Η παραβολή του σπορέως

Στην Παραβολή του σπορέως, καθώς ο
γεωργός έσπερνε σπόρους στο χωράφι του,
άλλοι σπόροι έπεσαν κοντά στο δρόμο του
χωραφιού, καταπατήθηκαν από τους διαβάτες
και τους κατέφαγαν τα πουλιά του ουρανού.
Άλλοι έπεσαν σε πετρώδες έδαφος, και αφού
φύτρωσαν, ξεραθήκαν, επειδή δεν είχαν
υγρασία. Άλλοι πάλι σπόροι έπεσαν σε έδαφος γεμάτο από σπόρους
αγκαθιών, και όταν βλάστησαν, τους έπνιξαν τα αγκάθια τελείως. Και άλλοι
σπόροι έπεσαν στην εύφορη γη και έκαναν καρπό εκατό φορές περισσότερο.
Οι μαθητές μόλις ακούσαν την παραβολή αυτή, παρακάλεσαν τον Κύριο
να τους την εξηγήσει. Και ο Κύριος είπε: Ο σπόρος συμβολίζει το λόγο του
Θεού.
Γιατί όμως ο Κύριος παρομοιάζει τον λόγο του με σπόρο; Διότι, όπως ο
σπόρος κρύβει μέσα του πολλές μυστικές δυνάμεις και μέσα στο χώμα φέρνει
ζωή, έτσι και ο λόγος του Θεού, όταν πέσει στις καρδιές μας, έχει τη δύναμη
να επιτελεί μέσα μας μία εσωτερική μεταμόρφωση και να μας μεταγγίζει ζωή.
Διότι ο λόγος του Θεού είναι φορτισμένος με ζωή, με θεία χάρη. Είναι αγωγός
θείας χάριτος. Σε κάθε λόγο του Θεού υπάρχει χάρη αγιότητας, η οποία
πέφτει σιγά-σιγά, σταγόνα-σταγόνα, στην ψυχή μας. Δημιουργεί μέσα μας
μια εσωτερική μεταρσίωση. Αθόρυβη και αθέατη στην αρχή. Πολύ γρήγορα
όμως αρχίζει και γίνεται φανερή. Κάθε λόγος του Χριστού καθώς εισέρχεται
στην ψυχή μας, χύνει άπλετο φως στο σκοτάδι. Και σιγά-σιγά καθαρίζει κάθε
ρύπο και αμαρτία. Δημιουργεί μέσα μας νέα ζωή. Νέα φρονήματα τώρα, νέοι
πόθοι, νέα ενδιαφέροντα. Από αλλά ελκύεται πλέον η καρδιά μας και αλλιώς
βλέπουμε και κρίνουμε τα πάντα γύρω μας. Αποκτά ανώτερη ποιότητα ο
εσωτερικός μας κόσμος, και σιγά-σιγά συντελείται ο αγιασμός μας.
Καρδιές άκαρπες

