You are on page 1of 10

ΑΜΠΕΛΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014

Εἰσαγωγικό κείμενο

«Ἡ ἀγωγή τῶν παιδιῶν ἀρχίζει ἀπ’ τήν ὥρα τῆς συλλήψεώς τους. Τό
ἔμβρυο ἀκούει κι αἰσθάνεται μέσα στήν κοιλιά τῆς μητέρας του. Ναί,
ἀκούει καί βλέπει μέ τά μάτια τῆς μητέρας. Ἀντιλαμβάνεται τίς κινήσεις
καί τά συναισθήματά της, παρόλο πού ὁ νοῦς του δέν ἔχει ἀναπτυχθεῖ…
Ἄν ἡ μάνα δέν τό θέλει τό ἔμβρυο, ἄν δέν τό ἀγαπάει, αὐτό τό
αἰσθάνεται καί δημιουργοῦνται τραύματα στήν ψυχούλα του, πού τό
συνοδεύουν σ’ ὅλη του τή ζωή…Γι’ αὐτό πρέπει ἡ μητέρα νά προσεύχεται
πολύ κατά τήν περίοδο τῆς κυήσεως καί ν’ ἀγαπάει τό ἔμβρυο, νά
χαϊδεύει τήν κοιλιά της, νά διαβάζει ψαλμούς, νά ψάλλει τροπάρια, νά
ζεῖ ζωή ἁγία…γιά νά ἀποκτήσει τό ἔμβρυο ἀπ’ τήν ἀρχή ἅγιες
καταβολές…Ἐκεῖνο πού σώζει καί φτιάχνει καλά παιδιά εἶναι ἡ ζωή τῶν
γονέων μέσα στό σπίτι». (Ἁγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, «Βίος καί
Λόγοι», Ἱ. Μ. Χρυσοπηγῆς, Χανιά 2003, σελ. 415-416)

«Κατά τάς γραφάς»

Συνεχίζουμε στό παρόν τεῦχος τῆς Ἀμπέλου, ὁλοκληρώνοντας τό
ἀφιέρωμα στό Τριώδιο καί τό Πάσχα μέ κείμενα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ
Ἁγιορείτου («Ἑορτοδρόμιον», Ἐκδ. «Ὀρθόδοξη Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 272 κ. ἑξ.), τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης
(«Ἀπό τήν Ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ»,
Καλύβης Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἱερᾶς Σκήτης Κουτλουμουσίου,
Ἐκδ. Ἁρμός, Ἅγιον Ὄρος 2001, σελ. 153-158), καί τοῦ καθηγητοῦ
Εὐαγγέλου Θεοδώρου (ἐπιλογές ἀπό τό βιβλίο «Ἡ Μορφωτική ἀξία
τοῦ ἰσχύοντος Τριωδίου», Ἀθῆναι 1958).
Ὅσον ἀφορᾶ στό Τριώδιο, παρουσιάζουμε ἐπιλεκτικά ἀπό τό βιβλίο τοῦ κ.
Θεοδώρου στήν καθομιλουμένη γλῶσσα τά κάτωθι :
«Τό Σάββατο τῆς Α’ ἑβδομάδος, διά τῆς προβολῆς τοῦ
παραδείγματος τοῦ ἁγ. Θεοδώρου, μᾶς ὑπενθυμίζει τή δύναμη τῆς
ζώσης πίστεως, ἡ ὁποία περιφρονεῖ καί αὐτά τά βασανιστήρια. Αὐτή
ἀκριβῶς ἡ ζῶσα πίστις εἶναι προϋπόθεση γιά ἕνα νικηφόρο ἀγώνα μέσα
στή Μ. Τεσσαρακοστή. Αὐτόν ἀκριβῶς τόν ἀγώνα ἐξυμνεῖ ἡ Α’ Κυριακή
Νηστειῶν (τῆς Ὀρθοδοξίας) μέ τήν ἀνάμνηση ἀφ’ ἑνός τοῦ ἱστορικοῦ
γεγονότος τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων καί τῆς νίκης τῆς
Ἐκκλησίας μας κατά τῶν ὀργάνων τῆς πλάνης καί τοῦ σκότους- δηλαδή
τῶν αἱρετικῶν. Ἀφ’ ἑτέρου δέ, μέ τίς πασχάλιες ἀναφορές τῶν
ἀναγνωσμάτων καί τήν προβολή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς Υἱό τοῦ Θεοῦ,
βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, περιστοιχιζόμενον ἀπό ἀγγέλους.
Α
» Ἡ Κυριακή τῆς Β’ Ἑβδομάδος («τά τῶν Νηστειῶν δισέβδομα»)
εἶναι μιά πασχάλιος ἡμέρα, κατά τήν ὁποία ὁ Σταυρός ὑμνεῖται ὡς
σημεῖο τῆς νίκης, ὁ δέ Χριστός ὡς εὔσπλαχνος Σωτήρας. Κατά τήν ἴδια
ἡμέρα προβάλλεται στούς πιστούς πρός μίμηση τό παράδειγμα τοῦ ἁγ.
Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὁ ὁποῖος ὑπερασπίστηκε τήν Ὀρθοδοξία κατά τῶν
αἱρετικῶν Βαρλαάμ καί Ἀκινδύνου.
»Τήν Γ’ Κυριακή, τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, ἐξυμνεῖται ὁ Σταυρός
τοῦ Κυρίου,…ὁ προάγγελος τῆς ‘λαμπρᾶς καί κοσμοχαρμοσύνου τοῦ
Πάσχα…φωσφόρου ἡμέρας, ἡ θύρα τοῦ Παραδείσου, ὁ στῦλος τῆς
Ἐκκλησίας. Κατά τήν εὐαγγελική περικοπή τῆς ἡμέρας, ὁ βαστάζων τόν
Σταυρόν τοῦτον ὁδηγεῖται στήν δόξα τοῦ οὐρανοῦ (Μαρκ. η’, 34- θ’, 1).
