφτηκες για μένα! Πίστεψες ότι θα έπλεα σε
πελάγη ευτυχίας βλέποντας ξανά τα μέρη που θάφτη­
καν φίλοι και συμπολεμιστές μου! Εκεί που άφησα το
λάβαρο αυτό!» είπε δηκτικά, δείχνοντας το ανάπηρο
χέρι του.
«Εκεί είπες πως με σκεφτόσουν...»
«Όταν περίσσευε ώρα από τις μάχες! Αν περίσσευε
ποτέ!»
Έφυγε από τα χέρια του. Άρπαξε ένα παλτό και
βγήκε από το δωμάτιο, χτυπώντας την πόρτα.
Ως τις πέντε το πρωί, δεν είχε επιστρέψει. Ο Τζό­
γιας, άυπνος, προσπαθούσε να τα βάλει σε μια σειρά.
Αν, πράγματι, της φέρθηκε σκληρά. Αν μια επιθυμία
της να τον ευχαριστήσει την ερμήνευσε διαφορετικά.
Στο τέλος, παραδέχτηκε πως η δική του στάση ήταν
αυτή που έπρεπε. Έτσι ένιωθε και δεν μπορούσε να
παίξει θέατρο μαζί της... Ήταν πολύ κουρασμένος από
αυτή την άσκοπη περιπλάνηση, από το ένα ξένο μέρος
στο άλλο, σχεδόν τρεις μήνες τώρα...
Με το πρώτο φως της ημέρας, μπήκε στο κρεβάτι και
κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του, χωρίς λέξη. Ήταν

317
παγωμένη. Την τύλιξε σφιχτά στα χέρια του και ζέστανε
το κορμί της με φιλιά και χάδια. Ίσως ήταν από τις πιο
έντονες ερωτικές στιγμές που πέρασαν σε όλο το ταξίδι...

Η ομίχλη άρχισε να διαλύεται. Καθόταν με άδειο το
βλέμμα στην όχθη του Σηκουάνα. Η μπάλα κύλησε στα
πόδια του. Την έπαιξε και την κράτησε ανάμεσά τους.
Ο μικρός, που έφτασε λαχανιασμένος, ζήτησε συγγνώμη.
Του χάιδεψε τα μαλλιά και του έδωσε πίσω την μπάλα.
Απομακρύνθηκε, χοροπηδώντας στο ρυθμό της μουσικής
που έπαιζε κάποιος ζητιάνος με το ακορντεόν του. «Μου
λείπει ένα παιδί... Θα έκανε καλό και στη Βερονίκη».
Θυμήθηκε την αποβολή της τότε στην Ύδρα. «Αν μένα­
με στην Αθήνα. Αν ήταν όλα πιο ήρεμα. Ίσως...»
Ό,τι κι αν της έλεγε γι' αυτό το θέμα, αντιδρούσε.
«Βερονίκη, πρόσεχε τον εαυτό σου. Ένα παιδί χρειά­
ζεται άλλους ρυθμούς».
«Δεν μπορώ να στερηθώ τίποτε! Αν έρθει, τότε ναι...»
«Αν...»
Δεν ερχόταν όμως... Κόντευε τα σαράντα, κι εκείνος
είχε περάσει τα πενήντα.
Επέστρεψε έπειτα από ώρα στο ξενοδοχείο. Ο
ρεσεψιονίστ τού έδωσε ένα σημείωμα. Ήταν από τη
Βερονίκη.
Τα πράγματα μας είναι στο αεροδρόμιο. Θα
βρεθούμε εκεί στις πέντε. Επιστρέφουμε στην
Αθήνα.

318
Δε βρήκε ούτε τη βαλίτσα του στο δωμάτιο. Τα είχε
μαζέψει όλα. Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. «Να
πάρει!» Κλοτσούσε τα έπιπλα σαν αφιονισμένος. «Μια
ζωή να γίνεται το δικό της! Δεν αντέχω άλλο! Τέρμα!
Τελείωσε!»
Η αναχώρηση του αεροσκάφους για Αθήνα θα γινό­
ταν σε δέκα λεπτά, όπως ανακοινώθηκε. Ο εκνευρι­
σμός της ήταν έντονος. Πηγαινοερχόταν, καπνίζοντας
συνέχεια. Κοίταζε το ρολόι της ώσπου πήρε τηλέφωνο
στο ξενοδοχείο, και τότε έφυγε ο κόσμος όλος από τα
πόδια της.
«Ο σύζυγος σας ήρθε. Μάλιστα, του δώσαμε το σημεί­
ωμα. Εφυγε... Άφησε προφορικό μήνυμα αν τηλεφω­
νούσατε: "Να φύγετε μόνη σας. Θα επιστρέψει στην
Ελλάδα όταν το θελήσει εκείνος..."»
Την παρέσυρε σαν ναρκωμένη ο κόσμος, που βια­
στικά προχωρούσε για την έξοδο της αναχώρησης.
Πετούσαν πάνω από τις Άλπεις, και ακόμα δεν είχε
συνειδητοποιήσει την άρνηση του...

Στην Αρετούλα φάνηκαν ατελείωτες οι μέρες που
έλειψαν ο Τζόγιας με την κυρά της στην Ευρώπη. Τις
μετρούσε ξεκολλώντας τα φύλλα από το ημερολόγιο.
«Αύριο ενενήντα επτά μέρες», μουρμούριζε. «Επι­
στρέφουν... Δεν μπορούσε να με ειδοποιήσει μια
βδομάδα πριν; Πάλι στα ξαφνικά; Σαν αερικό πάει κι
έρχεται μια ζωή!»

319
«Αρετούλα, γυρίζουμε απόψε!» της είπε το πρωί στο
τηλέφωνο.
Τι να προλάβει να ετοιμάσει η δόλια; Φώναξε και
μια υπηρέτρια από το απέναντι σπίτι, να βάλει ένα χέρι
να τη βοηθήσει.

Η ψηλή κι αδύνατη μελαχρινή γυναίκα κατέβηκε από
το ταξί. Στάθηκε για λίγο κοιτάζοντας το σπίτι, στην
οδό Γεωργαντά 25. Η πόρτα του κήπου ήταν ανοιχτή.
Την έσπρωξε και προχώρησε μέσα. Ανέβηκε διστακτι­
κά τα λίγα σκαλοπάτια και σκέφτηκε αν θα έπρεπε να
χτυπήσει. Κοίταξε το χαρτί στην τσέπη της.
Κυρία Αρτόγλου

Η Θεοδοσία άφησε να περάσει καιρός προτού απο­
φασίσει να πάει στο φιλανθρωπικό ίδρυμα στην Αχαρ­
νών. Ύστερα από τόσα γεγονότα που ήρθαν στη ζωή της,
από τότε που πρωτοδούλεψε στο ταμείο του θεάτρου,
κάθε σκέψη για τη Βερονίκη την είχε βάλει στην άκρη.
Μόνο το επίθετο εκείνης της γυναίκας που ήρθε στην
παράσταση του φιλανθρωπικού ιδρύματος, σαν νύφη του
χιονιά, πριν από δυο χρόνια, κουβαλούσε στο μυαλό της,
«Αρτόγλου λέγεται...» της είχε πει η υπεύθυνη.
«Δυστυχώς, δεν μπορώ να σας δώσω τη διεύθυνση της...
Ναι, είναι η αντιπρόεδρος μας».
«Χρειάζομαι τη βοήθεια της».
«Προσωπικά δεν ασχολείται εκείνη...»

320
Την παρακάλεσε πολύ. Έβαλε ακόμη και τα κλάμα­
τα, δυο μέτρα γυναίκα, για να της αποσπάσει κάτι... Το
όνομα του ιδρύματος το έμαθε όταν γύρισε από την
Κωνσταντινούπολη, από μια ταξιθέτρια που είχε ρωτή­
σει. Τώρα, που ήξερε πως βρισκόταν στην Ελλάδα, είχε
πολλές ελπίδες.
Τώρα, όμως, είχε μπει στη ζωή της ο Τοπαλίδης. Ο
γάμος τους, η θερινή περιοδεία του θεάτρου δεν την
άφηναν να προχωρήσει στις έρευνές της.
Παρ' ολ' αυτά, ζούσε ευτυχισμένη με τον Λουκά. Τη
σεβόταν, την αγαπούσε και της πρόσφερε κάθε άνεση.
Δε δούλευε πλέον στο ταμείο, αλλά είχε αναλάβει την
οικονομική διαχείριση των δυο θεάτρων.

Την είχε δει στο όνειρό της το προηγούμενο βράδυ και,
όταν ξύπνησε το επόμενο πρωί, δεν έδωσε άλλη ανα­
βολή στον εαυτό της. Αυτός ήταν ο λόγος που στεκόταν
τώρα έξω από την πόρτα της κυρίας Αρτόγλου, που
πιθανόν να ήταν η Βερονίκη.
Η υπηρέτρια που άνοιξε, την κοίταξε καχύποπτα.
«Ορίστε...» είπε.
«Θα ήθελα την κυρία Αρτόγλου, σας παρακαλώ...»
«Δεν υπάρχει τέτοιο όνομα εδώ!» Και της έκλεισε
την πόρτα στα μούτρα. Γύρισε να φύγει, και η πόρτα
άνοιξε πάλι. «Και κλείσε καλά την πόρτα του κήπου!
Μπαίνει όποιος θέλει!» της πέταξε η γυναίκα.
Περπάτησε από τη Γεωργαντά μέχρι το σταθμό του

321
τρένου. Έμεναν στην Καλλιθέα με τον Λουκά, και τη
βόλευε ο ηλεκτρικός.
Έτρεχε το τρένο κάτω από τη γη, και η Θεοδοσία
βούλιαζε ακόμα πιο κάτω... Τα έβαζε με τον εαυτό της
που δεν προσπάθησε όλ' αυτά τα χρόνια να βρει την
Άννα, τον αδελφό της τον Αλέξανδρο και τη Βερονί­
κη... Στον Λουκά δεν είχε μιλήσει για κανέναν και
τίποτε που ν' αφορούσε την οικογένεια της. Του είχε
πει ψέματα πως είχε γεννηθεί στην Αθήνα, όπως έγρα­
φε η ταυτότητα της. Τότε, στην Κατοχή, την είχε χάσει
και, όταν έβγαλε καινούρια μες στο χαμό που γινόταν,
δήλωσε τόπο γέννησης την Αθήνα.
Άκαρπη κι αυτή τη φορά η προσπάθεια της. «Πρέ­
πει να τους ξεχάσω... Ευτυχώς που έχω τον άντρα μου
τώρα».

Η μέρα που πήγε η Θεοδοσία στο σπίτι της Βερονίκης
ήταν η ίδια που η Αρετούλα είχε ζητήσει τη βοήθεια της
διπλανής υπηρέτριας. Είχε βγει για ψώνια όταν ζήτη­
σαν την κυρία Αρτόγλου.
«Και ποια ήταν αυτή;»
«Πού να ξέρω; Της είπα ότι δε μένει καμιά εδώ με
τέτοιο όνομα! Φραγκοπούλου δεν τη λένε τη δικιά σου;»
«Ναι...» απάντησε η Αρετούλα, κόβοντας την κου­
βέντα εκεί.
Άλλωστε, σε λίγες ώρες επέστρεφε το ζευγάρι από
το Παρίσι.

322
Τέσσερα ταξί στη σειρά σταμάτησαν μπροστά στο
σπίτι, εκείνο το βράδυ, γεμάτα μέχρι επάνω με κουτιά,
βαλίτσες και σάκους.
Από το πρώτο αυτοκίνητο βγήκε η γυναίκα που
αλλού πατούσε και αλλού πήγαινε.
Η Αρετούλα δεν τόλμησε ούτε να την καλωσορίσει,
ούτε να την αγκαλιάσει. Κόντεψε να πάθει συγκοπή
καθώς την είδε να μπαίνει στο σπίτι. Φάντασμα του
εαυτού της ήταν η Βερονίκη. Θαρρείς και γύριζε από
κηδεία και όχι από ταξίδι...
Ώσπου να πει στους ταξιτζήδες πού να τοποθετή­
σουν τα πράγματα και να ρωτήσει πού ήταν ο κύριος,
εκείνη είχε ανεβεί επάνω. Και ώσπου να συνειδητο­
ποιήσει τι γινόταν, η Βερονίκη είχε κλειδωθεί στο
δωμάτιο της.
Τόσα ερωτηματικά, τόση πίκρα και τόση απελπισία
δεν είχε νιώσει ποτέ, όσο την υπηρετούσε. Μαζί με τον
Τζόγια έφυγαν, μόνη της γύρισε...
Πέρασε ώρα πολλή, προτού ακούσει να τη φωνάζει.
Ανέβηκε τρεχάλα τα σκαλιά και την είδε ολόγυμνη
μπροστά στην ανοιχτή πόρτα. Δεν την κρατούσαν τα
πόδια της,
«Βοήθησέ με να κάνω ένα μπάνιο...»
Την πήρε αγκαλιά και την οδήγησε μέσα. Την έβαλε
σαν μωρό στην μπανιέρα. Κρατούσε το κεφάλι της στα
χέρια της, μη τυχόν και βουλιάξει ολόκληρη στη
σαπουνάδα και πνιγεί. Της φάνηκε τόσο μικρή και αδύ­
ν α μ η · σαν να είχε φύγει το μισό κορμί από πάνω της.

323
Τίποτε δεν τη ρώτησε... Την έπλενε κι άφηνε τα
δάκρυα της να γίνουν ένα με της κυράς της, «Θα περά­
σει κι αυτό. Θα περάσει... Όλα περνούν, μάτια μου.
Όλα...» επαναλάμβανε κάθε τόσο η Αρετούλα.
Με δυσκολία την έβγαλε και την τύλιξε στο μπουρ­
νούζι της. Με δυσκολία την πήγε στο δωμάτιο. Την
ξάπλωσε μπρούμυτα κι άρχισε να την τρίβει με λάδι
αρωματικό, που είχε μέσα βότανα, να ηρεμήσει... Και
ήταν χάδι μάνας κι αδελφής το άγγιγμα της. Την έντυ­
σε στη μεταξωτή νυχτικιά της. Τη σκέπασε και την
άφησε για λίγο να ησυχάσει.
Κατέβηκε στην κουζίνα ένα κουβάρι. Της ετοίμασε
ένα ζεστό τσάι κι έπειτα στάθηκε μπροστά στο ντου­
λάπι, προβληματισμένη αν θα 'πρεπε να το ανοίξει.
Είχε φυλάξει εκεί μέσα τα χάπια που της είχε δώσει ο
γιατρός, τότε με την αποβολή. «Να της δίνετε όταν
είναι ταραγμένη. Ηρεμούν και φέρνουν ύπνο... Μπορεί
να πάρει και δύο μαζί», είχε πει. Πήρε δύο από το
μπουκάλι, τα έλιωσε στο τσάι και ανέβηκε ξανά
επάνω,
Η Βερονίκη, με τα μάτια στο ταβάνι, θαρρείς και
ταξίδευε αλλού. Την ανασήκωσε, της έδωσε γουλιά
γουλιά να πιει το τσάι και την κράτησε αγκαλιά ώσπου
την πήρε ο ύπνος.
Η Αρετούλα, αποκαμωμένη, πήρε μια καρέκλα και
κάθισε κοντά της. Δώδεκα ώρες εκεί, στο δικό της
ύπνο. Όταν ξύπνησε, η κυρά της κοιμόταν ακόμη.
Το βλέμμα της έπεσε στη μεγάλη μαύρη τσάντα.

324
Δίστασε στην αρχή, αλλά μετά την πήρε και ακροπατώ-
ντας βγήκε από το δωμάτιο.
Κάθισε σ' ένα σκαλί και την άνοιξε. Μέσα είχε δυο
τσαλακωμένα αεροπορικά εισιτήρια, τη χρυσή ταμπακιέ-
ρα της, το κραγιόν, γάντια, μαντίλια, την μπιζουτιέρα της
και μικρά χαρτιά με ξένα γράμματα. «Άντε τώρα με την
αμορφωσιά μου να βγάλω άκρη», μουρμούρισε κοιτάζο­
ντας τα... «Ποιος, μωρέ, να μου τα διαβάσει;» Τα έβαλε
στην τσέπη της και πήγε να δει αν κοιμόταν ακόμα.
Έριξε κάτι επάνω της και κοίταξε το ρολόι της.
Ήταν οκτώ και μισή. «Άνοιξαν τα μαγαζιά». Βγήκε και
έκλεισε σιγά την πόρτα. Μόλις βρέθηκε στο δρόμο,
επιτάχυνε το βήμα της. Κατέβηκε την Κασσαβέτη και
πήγε στο φαρμακείο. Η κοπέλα την καλημέρισε και τη
ρώτησε σε τι μπορούσε να την εξυπηρετήσει.
«Δεν μπορώ να βρω ποιο από αυτά τα χαρτιά γρά­
φει το όνομα του ξενοδοχείου στο Παρίσι που μένει η
κυρά μου».
Τα κοίταξε ένα ένα η κοπέλα και βρήκε αυτό που
έγραφε Grand Hotel
«Αυτό είναι...»
«Γράφει τηλέφωνο;»
«Φυσικά...»
«Μπορείτε να μου το γράψετε με μεγάλα, καθαρά
γράμματα;»
Η κοπέλα το σημείωσε σ' ένα χαρτί.
«Ορίστε». Η Αρετούλα το κοίταξε από 'δώ, το κοί­
ταζε από 'κεί, δεν έλεγε να φύγει. «Θέλετε κάτι άλλο;»

325
«Πώς να το πω... Δεν ξέρω να διαβάζω καλά καλά
τα ελληνικά, τα γαλλικά θα ξέρω; Tι να ρωτήσω και τι
να καταλάβω;» σκεφτόταν.
«Μήπως μπορείτε...» Μπήκε πελάτης, ζήτησε φάρ­
μακα και κόπηκε η ερώτηση της στη μέση. Έκανε πάλι
να ρωτήσει, αλλά μια ηλικιωμένη ζήτησε να της πάρουν
την πίεση. Μια χάπια, μια ένεση, μια πίεση... Να τα
σιρόπια, να τα διουρητικά και το ιώδιο, κοντά μισή ώρα
μπαινόβγαινε κόσμος.
«Αχ, με συγχωρείτε! Σας ξέχασα... Κάτι θέλατε
ακόμα...»
«Ναι...»
«Τι;»
«Να πάρετε εσείς αυτό τον αριθμό στο Παρίσι, γιατί
δεν ξέρω γαλλικά. Σας παρακαλώ... Θα σας το πληρώ­
σω... Είναι ανάγκη. .»
Ευγενική η κοπέλα —ήταν καλή πελάτισσα η κυρία
Αρτόγλου, ήξερε και την Αρετούλα— δεν αρνήθηκε.
«Τι να ρωτήσω;»
«Πού βρίσκεται ο κύριος Φραγκόπουλος».
Σχημάτισε η κοπέλα τον αριθμό, είπε «bonjour» και
άρχισε τη συνομιλία.
«Λένε πως δεν είναι εκεί...» της μετέφερε.
«Πού πήγε;»
«Δεν ξέρουν...»
«Καλά... Κλείσ'το».
Πήγε να πληρώσει το τηλεφώνημα, αρνήθηκε η
κοπέλα και, λάχα λάχα, έφτασε η Αρετούλα στο σπίτι.

