ΑΔΥΤΟ ΤΟΥ ΣΕΛΑΟΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΠΕΙΝΟΣ

ΑΔΥΤΟ ΤΟΥ ΣΕΛΑΟΣ
ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΠΕΙΝΟΣ

1

Σέλας

Θὰ λάμψεις μέσα στὸ σκοτάδι
μὲ τὴ δύναμή σου ἀερόβια κραυγὴ
θὰ πέσεις τυχαῖα στὸ παχὺ χῶμα
καὶ τὸ ζεστὸ κορμί σου θὰ ροδίσει
θ’ ἀφεθεῖς στὴν ἀπόλυτη γύμνια
καὶ θὰ σὲ γευθεῖ ἡ αἰφνιδιασμένη πείνα μου.
Ὅ,τι δὲν εἶναι ἀρκετό νὰ σὲ φοβίσει
πάει, φεύγει, μαίνεται, κι ἐσὺ ποὺ γνωρίζεις
ν’ ἀποτιμᾶς τὰ δῶρα, ἁπλώνεσαι νωχελικὰ
μ’ εὐγνωμοσύνη στὶς χορταριασμένες
κατωφέρειες καὶ λάμπεις πάντα καὶ μοιάζεις
ἀπὸ μακριὰ σὰν μιὰ ξεχειλισμένη σταγόνα
ποὺ ἴσως δὲν θὰ ρουφήξει κανείς.

2

.Ἡ ἀμόλυντη παρθένα τῶν ἐπιθυμιῶν μου ἀνεβαίνει τὸ κορμὶ μου ἕρποντας πάνω στὶς φλέβες μου.

Τὸ μεσημέρι φλέγεται. Ὑπάρχει πολλὴ φασαρία. Ὅπως ὅλοι. ὅπως πάντα.Ἄδυτο Τοῦ Σέλαος Ἀκοῦς καὶ ἀπορεῖς καὶ εὔχεσαι ποτὲ νὰ μὴν συμβεῖ αὐτὴ ἡ ἀγωνία νὰ ἀποδειχθεῖ μοιραία. Μέσα ἀπὸ τὸ σιδηρουργεῖο οἱ σπίθες ἀγγίζουν τὸν ἥλιο. 4 . Αὐτό ποὺ ἀναζητᾶς. ζητᾶς νὰ ἔρθει. Ἀναπόφευκτα κοντὰ στὴ θάλασσα ἁρμυρίζεις καὶ συνέχεια σκέφτεσαι ταξίδια καὶ φυγὴ χωρίς νὰ θέλεις ὅμως νὰ φύγεις γιὰ πουθενὰ ἀφοῦ ἡ ζωή σου εἶναι γεμάτη γαλήνη. Ἂν στὸ κάθε σου βῆμα σκέφτεσαι τὴν ὕβρη μοιάζει πὼς δὲν θὰ βαδίσεις ξανά ποτέ.

Γεμάτη γαλήνη! Πόσο λίγες ὑπήρξαν αὐτὲς οἱ ὧρες τῆς γαλήνης! Κι ὅμως πιστεύεις ὅτι ἔτσι γαλήνιος ὑπῆρξες πάντα. Ὁ ζεστός ἀέρας σὲ λιώνει μὲ τὴ μεγαλύτερη γλύκα κι ἐσὺ μοσχοβολᾶς κι ἀνοίγεις καὶ ἀναπτύσσεσαι ὅλο καὶ πιὸ ψηλά. γιὰ νὰ ξυπνήσεις μὲ βλέφαρα κάτασπρα καὶ παχὺ σάλιο στὸ στόμα. ὅλο καὶ πιὸ μυρωμένα. οἱ περαστικοὶ νὰ ἀνάψουν τὰ βραδινὰ φανάρια κι ἐσὺ νὰ κοιμηθεῖς βαθιὰ μέχρι τὴν ἄλλη μέρα. Πέρασαν οἱ Κυριακὲς μὲ τὴν ἐλπίδα τοῦ χειμώνα. Κάθε σου χειμώνας ἔβρισκε νὰ ἀκουμπᾶ στὸν ὦμο τῶν ὄμορφών σου ἀναμνήσεων. Τόσο δυναμικὴ εἶναι ἡ συστολή σου. Τά σκληρά φύλλα τοῦ καλοκαιριοῦ σὲ τυλίγουν στόν πευκιά τους σ’ ἀκουμποῦν σ’ ἕνα πολύχρονο παγκάκι μὲ θέα καὶ σ’ ἀφήνουν ἀπό ‘κεῖ νὰ κοιτᾶς μέχρι νὰ φύγουν τὰ παιδιά. 5 .

