You are on page 1of 30

Ποίηση και ερμηνεία.

Μια αναγνωστική προσέγγιση στο ποίημα «Μπαλλάντα για τους ποιητές που
πέθαναν νέοι» του Μιχάλη Κατσαρού (σε περιβάλλον μελέτης από απόσταση)

Εισαγωγικά: Ένα από τα βασικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι


φοιτητές των λογοτεχνικών σπουδών σε περιβάλλον μελέτης από απόσταση (όπως
εσείς, οι φοιτητές του ΕΑΠ) είναι το γεγονός ότι καλούνται μόνοι τους, με τη βοήθεια
του διδακτικού υλικού που διαθέτουν, να προσεγγίσουν σύνθετα λογοτεχνικά
φαινόμενα, χωρίς όμως να είναι σε θέση να τα συζητήσουν με κάποιον ειδικό ή να
δοκιμάσουν τις δικές τους προτάσεις εφαρμογής των όσων μελέτησαν επάνω στα ίδια
τα λογοτεχνικά κείμενα μέσα από μια διαδικασία διά ζώσης μαθητείας και διαλόγου
(κάτι δηλαδή που θα μπορούσαν να επιτύχουν στο πλαίσιο ενός αναγνωστικού
εργαστηρίου). Το πρόβλημα που οι ίδιοι οι φοιτητές πολύ συχνά επικαλούνται αφορά
στον τρόπο προσέγγισης των λογοτεχνικών κειμένων, καθώς δεν διαθέτουν την
εμπειρία και τη γνώση ώστε να μπορέσουν να διαβάσουν «σωστά» ένα κείμενο, να
εντοπίσουν τα ουσιώδη και να το κατανοήσουν με επάρκεια. Υπό αυτές τις συνθήκες
η «αναγνωστική απόλαυση» που εν δυνάμει μπορεί να προσφέρει ένα κείμενο
τρέπεται αυτομάτως σε μια δυσάρεστη και αγχωτική διαδικασία.
Ειδικά για τα ποιητικά κείμενα (πολύ περισσότερο για τα νεωτερικά–
μοντερνιστικά), όπου ο βαθμός ερμητισμού και ανοικείωσης είναι αυξημένος, όπου η
συνταγματική οργάνωση παρουσιάζεται συχνά διερρηγμένη, όπου ο εντοπισμός και η
περιγραφή των περιεχομένων του είναι και δυσχερής και καταφανώς ανεπαρκής (η
γνωστή –αλλά άστοχη- από το σχολείο λογική του «τι μας λέει εδώ ο ποιητής»), το
έλλειμμα στην ερμηνευτική προσέγγιση παρουσιάζεται επαυξημένο. Κάποιες φορές
μάλιστα, οι φοιτητές, επικαλούμενοι τα παραπάνω, δηλώνουν εξαρχής την αδυναμία
τους να μελετήσουν «σωστά» τα ποιητικά κείμενα και υιοθετούν μια στάση άρνησης
ή καταλογίζουν στους εαυτούς τους ανεπάρκεια· παράλληλα προσδίδουν στα κείμενα
ιδιότητες και χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν διαθέτουν: τα ποιητικά κείμενα
θεωρούνται ως δείγματα γραφής που δεν αφορούν το ευρύ κοινό, διαθέτουν
«μεταφυσικές» σχεδόν ιδιότητες και αντιμετωπίζονται ως κάτι το «υψηλό» και
«απρόσιτο». Είναι όμως πράγματι έτσι;
Το διδακτικό υλικό που έχει συγγραφεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις της
μελέτης από απόσταση (όταν αξιοποιείται ανάλογα) είναι σε θέση να καλύψει σε
μεγάλο βαθμό τα παραπάνω ζητήματα. Οι σελίδες που ακολουθούν επιχειρούν να

1
συνεισφέρουν σε αυτή την κατεύθυνση με έναν διαφορετικό τρόπο. Συγκεκριμένα,
υπό μορφή ερωτοαπαντήσεων θα επιχειρηθεί στη συνέχεια μια αναγνωστική
προσέγγιση ενός ποιητικού κειμένου της μεταπολεμικής περιόδου, του ποιήματος
«Μπαλλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι» του Μιχάλη Κατσαρού. Δεν θα
εφαρμοστεί με τρόπο αποκλειστικό κάποιο ερμηνευτικό-θεωρητικό μοντέλο, (το
οποίο προϋποθέτει εξειδικευμένη γνώση), αλλά θα συζητηθούν ζητήματα που
απορρέουν από τη βήμα-βήμα ανάγνωσή του. Θεωρώ αυτονόητο ότι για την
πληρέστερη λειτουργία των παρακάτω απαιτείται η δική σας ενεργητική συμμετοχή.
Δεν θα πρέπει δηλαδή να διαβάσετε τον διάλογο που παραθέτω ως ένα συνεχές
κείμενο, αλλά θα πρέπει να επιχειρείται πριν την ανάγνωση κάθε απάντησης να
αρθρώσετε το δικό σας αναγνωστικό-ερμηνευτικό λόγο. Οφείλω, βέβαια, να
ομολογήσω ότι η κάθε ερώτηση λειτούργησε από την πλευρά μου ως έναυσμα
προκειμένου να παρουσιάσω επιπρόσθετα στοιχεία που βοηθούν στην πρόσληψη του
έργου· στοιχεία που εσείς δύσκολα θα είχατε πρόσβαση σε αυτά. Επομένως είναι
λογικό οι απαντήσεις που παραθέτω να διαφοροποιούνται από τις δικές σας, αλλά και
να προωθούν τη συνολική εξέταση του κειμένου. Εξίσου αυτονόητο θεωρώ πως η
μελέτη των παρακάτω προϋποθέτει τη μελέτη των σχετικών κεφαλαίων και μελετών
αναφορικά με την ποίηση της μεταπολεμικής περιόδου που έχετε στη διάθεσή σας.
Στο τέλος της εξέτασης του ποιήματος σας προτείνεται ως δραστηριότητα η σύνθεση
δικού σας κειμένου στο οποίο θα εκθέσετε τον δικό σας ερμηνευτικό-σχολιαστικό
λόγο σε ποίημα ανάλογης προβληματικής. Συγκεκριμένα σας δίδεται προς
επεξεργασία το 26ο ποίημα από τη συλλογή Ανατομία του μεταπολεμικού ποιητή
Γιάννη Δάλλα, ποίημα που παρουσιάζει πολλά σημεία τομής (αλλά και
διαφοροποίησης) με αυτό του Κατσαρού.
Ελπίζοντας τα ποιήματα που παρουσιάζονται να κεντρίσουν το ενδιαφέρον
σας, αλλά και να σας προσφέρουν εκτός των γνώσεων και του προβληματισμού που
διαθέτουν, μια γνήσια αναγνωστική απόλαυση, σας εύχομαι καλή ανάγνωση.

Μπαλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι

Αφιερώνεται στον νέο ποιητή


Χρίστο Ρουμελιωτάκη
ετών 18, που δημοσίεψε προ μηνός
τα πρώτα του ποιήματα

2
στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»

Οι ποιητές κλειστήκανε στο σπήλαιό τους


δε βγαίνουν
φοβούνται
δεν παραδίδουν τίποτα-
Με ποιον με ποιον να μιλήσω;

Κρατά γερά το μυστικό ο Παπαδίτσας


παίζει
βγαίνει απ’ το παράθυρο σαν το πουλί
βρέχεται ξαναμπαίνει-

Με ποιον λοιπόν να μιλήσω;


Ο Σαχτούρης μαζεύει με ένα φακό τις λέξεις του
ταχτοποιεί σε δέντρα τα συμβάντα
χτυπάει μετά τη χορδή του
ξαφνιάζεται σαν το μικρό παιδί-
Με ποιον λοιπόν να μιλήσω;
Χάθηκε ο Αναγνωστάκης στο Βορρά
ούτε ένα θρήνο νέο
λες και να πέθανε τώρα αλήθεια
ούτε ένα Χάρη δεν κλαίει ούτε τον ήλιο.

Με ποιον λοιπόν να μιλήσω;


Σκοτεινός περιφέρεται ο Σινόπουλος
με τους νεκρούς νεκρός δειπνεί
τρέχει μονάχος σε υπόγεια με πυρσούς
φανούς και σπίρτα.

Με ποιον με ποιον να μιλήσω.


Ο Δούκαρης ένας πιστός του εαυτού του
έτοιμος για σφαγή ο Καρούζος
χτυπάει το άδειο γκογκ η Ελένη Βακαλό-

3
Κανείς δεν αποκρίνεται.

Με ποιον με ποιον θα μιλήσω;


Κανέναν άλλο δε θυμάμαι πια
παρά στ’ αυτιά μου ακούω τις φωνές
του Χριστοδούλου
μ’ ένα φανάρι τριγυρνά σ’ άγνωστους διαδρόμους
κραυγάζοντας σαν το σκυλί το πληγωμένο.
Ιάσονα θρηνείς Δεπούντη –μόνος;
Νίκο Φωκά ψάχνεις σε «ακροπωλεία» ακόμη;
Γιώργο μου Γαβαλά πού είσαι;
Αχ Σαραντή το έδωσες το αίμα;
Νίκο Βρανά μη με κοιτάς
μ’ αυτό το κρύο μάτι
είμαι εδώ κοντά σου – μόνος.

Με ποιον με ποιον να μιλήσω;


Και σεις ποιητές όλοι εσείς μονάχοι
τι γίνατε; Ποιος άνεμος σας έδιωξε σας πήρε;
Τώρα που σας καλώ όλους εδώ-
θυμάστε αλήθεια θυμάστε
τα καφενεία τα πεζοδρόμια τα μυδράλια
τα δωμάτια με τα χρυσά πουλιά
θυμάστε
κείνο το βράδυ που μιλούσαμε
θυμάστε;
Ο ποιητής ο Λίκος ήταν άγνωστος
και παραμένει.

Μιχάλης Κατσαρός, «Μπαλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι»,


Αθηναϊκά Γράμματα, τ. 8, Φεβρουάριος 1958.

Μετά από μια πρώτη ανάγνωση του ποιήματος του Μ. Κατσαρού


προσπαθήστε να εντοπίσετε το βασικό θεματικό άξονα του ποιήματος.

