You are on page 1of 161

1

Γιόρτσιος Θ. Βαγγέλης

Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ

ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΦΙΠΟΛΗ
2

Η περιοχή της Αμφίπολης κατά την Οθωμανική περίοδο
3

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟ ΣΕ

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΟ ΧΑΡΤΗ
4

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟ ΝΟΤΙΟ ΤΜΗΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΣΕΡΡΩΝ.
ΤΟ ΕΓΚΑΤΑΛΕΛΕΙΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ ΛΑΚΚΟΒΗΚΙΑ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΩΣ ΜΕΣΟΛΑΚΙΑ ΟΠΩΣ
ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ ΤΟ 1926 ΕΝΩ Η ΠΡΟΒΙΣΤΑ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΩΣ ΠΑΛΑΙΟΚΩΜΗ
ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΟΝΟΜΑ.
5

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΥΤΗ ΑΦΙΕΡΏΝΕΤΑΙ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΟΥ ΣΟΦΙΑΣ
ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΠΟΥ ΗΞΕΡΕ ΝΑ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΤΟΣΟ ΟΜΟΡΦΑ
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Πρόκειται
δηλαδή για μια φανταστική ιστορία που η πλοκή της εντάσσεται μέσα
σε ένα ή περισσότερα ιστορικά πλαίσια. Η επιμέλεια του κειμένου έγινε
από εμένα γι αυτό και πιθανόν να εντοπιστούν κάποια λάθη. Ευχαριστώ
εκ των προτέρων όσους κάνουν τον κόπο να το διαβάσουν.
6

ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

ΦΟΒΕΡΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε. Το φεγγάρι αργοχανόταν στα
σύννεφα. Σε λίγο και το λιγοστό φως χάθηκε. Η ανάβαση θα
γινόταν ακόμη πιο δύσκολη.

«Άργησα», σκέφτηκε.

Προσπάθησε να βιάσει τα βήματα του. Οι αγκαθένιοι θάμνοι
είχαν ματώσει τα πόδια του. Το μονοπάτι κατέληγε σε ένα
πλάτωμα, στο μέσο περίπου του βουνού. Έκανε να
αφουγκραστεί. Μονάχα νυχτοπούλια. Ανατρίχιασε. Κάποιος
τον ακολουθούσε. Κράτησε την αναπνοή του για ν’ακούσει
καλύτερα.....Τίποτα.

Είχε μια βδομάδα που ένοιωθε έτσι. Κάποιος τον
παρακολουθούσε. Κάποιος υποψιαζόταν το μυστικό και ήταν
σχεδόν σίγουρος ότι αυτός ήταν ο λόγος που γινόταν η
συνάντηση. Κάποιος προσπαθούσε να μάθει.

Ίσως ήταν λάθος που βγήκε μονάχος, όμως πάντα έτσι έκανε.
Ήθελε να μη δίνει στόχο. Μόνο που απόψε κάτι δεν του άρεσε.

«Ιδέα μου θά ’ναι», σκέφτηκε.

Το σκοτάδι ήταν τόσο πυκνό που σχεδόν το άγγιζες.

«Ας είναι και χωρίς φεγγάρι, καλύτερα».

Πριν κάνει το επόμενο βήμα, ένοιωσε ένα οξύ πόνο στο
κεφάλι. Το χτύπημα ήταν τόσο δυνατό που τον σώριασε
κάτω...
7

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ

«Έχει αργήσει πολύ». Ψιθύρισε το πράσινο. «Άσχημη νύχτα
διαλέξαμε. Κάτι με τρομάζει απόψε». Συνέχισε. Περπάτησε ως
την είσοδο της σπηλιάς και κοίταξε. Μόνο σκοτάδι.

Την ανησυχία του πράσινου την ένοιωθαν όλοι. Το κίτρινο
πείραξε τη φωτιά, πύρωσε άξαφνα, μια φλόγα γιγάντωσε για
λίγο, και φώτισε τη μικρή σπηλιά. Ήταν το μέρος, το μοναδικό
μέρος που μπορούσαν να συναντηθούν τα τέσσερα χρώματα.

Ήταν κάθε χρώμα, ένα πρόσωπο, κάθε πρόσωπο ένας
θεματοφύλακας του μυστικού. Ενός μυστικού, καλά
κρυμμένου στους αιώνες. Ένα μυστικό που τώρα κάποιος
απειλούσε να ανακαλύψει.

«Γαλάζιε, τι θα κάνουμε αν δεν έρθει το κόκκινο;», ρώτησε
όσο πιο ήρεμα μπορούσε το πράσινο.

«Θα έρθει», απάντησε χωρίς να τον κοιτάζει το γαλάζιο. «Το
κόκκινο θα έρθει. Είμαι σίγουρος», ξανάπε, κοιτάζοντας στα
μάτια το πράσινο. Διάβασε την ανησυχία στη ματιά του.

«Θα περιμένουμε άλλη μια ώρα. Έπειτα πρέπει να
συνεχίσουμε μόνοι μας».

Ακούστηκε αργά και σίγουρα το κίτρινο.

«Συμφωνώ κι εγώ. Μία ώρα και μετά συνεχίζουμε τα τρία
χρώματα. Έτσι θα πρέπει να γίνει».

Τη σύγκληση των χρωμάτων την είχε καλέσει το πράσινο. Ήταν
μια συνάντηση που γινόταν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
8

Η ομάδα που συγκεντρώθηκε εκείνη τη νύχτα, είχε σαν αρχή
να μην κάνει περιττές κινήσεις. Ο σκοπός τον οποίο αυτοί οι
άνθρωποι υπηρετούσαν δε σήκωνε ρίσκα.

Μόνο όταν υπήρχε μεγάλος κίνδυνος, μόνο τότε
συγκεντρωνόταν για ν’ αποφασίσουν. Όταν κάτι τέτοιο
συνέβαινε, προχωρούσαν σε δράση. Δράση αποφασιστική,
χωρίς λάθη. Μπορούσαν να γίνουν αδίστακτοι, αρκεί κάτι
τέτοιο να ήταν απαραίτητο.

Μια τέτοια περίπτωση ήταν κι αυτή.

Στην τελευταία ληστεία, στα στενά της Ρεντίνας1, είχε κλαπεί
το χειρόγραφο των χρωμάτων. θεωρούσαν λοιπόν, πολύ
πιθανό πως η κλοπή εκείνη ίσως να μην ήταν έργο κοινών
ληστών. Κάποιος ή κάποιοι που το είχαν στα χέρια τους, είχαν
τη δυνατότητα να μάθουν για την «Συμφωνία των Χρωμάτων».

Κάποιος ή κάποιοι ίσως εκείνη τη στιγμή σχεδίαζαν κάτι
καταστροφικό για την Αδελφότητα. Την Αδελφότητα που
ορίστηκε να φυλάει ορκισμένα ένα από τα μεγαλύτερα
μυστικά του Ελληνισμού.

1
Τα Στενά της Ρεντίνας ή Μακεδονικά Τέμπη ή Κοιλάδα των κλεφτών είναι η περιοχή ανάμεσα στα
όρη του Χολομώντα και των Κερδυλίων. Αποτελεί μια κοιλάδα που ξεκινά από τα δυτικά και το χωριό
Ρεντίνα, κοντά στη λίμνη Βόλβη και καταλήγει στον Στρυμονικό κόλπο. Η Ρεντίνα με τα στενά της
αποτελεί πέρασμα από την κεντρική, στην ανατολική Μακεδονία.
9

ΙΩΑΝΝΙΝΑ 2013

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ.......

Το 2011 βρέθηκε στο αρχείο της Μονής Παντοκράτορα του
Αγίου Όρους, το χειρόγραφο κάποιου Γάλλου περιηγητή2 της
Αμφιπόλεως. Μαζί υπήρχε κι ένα σύνολο σελίδων γραμμένων
στα Ελληνικά. Τα δύο κείμενα διηγούνται τμήματα της ίδιας
ιστορίας, ειπωμένης από διαφορετικούς ανθρώπους, με
διαφορετική αντίληψη των γεγονότων. Διηγούνται μία ιστορία
που αγνοούμε αν είναι αληθινή, καθώς στάθηκε αδύνατο να
διασταυρωθεί μέσω των Οθωμανικών αρχείων.

Το όνομα του φερόμενου ως Γάλλου αφηγητή μας είναι
άγνωστο, ενώ ο Έλληνας αφηγητής ονομάζεται απλώς
Θόδωρος.

Η χρονολογία που διαδραματίζονται τα γεγονότα τοποθετείται
στις αρχές του 19ου αιώνα. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει
έμμεσα, με βάση τις πληροφορίες που δίνονται στα κείμενα.
Οι πληροφορίες που αναφέραμε, έχουν να κάνουν με την
κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή που
διαδραματίζονται τα γεγονότα. Έτσι με κάποια σχετική
ασφάλεια μπορούμε να προσδιορίσουμε το χρονικό πλαίσιο
της ιστορίας μας.

Ο αναγνώστης ίσως να αποπροσανατολιστεί λίγο, μια και τα
τοπωνύμια της περιοχής συχνά αναφέρονται όπως είχαν
διαμορφωθεί στην Τουρκοκρατία. Έτσι καλό είναι να

2
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας υπήρξαν αρκετοί Ευρωπαίοι που επισκέφθηκαν τον Ελλαδικό
χώρο, κάποιοι από ρομαντική περιέργεια και κάποιοι με σκοπό την ανακάλυψη κι εμπορία αρχαίων
αντικειμένων ενώ άλλοι είχαν σκοπό την κατασκοπία.
10

προσδιορίσουμε από την αρχή πως η δράση των κειμένων
τοποθετείται στην περιοχή της Αρχαίας Αμφιπόλεως.

Συγκεκριμένα μιλάμε για το σημερινό χωριό Παλαιοκώμη
Σερρών, που τότε ονομαζόταν Προβίστα και για το
εγκαταλελειμμένο σήμερα χωριό Παλαιά Μεσολακκιά, που
τότε λεγόταν Λακκοβήκια και βρισκόταν επάνω στο Όρος
Παγγαίο.

Επίσης είναι χρήσιμο να έχουμε υπόψιν μας πως μέχρι το
1930 περίπου, ο ποταμός Στρυμόνας σχημάτιζε λίμνη στην
περιοχή, η οποία σήμερα έχει αποξηρανθεί. Το όνομα της
λίμνης ήταν Κερκινίτιδα κατά την αρχαιότητα, Λίμνη Αχινού ή
Ταχινού ή ακόμα και Τατσίνο τον Μεσαίωνα, ενώ σήμερα η
τοποθεσία που εκτεινόταν ονομάζεται Βάλτα από τους
ντόπιους.

Τέλος θα πρέπει να θυμόμαστε πως από τα χρόνια της
Βυζαντινής περιόδου, μέχρι και το τέλος της Οθωμανικής
κυριαρχίας, στην περιοχή υπήρχαν πολλά κτήματα των
Μοναστηριών του Αγίου Όρους.

Σύμφωνα με δική μου εισήγηση η σχολή μας σύστησε μια
ομάδα φοιτητών, με εμένα επί κεφαλής, η οποία προσπάθησε
να συνθέσει μια ιστορία με βάση τα δύο χειρόγραφα. Κάποια
σημεία που ήταν ιδιαίτερα κουραστικά ή δυσανάγνωστα,
καθώς και αυτά στα οποία ο ένας αφηγητής επαναλάμβανε
τον άλλον, παραλείφθηκαν.

Ας αφήσουμε όμως τους αφηγητές μας να μας διηγηθούν το
παραμύθι(;) τους.....
11

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

ΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ

Ο Μπράχο ανέβηκε στο άλογο. Έκανε μια κοφτή κίνηση που
διέταζε εμένα και τον οδηγό μου να κάνουμε το ίδιο. Κάτι είπε
στα Τούρκικα.

Ο οδηγός που με συνόδευε, μετέφρασε:

«Από ΄δω και πέρα βρίσκουν οι χωρικοί σπασμένα κιούπια και
πέτρινα κεφάλια. Κάποιοι λένε πως παλιά οι Χριστιανοί είχαν
δικό τους Βασιλιά και δυνατό ασκέρι. Εγώ όμως νομίζω πως
αυτά είναι παραμύθια των παπάδων. Οι Ρωμιοί είναι κοπάδι.
Δεν κάνουν για πόλεμο».

Γόνος Αρναούτικης οικογένειας, ο ξεναγός μας,
Μουσουλμάνος, συνηθισμένος να διατάζει και να σκύβουν
κεφάλια μπροστά του, έβλεπε με περιφρόνηση τους
Χριστιανούς συντοπίτες του. Παραδέχονταν βέβαια πως
κάποιοι ξέρανε να βγάζουν γρόσια. Αυτό όμως πολύ λίγο τους
ανέβαζε στα μάτια του.

Η θάλασσα ήταν κοντά και το εμπόριο είχε αρχίσει να ξυπνάει
τους ραγιάδες. Κάποιοι πρόκοψαν τα προηγούμενα χρόνια και
ξέφυγαν από τη φτώχεια. Αυτό φαινόταν να φέρνει σε
αμηχανία ανθρώπους σαν τον Μπράχο, που θέλανε τους
Χριστιανούς κακομοίρηδες και φοβισμένους.

Όσα λεφτά όμως και να βγάζανε οι ραγιάδες, στο μυαλό του
φίλου μας τους έλειπε η περηφάνια. Μόνο αν μπορείς να
καβαλήσεις άλογο και αν στολίζεις τη μέση σου με μπιστόλες
12

και μαχαίρια, μόνο τότε μπορείς και να περιμένεις σεβασμό
από Τούρκο.

Η αλήθεια ήταν πως δε χρειαζόμουν και πολύ τη συνοδεία του
συγκεκριμένου ανθρώπου, μια και είχα έρθει στην περιοχή με
παρέα.

Είχα μαζί μου έναν πολύ ικανό άνθρωπο, τον Θόδωρο, ο
οποίος μιλούσε άνετα Γαλλικά, Ελληνικά και Τούρκικα, ενώ
γνώριζε πολύ καλά τον τόπο και τους ανθρώπους του. Μου τον
είχαν συστήσει οι Λαζαριστές3 της Θεσσαλονίκης, που τον
θεωρούσαν δικό τους άνθρωπο, χωρίς να είναι Καθολικός. Είχε
σπουδάσει όμως στα σχολεία τους και οι τρόποι του ήταν
Ευρωπαϊκοί.

Δε χρειαζόμουν λοιπόν έναν άξεστο Τούρκο ούτε για ξενάγηση
αλλά ούτε και για προστασία.

Η παρέα του Αρναούτη, λίγο ως πολύ μας επιβλήθηκε όταν τον
συναντήσαμε τυχαία στον δρόμο για το χωριό που θα μέναμε.
Για κάποιο περίεργο λόγο, οι Τούρκοι προσπαθούν να
συναναστρέφονται με τους Δυτικούς, όποτε τους συναντάνε
στα μέρη τους.

3
Στην 'Οθωμανική Αυτοκρατορία οι Λαζαριστές άρχισαν εγκαθιστάμενοι
από τό 1782, ύστερα από απόφαση της Congregalo de Propaganda Fide,
αφού, προηγουμένως, διαλύθηκαν τά ιεραποστολικά κέντρα τών Ίησουϊτών,
πού δραστηροποιούνταν στην καθ' ημάς 'Ανατολή (Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, Σαντορίνη, Νάξο,
θεσσαλονίκη, αλλά καί Βηρυττό, Χαλέπι, Τρίπολη Λιβάνου].
Ήδη από τίς 4 Σεπτ. 1784 ο Πάπας Πίος VI συνέστησε στό τάγμα
νά δέχεται χριστιανούς ανατολικού ρυθμού καί μετά από δοκιμασία δύο ετών
νά ακολουθούν τόν λατινικό ρυθμό. Φυσικά αυτό απαιτούσε επαρκή γνώση εκ
μέρους τών Λαζαριστών τού ιδιαιτέρου ρυθμού τών ανατολικών. Ή
Congregalo de Propaganda Fide συνιστούσε στους ιεραποστόλους πού δρούσαν σέ ξένες χώρες νά
μαθαίνουν τήν τοπική γλώσσα, προκειμένου μάλιστα
γιά τήν Ευρωπαϊκή Τουρκία, όσοι δραστηριοποιούνταν στην ευρεία αυτή
περιοχή όφειλαν, απαραιτήτως, νά γνωρίζουν τήν Ελληνική, τή Βουλγαρική ή
τήν Αρμενική γλώσσα.
Πληροφορίες : « ΤΟ ΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΛΑΖΑΡΙΣΤΩΝ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΚΑΙ Η ΟΥΝΙΑ.
ΝΕΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ» Πρωτ. Ιωάννης Μάνικας
13

Ίσως για να επιβεβαιώνουν πως είναι τα αφεντικά του τόπου.
Ίσως γιατί θέλουν να ξεπεράσουν την βαρβαρότητα με την
οποία είχε ζυμωθεί από παλιά η φυλή τους.

Έτσι και τώρα, αναγκαστήκαμε να υποστούμε τη συνοδεία
αυτού του άξεστου ανθρώπου και των σωματοφυλάκων του.

Βρισκόμασταν έξω από ένα μικρό ψαροχώρι, που ο Θόδωρος
μου το παρουσίασε με το όνομα Γενί κιοϊ4, δηλαδή Νέο χωριό
ή κάτι τέτοιο. Πιο σωστό θα ήταν ίσως να πω ότι επρόκειτο για
ένα σύνολο από φτωχικές καλύβες. Διάσπαρτα μέσα κι έξω
από το χωριό, έβλεπα απομεινάρια από αρχαίες κατασκευές.
Ο οδηγός μου με διαβεβαίωσε πως είχα μπροστά μου τα
ερείπια της Αρχαίας Αμφίπολεως. Ήταν αλήθεια κάπως αστείο
να ονομάζεται νέο χωριό ένας οικισμός που βρισκόταν στη
θέση μιας τόσο παλιάς πόλης. Η ιστορία όμως έπαιξε πολλά
τέτοια παιχνίδια στη χώρα των Ελλήνων.

Στα μάτια τα δικά μου εκείνα τα ερείπια φαινόταν πολύ λίγο
ενδιαφέροντα, αλλά εγώ βέβαια ήμουν επηρεασμένος από
όσα είχα διαβάσει για την Αρχαία Ελλάδα.

Έβλεπα μπροστά μου πέτρες πεταμένες από ‘δω κι από ‘κει,
γκρεμισμένους τοίχους και ανάμεσα τους, τις κατοικίες των
ντόπιων.

Που ήταν αλήθεια τα αγάλματα; Τα μεγαλοπρεπή κάστρα των
Μακεδόνων; Τα παλάτια του Φιλίππου και του Μεγάλου
Αλεξάνδρου; Οι απόγονοι των περήφανων Μακεδόνων;

Οι μελαχρινοί ψαράδες που κατοικούσαν στο χωριό αυτό, δε
θύμιζαν τίποτε απ’ όσα διάβασα ή όσα φαντάστηκα. Απ’ ό,τι

4
Πρόκειται για το σημερινό χωριό με το όνομα Αμφίπολη που βρίσκεται στη θέση της αρχαίας
ομώνυμης πόλης. Εκείνη την εποχή ήταν ένας μικρός οικισμός ψαράδων.
14

κατάλαβα, στη χώρα που μεγαλούργησαν οι Έλληνες, έγιναν
πολλές καταστροφές και λεηλασίες. Έτσι όσα απέμεναν από
την ηρωική εκείνη εποχή, ελάχιστο θαυμασμό μου
προκαλούσαν.

Ανεβαίναμε αντίθετα από το ρεύμα του Ποταμού Στρυμόνα, ο
οποίος, λίγο πριν συναντήσει το Γενί κιοϊ σχημάτιζε λίμνη.
Επρόκειτο για μια μεγάλη υδάτινη έκταση, που μου την
ονόμασαν Τατσίνο. Στις όχθες του Τατσίνο, η βλάστηση
οργίαζε και σε κάποια σημεία σχημάτιζε δάσος.

Τα κουνούπια ήταν χιλιάδες και σχημάτιζαν γκρίζους όγκους
που από μακρυά έμοιαζαν με σύννεφα.

Φαίνεται πως τα έντομα ετούτα, ήταν μια πραγματική μάστιγα
για τους φτωχούς χωρικούς. Πολλοί υποφέρανε από την
ελονοσία και τις θέρμες εξ αιτίας τους, ενώ και το υγρό κλίμα
γύρω από το έλος έκανε ακόμη χειρότερα τα πράγματα.

Έτσι οι ντόπιοι, το μόνο που μπορούσαν να κάνουν για να τα
αποφύγουν, ήταν να επιλέγουν σημεία που βρισκόταν όσο το
δυνατόν πιο ψηλά για το κτίσιμο των χωριών τους.

Στο σημείο που η λίμνη στένευε, υπήρχε το λεγόμενο «Σάλι»,
ένα είδος πορθμείου. Εκεί, με ένα μικρό αντίτιμο, μπορούσαν
οι ταξιδιώτες να επιβιβαστούν σε μια πρωτόγονη σχεδία και να
περάσουν στην αντικρινή όχθη.

Εμείς ευτυχώς είχαμε αποφύγει μια ανάλογη ταλαιπωρία.
Είχαμε ταξιδέψει με καΐκι από τη Σαλονίκη ως το λιμάνι στις
εκβολές του Στρυμόνα, το Τσάγιεζι. Εκεί προμηθευτήκαμε
άλογα για το υπόλοιπο του ταξιδιού μας.

Ένα ταξίδι σε μια χώρα φτωχή, φοβισμένη. Με τον Τούρκο να
γυαλίζει τρεις και λίγο το μαχαίρι του, τον τσιφλικά να περνάει
15

αγριωπός τον κάμπο και τους Παπάδες να ψέλνουν τα
μονότονα Ελληνικά τροπάρια, που ούτε οι ίδιοι καταλάβαιναν
πια.

Μια ρημαγμένη χώρα.

Κάποτε αφήσαμε το Τατσίνο πίσω μας και περάσαμε έξω από
το τσιφλίκι του Μπράχο. Μπροστά μας φάνηκε η Προβίστα.5
Ένα χωριό σαν όλα τα άλλα, χτισμένο στη ρίζα του Παγγαίου
Όρους, του Πουρνάρ Νταγ όπως το λένε οι Τούρκοι. Γύρω από
την Προβίστα, κυλούσαν δυο ρυάκια, που στο τέλος ενώνονταν
για να συναντήσουν μετά από λίγο, ένα κάπως μεγαλύτερο
ποταμάκι. Ήταν ένα όμορφο σημείο με πολλά πλατάνια. Εκεί
υπήρχε μία πέτρινη γέφυρα κι ένας μεγάλος μύλος. Μόνη
ασχήμια αποτελούσε το τσιφλίκι του Μπράχο, ο Μπράχοντας.
Αυτό έστεκε αυθάδικα στο πιο εύφορο σημείο της περιοχής,
για να θυμίζει στους Χριστιανούς ποιος έκανε κουμάντο στον
τόπο. Μπήκαμε στην Προβίστα. Μια εκκλησία αφιερωμένη
στην Κοίμηση της Θεοτόκου, δέσποζε στον ψηλότερο λόφο του
οικισμού. Δίπλα σχεδόν, ένα Τούρκικο τζαμί με τον Μιναρέ του
να προκαλεί τη Δέσποινα των Χριστιανών. Αυτή βέβαια, σαν
πιο παλιά στην περιοχή, είχε προλάβει να στήσει τον θρόνο της
στο καλύτερο σημείο, έτσι που από μακρυά φαινόταν πως ο
ναός των Χριστιανών, ήταν το σημαντικότερο κτίσμα. Όμως οι
Τούρκοι σαν αντιστάθμισμα, δεν επιτρέπανε στη Χριστιανική
εκκλησία να έχει καμπαναριό6.

5
Η σημερινή Παλαιοκώμη Σερρών της Επαρχίας Φυλλίδας.
6
Στην Ελλάδα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας απαγορεύθηκε η χρήση της καμπάνας, για να μην
ταράσσεται ο ύπνος των νεκρών Μουσουλμάνων, σύμφωνα με τη δική τους θρησκευτική αντίληψη.
Εξαίρεση αποτελούσαν το Άγιον Όρος, τα Ιωάννινα και μερικά νησιά, όπου επιτρεπόταν η χρήση της
καμπάνας ως ειδικό προνόμιο.Μόνο μετά τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου το 1878 δόθηκε στους
Χριστιανούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μεταξύ άλλων και το δικαίωμα κατασκευής και χρήσης
καμπανών.
Οι κώδωνες (καμπάνες) των εκκλησιών
του Αρχιμ. Σεραπίωνοs Μιχαλάκη.
16

Τα σπίτια του χωριού, διώροφα τα περισσότερα, μαρτυρούσαν
πως οι κάτοικοι, τουλάχιστον οι Έλληνες ήτανε άνθρωποι
προκομμένοι. Σίγουρα ξέρανε να κάνουν τον κόπο τους να
πιάνει τόπο με όλη τη βαριά Οθωμανική φορολογία.

Γύρω από κάθε αυλή υπήρχε ένας ψηλός πέτρινος τοίχος. Η
κορυφή του τοίχου ήταν στεφανωμένη με κεραμίδια,
προκειμένου να μην φουσκώνει απ’ το νερό της βροχής. Μια
βαριά πόρτα, που ασφάλιζε με έναν μεγάλο σύρτη, επέτρεπε
την είσοδο στην αυλή. Η μία πλευρά του σπιτιού έβλεπε στον
δρόμο, αποτελώντας μέρος του εξωτερικού περίβολου, ενώ οι
υπόλοιπες πλευρές βρισκόταν μέσα στην αυλή. Ο κάτω
όροφος, κάτι μεταξύ ημιυπόγειου και κλειστής αυλής, είχε
συνήθως μια γερή πόρτα και καθόλου παράθυρα. Εδώ
συνήθιζαν να φυλάνε τα ζώα τους. Έτσι τα ασφάλιζαν από μια
ενδεχόμενη κλοπή. Ταυτόχρονα όμως, εκμεταλευόντουσαν και
τη ζέστη που αυτά δημιουργούσαν, ειδικά το Χειμώνα. Γι αυτό
οι ένοικοι του κάθε σπιτιού, έμεναν ακριβώς πάνω από τα
ζώα, ενώ ένα ξύλινο πάτωμα γεμάτο τρύπες τους χώριζε από
αυτά. Μόνο στον επάνω όροφο υπήρχαν μπαλκόνια και
παράθυρα. Ο φόβος των ληστών, καθώς και των
φοροεισπρακτόρων, ήταν φανερό πως υπαγόρευε μια τέτοια
κατασκευή. Κάθε σπίτι έπρεπε να είναι ταυτόχρονα άσυλο,
αλλά και φρούριο, αν παρουσιαζόταν μια τέτοια ανάγκη.
Κυρίως έπρεπε να μένει κρυφή η οικονομική κατάσταση του
ιδιοκτήτη, για να μη γίνεται στόχος ούτε των ληστών, ούτε του
επίσημου κράτους. Δυστυχώς οι άνθρωποι του Σουλτάνου δεν
κατάφερναν ή δεν τους ενδιέφερε να εξασφαλίσουν την
ασφάλεια των Χριστιανών υπηκόων τους.
17

Όσο για τα σπίτια των Οσμανλήδων, φανέρωναν μια τάση
απομόνωσης των ιδιοκτητών τους. Είχαν επίσης ένα ψηλό
πέτρινο τοίχο, αλλά ο σκοπός του εδώ ήταν άλλος: Να μη
μπορεί βλέμμα ξένο να πέσει μέσα στο άσυλο που κάθε
Μουσουλμάνος είχε φτιάξει για τον εαυτό του. Με απλά λόγια,
έπρεπε να μη βλέπει κανένας ξένος τις γυναίκες του κάθε
Τούρκικου σπιτιού. Ο χώρος πίσω από κάθε τοίχο ήταν
«Χαράμ», δηλαδή άβατο για τους ξένους. Η λέξη «χαράμ» των
Τούρκων, που σημαίνει τον απαραβίαστο χώρο, ή το
απαγορευμένο θέμα, έφτασε να ακούγεται σ’ εμάς τους
Ερωπαίους σαν χαρέμι. Τόπος γυναικών δηλαδή.

Η ζωή κάθε καλού Μουσουλμάνου χωρίζεται σε δύο σκέλη:
από τη μία είναι το δημόσιο κομμάτι, στο οποίο συμμετέχουν
μόνο τα αρσενικά μέλη της οικογένειας. Το άλλο κομμάτι έχει
να κάνει με το εσωτερικό της οικίας. Είναι το ιδιωτικό μέρος
της ζωής τους. Εδώ δε χωράει κανείς ξένος. Μόνο οι πολύ
στενοί συγγενείς έχουν πρόσβαση. Ούτε και είναι θέμα προς
συζήτηση, όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό του σπιτιού. Έτσι
ακόμη κι αν ένας γείτονας γνωρίζει πως η σύζυγος κάποιου
ασθενεί, δε διανοείται ποτέ να ρωτήσει για την υγεία της.
Αυτά τα θέματα είναι ιδιωτικά. Είναι χαράμ.

Οι δυο συνοικίες, Ρωμέικη και Τούρκικη χωρίζονταν
ευδιάκριτα από έναν σχετικά μεγάλο δρόμο. Το μόνο σημείο
που αγγιζόντουσαν ήταν εκεί που συναντιόταν η εκκλησία και
το Τζαμί. Οι υπόλοιποι δρόμοι ήταν απλώς στενά σοκάκια που
κάποια κατέληγαν σε μια μικρή πλατεία, ενώ κάποια άλλα σε
αδιέξοδο. Όλα αυτά βέβαια χωρίς κανένα σχέδιο, χωρίς
λογική. Υπήρχε επίσης κι ένα μικρό Ελληνικό σχολείο που
σίγουρα με πολλές θυσίες συντηρούσε η κοινότητα, καθώς κι
ένα Μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο, Μεντρεσές στα
18

Τούρκικα. Τέλος ένας μοναστηριακός πύργος, άντρο των
τοπικών εκπροσώπων του Αγίου Όρους, θύμιζε στον επισκέπτη
πως εκτός απ’ τους Οθωμανούς υπήρχαν και άλλοι άρχοντες
στην περιοχή. Οι χωρικοί παραμέριζαν μπροστά στον τσιφλικά
και σ΄εμάς τους Φραγκοντυμένους καβαλάρηδες.

Στο Κονάκι μας δέχτηκε ο Μουδίρης7, κάτι μεταξύ Δημάρχου
και Διοικητή. Αυτός μια και αδυνατούσε να διαβάσει τα
έγγραφα που κουβαλούσαμε, αρκέστηκε στην αναγνώριση της
σφραγίδας και στο υπεροπτικό μου ύφος.

Ποτέ μη δείξεις σε Τούρκο πως τον σέβεσαι υπερβολικά. Θα
νομίσει πως τον φοβάσαι και κινδυνεύεις να μη σε πάρει στα
σοβαρά. Άλλωστε δε δίνουν τόση σημασία στα διαπιστευτήρια
όσο στην εμφάνιση και στο φέρσιμο. Ά ναι, και στο μπαξίσι.

Για εμάς τους Γάλλους έχουν έναν σεβασμό, όμως θα πρέπει
συνέχεια να επιβεβαιώνεις την θέση σου για να μη μπουν στον
πειρασμό να σε εκμεταλλευτούν.

Πάντως έδειξε να είναι συνηθισμένος σε ξένους που θέλουν να
αγοράσουν αρχαιότητες από τον τόπο του και με συμβούλεψε
να κάνω σκληρά παζάρια με τους ντόπιους.

Αφού ήπιαμε τον καθιερωμένο καφέ και απέκρουσα ευγενικά
τις προτάσεις του για φιλοξενία, βγήκα έξω και με τον
διερμηνέα - οδηγό μου, ξεκίνησα να ψάχνω το σπίτι στο οποίο
θα έβρισκα κατάλυμα.

Πριν ξεκινήσω το ταξίδι μου είχα φροντίσει να εφοδιαστώ με
μία θερμή συστατική επιστολή ενός γνωστού εμπόρου της
Θεσσαλονίκης προς έναν συνεργάτη του από το χωριό.
7
Ο μουδίρης Τουρκικά mϋdίr:ιΚατώτερος αξιωματούχος της επαρχιακής διοίκησης κατά την Ύστερη
Oθωμανική περίοδο, διοικητής ενός μουδιρλικιού ή αλλιώς ναχιέ (nahiye)
Nahiye: δήμος, κοινότης
19

Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να δείξω το γράμμα και οι
πόρτες του καλύτερου Χριστιανικού σπιτιού της Προβίστας
άνοιξαν διάπλατα για μένα και τον συνοδό μου. Τελικά οι
Χριστιανοί του τόπου χαιρόταν να φιλοξενούν Ευρωπαίους,
όταν σπάνια ξεστράτιζαν στα μέρη τους.

Ο οικοδεσπότης μου, ένας Έλληνας έμπορος με το όνομα
Μιχάλης, ήταν πρόθυμος να αναλύσει διεξοδικά οποιοδήποτε
θέμα, όσο πολύπλοκο κι αν ήταν. Είχε επίσης την τάση να
ανταποδίδει στους Τούρκους αφέντες του, την περιφρόνηση
που κι εκείνοι δείχνανε στη ράτσα του. Η δουλειά του ήταν το
εμπόριο βαμβακιού και του απέφερε αρκετά χρήματα, κάτι
που μου επανέλαβε αρκετές φορές. Από την άλλη του έδινε
την ευκαιρία να γνωρίσει ανθρώπους στις Σέρρες και στη
Θεσσαλονίκη. Έτσι ο εγωισμός του είχε ανεβεί αρκετά
ψηλότερα από τον εγωισμό των συγχωριανών του και
ξεχνούσε ότι ήταν κι αυτός ένας υπόδουλος, όπως οι άλλοι
Ρωμιοί του χωριού.

Ζούσε σε ένα μεγάλο σπίτι με τη θυγατέρα του, μια και η
γυναίκα του ήταν χρόνια πεθαμένη. Τους φρόντιζε μια
υπηρέτρια, ενώ στο κάτω πάτωμα έμενε ένας σέμπρος, που
είχε την ευθύνη των κτημάτων του, καθώς κι ένας παραγιός.
Απ’ όσο κατάλαβα έβλεπε την φιλοξενία που μου παρείχε σαν
ένα ακόμη μέσο για να δείξει πως ήταν κάποιου είδους
τοπικού αριστοκράτη.

Οφείλω όμως να πω ότι ως οικοδεσπότης ήταν
υποδειγματικός, αν και διέκρινα κάποια αμηχανία όταν
βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο με τον οδηγό μου.
20

Εκείνες τις μέρες συναντήθηκα και με τον εκπρόσωπο του
Μοναστηριού που είχε κτήματα γύρω από το χωριό8.

Ο Πατέρας Γαβριήλ ήταν ένας ραδιούργος καλόγερος, που
ζώντας μακρυά από το Άγιο Όρος, συμπεριφερόταν σαν
τσιφλικάς. Προσπαθούσε βέβαια να μην προκαλεί ιδιαίτερα
τους Τούρκους, αλλά ταυτόχρονα έκανε σαφές πως σαν
εκπρόσωπος της Μοναστικής Πολιτείας, κατείχε μια κάποια
εξουσία σ’ αυτό τον ασήμαντο τόπο.

«Θέλω να σας καλωσορίσω στον τόπο μας αγαπητέ επισκέπτη
και να σας ενημερώσω πως πατάτε σε ένδοξα χώματα.
Αλήθεια από εδώ πέρασε ο Φίλιππος, ο Αλέξανδρος, αλλά και
οι Αρχαίοι Αθηναίοι, όπως και οι ηρωικοί Σπαρτιάτες. Όσο για
την παρουσία των σημερινών κυριάρχων μας, των αθλίων
Οθωμανών.... Πρόκειται για περιστασιακούς κατακτητές που η
μοίρα τους είναι να αποχωρήσουν κυνηγημένοι κάποιαν
ημέρα. Άλλωστε η ταπεινή μας Μονή επί πολλά έτη μοιράζεται
την εξουσία μαζί τους, βάζοντας ένα όριο στην πλεονεξία τους.
Μη σας ξεγελάει αγαπητέ μου η πολυτέλεια μέσα στην οποία
βλέπετε ίσως να διαβιώ. Κάποιες φορές πρέπει να φαινόμαστε
ισχυροί προκειμένου να διατηρούμε την θέση μας.

Κάτι τέτοιο είναι βέβαια επικίνδυνο για εμάς, καθώς μπορεί να
προκαλέσει τη ζήλεια των απίστων. Όμως αποτελεί
απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση του φρονήματος
8
Από τα μέσα του 11ου μ.Χ. αιώνα κάνουν την εμφάνισή τους στην κάτω κοιλάδα του Στρυμόνα, τα
πρώτα μετόχια των γειτονικών μονών της Αθωνικής πολιτείας, που χρησιμοποιώντας την υδάτινη
οδό, μέσω του Στρυμονικού Κόλπου, εκμεταλεύονται οικονομικά το σημαντικότερο και
αποδοτικότερο τμήμα της κοιλάδας. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε εν μέρει και όσο ήταν δυνατόν
και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ενώ το τέλος της ήρθε λίγο μετά την απελευθέρωση της περιοχής
με τις απαλοτριώσεις που έκανε το Ελληνικό Κράτος.
Πληροφορίες« Βυζαντινοί τόποι και μνημεία της κάτω κοιλάδας του Στρυμόνα». Σαμσάρης,Πέτρος
(2004, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων) και
«Τα Μετόχια Γενίκιοϊ Αγιασμάτι, Προβίστα
της Μονής Παντοκράτορος Αγίου Όρους
στην περιοχή των Σερρών» Ιωάννης Τσαρούχας - Νικόλαος Μπονόβας.2013
21

και της πίστης των φτωχών χωρικών. Καταλαβαίνετε βέβαια
πως είναι προτιμότερο για τους Χριστιανούς να εργάζονται στα
δικά μας κτήματα απ’ το να είναι εξαρτημένοι από κάποιον
Τούρκο».

Είπε πολλά ακόμη που κουράζομαι να θυμάμαι. Οι ιερείς και
οι μοναχοί φαίνεται να είναι παντού ίδιοι. Επιρρεπείς στην
πολυτέλεια και στον φανφαρονισμό, ενώ αρέσκονται να
δίνουν την εντύπωση πως τα πλούτη τους τα κατέχουν απλώς
για να εξυπηρετήσουν ανώτερους σκοπούς. Φυσικά δεν
ξεγελάστηκα. Εμείς οι Γάλλοι έχουμε αρκετή πείρα σε αυτά τα
θέματα. Εδώ όμως ήρθα με σκοπό να ανακαλύψω αρχαιότητες
για τους υψηλούς προστάτες μου στη Γαλλία. Όχι για να
δικάσω τον οποιοδήποτε.

Φαινόταν βέβαια πως υπήρχε κάποια αλήθεια στα λόγια του.
Απ’ όσα μου είπε ο οδηγός μου τα Μοναστήρια του Αγίου
Όρους κατείχαν μεγάλες εκτάσεις στην περιοχή, από τα χρόνια
ακόμη του Βυζαντίου. Όταν κατέκτησαν οι Τούρκοι τη χώρα,
σεβάστηκαν μέχρι ενός σημείου εκείνες τις ιδιοκτησίες. Σιγά
σιγά βέβαια προσπαθούσαν να τις περιορίσουν. Δύσκολα
όμως μπορείς να τα βγάλεις πέρα με τους καλόγερους. Ακόμη
κι αν είσαι Τούρκος. Ακόμη κι αν σε φοβάται όλος ο κόσμος. Οι
καλόγεροι είναι διάολοι στην υπηρεσία του Θεού.

Πολλές φορές όμως, όταν γινόταν ταραχές ή επαναστατικά
κινήματα, οι Μοναχοί έπεφταν θύματα της εκδικητικότητας
των Μουσουλμάνων. Μάρτυρες και καιροσκόποι λοιπόν,
ανάλογα με την περίσταση. Ανάλογα με την εποχή. Ήταν όμως
σίγουρα ένα ανάχωμα για τους Χριστιανούς απέναντι στην
Τουρκική καταπίεση.
22

Όλη την υπόλοιπη εβδομάδα ασχολήθηκα με την αγορά
αρχαίων νομισμάτων και άλλων μικρών αντικειμένων από
τους παμπόνηρους χωρικούς των γύρω χωριών. Βέβαια θα
μπορούσα να καταλύσω κάπου κοντύτερα στα ερείπια της
Αμφιπόλεως, όμως η υγρασία και τα κουνούπια εκεί πέρα
κάνουν την διαβίωση αδύνατη για κάποιον σαν εμένα.

Οι ντόπιοι συνήθισαν να βλέπουν εμένα και τον οδηγό μου το
Θόδωρο, να τριγυρίζουμε στα πιο περίεργα μέρη, ψάχνοντας
αντίκες και συζητώντας έντονα.
23

ΙΩΑΝΝΙΝΑ 2013 Μ.Χ.

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ

Η μικρή μας έρευνα φαίνεται να μην προχωράει όπως θα
θέλαμε. Το Μοναστήρι του Παντοκράτορα, στο Άγιο Όρος
πραγματοποιεί εργασίες συντήρησης στους χώρους της
βιβλιοθήκης. Το αποτέλεσμα είναι να μη μπορούμε να
συνεχίσουμε για κάποιο διάστημα τις επισκέψεις μας. Φυσικά
έχουμε τις φωτογραφίες των κειμένων κι έτσι το κακό δεν είναι
μεγάλο.

