You are on page 1of 31

ΓΙΩΡΓΟΣ Σ.

ΚΟΚΚΙΝΟΣ

‘’…‘Ένα πουλί πάνω σε σύρμα…’’

(επιτρέπεται οποιαδήποτε αναπαραγωγή του κειμένου με αναφορά στο δημιουργό του)
…θέλω να ακουμπήσω να ξαποστάσω

θέλω στην αγκαλιά σου να κοιμηθώ

πάνω στα δυο σου χέρια για προσκεφάλι

να ‘χω λίγα φιλιά σου να ονειρευτώ

κι όταν θα με ξυπνήσεις αχ, την αυγούλα

μ' ένα γλυκό φιλί σου να γλυκαθώ

δως μου φτερά και πούπουλα να πετάξω

κι ίσως εν τέλει να σ' ερωτευτώ

θέλω και την αγάπη να σου μετρήσω

θέλω με τα όνειρά σου να πορευτώ

πάνω στα δυο σου πόδια να ταξιδεύω

να ‘χω μαζί τ' αστέρια σου να κρατώ

κι όταν θα με ξυπνήσεις αχ, την αυγούλα

μ' ένα γλυκό φιλί σου να γλυκαθώ

δως μου φτερά του έρωτα να φωνάξω

κι ίσως εν τέλει πω το σ' αγαπώ…

~~~

Ξεκίνησα ένα μακρύ ταξίδι, εδώ και κάποια χρόνια

σαράντα μήνες άνεργος, σαράντα χρόνια θύμα

μην έχοντας λυτά τα χέρια μου για να κρατήσω μες στην αγκαλιά μου ό,τι ποθούσα

ανάμεσα σε τόσους άλλους, ολόγυρα περιπατούσα

και πήγαινα, κι ερχόμουνα, και πήγαινα ολοένα και μακρύτερα

ανάμεσα σε τόσους άλλους μόνους

αγνώστους και απρόσωπους, ηλιολουσμένους ποιητές

και φεγγαρολουσμένους πότες
κι αν νύχτωσε κι αν βρέχει, κι αν πάλι κάνει κρύο

κι αν πέρασε μια ακόμα ημέρα από εχθές

κι αν συνεχίζει ο ήλιος ν’ ανατέλλει απ’ την Ασία

κι αν το φεγγάρι γέμισε κι απλώθηκε η νυχτιά

-Καθόλου δε με νοιάζει -

κι αν μόνοι περπατάμε, ανάμεσα σε τόσους άλλους μόνους

αγνώστους και απρόσωπους, ηλιολουσμένους εραστές

και φεγγαρολουσμένους τυχοδιώκτες ή επαίτες

που ζητούν ένα κομμάτι ψυχικής ελεημοσύνης για τις τσέπες τους

κι ανάμεσα σε τόσους άλλους πόνους της ψυχής ολόγυρά μας

για πες μου!

αν ημέρεψε ο πόνος, που χρόνια ομολογώντας, καρτερούσα να ημερέψει

που άδικα και αναπάντεχα φορτώθηκε στις πλάτες μου

-στις πλάτες σου -

-στις πλάτες τους -

και που κουράστηκα να τον βαστάω και πρηστήκανε τα πόδια μου και μάτωσαν

ανάμεσα σε τόσους άλλους πόνους

για πες μου!

ημέρεψε ο πόνος της ψυχής;

περπάταγα για ώρες και για μέρες, για χρόνια καθώς βάδιζα

με βάρος τόσο ασήκωτο στις πλάτες μου

οι τύψεις, οι ευθύνες, οι συνέπειες, οι μνήμες

οι πράξεις και τα λόγια μου, κι όσα μου έκαναν οι άλλοι

-οι φευγαλέες μου ματιές σε γλυκυτάτες παρουσίες, μ’ ανακούφιζαν -

με βάρος τόσο ασήκωτο μες στην καρδιά μου

κι αν νύχτωσε κι αν βρέχει, κι αν πάλι κάνει κρύο

κι αν πέρασε μια ακόμα ημέρα από εχθές

κι αν συνεχίζει ο ήλιος ν’ ανατέλλει απ’ την Ασία
κι αν το φεγγάρι γέμισε κι απλώθηκε η νυχτιά

-Καθόλου δε με νοιάζει -

εγώ μισός, εσύ μισή, όλοι οι άλλοι ένα μισό απ’ το ολόκληρο

έτσι ήτανε από εξαρχής γραμμένο

και τα λοιπά, τα σχετικά με το ολόκληρο

είναι μια πλάνη, ώστε να ελπίζουμε σε κάτι…!

«κοίτα να ζήσεις τη στιγμή, να καρπωθείς ό,τι σου φέρει η τύχη»

ετούτο, το λοιπόν, μου είχε πει παλιά, ένας … «μισός»

που νόμιζε το ολόκληρο μπορούσε να το φτάσει

να νιώθει πλήρης, επαρκής και να γεράσει ολάκερος με όσα του χαρίστηκαν

και όσα πόθησε, είχε την αίσθηση (και την ψευδαίσθηση) ότι μπορούσε να τα φτάσει

γινήκανε τα πόδια μας πρησμένα και ματώσανε

και αποθήκη για τις μνήμες έχει γίνει το μυαλό μας

για το κορμί μας δε, ένα τσουβάλι συναισθήματα να κουβαλάμε

κι ένα φιλί ενθύμιο, βαρύτερο κι από ελέφαντα…

για πες μου τώρα!

αν ημέρεψε ο πόνος, που χρόνια ομολογώντας, καρτερούσα να ημερέψει

που άδικα και αναπάντεχα φορτώθηκε στις πλάτες μου

-στις πλάτες σου -

-στις πλάτες τους -

για πες μου …

~~~

Με συγχωρείτε, λύγισα

καθούμενος σε τούτα εδώ τ’ αγκάθια, αποκοιμήθηκα

κι αναρωτιέμαι με τη γεύση των δακρύων
τι επιτέλους αποκόμισα...

- τι γεύτηκα λοιπόν, τι γνώρισα, τι είδα

τι έζησα, με τι μαγεύτηκα, τι πήρα, τι μου δώσαν; -

γεύτηκα τα πρωτόγνωρα ερωτικά φιλιά

που στάζαν υποσχέσεις για παντοτινή αγάπη

(και έμαθα να μην πιστεύω ούτε λέξη τους)

γνωρίζοντας παράλληλα πως να μοιράζω τον εαυτό μου

τον μοίρασα στα τέσσερα, στα δύο, στα οκτώ

τον μοίρασα σα το ψωμί σε φέτες κι από λίγο

εγώ που με χαλάλησα με τον καιρό

με έκοψα, με διέλυσα και με ξανάφτιαξα μαζί σου

τις εμπειρίες έζησα, τις κουβαλώ στις πλάτες μου

αυτές που με βαρένουνε και τώρα που υποφέρω

την εγκατάλειψη έμαθα και την οργή του κόσμου

κάθε απόρριψη ζωής και την απελπισία

με συγχωρείτε, λύγισα κι απόψε κι έκλαψα

με ένα δάκρυ απαρηγόρητο, που αργοκυλάει με εικόνες

φωτογραφίες, μπιχλιμπίδια και κάτι ξεχασμένες αναμνήσεις

που ξεπετάγονται στα χνάρια που βαδίζαμε, ολοζώντανες

τώρα, θα έχω κι ένα λόγο να οδύρομαι όταν τις θυμάμαι

θα ξέρω που είμαι ικανός να φτάσω, για ν’ αντέξω

ευχαριστώ γι’ αυτές που θα μου ορίζουνε το μέλλον

τις περισσότερες ή τις λιγότερες δικές μου αναμνήσεις

- τι γεύτηκα λοιπόν, τι γνώρισα, τι είδα
τι έζησα, με τι μαγεύτηκα, τι πήρα, τι μου δώσαν; -

μια ανείπωτη, μια μαγική χαρά και μια ενέργεια

φορτίζει το μυαλό, τις σκέψεις μου κι απόψε

αυθόρμητα οι λέξεις καταγράφονται στα πλήκτρα μου

κι αυτές θα φορτωθούνε με όλα τ’ άλλα στο ταξίδι

θα πάρω και την ιστορία που χαράξαμε

σε κάτι ερειπωμένα δέντρα, στα παγκάκια

και στο πεδίο δράσης της καινούργιας μας ζωής

θα δέσω τα κορδόνια της, για να μη σκοτωθούμε

καθ’ ότι έξω από αυτό, κανείς οριστικά δε θα ευθύνεται

τώρα η ζωή διαμοιρασμένη δες, εκτείνεται στο άπειρο

και ανεξάρτητα απ’ τον κόσμο τον δικό μου, δες, γιορτάζει!