6 . Κάπου ἐκεῖ φάνηκα νὰ βγαίνω σὰν ἄχνα πεύκου πάνω ἀπ’ τὰ κρίνα κι ἔλπισα νὰ μ’ ἀγαπήσει ἡ ἀστροφεγγιά. Ἡ χνουδερὴ πλαγιά ἀπὸ μακριὰ μαράθηκε χωρίς νὰ πονέσει στῆλες φωτός ἔπεφταν στὴ θάλασσα καὶ λέπταιναν οἱ φιγοῦρες τῶν σειρήνων. Ἕνα ξερὸ χορταράκι πάνω στὸ νεκρὸ δάπεδο ἀγκάλιασε τὴ μοναξιά μου.Ἄγονη Ἀγρύπνια Ὅλη νύχτα ἔκαιγε φωτιά. Ὁ ἀδύναμος ἴσκιος του πετάρισε μέσα στὸ θαμπὸ λαμπιόνι τοῦ δρόμου καὶ ξέφυγε γιὰ μιὰ στιγμὴ ἀπὸ τὸ λήθαργό μου.

πάντα τὴ νύχτα καὶ τὴν ἀγριάδα της. 7 . Κοῦρε. Ἐκείνη τὴν ὥρα ἔφευγες. Τὸ κρίμα τοῦ καυτοῦ ἀέρα ἔπεφτε στὸ στῆθος τῆς δύσης κι ὁ οὐρανός ἀντανακλώντας στὸ δέρμα σου αὐτὴ τὴν κόκκινη ἰαχή. περίμενε τὸ βλέμμα σου γιὰ νὰ γονιμοποιηθεῖ. Τὸ πρωινὸ ἀντίκρυσμα τοῦ πελάγους δὲν θὰ κατάφερνε ποτὲ νὰ μὴν σ' ἀγγίξει.Ἐν Πλῷ Θὰ θυμᾶσαι. γραφόταν πάνω στὴ λευκὴ σελίδα τοῦ ματιοῦ σου αὐτό ποὺ δὲν ἔμελλε ν' ἀλλάξει καὶ ποὺ οὔτε μποροῦσε ν' ἀφήσει τίποτε ἀνέπαφο. καταμεσὶς τοῦ ἀνοιχτοῦ ὁρίζοντα ποὺ οἱ σκοτεινὲς ὧρες δὲν ἐπέτρεπαν νὰ δεῖς. στὴ μέση τοῦ ταξιδιοῦ. ἣ νὰ μὴν φιμώσει τὶς φωνὲς ποὺ σ' ἀκολουθοῦσαν. ποὺ τὴν ὥρα ποὺ διέσχιζες τὸν δρόμο ἀπ' τὴν ἀγρύπνια πρὸς τὴν πλήρη παράδοση.

κι ἔμενες ἀλύγιστος στητὸς κριτής. 8 . κι ἤθελες τότε καὶ πάλι νὰ κλάψεις. γιὰ ὅλα αὐτὰ ποὺ σοῦ ἔλειπαν καὶ ποὺ θὰ σοῦ ἔλειπαν μέχρι ὁ κόμπος στὸ λαιμὸ νὰ φυγαδευόταν ἀπὸ τὰ δάκρυα πρὸς τὸ φῶς καὶ μαζί τους νὰ κυλοῦσες πάνω στὸ οὐράνιο τόξο. Μιὰ μικρὴ νεράιδα. πότε ξημέρωμα. πότε νύχτα.Ἐρχόσουν πίσω. Κι ἡ νύχτα ὅταν ἀσήμιζε σ' ἔκανε ἀδιάφορο γιὰ τὸ ἀποκάρωμά σου. Ξανὰ ἀνοιγόσουν στὶς βαθιὲς ἐπιθυμίες σου καὶ τὶς πραγματοποιοῦσες μονάχα βαθιὰ μέσα σου. λεπτὴ μὲ ἀνοιχτὸ φαιὸ χρῶμα στὸ δέρμα καὶ ὑπέροχο λίκνισμα στὴ μουσικὴ συντρόφευε τὶς μαγικὲς συνευρέσεις σου τὴ νύχτα κι ἀνάλογα καλοῦσε ἕναν ἄγουρο ἠμίθεο γιὰ νὰ συνομιλήσετε κάτω ἀπὸ τὸ χνουδερὸ ἀεράκι.