Ὁ Σταυρός εἶναι τό θυσιαστήριο στό ὁποῖο ὁ Μέγας Ἀρχιερέας καί
Μεσίτης Ἰησοῦς Χριστός εἶναι συγρόνως ὁ θύτης καί τό θύμα, κατά τήν
ἀποστολική περικοπή (Ἑβρ. δ’, 14- ε’, 6).
Α
»Ἀκολουθεῖ ἡ Κυριακή τῆς Δ’ ἑβδομάδος, μιά ἀκόμη ἔκδηλη
πασχαλινή ἡμέρα. Στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα (Μαρκ. θ’, 17-31), ἐκτός
ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου περί νηστείας καί προσευχῆς ὡς ὅπλων
κατά τῶν δαιμόνων, παρουσιάζεται τό «σταυροαναστάσιμο» Πάσχα : «Ὁ
υἱός τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται…καί ἀποκτανθείς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ
ἀναστήσεται». Ἀκόμη, ἡ Κυριακή αὐτή ἔχει σχέση μέ τήν ἀσκητική ζωή
τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, διά τῆς Κλίμακος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ
Σιναΐτου. Στό ἔργο αὐτό τοῦ Ἁγίου διδάσκεται ὁ τρόπος διά τοῦ ὁποίου
ὁδηγούμαστε στό μυστικό βίο τοῦ παραδείσου.
Κατά τήν Κυριακή Ε’ Νηστειῶν κορυφώνεται τό πνεῦμα τῆς
μετανοίας πού διαποτίζει ὁλόκληρη τήν προαπελθοῦσα περίοδο, μέ τήν
προβολή τοῦ βίου τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Τονίζεται ἡ ἀλήθεια
ὅτι τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ καθαρίζει τήν συνείδησή μας ἀπό τά νεκρά
ἔργα, ὅπως κάνει καί τό λουτρό τῶν δακρύων τῆς μετανοίας πού
ἀνέδειξε μιά ἀξιοθαύμαστη ἀσκήτρια τῆς ἐρήμου. Στή σημερινή
εὐαγγελική περικοπή (Μαρκ. ι’, 32-46) προλέγονται λεπτομερῶς τά πάθη
τοῦ Χριστοῦ καί ἠχοῦν ἐντονώτερα οἱ πένθιμες καμπάνες τοῦ
«σταυρώσιμου» Πάσχα.
Συνεχίζουμε, κατόπιν μέ τήν Κυριακή τῶν Βαΐων, πρώτη ἡμέρα τῆς
Μεγάλης Ἑβδομάδος.
Α
Κατά τήν ἑβδομάδα πού μεσολαβεῖ μεταξύ τῆς Ε’ Κυριακῆς Νηστειῶν
καί τῶν Βαΐων, παρόλο πού ἔχουν ὁλοκληρωθεῖ ἤδη ἀκολουθίες ὅπως οἱ
Χαιρετισμοί καί ὁ Μέγας Κανών, παραμένει ὁ λειτουργικός πλοῦτος πού
διαποτίζεται ἀπό τά ἔντονα βιώματα πού προκαλοῦν στήν ψυχή μας τά
γεγονότα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου καί τῆς θριαμβευτικῆς εἰσόδου
τοῦ Κυρίου στά Ἱεροσόλυμα. Τά ἅσματα, μάλιστα, τῶν ἡμερῶν αὐτῶν
ὑπογραμμίζουν τήν ὀργανική ἑνότητα τῆς ἑβδομάδος αὐτῆς μέ τό ὅλο
Τριώδιο.
»Ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου «ὑμνεῖται ὡς ὁ τύπος τῆς Ἀναστάσεως
τοῦ Χριστοῦ καί τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως, ὡς τό λυκόφως τοῦ
ἀνατέλλοντος Ἡλίου τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἐν δόξῃ θά ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ
τάφου. Δι’ αὐτό ἡ ὑμνολογία τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου ἔχει
θριαμβευτικό καί πασχάλιο χαρακτῆρα». Ὁ Χριστός, ὅπως διαβάζουμε
στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα παραμένει «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί
εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ’, 8)- εἶναι, καθώς λέγει ἡ εὐαγγελική περικοπή
τῆς ἡμέρας (Ἰωαν. ια’, 1-46) «ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς
αὐτόν, κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται» (στ. 25-26). Ἔτσι καί τό Σάββατο τοῦ
Λαζάρου μᾶς κατευθύνει ὥστε νά γίνουμε «θεατές τῆς λαμπροφόρου
Ἀναστάσεως».
Τήν Κυριακή τῶν Βαΐων, ὁ Χριστός ἔρχεται ὡς ὁ πασχάλιος ἁμνός γιά
νά συνεορτάσει μαζί μας τό Πάσχα. Τήν ἡμέρα αὐτή ὄχι μόνο θυμόμαστε
τό σχετικό ἱστορικό γεγονός, ἀλλά κρατώντας τά βάϊα ὡς σύμβολα τῶν
ἀρετῶν καί τῶν θείων ἔργων, προετοιμαζόμαστε γιά τήν ὑποδοχή τῆς Μ.
Ἑβδομάδος, ἀτενίζοντας πρός τόν Χριστό πού εἶναι ἡ προσδοκία τῶν
ἐθνῶν, ὁ παντοκράτωρ, ὁ δοτήρ τῆς πραγματικῆς χαρᾶς καί εἰρήνης, ὁ
ἀνιστῶν τούς νεκρούς, ὁ ὑπό τῆς Μαρίας- τῆς ’αδελφῆς τοῦ Λαζάρου-
ἀλειφόμενος «εἰς τήν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ του», ὁ ὑπό τοῦ Ἰούδα
προδιδόμενος, ὁ θριαμβευτής».

