You are on page 1of 119

ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Ι: Α’ ΤΟΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Ερώτηση 1:
Γέννηση και εξέλιξη της Αρχαίας Ελληνικής Πόλης (5ος-4ος αι. π.Χ.).
Οι πρώτες αναφορές για την πόλη, ως έκφραση ομαδικής συμβίωσης ανθρώπων, γίνονται
στον Όμηρο («πόλιν», «πτολίεθρον», δλδ φρούριο, ακρόπολη του άστεως που αποτελεί το
κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των αρχαίων ελληνικών πόλεων – «άστυ» = η
κατοικημένη περιοχή).
Η διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της πόλης ως ορθολογικά οργανωμένης κοινωνικοπολιτικής
οντότητας (και όχι απλώς ως κοινότητας αναγκαίας ανθρώπινης συμβίωσης) ξεκίνησε τον 8ο αι.
π.Χ. Στο αποκορύφωμά της όμως θα φτάσει η πόλη τον 5ο αι. π.Χ. (από τον 6ο λειτουργούσε
ήδη ως πολιτικός οργανισμός αφού τότε απέκτησε η Αθήνα νομοθεσία, δλδ πολιτειακά όργανα
και μορφές διακυβέρνησης – το ίδιο συνέβη και σε Σπάρτη και άλλες πόλεις)

Τρεις παράγοντες συνέβαλαν στην εξελικτική πορεία του θεσμού της πόλης:
1. Ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων.
2. Εκπατρισμός.
3. Άνθηση θαλάσσιου εμπορίου.

1. Οικονομικός παράγοντας.
Τον 7ο αι. σημειώνεται άνθηση εμπορικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων και καθιερώνεται
το νόμισμα ως μέσο συναλλαγών, προσδίδοντας έτσι κυρίαρχο ρόλο στο θεσμό της κινητής
περιουσίας. Ο θεσμός της κινητής περιουσίας οδήγησε πολλούς φτωχούς και χρεοκοπημένους
γεωργούς να αναζητήσουν καλύτερη τύχη στα αστικά κέντρα. Επιπλέον, το νόμισμα
χρησιμοποιήθηκε για την είσπραξη φόρων (μαζί με τις δωρεές και τις χορηγίες αποτέλεσαν την
κύρια πηγή εσόδων του κράτους).
2. Εκπατρισμός.
Στον εκπατρισμό οδήγησαν η στενότητα καλλιεργήσιμης γης και η ανακάλυψη νέων εύφορων
περιοχών καθώς και η ανάπτυξη της βιοτεχνίας.
3. Ναυσιπλοΐα – Εμπόριο.
Έδωσαν ώθηση στην αστυφιλία και ταυτόχρονα οδήγησαν σε αύξηση της παραγωγής των
γεωργικών προϊόντων, που πλέον τα αντάλλασαν με μέταλλα όπως ο χαλκός και ο σίδηρος από
άλλες περιοχές.
(αποσπάσματα από Πλάτωνα & Αριστοτέλη σελ. 28).

Πλάτωνας, Πολιτεία:
Ο καθένας μας δεν είναι αυτάρκης – έτσι πρέπει να καταφεύγει στη συνδρομή του άλλου: γι
αυτό κατέληξαν οι άνθρωποι να μένουν μαζί – για να βοηθιούνται μεταξύ τους. Αυτός ο
συνοικισμός ονομάστηκε πόλις.

Αριστοτέλης, Πολιτικά:
Συμφωνεί μεν με τον Πλάτωνα αλλά: Η κοινωνία που προέκυψε από τη συνένωση των οίκων
και των γενών δημιουργήθηκε για να είναι ευτυχισμένοι οι άνθρωποι. Τελικός σκοπός της
πόλης είναι ο πλήρης και αυτάρκης βίος.

 
Για τους Πλάτωνα-Αριστοτέλη η πόλη αποτελεί φυσική εξέλιξη της ανθρώπινης συμβίωσης που
δημιουργήθηκε από την αδυναμία των δύο προγενέστερων βασικών μορφών, της οικογένειας
(οίκος) και της ευρύτερης συγγενικής συμβίωσης (γένος, κώμη).

Οίκος: είναι η πρώτη μορφή φυσικής κοινωνίας που συστάθηκε για την ικανοποίηση των
βασικών αναγκών των ανθρώπων που απαρτίζουν τα μέλη μιας οικογένειας.
Τα γένη: ζούσαν σε κώμες που δημιουργήθηκαν από τη συμβίωση πολλών οικογενειών στον
ίδιο τόπο.

ΚΥΡΙΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΠΟΛΗΣ: ενότητα, αυτάρκεια, αυτονομία.


Ενότητα σημαίνει άμεση επικοινωνία μεταξύ των πολιτών, γνωριμία του ενός με τον
άλλο και δράση σύμφωνα με τα κοινά ήθη, τους κοινούς θεσμούς και τους νόμους.
Η ενότητα αποτελεί κριτήριο και για το μέγεθος της πόλης: η πόλη δεν πρέπει να είναι πολύ
μικρή γιατί δεν μπορεί να είναι αυτάρκης, ούτε όμως πολύ μεγάλη γιατί δεν μπορεί να
ανταποκριθεί στη λειτουργικότητα της πολιτικής κοινωνίας. Η ιδεατή μορφή ενότητας φτάνει
έως την ταύτιση του ανθρώπου και της πόλης – αυτή θεωρείται δεδομένη και αυτονόητη για
τον Πλάτωνα αφού θεωρεί ότι οτιδήποτε καλό ή κακό συμβαίνει σε έναν πολίτη αφορά και την
πόλη.
Η αυτάρκεια εξετάζεται ως το απαραίτητο ιδεώδες της οργάνωσης της πόλης και
μεταφράζεται σε τέλεια εναρμόνιση του μεγέθους, του πληθυσμού και των πόρων.
Η αριστοτελική αυτάρκεια είναι το τέλειο αγαθό αφού οδηγεί στο «ευ ζην».
Η αυτονομία έχει να κάνει με την αυτοκυριαρχία, την αυτοδιάθεση, την κρατική
ανεξαρτησία και την ελευθερία. Κάθε πόλη έχει τους δικούς της νόμους, τα δικά της
πολιτικά όργανα, τα δικά της ήθη, έθιμα. Το πόσο μεγάλη σημασία είχε η αυτονομία για τις
ελληνικές πόλεις καταδεικνύεται από την αντίσταση που πρόβαλαν οι πολίτες της Μήλου στους
Αθηναίους όταν αυτοί έφτασαν με πολλαπλάσιες δυνάμεις στο νησί και τους κάλεσαν να
παραδώσουν την πόλη. (δραστηριότητα 1β σελ. 28)

Ερώτηση 2:
Γεωγραφική θέση και μέγεθος:
Χωροθετικά οι περισσότερες αρχαίες ελληνικές πόλεις ήταν χτισμένες στις παρυφές ενός
λόφου, σε σχετικά κοντινή απόσταση από τη θάλασσα. Στην κορυφή του λόφου ήταν
χτισμένο το φρούριο, η ακρόπολη, όπου κατέφευγαν οι κάτοικοι σε περίπτωση εχθρικής
επιδρομής. Αρκετές πόλεις διέθεταν και τείχη για επιπλέον προστασία. Η Αθήνα, η Κόρινθος και
το Άργος ήταν οχυρωμένες πόλεις ενώ η Σπάρτη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα
ανοχύρωτης πόλης.
Τα τείχη εξασφάλιζαν την απαιτούμενη ασφάλεια και διευκόλυναν την άμυνα σε περίπτωση
επίθεσης.
Η έκταση που καταλάμβανε μια αρχαία ελληνική πόλη (άστυ με ύπαιθρο χώρα) ήταν σχετικά
περιορισμένη: μεγαλύτερη έκταση είχε η Σπάρτη (8400 τετρ. χλμ.) μετά την κατάκτηση της
Μεσσηνίας, μετά ήταν η Αθήνα μαζί με τη Σαλαμίνα και τον Ωρωπό είχε 2650 τετρ. χλμ. κτλ.
κτλ. πολύ μικρότερη ήταν βέβαια η έκταση των νησιωτικών πόλεων αφού συνήθως ολόκληρο
το νησία αποτελούσε μια πόλη.
Για τον Ιππόδαμο τον Μιλήσιο (εφευρέτη της ρυμοτομικής διαίρεσης την οποία εφάρμοσε στον
Πειραιά), η ιδανική πόλη έπρεπε να έχει 10000 κατοίκους. Ο Πλάτωνας ήθελε τόσους
κατοίκους ώστε να μπορούν να αμύνονται αλλά και να γνωρίζονται καλά μεταξύ τους για να

 
εκλέγουν τους άρχοντες και έτσι κατέληγε στον αριθμό 5040. Ο Αριστοτέλης ισχυριζόταν πως
μια πόλη έπρεπε να έχει τόσους κατοίκους όσο απαιτούνται για να είναι αυτάρκης και έλεγε
μάλιστα πως μια κοινωνία με 100000 μέλη δεν είναι περισσότερο πόλη από μια με δέκα μέλη.
Αριθμός ενεργών πολιτών (χωρίς τις οικογένειές τους):
Αθήνα περίπου 40.000 (σε σύνολο 250.000 κατοίκων)
Σπάρτη: 28.000-30.000 (πληθυσμός 190.000-270.000 κάτοικοι)

Ερώτηση 3:
Κοινωνική δομή:
Ανταγωνισμούς ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους έχουμε επί αιώνες – από την ομηρική
εποχή το κύριο αίτημα των φτωχών ήταν ο αναδασμός και η παραγραφή των χρεών (και τα
δύο συνδέονταν με την κατοχή γης) Μέχρι την εμφάνιση του νομίσματος τον 7ο αι. η κατοχή
γης ήταν το μοναδικό κριτήριο πλούτου. Ίδιο σκηνικό σε όλες τις αρχαίες πόλεις: οι πλούσιοι
κατείχαν τη γη και την εξουσία αν και ήταν λιγότεροι. Σε ελάχιστες πόλεις, όπως στην Αθήνα
(μετά από μεταρρυθμίσεις Σόλωνα και Κλεισθένη) αλλάζει η κοινωνική αυτή διαμάχη αφού το
εμπόριο αρχίζει να αναπτύσσεται και να αποτελεί το ουσιαστικό αντίβαρο προς την αγροτική
καλλιέργεια. Στις περισσότερες ελληνικές πόλεις οι πηγές μιλούν για τρεις πληθυσμιακές
ομάδες:
1. Πολίτες, 2. Μετοίκους 3. Δούλους (Στη Σπάρτη έχουμε πολίτες, περίοικους και είλωτες, ενώ
τον 3ο αι. εμφανίζονται και δούλοι. Στην Κρήτη οι δούλοι ονομάζονταν κλαρώτες και στις
θεσσαλικές πόλεις πενέστες).

Ερώτηση 4:
ΠΟΛΙΤΕΣ:
Τρία ήταν τα χαρακτηριστικά των πολιτών: κατοχή γης, κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων,
καταγωγή από πολίτες γονείς.
Οι πολίτες αποφάσιζαν για την τύχη της πόλης, ήταν υπεύθυνοι για ειρήνη και πόλεμο, τελετές
κτλ. χωρίς να είναι όλοι πλούσιοι, απέφευγαν τη χειρωνακτική εργασία που θεωρείτο
«προνόμιο» των ξένων και των δούλων. Από έρευνες προκύπτει ότι οι πολίτες αποτελούσαν τη
μειοψηφία σε όλες τις πόλεις (π.χ στην Αθήνα ήταν περίπου 40.000 και μαζί με γυναικόπαιδα
έφταναν τους 100.000-130.000, στη Σπάρτη 28.000-30.000 που με γυναικόπαιδα έφταναν
στους 85.000-90.000 – όταν ο συνολικός πληθυσμός αυτών των πόλεων εκτιμάται στους
250.000 για Αθήνα και στους 190.000-270.000 στη Σπάρτη)
ΜΕΤΟΙΚΟΙ:
Μέτοικοι γενικά ήταν οι ξένοι εγκαταστημένοι στην πόλη. Πολλοί ήταν Έλληνες από άλλες
ελληνικές πόλεις. Οι μέτοικοι είχαν κοινά με τους πολίτες δικαιώματα και υποχρεώσεις (ήταν
γραμμένοι στα μητρώα αλλά σε ξεχωριστούς καταλόγους), μπορούσαν να ασκήσουν ορισμένα
δημόσια λειτουργήματα (του κήρυκα, του εργολάβου κ.α.), είχαν το δικαίωμα να έχουν
δούλους και κινητή περιουσία ΟΧΙ όμως ακίνητη εκτός και αν τους είχε απονεμηθεί το
δικαίωμα αυτό (ΕΓΚΤΗΣΙΣ = δικαίωμα να αποκτούν οι μέτοικοι ακίνητη περιουσία, γη)
Αλλά δεν είχαν ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΑΚΙΩΜΑΤΑ όπως οι πολίτες: δεν ψήφιζαν, δεν εκλέγονταν και έτσι
δεν κατείχαν δημόσια αξιώματα (ελάχιστες εξαιρέσεις υπάρχουν). Οι μέτοικοι όφειλαν να έχουν
ως προστάτη έναν πολίτη ο οποίος τους αντιπροσώπευε στην επικοινωνία με τις αρχές (ο
θεσμός του προστάτη μάλλον εξασθενεί τον 4ο αι. γιατί ο Πλάτωνας δεν τον αναφέρει
καθόλου στους Νόμους).

 
Κύρια οικονομική υποχρέωσή τους ήταν το ΜΕΤΟΙΚΙΟ = κατά κεφαλή φόρος που
πλήρωναν άνδρες και γυναίκες.
Επίσης, είχαν δικαίωμα στις λειτουργίες (όχι στην τριηραρχία), υπηρετούσαν στο πεζικό ως
οπλίτες και στον στόλο ως ερέτες αλλά αποκλείονταν από το ιππικό. Ήταν αποκλεισμένη από
θρησκευτικές τελετές και χορούς (αλλά μπορούσαν να μυηθούν στον χορό των Ληναίων και
στα μυστήρια της Ελευσίνας) Δύο λόγοι που αποκλείονταν: 1. Η συμμετοχή σε θρησκευτικές
τελετές ήταν συνδεδεμένη με την ιδιότητα του πολίτη και 2. Παρέμεναν πιστοί στη λατρεία
των δικών τους θεών.
Η συνεισφορά του (πέρα από τους φόρους) στην πόλη ήταν σημαντική αφού οι περισσότεροι
εργάζονταν ως έμποροι, βιοτέχνες, τραπεζίτες – οι εργασίες αυτές τους εξασφάλιζαν τέτοια
κέρδη που έκαναν συχνά ευεργεσίες στο λαό. (βλ. ΕΑΠ, Ξενοφώντας & δραστηριότητα 4 σελ.
35)
ΔΟΥΛΟΙ:
Η μεγαλύτερη πληθυσμιακή τάξη. Ο θεσμός υπήρχε ήδη από τον Όμηρο αλλά εξαπλώθηκε τον
5ο αι. λόγω της ανάπτυξης του εμπορίου και της βιομηχανίας, λόγω της ανάπτυξης του
βιοτικού επιπέδου των πολιτών, λόγω της αυξανόμενης συμμετοχής των πολιτών στα κοινά και
της περιφρόνησης της χειρωνακτικής εργασίας. Ο δούλος ήταν «έμψυχο κτήμα» και
απαραίτητο μέρος του ολοκληρωμένου σπιτιού. Δεν έπαυε όμως να είναι άνθρωπος γι αυτό και
απαγορευόταν η βία. Ο δούλος και η οικογένειά του δεν είχαν νομική υπόσταση. Κατηγορίες
δούλων:
«οικιακοί δούλοι» = υπηρέτες στα σπίτια, στα χωράφια και στα εργαστήρια, βοηθούν τον
κύριό τους.
«οι χωρίς οικούντες» = αυτοί που δεν διέμεναν στο σπίτι του κυρίου τους – απολάμβαναν
σχετική ανεξαρτησία στον οικονομικό τομέα αφού τους επιτρεπόταν να εργάζονται – από τα
έσοδά τους πλήρωναν μια πάγια πρόσοδο (αποφορά) στον κύριό τους και τα υπόλοιπα τα
κρατούσαν.
«δημόσιοι δούλοι» = εργάζονταν ως αστυνομικοί, κλητήρες, γραμματείς κτλ. και
αμείβονταν για τις υπηρεσίες τους.
«ανδράποδα μισθοφορούντα» = η πιο υποβαθμισμένη κατηγορία δούλων. Εκείνοι που οι
κύριοί τους εκμίσθωναν έναντι αμοιβής ως κωπηλάτες στο στόλο ή μεταλλεία. Ο κύριός τους
εισέπραττε την ημερήσια αμοιβή και ο εργοδότης αναλάμβανε τη διατροφή τους.
Σε ορισμένες περιπτώσεις οι δούλοι μπορούσαν να αποκτήσουν την ελευθερία τους (εξαγορά
της ελευθερίας από τον κύριό τους με τα χρήματα που είχαν συγκεντρώσει, ή λόγω αξιέπαινης
συμπεριφοράς, ή ως πράξη γενναιοδωρίας του κυρίου τους ή λόγω προσφοράς εξαιρετικών
υπηρεσιών προς την πόλη).
Καταγωγή δούλων: από Θράκη, Φρυγία, Συρία, Αρμενία και γενικότερα χώρες της
ανατολικής Μεσογείου με τις οποίες οι ελληνικές πόλεις διατηρούσαν εμπορικές σχέσεις.

Ερώτηση 6:
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ.
Τα παραπάνω αφορούσαν τις περισσότερες δημοκρατικές πόλεις του 5ου-4ου αι. π.Χ. Στην
ολιγαρχική Σπάρτη ίσχυε ένα ιδιότυπο καθεστώς που διατηρήθηκε, αφενός επειδή η Σπάρτη
ήταν αυτάρκης και αφετέρου επειδή οι Σπαρτιάτες ήταν γενικά δύσπιστοι προς κάθε ξένο
στοιχείο. Κι εκεί οι τάξεις ήταν τρεις: πολίτες, περίοικοι, είλωτες.

 
Οι Σπαρτιάτες ήταν ελεύθεροι πολίτες που καθόριζαν τις τύχες της πόλης.
Θεωρούνταν όλοι ίσοι μεταξύ τους, απείχαν από κάθε οικονομική δραστηριότητα, έκαναν λιτή
ζωή και τους ανήκαν τα ίδια πράγματα (κοινοκτημοσύνη). Ασκούσαν αποκλειστικά το
«επάγγελμα» του στρατιώτη ή αξιωματικού (υποδειγματικά στρατοκρατικά οργανωμένη
κοινωνία). Μετά το 30ο έτος της ηλικίας τους οι ελεύθεροι πολίτες συμμετείχαν στην Απέλλα
(συνέλευση των πολιτών) και μετά το 60ο στη Γερουσία. Στην πραγματικότητα, η πολιτική ζωή
ήταν υποβαθμισμένη και η ελευθερία στην έκφραση υποβαθμισμένη (η σπαρτιατική αγωγή τις
καθυπέτασσε) Πολίτες = όμοιοι, ίσοι (γιατί κύριο χαρακτηριστικό της στρατιωτικά
οργανωμένης ζωής ήταν η ισότητα-κοινός τρόπος ζωής κτλ – βλ. παρακάτω. Κατοικούσαν στη
Σπάρτη η οποία προέκυψε από τον συνοικισμό αρχικά τεσσάρων και αργότερα πέντε χωριών-
κωμών (της Πιτάνης, της Μεσόας, της Κυνοσούρας, των Λιμνών και των Αμυκλών).
Οι Περίοικοι = κάτοικοι που κατοικούσαν σε περιοχές γύρω από τις τέσσερις κώμες
στις οποίες είχαν εγκατασταθεί οι Σπαρτιάτες. Τα εδάφη αυτά θεωρούνταν σπαρτιατικά
και οι περίοικοι Λακεδαιμόνιοι. Όταν οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν τη γη των περιοίκων, δεν την
μοιράστηκαν, αλλά την άφησαν σε αυτούς να την καλλιεργούν. Οι περίοικοι δεν συμμετείχαν
ενεργά στην πολιτική ζωή αλλά υπηρετούσαν στο στρατό (μπορούσαν να γίνουν και
αξιωματικοί – αφού ο αριθμός των Σπαρτιατών είχε μειωθεί λόγω των πολέμων) Ζούσαν από
την καλλιέργεια γης, εργάζονταν ως έμποροι, τεχνίτες. Απολάμβαναν οικονομική και εν μέρει
διοικητική αυτονομία αλλά πάντα κάτω από τον έλεγχο των σπαρτιατικών αρχών. Οι
Σπαρτιάτες τους χρησιμοποιούσαν έξυπνα για να κυριαρχούν στην ευρύτερη περιοχή. Έτσι η
γη των περιοίκων λειτουργούσε ως πρόχωμα ενάντια σε εχθρική επιδρομή – Χωρίς αυτούς η
Σπάρτη δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στον ελλαδικό χώρο.
Οι είλωτες ήταν οι παλιοί κάτοικοι της Σπάρτης που είχαν υποδουλωθεί στους
Σπαρτιάτες. Οι Σπαρτιάτες κατέσχεσαν και μοίρασαν τη γη τους σε κλήρους και τους
υποχρέωσαν να την καλλιεργούν για λογαριασμό τους. Ζούσαν στην περιοικίδα χώρα και
λειτουργούσαν ως πρόχωμα στις εχθρικές επιδρομές.
Είλωτες τη Λακωνίας/αρχαίοι (κάτοικοι της Λακωνίας υποδουλωμένοι από παλιά στους
Σπαρτιάτες) και της Μεσσηνίας/Μεσσηνιακοί (κάτοικοι της Μεσσηνίας που υποδουλώθηκαν
μετά τον 2ο Μεσσηνιακό Πόλεμο, 640-620 π.Χ.) Δεν είχαν πολιτικά και αστικά δικαιώματα και η
νομική τους θέση δεν διέφερε από αυτή των δούλων των άλλων πόλεων. Ξεχώριζαν όμως σε
τρία σημεία: 1. Είχαν τη δυνατότητα της δικής τους οικογένειας, 2. Αποτελούσαν περιουσία
της πόλης και όχι των πολιτών και 3. Δεν μπορούσαν να πουληθούν ή να εξαγοράσουν την
ελευθερία τους.. Οι αρχές της πόλης είχαν την απόλυτη δικαιοδοσία πάνω τους. Δεν
υπηρετούσαν στον στρατό (μόνο ως συνοδοί των οπλιτών-πολιτών στον Πελοποννησιακό
πόλεμο και ως κωπηλάτες στο στόλο) Η σχέση μεταξύ Σπαρτιατών και ειλώτων ήταν μονίμως
εχθρική. Κρυπτεία = μαζικές εξοντώσεις ειλώτων που περιλαμβάνονταν στην
εκπαίδευση των νέων. Επίσης οι Έφοροι, κατά την έναρξη της ετήσιας θητείας τους
κήρυτταν τον πόλεμο εναντίον των ειλώτων.
Ο Ehrenberg υπολόγισε τον αριθμό ων Σπαρτιατών σε 12.000-15.000, των περιοίκων σε
40.000-60.000 και των ειλώτων σε 140.000-200.000. (δραστηριότητα 5 – σελ. 39).

Ερώτηση 7:
Όταν λέει ο Θουκυδίδης «άνδρες γαρ πόλις» εννοεί τους πολίτες και την ταύτιση αυτών με την
πόλη τους.
Πολιτειακά όργανα της αρχαίας πόλης:
1) Η πολυμελής συνέλευση των ελεύθερων πολιτών

 
2) Ένα πολυμελές ή ολιγομελές βουλευτικό σώμα και
3) Μια ομάδα αξιωματούχων
Θεσμός της αντιπροσώπευσης: ο καθένας μπορούσε να πάει στην Εκκλησία – Συνέλευση και
να εκφράσει τη γνώμη του, να ψηφίσει κτλ.
Πόλη ως πολιτικός οργανισμός:
Η αρχαία ελληνική πόλη ήταν πάνω απ όλα μια πολιτική κοινωνία, ένας πολιτικός οργανισμός.
Ο άνθρωπος, ως «ζώο πολιτικό» (Αριστοτέλης) ολοκληρώνεται μέσα στην πόλη. Η συμμετοχή
των πολιτών στα συλλογικά όργανα είναι πρώτα όφελος της πόλης και συνακόλουθα προς δικό
του όφελος. Η πόλη είναι ένα λειτουργικό σύστημα αξιών με ιδιαίτερα αναπτυγμένο το
αίσθημα της συλλογικής συνείδησης. Πόλη και κοινωνία ήταν άμεσα συνυφασμένα και έτσι δεν
υπήρχε διαχωρισμός ανάμεσα σε πολιτικό και στρατιωτικό τομέα. (δραστηριότητα 6 – σελ. 41)

Ερώτηση 8:
Κατά τον Αριστοτέλη πολίτης ήταν εκείνος που κατέχει το δικαίωμα του άρχειν και
άρχεσθαι.
Αστός vs Πολίτης
Πολίτης ήταν αυτός που είχε πολιτικά δικαιώματα. Αντίθετα, οι αστοί δεν συμμετείχαν στην
πολιτική ζωή (κι ας ήταν ελεύθεροι πολίτες) γιατί τους είχαν αφαιρεθεί τα πολιτικά δικαιώματα
για κάποιο σοβαρό αδίκημα (λιποταξία, προδοσία) Επίσης αστοί θεωρούνταν τα ανήλικα παιδιά
πριν εγγραφούν στους καταλόγους και οι σύζυγοι των ελευθέρων πολιτών.

Ερώτηση 9:
Το κριτήριο της καταγωγής.
Για να θεωρείται κανείς ελεύθερος πολίτης έπρεπε να έχει γεννηθεί από γονείς που ήταν και οι
δύο ελεύθεροι πολίτες (σε μερικές περιπτώσεις ήταν αναγκαία η καταγωγή τριών γενεών από
γονείς πολίτες). Κάθε άλλη γέννηση που προέκυπτε από άλλη σχέση θεωρούνταν μη νόμιμη
και τα παιδιά νόθα (δλδ ούτε ιδιότητα πολίτη, ούτε δικαίωμα στην πατρική κληρονομιά) Ο
κανόνας αυτός τηρήθηκε με ευλάβεια σε όλες τις ελληνικές πόλεις (Μέγαρα, Ρόδο μάλλον και
σε ολιγαρχικές πόλεις όπως Σπάρτη, Θεσσαλία, Βοιωτία) με ελάχιστες εξαιρέσεις (όταν μετά
από πολέμους μειωνόταν ο αριθμός του ανδρικού πληθυσμού).
Η προϋπόθεση της καταγωγής από γονείς πολίτες ίσχυσε στην Αθήνα από τα μέσα του 5ου αι.
π.Χ. Μέχρι τότε αρκούσε η κατοχή της ιδιότητας του πολίτη από τον πατέρα. Η μητέρα
μπορούσε να είναι ξένη (αυτοί ονομάζονταν μητρόξενοι).
Στην Αθήνα όμως, η Εκκλησία του Δήμου ενέκρινε το 451 π.Χ. ψήφισμα σύμφωνα
με το οποίο απαραίτητη προϋπόθεση ήταν και οι δύο γονείς να είναι Αθηναίοι
πολίτες. Με αυτή την απόφαση, η ιδιότητα του πολίτη μεταβλήθηκε σε ένα ακριβοθώρητο
προνόμιο, αφού η απόκτησή του γινόταν ιδιαίτερα δύσκολη. Η ιδιότητα όμως αυτή είχε και
πολλά προνόμια: αμοιβές που λάμβαναν οι πολίτες για τη συμμετοχή τους στα πολιτικά
όργανα και δωρεάν δωρεές σιταριού, δυνατότητα κατοχής περιουσίας και πάσης
φύσης νομικά δικαιώματα (κυρίως κληρονομικά).
Σε ορισμένες πηγές, ωστόσο, στην Αθήνα παραχωρήθηκε το δικαίωμα της ιδιότητας του
πολίτη σε συμμάχους και σε μετοίκους ως ανταμοιβή για την προσφορά των υπηρεσιών τους
στην πόλη. Επιπλέον, σε ορισμένες πόλεις ενδεχομένως να αρκούσε η καταγωγή από έναν
γονιό ενώ μπορεί την ιδιότητα του πολίτη να την αποκτούσαν και τα νόθα παιδιά των πολιτών
(όταν λιγόστευε ο αριθμός των γνήσιων (π.χ. ο Περικλής ζήτησε να απονεμηθεί η ιδιότητα του
πολίτη στο γιο που είχε αποκτήσει με την Ασπασία επειδή οι άλλοι του δυο γιοι είχαν πεθάνει.)

 
Ο Αριστοτέλης πάντως ισχυρίζεται πως όταν ο πληθυσμός των πόλεων αυξανόταν και πάλι,
άρχιζαν να διαγράφουν από τις λίστες σταδιακά, πρώτα αυτούς που προέρχονταν από δούλο
πατέρα ή μητέρα και αργότερα τους μητρόξενους. Πάντως, στη Σπάρτη κάτι τέτοιο
θεωρούνταν αδιανόητο.
(για τελετουργίες-διαδικασίες εισόδου των αγοριών στην πολιτική κοινότητα των Αθηναίων,
μείον, κουρείον, εορτή Απατουρίων κτλ. Βλέπε παρακάτω)
ΠΡΟΝΟΜΙΑ:
Το οικονομικό κριτήριο:
Δύο τα οικονομικά χαρακτηριστικά: 1. Το δικαίωμα απόκτησης και κατοχής γης και ακινήτων
(έγκτησις) και 2. η απαλλαγή από οποιονδήποτε σταθερό άμεσο φόρο
Η ιδιοκτησία γης αποτελούσε προνόμιο του ελεύθερου πολίτη. Μέτοικοι και ξένοι μπορούσαν
να μισθώσουν και να εκμεταλλευτούν αγροκτήματα και ακίνητα, όχι όμως να τα αγοράσουν
(εκτός και αν τους παραχωρούσε το δικαίωμα η Εκκλησία του Δήμου – ελάχιστες εξαιρέσεις)
Αυτό δεν πρέπει να μας ξενίζει αφού η γη ήταν ό,τι πολυτιμότερο μπορούσε να κατέχει κανείς
και επιπλέον πιστοποιούσε την αριστοκρατική του καταγωγή. Έτσι, σε ολιγαρχικές κυρίως
πόλεις (Θήβα, Σπάρτη) ίσχυε η απαγόρευση πώλησης των κλήρων. Στην Αθήνα αυτό το μέτρο
χαλάρωσε μετά τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη (επειδή η ιδιότητα του πολίτη
πιστοποιούνταν από την εγγραφή στους καταλόγους, η έγγεια ιδιοκτησία πέρασε σε δεύτερη
μοίρα – αυτό παγιώθηκε με Εφιάλτη-Περικλή και έτσι ο πολίτης πλέον έπρεπε να έχει
προσωπική αξία και όχι αναγκαστικά περιουσία) «Εάν κάποιος είναι φτωχός μπορεί να
ωφελήσει την πόλη με την δράση του» (καυχιέται ο Περικλής στον επιτάφιο.
Το περίεργο με τη Σπάρτη ήταν ότι ενώ η καλλιεργήσιμη γη ήταν μοιρασμένη σε ίσους
κλήρους σε όλους τους ελεύθερους πολίτες, αυτή δεν τους ανήκε αλλά ανήκε στην πόλη.
Εξάλλου, για την καλλιέργειά της ασχολούνταν μόνο οι είλωτες.
Το νομικό κριτήριο:
Δυνατότητα σύναψης οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, το δικαίωμα της προστασίας στα
δικαστήρια, το δικαίωμα της εμφάνισης (ως κατηγόρου) στις περισσότερες δημόσιες
καταγγελίες, το δικαίωμα σύνταξης διαθήκης και τα κάθε μορφής κληρονομικά δικαιώματα.
Όλα αυτά τα απολάμβαναν μόνο οι ενήλικοι άρρενες πολίτες (όχι οι γυναίκες και οι
διανοητικώς καθυστερημένοι)
Τα νομικά δικαιώματα ήταν άμεσα συνδεδεμένα με τα πολιτικά έτσι π.χ. ένας οφειλέτης του
Δημοσίου, έχανε και το δικαίωμα του πολίτη, έως ότου εξοφλήσει το χρέος του.
Πολιτικά δικαιώματα:
Η πολιτική ήταν η κύρια δραστηριότητα του ελεύθερου πολίτη. Πολιτική δραστηριότητα = να
συμμετέχει στα πολιτικά θεσμικά όργανα. Στην Αθήνα είχαμε τη Συνέλευση (Εκκλησία) του
Δήμου, τη Βουλή, την Ηλιαία και το ολιγομελές σώμα των αρχόντων. Στη Σπάρτη και σε άλλες
ολιγαρχικές πόλεις είχαμε τη Συνέλευση του Δήμου, τη Γερουσία, το Συμβούλιο και το Σώμα
των αρχόντων. Ενώ σε αρκετές περιπτώσεις τα ονόματα των πολιτικών οργάνων είναι ίδια, οι
διαφορές ανάμεσα σε δημοκρατικές και ολιγαρχικές πόλεις ήταν τεράστιες: στις ολιγαρχικές
πόλεις, η Συνέλευση δεν συγκαλούνταν συχνά και όταν αυτό γινόταν, ο δήμος απλά επικύρωνε
τις προειλημμένες αποφάσεις από τη Γερουσία. Αντίθετα στην Αθήνα η πολιτική συμμετοχή
είχε ουσιαστικό περιεχόμενο καθώς ήταν προσωπική και άμεση.
Γι αυτό ο Αριστοτέλης έλεγε πως μόνο στη δημοκρατία είναι ο πολίτης πραγματικός πολίτης.

 
Το στρατιωτικό κριτήριο:
Από τον 5ο αι. έχουμε ταύτιση του πολίτη με τον οπλίτη (πολίτης που προμηθεύεται πλήρη
εξοπλισμό) Κατά την άποψη αρχαίων συγγραφέων εξάλλου, την πολιτική ιδιότητα έπρεπε να
έχουν μόνο όσοι μπορούσαν να υπερασπιστούν την πατρίδα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της απόλυτης ταύτισης πολίτη και στρατιώτη αποτελούσε η
Σπάρτη.
Οι Σπαρτιάτες ήταν περισσότερο στρατιώτες παρά πολίτες αφού το μεγαλύτερο μέρος της
ζωής τους το περνούσαν σε στρατόπεδα και κάθε άλλη δραστηριότητα ήταν απαγορευμένη. Η
συμμετοχή τους στη Συνέλευση (Απέλλα) ήταν καθαρά τυπική (αφού όπως είπαμε απλά
επικύρωναν αποφάσεις ειλημμένες)
Στην Αθήνα η ταύτιση πολίτη και στρατιώτη διατηρήθηκε στο ίδιο πλαίσιο μέχρι την εποχή του
Κλεισθένη – όμως τον 5ο αι. η ταύτιση αυτή χαλάρωσε αφενός επειδή η ιδιότητα του πολίτη
επεκτάθηκες και σε εκείνους που δεν είχαν την οπλιτική ικανότητα και αφετέρου επειδή η
Αθήνα έζησε μεγάλο διάστημα χωρίς πόλεμο. Τέλος, από τον Πελοποννησιακό και ύστερα η
σχέση πολίτη-στρατιώτη χαλαρώνει εντελώς αφού έχουμε την ύπαρξη μισθοφόρων (όπως π.χ
οι Κρήτες τοξότες)
Το θρησκευτικό κριτήριο:
Η πολιτική ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τη θρησκευτικά ζωή. Όλες οι σημαντικές πράξεις της
πολιτικής ζωής συνδέονταν με θυσίες και τελετές προς τον θεό-προστάτη. π.χ. η είσοδος του
μελλοντικού πολίτη στην πολιτική κοινότητα συνοδευόταν από τελετουργίες προς τιμήν του
Δία ή της Αθηνάς (έτσι πράξη αυτή θεωρούνταν όχι μόνο πολιτική αλλά και θρησκευτική)

Η είσοδος στο πολιτικό σώμα των Αθηναίων:


Η είσοδος των παιδιών επικυρωνόταν με 2 εγγραφές: την εγγραφή τους στους καταλόγους της
φρατρίας και την εγγραφή τους στο δήμο όπου ανήκαν. Η εγγραφή στη φρατρία γινόταν κατά
τη διάρκεια της τελετής την ημέρα του εορτασμού των Απατουρίων (εορτής όπου οι φρατρίες
λάτρευαν τον Φράτριο Δία και τη Φράτρια Αθηνά) Την Τρίτη μέρα της γιορτής δηλώνονταν τα
παιδιά που είχαν γεννηθεί ή υιοθετηθεί από πολίτες γονείς (κάτι σαν την ληξιαρχική πράξη) Ο
πατέρας έδινε όρκο ότι το παιδί γεννήθηκε από νόμιμο γάμο με Αθηναία (τα ξένα ούτε
αναγνωρίζονταν, ούτε υιοθετούνταν)
Η δεύτερη εγγραφή στους καταλόγους των δημοτών αφορούσε μόνο τα αγόρια και
πραγματοποιούνταν με τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους. Οι δημότες έδιναν
όρκο για την ηλικία τους, ότι είναι νόμιμοι πολίτες και ότι κατάγονται από νόμιμη γέννηση.
Μετά η λίστα των νεοεγγραφέντων υποβαλλόταν για έλεγχο στη Βουλή. Σε μερικές όμως
περιπτώσεις μπορεί οι δημότες να καταψήφιζαν κάποιον ως μη ελεύθερο. Τότε αυτός είχε το
δικαίωμα να ασκήσει έφεση στο δικαστήριο – αν δικαιωνόταν οι δημότες ήταν υποχρεωμένοι
να τον εγγράψουν, αν όχι τον πουλούσαν ως δούλο.
Στη συνέχεια, οι νέοι πολίτες συγκεντρώνονταν κατά φυλές και εκπαιδεύονταν για 2 χρόνια
στο ακόντιο και το τόξο και περιπολούσαν στα φρούρια ως φύλακες. Μετά τη λήξη της
υποχρεωτικής αυτής θητείας εισέρχονταν οριστικά στο σώμα των ενεργών πολιτών.
(Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία) (δραστηριότητα 9 – σελ. 48)

Ερώτηση 10:
Στα ολιγαρχικά πολιτεύματα των ελληνικών πόλεων υπήρχαν δύο τάξεις πολιτών, από τις
οποίες πλήρη δικαιώματα και ουσιαστικά εξουσία είχε μόνο μία: εκείνη της οποίας η περιουσία
ξεπερνούσε ένα συγκεκριμένο όριο.

 
Η ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΣΤΗ ΣΠΑΡΤΗ
Στη Σπάρτη ο πολίτης ήταν ταυτόχρονα και στρατιώτης «πλήρους απασχόλησης» υπό τις
διαταγές των κληρονομικών βασιλέων οι οποίοι ασκούσαν την εξουσία με τα ισόβια μέλη της
Γερουσίας και τους ετήσια εκλεγμένους εφόρους. Στην Απέλλα απλά επικυρώνονταν οι
αποφάσεις τους (σε μια στρατοκρατικά οργανωμένη κοινωνία όπου οι πολίτες είχαν μάθει να
υπακούν, οι στρατιώτες-πολίτες δεν μπορούσαν να αντιταχθούν σε προτάσεις των ανώτερών
τους). Οι Σπαρτιάτες είχαν γη αλλά η γη ανήκε στην πόλη και ήταν ουσιαστικά ανεπάγγελτοι
(απαγορευόταν οποιαδήποτε ενασχόληση πέρα από τα στρατιωτικά) Από σύγχρονους
ερευνητές χαρακτηρίζεται το πολίτευμα της Σπάρτης ως «πολιτεία των συνταξιούχων».

Ερώτηση 11:
ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Μόνο στην Αθήνα ο ενεργός πολίτης ήταν πραγματικά ελεύθερος. Μέχρι τον 6ο αι. η Αθήνα
δεν διέφερε από τις άλλες ολιγαρχικές πόλεις καθώς η αντιπαράθεση πλούτου φτώχειας
έφερνε πολλές εμφύλιες έριδες. Τέλος έβαλαν οι Σόλωνας και Κλεισθένης:
Σόλωνας: οι μεταρρυθμίσεις του (590 π.Χ) υπήρξαν καταλυτικές για την έναρξη της
διαδικασίας εκδημοκρατισμού της Αθήνας
• Κατήργησε τα χρέη των φτωχών αγροτών
• Επέτρεψε σε όσους είχαν μεταναστεύσει λόγω χρεών να επιστρέψουν
• Απαγόρευσε τη σύναψη δανείων με σωματική εγγύηση (σεισάχθεια)
• Διαίρεσε τους πολίτες με βάση το αγροτικό εισόδημα σε τέσσερις τάξεις: οι δύο ανώτερες
μπορούσαν να καταλάβουν τα ανώτερα αξιώματα ενώ οι ζευγίτες και οι θήτες μπορούσαν να
συμμετέχουν στην Εκκλησία του δήμου.

Ερώτηση 12:
Κλεισθένης: ανασύνθεση του πολιτικού σώματος.
• Κατένειμε τους πολίτες σε 10 φυλές (αντί τεσσάρων).
• Διαίρεσε την Αττική σε τριάντα ομάδες δήμων (τριττύες).
• Διαίρεσε τη χώρα σε περισσότερους από 100 δήμους – στους δήμους έδωσε τη βαρύτητα που
είχαν μέχρι τότε οι φυλές (έτσι η εγγραφή στους καταλόγους του δήμου και ο ορισμός των
αντιπροσώπων στη Βουλή των Πεντακοσίων και στην Ηλιαία γινόταν πλέον από τους δήμους)
Οι μεταρρυθμίσεις του αποσκοπούσαν στον περιορισμό της εξουσίας των αριστοκρατικών
οικογενειών, δίνοντας περισσότερα δικαιώματα στις δύο κατώτερες τάξεις.
Αναδιοργάνωση του πολιτικού σώματος (ενσωμάτωση στην πόλη των νέων πολιτών, δλδ
μετοίκων και δούλων, των νεοπολιτών, και οργάνωση των εξουσιών. (σελ. 64 Παράδειγμα 2)

Ερώτηση 13:
Εφιάλτης: (462 π.Χ) αποδυνάμωσε εντελώς τον Άρειο Πάγο μεταφέροντας τις αρμοδιότητές
του στα άλλα πολιτειακά όργανα (Εκκλησία του Δήμου, Βουλή των 500, Ηλιαία) στα οποία
είχαν συμμετοχή όλοι οι πολίτες
Περικλής: σημαντικά μέτρα
• Επιλογή αρχόντων με κλήρωση.
• Παραχώρηση πλήρων πολιτικών δικαιωμάτων σε όλες τις τάξεις των πολιτών (εκλόγιμοι για το
αξίωμα των αρχόντων γίνονται και οι ζευγίτες).
• Καθιέρωση αμοιβής των μελών της Ηλιαίας και της Εκκλησίας του Δήμου
(δραστηριότητες 11-12, σελ. 52).

 
Ερώτηση 14:
Κοινωνικοπολιτικοί θεσμοί.
Οι φρατρίες:
Από την αρχαϊκή εποχή = συνάθροιση συγγενικών γενών. Τα μέλη των γενών ονομάζονταν
γενήτες και συνδέονταν μεταξύ τους με συγγενικούς δεσμούς. Οι φρατρίες προέκυψαν από
τη συνένωση συγγενικών γενών. Πολλές φρατρίες μαζί αργότερα αποτέλεσαν τις πρώτες
φυλές. Ήδη, στον 8ο αι. π.Χ., στην κλασική Αθήνα, οι φρατρίες διαδραμάτιζαν ουσιαστικό ρόλο
σε κάθε πράξη που σχετιζόταν με τη ζωή του ελεύθερου πολίτη (γάμος, γέννηση κτλ) Η
φρατρία λειτουργούσε κυρίως ως θρησκευτικό σωματείο αλλά μερικές λειτουργίες της είχαν
σημαντικό πολιτικό περιεχόμενο: τελετή εγγραφής νεογέννητων παιδιών στη φρατρία. Η
φρατρία διέθετε το δικό της ιερό, λάτρευε τις δικές της θεότητες, είχε δικό της αρχηγό
(φρατρίαρχο) και δικαίωμα να κατέχει ακίνητη περιουσία. Οι φρατρίες γιόρταζαν από κοινού
κάθε χρόνο τα Απατούρια (= γιορτή αφιερωμένη στον Φράτριο Δία και στη Φρατρία Αθηνά)

Ερώτηση 15:
Οι δήμοι:
Μετά τον Κλεισθένη, οι δήμοι, από απλές γεωγραφικές υποδιαιρέσεις έγιναν αυτοδιοικούμενες
κοινότητες και ταυτόχρονα πυρήνες της κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης της πόλης (λόγω της
μεταφοράς της πολιτικής δραστηριότητας από τις φυλές στους δήμους).
Στο εξής, οι Αθηναίοι χρησιμοποιούσαν δίπλα στο όνομά τους το όνομα του δήμου στον οποίο
ανήκαν (το οποίο ήταν και κληρονομικό)
Στους επόμενους δύο αιώνες, ο ρόλος των δήμων ήταν πλέον διττός: από τη μία αποτελούσαν
τοπικές αυτοδιοικούμενες μονάδες με δημοκρατική δομή και οργάνωση και από την άλλη
αποκεντρωμένες μονάδες εφαρμογής των κατευθύνσεων της κεντρικής εξουσίας και πυρήνες
παραγωγής κεντρικής πολιτικής. Η αυτοδιοίκησή τους εκφραζόταν με τα δικά τους διοικητικά
όργανα (Συνέλευση Δημοτών, Δήμαρχος, Δημοτικό Ταμείο, Δημοτική Αστυνομία, Δημοτικό
Ιερατείο). Επίσης εισέπρατταν τους δικούς τους φόρους και διοργάνωναν τις δικές τους
πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Οι δήμοι όμως ήταν αρμόδιοι και για την είσπραξη των δημόσιων φόρων. Η κύρια αρμοδιότητά
τους όμως ήταν η τήρηση του καταλόγου των δημοτών-πολιτών (βλ. παραπάνω).
Οι φυλές:
Η οργάνωση της αρχαϊκής πόλης βασίστηκε στο φυλετικό σύστημα, μονάδες του οποίου ήταν
το γένος, η φρατρία και η φυλή. Η φυλή ήταν συνένωση φρατριών, μια αυτοδιοικούμενη
οργανική μονάδα με δικά της διοικητικά όργανα και δική της εδαφική περιοχή. Ανώτατο
όργανο ήταν η συνέλευση των ανδρών που μπορούσαν να φέρουν όπλα (πολεμιστές). Κάθε
φυλή είχε τον αρχηγό της (φυλοβασιλέα) ο οποίος ασκούσε τις διοικητικές, θρησκευτικές και
στρατιωτικές αρμοδιότητες. Ανάμεσα στον φυλοβασιλέα και της συνέλευσης των πολεμιστών
ήταν το συμβούλιο της φυλής (το οποίο συγκροτούσαν οι αρχηγοί των γενών και των
φρατριών). Οι αποφάσεις λαμβάνονταν από τον φυλοβασιλέα σε συνεργασία με το συμβούλιο
της φυλής και εγκρίνονταν ή απορρίπτονταν από τη συνέλευση των πολεμιστών.
Από τους ιστορικούς γνωρίζουμε ότι υπάρχουν δύο βασικές ομάδες φυλών: οι ιωνικές και οι
δωρικές. Ακόμα και μετά τον Κλεισθένη (και την αύξησή τους από 4 σε 10 για την
αποδυνάμωσή τους), συνέχισαν να παίζουν σημαντικό ρόλο στην πολιτική σκηνή αφού κάθε
φυλή εξέλεγε έναν άρχοντα, απέστελλε 50 βουλευτές στη Βουλή των 500, ασκούσε την
πρυτανεία για ένα χρόνο και συμμετείχε αναλογικά στην Ηλιαία.
10 

 
Η φυλή ανακατευόταν και στις οικονομικές υποχρεώσεις των πολιτών (χορηγίες στις τραγωδίες
και στα Διονύσια) Αλλά και στον στρατιωτικό τομέα, αφού κατά τον 5ο αι. στην Αθήνα, οι 10
στρατηγοί εκλέγονταν αντιπροσωπευτικά, ένας από κάθε φυλή.

Ερώτηση 16:
Η καταγωγή αποτελούσε το πρωταρχικό κριτήριο απόκτησης της ιδιότητας του πολίτη. Η
γέννηση από γονείς πολίτες ή αστούς ήταν η κύρια οδός πρόσβασης στην πολιτική κοινότητα.
Νόμιμη γέννηση θεωρούνταν μόνο αυτή που προέκυπτε από τον γάμο ενός πολίτη ή αστού με
την κόρη ενός άλλου πολίτη ή αστού. Κάθε άλλη γέννηση θεωρούνταν μη νόμιμη και τα παιδιά
νόθα. Τα νόθα παιδιά δεν αποκτούσαν την ιδιότητα του πολίτη και δεν είχαν δικαίωμ στην
πατρική κληρονομιά.
Η προϋπόθεση καταγωγής από γονείς πολίτες ως κριτήριο απόκτησης της ιδιότητας του πολίτη
ίσχυσε στην Αθήνα από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. Μέχρι τότε φαίνεται ότι αρκούσε η κατοχή της
ιδιότητας του πολίτη από τον πατέρα. Η μητέρα μπορούσε να είναι ξένη (μητρόξενοι)
Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι αυτές του Κλεισθένη, του Κίμωνα και του Θεμιστοκλή, οι
μητέρες των οποίων κατάγονταν από τη Σικυώνα, τη Θράκη και το Άργος αντίστοιχα.
Στα μέσα του 5ου αι. η στάση της Αθήνας στο θέμα των μικτών γάμων άλλαξε ριζικά: Η
Εκκλησία του Δήμου το 451 π.Χ. ενέκρινε – ύστερα από πρόταση του Περικλή – ψήφισμα
σύμφωνα με το οποίο, για να θεωρηθεί κάποιος Αθηναίος πολίτης, έπρεπε να κατάγεται από
γονείς πολίτες ή αστούς και από τις δύο πλευρές.

Ερώτηση 17:
Το δεύτερο καθοριστικό κριτήριο για την απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη ήταν η κατοχή
γης και ακινήτων (έγκτησις). Η έγγεια ιδιοκτησία ήταν αποκλειστικό προνόμιο των ελεύθερων
πολιτών.
Μητρόξενοι και ξένοι μπορούσαν να μισθώσουν και να εκμεταλλευτούν αγροκτήματα και
ακίνητα, αλλά όχι να τα αγοράσουν. Παρόλα αυτά, η συμμετοχή των μετοίκων και των ξένων
στην οικονομική ζωή της πόλης (βασικά στις δημοκρατικές) ήταν όχι μόνο ευπρόσδεκτη αλλά
και επιδιωκόμενη. Στην Αθήνα μάλιστα του 4ου αι. π.Χ. έγιναν σημαντικές τροποποιήσεις στις
νομικές διαδικασίες, με στόχο τη διευκόλυνση των εμπορικών και οικονομικών συναλλαγών
των μετοίκων. Θεωρητικά υπήρχε και η δυνατότητα παραχώρησης του δικαιώματος της
έγκτησης σε μετοίκους και ξένους με ειδικό ψήφισμα της Εκκλησίας του Δήμου.
Επειδή η γη ήταν ό,τι πολυτιμότερο μπορούσε να κατέχει κανείς, στις ολιγαρχικές πόλεις
προστάτεψαν με ιδιαίτερο ζήλο το δικαίωμα της έγκτησης. Σε πολλές μάλιστα πόλεις (όπως
στη Θήβα και τη Σπάρτη) ίσχυε απαγόρευση πώλησης των κλήρων. Στις ίδιες πόλεις
συμμετοχή στα κοινά είχαν μόνο οι μεγαλοκτηματίες.
Η απαγόρευση πώλησης της γης υπήρχε τουλάχιστον μέχρι την εποχή του Σόλωνα.
Η σχέση έγγειας ιδιοκτησίας και της ιδιότητας του πολίτη χαλάρωσε στη δημοκρατική Αθήνα
μετά τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη (από τότε δηλαδή που η ιδιότητα του πολίτη
πιστοποιούνταν από την εγγραφή στους καταλόγους του δήμου). Έκτοτε δεν απαιτούνταν για
την απόκτηση της ούτε κατοχή γης, ούτε εισόδημα. Με τις αλλαγές Εφιάλτη και Περικλή, η
στάση αυτή παγιώθηκε. Η απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη και γενικά η συμμετοχή στα
κοινά είχε πλέον να κάνει με την προσωπική αξία του καθενός.
Εάν ο πολίτης, έστω και φτωχός, μπορεί να ωφελήσει την πόλη με τη δράση του, δεν
εμποδίζεται από την ασημότητα της κοινωνικής του θέσεις λέει ο Περικλής στον επιτάφιο.

11 

 
Διάταγμα του Φορμισίου (403 π.Χ.): προτεινόταν να αποκλειστούν από την πολιτική
κοινότητα όσοι δεν κατείχαν γη.
Η απογραφή που διενεργήθηκε εκείνο το χρόνο είχε καταγράψει 5.000 ακτήμονες
στην Αθήνα. Εάν δεχτούμε ότι στις αρχές του 4ου π.Χ. αι. ο αριθμός των Αθηναίων πολιτών
ανερχόταν στις 30.000, διαπιστώνεται ότι το 1/6 από αυτούς ήταν ακτήμονες.

Ερώτηση 18:
Η απονομή της ιδιότητας του πολίτη (σελ. 63).
Μια άλλη οδός πρόσβασης των ξένων και των μετοίκων στο πολιτικό σώμα ήταν η απονομή
της από την ίδια την πόλη ως ανταμοιβή για την προσφορά των διακεκριμένων υπηρεσιών
τους σε αυτή. (σπάνιο φαινόμενο αλλά και ύψιστη τιμή) Αυτοί ονομάζονταν ποιητοί πολίτες
και εξομοιώνονταν με τους εκ καταγωγής πολίτες (αποκτούσαν το δικαίωμα του εκλέγειν και
εκλέγεσθαι αλλά δεν μπορούσαν να εκλεγούν άρχοντες και να αποτελέσουν μέλη του ιερατείου
της πόλης.) Η απονομή της ιδιότητας του πολίτη μπορούσε να έχει ατομικό ή ομαδικό
χαρακτήρα. Γενικά, τις περισσότερες περιπτώσεις ποιητών πολιτών τις συναντάμε στην Αθήνα
(μόνο δύο περιπτώσεις υπήρξαν στη Σπάρτη)
Τρία Παραδείγματα απονομής της ιδιότητας του πολίτη στην Αθήνα:
Ομαδικές.
1. Επί Σολώνα όταν επέτρεψε να επιστρέψουν στην Αθήνα και να επανακτήσουν τα πολιτικά τους
δικαιώματα όσοι είχαν διαφύγει λόγω χρεών
2. Στους συμμάχους τους Πλαταιείς από τους Αθηναίους μετά την καταστροφή της πόλης τους
από Βοιωτούς και Σπαρτιάτες το 427 π.Χ
3. Ατομικής: στο γιο του Περικλή με την Ασπασία (λόγω του θανάτου των δύο γνήσιων γιων
του από λοιμό)

Κατά τα τέλη του Πελοποννησιακού πολέμου οι Αθηναίοι αναγνώρισαν στους Ευβοείς (με τους
οποίους είχαν παραδοσιακά καλές σχέσεις την επιγαμία = αναγνωρίζονταν οι μικτοί γάμοι
μεταξύ Αθηναίων και Ευβοέων ως νόμιμοι (καθώς και τα παιδιά τους)
Πολύ πιθανό όμως είναι να απέκτησαν το δικαίωμα της ιδιότητας του πολίτη παράνομα πολλοί
εύποροι μέτοικοι (εξαγοράζοντας την εγγραφή τους στους καταλόγους) Τα πρόστιμα σε
τέτοιες περιπτώσεις ήταν πολύ αυστηρά (αφαίρεση περιουσίας, υποβιβασμός σε δούλο). Για
την αποφυγή τέτοιων περιστατικών οι κατάλογοι στην Αθήνα εξετάζονταν σε τακτά
διαστήματα από την Εκκλησία του Δήμου. (δραστηριότητα 18 – σελ. 66)

Ερώτηση 19:
ΣΤΕΡΗΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ: (σελ. 66)
Με ατιμία τιμωρούνταν όσοι κρίνονταν ανάξιοι της τιμής να ανήκουν στο σώμα των πολιτών.
Η ατιμία διακρινόταν σε ολική και μερική.
Η ολική μπορούσε να είναι είτε απόλυτη είτε σχετική.
Ολική απόλυτη ατιμία:
Αφαίρεση περιουσιακών στοιχείων, απαγόρευση παραμονής στο έδαφος της πόλης. Στην αρχή
μάλιστα κάθε πολίτης επιτρεπόταν ακόμη και να φονεύσει τον άτιμο χωρίς να τιμωρηθεί, σε
περίπτωση που τον συναντούσε στα όρια της πόλης. Την ολική απόλυτη ατιμία επέσυραν
ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα όπως:
• Επιδίωξη εγκαθίδρυσης τυραννικού καθεστώτος
• Προσπάθεια κατάργησης ή παραποίησης της κείμενης νομοθεσίας
12 

 
• Φόνος προσώπου στον οποίο η πόλη είχε εγγυηθεί το απαραβίαστο
• Εξαπάτηση πολίτη, π.χ δίνοντάς του γυναίκα ξένη ως αστή
Συνηθέστερη μορφή ατιμίας ήταν η ολική σχετική ατιμία: σε αυτή την περίπτωση, ο άτιμος
έχαν ορισμένα από τα πολιτικά δικαιώματα, δεν έπαυε όμως να είναι πολίτης. Συμμετείχε στην
Εκκλησία αλλά δεν δικαιούνταν να λάβει το λόγο – συμμετείχε όμως σε ψηφοφορίες. Δεν
συμμετείχε όμως στην Ηλιαία, δεν έμπαινε στην αγορά και στα ιερά και δεν συμμετείχε σε
δημόσιες θυσίες και αθλητικές εκδηλώσεις. Αυτό συνέβαινε όταν:
• Υπήρχαν χρέη προς την πόλη (σε περίπτωση χρεών η ατιμία ήταν κληρονομική και σε
περίπτωση θανάτου του ατόμου, τα χρέη μεταφέρονταν στους κληρονόμους μέχρι να
εξοφληθούν)
• Γινόταν απόπειρα δωροδοκίας δικαστών
• Ψευδομαρτυρούσαν
Μερική ατιμία:
Πιο περιορισμένη μείωση των πολιτικών δικαιωμάτων. Ποινές: απαγόρευση υποβολής
προτάσεων στην Εκκλησία, απαγόρευση παράστασης στο δικαστήριο, μη συμμετοχή σε
συζητήσεις στην αγορά Αυτό συνέβαινε όταν:
• Κατασπαταλούσαν την πατρική περιουσία
• Δεν εξοφλούσαν πρόστιμα προς την πόλη (π.χ. από κάποιο δικαστήριο)
Η διάρκεια της ατιμίας μπορούσε να είναι είτε προσωρινή είτε οριστική. Η άρση της οριστικής
ατιμίας δεν ήταν εύκολη υπόθεση (κι αυτό γιατί τον 5ο αι. π.Χ. στην Αθήνα απαιτούνταν
«πλήρη» συνέλευση της Εκκλησίας για να αποφασιστεί κάτι τέτοιο, δλδ 6000 ψήφοι πολιτών)
Γενικά η ατιμία στην αρχική της μορφή ισοδυναμούσε με έξωση από την κοινωνία της πόλης
ενώ αργότερα με πολιτικό αφοπλισμό. Σε κάθε περίπτωση πάντως αποτελούσε σοβαρή ηθική
μείωση της προσωπικότητας.
(δραστηριότητα 19 – σελ. 67)

Ερώτηση 20:
Η θέση της γυναίκας στην πολιτική κοινότητα.
Η θέση της γυναίκας ήταν από νομική, κοινωνική και πολιτική πλευρά σημαντικά
υποβαθμισμένη. Δεν ανήκε στην πολιτική κοινότητα, δεν είχε συμμετοχή στα κοινά. Γραφόταν
μόνο στους καταλόγους της φατρίας που σήμαινε την ελεύθερη καταγωγή της. Δεν γράφονταν
στους καταλόγους των πολιτών και δεν θεωρούνταν πολίτες αλλά αστές. Η γυναίκα δεν
ασκούσε καμία πολιτική δραστηριότητα και απουσίαζε από την πολιτική ζωή. Από νομικής
θέσης δεν μπορούσε να υπογράψει συμβόλαια και να παραστεί στα δικαστήρια, ούτε κατείχε
γη, ακίνητα και άλλα κινητά πράγματα. Την εκπροσωπούσε κάποιος άλλος όπως ο πατέρας της
και αν είχε πεθάνει ο μεγαλύτερος αδελφός της αν ήταν ανύπαντρη, ο άντρας της αν ήταν
παντρεμένη και ο μεγαλύτερος γιος της αν ήταν χήρα. Στην κοινωνική ζωή ήταν λιγότερο
αποκλεισμένη. Συμμετείχε σε θρησκευτικές γιορτές και τελετές. Σημαντικό ρόλο έπαιζε στα
Θεσμοφόρια που ήταν μια γιορτή αφιερωμένη στην παντρεμένη γυναίκα και εκεί
τιμούσαν τις θεές της γονιμότητας. Οι Έλληνες τη θεωρούσαν από τη φύση της αδύναμο
πνευματικά ον το οποίο έπρεπε να υπακούει τον άντρα, επηρεασμένοι από την Ανατολή. Ο
Ξενοφώντας τόνιζε το ρόλο της ως καλή συζύγου και νοικοκυράς. Πίστευε ότι ένα σπίτι για
να προκόψει πρέπει η γυναίκα να είναι νοικοκυρά. Ο Σωκράτης έλεγε ότι η γυναίκα δεν ήταν
από τη φύση της υποδεέστερη του άντρα αφού και οι δύο έχουν τις ίδιες καταβολές και
ικανότητες. Ο Περικλής έλεγε ότι είναι τιμή για τη γυναίκα να μην τη συζητάνε οι άντρες.

13 

 
Ερώτηση 21:
Η θέση της γυναίκας στη Σπάρτη.
Διαφορετική η θέση της γυναίκας ως προς την κοινωνική θέση. Στη Σπάρτη η γυναίκα δεν
ασχολείται με τα πολιτικά αφού ήταν προνόμιο των ανδρών. Είχαν μεγαλύτερη ελευθερία και
επηρέαζαν τους άνδρες. Ο Αριστοτέλης τους ονομάζει γυναικοκρατούμενους. Οι γυναίκες δεν
ήταν κλεισμένες στο σπίτι ούτε οι νεαρές κοπέλες στο γυναικωνίτη. Οι νεαρές κοπέλες
γυμνάζονταν για να δυναμώσει τα σώμα τους και έτσι να κάνουν υγιή παιδιά. Έτρεχαν
πάλευαν και έριχναν δίσκο και ακόντιο. Η γύμνωση των κοριτσιών για τους Σπαρτιάτες δεν είχε
τίποτα το αισχρό γιατί δεν το θεωρούσαν απρέπεια. Στη Σπάρτη δεν ήταν ανάγκη η γυναίκα να
είναι μια καλή νοικοκυρά αφού οι άντρες έλειπαν από το σπίτι και ήταν στα στρατόπεδα η στο
γυμναστήριο ενώ έτρωγαν όλοι μαζί στα κοινά συσσίτια. Οι γυναίκες είχαν τη δυνατότητα να
επικοινωνούν και να συναναστρέφονται μεταξύ τους. Τα 2/5 της συνολικής γης της Σπάρτης
ανήκαν στις γυναίκες. (δραστηριότητα 20 – σελ. 70).

Ερώτηση 22:
Υποχρεώσεις και δικαιώματα του ελεύθερου πολίτη.
• στρατιωτικές υποχρεώσεις
Η πιο σημαντική ήταν η στρατιωτική υποχρέωση. Για να πάει κάποιος στο στρατό πρέπει να
ήταν ικανός και υγιής να υπερασπιστεί την πόλη και να έχει την οικονομική δυνατότητα γιατί
έπρεπε να πάρει με δικά του χρήματα τον οπλισμό του. Μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα η
υπεράσπιση της πόλης ήταν καθήκον των ευγενών και των πλουσίων. Όταν αναπτύχθηκε η
πόλη έγιναν αλλαγές και στον στρατιωτικό τομέα αφού εκτός από τους αριστοκράτες και άλλα
στρώματα πολιτών έπαιρναν μέρος. Αυτό οφείλεται στην πολεμική φάλαγγα ως πολεμικής
τεχνικής που έγινε τον 7ο αιώνα. Στην πολεμική φάλαγγα έχουμε την παράταξη κατά στοίχους,
οι οπλίτες μάχονταν δίπλα ο ένας με τον άλλο σαν μάζα και κρατούσαν στο αριστερό τους χέρι
την ασπίδα και στο δεξί τους το δόρυ. Κανείς από τους οπλίτες δεν ήταν αναντικατάστατος και
όλοι ήταν ίσοι όχι μόνο στη μάχη αλλά και στο μοίρασμα των λαφύρων και της γης. Η
φάλαγγα απαιτούσε πολλούς πολεμιστές έτσι μπορούσαν να πάρουν μέρος και οι πολίτες των
κατώτερων και μεσαίων στρωμάτων οι οποίοι είχαν την οπλιτική ικανότητα. Έτσι έχουμε
σύνδεση πολίτη και οπλίτη που είναι ταυτόσημες έννοιες. Επίσης στρατός και
πολιτική δεν διαχωρίζονται. Την ιδιότητα του πολίτη είχε αυτός που μπορούσε να
υπερασπιστεί την πατρίδα του με την ασπίδα. Σε όλες τις ελληνικές πόλεις, οι πολίτες από το
20ο – 60ο έτος της ηλικίας τους ήταν υποχρεωμένοι να πάνε στο στρατό και να τεθούν στη
διάθεση της πόλης. στις ολιγαρχικές αυτό ίσχυε μέχρι τον 4ο αιώνα.
Και τα μεσαία στρώματα πολιτών που υπηρετούσαν ως οπλίτες μπορούσαν να λάβουν
αποφάσεις. Η εξουσία των ευγενών και των αριστοκρατών περιορίστηκε. Δεν αποφάσιζαν μόνο
οι ευγενείς για το αν θα ξεκινήσει ή θα τελειώσει ο πόλεμος, έπρεπε να το εγκρίνει και η
συνέλευση των πολιτών – οπλιτών. Η ιδιότητα του πολίτη – οπλίτη βοήθησε στην ανάπτυξη
της ισότητας.
Στην Αθήνα όμως και στη Σπάρτη τα πράγματα ήταν διαφορετικά αφού στην Αθήνα η οπλιτική
ικανότητα χωρίστηκε από την ιδιότητα του πολίτη από την εποχή του Κλεισθένη και στη
Σπάρτη η κοινωνία ήταν οργανωμένη στρατιωτικά.(δραστηριότητα 21 – σελ. 73) Από τα τέλη
του 5ου αιώνα η σχέση πολίτη – οπλίτη άρχισε να εξασθενεί σε πολλές πόλεις, οι οπλίτες δεν
ήθελαν να στρατευθούν και τον 4ο αιώνα ειδικά. Έτσι οι πόλεις μίσθωναν επαγγελματίες
στρατιώτες για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Στον Πελοποννησιακό πόλεμο οι εχθρικές
πόλεις προς την Αθήνα χρησιμοποίησαν μισθοφορικά στρατεύματα ακόμα και οπλιτών. Οι
πολίτες δεν ένιωθαν πίστη και αφοσίωση στην ιδέα της πόλης και δεν ήταν διατεθειμένοι να
θυσιαστούν για αυτή. Οι εκστρατείες τους είχαν κουράσει και ο πληθυσμός είχε μειωθεί
σημαντικά. Έτσι εμφανίστηκε μια νέα δύναμη η Μακεδονία με νέα ιδανικά.

14 

 
Ερώτηση 23:
Η περίπτωση της Αθήνας.
Η σύνδεση οπλίτη – πολίτη ίσχυε στην Αθήνα από τα μέσα του 7ου αιώνα, την εποχή του
Κλεισθένη, ο οποίος με τις αλλαγές που έκανε διαχώρισε την ιδιότητα του οπλίτη από την
ιδιότητα του πολίτη. Οι οπλίτες προέρχονταν από τις 3 ευπορότερες τάξεις των πολιτών
(πεντακοσιομέδιμνους, τους ιππείς, τους ζευγίτες). Αυτοί που ανήκαν στα κατώτερα στρώματα
(θήτες) υπηρετούσαν ως ναύτες στον στόλο αφού η Αθήνα είχε γίνει μεγάλη ναυτική δύναμη.
Η στρατιωτική υπηρεσία και στα δύο στρώματα αποτελούσε τιμή για τον Αθηναίο πολίτη.
Ήταν πρόθυμοι να υπερασπιστούν τους θεσμούς και τα ιερά της πόλης. Η λιποταξία και η
δειλία ήταν κάτι προσβλητικό για τον Αθηναίο πολίτες και είχαν σοβαρές ποινές. Κάποιοι από
τους πολίτες της κατώτερης τάξης ίσως ήθελαν να μπουν στο στρατό για να λαμβάνουν την
ημερήσια αμοιβή που τους χορηγούσε η πόλη. Τον 5ο αιώνα η Αθήνα έδινε αμοιβή θητείας (
μισή και μία δραχμή την ημέρα) σε όσους υπηρετούσαν στον στόλο και σε όσους έπαιρναν
μέρος στις εκστρατείες. Δεν ήταν ιδιαίτερη υψηλή αλλά ούτε και ασήμαντη ειδικά για τους
φτωχούς πολίτες. Finley: θεωρεί την αμοιβή αυτή ασήμαντη γιατί δινόταν μόνο τις ημέρες που
πολεμούσαν. Ο πολίτης – οπλίτης δεν αποζημιωνόταν για τον οπλισμό του. Οι κωπηλάτες ήταν
σε καλύτερη μοίρα γιατί οι κωπηλάτες ήταν σε υπηρεσία 7-8 μήνες το χρόνο αλλά τα χρήματα
που μάζευαν δεν ξεπερνούσαν τις 100 δραχμές το χρόνο. Όλοι μπορούσαν να στρατευτούν αν
και εφόσον μπορούσαν να φέρουν όπλα από τα 20-60 τους χρόνια. Από 18-20 ονομάζονταν
έφηβοι και υπηρετούσαν τη στρατιωτική τους θητεία ως εκπαιδευόμενοι στα όπλα και στις
τεχνικές του πολέμου. Δεν στρατεύονταν: 1) τα μέλη της βουλής, 2) οι δικαστές, 3)
οι δημόσιοι λειτουργοί.
Οι Αθηναίοι έφηβοι έδιναν και όρκο. Όταν ξεκίνησε ο Πελ/κός πόλεμος πολλοί δεν ήθελαν να
στρατευθούν κυρίως από τις αγροτικές περιοχές εξαιτίας: 1) των απωλειών σε έμψυχο
δυναμικό, 2) των καταστροφών της γης.
Κατά τον Πελ/κό πόλεμο είχε χαλάσει η σχέση πολίτη- στρατιώτη. Η υπεράσπιση της πόλης
δεν ήταν μόνο υπόθεση των πολιτών, πολλοί μέτοικοι υπηρετούσαν ως κωπηλάτες στον στόλο
και ως οπλίτες υπερασπίζοντας τα τείχη της πόλης. Στα τέλη του 5ου αιώνα η Αθήνα
χρησιμοποιεί μισθοφορικά στρατεύματα για να καλύψει τις απώλειες των πολιτών. Τον 4ο
αιώνα η τάση των μισθοφόρων καθιερώθηκε γιατί οι Αθηναίοι εξαιτίας του λοιμού και του
πολέμου δεν ήταν πρόθυμοι να στρατευτούν και να πολεμήσουν για την πόλη. Οι πολίτες
άρχισαν αν προτιμούν την καλλιέργεια της γης από τη συμμετοχή σε μια αβέβαιη επιχείρηση
και οι εκστρατείες έβρισκαν λιγότερη υποστήριξη.

Η περίπτωση της Σπάρτης.


Στη Σπάρτη στρατός και πολιτικό σώμα ταυτίζονταν τελείως. Οι Σπαρτιάτες από το 20ο -60ο
έτος της ηλικίας τους ήταν στρατιώτες και μετά πολίτες. Στο 7ο έτος της ηλικίας τους τα
αγόρια έμπαιναν σε ομάδες (αγέλες) όπου έπαιζαν και διαπαιδαγωγούνταν μαζί. Όταν
ενηλικιώνονταν συνέχιζαν να γυμνάζονται και να τρώνε μαζί. Ήταν μόνιμοι στρατιώτες και
περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους στο στρατόπεδο. Όλοι οι Σπαρτιάτες
στρατιώτες ήταν ίσοι. Ανατρέφονταν όλοι 1)με τον ίδιο, υποχρεωτικό τρόπο με υπακοή,
ανδρεία, πειθαρχία και στρατιωτική ικανότητα 2)είχαν ένα επάγγελμα, του στρατιώτη – οπλίτη
ή του αξιωματικού 3)είχαν οικονομική ασφάλεια και ήταν ελεύθεροι από οικονομικές φροντίδες
αφού οι είλωτες και οι περίοικοι ήταν υπεύθυνοι για την παραγωγή και τις βοηθητικές
υπηρεσίες 4)στη δημόσια ζωή υπήρχε ομοιομορφία και δεν υπήρχε ατομικισμός.

15 

 
Στη Σπάρτη υπήρχε αγωγή που ήταν κοινή για όλους και είχε ως σκοπό να κάνει
τους πολίτες ικανούς στον πόλεμο και ευπειθείς στην εξουσία. Όλοι ζούσαν με
πειθαρχία, ήθος, υποχωρούσαν μπροστά στο συμφέρον της πόλης, ζούσαν λιτά ακόμα και οι
ευγενείς και οι εύποροι. Η σπαρτιατική αγωγή φαίνεται από τα συσσίτια στα οποία συμμετείχε
κάθε Σπαρτιάτης μετά την ενηλικίωσή του. Τα συσσίτια ήταν κοινά, λιτά δείπνα με κοινά
φαγητά. Είχαν χαρακτήρα στρατιωτικό και είχαν ως σκοπό να κάνουν τους πολίτες εγκρατείς
και με φειδώ και λιτό τρόπο ζωής. Αυτοί που μετείχαν στα συσσίτια λέγονταν σύσκηνοι γιατί
αυτά γίνονταν σε σκηνές. Η επιμέλειά τους ήταν αρμοδιότητα των πολεμάρχων. Αυτός ο
τρόπος ζωής ταίριαζε στη Σπάρτη γιατί οι σπαρτιάτες δεν επιτρεπόταν να ασκούν κάποια
επαγγελματική δραστηριότητα, ούτε εμπορική, ούτε χειρωνακτική. Αυτά τα έκαναν οι είλωτες
και οι περίοικοι. Ούτε έκαναν αγοραπωλησίες και συναλλαγές γι’ αυτό και απαγορευόταν να
κυκλοφορούν χρυσά και αργυρά νομίσματα. Τα νομίσματα ήταν από σίδηρο και ήταν μεγάλα
για να μην μπορούν να αποθηκευθούν. (δραστηριότητα 22 – σελ. 77).