τί ἁφή.Κι ἀνάλογα μπορεῖ νὰ ἔμενε μόνο ἐκείνη κοντά σου. 9 . γνωρίζοντας τί γεύση ἤθελες. Κι ὅταν χόρταινες νὰ τὴ ρουφᾶς τῆς μιλοῦσες: "Ἐγώ ξέρεις τί θέλω. τί μυρωδιὰ καὶ ποιά σημεῖα τοῦ κορμιοῦ της λαχταροῦσες. καὶ νὰ νομίσουν ὅτι τὰ μάτια μου εἶναι κι αὐτὰ ἀστέρια καὶ νὰ τὰ πάρουν νὰ τὰ μεταφέρουν ἐκεῖ ὅπου ζεῖς ἐσύ ". Τὴν ὑπόγεια θάλασσα ποὺ μὲ κατακλύζει νὰ γίνει νὰ φτάσει στὴν ἐπιφάνεια τῶν ματιῶν μου νὰ κάνει τὰ μάτια μου τόσο λαμπερὰ ὥστε γύρω ἀπὸ τὸ θόλο τους νὰ σταθοῦν πουλιὰ ποὺ μεταφέρουν τὰ ἀστέρια σὰν μηνύματα κι ἔπειτα γίνονται λάμψεις.

μὲ σταθερὰ μάτια πρὸς τὸ ἄπειρο.Κι ἄλλα κι ἄλλα ὄνειρα καὶ σκέψεις καὶ σχέδια ποὺ τὰ ἐμπνέει ἡ ἐπιθυμία τῆς φυγῆς καὶ ἡ ἀπόσταση ποὺ σὲ χωρίζει καὶ ποὺ ὅταν βρίσκεις τὴν ὥρα νὰ τὰ πραγματοποιήσεις σοῦ φαίνονται βουνό. ὅτι τὸ βλέμμα ποὺ ἀνοίγει σὰν μπουμπούκι στὸ ξημέρωμα καὶ τὸ ἄπλετο φῶς τὸ ὡριμάζει. ἀκίνητος. εἶναι τὸ δικό σου δυνατὸ βλέμμα ποὺ διαπερνᾶ τὴν ψυχή καὶ τὸ σῶμα ποὺ σ' ἀποζητᾶ. Γιατὶ παράλληλα θὲς τὴν πιὸ πολλὴ ὥρα νὰ κοιτάζεις πέρα μακριά. Ν' ἀναρωτιέσαι γιὰ τὴ νευρικότητα ποὺ σοῦ λείπει ἣ γιὰ τὸ ἔντονο χτυποκάρδι ποὺ σὲ βρίσκει τὴν ὥρα ποὺ κάποιων ἄλλων ἡ καρδιὰ πτοεῖται ἀπέναντί σου. 10 . ὅσο κι ἄν σὲ κουράζουν οἱ θελήσεις τῶν ἀλλότριων ποὺ ἀκολουθεῖς. Κοῦρε. δὲν θὰ ξεχνᾶς ποτέ.

γίνεται ἕνας ἄπλαστος τύμβος. 11 . τὸν ἀκλόνητο οἶκο του. ἄγνωστος νεκρὸς μακρινὸς θάνατος. Ἡ πέτρα τιθασευμένη ἀπὸ τὰ ξωτικὰ καλέσματα πράττει τὴν ἀφάνεια καὶ κρύβει τὸ πρόσωπό της. Ἡ συννεφιὰ σὰν φωνὴ ἀδύναμης γυναίκας καλεῖ κι αὐτὴ μέσ' στὸν ἀέρα τὴν ψυχὴ ποὺ ἵπταται κρυώνει καὶ μαζεύεται κάτω ἀπ' τὸ φτέρωμα τοῦ πρώτου χελιδονιοῦ. νεῦμα κάλεσμα μιᾶς ὁλόγιομης στιγμῆς ποὺ ξεδιπλώνει τὴν ἠχὼ ἀπ' τὸ θρόισμα. Νεύουν ἀπὸ ψηλὰ ποὺ βρίσκονται τὰ φύλλα τοῦ μεγάλου δέντρου.Πυκνὸ Πέτρινο Φύλλωμα Ἡ εἰκόνα τοῦ πληγωμένου φιδιοῦ πάνω στὴ θερμότητα τοῦ ἀέρα μεγαλώνει τὴ μοναχική του πέτρα.

