You are on page 1of 9

Ορθόδοξος κόσμος και επαναστατικό κίνημα

στη Ρωσία

Το 1905 , ο Λένιν στο άρθρο του ‘’ Σοσιαλισμός και θρησκεία ‘’ , εξήγησε τη στάση του
Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος απέναντι στη θρησκεία γενικά και στην
Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας ειδικά. Παρατηρώντας την προλεταριοποίηση και την
συνεπακόλουθη εκκοσμίκευση της εργατικής τάξης των πόλεων στην προεπαναστατική
Ρωσία , σημείωνε :

<< Ο σύγχρονος συνειδητός εργάτης, διαπαιδαγωγημένος από τη μεγάλη


εργοστασιακή βιομηχανία, φωτισμένος από τη ζωή της πόλης, αποτινάζει με περιφρόνηση
τις θρησκευτικές προλήψεις, αφήνει τον ουρανό στη διάθεση των παπάδων και των αστών
υποκριτών, κατακτώντας μια καλύτερη ζωή εδώ στη γη. Το σύγχρονο προλεταριάτο
τάσσεται με το μέρος του σοσιαλισμού, που επιστρατεύει την επιστήμη στην πάλη ενάντια
στη θρησκευτική θολούρα και λυτρώνει τον εργάτη από την πίστη στη μετά θάνατον ζωή,
συσπειρώνοντάς τον στην πραγματική πάλη για μια καλύτερη επίγεια ζωή >>

O Λένιν με αυτή του τη πρόταση χωρίζει την εργατική τάξη και το κόμμα στα δυο:

Δίνει την επιλογή να παλέψει κανείς είτε για τον ουρανό είτε για τη γή, να διαλέξει ή τον
υλισμό και τον επιστημονικό σοσιαλισμό ή τη θρησκεία. Πολλοί μέσα στην ιεραρχία της
Εκκλησίας αλλά και στον ενοριακό κλήρο , επίσης έβλεπαν την ασυμβατότητα ανάμεσα σε
αυτές τις δύο αντιτιθέμενες κοσμοθεωρήσεις. Οπως είναι φυσικό , απέρριπταν τον υλισμό
και το σοσιαλισμό, ήταν υπέρ μιας κοσμικής και θρησκευτικής παραδοσιοκρατίας και
προωθούσαν τη φιλανθρωπία. Απο την άλλη, δεν στήριζαν τις δομικές μεταρρυθμίσεις
για να αντιμετωπιστεί η εργατική εκμετάλλευση και για να λυθούν τα προβλήματα της
αγροτικής μεταρρύθμισης που ταλαιπώρησαν τη Ρωσία για δεκαετίες.

Παρόλα αυτά , τα χρόνια πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση ενα κομμάτι του αστικού
κλήρου συμμετείχε στους εργατικούς αγώνες και προσπάθησε να γεφυρώσει το χάσμα
ανάμεσα στις δύο επιλογές. Θεωρούσαν οτι στην προεπαναστατική Ρωσία, ο κόσμος και οι
υλικές του συνθήκες μπορούσαν να αλλάξουν απο ένα Ευαγγέλιο με έμφαση στην
κοινωνική δικαιοσύνη. Μετά την επανάσταση βρέθηκαν σε μια άβολη συμμαχία με τη
νεαρά Σοβιετική εξουσία και το 1922 ο ανανεωτικός κλήρος οργανώθηκε σε αυτό που
αποκαλείται ΄΄Ζώσα Εκκλησία ΄΄. Αυτή ήταν μια εκκλησιαστική οργάνωση η οποία
ελεγχόταν σε μεγάλο βαθμό απο τις Σοβιετικές αρχές και χρησιμοποιήθηκε για την
υπονόμευση και τη καταστροφή της παραδοσιαρχικής και πολιτικά αντιδραστικής
Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας απο την οποία είχε ξεπηδήσει. Οι ιερείς της Ζώσας
Εκκλησίας έγιναν μέρος ενός πολέμου ενάντια στην παράδοση και ακούσια ενάντια σε κάθε
μορφής θρησκευτική πεποίθηση και πρακτική. Η Ζώσα Εκκλησία τελικά απορρίφθηκε σαν
ψευδο -Εκκλησία απο τους περισσότερους πιστούς και η επίθεση των Σοβιετικών στη
θρησκεία απο εκει και πέρα σε γενικές γραμμές εντάθηκε. Αν και η Ιεραρχία της Ορθόδοξης
Εκκλησίας της Ρωσίας ήταν πλήρως εναρμονισμένη με το καταπιεστκό , αυταρχικό κράτος
και άρα όπως είναι απολύτως κατανοητό χτυπηθηκε απο τη Σοβιετική εξουσία, οι
θρησκετικές πεποιθήσεις γενικά δεν υπήρχε λόγος να δεχτούν επίθεση απο τον μαχητικό
αθεισμό. Αυτή η αντίληψη ενισχύεται και απο πρόσφατες μελέτες , οι οποίες ρίχνουν φώς
στο ρόλο του κλήρου των πόλεων στους αγώνες για μεταρρυθμίσεις και κοινωνική
δικαιοσύνη.