Ερώτηση 24:
Οι οικονομικές υποχρεώσεις των πολιτών.
Οι εύποροι πολίτες ήταν υπεύθυνοι για τις στρατιωτικές ιδιότητες και για τη λειτουργία του
πολιτεύματος. Στις ολιγαρχικές πόλεις οι πλούσιοι, οι λίγοι είχαν την εξουσία στα χέρια τους.
Καμία ελληνική πόλη δεν είχε φορολογικό σύστημα άμεσων ή έμμεσων φόρων. Εξαίρεση ήταν
η Αθήνα που υπήρχε μια μορφή άμεσων φόρων περιουσίας και μετά εισοδήματος. Το
κοινωνικό σύστημα της Σπάρτης στηρίχτηκε στην κοινοκτημοσύνη. Οι σπαρτιάτες γενικά δεν
ενδιαφέρονταν για το χρήμα ως μέσο συναλλαγής. Τον 6ο αιώνα τα έσοδα των ελληνικών
πόλεων ήταν από την εκμετάλλευση της κρατικής περιουσίας και από φόρους πάνω στην
ακίνητη περιουσία ή στο εισόδημα των ευπορότερων πολιτών (αυτοί επιβάλλονταν όταν η
πόλη είχε ανάγκη από χρήματα όπως σε πολεμικές περιόδους). Στην Αθήνα τα έσοδα
προέρχονταν από την εκμετάλλευση της κρατικής ιδιοκτησίας καθώς και από τις εισφορές της
Αθηναϊκής συμμαχίας οι οποίες δίνονταν κυρίως μετά τους Μηδικούς πολέμους στην αρχή
οικειοθελώς για να αποκαταστήσουν τις ζημιές του πολέμου και μετά σαν φόρο υποτέλειας ως
προς την Αθήνα η οποία είχε γίνει μεγάλη δύναμη. Αν δεν τους κατέβαλαν η Αθήνα έκανε
πόλεμο για να τους πάρει. Πριν το Πελ/κό πόλεμο οι εισφορές των συμμάχων έφταναν τα
εξακόσια τάλαντα το χρόνο. Σπουδαία έσοδα είχε η Αθήνα 1)από την ναυπήγηση των πλοίων,
2)τα τελωνειακά τέλη επί των προϊόντων από το λιμάνι του Πειραιά (2% και αργότερα 5% επί
της αξίας των εμπορευμάτων). Δευτερεύουσες πηγές ήταν 1) τα πρόστιμα που επέβαλαν τα
δικαστήρια, 2)ο φόρος διαμονής που πλήρωναν οι μέτοικοι που έμεναν στην Αθήνα (μετοίκιο).
Τους εύπορους πολίτες βάρυναν δύο υποχρεώσεις: 1) οι λειτουργίες και 2) η εισφορά.

Οι λειτουργίες.
Ήταν κάποιες ετήσιες οικονομικές υποχρεώσεις που είχε κάποιος για να καλύψει τα έξοδα
ορισμένων δημόσιων εκδηλώσεων, πολιτιστικού και αθλητικού περιεχομένου. Τον 4ο αιώνα τις
αναλάμβαναν οι εύποροι πολίτες των οποίων η περιουσία ήταν πάνω από 3 τάλαντα. Ο
Δημοσθένης λέει ότι οι λειτουργίες ήταν περισσότερες από 60 στα μέσα του 4ου αιώνα. Κάποιοι
τις υπολογίζουν σε 97. Οι κυριότερες λειτουργίες ήταν η χορηγία, η γυμνασιαρχία, η
τριηραρχία. Χορηγία: κάλυπταν τα έξοδα του χορού ενός δραματικού, λυρικού ή μουσικού
έργου. Γυμνασιαρχία: κάλυπτε τα έξοδα μιας αθλητικής διοργάνωσης. Τριηραρχία: ήταν η
πιο σημαντική γιατί καλύπτανε τα έξοδα εξοπλισμού και συντήρησης για ένα χρόνο μιας
πολεμικής τριήρους. Αυτός που αναλάμβανε την τριηραρχία λεγόταν τριήραρχος και ήταν ο
16 

 
διοικητής του πληρώματος της τριήρους. Το κόστος ήταν ανάμεσα στις 300-3000 δραχμές για
τις υπόλοιπες λειτουργίες ενώ για τη τριηραρχία μεταξύ 3-6000 δραχμών. Μόνο γύρω στους
300 πολίτες μπορούσαν να κάνουν την τριηραρχία τα μέσα του 4ου αιώνα και μερικές φορές
για να καλύψουν τα έξοδα έπαιρναν μέρος και δύο ή περισσότεροι πολίτες γι’ αυτό και την
έλεγαν συντριηραρχία. Η εκκλησία του Δήμου αποφάσιζε ποιος θα πάρει τις λειτουργίες.
Αυτός που επιλεγόταν μπορούσε να μη δεχθεί λέγοντας ότι είχε αναλάβει κάποια άλλη
λειτουργία ή λέγοντας ότι κάποιος άλλος πολίτης είχε μεγαλύτερη περιουσία από αυτόν
(έπρεπε να τον υποδείξει). Αν τώρα αυτόν που είχε υποδείξει δεν δεχόταν να αναλάβει την
λειτουργία, αυτός που τον υπόδειξε μπορούσε να ζητήσει ανταλλαγή της περιουσίας με αυτή
του υποδεικνυόμενου (αντίδοσις). Έπρεπε να μεσολαβήσει 1 έτος για την ανάληψη 2
συνεχόμενων εορταστικών λειτουργιών και 2 έτη για την ανάληψη μιας τριηραρχίας.
Απαγορευόταν να γίνουν δύο λειτουργίες μαζί τον ίδιο χρόνο. Το να πάρει κάποιος μια
λειτουργία σήμαινε τιμή και κοινωνική αναγνώριση για τον λειτουργό και έτσι έδειχνε την
αφοσίωση και την αγάπη του για την πόλη. Πολλοί επώνυμοι Αθηναίοι ήθελαν να αναλάβουν
μια λειτουργία και ειδικά οι εύποροι που ασχολούνταν με την πολιτική μπορούσαν να αυξήσουν
την πολιτική τους επιρροή μέσω αυτής.

Η εισφορά.
Άλλη υποχρέωση για τους ευπορότερους ήταν η εισφορά (=φόρος περιουσίας που
πλήρωναν οι εύποροι Αθηναίοι σε πολεμικές περιόδους όπου η πόλη χρειαζόταν
χρήματα για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της.) Καθιερώθηκε το 428 π.χ. τον φόρο αυτό
πλήρωναν όσοι είχαν περιουσία τουλάχιστον 6000 τάλαντα. Ο φόρος ήταν 1% επί της
περιουσίας δηλαδή το ποσό της εισφοράς ήταν εξήντα τάλαντα. (δραστηριότητα 23 – σελ. 81)

Πολιτικές υποχρεώσεις και δικαιώματα.


Αυτός που είχε την ιδιότητα του πολίτη είχε και πολιτικά δικαιώματα. Αυτά εξασφάλιζαν στον
κάτοχό τους τη δυνατότητα να συμμετέχει στην πολιτική ζωή της πόλης. Έτσι ο πολίτης
μπορούσε να πάρει μέρος στην πολιτική διαδικασία και στη διαχείριση της εξουσίας. Ήταν
λοιπόν ένα πολύτιμο προνόμιο. Στις δημοκρατικές πόλεις αυτοί που είχαν πολιτικά δικαιώματα
λάμβαναν όλες τις σημαντικές αποφάσεις που αφορούσαν την πόλη. Αποφάσιζαν για πόλεμο ή
ειρήνη, για τη σύναψη συμμαχίας, για τη εκλογή των αρχόντων και για πολλά άλλα ζητήματα.
Πολιτικά δικαιώματα είχαν όλοι οι ενεργοί πολίτες, οι ενήλικοι, οι άνδρες πολίτες
που είχαν συμπληρώσει το 20ο έτος της ηλικίας τους. Οι γυναίκες, οι ξένοι, οι δούλοι
και οι πολίτες που είχαν κάποια πνευματική βλάβη δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα.
Ταύτιση πόλης – πολίτη υπήρχε τόσο στην Αθήνα όσο και στη Σπάρτη. Στην Αθήνα είχε
ευρύτερη βάση όπως και η συμμετοχή στα κοινά. Στη Σπάρτη αφορούσε μόνο τους Σπαρτιάτες
γιατί οι περίοικοι δε θεωρούνταν πολίτες. Η ταύτιση πόλης – πολίτη αποτέλεσε στοιχείο αξιών
με βάση την συλλογική συνείδηση. Έχουμε από τη μία την αυταπάρνηση και αφοσίωση των
Σπαρτιατών στο πολίτευμά τους και από την άλλη την δημοκρατική και πολιτική συμμετοχή
των Αθηναίων στα κοινά. Η πολιτική δραστηριότητα των πολιτών φαίνεται μέσα από τα
όργανα της πόλης τα οποία ήταν: 1) η συνέλευση των ελεύθερων πολιτών,2) ένα πολυμελές ή
ολιγομελές βουλευτικό σώμα ,3) μια ομάδα αξιωματούχων που προερχόταν με εκλογή, ορισμό
ή κλήρο για ένα χρόνο.

17 

 
Η πολιτική δραστηριότητα των πολιτών στην Αθήνα.
Αναφερόμαστε στην δημοκρατική Αθήνα επειδή όλοι οι πολίτες μπορούσαν να παίρνουν μέρος
στην πολιτική ζωή και επειδή έχουμε πολλές πληροφορίες για την Αθήνα του 5ου και του 4ου
αιώνα. Η κυριότερη δραστηριότητα των πολιτών ήταν η πολιτική η οποία ενισχύθηκε με τις
μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα: 1) δημιουργία της Βουλής των 400 και των δικαστηρίων της
Ηλιαίας, 2) δυνατότητα συμμετοχής και της κατώτερης τάξης των πολιτών, των θητών στην
εκκλησία του Δήμου. Μετά το Σόλωνα πλατιά τμήματα της κοινωνίας έπαιρναν μέρος στη
λήψη αποφάσεων. Μεταρρυθμίσεις Κλεισθένη: 1) αναδιάρθρωση των φυλών, 2)
μετατόπιση του πολιτικού κέντρου βάρους στους δήμους, 3)διεύρυνση της Βουλής των 400 σε
Βουλή των 500, 4) συχνές συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου. Όλα αυτά βοήθησαν ώστε
περισσότεροι πολίτες να συμμετέχουν στη διακυβέρνηση της πόλης και οδήγησε στην άμεση
δημοκρατία. Ο Εφιάλτης και ο Περικλής βοήθησαν στο να συμμετέχουν όλο και περισσότεροι
στην πολιτική με τις αλλαγές που έκαναν: 1)υποβάθμιση του ρόλου του Άρειου πάγου (του
αφαιρέθηκαν όλες οι πολιτικές αρμοδιότητες και δόθηκαν στη Βουλή των 500 και στην Ηλιαία),
2)μπορούσαν να εκλεγούν και οι πολίτες των δύο κατώτερων τάξεων, των ζευγιτών και των
θητών στο αξίωμα του άρχοντα, 3)καθιέρωση αμοιβής για τη συμμετοχή στις συνεδριάσεις της
Βουλής των 500 και των δικαστηρίων της Ηλιαίας. Οι Αθηναίοι ασκούσαν την υπέρτατη
εξουσία σε όλες τις υποθέσεις της πόλης. Ο δήμος ήταν παντοδύναμος. Στην εκκλησία του
Δήμου η συμμετοχή ήταν προσωπική, άμεση, ενεργητική, δημιουργική και η δημοκρατία
άμεση, μοναδική και συμμετοχική. Οι πολίτες προετοίμαζαν τις προστάσεις στη Βουλή των 500
και μετά λάμβαναν τις αποφάσεις στην Εκκλησία του Δήμου. Οι πολίτες με τη συμμετοχή τους
στα δικαστήρια της Ηλιαίας δεν απένειμαν μόνο τη δικαιοσύνη αλλά δημιουργούσαν νόμους
γιατί σε περιπτώσεις που υπήρχε κενό νόμου καλούνταν να αποφασίσουν με βάση την
προσωπική δικαστική κρίση τους. Όλοι μπορούσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην
πόλη και δεν έπαιζε ρόλο η περιουσία και η κοινωνική θέση. Κάθε Αθηναίος που γεννιόταν
κάποια στιγμή θα προσέφερα τις υπηρεσίες τους στην πολιτική ζωή της πόλης έχοντας κάποιο
ανώτερο αξίωμα. (δραστηριότητα 24 – σελ. 84)

Ερώτηση 25: Όλες οι ομάδες


συμμετέχουν σε
όλα τα όργανα
και από τους 9
άρχοντες
εκλέγονταν για
τον Άρειο Πάγο.
 

πυραμίδα σελ. 84
(συμπληρώστε μόνοι σας)

18 

 
Η κριτική της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Ο ελεύθερος πολίτης κυριαρχούσε στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Αθήνας. Στην πολιτική
έπαιρναν μέρος ενήλικοι άνδρες. Η πολιτική ισότητα υπήρχε για άτομα της ίδιας κοινωνικής
θέσης, αυτό όμως δεν σήμαινε ότι είχαν και την ίδια πολιτική επιρροή. Η αθηναϊκή δημοκρατία
συνδεόταν με την «τυραννία» των πολιτών. Κάποιοι τη χαρακτηρίζουν ως απάτη όπου οι
πολίτες χαρακτηρίζονται ως αργόσχολοι οι οποίοι ζούσαν από το μόχθο των δούλων. Αυτό
πίστευε και ο Μαρξ, ο οποίος έλεγε ότι ο δούλος στην Ελλάδα αντιμετωπιζόταν σαν τα
κατοικίδια ζώα. Οι ελεύθεροι πολίτες ασχολούνταν με την πολιτική επειδή υπήρχαν οι δούλοι
και έτσι είχαν ελεύθερο χρόνο να το κάνουν αυτό. Η αντίθετη άποψη λέει ότι η προσφορά της
δουλείας ήταν για δύο λόγους υπερτιμημένη: 1) η εργασία των δούλων υπήρξε ενδημικός
θεσμός και 2) δεν είχαν όλοι οι πολίτες δούλους. Πάνω σ’ αυτό ο Αριστοτέλης έλεγε ότι οι
άποροι πολίτες που δεν έχουν δούλους χρησιμοποιούν τις γυναίκες και τα παιδιά τους.
Ο Περικλής ανοίγει το δρόμο για την άμεση συμμετοχική δημοκρατία όταν οι ζευγίτες
αποκτούν πρόσβαση στο αξίωμα του άρχοντα (457 π.Χ.), ενώ καθιερώνεται ο βουλευτικός και
ηλιαστικός μισθός.

Ο περιορισμός της παντοδυναμίας του πολίτη.


Οι νόμοι μπορούσαν να περιορίσουν τον ελεύθερο πολίτη. Οι νόμοι ήταν πάνω από το άτομο
και την πόλη γιατί είχαν δημιουργηθεί για το κοινό συμφέρον. Μέσω των νόμων απονέμεται η
δικαιοσύνη, ρυθμίζουν το πολίτευμα. Προστάτευαν τον πολίτη από την αδικία και την
αυθαιρεσία και ρύθμιζαν την οργάνωση της πολιτικής κοινωνίας. Κυριαρχούσε η ισονομία όπου
όλοι οι πολίτες ανεξάρτητα από την καταγωγή τους, την περιουσία και την κοινωνική θέση
τους ήταν ίσοι απέναντι στον νόμο και μπορούσαν να συμμετέχουν το ίδιο στα πολιτειακά
όργανα της πόλης.

Ερώτηση 26:
Πνύκα = λόφος στα νοτιοδυτικά της Ακρόπολης, ο τόπος συνεδριάσεων της Εκκλησίας του
Δήμου.
Θόλος = κτήριο δίπλα στο Βουλευτήριο όπου διανυκτέρευαν οι πρυτάνεις και ο επιστάτης.

Τα πολιτειακά όργανα της Αθήνας.


Τα πολιτειακά όργανα της Αθήνας ήταν η Εκκλησία του Δήμου, η Βουλή των 500:
Η εκκλησία του Δήμου.
Ήταν το απόλυτα κυρίαρχο όργανο της δημοκρατίας. Στις συνεδριάσεις της συμμετείχαν όλοι
οι ενεργοί πολίτες που είχαν συμπληρώσει το 20ο έτος της ηλικίας τους. Η συμμετοχή των
πολιτών δεν ήταν υποχρεωτική. Όσοι συμμετείχαν είχαν και αμοιβή (στην αρχή έναν οβολό και
μετά τρεις). Η Εκκλησία του Δήμου γινόταν 4 φορές σε κάθε πρυτανεία, 36 φορές το χρόνο. Η
πρυτανεία διαρκούσε 36 ημέρες και γινόταν στην Πνύκα η οποία χωρούσε περίπου 6000
ανθρώπους. Οι συνεδριάσεις ξεκινούσαν με την ανατολή του ηλίου και τελείωναν το μεσημέρι.
Οι περισσότερες αποφάσεις παίρνονταν με πλειοψηφία, σηκώνοντας το χέρι. Για σημαντικές
αποφάσεις χρειαζόταν απαρτία. Οι αποφάσεις της εκκλησίας του Δήμου λεγόντουσαν
ψηφίσματα τα οποία μετά το τέλος της ψηφοφορίας χαράσσονταν σε μια στήλη σε κοινή θέα.
Αρμόδιοι για να γίνει η Εκκλησία του Δήμου ήταν οι 50 πρυτάνεις οι οποίοι ήταν μέλη της ίδιας
φυλής. Η εκκλησία του Δήμου έβγαζε τους άρχοντες, είχε πλήρη εξουσία σε όλα τα νομοθετικά
και διοικητικά θέματα καθώς και στα θέματα εξωτερικής πολιτικής. Αποφάσιζε για πόλεμο ή
ειρήνη, για συμμαχίες ή διπλωματικές σχέσεις, για να μπει έκτακτη φορολογία σε περιόδους
19 

 
πολέμου, εκτέλεση δημοσίων έργων, απονομή ή στέρηση της ιδιότητας του πολίτη και για
άλλα θέματα. Τα θέματα για τα οποία αποφάσιζε η εκκλησία του Δήμου προτείνονταν και
προετοιμάζονταν από την Βουλή των 500 (προβουλεύματα). Κάθε πολίτης μπορούσε να
προτείνει αλλαγές σε κάθε προβούλευμα ή να αρνηθεί την ψήφισή του. Το προβούλευμα είχε
ως σκοπό τον έλεγχο της Εκκλησίας του Δήμου και την αποφυγή αυθαιρεσιών. Οι αποφάσεις
της Εκκλησιάς του Δήμου δεν έπρεπε να πηγαίνουν κατά των γραπτών ή άγραφων νόμων και
αν συνέβαινε αυτό μπορούσε κάποιος να καταθέσει αγωγή η οποία ονομαζόταν γραφή
παρανόμων και εκδικαζόταν από τα δικαστήρια της Ηλιαίας. Αν τελικά το ψήφισμα δεν ήταν
παράνομο, ο πολίτης τιμωρούνταν. Η εκκλησία του Δήμου ασκούσε τη διακυβέρνηση και
έπαιρνε την τελική απόφαση για κάθε προβούλευμα που υποβαλλόταν από την Βουλή των
500. (δραστηριότητα 25 – σελ. 87)

Η Βουλή των 500.


Σημαντικός θεσμός διακυβέρνησης της Αθήνας. Αποτελούνταν από 500 μέλη (50 από κάθε
φυλή) τα οποία προτείνονταν από το Δήμο ανάλογα με τον πληθυσμό τους. Η επιλογή των
βουλευτών γινόταν με κλήρο μεταξύ των υποψηφίων. Βουλευτές μπορούσαν να γίνουν οι
πολίτες που είχαν κλείσει τα 30 και γινόντουσαν μόνο για 2 φορές. Η θητεία της ήταν ετήσια.
Οι βουλευτές έδιναν όρκο πριν πάρουν τα καθήκοντά τους και απολάμβαναν κάποια προνόμια
όπως απαλλαγή από στρατιωτικές υποχρεώσεις, τιμητική θέση στο θέατρο και στις δημόσιες
γιορτές και τελετές. Έπαιρναν μισθό τον βουλευτικό μισθό ο οποίος ήταν 5 οβολοί την ημέρα
αλλά τον 5ο αιώνα ήταν πιο χαμηλός. Οι 50 βουλευτές είχαν την προεδρία για 36 ημέρες και η
περίοδος αυτή λεγόταν πρυτανεία και οι βουλευτές που είχαν την προεδρεία πρυτάνεις. Κάθε
μέρα ένας από αυτούς με κλήρωση οριζόταν πρόεδρος της Βουλής και λεγόταν επιστάτης και
δεν μπορούσε να εκλεγεί δύο φορές. Αυτός κρατούσε την σφραγίδα της πόλης και τα κλειδιά
των ιερών, του αρχείου και του θησαυροφυλακίου της πόλης. Οι συνεδριάσεις της Βουλής
γίνονταν στο Βουλευτήριο και ήταν δημόσιες. Όλοι οι πρυτάνεις έπρεπε να είναι παρόντες οι
οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την Εκκλησία του Δήμου και για τη Βουλή και για τον καταρτισμό
των ημερήσιων διατάξεων των 2 οργάνων. Δικαίωμα ομιλίας στις συνεδριάσεις είχαν μόνο οι
βουλευτές αλλά ο καθένας μπορούσε να ζητήσει ακρόαση από τους πρυτάνεις για κάποιο θέμα.
Η βουλή των 500 γινόταν σχεδόν κάθε μέρα με εξαίρεση τις γιορτές και τις αργίες. Οι
αρμοδιότητες της Βουλής ήταν: 1) η επεξεργασία κάθε πρότασης που θα συζητιόταν στην
Εκκλησία του Δήμου, 2) η επίβλεψη και ο συντονισμός της εφαρμογής των ψηφισμάτων της
εκκλησίας του Δήμου, 3) η εποπτεία της οργάνωσης του στρατού, του ιππικού και του στόλου,
4) η υποδοχή των ξένων διπλωματικών αποστολών καθώς και η σύνταξη συμφωνιών και
συνθηκών με άλλες πόλεις, 5) ο έλεγχος του απολογισμού των αρχόντων στο τέλος της
θητείας τους και η καθοδήγηση των υπαλλήλων της πόλης, 6) ο προγραμματισμός και η
εκτέλεση των δημοσίων έργων, 7) η επιβολή προστίμων μέχρι 500 δρχ.
Δεν είχε εκτελεστικές αρμοδιότητες, έπαιζε σημαντικό ρόλο στη λειτουργία της αθηναϊκής
δημοκρατίας γιατί έλεγχε τους άρχοντες, διαχειριζόταν τα δημόσια οικονομικά, ήταν υπεύθυνη
για την οργάνωση του στρατού και με το προβούλευμα μπορούσε να επηρεάσει τη λήψη
αποφάσεων.

Η Ηλιαία.
Είχε τη δικαστική εξουσία την οποία αποτελούσαν 6000 πολίτες οι οποίοι εκλέγονταν με κλήρο
μέσα από τους ελεύθερους πολίτες που είχαν κλείσει τα 30 και είχαν πλήρη πολιτικά
δικαιώματα. Από κάθε φυλή εκλέγονταν με κλήρωση 600 πολίτες. Η θητεία των δικαστών ήταν
20 

 
ένα χρόνος. Από τους 600 δικαστές οι 501 ήταν τακτικοί και οι υπόλοιποι αναπληρωματικοί.
Ανάλογα με το πόσο σοβαρή ήταν μια υπόθεση έχουμε περισσότερα τμήματα για την εκδίκαση
μιας υπόθεσης. Σπάνια ήταν σε ολομέλεια για να εκδικάσει μια υπόθεση εκτός αν ήταν πολύ
σοβαρή. Τα δικαστήρια συνέρχονταν 250 ημέρες το χρόνο. Οι δικαστές λέγονταν ηλιαστές και
αμείβονταν ημερησίως για κάθε μέρα παράστασής τους με δύο οβολούς την ημέρα. Πριν την
δίκη με κλήρωση αποφάσιζαν σε ποιο τμήμα θα εκδικαζόταν η υπόθεση για να μην
επηρεάζονται οι δικαστές. Οι δίκες τελείωναν την ίδια μέρα σε μία συνεδρίαση με διάρκεια
δυόμιση περίπου ωρών. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν με απλή πλειοψηφία μετά από διεξαγωγή
μυστικής ψηφοφορίας. Η Ηλιαία εξέταζε αστικές και πολιτικές δίκες, δημόσιες αγωγές για
προδοσία, υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος. Στην Ηλιαία επίσης μπορούσε να πάει κάποιος αν
έκρινε ότι κάποιο ψήφισμα της Εκκλησίας του Δήμου ήταν παράνομο ή παράτυπο. Οι ποινές
που επέβαλε ήταν πρόστιμα, εξορία ή και η ποινή του θανάτου. Οι αποφάσεις ήταν εκτελέσιμες
και δεν υπήρχε η δυνατότητα έφεσης. Η Ηλιαία έπαιζε σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της
Αθήνας για 2 αιώνες. Οι αρμοδιότητές της ήταν : 1) μπορούσε να αναστείλει, να τροποποιήσει
ή να ανατρέψει αποφάσεις της Εκκλησίας του Δήμου, 2)μπορούσε να εκδικάζει πολιτικούς, η
καταδίκη τους ήταν ολέθρια για την πολιτική τους καριέρα ενώ η αθώωσή τους μπορούσε να
τους βοηθήσει πολιτικά, 3)εκδίκαση των υποθέσεων τω αρχόντων για κατάχρηση δημοσίου
χρήματος, απιστία, 4) ρόλο των δικαστηρίων στην νομοθετική διαδικασία. Η δημιουργία νέων
νόμων ή η τροποποίηση αυτών που ίσχυαν γινόταν από τους δικαστές της Ηλιαίας που
εκλέγονταν με κλήρο. Έτσι οι δικαστές αποκτούσαν ισχύ και κύρος. (δραστηριότητα 26 – σελ.
90).

Τα δημόσια αξιώματα.
Στα δημόσια αξιώματα έχουμε πολίτες άνω των 30 ετών που εκλέγονταν με κλήρο για θητεία
ενός έτους. Οι ταμίες, οι διαχειριστές του δημόσιου χρήματος, οι στρατιωτικές αρχές και ο
προϊστάμενος της υπηρεσίας ύδρευσης εκλέγονταν με ανάταση του χεριού. Πρόσβαση στα
δημόσια αξιώματα είχαν μόνο οι δύο ανώτερες τάξεις των πολιτών, οι πεντακοσιομέδιμνοι και
οι ιππείς. Μετά το 457 π.Χ. μπορούσαν να εκλέγονται στα δημόσια αξιώματα ζευγίτες και
θήτες. Οι περισσότεροι δημόσιοι λειτουργοί ήταν όργανα της Βουλής των 500 από την οποία
και ελέγχονταν. Ασκούσαν το λειτούργημά τους με βάση τους νόμους και λογοδοτούσαν μετά
τη λήξη της θητείας τους στη Βουλή των 500. Οι δημόσιοι λειτουργοί ήταν περίπου 700. Πριν
αναλάβουν τα καθήκοντά τους υποβάλλονταν σε εξέταση (δοκιμασία) μπροστά στη Βουλή των
500. Οι 9 άρχοντες υποβάλλονταν και σε δοκιμασία μπροστά στην Ηλιαία που ήταν μια τυπική
εξέταση που φαινόταν η κατοχή της ιδιότητας του πολίτη του υποψηφίου και η εκπλήρωση
των στρατιωτικών και φορολογικών του υποχρεώσεων. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους οι
αξιωματούχοι ήταν απαλλαγμένοι από κάθε στρατιωτική υποχρέωση. Τα κυριότερα δημόσια
αξιώματα ήταν των 9 αρχόντων: του επώνυμου άρχοντα, του βασιλέα, του
πολέμαρχου και των 6 θεσμοθετών. Ο επώνυμος άρχων ήταν υπεύθυνος για υποθέσεις
που αφορούσαν τα οικογενειακό και κληρονομικό δίκαιο, ενώ φρόντιζε και για τις δημόσιες
γιορτές και τελετές. Ο βασιλιάς φρόντιζε για τη δημόσια λατρεία και τις υποθέσεις με αυτή. Ο
πολέμαρχος ήταν ο στρατηγός του στρατού και επιμελητής των στρατιωτικών υποθέσεων.
Μετά τους περσικούς πολέμους οι αρμοδιότητές του μεταβιβάστηκαν στους 10 στρατηγούς
και ο ίδιος είχε μόνο κάποια θρησκευτικά καθήκοντα. Ήταν αρμόδιος για την εκδίκαση
υποθέσεων των μετοίκων. Οι έξι θεσμοθέτες: 1) καθόριζαν τις δικάσιμες ημέρες, 2) ήταν
πρόεδροι στα δικαστήρια και επικύρωναν τις συμφωνίες που γινόντουσαν με άλλες πόλεις.
Μπροστά τους γινόταν η προκαταρκτική εξέταση των αξιωματούχων. Άλλοι αξιωματούχοι
21 

 
ήταν οι 10 ταμίες, οι 10 αποδέκτες, οι 10 λογιστές, οι 10 αστυνόμοι, οι 10 επόπτες
του εμπορίου. Όλοι εκλέγονταν με κλήρο, ένας από κάθε φυλή. Για τα περισσότερα από τα
παραπάνω αξιώματα δεν χρειάζονταν ιδιαίτερες γνώσεις και έτσι όλοι οι πολίτες είχαν
πρόσβαση σε αυτά. Γνώσεις και εμπειρία χρειάζονταν τα στρατιωτικά αξιώματα (10
στρατηγοί, 10 ταξιάρχες, 10 ίππαρχοι). Όλοι αυτοί εκλέγονταν με ανάταση του χεριού
από την εκκλησία του Δήμου για ένα χρόνο. Οι στρατηγοί όμως μπορούσαν να επανεκλεγούν
και είχαν ως κριτήριο για την εκλογή τους την κατοχή γης στη Αττική και γι’ αυτό εκλέγονταν
εύποροι πολίτες. Οι άρχοντες και οι άλλοι αξιωματούχοι δεν ήταν φορείς πολιτικής εξουσίας,
ήταν απλά εκτελεστικά όργανα, είχαν καθήκοντα ρουτίνας, σύντομη διάρκεια στη θητεία τους,
εκλέγονταν με κλήρο και δεν μπορούσαν να επανεκλεγούν. (δραστηριότητα 27 – σελ. 92)

Ερώτηση 27:
Η πολιτική δραστηριότητα των πολιτών στη Σπάρτη.
Το πολίτευμα της Σπάρτης είχε στοιχεία και από την ολιγαρχία και από την δημοκρατία, κυρίως
όμως ολιγαρχικά και μοναρχικά. Ήταν ένα μικτό πολίτευμα. Στα πολιτειακά όργανα έχουμε το
θεσμό της βασιλείας και της ισόβιας Γερουσίας. Η συνέλευση των πολιτών ήταν η
Απέλλα και νέος θεσμός ήταν αυτός των εφόρων. Την κρατική εξουσία έχουν οι
βασιλιάδες και η Γερουσία καθώς και οι 5 έφοροι. Στην Απέλλα παίρνονταν αποφάσεις
μόνο για σημαντικά θέματα όπως η έναρξη και η λήξη του πολέμου, η σύναψη ή όχι συμμαχίας
με άλλες πόλεις και η εκλογή της Γερουσίας και των εφόρων . οι απλοί πολίτες και ο ρόλος
τους στην πολιτική διαδικασία ήταν περιορισμένος. Ο Ξενοφώντας λέει ότι οι πολιτικές
αποφάσεις λαμβάνονταν από την Μικρή εκκλησία η οποία αποτελούνταν από τους 2 βασιλείς,
την Γερουσία και τους εφόρους. Αυτές αποτελούσαν και την πολιτική ηγεσία στη Σπάρτη και
έπαιρναν αποφάσεις μυστικά. Ο Αριστοτέλης επικρίνει το θεσμό των εφόρων λέγοντας ότι
ακόμα και οι βασιλείς προσπαθούσαν να τους προσεταιριστούν κολακεύοντάς τους. Όλα αυτά
δείχνουν ότι το σπαρτιατικό πολίτευμα ήταν ένα κλειστό πολιτικό σύστημα και την εξουσία είχε
μια μικρή κάστα ανθρώπων. Η εξουσία ξεκινούσε από την κορυφή προς τη βάση. Παρόλες τις
διαφορές τους ανάμεσα στις ηγετικές ομάδες όταν έφτανε η ώρα για λήψη αποφάσεων τα
παραμέριζαν όλα. Οι περισσότερες συγκρούσεις ήταν με άλλες πόλεις κράτη και όχι σε θέματα
που αφορούσαν το πολίτευμα και τη διακυβέρνηση. Υπήρχαν και οικογένειες που επηρέαζαν
τις πολιτικές διαδικασίες και προωθούσαν τα δικά τους μέλη. Τα μέλη της Γερουσίας
κατάγονταν από οικογένειες ευγενών ενώ οι έφοροι ανήκαν στην αρχή στην αριστοκρατία
μετά όμως στους πλουσιότερους ή πλούσιους πολίτες αν και στο αξίωμα αυτό μπορούσε να
εκλεγεί ο καθένας. Δηλαδή υπήρχε το αξίωμα της κληρονομικής αριστοκρατίας. Ο απλός
Σπαρτιάτης ήταν ανίσχυρος και αποδυναμωμένος. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να
εγκρίνει ή να αποδοκιμάσει μια πρόταση στην Απέλλα η οποία καθοδηγούνταν από τους
βασιλείς, τη Γερουσία και από τους εφόρους. Η έγκριση ή η αποδοκιμασία γινόταν διά βοής. Ο
απλός Σπαρτιάτες δεν μπορούσε να καταθέσει μια πρόταση στην Απέλλα ούτε και να πάρει το
λόγο σ’ αυτή και να προτείνει κάτι. Η Απέλλα αποφάσιζε όταν οι ηγετικές ομάδες
διαφωνούσαν μεταξύ τους. Τότε οι βασιλείς, η Γερουσία και οι έφοροι μπορούσαν
να διαλύσουν την Απέλλα και να μην αναγνωρίσουν το αποτέλεσμα της
ψηφοφορίας. Στη Σπάρτη δεν υπήρχε ελευθερία στην έκφραση λόγω της στρατιωτικής
οργάνωσης της πόλης. η σπαρτιατική αγωγή στηριζόταν στην πειθαρχία, στην υπακοή, στην
εκούσια υποχώρηση για το συμφέρον της πόλης. ο απλός στρατιώτης-πολίτης δεν θα ψήφιζε
αν δεν αναλογιζόταν τις συνέπειες της επόμενης μέρας. Η Απέλλα γινόταν μία φορά το μήνα
ενώ η παρουσία του σπαρτιάτη στο στρατόπεδο ήταν καθημερινή.
22 

 
Οι βασιλείς.
Ήταν επικεφαλής του σπαρτιατικού πολιτεύματος. Η διπλή βασιλεία ήταν κληρονομική και
ισόβια. Οι δύο βασιλείς ήταν από τους θεσμούς και από την πολιτεία ίσοι. Αρμοδιότητά τους
ήταν η φροντίδα για την εκτέλεση των θυσιών στους θεούς, οι επαφές με τον ιερό των
Δελφών και η υποδοχή των προξένων. Θεωρητικά μπορούσαν να κηρύξουν πόλεμο στην
πράξη όμως αυτό το αποφάσιζαν συλλογικά μαζί με τις άλλες ηγετικές ομάδες. Στο στρατό οι
βασιλείς είχαν απεριόριστη εξουσία. Ο ένας από αυτούς εκλεγόταν από την Απέλλα ως αρχηγός
του στρατού. Ο βασιλιάς είχε απόλυτη εξουσία στις εκστρατείες και στο πεδίο της μάχης. Στις
εκστρατείες συνοδευόταν από τους δύο εφόρους οι οποίοι παρακολουθούσαν την διοίκηση του
στρατού και κατέγραφαν τις αποφάσεις του. Αφού τελείωνε η εκστρατεία μπορούσαν να τον
καταγγείλουν για κακή διοίκηση και για λανθασμένες αποφάσεις. Στην περίπτωση αυτή
δικαστήριο ήταν η Γερουσία, οι 5 έφοροι και ο δεύτερος βασιλιάς. Οι βασιλείς δεν είχαν
πολιτειακές αρμοδιότητες αλλά έπαιξαν ρόλο στην πολιτική ζωή της Σπάρτης 1) γιατί είχαν
όλες τις στρατιωτικές αρμοδιότητες, αφού η Σπάρτη ήταν μια στρατιωτικά οργανωμένη
κοινωνία και 2) διέθεταν σημαντικό κύκλο επιρροής ο οποίος αποτελούνταν από σπουδαίους
Σπαρτιάτες. Μέσω της αυλής τους μπορούσαν να επηρεάσουν ή να επιβάλουν πολιτικές
αποφάσεις που ήταν υπέρ τους. (δραστηριότητα 28 – σελ. 96)

Η Γερουσία.
Προέρχεται από το συμβούλιο των γερόντων. Ο θεσμικός της ρόλος εμφανίζεται στη Μεγάλη
Ρήτρα. Αποτελείται από 28 μέλη συν τους 2 βασιλείς. Όλοι οι σπαρτιάτες μπορούσαν να
εκλεγούν αν είχαν συμπληρώσει το 60 έτος. Όμως οι απλοί πολίτες και αυτοί που δεν είχαν
ευγενή καταγωγή δεν είχαν αυτή τη δυνατότητα γιατί ο αριθμός των μελών ήταν
περιορισμένος και η θητεία ισόβια. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι στη Γερουσία εκλέγονταν οι
συγγενείς των βασιλέων. Η εκλογή των μελών της γινόταν διά βοής στην Απέλλα και οι
αποφάσεις λαμβάνονταν με ψηφοφορία στην οποία συμμετείχαν και οι βασιλιάδες. Στα μέσα
του 5ου αι. η Γερουσία ήταν το ουσιαστικό κυβερνητικό σώμα της Σπάρτης. 1) συμβούλευε
τους βασιλιάδες, 2) καθοδηγούσε την Απέλλα, 3) ήταν ανώτατο δικαστήριο. Στα τέλη του 5ου
αι. κράτησε τον συμβουλευτικό και δικαστικό της ρόλο ενώ με τους έφορους μοιραζόταν την
καθοδήγηση της Απέλλας. Συνεργαζόταν με τους εφόρους πριν μια πρόταση κατατεθεί για
ψήφιση στην Απέλλα. Η Γερουσία συγκαλούσε την Απέλλα, επεξεργαζόταν τις αποφάσεις που
ήταν προς ψήφιση και φρόντιζε να ψηφιστούν. Ήταν αρμόδια για την εκδίκαση σοβαρών
αδικημάτων που είχαν ως ποινή το θάνατο, την εξορία ή τη στέρηση των πολιτικών
δικαιωμάτων όπως ο φόνος πολίτη, η προδοσία της πατρίδας. Η Γερουσία έπαιζε σημαντικό
ρόλο στην πολιτική σκηνή της Σπάρτης γιατί τα μέλη της ήταν μέλη του δικαστηρίου που
γινόταν για να εκδικάσει κατηγορίες εναντίον των βασιλέων που υποβάλλονταν από τους
εφόρους. Στο δικαστήριο το οποίο αποτελούνταν από τα μέλη της Γερουσίας, τους 5 εφόρους
και τους δύο βασιλείς, τα μέλη της Γερουσίας ήταν τα περισσότερα. Από τις αποφάσεις της
Γερουσίας εξαρτιόταν το μέλλον των βασιλέων.

Οι έφοροι.
Ο θεσμός των εφόρων δεν υπάρχει στη μεγάλη ρήτρα. Αυτό δείχνει ότι ο θεσμός αυτός δεν
υπήρχε την εποχή εκείνη ή ότι δεν είχε πολιτική σημασία. Ήταν σημαντικό θεσμικό όργανο του
σπαρτιατικού πολιτεύματος. Ήταν 5 και εκλέγονταν διά βοής από τον Απέλλα για θητεία ενός
έτους. Μπορούσαν να εκλεγούν όλοι οι Σπαρτιάτες πολίτες. Αντιπροσώπευαν το σώμα των
23 

 
πολιτών και τους προάσπιζαν απέναντι στους βασιλείς. Προστάτευαν το πολίτευμα και ήταν
φρουροί της δημόσιας τάξης. Ήταν βοηθοί των βασιλέων όσον αφορά τα καθήκοντά τους.
Είχαν πολιτικές και δικαστικές αρμοδιότητες. Στις πολιτικές αρμοδιότητες ήταν: 1) η
διεύθυνση των συνεδριάσεων της Απέλλας όπου ένας από τους εφόρους ήταν πρόεδρος,
2)επόπτευαν την υλοποίηση των αποφάσεων της Απέλλας, 3) ο απολογισμός των δημόσιων
αρχών στο τέλος της θητείας τους, 4) επόπτευαν την διαπαιδαγώγηση των νέων, 5)
διαχειρίζονταν τα δημόσια οικονομικά της πόλης. Δικαστικές αρμοδιότητες ήταν: 1)
εκδίκαση των αστικών υποθέσεων των πολιτικών, 2) η εισαγωγή σε δίκη των άλλων
πολιτειακών φορέων, ακόμα και των βασιλέων για παράβαση ή παράλειψη καθήκοντος, 3) η
εκδίκαση όλων των ποινικών υποθέσεων στις οποίες ανήκαν και οι είλωτες και οι ξένοι.
Μπορούσαν να βάλουν πρόστιμα και να κάνουν συλλήψεις, να συλλαμβάνουν ή να θέτουν σε
επιτήρηση τους βασιλείς. Έπαιζαν ρόλο στην εξουσία γιατί έλεγχαν και παρέπεμπαν σε δίκη
τους άλλους πολιτειακούς φορείς και αρχές. Η εξουσία όμως δεν ήταν απόλυτη γιατί δεν
αποτελούσαν πολιτικό μηχανισμό. Μετά τη λήξη της θητείας τους επιδίωκαν την συνεργασία
με τους βασιλείς και γέροντες παρά τη σύγκρουση.

Η Απέλλα.
Η λειτουργία της ως όργανο της πολιτείας προβλέπεται στη Μεγάλη Ρήτρα. Η Μεγάλη Ρήτρα
ήταν ένας χρησμός του Μαντείου των Δελφών που απευθυνόταν στον Λυκούργο
(ιδρυτή του σπαρτιατικού πολιτεύματος). Στο χρησμό αυτό στηρίχτηκε το
σπαρτιατικό πολίτευμα. Σύμφωνα με τη Μεγάλη Ρήτρα την εξουσία στη Σπάρτη
μοιράζονταν οι βασιλείς με τους γέροντες. Οι πέντε έφοροι δεν υπάρχουν σε αυτή ενώ η
Απέλλα εμφανίζεται σαν ένα χειραγωγημένο πολιτικό όργανο. Με την εμφάνιση του θεσμού
των εφόρων η πολιτική ζωή αλλάζει στη Σπάρτη όσον αφορά το ρόλο των βασιλέων και της
Γερουσίας. Η Απέλλα όμως συνεχίζει, η οποία συνεδρίαζε σε τακτά χρονικά διαστήματα καθώς
και όταν υπήρχαν τακτικά περιστατικά. Για να πάρει κάποιος μέρος στην Απέλλα έπρεπε να
είναι 30 ετών, οι νέοι μεταξύ 20-30 ετών δεν παρευρίσκονταν στο χώρο της Απέλλας.
Βρίσκονταν στα δικαστήρια, στα γυμναστήρια, στα στρατόπεδα και στις εκστρατείες. Η
Γερουσία έφερνε τις προτάσεις στην Απέλλα και μετά οι 5 έφοροι. Οι απλοί πολίτες δεν
μπορούσαν να υποβάλουν προτάσεις για συζήτηση στην Απέλλα ούτε μπορούσαν να λάβουν
το λόγο για να ζητήσουν την αλλαγή σε κάποια πρόταση. Η ψήφιση των προτάσεων γινόταν
δια βοής και έπαιζε ρόλο η ένταση της φωνής. Άρα ο απλός πολίτης το μόνο που έκανε ήταν
να εγκρίνει ή αν απορρίπτει μια πρόταση. Εάν η Απέλλα στην ψηφοφορία μιας πρότασης
πήγαινε ενάντια στη θέληση των ηγετικών ομάδων αυτές μπορούσαν να ακυρώσουν την
απόφαση, να διαλύσουν την Απέλλα και να ξαναφέρουν την πρόταση για ψήφιση μέχρι να
πετύχουν το αποτέλεσμα που ήθελαν. Όταν διαφωνούσαν οι ηγετικές ομάδες η Απέλλα
έπαιρνε τις αποφάσεις. Οι αποφάσεις δεν ήταν προκαθορισμένες πολλές φορές έβγαιναν και
κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή οι ηγετικές ομάδες έπρεπε να
επηρεάσουν τη γνώμη των χιλιάδων πολιτών.
(δραστηριότητες 29-30 – σελ. 100)

24 

 
Κεφάλαιο 2
ΓΕΝΙΚΑ:
Γενικά χαρακτηριστικά της αριστοκρατικής κοινωνίας την αρχαϊκή εποχή (8-6ος
π.Χ.)
Κοινωνική οργάνωση.
Μετά το « ελληνικό Μεσαίωνα» (11ος-9ος αι. π.Χ) έχουμε μια περίοδο κοινωνικών, πολιτικών και
πολιτιστικών αλλαγών που οδηγεί στην ακμή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού . Η περίοδος
αυτή λέγεται αρχαϊκή περίοδος: η ελληνική γνώση αναπτύσσεται στα ανατολικά και στα
δυτικά και έχουμε ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών.
Στις πόλεις αυτές κυριαρχεί η αριστοκρατία. Ο βασιλιάς εκλέγεται για συγκεκριμένο χρονικό
διάστημα. Τις εξουσίες παίρνουν τα μέλη ενός ευρύτερου συμβουλίου τα οποία ανήκουν στην
στρατιωτική αριστοκρατία. Την χώρα έχουν οι επιφανείς αριστοκρατικές οικογένειες. Οι
ευγενείς ήταν κυρίως μεγάλοι ιδιοκτήτες γης, είχαν επιχειρηματικό πνεύμα και αυτό βοήθησε
στην ανάπτυξη του εμπορίου και του αποικισμού και έτσι μπόρεσαν να απαλλαγούν από τους
φτωχούς και να διατηρήσουν τα προνόμιά τους. Είχαν θέσεις εποπτών και ερμηνευτών των
θρησκευτικών εθίμων και είχαν την πολιτική εξουσία. Στην Αθήνα ήταν οι Ευπατρίδες, στην
Κόρινθο ήταν οι Βακχιάδες, στην Ερέτρια και στη Σπάρτη οι Ιππείς. Όσοι είχαν το δικαίωμα να
φέρουν όπλα και να μάχονται ως αρχηγοί του στρατού, οι επαγγελματίες πολεμιστές είχαν
μεγάλες εκτάσεις γης και συνδέονταν με δεσμούς αίματος και αποτελούσαν την αριστοκρατία.
Οι αριστοκράτες είχαν πλούτο, την πολιτική, στρατιωτική, θρησκευτική και δικαστική εξουσία
την οποία ασκούσαν όπως επιθυμούσαν. Η ύπαρξη των πόλεων βοηθά στην αύξηση του
πληθυσμού και στην αποικιακή κίνηση. Η ανάπτυξη του αποικισμού είχε αλλαγές στην
οικονομική και κοινωνική ζωή όπως 1) η αύξηση της παραγωγής 2)η δουλεία εντάσσεται στην
κοινωνική και οικονομική ζωή. Οι ευγενείς, οι δημιουργοί και οι έμποροι χρησιμοποιούν
δούλους. Οι δούλοι προέρχονται ή από αιχμαλώτους πολέμου ή από επιδρομές στη Θράκη και
στη Μ. Ασία. Αυτοί διώχνουν τους ελεύθερους εργάτες και αποτελούν ένα νέο είδος κεφαλαίου
3) υπάρχει διάκριση ανάμεσα στους δημιουργούς(τεχνίτες) και στους αγρότες. Οι δημιουργοί
ασχολούνταν με διάφορα επαγγέλματα (υφαντουργοί, σιδηρουργοί, χτίστες) οι οποίοι μέχρι
τότε έπαιρναν παραγγελίες για να καλύψουν στις στοιχειώδεις ανάγκες των ανθρώπων του
χωριού ή των ευγενών πολεμιστών όπου και ζούσαν. Όταν αυξήθηκε όμως η παραγωγή οι
δημιουργοί απέκτησαν μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική ανεξαρτησία.
Φάλαγγα οπλιτών.
Υιοθετήθηκε τον 7ο αιώνα και είχε μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες. Αποτελείται από
βαριά οπλισμένους πεζούς, τους οπλίτες οι οποίοι ήταν ενωμένοι ο ένας με τον άλλο και
πολεμούν μαζί. Η μάχη παύει να είναι ατομική και γίνεται υπόθεση όλων. Το μόνο πρόβλημα
ήταν να μη διασπαστεί η γραμμή του σχηματισμού γιατί από αυτό εξαρτιόταν η ασφάλεια του
οπλίτη. Αυτό που χρειαζόταν ήταν σταθερότητα στην επίθεση και διατήρηση της θέσης. Οι
οπλίτες της φάλαγγας είχαν διαφορετικά ιδανικά από εκείνα της στρατιωτικής αριστοκρατίας
που το μόνο που ήθελε ήταν το προσωπικό κλέος μέσα από τις μονομαχίες. Ο οπλισμός τώρα
έγινε βαρύτερος αλλά έχουμε και μεταβολές στις κοινωνικές και πολιτικές δομές. Περνάμε από
την κοινωνία των οπλιτών στην πόλη των οπλιτών. Η φάλαγγα απαιτεί συνοχή των μελών της,
κοινωνική ομοιογένεια, αλληλεγγύη, συγχρονισμό, το σύνολο να συμπεριφέρεται σαν ένα
σώμα, να μην ενδιαφέρονται για το ατομικό κλέος και να ενδιαφέρονται για την δόξα της
πόλης και την πολιτική ισότητα των μελών της πόλης. Η μάχη είναι συλλογική και ανήκει σε
όλους. Επίσης υπάρχει ισότητα στο μοίρασμα των λαφύρων και της γης και επίσης
εναλλάσσονται αυτοί που συμμετέχουν. Αυτό έχει σαν συνέπεια να αυξηθεί ο αριθμός αυτών
25 

 
που συμμετέχουν στον πόλεμο. Έτσι στην φάλαγγα μπορούν να πάρουν μέρος όσοι είναι
ικανοί να αποκτήσουν την πανοπλία του οπλίτη. Η πολεμική ιδιότητα δεν είναι πλέον προνόμιο
της μικρής αριστοκρατίας αλλά προνόμιο ενός μεγαλύτερου κοινωνικού σώματος. Η έννοια της
ισότητας σημαίνει ίσα δικαιώματα και στη δημόσια ζωή. Η ισότητα στον πόλεμο οδήγησε στο
αίτημα για ίσα δικαιώματα και στην πολιτική ζωή. Αυτό το συναντάμε μόνο στην Σπάρτη. Την
πολεμική ιδιότητα μπορούν να αποκτήσουν όσοι συμμετέχουν στο νέο σώμα πολιτών. Ο
πόλεμος μπαίνει στο νέο πλαίσιο της πόλης και εξομοιώνει τον πολίτη και τον πολεμιστή. Άρα
πολεμικές και πολιτικές αρετές είναι ίδιες. Η πολιτική και στρατιωτική οργάνωση είναι
αμοιβαίες. Ο στρατός δεν ζει χωριστά από την πόλη και ο πολίτης δεν θεωρεί το στρατό
εμπόδιο στην κοινωνική και πολιτική του ανέλιξη. Ο πολίτης υπάρχει μόνο μέσα στα πλαίσια
της πόλης. εκείνη την εποχή ο πολίτης όφειλε να συμμετέχει σε όλες τις δραστηριότητες,
πολιτικές, κοινωνικές , πολεμικές και θρησκευτικές. Ο στρατός των οπλιτών αποτελείται από
πολλούς αγρότες οι οποίοι ήταν μακριά από την πολιτική ζωή της πόλης. Οι αγρότες αυτοί
δημιουργούν τον δήμο. Οι ελεύθεροι αγρότες αποκτούν αυτοπεποίθηση και αρχίζουν να
ζητούν συμμετοχή στην πολιτική εξουσία. Για να συμμετέχει κάποιος στην φάλαγγα των
οπλιτών πρέπει να πληρώνει μόνος του τα έξοδα για τον οπλισμό του. Επειδή ο οπλισμός ήταν
δαπανηρός δεν απευθυνόταν σε όλους. Έτσι οι πλούσιοι αγρότες απέκτησαν την πολεμική
ιδιότητα. Η συμμετοχή στην πολιτική εξουσία δημιούργησε κοινωνικές συγκρούσεις που συχνά
οδήγησαν στη διεύρυνση του κοινωνικού και πολιτικού σώματος. Οι οπλίτες αγρότες όμως
πολλές φορές ακολουθούσαν έναν αρχηγό συχνά στρατιωτικό ο οποίος μετά από μια νίκη
έπαιρνε την εξουσία στα χέρια του. (δραστηριότητα 6 – σελ. 124)

Ερώτηση 28:
Πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην Αθήνα κατά τον 7ο αι. π.Χ.
Η ζωή στην Αττική τον αιώνα αυτό ήταν αγροτική. Οι 9 άρχοντες διοικούσαν την πόλη για ένα
έτος. Ο επώνυμος άρχοντας έδινε το όνομά του στο έτος και κατέχει την μέγιστη εξουσία. Ο
βασιλιάς είχε θρησκευτικά καθήκοντα και ο πολέμαρχος ήταν αρχηγός του στρατού. Οι έξι
θεσμοθέτες είχαν δικαστικά καθήκοντα. Ο Άρειος πάγος ήταν ένα συμβούλιο που
αποτελούνταν από ισόβια μέλη. Τον αποτελούσαν άρχοντες και δεν είχαν κάνει κάποιο
παράπτωμα. Οι αρμοδιότητές τους ήταν η απονομή δικαιοσύνης, η εποπτεία της διοίκησης και
ο έλεγχος των αρχόντων. Η κοινωνία πολιτικά διαιρείται σε 3 τάξεις: 1) οι ιππείς: ήταν
κάτοχοι αλόγων και μόνο αυτοί υπηρετούσαν ως άρχοντες, δικαστές ή ιερείς 2) ζευγίτες: δεν
ξέρουμε αν ήταν όσοι διέθεταν ένα ζεύγος βόδια ή αν ονομάστηκαν έτσι από το ζεύγος της
φάλαγγας. Ήταν αγρότες που μπορούσαν να πάρουν την πανοπλία του οπλίτη 3) οι θήτες:
ήταν αγρότες ή μικροϊδιοκτήτες που υπηρετούσαν ως ελαφρά οπλισμένοι (ψιλοί). Κοινωνική
διαίρεση της κοινωνίας: 1) ευπατρίδες (ήταν ευγενείς και αποτελούσαν την στρατιωτική
αριστοκρατία των μεγαλογαιοκτημόνων και είχαν το προνόμιο της εξουσίας) 2) τους
δημιουργούς (ήταν οι τεχνίτες, ελεύθεροι εργάτες, χειροτέχνες, έμποροι, ψαράδες που
ζούσαν στο περιθώριο της κοινότητας των πολιτών) 3) τους γεωμόρους (ήταν οι γεωργοί
καθώς και οι μικροί ή μεσαίοι ιδιοκτήτες γης). Οι μικροϊδιοκτήτες ήταν η πλειοψηφία των
αγροτών και χωρίζονταν στους ακτήμονες και στους χρεωμένους αγρότες. Χωρίζονταν: 1) σε
αυτούς που ζούσαν με δάνεια και για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους έβαζαν
υποθήκη ή το κτήμα τους ή τον εαυτό τους και την οικογένειά τους, την προσωπική τους
ελευθερία (δανείζειν επί σώμασι) 2) σε αυτούς που για να αντιμετωπίσουν τον κλήρο ή τα
δάνειά τους ενοικίαζαν τη γη άλλων. Έδιναν ένα μέρος της σοδειάς ως μίσθωμα και με το
μέρος που κρατούσαν οι ίδιοι έπρεπε να εξοφλήσουν τα χρέη τους και να ζήσουν. Οι αγρότες
26 

 
αυτοί ήταν οι εκτημόροι. Αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του δήμου και σταδιακά
βρέθηκαν να είναι πλήρως εξαρτημένοι. Όσοι δεν μπορούσαν να πληρώσουν το μίσθωμα ή τα
χρέη τους μπορούσαν να πουληθούν ως δούλοι οι ίδιοι και η οικογένειά τους.

Το νόμισμα και η όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων.


Όσοι είχαν δύναμη ήθελαν να πάρουν και την καλύτερη γη. Η χρήση του νομίσματος οδήγησε:
1) στην κατάργηση της ανταλλαγής σε είδος, 2) η αποθήκευση του πλούτου και η μεταφορά
του γίνεται ευκολότερη. Η συσσώρευση του πλούτου σε είδος ήταν περιορισμένη και τα χρέη
των αγροτών είχαν κάποια όρια. Όταν ο πλούτος άρχισε να υπολογίζεται σε ασήμι και χρυσό
τα όρια της συσσώρευσης καταργήθηκαν. Αποθηκεύουν έτσι όσο ασήμι ή χρυσό ήθελαν. Οι
φτωχοί μπορούσαν να πάρουν εύκολα δάνειο αλλά όσοι δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν το
χρέος τους έχαναν και τα κτήματά τους και την προσωπική τους ελευθερία και έτσι μεγάλωνε
το χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς.
Στον πόλεμο περνάμε από τη μισθοφορία στην φάλαγγα. Έχουμε ρήξη στην αριστοκρατορική
κοινωνία η οποία μαζί με την αύξηση του πληθυσμού προκαλεί αγροτική κρίση σε όλες τις
πόλεις. Τέθηκε το πρόβλημα του αναδασμού της γης από τους χρεωμένους αγρότες (οι οποίοι
εξαιτίας της κρίσης βρίσκονταν σε κατάσταση εξαθλίωσης και ζητούν αναδασμό της γης και
αποκοπή των χρεών ) και οι οποίοι μαζί με τους εύπορους αγρότες (οι οποίοι συμμετείχαν στον
πόλεμο και ήθελαν συμμετοχή στα κοινά) έρχονται αντιμέτωποι με τους αριστοκράτες που
είχαν τη γη και την πολιτική εξουσία.
Τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας ήταν: 1) η παροχή πολιτικών δικαιωμάτων στον
αγροτικό πληθυσμό που συμμετέχει στον πόλεμο, 2) η κατάργηση των αγροτικών χρεών και
3) το να βρουν γη για να μοιραστεί στους αγρότες. Για να μπορέσει κάποιος να έχει πολιτικά
δικαιώματα και να συμμετέχει στην δημόσια ζωή της πόλης έπρεπε να έχει γη και την πολεμική
ιδιότητα. Η κρίση της αριστοκρατικής κοινωνίας είχε σαν αποτέλεσμα 1) την αντικατάσταση
του εθιμικού δικαίου με τη σύνταξη νόμων, 2) τη δημιουργία ισότητας και 3) την τάση να
μεγαλώσει το πολιτικό σώμα. Η συνέλευση αποτελείται από τους οπλίτες και το συμβούλιο των
ευγενών, η οποία δεν έχει την ανώτατη εξουσία αλλά εκπροσωπεί το λαό. Στην κατάλυση της
παλιάς αριστοκρατίας σημαντικό ρόλο παίζει και η φάλαγγα. (δραστηριότητες 4-5, σελ. 124-
125) (κείμενο 7γ και δ σελ. 216-217).

Ερώτηση 29:
Δράκοντας: τέλος 7ου αι. π.Χ.
Τροποποιήσεις Δράκοντα: 1) προσπάθησε να κωδικοποιήσει και να διατυπωθούν γραπτώς οι
νόμοι 2) επέκτεινε το πολιτικό δικαίωμα και σε άλλες τάξεις πλουσίων και σ’ αυτούς που
έφεραν όπλα (τοις όπλα παρεχόμενοις) 3) διαχώρισε τον φόνο εκ προμελέτης από τον ακούσιο
και απαγόρευσε την αυτοδικία/αυτοκτονία λόγω εκδίκησης. Ο Άρειος Πάγος θα εκδίκαζε τις
υποθέσεις αυτές και θα τιμωρούσε τον ένοχο. Επί Δράκοντα γίνεται προσπάθεια να
αντικατασταθεί το εθιμικό και οικογενειακό δίκαιο από ένα δίκαιο κοινό για όλους. Αυτό
ενίσχυσε το ρόλο της πόλης, τους ευπατρίδες που αποτελούσαν το συμβούλιο του Άρειου
πάγου. Επίσης δηλώνει την πόλη ως νομική υπόσταση γιατί για πρώτη φορά θεσπίζονται νόμοι
που ισχύουν για όλους και δίνεται στον λαό ένας γραπτός κώδικας. (δραστηριότητα 9 – σελ.
133) (κείμενο 7δ σελ. 217).

27 

 
Ερώτηση 30:
Από την τιμοκρατία στη δημοκρατία (6ος αι. π.Χ).
Σόλων
Το αίτημα για αναδασμό της γης και η αποκοπή των χρεών οφείλεται 1) στην ανισότητα της
ιδιοκτησίας, 2) στην αύξηση των οφειλετών και δούλων λόγω χρεών, 3) στις άδικες δικαστικές
αποφάσεις. Το 594 ο Σόλωνας εκλέγεται επώνυμος άρχων για να λύσει τα προβλήματα
και να συμφιλιώσει τις διαφορετικές πλευρές. Αυτός πίστευε ότι η μεταξύ ευγενών και λαού
σχέση πρέπει να ρυθμίζεται με νόμους. 1) Χορηγεί γενική αμνησία σε όσους είχαν καταδικαστεί
για πολιτικά αδικήματα, 2) επικύρωσε τους νόμους του Δράκοντα, 3) απαγόρευσε την εξαγωγή
σιτηρών από την οποία οι γαιοκτήμονες έπαιρναν μεγάλα οφέλη. Αυτός ήθελε την
καλυτέρευση της θέσης των αγροτών και την καλύτερη κατανομή της εξουσίας. Τον 4ο αιώνα
π.Χ. ο Σόλωνας θεωρήθηκε ο θεμελιωτής της αθηναϊκής δημοκρατίας. Δύο από τα πιο
σημαντικά νομοθετήματά του με κοινωνικό χαρακτήρα είναι: 1) η κατάργηση του
δανείζειν επί σώμασι. Όσοι υποδουλώθηκαν για χρέη ελευθερώθηκαν και όσοι πουλήθηκαν
ως δούλοι εξαγοράστηκαν και ελευθερώθηκαν. Απαγόρευσε την υποδούλωση που προέρχεται
από δανεισμό με υποθήκη την ατομική ελευθερία. 2) η σεισάχθεια: αποτίναξη των βαρών ή
αποκοπή χρεών. Καταργούνται όλα τα χρέη προς το δημόσιο και τους ιδιώτες. Χρέος δεν
σήμαινε μόνο ο δανεισμός χρημάτων αλλά και άλλες οφειλές (ενοίκια, φόροι). Όταν
καταργήθηκαν τα χρέη αφαιρέθηκαν οι όροι (=στύλοι που τοποθετούνταν σε ένα κλήρο για να
δείξουν δημοσία ότι είχε δεσμευτεί) και τη γη την πήραν αυτοί που την καλλιεργούσαν.
Οι υποχρεώσεις του θεσμού των εκτημόρων και ο ίδιος ο θεσμός καταργούνται. Δεν υπάρχουν
εκτήμορες, δούλοι λόγω χρεών και ο Αθηναίος αγρότης εντάσσεται στην πολιτική κοινότητα. Ο
Σόλωνας διαίρεσε τους πολίτες σε 4 εισοδηματικές τάξεις με βάση το μέγεθος της ετήσιας
προσόδου. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των πολιτών ρυθμίζονταν σύμφωνα με την τάξη
στην οποία ανήκαν και ανάλογα με το ετήσιο εισόδημά τους. Οι 4 αυτές τάξεις ήταν: 1) οι
πεντακοσιομέδιμνοι: ανήκαν οι πολίτες που μπορούσαν να παράγουν τον χρόνο για τα
στερεά 500 μέδιμνους κριθάρι και για τα υγρά 500 μετρητές λαδιού ή κρασιού ή είχαν το
αντίστοιχο ποσό σε εισόδημα. Αυτοί εκλέγονταν άρχοντες και στην στρατιωτική διοίκηση. Έτσι
δεν υπήρχε ουσιαστικά διάκριση ανάμεσα στο λάδι ή το κρασί ή της μιας σοδειάς από την
άλλη, 2) οι ιππείς(τριακοσιομέδιμνοι): είχαν 300-500 μεδίμνους. Μπορούσαν να εκλεγούν
σε ανώτερα αξιώματα και υπηρετούσαν ως ιππείς, 3) οι ζευγίτες (διακοσιομέδιμνοι): όσοι
είχαν 200-300 μεδίμνους. Είχαν δικαίωμα σε κατώτερα αξιώματα, 4) οι θήτες: ήταν όλοι οι
υπόλοιποι ελεύθεροι πολίτες κάτω των 200 μεδίμνων. Ήταν ημερομίσθιοι εργάτες τους οποίους
ο εργοδότης έδιωχνε όταν δεν τους χρειαζόταν. Δεν εξαρτιόντουσαν νομικά από τους
εργοδότες τους. συμμετείχαν στην Εκκλησία του δήμου και στον στρατό ως ψιλοί. Τους
παραχωρήθηκε δικαίωμα ψήφου στις συνελεύσεις και το δικαίωμα έφεσης. Αξιόλογο αναφοράς
είναι ότι η κάθε τάξη του δήμου εμφανιζόταν κοινωνικά ομοιογενής αλλά στο οικονομικό
επίπεδο εμφάνιζε σημαντικές διαφορές οι οποίες είχαν επιπτώσεις στην κοινωνική και πολιτική
κατάσταση του πολίτη.

Αλλαγές στο νομοθετικό επίπεδο: 1) οι άρχοντες εκλέγονταν από τη συνέλευση του δήμου
στην οποία συμμετείχαν όλοι οι Αθηναίοι ηλικίας άνω των 20 ετών και η οποία είχε το δικαίωμα
να τιμωρεί άρχοντες και να μην επιτρέπει σε κάποιους αν γίνουν μέλη του Αρείου Πάγου. 2) το
συμβούλιο του Αρείου Πάγου αποτελούνταν από τα μέλη της 1ης τάξης. Είχε την ανώτατη
δικαστική εξουσία της πόλης για τη διαγωγή των πολιτών και αξιωματούχων. Επίσης
ασχολιόταν με δίκες για φόνο, για εμπρησμό και απόπειρα κατάλυσης του πολιτεύματος. 3) η
28 

 
βουλή των 400 η οποία ιδρύθηκε από τον Σόλωνα αντί του Αρείου Πάγου. Κληρώνονταν 100
μέλη από κάθε φυλή από τις τρεις πρώτε τάξεις. 4) Το συμβούλιο αυτό ακύρωνε και
προετοίμαζε κάθε μέτρο το οποίο θα υποβαλλόταν στην Εκκλησία του Δήμου. Πρέπει να
δημιουργήθηκε στα τέλη του 5ου αιώνα όταν οι αντίπαλοι της δημοκρατίας θέλοντας να την
ανατρέψουν επικαλούνταν την επιστροφή στην πάτριαν πολιτείαν, 5) το δικαστήριο της
Ηλιαίας: ήταν η ίδια η συνέλευση του δήμου, είχε δικαστική εξουσία. Η Ηλιαία ως λαϊκό
δικαστήριο με κληρωτά μέλη είναι δημιούργημα της δημοκρατίας. Με τις αλλαγές του Σόλωνα
την εξουσία μπορούσαν να ασκήσουν όσοι είχαν πλούτου και όχι με βάση την καταγωγή. Οι
μεσαίες τάξεις και οι οπλίτες είχαν για πρώτη φορά ένα ρόλο στη διακυβέρνηση της πόλης,
είχαν δηλαδή το δικαίωμα ψήφου στην Εκκλησία του δήμου και της εκλογής στα κατώτερα
δικαστήρια. Ο αναδασμός δεν έγινε αλλά οι φτωχοί αναγνωρίστηκαν ως αναπόσπαστα μέλη
του δήμου παρόλο που είχαν περιορισμένη θέση. Έτσι μειώθηκαν οι αντιθέσεις.
(δραστηριότητα 10 – σελ. 136)
Μέδιμνος = μέτρο υπολογισμού του εισοδήματος για τα στερεά προϊόντα και μετρητής ή
αμφορέας για τα υγρά.
(κείμενο 8 σελ. 217 και δραστηριότητα 24 σελ. 212)

Η περίοδος μέχρι την τυραννία του Πεισίστρατου.


Η νομοθεσία του Σόλωνα δεν ικανοποίησε ούτε τους αριστοκράτες ούτε τους αγρότες και δεν
απέτρεψε αλλά επιβράδυνε την τυραννία. Οι ισχυροί όπως και ο δήμος θεωρούσαν τον εαυτό
τους αδικημένο. Δεν πέτυχε μια νομική απαγόρευση των δανείων με υποθήκη τη γη. Έτσι οι
αγρότες εξακολουθούσαν να χρεώνονται προσφέροντας όχι τον εαυτό τους ή την οικογένειά
τους ως εγγύηση αλλά τη γη τους. Οι όροι χρησιμοποιήθηκαν όχι μόνο για την αγροτική
ιδιοκτησία αλλά και για τα σπίτια στην πόλη. Δεν ικανοποίησε το αίτημα για ισομοιρία (ίσα
δικαιώματα) ή αναδασμό της γης ούτε επέτρεψε τη δήμευση μεγάλων εκτάσεων για να τις
δώσει στους φτωχούς αγρότες ή στους ακτήμονες. Η πολιτική εκπροσώπηση στις ανώτερες
αρχές των πλουσίων που προέρχονταν από τους ανθρώπους του λαού δεν τους έδινε
δυνατότητα παρέμβασης. Οι αριστοκράτες είχαν την εξουσία και μεγάλη επιρροή. Τα
αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, οι ανταγωνισμοί για την εξουσία και τον πλούτο οδήγησαν
στην τυραννία. Η κατάσταση ήταν ως εξής: οι ευγενείς ήθελαν ο επώνυμος άρχοντας να είναι
από την τάξη τους και υπήρχαν έντονοι ανταγωνισμοί μεταξύ τους. Αυτό έφερε αντίδραση
στους πλούσιους γεωργούς οι οποίοι με τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα εκλέγονταν στα
ανώτερα αξιώματα. Οι ακτήμονες ή οι μικροϊδιοκτήτες γης έλπιζαν σε έναν μελλοντικό
αναδασμό. Η ένωση ευγενών και πλουσίων μη ευγενών δεν έδινε δυνατότητα συμμετοχής
στους οπλίτες στην πολιτική ζωή. Αποτέλεσμα ήταν ότι το 590 και το 586 δεν εκλέχθηκε
επώνυμος άρχοντας. Το 583 ο Δαμασίας πήρε με πραξικόπημα την εξουσία για δύο χρόνια
μέχρι που καθαιρέθηκε βίαια. Το 580 για να υπάρχει κοινωνική γαλήνη αποφάσισαν να
μοιράζονται το αξίωμα εκλέγοντας 10 άρχοντες : 5 από τους ευπατρίδες, 3 από τους γεωργούς
και 2 από τους δημιουργούς. Για πρώτη φορά εκπροσωπούνται σε ανώτατα αξιώματα όλες
σχεδόν οι κοινωνικές ομάδες του πληθυσμού και το κριτήριο του πλούτου καταργείται ή δεν
στηρίζεται μόνο στην γη αλλά στον συνολικό πλούτο. Για 20 χρόνια όλα ήταν καλά μετά τα 20
χρόνια οι ταραχές ξαναρχίζουν και οι αντίπαλες παρατάξεις έχουν ονόματα με βάση τη
γεωγραφική προέλευση και όχι την κοινωνική. Η εμπορική, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη
της Αθήνας αναστάτωσε το σχέδιο του Σόλωνα. Οι αλλαγές που έκανε βοήθησαν στην
ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης του Αθηναίου που βρισκόταν στις χαμηλότερες τάξεις και ο
οποίος αντιλαμβανόταν πως μπορεί να ζει επιτυχημένα ακόμα και όταν δεν έχει του γη του
29 

 
ευγενή ή όταν δέχεται έναν τύραννο. σύμφωνα με τον νόμο του Σόλωνα ήταν υποχρέωση του
καθενός να συμμετέχει στην πολιτική ζωή αλλιώς το θεωρούσε ατιμία και στέρηση των
πολιτικών δικαιωμάτων.