ὁ ἔρωτάς μας ξεπέρασε κάθε ὄνειρο κι ἔγινε τὸ ὅραμα ποὺ πραγματοποιήθηκε. στὸ μέρος ἐκεῖνο τὸ θλιβερὸ ὅπου εἴχαμε βρεθεῖ. Ἁπλά. οἱ ἀγκαλιές. μιὰ μνήμη ποὺ μέσα στὴν ἀσχήμια μοῦ ὀμορφαίνει τὴ ζωή. τὸ ἰδανικότερο ὅραμα. Καὶ σ' ἑκεῖνο τὸ ἄλλο μέρος τὸ ἀγαπημένο. Ὁ ἔρωτάς μας. 12 . τὰ φιλιά. τὸ μόνο πράγμα ποὺ καταργοῦσε αὐτὴν τὴ θλίψη ἦταν ἡ παρουσία σου.Σιγαλιὰ Σ' ἕνα μέρος θλιβερό.

στὴ θέση ποὺ σοῦ ἀξίζει. Κοῦρε.Ἐν Ὄρμῳ Νά 'σαι λοιπὸν πάλι. τὶς ξέχασαν αὐτοὶ ποὺ τὶς ἔξυναν· τώρα οἱ παθιασμένοι σου δεσμοὶ μὲ Βάκχους κι ἄσημους θεοὺς τελειώνουν πρὶν νὰ σ' ἀποχωριστεῖ τὸ καυτὸ αἷμα ποὺ σοῦ πληρώνουν. Ἔχεις ξεχάσει τὶς πληγές σου. μὲ τοὺς ξεσκέπαστους πλανῆτες σου ἀπὸ μακριὰ νὰ θαυμάζεις νὰ ξεχνιέσαι καὶ νὰ σ' ἔχουν ὅλοι ξεχασμένο ποὺ φεύγεις καὶ γίνεσαι ἀφανής. 13 . μονάχος.

μιὰ δύστυχη μικρὴ ἀπορία ποὺ μπροστὰ στὰ μάτια σοῦ φέρνει τὸ σταυρικὸ μαρτύριο κι ἡ προσευχή σου σπάζει μέσα στὴν ὀργή.Κοῦρε. 14 . Σταματᾶς γιὰ μερικὲς στιγμὲς τὴ σκέψη σκαλώνοντας ἐπάνω σὲ μιὰ πίκρα. βλέπεις πὼς ἀπόλυτη ἀκινησία μέσα στὴ θάλασσα δὲν ὑπάρχει ἡ ψυχή σου δὲν ἀκινητεῖ ὅταν δὲν ἀντιστέκεται στὶς θύελλες πάλλεται ἀπὸ φόβο ἣ πόνο ἣ ἀγάπη κι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ γελοῦν προδοτικὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ φωτεινὰ σημεῖα τοῦ οὐρανοῦ ποὺ ὑπέροχα θάλλουν καὶ προτρέπουν στὴ μουσικὴ ἀπ' τὴν τριβὴ τοῦ σώματός σου μὲ τὰ λουλούδια.

τὸ διασυρμὸ τῆς ἁπλῆς οἰκειοθελοῦς σου παράδοσης.Ἀγγίζεις τὸ σῶμα σου λυσσαλέα. καὶ νιώθεις βαθιὰ πὼς ἡ ἀγάπη ἀγωνίζεται νὰ βρεῖ τὴ διέξοδο ποὺ τῆς πρέπει γιὰ νὰ σὲ γλυτώσει ἀπὸ τὸ ζωντανό σου θάψιμο. 15 .

Ἐκεῖ ψηλὰ οἱ σταγόνες μένουν στὸ πρόσωπο. καὶ νὰ μείνω ὑπέροχη σκιὰ ἑνὸς σώματος ποὺ στάθηκε ἀκαριαῖα ἐμπρὸς ἀπὸ ἕνα ξαφνικὸ φῶς. Γίνεται κι αὐτό· ἔχει γίνει· μὰ πάντοτε δὲν διαρκεῖ· κυρίως νὰ μὴν κρύβεται ἡ ἀλήθεια. 16 . στὰ χέρια μου τὰ μάτια γίνονται σιωπηλὰ κι ὅ.τι μὲ κάνει ἀπό ἐκείνη νὰ μετανιώνω ἔρχεται σὰν ὄμορφη ἀνάμνησή της νὰ μὲ πληγώσει πιὸ πολύ. νὰ χωθῶ κι ἐγὼ καὶ μετὰ ν' ἀναδυθῶ ξανά.Κρυφτὸς Ὄμβρος Θέλω ἀπό 'κεῖ μακριὰ ποὺ βυθίζεται καὶ στὸ ἴδιο σημεῖο ποὺ ἀναδύεται τὸ ἄρωμά της.