Α

Ἄς ἀπολαύσουμε, ἀκολούθως, καί ἄς διδαχθοῦμε ἀπό τή θεόπνευστη
ἑρμηνεία καί διδασκαλία τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τοῦ
τετάρτου τροπαρίου τῆς θ’ ὠδῆς τοῦ κανόνος τοῦ Μ. Σαββάτου :
«Ἀγαλλιάσθω ἡ κτίσις εὐφραινέσθωσαν πάντες οἱ γηγενεῖς· ὁ γάρ
ἐχθρός ἐσκύλευται Ἅδης· μετά μύρων γυναῖκες
προσυπαντάτωσαν· τόν Ἀδάμ σύν τῇ Εὔα, λυτροῦμαι παγγενῆ,
καί τῇ τρίτη ἡμέρᾳ ἐξαναστήσομαι».
Λέγει ὁ Ἅγιος πώς ὁ Μελωδός ἐμπνεύστηκε τό τροπάριο αὐτό ἀπό τόν
χαιρετισμό τοῦ Κυρίου πρός τίς μυροφόρες ‘Χαίρετε’ (Ματθ. κη’, 9). Μέ
ἑορταστικό καί χαροποιό τρόπο ὁ Μελωδός παρουσιάζει τόν Κύριο νά
λέει ‘Ἄς ἀγαλλιᾶται ἡ Κτίσις καί ἄς εὐφραίνονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στή
γῆ, διότι ὁ ἐχθρός τῶν ἀνθρώπων ἅδης καί ὁ πρόξενος τοῦ ἅδη Διάβολος
λαθυραγωγήθηκε καί ἀπογυμνώθηκε ἀπό ἐμένα χάνοντας ὅλα τά νοητά
λάφυρά του πού κατεῖχε- τίς ψυχές τῶν ἀποθανόντων ὅλων τῶν αἰώνων
πού εἶχε δεσμεύσει. Καί ὅλοι λοιπόν πρέπει νά ψάλλουν τόν ἐπινίκιο ὕμνο
ἐκεῖνο τοῦ Ὠσηέ ‘Ποῦ σου θάνατε τό κέντρον; Ποῦ σου Ἅδη τό νῖκος;’
(Ὠσ. ιγ’, 14) καί νά λέγουν μαζί μέ τόν Θεολόγο Γρηγόριο πρός τόν
Διάβολο ‘ὁ ζωοποιός Σταυρός σέ νίκησε, σέ θανάτωσε· ἄπνους εἶσαι,
νεκρός, ἀκίνητος, ἀνενέργητος…’ (Λόγος εἰς τό Πάσχα)».
Α
Καί συνεχίζει ὁ ἅγιος Νικόδημος μέ τό ὑπόλοιπο τροπάριο προτρέποντας
«ἄς ἑτοιμάσουν δέ καί οἱ μυροφόρες γυναῖκες τά μῦρα καί τά ἀρώματα
καί ἄς ἔλθουν νά μέ προϋπαντήσουν στόν τάφο, γιά νά πληροφορηθοῦν
περί τῆς δικῆς μου ἀναστάσεως. Ἐκεῖ θά μέ βροῦν καί θά ἀκούσουν ἀπό
τό στόμα μου τό ‘Χαῖρε’ γιά νά ἐννοήσουν ὅτι ἀναστήθηκα ἐκ τῶν
νεκρῶν’».
Ὁ Ἅγιος ἐπισημαίνει δέ πώς ὁ Κύριος, μέ τά παραπάνω λόγια, προσθέτει
καί ἄλλο λόγο χαρᾶς· τό ὅτι Αὐτός ἐλευθέρωσε ἀπό τόν θάνατο καί τόν
ἅδη τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα καί ὅλο τό γένος τους, δηλαδή ὅλους τούς
ἀνθρώπους πού προέρχονται ἀπό τούς πρωτοπλάστους (αὐτό σημαίνει,
ὑποδεικνύει ὁ Ἅγιος, ἡ λέξη παγγενῆ). Κατά τόν ἅγιο Νικόδημο, ὁ
Μελωδός, βάζοντας στό στόμα τοῦ Κυρίου μας τά παραπάνω λόγια θέλει
νά ὑπογραμμίσει ὅτι ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ δέν σαρκώθηκε καί
ἔπαθε καί ἐνταφιάστηκε καί ἀναστήθηκε μόνο γιά τούς προπάτορες,
ἀλλά γιά ὅλο τό γένος τους-τό ἀνθρώπινο γένος.
Α
»Εἴθε κι ἐμεῖς πού ψάλλουμε τόν παρόντα κατανυκτικότατο Κανόνα τῆς
θεοσώμου ταφῆς τοῦ Κυρίου νά ἀξιωθοῦμε νά συσταυρωθοῦμε μέ τόν
Χριστό. Δηλαδή, νά ἀπέχουμε ἀπό τήν ἁμαρτία…νά συννεκρωθοῦμε μέ
αὐτόν, ἀπέχοντας καί ἀπό τίς ἐσωτερικές κινήσεις τῶν παθῶν καί τῶν
λογισμῶν…νά συνενταφιασθοῦμε μέ τόν Κύριο ἀφήνοντας πίσω μας τά
βιοτικά πράγματα…ὥστε νά συναναστηθοῦμε μαζί μέ τόν Χριστό
μας….Μακάρι κι ἐμεῖς νά γίνουμε μιμητές τοῦ εὐλογημένου Ἰωσήφ τοῦ
Ἀριμαθαίου καί τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, τῶν ἐνταφιαστῶν τοῦ Κυρίου. Πῶς,
δέ, θά γίνουμε μιμητές τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Ἀριμαθαίου; Μέ τόν ἑξῆς τρόπο.