326
Μόλις μπήκε, σταμάτησε μπροστά στις βαλίτσες, στους
σάκους και στα κιβώτια. Πώς δε σκέφτηκε να ψάξει σ'
αυτά; Είχαν μείνει έτσι από χθες που τα έφεραν.
Ανέβηκε πρώτα να ελέγξει πώς ήταν η Βερονίκη.
Κοιμόταν βαθιά. Κατέβηκε, έκανε έναν καφέ, πήρε μια
ανάσα κι άρχισε ν' ανοίγει τις αποσκευές.
Όλα τα ρούχα του Τζόγια βρίσκονταν εκεί μέσα. Τα
προσωπικά του αντικείμενα, επίσης, και μέσα στις κού­
τες όλα τα βιβλία του. Τότε ήταν που τρόμαξε περισσό­
τερο. Τότε το μυαλό της πήγε στο κακό. «Δεν τσακώ­
θηκαν», σκέφτηκε. «Εδώ είναι σαν να εξαφανίστηκε ο
άνθρωπος».
Η Βερονίκη κοιμόταν όλο το εικοσιτετράωρο. Όταν
ξύπνησε, το πρώτο που ζήτησε ήταν καφές, τσιγάρο και
να μην την ενοχλήσει κανένας όσο θα ήταν στο γραφείο
της. Της είπε να τακτοποιήσει τα πράγματα από τις βαλί­
τσες και να βάλει τα βιβλία στο γραφείο του Τζόγια.
«Με προσοχή, μη θυμώσει όταν γυρίσει...»
Πήρε ανάσα ανακούφισης.
«Θα γυρίσει, δηλαδή;»
«Φυσικά!»
Έπειτα από αυτό, η Αρετούλα περίμενε μέρα με τη
μέρα να φανεί ο Τζόγιας. Η Βερονίκη, τις περισσότε­
ρες ώρες, καθόταν στο κρεβάτι αμίλητη.

Άφησε να περάσουν πέντε μέρες και μετά ζήτησε από
την Αρετούλα να τηλεφωνήσει στο δικηγόρο της.

327
Ήθελε να τον δει επειγόντως. Εκείνος ήρθε μέσα σε
δυο ώρες. Δεν πήγαν στο γραφείο, όπως τις άλλες
φορές. Τον περίμενε στο κρεβάτι της. Και, όπως πάντα,
της είπε να τους αφήσει μόνους.
Ήταν αποφασισμένη να μάθει τι ακριβώς συνέβαι­
νε στο ζευγάρι. Η επίσκεψη του δικηγόρου την τρόμα­
ξε πάλι...
Στήθηκε πίσω από την πόρτα να κρυφακούσει.
Πρώτη φορά που φερόταν αδιάκριτα, αλλά η αγωνία
της για το τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό το ραντε­
βού ξεπερνούσε τη διακριτικότητα της,
«Ψάξε να τον βρεις!»
«Είναι δυνατόν; Ολόκληρο Παρίσι;»
«Θα τρελαθώ! Δεν μπορεί να χάθηκε έτσι!»
«Ούτε τηλεφώνημα;»
«Δε βρίσκεται καν στο ξενοδοχείο».
Κάτι έλεγαν ψιθυριστά που δεν άκουσε η Αρετούλα.
Ύστερα, πάλι οι φωνές.
«Ναι, μαλώσαμε! Οχι, δεν ήταν σοβαρό...»
«Μήπως το εξέλαβε αλλιώς εκείνος;»
«Δε μ' ενδιαφέρει! Τον θέλω εδώ! Σπίτι μου!»
«Κυρία...»
«Μη μου φέρνετε αντιρρήσεις! Δεν έχω άλλον στη
ζωή μου. Ο Τζόγιας πρέπει να βρεθεί!»
«Είναι τόσο δύσκολο...»
«Όχι όμως ακατόρθωτο. Δεν αντέχω άλλο!»

328
Μια βδομάδα μετά, γύρισε ο Τζόγιας στην Αθήνα. Δεν
πήγε στο σπίτι της Κηφισιάς, αλλά έφυγε αμέσως για
την Ύδρα. Ήθελε εκεί να σκεφτεί πιο ήρεμα τι θα
μπορούσε να κάνει με τη σχέση τους. Αν θα άντεχε ένα
χωρισμό με τη γυναίκα που αγάπησε τόσο...
Πήρε από την αρχή τα πράγματα. Από τότε που τη
γνώρισε στην Κωνσταντινούπολη. Κύλησε όλη η ζωή
του αργά αργά μαζί με τον ήλιο που ήταν στην κορυφή
ώσπου έσβησε στη θάλασσα.
Ένα μεγάλο πάθος χωρίς να ειπωθούν κουβέντες για
το χθες, χωρίς να γνωρίζουν ποιος είναι ο ένας και ποιος
ο άλλος... Πόσα γνώριζε για τη Βερονίκη; Σχεδόν τίπο­
τε. Δεν έμαθε ποτέ πού γεννήθηκε και έζησε ώσπου να
παντρευτεί τον Θεοφάνη. Με έναν άντρα τόσο μεγάλο,
πώς βρέθηκε από την Ελλάδα στην Τουρκία; Ούτε κι
αυτό τη ρώτησε. Πώς έτυχε έτσι, αλήθεια; Πώς παρα­
σύρθηκε στη ζάλη της; Περνούσαν το χρόνο τους ξεχα­
σμένοι μόνο στο σήμερα, τυλιγμένοι στο πέπλο της αγά­
πης τους και τίποτ' άλλο. Σαν να φύτρωσαν σε τούτη τη
ζωή, χωρίς παρελθόν. Βιαστικά έγινε ο γάμος τους. Βια­
στικά και όλα τα άλλα... Ακόμα κι όταν τη ρώτησε πώς
θα γινόταν αυτός ο γάμος, χωρίς το διαζύγιο της, πήρε
την αποστομωτική απάντηση: «Τον δήλωσε ο δικηγόρος
μου εξαφανισμένο». Δεν έψαξε τίποτ' άλλο ο Τζόγιας.
Έκρυψε κι αυτός το γάμο του με τη Μαρίνα.
Σαν κακομαθημένο παιδί, όλον αυτό τον καιρό, η
Βερονίκη δεν άκουγε κανέναν. Επιδίωκε πάντα ό,τι
την ευχαριστούσε. Εγωισμός και αλαζονεία... Μήπως

329
και ο Τζόγιας ήταν ένα καπρίτσιο; Μήπως η ανικανο­
ποίητη τότε αγάπη της γι' αυτόν, μέσα στην ανία με τον
Θεοφάνη και τα πλούτη του, δεν ήταν πραγματικός
έρωτας;
Ερωτήσεις βασανιστικές πίεζαν το μυαλό του.

Μόνο όταν γύρισε στο ξενοδοχείο και δεν τη βρήκε να
τον περιμένει, κατάλαβε πως έπαιζε το δικό της παιχνί­
δι τόσο καιρό. Είχε θυμώσει πάρα πολύ, γι' αυτό έμει­
νε τόσες μέρες στο Παρίσι.
Κανείς δεν του είχε φερθεί έτσι απαξιωτικά. Τι
ειρωνεία για τον Δημήτρη Φραγκόπουλο, τον ήρωα του
πολέμου... Η ίδια η γυναίκα του τον είχε αφήσει πίσω
σαν αποσκευή!
Πήγε στο αεροδρόμιο. Δέκα λεπτά νωρίτερα είχε
απογειωθεί το αεροπλάνο. Πίστευε πως θα τον περίμε­
νε. Είχε φανταστεί και την εικόνα της. Καθισμένη
πάνω στις βαλίτσες να του χαμογελάει με βουρκωμένα
μάτια και να τρέχει στην αγκαλιά του. Έμεινε ως αργά
το βράδυ εκεί, παρακολουθώντας τον κόσμο και τα
αεροπλάνα στο αδιάκοπο πηγαινέλα τους. Τότε ήταν
που ορκίστηκε να μη γυρίσει κοντά της, ποτέ πια...

Η βραδινή υγρασία τού έφερε πονοκέφαλο. Μπήκε στο
σπίτι και έμεινε αρκετή ώρα να κοιτάζει από ψηλά τη
σιωπή της μαύρης φουρτουνιασμένης θάλασσας.

330
«Έτσι είναι και η δική της σιωπή· ανάμεσα σε φουρ­
τούνα και γαλήνη».
Χτύπησε το τηλέφωνο. Γύρισε και το κοίταξε. Στα­
μάτησε. Έβαλε ένα ποτό και ξαναπήγε στο άγναντεμά
του. Το τηλέφωνο χτύπησε πάλι. Επέμενε. Το σήκωσε...
«Ναι... Λάθος, κύριε...» Δεν ήταν η Βερονίκη. Δε θα
μπορούσε να υποψιαστεί πως είχε αράξει εκεί. Ήταν
Οκτώβρης μήνας...

Ο δικηγόρος πήγε κι ήρθε πάνω από δέκα φορές μέσα
σε είκοσι μέρες. Κάθε συνάντησή του με τη Βερονίκη
ήταν κι ένα ξέσπασμα της.
«Τον θέλω εδώ! Πρέπει να τον βρεις! Μην έρθεις
άλλη φορά χωρίς εκείνον!» Έφευγε ο άνθρωπος με το
κεφάλι κατεβασμένο φυσώντας και ξεφυσώντας.
Οι μέρες κυλούσαν μέσα σε μια κόλαση για την Αρε­
τούλα. Δεν μπορούσε να της πει ούτε μια λέξη. Δεν της
έφερνε αντίρρηση σε τίποτε. Καφέδες, ουίσκι και τσι­
γάρα συνέχεια. Ακόμα και όταν έσπαγε τα ανέγγιχτα
πιάτα με το φαγητό, που της άφηνε έξω από το δωμάτιο,
έσκυβε και τα μάζευε αμίλητη.
Είχαν γίνει κι οι δυο τους φαντάσματα του εαυτού
τους. «Σαν τις νυχτερίδες εδώ μέσα... Λες και έπεσε
κατάρα! Μάγια τής κάνανε, Αγιε Κυπριανέ μου;» μουρ­
μούριζε καμπουριασμένη από το βάρος της στενοχώ­
ριας και, ύστερα, έβγαινε στ' άστρα για να λύσει κρυφά
τα μάγια.

331
Δεν έτρωγε η Βερονίκη, δεν έτρωγε και εκείνη. Τη
νύχτα συντρόφευε το κλάμα της κυράς της με τις προ­
σευχές της. «Αν άνοιγε την καρδιά της, Παναγιά μου,
να με μιλούσε μια σταλιά...» Και προτού ξημερώσει,
απλωνόταν ησυχία στο σπίτι. Δυο χάπια για τον ύπνο
έπαιρνε η Βερονίκη και ένα η Αρετούλα... «Ούτε ασπι­
ρίνη δεν έχω πάρει στη ζωή μου και έγινα νευρωτικιά
κι εγώ μαζί της».

Ήταν μια μέρα που τρόμαζες από το σκοτάδι του
ουρανού και την καταιγίδα. Την είδε να στέκεται στην
άκρη της σκάλας σαν υπνωτισμένη.
«Να σε φέρω τον καφέ σου;» τη ρώτησε.
Αδειο μάτι, στεγνά μελανά χείλη, μαλλιά σαν τζίβα
μπερδεμένα. Γυναίκα βγαλμένη από παραμύθι, με
μάγισσα έμοιαζε.
«Φώναξε κάποιον να πάρει τα πράγματα από το
σπίτι».
«Τι λες, κυρά μου;»
«Το θέλω άδειο! Να φύγουν όλα! Τώρα! Τ άκουσες;»
Έκλεισε τ' αφτιά της να μην ακούσει άλλες τρέλες.
Βγήκε στο δρόμο, μες στη βροχή... Πήρε το δρόμο για
το φαρμακείο παραμιλώντας.
«Ένα γιατρό! Πρέπει να τη δει γιατρός! Σούρντισε!»
Τα ρούχα έπλεαν επάνω της από τη βροχή και την
αδυναμία. Η κοπέλα του φαρμακείου τρόμαξε,
«Αρετούλα...»

332
«Γιατρό! Τώρα!...»
Ο άντρας που ήταν μπροστά στον πάγκο γύρισε.
«Τι κάνετε;»
Σημασία δεν του έδωσε, συνεχίζοντας να μιλάει λα­
χανιασμένα στην κοπέλα.
«Πάρε τηλέφωνο ένα γιατρό».
«Συγγνώμη». Την άγγιξε στο μπράτσο ο άντρας.
Κάτι του θύμιζε. «Δεν είσαι εσύ που έχει σπίτι η κυρία
σου απέναντι από της μάνας μου στην Ύδρα;» Ένιωσε
πως έγινε ρεζίλι. Βρέθηκε γνωστός... Πού τη θυμήθηκε
ο χριστιανός τέτοια ώρα; «Είμαι ο Ηλίας, που έχω το
μπακάλικο στο λιμάνι».
Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στην κοπέλα στο βά­
θος του φαρμακείου, που τηλεφωνούσε σε κάποιο γιατρό,
και δεν έδινε σημασία σ' αυτά που της έλεγε ο άντρας,
«Ααα...» έκανε αφηρημένα.
«Η Αρετούλα της κυρίας Βερονίκης δεν είσαι;»
Τότε, τον πρόσεξε καλύτερα μέσα στην ταραχή της.
«Ναι...»
«Και είπα να ρωτήσω προχθές το σύζυγο της πού
χάθηκε η γυναίκα του...»
«Πες μου τη διεύθυνση! Ρωτάει ο γιατρός». Η φωνή
της κοπέλας πέρασε ξυστά από τ' αφτιά της.
Η Αρετούλα άρπαξε με αγωνία τον άντρα από τα
χέρια.
«Τον άντρα της;»
«Τη διεύθυνση για να 'ρθει ο γιατρός!» Πάλι η κοπέ­
λα αγανακτισμένη.

333
«Άσ' τον!»
Χάζεψε η κοπέλα... Κάτι είπε στο τηλέφωνο. Ο άντρας
αποσβολωμένος.
«Πού τον είδες;»
«Στην Ύδρα είναι...»

Ούτε πέντε λεπτά δεν έκανε να φτάσει σπίτι. Ανέβηκε
δυο δυο τα σκαλιά και μπήκε στο δωμάτιο χωρίς να
χτυπήσει.
«Σήκω!»
Η Βερονίκη, με το τσιγάρο στο στάμα και το ποτήρι
στο χέρι, έτοιμη να το πετάξει επάνω της.
«Έξωωω!»
Η Αρετούλα όρμησε στο κρεβάτι. Άρπαξε το ποτή­
ρι, έσβησε το τσιγάρο και την τράβηξε από τα χέρια,
«Σήκω επάνω! Βρήκα τον Τζόγια!»
Μια σκηνή από θέατρο του παραλόγου. Τα νερά να
στάζουν από πάνω της, τα μαλλιά της να βρέχουν το
πρόσωπο της Βερονίκης, που δεν καταλάβαινε τι γινό­
ταν. Τη σήκωσε σαν άψυχη κούκλα και την έβαλε να
καθίσει. Άρχισε να την ξεντύνει.
«Ασε με!»
«Ζει!»
«Είσαι τρελή! Άσε με!»
Αρχισε να τη χτυπάει. Η Αρετούλα πάλευε μαζί της
και φώναζε:
«Ζει! Είναι στην Ύδρα!»

334
«Ψέματα!»
«Αλήθεια! Στην Ύδρα! Τον είδαν!»
«Θα σε σκοτώσω! Θα σε ρίξω στο ποτάμι!»
«Πίστεψε με, κυρά μου!»
«Βρέχει όπως κι εκείνο το βράδυ που τον σκότω­
σα...» Στα λόγια αυτά σταμάτησε παγωμένη σαν
άγαλμα.
Η Αρετούλα σηκώθηκε αργά από κάτω και κάθισε
δίπλα της.
«Δε σκότωσες κανέναν εσύ, μπρε κυρά μου. Οι
άλλοι σού σκότωσαν την ψυχή, γιαβρί μου». Και έκλα­
ψαν η μια στην αγκαλιά της άλλης.

Τα καράβια, λόγω του καιρού, δεν έφευγαν από το
λιμάνι του Πειραιά για τα νησιά. Όλη τη νύχτα έμειναν
ξάγρυπνες. Έτρεχε η Βερονίκη να πάρει τηλέφωνο
στην Ύδρα, η Αρετούλα την κυνηγούσε να την εμποδί­
σει. Στο τέλος, πάλεψε μαζί της και της έδεσε τα χέρια
να μην του τηλεφωνήσει.
«Να του κάνεις έκπληξη! Να ξαφνιαστεί από τον
πόθο και την αγάπη! Θα σε κάνω γκιουζέλ γκιουζέλ!
Να σ' αγαπήσει πάλι ο μορφονιός σου! Όπως τότε που
ανταμώσατε στην Πόλη». Την μπανιάρισε. Της έκανε
σγουρά τα μαλλιά, της διάλεξε ωραία ρούχα, την καμά­
ρωσε και τη σταύρωσε. «Ηλιοχαμόγελο της Ισταν-
μπούλ! Δε χάνεται με τίποτε η αρχοντιά και η ομορφιά
σου, που να σκάσουν οι οχτροί σου!» Και όσο τα έκανε

335
αυτά η Αρετούλα, εκείνη δε σταμάτησε να ζητάει συγ­
γνώμη για τον τρόπο που της φέρθηκε.