Ξεπερνιέμαι γράφοντας. Ἔπειτα ζόφος. Ἡ φαντασία μοῦ προσκομίζει τὸ ἄγνωστο. δὲν ἀναζωπυρώνεται μὲ τὴν νέα πυρκαγιὰ ποὺ σπέρνω μιλώντας προκλητικὰ γιὰ τὶς γεννήσεις του.Πολλὲς Φορὲς ὁ ζόφος τοῦ κυττάρου διαπερνᾶ τὴν ἀνατολὴ τοῦ βλέμματός μου κι ὁ μύθος ποὺ ζητάω ἀπεγνωσμένα σὰν διέξοδο δὲν πλάθεται. 17 . Βρίσκομαι μὲ μιὰ σὰν μαγικὴ κίνηση στὸ μάτι τῆς καλοκαιρίας ποὺ δὲν θὰ τελειώσει ποτὲ σ' ἕνα μονάκριβο θρόνο ποὺ τὸν στολίζουν πολύχρωμα στρογγυλὰ πετράδια καὶ τὸν χτυποῦν πέπλα θαλεροῦ φωτὸς ἑνὸς μεσημεριοῦ θαλπωρῆς μὲ τὴν αἰώνια νεότητα νὰ αὐτοφύεται στὴν ὀμορφιὰ τοῦ ξύλινου πατώματος τοῦ ἐφηβικοῦ δωματίου μου.

τὰ ὅποια ροῦχα φοριοῦνται ἄνετα.Δωμάτιο Τὰ σύννεφα εἶναι χλωμά. Στὰ κατακάθαρα τζάμια στέκονται ὄμορφα κουρτινάκια. Ἔχει ψύχρα. ἕνα ἀγαθὸ πόσιμο. νεκρά. Ἡ γαλήνη μοῦ γίνεται ἡ μεγαλύτερη ἐλευθερία. διεισδυτικό. σκάνδαλο ἢ πίκρα. Ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ δωματίου εἶναι ἐξιλεωτικὰ ἀποστειρωμένη καὶ τὸ λευκὸ ἐπικρατεῖ παντοῦ. Ἕνα δωμάτιο ἀπώτερος σκοπός. Εἶναι ὅμως ἐνθύμια φαντασμάτων καὶ ἐδῶ μέσα σ' αὐτὸ τὸ ὀνειρικὸ δωμάτιο. Ἡ γαλήνη στὸ πρόσωπο τοῦ Κούρου δὲν εἶναι ἀπὸ μάρμαρο. Θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἀπὸ ὑγρὸ ὅπως δάκρυα ἢ ἱδρώτα. 18 . Δὲν ἀκούγεται ἄχνα. Ἢ αἷμα χωρὶς κανένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ παμπάλαια σύμβολα νὰ σημαίνουν πόνο. συντελεστὲς νηνεμίας.

19 .Ἡ Θάλασσα Μὲ Ἤθελε μὲ ζητοῦσε μοῦ ἔκανε ἔρωτα καὶ τῆς εἶχα ἀφεθεῖ στὰ ἤρεμα χέρια της ζοῦσα στὴν σκέψη καὶ στὴν ἀνάμνηση τῆς ζωῆς ποὺ μοῦ εἶχε προσφερθεῖ. μιὰ ζωὴ ἐλεύθερη ὅπου τὸ σῶμα λάμβανε πνεῦμα ἄπεφθο.

20 .Τ' Ἀπότιστα Μάτια ποὺ βγαίνουν κατευθείαν στὸν βορινὸ ἄνεμο εἶναι δυὸ ἀνθοὶ μυροκαμένοι ποὺ ὁ ἦχος τῶν πετάλων τους ποὺ κλείνει σημαδεύει βαθιὰ καὶ δίνει διέξοδο στὸ φῶς τῆς ἄφωνης ὅρασης.

