Το μουσικό ιδίωμα της τζαζ και η σύνδεσή του με την

Στρατιωτική Μουσική . Ιστορικά στοιχεία -Ορολογία
Γράφει στο Kranosgr, o Τχης (ΜΣ) ε.α Σάββας Γκριτζέλης , Τελειόφοιτος Μουσικολόγος

Η εμφάνιση της τζαζ μουσικής
Το ιδίωμα της τζαζ μουσικής αναδύθηκε στην Νέα Ορλεάνη της πολιτείας
Λουϊζιάνα των ΗΠΑ κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και υπήρξε το αποτέλεσμα
μιας σχετικά μακροχρόνιας διαδικασίας όσμωσης, ανάμεσα στις πολιτισμικές-
εθνοτικές ομάδες της “νέας” χώρας .
Η όσμωση αυτή, «τριών σταδίων»1, είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία
ενός νέου μουσικού υβριδίου αλλά και διαφόρων μουσικών συνόλων που
συμμετείχαν σε ένα ευρύ φάσμα της κοινωνικής και καλλιτεχνικής ζωής, του
ετήσιου κύκλου και του κύκλου ζωής.
Κατά το πρώτο στάδιο, που διήρκησε από τον 18ο και τα μέσα του 19ο
αιώνα, διαμορφώθηκε ένα εγχώριο είδος αφρο-αμερικανικής παραδοσιακής
μουσικής, με στοιχεία από την αφρικανική, την αμερικανική- ευρωπαϊκή
χορευτική μουσική και την στρατιωτική μουσική των λευκών .
Το δεύτερο στάδιο ,περί το 1850, περιελάμβανε την άνοδο και εξάπλωση
νέων, αλλά “υποδεέστερων” των καθιερωμένων έως τότε μουσικών στυλ . Ως
τέτοια αναφέρονται τα τραγούδια των φυτειών, τα «minstrels songs»2 , το
ραγκτάιμ3 , τα Spirituals 4 και τα μπλουζ 5.
Το τρίτο στάδιο ήταν η «εμφάνιση της ίδιας της τζαζ , ως μια ατελής
συγχώνευση»6 του μπλουζ, του ραγκτάιμ και της τότε επικρατούσας λαϊκής
μουσικής. Εκφραστές αυτής της συγχώνευσης, ανάμεσα σε άλλους, υπήρξαν
και οι λεγόμενοι “Creole people” ,
άνθρωποι μικτής ευρωπαϊκής και
αφρικανικής καταγωγής, οι οποίοι
συνέδραμαν στη διαμόρφωση και
διάδοση του νέου μουσικού Εικόνα 2. King Oliver's Creole Jazz Band
ιδιώματος. Ανάμεσά τους
συναντούμε σπουδαίους
μουσικούς, όπως ο
σαξοφωνίστας-κλαρινετίστας και
συνθέτης Sidney Bechet και ο
μπασίστας William Manuel “Bill”
Johnson,που θεωρείται και ο
πατέρας του slap style . Εικόνα 1. King Oliver's Creole Jazz Band 1919

1
Collier, James Lincoln : "Jazz (i)." Η New Grove Dictionary of Jazz, 2nd ed.. Grove Music Online. Oxford
Music Online. Oxford University Press, July 20, 2017
http://www.oxfordmusiconline.com/subscriber/article/grove/music/J223800.
2
Henderson ,Clayton W : "Minstrelsy, American." Grove Music Online. Oxford Music Online. Oxford
University Press, accessed July 20, 2017. Βλ παρακάτω Πίνακα 1
http://www.oxfordmusiconline.com/subscriber/article/grove/music/18749.
3
Michels,Ulrich : Άτλας της Μουσικής ,Τόμος II, Νάκας ,Αθήνα 1995 , σελ. 539. Πιανιστικό ύφος
(εμφανίστηκε στο St. Luis 1870) που συνδυάζει την ευρωπαϊκή μουσική των σαλονιών και χορού με
τον τρόπο παιξίματος του μπάντζο . Διαδόθηκε με την χειραφέτηση των αφρο-αμερικανών, Βλ. και
Collier, ό.π (υποσημ 1).
4
Θρησκευτικά τραγούδια , Βλ. Michels, ό.π (υποσημ.3 )σελ. 541.
5
Εκφράζει την μελαγχολία και τις δύσκολες συνθήκες , ibid.
6
Collier, ό.π. (υποσημ 1).

1
Πίνακας 1 Θίασοι “Blackface Minstrelsy”

Εικόνα 3 Θίασος λευκών καλλιτεχνών

Εικόνα 4 Θίασος έγχρωμων καλλιτεχνών

Ο όρος “misnstrelsy” προέρχεται από τον μεσαιωνικό μουσικό όρο “ ménestrel “ , ο οποίος
προσδιόριζε τον ποιητή και τραγουδιστή . Στα τέλη της δεκαετίας του 1820, ο όρος χαρακτήριζε
μουσικο- θεατρικές παραστάσεις αρχικά λευκών και αργότερα νέγρικων θιάσων. Σε αυτές, «ο
καλλιτέχνης μαύριζε το πρόσωπό του με καμένο φελλό και φορούσε κοστούμια που αντιπροσώπευαν,
στο λευκό κοινό, το “τυπικό μαύρο” πρόσωπο: τον απρόσεκτο, αφελή, το διάβολο , που μπορεί να
νοικιάσεις ως το νότιο σκλάβο φυτειών (Jim Crow) ή τον αστικό σκλάβο Dandy (Zip Coon ή Dandy
Jim). Αυτά τα δύο στερεότυπα επέμειναν στις “ minstrelsy” για αρκετές δεκαετίες. Ο Daddy Rice
ανέπτυξε το show minstrel, ή “Αιθιοπική όπερα”, επεκτείνοντας τη χρήση των τραγουδιών των μαύρων
διαλέκτων, του χορού του βιρτουόζου και της ακατάστατης μουσικής , παρέχοντας στο σύνολο ένα
μεγαλύτερο βαθμό οργάνωσης. Παρ 'όλα αυτά, η λειτουργία του συνέχισε να είναι πρωτίστως εκείνη
7
μιας συμμετοχής στο θέατρο ή στο τσίρκο» .