Η καταιγίδα κόπασε το ξημέρωμα, και φάνηκε ένας
καταγάλανος ουρανός. Κλείδωσαν το σπίτι και κατέβη­
καν στον Πειραιά. Θάλασσα λάδι, δεν προμηνούσε
φουρτούνα. Γλαροπούλια συνόδευαν το καράβι κι έδι­
ναν ευχές ν' ανταμώσουν η Βερονίκη με τον Τζόγια.
Τέσσερις ώρες κοιμήθηκε η Αρετούλα πάνω στον
καναπέ. Με τόση κούραση, τόση λαχτάρα και πόνο,
απόκαμαν το κορμί και η καρδιά της.
Συνεννοήθηκαν να μείνει στο ξενοδοχείο κάτω στο
λιμάνι... «Δεν έχω θέση ανάμεσα σας. Έχετε πολλά να
πείτε και να κάνετε...» της είπε, κλείνοντας πονηρά το
μάτι, και ώσπου χάθηκε ψηλά στα σκαλοπάτια η Βερο­
νίκη, δεν πήρε το μάτι της από πάνω της...

336
Γ ια τη Θεοδοσία, ο Λουκάς είχε γίνει το αποκού-
μπι της. Η ύπαρξη της. Τον φρόντιζε όλη μέρα
σαν μωρό παιδί.
«Με κακομαθαίνεις, γυναίκα...»
«Ποίον άλλο έχω;»
«Άργησες να 'ρθεις στη ζωή μου, Θεοδοσία...»
«Πολύ... Κι εσύ στη δική μου...»
«Δεν πειράζει... Τα χρόνια που έχουμε μπροστά
μας, λίγα είναι, για μένα...»
«Σταμάτα, Λουκά...»
«Αυτή είναι η αλήθεια...»
«Ξέχασέ την... Κανείς δεν ξέρει τι οδηγίες δίνει ο
Θεός για τη ζωή μας».
Ο Λουκάς από καιρό σκεφτόταν να νοικιάσει τα
θέατρά του.
Ήθελε να ξεκουραστεί κι αυτός και η Θεοδοσία.
Να γλεντήσουν, να ταξιδέψουν, να περάσουν καλά και
ν' αράξουν στις Σπέτσες που είχε το πατρικό του... Της
το είπε, και εκείνη συμφώνησε. Αφού ήταν για το καλό
του Λουκά, γιατί όχι...

337
«Ο γιος μου δε βλέπω να γυρίζει από τον Καναδά,
Ούτε πρόκειται ν' ασχοληθεί με τα θέατρα. Έχει γίνει
γιατρός... Άσ' τα...»
«Τουλάχιστον να παντρευτεί...»
«Θα 'ρθει η ώρα του...»
Η Θεοδοσία, αφότου παντρεύτηκαν, τον είδε τρεις
φορές. Όσες ήρθε στην Ελλάδα. Κλειστό παιδί. Λίγα
είπε μαζί τους. Την πρώτη φορά, τους συγχάρηκε για το
γάμο τους και έμεινε σε ξενοδοχείο. Τις άλλες δυο,
τους είδε για λίγη ώρα και έφυγε για το πατρικό που
είχε ο Λουκάς στις Σπέτσες,
«Δεν έχετε πολλά μαζί...» είχε πει τότε στον άντρα
της. Ποτέ δεν είχε ρωτήσει λεπτομέρειες γι' αυτόν,
«Ξιπασμένος και ψυχρός σαν τη μάνα του...»
«Ζει;»
«Όχι. Ήταν κι αυτή στον Καναδά. Τον πήρε τριών
χρονών μαζί της και την κοπάνησε. Ήταν ηθοποιός,
ξέρεις...»
«Την ερωτεύτηκες;»
«Στα νιάτα κάνεις χαζομάρες...»
«Δε σε πειράζει;»
«Μπα... Συνήθισα... Είχα τόσα παιδιά στο θέατρο...
Όλοι ηθοποιοί...»
Έβαλαν μπροστά το σχέδιο τους. Νοίκιασαν τα θέα­
τρα και πήγαν στις Σπέτσες να φτιάξουν το πατρικό του
Λουκά.

338
Η Θεοδοσία ενθουσιάστηκε μ' αυτό το μέρος. Έδιω­
χνε κάθε θύμηση από το δικό της νησί. Εκεί που πόνε­
σε τόσο... Έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Δούλευε
μαζί με τους εργάτες, μη αφήνοντας τον άντρα της να
κάνει τίποτε.
«Είσαι άξια, το ξέρω, αλλά άσε με κι εμένα...»
«Εσύ θα απολαύσεις ένα παλατάκι που θα φτιάξω!»
Και έκανε το σπίτι στο Παλιό Λιμάνι πράγματι σαν
παλάτι. Έφτιαξε κι έναν κήπο που έβλεπε στη θάλασ­
σα και ήταν ό,τι καλύτερο και για τους δυο τους.
Ένα ολόκληρο καλοκαίρι και ένα χειμώνα δεν το
κούνησαν από 'κεί.

Αύγουστος ζεστός, και έφτασε η πρώτη φίλη από την
Αθήνα, μια παλιά ηθοποιός από το θέατρο του
Λουκά. Είχε έρθει να τους δει και να μείνει δυο
μέρες μαζί τους.
Την έλεγαν Ντουντού, από το Θεοδώρα. Ποτέ δεν
τα κατάφερε να γίνει πρωταγωνίστρια. Πάντα έπαιζε
δεύτερους ρόλους.
Κουβέντα, μπάνιο, ουζάκια, έπιασαν και τις προσω­
πικές τους ιστορίες. Την ήξεραν, από τότε που δούλευε
στο θέατρο. Είχε φύγει από το σπίτι της, από την
Κύπρο, -παρόλο που ήταν πλούσια-, γιατί ήθελε να
γίνει ηθοποιός αλλά αντιδρούσαν οι δικοί της.
Είχαν αράξει στον κήπο εκείνο το βράδυ. Το ολό­
γιομο φεγγάρι, η δροσιά της θάλασσας και η νοσταλ-

339
γική μουσική από το ραδιόφωνο τους έφερναν θύμησες
από τα περασμένα χρόνια.
Η Ντουντού είχε πιει πολύ και άρχισε τις αποκαλύ­
ψεις της.
«Σκατά μού φέρθηκαν οι δικοί μου, αλλά εγώ έκανα
αυτό που ονειρευόμουν! Ανέβηκα στο σανίδι και πεθα­
μένη θα με πάρουν από 'κεί!»
«Βρε Ντουντού μου, δεν τα παρατάς να ξεκουρα­
στείς;»
«Τι λες, μωρέ Θεοδοσία; Να μάθει η αδελφή μου
πως τα εγκατέλειψα και να χαρεί;»
«Ε, και τι θα χάσεις εσύ;»
«Αφού σε αποκλήρωσε τότε ο πατέρας σας και τα
πήρε όλα αυτή», συμπλήρωσε ο Λουκάς.
Σηκώθηκε και πήγε στην άκρη του κήπου. Έμεινε
λίγο να κοιτάζει τις αραγμένες βάρκες και μετά γύρισε
και τους είπε:
«Τα λεφτά τα είχα χεσμένα! Άλλο έχασα εγώ και μου
το πήρε η σκύλα! Ένα μεγάλο έρωτα... Ήμουν αρραβω­
νιασμένη και του ρίχτηκε... Του άνοιξε τα πόδια και γλυ-
κάθηκε ο πεινασμένος!»
«Σώπα...»
«Όπως τα ακούς, Θεοδοσία μου!»
«Και;» ρώτησε ο Λουκάς.
«Και... Τον παντρεύτηκε και τον έκανε εφοπλιστή!»
Άφησαν λίγο να περάσει η ώρα. Η Θεοδοσία σηκώ­
θηκε, πήγε μέσα κι έφερε κι άλλους μεζέδες.
«Φάε τώρα κι άσ' τα...»

340
Δεν έδωσε σημασία και συνέχισε τα δικά της.
«Την εκδικήθηκε όμως ο Θεός! Δεν έκανε παιδιά.
Υιοθέτησε ένα μούλικο από το βρεφοκομείο!»
Χρόνια είχε ν' ακούσει αυτή τη λέξη. Είχε βάλει στην
άκρη την προηγούμενη ζωή της, προτού γνωρίσει τον
Λουκά. Εκείνη την εποχή που πήρε στην αγκαλιά της
τόσα και τόσα ξένα παιδιά χωρίς κι αυτή να γίνει μάνα...
Μετά θυμήθηκε και την Αγγέλα. Καιρό πολύ είχαν
να βρεθούν... Σε λίγο θα έπαιρνε και σύνταξη.
Στριφογύρισε στο μυαλό της και το μωρό εκείνο που
άφησε μια Άννα ένα βράδυ στο βρεφοκομείο. Μπήκαν
πάλι βελόνες στην καρδιά της. «Πού να βρισκόταν το
αγόρι που το βάφτισα Αλέξανδρο και είχε μάτια βιολε­
τιά, σαν της Βερονίκης;»
Το αγαπημένο χέρι κρατούσε το δικό της. Η φωνή
του Λουκά την επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Θεοδοσία μου, τι έπαθες; Κιτρίνισες, κορίτσι μου...»
«Το βράδυ δεν είναι να τρως βαριά», είπε η Ντου­
ντού και κατέβασε έναν ολόκληρο κολοκυθοκεφτέ!
«Αυτό είναι, Λουκά μου, το στομάχι μου...»
«Πάω να σου φέρω μια σόδα».
Δεν πρόλαβε να τον σταματήσει και έφυγε μέσα.
«Σ' αγαπάει...»
«Κι εγώ...»
«Άντε, βάλε ένα ούζο ακόμα, γιατί θυμήθηκα τα
παλιά και άναψα! Αυτά είναι βάσανα, Θεοδοσία μου!»
«Πέρασαν».
«Όχι, δεν πέρασαν!»

341
«Τρώγεσαι με τα ρούχα σου! Τι σου φταίει, βρε
Ντουντού μου;»
Μπήκε στη συζήτηση ο Λουκάς σερβίροντας τη σόδα
στη Θεοδοσία.
«Δεν άφησαν φράγκο από την περιουσία του πατέ­
ρα μας! Κατάντησα ηθοποιός τρίτης κλάσης! Ας είχα
εγώ λεφτά..,»
«Θα γινόσουν πρωταγωνίστρια;» Και γέλασε ο Λου­
κάς.
«Γέλα εσύ... Τέλος πάντων! Αυτός είναι παράλυτος
στο μέγαρο του στην Αγγλία! Η εκδίκηση μου!»
«Το παιδί;» ρώτησε η Θεοδοσία.
«Θα το ξεπαστρέψει κι αυτό μια μέρα!»
«Είναι δυνατόν;»
«Από τέτοια γυναίκα όλα να τα περιμένεις...»

Εκείνο το βράδυ, δεν έκλεισε μάτι η Θεοδοσία. Την
έβγαλε στον κήπο. Γέμισε ενοχές που σταμάτησε να
ψάχνει για τα αγαπημένα της πρόσωπα...
Μαζί με όσα είχε πει η Ντουντού για την αδελφή της
και το παιδί που υιοθέτησε, έγιναν όλα ένα κουβάρι
στη φαντασία της. Πολλές στιγμές τής ήρθε να τη ρωτή­
σει πώς ήταν αυτό το παιδί. Μήπως είχε κάτι κοινό με
το παιδί της Άννας. Κι ύστερα, μετάνιωνε για τις τρελές
φαντασιώσεις της.

342
Το πρωί, βρήκε την ευκαιρία την ώρα που έπιναν οι
δυο τους τον καφέ.
«Βρε Ντουντού μου, πότε υιοθέτησε το παιδί η αδελ­
φή σου;»
«Αρκετά βρικολάκιασα μ' αυτήν όλο το βράδυ!»
Κατέβασε δυο γουλιές και την κοίταξε νευριασμένη.
«Εκεί κοντά στο '50».
«Από τη Λευκωσία;»
«Και σένα τι σε νοιάζει;»
«Βέβαια, τι με νοιάζει; Αλλά είδα και άκουσα τόσα
δράματα όταν δούλευα στο βρεφοκομείο...»
Η Ντουντού γύρισε το φλιτζάνι της και σηκώθηκε.
«Δεν ξέρεις να λες και τον καφέ, π' ανάθεμα σε!»
«Μακριά απ' αυτά εγώ...»
«Ασε μας, μωρέ θεούσα!»
Πού να τολμήσει, μέχρι την ώρα που έφυγε η Ντου­
ντού, να ρωτήσει πάλι. Αλλες κουβέντες, άλλα λόγια,
γιατί μπήκε στην παρέα και ο Λουκάς, που δεν ήξερε
τίποτε για Άννα, παιδί και Βερονίκη...

343
Α νέβηκε μόνο πενήντα σκαλιά. Δεν μπορούσε να
προχωρήσει. Οι δυνάμεις της την εγκατέλειψαν
Τόση αδυναμία και τόση προσμονή την τσάκισαν.
Κάθισε στην άκρη. Δεν μπορούσε να πάρει ανάσα.
Γιατί δεν επέμενε να 'ρθει μαζί της η Αρετούλα; Πώς
θα έφτανε εκεί ψηλά να συναντήσει τον Τζόγια; Κι αν
ήταν λάθος πως βρισκόταν εκεί;
Κοίταξε κάτω τη θάλασσα και νόμισε πως ταξίδευε.
Τον είδε πέρα βαθιά στο γαλάζιο ορίζοντα να της γυρί­
ζει την πλάτη. «Τζόγια, γιατί;» Καμιά απάντηση... «Δε
μ' αγαπάς; Συγχωρά με που έγινα έτσι...» Μονόλογος
που πνίγηκε στο σφύριγμα του καραβιού που άραζε
στο λιμάνι...
Έκανε να σηκωθεί. Όλα γύρω της έγιναν θηλιά που
πήγαινε να την πνίξει. Ο αέρας που φύσηξε κούνησε το
κορμί της πέρα δώθε σαν κλαρί. Έγειρε στο πεζούλι
και λιποθύμησε.
Εκείνος δεν μπορούσε να μείνει άλλο στην Ύδρα.
Αποφάσισε πως έπρεπε να μιλήσει με τη Βερονίκη. Να
της πει ότι ήθελε να μείνει μακριά... Τον είχε κουράσει

345
αυτή η ιστορία... Δεν άντεχε άλλο τα καπρίτσια της...
Την υπερβολή της... Το καράβι έφευγε για τον Πειραιά
το μεσημέρι.
Έβαλε δυο πράγματα στο σάκο. κλείδωσε το σπίτι,
το κοίταξε σαν να ήταν η τελευταία φορά κι άρχισε να
κατεβαίνει τα σκαλοπάτια.
Ο κόσμος ήταν μαζεμένος γύρω της. Άλλοι της έκα­
ναν αέρα, άλλοι έφεραν νερά,
«Να ειδοποιήσουμε τον άντρα της...»
«Εδώ είναι;»
«Ναι,,.»
Έκαναν στην άκρη όταν τον είδαν, και ο Τζόγιας
νόμισε πως ήταν εφιάλτης αυτό που έβλεπε μπροστά
του. Τη Βερονίκη ένα κουβάρι να τον κοιτάζει με
βλέμμα ακίνητο, χαμένο, σαν να είχε έρθει από άλλον
κόσμο.

Την άφησε να κοιμηθεί ως αργά το βράδυ, ώσπου χτύ­
πησε δειλά την πόρτα η Αρετούλα, μες στην αγωνία.
Του εξήγησε πως εκείνη έμαθε ότι βρισκόταν στην
Ύδρα. Του είπε πόσα πέρασε με τη Βερονίκη, μετά την
εξαφάνιση του στο Παρίσι...
«Έχει περάσει τόσο πολλά... Σταυρώθηκε αυτή η
γυναίκα από αρρώστιες και βάσανα. Αυτό την αποτε­
λείωσε, κύριε. Της έφυγε το μυαλό, κύριε Τζόγια... Δε
μιλάτε, ε;»
Tι να έλεγε στην Αρετούλα; Αγαπούσε την κυρά της

346
σαν να ήταν αίμα της. Τι έφταιγε και τι να καταλάβει κι
αυτή που η σχέση του με τη Βερονίκη πήγαινε από το
κακό στο χειρότερο;
«Ησύχασε...»
«Μην την αφήσετε άλλη φορά... Θα πεθάνει! Είστε
ο Θεός της! Στα πόδια σας να πέσω...»
Κάθισε ώρες δίπλα της στο κρεβάτι να την κοιτά­
ζει. Για άλλη μια φορά πέρασε τη ζωή του μέσα απ'
αυτή τη γυναίκα. Το μόνο συμπέρασμα ήταν πως την
αγαπούσε...
Η Βερονίκη ξύπνησε λίγο προτού ξημερώσει. Άνοι­
ξε τα μάτια της και είδε το πρόσωπο του Τζόγια να στέ­
κεται από πάνω της.
Δεν έκανε καμία κίνηση. Καμία αντίδραση. Της χάι­
δεψε τα μαλλιά, έσκυψε και τη φίλησε. Πάλι τα ίδια.
Σαν να μη βρισκόταν εκεί.
«Βερονίκη...» Τα βιολετιά μάτια της ακίνητα στο
κενό, «Αγάπη μου...» Σιωπή που τον φόβισε. Την ανα­
σήκωσε κοντά του. Αφέθηκε σαν μαριονέτα. Έγειρε το
κεφάλι της πάνω στον ώμο του... Αρχισε να της ψιθυρί­
ζει λόγια αγάπης και υποσχέσεων. «Όλα πέρασαν...
Συγχωρά με. Θύμωσα πολύ! Δεν είμαι αποσκευή να με
πετάς έτσι... Μίλησε μου...»
Τα δάκρυα της μούσκεψαν το στήθος του. Πάλι κου­
βέντα δεν ακούστηκε. Του ήρθε τρέλα. Την ακούμπησε
στα μαξιλάρια κι άρχισε να τη φιλάει και να τη χαϊδεύ­
ει στο πρόσωπο, στα χέρια, παντού. Η φωνή του την
καλούσε όλο και πιο δυνατά να του απαντήσει.