Ἰωσήφ, σημαίνει προσθήκη καί αὔξησις. Ἀριμαθαῖος δέ, ἑρμηνεύεται ‘ὁ
αἴρων κάτι’ (ἐνν. αὐτός πού σηκώνει, πού βαστάζει κάτι). Συνεπῶς, ὅταν
ἐμεῖς προσθέτουμε καί αὐξάνουμε πάντοτε στό δρόμο τῆς ἀρετῆς καί
ὅταν βαστάζουμε τό ἀγαθό, τότε μιμούμαστε τόν μακάριο Ἰωσήφ. Τό ἴδιο
συμβαίνει ὅταν λάμβάνουμε τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ διά τῆς κοινωνίας καί
μεταλήψεως καί καταθέτουμε αὐτό μέσα στήν καρδιά μας, σάν σέ τάφο
κατασκευασμένο ἀπό πέτρα (δηλαδή μέ ψυχή πού διαρκῶς τηρεῖ τήν
ἐνθύμηση τοῦ Ἰησοῦ), καί ὅταν τυλίξουμε τό σῶμα τοῦ Κυρίου μέσα σέ
καθαρό σινδόνι (σινδόνι δέ καί φόρεμα τῆς ψυχῆς εἶναι τό σῶμα), τότε
μιμούμαστε τόν Ἰωσήφ.
Α
» Πῶς, δέ, γινόμαστε καί μιμητές τοῦ μακαρίου Νικοδήμου; Ἀκοῦστε.
Νικόδημος εἶναι ὁ κατά τήν θεωρία ὑγιής, στέρεος στήν πίστη τοῦ
Χριστοῦ πού ὅμως στήν πράξη παραιτεῖται τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἐντολῶν
τοῦ Χριστοῦ γιά τόν φόβο τῶν Ἰουδαίων, δηλαδή (ἐδῶ) γιά τίς
προσβολές τῶν παθῶν καί τῶν Δαιμόνων. Ἀλλά καί ὅποιος ἐνταφιάζει τό
σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καί μεταχειρίζεται μέ εὐλάβεια τούς λόγους τοῦ Κυρίου
καί τούς ἐφαρμόζει σκορπίζοντας γύρω του εὐωδία πνευματική, καί
αὐτός, ὡς ἄλλος Νικόδημος γίνεται καί μιμητής τοῦ Νικοδήμου.
Ἐάν λοιπόν ἔτσι πράττουμε μιμούμενοι τούς ἐνταφιαστές τοῦ Κυρίου, δέ
θά μᾶς ἐμποδίσει ἀπό τήν ἀρετή καί τή σωτηρία μας οὔτε πλοῦτος, οὔτε
ἀξιώματα, οὔτε ἀρχοντική καταγωγή· καθότι ὁ μέν Ἰωσήφ ἦταν πλούσιος
καί εὐσχήμων (δηλαδή σεμνός, εὐλαβής) βουλευτής (τό δέ βουλευτής
ἦταν πολιτικό ἀξίωμα πού κατεῖχαν ὅσοι ἐπόπτευαν τήν ἀγορά, τήν
τήρηση τῶν κανόνων τοῦ ἐμπορίου)· ὁ δέ Νικόδημος ἦταν ἄρχοντας τῶν
Φαρισαίων.
Ἄν γίνουμε μιμητές τους θά ἀξιωθοῦμε τῆς δικῆς τους δόξας καί
μακαριότητος. Κι ἄν αὐτό μᾶς φαίνεται μεγάλο, τουλάχιστον θά
ἀξιωθοῦμε νά δοῦμε στον Οὐρανό τή δική τους δόξα καί λαμπρότητα· κι
αὐτό λίγο εἶναι;»!!!

Α
Στό τρίτο αὐτό κομμάτι τοῦ πασχαλινοῦ ἀφιερώματος, ἄς ἐμπνευστοῦμε,
μέ τή χάρη τοῦ Σταυρωθέντος καί Ἀναστάντος Χριστοῦ, ἀπό τά
μελιστάλακτα λόγια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης σχετικά μέ τό ἅγιο
Πάσχα.
«Ἄς ποῦμε ἐπαινετικά λόγια σήμερα στον Μονογενῆ Θεό…ἄς ποῦμε
ὕμνους…στον Θεό Λόγο, πού ντρόπιασε τή σοφία τοῦ κόσμου,
ἐπιβεβαίωσε τήν πρόρρηση τῶν προφητῶν, συγκέντρωσε τόν ὅμιλο τῶν
Ἀποστόλων, διέσωσε τήν πρόσκληση τῆς Ἐκκλησίας καί τή χάρη τοῦ
Πνεύματος….
Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν συναναστρεφόταν τούς ἀσεβεῖς
Ἰουδαίους, πού τόν ἀποκαλοῦσαν Σαμαρείτη καί δαιμονισμένο (Ἰωαν. η’,
48). Ὅταν ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης καί ὅσοι τούς γέννησε τό σκοτάδι,
κρατοῦσαν Αὐτόν πού δέν χωρᾶ πουθενά γιά νά Τόν θανατώσουν…Πότε
ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν τόν ἀντιμετώπιζαν, Αὐτόν, τόν βλαστό τῆς
ἐπιείκειας, μέ ραπίσματα καί ζητοῦσαν ἀπαντήσεις μέ ὅρκους ἀπό Αὐτόν,
πού εἶναι ὁ δικαστής τῶν ὅρκων (Μαρκ. ιδ’, 65).
Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν δίκαζαν τόν δικαστή, καί ἔκριναν τόν
κριτή τοῦ κόσμου, ὅταν ὁ δοῦλος ρωτοῦσε καί ὁ Κύριος σιωποῦσε, τό
φῶς ἡσύχαζε καί τό σκοτάδι θριαμβολογοῦσε, τό δημιούργημα ἔδειχνε
θράσος καί ὁ Δημιουργός ἔδειχνε ὑπομονή.