Οχι μόνο η πολιτική του μαχητικού αθεισμού υπονόμευσε βασικές θρησκευτικές


ελευθερίες, αλλά ήταν και μια κακοσχεδιασμένη πολιτική στρατηγική, που οδήγησε σε
τεράστια κομμάτια αγροτών σε εχθρούς και τελικά έκανε περισσσότερο κακό στην υπόθεση
της επανάστασης.

Πλαίσιο

Για να καταλάβει κανείς τη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας στις αρχές του 20ου
αιώνα , πρέπει να πάει πίσω στις κοσμικές και θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις του 18ου και
19ου αιώνα.Τον 18ο αιώνα η Ρωσία διαμέσου αυτών των μεταρρυθμίσεων μεταμορφώθηκε
σε Αυτοκρατορικό Ρωσικό κράτος και απομακρύνθηκε από τον παραδοσιακό και
πολιτισμικά ομογενοποιημένο κόσμο της παλιάς Μόσχας , καθως πλέον γινόταν ένα
σύγχρονο κοσμικό και εκδυτικισμένο κράτος. Όπως ήταν φυσικό, η Ορθόδοξη Εκκλησία της
Ρωσίας , η ραχοκοκκαλιά της Ρωσικής πνευματικής και πολιτιστικής ζωής , δεν θα
μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη από αυτές τις αλλαγές.

Η κατάργηση του Ορθόδοξου Πατριαρχείου το 1721 και η αντικατάστασή του απο μια
Σύνοδο, βασισμένη στα υπάρχοντα Σουηδικά και Πρωσσικά μοντέλα και ελεγχόμενη από το
κράτος, περιόρισε την αυτονομία της Εκκλησίας. Η ανεξαρτησία της Εκκλησίας δέχθηκε
ακόμα ένα σοβαρό πλήγμα, όταν ο Μεγάλος Πέτρος την ενέταξε στο κρατικό μισθολόγιο
και κατέσχεσε τις εκκλησιαστικές γαίες, γεγονός που περιόρισε την οικονομική της
αυτονομία και δύναμη. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την υπαγωγή της εκκλησιαστικής
εξουσίας στη θέληση του κράτους. Η Εκκλησίια λειτουργούσε πλέον μέσα σε ένα πλαίσιο
αυξανόμενης σκληρότητας , με τις συνέπειες αυτής της πολιτικής να μην περιορίζονται
μόνο στα υψηλά κλιμάκια της Ιεραρχίας , αλλά να διαχέονται σε όλο τον κλήρο.