1
Ο Κύριος στη συνέχεια ερμηνεύει τα διάφορα μέρη του χωραφιού της
παραβολής. Το έδαφος κοντά στο δρόμο, λέει, συμβολίζει εκείνους τους
ανθρώπους που ακούν απλώς και μόνο το λόγο, αλλά έπειτα αφήνουν τον
διάβολο να έλθει μέσα τους και να αφαίρεση το θειο λόγο από τις καρδιές
τους. Το πετρώδες έδαφος συμβολίζει εκείνους οι οποίοι δέχονται με χαρά και
ενθουσιασμό το θειο λόγο· δεν έχουν όμως βαθιές ρίζες, και γι’ αυτό όταν
έλθει καιρός πειρασμού ή διωγμού, απομακρύνονται από την πίστη. Και η γη
με τα αγκάθια δηλώνει εκείνους που ακούσαν το λόγο του Θεού και αρχίζουν
με κάποια προθυμία να βαδίζουν στο δρόμο της πίστεως. Πνίγονται όμως από
τις αγωνιώδεις φροντίδες για να αποκτήσουν πλούτη, και από τις απολαύσεις
της σαρκικής ζωής, και έτσι δεν δίνουν καρπό. Υπάρχουν όμως και οι καρδιές
που μοιάζουν με γη αγαθή και εύφορη. Είναι οι άνθρωποι εκείνοι που με
καλοπροαίρετη καρδιά ακούσαν και κατανόησαν το θείο λόγο και τον
κρατούν σφικτά μέσα τους, και καρποφορούν τις αρετές δείχνοντας υπομονή
στους πειρασμούς που συναντούν στην άσκηση της πνευματικής ζωής.
Από την εξήγηση αυτή της παραβολής βλέπει κανείς τρεις κατηγορίες
ανθρώπων που δεν έχουν γόνιμο έδαφος στις ψυχές τους. Και οι τρεις αυτές
κατηγορίες ανθρώπων κυριαρχούν ιδιαιτέρως σήμερα. Ενώ τόσο πλούσια
ακούγεται στις μέρες μας στην πατρίδα μας ο λόγος του Θεού, τόσα
κηρύγματα και ομιλίες και βιβλία και εκπομπές, πολλοί δεν έχουν διάθεση να
τον ακούσουν. Οι περισσότεροι αδιαφορούν, πνίγονται στα προβλήματα της
καθημερινότητας, έχουν άλλα ενδιαφέροντα, τι θα δείξει η τηλεόραση, τι θα
γράψουν οι εφημερίδες, τι θα αγοράσουν, πώς θα διασκεδάσουν… Και
δυστυχώς μεγαλώνουν πολλές γενιές στη χώρα μας ακατήχητες,
αλειτούργητες, αδιάφορες. Άλλοι πάλι Χριστιανοί επαναπαύονται σ’ έναν
θρησκευτικό τουρισμό. Αλλά δεν φθάνουν μόνον οι εκδρομές στα ιερά
Προσκυνήματα. Εάν η καρδιά μας μείνει ακαλλιέργητη, θα χερσώσει, θα
πετρώσει, θα γεμίσει αγκάθια, δεν θα καρποφορήσει.
Η μελέτη του θείου λόγου δεν είναι πάρεργο, ούτε είναι μόνο για τους
θεολόγους και τους ιερείς. Είναι για όλους μας. Η Εκκλησία μας πάνω στην
αγία Τράπεζα μας καλεί να γευτούμε δύο τροφές, την πνευματική τροφή του
ιερού Ευαγγελίου και το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Και κάποιος
ερμηνευτής ρωτά σχετικά: Εάν θεωρείτε αμάρτημα την περιφρόνηση του
Μυστηρίου της θείας Μεταλήψεως, πώς θεωρείτε μικρότερο αμάρτημα την
παραμέληση του λόγου του Θεού;
Πάμε στην Εκκλησία, ακούμε το ιερό Ευαγγέλιο και κάποιο κήρυγμα. Να
το ακούμε με χαρά και όχι να δυσανασχετούμε επειδή θα αργήσει η θεία
Λειτουργία. Μας μιλάει ο ίδιος ο Χριστός, σπείρει στις καρδιές μας το λόγο
του. «Πρόσχωμεν»! λέει ο ιερέας. Αλλά και σε άλλες πνευματικές ευκαιρίες να
μετέχουμε όπου σπείρεται ο λόγος του Θεού: σε ομιλίες, σε κύκλους μελέτης
Αγίας Γραφής. Και στο σπίτι μας να μελετούμε καθημερινά την Καινή
2
Διαθήκη. Να ποθούμε να ξεδιψούμε τις ψυχές μας στα δροσερά νάματα του
θείου λόγου. Θα βρούμε χρόνο, εάν έχουμε διάθεση. Έτσι θα καλλιεργείται η
καρδιά μας, θα παρηγορείται η ψυχή μας, θα αλλάζει η ζωή μας. Έτσι θα
γεμίζουμε με ζωή και χάρη, με τη Χάρη του Θεού.

Το κλειδί του Παραδείσου! (αληθινή ιστορία)

….Όταν ήμουν στον Άγιο Βασίλειο στην
περίοδο 1970-80 είχα γνωρίσει μια
οικογένεια, μέλος της οποίας ήταν και η
υπέργηρη κυρία Κατερίνα, την οποία
περιποιείτο η κόρη της Καλλιρρόη. Ο
σύζυγος της κυρίας Καλλιρρόης ήταν
δικηγόρος και λεγόταν Χριστόφορος
Σταμάτουζας.
Η κυρία Κατερίνα, λόγω της ηλικίας της,
ήταν συνεχώς σε μια καρέκλα, όπου
καθόταν με πολλή δυσκολία. Δεν βάδιζε.
Άρχισε να μη βλέπει κιόλας. Ήταν όμως
χριστιανή που έκανε τα θρησκευτικά της
καθήκοντα: το πρωί την προσευχή της, το
βράδυ το Απόδειπνο, τους Χαιρετισμούς… Όταν άρχισε να μη βλέπει, μου έλεγε:
–Στενοχωρούμαι, γιατί δεν ξέρω τώρα πώς να περάσω όλη την ήμερα, πώς να
διαβάσω τις προσευχές μου.
Της είπα λοιπόν:
-Να λες το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με».
Της έδωσα κι ένα κομποσχοινάκι κι όπως καθόταν σε μια πολυθρόνα απ’ αυτές τις
πάνινες, που έχουν και χερούλια, έλεγε την ευχή. Κι αυτό την είχε γλυκάνει και
πολύ ευχαριστιόταν.
–Α, όλη την ήμερα, ούτε καταλαβαίνω πώς περνάει λέγοντας συνεχώς το «Κύριε
Ιησού Χριστέ ελέησον με»! Ευχαριστιέμαι μ’ αυτό, ευχαριστιέμαι πολύ,
γλυκαίνεται το στόμα μου. Όλο έτσι έλεγε.
Κάποτε με ρώτησε:
–Θα με βοηθήσει αυτό, όταν θα έρθει ή ώρα να φύγω απ’ αυτόν εδώ τον κόσμο;
–Βεβαίως, της λέω, και να μη στενοχωριέσαι. Αν λες συνεχώς την ευχούλα να
μην ανήσυχεις καθόλου! Θα έρθω εγώ και θα σου δώσω το κλειδί για ν’ άνοιξεις
την πόρτα του Παραδείσου.
(Εγώ αυτό το είπα για να της δώσω ελπίδα και να της αφαιρέσω τον φόβο του
θανάτου).