347
«Πες κάτι... Είμαι εδώ... Είμαστε μαζί... Σε ικε­
τεύω, Βερονίκη. Μωρό μου, μη μου το κάνεις αυτό!
Αρετούλα!»
Πάλι γιατρός, πάλι φάρμακα. Πάλι δεν έβγαινε
άκρη γιατί ήταν έτσι η Βερονίκη. «Δεν μπορώ να κατα­
λάβω», είπε ο γιατρός. «Σοκ έπαθε; Κάτι την τρόμαξε;
Κάτι έγινε στο μυαλό της; Τι να σας πω... Ας πάρει
αυτά και βλέπουμε... Πάντως, η πίεση και η καρδιά της
είναι εντάξει». Άφησε τη συνταγή και έφυγε.
Πιο πολύ κοιμόταν παρά ήταν ξύπνια, Η Αρετούλα
συνέχεια πάνω από το προσκεφάλι της παρακολουθού­
σε κάθε αντίδραση της. Άλλοτε ήταν γαλήνια, άλλοτε
μούσκεμα στον ιδρώτα και πολλές φορές φώναζε στον
ύπνο της... Μπερδεμένα λόγια.
«Κάτι για ποτάμι, κάτι για αγγέλους λέει... Φωνάζει
ονόματα... Μια Άννα... έναν Αλέξανδρο... τι να πω,
κύριε Τζόγια... Τι να πω...»
«Έχεις ακούσει εσύ γι' αυτούς;»
«Ποτέ...»
«Δε σου μίλησε για τη ζωή της;»
«Όχι.. » Ύστερα, σαν να θυμήθηκε... «Τότε που
ήρθαμε στην Αθήνα από την Πόλη...»
«Τι;»
«Πήγε μόνη στο νησί της...»
«Ποιο νησί;»
«Σάμπως είπε;»
«Πόσο έμεινε;»
«Μια δυο μέρες, δε θυμάμαι...»

348
«Κανείς δεν ξέρει;»
«Ποιος να ξέρει; Ο διευθυντής του ξενοδοχείου που
μέναμε τα κανόνισε όλα». Έμεινε σκεφτικός για αρκε­
τή ώρα. «Τι σκέφτεστε, κύριε;»
«Το ξενοδοχείο που μένατε... Ποιο ήταν;» Του είπε
το όνομα αμέσως. «Και ο διευθυντής; Πώς τον έλεγαν;»
Θυμόταν μόνο το μικρό του όνομα.
«Παναγιώτη».
«Εντάξει... Θα ηρεμήσει με τα φάρμακα».
«Αν δε γίνει καλά η ψυχή της, τι να κάνουν κι αυτά...»
«Τώρα είμαι εγώ εδώ...»
Απέφυγε η Αρετούλα να του απαριθμήσει πόσες
φορές πέρασε σχεδόν τα ίδια η κυρά της. Τούτη τη
φορά, ωστόσο, διέκρινε κάτι αλλιώτικο... Αφού δε
συνερχόταν με την παρουσία του Τζόγια, φώλιασαν
αμφιβολίες στην καρδιά της...

Πήγε αμέσως στο τηλέφωνο. Πήρε το κέντρο, ζήτησε το
νούμερο του ξενοδοχείου και μετά κάλεσε. Ρώτησε για
το διευθυντή με το μικρό του όνομα...
Η Αρετούλα παρακολουθούσε με κομμένη την
ανάσα τη συνομιλία. Όταν είπε «ευχαριστώ» και
έκλεισε το τηλέφωνο, γύρισε προς το μέρος της απο­
γοητευμένος.
«Τι είπαν;»
«Αλλαξαν πέντε διευθυντές μέσα σ' αυτά χρόνια...»
«Δεν ξέρουν πού βρίσκεται αυτός;»

349
«Μου είπαν από τη ρεσεψιόν πως μάλλον ζει στην
Αυστραλία».
Η προηγούμενη ζωή της Βερονίκης συνέχιζε να
είναι ένα μυστήριο για τον Τζόγια. Δρόμοι κλειστοί
εκείνος εγκλωβισμένος στη μοίρα της γυναίκας που
αγάπησε...

350
Τ ο χειμώνα που γύρισαν με τον Λουκά από τις
Σπέτσες στην Αθήνα, η Θεοδοσία έβαλε σκοπό
να επισκεφτεί το βρεφοκομείο στην οδό Πειραιώς.
Η Αγγέλα ετοίμαζε τα χαρτιά της για σύνταξη.
Είχαν να βρεθούν ένα χρόνο. Μόνο στο τηλέφωνο
μιλούσαν. Παραξενεύτηκε, λοιπόν, όταν της ζήτησε να
πάνε μαζί στο βρεφοκομείο.
«Πώς σου ήρθε αυτό;»
«Έτσι, βρε Αγγέλα, να δω το μέρος όπου έζησα
τόσα. Μια επίσκεψη...»
«Δεν έχει μείνει σχεδόν κανένας γνωστός από τότε,
παρά μόνο οι δυο νοσοκόμες, εκείνος από το λογιστή­
ριο και η Ελένη στο γραφείο μας.
«Η διευθύντρια;»
«Αυτή έχει σχεδόν τέσσερα χρόνια που βγήκε στη
σύνταξη».
Αναπτερώθηκε λιγάκι από την είδηση αυτή. Δεν
ήθελε με κανέναν τρόπο να τη συναντήσει. Δεν είχε
ξεχάσει πώς της φέρθηκε τότε που ζήτησε να υιοθετή­
σει τον Αλέξανδρο.

351
«Ακόμα υπάρχουν οι καταστάσεις; Ακόμα αυτή η
δυστυχία;»
«Δε θα σταματήσει ποτέ. Γεμάτο παιδιά είναι...»
Γύρισαν όλο το βρεφοκομείο. Παρατήρησε κάποιες
μικρές αλλαγές στους χώρους. Πήγε και στο δωμάτιο
που έμεναν με την Ελισσώ. Είχε μετατραπεί σε αποθή­
κη τροφίμων.
«Πάμε;» ρώτησε η Αγγέλα.
«Μισό λεπτό...»
«Τι άλλο θες να δεις; Δεν είναι και τα Ανάκτορα,
βρε Θεοδοσία!»
«Περίμενε εδώ...»
«Ξέχασε το! Θα 'ρθω μαζί σου».
Πήγαν στο αρχείο και βρήκαν την παλιά συνάδελφο
τους. Η Ελένη είχε γίνει υπεύθυνη πια και θα μπορού­
σε να τη βοηθήσει.
«Πάλι εδώ; Μήπως θέλετε να ξαναδούλεψετε;» ρώτη­
σε απορημένη.
«Με τίποτε. Άλλο θέλω...»
«Σαν τι;»
«Να δω το φάκελο υιοθεσίας του παιδιού που είχα
βαφτίσει τότε».
Και τι δεν της είπαν οι δυο γυναίκες της Θεοδοσίας,
Πως δε γινόταν. Πως ήταν απόρρητο. Πως θα έβρισκε
η Ελένη τον μπελά της, και τόσα άλλα. Ανένδοτη εκεί­
νη, πείσμωσε και θύμωσε.
«Τι να φοβηθείτε, μωρέ; Μάνα του είμαι και θα πάω
να το διεκδικήσω;»

352
«Παράτα τα, Θεοδοσία!» φώναζε η Αγγέλα, που
ήξερε πού το πήγαινε,
«Δεν μπορώ να παραβώ τους κανονισμούς», έλεγε η
άλλη.
Κόντεψαν να 'ρθουν στα χέρια.
«Ωραία», είπε στο τέλος, «Μόνο πού ζει... αν ζει.
Τίποτ' άλλο. Λυπηθείτε με...»
Η Ελένη τους ζήτησε να περιμένουν ώσπου να σχο­
λάσουν οι άλλοι υπάλληλοι, για να μην κινήσουν υπο­
ψίες. Έτσι, πήγαν στην Ομόνοια να πιουν έναν καφέ.
«Ακόμα πιστεύεις πως είναι δικό σας παιδί;»
«Ακόμα...»

Τους περίμενε με ένα χαρτί που έγραφε:
Υιοθετήθηκε από ζευγάρι Κυπρίων,
από τη Λευκωσία, που ζουν στο Λονδίνο.
Χρονολογία υιοθεσίας, 1953

«Αυτό μόνο από μένα, Θεοδοσία. Τίποτ' άλλο δεν
μπορώ να πω»,
«Ζει;»
«Δεν ξέρω... Είναι αργά. Πρέπει να φύγω». Πήρε
την τσάντα της, έβαλε το παλτό της και τους γύρισε την
πλάτη, πετώντας ένα ξερό «γεια»,
«Τι κατάλαβες τώρα και αναστατώθηκες κι εσύ κι
αυτή;»
«Πάμε, Αγγέλα...»

353
Αφησε να περάσουν λίγες μέρες, και ένα βράδυ απο­
φάσισε να πάει στο θέατρο.
«Την είδαμε την παράσταση στην πρεμιέρα. Τι θες
τώρα, βρε γυναίκα, να πας νυχτιάτικα μ' αυτό τον
ψόφο;»
«Να τους δω με την ησυχία μου, Λουκά. Μου 'ρθε
έτσι. Να τα πω λίγο και με την Ντουντού».
Δεν έφερε άλλη αντίρρηση και την άφησε. Την
υποδέχτηκαν όλοι χαρούμενοι, όταν την είδαν να περ­
νάει την είσοδο - ήταν πλέον η κυρία του ιδιοκτήτη
του θεάτρου...
Παρακολούθησε όλη την παράσταση κι έπειτα πήγε
στα καμαρίνια, αγκάλιασε ηθοποιούς που δούλευαν και
παλιά εκεί, και κατέληξε στο καμαρίνι της Ντουντούς.
Χτύπησε τα χέρια της από χαρά μόλις την είδε.
«Τι έκπληξη! Μπράβο, Θεοδοσία μου! Μόνη σου;»
«Ναι...»
«Του πήρες τον αέρα και ξεπορτιζεις! Παλιά δεν
ξεκολλούσε ο Λουκάς από 'δώ».
«Παλιά... Τώρα ξεκουράζεται».
«Κάτσε να ξεβαφτώ και να τα πούμε...»
«Λέω να σου κάνω το τραπέζι»,
«Σοβαρά;»
«Σοβαρά».

Πήγαν στο Ιντεάλ. Παρήγγειλαν φαγητό και δυο μπου­
κάλια κρασί.

354
«Εγώ, όπως ξέρεις, πιο πολύ πίνω παρά τρώω!»
Καλύτερα... Την προτιμούσε μεθυσμένη απόψε.
Στην αρχή, είπαν για την παράσταση και για το ρόλο
της Ντουντούς. Η Θεοδοσία πήγαινε την κουβέντα εκεί
που ήθελε. Έμαθε το επίθετο του άντρα που αγάπησε
και τον άρπαξε η αδελφή της.
«Ούτε που ξέρω τι κάνουν. Σταμάτησα να ρωτάω
πια. Ούτε στα μάτια μου να τους δω. Θυμάμαι στην
Κύπρο, μια φορά, όταν πήγα να τους μιλήσω, με πέτα­
ξαν σαν το σκουπίδι!»
«Πολλά λεφτά, ε;»
«Καράβια και βαπόρια! Χέσ' τα...»
«Εφοπλιστής, δηλαδή...»
Κατέβασε μονοκοπανιά το κρασί και ειρωνικά
πέταξε:
«Ο κύριος και η κυρία Μαρκίδη!»
Άφησε λίγο κενό στην κουβέντα και ξαναρώτησε η
Θεοδοσία.
«Είπες ότι υιοθέτησαν ένα παιδί».
«Ένα μούλικο...»
«Παίδι ήταν!»
«Καλά, ντε. Πώς κάνεις έτσι; Δικό σου είναι;»
«Από το βρεφοκομείο το πήραν;»
«Ναι...»
«Από τη Λευκωσία ή από την Αθήνα;...»
«Ξέρω 'γώ πού στο διάολο! Αθήνα...»
«Αγόρι;»
«Ναι...»

355
«Και δεν το είδες ποτέ».
«Ποτέ... Μια φορά μόνο που κατέβηκα το '60 στη
Λευκωσία και ήταν κι αυτοί εκεί -τότε που σου είπα
πως με πέταξαν σαν το σκουπίδι-, τους είδα με το παιδί
στην παραλία στην Αμμόχωστο».
«Το θυμάσαι;»
«Τρελάθηκες, μωρή Θεοδοσία; Εδώ δε θυμάμαι με
ποιον κοιμήθηκα χθες το βράδυ, το μπάσταρδο θα
θυμηθώ;»
Την πήγε με ταξί στο σπίτι της, σκνίπα στο μεθύσι.
Τώρα είχε στα χέρια της τέσσερα στοιχεία. Αγόρι, χρο­
νολογία υιοθεσίας, επίθετο και επάγγελμα. Μαρκίδης,
εφοπλιστής.

Πέρασε δύο πρωινά στα κεντρικά του ΟΤΕ στη Στα­
δίου, να ψάχνει για το τηλέφωνο του Μαρκίδη στο
Λονδίνο και, όταν το βρήκε, τηλεφώνησε αμέσως.
Ρώτησε στα γαλλικά αν έμενε εκεί κάποιος με το όνομα
Αλέξανδρος Μαρκίδης... Φυσικά, η απάντηση ήταν
ένα «Νο, madam» και κλείσιμο της γραμμής. Αυτό ήταν
και το τελειωτικό χτύπημα, «Συμπτώσεις όλα... Ιστο­
ρίες της φαντασίας και της λαχτάρας μου να βρω αυτό
το παιδί», σκέφτηκε και έσβησε μέσα της κάθε ελπίδα
πως θα το συναντούσε...

356
Χ ωρίς αντίσταση η Βερονίκη, μόλις μπόρεσε να
σταθεί στα πόδια της, ακολούθησε τον Τζόγια και
την Αρετούλα πίσω στην Αθήνα. Όλο αυτό το διάστη­
μα, δε μίλησε καθόλου. Δεν απαντούσε σε οτιδήποτε
της έλεγαν. Τους κοίταζε, άλλοτε με άδειο βλέμμα και
άλλοτε μ' ένα χαμόγελο.
Μόλις έφτασαν στο σπίτι της Κηφισιάς, το πρώτο
που έκανε ο Τζόγιας ήταν να φωνάξει ψυχίατρο.
Συμπέρανε ότι η άρνηση της να επικοινωνήσει με τους
άλλους οφειλόταν ή σε κάποιο σοκ ή σε κάτι βαθύτερο
που είχε τις ρίζες του στο παρελθόν της. Πρότεινε να
την επισκέπτεται τακτικά, για να προχωρήσουν στη
θεραπεία της.
Δυο μήνες πέρασαν, χωρίς όμως ο ψυχίατρος να
βγάλει κάποιο συμπέρασμα. Είχε κλειδώσει την ψυχή
της. Αδύνατον να επικοινωνήσει μαζί της. Βουλωμένο
στόμα, η Βερονίκη. Της έδωσε φάρμακα μήπως τη συνε­
φέρει, μάταια όμως. Στο τέλος, μίλησε με τον Τζόγια.
«Δε μου έχει ξανασυμβεί! Ή όντως έχει σταματήσει
το μυαλό της ή υποκρίνεται!»

357
«Υποκρίνεται; Θέατρο, δηλαδή;»
«Τι να πω; Ίσως θα 'πρεπε να τη βάλουμε σε κλινική».
«Το αποτέλεσμα;»
«Άγνωστο προς το παρόν. Αύριο θα την ξαναδώ για
τελευταία φορά».
Ο γιατρός έφυγε, και ο Τζόγιας πήγε στο δωμάτιο
της. Ανασηκωμένη στα μαξιλάρια, δεν κοίταζε πουθε­
νά. Στάθηκε στα πόδια του κρεβατιού και την παρακο­
λουθούσε. Είχε μείνει το φάντασμα του εαυτού της.
Πέρα απ' όλα τ' άλλα, τη βρήκε μεγάλη αναιμία. Η
παρουσία του ήταν σαν να μην υπήρχε για κείνη...
Ξερόβηξε μήπως και τον αντιληφθεί. Πήγε και κάθισε
δίπλα της. Της έπιασε τα χέρια. Μετά, ανασήκωσε το
πρόσωπο της να τον προσέξει. Άδειο βλέμμα.
«Δεν ξέρω αν μ' ακούς, αν με καταλαβαίνεις ή
απλώς αρνείσαι επίμονα για όλα. Πάντως, έχω υπο­
χρέωση έτσι κι αλλιώς να σ' το πω: Αύριο θα σε κλείσω
σε ψυχιατρική κλινική!»
Και τότε, έγινε αυτό που δεν περίμενε. Τράβηξε το
πρόσωπό της και αφέθηκε στα μαξιλάρια. Τα μάτια της
γέμισαν δάκρυα. Η φωνή της μόλις κι ακούστηκε:
«Στη φυλακή... 'Εκανα φόνο...»
Έφυγε ο κόσμος γύρω του. Λύγισε στα δύο και έπεσε
επάνω της. Δυο μέτρα άντρας, που όρθωσε το κορμί του
στον εχθρό, είχε διαλυθεί απ' αυτό που άκουσε...
«Ψέματα».
«Αλήθεια».
«Πώς; Πότε; Ποιον;»

358
«Τον πατέρα μου...»
Ό,τι δεν μπόρεσε ο ψυχίατρος να της αποσπάσει, το
έβγαλε από μέσα της στον άντρα που λάτρεψε τόσο.
Μια αγκαλιά σφιχτή οι δυο τους, προσπάθησαν να
κρατηθούν ο ένας από τον άλλο.
Δεν του μίλησε για τίποτ' άλλο. Επέμενε ο Τζόγιας
ώρες για να του πει. Πάλι είχε σφραγίσει το στόμα της.
Αργά το βράδυ, είχε αποκάμει μέσα στον κόρφο του.
«Πώς να σε βοηθήσω, αγάπη μου; Πες μου τα
όλα...» την ικέτευσε.
Η Βερονίκη χαμογέλασε αχνά.
«Στο γραφείο μου... Στο πρώτο συρτάρι της βιβλιο­
θήκης. Θα μάθεις...» Έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε.