Ο υπεύθυνος όμως του Μοναστηριού, με προβλημάτισε με
κάποιες παρατηρήσεις του. Εξέφρασε την επιφύλαξή του, ως
προς τη δυνατότητα δημοσίευσης στο μέλλον, οποιασδήποτε
έρευνας σχετικά με τα χειρόγραφα που μελετάμε. Οι λόγοι
που επικαλέστηκε για να δικαιολογήσει την απόφαση της
Μονής, βέβαια πολύ λίγο με πείσανε. Όμως δε μπορούσα να
κάνω τίποτα για να πετύχω την αναίρεσή της. Ήταν σα να
μιλούσα σε τοίχο.

Από την άλλη ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου, μου έδωσε να
καταλάβω πως θα ήταν προτιμότερο να ασχοληθώ με κάποιο
άλλο αντικείμενο, περισσότερο επίκαιρο. Αν ήμουνα, είπε,
αποφασισμένος να ασχοληθώ με την περιοχή της Αμφίπολης,
θα μπορούσα να συνεργαστώ με την ανασκαφική ομάδα του
λόφου Καστά9. Κατάλαβα πως αν θέλω να μελετήσω το
9
Τύμβος Καστά ή απλά λόφος Καστά ονομάζεται ο κυκλικός λόφος στην περιοχή της αρχαίας
Αμφίπολης στην Μακεδονία και στις όχθες του ποταμού Στρυμόνα, σε απόσταση περίπου 900
μέτρων νοτιοανατολικά από το χωριό Νέα Μεσολακκιά Σερρών. Είναι επίσης γνωστός ως ο τάφος
της Αμφίπολης, ονομασία που προέρχεται από το Μακεδονικό ταφικό μνημείο της πρώιμης
ελληνιστικής περιόδου, που ανακαλύφθηκε στο εσωτερικό του λόφου.
24

παρελθόν θα έπρεπε να ακολουθήσω το ρεύμα της εποχής. Η
Αμφίπολη πουλάει τον τελευταίο καιρό και αυτό είναι κάτι που
δύσκολα μπορούμε να αγνοήσουμε. Πάντα βέβαια με
σοβαρότητα κι επιστημονικό λόγο. Αλίμονο, είμαστε σοβαρό
ίδρυμα.

Δυστυχώς τα χειρόγραφα που μελετούσαμε βρισκόταν σε κακή
κατάσταση.

Έτσι λοιπόν δε μπορούσαμε να εγγυηθούμε πως η έρευνα που
κάναμε, θα άξιζε τον κόπο και τα χρήματα που χρειαζόταν.
Θέλαμε χρόνο και χρόνο δε μας έδινε κανείς.

Ήταν όμως τόσο ενδιαφέροντα όσα καταφέραμε να
διαβάσουμε μέχρι τώρα. Έπρεπε να το παλέψουμε κι άλλο. Τα
χειρόγραφα που μελετούσαμε φαινόταν να διηγούνται μια
ιστορία που θύμιζε «Φιλμ Νουάρ». Ένα αστυνομικό μυστήριο
που η δράση του λάμβανε χώρα την περίοδο της
Τουρκοκρατίας, σε ένα Μακεδονικό χωριό.

Είχαμε στα χέρια μας κάτι μοναδικό. Σίγουρα όταν θα
καταφέρναμε να αποδώσουμε ολόκληρη την ιστορία πολλοί
θα άλλαζαν γνώμη. Μεγάλη ατυχία αλήθεια που τα
χειρόγραφα είχαν τέτοιο χάλι. Τι περίμενα όμως; Οι καλόγεροι
έβαζαν στα καλύτερα σημεία της βιβλιοθήκης τους τα
Ευαγγέλια και τα κατάστιχα των Μετοχίων τους. Τα δικά μας
χαρτιά μπορεί να ήταν εντυπωσιακά στα μάτια μας, αλλά για
τους Μοναχούς που τα ταξινόμησαν, εκείνη την εποχή, ίσως να
μη λέγανε κάτι σημαντικό. Γι αυτό τα βρήκαμε
μισομουχλιασμένα στο πιο υγρό σημείο, δίπλα σε έγγραφα
που μιλούσαν για το Ισλάμ. Μόλις και μετά βίας γλίτωσαν την
καταστροφή και με πολύ δυσκολία μπορούσαμε να τα
διαβάσουμε.
25

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ

Εκείνο το πρωί με κάλεσε ο Μουδίρης και μου είπε τι ήθελε
από μένα.

Είχε συμβεί κάτι άσχημο. Ο καλόγερος βρέθηκε σκοτωμένος
στο βουνό πάνω απ΄το χωριό Παναήρι. Φαίνεται πως
περιπλανήθηκε τη νύχτα σε ένα τόσο έρημο μέρος, μονάχος
του.

Κάτι τέτοιο ήταν αρκετά περίεργο. Δεν ήταν και τόσο
συνηθισμένο να τριγυρνάει κάποιος στις ερημιές μετά τα
μεσάνυχτα μόνος του. Σίγουρα υπήρχε κάτι ύποπτο εδώ πέρα.
Το γεγονός πως κάποιος τελικά τον σκότωσε έκανε την
υπόθεση ακόμη πιο μπερδεμένη.

Ο Οθωμανός ήθελε να τον βοηθήσω στις έρευνες για να βρει
τους δολοφόνους πριν φτάσουν οι άνθρωποι του Πασά. Θα
ήταν καλό να βρεθούν οι φονιάδες γρήγορα, είπε, για να
ηρεμήσουν τα πνεύματα. Ξέχασε να μου πει βέβαια πόσο καλό
θα έκανε στο κύρος του η εξιχνίαση του εγκλήματος από αυτόν
και όχι από τους ανθρώπους του Πασά.

Απάντησα πως θα το σκεφτώ.

Ο θάνατος του Πατέρα Γαβριήλ ήταν κάτι που σίγουρα
χαλούσε την ησυχία του Μουδίρη.

Ίσως το επόμενο διάστημα χρειαζόταν να δώσει κάποιες
εξηγήσεις. Οι καλόγεροι ήταν άνθρωποι που δύσκολα
ξεμπέρδευες μαζί τους.
26

Χριστιανοί σ’ ένα Μουσουλμανικό κράτος, Ρωμιοί υπόδουλοι
των Τούρκων, ίσως κι εύκολα θύματα των Αγάδων σε
ταραγμένες περιόδους. Πάντα όμως εδώ.

Παρόντες και πάντα διεκδικητές των προνομίων τους.
Προνόμια που πηγαίναν πολύ πίσω. Πριν τους Οσμανλήδες.
Πάντα στο τέλος νικητές στις δικαστικές διαμάχες και πάντα
αγκάθι στα πλευρά των τοπικών αρχόντων.

Σίγουρα ο Διοικητής του χωριού, είχε λόγο ν’ ανησυχεί. Γι αυτό
ήθελε τη συνεργασία ενός Χριστιανού. Έτσι θα έπειθε τους
Ρωμιούς, για τα αποτελέσματα των ερευνών του. Αλλά για να
τα δεχτούν όλα αυτά οι Τουρκικές αρχές, θα έπρεπε ο
Χριστιανός συνεργάτης του να μην ήταν υπόδουλος.
Καταλάβαινα λοιπόν πως τον ένοιαζε να φανεί πως κάνει
σωστά τη δουλειά του. Ήθελε όμως και να μη χαλάσει τις
σχέσεις του με το Μοναστήρι. Όσο και να θεωρούνταν πολίτες
δεύτερης κατηγορίας οι Χριστιανοί, όταν γινόταν ανάγκη,
έβρισκαν αυτιά πρόθυμα ν’ ακούσουν τα παράπονά τους.
Ήξεραν και ποιον έπρεπε να δωροδοκήσουν για να το
πετύχουν. Τα χρόνια που πέρασαν κάτω από την εξουσία των
Οθωμανών, τους έκαναν να ξεχάσουν τις πολεμικές αρετές
τους. Από την άλλη όμως, ανέπτυξαν ικανότητες στον τομέα
της ραδιουργίας. Έμαθαν να ελίσσονται, να κινούνται
παρασκηνιακά, να καταστρώνουν σχέδια και να τα εκτελούν
με υπομονή και επιμονή. Με τον τρόπο τους ήταν αδίστακτοι.

Δεν είχε λοιπόν και πολλές ελπίδες μπροστά τους ο φτωχός
μας Μουδίρης κι έτσι έπρεπε να ενεργήσει έτσι ώστε να μην
εξαγριωθούν. Με χρειαζόταν λοιπόν, όμως εγώ ποιόν λόγο θα
είχα να ανακατευτώ άραγε;
27

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ....

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΦΟΒΕΡΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Η ομάδα ήταν ακροβολισμένη στο σημείο της ενέδρας.

Όλα έπρεπε να γίνουν σύμφωνα με το σχέδιο. Ένα σχέδιο που
καταστρώθηκε αστραπιαία.

Κανείς δεν έπαιζε μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Κανείς δεν τα
έβαζε μαζί τους. Μέχρι τώρα τουλάχιστον. Γιατί τώρα συνέβη
το αδιανόητο. Κάποιος σκότωσε ένα δικό τους. Κάποιος
σκότωσε τον καλόγερο, την ώρα που πήγαινε να συναντήσει
τους συντρόφους του.

Ήταν αλήθεια τρομαχτικό το γεγονός πως μάθανε σχεδόν
αμέσως τον υπεύθυνο. Αλλά είχαν ανθρώπους παντού.

Το πλεονέκτημα των φτωχών και των αδύνατων είναι ότι οι
άρχοντες πολλές φορές, μάλλον πάντα, ξεχνάνε την ύπαρξή
τους. Τρώνε το φαγητό που τους ετοιμάζουν, χωρίς να
βλέπουν τον μάγειρα. Κοιμούνται στο κρεβάτι τους, χωρίς να
βλέπουν ποιος τό ‘στρωσε.

Κάπως έτσι έγινε και τώρα. Ο Αρναούτης ο Μπράχο, την ώρα
που παρέδιδε το άλογό του σε έναν άθλιο υπηρέτη, συνέχισε
την κουβέντα που είχε με τους συνεργάτες του. Μόνο που ο
υπηρέτης βρισκόταν εκεί. Ο αφέντης του τον κοίταζε, μα δεν
τον έβλεπε. Έτσι είπε πράγματα που έπρεπε να μείνουν
μυστικά.

Εκείνη τη στιγμή υπέγραφε την καταδίκη του.
28

Πολλές φορές στο παρελθόν, οι άνθρωποι αυτοί, σκέφτηκαν
πως ο κίνδυνος για την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό τους
ήταν υπερβολικός. Να βρεις όπλα και ανθρώπους
αποφασισμένους να τα χρησιμοποιήσουν. Να τους
εκπαιδεύσεις έτσι ώστε να γίνουν απολύτως αποτελεσματικοί.
Να διατηρείς έναν μηχανισμό που θα τους συντονίζει, θα τους
πληροφορεί, θα τους προστατεύει και θα τους κατευθύνει με
ακρίβεια. Όλα αυτά κάτω απ’τη μύτη των Τούρκων. Όλα αυτά
που ίσως και να μην ερχόταν ποτέ η στιγμή που θα
χρειαζόντουσαν.

Η στιγμή όμως είχε έρθει και ήταν εκείνη η μέρα. Οι εντολές
ήταν σαφείς. Δεν υπήρχε περιθώριο απόκλισης. Η παγίδα
ετοιμάστηκε κι έκλεισε.

Ήταν ακόμη πρωί και ο τσιφλικάς ξεκινούσε για κυνήγι στις
όχθες του Τατσίνο. Μαζί του τα δύο παλικάρια του και πίσω
τους δύο άγρια σκυλιά. Ούτε ο Διάολος θα σκεφτόταν να
βρεθεί μπροστά τους.

Το αδύνατο σημείο του Μπράχο ήταν πως δεν άλλαζε εύκολα
συνήθειες. Ούτε διαδρομές. Ήταν προβλέψιμος. Του άρεσε να
ακολουθεί πάντα το ίδιο δρομολόγιο πριν φτάσει στο
παρόχθιο δάσος της λίμνης. Εκεί που αφθονούσε το κυνήγι.

Έτσι και τώρα. Μόνο που σήμερα τον περίμεναν κάποιοι.

Το σήμα δόθηκε με την αντανάκλαση του ήλιου μέσα από
καθρέφτες. Οι εκτελεστές μέτρησαν αργά μέχρι το δέκα κι
έριξαν. Τα σκυλιά κατάλαβαν. Ούρλιαξαν αγριεμένα.

Τρεις τουφεκιές ταυτόχρονα σχεδόν. Την άλλη στιγμή οι
σωματοφύλακες του Αρναούτη ήταν νεκροί. Το ίδιο και το
άλογό του. Επόμενη στιγμή: δύο τουφεκιές. Τα σκυλιά νεκρά.
29

Ο Αρναούτης ήταν βέβαια μαθημένος. Ήξερε από καρτέρια και
τουφέκια. Μα σήμερα... όχι, δεν το περίμενε. Από τα διπλανά
δέντρα πέσανε πάνω του σαν φαντάσματα δύο άντρες. Η πάλη
διήρκεσε πολύ λίγο. Πριν προλάβει να αντιδράσει ήταν
χτυπημένος και δεμένος.

Πριν προλάβει να σκεφτεί πως ήταν αδύνατο να συμβαίνει
κάτι τέτοιο, πέθανε.

Ίσως θα ήταν συμφερότερο οι φονιάδες να τον ανακρίνουν,
αλλά ξέρανε πως δύσκολα θα μιλούσε. Ήταν θηρίο. Έπρεπε να
τον τιμωρήσουν. Έπρεπε όμως να στείλουν κι ένα μήνυμα σ’
όποιον τον βοηθούσε. Σ’ όποιον του έδωσε πληροφορίες.

Τέσσερις μαχαιριές στην καρδιά. Το μήνυμα στάλθηκε.

Μια βάρκα πήρε τους φονιάδες μακριά από το σημείο της
εκτέλεσης. Σίγουρα οι τουφεκιές ακούστηκαν, όμως κανείς δεν
είδε τίποτε.
30

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Τρεις μέρες μετά βρέθηκε σκοτωμένος ο Μπράχο. Ο Μουδίρης
με κάλεσε πάλι και μου ζήτησε ξανά να βοηθήσω τις έρευνες.

«Τα πράγματα είναι πολύ μπερδεμένα», μου είπε «και υπάρχει
κίνδυνος να έχουμε ταραχές στο χωριό».

Δέχτηκα με επιφύλαξη θέλοντας να βοηθήσω τους δύστυχους
χωρικούς που με φιλοξενούσαν.

Δε γνώριζα τότε τα μυστικά που θα μάθαινα και η αδυναμία να
μιλήσω για όσα συνέβησαν, με κάνει τώρα να μεταφέρω τα
γεγονότα σε αυτό το σημειωματάριο.

Οι Τούρκοι φαινόταν τελείως ζαλισμένοι όσο κι αγριεμένοι.
Στα μάτια τους έβλεπες θυμό και δίψα για εκδίκηση.

Πολύ σοφά οι Χριστιανοί κλείστηκαν στα σπίτια τους,
φοβούμενοι για το χειρότερο. Οι δύο συνοδοί του τσιφλικά
σκοτώθηκαν με τουφέκι, αλλά ο ίδιος βρήκε το θάνατο από
τέσσερις μαχαιριές στην καρδιά. Περίεργο.

Ο Μπράχο φαινόταν να μην είναι αγαπητός σε κανένα.
Αρβανίτης Μουσουλμάνος στην καταγωγή, είχε στην κατοχή
του το τσιφλίκι δίπλα στο ρέμα ανάμεσα στη Λίμνη Τατσίνο και
την Προβίστα, το Μπράχοντα. Αυτή ακριβώς η κατοχή του
τσιφλικιού ήταν που έκανε τους άλλους Τούρκους
αξιωματούχους να τον αποκαλούν Μπράχο Πρεβίστα.
31

Μόνη του υποχρέωση να συμμετέχει στις εκστρατείες του
Σουλτάνου. Κατά τα άλλα καταπίεζε τους ντόπιους
Χριστιανούς και μοιραζόταν την εξουσία του Μουδίρη στην
περιοχή.

Ίσως όλοι ευχόταν μυστικά τον θάνατό του. Ποιος όμως θα
είχε το Θάρρος να τα βάλει με ένα τέτοιο κτήνος; Ο Διοικητής
του χωριού που ήθελε ολοκληρωτική εξουσία στην περιοχή; Οι
Ρωμιοί που τον μισούσαν για την τυραννία του; Κάποιο παλιό
του θύμα;

Φυσικά δεν ήταν Τούρκος, όπως έχω ξαναπεί. Οι Ρωμιοί όμως,
συνηθίζουν να χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες.
Η μία είναι οι Χριστιανοί και η άλλη κατηγορία είναι οι
Μουσουλμάνοι. Όποιος είναι Μουσουλμάνος λοιπόν
κατατάσσεται αυτόματα στο Τούρκικο έθνος. Σ’ αυτό βέβαια
συντελεί και το γεγονός πως οι Οθωμανοί θεωρούν τους
Χριστιανούς, υπηκόους δεύτερης κατηγορίας.

Πέρασα ολόκληρη τη μέρα συζητώντας όσα συνέβησαν με τον
οδηγό μου. Το απόγευμα επισκέφθηκα πάλι το Διοικητήριο. Ο
Μουδίρης φαινόταν χαρούμενος:

«Βρήκαμε τους φονιάδες! Είναι ληστές που κυνηγούσα πολύ
καιρό τώρα. Κρίμα που πρόλαβαν πρώτα να σκοτώσουν το
φίλο μου».
32

Οι Τσορμπατζήδες10 που παρευρίσκονταν φαινόταν να
συμφωνούν ευχαρίστως. Καταλάβαινα την ανακούφιση που
ένοιωθαν, όμως ήμουν επιφυλακτικός. Οι Τούρκοι δε
φημιζόταν για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε όλη την
Ευρώπη κυκλοφορούσαν ιστορίες για άδικες εκτελέσεις από
τους Οθωμανούς.

Όταν πήγα στο μπουντρούμι και είδα τους ληστές γέλασα.
Μπροστά μου είχα τρεις άθλιους κακομοίρηδες, που
περισσότερο έμοιαζαν με ζητιάνους. Ίσως να τα έβαζαν με
κάποιον χωρικό ή κανένα άοπλο ταξιδιώτη. Σίγουρα όμως όχι
με ένα ψημένο πολεμιστή, που συνοδεύεται και από δύο
άγριους οπλισμένους Αρβανίτες. Το πιθανότερο ήταν να
προσπαθούσαν να αποφύγουν μια συνάντηση μ’ αυτόν, παρά
να ριψοκινδυνέψουν μια σύγκρουση.

Κατάλαβα πως ο Οσμανλής11 ήθελε να κλείσει όπως όπως την
υπόθεση, μέχρι να έρθουν οι άνθρωποι του Πασά και ζητούσε
τη συνενοχή μου. Σε κάποια φάση νόμισα πως ο οδηγός μου
του έκανε ένα περίεργο νεύμα, όμως είπα πως μάλλον μου
φάνηκε.

10
Οι τσορμπατζήδες ήταν οι Χριστιανοί άρχοντες, οι δημογέροντες, οι κοτζαμπάσηδες. Η λέξη
σήμερα ακούγεται είτε σε αφηγήσεις για τα γεγονότα της τουρκοκρατίας (ιδίως για την
αυτοδιοίκηση στους τελευταίους αιώνες), είτε με τη σημασία του ανθρώπου που ζει αρχοντικά, π.χ.
οι κάτοικοι της τάδε πόλης «φημίζονται για γλεντζέδες και τσορμπατζήδες». Η λέξη« Τσορμπατζής»
σήμαινε επίσης και τον αξιωματικό του στρατού με βαθμό ανάλογο με εκείνον του Συνταγματάρχη.
Υπήρχε επίσης και ο Μουχτάρης. Η λέξη «μουχτάρης» προέρχεται από την τουρκική λέξη «μουχτάρ»
που σημαίνει «προεστός». Ήταν η αρχή του χωριού, σύνδεσμος με την κεντρική διοίκηση, που
διοριζόταν από τους Οθωμανούς σε κάθε κοινότητα. Δεν είχε εγκληματικό παρελθόν και συνήθως
είχε μεγάλη κινητή ή ακίνητη περιουσία. Ευθύνη του ήταν να τηρεί τον νόμο και την τάξη στο χωριό,
να μαζεύει ορισμένους φόρους και να καλεί την αστυνομία, όταν αυτό ήταν αναγκαίο. Στα μέρη με
μεικτό πληθυσμό, η κάθε εθνοθρησκευτική ομάδα (μιλέτι) μπορούσε να εκλέγει δικό της μουχτάρη
11
Οθωμανός
33

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟΥ

Τις επόμενες μέρες έκλεισε ο καιρός. Αρχές Νοέμβρη και ο
Χειμώνας, ακολουθώντας με σιγουριά την προαιώνια πορεία
του, έδιωξε τις τελευταίες ηλιόλουστες μέρες του
Φθινοπώρου. Παγωμένος αέρας, μουντά μελαγχολικά μαύρα
σύννεφα και τα πρώτα χιόνια έβαψαν με κρύσταλλο λευκό τις
κορυφές του όρους Παγγαίου.

Βγαίναμε για λίγο από το σπίτι μονάχα πρωινά, πάντα με τη
συνοδεία του Μιχάλη. Μύριζε φονικό το χωριό. Φοβότανε οι
Έλληνες νοικοκυραίοι, πριν πέσει ο ήλιος μαντάλωναν τα
σπίτια. Φοβότανε και οι Τούρκοι. Ο φονιάς ή οι φονιάδες του
Μπράχο γυρνούσαν ελεύθεροι.

Οι ψίθυροι περπατούσαν στα σοκάκια του τούρκικου μαχαλά.

«Οι ραγιάδες σηκώνουν κεφάλι. Πήραν χρυσάφι απ΄τον
Μόσκοβο κι αγόρασαν ντουφέκια. Αχάριστοι άνθρωποι. Θα
χυθεί αίμα και το κρίμα θά ’ναι δικό τους όλο».

Όλες εκείνες τις μέρες, ο καιρός μας έκλεισε στο σπίτι του
Μιχάλη, να συζητάμε για την ταυτότητα του φονιά.

- Θόδωρε ανησυχώ πολύ. Φοβάμαι το θυμό των Τούρκων. Μην
ξεσπάσει στους Ρωμιούς να τους παραδειγματίσει.

Πονηρές μέρες. Οι Μουσουλμάνοι ζητάνε αίμα πριν χυθεί
άλλο δικό τους.
34

Ο Θόδωρος πίστευε πως ο Μουδίρης βολεύεται με το φόνο
του Μπράχο. Δε θα προβεί σε κάτι άλλο. Θα παραδώσει τους
κακομοίρηδες στους ανθρώπους του Πασά και θα τελειώσει
την υπόθεση. Σίγουρα το μόνο που του έλειπε ήταν ένας
αιματηρός κύκλος εκδικήσεων και αντεκδικήσεων που θα
έστρεφε το βλέμμα των ανωτέρων του στην Προβίστα. Ετούτο
το χωριό ήταν δικό του και δε θα το μοιραζόταν με κανέναν.

Βρήκε λοιπόν φονιάδες που δε θα τους υπερασπιζόταν κανείς
και θα μπορούσε να τους στείλει στην κρεμάλα χωρίς να
διαμαρτυρηθεί κανείς. Το γεγονός πως αυτοί ήταν
Μουσουλμάνοι, αποτελούσε ακόμη ένα ακόμη πλεονέκτημα
για το Μουδίρη. Αν οι φονιάδες ήταν Χριστιανοί οι Τούρκοι θ’
αγρίευαν περισσότερο. Αυτοί οι άθλιοι όμως ήταν ό,τι
απεχθανόταν ο κάθε νομοταγής πολίτης. Το καταλάβαινε και ο
πιο αφελής, πως ο Οθωμανός προσπαθούσε να μπαλώσει την
κατάσταση με ένα χονδροκομένο ανατολίτικο τρόπο. Ήθελε να
φυλαξει τα νώτα του. Όμως εγώ έβλεπα πως θα τους άφηνε
όλους παραπονεμένους και γεμάτους υποψίες.

Ήταν κοινό μυστικό πλέον στο χωριό. Αυτοί ή αυτός που
σκοτώσανε το Μπράχο και τον καλόγερο δεν πιάστηκαν ποτέ.

Τους ληστές τους συνέλαβε ο Τούρκος και τους βάφτισε
φονιάδες αμέτι-μουχαμέτι.

«Ίσως είναι καλύτερα να ζητήσετε να φύγετε. Είναι
επικίνδυνο μέρος η Προβίστα». Είπε χωρίς να μας κοιτάζει ο
Μιχάλης.

Σκεφτόμασταν σοβαρά να φύγουμε πλέον. Κλείναμε την πόρτα
του παλιού αρχοντικού και παίρναμε το σοκάκι για το Κονάκι.

- Μπλέξαμε Θόδωρε. Του είπα.
35

- Έχει δίκιο ο Μιχάλης. Να πάρουμε την άδεια και να φύγουμε
από αυτόν τον τόπο. Αρχίζει να με φοβίζει.

Βρήκαμε τον Τούρκο αναστατωμένο. Ταραχές στο Μοριά
ανάγκαζαν τον Πασά να στείλει εκεί πολλούς ανθρώπους του
και δε μπορούσε να ασχοληθεί με την υπόθεσή μας.

Μέχρι εδώ τα νέα ήταν καλά, γιατί κερδίζαμε χρόνο.

Όμως υπήρχε και κάτι άλλο. Ενώ ο φόνος του Μπράχο έδειχνε
να μην τον έχει ταράξει, ο θάνατος του καλόγερου έμοιαζε να
τον έχει συγκλονίσει. Κάτι τέτοιο δεν ήταν απλώς περίεργο.
Ήταν τελείως παράλογο.

Είδα πάλι τον οδηγό μου τον Θόδωρο να κάνει ένα περίεργο
νεύμα στον Οθωμανό. Ήταν η δεύτερη φορά που συνέβαινε
κάτι τέτοιο. Όλες μου οι αμφιβολίες εξαφανίστηκαν πια.
Ήμουνα σίγουρος. Κάτι περίεργο συνέδεε τους δύο
ανθρώπους που είχα μπροστά μου.

Αναρωτήθηκα τι ακριβώς ήξερα για τον άνθρωπο που με
συνόδευε.

Μόνο πως είχε σπουδάσει στην αποστολή των Λαζαριστών της
Θεσσαλονίκης και πως εκείνοι του ανάθεταν να οδηγήσει τους
Γάλλους όταν ταξίδευαν σ΄αυτά τα μέρη.

Ξαφνικά ένοιωσα κάπως άβολα. Τι γύρευα στ΄αλήθεια να
μπλεχτώ μ΄αυτούς τους ραδιούργους ανατολίτες;

Βγήκα βιαστικά έξω απ΄το Κονάκι. Ο οδηγός με ακολούθησε
έχοντας ένα περίεργο ύφος. Ή μήπως μου φαινόταν έτσι;
Αμφέβαλα για τους άλλους όμως αμφέβαλα πλέον και για τη
δική μου αντίληψη.

Ζήτησα απ΄τον Θόδωρο εξηγήσεις. Τον απείλησα.
36

Φάνηκε να διασκεδάζει.

«Ακόμη κι αν υποθέσουμε πως γνωρίζω τον Μουδίρη, για ποιο
πράγμα ακριβώς με κατηγορείς; Έρχομαι αρκετά συχνά
σ΄ετούτα τα μέρη και θέλω να τα έχω καλά με τους Τούρκους.
Το μόνο που κάνω είναι να οδηγώ τους ταξιδιώτες με
ασφάλεια. Δεν είναι κακό κάτι τέτοιο, έτσι νομίζω».

Έλεγε ψέματα!

Το άλλο πρωί μας κάλεσαν στο Κονάκι ξανά. Εκεί μας
ανακοινώθηκε ξανά πως η έρευνα τελείωσε. Δράστης της
δολοφονίας του Πατέρα Γαβριήλ ήταν ο Μπράχο.

Τον σκότωσε για κτηματικές διαφορές που είχαν από παλιά. Η
οικογένεια του καλόγερου που ήταν απ’ το χωριό, πλήρωσε
τους φονιάδες για να εκδικηθεί. Ταίριαζαν όλα.

Είχε ήδη συλληφθεί ένα μέλος της οικογένειας του Μοναχού,
το γηραιότερο, ο πατέρας του. Οι υπόλοιποι είχαν εξαφανιστεί
κατά ένα περίεργο τρόπο, αποδεικνύοντας έτσι την ενοχή
τους, αλλά θα τους ανακάλυπταν κι εκείνους οι άνθρωποι του
Μουδίρη.

Ο Οθωμανός ευχαρίστησε για τη βοήθειά μας και λυπόταν που
δε θα με έβρισκε όταν θα επέστρεφε απ’ το κυνήγι.

Όλα αυτά μου φάνηκαν να απέχουν πολύ απ’ την αλήθεια και
του το είπα κοφτά.

«Εξοχότατε επισκέπτη κάποιες φορές η ισορροπία είναι
πολυτιμότερη της αλήθειας». Μου απάντησε κι εγώ έφτυσα
μια Γαλλική βρισιά πριν αποχωρήσω.

Βρήκαμε τον Μιχάλη σκεφτικό στο σπίτι του. Μας χαιρέτησε
βιαστικά και μίλησε διαλέγοντας τις λέξεις μία μία.
37

«Υπάρχει εδώ και καιρό σε κάποιους η εντύπωση πως στην
περιοχή μας τα πράγματα ίσως να μην είναι ακριβώς όπως
φαίνονται. Κάποιοι πιστεύουν πως την πραγματική εξουσία
εδώ την έχουν άνθρωποι που κρύβονται στο παρασκήνιο».

Πίστευα πως τίποτε δε θα μου έκανε πλέον έκπληξη σ΄αυτήν
εδώ την ξεχασμένη γωνιά της γης. Όμως κάτι τέτοιο ήταν
πάρα πολύ.

Τον ρώτησα αν έχει προσέξει με ποιόν τρόπο κρατάνε οι
ντόπιοι σκυμμένο το κεφάλι μπροστά στον Τούρκο και αν έχει
υπόψιν του τη δύναμη του Σουλτάνου. Οι χωριάτες εδώ έχουν
πολύ ζωηρή φαντασία.

«Ίσως και να μην είναι μόνο φαντασία». Απάντησε ο
οικοδεσπότης μας και συνέχισε:

«Πριν χρόνια προοριζόμουν να γίνω καλόγερος και σπούδαζα
σε σχολείο του Αγίου Όρους. Εκείνο τον καιρό ένας μοναχός
πέθανε με βίαιο τρόπο. Καταγόταν από τα γειτονικά
Λακκοβήκια και όποτε μπορούσαμε, κάναμε παρέα. Λίγες
μέρες πριν πεθάνει, μου εκμυστηρεύτηκε πως τον είχε
πλησιάσει μία μυστική οργάνωση, όμως εκείνος αρνήθηκε να
στρατολογηθεί. Φοβόταν για τη ζωή του και οι φόβοι του δεν
ήταν αβάσιμοι. Ο θάνατός του αποδόθηκε σε ατύχημα. Θα το
είχα πιστέψει κι εγώ, αλλά κάποιοι προσπάθησαν να μάθουν
τι μου είχε πει πριν πεθάνει κι αυτό με έκανε λίγο
επιφυλακτικό και καχύποπτο.

Τελικά βέβαια δεν έγινα καλόγερος και το μόνο που έμεινε
από όλα αυτά είναι αναμνήσεις από τις σπουδές μου. Άχρηστα
πράγματα. Πολύ λίγο σκεφτόμουν εκείνα τα γεγονότα
τελευταία, όμως πριν σκοτωθεί, ο Γαβριήλ, μου είχε κάνει
38

κάποια περίεργα σχόλια. Μου φάνηκε πως σκοπό είχε να με
κάνει προσεκτικό σχετικά με εκείνα που ίσως έμαθα στο
παρελθόν. Αισθάνθηκα να με απειλεί».

Τί νόημα αλήθεια μπορούσε να βγει απ’ όλα αυτά; Αν υπήρχε
μια μυστική οργάνωση στην περιοχή, κάτι σαν τις Τεκτονικές
στοές της Ευρώπης, σίγουρα δε θα ανήκε εκεί ο
δολοφονημένος Μπράχο. Αλλά κι αν υποθέταμε πως ο
Αρναούτης ήταν θύμα τους, τότε πως εξηγούνταν η εκτέλεση
του καλόγερου;
Δεν καταλήγαμε πουθενά.

Παράξενος τόπος, μα την αλήθεια. Ήταν καιρός να γυρίσω
στον πολιτισμό. Βλαστήμησα την ώρα που μπλέχτηκα στις
ίντριγκες αυτών των ανθρώπων.

Κάτω το χωριό ησύχαζε. Τα δύο ποταμάκια που το
περικλείανε, συνέχιζαν να κυλάνε ατάραχα τα νερά τους. Το
τσιφλίκι του Μπράχο, ο Μπράχοντας, έστεκε αγέρωχο
κρύβοντας καλά τα μυστικά του.

Το βράδυ έφτασαν επιτέλους οι άνθρωποι του Πασά. Οι
προσπάθειες του Μουδίρη να κλείσει μόνος του την υπόθεση
φάνηκε να μην πείθουν τους ανωτέρους του. Έτσι κανόνισαν
να αναλάβει τις έρευνες κάποιος περισσότερο ειδικός. Ένας
αξιωματούχος που δίκαζε σύμφωνα με τον θρησκευτικό νόμο
των Μουσουλμάνων. Φυσικά οι Τούρκοι όπως σε όλους τους
τομείς, έτσι κι εδώ, φρόντισαν να μπερδέψουν τα πράγματα.
Οι αρμοδιότητές του λοιπόν, επεκτεινόταν και σε τομείς όπως
η τήρηση της τάξης και η αστυνομική έρευνα.
39

Το αξίωμα που κατείχε ήταν αυτό του Καδή12.

Δυστυχώς όμως έπρεπε να μείνω. Ο Καδής κουβαλούσε ένα
γράμμα που με αφορούσε. Οι Λαζαριστές της Θεσσαλονίκης με
επιστολή τους, με παρακαλούσαν να διελευκάνω τον φόνο του
καλόγερου Γαβριήλ. Είχαν κάνει τα απαραίτητα διαβήματα
στις Τουρκικές αρχές και πήραν έγκριση να συμμετέχω
επίσημα στις έρευνες. Έτσι η πολιτεία του Αγίου Όρους θα
τους επέτρεπε να λειτουργήσουν σχολείο στον Άθω13.

Νόμιζα πως βρισκόμουν σε ένα απομονωμένο, ένα μακρινό
μέρος, όπου ούτε το μάτι του Θεού με έβλεπε. Αποδείχτηκε
όμως, πως οι Λαζαριστές είχαν πιο δυνατή όραση από τον
Κύριο και είχαν γνώση όλων των τελευταίων γεγονότων.
Φυσικά το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να εκμεταλλευτούν
την κατάσταση προς το συμφέρον τους.

Καταραμένοι καλόγεροι, Ορθόδοξοι και Καθολικοί. Όλοι ίδια
φάρα.

Θα έμενα λοιπόν. Θα έμενα από περιέργεια αλλά και για να
εξυπηρετήσω τα συμφέροντά μου. Το Μοναστικό Τάγμα των
Λαζαριστών είχε τις λύσεις για πολλά από τα προβλήματά

12
καδής, ο
Αξίωμα που συνδύαζε δικαστικά, συμβολαιογραφικά και διοικητικά καθήκοντα. Ο καδής, που
προέδρευε στο ιεροδικείο στην έδρα της διοικητικής περιφέρειας του καζά, καταχώριζε τις πράξεις
που εξέδιδε, καθώς και όλα τα εισερχόμενα και εξερχόμενα έγγραφα, σε ειδικούς ιεροδικαστικούς
κώδικες (σιτζίλ). Ως δικαστής ο καδής εφάρμοζε τον ιερό νόμο των μουσουλμάνων (σαρία),
λαμβάνοντας υπόψη και το νόμο που εξέδιδαν οι σουλτάνοι (κανούν), όπως και το τοπικό εθιμικό
δίκαιο (ερφ). Στο δικαστήριό του είχαν το δικαίωμα να προσφύγουν όλοι οι υπήκοοι ανεξαρτήτως
θρησκεύματος. Παράλληλα, ο καδής είχε και διοικητικά καθήκοντα, τα οποία ασκούσε σε
συνεργασία με τους διοικητικούς αξιωματούχους του καζά, όπως και αρμοδιότητες σχετικές με τη
συλλογή των φόρων.
13
Όσο κι αν φαίνεται σήμερα περίεργο υπήρχαν τέτοιες δραστηριότητες εκείνη την εποχή. Έτσι οι
Ιησουίτες καλόγεροι ίδρυσαν σχολείο μέσα στο Άγιο Όρος, στις Καρυές, το 1635 για να μορφώνονται
οι ορθόδοξοι μοναχοί. Η σχολή ιδρύθηκε ύστερα από αίτημα του ηγούμενου της Μονής Βατοπεδίου
Ιγνατίου προς τον πάπα το 1628. Το 1641 το σχολείο μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και αυτό όχι
εξαιτίας της αντίδρασης των μοναχών αλλά εξαιτίας της Τουρκικής κυβέρνησης, που έβλεπε με
δυσπιστία τη διείσδυση των Δυτικών στον Άθωνα.
Πληροφορίες βικιπαίδια λήμα : «Εταιρία του Ιησού».
40

μου. Προβλήματα που περιμένανε την λύση τους μόλις θα
γύριζα πίσω.

Τούρκοι ερευνητές! Για όνομα του θεού. Νόμιζα πως είχα δει
τα πάντα, αλλά ετούτος ο τόπος δε σταματούσε να με
εκπλήσσει. Κι αυτοί οι άνθρωποι, οι Έλληνες; Έλληνες, Ρωμιοί
αν ήξεραν στ΄αλήθεια κι αυτοί τι είναι ίσως να διώχνανε με μια
απλή κίνηση τους βάρβαρους που τους καταδυναστεύανε
τόσο σκληρά. Μάλλον ήμουνα τυχερός που γεννήθηκα Γάλλος.

Ο Καδής που ανέλαβε τις έρευνες είχε ένα τυπικά Τούρκικο
τρόπο να τις φέρει σε πέρας. Ταλαιπωρούσε άσχετους
Χριστιανούς με ανόητες ανακρίσεις και απειλές για τη ζωή και
την περιουσία τους. Εκτός κι αν εκείνοι ήταν πρόθυμοι να τον
δωροδοκήσουν. Τότε τους άφηνε ήσυχους. Εμένα μου
ξεκαθάρισε πως ο ρόλος μου θα ήταν διακοσμητικός.
Δυστυχώς πάνω στην πλάτη μου παιζόταν χοντροκομμένα
διπλωματικά παιχνίδια.

Προσποιήθηκα τον ανόητο για να κερδίσω ελεύθερο χώρο και
χρόνο. Είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι και ήθελα να μάθω τι
επιτέλους συνέβη. Εκείνο που δεν κατάφερα όμως ήταν να
ξεφύγω από το βλέμμα του οδηγού μου. Δε μπορούσα να
κάνω βήμα μόνος μου κι εξάλλου ούτε τη γλώσσα των
Τούρκων μιλούσα ούτε τη γλώσσα των ντόπιων.

Τελικά αυτή η παρωδία αστυνομικού - Ιεροδικαστή, ο Καδής,
αποδείχτηκε χρήσιμος.

Μου έδειξε ένα έγγραφο που βρήκε στο τσιφλίκι του Μπράχο.

Ήταν στ΄αλήθεια πολύ κουραστικός όπως προσπαθούσε να με
κολακέψει, καθώς τώρα ήθελε βοήθεια. Προηγουμένως
απολάμβανε τον ρόλο του παντοδύναμου Σουλτανικού
41

εκπροσώπου. Τώρα όμως στεκόταν αδύναμος μπροστά σε ένα
χειρόγραφο που αδυνατούσε να διαβάσει.

Ούτε εγώ είχα μια τέτοια δυνατότητα, αλλά προτίμησα να μην
το αναφέρω. Αντιθέτως ζήτησα να το μελετήσω με την ησυχία
μου και προσπάθησα να πάρω όσες πληροφορίες υπήρχαν
σχετικά με αυτό.

Απ’ ό,τι μου είπε ο Καδής, αυτό το έγγραφο βρέθηκε ανάμεσα
σε διάφορα Οθωμανικά διαπιστευτήρια. Διαπιστευτήρια που
ανήκαν σε απεσταλμένο της Μονής Παντοκράτορα του Αγίου
Όρους. Ο συγκεκριμένος μοναχός έπεσε θύμα ληστείας στα
στενά της Ρεντίνας, καθώς ερχόταν να συναντήσει τον Πατέρα
Γαβριήλ. Δυστυχώς δεν επέζησε και τα υπάρχοντά του καθώς
και τα έγγραφα που κουβαλούσε εξαφανίστηκαν. Τώρα
ξαναβρέθηκαν στο πιο απίθανο μέρος. Στο τσιφλίκι ενός
πιστού υπηκόου του Σουλτάνου.