7
Henderson, .ό.π (υποσημ 2).

2
Τα χαρακτηριστικά της τζαζ μουσικής
Η τζαζ μουσική περιλαμβάνει στοιχεία μίμησης της ανθρώπινης
τραγουδιστής φωνής από τα μουσικά όργανα (singing horns), αλλά και των
«ειδικών ήχων»8 αυτής, όπως μουρμουρητά, αναστεναγμοί, γλιστρήματα ,
τρεμουλιάσματα και θορύβους.
«Η φορτισμένη προσιδιάζουσα στη νέγρικη γλώσσα μη καθαρή εκφορά
των φθόγγων»9 (dirty tones),αντιστοιχεί κατά την οργανική εκτέλεση στο “hot
intonation” . Οι “bleus notes” , δηλαδή η 3η και η 7η από τον θεμέλιο φθόγγο,
μεγάλες και μικρές, λειτουργούν ως χρωματισμός και όχι ως χαρακτηρισμός
μείζονος ή ελάσσονος κλίμακας10.
Οι ρυθμικές διαφοροποιήσεις από τον κανονικό ρυθμό ( off- beat ) με
την χρήση συγκοπών, καθώς και οι μεταβολές της ρυθμικής αγωγής,
προσδίδουν στο ιδίωμα την ένταση (drive) και το λίκνισμα (swing) που το
χαρακτηρίζει .Επίσης, είναι εμφανείς και επιρροές του όψιμου Ρομαντισμού και
του Ιμπρεσσιονισμού, με την χρήση χρωματισμών και οι αλλοιωμένων
συγχορδιών .
Επιπλέον, οι εναλλαγές ερώτησης και απάντησης (call and response)
του τραγουδιστή και της χορωδίας, ή του τραγουδιστή και του πιάνου, ο
φωνητικός και οργανικός αυτοσχεδιασμός, οι παραλλαγές, η μελαγχολία των
μπλουζ, η ετεροφωνία, τα στοιχεία ψευδο-πολυφωνίας και αργότερα η
πολυφωνία με θαυμαστή αντιστικτική γραφή, αποτελούν τα ιδιαίτερα και
διαχρονικά χαρακτηριστικά της τζαζ μουσικής .

Η διάδοση της τζαζ μουσικής
Οι λόγοι που συνέτειναν στην διάδοση της τζαζ μουσικής εντοπίζονται
κυρίως σε κοινωνικές μεταβολές που συνέβησαν από το 1890 έως και το 1920
και λιγότερο στο μουσικό ιδίωμα αυτό καθαυτό.
Κατά την περίοδο αυτή , παρατηρήθηκε μια θεμελιώδης μεταστροφή της
αμερικανικής κοινωνίας. Ο ενδοκοσμικός ασκητισμός που επέβαλε το πρότυπο
του σκληρά εργαζόμενου , αλλά ηθικά και συναισθηματικά περιορισμένου
ατόμου εγκαταλείφθηκε. Αντικαταστάθηκε από έναν νέο τρόπο αντίληψης για
την καθημερινή ζωή, όπου το άτομο αναζητά την απόλαυση και την αυτό-
έκφραση, ως στοιχεία του ευ ζην11.
Συνέπεια αυτής της μεταστροφής, ήταν η αποδοχή και αφομοίωση νέων
τρόπων έκφρασης, όπως η μουσική και ο χορός της “ περιρρέουσας
υποκουλτούρας” , που ακολούθως οδήγησε στην εκρηκτική ανάπτυξη των
χώρων θεάματος, αιθουσών χορού και κέντρων πολυτελούς διασκέδασης,
όπου η τζαζ μουσική είχε πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ένας άλλος λόγος διάδοσης της τζαζ μουσικής, ήταν η αντίδραση
διανοούμενων και νέων στο νόμο της ποτοαπαγόρευσης το 1920 - ο οποίος
εκλήφθηκε ως κατάλοιπο της Βικτωριανής επικυριαρχίας- που θεωρούσαν τους
χώρους αυτούς «ρομαντικούς»12 και την τζαζ μουσική το κατάλληλο μουσικό
υπόβαθρο.

8
Μητροπολίτης Χρύσανθος εκ Μαδύτων : Θεωρητικόν Μέγα της Μουσικής, Τεργέστη 1832, σελ 126.
9
Michels,Ulrich : Άτλας της Μουσικής ,Τόμος II, Νάκας ,Αθήνα 1995 , σελ. 539.
10
ibid.
11
Collier, ό.π (υποσημ. 1)
12
ibid.

3
Εξίσου σημαντικοί λόγοι στην διάδοση της τζαζ μουσικής ήταν η θεαματική
άνοδος νέων μορφών χορού , το ενδιαφέρον για την αφρο-αμερικανική
διασκέδαση και την αυθεντική αφρικανική μουσική , αλλά και η ανάπτυξη της
δισκογραφίας (1910) , που επέτρεψε την ακρόαση και τον χορό στους
ρυθμούς της τζαζ μουσικής ,ακόμη και στο σπίτι.
Η οικονομική κατάρρευση του 1929 , καθώς και η εμφάνιση του
ραδιοφώνου είχε ως αποτέλεσμα την συρρίκνωση του αριθμού των χώρων
ψυχαγωγίας και διασκέδασης, όπως επίσης και αυτού των μουσικών και των
συγκροτημάτων τους . Η μεγαλύτερη επίπτωση όμως αφορούσε στην
αισθητική της μουσικής, όπου προς στιγμή απειλήθηκε η επιβίωση του
μουσικού αυτού ιδιώματος. Η άνθιση του swing την δεκαετία του 1930 ,
επανέφερε την τζαζ στην ανοδική της πορεία .
Ως συμπέρασμα, θα μπορούσε να εξαχθεί ότι η τζαζ γεννήθηκε,
χειραφετήθηκε και διαδόθηκε ως αποτέλεσμα κοινωνικών, πνευματικών,
πολιτισμικών, καλλιτεχνικών, και τεχνολογικών τάσεων, «που όλες μαζί
κινούνται παράλληλα»13.

Η “Μπάντα”
Ο όρος Μπάντα (Band), προσδιορίζει τους τύπους μουσικών
συγκροτημάτων που χρησιμοποιούν αερόφωνα και κρουστά μουσικά όργανα
ικανής ηχητικής ισχύος, γεγονός που τα καθιστά αποτελεσματικά σε
εξωτερικούς χώρους, σε αντιδιαστολή με τον όρο “Ορχήστρα”, η οποία
αποδίδει καλύτερα την «Απολλώνια»”14 διάθεση, ευνοείται σε εσωτερικούς
χώρους και χρησιμοποιεί χορδόφωνα μουσικά όργανα χαμηλής σχετικά
ηχητικής ισχύος.
Στην τζαζ μουσική ο όρος προσδιορίζει κάθε μουσικό σύνολο που
απαρτίζεται πλέον των δύο μελών .Η επίκλησή του αφορά κυρίως στον
χαρακτηρισμό ευμεγεθών συνόλων ,για τα οποία οι ονομασίες “Big Band”
(μεγάλο συγκρότημα μουσικής swing), “Dance Band” (συγκρότημα χορευτικής
μουσικής) και “Orchestra” (Ορχήστρα με χρήση και τοξοτών εγχόρδων ,πλέον
των αερόφωνων και κρουστών) χρησιμοποιούνται εναλλακτικά, με τους δύο
τελευταίους να αναφέρονται και σε μικρότερα σύνολα.
Συγκροτήματα όπως οι Brass Bands15, Jug Bands16, Street17 Bands,
Washboard Bands18, String Bands19, έλαβαν το όνομά τους ανάλογα με την
οργανολογική τους σύνθεση και συσχετίστηκαν με συγκεκριμένες περιόδους και
τοποθεσίες, ενώ άλλα ονοματίστηκαν σύμφωνα με το στυλ της μουσικής που

