You are on page 1of 4

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Ε’ΜΑΤΘ.

)
«Η αγάπη στην Πατρίδα μας»

«Ἡ εὐδοκία τῆς ἐμῆς
καρδίας... ὑπὲρ τοῦ Ἰσραήλ
ἐστιν εἰς σωτηρίαν»
Ἀνοίγει τὴν καρδιά του ὁ
ἀπόστολος Παῦλος κι ἀφήνει νὰ
ξεχυθεῖ ὁ πλούσιος σὲ αἰσθήματα
στοργῆς ἐσωτερικός του κόσμος.
Ἔκδηλη διακρίνουμε τὴ συγκίνησή
του καθὼς ἀναφέρεται στοὺς
ὁμοεθνεῖς του Ἰσραηλίτες ποὺ δὲν
πίστεψαν στὸν Μεσσία Χριστὸ κι ἔμειναν μακριὰ ἀπὸ τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Γι’
αὐτὸ καὶ μὲ πόνο ψυχῆς γράφει: «Ἡ εὐδοκία τῆς ἐμῆς καρδίας καὶ ἡ δέησις ἡ
πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ τοῦ Ἰσραήλ ἐστιν εἰς σωτηρίαν», δηλαδή, ἡ σφοδρὴ
ἐπιθυμία καὶ εὐαρέσκεια τῆς καρδιᾶς μου καὶ ἡ προσευχὴ ποὺ ἀπευθύνω στὸν
Θεὸ γιὰ τοὺς Ἰσραηλίτες – παρὰ τὴν ἀπιστία ποὺ δείχνουν – εἶναι νὰ σωθοῦν.
Ὁ ἀποκαλυπτικὸς αὐτὸς λόγος τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ νὰ
δοῦμε πῶς ὁ ἀπόστολος Παῦλος φανέρωνε τὴν ἀγάπη του πρὸς τοὺς
συμπατριῶτες του καὶ πῶς καλούμαστε κι ἐμεῖς νὰ ἐκδηλώνουμε τὴν ἀγάπη μας
αὐτή.
Η ἀγάπη τοῦ ἀπ. Παύλου γιὰ τοὺς συμπατριῶτες του
Μὲ ἔκπληξη καὶ θαυμασμὸ στέκεται κανεὶς μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς
τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Ναί! Ὁ μέγας Παῦλος ποὺ διέτρεξε ὅλη τὴν οἰκουμένη
γιὰ νὰ διαδώσει τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου‧ αὐτὸς ποὺ διεκήρυξε ὅτι δὲν
ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχουν φυλετικὲς διακρίσεις‧ αὐτός, ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν,
ποτὲ δὲν ξεχνοῦσε τὴν πατρίδα του. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι μὲ σεμνὴ καύχηση
ἀνέφερε συχνὰ τὴν καταγωγὴ καὶ τὴν ἐθνικότητά του: «Ἐγὼ ἄνθρωπος μέν εἰμι
Ἰουδαῖος Ταρσεύς, τῆς Κιλικίας οὐκ ἀσήμου πόλεως πολίτης» . Μάλιστα δὲν
ἔπαυσε ν’ ἀγαπᾶ τοὺς συμπατριῶτες του ἀκόμη καὶ τότε ποὺ αὐτοὶ τὸν πλήγωναν
μὲ τὴν ἀχάριστη συμπεριφορά τους καὶ τοὺς σκληροὺς διωγμοὺς ἐναντίον του...
Τὸ πιὸ συγκλονιστικὸ ὅμως εἶναι ὅτι ἡ ἔντονη ἀγάπη καὶ τὸ διαρκὲς
ἐνδιαφέρον του γιὰ τοὺς ὁμοεθνεῖς του τὸν ὁδήγησε στὸ νὰ γράψει τοὺς ἑξῆς
1
συγκινητικοὺς λόγους: «Ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ
ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα» (Ρωμ. θ΄ 3). Δηλαδή:
Θὰ εὐχόμουν ἐγώ, ποὺ τίποτε δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μὲ χωρίσει ἀπὸ τὸν Χριστό,
νὰ χωρισθῶ ἀπὸ Αὐτὸν γιὰ πάντα, ἐὰν ἦταν δυνατὸν νὰ γίνει αὐτό, γιὰ χάρη τῶν
ἀδελφῶν μου Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι εἶναι φυσικοὶ συγγενεῖς μου.