Ο Καδής λοιπόν ζητούσε την βοήθειά μου προκειμένου να
εξηγήσει ένα έγγραφο που αδυνατούσε να καταλάβει. Το
βράδυ αποσύρθηκα στο σπίτι του Μιχάλη. Είχαμε συμβούλιο.

Ο Θόδωρος ήταν κατηγορηματικός:

«Παλιότερα τα στενά της Ρεντίνας ήταν γεμάτα ληστές και οι
μοναχοί προτιμούσαν να έρχονται εδώ μέσω θαλάσσης. Τα
τελευταία όμως χρόνια, οι ληστές κυνηγήθηκαν και οι Τούρκοι
ελέγχουν πλέον την περιοχή. Αν έγινε ληστεία λοιπόν, τότε την
κάνανε εκείνοι που αποστολή είχαν να την αποτρέψουν. Οι
Τούρκοι».

Την ίδια γνώμη είχε και ο Μιχάλης. Όσο για το χειρόγραφο,
δεν έλυνε κάποιο μυστήριο αλλά δημιουργούσε ακόμη ένα.
Γραμμένο στην Ελληνική γλώσσα μιλούσε για ανθρώπους που
42

ήταν άγνωστοι σε όλους και ανέφερε μια ιερή υπόθεση
φύλαξης ενός μυστικού. Αλλά αυτό που μας μπέρδεψε
περισσότερο ήταν η συνεχής αναφορά σε χρώματα: κίτρινο,
πράσινο, γαλάζιο και κόκκινο. Όλα αυτά όμως ήταν γραμμένα
με τρόπο που να μη βγάζει νόημα. Πραγματικά τώρα άρχισα
να αναρωτιέμαι μήπως είχε δίκιο ο Μιχάλης όταν μας έλεγε
πως υπάρχει κάτι σαν μυστική οργάνωση στην περιοχή. Μια
οργάνωση που κινεί παρασκηνιακά τα νήματα.
43

ΙΩΑΝΝΙΝΑ 2013 Μ.Χ.

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ

Οι φοιτητές της ομάδας μου πήραν μεταγραφή σε άλλα
πανεπιστήμια...πιο κοντά στα σπίτια τους. Όλοι. Ξαφνικά.

Έχω μείνει μόνος να ασχολούμαι με μια υπόθεση που δεν
ενδιαφέρει κανέναν και χωρίς καμία χρηματοδότηση. Μοιάζει
κακό αστείο ή φτηνό σενάριο συνωμοσίας. Οι φοιτητές μου με
εγκαταλείπουν, το Μοναστήρι μου κλείνει την πόρτα, η σχολή
με αποθαρρύνει και τα χρήματα σταματάνε να έρχονται. Τι
άλλο θ’ ακολουθήσει; Θα βρεθώ κατηγορούμενος για
δολοφονία που δεν έκανα, όπως στις ταινίες;

Ανοησίες. Ένα μάτσο συμπτώσεις είναι μάλλον αρκετές για να
μετατρέψουν έναν προσγειωμένο επιστήμονα σε οπαδό του
Dan Brown. Μάλλον είναι ανόητο αυτό που κάνω αλλά νομίζω
πως έχω κερδίσει το δικαίωμα να ασχολούμαι με κάτι μόνο για
να κάνω το κέφι μου. Έτσι το Σαββατοκύριακο επισκέφτηκα
την Αμφίπολη, χωρίς να ξέρω κι εγώ τι έψαχνα.

Η σημερινή Αμφίπολη είναι ένα χωριουδάκι δίπλα στα ερείπια
της Αρχαίας πόλης. Είναι χτισμένη σε ένα πανέμορφο σημείο
με θέα στη θάλασσα, αλλά και στον ποταμό Στρυμόνα και τις
εκβολές του. Το τοπικό Μουσείο έχει ενδιαφέροντα εκθέματα,
ενώ οι κάτοικοι χαίρονται να σου δίνουν πληροφορίες για τα
αρχαία κτίσματα και να σου αφηγούνται τους τοπικούς
θρύλους που κυκλοφορούν γύρω από κάθε μνημείο του τόπου
τους.

Το μόνο κακό είναι πως μετά τις τελευταίες εξελίξεις
κυκλοφορούν πολλοί θορυβώδεις τύποι, ψάχνοντας να δουν ή
44

ν’ ακούσουν κάτι καινούριο. Εδώ κι ένα χρόνο γίνεται
ανασκαφή στον διπλανό λόφο Καστά, ανάμεσα στα όρια της
Αμφίπολης και της Νέας Μεσολακκιάς.

Το αποτέλεσμα είναι οι φήμες να προσελκύουν διάφορους
γραφικούς στην περιοχή, που δημιουργούν μια τρομερή
φασαρία. Έφυγα λοιπόν όσο μπορούσα πιο γρήγορα.

Έπειτα επισκέφτηκα την Παλαιοκώμη Σερρών, το χωριό που
παλιότερα ονομαζόταν Προβίστα. Τζίφος. Το χωριό
καταστράφηκε το 1916 από τον Βουλγαρικό Στρατό, κατά την
διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Εκείνη την εποχή οι περισσότεροι ντόπιοι μετακινήθηκαν σε
άλλα χωριά και κωμοπόλεις, που βρισκόταν σε πιο ασφαλείς
τοποθεσίες. Εξαίρεση αποτελούσαν λίγες οικογένειες που
πεισματικά και παρά τους κινδύνους, έμειναν στις
πατρογονικές τους εστίες.

Αργότερα εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες αλλά και
Σαρακατσάνοι. Το χωριό μετά τον πόλεμο ξαναχτίστηκε σε
διπλανή τοποθεσία.

Υπάρχει βέβαια μια παλιά εκκλησία στη θέση του παλιού
χωριού, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Αυτό
φαίνεται να συμφωνεί με το χειρόγραφο. Γύρω από την παλιά
εκκλησία όμως έχουν εγκατασταθεί κτηνοτροφικές μονάδες.
Δύσκολα θα βρω εκεί κάποιο στοιχείο.

Επόμενη στάση τα Λακκοβήκια. Το παλιό χωριό πάνω στο
Παγγαίο Όρος. Χρειάστηκε να κάνω πολλές ερωτήσεις στους
ντόπιους, αλλά κάποτε το βρήκα. Σήμερα τα Λακκοβήκια είναι
έρημα. Οι κάτοικοί τους μετακινήθηκαν όλοι μαζί πριν
45

δεκαετίες σε τοποθεσία δίπλα στον Τύμβο του Καστά και
φτιάξανε άλλο χωριό, την Νέα Μεσολακκιά.

Το καινούριο χωριό χτίστηκε στο μέρος που στην
Τουρκοκρατία υπήρχε ένας μικρός οικισμός με το όνομα
Παναήρι.

Στην θέση της αρχαίας λίμνης του Αχινού, το παλιό Τατσίνο
του Θόδωρου του οδηγού, στο χειρόγραφό μου, σήμερα
βρίσκονται μόνο χωράφια. Ο Βενιζέλος αποξήρανε την λίμνη
πριν πολλά χρόνια. Τώρα μόνο η λέξη βάλτα με την οποία
ονομάζουν οι ντόπιοι την τοποθεσία, θυμίζει πως κάποτε σε
‘κείνα τα μέρη υπήρξε λίμνη.

Στο παλιό χωριό των Λακκοβηκίων πάνω στο βουνό, υπάρχει
μόνο ένα μικρό καφενείο-ταβέρνα που λειτουργεί τα
Σαββατοκύριακα. Εκεί σταμάτησα για να πιω ένα ουζάκι και
είχα την πιο περίεργη συνάντηση που θα μπορούσα να
φανταστώ.
46

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ.

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ.

Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ

Ίσως να είμαι ένας απατεώνας, όμως αλήθεια τι θα μπορούσα
να κάνω;

Η πατρίδα μου, βρίσκεται στα χέρια των χειρότερων
βαρβάρων, οι άνθρωποι της ράτσας μου είναι δούλοι και
προδότες, ενώ οι Φράγκοι πηγαινοέρχονται σαν αφεντικά,
αρπάζοντας κάθε τι που θα τους γυαλίσει.

Όχι δεν έχω επιλογή!

Εγώ που γεννήθηκα μέσα σε μια βρωμερή στάνη στην
Προβίστα, εγώ που επιλέχθηκα από την αδελφότητα να
σπουδάσω και να γυρίσω σαν ξένος στον τόπο μου, θα κάνω
ό,τι χρειάζεται.

Έπρεπε ν΄ανέβω στα Λακκοβήκια. Ο ξένος κρατούσε συνέχεια
σημειώσεις που μπορεί να κατέληγαν σε λάθος χέρια κι εγώ
πριν ενεργήσω ήθελα βοήθεια. Έπρεπε ν΄ ανέβω μα έπρεπε
και να βρίσκομαι συνεχώς με τον Γάλλο εργοδότη μου.

Χρειάστηκε να πιω έναν καφέ με τη σκιά του πολυχρονεμένου
μας Παντισάχ, το Μουδίρη που κυβερνά το χωριό. Τον
άνθρωπο πέραν πάσης υποψίας που τοποθέτησε η
Αδελφότητα για να κυβερνά την Προβίστα με τρόπο που να
εξυπηρετεί τον σκοπό μας.

Ο σκοπός μας. Πάντα αυτός μπροστά κι εμείς απλά πιόνια.
47

«Ζήτησες να με δεις μονάχο Θόδωρε. Λέγε τι θέλεις. Τέτοιου
είδους συναντήσεις φαίνονται περίεργες στους Τούρκους και
το ξέρεις. Λέγε γρήγορα λοιπόν».

-Είσαι πολύ φυσικός στο ρόλο του Οσμανλή άρχοντα.
Αναρωτιέμαι όμως αν θυμάσαι πως αυτό είναι μόνο ρόλος ή
αν το ξέχασες.

«Δεν έχω ξεχάσει τίποτα. Αν όμως η Αδελφότητα θέλει να
βρίσκομαι σ΄ετούτη τη θέση, θα πρέπει να είμαι ένας σωστός
Αγάς. Αλλιώς οι Τούρκοι θα με αντικαταστήσουν. Μην τους
έχεις για ηλίθιους, έχυσαν αίμα γι αυτό τον τόπο. Μπορούν να
το ξανακάνουν».

-Έχεις δίκιο. Η θέση σου είναι λεπτή κι εγώ ήρθα εδώ για να
σου ζητήσω βοήθεια και όχι για να σε μαλώσω. Ξέρω πως ένας
προσήλυτος πρέπει να επιβεβαιώνει συνεχώς την πίστη του κι
εσύ είσαι Μουσουλμάνος δεύτερης γενιάς. Σε καταλαβαίνω.

Ακόμη όμως κι αν ο πατέρας σου έγινε Τούρκος, ακόμη κι αν
εσύ είσαι Αγάς τώρα, είσαι κι ένα παιδί της Προβίστας κι ένα
μέλος της Αδελφότητας. Ήρθα λοιπόν για να ζητήσω τη
βοήθειά σου.

«Μίλα».

-Θέλω να δώσεις εντολή στον Φράγκο να ανεβεί στα
Λακκοβήκια. Πρέπει να μιλήσω με τους ανθρώπους μας εκεί,
αλλά δε μπορώ να τον αφήσω μόνο του εδώ κάτω.
48

«Τα Λακκοβήκια14, το χωριό των βοσκών, το Τσομπάν Κιοϊ, η
φωλιά της Αδελφότητας. Το χωριό πάνω στο βουνό που
οιΤούρκοι δεν είναι ευπρόσδεκτοι. Εντάξει θα μιλήσω σήμερα
στο Φράγκο».

14
H Μεσολακκιά ή αλλιώς Λακκοβίκια, κατ' άλλους Λακκοβήκια είναι ένα χωριό του Παγγαίου που
χρονολογείται από τον 10ο αιώνα και βρίσκεται στο νότιο τμήμα του όρους στα διοικητικά όρια του
Νομού Σερρών. Σήμερα είναι εγκαταλελειμμένο, με τους κάτοικους του να μοιράζονται μεταξύ
Παλαιοκώμης και Νέας Μεσολακκιάς.
Οι Λακκοβικιώτες (Μεσολακκιώτες) πιθανότατα είναι απόγονοι των αρχαίων Αμφιπολιτών, οι οποίοι
τον 18ο -19ο αιώνα αναμείχθηκαν με Ηπειρώτες που κατέφθασαν κυνηγημένοι από τους Τσάμηδες
μετά από κάποιο κίνημα. Η τοποθεσία του χωριού είναι ιδιαιτέρως κρυφή, όμως το ότι χτίστηκε
κοντά στο αρχαίο υδραγωγείο της Αμφίπολης καθώς και κοντά σε ένα από τα λατομεία της,
συνηγορούν στην συγγένεια των κατοίκων με τους Αμφιπολίτες. Οι λόγοι που ανάγκασαν τους
Λακκοβικιώτες να επιλέξουν ένα τόσο αφιλόξενο σημείο πρέπει να είναι ο φόβος των επιδρομών και
της ελονοσίας, μια και εκείνα τα χρόνια υπήρχε ακόμα η λίμνη-βάλτος του Αχινού. Σε έγγραφο του
13ου αιώνα αναφέρεται ως «χωρίον της Λουκκοβικείας».
Πληροφορίες από Βικιπαίδεια λήμα «Μεσολακκιά»
49

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Πρωί πρωί στο δρόμο για τα Λακκοβήκια λοιπόν. Αν και δεν
πολυπείστηκα για τον σκοπό μιας τέτοιας εκδρομής
συμφώνησα να πάω σ΄αυτό το χωριό. Ο παμπόνηρος Τούρκος
μου αράδιασε ένα σωρό αιτιάσεις. Εγώ όμως αναρωτιόμουν
μήπως ήθελε να με απομακρύνει από το θέατρο των
γεγονότων, ενώ βρήκε τρόπο να κρατήσει το Μιχάλη στην
Προβίστα. Για δουλειές, όπως είπε. Μόνοι μας εγώ κι ο οδηγός
μου λοιπόν, ξεκινήσαμε για το χωριό, που βρισκόταν σε
απόσταση τριών ωρών με το άλογο, επάνω στο βουνό.

Ήταν ένα χωριό κάπως παράξενο. Ενώ βρισκόταν μέσα στη
δικαιοδοσία του Μουδίρη, κατοικούνταν αποκλειστικά από
Έλληνες. Εξαίρεση αποτελούσαν οι λίγοι Οθωμανοί
υπάλληλοι, επιφορτισμένοι με την τήρηση της τάξης και την
είσπραξη φόρων. Βέβαια κοντά στο χωριό, υπήρχαν μικροί
οικισμοί Τούρκων κτηνοτρόφων, αλλά μέσα στα Λακκοβήκια
συναντούσες μονάχα Έλληνες.

Παράξενη ράτσα οι Έλληνες. Σκεφτόμουν σ΄όλη τη διάρκεια
της διαδρομής, τι ήταν αυτό που τους έριξε και τους κρατάει
στην εξουσία του Σουλτάνου. Στα ναυτικά και στο εμπόριο
είναι ανώτεροι των Τούρκων, για να μη μιλήσω για τα
γράμματα και τις τέχνες, ενώ και στον πόλεμο δεν τους λες και
άπραγους. Ολόκληρες περιοχές σήμερα ελέγχονται από
Έλληνες Αρματωλούς, πολλά βουνά βρίσκονται στην εξουσία
των περιβόητων κλεφτών και στη θάλασσα τα βγάζουν μια
50

χαρά πέρα με τους πειρατές. Αν σκεφτούμε και σε πόσες
διοικητικές θέσεις τους χρησιμοποιεί ο Σουλτάνος τότε είναι
μυστήριο τι είναι αυτό που τους έριξε σε τέτοια σκλαβιά.

Ο οδηγός μου ο Θόδωρος είχε έτοιμη την μονολεκτική
απάντηση σε όλα μου τα ερωτήματα.

«Η διχόνοια».

Μου είπε σε τόνο που δε σήκωνε αμφισβήτηση.

Είχαμε ακόμη αρκετό δρόμο μπροστά μας κι εγώ ήθελα
κουβέντα. Έτσι τον πίεσα να μου πει περισσότερα. Τι είναι
τέλος πάντων αυτό που χωρίζει τους Έλληνες; Τούτο τον
κακομοίρηκο λαό με το ένδοξο παρελθόν και το θλιβερό
παρόν; Τι τους κάνει να φαγώνονται μεταξύ τους και να μη
μπορούν να βρουν τη θέση τους ανάμεσα στα πολιτισμένα
έθνη;

«Δε θα καταλάβεις και να σου πω ακόμη. Δεν είσαι δικός μας,
ούτε ξέρεις τι έχουμε περάσει. Άφησέ το καλύτερα».

Επέμεινα. Άλλωστε ο μικρός λαός των Ελλήνων από καιρό σε
καιρό, φρόντιζε να μας σκοτίζει. Σύλλογοι φιλελληνικοί
ξεφύτρωναν κάθε τόσο και συγκέντρωναν χρήματα πριν
εξαφανιστούν ξαφνικά. Επιτροπές από τη σκλαβωμένη Ελλάδα
περιφέρονταν στις Αυλές της Ευρώπης με αιτήματα
αναγνώρισης και βοήθειας. Σαν να είχε λύσει η Ευρώπη όλα
της τα προβλήματα και το μόνο που της έλειπε ήταν να
ασχοληθεί με την ανάσταση αυτού του λαού. Με όσα είπα
τελικά κατάφερα να θυμώσω τον Θόδωρο. Άρχισε τότε να μου
εξηγεί.

«Όταν λέμε Έλληνες τι ακριβώς εννοούμε; Τους Αρχαίους; Τους
τωρινούς; Το Βυζάντιο; Τους Χριστιανούς της Μικράς Ασίας;
51

Τους Μωραΐτες; Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στους εμπόρους
που ζουν στις Παροικίες της Ευρώπης και στους Φαναριώτες
της Πόλης; Το κακό με τον Ελληνισμό είναι πως απλώθηκε
πολύ. Απλώθηκε πέρα απ’ τις δυνάμεις του.

Μιλάς για ένα μικρό έθνος. Μιλάω για ένα μεγάλο. Αλήθεια
είναι και το ένα και το άλλο. Απλωθήκαμε τόσο πολύ που
σπάσαμε κομμάτια. Και όταν ο κόσμος άλλαξε, εμείς δεν
αλλάξαμε μαζί του. Καλύτερα θα ήταν να πω ότι αλλάξαμε,
όμως όχι όλοι και όχι με τον ίδιο τρόπο.

Ένα κομμάτι μας διάλεξε να πάει με τη Δύση. Άλλοι επέλεξαν
να τα βρούνε με τους Τούρκους. Άλλοι έμειναν εδώ να
παλεύουν.

Όμως νομίζεις πως οι Καπεταναίοι του Μωριά, αυτοί που τους
λες κλέφτες, όταν λένε πατρίδα σκέφτονται την Ελλάδα; Το
Μωριά έχουν πατρίδα, όπως οι άλλοι τη Ρούμελη κι άλλοι τα
νησιά τους.

Είναι βέβαια και οι Παπάδες. Το Φανάρι, το Πατριαρχείο που
νομίζει πως είναι Βυζάντιο μέσα στην Τουρκία. Εδώ τα
πράγματα είναι πολύπλοκα. Χωρίς την Εκκλησία, χωρίς τους
Παπάδες και τους Καλόγερους, χωρίς τον Πατριάρχη, τα
Ελληνικά γράμματα, ό,τι μας έμεινε απ’ το παρελθόν, τώρα θα
είχαν ξεχαστεί. Όμως πολλές φορές το Φανάρι γίνετε ένα καλό
εργαλείο για να μας κρατάει ο Σουλτάνος σκλαβωμένους».

-Είχα την εντύπωση πως η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει βρεθεί στο
στόχαστρο των Τούρκων πολλές φορές. Στη Γαλλία λέγαμε
συνέχεια πως είναι δεξαμενή μαρτύρων.
52

«Ούτε αυτό είναι ψέμα φυσικά. Άλλοι Ιερείς είναι καιροσκόποι
και άλλοι ιδεαλιστές. Μήπως δε συμβαίνει το ίδιο και με τους
Καθολικούς;»

Αναγκάστηκα να συμφωνήσω κι ο οδηγός μου συνέχισε:

«Εμείς εδώ στη Μακεδονία και τη Θράκη έχουμε ένα ακόμη
πρόβλημα. Σιγά σιγά υποχωρούμε μπροστά στους Σλάβους,
που όλο και κατεβαίνουν.

Χριστιανοί κι αυτοί και υπόδουλοι όπως εμείς. Αλλά ξένοι, που
θέλουν να μοιραστούν τις εκκλησίες μας, τα χωριά μας, την
ιστορία μας. Θα δεις πως κάποια μέρα θα γίνουν εχθροί μας».

-Δεν έχω δει Σλάβους στην περιοχή. Τόλμησα να παρατηρήσω.

«Εδώ στον Καζά15 της Ζίχνας και κυρίως στα μέρη που είναι
κοντά στη θάλασσα σπάνια θα τους δεις. Οι Βούλγαροι είναι
αγρότες, ξυλοκόποι, καρβουνιάρηδες και τσομπάνηδες.
Αποφεύγουν τη θάλασσα και λίγοι απ’ αυτούς ασχολούνται με
το εμπόριο. Πιο βόρεια όμως υπάρχουν ολόκληρα χωριά που
μιλάνε Βουλγάρικα. Αλλού είναι μισοί μισοί με τους Έλληνες.
Όσο περνάνε τα χρόνια πάντως απλώνονται περισσότερο. Για
τους Τούρκους βέβαια είναι απλά Χριστιανοί και τους
θεωρούν Ρωμιούς σαν εμάς. Προς το παρόν τα προβλήματα
που δημιουργούν είναι λίγα. Πιστεύω όμως πως στο μέλλον
μπορεί ν’ αλλάξουν τα πράγματα.

Εκείνο που προσπαθώ να σου εξηγήσω, είναι πως ο
Ελληνισμός υποχωρεί συνέχεια. Για κάποιους δεν υπάρχει καν
μια τέτοια έννοια. Προτιμούν να λέγονται Ρωμιοί, Χριστιανοί ή
Γραικοί.

15
Καζάς ήταν διοικητηκή διαίρεση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ανάλογη με τη σημερινή
Επαρχία.
53

Ξέρεις πόσο μελάνι έχουν ξοδέψει οι λόγιοι για να αναλύσουν
αυτά τα θέματα;

Κάποιοι θεωρούν ότι τους βρίζεις αν τους αποκαλέσεις
Έλληνες. Πιστεύουν πως η λέξη Έλληνας σημαίνει τον
ειδωλολάτρη.

Άλλοι μιλάνε συνέχεια για τους Αρχαίους και αντιπαθούν τους
Παπάδες.

Έχουμε βέβαια και τους πιστούς υπηκόους του Σουλτάνου.
Εκείνους που θέλουν να κάνουμε ό,τι κάναμε παλιότερα και με
τους Ρωμαίους: να αλώσουμε σιγά σιγά την αυτοκρατορία από
μέσα, καταλαμβάνοντας αξιώματα και θέσεις. Έτσι, όπως η
Ρώμη έγινε Βυζάντιο, κάτι ανάλογο μπορεί να γίνει και με το
Κράτος των Οθωμανών. Δύσκολα όμως θα πετύχει κάτι τέτοιο
και ο λόγος είναι η διαφορά της θρησκείας που έχουμε με τους
Τούρκους.

Υπάρχουν κι εκείνοι που θεωρούν πως ο αληθινός κίνδυνος
είναι οι Τούρκοι και η πίστη τους. Έτσι νομίζουν πως πρέπει να
γίνουμε ένα έθνος με τους Βούλγαρους ή τους Χριστιανούς
Αλβανούς. Η ένωση με τους Βούλγαρους λένε πως θα μας
μεγαλώσει σε αριθμό, ενώ οι Αλβανοί θα μας ξαναδώσουν τις
πολεμικές αρετές των προγόνων μας, που με τον καιρό
χάσαμε.

Δεν είναι λοιπόν τόσο απλό να πάρουμε πίσω την ελευθερία
μας. Πρέπει πρώτα να αποφασίσουμε τι είμαστε και τι δεν
είμαστε».

Μου φαινόταν περίεργα όλα αυτά και του το είπα. Είχα
ακούσει άπειρες ιστορίες για τους ηρωικούς Έλληνες που
διαφεντεύουν τα βουνά της σκλαβωμένης χώρας, τους
54

ονομαστούς κλέφτες. Τώρα ο οδηγός, μου έλεγε πως το έθνος
του έχασε την ικανότητα να πολεμάει και περίμενε από τους
Αλβανούς να του την ξαναδώσουν.

«Η αλήθεια είναι. Δε μπορεί ο λαός μου να σηκώσει κεφάλι
γιατί κοματιάστηκε. Ό,τι ήταν κάποτε η δύναμή μας, τώρα
είναι η αδυναμία μας. Πήγαμε παντού κι αφήσαμε το χνάρι
μας. Τώρα προσπαθούμε χωρίς επιτυχία να μαζέψουμε τα
κομμάτια μας για να σηκωθούμε από εκεί που πέσαμε. Ένα
κομμάτι μας αγαπάει τα όπλα, ενώ κάποια άλλα ασχολούνται
με το εμπόριο, τα γράμματα ή τη θρησκεία. Ξέρεις ότι οι
Βούλγαροι μας ονομάζουν «εμπόρους της πίστης;» αυτό
συμβαίνει γιατί όλοι οι ανώτεροι κληρικοί είναι Έλληνες. Το
αποτέλεσμα είναι πως οι Βούλγαροι αισθάνονται να μην
εκπροσωπούνται όσο πρέπει στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Το
χειρότερο είναι ότι πολλοί Επίσκοποι και Μητροπολίτες
συμπεριφέρονται σαν φεουδάρχες. Δεν ξέρω που θα οδηγήσει
αυτό αλλά νομίζω πως είναι επικίνδυνο.

Οι Αλβανοί από την άλλη είναι εξ ολοκλήρου πολεμικός λαός.
Όσοι από αυτούς είναι Χριστιανοί ταυτίζουν τη μοίρα τους με
τη δική μας. Όσοι όμως είναι Μουσουλμάνοι θεωρούνται
Τούρκοι. Τουρκαλβανούς τους αποκαλεί ο λαός χωρίς να έχει
άδικο.

Εμείς όπως σου ξαναείπα, έχουμε πολλά πρόσωπα, πολλές
επιδιώξεις και καμία ταυτότητα. Έχουμε προσπαθήσει πολλές
φορές να καλυτερέψουμε τη θέση μας. Όποτε όμως κάνουμε
μια λάθος κίνηση έχουμε το μαχαίρι του Τούρκου στο λαιμό
μας. Νομίζεις πως και τώρα που μιλάμε η Προβίστα κοιμάται
ήσυχη; Αν δε βρεθεί ο φονιάς του Μπράχο μπορεί να έχουμε
σφαγή».
55

Σιγά σιγά μπαίναμε στα Λακκοβήκια. Η κουβέντα μας έληξε και
βυθίστηκε ο καθένας στις σκέψεις του.
56

ΙΩΑΝΝΙΝΑ 2013 Μ.Χ.

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ

Τη στιγμή που απολάμβανα το ουζάκι μου στο μικρό καφενείο
που λειτουργεί στα έρημα πια Λακκοβήκια, κάθισαν στο
διπλανό τραπέζι δύο άγνωστοι άνδρες.

Ο ένας γύρω στα σαράντα,με ύφος ανεξιχνίαστο και μαύρα
γυαλιά, που τα φορούσε όση ώρα έμεινε με τον σύντροφό του
στο καφενείο. Έμοιαζε λίγο με μπράβο ή σωματοφύλακα και
δε μίλησε καθόλου.

Ο δεύτερος ήταν κάπως προχωρημένης ηλικίας, ίσως γύρω στα
εξήντα πέντε κι έδειχνε άνθρωπος καλλιεργημένος. Εκείνος
αποδείχτηκε ιδιαίτερα ομιλητικός και φιλικός. Παραπάνω
μάλιστα από όσο θα περίμενε κανείς. Κέρασε ένα ούζο και
πιάσαμε την κουβέντα, ίσως θα ήταν καλύτερο να πω ότι μου
έπιασε την κουβέντα με έναν ατελείωτο μονόλογο.

«Είστε ο γνωστός καθηγητής! Μάλιστα! Μα βέβαια έχω
διαβάσει τις εργασίες σας! Έχετε ασχοληθεί με την
Μεσαιωνική ιστορία της περιοχής. Επιτρέψτε μου να συστηθώ.
Λέγομαι Γιάννης Παπαγιάννης, συνηθισμένο όνομα θα έλεγε
κάποιος. Κάποιος που δε γνωρίζει βέβαια κι εσείς γνωρίζετε
πως στο παρελθόν τα μέλη της οικογένειάς μου ήταν κάποιου
είδους προσωπικότητες στην περιοχή. Το επώνυμο που φέρω
μαρτυράει την καταγωγή μου από κάποιον Ιερέα με το όνομα
Ιωάννης, σύμφωνα και με τις προφορικές μαρτυρίες που
άκουσα μικρός από τον παππού μου. Ακόμη και η παλιά πηγή
που έδινε πόσιμο νερό στο παλιό χωριό της Προβίστας,
57

ονομάζεται πηγή του Παπαγιάννη. Βέβαια εδώ και πολλά
χρόνια έχουμε απομακρυνθεί από τον τόπο. Μόνο τελευταία
μια κάποια ρομαντική διάθεση με έκανε να επισκέπτομαι πότε
πότε τα μέρη από τα οποία κατάγομαι. Βλέπετε έχω πλέον την
οικονομική άνεση να ασχολούμαι με τέτοια θέματα».

Μου κίνησε την περιέργεια, αν και μου φάνηκε λίγο
παράξενος. Δε βρίσκω συχνά ανθρώπους που να τους
ενδιαφέρει η ιστορία της κοιλάδας του Στρυμόνα. Έτσι θέλησα
να μάθω λεπτομέρειες για την ιστορία της οικογένειάς του.

Ο τύπος αυτός συμπεριφερόταν με άνεση στο χώρο, φώναζε
τον καφετζή με το μικρό του όνομα, τον ρωτούσε για την
πορεία των καλλιεργειών φέτος, ενώ έκανε και πολύ εύστοχες
παρατηρήσεις σχετικά με την ποιότητα του τοπικού τσίπουρου
αυτή τη χρονιά. Έτσι συμπέρανα πως ήταν τακτικός επισκέπτης
και πως διατηρούσε δεσμούς με τους ανθρώπους του τόπου.

Δυστυχώς όμως με όλο τον ενθουσιασμό του, ο κύριος
Παπαγιάννης ήταν αρκετά ασαφής. Ήταν βέβαια τέλεια
πληροφορημένος ως προς τις δικές μου δραστηριότητες.

Ήξερε ας πούμε πως το τελευταίο διάστημα μελετάω κάποια
χειρόγραφα από το Άγιο Όρος κι εκδήλωσε ζωηρότατο
ενδιαφέρον.

«Συγχωρήστε την αδιακρισία μου αγαπητέ μου, όμως πιστεύω
πως κάποιες πληροφορίες που εμπεριέχονται στα
συγκεκριμένα έγγραφα αφορούν το γενεαλογικό μου δέντρο».

Τίγκα στις Ελληνικούρες ο λόγος του Παπαγιάννη, είχα αρχίσει
να τον βαριέμαι.

«Βέβαια μου λέτε ότι πρόκειται για μια ας πούμε φανταστική
ιστορία. Όμως πιστεύω πως ο συγγραφέας ήταν από κάπου
58

εδώ γύρω κι είχε εμπλέξει πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα
στο μύθο του. Σίγουρα θα συμφωνήσετε μαζί μου πως δε θα
μπορούσε εύκολα μια τέτοια ιστορία να πείσει την
Ακαδημαϊκή κοινότητα. Θα ήταν όμως πολύτιμη για την μικρή
ρομαντική μου έρευνα. Σας ανέφερα νομίζω πως έχω πλέον
την οικονομική άνεση να ασχολούμαι με τέτοια θέματα».

Του έγνεψα πως, ναι, μου το είχε αναφέρει. Δεν υπήρχε
περίπτωση να πουλήσω σε αυτόν τον ανεκδιήγητο νεόπλουτο
τον πνευματικό μου κόπο και του το ξεκαθάρισα. Πολύ
ευγενικά και πολύ προσεκτικά, του εξήγησα πως όταν
δημοσιευόταν η εργασία μου θα μπορούσε να δει και να
αξιολογήσει όσα στοιχεία του φαινόταν χρήσιμα. Επέμεινε.

«Ελάτε τώρα κύριε καθηγητά ξέρετε καλύτερα από μένα πως
τέτοιου είδους εργασίες λίγους ανθρώπους ενδιαφέρουν. Εγώ
από την άλλη θα σας δώσω τα μέσα για να ασχοληθείτε με
κάτι πιο καυτό. Ας πούμε με την ανασκαφή στον Καστά. Μια
μελέτη γραμμένη από σας νομίζω πως λείπει αυτή τη στιγμή.
Τόσοι και τόσοι άσχετοι μιλάνε για το θέμα.

Θα μπορούσατε να ασχοληθείτε με τη γεωμετρία του
μνημείου, τη χρονολογία ανέγερσης του, την ταυτότητα του
ενοίκου ή την ταυτότητα του αρχιτέκτονα. Βέβαια κάποιος θα
βρεθεί να σας αμφισβητήσει, έτσι γίνεται τελευταία. Τελικά
όμως αυτό που θα μείνει θα είναι το όνομα το δικό σας που θα
γίνει γνωστό. Κάτι τέτοιο σίγουρα θα σας φανεί χρήσιμο σε
επόμενες έρευνες ή ακόμα και σε βιβλία που ίσως γράψετε.
Όλα είναι θέμα μάρκετινκ κύριε καθηγητά.

Ακόμη κι ένας άνθρωπος σαν κι εσάς πρέπει να ξέρει να
πλασάρει σωστά τον εαυτό του. Σκεφτείτε το».
59

Ο Τύπος μου χάλασε τη μέρα. Πραγματικά ανακουφίστηκα
όταν έφυγε, αφού χαιρέτησε εμένα και τον καφετζή σαν να
ήμασταν τουλάχιστον ξαδέρφια του. Φυσικά ο μυστηριώδης
σύντροφός του ούτε που έκανε τον κόπο να μας πει κάτι.

Αφού εξαφανίστηκαν οι δύο ξένοι με ένα μεγάλο τζιπ, θέλησα
να μάθω πληροφορίες γι αυτούς. Όμως ο καφετζής ούτε τους
είχε ξαναδεί, ούτε είχε ξανακούσει για κανέναν πλούσιο που
να τον λένε Παπαγιάννη και να κατάγεται από εδώ. Μυστήριο.
Κατάλαβα πως η επίσκεψή μου τελείωσε και ξεκίνησα κι εγώ
να φύγω. Ο δρόμος ήταν χωμάτινος, γεμάτος λακκούβες και
πέτρες. Λυπήθηκα το αυτοκίνητό μου, μια κι εγώ δεν είχα τα
χρήματα του Παπαγιάννη, αλλά δε βαριέσαι. Ήταν χρήσιμη η
επαφή με έναν τόπο που τον μελετούσα, αλλά τον γνώριζα
μόνο από τα βιβλία.

Πέρα από την ανόητη συνάντηση με τον Παπαγιάννη, αυτό
που μου έμεινε από την εξόρμηση μου, είναι πως η μνήμη των
κατοίκων δεν πάει πολύ πίσω. Πόλεμοι, λεηλασίες, πρόσφυγες
και μέτοικοι από άλλες περιοχές συντέλεσαν σε αυτό. Μόνο
στα τοπωνύμια μπορούσα να ελπίζω. Από τα μικροτοπωνύμια
που χρησιμοποιούν οι ντόπιοι, μπόρεσα να αντλήσω έμμεσα
αρκετές πληροφορίες. Κατά τα άλλα η περιοχή ζει στον
«αστερισμό του Καστά». Άκουσα απίστευτες ιστορίες από τους
ντόπιους. Ο καθένας είχε να πει κι από μια πληροφορία που
του την έδωσε ο ξάδερφός του που δουλεύει εργάτης στην
τοπική αρχαιολογία κ.λ.π.- κ.λ.π. Όλα ανοησίες.

Το βράδυ επέστρεψα κουρασμένος στα Ιωάννινα.

Μετά από δύο μέρες έπεσα θύμα διάρρηξης. Στο σπίτι οι
φωτογραφίες των χειρογράφων είχαν εξαφανιστεί. Το ίδιο και
οι σημειώσεις μου. Ο υπολογιστής μου κατέρρευσε από
60

κάποιον ιό, όπως και ο υπολογιστής που δούλευα στο
πανεπιστήμιο. Τέλος κάποιος φρόντισε να κλέψει και το κινητό
μου. Φτερά έκαναν και πολλές δισκέτες που περιείχαν αρχεία
της δουλειάς μου.

Παραήταν πολύ ακόμα και για μένα. Πρώτα οι φοιτητές μου,
μετά το μοναστήρι, κατόπιν το Πανεπιστήμιο, ο Παπαγιάννης
και τέλος αυτό. Κάποιος ήθελε να μην ολοκληρωθεί και να μη
δημοσιευθεί η έρευνα που έκανα τον τελευταίο καιρό. Εντάξει
το καταλάβαινε κι ένα παιδί ακόμα.

Στο μυαλό μου άρχισε να σχηματίζεται η υποψία ότι ίσως η
ιστορία που μελετούσα τελευταία, να μην ήταν και τόσο
φανταστική. Για να πω την αλήθεια έπιανα τον εαυτό μου να
φαντάζεται πως θα έκανα το μεγάλο μπαμ, μια μεγάλη
ανακάλυψη. Κάτι που δε θα περίμενε κανείς. Βέβαια ήμουνα
απελπιστικά μόνος κι έβλεπα όλες τις πόρτες να κλείνουν. Αν
όμως κατάφερνα να αποδείξω όσα υποψιαζόμουν τότε θα
μπορούσε ακόμη και να αλλάξει ένα κομμάτι της επίσημης
ιστορίας.
61

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ

Η διαδρομή προς τα Λακκοβήκια πάντοτε με ηρεμούσε.

Έπρεπε φυσικά να είμαστε προσεκτικοί με τους
Μουσουλμάνους που υπήρχαν εδώ κι εκεί, βόσκοντας τα
κοπάδια τους. Συνήθως όμως δε δημιουργούσαν προβλήματα.
Αρκούσε να επικαλεσθείς την φιλοξενία τους και γινόντουσαν
οι καλύτεροι οικοδεσπότες.

Είναι όμως εχθροί!

Πολλές φορές έχουν κάνει εγκλήματα σε βάρος των
Χριστιανών. Ακόμη και φόνους.

Άλλες φορές προκαλούν με τα κοπάδια τους καταστροφές στις
καλλιέργειες, ξέροντας πως δε θα δώσουν λόγο σε κανέναν.

Ο τόπος μου τους ανέχεται, αλλά η γη μου καρπίζει με τον
ιδρώτα των Ελλήνων μόνο. Οι Τούρκοι θα είναι πάντα ξένοι.

Στα μισά του δρόμου ο Γάλλος ήθελε κουβέντα. Όπως όλοι οι
ξένοι αδυνατούσε να καταλάβει τους Ρωμιούς. Μεγάλωσε
βλέπεις στη Δύση. Εκεί τα πράγματα πάντα ήταν αλλιώς. Εμείς
εδώ είχαμε άλλη πορεία. Έπρεπε να σκύψουμε, να ελιχθούμε
για να επιβιώσουμε. Οι Φράγκοι πάντα μας συνέκριναν με
τους Αρχαίους. Έτσι όπως τους έμαθαν απ’ τα βιβλία ή όπως
τους έπλασε η φαντασία τους. Συνήθως όταν μας γνώριζαν
από κοντά αισθανόταν απογοήτευση.

Αντί για τους απογόνους του Μιλτιάδη και του Αλέξανδρου,
έβλεπαν έναν λαό υποταγμένο στους Οθωμανούς και στη
62

φτώχεια. Περίμεναν πως όταν ερχόντουσαν στην Ελλάδα θα
έβρισκαν εδώ τους μακρινούς συγγενείς τους. Στο τέλος
βρισκόταν μπροστά σε βρώμικους Ρωμιούς, που λίγο
διαφέρανε στα μάτια τους από τους Τούρκους.

Καημένε Ραγιά!

Πως να βρεις μια θέση στον ήλιο με τους Αγαρηνούς να σε
κατατρέχουν και τους Ευρωπαίους να ψάχνουν αν είσαι
γνήσιος Έλληνας ή όχι; Σαν να δικαιούται λευτεριά και ζωή
μόνο όποιος κατάγεται κατευθείαν απ’ τον Περικλή ή τον
Λεωνίδα.

Είχε βέβαια και κάποιο δίκιο ο ξένος.