13
Ibid.
14
Camus, Raoul F : "Band." Grove Music Online. Oxford Music Online. Oxford University Press, accessed
July 20, 2017, http://www.oxfordmusiconline.com/subscriber/article/grove/music/A2252742.
15
Συγκρότημα χάλκινων και κρουστών μουσικών οργάνων. Πρβλ πιο κάτω, σελ 6
16
Χρήση φιάλης ως μπάσο αερόφωνο πνευστό, Βλ Oliver ,Paul. "Jug band." Grove Music Online. Oxford
Music Online. Oxford University Press, accessed August 2, 2017,
http://www.oxfordmusiconline.com/subscriber/article/grove/music/14528.
17
Πρβλ πιο κάτω, σελ 6
18
Χρήση σκεύους πλύσης ως ιδιόφωνο κρουστό. Βλ. Oliver, Paul. "Washboard band." Grove Music
Online. Oxford Music Online. Oxford University Press, accessed August 2, 2017,
http://www.oxfordmusiconline.com/subscriber/article/grove/music/29933.
19
Καταβολές από τα bleus, ragtime ,society music .Ανεξάρτητη η πορεία της , παράλληλη με την τζαζ,
Βλ. Shipton, Alyn: "String band." Η New Grove Dictionary of Jazz, 2nd ed.. Grove Music Online. Oxford
Music Online. Oxford University Press, accessed July 20, 2017,
http://www.oxfordmusiconline.com/subscriber/article/grove/music/J431900.

4
έπαιζαν, όπως το στυλ «Dixieland»20 και το Swing. Ο όρος “Spasm band”
αναφέρεται σε αυτοσχέδια μουσικά όργανα. Ο όρος “Stage Band”
χρησιμοποιείται στα σχολεία των ΗΠΑ ως συνώνυμο της Big Band. (Βλ. Πίνακα
2)

Πίνακας 2. Χαρακτηριστικά είδη συγκροτημάτων

Εικόνα 6. Spasm Band Εικόνα 5. Spasm band

Εικόνα 8. Jug Band Εικόνα 7. Washboard Band

Εικόνα 10. Dixieland Band Εικόνα 9. Orchestra

20
Έτσι αποκαλούνται και οι νότιες πολιτείες των ΗΠΑ,
Διδ/κός Ιστότοπος http://dictionary.cambridge.org/dictionary/english/dixie#translations
(21/7/2017).

5
Η “Brass Band”
Ο όρος “Brass Band” αντιστοιχεί
στην μπάντα παρελάσεων (marching
band), που αρχικά αποτελούνταν από
χάλκινα και κρουστά μουσικά όργανα και
κατά τις αρχές του 20ου αι. για λόγους
«άμιλλας προς τις στρατιωτικές
μπάντες»21 , ενσωμάτωσε και ξύλινα
αερόφωνα. Αρχικά το κλαρινέτο και μετά
το σαξόφωνο.
Οι Brass Bands σχηματίστηκαν,
όταν κατά τις πολεμικές συγκρούσεις του
Εικόνα 11 . Marching Band on Main Street , Essex ,NY
19ου αι. στην Ευρώπη, οι στρατιωτικές
μονάδες χρησιμοποιούσαν τύμπανα και
σάλπιγγες για να μεταβιβάσουν διαταγές και κινήσεις στα στρατεύματα ,
πεζοπόρα και έφιππα22. Οι μουσικοί αυτοί, εκτός του πεδίου της μάχης,
σχημάτιζαν συγκροτήματα χάριν διασκέδασης, προσωπικής και των
συναδέλφων τους .Οι μπάντες αυτού του είδους απέκτησαν ένα ιδιαίτερο στυλ,
που κατά την Βικτωριανή περίοδο στην Μ. Βρετανία διαδόθηκε μέσω του
Αγγλικού δικτύου και σε άλλες χώρες της Ευρώπης .
Το στυλ της Brass Band έφτασε στις ΗΠΑ (και στη Νέα Ορλεάνη) κατά την
διάρκεια του πολέμου της ανεξαρτησίας τους (1771-1776) από την Μ. Βρετανία
και οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις άρχισαν να σχηματίζουν μπάντες
όμοιες αυτών των Ευρωπαίων αντιπάλων τους.
Οι μπάντες αυτές επέφεραν σημαντικότατες αλλαγές στη μουσική
δραστηριότητα της Νέας Ορλεάνης.Το αρχικό αγγλικό στυλ, μπορεί να ήταν
χρήσιμο για στρατιωτικές παρελάσεις , εορτές και συγκεντρώσεις, αλλά ίσως
δεν ήταν κατάλληλο τους έγχρωμους μουσικούς που προσλαμβάνονταν στις
μπάντες αυτές, οι οποίοι σταδιακά άρχισαν να «ανοίγουν τα φτερά τους»23 .
Από τους μουσικούς αυτούς, αναπτύχθηκαν τάσεις πειραματισμού, ώσπου η
μουσική του ξέφυγε από τα αυστηρά καθορισμένα της πλαίσια και “κατέβηκε”
στους δρόμους (Street band). Παραδοσιακοί αφρικάνικοι ρυθμοί που ηχούσαν
για δεκαετίες στην Congo Square και σε άλλες γειτονιές της πόλης ,
αναμείχθηκαν με τα εμβατήρια της Brass Band.
Τα νέα αυτά συγκροτήματα, συνήθιζαν να παίζουν μουσική σε εγκαίνια
καταστημάτων, εορτές, εκδρομές, παρελάσεις, κηδείες, και σε άλλες κοινωνικές
εκδηλώσεις. Ανέπτυξαν ένα κοινό ρεπερτόριο για όλες τις πολιτισμικές
κοινότητες, βασιζόμενο σε στρατιωτικά εμβατήρια, δημοφιλή χορευτική μουσική,
με τον αυτοσχεδιασμό να κυριαρχεί σε διασκευές και σε καθιερωμένες τζαζ
μελωδίες. Παράλληλα, οι μουσικοί επιδίδονταν και σε εμφανίσεις σε νυχτερινά
κέντρα διασκέδασης, αίθουσες χορού, ακόμη και πορνεία, εξασφαλίζοντας έτσι
την επιβίωσή των ίδιων και των συγκροτημάτων τους.