Α
»Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν οἱ ταῦροι χτυποῦσαν μέ τά κέρατα καί ὁ
μόσχος στεκόταν ἥσυχος, ὅταν τό λιοντάρι ὠρυόταν καί οἱ ταῦροι
στέκονταν ἀγέρωχοι, ὅπως ἔχει γραφεῖ στούς ψαλμούς, ‘Μέ
περικύκλωσαν πολλά μοσχάρια, καί μέ τριγύρισαν ταῦροι καλοθρεμμένοι.
Ἄνοιξαν τό στόμα τους ἐναντίον μου, ὅπως τό λιοντάρι πού ἁρπάζει καί
ὠρύεται’ (Ψαλμ. κα’, 12).
Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν γαύγιζαν τά σκυλιά καί ὁ Δεσπότης
ἔδειχνε ἀνοχή. Ὅταν οἱ λύκοι ἅρπαζαν καί τό πρόβατο δέν ἔφερνε
ἀντίσταση. Ὅταν ὁ ληστής δεχόταν πρόσκληση στή ζωή, ἐνῶ ἡ ζωή τοῦ
κόσμου συρόταν στό θάνατο. Ὅταν ἔβγαζαν ἐκείνη τήν ἄτακτη καί
ὀλέθρια φωνή, ‘θάνατος, θάνατος, σταύρωσέ τον. Τό αἷμα του ἐπάνω
μας καί στά παιδιά μας’ (Ἰωαν. ιθ’, 15, Ματθ. κζ’, 25), οἱ φονιάδες τοῦ
Κυρίου καί τῶν Προφητῶν, οἱ θεομάχοι, οἱ μισόθεοι, οἱ ὑβριστές τοῦ
νόμου, οἱ πολέμιοι τῆς χάριτος, οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως τῶν πατέρων, οἱ
συνήγοροι τοῦ διαβόλου, τά γεννήματα τῶν ἐχιδνῶν, οἱ ψιθυριστές, οἱ
κατήγοροι, οἱ σκοτισμένοι στή διάνοια, ἡ ζύμη τῶν Φαρισαίων, τό
συνέδριο τῶν δαιμόνων, οἱ μιαροί, οἱ κακότατοι, οἱ λιθοβολιστές, οἱ
μισόκαλοι. Καί δίκαια φώναζαν ‘θάνατος, θάνατος, σταύρωσέ τον’, διότι
τούς βάραινε ἡ παρουσία τῆς Θεότητος μέ σάρκα καί τούς
στεναχωροῦσε ὁ ἔλεγχος γιά τόν τρόπο τῆς ζωῆς τους. Εἶναι συνήθεια οἱ
ἁμαρτωλοί νά μισοῦν τήν συναναστροφή μέ τούς δικαίους…
Α
»Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν φραγγέλωσαν καί βασάνισαν τό ἅγιο
σῶμα Ἐκείνου πού ὑπέφερε τά πάθη μέ τή θέλησή Του, γιά νά θεραπεύσει
τίς παλιές πληγές τῶν ἁμαρτημάτων μας. Ὅταν σήκωνε τό ξύλο τοῦ
Σταυροῦ ἐπάνω στούς ὤμους Του, τρόπαιο κατά τοῦ διαβόλου. Ὅταν
φοροῦσαν ἀγκάθινο στεφάνι σ’ Ἐκεῖνον πού στεφανώνει ὅσους πιστεύουν
σ’ Αὐτόν. Ὅταν ἔντυσαν μέ πορφύρα περιπαικτικά Αὐτόν πού χαρίζει
ἀφθαρσία σέ ὅσους ξαναγεννιοῦνται μέ νερό καί Πνεῦμα Ἅγιο (Ἰωαν. γ’,
5, Ματθ. κζ’, 48). Ὅταν κάρφωσαν στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ Αὐτόν πού εἶναι
Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου…
» Ὅμως πρόσεχε, ἀγαπητέ, τά θαύματα τοῦ Θεοῦ καί τά κατορθώματα
τῆς χαρᾶς πού ἦλθε μετά τό πάθος. Ὁ ἀτιμασμένος μεταβαλλόταν σέ
ἔνδοξο, κάι ἡ χαρά τοῦ κόσμου ἀνασταίνεται ἄθφαρτη μαζί μέ τό σῶμα.
Τότε εἶχε ὠδίνες τοκετοῦ ἡ γῆ καί κυοφόρησε ἡ ἡμέρα. Καί ὁ θάνατος
ἀπέβαλε τή ζωή τῶν ὅλων. Διότι δέν ἦταν δυνατόν ὁ θάνατος νά
κρατήσει Ἐκεῖνον πού κρατᾶ τά πάντα μέ τόν λόγο Του.
Α
»Ἄς γιορτάσουμε, λοιπόν, τήν μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες ἀνάσταση τοῦ
Χριστοῦ, πού προξένησε τήν αἰώνια ζωή. Διότι, ὅπως ἀκριβῶς ἡ
Θεοτόκος Μαρία δέν δοκίμασε παρθενικές ὠδίνες ἀνύμφευτης κόρης,
ἀλλά μ έτή θέληση τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
γέννησε τόν Δημιουργό τῶν αἰώνων, τόν Θεό Λόγο πού προέρχεται ἀπό
τόν Θεό, ἔτσι καί ἡ γῆ ἀπό τήν κοιλιά της, καταργώντας τίς ὠδίνες τοῦ
θανάτου (Πραξ. β’, 24) ἄφησε, ὅταν διατάχθηκε, ἐλεύθερο τόν Κύριο τῶν
Ἰουδαίων. Γιατί δέν μποροῦσε νά κρατᾶ σῶμα, τό ὁποῖο φέρνει τήν
ἀθανασία…Ποιό μεγαλεῖο ντύθηκε ὁ Κύριος; Τήν ἀφθαρσία, τήν
ἀθανασία, τόν ὅμιλο τῶν Ἀποστόλων, τό στεφάνι τῆς Ἐκκλησίας. Δέν
προδίδει πλέον ὁ Ἰούδας, δέν ἀπειλεῖ πλέον ὁ Καϊάφας, δέν ὁπλίζεται
πλέον ὁ Ἡρώδης γιά νά σφάξει τά παιδιά, δέν δικάζει πλέον ὁ Πιλάτος,
οὔτε φυλακίζουν πλέον οἱ Ἰσραηλίτες. Τό φθαρτό ἔγινε ἄφθαρτο κι
Ἐκεῖνος πού τόν θεωροῦσαν μόνο ἁπλό ἄνθρωπο, ἀποδείχθηκε ἀληθινός
Θεός. Γι’ αὐτό κι ἐμεῖς φωνάζουμε: ‘Θάνατε, ποῦ εἶναι τό κεντρί σου;
Ἅδη, ποῦ εἶναι ἡ νίκη σου; (Α’ Κορ. ιε’, 55)».