Τη λευτεριά δε στη χαρίζει κανένας. Δεν τη ζητιανεύεις. Την
παίρνεις μονάχος σου και την πληρώνεις με το αίμα σου.
Αλλιώς πεθαίνεις. Εμείς εδώ και αιώνες περιμένουμε να μας
ελευθερώσει ο Τσάρος της Ρωσίας ή κάποιος άλλος Χριστιανός
Βασιλιάς. Οι Έλληνες που άλλοτε ήταν τόσο περήφανοι, τώρα
πια περνάνε τον καιρό τους προσπαθώντας ν’ ανακαλύψουν
παλιές προφητείες που να τους παρηγορούν και να τους
δίνουν ελπίδα. Οποιαδήποτε προφητεία σχετικά με την πτώση
των Τούρκων και την ανασύσταση του Βυζαντίου τους κάνει.
Αξιοθρήνητο αλήθεια.

Δεν ήθελα όμως να παραδεχτώ σ’ εκείνον τον ξιπασμένο, τον
Γάλλο, τις αδυναμίες των Ρωμιών. Ρωμιός είμαι κι εγώ κι ας
ντύνομαι Φράγκικα.

Με την κουβέντα φτάσαμε στα Λακκοβήκια.

Επιτέλους βρισκόμασταν πάνω στο βουνό. Ανατολικά
φαινόταν η Κερκινίτηδα Λίμνη, το Τατσίνο, (Ώ Γιε της
Μάγισσας πόσο θα υποφέρουν ακόμη τα παιδιά σου;) στον
63

Νότο βλέπαμε τη θάλασσα κι εμείς στη μέση, σ΄ένα τόπο που
άκουγες τη γλώσσα μας και οι γυναίκες μας κυκλοφορούσαν
χωρίς να φοβούνται.

Ο Γάλλος πάντα μαζί μου, φαινόταν να απολαμβάνει το ρόλο
του ερευνητή, νομίζοντας πως ο κόσμος περιστρέφεται γύρω
του. Κενός άνθρωπος. Δε θα μπορούσαν βέβαια οι Τούρκοι να
πειστούν πως η έρευνα για τα φονικά είχε ανατεθεί σ΄εμένα.
Τον χρειαζόμουν λοιπόν, να τους μπερδεύει, ενώ εγώ κινούσα
τα νήματα. Αυτός είναι ο τρόπος που κινείται η Αδελφότητα
μέσα στους αιώνες.

Οδήγησα τον Γάλλο κατευθείαν στο σπίτι του Άγγελου. Φυσικά
δε χρειάστηκε να του εξηγήσουμε τίποτα. Ήξερε τα πάντα.
Άλλωστε για πολλά από όσα συνέβησαν ήταν άμεσα
υπεύθυνος.

Έπρεπε να δούμε τι θα κάνουμε με τον ξένο. Έπρεπε να δούμε
τι θα κάνουμε με την δολοφονία του συνδέσμου από το
Μοναστήρι. Έπρεπε να καλύψουμε τη δολοφονία του Μπράχο
ενώ οι απεσταλμένοι του Πασά, με κάποιο τρόπο έπρεπε κι
αυτοί να αποχωρήσουν ευχαριστημένοι.

Κυρίως όμως εκείνο που μας έκαιγε ήταν να μη κινδυνέψει ο
σκοπός μας. Ακόμα κι αν χρειαζόταν να σκοτώσουμε πάλι.
Ακόμη κι αν χρειαζόταν να πεθάνουμε όλοι.

Υπήρχαν όμως κάποια ερωτηματικά ακόμα και για τον Άγγελο.

«Ποιός γνώριζε το δρομολόγιο του Καλόγερου, ποιος ήξερε την
ανάμειξη του Πατέρα Γαβριήλ, ποιος πλησίαζε στην
αποκάλυψη του μυστικού;»

-Μα ο Μπράχο φυσικά απάντησα, ενώ φρόντισα να
μεταφράζω στον Γάλλο μία τελείως διαφορετική συζήτηση.
64

«Ο Αρναούτης ήταν γομάρι. Μπορούσε να κλέψει, να δείρει,
να σκοτώσει, μα να σκεφτεί ένα σχέδιο, να αποκαλύψει μια
συνωμοσία, όχι, δεν τον είχα ικανό».

-Τότε λοιπόν;

«Τότε λοιπόν θα πρέπει να κοιτάξουμε το σπιτικό μας. Να
βρούμε που μπάζει η βάρκα μας. Κάποιος δικός μας θα πρέπει
να δώσει λόγο».

-Τι λες;

«Προδοσία Θόδωρε, προδοσία».

-Προδοσία!

«Θα κατεβούμε μαζί στην Προβίστα. Κάποιος φίλος μας εκεί,
έχει να δώσει μερικές εξηγήσεις».
65

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ

ΟΠΟΥ Ο ΟΔΗΓΟΣ ΞΕΝΑΓΕΙ ΤΟΝ ΓΑΛΛΟ ΣΤΑ ΛΑΚΚΟΒΗΚΙΑ

Όλη την υπόλοιπη μέρα ασχολήθηκα με την ξενάγηση του
Γάλλου στην περιοχή των Λακκοβηκίων.

Το χωριό ήταν χτισμένο στο τελείωμα του Όρους Παγγαίου, με
αρχιτεκτονική που την υπαγόρευε το βουνό. Όλα φαινόταν να
είναι αρμονικά δεμένα με το τοπίο. Δρομάκια στενά, πέτρινα
γεφύρια, σεμνές εκκλησίες, ήταν περισσότερο σαν να
φύτρωσαν παρά σαν να τα έχτισαν άνθρωποι.

Η θάλασσα βρισκόταν βέβαια αρκετά κοντά και μπορούσες να
την δεις, όπως και την Λίμνη του Αχινού. Όμως το χωριό ήταν
χτισμένο σε σημείο που δε φαινόταν από μακρυά. Ήταν σαν να
το είχε κρύψει κάποιος και μάλλον κάτι τέτοιο είχε συμβεί,
γιατί στα παλιότερα χρόνια η περιοχή υπέφερε πολύ από
επιδρομές. Η θάλασσα έφερνε πειρατές και οι δρόμοι ληστές
και εχθρικά στρατεύματα.

Στην εποχή μας αυτό το παράξενο χωριό, μοιάζει να είναι και
είναι στ΄αλήθεια, ό,τι απέμεινε από το μεγαλείο της Αρχαίας
Αμφίπολης. Οι κάτοικοί του συνηθίζουν ακόμη και σήμερα να
δίνουν Αρχαία Μακεδονικά ονόματα στα παιδιά τους, όπως
Αλέξανδρος, Φίλιππος, Φιλώτας, Δημήτριος και Ολυμπία, ενώ
και τα Χριστιανικά που χρησιμοποιούν προτιμούν να έχουν
Ελληνική ετυμολογία. Τέτοια είναι το Ευάγγελος, Βασίλειος,
Άγγελος, Γεώργιος, Αθανάσιος και λοιπά, ενώ ονόματα με
Εβραϊκή προέλευση όπως Ιάκωβος, Δανιήλ και Ιωάννης, γενικά
αποφεύγονται.
66

Όμως αυτό είναι το λιγότερο. Φροντίζουν να αποθαρρύνουν
την εγκατάσταση Βουλγάρων, καθώς και Τούρκων εργατών
στο χωριό τους, με ήρεμο αλλά αποφασιστικό τρόπο, που δεν
προκαλεί, όμως είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικός. Μόνο τα
τελευταία χρόνια επιτρέπουν την εγκατάσταση τεχνιτών από
την Τσαμουριά, με την προϋπόθεση να είναι φανατικοί
Έλληνες.

Οι κύριες ασχολίες τους είναι η κτηνοτροφία και η γεωργία
ενώ και το εμπόριο είναι αρκετά ανεπτυγμένα, καθώς το
λιμάνι του Τσάγεζι στις εκβολές του Στρυμόνα, είναι πολύ
κοντά. Όσο για την παιδεία, αποτελεί προτεραιότητα της
κοινότητας με την Αστική σχολή της και την βιβλιοθήκη που
διατηρεί.

Φυσικά όσο κι αν ζούμε σε μια σχετικά ήσυχη εποχή, πάντα
υπάρχει μια ανασφάλεια που προκαλείται από την παρουσία
κοντά στο χωριό Τουρκικών οικισμών. Έτσι οι κάτοικοι
αποφεύγουν να μετακινούνται μόνοι τους και φροντίζουν να
πηγαίνουν στα χωράφια κατά ομάδες.

Και όλα αυτά στη σκιά της Αρχαίας Αμφίπολης, καθώς το
λιμάνι τα βοσκοτόπια και τα χωράφια που εκμεταλλεύονται
συμπίπτουν λίγο ως πολύ με τα εδάφη της Αρχαίας
Μητρόπολης του Μακεδονικού Ελληνισμού.

Ώ Γιε της Μάγισας, ώ Βασιλιά που δε νικήθηκες ποτέ,
κατακτητή της οικουμένης και γητευτή λαών, πόσο λίγο απ’ το
μεγαλείο σου σώζεται σήμερα. Τόσο που μια ταπεινή
βιβλιοθήκη σ΄ένα μικρό χωριό να θεωρείται κατόρθωμα.
67

Τόσο που μια γλώσσα γης, ένας ξεχασμένος τόπος, να
αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο του Βασιλιά που διαφέντεψε
κάποτε τον κόσμο ολόκληρο.

Αλλά πάλι εμείς εδώ κρατήσαμε το μετερίζι μας δυο χιλιάδες
χρόνια, ενώ όλα εκείνα τα μεγαλεία κράτησαν τόσο λίγο. Πάλι
με χρόνια...αλλά πόσα χρόνια ακόμη;

Το μυαλό μου άρχισε να γυρνάει πίσω. Αναμνήσεις θαμμένες
για χρόνια, γεγονότα ξεχασμένα γύρισαν ξανά στο νου μου.
Ίσως έφταιγε το βουνό που τόσο αγαπούσα και πάντα με
έκανε να αισθάνομαι πως είμαι στο σπίτι μου.

Ήμουν μικρό παιδί όταν ξεκληρίστηκε η οικογένειά μου από
την πανούκλα.

Το μέλλον μου φαινόταν αβέβαιο.

Η ίδια η ζωή μου βρισκόταν σε κίνδυνο από την πείνα και
κινδύνευα ν΄αρωστήσω κι εγώ.

Τότε με ανέλαβε η Αδελφότητα μέσω ενός Καλόγερου που
ήταν μέλος της.

Από τότε η ζωή μου άλλαξε. Ταξίδεψα σε μέρη που ούτε τα
είχαν ακούσει οι χωριανοί μου, σπούδασα, έμαθα να μιλώ
γλώσσες Ευρωπαϊκές, έμαθα να πολεμώ και να στέκομαι δίπλα
σε ευγενείς σαν ίσος τους, έμαθα να κάνω τον χωριάτη όταν
χρειαζόταν, στο βάθος χωριάτης είμαι ακόμα. Έμαθα να κάνω
και τον φονιά όταν χρειαζόταν και στ΄αλήθεια χρειάστηκε
πολλές φορές. Έμαθα να αντικρίζω τους χωριανούς μου σαν
ξένος κι αυτοί ούτε που φαντάστηκαν ποτέ ποιος ήμουν
στ΄αλήθεια. Έμαθα να είμαι κάποιος άλλος.
68

Εκείνο που απέτυχα να κάνω ήταν να γαληνέψω την ψυχή
μου. Τίποτε απ’ όσα έζησα δεν τα περίμενα και δεν τα
φανταζόμουν ποτέ, ούτε τα θέλησα κι όλας.

Εκείνο που θέλησα περισσότερο απ΄το χρυσάφι και τη δύναμη
δε θα το είχα ποτέ. Ούτε αν είχα παραμείνει στο χωριό,
(αλίμονο ο φαντασμένος ο Τόλιος δε θά ΄δινε ποτέ την κόρη
του σ΄έναν Τσάλκο), ούτε και σαν Θόδωρος οδηγός. Ο Τόλιος,
ο αγαπητός μας Μιχάλης, ο αξιότιμος οικοδεσπότης μας. Στο
χωριό όλοι το ξέρανε πως κανόνισε η κόρη του, η Σωσάννα, να
παντρευτεί έναν πλούσιο έμπορο της Σαλονίκης. Τό’ξερα πια,
θα πέθαινα μοναχός μου όπως μοναχός μου έζησα όλα αυτά
τα χρόνια. Τον σκοπό μας όμως δε θα τον πρόδινα ποτέ.
Άλλωστε ο σκοπός μας με κράτησε τόσα χρόνια και αυτός
είναι όλα όσα απόκτησα.

Περάσαμε τη νύχτα στο σπίτι του Άγγελου και το πρωί
ξεκινήσαμε πάλι για την Προβίστα, με τη συνοδεία του
Άγγελου.
69

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΒΙΣΤΑ

Το απόγευμα ο Γάλλος εργοδότης μου συναντήθηκε με το
Μουδίρη και τον Καδή, στους οποίους δήλωσε πως θα
συνεχίσει τις έρευνες με περισσότερο ζήλο.

Μετά απ’όσα συνέβησαν θέλησα να ηρεμήσω την ψυχή μου.
Μία επίσκεψη στην εκκλησία της Παναγίας ήταν ό,τι
χρειαζόμουνα. Προσπέρασα το Τούρκικο Τζαμί και μπήκα στον
ναό των Χριστιανών. Πέρασα αρκετή ώρα εκεί μέσα όταν
ξαφνικά άκουσα θόρυβο πίσω μου.

Ο Παπάς της Προβίστας. Ο αινιγματικός Παπά Γιάννης.

Ένας γέροντας με επιβλητική μορφή για τον οποίο στο χωριό
λεγόντουσαν απίστευτες ιστορίες. Κάποιοι ορκιζόντουσαν πως
στα νιάτα του ήταν πειρατής, άλλοι τον θέλανε ληστή στα
βουνά, όλοι τον φοβόντουσαν πάντως παρά τα χρόνια του,
που ήταν αρκετά.

«Συγνώμη που διέκοψα την προσευχή σου παιδί μου. Νόμιζα
πως η εκκλησία ήταν άδεια».

Πονηρή γέρικη αλεπού! Φυσικά και ήξερε πως βρισκόμουν
εδώ. Όλα τα ήξερε ή τα μάντευε τούτος ο διάολος. Γι αυτό και
τον απέφευγα όποτε ερχόμουν στο χωριό. Δε μπορούσες
εύκολα να του κρυφτείς αυτουνού. Κι εγώ είχα μυστικά να
φυλάξω.
70

Θέλησα να βρω μια δικαιολογία και να φύγω. Πέρασε η ώρα, η
προσευχή μου τελείωσε, σε λίγο νυχτώνει. Άδικος κόπος.

Ο Παπάς ήθελε κουβέντα. Εγώ πάλι όχι. Κέρδισε εκείνος. Πως
να τα βγάλει κανείς πέρα μαζί του. Ήταν σατανάς.

«Παιδί μου Θεόδωρε είσαι κουρασμένος όμως σε παρακαλώ
κάνε λίγη παρέα σε έναν γέρο που διψά να μάθει τα νέα του
έξω κόσμου. Βλέπεις είναι λίγοι οι επισκέπτες σε τούτο τον
τόπο κι εσύ έχεις πολλά να διηγηθείς απ΄τα ταξίδια σου.
Έμπορος, οδηγός για τους Φράγκους στ΄αλήθεια είσαι
ενδιαφέρον άνθρωπος. Σίγουρα τα μάτια σου έχουν δει πολλά
και θαυμάσια πράγματα. Ίσως εμείς εδώ να σου φαινόμαστε
μίζεροι και κακομοίρηδες και να πνίγεσαι σ’ αυτό τον τόπο, με
τους ραγιάδες και τους Τούρκους. Όμως να ξέρεις πως
κάνουμε κι εμείς ό,τι περνάει απ’ το χέρι μας για να ζούμε με
αξιοπρέπεια. Με τα μέσα που έχουμε στα χέρια μας, έχουμε
καταφέρει πολλές υποθέσεις του χωριού μας να τις
κανονίζουμε μοναχοί μας, χωρίς να καταφεύγουμε στη
δικαιοσύνη των Τούρκων. Αρκεί ένα δώρο στα κατάληλα χέρια
και μας αφήνουν στην ησυχία μας. Έτσι με τους
Τσορμπατζήδες μας και την εκκλησιαστική επιτροπή μπορούμε
να λέμε πως καταφέρνουμε να έχουμε κι εμείς ένα μικρό
κομμάτι λευτεριάς».

Προσπαθούσα να καταλάβω που το πήγαινε ο γερό διάολος,
γιατί σίγουρα κάπου ήθελε να καταλήξει. Έτσι έκανα κάποια
κολακευτικά σχόλια για το χωριό και τους δημογέροντες, που
ροκάνιζαν σιγά σιγά όση από την εξουσία των Οθωμανών
μπορούσαν. Φυσικά οι Τσορμπατζήδες συνήθως κοίταζαν
πρώτα το προσωπικό τους συμφέρον και μετά την κοινότητα,
71

αλλά προτίμησα να μην το αναφέρω. Δεν ήταν δική μου
δουλειά.

Ο Παπάς μόλις και μετά βίας με άφησε να μιλήσω και αμέσως
συνέχισε:

«Κοίταξε παιδί μου πως παλεύουμε ν’ αρπάξουμε λίγη δύναμη
εδώ σ’ αυτό το χωριό που το ξέχασε όλος ο κόσμος. Οι
άνθρωποι εδώ δεν έχουν πολλούς παράδες. Έτσι η φτωχή μας
ενορία με αντάλλαγμα τα γεννήματα του καθενός, κόβει
μπακιρένιες μάρκες, που δείχνουν πως αγόρασαν τα κεριά
όλης της χρονιάς. Σιγά σιγά αυτές οι μάρκες παίρνουν τη θέση
του αληθινού χρήματος και τις δέχονται και οι έμποροι του
χωριού. Ακόμη και οι Τούρκοι τις δέχονται. Ένα κερί βλέπεις
έχει πιο σταθερή αξία από ένα νόμισμα του Σουλτάνου
κάποιες εποχές. Φυσικά αυτό είναι παράνομο, είναι σαν να
κόβεις δικιά σου μονέδα, αλλά όσο αυτές οι μάρκες
κυκλοφορούν μέσα στα όρια του χωριού, οι Οσμανλήδες
κάνουν τα στραβά μάτια. Έτσι λίγο πολύ αν και είμαστε
σκλαβωμένοι έχουμε κι εμείς λίγη δύναμη16».

-Πάτερ πραγματικά είναι πολύ σημαντικά όσα κάνεις εσύ και
οι δημογέροντες κάτω απ’ τη μύτη των Τούρκων. Μάλλον
όμως θα πρέπει να γυρίσω τώρα στη δουλειά μου.

16
Από την τουρκοκρατία η εκκλησία φαίνεται να ήταν ο κυριότερος εκδότης «ενοριακών»
νομισμάτων. Αν και, τυπικώς, προορίζονταν για χρήση εντός του ναού ώστε να μην προκαλούν τον
δυνάστη, τύγχαναν ευρύτερης κυκλοφορίας εντός της ενορίας. Τέτοια νομίσματα γνωρίζουμε ότι
εκδόθηκαν στην Προύσσα, στο Τεπετζίκ, στα Ταταύλα, το Σουσουρλούκι, ενώ το παράδειγμα φέρεται
να μιμήθηκαν και οι άλλες μειονότητες (Αρμένιοι, Εβραίοι). Αλλά και στον τουρκοκρατούμενο
ελλαδικό χώρο, η Λιάτα μας παραπέμπει σε σειρά τοπικών νομισμάτων εκκλησιαστικής χρήσης –
τους «καημέδες», ή «μάρκες», ή «μπιλιέτα» – που κυκλοφορούσαν στο Νυμφαίο, την Καστοριά, την
Δράμα, την Σαμοθράκη, την Μυτιλήνη και αλλού. Και στην Κρήτη, ο Κλεάνθης Σιδηρόπουλος
αναφέρει ότι η έλλειψη μικρής αξίας νομισμάτων, δηλαδή ψιλών, οδήγησε στην χρήση
χαλκονομισμάτων με τοπική εμβέλεια.
Πληροφορίες από το βιβλίο: Το χρήμα στην Ελλάδα, 1821-2001. Η ιστορία ενός θεσμού» (2016)] Αθ.
Κ. Μπουντάλης
72

«Ναι παιδί μου. Πρώτα η δουλειά. Ας μη σε χασομερήσω άλλο
με φλυαρίες. Είσαι σίγουρα ένας σοβαρός άνθρωπος και σε
εκτιμάω πολύ, να το ξέρεις. Βέβαια πολλές φορές τα πράγματα
είναι αλλιώτικα από ό,τι φαίνονται κι άλλες φορές οι
άνθρωποι αλλάζουν στην πορεία. Πάρε παράδειγμα εμένα.
Δεν ήμουνα πάντα ο Παπά Γιάννης, θα το ξέρεις βέβαια, κάτι
θα έχεις ακούσει. Οι παλιοί εδώ με ξέρανε σαν Μάλαμα, μα αν
η εκκλησία ανέχτηκε να με βαφτίσει μ΄ετούτο το όνομα, όταν
θέλησα να χειροτονηθώ, μου το άλλαξε σε Γιάννη.

Νά΄μαι λοιπόν μπροστά σου ένας καινούριος άνθρωπος, μα με
το φορτίο των αμαρτιών μου ακέραιο».

Άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια. Ψέλλισα κάτι για τον ξένο που
σίγουρα θα με χρειαζότανε τώρα, μα ο Παπάς συνέχισε.

«Πάρε παράδειγμα τον Εφέντη μας, τον πολυχρονεμένο
Μουδίρη. Ο πατέρας του ήταν δικός μας, Χριστιανός και
μάλιστα έμπορος. Βέβαια είχε αλισβερήσια με περίεργους
ανθρώπους, έτσι λέγανε τότε και μια φορά μάλωσε με έναν
από αυτούς και τον σκότωσε μέρα μεσημέρι μέσα στο χωριό.
Τότες τον πιάσανε οι Τούρκοι και θα τον κρεμούσαν το δίχως
άλλο, όμως εκείνος δήλωσε δημόσια την πίστη του στο
Μουχαμέτη κι έτσι γλύτωσε. Βλέπεις παιδί μου τα κρίματα
μετράνε αλλιώτικα για τους Χριστιανούς εδώ πέρα κι αλλιώς
για τους Αγαρηνούς. Οι Τούρκοι τότες τον περιβάλανε με
πολλή αγάπη κι ο γιος του έφτασε να γίνει άρχοντας και να
κάνει κουμάντο στο χωριό.

Πάρε παράδειγμα εσένα παιδί μου Θόδωρε, γιέ του ξαδέρφου
μου του κακομοίρη του Γιώργη του Τσάλκου που έφυγες
μισοπεθαμένο παιδάκι, με ‘κείνον τον καλόγερο και
ξαναγυρνάς Φραγκοντυμένος κι αγνώριστος, ολόκληρος
73

άντρας στο χωριό σου, μα δε μας δίνεις σημάδι γνωριμίας. Ναι
παιδί μου σε γνώρισα μην τ΄αρνηθείς πως είσ’ εσύ».

-Πάτερ Ιωάννη μάλλον λάθος κάνεις εγώ.............

«Παιδί μου, μη μου πεις τίποτε άλλο. Έχουν δει πολλά τα μάτια
μου και καταλαβαίνω κι άλλα τόσα. Να ξέρεις μόνο πως όσο
και να κρατάς σκυφτό το κεφάλι σου, φωνάζεις από μακρυά
πως ραγιάς δεν είσαι.

Κοίτα λοιπόν να προσέχεις παιδί μου. Όσο για τα μυστικά που
κουβαλάς μέσα σου, τούτο ‘δω το χωριό κρύβει πολλά
μυστήρια, θ΄αντέξει ένα ακόμα. Εμένα το στόμα μου θα μείνει
κλειστό από δω και πέρα. Μόνο πρόσεχε».

Δεν ήξερα τι να πω. Βγήκα αμίλητος απ’ την εκκλησία χωρίς να
χαιρετήσω. Κατάλαβα πως είχα δίκιο που φοβόμουν τον Παπά
τόσο καιρό. Όταν όμως ήθελε κάτι, δε μπορούσες να τον
αποφύγεις.

Έφυγα σαν κυνηγημένος για το σπίτι του Τόλιου. Το πράγμα
άρχισε να μπερδεύεται άσχημα.
74

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

ΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ

Η επίσκεψη στο ορεινό χωριό τελείωσε επιτέλους και μετά από
μία ημέρα πήραμε τον δρόμο για την Προβίστα και πάλι.

Τώρα είχαμε μαζί μας ακόμη έναν αινιγματικό τύπο, τον
Άγγελο από τα Λακκοβήκια, ο οποίος για κάποιο λόγο θέλησε
να μας συνοδέψει. Φαινόταν να έχει μια περίεργη οικειότητα
με τον οδηγό μου, ενώ εμένα με αντιμετώπιζε κάπως
υποτιμητικά.

Φτάσαμε στην Προβίστα μετά το μεσημέρι και το απόγευμα
ετοιμάστηκα να συναντήσω το Μουδίρη και τον Καδή, για να
με ενημερώσουν για τυχόν εξελίξεις.

Από ότι μου είπαν και οι δύο, η μονή Παντοκράτορα έκανε
κάποια διαβήματα διαμαρτυρίας στις Τουρκικές αρχές.

Αφ ενός λόγω του ότι η δολοφονία του αντιπροσώπου της
στην περιοχή, του Πατέρα Γαβριήλ παρέμενε ανεξιχνίαστη, αφ
ετέρου γιατί πριν από λίγο καιρό δολοφονήθηκε και ο
απεσταλμένος της στα στενά της Ρεντίνας.

Η υπόθεση μπορούσε να εξελιχθεί άσχημα για τους τοπικούς
άρχοντες, μια και το Μοναστήρι απειλούσε να απευθυνθεί
στην Κωνσταντινούπολη. Στην αντίπερα όχθη, οι Τούρκοι
κάτοικοι της περιοχής, είχαν αρχίσει να κατηγορούν ανοιχτά
τους Χριστιανούς συντοπίτες τους για τη δολοφονία του
Μπράχο. Του Μπράχο που όλοι τον αντιπαθούσαν ζωντανό,
όμως τώρα που δολοφονήθηκε κόντευε να ανακηρυχθεί σε
Μουσουλμάνο μάρτυρα. Τελικά και οι δύο Οθωμανοί
75

συμφωνούσαν πως για όλα έφταιγα εγώ. Δε μου άρεσε να το
παραδέχομαι μα ίσως είχαν κάποιο δίκιο.

Τις τελευταίες ημέρες είχα αφεθεί να με οδηγούν όπου τους
βόλευε, ξεχνώντας πως είχα αναλάβει ένα έργο να επιτελέσω.
Συμπεριφερόμουν σαν να βρισκόμουν σε ταξίδι αναψυχής,
απολαμβάνοντας τη φιλοξενία του τόπου και μην κάνοντας
ουσιαστικά τίποτε.

Αποφάσισα να αλλάξω τακτική και τους το είπα. Το πρωί της
επόμενης ημέρας θα επισκεπτόμουν τους τόπους των
εγκλημάτων. Ο Μουδίρης δήλωσε πως θα με συνόδευε, ενώ ο
Καδής θεώρησε πως δεν είχε χρόνο για χάσιμο μαζί μου. Ίσως
σκέφτηκε πως όσο εμείς ψάχναμε στοιχεία, εκείνος θα
βασάνιζε και θα λήστευε πιο εύκολα τους χωρικούς με την
πρόφαση των ερευνών του.

Φυσικά όλες αυτές οι συζητήσεις αναλύθηκαν το βράδυ
δεόντως στο σπίτι του οικοδεσπότη μου, του Μιχάλη.

«Σιγά μη βγάλετε άκρη ποτέ». Μας δήλωσε στο τέλος ο
έμπορος.

«Ένας Τουρκαλβανός τσιφλικάς νεκρός, ένας Ρωμιός
καλόγερος με ανοιγμένο κεφάλι. Οι καιροί είναι άγριοι κι εσείς
μπλέκετε σε διαμάχες που δεν καταλαβαίνετε. Φύγετε όσο
είναι καιρός ακόμα, τα βουνά εδώ γύρω κρύβουν κινδύνους.
Φύγετε».

Αντίθετα ο Άγγελος πίστευε πως έπρεπε να συνεχίσουμε.

«Ποτέ μην εγκαταλείπεις μια μάχη και ποτέ μη δίνεις στον
Τούρκο την ικανοποίηση ότι σε νίκησε. Το αρχίσατε, πρέπει να
το τελειώσετε. Θα σας βοηθήσω κι εγώ».
76

Πήγαινε πάρα πολύ για μένα, έναν υπήκοο του Γάλλου
Βασιλιά. Να μου υποδεικνύει ένας Έλληνας, αν είναι δυνατόν,
πως πρέπει να παλέψω.

Χρειάστηκε να εξηγήσω σε αυτόν τον εκπρόσωπο μιας
υποδουλωμένης ράτσας ποιοι είμαστε εμείς οι Γάλλοι, αν και
δεν ήμουνα σίγουρος πως οι λέξεις τιμή, καθήκον και θάρρος
θα σημαίνανε κάτι για εκείνον.

Χαμογέλασε με ‘κείνο το εκνευριστικό του χαμόγελο.

«Υπάρχει και άλλος τρόπος να δει κανείς τούτες τις λέξεις».

-Σ’ ακούω με ενδιαφέρον φίλε μου, άνοιξε μου τα μάτια.

«Ο παππούς μου ο Γιώργος, μετά από μία ζωή γεμάτη αγώνες
κατάφερε να μεγαλώσει τέσσερα παιδιά και να αποκτήσει
δεκαπέντε εγγόνια. Η ζωή όμως του φύλαγε ένα τελευταίο
μαρτύριο.

Αρρώστησε κι έπεσε στο κρεβάτι τα δύο τελευταία χρόνια της
ζωής του. Ο γιατρός που φέραμε να τον κοιτάξει, μας είπε πως
έχει γεράματα και καμία ελπίδα να γίνει καλά. Πέρασε ο
καιρός και η γιαγιά μου η Σοφία τον φρόντιζε όσο μπορούσε.
Όμως ο παππούς μου έσβηνε. Σιγά- σιγά έμεινε ένας σκελετός
με δέρμα και πολλές φορές έχανε τα λογικά του κι έλεγε
ασυνάρτητα πράγματα.

Μέχρι που μια μέρα ζήτησε να μαζευτούν τα παιδιά και τα
εγγόνια του. Τό ‘νοιωσε πως θα πέθαινε και ήθελε να μας
αποχαιρετήσει. Περάσαμε ένας ένας από το κρεβάτι του
μπροστά και τον φιλήσαμε στο μάγουλο. Κάθε φορά που
αναγνώριζε κάποιον χαμογελούσε ικανοποιημένος και μετά
τον βλέπαμε που συγκέντρωνε όλη τη σκέψη του για να δει τον
επόμενο. Προσπαθήσαμε πολύ εμείς τα παιδια να νικήσουμε
77

την αποστροφή μας. Βλέπετε ήταν ένα ζωντανό λείψανο που
μετά βίας ανάσαινε. Στο τέλος, αφού περάσαμε όλοι, τον
είδαμε να χαμογελά ευτυχισμένος και γαλήνιος. Την άλλη
μέρα πέθανε.

Τα χρόνια πέρασαν και πολλές φορές σκεφτόμουνα εκείνες τις
στιγμές. Τι άραγε έκανε τον γέροντα εκείνον που κοίταζε στα
μάτια το θάνατο, να περάσει μια τέτοια κούραση και να χαρεί
τόσο πολύ; Τώρα που πέρασαν τα χρόνια το έχω πια
καταλάβει. Αυτός ο άνθρωπος που πάλεψε όλα του τα χρόνια
με τον ουρανό και τη γη, που αψήφησε ληστές και Τούρκους,
ήθελε την τελευταία του στιγμή να μετρήσει τα παιδιά και τα
εγγόνια του. Όταν κατάλαβε πως είναι όλα ζωντανά μπορούσε
πια να πεθάνει ήσυχος. Είχε κάνει το καθήκον του απέναντι
στη ζωή. Είχε νικήσει το θάνατο».

«Λακκοβηκιώτικες κουβέντες». Έφτυσε ο Μιχάλης κι έληξε τη
συζήτηση.

Μάλλον οι Χριστανοί του τόπου, εκτός από την αντιπάθεια για
τους Μουσουλμάνους, είχαν και μεταξύ τους να χωρίσουν
πολλά .

«Η διχόνοια που λέγαμε». Μου πέταξε όλο νόημα ο Θόδωρος.
78

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ

Πρωί πρωί λοιπόν ξεκινήσαμε να ψάξουμε για στοιχεία. Αυτή
τη φορά μαζί μας ήταν και ο οικοδεσπότης μας, ο Μιχάλης
καθώς και ο Μουδίρης μαζί με δύο Αρβανίτες για συνοδεία.
Ακόμη κατάφερα να πείσω τους υπολοίπους να προστεθεί
στην παρέα μας και ο Άγγελος απ΄τα Λακκοβήκια.

Ο Πατέρας Γαβριήλ βρέθηκε με ανοιγμένο το κεφάλι, λίγο πιο
πάνω από τον οικισμό Παναήρι. Τώρα τι δουλειά είχε εκεί
πέρα τέτοια ώρα, αυτό ευτυχώς δεν το ήξερε κανένας. Οι
χωρικοί ούτε είδαν τίποτε ούτε ήθελαν να παραδεχτούν ότι
γνώριζαν κάτι. Κανένα στοιχείο δε βρέθηκε εκεί γύρω. Οι
άνθρωποί μας είχαν φροντίσει να χτενίσουν το χώρο μια και
δεν είχαν προλάβει να μετακινήσουν αλλού το πτώμα. Έπρεπε
οι έρευνες να οδηγηθούν μακρυά από εκεί γύρω με κάθε
τρόπο. Φυσικά ήμασταν σε θέση να ξέρουμε πως τον Γαβριήλ
τον σκότωσε ο Μπράχο, εφόσον απέτυχε να τον
τρομοκρατήσει ή να τον πάρει με το μέρος του. Ο Καλόγερος
εκείνο το βράδυ πήγαινε να συναντήσει τα υπόλοιπα χρώματα.
Προφανώς κατάλαβε πως τον παρακολουθούσαν και
προσπάθησε να ξεφύγει. Δεν τα κατάφερε.

Η εκτέλεση του Τσιφλικά έγινε αρκετά μακρυά από εκεί. Οι
άνθρωποί μας πετύχανε τον Αρναούτη την ώρα που πήγαινε
για κυνήγι. Αφού σκότωσαν τους συνοδούς του με τουφέκι,
τον ακινητοποίησαν και τον μαχαίρωσαν τέσσερις φορές στην
καρδιά.

Ήταν ο τρόπος που σκότωνε η Αδελφότητα.
79

Ο Μπράχο δε δρούσε μόνος του κι έπρεπε να δοθεί ένα
μήνυμα στους συνενόχους του ώστε να φοβηθούν και να
μείνουν ήσυχοι. Χρειαζόμασταν χρόνο και τον αγοράσαμε
ακριβά. Τώρα οι Μουσουλμάνοι είχαν εστιάσει την προσοχή
τους ακριβώς εκεί που δε θέλαμε. Στη φωλιά μας.

Περάσαμε μια ανούσια μέρα κυνηγώντας στοιχεία. Καλύτερα
θα μπορούσα να πω, πως προσωπικά επαλήθευσα την
έλλειψη στοιχείων, ενώ ο Γάλλος που μας συνόδευε, έπαιζε
τον ρόλο του ως ερευνητή, με την ανοησία που τον
χαρακτήριζε. Οι υπόλοιποι απλώς μας ακολουθούσαν.

Γυρίζοντας στην Προβίστα απέσπασα από τον Μουδίρη την
υπόσχεση να με συνοδεύσει το επόμενο πρωί στο Γενίκιοϊ, στη
σκιά των ερειπίων της αρχαίας Αμφίπολης. Ήταν μια καλή
ευκαιρία να βρεθούμε μόνοι μας, είχαμε πράγματα να πούμε
και βέβαια να προμηθευτούμε παστά χέλια, που είναι η τοπική
λιχουδιά. Ο Γάλλος μου ας πέρναγε ένα πρωινό μονάχος του.
Δε θα πάθαινε και τίποτα.

Για να τον αποζημιώσω που θα τον άφηνα μόνο του τον πήγα
στο τοπικό καπηλειό.

Εκεί βρήκαμε τον δάσκαλο, τον Βαγγέλη. Ο Βαγγέλης, ένας
φλογερός πατριώτης, ένας ρομαντικός δάσκαλος, ένα κοφτερό
μυαλό, μα επίσης κι ένας άνθρωπος που δεν κυριαρχούσε στα
πάθη του. Γι αυτό άλλωστε και η Αδελφότητα απεφευγε να τον
πλησιάσει. Ο Βαγγέλης έπινε. Κατά καιρούς έπινε πολύ, κατά
καιρούς το περιόριζε. Στο τέλος όμως ξανακυλούσε. Χάρηκε
που μας είδε. Εμένα με γνώριζε βέβαια, όμως μόλις κατάλαβε
πως συνόδευα έναν Ευρωπαίο, ενθουσιάστηκε. Βάλθηκε να
μας μιλάει για την ιστορία του τόπου. Για την Αμφίπολη, τον
Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, ώσπου έφτασε στο αγαπημένο
80

του θέμα: το όνειρο της απελευθέρωσης απ΄τους Τούρκους.
Προσπάθησα να τον σταματήσω. Μπορεί να τον άκουγε
κάποιος και να είχε μπλεξίματα. Άδικος κόπος. Όταν ο
Βαγγέλης έπινε κι έβρισκε ακροατήριο δεν είχε μέτρο:

«Εσείς οι ξένοι θυμάστε το Ελληνικό γένος μόνο όταν κάτι
τέτοιο σας εξυπηρετεί». Είπε ο δάσκαλος απευθυνόμενος στον
εργοδότη μου, ενώ εγώ μετέφραζα.

«Οι Έλληνες πρέπει να πάρουν τη θέση που τους ανήκει,
δίπλα στα πολιτισμένα έθνη της Ευρώπης. Αλλιώς θα μείνουν
για πάντα Ρωμιοί. Η μοίρα των αδυνάτων είναι να ψάχνουν
συνέχεια προστάτες για να επιβιώσουν. Μόνο όμως όταν θα
αποφασίσουν πραγματικά να πεθάνουν για την ελευθερία
τους, μόνο τότε θα μπορέσουν να ζήσουν ελεύθεροι. Αλλιώς
θα μείνουν για πάντα όργανα των Μεγάλων Δυνάμεων.

Είναι όμως εξαιρετικά ασταθείς. Εκεί που νομίζεις πως είναι
έτοιμοι να πεθάνουν για να αναστήσουν την πατρίδα τους,
τους βλέπεις να σκέφτονται πονηρά και να παλεύουν για
περισσότερα προνόμια από τον Σουλτάνο. Ραγιάδες. Αυτό
είναι σήμερα τα παιδιά των Ελλήνων».

Ξεγελάστηκα και του έδωσα θάρρος:

-Μήπως όμως δεν είναι και οι καιροί κατάλληλοι Βαγγέλη;
Ίσως να μην είναι φρόνιμο να προκαλούμε την οργή του
Σουλτάνου. Στο παρελθόν οι Ρωμιοί πλήρωσαν πολύ ακριβά
τις κινήσεις που έκαναν για ν’ αποκτήσουν ελευθερία.
Θυμάσαι το Νικοτσάρα;

Ο Νικοτσάρας ήταν ένας αρματωλός από την περιοχή του
Ολύμπου. Είχε μπλεχτεί σε ένα περίεργο αλισβερίσι με τους
Ρώσους και τους Σέρβους. Με τα πολλά βρέθηκε και στην
81

περιοχή του Στρυμόνα, να προσπαθεί να συγκεντρώσει άντρες
για να ενωθεί με τους Σέρβους στο βορά και να χτυπήσουν
μαζί τον Τούρκο. Φυσικά απέτυχε. Αποδείχτηκε πως οι Ρώσοι
τον θεωρούσαν απλά ένα πιόνι στο παιχνίδι τους και τελικά
τον εγκατέλειψαν την πιο κρίσιμη στιγμή. Μόνο θρύλοι
έμειναν στην περιοχή να θυμίζουν το πέρασμά του. Θρύλοι και
απογοήτευση.

«Θυμάμαι το Νικοτσάρα. Όλα τα θυμάμαι». Είπε ο δάσκαλος
με κάποια πίκρα στη φωνή. «Προτιμάω όμως να τον
σκέφτομαι σαν παράδειγμα για τον ξεσηκωμό. Όχι σαν
υπενθύμιση πως οι ελπίδες μας είναι μάταιες».

«Ξέρω όμως και τούτο. Οι Οθωμανοί δεν είναι πια οι
αιμοδιψείς πολεμιστές που κάποτε τα ‘βάζαν με όλο τον
κόσμο. Περισσότερο τους νοιάζει να απολαύσουν όσα
κατέχουν παρά να μπουν σε νέες περιπέτειες. Μόνο όταν
αισθάνονται πως απειλούνται αυτοί και η θρησκεία τους
σηκώνονται απ' τον ανατολίτικο ύπνο τους και θυμούνται τον
ιερό τους πόλεμο.

Οι Ρωμιοί από την άλλη ξυπνάνε σιγά σιγά και θυμούνται πως
κάποτε ήταν Έλληνες. Το εμπόριο και τα χρήματα που φέρνει
βοηθάνε σ' αυτό. Βοηθάνε και οι ξένοι φυσικά. Όποτε βέβαια
τους βολεύει. Στο τέλος όμως πάντα νικάει ο στρατός του
Σουλτάνου, ο καιροσκοπισμός των Φράγκων ή των Ρώσων και
φυσικά ο ραγιαδισμός των δικών μας».