21
Schafer ,William J. : "Brass band (ii)." The New Grove Dictionary of Jazz, 2nd ed.. Grove Music Online.
Oxford Music Online. Oxford University Press, accessed July 21, 2017,
http://www.oxfordmusiconline.com/subscriber/article/grove/music/J055900.
22
Η τακτική αυτή μαρτυρείται αρχικά στον Ρωμαϊκό στρατό και κατόπιν στον Βυζαντινό , Πρβλ
ΜΑΛΙΑΡΑΣ: Βυζαντινά Μουσικά Όργανα, Παπαγρηγορίου-Νάκας, Αθήνα 2013, σ.155.
23
Branley, Edward 2012,NOLA HISTORY: Η Brass Bands of New Orleans,
http://gonola.com/2012/07/16/nola-history-η-brass-bands-of-new-orleans.html.(20/7/2017)

6
Η Brass Band αναπτύχθηκε περισσότερο
μετά το τέλος του αμερικανικού εμφυλίου
πολέμου (1865), όταν ο J.P Sousa έγινε
μέλος και στη συνέχεια διευθυντής της
μπάντας των πεζοναυτών (1880). Η
έντονη επιθυμία του να βελτιώσει τον ήχο
της μπάντας, τον οδήγησε στην
εφεύρεση της τούμπας που πήρε και το
όνομά του, την “Sousaphone marching -
style tuba”, (ένας συνδυασμός Helicon και
Wonderphone), η οποία συνέβαλε στην
διαμόρφωση αυτού που μετέπειτα θα
γινόταν το “στυλ μπάντας της Νέας
Ορλεάνης”.
Οι τζαζ ρυθμοί που γεννήθηκαν στo τέλος Εικόνα 12 Η αρχική μορφή της "Sousaphone"
του 19ου αιώνα , πέρασαν και στον Τούμπας
επόμενο. Έως τις δεκαετίες του 1930 και
1940 το στυλ της Brass band είχε καθιερωθεί ως παραδοσιακή άποψη στην
τζαζ μουσική και δεν μεταβλήθηκε τόσο γρήγορα , όσο των συγκροτημάτων
που έπαιζαν σε νυχτερινά κέντρα, ή αυτών που ηχογραφούσαν σε στούντιο.
Αλλά ούτε και οι νέες τάσεις «showmanship and crowd-pleasing elements»24
που εμφανίστηκαν μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, επηρέασαν την
Brass band, που έμεινε προσηλωμένη στις πατροπαράδοτες αξίες της :

«The tempo for the marching band is set by the drummers; the bass drum marks the
first and third beat of each bar, while the second and fourth are often marked by the
cymbal attached to the top of the drum, which is beaten with a wire hoop. For slow
dirges, the snare drummer produces a muffled roll by releasing the instrument’s
snares, preventing them from resonating. The lead trumpet sounds the key note, and
frequently the first phrase of the tune to be played. Although the melody is carried
predominantly by the trumpets (doubled by reeds or with clarinet obbligato), the texture
of the ensemble changes during each repetition of the chord sequence of a tune, so
that the melody passes from trumpets to reeds to trombones. On final or “out”
choruses, one trumpeter will generally improvise a solo in the high register, which
soars above the sound of the whole band»25

Φημισμένες είναι οι Brass bands που έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους
στην μουσική ιστορία του συνόλου αυτού. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ονόματα
των Excelsior Brass Band (1880–1931), Onward Brass Band (i) (1885–1930),
Reliance Brass Band (c1892–1918), Tuxedo Brass Band (1917–25), Eureka
Brass Band (1920–75).Σημαντικότατοι επίσης μουσικοί της τζαζ, θήτευσαν και
διδάχθηκαν μουσική κατά τα νεανικά τους χρόνια σε τέτοιου είδους μπάντες.
Ανάμεσα σε άλλους, έχουν καταγραφεί τα ονόματα των King Oliver, Louis
Armstrong, Johnny και Baby Dodds, Kid Ory, και Papa Celestin. Αξιόλογα
συγκροτήματα δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου
πολέμου όπως η “Omega Brass band” του Ken Colyer (1953-61), η “Paragon
24
Schafer , William J : "Brass band (ii)." Η New Grove Dictionary of Jazz, 2nd ed.. Grove Music Online.
Oxford Music Online. Oxford University Press, accessed July 20, 2017,
http://www.oxfordmusiconline.com/subscriber/article/grove/music/J055900
25
Ibid.

7
Brass Band” του Mike Casimir, (1961-82) και η “Excersior Brass Band” (1976)
του Mike Brown στη Βρετανία. Επίσης ο τρομπετίστας Yoshio Toyama , που
είχε ζήσει στη Νέα Ορλεάνη(1960), οργάνωσε το δικό του συγκρότημα στην
Ιαπωνία το 1968 .

Πίνακας 3. Brass Bands

Εικόνα 13 . H ” Reliance” Brass Band 1910 Εικόνα 14. H “Eureka” Brass Band

Εικόνα 15. H “Onword” Brass Band
Εικόνα 16. Η "Excelsior Brass Band"