Αὐτὸ τὸ ἐξαίρετο παράδειγμα φιλοπατρίας τοῦ ἀποστόλου Παύλου μᾶς
διδάσκει ὅτι ἡ χριστιανικὴ πίστη δὲν καταργεῖ τὴν ἀγάπη στὴν πατρίδα, ἀλλὰ τῆς
δίνει νόημα βαθύτερο καὶ οὐσιαστικότερο. Πῶς μποροῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς ὡς
πιστοὶ χριστιανοὶ νὰ ἐκδηλώνουμε τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὴν πατρίδα;
Ἡ δική μας ἀγάπη στὴν Πατρίδα
Μιὰ λέξη εἶναι αὐτὴ ποὺ φανερώνει τὴν ἀγάπη στὴν ὕψιστη μορφή της: ἡ
θυσία. Μᾶς τὸ εἶπε ὁ Κύριος: «Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν
ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ». Μεγαλύτερη ἀγάπη πρὸς τοὺς φίλους
του κανεὶς δὲν ἔχει ἀπ’ αὐτήν, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ νὰ προσφέρει καὶ νὰ θυσιάσει τὴ
ζωή του γιὰ χάρη τῶν φίλων του. Ἐφόσον λοιπὸν ἀγαποῦμε τὴν Πατρίδα μας,
ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ἀναλάβουμε κόπους καὶ δαπάνες γιὰ χάρη τοῦ
κοινοῦ καλοῦ, ἀκόμη καὶ νὰ θυσιάσουμε τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας, ἂν χρειαστεῖ!
Ἐπιπλέον ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν Πατρίδα ἐκδηλώνεται καὶ μὲ τὴν προσευχή μας
γι’ αὐτήν. Ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπηύθυνε δέηση πρὸς τὸν Θεὸν «ὑπὲρ τοῦ
Ἰσραήλ», ἔτσι κι ἐμεῖς ἔχουμε χρέος νὰ προσευχόμαστε θερμὰ γιὰ τὴν Πατρίδα
μας καὶ νὰ παρακαλοῦμε τὸν ἅγιο Θεὸ νὰ χαρίζει στὸ Ἔθνος μας εἰρήνη καὶ
ἀσφάλεια, καί – τὸ κυριότερο – μετάνοια! Ἄλλωστε καὶ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία
εὔχεται στὴ θεία Λειτουργία ὄχι μόνο «ὑπὲρ τοῦ σύμπαντος κόσμου» ἀλλὰ καὶ
εἰδικὰ «ὑπὲρ τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν ἔθνους».
Τέλος, τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὴν Πατρίδα τὴν φανερώνουμε καὶ μὲ τὴν
ἐνάρετη καὶ ἁγία ζωή μας. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος συμβουλεύει σὲ μία
ἀπὸ τὶς ἐπιστολές του: «Τὴν πατρίδα τίμησον, καὶ τῇ ἀρετῇ βοήθησον» . Εἶναι
τιμὴ καὶ ἐγγύηση γιὰ τὴν πατρίδα νὰ ἀνατρέφει ἀνθρώπους μὲ ἀρετὴ καὶ
ἁγιότητα. Ὅσο ἔχουμε πιστοὺς χριστιανούς ποὺ προσεύχονται, μετανοοῦν καὶ
ἀγωνίζονται, τὸ Ἔθνος μας δὲν κινδυνεύει. Θὰ ζεῖ καὶ θὰ μεγαλουργεῖ μὲ τὴ
βοήθεια καὶ τὴ δύναμη τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ.
Βεβαίως δὲν εἶναι ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὸ μοναδικὸ παράδειγμα φιλοπατρίας.