Έπειτα ο Βαγγέλης, μας μίλησε για τον Αδάμη του Καράπαπα.
«Περάσατε απ΄τα ερείπια του Χάνδακα όπως ερχόσασταν;
Περάσατε;» Μας ρώτησε.
82

Του έγνεψα πως είχαμε περάσει. Ο Χάνδακας17 ήταν ένα χωριό
με Πύργο από τα βυζαντινά χρόνια και βρισκόταν απέναντι
από την Αρχαία Αμφίπολη, στην άλλη πλευρά του ποταμού.
Εδώ και πολλά χρόνια όμως ήταν ερειπωμένος.

«Ξέρεις Θεόδωρε κι εσείς ευγενικέ ξένε, γιατί ρήμαξε κείνο το
μέρος; Παλιότερα είχε μύλους, σπίτια και μια μεγάλη
εκκλησία. Αλλά είναι καταραμένο. Είναι καταραμένο γιατί οι
Τούρκοι κρέμασαν εκεί τον Αδάμη. Τον Αδάμη του Καράπαπα
από την Προβίστα.18

Ά ήταν παλικάρι, ψηλός και γεροδεμένος, τρομερός στην όψη
και άντρας σωστός. Ο λόγος του μετρούσε. Εκείνος ο λόγος
που έδωσε στο Μεχμέτ Γιασατζή, τον Οσμανλή άρχοντα που

17
Ο πύργος του Χάνδακα είναι κτισμένος στις όχθες του Στρυμόνα, βόρεια της Αμφίπολης.
( 40°50'08"Ν 23°50'27"Ε )
Βρίσκεται απέναντι από τον πύργο του Μαρμαρίου, μόλις 800 μέτρα μακρυά του. Αμφότεροι
ήλεγχαν τις πλόες του Στρυμόνα καθώς και την οδό προς τις Σέρρες.
Η πρόσβαση σε αυτόν είναι δυνατή μόνο από κακό χωματόδρομο και η κατάστασή του κακή. Πλήθος
από συντρίμμια καθώς και μεγάλα τμήματα των τοίχων του ολόκληρα βρίσκονται σκορπισμένα
ολόγυρά του. Επίσης διακρίνεται κατά τόπους το προτείχισμα που τον περιέβαλε. Ακριβή στοιχεία
για την κτίση και τη χρονολόγησή του δεν υπάρχουν, αλλά πιθανότατα είναι κτίσμα του 14ου αιώνα
ή παλαιότερο.(12ος-13ος αι.). Βρίσκεται στην περιοχή όπου υπήρχε το βυζαντινό χωριό του
Χάνδακα, το οποίο αναφέρεται σε πλήθος αθωνικών εγγράφων του 14ου αιώνα (1318-1378), κυρίως
με αφορμή τη διαμάχη των Ζωγραφηνών και των Χελανδαρηνών μοναχών για νερόμυλους της
περιοχής. Εκείνη την εποχή αποτελούσε ιδιοκτησία της μονής Ζωγράφου.
Πληροφορίες αντλήθηκαν διαδυκτιακά από την ιστοσελίδα byzantinecastle.blogspot.g
18
«Τω αυτό χρόνω (1623 μ. Χ.) εκρέμασεν ο Μεχεμέτ Γιαζατζής τον Αδάμη του Καράπαπα τον υιόν
από την Πρηβίστα, άδικα το άθλιον, εις το πανηγύρι του Αγίου Δημητρίου εις τον Χάνδακα. Έδωσεν
μερικών Τούρκων Άσπρα (νομίσματα) και εψευδομαρτήρησαν το πως δίδη σιτάρι στους Φράγγους
και πως εύρησεν την πίστη του Μεχμέτ Γιαζατζή.Και πρώτον τον εκρέμασεν άκριτα και το βράδι
επήγεν εις τον Κατή με τους ψευδομάρτυρες και έδωσεν άσπρα τον κριτήν και έβγαλε το χοτζέτη
του. Διότι εφοβούνταν τον Γιάνο τον Σουρτζή τον πεθερόν του Αδάμη να μην τον πειράξει τίποτες. Η
αιτία διατί αυτός ο Αδάμης δεν τον φοβούνταν μόνον τον έλεγχε διατί αδίκαν τους επτωχούς εις
αμπελοχάρατζα, εις χαράτζια εις μαμελέδες και τζερεμέδες. Και είχεν ευγάλει αυτός ο Αδάμης με
όλην την χώραν και με άλλαν χωρίαν το άρτζην του από τρία κατηλήκια να πάγη εις την Πόλιν να τον
κρίνει. Και αυτός ο ασεβείς επρόλαβεν και τον εκρέμασε.... Και ο Κυρ Αδάμης ήτο ως μ (40) χρόνων
άνθρωπος.Άνδρας πολλά ψιλός και είχεν του Γιάνου του Σουρτζή την θυγατέρα από τας Σέρρας. Και
ήτον πλούσιος, ανδρίος, μαυρογένης, μαυρουδερός. Φοβερόν το βλέμα του. Έργο και λόγο να δώσει.
Αιωνία του η μνήμη. Ο Θεός να τον αναπαύσει μετά των δικαίων». Χρονικό των Σερρών που
γράφτηκε από τον Παπασυναδινό στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα.
83

ξεζούμιζε τους Χριστιανούς, εκείνος ο λόγος που έδωσε πως
θα μαζέψει στοιχεία και θα τα πάει στην Πόλη να τον
ξεμπροστιάσει...αχ ναι ήταν...περίμενε Θόδωρε να θυμηθώ
α...ναι γι αυτό τον κρέμασε ο άτιμος ο Γιασατζής με δόλο και
με ψέμματα πως έβρισε τάχα το Μουχαμέτη, τον Προφήτη
τους και από τότε το μέρος εκείνο ρήμαξε γιατί οι Χριστιανοί
ένας ένας φύγανε κι έπεσε κατάρα στο Χάνδακα...από τότε
πέρασαν χρόνια πολλά...αχ όσο υπάρχει κι ένα παιδί της
Προβίστας ζωντανό, ο Αδάμης δε θα ξεχαστεί ποτέ κι όταν
λευτερωθούμε κάποτε θα τον τιμήσουμε κατά πως πρέπει».

Είχε μεθύσει πολύ. Μιλούσε δυνατά κι έχανε τον ειρμό του.
Ήταν αδύνατο να κάνεις συζήτηση με τον Βαγγέλη όταν έπινε.
Ήταν κι επικίνδυνο. Δεν πρόσεχε. Ο Χρήστος που είχε το
καπηλειό, μου έκανε νόημα πως όλα είναι εντάξει.Ήταν φίλος
με το δάσκαλο και τον πρόσεχε. Πήρα τον ξένο και φύγαμε.
Είχε πια νυχτώσει.

Το πρωί ξεκινήσαμε καβαλάρηδες για το Γενίκιοϊ, εγώ ο
Μουδίρης και οι δύο Αρβανίτες σωματοφύλακες του.
Προχωρούσαμε δίπλα στην όχθη του Τατσίνο, της λίμνης που
σχηματίζεται από τα νερά του Στρυμόνα. Η κερκινίτιδα των
αρχαίων, η Λίμνη του Αχινού των Βυζαντινών,το Τατσίνο
σήμερα, είναι η ευλογία και η κατάρα αυτού του τόπου.
Προμηθεύει με ψάρια και χέλια τους φτωχούς χωρικούς αλλά
και με εκλεκτό κυνήγι, καθώς πολλά ζώα και πουλιά βρίσκουν
καταφύγιο ανάμεσα στους πυκνούς καλαμιώνες και στο δάσος
που αναπτύσσεται γύρω της. Αλλά και τα καλάμια που
φυτρώνουν παντού καθώς και τα βούρλα είναι πολύ χρήσιμα
για το πλέξιμο καλαθιών και για την κατασκευή των σπιτιών.
Οι απλοί άνθρωποι έχουν μάθει να εκμεταλλεύονται ό,τι τους
δίνει ο τόπος τους. Χρησιμοποιούν πολύ παλιές τεχνικές, ίσως
84

αρχαίες για να ψαρέψουν : θολώνουν τα νερά με λάσπη
ανακατεύοντας το βυθό του βούρκου. Έτσι τα χέλια που
χρειάζονται καθαρό νερό για να ζήσουν πνίγονται από τη
λάσπη. Ακόμη βυθίζουν καλάθια στο νερό και καταφέρνουν
έτσι να παγιδέψουν ψάρια που αφθονούν στη λίμνη.
Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που ασχολούνται επαγγελματικά
με το ψάρεμα και διαθέτουν βάρκες γι αυτό τον σκοπό, όπως
επίσης και κάποιας μορφής ιχθυοκαλλιέργειες. Κυρίως οι
καλόγεροι του Αγίου Όρους που έχουν μετόχια γύρω απ’ τη
λίμνη. Αυτοί διατηρούν τα λεγόμενα νταλιάνια, κάτι
πρωτόγονα ιχθυοτροφεία, στα οποία εκτρέφουν χέλια και
ψάρια.

Δεν έχουν όμως και πολλά περιθώρια γιατί ο Μπέης της Ζίχνας
φορολογεί κάθε προϊόν αλιείας στην περιοχή.

Την άνοιξη βλέπει κανείς να απλώνονται για μίλια, νερόκρινα
λευκά και κίτρινα καθώς και πλατύφυλλα φυτά. Τώρα βέβαια
στις αρχές του Χειμώνα το τοπίο ήταν μουντό και γκρίζο. Αλλά
εξίσου όμορφο. Όταν όμως αρχίζουν οι βροχές, ο Στρυμόνας
πλημμυρίζει την λίμνη, προκαλώντας καταστροφές στα
χωράφια, ενώ το Καλοκαίρι τα κουνούπια μεταφέρουν βαριές
ασθένειες. Ευλογία και κατάρα λοιπόν. Εμείς βέβαια θα
απολαμβάναμε ένα από τα δώρα της λίμνης. Τα εκλεκτά χέλια
που ψαρεύουν οι ντόπιοι στο Γενίκιοϊ.

Στο δρόμο της επιστροφής είπαμε πολλά και τον στρίμωξα.
Άλλωστε ποιος άλλος θα είχε την ευκαιρία, τα μέσα και τις
γνώσεις για να σκοτώσει τον καλόγερο; Μονάχα αυτός. Όσο
για το κίνητρο...μα ο χρυσός των Μακεδόνων.
85

- Σε στρίμωξα φίδι κι ας νομίζεις πως είσαι ασφαλής, σε
στρίμωξα. Όπως πλήρωσε ο συνεργάτης σου ο Μπράχο, έτσι
θα πληρώσεις κι εσύ προδότη.

Γέλασε δυνατά.

«Ανόητε», μου είπε,«έχεις την αφέλεια να με απειλής
μπροστά στους ανθρώπους μου; Για να μη μιλήσω για την
ανικανότητά σου να βρεις τους αληθινούς φονιάδες. Με μια
μου κίνηση οι Αρναούτηδες θα σε κάνουν κομμάτια. Ανόητε».

Τελικά την κίνηση την έκανα εγώ και οι Αρβανίτες έστρεψαν τα
όπλα τους πάνω του.

-Αλήθεια πίστεψες ποτέ πως η Αδελφότητα θα σου
παραχωρούσε την εξουσία σε αυτόν εδώ τον τόπο, χωρίς να σε
παρακολουθεί αδιάκοπα; Χωρίς να βάλει δικούς της
ανθρώπους δίπλα σου; Ξεχνάς φαίνεται πόσους δικούς μας
έχουμε στα οτζάκια των Γενιτσάρων και στους τεκέδες των
Δερβίσηδων. Τούτοι οι άνθρωποι που έχεις για προστασία
είναι δικοί μας και θα κάνουν ότι τους πω. Όσο για τους
ανθρώπους του Πασά, είμαι σίγουρος πως θα πιστέψουν
εύκολα πως έπεσες από το άλογο και σκοτώθηκες. Αλλά
εκείνοι που ξέρουν θα καταλάβουν. Όποιος προδίδει πεθαίνει.

Πήγε κάτι να πει. φοβόταν. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή
εμφανίστηκε αυτός που κανένας δε θα περίμενε να φανεί: ο
Παπά Γιάννης. Ο Διαβολοπαπάς ήρθε καβάλα σε ένα μουλάρι,
μια ώρα απόσταση απ΄την Προβίστα, με κίνδυνο να τον
πετύχει κάποιος Τούρκος να ιππεύει και είπε μόνο μια λέξη:

«Τω κρατίστω».19

19
Όταν ο Αλέξανδρος ο Μέγας ήταν στο νεκροκρέβατό του, ρωτήθηκε σε ποιόν αφήνει την βασιλεία
του και απάντησε «τω κρατίστω», δηλαδή «στον δυνατότερο».
86

Αλήθεια δε χρειαζόταν να ακούσω τίποτα περισσότερο.
Γνώριζα καλά το συνθηματικό που προηγείτο της παράδοσης
ενός σημαντικού μηνύματος στον επί κεφαλής. Έτσι πήρα
χωρίς δεύτερη σκέψη το έγγραφο που μου έδωσε, χωρίς να
μπώ στον κόπο να τον συμβουλέψω να ξεπεζέψει. Απ’ ό,τι
καταλάβαινα δεν υπήρχε στην περιοχή κανένας που να
μπορούσε να τον απειλήσει. Πήγα να ρωτήσω κάτι.

Με έκοψε απότομα: «Άσε ήσυχο τον αγγελιοφόρο και δες το
μήνυμα».

Είχε δίκιο. Για την ώρα το μήνυμα ήταν το πιο σημαντικό:

«Είμαστε ευτυχείς που η κοινότητά μας τελεί υπό την
προστασία και την διακυβέρνηση του αγαπητού μας Μουδίρη
τον οποίο εμπιστευόμαστε».

Υπογραφή: «ΈΘΟC».

Πήραμε τον δρόμο της επιστροφής για την Προβίστα σιωπηλοί.
Η υπόθεση έμοιαζε να μπερδεύεται όλο και πιο πολύ. Μίλησε
πρώτος ο Μουδίρης :

«Αυτοί οι Αρβανίτες είναι μέλη; Πόσα ξέρουν; Και ο Παπάς;
Δικός μας;»

-Γνωρίζουν όσα πρέπει και πληρώνονται όσα πρέπει για να
είναι πιστοί. Του απάντησα.

-Όσο για τον Παπά δε νομίζω να βγάλουμε άκρη ποτέ μαζί του.
Προς το παρόν ας είμαστε προσεκτικοί. Φαίνεται πως
υπάρχουν πολλά που αγνοούμε.

Πάλι στα ίδια λοιπόν. Η Αδελφότητα υπέγραφε το μήνυμα,
αυτό φαινόταν από τα συνθηματικά.
87

Αλλά τα πράγματα περιπλεκόταν σοβαρά πλέον. Ο Μουδίρης
ήταν αθώος και στην περιοχή υπήρχαν μέλη της Αδελφότητας
που δεν τα γνώριζα ούτε εγώ. Γυρίσαμε αμίλητοι. Πήγα
κατευθείαν στο σπίτι του Παπά. Είχα να του κάνω πολλές
ερωτήσεις. Όμως εκείνος αρνήθηκε να μου δώσει
οποιαδήποτε απάντηση.

«Δε γνωρίζω τίποτα», ισχυρίστηκε με θράσος. «Το μόνο που
μπορώ να σου πω είναι πως όταν αποφάσισα να γυρίσω στο
χωριό και να γίνω Ιερέας, χρειάστηκε να ξεχαστούν ορισμένα
παλιά μου παραπτώματα. Κάποιοι φρόντισαν γι αυτό, με
αντάλλαγμα αν ποτέ χρειαζόντουσαν τη βοήθειά μου εγώ να
τους τη δώσω. Έτσι σήμερα βρήκα στην Αγία Τράπεζα το
μήνυμα που σου παρέδωσα, μαζί με ένα χαρτί που περιείχε
οδηγίες, καθώς και συνθηματικά. Κάτι άλλο ούτε ξέρω ούτε
και θέλω να μάθω».

Έλεγε ψέμματα.

Φεύγοντας απ’ το σπίτι του Παπά, έπεσα πάνω στο Βαγγέλη
που με κάλεσε σπίτι του. Κάτι τέτοιο από μόνο του ήταν
παράξενο. Δεν είχα ποτέ τόση οικειότητα με το δάσκαλο και το
έκανα επίτηδες. Αυτός ο άνθρωπος δεν κρατούσε το στόμα του
κλειστό ούτε όταν έπινε αλλά ούτε κι όταν ήταν νηφάλιος. Του
ξέφευγαν πράγματα κι εγώ προσπαθούσα να μην ξανοίγομαι
μαζί του. Δέχτηκα όμως να πάω στο σπίτι του από περιέργεια.
Εκεί με περίμενε η κόρη του Τόλιου. Η Σωσάννα. Η γυναίκα
που αγαπούσα. Ο Βαγγέλης εξαφανίστηκε διακριτικά.

Ήμουν πολύ συγκινημένος. Είχα πολύ καιρό να βρεθώ μόνος
μαζί της. Τη λάτρευα αυτή την κοπέλα. Γνωριστήκαμε σε μία
παλιότερη επίσκεψή μου στο χωριό, που είχε κοντέψει να
καταλήξει σε φονικό.
88

Σίγουρα δεν ήταν η γυναίκα που έπρεπε ν’ αγαπήσω. Δεν είχα
καμία ελπίδα μαζί της. Ο πατέρας της θα φρόντιζε να μη γίνει
ποτέ δική μου. Ποιος όμως επιλέγει τον έρωτα; Μάλλον αυτός
επιλέγει! Ακόμη κι όταν δε μας δίνει καμία ελπίδα, κανένα
περιθώριο. Ακόμη κι αν είναι να μας καταστρέψει. Ο Τόλιος
μας είχε πάρει είδηση και ήθελε να με σκοτώσει, ενώ
περιόρισε την κόρη του στο σπίτι.

Η Αδελφότητα με είχε προειδοποιήσει τότε πως αυτό ήταν το
τελευταίο στραβοπάτημα που θα ανεχόταν από μένα. Μετά
βίας είχα γλιτώσει τον θάνατο και από τον Τόλιο και από την
Αδελφότητα. Μου είχε απαγορευτεί για μεγάλο διάστημα να
πλησιάσω το χωριό. Όμως μια και ήμουνα αυτός που ήξερε τον
τόπο και τους ανθρώπους του καλύτερα από τον καθένα,
τελικά ξαναήρθα.

Δε μετάνιωσα ποτέ για όσα συνέβησαν ανάμεσα σε μένα και
τη Σωσάννα. Θα μπορούσα να δώσω και τη ζωή μου για να
ζήσω ξανά τις στιγμές που μοιραστήκαμε.

Λεπτή, με ξανθά μαλλιά, με ύψος κανονικό και όμορφη. Θεέ
μου η Σωσάννα ήταν η πιο όμορφη απ’ όλες τις γυναίκες που
είχα δει ποτέ μου. Δεν ήταν όμως αυτός ο λόγος που την
αγάπησα. Την αγάπησα για τη ματιά της, που δεν τη χαμήλωνε
για κανένα. Για το θάρρος της να λέει πάντα τη γνώμη της. Για
το χαμόγελο που είδα στο πρόσωπό της όταν με πρόσεξε
πρώτη φορά. Για τον τρόπο που είχε να είναι μια δυνατή
γυναίκα. Μια γυναίκα που στέκεται μόνη ανάμεσα στους
άντρες και τους κάνει να τη σέβονται.

Θα μπορούσα να περάσω μια ζωή δίπλα της και κάθε μέρα να
πολεμάω για τον έρωτά της. Θα μπορούσα να φύγω μαζί της
για την άκρη του κόσμου, να τα παρατήσω όλα. Όλα.
89

Συνήθως οι άντρες λένε πως η γυναίκα που αγαπάνε έχει
όμορφα μάτια. Η Σωσάννα είχε υπέροχο βλέμμα. Δε θέλω να
πω με αυτό ότι από τα μάτια της έλειπε η ομορφιά. Ήταν όμως
ο τρόπος που αντίκριζε τον κόσμο τέτοιος που σε έκανε να την
ερωτευτείς. Δεν ξέρω πως αλλιώς να το πω. Όταν την έβλεπες
να σε κοιτάζει, απλώς δεν είχες επιλογή. Την ερωτευόσουν.
Έτσι απλά και απόλυτα. Σήμερα όμως το βλέμμα της με έκανε
να φοβάμαι.

Με πλησίασε κι ένοιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.
Κρατούσα και την αναπνοή μου ακόμη. Θεέ μου πόσο την
ήθελα!

Η Σωσάννα ήταν αναστατωμένη. «Δεν έπρεπε ποτέ να σε
γνωρίσω». Μου δήλωσε με έναν τόνο που έδειχνε πως δεν
ήθελε συζήτηση. Ήθελε μονόλογο. Φώναζε θυμωμένα: «Ζούσα
μια όμορφη ζωή, μέχρι που γνώρισα εσένα και ήρθαν τα πάνω
κάτω. Ο πατέρας μου δε μου έχει πια εμπιστοσύνη κι εγώ δε
θα μπορέσω ποτέ να γίνω ευτυχισμένη. Τώρα σε βλέπω να
έρχεσαι ξανά στο σπίτι μου, παρέα με έναν ξένο και να
κουβεντιάζετε μυστικά με τον πατέρα μου. Αλλά φυσικά
μιλάτε για άλλα πράγματα και όχι για ‘μας. Έχετε τις δικές σας
σοβαρές δουλειές να συζητήσετε. Μακάρι να μη σε γνώριζα
ποτέ. Μη σε ξαναδώ μπροστά μου».

Πήγα να ψελλίσω κάτι:

-Σου ορκίζομαι πως μόλις τακτοποιήσω κάποια πράγματα θα
φύγουμε μαζί μακρυά...

«Μην ορκίζεσαι. Έχεις ορκιστεί μια φορά χωρίς να κρατήσεις
το λόγο σου». Μου πέταξε κι έφυγε πριν προλάβω να πω
οτιδήποτε.
90

Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο δωμάτιο ο Βαγγέλης. «Πρόσεχε».
Μου σφύριξε. «Παίζεις επικίνδυνα παιχνίδια και τα πράγματα
μπορεί ν΄ αγριέψουν κι άλλο. Και δε μιλάω για τη Σωσάννα».
Δεν τον ρώτησα τι εννοούσε. Σ’ αυτό το χωριό όλοι έμοιαζαν
να ξέρουν τα πάντα. Έφυγα βιαστικά. Είχε αρχίσει να νυχτώνει.

Το πρωί έκανα μια βόλτα στο σχολείο της Προβίστας. Ήθελα
να ξεκαθαρίσω τα τελευταία λόγια που μου είπε ο δάσκαλος.
Εκείνη τη στιγμή ήμουνα τόσο αναστατωμένος που δεν είχα
αντιδράσει, αλλά όλο το βράδυ σκεφτόμουνα μέσα σ’ όλα τα
άλλα και τι ακριβώς εννοούσε ο Βαγγέλης. Ίσως να μην κάναμε
καλά που τον αφήναμε έξω από όλη αυτή την ιστορία. Ήταν
άνθρωπος που δύσκολα μπαίνει στο περιθώριο. Όμως είχε το
κουσούρι με το ποτό. Έφτασα στο σχολείο και μπήκα στην
αίθουσα. Ο όρος σχολείο ίσως να μην ήταν ακριβής για εκείνο
το ετοιμόροπο κτίριο. Οι Τούρκοι μπορεί να μην απαγόρευαν
την ίδρυση σχολείων αλλά δεν την ενθάρυναν κι όλας.
91

Ούτε εφοδίαζαν τις κοινότητες των Ρωμιών με κάποια σχετική
άδεια. Έτσι κάθε τοπικός άρχοντας μπορούσε ανά πασα στιγμή
να αναστείλει τη λειτουργία τους ή και να τα κλείσει τελείως.
Από την άλλη τα χρήματα που ήταν απαραίτητα γι αυτό το
σκοπό ήταν πολύ δύσκολο να βρεθούν και οι δάσκαλοι ήταν
πολύ συνηθισμένο να μην πληρώνονται. Μόνο η γεναιοδωρία
κάποιων τσορμπατζήδων και οι συνεχείς έρανοι που οργάνωνε
η εκκλησία κρατούσαν όρθιο αυτό το σχολείο. Ήταν βέβαια και
το πείσμα του Βαγγέλη. Ενώ δεν είχε να περιμένει ανταμοιβή
επέμενε να είναι ο δάσκαλος του χωριού. Ευτυχώς είχε μια
σχετική οικονομική άνεση και μπορούσε να διδάσκει σχεδόν
αφιλοκερδώς, διαφορετικά δεν θα μάθαινε κανένα παιδί στο
χωριό γράμματα.20

Θα φανεί παράξενο σε κάποιους αλλά ο Βαγγέλης κρατούσε
πάντα την πόρτα της τάξης του ανοιχτή. Ήθελε κι ενθάρρυνε
τους χωριανούς να παρακολουθούν τις παραδόσεις των
μαθημάτων του. Όχι πως το εκμεταλλευόντουσαν οι χωριάτες,
αλλά εκείνος τους ήθελε δίπλα του. Όλοι οι άνθρωποι είχανε
τα «πιστεύω» τους. Ο Βαγγέλης πίστευε στα γράμματα. Όμως
ήταν μοναχός του σ’ ένα χωριό που πίστευε σ’ άλλους θεούς:
την επιβίωση, τα χρήματα, τον καθημερινό αγώνα για το
αύριο. Όλοι είχαν δίκιο αλλά, απ’ όσο ήξερα τον δάσκαλο θα
συνέχιζε να προσπαθεί.

20
Στην περιοχή μας, όπως και σε όλη την σκλαβωμένη Ελλάδα, το ρόλο του δασκάλου, του σχολείου
και των βιβλίων έπαιξαν αρχικά ο παπάς, η Εκκλησία και τα εκκλησιαστικά βιβλία. Με αυτό τον
τρόπο από τον 17ο αιώνα προσφέρθηκαν στους Σερραίους μαθητές υποτυπώδεις εκπαιδευτικές
γνώσεις ανάγνωσης και γραφής. Τον 18ο αιώνα δημιουργήθηκαν τα πρώτα οργανωμένα
εκπαιδευτήρια από τη Μητρόπολη Σερρών. Η ακμή της εκπαιδευτικής οργάνωσης ήρθε τον 19ο
αιώνα και ιδιαίτερα μετά το 1870 με τη βοήθεια του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης και της
ελεύθερης Ελλάδας. Αυτό έγινε κατορθωτό μετά την υποχρέωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
από τις Δυτικές Δυνάμεις (ύστερα από τον Κριμαϊκό πόλεμο), να παραχωρήσει προνόμια στους
υπηκόους της με δύο φιρμάνια: το φιρμάνι Χάτι Σερίφ το 1839 και το φιρμάνι Χάτι Χουμαγιούν το
1856.
Πληροφορίες : Ιστοσελίδα Διεύθυνσης Α/βάθμιας εκπαίδευσης Σερρών
92

Έτσι λοιπόν όπως είπα, βρήκα την πόρτα ανοιχτή και μπήκα
στην αίθουσα. Ο Βαγγέλης μου έκανε νόημα να καθίσω.
Κάθισα λοιπόν σε μια γωνία και παρακολούθησα το μάθημα.

«Τι έκανε τους Έλληνες ξεχωριστούς; Γιατί τους θαυμάζουμε
μέχρι σήμερα;» Ρωτούσε ο Βαγγέλης.
93

Μίλησε ένα παιδάκι:

«Γιατί ήταν γενναίοι κι έξυπνοι κύριε. Κάνανε ανακαλύψεις
και είχαν έναν υπέροχο πολιτισμό».

«Παιδιά μου», μίλησε πάλι ο Βαγγέλης, «οι Έλληνες...οι
Έλληνες κάνανε ένα ανεκτίμητο δώρο στον κόσμο: τον
άνθρωπο. Τον άνθρωπο που σκέφτεται κι αποφασίζει. Τον
άνθρωπο που πολεμάει και πεθαίνει για έναν σκοπό, μια
πίστη, μια πατρίδα, αλλά το κάνει επειδή το πιστεύει και το
θέλει. Όχι γιατί το διατάζει κάποιος. Αυτό ήταν το μεγαλείο
του Ελληνικού πολιτισμού. Γι αυτό οι πρόγονοί μας, χτίσανε
εκείνα τα υπέροχα κτίρια, γι αυτό σμίλεψαν τα αγάλματα που
θαυμάζουμε μέχρι σήμερα, γι αυτό όργωσαν όλες τις
θάλασσες κι άπλωσαν το πνεύμα το Ελληνικό σ' όλο τον κόσμο.
Γι αυτό νικήσαν παντού τους βαρβάρους και κατέκτησαν την
οικουμένη ολόκληρη».

Εκείνη τη στιγμή ο δάσκαλος έκανε μια παύση γιατί η
συγκίνηση έκανε τη φωνή του να μη βγαίνει. Τα πιτσιρίκια
τότε βρήκαν την ευκαιρία να πούνε τις απορίες τους. Γιατί ο
Βαγγέλης δεν ήταν σαν τους άλλους δασκάλους, που οι
μαθητές τους φοβούνται και μαζεύονται μπροστά τους. Ο
Βαγγέλης ήθελε συμμετοχή, ερωτήσεις και κυρίως αντιρρήσεις
και τα παιδιά τον αγαπούσαν γι αυτό.

«Κύριε μιλάτε βέβαια για τους Αθηναίους, γιατί οι Σπαρτιάτες
είχαν Βασιλιάδες και οι Μακεδόνες Βασιλιά είχαν όπως οι
Πέρσες. Εσείς μας το είπατε κύριε».

«Όχι παιδιά μου», συνέχισε ο δάσκαλος. «Μπορεί ο Λεωνίδας
να ήταν ένας από τους δύο βασιλιάδες της Σπάρτης, αλλά
94

νομίζετε πως αν διέταζε τους άνδρες του να υποχωρήσουν στις
Θερμοπύλες, οι Σπαρτιάτες θα τον ακολουθούσαν; Δε θα
πήγαιναν πουθενά γιατί τα όπλα τους τα σήκωσαν για να
υπερασπίσουν την πατρίδα τους και πατρίδα καταλαβαίνανε
όλους τους συμπολίτες τους και τον τρόπο ζωής που είχαν
διαμορφώσει. Πατρίδα θεωρούσαν ο ένας τον άλλον και γι
αυτό πέθαναν. Για να υπερασπίσουν τους ανθρώπους τους και
όχι τα βουνά και τα χωράφια τους.

Ας πάμε όμως και στους Μακεδόνες που ξέρω πόσο τους
θαυμάζετε. Όταν οι στρατιώτες του Αλέξανδρου κουρασμένοι
από τους πολέμους και τις πορείες, αρνήθηκαν να
προχωρήσουν παραπέρα, όπως ήθελε ο Βασιλιάς, ξέρετε τι
έκανε ο Μέγας Αλέξανδρος; Τους μίλησε. Τους έπεισε πως το
σωστό θα ήταν να προχωρήσουν και τότε συνέχισαν να
προχωράνε, συνέχισαν να πολεμούν και να πεθαίνουν γιατί
πλέον το θέλανε κι όχι γιατί τους το διέταξε κάποιος.

Αυτή ήταν η Ελλάδα που θέλω να βοηθήσω κι εγώ μαζί με σας,
να αναστηθεί κάποτε. Τι αξία θα έχει αν αύριο φύγουν οι
Τούρκοι και στη θέση τους έρθει ένα κράτος δεσποτικό; Να
φύγουν οι Τούρκοι και νά ‘ρθουν Έλληνες τύραννοι; Όχι
βέβαια. Ελλάδα σημαίνει ελευθερία, δημοκρατία, πρόοδος,
αλλιώς δε θα είναι Ελλάδα. Θά’ναι κάτι άλλο, δεν ξέρω τι, αλλά
όχι Ελλάδα.

Γι αυτό προσπαθώ να σας μάθω να σκέφτεστε κι όχι να
θυμάστε πότε έγινε εκείνη ή κάποια άλλη μάχη».

«Κύριε η Δημοκρατία δεν υπάρχει σε κανένα κράτος σήμερα,
έτσι μας είπατε, πέθανε». Είπε ένα από τα παιδιά.
95

«Κοιμάται παιδιά μου, δεν πέθανε. Τίποτα από όσα έκαναν οι
Έλληνες δε χάθηκε για πάντα. Όλα περιμένουν να τα
ανακαλύψουμε ξανά. Μην ξεχνάτε ποτέ πως ο Ελληνισμός
έπεσε όταν ξεχάστηκαν τούτες οι αξίες. Γι αυτό και ο Διονύσιος
απέτυχε να κατακτήσει τον κόσμο. Γιατί έκανε τις Συρακούσες
κράτος δυνατό, αλλά όχι πατρίδα. Γι αυτό και οι Τούρκοι
πήραν την Κωνσταντινούπολη. Μην αμφιβάλετε καθόλου πως
κάποια μέρα θα γίνουν όσα σας λέω. Το φως έρχεται πάντα
μετά από το πιο μεγάλο σκοτάδι κι ο Ελληνισμός είναι φως».

Την ώρα του διαλείμματος κουβεντιάσαμε.

- Δε νομίζεις πως είσαι λιγάκι απρόσεκτος; Τον ρώτησα.

«Κοίτα Θόδωρε στο παρελθόν πολλές φορές απαγορεύτηκε η
λειτουργία σχολείου στο χωριό. Εκείνο τον καιρό, τα παιδιά
αναγκαζόντουσαν να μαθαίνουν γράμματα κρυφά, στο
υπόγειο του πύργου των καλόγερων. Τα τελευταία χρόνια
όμως ο Μουδίρης που κυβερνά το χωριό, προστατεύει τα
γράμματα και δεν αφήνει κανέναν να ενοχλήσει το σχολείο
μας.

Το μόνο που έχω να φοβηθώ σ’ αυτό το χωριό είναι τη
φτώχεια. Πολλοί γονείς σταματάνε τα παιδιά τους γιατί τα
χρειάζονται στα χωράφια. Έτσι λοιπόν βιάζομαι να τους μάθω
κάποιες αξίες. Για να μη γίνουν ραγιάδες Θόδωρε. Άλλωστε με
τον τρόπο μου προσέχω. Μπορεί να μιλάω συνέχεια για τις
αξίες του Ελληνισμού, αλλά ποτέ δε μιλώ στην τάξη εναντίον
των Οθωμανών. Κατά τα άλλα όσο έχουμε τον Αγά μας, το
σχολείο μπορεί να λειτουργεί χωρίς φόβο και σ’ ευχαριστώ γι
αυτό».

-Εμένα γιατί;
96

«Ξέρεις γιατί».

Μάλλον ο Βαγγέλης ήξερε ή καταλάβαινε περισσότερα από
όσα νόμιζα.

Θέλησα ν’ αλλάξω θέμα συζήτησης.

-Πάντως στο χωριό σας, ο ζυγός των Τούρκων δεν είναι και
τόσο βαρύς. Αλλού συμβαίνουν άσχημα πράγματα, όμως εσείς
εδώ πέρα ζείτε υποφερτά, θα έλεγα.

«Σίγουρα είμαστε τυχεροί. Ο Αγάς μας δε μας τυραννάει πολύ
κι εμείς κοιτάμε να μην του δημιουργούμε προβλήματα. Ούτε
αφήνει τους άλλους Τούρκους να το κάνουν. Μόνο ο
Αρναούτης ήταν εχθρικός με τους Χριστιανούς. Αλλά τόσα
χρόνια υπήρχε κάτι σαν σιωπηρή συμφωνία μεταξύ του
Μουδίρη και του τσιφλικά. Έτσι ο ένας δεν έμπαινε στη μύτη
του άλλου. Ο Μπράχο έκανε τις ασχήμιες του έξω απ’ το
χωριό, στο τσιφλίκι του και μας άφηνε ήσυχους. Τώρα που
σκοτώθηκε ίσως φτιάξουν κι άλλο τα πράγματα».

-Μπορεί εκείνος που θα πάρει τη θέση του να είναι
χειρότερος. Χύθηκε αίμα, το ξεχνάς;

«Όλα είναι πιθανά Θόδωρε. Οι καταστάσεις αλλάζουν. Αλλά
εγώ πιο πολύ φοβάμαι τους δικούς μας. Βλέπεις, ραγιά δε σε
κάνει μονάχα ο Τούρκος. Ραγιά σε κάνει και η αγάπη για τα
χρήματα. Αυτά που έχεις ή αυτά που θες ν’ αποχτήσεις. Ραγιά
σε κάνει κι η φιλοδοξία να ξεχωρίσεις, ν’ ανέβεις ένα
σκαλοπάτι ψηλότερα απ’ τους άλλους. Η δίψα για δύναμη,
που σε οδηγεί να κολακεύεις τους ισχυρούς και να
εκμεταλλεύεσαι τους πιο αδύναμους. Όλα ετούτα στο τέλος
δουλώνουν τον άνθρωπο χειρότερα απ’ τα όπλα των Τούρκων
και φέρνουν το φάγωμα μεταξύ μας».
97

-Ραγιά μπορεί να σε κάνει και το σαράκι πού ‘χεις μέσα σου
Βαγγέλη. Το πιοτό ας πούμε.

Αμέσως μετάνιωσα για την τελευταία μου παρατήρηση. Δεν
έπρεπε να χτυπήσω το δάσκαλο εκεί. Ήξερε πως είχα δίκιο και
τον πονούσε αυτό.

«Θόδωρε το διάλειμμα τελείωσε, χάρηκα που τα είπαμε.
Πρέπει να γυρίσω στην τάξη μου». Είπε ο δάσκαλος
μουδιασμένα. Κατάλαβα ότι έπρεπε να φύγω.

Έφυγα από το σχολείο χωρίς να κάνω τις ερωτήσεις που ήθελα
στον Βαγγέλη. Αυτός ο άνθρωπος δούλευε με τον τρόπο του
για τον σκοπό μας αν και δεν ήταν ένας από μας. Να μην έπινε
μόνο τόσο πολύ. Όχι. Θα ήταν επικίνδυνο να τον εμπιστευτώ.

Γύρισα στο σπίτι του Μιχάλη.

Ο Γάλλος ήταν εκεί, ο Τόλιος έλειπε. Κατά τη διάρκεια της
απουσίας μου ο Καδής συνέλαβε τον Μιχάλη. Η κατηγορία
ήταν πως συνωμοτούσε με τον νεκρό Μπράχο και έψαχνε μαζί
του κάποιον αμύθητο θησαυρό. Ίσως ήταν αναμεμειγμένος και
στη δολοφονία του. Ίσως σκότωσε και τον καλόγερο. Αλλά το
πιο σημαντικό για τον Καδή ήταν πως υπήρχε κάπου χρυσάφι
και ο Μιχάλης θα τον οδηγούσε εκεί. Όλα αυτά φανερώθηκαν
στους Τούρκους από έναν υπηρέτη του Μιχάλη.

Τώρα οι Τούρκοι μυρίστηκαν πλούτη και δύσκολα θα τους
απομακρύναμε. Άρχισα να κάνω περίεργες σκέψεις. Ήμασταν
λοιπόν τόσο ανίκανοι που θα αφήναμε να τα μάθουν όλα οι
Τούρκοι; Ποτέ άλλοτε δεν κινδύνεψε ο σκοπός μας τόσο πολύ.
Ήταν μια εφιαλτική σκέψη. Τόσες προσπάθειες όλα αυτά τα
χρόνια για να μας ξεσκεπάσει αυτός ο ανόητος Καδής; Πως θα
μπορούσαμε να τον κάνουμε να σωπάσει; Δεν ήταν ένας
98

οποιοσδήποτε Τούρκος. Ήταν ένας αξιωματούχος με δύναμη
και κύρος. Ένας φανατικός Μουσουλμάνος.

Δεν είχαμε τον τρόπο να τον σκοτώσουμε ή να τον
εξαγοράσουμε, αλλά ούτε και να τον πάρουμε με το μέρος
μας. Έβλεπα την καταστροφή να πλησιάζει και δεν ήξερα τι θα
έπρεπε να κάνω. Μου ερχόταν η ιδέα πως ίσως ήταν η στιγμή
να πάρω τη Σωσάννα και να φύγουμε μακρυά. Τόσο μακρυά
που δε θα μπορούσε κανείς να μας βρει. Όσο όμως και να
ήθελα κάτι τέτοιο, πως θα μπορούσα να εξαφανιστώ
αφήνοντας στην τύχη του ό,τι υπηρέτησα μέχρι τώρα; Θα
ήμουν προδότης.

Ο Γάλλος ήταν σιωπηλός και μυστηριωδώς δε ρωτούσε τίποτα.
Του είχα μεταφέρει τις τελευταίες εξελίξεις και από εκείνη τη
στιγμή κλείστηκε στον εαυτό του. Μόνο που όταν ξεκίνησα να
πάω στο Κονάκι επέμενε να με συνοδέψει.