τώρα πια, ο καθένας μας υπεύθυνος για τις δικές του πράξεις

για τις δικές του ατομικές, προσωπικές ελευθερίες του

για τις δικές του τις ενέργειες υπεύθυνος και τη ζωή του

με παρενέργειες που πήρε στο ταξίδι για καβάτζα

να ξεπετάγονται έτσι άξαφνα στο δρόμο να φωνάζουν

κι άλλοτε να ουρλιάζουν σιωπηλά : “που είσαι τώρα;”

- για τα ανείπωτα είμαι υπεύθυνος κι εγώ

για όλα εκείνα τα ειπωμένα λόγια, μα κι αυτά που δεν ειπώθηκαν -

με συγχωρείτε, λύγισα απ’ την ανάμνηση

κι ότι έλεγα πως τίποτα, ποτέ ξανά, δε θα το γράψω πάλι

καθ’ ότι έξω από αυτό, ούτε κι εγώ ευθύνομαι...
μα κάτι μέσα μου με τρώγει ακόμα, μια ελπίδα να φωνάξω

- ΝΑΙ ή ΟΧΙ -

και θα φωνάξω πια για μένα “ΟΧΙ’, τ’ αποφάσισα

δε χαραμίζομαι κλεισμένος εδώ πέρα να γεράσω

να κουβαλώ τις αναμνήσεις μου στις πλάτες

και δεν μοιράζομαι, δεν σπαταλιέμαι, δεν αλλάζω

δεν φυλακίζομαι, δε διαμελίζομαι και δε χαλιέμαι άλλο

πετώ ελεύθερο πουλί με τις φτερούγες μου στο άπειρο

κι απομακρύνομαι από τόπους που με θέλουν μαντρωμένο

χώρεσαν κάποιες αναμνήσεις στις βαλίτσες σου

στις αποθήκες του μυαλού έβαλα κάθε τι σπασμένο

και δες, περίσσεψε και χώρος για τα καλλυντικά σου...

τα αποκόμματα μου μείνανε για να κοιτώ το μέλλον

για να ορμήσω με χαρά στην ταπεινή μου ελευθερία

και τα πολύχρωμα λογάκια αγάπης περισσέψανε

για να γεμίσω μέχρι και τις τσέπες, στο ταξίδι

κι αυτά μονάχα φτάνουνε ... να κουβαλώ μαζί μου !

~~~

...και να μια μελωδία π’ ακούγεται, ξεχασμένη!

καιρός πάει πολύς που άκουγα και διάβαζα για νέους κόσμους

εδώ να μασουλάω Μαγιάτικο ψωμί, με ελαιόλαδο και δυόσμο...

πόσα φεγγάρια μάτια μου να περιμένεις ακόμα;

γεμίσανε τα φεγγάρια, αδειάσανε

περάσανε μήνες, χρόνια, δεκαετίες

γεμίσανε τα ποτήρια με πίκρες, φαρμάκι από χάπια και αηδία
σπάσανε τα ποτήρια με μια μανία τόση, σε ραγισμένους τοίχους

σπάσανε πάνω τους τα μπολ, τα πιατικά

σε στίχους που με κλάματα και με φωνές βαφτήκαν

και σκέπασε η ερημιά την πλάση κι όλα χαθήκανε...

...και οι ψυχές ολούθε να περπατούνε, σα στοιχειωμένες οι κάμαρες

κι έξω και μέσα η ερημιά να πλανάται στον ορίζοντα

άγνωστες ψυχές να περπατάνε στο πλευρό σου ...τι φρίκη!

άλλες σ’ ακολουθήσανε και πήρανε το κατόπι σου

κι άλλες γίναν το έλκηθρο για την καταστροφή σου

κι όταν είδαν την ανημποριά που κουβαλάς στις πλάτες σου

εσύ που μόχθησες να τις κερδίσεις με τις βολές σου

εσύ που περπάτησες χιλιόμετρα, που έφτυσες αίμα

που κουβάλησες, που βράχηκες απ’ το χαλάζι

που ξεποδαριάστηκες να μαζεύεις και να μαζεύεις τόσα χρόνια

κι όταν είδαν την ψυχή σου ...λάκτισαν

κι όταν είδαν τη ζωή σου, τις ομορφιές σου, τα πάθη σου

όταν σε είδαν να κλαις απαρηγόρητος

ή άκουσαν τα επιβεβαιωμένα σου λόγια στην αφοσίωση

κι όταν γεύτηκαν τους εγωισμούς σου, τις αξίες σου, τις ιδέες σου

τότε ήταν που σ’ αποχαιρέτησαν κουνώντας στοργικά το μαντήλι...

πόσα φεγγάρια περιμένεις ακόμα μάτια μου να γεμίσουν;

δώσαμε τα χέρια, δώσαμε την ψυχή μας

τις πενιχρές μας οικονομίες για την αγάπη μας

πουλήσαμε τα, δεδουλευμένα απ’ τα χρόνια μας, αποκτήματα

δώσαμε τη στοργή και υπομείναμε του κόσμου τις κατραπακιές

μέχρι που αρρωστήσαμε, δακρύσαμε, απελπιστήκαμε
στο τέλος σβήσαμε, πέφτοντας, σαν άλλα πεφταστέρια

καθόμαστε εδώ και συγκεντρώνουμε αναμνήσεις

συλλέγουμε όμορφες στιγμές, να μπουν στη βιβλιοθήκη με το τζάμι

πες μου! αλήθεια ναυαγήσαμε, άλλοτε σκληρέ και ψυχρέ κόσμε;

απόκοσμε πελαγίσιε ορίζοντα, μασουλάμε βότσαλα να ξεχάσουμε το θυμό μας

πονάω! μέσα μου, γύρω μου κι εκτός μου

εδώ που υπάρχω, πονάω ακόμα ...

και νυχτιές σαν και τούτη, με ξαστεριά κι ομίχλη

χλωμό Σαββατόβραδο

ψάχνω εναγωνίως να δω αν γέμισε το φεγγάρι ...