Τὸ ἀξεπέραστο πρότυπο καὶ στὸ θέμα τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν Πατρίδα εἶναι ὁ
Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος κατὰ τὴν ἐπίγεια ζωὴ καὶ δράση του ἔδειξε
ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ σωτηρία τῶν συμπατριωτῶν του. Καὶ τὸ πιὸ
συγκινητικό: ὅταν κάποτε ἀντίκρισε τὴν πόλη τῆς Ἱερουσαλήμ, ἔκλαψε μὲ
λυγμοὺς γι’ αὐτήν, διότι γνώριζε τὸ οἰκτρὸ τέλος ποὺ θὰ εἶχε ἐξαιτίας τῆς
ἀπιστίας της...
Ἂς ἀναλογιστοῦμε κι ἐμεῖς τὴν εὐθύνη μας κι ἂς ἀφήσουμε τὸ δάκρυ καὶ τὸ -
στεναγμό μας νὰ γίνουν προσευχὴ θερμὴ πρὸς τὸν παντοδύναμο καὶ πανάγαθο
Θεό, γιὰ νὰ κάνει καὶ πάλι τὸ θαῦμα του καὶ νὰ σώσει τὸ Ἔθνος μας. Αὐτὸς εἶναι
ἡ μόνη μας ἐλπίδα!

2
ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Τὴν Τετάρτη 7 Ἰουνίου 2017 στὸ μεγάλο ἀμφιθέατρο τοῦ Πολεμικοῦ Μουσείου
Ἀθηνῶν πραγματοποιήθηκε ἐνημερωτικὴ ἐκδήλωση τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς
Ἀθηνῶν μὲ θέμα: "Ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος καὶ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.
Συμβολὴ σὲ ἕναν ἀνοικτὸ διάλογο".
Τὴ βαρυσήμαντη ἐκδήλωση (διαρκείας δυόμισι ὡρῶν) παρακολούθησαν πολλὲς
ἑκατοντάδες ἐκλεκτῶν ἀκροατῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων μία εἰκοσάδα ἐπισκόπων,
δύο ὑπουργοὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, οἱ πρόεδροι τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ
τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, πολλοὶ ἀνώτατοι δικαστικοὶ καὶ πλῆθος ἄλλων
ἐπιστημόνων, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν. Συντονιστὴς τῆς ὅλης ἐκδηλώσεως ἦταν ὁ
πανοσιολογιώτατος ἀρχιμανδρίτης Συμεὼν Βολιώτης, πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱερᾶς
Ἀρχιεπισκοπῆς.
Ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμος
προλόγισε μὲ σύντομη καὶ ἐμπνευσμένη εἰσήγηση τὴν εἰδικὴ αὐτὴ ἐκδήλωση
τονίζοντας ἰδιαίτερα τὰ ἀκόλουθα: "Ἡ ἀγωνία μας εἶναι μία καὶ μοναδική: πῶς θὰ
προσφέρουμε τὰ πάντα στὸν ἄνθρωπο, πῶς θὰ προσφερθοῦμε γιὰ τὸν ἄνθρωπο.
Δὲν ἔχουμε καμία ἀγωνία καὶ κανένα φόβο μήπως χάσουμε κάποιο προνόμιο
ἐξουσίας καὶ κυριαρχίας".