Ἡ ἀκολουθία τῶν θαλασσινῶν στοιχειῶν ξεκουφαίνεται ἀπὸ τὴν θορυβώδη ἴσαλο τῶν χαμένων πλοίων. Εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἀστεῖο γιὰ τὰ στοιχειὰ ἡ φωτιὰ νὰ γίνεται μιὰ ἀκόμη θεότητα. Ἡ καταπίεση τοῦ χρόνου βρίσκεται μόνιμα μέσα στὸ κύτταρό τους λὲς καὶ ἡ ἀθανασία τους φάσκει μέσα στὰ ἀνθρώπινα. 21 .Στοιχειὰ Οἱ κατάλευκες φορεσιὲς θυμίζουν τὸν δυνατὸ ἀέρα ποὺ ἔκοβε στὰ δύο τὶς φλόγες τῆς πυρκαγιᾶς.

Οἱ λευκὲς φορεσιὲς τῶν στοιχειῶν σὰν ἁπαλὴ κόμη ἐλεύθερη. ἀναβάλλουν τὶς σκέψεις καὶ τὶς ἀνάσες κι ἀφήνουν νὰ γλιστροῦν ἐλεύθερα συνεχῶς τὰ σώματα τῶν πλανητῶν πρὸς κόσμους ἀφύσικους πρὸς γαλαξίες ἄοπλους καὶ τοὺς ἐγκόσμιους ἔρωτες νὰ γίνονται ἀλεπάλληλοι καὶ σύντομοι. ἀπὸ ἕνα σῶμα στητό. 22 . μιὰ νυχτερινὴ ἀπουσία. ἕνα γλυκὸ φῶς ποὺ τὸ διακόπτει μόνο μιὰ γλύκα.

Νύχτωσε· μέσα στὴν παρατεταμένη ζέστη οἱ γρύλλοι νανουρίζονται. βαριανασαίνει πάνω σ' ἕνα νεκροκρέββατο ὁλομόναχη. 23 .Διέξοδος Πάει πολὺς καιρὸς ἀπὸ τότε ποὺ τὸ σκάλισμα στὴ στάχτη δὲν σημαίνει τίποτα ὅπως καὶ τὰ λόγια τῶν μαγικῶν παπύρων τὰ ἐρωτικὰ φίλτρα καὶ τὰ ρωμαϊκὰ φυλακτά. Ξύπνησα μὲ τὸ κοφτερὸ νύχι τοῦ πετρίτη στὴν καρδιά. Οἱ δαιμονικὰ ἔξυπνοι δὲν ἔχουν τὴν ἀποφορὰ τῶν λυσσασμένων σκύλων καὶ ἡ τελευταία μάγισσα μὲ τοὺς κατάδεσμους κρεμασμένους στὸν τοῖχο. μ' ἕνα φόβο γιὰ τὸ φόβο· ἡ μοναδική μου διέξοδος φάνηκε νὰ εἶναι τὸ παράθυρο μὲ θέα στὴν πόλη.

Πραγματοποίηση Ἡ ἀμόλυντη παρθένα τῶν ἐπιθυμιῶν μου ἀνεβαίνει τὸ κορμὶ μου ἕρποντας πάνω στὶς φλέβες μου. Ζεστὸς κι ἀνυπόμονος κι ἐγὼ θέλω νὰ δωθῶ ἀποκλειστικὰ στὴν εὐζωία τοῦ παρόντος μου σὰν νὰ μὴν πρόκειται ποτὲ νὰ ὑπάρξουν μισοτελειωμένα ὄνειρα. 24 . Καθὼς νιώθω τὴν μαρμαρυγή της παρακαλῶ τὴν Ἄνοιξη νὰ ζυγώσει γρήγορα γιὰ νὰ γευθῶ καὶ πάλι τὸ γύρισμα τῆς ἐποχῆς καὶ τὴν μικρὴ δροσιὰ τοῦ βραδιοῦ στὴν μυρωδιὰ τοῦ ἀνυπόμονου φιλιοῦ της.

25 . κοιτᾶ τὰ σπουργίτια ποὺ σὰν ριπὲς πετοῦν κι ἔπειτα κλείνει τὰ μάτια στιγμιαῖα ἀπὸ τὴν ἀπότομη σταγόνα τῆς θάλασσας.Ἔμβιο Μέσα στὸ λίκνο τοῦ γαλήνιου νεροῦ ὁ ἄγουρος γλάρος κατασιγάζει τὸ φτέρωμά του. Στρίβει τὸ κεφάλι του ἀργά.