Νύχτες ολόκληρες ο Τζόγιας διάβαζε σκόρπια χαρτιά.
Όλη της η ζωή γραμμένη από την ίδια. Μια είχαν
κάποιο νόημα, μια ήταν ανάκατα.
Αρχιζε από τότε που βρέθηκε στην Κωνσταντινού­
πολη. Γύριζε πίσω στο νησί κι έγραφε για τους
δικούς της. Λόγια λατρείας για τον Σεραφείμ. Πώς
αγάπησε τον Τζόγια. Ξανά πίσω... Για την Κωστά­
ντζα, για τη μάνα της, τη Θεοδοσία και τον Αλέξαν­
δρο. Το ποτάμι που αγάπησε και τους αγγέλους που
χόρευαν μαζί της. Πώς έγινε κουρέλι στα χέρια του
Βασίλη Δεσύλλα. Το νυφικό που βάφτηκε κόκκινο,
όχι από την παρθενιά της την πρώτη νύχτα του γάμου
με τον Θεοφάνη, αλλά από το αίμα του άντρα και

359
πατέρα της, όταν του άνοιξε το κεφάλι με το κηρο­
πήγιο.
Όλα τα περιέγραφε. Όλα μέχρι που αντάμωσαν με
τον Τζόγια στη Στρατιωτική Λέσχη, Κι ύστερα, βρήκε
γραμμένα κάποια ποιήματα γι' αυτόν και λέξεις γεμά­
τες ευτυχία. Να τι έγραφε, λοιπόν, τις ώρες που κλει­
νόταν στο γραφείο της και απορούσε η Αρετούλα.
Τίποτε δε γνώριζε ο Τζόγιας για τη Βερονίκη
Δεσύλλα, που έφυγε νύφη από το νησί για την Πόλη, με
έναν άντρα που δεν αγάπησε ποτέ... Ώρες χρειάστη­
καν για να τα βάλει σε σειρά με ημερομηνίες. Μετά τα
τακτοποίησε σαν σελίδες βιβλίου και άφησε να περά­
σουν μέρες για να της μιλήσει.

Δεν είχε αλλάξει τίποτε. Η σιωπή της συνεχιζόταν. Το
ψάξιμο του για τη ζωή της, ολόκληρο παραμύθι...
Αγκαλιά στο κρεβάτι, μύριζαν το άρωμα από τις γλυ-
τσίνες στον κήπο. Κοίταξε τα μάτια της. Το χρώμα τους
είχε κάπως ζωντανέψει. Αραιά και πού, μέχρι να ξημε­
ρώσει, είπε λίγες κουβέντες μόνο.
«Τα διάβασα όλα. Σ' αγάπησα ακόμα περισσότερο».
«Σκότωσα άνθρωπο».
«Σκότωσες τον εαυτό σου».
«Πρέπει να τιμωρηθώ...»
«Η τιμωρία ήταν πιο μεγάλη από όσο έπρεπε...
Εκδικήθηκε με το χωρισμό σας. Σκορπίσατε όλη
η οικογένεια»,

360
Την απόφαση την πήρε μόνος του. Δε θα την κατάγγελ­
λε στην αστυνομία. Τριάντα χρόνια από το έγκλημα
ήταν αρκετά για να το σβήσουν. Οι ενοχές της, που δεν
άφησε κανέναν να τις καταλάβει, και οι αγαπημένοι
της άνθρωποι, που έχασε, ήταν η πιο σκληρή τιμωρία
για τη Βερονίκη.
Εκείνο το βράδυ, δεν ξαναμίλησε. Κλείστηκε σαν
σαλιγκάρι στο καβούκι της. Της έδιναν να φάει, έτρω­
γε. Την έντυναν, την ξέντυναν.
Τόσο καιρό στο κρεβάτι, οι μύες των ποδιών της
είχαν εξασθενήσει. Ο Τζόγιας κάλεσε ένα φυσικοθε-
ραπευτή, μα δεν κατάφερε κάτι. Μόλις την έβαζαν να
πατήσει κάτω, σωριαζόταν σαν άδειο σακί.
Ασπρισαν τα μαλλιά του Τζόγια μέσα σ' ένα χρόνο,
με την κατάσταση της. Στο τέλος, σκέφτηκε να την πάει
στην Ύδρα. Οι πολλές σκάλες μέχρι το σπίτι δε θα τη
βοηθούσαν.
«Συνεννοήθηκα με το δικηγόρο. Θα το πουλήσω και
θα αγοράσουμε άλλο. Σε άλλο νησί... Να, στις Σπέτσες.
Μόλις περπατήσεις, θα πηγαίνουμε βόλτες ατελείωτες.
Τι λες, αγάπη μου;»
Εκείνη ούτε «ναι» είπε ούτε «όχι». Και ο Τζόγιας
έπραξε όπως της είπε. Πήγε και αγόρασε ένα αρχοντι­
κό στο Παλιό Λιμάνι των Σπετσών,
Το έφτιαξε, το στόλισε και, ένα αυγουστιάτικο πρωι-
νό, την έβαλε σ' ένα αυτοκίνητο — μαζί και ένα αναπη­
ρικό καρότσι— και ξεκίνησαν για το Πόρτο Χέλι. Τους
συνόδευαν ο δικηγόρος με την Αρετούλα,

361
Μ έρες τώρα στο αρχοντικό, λίγο πιο κάτω από το
σπίτι του Λουκά, επικρατούσε αναβρασμός από
εργάτες και συνεργεία. Γνωστός στη γειτονιά, ρώτησε
και έμαθε. «Το αγόρασε μια πλούσια κυρία. Το κάνουν
καινούριο μέσα!»
«Ωραία, Θα έχουμε νέους γείτονες, Λουκά μου...»
«Ποιος ξέρει τι ξιπασμένοι θα είναι...»
«Ό,τι κι αν είναι, εμείς μια "καλημέρα" μπορούμε
να την πούμε».
«Αν την πουν!»
«Αν...»
Της φάνηκε περίεργο της Θεοδοσίας που οι καινού­
ριοι μετακόμιζαν αρχές του χειμώνα.
«Όλοι έρχονται το καλοκαίρι».
«Θα είναι μεγάλοι, σαν κι εμάς», σχολίασε ο Λουκάς.
Πέρασε ο χειμώνας, ήρθε η άνοιξη και το σπίτι ήταν
σαν μην υπήρχαν άνθρωποι. Άνοιγαν τα παράθυρα,
έκλειναν, μα κανένας δεν εμφανιζόταν στο αρχοντικό.
Ο Λουκάς συζητούσε με τη Θεοδοσία καθώς έπιναν
τον καφέ τους.

363
«Μια φορά είδα μια μεσόκοπη, με κατεβασμένο το
κεφάλι, να μπαίνει στο σπίτι με ψώνια. Της είπα καλη­
μέρα, αλλά μούγκα αυτή!»
«Ποιος ξέρει τι παραξενιά έχουν;»
Σιγά σιγά, οι γείτονες έδειχναν την περιέργεια τους.
«Τους είδατε εσείς;», «Μπα...», «Κανέναν;», «Εγώ είδα
χθες βράδυ έναν κύριο να κόβει βόλτες στον κήπο..»,
«Πώς ήταν;», «Σκοτάδι. Πού να διακρίνεις.»

Ήταν δειλινό. Γύριζε με τα πόδια από την εκκλησία.
Ήταν οι Β' Χαιρετισμοί. Το αναπηρικό καρότσι με την
κυρία το τσουλούσε προς την παραλία μια μεσόκοπη
γυναίκα. Δίπλα τους ένας άντρας ακολουθούσε. Η Θεο­
δοσία σταμάτησε λίγο πιο πέρα και παρατηρούσε.
Πήγαν ως εκεί που μπορούσε να κατεβεί το καρότσι. Η
μεσόκοπη κάθισε κάτω. Ο άντρας κάτι σαν να έλεγε
στην ανάπηρη. Αυτή φαινόταν πως δεν αποκρινόταν.
Κάθισαν μισή ώρα εκεί κι έπειτα πήραν το δρόμο της
επιστροφής προς το αρχοντικό.
Η Θεοδοσία κρύφτηκε πίσω από το δέντρο. Δεν
ήταν περίεργη, αλλά αυτή η σκηνή τής κίνησε την
περιέργεια. Ίσως λυπήθηκε τη γυναίκα στο καρότσι.
Πέρασαν αργά από δίπλα της. Το φως του ήλιου είχε
χαθεί. Μέσα στη μαβιά δύση, πρόλαβε να δει το προ­
φίλ της γυναίκας.
Πιάστηκε από το κλαρί να μην πέσει κ ά τ ω · σαν
φλας αναβόσβησε το πρόσωπο της γυναίκας, τότε στο

364
θέατρο, που ήταν σαν νύφη του χιονιά. Έκλεισε το
στόμα της να μη φωνάξει. Περίμενε να μπουν μέσα,
και τότε, έγινε ένα με τον κορμό του δέντρου και έκλα­
ψε με αναφιλητά.
Δεν είχε λυτρωθεί από τη λαχτάρα της να συναντή­
σει τη Βερονίκη. Πάλι νόμισε πως ήταν εκείνη...

Ο Λουκάς έλειπε από το σπίτι. Έπλυνε το πρόσωπο της
και κάθισε να τον περιμένει. Αυτή τη φορά έπρεπε να
μιλήσει σε κάποιον. Έπρεπε να μιλήσει στον άντρα
της, έστω και τόσο αργά, για τη ζωή της...
Του είπε για τη Βερονίκη, την Άννα και τον Αλέ­
ξανδρο, αλλά δεν του είπε πως είχε γίνει συνένοχος
στο φόνο του πατέρα τους.
«Βοήθησε με να τους βρω».
«Άφησες πολύ χρόνο να περάσει, Θεοδοσία μου...»
«Ο Θεός είναι μεγάλος».
«Ναι, αλλά και τα χρόνια που πέρασαν ρούφηξαν
ανθρώπους».
Από κείνη τη μέρα, πότε ο ένας πότε ο άλλος, και­
ροφυλαχτούσαν κοντά στο αρχοντικό, μήπως και συνα­
ντήσουν κάποιον που ζούσε εκεί μέσα.
«Δεν είμαι τρελή. Μπορεί να είναι...»
«Τέτοια σύμπτωση;»
«Πού ξέρεις;»

365
Καιρό μετά, ένα μεσημέρι, φεύγοντας ο Λουκάς από το
σπίτι, πέρασε με την άμαξα μπροστά από το αρχοντικό
και είδε να βγαίνει η μεσόκοπη γυναίκα. Φώναξε στον
καροτσέρη να σταματήσει,
«Πάω στην Ντάπια... Θέλετε να σας πάω; Είμαι γεί­
τονας»,
Η Αρετούλα δίστασε. Και τότε, από το ανοιχτό
παράθυρο ακούστηκε η φωνή του Τζόγια:
«Αρετούλα, όλες τις εφημερίδες και τα χάπια της
Βερονίκης!»
Η καρδιά του κόντευε να σπάσει. Ο ιδρώτας έσταζε
κόμπους στο πρόσωπο του.
«Βερονίκη...» μουρμούρισε και ζήτησε αμέσως από
τον αμαξά να επιστρέψουν.

Δυσκολεύτηκε πολύ να το πει στη Θεοδοσία. Μπέρ­
δευε τις κουβέντες του για ό,τι άκουσε και είδε στο
αρχοντικό.
«Λουκά μου, άκουσες καλά το όνομα Βερονίκη;»
τον ρωτούσε μίσολιποθυμισμένη,
«Ναι, χρυσή μου»,
«Είναι δυνατόν;»
«Τι να πω... Είναι και σπάνιο όνομα...»
«Από το σπίτι φώναξε ο άντρας;»
«Ναι...»
«Βερονίκη;»
«Θεοδοσία, είναι τρελό! Ξεπερνά τη φαντασία,

366
αλλά αυτό άκουσα και ταιριάζει με όσα είδες στην
παραλία. Τη γυναίκα στο αναπηρικό καρότσι...»
«Πώς να μάθω;»
«Δεν ξέρω. Τα 'χω χαμένα».

Τρεις μέρες πηγαινοερχόταν και στηνόταν κοντά στο
αρχοντικό. Έβρισκε δικαιολογίες χαζές για τους γνω­
στούς περαστικούς. Σκούπιζε τα δάκρυα της κρυφά,
καθώς αναλογιζόταν πόσα είχε περάσει για να φτάσει
τώρα να κάθεται σαν ξένη έξω από το σπίτι όπου μπο­
ρεί να ζούσε η αδελφή της. Την τέταρτη μέρα, της δόθη­
κε η ευκαιρία. Η πόρτα του κήπου άνοιξε. Το καρότσι
πρόβαλε με τη γυναίκα και τον άντρα δίπλα της. Το
τσουλούσε πάλι η μεσόκοπη. Είχε κρυφτεί λίγο πιο
κάτω. Έσφιξε τα δόντια της και ίσιωσε το κορμί της.
«Αυτό πρέπει να κάνω!» είπε από μέσα της και προχώ­
ρησε προς το μέρος τους.
Συναντήθηκαν λίγο προτού φτάσουν στην παραλία.
Στάθηκε μπροστά τους.
«Τι συμβαίνει, κυρία μου;» ρώτησε ο Τζόγιας.
Το βλέμμα ακίνητο. Τα βιολετιά μάτια πέρα στη
θάλασσα. Το βούρκωμα ρίγησε όλο το κορμί της.
«Μπορούμε να περάσουμε, κυρία;» ρώτησε η Αρε­
τούλα.
«Κάντε στην άκρη, παρακαλώ...» πάλι εκείνος.
«Βερονίκη;» Βγήκε το αγαπημένο όνομα από τα
χείλη της Θεοδοσίας.

367
Κοιτάχτηκαν σαν χαμένοι οι άλλοι.
«Σας παρακαλώ...»
«Είναι η Βερονίκη μου... Είμαι η αδελφή της...»
Τα μάτια εκείνη την ώρα πήραν το χρώμα της μαρα­
μένης γλυτσίνας και καρφώθηκαν πάνω της. Τα λόγια
δε βγήκαν από μέσα της, αλλά σταμάτησαν στην καρ­
διά της Θεοδοσίας. «Αγαπημένα μάτια... Αγαπημένη
Βερονίκη... Μάτια που είδαν φοβισμένα τον κόσμο μες
στη νιότη σου... Δάκρυα γέμισαν ή είναι από το λαμπύ­
ρισμα της τελευταίας ακτίνας που τα φωτίζει έτσι;»
Η Αρετούλα, με ένα νεύμα του Τζόγια, οδήγησε το
καρότσι με τη Βερονίκη λίγο πιο πέρα. Η Θεοδοσία
κατέβασε το κεφάλι και έμπηξε τα νύχια της στις χού­
φτες. Τον χρειαζόταν αυτό τον πόνο, για να αισθανθεί
πως ήταν ξύπνια και δεν ονειρευόταν...
«Είμαι ο άντρας της. Δημήτρης Φραγκόπουλος.
Καταλαβαίνετε πως ήταν λάθος σας; Αν λέτε, βέβαια,
την αλήθεια...»
«Πρέπει να μιλήσουμε. Αλήθεια λέω...»

Στο σαλόνι του αρχοντικού η Θεοδοσία, μ' ένα ποτήρι
νερό στο χέρι να πίνει γουλιά γουλιά -μη τυχόν και την
πνίξει η συγκίνηση- και στο άλλο ένα μαντίλι να σκου­
πίζει τα μάτια της που έτρεχαν ποτάμι, προσπαθούσε
να εξηγήσει μια ολόκληρη ζωή...
Από πού ν' αρχίσει και πού να τελειώσει; Τόσα χρό­
νια. Σκόρπιες ζωές. Χωρισμοί και θάνατοι. Ελπίδες

368
και αναζητήσεις. Μπερδεύτηκε και ο Τζόγιας. Συμπλή­
ρωνε κι εκείνος όσα δεν ήξερε η Θεοδοσία στα χρόνια
που ήταν μακριά η μία από την άλλη.
Γύρισαν η Βερονίκη με την Αρετούλα από τη βόλτα,
κι εκείνοι συνέχιζαν να κολλάνε τα κομμάτια της Βερο­
νίκης... Μια διακοπή έκαναν μόνο, όταν ζήτησε η Θεο­
δοσία να πάρει τηλέφωνο.
«Μη με ρωτάς τι ώρα θα γυρίσω. Το γύρισμα στο
χθες είναι μακρύ...» Και έκλεισε, λέγοντας στον Λουκά
να μην ανησυχεί.
Όταν η Αρετούλα έβαλε στο κρεβάτι τη Βερονίκη, ο
Τζόγιας της ζήτησε να μπει κι αυτή στη συζήτηση τους.
«Εσύ περισσότερο από εμάς τα ξέρεις καλύτερα...»
Κλωστή κλωστή ξετύλιγαν το κουβάρι κι έφτασαν
στο πιο δύσκολο.
«Τι έχει τώρα, δηλαδή, και είναι έτσι;... Δε μιλάει;
Δεν καταλαβαίνει;»
«Θα σου πω με δυο λέξεις. Η Βερονίκη διέγραψε τη
μνήμη της και διάλεξε μια ζωή μες στη σιωπή».
«Μα γιατί; Γιατί;» Χτυπιόταν η Θεοδοσία, που δεν
τολμούσε ούτε να σκεφτεί πως έφταιγε εκείνος ο φόνος.
Ο Τζόγιας, βλέποντας το αδιέξοδο στη συζήτηση,
πήρε την απόφαση να προχωρήσει κι άλλο.
«Ο πατέρας σας από τι πέθανε;»
Νόμισε πως έφυγε το έδαφος από τα πόδια της.
Έγινε άσπρη σαν πανί. Έσφιξε τα χέρια στα μπράτσα
της πολυθρόνας. Προσπάθησε να κερδίσει χρόνο.
«Γιατί με ρωτάτε;...»