Εικόνα 17 . Εφηβική Brass Band Αφρο-αμερικανών όπου διακρίνεται ο Luis Armstrong

8
Η “Jazz Band”
Με κριτήριο τον αριθμό των μελωδικών πνευστών μουσικών οργάνων (horns),
το μουσικό σύνολο της Jazz band, διαιρείται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη
κατηγορία αναφέρεται σε σχετικά μικρά σύνολα που αριθμούν έως και εννέα
μέλη . Εμφανίστηκε στις αρχές του 20ου
αιώνα στη Νέα Ορλεάνη και είναι
ευρύτερα γνωστή με τους όρους «small
group» ή «combo»26. Περιελάμβανε δύο
έως τέσσερα πνευστά μουσικά όργανα,
ήτοι τρομπέτα, κλαρινέτο, σαξόφωνο
(λιγότερο συχνά) και τρομπόνι. Ένα από
αυτά μπορούσε να αντικατασταθεί από
βιολί ή και τραγουδιστή. Το ρυθμικό
τμήμα (Rhythm section ) αποτελούσαν
το πιάνο ,η κιθάρα ή το μπάντζο, το
ακουστικό μπάσο ή η τούμπα και η
ντραμς(Βλ.πίνακα 4). Σε αυτά τα σύνολα,
κυριαρχούσε το στοιχείο του
αυτοσχεδιασμού και του αυθορμητισμού.
Για αυτό το λόγο, η ικανότητα των μουσικών Εικόνα 18. “Το jazz combo”του τρομπετίστα
Boddy Bolden στη Νέα Ορλεάνη ( 1898 ).
στον αυτοσχεδιασμό ήταν αναγκαία
προϋπόθεση .
Στην δεύτερη κατηγορία, αυτήν των μεγάλων συγκροτημάτων, η
διαπίστωση και αργότερα πεποίθηση ότι ο ταυτόχρονος αυτοσχεδιασμός
περισσοτέρων των τριών ή και τεσσάρων εκτελεστών ( υπάρχει αναφορά και
για ταυτόχρονο αυτοσχεδιασμό 20 εκτελεστών από την μπάντα του Sun Ra )
δεν αποτελεί πάντα αποτελεσματική πρακτική , οδήγησε στην ανάγκη είτε να
υπάρχει γραμμένη μουσική, είτε η μουσική να βιώνεται μέσα από επίμονες
δοκιμές και να απομνημονεύεται επαρκώς. Έτσι η δεύτερη κατηγορία, αυτή
του μεγάλου συγκροτήματος η οποία είναι ευρύτερα γνωστή με τον όρο “Big
Band” , απέκτησε την συνοχή και συγκρότηση που απαιτούνταν από το
μέγεθός της, και επέτυχε ένα ιδιαίτερο ηχόχρωμα στην απόδοση του ιδιώματος
της τζαζ μουσικής.
Η πρώιμη Big Band, συστήνονταν από (2-3) δύο ή τρείς τρομπέτες,(1-2)
ένα ή δύο τρομπόνια, (3) τρία σαξόφωνα και ρυθμικό τμήμα αποτελούμενο από
πιάνο, μπάντζο, τούμπα και ντραμς. Η τοποθέτηση των πνευστών μουσικών
οργάνων σε ομοιογενή τμήματα, χάλκινα (brass), τρομπέτες (trpt) και ξύλινα
(reeds) , ήταν μια εξέλιξη που επέδρασε θετική στην ομογενοποίηση του
ηχοχρώματος και στην ενορχηστρωτική αντίληψη. Κατά την δεκαετία του 1920
οι JAΒB27 κυριάρχησαν προσφέροντας μια ‘γλυκιά’ μορφή τζαζ. Η συνήθης
πρακτική ήταν να συμπεριλαμβάνουν και ένα ή περισσότερα βιολιά, τα οποία
όμως εξέλιπαν, ως επί το πλείστον, μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1930.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα πρωτοπόρων του είδους αυτού ήταν οι
δημοφιλείς καλλιτέχνες και επικεφαλείς (leader) συνόλων , Paul Whiteman
και Ted Lewis .
Πρωτοπόρος στην ενορχήστρωση για “μεγάλα συγκροτήματα” , υπήρξε ο

26
Collier, James Lincoln . "Bands" Η New Grove Dictionary of Jazz, 2nd ed.. Grove Music Online. Oxford
Music Online. Oxford University Press, accessed July 20, 2017,
http://www.oxfordmusiconline.com/subscriber/article/grove/music/J024300 .
27
Jazz Big Bands

9
Frede Grofé, (1892-1972) , πιανίστας και συθνέτης, ο οποίος διαφοροποίησε
το ρόλο των σαξοφώνων, με την ανάθεση στα όργανα αυτά αντιμελωδιών στην
κύρια μελωδική γραμμή των χάλκινων (στα αφρικανικά πρότυπα της
επίκλησης-απάντησης), εισήγαγε την «διαφορετική μουσική» 28 για κάθε
ρεφραίν του ίδιου τραγουδιού και συνδύασε τους ρυθμούς και τις συνηχήσεις
της τζαζ, με στοιχεία και συνθετικές πρακτικές από την συμφωνική μουσική .
Συνεργάστηκε με τον Whiteman (1919) , ο οποίος κεφαλαιοποίησε την άνοδο
του αυτού στυλ που έγινε γνωστό ως
«symphonic jazz».29
Το 1928, ο Γάλλος συνθέτης Maurice Ravel
περιόδευσε στην Αμερική για τέσσερις μήνες
περίπου, προσκεκλημένος του γαλλο-
αμερικανού πιανίστα E. Robert Schmitz για
την προαγωγή της τότε σύγχρονης
αμερικανικής και Γαλλικής μουσικής. Κατά το
διάστημα αυτό είχε την ευκαιρία να συναντηθεί
και να συζητήσει ιδέες μουσικών νεωτερισμών
με τον P. Whiteman, τον G. Gershwin, τον
Β.Beiderbecke, δημιουργούς και καλλιτέχνες
της τζαζ μουσικής σκηνής.

«The idea of the long-form classically influenced
composition in jazz was not just pursued by Εικόνα 19 . Ο Maurice Ravel με τον Paul
Henderson and Ellington – pianist James P. Whiteman , κατά την διάρκεια της
Johnson composed 'Yamacraw – A Negro Rhapsody' περιοδείας του Γάλλου συνθέτη στις ΗΠΑ
in 1927, and the 'Jazzamine Concerto' in 1934; Bix το 1928 .
Beiderbecke discussed 'modern' ideas with Maurice Ravel when the composer visited
New York in 1928, while Ferdinand Grofé, Whiteman's arranger who orchestrated
Gershwin's 'Rhapsody', tried his hand with 'Broadway at Night'»30

.

Εικόνα 20. Ο Maurice Ravel και ο George Gershwin (δεξιά)

28
Collier, ό.π. (υποσημ 1)
29
Ibid
30
Διαδ/κός ιστότοπος : http://www.jazzwisemagazine.com/artists/14360-symphonic-jazz-a-history
(23/7/2017).

10
Πίνακας 4. Jazz Bands “small group”

Εικόνα 21 Jazz Band της Νέας Ορλεάνης περί το 1900

Εικόνα 22 Jazz band της Νέας Ορλεάνης περί το 1910

11
Εικόνα 23. Περί το 1922, η Mamie Moffitt σχημάτισε το πρώτο επαγγελματικό jazz ensemble
στο Worcester της Μασαχουσέτης , “Mamie Moffitt and Her Five Jazz Hounds”

Εικόνα 24. Η Jazz Band του Duke Ellington στις αρχές της δεκαετίας του 1920

12
Η εκρηκτική άνοδος και η κατάρρευση της “Big Band”