3
Αρρώστησε και βάρυνε πολύ. Πήγαινα και την κοινωνούσα σχεδόν κάθε
εβδομάδα για να παίρνει δύναμη. Ένα βράδυ κατά τις 2.00 ή ώρα, ξυπνάει την
κόρη της και λέει:
–Ετοιμάσου. Όπου να ναι έρχεται ο πατήρ Στέφανος να με κοινωνήσει.
–Ο πατήρ Στέφανος θα κοιμάται τώρα στο σπίτι του, της απάντησε ή κόρη της.
–Όχι, όχι, θα ΄ρθει, θα έρθει τώρα! Σε παρακαλώ, ετοίμασε το τραπεζάκι. Βάλε
το θυμιατό, βάλε και το κερί.
(Έτσι έκαμαν πάντοτε. Ετοίμαζαν ένα τραπεζάκι στρογγυλό, με άσπρη πετσέτα
και επάνω το καντήλι, το κηροπήγιο και το θυμιατό δίπλα, αναμμένα όλα.
Άπλωνα το «μάκτρο», ακουμπούσα πάνω τα τίμια Δώρα, έκανα την ένωση και
την κοινωνούσα.)
–Τα ετοίμασες; ρώτησε την κόρη της.
–Τα ετοίμασα.
–Χτυπάει ή πόρτα. Πήγαινε να ανοίξεις.
Έκανε ή κόρη της ότι πήγαινε να ανοίξει. Αυτή περίμενε. Έκανε το σταυρό της,
πήρε το «μάκτρο», (υποθετικά), το έβαλε κάτω από το σαγόνι της, άνοιξε το
στόμα της, κατάπιε, σκουπίστηκε, έδωσε πίσω το «μάκτρο», έκανε με ευλάβεια
το σημείο του σταυρού, σταύρωσε τα χέρια της και περίμενε να φύγω. Ποιος
ξέρει; Προφανώς Άγγελος την κοινώνησε στο πρόσωπο το δικό μου. Αποκλείεται
να ήταν παραίσθησις. Ήταν ένα γεγονός πραγματικό, όπου κοινώνησε των
άχραντων Μυστηρίων αλλά σε πνευματική μορφή.
Την άλλη μέρα με ειδοποίησαν, πήγα, και μου είπαν ιδιαιτέρως τι συνέβη.
Πλησίασα την άρρωστη και μου είπε:
— Σ’ ευχαριστώ πού ήρθες τη νύχτα… Το κλειδί που είναι;…
–Μη στενοχωριέσαι κυρία Κατερίνα και το κλειδί θα πάρεις! Την επομένη το
βράδυ με ειδοποίησαν ότι εκοιμήθη. Πήγα στο σπίτι και μου διηγήθηκαν τα εξής:
Ήρθε η στιγμή να φύγει και έλεγε:
Πάτερ Στέφανε, φεύγω! Ήρθαν οι Άγγελοι! Που είσαι; που είσαι; Έλα… ήδη με
έφεραν μπροστά στην πόρτα του Παραδείσου και είναι κλειστή… Θέλω το κλειδί,
το κλειδί, πού μου υποσχέθηκες, το κλειδί, το κλειδί… Α, ευχαριστώ…
Άπλωσε το χέρι της και φάνηκε σαν να πήρε ένα μεγάλο παλαιό κλειδί, γύρισε το
χέρι της, όπως κάνουμε όταν ανοίγουμε με κλειδί μια πόρτα, κατέβασε το χέρι
της, έκανε το σημείο του σταυρού, «σ’ ευχαριστώ…» είπε και εκοιμήθη. Έτσι
έφυγε ή κυρία-Κατερίνα με το κλειδί του Παραδείσου στο χέρι!

4