~~~

…φλαμένκο χορεύουνε απόψε οι αναμνήσεις

πάνω σε αλαφιασμένα σύγνεφα

φυσάει ακόμα ένα αεράκι δροσερό πάνω στα χείλη μου

και πάνω στα μαλλιά μου, σα να με χαϊδεύει

- η τελευταία γεύση του φιλιού που θυμίζει προδοσία -

ως με προδώσανε πολλοί, αιδώς και κάκιστα

ή άλλοι που χρίζαν δικοί μου άνθρωποι, λέει

η ίδια η ζωή με πρόδωσε γυρνώντας μου τον κόσμο ανάποδα

και από πίσω να μ’ ακολουθούν κάτι βαλίτσες

ξεχασμένες από κάποια ξενοδοχεία

τιγκάρανε με αναμνήσεις και ερωτικά εφόδια

που μείνανε κλεισμένα εκεί μέσα να σαπίζουν

μαζί με κάτι προφυλακτικά και φάρμακα ληγμένα
το δήθεν, το τυχαίο, οι ελπίδες μου, τα βότσαλα

βαρύναν απ’ του βαρυσήμαντου φευγιού τα άυλα πρωτεία

- και ουδείς μπορεί στερνά να τις σηκώσει -

κι εμείς που ξοδευτήκαμε σε ατέρμονες υποσχέσεις

σ’ ανηλεείς καθάριους πόθους θέλοντας να πνιγούμε

αύριο θα μας λυπούνται που αγαπήσαμε

κι απ’ αύριο που θα ‘μαστε στο πεζοδρόμιο

ή μετρώντας τα χιλιόμετρα, στο δρόμο για τα ξένα

ίσια θα κοιταχτούμε για να συγκρίνουμε τ’ αρχίδια μας

να δούμε ποιος τα κότσια έχει για να πάει πιο πέρα

πέρα απ’ τα γνωστά καπιταλιστικά προάστια των Αθηνών

πιο μακριά απ’ την Πεντέλη, τη Δροσιά, τη Νέα Μάκρη

πιο πάνω κι απ’ την Πάρνηθα, το Πόρτο Ράφτη και τη Βάρκιζα

ακόμα παραπέρα κι απ’ το Σούνιο θα μετρηθούμε

ίσως κοντά στη Νέα Κηφισιά να ανταμώσουμε

και στα πλακόστρωτα στενά του Αμαρουσίου να βρεθούμε

και κλασικά, βήμα το βήμα, θα μετρήσουμε

την Τατοϊου πάνω κάτω και πέρα δώθε τη λεωφόρο Κηφισίας

ώσπου στερνά να ξεχαστούμε...

~~~

…συλλέγω τώρα ξεχασμένες αποδείξεις πενιχρής αξίας

ταυτόχρονα συγγράφω εκ νέου το λιτό βιογραφικό μου

στο πλάι υπάρχει χώρος για ένα νέο Ευρωπαϊκό δελτίον ταυτότητος

και για ένα διαβατήριο που θα με πάει στα ξένα

τα λόγια μου ξοδεύτηκαν σε ανούσια και σκάρτα
μέχρι την τελευταία σταγόνα σάλιου μου στο γράμμα

βαρύνανε οι πλάτες μου με μπόσικα καλώδια

για να τραβώ τις ουτοπίες μου και τα όνειρα, συνάμα

σαράντα χρόνια μάζευα λοιπόν, τούτες τις αποδείξεις

και τώρα που η οργή μου ξεχειλίζει από τα μάτια

λέω να μην προδώσω τις αρχές που με προδώσανε...

βουτήξαμε σε μια λεκάνη με σκατά και πήξαμε στη μαλακία

μια βουλιαγμένη πόρτα έχει μείνει να το λέει

πως μεταφέρονται ακόμα σ’ ένα όχημα οι μνήμες

μια επανάσταση παιδιάστικη κι ένα πτυχίο στον τοίχο

μια αλησμόνητη χορταστική πίτσα η αγκαλιά μας

να μαρτυρούν πως ήμασταν κομμάτι από ένα στίχο

ενός ερωτικού ρεφρέν που γίνηκε τραγούδι

- κι απ’ έξω, απ’ έξω, μία τεράστια πούτσα

να καρτεράει να μπει στον κώλο μας -

γιατί τα όμορφα, ως όμορφα, κάποτε τελειώνουν

τώρα που θα στερέψουν και τα όνειρα

- γιατί το δάκρυ έχει στερέψει μήνες τώρα -

να δω τι θα’ χουμε αμανάτι για να πορευτούμε

δημιουργήσαμε, που λέτε, μια κοινωνία δίχως μητέρα και πατέρα

μονάχοι πορευόμαστε με βάρκα την ελπίδα

το σπίτι μας, πλάι στα παγκάκια που κοιμόμαστε

και κάπου εκεί στο πάρκο, ψάχνουμε για την κρυφή ελπίδα

γράφοντας, παρ’ όλα αυτά, ωραία ποιήματα...

κι αφού αγανακτήσαμε και κοιμηθήκαμε στο δρόμο
ξυπνήσαμε χαράματα και μουλιασμένοι από υγρασία

ζέψαμε και τις βαλίτσες μας στον ώμο να τραβάμε

φορτώσαμε και στο ποδήλατο λίγο κουράγιο να υπάρχει

μαλώσαμε και αρπαχτήκαμε πολλάκις σε Ραφήνα και Θησείο

- μπουρδέλο η κατάσταση, μια μπρος, μια πίσω, μια ζέστη και μια κρύο -

προπάντων ο εγωϊσμός και εν μέσω βιαστικών αποφάσεων

για τη μετέπειτα ζωή μας...

φτάσαμε εδώ που καταλήξαμε

ενώ αχνοφαίνεται στο βάθος μια ατέρμονη πικρία

για όλα εκείνα που δεν πρόφτασαν να γίνουν...

κι εμείς που ξοδευτήκαμε σε ατέρμονες υποσχέσεις

σ’ ανηλεείς καθάριους πόθους θέλοντας να πνιγούμε

αύριο θα μας λυπούνται που αγαπήσαμε

κι απ’ αύριο που θα ‘μαστε στο πεζοδρόμιο

ή μετρώντας τα χιλιόμετρα, στο δρόμο για τα ξένα

ίσια θα κοιταχτούμε για να συγκρίνουμε τ’ αρχίδια μας

να δούμε ποιος τα κότσια έχει για να πάει πιο πέρα

όσο οι βαλίτσες τούτες θα περιμένουν κάποιον να τις μεταφέρει...

~~~

Τσαλαβουτάω στα νερά κι έχω γυμνά τα πόδια

κι επάνω στο μπαλκόνι μου κυλάει μια πιρόγα

να μπει κι η τελευταία βρομιά στα νύχια, να μουλιάσουν

…θα το έλεγες χαλάρωση, πριν το στερνό ταξίδι

σαν κάτι που αποκόμισα απ’ τα πολλά τα χρόνια

-πολλά ταξίδια είχα στο νου, να κάνω σα νυχτώσει

άλλοτε θα ορθωνόμουνα κι άλλοτε θα χτυπιόμουν
σαν έπαινο, επιβράβευση, που γίνηκα σκουλήκι