Ἀκολούθησαν κατὰ τὸ πρόγραμμα τρεῖς εἰσηγήσεις ὡς ἑξῆς:
1. Ὁ κ. Σωτήριος Ρίζος, ἐπίτιμος πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας
καὶ Διευθυντὴς τοῦ Νομικοῦ Γραφείου τῆς Προεδρίας τῆς Δημοκρατίας, ἀνέπτυξε
τὸ θέμα: "Οἱ σχέσεις Κράτους καὶ Ἐκκλησίας ὡς ἀντικείμενο ρυθμίσεως τοῦ
Συντάγματος καὶ τὸ πρόβλημα τῆς ἀπορρυθμίσεώς τους". Ὁ ὁμιλητὴς μὲ
ἄφθαστη νηφαλιότητα καὶ ἐπιστημονικὴ ἐμβρίθεια ἀπέδειξε τὴν προσχηματικὴ
προσπάθεια γιὰ ἀναθεώρηση τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος ποὺ ἔχει τίτλο
"Σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας" καὶ ὑπογράμμισε μεταξὺ τῶν ἄλλων τὰ ἑξῆς:
"Τὴ συζήτηση περὶ ἀναθεωρήσεως ὑποδαυλίζουν, ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ἰδίως
κατὰ τὴν περίοδο τῆς μεγάλης κρίσεως, κύκλοι ποὺ ὑπονοοῦν ὅτι τὸ περιεχόμενο
τοῦ Συντάγματος εἶναι κακὸ καὶ ὅτι ἕνα ἄλλο Σύνταγμα θὰ ἔκανε περισσότερο
εὐρωπαϊκὴ τὴ Χώρα καὶ θὰ ἀπέτρεπε μελλοντικὰ δεινά. Ἀλλὰ πολιτικοὶ καὶ νομικοὶ
ποὺ στρατεύονται σ᾿ αὐτὴ τὴν κατεύθυνση, ἀποφεύγουν νὰ ἀπαντήσουν στὸ
ἐρώτημα "τίς ἢ τί πταίει: ἡ τήρηση τοῦ Συντάγματος ἢ οἱ παραβάσεις τοῦ
Συντάγματος;" Διότι ἐὰν φταίει ἡ εὐλαβικὴ τήρηση ἑνὸς κακοῦ Συντάγματος,
τότε πρέπει νὰ ἀναθεωρήσουμε τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν ὅμως φταίει ἡ ἀθέτηση τοῦ
Συντάγματος (...), τότε μᾶλλον πρέπει νὰ ἀναθεωρήσουμε τὴ στάση μας ἔναντι
τοῦ Συντάγματος".
2. Ὁ κ. Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Ἐπίκουρος Καθηγητὴς Ἐκκλησιαστικοῦ
Δικαίου στὴ Νομικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ., ἀνέπτυξε τὸ θέμα: "Συνταγματικὸ καὶ
νομοθετικὸ status (=κατάσταση) τῶν θρησκευμάτων στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση".
Ὁ κ. Καθηγητὴς διατύπωσε τὸ ἀκόλουθο συμπέρασμα: "Οἱ σχέσεις μεταξὺ
Κράτους καὶ Ἐκκλησιῶν στὶς χῶρες τῆς εὐρωπαϊκῆς ἠπείρου διαμορφώνονται

3
ξεχωριστὰ ἀνὰ χώρα, σύμφωνα μὲ τὴν οἰκεία ἱστορική, ἐκκλησιαστικὴ καὶ
γενικότερη πολιτιστικὴ παράδοση. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ ὅποια τυποποίηση ἢ
ἔνταξή τους σὲ κατηγορίες, εἶναι προφανῶς σχηματικὴ καὶ μᾶλλον ἀκαδημαϊκοῦ
χαρακτήρα. Καὶ τοῦτο διότι, ὅπως διαπιστώσαμε, εἶναι δυνατὸν ὑπὸ καθεστὼς
ἑνώσεως τῶν δύο θεσμῶν, ἡ κρατικὴ στήριξη στὴν ἐπίσημη Ἐκκλησία νὰ εἶναι
μᾶλλον ἰδεολογικὴ καὶ συμβολική (Ἀγγλία καὶ Σκωτία), ἐνῶ ὑπὸ καθεστὼς
χωρισμοῦ μεταξὺ Κράτους καὶ Ἐκκλησίας νὰ παρατηρεῖται εὐρύτατη, ἄμεση καὶ
ἔμμεση, θεσμικὴ καὶ οἰκονομικὴ κρατικὴ στήριξη σὲ ὁρισμένα ἢ καὶ σὲ ὅλα τὰ
θρησκεύματα, μὲ ἐμφατικὰ παραδείγματα τὶς χῶρες τῆς Γερμανίας, Ἰταλίας,
Ἱσπανίας, Βελγίου, ἀλλὰ καὶ Δανίας".