Πεισίστρατος: υπάρχουν τρεις παρατάξεις που βρίσκονται σε συνεχή σύγκρουση με στόχο να


πάρουν την εξουσία και έχουν το όνομα μιας γεωγραφικής περιοχής: παράλιοι, πεδιακοί,
διάκριοι (περιοχή λόφων). Παράλιοι: είχαν αρχηγό τον Μεγακλή, ασχολούνται με το εμπόριο,
την αλιεία, τη ναυσιπλοΐα. Είναι οι επαγγελματίες και οι χωρικοί. Προσπαθούσαν να κρατήσουν
τα δικαιώματα που είχαν αποκτήσει από τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα. Πεδιακοί: έχουν
αρχηγό τον Λυκούργο. Είναι οι ευπατρίδες, οι πλούσιοι γαιοκτήμονες ευγενικής ή μη ευγενικής
καταγωγής. Αυτοί θεωρούσαν τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα ριζοσπαστικές και επιδίωκαν την
εγκαθίδρυση ενός ολιγαρχικού καθεστώτος. Διάκριοι: είχαν αρχηγό τον Πεισίστρατο,
θεωρούσαν τη νομοθεσία του Σόλωνα ανεπαρκή. Ήταν χωρικοί που υπηρετούσαν στη
φάλαγγα και έλπιζαν ότι ο Πεισίστρατος θα ικανοποιούσε τις απαιτήσεις τους. Ήταν αγρότες
που ζούσαν σε πιο υποβαθμισμένες περιοχές ή που είχαν χάσει την περιουσία τους με την
αποκοπή των χρεών ή που απαιτούσαν αναδασμό της γης. Ήθελαν την εγκαθίδρυση της
τυραννίας. Το 546 π.Χ. ο Πεισίστρατος εδραιώνει την εξουσία του και οι ανταγωνισμοί αυτοί
ανάμεσα στις παρατάξεις δεν είναι πλέον προσωπικοί αλλά παίρνουν τη μορφή κοινωνικών
ομάδων. Αρχίζει για την Αθήνα η περίοδος της τυραννίας. Ο Πεισίστρατος έχει καλές σχέσεις
με τους αριστοκράτες αφού τους παρέχει διάφορα αξιώματα, μειώνει τις αντιθέσεις μεταξύ
τους και συμφιλιώνει τις κοινωνικές τάξεις. Δημιουργεί το θεσμό των κατά δήμους δικαστών
και άφησε χωρίς αλλαγές την νομοθεσία του Σόλωνα αλλά ο εκλεγμένος άρχοντας ήταν
άνθρωπος της εμπιστοσύνης του. Ενίσχυσε τους μικροϊδιοκτήτες γης και τους αγρότες της
υπαίθρου οι οποίοι μπορούσαν να ζουν από τη γη τους. Οι αγρότες αυτοί αποτέλεσαν τη βάση
των πολιτών της δημοκρατικής Αθήνας. Η θρησκευτική πολιτική ήταν ίδια με την πολιτική.
(κείμενο 9γ σελ. 218)

Ερώτηση 31:
Κλεισθένης
Το 507 ένας αριστοκράτης, ο Κλεισθένης ανατρέπει τον Ισαγόρα και εγκαθιδρύει τυραννία. Η
ανάπτυξη της πόλης είχε δημιουργήσει ένα δήμο ευαίσθητο στις υποθέσεις της Αθήνας και
έτοιμο να βοηθήσει κάποιον σαν τον Κλεισθένη. Η αγροτική κρίση είχε λυθεί υπέρ των
αγροτών. Χωρίς να νοιάζονται μόνο για την καθημερινή τους ζωή, οι Αθηναίοι μπορούσαν να
επιδιώκουν πολιτικές παραχωρήσεις. Με τον Κλεισθένη αλλάζει ο δρόμος για την μεταβολή των
θεσμών. Επιδιώκει 1) την αναδιοργάνωση του πολιτικού σώματος και τη δημιουργία νέου
πολιτικού πλαισίου2) νέα οργάνωση των εξουσιών. Με τον Κλεισθένη αλλάζουν οι θεσμοί.
Η αναδιοργάνωση του πολιτικού σώματος.
Ο Κλεισθένης αύξησε τον αριθμό των φυλών σε 10. Έτσι δημιουργήθηκαν οι 10 φύλαρχοι αντί
των 4 που υπήρχαν στο παρελθόν. Αυξήθηκαν οι πολίτες και δημιουργήθηκε ο δήμος ως νέα
διοικητική υποδιαίρεση. Καθεμιά από τις φυλές περιλάμβανε 3 τριττύες και 10 δήμους.
Συνολικά δημιουργήθηκαν 30 τριττύες και 100 δήμοι. Ο Κλεισθένης άλλαξε τις παραδοσιακές
δομές της αριστοκρατικής πόλης και έβαλε τις βάσεις για την πραγματική πολιτική δημοκρατία.
Οι νεοπολίτες δεν ξέρουμε από πού προέρχονταν. Έχει διατυπωθεί η άποψη πως ο
Κλεισθένης έδωσε πολιτικά δικαιώματα στα μέλη των 700 οικογενειών που είχε εξορίσει ο
Ισαγόρας. Κάτι που δεν είναι πιθανό γιατί αμέσως μετά την επιστροφή τους στην Αθήνα θα
έπρεπε οι εξόριστοι να επανακτήσουν αυτόματα τα πολιτικά δικαιώματά τους. Σύμφωνα με τον
30 

 
Αριστοτέλη, ο Κλεισθένης έδωσε πολιτικά δικαιώματα σε ξένους ή δούλους που κατοικούσαν
στην Αττική και έτσι ενίσχυσε τον αστικό δήμο. Τώρα λοιπόν για να γίνει κάποιος πολίτης δεν
ήταν απαραίτητο να έχει γη. Η επανάσταση του Κλεισθένη είναι κυρίως πολιτική επανάσταση.
Δημιουργεί ένα νέο κράτος την δημοκρατική πόλη όπου εντάσσονται οι πολίτες νέας ή παλιάς
προέλευσης. Με την ενσωμάτωση των δήμων στις φυλές ήθελε να κάνει τους νέους δήμους
ίσους όχι ως προς την έκτασή τους αλλά ως προς τον πληθυσμό τους αφού ο καθένας είχε την
ίδια αντιπροσώπευση στο νέο συμβούλιο των 500 και την ίδια πολεμική συνεισφορά. Αυτό
αλλάζει τον 4ο αιώνα όπου υπάρχει ασυμμετρία μεταξύ του δήμου και της φυλής από την
οποία προερχόταν ο δήμος και από την άλλη της ικανότητας συνεισφοράς στις ανάγκες της
πόλης μεταξύ των δήμων. Αυτός αναδιοργανώνει τον πολιτικό χώρο με βάση τον γεωγραφικό
χώρο. Οι λόγοι που δημιουργήθηκαν οι νέες φυλές είναι: 1) να μειωθεί η επιρροή των
παλαιών οικογενειών, 2) να ενωθούν σε μια μικρο-κοινότητα οι κάτοικοι των αστικών,
αγροτικών κα παράλιων περιοχών, 3) να υπάρχει ενότητα μεταξύ των μελών της ίδιας φυλής,
τα οποία στον πόλεμο πολεμούσαν δίπλα - δίπλα.
Οι δήμοι αποτελούν τα όργανα της τοπικής διοίκησης το κέντρο της δημοτικής ζωής όπου ο
αθηναϊκός λαός μάθαινε και ασκούσε τη δημοκρατία πολύ περισσότερο από ότι στη συνέλευση
της Αθήνας. Οι δήμοι είχαν τη δική τους τοπική αυτοδιοίκηση και πρότειναν υποψηφίους για
μέλη της βουλής και για τα άλλα αξιώματα. Το γεγονός ότι ο άνθρωπος έπαιρνε μέρος στην
πολιτική ζωή της μικρής κοινωνίας όπου ζούσε τον βοηθούσε να παίζει σημαντικό ρόλο και
στην πολιτική ζωή της πόλης.
Ο Κλεισθένης διατήρησε τα παλαιά πολεμικά ή θρησκευτικά πλαίσια: 1)στους ναυκράτορες
μέχρι το 483 σαν αξιωματούχους του στόλου και ο αριθμός του αυξήθηκε σε 50, 2) την
κατανομή των πολιτών στις 4 εισοδηματικές τάξεις του Σόλωνα οι οποίες καθόριζαν τις
στρατιωτικές υποχρεώσεις και την πρόσβαση στις αρχές της πόλης, 3) τις παλαιές φρατρίες
(θρησκευτικές οργανώσεις των οποίων τα μέλη προέρχονταν από ένα ή πολλά γένη). Ο
Κλεισθένης θεωρούσε ότι ο λαός έκρινε τις πιο σημαντικές υποθέσεις της πόλης. Έπρεπε όμως
να οδηγείται από άντρες σοφούς και πλούσιους γι’ αυτό έθεσε οικονομικά κριτήρια για να μπει
κάποιος σε θέσεις κύρους και τον περιορισμό των εξουσιών της Εκκλησίας του δήμου από τις
εξουσίες της Βουλής των 500 στην οποία οι θήτες δεν γίνονταν δεκτοί.

Η νέα οργάνωση των εξουσιών.


Δεν ξέρουμε πολλά πράγματα για τις πολιτικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Αποδίδουμε
όμως τους θεσμούς του 5ου αιώνα και τον θεσμό των 10 στρατηγών στον Κλεισθένη. Οι
δικαιοδοσίες του Αρείου Πάγου ήταν κυρίως θρησκευτικές και δικαστικές ενώ στη νέα Βουλή
των 500 είχε αποδοθεί το δικαίωμα επιτήρησης και ελέγχου των αρχόντων και ίσως της
Εκκλησίας. Η Βουλή των 500 ίσως επιτηρούσε συγκεκριμένα τους δικαστές και μερικούς
άρχοντες και να συνεργαζόταν μαζί τους στη γενική διοίκηση του κράτους. Οι βουλευτές και
ιδιαίτερα οι άρχοντες διατήρησαν μέχρι τη μάχη του Μαραθώνα μια σημαντικότατη θέση στην
πόλη. Η εκκλησία του Δήμου είχε την εξουσία για εγκλήματα που ενείχαν την θανατική ποινή ή
μεγάλα πρόστιμα πάνω από 500 δραχμές και μπορούσε να αποφασίζει για θέματα ειρήνης ή
πολέμου. Αποδίδουμε επίσης στον Κλεισθένη την τακτικότητα των συνεδριάσεών της.
(δραστηριότητες 12-13 – σελ. 143)

31 

 
Από την ολοκλήρωση και την ακμή της δημοκρατίας στην κρίση (5-4ος αι. π.Χ.) -
Από τον Κλεισθένη στο Εφιάλτη.
Τα 4 μέτρα που προστάτευαν τη δημοκρατία από την τυραννία ήταν: 1) ο νόμος για τον
οστρακισμό , 2) ο όρκος των βουλευτών, 3) ο θεσμός των στρατηγών και 4) ο τρόπος εκλογής
των αρχόντων.

Ο νόμος για τον οστρακισμό.


Εφαρμόστηκε μετά το 487. Ανήκει στα δημοκρατικά μέτρα που στόχο είχε να απομακρύνει
από την πόλη τον πολίτη που φαινόταν πως μπορεί να εγκαθιδρύσει προς όφελός του την
τυραννία. Κατά τη συνέλευση της 6ης πρυτανείας (οι πρυτάνεις δηλαδή 50 βουλευτές της
φυλής που για το ένα δέκατο του έτους προεδρεύουν στις συνεδριάσεις της βουλής και της
συνέλευσης της Εκκλησίας) γινόταν μια ψηφοφορία με ανάταση του χεριού εάν ο λαός
επιθυμούσε εκείνη τη χρονιά μια οστρακοφορία. Εάν το αποτέλεσμα ήταν θετικό τότε κατά
τη διάρκεια της 8ης πρυτανείας ακολουθούσε μια δεύτερη ψηφοφορία, μυστική όπου
υποδεικνυόταν ο πολίτης που θα καταδικαζόταν. Έπρεπε να υπάρχει απαρτία ώστε το
αποτέλεσμα να έχει χαρακτήρα λαϊκής ετυμηγορίας. Η ποινή που προβλεπόταν ήταν η ατιμία
δηλαδή η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων και η εξορία για δέκα χρόνια. Μετά από δέκα
χρόνια ο ένοχος μπορούσε να επιστρέψει στην Αθήνα και να επανακτήσει τα δικαιώματά του.
Η περιουσία του έμενε άθικτη και μπορούσε να την εκμεταλλεύεται.

Ο όρκος των βουλευτών.


Οι βουλευτές δεσμεύονταν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τον νόμο, να
αγωνιστούν ενάντια κάποιου που θέλει να εγκαθιδρύσει τυραννία και να μην υποβάλλουν στη
συνέλευση καμιά άνομη πρόταση. Ο όρκος των βουλευτών προστάτευε τους νόμους γενικά
και τους νόμους που ο Κλεισθένης απέδωσε στη βουλή.

Ο τρόπος εκλογής των αρχόντων.


Στην Αθηναίων Πολιτεία, ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι ενώ παλαιότερα οι άρχοντες εκλέγονταν
με ψηφοφορία, το 487 κληρώθηκαν από κάθε φυλή και μέσα από ένα κατάλογο 500 ατόμων
που είχαν επιλεγεί από τους δήμους. Σύμφωνα με το κείμενο του Αριστοτέλη οι 9 άρχοντες
ανήκαν ένας από κάθε φυλή. Οι φυλές ήταν 10. (πιθανόν η τελευταία φυλή έδινε τον
Γραμματέα των Θεσμοθετών). Ο αριθμός των 500 ονομάτων που προτείνονταν για την
κλήρωση θεωρείται πολύ μεγάλο, αν λάβουμε σκεφτούμε ότι μόνο οι δύο πρώτες οικονομικές
τάξεις είχαν πρόσβαση. Ο θεσμός των αρχόντων παρακμάζει. Ο πολέμαρχος χάνει την
ανώτατη διοίκηση του στρατού και διατηρεί θρησκευτικές και δικαστικές αρμοδιότητες,
προεδρεύοντας στο δικαστήριο του Παλλάδιου. Το οποίο εκδίκαζε υποθέσεις που αφορούσαν
τους ξένους. Οι στρατηγοί γίνονται οι πρώτοι άρχοντες της πόλης και τοποθετούνται όχι μόνο
στην ηγεσία του στρατού αλλά και όλης της πολιτικής διοίκησης. Στην αύξηση της δύναμής
τους βοηθούν και τα Μηδικά. (δραστηριότητα 12 σελ. 143, κείμενο 10 σελ. 219,
δραστηριότητα 13 σελ. 143, κείμενο 11 σελ. 219, κείμενο 14 σελ. 220-221)

Ερώτηση 32:
Περικλής
Η μισθοφορά είναι ο μισθός που δινόταν σε έναν Αθηναίο πολίτη όταν εκτελούσε δημόσια
λειτουργήματα. Οι πρώτοι που πήραν αυτό το μισθό ήταν οι δικαστές που αποτελούσαν το
λαϊκό δικαστήριο της Ηλιαίας (3 οβολοί για κάθε μέρα που περνούσαν στο δικαστήριο). Η
32 

 
μισθοφορά αναπτύχθηκε και σε όλες τις άλλες αρχές εκτός από αυτές του στρατηγού και των
αρεοπαγιτών (τον 4ο αιώνα έπαιρναν μισθό ακόμα και αυτοί που συμμετείχαν στις συνελεύσεις
της Εκκλησίας του Δήμου). Οι αντίπαλοι του Περικλή ισχυρίστηκαν ότι ο Περικλής έδωσε τους
μισθούς θέλοντας να μειώσει την επιρροή του Κίμωνα ο οποίος όντας πλούσιος είχε μεγάλη
δημοτικότητα λόγω της γενναιόδωρης συμπεριφοράς του στον δήμο. Ο θεσμός της
μισθοφοράς είχε πολιτικές συνέπειες και πολλοί έβλεπαν σ’ αυτόν τον ορισμό της αθηναϊκής
δημοκρατίας. Ο θεσμός αυτός επέτρεπε σε κάθε Αθηναίο πολίτη ακόμη και στον πιο φτωχό να
αφιερώνει λίγο από το χρόνο του στη δημόσια ζωή της πόλης και έκανε την άσκηση των
πολιτικών δικαιωμάτων ισότιμη με ένα επάγγελμα. Τον έλεγχο της λειτουργίας του καθεστώτος
δεν τον είχαν οι επίλεκτοι Αθηναίοι γιατί η μισθοφορά επέτρεπε σε ένα μεγάλο αριθμό
Αθηναίων να ανέβουν στα αξιώματα και από τη στιγμή που η Εκκλησία του δήμου
συγκαλούνταν τακτικά και αποτελούσε την κυρίαρχη εξουσία. Ο Περικλής συνέδεσε το
δημοκρατικό καθεστώς με την ηγεμονία της Αθήνας στο Αιγαίο. Ανέπτυξε τον αθηναϊκό στόλο
και έκανε τον Πειραιά το πρώτο λιμάνι της Μεσογείου. Έτσι οι πιο φτωχοί πολίτες μπορούσαν
να ζήσουν ευπρεπώς. Ιδρύθηκαν στρατιωτικές αποικίες σε νευραλγικά σημεία του Αιγαίου και
εγκαταστάθηκαν εκεί χιλιάδες Αθηναίοι πολίτες ως κληρούχοι (κληρουχία ήταν μια μορφή
αποικισμού που ικανοποιούσε τα αιτήματα των πιο φτωχών και τους απομακρύνει από την
πόλη χωρίς να χάνουν τα δικαιώματά του Αθηναίου πολίτη) κάτι που επέτρεψε στην Αθήνα να
ελέγχει την πειθαρχία των σύμμαχων πόλεων και την παροχή γης στους ακτήμονες Αθηναίους
της Αττικής. Την εποχή του Περικλή τα κοινωνικά στρώματα συνδέονται με την πολιτική
εξουσία. Διαμορφώνονται οι αρμοδιότητες των στρατηγών, οι διαδικασίες των συνελεύσεων
της βουλής και του δήμου και οργανώνονται τα διάφορα σώματα τω εξειδικευμένων
αρχόντων. (δραστηριότητες 15 σελ. 148, κείμενο 13 σελ. 220 και κείμενο 115 σελ. 221-222)

Ερώτηση 33:
Από τον Πελοποννησιακό πόλεμο στην κρίση της δημοκρατίας.
Ο Πελ/κός πόλεμος ανατρέπει την ισορροπία που υπάρχει. Υπήρχαν προβλήματα σε οικονομικό
και κοινωνικό επίπεδο. Σταμάτησε η εκμετάλλευση των ορυχείων του Λαυρίου, μειώθηκαν οι
εμπορικές συναλλαγές και η βιομηχανική παραγωγή, λεηλατήθηκαν, καταστράφηκαν και
ερημώθηκαν αγροτικές περιοχές και πολλοί κερδοσκοπούσαν στην ακαλλιέργητη γη αφού την
αγόραζαν φθηνά, την καλλιεργούσαν και την μεταπουλούσαν ακριβά. Η αστάθεια που υπήρχε
στην ιδιοκτησία ευνοούσε να συγκεντρωθεί η γη στα χέρια των πλουσιότερων ή των
νεόπλουτων. Στην ύπαιθρο και στην πόλη δημιουργείται μια τάξη φτωχών που ενδιαφέρεται
περισσότερο για την καθημερινή επιβίωσή της παρά για τον πολιτικό προορισμό της
δημοκρατίας. Οι αντίπαλοι της δημοκρατίας χρησιμοποίησαν την αποτυχία της στρατηγικής
του Περικλή. Οι αγωγές κατά του ίδιου και των φίλων του έκαναν χειρότερη την κατάσταση.
Αυτοί που τον διαδέχτηκαν αναγκάζονταν να υποκύπτουν στις επιθυμίες του πλήθους. Ο
δήμος ασκούσε μεγάλο έλεγχο στην πόλη. Μέσα σε 10 σχεδόν χρόνια οι αντίπαλοι της
δημοκρατίας κατάφεραν δύο φορές να πάρουν την εξουσία. Η πρώτη ολιγαρχική επανάσταση
(καθεστώς των 400, το 411 π.Χ.) εμφανίζεται ως συνέπεια της καταστροφικής εκστρατείας της
Σικελίας. Αποτέλεσμα ήταν η κατάργηση της μισθοφοράς και η μείωση του σώματος των
πολιτών σε 5.000. Αυτό το καθεστώς δεν λειτούργησε ποτέ και σ’ αυτό βοήθησε η αντίδραση
των Αθηναίων στρατιωτών και ναυτών που βρίσκονταν στη Σάμο. Το 405/404 μετά τη νίκη
του Λυσάνδρου στους Αιγός Ποταμούς και την είσοδο του σπαρτιατικού στόλου στον Πειραιά
γίνεται μια νέα ολιγαρχική επανάσταση (καθεστώς των Τριάκοντα Τυράννων, το 405-404 π.Χ.)
η οποία είχε ως στόχο στην κατάργηση της μισθοφοράς και τη μείωση των πολιτών στους
33 

 
3.000 εξαιτίας της αντίδρασης των εξόριστων δημοκρατικών στη Θήβα και λόγω των
διχονοιών στους κόλπους των ολιγαρχικών. Οι ολιγαρχικοί έτσι εγκαταλείπουν κάθε
προσπάθεια ανατροπής του πολιτεύματος. Η πολιτική παραίτηση του δήμου ο οποίος
αδιαφορεί για τις υποθέσεις της πόλης εκτός να επρόκειτο για πόλεμο από τον οποίο θα
προέκυπταν οφέλη για τον ίδιο. Η αδιαφορία αυτή θα πάρει πολύ μεγάλες διαστάσεις από τα
μέσα του 4ου αιώνα και μετά. Αυτό που προσελκύει τον δήμο στις συνελεύσεις της Εκκλησίας
ήταν ένας νέος μισθός ο εκκλησιαστικός, ο οποίος ήθελε να αντιμετωπίσει την αποχή και
έδινε τη δυνατότητα στον εξαθλιωμένο δήμο που φτώχαινε να αποφύγει τη μιζέρια. Τα
πρόστιμα, οι δημεύσεις και οι διάφοροι μισθοί όπως ο θεωρικός (δικαίωμα εισόδου στο
θέατρο που μετά έγινε επιχορήγηση για τους πιο φτωχούς) αν και δεν αποτελούσαν ένα ετήσιο
εισόδημα που κατέβαλλε το κράτος σε ένα άεργο πληθυσμό προσέφεραν στους φτωχότερους
μια μικρή βοήθεια. Οι δίκες εναντίον των πλουσίων και η παραπομπή με τη μορφή της
συκοφαντίας πολλαπλασιάζονταν. Καθένας μπορούσε να κατηγορήσει τον ένα ή τον άλλον
αν η συμπεριφορά του του φαινόταν ύποπτη ή αν έκρινε ότι μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο
την καλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Εάν ο κατηγορούμενος καταδικαζόταν, η
περιουσία του δημευόταν και ένα μέρος της μεταβιβαζόταν σε αυτό που τον κατηγόρησε ενώ
με το υπόλοιπο βάσει του ποσού πώλησης τω δημευμένων αγαθών πληρώνονταν οι δικαστές.
Ήταν εκβιαστικός θεσμός. Η παραπομπή ήταν κάτι συνηθισμένο στην Αθήνα και τα θύματα
των παραπομπών δεν ήταν πάντα οι εχθροί της δημοκρατίας αλλά οι πλούσιοι. Η αύξηση των
δικών υπονόμευε την ελεύθερη λειτουργία των πολιτικών θεσμών και μεγάλωνε την πολιτική
υποβάθμιση του δήμου.

Ερώτηση 34:
Πολιτειακά όργανα στην Αθήνα κατά την κλασική εποχή.
Η αθηναϊκή δημοκρατία δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές ή οικονομικές
ανισότητες. Δημιούργησε όμως ένα σύστημα πολιτικής ισότητας χωρίς κοινωνικά ή οικονομικά
κριτήρια το οποίο βοηθούσε στο να υπάρχει κοινωνική γαλήνη και ισορροπία. Η πολιτική αυτή
ισότητα δεν στηριζόταν στην αρχή των ίσων δικαιωμάτων (ισομοιρία). Στηριζόταν σε 3 άλλες
σημαντικές αρχές: 1) την ισονομία (ήταν ίσοι ενώπιον του νόμου), 2) την ισοτιμία (ήταν
άξιοι να εκλέγουν και να εκλέγονται και ίσοι ως προς τις τιμές που τους αποδίδονταν όχι
σύμφωνα με τη γέννησή τους αλλά σύμφωνα με την προσωπική της αξία), 3) την ισηγορία
(είχαν ίσα δικαιώματα λόγου στα δικαστήρια και στην Εκκλησία του δήμου). Η βάση της
πολιτικής ισότητας ήταν η κυριαρχία του δήμου που εκφραζόταν μέσω τω συνελεύσεων της
Εκκλησίας του δήμου και της Βουλής, των δικαστηρίων και των αρχόντων.

Η Εκκλησία του δήμου.


Η Εκκλησία του δήμου ήταν η συνέλευση του λαού στην οποία όλοι οι Αθηναίοι πολίτες είχαν
το δικαίωμα και την υποχρέωση να συμμετέχουν. Οι περισσότεροι Αθηναίοι και κυρίως οι
αγρότες προτιμούσαν να ασχολούνται με τις καθημερινές εργασίες τους παρά να περνούν τη
μέρα τους στην Πνύκα. Το πρωί οι παρόντες ήταν πολυάριθμοι, κατά τη διάρκεια της ημέρας
και ανάλογα με το θέμα ο αριθμός τους μειωνόταν. Ορισμένες ψηφοφορίες γίνονταν στο τέλος
της ημέρας για να πειστούν πιο εύκολα οι λίγοι που είχαν απομείνει στη συνέλευση. Με τη
θεσμοθέτηση του εκκλησιαστικού μισθού οι φτωχοί αποτελούσαν πλέον την πλειοψηφία της
Εκκλησίας του δήμου και οδηγήθηκαν σε μια πολεμική πολιτική από την οποία πίστευαν πως
θα αποκομίσει κέρδη η πόλη. Γίνονταν τέσσερις συνελεύσεις ανά πρυτανεία, όχι σε σταθερές
ημερομηνίες, διότι έπρεπε να αποφευχθούν οι αργίες. Δύο μόνο συνεδριάσεις ήταν σταθερές
34 

 
στις 11 του Εκατομβαιώνα (Ιούλιος) (έναρξη του πολιτικού έτους) και στις 21 Ελαφηβολιώνα
(Απρίλιος) μετά τα Μεγάλα Διονύσια. Η κυρίως συνέλευση επικύρωνε τους άρχοντες και
αποφάσιζε για ζητήματα που αφορούσαν την τροφοδοσία της πόλης που έχει σχέση και με την
εξωτερική πολιτική. Παρουσιάζονταν και οι κατηγορίες για προδοσία, αναφέρονταν οι
δημευμένες περιουσίες και οι αγωγές σχετικά με κληρονομικά θέματα. Η κυρίως συνέλευση της
6ης πρυτανείας είχε τη διαδικασία του οστρακισμού. Οι άλλες τρεις συνελεύσεις είχαν πιο
συγκεκριμένο και περιορισμένο πρόγραμμα. Οι αιτήσεις χάριτος ήταν αφιερωμένες σε
καθημερινά ζητήματα. Οι συνεδριάσεις γίνονταν στον λόφο της Πνύκας. Εκεί ήταν και η έδρα
τω μελών του προεδρείου της συνέλευσης. Τον 5ο αιώνα πρόεδρος της συνέλευσης ήταν ο
επιστάτης των πρυτάνεων. Τον 4ο αιώνα πρόεδρος ήταν ο επιστάτης των προέδρων δηλαδή
των εννέα προσώπων που έβγαινε με κλήρο. Η έναρξη άρχιζε με την θυσία που έκανε ο
πρόεδρος, ο οποίος στη συνέχεια διάβαζε το προβούλευμα. Μετά ψήφιζαν ώστε να γίνει
γνωστό εάν το σχέδιο γινόταν δεκτό με ή χωρίς συζήτηση. Κάθε Αθηναίος μπορούσε να πάρει
το λόγο προσωπικά, με την προϋπόθεση ότι δεν εκκρεμούσε σε βάρος του κάποια δίκη. Τον 5ο
αιώνα ήταν αδύνατο να συζητηθεί ένα θέμα στην συνέλευση χωρίς να προηγηθεί εισήγηση της
βουλής και αφού είχε τεθεί προηγουμένως σε ψηφοφορία. Τον 4ο αιώνα η συζήτηση ήταν
ανοικτή χωρίς να προϋποθέτει προηγούμενη ψηφοφορία. Αυτό οφείλεται στη μείωση των
εξουσιών της Βουλής των 500, που δείχνει την εξέλιξη των δημοκρατικών θεσμών του 4ου
αιώνα. Κάθε Αθηναίος μπορούσε να προτείνει κάτι στη συνέλευση. Αν η πρόταση γινόταν
δεκτή, αφού περνούσε πρώτα από τη βουλή και στη συνέχεια από τη συνέλευση τότε στο
ψήφισμα αναγραφόταν το όνομά του. Κάθε Αθηναίος μπορούσε να παρέμβει στη συζήτηση και
να προτείνει την αλλαγή του προβουλεύματος. Και σ’ αυτής την περίπτωση γραφόταν το
όνομα αυτού που είχε κάνει την πρόταση. Οι ψηφοφορίες γίνονταν με ανάταση του χεριού
(χειροτονία). Για σοβαρά μέτρα η ψηφοφορία ήταν μυστική.

Εξουσίες της Εκκλησίας του δήμου.


1) Η Εκκλησία του δήμου εκλέγει τους σημαντικότερους άρχοντες οι οποίοι είναι υπόλογοι
στον λαό και λογοδοτούν σε αυτόν. Αντιπροσωπεύουν τον λαό για ένα χρόνο. Ο λαός για την
Εκκλησία του Δήμου ήταν κυρίαρχη εξουσία στο ζήτημα της δικαιοσύνης η οποία ασκούνταν
διά μέσου των δικαστηρίων και κυρίως του λαϊκού δικαστηρίου της Ηλιαίας. 2) Η Εκκλησία του
δήμου επενέβαινε σε υποθέσεις σοβαρής καταδίκης και κυρίως σε θέματα που αφορούσαν την
ασφάλεια του κράτους. Η πιο σοβαρή από τις καταγγελίες ήταν η εισαγγελία όπου δίνονταν
πληροφορίες στην Εκκλησία του δήμου και στη Βουλή ότι κάποιος είχε διαπράξει προδοσία ή
κάποιο άλλο σοβαρό αδίκημα. Αν η καταγγελία γινόταν δεκτή την έστελναν στη Βουλή η οποία
κατάρτιζε ένα προβούλευμα το οποίο στη συνέχεια ετίθετο σε λαϊκή ψηφοφορία. Τον 4ο αιώνα
έχουμε κατάχρηση της εισαγγελίας η οποία έκανε τον συγκεντρωμένο λαό υπέρτατο δικαστή
όχι μόνο σε υποθέσεις προδοσίας ή συνωμοσίας κατά της πόλης αλλά και σε περιπτώσεις
άκρως ιδιωτικές που θα μπορούσαν να λυθούν στα δικαστήρια όπως μηνύσεις σε συκοφάντες
ή σε όσους παραβίασαν την ιερότητα κάποιων γιορτών ή οδήγησαν τον λαό με τη θέλησή τους
σε λάθη. Η απόφαση δεν ήταν τελεσίδικη. Μετά την πρώτη ψήφιση από τη συνέλευση οι
πράξεις αυτές παρουσιάζονταν από τους θεσμοθέτες στα δικαστήρια και αυτά έδιναν την
οριστική απόφαση. Η άποψη που έπαιρνε ήταν καθοριστική όταν το δικαστήριο έπρεπε να
αποφασίσει. 3) Η Εκκλησία έπαιζε σημαντικό ρόλο και στην εξωτερική πολιτική και σε
ζητήματα νομοθεσίας. 4) Συνάπτει συμμαχίες, δέχεται ή στέλνει πρεσβείες, διαμορφώνει
συνθήκες με άλλες πόλεις, αποφασίζει για πόλεμο ή ειρήνη. Όταν ο πόλεμος ψηφιζόταν,
οργάνωνε τις προετοιμασίες. 5) Ήταν υπεύθυνη για την οικονομική οργάνωση της πόλης και
35 

 
τον 4ο αιώνα διατήρησε τον απόλυτο έλεγχο στα οικονομικά ζητήματα. 6) Δεν μπορούσε να
αποφασίσει ένα μέτρο που ήταν αντίθετο με παλαιό νόμο. μπορούσε όμως να δημοσιεύει
ψηφίσματα που είχαν ισχύ νόμου. Τα ψηφίσματα ρύθμιζαν τις σχέσεις μεταξύ Αθηναίων ή
μεταξύ Αθηναίων και κάποιας συμμαχικής πόλης ή ρύθμιζαν τις τροποποιήσεις που γίνονταν
στους ίδιους τους θεσμούς. Η εκκλησία νομοθετούσε κυρίως με ψηφίσματα και δεν λάμβανε
υπόψη της κανένα νόμο σύμφωνα με τον Αριστοτέλη. Τον 4ο αιώνα οι εξουσίες της Εκκλησίας
τείνουν να πάρουν υπερβολικές διαστάσεις. Η συνέλευση είναι στα χέρια των ρητόρων οι
οποίοι οδηγούσαν τον δήμο εκεί που ήθελαν και οι οποίοι τον κατηγορούσαν αν έπαιρναν
μέτρα καταστροφικά για την πόλη. (δραστηριότητες 18-19, σελ. 154)

Η Βουλή των 500.


Αντιπροσώπευε τον δήμο. Ο τρόπος επιλογής των μελών αυτού του σώματος ήταν ο πιο
δημοκρατικός. Οι 500 βουλευτές κληρώνονταν, 50 από κάθε φυλή και από τα μέσα του 5ου
αιώνα η υπηρεσία του βουλευτή ήταν μισθωτή. Κάθε Αθηναίος μπορούσε για μία ή δύο φορές
στη ζωή του να γίνει μέλος της Βουλής αφού δεν υπήρχαν προϋποθέσεις. Οι βουλευτές
κληρώνονταν μεταξύ των εύπορων οι οποίοι αφιέρωναν ένα ή δύο χρόνια της ζωής τους στην
υπηρεσία της πόλης. οι συνεδριάσεις της βουλής γίνονταν στο βουλευτήριο στα νότια της
αγοράς. Η ολομέλεια της βουλής δεν ασχολούνταν με όλες τις υποθέσεις. Ειδικές επιτροπές
που προέρχονταν από αυτή ασχολούνταν κατά τη διάρκεια μικρού ή μεγάλου χρονικού
διαστήματος με ένα ιδιαίτερο ζήτημα. Όταν ξεκινούσε η νέα Βουλή γινόταν η εναρκτήρια
θυσία και στη συνέχεια ορκίζονταν οι βουλευτές. Οι συνεδριάσεις της έπρεπε να είναι
δημόσιες, οι θεατές όμως δεν είχαν το δικαίωμα να παρέμβουν στη συζήτηση. Στις
συνεδριάσεις προέδρευαν οι Πρυτάνεις (τον 4ο αιώνα έπαιρναν 1 δραχμή για κάθε ημέρα
συνεδρίας. Είχαν μεγάλες ευθύνες και η σπουδαιότητα τους συνδεόταν άμεσα με την ευρύτητα
των εξουσιών της Βουλής: 1) συγκαλούσαν την Εκκλησία και τη Βουλή, 2) υποδείκνυαν την
ημερήσια διάταξη και τον τόπο συνεδρίας, 3) δέχονταν τους ξένους πρέσβεις και
αγγελιοφόρους, 4) παραλάμβαναν τα επίσημα έγγραφα ή επιστολές, 5) φρόντιζαν για την
απόδοση δανείων προς το κράτος, 6) καλούσαν σε απολογία τους στρατηγούς που δεν
εκπλήρωναν το έργο που τους έδιναν. Έπρεπε να φυλάνε την πόλη μέρα και νύχτα.
Κοιμόντουσαν σε ένα κτήριο, τη Θόλο που προοριζόταν ειδικά γι’ αυτούς. Τον 4ο αιώνα μόνο
το 1/3 των πρυτάνεων και ο επιστάτης έμεναν στη Θόλο. Ο επιστάτης κληρωνόταν κάθε μέρα
μεταξύ των 50 πρυτάνεων και την υπηρεσία αυτή ασκούσε μία μόνο φορά. Τον 5ο αιώνα έχει
διάφορε εξουσίες μια και είχε κληρονομήσει ένα μεγάλο μέρος των εξουσιών του Αρείου
Πάγου. Το κύριο έργο της Βουλής ήταν να προετοιμάζει τα ψηφίσματα της Εκκλησίας δηλαδή
να συντάσσει ένα προβούλευμα. Τα ψηφίσματα άρχιζαν πάντα με τις τυπικές φράσεις «η
βουλή και ο δήμος αποφάσισαν». Η Βουλή εκτός από ένα βουλευτικό σώμα, ήταν το κύριο
εκτελεστικό όργανο των αποφάσεων της Εκκλησίας του δήμου, το κέντρο όλης της κρατικής
διοίκησης. Ασκούσε αυστηρό έλεγχο στο σύνολο των αρχόντων, στη θρησκευτική ζωή της
πόλης και έλεγχε την πολεμική οργάνωση της πόλης και τα οικονομικά του κράτους και την
εξωτερική πολιτική. Τον 5ο αιώνα όριζε το ποσό που κατέβαλλαν οι σύμμαχοι. Τον 4ο αιώνα
στο συνέδριο των συμμάχων είχε τον ίδιο προβουλευτικό ρόλο που έπαιζε στην αθηναϊκή
συνέλευση. Η Βουλή ήταν και ένα δικαστικό σώμα(είχε δικαστικές αρμοδιότητες που
κληρονόμησε από τον Άρειο Πάγο). Ήταν φύλακας του πολιτεύματος και αυτό της επέτρεπε
να γνωρίζει τις κύριες καταγγελίες κατά των αρχόντων και μπορούσε να διαγράφει από τον
κατάλογο των υποψηφίων όσους έκρινε ότι είχαν εγγραφεί ανάξια. Μέχρι το 403 είχε το
δικαίωμα να προβεί σε σύλληψη. Τον 4ο αιώνα οι εξουσίες της μειώθηκαν. Πολλές περιπτώσεις
36 

 
έπρεπε να τις παραπέμπει σε δικαστήριο και για κάθε ποινή που επέβαλλε ο κατηγορούμενος
μπορούσε να κάνει έφεση σε άλλο δικαστήριο. Την ίδια περίοδο αλλάζει και η εσωτερικής της
οργάνωση. Το τακτικό σώμα της αποτελείται από 9 προέδρους που επιλέγονται από τις φυλές
οι οποίες δεν ασκούν την πρυτανεία. Πρόεδρός τους είναι ένας επιστάτης. Ο γραμματέας τώρα
εκλέγεται με κλήρο από την Εκκλησία. Τέλος άλλαξε ο όρκος των βουλευτών. Η Βουή ήταν
ένα όργανο σχετικά μετριοπαθές και συντηρητικό και δεν είναι τυχαίο ότι όταν οι ολιγαρχικοί
προσπάθησαν να ανατρέψουν δύο φορές τη δημοκρατία στηρίχτηκαν στη Βουλή. Στις πρώτες
δεκαετίες του 4ου αιώνα στερείτε δικαστικές αρμοδιότητες, οι οποίες μεταβιβάστηκαν στο λαϊκό
δικαστήριο της Ηλιαίας και στην Εκκλησία. Τα ψηφίσματα δόθηκαν στην Εκκλησία και πως η
Βουλή μετά συνέτασσε τα προβουλεύματα σύμφωνα με το πνεύμα αυτών που είχαν κάνει τις
προτάσεις. Τον 4ο αιώνα η δημοκρατία στη μορφή ήταν σταθερή μόνο που η Βουλή ήταν μια
αίθουσα απλής καταγραφής. Η Εκκλησία ήταν πανίσχυρη, κατευθυνόταν από πολιτικούς που
στην πράξη καθόριζαν και διαμόρφωναν την πολιτική της πόλης ενώ σπάνια αναλάμβαναν
αξιώματα. (δραστηριότητα 20 – σελ. 156).

Οι αρχές.
Οι αρχές ήταν ανοικτές σε όλους και οι άρχοντες συμμετείχαν στην κυριαρχία του δήμου. Η
μισθοφορά έδινε την δυνατότητα στον πολίτη να αφοσιωθεί στο κράτος για ένα χρόνο.
Υπήρχαν περιορισμοί για τις πιο σημαντικές αρχές ή για όσους αναλάμβαναν να διαχειριστούν
δημόσια χρήματα. Η επιλογή των αρχόντων γινόταν με κλήρωση ή με ψηφοφορία. Η κλήρωση
αρχικά γινόταν στους δήμους και στη συνέχεια στις φυλές. Η κλήρωση αν και δεν είναι ο πιο
ενδεδειγμένος τρόπος επιλογής κρατικών λειτουργών, έδωσε ικανοποιητικά αποτελέσματα. Η
κλήρωση δε βοηθούσε στις μηχανορραφίες. Οι σημαντικότεροι άρχοντες στις αρχές του 5ου
αιώνα ήταν οι 9 άρχοντες και ο Γραμματέας, οι οποίοι κληρώνονταν από τους πολίτες που
ανήκαν στις δύο πρώτες τάξεις. Είχαν ετήσια θητεία που δεν μπορούσε να ξεπεράσει τα δύο
συνεχόμενα έτη. Το αξίωμα αυτό αποκτούν και οι ζευγίτες και στα τέλη του 5ου αιώνα οι
τιμοκρατικές προϋποθέσεις πέφτουν σε αχρηστία. Όσο αυξάνονταν οι αρμοδιότητες της
Βουλής της Εκκλησίας και των λαϊκών δικαστηρίων η εξουσία αυτών τω αρχόντων διαρκώς
μειωνόταν με αποτέλεσμα ο ρόλος τους να γίνει κυρίως θρησκευτικός. Ο συλλογικός
χαρακτήρας των αρχών της πόλης βοηθούσε για να υπάρχει δημοκρατία, ο οποίος όμως
γίνεται πιο ελαστικός όταν οι αρχές εξειδικεύονται και οι τεχνικέ ικανότητες γίνονται
σημαντικές. Η εξειδίκευση εμφανίζεται πρώτα στο σώμα των στρατηγών και μετά στις
πολιτικές αρχές. Από τις αρχές του 5ου αιώνα και έπειτα ο αριθμός τους όλο και αυξάνεται.
Είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε τους άρχοντες με ετήσια θητεία από τους επιθεωρητές που
επιλέγονταν από τη Βουλή και είχαν μια ειδική αποστολή. Υπήρχε όμως κατακερματισμός της
εργασίας. Δίπλα στους άρχοντες που κληρώνονταν υπήρχαν και αυτοί που ψηφίζονταν.
Αριθμητικά ήταν λίγοι, από τις αρχές του 4ου αιώνα μεγαλώνει η θέση τους στη διεύθυνση της
πόλης και τους έδιναν μεγαλύτερη σημασία. Οι υποχρεώσεις της πόλης μεγάλωναν γι’ αυτό
έπρεπε να υπάρχει χρηματική διοίκηση. Έτσι αυτό προκαλεί μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα
στους πολιτικούς και στους στρατιωτικού άρχοντες.

Δικαστική ζωή.
Οι Αθηναίοι αγνοούσαν τη διάκριση των εξουσιών. Η Βουλή ήταν ένα δικαστικό σώμα και οι
βουλευτές ήταν άρχοντες που διατηρούσαν μέρος της εκτελεστικής εξουσίας. Το ίδιο ισχύει και
για την Εκκλησία. Η Βουλή και οι άρχοντες κατείχαν τη δικαστική και την πολιτική εξουσία. Τα
δικαστήρια δεν δίκαζαν μόνο αλλά ήταν όργανα της πολιτικής ζωής. Η δικαστική
37 

 
δραστηριότητα ήταν ένα σημαντικό στοιχείο της πολιτικής ζωής του Αθηναίου και δεν έπαψε
να αυξάνεται κατά τον 5ο αιώνα. Τα δικαστήρια είχαν λαϊκό χαρακτήρα. Το αθηναϊκό δίκαιο
χώριζε τις ιδιωτικές πράξεις (δίκες) από τις δημόσιες (γραφές). Πολλές δίκες μπορούσαν να
εξεταστούν σε μια μέρα αλλά μόνο μια γραφή. Αφού ορκίζονταν οι διάδικοι, έπαιρναν εναλλάξ
τον λόγο. Πήγαιναν επίσης σε ένα λογογράφο(είδος δικηγόρου) ο οποίος τους έγραφε τον
λόγο που έπρεπε να εκφωνήσουν ή μιλούσε εκ μέρους τους. το πόσο θα μιλούσε ο συνήγορος
μετριόταν με την κλεψύδρα. Όταν η συζήτηση τελείωνε, οι δικαστές που δεν έκαναν κάτι,
ήταν αμέτοχοι αποφάσιζαν υπέρ ή κατά της κατηγορίας. Τον 5ο αιώνα έριχναν ένα πετραδάκι
(ψήφος) μέσα σε ένα από τα δύο δοχεία (κάλπες) που βρίσκονταν πάνω σε ένα τραπέζι
μπροστά στην έδρα όπου καθόταν ο πρόεδρος του δικαστηρίου με τον γραμματέα του και τον
κήρυκα, ο οποίος καλούσε τους δικαστές να ψηφίσουν κα ανακοίνωνε το αποτέλεσμα. Τον 4ο
αιώνα κάθε δικαστής έπαιρνε δύο χάλκινα κέρματα το ένα γεμάτο για την αθώωση και το άλλο
τρύπιο για την καταδίκη. Τοποθετούσε το κέρμα που ανταποκρινόταν στην άποψή του σε ένα
χάλκινο αμφορέα κα το άλλο σε έναν ξύλινο. Τότε μόνο ο δικαστής έπαιρνε το χάλκινο κέρμα
χαραγμένο με ένα Γ, έναντι του οποίου έπαιρνε τους 3 οβολούς.

Άρειος Πάγος.
Ήταν το παλαιότερο δικαστήριο της Αθήνας του οποίου οι αρμοδιότητες μειώθηκαν. Η μεγάλη
οικονομική ανάπτυξη της Αθήνας και του Πειραιά, η συχνότερη παρέμβαση της Αθήνας στις
εσωτερικές υποθέσεις των συμμάχων της και η ανάγκη των τελευταίων να εμφανίζονται στα
αθηναϊκά δικαστήρια πολλαπλασίαζαν τα δικαστήρια τα οποία αποτελούσαν υποκατηγορίες της
Ηλιαίας (το δικαστήριο των Ναυτοδικών, για υποθέσεις της θάλασσας, το δικαστήριο των
Εισαγωγέων, εξέταζαν το ύψος του φόρου που επέβαλλαν στους συμμάχους) η οποία είχε
αποκτήσει πολιτικό ρόλο. Η Ηλιαία δεν είχε κληρονομήσει μόνο τα προνόμια του Αρείου Πάγου
και μέρος των εξουσιών της Βουλής αλλά και τις εξουσίες και άλλων αρχών.

Ηλιαία.
Συμμετείχε κάθε Αθηναίος πολίτης άνω των 30 ετών. Κάθε χρόνο κληρώνονταν 6.000
δικαστές, 600 από κάθε φυλή και χωρίζονταν σε 10 τμήματα των 500 τα οποία αποτελούσαν
διάφορα δικαστήρια με καθορισμένες αρμοδιότητες που συνεδρίαζαν χωριστά. Σε κάθε τμήμα
της Ηλιαίας οι 10 φυλές είχαν ισάριθμη αντιπροσώπευση. Πριν αναλάβουν τα καθήκοντά τους
οι Ηλιαστές έδιναν έναν όρκο με τον οποίο δεσμεύονταν να σεβαστούν τους νόμους και το
πολίτευμα και να μην προβούν σε αποφάσεις αντίθετες από τον νόμο, σε κατάργηση χρεών,
σε μοίρασμα γης, σε επαναπατρισμό εξόριστων και σε άδικη εξορία. Η Ηλιαία είχε
αρμοδιότητες στον χώρο της πολιτικής δικαιοσύνης καθώς και σε αυτόν της αστικής
δικαιοσύνης. Τα δικαστήρια συνέρχονταν συχνότατα κάτι που σημαίνει ότι για τους Ηλιαστές
που ήταν ηλικιωμένοι ο μισθός αντιπροσώπευε ένα σημαντικό τμήμα των εσόδων τους. οι
συγγραφείς του 4ου αιώνα κατηγορούσαν την αθηναϊκή δικαιοσύνη ότι βρισκόταν στα χέρια
διαφθαρμένων δικαστών, φτωχών και ανέργων που καταδίωκαν τους πλουσίους. Τον 4ο
αιώνα αυτοί που απειλούνταν περισσότερο ήταν οι πλούσιοι αφού οι δικαστές πληρώνονταν με
βάση το ποσό πώλησης των δημευμένων περιουσιών, την εξαγορά των δικαστών, όσο και αν
το χρηματισμός τους αποτελούσε αντικείμενο «γραφής». Η διαφθορά είχε και άλλη μορφή
εκτός από την εξαγορά. Ένας πολιτικός με επιρροή ή ένας ένδοξος στρατηγός μπορούσε να
επέμβει παίρνοντας το μέρος ενός φίλου του και να επηρεάσει την απόφαση των δικαστών.
(δραστηριότητα 21 – σελ. 159, κείμενο 20 σελ. 224, δραστηριότητα 25 σελ. 168)

38 

 
Ερώτηση 35:
Θρησκευτική ζωή.
Η λατρεία του Δωδεκάθεου συνδέεται με τη λειτουργία της πόλης. όλες οι σημαντικές πράξεις
της πολιτικής ζωής περιλάμβαναν μια θυσία στους προστάτες θεούς της πόλης και οι γιορτές
προς τιμή τους καθόριζαν το πολιτικό ημερολόγιο. Η αθηναϊκή δημοκρατία λάτρευε ιδιαίτερα
την Αθήνα προστάτιδα της πόλης στην οποία είχαν αφιερωθεί τα σημαντικότερα μνημεία της
Ακρόπολης, όπως ο Παρθενώνας, το Ερέχθειο και το ιερό της Νίκης. Στην Ακρόπολη γινόταν
κάθε τέσσερα χρόνια και η γιορτή των μεγάλων Παναθηναίων κατά τη διάρκεια της οποίας
επιβεβαιωνόταν η πολιτική ενότητα της πόλης. Η γιορτή αυτή προσέλκυε πολλούς ξένους,
συμμετείχε όλος ο πληθυσμός της Αθήνας. Νέες κοπέλες ύφαιναν τον πέπλο που προοριζόταν
για το άγαλμά της. Ο Διόνυσος του οποίου οι γιορτές γίνονταν το χειμώνα και τις αρχές της
άνοιξης. Δύο από τις γιορτές γίνονταν προς τιμή του, τα Λήναια και τα μεγάλα Διονύσια,
γίνονταν και οι δραματικοί αγώνες στους οποίους συναγωνίζονταν οι πιο μεγάλοι ποιητές. Τον
5ο αιώνα οι αγώνες γίνονταν σε ένα χώρο κατάλληλα διαμορφωμένο κάτω από την Ακρόπολη,
τον 4ο αιώνα αντικαταστάθηκε από ένα πέτρινο θέατρο. Όλοι οι πολίτες έπρεπε να
παρευρίσκονται στις παραστάσεις προς τιμή του θεού και η απόφασή τους ανακήρυσσε τον
νικητή των αγώνων. Από τα τέλη του 5ου αιώνα για να συμμετέχουν όλοι στις θεατρικές
παραστάσεις, θεσμοθετήθηκε το «θεωρικόν», μισθός που δινόταν σε κάθε πολίτη που
παρευρισκόταν στο θέατρο και που μαρτυρά τον πολιτικό χαρακτήρα της λατρείας του
Διονύσου. Ο Δίας συνδεόταν είτε με την καρποφορία της γης είτε με την απονομή
δικαιοσύνης, η Άρτεμη, θεά της άγριας φύσης και προστάτιδα των επίτοκων γυναικών, ο
Ποσειδώνας ή ο Απόλλωνας ταυτίζονταν με το μέτρο και την τάξη. Στο ναό της Δήμητρας
στην Ελευσίνα γινόταν κάθε χρόνο η μύηση στα περίφημα μυστήρια. Λατρευόταν ιδιαίτερα
από τις γυναίκες και η γιορτή που ήταν αφιερωμένη σ’ αυτήν ήταν τα Θεσμοφόρια και
αφορούσε αποκλειστικά τις παντρεμένες γυναίκες, συζύγους των πολιτών. Οι πολίτες έπρεπε
να ακολουθούν το τελετουργικό που συνόδευε όλες τις πράξεις της ζωής του πολίτη. Όσοι δεν
το ακολουθούσαν θεωρούνταν ιερόσυλοι, άνθρωποι επικίνδυνοι που έθεταν σε κίνδυνο την
ίδια την πόλη. Έτσι αντιμετωπίστηκαν τις παραμονές της Σικελικής εκστρατείας όσοι
κατηγορήθηκαν για τον ακρωτηριασμό των Ερμών (ερμαϊκών στηλών, τοποθετημένων σε
σταυροδρόμια της πόλης, σε πύλες ναών και κατοικιών). Μια μειοψηφία φιλοσόφων ή
σοφιστών έθεταν ερωτήματα σχετικά με τη θρησκεία και τους θεούς, τους οποίους η
δημοκρατία αντιμετώπιζε με δυσπιστία. Σύμφωνα με τη «γραφή ασεβείας» οποιοσδήποτε ήταν
ύποπτος για ασέβεια απέναντι στους θεούς της πόλης οδηγούνταν στους δικαστές όπως ο
Αναξαγόρας, ο Πρωταγόρας, ο Σωκράτης. Υπήρχε επίσης ανοχή προς τις ξένες θεότητες που
εισάγονταν στην Αθήνα, προς χάρη των σχέσεων που η πόλη διατηρούσε με βάρβαρες χώρες.
Στα τέλη του 5ου αιώνα εισήχθη στον Πειραιά η λατρεία της θρακικής Βενδίδος και τον επόμενο
αιώνα παραχωρήθηκαν σε ξένους χώροι για να κατασκευαστούν ναοί της Κύπριας Αφροδίτης
και της αιγύπτιας ‘Ισιδας. (πρβλ. σελ. 139 για τον Πεισίστρατο και την εορτή των Παναθηναίων
/ την αγροτική λατρεία του Διονύσου Ελευθερέως)

Ερώτηση 36:
Πολιτική και κοινωνία στην αρχαϊκή και κλασική Σπάρτη (7-4ος αι.).
Ιστοριογραφικά προβλήματα.
Τα αρχαία κείμενα που υπάρχουν στη Σπάρτη προέρχονται από μη Σπαρτιάτες συγγραφείς.
Είναι αποσπασματικά αντιφατικά και έχουν ένα συνεχή αντίλογο μεταξύ μομφής και επαίνου.
Εντάσσονται σε δύο περιόδους.
39 

 
Η δημιουργία της πόλης (9-8ος αι.).
Η Σπάρτη δεν κατοικήθηκε πριν από τον 9ο αιώνα. Γνωρίζουμε ελάχιστα για τη δημιουργία της
πόλης της Σπάρτης. Από τον 9-8ο αι. η πόλη οργανώνεται και επεκτείνει τον 8ο αι. την
κυριαρχία της εντός και εκτός Λακωνίας. Η πόλη γεννιέται από τη συνένωση 5 χωριών και
επικρατεί η βασιλική εξουσία και γύρω της υπάρχει ένα συμβούλιο που αποτελείται από τους
σημαντικότερους εκπροσώπους της πολεμικής αριστοκρατίας των μεγαλογαιοκτημόνων. Η
επέκταση της Σπάρτης στην περιοχή της Λακωνίας προκάλεσε στενότητα γης κάτι το οποίο
συνδεόταν άμεσα με το ζήτημα της κατανομής της γης σε σχέση με τη δομή της
αριστοκρατικής κοινωνίας. Η γη που μεταβιβαζόταν χωρίς να αλλοιωθεί από τον ένα Σπαρτιάτη
στον άλλο δεν επαρκούσε για όλους με αποτέλεσμα πολλοί Σπαρτιάτες να μένουν στο
περιθώριο της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Ο υπόλοιπος ελληνικός κόσμος
στρέφεται προς τον αποικισμό, η Σπάρτη στρέφεται προς τη Μεσσηνία και εμπλέκεται σε ένα
μακροχρόνιο πόλεμο από τον οποίο βγαίνει νικήτρια. Η Σπάρτη παίρνει την εύφορη κοιλάδα
του Παμίσου και αποκτά μεγάλες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και λύνει το κοινωνικό της πρόβλημα
μοιράζοντας τη χώρα στα δύο. Η πεδιάδα διαιρείται σε κλήρους που διανέμονται στους
Σπαρτιάτες και στην περιοικίδα (χώρα των περιοίκων). Αφού πήραν τη Μεσσηνία η
σπαρτιατική αριστοκρατία κατάφερε από νωρίς να επιλύσει το αγροτικό πρόβλημα που θα
ταλαιπωρούσε ιδιαίτερα τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο τους επόμενους δύο αιώνες και
ταυτόχρονα να εδραιώσει την κοινωνική και πολιτική της θέση. Έτσι αρχίζει για τη Σπάρτη μια
σημαντική περίοδος κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας, οικονομικής ανάπτυξης και
επεκτατικής διάθεσης μέχρι τα τέλη του 6ου αιώνα. (δραστηριότητα 27 – σελ. 173, κείμενο 25
σελ. 172-173)

Ερώτηση 37:
Οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις (7-6ος αι.).
Τον 7ο αιώνα η Σπάρτη είναι μια ανοικτή και φιλόξενη αριστοκρατική κοινωνία που παρέχει
πολιτική ισότητα σε ξένους, παράγει κεραμικά και αναπτύσσει εμπορικές ανταλλαγές με τον
υπόλοιπο κόσμο και την Ανατολή. Ανθεί η μουσική και η ποίηση και μέσα από την ποίηση του
Αλκμάνα φαίνεται μια πολιτισμένη και χαρούμενη ζωή της σπαρτιατικής κοινωνίας. Προς τα
τέλη του αιώνα η επανάσταση των Μεσσηνίων οδήγησε σε ένα μακροχρόνιο πόλεμο (2ος
Μεσσηνιακός) ο οποίος είχε τεράστιες συνέπειες στη δομή και στην οργάνωση της
σπαρτιατικής αριστοκρατίας στους κόλπους της οποίας ξέσπασε μια πολύπλευρη κοινωνική,
πολιτική και οικονομική κρίση. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο τρόπος συγκρότησης της
σπαρτιατικής κοινωνίας μεταβάλλεται τελείως και από κοινωνία αρίστων γίνεται κοινωνία
οπλιτών. Η νίκη των Σπαρτιατών στον πόλεμο, η επικράτησή τους και η επανάκτηση της
Μεσσηνίας οφείλονται κυρίως στην φάλαγγα των οπλιτών και αυτό που σήμαινε σε πολιτικό
και κοινωνικό επίπεδο. Η Σπάρτη εφάρμοσε το πρότυπο πολίτη – οπλίτη βοηθώντας σημαντικά
στη διαμόρφωση της έννοιας του πολίτη το οποίο της εξασφάλισε πολιτική και κοινωνική
σταθερότητα και συνοχή(απέφυγε στάσεις και τυραννίες), εξωτερική ασφάλεια και επί ένα και
πλέον αιώνα της επέτρεψε να διατηρήσει πολιτικά και στρατιωτικά την πρωτοκαθεδρία στον
ελλαδικό χώρο. Μετά το τέλος του πολέμου η Σπάρτη έλυσε αποτελεσματικά το πολιτικό και
κοινωνικό πρόβλημα που είχε προκύψει. Για να αντιμετωπιστεί το πολιτικό ζήτημα δίνονται
πολιτικά δικαιώματα στους αγρότες – οπλίτες οι οποίοι μαζί με τους αριστοκράτες
δημιουργούν ένα νέο σώμα πολιτών τους ομοίους, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά
ομοιογενές το οποίο διοικεί και υπερασπίζεται την πόλη. Δημιουργείται ένα νέο νομοθετικό και
πολιτειακό πλαίσιο η Μεγάλη Ρήτρα βάσει της οποίας ρυθμίζονται οι σχέσεις του δήμου με τια
40 

 
διάφορα πολιτειακά όργανα που υπήρχαν (Απέλλα. Βασιλείς, Γερουσία) και δημιουργούνται νέα
όπως οι έφοροι. Το κοινωνικό ζήτημα αντιμετωπίστηκε με τη νέα κατανομή γης και ο
πληθυσμός χωρίστηκε σε τρεις μεγάλες κοινωνικές ομάδες(όμοιοι, περίοικοι, είλωτες). Η
παροχή πολιτικών δικαιωμάτων στους αγρότες, η ανακατανομή της γης και οι ρυθμίσεις μεταξύ
των πολιτειακών οργάνων εξουσίας εξασφάλισαν στη Σπάρτη πολιτική και κοινωνική
σταθερότητα και της έδωσαν όχι μόνο μια νέα και πρωτότυπη πολιτειακή συγκρότηση αλλά και
ένα σημαντικό προβάδισμα, πολιτικό, κοινωνικό και στρατιωτικό απέναντι στις άλλες πόλεις. Η
σπαρτιατική αριστοκρατία ικανοποιώντας τα κοινωνικά και πολιτικά αιτήματα των αγροτών
κατάφερε να μη διακινδυνεύσει τη θέση της και να μην αλλοιώσει σημαντικά τον χαρακτήρα
της. Δημιουργώντας ένα κοινωνικό καθεστώς και πολιτική νομοθεσία της αρεσκείας της και
διευρύνοντας τις τάξεις της κατάφερε να έχει μια σημαντική θέση στο πολιτικό σώμα. Τα
βασικά παραδοσιακά κριτήρια της αριστοκρατικής κοινωνίας για την απόκτηση πολιτικών
δικαιωμάτων και την άσκηση της εξουσίας (καταγωγή, κατοχή γης, πολεμική ιδιότητα,
εκπαίδευση, υπακοή σε ένα συγκεκριμένο κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς) συνέχισαν να
υπάρχουν και σ’ αυτά προστέθηκε και το κριτήριο του πλούτου. Δημιουργήθηκε μια στερεή
ολιγαρχία, με έντονα αριστοκρατικό χαρακτήρα η οποία όμως στηριζόταν στους νόμους.

Ερώτηση 38:
Η Μεγάλη Ρήτρα.
Η Μεγάλη Ρήτρα είναι ένα σύνολο νόμων της αρχαϊκής εποχής με την οποία ρυθμίζονται οι
σχέσεις λαού-ευγενών–βασιλέων και δίνονται πολιτικά δικαιώματα στον δήμο. Δεν
αναφέρονται οι έφοροι. Πληροφορίες έχουμε από τον Τυρταίο και από τον Πλούταρχο.
Σύμφωνα με τον Τυρταίο, την πρώτη θέση στη βουλή είχαν βασιλείς και οι γέροντες από τις
παλαιές οικογένειες και έπειτα οι απλοί πολίτες. Όλοι έπρεπε να πειθαρχούν με την σειρά τους
στους δίκαιους νόμους ακολουθώντας τη δύναμη και την κρίση του λαού. Ο Πλούταρχος
αναφέρεται: 1) στον χωρισμό των μελών του πολιτικού σώματος σε ωβές και φυλές, 2) στην
κατανομή των εξουσιών μεταξύ γερουσίας, βασιλέων και δήμου ο οποίος κατέχει την εξουσία.
Ο Λυκούργος έφερε από τους Δελφούς χρησμό που ονομαζόταν ρήτρα. Σύμφωνα με αυτή ο
λαός έπρεπε να διαιρεθεί σε φυλές και ωβές, να ιδρυθεί Γερουσία από 30 μέλη μαζί με τους
δύο βασιλείς και να συγκαλείται ο λαός σε συνέλευση. Η γερουσία έπρεπε να προτείνει γνώμες
και να ρωτά τον λαό ο οποίος είχε το δικαίωμα να επικυρώνει και να εξουσιάζει. Στην εκκλησία
κανείς άλλος δεν μπορούσε να εκφράσει γνώμη και ο λαός είχε την εξουσία να αποφασίζει για
ότι πρότειναν οι βασιλείς και οι γέροντες. Όμως επειδή ο λαός με το να αφαιρεί και να
προσθέτει άλλαζε και παραβίαζε τις προτάσεις, ο βασιλιάς Θεόπομπος έβαλε την εξής ρήτρα:
αν ο λαός εκλέξει κακή γνώμη οι γέροντες και οι βασιλείς να αντιστέκονται, να μην την
επικυρώνουν αλλά να την αποσύρουν και να διαλύουν την εκκλησία, γιατί ο λαός
παραμόρφωνε και μετέβαλλε την πρόταση ζημιώνοντας την πόλη. Στη συνέλευση πρώτοι
έπαιρναν τον λόγο οι βασιλείς μετά οι γέροντες και στη συνέχεια οι άντρες του δήμου. Οι ωβές
δείχνουν την πολιτική – τοπική διαίρεση της Σπάρτης και οι φυλές τη φυλετική διαίρεση. Με τη
συσχέτιση ωβών και φυλών να υπονοείται ότι η πολιτική-τοπική διαίρεση συγχωνεύτηκε με τη
φυλετική και αργότερα η πολιτική – τοπική υπερίσχυσε της φυλετικής. Η Γερουσία αποτελείται
από 30 μέλη μαζί με τους βασιλείς. Η συνέλευση του δήμου ορίζεται να γίνεται σε τακτικότερα
χρονικά διαστήματα. Η Γερουσία έχει την πρωτοβουλία να προτείνει στη συνέλευση του δήμου
διάφορα θέματα. Η Γερουσία εισηγείται και ρωτά (η διαδικασία της προβούλευσης αποτελεί μια
από τις σημαντικότερες ιστορικές προσφορές της Σπάρτης). Στον δήμο ανήκει η τελική
απόφαση. Η Γερουσία εμφανίζεται να έχει το δικαίωμα του βέτο και σημαντικές εξουσίες του
41 

 
δήμου μειώνονται. Η Γερουσία μπορεί και να μη συμφωνεί με τις προτάσεις – τροποποιήσεις
του δήμου, να μην τις επικυρώνει και να διαλύει τη συνέλευση. Το μέτρο αυτό που
εμφανίζεται ως αντιλαϊκό προκάλεσε πολλές κοινωνικές συγκρούσεις και έντονη πολιτική κρίση.
Ο θεσμός των εφόρων μειώνει τις εξουσίες των βασιλέων και της Γερουσίας, ενισχύει τη θέση
του δήμου στην άσκηση της εξουσίας και αποτελεί ένα μεγάλο δημοκρατικό βήμα της
Σπάρτης. Δεν ξέρουμε πότε έγινε η Μεγάλη Ρήτρα. Η εγκυρότητα των καταλόγων των
βασιλιάδων είναι αμφίβολη. Δεν ξέρουμε γιατί η πόλη έδωσε την εξουσία στον δήμο και στη
συνέχεια την περιόρισε. Ίσως 1)οι εξουσίες που αρχικά παραχωρήθηκαν στον δήμο, 2)η
δυνατότητα ακύρωσης από τη Γερουσία των αποφάσεων της Απέλλας και 3) η εμφάνιση του
θεσμού των εφόρων δείχνουν πως κατά τα τέλη του 7ου αι. και σε συνδυασμό με την
υιοθέτηση της φάλαγγας των οπλιτών θα πρέπει να δόθηκαν επιπλέον προνόμια στον δήμο, τα
οποία αργότερα, ίσως μετά το τέλος του πολέμου περιορίστηκαν. Ο δήμος αντιδρά στην
προσπάθεια της Γερουσίας να τον περιορίσει και έτσι γίνεται ο θεσμός των εφόρων. Η Σπάρτη
επομένως από τα τέλη του 7ου αι. και κατά τον 6ο εμφανίζεται ως η δημοκρατικότερη ίσως
πόλη του ελληνικού κόσμου. (δραστηριότητα 29 – σελ. 177)

Ερώτηση 39:
Οι όμοιοι.
Είναι ο σπαρτιατικός δήμος και ανήκαν οι πολίτες με πλήρη πολιτικά δικαιώματα, όσοι δηλαδή
είχαν το δικαίωμα να εκλέγουν και να εκλέγονται στις αρχές της πόλης. δεν υπήρχαν διακρίσεις
μεταξύ τους αλλά στην αρχή όμως. Στη συνέχεια βλέπουμε ότι στους κόλπους των ομοίων
υπήρχαν ορισμένοι που είχαν περισσότερα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προνόμια από
άλλους (οι βασιλείς και όσοι ανήκαν στους βασιλικούς οίκους, οι γέροντες που αποτελούσαν τη
Γερουσία και τα μέλη των οικογενειών τους, το σώμα των ιππέων, οι πλουσιότεροι). Η ισότητα
ξεκινά από το καθεστώς της ιδιοκτησία της γης το οποίο καθορίζει τη νομική και πολιτική θέση
των πολιτών. Στην κατανομή της γης υπήρχε ισότητα κλήρων. Οι πολίτες κατείχαν ίσους
κλήρους οι οποίοι ανήκαν στην πόλη. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο με την ανακατανομή της
γης κάθε Σπαρτιάτης διέθετε αν όχι ίσο κλήρο γης σε έκταση τουλάχιστον τέτοιο κλήρο που
επέτρεπε να έχει το ίδιο εισόδημα με τους άλλους. Ο Πλούταρχος θέτει την ισότητα στο
εισόδημα που κάθε κλήρος απέφερε στον Σπαρτιάτη και όχι στην έκταση. Για να υπάρχει αυτή
η ισότητα σημαίνει ότι θα έπρεπε κάθε Σπαρτιάτης να εκμεταλλεύεται με τον ίδιο τρόπο τον
κλήρο που διέθετε (γεγονός που αναιρείται από τις συχνές αναφορές των αρχαίων στους
πλουσιότερους Σπαρτιάτες) και ότι ο αριθμός των Σπαρτιατών επί δεκαετίες παρέμεινε
αμετάβλητος (γεγονός που αναιρείται από τις συχνότατες αναφορές των αρχαίων στη συνεχή
κα αυξανόμενη μείωση του σώματος των ομοίων). Η γη δεν ανήκε στο κράτος. Κάθε όμοιος
ήταν απόλυτα κυρίαρχος και ιδιοκτήτης του κλήρου του, τον οποίο μάλιστα από τα τέλη του
5ου αι. κα έπειτα μεταβίβαζε σε όποιον επιθυμούσε. Η κατοχή κλήρου βοηθούσε τον όμοιο να
συντηρεί τον ίδιο και την οικογένειά του και επίσης τον απαλλάσσει από κάθε επικερδή εργασία
ή απασχόληση που θα του επέφερε απόκτηση πλούτου, ώστε να μπορεί να αφιερωθεί
αποκλειστικά στα πολιτικά και στρατιωτικά του καθήκοντα. Δεν ξέρουμε αν τελικά οι
Σπαρτιάτες εργάζονταν ή όχι στην πράξη. Καμιά νομική διάταξη δεν απαγόρευε ασχολίες που
απέφεραν κέρδη ούτε όπως συνέβαινε σε άλλες περιπτώσεις προβλέπονταν τιμωρίες ή
κυρώσεις σε όσους δεν συμμορφώνονταν. Η απόκτηση πλούτου ήταν ένα από τα
σημαντικότερα ενδιαφέροντα ενός Σπαρτιάτη γιατί του εξασφάλιζε την παραμονή του ίδιου και
των μελών της οικογένειάς του στο σώμα των ομοίων. Αλλά και οι Σπαρτιάτες ενδιαφέρονταν

42 

 
για τα οικονομικά όπως βλέπουμε από τις αναφορές σε πλούσιους σπαρτιάτες, φιλοχρηματία,
χρηματισμό.
Όσο για τη γνωστή απαγόρευση νομίσματος (χρυσού ή ασημένιου) στη Σπάρτη, αυτή δεν
ήταν γνωστή στους Αρχαίους πριν το 404. Αντίθετα θεωρούσαν τους Σπαρτιάτες
φιλοχρήματους. Αυτό που πραγματικά συνέβαινες είναι ότι άλλοι ζούσαν με οβολούς και άλλοι
σε μια κοινωνία με νόμισμα, χρησιμοποιώντας για τις συναλλαγές τους νομίσματα άλλων
πόλεων (κοπή σπαρτιατικού νομίσματος έχουμε από τις αρχές του 3ου αι. π.Χ.) Επειδή δηλαδή
ο Λύσανδρος απέτυχε να εισαγάγει σπαρτιατικό νόμισμα στα τέλη του 5ου αι. π.Χ., οι μεγάλοι
ιδιοκτήτες γης (όμοιοι) αντέδρασαν και έπλασαν τον μύθο του σιδερένιου νομίσματος. Έτσι
μπορούσαν να ελέγχουν τις σχέσεις με τις άλλες πόλεις οι οποίες την περίοδο ηγεμονίας της
Σπάρτης ήταν περισσότερες. Για να είναι κάποιος όμοιος έπρεπε 1) να έχει την απαραίτητη γη,
2) σημαντικό ρόλο έπαιζε η γέννηση, 3) η συμμετοχή κα επιτυχία στην αγωγή, 4) η συμμετοχή
στα συσσίτια και 5) η πλήρης εφαρμογή των κανόνων της πόλης. (δραστηριότητα 30 – σελ.
179, κείμενο 27 σελ. 227)
(σελ. 247-248) Στην Πελοπόννησο χρησιμοποιήθηκε μια άλλη μορφή σκεύους-
νομίσματος, ο σιδερένιος οβελός (ή σούβλα)

Ερώτηση 40:
Η καταγωγή.
Για να αποκτήσει κάποιος πολιτικά δικαιώματα έπρεπε και οι δύο γονείς να είναι πολίτες. Αυτό
γινόταν για να υπάρχει ομοιογένεια και συνοχή στο πολιτικό σώμα και να μην υπάρχουν
άσχημες συνέπειες από τους μικτούς γάμους.
Η αγωγή.
Είναι το δημόσιο – κρατικό σύστημα εκπαίδευσης που είχε στόχο τη απόκτηση πολιτικών
δικαιωμάτων. Η αγωγή ήταν ένας τρόπος κοινωνικοποίησης των νέων, αλλά και ένα πολιτικό
κριτήριο στο να γίνει κάποιος όμοιος. Η άρνηση να συμμετέχει κάποιος ή η αποτυχία σήμαινε
τον οριστικό αποκλεισμό του από την τάξη των πολιτών. Στη Σπάρτη δεν γεννιέται κανείς
Σπαρτιάτης αλλά γίνεται. Με την αγωγή μπορούσε κάποιος να γίνει πολίτης με πλήρη
δικαιώματα. Ήταν η μοναδική ελληνική πόλη-κράτος που υπήρχε μια αμοιβαία αλληλεξάρτηση
μεταξύ του εκπαιδευτικού συστήματος και της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της
πόλης. Η παιδεία λοιπόν των νέων έπαιζε ρόλο για την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων. Η
παιδεία είναι υποχρεωτική, ομοιογενής και ομοιόμορφη για όλους, ανεξάρτητα από την
καταγωγή τους και αφορά αγόρια και κορίτσια. Η πόλη μαζί με την οικογένεια φροντίζει για
την εκπαίδευση των παιδιών. Ο νέος δεν αποκοβόταν οριστικά από την οικογένειά του. η
επιτυχία του ήταν μια οικογενειακή υπόθεση αφού από αυτή εξαρτιόνταν η εκπροσώπηση της
οικογένεια με ένα επιπλέον μέλος στην τάξη τω ομοίων και εξασφαλιζόταν η συνέχεια και η
παραμονή της στην τάξη αυτή. Η αγωγή διαρκούσε περίπου από την ηλικία των 7-18 ετών. Τα
παιδιά ζούσαν τον περισσότερο χρόνο μια ομαδική ζωή χωρισμένη σε τρεις σχολικούς κύκλους
και διακρίνονταν με τη φυσική τους ηλικία, σε παίδες, μειράκια και εφήβους. Σε κάθε κύκλο
αντιστοιχούν συγκεκριμένες δοκιμασίες και διαφορετικό πρόγραμμα. Το πρόγραμμα
περιλάμβανε σωματική και πνευματική άσκηση. Η γραφή, η ανάγνωση, η μουσική, η ποίηση, ο
χορός, οι ασκήσεις, ο ομαδικός τρόπος ζωής, οι δοκιμασίες, τα αγωνίσματα, η παιδεραστία, το
λακωνίζεις, οι εορτές αποτελούν διάφορα πεδία έκφρασης, απόκτησης και εφαρμογής της
γνώσης που έχουν αποκτήσει καθώς και τα μέσα που χρησιμοποιούνταν για την
κοινωνικοποίηση των νέων. Με το σύστημα αυτό μαθαίνει ο νέος να ζει αρμονικά με άλλους ως
μέρος ενός συνόλου, μιας κοινωνίας. Προβάλλοντας ακατάπαυστα στο Εγώ του νέου το Εμείς,
43 