κι έμαθα να ελίσσομαι ανάμεσα στα χόρτα-

το εισιτήριο αυτό από σίδερο και βίδα

μοστράρει επικίνδυνα χωμένο στο μανδύα

αυτόν με τις εννιά ουρές και την οπή οβίδας

που διαπερνά συθέμελα και σκίζει το κρανίο

σαφέστατα δεν άντεξα γι’ αλαργινό ταξίδι

πονέσανε οι ώμοι μου να κουβαλάω τη νιότη

πληγώθηκαν τα πόδια μου να περπατώ στις μύτες

μην τύχει και ξυπνήσουνε του πρότερου αναμνήσεις

και βάλθηκα να ετοιμαστώ για το στερνό φευγιό μου

με δυο βαλίτσες αδειανές που μέσα έχουν τα πάντα

-εμένανε, εσένανε κι άλλα που δεν μετριούνται

τα άυλα, απατηλά, αστάθμητα όνειρά μας

κι αυτά που ο καθένας μας φροντίζει να ελπίζει

μα αν τα μετρήσεις σιωπηλά, είναι όλη η ζωή μας-

άλλοι τα λένε τεμπελιά κι άλλοι τα λένε πλούτη

κι άλλοι τα δένουν στα μαλλιά και τα ‘χουν για παντιέρα

στον κόσμο θα ’βρεις σύμμαχους, μα και πολλούς κηφήνες

που τρώνε απ’ τη σάρκα σου, το μυελό οστό σου

και πίνουνε για λιχουδιά, ουσία του εγκεφάλου

-μπορείς να τους αποκαλείς «κανίβαλους» αν θέλεις

μα εκείνοι που μας δίδαξαν τους κάμαν αρχηγούς τους

πατώντας πλάι σε πτώματα και σκίζοντας τις σάρκες

να βρούνε μέσα θησαυρό, να τον επωμιστούνε-

….
είμαι Έλληνας, ωρέ! τι θέτε;

γαμάω, δέρνω, δίνω κώλο, είμαι άνεργος κι έχω ταμπέλα

γράφει επάνω «μη μου τους κύκλους τάραττε»

γιατί θαυμάζω τον πολιτισμό μου…

ώστε να ξέρουν όλοι πια, ποιος είμαι και που πάω

και το μόνο φαγητό

μπισκοτάκια στο ντουλάπι, μπισκοτάκια στο ψυγείο

μπισκοτάκια νόστιμα, αναδευμένα στο παγωτό

μπισκοτάκια εύθραυστα, εμπορικά και τυποποιημένα

συνοδευόμενα συνήθως με κηδεμόνα τον χυμό

σε γυαλιστερή συσκευασία, βιομηχανοποιημένα

γιατί χορτάσαμε από τσάμπα έρωτες και τσάμπα μάγκες

γιατί μας έκατσαν σαν πέτρες στο στομάχι οι ενοχές

….

το εισιτήριο λοιπόν, δεν μοιάζει με όλα τ’ άλλα

σκαλίστηκε από έμπειρο μαστόρι, Αφρικάνο

δεν είναι κάνα χάρτινο που σκίζεται στα τρένα

κι ύστερα δίνεις μια και το πετάς στις ράγες…

ετούτο χειροποίητο, το λες και κεντημένο

κι έχει επάνω του ρωγμές από ιδρώτα κι αίμα

κι εκεί που ανεβάζαμε ψηλά τα ιδανικά μας

ο Αφρικάνος μου έφερε ετούτο απ’ το μαστόρι

την ιστορία της ζωής , αν θες να περιγράψω

απ’ όπου συλλαμβάνονται τα τέκνα με το σπέρμα

-για εμάς που δεν ετύχαμε μια τέτοια συγκυρία

και μείναμε στις χούφτες να βαστάμε την ορφάνια

για εμάς, που λες, πιο εύκολα θα κλήρωνε ταξίδι
που στα σαράντα φτάσαμε ν’ αποφυλακιστούμε

περνώντας όλο το άδικο, μα και το κρίμα ολούθε-

κοιτώντας από μια σχισμή, τι βλέπεις πες μου, τώρα;

σε μία κλειδαρότρυπα χωθήκαν οι ενοχές μας

οι τύψεις μας, τα νιάτα μας μα κι ο εγωϊσμός μας

να καμαρώνει σέρνοντας, την τύχη του στη χλόη

ο Αφρικάνος μου έφερε ετούτο απ’ το μαστόρι

το εισιτήριο αυτό από σίδερο και βίδα

μοστράρει επικίνδυνα τις νύχτες στο μανδύα

αυτόν με τις εννιά ουρές και την οπή οβίδας

που διαπερνά συθέμελα και σκίζει το κρανίο

δεν είναι κάνα χάρτινο που παίρνεις λεωφορείο

και ύστερα λήγει πια η ταξιδιωτική του ρότα

το λες και «δε-γαμιώτικη» σκληροπυρηνική καπότα

για ν’ αποφεύγεις έμπρακτα την βίαιη ορμή σου…

το λες και ταξιδιάρικη σκληροπυρηνική φυγή

σαφέστατα δεν άντεξα γι’ αλαργινό ταξίδι

πονέσανε οι ώμοι μου να κουβαλάω γενέθλια

σαράντα χρόνια σέρνοντας πληγώθηκαν τα πόδια μου

και βάλθηκα να ετοιμαστώ για το στερνό φευγιό μου

με δυο βαλίτσες αδειανές που μέσα έχουν τα πάντα

-εμένανε, εσένανε, μια ολόκληρη ζωή…-

~~~

(Ένα πουλί πάνω σε σύρμα με αιμόφυρτα πτύελα…!)
Πικρός καφές, με λίγες βρόχινες σταγόνες για τη γλύκα

κι ένα πουλί πάνω στο σύρμα να φωνάζει

μπούκωσα όλο μου το στόμα μ’ αυτονόητα, μα τελειωμό δε βρήκα

κι όλες οι σκέψεις που θολώναν το κεφάλι μου

γίναν λουρί, σα φίδι, γύρω απ’ το λαιμό μου

κι άγχος πολύ, πάνω στα μάτια να τα τσούζει

και σημειώσεις στο χαρτί για να θυμάμαι λεπτομέρειες

εδώ που φτάσαμε, ματώνουν και οι πέτρες

-κι οι αντοχές έχουνε όρια που τελειώνουνε-

οι ευτυχίες θέλουν δύο κι οι δυστυχίες άλλον έναν να μοιράζεσαι

οι επιτυχίες θέλουν δύο κι οι αποτυχίες άλλον έναν να τις νοιάζεται

σ’ ένα πιο γόνιμο επίπεδο, την ύστατη προσπάθεια…

Ακούς; Εδώ αστράφτει, βρέχει όνειρα

πιο βροχερά, πιο μουσικά, πιο γόνιμα

Ακούς; Εδώ αστράφτει, πάρε ομπρέλα

αλλιώς χαρές, λύπες και δάκρυα θα λουστούμε

αυτά που κάνουν τους ανθρώπους έτοιμους ν’ αγαπηθούνε

ή να χωρίσουν ή να σμίξουν ή να φύγουνε

ή …να χαθούνε!

κι αυτά, τα πιο σημαντικά απ’ αυτά, δε θα τα βρείτε σε βιβλία

κανένας δεν γνωρίζει τις μικρές ακολουθίες που διαβήκαμε

-καλύτερα να γίνουμε βιβλίο-

κι ας μείνουμε στο σκονισμένο ράφι να ματώνουμε τα χέρια

αυτού που καθαρίζει

να διακοσμούμε τοίχους, να βαστάμε αντικείμενα στα ράφια

στο τέλος, σε καλάθι της λαϊκής θα περιγράφονται οι στιγμές μας
αν είμαστε, που λέτε, τυχεροί

θ’ αφήσουμε για προίκα τις ιδέες μας

να καταπνίγουν τις ευθύνες του εαυτού μας…

κι αυτά, τα πιο σημαντικά απ’ αυτά, δε θα τα βρείτε σε βιβλία

σε σεντόνια θα τα βρείτε!

σε ξέσκεπα κρεβάτια θα τα βρείτε, μουσκεμένα από κλάματα

και τα μικρά, και τα καλύτερα απ’ αυτά με πληγωμένες ιστορίες

μ’ εγωισμούς, με αγκαλιές και με φιλιά μαρτυρικά

σταγόνες σπέρματος, ελπίδες κι όνειρα

ιδρώτες, αίματα και άλλες πονεμένες ιστορίες…

σα βγεις στον πηγαιμό για το δικό σου μονοπάτι

να εύχεσαι να ‘ναι ροδάνθιστος ο ανήφορος που θα διαβείς

στα βάθη της αιώνιας γαλήνης, ρομφαίες με ιαχές να αντηχούν

αθάνατος στο πέρας των αιώνων ν’ απομείνεις…

εμείς, ήρωες μιας προσωπικής στιγμής

το σκάσαμε απ’ το παραμύθι σαν τους πρίγκιπες

και μείναμε δυο αφημένα έπιπλα, εκεί σε μια γωνία

καθένας μας σε μια γωνιά του δωματίου

-κι απ’ έξω θολωμένη η ατμόσφαιρα-

μέσα στα μάτια μας, μικρούλια σκουπιδάκια οι αναμνήσεις

εμείς, αν είμαστε, που λέτε, τυχεροί

θ’ αφήσουμε για προίκα τις ιδέες μας

που με τον πιο βάναυσο τρόπο λεηλατήθηκαν

και με τα όνειρα μαζί, ποδοπατήθηκαν

που κουβαλούσαμε στα χρόνια και τραβούσαμε πορεία…

κι εγώ, λοιπόν κουράστηκα και λέω ν’ αποσυρθώ
για έναν θάνατο αθόρυβο και ταπεινό

-πιο ταπεινό κι απ’ τη ζωή μου-

κι εγώ, λοιπόν βαρέθηκα τα αυτονόητα να εξηγώ

για τις πικάντικες στιγμές της παρουσίας σου

και τις μικρές, τις λεπτομέρειες της απουσίας μου

…ας γίνουν ένα μάτσο πούπουλα, τα πεπραγμένα !