369
«Είναι σημαντικό. Η ειλικρινής σας απάντηση θα
δώσει και την εξήγηση για την κατάσταση της».
«Τον σκότωσαν...»
«Ποιος;»
Δεν απάντησε. «Αυτό το μυστικό θα το πάρουμε μαζί
μας», είχε πει η μάνα τους. Η Ελισσώ το πήρε στον
τάφο της" και η Βερονίκη στο δικό της κόσμο. Πώς να
μιλήσει λοιπόν αυτή;
«Δεν ξέρω».
«Εγώ όμως ξέρω, Θεοδοσία».
Ο Τζόγιας συνέχισε αργά, κοιτάζοντας τη στα μάτια.
«Μου το είπε η ίδια. Εκείνη ήταν, έτσι δεν είναι; Μη
μου το αρνηθείς. Για το καλό της...»
Παιχνίδι έπαιζε ο Τζόγιας ή έλεγε την αλήθεια;
Ενοχοποίησε η Βερονίκη τον εαυτό της; Δε φοβήθηκε;
Όρκο είχαν δώσει οι τρεις τους.
«Πρέπει να μου μιλήσεις, Θεοδοσία».
«Μαζί το κάναμε...» είπε, και χάθηκε το φως από τα
μάτια της.
Ο Τζόγιας κατάλαβε πως αυτό δεν ήταν αλήθεια...

Όταν συνήλθε, έφυγε για το σπίτι της. Πλύθηκε, άλλα­
ξε, με λίγα λόγια εξήγησε στον Λουκά τι είχε γίνει, και
γύρισε μες στα μεσάνυχτα ξανά στο αρχοντικό. Ζήτησε
από τον Τζόγια και την Αρετούλα να την αφήσουν να
καθίσει δίπλα στη Βερονίκη ώσπου να ξυπνήσει.
Τη χάιδευε σαν μωρό. Της μιλούσε σιγά και τρυφε-

370
ρά, σαν να της έλεγε παραμύθι. Και ήταν τόσο μεγάλο
και ατελείωτο, όπως και η ζωή τους. «Πουλάκι μου,
καρδούλα μου, σε βοήθησε ο Θεός και δε θυμάσαι...»

Ξύπνησε αργά το άλλο πρωί. Στύλωσε τα μάτια της
πρώτα στο κενό και μετά επάνω της. Τόσο μικρή η από­
σταση ανάμεσα τους, θαρρείς και συρρικνώθηκε ο χρό­
νος. Τόσο ξαφνικά και αναπάντεχα...
Δεν μπορούσε να βγάλει λέξη. Τα δάκρυα μαζί με το
σάλιο έγιναν ένα. Ένιωσε το σφίξιμο του χεριού της
στο δικό της. Ύστερα, το χάδι του στο πρόσωπο της.
Έβαλε τη χούφτα της στο στόμα της και τη γέμισε
φιλιά. Και όταν άκουσε την αχνή φωνή να λέει «Θεο­
δοσία...» είπε μέσα της: «Τώρα ας πεθάνω».
«Εγώ...»
«Μη φύγεις ποτέ».
«Ποτέ».
«Φοβάμαι...»
«Τι;»
«Τη φυλακή».
«Πληρώσαμε, Βερονίκη...»
Κούρνιασε στην αγκαλιά της και κοιμήθηκε πάλι,
σαν παιδί που ησύχασε από τον εφιάλτη στον κόρφο
της μάνας του.
Δεν ξαναμίλησε ούτε με τη Θεοδοσία ούτε με την
Αρετούλα· μα ούτε και με τον Τζόγια. Μπήκε πάλι στη
σιωπή της λήθης για τα υπόλοιπα χρόνια...

371
Η Θεοδοσία δε μαρτύρησε σε κανέναν τα λίγα
λόγια που είπαν οι δυο τους, «Άνοιξαν οι ουρανοί για
να βρεθούμε σαν από θαύμα. Μου φτάνει... Είναι
ζωντανή· την αγγίζω. Της μιλάω μόνο εγώ, κι εκείνη
σίγουρα μ' ακούει...»

372
Ε κλεισε ένα χρόνο που ζούσε με τον ηλικιωμένο
απόστρατο, στο σπίτι της Κηφισιάς. Η προσωπι­
κότητα και η φιλοσοφία αυτού του άντρα τον είχαν
μαγνητίσει. Είχε αλλάξει πολύ και ο ίδιος. Με τον
καιρό, δέθηκαν περισσότερο οι δυο άντρες. Πέρα από
την ενασχόληση τους να συλλέγουν σπάνιες εκδόσεις,
αναλώνονταν σε ατελείωτες συζητήσεις που αφορού­
σαν τα βιβλία. Το χειμώνα κάθονταν μπροστά στο
τζάκι, και το καλοκαίρι στον κήπο.
Όταν πρόφερε το όνομα του Μιχαήλ, άλλαζε έκφρα­
ση. Γέμιζε από τρυφερότητα για το συνεργάτη του.
Δεν είχε συντροφιές. Ήταν μοναχικός άνθρωπος.
Κάθε Σάββατο ερχόταν μόνο ένας φίλος του, δικηγό­
ρος, κι έπαιζαν σκάκι. Πολύ μεγάλος στην ηλικία.
Περίπου στα ενενήντα. Τον υποδεχόταν με χαρά.
Έμενε κι αυτός στην Κηφισιά.
«Μου λες "έρχομαι" και περνάει μια ώρα, αγαπητέ
μου!»
«Αγωνιάς για την παρτίδα!»
«Περιμένω να σε δω...»

373
«Αν είχα κουράγια, θα ερχόμουν κάθε μέρα!»
«Είμαστε δύο σ' αυτό το μοναστήρι· δεν έρχεσαι να
γίνουμε τρεις;» Και γελούσε - από τις σπάνιες φορές.
Στο τηλέφωνο μιλούσε μια συγκεκριμένη ώρα. Εκεί
γύρω στο μεσημέρι. Κάθε μέρα το ίδιο, σαν να είχε
ραντεβού με κάποιον. Τις υπόλοιπες ώρες το σήκωνε η
γυναίκα που τους φρόντιζε από το πρωί ως το απόγευμα.
Έκανε περιπάτους παρέα με το σκύλο του, ένα Δαλ­
ματίας. Μετά, κλεινόταν για ώρες μέσα στο γραφείο του.
Στο σπίτι επικρατούσε μια πρωτοφανής ησυχία και τάξη.

Ο Μιχαήλ είχε συνηθίσει πλέον να ζει μ' αυτό τον
τρόπο. Κάτι που παλιά δεν έκανε. Κατέβαινε στην
Αθήνα μόνο όταν χρειαζόταν να ψάξει για βιβλία που
του ζητούσε ο Φραγκόπουλος. Είχε ελαττώσει και το
ποτό. Το μισθό που έπαιρνε, δεν είχε πού να τον ξοδέ­
ψει, κι ας ήταν τόσο νέος. Δεν είχε κάνει παρέες, εκτός
από κείνο τον μπάρμαν, τότε στο Κολωνάκι. Άλλαξε
σπίτι και τηλέφωνο και είχε χαθεί και μ' αυτόν. Ένιω­
θε πως είχε γίνει κι εκείνος μονόχνοτος σαν το αφεντι­
κό του. Εξάλλου, του άρεσε αυτό το σπίτι. Η επίπλωση,
η ατμόσφαιρα, ακόμα και ένα μυστήριο που το τύλιγε...
Συνέχιζε να μένει στο δώμα. Για ν' ανεβεί δεν περνού­
σε καθόλου από τον επάνω όροφο. Ανέβαινε από μια
εξωτερική σκάλα.
Στον πρώτο όροφο δεν είχε τύχει να πάει. Ήξερε
πως εκεί ήταν οι κρεβατοκάμαρες και ο ξενώνας.

374
Τον βρήκε να παίρνει το πρωινό του. Έδειχνε στενο­
χωρημένος. Ούτε τις πρωινές εφημερίδες δε διάβαζε,
όπως συνήθιζε...
«Καλημέρα σας, κύριε Φραγκόπουλε».
«Καλημέρα, Μιχαήλ».
«Σηκωθήκατε πολύ πρωί...»
«Ναι... Καφέ;»
«Ευχαριστώ. Υπάρχει κάτι επείγον που έχουμε να
κάνουμε σήμερα;»
«Εσύ όχι...»
«Θα κατεβείτε Αθήνα;»
«Ένα μικρό ταξίδι. Θα λείψω μέχρι αύριο το πρωί».
«Μάλιστα. Χρειάζεται να κάνω κάτι; Μήπως να σας
συνοδεύσω;»
«Όχι, όχι... Έχω ειδοποιήσει ταξί». Ο τρόπος του
δεν του έδινε περιθώρια για περισσότερες πληροφορίες.
Κοίταξε το ρολόι του ασυναίσθητα, κοίταξε και ο
Μιχαήλ το δικό του. Ήταν οκτώ, Σηκώθηκε, έβαλε το
παλτό του, πήρε ένα μικρό σάκο, μάλλον μια μεγάλη τσά­
ντα, χαιρέτησε κι έφυγε. Ήταν η πιο περίεργη συμπερι­
φορά του Φραγκόπουλου που είχε ζήσει μέχρι τώρα...
Η γυναίκα ήρθε κι άρχισε τις δουλειές του σπιτιού.
Ανέβηκε πρώτα στον επάνω όροφο. Την άκουγε να
ανοιγοκλείνει πόρτες και να καθαρίζει. Μετά, να κλει­
δώνει και να συνεχίζει στο δώμα.
Σήμερα δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί καθόλου.
Τον είχε πιάσει μια διάθεση να μάθει περισσότερα για
το συνταγματάρχη.

375
Άναψε ένα πούρο και βγήκε στο σαλόνι. Η γυναίκα
κατέβαινε με τον κουβά και τα υπόλοιπα σύνεργα
καθαριότητας.
«Καλημέρα», είπε και συνέχισε προς την κουζίνα.
Τηρούσε κι αυτή την ίδια συμφωνία σιωπής.
Ανέβηκε αργά στον επάνω όροφο. Υπήρχε ένα
μεγάλο σαλόνι στο κέντρο, και δεξιά κι αριστερά από
δύο δωμάτια. Ποτέ δεν του το είχε δείξει.
Σταμάτησε στην πρώτη πόρτα. Ήταν κλειδωμένη.
Προχώρησε στην άλλη. Ήταν μισάνοιχτη. Έσπρωξε
και μπήκε μέσα. Στο κέντρο ένα μεγάλο μπρούντζινο
κρεβάτι με ουρανό. Στα κάγκελα του ήταν κρεμασμέ­
νο ένα μεταξωτό νυχτικό. Ο ένας τοίχος ήταν γεμά­
τος φωτογραφίες: Ο Φραγκόπουλος με μια γυναίκα
πριν από χρόνια - σε όλες υπήρχαν μόνο αυτά τα
δύο πρόσωπα...
Υπήρχαν κι άλλα μικροπράγματα που μαρτυρού­
σαν την παρουσία κάποιας γυναίκας. Κι όμως, όσο
καιρό βρισκόταν εδώ ο Μιχαήλ, δεν είχε αντιληφθεί
να μπαίνει ή να βγαίνει κάποια... Προχώρησε προς το
κρεβάτι. Το ένα από τα δύο κεντημένα μαξιλάρια φαι­
νόταν τελείως αχρησιμοποίητο. Στο κομοδίνο μια
φωτογραφία της ίδιας γυναίκας. Την πήρε στα χέρια
του και έμεινε έκπληκτος. Είχε τα ίδια μάτια μ' εκεί­
νον... Η φωτογραφία έγραφε:
Στη ζωή μου. Σε ό,τι λατρεύω...
Στον Τζόγια μου
Βερονίκη

376
Τα βήματα ακούστηκαν ν' ανεβαίνουν γρήγορα.
Πρόλαβε να βγει -αφήνοντας μισάνοιχτη την πόρτα-
την ώρα που η γυναίκα έφτανε λαχανιασμένη. Προ­
σποιήθηκε τον αδιάφορο, δήθεν ότι έκανε βόλτες.
Βγήκε να πάρει τσιγάρα. Το πούρο τού χαλούσε τη
διάθεση. Ήταν και μια ευκαιρία να σκεφτεί καλύτερα
το όνομα στη φωτογραφία: Βερονίκη.
Αγόρασε μια κούτα γρήγορα και, σχεδόν τρέχοντας,
γύρισε πίσω, Ανέβηκε δυο δυο τις σκάλες για το δώμα.
Έψαξε κάτω από περιοδικά και χαρτιά και βρήκε το
παλιό ημερολόγιο. Το άνοιξε στη σελίδα που είχε
σημειωμένο τον κόκκινο σταυρό και επάνω το κορμί
της γυναίκας σταυρωμένο.
14 Σεπτεμβρίου 1937
Σήμερα σταυρώθηκε η Βερονίκη!

Την επομένη, πήγε στην Αθήνα σε ειδικούς να καθαρί­
σουν την ασημένια πλακέτα που είχε απ' έξω το ημερο­
λόγιο. Ήθελε να δει τι ακριβώς έγραφε... Ο άνθρωπος
που το ανέλαβε, του είπε να περάσει σε μια βδομάδα
Κατέβηκε στο υπόγειο. Εκεί που έκανε το ξεκαθά­
ρισμα των βιβλίων. Βάλθηκε να ψάξει όλα τα κιβώτια.
Νύχτωσε κι ακόμα έψαχνε... Πίσω στριμωγμένα άλλα,
και πολλές παλιές εφημερίδες. Χρειαζόταν πολύ χρόνο
και το άφησε για την επόμενη μέρα.
Ήταν αδύνατον να κοιμηθεί. Επειτα από πολύ
καιρό, κατέβασε μισό μπουκάλι ουίσκι για να συνδέσει

377
το όνομα Βερονίκη με το ημερολόγιο και τη φωτογρα­
φία. «Απίθανο να είναι σύμπτωση...»
Κατέβηκε πάλι στο υπόγειο. Μεσάνυχτα ήταν.
Πολλή παγωνιά τούτο το κρύο χειμωνιάτικο βράδυ.
Αναψε την ηλεκτρική σόμπα. Έβγαλε μια μια τις
παλιές εφημερίδες από το κιβώτιο. Ξεχώρισε μερικές
να δει τι κοινό μπορούσαν να γράφουν,
«Ποιος τις είχε κρατήσει τόσα χρόνια εκεί στοιβαγ­
μένες;» αναρωτιόταν. Έβαλε μουσική να σπάσει τη
μονοτονία της νύχτας και άρχισε να ψάχνει. Εκτός από
τα σημαντικά γεγονότα στις πρώτες σελίδες, όπου περ­
νούσε η ιστορία της Ελλάδας από το '52 και μετά, έπρε­
πε να βρει και στις μικρότερες ειδήσεις, στα ψιλά, κάτι
που θα του κέντριζε την περιέργεια. Βρήκε την πρώτη
είδηση στην κοσμική στήλη.
Μεγάλη δωρεά στο κράτος από την πλούσια
Ελληνίδα εκ Κωνσταντινουπόλεως, Βερονίκη
Αρτόγλου

Καθώς περνούσε η ώρα, έβρισκε κι άλλες εφημερί­
δες με νέα για την κυρία αυτή...
Τον κούρασε το φως, και τον ενόχλησε όλη αυτή η
μυρωδιά του παλιού χαρτιού. Το ουίσκι τού χάλασε το
στομάχι. Το συμπέρασμα πως η Βερονίκη Αρτόγλου ζού­
σε σ' αυτό το σπίτι, τουλάχιστον κάποια εποχή, δεν επιδε­
χόταν αμφισβήτηση. Ωστόσο, δεν είχε κουράγιο να συνε­
χίσει. Ξάπλωσε στον παλιό δερμάτινο καναπέ κι έκλεισε
τα μάτια ανάμεσα σε όνειρο και πραγματικότητα...

378
Το λιγοστό φως της ημέρας, που έπεφτε από τις γρίλιες
στο πρόσωπο του, έκανε τα μάτια του ν' ανοίξουν με
δυσκολία. Ο άντρας στεκόταν από πάνω του. Δεν μπο­
ρούσε να προσδιορίσει αν ήταν μέρος από το όνειρο ή
ο ίδιος ο κύριος Φραγκόπουλος,
Ζήτησε συγγνώμη και πετάχτηκε πάνω, καθώς είδε
το βλέμμα του να περιεργάζεται τις πεταμένες εφημε­
ρίδες, ανοιγμένες στις σελίδες που έγραφαν για τη
Βερονίκη.
Δεν του μίλησε καθόλου. Έφυγε αμέσως από το
χώρο, και ο Μιχαήλ προσπάθησε να συμμαζέψει ό,τι
ήταν δυνατόν. Δεν περίμενε πως θα γύριζε τόσο νωρίς
το πρωί. Ένα σφίξιμο ένιωθε όλη την υπόλοιπη μέρα,
για την αδιακρισία του να ψάξει σε πράγματα που αφο­
ρούσαν τον ιδιοκτήτη του σπιτιού.
Ο Φραγκόπουλος έμεινε συνέχεια κλεισμένος στο
γραφείο του. Αργά το βράδυ, έφαγε μόνος του. Δε
φώναξε καθόλου τον Μιχαήλ.
Δύο μέρες κράτησε αυτό. «Δεν έχει καθόλου κέφι ή
σκέφτεται πώς να μ' απολύσει;» Όσο κι αν είχε απο­
κτήσει οικειότητα, δεν τολμούσε να ρωτήσει. Ήταν και
ο φόβος πως, από στιγμή σε στιγμή, μπορούσε να βρε­
θεί έξω από αυτό το σπίτι που είχε συνηθίσει τόσο...
Περισσότερο, όμως, αντιλαμβανόταν πως είχε δυσαρε­
στήσει το αφεντικό του.