Ο Μουδίρης μας περίμενε μαζί με τον Άγγελο. Αφού
απομακρύνθηκαν όσοι δεν έπρεπε να είναι παρόντες ξεκίνησε
ένα περίεργο συμβούλιο, με τον Γάλλο να είναι παρών, ενώ
εγώ του μετέφραζα μόνο όσα έκρινα πως έπρεπε να ακούσει.
Φοβόμασταν γιατί αγνοούσαμε τι ακριβώς γνώριζε ο Τόλιος
και τι θα αποκάλυπτε στον Καδή. Έπρεπε να πεθάνει ο Καδής
και κατόπιν έπρεπε να πεθάνει και ο Μιχάλης. Ήταν όμως
εξαιρετικά περίπλοκο. Ο Τούρκος είχε καλή φρουρά και την
ώρα που μιλούσαμε ανέκρινε στα υπόγεια τον κρατούμενο.
Δε μπορούσαμε ούτε να διαπράξουμε τη δολοφονία, ούτε να
την καλύψουμε. Το άλλο θέμα που με στεναχωρούσε, ήταν
πως υπήρχαν στην περιοχή όργανα της Αδελφότητας που δεν
τα ήξερα. Κάτι τέτοιο όμως λίγο με παραξένευε. Γνώριζα όσα
έπρεπε να γνωρίζω. Απλά πληγώθηκε ο εγωισμός μου. Είχαμε
99

φτάσει σε αδιέξοδο και το μόνο θετικό ήταν πως γνωρίζαμε
πλέον ότι ο Μιχάλης ήταν ο συνεργός του Μπράχο.

Τότε μίλησε ο Γάλλος αργά και καθαρά:

«Xαίρε ὦ παῑ Διός».21

Πάγωσα. Το ίδιο κι ο Μουδίρης. Δε μπορούσε να συμβαίνει
κάτι τόσο παράξενο. Μόνο ο Άγγελος έμεινε απαθής και
απάντησε: «Μέμνησο ὅτι ἄνθρωπος εἶ».22

Ακολούθησαν τα καθιερωμένα μυστικά σημάδια αναγνώρισης
και ο Άγγελος δήλωσε απλά : «από εδώ και πέρα
αναλαμβάνετε εσείς», ενώ ο Γάλλος έκανε ένα νεύμα πως
συμφωνεί.

-Αδύνατον, ψέλλισα, έχω διαβάσει το ημερολόγιο που
κρατάει! Ο άνθρωπος αυτός δεν έχει σχέση με τον σκοπό μας.
Είναι ξένος.

«Ήμουνα βέβαιος πως θα διάβαζες τις σημειώσεις μου και γι
αυτό τις κρατούσα. Ο σκοπός ήταν να σε παραπλανήσω και
μάλλον το πέτυχα». Δήλωσε ατάραχα στα Ελληνικά ο Γάλλος,
που δεν ήταν και τόσο Γάλλος όπως έδειχναν τα τελευταία
γεγονότα.

«Ποιός είμαι και από που είμαι δεν έχει σημασία. Εκείνο που
μετράει είναι τι είμαι». Δήλωσε.

-Είσαι χρώμα; ρώτησα.

«Όχι. Είμαι εκείνος που διορθώνει τα πράγματα όταν
πλησιάζει καταστροφή. Με όποιο τρόπο χρειάζεται».

21
Έτσι αποκάλεσε ο ανώτατος Ιερέας του Άμωνα στην Όαση της Σίβας τον Αλέξανδρο.
22
Ο Φίλιππος ο Β’ ο βασιλιάς της Μακεδονίας έβαζε κάθε μέρα ένα δούλο να του υπενθυμίζει τη
φράση «Μέμνησο ότι άνθρωπος ει». Δηλαδή« να θυμάσαι πως είσαι άνθρωπος».
100

Ο Άγγελος κατένευσε : «Τα σημάδια του είναι σωστά.
Δυστυχώς η παρουσία του δείχνει ότι δεν τα καταφέραμε και
πολύ καλά».

Ο «Γάλλος» συνέχισε: «Έπραξα σωστά όταν αποφάσισα να
έρθω στην περιοχή. Από την αρχή οι έρευνες που κάνατε ήταν
στραμμένες σε λάθος κατεύθυνση. Όπως ίσως έχετε
καταλάβει, εγώ φρόντισα να σταλεί το μήνυμα στον Θόδωρο,
που απάλλασσε τον Μουδίρη. Ήταν στ’ αλήθεια ανόητο από
μέρους σας να τον υποψιαστήτε. Τα πρόσωπα στα οποία
αναθέτει η αδελφότητα εξουσία είναι απολύτως έμπιστα και
ελέγχονται διαρκώς. Όμως δεν έχουμε χρόνο για τέτοιες
κουβέντες τώρα. Ο Καδής ανακρίνει αυτή τη στιγμή τον
έμπορο και από ό,τι φαίνεται θα μάθει πράγματα που δε
θέλουμε. Αργήσαμε. Από τη στιγμή που το Κίτρινο έπεσε θύμα
επίθεσης στη Ρεντίνα και σκοτώθηκε, ξέραμε πως κάτι δεν
πήγαινε καλά. Το μυστικό μας κινδύνευε. Όταν στείλαμε άλλον
στη θέση του φρόντισα να βρεθώ κι εγώ στην περιοχή για να
αποφύγουμε τα χειρότερα, όμως τελικά δολοφονήθηκε και το
Κόκκινο, ο Πατέρας Γαβριήλ, την βραδιά της συγκέντρωσης.
Αργήσαμε. Τώρα θα πρέπει να κλείσουν στόματα».

-Πως θα χτυπήσουμε; ρώτησα.

«Δε θα χτυπήσουμε κανέναν». Είπε ο ξένος.

«Δε μπορεί πλέον να χυθεί ούτε σταγόνα αίμα χωρίς να γίνει
καταστροφή. Τα πράγματα θα τακτοποιηθούν αλλιώς. Το
σεβάσμιο Κόκκινο έχει δολοφονηθεί, ενώ το Κίτρινο είναι
άπειρο ακόμη. Νομίζω πως θα πρέπει να ενεργήσει το
Πράσινο, με τη βοήθειά σας και μάλιστα γρήγορα».
101

Το Πράσινο, ο Άγγελος δηλαδή, έκανε ένα νεύμα πως
συμφωνεί πριν μιλήσει:

«θα ρίξουμε το μελάνι λοιπόν. Κρίμα».

«Δεν πειράζει. Κοίτα μόνο να βεβαιωθείς πως είναι
πραγματικά ανάγκη». Είπε ο ξένος, ενώ εγώ δεν καταλάβαινα
πλέον τίποτα.

«Αυτό θα το αναλάβω εγώ», είπε ο Μουδίρης. «Θα μάθω τι
ανακάλυψε ο Καδής και μετά πράττουμε αναλόγως. Άγγελε θα
σε ενημερώσω μόλις δύσει ο ήλιος».

Οι ώρες πέρασαν βασανιστικά, καθώς αισθανόμουν πως στο
σπίτι του Μιχάλη ήμουνα πλέον παρείσακτος. Ο οικοδεσπότης
μας ήταν κρατούμενος των Οθωμανών κι εγώ με τον ξένο
είχαμε πλέον σταματήσει κάθε κουβέντα. Από την άλλη κάθε
ελπίδα που είχα να πλησιάσω την κόρη του Μιχάλη
αποδείχτηκε μάταιη. Είχε κλειστεί στην κάμαρά της κι έκανε
πως αγνοούσε την παρουσία μας.

Το βράδυ ήρθε επί τέλους ο Άγγελος. Τα νέα ήταν άσχημα. Ο
Μιχάλης παραδέχτηκε πως έψαχνε χρυσό μαζί με τον Μπράχο
και ο Καδής μετά απ΄αυτό αφηνίασε. Πλέον δεν υπήρχε
επιστροφή, έπρεπε να δράσουμε.

«Ἐς αὔριον τά σπουδαῖα». Είπε ο ξένος αινιγματικά και πήρε
τον Λακκοβηκιώτη στην αυλή για να συζητήσουν. Μόλις
εκείνος έφυγε καταδέχτηκε να μου πει κι εμένα δυο
κουβέντες.

«Ο Άγγελος θα κοιμηθεί στο σπίτι ενός συγγενή του που έχει
μύλο έξω από την Προβίστα. Το πρωί θα έχουμε γεγονότα. Να
είσαι έτοιμος».
102

-Δηλαδή; Τόλμησα να ρωτήσω.

«Προτιμώ να δείξεις γνήσια έκπληξη όταν θα μάθεις τα νέα.
Θα είναι περισσότερο χρήσιμο». Μου απάντησε υπεροπτικά
και δε μιλήσαμε άλλο.

Την άλλη μέρα λίγο πριν το μεσημέρι ήρθε να μας επισκεφτεί ο
Άγγελος. Ήταν μία περίεργη κατάσταση, με τον οικοδεσπότη
μας να βρίσκεται στο Τούρκικο μπουντρούμι, ενώ εμείς
συνεχίζαμε να μένουμε στο σπίτι του. Όπως όμως μας είπε ο
σέμπρος του, είχε εντολή από την κόρη του Μιχάλη να μη μας
λείψει τίποτα. Η κόρη του Μιχάλη που δε θα γινόταν ποτέ
γυναίκα μου. Ακόμα θυμόμουν την υπόσχεση που μου είχε
δώσει δύο χρόνια πριν: «εσύ ή κανένας». Θυμόμουν βέβαια
και την αντίδραση του Μιχάλη όταν το έμαθε: «ένας
περιπλανώμενος, ένας ασήμαντος, χωρίς σπίτι και πατρίδα,
ένας λακές των Φράγκων. Μην περιμένεις να γίνει ποτέ άντρας
σου». Από τότε δεν πέρασα ξανά το κατώφλι του σπιτιού του
και μόνο τώρα σ΄αυτό το ταξίδι μου, δέχτηκε ο Μιχάλης να με
βάλει κάτω απ΄τη στέγη του, ίσως γιατί είχε καταλάβει πως
έκρυβα μυστικά που τον ενδιέφεραν και με ήθελε κοντά του
για να με ελέγχει. Για όσα όμως είχαν συμβεί όμως ανάμεσα
στην κόρη του κι εμένα δεν έκανε κουβέντα, σαν να μην έγινε
ποτέ τίποτε.

Έκανα κι εγώ το ίδιο περιμένοντας να δω που το πήγαινε. Έτσι
φτάσαμε εδώ που βρισκόμασταν με τη Σωσάννα να είναι
απλησίαστη και με μένα σαστισμένο και φοβισμένο. Το μόνο
που μου έμενε πλέον να κάνω ήταν να παρακολουθώ τις
εξελίξεις.

Ο Άγγελος φαινόταν εξαιρετικά ήρεμος όταν ξεκίνησε να μας
μιλάει:
103

«Χτες το βράδυ όπως ξέρετε φιλοξενήθηκα στο σπίτι του
ξαδέρφου μου. Μένει έξω από το χωριό, στο μύλο που
διατηρεί, εκεί που τα δυο ποταμάκια της Προβίστας
ενώνονται. Το βράδυ λοιπόν ο ξάδερφος μου, εκμυστηρεύτηκε
πως τις τελευταίες μέρες προσπαθούσε να εξολοθρεύσει μια
αλεπού που του είχε ρημάξει το κοτέτσι. Με τα πολλά
ανακάλυψε πως η αλεπού φώλιαζε στην Τούμπα που
βρίσκεται στο μέρος που οι ντόπιοι αποκαλούν Λιάμβρουκο,
μια ώρα μακρυά από την Προβίστα. Προσπαθώντας λοιπόν να
την ξετρυπώσει, ανακάλυψε πως στη βάση της Τούμπας
υπήρχε μια πέτρινη είσοδος, κρυμμένη από τα πουρνάρια και
από τα πεσμένα χώματα. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει, μια και
είναι και λίγο δειλός κι έτσι ζήτησε τη συμβουλή μου. Εγώ
φυσικά σαν πιστός υπήκοος του Σουλτάνου και σαν φρόνιμος
άνθρωπος τον συμβούλευσα να απευθυνθεί στις αρχές του
τόπου και να μη ριψοκινδυνέψει κάποια δική του έρευνα, που
μπορεί να εξόργιζε τους Τούρκους και να του στοίχιζε τη ζωή.
Έτσι αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο Κονάκι όπου ενημερώνει
τον πολυχρονεμένο μας Μουδίρη και τον Σεβάσμιο Καδή για
το εύρημά του, ελπίζοντας πως αυτοί θα τον ανταμείψουν για
την ειλικρίνειά του».

Αλήθεια η Αδελφότητα είχε τον τρόπο να ξεφεύγει από τα
αδιέξοδα. Άλλες φορές χρησιμοποιώντας βία και άλλες φορές
θολώνοντας τα νερά. Πως το είχε πει ο Άγγελος;

«θα ρίξουμε το μελάνι».

Το μελάνι ήταν σίγουρα εκείνη η Τούμπα της αλεπούς στο
Λιάμβρουκο23, 24που ποιος ξέρει τι πλούτο θα περιείχε, ώστε

23
Παρά την Αμφίπολιν προς Βοράν και επί της όχθης σχεδόν του Στρυμόνος υψούται Τύμβος
τοιούτος πρώτου μεγέθους όστις λόφος των Αλωπέκων καλείται. Λέγεται ότι εσχάτως μυλωθρός τις,
διώκων αλώπεκα ήτις του ήρπασε μιαν όρνιθα είδεν αυτήν εισελθούσα εις οπήν τινά παρά τους
104

να κορέσει την πείνα των Οθωμανών για χρυσάφι και του
Καδή συγκεκριμένα για διάκριση.

πρόποδας του Τύμβου και επειδή ανεκάλυψε την καταστροφία του ορνιθώνος του απεφάσισε την
καταστροφήν του, ήνοιξε την οπήν και ηυρέθη εις υπόγειον στοάν. Έλαβον γνώσιν αι τοπικαί αρχαί
Σερρων αλλά άγνωστο αν ευρέθει τι, εις το εσωτερικόν του Τύμβου.
Μ . Χρυσοχόος, 'Αι Τούμπαι', Επετηρίς Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός, έτος Α΄ (1896), σ.12).

24
Σήμερα οι ντόπιοι ονομάζουν αυτόν τον Τύμβο «Γιάβρικο», «Τούμπα της αλεπούς» ή απλώς
« Τούμπα» και βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Παλαιοκώμη (παλιά Προβίστα) και Νέα Μεσολακκιά
Σερρών στον σημερινό Δήμο Αμφίπολης.
Σημείωση του συγγραφέα
105

ΙΩΑΝΝΙΝΑ 2013 Μ. Χ.

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ

Όλα πήγαιναν κατά διαόλου τελευταία. Η αστυνομία φαινόταν
να έχει σοβαρότερα προβλήματα να ασχοληθεί από την
διάρρηξη του γραφείου ενός χαρτογιακά σαν εμένα. Η σχολή
δεν εννοούσε να μου εγκρίνει καμία χρηματοδότηση, οι
φοιτητές μου βιαζόντουσαν να φύγουν και το μοναστήρι μου
έκλεισε τελείως την πόρτα.

Ήταν η στιγμή να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα σχετικά με τα
χειρόγραφα. Μόνος μου βέβαια θα δυσκολευόμουν, αλλά εδώ
που είχαν φτάσει τα πράγματα καλύτερα έτσι. Ό,τι μάθαινα θα
το κρατούσα για τον εαυτό μου. Έτσι κι αλλιώς ίσως να ήμουν
ο μόνος που ενδιαφερόταν πραγματικά για την αλήθεια.

Η αλήθεια. Αυτή η τόσο κακοποιημένη λέξη στο όνομα της
οποίας γινόντουσαν και λεγόντουσαν τόσα αίσχη τελευταία.

Ο καθένας είχε κι από μία αλήθεια να επιδείξει, να
υποστηρίξει και να εκμεταλλευτεί.

Εγώ βέβαια έψαχνα για τα πραγματικά γεγονότα.

Τόσο καιρό αρνιόμουν πεισματικά να ασχοληθώ με την
ανασκαφή στον λόφο Καστά της Αμφίπολης. Ήθελα μόνο να με
αφήσουν να μελετήσω τα χειρόγραφά μου. Να βρω τι τέλος
πάντων μπορεί να βγει από την ιστορία του Θόδωρου και του
Γάλλου εργοδότη του. Δεν ήθελα να πάω με το ρεύμα της
εποχής. Το ρεύμα όμως ήθελε εμένα και με βρήκε τελικά όσο
και να προσπάθησα να κρυφτώ.
106

Τα κείμενα που μελετούσα κατέληγαν να μιλάνε για τον λόφο
του Καστά και για το περιεχόμενό του. Ήταν η μοναδική
γραπτή αναφορά του παρελθόντος σχετικά με το μνημείο της
Αμφίπολης.

Ανακάλυψα πολλά περισσότερα από οτιδήποτε είχαν
ονειρευτεί οι άλλοι επιστήμονες. Έμενε να αποδειχτεί η
αξιοπιστία όλων αυτών.

Κάποια πράγματα ή γεγονότα που περιγράφουν οι αφηγητές
ίσως να φαίνονται περίεργα σήμερα. Με μια προσεκτική
μελέτη όμως διασταυρώνονται και από άλλες πηγές.

Έτσι ο υποτιθέμενος Γάλλος περιηγητής, αναφέρει πως τα
μέλη της αποστολής των Λαζαριστών της Θεσσαλονίκης,
σχεδιάζαν να λειτουργήσουν σχολή στο Άγιο Όρος. Σε μας
μπορεί κάτι τέτοιο να φαίνεται εξωφρενικό. Όμως σύμφωνα
με κάποιες μελέτες που ανακάλυψα πρόσφατα, μια τέτοια
σχολή λειτούργησε στον Άθω, από τους Ιησουίτες, με σκοπό
τη διδασκαλία των Λατινικών.

Η περιγραφή του απαγχονισμού του Αδάμη από την Προβίστα
στο χωριό Χάνδακας, απέναντι από την Αρχαία Αμφίπολη,
αναφέρεται στο Χρονικό του Παπασυνοδινού του 16ου αιώνα.

Τέλος τα σχετικά με την εύρεση της εισόδου της λεγόμενης
Τούμπας της Αλεπούς, μπορεί να τα βρει κάποιος στην
επετηρίδα του Φιλολογικού περιοδικού «Παρνασός» του 19ου
αιώνα, αλλά και στις προφορικές μαρτυρίες των κατοίκων της
σημερινής Παλαιοκώμης.

Ψήγματα βέβαια, αλλά ήταν τα μόνα στοιχεία κατάφερα να
συγκεντρώσω προκειμένου να διαπιστώσω την αυθεντικότητα
107

της ιστορίας που μελετούσα. Αυτά καθώς και πολλά
τοπωνύμια που διατηρούνται μέχρι σήμερα.

Τότε εμφανίστηκε πάλι ο Παπαγιάννης. Ήταν πιο σοβαρός και
μετρημένος τούτη τη φορά. Κανονίσαμε να βρεθούμε σε μέρος
ουδέτερο. Πήγαμε σε ένα καφέ.

«Κύριε καθηγητά έμαθα για τις ατυχίες που σας βρήκαν τον
τελευταίο καιρό και πιστέψτε με στεναχωρήθηκα. Έτσι μια και
είχα δουλειές στην πόλη σας φρόντισα να εξοικονομήσω λίγο
χρόνο για να μιλήσουμε».

-Η αλήθεια είναι πως τον τελευταίο καιρό νοιώθω σαν να με
μάτιασαν. Του είπα.

-Δεν ξέρω πια κι εγώ τι να υποθέσω. Δε σας κρύβω πως οι
υποψίες μου στρέφονται παντού. Ακόμη και σε σας.

«Αγαπητέ μου είστε ένας μορφωμένος, ένας έξυπνος
άνθρωπος. Το τελευταίο διάστημα ξέρω ότι περάσατε πολλά.
Βρεθήκατε με ένα χειρόγραφο που κανονικά δε θα έπρεπε να
υπάρχει και όταν φτάσατε μπροστά στην αποκάλυψη ενός
μεγάλου μυστικού, τότε όλα άρχισαν να πηγαίνουν στραβά.
Αλήθεια τα πράγματα πήγαν τόσο στραβά σαν να ήθελε
κάποιος να τα παρατήσετε. Σκεφτείτε όμως: η αντίδραση ενός
υγιούς ατόμου αυτήν ακριβώς τη στιγμή είναι να πεισμώσει
και να συνεχίσει. Σωστά;»

Συμφώνησα αναγκαστικά. Έτσι ήταν. Όλα όσα συνέβησαν με
κάνανε να πιστεύω πως στ’ αλήθεια κρατούσα ένα μεγάλο
μυστικό στα χέρια μου. Αλλιώς γιατί κάποιοι να θέλουν να με
κάνουν να σταματήσω;

«Ίσως αυτό ακριβώς να ήταν και το ζητούμενο. Ίσως κάποιος,
κάποιοι, να ήθελαν με έναν τέτοιο ανορθόδοξο τρόπο να σας
108

πωρώσουν με το θέμα, ώστε να ασχοληθείτε τελικά
περισσότερο. Μόνο που ίσως, λέω πάλι να θέλανε να το
κάνετε με τον δικό τους τρόπο».

Είχα αρχίσει να μην καταλαβαίνω τίποτα πλέον και του το
δήλωσα κοφτά.

«Κύριε καθηγητά μπορούμε να είμαστε φίλοι. Αλήθεια είμαι
χρήσιμος άνθρωπος. Μπορώ να λύσω πολλά από τα
προβλήματά σας. Μπορώ να ανοίξω πόρτες που σε σας
φαίνονται κλειδωμένες. Μόνο λίγη εμπιστοσύνη θέλω από
εσάς. Πιστέψτε με είμαι άνθρωπος που εργάζεται για καλό
σκοπό. Ελάτε μαζί μου κύριε καθηγητά ... μαζί μας. Ελάτε μαζί
μας. Μας χρειάζεστε και σας χρειαζόμαστε. Θα δείτε όταν σας
τα εξηγήσω όλα θα αναρωτιέστε πως και δεν ήμασταν μαζί
τόσον καιρό. Είμαι η απάντηση σε πολλά ερωτήματα που σας
βασανίζουν τον τελευταίο καιρό. Αφήστε με να απαντήσω στα
ερωτηματικά σας».

-Θέλετε να μου αποκαλύψετε πράγματα που αγνοώ.

-Το θέλω κι εγώ. Κάτι όμως με κάνει επιφυλακτικό. Θα είμαι
ελεύθερος να χρησιμοποιήσω αυτά τα στοιχεία στις έρευνες
που κάνω;

«Ό,τι σας αποκαλυφθεί, αν σας αποκαλυφθεί, δε θα σας
ανήκει. Ούτε θα μπορείτε να μιλήσετε ή να γράψετε τίποτε
χωρίς την άδειά μας. Αυτός είναι ο μόνος όρος και πιστέψτε
με, μπορούμε να απαιτήσουμε και να πετύχουμε την
εφαρμογή του. Όμως θα είστε ανάμεσα σ’ εκείνους που θα
γνωρίζουν και πιστέψτε με...αξίζει».

Ο τύπος έλεγε μεγάλα λόγια κι εγώ τα σιχαινόμουν. Όλη μου
τη ζωή είχα σαν γνώμονα την αποκάλυψη της αλήθειας. Ο
109

Παπαγιάννης μου ζητούσε σιωπή, συγκάλυψη. Με ακύρωνε
σαν επιστήμονα με τα λόγια του. Ήθελε να μου αποκαλύψει
αλήθειες με τον όρο να μην τις μάθει κανείς. Αυτό ακριβώς
εμένα με τρόμαζε. Αλλά πάλι κάτι με κέντριζε να μην τον
στείλω από εκεί που ήρθε. Ήθελα να μάθω. Ήθελα να τα μάθω
όλα κι εκείνος το γνώριζε. Ποντάριζε λοιπόν ακριβώς εκεί.

Τις επόμενες μέρες είχα να παλέψω με τον εαυτό μου. Είχα να
διαχειριστώ τα διαφορετικά «θέλω», που μέσα μου πάλευαν
αδυσώπητα.

Ήθελα οπωσδήποτε να χαλαρώσω λίγο. Έτσι δέχτηκα με
ανακούφιση την πρόσκληση ενός καλού φίλου, να παρευρεθώ
στη γιορτή των γενεθλίων του. Κρασί με φίλους και
αναμνήσεις απ’ τα φοιτητικά μας χρόνια. Θα ήταν και δύο
τρεις άλλοι καλεσμένοι με τις συζύγους τους. Η βραδιά
κυλούσε αρκετά ικανοποιητικά και είχα αρχίσει να ξεχνάω τα
γεγονότα των τελευταίων ημερών.

Φυσικά δε θα μπορούσε να λείπει από τη συντροφιά μας και ο
απαραίτητος εξυπνάκιας. Ένας τύπος που μου συστήθηκε ως
εκπαιδευτικός. Οι απόψεις ήταν ένα διανοουμενίστικο
πασπάλισμα, που θα χαροποιούσε σίγουρα το Τουρκικό
Υπουργείο Εξωτερικών. Αρχικά μας διαφώτισε με μια διάλεξη
περί της μη Ελληνικότητας του Βυζαντίου και της υπερτίμησης,
από την Νεοελληνική κοινωνία, του πολιτισμού του. Στη
συνέχεια μας παρέθεσε ένα κατηγορητήριο εναντίον των
Ελλήνων, οι οποίοι δεν εκτίμησαν τις ευεργεσίες των
Οθωμανών και στάθηκαν τόσο αχάριστοι απέναντί τους.

Για αρκετή ώρα έμενα σιωπηλός. Άκουγα μόνο και ήμουνα
σίγουρος πως έπρεπε να συνεχίσω έτσι.
110

Τι νόημα είχε άλλωστε; Ο άνθρωπος παπαγάλιζε με πολλά
λάθη, πράγματα που κάπου είχε ακούσει, κάπου διάβασε και
κάτι κατάλαβε. Ίσως να ήταν ο πιο έξυπνος στο σόι του,
σίγουρα πάντως ήταν από τους πιο ανόητους που
αναγκάστηκα να συναναστραφώ τελευταία. Οι οποίοι ανόητοι
ήταν περισσότεροι απ' όσους μπορούσα ν' αντέξω. Τον
άκουγαν όλοι με ενδιαφέρον και κάπου σκεφτόμουν πως η
σιωπή μου, ίσως έδινε την εντύπωση πως συμφωνούσα ή δεν
ήξερα να απαντήσω.

Σε κάποια στιγμή άρχισε να μας μιλά για την Μικρασιατική
Εκστρατεία και την καταστροφή που την ακολούθησε. Μόνος
υπεύθυνος, υποστήριξε ο φωστήρας μας, ήταν ο
ιμπεριαλισμός του Ελληνικού Κράτους, ενώ οι Τούρκοι
υπέστησαν συστηματική γενοκτονία απ’ τον στρατό μας, κάτι
που εμείς προτιμάμε να αγνοούμε επιδεικτικά. Επόμενο θύμα
του ήταν ο Αλέξανδρος. Σύμφωνα με τον φίλο μας, ο
Μακεδόνας Βασιλιάς, ονομάστηκε «Μέγας» από την ιστορία
καταχρηστικά, μια και κατά τη διάρκεια των πολέμων που
διεξήγαγε σκοτώθηκαν και υποδουλώθηκαν τόσοι άνθρωποι.

Σκέφτηκα πως είχα ακούσει αρκετά. Σίγουρα δε μπορούσα να
τον πείσω, μια και οι βλάκες ακούνε μόνο αυτά που θέλουν.
Μπορούσα όμως να τον κάνω να σταματήσει.

Πήρα το λόγο. Όσο πιο ήρεμα και αποστασιοποιημένα
μπορούσα, εξήγησα σ' εκείνο τον ημιμαθή, πως είναι λάθος να
τα βάζουμε όλα στο ίδιο καζάνι. Σίγουρα η ιστορία της
περιοχής μας είναι μια δύσκολη ιστορία. Εθνικισμοί,
γενοκτονίες, θρησκευτικά μίση ακόμη και μεταξύ των
Χριστιανών κάνουν τη συγγραφή της πολύ δύσκολη. Όμως το
να απεμπολούμε τον εθνικισμό δε σημαίνει πως θα πρέπει να
111

υιοθετούμε τις απόψεις των γειτόνων μας. Ούτε πως θα
πρέπει να απαξιώνουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά.

Η σύγκριση του Βυζαντινού πολιτισμού με τον Αρχαίο είναι
άδικη, συνέχισα ήρεμα, καθώς μοιραία ο πρώτος απαξιώνεται
μια και υπολείπεται κατά πολύ του δευτέρου, ενώ ακόμη πιο
άδικη κι επικίνδυνη είναι η αθωωτική ματιά που κάποιοι
ρίχνουν στον Οθωμανισμό. Ό,τι καλύτερο είχε να παρουσιάσει
ο πολιτισμένος κόσμος εκείνη την εποχή ήταν το Βυζάντιο, με
όλες τις αδυναμίες του και θα πρέπει να κρίνεται με τα μέτρα
της εποχής του, καθώς ήταν τέκνο της. Αλήθεια που θα ήμαστε
τώρα αν δεν υπήρχε το Βυζάντιο να διαμορφώσει την
ταυτότητά μας; Αν το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος είχε
υποκύψει στις πιέσεις των βαρβάρων όπως συνέβη με το
Δυτικό; Που θα ήταν η Ευρώπη ετούτη τη στιγμή;

Άρπαξε αμέσως την ευκαιρία.

«Μα αυτό ακριβώς. Δεν υπήρξε ποτέ Βυζάντιο. Μόνο το
Ρωμαϊκό ανθελληνικό κράτος της Ανατολής».

Τον επανέφερα στην τάξη.

-Νόμιζα πως μπορούμε να συζητάμε χωρίς να παίζουμε με τις
λέξεις. Γνωρίζω και γνωρίζετε πως ο όρος Βυζάντιο είναι
τελείως συμβατικός, αλλά παρ' όλα αυτά απόλυτα αποδεκτός
μεταξύ των ιστορικών. Μη με κάνετε να σας προκαλέσω ανία
απαριθμώντας ονόματα και μελέτες.

- Όσο για την αναφορά σας στην Μικρασιατική εκστρατεία,
νομίζετε πως ο Ελληνικός Στρατός θα έπρεπε να πολεμά
μοιράζοντας τριαντάφυλλα; Σίγουρα είχαν ανθρώπινες
απώλειες και οι Τούρκοι. Μάλιστα και αμάχους.
112

Την γενοκτονία όμως φίλε μου δεν τη διαπράττει ο ηττημένος
αλλά ο νικητής. Νικητής στην προκειμένη περίπτωση ήταν το
Τουρκικό κράτος. Έτσι θα ήταν ίσως πιο σωστό να ζητάτε
ευθύνες από εκείνη την πλευρά. Για τον Αλέξανδρο τι να πω;
Την απάντηση περί του μεγαλείου του μη ζητάτε σας την δώσω
εγώ. Ψάξτε να την βρείτε στις παραδόσεις των λαών που
κατέκτησε. Ψάξτε την ακόμη στα κίνητρα εκείνων που θέλουν
να τον κάνουν δικό τους. Που πολεμάνε να τον κλέψουν απ’
τους Έλληνες.

«Πιστεύετε δηλαδή ότι οι σημερινοί Έλληνες δικαιούνται κάτι
περισσότερο από τα άλλα Βαλκανικά έθνη, λόγω κάποιου
κληρονομικού δικαιώματος;» Ρώτησε ξανά ο συνομιλητής μου.
«Πιστεύω αγαπητέ μου πως η βραδιά είναι πολύ όμορφη για
να την χαραμίσουμε σε μια αντιπαράθεση που δεν οδηγεί
πουθενά. Είναι πολύ μεγάλα θέματα αυτά που θίξατε απόψε
και ίσως η στιγμή να είναι περισσότερο κατάλληλη για πιο
ελαφρές συζητήσεις». Πετάχτηκε ο οικοδεσπότης μας σε ρόλο
πυροσβέστη. Η συζήτηση είχε λήξει.

Το πρωί είχα πάρει την απόφασή μου. Ο χθεσινός συνομιλητής
μου με βοήθησε άθελά του να δω καθαρά. Όχι δεν ήμασταν
έτοιμοι ακόμη για τη αλήθεια. Όχι ολόκληρη τουλάχιστον.

Από ‘δώ και πέρα θα περνούσα στο στρατόπεδο του
Παπαγιάννη.
113

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ

Πάνω στην ώρα ήρθε μήνυμα απ΄τον Μουδίρη να
παρουσιαστούμε στο Κονάκι.

Εκεί με κάθε επισημότητα ανακοινώθηκε στον «Γάλλο» πως η
δολοφονία του Μοναχού Γαβριήλ εξιχνιάστηκε και πως ήταν
αποτέλεσμα της αναζήτησης αρχαίων θησαυρών, στην οποία
κρυφά και παράνομα επιδιδόταν. Έτσι το Μοναστήρι δε θα
έπρεπε να ζητάει ευθύνες από τις τοπικές αρχές. Απλά ο
καλόγερος ανακατεύτηκε με τα πίτουρα και τον έφαγαν οι
κότες. Όσο για τον θάνατο του Μπράχο, αυτό ήταν κάτι που
αφορούσε μόνο τους Οθωμανούς και δε μας έπεφτε λόγος.
Σίγουρα οι ένοχοι ήταν οι τρεις ληστές που συνέλαβε από την
αρχή ο Μουδίρης. Ο Καδής θα τους μετέφερε στη Ζίχνα όπου
θα σάπιζαν σε κάποιο κελί μέχρι να απαγχονιστούν.

Αφού τελείωσε κι ετούτη η κωμωδία μάθαμε πως ο Καδής
εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στον Λιάμβρουκο και πιθανότατα
έσκαβε για να ανοίξει την είσοδο που ανακάλυψε ο μυλωνάς.

Οι επόμενες μέρες μας επιφύλασσαν μια καινούρια
παράσταση.

Ο Καδής της Ζίχνας σε ρόλο εξερευνητή- αρχαιολόγου
αποκάλυψε ένα σύνολο με χρυσά αντικείμενα εντός της
«Τούμπας της αλεπούς», όπως επικράτησε πλέον να λέγετε
μεταξύ των ντόπιων. Βέβαια δε βρήκε κανένα σώμα θαμμένο
αλλά κάτι τέτοιο φαινόταν να μην προβληματίζει το βάρβαρο
114

μυαλό του. Από την άλλη μεριά ο Άγγελος σχολίασε διακριτικά
πως μέσα στον Τύμβο βρισκόταν πολύ περισσότερο χρυσάφι
το οποίο μάλλον ο αξιωματούχος κράτησε για τον εαυτό του.

Όσο για τον φίλο μας το Μιχάλη, αυτός απελευθερώθηκε μια
και οι αρχές του τόπου πείστηκαν πως ήταν αθώος για τον
φόνο του Μπράχο. Εν τω μεταξύ εμείς είχαμε μετακομίσει στα
Λακκοβήκια, στο σπίτι του Άγγελου. Ήταν καλύτερα για όλους.

Αφού τελείωσε λοιπόν όλο αυτό το πανηγύρι, αποχώρησε ο
Καδής μαζί με την θορυβώδη συνοδεία του.

Τότε ο «Γάλλος» μου ανακοίνωσε πως θα έπρεπε να γίνει
επιτέλους η συνάντηση των χρωμάτων. Ήταν ανάγκη να
αποφασιστεί η περαιτέρω πορεία της Αδελφότητας και έπρεπε
να παρευρεθούμε κι εμείς.

Όλα ήταν θολά. Η πρόσκληση στη συνάντηση των χρωμάτων
θα μπορούσε να σημαίνει ακόμη και τον θάνατό μου. Δεν
ήξερα πλέον τι να πιστέψω. Αν Εκείνοι έκριναν πως ο ρόλος
μου είχε πλέον τελειώσει, πως αποτελούσα κίνδυνο για το
σκοπό μας...και τελικά με νεκρό τον Γαβριήλ, που ήταν το
Κόκκινο και με το παλιό Κίτρινο να έχει σκοτωθεί στη Ρεντίνα
δεν ήμουνα σίγουρος ποιους θα είχα απέναντί μου.

Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να περιμένω τη στιγμή
της συνάντησης.

Νύχτα. Η είσοδος του αρχαίου Τύμβου δέχτηκε για μία
τελευταία φορά το συμβούλιο των χρωμάτων.

Μία τελευταία φορά κι εγώ να είμαι παρών, μία συγκλονιστική
στιγμή στη ζωή μου. Αυτό που περίμενα πάντα να συμβεί
επιτέλους γίνεται κι εγώ να μην ξέρω αν πρέπει να χαρώ.
Φοβόμουν και μάλλον δεν είχα άδικο.
115

ΑΜΦΙΠΟΛΗ 305 Π.Χ.

Ο ηλικιωμένος άντρας μπήκε στο σπίτι του Ιερέα
αναστατωμένος. Είχαν περάσει σχεδόν δύο χρόνια από τότε
που είχε φύγει από την Αμφίπολη. Είχε φύγει με μια
αποστολή.

Ο οικοδεσπότης του είχε αναθέσει να πάει στην Αίγυπτο και
να δει το Σώμα. Ήταν σχεδόν αδύνατον για έναν άντρα της
ηλικίας του να κάνει ένα τέτοιο ταξίδι και να γυρίσει
ζωντανός. Πόσο μάλλον που αυτός ο άντρας είχε περάσει
πολλά στη ζωή του. Είχε ταξιδέψει πολεμώντας σχεδόν όλο τον
κόσμο. Τώρα τελείωνε την τελευταία του αποστολή. Ίσως την
πιο σπουδαία. Μετά από μια μικρή αναμονή εμφανίστηκε ο
Ιερέας. Ήταν κι εκείνος προχωρημένης ηλικίας. Σεβάσμιος.
Έδιωξε τους δούλους και μίλησε πρώτος:

«Κώραβε! Γύρισες. Πες μου. Μην καθυστερείς μίλα».

«Δεν είναι το Σώμα αυτό που έχουν στην Αίγυπτο». Απάντησε
ο επισκέπτης.

«Είσαι σίγουρος; ».

«Ήταν πολύ δύσκολο να βρεθώ στο χώρο που φυλάσσεται κι
ακόμα πιο δύσκολο να δω κάτω από τη νεκρική μάσκα. Τα
κατάφερα όμως. Ο νεκρός είναι ένας άνθρωπος ταριχευμένος
που μοιάζει με το Βασιλιά, αλλά όχι ο ίδιος ο Αλέξανδρος».

«Σε ξαναρωτώ Κώραβε. Είσαι σίγουρος;»
116

«Πολέμησα δίπλα στον Βασιλιά και γύρισα μαζί του όλο τον
κόσμο. Πληγώθηκα πολλές φορές στη μάχη και ξέρεις πως ο
Βασιλιάς επισκεπτόταν τους τραυματίες. Τον είδα λοιπόν από
κοντά αρκετές φορές. Όχι δεν είναι το Σώμα του Αλεξάνδρου
στην Αίγυπτο. Δεν ξέρω που βρίσκεται αλλά σίγουρα όχι εκεί».

«Μάλιστα. Το υποψιαζόμουν. Προσπαθώ όμως να καταλάβω
το γιατί και το πως. Κώραβε από τώρα και στο εξής θα
δουλεύεις μόνο για μένα. Θα είσαι ο άνθρωπός μου και
πρόσεχε μη σου ξεφύγει τίποτε. Ίσως να κινδυνεύει η ζωή και
των δυο μας. Εσείς οι Θράκες δεν έχετε μέτρο όταν πίνετε. Σου
απαγορεύω να πιεις ξανά έστω και λίγο».

«Από αυτή τη στιγμή θα κάνω ό,τι μου λες εσύ Απολλόδωρε.
Εγώ είμαι ένας άνθρωπος απλός και αγράμματος». Δήλωσε ο
Κώραβος.

Όσα συνέβαιναν τα τελευταία χρόνια στον κόσμο ήταν πέρα
από κάθε φαντασία. Οι Έλληνες, αφού είχαν ενωθεί με την βία
από τον Φίλιππο, τον Βασιλιά των Μακεδόνων, κατάφεραν
έπειτα το ακατόρθωτο: κάτω από την ηγεσία του Αλέξανδρου
πλέον, του γιου του Φιλίππου, κατέκτησαν σχεδόν ολόκληρη
την οικουμένη. Μια νέα εποχή άρχιζε πια. Ο Ελληνισμός
φαινόταν να είναι στο απόγειο της δόξας του. Όλος ο κόσμος
θα υποκλινόταν στο Ελληνικό πνεύμα, όπως έκανε και στα
Ελληνικά όπλα.

Τότε ήταν που συνέβει το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί:
ο Αλέξανδρος πέθανε ξαφνικά και αμέσως άρχισε να φαίνεται
πόσο εύθραυστο ήταν το οικοδόμημα που έφτιαξε. Ενώ ο
Φίλιππος πραγματοποίησε με αργά και προσεκτικά βήματα
την ένωση των Ελληνικών κρατών, ο Αλέξαντρος προχώρησε
στις κατακτήσεις του σαν τυφώνας που σαρώνει τα πάντα. Τον
117

βοήθησε βέβαια, το γεγονός πως ήταν ένας χαρισματικός
άνθρωπος. Οι στρατιώτες του πέφταν στη φωτιά γι αυτόν, ενώ
οι λαοί που κατακτούσε, κατέληγαν να τον θεωρούν
απελευθερωτή τους. Στο τέλος όλοι αγαπούσαν τον Βασιλιά.
Στο τέλος όλους τους γοήτευε.