Σαν αποτέλεσμα λοιπόν αυτών των μεταρρυθμίσεων, ο κλήηρος υποχρεώθηκε να γίνει


υπηρέτης του κράτους σε οικονομικό, νομικό και ηθικό επίπεδο. Το κράτος απαιτούσε από
όλες τις κοινωνικές ομάδες να το υπηρετούν μέσα στην κοινωνία. Από τη στιγμή που ο
Πέτρος δεν θεωρούσε τους κληρικούς σαν μια ξεχωριστή κοινωνική ομάδα, αλλά σαν
κρατικούς υπαλλήλους , έχασαν όλα τα δικαιώματα που κατείχαν στη παλιά Μόσχα. Η
επιρροή του κράτους στην Εκκλησία από τη μια μεριά , αλλά και η θέληση του κλήρου για
διατήρηση των κεκτημένων από την άλλη, μεταμόρφωσαν τον λευκό κλήρο ( έξω –
μοναστικός, ενοριακός κλήρος ) , σε μια ιδιόμορφη κρατικο – εκκλησιαστική κάστα. Αυτός
ο περίεργος συνδυασμός , όπου από τη μια έχουμε τις υποχρεώσεις προς τις υπηρεσίες του
κράτους, και από την άλλη τις προσκολλήσεις προς τις παλιές παραδόσεις , οδήγησε στη
δημιουργίια μιας κλειστής υποκουλτούρας , διακρινόμενης από την κοινωνία, όπου ο
κλήρος βρέθηκε από τη μια αντιμέτωπος με τις μεταρρυθμίσεις του Μεγάλου Πέτρου από
τα πάνω και από την άλλη με τη θέληση και τη πίεση των ενοριτών. Ένας κλήρος λοιπόν
που λειτουργούσε με όρους κάστας αλλά χωρίς να είναι ιδεολογικά και πολιτισμικά
ομογενοποιημένος , ήταν στην ουσία ανίκανος να ελέγξει τα καπρίτσια των γαιοκτημόνων ,
να ελαφρύνει κάπως το ζυγό της δουλοπαροικίας η ακόμη και να συγκρατήσει τα
ξεσπάσματα των αγροτών μέσω της ευσέβειας και της υποταγής. Αυτή ακριβώς η
αδυναμία υποδαύλισε τις επαναστατικές ιδέες τον επόμενο αιώνα.

Το 1722, ένα χρόνο μετά την κατάργηση του Πατριαρχείου , Ο Μεγάλος Πέτρος υποχρέωσε
τους ιερείς να αποκαλύπτουν οποιαδήποτε ανατρεπτική πληροφορία για το κράτος
μάθαιναν κατά τη διάρκεια της εξομολόγησης , όπως επίσης και να ορκιστούν πίστη και
αφοσίωση στο Τσάρο και στα κρατικά συμφέροντα. Η σχέση ανάμμεσα στους κατώτερους
ιερείς και στους Επισκόπους άλλαξε επίισης κατά τη διάρκεια του 18ου αιωνα. H αιτίια ήταν
η πλήρης υποταγή των Επισκόπων στη Σύνοδο , γεγονός που περιόριζε την αυτονομία που
είχαν μέχρι τότε. H Σύνοδος πήρε μια σειρά μέτρων για να τυποποιήσει αυτή τη σχέση
μεταξύ των ιερέων και των Επισκόπων καθώς προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια
ομογενοποίηση και μια κανονικότητα στις πρακτικές των Eπισκόπων . Έτσι η Εκκλησία
ενσωμάτωσε το κρατικό μοντέλο γραφειοκρατικοποίησης. Το αποτέλεσμα αυτής της
ενδυνάμωσης της διοικητικής ικανότητας , ήταν το ότι ο Επίσκοπος μπορούσε πλέον να
ελέγχει τις πράξεις των ιερέων σε τοπικό επίπεδο. Μέρος αυτού του ελέγχου αφορούσε τις
απαιτήσεις των επισκόπων να γίνονται περισσότερα κηρύγματα για την καταπολέμηση των
αιρέσεων και για τη διαφώτιση των απλοικώς σκεπτόμενων ανθρώπων , όπως έλεγαν.

Σε μια προσπάθεια να ανέβει το κύρος των ιερέων , προτάθηκε η δημιουργία θεολογικών


σεμιναρίων και η υποχρεωτική θρησκευτική εκπαίδευση για μελλοντικούς ιερείς, με
απώτερο στόχο τη δημιουργία μιας μορφωμένης εκκλησιαστικής τάξης. Η ιεραρχία της
Εκκλησίας θεωρούσε οτι η θρησκευτική εκπαίδευση θα εξυπηρετούσε τρεις βασικούς
σκοπούς.

Πρώτον , θα εκπαίδευε τους ιερείς στην καλύτερη επιτέλεση της λειτουργίας.

Δεύτερον , θα μάθαινε στους ιερείς Ορθοδόξη θεολογία, πράγμα που θα βοηθούσε στην
καταπολέμηση της αίρεσης των Παλαιάς πίστης ( μικρή εξήγηση Παλαιόπιστων , κάτι σαν
παλαιοημερολογίιτες ) και της προκατάληψης και των δεισιδαιμονιών.

Τρίτον , οι υποψήφιοι για τα υψηλά αξιώματα της Εκκλησίας θα ήταν καλύτερα


εκπαιδευμένοι και μορφωμένοι.