~~~

Πολλές φορές, αδειάζοντας τις σκέψεις μου στο πάτωμα

κοιτάζω πίσω τα κομμάτια μου που άφηκα ή τα λόγια μου που πήραν

κι εμπρός σα να μιλάω σε τοίχο, συνεχίζω...

πολλές οι εργατοώρες μου που ξόδεψα σε κούφια ντέφια

πολλοί οι άνθρωποι λοιπόν, που αφουγκράστηκα

και άλλοι τόσοι, όσοι στο τέλος με ξεπούλησαν...

- ...βρείτε μου το κουράγιο για να προχωρήσω! -

σκεπτόμενος τις αφορμές που στάθηκαν να προκαλέσουν τέτοια πλήξη

λέω πως ευθύνομαι εν τελει, ε! και συνεχίζω

κι αναλαμβάνω υπεύθυνα ό,τι ορίζει ο νόμος για συνέπειες

κι αναλαμβάνω να ξοδέψω μια στερνή ελπίδα

να την κάνω άλογο, να τρέξει με ορμή στους πεδινούς αγρούς για να προλάβει

τα φετινά Χριστούγεννα ...πριν να αλλάξει ο χρόνος

ως αφορμή κι αφετηρία ενός καινούργιου κόσμου-απόκοσμου

κι απόμακρου, που αγγίζεις ως συνήθως με το θάνατο ...

θα έλεγε κανείς, ως πέφτοντας σε κώμα
και κείτεσαι ωχρός, ακούνητος μ' αγιάτρευτη πληγή στα σωθικά

γιατί, ποιος άλλωστε να σου προβλέψει το "αύριο"

να ομολογήσει ευθύς το σαλεμένο "τώρα";

- και τις μεγάλες αποφάσεις σου, άραγε, με ποιον να τις μοιράσεις; -

εμείς, που ξοδευτήκαμε σε ατέρμονες υποσχέσεις

σ' ανηλεείς καθάριους πόθους, θέλοντας να πνιγούμε

"αύριο" που θα' ρθουν κι άλλα μαζεμένα...

ξέρετε... νόμιζα πως θα προλάβω να τα ζήσω όλα

εν μια νυχτί, σαν μια αστραπή, μία τεράστια φτερούγα να αρπάξω

για μια στιγμή, με μια κραυγή, να πω πως πρόλαβα ή έστω προσπάθησα

ίσως μετάνιωσα, να πω ότι πρόλαβα να συνηθίσω τούτο τον απαίσιο κόσμο

να πορευτώ, ίσως με ασφάλεια κι άλλοτε πάλι να διστάσω

σε μια τεράστια φτερούγα, να σκαρφαλώσω να σε φτάσω!

μα να, διστάζω από αυτοεκτίμηση μηδαμινή

κι όλα φαντάζουν μάταια σε μια αδειανή ανάγκη...

καθώς τα πάντα μάταια, αδύνατα κι ανέλπιστα, φαντάζουν

κι ίσως με φόρα μια στιγμή, με μια κραυγή, σαν μια αστραπή

να ιχνηλατήσω ψηλαφίζοντας το γυναικείο κορμί

καθώς αγνώστων παραδείσων χάρτες, έμαθα να σχεδιάζω...

έτσι οι μέρες περνούν, καθώς ο βιαστικός καιρός αργοκυλάει...

κι η σιωπηλή βροχή τρίζει τα τζάμια μου

μ' ένα "γιατί" ζωγραφισμένο στο ντουβάρι μου

κι ένα χαρτί που μούσκεψε απ' το κλάμα, η ζωή μας!

τέσσερις τοίχοι μας χωρίζουν απ' το άπιαστο

κι από το απρόσμενο, μια δρασκελιά κι ένα χαμόγελο

σ' ένα κουτί φυλακισμένο το κορμί μας παραμένει
να πατάει "enter", εδώ που χρόνια κατοικεί φυλακισμένη η ψυχούλα μας...

ίσως απ' όταν στέρεψε κι η τελευταία ελπίδα

κι από τα χρήματα που έμειναν στην τσέπη, έμεινε η ανάγκη να κλειστούμε

μα δες, έξω ο ήλιος γιορτινός στο φως που ανατέλλει

δροσοτιτίβισμα καλύπτει τις πνοές μας

στο φως του πρωινού αγαλλιάζουνε τα μίση

στα τζάμια έχει μείνει μια ιστορία να θυμίζει

ζωγραφισμένη από υγρασία κι απ' τη σκόνη...

μας πνίξαν οι ατέρμονες ιδέες μας και σε κουβάρια μας δέσανε τα λόγια

- να μετανιώσουμε λοιπόν τα περισσότερα -

και τα λιγότερα ας πέσουνε στο έδαφος να γίνουνε λουλούδια

έτσι κι αλλιώς, αμέτρητες φορές πατήθηκαν

στρωμένα πάνω σε χιλιόμετρα αποστάσεων

που τελικά αναρωτιέμαι και ο ίδιος αν υπήρξα μέρος...

