You are on page 1of 2

1

Οι τρεις Ιεράρχες
Στις 30 Ιανουαρίου, κάθε χρόνο, γιορτάζουμε τη μνήμη των Τριών Ιεραρχών. Οι Τρεις Ιεράρχες είναι:
ο Μέγας Βασίλειος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος.
1) Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, εορτάζει στις 13 Νοεμβρίου και στις 27 Ιανουαρίου, είναι Άγιος,
Πατέρας και ιεράρχης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ὁ μεγάλος αὐτὸς πατέρας καὶ διδάσκαλος τῆς
ὈρθόδοξηςἘκκλησίας γεννήθηκε στὴν Ἀντιόχειατὸ 347 μ.Χ. Πατέρας του ἦταν ὁ στρατηγὸς
Σεκοῦνδος καὶ μητέρα του ἡ Ἀνθοῦσα. Γρήγορα ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα, καὶ ἡ μητέρα του – χήρα
τότε 20 ἐτῶν – τὸν ἀνέθρεψε καὶ τὸν μόρφωσε κατὰ τὸν καλύτερο χριστιανικὸ τρόπο.
Ἦταν εὐφυέστατο μυαλὸ καὶ σπούδασε πολλὲς ἐπιστῆμες στὴν Ἀντιόχεια – κοντὰ στὸν τότε διάσημο
ρήτορα Λιβάνιο – ἀλλὰ καὶ στὴν Ἀθήνα, μαζὶ μὲ τὸν ἀγαπημένο του φίλο Μ. Βασίλειο. Ὅταν
ἀποπεράτωσε τὶς σπουδές του, ἐπανῆλθε στὴν Ἀντιόχεια καὶ ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο γιὰ πέντε
χρόνια, ὅπου ἀσκήτευε προσευχόμενος καὶ μελετώντας τὶς Ἅγιες Γραφές. Ἀσθένησε ὅμως καὶ
ἐπέστρεψε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου χειροτονήθηκε διάκονος – τὸ 381, σὲ ἡλικία 34 ἐτῶν – ἀπὸ τὸν
Ἀρχιεπίσκοπο Ἀντιοχείας Μελέτιο. Ἀργότερα δὲ, ἀπὸ τὸν διάδοχο τοῦ Μελετίου Φλαβιανό,
πρεσβύτερος σὲ ἡλικία 40 ἐτῶν. Κατὰ τὴν ἱερατική του διακονία ἀνέπτυξε ὅλα τὰ ψυχικά του
χαρίσματα, πύρινο θεῖο ζῆλο καὶ πρωτοφανὴ εὐγλωττία στὰ κηρύγματά του. Ἔσειε καὶ συγκλόνιζε τὰ
πλήθη τῆς Ἀντιόχειας καὶ συγκινοῦσε τὶς ψυχές τους βαθύτατα. Ἡ φήμη του αὐτὴ ἔφτασε μέχρι τὴν
βασιλεύουσα καὶ ἔτσι, τὴν 15η Δεκεμβρίου 397, μὲ κοινὴ ψῆφο βασιλιὰ Ἀρκαδίου καὶ Κλήρου, ἔγινε
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, κάτι ποὺ ὁ ἴδιος δὲν ἐπεδίωξε ποτέ. Καὶ ἀπὸ τὴν θέση αὐτὴ ὁ ἱερὸς
Χρυσόστομος, ἐκτὸς ἄλλων, ὑπῆρξε ἀσκητὴς καὶ δεινὸς ἑρμηνευτὴςτῆςἉγίαςΓραφῆς, ὅπως φαίνεται
ἀπὸ τὰ πολλὰ συγγράμματά του.Ἔργο ἐπίσης τοῦ Χρυσοστόμου εἶναι καὶ ἡ Θεία Λειτουργία, ποὺ
τελοῦμε σχεδὸν κάθε Κυριακή, μὲ λίγες μόνο, ἀπὸ τότε μετατροπές. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος κατὰ τὴν
διάρκεια τῆς πατριαρχείας του, ὑπῆρξε ἀδυσώπητος ἐλεγκτὴς κάθε παρανομίας καὶ κακίας. Αὐτὸ ὅμως
ἔγινε αιτία νὰ δημιουργήσει φοβεροὺς ἐχθρούς, καὶ μάλιστα αὐτὴν τὴν αὐτοκράτειρα Εὐδοξία, ἐπειδὴ
έλεγχε τὶς παρανομίες της. Αὐτὴ μάλιστα, σὲ συνεργασία μὲτὸν τότε Πατριάρχη Ἀλεξαδρείας
Θεόφιλο, συγκάλεσε σύνοδο ἀπὸ 36 ἐπισκόπους καὶ πέτυχε τὴν καθαίρεση καὶ ἐξορία τοῦ Ἁγίου σ’
ἕνα χωριὸ τῆς Βιθυνίας. Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ ὅμως, τόσο δυσαρέστησε τὰ πλήθη, ὥστε ἀναγκάστηκε
αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Εὐδοξία νὰ τὸν ἀνακαλέσει ἀπὸ τὴν ἐξορία καὶ νὰ τὸν ἀποκαταστήσει στὸ θρόνο μὲ
ἄλλη συνοδικὴ ἀθωωτικὴ ἀπόφαση (402).