4
Καθώς ο ποιητικός λόγος λειτουργεί κυρίως στον παραδειγματικό άξονα, θα
πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η ερμηνευτική προσέγγιση ενός ποιητικού κειμένου δεν
είναι απαραίτητο –πολλές φορές μάλιστα επιβάλλεται το αντίθετο- να ακολουθεί την
παρατακτική στίχο-στίχο επεξεργασία του. Με ελευθερία και άνεση –πολύ
μεγαλύτερη από αυτή που διαθέτουμε όταν επεξεργαζόμαστε αφηγηματικά πεζά
κείμενα- μπορούμε να υπερβούμε την παράταξη των στίχων και να αρχίσουμε την
προσέγγιση ενός ποιήματος από το ουσιαστικότερο –κατά τη γνώμη μας- σημείο του.
Το ποίημα δομείται πάνω σε μια βασική αντίθεση. Από τη μια πλευρά του
άξονα βρίσκεται το ποιητικό υποκείμενο και από την άλλη οι υπόλοιποι ποιητές, οι
οποίοι με τον έναν ή άλλο τρόπο έχουν απομακρυνθεί και «κλειστεί στα σπήλαιά
τους» με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η επικοινωνία ανάμεσα στις δύο
πλευρές. Το ποιητικό υποκείμενο βιώνει αισθήματα μοναξιάς και διάψευσης (ή και
προδοσίας) από τους άλλοτε ομοτέχνους του, κάτι που εμφατικά δηλώνεται με τον
στίχο-επωδό που επαναλαμβάνεται (ελαφρώς τροποποιημένος) επτά φορές στους 54
συνολικά στίχους του ποιήματος: με ποιον με ποιον να μιλήσω;
Παρότι, όπως γνωρίζουμε, στη λογοτεχνία η αυτόματη ταύτιση του αφηγητή ή
του ήρωα με το πρόσωπο του συγγραφέα δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε
μεθοδολογικά ορθή, εντούτοις, στο συγκεκριμένο ποίημα το ποιητικό υποκείμενο θα
μπορούσε να λογιστεί ότι είναι ο ίδιος ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός, αφού σε αυτό
συντείνουν τόσο το γεγονός ότι αυτό εκφράζεται σε πρώτο ενικό πρόσωπο όσο
-κυρίως- η παράθεση ονομάτων υπαρκτών προσώπων ποιητών οι οποίοι ανήκουν
στην ίδια λογοτεχνική γενιά με τον ποιητή. Ο ποιητής στην αρχή ουδέτερα και
αποστασιοποιημένα (χρησιμοποιώντας τρίτο πρόσωπο και αφήγηση π.χ. Κρατά γερά
το μυστικό ο Παπαδίτσας, στ. 6, Σκοτεινός περιφέρεται ο Σινόπουλος, στ. 21) στη
συνέχεια άμεσα και με συναισθηματική εμπλοκή (με τη χρήση δεύτερου ενικού
προσώπου, ευθέων ερωτημάτων, κτητικών αντωνυμιών και επιφωνημάτων π.χ. Νίκο
Φωκά ψάχνεις σε «ακροπωλεία» ακόμη;/ Γιώργο μου Γαβαλά πού είσαι;/ Αχ Σαραντή
το έδωσες το αίμα; Στ. 37-39) αναφέρεται στους ομοτέχνους του και με τραγικό
τρόπο διαπιστώνει την ανυπαρξία κοινού αγώνα, την αδυναμία τους να πορευτούν
συλλογικά, την ανικανότητά τους να «επικοινωνήσουν».

Προσπαθήστε να εντάξετε το ποίημα του Κατσαρού σε μια βασική


κατηγορία ποιημάτων.

5
Το ποίημα εντάσσεται στα ποιήματα ποιητικής, αφού έχει στο κέντρο του
ενδιαφέροντός του την ίδια την ποίηση, τους ποιητές που την υπηρετούν, καθώς και
τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ ομοτέχνων. Από την αρχαιότητα και τον
Όμηρο ακόμη, ο οποίος επικαλείται τη Μούσα προκειμένου να εμπνευστεί και να
συνθέσει τα έπη του, έως τη σημερινή εποχή, οι ποιητές με συνέπεια και σταθερότητα
(αλλά συχνότητα που διαφοροποιείται) έχουν καταθέσει ποιητικά κείμενα στα οποία
συζητούν ζητήματα που αφορούν στην ποιητική πράξη. Ειδικά για τους ποιητές της
μεταπολεμικής περιόδου η σύνθεση ποιημάτων ποιητικής αποτελεί κοινό τόπο.
Βέβαια το συγκεκριμένο ποίημα δεν αναφέρεται στην ποιητική τέχνη γενικά
και θεωρητικά, αλλά παραθέτει μια συγκεκριμένη ονοματολογία ποιητών της
μεταπολεμικής περιόδου. Το φαινόμενο αυτό είναι επίσης υπαρκτό στη νεοελληνική
ποίηση, αν και όχι τόσο συχνό. Ήδη το 1833, ο Αλέξανδρος Σούτσος διατυπώνει την
(άστοχη από τη σημερινή οπτική και εμπειρία) κριτική του στάση για δύο
επτανήσιους συναδέλφους του στο περίφημο (σήμερα) τετράστιχο:

Ο Κάλβος και ο Σολωμός ωδοποιοί μεγάλοι


Κ’ οι δύο παρημέλησαν της γλώσσης μας τα κάλλη
Αλλά ιδέαι πλούσιαι πτωχά ενδεδυμέναι
Δεν είναι δι’ αιώνιον ζωήν προορισμέναι

Ο Κ. Γ. Καρυωτάκης στο σατιρικό ποίημα ποιητικής «Σταδιοδρομία» φαντάζεται το


όνομά του τυπωμένο δίπλα (παρατηρείστε και το λογοπαίγνιο με το όνομα που
ακολουθεί) στο όνομα νεαρής (τότε) ποιήτριας:

«Οι στίχοι παρέχουν ελπίδες»


θα γράψουν οι εφημερίδες.

«Κλεαρέτη Δίπλα- Μαλάμου»


και δίπλα σ’ αυτό τ’ όνομά μου.
στ. 3-6

Αξίζει, τέλος, να αναφερθούμε στο χαρακτηριστικό διάλογο που αναπτύσσουν


οι σύγχρονοι του Μ. Κατσαρού Μ. Αναγνωστάκης και Τ. Πατρίκιος (ο πρώτος

6
ονοματίζεται ρητά στο ποίημα του Κατσαρού) με αφορμή ένα στίχο του δεύτερου για
τη λειτουργία της ποίησης. Ο διάλογος αυτός (διάλογος γύρω από την ποιητική
λειτουργία), μας επιτρέπει να ανιχνεύσουμε και τις φιλικές – συντροφικές σχέσεις
που σε ένα βαθμό χαρακτήριζαν τους ποιητές της μεταπολεμικής περιόδου:
Στη συλλογή Μαθητεία, 1964, ο Τ. Πατρίκιος παραθέτει στο ποίημα «Στίχοι,
2» τα παρακάτω:

γιατί κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα


κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες
(Ποιες μάζες; Μεταξύ μας τώρα-
ποιοι σκέφτονται τις μάζες;
Το πολύ μια λύτρωση ατομική, αν όχι ανάδειξη.)
στ. 7-11

Ο Μ. Αναγνωστάκης στη συλλογή Ο Στόχος, 1970, αναπτύσσει έναν διακειμενικό


διάλογο με τα παραπάνω, καθώς στο ακροτελεύτιο ποίημα της συλλογής, υπό τον
τίτλο «Επίλογος», αναφέρει:

«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φί-


λος μου ο Τίτος,
«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα»

Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.
στ. 4-8

(Λάβετε υπόψη σας τη χρονιά έκδοσης του ποιήματος και τα πολιτικοϊστορικά


γεγονότα της περιόδου: δικτατορία)
Χρόνια αργότερα, ο Τ. Πατρίκιος στη συλλογή Αντικριστοί Καθρέφτες, 1988,
επανέρχεται με το ποίημα «Οι στίχοι, 3»:

Κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα


είχα γράψει πριν από χρόνια

7
κι ως σήμερα μου το καταλογίζουν.
Όμως οι στίχοι κάνουν τη δική τους τη δουλειά
δείχνουν τα καθεστώτα, τα κατονομάζουν
ακόμα κι όταν πάνε να εξωραϊστούν […]
Οι στίχοι δεν ανατρέπουν καθεστώτα
μα σίγουρα ζούνε πιο πολύ
απ’ όλες τις καθεστωτικές αφίσες.
στ. 1-6 & 23-25

Διαβάστε προσεκτικά τον τίτλο και την αφιέρωση του ποιήματος. Πού
νομίζετε ότι παραπέμπουν; Θεωρείτε ότι βρίσκονται σε ανταπόκριση με τη
θεματική του;

Ο τίτλος «Μπαλλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι» δηλώνει, καταρχήν, το
είδος του ποιήματος: Μπαλάντα. Οι μπαλάντες είναι αφηγηματικά τραγούδια στα
οποία παρουσιάζονται δραματικές ιστορίες, συχνά με τραγικό ή βίαιο τέλος. Ως είδος
της λόγιας λογοτεχνίας η μπαλάντα προέρχεται από τη λαϊκή και εμφανίζεται σε όλες
σχεδόν τις ευρωπαϊκές λογοτεχνίες από τον 18ο αιώνα και μετά. Μορφολογικά, αν και
υπάρχουν μπαλάντες σε ελεύθερη μορφή, οι περισσότερες ακολουθούν μια αυστηρή
διάρθρωση: τρεις ισόστιχες στροφές με οκτώ έως δώδεκα στίχους και μια
συντομότερη (τεσσάρων ή έξι στίχων) τέταρτη στροφή, η οποία λειτουργεί ως
κατακλείδα και συμπυκνώνει το νόημα του ποιήματος. Οι τελευταίοι δύο στίχοι κάθε
στροφής είναι ίδιοι και επαναλαμβάνονται ως επωδός (refrain). Το ποίημα του
Κατσαρού ακολουθεί ελεύθερη μορφή, χωρίζεται σε επτά στροφές άνισες ως προς
τον αριθμό των στίχων, αν και από τη μορφολογία του είδους κρατάει τον
επαναλαμβανόμενο στίχο Με ποιον λοιπόν να μιλήσω, ως επωδό, που είναι
τοποθετημένος στην αρχή, και όχι στο τέλος, κάθε στροφής. Η τελευταία στροφή,
όπως θα εξετάσουμε στη συνέχεια, ενέχει θέση κατακλείδας, αφού λειτουργεί
συγκεφαλαιωτικά για όλο το ποίημα.
Στην νεοελληνική λογοτεχνική πραγματικότητα μπαλάντες συνέθεσαν ποιητές
όπως ο Γ. Βιζυηνός, ο Κ. Παλαμάς, ο Μ. Μαλακάσης κ.ά. Ουδέποτε όμως το είδος
γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη ή σημαντική αποδοχή. Μία από τις πιο γνωστές (και πλέον
αξιόλογες, κατά την κρίση μας) μπαλάντες είναι αυτή του Κ. Γ. Καρυωτάκη που
δημοσιεύεται στη συλλογή Νηπενθή, 1921, υπό τον τίτλο «Μπαλάντα στους άδοξους

8
ποιητές των αιώνων» και στην οποία παραπέμπει διακειμενικά το ποίημα του
Κατσαρού. Βέβαια στο ποίημα του Καρυωτάκη το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται
σε ποιητές άδοξοι που ’ναι, ενώ το υπό εξέταση ποίημα του Κατσαρού σε ποιητές που
πέθαναν νέοι. Αντίστοιχα το ποιητικό υποκείμενο στο πρώτο ποίημα φαίνεται πως
λογαριάζει τον εαυτό του ως ένα μέρος του συνόλου των ποιητών για τους οποίους
στιχουργεί, άδοξο το ίδιο μέσα σε άδοξους:

«ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε


«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού ’ναι;»
στ. 26-28

ενώ στο ποίημα του Κατσαρού είναι σαφές ότι το ποιητικό υποκείμενο βρίσκεται σε
σχέση διαφοροποίησης/αντίθεσης με τους ποιητές για τους οποίους στιχουργεί.
Εκτός από το ποίημα του Κ. Γ. Καρυωτάκη, η «Μπαλλάντα…» του Μ.
Κατσαρού παραπέμπει διακειμενικά στο ποίημα «Επίλογος» του Μ. Αναγνωστάκη
(τον οποίο ρητά ονοματίζει στο ποίημά του ο Κατσαρός ως αλλοτινό συνοδοιπόρο
του), από τη συλλογή Εποχές, 3, 1951. Σε αυτό συναντούμε το μοτίβο των ποιητών
που πέθαναν νέοι, το ζήτημα της μνήμης και της λήθης (λωτός), το θέμα του τέλους
της ποίησης (Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν), αλλά και της
αναγέννησής της (να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι):

Οι στίχοι αυτοί μπορεί να ’ναι οι τελευταίοι


Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια
Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
Σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει νέος ήλιος
Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
Να γεννηθούμε στο χυμό τους εμείς πιο νέοι

9
Ο Ανδρέας Μπελεζίνης, ο οποίος μελέτησε το ποίημα του Κατσαρού (1988: 85)
υποστηρίζει ότι ο τίτλος του ποιήματος «Μπαλλάντα για τους ποιητές που πέθαναν
νέοι» προέρχεται από τη συναρμογή των φράσεων του Καρυωτάκη Μπαλ(λ)άντα
στους (άδοξους) ποιητές και του Αναγνωστάκη που πέθαναν (όλοι) νέοι.
Ο Μ. Αναγνωστάκης στο ποίημά του, με τον ακροτελεύτιο στίχο Να
γεννηθούμε στο χυμό του (του λωτού) εμείς πιο νέοι, αφήνει ανοιχτή την προοπτική
της συνέχειας της λειτουργίας της ποίησης, αφού, παρά το εσχατολογικό περιεχόμενο
ολόκληρου του ποιήματος, αισιοδοξεί για την αναγέννησή της· μάλιστα το ρήμα
«γεννηθούμε» βρίσκεται στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, θεωρεί επομένως τον
εαυτό του μέρος ενός συνόλου που δυνάμει θα μπορούσε να αναλάβει αυτή την
προοπτική. Αντίθετα, καθώς διαπιστώσαμε, το ποιητικό υποκείμενο στο ποίημα του
Κατσαρού βρίσκεται σε διάσταση με την ομάδα, με τους υπόλοιπους ποιητές, τους
οποίους θεωρεί ήδη νεκρούς, ενώ το ίδιο εξακολουθεί να δρα και να παράγει ποίηση,
έστω και μόνο του: είμαι εδώ […] – μόνος/ Με ποιον με ποιον να μιλήσω; στ. 42-43.
Η όποια αισιόδοξη οπτική δεν βρίσκεται εντός του κειμένου, αλλά στα στοιχεία του
περικειμένου, και συγκεκριμένα στην αφιέρωση του ποιήματος: Αφιερώνεται στον
νέο ποιητή/ Χρίστο Ρουμελιωτάκη/ ετών 18, που δημοσίεψε προ μηνός/ τα πρώτα του
ποιήματα/ στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης». Στους νέους ποιητές, επομένως,
προσβλέπει ο Κατσαρός και τους θεωρεί ως συνεχιστές της ποιητικής πράξης, σε
αυτούς ελπίζει και σε αυτούς στέκεται γενναιόδωρος, αφιερώνοντας το ποίημά του
(με θέμα το τέλος της ποίησης της γενιάς του) σε έναν νεαρό εκπρόσωπό τους. Είναι
ενδεικτικό μάλιστα το γεγονός ότι ο ποιητής Χρίστος Ρουμελιωτάκης, τη χρονιά που
δημοσιεύθηκε το ποίημα ήταν μόνο 16 ετών, και όχι 18 όπως λανθασμένα
αναφέρεται στην αφιέρωση.

Διαβάστε ξανά το ποίημα του Κατσαρού και σχολιάστε τη λειτουργία του


χρόνου (παρελθόν/παρόν/μέλλον) που εντοπίζετε σε αυτό. Παρατηρείτε κάποια
αντίφαση ανάμεσα στον τίτλο του ποιήματος και στις πράξεις που περιγράφονται
σε ενεστώτα χρόνο;

Αν θεωρήσουμε ως χρονική αφετηριακή αρχή του ποιήματος, δηλαδή ως


παρόν, ως το τώρα, τη στιγμή που το ποιητικό υποκείμενο αρχίζει την αφήγηση των
όσων περιέχονται στο ποίημα, τότε μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι το ποίημα
κινείται κυρίως στον άξονα παρελθόν/παρόν. Ο πρώτος στίχος του ποιήματος ρητά

10
αναφέρεται σε μια πράξη που έχει ήδη συντελεστεί κατά το παρελθόν, τα
αποτελέσματα της οποίας δεσπόζουν σε ολόκληρο το ποίημα και διαρκούν έως το
τώρα: Οι ποιητές κλειστήκανε στο σπήλαιό τους. Συνέπεια αυτής της πράξης είναι ότι
δεν βγαίνουν, φοβούνται, δεν παραδίδουν τίποτα. Οι επόμενες πέντε στροφές
εξειδικεύουν κατά περίπτωση τον τρόπο που ο κάθε ένας ποιητής έχει κλειστεί «στο
σπήλαιό του». Τα ρήματα που περιγράφουν αυτές τις πράξεις είναι όλα σε χρόνο
ενεστώτα, δηλαδή οι ποιητές αυτοί ενεργούν τη στιγμή που το ποιητικό υποκείμενο
αναφέρεται σε αυτούς: κρατά, βγαίνει, μαζεύει, ταχτοποιεί, χτυπάει, ξαφνιάζεται, δεν
κλαίει, περιφέρεται, τρέχει, τριγυρνά κ.ά.· πρόκειται επομένως για ζώντα πρόσωπα που
είναι τα υποκείμενα των ρημάτων. Η συσσώρευση τόσων πολλών ρημάτων σε
ενεστώτα χρόνο και σε ενεργητική φωνή φορτίζουν το ποίημα με μια ενέργεια
πράξεων που συντελείται την ίδια στιγμή που το ποιητικό υποκείμενο τις εξιστορεί.
Αυτή όμως η συσσωρευμένη ενέργεια τόσων πολλών ζώντων υποκειμένων έρχεται
σε επίπεδο καταδήλωσης σε άμεση αντίθεση/αντίφαση με τον τίτλο του ποιήματος
που κάνει λόγο «για ποιητές που πέθαναν νέοι». Η αντίφαση αίρεται εάν δεν
εκλάβουμε τη δήλωση του τίτλου σε κυριολεκτικό επίπεδο (άρα πρόκειται για ζώντα
φυσικά πρόσωπα που ως ποιητές έχουν πεθάνει) ή/και αν εκλάβουμε τις πράξεις του
καθενός από τους ποιητές που αναφέρονται στο ποίημα ως ισοδύναμες του θανάτου
τους ως ποιητές.
Στην τελευταία στροφή του ποιήματος (η οποία, καθώς είδαμε εξετάζοντας
την τεχνική της μπαλάντας, αποτελεί την κατακλείδα/κορύφωση της δραματικής
ιστορίας που εξιστορείται σε αυτή) το ποιητικό υποκείμενο, σε ενεστώτα χρόνο και
πάλι, απευθύνεται ευθέως (με τη χρήση δεύτερου πληθυντικού προσώπου) στο
σύνολο των ποιητών που προανέφερε, αλλά και σε άλλους, που δεν κατονομάζει,
αλλά γίνεται σαφές ότι αποτελούν με τους προηγούμενους ένα σύνολο: Και σεις
ποιητές όλοι εσείς μονάχοι/ τι γίνατε; Ποιος άνεμος σας έδιωξε σας πήρε; στ. 44-45. Ο
στίχος 46 αρχίζει με τη χρονική σήμανση Τώρα και εισάγει την επίκληση του
ποιητικού υποκειμένου προς τους ομοτέχνους του. Επικαλείται τη μνήμη τους (με την
εμφατική επανάληψη του ρήματος θυμάστε στο στίχο 47) προκειμένου να
ανακαλέσουν κοινές πράξεις, κοινούς αγώνες και κοινά οράματα που είχαν κατά το
παρελθόν (καφενεία= χώροι επικοινωνίας, συνάθροισης και διασκέδασης,
πεζοδρόμια= χώροι οδοιπορίας, αλλά και αγώνα, μυδράλια= μέσα μάχης και
αντίστασης, δωμάτια με χρυσά πουλιά= τόποι συνάθροισης και κοινού ποιητικού
οραματισμού). Σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση το παρελθόν αποτελούσε πεδίο κατά

11
το οποίο οι ποιητές αυτοί όχι μόνο «δεν είχαν πεθάνει ακόμη νέοι», αλλά μαζί με το
ποιητικό υποκείμενο αποτελούσαν μια ομάδα με μια κοινή (λίγο-πολύ) πορεία. Στο
παρόν, στο τώρα του στ. 46, δεν έχει απομείνει τίποτα από αυτά, παρά η δυνατότητα
της μνήμης να τα επαναφέρει.
Στον στίχο 50 το ρήμα θυμάστε (που επαναλαμβάνεται για τρίτη φορά)
αυτονομείται και καταλαμβάνει έναν ολόκληρο στίχο. Το αντικείμενο του ρήματος
δίνεται στον επόμενο στίχο και είναι οι νυχτερινές συνομιλίες/επικοινωνίες των
ποιητών, κείνο το βράδυ που μιλούσαμε. Η επόμενη επανάληψη του ρήματος θυμάστε
(στ. 52) παραμένει μετέωρη, χωρίς συντακτικό αντικείμενο, τωρινή φωνή προτροπής
(ή και απόγνωσης) του ποιητικού υποκειμένου προς τους αλλοτινούς συνοδοιπόρους
του. Η ανταπόκρισή τους σε αυτή την προτροπή, αν και αφήνεται ανοικτή σε
πιθανότητες, ουσιαστικά είναι αδύνατη, αφού οι ποιητές αυτοί, όπως έχει εξαρχής
δηλωθεί στον τίτλο του ποιήματος, είναι ήδη νεκροί.
Το ποίημα ολοκληρώνεται με την αποφθεγματική δήλωση: Ο ποιητής ο Λίκος
ήταν άγνωστος/ και παραμένει στ. 53-54. Η φράση αυτή (ανοιχτή σε ερμηνείες και
αναγνώσεις π.χ. αναφορά σε μια πιθανή αδικία της ποιητικής αξίας του ποιητή Λίκου
που δεν αναγνωρίστηκε, αναφορά στο μάταιο των προσπαθειών της ποιητικής αυτής
γενιάς που παραμένει άγνωστη, λογοπαίγνιο με το όνομα του ποιητή, ειρωνεία για
την ποιητική αξία του κατονομαζόμενου ποιητή κ.ά.) καλύπτει και τα τρία βασικά
χρονικά επίπεδα. Ο ποιητής ο Λίκος ήταν, κατά το παρελθόν, άγνωστος, είναι και
σήμερα, και παραμένει (ενεστώτας διαρκείας που καλύπτει, ως προοπτική και το
μέλλον).