379
Η τρίτη μέρα επιφύλασσε εκπλήξεις. Ο Μιχαήλ βρι­
σκόταν στο υπόγειο με τα βιβλία και ο ηλικιωμένος
άντρας στο γραφείο του. Το βράδυ, γύρω στις οκτώ, τον
φώναξε. Του ζήτησε να ανάψει το τζάκι,
«Άσε, Μιχαήλ, μόνο το φως από τη φωτιά. Είναι πιο
ωραία...»
Γύρισε και τον είδε να στέκεται πίσω του. Το πρό­
σωπό του φαινόταν αλλοιωμένο· σαν να είχε κλάψει.
Οι ώμοι του κυρτωμένοι. Φαινόταν πολύ γέρος. Θαρ­
ρείς και μέσα σε τρεις μέρες έφτασε τα εκατό.
«Όπως επιθυμείτε, κύριε».
Κάθισε με προσπάθεια στον καναπέ και του έδειξε
να καθίσει στην απέναντι πολυθρόνα.
«Μπορείς να πιεις».
«Όχι, ευχαριστώ».
«Να καπνίσεις... Εγώ προτιμώ ένα πούρο αυτή τη
στιγμή». Έβγαλε από την τσέπη της ρόμπας του το
πούρο και το άναψε με αργές κινήσεις.
«Ήρθε η ώρα που θα μου πει να τα μαζέψω και να
φύγω. Πρέπει να βρω τρόπο να σπάσω αυτή τη σιωπή
του», σκέφτηκε ο Μιχαήλ, παίζοντας αμήχανα τα χέρια
του στο μπράτσο της πολυθρόνας.
«Πώς ήταν το ταξίδι σας;»
«Σαν το τελευταίο της ζωή μας...»
«Συγγνώμη, δε θα 'θελα να σας...»
«Να με κάνεις να νιώσω χειρότερα. Σωστά;»
«Ακριβώς, κύριε».
«Κανείς δεν μπορεί να με κάνει να νιώσω χειρότερα,

380
ούτε η ίδια η ζωή πια. Αλήθεια, φέρε μου ένα κονιάκ,
σε παρακαλώ... Νομίζω πως το έχω ανάγκη». Την ώρα
που το ετοίμαζε, τον άκουσε να λέει: «Φέρε και για
σένα ένα. Μπορεί να το χρειαστείς...»
«Για να το λέτε, μπορεί...»
Σκάλισε τη φωτιά προτού καθίσει πάλι. Τα κού­
τσουρα άναβαν κι έσβηναν αμέσως μόλις τελείωναν τα
προσανάμματα.
«Ακόμα και η φωτιά δεν έχει κέφια απόψε για να
φουντώσει». Έκανε το σχόλιο με το βλέμμα καρφωμέ-
νο στο τζάκι.
«Ίσως ο καιρός...»
«Μάλλον η απουσία της...» Έγειρε πίσω στον κανα­
πέ. Φύσηξε τον καπνό του πούρου μακριά και μισό­
κλεισε τα μάτια, σαν να ήθελε να ονειρευτεί, σαν να
ήταν έτοιμος για τη μεγάλη εξομολόγηση.
«Μήπως θέλετε να μείνετε μόνος σας;»
«Εγώ ζήτησα τη συντροφιά σου».
«Καλώς...»
Έκανε μια παύση και άρχισε να μιλάει χωρίς να τον
κοιτάζει.
«Ξέρεις, Μιχαήλ, σχεδόν όλη η ζωή μου είναι αφιε­
ρωμένη στα βιβλία. Σπάνια, όμως, διαβάζω μυθιστορή­
ματα».
«Το γνωρίζω, κύριε, απ' αυτά που συλλέγετε...»
«Ακριβώς. Ανόητα, ανούσια, τα θεωρούσα...»
«Συμφωνώ».
«Μην το κάνεις...»

381
«Δεν καταλαβαίνω. Γιατί όχι;»
«Γιατί ξαφνιάζεσαι όταν διαπιστώσεις πως και η
δική σου ζωή ή κάποιου άλλου ξεπερνά κι αυτό το μυθι­
στόρημα».
«Είμαι ρεαλιστής, κύριε Φραγκόπουλε».
«Ήμουν κι εγώ...»
«Τότε;»
Σηκώθηκε και έκανε μερικές βόλτες. Μετά, σταμά­
τησε και ξανακάθισε.
«Γνώρισα μια γυναίκα. Τότε που ήμουν νέος, σαν
και σένα. Μη με διακόψεις, σε παρακαλώ...»
«Δεν το είχα σκοπό...»
«Ευχαριστώ...» Τράβηξε το βλέμμα του από τη φωτιά
και το κάρφωσε πάνω του, «Έψαχνες στις παλιές εφη­
μερίδες κι εσύ γι' αυτή τη γυναίκα...»
«Ξέρετε...»
«Μην το αρνηθείς. Για τη Βερονίκη... Σωστά;»
Δεν είχε περιθώρια ν' αρνηθεί. Ήταν σφάλμα να
ψάξει στα προσωπικά του πράγματα.
«Σωστά...»
«Μπήκες και στο δωμάτιο μου;»
Εδώ έπρεπε να αρνηθεί. Δεν υπήρχε, άλλωστε, μάρ­
τυρας.
«Όχι.,»
«Τότε;»
«Γιατί έψαχνα για τη Βερονίκη;» Ο άλλος έγνεψε
καταφατικά, ρουφώντας το κονιάκ, «Ήταν στις αρχές.
Όταν πρωτοήρθα... Μέσα σε μια κούτα με βιβλία από

382
το Μοναστηράκι...» Τώρα είχε ανάγκη να καπνίσει.
Ζήτησε την άδεια μ' ένα νεύμα.
«Φυσικά. Συνέχισε...»
«Βρήκα ένα ημερολόγιο. Για να είμαι πιο ακριβής,
έμοιαζε μάλλον μ' ένα τετράδιο... Δεν αντιστοιχούσε
σε κάποια χρονιά... Είχε σκόρπια σημειωμένες κάποι­
ες ημερομηνίες...»
«Και;»
«Θα σας το έδειχνα, αλλά το πήγα σε κάποιον να το
καθαρίσει».
«Ώστε το κράτησες...»
«Ναι, από περιέργεια... Όταν το δείτε, θα κατα­
λάβετε. Σημείωνε για το γάμο της, το '37, τη φράση
Σήμερα σταυρώθηκε η Βερονίκη! Ύστερα, και κάτι
άλλο...»
«Δηλαδή;»
«Το όνομα Μιχαήλ...» Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν
είχε δείξει κάποια αντίδραση για την αδιακρισία του.
Ακούγοντας τ' όνομα, όμως, άλλαξε στάση. «Έγραφε
πως αν έκανε γιο, θα τον ονόμαζε Μιχαήλ». Πήρε
βαθιά ανάσα. Σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στο
τζάκι, με γυρισμένη την πλάτη στον Φραγκόπουλο.
Μεγάλη αγένεια, αλλά εκείνη την ώρα δεν ήθελε να δει
ο εργοδότης του τη συγκίνηση στο πρόσωπο του. «Εί­
μαι υιοθετημένος, κύριε...»

383
Το ξημέρωμα τους βρήκε να μιλούν ακόμα... Ο Φρα-
γκόπουλος είχε εξομολογηθεί όλη την ιστορία του με τη
Βερονίκη.
«Είσαι ο πρώτος που μίλησα. Περισσότερο για σένα...
Δεν υπάρχει τίποτε που να σε συνδέει με τη Βερονίκη.
Μείναμε χωρίς παιδιά. Το όνομα Μιχαήλ ήταν επιθυμία
του Σεραφείμ, σε περίπτωση που θα κάναμε γιο. Κατα­
λαβαίνεις, λοιπόν, παιδί μου...»
«Ναι... Απλή σύμπτωση...»
«Ακριβώς... Λυπάμαι...» Τον έπνιγαν τα ερωτηματι­
κά. Από την άλλη, είχε αρνηθεί πριν από ώρα πως είχε
μπει στο δωμάτιο. Εδώ, όμως, που έφτασαν τα πράγμα­
τα, μέσα από τη συζήτηση τους, πιεζόταν να το κάνει.
Ακόμα και με τίμημα να χάσει τη δουλειά του.
«Δεν είναι μόνο το όνομα... Είναι που έχουμε και τα
ίδια μάτια, κύριε...» Μάλλον ενοχλήθηκε και σηκώθηκε
απότομα από τον καναπέ. Προχώρησε αμίλητος προς τη
σκάλα, με σκυμμένο το κεφάλι. «Η Βερονίκη ζει;»
Σταμάτησε και, χωρίς να γυρίσει, απάντησε:
«Πες πως δε ζει...»
Δεν ήταν απάντηση αυτή. Έμπλεκε στο μυαλό του
ακόμα περισσότερο την αγωνία και την περιέργειά του
γι' αυτή τη γυναίκα που είχε μάτια βιολετιά σαν τα δι­
κά του.
«Συγγνώμη, μπορώ να αποσυρθώ;»
«Όχι... Θέλω ν' ανεβείς μαζί μου μέχρι επάνω...»
Τον ακολούθησε σ' αυτή τη μυστηριώδη ξενάγηση
του. Ξεκλείδωσε ένα από τα δωμάτια. Του είπε πως

384
ήταν το γραφείο της Βερονίκης. Τακτοποιημένα όλα,
σαν να τ' άφησε χθες...
«Το γραφείο της;»
«Έγραφε ατελείωτες ώρες και διάβαζε άλλες τόσες.
Της άρεσε πολύ να κάθεται εδώ. Ιδίως ν' ανοίγει το
παράθυρο και να μυρίζει τη γλυτσίνα. Δες! Φτάνει ως
εδώ». Πλησίασαν και οι δυο στο παράθυρο.
«Κοντεύει να μαραθεί, κύριε...»
«Ναι, δεν τη φρόντισα όπως έπρεπε αφότου έφυγε».
«Πού πήγε;»
Δεν απάντησε, μονάχα του έκανε νόημα να συνεχί­
σουν. Βγήκαν από το γραφείο και άνοιξε το διπλανό
δωμάτιο. Ήταν η κρεβατοκάμαρα. Ένα τεράστιο
δωμάτιο με ντουλάπες τριγύρω. Πήγε και τις άνοιξε
όλες. Τα χρώματα και η λάμψη από τα ρούχα ζάλισαν
τον Μιχαήλ. Εκατοντάδες τουαλέτες, κεντημένες, από
σατέν και βελούδο. Μουσελίνες και μπροκάρ. Παπού­
τσια, τσάντες, γούνες, καπέλα, εσάρπες και ό,τι άλλο
θα μπορούσε να φανταστεί.
«Αγαπούσε πολύ το ωραίο και ακριβό ντύσιμο». Χάι­
δεψε τρυφερά τα ρούχα. Μερικά τα μύρισε. «Shalimar...
Το άρωμα που δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα».
Ο Μιχαήλ κόντευε να παραφρονήσει. Μια μιλούσε
στο παρόν για τη Βερονίκη και μια στο παρελθόν...
Έπειτα, άνοιξε κουτιά βελούδινα και τα μάτια του
Μιχαήλ πετάχτηκαν έξω. Τέτοια κοσμήματα δεν είχε
ξαναδεί. Ακόμα κι η μητέρα του, η κυρία Μαρκίδη, δεν
είχε ούτε το ένα εκατοστό απ' αυτά.

385
«Αληθινά;»
«Φυσικά! Υπήρξε η βασίλισσα της Πόλης!»
«Κάτι δεν πάει καλά με το γέρο», σκέφτηκε όταν
είδε πως μιλούσε με τόση ένταση κι αγάπη για τη Βερο­
νίκη. Κλείδωσε όλα τα δωμάτια, τον καληνύχτισε και,
καθώς έφευγε για το δωμάτιο του, ο Μιχαήλ ρώτησε:
«Γιατί μου μιλήσατε γι' αυτή τη γυναίκα;»
«Κάποια μέρα, ίσως χρειαστεί να ξέρεις για τη Βε­
ρονίκη...»
Την επόμενη μέρα, ζήτησε άδεια από το αφεντικό του.
«Δουλεύω ένα χρόνο και χρειάζομαι απαραίτητα
διακοπές».
«Καμία αντίρρηση... Πόσο θα λείψεις;»
«Μια βδομάδα».
«Ωραία, θα σε περιμένω».

Δεν ήξερε καθόλου την Ελλάδα. Η Αθήνα τον έπνιγε.
Το πρώτο που ζήτησε από το ταξιδιωτικό πρακτορείο
ήταν ένα μέρος με χιόνι. Καιρό είχε να κάνει σκι. Αγό­
ρασε τα απαραίτητα, νοίκιασε ένα αυτοκίνητο και
έφυγε για το Πήλιο.
Το καλύτερο μέρος για να βάλει σε μια τάξη όσα
είχε ακούσει για τη Βερονίκη από τον Φραγκόπουλο.
Και περισσότερο να ξεπεράσει το σοκ. Την ανατροπή
που γινόταν στη ζωή του. Ποτέ δεν ήταν φαντασιόπλη-
κτος. Ρεαλιστής και κυνικός, ναι. Πολλές φορές, μάλι­
στα, ισοπέδωνε πράγματα και καταστάσεις. Τώρα,

386
όμως, με όσα έμαθε από τον Φραγκόπουλο, ανατρέπο­
νταν όλα. Πόσο επιπόλαια είχε πάρει τις αποφάσεις
του, τότε που άκουσε πως ήταν υιοθετημένος από το
ζεύγος Μαρκίδη. Νέο παιδί, τότε, δε ρώτησε από πού
και από ποιους κρατούσαν οι ρίζες του. Για να μη χάσει
τα πλούτη και να κάνει τα καπρίτσια του, το προσπέ­
ρασε. Αδιαφορούσε μέχρι τώρα... Ήταν κλειστός
χαρακτήρας. Κυκλοθυμικός. Οι αποκαλύψεις κόντευαν
να διαλύσουν το μυαλό και το εγώ του...

Κυλούσε στη χιονισμένη πλαγιά, και η εικόνα του
συνταγματάρχη πρόβαλλε συνέχεια μπροστά του. Ξεκι­
νούσε μικρή σαν μπάλα χιονιού και όλο μεγάλωνε. Κι
ώσπου να φτάσει κάτω στην πίστα, γινόταν χιονοστιβά­
δα. Στο νου του πάντα εκείνα τα λόγια: «Μιχαήλ, πρέ­
πει να είσαι ο γιος της Άννας...» Και δε σταματούσε εκεί
ο εφιάλτης. Συνεχιζόταν με τα χαρτιά της Βερονίκης.
Ολόκληρο πακέτο τού είχε δώσει ο συνταγματάρχης με
τη συμβουλή: «Διάβασε τα... Θα βρεις αλήθειες για την
οικογένεια της μητέρας σου. Επιβάλλεται να ξέρεις...»

Ο Τζόγιας έμεινε στις Σπέτσες μόνο για ένα μήνα εκεί­
νον το χειμώνα. Τα γεγονότα με τη Θεοδοσία. Η κατά­
σταση της Βερονίκης, που δε βελτιωνόταν ούτε με την
παρουσία της αδελφής της. Η ανία της καθημερινότη­
τας, η λύπη του που δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με

387
τη γυναίκα που λάτρευε και η στέρηση των βιβλίων του
τον οδήγησαν πίσω στην Αθήνα.
Στο σπίτι της Κηφισιάς ένιωθε καλύτερα. Γέμιζε τις
ώρες του με τη συλλογή των βιβλίων. Τότε έφτιαξε και
το εργαστήρι στο κάτω μέρος του σπιτιού. Κλείστηκε
στον εαυτό του, με μόνη πολυτέλεια να συναντάει το
δικηγόρο της Βερονίκης κάποιες φορές για να παίξουν
σκάκι. Μετά την επιστροφή του, άργησε να πάει στις
Σπέτσες, Σχεδόν έξι μήνες. Και όσο περνούσε ο και­
ρός, ξεμάκραινε κι άλλο.

Η Θεοδοσία μόνο το βράδυ πήγαινε σπίτι της. Κόντευε
να εγκαταλείψει τον άντρα της, από την αφοσίωση που
έδειχνε στην αδελφή της. Με τον Τζόγια άλλαζαν λίγες
κουβέντες, όποτε βρισκόταν στο νησί. Περισσότερο
επικοινωνούσαν από το τηλέφωνο. Πέρασαν χρόνια
που όλα είχαν αυτόν το ρυθμό.
Ήταν μια από τις λίγες φορές που συναντήθηκαν η
Θεοδοσία και ο Τζόγιας στο αρχοντικό και είπαν τόσα
πολλά και σημαντικά...
«Μου κάνει καλό που βρίσκομαι μακριά της.
Μπορώ να τη σκέφτομαι όπως τη γνώρισα· όπως ήταν»,
«Σε καταλαβαίνω... Για μένα είναι διαφορετικά.
Χάθηκαν πολλά χρόνια».
Εκείνος έφερε την κουβέντα και στον καινούριο του
συνεργάτη, τον Μιχαήλ. Το πόσο καλά έκανε τη δου­
λειά του. Το πόσο μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί του.

388
«Μου γέμισε τη ζωή. Αψογος, Θεοδοσία μου.
Σωστός Εγγλέζος, που είναι δηλαδή...»
«Εγγλέζος;»
«Ναι, εκεί μεγάλωσε κι έζησε. Κύπριοι οι γονείς
του, πάμπλουτος ο πατέρας. Και να φανταστείς, τέτοιο
σπουδαίο νέο τον αποκλήρωσαν!»
«Το παιδί τους;»
«Όχι, ακριβώς. Υιοθετημένος...»
Από εκεί και μετά, ξεμπέρδεψαν άλλο ένα κουβάρι,
που είχε τυλιγμένο στο νήμα του την άλλη τραγική ιστο­
ρ ί α · το γιο της Αννας.
Αντέδρασε με όσα του είπε η Θεοδοσία.
«Δεν έχεις στοιχεία που να πατάνε σε αληθινά γεγο­
νότα. Μόνο υποθέσεις».
«Ταιριάζει και το επίθετο του. Μαρκίδη, δεν τον
είπες;»
«Ναι, Κύπριοι οι γονείς, εφοπλιστική οικογένεια
στο Λονδίνο»,
«Και;»
«Αυτοί πήραν τότε το παιδί από το βρεφοκομείο!
Αλέξανδρο τον είχα βαφτίσει! Και δεν μπορεί να μην
είναι της Άννας μας!»
«Θεοδοσία, ποτέ δε μάθατε για την Άννα, Αλλωστε,
φτάνει η κατάσταση της Βερονίκης. Δε χρειάζεται κι
εσύ...»
«Να μου στρίψει; Όχι, Τζόγια! Το παιδί είχε τα ίδια
ακριβώς μάτια της Βερονίκης! Αυτό το παράξενο γκρι­
ζογάλανο με μοβ σκιές...»