 
το παιδί μαθαίνει να διευρύνει το εγώ του και να ορίζει την ταυτότητά του πάντα σε σχέση με
το σύνολο και όχι σε σχέση με την ατομικότητά του. τον 6ο αι. σε κάθε ελληνική πόλη-κράτος
το άτομο – πολίτης ορίζεται κα βιώνει την ύπαρξή του σε συνάρτηση με την πόλη του.
αναπαράγεται και υπάρχει μέσα στην πόλη, έξω από αυτή δεν υπάρχει. Η επιτυχία στα
διάφορα στάδια της αγωγής είναι προσωπική υπόθεση του κάθε παιδιού και ο επίδοξος τίτλος
του πολίτη της Σπάρτης με το τέλος της αγωγής απονέμεται ατομικά. Αυτή η μορφή παιδείας
που περιγράψαμε επινοήθηκε και λειτούργησε μια συγκεκριμένη εποχή με σκοπό να
ανταποκριθεί σε καθορισμένες ανάγκες της σπαρτιατικής κοινωνίας. Η κλασική παιδεία της
Σπάρτης επινοήθηκε την περίοδο του εμφανίζεται η φάλαγγα των οπλιτών, διάρκεσε μέχρι τα
μέσα με τέλη του 5οι αι. και ακολουθεί το πρότυπο και το ιδεώδες του πολίτη – οπλίτη. Κατά
την περίοδο του 2ου Μεσσηνιακού πολέμου θεσπίζονται κριτήρια που καθορίζονταν ποιος και
με ποιο τρόπο θα γινόταν πολίτης – όμοιος. Διευρύνεται το πολιτικό σώμα με τη συμμετοχή
ενός μεγάλου μέρους αγροτών οι είχαν επωμιστεί τα βάρη του μακρόχρονου πολέμου και
μέχρι τότε ήταν εκτοπισμένοι από την πολιτική ζωή. Με το σύστημα παιδείας που υιοθέτησαν
οι Σπαρτιάτες μπορούσαν να πάρουν μέρος στο πολιτικό σώμα αλλά και να διακριθούν όποιοι
ήθελαν και υπήρχε έτσι κοινωνική και πολιτική ομοιογένεια. Η αγωγή βοήθησε στην κοινωνική
συνοχή του νέου σώματος των πολιτών ο δήμος είχε νέα ταυτότητα. Η αγωγή αναφέρεται
στην κοινωνία των οπλιτών. Ο οπλίτης υπαγορεύει τους κανόνες, τις αρχές και τους τρόπους
μιας αγωγής που έχει ως στόχο την κατάληξη στην κατάσταση του πολίτη. Η εμφάνιση της
φάλαγγας των οπλιτών ερμηνεύει το πνεύμα της αγωγής, το πολιτικό και πολεμικό της
χαρακτήρα, την αντινομία μεταξύ αριστοκρατικών και οπλιτικών αξιών που παρατηρούνται στο
σύστημα, τον συγκεκριμένο τύπο σχέσης μεταξύ ατόμου και κοινωνίας που καλλιεργείται
καθώς και την πλαισίωση του νέου από την πόλη. Η πολιτική και πολεμική ιδιότητα
ταυτίζονται, η καινοτομία της σπαρτιατικής παιδεία είναι η σύνδεση της παιδείας με την
κοινωνική και πολιτική ζωή της πόλης. Κοινωνική, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο
δίνονται στον νέο οι κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς και της θέσης του και πολιτική
όσον αφορά την απόκτηση του τίτλου του πολίτη και της ανάδειξής του στις αρχές της πόλης.
η πόλη αναλαμβάνει το ρόλο του παιδαγωγού των πολιτών μέσα από ένα δημόσιο, κοινό κα
υποχρεωτικό σύστημα εκπαίδευσης και δίνει τα χαρακτηριστικά έτσι του Σπαρτιάτη πολίτη. Η
εκπαίδευση είναι κριτήριο αριστοκρατικό και δημοκρατικό. Αριστοκρατικό γιατί η παιδεία είναι
χαρακτηριστικό της αριστοκρατικής κοινωνίας. Η υποχρεωτική συμμετοχή σε σχέση με την
υποχρεωτική επιτυχία οδηγεί σε κοινωνική και πολιτική ιεραρχία γιατί χωρίζει τους ίδιους τους
Σπαρτιάτες μεταξύ τους και αφετέρου στους Σπαρτιάτες με τις άλλες κοινωνικές ομάδες.
Δημοκρατικό γιατί η συμμετοχή στο ίδιο σύστημα εκπαίδευσης αφορά το σύνολο του
πολιτικού σώματος ανεξάρτητα από την καταγωγή και το φύλο. Καθένα από τα δύο αυτά
κριτήρια εκφράζει δύο διαφορετικούς τύπους κοινωνιών. Η συνύπαρξή τους οδηγεί από την
αριστοκρατική κοινωνία σε κοινωνία οπλιτών. Ο νέος πρέπει να κατακτήσει την αρετή, η οποία
δεν έχει πλέον σχέση με την εξ’ αίματος συγγένεια ούτε είναι κληρονομική. Το έπαθλο της
αριστείας απευθυνόταν σε αυτόν που ήξερε να συνεισφέρει καλύτερα στην επιτυχία της
ομάδας. Σε αυτόν που ανάμεσα στους άλλους γνώριζε πώς να επιτυγχάνει τη νίκη
παραμένοντας μαζί τους αλληλέγγυος, όμοιός τους. Για να περάσουμε από την ατομική
αριστοκρατική ανδρεία στην συλλογική και για να γίνουν πιο δημοκρατικές οι αριστοκρατικές
αρχές, έπρεπε ο νέος τύπος του πολίτη να διαπαιδαγωγηθεί κατάλληλα ώστε να είναι σε θέση
να επιτελέσει τη διπλή αποστολή του. του πολίτη(πολιτικός ρόλος του) και του οπλίτη
(πολεμικός ρόλος του). η πολεμική ιδιότητα έγινε το καθήκον όλων όσοι συμμετείχαν στο νέο
σώμα των πολιτών και ο πόλεμος έπαψε να είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας ελίτ και
44 

 
εντάχθηκε στο νέο πλαίσιο της πόλης που βάζει τον πόλεμο στην πολιτική και αφομοιώνει στη
μορφή του πολίτη το πρόσωπο του πολεμιστή. Εάν για τους άριστους της αριστοκρατικής
κοινωνίας ο πόλεμος ήταν μια ευκαιρία για κλέος και λάφυρα μετά τη φάλαγγα των οπλιτών ο
πόλεμος είναι η εκπλήρωση ενός καθήκοντος.
Η συμμετοχή στα συσσίτια.
Το συσσίτιο ήταν το κοινό δείπνο μιας ομάδας Σπαρτιατών στο οποίο ο καθένας έδινε κάθε
μήνα το δικό του μερίδιο φαγητού. Στην Αθήνα, στο Πρυτανείο όπου με χρήματα από το
δημόσιο ταμείο η πόλη τρέφει όσους τιμά. Η συμμετοχή ήταν υποχρεωτική για έναν όμοιο ο
οποίος για να συμμετέχει σε ένα συσσίτιο, έπρεπε να γίνει ομόφωνα δεκτός (με ψηφοφορία)
από τα μέλη του συσσιτίου. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα κατά τον 7ο και 6ο αι. η έλλειψη
χρημάτων δεν αποτελούσε εμπόδιο για τη συμμετοχή στα συσσίτια. Σύμφωνα με τον
Αριστοτέλη όποιος δεν μπορούσε να ανταποκριθεί οικονομικά στα συσσίτια έχανε τα πολιτικά
του δικαιώματα. Στη Σπάρτη τα συσσίτια είχαν μεγάλη πολιτική σημασία και ίσως αποτελούσαν
για τους ομοίους τον κατεξοχήν χώρο πολικών συζητήσεων οι οποίες έπρεπε να παραμείνουν
μυστικές για τα μέλη του. Ο Κριτίας, ο Ξενοφών και ο Πλούταρχος εμφανίζουν τα συσσίτια ως
ένα θεσμό εναντίον του πλούτου και της πολυτέλειας που βοηθούσε στο πνεύμα ισότητας
ανάμεσα στους πολίτες. Μέσα από αυτά φαίνεται η ανωτερότητα των Σπαρτιατών σε θέματα
εγκράτειας και μέτρου. Για τους φιλοσόφους ο θεσμός αυτός δείχνει την ισότητα και τη
δημοκρατία. Η ατομική δαπάνη είχε συνέπεια οι φτωχοί να μην μπορούν να συμμετέχουν σε
αυτά αφού όποιος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να συμμετέχει σε αυτά έχανε τα πλήρη
πολιτικά του δικαιώματα και απομακρυνόταν από την τάξη των ομοίων. Το ότι έπρεπε να
συνεισφέρουν κάτι είχε σαν συνέπεια ο φτωχοί να μη μπορούν να πάρουν μέρος και έτσι τα
συσσίτια οδήγησαν στη διάκριση των πολιτών και συνδεόταν άμεσα με την οικονομική και
πολιτική ζωή των ομοίων. (κείμενο 28 α-γ σελ. 227-228 και κείμενο 30 α-β, στ σελ. 229-230)

Ερώτηση 41:
Οι περίοικοι.
Οι περίοικοι είναι η δεύτερη κατηγορία κατοίκων της Λακωνίας και η λέξη περίοικος δεν
δηλώνει το υποτελή αλλά αυτόν που ζει στην περιφέρεια. Οι πηγές είναι λίγες γι’ αυτό και
υπάρχουν πολλές ερμηνείες. Για τη θέση και την προέλευση των περιοίκων διαθέτουμε δύο
μαρτυρίες- εκδοχές: του Ισοκράτη και του Εφόρου. Σύμφωνα με τον Ισοκράτη , όταν οι
Δωριείς εγκαταστάθηκαν στη Λακωνία έγινα τρομερές συγκρούσεις μεταξύ τους. Οι ευγενείς
που κυριάρχησαν στη διαμάχη κράτησαν τα πιο εύφορα μέρη της κοιλάδας του Ευρώτα και
εκτόπισαν τον λαό στις λιγότερο εύφορες περιοχές της περιφέρειας. Οι ευγενείς που έμεναν
στη Σπάρτη διατήρησαν όλα τα προνόμια μιας κυρίαρχης τάξης, ενώ αυτοί που εκτοπίστηκαν
έχασαν κάθε δικαίωμα συμμετοχής στην κεντρική κυβέρνηση και θεωρούνταν υποτελείς και
είχαν όλα τα βάρη του πολέμου. Σύμφωνα με τον Ισοκράτη, οι περίοικοι είναι Δωριείς και στη
θέση αυτή βρέθηκαν ύστερα από εμφύλιες συγκρούσεις. Ήταν οργανωμένοι σε αυτόνομους
δήμους και συμμετείχα ισότιμα ως οπλίτες. Η δεύτερη μαρτυρία είναι διαμετρικά αντίθετη.
Σύμφωνα με τον Έφορο, οι περίοικοι δεν είναι Δωριείς αλλά Αχαιοί, που βρέθηκαν σε αυτή τη
θέση μετά την κατάκτηση της Λακωνίας. Η θέση τους δεν διαφέρει ουσιαστικά από αυτή των
ειλώτων παρά μόνο ως προς το ιδιαίτερο καθεστώς που απολάμβαναν. Οι είλωτες αποτελούν
το κομμάτι του πληθυσμού που αντιστάθηκε στους Δωριείς ενώ οι περίοικοι αυτούς που
αποδέχονταν με μεγαλύτερη ευκολία τον φόρο υποτέλειας. Όσον αφορά την δημιουργία των
πόλεών τους είχε δημιουργηθεί στη Λακωνία μια ομοσπονδία φυλών οι οποίες σταδιακά
μετασχηματίστηκαν σε αυτόνομες πόλεις. Η Σπάρτη ήταν πρώτη λόγω της πολεμικής της
45 

 
ικανότητας και της εξέλιξής της. Όμως και οι άλλες πόλεις είχαν την αυτονομία τους αλλά δεν
αποτελούσαν τον ελεύθερο και ισότιμο σύμμαχο και δεν λάμβαναν μέρος στην εξωτερική
πολιτική. Οι περίοικοι δεν εκδήλωσαν ποτέ εχθρικές διαθέσεις προς ους ομοίους, αλλά
συνυπήρχαν αρμονικά μαζί τους. συμμετείχαν στην κατανομή της λακωνικής γης και
κατοικούσαν στη περιφέρεια της πόλης της Σπάρτης όπου είχαν αυτόνομες κοινότητες με δική
τους τοπική οικονομία και δικό τους τοπικό δίκαιο. Συμμετείχαν ως ισότιμα μέλη στις πολεμικές
επιχειρήσεις. Ο όρος Λακεδαιμόνιοι περιλαμβάνει τους Σπαρτιάτες και τους
περίοικους. Ήταν ξυλουργοί, σιδεράδες και ασχολούνταν με το εμπόριο τη γεωργία, την
κτηνοτροφία, την αλιεία καθώς και με μια σειρά άλλων επαγγελμάτων τα οποία θεωρητικά
απαγορεύονταν στους ομοίους. Επειδή εξαρτιόνταν από την Σπάρτη δεν είχαν αναπτύξει
μεγάλη οικονομική δραστηριότητα. (κείμενο 30β σελ. 229)

Ερώτηση 42:
Είλωτες.
Προέλευση και καταγωγή.
Για τους είλωτες δεν έχουμε πολλά στοιχεία για την προέλευση του ονόματος. Κάποιες πηγές
αναφέρουν ότι είναι απόγονοι των Αχαιών που κατακτήθηκαν από τους Δωριείς. Κάποιοι
θεωρούν τους είλωτες Δωριείς, γεγονός που δείχνει την άγνοια των αρχαίων στο θέμα αυτό.
Θα πρέπει να διαχωρίσουμε τους είλωτες της Λακωνίας από τους είλωτες της Μεσσηνίας. Οι
πρώτοι ονομάζονται από τις πηγές αρχαίοι ενώ οι δεύτεροι Μεσσηνιακοί. Ο διαχωρισμός δεν
γίνεται με βάση την προέλευση αλλά από την στάση τους έναντι των ομοίων. Δε διέφεραν
πολύ μεταξύ τους όμως οι Μεσσηνιακοί είλωτες αναπαρήγαγαν την ιδέα της σπαρτιατικής
κυριαρχίας και ενοχλούνταν από αυτήν. Το κοινωνικό καθεστώς ήταν αποτέλεσμα μιας σειράς
κοινωνικών αλλαγών κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών. Η ειλωτία ήταν αποτέλεσμα μιας
κοινωνικής και οικονομικής εξέλιξης και από την οποία δημιουργήθηκε η τάξη των εκτημόρων.
Ενώ ο Σόλωνας με τα μέτρα που πήρε κατάργησε το θεσμό χωρίς ωστόσο να εξασφαλίσει
στους χρεωμένους αγρότες μια καλύτερη τύχη στη Σπάρτη το πρόβλημα επιλύθηκε πολύ
νωρίτερα δίνοντας προνόμια στους υπερχρεωμένους αγρότες/γεωργούς και τους υποσχόταν
ένα σταθερότερο ασφαλέστερο και καλύτερο καθεστώς από αυτό των απελεύθερων
εκτημόρων.

Κοινωνικό καθεστώς.
Το κοινωνικό καθεστώς των ειλώτων τοποθετείται μεταξύ ελεύθερων και δούλων. Οι είλωτες
είναι δημόσιοι δούλοι, δεν αποτελούν μέρος της ιδιοκτησίας του κάθε ομοίου. Αυτό σημαίνει
ότι ο όμοιος δεν έχει κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω στον είλωτα και δεν είχε το δικαίωμα
ούτε να τον απελευθερώνει ούτε βέβαια να τον πουλά ως εμπόρευμα. Έξω από τα όρια της
σπαρτιατικής επικράτειας οι είλωτες αντιμετωπίζονταν από τους άλλους Έλληνες ως ελεύθεροι.
Με το να ανήκουν στην πόλη δεν ήταν εκτεθειμένοι στη αυθαίρετη συμπεριφορά και στις
ιδιοτροπίες του κάθε ιδιοκτήτη. Οι είλωτες έδιναν ένα μέρος της παραγωγής τους στον
Σπαρτιάτη κάτοχο του κλήρου και κρατούσαν το υπόλοιπο για τον εαυτό τους. αυτό σε θέματα
διαβίωσης τους επέτρεπε να συντηρούνται και να μην εξαρτώνται από τους ομοίους – κυρίους
τους και μπορεί και να πλουτίζουν και μπορούσαν να εξαγοράσουν την πλήρη ελευθερία τους.
συμμετείχαν στον στρατό ως ψιλοί και από τα μέσα του 5ου αι. εκτός από κωπηλάτες στο
ναυτικό χρησιμοποιούνται κι ως οπλίτες. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου οι
όμοιοι βασίζονταν σε αυτούς αφού σε αρκετές μακρινές στρατιωτικές επιχειρήσεις

46 

 
αποτελούσαν τον κύριο όγκο του σπαρτιατικού στρατεύματος. Συχνά σε όσους προσέφεραν
σημαντικές υπηρεσίες στην πόλη του παρείχαν πολιτικά δικαιώματα.

Σχέσεις με Σπαρτιάτες.
Ο Πλάτωνας αναφέρει ότι το ζήτημα της ειλωτείας ήταν κάτι που δίχαζε τους Έλληνες. Άλλοι
ισχυρίζονταν πως είναι ένας καλός θεσμός και πως οι όμοιοι τους συμπεριφέρονταν ιδιαίτερα
σκληρά. Όλοι συμφωνούσαν πως δεν ήταν σωστό οι δούλοι να μιλάνε την ίδια γλώσσα. Η
αλήθεια πρέπει να βρίσκεται κάπου ανάμεσα. Όταν οι όμοιοι αισθάνονταν ασφαλείς και δεν
διέτρεχαν κανένα κίνδυνο θα πρέπει να τους φέρονταν καλά. Όταν πάλι ορισμένοι είλωτες δεν
πλήρωναν το ετήσιο ποσό ή όταν δημιουργούσαν προβλήματα η χρήση βίας θα πρέπει να
θεωρούνταν δεδομένη. Δεν θα πρέπει να θεωρούμε πως οι όμοιοι εξόντωναν συστηματικά τον
αγροτικό πληθυσμό. Κάτι τέτοιο ήταν ενάντια στο συμφέρον τους, θα προκαλούσε
προβλήματα στην αγροτική παραγωγή συνεχείς εντάσεις και ούτε οι όμοιοι θα επωφελούνταν
από την μαζική προσέλευση των ειλώτων να πολεμήσουν δίπλα τους για τη σωτηρία της
πόλης. Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι κάθε χρόνο οι έφοροι κήρυσσαν τον πόλεμο στους είλωτες
λίγο μετά την ήττα των Σπαρτιατών στα Λεύκτρα το 371 και την απώλεια της Μεσσηνίας. Οι
Σπαρτιάτες ποτέ δεν συμφιλιώθηκαν με την ιδέα πως έχασαν τη Μεσσηνία ούτε και έπαψαν να
διεκδικούν την επανάκτησή της. Η ετήσια κήρυξη πολέμου είχε δύο αποδέκτες, αφενός
απευθυνόταν στους Μεσσήνιους για να τους υπενθυμίζει ότι η γη αυτή τους ανήκει και
αφετέρου απευθυνόταν στους ίδιους τους Σπαρτιάτες ώστε να μην παραιτηθούν από τις
διεκδικήσεις τους. ο φόβος λοιπόν των ομοίων για τους είλωτες και αντίστροφα το μίσος των
ειλώτων προς τους κυρίους τους ή οι συνεχείς εξεγέρσεις συνέπεια των οποίων ήταν η
ιδιότυπη συγκρότηση της σπαρτιατικής κοινωνίας είναι στοιχεία που ως ένα βαθμό ανήκουν
στη σφαίρα της υπερβολής και του μύθου. Υπήρξε μια και μόνο έκφραση δυσαρέσκειας
Μεσσηνίων το 464 και αυτή αρκετά περιορισμένη. Το πολίτευμα καμιάς πόλης δεν εξαρτιόταν
από τη σχέση της με τους δούλους της. Οι είλωτες στην Σπάρτη πρόσφεραν εθελοντικά στο
στρατό, ειδικά όταν το σώμα των ομοίων είχε μειωθεί. Έτσι δεν ήταν τόσο εχθρικές οι σχέσεις
μεταξύ ομοίων και ειλώτων. (δραστηριότητα 33 – σελ. 189, κείμενο 29 σελ. 228-229)

Ερώτηση 43
Κοινωνικές ανισότητες και πολιτικές διακρίσεις (5ος αι).
Τον 5ο αι στη Σπάρτη ανατρέπεται η πολιτική και κοινωνική ισορροπία. Μετά τους Μηδικούς
πολέμους η Αθήνα ανταγωνίζεται τη Σπάρτη στρατιωτικά, οικονομικά και πολιτικά. Ο
καταστροφικός Πελ/κός πόλεμος γίνεται για το ποια από τις 2 πόλεις θα έχει την ηγεμονία της
Ελλάδας. και ο οποίος θα αλλάξει την δομή της σπαρτιατικής πολιτείας, τη συμπεριφορά των
πολιτών και τη λειτουργία των θεσμών. Οι αλλαγές φαίνονται από το γεγονός ότι: 1) από τη
μια χιλιάδες πρώην είλωτες συμμετέχουν ως οπλίτες στον στρατό και 2) οι επιφανέστεροι νέοι
Σπαρτιάτες παραδίδονται στους Αθηναίους στη Σφακτηρία χωρίς να έχουν πολιτικές κυρώσεις,
3)η δημιουργία ναυτικού, 4) μισθοφορικά στρατεύματα, 5) η είσοδος χρυσού από την Περσία,
6)τα αυξανόμενα κρούσματα χρηματισμού Σπαρτιατών και 7) το γεγονός ότι η αγωγή ανοίγει
τις τάξεις της και σε παιδιά που δεν προέρχονται από γονείς ομοίους. Οι θεσμοί δεν
μεταβάλλονται όμως το σώμα των Ομοίων συρρικνώνεται σε ένα μικρό αριθμό πολιτών
(ολιγανθρωπία). Έτσι οι κοινωνικές και πολιτικές διακρίσεις γίνονται μεγαλύτερες. Νέοι
θεσμοί εμφανίζονται όπως αυτός του ναυάρχου. Δεν υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στις διάφορες
μορφές εξουσίας. Ο δήμος θέλοντας να έχει μεγαλύτερη συμμετοχή στην εξουσία ενισχύει τον
ρόλο των εφόρων σε βάρος της βασιλικής εξουσίας. Έτσι η παρουσία τους γίνεται όλο και πιο
47 

 
ασφυκτική και δίνουν την εντύπωση πως κυριαρχούν στη πολιτική ζωή της πόλης. Έτσι οι
επιφανέστεροι όμοιοι που ελέγχουν τη Γερουσία και την εκλογή των εφόρων προσπαθούν να
πάρουν μέρος στη διαχείριση της πόλης. αυτοί προσπαθούν να συγκρατήσουν τους βασιλείς
και να ικανοποιήσουν τους πιο συντηρητικούς ομοίους από τους οποίους προέρχονται και τα
συμφέροντά τους έχουν σχέση με την κατοχή της γης. Το σώμα των πολιτών δεν είναι
ομοιογενές κα έτσι δεν υπάρχει πολιτική ισότητα μεταξύ τους. Ο πολίτης – οπλίτης του 6ου αι.
μεταβάλλεται σε βάρος των συμπολιτών του σε μεγαλοϊδιοκτήτη γης. Μεγάλος αριθμός
πολιτών εκτοπίζονται λόγω οικονομικών προβλημάτων από το σώμα των ομοίων. Έτσι η
πολιτική και δικαστική εξουσία περνά στα χέρια ολοένα και λιγότερων πολιτών και το
πολίτευμα έχει έντονο αριστοκρατικό χαρακτήρα. Η πολεμική ιδιότητα του ομοίου
παραχωρείται σε άλλες κοινωνικές ομάδες που σταδιακά δημιουργούνται (μισθοφόροι)
περιορίζοντας τη δράση του στα πολιτικά του καθήκοντα. Στη Σπάρτη υπήρχαν οικονομικές,
κοινωνικές και πολιτικές ανισότητες καθώς και τον πλούτο είχαν μόνο λίγες οικογένειες. Αυτό
οφειλόταν στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της γης από το οποίο εξαρτιόταν και η πολιτική
συμμετοχή του Σπαρτιάτη στο σώμα των ομοίων. Τους Σπαρτιάτες και το κράτος δεν το
απασχόλησε ούτε η διατήρηση ενός σταθερού αριθμού κλήρων που κάθε πολίτης έπρεπε να
διαθέτει ούτε ο τρόπος κατανομής και διαβίβασης της γης στους κόλπους της οικογένειας ούτε
το κράτος είχε πάρει κάποια μέτρα ώστε ένας άντρας ή μια γυναίκα να μην μπορούν να γίνουν
κάτοχοι δύο ή περισσοτέρων κλήρων. Για να παραμείνει ένας σπαρτιάτης στη τάξη των ομοίων
η κατοχή γης ικανής να του εξασφαλίσει ένα ικανοποιητικό εισόδημα ήταν απαραίτητη. Οι
πολίτες άρχισαν να μειώνονται και δημιουργήθηκε το πρόβλημα της ολιγανθρωπίας.

Νέες κοινωνικές τάξεις.


Δημιουργήθηκαν έτσι νέες κοινωνικές τάξεις (υπομείονες, τρέσαντες, μόθακες, τρόφιμοι,
νεοδαμώδεις) οι οποίες αυξάνονταν όσο μειωνόταν ο αριθμός των ομοίων. Αυτές
παρεμβάλλονταν ανάμεσα στους ομοίους, τους περιοίκους και τους είλωτες δημιουργώντας
ανεπίσημους συνεκτικούς δεσμούς με την τάξη των ομοίων αλλά και έντονες διαχωριστικές
γραμμές. Οι τάξεις αυτές που δημιουργήθηκαν είτε από Σπαρτιάτες είτε από όσους είχαν
περάσει από το σύστημα εκπαίδευσης βοήθησαν στη συλλογική δράση της πόλης σε κρίσιμες
περιόδους αλλά ζήτησαν και την πολιτική αναγνώριση απειλώντας τους ομοίους οι οποίοι
μειώνονταν. Οι τάξεις αυτές χώρισαν τον πληθυσμό σε νέες κοινωνικές τάξεις.

Υπομείονες.
Στον Ξενοφώντα αποτελούν την τάξη των Σπαρτιατών που συμμετέχει στο κίνημα του
Κινάδωνα και με τον γενικό αυτό όρο υποθέτουμε πως προσδιορίζονται όλοι οι Σπαρτιάτες που
δεν ανήκαν στην τάξη των ομοίων. Δεν γνωρίζουμε πολλά στοιχεία για την προέλευσή τους
και τους λόγους που έχασαν τα πολιτικά τους δικαιώματα.

Τρέσαντες.
Σε αυτή την τάξη ανήκουν όσοι δείλιασαν στη μάχη, υπέστησαν ολική ατιμία δηλαδή πλήρη
στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Η τάξη αυτή δεν θα πρέπει να είχε πολλούς
Σπαρτιάτες 1) λόγω της ολιγανθρωπίας, 2)ότι δεν ίσχυε ο νόμος ακόμα για στέρηση των
πολιτικών δικαιωμάτων.

48 

 
Τρόφιμοι.
ίσως ήταν οι ξένοι που έμεναν στην Σπάρτη ή ότι από την τάξη των τροφίμων ορισμένοι ήταν
ξένοι ή ότι ήταν νέοι που είχαν σταλεί στη Σπάρτη για να συμμετέχουν στο σύστημα
εκπαίδευσης χωρίς βέβαια να γίνονται όμοιοι. Ίσως να υποδήλωνε κυρίως τα φτωχά παιδιά των
Σπαρτιατών που δεν μπορούσαν για λόγους οικονομικούς να συμμετέχουν στην αγωγή και τα
οποία με έξοδα των πλουσίων ομοίων πλαισίωναν τους γιους τους. Ήταν όσοι συμμετείχαν
στην αγωγή χωρίς να προέρχονται από την τάξη των ομοίων.

Μόθακες ή μόθονες.
Ήταν 1) νέοι της Λακωνίας που συντηρούταν από τους ομοίους, 2) δούλοι (παιδιά δηλαδή
φτωχών Σπαρτιατών που βρίσκονταν σε σχέσεις εξάρτησης με τους πλούσιους ομοίους) που οι
πλούσιοι όμοιοι έδιναν ως συντρόφους στα παιδιά τους κατά τη διάρκεια της αγωγής και που
αν τα κατάφερναν είχαν πολλές πιθανότητες να γίνουν όμοιοι, 3) νέοι που ήταν ελεύθεροι
αλλά όχι Λακεδαιμόνιοι και που συντρόφευαν τα παιδιά των ομοίων στην αγωγή και
συμμετείχαν σε αυτή. Οι γιοι των ομοίων ανάλογα με τα οικονομικά της οικογένειας μπορούσε
ο καθένας να έχει ένα δύο ή και περισσότερους μόθακες ως συντρόφους και να μοιράζεται με
αυτούς την παιδεία του. ήταν δηλαδή θετά παιδιά. 4) νόθα παιδιά ομοίων πιθανόν με είλωτες ή
με περιοίκους δηλαδή νόθα από μικτό γάμο, 5) παιδιά ομοίως που για λόγους οικονομικούς δεν
επρόκειτο να γίνουν πολίτες με πλήρη πολιτικά δικαιώματα δηλαδή όμοιοι. Έχουμε λοιπόν
αυτούς που χωρίς να ανήκουν στην τάξη των ομοίων είχαν συμμετάσχει στη αγωγή (τρόφιμοι)
μαζί με τα παιδιά των πλουσίων ομοίων και αυτούς που ήταν νόθα παιδιά ομοίων. Πιθανόν οι
τρόφιμοι εκτός τους είλωτες να μετονομάστηκαν σε μόθακες.

Νεοδαμώδεις.
Πρέπει να ήταν οι είλωτες που για την προσφορά τους στη Σπάρτη έλαβαν ως ανταμοιβή την
ελευθερία τους έναν κλήρο και στη συνέχεια πιθανότητα τους παραχωρήθηκαν πολιτικά
δικαιώματα. Ήταν πολυάριθμο σώμα που ξεπερνούσε τους 2.000 οπλίτες και που είχε
βοηθήσει τον σπαρτιατικό στρατό σε πολλές επιχειρήσεις. Νεοδαμώδεις = οι νέοι δηλαδή
δημότες. Η δράση και η ύπαρξη νεοδαμώδων εμφανίζεται κυρίως μεταξύ του 420-360 δηλαδή
από τον Πελοποννησιακό πόλεμο μέχρι την ολοκληρωτική ήττα των Σπαρτιατών από τους
Θηβαίους περίοδο κρίσιμη για τη σπαρτιατική εξωτερική και εσωτερική πολιτική. Ο επίδοξος
τίτλος του ομοίου παρέμεινε ερμητικά κλειστός και προνόμιο λίγων μετατρέποντας σταδιακά
την ολιγαρχία σε αριστοκρατία. Η ήττα των Σπαρτιατών από τους Θηβαίους και η συρρίκνωση
της Σπάρτης στα σύνορα της Λακωνίας ατόνησαν τους λόγους αυτής της προσπάθειας που
είχαν σχέση με το αίτημα για πολιτική αναγνώριση των κατώτερων κοινωνικών τάξεων που
σήκωναν τα βάρη του πολέμου και αντιμετώπιζαν ουσιαστικά το μεγάλο μέτωπο των
πολεμικών δραστηριοτήτων.
(δραστηριότητα 35 – σελ. 196).

Από τη ηγεμονία στην κρίση (4ος αι.).


Το πώς ενήργησε η Σπάρτη μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο απογοήτευσε τις ελληνικές
πόλεις όσον αφορά τη μεταχείριση των Σπαρτιατών. Η ήττα των Σπαρτιατών το 371 στα
Λεύκτρα από τους Θηβαίους και στη συνέχεια η ήττα τους το 362 στη Μαντίνεια οδήγησε στην
οριστική απώλεια της Μεσσηνίας και έκανε τη Σπάρτη μια πόλη όχι ιδιαίτερα σημαντική.
Μειώνει επίσης τις ελπίδες που είχαν οι αριστοκρατικοί ή ολιγαρχικοί κύκλοι της Αθήνας καθώς
και τις ελπίδες να ηγηθεί των Ελλήνων κατά των Περσών μετά την εκστρατεία του βασιλιά
49 

 
Αγησιλάου στην Ασία. Οι ανισότητες παγιώνονται. Με τον νόμο του Επιταδέα κάθε
Σπαρτιάτης μπορούσε νόμιμα να μεταβιβάζει τον κλήρο του σε όποιον επιθυμούσε και όχι
πλέον υποχρεωτικά στους φυσικούς κληρονόμους του, ενισχύοντας έτσι τη συγκέντρωση της
γης στα χέρια λίγων πολιτών. Στον δήμο έχουμε μια μειοψηφία μεγαλογαιοκτημόνων που
συνεχίζουν να αποκαλούνται όμοιοι και που χρησιμοποιούν τους παραδοσιακούς πολιτικούς
θεσμούς για να επιβάλλουν τη θέλησή τους. Η γη ανήκει σε λίγους, τα 2/5 σε γυναίκες και το
σώμα των πολιτών αριθμεί ελάχιστα μέλη (στα τέλη του αιώνα καταγράφονται μόνο 700
πολίτες από τους οποίους μόλις οι 100 είχαν γη). Δεν υπήρχε οργανωμένη πολιτική πρόταση.
Και αυτό φαίνεται από την συνομωσία του Κινάδωνα που απέτυχε. Οι έφοροι επειδή τον
φοβόντουσαν δεν ενημέρωσαν τη Γερουσία ή τις άλλες αρχές ούτε τη μικρή εκκλησία.
Διάφοροι βασιλείς ηγούνται μισθοφορικών στρατευμάτων με σκοπό να φέρουν πλούτο στην
πόλη τους. η Σπάρτη είναι μια αριστοκρατική κοινωνία με έντονα πλουτοκρατικό χαρακτήρα. Ο
Ξενοφώντας διατύπωνε στη Λακεδαιμονίων Πολιτεία την πεποίθηση ότι οι Σπαρτιάτες είχαν
εγκαταλείψει τις παραδόσεις τους και τίποτε από όσα τους χαρακτήριζαν σε προηγούμενους
αιώνες δεν ίσχυε πλέον. (δραστηριότητα 36 – σελ. 197, κείμενο 30 γ, δ, στ σελ. 229)

Ερώτηση 44:
Πολιτειακά όργανα και αρχές. Δικαστική ζωή.
Στη Σπάρτη δε μπορούμε να χωρίσουμε τα πολιτειακά όργανα από τους άρχοντες και τους
δικαστές. Και αυτό γιατί οι κυριότεροι άρχοντες της πόλης ήταν ταυτόχρονα και οι
σημαντικότεροι δικαστές. Η κυριαρχία των ομοίων εκφραζόταν μέσα από τη συνέλευση των
πολιτών (Απέλλα), τον έλεγχο των βασιλέων και την εκπροσώπηση στο σώμα της Γερουσίας
και των εφόρων.

Η Απέλλα.
Την κλασική εποχή η συνέλευση των ομοίων κάποιες φορές ονομαζόταν εκκλησία. Ο ακριβής
όρος της πρέπει να ήταν Απέλλα. Στην Απέλλα συμμετέχουν όλοι οι Σπαρτιάτες πολίτες ηλικίας
άνω των 30 ετών. Η συνέλευση γινόταν σε έναν ανοικτό χώρο του οποίου η ακριβής
τοποθεσία είναι άγνωστη και προέδρευε ο επώνυμος έφορος. Οι εξουσίες ήταν περιορισμένες.
Το γεγονός ότι η δύναμη του δήμου περιορίστηκε και ότι σε περίπτωση διαφωνίας οι βασιλείς
και οι γέροντες μπορούσαν να διαλύσουν τη συνέλευση, αυτό εμπόδιζε την Απέλλα. Όμως οι
έφοροι ήταν ένα μέσο άσκησης εξουσίας από τον δήμο. Η Απέλλα είχε και πολιτική επιρροή
γιατί είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, η Απέλλα είχε τον τελικό λόγο στη λήψη μιας σημαντικής
απόφασης. Η Απέλλα ασκούσε πολιτική επιρροή: 1) έπρεπε να επικυρώνει ζητήματα που
αφορούσαν την εξωτερική πολιτική (πόλεμος, ειρήνη, σύναψη συμμαχιών), 2) έκανε την
εκλογή των εφόρων, των γερόντων, 3) υποδείκνυε τους στρατηγούς ή τους άρχοντες, 4)
παρέχει πολιτικά δικαιώματα σε μη Σπαρτιάτες ή αφαιρεί πολιτικά δικαιώματα από ομοίους.
Όσο όμως το σώμα των ομοίων συρρικνωνόταν ολοένα και περισσότερο τόσο ο ρόλος της
Απέλλας δεν ήταν σημαντικός και η επίλυση των προβλημάτων γινόταν από τους εκπροσώπους
του δήμου. Πολλές φορές η Απέλλα επικυρώνει και άτυπες αποφάσεις που πάρθηκαν π.χ. στα
συσσίτια έξω από τις συνεδρίες της συνέλευσης.

Η βασιλεία.
Στη σπαρτιατική βασιλεία διατηρήθηκε μέχρι και τις αρχές του 2ου αι. μια διπλή βασιλεία, με
ισότιμη εξουσία μεταξύ των δύο βασιλέων η οποία κατένεμε στα δύο τη μοναρχική εξουσία και
εξισορροπούνταν από τη Γερουσία και τους εφόρους. Ήταν δυαρχία και λιγότερο μοναρχία. Η
50 

 
βασιλεία ήταν κληρονομική. Δεν ακολουθούσε όμως απαραίτητα την αρχή της πρωτοτοκίας.
Βασιλεία υπήρχε σε όλες της ελληνικές πόλεις, η πρωτοτυπία της Σπάρτης ήταν στο ότι η
βασιλεία συνυπήρχε με άλλες πραγματικές κα αποτελεσματικές μορφές εξουσίας.

Σχέσεις μεταξύ βασιλέων.


Οι βασιλείς προέρχονταν από δύο διαφορετικούς οίκους και είχαν διαφωνίες μεταξύ τους. οι
διαφωνίες τους ήταν συχνές και γνωστές σε όλους τους Έλληνες και σε αυτές θεωρούσαν οι
αρχαίοι πως στηριζόταν η εξουσία των εφόρων. Την κλασική εποχή οι διενέξεις ρυθμίζονταν ε
τη διαιτησία των εφόρων. Ίσως ο βασιλιάς που είχε ισχυρότερη προσωπικότητα να επηρέαζε
και τον άλλον. Αν οι βασιλείς συμφωνούσαν σε ένα θέμα ήταν παράνομο να αντιταχθούν οι
έφοροι.

Προνόμια βασιλέων.
1) διέθεταν μια σωματοφυλακή 300 ανδρών, 2) είχαν όλοι τιμητική θέση στις θρησκευτικές
γιορτές και όταν εισέρχονταν στη Συνέλευση όλοι σηκώνονταν εκτός των εφόρων, 3) ζούσαν
με έξοδα της πόλης και θεωρούνταν οι πιο πλούσιοι της Ελλάδας, 4) είχαν ένα τέμενος,
κτήματα δηλαδή στις περιοικίδες πόλεις και έπαιρναν από τους κατοίκους τον βασιλικό φόρο,
5) το μερίδιο από τα λάφυρα ήταν μεγαλύτερο από ό,τι των άλλων Σπαρτιατών και στα
συσσίτια έπαιρναν διπλή μερίδα, 6)όταν πέθαιναν τους έθαβαν με ιδιαίτερες τιμές και
κηρύσσονταν σε όλη την επικράτεια επίσημο πένθος δέκα ημερών.
Εξουσίες βασιλέων.
1) είχαν πολιτικές εξουσίες, ήταν ισόβια μέλη της γερουσίας με δικαίωμα ψήφου, 2) είχαν
δικαστικές εξουσίες σε θέματα οικογενειακού δικαίου, 3) και θρησκευτικές εξουσίες. Τα
ιερατικά τους καθήκοντα εκφράζονταν και στις θυσίες που προσφέρονταν πριν από κάθε
πολεμική επιχείρηση. Σε περίοδο πολέμου ένας από τους δύο βασιλείς ήταν αρχηγός του
στρατού και σε περίοδο εκστρατείας διατηρούσε μια εξουσία σχεδόν χωρίς όρια. Μέχρι το 507
ηγούνται και δύο του εκστρατευτικού σώματος όμως μετά γίνεται νόμος όπου δεν μπορούν να
συνεξέρχωνται και οι δύο μαζί. Από τα τέλη του 6ου αι. ακολουθούν τον βασιλιά δύο έφοροι. Η
εξουσία αυτή των βασιλέων δεν περιορίζεται το 418 όταν οι Σπαρτιάτες ψήφισαν νόμο
σύμφωνα με τον οποίο τον βασιλιά συνοδεύουν 10 Σπαρτιάτες σύμβουλοι. Σε όλα αυτά
φαίνεται καθαρά η προσπάθεια της πόλης να ασκεί όλο και μεγαλύτερο έλεγχο στη
συμπεριφορά των βασιλέων η οποία συχνά ήταν προσωπική και δεν εξέφραζε πάντα τις
επιλογές της πόλης. Στη Σπάρτη υπάρχουν γενικά συγκρούσεις ανάμεσα στους βασιλείς, τη
Γερουσία και τους εφόρους. Φιλόδοξοι βασιλείς κατηγορήθηκαν πως προσπαθούσαν να
ασκήσουν μια εξωτερική πολιτική αρκετά προσωπική. Οι βασιλική εξουσία περιοριζόταν: 1)
επειδή ήταν διπλή, 2) από το μοίρασμα των εξουσιών που έγιναν με τη Μεγάλη Ρήτρα, 3) από
τον έλεγχο που ασκούσαν πάνω τους οι έφοροι, 4) από το γεγονός ότι καθένας ατομικά ήταν
υποχρεωμένος να δίνει όρκο πίστης και σεβασμού στο πολίτευμα (οι έφοροι ορκίζονταν πως
θα σεβαστούν τον βασιλικό θρόνο). Η βασιλεία στη Σπάρτη είχε μεγάλο κύρος. Με διάφορα
μέτρα ήταν δύσκολο να περιορίσουν τη βασιλική εξουσία καθώς και την έμπρακτη έκφραση
φόβου κα ανησυχίας του δήμου έναντι μιας προσωπικής μορφής εξουσίας καθώς και την
προσπάθεια της πόλης να ελέγχει τη συμπεριφορά των βασιλέων που θα οδηγούσε στην
ανατροπή των πραγμάτων. (δραστηριότητα 37 – σελ. 200)

51 

 
Η Γερουσία.
Ήταν ένα από τα σημαντικότερα πολιτειακά όργανα του σπαρτιατικού πολιτεύματος. Ο
αριθμός των γερόντων ήταν 28 στους οποίους προστίθενται και οι 2 βασιλείς. Αλλά ο αριθμός
αυτός δεν ήταν τόσο αυστηρά περιορισμένος.

Εκλογή γερόντων.
Για να θέσει κάποιος υποψηφιότητα έπρεπε να είναι πάνω από 60 ετών, να έχει εκπληρώσει
όλες τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του και να έχει διακριθεί για το ήθος του. η διαδικασία
γινόταν από την Απέλλα και η εκλογή διά βοής. Όταν ένα μέλος της Γερουσίας πέθαινε οι
υποψήφιοι παρουσιάζονταν ένας ένας στην εκκλησία του δήμου. Εκλέγονταν στην Γερουσία ο
υποψήφιος ου είχε τις περισσότερες κραυγές σύμφωνα με τους κριτές.

Εξουσίες Γερουσίας.
Τα μέλη της Γερουσίας ήταν ισόβια και δεν λογοδοτούσαν σε κανέναν για τις αποφάσεις τους.
ο Αριστοτέλης τους ανεύθυνους. Η εξουσία της Γερουσίας είναι νομοθετική και δικαστική. Η
προβούλευση αποτελεί τν πρώτη σημαντική εξουσία της. Όπως η βουλή των 500 στην Αθήνα,
η οποία επεξεργαζόταν κάποια θέματα προς συζήτηση και μετά τα εισηγούνταν στη συνέλευση
του δήμου προς ψήφιση, η εξουσία της Γερουσία θα έπρεπε να ήταν πολύ πιο σημαντική αν
λάβουμε υπόψη μας ότι με την παραγραφή που αποδίδεται στον Θεόπομπο είχε το δικαίωμα
να ακυρώσει τις προτάσεις της Απέλλας και να διαλύσει τη συνεδρία της. Το δικαίωμα της
επαναδιαπραγμάτευσης ήταν ένα ισχυρό όπλο στα χέρια της. Η Γερουσία ήταν το ανώτατο
ποινικό δικαστήριο της πόλης. εκδίκαζε υποθέσεις που η ποινή ήταν θάνατος ή εξορία ή
στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Μαζί με τους εφόρους δίκαζε υποθέσεις που αφορούσαν τους
βασιλείς αλλά και οι έφοροι είχαν κάποιες ποινικές αρμοδιότητες κυρίως όσον αφορά το
κράτος.

Οι έφοροι.
Ήταν ένα σώμα 56 αρχόντων ου εκλέγονταν κάθε χρόνο από την Απέλλα. Για να εκλεγεί
κάποιος έπρεπε να είναι πάνω από 30 ετών. Δεν ξέρουμε το πώς εκλέγονταν. Οι έφοροι
έδειχναν τον δημοκρατικό χαρακτήρα της Σπάρτης. Έδινε στο σπαρτιατικό πολίτευμα τον
πρωτότυπο χαρακτήρα του. Τα μέλη της ανά πάσα στιγμή ήταν έτοιμα να δράσουν ή να
αντιδράσουν ενάντια σε όσους προσπαθούσαν να αμφισβητήσουν το πολίτευμα ή να
ανατρέψουν την ισορροπία του.

Προέλευση του θεσμού.


Έχουμε 4 απόψεις για το πώς δημιουργήθηκε ο θεσμός αυτός. 1) η πρώτη συνδέει την ίδρυση
του θεσμού με τον Λυκούργο, όπου οι έφοροι ήταν οι φύλακες της πολιτείας, 2) η δεύτερη
εκδοχή θεωρεί την αρχή των εφόρων δημιούργημα των βασιλέων και κυρίως του Θεόπομπου.
Ο θεσμός συνδέεται με τις κοινωνικές κρίσεις που παρατηρούνται στη Σπάρτη και την αρχαϊκή
εποχή, 3) οι βασιλείς όταν απουσίασαν σε πόλεμο όρισαν μερικούς διοικητικούς λειτουργούς
στην Σπάρτη. Αυτοί καταχράστηκαν την εμπιστοσύνη που τους έδειξαν οι βασιλείς και
εκμεταλλευόμενοι την απουσία τους απέκτησαν δική τους ανεξάρτητη εξουσία, 4) η αρχή
έγινε ως ένα μέσο προστασίας του δήμου έναντι των φιλόδοξων τάσεων των βασιλέων και του
κινδύνου εγκαθίδρυσης τυραννικού καθεστώτος. Δημιουργήθηκαν από τον Χίλωνα που ήταν ο
πιο γνωστός έφορος του 6ου αι. ο κατάλογος των εφόρων αρχίζει το 754 δηλαδή μετά τον
Λυκούργο και πριν από τον Θεόπομπο. Οι έφοροι επίσης είχαν και θρησκευτική προέλευση
52 

 
δεδομένου ότι οι έφοροι κοιμούνταν στο ιερό της Πασιφάας και ήταν επιφορτισμένοι με την
ερμηνεία ουράνιων φαινομένων όπως οι εκλείψεις ή φωτεινά αστέρια. Η εφορεία εμφανίζεται
τον 8ο αι. και ο αριθμός 5 ίσως συνδέεται με τη δημιουργία του συνοικισμού της Σπάρτης
εκείνη την εποχή (συνένωση των τεσσάρων χωριών με τις Αμύκλες). Αυτή την εποχή οι
έφοροι έχουν χάσει την ιδιότητα του τοπικού εκπροσώπου των χωριών, αφού εκλέγονται από
τη συνέλευση του δήμου. Αλλά από τις αρχές του 6ου αι. αποκτά την πραγματική πολιτική
σημασία του. Η Σπάρτη βγαίνει από τον 2ο Μεσσηνιακό πόλεμο με νέα πολιτική, κοινωνική και
πολιτειακή συγκρότηση. Τότε ο ελληνικός κόσμος ταράζεται από την τυραννία η οποία οδηγεί
ένα άτομο να έχει την εξουσία το οποίο έχει βασιλική καταγωγή. Η ενίσχυση του θεσμού των
εφόρων στις αρχές του 6ου αι. είναι ένας τρόπος άμυνας στην περίπτωση εγκαθίδρυσης
τυραννικού καθεστώτος από τη βασιλική εξουσία και η απάντηση του δήμου στη μείωση των
εξουσιών του. ο δημοκρατικός τρόπος εκλογής των εφόρων παραχωρεί περισσότερα
δικαιώματα στον δήμο και του παρέχει ένα αίσθημα ικανοποίησης.

Εξουσίες εφόρων.
1) εσωτερική διοικητική λειτουργία της πόλης, 2) έλεγχος των αρχόντων, 3) έλεγχος της
συμπεριφοράς των πολιτών και ιδιαίτερα της αγωγής των νέων. Τις αποφάσεις τις έπαιρναν
κατά πλειοψηφία και εξ ονόματος του δήμου. Στο τέλος της θητείας τους λογοδοτούσαν μόνο
στους διαδόχους τους. συγκαλούσαν και προέδρευαν της Εκκλησία του δήμου και της
γερουσίας. Σε περίπτωση ξένης πρεσβείας μπορούσαν αν υπήρχε σοβαρός λόγος να
αποφασίσουν χωρίς την εκκλησία του δήμου. Αποτελούσαν ένα δικαστικό σώμα το οποίο
έλεγχε κα τους υπόλοιπους άρχοντες. Μπορούσαν να τους φυλακίσουν, να τους παύσουν, να
τους προσαγάγουν σε δίκη ακόμη και κατά τη διάρκεια της θητείας τους. έκαναν δίκες αστικού
χαρακτήρα και δίκαζαν στηριζόμενοι συνήθως σε ένα εθιμικό δίκαιο. Μαζί με τη Γερουσία
δικάζουν τους βασιλείς. Τις ιδιωτικές υποθέσεις δίκαζαν ο καθένας ατομικά, στις δημόσιες όμως
ενεργούσαν ως συλλογικό σώμα. Σε καιρό πολέμου: 1) έδιναν τη διαταγή της κινητοποίησης,
2) υποδείκνυαν τους στρατηγούς, 3) την τακτική που έπρεπε να ακολουθηθεί, 4) μαζί με την
εκκλησία του δήμου όριζαν τον βασιλιά ο οποίος ήταν αρχηγός του στρατεύματος και τον
οποίο μπορούσαν να τον ανακαλέσουν. Δύο από αυτούς τον συνόδευαν χωρίς να
αναμειγνύονται στις υποθέσεις του. ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζουν τις εξουσίες
των εφόρων τυραννικές γιατί επεκτείνονταν σε όλους σχεδόν τους τομείς της σπαρτιατικής
ζωής όπως ο τύραννος άπλωνε τη εξουσία του σε όλο το φάσμα της δημόσιας ζωής. Είχαν πιο
ισχυρή εξουσία από τους βασιλείς αλλά αναδείχθηκαν και ισχυροί βασιλείς που επηρέασαν
αποφασιστικά την πολιτική ζωή της πόλης. διαφορές βασιλιάδων – εφόρων: 1) διαφορά της
πολιτικής που ο καθένας θεωρούσε ότι έπρεπε να ακολουθήσει η Σπάρτη (οι βασιλείς συνήθως
επιδίωκαν μια εξωστρεφή πολιτική), 2) στον τρόπο που ο καθένας προσπαθούσε να επιβάλει
την θέλησή του, 3) στη φύση και το χαρακτήρα του θεσμού. Ο θεσμός της βασιλείας ήταν
προσωποπαγής, η εξουσία τους κληρονομική και μακράς διάρκειας. Έτσι ήταν πιο ευέλικτη,
σταθερή, διαρκής και μακροβιότερη στις επιδιώξεις της. Ο θεσμός των εφόρων που εξέφραζε
τον δήμο ήταν συλλογικός και η αρχή τους εναλλασσόμενη, αιρετή και μικρής χρονικής
διάρκειας. Και οι βασιλείς και οι έφοροι έδιναν όρκους σεβασμού όμως υπήρχε διάσταση
απόψεων μεταξύ τους όχι μόνο σε θέματα εξωτερικής αλλά και εσωτερικής πολιτικής. Η
πολιτική των εφόρων ήταν αποτελεσματικότερη μόνο όταν είχε την υποστήριξη του δήμου ή
των μελών της Γερουσίας ή των μελών της συμμαχίας ή όταν την υποστήριζε ένας από τους
δύο βασιλείς. Όμως μετατράπηκε σε ολιγαρχική λόγω της μείωσης του αριθμού τους,
εκφράζοντας τις επιλογές μιας μειοψηφίας πολιτών. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού
53 

 
πολέμου και μετά το τέλος του, στη συμπεριφορά των εφόρων επικρατούσε η εξαγορά, η
δωροδοκία και η διαφθορά. (δραστηριότητα 38 – σελ. 205).

Άλλες αρχές.
1) 4 πύθιοι, ορίζονταν από τους βασιλείς και στέλνονταν στους Δελφούς κάθε φορά που
υπήρχε ανάγκη να ζητήσουν χρησμό, 2) ο παιδονόμος που ασχολούνταν με την εκπαίδευση
των παιδιών και 3) οι 5 αγαθοεργοί που εκλέγονταν κάθε χρόνο από το σώμα των ιππέων
για να εκτελούν διάφορες μυστικές αποστολές. Επίσης υπήρχαν οι αρμοστές και η αρχή του
ναυάρχου. Οι αρμοστές κατά και μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο είναι οι διοικητές που
έστελνε η Σπάρτη στις διάφορες ελληνικές πόλεις. Επειδή διοικούσαν άσχημα, οι Έλληνες ήταν
δυσαρεστημένοι και έτσι η Σπάρτη έχασε την σπαρτιατική ηγεμονία. Η αρχή του ναυάρχου
αποτελούσε υπηρεσία των βασιλέων. Η θέση του ναυάρχου δεν ήταν τακτική αλλά διοριζόταν
κάποιος κάθε φορά που παρουσιαζόταν ανάγκη. Κάποια στιγμή αφαιρέθηκε από τους βασιλείς.
Το 395 ο Αγησίλαος κατά την εκστρατεία του στην Ασία ήταν ο μοναδικός βασιλιάς που ήταν
ταυτόχρονα αρχηγός του στρατού και του στόλου. Ο ναύαρχος λογοδοτούσε στους εφόρους,
η θητεία του ήταν ετήσια και δεν ανανεωνόταν. Η εξουσία του ήταν μεγάλη, ιδιαίτερα όταν ο
στόλος βρισκόταν σε μακρινά μέρη. Ο Αριστοτέλης βάζει το θεσμό του ναυάρχου δίπλα στο
βασιλιά σαν μια δεύτερη βασιλεία.

Ερώτηση 45:
Θρησκευτική ζωή.
Δεν ξέρουμε πολλά πράγματα για τη θρησκευτική ζωή των Σπαρτιατών. Η θρησκευτική ζωή
δεν διαφέρει για την Αθήνα (πολιτικός χαρακτήρας της θρησκευτικής λατρείας, δωδεκάθεο,
στενοί δεσμοί με τα πανελλήνια θρησκευτικά κέντρα). Στη Σπάρτη δεν υπάρχει η λατρεία του
Διονύσου καθώς και η ιδιαίτερη προτίμηση σε δύο θεότητες τον Απόλλωνα και την Άρτεμη στις
οποίες αφιέρωναν τις σημαντικότερες γιορτές της πόλης και με τις οποίες συνδέονταν και οι
μύθοι που αναφέρονταν στην ίδρυσή της. Η Άρτεμη κατείχε ιδιαίτερη θέση. Τουλάχιστον
τέσσερις διαφορετικές γιορτές με ξεχωριστό θρησκευτικό και πολιτικό περιεχόμενο η καθεμιά
ήταν αφιερωμένες στην παρθένα θεότητα: δύο στα σύνορα της σπαρτιατικής επικράτειας και
δύο στην πόλης της Σπάρτης. Ο Απόλλωνας κατείχε μια εξίσου σημαντική θέση στο
θρησκευτικό εορτολόγιο. Τα Κάρνεια, τα Υακίνθια και οι Γυμνοπαιδίες είναι οι σημαντικότερες
γιορτές προς τιμή του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΙ ΘΕΣΜΟΙ

Ερώτηση 46:
Οίκος = α) η πατριαρχική οικογένεια όλα τα μέλη της οποίας ζουν κάτω από την ίδια στέγη
μαζί με τα άλλα άτομα (π.χ. δούλοι) και τα αγαθά του σπιτιού, β) ο χώρος που
συγκεντρώνεται η οικογένεια μέσα στο σπίτι, ένα δωμάτιο που βλέπει στην αυλή, γ) η κατοικία
γενικότερα, δ) το νοικοκυριό
Τα παλαιότερα γαμήλια έθιμα (ομηρικά):
Ο ομηρικός γάμος ήταν ένας διακανονισμός ανάμεσα στον μνηστήρα και στον πατέρα της
νύφης, ενώ κύρια γαμήλια τελετή φαίνεται ότι είναι η μεταφορά της νύφης μέσα από τους
δρόμους της πόλης στο σπίτι του γαμπρού. Εκτός από τον διακανονισμό υπάρχει και ο αγώνας
με έπαθλο τη νύφη ή η αρπαγή της νύφης.
54 

 
Νομοθέτες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σε θέματα γάμου σε Αθήνα και Σπάρτη:
Καθοριστικό ρόλο στη νομοθεσία των Αθηνών σε θέματα γάμου και κληρονομιάς έπαιξε ο
Σόλων. Το νομοθετικό έργο του είναι μόνο έμμεσα γνωστό αλλά σε ποιήματά του αναφέρεται
στην ιδεώδη ηλικία γάμου των ανδρών.
Οι σπαρτιατικοί θεσμοί της Σπάρτης αποδίδονταν στον Λυκούργο. Από τον βιογράφο του
Λυκούργου, τον Πλούταρχο μαθαίνουμε για τα γαμήλια έθιμα των Σπαρτιατών και άλλα που
σχετίζονται με τον τοκετό και την ανατροφή των παιδιών
Ορισμένοι από τους Σπαρτιατικούς θεσμούς θυμίζουν τη νομοθεσία της δωρικής πόλης
Γόρτυνας στην Κρήτη, κυρίως σε ό,τι αφορά τα κληρονομικά δικαιώματα των γυναικών. Η
νομοθεσία αυτή χαράχτηκε τον 5ο αι. π.Χ. σε μια μεγάλη επιγραφή που είναι γνωστή ως
Κώδικας ή Νόμος της Γόρτυνας.

Ερώτηση 47:
Η ηλικία γάμου ανδρών και γυναικών.
Ο άντρας έπρεπε να παντρευτεί γύρω στα 30 ενώ η γυναίκα στην ήβη δηλαδή στην εφηβική
ηλικία. Την ήβη την καταλαβαίνουμε από την εμμηνορρυσία που αυτό δηλώνει ότι μια γυναίκα
μπορεί να τεκνοποιήσει.
Το αθηναϊκό πρότυπο.
Σύμφωνα με ελεγεία του Σόλωνα η κατάλληλη ηλικία γάμου για έναν άνδρα ήταν ανάμεσα στα
είκοσι επτά και στα τριάντα τέσσερα. (δραστηριότητα 1 – σελ. 283)
Κοινά σημεία των αρχαίων μαρτυριών για την ηλικία γάμου.
1. στον Ησίοδο και στον Σόλωνα η ιδεώδης ηλικία γάμου για έναν άνδρα είναι γύρω στα
τριάντα και έχει σχέση με την ακμή, την ωριμότητά του. 2. Στον Ησίοδο και στον Ξενοφώντα
η ηλικία γάμου των γυναικών σχετίζεται με την ήβη ή γενικότερα την εφηβεία ενώ η γυναίκα
του Ισχόμαχου δεν ήταν ούτε δεκαπέντε ετών δηλαδή ήταν πάνω στην εφηβεία. 3. Για τον
Πλάτωνα και Αριστοτέλη οι γυναίκες πρέπει να παντρεύονται ανάμεσα στα 16 και 20 ή γύρω
στα 18 ενώ οι άνδρες ανάμεσα στα 30 και 35 ή στα 37 ή και λίγο νωρίτερα. Έτσι μειώνεται η
διαφορά της ηλικίας των δύο συζύγων και οι γυναίκες αναπτύσσονται σωματικά πριν
τεκνοποιήσουν. Οι Αθηναίες παντρεύονταν σε πολύ μικρότερη ηλικία κατά πολύ μεγαλύτερους
άνδρες. Ιδεώδης ηλικία ήταν τα 14 χρόνια για τα κορίτσια και τα 30 για τους άνδρες. Από
λογοτεχνικά κείμενα βρίσκουμε ότι η ηλικία των γυναικών ήταν 13-25 χρόνια ενώ των ανδρών
17-35.

Το σπαρτιατικό πρότυπο.
Σε καμιά πηγή δεν προσδιορίζεται ακριβώς η ηλικία γάμου για τους άνδρες και τις γυναίκες στη
Σπάρτη. Ο Πλούταρχος λέει ότι οι γυναίκες τις οποίες νυμφεύονταν οι Σπαρτιάτες δεν ήταν
ούτε μικρές ούτε άγουρες αλλά αντίθετα στην ακμή τους και ώριμες. Για τους άνδρες η
ιδεώδης ηλικία γάμου φαίνεται ότι ήταν γύρω στα είκοσι πέντε. Η γυναίκα στη Σπάρτη πρέπει
να παντρευόταν γύρω στα είκοσι. Στη Σπάρτη όλοι οι άγαμοι άντρες υποχρεώνονταν με νόμο
να πάρουν σύζυγο. Αντί να μένουν στο σπίτι και να ασχολούνται με γυναικείες εργασίες, οι
νεαρές ανύπαντρες Σπαρτιάτισσες είτε ασκούνταν σε αγώνες δρόμου, δισκοβολίας, πάλης είτε
μάθαιναν τελετουργικούς χορούς και τραγούδια τα οποία εκτελούσαν σε διάφορα ιερά της
Λακωνίας. Το γεγονός ότι οι Σπαρτιάτισσες παντρεύονταν σε μεγαλύτερη ηλικία οφείλεται στην
αγωγή τους, στη δημόσια εκπαίδευση. Οι Σπαρτιάτισσες αθλούνταν γιατί οι Σπαρτιάτες
πίστευαν ότι έτσι θα αντέξουν τους πόνους της γέννας και θα γεννήσουν υγιή παιδιά (ευγονία).

55 

 
Ερώτηση 48:
Η ηλικία στην οποία παντρεύονταν οι ορφανές κληρονόμοι.
Επίκληροι: ονομάζονταν στην Αθήνα οι θυγατέρες που κληρονομούσαν τον κλήρο(κομμάτι
γης, κτήμα, αγρόκτημα) του πατέρα τους όταν αυτές δεν είχαν αδελφούς ή ανιψιούς. Την
κληρονομιά μπορούσε να διεκδικήσει όχι η ίδια η επίκληρος αλλά ο κοντινότερος συγγενής
της (αγχιστεύς) από την πλευρά του πατέρα που θα δεχόταν να την πάρει σύζυγο. Οι
επίκληροι εύπορων οικογενειών μπορούσαν να παραμείνουν ανύπαντρες ως τα δεκατρία τους.
Όταν όμως γίνονταν δεκατεσσάρων ετών υποχρεώνονταν από την αθηναική πολιτεία να
παντρευτούν. Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και στην Κρήτη σύμφωνα με τον Νόμο της Γόρτυνος,
ο οποίος χαράχτηκε σε πέτρα. Ο νόμος έλεγε ότι η κληρονόμος του πατέρα, η πατρωιώκος
πρέπει να παντρευτεί στα δώδεκα χρόνια της. Αν όμως είναι μεγαλύτερη, στην ηλικία που
συμβαίνει να βρίσκεται. Στη Σπάρτη η αντίστοιχη κληρονόμος ονομαζόταν πατρούχος. Σε
αντίθεση όμως με την Αθηναία επίκληρο, η πατρούχος κληρονομούσε απευθείας τα κτήματα
του πατέρα, όπως και η πατρωιώκος. Η επίκληρος δεν μπορούσε να κληρονομήσει τον κλήρο
του πατέρα της και αυτό οφείλεται σε ένα προνόμια που αποκτούσαν μόνο οι άνδρες κατά την
ενηλικίωσή τους (κύριος). Η Αθηναία αντίθετα σε καμία περίοδο της ζωής της δεν θεωρούνταν
κυρία του εαυτού της. Από την κυριότητά της στην κυριότητα των ενήλικών αγοριών της.
Ανάλογοι θεσμοί επικρατούσαν στους αρχαίους Ινδούς και Πέρσες. Όταν η επίκληρος ήταν ήδη
παντρεμένη μπορούσε να παραιτηθεί από την αξίωσή της ως προς την πατρική κληρονομιά.
Αλλιώς έπρεπε να χωρίσει τον άνδρα της και να παντρευτεί τον κοντινότερο συγγενή της από
την πλευρά του πατέρα εκτός κα να είχε ήδη αρσενικό παιδί στο οποίο όταν ενηλικιωνόταν
μεταβιβαζόταν μέσω της επικλήρου η κληρονομιά του παππού του.
(δραστηριότητα 2 – σελ. 285)

Αιτιολόγηση της κοινωνικά αποδεκτής ηλικίας γάμου.


Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα οφείλονταν 1) σε κοινωνικές
αντιλήψεις 2) λάθος γνώσεις για την ανθρώπινη φυσιολογία. Έδιναν σημασία στην παρθενιά,
γενικά έπρεπε να είναι άπειρη σε όλα τα πράγματα ώστε ο άντρας να της μάθει τις εργασίες και
τη διαχείριση του οίκου. Στον Οικονομικό του Ξενοφώντα η γυναίκα του Ισχύμαχου ήξερε
μόνο την υφαντική, τη μοδιστρική και την καλή μαγειρική. Οι εργασίες αυτές ήταν απαραίτητες
για τη βασική λειτουργία του οίκου, χαρακτηριστικό του οποίου είναι η αυτάρκεια: το να
τρέφει και να ντύνει τα μέλη του. παρόλο που τα πρόσωπα είναι φανταστικά από τον
Ξενοφώντα εκφράζουν το αθηναϊκό ιδεώδες. από την άλλη πλευρά θεωρούσαν ότι η παντρειά
και η εγκυμοσύνη ήταν η θεραπεία για τη συναισθηματική αστάθεια των κοριτσιών που
άρχιζαν να έχουν εμμηνορρυσία. Σύμφωνα με το ιπποκρατικό corpus τα ανύπαντρα κορίτσια
με την εμφάνιση της εμμηνορρυσίας αρχίζουν να ρέπουν προς το παραλήρημα, φοβούνται το
σκοτάδι και βλέπουν οράματα που τις παρακινούν να πηδούν και να πέφτουν μέσα σε πηγάδια
ή να απαγχονίζονται. Αυτό συμβαίνει γιατί το αίμα δεν μπορεί να τρέξει κανονικά λόγω το ότι η
έξοδος είναι κλειστή. Η συμβουλή που δίνει ο ανώνυμος συγγραφέας είναι να παντρεύονται οι
παρθένες το γρηγορότερο να μάλιστα μείνουν έγκυοι, ισχυρίζεται ότι θεραπεύονται. Αν όχι
τότε κατά τη διάρκεια της ήβης ή λίγο μετά πεθαίνουν.
(δραστηριότητα 3 & άσκηση αυτοαξιολόγησης – σελ. 287)

56 

 
Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΣΥΖΥΓΟΥ
Ο γαμπρός ως επιλογή, η νύφη ως έπαθλο.
Η νύφη δινόταν στον νικητή ως έπαθλο σε αγώνα. Ο πατέρας της νύφης προκήρυσσε τον
αγώνα κι έθετε τους όρους με τους οποίους οι συγκεντρωμένοι μνηστήρες όφειλαν να
διαγωνιστούν. Ο αγώνας αυτός υπήρχε σε επικές και μυθολογικές διηγήσεις όχι μόνο των
Ελλήνων αλλά και των Ινδών. Εξωγαμία ήταν ο γάμος ανάμεσα σε ανθρώπους που ανήκαν
στην ίδια κοινωνική ομάδα, παράδειγμα (ο πατέρας του Κλεισθένη κέρδισε ως έπαθλο τη
γυναίκα του). Ο Νηλέας δίνει τη μοναχοκόρη του σ’ αυτόν που θα φέρει από τη φυλακή της
Φθιώτιδας τις αγελάδες του Ιφικλή. Η Πηνελόπη θέτει έναν αγώνα για να διαλέξει τον
μνηστήρα. Πρέπει να περάσει το τόξο μέσα από τις λαβές των 12 τσεκουριών όπου τον αγώνα
κερδίζει ο μεταμφιεσμένος Οδυσσέας. Ο Κλεισθένης ακολούθησε τη μέθοδο της κρίσης των
μνηστήρων όπου όταν ανακοίνωσε ότι γαμπρός του θα γινόταν αυτός που θα έβγαινε νικητής
από κάποιο αγώνα μαζεύτηκαν πολλοί μνηστήρες. Άρχισε λοιπόν να τους παρατηρεί και να
τους κρίνει και διάλεξε δύο όπου όμως ο επικρατέστερος από κάποιο λάθος που έκανε στην
επιλογή του τρόπου που θα χόρευε με άσεμνες κινήσεις έχασε το γάμο. Στην πρώτη και στην
τελευταία περίπτωση η κοπέλα είναι το έπαθλο του νικητή σε αγώνα του οποίου τους όρους
θέτει ο πατέρας της. Η Πηνελόπη αντίθετα θέτει η ίδια τους όρους του αγώνα παραμένει όμως
και αυτή έπαθλο του νικητή. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν είναι πια στην κυριότητα του
πατέρα της δεδομένου ότι είναι σύζυγος του αγνοουμένου Οδυσσέα. Σύναξη των μνηστήρων
από την οποία επιλεγόταν ο γαμπρός γινόταν και στις αρχοντικές οικογένειες των Ινδών και
λεγόταν σβαγιαμβάρα.
Τα Τρία παραδείγματα:
1) η μοναχοκόρη Πηρώ του βασιλιά της Πύλου Νηλέα ήταν περιζήτητη νύφη και ο Νηλέας
είπε ότι θα την δώσει σε αυτόν που θα έφερνε από τη φυλακή της Φθιώτιδας τις αγελάδες
του Ιφικλή. Το κατόρθωσε ο μάντης Μελάμπους που όμως έδωσε τη νύφη στον αδερφό
του.
2) Η Πηνελόπη, επειδή ο Οδυσσέας τοποθετούσε ανάποδα δώδεκα τσεκούρια στη σειρά και
να περνάει το τόξο μέσα από τις τρύπες στις λαβές των τσεκουριών, ζήτησε από τους
μνηστήρες που την πολιορκούσαν να κάνουν το ίδιο. Αυτοί δεν μπορούν ούτε καν να
τεντώσουν το τόξο – το κατορθώνει ο μεταμφιεσμένος Οδυσσέας.
3) Η Αγαρίστη ήταν κόρη του τυράννου της Σικυώνας Κλεισθένη (και ολυμπιονίκη). Αυτός
κάλεσε όποιον ήθελε να αγωνιστεί σε στάδιο ειδικά κατασκευασμένο για την περίπτωση και
ο νικητής θα γινόταν γαμπρός του. Ήρθαν διάφοροι μνηστήρες και ο Κλεισθένης τους
δοκίμαζε για ένα χρόνο και συναναστρεφόταν μαζί τους ξεχωριστά για να μάθει
περισσότερα για τη μόρφωση και τον χαρακτήρα τους. Επικρατέστεροι ήταν 2 Αθηναίοι, ο
Ιπποκλείδης και ο Μεγακλής. Την ημέρα που θα ανακοινωνόταν ο γαμπρός, ο Ιπποκλείδης
σίγουρος για τη νίκη του, άρχισε να πίνει και να μεθά και όταν σηκώθηκε να χορέψει (με
τα πόδια ψηλά) ο Κλεισθένης τα πήρε και του είπε δεν θα σου δώσω την κόρη μου, ο
άλλος είπε «σκασίλα μου» και τελικά παντρεύτηκε η Αγαρίστη τον Μεγακλή και έτσι
γεννήθηκε ο γνωστός Κλεισθένης, ο ιδρυτής της αθηναϊκής δημοκρατίας. Το επεισόδιο
αυτό της κρίσης των μνηστήρων είναι ιστορικό γεγονός και χρονολογείται γύρω στα 575
π.Χ.

Η επιλογή του γαμπρού από τη νύφη χωρίς τη μεσολάβηση αγώνα.


Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου η κοπέλα επιλέγει η ίδια τον μελλοντικό σύζυγό της. Ο
Καλλίας ήταν ένας πάμπλουτος Αθηναίος αριστοκράτης που έζησε στο τέλος του 6ου αι. όταν
57 

 
ήρθε η ώρα να παντρευτούν οι τρεις κόρες του έδωσε στην καθεμιά πολύ μεγάλη προίκα και
την άφησε να επιλέξει η ίδια τον σύντροφό της. Το δικαίωμα της κοπέλας να επιλέξει η ίδια
τον σύζυγό της εμφανίζεται σε αριστοκρατικούς κύκλους και άλλων ινδοευρωπαικών λαών
όπως είναι οι Ινδοί και οι Κέλτες. (δραστηριότητα 4 – σελ. 290-291)

Ο ρόλος του πατέρα ή κυρίου της θυγατέρας στην επιλογή του γαμπρού.
Στην κλασική Αθήνα τον γαμπρό επέλεγε κατά κανόνα ο κύριος της κοπέλας δηλαδή ο πατέρας
ή ο κηδεμόνας ή ο ενήλικος αδελφός. Ο γαμπρός από την άλλη αποφάσιζε μόνος του για τη
γυναίκα του αλλά η κοπέλα έπρεπε να έχει την έγκριση του πατέρα του. (δραστηριότητα 5 –
σελ. 291)

Ερώτηση 50:
Η προίκα.
Η προίκα ήταν η μοναδική περιουσία της νύφης. Η προίκα ήταν συνήθως χρηματικό ποσό ή
ένα ακίνητο (σπίτι ή χωράφι) του οποίου η τιμή υπολογιζόταν σε μετρητά. Το ακίνητο
προερχόταν από την περιουσία του πατέρα, όχι όμως από τον λεγόμενο πατρικό κλήρο: την
έγγεια περιουσία που μεταβιβαζόταν μόνο από πατέρα σε γιο ή (όταν δεν υπήρχε γιος) στον
πλησιέστερο άρρενα συγγενή (αδελφό ή ανεψιό) ο οποίος παντρευόταν την επίκληρο. Τα
μετρητά ήταν η συνεισφορά της συζύγου στο καινούργιο σπιτικό της ή εξασφάλιζαν τη
συντήρηση της συζύγου και των παιδιών της. Η προίκα παρέμενε στα χέρια του συζύγου δεν
ήταν όμως στην πλήρη κυριότητά του. Αν αυτός χώριζε τη γυναίκα του ή αν αυτή πέθαινε πριν
από τον σύζυγό της χωρίς να αφήσει παιδιά, ο σύζυγος έπρεπε να επιστρέψει την προίκα στον
πατέρα ή στον κηδεμόνα της (συχνά η γυναίκα πέθαινε στον πρώτο της τοκετό μαζί με το
νεογέννητο). Για την επιστροφή της προίκας ο προικοδότης ζητούσε εγγύηση με τη μορφή
ακίνητης περιουσίας. Αν ο σύζυγος δεν επέστρεφε την προίκα έχανε το κομμάτι της ακίνητης
ιδιοκτησίας του που είχε ορίσει ως εγγύηση. Η τιμή του ακινήτου χαρασσόταν σε έναν λίθο.
Από τους χαραγμένους λίθους μαθαίνουμε κάθε φορά το ύψος της προίκας που έδωσε στη
θυγατέρα του κάποιος Αθηναίος. Αν υπήρχαν αρσενικά παιδιά, η προίκα της μητέρας γινόταν
μέρος της κληρονομιάς τους, με την προϋπόθεση ότι θα συντηρούσαν τη μητέρα τους όταν
ενηλικιώνονταν. Οι χήρες όταν ξαναπαντρεύονταν έπαιρναν προίκα ακριβώς όπως και οι
ανύπαντρες. Μια καλή προίκα κυμαινόταν ανάμεσα στις 3 και στις 6.000 δρχ. τις φτωχές
επικλήρους προικοδοτούσαν οι πλουσιότεροι άρρενες συγγενείς τους.

Η εκ των προτέρων κληρονομιά ως προίκα.


Στη Σπάρτη δεν υπήρχε το έθιμο της προίκας. Οι ορφανές πατρούχοι κληρονομούσαν
απευθείας τον κλήρο του πατέρα. Είναι όμως πιθανό ότι και οι θυγατέρες που είχαν αδελφούς
κληρονομούσαν ένα μέρος από την περιουσία του πατέρα το οποίο έπαιρναν μάλλον εκ των
προτέρων όταν παντρεύονταν. Γι’ αυτό και οι Σπαρτιάτισσες ήταν πλούσιες. Στη Σπάρτη έδιναν
έμφαση στην εμφάνιση τω γυναικών. Τις Αθηναίες τις κρατούσαν κλεισμένες στο σπίτι, οι
νεαρές Σπαρτιάτισσες σε αντίθεση αθλούνταν μισόγυμνες μαζί με τα αγόρια γιατί έπρεπε να
βρουν σύζυγο σύμφωνα με τον Χάριλλο ενώ όταν παντρεύονταν μπορούσαν να καλυφθούν.

Ο γάμος μεταξύ συγγενών.


Η αρχή της ενδογαμίας έλεγε ότι μπορούν να παντρευτούν συγγενικά μέλη της ίδιας
κοινωνικής ομάδας. Ήταν υποχρεωτική στην περίπτωση της επικλήρου, η οποία έπρεπε να
παντρευτεί τον κοντινότερο συγγενή από την πλευρά του πατέρα της. Έτσι η γη παρέμενε στη
58 

 
οικογένεια του πατέρα. Στη Σπάρτη όμως και ετεροθαλή αδέλφια από την ίδια μητέρα
(ομομήτριοι) μπορούσαν να παντρευτούν. Τους περισσότερους αθηναικούς γάμους
σχεδίαζαν οι αρχηγοί δύο οίκων οι οποίοι δρούσαν διακριτικά μέσω της λεγόμενης
προμνήστριας δηλαδή της προξενήτρας.
(δραστηριότητα 6 – σελ. 293-294)

Ερώτηση 51:
Αρραβώνας και γάμος στην Αθήνα.
Η σύναψη ενός γάμου στην αρχαιότητα ήταν υπόθεση ιδιωτική, στην οποία δεν παρενέβαινε η
πολιτεία: δεν καταγραφόταν, δηλαδή σε κάποια επίσημη ληξιαρχική πράξη. Ο Αθηναίος γάμος
αποτελούνταν από 1) την εγγύη ή εγγύηση (ήταν ένα είδος αρραβώνα, επίσημης δηλαδή
υπόσχεσης γάμου που ήταν νόμιμη στην μετέπειτα συμβίωση του ζεύγους). 2) Η
πραγματοποίηση αυτής της υπόσχεσης ήταν η έκδοση, η παράδοση δηλαδή της νύφης μαζί
με την προίκα στον σύζυγό της. Η μεταφορά της νύφης από τον γαμπρό στο νέο της σπιτικό
ήταν η σημαντικότερη από κοινωνική και προσωπική άποψη, εκδήλωση της έκδοσης. Ο γάμος
ολοκληρωνόταν με τη συγκατοίκηση του ζεύγους στο σπίτι του συζύγου το λεγόμενο
συνοικείν.

Ο αρραβώνας (εγγύη).
Η εγγύη ήταν μία επίσημη υπόσχεση ή συμφωνία ενώπιον μαρτύρων κάτι που έμοιαζε με
αρραβώνα όπου οριζόταν το μέγεθος και η σύνθεση της προίκας. Η συμφωνία αυτή γινόταν
ανάμεσα σε δύο πρόσωπα: στον πατέρα ή κηδεμόνα της κοπέλας και στον μνηστήρα της. η
εγγύη ήταν κάτι περισσότερο από αρραβώνας επειδή η κυριότητα της κοπέλας και η προίκα
περνούσαν στον μνηστήρα ο ποίος υποχρεωνόταν στην περίπτωση αυτή να συντηρεί τη
μνηστή. Η παρουσία της κοπέλας κατά την εγγύη δεν ήταν απαραίτητη. Στην περίπτωση της
επικλήρου αντί για την εγγύη εκδιδόταν μία δικαστική απόφαση, η λεγόμενη επιδικασία
σύμφωνα με την οποία ο κοντινότερος συγγενής της από την πλευρά του πατέρα είναι ο
νόμιμος σύζυγος της επικλήρου. Ανάμεσα στη εγγύη και στην έκδοση που ήταν η επόμενη
πράξη μεσολαβούν συχνά αρκετά χρόνια. Ορισμένες φορές παρά τη συμφωνία ο γάμος
ματαιωνόταν. Στις περιπτώσεις αυτές η προίκα έπρεπε να επιστραφεί. Εγγυώ/ούμαι σημαίνει
αρραβωνιάζω/ομαι.
Η αρχαιότερη μαρτυρία για την εγγύη είναι η ανακοίνωση του Κλεισθένη ότι αρραβωνιάζει την
κόρη του Αγαρίστη με τον Αθηναίο Μεγακλή.

Ο γάμος (έκδοση).
Η έκδοση ήταν η επίσημη παράδοση της νύφης από τον πατέρα ή κηδεμόνα στο σύζυγό της η
οποία συνοδευόταν από τη μεταφορά της προίκας και τω προικών στο νέο σπιτικό. Η έκδοση
κρατούσε 3 μέρες. Η έκδοση άρχιζε με χωριστές θυσίες κι εξαγνιστικά λουτρά της νύφης και
του γαμπρού και τελείωνε με τη μεταφορά της νύφης, μετά το γαμήλιο γεύμα από το πατρικό
της σπίτι στην κατοικία του γαμπρού. Εκεί κατοικούσαν μαζί με τους γονείς του. η λειτουργία
της τελετουργίας αυτής ήταν να ενσωματώνει το νέο μέλος της οικογένειας στον οίκο του
συζύγου. Ο γάμος διεξαγόταν το χειμώνα Γαμηλιώνα. Ήταν ο μήνας κατά τον οποίο
εορταζόταν ο ιερός γάμος του Δία και της Ήρας. Η σημαντικότερη πράξη σε σχέση με την
έκδοση ήταν η παρουσίαση της νύφης στη φρατρία του γαμπρού στην ευρύτερη ανδρική
συγγενική ομάδα στην οποία ανήκε η οικογένειά του. η παρουσίαση αυτή εντασσόταν στη
εορτή των Απατουρίων που γινόταν κάθε φθινόπωρο. Είχε σχέση με τη φρατρία και είχε
59 

 
στόχο την εγγραφή νέων μελών. Μετά την αποδοχή της νύφης στη φρατρία ακολουθούσε
θυσία που προσέφερε ο γαμπρός η οποία ονομάζεται γαμηλία. Με τη θυσία αυτή η νύφη
αναγνωριζόταν ως θυγατέρα Αθηναίου πολίτη. Η αποδοχή της νύφης από τη φρατρία ήταν
απαραίτητη προϋπόθεση για να θεωρηθούν Αθηναίοι πολίτες τα αρσενικά παιδιά του ζεύγους.
Πληροφορίες για την έκδοση παίρνουμε από τις παραστάσεις των ερυθρόμορφων και
μελανόμορφων αγγείων και από γραπτά κείμενα. Μία από τις σημαντικότερες γραπτές πηγές
είναι το Ονομαστικόν του Πουδεύκη, ένα λεξικό αττικών λέξεων οι οποίες κατατάσσονται όχι
αλφαβητικά αλλά κατά θεματικές ομάδες με χωρία και μαρτυρίες. Σύμφωνα με τον Πολυδεύκη
η ιεροτελεστία του γάμου άρχιζε με τη θυσία προτέλεια (τέλος = γάμος) ή προγάμια την
οποία τελούσαν χωριστά νύφες και γαμπροί. Οι κοπέλες αφιέρωναν και βόστρυχο από τα
μαλλιά τους στην Άρτεμη και στις Μοίρες. Με την πράξη αυτή πέθαινε συμβολικά η ύπαρξή
τους ως παρθένων. Συχνά αφιέρωναν και τα παιδικά μουσικά όργανά τους ή τα παιχνίδια τους.

Το λουτρό του εξαγνισμού.


Το προγαμιαίο λουτρό της νύφης και του γαμπρού σκοπός του οποίου ήταν ο τελετουργικός
εξαγνισμός υπάρχει συχνά στις παραστάσεις των αγγείων. Δεν είναι γνωστό αν το λουτρό αυτό
γινόταν πριν ή μετά τη θυσία προτέλεια ή προγάμια. Κατά τη μεταφορά του νερού και κατά τη
διάρκεια του λουτρού οι παρευρισκόμενοι κρατούσαν αναμμένους δαυλούς γιατί η φωτιά
απομάκρυνε τα δαιμονικά στοιχεία που απειλούσαν την ύπαρξη της νύφης και του γαμπρού
καθώς οι τελευταίοι βρίσκονταν σε ένα μεταβατικό στάδιο της ζωής τους: αμέσως πριν από
τον γάμο. Το νερό μεταφερόταν με εορταστική πομπή από την Εννεάκρουνο, μία κρήνη με
εννιά κρούνους όπου εκεί έρρεε το γονιμοποιό νερό της πηγής Καλιρρόης. Η τοποθεσία της
κρήνης ήταν στις όχθες του Ιλισού, σήμερα είναι η λεωφόρος Καλλιρρόης κοντά στον ναό του
Ολυμπίου Διό. Το αγγείο μέσα στο οποίο το μετέφεραν από την πηγή όπως κι η κοπέλα που το
κρατούσε λεγόταν λουτροφόρος. Είχε σώμα σε σχήμα αυγού μακρύ λαιμό και δύο λαβές. Η
παράσταση στο σώμα του αγγείου εικονογραφούσε και τη χρήση του. Στη μέση μία νεαρή
κοπέλα κρατάει σφιχτά στο στήθος της μία μεγάλη λουτροφόρο στολισμένη με κορδέλες. Είναι
η συγγενής της νύφης που επιλέχτηκε να μεταφέρει το νερό για το γαμήλιο λουτρό. Ένας
μικρός φτερωτός έρωτας αιωρείται μπροστά από το αγγείο. Με ανοιγμένα φτερά απλώνει τα
χέρια του υποβαστάζοντας και αυτός τη λουτροφόρο. Από πίσω ακολουθεί σκεπτική η νύφη με
τη γυναικεία ακολουθία της. Το στεφάνι που κρέμεται μπροστά από το γερμένο κεφάλι της
κοπέλας δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την ιδιότητά της. Το νερό μεταφέρεται με τους ήχους
του αυλού ενός αγοριού που προηγείται της λουτροφόρου. Την πομπή πλαισιώνουν γυναίκες
που κρατούν αναμμένους δαυλούς. Στο λουτρό του γαμπρού, ενός νεαρού Αθηναίου
αριστοκράτη βλέπουμε στη μέση το γαμπρό να γονατίζει γυμνός δίπλα σε λεκάνη. Φοράει
μονάχα ένα στεφάνι στο κεφάλι. Γύρω υπάρχουν μόνο γυναίκες που τν υπηρετούν. Στο δεξιό
άκρο μία γυναίκα κρατάει φιάλη με νερό που μόλις άντλησε από τη γαμήλια λουτροφόρο.
Το αγγείο με το οποίο μεταφέρθηκε το νερό στέκεται στολισμένο με κορδέλες πάνω σε κωνικό
βάθρο. Μπροστά από τον γαμπρό μία γυναίκα κρατά τον αγκώνα της, με τον οποίο δοκίμασε
ίσως τη θερμοκρασία του νερού. Πίσω από τον λουόμενο μία άλλη γυναίκα φέρει στον ώμο
της τα ρούχα του, ενώ σηκώνει με το δεξί της χέρι τα σύνεργα του λουτρού. Πιο πίσω δύο
γυναίκες κρατούν αναμμένους δαυλούς.

Το γαμήλιο γεύμα.
Την επόμενη ημέρα μάλλον ακολουθούσε γαμήλιο γεύμα στο σπίτι της νύφης ή σε κάποιο ιερό
όπου υπήρχε άφθονος χώρος για τους καλεσμένους. Σε αντίθεση με τα συνηθισμένα γεύματα
60 

 
ή νύφη με τις άλλες γυναίκες καθόταν στον ίδιο χώρο αλλά σε τραπέζι χωριστά από τους
άνδρες. Είχε το πρόσωπο καλυμμένο με πέπλο και φορούσε στεφάνι στο κεφάλι. Υπήρχαν και
γλυκά με σουσάμι επειδή ο σπόρος του συνδεόταν με τη γονιμότητα. Συγγενείς και φίλοι της
νύφης τη μακάριζαν, της έδιναν δηλαδή ευχές.

Η μεταφορά της νύφης στο σπίτι του γαμπρού.


Όταν έπεφτε το σκοτάδι, ο γαμπρός μετέφερε τη νύφη με γαμήλιο αμάξι από το σπίτι της στο
δικό του. η νύφη καθόταν ανάμεσα στον γαμπρό και στον καλύτερο του φίλο, τον
παράνυμφο ή πάροχο. Τους συνόδευαν συγγενείς και φίλοι. Η μητέρα της νύφης
τραγουδώντας προς τιμή του θεού του γάμου και κρατώντας αναμμένους δαυλούς. Υπήρχε
μεγάλη φόρτιση για τη νύφη η οποία εγκατέλειπε για πάντα το δικό της σπίτι. Οι αγγειογράφοι
αναπαριστούν συχνά τη σκηνή που ο γαμπρός πιάνει τη νύφη από το χέρι και την ανεβάζει
πάνω στο αμάξι για να την οδηγήσει στο δικό το σπίτι ή τη γαμήλια πομπή με το αμάξι των
νεόνυμφων στη μέση. Με τέτοιες απεικονίσεις διακοσμούνται λουτροφόροι ή πυξίδες
δηλαδή πήλινα ή ξύλινα κουτιά με σκέπασμα σε σχήμα στρογγυλό ή κυλινδρικό για τη φύλαξη
κοσμημάτων ή καλλυντικών. Σε μελανόμορφο αγγείο έχουμε ένα αμάξι που το σέρνουν
μουλάρια. Μεταφέρει το ζεύγος από το σπίτι της νύφης στο σπίτι του γαμπρού. Η νύφη
κρατάει στεφάνι, ο παράνυμφος κάθεται πίσω από το ζευγάρι. Προηγείται πεζή μία γυναίκα
που κρατάει δαυλούς. Είναι η μητέρα της νύφης. Δαυλούς κρατάει και η μητέρα του γαμπρού
που τους περιμένει μέσα από τη μισάνοιχτη πόρτα του σπιτιού.

Η ενσωμάτωση της νύφης στο καινούριο της σπιτικό.


Τα πεθερικά οδηγούσαν τη νύφη στην εστία όπου την έθεταν με επισημότητα υπό την
προστασία των θεών του νέους της σπιτικού. Κατά τη διάρκεια αυτής της ιεροτελεστίας
έραιναν τον γαμπρό και τη νύφη με καρύδια και ξερά φρούτα (καταχύσματα), σύμβολα της
γονιμότητας και του πλούτου. Από τη συνήθεια αυτή προέρχεται το ρύζι με το οποίο ραίνουν
σήμερα τους νεόνυμφους. Ένα αγόρι του οποίου και οι δύο γονείς ήταν ζωντανοί τους
προσέφερε ένα καλάθι με ψωμί. Η νύφη έτρωγε ένα κυδώνι ή μήλο, το οποίο την ένωνε κάτω
από τη νέα της στέγη με τον σύζυγό όπως το ρόδι ένωσε την Περσεφόνη με τον Πλούτωνα
στον άλλο κόσμο. Η σκηνή κορυφωνόταν με τελετουργική χειρονομία γνωστή ως
ανακαλυπτήρια με την οποία η νύφη αποκάλυπτε το πρόσωπό της στον γαμπρό τραβώντας
το πέπλο. Την ίδια χειρονομία κάνει συχνά σε ανάγλυφα η Ήρα η Τελεία μπροστά από τον
Δία. Η έννοια της χειρονομίας αυτής ήταν συμβολική. Δήλωνε μάλλον την αποδοχή του γάμου
από την πλευρά της νύφης. Έπειτα ο γαμπρός την οδηγούσε στη νυφική κάμαρα ενώ οι
παρευρισκόμενοι τραγουδούσαν απέξω ένα επιθαλάμιο. Η επόμενη μέρα ονομαζόταν
επαύλια. Οι συγγενείς της νύφης έφερναν για το αντρόγυνο μέσα σε εορταστική ατμόσφαιρα
δώρα και προικιά τα οποία επίσης ονομάζονταν επαύλια. Από τη στιγμή που η νύφη έμπαινε
στο σπίτι του γαμπρού για να συγκατοικήσουν ολοκληρωνόταν ο γάμος. Στην περίπτωση της
επικλήρου είναι πολύ πιθανό ότι ο γαμπρός ερχόταν να εγκατασταθεί στο σπίτι του κηδεμόνα
της νύφης. (δραστηριότητα 7 – σελ. 301-302)

Ερώτηση 52:
Ο σπαρτιατικός γάμος.
Η αρπαγή της κοπέλας με σκοπό τον γάμο ήταν αρχαίο ελληνικό έθιμο το πιο λαμπρό είδος
γάμου για τη γυναίκα (Πάρης- Ελένη). Στους αριστοκρατικούς κύκλους της Σπάρτης όμως ο
γάμος με αρπαγή ήταν η εξαίρεση.
61 

 
Η αρπαγή της νύφης και ο κρυφός γάμος.
Ο γάμος με αρπαγή ίσχυε για τους απλούς Σπαρτιάτες, για όσους τουλάχιστον ήταν μικρότεροι
από τριάντα ετών και ζούσαν μαζί με τους συνομήλικους τους στους στρατιωτικούς
καταυλισμούς. Στην αρχή ο γάμος αυτός φαίνεται ότι παρέμενε κρυφός. Πρέπει να
υποθέσουμε ότι η νύφη μεταφερόταν κρυφά στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί υποβαλλόταν σε μία
τελετουργία τραβεστισμού όπου μεταμφιεζόταν σε άνδρα. Μία γυναίκα που ονομαζόταν
νυμφεύτρια παραλάμβανε την αρπαγμένη κοπέλα και την κούρευε γουλί. Ύστερα της έδινε
ανδρικά ρούχα και παπούτσια και την έβαζε να πλαγιάσει μόνη στο σκοτάδι πάνω σε ένα
αχυρόστρωμα. Στο σημείο αυτό ερχόταν να τη βρει νηφάλιος ο γαμπρός ο οποίος είχε πρώτα
δειπνήσει στο κοινά συσσίτια του καταυλισμού. Της έλυνε τη ζώνη και παίρνοντάς τη στα
χέρια του την έφερνε στο κρεβάτι. Έμενε μαζί της λίγη ώρα και ύστερα αναχωρούσε μέσα στη
νύχτα για να πάει να κοιμηθεί με τους συντρόφους του. την επόμενη μέρα την περνούσε με
τους συνομηλίκους του και ξεκουραζόταν ενώ στη γυναίκα του πήγαινε κρυφά και με
διακριτικότητα ώστε να σμίγουν τη κατάλληλη ώρα χωρίς να τους παίρνουν είδηση. Το
αποτέλεσμα ήταν να γεννιούνται συχνά αρκετά παιδία πριν από τη στιγμή που ο σύζυγος
μπορούσε να δε τη γυναίκα του με το φως της ημέρας. Η κοπή των μαλλιών της νύφης
έδειχνε την αρχή της μεταμόρφωσης της από παρθένο σε νόμιμη σύζυγο. Η παράδοξη
αμφίεσή της με ανδρικά ρούχα έχει ερμηνευθεί ως έθιμο αποτροπαϊκό. Η ανδρική εμφάνιση
της νύφης αποσκοπούσε στο να διευκολύνει τη μετάβαση του γαμπρού από την αποκλειστικά
ανδρική και ομοφυλοφιλική αγωγή του στη ετεροφυλική έγγαμη ζωή. Είναι χαρακτηριστικό ότι
η πρώτη γαμήλια νύχτα δεν είχε καμία πολυτέλεια και κανένα πανηγυρισμό. Έμοιαζε μάλλον με
κρυφή ένωση γυναικών και ανδρών οι οποίοι την ημέρα ασχολούνται με πολεμικές
επιχειρήσεις.

Η πολυανδρία των Σπαρτιατισσών.


Ένα αξιοσημείωτο έθιμο στη Σπάρτη ήταν η πολυανδρία. Αρχαίο και αρκετά συνηθισμένο
έθιμο ήταν τρεις ή τέσσερις Σπαρτιάτες ή και περισσότεροι αν ήταν αδελφοί να μοιράζονται
από κοινού μία σύζυγο. Τα παιδιά τους από τη γυναίκα αυτή ανήκαν σε όλους τους. Όταν ένας
ηλικιωμένος σύζυγος είχε μία νεαρή γυναίκα (από τη οποία δεν είχε απογόνους) μπορούσε να
αποκτήσει παιδιά φέρνοντας στο σπίτι του ένα νέο άνδρα του οποίου θαύμαζε τη σωματική
κατασκευή και τον χαρακτήρα. Αλλά κι ένας άνδρας που δεν ήθελε να παντρευτεί μπορούσε να
διαλέξει μία γόνιμη κα διακεκριμένη γυναίκα για να κάνει μαζί του παιδιά. Παρόμοια έθιμα
υπάρχουν και σε άλλους αρχαίους ή σύγχρονους λαούς. Οι πρωταγωνιστές του αρχαίου
ινδικού έπους Μαχαμπαράτα, π.χ. οι Παντάβας είναι 5 αδέλφια που μοιράζονται από κοινού
μια γυναίκα (την οποία όμως κέρδισες στο τέλος ως έπαθλο ο γενναιότερος από αυτούς)
(δραστηριότητες 8 & 9 & άσκηση αυτοαξιολόγησης – σελ. 303-304, κείμενα 6,7,8 σελ. 324-
325)

Ερώτηση 53:
Ο τοκετός κατ’ οίκον.
Η έγγαμη συμβίωση ενός άνδρα με μία γυναίκα είχε μοναδικό σκοπό την απόκτηση παιδιών. Ο
Δημοσθένης έλεγε ότι γάμος είναι όταν κάποιος κάνει παιδιά και παρουσιάζει τα αγόρια στους
φράτερες και στους δημότες και παντρεύει τα κορίτσια του ως νόμιμα παιδιά του. Η πρώτη
εγκυμοσύνη πρέπει να ήταν για τη νιόπαντρη αστή Αθηναία μία εμπειρία γεμάτη προσδοκία και
φόβο. Πολλές γυναίκες πέθαιναν πάνω στη γέννα, εξαιτίας κυρίως της νεαρής τους ηλικίας,
αλλά και πολλά νεογέννητα επιβίωναν λίγες μόνον μέρες. Οι ετοιμόγεννες γεννούσαν με τα
62 

 
μέσα και την εμπειρία των γυναικών του σπιτιού. Ο χώρος όπου διεξαγόταν ο τοκετός
εικάζεται ότι ήταν ο γυναικωνίτης το μέρος δηλαδή του σπιτιού στο οποίο δεν είχαν
πρόσβαση οι άντρες. Στην τελευταία φάση του τοκετού μετέφεραν την ετοιμόγεννη άλλοτε σε
καρέκλα και άλλοτε σε κρεβάτι. Αν η γυναίκα λιποθυμούσε από τους πόνους την επανέφεραν
στις αισθήσεις της δίνοντάς της να εισπνεύσει λεμόνι ή κίτρο. Μία έμπειρη γυναίκα έπιανε το
κεφάλι και τους ώμους του μωρού και τραβούσε απαλά το υπόλοιπο σώμα έξω από τη μήτρα.
Ύστερα έκοβε τον ομφάλιο λώρο και απομάκρυνε τον πλακούντα. Έπλεναν το νεογέννητο με
καθαρό, κρύο νερό και το παρουσίαζαν στον πατέρα. Αν το παιδί ήταν αγόρι κρεμούσαν στη
εξώπορτα του σπιτιού ένα κλαδί από ελιά, αν ήταν κορίτσι κρεμούσαν μια μάλλινη κορδέλα.
Με τον τρόπο αυτό γινόταν γνωστό στους γείτονες και στους περαστικούς το χαρμόσυνο
γεγονός και το φύλο του παιδιού. Το κλαδί της ελιάς συμβόλιζε τις ανταμοιβές του άνδρα στον
στίβο και στην πολιτική ή στρατιωτική ζωή. Η μάλλινη κορδέλα συμβολίζει τη δεμένη με το
σπίτι ζωή της γυναίκας. Ο αρχικός τους σκοπός ήταν αποτροπαϊκός: απέτρεπαν δηλαδή το
κακό από το εσωτερικό του σπιτιού όπου περιορίζονταν για σαράντα ημέρες οι ευάλωτες
υπάρξεις του μωρού και της λεχώνας. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετούσαν και τα φυλακτά που
κρεμούσαν στα νεογέννητα. Ο τοκετός προοιωνιζόταν δύσκολος. Ο συγγενείς της εγκύου
ζητούσαν τη βοήθεια της μαμής (μαίας), μιας γυναίκας που είχε πάψει από καιρό να είναι σε
ηλικία αναπαραγωγής. Με επωδές (ξόρκια) και μαλάξεις στη κοιλιά και στον τράχηλο της
μήτρας η μαμή προσπαθούσε να επιταχύνει ή να μειώσει τις ωδίνες του τοκετού. Η Ειλείθυια
που ήταν η θεότητα του τοκετού σημαίνει ελευθερία από βάρος και παραπέμπει στον ρόλο της
ως μαίας. Δημοφιλής ήταν και η Άρτεμη με την ιδιότητα της ως Λοχίας, προστάτρια θεά όχι
μόνο της παρθένου αλλά και της μητέρας. Αν ο τοκετός είχε αίσιο τέλος, η μητέρα
επισκεπτόταν αργότερα με το μικρό της το πλησιέστερο ιερό της Αρτέμιδος, της Ειλείθυιας ή
και της Δήμητρας Κουροτρόφου για να το θέσει υπό την προστασία της. Αφιέρωνε στον
ναό τα ρούχα που φορούσε κατά τον τοκετό, έφερνε ένα δίσκο με αναίμακτες προσφορές και
θυσίαζε στον βωμό ένα ζώο. Κατάλογοι αντικειμένων που αφιερώθηκαν μετά τη γέννα έχουν
βρεθεί στην Ακρόπολη των Αθηνών. Παράδειγμα: στο ανάγλυφο από τον Αχινό προσέρχεται
λεχώνα με το μωρό της. μέσα στο ιερό της στέκεται δεξιά η Άρτεμη κρατώντας αναμμένο
δαυλό. Στον βωμό ακριβώς μπροστά της πλησιάζει ένα μοσχαράκι. Ένα παιδί που ανήκει στο
προσωπικό του ιερού, το κρατάει από το κέρατο, ενώ με το άλλο του χέρι υψώνει το φονικό
μαχαίρι. Ακολουθεί η νεαρή μητέρα με το βρέφος στα χέρια. Πολύ μεγαλύτερο από δύο μηνών
η κόμμωση και τα ρούχα του είναι μεγαλίστικα. Σκύβει προς τα μπρος απλώνοντας τα χεράκια
του στην προστάτρια θεά, πίσω από τη μητέρα μια νεαρή δούλη φέρει ένα δίσκο στηριγμένο
στο κεφάλι με αναίμακτες προσφορές: εποχιακά φρούτα, ένα κλωνάρι μυρτιάς, ή μάλλον ελιάς
και πυραμιδωτά μελόψωμα. Τη σκηνή κλείνει μία ώριμη γυναικεία μορφή, η μητέρα ή πεθερά
της λεχώνας. Στο βάθος κρέμονται στον τοίχο τα συνηθισμένα αφιερώματα των λεχώνων: ένα
ζευγάρι παπούτσια, ένα χιτώνιο.

Η έκθεση (απόθεση των νεογέννητων ).


Αν ήταν καχεκτικό και δύσμορφο ή ένα επιπλέον κορίτσι στη οικογένεια ή αν ήταν καρπός
παράνομης σχέσης ή παιδί σκλάβου το νεογέννητο διέτρεχε τον κίνδυνο να μη γίνει δεκτό
στον οίκο. Μετά τη γέννησή του φρόντιζαν να απαλλαγούν από το ανεπιθύμητο νεογνό με τη
λεγόμενη έκθεση ή απόθεση. Με εντολή του κυρίου του οίκου η μαία ή μία σκλάβα
τοποθετούσε το νεογέννητο μέσα σε πήλινη χύτρα, ξύλινο κασελάκι ή καλάθι και το μετέφερε
έξω από την κατοικήσιμη περιοχή. Όταν έφθανε σε απόμακρη ή δύσβατη περιοχή το απέθετε
πάνω στο έδαφος και το εγκατέλειπε. Κάποτε όμως αντί να εγκαταλείψει το έκθετο στο έλεος
63 

 
των στοιχείων της φύσης το άφηνε κρυφά σε ένα σταυροδρόμι ή στον αυλόγυρο ενός ιερού
με την ελπίδα ότι κάποιος θα το λυπηθεί και θα το αναθρέψει. Συχνά τα παιδιά αυτά
ανατρέφονταν ως δούλοι στη υπηρεσία κάποιου πλούσιου θνητού ή κάποιου θεού.
Μυθικό παράδειγμα: ο Ίων, νόθο παιδί του Απόλλωνα και της Αθηναίας αρχόντισσας
Κρέουσας, σύμφωνα με τον μύθο ήταν δύο φορές έκθετο. Όταν γεννήθηκε εκτέθηκε από την
Κρέουσα σε δυσπρόσιτο σπήλαιο της ακρόπολης των Αθηνών, με εντολή όμως του Απόλλωνα
το παιδί το μετέφερε ο Ερμής στους Δελφούς όπου και το απέθεσε στην είσοδο του ναού. Εκεί
το βρήκε η προφήτης του ναού και το ανέθρεψε ως δούλο του θεού.
Τα κορίτσια διέτρεχαν μεγαλύτερο κίνδυνο να εκτεθούν από τα αγόρια εξαιτίας της μικρότερης
κοινωνικής αξίας του. Ένα κορίτσι όχι μόνο έπρεπε να προικιστεί για να παντρευτεί αλλά και οι
εργασίες τις οποίες προσέφερε δεν συνυπολογίζονταν στη συσσώρευση του πλούτου. Η
μυθική παράδοση ενδιαφέρεται μόνο για την έκθεση των αγοριών που απειλούν με τη γέννησή
τους είτε την υπόληψη της μητέρας(εξαιτίας της παράνομης σχέσης της με κάποιον θεό) ή τη
βασιλική εξουσία του πατέρα. Παρά την έκθεσή τους, τα αγόρια αυτά επιβιώνουν και γίνονται
ήρωες τραγωδιών όπως ο Οιδίποδας Τύραννος. Η έκθεση των βρεφών δε συνιστούσε έγκλημα.
Η έκθεση των νεογέννητων ήταν η εναλλακτική λύση στην έκτρωση. Με το να εκθέτουν
απλώς τα ανεπιθύμητα βρέφη στο έλεος των φυσικών στοιχείων απέφευγαν την ενοχή και το
μίασμα που συνεπαγόταν ο φόνος. Ο νόμος δεν υποχρέωνε τον κύριο του οίκου να αναθρέψει
κάθε παιδί που γεννιόταν στο σπιτικό του ανεξάρτητα από το αν ήταν δικό του, νόθο ή παιδί
των δούλων του, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν δεν είχαν γίνει οι καθορισμένες
ιεροτελεστίες με τις οποίες ένα βρέφος γινόταν δεκτό στο πατρικό οίκο. Οι ιεροτελεστίες αυτές
σχετίζονταν αφενός με την πατρική εστία που συμβόλιζε την αδιάσπαστη γραμμή
αναπαραγωγής του πατέρα και αφετέρου με την ονοματοθεσία. Αν ένα νεογέννητο δεν είχε
συνδεθεί με την άσβεστη φλόγα του σπιτιού ή δεν είχε ονομαστεί, ούτε θέση μέσα στο σπίτι
αυτό είχε ούτε πραγματική ύπαρξη. Έτσι η εξαφάνισή του προσέβαλλε μόνον όταν φυσικά
ανθρώπινα συναισθήματα ήταν μόνο συναισθηματική απώλεια. Ο Κύρος, ο γενάρχης των
Περσών και ο ιδρυτής της Ρώμης Ρωμύλος με τον αδελφό του Ρώμο είχαν παρόμοια εκτεθεί
μετά τη γέννησή τους. σύμφωνα με μυθικές εκδοχές γνωστές από τον Ηρόδοτο τα βρέφη
αυτά επιβίωσαν χάρη σε μία σκύλα κα σε μία λύκαινα, αντίστοιχα οι οποίες τα ανέθρεψαν με
το γάλα τους.
(δραστηριότητα 10 – σελ. 309, κείμενα 9-10 σελ. 325)

Ερώτηση 54:
Η ενσωμάτωση του νεογέννητου στην οικογένεια.
Πέντε ή επτά μέρες μετά τη γέννηση, όσοι είχαν βοηθήσει στον τοκετό συγκεντρώνονταν στο
αθηναϊκό σπίτι για να εορτάσουν με γλέντι το χαρμόσυνο γεγονός. Από καθαρά θρησκευτική
άποψη αυτό γινόταν για τον καθαρμό του μωρού και των άλλων από το μίασμα. Ο
κυριότερος όμως στόχος ήταν να ενσωματωθεί το νεογέννητο στην οικογένεια με μία μυητική
τελετή, τελετουργία περάσματος. Συνόδευαν τη μετάβαση ενός ατόμου ή μιας ομάδας από
μία κοινωνική κατάσταση σε μία άλλη. Η γέννηση, η παιδική ηλικία, η εφηβεία, ο γάμος, ο
τοκετός, η μύηση σε μία θρησκευτική κοινότητα και οι κηδείες είναι κρίσιμα στάδια που
συνοδεύονται από τέτοιες τελετές.

Τα αμφιδρόμια.
Όπως γινόταν δεκτό ένα νέο ενήλικο μέλος στο πατρικό σπίτι, ενσωματωνόταν και το
νεογέννητο. Η βασική λειτουργία διεξαγόταν στην εστία του σπιτιού και λεγόταν αμφιδρόμια.
64 

 
Η ίδια λέξη δήλωνε και τη εορτάσιμη ημέρα. Όσοι είχαν μιανθεί από τον τοκετό (η μαία και η
τροφός) αφού πρώτα έπλεναν τελετουργικά τα χέρια, έτρεχαν μάλλον ελαφροντυμένοι (και όχι
γυμνοί) γύρω από την εστία με το μωρό στην αγκαλιά. Απαραίτητη στα αμφιδρόμια ήταν η
παρουσία του πατέρα, στου οποίου την οικογενειακή εστία και λατρεία ενσωματωνόταν τώρα
το νεογέννητο. Ακολουθούσε το δείπνο. Ανάμεσα στις άλλες λιχουδιές, ήταν και καλαμαράκια
με μικρές σουπιές. Τα θαλασσινά αυτά έστελναν κυρίως οι συγγενείς οι οποίοι δεν
παρευρίσκονταν στη στενή αυτή οικογενειακή γιορτή.

Η δεκάτη.
Δέκα μέρες μετά τη γέννηση, σε επέτειο που λεγόταν δεκάτη έδιναν στο νεογέννητο το
όνομά του. προσκαλούσαν συγγενείς και φίλους, προσέφεραν θυσία και παρέθεταν εορταστικό
δείπνο με συμπόσιο, που διαρκούσε ως το πρωί. Οι προσκεκλημένοι έφερναν δώρα, που
λέγονταν γενέθλια ή οπτήρια επειδή έβλεπαν για πρώτη φορά το μωρό. Στο πρώτο από τα
αγόρια και τα κορίτσια έδιναν το όνομα του παππού και της γιαγιάς από τη μεριά του πατέρα.
Τα ονόματα με πρώτο συνθετικό τη λέξη ίππος δήλωναν αριστοκρατική καταγωγή. σύμφωνα
με τον Αριστείδη ο λόγος που καθυστερούσαν να ονομάσουν τα νεογέννητα ήταν ότι πολλά
πέθαιναν μέσα στην πρώτη εβδομάδα. Μετά τα αμφιδρόμια και τη δεκάτη, η μητέρα
εξακολουθούσε να μένει περιορισμένη στο σπίτι επειδή όσο διαρκούσαν τα λόχια ήταν μιαρή.
Η οριστική κάθαρση της μητέρας γινόταν σαράντα μέρες μετά τον τοκετό με χαρούμενη
γιορτή στο σπίτι η οποία λεγόταν Τεσσερακοσταίον.
(δραστηριότητα 11 σελ. 313)

Ερώτηση 55:
Η αθηναϊκή κατοικία.
Το σπίτι χτίζεται σε μακρόστενο οικόπεδο. Αποτελείται από μία ανοιχτή αυτή στο βόρειο τμήμα
της οποίας βρίσκονται οι κατοικήσιμοι χώροι ενώ στο νότιο τμήμα χτίζονται αποθήκες ή
σταύλοι και μαγαζιά. Ο τύπος αυτός υιοθετείται από τον πολεοδόμο Ιππόδαμο στην
ανοικοδόμηση του Πειραιά, όπου εμφανίζονται για πρώτη φορά οικοδομικά τετράγωνα με
ομοιόμορφα μακρόστενα σπίτια. Νεότερος είναι ο τύπος του σπιτιού που χτίζεται σε
τετράγωνο οικόπεδο. Τα δωμάτια οικοδομούνται τώρα γύρω από μία υπαίθρια αυλή. Τα
κυριότερα δωμάτια του σπιτιού που βλέπουν στη αυλή είναι ο οίκος και ο ανδρών. Ο οίκος
είναι η καρδιά του σπιτιού και το παλαιότερο στοιχείο. Είναι ο χώρος στον οποίο
συγκεντρώνεται καθημερινά η οικογένεια. Κοντά βρισκόταν το λουτρό όπου εκεί έτρωγαν αλλά
και μαγείρευαν. Το μαγείρεμα ήταν μία τελετουργική πράξη που γινόταν στη φωτιά
της εστίας, η οποία ταυτίζεται συνήθως με το τζάκι. Η εστία ήταν χτιστή, χαμηλή
σχεδόν τετράγωνη, όχι πολύ μεγαλύτερη από ένα μέτρο. Το κυριότερο γνώρισμά της ήταν ότι
βρισκόταν ακριβώς στο μέσο του δωματίου. Δε ακουμπούσε δηλαδή στον τοίχο ή σε μία
γωνία. Δίπλα στη εστία ερχόταν να σταθεί το νιόπαντρο ζευγάρι σε σεμνή τελετή με την οποία
η νύφη ενσωματωνόταν στο καινούργιο σπιτικό της. Για τον ίδιο λόγο έτρεχαν από την
οικογενειακή εστία με το νεογέννητο στα χέρια στα αμφιδρόμια. Ο ανδρών ήταν το πιο
επίσημο δωμάτιο του σπιτιού. Είχε συνήθως χτιστές κλίνες κατά μήκος των τοίχων και
πολυτελές δάπεδο. Στον ανδρώνα έτρωγαν διασκέδαζαν και έκαναν πολιτικές ή φιλοσοφικές
συζητήσεις στα λεγόμενα συμπόσια ο οικοδεσπότης και οι φιλοξενούμενοί του. αυτό το
δωμάτιο χρησιμοποιούσαν ίσως και για τις οικογενειακές εορταστικές εκδηλώσεις, όπως είναι
το γαμήλιο γεύμα ή το δείπνο μετά τη δεκάτη. Το υπνοδωμάτιο του ζευγαριού και ο
γυναικωνίτης μέσα στον οποίο μεγάλωναν τα παιδιά ως τα επτά τους χρόνια βρίσκονταν
65 

 
στον δεύτερο όροφο. Το ισόγειο και ο όροφος επικοινωνούσαν με σκάλα που βρισκόταν στην
αυλή ή στο εσωτερικό του οίκου. Παράδειγμα: πρόκειται για τέσσερα ομοιόμορφα σπίτια από
τα οποία τα δύο παρουσιάζονται με το ισόγειο και τον όροφο σε τομή. Τα σπίτια αυτά
χτίζονται συνήθως ανά οκτώ (τέσσερα μπρος και τέσσερα πίσω) σε οικόπεδα 200-300 τ.μ. Ο
οίκος και ο ανδρών βρίσκονται δίπλα δίπλα, στα βόρεια μιας υπαίθριας αυτής στη νότια
πρόσοψη της οποίας υπάρχει μία αποθήκη (εσωτερικά) και ένα κατάστημα (εξωτερικά). Η
οικία της Αγαθής Τύχης είναι μία πολυτελής έπαυλη μπροστά από το ανατολικά τείχος της
Ολύνθου. Τα δωμάτια είναι χτισμένα γύρω από μία περίστυλη υπαίθρια αυλή. Στο δεξιό άκρο
της υπάρχει κλιμακοστάσιο που συνέδεε άλλοτε το ισόγειο με τον όροφο. Στο βόρειο μέρος
της αυτής βρίσκεται ο οίκος με τετράγωνη εστία στο μέσον του δωματίου. Η ονομασία της
έπαυλης οφείλεται στην επιγραφή που βρίσκεται στο δάπεδο του δωματίου δεξιά από τον οίκο.
Από την άλλη πλευρά του οίκου βρίσκεται ο ανδρών. Περίτεχνα δάπεδα κοσμούν τον
προθάλαμο και τον κυρίως ανδρώνα που είχε εννέα κλίνες. Η σχεδόν τετράγωνη εστία η οποία
περιβάλλεται από χτιστό πέτρινο πεζούλι περιείχε στάχτες. Η αρχαία ελληνική οικογένεια άναβε
την εστία της με την άσβεστη φωτιά, που διατηρούσαν στο κέντρο της πόλης, σε κτίριο
γνωστό ως πρυτανείο.
(δραστηριότητα 11 – σελ. 313)

Ερώτηση 56:
Η αναγνώριση των παιδιών από τη φατρία.
Οι σημαντικότερες τελετουργίες με τις οποίες αναγνωριζόταν η γνησιότητα των παιδιών ήταν
το μείον και το κούρειον για τα αγόρια και η γαμηλία για τα κορίτσια. Και οι τρεις
τελετουργίες διεξάγονταν κάθε χρόνο την Τρίτη μέρα της εορτής των Απατουρίων στις κατά
τόπους φρατρίες στα μέρη δηλαδή όπου συγκεντρώνονταν η ευρύτερη ανδρική συγγενική
ομάδα στην οποία ανήκε η οικογένεια του πατέρα ή του συζύγου. Η μέρα αυτή λεγόταν
Κουρεώτις. Αποδοχή από τη φρατρία σήμαινε νομιμοποίηση της γέννησης των παιδιών στα
πλαίσια των οίκων που συγγένευαν με τον πατρικό ή τον συζυγικό οίκο, αντίστοιχα. Η φρατρία
ασκούσε έλεγχο στην κληρονομιά και στην κατανομή της πατρικής περιουσίας. Για να
ασκήσουν τα δικαιώματά τους πάνω στην περιουσία και στην κληρονομιά όλοι οι νόμιμοι γιοι
των Αθηναίων πολιτών έπρεπε πρώτα να έχουν γίνει αποδεκτοί από τη φρατρία του πατέρα.
Μόνο τότε είχαν τα αγόρια δικαίωμα να γίνουν Αθηναίου πολίτες στην ηλικία των 18 ετών. Οι
Αθηναίοι θεωρούσαν τον θεσμό της φρατρίας μέρος της ιωνικής κλήρονομιάς τους και τον
ανήγαγαν στον ήρωα Ίωνα. Στον όρο φρατρία διασώθηκε η ινδοευρωπαική λέξη για τον
αδελφό. Η είσοδος των μικρών αγοριών στη φρατρία γινόταν με τελετουργική θυσία, που
ονομαζόταν μείον. Τη θυσία προσέφερε ο πατέρας την επομένη της χρονιάς στην οποία
γεννιόταν το παιδί. Σημαντικότερη ήταν η θυσία ζώου που συνόδευε την τελετουργική κουρά
των μαλλιών του αγοριού. Η θυσία αυτή λεγόταν κούρειον. Η κουρά των μαλλιών συμβόλιζε
τη μετάβαση των αγοριών από την παιδική ηλικία στην εφηβεία. Κούρα και θυσία σφράγιζαν
την επίσημη είσοδο και αναγνώριση του εφήβου ως μέλους της φρατρίας. Ο πατέρας έπαιρνε
όρκο ενώπιον των ενηλίκων μελών της φρατρίας του ότι το παιδί ήταν γνήσιο, γεννημένο από
μητέρα την οποία είχε παντρευτεί. Αν τα μέλη της φρατρίας δεν αποδέχονταν το αγόρι ως
νόμιμο παιδί του πατέρα του απομάκρυναν το θυσιαστήριο ζώο από τον βωμό. Αλλιώς
έπαιρναν ο καθένας μερίδα από το θυσιασμένο ζώο την οποία τους μοίραζε το παιδί για το
οποίο διεξαγόταν η θυσία. Το κούρειον σημάδευε το τέλος της παιδικής ηλικίας και την αρχή
της μεταβατικής περιόδου που οδηγούσε μέσω εφηβείας στην ενηλικίωση. Μετά το κούρειον ο
έφηβος παρουσιαζόταν στον δήμο του πατέρα για να εγγραφεί ως Αθηναίος πολίτης. Μετά την
66 

 
εγγραφή στον δήμο, ο νεαρός άνδρας υπηρετούσε επί δύο χρόνια την πόλη του ως φρουρός
ενώ συγχρόνως υποβαλλόταν σε στρατιωτική εκπαίδευση. Η περίοδος αυτή ονομαζόταν
εφηβεία.

Ερώτηση 57:
Η γέννηση των παιδιών στη Σπάρτη.
Σύμφωνα με τον Πλούταρχο έπλεναν τα νεογέννητα όχι με νερό αλλά με κρασί, και αντί να τα
σπαργανώνουν άφηναν ελεύθερο το σώμα και τα μέλη τους. το πλύσιμο με κρασί ήταν ένα
είδος πρώτης επιλογής. Σύμφωνα με τις σπαρτιατικές αντιλήψεις όσα μωρά ήταν επιληπτικά κι
αρρωστιάρικα πάθαιναν κρίση με το δυνατό κρασί και πέθαιναν με σφαδασμούς ενώ τα γερά
βρέφη σκληραγωγούνταν και δυνάμωναν περισσότερο.

Η έκθεση των βρεφών στους Αποθέτες.


Η Γερουσία αποφάσιζε για τα νεογέννητα, η οποία αποτελούνταν από τους πρεσβύτερους
των φυλών. Ο πατέρας ήταν υποχρεωμένος να παρουσιάσει κάθε νεογέννητο στη Λέσχη, το
μέρος όπου συγκεντρώνονταν τα μέλη της Γερουσίας. Ύστερα από εξέταση του βρέφους αν
αυτό ήταν καλοσχηματισμένο και γέρο, του το επέστρεφαν με εντολή να το αναθρέψει. Τα
καχεκτικά όμως και δύσμορφα παιδιά αγόρια και κορίτσια έστελναν τον πατέρα να τα εκθέσει
στους λεγόμενους Αποθέτες ένα βάραθρο κοντά στον Ταύγετο. Τόσο το πλύσιμο των
βρεφών με κρασί όσο και η υποχρεωτική έκθεση των καχεκτικών και δύσμορφων παιδιών
υποδηλώνουν τη ροπή των Σπαρτιατισσών προς τον ευγονισμό: την τεχνητή δηλαδή επιλογή
των νεογέννητων με σκοπό τη βελτίωση των απογόνων τους. τη ροπή προς τον ευγονισμό
δηλώνει και η συνήθεια να αποκτά ένας ηλικιωμένος παιδί από τη συνεύρεση της γυναίκας του
με νεαρό άνδρα επιλεγμένο από τον ίδιο.

Ερώτηση 58:
Η ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
Τα καθήκοντα της τροφού και του παιδαγωγού στην Αθήνα.
Τα πρώτα επτά χρόνια τα παιδιά μεγάλωναν στη ζεστασιά του γυναικωνίτη. μετά τον τοκετό η
μητέρα θήλαζε και φρόντιζε το μωρό. Στα πλουσιόσπιτα όμως τα πρόσωπα που φρόντιζαν για
τις άλλες καθημερινές ανάγκες των παιδιών εκτός από τον θηλασμό ήταν η τροφός και
αργότερα ο παιδαγωγός. Η τροφός ή αλλιώς τιθήνη ήταν συνήθως δούλη ή και μία φτωχή
γυναίκα. Στην αρχή αναλάμβανε την καθημερινή φροντίδα του μωρού, το κανάκεμα δηλαδή
και τη σωματική υγιεινή του. μετά τον απογαλακτισμό του παιδιού φρόντιζε για την τροφή και
την εκπαίδευσή του ώστε να γίνει αυτόνομο: του μάθαινε να τρώει και να μιλάει και το στήριζε
στα πρώτα του βήματα. Από την τροφό και τη μητέρα ή τη γιαγιά άκουγαν τα παιδιά τα πρώτα
νανουρίσματα και τραγουδάκια ή παραμυθάκια. Δεν έλειπαν όμως και τα φόβητρα με τα
γυναικεία ονόματα (Λάμια). Η τρομακτική εμφάνιση τους (τεράστια αυτιά. Μαλλιά πλεγμένα με
φίδια) ανάγκαζε τα ανυπάκουα παιδία να φρονιμέψουν. Απειλητικός περνούσε πεινασμένος έξω
από τα σπίτια και ο προικισμένος με ανθρώπινη λαλιά και νου λύκος. Ήταν έτοιμος να
καταβροχθίσει όποιο παιδί γκρίνιαζε και έκλαιγε. Όταν τα αγόρια απογαλακτίζονταν και
μπορούσαν πια να καταλάβουν την ανθρώπινη λαλιά τα αναλάμβανε ένας έμπιστος δούλος του
σπιτιού ο παιδαγωγός. Κύριο μέλημα του παιδαγωγού ήταν να τα συνοδεύει αργότερα στις
εξόδους τους. ήταν ο μόνιμος συνοδός των αγοριών οτιδήποτε έκαναν κι όπου πήγαιναν. Ο
παιδαγωγός ξυπνούσε το παιδί και το συνόδευε στο σχολείο κρατώντας ο ίδιος την πλάκα και
το μουσικό του όργανο. Την ώρα του μαθήματος ο παιδαγωγός καθόταν παράμερα και
67 

 
παρακολουθούσε την επίδοση του μαθητή. Μάθαινε ακόμη στα αγόρια καλούς τρόπους, τα
επέβλεπε στα παιχνίδια τους και ασκούσε κάποια επίδραση στη διαμόρφωση του χαρακτήρα
τους . ήταν ο πιο αγαπημένος δούλος του σπιτιού με τον οποίο τα αγόρια δένονταν
συναισθηματικά. Τόσο η τροφός όσο και ο παιδαγωγός παρέμεναν κοντά στα παιδιά όταν
μεγάλωναν και συμμερίζονταν τις έγνοιες και τις θλίψεις των νεαρών κυρίων τους. η τροφός
του πατέρα μάλιστα μεγάλωνε πολλές φορές και τα παιδιά του. η τροφός αυτή λεγόταν προς
πάτωρ και έχαιρε ιδιαίτερου σεβασμού όπως η παραμάνα του Οδυσσέα Ευρύκλεια που τον
αναγνώρισε πολύ πριν από την Πηνελόπη από την ουλή που είχε στο πόδι. Η εξωτερική
εμφάνιση της τροφού και του παιδαγωγού είναι γνωστή κυρίως από μικροτεχνήματα και
παραστάσεις αγγείων με ιδιαίτερη έμφαση στα δουλικά τους χαρακτηριστικά (χονδροειδής
φυσιογνωμία, ατημέλητη κόμμωση). Η στενή σχέση της τροφού και του παιδαγωγού με τα
παιδιά φαίνεται από την μικροπλαστική.

Οι τροφοί της Σπάρτης.


Σε αντίθεση με την Αθήνα όπου τα αγόρια μεγάλωναν στο πατρικό τους σπίτι, οι νεαροί
Σπαρτιάτες ζούσαν σε στρατιωτικούς καταυλισμούς ανάμεσα στα 7-30 χρόνια τους. αυτός
ήταν ο λόγος που δεν χρησιμοποιούσαν παιδαγωγούς. Όσο για τις Λακώνισσες παραμάνες
ακολουθούσαν μία τακτική που δεν διαφέρει πολύ από τις σύγχρονες παιδαγωγικές αντιλήψεις.
Σύμφωνα με τον Πλούταρχο όχι μόνο δεν φάσκιωναν τα μωρά αλλά και τα συνήθιζαν ακόμη
να τρώνε έυκολα τα φαγητά και να μη σιχαίνονται, να μη θορυβούνται από το σκοτάδι και να
μη φοβούνται τη ερημιά, να απέχουν από άπρεπη συμπεριφορά και να μην κλαψουρίζουν. Οι
παραμάνες ήταν περιζήτητες και η τροφός του Αλκιβιάδη που λεγόταν Αμύκλα. Με την τακτική
τους αυτή οι τροφοί της Λακωνίας προετοίμαζαν στην πραγματικότητα τα παιδιά για τη
σκληραγωγημένη στρατιωτική ζωή που τους επιφύλλασε η Σπάρτη. Από τη στιγμή που
συμπλήρωναν τα εφτά τους χρόνια τα αγόρια περνούσαν στη διαπαιδαγώγηση του κράτους,
στο οποίο ανήκαν μέχρι να πεθάνουν. Σε ανάλογη ως ένα σημείο αθλητική εκπαίδευση
υποβάλλονταν και τα κορίτσια. Πολιούχος των τροφών της Λακωνίας ήταν η Άρτεμις
Κορυθαλία προς τιμή της οποίας εορτάζονταν τα Τιθηνίδια η γιορτή δηλαδή των τροφών.
Το ιερό της θεάς βρισκόταν στη εξοχή όπου οι τροφοί έφερναν στο άγαλμα της τα μικρά
αγόρια για να τα ευλογήσει. Θυσίαζαν γουρουνάκια του γάλακτος και στο πανηγυρικό γεύμα
που ακολουθούσε πρόσφεραν ψωμιά ψημένα στα κάρβουνα.

68 

 
Β’ ΤΟΜΟΣ: ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΣΤΟΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΚΑΙ
ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΚΟΣΜΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 - ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΘΕΣΜΟΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ


ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Ερώτηση 1:
Η παρουσία του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305) στην πολιτική σκηνή της ρωμαϊκής
αυτοκρατορίας οριοθετεί το τέλος μια παρακμιακής περιόδου: κατά τον 2ο-3ο αι. μ.Χ., η κρίση
που ακολούθησε τον θάνατο του Μάρκου Αυρήλιου (180) απείλησε τα θεμέλια της Ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας: είχαμε συχνές και βίαιες αλλαγές αυτοκρατόρων, συνομωσίες, στρατιωτικά
πραξικοπήματα, εμφύλιους πολέμους, στάσεις των καταπιεσμένων πληθυσμών στις πόλεις,
βίαιους διωγμούς θρησκευτικών αντιπάλων (π.χ. χριστιανών)
Μια από τις σημαντικότερες επιπτώσεις ήταν η εξασθένιση του αυτοκρατορικού θεσμού (μεταξύ
235-285 συνολικά υπήρξαν τριάντα ηγεμόνες που είχαν επίσημα αναγνωρισθεί ως Αύγουστοι ή
Καίσαρες).

Ερώτηση 2:
Οι μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού.
‐ Καθιέρωσε το σύστημα της τετραρχίας (δηλαδή καταμερισμός καθηκόντων μεταξύ
τεσσάρων ηγεμόνων, οι οποίοι επελέγησαν με κριτήρια καθαρά αξιοκρατικά) Η πρώτη
τετραρχία = Διοκλητιανός και Μαξιμιανός υπεύθυνοι για ανατολικό και δυτικό τμήμα της
αυτοκρατορίας + βοήθεια των καισάρων Γαλέριου και Κωνστάντιου Χλωρού = ισχυρό
πολιτικό σχήμα που εξασφάλισε την ησυχία και την τάξη στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας +
ότι αναβάθμισαν και σταθεροποίησαν το κύρος του αυτοκράτορα
‐ Διαίρεση επαρχιών σε μικρότερες και συνένωσή τους σε μεγαλύτερες περιφερειακές
διοικήσεις
‐ Διαχωρισμός πολιτικής από στρατιωτική εξουσία
‐ Αύξηση αριθμού των στρατευμάτων και των υπηρεσιών
‐ Καταπολέμηση πληθωρισμού
(δραστηριότητα 1β σελ. 23)

Ερώτηση 3:
Ο Μ. Κων/νος συνέχισε τη μεταρρυθμιστική πολιτική του Διοκλητιανού και επιπλέον:
‐ Προχώρησε στη συμφιλίωση του ρωμαϊκού κράτους με τη χριστιανική Εκκλησία
‐ Μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κων/πολη
‐ Καθιέρωση μοναρχίας (γιατί μάλωναν πολλοί για να καταλάβουν τις θέσεις των τετραρχών)
Και έτσι ο Κων/νος έμεινε μόνος αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο αυτοκρατορικός θεσμός κατέληξε σε συγκεντρωτική – απόλυτη μοναρχία με


αναβαθμισμένη θέση του αυτοκράτορα: αυτός διέθετε απόλυτη εξουσία και συγχρόνως
ακτινοβολούσε θεία δύναμη (divus = θείος και sacer = ιερός)
Η αίγλη του αυτοκράτορα ενισχύθηκε περισσότερο από αυστηρή αυλική εθιμοτυπία, ενώ από
το 290 μ.Χ. καθιερώθηκε και η προσκύνηση του αυτοκράτορα (adoratio).
Ο θείος και υπερβατικός χαρακτήρας του αυτοκράτορα θωρακίστηκε και με την αντίληψη περί
άμεσης θεϊκής προστασίας. (π.χ. σε επιγραφή από το Δυρράχιο οι Διοκλητιανός και Μάξιμος
αναφέρονται ως dii geniti et deorum creatores = γόνοι και δημιουργοί θεών)
Αυτό δεν υποδήλωνε μόνο τη θεία φύση των αυτοκρατόρων αλλά και τη θεϊκή εξουσιοδότηση να
διορίζουν τους δύο Καίσαρες – Γαλέριο και Κων/νο Χλωρό – οι οποίοι αποκτούσαν θεϊκή
υπόσταση επίσης. Π.χ. ο Διοκλητιανός ονομάστηκε Ιόβειος (Iovus) από τον προστάτη του θεό Δία
και ο Μαξιμιανός Ερκούλιος (Herculius) από τον Ηρακλή + απεικόνιση αυτοκράτορα με
φωτοστέφανο (βλ. εργασία 3η)
69 

 
Ο Μέγας Κων/νος, ως οπαδός του μιθραϊσμού (η λατρεία του Μίθρα: ιρανική θεότητα – θεός του
Ήλιου), είχε συνδέσει το κύρος της εξουσίας του με τον ανίκητο θεό Ήλιο. Ωστόσο, επιθυμεί
σιγά-σιγά να απομακρυνθεί από την απροκάλυπτη θεοποίησή του και κυρίως να αποσυνδεθεί από
τις ειδωλολατρικές θεότητες. Έτσι, μετά το 324, τη θέση του αυτοκράτορα – θεού πήρε ο
εκλεκτός του Θεού (ο αυτοκράτωρ ελέω Θεού). Είναι φανερό ότι ο Κων/νος επηρεάστηκε από τη
χριστιανική θρησκεία ενώ παράλληλα επιζητούσε την υποστήριξη της Εκκλησίας.
(δραστηριότητες 1-2 σελ. 23)

Ερώτηση 4:
Παρόλο που Διοκλητιανός και Κων/νος είχαν τεράστιες διαφορές: το όνομα του Δ. έχει συνδεθεί
με τον μεγαλύτερο και πιο αιματηρό διωγμό των χριστιανών, ενώ του Κ. με την επίσημη
αναγνώριση της χριστιανικής θρησκείας, εντούτοις και οι δύο επιδίωξαν μια ενιαία θρησκεία,
η οποία θα ενεργούσε ως εγγυητής της ασφάλειας και της ευημερίας του κράτους. Η διαφορά
των δύο αυτοκρατόρων είχε να κάνει με τον διαφορετικό τρόπο ερμηνείας και προσέγγισης της
«ενιαίας θρησκείας».

Εξέλιξη θρησκευτικής πολιτικής κατά το πρώτο μισό του 4ου αι.:


Ο Διοκλητιανός καθόρισε τη θρησκευτική πολιτική του με βάση την επίσημη ρωμαϊκή θρησκεία.
Στα χρόνια του, προωθήθηκε ιδιαίτερα η λατρεία του Δία και του Ηρακλή (ο Δ. ονομαζόταν και
Ιόβειος από τον προστάτη του θεό Δία και ο Μαξιμιανός Ερκούλιος από τον Ηρακλή). Αυτό έγινε
στην προσπάθεια του αυτοκράτορα για θεϊκή κατοχύρωση της εξουσίας του. Έτσι εμφανίστηκε η
αυτοκρατορική λατρεία, η οποία εξασφάλιζε την αφοσίωση του πλήθους στον αυτοκράτορα και
αποτελούσε εγγύηση για την πνευματική και πολιτική συνοχή της αυτοκρατορίας. Το παγιωμένο
ρωμαϊκό πολυθεϊστικό σύστημα εύκολα προσαρμόστηκε στη διάδοση της αυτοκρατορικής
λατρείας αφού θεωρήθηκε ότι η λατρεία όλων των παραδοσιακών θεών ενίσχυε το θεόπνευστο
χαρακτήρα των αυτοκρατορικών πράξεων και άρα συνέβαλλε στην ευτυχία του κράτους.

Έτσι, κάθε νέα θρησκεία αποτελούσε κίνδυνο για το αυτοκρατορικό καθεστώς. Οι χριστιανοί κατά
την περίοδο του Δ. αντιμετωπίστηκαν με χαρακτηριστική αγριότητα από τους υπηκόους της
αυτοκρατορίας. Την περίοδο 303-304 διατάχθηκε η καταστροφή των χριστιανικών εκκλησιών, η
σύλληψη μελών του κλήρου και η ταυτόχρονη τέλεση θυσιών ειδωλολατρικού τύπου για να
εξασφαλιστεί η ευημερία των αυτοκρατόρων. Όσοι δεν υπάκουαν στα παραπάνω καταδικάζονταν
σε θάνατο ή σε ισόβια καταναγκαστικά έργα.

Οι διωγμοί συνεχίστηκαν και από τους διαδόχους του Δ. μέχρι που ήρθε ο Μ. Κων/νος –
κατάλαβαν πως η συντριβή των χριστιανών με βίαια μέτρα ήταν πλέον ανέφικτη και απειλούσε
την εσωτερική τάξη.
Η κατάπαυση των διωγμών από τον Γαλέριο το 311 (που υπήρξε από τους σκληρότερους
διώκτες στην Ανατολή) αποτελεί επιβεβαίωση της αλλαγής στη θρησκευτική πολιτική των
αυτοκρατόρων. Το σχετικό διάταγμα του Γαλέριου νομιμοποιούσε τη χριστιανική θρησκεία ως
«επιτρεπόμενη» και οι πιστοί της έπρεπε να προσεύχονται στον θεό τους αλλά και πάλι για την
ευημερία του αυτοκράτορα. Παρόμοιο διάταγμα και του Μαξεντίου, ενώ το 313 μετά την ήττα
του Μαξεντίου στη Μουλβία γέφυρα, οι Κω/νος και Λικίνιος συμφώνησαν στο Μεδιόλανο
συμφώνησαν να συνεχίσουν την ίδια πολιτική. Αργότερα ο Λικίνιος έλαβε μέτρα κατά των
χριστιανών της επικράτειάς του αλλά ήρθε ο Κων/νος το 324 και σήμανε την επέκταση της
απόλυτης ελευθερίας της χριστιανικής θρησκείας σε όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Το θέμα με τη Μουλβία γέφυρα και η μεταστροφή του Κων/νου:


Όπως είπαμε, αρχικά ο Κων/νος υποστήριζε τον θεό Ήλιο αλλά τη νύχτα πριν από τη μάχη στη
Μουλβία γέφυρα ονειρεύτηκε τον σταυρό με το μονόγραμμα του Ιησού Χριστού ως προάγγελο
της νίκης του. Έτσι, το θαυματουργό σύμβολο χαράχτηκε σε αυτοκρατορικά λάβαρα, νομίσματα,
ακόμη και στην αυτοκρατορική περικεφαλαία. Έτσι, μετά το 312, άρχισε να σέβεται το διάταγμα
70 

 
ανεξιθρησκίας του Γαλέριου και προχώρησε καθιερώνοντας την αργία της Κυριακής ως μέρα
χριστιανικής γιορτής, καθιέρωσε τη συμμετοχή των επισκόπων στην απονομή της δικαιοσύνης και
επέτρεψε την παροχή περιουσιακών δωρεών στην εκκλησία.
Η θρησκευτική πολιτική του Κ. μετά την ήττα του Λικίνιου: περιόρισε τις ειδωλολατρικές τελετές
κατά τις επίσημες γιορτές, έβγαλε από τα νομίσματα τις ειδωλολατρικές θεότητες, ζήτησε την
ανέγερση εκκλησιών με δημόσιους πόρους, πρόσθεσε στο διάδημά του (πολύτιμους λίθους και)
ένα καρφί από τον σταυρό του Ιησού, επιδίωξε την ενότητα της Εκκλησίας έτσι ώστε η
οικουμενικότητα του κράτους να προβάλλεται όχι μόνο σε πολιτικό αλλά και σε θρησκευτικό
επίπεδο. Ο Κων/νος είχε προσωπική επέμβαση στα θέματα της Εκκλησίας γιατί πίστευε πολύ στην
ενότητα της πίστης που θα οδηγούσε στην ευημερία του κράτους. Ήδη, από το 313 ασχολιόταν
με τα εσωτερικά της Εκκλησίας ενώ μετά το 316 άρχισε να εμφανίζεται ως ύπατος διαιτητής στις
διαμάχες μεταξύ των επισκόπων.

Ερώτηση 5:
Στη Σύνοδο της Νίκαιας το 325, η οποία συγκλήθηκε από τον ίδιο τον Κ. για να συζητηθεί η
αιρετική διδασκαλία του Αλεξανδρινού πρεσβύτερου Αρείου (αμφισβητούσε τη θεία φύση του
Ιησού – τον θεωρούσε απλώς κτίσμα του Θεού) προέδρευε ο Κ. (αν και ήταν ακόμη αβάπτιστος)
και τελικά ο Άρειος εξορίστηκε καθώς θεωρήθηκε λανθασμένη η άποψή του.
Η σημασία της Συνόδου: 1) διαμορφώθηκε το χριστιανικό δόγμα 2) θεμελιώθηκε η
ανάμιξη της εξουσίας στα εκκλησιαστικά πράγματα (καισαροπαπισμός)

Στο πλαίσιο της χριστιανικής πολιτικής του Μ. Κων/νου εντάσσεται και η αποστολή της μητέρας
του Ελένης στα Ιεροσόλυμα (θεωρείται ότι βρήκε την ακριβή θέση του Γολγοθά, ανακάλυψε τον
ίδιο τον Τίμιο Σταυρό, τη λόγχη, τον σπόγγο κτλ κτλ)
Με χρηματικές χορηγίες του Κων/νου θεμελιώθηκε ο ναός της Αναστάσεως στον χώρο της ταφής
του Θεανθρώπου, ο ναός της Γεννήσεως στο σπήλαιο της Βηθλεέμ και ο ναός της Αναλήψεως
στα Ιεροσόλυμα.
Η βάπτιση του Κων/νου λίγο πριν τον θάνατό του έγινε στην Νικομήδεια και στις 22 Μαΐου 337 ο
Κων/νος παρέδωσε το πνεύμα – και έγινε «ισαπόστολος».
(δραστηριότητα 3 – σελ. 26-27)

Ερώτηση 6:
Βυζάντιο ή Βυζαντινή αυτοκρατορία = το χριστιανικό κράτος της ρωμαϊκής Ανατολής που
γεννήθηκε με την ίδρυση της Κων/πολης το 324 μ.Χ. και έσβησε όταν η πόλη κυριεύτηκε από
τους Οθωμανούς Τούρκους το 1453. Θεωρείται συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
ταυτόχρονα όμως μεταμορφώθηκε σε ένα ελληνόφωνο χριστιανικό κράτος που δέσποζε στα
Βαλκάνια και την ανατολική Μεσόγειο. Οι ίδιοι οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν το κράτος τους
ρωμαϊκόν ή Ρωμαίων κράτος ή βασιλεία των Ρωμαίων. Οι όροι Βυζάντιον ή βυζαντινός αποτελούν
δημιούργημα της ιστοριογραφίας των νεότερων χρόνων και χρησιμοποιήθηκαν για 1η φορά τον
16ο αι. από τον Γερμανό ιστορικό Ιερώνυμο Wolf. Πρόκειται για συμβατική επέκταση της
ονομασίας που δήλωνε την αρχαία μεγαρική αποικία, το Βυζάντιο, στη θέση της οποίας κτίσθηκε
η Κων/πολη.
Ο Κ. (όπως και οι προκάτοχοί του) είχε κατανοήσει την αναγκαιότητα νέου διοικητικού κέντρου.
Η Ρώμη, η «γηραιά» πρωτεύουσα, μακριά από τα νευραλγικά σημεία της αυτοκρατορίας, είχε
πάψει από δεκαετίες να αποτελεί το επίκεντρο της πολιτικής ζωής. Οι Ρωμαίοι Αύγουστοι
εμφανίζονταν εκεί μόνο στις επετείους. Ο Μαξιμιανός διοικούσε από το Μεδιόλανο, ο
Διοκλητιανός από τη Νικομήδεια.
Η επιλογή του Βυζαντίου από τον Κων/νο έδειχνε μεγαλοφυΐα: βρισκόταν πάνω στο σταυροδρόμι
της Ευρώπης και της Ασίας, στο πέρασμα μεγάλων χερσαίων και θαλάσσιων εμπορικών δρόμων,
σε απόσταση βολής αλλά και ασφάλειας από τα δύο επικίνδυνα για την αυτοκρατορία σύνορα, το
ανατολικό και το παραδουνάβιο. Ιδανικό στρατηγικό σημείο: ο Βόσπορος ανατολικά, ο Κεράτιος
κόλπος βόρεια και η θάλασσα του Μαρμαρά νότια αγκάλιαζαν προστατευτικά την πρωτεύουσα
που ήταν ευάλωτη στους εχθρούς μόνο από το δυτικό χερσαίο σύνορο, όπου και υψώθηκε
71 

 
ισχυρό προστατευτικό τείχος. Η Νέα Ρώμη, η Βασιλεύουσα των Βυζαντινών, η Πόλις του
Κων/νου δεν ήταν προϊόν στρατιωτικού κατορθώματος αλλά αποτέλεσμα πολιτικής οξυδέρκειας
και έμπνευσης.