- ίσως να ξύπνησα από όνειρο -

καληνύχτα !

~~~

Εδώ, σ’ αυτά τα ηλιόλουστα και φωτεινά μονοπάτια

δεν κατοικούνε πλέον καταιγίδες

εδώ, ο ήλιος δεν ζεσταίνει πιο πολύ απ’ όσο χρειάζεται

για να ημερέψει η πλάση

εδώ, οι σκιαγραφημένες υποθέσεις εγκληματιών και ηρώων

έχουν παραπεμφθεί σ’ ένα αρχείο

χωθήκαν σ’ ένα ντουλάπι στο χθες

παρέμειναν επτασφράγιστο μυστικό
και η ζωή συνέχισε να κυλάει, σαν ένα γάργαρο, γαλήνιο ποτάμι

με κατεύθυνση το αύριο..

αφέθηκαν ελεύθερες οι ψυχές, να ζουν!

κι όχι να πεθαίνουν κάθε ημέρα κι από λίγο

φυλακισμένες επ’ αόριστον στις αναμνήσεις του χθες

και ανάμεσα σε ντουβάρια σκοτεινιασμένα

με αραχνιασμένους τοίχους και υποσχέσεις για έναν καλύτερο κόσμο..

-ευχαριστώ για την αγαθάργαστη συνεργασία μας

αύριο θα σ’ έχω ξεπεράσει!-

το πιο μεγάλο ψέμα είναι αυτό που καρφώνεται νωχελικά

πάνω σε σταυρούς και ανεβαίνει τον Γολγοθά του αόριστου..

κρατώντας αλησμόνητες αναμνήσεις ευτυχίας

σαν μια δικαιολογία απαστράπτουσας κατάθλιψης..

…..

αν είναι αυτό, το τελευταίο της ζωής μου δειλινό

θέλω ν’ ανοίξω το παράθυρο

να βγω έξω στο μπαλκόνι μου

και να καπνίσω ένα τσιγάρο

να πω το ποίημα που μ’ ανάθρεψε

να πιώ ένα ποτήρι δηλητήριο

και το κορμί μου που δεν πρόλαβε ν’ αμαρτηθεί και ν’ αμαρτήσει

-τα ρούχα μου να τα ξεσκίσω!-

και το κορμί μου που δεν πρόλαβε ν’ αγαπηθεί, να το αφήσω

μ’ αν είναι αυτό, το τελευταίο πρωινό
θέλω ν’ ανοίξω το παράθυρο

να βγω έξω στο μπαλκόνι μου

και να μυρίσω όλα τα όμορφα που μ’ έφερναν σε σένα

να πιώ ένα ποτήρι αγιασμό

και το κορμί μου που δεν πρόλαβε ν’ αμαρτηθεί, να κοινωνήσω

….

εδώ, σ’ αυτά τα ηλιόλουστα και φωτεινά μονοπάτια

υπάρχουν ελάχιστες σκιές, κι αν θες να καλυφθείς από τον ήλιο

πρέπει να τρέξεις πηδώντας

διασχίζοντας αμέτρητες βουνοκορφές

να πας διαγώνια στα ρεύματα του ποταμού

περιμένοντας ν’ ανθίσει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο

ανάμεσα στα εκατομμύρια των εκατομμυρίων μαύρων άλλων..

-κάποιοι τα λένε εμπειρίες, κάποιοι τα λένε αναποδιές-

διεγράφησαν οι περιττές εικόνες, συναισθήματα, φωτογραφίες

ημερομηνίες/ περιττές αναμνήσεις συναισθημάτων και λέξεων

και μείνανε ελάχιστες επιλεκτικά διαμορφωμένες εμπειρίες

ανάμεσα στα τελευταία ενεργά κύτταρα του εγκεφάλου μου..

βλέπεις, είναι δύσκολο να ζήσεις, ακόμα κι αν μπορείς να κουνηθείς

-όταν έχεις απελπιστεί ήδη-

εδώ, τριγύρω απ’ τα δικά μου χνάρια

σκουλήκια θα οσμίζονται απ’ τις πατημασιές μου

ώστε να βρουν διέξοδο απ’ τη λύπη

κι αυτά θα έχουν το ρολάκι, ας πούμε

μιας αναντικατάστατης προσωπικότητας..
καθώς κι ο ίδιος, έρποντας κατάφερα να ελίσσομαι

ελπίζοντας σ’ ένα καλύτερο αύριο

που φρόντισαν νωρίς να το συνθλίψουνε...

~~~

Κατήγορος…

ή μια ζωή υπεύθυνος; -τι σημασία έχει -

ως θύμα μιας μεγάλης αυταπάτης

τα χέρια μου σηκώσανε τον έρωτα - τον εξυψώσανε -

τα πόδια μου, στο δρόμο μιας αγάπης, χιλιόμετρα διαβήκανε

και κείτομαι γερμένος σ’ ένα υπόστεγο

τριγύρω να χιονίζει και να βρέχει - πόσο μόνος! -

για όπλο να μασάω ένα στίχο μου

γι’ ασπίδα τα υψηλά φρονήματά μου

που θέλησαν σκληρά να τα συνθλίψουνε

-για δες -

κι εκείνα μείναν έτσι, παλικάρι !

τα πουλιά με αγκαλιάζουνε με τις φτερούγες τους

και με φθονούν οι άνθρωποι για ελπίδες φρούδες

που τάχα λεν’ τους έδωσα για να πορεύονται…

-μα… ποιος κατηγορεί τους ποιητές; -

αν όχι της ζωής οι δικαστές

κι αν όχι εκείνοι που πισώπλατα μας πρόδωσαν

μια νύχτα με πανσέληνο και καλιακούδες

που ούρλιαζαν σαν άρρωστη ανάμνηση

που πήδηκε από γνώριμες εξάψεις…
τη σάπια σας δικαιοσύνη, τη γαμάω!

και βάζω μέσα λίγους στίχους μου πικρόχολους

κι αντί για δυόσμο…

δάκρυα, για να φτωχαίνετε τον κόσμο

και νιώθω ΡΕ, περήφανος για την ορφάνια μου

τη μοναξιά μου ΡΕ, τον εαυτό και τη μιζέρια μου

και νιώθω ΡΕ, αυτάρκης … παλικάρι !

κατήγορος…

ή μια ζωή υπεύθυνος και υπόλογος -τι σημασία έχει -

το θύμα μιας καινούργιας αυταπάτης

θα γίνομαι το πιόνι στη σκακιέρα σας

κι ο θύτης… για να συζητάτε κάτι…

σιχάθηκα τα πεπραγμένα ιδανικά σας

τους υψηλούς, της ομορφιάς σας, στόχους

σιχάθηκα να ψάχνω για να βρίσκω τα «κουμπιά» σας

και τους «χυμούς» που αναβλύζετε, κρατήστε για την πάρτη σας!