Σε ποιους ποιητές αναφέρεται ο Κατσαρός στο ποίημά του; Με ποιον


τρόπο γίνεται αυτή η αναφορά; Τι, κατά τη γνώμη σας, επιτυγχάνεται με αυτή
την κατονομασία;

Στην «Μπαλλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι» αναφέρονται


ονομαστικά 15 ποιητές (οι οποίοι, τη στιγμή της δημοσίευσης του ποιήματος ήταν
όλοι εν ζωή). Συγκεκριμένα πρόκειται για τους: Παπαδίτσα (Δημήτρη), Σαχτούρη
(Μίλτο), Αναγνωστάκη (Μανόλη), Σινόπουλο (Τάκη), Δούκαρη (Δημήτρη), Καρούζο
(Νίκο), Ελένη Βακαλό, Χριστοδούλου (Δημήτρη), Ιάσονα Δεπούντη, Νίκο Φωκά,
Γιώργο Γαβαλά, Γιώργη Σαραντή, Νίκο Βρανά (= Βαγγέλη Γκούφα), και Λίκο
(Γιώργο). Σε αυτούς τους 14 που αναφέρονται εντός του ποιήματος θα πρέπει να

12
προσθέσουμε και τον Χρίστο Ρουμελιωτάκη, το όνομα του οποίου υπάρχει στην
αφιέρωση που προηγείται. Είναι επομένως εμφανές ότι οι 14 πρώτοι αποτελούν μια
ομάδα, ενώ ο τελευταίος διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους με τρόπο εμφατικό.
Για τον Ρουμελιωτάκη δίνονται βιογραφικά του στοιχεία (ηλικία, πρώτες
δημοσιεύσεις) ενώ για τους υπόλοιπους ο τρόπος παρουσίασής τους είναι άλλοτε
άμεσος και ευθύς και άλλοτε έμμεσος και εν μέρει κρυπτικός· προϋποθέτει γνώσεις
του έργου ή και της ζωής εκάστου ποιητή. Η αποκρυπτογράφηση των στίχων που
συνοδεύουν/χαρακτηρίζουν κάθε ποιητή εναπόκειται στις γνώσεις και τις
παραστάσεις που διαθέτει ο κάθε αναγνώστης. Για τους ίδιους τους
κατονομαζόμενους ποιητές, καθώς και για τους γνωρίζοντες τα ποιητικά δρώμενα της
εποχής (στους οποίους πιθανολογούμε ότι απευθύνεται σε ένα πρώτο βαθμό το
ποίημα) η ταυτοποίηση των σημάτων του ποιήματος με συγκεκριμένες περιστάσεις
είναι σχετικά εύκολη. Αλλά, ακόμη και για τον εντελώς ανεξοικείωτο αναγνώστη η
ρητή κατονομασία του επιθέτου του ποιητή (κάποιες φορές και του μικρού του
ονόματος) εύκολα τον κατατοπίζει σχετικά με τα όσα δηλώνονται στο ποίημα.
Με τον τρόπο αυτό, οι συνοδευτικοί κάθε ονόματος ποιητή στίχοι
λειτουργούν διττά: ταυτόχρονα, σε επίπεδο κυριολεξίας (χωρίς να λαμβάνονται
υπόψη τα βιογραφικά/εργογραφικά δεδομένα κάθε ποιητή), αλλά και σε επίπεδο
διακειμενικής αναφοράς. Για παράδειγμα, το περιεχόμενο της δήλωσης ότι ο
Σινόπουλος περιφέρεται σκοτεινός και δειπνεί νεκρός με τους νεκρούς (στ. 21-22) είναι
απολύτως συμβατό με το κλίμα του ποιήματος που αναφέρεται σε ποιητές που
κρύφτηκαν σε σπήλαια και είναι ήδη πεθαμένοι σε νεαρή ηλικία. Για τους γνώστες της
ποιητικής παραγωγής του Σινόπουλου οι ίδιοι στίχοι διαβάζονται και ως αναφορά σε
αυτήν και το περιεχόμενό της (ο Σινόπουλος, κάποια χρόνια αργότερα, το 1971, θα
δημοσιεύσει την ποιητική του συλλογή με τον χαρακτηριστικό τίτλο Νεκρόδειπνος).
Ο χαμός του Αναγνωστάκη στο Βορρά και η μη σύνθεση νέων θρήνων για τον Χάρη
συνάδει με τον χαρακτηρισμό που του αποδίδεται στο στίχο 18: λες και να πέθανε
τώρα αλήθεια, αλλά και με τον τίτλο περί ποιητών που πέθαναν νέοι. Η γνώση του
ποιήματος «Χάρης 1944» Εποχές, 1945, το οποίο αναφέρεται στο θάνατο ενός
νεαρού συναγωνιστή του ποιητή προσδίδει επιπλέον ερμηνευτικές διαστάσεις στους
στίχους του Κατσαρού (προς την ίδια όμως κατεύθυνση). Η εναγώνια
ερώτηση/αναζήτηση του Γιώργου Γαβαλά (Γιώργο μου Γαβαλά πού είσαι στ. 38)
μπορεί, σε ένα πρώτο επίπεδο, να εκληφθεί ως μία ακόμη προσπάθεια επικοινωνίας
του μοναχικού ποιητικού υποκειμένου με τους συνοδοιπόρους του ποιητές που τώρα

13
έχουν «πεθάνει», (το κτητικό μου προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη ένταση και
συναισθηματική φόρτιση), ανάλογη με την ερώτηση που ακολουθεί πέντε στίχους
μετά: και σεις ποιητές όλοι εσείς μονάχοι/ τι γίνατε;. Για τους γνωρίζοντες την πορεία
του Γιώργου Γαβαλά (μέχρι τη χρονιά δημοσίευσης του ποιήματος του Κατσαρού
είχε εκδώσει μία και μόνη ποιητική συλλογή, το 1949, και εργαζόταν για λόγους
βιοπορισμού σε τσαγκαράδικο) η ερώτηση/αναζήτηση φορτίζεται ακόμη
περισσότερο κ.ο.κ.
Επομένως η πρακτική της κατονομασίας που υιοθετείται στο ποίημα
προσθέτει σε αυτό επιπλέον ερμηνευτικές διαστάσεις, δραματοποιεί ρεαλιστικά το
περιεχόμενό του (αφού το εξειδικεύει σε συγκεκριμένους υπαρκτούς ανθρώπους και
δεν αρκείται σε γενικόλογες διαπιστώσεις) και λειτουργεί ως μια
καταγραφή/επισκόπηση της πορείας μιας συγκεκριμένης ομάδας δημιουργών.
Βέβαια, από το προσκλητήριο απόντων που εκφωνεί ο Κατσαρός απουσιάζουν
σημαντικοί ακόμη δημιουργοί της ίδιας περιόδου και κλίματος π.χ. Έκτωρ
Κακναβάτος, Άρης Αλεξάνδρου, Γιάννης Δάλλας, Τάσος Λειβαδίτης, Τίτος
Πατρίκιος κ.ά. Αυτούς, δηλαδή όσους δεν μπόρεσε ρητά να ονομάσει, εικάζουμε ότι
εννοεί ο Κατσαρός στους στίχους 44-45 της τελευταίας στροφής/κατακλείδας με την
ερώτηση: Και σεις ποιητές όλοι μονάχοι/ Τι γίνατε; Ποιος άνεμος σας έδιωξε σας
πήρε; Έτσι, με την γενίκευση που παραθέτεται στο τέλος του ποιήματος, το
περιεχόμενο που προηγείται ξεφεύγει από την οπτική της περιπτωσιολογίας και της
προσωπικής αντιπαράθεσης, κερδίζει σε καθολικότητα, διάρκεια και συνέπεια στην
αρχική του τοποθέτηση: οι ποιητές πέθαναν όλοι νέοι/ το ποιητικό υποκείμενο, μόνο,
αναζητεί συνομιλητή: Με ποιον με ποιον να μιλήσω.
Για το ίδιο θέμα ο Μπελεζίνης (1988: 81) διαπιστώνει την απουσία ποιητών
με κοινή αριστερή ιδεολογική καταγωγή με τον Κατσαρό και την μνημόνευση
ποιητών με αλλότρια αφετηρία. Θεωρεί ότι τούτο οφείλεται λιγότερο στον
προσωπικό χαρακτήρα του ποιήματος (βαθμός οικειότητας με τους ποιητές) και
περισσότερο στην εσωτερική άρθρωση του ποιήματος (αιτιολόγηση της επωδού) και
στο συναφές ιστορικό πλέγμα: το ποίημα συνθέτεται αμέσως μετά τα γεγονότα της
Ουγγαρίας (επέμβαση Σοβιετικών, 1956), τα οποία επέτειναν την κρίση στους
χώρους της αριστεράς και έφεραν κοντά ανθρώπους, που αν και δεν συνεπαίρνονταν
από τους κοινωνικούς οραματισμούς της αριστεράς, με την ποιητική τους στάση
αρνούνταν την ιδεολογική μισαλλοδοξία της κρατούσας δεξιάς.

14
Αξίζει να σημειώσουμε ότι την ίδια πρακτική ακολουθεί και το ποίημα του
Κ. Γ. Καρυωτάκη που αποτέλεσε, καθώς είδαμε, συστατικό της ποιητικής
δημιουργίας του Κατσαρού. Ο Καρυωτάκης στην «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές
των αιώνων» κατονομάζει ρητά τους (καταραμένους) Βερλαίν, Ουγκό, Πόε και
Μπωντλαίρ. Η καθολικότητα στην περίπτωση του Καρυωτάκη επιτυγχάνεται με την
επιλογή του να χρησιμοποιήσει πληθυντικό αριθμό στην αναφορά του στα
συγκεκριμένα ονόματα ποιητών:

Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,


και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η αθανασία τους είναι χαρισμένη.
στ. 9-11

Με τον τρόπο αυτό, δεν είναι, για παράδειγμα, μόνο ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο
υπαρκτός και συγκεκριμένος λογοτέχνης, που έζησε δυστυχισμένος, αλλά και όλοι οι
σαν και αυτόν δημιουργοί. Μάλιστα στο απόσπασμα που παραθέτουμε εντοπίζεται
και το φαινόμενο της σύζευξης αντιθέτων σε αντιφατικές προτάσεις, λογικά
ασυμβίβαστων μεταξύ τους (Καψωμένος, 1990: 136-137) Συγκεκριμένα οι
αντιθετικοί όροι που συνδέονται είναι η Ζωή («εζήσανε») και ο Θάνατος («νεκροί)
και οι οποίοι είναι λογικά ασυμβίβαστοι μεταξύ τους. Οι ποιητές στους οποίους
αναφέρεται ο Καρυωτάκης, μέσω της Τέχνης τους, έχουν κερδίσει την Αθανασία,
έχουν υπερβεί το θάνατο, παρά το γεγονός ότι η ζωή τους ήταν δύσκολη και τη
βίωσαν δυστυχισμένοι. Αντίθετα οι ποιητές στους οποίους αναφέρεται ο Κατσαρός,
αν και βιολογικά ζώντες κατά τη χρονική στιγμή της σύνθεσης του ποιήματος
λογίζονται σε καλλιτεχνικό/δημιουργικό επίπεδο ως νεκροί.