Ερώτηση 7:
Ο αυτοτελής κρατικός οργανισμός που εδραιώθηκε στην Κων/πολη βασίστηκε 1) στο
αυτοκρατορικό βίωμα της Ρώμης, 2) στη συγκεντρωτική άσκηση της εξουσίας και στην εξύψωση
της θέσης του αυτοκράτορα (μονοκρατορία του Κων/νου), 3) στην ελληνική παιδεία, 4) στον
χριστιανισμό.
Η ελληνική γλώσσα, κληρονομιά της κλασικής αρχαιότητας αλλά και δημιούργημα των
ελληνιστικών βασιλείων του Μ. Αλεξάνδρου, αποτέλεσε το συνεκτικό στοιχείο εκατομμυρίων
ανθρώπων ποικίλης φυλετικής, κοινωνικής και θρησκευτικής προέλευσης. Επιπλέον ο
χριστιανισμός με τα κηρύγματά του για αλληλεγγύη, αγάπη, φιλανθρωπία, ανθρώπινη ισότητα
άσκησαν ιδιαίτερη γοητεία στους κατοίκους.
Κράτος πολυεθνικό, το Βυζάντιο έγινε τόπος συνάντησης λαών και εθνών, σταυροδρόμι δοξασιών
και διαφορετικών τρόπων ζωής, κράμα γενών και πολιτισμών. Η Constitutio Antoniniana (212
μ.Χ.), που έδωσε την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη σε όλους σχεδόν τους υπηκόους του κράτους,
αποτέλεσε το ρωμαϊκό πρόδρομο αυτού του επιτεύγματος.
Το βυζαντινό επίτευγμα στηρίχθηκε στο ομόδοξον και το ομόγλωσσον, παγιώνοντας το
ομότροπον, δηλαδή τη συγκρότηση ενιαίας ανθρώπινης κοινότητας.
(δραστηριότητα 4 – σελ. 29)

Ερώτηση 8:
Το βυζαντινό πολιτειακό σύστημα: Απόλυτη Μοναρχία.
Στο πολιτικό, στρατιωτικό, νομοθετικό και εκκλησιαστικό προσκήνιο δέσποζε η προσωπικότητα
του αυτοκράτορα – απόλυτος ρυθμιστής των πάντων. Ο ρόλος του ήταν πολυδιάστατος.
Στον τομέα του κρατικού μηχανισμού μπορούσε να διορίζει και να απολύει υπαλλήλους, να
απονέμει τίτλους και αξιώματα. Είχε τον απόλυτο έλεγχο των οικονομικών υποθέσεων, ήταν ο
μόνος που μπορούσε να εκδώσει νόμους και να εποπτεύσει την απονομή της δικαιοσύνης. Ήταν
αρχηγός των στρατιωτικών δυνάμεων και πολύ συχνά ήταν ο πρώτος στο πεδίο των μαχών.
Επιπλέον ασκούσε αποφασιστική επιρροή στα πράγματα της Εκκλησίας. Συγκαλούσε τις
Οικουμενικές Συνόδους, έλεγχε τους πατριαρχικούς θρόνους και άλλες κατώτερες εκκλησιαστικές
έδρες, προήγε ή υποβίβαζε μια εκκλησιαστική περιφέρεια.
Το απόλυτο μοναρχικό πολίτευμα δεν υπέκειτο σε κοινοβουλευτικό έλεγχο αλλά, λόγω του
χριστιανισμού, υπήρχαν ηθικοί περιορισμοί. Δηλαδή ο αυτοκράτορας έπρεπε να είναι
φιλάνθρωπος, δίκαιος κλτ. (ηθικές αρετές ιδεώδους ηγεμόνα: η δικαιοσύνη, η
φιλανθρωπία, η ευνομία)
Υπήρξαν όμως παράλληλα και κάποιοι πολιτικοί παράγοντες οι οποίοι προσπαθούσαν να
περιορίσουν την απολυταρχική εξουσία του αυτοκράτορα: η σύγκλητος, ο στρατός, οι δήμοι
– σταδιακά μπήκε και η Εκκλησία.
(δραστηριότητα 5 – σελ. 32)

Ερώτηση 9:
Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ.
Η θεοποίηση του αυτοκράτορα αποτέλεσε ένα από τα σημαντικά μεταρρυθμιστικά επιτεύγματα
του Διοκλητιανού. Στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου η επίδραση του χριστιανικού παράγοντα
επέφερε ουσιαστική μεταβολή στη θεώρηση της αυτοκρατορικής εξουσίας. Ο «αυτοκράτορας-
Θεός» μεταβλήθηκε σε εκπρόσωπο του Θεού επί της γης, σε αυτοκράτορα ελέω Θεού.
Παράλληλα όμως επέζησαν και οι παραδοσιακές ρωμαϊκές αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες ο
αυτοκράτορας ήταν ο «άριστος», ο εκλεκτός του λαού και το στρατού.
Τυπικά ο αυτοκράτορας εκλεγόταν από τη σύγκλητο, τον στρατό και τους δήμους, που
υποτίθεται ότι αντιπροσώπευαν τη λαϊκή βούληση. Ωστόσο, στη θεωρία, η εκλογή αυτή ήταν η
αποκάλυψη της θείας βούλησης.
72 

 
Επιβίωσαν όμως και εκδηλώσεις της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής λατρείας: η προσκύνηση του
αυτοκράτορα και των αυτοκρατορικών εικόνων (υποτίθεται όμως ότι οι εκδηλώσεις αυτές δεν
αναφέρονταν άμεσα στο πρόσωπο του αυτοκράτορα αλλά στα χριστιανικά σύμβολα που αυτός
κρατούσε)
Γενικά, ό,τι ήταν ο αυτοκράτορας για τους υπηκόους του ήταν ο Θεός για τον αυτοκράτορα.
Έτσι, από τον 7ο αι. και μετά έχουμε απεικονίσεις γήινου βασιλιά να προσκυνά τον ένθρονο
Χριστό.

Από βυζαντινές πηγές και συγκεκριμένα κείμενα γραμμένα από τους ίδιους τους αυτοκράτορες
συναντάμε περιγραφές των αρετών του σωστού ηγεμόνα. Τα κείμενα αυτά υπογράμμιζαν τις
χριστιανικές αρχές της αυτοκρατορικής εξουσίας. Ο αυτοκράτορας θεωρούνταν ο εκλεκτός του
Θεού και ήταν εξ ορισμού πιστός εν Χριστώ και φιλόχριστος. Αρετές: δικαιοσύνη,
φιλανθρωπία, γενναιοδωρία, αγνότητα, φιλαλήθεια, ευνομία και κυρίως ευσέβεια.

Ο αυτοκράτορας μεταβίβαζε την εξουσία του σε διορισμένους άρχοντες και ήταν καθήκον των
υπηκόων να υπακούν σε αυτούς. Η ίδια η Εκκλησία τόνιζε την αναγκαιότητα μιας τέτοιας υπακοής
που θα οδηγούσε στην ευταξία, στο σεβασμό προς τον αυτοκράτορα (και άρα προς τον ίδιο το
Θεό).
Εννοείται πως ο αυτοκράτορας, ως εκπρόσωπος του Θεού επί της γης, μπορούσε να κυβερνά την
ανθρωπότητα (και συγκεκριμένα τον ορθόδοξο χριστιανικό κόσμο). Έτσι, η ύπαρξη
ειδωλολατρών ή αλλόθρησκων ηγεμόνων δεν αντέκρουε τη συγκεκριμένη αντίληψη,
δεδομένου ότι αυτοί δεν ανήκαν στη σφαίρα της Θείας Πρόνοιας. Ωστόσο, η μεταστροφή τους
στην ορθοδοξία είχε ως αποτέλεσμα μια de facto εκ μέρους τους αναγνώριση της ανώτατης
εξουσίας του Βυζαντινού αυτοκράτορα.

Ερώτηση 10:
Κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο ιδρύθηκαν ανεξάρτητα χριστιανικά κράτη όμως αυτό δεν
αλλοίωσε την παντοδυναμία του Βυζαντινού αυτοκράτορα καθώς ίσχυε η ιδέα της «οικογένειας
των ηγεμόνων». Η ύπαρξη λοιπόν άλλων ηγεμόνων (που μερικοί δεν ήταν καν χριστιανοί) δεν
ενοχλούσε αφού η Οικουμένη, σύμφωνα με τις βυζαντινές αντιλήψεις, αποτελούσε μια τεράστια
ιεραρχημένη οικογένεια λαών και ηγεμόνων με επικεφαλής τον «βασιλέα των Ρωμαίων», δηλαδή
τον βυζαντινό αυτοκράτορα. Μετά από αυτόν ακολουθούσαν με σειρά «συγγενείας» τα
«πνευματικά τέκνα» του (ηγεμόνες Αρμενίας και Βουλγαρίας), οι «πνευματικοί αδελφοί» του
(ηγεμόνες Γάλλων και Γερμανών), οι φίλοι του (ηγεμόνες Αγγλίας και Βενετίας, Γένοβας κτλ) και
«οι δούλοι» του (διάφοροι μικροί τοπικοί άρχοντες της Αρμενίας, Σερβίας κτλ) Όλοι αυτοί όμως
ήταν ολοφάνερα κατώτεροι από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα, άρα δεν είχαν το όνομα βασιλείς
(αυτοκράτορες) και επομένως δεν διασπούσαν την ιδέα της μιας και μοναδικής γνήσιας
αυτοκρατορίας.
(δραστηριότητα 5 – σελ. 32)

Ερώτηση 11:
Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ: καθρέφτης της αυτοκρατορικής εξουσίας.
Κέντρο της αυτοκρατορικής εξουσίας ήταν το Μέγα ή Ιερόν Παλάτιον, δηλαδή η
αυτοκρατορική κατοικία. Βρισκόταν σε μια πλαγιά της Κων/πολης ανάμεσα στον Ιππόδρομο και
στα θαλάσσια τείχη. Η κατασκευή του άρχισε στα χρόνια του Μ. Κων/νου.
Μας είναι καλύτερα γνωστό όπως ήταν την περίοδο 9ο-10ο αι. ως ένα ακανόνιστο ανομοιογενές
σύνολο κτιρίων διάφορων χρονολογιών. Αποτελούνταν από κτίρια με πλούσια διακοσμημένες
αίθουσες, πολυτελέστατα ιδιωτικά διαμερίσματα, αίθουσες υποδοχής, τραπεζαρίες, βιβλιοθήκη,
μαρμαρόστρωτες στοές, στρατώνες της αυτοκρατορικής φρουράς, οπλοθήκη, εκκλησίες, αυλές,
κήπους, μικρά παρεκκλήσια, φυλακές, λουτρά.
Χαλκή ονομάστηκε η μεγαλοπρεπή είσοδος του παλατιού η οποία οδηγούσε στη Μέση (=
κεντρική οδό στα νοτιοανατολικά της Αγίας Σοφίας). Ονομάστηκε έτσι γιατί τα κεραμίδια έφεραν
μπρούτζινη επένδυση ή γιατί υπήρχαν μπρούτζινοι εξωθύρες.
73 

 
Στο Περί κτισμάτων ο ιστορικός Προκόπιος μας πληροφορεί ότι ο Ιουστινιανός ξανάφτιαξε με
μεγαλύτερη μεγαλοπρέπεια τη Χαλκή μετά τις καταστροφές που υπέστη κατά τη διάρκεια της
καταστροφικής Στάσης του Νίκα, και τη μετέτρεψε σε αληθινό μουσείο τέχνης: επρόκειτο για
τετράγωνη τρουλαία κατασκευή, η οροφή της οποίας έφερε ψηφιδωτή διακόσμηση με
παραστάσεις από τις νίκες του αυτοκράτορα κατά των Γότθων και των βανδάλων, καθώς και
απεικόνιση του αυτοκρατορικού ζεύγους.
Στο μέτωπο της κεντρικής πόρτας του οικοδομικού συγκροτήματος μαρτυρείται ψηφιδωτή εικόνα
ολόσωμου Ιησού να στέκεται πάνω σε υποπόδιο, με την επωνυμία Χαλκίτης. (αυτή η εικόνα
καθαιρέθηκε πρώτη από τον εικονομάχο Λέοντα Γ’ Ίσαυρο -726 ή 730- και επανατοποθετήθηκε
μέσα στο πλαίσιο των αποφάσεων της Οικουμενικής Συνόδου του 787 για αναστήλωση των
εικόνων. Μετά ξανακαθαιρέθηκε από τον Λέοντα Ε’ Αρμένιο ο οποίος την αντικατέστησε με απλό
σταυρό. Με την οριστική λήξη της εικονομαχικής έριδας το 843, το μέτωπο της Χαλκής
διακοσμήθηκε με νέα εικόνα του Ιησού Χαλκίτη)
Η σπουδαιότητα του οικοδομικού συγκροτήματος της Χαλκής υποβαθμίστηκε κατά τον 10ο αι.,
όταν ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς περιόρισε την έκταση του ανακτόρου με προστατευτικό
περίβολο. Το τέλος ήρθε μετά την αφαίρεση των μπρούτζινων θυρωμάτων της Χαλκής από τον
Ισαάκιο τον Β’ για να τα χρησιμοποιήσει σε κάποια άλλα κτήρια.

Από την πρώιμη φάση του Μεγάλου Παλατίου έχουμε μαρτυρίες για την αίθουσα των 19
ακκουβιτών (τραπεζαρία) και τη Δάφνη, μια πτέρυγα με κατοικίες.

Στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού Β’ (565-578) φαίνεται ότι η


χτίστηκε
Χρυσοτρίκλινος (= χρυσή αίθουσα): μεγάλη θολωτή οχτάγωνη αίθουσα του αυτοκρατορικού
θρόνου και των επώνυμων τελετών του παλατιού. Κάθε πλευρά του κτιρίου σχημάτιζε ημικυκλική
αψίδα και από αυτές η κεντρική στέγαζε τον αυτοκρατορικό θρόνο που διακοσμούνταν,
τουλάχιστον μετά την εικονομαχία, με ψηφιδωτή παράσταση του ένθρονου Ιησού. Η αίθουσα
αυτή έφερε εξαιρετική επίπλωση, όπως το πενταπύργιον = ερμάριο με πυργόσχημες επιστέψεις,
όπου φυλάσσονταν βαρύτιμα εκθέματα, αγγεία, στεφάνια κτλ.
Υπήρχαν επίσης και τεράστια τραπέζια: ένα επάργυρο που χωρούσε 30 υψηλόβαθμους πολιτικούς
και εκκλησιαστικούς λειτουργούς, και άλλα δύο ή τέσσερα χωρητικότητας 18 ατόμων το καθένα
(για τους άλλους υπαλλήλους). Επίσης γίνεται αναφορά στο αυτοκρατορικό τραπέζι (άρα ο
αυτοκράτορας καθόταν ξεχωριστά από τους προσκεκλημένους του)

Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β’ έχτισε και μεγάλη αίθουσα υποδοχής, γνωστής με το όνομα


Ιουστινιανός ή Τρίκλινος του Ιουστινιανού (το κτίριο, σύμφωνα με πηγές καταστράφηκε εκ
θεμελίων από θυελλώδεις ανέμους)

Στα χρόνια του Θεόφιλου (829-842) κτίστηκε το Τρίκογχο και το Σίγμα.


Τρίκογχο = ημικυκλική αίθουσα συνεδριάσεων με τρεις αψίδες, διακοσμημένη εσωτερικά με
εντοίχια επιγράμματα.
Σίγμα = ταράτσα σε σχήμα Σ με στέγαστρο από 15 κίονες. Από αυτή την ταράτσα κατέβαινε
κανείς στη φιάλη (εσωτερική αυλή με περίτεχνη μαρμάρινη βρύση στο κέντρο της)

Επίσης στα χρόνια του Θεόφιλου κτίστηκε η Καμιλάς = αίθουσα με χρυσή οροφή, που
στηριζόταν σε έξι κολώνες από θεσσαλικό πράσινο μάρμαρο. Το κάτω μέρος των τοίχων ήταν
επενδυμένο με ορθομαρμάρωση από το ίδιο πανάκριβο υλικό, ενώ στην ανωδομή υπήρχαν
πανέμορφα μωσαϊκά με απεικονίσεις ανθρώπων να συλλέγουν φρούτα.

Την περίοδο Βασιλείου Α’ (ιδρυτής Μακεδονικής δυναστείας):


Κατασκευάστηκαν καινούργιες πτέρυγες με κατοικίες όπως το Καινούργιον. Αυτό διέθετε
πολυτελή αίθουσα με θόλο που στηριζόταν σε 16 μαρμάρινους κίονες (8 από πράσινο θεσσαλικό
μάρμαρο και 8 από όνυχα) Η ανωδομή της αίθουσας ήταν διακοσμημένη με ψηφιδωτές

74 

 
παραστάσεις του Βασιλείου – επίσης στο θόλο είχαμε τα πολεμικά κατορθώματα του
αυτοκράτορα.
Επίσης υπήρχε και μια κρεβατοκάμαρα σχεδιασμένη από τον ίδιο, μεγαλόπρεπη, στο κέντρο της
υπήρχε ομφάλιο μαρμαροθέτημα με την παράσταση παγωνιού, ενώ στις τέσσερις γωνίες, μέσα σε
διάχωρα από θεσσαλικό μάρμαρο υπήρχαν αετοί φτιαγμένοι από ποικίλες ψηφίδες. Οι τοίχοι
επενδυμένοι με πολύχρωμα γυάλινα πλακίδια, ενώ στην ψηλότερη ζώνη υπήρχαν ψηφιδωτές
διακοσμήσεις με τις απεικονίσεις του Βασιλείου και της οικογένειάς του (συζύγου, παιδιών: τα
αγόρια κρατούσαν κώδικες με θεϊκά διδάγματα, που αποτελούσαν τη βάση της ανατροφής τους
και τα κορίτσια βιβλία με τους θείους νόμους – έτσι ο βιογράφος ήθελε να δείξει ότι και οι
άρρενες αυτοκρατορικοί γόνοι αλλά και οι θυγατέρες είχαν εντρυφήσει στις θείες γραφές)
Η οροφή του δωματίου ήταν κατασκευασμένη από λαμπερό χρυσάφι και στο κέντρο της υπήρχε
σταυρός από πράσινες γυάλινες ψηφίδες. Γύρω από τον σταυρό, σαν αστέρια απεικονίζονταν ο
αυτοκράτορας, η σύζυγος και όλα τους τα παιδιά με υψωμένα τα χέρια προς το Θεό και το θείο
σύμβολο της σωτηρίας.

Ο Βασίλειος εμπλούτισε το Μέγα Παλάτιον και με άλλα κτίσματα:


1) το Πεντακούβουκλον = αίθουσα χωρισμένη σε 5 διαμερίσματα
2) αρκετά παρεκκλήσια
3) τη Νέα Εκκλησία
4) θησαυροφυλάκια, λουτρά
5) και το Τζυκανιστήριον = αθλητική έκταση για έφιππο πόλο

Στα χρόνια της Μακεδονικής Δυναστείας, σημαντικό ρόλο έπαιξε η Μαγναύρα = αίθουσα
επίσημων τελετών.
Αργότερα μετατράπηκε σε αίθουσα των επίσημων ακροάσεων του αυτοκράτορα και σε αίθουσα
υποδοχής των ξένων πρεσβευτών: (από μαρτυρία ιστορικού Λιουτπράνδου – μετέπειτα
επίσκοπου Κρεμώνας – κατά την υποδοχή που του επεφύλαξε ο Κων/νος Ζ’ Πορφυρογέννητος) ο
αυτοκρατορικός θρόνος ήταν τεράστιος και μπροστά του είχε τοποθετηθεί επιχρυσωμένο
μπρούτζινο δέντρο τα κλαδιά του οποίου ήταν γεμάτα με επίχρυσα πουλιά. Ξαπλωμένα
επιβλητικά ξύλινα ή μπρούτζινα λιοντάρια με χρυσή επένδυση φρουρούσαν τον θρόνο. Καθώς ο
πρεσβευτής μεταφερόταν στην αίθουσα από δύο ευνούχους, τα λιοντάρια άρχισαν να βρυχώνται
και τα πουλιά να τιτιβίζουν. Αφού προσκύνησε τρεις φορές τον αυτοκράτορα, είδε τον θρόνο να
ανεβαίνει απότομα προς τα επάνω φθάνοντας ως την οροφή. Ο Λιουτπράνδος αναφέρεται σε
μυστικούς μηχανισμούς – τέτοιου είδους άλλωστε μηχανικές επινοήσεις είναι γνωστές στις
βυζαντινές πηγές ως αυτόματα.

11ος – 12ος αι. δεν έχουμε καμιά δραστηριότητα ανέγερσης κτηρίων στο χώρο του Μεγάλου
Παλατίου.

Μέσα 12ου αι. ο Μανουήλ Α’ Κομνηνός κατασκευάζει τον μανουηλίτη = αίθουσα διακοσμημένη
με ψηφιδωτές παραστάσεις των νικών του. Γενικά όμως την περίοδο των Παλιολόγων το Μέγα
Παλάτιον περιέπεσε σε παρακμή.

Υπήρχαν και άλλα βυζαντινά αυτοκρατορικά ανάκτορα στην Κων/πολη. Ενδεικτικά αναφέρουμε:
1) το Παλάτι των Μαγγάνων (έργο Βασιλείου Α’)
2) το Παλάτι του Βουκολέοντος (μαρμάρινη σκάλα συνέδεε το παλάτι με το μικρό ομώνυμο
λιμάνι που χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από τον αυτοκράτορα) Η ονομασία οφείλεται σε
γλυπτό που παρίστανε λιοντάρι να κατασπαράζει ταύρο. Από το παλάτι σήμερα σώζεται μόνο
η πρόσοψη ερειπωμένης αίθουσας, γνωστής ως Οικίας του Ιουστινιανού.
75 

 
3) Το Παλάτι των Βλαχερνών στο βορειοανατολικό άκρο της πρωτεύουσας. Στο ίδιο σημείο
βρισκόταν και ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα της πρωτεύουσας, η εκκλησία της
Παναγίας των Βλαχερνών. Γνωρίζουμε τις ονομασίες διάφορων αιθουσών: Αναστασιακός,
Ωκεανός, Δανούβιος.
Κατά τον 12ο αι., στα χρόνια των Κομνηνών, το παλάτι έγινε ο συνήθης τόπος παραμονής του
αυτοκράτορα. Στο ίδιο παλάτι διέμειναν και οι Παλαιολόγοι μετά την ανάκτηση της Κων/πολης
από τους Λατίνους
4) Το ερειπωμένο βυζαντινό κτίριο Tekfur Saray που έχει αρκετές ομοιότητες με το παλάτι των
αυτοκρατόρων της Νίκαιας στο Νυμφαίο, το οποίο αναφέρεται ως παλάτι του
Πορφυρογέννητου.
(άσκηση αυτοαξιολόγησης 1 & δραστηριότητα 6 – σελ. 38-39)

Ερώτηση 12:
ΟΙ ΠΑΛΑΤΙΝΕΣ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ: ιεραρχία και τάξις.
Από την Έκθεσις περί του βασιλείου τάξεως του Κων/νου Πορφυρογέννητου έχουμε πολύτιμες
αναφορές για τις τελετουργίες της αυλής:
Η επίσημη ζωή στο Παλάτι ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένη με πολυάριθμες τελετές που
σηματοδοτούσαν κάθε σημαντική κρατική ή θρησκευτική υπόθεση. Οι περισσότερες από αυτές
λάμβαναν χώρα μέσα στα όρια του παλατιού και σ αυτές συμμετείχαν μόνο μέλη της αυλής ή
κάποιοι ευνοούμενοι πολίτες ή ξένοι προσκεκλημένοι. Δεν έλειπαν όμως και οι δημόσιοι εορτασμοί
στους δρόμους της πόλης, στις εκκλησίες και στον ιππόδρομο.
Η συμμετοχή του αυτοκράτορα συνοδευόταν από έναν εντυπωσιακό αριθμό εθιμοτυπικών
διαδικασιών: εκφωνήσεις ομιλιών και ευχών, ειδική ένδυση, συνοδεία αξιωματούχων,
συγκεκριμένες πράξεις και χειρονομίες.
Η έννοια της τάξεως (ευταξία) = η αρχή της θεϊκά καθορισμένης τάξης, χάριν της οποίας οι
υπήκοοι οφείλουν να υπακούουν στους διορισμένους από τον αυτοκράτορα άρχοντες.
Για αποκατάσταση της τάξης μέσω ποινών και ευταξία στις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων
(βλ. παρακάτω)
(δραστηριότητα 8 σελ. 46)

Ερώτηση 13:
Όψεις της δημόσιας ζωής του αυτοκράτορα.
ΣΤΕΨΗ:
Η στέψη του αυτοκράτορα αποτελούσε το αποκορύφωμα της βυζαντινής παλατινής τελετουργίας
και γνώρισε αρκετές αλλαγές με την πάροδο των αιώνων.
Αρχικά:
Αποτελούσε ενιαία τελετή με την αναγόρευση του αυτοκράτορα, κατά την οποία επικρατούσε το
στρατιωτικό στοιχείο. Σε πρώτη φάση ο αναγορευόμενος φορούσε χρυσό περιδέραιο
(μανιάκιον), που του πρόσφερε αξιωματικός του σώματος των λαγκιαρίων (lanciarii =
λογχοφόροι), υψωνόταν σε ασπίδα και ανακηρυσσόταν από τον στρατό αύγουστος.
Στη συνέχεια, ο νέος αυτοκράτορας περιβαλλόταν το διάδημα και την πορφύρα κάτω από τις
ζωηρές επευφημίες του στρατού.
Στα μέσα του 5ου αι.:
Στην τελετή αναγόρευσης μαρτυρείται η παρουσία της συγκλήτου, των δήμων και του
Πατριάρχη (ενεργός συμμετοχή του κατά τη στιγμή της τοποθέτησης του διαδήματος στην
κεφαλή του αυτοκράτορα).
76 

 
Η θρηκευτικότητα του Βυζαντινού ανθρώπου άρχισε να επηρεάζει τον κοσμικό χαρακτήρα της
αυτοκρατορίας: έτσι, στα χρόνια της βασιλείας του Φωκά (602-610), η αναγόρευση και η στέψη
του αυτοκράτορα έχασαν τον ενιαίο χαρακτήρα τους και η περιβολή του διαδήματος αποτέλεσε
νέα, αυθύπαρκτη τελετή στην οποία η συμμετοχή του Πατριάρχη ήταν ουσιαστική.
Ενδεικτική είναι και η αλλαγή του χώρου: στα πρώτα χρόνια λάμβανε χώρα στο Έβδομον
(= προάστιο της Κων/πολης όπου υπήρχαν στρατιωτικές εγκαταστάσεις), ενώ μετά τον 6ο αι.
στον Ιππόδρομο, κοντά στο Ιερόν Παλάτιον και στην Αγία Σοφία.
Το 641, η στέψη του Κώνσταντου Β’ στον άμβωνα της ίδιας εκκλησίας προσδίδει στην
τελετή ακόμη πιο θρησκευτικό χαρακτήρα.
Το σχήμα στέψη αυτοκράτορα – Αγία Σοφία όμως άρχισε να παγιώνεται προς τα τέλη του 8ου αι.
αφού μέχρι τότε είχαμε και στέψεις στον Ιππόδρομο.

Η στέψη του συναυτοκράτορα ακολουθούσε το ίδιο τελετουργικό τυπικό, με εξαίρεση ότι αυτή
γινόταν, όπως και στις περιπτώσεις της αυτοκράτειρας, από τον κυρίως αυτοκράτορα. Επίσης,
από τον 7ο αι., η ημέρα της αυτοκρατορικής στέψης καθιερώθηκε να συμπίπτει με μεγάλες εορτές
της Χριστιανοσύνης, όπως τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα.

Περισσότερες λεπτομέρειες έχουμε για τη στέψη κατά τον 10ο αι. (από την Έκθεση περί
βασιλείου τάξεως):
Ο αυτοκράτορας και η πομπή του κατευθυνόταν στην Αγία Σοφία, όπου πάνω σε φορητό βωμό,
στη μέση του άμβωνα είχαν τοποθετηθεί η αυτοκρατορική χλαμύδα και το στέμμα. Όταν ο
αυτοκράτορας έφτανε στην εκκλησία, ανέβαινε στο βωμό και ο Πατριάρχης του προσέφερε τα
σύμβολα εξουσίας. Το ακροατήριο ξεσπούσε σε επευφημίες. Στη συνέχεια, ο εστεμμένος ανέβαινε
σε θρόνο και τον προσκυνούσαν οι αξιωματούχοι, ακολουθούσε λειτουργία, την οποία
παρακολουθούσε καθισμένος στο θρόνο και κρατώντας το σταυρό, ενώ τη στιγμή που έβγαιναν
τα άγια των αγίων, οι διάκονοι έρχονταν και υποκλίνονταν μπροστά του. Τότε ο αυτοκράτορας
σηκωνόταν, έμπαινε επικεφαλής της πομπής και στην πόρτα του ιερού αντάλλασε χειραψία με
τον Πατριάρχη. Στο τέλος της λειτουργίας ο Πατριάρχης τον ευλογούσε, τον όρκιζε να
περιφρουρεί το αμετάβλητο της ορθοδοξίας καθώς και τα δικαιώματα της αυτοκρατορίας και του
υπενθύμιζε ότι πρέπει να φοβάται τον Θεό και να μη λησμονεί τον θάνατο.

Μετά την κατάληψη της Κων/πολης από τους Λατίνους, οι αυτοκράτορες της Νίκαιας επανέφεραν
τη συνήθεια κατά την οποία ο αυτοκράτορας υψωνόταν πάνω σε ασπίδα που την υποβάσταζαν
αξιωματικοί. Επίσης υιοθέτησαν το χρίσμα (= επάλειψη με καθαγιασμένο λάδι).

Στα χρόνια των Παλαιολόγων, η τελετή στέψης άρχιζε με την έγγραφη ομολογία του
αυτοκράτορα για πίστη προς την Ορθοδοξία, την ανύψωσή του πάνω σε ασπίδα, καθώς και με
επευφημίες. Στη συνέχεια, ο αυτοκράτορας έμπαινε στην Αγία Σοφία, καθόταν σε ξύλινη έδρα και
λάμβανε από τον πατριάρχη τον σάκκο (= είδος ενδύματος) και το στέμμα.

Μέση βυζαντινή περίοδος: η τελετή της στέψης αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της Θείας
Λειτουργίας, κατά τη διάρκεια της οποίας πραγματοποιούνταν το χρίσμα. Με το πέρας της
λειτουργίας γινόταν η πρόκυψις (= ο αυτοκράτορας, πίσω από κλειστές κουρτίνες, ανέβαινε σε
ξύλινη εξέδρα – αυτό γινόταν κατά την περίοδο Κομνηνών και Παλαιολόγων). Την κατάλληλη

77 

 
στιγμή ο αυτοκράτορας φωτιζόταν και έπεφταν οι κουρτίνες και το ακροατήριο έψελνε το
πολυχρόνιον.

ΑΚΡΟΑΣΗ:
Η ακρόαση του αυτοκράτορα αποτελούσε μια άλλη σημαντική εκδήλωση, η οποία
προσαρμοζόταν αναλόγως με το ακροατήριο. Η ακρόαση ξένων απεσταλμένων ήταν η πιο
εντυπωσιακή αλλά και οι καθημερινές ακροάσεις των αξιωματούχων της αυλής ακολουθούσαν
συγκεκριμένο τυπικό:
Κάθε αξιωματούχος έπρεπε να φορά το καθιερωμένο για τις επίσημες παρουσιάσεις ένδυμα και
πίλο, τα διακριτικά του αξιώματός του, ενώ η είσοδος της κάθε ομάδας στην αίθουσα ακρόασης
γινόταν ανάλογα με την ιεραρχία.
Οι αξιωματούχοι προχωρούσαν ο ένας πίσω από τον άλλο σιωπηλά και γονάτιζαν μπροστά στο
θρόνο. Τα χέρια τους ήταν σκεπασμένα για προληπτικούς λόγους (να μη βλάψουν τον
αυτοκράτορα) – όταν τελείωνε το προσκύνημα, σηκώνονταν και βάδιζαν προς τα πίσω με τα
χέρια σταυρωμένα στο στήθος και τα πρόσωπα προσηλωμένα στον αυτοκράτορα που
περιβαλλόταν από την ακολουθία του σε ημικυκλική διάταξη. Αντίστοιχα έμπαινε και η επόμενη
ομάδα. Συχνά, κάποιος από τους ακολούθους του αυτοκράτορα έσπαγε τη νεκρική σιωπή και
μιλούσε εκ μέρους του, ο οποίος θέλοντας να δείξει την ευαρέσκειά του, ευλογούσε τους
παρισταμένους με το σήμα του σταυρού 3 φορές. (δραστηριότητα 7 – σελ. 42)

Ερώτηση 14:
Οι δημόσιες εμφανίσεις του αυτοκράτορα ακολουθούσαν άλλο τελετουργικό, αναλόγως με τον
χαρακτήρα της εκδήλωσης:
π.χ. για το εξιτήριον (= τελετή αναχώρησης του αυτοκράτορα από την Κων/πολη)
- Η αναχώρηση για το πεδίο μάχης συνοδευόταν από παρακλητικές λειτουργίες, ελεημοσύνες,
πομπές και λιτανείες. Αξίζει επίσης να μνημονευθεί η δέηση μπροστά στο σταυρόσχημο
αυτοκρατορικό λάβαρο, που έκρυβε στις κεραίες του θαυματουργό κομμάτι από τον Σταυρό του
Μαρτυρίου.
- Η αποχαιρετιστήρια τελετή ενόψει ειρηνικού ταξιδιού περιλάμβανε θεία λειτουργία,
επευφημίες και εκφωνήσεις πανηγυρικών λόγων.
Παρόμοια εορταστική ατμόσφαιρα επικρατούσε και όταν ο αυτοκράτορας επέστρεφε στην
πρωτεύουσα. Στο πρώτο στάδιο, η τελετή αποδοχής (απάντησις) απαιτούσε την αποστολή
αντιπροσωπείας έξω από την πόλη για να καλωσορίσει τον αυτοκράτορα. Επευφημίες, ποιήματα
και πανηγυρικοί λόγοι, θυμιάματα και αναμμένα κεριά συνόδευαν την είσοδο του αυτοκράτορα
στην πόλη, η πομπή σταματούσε στην Αγία Σοφία και σε ορισμένες περιπτώσεις ακολουθούσε
επίσημο συμπόσιο.

Ο θρίαμβος του βυζαντινού αυτοκράτορα.


Η επιστροφή του αυτοκράτορα από τη νικηφόρα εκστρατεία ήταν το αποκορύφωμα των
εορταστικών εκδηλώσεων. Η επινίκιος εορτή, τα επινίκια ή ο θρίαμβος διαρκούσε αρκετές μέρες
και αποτελούσε τον μακρινό απόηχο των ρωμαϊκών θριάμβων. Οι κεντρικοί δρόμοι και τα κτίρια
στολίζονταν με δάφνες, μυρτιές και ρόδα.
Ο θρίαμβος περιλάμβανε υποδοχή του αυτοκράτορα από συγκλητικούς, αντιπροσώπους του
κλήρου και τον έπαρχο της πόλης έξω από τα τείχη της, όπου του πρόσφεραν χρυσό στεφάνι.
Στη συνέχεια η πομπή πέρναγε από την Μέση, στην Αγία Σοφία και το Μέγα Παλάτιον.
Προηγούνταν οι αιχμάλωτοι και ακολουθούσαν οι άμαξες με τα λάφυρα. Σε πολυτελές άρμα
78 

 
μεταφερόταν η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου, στο πέρασμα της οποίας ο λαός γονάτιζε με
ευλάβεια. Ο αυτοκράτορας εμφανιζόταν πάνω σε άλογο υπό τις ιαχές κυμβάλων και σαλπίγγων,
ενώ ο κόσμος τον επευφημούσε.
Οι εκδηλώσεις συνεχίζονταν τις επόμενες μέρες στον Ιππόδρομο, όπου λάμβαναν χώρα οι
αθλητικοί αγώνες αλλά και δρώμενα με σκοπό τον «διασυρμό» των αιχμαλώτων και τον τονισμό
της αυτοκρατορικής υπεροχής: πομπή αλυσοδεμένων αιχμαλώτων μπροστά από το
αυτοκρατορικό κάθισμα, νικητήρια άσματα από χορωδίες των δήμων, ενώ κορυφαία ήταν η
στιγμή που οι αιχμάλωτοι χαμήλωναν γονατιστοί έως τη γη και ο αυτοκράτορας τοποθετούσε
συμβολικά το δεξί του πόδι πάνω στο κεφάλι του αρχηγού τους, σημαδεύοντάς τον με το δόρυ.
Ο λαός τότε ξεσπούσε σε επευφημίες.

Παραμονές μεγάλων χριστιανικών γιορτών.


Το παλάτι γέμιζε αναμμένα κεριά και ο αυτοκράτορας συμμετείχε ενεργά στις εκδηλώσεις.
‐ Κατά τις δεσποτικές εορτές (= προς τιμήν του Κυρίου) παρακολουθούσε τη Θεία
Λειτουργία
‐ Κατά τις θεομητορικές εορτές (= προς τιμήν της Παναγίας) έπρεπε να μεταβεί σε ιδιαίτερο
παρεκκλήσι όπου φυλασσόταν η Άγια Ζώνη της Θεοτόκου και στην εκκλησία της Θεοτόκου
στη συνοικία των Βλαχερνών, όπου φυλασσόταν το ιερό Μαφόριο.

Ερώτηση 14:
Η Μεγάλη Εβδομάδα και η εβδομάδα του Πάσχα ήταν ιδιαίτερα φορτωμένες για τον Βυζαντινό
αυτοκράτορα. Το ημερήσιο πρόγραμμά του περιλάμβανε επισκέψεις σε πτωχοκομεία και
γηροκομεία, συμμετοχή σε θείες λειτουργίες στην Αγία Σοφία, λήψη της Θείας Κοινωνίας στον
ναό των Αγίων Αποστόλων, υποδοχή στο παλάτι λαϊκών και εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων με
επικεφαλής τον Πατριάρχη, οι οποίοι έρχονταν να του ευχηθούν και να του δώσουν το «φιλί της
αγάπης», μοίρασμα δώρων σε ορφανά και νεοβάπτιστα παιδάκια.

Τη Μεγάλη Πέμπτη, ο αυτοκράτορας οργάνωνε στο Μέγα Παλάτιον το Νιπτήρα για τη νίψη
των ποδιών των μαθητών του Ιησού. Νίπτων ήταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας, ενώ τους μαθητές
του Κυρίου υποδύονταν δώδεκα πένητες με καινούργια ενδύματα και κεριά στα χέρια. Μετά τη
νίψη ο αυτοκράτορας έδινε στον καθένα τους τρία χρυσά νομίσματα. Νωρίτερα ο ηγεμόνας είχε
παρακολουθήσει τη λειτουργία στην Αγία Σοφία και στη συνέχεια είχε δεχτεί στην αίθουσα του
θρόνου υψηλόβαθμους αξιωματούχους, στους οποίους είχε προσφέρει, κατά έθιμο, δύο μήλα και
κανέλα.

Ερώτηση 15:
Το Μεγάλο Σάββατο ήταν μια εξαιρετικά κοπιαστική ημέρα: από το πρωί φορούσε την επίσημη
στολή του, στη συνέχεια επισκεπτόταν τα εικονοστάσια του ανακτόρου και άναβε παντού κεριά.
Ακολουθούσε η ακρόαση των πατρικίων και των συγκλητικών και τα δρώμενα (= άκτα) που
του προσέφεραν οι φρατρίες: Βένετοι και Πράσινοι οι οποίοι απήγγειλαν προς τιμήν του ποιήματα
κάτω από τους ήχους της μουσικής.
Το μεσημέρι πήγαινε στην Αγία Σοφία, εισερχόταν στο Ιερό Βήμα, έστρωνε την Αγία Τράπεζα με
τα ιερά της καλύμματα και στη συνέχει κατέθετε σε αυτή το ποσό των εκατό λιτρών χρυσού και
άλλα πολύτιμα δώρα. Τέλος, λιβάνιζε τρεις φορές το Ιερό και αποσυρόταν σε ειδικό χώρο όπου
άναβε κεριά και προσευχόταν.

79 

 
Κατά τις εορτές κάποιου αγίου, ο αυτοκράτορας συμμετείχε σε λιτανείες και έπειτα ακολουθούσε
συμπόσιο στο Παλάτι, που συνοδευόταν από ψυχαγωγικό θέαμα (συνήθως μιμοθέατρο). Τα
αυτοκρατορικά συμπόσια συχνά περιελάμβαναν και χορό (όρχησις).

Ερώτηση 17:
Η γέννηση του διαδόχου λάμβανε χώρα σε ειδικό διαμέρισμα του ανακτόρου το οποίο
καλούνταν πορφύρα (= τετράγωνο οικοδόμημα με πυραμιδοειδή στέγη. Το δάπεδο ήταν
στρωμένο με μαρμάρινες πλάκες με ψαμμοειδή στίγματα – απ’ όπου και το όνομα) Έτσι,
καθιερώθηκε και το επίθετο πορφυρογέννητος στα παιδιά που γεννήθηκαν στο δωμάτιο αυτό.
Η γέννηση αρσενικού παιδιού χαροποιούσε τους πάντες: στέλνονταν αγγελιαφόροι σε διάφορες
πόλεις της αυτοκρατορίας για να αναγγείλουν το χαρμόσυνο νέο, ενώ στην πρωτεύουσα
οργανώνονταν συμπόσια και εορταστικές εκδηλώσεις.
Η πρώτη μέρα της γέννησης περιελάμβανε την ευχή του Πατριάρχη στην αίθουσα της
Χρυσοτρίκλινου και συγχαρητήριες επισκέψεις των αξιωματούχων.
Την 4η μέρα οργανώνονταν ιππικοί αγώνες και την 5η συγκεντρώνονταν και πάλι στον Ιππόδρομο
150 συνολικά αντιπρόσωποι των ανδρών της ανακτορικής φρουράς, των δήμων και των λοιπών
πολιτών (50 από κάθε ομάδα) για να ευχηθούν στο αυτοκρατορικό ζεύγος και να τους
ανακοινωθεί το όνομα του πορφυρογέννητου, που το είχαν πληροφορηθεί την προηγούμενη από
τον πραιπόσιτο.
Την 8η μέρα το βρέφος μεταφερόταν στην εκκλησία όπου ο ιερέας του διάβαζε εκκλησιαστικές
ευχές. Στο μεταξύ ο κοιτώνας ετοιμαζόταν και στολιζόταν: το βρέφος τοποθετούνταν στην κούνια
και το σκέπαζαν με πολύτιμα υφάσματα. Ακολουθούσε εθιμοτυπική επίσκεψη των γυναικών που
έφεραν τον τίτλο της ζωστής πατρικίας (= κυρίες επί της τιμής), οι οποίες συνέχαιραν τη
βασίλισσα, έδιναν ευχές και δώρα – κατόπιν ερχόταν η σειρά των ανδρών (και ειδικότερα των
συγκλητικών).

Στα γενέθλια του αυτοκράτορα οργανωνόταν επίσημο δείπνο στο τρίκλινο του Ιουστινιανού,
όπου γύρω από το βασιλικό τραπέζι τον σαξιμο (=χορος σε 6 καταστασεις ή στασεις) χόρευαν
άρχοντες, αυτοκρατορικοί υπάλληλοι κτλ. Έκαναν τρεις φορές τον γύρο του τραπεζιού,
χτυπώντας ρυθμικά τα πόδια, ενώ οι χρυσοί κρίκοι που φορούσαν στους αστραγάλους άφηναν
ευχάριστο ήχο. Τραγουδούσαν εναλλάξ βασιλίκια (= ύμνους προς τον βασιλιά) και ευχές
μακροζωίας και στο τέλος λάμβαναν από αυτόν χρηματικό φιλοδώρημα.

Η ημέρα βάπτισης του αυτοκρατορικού γόνου δεν φαίνεται να ήταν ορισμένη. Η πρωτεύουσα
αποκτούσε εορταστική ατμόσφαιρα – καθάριζαν δρόμοι και γέμιζαν με στεφάνια κισσού και
λουλούδια. Από τους εξώστες των σπιτιών κρέμονταν ολομέταξα υφάσματα, τάπητες και αργυρά
σκεύη. Οι κάτοικοι ξεχύνονταν στους δρόμους πολυτελώς ενδεδυμένοι.
Το μυστήριο γινόταν από τον πατριάρχη στην Αγία Σοφία, στον χώρο του μεγάλου
βαπτιστηρίου, όπου παρευρίσκονταν οι γονείς και οι ανάδοχοι. Οι υπόλοιποι καλεσμένοι
παρέμεναν στον κυρίως ναό.
Η επιλογή των αναδόχων γινόταν από τον βασιλικό οίκο ή από τους κύκλους των ανώτατων
κρατικών και εκκλησιαστικών αξιωματούχων.
Μετά το μυστήριο, το βρέφος επέστρεφε εν πομπή στο ανάκτορο διαμέσου της Χαλκής. Στη
διαδρομή μοιραζόταν υπατεία (= ρίψη νομισμάτων), ενώ ο λαός επευφημούσε ζωηρά. Οι δήμοι
απήγγειλαν ευχές και ζητούσαν την άδεια διεξαγωγής ιππικών αγώνων (γινόντουσαν την επόμενη
μέρα).
80 

 
Ερώτηση 18:
Ο γάμος του αυτοκράτορα ή κάποιου άλλου μέλους του οίκου.
‐ Ανεύρεση της κατάλληλης νύφης (προσόντα: παρθενία, ευγενική καταγωγή, φυσική
ομορφιά) Μερικές φορές η ομορφιά ήταν πιο σημαντική: η θεοδώρα, σύζυγος Ιουστινιανού
Α’ ήταν κατώτατης κοινωνικής τάξης αλλά πανέμορφη.
Η εκλογή της νύφης τον 8ο και 9ο αι. γινόταν με τρόπο που θύμιζε καλλιστεία: έμπιστοι
αυλικοί στέλνονταν σε διάφορες επαρχίες της αυτοκρατορίας και επέλεγαν τις ομορφότερες,
αυτές κατέφθαναν στο παλάτι για την τελική επιλογή από τον αυτοκράτορα.

‐ Οι αυτοκρατορικές θυγατέρες παντρεύονταν συνήθως παιδιά ευγενών, στρατηγών και άλλων


αξιωματούχων, οι οποίοι μετά το γάμο λάμβαναν και διάφορους υψηλούς τίτλους (του
καίσαρος, του κουροπαλάτου, του δουκός, του πατρικίου…) και πάλι υπερίσχυε η ομορφιά και
η σωματική διάπλαση

‐ Η λάμψη της βυζαντινής αυλής προκαλούσε σε πολλούς ξένους ηγεμόνες να συνδεθούν μαζί
της με επιγαμικούς δεσμούς. Οι προτάσεις γάμου γίνονταν με την αποστολή γραμμάτων ή
απεσταλμένων στην Κων/πολη, τις οποίες η βυζαντινή διπλωματία χρησιμοποιούσε πάντα
προς το συμφέρον της (ανάλογα με την εξωτερική πολιτική που ακολουθούσε και τους
κινδύνους που διέτρεχε)
Έτσι, υπάρχουν αρκετά παραδείγματα αυτοκρατορικών γόνων, οι οποίοι ήρθαν σε κοινωνία
γάμου όχι μόνο με βασιλικά γένη της χριστιανικής Δύσης αλλά και με ετερόθρησκους,
μολονότι υπήρχαν αυστηροί εκκλησιαστικοί περιορισμοί.

Το νεαρό επίσης της ηλικίας των αυτοκρατορικών γόνων δεν εμπόδιζε τη σύναψη γάμου: π.χ. ο
Αλέξιος Β’ Κομνηνός σε ηλικία 11 ετών νυμφεύτηκε την εννιάχρονη Αγνή, θυγατέρα του
Λουδοβίκου Ζ’ της Γαλλίας. Πάντως θα πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τις πηγές, ο νόμιμος
χρόνος γάμου στο βυζάντιο ήταν τα 12-14 χρόνια για τα κορίτσια και τα 14-18 για τα αγόρια.

Εθιμοτυπικά του γάμου.


Η νύφη, ανάλογα με τον τόπο της καταγωγής της, έφτανε στην Κων/πολη δια ξηράς ή θαλάσσης.
Την άφιξή της είχε ήδη αναγγείλει ένας απεσταλμένος, ο συγχριάριος, ώστε να γίνουν οι
κατάλληλες ετοιμασίες υποδοχής. Η δέσποινα γινόταν δεκτή στα περίχωρα της πρωτεύουσας από
τον μέλλοντα σύζυγό της (τον οποίο πιθανόν έβλεπε για πρώτη φορά) και την οικογένειά του.
Κατά το νυμφαγώγιον (= πομπή που συνόδευε τη νύφη στα ανάκτορα) έψελναν ύμνους
επιβατηρίους με τους οποίους εξυμνούσαν το κάλλος και το γένος της νύφης, ενώ οι γυναίκες
την έραιναν με ρόδα. Στο παλάτι ανταλλάσσονταν δώρα, ενώ το βράδυ έρχονταν οι Πράσινοι και
οι Βένετοι και έψελναν άσματα παστικά. Πριν το γάμο είχαμε τα σπόνζα (δηλαδή τη μνηστεία)
και το βάπτισμα (εάν ήταν ετερόθρησκη).

Ο βασιλικός γάμος, το στεφάνωμα, γινόταν συνήθως στην Αγία Σοφία. Η γαμήλια τελετή
γινόταν με μεγαλοπρέπεια (είχαμε μελωδικές ευχές, λαμπάδες, αυλικούς κτλ). Οι νεόνυμφοι
φορούσαν διάλιθα (= με πολύτιμους λίθους) χρυσοκέντητα φορέματα. Ο γαμπρός, εάν ήταν ήδη
εστεμμένος φορούσε το αυτοκρατορικό διάδημα, το ίδιο και η νύφη. Ο Πατριάρχης ένωνε τα
χέρια τους, ακουμπούσε το δεξί του στα κεφάλια τους και στη συνέχεια τα διάλιθα στεφάνια που

81 

 
φυλάσσονταν στην Αγία Τράπεζα. Την αλλαγή των στεφανιών έκανε ο στεφανοκράτωρ
(πατέρας του γαμπρού ή άλλο συγγενικό πρόσωπο)

Μετά το μυστήριο, οι νεόνυμφοι με τη συνοδεία των παρανύμφων έφταναν στο ανακτορικό


διαμέρισμα (ονοπόδιον) όπου οι μάγιστροι και οι πατρίκιοι εύχονταν εις πολλούς και αγαθούς
χρόνους. Οι κράκτες (= ψάλτες) αναφωνούσαν ευχές για ευτεκνία. Τέλος, οι νεόνυμφοι
έμπαιναν στον παστόν (= νυφικό θάλαμο) και τοποθετούσαν τα στέφανα στο νυφικό κρεβάτι.

Ακολουθούσε το συμπόσιο, συνήθως στην αίθουσα των 19 ακκουβίτων, όπου παρευρίσκονταν


όλοι οι αξιότιμοι καλεσμένοι και το ζευγάρι και στο τέλος του, με την έγκριση του αυτοκράτορα,
όλοι οι καλεσμένοι συνόδευαν το ζευγάρι στον παστόν.

Το λουτρό της νύφης γινόταν τρεις μέρες μετά το μυστήριο. Περιελάμβανε παρέλαση των
λουτρικών χρειαζούμενων, όπως ήταν τα λουτρικά σάββανα (=ποδιές), τα χρυσοΰφαντα
λέντια (=προσόψια), οι μυροθήκες, οι θήκες με τα φορέματα του λουτρού και τα
σικλότρουλλα (= αγγεία).
Θυμελικά (δηλαδή κιθαριστές, χορευτές και τραγουδοποιοί) ακολουθούσαν την πομπή. Στην
πομπή από τον παστόν μέχρι τον λουτρώνα συμμετείχαν οι κυρίες των τιμών, οι πατρίκιοι καθώς
και η παρακαθαρίστρια, η οποία κρατούσε πορφυρό διάλιθο ροδίωνα (= χρυσό μήλο,
σύμβολο του έρωτα και της καρποφορίας).

Ο αυτοκρατορικός γάμος συνοδευόταν επίσης από σειρά δώρων του αυτοκράτορα προς τους
υπηκόους του. Δίνονταν φιλοτιμίαι (= χρηματικές δωρεές) στους συγκλητικούς και στην
Εκκλησία. Για πολλές μέρες στρώνονταν τραπέζια σε διάφορα μέρη της πρωτεύουσας με άφθονη
τροφή, αποφυλακίζονταν κατάδικοι και πληρώνονταν λύτρα για την απελευθέρωση αιχμαλώτων.
Γίνονταν ιππικοί αγώνες και παραστάσεις θαυματοποιών και γελωτοποιών.

Γάμοι κατά παράβαση των εκκλησιαστικών κανόνων και θεσμών: Η τεταρτογαμία του
Λέοντος ΣΤ’.
Ο πρώτος γάμος του Λέοντος με τη Θεοφανώ έγινε για λόγους σκοπιμότητας. Το 896 πέθανε η
κόρη του ζευγαριού και ένα χρόνο αργότερα πέθανε και η Θεοφανώ, την οποία η Εκκλησία
ανακήρυξε αγία για τον ενάρετο βίο της.
Και οι δύο επόμενοι γάμοι του Λέοντα (ένας με μια ερωμένη του) υπήρξαν επίσης άτυχοι. Η 2η
γυναίκα πέθανε χωρίς να αφήσει απόγονο ενώ η 3η και το νεογέννητο παιδί της είχαν ίδια τύχη. Ο
Λέων τότε συνδέθηκε ερωτικά με μια άλλη και απέκτησαν τον πολυπόθητο γιο-διάδοχο (τον
μετέπειτα αυτοκράτορα Κων/νο Ζ’ Πορφυρογέννητο)
Γενικά η προσωπική του ζωή προκάλεσε την αντίδραση της Εκκλησίας και έτσι η πρόθεσή του να
νομιμοποιήσει τον διάδοχό του προσέκρουσε στη σθεναρή αρνητική στάση του Πατριάρχη
Νικόλαου Α’ Μυστικού. Στο τέλος, ο Νικόλαος δέχτηκε να βαπτίσει τον διάδοχο αλλά με τον όρο
να απομακρυνθεί η ερωμένη. Όμως, τρεις μέρες μετά τη βάπτιση ο Λέων ανακάλεσε τη Ζωή στα
ανάκτορα, την παντρεύτηκε και την έστεψε ο ίδιος Αυγούστα.
Η Εκκλησία κήρυξε άκυρο τον γάμο και απέκλεισε τον αυτοκράτορα από τη λειτουργία. Ωστόσο,
ο Λέων βρήκε στήριγμά του για τον τέταρτο γάμο τον πάπα της Ρώμης, ενώ τάχθηκαν με το
μέρος του και οι εκκλησίες της Αλεξανδρείας, των Ιεροσολύμων και της Αντιοχείας.
Η σύνοδος που συγκλήθηκε στην Κων/πολη και στην οποία έλαβαν μέρος οι αντιπρόσωποι του
πάπα δέχτηκε κατ’ οικονομίαν τον τέταρτο γάμο του αυτοκράτορα. Ο Νικόλαος Μυστικός
82 

 
αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τον πατριαρχικό θρόνο και εξορίστηκε. Ο νέος Πατριάρχης
Ευθύμιος απάλλαξε τον Λέοντα από την απαγόρευση, αλλά αρνήθηκε να μνημονεύει τη Ζωή στη
λειτουργία.

Ερώτηση 19:
Ο θάνατος και η ταφή των Βυζαντινών βασιλέων.
Σε γενικές γραμμές τα ταφικά έθιμα που εφαρμόζονταν στη βυζαντινή αυτοκρατορική αυλή δεν
διέφεραν από τα λαϊκά. Έτσι, η ετοιμασία του νεκρού: δηλαδή το κλείσιμο των ματιών, το
πλύσιμο του σώματος και το λαζάρωμα (=σαβάνωμα), οι πένθιμοι θρήνοι και οι εκδηλώσεις
πόνου ακολουθούσαν τον του πένθους νόμον.
Όμως: ο νεκρός αυτοκράτορας, αφού θρηνούνταν από το στενό οικογενειακό του περιβάλλον,
μεταφερόταν με τη νεκρική του κλίνη σε μια από τις λαμπρές αίθουσες του Παλατιού
(συνήθως στην αίθουσα των 19 ακκουβίτων).
Τον στολισμό του νεκρού αναλάμβαναν οι βεστοσάκρανοι, οι υπάλληλοι δηλαδή του βασιλικού
ιματιοφυλακίου. Ο νεκρός έφερε μεταξωτά ενδύματα με χρυσά κεντήματα, αυτοκρατορικό
διάδημα και στρατιωτικά υποδήματα (καμπάγια). Τα πολύτιμα φορέματα και σανδάλια των
νεκρών βασιλισσών κοσμούνταν με πολύτιμους λίθους. Αλλά και το φέρετρο, η κλίνη της λύπης,
ήταν χρυσούν ή χρυσοκόλλητον με κοσμήματα, μαργαριτάρια και πολύτιμους λίθους.
Όταν έφτανε η ώρα της εξόδου της σωρού από την αίθουσα, ο πατριάρχης διάβαζε τη νεκρώσιμη
ευχή και στη συνέχεια, με νεύμα πραιπόσιτου, ο επί της καταστάσεως απεύθυνε προς τον
νεκρό την ακόλουθη φράση: «Έξελθε, βασιλεύ, σε καλεί ο βασιλεύς των βασιλευόντων και κύριος
των κυριευόντων». Τότε οι βασιλικοί πρωτοσπαθάριοι σήκωναν την κλίνη και με πομπή τη
μετέφεραν στη Χαλκή, όπου ψάλλονταν ευχές και δινόταν ο τελευταίος ασπασμός. Παρόντες
ήταν μόνο οι ανώτατοι αξιωματούχοι και συγκλητικοί – ο λαός απαγορευόταν να εισέλθει στον
χώρο του ανακτόρου. (Ωστόσο, στην κηδεία του Κων/νου Ζ’ του Πορφυρογέννητου μαρτυρείται
ότι ο λαός παραβίασε την είσοδο με κλάματα και οδυρμούς για την απώλεια του ηγεμόνα)
Εν συνεχεία, οι πρωτοσπαθάριοι μετέφεραν την κλίνη στο ναό των Αγίων Αποστόλων (μέχρι
τον 10ο αι. αποτελούσε τον τόπο ταφής του αυτοκράτορα) Ακολουθούσε πομπή με όλους τους
παρευρισκομένους (και τον λαό). Όταν η πομπή έφτανε κι εκείνη στο ναό των Αγ. Αποστόλων, το
φέρετρο τοποθετούνταν σε υψηλό ικρίωμα και άρχιζε η νεκρώσιμη ακολουθία, στο τέλος της
οποίας έλεγε ο επί της καταστάσεως έλεγε τη γνωστή φράση: «Έξελθε…» και στο τέλος:
«Απόθου το στέμμα εκ της κεφαλής σου» και τότε αφαιρούσαν το στέμμα από το κεφάλι του
νεκρού και στη συνέχεια τοποθετούσαν στο κεφάλι του απλή πορφυρή μεταξωτή ταινία. Μετά
τοποθετούσαν τη σωρό στη νεκρική λάρνακα.

Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί πως επειδή συχνά ο θάνατος αρκετών Βυζαντινών αυτοκρατόρων
υπήρξε βίαιος, σε αυτές τις περιπτώσεις, η κηδεία εν τελούνταν σύμφωνα με το τυπικό της αυλής.
(άσκηση αυτοαξιολόγησης 3 & δραστηριότητα 9 – σελ. 55-56)

Ερώτηση 20:
Σύμφωνα με τη ρωμαϊκή παράδοση, στο Βυζάντιο υπήρχαν δύο ειδών θέσεις στη διοίκηση και
στο στρατό: οι υψηλές και οι κατώτερες. Οι υψηλές διοικητικές θέσεις δίνονταν σε άτομα που
επέλεγε ο αυτοκράτορας και διόριζε με απλή προφορική διαταγή για περιορισμένο χρόνο
(συνήθως τρία χρόνια). Αυτές αποκαλούνταν αξίαι δια λόγου, οφφίκια, αρχαί ή ζώναι. Οι
κατώτερες θέσεις στη διοίκηση ή τον στρατό (στρατείαι) φαίνεται πως ήταν ισόβιες και μερικές
μάλιστα μπορούσαν να αγοραστούν ή να πουληθούν από τους ενδιαφερομένους.
83 

 
Οι βυζαντινοί νόμοι ήταν ιδιαίτερα αυστηροί αναφορικά με τη σωστή άσκηση των υπαλληλικών
καθηκόντων (π.χ. εάν ο δημόσιος φοροσυλλέκτης τολμούσε να αυξήσει παράνομα τους φόρους,
δεχόταν βαρύτατο χρηματικό πρόστιμο ή ακόμα και ποινή θανάτου)
Εκτός από τους αξιωματούχους της βυζαντινής κρατικής υπαλληλίας, υπήρχαν και οι
αξιωματούχοι, οι οποίοι έπαιρναν από τον αυτοκράτορα τιμητικά αξιώματα, γνωστά ως αξίαι διά
βραβείου. Η απονομή των τίτλων γινόταν κατά τη διάρκεια επίσημης τελετής με ευκαιρία τον
εορτασμό ενός χαρμόσυνου γεγονότος (γάμου, γέννησης διαδόχου κτλ) ή την ημέρα της
Κυριακής. Ο αυτοκράτορας έδινε στον τιμώμενο το αντικείμενο (βραβείο) που συμβόλιζε το νέο
αξίωμα: χρυσή κορώνα για τον καίσαρα, χρυσό μαστίγιο για τον ιπποκόμο, ξίφος για τον
σπαθάριο κτλ. και απευθυνόταν στον τιμώμενο με συγκεκριμένα λόγια. Εκείνος προσκυνούσε, του
φιλούσε τα πόδια και εναπόθετε το βραβείο του στην είσοδο της εκκλησίας προκειμένου να πάρει
την ευλογία του ιερέα.
Τα αξιώματα διά βραβείων ήταν ισόβια, όχι όμως κληρονομικά. Συνήθως τιμητικά αξιώματα
δίνονταν στην πλειονότητα των ανώτατων αυλικών, δημοσίων ή στρατιωτικών αξιωματούχων.
Υπήρχε όμως και η δυνατότητα κατοχής μιας υπηρεσιακής θέσης χωρίς τιμητικό τίτλο. Οι
αξιωματούχοι αυτοί ονομάζονταν άπρατοι. Υπήρχαν και κάτοχοι τιμητικών αξιωμάτων χωρίς
υπηρεσιακά αξιώματα, οι λιτοί.
Παρά τον τελετουργικό και τιμητικό χαρακτήρα τους, τα αξιώματα διά βραβείων συνοδεύονταν
και από ετήσιο μισθό, τη ρόγα.
Περιγραφή μιας τέτοιας πληρωμής: μια βδομάδα πριν την Κυριακή των Βαΐων, ο τελετάρχης
καλούσε έναν-έναν τους αξιωματούχους με αυστηρή ιεραρχική σειρά μπροστά στον
αυτοκράτορα (πρώτα ο πραιπόζιτος του Ιερού Παλατιού που πήρε χρυσά νομίσματα και τέσσερα
σκαραμάγγια (= τελετουργικά ενδύματα), μετά οι μάγιστροι, οι πατρίκιοι κτλ. Η διαδικασία
συνεχίστηκε για μέρες μέχρι και την εβδομάδα του Πάσχα.

Ερώτηση 21:
Η διοίκηση του παλατιού.
Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο:
Προσωπική υπηρεσία του αυτοκράτορα:
1) Προϊστάμενος ο πραιπόζιτος του ιερού κουβουκλίου (κατά κανόνα ευνούχος), οι
υπεύθυνοι για τη διοίκηση του αυτοκρατορικού ενδιαιτήματος κι του αυτοκρατορικού
βεστιαρίου
2) Δεύτερος στην ιεραρχία και αντιπρόσωπος του πραιπόζιτου: ο πριμικήριος του ιερού
κουβουκλίου (παρακοιμώμενος), ο οποίος ήταν ταυτόχρονα και προϊστάμενος των
ευνούχων της προσωπικής υπηρεσίας του αυτοκράτορα.
Γενικά οι ευνούχοι ήταν πολύ σημαντικοί. Θεωρούνταν άνθρωποι εμπιστοσύνης γιατί ήταν και
ακίνδυνοι για τις γυναίκες αλλά κυρίως γιατί δεν μπορούσαν, ως μη αρτιμελείς, να διεκδικήσουν
τον αυτοκρατορικό θρόνο.
Το 320 μ.Χ. εμφανίστηκε το αξίωμα του μαγίστρου των θείων οφφικίων (τελετάρχης της
αυλής), με περιορισμένες αρχικά αρμοδιότητες, οι οποίες όμως γρήγορα διευρύνθηκαν.

Κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο, η θέση του παρακοιμώμενου αναβαθμίστηκε σε προϊσταμένη


αρχή της υπηρεσίας του βασιλικού κοιτώνα (κοιμάται δίπλα σε αυτόν κατά τη νύχτα)και
προφανώς αποχωρίστηκε από τη δικαιοδοσία του πραιπόζιτου.
Η διοργάνωση και επίβλεψη των αυλικών τελετουργιών (που στην αρχή ανήκε στην υπηρεσία του
μαγίστρου των θείων οφικκίων) ανατέθηκε στον επί της καταστάσεως.
84 

 
Η διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του αυτοκράτορα καθώς και της ιματιοθήκης του
απασχολούσε τον πρωτοβεστιάριο.
Μια άλλη σημαντική αυτοτελής υπηρεσία (υπουργία) του ανακτόρου αφορούσε την
τροφοδότηση, το μαγείρεμα και την παρουσίαση των γευμάτων στο βασιλικό τραπέζι.
Επικεφαλής ο επί της τραπέζης του δεσπότου, και για την περίπτωση της τραπεζαρίας τη
αυτοκράτειρας και ο επί της τραπέζης της αυγούστης. Στις πηγές επίσης αναφέρεται ο
πιγκέρνης του δεσπότου και ο πιγκέρνης της αυγούστης, οι οινοχόοι δηλαδή του
αυτοκρατορικού ζεύγους (μέριμνά τους η εύρεση καλού δεσποτικού οίνου).

Για την ασφάλεια, τη συντήρηση, την καθαριότητα καθώς και την προστασία των πολύτιμων
αντικειμένων, την ευθύνη είχε ο παπίας του Μεγάλου Παλατιού. Στην υπηρεσία του παπία
ανήκαν:
- οι διαιτάριοι ή εβδομάριοι, υπεύθυνοι για τον έλεγχο των διαφόρων δωματίων του
ανακτόρου με βάρδιες,
- οι λούσται, υπεύθυνοι για τα αυτοκρατορικά λουτρά,
- οι κανδηλανάπται και καμηνάδαι, αρμόδιοι για τη θέρμανση και τον φωτισμό του
ανακτόρου και
- οι ωρολόγοι, οι φροντιστές των ρολογιών του παλατιού.

Η ανακτορική διοίκηση περιελάμβανε επίσης και διάφορες ανεξάρτητες μεταξύ τους υπηρεσίες,
οι οποίες είχαν στην αρμοδιότητά τους τη φρούρηση του παλατιού. Ειδικότερα αναφέρεται το
σώμα των σχολών, με επικεφαλής τον δομέστικο των σχολών.
Υπήρχε επίσης και το στρατιωτικό τάγμα της βίγλης ή του αριθμου με κύρια αποστολή την
προστασία του παλατιού και του αυτοκράτορα (τέλη 8ου -11ος αι. μ.Χ.) Επικεφαλής ήταν ο
δρουγγάριος της βίγλης, ο οποίος από τον 11ο αι. έχασε τον στρατιωτικό του χαρακτήρα και
κατέληξε σε ανώτερο δικαστικό λειτουργό.
Από τον 90 αι. μαρτυρείται και η εταιρεία με επικεφαλής τον εταιρειάρχη, η οποία πιθανόν
αποτελούσε την καθαυτό ανακτορική φρουρά. Με την πάροδο των χρόνων η εταιρεία έγινε
πολυπληθής και περιέλαβε στους κόλπους της βυζαντινούς και ξένους μισθοφόρους.
Παράλληλα με την ανακτορική φρουρά, υπήρχαν και οι σωματοφύλακες (βασιλικοί
σπαθάριοι, βασιλικοί κανδιδάτοι), με κοινό προϊστάμενο τον πρωτοσπαθάριο ή
κατεπάνω των βασιλικών. (για πρωτοσπαθάριο βλέπε και παραπάνω)

Ερώτηση 22:
Η διοίκηση της Κωνσταντινούπολης.
Η διοίκηση της Κων/πολης (όπως άλλωστε και της Ρώμης) ανήκε στην αρμοδιότητα του
επάρχου της πόλης. Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, ο έπαρχος ασκούσε υψηλά δικαστικά
καθήκοντα και ποικίλες άλλες υπηρεσίες που αφορούσαν τη ζωή, την ασφάλεια, την καταστολή
της νυκτερινής εγκληματικότητας και τον ευπρεπισμό της πρωτεύουσας: επέβλεπε τις φυλακές,
φρόντιζε για τη συντήρηση των υδραγωγείων και τον φωτισμό, επέβλεπε τα συστήματα των
εμπόρων και τεχνιτών, στόλιζε την πόλη για τις τελετές. Κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο το
κύρος του ήταν τόσο μεγάλο που ο Κων/νος Ζ’ ο Πορφυρογέννητος τον αποκαλεί επισήμως
πατέρα της πόλεως και ο Ψελλός τον κατατάσσει δεύτερο στην ιεραρχία μετά τον αυτοκράτορα.
Ως τα τέλη του 11ου αι. εκτελούσε και καθήκοντα δικαστή της πρωτεύουσας και της περιοχή ς
της (σελ. 94).

85 

 
Από τα μέσα του 12ου αι. ο ρόλος του υποβαθμίζεται ενώ από τον 14ο τη διοίκηση της
πρωτεύουσας ασκούν δύο αξιωματούχοι, οι κεφαλατικεύοντες.

Προσωπικό της υπηρεσίας του επάρχου.


Σύμπονος = βοηθός και αντιπρόσωπος του επάρχου στις ακροάσεις
Λογοθέτης του πραιτωρίου = βοηθός σε δικαστικά θέματα και σε θέματα αστυνόμευσης
Κριτές των ρεγεώνων = υπάλληλοι επιφορτισμένοι με δικαστικά καθήκοντα
Πρωτοκαγκελλάριοι (2) = προϊστάμενοι γραμματείας
Κεντυρίων = αρχηγός του στρατιωτικού αγήματος
Επόπτες (4) = επιθεωρητές της κτηματικής περιουσίας
Έξαρχοι και Προστάται = προϊστάμενοι των συντεχνιών στην υπηρεσία του επάρχου
Νομικοί ή Ταβουλλάριοι = Συμβολαιογράφοι
Γειτονιάρχαι (12) = Προϊστάμενοι των αστικών συνοικιών
Βουλλωταί = υπάλληλοι που σφράγιζαν τα μέτρα και τα σταθμά, τις ζυγαριές και τα μεταξωτά
υφάσματα
Παραθαλασσίτης = υπάλληλος επιφορτισμένο με την αστυνόμευση των ακτών και του
λιμανιού.
(δραστηριότητα 12 – σελ. 71)

Ερώτηση 23:
Η διοικητική κρατική μηχανή.
Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο:
Το αυτοκρατορικό συμβούλιο αντικαταστάθηκε από το ιερόν κονσιστώριον, τα μέλη του
οποίου ονομάζονταν κόμητες. Οι συνεδριάσεις τους ονομάζονταν σιλέντιον (γιατί οι
παρευρισκόμενοι άκουγαν και επικροτούσαν τις αποφάσεις του συμβουλίου χωρίς να μιλάνε)
Το 320 εμφανίστηκε και το αξίωμα του μαγίστρου των θείων οφφικίων. Η επιτυχημένη και
αποτελεσματική οργάνωση της υπηρεσίας του στηρίχθηκε στο προσωπικό υποστήριξης το οποίο
αποτελούνταν από τους μαγιστριάνους ή διατρέχοντας, οι οποίοι διέτρεχαν τις επαρχίες ως
βασιλικοί ταχυδρόμοι και ταυτόχρονα ήταν επίσημα εξουσιοδοτημένοι να συλλέγουν
πληροφορίες για τις επιδόσεις και τη συμπεριφορά των υπαλλήλων της επαρχίας. Επιπλέον, ο
μάγιστρος των οφφικίων επόπτευε τα διάφορα τμήματα της αυτοκρατορικής φρουράς και άρα
ερχόταν συχνά σε συνεργασία με τον αυτοκράτορα (έτσι εξελίχθηκε σε σημαντική
προσωπικότητα της κεντρικής διοίκησης από τον 4ο-6ο αι. μ.Χ.).
Τη γενική εποπτεία των δημόσιων οικονομικών ασκούσε ο κόμης των θείων θησαυρών:
διαχειριζόταν το δημόσιο χρήμα, επόπτευε τη συλλογή φόρων και τελωνειακών δασμών καθώς
και την αποδοχή χορηγιών.
Ειδική υπηρεσία μεριμνούσε για τα κτήματα ιδιοκτησίας του αυτοκράτορα. Επικεφαλής ο κόμης
της ιδικής περιουσίας. Αργότερα, αντικαταστάθηκε από τον κόμητα της ιδικής κτήσεως
και ο κόμης της ιδικής περιουσίας ασχολήθηκε με θέματα κατασχέσεων και δωρεών με δικαστική
εξουσία (δλδ έγινε αρμόδιος δικαστής για υποθέσεις δημοσιονομικής φύσης).

Κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο:


(έχουμε διάσπαση των πιο πάνω υπηρεσιών σε μικρότερες με έντονο δημοσιονομικό
χαρακτήρα)
Βασικά έχουμε διάσπαση των υπηρεσιών του μαγίστρου των θείων οφφικίων, του κόμητος των
θείων θησαυρών και του κόμητος της ιδικής παρουσίας. Οι επιμέρους υπηρεσίες που προέκυψαν
86 

 
ονομάστηκαν λογοθέσια και οι προϊστάμενοί τους λογοθέται. Τα κυριότερα λογοθέσια ήταν
του γενικού, του στρατιωτικού, του δρόμου και των αγελών.
Στη θέση του κόμητος της ιδικής παρουσίας και των θείων θησαυρών εμφανίστηκε τον 7ο αιώνα
ο σακελλάριος (βρισκόταν στην κορυφή της υπαλληλικής ιεραρχίας. Από την υπηρεσία αυτή
προέκυψαν τον 9ο αι. άλλες δύο ανεξάρτητες οικονομικές υπηρεσίας. Οι προϊστάμενοί τους
ονομάζονταν χαρτουλάριοι (της σακέλλης και του βεστιαρίου).
‐ Βασιλικός σακελλάριος = διαχειριστής της σακέλλης, του κεντρικού ταμείου του κράτους
και ελεγκτής των δημόσιων οικονομικών.
‐ Χαρτουλάριος της σακέλλης = ελεγκτής του δημόσιου θησαυροφυλακίου
‐ Χαρτουλάριος του βεστιαρίου = αρμόδιος για τη φύλαξη πολύτιμων αντικειμένων και
μετάλλων (πιθανόν και επόπτης κοπής νομισμάτων)
‐ Ο του (ε)ιδικού = αρμόδιος για τη φύλαξ χρημάτων για πληρωμές δωρεών
‐ Λογοθέτης του γενικού = αρμόδιος για τους φόρους
‐ Λογοθέτης του στρατιωτικού = αρμόδιος για την εξασφάλιση των στρατιωτικών πόρων
και τη μισθοδοσία των αξιωματικών
‐ Λογοθέτης του δρόμου = αρμόδιος για την επικοινωνία πρωτεύουσας με επαρχίες,
επιμέλεια ταχυδρομείων και συγκοινωνιών
‐ Λογοθέτης των αγελών = αρμόδιος για τη συντήρηση μητάτων Ασίας και Φρυγίας
(=κέντρα εκτροφής ίππων, ημιόνων και όνων για τις ανάγκες του στρατού)

Ερώτηση 24:
Η επαρχιακή διοίκηση.
Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο οι βασικές μεταρρυθμίσεις έγιναν από Διοκλητιανό και Μ.
Κων/νο με κύριο χαρακτηριστικό τον αυστηρό διαχωρισμό της πολιτικής από τη στρατιωτική
εξουσία.
Υπαρχία = η μεγαλύτερη διοικητική ενότητα. Περιελάμβανε συγκεκριμένο αριθμό διοικητικών
περιφερειών (διοικήσεις) με τις επαρχίες τους. Επικεφαλής κάθε υπαρχίας ο έπαρχος των
πραιτωρίων, πανίσχυρος εκπρόσωπος του αυτοκράτορα. Ο έπαρχος των πραιτωρίων ήταν
πολιτικός άρχοντας με διοικητικές, οικονομικές και δικαστικές αρμοδιότητες και ήταν υπέυθυνος
για την πληρωμή και τον ανεφοδιασμό του στρατού με τρόφιμα.