εμένα με διακρίνατε ως ένοχο…

που διέφερα απ’ το μέσο εγωϊσμό σας

μια νύχτα με πανσέληνο και καλιακούδες

που ούρλιαζαν σαν άρρωστη ανάμνηση

που πήδηκε από γνώριμες εξάψεις…

~~~

“Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες

υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,

στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,

μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες
είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,

χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε

στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις

είμαστε κάτι απίστευτες αντένες…”

...και βαδίζουμε που λέτε, έτσι σιωπηλοί κι αμετανόητοι σ’ αυτό το χώρο

που άλλοτε είχαμε μάθει ν’ αγαπούμε ή ν’ αγαπιόμαστε

που άλλοτε φθονούσαμε τις λέξεις και τις κινήσεις του έρμαιου σώματος

και συνέχεια η συγνώμη υπερτερούσε

κι απάνω στην καμπούρα μας, ζωγραφισμένη μι’ απορία

με χρώματα λαδιού τα χέρια μας πασαλειμμένα

ζωγραφισμένες οι παλάμες μας μ’ ένα “γιατί” κι ένα “ως πότε”…

“στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε

μας διώχνουνε τα πράγματα κι η ποίησις

είναι το καταφύγιο που φθονούμε…”

σκυφτοί επάνω από σωρό προβλήματα να μας δικάζουν για τις πράξεις μας

αδράξαμε απ’ τις επιλογές μας τη σοφία

από τα βάθη της ψυχής την παρηγόρια

κι αδράξαμε που λέτε μέρες φωτεινές για να ελπίζουμε

κι αφού χρησιμοποιήθηκαν όλες οι πιθανές μουσικές συγχορδίες

ξεκίνησαν να υφίστανται τα φιλοσοφικά ερωτήματα της ύπαρξης

“γιατί να υπάρχουμε;” “γιατί λοιπόν να φτάσαμε στον κόσμο;”

και τρέχουμε που λέτε, να προλάβουμε σκυφτοί μες στη βιασύνη μας

τα χρόνια μας

και κάτι απ’ τα παλιά

λησμονημένες φωτογραφίες, παραπεταμένες εκεί πέρα

να θυμίζουν ό,τι ζήσαμε
...κι έμειναν όλα νεκρά, εκεί στοιβαγμένα, στο κουτάκι των αναμνήσεων...

όχι, ψέματα, όχι νεκρά! Εκεί μέσα κατοικούν και ζούνε ακόμα οι μνήμες

παλιές, λησμονημένες φωτογραφίες που ξεπετάγονται ξαφνικά στην επιφάνεια, σαν πας να
ανοίξεις το κουτί!

..μα και στίχοι, και αφιερώσεις

το παρελθόν ξεπετάγεται τρανό, έτοιμο να σε κατασπαράξει σαν ύαινα

οι μνήμες, χαραγμένες στα πιο απρόσιτα εγκεφαλικά κύτταρα

εκείνα που δεν πρόλαβαν ακόμα να καούν (ίσως και να μην σβήσουν ποτέ)

τάιζα λύκους και μου γλύφανε τα χέρια τόσα χρόνια

τάισα ανθρώπους και μου σκίσαν την καρδιά

κομμάτι-κομμάτι ξεσκίστηκαν τα σωθικά μου

ώσπου βαλάντωσα απ’ το κλάμα

κι ονειρεύτηκα έναν ξέγνοιαστο παραμυθένιο κόσμο να με βάλω

γεμίσανε πληγές τα σωθικά μου

γεμίσανε με ζεσταμένα κάστανα και με ζυμαρικά

με αποξηραμένα γκότζι, αλατισμένα κάσιους

και από στημένης πορτοκαλάδας τις πορτοκαλόκουπες

ένα μίγμα γλυκο-ξινο-πικάντικο

κι αυτές οι μνήμες είναι που τις πήρα γι’ αποφάι στο ταξίδι…

περαστικοί βαδίζουμε που λέτε, σιωπηλοί κι αμετανόητοι σ’ αυτό τον κόσμο

να προλάβουμε να φάμε και να πιούμε

για προίκα ό,τι περισσεύει για το γαμιστρώνα

ό,τι αρπάξει ο κώλος μας κι ο πούτσος μας κι αντίο

σε κάποιο ταπεινό και έρημο μπουρδελοξενοδοχείο !

και μ’ όποιον κι αν πλαγιάσουμε, βρε δε βαριέσαι
περαστικοί είμαστε άλλωστε, θα μας ξεχάσουν όλοι

καθένας το δικό του μερτικό θέλει να σώσει

ακόμα κι αν ποδοπατάει ψυχές, τις φτύνει ή τις ματώνει

ακόμα κι αν δεθήκαμε σ’ ένα σχοινί να πάμε

πάντα ο ένας θα το κόψει ...

τουλάχιστον γνωρίσαμε πως να βαδίζουμε χέρι με χέρι

και κάποιες όμορφες στιγμές που στηριχτήκαμε στα χάη

σκυφτοί διαβάτες του καιρού που μας λυγάει

ναυάγιο σ’ έναν κόσμο μας που πλάσαμε...

“είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες

κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,

στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει

στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες…”

στίχοι από:

1. Κ. Καρυωτάκης. "Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες..."

2. Γ. Κόκκινος. “Εγω!”

3. Γ. Κόκκινος. “To Θύμα”

~~~

Να μη ντραπείς, για σένα φίλε ή φίλη που συγγράφεις

να μην ντραπείς να πιάσεις το μολύβι σου και ανά πάσα μια στιγμή, να καταγράψεις..

σε όποια άθλια ή χαρούμενη στιγμή η ζωή σου και να βρίσκεσαι

να καταγράψεις την ΣΤΙΓΜΗ

( μιας που όλα στη ζωή γίνονται σε μια στιγμή και χάνονται μετά!)

γεννιόμαστε σε μια στιγμή, σε μια στιγμή νομίζουμε πως πήγαμε σχολείο, όσο περνούν τα
χρόνια

σε μια στιγμή ερωτευόμαστε και η μαγεία, σε μια ανείπωτη στιγμή μας κατακλύζει

σε μια στιγμή ένα συναίσθημα μας κάνει να δακρύζουμε
και σε μιαν άλλη τρυφερή στιγμή ένα φιλί, χύνεται από τα χείλη σα σιρόπι σοκολάτας

σε μια στιγμή χωρίζουμε ... σε μια στιγμή αποχωριζόμαστε από εκείνο που νομίζαμε πως
ήτανε για εμάς το άπειρο...!

σε μιαν υπόλογη στιγμή, το μετανιώνουμε μετά από καιρό ...για μια στιγμή σαστίζουμε

κι όταν κληθεί το πέρας μας, στον μάταιο τούτο κόσμο, σε μια στιγμή βγάζει φτερά η ψυχή
μας για να ταξιδέψει...

Να μη ντραπείς, ειλικρινά και με το χέρι στην καρδιά να μας μιλήσεις για όσα πέρασες

μη λυπηθείς ή μη μετράς τα χρόνια που χαθήκαν

όσα κι αν είδες στη ζωή ή γέλασες μ’ αυτά ή έκλαψες ή σε προδώσαν

όσα κι αν έχουν μαζωχτεί, είναι οι στίχοι σου που σαν τις τύψεις θα σε κυνηγάνε

υπάρχει ο έρωτας που ανανεώνει κι αγαλλιάζει το κορμί μας

( γινόμαστε παιδιά μέσα απ’ τα χέρια του, μα σαν τον χάσουμε γινόμαστε ανήμερα θηρία!)

υπάρχει και η ψυχή, που θέλει περισσότερα από έναν έρωτα που ενίοτε πληγώνει *

κι αυτά στα λέω, φίλε (ή φίλη) νέε ποιητή, σαν ομοιοπαθής που πιάστηκε στα δίχτυα του κι
αλάργεψε η ζωή του όταν εχάθη...

κινδύνεψε πολλές φορές ν’ αυτομαστιγωθεί, μα πόνεσε, δεν άντεξε το σώμα

κινδύνεψε πολλές φορές να τσακιστεί, μα κάποιος πρόλαβε στερνά για να τον σώσει..

τον άμεσο κι ανώδυνο τον θάνατο απέφυγε σε μια στιγμή αδυναμίας ...

αυτό είναι ο ποιητής, αστέρι μου, στο βαθύ σκότος του υπογείου, μα και στο πιο ψηλό
βουνό με ζέστη και λιακάδα !

κι αυτά δεν σου τα μαρτυρώ εγώ μονάχα

δες, ψάξε, άκουσε, κυνήγα, μάθε, συλλογίσου, άντεξε, ερωτεύσου και κατέγραψε

ούτε σε μια στιγμή δεν πρόκειται μπροστά σου πια να βρεις την λέξη «τεμπελιάζω»

και λέξεις όπως «επαναπαύομαι» ή «καταθέτω τα όπλα» θα’ ναι για σένα παρελθόν

( το παρελθόν θα’ναι για σένα ίσως μάταιο μόνο, καθώς τα δυο της (του) μάτια θα χάνονται
από μπρος σου, μην έχοντας την ικανότητα να τα...γυρίσεις!)