Θεωρείτε ότι τα όσα καταγράφονται στο ποίημα αποτελούν κάποιο


καινοφανές φαινόμενο στο χώρο της λογοτεχνίας;

Καταρχάς, ο ίδιος ποιητής, ο Μιχάλης Κατσαρός, σε προηγούμενες ποιητικές


του καταθέσεις είχε ήδη δώσει το στίγμα των απόψεών του και της επιθετικής
κριτικής του στάσης απέναντι στους ομοτέχνους του και στο εν γένει ποιητικό
φαινόμενο. Για παράδειγμα στη συλλογή Κατά Σαδδουκαίων, 1953, είχε κάνει λόγο
για ποιητές που

15
[…]κρατώντας λάβαρα
έγραφαν ύμνους
κρατούσαν την αναπνοή μπροστά στους
επίσημους
χειροκροτούσαν ακατάπαυστα όλους
τους ρήτορες
«Βησιγότθοι» στ. 16-18

Στο ποίημά του «Η διαθήκη μου» εξέπεμπε ένα μήνυμα αντίστασης ενάντια σε
οτιδήποτε συμβατικό και συμβιβασμένο, ακόμη και σε αυτόν τον ίδιο (ως ποιητή), ως
τη μόνη προοπτική που οδηγεί στην Ελευθερία:

σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς


στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα ακόμη που σας ιστορώ
αντισταθείτε.
Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.
στ. 32-35

ενώ στα ποιήματα «Όταν…» και «Μέρες 1953» ασκεί δριμεία κριτική στην ποίηση
του Οδυσσέα Ελύτη (ο οποίος αν ανήκει στη γενιά του ’30 συνέχισε με επιτυχία και
αυξανόμενη αποδοχή την παραγωγή και κατά την μεταπολεμική περίοδο) και του
κατά δύο χρόνια νεότερού του Τάσου Λειβαδίτη, αντίστοιχα. Στο τελευταίο αυτό
ποίημα διαφαίνεται και η ποιητική ιδέα του «θανάτου» όλων των ποιητών:

όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση


να πλημμυρίζει τα σαλόνια
όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
όταν ακούω σένα να μιλάς
εγώ πάντα σωπαίνω
«Όταν…», στ. 3-8

16
Σκεφτείτε τη θέση των ποιητών
μετά την εγκαθίδρυση των κυβερνήσεων
μετά τη διαταγή παύσατε πυρ υμνήσατε τους
άρχοντας
σκεφτείτε και μένα […]

Πάψε τους ύμνους σου αστέ ποιητή έλληνα


Λειβαδίτη
για έρωτες σπίτια και ηρεμία
όσο ανθρώπινα κι αν είναι.
Αύριο θ’ αναγκαστείς να φωνάζεις
όπως άλλοτε μαζί μου θάνατος στους τυράννους. […]

Κανένας πια δεν έμεινε ποιητής.


Έτσι μονάχος ανοίγω το δρόμο.
«Μέρες 1953» στ. 7-11, 27-32, 47-48

Η πρακτική της σύνθεσης ποιημάτων ποιητικής στα οποία επιχειρείται μια


κριτική αποτίμηση της ποιητικής παραγωγής του ποιητή και της ποιητικής ομάδας
στην οποία ανήκει είναι μια πρακτική, αν και κάποιες φορές δυσάρεστη για τους
κρινόμενους, θεμιτή και συνήθης στα λογοτεχνικά δρώμενα. Ο Κ. Γ. Καρυωτάκης,
για να αρκεστούμε στην περίπτωση του ποιητικού προγόνου της «Μπαλλάντας…»
του Μ. Κατσαρού, είχε συνθέσει ποιήματα ποιητικής στα οποία η κριτική του στάση
υπήρξε δριμεία και καταλυτική. Θυμίζουμε ενδεικτικά το ποίημα «Σταδιοδρομία»
στο οποίο έχουμε ήδη αναφερθεί, το «Μικρή ασυμφωνία εις Α μείζον» όπου γίνεται
αναφορά, εκτός των άλλων, στον ποιητή της εποχής του Μ. Μαλακάση και το «Όλοι
μαζί…» όπου με σατιρικό τρόπο περιγράφεται η πορεία και η στάση της ποιητικής
του γενιάς. Το τελευταίο αρχίζει με τον παροιμιώδη στίχο: Όλοι μαζί κινούμε,
συρφετός…
Παρόμοια οπτική και στάση παρατηρούμε και στους ποιητές που ανήκουν
στην ίδια με τον Κατσαρό ποιητική γενιά. Αναφερθήκαμε ήδη στην περίπτωση του
Μ. Αναγνωστάκη. Η συλλογή Ο στόχος, 1970, στην οποία ανήκει το ποίημα

17
«Επίλογος» που παρουσιάσαμε ξεκινάει με τους εισαγωγικούς/απορηματικούς
στίχους:

Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες


Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές μικροκέρδη συμψηφίζοντας

Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες

Ο Κλ. Κύρου (έτος γέννησης 1921) αναφέρεται στη γενιά του με σπασμένη φωνή και
με φόβο για το τέλος του ιστορικού της ρόλου, μόλις το 1960:

Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ


Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της […]

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε


Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε […]
«Κραυγή δέκατη πέμπτη», Κραυγές της νύχτας, στ. 1-4, 9-10

Ο Αν. Δεκαβάλλες (έτ. γεν. 1920) διαπιστώνει στα 1970 την αφύσικη ενηλικίωση της
γενιάς του, την αλλοτρίωσή της και το επερχόμενο τέλος της:

Γενιά παράξενη.
Νιότη δεν είχαμε ποτέ μας.
Μήπως την είδατε την άνοιξη,
κείνη που δίνει, κείνη που παίρνει
τον αστόχαστο καρπό […]

Απ’ το νωρίς διαβήκαμε στο αργά


χωρίς άλλο ενδιάμεσο παρά μια νύχτα
βασταχτερή που μας πήρε

18
το ασχημάτιστο πρόσωπο,
το αγέννητο βρέφος, τον εαυτό.
«Λίγα λόγια μιας γενιάς», Ωκεανίδες, στ. 1-5, 20-24

Ο Θ. Γκόρπας, αν και ανήκει σε μια νεότερη γενιά από αυτή του Κατσαρού
(έτ. γέν. 1935) στο ποίημά του «Η ποίηση», Στάσεις στο μέλλον, 1979, εκφράζει τις
ίδιες πάνω-κάτω απόψεις για την ποιητική παραγωγή και πορεία των ποιητών στους
οποίους αναφέρεται ο Κατσαρός (ξεχωρίζει δύο χρονικά επίπεδο: το πρώτο –χρονικά
προγενέστερο- στο οποίο επικρατεί το κλίμα της ορμής, της επικοινωνίας, των
προσδοκιών, και το δεύτερο –μεταγενέστερο- το επίπεδο των διαψεύσεων, της
αλλοτρίωσης, του «τέλους» της ποίησης και της επικοινωνίας). Στο ποίημά του αυτό
ο Γκόρπας κάνει μια σαφή παραπομπή στο πατάρι [σσ. του Λουμίδη], χώρο
συνάθροισης και ατέλειωτων συζητήσεων των μεταπολεμικών ποιητών στις πρώτες
μεταεμφυλιακές δεκαετίες.

Η ποίηση

Πατάρι

Ανάμεσα από καφέ εσπρέσσο και ντουμάνια


οι νέοι ποιητές σκαλίζουν στην καρδιά του κόσμου
για φρέσκους δρόμους για φρέσκα λιμάνια.
……………………………………………………..
Κάποτε τέλειωσε κι αυτή η ιστορία
κ’ οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν
τόσοι πουλάν στην αγορά όσο όσο τα τελευταία τους ρετάλια
τόσοι αγοράζουν γιατρικά πανάκριβα για μια ποίηση ξεγραμμένη πια.
Οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν
κ’ οι φίλοι…

Ανάλογες καταγραφές εντοπίζονται σε ποιήματα των Γ. Δάλλα, Θ. Κωσταβάρα, Τ.


Πατρίκιου, Π. Θασίτη, Τ. Λειβαδίτη, κ.ά. (Το θέμα συζητά η Δ. Μέντη στο κεφάλαιο
«Αυτοπαρουσίαση και απολογισμός», Μέντη, 1995: σ. 188-197).

19
Επομένως η κριτική στάση του ποιητή Μιχάλη Κατσαρού απέναντι στους
συνομήλικούς του ομοτέχνους είναι απολύτως συμβατή με ποιητικές πρακτικές που
ακολούθησαν κατά το παρελθόν και συνεχίζουν να ακολουθούν οι ποιητές ανά τους
καιρούς· σε ένα κάποιο βαθμό είναι και θεμιτή, αφού η ενασχόληση με τη τέχνη
προϋποθέτει, εκτός των άλλων, συνεχή προβληματισμό, αναθεώρηση απόψεων,
απουσία εφησυχασμού, διαρκή αναζήτηση και διεισδυτικό κριτικό βλέμμα. Εκείνο
όμως που διαφοροποιεί το συγκεκριμένο ποίημα από τα άλλα ανάλογα που
παρουσιάσαμε ήταν το γεγονός πως ο ποιητής διαχωρίζει απολύτως τη θέση του από
την ομάδα (την οποία απορρίπτει με απόλυτο τρόπο) και κρατά για τον εαυτό του τη
θέση του τιμητή των αξιών και του μοναδικού πιστού εναπομείναντα στα αρχικά
οράματα· απουσιάζει δηλαδή το στοιχείο της αυτοκριτικής, της αυτοϋπονόμευσης και
της προσωπικής ενδοσκόπησης (στοιχεία εξίσου σημαντικά για όσους παράγουν
καλλιτεχνικό έργο· παράβαλε ενδεικτικά τον αυτοσαρκασμό του Καρυωτάκη, το
πρώτο πληθυντικό πρόσωπο στα προηγούμενα παραθέματα των μεταπολεμικών
ποιητών). Το δεύτερο σημείο διαφοροποίησης είναι η επιλογή του Κατσαρού να
αναφερθεί προσωπικά (ονομαστικά) στους ομότεχνούς του και με αυτόν τον τρόπο να
εξαπολύσει την επίθεσή του.

Προσπαθήστε να εικάσετε τις αντιδράσεις που προκάλεσε η δημοσίευση


του ποιήματος και τα όσα αναφέρονται σε αυτό, τόσο σε σχέση με τις απόψεις
περί «θανάτου» των ποιητών της γενιάς του Κατσαρού όσο και σε προσωπικό
επίπεδο για τους ποιητές που κατονομάζονται.