Η λεγόμενη ‘’Big Band Era” οριοθετείται από το 1929 έως και το 1945.
Τα στοιχεία που έδωσαν ώθηση στο μεγάλο συγκρότημα ήταν η γραμμένη
πλέον μουσική και ο ισοβαρής χειρισμός των παλμών του ρυθμού σε κάθε
μουσικό μέτρο, όπου η προηγούμενη σχέση ισχυρού και ασθενούς εξαλείφθηκε.
Η ανοδική πορεία της Jazz Big Band, ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του
1920, όταν εμφανίστηκαν οι μπάντες των Fletcher Henderson, Duke Ellington,
Goldkette, Ben Pollack, Red Nichols, Luis Russell και άλλων, οι οποίες
παρουσίασαν ένα «πιο ‘καυτό’ είδος ενορχηστρωμένης μουσικής» 31, σε
αντίθεση με το “ευγενικό” και “γλυκό” είδος των προηγούμενων ετών. Σε αυτές
συμμετείχαν σολίστες , όπως οι Luis Armstrong , Benny Goodman, Jack
Teagarden, Henry “Red” Allen και Jimmy Dorsey.
Η άνοδος αυτή της Big Band, εκτός του τεχνολογικού παράγοντα32,
οφείλεται και σε ένα συγκεκριμένο μουσικό όργανο, που δεν είναι άλλο από το
σαξόφωνο. Αν και κατασκευάστηκε για πρώτη φορά το 1840, απέκτησε
πρωταγωνιστικό ρόλο και έγινε αγαπητό από το κοινό μόλις στις αρχές του
20ου αιώνα, μέσα από τις παραστάσεις «vaudeville»33 , όπου εισήχθη ως
νεωτερισμός. Η ευελιξία του σαξοφώνου, το κατέστησε εξαιρετικά λειτουργικό
είτε σε soli, είτε συνδυαστικά με άλλα μουσικά όργανα.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 , η Big Band κυριάρχησε έναντι της
symphonic jazz και του New Orleans jazz style, προσφέροντας ένα νέο είδος
έντονης μουσικής και λαμπερού ηχοχρώματος, βασισμένο σε νέες αντιλήψεις
στο ρυθμό και την ενορχήστρωση, στην διάταξη των μουσικών οργάνων του
συνόλου (σε χορωδίες), στον ευφάνταστο αυτοσχεδιασμό και στο “swing”:

«a rhythmic phenomenon, resulting from the conflict between a fixed pulse and the
wide variety of actual durations and accents that a jazz performer plays against that
pulse[…….]Clearly other properties are also involved, of which one is probably the
forward propulsion imparted to each note by a jazz player through manipulation of
timbre, attack, vibrato, intonation, or other means; this combines with the proper
rhythmic placement of each note to produce swing in a great variety of ways»34

Σημαντικές αλλαγές παρατηρήθηκαν στη σύσταση του ρυθμικού τμήματος
(rhythm section) της Big band στην πενταετία 1930 και 1935 συνεπεία του
“swing style”.
Κατά την περίοδο αυτή, η τούμπα αντικαταστάθηκε από το κόντρα μπάσο,
το μπάντζο από την κιθάρα και στο hi-hat ή το ride cymbal ανατέθηκε ο
βασικός παλμός, αντικαθιστώντας στον ρόλο αυτό το ταμπούρο (snare).
Σε σχέση με το προηγούμενο στυλ της Νέας Ορλεάνης, ο αρμονικός
ρυθμός στο swing ήταν ταχύτερος, ενώ δόθηκε η δυνατότητα του

31
“hotter” type of arranged music , Βλ.Collier ,ό.π (υποσημ.1)
32
Η χρήση του ραδιοφώνου ως μέσο ακρόασης.
33 ου
Αστική κωμωδία του 17 αι. στη Γαλλία (voix de villes , φωνή των πόλεων) πρόδρομος της Opera
Comique , βλ. Michels , ό.π (υποσημ. 9) σελ.317
34
Robinson ,J. Bradford and Kernfeld Barry. "Swing (i)." The New Grove Dictionary of Jazz, 2nd ed..
Grove Music Online. Oxford Music Online. Oxford University Press, accessed July 24, 2017,
http://www.oxfordmusiconline.com/subscriber/article/grove/music/J438300 .

13
αυτοσχεδιασμού και σε άλλα μουσικά όργανα, όπως η ντραμς, η κιθάρα, το
κόντρα μπάσο και το βιμπράφωνο. Η δεξιοτεχνική ικανότητα στον
αυτοσχεδιασμό έφτασε σε πολύ υψηλά επίπεδα, επιτρέποντας στους σολίστες
να δημιουργούν τις δικές τους μελωδίες επάνω στις αλλαγές των συγχορδιών.
Τέτοιοι σολίστες υπήρξαν αρκετοί, όπως οι Henry “Red” Allen, Roy
Eldridge, Coleman Hawkins, Chu Berry, Benny Goodman, Johnny Hodges, και
ο Lester Young.
Το συγκρότημα αυτού του είδους κατέκτησε μεγάλη δημοφιλία στις ΗΠΑ
κατά τη διάρκεια του ‘Swing Era’, δηλαδή από το 1935 μέχρι τα τέλη του 1940.
Η συνήθης σύνθεση της Βig Βand αυτή την εποχή ήταν 4/4/4 & RS,
δηλαδή (4) τέσσερα σαξόφωνα,(4) τέσσερεις τρομπέτες, (4) τέσσερα
τρομπόνια και τμήμα ρυθμού (4) τεσσάρων μελών. Μία ιδιαίτερη οργανολογική
και ενορχηστρωτική πρακτική κατά την περίοδο αυτή, εφάρμοσε ο Glenn Miller,
με τον οκταβικό διπλασιασμό του σαξοφώνου από το κλαρινέτο.

Εικόνα 25 Η Big Band του Glenn Miller .

Διάφοροι πειραματισμοί αύξησαν ακόμη περισσότερο τον αριθμό των
μελωδικών πνευστών μουσικών οργάνων. Προς τα τέλη της δεκαετίας του
1940, μπάντες όπως αυτές του Stan Kenton και ορχήστρες σαν αυτές του
Woody Herman χρησιμοποιούσαν (5) πέντε τρομπέτες , (4) τέσσερα τρομπόνια
(τρία τενόρο και ένα μπάσο) και (5) πέντε σαξόφωνα (2 άλτο ,2 τενόρο ,1
βαρύτονο) και τμήμα ρυθμού. Ο Duke Ellington χρησιμοποίησε ακόμη και (6)
έξι τρομπέτες, ενώ άλλοι ενορχηστρωτές και επικεφαλείς συγκροτημάτων, όπως
οι Boyd Reabum και Claude Thornhill επηρεασμένοι από τον Γαλλικό
Ιμπρεσιονισμό 35 χρησιμοποίησαν μουσικά όργανα της συμφωνικής ορχήστρας
(γαλλικό κόρνο, φλάουτο, βιολί, timpani).
Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου η Big Band ως μουσικό σύνολο
κατέρρευσε.36 Αιτίες της κατάρρευσης αυτής ήταν το κόστος συντήρησης, η

35
Συγκεκριμένα από την μουσική των συνθετών Claude Debussy – Maurice Ravel, Βλ.Collier, ό.π
(υποσημ. 1).
36
Ibid.