Τώρα τὰ πλατιὰ βελούδινα φύλλα τῆς ἀγάπης πύκνωσαν κάτω ἀπὸ τὸν εὐεργετικὸ ἥλιο τῶν ματιῶν μας.Ἱλαρότης Δὲν τεμπελιάζω. μονάχα ἄφησα κάποια πικρὰ φυτὰ ἀπότιστα καὶ ἔκθετα σ' ὅ. 26 . τὸ ψύχος τοῦ κόπου. πότε σὲ ξεχνῶ καὶ πότε ἀποξεχνιέμαι μόνος μου μὲ τυλίγει μιὰ ζεστασιά. μιὰ θερμότητα γλυκιὰ κυρίως τώρα ποὺ χωρὶς καμιὰ σκλαβιὰ γεύομαι τὸν ἑαυτό μου καὶ κατορθώνω πιὰ χωρὶς κανένα ἄλγος νὰ μὲ παρατάει ἀνέγγιχτο.τι σημαίνει γιὰ 'κεῖνα κακουχία. Τώρα ποὺ πάλι ρεμβάζω πότε σὲ θυμᾶμαι.

27 . Τὸ σκοτάδι ποὺ εἶναι διαλυτό. καὶ μὲ κοιμίζει. πέφτει πάνω στὸ ἀπλανὲς βλέμμα μου ἐνῶ βρίθει ἀπὸ ἀνολοκλήρωτους ἔρωτες καὶ συνεχὴ ὄνειρα.Τὸ Σκοτάδι δὲν φανερώνεται ἀδιάλυτο πίσω ἀπ' τὶς κινήσεις πρὶν ἀφεθεῖ.

Ἐκεῖνο τὸ πρωινὸ ὅπου οἱ δαίμονες εἶχαν ἐξαφανιστεῖ πιά. ἡ ἀνάμνηση μιᾶς ζωῆς ποὺ ἔγινε αἰσθητὴ σ' ἕνα μονάχα πρωινὸ ξύπνημα. 28 . κατεβαίνει θλίψη στὰ μάτια τοῦ Κούρου. βαριά. Σκέψη μαζεμένη σὰν σκόνη στὸν πυθμένα ἑνὸς ἄσκεπου ἄδειου ἀγγείου.Ἀπὸ Ἄγνωστη Πηγὴ ἀπὸ πολὺ ψηλά.

οὔτε νοσταλγία.Δὲν Εἶναι Θλίψη στ' ἀκούνητα μάτια σου. 29 . Σκυμμένο τὸ χιόνι στὰ στήθη τῆς ἀνατολῆς θυμίζει τὴν πορτοκαλιὰ κουβέρτα ποὺ ἀγαποῦσες ὅταν χανόσουν στὸ μεσημεριανὸ ἠμίφως καὶ σκεπαζόσουν σὰν νὰ ἔφευγες βιαστικὰ βρίσκοντας πρόφαση στὴν μεσημβρινὴ ἀνάπαυση ν' ἀρχίσεις ἕνα καινούργιο παιχνίδι. οὔτε ἀναζήτηση.

Πνίγεσαι. Ὅμως τίποτα δὲν ἀλλάζει τὰ πράγματα περισσότερο ἀπὸ μιά σου ἀπόφαση. 30 . Βία ὁ χρόνος ποὺ πρῶτα σὲ πιέζει κι ὕστερα δὲν σοῦ μαθαίνει μέχρι ποῦ θὰ σὲ φτάσει. Ἡ μνήμη ἐν τῷ μεταξὺ σὲ πάει στὴν ἀκρογιαλιὰ μὲ τὰ ξερὰ φύκια καὶ στὸ κορμὶ ὅπου τοῦ εἶχαν κολλήσει μὲ τὸ ἀλάτι μερικὰ ἀπ' αὐτὰ καὶ τὰ 'βγαζες ἕνα ἕνα ἀργὰ καὶ μὲ στοργή. Ἡ βροχὴ σοῦ μεταφέρει μόρια στάχτης φλομώνοντας τὸ ὀξυγόνο ποὺ τὸ χρειάζεσαι ὁλοένα καὶ περισσότερο. Ἡ μνήμη σὲ πάει στὸ παρελθὸν ποὺ ἔχτισες.Γιὰ Τὰ Μελλούμενα Πληθαίνουν οἱ στιγμὲς ποὺ σκέφτεσαι μὲ ἐνοχὴ ὅλο καὶ περισσότερο τὸ μέλλον.