3. Ὁ κ. Θεόδωρος Παπαγεωργίου, Νομικὸς Σύμβουλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς
Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀνέπτυξε τὸ θέμα: "Τὸ νομοθετικὸ καθεστὼς καὶ οἱ
σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ Κράτος: δεδομένα καὶ παρανοήσεις". Ὁ
τελευταῖος ὁμιλητής, ὁ ὁποῖος παρουσίασε 17 "ζεύγη παρανοήσεων" γύρω ἀπὸ
τὶς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας "ἀφ᾿ ἑνὸς καὶ νομικῶν δεδομένων -
ἀπαντήσεων ἀφ᾿ ἑτέρου", κατέληξε σὲ ἀξιοπρόσεκτα συμπεράσματα: "Ὅταν τὸ
κοινωνικὸ σῶμα ἐρωτᾶται μὲ διάφορες ἀφορμὲς (δημοσκοπήσεις κ.λπ.) ἐὰν εἶναι
ὑπὲρ τοῦ χωρισμοῦ Κράτους καὶ Ἐκκλησίας, καλεῖται νὰ δώσει σωστὲς
ἀπαντήσεις σὲ ἕνα λάθος ἐρώτημα. Καὶ εἶναι λάθος ἡ ἐρώτηση, γιατὶ ὑποθέτει
ἀφετηριακὰ ὅτι κατὰ νόμον Ἐκκλησία καὶ Κράτος εἶναι ἀμοιβαῖα ἀναμεμειγμένες ἡ
μία στὶς ἐσωτερικὲς ὑποθέσεις τῆς ἄλλης. Αὐτὸ δὲν ἰσχύει, τουλάχιστον σὲ ὅ,τι
ἀφορᾶ τὴν ἀνάμειξη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ θεωρεῖται ὁ δῆθεν θιγόμενος ἀπὸ τὸ
ἐρώτημα. Τὸ ζητούμενο συνεπῶς εἶναι ἄλλο: α) ἡ θέση βάσεων γιὰ τὴν ἄσκηση
μιᾶς σύγχρονης καὶ ταυτόχρονα μακρόπνοης θρησκευτικῆς πολιτικῆς γιὰ ὅλα τὰ
θρησκεύματα καὶ ὄχι μόνο γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ β) ἡ πλήρης
κατοχύρωση θρησκευτικῆς αὐτοδιοίκησης γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὰ
ὅμως τὰ δύο κεντρικὰ ζητήματα δὲν σχετίζονται καθόλου μὲ τὴν ἀναθεώρηση
τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ μὲ τὴν νομοθετικὴ πρωτοβουλία τοῦ κοινοῦ νομοθέτη".
Οἱ εἰσηγήσεις καὶ τῶν τριῶν ἐπιλέκτων ὁμιλητῶν κράτησαν ἀδιάπτωτο τὸ
ἐνδιαφέρον τοῦ ἀκροατηρίου, τὸ ὁποῖο μὲ θερμὰ χειροκροτήματα ἐξεδήλωνε τὴν
ἱκανοποίησή του γιὰ τὰ ἐμπεριστατωμένα καὶ νομικῶς θεμελιωμένα περιεχόμενά
τους.
Θεωροῦμε καθῆκον μας νὰ ἐπισημάνουμε τὴν ἀξιόλογη συνεισφορὰ τῶν
διακεκριμένων αὐτῶν θεραπόντων τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, οἱ ὁποῖοι μᾶς
διεφώτισαν ἐπαρκῶς γιὰ ἕνα τόσο θεμελιῶδες ζήτημα. Εὐχόμαστε ἡ παραπάνω
ἐκδήλωση νὰ συντελέσει στὴν ὁμαλότερη συνύπαρξη, στὸ ἄμεσο μέλλον, τῶν
κορυφαίων θεσμῶν Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας μὲ τὴν πιστὴ πλέον τήρηση τοῦ
ἰσχύοντος Συντάγματος τῆς Ἑλλάδος.

4