389
Γύρισε από τις Σπέτσες έντονα προβληματισμένος. Όσο
έβλεπε τον Μιχαήλ, τόσο πίστευε πως μπορεί να είχε
δίκιο η Θεοδοσία. Τα μάτια τους δε διέφεραν όχι μόνο
στο χρώμα, αλλά ούτε στην έκφραση και στο σχήμα.
Σε τρεις μέρες εμφανίστηκε κι εκείνη, χωρίς να
ειδοποιήσει.
«Ήρθα να τον δω!»
«Σε παρακαλώ... Δε θέλω προβλήματα. Είναι για
δουλειές στην Αθήνα».
«Θα τον περιμένω...» Και περίμενε δύο ώρες η Θεο­
δοσία. Μόλις άκουσαν την πόρτα του κήπου ν' ανοίγει,
ετοιμάστηκε δήθεν να φύγει. Συναντήθηκαν στην είσοδο.
Ο Τζόγιας τα βόλεψε για να μη φανεί η αμηχανία της.
«Η κυρία ήρθε για να γραφτώ συνδρομητής σε
κάποιο περιοδικό».
Ο Μιχαήλ χαιρέτησε τυπικά και κλείστηκε στο γρα­
φείο.
«Αυτός είναι... Έ χ ε ι τα χρώματα της Αννας, τα
μάτια της Βερονίκης και της μάνας μας».

Έτσι ξεκίνησε την αναζήτηση ο Τζόγιας, Βρήκε γνω­
στούς και μέσα να προχωρήσει στα αρχεία του Δημο­
τικού Βρεφοκομείου. Να ψάξει εις βάθος για την υιο­
θεσία. Κατάφερε πάλι, με γνωστούς, να μάθει και για
τη βάφτιση του - από Αλέξανδρος σε Μιχαήλ. Κίνησε
γη και ουρανό κι έφτασε στο συμπέρασμα πως σίγου­
ρα αυτός ήταν, αλλά έλειπαν τα στοιχεία αυτής της

390
Αννας που άφησε το μωρά μια κρύα νύχτα, Νοέμβρη
μήνα, το '51.
Στο Δρομοκαΐτειο, όπου αναφερόταν πως νοσηλεύ­
τηκε, δε βρήκε άκρη. Όλα ήταν μπερδεμένα, Αυτός
που πολέμησε μες στη φωτιά, δεν μπορούσε τώρα να
πολεμήσει με τις εκπλήξεις της ζωής; Πώς λοιπόν να
αποδείκνυε ότι ο Μιχαήλ ήταν ένα κομμάτι της Βερο­
νίκης; Κι αυτή η σύμπτωση του ονόματος; Ποια δύναμη
τα έφερε έτσι; «Διαβολική σύμπτωση!» μονολογούσε
αγανακτισμένος. Το δικό τους γιο ονειρεύονταν με το
όνομα αυτό. Πώς λοιπόν και το ζεύγος Μαρκίδη διάλε­
ξε το ίδιο; Τόσο ξεπέρασε η ζωή τη φαντασία;
Η συμπάθειά του για το νεαρό συνεργάτη του μεγά­
λωνε μέρα με τη μέρα, μέσα απ' αυτά τα συναισθήμα­
τα, κι έτσι ενέτεινε τις ενέργειές του. Η αγωνία του που
δεν προχωρούσαν τα πράγματα, με την ιστορία της
Άννας, τον έκανε να μη θέλει να πάει στις Σπέτσες.
Η Θεοδοσία κρεμόταν από τα χείλη του καθημερι­
νά, αν υπήρχε κάποιο νέο. Ένιωθε πως τον έπνιγε με
τις ερωτήσεις και την ανυπομονησία της.

Γινόταν η κηδεία ενός στρατηγού στο Νεκροταφείο.
Ήταν συμπολεμιστές στη Μέση Ανατολή. Ηταν αδύ­
νατον να μην π α ρ ε υ ρ ε θ ε ί . Ύ σ τ α τ ο ς φόρος τιμής.
Έφτασε πιο νωρίς από την προκαθορισμένη ώρα. Πή­
ρε τα λουλούδια και προχώρησε με αργά βήματα ανά­
μεσα στους τάφους.

391
Είχε πολλά χρόνια να βρεθεί ανάμεσα σε μαρμάρι­
νους σταυρούς. Από τότε που έχασε τον πατέρα του.
Του ήρθαν εικόνες από τις μάχες που πήρε μέρος και τα
κορμιά που τα έθαβαν βιαστικά, χωρίς πολλές φορές να
προλαβαίνουν να βάζουν ούτε έναν απλό ξύλινο σταυρό.
«Εδώ μπορούν να τους βρουν οι ζωντανοί. Εκεί κάτω,
τους πήρε το κύμα της άμμου», σκεφτόταν, καθώς διά­
βαινε από μονοπάτι σε μονοπάτι.
Η γεμάτη, ψηλή γυναίκα με τον κουβά και τα λου­
λούδια στα χέρια, του ζήτησε συγγνώμη να περάσει.
Στάθηκε και την άφησε. Κοίταξε το ρολόι του. Ήθελε
ακόμα δέκα λεπτά για ν' αρχίσει η τελετή. Και όπως
σήκωσε το βλέμμα του από το ρολόι, σταμάτησε στην
ίδια γυναίκα που έπλενε και στόλιζε τον τάφο... Ήταν
σε απόσταση αναπνοής και μπόρεσε να διαβάσει.
Άννα Δεσύλλα
1919-1952

Πλησίασε συγκλονισμένος. Η γυναίκα τρόμαξε.
«Tι θέλετε;»
«Συγγενής σας;»
«Πες το κι έτσι...» Ήθελε να κλείσει την κουβέντα...
Την παρακολουθούσε καθώς έβαζε τα λουλούδια
σ' ένα τσίγκινο ανθοδοχείο. Φορούσε ένα φτηνό φόρε­
μα, παρδαλό για την ηλικία της. Μαλλιά σγουρά ανά­
κατα, βαμμένα ξανθά με άσπρα. Ψεύτικοι χρυσαφένιοι
χαλκάδες στ' αφτιά. Ψηλοτάκουνα τσόκαρα και μια
τσάντα μεγάλη, ξεθωριασμένη πράσινη. Σαν καρικα-

392
τούρα αταίριαστη μέσα στις άλλες γυναίκες με τα
μαύρα ρούχα που περιφέρονταν στα μνήματα με
στραγγισμένα πρόσωπα. Αρχισε να πλένει με μανία το
σταυρό.
«Μια φορά το μήνα έρχομαι, και τον βρίσκω μες
στις κουτσουλιές! Αχ, κορίτσι μου, αν δεν ήμουν κι εγώ,
θα βρώμαγες!»
«Πέθανε νέα...»
«Ήταν πεθαμένη από καιρό!»
«Δεν κατάλαβα...»
«Τι σας νοιάζει να καταλάβετε;»
«Απλώς εδώ είναι ένα μέρος όπου ο καθένας θέλει
να πει τον πόνο του στον άλλο».
«Εγώ αν κάτσω να τον πω, θα σηκωθούν οι νεκροί
και θα μου πουν «μπες εσύ μέσα να βγούμε εμείς!»
Αντε στο καλό τώρα!» Ήθελε να τον ξεφορτωθεί.
«Τόσο μεγάλος, ε;» επέμενε εκείνος.
«Τράβηξα στη ζωή μου...»
«Όπως και η Αννα;» Και έδειξε το όνομα στο σταυρό.
«Αυτή κι αν τράβηξε... Μέχρι το τρελάδικο την
έστειλαν!»
Ξερόβηξε για να βρει τη φωνή του από την έκπληξη.
«Φοβερό, κυρία μου...»
«Χρόνια έχουν να με πουν κυρία...» σάρκασε κάνο­
ντας ένα μορφασμό, «Αμα έχεις κάνει στη νύχτα και στα
μπουρδέλα, χέσ' τα, κύριε... Πουτάνα σε ανεβάζουν,
πουτάνα σε κατεβάζουν!» Τον κοίταξε από πάνω ως
κάτω. «Πάντως, εσείς είστε κύριος...»

393
«Μην υποτιμάτε τον εαυτό σας...»
«Τι τα θες τώρα; Κι εγώ κι αυτή ζήσαμε σαν σκου­
πίδια!»
«Τελικά, ήσαστε συγγενείς;»
«Όχι... Την πόνεσα όμως... Δουλεύαμε μαζί στο
μπουρδέλο μιας σκρόφας. Γυναίκα-σατανάς, η μαντάμ
Τζούλια. Δυστυχισμένο κορίτσι η Άννα, Της πήραν και
το παιδί και το πούλησαν! Ορκίστηκα, όμως, εδώ στον
τάφο της τότε πως θα το βρω!»
«Το βρήκατε;»
«Μπερδεύτηκα με τα δικά μου και το ξέχασα για χρό­
νια. Μ' έπνιξαν οι ενοχές. Τώρα που βγήκα στη σύντα­
ξη, θα το κάνω όμως!» Έβαλε το χέρι της ανάμεσα στα
στήθια της κι έβγαλε και κοίταξε ένα χρυσό μενταγιόν.
«Δικό της είναι... Έχει τη φωτογραφία της μέσα».

Η κηδεία του στρατηγού και άρχισε και τελείωσε, αλλά
ο Τζόγιας δεν πήγε... Έμεινε μ' αυτή τη γυναίκα πάνω
από ώρα δίπλα στον τάφο της Αννας Δεσύλλα. Μ' αυτή
τη γυναίκα που δεν ήταν άλλη από τη Ρένα. Εκείνη την
τραγουδίστρια στο σπίτι της κοκκινομάλλας Τζούλιας
στη Δροσοπούλου! Και έμαθε ο Τζόγιας όσα ήθελε να
μάθει για να ξεδιαλύνει τόσες ζωές...

Στο πρόσωπο της Θεοδοσίας δεν κύλησε σταγόνα δάκρυ,
όσο άκουγε τον Τζόγια να της αφηγείται πως συναντή-

394
θηκε με τη Ρένα στο νεκροταφείο και πως έμαθε για τη
ζωή της Άννας· πως τελικά ο Μιχαήλ ήταν ο γιος της...
Η έκφρασή της έδειχνε πως δεν τον άκουγε, πως
βρισκόταν μακριά, θαρρείς και το περίμενε. Και όταν
σταμάτησε, ψιθύρισε:
«Όλα μπήκαν σε σειρά, όπως το προγραμμάτισε ο
Θεός, Η Βερονίκη δε θυμάται... Κανένας δεν μπορεί
να τη βάλει στη φυλακή. Ο Αλέξανδρος θα καταλάβει
μια μέρα και θα 'ρθει να μας βρει... Η Άννα ευτυχώς
ξεκουράστηκε από χρόνια... Και το ποτάμι κράτησε
καλά κρυμμένο το μυστικό του».
Ο Τζόγιας άφησε να φανούν για πρώτη φορά μπρο­
στά σε άνθρωπο τα βουρκωμένα μάτια του...
«Θα φύγουμε αύριο μαζί για τις Σπέτσες. Αν γυρίσει
και αν θελήσει ο Μιχαήλ, μπορεί να συνεχίσει τη συλ­
λογή των βιβλίων. Του ανήκουν...»
«Του ανήκουν όλα...» Η Θεοδοσία σηκώθηκε και
άνοιξε το παράθυρο. Η γλυτσίνα είχε ανθίσει στον
κήπο της Κηφισιάς. Άπλωσε το χέρι της κι έκοψε μια
χούφτα λουλούδια. Τα έσφιξε με δύναμη και μετά τα
πέταξε με οργή κάτω.

Ο Μιχαήλ έμεινε πάνω από μια βδομάδα στο Πήλιο.
Και όταν γύρισε στην Αθήνα, δεν πήγε στο σπίτι της
Κηφισιάς. Νοίκιασε δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο. Χρει­
αζόταν καιρό, πολύ καιρό, για να πιστέψει και ν' απο­
δεχτεί όσα είχε διαβάσει στις σημειώσεις της Βερονί-

395
κης. Όσα του εξιστόρησε εκείνη τη βραδιά, δίπλα στο
τζάκι, ο Δημήτρης Φραγκόπουλος... Πώς προσπάθησε
να βάλει σε μια σειρά τη ζωή του από τότε που ήρθε
στον κόσμο ως την ώρα που έφυγε, δύο χρονών, στην
αγκαλιά της Μαρκίδη - από το βρεφοκομείο της Αθή­
νας κατευθείαν για το Λονδίνο.
Αυτά που του διηγήθηκε η Ρένα για την Άννα, του τα
είπε. Μόνο πως δούλευε στο μπορντέλο της Τζούλιας
και την αυτοκτονία της κράτησε κρυφά από τον Μιχαήλ.
«Δύσκολα χρόνια... Δεν μπορούσε να σε κρατήσει...
Πέθανε. Μπορείς να τη βρεις στο Γ' Νεκροταφείο».

Στο καινούριο μπαρ του Κολωνακίου που μπήκε, δεν
υπήρχε κανένας γνωστός. Έμεινε λίγη ώρα. Ήπιε
μόνο ένα τζιν και κάπνισε δυο τσιγάρα. Δεν έβρισκε
κανένα ενδιαφέρον...
Το μαγαζί ήταν στο εσωτερικό ενός εμπορικού
κέντρου. Δεν έβλεπε σε πεζοδρόμιο. Δεν έβλεπε τα
βήματα και τα παπούτσια των περαστικών... Και η μου­
σική δεν ήταν τζαζ, αλλά ένας ξέφρενος ρυθμός που
του τέντωνε τα νεύρα.
Πλήρωσε και έφυγε. Πήρε ταξί για την Κηφισιά.
Κατέβηκε πιο κάτω από την οδό Γεωργαντά και περ­
πάτησε μέχρι το σπίτι. Όλα ήταν σκοτεινά. Ανοιξε την
πόρτα του κήπου και προχώρησε αργά.
Το φεγγάρι έπαιζε πότε με τα σύννεφα και πότε
μαζί του. Ακούμπησε στο λεπτό κορμό της γλυτσίνας

396
και έκλαψε όπως είχε να κλάψει από μικρό παιδί
όταν του άρπαζαν ένα παιχνίδι... Έκλαψε γι' αυτό
που του πήραν οι άνθρωποι: τη ζωή τ ο υ · τη μάνα του·
τις ρίζες του.

Ένα μήνα δεν άνοιξε ούτε παράθυρο ούτε πόρτα.
Έπινε και διάβαζε ξανά και ξανά τα χαρτιά της Βερο­
νίκης. Περνούσε ώρες στα επάνω δωμάτια, που είχαν
ακόμη τα σημάδια και το άρωμα αυτής της γυναίκας,
που μπερδεύτηκε τόσο παράξενα μες στη ζωή του.
Έγινε το φάντασμα του εαυτού του. Πέρασε πολλές
φορές από το μυαλό του να βάλει φωτιά σε ό,τι υπήρχε
εκεί μέσα και να χαθεί κι αυτός μέσα στη στάχτη. Μα
όταν έβλεπε τα μάτια της στις φωτογραφίες, άλλαζε
γνώμη. Μια βαθιά και περίεργη επιθυμία μέσα του τον
έσπρωχνε να πάει να τη γνωρίσει.
Τον επόμενο μήνα πήρε ένα σακίδιο, μια σκηνή και
ξεκίνησε την περιπλάνηση σ' όλη την Ελλάδα. Ανεβο­
κατέβηκε δυο φορές από την Πελοπόννησο στη Θράκη,
από την Ήπειρο μέχρι το Ιόνιο και την Κρήτη.
Καθόταν μια μέρα ή μια νύχτα όπου βρισκόταν. Δεν
άντεχε ούτε τον εαυτό του. Τα μαλλιά του είχαν μακρύ­
νει ως τους ώμους. Τα γένια κόντευαν να φτάσουν στο
λαιμό. Προκαλούσε απορία σε όσους τον συναντούσαν.
Περνούσε ώρες κοιτάζοντας θάλασσες, βουνά και
ουρανό. Πετούσε απ' το μυαλό του όσα εκείνος πίστευε
πως έπρεπε να ξεχάσει από την ιστορία της Βερονίκης

397
και της μάνας του... Ξεσπούσε σε γέλια καθώς φώναζε
στις ερημιές: «Γεια σου, ρε εφοπλιστά! Καλά έκανες
και αποκλήρωσες έναν μπάσταρδο!»

Γύρισε στην Αθήνα έπειτα από πέντε μήνες. Ένιωθε
καλύτερα απ' όταν είχε φύγει. Ξυρίστηκε, άλλαξε
ρούχα, έγινε ο παλιός αριστοκρατικός Μιχαήλ και ανέ­
βηκε στην Κηφισιά. Το σπίτι παρέμενε κλειστό. Δεν
προχώρησε μέσα. Έμεινε για ώρα στον κήπο. Έκοψε
δυο αγκαλιές λουλούδια. Τη μια με τα τριαντάφυλλα
την πήγε και την άφησε στο μνήμα που έγραφε Άννα
Δεσύλλα.
Μπήκε στο αρχοντικό στις Σπέτσες με την άλλη
αγκαλιά από τσαμπιά γλυτσίνας. Τα ακούμπησε στα
πόδια της Βερονίκης και γονάτισε μπροστά της με
σεβασμό και θαυμασμό.
Τα χέρια της άφησαν το κομπολόι με τις μαύρες
χάντρες και τα ασημένια δαχτυλίδια που, χρόνια
τώρα, κρατούσε σφιχτά, μέρα και νύχτα, και του χάι­
δεψε το κεφάλι... Του σήκωσε το πρόσωπο και τον
κοίταξε. Είδε τα μάτια της στα δικά του, που είχαν
χρώμα σπάνιο βιολετί. Έμειναν έτσι σιωπηλοί.
Μετά, μίλησε εκείνος και είπε μόνο τρεις λέξεις:
«Με λένε Μιχαήλ...»
Πήρε τα λουλούδια και τα έφερε στα χείλη. Χαμο­
γέλασε αχνά. Δεν ήταν εκείνο το ηλιοχαμόγελο της
Ιστανμπούλ. Ήταν αλλιώτικο... Το κατάλαβε και ο

398
Σεραφείμ που βρισκόταν κάπου ψηλά πικραμένος... Το
κατάλαβαν και ο Τζόγιας και η Θεοδοσία και η Αρε­
τούλα που στέκονταν εκεί κοντά.
Έκλεισε τα μάτια αργά, ρουφώντας τη μυρωδιά από
τα μοβ λουλούδια, και ταξίδεψε μακριά... Ίσως στο
αγαπημένο της ποτάμι, εκεί που κάποτε χόρευαν οι
άγγελοι κι εκείνη...

399