ἐνοχλεῖ τὰ πουλιά μου.ἄνεμος. ἡ ὄσφρηση πιάνεται ἀπὸ τὶς ἐκκρίσεις τῶν πολυτιμότερων ἀδένων του οἱ ἄλλες αἰσθήσεις διαστέλλονται ὁ κίνδυνος ἐξαϋλώνεται παράδοξα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἀκρότητα τῆς ἐπιθυμίας ποὺ προκαλεῖ αὐτὸς ὁ Κοῦρος . 31 .Ἀνοιξιάτικος Ἄνεμος Ὁ λάγνος ἄνεμος τρέχει ὁλόγυμνος πλανιέται στὴ γειτονιά μου ἐρεθίζει τὰ δέντρα μου.

πριν αποφοιτήσει. Συνεχίζει τις σπουδές του το 2002 στο Πανεπιστήμιο Πειραιά με σκοπό να εμβαθύνει στο ίδιο αντικείμενο. είναι για το διαγωνισμό που διοργανώνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ημέρας των Σχολείων (Europe at School). ) ) ) ) ) ) ) ) ) Το πρώτο του κείμενο που δημοσιεύει το 1992 ως μαθητής Λυκείου και διακρίνεται. Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από την αγωνία ανακάλυψης ή αποκάλυψης της ατομικής ταυτότητας. από το 1998 εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας λογιστής-φοροτεχνικός με μια διακοπή τη διετία 1999-2000 όπου υπηρετεί στο Πολεμικό Ναυτικό. Αγίου Παντελεήμονος Αχαρνών. Ολλανδικά και Ισπανικά). Θέμα του δοκιμίου: ’’Περιβάλλον και Ποιότητα Ζωής στις Ευρωπαϊκές Πόλεις’’. Ξεκινά τις σπουδές του το 1993 στο τμήμα Οργάνωσης & Διοίκησης Επιχειρήσεων του ΤΕΙ Καβάλας και τη χρονιά 1996-1997.Κώστας Ταπεινὸς Λυκούργου 88 Ἁγία Βαρβάρα 12351 τηλ 2105621525. © εὐνὴ . email tapinosk@hol. Το 2008 έως το 2010 παρακολουθεί on-line μαθήματα αγγλικής λογοτεχνίας και δημιουργικής γραφής του τμήματος δια βίου μάθησης του πανεπιστημίου της Οξφόρδης και το 2011 έως 2012 τα εξ αποστάσεως μαθήματα αγγλικής λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. ως Erasmus στο Katholische Hochschule (KatHO) του Φλαμανδικού Βελγίου όπου επικεντρώνεται κυρίως στις ξένες γλώσσες (Αγγλικά. Το 2001 εκδίδει τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο ‘’Άδυτο του Σέλαος’’ υπό τη σκέπη της προσωπικής εκδοτικής του προσπάθειας στην οποία δίνει όνομα ΕΥΝΗ. Από το 2013 σπουδάζει βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική στην πρότυπη σχολή Φόρμιγξ και συμμετέχει στο χορωδιακό σχήμα του Ι.Ν. Με την απόκτηση του πτυχίου του. Το 1998 τυπώνει τη συλλογή ‘’Η Δράση του Φεγγαριού’’ που περιλαμβάνει εφηβικά του ποιήματα. Το 2014 εκδίδει τη συλλογή ‘’Φωτοστέφανο της Σιωπής’’ σε μορφή e-book. Από την επόμενη χρονιά δημοσιεύει σε τοπικές εφημερίδες κείμενα δοκιμιακού χαρακτήρα με έντονη τη χροιά υπαρξιακού προβληματισμού. Γαλλικά. Δημοσιεύει τακτικά κριτική βιβλίου σε ηλεκτρονικά περιοδικά.gr ἐπιμέλεια-φωτογραφίες τοῦ ἴδιου ISBN 978-960-91517-3-3 xxxii . Βιογραφικὸ ) ) Κώστας Ταπεινός ) ) Γεννιέται στην Αθήνα το 1974.

Τὸ ΑΔΥΤΟ ΤΟΥ ΣΕΛΑΟΣ περιλαμβάνει ποιήματα ποὺ γράφτηκαν ἀπὸ τὸ καλοκαίρι τοῦ 1997 ἕως τὸ Φθινόπωρο τοῦ 2000 στὴν Ἀθήνα. xxxiii .