Ἄς διακηρύξουμε, λοιπόν, κι ἐμεῖς μέ τή σειρά μας, ἐπαναλαμβάνοντας
τά θεόπνευστα μελίρρυτα λόγια τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου : «Ἀνέστη
Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες…Ἀνέστη Χριστός καί ζωή
πολιτεύεται»! Καλή Ἀνάσταση!

ΕΟΚΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΠΡΟΣ

Τήν 1η Ἀπριλίου γιορτάσαμε μαζί μέ τούς ἀδελφούς μας Ἑλληνοκυπρίους
τήν κήρυξη τῆς ἐπαναστατικῆς δράσης τῆς πατριωτικῆς καί θρυλικῆς
ΕΟΚΑ. Εἶναι πολύ σημαντικό νά θυμόμαστε καί οἱ νεώτεροι νά μαθαίνουν.
Λίγες, «τηλεγραφικές» ἀλλά πολύτιμες ψηφίδες τῆς ἔνδοξης ἱστορίας
μας ἐπιθυμοῦμε νά καταθέσουμε στό τεῦχος αὐτό.
Ἄς θυμηθοῦμε, λοιπόν, τό ἱστορικό δημοψήφισμα τῆς Κύπρου τήν 15 η
Ἰανουαρίου 1950 πού ἀξιοῦσε τήν ἕνωση τῆς Κύπρου μέ τήν Ἑλλάδα. Δέν
τήν ἤθελε ὅμως αὐτήν τήν ἕνωση ἡ «εἰρηνοποιός» Ἀγγλία-καί ὄχι μόνον
αὐτή- καί ἔτσι ὁδηγηθήκαμε στόν ἔνοπλο ἀγώνα τῆς ἐπαναστατικῆς
ΕΟΚΑ.
Ὠς ἐλάχιστο φόρο τιμῆς στούς ἥρωες ἐκείνους, συγκρατεῖστε στή μνήμη
τά πρόσωπα καί τίς ρήσεις τους καί κάντε καί καμμιά προσευχή νά
ἀναπαύει ὁ Θεός τίς ψυχές τῶν ἡρώων.
Α
Ἡρώων ὅπως ὁ Γρηγόρης Αὐξεντίου («Στήν ἀνάγκη θά πεθάνω σάν
Ἕλληνας»- Εἰκ. 1).
Ὅπως ὁ Κυριάκος Μάτσης («Θά πολεμήσω τίμια καί παλληκαρίσια»-
Εἰκ. 2).
Ὅπως ὁ Μιχαήλ Γιωργάλλας («Πεθαίνω. Ζήτω ἡ Ἑλλάς»- Εἰκ. 3).
Ὅπως ὁ Φώτης Πίττας («Δέν πρόκειται νά μᾶς κάμψουν»- Εἰκ. 4).
Ὅπως ὁ Νίκος Εὐαγόρου («Τό λέει ἡ πέννα μου, τό λέν τά χείλη μου,
τό λέει καί ἡ ψυχή μου»- Εἰκ. 5).
Ὅπως ὁ Ἀνδρέας Ζάκος («Ἔτσι θά μείνω νέος κι’ ἀθάνατος»- Εἰκ. 6).
Ὅπως ὁ Ἰάκωβος Πατάτσος («Χαῖρε. Εὑρίσκομαι μεταξύ ἀγγέλων»-
Εἰκ. 7).
Ὅπως ὁ Σάββας Ροτσίδης («Γιά τήν παρηγοριά τῆς Μάνας»- Εἰκ. 8).
Ὅπως ὁ Ἀνδρέας Κάρυος («Νά πέσω μέ σφαῖρα στά στήθια»- Εἰκ. 9).
Ὅπως ὁ Εὐαγόρας Παλληκαρίδης («Θά πάρω μιάν ἀνηφοριά, θά πάρω
μονοπάτια νά βρῶ τά σκαλοπάτια πού πᾶν στή λευτεριά…»- Εἰκ.
10).
Ὅπως ὁ Μιχαλάκης Καραολῆς («Ἔχετε γειά Κυπριόπουλα κι ἐσεῖς
Κυπριοποῦλες…»- Εἰκ. 11).
Ὅπως ὁ Μιχαλάκης Παρίδης («Τοῦ Χριστοῦ τόν σταυρό ὡς
σημαία…»- Εἰκ. 12).
Ὅπως οἱ Μιχαήλ Κουτσόφτας, Ἀνδρέας Παναγίδης, Στέλιος Μαυρομάτης,
Ἀνδρέας Δημητρίου, Χαρίλαος Μιχαήλ, Μάρκος Δράκος, Πέτρος
Γιάλλουρος.
Α
Κλείνουμε μέ τμῆμα τῆς ἐπιστολῆς τοῦ 18χρονου Πέτρου Γιάλλουρου
πρός τόν πατέρα του καί ὑποκλινόμαστε στό μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς αὐτῆς.