Η επίθεση που εξαπολύει ο ποιητής Μ. Κατσαρός το 1957 ενάντια στους


ποιητές της γενιάς του (ο μεγαλύτερος σε ηλικία από τους κατονομαζόμενους ποιητές
είναι ο Γιώργης Σαραντής –έτος γέννησης 1919- και ο νεώτερος ο Νίκος Φωκάς –
έτος γέννησης 1927· ο Μ. Κατσαρός γεννήθηκε το 1919) πραγματοποιήθηκε τη
χρονική εκείνη περίοδο κατά την οποία οι ποιητές αυτοί διένυαν την τέταρτη
δεκαετία της ζωής τους. Είχε δηλαδή παρέλθει η εποχή της νιότης τους (και των
χαρακτηριστικών που τη συνοδεύουν: ορμή, οραματισμοί, φιλοδοξίες, ελπίδες κ.ά)
και οι περισσότεροι είχαν από χρόνια παρουσιάσει τις πρώτες τους ποιητικές
καταθέσεις (κάποιοι όπως ο Σαραντής και ο Σαχτούρης είχαν ήδη εμφανίσει τις
πρώτες τους ποιητικές συλλογές από το 1939 και 1941 αντίστοιχα). Δεν πρόκειται
δηλαδή για μια ομάδα νεαρών ποιητών που έκανε τα πρώτα της βήματα στα

20
λογοτεχνικά δρώμενα της χώρας, αλλά είχε ήδη διανύσει τα μισά σχεδόν του
βιολογικού της βίου. Η χρονική αυτή στιγμή προσφερόταν επομένως για
απολογισμούς, περίσκεψη και επαναπροσδιορισμό στόχων. Τοποθετημένοι, άλλωστε,
οι περισσότεροι από τους κατονομαζόμενους ποιητές, καθώς και ο Μ. Κατσαρός, στο
ιδεολογικό στρατόπεδο της αριστεράς, μετά από αγώνες αντίστασης και εμφύλιες
διαμάχες, είχαν ήδη δει πολλά από τα οράματά τους να διαψεύδονται, είχαν βιώσει τη
μισαλλοδοξία της νικήτριας παράταξης και είχαν δει τον ιδεολογικό τους χώρο να
σπαράσσεται από συγκρούσεις και έριδες.
Δεν γνωρίζουμε επακριβώς τις αντιδράσεις των κατονομαζόμενων ποιητών
στην ανάγνωση του ποιήματος· ανεκδοτολογικά, πάντως, διασώζεται ο θυμός του
ποιητή Γιώργου Λίκου και η πρόθεσή του να υποβάλει μήνυση και να… μονομαχήσει
με τον Κατσαρό. Ο Καρούζος, που διασώζει το περιστατικό, αναφέρεται στις δικές
του προσπάθειες και σε αυτές του Σαχτούρη να καταστείλουν τις αντιδράσεις του
Λίκου. Πέρα, όμως, από τις όποιες ανθρώπινες αντιδράσεις (που ως τέτοιες και μόνο
έχουν τη σημασία τους) ενδιαφέρον παρουσιάζει να παρακολουθήσουμε την πορεία
του ποιήματος στη νεοελληνική λογοτεχνική πραγματικότητα, καθώς και τις όποιες
απόψεις των ποιητών που διατυπώθηκαν γραπτώς.
Ο Ανδρέας Μπελεζίνης, είκοσι και πλέον χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση
του ποιήματος (το 1979), ζήτησε εγγράφως τις απόψεις των πρωταγωνιστών του γι’
αυτό (Μπελεζίνης, 1988: 87-97). Από τις έγγραφες απαντήσεις που έλαβε
σταχυολογώ, ενδεικτικά και αποσπασματικά (και για το λόγο αυτό φοβούμαι ότι η
εντύπωση που θα δημιουργηθεί μπορεί να είναι ελλιπής) τα παρακάτω:
Χρίστος Ρουμελιωτάκης: Καθώς με την Μπαλλάντα του Κατσαρού μπλέκεται
ακούσια τ’ όνομά μου με τόσα διάσημα ονόματα της ελληνικής ποίησης, μπορώ
νομίζω να καταλάβω πως θα ένοιωθε η Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου μετά τους
γνωστούς στίχους του Καρυωτάκη.
Δημήτρης Παπαδίτσας: Ο Κατσαρός είδε όλους του Ποιητές-φίλους του
«νεκρούς», όμως τα είκοσι τόσα χρόνια που πέρασαν από τότε απέδειξαν πόσο
ζωντανοί είναι και πόσο η πολύχυμη λυρική προσφορά τους καθημερινά
αναγνωρίζεται και μέσα κι έξω απ’ την Ελλάδα.
Μ. Αναγνωστάκης: […] είναι ένα ποίημα που ξεπερνά το παιχνίδι και την
επικαιρική αφορμή και αποκτά τελικά ένα δραματικό χαρακτήρα ντοκουμέντου που
το διαπερνά η αληθινή συγκινημένη πνοή του γνήσιου ποιητή.

21
Τάκης Σινόπουλος Οι στίχοι [παραθέτει τους στίχους 43-45] δείχνουν όχι
μόνο την άγρια μοναξιά του Κατσαρού (προσωπική και ιδεολογική), όχι μόνο την
άγρια μοναξιά των άλλων ποιητών και την αδυναμία να επικοινωνήσει μαζί τους,
αλλά και τη διασπορά, τις διαμάχες, το χαμό, τις ιδεολογικές αντιθέσεις και το
κυνηγητό των πνευματικών ανθρώπων γενικότερα, όπως καθορίστηκε ουσιαστικά
από τις τρομαχτικές ιστορικές εποχές που διανύσαμε, δηλαδή τη δεκαετία 1940-50
και τη δεκαετία 1950-60, μ’ όλες τις επιπτώσεις σε συνειδήσεις και έργα, με τα
γνωστά σ’ όλους αποτελέσματα, να μη μπορέσει τελικά αυτή η πρώτη μεταπολεμική
γενιά ν’ αποχτήσει δικό της συγκεκριμένο πρόσωπο.
Δημήτρης Δούκαρης: Θ’ αναφερθώ μονάχα στην «πνευματική αποτίμηση».
Είναι ελλιπής και μονοδιάστατη η άποψη του Μιχάλη Κατσαρού, στο στίχο που
αναφέρεται σε μένα.
Νίκος Καρούζος: Δεν ξέρω: συμβαίνουν σήμερα τέτοιες ρομαντικές εξάρσεις
ανάμεσα στους ποιητάδες; Το γεγονός είναι πως το χιουμοριστικό σκαλάθυρμα του
Κατσαρού τα κατάφερε να κάνει μια ένδοξη διαδρομή στα ποιητικά μας πράγματα.
Ελένη Βακαλό: Το ποίημα του Κατσαρού είναι αλήθεια. Γι’ αυτό άλλωστε
δεν μπορώ να το αποσυνδέσω απ’ ό,τι ήταν τότε, κινήσεις μας, κουβέντες, πράξεις,
σχέσεις μας, που δεν είχαν κατά νου πάντως την ιστορία. Το θέμα είναι αν αυτό που
λέμε «στίγμα μια γενιάς» είναι ακίνητο –στιγματισμός- ή κινείται μαζί με μια πορεία.
Δημήτρης Χριστοδούλου: Έτσι την «Μπαλλάντα» παρά τις κάποιες
ομοιότητες, σημειολογικές κυρίως, που βρίσκω με τον Καρυωτάκη, την θεωρώ ένα
ιλαροτραγικό μανιφέστο, γεμάτο χιούμορ και θλίψη και καθόλου ένα αποτιμητικό ή
προφητικό κείμενο που κρούει κώδωνες κινδύνου.
Νίκος Φωκάς: Ήταν τα χρόνια αμέσως μετά τον ανταρτοπόλεμο. Η νίκη της
«εθνικοφροσύνης» εορταζόταν παντού με την καταστροφή του έθνους και ο,τιδήποτε
εθνικού. Ήταν η δεκαετία των εργολάβων και της εισαγωγής των αγγλικών στη ζωή
μας. Η λογοτεχνία περισσότερο περιθωριακή κι από άλλοτε συγκεντρωμένη σε τρία
τέσσερα καφενεία. Το προσκήνιο της λογοτεχνικής ζωής, ελλείψει σοβαρής και
θαρραλέας κριτικής –και τότε όπως και τώρα- κατείχε η προπολεμική γενιά του ’30.
Νίκος Βρανάς/Βαγγέλης Γκούφας: Τω καιρώ εκείνω, εμφανιζόμασταν ως
κουστωδία νόθων. Άτεγκτοι στην καταδίωξη της αθανασίας του εικοσιτετραώρου.
«Όλοι μαζί κινάμε συρφετός…» Εκείνα τα γνωστά. Και παράλληλα –ταυτόχρονα-
έφεσή μας και να υπηρετήσουμε. Αντίς για επισκεπτήρια τυπώναμε ποιητικές

22
πλακέτες. Οι ελάχιστοι αποφάσισαν ν’ αυτοπυρποληθούν. Ο Μιχάλης Κατσαρός συν
αυτοίς. Εμείς –όποιοι- οι αποστάτες τον τιμούμε.
Ο ίδιος ο ποιητής Μ. Κατσαρός, αναφερόμενος στο ποίημά του, θυμάται το
κλίμα της εποχής, τις συγκεντρώσεις σε σπίτια ομοτέχνων και σημειώνει
χαρακτηριστικά: «Ένα ποίημα που γράφτηκε σχεδόν στα πρώτα χρόνια του ποιητή
έχει μια γοητεία μύθου. Το ποίημα «Μπαλλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι»
γράφτηκε στα πιο παλαιά χρόνια. […] Δημοσιεύθηκε σε πολλά περιοδικά εφημερίδες
και πολλοί το έλεγαν για καιρό. Ήταν μια παρουσίαση της νέας μεταπολεμικής
ποίησης που υπήρχε στη χώρα μας και κάθε ένας είχε ακούσει, διαβάσει, σχολιάσει
την ποίηση με τα πρώτα δημοσιεύματα και προ πάντων προφορικά. Τα χειρόγραφα
ανταλλάσσονταν ελεύθερα και οι γνώμες εκφράζονταν με πείσμα για το νέο που
φανερώθηκε και κομιστές του είμεθα εμείς. Η γενιά μας, η παρακαταθήκη μας, η
Τέχνη».
Με την ευκαιρία άλλης περίστασης, και συγκεκριμένα μιας συνέντευξης που
παραχώρησε ο Μ. Κατσαρός στο περιοδικό Τομές (1984) στο πλαίσιο ενός
αφιερώματος στον ποιητή Γ. Λίκο, ο ποιητής καταθέτει ενδιαφέρουσες απόψεις
αναφορικά με το νεανικό του ποίημα, αλλά και με την ισχύ των απόψεων που
διατύπωσε σε αυτό για τους ποιητές της γενιάς του. (Ασφαλώς ο όποιος σχολιαστικός
λόγος των ποιητών, πολύ περισσότερο αυτός που εκφέρεται δεκαετίας μετά τη
σύνθεση του έργου τους, δεν μπορεί να διεκδικήσει σε απόλυτο βαθμό την
ερμηνευτική «αλήθεια» του έργου τους. Πρόκειται για έναν σχολιαστικό λόγο
ενδιαφέροντα, αξιόλογο, αξιόπιστο -εφόσον τον καταθέτει ο ίδιος ο παραγωγός του
έργου τέχνης-, όχι όμως μοναδικό ή δεσμευτικό. Το κάθε ποίημα, από τη στιγμή της
έκδοσής του και μετά, είναι ανοιχτό σε ερμηνευτικές προτάσεις, ακολουθεί τη δική
του πορεία στο χρόνο και επιδέχεται ποικίλες –κάποιες φορές και αντικρουόμενες-
ερμηνευτικές προσλήψεις.) Από τα όσα παραθέτει ο Κατσαρός το πλέον ενδιαφέρον
(κατά τη γνώμη μας) είναι η εμμονή του στην υποστήριξη της δήλωσης περί θανάτου
των ποιητών της γενιάς του, αλλά και η εναγώνια αναζήτηση του νέου –της άλλης
πρότασης. Παραθέτω ενδεικτικά αποσπάσματα:
[Για το κλίμα της εποχής και την αφόρμηση σύνθεσης του ποιήματος] Δεν
ξέρω τι θα πει πεθάναν νέοι, αλλά όμως γνωρίζω ότι η ποίηση ζει και σιγά-σιγά
πεθαίνει. Είχε τελειώσει η αντίσταση, είχε τελειώσει η κατοχή, είχε τελειώσει ο
θρίαμβος της ιστορίας των Ελλήνων. Κι εμείς που ανήκαμε σ’ αυτό το θρίαμβο της
αντιστάσεως, της κατοχής, εμείς που ανήκαμε στο θρίαμβο του έθνους είχαμε