Κατά τον 18ο αιώνα επίσης , μεγάλωσε η απόσταση μεταξύ των ιερέων και της ενοριακής
κοινότητας , και ο δεσμός τους εξασθένησε, ακριβώς λόγω της δημιουργίας αυτής της
κάστας. Στην Ρωσία πριν τις μεταρρυθμίσεις του Πέτρου, η ενορία ήταν ενα αυτόνομο
πολιτισμικά και εμπορικά κέντρο μέσα στην κοινότητα , όπου οι ενορίτες καθόριζαν εν
πολλοίς μόνοι τους τις υποθέσεις τους . Η αναδιοργάνωση των ενοριών , σύμφωνα με τη
θέληση των επισκόπων , είχε σαν αποτέλεσμα την απώλεια της αίσθησης της κοινότητας.
Σε αυτό φυσικά βοήθησε και η απαίτηση του Πέτρου, οι ιερείς να αποκαλύπτουν
οποιαδήποτε αντικρατική αναφορά κατά την εξομολόγηση, όπως είπαμε και πριν , αλλά
και να διαβάζουν τους κρατικούς νόμους μέσα στην εκκλησία. Σε αυτόν τον ‘’ αστυνομικό
χαφιεδισμό που επιβλήθηκε στους λειτουργούς του Υψίστου ‘’ , κάνει κριτική ο Λένιν στο
κείμενο του «Σοσιαλισμός και θρησκεία» του 1905. Σαν συμπέρασμα λοιπόν, μετά τις
μεταρυθμίσσεις του Μεγάλου Πέτρου , η συμμαχία ανάμεσα στο κράτος και στη Εκκλησία
ήταν πλέον δυνατή, με βάση και τη γραφειοκρατικοποίηση της Εκκλησίας, και έτσι θα
παρέμενε για τους επομένους δύο αιώνες.

Παραμονές της Επανάστασης

Την περίοδο των Μεγάλων Μεταρρυθμίσεων του 1860 ( όπως το τέλος της δουλοπαροικίας
το 1861 για περίπου 20 εκατομμύρια αγρότες ), άρχισαν να φαίνονται οι πρώτοι
κλυδωνισμοί σε αυτή τη σχέση . Το 1867 καταργήθηκε η εκκλησιαστική περιουσία και τα
εκκλησιαστικά σχολεία άνοιξαν για τους ανθρώπους από όλες τις κοινωνικές τάξεις.
Επιπροσθέτως, τα μοναστήρια και οι επίσκοποι, οι οποίιοι έτρεφαν αισθήματα
περιφρόνησης προς τους ιερείς των ενοριών, τους οποίους θεωρούσαν αδαείς,
οπισθοδρομικούς και μέθυσους, έβλεπαν να απειλείται η αυθεντία τους από τις
πρωτοβουλίες ακριβώς αυτού του ενοριακού κλήρου, ο οποίος δεν είχε τόση εκκλησιαστική
εξουσία αλλά είχε μεγαλύτερους δεσμούς με το λαό. Ανάμεσα στο 1860 και το 1890 οι
ιερείς των ενοριών άρχισαν να κηρύττουν όλο και περισσότερο για ηθικά ζητήματα,
αναλαμβάνοντας το ρόλο του πάστορα, και όχι του απλού υπηρέτη , κρατικού και
εκκλησιαστικού. Δημιουργήθηκαν ομάδες κηρύγματος μετά το πέρας της λειτουργίας
όπου γινόταν ανοιχτή συζήτηση για ζητήματα πίστης – μια παρόμοια πρωτοβουλίια με
αυτή της Καθολικής εκκλησίας εκείνη τη περίιοδο. Εν καιρώ οι κληρικοί αλλά και απλοί
πιστοί άρχισαν να δουλεύουν μαζί για την καταπολέμηση της φτώχειας και των κοινωνικών
ανισοτήτων.

Ορθοδόξοι θεολόγοι άρχισαν έντονες συζητήσεις για το πως η Εκκλησία πρέπει να


αναλάβει περισσότερες πρωτοβουλίες για τη κοινωνία και ότι πρέπει να δώσει έμφαση
προς τη οικοδόμηση μιας νεας κοινωνίας βασισμένη στο Ευαγγέλιο και στις αρχές του –
αρχές οπως η δικαιοσύνη, το έλεος και η κοινωνική προσφορά. Mετά την Επανάσταση του
1905 , πολλοί ιερείς της Αγίας Πετρούπολης , άρχισαν να πιέζουν για την εφαρμογή
μεταρρυθμίσεων και την κοινωνική εφαρμογή των ευαγγελικών αρχών, προς μεγάλη
δυσαρέσκεια φυσικά πιο μετριοπαθών κύκλων.