«Ἄν ἕνας ἄνθρωπος, ἀγαπητέ μου πατέρα, δέν ἐνδιαφέρεται καί
δέν προσπαθῆ γιά τήν πίστη καί τήν Ἐλευθερία του,
ἀναγκαστικῶς θά ἐνδιαφέρεται καί θά ἔχη κύριον σκοπόν στήν
ζωήν του νά πλουτίση, νά ἀποκτήση δηλ. ἀγαθά ὑλικά. Ὁ
Χριστός, ὅμως, πατέρα μου, εἶπεν ὅτι τοῦτα εἶναι φθαρτά καί
πρόσκαιρα καί ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπον εἰς τήν ἁμαρτίαν καί τήν
ἀκολασίαν καί συνεπῶς δέν εἶναι δυνατόν νά εἰσέλθη οὗτος εἰς
τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ἀφοῦ λοιπόν πιστεύομεν εἰς τόν
Χριστόν μήπως μᾶς ἐπιτρέπεται νά παραβαίνομεν τάς ἐντολάς
του ὁπότε δέν θά εἴμαστε Χριστιανοί πραγματικοί;…».
(Σπύρου Παπαγεωργίου, «Διά χειρός ἡρώων- κείμενα ἡρώων τῆς
Ε.Ο.Κ.Α.», Ἐκδ. ΗΡΟΔΟΤΟΣ)
Ἀκοῦτε νεολαίοι τῆς Ἑλλάδος τῶν Μνημονίων; Κι ἐσεῖς ἀγαπητοί
«εἰρηνοποιοί» Ἄγγλοι; Κι ἄν ἀκόμη ἐσεῖς δέν ἀκοῦτε, ἀκοῦμε ἐμεῖς καί
κυρίως ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός μας. Ἄς εἶναι ἀναπαυμένα ὅλα τά παιδιά,
τά παλληκάρια, οἱ ἥρωες, καί οἱ συγγενεῖς τους, τῆς Μεγαλονήσου τοῦ
ἁγίου Σπυρίδωνος, τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου, τοῦ ἁγίου Λαζάρου καί τόσων
ἄλλων Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας!!!

«Ὁ κατά φαντασίαν Χριστιανός»

Διάβασα πρόσφατα σέ ἕνα ὑπέροχο καί ἐμπνευσμένο συγγραφικό
πόνημα τοῦ μακαριστοῦ πλέον ὁμοτίμου καθηγητοῦ τῆς Ποιμαντικῆς
Θεολογίας τοῦ ΑΠΘ κ. Ἰωάννου Κορναράκη «Ὁ κατά φαντασίαν
Χριστιανός- κάτω ἀπό τό φῶς τῆς εἰκόνας τοῦ ΠΑΤΕΡΙΚΟΥ
ἀνθρώπου», (Ἔκδ. Ἱ. Μ. Παντοκράτορος Σωτῆρος Χριστοῦ-Κέρκυρα,
Ἀθήνα 2011, σελ. 62-63)
«Ὁ ὅσιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος σκιαγραφεῖ τήν εἰκόνα τοῦ κατά
φαντασία χριστιανοῦ, ὅταν σημειώνει ὅτι συμβαίνει μερικοί χριαστιανοί
νά εἶναι σέ ἕνα βαθμό μέτοχοι τῆς χάριτος, ἐνῶ ἀκόμα συνυπάρχει μέσα
τους ἡ κακία, ἡ ὁποία, μέ τήν πονηρή τέχνη της, δείχνει τήν παρουσία
της, ἀλλά μένει ἀνενεργή, ὥστε νά κάνει τόν χριστιανό ἐκεῖνο νά νομίσει
ὅτι καθαρίστηκε ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά διολισθήσει στήν οἴηση,
λέγοντας καθ’ ἑαυτόν ‘χριστιανός εἰμι τέλειος’. Στήν κατάσταση ὅμως
πού ἀμεριμνεῖ καί δέν ἀγωνίζεται κατά τῆς ἁμαρτίας, ἐκείνη μέ κρυφό
καί ληστρικό τρόπο τόν ρίχνει ‘στά κατώτατα τῆς γῆς’. Προκαλεῖ τήν
μεγάλη πτώση του.
Α
»Ὁ κατά φαντασίαν χριστιανός ἔχει γεύση κάποιων χαρισματικῶν
ἐμπειριῶν, οἱ ὁποῖες τόν βεβαιώνουν ὅτι εἶναι καλός χριστιανός καί
αἰσθάνεται αὐτάρκεια πνευματικῆς ζωῆς. Στήν κατάσταση αὐτή ὑποτιμᾶ
κάποιες πτώσεις του, ἐπειδή μέ τήν αἴσθηση ὅτι εἶναι, ὄχι βέβαια
τέλειος, ἀλλά πάντα ἕνας καλός χριστιανός, ἀναπαύεται στόν ἄνετο
χῶρο τῆς φαντασίας του.
Στό χῶρο αὐτό ἀπωθοῦνται οἱ πτώσεις του καί παραμένουν στόν
ἀσυνείδητο ψυχισμό του, ἕως ὅτου ἡ ἁμαρτία τίς ἀφυπνίσει ἐναντίον
του.
Σέ πολλά πατερικά κείμενα διαπιστώνεται ἡ συμφωνία τῶν Πατέρων στό
ὅτι ἡ φαντασία ἀποτελεῖ παραπλανητικό παράγοντα πνευματικῆς ζωῆς
γιά τό χριστιανό ἐκεῖνο, ὁ ὁποῖος προσκολλᾶται στά αἰσθητά καί ὑλικά
μεγέθη τῆς ὕπαρξης, στήν ὑλική ποιότητα τῆς ζωῆς καί δέν προκόπτει
πνευματικά στήν ἐργασία τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν.
Ὁ κατά φαντασία χριστιανός, μέ τόν ἔντονο ἐξωστρεφικό του
χαρακτήρα καί τή διψυχία του νά εἶναι καί μέσα στήν Ἐκκλησία καί μέσα
στά δρώμενα τοῦ κόσμου, βιώνει διαχρονικά τή διάσπασή του, νά εἶναι
‘ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ’».