14
αλλαγή της αισθητικής του κοινού προς όφελος των τραγουδιστών, αλλά και η
εμφάνιση νέων είδη τζαζ μουσικής, όπως το Bebop, η Cool jazz, η Free jazz
τα οποία δεν απαιτούσαν μεγάλο αριθμό μουσικών εκτελεστών. Τα
συγκροτήματα τέτοιων ειδών της τζαζ, αποτελούνταν συνήθως από πρώην
μέλη της Big Band αλλά και νεότερους μουσικούς όπως οι Dave Brubeck,
Paul Desmond, Cal Tjader,
Dick Collins, και ο Bill Smith.
Το ενδιαφέρον για την
Big band, διατήρησε ζωντανό
κατά την δεκαετία του 1950 ο
Dizzy Gillespie, ο οποίος
εισήγαγε την «Afro-Cuban
jazz»37, την επονομαζόμενη
“Cubop”, που συνιστά τζαζ
μουσική σε αφρο-
κουβανέζικους ρυθμούς.
Ακολούθησαν και άλλοι όπως
οι Fats Navarro, Sonny Stitt,
και J. J. Johnson και αργότερα
οι Sonny Rollins και Clifford
Brown. Εικόνα 26. H Big Band του Dizzy Gillespie περί το 1950

Από την δεκαετία του 1960 έως και σήμερα, πολλοί και αξιόλογοι
συνθέτες ,ενορχηστρωτές και σολίστες όπως οι Gil Evans ,Jaco Pastorius,
Arturo Sandoval, Sammy Nestico, στηρίχτηκαν και εξακολουθούν να
στηρίζονται στο μεγάλο συγκρότημα, ως μέσο έκφρασης της μουσικής τους
δημιουργίας, συνεχίζοντας να αναδεικνύουν τις δυνατότητες της JABB38 αλλά
και μεμονωμένων μουσικών οργάνων στην σύγχρονη εποχή. Ταυτόχρονα τα
στοιχεία της ενορχήστρωσης και του αυτοσχεδιασμού, εξακολουθούν να
συντελούν στην αέναη ανανέωσή της.

Η συνεισφορά της Big Band στην μουσική δραστηριότητα .
Ως μουσικό σύνολο, η Big Band επηρέασε άμεσα ή έμμεσα, πολλά
επίπεδα της μουσικής εν γένει δραστηριότητας, καθώς και την μουσικολογική
έρευνα στις ΗΠΑ.
Εκτός από αισθητική απόλαυση που προσέφερε στο κοινό, ακροατές και
χορευτές, αποτέλεσε και τον άτυπο φορέα μιας μουσικής εκπαίδευσης
υψηλού επιπέδου για τους νεότερους μουσικούς της τζαζ μουσικής, καθόσον η
συστηματική μουσική εκπαίδευση σε αυτό το είδος στις ΗΠΑ, άρχισε μετά το
195039.

37
Schuller,Gunther and Kernfeld ,Barry. "Afro-Cuban jazz." The New Grove Dictionary of Jazz, 2nd ed..
Grove Music Online. Oxford Music Online. Oxford University Press, accessed August 1, 2017,
http://www.oxfordmusiconline.com/subscriber/article/grove/music/J003600.
38
Jazz Big Band
39
Tucker, Mark and Jackson, Travis A. "Jazz." Grove Music Online. Oxford Music Online. Oxford
University Press, accessed August 2, 2017,
http://www.oxfordmusiconline.com/subscriber/article/grove/music/45011.

15
Η σύμπραξη τραγουδιστών με
το μεγάλο συγκρότημα, έγινε για
πρώτη φορά το 1929 (P.
Whiteman), προσφέροντας την
ευκαιρία για εκπαίδευση, ανάδειξη
των δυνατοτήτων τους, θέτοντας
παράλληλα τις βάσεις για την
δημιουργία μιας επιτυχημένης
προσωπικής σταδιοδρομίας40 .
Την δεκαετία 1930-‘40, η
συνύπαρξη αυτή ήταν σύνηθες
φαινόμενο , και απέδωσε ιστορικές
συνεργασίες όπως αυτές της Ivie Εικόνα 27 Η Big Band του Count Basie με την
Billie Holiday
Anderson με τον Duke Ellington, της
Ella Fitzgerald με τον Chick Webb, της Billie Holiday με τους Count Basie και
Artie Shaw, της Peggy Lee με τον Benny Goodman, της Anita O'Day με τον
Gene Krupa, του Frank Sinatra με τον Harry James και τον Tommy Dorsey,
της Sarah Vaughan με τους Billy Eckstine και Earl Hines.
Η Big Band έδωσε επίσης την ευκαιρία πειραματισμού και μουσικής
δημιουργίας και καταξίωσης σε συνθέτες , ενορχηστρωτές και σολίστες. Οι
μουσικές εκδόσεις του είδους , ήταν σε ευρεία χρήση , καθώς η ζήτηση για νέα
ή διασκευασμένη τζαζ μουσική ήταν μεγάλη. Όμως τον ιδιαίτερο ήχο στην Big
Band, έδιναν και οι ανέκδοτες ενορχηστρώσεις που ερμήνευαν συγκεκριμένα
μεγάλα συγκροτήματα.

«Duke Ellington's orchestra was identified by its signature muted brass
sonorities, its thick polyphonic textures and its high level of dissonance, all of which
characterized such compositions as East St Louis Toodle-oo (1926, Voc.), Ko-Ko
(1940, Vic.), and Blue Serge (1941, Vic.)»41

Καθώς η τζαζ μουσική από το 1930 γινόταν όλο και περισσότερο δεκτή ως
μουσική παράδοση, μέσα και από την πληθωρική παρουσία της Βig Band,
άρχισε να προκαλεί και το ενδιαφέρον της μουσικολογικής έρευνας.

«[…]Winthrop Sargeant's Jazz, Hot and Hybrid (1938) treated the music as a
subject fit for musicological inquiry, analysing rhythmic, melodic and harmonic features
in close detail. Interest in reconstructing jazz history was evident in Frederic Ramsey jr
and Charles Edward Smith's Jazzmen (New York, 1939/R), which explored the origins
of jazz in late 19th-century New Orleans and traced the later evolution of hot jazz and
blues in Chicago and New York»42.

Πολλαπλά οφέλη απεκόμισε και η μουσική βιομηχανία στο σύνολό της , με
την δισκογραφία να καταγράφει μεγάλες πωλήσεις, ιδιαίτερα κατά την περίοδο
του “Swing Era”.

40
Ibid.
41
Ibid.
42
Ibid.

16
Η διάδοση της Jazz Μουσικής στην Ευρώπη

Το ιδίωμα της τζαζ μουσικής διαδόθηκε στην Ευρώπη κατά την περίοδο
του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Σε αυτό συνέβαλε η συμμετοχή αφρο-
αμερικανών μουσικών που είχαν θητεύσει προηγουμένως ως εκτελεστές και
αρχιμουσικοί στις Brass Bands της Νέας Ορλεάνης (Excelsior, Eureka,
Onward, Tuxedo και St. Bernard), και είχαν καταταχθεί στις στρατιωτικές
μπάντες των 350ου και 369ου Συνταγμάτων Πεζικού, οι οποίες είχαν μεταφερθεί
στη Γαλλία για τις ανάγκες του πολέμου. Οι μουσικοί που έφεραν για πρώτη
φορά τους ήχους της τζαζ στο ευρωπαϊκό κοινό ήταν οι Tim Brymn (1881-
1946)και James Reese Europe (1880-1919)43.