23
επηρεασθεί, είχαμε ομιλήσει με τις ιδέες εκείνης της εποχής. Όλοι επηρεαζόμενοι από
τα γεγονότα, τα πολιτικά ή τα εθνικά γεγονότα, γράφαμε ποίηση, εβλέπαμε αυτή την
ιστορία των ιδεών των Ελλήνων. Όπου έξαφνα εμφανίζεται ένας 16ετής (σσ. Ο
Χρίστος Ρουμελιωτάκης) και δεν έχει αυτές τις ιδέες. Ο χρόνος έχει παρέλθει και
ενθουσιασμένος εγώ από τη αλλαγή αυτή της εποχής έγραψα το ποίημα και είπα ότι
οι ποιητές αυτοί πέθαναν νέοι. Δηλαδή ακόμη η νέα ποίηση δεν είχε εμφανισθεί και
εμφανίζεται ένας νέος, μια νέα γενιά, που δεν έζησε τις ιδέες αυτές, και εμφανίζει
τέχνη, εμφανίζει ποίηση.
[Για την αναφορά του στον ποιητή Γιώργο Λίκο] Εδώ μετά από 26 χρόνια
μπορώ πια να αποκαλύψω τον στίχο μου για τον Λίκο. Και πάλι να με συγχωρέσει,
γιατί πράγματι εμένετο ο Λίκος όταν διάβασε, τον έπιασε υστερία, ήθελε να με
μηνύσει: πώς παραμένει άγνωστος ένας ποιητής Λίκος; Εκείνη την εποχή ήταν κι
αυτός νέος ποιητής, ανήκε στη γενιά των νέων ποιητών. Κι εγώ προσπάθησα να μην
αποκαλύψω γιατί χρησιμοποίησα το όνομα του Λίκου. Έπρεπε να στεγασθεί το
ποίημα, να έχει μια στέγη και να μιλήσω για τον ποιητή τον πραγματικό που κάνει
τον λύκο. Τι εννοώ όταν λέω κάνει τον λύκο: το Λίκος με διευκόλυνε σαν όνομα, σαν
λέξη. Κι αυτή είναι η αποκάλυψη για το όνομα του Λίκου, ότι με διευκολύνει η λέξη
Λίκος για να κλείσω, ότι ενώ οι ποιητές είναι γνωστοί όλοι, (πέθαναν –έκαναν-
έζησαν), ο ποιητής Λίκος, που σημαίνει λυπημένο καράβι, λυπημένο κοπίδι, που
σημαίνει Lupo di Roma, που σημαίνει διάφορα πράγματα, μένει άγνωστος. […]
δηλαδή είναι ποιητής της αγνότητας. Έτσι χρησιμοποίησα το όνομα Λίκος για να
δηλώσω αυτό το λυκαυγές
[Για το εάν επιμένει στην άποψή του ότι οι ποιητές πέθαναν νέοι] Μα τους
θεωρώ ακόμη πεθαμένους, τους θεωρώ πως κινούνται σ’ ένα χώρο που η ζωντανή
τέχνη τους λείπει. Τους θεωρώ σαν ένα παρελθόν, όπως θεωρώ παρελθόν όλα τα
χρόνια που πέρασαν. Δηλαδή είναι τα χρόνια από τότε μέχρι τώρα που τέλειωσε η
ιστορία της μεταπολεμικής γενιάς. Οι ζωντανοί ποιητές για μένα σήμερα είναι ο
Μπόουι, ο οποίος γυμνός χορεύει στις σκηνές της Αμερικής και φωνάζει: Δώστε μας
βενζίνη (σσ. άμεση αναφορά στο τραγούδι του David Bowie “Cat People” και
συγκεκριμένα στους στίχους: I ‘ve been putting out fire/ with gasoline).

Ποια νομίζεται ότι ήταν η εκδοτική τύχη και η πορεία πρόσληψης του
ποιήματος;

24
Είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως το συγκεκριμένο ποίημα, «Η Μπαλλάντα
για τους ποιητές που πέθαναν νέοι» του Μιχάλη Κατσαρού, το οποίο, καθώς είδαμε,
προκάλεσε τόσες αντιδράσεις, σχόλια και συζητήσεις δεν συμπεριλαμβάνεται σε
καμία ποιητική συλλογή του Κατσαρού, σε κανένα του βιβλίο. Ωστόσο, οι συχνές
αναδημοσιεύσεις του το καθιστούν ως ένα από τα πλέον διαδεδομένα και
σχολιασμένα ποιήματα του ποιητή, αλλά και της μεταπολεμικής ποιητικής
παραγωγής. Μετά την πρώτη του δημοσίευση στο 8ο τεύχος του περιοδικού Αθηναϊκά
Γράμματα, το Φεβρουάριο του 1958, το ποίημα αναδημοσιεύτηκε –εξ όσων
γνωρίζουμε- στο 1ο-2ο τεύχος του περιοδικού Το άλλο στην τέχνη (1962) και στο
τεύχος του Ιουλίου του 1971 του περιοδικού Κούρος. Το Μάρτιο του 1979 ο Ανδρέας
Μπελεζίνης, στο πλαίσιο των εισηγήσεών του στο θέατρο Εντοπία για τη
μεταπολεμική ποίηση, πραγματοποιεί μία ομιλία με βασικό της θέμα την εξέταση του
ποιήματος και τις αντιδράσεις των κατονομαζόμενων σε αυτό ποιητών (το κείμενο
της ομιλίας του και οι απαντήσεις των ποιητών δημοσιεύονται στο περιοδικό Τομές τ.
48, Μάης 1979, στο αφιέρωμα που πραγματοποιεί το περιοδικό στον ποιητή Μ.
Κατσαρό, αλλά και σε βιβλίο που εκδίδει ο μελετητής το 1988). Ο Αλέξανδρος
Αργυρίου, ο οποίος επιμελήθηκε την Ανθολογία Η ελληνική ποίηση- Η πρώτη
μεταπολεμική γενιά στις εκδόσεις Σοκόλη, το 1982 επιλέγει να ανθολογήσει το
συγκεκριμένο ποίημα ως ένα από τα 13 ποιήματα του Κατσαρού που
συμπεριλαμβάνει στον τόμο. Ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας το 1983 στην ποιητική του
συλλογή τα θεάματα συμπεριλαμβάνει ένα εκτενές πεζόμορφο ποίημα, με τον τίτλο
«Το Πατάρι» (σσ. του Λουμίδη) το οποίο αναφέρεται με λεπτομέρειες στο κλίμα που
επικρατούσε στο πνευματικό αυτό στέκι της δεκαετίες του ’50 και ’60, καθώς και τη
φθίνουσα πορεία του. Εδώ παραθέτουμε ένα ενδεικτικό απόσπασμα του ποιήματος,
με ρητή αναφορά στον ποιητή Μ. Κατσαρό και την «Μπαλλάντα …» του:

[…] Το
πατάρι ήταν δικό μας κι όλα τ’ άλλα στην Αθήνα ξένα. Κι απ’
τους παλιούς μόνο ένας Βάρναλης ή ένας Εμπειρίκος άντεχαν
ν’ ανεβαίνουν κάπου κάπου.

Περνούσαν τα χρόνια λιγόστευαν οι φωνές θόλωναν τα μάτια


το Πατάρι κι ο Τάκης του δεν πάθαιναν τίποτε. Άλλοι παν-
τρεύονταν βλαχοπούλες άλλοι χάνονταν στα πέρατα άλλοι στις

25
νευρολογικές κλινικές άλλοι επέστρεφαν στο κόμμα άλλοι άρχι-
ζαν ν’ ασχολούνται μ’ αμερικάνικες δουλειές άλλοι άρχιζαν να
συχνάζουν στου κ. Ελύτη και στου κ. Ρίτσου άλλοι το γύριζαν
στο πεζό άλλοι στο καλαματιανό άλλοι πήγαιναν να φάνε μαζί
με τον κ. Θεοδωράκη άλλοι πήγαιναν στο συσσίτιο της Χρή-
στου Λαδά άλλοι τόριχαν στο πιοτό άλλοι έπεφταν σε σκατά
κι άλλοι την κοπάναγαν στα Παρίσια για σπουδές τάχα.

Ο προφήτης από δεύτερο χέρι Μιχάλης Κατσαρός όταν έγραψε


το ποίημα για τους χαμένους ήταν κι αυτός ένας χαμένος ήδη.

Μετά τις φωτιές του 1965 μερικοί που απεδείχθησαν ατάλαν-


τοι ή εξ επαγγέλματος πεινασμένοι και καλοί με όλους άρχισαν
να βάνουν χέρι και στο θρύλο του Παταριού. Κι όταν έφεξε η 21
Απριλίου για πρώην και νυν αριστερούς το Πατάρι του Λουμί-
δη ήταν προ πολλού ένα ακόμα κολάδικο ένα ακόμα πουτανά-
δικο κι ο Τάκης του είχε πάψει να πιστεύει να πιστώνει να φέρ-
νει να χαμογελάει.