Όταν όμως πέθανε δεν υπήρχε κανένας με το ανάστημα το
δικό του. Άρχισε τότε ένας ατέλειωτος κύκλος εμφυλίων
πολέμων, που κατασπατάλησε τις δυνάμεις του Ελληνικού
κόσμου. Ένας κύκλος που δεν άφησε τίποτε ανέπαφο. Η
οικογένεια του Αλέξανδρου, οι Τημενίδες, ξεκληρίστηκε. Ούτε
ο γιος του γλίτωσε, ούτε η σύζυγός του, ούτε η μητέρα του.
Ούτε και το σώμα του νεκρού Βασιλιά γλίτωσε. Προορισμένο
αρχικά να ταφεί στη Μακεδονία, κλάπηκε κατόπιν από τον
Πτολεμαίο και τάφηκε στην Αίγυπτο. Μόνο που υπήρχαν κενά
στην ιστορία. Παλιοί στρατιώτες αφηγούνταν περίεργες
ιστορίες, ενώ στην Αμφίπολη υπήρχε ένας ναός, ένα κενοτάφιο
αφιερωμένο στη μνήμη του Αλεξάνδρου που δημιουργούσε
ερωτηματικά. Ήταν τελικά αυτός που είχε αφιερώσει τη ζωή
του στη διατήρηση της μνήμης του Αλέξανδρου, ο
Απολόδωρος ο Ιερέας, που αποφάσισε να βρει την αλήθεια.

Την επόμενη εβδομάδα συνέβη κάτι περίεργο. Ο Ιερέας
Απολλόδωρος, ο άνθρωπος που ήταν επιφορτισμένος με την
τήρηση της λατρείας του Μεγάλου Βασιλιά, εξαφανίστηκε.
Μαζί του εξαφανίστηκε και ο υπηρέτης του. Εκείνος που
ονομαζόταν Κώραβος. Ένας παλιός στρατιώτης, που θα έπρεπε
να έχει περιουσία, μια και πολέμησε με τον Βασιλιά στην
ανατολή. Παρ’ όλα αυτά ασκούσε τα καθήκοντα του υπηρέτη
για τον Απολλόδωρο.
118

Ήταν πρωί ακόμη όταν δέκα οπλισμένοι άντρες συνέλαβαν
τους δύο ηλικιωμένους. Εκείνη την ώρα ο Απολλόδωρος
πήγαινε να ασκήσει τα καθήκοντά του στο ιερό του Μεγάλου
Βασιλιά. Τους οδήγησαν επάνω στο Όρος Παγγαίο χωρίς την
χρήση βίας μια και δε χρειαζόταν ιδιαίτερη προσπάθεια για
να ελέγξουν δύο γεροντάκια. Άλλωστε εκείνος που διέταξε τη
σύλληψη δεν ήταν κάποιος ξένος. Ήταν συγγενής και φίλος
του Ιερέα. Ο Νίκανδρος, άνθρωπος μορφωμένος και πλούσιος
με επιρροή και δύναμη.

Η συνάντηση έγινε στην έπαυλη του Νίκανδρου πάνω στο
βουνό. Σε σημείο που έβλεπε την θάλασσα από την μία
πλευρά και την Κερκινίτιδα Λίμνη από την άλλη. Ήταν ένα
πανέμορφο μέρος με εξαιρετική θέα κι εκεί είχε χτίσει το
ησυχαστήριο του ο Νίκανδρος. Εκεί δέχτηκε και τους δύο
άντρες.

«Απολλόδωρε θέλω να σου ζητήσω συγνώμη για την
περιπέτεια στην οποία σε υπέβαλα. Ηρέμησε όμως πρώτα, θα
σου τα εξηγήσω όλα. Όσο για το συνοδό σου, τον αγαπητό
Κώραβο, που όλοι σεβόμαστε, νομίζω πως θα ήταν καλύτερα
να μην τον αναστατώσουμε άλλο. Κώραβε μπορείς να
περιμένεις στο αίθριο σε παρακαλώ; Όταν έρθει η σωστή
στιγμή θα μάθεις όσα πρέπει κι όσα μπορείς να μάθεις. Σε
παρακαλώ σεβαστέ γέροντα, είναι καλύτερα έτσι».

Ο Κώραβος έκανε όπως του είπαν. Ήταν παλιός στρατιώτης και
είχε συνηθίσει μια ζωή να υπακούει και να εκτελεί εντολές.
Ήταν πιο εύκολο γι αυτόν. Όπως ακριβώς υπολόγιζε ο
Νίκανδρος. Όπως ακριβώς υπολόγιζε πριν απ' αυτόν και ο
Απολλόδωρος. Ο Κώραβος έψαχνε κάποιον που να ξέρει τι
πρέπει να γίνει και να ξέρει πως να δώσει την κατάλληλη
119

εντολή. Εκείνος απλά εκτελούσε. Έτσι βγήκε έξω όπως του
ζητήθηκε.

Μόνοι τους οι δυο άντρες ζύγισαν ο ένας τον άλλον. Ήταν
φανερό πλέον πως είχαν κάτι να χωρίσουν. Όμως αν και ο
Νίκανδρος είχε σίγουρα το πάνω χέρι, ο Απολλόδωρος
φαινόταν να μην του αναγνωρίζει την υπεροχή. Δεν ήταν
άλλωστε τυχαίος. Ήταν ο Ιερέας του Ναού που είχε αφιερωθεί
στον Αλέξανδρο. Είχε δύναμη και κύρος. Όλοι τον σέβονταν.
Έτσι ζήτησε κοφτά εξηγήσεις.

Ο Νίκανδρος φάνηκε προετοιμασμένος γι αυτό.

«Θα σου τα εξηγήσω όλα φίλε μου. Από την αρχή ετούτος ήταν
ο σκοπός μου. Νομίζεις πως αν ήθελα δε θα μπορούσα να
κάνω το ταξίδι του Κώραβου να αποτύχει; Ή μήπως τον
θεωρείς τόσο έξυπνο ώστε να καταφέρει να πλησιάσει το
ταριχευμένο λείψανο στην Αίγυπτο και να δει κάτω από τη
νεκρική μάσκα; Φίλε μου όλα αυτά τα κατάφερε ο υπηρέτης
σου γιατί έτσι το θέλησα εγώ. Ήθελα να έχεις μια μαρτυρία
που να σε βοηθήσει να πιστέψεις όσα θέλω να σου
αποκαλύψω. Γιατί πίστεψε με, σε θέλω μαζί μου, να
μοιραστούμε ένα φορτίο που είναι βαρύ για τις πλάτες μου».

Ο Ιερέας άφησε να του ξεφύγει ένα ερωτηματικό που
φανέρωνε ενδιαφέρον. Ήταν θυμωμένος αλλά και περίεργος.
Ήξερε πως ο συνομιλητής του δεν ενεργούσε ούτε μιλούσε
χωρίς λόγο. Ο Νίκανδρος συνέχισε:

«Είσαι εδώ και αρκετό καιρό ο άνθρωπος που έχει κάνει το
μνημείο δεύτερο σπίτι του. Αγνοείς όμως φίλε μου πολλά από
τα μυστικά του. Υπάρχουν σημεία που είναι σφραγισμένα και
κρύβουν μια αλήθεια ανείπωτη. Όλα ξεκίνησαν με τον θάνατο
120

του Βασιλιά. Η τελευταία του επιθυμία σύμφωνα και με τις
παραδόσεις μας ήταν να ταφεί στη γη των προγόνων του. Ο
Αλέξανδρος είχε περάσει όλη του τη ζωή σε πολέμους και
πορείες. Είχε νικήσει παντού. Είχε κατακτήσει τον κόσμο
ολόκληρο. Μας χάρισε τον κόσμο Απολλόδωρε».

«Τα κατάφερε παντού». Συμπλήρωσε ο Ιερέας.

«Όχι φίλε μου. Όχι παντού».Τον διόρθωσε ο Νίκανδρος.
«Υπάρχει ένας εχθρός που ακόμη κι εκείνος δε μπόρεσε να
καταβάλει».

Ο Απολλόδωρος φάνηκε να σαστίζει. Ποιος ήταν ο εχθρός που
δε νίκησε ο γιος του Δία; Αυτός που δε νικήθηκε ποτέ;

«Η διχόνοια φίλε μου. Η διχόνοια». Τον διαφώτισε ο
συνομιλητής του. «Αμέσως μετά τον θάνατο του Βασιλιά
φάνηκαν οι φιλοδοξίες των συντρόφων του. Οι Μακεδόνες,
μαζί με τους άλλους Έλληνες, είχαν ακολουθήσει τον πατέρα
του και μετά τον Αλέξανδρο, μέχρι το τέλος του κόσμου. Ήταν
όμως η τελευταία φορά που ακολουθούσαν κάποιον. Δεν
αναγνώριζαν κανέναν άλλον για ανώτερό τους γιατί είχαν
μάθει τόσα χρόνια την αξία τους. Μόνο τον Αλέξανδρο είχαν
δεχτεί να υπηρετήσουν γιατί εκείνος βρισκόταν ένα σκαλοπάτι
ψηλότερα από τους άλλους ανθρώπους. Δεν υπήρχε όμως
άλλος Αλέξανδρος. Δε θα μπορούσε να υπάρξει. Είχε έρθει η
ώρα του ξεκαθαρίσματος. Τώρα ο καθένας απ’ τους
υψηλόβαθμους συντρόφους του Βασιλιά θα ξέχναγε το
καθήκον προς το σύνολο και θα πολεμούσε για τον εαυτό του.
Θα πολεμούσε ο καθένας για να φτιάξει το πεπρωμένο του, το
βασίλειό του, τη δυναστεία του. Τώρα οι παλιοί σύντροφοι θα
γινόντουσαν εχθροί και τα ιδανικά του Ελληνισμού, εργαλεία
στα χέρια τους για τους σκοπούς του καθενός. Εκείνοι θα
121

προχωρούσαν μπροστά κι ο απλός λαός θα σκοτωνόταν για
εκείνους όπως έκανε πριν για τους Τημενίδες. Τα αδύνατα
σημεία των Ελλήνων ήταν η φιλαρχία και η διχόνοια. Τώρα
ήρθε η ώρα να βγουν στην επιφάνεια.

Το Σώμα του Βασιλιά θα ήταν γι αυτούς μόνο ένα μέσο που θα
βοηθούσε τον σκοπό τους. Κατάλαβες Απολλόδωρε; Ήθελαν το
Σώμα ο καθένας για τον εαυτό του προκειμένου να φανεί πως
ήταν οι συνεχιστές της Δυναστείας. Όλοι. Ακόμη και η
Ολυμπιάδα, η μητέρα του. Μόνο που εκείνη τον αγαπούσε
πραγματικά.

Έτσι φρόντισε να κλέψει το Σώμα από τον Πτολεμαίο, όταν οι
στρατιώτες του το οδηγούσαν στην Αίγυπτο και να το
μεταφέρει εδώ».

Ο Απολλόδωρος φάνηκε προβληματισμένος.

«Όσα μου λες μου φαίνονται απίστευτα. Είχα βέβαια τις
αμφιβολίες μου σχετικά με το σώμα που φυλάσσεται στην
Αλεξάνδρεια. Όμως ξέρουμε και οι δύο πως ο Κάσσανδρος
παίζει το δικό του παιχνίδι».

«Μη βιάζεσαι τόσο να βγάλεις συμπεράσματα. Ο Κάσσανδρος
δε γνωρίζει τίποτε απ' όλα αυτά. Η Ολυμπιάδα ήταν εκείνη
που οργάνωσε τούτη την παράξενη ιστορία. Έκλεψε το Σώμα
και το μετέφερε στην Αμφίπολη, γιατί εδώ κατασκευαζόταν
ένα μνημείο αφιερωμένο στη λατρεία του γιου της. Επίσης
εδώ ήταν που ασκούσε πραγματικό έλεγχο. Έτσι μπόρεσε να
κρύψει τον Βασιλιά σε μέρος που θα ήταν ασφαλής. Μπροστά
στα μάτια όλων. Μόνο που κανείς δε θα υποψιαζόταν ότι ο
ναός που υπηρετείς κι εσύ έκρυβε κάτι άλλο πέρα από είδωλα.
122

Έπειτα ξεκίνησε για να βρει τον θάνατο προσπαθώντας να
ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες της. Εδώ μείναμε μόνο κάποιοι
γνώστες του μυστικού που το φυλάμε με την ζωή μας».

«Και στην Αίγυπτο;» ρώτησε ξανά ο Απολλόδωρος που
ένοιωθε πια το κεφάλι του να γυρίζει.

«Τίποτε στην Αίγυπτο. Μόνο το σώμα ενός άνδρα που μοιάζει
με τον Βασιλιά. Μετά από μια γενιά, όταν πλέον θα έχουν
πεθάνει όλοι όσοι έχουν δει με τα μάτια τους τον γιο του
Φιλίππου, όλοι θα προσκυνάνε το ψεύτικο λείψανο. Εν τω
μεταξύ οι διάδοχοι του Πτολεμαίου θα αντλούν δόξα και κύρος
ως φύλακες του ταριχευμένου Σώματος του Αλεξάνδρου».

«Θέλεις να με κάνεις κοινωνό ενός μυστικού που είναι
μεγαλύτερο από μένα. Είναι μεγαλύτερο κι απ' τους δυο μας
Νίκανδρε. Νομίζω όμως πως με τέτοιου είδους θέματα
καλύτερο είναι να ασχολούνται οι Βασιλιάδες».

«Οι Βασιλείς μετά τους Τημενίδες είναι απλά σφετεριστές
που σπιλώνουν το έργο του Αλέξανδρου. Σπαταλούν την
ικμάδα του Ελληνισμού για να ικανοποιήσουν τις δικές τους
φιλοδοξίες. Όχι φίλε μου. Μπορεί να μην έχουμε τη
δυνατότητα να αλλάξουμε την ιστορία, όμως μπορούμε και
έχουμε ορκιστεί γι αυτό, να διαφυλάξουμε την γαλήνη στον
τελευταίο ύπνο του Αλέξανδρου. Όταν έρθει ο καιρός θα
δώσουμε το μυστικό στους Έλληνες. Μέχρι τότε όμως θα
συμβούν πολλά. Ετούτος ο τόπος, ο κόσμος ολόκληρος θα
αλλάξει πολλές φορές χέρια. Εμείς θα μείνουμε σταθεροί εδώ
και σε θέλουμε μαζί μας. Τι έχεις να πεις;»

«Εσείς; Ποιοι είσαστε ακριβώς εσείς;» Τόλμησε να ρωτήσει ο
Ιερέας.
123

«Είμαστε οι θεματοφύλακες του μυστικού της τελευταίας
κατοικίας του Αλεξάνδρου. Του μοναδικού που έφερε
δικαιωματικά τον τίτλο του Βασιλιά των Μακεδόνων και όλων
των άλλων Ελλήνων. Είμαστε μια οργάνωση που θέλει να
απλωθεί παντού για το καλό του σκοπού μας. Η Αδελφότητα
των Χρωμάτων. Σε ξαναρωτώ Απολλόδωρε: είσαι μαζί μας;»

«Μέχρι τις πύλες του Άδη κι ακόμα παραπέρα». Απάντησε ο
Ιερέας συγκινημένος.
124

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ

Τα χρώματα είχαν καλυμμένα τα πρόσωπα. Η αίθουσα
φωτιζόταν από αναμμένους πυρσούς, ενώ στην είσοδο του
Τύμβου φυλούσαν σκοπιά οπλισμένα μέλη της αδελφότητας.

Τον Άγγελο τον γνώρισα από την αρχή. Ήταν το Πράσινο. Ο
άνθρωπος που διαχειριζόταν τους ανθρώπινους πόρους της
περιοχής. Αυτός που κινούσε τα νήματα. Ο Λακκοβηκιώτης.
Τον κατάλαβα παρ' όλη την μεταμφίεση του. Αλοίμονο,
γνωριζόμασταν χρόνια κι αρκετά καλά μάλιστα.

Το μάτι μου έπεσε στο Κόκκινο. Το σεβάσμιο Κόκκινο. Τον
άνθρωπο που αποτελούσε την επαφή της αδελφότητας με την
Εκκλησία. Το Κόκκινο ήταν ο Πατέρας Γαβριήλ. Ο καλόγερος
που αντιπροσώπευε το Άγιο Όρος στην περιοχή. Μόνο που ο
Γαβριήλ ήταν νεκρός. Ο αντικαταστάτης του, το καινούργιο
Κόκκινο μου φαινόταν γνωστός. Τούτο το ιδιόρρυθμο
περπάτημα, αυτές οι κοφτές κινήσεις και το ανάστημα...ο
Παπά Γιάννης. Τραγόπαπα! Μάλλον δεν υπήρχε περίπτωση να
γλιτώσω ποτέ από σένα.

Το Γαλάζιο, η επαφή της Αδελφότητας με την
Κωνσταντινούπολη, μου ήταν τελείως άγνωστο, το ίδιο και το
Κίτρινο, που είχε την ευθύνη της Θεσσαλονίκης και των
Σερρών.

Ξεκίνησε να μιλάει ο «Γάλλος». Ο μυστηριώδης ξένος του
οποίου η ταυτότητα ήταν απροσδιόριστη και που την ύπαρξή
του την γνωρίζανε μέχρι τώρα μόνο τα χρώματα : «Η
Αδελφότητα της οποίας είμαστε όλοι μέλη υπάρχει από το
125

τέλος των Αρχαίων χρόνων και σκοπό έχει τη διαφύλαξη του
Ταφικού μυστικού. Μέσα στους αιώνες καταφέραμε να
διατηρήσουμε μια σκιώδη εξουσία στην περιοχή, παρ' όλες τις
επιδρομές και τις κατακτήσεις που έγιναν από αλλόφυλους
βαρβάρους. Για να το καταφέρουμε, απλώσαμε τα πλοκάμια
μας παντού. Αυτό αποδείχτηκε και το αδύνατο σημείο μας.
Πριν χρόνια ένα μέλος μας που υπηρετούσε ως μοναχός στο
΄Αγιο Όρος προσπάθησε να στρατολογήσει τον νεαρό τότε
Δόκιμο, Τόλιο Μιχάλη από την Προβίστα. Εκείνος όμως
αποδείχτηκε ασταθής χαρακτήρας, με αποτέλεσμα να
ματαιωθεί τελικά η ορκωμοσία του. Κατόπιν το μέλος μας
σκοτώθηκε σε ένα κάπως περίεργο ατύχημα, ενώ ο Τόλιος
εγκατέλειψε την μοναστική ζωή και επέστρεψε στη γενέτειρά
του ως λαϊκός.

Πριν από ένα χρόνο στα στενά της Ρεντίνας, μια από της
κεφαλές της οργάνωσής μας, το Κίτρινο, δολοφονήθηκε. Από
τότε βρισκόμασταν σε επιφυλακή, προκειμένου να
διαπιστώσουμε αν αυτό ήταν το αποτέλεσμα μιας κοινής
ληστείας ή αν κάποιοι βρισκόταν στα ίχνη μας. Μετά και τη
δολοφονία του Κόκκινου, καταλάβαμε πως ο σκοπός μας
κινδύνευε. Ήταν αλήθεια ανόητο να μετακινείται ένα τόσο
υψηλόβαθμο μέλος μας, μόνο του μές τη νύχτα. Όμως το
χωριό της Προβίστας έχει πολλούς Τούρκους και ο Γαβριήλ
ήθελε πάντα να είναι διακριτικός. Άλλωστε δεν πίστευε πως
κινδύνευε. Έτσι δυστυχώς δολοφονήθηκε κι εκείνος, όπως
γνωρίζετε.

Από την αρχή υποψιαζόμουν πως ο Τόλιος ήταν μπλεγμένος.
Οι υποψίες μου μετατράπηκαν σε βεβαιότητα, όταν μου
διηγήθηκε τα γεγονότα που συνέβησαν στο Μοναστήρι, την
126

εποχή που ήταν Δόκιμος. Τότε σιγουρεύτηκα πως ο ρόλος του
ήταν σκοτεινός.

Βλέπετε η αφήγησή του απείχε πολύ από την πραγματικότητα,
ενώ φαινόταν να ξέρει αρκετά για μας. Φυσικά είχε και
συνένοχο. Ο Μπράχο, ο Αρβανίτης Τσιφλικάς διέθετε τα μέσα
και την απληστία για να τα βάλει μαζί μας. Τιμωρήθηκε όμως
και εξουδετερώθηκε. Έμενε να θανατωθεί και ο Τόλιος. Όμως
η ανάμιξη των Οθωμανικών αρχών μας δημιούργησε μια
πρόσθετη δυσκολία. Ο Τόλιος συνελήφθη και αποκάλυψε όσα
γνώριζε. Έτσι αναγκαστήκαμε να φανερώσουμε έμμεσα στους
Τούρκους την ύπαρξη ενός δευτερεύοντος Τύμβου. Κάτι τέτοιο
κρίθηκε απαραίτητο, προκειμένου να τους
αποπροσανατολίσουμε και να ξεγελάσουμε την απληστία
τους. Δυστυχώς, έτσι θυσιάσαμε ένα σπουδαίο μνημείο μας.
Τώρα όμως τα πράγματα έχουν ησυχάσει και μένει να κάνουμε
δύο κινήσεις: πρώτα θα πρέπει να τιμωρηθεί ο Τόλιος μια και
εξ αιτίας του συνέβησαν όλα αυτά. Αυτό θα γίνει με
διακριτικότητα προκειμένου να μην έχουμε νέα επέμβαση των
αρχών. Ένα ατύχημα στο οποίο θα έχανε την ζωή του θα ήταν
το καλύτερο. Έπειτα θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε την
έκταση και την λειτουργία της Αδελφότητας. Πολλά από τα
μέλη μας θα πρέπει να αποδεσμευτούν. Κάτι τέτοιο θα γίνει
πιο εύκολο αν τους πείσουμε πως τα μυστικά μας
φυλαγόντουσαν στην Τούμπα της Αλεπούς στον Λιάμβρουκο.
Τώρα που η Τούμπα λεηλατήθηκε έχει λείψει και ο λόγος της
ύπαρξης μας. Έτσι κι αλλιώς όλοι ξέρουν τμήματα της αλήθειας
και αυτό μας είναι πολύ χρήσιμο. Οι καιροί αλλάζουν. Στα
χρόνια που έρχονται θα γίνουν πολλά: επαναστάσεις, πόλεμοι,
ταραχές. Θα πρέπει να μικρύνουμε για να επιβιώσουμε. Το
μυστικό μας δε θα αντέξει άλλη διαρροή. Τα χρώματα θα
127

συνεχίσουν να ηγούνται, ο καθένας στον τομέα του, με μένα
να συντονίζω την επικοινωνία και τη δράση.

Από τα κατώτερα μέλη θα μείνουν μόνο οι απαραίτητοι.
Κυρίως εκτελεστές και κατάσκοποι».

Μεγάλη εισαγωγή αλήθεια, που οι υπόλοιποι άφησαν
ευλαβικά να ολοκληρωθεί. Τότε το Γαλάζιο με έδειξε και
ρώτησε:

«Ο οδηγός γιατί είναι παρών;»

«Ίσως να μην ήταν απαραίτητο αλλά νομίζω πως του οφείλω
κάποιες απαντήσεις». Είπε ο «Γάλλος» και συνέχισε:«Τόσο
καιρό ενεργούσε σύμφωνα με τις εντολές μου χωρίς όμως να
γνωρίζει πως προέρχονται από μένα. Έκανε όλη τη βαριά
δουλειά και στο τέλος έμεινε γεμάτος ερωτηματικά, ενώ τώρα
στο τελικό στάδιο θα διαπράξει την τελευταία εκτέλεση της
Αδελφότητας πριν αυτή βυθιστεί και πάλι στη λήθη. Νομίζω
πως δικαιούται να ξέρει».

Τότε μίλησε το Κόκκινο και βεβαιώθηκα για την ταυτότητά του.
Ήταν ο Παπάς της Προβίστας. Ο Διάβολος με ράσα και γένια:
«Μίλησε οδηγέ, τι θα ήθελες να μάθεις; Ρώτα χωρίς φόβο».

-Είχα την εντύπωση πως τη διοίκηση ασκούσαν τα χρώματα,
είπα.

«Τα χρώματα λειτουργούν σαν μια σύνθεση από άνθη. Ο
άνθρωπος που γνώρισες ως Γάλλο, μεταμορφώνει τα άνθη σε
ανθοδέσμη. Δίνει τον ρόλο στο καθένα ώστε να δημιουργούν
μαζί ένα αρμονικό σύνολο. Υπάρχουν δύο άνθρωποι με αυτό
το ρόλο. Το Κόκκινο και το Κίτρινο είναι υπόλογοι στον έναν,
ενώ το Πράσινο και το Γαλάζιο γνωρίζουν τον δεύτερο, ο
128

οποίος απουσιάζει σήμερα.Τα χρώματα όμως έχουν το
δικαίωμα να τους ελέγχουν.

Έτσι αλληλοσυμπληρώνονται αρμονικά». Δήλωσε ο Παπά
Γιάννης ή μάλλον καλύτερα, το σεβάσμιο Κόκκινο, ο άνθρωπος
που ήταν υπεύθυνος για τις σχέσεις μας με την εκκλησία και τα
μοναστήρια.

Τότε έκανα τη μεγάλη ερώτηση. Ήταν η ώρα να μάθω.

-Το σώμα βρίσκεται σε αυτό το χώρο;

Απάντησε το Γαλάζιο: «Το σώμα μπορεί να βρίσκεται εδώ, ή
μπορεί και όχι, μπορεί να είναι σε μια κρυφή τοποθεσία της
περιοχής ή ακόμη και στην Αίγυπτο. Δε σε αφορά. Γνωρίζεις
όσα πρέπει να γνωρίζεις».

-Μα τότε ο σκοπός μας; Θέλω να πω, τι νόημα έχουν όλα όσα
κάναμε; Ρώτησα.

«Γνωρίζεις όσα πρέπει να γνωρίζεις κι εκτελείς όσα σου
αναθέτονται». Είπε το Κόκκινο.

-Τραγόπαπα. Σκέφτηκα.

Το υπόλοιπο μέρος της συνάντησης δε με συμπεριλάμβανε και
αποχώρησα. Περίμενα τον Άγγελο και τον «Γάλλο» στην έξοδο
και λίγο πριν το ξημέρωμα γυρίσαμε στα Λακκοβήκια στο σπίτι
του Άγγελου. Τι άλλο συζητήθηκε εκείνο το βράδυ δεν έμαθα
ποτέ. Μόνο πως αποφασίστηκε να σκοτώσω τον Μιχάλη. Αυτό
θα γινόταν λίγο καιρό μετά την αναχώρηση του ξένου κι αφού
τα τελευταία γεγονότα θα είχαν κάπως ξεχαστεί. Ο κόσμος δεν
ήταν έτοιμος ακόμη. Έπρεπε να φυλάξουμε το μυστικό μας
μέχρι οι άνθρωποι να γίνουν καλύτεροι. Ο Καστάς
σφραγίστηκε και όσα θέλαμε να κρύψουμε απομακρύνθηκαν
129

ή καταστράφηκαν. Τα αγάλματα που έβαλαν οι Αρχαίοι να
φυλάνε την είσοδο αποκεφαλίστηκαν. Το ψηφιδωτό
ακρωτηριάστηκε. Αν ποτέ έμπαινε κάποιος στον Τύμβο έπρεπε
να μη βρει αρκετά στοιχεία. Δεν έμαθα ποτέ αν ο Βασιλιάς
τάφηκε εδώ ή αν το μνημείο ήταν ναός ή κενοτάφιο.
Διαφορετικές ομάδες ανέλαβαν το έργο αυτό. Τελικά όσα
αγνοούσα ήταν αρκετά. Χρόνια τώρα νόμιζα πως ανήκα σε μία
μυστική οργάνωση που σκοπό είχε την φύλαξη του μυστικού
της ταφής του μεγάλου Μακεδόνα Βασιλιά. Του μεγαλύτερου
Έλληνα. Τώρα δεν είμαι σίγουρος για τίποτα. Νόμιζα πως οι
κεφαλές της οργάνωσης ήταν οι άνθρωποι που αποκαλούσα
«Χρώματα», αλλά αυτοί ήταν μόνο τα εκτελεστικά όργανα και
οι συντονιστές της δράσης των κατώτερων μελών. Η
πραγματική εξουσία βρισκόταν αλλού. Κάποιος άλλος κινούσε
τα νήματα κάποιος ανώτερος και από αυτόν που γνώρισα στην
αρχή ως Γάλλο επισκέπτη.

Είναι ένας ο αρχηγός; Είναι περισσότεροι; Ίσως να μην το
μάθω ποτέ. Ούτε καν ο Άγγελος που είναι Χρώμα γνωρίζει
ακριβώς. Κανείς δεν έμαθε ποτέ όλη την αλήθεια. Μόνο
κομμάτια της. Έτσι λειτουργούσε κι επιβίωνε η Αδελφότητα
ανά τους αιώνες.
130

ΙΩΑΝΝΙΝΑ 2013

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ

Κάτι άλλο με προβλημάτιζε συνεχώς: η ανασκαφή στην
Αμφίπολη συνεχιζόταν όλο αυτό το διάστημα εντατικά. Το
ενδιαφέρον όλου του κόσμου ήταν στραμμένο εκεί και
τελευταία ακούγονταν φήμες πως ο λόφος Καστά θα
ερευνηθεί μέχρι τον τελευταίο σβώλο χώματος. Πολλοί
μιλούσαν για γεωσκοπική έρευνα με σονάρ. Πως λοιπόν
μιλούσαμε για οποιαδήποτε συγκάλυψη εμείς; Μήπως τα
γεγονότα μας ξεπερνούσαν τελικά;

Την απάντηση μου την έδωσε ο Παπαγιάννης, που φρόντισε
εκείνες τις μέρες να έχει δουλειές στην πόλη μου:

«Δεν πρόκειται να ανακαλύψουν τίποτε. Εδώ και πολλά χρόνια
κάποιοι φρόντισαν γι αυτό. Από την άλλη, πολλά στοιχεία είναι
έτσι τοποθετημένα που θα τους μπερδέψουν ακόμη πιο πολύ.
Υπολογίστε και όσους για θεμιτούς ή αθέμιτους λόγους θα
διατυπώσουν τις δικές τους θεωρίες. Καταλαβαίνετε λοιπόν,
πως μόνο με την ταπεινή μου βοήθεια θα μπορέσετε να
καταλήξετε στα πραγματικά γεγονότα».

-Έχω μια τελευταία απορία. Πως γίνετε ενώ ισχυρίζεστε ότι
ελέγχετε τα πάντα γύρω από αυτή την υπόθεση να επιτρέπετε
στις εξελίξεις να σας ξεπερνούν. Μιλάω βέβαια για την
ανασκαφή της Αμφίπολης. Θέλω να πω ότι δεν τα καταφέρατε
και τόσο καλά, μια και τα φώτα της δημοσιότητας είναι
στραμμένα ετούτη τη στιγμή στον Τύμβο που λέτε πως
προστατεύετε.

Γέλασε.
131

«Ακριβώς εδώ είναι το θέμα αγαπητέ μου. Νομίζω πως θα
πρέπει να σας εξηγήσω τον τρόπο που κινείται η οργάνωσή
μας. Κάθε φορά εκμεταλλευόμαστε τις καταστάσεις. Έτσι και
τώρα. Βλέπετε τα τελευταία χρόνια γινόταν όλο και πιο
δύσκολο να προστατεύουμε το μνημείο από τους
αρχαιοκάπηλους. Τα γεγονότα τρέχουν αλλά φροντίζουμε να
τρέχουμε κι εμείς μαζί τους. Όχι φίλε μου, η έκρηξη της
δημοσιότητας, της οποίας είμαστε όλοι μάρτυρες ήταν
αποτέλεσμα των δικών μας ενεργειών. Εμείς είμαστε πίσω απ’
όλα αυτά».

Άφησα ένα επιφώνημα έκπληξης.

-Μα είναι δυνατόν να φυλάς ένα μυστικό και ταυτόχρονα να
το φανερώνεις; Ρώτησα.

«Δε φανερώσαμε τίποτε απολύτως. Αντίθετα κάναμε τεράστια
οικονομία δυνάμεων. Αυτό το καταφέραμε βάζοντας την
Αρχαιολογική υπηρεσία να συντηρήσει το μνημείο μας και την
Ελληνική Αστυνομία να το φυλάει νύχτα μέρα. Από την άλλη
έχουμε φροντίσει εδώ και πολύ καιρό τα μυστικά μας να
παραμείνουν μυστικά για όσο διάστημα εμείς θέλουμε».

Είχε νικήσει και τό ‘ξερε.
132

ΑΜΦΙΠΟΛΗ 42 Π.Χ. ΡΩΜΑΙΟΚΡΑΤΙΑ

Ήταν νύχτα όταν συναντήθηκαν οι κεφαλές της Αδελφότητας.
Τέτοιες συναντήσεις γινόντουσαν σπάνια, όμως η κατάσταση
φαινόταν να είναι κρίσιμη. Έπρεπε να παρθούν αποφάσεις
γρήγορα και να είναι οι σωστές αποφάσεις. Ένα λάθος θα ήταν
καταστροφικό τώρα. Υπήρχαν επτά άντρες και είχαν
καλυμμένα τα πρόσωπα τους. Σχημάτιζαν κύκλο. Έξω από το
Ιερό υπήρχαν οπλισμένοι άντρες που φρουρούσαν τη
συνέλευση. Πήρε το λόγο ένας από τους επτά:

«Καλωσορίζω τα σεπτά μέλη στη συνέλευση. Νομίζω ότι δε
χρειάζεται να σας εξηγήσω με λεπτομέρειες τον λόγο που σας
κάλεσα. Τα γεγονότα που συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα
είναι ανάγκη να μας κάνουν πολύ προσεκτικούς. Οι Ρωμαίοι
απαιτούν να χρησιμοποιήσουν τον χώρο μας για να τιμήσουν
τους νεκρούς της μάχης».

Κανένας δε μίλησε. Κανένας δε ρώτησε ποια μάχη εννοούσε.
Όλοι γνώριζαν πως πρόσφατα οι Ρωμαίοι πολέμησαν μεταξύ
τους στους Φιλίππους. Ήταν το αποκορύφωμα του εμφυλίου
που ξέσπασε μετά τη δολοφονία του Καίσαρα. Μια πολύνεκρη
μάχη που όπως και άλλες αυτού του πολέμου, δυστυχώς
έλαβε χώρα στον Ελλαδικό χώρο.

Ο άντρας συνέχισε:

«Όλη μας η πορεία μέχρι τώρα είχε σαν σκοπό να μας
προετοιμάσει για να αντιμετωπίσουμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Δεν πρέπει λοιπόν να διστάσουμε».
133

Ακούστηκαν φωνές διαμαρτυρίας. Οι κίνδυνοι ήταν πολλοί και
τα περιθώρια στενά. Άλλωστε τι θα μπορούσαν να κάνουν
αυτοί οι άνθρωποι με όλη την οργάνωση που είχαν; Οι
Ρωμαίοι, αλίμονο ήταν παντοδύναμοι και το Μακεδονικό
μεγαλείο αποτελούσε πια παρελθόν.

Τον λόγο πήρε πάλι ο πρώτος ομιλητής:

«Άθλια απομεινάρια των ενδόξων Μεγάλων Ελλήνων!
Γραικύλοι! Οι παππούδες σας, σας χάρισαν όλο τον κόσμο για
να τον χάσετε μέσα απ' τα χέρια σας. Αλλά αυτό είναι κάτι που
δεν αλλάζει. Τουλάχιστον να τιμήσετε τον όρκο σας: η γωνιά
της γης που πατάμε τώρα, να είναι το τελευταίο ησυχαστήριο
εκείνου που άλλαξε τον κόσμο. Που έκανε τον κόσμο Ελλάδα».

«Ο στρατός μας νικήθηκε, πάνε χρόνια τώρα και όσες
επαναστάσεις κάναμε πνίγηκαν στο αίμα. Τι μας προτείνεις,
μια νέα αντιπαράθεση με τους Ρωμαίους; Τώρα που τελειώνει
ο εμφύλιος μεταξύ τους δεν έχουμε καμιά ελπίδα και το
ξέρεις».

Είπε ένας από τους παρόντες και ο λόγος του έγινε δεκτός από
τους περισσότερους με ένα μουρμουρητό επιδοκιμασίας.

Ο πρώτος ομιλητής χτύπησε δυνατά τη ράβδο του στο
πάτωμα.

«Ακούστε με προσεκτικά». Είπε. «Θα κινηθούμε πονηρά και
γρήγορα. Έτσι κι αλλιώς όλοι νομίζουν πως το μνημείο είναι
κενοτάφιο αφιερωμένο στη δόξα και τη μνήμη του Μεγάλου
Βασιλιά. Κανείς δεν γνωρίζει για τις μυστικές κρύπτες, ούτε και
θα μάθει ποτέ κανένας. Αν οι Ρωμαίοι θέλουν το μνημείο για
να τιμήσουν τους δικούς τους νεκρούς θα κάνουμε έναν
συμβιβασμό μαζί τους.
134

Θα τους αφήσουμε να χρησιμοποιήσουν το μνημείο αλλά θα
τους πείσουμε να συνεχίσουμε κι εμείς να χρησιμοποιούμε
κάποιους χώρους. Έτσι χωρίς να το ξέρουν θα τους βάλουμε να
φυλάνε το μυστικό μας και θα μπορούμε και να ελέγχουμε τις
κινήσεις τους. Οι μυστικοί χώροι είναι καλά σφραγισμένοι.
Είναι απίθανο να υποψιαστούν την ύπαρξή τους. Αυτή είναι η
καλύτερη λύση. Περιττό να πω πως οποιαδήποτε διαρροή θα
τιμωρηθεί με θάνατο.

Όλα όσα ανέφερα όμως δεν είναι αρκετά. Θα πρέπει και να
αναθεωρήσουμε τη δομή της Αδελφότητας. Τώρα που η
εξουσία έφυγε πια από τα Ελληνικά χέρια, εμείς θα
δημιουργήσουμε μια δεύτερη κρυφή εξουσία στην περιοχή. Οι
Ρωμαίοι κυβερνούν πλέον τη χώρα και μετά στο μέλλον ίσως
έρθουν άλλοι, βαρβαρότεροι. Μας λείπει η δύναμη να τους
πολεμήσουμε. Μπορούμε όμως να κατευθύνουμε τους
τοπικούς εκπροσώπους τους. Ακόμη καλύτερα μπορούμε να
βοηθήσουμε ώστε στην περιοχή να τοποθετείται, όποτε είναι
δυνατό, ένας δικός μας άνθρωπος. Μπορούμε ακόμη να
φροντίζουμε ώστε να βρίσκονται μέλη μας πάντα στα κέντρα
εξουσίας. Θα πρέπει λοιπόν να στρατολογήσουμε μέλη και
από άλλα έθνη».

Η τελευταία πρόταση έγινε δεκτή με διαμαρτυρίες. Τι δουλειά
έχουν οι Βάρβαροι σε μια τέτοια ιερή υπόθεση; Τα μέλη
έδωσαν έναν όρκο ζωής για χάρη του Ελληνισμού. Αυτό ήταν
κάτι αδιαπραγμάτευτο.

Το λόγο πήρε πάλι ο πρώτος ομιλητής που φαινόταν να είναι ο
αρχηγός:

«Ο Ελληνισμός και οι αξίες του είναι έννοιες οικουμενικές.
Αυτό θα πρέπει να το καταλάβουμε και να το αποδεχτούμε.
135

Διαφορετικά θα σβήσουμε κάποια μέρα εγκλωβισμένοι στις
διαμάχες και τα τοπικά προβλήματα που στραγγίζουν τη
δύναμή μας. Βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι. Έχουμε
αποτύχει σαν έθνος να κυβερνήσουμε τον κόσμο. Ας
προσπαθήσουμε να τον κατευθύνουμε στο δρόμο που
θέλουμε. Πιστεύω πως είναι η σωστή απόφαση».

Όλοι συμφώνησαν μουδιασμένοι. Μέχρι τώρα
αισθανόντουσαν ασφαλείς αλλά μετά απ' όσα συνέβησαν
ένοιωθαν να μπαίνουν σε επικίνδυνα νερά. Δεν είχαν όμως
επιλογή, το καταλάβαιναν αυτό. Αν οι Ρωμαίοι μάθαιναν ποτέ
την αλήθεια, θα λεηλατούσαν το χώρο και θα μετέφεραν τα
πάντα στη Ρώμη. Είχαν έναν δικό τους τρόπο να δείχνουν το
σεβασμό που ένοιωθαν για τον πολιτισμό των Ελλήνων. Ό,τι
τους φαινόταν αξιόλογο το έκλεβαν και το πήγαιναν στην έδρα
της αυτοκρατορίας τους. Τα πολυτιμότερα αγάλματα είχαν
μεταφερθεί εκεί. Αν μάθαιναν πως εδώ αναπαυόταν ο
Αλέξανδρος ήταν σίγουρο πως δε θα άφηναν τίποτε στη θέση
του. Θεωρούσαν πως ο γιος του Φιλίππου ήταν ο μεγαλύτερος
στρατιωτικός νους. Έτσι αυτοί που κατέκτησαν όλο τον κόσμο
τον ήθελαν κι αυτόν για δικό τους.