-κανένας στίχος στο συρτάρι τώρα πια!-

βγάλτε τις λέξεις που ντρεπόντουσαν να βγούνε από μέσα σας…

κι αυτά τα εντέχνως καλά κρυμμένα σας τετράδια ποίησης(παύλα) λευκώματα και (παύλα)
μυστικά σας
καλώς να ορίσουν το λοιπόν στην παγωμένη ολονών μας επιφάνεια

που ξύλιασε να περιμένει μες στο κρύο, ανταμοιβή από τους κόπους της αγάπης που
εδώκαμε !

(εδώκαμε, εδώκαμε, δώσαμε τόση που περισσεύει κι άλλη !)

κι αναρωτιέμαι, το λοιπόν, πόσο απύθμενη, φίλε (ή φίλη)ποιητή, είναι η αγάπη μας

καθώς κι αν διαμοιράζεται, αν μπαίνει σ’άλλα στόματα (ή σ’άλλα αιδοία), αν ταξιδεύει όταν
χωρίζουμε, αν διαμαρτύρεται όταν πονάμε, ή απλά χαίρεται όταν εμείς χαιρόμαστε !

τούτο λοιπόν, είναι η ΕΥΤΥΧΙΑ και το νόημα της ζωής;;;

κάποιοι άλλοι δάσκαλοί μας ποιητές, προκάτοχοι ετούτης της ριμάδας τέχνης

«της ανασφάλειας που ζούμε» που άλλοι το αποκαλούν κι «ευθανασία»

μας διδάξανε λοιπόν, ακούστε!

να ψάχνουμε μονάχοι μας να βρούμε λύση στην Αλήθεια κι απαντήσεις

πάνω σε φιλοσοφικά, ερωτικά ή υπαρξιακά ζητήματα που αφορούν την πλάση

κι εμείς σαν άξιοι μαθητές, διαβάσαμε το μάθημα, το μάθαμε νεράκι ...

μα έχουμε ξεμείνει ακόμα από αυτή την απορία!

ποιό να’ναι εν τέλει το νόημα της ζωής, φίλε (ή φίλη) ποιητή;;;

( κι αυτό καλείσαι εσύ να το ανακαλύψεις .....!)

~~~

...κι έμειναν όλα νεκρά, εκεί στοιβαγμένα, στο κουτάκι των αναμνήσεων...

όχι, ψέματα, όχι νεκρά! Εκεί μέσα κατοικούν και ζούνε ακόμα οι μνήμες

παλιές, λησμονημένες φωτογραφίες που ξεπετάγονται ξαφνικά στην επιφάνεια, σαν πας να
ανοίξεις το κουτί!

..μα και στίχοι, και αφιερώσεις

το παρελθόν ξεπετάγεται τρανό, έτοιμο να σε κατασπαράξει σαν ύαινα

οι μνήμες, χαραγμένες στα πιο απρόσιτα εγκεφαλικά κύτταρα

εκείνα που δεν πρόλαβαν ακόμα να καούν (ίσως και να μην σβήσουν ποτέ)

...ίσως εκείνα που θα καούν τελευταία γιατί ασκήθηκαν στο παιχνίδι του έρωτα και γίνανε
πρωταθλητές

για ‘κείνα μιλάω, που σκίρτησαν από λαχτάρα να σ’ έχουν και μπλέχτηκαν σ’ ένα ατέρμονο
ερωτικό παιχνίδι που παίζουν τα παιδιά της γειτονιάς μας
οι στίχοι με περικύκλωσαν κι απόψε, και οι μελωδίες

και στο τέλος έβαλα τα κλάματα, σαν παιδί, από φόβο και αντίδραση στο θάνατό μου

βαρέθηκα να σπάω την καρδιά μου κάθε τόσο σε κομμάτια, κι έτσι ξεσπάω λίγο-λίγο με
άλλους τρόπους ...

σκίζομαι, ψυχορραγώ, αναπολώ και ουρλιάζομαι (αμίλητος) να νιώσω λίγο ζωντανός εδώ
πέρα, περιμένοντας το τίποτα

στέρεψε κι η τελευταία νότα του τραγουδιού μου, η μελωδία γαμήθηκε κι εγώ έμεινα
μαλάκας να χαϊδεύω ένα μάτσο πούπουλα για να νιώθω ότι κάτι προσφέρω

κι η ανταμοιβή μου μια πικρία, να μου κάθεται αχώνευτη στο στομάχι

κι όλα μου φαίνονται πεζά κι αναρωτιέμαι μήπως πέθανα, μπας και ζήσω λίγη ακόμα
περιπέτεια ...

εγώ τουλάχιστον υπέφερα, πάλεψα, λύγισα, άντεξα ...

ε, και φαίνεται στο τέλος πως ξεχάστηκα ... ΕΓΩ !

κάτι έντονους πονοκεφάλους έχω, ρίγη, πτώση πίεσης κι άλλοτε βράζει το αίμα μου και
θέλω να τα σπάσω όλα εδώ μέσα, γιατί βαρέθηκα να σπάζει κάθε τόσο σε κομμάτια ο
εαυτός μου...

άντεξα τ’ απολειφάδια του έρωτα που παραμείναν στην καρδιά μου κι ακόμα σου χαϊδεύω
τα μαλλιά, λέγοντάς σου καληνύχτα, κι ας λείπεις...

τουλάχιστον τώρα νιώθω κάτι, ακόμα ...

~~~

και πάλι πίσω … ώρα μηδέν!

κι από το τίποτα, το ολότελα χαμένο

απ’ την αρχή τα ειπωμένα όλα και πιωμένα τα περσότερα

και πάλι πίσω

τώρα μου λες απ’ το μηδέν να ξαναρχίσω

τώρα δε φτάνει μια ζωή, απ’ την αρχή

τα προηγούμενα όνειρά μου να οικοδομήσω

θέλει μολύβι και χαρτί και σχεδιασμό

μετροταινία, ένα αλφάδι κι ένα χάρακα

και σχεδιασμό απ’ το μηδέν να ξαναρχίσω
και να’μαι πίσω

εκεί που οι άνθρωποι στην ερημιά, γυρίζουν απ’ το πουθενά

κυκλοφορούν σαν τα πουλιά που έχουν χάσει τα φτερά

και δε μπορεί πια τίποτα, να τους τα φέρει πίσω…

- δύσκολα Σαββατόβραδα μας κρατούν φυλακισμένους στις αναμνήσεις -

πουλιά, έχουνε γίνει οι ελπίδες μας και πέταξαν

φτερά, έχουνε βγάλει τα όνειρά μας και μας φύγαν

καπνοί, έχουνε γίνει μάταια οι κόποι μας

τσιγάρα, που φουμάραμε και πάνε…

αμέτρητες οι γόπες στο σταχτοδοχείο της υπομονής για έναν καινούργιο, καλύτερο κόσμο

κι αυτός, στρωμένος με ροδοπέταλα και πατημένες υποσχέσεις για το αύριο

…και κείτομαι γερμένος σ’ ένα υπόστεγο

τριγύρω να χιονίζει και να βρέχει

για όπλο να’χω μόνο ένα στίχο μου

κι ασπίδα τα υψηλά ιδανικά μου…

….

“μπλουζάκι καλοκαιρινό, φοράω γύρω απ’ το λαιμό

για κόκκινο μαντήλι

να μου προσέχει το λαιμό, αντί για εσένα που αγαπώ

που κίνησες ταξίδι

μπλουζάκι καλοκαιρινό, φοράω για μαντήλι

αντί για σένα που αγαπώ κι αρνήθηκες το δρόμο αυτό

- κι η παγωνιά δε σμίγει -

ανθρώπους που αγαπήθηκαν, ολότελα χωρίζει…”

….