Ο Μιχάλης Κατσαρός, με το συγκεκριμένο ποίημα, κατέθεσε την αγωνία του


για την πορεία της ποίησης της εποχής του και τη λειτουργικότητά της στην
κοινωνία. Πρόκειται για έναν προβληματισμό που, καθώς είδαμε, διαπερνά και
εντοπίζεται σε ολόκληρο το σώμα της ποιητικής παραγωγής, όχι μόνο της
μεταπολεμικής περιόδου, αλλά προηγούμενων εποχών. Οι ποιητές, οι καλλιτέχνες-
δημιουργοί, φορείς συνεχούς ευαισθησίας, ανησυχιών, υπονόμευσης των
παραδεδομένων αξιών και αντικομφορμισμού ενσωματώνουν συχνά στο ίδιο το έργο
τους αυτές τους τις ανησυχίες. Ανεξάρτητα των μέσων που μετέρχονται για να
εκφράσουν τον προβληματισμό τους, ανεξάρτητα του ύφους που προσδίδουν στα
κείμενά τους και της αιχμηρότητας των σχολίων τους, διαπιστώνει κανείς μια κοινή
στάση: την επίκληση στην κοινή αφετηρία τους, την (για έστω και σύντομο
διάστημα) συνοδοιπορία τους σε ομάδα, την αγωνία τους για την τωρινή τους πορεία,
την γενναιόδωρη στάση τους απέναντι στο νέο, το επερχόμενο. Τα στοιχεία αυτά
εντοπίζονται και στο ποίημα του ποιητή Γιάννη Δάλλα που παραθέτουμε στη
συνέχεια προς επεξεργασία, σε μορφή δραστηριότητας.

26
Ελπίζουμε πως η μελέτη των προηγούμενων να βοήθησαν στην άρση κάποιων
από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζεται στην από απόσταση μελέτη των ποιητικών
κειμένων και να σας προσέφερε αρκετά στοιχεία ώστε να προχωρήσετε στην
προσέγγισή και επεξεργασία του (αυτού, αλλά και άλλων ανάλογων ποιητικών
κειμένων) με μεγαλύτερη ευχέρεια.

Δραστηριότητα

Το άτιτλο ποίημα που ακολουθεί [Επειδή η νεότητά μας…] είναι το 26ο της
ποιητικής συλλογής Ανατομία, 1971, του ποιητή Γιάννη Δάλλα (έτ. γέν. 1924)·
παραθέτονται ακόμη οι συνοδευτικές σημειώσεις του ποιητή (παρεμβολές τις
ονομάζει ο ίδιος) που υπάρχουν στο τέλος της συλλογής:

26

Επειδή η νεότητά μας ήταν κάποτε ευαγγελισμός της ζούγκλας


Και τώρα το αύριο πάντα το αύριο είναι το κλουβί μας μ’ ανοιχτές
τις πόρτες * Επειδή είμαι ο Γιάννης ο τυφλός οιωνοσκόπος και
μου δείχνει ένα παιδί πως στρίβει το κλειδί * Βγαίνει ο Μιχάλης
που τζακίστη πρώτος νεύοντας αντισταθείτε με φτερά άλμπατρος
Η Ελένη η Νίκη πόσες νίκες σαν αυγά αντιλόπης κι αποκάτω ο
Μαξ ονείρων φαροφύλακας * Επειδή ’σαι εσύ ο Μανόλης σ’ ε-
ποχή λιμού κι έμεινε Μίλτος ματωμένος και κυνηγός * Επει-
δη ’ναι ο Άρης σε διπλά πριονιστήρια επειδή το δάσος δεν απαν-
θρακώθηκε επειδή… * Πετάγομαι μέσ’ απ’ την πάχνη του ύπνου
και φωνάζω στο παιδί «Φυλάξου Κωνσταντίνε μου * Εσύ ’σαι
κληρονόμος των κλουβιών μη μας κοιτάς με φρίκη τώρα που ένας έ-
νας ημερέψαμε * Να πάρε το ραβδί και φύτεψέ το μες στην άνυ-
δρη αγορά μπορεί και να πετάξει ένα κλαδί * Μπορεί πριν να
σφυρίξει η σφαίρα ν’ ακουστεί μια τελευταία φωνή που δεν εξαγο-
ράζεται»
Μπορεί-

Σημειώσεις:

27
Βγαίνει ο Μιχάλης […]· τα ονόματα πραγματικά. Το τζακίστη να διαβαστεί με
το ιδίωμά του προς τα μέσα (όχι χαριστική βολή, αλλά ζωντανή δοκιμασία) όπως
δηλώνει άπειρες φορές η λ. στον Μακρυγιάννη. Τα «αντισταθείτε», «ο Μαξ ονείρων
φαροφύλακας», «εποχή λιμού», «ματωμένος και κυνηγός», «διπλά πριονιστήρια»
είναι φράσεις-σήματα αντίστοιχα των ποιητών Μιχάλη Κατσαρού, Τάκη Σινόπουλου,
Μανόλη Αναγνωστάκη, Μίλτου Σαχτούρη, Άρη Αλεξάνδρου. Το ποίημα, χωρίς να
απομυθοποιεί, προσπαθεί να περιγράψει την περιπέτεια μιας καταδικασμένης γενιάς.

Στην συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του, Ποιήματα 1948 – 1988,


1990, ο Δάλλας αφαιρεί από τις σημειώσεις το σχόλιο για το τζακίστη, καθώς και τα
περί περιπετειών μιας καταδικασμένης γενιάς, αλλά προσθέτει τις ποιητικές συλλογές
από τις οποίες έχει αντλήσει τις φράσεις-σήματα των ποιητών· πρόκειται
συγκεκριμένα για τις εξής: Μιχάλη Κατσαρού (Κατά Σαδδουκαίων), Τάκη
Σινόπουλου (Η Γνωριμία με τον Μαξ), Μανόλη Αναγνωστάκη (Η Συνέχεια 3),
Μίλτου Σαχτούρη (Παραλογαίς), Άρη Αλεξάνδρου (Ευθύτης οδών). Τέλος, προσθέτει
τη διευκρίνιση-σχόλιο για την αναφορά στο όνομα Κωνσταντίνος:
Κωνσταντίνε μου. Ο γιος του ποιητή.

Αφού διαβάσετε προσεκτικά το ποίημα (και τις συνοδευτικές σημειώσεις του ποιητή)
προσπαθήστε να συνθέσετε ένα δικό σας κείμενο στο οποίο θα εκθέσετε την
αναγνωστική-ερμηνευτική σας πρόταση γι’ αυτό. Στην απάντησή σας (χρήσιμο θα
ήταν να) λάβετε υπόψη σας και τις παρακάτω παραμέτρους (η συνεξέταση των
αντίστοιχων παραμέτρων -στο βαθμό που εντοπίζονται- και στο ποίημα του
Κατσαρού θα προσέθετε στην ερμηνευτική σας πρόταση):
• Τον αφηγητή (ποιητικό υποκείμενο) του ποιήματος και τον τρόπο με τον
οποίο αυτοσυστήνεται (ο Γιάννης ο τυφλός οιωνοσκόπος).
• Τον άξονα του χρόνου στον οποίο κινείται το ποίημα (νεότητα, τώρα, αύριο).
• Το ρόλο των κατονομαζόμενων ποιητών καθώς και τον τρόπο που αυτοί
δηλώνονται στο ποίημα (ιδιότητες, προσδιοριστικές προτάσεις: π.χ.
ματωμένος και κυνηγός, που πρώτος τζακίστη, ονείρων φαροφύλακας).
• Τη στάση του ποιητικού υποκειμένου απέναντι στη γενιά του, την αναφορά
του ποιητή στις σημειώσεις πως το ποίημα, χωρίς να απομυθοποιεί, προσπαθεί
να περιγράψει την περιπέτεια μιας καταδικασμένης γενιάς, αλλά και την

28
απαλοιφή αυτού του σχολίου από τις σημειώσεις του ποιήματος στην
συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Δάλλα.
• Τον χρόνο δημοσιοποίησης του ποιήματος (1971) και τις κοινωνικές,
πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες της εποχής – την ηλικία του ποιητή και
των κατονομαζόμενων ομοτέχνων του.
• Τον τρόπο που σχολιάζεται το τώρα των ποιητών και οι αντιδράσεις των
νεοτέρων (μη μας κοιτάς με φρίκη τώρα που ένας ένας ημερέψαμε)
• Τη λειτουργία του ονειρικού-οραματικού στοιχείου (ο τυφλός οιωνοσκόπος –
πετάγομαι μές απ’ την πάχνη του ύπνου)
• Την προοπτική που ανοίγεται στο μέλλον με την αναφορά στο παιδί-
Κωνσταντίνο, κληρονόμο των κλουβιών.
• Τη σημασία των συμβόλων, όπως η ζούγκλα, το παιδί, τα κλουβιά, το ραβδί, η
άνυδρη αγορά, η σφαίρα.
• Τη διακειμενικότητα των αναφορών του Δάλλα τόσο ως προς τα ποιητικά
κείμενα των ποιητών της μεταπολεμικής περιόδου όσο και ως προς τα κείμενα
άλλων περιόδων της ελληνικής ποίησης (αρχαιότητα, δημοτικό τραγούδι).
• Τη λειτουργία των αιτιολογικών προτάσεων (αιτιολογία τίνος πράγματος;) και
της επανάληψης του επειδή (προσέξτε το τελευταίο επειδή που δεν εισάγει
πρόταση, πριν από το στίχο Πετάγομαι μες απ’ την πάχνη του ύπνου)
• Την ανοικτή σε σημασίες καταληκτική λέξη μπορεί και των ερμηνειών που
μπορεί να λάβει.

Βιβλιογραφία:

Αργυρίου Αλέξανδρος.
1982. Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, στη σειρά Η ελληνική ποίηση, Αθήνα,
Σοκόλης.
Ιλίνσκαγια Σόνια.
2
1986. Η μοίρα μιας γενιάς, Αθήνα, Κέδρος.
Κατσαρός Μιχάλης.
1984. «Λίκος σημαίνει λυπημένο καράβι», συνέντευξη στο περιοδικό Τομές,
τ. 92, σ. 10-11.
Καψωμένος, Ερατοσθένης Γ.

29
1990. «Δομές αντίθεσης στην ποίηση του Καρυωτάκη», Κώδικες και
Σημασίες, Αθήνα, Αρσενίδης, σσ. 136 – 155.
1995. «Ιδεολογία και ποιητική στην πρώτη μεταπολεμική γενιά.
Αναγνωστάκης – Αλεξάνδρου – Κατσαρός», Ελί-τροχος, τ. 7, σ. 12-30.
Λεοντάρης Βύρων.
1984. «Η ακαταστασία της ελληνικής μεταπολεμικής ποίησης», Σημειώσεις, τ.
24, σ. 34-43.
Μέντη, Δώρα.
1995. Μεταπολεμική πολιτική ποίηση. Ιδεολογία και ποιητική, Αθήνα, Κέδρος.
Μπελεζίνης, Ανδρέας.
1988. «Η ‘Μπαλλαντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι’ του Μιχάλη
Κατσαρού», Εύσημοι και άσημοι λόγοι, Αθήνα, Θέμα, σ. 80-99.
Μποζιάρης Θανάσης.
1988. «Γιάννη Δάλλα: Επειδή η νεότητά μας… Μια ανα-γνωστική
προσέγγιση», Σύγχρονη Εκπαίδευση, τ. 43, σ. 96-105.
Παπακώστας Γιάννης.
1991. «Το πατάρι του Λουμίδη», Φιλολογικά σαλόνια και καφενεία της
Αθήνας, Αθήνα, Εστία, σ. 310-313.

Χρήστος Δανιήλ

30