Νομίζω, τό παραπάνω κέιμενο ἐκθέτει τούς πραγματικούς λόγους τοῦ
πνευματικοῦ «βαλτώματος» πολλῶν ἐξ ἡμῶν. Δείχνει ,ὅμως, μετά τή
διάγνωση καί τήν ἐνδεικνυόμενη λύση. Προσευχή, ταπείνωση,
ἐγρήγορση, διάρκεια τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὁ Θεός νά μᾶς λυπηθεῖ καί
νά μᾶς ἑλεήσει.

Θά θέλαμε, στό σημεῖο αὐτό, νά ἑνημερώσουμε τούς ἀναγνῶστες μας
πώς σέ μιά προσπάθεια ἀνανέωσης τῆς Ἀμπέλου, ἀποφασίσαμε νά
προσθέσουμε ἐμπροσθόφυλλο καί ὁπισθόφυλλο μέ συμπληρωματικά
σχέδια καί φωτογραφίες μέ σύντομες ἐξηγήσεις. Στό ὁπισθόφυλλο,
ἐγκαινιάζουμε 2 διαφορετικά ἀφιερώματα. Ἕνα σέ μορφές ἀπό τόν
ἐκκλησιαστικό, ἐπιστημονικό, ἀκαδημαϊκό, ἱστορικό χῶρο πού δέν πρέπει
νά ξεχαστοῦν – κυρίως γιά τήν πολυσχιδῆ προσφορά τους στό ἔθνος μας.
Στήν τελευταία σελίδα θά παρουσιάζεται ἕνας τόπος ὅπου ἔχουν
μεγαλουργήσει καί ἔχουν ἀφήσει τά ἀνεξίτηλα σημάδια τοῦ μακραίωνου
πολιτισμοῦ τους οἱ Ἕλληνες τῶν ὁποίων «οἱ κοινότητες φτιάχνουν ἄλλο
γαλαξία»- κατά τόν ἀοιδό Δ. Σαββόπουλο!
Ἔχοντας ἀναλάβει- μέ τήν χάρη τοῦ Χριστοῦ μας καί τήν εὐλογία τοῦ
Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ.κ. Χρυσοστόμου- τήν διαποίμανση
ἑνός προσφυγικοῦ τόπου καί ἔχοντας ὁ ἴδιος ρίζες καί ἐκ τῆς Μ. Ἀσίας
(Νικομήδεια) δέν μπορῶ παρά νά ἐμπνεύσω σέ πολλούς τήν ἴδια ἀγάπη
καί τόν ἴδιο νόστο πού μέ διαποτίζει γιά τόπους τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῆς
Καππαδοκίας, τοῦ Πόντου, τῆς Κάτω Σικελίας κ. ἄ. Τόπους πού ἄλλοι
ἀποκαλοῦν «Ἀλύτρωτες Πατρίδες», ἄλλοι τίς χαρακτηρίζουν
«Ἀλησμόνητες Πατρίδες». Ἐμεῖς, ἁπλά, τίς αἰθανόμαστε ὡς Μεγάλη
Ἑλλάδα! Ἀπολαῦστε τις κι ἐσεῖς μαζί μας καί διδάξτε τήν ἔνδοξη ἱστορία
μας στά παιδιά σας. Μέ τίς νίκες, τίς ἦττες, τά λάθη, τά πάθη, τίς
προδοσίες, τίς ἔνδοξες στιγμές καί τίς ἐθνικές ντροπές. Ὅλα μποροῦν νά
μᾶς διδάξουν. Δέ νομίζετε;

Στάθη βάλε τή φωτογραφία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσάνθου ἀπό τή
διεύθυνση www. egolpion.com./xrusan8os_e8narxhs.el.aspx καί ἀπό κάτω
τό κείμενο
«Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Χρύσανθος.
Μητροπολίτης Τραπεζοῦντος (1913-1923) μέ ἐντονότατη ἀνθρωπιστική
ἐκκλησιαστική καί ἐθνική δράση σέ Πόντο, Ρωσία, Ἑλλάδα, Καππαδοκία,
Μ. Ἀσία. Καταδικάστηκε ἑρήμην σέ θάνατο ἀπό τό Κεμαλικό καθεστώς τό
1921. Ὡς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, μεταξύ 1938 καί 1941, ἀρνήθηκε νά
ὑποδεχθεῖ τούς Γερμανούς στήν Ἀθήνα λέγοντας πώς «Ἔργο τοῦ
Ἀρχιεπισκόπου δέν εἶναι νά ὑποδουλώνει, ἀλλά νά ἀπελευθερώνει».
Ἀκολούθως, ἀρνήθηκε νά ὁρκίσει τήν Κυβέρνηση Τσολάκογλου. Δικαίως
χαρακτηρίστηκε ὡς «Ἐθνάρχης τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Ἀνατολῆς».
Στήν τελευταία σελίδα πίσω, τή φωτο τῆς Κερασούντος ἀπό τή
διεύθυνση www. pontos-news.gr/permalink/3312.html μέ τό κείμενο :
«Ἀρχαιότατη ἑλληνική πόλη (7ος αἰ. π.Χ. κατά τόν Ξενοφώντα) στά
παράλια τοῦ Πόντου. Τό 1913 ὑπῆρχαν 17.000 Ἕλληνες σέ σύνολο
30.000 κατοίκων. Μέ 3 μεγάλες ἐνορίες, τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ
Κυρίου, τοῦ Ἁγ. Νικολάου (σώζεται ὡς μουσεῖο) καί τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Τό 1919 ξεκίνησε ὁ διωγμός καί ἡ γενοκτονία τῶν Ἑλλήνων ἀπό τόν
σφαγέα Τοπάλ Ὀσμάν».