Οι επικεφαλής των διοικήσεων ονομάζονταν βικάριοι (εκτός από τον επικεφαλής της Ανατολής
που λεγόταν κόμης)
Τέλος, οι άρχοντες των επαρχιών που περιλάμβαναν οι διοικήσεις έφεραν διάφορες ονομασίες
όπως κριτές, υπατικοί, αυτοκρατορικοί επίτροποι, φρούραρχοι και κυβερνήτες.

Ο Ιουστινιανός, προκειμένου να καταπολεμήσει τη συσσώρευση πολλών αρμοδιοτήτων σε ένα


πρόσωπο (δλδ στον έπαρχο των πραιτωρίων) και να απλουστεύσει τη δυσκίνητη γραφειοκρατία,
κατάργησε τον θεσμό του βικαρίου και συγχώνευσε ορισμένες επαρχίες, ενώ ταυτόχρονα
εγκαινίασε τη συγκέντρωση των δύο εξουσιών, πολιτικής και στρατιωτικής στο ίδιο πρόσωπο,
προς αποφυγή ανταγωνισμού. Έτσι εμφανίστηκαν οι έξαρχος Ιταλίας και έξαρχος Αφρικής,
οι οποίοι συγκέντρωναν και τις δύο εξουσίες στα χέρια τους.

87 

 
Κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο: αναδιοργάνωση της επαρχιακής διοίκησης
(στρατιωτικοποίηση της επαρχιακής διοίκησης λόγω της εμφάνισης και εξάπλωσης των Αράβων
στη Μεσόγειο και το Αιγαίο, στα μέσα του 7ου αι.)
Επίσης έχουμε θέσπιση του συστήματος των θεμάτων – υπάρχει πρόβλημα γενικά σχετικά με το
πότε θεσπίστηκε ο θεσμός και με την ερμηνεία του. Οι παλαιότερες αναφορές στρατηγών των
θεμάτων ανάγονται στα τέλη του 7ου αι.
Διοικητής του θέματος ήταν στρατηγός, ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του
αυτοκράτορα και διοριζόταν πιθανόν με τριετή ή τετραετή θητεία. Στα καθήκοντά του ήταν η
στρατιωτική άμυνα μιας συγκεκριμένης περιοχής (και γενικά αρμοδιότητες πολιτικής διοίκησης
της περιοχής, φρόντιζε για την επιβολή της τάξης κτλ.)
Τα στρατεύματα του θέματος αποτελούσαν ντόπιοι χωρικοί που ονομάζονταν στρατιώται.
Αυτοί εντάσσονταν σε μικρότερες στρατιωτικές υποδιαιρέσεις του θέματος (τούρμα,
δρούγγος, βάνδον).

Κατά τον 11ο αι., οι νίκες των γενναίων στρατηγών αυτοκρατόρων τη Μακεδονικής δυναστείας
δημιούργησαν κλίμα εφησυχασμού, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση του ρόλου του στρατηγού
στη διοίκηση των θεμάτων (εξαγορά της στρατιωτικής θητείας, παρακμή εθνικού στρατού,
μισθοφορικά τάγματα για την άμυνα)

Επί Κομνηνών: αποκατάσταση του συστήματος των θεμάτων λόγω της επιθυμίας του Αλέξιου
Α΄Κομνηνού και της δυναστείας του να ενισχυθούν τα σύνορα. Ανατέθηκε η διοίκηση των
περιοχών που ανακτήθηκαν στα Βαλκάνια και τη Μ. Ασία στους δούκες, στους διοικητές
δηλαδή των στρατιωτικών δυνάμεων οι οποίες συμμετείχαν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι
δούκες ανέλαβαν και την πολιτική διοίκηση των περιοχών. Οι περιοχές αυτές σιγά-σιγά
ενοποιήθηκαν με αποτέλεσμα να σχηματιστούν καινούργια μεγάλα θέματα (επικεφαλής και πάλι
οι δούκες)
Είναι γεγονός ότι την εποχή της ακμής των θεμάτων τα σύνορα της αυτοκρατορίας
προστατεύονταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Εκτός από το θεματικό στρατό υπήρχε και ο ταγματικός.
Το δυναμικό των ταγμάτων της Κων/πολης, το οποίο περιελάμβανε το ιππικό κρούσης και
τον στόλο, αποτελούνταν από επαγγελματίες στρατιώτες, πολίτες της αυτοκρατορίας και
αργότερα μισθοφόρους. Ο εξοπλισμός τους και η μισθοδοσία των στρατιωτών αυτών γινόταν με
κρατική μέριμνα.

Ερώτηση 25:
Ο στόλος.
Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, η Μεσόγειος έμοιαζε με βυζαντινή λίμνη και ο λιγοστός
σχετικά στόλος των Βυζαντινών δεν κινδύνευε ιδιαίτερα από απώλειες και φθορές. Όμως η
δυναμική είσοδος των Αράβων στο προσκήνιο, από τα μέσα του 7ου αι. και οι συνεχείς
καταστροφικές επιδρομές τους στα βυζαντινά νησιά και τα παράλια του Αιγαίου + την πολιορκία
της Κων/πολης το 672-678, ανάγκασαν τους Βυζαντινούς να αναδιοργανώσουν το πολεμικό
τους ναυτικό. Έτσι συγκροτήθηκε (πιθανόν από τον Κων/νο τον Δ’) ο στόλος των
Καραβησιάνων, που ανέλαβε να προστατεύει τα παράλια της βυζαντινής αυτοκρατορίας στη
Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα και τους θαλάσσιους δρόμους προς τη Βασιλεύουσα.

88 

 
Επρόκειτο για τον πρώτο μεγάλο, τακτικό, μόνιμο στόλο του Βυζαντίου με αρχηγό τον
στρατηγόν των Καράβων ή Καραβησιάνων. Ο στόλος αποτελούνταν από πλοία ανοικτής
θάλασσας και ταχύπλοα σκάφη, τα οποία εξόπλιζε και συντηρούσε το κράτος.

Ερώτηση 26:
Το υγρόν πυρ.
Το πιο σημαντικό όπλο των Βυζαντινών που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις ναυτικές επιχειρήσεις
τους. Η σύνθεσή του αποτελούσε εξελιγμένη μορφή παλαιότερων χημικών ενώσεων και
αποδίδεται στον Καλλίνικο (7ος αι.), Έλληνα μηχανικό από τη Συρία. Περιείχε θείο, νίτρο,
πετρέλαιο (νάφθα) και άλλους ουσίες. Η ενέργειά του ήταν αμείωτη ακόμη και στο νερό. Το
χημικό αυτό όπλο αποτελούσε κρατικό μυστικό.

Τα θρησκευτικά καθήκοντα του στρατού.


Ο Μ. Κν/νος παραχώρησε ειδική άδεια στους χριστιανούς στρατιώτες να παρακολουθούν την
Κυριακή τη λειτουργία και ο ίδιος συνέθεσε προσευχή για χάρη των στρατιωτών. Επιπλέον, το
337, όταν ο αυτοκράτορας ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον των Περσών, παρήγγειλε την
κατασκευή φορητής εκκλησίας για τις ανάγκες του στρατοπέδου.
Τα θρησκευτικά καθήκοντα απασχολούσαν τους στρατιώτες σε καθημερινή βάση: από πηγές
ξέρουμε ότι ψάλλονταν όρθρος και εσπερινός και ότι οι στρατιώτες αποζητούσαν μετάνοια μέσα
από προσευχές και δάκρυα. Όποιος δεν έπαιρνε μέρος στις τελετές τιμωρούνταν
παραδειγματικά.
Τα θρησκευτικά καθήκοντα πολλαπλασιάζονταν την περίοδο του πολέμου. Έφερναν σταυρούς
και λειψανοθήκες από την Κων/πολη, ακούγονταν τρισάγια όλη μέρα και γενικά οι στρατιώτες
νήστευαν, εξομολογούνταν κτλ.
Τα αυτοκρατορικά λόγια πριν από τη μάχη περιελάμβαναν και επικλήσεις στον Παντοδύναμο
Θεό.

Ερώτηση 27:
Στο Βυζάντιο η ύψιστη δικαστική εξουσία ανήκε στον αυτοκράτορα, ο οποίος ήταν και η
μοναδική πηγή Δικαίου.

Ο πιο ισχυρός φραγμός στην απόλυτη εξουσία του Βυζαντινού αυτοκράτορα ήταν ο ίδιος ο
νόμος. Περιέργως, παρ’ όλο που ο αυτοκράτορας ήταν η πηγή όλων των νόμων, ο νόμος, κατά
παράδοξο τρόπο, παρέμεινε πάντα κάτι ανώτερο από τον επίγειο άρχοντα.
Η Ιουστινιάνεια νομοθεσία έλεγε ότι ο αυτοκράτορας εξαιρείται των νόμων και ότι είναι
παντοδύναμος (αποκλειστικό δικαίωμα να θεσπίζει, ερμηνεύει και ακυρώνει νόμους)
Επιπλέον διακήρυττε ότι ο αυτοκράτορας είχε οριστεί από τον ίδιο τον Θεό (ήταν ο έμψυχος
νόμος)
Ωστόσο, παράλληλα, στην ιουστινιάνεια νομοθεσία υπήρχαν και σαφείς νύξεις για
αυτοκρατορική συμμόρφωση προς τους νόμους (ηθική υποχρέωση του αυτοκράτορα να
υποτάσσεται στην ιερότητα των νόμων) Με τον τρόπο αυτό η εξουσία του αυτοκράτορα ήταν
μια ευκαιρία να διδάξει στους υπηκόους του την τήρηση του δικαίου.

Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας μπορούσε να εκδικάζει αυτοπροσώπως υποθέσεις και είχε υπό την
άμεση εποπτεία του όλα τα όργανα απονομής της δικαιοσύνης.

89 

 
Οργάνωση και απονομή της δικαιοσύνης στην Κων/πολη.
Δικαστής της πρωτεύουσας και της περιοχής της (μέχρι τέλη του 11ου αι.) ήταν ο έπαρχος της
πόλεως, ο οποίος ενεργούσε και ως πρόεδρος του αυτοκρατορικού δικαστηρίου, σε περίπτωση
απουσίας του αυτοκράτορα. Από τα τέλη του 11ου αι. τη θέση του αντικαταστάτη του
αυτοκράτορα κατέλαβε ο δρουγγάριος της βίγλης (μετονομάστηκε αργότερα σε μέγα
δρουγγάριο)

Ο κοιαίστωρ είχε ειδική δικαιοδοσία σε θέματα οικογενειακού δικαίου αλλά και σε θέματα
γνησιότητας ή πλαστογραφίας εγγράφων.
Οι αποφάσεις των δικαστηρίων υποβάλλονταν ως εφέσεις στον αυτοκράτορα και μπορούσαν να
επικυρωθούν, να τροποποιηθούν αλλά και να ακυρωθούν από αυτόν. Συνήθως οι εφέσεις
δίνονταν υπό μορφή δεητηρίου εγγράφου (δέησιν ή υπομνηστικόν), οι οποίες κατέληγαν
στον επί των δεήσεων (αυτός μελετούσε τις υποθέσεις, υπέβαλλε εισηγητική έκθεση στο
αυτοκρατορικό δικαστήριο και κάποτε απαντούσε απευθείας.)
Εκτός από τους παραπάνω δικαστικούς λειτουργούς, υπήρχαν και πολλοί κριταί = υπηρετούσαν
ως μέλη στα δικαστήρια της πρωτεύουσας και με ειδική εντολή διορίζονταν για ορισμένο χρόνο
επαρχιακοί δικαστές.

Στα χρόνια του Κων/νου Θ’ του Μονομάχου ιδρύθηκε και νέο δικαστήριο, το επί των
κρίσεων – αρμοδιότητά του ο έλεγχος όλων των αποφάσεων των επαρχιακών δικαστηρίων,
ακόμη και όταν δεν είχε υποβληθεί έφεση.

Στην επαρχία, αρχικά η απονομή δικαιοσύνης ήταν στα χέρια των διοικητών των επαρχιών,
αργότερα στους βικάριους και κατά την περίοδο λειτουργίας των θεμάτων, στον πραίτωρα
(αστική δικαιοσύνη) και στον στρατηγό του θέματος (για ποινικά-πειθαρχικά αδικήματα)

Στην απονομή της δικαιοσύνης σημαντικός ήταν ο ρόλος των δικηγόρων (συνήγοροι), οι
οποίοι ανήκαν σε συντεχνίες και έπρεπε πάντοτε να παρουσιάζουν εγγυήσεις ηλικίας,
εντιμότητας και γνώσης. Υπήρχαν επίσης και οι νοτάριοι ή ταβουλάριοι (=συμβολαιογράφοι)
που έπρεπε να γνωρίζουν καλά τους νόμους, να είναι καλλιγράφοι, να είναι ευφυείς κτλ.

Μέτρα για τη βελτίωση της απονομής της δικαιοσύνης τον 12ο αι. μ.Χ..
Το 1196 ο Μανουήλ Α’ Κομηνός εξέδωσε Νεαρά από την οποία προέκυπτε το μέγεθος της
δυσλειτουργίας των δικαστηρίων.
Έτσι, ορίστηκε ότι οι δικαστές έπρεπε να δικάζουν τρεις φορές την εβδομάδα, υιοθετήθηκε το
σύστημα των αγορεύσεων των δύο δικηγόρων της κάθε πλευράς χωρίς δευτερολογίες, σε
περίπτωση ομόφωνης απόφασης των δικαστών επικρατούσε η γνώμη της πλειοψηφίας, σε
περίπτωση ισοψηφίας επικρατούσε η άποψη του προέδρου.
Για την επίσπευση των δικαστικών διαδικασιών και την καταπολέμηση της καθυστέρησης στην
έκδοση αποφάσεων ορίστηκε προθεσμία περάτωσης των υποθέσεων: οι ποινικές υποθέσεις
έπρεπε να διεκπεραιώνονται μέσα σε δύο χρόνια και οι αστικές σε τρία. Σε περίπτωση
καθυστέρησης είχαμε σοβαρές ποινές: αν υπεύθυνος για την καθυστέρηση ήταν ο ενάγων,
έχανε τη δίκη και πλήρωνε τη δικαστική δαπάνη. Εάν ήταν ο εναγόμενος, καταδικαζόταν χωρίς

90 

 
δικαίωμα έφεσης και πλήρωνε τη δικαστική δαπάνη, αν το λάθος ήταν των δικαστών, τότε αυτοί
απολύονταν.
Επιπλέον καθορίστηκαν οι ημέρες αργίας των δικαστηρίων, ώστε να μην παραμένουν κλειστά με
το πρόσχημα «της ευλάβειας». Διαιρέθηκαν λοιπόν οι ημέρες αυτές σε ημέρες ολικής αργίας
και σε ημέρες μερικής αργίας, κατά τις οποίες τα δικαστήρια αργούσαν μόνο μέχρι το τέλος
της θείας λειτουργίας.
Ρητώς ορίστηκε ότι οι επέτειοι γέννησης και ανόδου στο θρόνο του αυτοκράτορα αποτελούσαν
εργάσιμες μέρες (έμπρακτοι ημέραι)

Ερώτηση 28:
Πρωταρχικός σκοπός της ποινής ήταν η αποκατάσταση της διαταραγμένης έννομης τάξης.
Τη βάση της ποινικής δίωξης στο Βυζάντιο αποτελούσε η αρχή τη υπαιτιότητας, δηλαδή η
ψυχική σχέση του δράστη με την πράξη του. Έτσι, η ποινική δίωξη ανήλικων παιδιών
δημιουργούσε αρκετά προβλήματα (σε γενικές γραμμές τα παιδιά απαλλάσσονταν από ποινές αν
και πουθενά δεν βρίσκουμε ακριβή προσδιορισμό της ηλικίας απαλλαγής τους).
Χαρακτηριστικές κατηγορίες αξιόποινων πράξεων στο βυζαντινό δίκαιο είναι η ληστεία, η
απόκρυψη των ληστών, η αρπαγή γυναικών, η αρπαγή γης ή κινητών πραγμάτων, η αρπαγή
πραγμάτων από ναυάγιο, από πυρκαγιά ή άλλη καταστροφή, η σύσταση συμμορίας για τη
διάπραξη εγκλημάτων βίας, η μαγεία, η μαντεία, ο βιασμός, η πορνεία, η ομοφυλοφιλία, η
κτηνοβασία, η αιμομιξία κτλ.
Στις βυζαντινές νομικές πηγές εμφανίζονται διάφορες ποινές όπως η ποινή θανάτου, οι
σωματικές ποινές (ακρωτηριασμός, σωματικός κολασμός, κούρεμα), ο εξανδραποδισμός, η
εξορία, η φυλάκιση, η δήμευση περιουσίας.
Η ποινή του θανάτου περιελάμβανε φρικιαστικές μεθόδους (η χριστιανική διδασκαλία δεν
βοήθησε). Ο καθορισμός του τρόπου εκτέλεσης του καταδίκου αφηνόταν στην κρίση του
δικαστή.
Ποινές ακρωτηριασμού: κόψιμο γλώσσας, τύφλωση, κόψιμο χεριού.
Η προέλευση της ποινής του ακρωτηριασμού και ο «εκβαρβαρισμός» του ρωμαϊκού
ποινικού δικαίου έχουν ιδιαίτερα απασχολήσει τους επιστήμονες: ίσως η προέλευση του
ακρωτηριασμού θα πρέπει να αναζητηθεί στη λαϊκή αντίληψη ότι ο δράστης πρέπει να τιμωρηθεί
με αφαίρεση εκείνου του μέλους του, με το οποίο διέπραξε το έγκλημα ή να πρόκειται για ένα
μέτρο ειδικής προλήψεως (πιο πιθανό), για να μειωθεί η επικινδυνότητα του δράστη και να μην
επαναλάβει την πράξη του.
Ο σωματικός κολασμός (μαστίγωμα, κτύπημα με ραβδί) ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένος στο
ρωμαϊκό δίκαιο, αλλά εφαρμοζόταν μόνο σε περιπτώσεις δούλων ή σε ελεύθερους χαμηλής
κοινωνικής τάξης (δλδ στους ευτελείς)
Το κούρεμα συντελούσε στην ηθική μείωση του υποδίκου.
Η φυλάκιση αποσκοπούσε στην προσωρινή κράτηση και φύλαξη υποδίκων μέχρι να σταλούν
στην εξορία. Υποκατάστατο της ποινής φυλάκισης αποτελούσε ο εγκλεισμός των υποδίκων σε
μοναστήρια, σε μια προσπάθεια αναγκαστικής μετάνοιας.
Οι ποινές φυλάκισης, περιορισμού της ελευθερίας και εξορίας ήταν αρκετά συνηθισμένες σε
περιπτώσεις εγκλήματος καθοσιώσεως (=προδοσίας), κυρίως με προσωπική επέμβαση του
αυτοκράτορα (συνήθως έκλειναν τους αντιπάλους τους ή τους ανταπαιτητές του θρόνου σε
μοναστήρια). (δραστηριότητα 16 – σελ. 101)

91 

 
Ερώτηση 29:
Η θρησκευτικότητα των Βυζαντινών.
Η τάση προς τον μοναχισμό αποτελούσε κύριο χαρακτηριστικό του Βυζαντινού ανθρώπου.
Τα γυναικεία και ανδρικά μοναστήρια ήταν γεμάτα. Πολλοί ήταν και αυτοί που μετά από μια
έντονη και δραστήρια ζωή πήγαιναν να μονάσουν.
Μια άλλη χαρακτηριστική έκφραση της θρησκευτικότητας των Βυζαντινών ήταν η λατρεία
των ιερών λειψάνων (την οποία κληρονόμησαν από τους πρώτους χριστιανούς) Αρχικά η
λατρεία περιελάμβανε τα λείψανα μαρτύρων την ημέρα της μνήμης του μάρτυρα. Από τα τέλη
του 4ου αι. παρατηρείται έξαρση στη λατρεία των λειψάνων.
Η Αγία Ελένη, μητέρα του Μ. Κων/νου, στάθηκε πρωτοπόρος αυτής της τάσης: από την εποχή
που ανακάλυψε τον Σταυρό του Μαρτυρίου στους Αγίους Τόπους, έστειλε ένα κομμάτι του στην
Κων/πολη, ενώ το άλλο παρέμεινε στην Ιερουσαλήμ. Στα τέλη του 4ου αι. κομμάτια του Τίμιου
Σταυρού κυκλοφορούσαν παντού στην αυτοκρατορία. Γενικά Η Κων/πολη έγινε ένα πλούσιο
μουσείο λειψάνων, πολλά από τα οποία βρίσκονταν στο Ιερόν Παλάτιον, ενώ άλλα ήταν
διασκορπισμένα στις Εκκλησίες. Η λατρεία των λειψάνων απηχούσε ένα πνεύμα ευλάβειας και
εκπορευόταν από την πεποίθηση ότι εξασφάλιζε την εγγύτητα με το θείο.
Μέσα στην ίδια αντίληψη πρέπει να ενταχθεί και η τάση των Βυζαντινών για καθιέρωση
τοπικών λατρειών (π.χ. για έναν κάτοικο της Θεσσαλονίκης, ο Άγιος Δημήτριος μεριμνούσε
για την προστασία της πόλης)
Χαρακτηριστική ήταν η ευπιστία των Βυζαντινών προς τις θαυματουργές ιδιότητες των
ιερών λειψάνων και τις θαυματουργικές επεμβάσεις των αγίων τους (π.χ. ο Άγιος
Δημήτριος κάνει τη θαυματουργική του εμφάνιση άλλοτε ως στρατιωτικός αξιωματούχος να
διατάζει τους ναυκλήρους ενός εμπορικού πλοίου να αλλάξουν πορεία) (έχει κι άλλα
παραδείγματα σελ. 109-110) (δραστηριότητες 18,19 σελ. 110)

Ο φόβος των Βυζαντινών για το άγνωστο και το μέλλον.


Οι προφητείες για τη συντέλεια του κόσμου, οι οποίες προσαρμόζονταν στις ιστορικές
συγκυρίες της κάθε περιόδου και είχαν ως επίκεντρο τις τύχες της αυτοκρατορίας γνώρισαν
μεγάλη εξάπλωση.
Παρά τη θρησκευτικότητα του Βυζαντινού ανθρώπου και την αντίθεση της Εκκλησίας, οι
Βυζαντινοί δεν δίσταζαν να καταφύγουν στη μαντική (βιβλιομαντεία, εικονομαντεία,
ονειρομαντεία κτλ). Η αβεβαιότητα για το μέλλον σε συνδυασμό με την ανθρώπινη αναζήτηση
για αυτοάμυνα και αυτοσυντήρηση έδωσε επίσης ξεχωριστή θέση στη μαγεία.
Η στάση της Εκκλησίας απέναντι στη μαγεία ήταν εχθρική παρόλο που σεβάσμια πρόσωπα της
Εκκλησίας ή του μοναχισμού είχαν τη δυνατότητα να ερμηνεύουν ακόμη και να ελέγχουν τι
υπερφυσικές δυνάμεις. Ο διαχωρισμός, εκ μέρους της Εκκλησίας, μεταξύ της σατανικής μαγικής
δύναμης και της θεόπνευστης παροχής βοήθειας ήταν σαφής.

Η απαγόρευση της μαγείας στη νομοθεσία των Μακεδόνων.


Ο Λέων Γ’ ο Ίσαυρος στην Εκλογή αφιέρωση τρεις διατάξεις για τη δίωξη της μαγείας, ενώ στη
νομοθεσία των αυτοκρατόρων της μακεδονικής δυναστείας περιλαμβάνονταν πολύ
περισσότερες.
Η μαγεία με κύριο στόχο τη διασφάλιση της υγείας και της ευτυχίας αλλά και την εκπλήρωση
ανθρώπινων επιθυμιών, καθώς και οι προφητικές διαγνώσεις, αποτελούσαν μια ενδιαφέρουσα
όψη της καθημερινής ζωής. Στο πλαίσιο της τάσης των Βυζαντινών προς τη μαντεία

92 

 
εντάσσονται και κείμενα μαγικά ή γητείες ή εξορκισμοί. Η στάση της επίσημης Εκκλησίας
ήταν αρνητική σε τέτοια κείμενα.

Ο Μιχ. Ψελλός μας πληροφορεί ότι η αυτοκράτειρα Ζωή (11ος αι.) είχε στην κατοχή της εικόνα
του Χριστού που είχε κατασκευάσει η ίδια και τη χρησιμοποιούσε για να προβλέπει το μέλλον. Οι
αναφορές του Ψελλού σε χρήση θυμιάματος ειδικής κατασκευής και σε αλλαγές του χρώματος
της εικόνας, δια μέσου των οποίων η αυτοκράτειρα λάμβανε απαντήσεις και έκανε προβλέψεις,
παραπέμπουν σε μεθόδους μαγείας. Ωστόσο, ο ίδιος ο συγγραφέας διαβεβαιώνει ότι όλα αυτά
ήταν αποτέλεσμα υπερβολικής ευλάβειας της Ζωής.
Η σύνδεση μάγων και μάντεων με τους δαίμονες αποτελεί κοινό τόπο τόσο στους βυζαντινούς
θεολογικούς κύκλους όσο και στη συνείδηση των λαϊκών, ιδιαίτερα των μορφωμένων. Οι
Βυζαντινοί πίστευαν ότι οι δαίμονες ήταν άγγελοι που εξέπεσαν από τη θέση τους, εξαιτίας
κακής συμπεριφοράς. Υπήρχαν διάφορες κατηγορίες δαιμόνων:
‐ Η πρώτη κατηγορία κατοικούσε στο διάπυρον (= πιθανόν ουρανός)
‐ Η δεύετρη στο αέριον (= αιθέρας)
‐ Η τρίτη στο χθόνιον (= επίγειος κόσμος)
‐ Η τέταρτη στο υδραίον και ενάλιον (= γλυκό και αλμυρό νερό)
‐ Η πέμπτη στο υποχθόνιον (= υπόγειος κόσμος)
‐ Η έκτη στο μισοφαές (= αυτό που μισεί το φως)
Οι δαίμονες βρίσκονταν παντού και ήταν έτοιμοι να μπουν στα σώματα ανθρώπων ή οικιακών
ζώων για να προκαλέσουν πνευματικές και ψυχικές ασθένειες.
Η δαιμονολογία χωρίς αμφιβολία διαμορφώθηκε κάτω από επιδράσεις προχριστιανικές,
δεδομένου ότι ο ελληνιστικός, ο περσικός και ο ιουδαϊκός κόσμος δεχόταν την ύπαρξη κακών
πνευμάτων, τα οποία είχαν τη δυνατότητα να επεμβαίνουν στη ζωή των ανθρώπων.
(δραστηριότητα 20 – σελ. 114)

Ερώτηση 30:
Η «άρχουσα τάξη» των Βυζαντινών.
Χαρακτηριστικά: ευγενική καταγωγή, περιουσία, άσκηση ανώτατων λειτουργημάτων και
προσωπική αξία. Η βυζαντινή ανώτερη τάξη δεν προσδιοριζόταν από κληρονομική κατοχύρωση.
Ήταν μακροπρόθεσμα ασυνεχής και επηρεαζόταν έντονα από κοινωνική κινητικότητα και
ρευστότητα. Η ξαφνική ανάρρηση ανθρώπων στην ανώτερη τάξη αλλά και οι αιφνιδιαστικές
ανατροπές εμπόδισαν τη συγκρότηση κλειστής «αριστοκρατικής» κοινότητας.
π.χ (σελ. 48) γυναίκες κατώτατη κοινωνικής τάξης, λόγω της ομορφιάς τους παντρεύονταν
αυτοκράτορες π.χ η Θεοφανώ ή η Θεοδώρα επίσης (σελ. 57) ενδεικτικό παράδειγμα
υπαλληλικής ανέλιξης χωρίς «οικογενειακή» υποστήριξη αποτελεί η περίπτωση του Αλεξίου
Απόκαυκου (14ος αι.) Από απλός γραφέας κατάφερε να φτάσει σε υψηλότατα αξιώματα (έγινε
αρχηγός στόλου και ακόμη και έπαρχος της Κων/πόλεως)
(δραστηριότητα 11 σελ. 66):
Ο Βασίλειος, νόθος γιος του Ρωμανού Λακαπηνού, ευνούχος από μικρή ηλικία, διορίστηκε από
τον αυτοκράτορα Κων/νο Ζ’ παρακοιμώμενος. Στα επόμενα χρόνια ενεργούσε ως πραγματικός
πρωθυπουργός και είχε πλήρη εξουσία αφού οι δύο νεαροί νόμιμοι αυτοκράτορες Βασίλειος Β’
και Κων/νος Η’ ενδιαφέρονταν πιο πολύ για τις διασκεδάσεις τους. Τελικά όμως, το 985, ο
Βασίλειος Β’ εξόρισε τον πρόεδρο Βασίλειο και δήμευσε την περιουσία του. Χαρακτηριστική είναι
η ομολογία του αυτοκράτορα ότι κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του πολλά πράγματα
έγιναν αντίθετα με τις επιθυμίες του, γιατί ο πρόεδρος αποφάσιζε μόνος του.
93 

 
(περισσότερο κλειστή ή παγιωμένη «άρχουσα» τάξη είχαμε κατά τη μακρά βασιλεία της
Μακεδονικής δυναστείας, τέλη 9ου- αρχές 11ου αι.)

Η ανώτερη βυζαντινή τάξη αποτελούνταν από:


‐ Την τάξη των συγκλητικών (μέλη της οποίας διέθεταν αριστοκρατική καταγωγή και
σημαντικά περιουσιακά στοιχεία)
‐ Τη στρατιωτική αριστοκρατία – κλειστή κοινωνική ομάδα, συνδέονταν μεταξύ τους με
ενδογαμικούς δεσμούς και κατασκεύαζαν φανταστικές γενεαλογίες (π.χ. οι Φωκάδες έλεγαν
ότι κατάγονται από τους Ρωμαίους Φάβιους) – προέρχονταν από τις παραμεθόριες επαρχίες,
την Καππαδοκία, την Αρμενία κτλ. Διέθεταν εκεί ανάκτορα όπου και αποσύρονταν όταν
έχαναν την εύνοια του αυτοκράτορα.
‐ Την πολιτική αριστοκρατία (υψηλόβαθμοι αυλικοί ή κρατικοί λειτουργοί και
αξιωματούχοι) Βασικά καταγωγή: από Κων/πολη. Διέθεταν όμορφα σπίτια στην πρωτεύουσα
και η επιτυχημένη σταδιοδρομία τους βασιζόταν στην επινοητικότητα, στην υπακοή και την
κολακεία, αφού η θέση τους ήταν ιδιαίτερα επισφαλής.

Κάτω από την ανώτερη τάξη βρισκόταν η μεσαία και τέλος η φτωχολογιά. Πολλοί όμως
συγγραφείς δεν έκαναν τη διάκριση και τους ονόμαζαν γενικά η μάζα ή ο όχλος.
Μεσαία τάξη ή μεσαία αστική τάξη:
Οι περισσότεροι ήταν ελεύθεροι επαγγελματίες, συμβολαιογράφοι (ταβουλάριοι), χρυσοχόοι,
έμποροι (πραγματευταί) και βιοτέχνες.
Τα μέλη της «μέσης αστικής τάξης», οι δημοτικοί (το δημοτικόν) και οι αστικοί (οι της
αγοράς) ήταν οργανωμένοι σε συντεχνίες ή αδελφότητες και διακρίνονταν από το ανοργάνωτο
πλήθος (τον όχλο).
Το κύριο χαρακτηριστικό της κατώτερης τάξης ήταν η φτώχεια, που κάποτε άγγιζε τα όρια
της εξαθλίωσης. Στον όχλο ανήκε ένα πολυάριθμο, ετερόκλητο πλήθος, όπως εργάτες, ψαράδες,
απλοί τεχνίτες, ζητιάνοι κτλ. Πολλοί από αυτούς ζούσαν από την κοινωνική πρόνοια
(φιλανθρωπικά ιδρύματα, φτωχοκομεία κτλ)
Στην κατώτερη τάξη ανήκαν επίσης και οι δούλοι, οι οποίοι, λόγω του χριστιανικού υπόβαθρου
της αυτοκρατορίας, είχαν κερδίσει καλύτερες συνθήκες μεταχείρισης. Εργάζονταν σε σπίτια
πλουσίων και ασχολούνταν κυρίως με οικιακές ασχολίες.

Ερώτηση 31:
Μπορούμε να πούμε ότι το κύριο χαρακτηριστικό της πρωτοβυζαντινής κοινωνίας ήταν η
αυστηρή ιεράρχηση κοινωνικών ομάδων, η οποία καθορίστηκε με νόμο από το κράτος. Το
σχήμα αυτό όμως γρήγορα προσέκρουσε σε πρακτικά εμπόδια…
Κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο, όπως προαναφέραμε, την πρώτη θέση στην κοινωνική
ιεραρχία κατείχε η τάξη των Συγκλητικών (αριστοκρατική καταγωγή, περιουσιακά στοιχεία)
Ωστόσο, η δόκιμη άσκηση και η προσωπική αξία άρχισαν σταδιακά να προστίθενται στα κριτήρια
εισαγωγής της τάξης των Συγκλητικών, γεγονός που διεύρυνε την ανώτατη αυτή κοινωνική
τάξη. Για παράδειγμα, ο αυτοκράτορας Κων/νος (337-361) διεύρυνε την παραχώρηση τριών
ανώτατων τιμητικών τίτλων, οι οποίοι ήταν απαραίτητοι για την είσοδο στη συγκλητική τάξη
(illustris=ένδοξος, spectabilis=περίβλεπτος, clarissimus=λαμπρότατος) και σε πρώην
υψηλόβαθμους κρατικούς λειτουργούς αλλά και σε άλλα καταξιωμένα άτομα. Επιπλέον είχαμε τη
συγχώνευση μεγάλου μέρους της παλαιάς ρωμαϊκής τάξης των ιππέων με την τάξη

94 

 
των συγκλητικών, ενώ είχαμε και διείσδυση των βουλευτών των επαρχιών στη
Σύγκλητο.
Η συνεχής κοινωνική διεύρυνση της συγκλητικής τάξης προκάλεσε την αυτοκρατορική
παρέμβαση. Με στόχο την περιφρούρηση του κύρους του θεσμού της Συγκλήτου, ως ανώτατου
οργάνου της κρατικής μηχανής, οι αυτοκράτορες του 5ου αι. προχώρησαν σε εσωτερική
διαστρωμάτωση της συγκεκριμένης τάξης. Έτσι, το δικαίωμα πραγματικής συμμετοχής στις
εργασίες της Συγκλήτου περιορίστηκε αποκλειστικά στους ιλλούστριους. Τα ενεργά μέλη της
Συγκλήτου έμεναν στην Κων/πολη ενώ τα υπόλοιπα στην επαρχία.
Όλα τα μέλη της Συγκλήτου ανήκαν στη γενική κατηγορία των honestiores (=εντιμοτέρων):
δλδ συγκλητικοί, βουλευτές των πόλεων, όλοι οι κρατικοί αξιωματούχοι που ασκούσαν ανώτερα
και ανώτατα δημόσια ή τιμητικά αξιώματα, ο ανώτερος και ανώτατος κλήρος.
Το πλήθος των αγροτών και του αστικού πληθυσμού (εργάτες, άτομα με ευκαιριακές ή
ακαθόριστες ασχολίες, δούλοι κτλ) αποτελούσαν μια δεύτερη γενική κατηγορία, αυτή των
humiliores (=ταπεινοτέρων).
Όσοι ανήκαν στην ανώτερη κοινωνική βαθμίδα των humiliores (ναύκληροι, μεγαλέμποροι,
τραπεζίτες κτλ) απολάμβαναν σειρά οικονομικών προνομίων, διεκδικούσαν καλύτερες θέσεις και
έτσι μπορούσαν να μεταπηδήσουν στις κατώτερες βαθμίδες των honestiores. (βλ. λίγο
παρακάτω για τη νομικά καθορισμένη κοινωνική ομάδα των επάρχων του πραιτωρίου και των
βουλευτών των πόλεων. (άσκηση αυτοαξιολόγησης 12 σελ. 122)
Συμπερασματικά:
1. Το κοινωνικό σύστημα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου καθορίστηκε δια νόμου από το
κράτος
2. Το αποτέλεσμα αυτής της ρύθμισης ήταν η έλλειψη κοινωνικής κινητικότητας
3. Η προσπάθεια για μια κλειστή κοινωνία, ωστόσο, προσέκρουσε στην καθημερινή πρακτική:
μολονότι η κινητικότητα ήταν αδύνατη για την πλειονότητα των ανθρώπων, υπήρξαν
περιπτώσεις κοινωνική ανέλιξης των οικονομικά ευπόρων.

Μέση και ύστερη βυζαντινή περίοδος:


Σταδιακά η οικονομική πραγματικότητα επέβαλε τους δικούς της κανόνες και από τον 9ο αι.
σχηματίστηκε η κατηγορία των μεγάλων γαιοκτημόνων, η οποία αποτέλεσε τον ισχυρότερο
κοινωνικό φορέα της αυτοκρατορίας κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Οι πλούσιες οικογένειες
των γαιοκτημόνων απέκτησαν μεγάλη δύναμη η οποία ενισχύθηκε τόσο με ισχυρούς μεταξύ
τους συγγενικούς δεσμούς όσο και με την άσκηση κρατικών λειτουργημάτων. Έτσι,
δημιουργήθηκε η κατηγορία των δυνατών, η οποία σιγά-σιγά μονοπώλησε τα ανώτερα και
ανώτατα εκκλησιαστικά και κρατικά αξιώματα.
Η περίοδος 10ος-11ος αι. χαρακτηρίζεται από τις προσπάθειες των αυτοκρατόρων να
εξασφαλίσουν τις κοινωνικές ισορροπίες και να περιορίσουν τις καταχρήσεις των δυνατών. Έτσι,
στην προσπάθειά τους για διεύρυνση της κοινωνικής βάσης της αυτοκρατορικής εξουσίας
στηρίχτηκαν στη νέα «μεσαία αστική τάξη», η οποία προήλθε από την αστικοποίηση της
κωνσταντινουπολίτικης κοινωνίας. Έτσι, εμφανίζεται μια δεύτερη κοινωνική ομάδα με πρόσβαση
στη σύγκλητο και στα ανώτερα αξιώματα, την οποία οι αριστοκράτες αποκαλούσαν
περιφρονητικά ως άρτι προκόπτειν αρξάμενους.
Παρά τις προσπάθειες των Κομνηνών να δημιουργήσουν μια «κλειστή κληρονομική
αριστοκρατία», η αστική μεσαία τάξη όχι μόνο δεν εξαφανίστηκε αλλά έπαιξε και σπουδαίο ρόλο
στην εξουθένωση των οπαδών των Κομνηνών, ενώ από τον 12ο αι. ενισχύεται και πάλι.

95 

 
Ακόμη και στα χρόνια των Παλαιολόγων, όταν εκείνοι επανέφεραν στο βυζαντινό θρόνο τα
συμφέροντα της μεγάλης αριστοκρατίας, εκείνοι επιβίωσαν αφού, λόγω της δυσχερούς
οικονομικής κατάστασης της αυτοκρατορίας, η βοήθειά τους ήταν πολύτιμη. Ωστόσο, στα
χρόνια των Παλαιολόγων, η άρχουσα τάξη απέκτησε ιδιαίτερα κλειστό και συμπαγή χαρακτήρα
(περιελάμβανε κατεξοχήν ισχυρές οικογένειες, με αποτέλεσμα τη δημιουργία κέντρων εξουσίας
εκτός Κων/πολης) Αυτό οδήγησε σε κινήσεις πλήρους ανεξαρτησίας από την κεντρική εξουσία.

Ερώτηση 32:
Οι επικρατέστερες γλώσσες στη βυζαντινή αυτοκρατορία κατά την πρώιμη περίοδο:
Ήταν μια πολύγλωσση κοινωνία. Στο δυτικό τμήμα της η ομιλούμενη γλώσσα, τα
λατινικά, αποτελούσε την επίσημη γλώσσα της διοίκησης. Στο ανατολικό τμήμα η κατάσταση
παρουσίαζε πολυπλοκότητα: η γλώσσα της αυτοκρατορικής διοίκησης, του στρατού και πολλών
δυτικών εποίκων της νέας πρωτεύουσας ήταν τα λατινικά, ενώ η ελληνική κυριαρχούσε όχι
μόνο ως γλώσσα επικοινωνίας αλλά και ως γλώσσα διεκπεραίωσης της επαρχιακής διοίκησης.
Σε άλλες περιοχές, όπως στη Συρία, οι οποίες δεν ανήκαν στη σφαίρα επιρροής της
ελληνιστικής παράδοσης, μιλούσαν συριακά, ενώ στη Μεσοποταμία και στην Παλαιστίνη
μεγάλη διάδοση είχαν τα συριακά, τα αραμαϊκά και τα αραβικά.
Το γλωσσικό καθεστώς της Αιγύπτου ήταν επίσης πολύπλοκο: εδώ η διάδοση της ελληνικής
υπήρξε κληρονομιά της ελληνιστικής εποχής και η πρωτεύουσά της, η Αλεξάνδρεια, αποτελούσε
για αιώνες πόλη ελληνική και σπουδαίο κέντρο τη ελληνικής παιδείας και γλώσσας. Κατά την
πρώιμη όμως βυζαντινή περίοδο, ο κύριο όγκος του αιγυπτιακού πληθυσμού μιλούσε κοπτικά.
Κατά τον 6ο αι. η κεντρική κυβέρνηση αναγκάστηκε να δημοσιεύσει έγγραφα στη γλώσσα αυτή ,
μολονότι τα ελληνικά παρέμειναν επίσημη γλώσσα της διοίκησης. Στην παραμεθόριο, οι απλοί
άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τις δικές τους τοπικές γλώσσες-διαλέκτους.
Με την απώλεια του μεγαλύτερου τμήματος της αυτοκρατορίας στη Δύση, ο ρόλος της λατινικής
γλώσσας στη Ανατολή, ήδη από τον 5ο αι. σταδιακά άρχισε να υποβαθμίζεται. Μέχρι τον 7ο αι.
τα ελληνικά είχαν γίνει η μόνη επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας.
Στα μέσα του 7ου αι. οι αραβικές κατακτήσεις είχαν ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση από την
αυτοκρατορική σφαίρα επιρροής των πληθυσμών που μιλούσαν συριακά, αραβικά και κοπτικά.
Τα εδάφη της αυτοκρατορίας περιορίστηκαν κυρίως σε περιοχές αμιγώς ελληνόφωνες (άρα
υπεροχή των ελληνικών πλέον)
Ωστόσο, η βυζαντινή κοινωνία δεν έπαψε να χαρακτηρίζεται από φυλετική πολυμορφία και
αντίστοιχη πολυγλωσσία (στην Κων/πολη μπορούσε να ακούσει κανείς, εκτός από ελληνικά,
λατινικά, αρμένικα, γεωργιανά, σλαβικά, αραβικά και από τον 11ο αι. ιταλικά, γαλλικά και άλλες
γλώσσες των δυτικών λαών)

Η ελληνική γλώσσα βέβαια γνώρισε πολλές αλλαγές κατά τη μακραίωνη ιστορία της βυζαντινής
αυτοκρατορίας:
‐ αντικατάσταση της προσωδιακής προφοράς με την τονική προφορά
‐ από την κοινή καθημερινή χρήση έπαψε η προφορά των διφθόγγων
‐ η μέση και η παθητική φωνή συγχωνεύτηκαν
‐ η ευκτική και η δοτική πτώση εξαφανίστηκαν
Δυστυχώς σε ελάχιστα κείμενα μπορούμε να μελετήσουμε την καθημερινή γλώσσα ενός
Βυζαντινού: σε κάτι αποσπάσματα διαλόγων μεταξύ δήμων και αγγελιαφόρου του Ιουστινιανού,
σε κάτι στίχους λαϊκών ποιημάτων και σε επιγραφές και παπύρους

96 

 
Παράλληλα με την απλή καθομιλούμενη γλώσσα, διατηρήθηκαν και ορισμένα γλωσσικά
ιδιώματα της αρχαιότητας, όπως π.χ. η αττική διάλεκτος (όχι βέβαια του 5ου αι. αλλά των
αττικιστών της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής περιόδου)
Η γνώση της αποτελούσε το διακριτικό μιας κοινωνικής και πνευματικής ελίτ και
χρησιμοποιήθηκε κυρίως σε κείμενα λογοτεχνικά, που φιλοδοξούσαν να εντυπωσιάσουν.
Η στάση της Εκκλησίας προς αυτή την «επιδεικτική» γλώσσα ήταν αρνητική.
Τέλος, υπήρχε και η γλώσσα της Αγίας Γραφής και των λειτουργικών βιβλίων που
αντιστοιχούσαν στην ελληνιστική κοινή. Η χρήση της από την εκκλησία υποδηλώνει ότι η
συγκεκριμένη γλώσσα ήταν κατανοητή από σημαντικό τμήμα του πληθυσμού.
(δραστηριότητα 24 σελ. 129)

Ερώτηση 33:
Οικιστικά χαρακτηριστικά των πρώιμων βυζαντινών πόλεων.
Διατήρησαν γενικά τον χαρακτήρα των πόλεων της αρχαιότητας όπως αυτός είχε εξελιχθεί κατά
την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο.
Ο πολεοδομικός σχεδιασμός της Κων/πολης θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί η ιδεατή σύνοψη
τψν αρχών δομής μια πρώιμης βυζαντινής πόλης. Η νέα πρωτεύουσα χτίστηκε σε ένα ιδανικό
στρατηγικό σημείο. Η έκταση της παλαιάς πόλης αυξήθηκε τέσσερις ή πέντε φορές και δόθηκαν
κίνητρα με στόχο την αύξηση του πληθυσμού της: ο λαός θα απολάμβανε το προνόμιο των
δωρεάν άρτου και θεαμάτων και οι ανώτερες τάξει θα γίνονταν κάτοχοι πολυτελών παλατιών,
ομοίων με αυτά που υπήρχαν στη Ρώμη.
Η ελληνιστική παράδοση αποτέλεσε βασικό παράγοντα στη διαμόρφωση του πολεοδομικού
σχεδιασμού της Κων/πολης. Ο Κων/νος εφοδίασε τη νέα πρωτεύουσα με φαρδιές λεωφόρους
που πλαισιώνονταν από κιονοστοιχίες και φρόντισε για τον στολισμό της πόλης (αξιόλογα έργα
τέχνης, κυρίως γλυπτά) Διεύρυνε επίσης τον Ιππόδρομο και τον μετέτρεψε σε κέντρο
δημόσιας ψυχαγωγίας. Δίπλα χτίστηκε το μεγαλόπρεπο αυτοκρατορικό παλάτι της Δάφνης
(σύμπλεγμα κτισμάτων, κήπων, στοών και περιπτέρων). Μπροστά στο παλάτι διαμορφώθηκε
μεγάλη και άνετη πλατεία, το Αυγουσταίον, προς τιμήν της μητέρας του, αυγούστας Ελένης.
Το άγαλμά της δέσποζε πάνω σε ψηλό κίονα στο κέντρο της πλατείας. Στην ίδια περιοχή
κτίστηκε και το κτίριο της Συγκλήτου, ενώ διατηρήθηκαν και τα δημόσια λουτρά του
Ζευξίππου. Η κεντρική λεωφόρος, η Μέση, με αφετηρία το Αυγουσταίον, οδηγούσε στο
Forum (Αγορά) του Μ. Κων/νου, που αποτελούσε τον ομφαλό της πόλης (εκεί είχαμε
ορειχάλκινο άγαλμα του αυτοκράτορα με διάδημα στο κεφάλι που παρέπεμπε σε παραστάσεις
του θεού Ήλιου)
Ο Κων/νος ήθελε να δώσει χριστιανικό χαρακτήρα στην πρωτεύουσα. Εγκαινίασε αρκετές
εκκλησίες, χωρίς να καταστρέψει τους αρχαίους ειδωλολατρικούς ναούς και τα εθνικά κτίρια. Ο
καθεδρικός ναός όμως της Αγίας Ειρήνης και η κατοικία του επισκόπου υψώθηκαν στο
πιο νευραλγικό σημείο της πρωτεύουσας, κοντά στο αυτοκρατορικό παλάτι.

Η διοικητική οργάνωση των πρωτοβυζαντινών πόλεων συνέχισε σε γενικές γραμμές τη ρωμαϊκή


αυτοκρατορική παράδοση, σύμφωνα με την οποία οι αξιωματούχοι των μονάδων αυτοδιοίκησης
και, συγκεκριμένα οι έπαρχοι των πόλεων στρατολογούνταν από την τάξη των Συγκλητικών.
Ταυτόχρονα υπήρχε και το σώμα των βουλευτών των πόλεων (curiales), οι οποίοι αρχικά
διορίζονταν από την τάξη των ιππέων, αλλά προς το τέλος του 4ου αι. αποτέλεσαν μια κλειστή,
νομικά καθορισμένη κοινωνική ομάδα. Τα μέλη της ομάδας έπρεπε να είναι μόνιμοι πολίτες της
πόλης και να κατέχουν μεσαία ή μικρή ακίνητη περιουσία. Ήταν υποχρεωμένοι να υπηρετούν
97 

 
στα συμβούλια και είχαν συλλογικές αρμοδιότητες στη διαχείριση διάφορων αστικών υπηρεσιών
(βασικά μεριμνούσαν για την επισκευή έργων κοινής ωφέλειας –υδραγωγεία, δημόσια κτίρια κτλ,
για την καθαριότητα των δρόμων, για τη διοργάνωση θεαμάτων και για κάθε έκτακτη κρατική
υποχρέωση όπως η στρατολόγηση των στρατεύσιμων) Τα έξοδα για τις παραπάνω υποχρεώσεις
καλύπτονταν εν μέρει από το ταμείο της πόλης αλλά και από τους ίδιους τους βουλευτές – έτσι
οι τελευταίοι προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν κάθε νομικό παράθυρο και να απαλλαγούν από
το βουλευτικό τους αξίωμα και να κερδίσουν μια θέση στο δημόσιο ή τη Σύγκλητο. Ως
αποτέλεσμα είχαμε τη διάλυση του βουλευτικού σώματος: τα φτωχότερα μέλη του
εξαφανίστηκαν ενώ οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι με τη συγκέντρωση μεγαλύτερης ακίνητης
περιουσίας. Στα μέσα του 6ου αι. τα βουλευτήρια είχαν ουσιαστικά εξαφανιστεί.
Στη ζωή των πόλεων, ωστόσο, άρχισαν να εμφανίζονται νέες δυνάμεις: η Εκκλησία, ήδη από
τον 4ο αι. είχε αναλάβει μεγάλο κοινωνικό έργο και μεριμνούσε για τους αναξιοπαθείς, φτωχούς,
ορφανούς κτλ.
Η παρακμή των βουλευτικών συμβουλίων επιφόρτισε τους επισκόπους με ποικίλες
εξωθρησκευτικές λειτουργίες. Οι τοπικοί επίσκοποι απέδιδαν δικαιοσύνη, επέβλεπαν την αγορά,
επισκεύαζαν γέφυρες και σιταποθήκες και γενικά άρχισαν να αποκτούν μεγάλη πολιτική και
διοικητική δύναμη.
Σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής υπήρχε ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην αστική και
την αγροτική ζωή. Η πόλη εξασφάλιζε εργασία, έδινε τη σιγουριά της άμεσης πληροφόρησης για
τα κοινά, διέθετε οργανωμένο σύστημα για την κάλυψη βασικών βιοτικών ανέσεων (λουτρά,
θέατρο, ιππόδρομο, ταβέρνες, πορνεία)
Κατηγορίες ανθρώπων που ζούσαν στις πρωτοβυζαντινές πόλεις.
Διοικητικοί και εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι, πλούσιοι γαιοκτήμονες και έμποροι, άνθρωποι των
γραμμάτων, βιοτέχνες, μαγαζάτορες, εργάτες, ηθοποιοί και μια στρατιά από πόρνες, χορεύτριες
και ζητιάνους. (δραστηριότητες 25-26 – σελ. 135-136)

Ερώτηση 34:
Η παρακμή των πόλεων: τέλη 6ου – μέσα 9ου αι. Η περίοδος αυτή καλείται σήμερα
συμβατικά περίοδος «σκοτεινών» ή «μεταβατικών» χρόνων.
Βυζαντινές πόλεις που παρήκμασαν εξαιτίας συγκεκριμένης αιτίας:
Αθήνα: απ’ ότι έδειξαν ανασκαφές, μετά το 2ο μισό του 7ου αι. η Αρχαία Αγορά εγκαταλείφθηκε
εντελώς και ο οικισμός περιορίστηκε στην Ακρόπολη και σε ένα μικρό οχυρωμένο περίβολο στη
βόρεια πλευρά της. Η εγκατάλειψη έγινε σταδιακά και ξεκίνησε μετά το 580, οπότε
μαρτυρούνται εκτεταμένες καταστροφές που έχουν συνδυαστεί με τις σλαβικές επιδρομές της
περιόδου στον ελλαδικό χώρο. Παρόμοια εικόνα συρρίκνωσης παρουσιάζουν την ίδια περίοδο
και άλλες πόλεις του ελλαδικού χώρου: Κόρινθος, Άργος, Σπάρτη…
Θεσσαλονίκη: παρά το γεγονός ότι πολιορκήθηκε από τους Σλάβους και τους Άραβες, κατάφερε
να επιβιώσει.
Οι πόλεις της Μ. Ασίας ακολούθησαν την ίδια πορεία παρακμής. Μόνο η Νίκαια επέζησε. Η
Κύζικος στον Ελλήσποντο (η οποία το 543 χτυπήθηκε από καταστροφικό σεισμό) έπαψε να
υπάρχει μέσα στον 7ο αι.
Οι Σάρδεις, η Πέργαμος και η Άγκυρα, μετά τις περσικές εισβολές του 7ου αι. εγκαταλείφθηκαν
αλλά τα φρούριά τους στην κορυφή του λόφου εξακολούθησαν να υπάρχουν.
Στην Έφεσο, στις αρχές του 7ου αι., αμέσως μετά τις περσικές επιθέσεις, η αγορά
εγκαταλείφθηκε και γέμισε ερείπια. ¨όμως, λίγο αργότερα (τέλη 7ου – αρχές 8ου αι.) κτίστηκαν

98 

 
καινούργια τείχη, που περιέβαλαν ένα μικρότερο οικιστικό σύνολο. Σε γενικές γραμμές η
οικοδομική δραστηριότητα περιορίστηκε σε ανακατασκευές.
Οικιστικός χαρακτήρας των βυζαντινών πόλεων της περιόδου:
Μια τυπική πόλη της εποχής της παρακμής της αστικής ζωής αποτελούνταν από έναν
οχυρωμένο χώρο, η έκταση του οποίου κάλυπτε ένα μικρό μόνο μέρος του αρχικού οικοδομικού
ιστού της πρωιμότερης πόλης. Τα τείχη χτίζονταν με οικοδομικό υλικό από τα ερείπια
προγενέστερων κτιρίων. Εντός των τειχών, τα αρχαία δημόσια κτίρια είτε εγκαταλείφθηκαν είτε
χρησιμοποιήθηκαν από καταπατητές για να χτίσουν στο χώρο τους πρόχειρα καταλύματα. Οι
εκκλησίες διασώθηκαν ή κτίζονταν στην περιοχή του κεντρικού κλίτους μικρότερες εκκλησίες και
τα υπόλοιπα μέρη χρησιμοποιούνταν για να φτιαχτούν άλλες εγκαταστάσεις. Μοναστήρια και
κοιμητήρια (που κατά την πρώιμη περίοδο ήταν εκτός των τειχών) τώρα γίνονταν μέρη του
οικιστικού πυρήνα. Τα παλαιά υδραγωγεία βρίσκονταν εκτός λειτουργίας και η παροχή νερού
γινόταν με την κατασκευή μικρών κινστερνών (= δεξαμενών).

Η Κωνσταντινούπολη: κατά τη διάρκεια του 7ου αι. παρέμεινε κέντρο εμπορικής και
επαγγελματικής δραστηριότητας. Η παρακμή εντοπίζεται κατά τον 8ο αι. Ξέρουμε εξάλλου ότι
κάπου στα 740 τα χερσαία τείχη της πρωτεύουσας έπαθαν σοβαρές ζημιές από σεισμό και τότε
θεσπίστηκε ειδικός φόρος για να επισκευαστούν. Γενικά πάντως, μετά τον 8ο έχουμε και εδώ
εικόνα με καταστραμμένα μνημεία, ανάκτορα, δημόσια λουτρά κτλ.
(δραστηριότητα 27 – σελ. 140)

Ερώτηση 35:
Ο οικιστικός χαρακτήρας των βυζαντινών πόλεων κατά την περίοδο της ανάκαμψης
(μέσα 9ου έως 1204 μ.Χ.).
Βασικό χαρακτηριστικό: αυτές δεν απέκτησαν τον μνημειακό χαρακτήρα της πρώιμης
περιόδου. Επιπλέον έχουμε ανυπαρξία πολεοδομικού σχεδιασμού: οι πόλεις προέκυψαν από τις
συνθήκες και τι ανάγκες της καθημερινής ζωής, χωρίς συγκροτημένη πολεοδομική παρέμβαση:
σπίτια κακοχτισμένα που άλλοτε συνωστίζονταν σε λαβυρινθώδεις δρόμους και άλλοτε ήταν
άτακτα διασκορπισμένα.
Ιδιωτικός χαρακτήρας της αστικής ζωής: δεν μαρτυρούνται κοινόχρηστοι χώροι και κεντρικές
πλατείες, δημόσια λουτρά και στοές. Μοναδικός τόπος δημόσιων συγκεντρώσεων ήταν τώρα η
εκκλησία, ενώ είχαμε και από πλουσίους το κτίσιμο εκκλησιών για ιδιωτική χρήση. Δεν
αναπτύχθηκε η έννοια του καθεδρικού ναού. Η ζωή είχε διασπαστεί σε γειτονιές, καθεμιά με τη
δική της εκκλησία ενώ έχουμε και ιδιωτικά παρεκκλήσια από τον 10ο αι. Τέλος, επικράτησε η
δημιουργία κοιμητηρίων μέσα την πόλη, κυρίως στον περίβολο των εκκλησιών.

Η διοίκηση των μεσοβυζαντινών πόλεων εννοείται ότι επηρεάστηκε από την κρίση των
σκοτεινών χρόνων του 7ου και του 8ου αι.: το σώμα των βουλευτών (curiales) είχε πέσει στην
αφάνεια ήδη από τα τέλη του 6ου αι. και το αξίωμα του επάρχου του πραιτωρίου είχε εκλείψει.
Επιπλέον καταργήθηκε επίσημα η Βουλή των πόλεων.
Υποβαθμίστηκε και ο ρόλος της Εκκλησίας στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής, λόγω σημαντικής
μείωσης των οικονομικών της (άμεσο επακόλουθο της αστικής συρρίκνωσης και του γεγονότος
ότι τα μοναστήρια, τα οποία αποκτούσαν σταδιακά τάσεις αυτονομίας, απορροφούσαν μεγάλο
ποσοστό δωρεών).

99 

 
Κατά τον 11ο-12ο αι. παρατηρούνται μορφές αυτοδιοίκησης στις επαρχιακές πόλεις: (τοπικοί
άρχοντες και τοπικά συμβούλια).
Η αναβίωση των πόλεων έφερε στο προσκήνιο τη «μέση αστική τάξη», αφού τα μέλη της
(έμποροι, βιοτέχνες κτλ) ζούσαν με αξιοσημείωτη άνεση και οι επαγγελματικές τους
δραστηριότητες προσδιόριζαν την οικονομική και οικιστική φυσιογνωμία της πόλης.
Το άνοιγμα της βυζαντινής κοινωνίας στις ευκαιρίες που παρείχε το εμπόριο και η παράλληλη
αύξηση του αριθμού των επαγγελματιών, είχε ως αποτέλεσμα τη μετακίνηση πληθυσμών
από την ύπαιθρο στις πόλεις και την εγκατάσταση σε αυτές ξένων εμπόρων (10ος, 11ος
και 12ος αι.): Ρώσων, Ιταλών, Βενετών, Πισατών και Γενουατών.
(δραστηριότητες 28-29 σελ. 144)

Ερώτηση 36:
Οικιστική διαμόρφωση των υστεροβυζαντινών πόλεων (13ος – 15ος αι.).
Βασικό χαρακτηριστικό: η στενότητα χώρου, καθώς οικοδομούνται και αναπτύσσονται σε
σημεία όπου η φυσική διαμόρφωση του εδάφους διευκολύνει την άμυνα π.χ. Μυστράς και
Μονεμβασιά (πόλεις-κάστρα): οικοδόμηση και ανάπτυξη σε φυσικά οχυρά σημεία και ενίσχυση
με τείχη.
Από οικιστικής πλευράς οι πόλεις της περιόδου των Παλαιολόγων διακρίνονται σε δύο σαφώς
διαμορφωμένα υποσύνολα: την άνω και την κάτω πόλη. Η άνω πόλη καταλάμβανε τα
υψηλότερα και ασφαλέστερα σημεία του δομημένου χώρου και εκεί βρισκόταν το διοικητικό
κέντρο της πόλης, σπίτια πλουσίων, εργαστήρια, αποθήκες κτλ και στην κορυφή κάποιου λόφου
η ακρόπολη, το έσχατο αμυντικό στήριγμα των κατοίκων σε περίπτωση πολιορκίας.
Στις κατώτερες παρυφές είχαμε τα σπίτια των μεσαίων αστικών στρωμάτων και στην κάτω πόλη
βρισκόταν η αγορά, οι εκκλησίες, τα μοναστήρια και το λιμάνι. Σε ιδιαίτερες συνοικίες της κάτω
πόλης ζούσαν αλλοεθνείς ή αλλόθρησκες ομάδες του πληθυσμού, όπως Ιταλοί και Εβραίοι. Σε
ορισμένες πόλεις οι Ιταλοί έμποροι είχαν διεκδικήσει και κατοχυρώσει την τείχιση της συνοικίας
τους.

Περιγραφή κτισμάτων σε Μυστρά και Μονεμβασιά.


Οι δύο πόλεις σχηματίστηκαν επάνω σε βραχώδεις, δυσπρόσιτους λόφους, όχι άνετες συνθήκες
διαβίωσης και οι κοινόχρηστοι χώροι ήταν στενοί και περιορισμένοι. Τα οικήματα
αντικατοπτρίζουν τις δύσκολες συνθήκες της περιόδου.
Κατοικίες αριστοκρατών ή εμπόρων: κατασκευασμένες από ανθεκτικά οικοδομικά υλικά,
αναπτύσσονται συνήθως σε ύψος δύο ορόφων (κτισμένα σε επικλινή εδάφη). Ο ένας χώρος
στέγαζε τους βοηθητικούς χώρους του σπιτιού και ο δεύτερος αποτελούσε την κύρια κατοικία
της οικογένειας. Τα πλούσια σπίτια διέθεταν ιδιωτικές στέρνες, μικρούς κήπους και ιδιωτικά
παρεκκλήσια.

Διοικητική δομή των υστεροβυζαντινών πόλεων.


Λόγω της πολυδιάσπασης και της συνεχούς πολιτικής ρευστότητας που διακρίνει τον ελληνικό
χώρο κατά την περίοδο των Παλαιολόγων, το πολιτικό και διοικητικό καθεστώς των
υστεροβυζαντινών πόλεων χαρακτηρίζεται από αυξημένη πολιτική και διοικητική αυτονομία. Η
συρρίκνωση του βυζαντινού κράτους είχε ως συνέπεια την εμφάνιση των «δεσποτών», τοπικών
δλδ ηγεμόνων με χαλαρή εξάρτηση από την αυτοκρατορική εξουσία: διοικούσαν περιοχές που
ήταν γεωγραφικά αποκομμένες από την Κων/πολη. Η δύναμη όμως των τοπικών αριστοκρατών
100 

 
την ίδια περίοδο περιόριζε την εξουσία τους. Οι τοπικοί αριστοκράτες («δυνατοί») θεωρητικά
βρίσκονταν υπό την άμεση εξουσία των αυτοκρατόρων. π.χ. στη Μονεμβασιά την τοπική και
οικονομική εξουσία είχαν τρεις οικογένειες: οι Μαμωνάδες, οι Ευδαιμονοϊωάνναι και οι Σοφιανοί.
(δραστηριότητα 30 σελ. 148)

Ερώτηση 37:
Κοινωνική και οικονομική σύνθεση των υστεροβυζαντινών πόλεων (13ο-15ος αι.).
Οι πόλεις αποτελούσαν κέντρα συγκέντρωσης και μεταποίησης της παραγωγής της γειτονικής
ενδοχώρας, καθώς και εξαγωγής των αντίστοιχων προϊόντων σε άλλες περιοχές του βυζαντινού
κράτους ή στο εξωτερικό
Ίδιες κοινωνικές ομάδες: διοικητικοί αξιωματούχοι, στρατιωτικοί, μοναχοί, άνθρωποι του
πνεύματος, έμποροι, βιοτέχνες και εργάτες.
Αλλά στο στρατό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μπήκαν πολλοί ξένοι μισθοφόροι ποικίλης
προέλευσης.
Ξένους είχαμε και σε άλλα στρώματα της βυζαντινής κοινωνίας: παρατηρείται εγκατάσταση
Ιταλών εμπόρων, οι οποίοι σταδιακά ανέλαβαν τον έλεγχο του εξωτερικού εμπορίου της
αυτοκρατορίας (και πλούτισαν). Οι Έλληνες έμποροι περιορίστηκαν στο εσωτερικό εμπόριο ή
έγιναν συνεργάτες τους. Μεμονωμένες εξαιρέσεις υπήρχαν που Έλληνες έμποροι (π.χ. στον
Μυστρά) πλούτισαν και αυτό με ενθάρρυνση των Βυζαντινών αυτοκρατόρων.
Γενικά είχαμε εκτεταμένη παραχώρηση προνομίων στις ιταλικές εμπορικές παροικίες των
βυζαντινών πόλεων, γεγονός που οδήγησε στην εξαθλίωση των δημόσιων οικονομικών του
βυζαντινού κράτους.
Οι αριστοκράτες της περιόδου απέκτησαν μεγαλύτερη οικονομική δύναμη αφού τους
παραχωρήθηκαν κρατικά αξιώματα και γαίες («πρόνοια»).
Τα μεσοαστικά και τα μικροαστικά στρώματα αντέδρασαν. Οι ελεύθεροι καλλιεργητές σχεδόν
εξαφανίστηκαν, μεταπίπτοντας στο καθεστώς των «παροίκων», δλδ. των εξαρτημένων
καλλιεργητών που εργάζονταν στα εκτεταμένα κτήματα που κατείχαν οι μονές ή οι πλούσιοι
αριστοκράτες. Τυπικά αυτοί ήταν μισθωτές της γης που καλλιεργούσαν αλλά βασικά ήταν
υποχρεωμένοι να προσφέρουν ορισμένες αγγαρείες.
Ως αποτέλεσμα: εξαθλίωση δημόσιων οικονομικών και επαναστάσεις μεσοαστών και μικροαστών
(π.χ. στη Θεσσαλονίκη, το κίνημα των Ζηλωτών).

Ερώτηση 38:
Η γεωργία αποτελούσε την κύρια απασχόληση των Βυζαντινών.
Βασικός στόχος της γεωργικής παραγωγής ήταν η άμεση κατανάλωση, δλδ η αυτάρκεια σε
προϊόντα διατροφής.
Κατά την πρώιμη περίοδο υπήρχαν οι μεγάλοι ιδιοκτήτες γης: ο αυτοκράτορας, η Εκκλησία
και ορισμένοι ιδιώτες (υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι) και υπήρχαν από την άλλη πλευρά οι μικροί
και μεσαίοι ιδιοκτήτες. Αυτοί συνήθως οργανώνονταν σε αγροτικές κοινότητες, τις
κωμαρχίες.
Η κατάληψη των ανατολικών επαρχιών από τους Άραβες τον 7ο αι. και η παρακμή της αστικής
ζωής έφεραν αλλαγές στο καθεστώς της έγγειας ιδιοκτησίας: χάθηκαν περιοχές όπου
κυριαρχούσε η μεγάλη ιδιοκτησία και η καλλιέργεια της γης καθιερώθηκε ως ο κύριος
παράγοντας οικονομικής δραστηριότητας και συνεπώς, απαιτούσε αλλαγή στις αγροτικές σχέσεις
και ακόμη στη ρύθμιση των κανόνων διανομής της γης.

101 

 
Το σχήμα που επικράτησε κατά την πρώιμη μεσοβυζαντινή περίοδο από τον 7ο έως τον 9ο αι.: η
μικρή και η μεσαία περιουσία των ανεξάρτητων καλλιεργητών-ιδιοκτητών αποτελούσε την κύρια
μορφή κατοχής γης, παρόλο που αυτοκράτορας, Εκκλησία και αξιωματούχοι εξακολουθούσαν να
είναι κάτοχοι μεγάλων εκτάσεων γης.
Από τα μέσα του 9ου και σε όλη τη διάρκεια του 10ου αι. η ισορροπία ανάμεσα στη μικρή και τη
μεγάλη ιδιοκτησία ανατρέπεται. Το αγροτικό κοινοτικό σύστημα (οι ελεύθερες δλδ κοινότητες
των ανεξάρτητων μικρών και μεσαίων καλλιεργητών) διατηρείται αλλά η συνεχής αύξηση της
μεγάλης ιδιοκτησίας απειλεί σοβαρά τη συνοχή του. Είναι η περίοδο που υπερισχύουν οι
δυνατοί.
Το κτηματολόγιο των Θηβών (καταγραφή κτημάτων για φορολογική χρήση) 10ος-11ος αι.:
Αναφέρει ότι η περιοχή ανατολικά των Θηβών μέχρι τη θάλασσα ανήκε σε δέκα πλούσιες
οικογένειες που έχουν συμπεθεριάσει με τον αυτοκράτορα και φέρουν υψηλούς τιμητικούς
τίτλους (άρχοντες, κόμητες, δρουγγάριοι κτλ)
Ύστερη βυζαντινή περίοδος: η περίοδο κυριαρχίας της μεγάλης ιδιοκτησίας.
Τη γεωργική παραγωγή νέμονται κατ’ αποκλειστικότητα οι μεγάλοι ιδιοκτήτες και η δυσαρέσκεια
των αγροτών είναι μεγάλη. Μέσα στην οικονομική εξαθλίωση απέμειναν μόνο οι πάροικοι να
διατηρούν μικρά κομμάτια γης και να καταβάλλουν στον μεγαλογαιοκτήμονα φόρους και
επιπλέον να του παρέχουν εργασία χωρίς αμοιβή (αγγαρεία).

Ερώτηση 39:
Στο χώρο της βιοτεχνίας ξεχωρίζουμε τρεις κατηγορίες εργασιακών ομάδων:
‐ συντεχνίες
‐ ανεξάρτητους τεχνίτες
‐ βασιλικά εργαστήρια
Συντεχνίες.
Σωματεία που ελέγχονταν από την κεντρική εξουσία από πολύ νωρίς, σε μια προσπάθεια
αποφυγής της αισχροκέρδειας αλλά και επιτήρησης της παραγωγής και διακίνησης των
διάφορων προϊόντων. Αν και αποτελούσαν μονάδες ιδιωτικής οικονομίας, τελούσαν κάτω από
τον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας. Σταδιακά διατυπώθηκαν αυστηροί κανονισμοί οι οποίοι
ρύθμιζαν τον τρόπο λειτουργίας τους (π.χ. υπάρχει το Επαρχικό Βιβλίο ως πηγή πληροφοριών
για αριθμό, είδη, υποχρεώσεις, προνόμια και νομικές δεσμεύσεις των συντεχνιών της
Κων/πολης)

Τα βασιλικά εργαστήρια.
Σωματεία κρατικά οι δραστηριότητες των οποίων κάλυπταν κρατικές και ειδικότερα
αυτοκρατορικές ανάγκες και ορίζονταν από ειδικές νομοθετικές διατάξεις. Τα μέλη των
εργαστηρίων ήταν μισθωτά και ανήκαν σε διάφορες επαγγελματικές κατηγορίες (υφαντουργοί,
κατασκευαστές πολεμικού εξοπλισμού, βαφείς μεταξιού, κογχυλευταί = επεξεργάζονταν την
πορφύρα, μονετάριοι = χαράκτες νομισμάτων)

Ο τομέας της βιοτεχνίας υφασμάτων εξελίχθηκε ιδιαίτερα στο Βυζάντιο. Κατά την
πρωτοβυζαντινή περίοδο μάλιστα λειτουργούσαν περίφημα ιδιωτικά αλλά κυρίως αυτοκρατορικά
εργαστήρια, προστατευόμενα μάλιστα με ειδικό διάταγμα του Κων/νου.
Ιδιαίτερη ώθηση στη βιομηχανία κατασκευή πολύτιμων υφασμάτων και ενδυμάτων έδωσε η
εισαγωγή του μεταξιού στην αυτοκρατορία στα μέσα του 6ου αι. Μετά την κατάληψη της Συρίας,
102 

 
η βιομηχανία του μεταξιού πήρε τεράστια έκταση στην Κων/πολη (Το Επαρχικό Βιβλίο αναφέρει
5 συντεχνίες επεξεργασίας, βαφής και ύφανσης μεταξωτών υφασμάτων)
Τα μεταξωτά συγκαταλέγονταν στα λεγόμενα κωλυώμενα ή κεκωλυμένα αγαθά = προϊόντα
που απαγορευόταν η ελεύθερη εξαγωγή τους.
Η ταπητουργία ανήκε επίσης στις δραστήριες βιοτεχνίες ειδών πολυτελείας της αυτοκρατορίας
και φαίνεται ότι διέθετε αξιόλογη και πλούσια πελατεία.
Η παγκόσμια φήμη των βαφείων υφασμάτων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αντανακλά το
υψηλό επίπεδο τεχνικής που διέθετε αυτός ο τομέας της βιοτεχνίας. Η βαφή γινόταν με
πορφύρα ή με φυτικές βαφές.
Επίσης, σημαντικότατο μέρος της «βαριάς βιοτεχνικής παραγωγής» κάλυπταν τα
ναυπηγεία, η μεταλλουργία και η οπλουργία.
(δραστηριότητα 32 – σελ. 160)

Ερώτηση 40:
Το τέλος του βυζαντινού εμπορίου κατά την Παλαιολόγεια περίοδο.
Καθοριστική ήταν η παρουσία των Ιταλών εμπόρων στην ανατολική Μεσόγειο, ενώ πολλές
περιοχές είχαν περιέλθει οριστικά στα χέρια των Βενετών (Κρήτη, Μεθώνη, Κορώνη κ.α.) Έτσι,
το βυζαντινό εμπόριο αποτελούσε πλέον μέρος του δυτικού συστήματος εμπορικών
συναλλαγών και το μόνο που κατόρθωσε να κάνει ήταν να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των
δυτικών αγορών.
Κατά τον 14ο-15ο αι. βρίσκουμε σημαντικό αριθμό εμπόρων στη Μονεμβασιά, στη Θεσσαλονίκη,
στη Σμύρνη, στον Μυστρά και αλλού. Οι περισσότεροι έφεραν ονόματα ενδεικτικά καταγωγής
από τη βυζαντινή αριστοκρατία (Συναδινός, Λάσκαρις, Παλιολόγος, Κατακουζηνός…) Ωστόσο, οι
δραστηριότητές τους είχαν τοπικό ή διεπαρχιακό χαρακτήρα χωρίς πρόσβαση στο διεθνές
εμπόριο της Μεσογείου (επίτευγμα των Ιταλών εμπόρων)

Ερώτηση 41:
Το βυζαντινό νόμισμα: το δολλάριο του Μεσαίωνα.
Ο σόλιδος, το βυζαντινό νόμισμα είχε σε όλη τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της
αυτοκρατορίας τεράστια φήμη. Το χρυσό βυζαντινό νόμισμα συγκαταλεγόταν στα λεγόμενα
κωλυόμενα αγαθά του κράτους. Πιθανότατα αυτό γινόταν για δύο λόγους: 1) για την επίτευξη
κερδοφόρων διακρατικών εμπορικών συναλλαγών προς όφελος του κράτους και 2( για την
αποδυνάμωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της ανεξέλεγκτης χρηματικής δραστηριότητας.
Γενικά ο έλεγχος της παραγωγής και της διακίνησης του νομίσματος αποτελούσε έναν από τους
σημαντικότερους στόχους της βυζαντινής νομισματικής πολιτικής.

