You are on page 1of 2

Ο Γυμνοσάλιαγκας.

Να σκαρφαλώσω προσπαθώ,
ν ανέβω να προωθηθώ,
γλείφοντας έρποντας ,κι’ εγώ,
να φτάσω πάνω στο βουνό.

Κι αν ο τρανός σταυραετός,
με τα γερά του τα φτερά,
αυροπετώντας, έφτασε
στα όρη εκείνα τα ψηλά,

Εγώ, έρποντας σούρνοντας


και με τα κέρατά μου,
βραδυπορώντας, σίγουρα,
φτάνω στον άγιο θρόνο,
κι ας πήρε μου το σούρσιμο
και παραπάνω χρόνο.

Τι σημασία έχει το πώς,


στην κορυφή θα φτάσεις.
Με σάλιο, γλείψιμο καλό,
τον στόχο σου θα πιάσεις.

Το σάλιο και το γλείψιμο


λειώνει τις αντιστάσεις,
και το γλοιώδες σώμα μου
παίρνει όλες τις στάσεις.

Με υποκλίσεις γίνομαι
του θώκου μου αφέντης,
και μέγας ακαδημεικός
και κωλορεβερένζης.

Φίδι και σαύρα γίνομαι,


με ζιγκ και ζαγκ ξεφεύγω
και ξεγελώ τους τίμιους,
π’ εγώ χαζούς τους λέγω.

Και με σταυρούς και ωσαννά


τους δυνατούς μαυλίζω,
και τους αθώους τους πιστούς
λίβανον θυμιατίζω.
Κι όλους τους άλλους γύρω μου
με σάλια τους γεμίζω

Κι αυτοί κολακευμένοι
στου σάλιου μου τη γλίτσα
υπόκλιση μου κάνουνε
Και δεν αρπάν’ τη γκλίτσα
μαστουρωμένοι, δέχονται,
στου λιβανιού την κάπνα,
να προσκυνούν σα δούλοι του
τον μιτροφόρο, Πάπα,

που φόρεσε ο λειτουργός


και μ’ άκρα υποκρισία
τάζει εις τους κενόκρανους
Δευτέρα Παρουσία.

Μα μη γελιέστε, σάλιαγκα
και σεις αρχιπαπάδες,
Ο γαϊδαράκος ξύπνησε,
δεν κάνει τεμενάδες.

Ξυπνά, γκαρίζει, και κλωτσά.


Λεύτερος τριποδίζει.
Το ψεύτικό σας είδωλο,
στα τάρταρα γκρεμίζει.