2) Ο Βασίλειος Καισαρείας, εορτάζει την 1η Ιανουαρίου, (330 - 1 Ιανουαρίου 379), ήταν Έλληνας
επίσκοπος της Καισαρείας στην Καππαδοκία της Μικράς Ασίας. Ήταν σημαντικός θεολόγος που
υποστήριξε το Σύμβολο της Πίστεως και αντιτάχθηκε στην αίρεση του Αρειανισμού. Έργο ζωής και
σημαντικό σταθμό στην πορεία του, αποτελεί η ίδρυση και λειτουργία ενός κοινωνικού
φιλανθρωπικού συστήματος, του Πτωχοκομείου ή Βασιλειάδας. Εκεί διοχετεύει όλη την ποιμαντική
του ευαισθησία, καθιστώντας την πρότυπο κέντρου περίθαλψης και φροντίδας των ασθενέστερων
κοινωνικά ατόμων. Ουσιαστικά η Βασιλειάδα υπήρξε ένας πρότυπος οίκος για τη φροντίδα των ξένων,
την ιατρική περίθαλψη των φτωχών άρρωστων και την επαγγελματική κατάρτιση των ανειδίκευτων.
Καθίσταται η μήτρα ομοειδών οργανισμών που δημιουργήθηκαν σε άλλες επισκοπές και στάθηκε η
σταθερή υπενθύμιση στους πλουσίους του προνομίου τους να διαθέτουν τον πλούτο τους με έναν
αληθινά χριστιανικό τρόπο.
Ο Μέγας Βασίλειος είναι ένας από τους σημαντικότερους δογματικούς θεολόγους του Ορθοδόξου
Χριστιανισμού με σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη του Τριαδολογικού δόγματος. Διακήρυξε την
ενότητα της Αγίας Τριάδας ως μιας ουσίας και προχώρησε στον προσδιορισμό του υποστατικού
διαχωρισμού των Προσώπων της. Κάθε υπόσταση διακρίνεται από ορισμένους τρόπους ύπαρξης και
μεμονωμένα χαρακτηριστικά (ιδιώματα): ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννηθείς αχρόνως και το
Άγιο Πνεύμα εκπορευτό διά του Πατρός.
Τόνισε επίσης τη σημασία της διάκρισης μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού. Μεταξύ του άκτιστου
Θεού και του κτιστού κόσμου υπάρχει οντολογικό χάσμα, που αποκλείει την κατ’ ουσία κοινωνία και
2

σχέση μεταξύ τους. Ο Θεός καθίσταται αντιληπτός στον κόσμο διά των ενεργειών του. Το ότι ο
κόσμος διατηρείται στο "είναι" οφείλεται στη δημιουργική, συνεκτική και ζωοποιό ενέργεια του Θεού.
Έχει γράψει ότι "εμείς γνωρίζουμε τον θεό από τις ενέργειές του, την ουσία του να την προσεγγίσουμε
δεν μας επιτρέπεται, γιατί είναι απρόσιτη.
Κεφαλαιώδης ήταν και η συμβολή του στην αξιολόγηση της θύραθεν (ελληνικής) παιδείας μέσα στη
χριστιανική Εκκλησία. Μελετητής ο ίδιος και γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας, τη χρησιμοποιεί ως
όργανο επεξεργασίας και διατύπωσης των θεολογικών του αντιλήψεων. Η φιλοσοφία, κατά το
Βασίλειο, πρέπει να μελετάται υπό το νέο χριστιανικό πρίσμα. Δεν απορρίπτει τη μελέτη των
κλασσικών γραμμάτων, αντίθετα προτρέπει στη χρήση τους ως ένδυμα της χριστιανικής θρησκευτικής
διδασκαλίας.

3) Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος ή Ναζιανζηνός, εορτάζει στις 25 Ιανουαρίου, (329 –390), ήταν
Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως τον 4ο αιώνα μ.Χ. Όπως και ο Άγιος Βασίλειος καταγόταν από
παλιά και πλούσια οικογένεια του τόπου του. Οι ευσεβείς γονείς του, η Νόννα και ο επίσκοπος
Γρηγόριος του έδωσαν χριστιανική ανατροφή.
Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στη Ναζιανζό και κατόπιν στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Εκεί
γνωρίστηκε με το Βασίλειο, που είχαν σχεδόν την ίδια ηλικία και συνδέθηκαν με αδελφική φιλία και
εκτίμηση που έμεινε ζωντανή και δυνατή σε όλη τους τη ζωή.Ο Γρηγόριος συνέχισε τις σπουδές του
στην Καισάρεια της Παλαιστίνης και στην Αλεξάνδρεια. Σπούδασε και στην Αθήνα μαζί με το φίλο
του Βασίλειο.Μετά τις τόσο λαμπρές σπουδές του γύρισε στην Ναζιανζό. Τότε, καθώς φαίνεται,
δέχτηκε το άγιο Βάπτισμα. Κατόπιν μόνασε, για ένα διάστημα στον Πόντο μαζί με το
Βασίλειο.Αργότερα ο Γρηγόριος ήρθε κοντά στο γέροντα πατέρα του και τον βοηθούσε στα
ποιμαντικά του έργα. Με απαίτηση όμως των Χριστιανών, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.Ύστερα από
μερικά χρόνια, μπροστά στην επιμονή του φίλου του και αρχιεπισκόπου Καισαρείας Βασιλείου,
δέχτηκε και χειροτονήθηκε από τον ίδιο, επίσκοπος της κωμόπολης των Σασίμων. Τὴν ἄνοιξη τοῦ
ἔτους 379 μ.Χ. οἱ Χριστιανοὶ τὸν κάλεσαν στὴν Κωνσταντινούπολη νὰ ἀγωνισθεῖ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη
πίστη, ἀφοῦ στὴν Κωνσταντινούπόλη επικρατούσαν οἱ Ἀρειανοί. Έτσι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δὲν βρῆκε
οὔτε ἕνα παρεκκλήσι στὰ χέρια τῶν Ὀρθοδόξων. Κατόπιν τούτου ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ καὶ νὰ κηρύττει
σὲ ἕνα σπίτι ποὺ ὁ ἴδιος διαμόρφωσε σὲ ναὸ καὶ τὸ ὀνόμασε Ἁγία Ἀναστασία, δηλαδὴ τῆς
Ἀναστάσεως τῆς Ὀρθοδοξίας. Σ’ αυτόν το ναό ο Γρηγόριος εκφώνησε τους περίφημους πέντε λόγους
για τη θεότητα του «Υιού και Λόγου» του Θεού, με θαυμαστά αποτελέσματα. Γι’ αυτή τη σοφία και
ευλάβεια στα θεία, δίκαια η εκκλησία μας τον ονόμασε «Θεολόγο».Σε λίγο στέφτηκε αυτοκράτορας ο
Μέγας Θεοδόσιος καθιερώνοντας με διάταγμα την Ορθοδοξία.Τότε αναδείχτηκε ο Γρηγόριος
Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Πρόεδρος της Β’ Οικουμενικής Συνόδου. Από αυτή τη θέση,
το 381, μαζί με άλλους Πατέρες της Εκκλησίας στερέωσαν την Πίστη και την Ορθοδοξία
συμπληρώνοντας το Σύμβολο της Πίστεως που άρχισε η Α’ Οικουμενική Σύνοδος.
Για να εξασφαλίσει όμως την ειρήνη της Εκκλησίας, με μια ηρωική πράξη, παραιτήθηκε από τον
αρχιεπισκοπικό θρόνο και την προεδρία της Συνόδου και επέστρεψε στον τόπο του όπου πέρασε την
υπόλοιπη ζωή του με προσευχή, διάβασμα και συγγραφή βιβλίων. Πέθανε το 390 μ.Χ.Ο Γρηγόριος
διακρίθηκε για τον αγνό του χαρακτήρα και τις πολλές αρετές καθώς και για το τεράστιο συγγραφικό
του έργο, που περιλαμβάνει λόγους, επιστολές και ποιήματα.Σε αντίθεση με τη θεωρία του
Αρειανισμού ότι ο Υιός ήταν ανόμοιος του Πατρός και ότι ο Υιός ήταν ομοιούσιος του Πατρός, ο
Γρηγόριος υποστήριξε το Δόγμα της Ομοουσίας Τριάδος.

Οι τρεις Ιεράρχεςμελέτησαν τους αρχαίουςΈλληνες κλασικούς συγγραφείς και φιλοσόφους, και
κατόρθωσαν να συμφιλιώσουν το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα με την Χριστιανική Πίστη. Απέρριψαν τα
περιττά στοιχεία και κράτησαν τις αρχές της διαλεκτικής σκέψης της ελληνικής παιδείας,
ακολουθώντας τη συμβουλή του Αποστόλου Παύλου «να δοκιμάζουμε τα πάντα αλλά να κρατάμε το
καλό».
Έστησαν έτσι γέφυρες ανάμεσα στο κλασικό και το σύγχρονο, ανάμεσα στη γνώση και την αρετή,
ανάμεσα στην αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας και την πραγματική αλήθεια της αγάπης,
ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη, τον Ελληνισμό και το Χριστιανισμό.