Έτσι, το κράτος από πολύ νωρίς θέσπισε αυστηρούς νόμους για την αντιμετώπιση κάθε είδους
παραχάραξης και κιβδηλοποιίας του νομίσματος. Π.χ. η πρακτική του ψαλιδίσματος της
περιφέρειας του χρυσού νομίσματος επέσυρε από την εποχή του Μ. Κων/νου την ποινή του
θανάτου, ενώ η κιβδηλοποιία εξισωνόταν με το παράπτωμα της εσχάτης προδοσίας και είχε
ανάλογες ποινές. Σε νόμο του Κων/νου Β’ (343) επιβαλλόταν η ποινή της πυράς.
Σε περίπτωση παραχάραξης χάλκινου νομίσματος οι ποινικές επιπτώσεις είχαν ηπιότερο
χαρακτήρα (δήμευση περιουσίας, εξορία ή καταναγκαστικά έργα αν ο παραχαράκτης ήταν
αξιωματούχος αλλά στους δούλους επιβαλλόταν η εσχάτη των ποινών). Ωστόσο, οι ποινές για
την παραχάραξη χάλκινων νομισμάτων έπαιρναν αυστηρότερο χαρακτήρα όταν οι εμπλεκόμενοι
στο αδίκημα ανήκαν στο υπαλληλικό δυναμικό του επίσημου νομισματοκοπείου.
103 

 
Κρατικά νομισματοκοπεία υπήρχαν διασκορπισμένα σε διάφορες επαρχιακές διοικητικές ενότητες
αλλά υπήρχε σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε αυτά που εξέδιδαν χρυσά νομίσματα και εκείνα
που παρήγαγαν χάλκινα. Τα χάλκινα νομίσματα κόβονταν σε όλα τα νομισματοκοπεία ενώ η
παραγωγή των χρυσών περιοριζόταν συνήθως στην πρωτεύουσα κάθε μεγάλης διοικητικής
περιφέρειας.
Πολλές φορές, σε εποχές μεγάλων πολεμικών επιχειρήσεων ιδρύονταν έκτακτα
νομισματοκοπεία, ώστε να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες ανεφοδιασμού και πληρωμών των
στρατιωτών.
Μέχρι τα τέλη του 7ου, κάθε νομισματοκοπείο χάραζε στις νομισματικές του εκδόσεις τα αρχικά
της πόλης στην οποία λειτουργούσε, καθώς επίσης και το δηλωτικό γράμμα του εργαστηρίου
το οποίο ήταν υπεύθυνο για τη συγκεκριμένη κοπή. Η δήλωση του νομισματοκοπείου, σε μορφή
συντομογραφίας, αναγραφόταν στον οπισθότυπο των νομισμάτων.
π.χ CONOB = CON (τα τρία πρώτα γράμματα της λέξης Κων/πολη) και OB (από τη λέξη
οβρύζον, δλδ νόμισμα καθαρόν)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ:

Ερώτηση 42:
Τριαδολογικές αιρέσεις: τα δογματικά ερωτήματα για τη φύση ενός από τα πρόσωπα της
Αγίας Τριάδας και της μεταξύ των σχέσης.
Αρειανισμός: ο πρεσβύτερος Άρειος υποστήριζε πως ο Υιός του Θεού δεν ήταν ίσος με τον
Πατέρα αλλά κτίσμα του, δημιούργημά του. Έτσι τρωγόταν με τον επίσκοπο της πόλης
Αλέξανδρο και ο αυτοκράτορας Κων/νος αποφάσισε να συγκαλέσει την Α’ Οικουμενική
Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας (20 Μαΐου 325) όπου και καταδικάστηκε η αρειανική
διδασκαλία και διακηρύχθηκε το δόγμα του ομούσιου μεταξύ του Πατρός και του Υιού (που
διατυπώθηκε στο Σύμβολο της Πίστεως)
Το Σύμβολο αυτό συμπληρώθηκε από την επόμενη οικουμενική Σύνοδο (Β’ Οικ. Σύνοδος
στην Κων/πολη το 381) και καθιερώθηκε ως η επίσημη ομολογία πίστης της χριστιανικής
Εκκλησίας.
Επίσης στην Β’ Οικουμενική Σύνοδο είχαμε και το θεματάκι του Μακεδόνιου: ο επίσκοπος
Κων/πόλεως υποστήριζε ότι το Άγιο Πνεύμα ήταν και αυτό κτίσμα του Πατρός. Οι απόψεις του
και γενικά όλες οι συναφείς αιρέσεις καταδικάστηκαν από τη Σύνοδο, η οποία συγκλήθηκε
ύστερα από πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Α’.
Στα τέλη του 4ου αι. και επί βασιλέως Θεοδοσίου Α’ ο χριστιανισμός γίνεται πλέον η επίσημη
θρησκεία (392). Οι οπαδοί αιρέσεων και άλλων θρησκειών τίθενται στο περιθώριο.

Ερώτηση 43:
Τα δογματικά ερωτήματα ταλανίζουν την ανατολική Εκκλησία και τον 5ο αι. και αφορούν τη
σχέση θείας και ανθρώπινης φύσης του Χριστού.
Νεστοριανισμός: το 428 ανεβαίνει στον πατριαρχικό θρόνο της Κων/πολης ο Νεστόριος και
υποστηρίζει ότι η θεότητα είχε επιλέξει ως δοχείο της τον υιό της Μαρίας, τον άνθρωπο Χριστό.
(άποψη που είχε ως κοιτίδα της την περιοχή της Συρίας) Άρα η Μαρία δεν ήταν θεότοκος αλλά
χριστότοκος. Ο Νεστόριος ηττήθηκε στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο που πραγματοποιήθηκε
στην Έφεσο το 431. Η Σύνοδος της Εφέσου, όχι άδικα, θεωρήθηκε αφετηρία για τη διάδοση

104 

 
της λατρείας της Παναγίας στην ανατολική Μεσόγειο. Κέντρο των Νεστοριανών έγινε τότε η
Έδεσσα της Συρίας.

Μονοφυσιτισμός: Αντίθετα με τον Νεστόριο, οι μονοφυσίτες υπερτιμούσαν τον θείο


παράγοντα στο πρόσωπο του Χριστού. Ο αυτοκράτορας Μαρκιανός συγκάλεσε το 451
στη Χαλκηδόνα την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο, όπου και διατυπώθηκε το δόγμα των δύο
τέλειων, αδιαίρετων και ασύγχυτων φύσεων του Χριστού και καταδικάστηκαν μαζί
μονοφυσιτισμός και νεστοριανισμός.

Η Δ’ Οικ. Σύνοδος υπήρξε η πολυπληθέστερη επίσημη συνέλευση στους 11 αιώνες βυζαντινής


ιστορίας. Ωστόσο, οι αποφάσεις της είχαν ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα
στο βυζαντινό κέντρο και τις ανατολικές επαρχίες. Όχι μόνο η Αίγυπτος αλλά και η Συρία, που
ήταν οχυρό του νεστοριανισμού, προσχώρησε στον μονοφυσιτισμό – έτσι η βυζαντινή θεολογία
αποδεσμεύτηκε από την ανατολική πνευματικότητα και έκανε κέντρο της τη βυζαντινή
πρωτεύουσα.
Μετά τη Χαλκηδόνα οι ανατολικές περιφέρειες άρχισαν να προβάλλουν διαθέσεις αποσκίρτησης
από την κηδεμονία της κεντρικής βυζαντινής εξουσίας. Η τελευταία σε μια προσπάθεια να
αποκαταστήσει τη θρησκευτική ενότητα προχώρησε στο Ενωτικόν: το 428 ο Ζήνων σε
συνεννόηση με τον πατριάρχη Κων/πολεως δημοσίευσε το Ενωτικόν το οποίο αποσιωπούσε τα
περί των φύσεων του Χριστού, έτσι ώστε να ικανοποιήσει και τις δύο πλευρές. Έτσι
δημιουργήθηκαν τρεις παρατάξεις:
Οι διφυσίτες, οι μονοφυσίτες και οι οπαδοί της συμβιβαστικής γραμμής.
Σθεναρός πολέμιος του Ενωτικού ήταν ο πάπας Φήλιξ σε σημείο που από την αντιπαράθεση
Ρώμης και Κων/πολης προέκυψε το πρώτο σχίσμα που διήρκεσε πάνω από τριάντα χρόνια
(484-518)

Ερώτηση 44:
Τα μέτρα του Ιουστινιανού εναντίον αιρετικών, Ιουδαίων και ειδωλολατρών
(εθνικών).
Ο Ιουστινιανός, θερμός υποστηριχτής της ορθοδοξίας, επιδόθηκε σε αγώνα κατά των
ετερόδοξων και στην επιβολή θρησκευτικής ομοιομορφίας. Στο βασικό του νομοθέτημα, τον
Ιουστινιάνειο Κώδικα, ορίστηκε ότι όσοι δεν ακολουθούν την καθολική αποστολική εκκλησία
και την ορθόδοξη πίστη, οι αιρετικοί, οι Ιουδαίοι και οι ειδωλολάτρες, δεν επιτρέπεται ούτε να
γίνουν υπάλληλοι του κράτους, ούτε να τιμηθούν με οποιοδήποτε αξίωμα, αλλά ούτε και να
διδάσκουν (παρασύροντας έτσι τις αφελείς ψυχές).
Έτσι, αφαίρεσε από τους εθνικούς το δικαίωμα να διδάσκουν και έκλεισε το 529 την Πλατωνική
Ακαδημία των Αθηνών, τελευταίο κέντρο της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας.
Επίσης συγκάλεσε την Ε’ Οικ. Σύνοδο στην Κων/πολη το 553 και προχώρησε στην
καταδίκη των Τριών Κεφαλαίων, όλα μονοφυσιτών συγγραφέων, διευρύνοντας ακόμη
περισσότερο το χάσμα.

Ερώτηση 45:
Μονοθελητισμός = νέα διδασκαλία που προσπάθησε να συγκεράσει τις διαφορές ανάμεσα σε
χαλκηδόνιους και μονοφυσίτες και που έκανε λόγο για ένα και μόνο θέλημα του Χριστού. Η
μονοθελητική έριδα έδωσε νέα αφορμή για μια νέα αντιπαράθεση Ρώμης και Κων/πολης.

105 

 
Έτσι, με πρωτοβουλία του πάπα Μαρτίνου συγκαλείται στη Ρώμη το 649 η σύνοδος του
Λατερανού, η οποία καταδίκασε τα διατάγματα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων που παρείχαν
υποστήριξη στα νέα δόγματα.
Η ΣΤ’ Σύνοδος που πραγματοποιήθηκε στην Κων/πολη (680/681) κήρυξε ως ορθόδοξο
δόγμα αυτό των δύο θελήσεων και ενεργειών του Χριστού.
Μια νέα σύνοδο συγκάλεσε ο Ιουστινιανός Β’ το 691/2 τη λεγόμενη Πενθέκτη (επειδή
έλαβε χώρα στη θολωτή αίθουσα του αυτοκρατορικού Παλατιού, έγινε γνωστή και ως η εν
Τρούλλω σύνοδος): οι κανόνες της ρύθμιζαν διάφορα ζητήματα εκκλησιαστικής τάξης και
καταδίκαζαν μια σειρά από ειδωλολατρικά έθιμα που είχαν επιβιώσει με τα χρόνια και
διατυπώνονταν πολλές από τις αντίθετες αντιλήψεις δυτικής και ανατολικής Εκκλησίας.

Ερώτηση 46:
Από το 726 μέχρι το 780 και από το 815 έως το 843 η εικονομαχία έγινε το επίσημο δόγμα
της βυζαντινής εξουσίας.
Η εικονομαχία δεν ήταν καθαρά βυζαντινό φαινόμενο αλλά είχε σημιτικές καταβολές.
Η επίσημη υιοθέτησή της από τον Λέοντα Γ’ δεν ήταν άσχετη με τα δεινά (διαγραφόμενος
αραβικός κίνδυνος) που είχαν πλήξει από τις αρχές του 8ου αιώνα την αυτοκρατορία, δεινά που
αποδόθηκαν στην οργή του Θεού από την εικονολατρία - ειδωλολατρία των πιστών του.
Για να «κατευνάσει» τη θεία οργή που προκάλεσε την ισχυρή έκρηξη του ηφαιστείου της
Σαντορίνης (726) ο αυτοκράτορας Λέων Γ’ απέσυρε από τη Χαλκή πύλη των ανακτόρων την
εικόνα του Χριστού. Ο γιος του, Κων/νος Ε’ έγινε ο πιο φανατικός υποστηρικτής και διώκτης
των εικονολατρών. Με τη σύνοδο που συγκάλεσε στο ανάκτορο της Ιερείας στην ασιατική
ακτή του Βοσπόρου (754) προέβη στη δογματική κύρωση των απόψεών του. Επακόλουθα
της συνόδου ήταν αφενός η καλλιέργεια μιας ανεικονικής τέχνης, που είχε ως βασικό
σύμβολο τον σταυρό και αφετέρου ο διωγμός των εικονόφιλων.
Σπουδαιότερος αντίπαλος των εικονομαχικών ιδεών στάθηκε ένας μοναχός, ο Ιωάννης
Δαμασκηνός. Σημαντικότερο θεολογικό του έργο ήταν οι τρεις λόγοι Υπέρ των εικόνων.

Ερώτηση 47:
Η πρώτη αναστήλωση των εικόνων αποφασίστηκε στη Ζ’ Οικ. Σύνοδο που διεξήχθη στη
Νίκαια της Βιθυνίας (787) με πρωτοβουλία της αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας και
πρόεδρο τον Πατριάρχη Ταράσιο. Η σύνοδος υπογράμμισε ότι η προσκύνηση δεν αναφέρεται
στην εικόνα αυτή καθεαυτή αλλά στο εικονιζόμενο ιερό πρόσωπο και δεν σχετίζεται με τη
λατρεία που αποδίδεται αποκλειστικά στον Θεό.
Η Ζ’ Οικ. Σύνοδος είναι η τελευταία που αναγνωρίζει η ανατολική Εκκλησία.
Ύστερα από διακοπή περίπου 30 χρόνων, η εικονομαχία θα επανέλθει στο προσκήνιο με
πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Λέοντος Ε’. αρχίζουν πάλι διώξεις και εξορίες εικονόφιλων. Η
δεύτερη εικονομαχία θα λήξει ουσιαστικά με τον θάνατο του εικονομάχου αυτοκράτορα
Θεόφιλου. Το έργο της αποκατάστασης των εικόνων ανέλαβε η αυτοκράτειρα Θεοδώρα
και ο Πατριάρχης Μεθόδιος (842). Η πολιτεία απέτυχε να υποτάξει την Εκκλησία στην εξουσία
της, ενώ η ελληνορωμαϊκή παράδοση κατόρθωσε να μην υποκύψει στην ασιατική ανεικονική
αντίληψη σχετικά με την αναπαράσταση του θείου.
(δραστηριότητα 4 – σελ. 219, δραστηριότητα 7 σελ. 222, άσκηση αυτοαξιολόγησης σελ. 221)

106 

 
Ερώτηση 48:
Ο πατριάρχης Φώτιος, άνθρωπος με ευρεία παιδεία, υπήρξε εκφραστής του λεγόμενου
βυζαντινού ουμανισμού. Ο όρος αυτός χαρακτηρίζει το νέο ενδιαφέρον των βυζαντινών
λογίων για τους συγγραφείς και τα έργα της κλασικής και ελληνιστικής αρχαιότητας, που
εκδηλώνεται την περίοδο της ακμής της δυναστείας των Μακεδόνων (867-1025).
Η εποχή αυτή είναι εποχή καλών γενικά διπλωματικών σχέσεων με τη Ρώμη, που όμως θα
διαταραχθούν οριστικά το 1054.

Αντικείμενα του οριστικού σχίσματος αποτέλεσαν τόσο το ζήτημα του filioque, όσο και η
διαφορετική αντιμετώπιση ορισμένων ζητημάτων της εκκλησιαστικής ζωής: π.χ. η ρωμαϊκή
νηστεία του Σαββάτου, ο γάμος των ορθοδόξων ιερέων, η χρήση του ένζυμου άρτου στη Θεία
Ευχαριστία από τη βυζαντινή Εκκλησία και του άζυμου από τη δυτική.
Οι διαφορές αυτές εντάθηκαν όταν στον πατριαρχικό και τον παπικό θρόνο βρίσκονταν
αντίστοιχα οι Μιχαήλ Κηρουλλάριος και Λέων Θ’. Λόγω της αρνητικής στάσης του αυτοκράτορα
Κων/νου Θ’ του Μονομάχου, οι παπικοί αντιπρόσωποι θα καταθέσουν αφορισμό κατά του
Κητουλλάριου στην Αγία Σοφία (Ιούλιος 1054) και ο αφορισμός θα ανταποδοθεί κατά του πάπα
σε σύνοδο που οργάνωσε ο Μιχαήλ στην Κων/πολη.
Τους επόμενους αιώνες (12ος-15ος) η μόνιμη παρουσία των Δυτικών ως αντιπάλων ή κατακτητών
στον βυζαντινό χώρο θα διευρύνει το ρήγμα που είχε ο εκατέρωθεν αφορισμός του 1054.
(πρβλ. κείμενο 1 σελ. 269)

Ερώτηση 49:
Η μόνιμη διαμάχη που συνταράσσει το Βυζάντιο την ύστερη περίοδο (1204-1453) έχει ως
βασικό θέμα την επανένωση ή όχι με τη λατινική Εκκλησία (η αυτοκρατορική εξουσία – βασικά
οι Παλαιολόγοι – είναι φιλενωτική ενώ εκκλησία και λαός ανθενωτικοί)
Η θεολογική αντιπαράθεση Δύσης και Ανατολής αποτελεί και μια από τις παραμέτρους τη
ησυχαστικής έριδας, που δίχασε τη βυζαντινή Εκκλησία τον 14ο αι. Η ησυχαστική θεωρία
αντιπρόσωπε την επιζώσα παράδοση των μοναχών της Ανατολής, που αποσείοντας κάθε
κοσμική φροντίδα απέβλεπαν μονάχα στην ένωση και θέα του Θεού.
Τον πόλεμο κατά του ησυχασμού πυροδότησε η παρουσία ενός δυτικού λόγιου μοναχού, του
Βαρλαάμ του Καλαβρού, που ήρθε στην Κων/πολη για να καταγγείλει τον μυστικισμό των
αγιορειτών μοναχών ως έκφραση σκοτεινής δεισιδαιμονίας.
Εναντίον του στράφηκε ο σπουδαιότερος απολογητής των ησυχαστών, ο Γρηγόριος
Παλαμάς, ο οποίος κήρυττε τη δυνατότητα του ανθρώπου να υπερκεράσει την απόσταση με το
θείο και να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στο υπερβατικό και το εγκόσμιο. (δραστηριότητα 7
σελ. 222)

Ερώτηση 50:
Στα αγιολογικά κείμενα, δλδ τα σχετικά με τη ζωή, τη διδασκαλία και τις δραστηριότητες των
αγίων κείμενα, υπάγονται:
τα Μυστήρια (δραματικές αφηγήσεις των δοκιμασιών που υφίστανται οι χριστιανοί από
αλλόθρησκους ή αιρετικούς για χάρη της πίστης τους),
τα Εγκώμια (πανηγυρικοί λόγοι που αντλούν από το μαρτύριο ή το βίο ενός αγίου, διέπονται
όμως από τους κανόνες της ρητορικής),
οι Βίοι αγίων (βιογραφίες ιερών προσώπων που καταγράφουν τη θαυμαστή επίγειά τους
πολιτεία – η πρώτη χριστιανική βιογραφία = ο Βίος του Μεγάλου Αντωνίου – προέρχονται
107 

 
συνήθως από τη γραφίδα του μαθητή του βιογραφουμένου προσώπου και σκοπός τους είναι να
διασώσει όσα θαυμαστά έπραξε ο βιογραφούμενος και να διαδώσει τη λατρεία του.),
οι Συλλογές θαυμάτων (ιστορίες θεραπείας ή σωτηρίας ανθρώπων από κάποια αρρώστια ή
κάποιο κακό ύστερα από τη θαυματουργή επέμβαση κάποιου αγίου),
τα Αποφθέγματα των Πατέρων της Ερήμου και οι Ψυχωφελείς διηγήσεις (προέρχονται
και τα δύο από τον χώρο της ερήμου και δεν είναι παρά σύντομα αφηγηματικά ή διδακτικά
κείμενα ανεκδοτολογικού χαρακτήρα)

Οι Βίοι μοναχών αγίων, τα αποφθέγματα των Πατέρων και οι ψυχωφελείς ιστορίες συνιστούν το
βασικό υλικό μας για τη μελέτη του αναχωρητικού και μοναστικού βίου.
Γενικά, αν και δεν είναι απαλλαγμένοι από το στοιχείο του εξωραϊσμού της πραγματικότητας και
το στοιχείο της υπερβολής, οι Βίοι αγίων αποτελούν την πιο πλούσια πηγή για την καταγραφή
της καθημερινής ζωής, όχι μόνο των μοναχών ή ανθρώπων της Εκκλησίας αλλά και των λαϊκών.

Η δεύτερη σημαντική πηγή για τη γνώση του βυζαντινού θρησκευτικού βίου είναι η
εκκλησιαστική ιστοριογραφία (γεννήθηκε από τον Ευσέβιο ως απάντηση στην
ιστοριογραφία των εθνικών και αντικείμενό της είναι όλα τα γεγονότα που σημαδεύουν τον
χριστιανικό κόσμο). (δραστηριότητες 9 σελ. 227, 10 σελ. 229)

Ερώτηση 51:
Ο μοναχισμός είναι ένα κίνημα που έλαβε διαστάσεις τον 4ο αι. αλλά οι καταβολές του πρέπει
να είναι αρχαιότερες. Ήταν κίνημα λαϊκών (και όχι κληρικών). Άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά
στρώματα άφηναν την ήρεμη ή ταραγμένη τους ζωή για να αποσυρθούν στην έρημο. Πατέρας
του αναχωρητισμού θεωρείται ο Αντώνιος (Αιγύπτιος) ενώ ιδρυτής του κοινοβιακού
μοναχισμού ο Παχώμιος (επίσης από την Αίγυπτο).
Σε χρόνο ανύποπτο, οι δύο μορφές μοναχισμού, ο αναχωρητισμός και ο κοινοβιακός,
επεκτάθηκαν στην Παλαιστίνη, τη Συρία και τη Μικρά Ασία. Στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ
ιδρύθηκαν οι λεγόμενες λαύρες, μοναστήρια με χαλαρότερη κοινοβιακή ζωή.
Στη Συρία, εμφανίστηκαν τον 5ο αι. ακραίες μορφές ασκητισμού, όπως ήταν οι στυλίτες, που
αποφάσιζαν να περάσουν το υπόλοιπο κομμάτι της ζωής τους καθισμένοι πάνω σε στύλο.
Τα κίνητρα των ανθρώπων πολλές φορές: απαλλαγή από φορολογικά βάρη κι άλλες
υποχρεώσεις του δημόσιου βίου αλλά και μια βαθύτατη μεταφυσική αγωνία.
Μέχρι τη δεκαετία του 640 η Αίγυπτος ήταν η χώρα που υποδέχτηκε τον μεγαλύτερο αριθμό
μοναχών. Οι Αιγύπτιοι είναι λαός με αναπτυγμένη θρησκευτικότητα. Ζώντας σε τόπο με αντίξοες
κλιματικές αντιξοότητες, οι Αιγύπτιοι ανέπτυξαν ιδιαίτερη ανθεκτικότητα και αντοχή στις φυσικές
δυσκολίες. Οι αναχωρητές της αιγυπτιακής ερήμου ήταν στην πλειονότητά τους Κόπτες χωρικοί,
δλδ άνθρωποι λίγο ή πολύ εξοικειωμένοι με τις δυσκολίες του τόπου όπου τελικά μόνασαν.
Εκτός από την Αίγυπτο: η περιοχή όπου παρατηρήθηκε μεγάλη συγκέντρωση μοναστηριών και
ασκητών στην Παλαιστίνη ήταν η έρημος της Ιουδαίας.
Στην Ελλάδα οι πρώτες μαρτυρίες ασκητών χρονολογούνται στα τέλη του 8ου αι. Περιοχές όπως
το Άγιον Όρος ή τα Μετέωρα υποδέχονται πρώτα ερημίτες και μετά τα οργανωμένα κοινόβια.
Η ημέρα ενός ασκητή στην έρημο κυλούσε κυρίως στο κελί αφιερωμένη στην προσευχή και
στην ανάγνωση. Η συνήθη στάση του ασκητή είναι η καθιστή στο έδαφος με τα πόδια
διπλωμένα και το κεφάλι γυρτό προς τα γόνατα ή πεσμένο πάνω σε αυτά.

108 

 
Βεβαίως το σημαντικότερο δεν ήταν το θέμα της στάσης αλλά η κατάσταση της ψυχής. Ο
μοναχός έπρεπε να βιώνει στην καθημερινότητά του την ησυχία στραμμένος νοερά προς τον
Θεό και αποδιώχνοντας τους πειρασμούς.
Βασικός πειρασμός: η ακηδία (στιγμιαία ή διαρκής κατάσταση πλήξης, που προκαλεί έλλειψη
αυτοσυγκέντρωσης)
Εκτός από την προσευχή και την ανάγνωση η ακηδία μπορούσε να καταπολεμηθεί με διάφορα
εργόχειρα (πλέξιμο καλαθιών, διχτυών, αντιγραφή χειρογράφων κτλ)
Η αγρυπνία: στα αγιολογικά κείμενα αναφέρονται πολλά παραδείγματα ερημιτών που έμεναν
άυπνοι επί πολλές νύχτες ή περνούσαν τις νύχτες τους αφιερωμένοι στην προσευχή χωρίς ποτέ
να κοιμηθούν.
Η χαυμενία: Για να κοιμηθεί ο ασκητής ξάπλωνε πάνω στο χώμα ή σε μια ψάθα, συνήθως στη
μέση του κελιού (για να μην ακουμπά το κεφάλι του σε τοίχο). Η χαυμενία αποσκοπούσε στη
σκληραγώγηση αλλά και στην εγρήγορση του ασκητή (να μπορεί ανά πάσα στιγμή να σηκωθεί
και να προσευχηθεί)
Τα όνειρα της ερήμου: ο κόσμος επέστρεφε συχνά στον ασκητή μέσω των ονείρων. Τα
όνειρα είναι μια εφιαλτική πολιορκία για τον ασκητή ή μοναχό. Στα όνειρα μπορεί να εμφανιστεί
η ερωτική επιθυμία, η νοσταλγία του κόσμου ή ακόμα και ο φόβος για την επιβίωση.

Ερώτηση 52:
Ο Παχώμιος (346) οργάνωσε το πρώτο κοινοβιακό ίδρυμα στην Ταβέννησο, στη δεξιά όχθη του
Νείλου. Όσες ανάλογες κοινότητες μοναχών είχαν αλλού προηγηθεί δεν απέβλεπαν στο
συγκεκριμένο στόχο, δλδ σε οργανωμένο κοινόβιο (π.χ. οι μαθητές που συγκεντρώθηκαν γύρω
από τον Αντώνιο μπορεί να σχημάτισαν μία κοινότητα αλλά βασική τους μέριμνα ήταν να
προστατέψουν τον δάσκαλό τους.)
Έτσι, αρχικά η λέξη μονή δεν σήμαινε παρά τον τόπο παραμονής του ασκητή, δλδ το κελί του.
Άλλη σημαντική διαφορά από αντίστοιχες προσπάθειες την Αίγυπτο ήταν ότι το μοναστήρι του
Παχώμιου συστήθηκε στην καλλιεργήσιμη γη κοντά στον Νείλο, ενώ άλλα βρίσκονταν στην
έρημο.
Το μοναστήρι της Ταβεννήσου είχε μορφή και οργάνωση στρατοπέδου με εξωτερικό τείχος για
να το προστατεύει. Ήταν κατανεμημένο σε οίκους, όπου οι μοναχοί εργάζονταν, προσεύχονταν
και έτρωγαν μαζί.
Η πράξη που καθόριζε την ίδρυση μιας νέας μονής ήταν η αφιέρωση της εκκλησίας σε κάποιον
άγιο. Η εκκλησία αυτή ονομαζόταν καθολικόν ή κυριακός ναός και κατείχε κεντρική θέση
στο μοναστηριακό συγκρότημα. Το πλαίσιο λειτουργίας ενός μοναστικού κοινοβίου βασιζόταν
στην ιεραρχία και την υπακοή στον ηγούμενο ή αβά. Τον ηγούμενο στην ιεραρχία
ακολουθούσε ο δευτεράριος, ο βοηθός του και υπεύθυνος σε οικονομικά και διοικητικά
ζητήματα.
Γενικά η κοινοβιακή ζωή στο Βυζάντιο γνωρίζει δύο τύπους:
Α. τα κοινόβια (όπου οι μοναχοί ζουν και προσεύχονται από κοινού μέσα σε οικήματα που τα
προστατεύει ένα εξωτερικό τείχος)
Β. τις λαύρες, όπου η κοινοβιακή ζωή είναι μάλλον χαλαρή. Οι μοναχοί ζουν μόνοι τους ή με 1-
2 μαθητές σε κελιά ή σπηλιές και μόνο το Σάββατο ή την Κυριακή συγκεντρώνονται σε έναν
κοινό οίκο. Ο βασικός λόγος της εβδομαδιαίας αυτής συγκέντρωσης ήταν η θεία ευχαριστία.
Ακολουθούσε η αγάπη, δλδ το κοινό γεύμα, που ήταν πιο πλούσιο από την καθημερινή τροφή
του ασκητή.

109 

 
Οι εργασίες στο μοναστήρι ή στα κτήματά του ήταν κατανεμημένες σε διακονήματα:
‐ για το μαγκιπείον ή αρτοκοπείον υπεύθυνος ήταν ο μάγκιψ ή αριστητήριος
‐ για τα ζώα ο κτηνίτης ή βορδονάριος
‐ για την τράπεζα ο τραπεζάριος
‐ για τις προμήθειες ο ορειάριος ή κελαρίτης
‐ για τον ευπρεπισμό της εκκλησίας ο επιστημονάρχης
‐ για τη φύλαξη των σκευών ο σκευοφύλαξ
‐ για τα έγγραφα της μονής ο χαρτοφύλαξ
‐ και για την περιποίηση των επισκεπτών ο ξενοδόχος.
Ο Θεόδ. Στουδίτης είχε θεσπίσει όχι μόνο ιδιαίτερες υποχρεώσεις για τον καθένα από τους
μοναχούς του αλλά και ιδιαίτερα επιτίμια, αν η συμπεριφορά τους διέφερε από την
επιβεβλημένη.
Απαραίτητη προϋπόθεση για ένα μοναχό ήταν τα λεγόμενα stabilitas loci, δλδ η σταθερή
παραμονή, η πρόσδεσή του στο μοναστήρι.

Ιδιόρρυθμα μοναστήρια: αυτά όπου ο κάθε μοναχός ακολουθούσε τον δικό του ρυθμό
(εκείνος φρόντιζε για την αυτοσυντήρησή του)
Η άνθηση αυτών των μοναστηριών σημειώνεται κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο.
(δραστηριότητες 16-17 σελ. 241-242 & άσκηση αυτοαξιολόγησης σελ 241)

Ερώτηση 53:
Από τον καιρό της επικράτησης του χριστιανισμού, τον 4ο αι., η έδρα και οι αρμοδιότητες ενός
επισκόπου ταυτίζονται ουσιαστικά με μια πόλη, μεγάλη ή μικρή.
Ο ρόλος του: είναι φυσικά ο πνευματικός καθοδηγητής του χριστιανικού ποιμνίου, όπως και του
προϊσταμένου κάθε εκκλησιαστικού ιδρύματος, όπως τα νοσοκομεία, τα πτωχοκομεία ή τα
ορφανοτροφεία. Επίσης είναι ο πολιτικός ηγέτης, ο προστάτης κάθε αδικημένου και γενικά
αρμόδιος για ένα σωρό άλλα πράγματα.
Αναγνωρίζοντας αυτούς τους ρόλους, ο Μέγας Κων/νος εκχωρεί στους επισκόπους το δικαίωμα
να δικάζουν υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου. Αυτή είναι η λεγόμενη audentia episcopalis, δλδ το
επισκοπικό δικαστήριο.
Αυτό που ξεχωρίζει έναν επίσκοπο της πρώιμης βυζαντινής περιόδου από τους μεσαιωνικούς
επιγόνους του είναι βασικά η κοινωνική επιρροή και καταξίωση. Ο επίσκοπος της ύστερης
αρχαιότητας είναι πρόσωπο πανίσχυρο, περιβεβλημένο με κύρος και αίγλη.
(κείμενο 2 παράρτημα 2)

Ερώτηση 54:
Στον κατώτερο κλήρο συμπεριλαμβάνονται οι:
Πρεσβύτεροι και οι διάκονοι, οι υποδιάκονοι και οι αναγνώστες. Τα ιερατικά αυτά
αξιώματα προορίζονται για τους άνδρες. Οι γυναίκες μπορούσαν να χειροτονηθούν μόνο
διακόνισσες.
Οι ιεροί κανόνες απαγόρευαν τη χειροτονία στο αξίωμα του πρεσβυτέρου (όπως και του
επισκόπου) προ της ηλικίας των 30, ενώ για τους διακόνους και τους υποδιακόνους το όριο ήταν
αντίστοιχα τα 25 και 20 χρόνια. Ο γάμος ήταν επιτρεπτό αρκεί να είχε προηγηθεί της
χειροτονίας. Οι κληρικοί δικαιούνταν σημαντική απαλλαγή από τη φορολογία, τη στρατιωτική
υπηρεσία και άλλα δημόσια καθήκοντα. Η ανάμιξή τους σε εμπορικές ή άλλες οικονομικές
δραστηριότητες καθώς και η συμμετοχή τους στον πόλεμο απαγορευόταν.
110 

 
Τα μέλη του δεύτερου βαθμού της ιεροσύνης, οι πρεσβύτεροι ή ιερείς, διορίζονταν από τον 4ο
αι. σε ενορίες και ο μισθός τους καταβαλλόταν από τον τοπικό επίσκοπο και προερχόταν από
την εκκλησιαστική περιουσία.
Ο ρόλος των διακόνων: ήταν υπηρέτες – βοηθοί: είχαν βοηθητική συμμετοχή στα μυστήρια
του βαπτίσματος και της θείας ευχαριστίας, συνέδραμαν σε φιλανθρωπικές δραστηριότητες της
Εκκλησίας ή εκτελούσαν χρέη γραμματέα του επισκόπου, φέροντας τότε τον τίτλο του
αρχιδιακόνου.
Πιο κάτω από τον δεύτερο και τρίτο βαθμό ιεροσύνης υπήρχαν οι υποδιάκονοι (συνέδραμαν τον
διάκονο στην εκτέλεση των καθηκόντων του) και οι αναγνώστε (διάβαζαν από τον άμβωνα κατά
τη Θεία Λειτουργία τον Απόστολο, δλδ τις περικοπές από τις επιστολές της Καινής Διαθήκης)
Για διαφορές από δυτικούς ιερωμένους (κείμενο σελ. 269)
‐ άζυμα - το εκ του πατρός και του υιού εκπορευόμενον
‐ τρώνε κυνήγι - φοράνε οι επίσκοποι δαχτυλίδι (έχουν παντρευτεί την εκκλησία)
‐ ξυρίζονται - πηγαίνουν στον πόλεμο
‐ Τρώνε κρέας μέρες που θεωρούνται νηστείας - αγαμία

Ερώτηση 55:
Ανάλογα με το αν η ημερομηνία είναι σταθερή ή μεταβαλλόμενη κάθε χρόνο, οι εορτές είναι
ακίνητες (π.χ. Χριστούγεννα) ή κινητές (π.χ. Πάσχα)
Αν αφορούν τον Χριστό ονομάζονται δεσποτικές (Χριστούγεννα, Πάσχα), αν αφορούν τη
Θεοτόκο είναι θεομητορικές (Ευαγγελισμός, Κοίμηση).
Ο όρος πανήγυρης έχει διττή σημασία: μπορεί να σημαίνει θρησκευτική εορτή αλλά και την
έκθεση προϊόντων χάριν εμπορίας (εμποροπανήγυρη). Η πανήγυρης μπορεί τέλος να είναι
συνώνυμη του πανηγυρικού, του λόγου δλδ που εκφωνείται με την ευκαιρία κάποιας εορτής
προς τιμή κάποιου προσώπου. Γενικά ο όρος φαίνεται να είναι ταυτόσημος με την έννοια της
σύναξης ανθρώπων σε ορισμένο τόπο.
Γενικά για τον μεσαιωνικό άνθρωπο, οι εορτές και οι πανηγύρεις συνιστούσαν βασική αφορμή
μετακίνησης από ένα τόπο και συνάντησης με άλλους ανθρώπους. Συνήθως η λατρεία
συνοδευόταν και από μια λιτανεία (λιτή), μια πομπή δλδ κλήρου και λαού σε ορισμένο χώρο
μέσα στην πόλη με αφετηρία και κατάληξη συνήθως την εκκλησία.
Η λιτή αρχικά είχε σκοπό διαφορετικό από τον στενά λειτουργικό: την πάλη κατά των αιρέσεων,
την αποτροπή των σεισμών ή την παύση της ξηρασίας, την προστασία από τους επιδρομείς, τον
εορτασμό της επετείου ενός γεγονότος.
(βλ. ερωτήσεις 15-16 για συμμετοχή του αυτοκράτορα)
Το Τυπικόν της Μεγάλης Εκκλησίας: το βιβλίο όπου αποτυπώνεται το εορτολόγιο και το
τελετουργικό τη Αγίας Σοφίας στην Κων/πολη. Το Τυπικόν καταγράφει 68 λιτές-λιτανείες. Ο
αυτοκράτορας συμμετέχει στις 17 από αυτές και ο πατριάρχης στις 32. Πολλές εορτές στην
πρωτεύουσα συνδυάζονται με τη ζωντανή παρουσία του αυτοκράτορα. Στις δεσποτικές εορτές
εκκλησιάζεται στην Αγία Σοφία και στις θεομητορικές προσεύχεται στον ναό της Θεοτόκου των
Βλαχερνών ή της Θεοτόκου των Χαλκοπρατείων. Την Μεγάλη Πέμπτη μάλιστα τελεί το έθιμο
του νιπτήρα (πλένει τα πόδια των πιστών).
Η πανήγυρης της Αγίας Θέκλας.
Κάθε χρόνο, στις 24 Σεπτεμβρίου, πλήθος πιστών συνέρρεε εδώ για την πανήγυρη που
διαρκούσε επί μια εβδομάδα. Την παραμονή της εορτής, οι πιστοί ανέβαιναν στα υψώματα της
γειτονική πόλης για να δουν την εμφάνιση του άρματος της αγίας στον ουρανό. Ακολουθούσε

111 

 
Θεία Λειτουργία και διανομή φαγητού και κρασιού. (από τα Θαύματα της Αγίας Θέκλας, κείμενο
που γράφτηκε στα μέσα του 5ου αι.)
Η πανήγυρης του Αγίου Δημητρίου.
Στα βασικά εκθέματα της πανήγυρη συγκαταλέγονταν υφάσματα και ενδύματα αλλά και ζώα. Ο
θρησκευτικός εορτασμός συμπεριλάμβανε τρεις αγρυπνίες. Παρών ήταν και ο αρχιεπίσκοπος.
(από σατιρικό κείμενο του 12ου αι. με τίτλο Τιμαρίων)

Ερώτηση 56:
Με την επικράτηση του χριστιανισμού ον 4ο αι., η πίστη στα θαύματα αρχίζει να αποκτά
διαστάσεις που δεν είχε λάβει ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία. Συνήθως τα θαύματα
εντάσσονται στον Βίο ενός αγίου ή μιας αγίας. Ωστόσο, το είδος όπου το θαύμα κατεξοχήν
αποκτά τη φιλολογική του «αυθυπαρξία» είναι οι λεγόμενες συλλογές θαυμάτων. Τέτοιες
συλλογές εμφανίζονται τον 5ο αι. και έχουν ουσιαστικά ως κέντρο αναφοράς ένα λατρευτικό
κέντρο, ναό, μοναστήρι ή ακόμα και κοινωφελές ίδρυμα. Στην πλειονότητά τους τα θαύματα
που συνοπτικά ή αναλυτικά περιγράφονται εκεί είναι θαύματα θεραπείας και ο κόσμος τους
άνδρες, γυναίκες, παιδιά κάθε τάξης και φυλής, πολλές φορές και πίστης διαφορετικής από τη
χριστιανική.
Στις συλλογές της ύστερης αρχαιότητας, συνήθης μέθοδος θεραπείας ήταν η εγκοίμηση
(πρακτική ήδη γνωστή από τα αρχαία Ασκληπιεία, που είχε πλέον αποκτήσει χριστιανικό
χαρακτήρα). Σύμφωνα με αυτή, ο ασθενής έρχεται στον ναό προκειμένου να εγκοιμηθεί, να
κατακλιθεί δηλαδή, με την ελπίδα να τον επισκεφθεί ο άγιος στον ύπνο του και να ξυπνήσει είτε
υγιής είτε με το μήνυμα και τη γνώση του τρόπου θεραπείας.
Από τον 5ο αι. η εγκοίμηση αρχίζει να διαδίδεται σε μεγάλο αριθμό προσκυνημάτων της
χριστιανοσύνης. Όσοι αποζητούν τη θεραπεία προσέρχονται με τα αναγκαία εφόδια (στρώμα,
ρούχα, τρόφιμα) σε μέρη ειδικά προορισμένα για την περίπτωση. Η παραμονή μπορεί να είναι
μακρόχρονη (μέρες, μήνες, ακόμη και χρόνια). Ενώ δεν ήταν και λίγοι οι χρόνιοι επισκέπτες που
τελικά αποφάσισαν να ασπαστούν τη μοναχική ζωή.

Φημισμένες για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες ήταν και πηγές, όπως της Θεοτόκου Πηγής
(αργότερα Ζωοδόχος Πηγή). Ονομαστό ήταν και το προσκύνημα του αρχάγγελου Μιχαήλ
στη Φρυγία της Μικράς Ασίας. Ο τρόπος θεραπείας ήταν αρκετά ιδιόμορφος: ο ασθενής
καταδυόταν στα νερά και τα ψάρια έγλειφαν το σώμα του καθαρίζοντάς τον από κάθε κακό.

Γενικά ο άγιος γινόταν ένα είδος γιατρού που θεραπεύει δωρεάν. Ζεύγη αγίων, όπως οι Κοσμάς
και Δαμιανός ή οι Κύρος και Ιωάννης γίνονται γνωστοί και ως άγιοι Ανάργυροι, γιατί αντίθετα
από τους γιατρούς, θεράπευαν χωρίς να παίρνουν χρήματα.

Μετά τον 8ο αι. οι χώροι και οι μέθοδοι θεραπείας αλλάζουν: στην Κων/πολη και την ύπαιθρο τα
προσκυνήματα είναι μοναστήρια και όχι ενοριακοί ναοί. Η εγκοίμηση δεν εξαφανίζεται αλλά
υποχωρεί σημαντικά. Πλέον, η θαυματουργή ενέργεια προέρχεται αποκλειστικά από τα λείψανα
του αγίου ενώ θαυματουργή ιδιότητα αποδίδεται και στην εικόνα του.

Ερώτηση 57:
Παρά τη μοιραία εκτόπισή τους από τον χριστιανισμό τον 4ο αι. και τις διώξεις των οπαδών
τους, οι πολυποίκιλες εκφάνσεις της ελληνορωμαϊκής θρησκείας άργησαν πολύ να στερηθούν
και τους τελευταίους πιστούς.
112 

 
Μάλιστα, πολλά από τα τελετουργικά, τα τυπικά, τα σύμβολα της ελληνορωμαϊκής θρησκείας
πέρασαν στη λατρεία των χριστιανών. Πρόκειται ίσως για τον εκχριστιανισμό αρχαίων
πρακτικών ή απλώς για επίδειξη ανοχής απέναντι σε κάτι βαθιά ριζωμένο στη συνείδηση των
πιστών.
Α) η εγκοίμηση – απ’ ό,τι μαρτυρούν οι επιγραφές της Επιδαύρου, εκεί λειτουργούσε ιερό
θεραπευτήριο (έως το 354 μ.Χ) που δεν διαφέρει πολύ απ’ ό,τι καταγράφεται στα θαύματα των
Αγίων Κοσμά και Δαμιανού τον 6ο αι. ή ένα χρόνο αργότερα σε εκείνα του Αρτεμίου
Β) μια άλλα περίπτωση: η λατρεία και η μετακομιδή των λειψάνων. Δεν ήταν καθόλου άγνωστη
στον αρχαίο κόσμο, αφού οι περιπτώσεις μετακομιδής της τέφρας ενός ήρωα δεν ήταν καθόλου
σπάνιες στην Ελλάδα. Τα πρώτα ίχνη αποδοχής και διάδοσης της πρακτικής αυτής μεταξύ των
χριστιανών χρονολογούνται στα μέσα του 4ου αι.
Η αρχαιότερη μνεία μετακομιδής λειψάνων προέρχεται από την Αντιόχεια και αφορά τον
χριστιανό μάρτυρα Βαβύλα. Τον 351-354 ανακαλύφθηκε ο τάφος του στο προάστιο της πόλης
Δάφνη και εκεί ανεγέρθηκε προς τιμή του ναός.

Ερώτηση 58:
Πολλά ειδωλολατρικά έθιμα, παρά τη δυσπιστία και την απόρριψη με την οποία τα αντιμετώπισε
εξαρχής η Εκκλησία, κατόρθωσαν να αποτελέσουν βίωμα των απλών ανθρώπων της ύστερης
αρχαιότητας και του Μεσαίωνα.
Ο Ιωάννης Δαμασκηνός (8ος αι.) στο έργο του «περί αιρέσεων» αναφέρεται σε όλα τα έθιμα που
τηρούν εκείνοι τους οποίους αποκαλεί εθνόφρονες, οι χριστιανοί δλδ. Που δεν αποποιήθηκαν
εντελώς τις λατρευτικές συνήθειες των εθνικών (= των Ελλήνων).
Σ αυτό το σημείο υπενθυμίζεται ότι: οι κάτοικοι της Μάνης, οι οποίοι μέχρι τα μέσα του
9ου αι. παρέμεναν προσκολλημένοι στην αρχαία θρησκεία, ήταν γνωστοί με το όνομα
Έλληνες.
Κατηγορίες ειδωλολατρικών εθίμων που είχαν επιβιώσει επί Δαμασκηνού:
Α. οι πρακτικοί τρόποι για την πρόβλεψη του μέλλοντος (μαντεία, αστρολογία κτλ)
Β. μαγικές πρακτικές για την αποτροπή του κακού (θυσίες, εξορκισμοί)
Γ. ενεργός συμμετοχή σε ειδωλολατρικές γιορτές

Θυμίζουμε ότι το 691/2 οι εθνικές εορτές κι οι ειδωλολατρικές πρακτικές είχαν καταδικαστεί


κατά την Πενθέκτη ή «εν Τρούλλω» Σύνοδο.
Οι περισσότερες «ειδωλολατρικές» εορτές που αναφέρονται στις διατάξεις της Πενθέκτης είχαν
κατά βάση ρωμαϊκή καταγωγή (προέρχονταν από το ρωμαϊκό εορτολόγιο): οι Καλένδες
εορτάζονταν την 1η Ιανουαρίου, τα Βότα στις 3, τα Βρουμάλια διαρκούσαν από τις 24
Νοεμβρίου έως τις 17 Δεκεμβρίου και τα Ροζάλια (εορτές των ρόδων) τον Μάιο ή τον Ιούνιο.
Γενικά όλες αυτές οι εορτές συνδυάζονταν με μεταμφιέσεις των ανθρώπων σε ζώα, χρήση
προσωπείων, χορούς, συμπόσια, ανταλλαγές σκωμμάτων και γενικό ξεφάντωμα.
Επιπλέον, πράγματα «ξένα προς τον βίο των χριστιανών» θεωρήθηκαν και διάφορα «αρχαία
ήθη» όπως η καταφυγή σε μάντεις και αστρολόγους και τα άλματα πάνω από τις φωτιές που
άναβαν μπροστά σε σπίτια και μαγαζιά κατά τις νουμηνίες (την πρώτη δλδ κάθε μήνα).
(δραστηριότητα 25 σελ. 262)

113 

 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ
Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ
ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

Ερώτηση 59:
Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρχαν δύο κατηγορίες υπηκόων: οι μουσουλμάνοι και οι μη
μουσουλμάνοι. Οι μη μουσουλμάνοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και οι Έλληνες ως
ορθόδοξοι χριστιανοί, αποτελούσαν υπηκόους δεύτερης κατηγορίας: δεν εντάσσονταν στα
ένοπλα σώματα της αυτοκρατορίας (εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις), δεν συμμετείχαν στη
διοίκηση και επωμίζονταν το μεγαλύτερο μέρος των φορολογικών και άλλων υποχρεώσεων.
Οι μη μουσουλμάνοι επίσης υπάγονταν σε διάφορες κατηγορίες:
Οι ζιμμί = οπαδοί μονοθεϊστικών θρησκειών (ιουδαϊσμού και χριστιανισμού), των οποίων τα
Ιερά Βιβλία (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) ήταν αποδεκτά από το Ισλάμ. Σαφής προσδιορισμός των
δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων δεν υπήρχε εκτός από την καταβολή του ειδικού κεφαλικού
φόρου cizye.

Το παιδομάζωμα.
Κατά τους πρώτες αιώνες της τουρκοκρατίας, όταν το κράτος χρειαζόταν στρατό για την
άσκηση της επεκτατικής πολιτικής του, μια από τις επαχθέστερες υποχρεώσεις των Ελλήνων
ήταν η βίαιη στρατολόγηση των παιδιών τους στα σώματα των γενίτσαρων – άρα αποξένωση
από την πατρική οικογένεια και υποχρεωτικός εξισλαμισμός. Η πρακτική αυτή εξασθένισε
σταδιακά όταν σταμάτησε η εδαφική επέκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι φορολογικές υποχρεώσεις των Ελλήνων τον 18ο αι..


‐ Χαράτσι = έγγειος φορολογία (ήταν αναλογικός – ποσοστό επί της παραγωγής, η γνωστή
δεκάτη ή πάγιος – εξαρτιόταν από την έκταση και την ποιότητα του αγρού)
‐ Φόρος μύλων = επιβαλλόταν σε νερόμυλους, ανεμόμυλους, εργαστήρια κεραμικής,
ελαιοτριβεία κτλ. (το ύψος διαβαθμιζόταν με βάση τη χρονική διάρκεια της λειτουργίας του
μύλου ή του εργαστηρίου)
‐ Φόρος άλεσης καφέ = τον μοιραζόταν το Δημόσιο, ο αλεστής και ο καβουρντιστής
‐ Δικαίωμα γάμου = τον κατέβαλλε ο πατέρας της νύφης (αποτελούσε πρόσοδο του
τιμαριούχου της περιοχής. Τον πλήρωναν και οι μουσουλμάνοι αλλά οι χριστιανοί έδιναν τα
διπλάσια)
‐ Φόρος εγκλημάτων και ανθρωποκτονιών = επιβαλλόταν στο δράστη φόνου –
μικρότερα πρόστιμα για άλλου είδους παραβάσεις (τον εισέπραττε για λογαριασμό του ο
πασάς της επαρχίας και ανερχόταν σε 1200 γρόσια – γι αυτό ήθελε να εκδικάζει εκείνος τις
υποθέσεις φόνου)
‐ Φόρος μεταβίβασης γης (tapu) = τον κατέβαλλαν οι κληρονόμοι γεωργού για να τους
δοθεί η άδεια να συνεχίσουν να καλλιεργούν (αντιστοιχούσε στο δέκατο της αξίας του
αγρού)
‐ Φόρος καπνού = τον κατέβαλλαν όσοι διέμεναν σε οικήματα του τιμαρίου (ήταν φόρος για
την εστία και το τζάκι)
‐ Σπέντζα = φόρο αποκλειστικά για μη μουσουλμάνους (ενηλίκους)
‐ Δασμοί = σε εισαγωγές και εξαγωγές προϊόντων

114 

 
‐ Ιστηράς = υποχρεωτική πώληση αγαθών σε συμβολική τιμή στο κράτος για τον επισιτισμό
της πρωτεύουσας (για να εξασφαλίζεται η διάθεση σιτηρών και κρέατος στο κράτος,
απαγορευόταν η εξαγωγή τους)

Από τον 17ο αι., όταν σταμάτησαν οι νικηφόρες εκστρατείες του οθωμανικού στρατού, οι οποίες
έφερναν στο κράτος πλούσια λάφυρα, οι πασάδες ανέλαβαν τη διοίκηση των μεγάλων επαρχιών
με την παράλληλη υποχρέωση να διατηρούν ετοιμοπόλεμες τις στρατιωτικές δυνάμεις της
επαρχίας τους. Έτσι, οι πρώην στρατιωτικοί ηγέτες εξελίχθηκαν σε φοροεισπράκτορες, οι οποίοι,
με την ανοχή της κυβέρνησης, παρακρατούσαν πολλές από τις φορολογικές και άλλες
προσόδους της περιοχής τους έναντι μισθού (μέρος των χρημάτων πήγαινε στη συντήρηση
των στρατιωτικών σωμάτων). Έτσι, οι φορολογούμενοι χριστιανοί ήταν εκτεθειμένοι σε κάθε
είδους αυθαιρεσία εκ μέρους των τοπικών διοικητικών αρχών.

Τρόποι μετριασμού της αυθαιρεσίας.


Μεμονωμένοι υπήκοοι μπορούσαν να αποφύγουν την αυθαιρεσία των τοπικών αρχών μέσω της
αναγνώρισής τους ως διπλωματικών ή εμπορικών αντιπροσώπων κάποιας ευρωπαϊκής χώρας.
Ένας ακόμη τρόπος ήταν η εθελούσια εξωμοσία = η κοινωνική και πολιτική αναρρίχηση στο
επίπεδο των μουσουλμάνων υπηκόων. Πολλοί σημαντικοί αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας ήταν
χριστιανοί εξωμότες, ενώ πολλοί από αυτούς αποφάσιζαν να διατηρήσουν κρυφά την πίστη
τους («κρυπτοχριστιανοί»).
Επιπλέον, οι Φαναριώτες απέκτησαν τη δυνατότητα να ανελίσσονται ως διερμηνείς της
Υψηλής Πύλης στις διπλωματικές σχέσεις με τη δυτική Ευρώπη ή ως διοικητές στις
Παραδουνάβιες Ηγεμονίες (από το 1709 και μετά).
Θέσεις διερμηνέων στην υπηρεσία διαφόρων τοπικών διοικητών καταλάμβαναν και άλλοι
εγγράμματοι Έλληνες (δραγομάνοι), οι οποίοι αποκτούσαν σημαντική πολιτική επιρροή, αφού
οι υπηρεσίες τους ήταν απαραίτητες στους Οθωμανούς διοικητές λόγω της αγραμματοσύνης
των τελευταίων.
(δραστηριότητα 2 σελ. 284 & άσκηση αυτοαξιολόγησης 1 σελ. 285)

Ερώτηση 60:
Οι αρμοδιότητες του Οικουμενικού Πατριάρχη.
Έγινε ο κοσμικός ηγέτης των ορθοδόξων υπηκόων του κράτους και κατά συνέπεια, προσωπικά
υπόλογος για τη νομιμοφροσύνη τους απέναντι στην οθωμανική εξουσία.
Η δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου εκτεινόταν στο σύνολο των ορθοδόξων
χριστιανών της Οθ. Αυτοκρατορίας, με εξαίρεση εκείνους που υπάγονταν στα τρία Πατριαρχεία
της Ανατολής (Αντιόχειας, Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας) και στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της
Κύπρου.
Το Οικ. Πατριαρχείο απέκτησε στα χρόνια της οθ. Κυριαρχίας επιρροή και δικαιοδοσίες
μεγαλύτερες από εκείνες που είχε κατά τη βυζαντινή περίοδο. Στην Υψηλή Πύλη υπήρχε
επίσημα διαπιστευμένος εκπρόσωπος της Εκκλησίας, ο Καπού Κεχαγιάς του Πατριαρχίου, ο
οποίος αποτεινόταν στον αρμόδιο για τη Δικαιοσύνη Οθωμανό αξιωματούχο για κάθε ζήτημα
που αφορούσε σύλληψη Έλληνα από την κρατική αστυνομία.
Το κοσμικό στοιχείο των αρμοδιοτήτων του Πατριαρχείου εκπροσωπούσε κυρίως ο Μέγας
Λογοθέτης, του οποίου το αξίωμα εποφθαλμιούσαν οι Φαναριώτες. Το Πατριαρχείο διέθετε και
πολλούς άλλους κληρικούς και λαϊκούς υπαλλήλους για τη στελέχωση της γραμματείας του.

115 

 
Ανάμεσα στις κοσμικές αρμοδιότητες της Εκκλησίας περιλαμβάνονταν και η εκδίκαση υποθέσεων
οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου. Αρμόδιο εκκλησιαστικό όργανο ήταν το Πατριαρχικό
ντιβάνι, που συνεδρίαζε δύο φορές την εβδομάδα υπό την Προεδρία του Πατριάρχη.
Το οθωμανικό κράτος ασκούσε αυστηρό διοικητικό έλεγχο στην Εκκλησία, κυρίως για να
εξασφαλίζονται οι οικονομικές πρόσοδοι που αντλούσε από τη φορολόγησή της. Για να
ανταπεξέλθει στο πλήθος των οικονομικών του οφειλών, το Πατριαρχείο τηρούσε ένα ταμείο
(κάσα του κοινού), το οποίο αποτελούσε ένα είδος κεντρικής τράπεζας του Γένους των
ορθοδόξων χριστιανών. Η «τράπεζα» αυτή όχι μόνο δανειζόταν για την εξυπηρέτηση των
εκκλησιαστικών οφειλών προς τους Τούρκους αλλά δάνειζε και εντόκως σε τρίτους (όχι μόνο σε
χριστιανούς)
Τα έσοδα του Πατριαρχείου προέρχονταν από ένα πλέγμα φόρων, μερικοί από τους οποίους
ανάγονταν στη βυζαντινή περίοδο, ενώ άλλοι είχαν επιβληθεί κατά τη διάρκεια της
τουρκοκρατίας. Επειδή συχνά τα έσοδα από τη φορολόγηση δεν επαρκούσαν, το Πατριαρχείο
κατέφευγε στις λεγόμενες «ζητείες» = ένα είδος εράνων. Η Εκκλησία δεχόταν επίσης και
εισφορές σε είδος.
Οι κατώτεροι κληρικοί στις επαρχίες ζούσαν από τα αγροτικά τους εισοδήματα. Αυτό τους
έφερνε πιο κοντά με το αγροτικό τους ποίμνιο αλλά δεν ενθάρρυνε την απασχόλησή τους με
την παιδεία. Η έλλειψη παιδείας ήταν κοινό γνώρισμα της πλειονότητας των κληρικών στην
ύπαιθρο. Στις πόλεις ή κωμοπόλεις τη συντήρηση των ιερέων αναλάμβαναν συνήθως οι πιστοί
της ενορίας τους και αυτό επέτρεπε την αύξηση της εγγραμματοσύνης τους.
(δραστηριότητα 3 – σελ. 288)

Ερώτηση 61:
Η δικαστική και αστυνομική δικαιοδοσία της Εκκλησίας.
Έχει ήδη αναφερθεί ότι η οθωμανική κυβέρνηση είχε αναγνωρίσει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο
όχι μόνο πειθαρχική και ποινική δικαιοδοσία στον κλήρο αλλά και γενικότερη δικαστική
δικαιοδοσία για υποθέσεις οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου στο σύνολο των ορθόδοξων
χριστιανών υπηκόων της.
Στις επαρχίες, τη δικαστική εξουσία της Εκκλησίας ασκούσαν τα επισκοπικά δικαστήρια, που
συγκροτούσε ο τοπικός επίσκοπος συνεργαζόμενος συχνά με τους προεστούς του λαού. Οι
αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών μπορούσαν να επανεξεταστούν μόνο ενώπιον του
πατριαρχικού δικαστηρίου και ποτέ ενώπιον των Οθωμανών.
Τις κοσμικές υποθέσεις της αρμοδιότητάς της εκδίκαζε η Εκκλησία με βάση την Εξάβιβλο του
Αρμενόπουλου, μια κωδικοποίηση της βυζαντινής νομοθεσίας που έγινε κατά το 14ο αι. και που
επιβλήθηκε στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό κόσμο ως εθιμικό δίκαιο.

Συναρτημένη με τη δικαστική ήταν και η αστυνομική δικαιοδοσία της Εκκλησίας. Το Πατριαρχείο


διέθετε υπόγεια φυλακή, όπου φυλάκιζε αυτούς που έκρινε ως «άτακτους». Μπορούσε επίσης
να αποστέλλει αυτούς στον Ιπλικχανέ, που ήταν πλεκτήριο καραβόσκοινων του οθωμανικού
ναυστάθμου. Διέθετε επίσης φρενοκομείο και επέβαλλε και σωματικές τιμωρίες, όπως
ραβδισμούς. Οι συχνότερες ωστόσο ποινές που επέβαλλε ήταν οι πνευματικές: αφορισμοί και
επιτίμια, που ήταν και αποτελεσματικότερες, καθώς για τους υπόδουλους Έλληνες η συμμετοχή
στη θρησκευτική ζωή της κοινότητας είχε ιδιαίτερη σημασία.

116 

 
Ερώτηση 62:
Η κοινωνική πρόνοια.
Οι συνθήκες ζωής των υπόδουλων Ελλήνων ήταν εξαιρετικά δυσμενείς. Υπήρχαν όμως και
θεσμοί που στόχευαν στο να απαλύνουν, ως ένα βαθμό, τα βάσανα και τη φτώχεια. Το
οθωμανικό κράτος θεωρούσε σημαντική του υποχρέωση την παροχή περίθαλψης στους
απόρους και τους αναξιοπαθούντες.
Στην Κων/πολη αλλά και σε άλλες πόλεις υπήρχαν διάφορα ευαγή ιδρύματα, η συντήρηση και
λειτουργία των οποίων εξασφαλιζόταν από το κράτος. Στα ιδρύματα αυτά κατέφευγαν κυρίως
μουσουλμάνοι. Για τους χριστιανούς υπηκόους του κράτους, πηγή κοινωνικής
πρόνοιας ήταν η Εκκλησία και η Κοινότητα.
Η Εκκλησία διατηρούσε στην Κων/πολη νοσοκομεία και άλλα ευαγή ιδρύματα που τα
ενίσχυαν οικονομικά με τις εισφορές τους οι ελληνικές κοινότητες της Πόλης αλλά που
εξυπηρετούσαν όλους ανεξαίρετα τους Έλληνες.
Αλλά και στις επαρχίες διέθετε κονδύλια για να βοηθήσει οικονομικά απόρους, να προικίσει
ορφανά κορίτσια, να προσφέρει κάρβουνα ή τρόφιμα στις φτωχές οικογένειες. Ορισμένες φορές
αναλάμβανε την καταβολή των φορολογικών υποχρεώσεων ανθρώπων που αδυνατούσαν να
ανταποκριθούν σε αυτό το καθήκον. Σε άλλες περιπτώσεις εξαγόραζαν σκλάβους που είχαν
αιχμαλωτιστεί στον πόλεμο και τους πουλούσαν οι Τούρκοι στα σκλαβοπάζαρα της Κων/πολης ή
μεριμνούσαν για την κηδεία και την ταφή απόρων χριστιανών. Για την αντιμετώπιση των
εξόδων διενεργούσαν εράνους ανάμεσα στα μέλη τους.

Ιδιαίτερη ήταν η μέριμνα για τους αρρώστους και τα βρέφη. Ο φόβος ότι τα έκθετα βράφη
μπορούσαν να εξισλαμιστούν εάν έπεφταν στα χέρια μουσουλμάνων, υπαγόρευε στους
χριστιανούς την ανάγκη να ενδιαφερθούν για την τύχη του.

Άλλη κατηγορία κοινωνικής παροχής ήταν η διατήρηση στοιχειώδους πυροσβεστικής υπηρεσίας


(τουλούμπας) και η πρόσληψη νεκροθάφτη και νεκροφόρων (των λεγόμενων μόρτηδων. Οι
μόρτηδες ήταν συνήθως άτομα που είχαν επιβιώσει από κάποιο θανατηφόρο λοιμώδες νόσημα,
π.χ. πανούκλα και άρα μπορούσαν να έρθουν σε επαφή με τους νεκρούς χωρίς να κινδυνεύουν
να μολυνθούν.)

Η μέριμνα για την πρόσληψη και μισθοδοσία γιατρού ανήκε επίσης στις αρμοδιότητες της
κοινότητας. Όταν η ασθένεια ήταν πολύ σοβαρή και απαιτούσε νοσοκομειακή περίθαλψη, οι
κοινότητες μεριμνούσαν για τη μεταφορά και την εισαγωγή του ασθενούς σε κάποιο
νοσοκομείο.
(δραστηριότητα 8 σελ. 302)

Ερώτηση 63:
Η θέση των παιδιών και των εφήβων.
Η οικογένεια, σύμφωνα με την οθωμανική διοίκηση, αποτελούσε βασική φορολογική μονάδα. Οι
κύριοι φόροι κατανέμονταν όχι στα άτομα αλλά στους χανέδες (=οίκους, νοικοκυριά). Ο
αρχηγός του hane/οίκου ήταν ο άνδρας από τη στιγμή που συμπλήρωνε το 12ο ή 13ο έτος της
ηλικίας του. Η φορολογική αυτή «ενηλικίωση», η οποία δεν σήμαινε ότι ο έφηβος αποκτούσε
οικονομική ανεξαρτησία, αλλά ότι ήταν ικανός να φέρει όπλο, συνεπαγόταν δραστική συμπίεση
των ορίων της παιδικότητας.

117 

 
Στα δεκατρία του ο έφηβος αντιμετωπιζόταν ως άνδρας: μπορούσε ακόμη και να εκλεγεί ως
κοτζαμπάσης ή να στρατολογηθεί από τις ομάδες κλεφτών και αρματολών της περιοχής του.
Ως ενήλικοι αντιμετωπίζονταν επίσης τα μικρά παιδιά, όταν επρόκειτο να γίνει αγοραπωλησία
ακινήτου.
Οι σκληρές συνθήκες της ζωής υποχρέωναν πολλούς γονείς να βάζουν τα παιδιά τους να
εργάζονται στους αγρούς της οικογένειας ή να γίνονται υπηρετικό προσωπικό σε σπίτια
ευπόρων, σε εμπορικές επιχειρήσεις και εργαστήρια.
Οι παραπάνω υποχρεώσεις αφορούσαν κυρίως τα αγόρια, αν και σε εξαιρετικά δύσκολες
περιστάσεις μπορούσαν να εργαστούν έξω από το σπίτι και τα κορίτσια (σπανιότατα αφού
φοβόντουσαν μην τα αποπλανήσουν και χαθεί η τιμή της οικογένειας)
Οι δυσκολίες της προφύλαξης και της αποκατάστασης των κοριτσιών συντελούσαν και στο να
συνάπτονται οι αρραβώνες και οι γάμοι τους σε πολύ μικρή ηλικία. Μέσα στο σπίτι, τα κορίτσια
αναλάμβαναν τα οικιακά και μητρικά καθήκοντα, καθώς η μητέρα τους βοηθούσε τον σύζυγό
της στις αγροτικές εργασίες.
Η πατρική εξουσία ήταν απόλυτη: ο πατέρας μπορούσε να διαχειρίζεται εν λευκώ την τύχη των
παιδιών του. Ισχυροί αρματολοί ή κοτζαμπάσηδες έδιναν τα παιδιά του ακόμη και ως ενέχυρα
για να διασφαλίσουν ανακωχή ή συμμαχίες, τα αρραβώνιαζαν με πρόσωπα της επιλογής τους για
να ισχυροποιήσουν τη θέση τους και δεν δίσταζαν να τα τιμωρούν αυστηρά αν δεν υπάκουαν
την πατρική βούληση. (δραστηριότητα 10 σελ. 311)

Η θέση της γυναίκας.


Η Ελληνίδα στην τουρκοκρατία είχε, αντίθετα από ό,τι γενικώς πιστεύεται, δικαιώματα που δεν
διέθεταν πολλές από τις γυναίκες του δυτικού κόσμου. Μπορούσε να κληρονομήσει την πατρική
περιουσία (αν και στην πράξη η κόρη κληρονομούσε μόνο αν δεν υπήρχε γιος, αλλιώς μπορούσε
να αξιώσει να την προικίσουν).
Μπορούσε επίσης να φοιτήσει σε σχολείο (αν και δύσκολο). Οι γυναίκες επίσης ασκούσαν
ελεύθερα επαγγέλματα όπως εμπειρικές γιάτρισσες ή μαμές, δεν επιτρεπόταν όμως να
καταλάβουν κοινοτικό αξίωμα. Επίσης φορολογικά η γυναίκα υπαγόταν στον οίκο του πατέρα ή
συζύγου της. Ο πατέρας της όμως όφειλε να καταβάλει στον τιμαριούχο της περιοχής μια
πρόσοδο (το «δικαίωμα του γάμου») όταν την πάντρευε. Ο φόρος αυτός ενδεχομένως να
αντιστάθμιζε το γνωστό από τη φεουδαρχική Δύση δικαίωμα του φεουδάρχη να κοιμηθεί με τη
νύφη την πρώτη νύχτα του γάμου.
Γενικά η απαγωγή και αποπλάνηση χριστιανής από Οθωμανό ήταν αξιόποινη πράξη (εκτός και αν
επρόκειτο για πασά). Εάν όμως η γυναίκα είχε ήδη εγκυμονήσει από τη σχέση της με τον
Τούρκο απαγωγέα, το παιδί παραδιδόταν στον πατέρα για να ανατραφεί ω μουσουλμάνος (έτσι
η μητέρα επέλεγε συχνά να μείνει κοντά στον Τούρκο για να μη στερηθεί το παιδί της). Εάν
όμως ο γάμος γινόταν από την αρχή με αμοιβαία συγκατάθεση, πάλι δεν υπήρχε πρόβλημα
εφόσον τα παιδιά θα ασπάζονταν τον ισλαμισμό.
Εάν εξαιρέσουμε αυτές τις σχετικά σπάνιες περιπτώσεις μικτών γάμων, οι Ελληνίδες στην
πλειοψηφία τους παντρεύονταν με Έλληνες και μάλιστα, όπως έχουμε ήδη πει, ο αρραβώνας
γινόταν από πολύ μικρή ηλικία και η επιλογή ήταν μέριμνα του πατέρα ή των αδελφών της.
Στον σύζυγό τους οι Ελληνίδες έβλεπαν τον φυσικό τους αφέντη, στον οποίο όφειλαν υπακοή.
Οι γάμοι, αν και δεν ήταν συνήθως από επιλογή των κοριτσιών αλλά από συμφέρον, σπάνια
διαλύονταν. Ως λόγοι διαζυγίου αναγνωρίζονταν από τον Αρμενόπουλο η πνευματική ασθένεια
ενός από τους δύο συζύγους, η διάπραξη του αδικήματος της άμβλωσης από τη σύζυγο λόγω
του μίσους της προς το σύζυγο και η περίπτωση η νύφη να μην είναι παρθένα. Μετά το διαζύγιο
118 

 
η κοπέλα μπορούσα να διεκδικήσει τόσο την επιστροφή της προίκας της όσο και διατροφή (εάν
έφταιγε ο άλλος για το διαζύγιο). Σπάνια όμως είχαμε περιπτώσεις διαζυγίου αφού τα κορίτσια
υπάκουαν τον σύζυγο και γενικά ασχολούνταν με το νοικοκυριό και την ανατροφή των παιδιών.
Αναλό9γως με την περιοχή, η σύζυγος ήταν πιο ελεύθερη: στις παραθαλάσσιες πόλεις όπου
είχαμε οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη, η σύζυγος μπορούσε να αναλάβει τη διαχείριση της
οικογενειακής περιουσίας και να διεκδικήσει την επιτροπεία των παιδιών τη, αν έχαναν τον
πατέρα τους πριν ενηλικιωθούν.
Γενικά, οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη εκτός γάμου αντιμετωπιζόταν ως πορνεία, ακόμη και αν
δεν υπήρχε χρηματική συναλλαγή ή ακόμη και αν βιάζονταν από στρατιώτες στη διάρκεια μιας
ένοπλης σύγκρουσης. Η ποινή που επιβαλλόταν ήταν εξορία.
Ο ελεύθερος χρόνος των γυναικών, ιδιαιτέρως των γυναικών που είχαν οικονομική άνεση,
αναλωνόταν σε εργόχειρα, μουσική, επίσκεψη στο δημόσιο λουτρό όπου συζήταγαν μεταξύ
τους.
Οι φτωχές γυναίκες εργάζονταν σκληρά σε εργαστήρια και στους αγρούς και η μοναδική τους
ευκαιρία για κοινωνική ζωή ήταν η παρακολούθηση της Κυριακάτικης Λειτουργίας στην εκκλησία
ή η συμμετοχή τους στο τοπικό πανηγύρι.
(δραστηριότητα 10 – σελ. 311)

Ερώτηση 64:

Ερώτηση 65:
Συμπληρώστε!!

119