Όχι. Ο Βασιλιάς έπρεπε να συνεχίσει τον ύπνο του. Δικαιούταν
τη γαλήνη που στερήθηκε ζωντανός.
136

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ

Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ

Μέναμε στα Λακκοβήκια πλέον, όπως έχω ξαναπεί, στο σπίτι
του Άγγελου. Έπρεπε να τακτοποιηθούν όλες οι λεπτομέρειες
για να μπορέσει ο μυστηριώδης εργοδότης μου να
αποχωρήσει. Εγώ βέβαια θα έμενα λίγο καιρό ακόμη. Είχα να
τελειώσω τη βρώμικη δουλειά. Να σκοτώσω τον Μιχάλη.

Τότε εμφανίστηκε ο Βαγγέλης!

Ο δάσκαλος ζήτησε να δει τον Γάλλο!

Η συνάντηση έγινε στο σπίτι που μας φιλοξενούσε, με εμένα
διερμηνέα. Στην αρχή φαινόταν πως πρόκειται για μια ακόμη
ιδιοτροπία του Βαγγέλη. Είχε λέει στην κατοχή του ένα σπάνιο
χειρόγραφο στην γλώσσα του ξένου, τα Γαλλικά. Ήθελε λοιπόν
να τον συμβουλέψει ο ξένος για το πως θα μπορούσε να το
αξιοποιήσει.

Αρκετά περίεργα όλα αυτά αλήθεια, αλλά ο ξένος φάνηκε να
διασκεδάζει και ζήτησε να δει το χειρόγραφο.

Ήταν τρία φύλλα παλιού χαρτιού, τυλιγμένα σε ένα δερμάτινο
κάλυμα.

Ο ξένος τα έπιασε προσεκτικά στα χέρια του και άρχισε να
διαβάζει. Κοίταζα μπροστά μου τον «Γάλλο» να έχει μια
έκφραση απορίας κι ενδιαφέροντος στο πρόσωπό του.

Πρώτη φορά τον έβλεπα έτσι. Σε μια στιγμή σήκωσε τα μάτια
του.
137

Με μεγάλη έκπληξη τον άκουσα να ρωτάει τον Βαγγέλη στα
Ελληνικά: «Πως ήρθε στα χέρια σου;»

«Βρίσκεται στα χέρια της οικογένειάς μου εδώ και πάρα πολλά
χρόνια». Απάντησε ο δάσκαλος.

«Προσπαθείς να μου το πουλήσεις;»

Ρώτησε ξανά ο Γάλλος ενώ εγώ στεκόμουν μπερδεμένος.
Σκεφτόμουν γιατί άραγε σταμάτησε να παριστάνει τον
Ευρωπαίο και μιλούσε στον δάσκαλο στα Ελληνικά.

«Να το πουλήσω όχι. Ίσως όμως να θέλω να το χαρίσω.
Πιστεύω πως βρήκα τον κατάληλο άνθρωπο». Αποκρίθηκε ο
Βαγγέλης.

Τότε ο Γάλλος μετά από μια μικρή σιωπή συνέχισε τις
ερωτήσεις:

«Καλύτερα να μιλήσουμε ανοιχτά. Θέλω να μου πεις πόσα
γνωρίζεις, πως τα έμαθες και ποιοί είναι οι σκοποί σου».

«Γνωρίζω όσα περιγράφονται στο κείμενο που κρατάτε αυτή
τη στιγμή. Γνωρίζω και κάποια άλλα πράγματα από τις
διηγήσεις του παππού μου. Τα υπόλοιπα τα συμπεραίνω.
Βλέπεις η δουλειά μου είναι να μαθαίνω στους άλλους να
σκέφτονται. Ξέρω κι εγώ λοιπόν να σκέφτομαι. Μου αρέσει και
να παρατηρώ. Η γνώση έρχεται σαν αποτέλεσμα. Με ρώτησες
για τους σκοπούς μου. Έναν σκοπό έχω. Να δείξω πως μπορώ
να κρατάω μυστικά. Νομίζω πως είπα όσα χρειαζόταν να πω».

«Θα χρειαστεί να ορκιστείς. Θα πάρεις έναν όρκο που αν τον
πατήσεις δε θα τιμωρηθείς στην άλλη ζωή, αλλά σ’ ετούτη».

«Το καταλαβαίνω και το δέχομαι».
138

«Θα δώσω τις απαραίτητες εντολές. Τώρα όμως θέλω να
μιλήσουμε μόνοι μας. Πάμε στην αυλή». Είπε ο ξένος και μου
έδωσε το χειρόγραφο του Βαγγέλη.

«Είναι αρκετά όσα αγνοείς Θόδωρε. Ρίξε μια ματιά εδώ». Είπε
σ’ εμένα.

Πήρα στα χέρια μου το κείμενο γεμάτος περιέργεια. Ήταν
γραμμένο στα Ελληνικά. Ο Βαγγέλης που υποτίθεται γνώριζε
τον ξένο ως Γάλλο, είχε πει πως κρατάει ένα κείμενο γραμμένο
στη γλώσσα του. Δίνοντάς του το Ελληνικό γραπτό
ουσιαστικά έβαζε τέλος στη μασκαράτα. Πάντα τον θεωρούσα
έξυπνο, ειδικά όταν δεν έπινε.

Ο δάσκαλος τόσον καιρό ήξερε πράγματα που ούτε καν τα
φανταζόμασταν.

Ξεκίνησα την ανάγνωση :

Ενυπόγραφη μαρτυρία του Θεόδουλου, υιού του

Δημητρίου κατοίκου Πρεβίστας.

Επειδή προ καιρού εσυνέβησαν πράγματα φοβερά,

ο άθλιος εγώ, δούλος του Θεού Θεόδουλος, μή

έχων δύναμην να μιλήσω δι αυτά,

επιθυμώ όπως αφήσω ταύτην την

ενυπόγραφον μαρτυρίαν, δια να μείνει εις τα μέλη
139

της οικογενείας μου.

Εμπιστεύομαι την μαρτυρίαν ταύτην εις τον υιόν

Του αδερφού μου, τον αγαπητόν μου

Γεώργιον, καθώς προ καιρού έχω απολέσει τα

ιδικά μου τέκνα κατά το θέλημα του Κυρίου εκ της

ασθένειας της ελονοσίας.

Επιθυμία μου είναι εις τα έτη που ακολουθούν να

μην λησμονηθούν όσα συνέβησαν και άλλαξαν τον

ιδικόν μου βίον αλλά και των προπατόρων μου.

Αν εις τα ερχόμενα έτη κάποιος από τη γενεά την

ιδικήν μου,

εβρεθεί σε ερώτημα να ενταχθεί εκεί όπου ανήκα,

έχω επιθυμίαν η απόφασις αυτού να είναι η πλέον ορθή.

Τα έτη του ιδικού μου βίου τελειώνουν πλέον και διατελώ

άκληρος και χήρος.

Καλύτερον λοιπόν απεφάσισα πως είναι, όπως

αποσυρθώ δια να μονάσω.

Εζήτησα και παρεκάλεσα όπως λάβω τη σχετική

άδεια και

θεωρώ εαυτόν ελεύθερο όσων πρωτύτερα με

εδέσμευαν.
140

Η οικογένεια της οποίας αποτελώ μέλος,

κατείχε το βαρύ φορτίο να μετέχει εις την φύλαξη

ενός μυστικού που χάνεται εις στα βάθη των

αιώνων.

Αυτά τα οποία γνωρίζω είναι πολλά, όχι όμως όλα.

Μου έχει αποκαλυφθεί αυτό που ημπορεί να

ανθέξει ο

χαρακτήρας ο ιδικός μου

και ό,τι έχει κριθεί πως θα ήτο χρήσιμο δια τον

σκοπόν τον οποίον υπηρετούμε.

Γνωρίζω πως στους τόπους που έζησα, στις όχθες

του Στρυμόνα, εκρύφθει υπό των Ελλήνων μεγάλο

μυστικό.

Ούτο θα έμενε κρυμμένο μέχρι της στιγμής που οι

Κεφαλές θα απεφάσιζαν πως έφθασαν οι καιροί να

αποκαλυφθεί.

Κάποτε οι καιροί των Ελλήνων έφτασαν εις το τέλος

των.

Την θέση αυτών έλαβαν οι Ρωμαίοι που επίσης και

ετούτοι

ήσαν Ειδωλολάτρες, μέχρι που ασπάσθησαν την
141

Αγία Χριστιανική Πίστη.

Όλα εκείνα τα έτη, το μυστικό των Ελλήνων έμεινε

καλά

Φυλαγμένο από εκείνους που ονόμαζαν την

οργάνωσή τους Αδελφότητα.

Εις την Αδελφότητα ταύτην ανήκαν οι πρόγονοί μου

κι εγώ μέχρι της παρούσας στιγμής.

Όλα όσα ήθελαν οι άνθρωποι ετούτοι να

φυλάξουν

εβρισκόταν εντός λαμπρού αρχαίου τύμβου έξωθεν

της Αμφιπόλεως.

Οι διηγήσεις οι σχετικές με την δράση της

Αδελφότητας

περνούσαν από χείλη πατέρα εις ώτα υιού.

Έτσι ήλθε εις εμένα η γνώση της προστασίας του

μυστικού από τους Ρωμαίους με δόλο.

Αλλά μοιραία έφτασαν οι καιροί που και οι Ρωμαίοι

δεν ήσαν πλέον δυνατοί.

Ένας άλλος βάρβαρος, δυνατότερος και αγριότερος

των προηγουμένων

ήλθε εις τα μέρη μας θέλων να καταστρέψει ό,τι
142

δεν καταλάβαινε.

Ο Αλάριχος μετά των ορδών του κατέφθασε εδώ,

Τον καιρό που

Αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη ήτο ο

νεαρός Αρκάδιος, ο υιός του Θεοδοσίου.

Ο Αλάριχος ήτο Γότθος ηγεμόνας, φανατικός

οπαδός της Αρειανικής αιρέσαιως.

Κάθε τι αρχαίο το απεχθανόταν ως ειδωλολατρικό

και το κατέστρεφε.

Οι άνθρωποι έτρεχαν εις τα όρη να γλιτώσουν την

ζωή και την τιμήν των.

Ήξευραν πως ο στρατός των επιδρομέων δεν

σταματούσε εμπροστά σε τίποτε.

Τις ημέρες εκείνες, οι μόνοι που εστάθησαν κι

ενήργησαν με σχέδιο ήσαν κείνοι οι άνθρωποι που

ανήκαν στις τάξεις μας:οι προπάτορές μας.

Βάσει μελετημένου σχεδίου, έκαναν τους

βαρβάρους να πιστέψουν πως δεν υπήρχε τίποτε να

λεηλατήσουν. Πως το μεγάλο μνημείο εμπρός της

Αμφιπόλεως ήτο κατεστραμένο. Το εγχείρημα ήτο

παράτολμο αλλά τόσο
143

καλώς σχεδιασμένο ώστε εν τέλει, επέτυχε τον

σκοπόν του.

Οι επιδρομείς επίστευσαν οι άθλιοι πως

κάποιοι άλλοι πριν από εκείνους, επρόλαβαν και

κατέστρεψαν το μνημείο.

Οι εντόπιοι που επέστρεψαν απ’ τις

κρυψώνες τους, ενόμισαν πως ο Αλάριχος

λεηλάτησε τον χώρο.

Όταν κατόπιν πλείστων ετών συνέβει

καταστροφικός σεισμός,

η Αδελφότης ολοκλήρωσε το έργο της απόκρυψης.

Όθεν εις τα επελθόντα έτη, οι Ρωμαίοι της

Κωνσταντινουπόλεως, δεν έλαβαν ποτέ υποψία

πως κρυβόταν κάτι σημαντικό εις την περιοχήν μας.

Η πόλις της Αμφιπόλεως ερημώθη και οι άνθρωποι

εσκόρπισαν εις τα γύρω χωρία. Η ιδική μου

οικογένεια

εγκαταστάθηκε εις το άθλιον χωρίον της Πρεβίστας.

Την αποφράδα ημέρα που έφθασαν οι αιμοδιψείς

Οθωμανοί,

κάθε ανάμνησις των γεγονότων ετούτων είχε χαθεί.
144

Μόνον οι μυημένοι λάμβαναν γνώση, όμως ποτέ δεν

κατείχαν

την αλήθεια καθ’ ολοκληρίαν.

Καθ’ εις εγνώριζε όσα έπρεπε και μόνο.

Το υπόλοιπον της αληθούς γνώσης αποτελούσε

κτήμα των

Κεφαλών της οργάνωσης.

Η ιδιότητα του μέλους περνούσε από γενιά σε

γενιά και το μυστικό του οποίου αποτελούσαμε

φύλακες, παρέμεινε απαραβίαστο.

Το αυτό εσυνέβει και με εμένα τον άθλιον. Όμως

την στιγμή ετούτη, εβρίσκομαι

ηλικιωμένος και άκληρος και η γραμμή της

διαδοχής σβήνει για

την οικογένεια της οποίας αποτελώ μέλος.

Ελπίζω εις τα επόμενα έτη, όπως

κάποιος εκ των συγγενών μου κριθεί άξιος.

Ετούτο όμως δεν είναι εις την απόφαση την ιδικήν

μου.

Η μόνη δυνατότητα που μου δίνεται είναι να αφήσω

ετούτες
145

τις μαρτυρίες εις την κρίση των συγγενών μου.

Η ελπίδα μου είναι πως μία των επερχόμενων

ημερών θα λάβουν την θέση

που δικαίως τους ανήκει εντός των τάξεων της

Αδελφότητος.

Εν χωρίον Πρεβίστας

Ίανουάριος του ζλρθ25 έτους μετά την γέννησιν του

Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Τελειώνοντας την ανάγνωση έμεινα να κοιτάζω το κενό
μπροστά μου. Το κείμενο που διάβασα έδινε σαν χρόνο
γραφής το έτος 1630 μετά Χριστόν. Όπως και νά ‘χε ήταν ένα
παλιό κείμενο και απ’ ό,τι φαινόταν βρισκόταν στα χέρια της
οικογένειας του δασκάλου πολλά χρόνια.

Ο Βαγγέλης τόσον καιρό κρατούσε ένα μέρος του μυστικού
μας κι εμείς δεν είχαμε υποψιαστεί τίποτε. Αντιθέτως τον
θεωρούσαμε αφερέγγυο και φλύαρο.

Ήταν απόλυτα σωστό να διορθώσουμε το λάθος μας και να τον
εντάξουμε στην Αδελφότητα, όπως αποφάσισε ο «Γάλλος»
εργοδότης μου.

25
Πρόκειται για τον αριθμό 1630 σύμφωνα με τον Ελληνικό τρόπο γραφής των αριθμών που
χρησιμοποιούνταν ακόμη την εποχή που συντάχθηκε η επιστολή
146

Όταν βγήκα στην αυλή του σπιτιού, ο δάσκαλος είχε φύγει.
Από τον εργοδότη μου, που συνεχίζω από συνήθεια να
αποκαλώ Γάλλο, έμαθα τι θα γινόταν από ‘δω και πέρα. Η
Αδελφότητα θα δεχόταν τον Βαγγέλη στους κόλπους της.

Ήταν το σωστό. Φυσικά θα γινόταν τα προβλεπόμενα. Γι αυτά
υπεύθυνος θα ήταν ο Άγγελος. Δε χρειαζόταν να
αποκαλύψουμε και πολλά στον δάσκαλο μια και όσα γνώριζε
ήταν αρκετά. Τις επόμενες μέρες ο «Γάλλος» έφυγε για την
Θεσσαλονίκη. Τον συνόδεψα μέχρι το σημείο που θα τον
παραλάμβανε ένα καΐκι και γύρισα στα Λακκοβήκια. Είχα
δουλειά μπροστά μου.
147

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΜΦΙΠΟΛΕΩΣ

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΗΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ

Χρωστούσα δύο επισκέψεις στην Προβίστα. Μετά ίσως να μην
επέστρεφα στο χωριό ποτέ.

Η πρώτη επίσκεψη ήταν στο σπίτι του δάσκαλου. Του Βαγγέλη.
Ήθελα να τον δω μια τελευταία φορά, να καταλάβω αν τόσο
καιρό με κορόιδευε. Ήταν τελικά τόσο ραδιούργος ή απλά ο
χαρακτήρας του είχε δυο πλευρές; Δεν ήξερα πια. Άλλες
φορές τον εκτιμούσα βαθιά αυτό τον άνθρωπο και άλλες
φορές τον λυπόμουν. Στο τέλος με ξάφνιασε ακόμη μια φορά,
φανερώνοντας πως γνώριζε τόσο καιρό σχεδόν τα πάντα.

«Θέλεις να μάθεις ποιος είμαι πραγματικά, ενώ τόσο καιρό με
απέφευγες. Μου έκλεινες πόρτες. Μάθε λοιπόν Θόδωρε πως
είμαι και τα δύο. Έχω αδυναμίες. Έτσι είμαι πλασμένος.
Πολλές φορές όμως αφήνω τους άλλους να με νομίζουν πιο
αδύναμο απ’ ό,τι είμαι στην πραγματικότητα. Έτσι μπορώ
ευκολότερα να παρατηρώ και να βγάζω συμπεράσματα».

-Τώρα θα γίνεις ένας από μας Βαγγέλη. Τα πράγματα θα είναι
αλλιώτικα για σένα.

«Έτσι νομίζω κι εγώ. Περιμένω πολλά από αυτή την εξέλιξη.
Έχω δυνατότητες Θόδωρε. Μπορώ να βοηθήσω σε πολλά
θέματα».

-Το ξέρω Βαγγέλη. Πάντα μου κινούσες το ενδιαφέρον. Αλλά η
αγάπη σου για το ποτό με έκανε δύσπιστο απέναντί σου.
Ελπίζω μόνο να μην έρθει η στιγμή που θα μετανιώσεις για το
148

βήμα που έκανες. Μη νομίσεις πως είναι προνόμιο. Είναι
ευθύνη Βαγγέλη και μάλιστα μεγάλη.

«Το γνωρίζω ή μάλλον μπορώ να το φανταστώ. Είμαι όμως
σίγουρος πως το θέλω πραγματικά. Όλη μου τη ζωή ήξερα πως
συμβαίνουν μεγάλα πράγματα τριγύρω μου. Με
στεναχωρούσε το γεγονός πως εγώ ήμουν έξω απ’ όλο αυτό.
Τώρα ήρθε η στιγμή να το κάνω. Έχω την ευκαιρία και θα την
αρπάξω».

-Έχω όμως την εντύπωση πως υπάρχουν γεγονότα που αγνοώ.
Η ιστορία μας έχει κενά. Κάπου έχω χάσει το νήμα, δεν
κατάλαβα αλήθεια πως φτάσαμε να κινδυνεύουμε τόσο πολύ.

Ο δάσκαλος χαμογέλασε με κάποια αυταρέσκεια.

«Θόδωρε ίσως να έχω τις απαντήσεις που ζητάς. Τα έχω πει με
κάθε λεπτομέρεια στον ξένο, αυτόν που μας παρουσιάστηκε
σαν Γάλλος αλλά ευχαρίστως θα τα επαναλάβω και σε σένα».

Για μια ακόμη φορά αισθάνθηκα ανόητος. Δηλαδή και ο
Βαγγέλης γνώριζε περισσότερα από μένα; Ο δάσκαλος φάνηκε
να διασκεδάζει.

«Ξέρεις πως με συνδέει συγγένεια αλλά και σχέση
εμπιστοσύνης με τη γυναίκα που αγαπάς: τη Σωσάννα. Επίσης
θα πρέπει να έχεις καταλάβει ότι μου αρέσει να παρατηρώ, να
σκέφτομαι, να συνδυάζω και να βγάζω συμπεράσματα. Λοιπόν
ας πάρω τα πράγματα από την αρχή. Η Σωσάννα μου είχε
αναφέρει πως ανησυχούσε για τον πατέρα της. Ο Τόλιος είχε
κάποιες περίεργες επαφές με τον Μπράχο, τον Αρναούτη
τσιφλικά. Φαίνεται πως αυτός λειτουργούσε σαν ένα είδος
κλεπταποδόχου για μια Τούρκικη συμμορία.
149

Η ληστεία στα στενά της Ρεντίνας εναντίον του απεσταλμένου
μας έγινε απ’ αυτούς. Τότε ο τσιφλικάς αγόρασε απ’ τους
ληστές όσα πολύτιμα είχαν αρπάξει. Μέσα όμως σ’ αυτά
υπήρχαν και κάποια έγγραφα. Έγγραφα που φυσικά ο Μπράχο
ούτε ήξερε να διαβάσει αλλά ούτε και μπορούσε να
αξιολογήσει.

Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο Τσορμπατζής της Προβίστας. Ο
πατέρας της Σωσάννας, ο Τόλιος. Αυτός όχι μόνο διάβασε τα
έγγραφα, αλλά τα συνδύασε και με πληροφορίες που είχε από
παλιά. Έπεισε λοιπόν τον Αρναούτη ότι υπάρχει κρυμμένος
κάποιος αμύθητος θησαυρός στην περιοχή και πως ο
καλόγερος, ο Γαβριήλ γνωρίζει το σημείο που βρίσκεται.

Όταν κατάλαβα τι περίπου συμβαίνει προσπάθησα να
προειδοποιήσω τον καλόγερο. Έτσι εκείνος ενημέρωσε τους
ανωτέρους του, με αποτέλεσμα να έρθει ο Γάλλος στην
περιοχή. Τα υπόλοιπα τα γνωρίζεις».

Πήγαινε πολύ.

-Δηλαδή Βαγγέλη τόσο καιρό γνώριζες όλα αυτά τα πράγματα;
Τον ρώτησα με κάποια ένταση στη φωνή μου.

«Κάποια τα έμαθα από τη Σωσάννα, που κρυφάκουγε τον
πατέρα της. Τα υπόλοιπα τα συμπέρανα. Σου έχω πει ότι η
αγαπημένη μου ασχολία είναι η εξαγωγή συμπερασμάτων
μετά από λεπτομερή παρατήρηση».

Σκέφτηκα πως ο Βαγγέλης θα γινόταν ένας εξαιρετικός
κατάσκοπος για λογαριασμό της Αδελφότητας. Αρκεί βέβαια
να έμενε ξεμέθυστος.

Αποχαιρετίσαμε ο ένας τον άλλον με κάποια αμηχανία. Θα
μπορούσαμε να ήμασταν πολύ καλοί φίλοι.
150

Όμως οι περιστάσεις δεν το επέτρεψαν και ήταν πλέον αργά.
Ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα.
151

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ

ΤΟ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ

Η άλλη επίσκεψη ήταν στο σπίτι του Μιχάλη. Είχα εντολή να
τον σκοτώσω. Όμως δε θα το έκανα. Πίστευα πως θα
κατάφερνα να γλυτώσω τη ζωή του και θα τον έπειθα να
εξαφανιστεί για πάντα μαζί με την θυγατέρα του. Σχεδίαζα να
εξαφανιστώ κι εγώ μαζί τους. Αρκετά είχα προσφέρει στην
Αδελφότητα. Ίσως υπήρχε έστω και μία πιθανότητα να ζήσω με
τη γυναίκα που αγαπούσα. Ήθελα να το προσπαθήσω. Ήθελα
να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου μακριά από μεγάλους
σκοπούς, μακριά από μυστικά και ίντριγκες. Μαζί με τη
Σωσάννα. Κάτι τέτοιο βέβαια θα ήταν προδοσία απέναντι στην
Αδελφότητα. Ήμουνα όμως έτοιμος να την κάνω για χάρη της
γυναίκας που αγαπούσα. Της είχα δώσει κι αυτής έναν όρκο
κάποτε. Έτσι κι αλλιώς κάποιον όρκο θα πατούσα, κάποιον θα
πρόδιδα. Είχε έρθει η στιγμή να φύγω λοιπόν. Αλλά όχι μόνος
μου.

Πόσο ανόητος στάθηκα!

Ποτέ δε θα με δεχόταν ο Τσορμπατζής για γαμπρό του. Αυτό το
είχε ξεκαθαρίσει εδώ και πολύ καιρό και δε θα το άλλαζε για
κανένα λόγο.

Όλα πήγαν στραβά.

Όσα συνέβησαν όταν τον επισκέφθηκα, με πονάει και μόνο να
τα σκέφτομαι. Έτσι θα τα διηγηθώ πολύ σύντομα.
152

Προσπάθησα να προειδοποιήσω τον Μιχάλη πως έπρεπε να
εξαφανιστεί και να μην επιστρέψει ποτέ στο χωριό, ούτε καν
στα Σέρρας, ούτε στη Θεσσαλονίκη. Δεν ήθελα να τον
σκοτώσω. Αγαπούσα την κόρη του. Θα την αγαπάω πάντα.

Πίστευα και πιστεύω ότι θα ήταν εύκολο να φύγει μακρυά με
τη βοήθειά μου. Ήταν χήρος και είχε μόνο μία κόρη.
Μπορούσε να πάρει μαζί του μόνο μερικά χρυσά νομίσματα
και να φύγει για πάντα μαζί με τη Σωσάννα.

Αυτό το κάθαρμα όμως πίστευε ότι μπορούσε να με απειλήσει.
Όλα έγιναν πολύ γρήγορα.

Πήγα στο σπίτι του και του εξήγησα πως κινδύνευε. Τότε
εκείνος άρχισε να φωνάζει και να με απειλεί. Έβγαλε μάλιστα
μια μπιστόλα και μου έριξε. Ευτυχώς η σφαίρα με βρήκε στον
ώμο. Χωρίς να το σκεφτώ τον πυροβόλησα κι εγώ και τον
πέτυχα στο στήθος. Έκανα να φύγω αλλά τότε μπήκε η
Σωσάννα στο δωμάτιο και άρχισε να φωνάζει πως σκοτώσαν
τον πατέρα της. Ο σέμπρος του Μιχάλη με πυροβόλησε στην
πλάτη την ώρα που κατέβαινα τη σκάλα.

Τα υπόλοιπα δεν τα θυμάμαι γιατί ήμουν πληγωμένος βαριά.
Ξέρω όμως πως ανέλαβε ο Μουδίρης να καλύψει την
υπόθεση.

Έπρεπε να το κάνει, μια και οι Χριστιανοί απαγορευόταν να
οπλοφορούν, πόσο μάλλον να αλληλοσκοτώνονται. Κινδύνευε
κι αυτός. Κινδυνεύαμε όλοι. Το μόνο που δεν έπρεπε να γίνει
ήταν να επιστρέψει ο Καδής στο χωριό και να κάνει ερωτήσεις
ξανά.

Όχι. Το χωριό δε σήκωνε άλλο αίμα. Ούτε ο σκοπός μας
σήκωνε άλλες ερωτήσεις.
153

Όλα καλύφτηκαν λοιπόν.

Η Σωσάννα πείστηκε να μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη
προκειμένου να γλιτώσει τη ζωή και την περιουσία της. Εκεί
την περίμενε ένας ευκατάστατος γαμπρός και μια διακριτική
παρακολούθηση από την αδελφότητα. Τώρα πια υπήρχε
ανάμεσά μας αίμα. Δε θα δεχόταν ποτέ να γίνει δική μου. Ούτε
να με δει μπροστά της θα ήθελε. Ήμουν εχθρός της, όσο κι αν
με πλήγωνε κάτι τέτοιο.

Την είχα χάσει για πάντα!

Ο θάνατος του Μιχάλη αποδόθηκε σε επίθεση ληστών.
Μάλιστα οι φτωχοί χωρικοί της Προβίστας του έκαναν και
τραγούδι. Ήταν βλέπετε σημαντική προσωπικότητα στο χωριό.
Ήταν Τσορμπατζής δηλαδή προύχοντας :

«Η νύχτα πέφτει εις τα βουνά, τα σύννεφα φουντώνουν,

και τον καημένο Τσορμπατζή, Τούρκοι ληστές σκοτώνουν.

Μη με σκοτώνετε βρε σκυλιά, ώσπου ο ήλιος λάμψει,

Να΄ρθουν τ΄αδέρφια να με 'δουν κι η κόρη μου να κλάψει».

Οι επόμενες γενιές θα θυμούνται τον Μιχάλη Τόλιο σαν ένα
παλικάρι, έναν αγνό πατριώτη...ας είναι.

Ο σέμπρος που με πυροβόλησε ακολούθησε τη Σωσάννα στη
Θεσσαλονίκη. Έτσι θα ξέραμε τις κινήσεις του.

Δέχτηκε να φύγει μια και η οπλοκατοχή για τους Χριστιανούς
τιμωρούνταν με θάνατο. Ο άνθρωπος αυτός έζησε τη ζωή του
154

στην υπηρεσία του Μιχάλη. Από ‘δω και πέρα θα συνέχιζε να
κάνει το ίδιο για τη θυγατέρα του. Ήταν το καλύτερο για
όλους. Διαφορετικά θα έπρεπε να πεθάνει.

Όσο για μένα....έπρεπε κι εγώ να εξαφανιστώ τελείως.

Κανείς δεν έπρεπε να με ξαναδεί στην περιοχή. Η Αδελφότητα
ήταν ξεκάθαρη. Όχι άλλα ρίσκα. Εγώ αποτελούσα ένα ρίσκο
για τον σκοπό μας και θα έμενα ζωντανός μόνο αν έφευγα
μακρυά. Έτσι κι έκανα.

Έγινα καλόγερος.
155

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ

Τα χρόνια πέρασαν κι εγώ συνήθισα. Άλλαξα όνομα και
συνήθειες. Ζούσα πλέον μια ήσυχη ζωή. Μακρυά από όσα με
παίδεψαν. Μακρυά από όσα αγωνίστηκα να πετύχω. Μακρυά
από τη Σωσάννα.

Είχα βέβαια να θυμάμαι πολλά πράγματα. Είχα και τις
επισκέψεις του Παπά Γιάννη που ερχόταν όποτε μπορούσε να
με δει. Σε μία από αυτές τις επισκέψεις μου έφερε και τις
σημειώσεις που κρατούσε εκείνη την εποχή ο ψεύτικος Γάλλος
για να με ξεγελάσει.

Μια επίσκεψη πίστευα πως μου την χρωστούσε και κάποιος
άλλος: ο ψεύτικος Γάλλος που με χρησιμοποίησε όπως
συνέφερε στην αδελφότητα ή όπως συνέφερε στον ίδιο. Ποτέ
δε σιγουρεύτηκα τι απ' τα δύο ίσχυε στην πραγματικότητα.
Ήταν τόσο δύσκολο να καταλάβεις τι ακριβώς σχεδίαζε εκείνος
ο άνθρωπος.... τόσο δύσκολο.

Κάποτε ήρθε.

Ήρθε όταν είχε περάσει πολύς καιρός. Νόμιζε μάλλον πως θα
με ξαφνιάσει. Εγώ όμως ήμουν πλέον σε έναν άλλον κόσμο,
μπορούσα να περιμένω υπομονετικά, ξέροντας πως όλα τα
χρέη κάποτε πληρώνονται.

Τον καλωσόρισα ευγενικά. Τι σημασία είχε άλλωστε να βγάλω
τώρα πια τις πίκρες και τις απογοητεύσεις μου.
156

Μίλησε απλά χωρίς φανφάρες και ήταν κάτι που το εκτίμησα
πραγματικά. Εγώ από τη μεριά μου του ζήτησα να μου
εξηγήσει κάποια πράγματα.

«Πάντα έτσι ήσουν. Πάντα ζητούσες να σου εξηγήσουν. Αυτό
ήταν και το αδύνατο σημείο σου. Δεν πειράζει όμως. Πες μου.
Τι θέλεις να καταλάβεις πάλι. Θα σου πω όσα μπορώ να σου
πω».

-Γιατί. Γιατί κάναμε τόσο αγώνα αν δεν ήταν ο Βασιλιάς
θαμμένος στον Τάφο. Γιατί παραχώσαμε και σκορπίσαμε όλα
τα στοιχεία. Πως θα παραδώσουμε το μνημείο σ' εκείνους
που θα έρθουν μετά από μας;

«Σώπα παιδί μου». Μου είπε ο «Γάλλος» σε παράξενα
στοργικό τόνο.

«Όλοι εμείς είμαστε απλώς πιόνια σ' ένα παιχνίδι πιο μεγάλο
από εμάς. Ένα παιχνίδι όμως που δε μπορεί να παιχτεί χωρίς
εμάς. Νομίζεις πως εγώ έχω όλες τις απαντήσεις. Δεν τις έχω.
Πάνω από μένα στέκονται άλλοι και κάνουν κουμάντο. Δεν
τους ξέρω. Ξέρω όμως αυτό: στα χρόνια που έρχονται πολλά θ'
αλλάξουν. Ένα όμως θα μείνει ίδιο. Ο Ελληνισμός θ’ αργήσει
να ξαναβρεί το παλιό του σφρίγος. Δε φτάνει να γίνει Κράτος
ελεύθερο. Κάτι τέτοιο θα γίνει γρήγορα. Ίσως πολύ
γρηγορότερα απ’ όσο πιστεύεις.

Πρέπει όμως να βρουν οι Έλληνες και την παλιά τους πίστη
στον εαυτό τους. Να μην περιμένουν απ' τους άλλους. Να
φτιάχνουν μόνοι τους τη μοίρα τους. Αυτό παιδί μου θ'
αργήσει. θέλεις να χαρίσουμε το μυστικό της ταφής του
Βασιλιά σ' ένα έθνος που θα το δώσει στους ξένους, με
αντάλαγμα υποσχέσεις και χρήματα; Αυτό θέλεις; Όχι παιδί
157

μου. Πρέπει να μεγαλώσει, να ωριμάσει τούτος ο λαός για να
δικαιούται όσα του άφησαν οι προγόνοι του.

Όσο για μας, για την Αδελφότητα την οποία έχουμε το
προνόμιο να υπηρετούμε, ξέρεις καλά πως δε μπορούμε ν'
αλλάξουμε την πορεία της ιστορίας. Μπορούμε μόνο να
φυλάξουμε μια ήρεμη γωνιά που θα κρυφτούν τα μυστικά μας.
Είναι πολύ αυτό; Είναι λίγο; Δεν ξέρω πια κι εγώ. Τούτα τα
πράγματα θα ξεκαθαρίσουν όταν έρθει ο καιρός τους. Όχι
νωρίτερα. Έτσι εμείς θα αφήσουμε τον γιο της μάγισσας να
κοιμηθεί γαλήνιος μέχρι τα παιδιά του να γίνουν και πάλι
Έλληνες».

Είχε κάποιο δίκιο. Όσο κι αν με πονούσαν τα λόγια του. Από
την άλλη τα λόγια του με έκαναν ξανά να πιστέψω πως ίσως το
μνημείο που φρουρούσαμε να ήταν στ’ αλήθεια ο Τάφος. Μού
'δωσε έτσι μια ελπίδα πως ίσως να μη χαράμισα τζάμπα τη ζωή
μου. Δε μου έλεγε όμως τίποτε καθαρά. Όπως παλιά. Όπως
πάντα. Χαιρετηθήκαμε με συγκίνηση γιατί ξέραμε κι οι δύο
πως ήταν η τελευταία φορά που βλεπόμασταν. Δεν ήταν πια
νέος.

Πριν φύγει για πάντα μου είπε σχεδόν ψιθυριστά:

«Νομίζω πως θα ήθελες να μάθεις και κάτι άλλο. Αλλά ξέρω
πως δύσκολα θα τολμήσεις να το ρωτήσεις. Η κόρη του Τόλιου
είναι καλά. Έχει κάτι χρόνια που χήρεψε και μεγαλώνει έναν
όμορφο γιο. Τον βάφτισε Θόδωρο. Αντίο παλιέ μου
σύντροφε».

Τα λόγια του γαλήνεψαν την ψυχή μου. Η Σωσάννα βρήκε
κάποιο τρόπο να με συγχωρέσει για τον φόνο του πατέρα της.
Αλλιώς γιατί να βαφτίσει το παιδί της με το όνομα το δικό μου;
158

Ήταν ιδέα του Παπά Γιάννη, ενάντια σε κάθε κανόνα
συνωμοτικότητας ν’ αφηγηθώ την ιστορία μου στο χαρτί. Το
έκανα λοιπόν και κράτησα και τις σημειώσεις στα Γαλλικά.
Είμαι σίγουρος πως ο ψεύτικος Γάλλος δεν τις έγραψε μόνο
για να εξυπηρετήσει το σκοπό του, αλλά και γιατί κάπου
διασκέδαζε να με ξεγελάει. Ίσως πάλι να είχε μπει για τα καλά
στο πετσί του ρόλου του και να ξεγελιόταν πως κρατούσε ένα
πραγματικό ημερολόγιο. Νομίζω όμως πως σε κάποια σημεία
έχουν κάποιους ενδιαφέροντες προβληματισμούς κι έτσι
αποφάσισα να τις κρατήσω όπως είναι.

Τώρα θα πρέπει να κρύψω τα χειρόγραφα, τα δικά μου και
του «Γάλλου», στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού. Ξέρω το
σημείο που θα μείνουν για πάντα θαμμένα. Στα βιβλία που
μιλάνε για την πίστη των Τούρκων. Αυτά δεν τ΄αγγίζει κανένας.
Να κάνεις απολογισμό της ζωής σου στο χαρτί και να
φροντίζεις να μην διαβάσει κανείς όσα γράφεις. Είναι λιγάκι
αντιφατικό, όπως ήταν και η ζωή που έζησα. Δεν ξέρω πως να
αισθανθώ με μια τέτοια κατάσταση, αλλά μάλλον είναι το
αποτέλεσμα των πράξεών μου.

Πράγματα τρομερά συμβαίνουν στον κόσμο και ίσως η
Αδελφότητα να μην καταφέρει να επιβιώσει. Ο κόσμος κάποτε
θα πρέπει να μάθει. Όχι όμως ακόμη.

Τα πρόσωπα που αναφέρω με την ιδιότητά τους, όπως Γάλλος,
Καδής, Μουδίρης θα μπορούσε εύκολα κάποιος να τα
αναγνωρίσει, (πράγμα που δεν το θέλω), γι αυτό και
αποφεύγω να δώσω τα ονόματά τους. Επίσης εσκεμμένα
αποφεύγω να δώσω χρονολογίες. Δεν ξέρεις ποτέ σε τι χέρια
θα πέσει το χειρόγραφό μου.
159

Εδώ λοιπόν τελειώνει η αφήγησή μου, μαζί και το ίχνος που
άφησα στην ιστορία. Πέρασα όλη μου τη ζωή πιστεύοντας πως
υπηρετούσα έναν ανώτερο κι ευγενικό σκοπό. Εξ αιτίας αυτού
του σκοπού έχασα τη γυναίκα που αγάπησα όσο τίποτε.

Τώρα πλέον δε γνωρίζω αν ο σκοπός μου ήταν αληθινός ή αν
ήταν το μέσον για να αποκτήσουν κάποιοι εξουσία και πλούτο.
Είναι λίγο σκληρό κάτι τέτοιο βέβαια για μένα. Μπορώ μόνο
να ελπίζω πως όλα αυτά είχαν κάποιο νόημα. Ποτέ δε θα μάθω
όμως.

Ποτέ δε θα μάθω την αλήθεια. Έκανα όσα έκανα χωρίς να το
επιλέξω. Η μοίρα διάλεξε για μένα.
160

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2016

Η παρουσίαση των συμπερασμάτων της ανασκαφικής ομάδας
του Καστά τελείωσε μέσα σε κλίμα αμηχανίας. Ο κόσμος
άρχισε να αποχωρεί μουδιασμένος από την Αίθουσα Τελετών
του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης.

Όσα ειπώθηκαν μπορεί να ήταν ενδιαφέροντα, όμως σίγουρα
όχι εκείνα που περίμεναν όλοι τα τελευταία χρόνια.

Ακόμα και κρυφά μέσα τους και οι πιο συντηρητικοί έλπιζαν
πως θα γινόταν μια συγκλονιστική αποκάλυψη. Τελικά δεν
έγινε.

Από τους τελευταίους αποχώρησε ένας αινιγματικός τύπος.
Φαινόταν μορφωμένος άνθρωπος. Ήταν γύρω στα πενήντα
και εργαζόταν στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων. Στο τμήμα
Ιστορίας.

Το προηγούμενο διάστημα είχε ελπίσει ότι με τη δουλειά του
θα έκανε τον κόσμο ολόκληρο να παραμιλάει. Μέσα του
φανταζόταν πως το όνομά του θα γινόταν γνωστό παντού.
Πλέον όμως είχε αλλάξει γνώμη. Ήξερε την αλήθεια.

Ήταν απ’ τους λίγους που ήξεραν την αλήθεια κι αυτό ήταν πιο
συναρπαστικό. Να ανήκεις σ’ εκείνους που γνωρίζουν και
φυλάνε ένα μυστικό. Να είσαι μέρος του μυστικού. Να είσαι
από τους εκλεκτούς. Να είσαι μέλος της Αδελφότητας των
χρωμάτων.

Όλα όσα μελέτησε το προηγούμενο χρονικό διάστημα έπρεπε
να μείνουν θαμμένα. Ο κόσμος δεν ήταν έτοιμος ακόμη.
161

Ο Βασιλιάς θα συνέχιζε να κοιμάται τον αιώνιο ύπνο του.

Στα χείλη του φίλου μας, υπήρχε χαραγμένο ένα αδιόρατο
χαμόγελο και στη σκέψη του δυό λέξεις:

«Όχι ακόμη, όχι ακόμη».........................