Εικόνα 28.Ο αρχιμουσικός James Reese Europe αριστερά και Brass Band του 369
Συντάγματος Πεζικού των ΗΠΑ

Η Big Band και η σχέση της με τις Ένοπλες Δυνάμεις

Κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο η τζαζ μουσική , με κύριο μοχλό την
Jazz Big Band και το swing, εξακολουθούσε να έχει μεγάλη απήχηση .

43
Camus, Βλ. ό.π (υποσημ. 14)

17
Αξίζει ίσως εδώ να αναφερθεί η περίπτωση του Glenn Miller. Ο Glenn Miller44,
σε ένδειξη πατριωτισμού, εγκατέλειψε τον πολιτικό βίο την εποχή που λέγεται
ότι κέρδιζε περί τις 15.000 -20.000 δολάρια εβδομαδιαίως. Κατατάχθηκε
εθελοντικά το 1942 στην Αεροπορία των ΗΠΑ και συγκρότησε μουσικό
συγκρότημα υψηλού επιπέδου για την ψυχαγωγία των στρατιωτών.
Μετατέθηκε μαζί με το συγκρότημά του στην Αγγλία το 1944 , με σκοπό να
ψυχαγωγεί τα στρατεύματα του μετώπου. Στις 15 Δεκ του ίδιου έτους, κατά την
διάρκεια αποστολής από την Αγγλία στην Γαλλία, το μικρό στρατιωτικό
αεροπλάνο που επέβαινε, χάθηκε χωρίς να βρεθούν ούτε τα συντρίμμια του. Η
απώλεια του Glenn Miller θρηνήθηκε διεθνώς ενώ ο ίδιος τιμήθηκε μετά
θάνατον ως “ήρωας πολέμου”.

Εικόνα 29. O Glenn Miller διευθύνοντας μία από τις Big Band της Αεροπορίας

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, το κόστος συντήρησης του μεγάλου
συγκροτήματος υπήρξε ίσως η κυριότερη αιτία κατάρρευσής του . Όμως ο
οργανισμός που φρόντισε να διατηρηθεί ζωντανή και δραστήρια η παράδοση
της Jazz Big Band, υπήρξαν οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ. Το μουσικό αυτό
σύνολο, μέσα στους κόλπους των ΕΔ κατάφερε να εξελιχθεί και να αναπτυχθεί
αδιατάρακτα, δίνοντας παράλληλα την ευκαιρία σε ταλαντούχους μουσικούς να
διδαχθούν και να δημιουργήσουν μουσική υψηλών απαιτήσεων, είτε ως
συνθέτες, ενορχηστρωτές ή σολίστες.

44
James Lincoln Collier. "Miller, Glenn." Grove Music Online. Oxford Music Online. Oxford University
Press, accessed August 11, 2017,
http://www.oxfordmusiconline.com/subscriber/article/grove/music/18690.

18
Η Jazz Big Band στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις του σήμερα.

Το μουσικό σύνολο της Jazz Big Band,με την καθιερωμένη του μορφή,
απαντάται στην Ελλάδα κυρίως στα πλαίσια των Φιλαρμονικών των μεγάλων
Δήμων της χώρας αλλά και στις Ελληνικές Ε.Δ .
Μία Jazz Big Band σήμερα αριθμεί από περίπου 12 έως 19 εκτελεστές.
Η καθιερωμένη σύνθεσής της περιλαμβάνει (5) πέντε σαξόφωνα ,(4) τέσσερεις
τρομπέτες , τέσσερα τρομπόνια και τμήμα ρυθμού (5/4/4 & R.S ). Εναλλακτικά
χρησιμοποιούνται και άλλα πνευστά μουσικά όργανα όπως σοπράνο
σαξόφωνο ,κλαρινέτο, μπάσο κλαρινέτο, φλάουτο, φλικόρνο, μπάσο τρομπόνι,
τούμπα και επιπρόσθετα κρουστά.
Η JABB πλαισιώνεται συνήθως και από τραγουδιστή για την ερμηνεία
φωνητικών συνθέσεων . Η μουσική που ερμηνεύει η Jazz Big Βand, είναι
αποκλειστικά γραμμένη μουσική , είτε ως πρωτότυπη σύνθεση, είτε ως
ενορχήστρωση, μεταγραφή ή διασκευή ήδη υπάρχουσας και είναι
αποτυπωμένη σε παρτιτούρα. Τα αυτοσχεδιαστικά soli παίζονται μόνο αν
απαιτηθεί, με την ανάλογη υπόδειξη.
Η ενορχηστρωτική αντίληψη που εξακολουθεί και σήμερα θέλει τις
ομάδες των μουσικών οργάνων να παίζουν αντιθετικά η μία προς την άλλη
παραμένει αναλλοίωτη. Το μουσικό σύνολο της JABB οικοδομήθηκε ακριβώς
επάνω στην αντίρροπη σχέση χάλκινων και ξύλινων πνευστών , ειδικά στα
διάσπαρτα περάσματα με σημαντικά soli για όλες τις ομάδες οργάνων. Γενικά,
το ένα τμήμα απαντά στο άλλο, ή τονίζει την ερμηνεία του με απλά
επαναλαμβανόμενα μοτίβα , με περισσότερη έμφαση στο ρυθμό και λιγότερο
στην αρμονία.
Το μουσικό σύνολο της Big Band,με την καθιερωμένη του μορφή,
ευδοκιμεί τα τελευταία χρόνια και στις Ελληνικές Ε.Δ . Η Στρατιωτική Μουσική
Φρουράς Αθηνών , έχει συγκροτήσει ένα μουσικό σύνολο υψηλού επιπέδου,
ικανό στην απόδοση του τζαζ ιδιώματος με αξιόπιστο τρόπο. Αποτελούμενο
από μουσικούς υψηλής τεχνικής κατάρτισης, υπό την διεύθυνση του Τχη (ΜΣ)
Χασούρη Μιχαήλ, έχει εμφανισθεί σε πολλές μουσικές εκδηλώσεις στρατιωτικής
και κοινωνικής επιτέλεσης, ενώ έχει προβεί και σε ηχογράφηση στο στούντιο
της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης.

Εικόνα 30. Η Jazz Big Band της Στρατιωτικής Μουσικής Φρουράς Αθηνών

Σάββας Γκριτζέλης
Αλεξανδρούπολη 11/8/2017

19