Ο Λένιν τράβηξε μια γραμμή και απευθύνθηκε σε αυτό το κομμάτι του ριζοσπαστικού
κλήρου : ‘’ Όσο κακομοιριασμένος, όσο αμόρφωτος και αν είναι ο ρωσικός ορθόδοξος
κλήρος, ωστόσο και αυτός ακόμα ξύπνησε με τον πάταγο που προξένησε η πτώση της
παλιάς μεσαιωνικής τάξης πραγμάτων στην Ρωσία. Ακόμα και ο κλήρος αυτός προσχωρεί
στη διεκδίκηση της ελευθερίας, διαμαρτύρεται ενάντια στη ρουτίνα και στη
γραφειοκρατική αυθαιρεσία, ενάντια στον αστυνομικό χαφιεδισμό που επιβλήθηκε στους
"λειτουργούς του υψίστου". Εμείς οι σοσιαλιστές πρέπει να υποστηρίξουμε αυτό το
κίνημα, ολοκληρώνοντας τις διεκδικήσεις των τίμιων και ειλικρινών ανθρώπων του κλήρου,
να τους παρουσιάσουμε τα ίδια τους τα λόγια για ελευθερία και να τους ζητήσουμε να
κόψουν αποφασιστικά κάθε δεσμό ανάμεσα στη θρησκεία και στην αστυνομία. Είτε είσθε
ειλικρινείς, και τότε πρέπει να υποστηρίζετε τον ολοκληρωτικό χωρισμό της εκκλησίας από
το κράτος και του σχολείου από την εκκλησία, να υποστηρίζετε την πλήρη και χωρίς όρους
ανακήρυξη της θρησκείας σε ατομική υπόθεση. Είτε δεν παραδέχεστε αυτές τις συνεπείς
διεκδικήσεις της ελευθερίας και τότε σημαίνει πως είστε ακόμα αιχμάλωτοι των
παραδόσεων της ιερής εξέτασης, τότε σημαίνει πως εξακολουθείτε να κολλάτε στις
δημόσιες θεσούλες και στο δημόσιο κορβανά, τότε σημαίνει πως δεν πιστεύετε στην
πνευματική δύναμη του όπλου σας, πως εξακολουθείτε να δωροδοκείστε από την κρατική
εξουσία. Στην περίπτωση αυτή οι συνειδητοί εργάτες όλης της Ρωσίας σας κηρύττουν
αμείλικτο πόλεμο. ‘’

Αυτός ο ‘’αφυπνισμένος’’ κλήρος, όπως τον περιέγραψε ο Λένιν , έρεπε προς τον
σοσιαλισμό ήδη απο το 1905 , όταν μια ομάδα 32 ιερέων μαζί με απλούς λαϊκούς
Χριστιανούς σοσιαλιστές, πρότειναν μια σειρά μεταρρυθμίσεων όπως : Χωρισμό Εκκλησίας
και κράτους, δημοκρατική διοίκηση της εκκλησίας, μεταφορά στο Γρηγοριανό ημερολόγιο
( αντί του Ιουλιανού ), χρήση της καθομιλουμένης στις λειτουργίες ( αντί της αρχαϊζουσας
Εκκλησιαστικής Σλαβονικής ). Αυτοί οι μορφωμένοι ιερείς, προερχόμενοι από την Αγία
Πετρούπολη , σπούδασαν στην Εκκλησιαστική Ακαδημία της πόλης και είχαν τακτικές
επαφές με φοιτητές και διανοούμενους . Αψηφώντας το στερεότυπο του οπισθοδρομικού,
μέθυσου , μη μορφωμένου αγροτικού ιερέα χωρίς θρησκευτικό ζήλο , αυτοίι οι ιερείς ήταν
πολύ καλά εξοπλισμένοι για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της Ρωσικής κοινωνίας.

Θεωρούσαν ότι η αποστολή τους δεν ήταν μόνο η επιτέλεση της Λειτουργίας , αλλά ήταν
βαθιά συνδεδεμένη με τον κόσμο. Πάνω σε αυτή τη βάση , δημιούργησαν την Κοινωνία για
την Ηθική και Θρησκευτική Διαφώτιση, μια οργάνωση στην οποία ανέπτυσαν το μήνυμα
ενός ανθρωποκεντρικού Κοινωνικού Ευαγγελίου. Παρόμοιες κινήσεις έχουμε την ίδια
περίοδο και στην Αμερική.

‘’Κόκκινος’’ κλήρος

Ο πιο επιφανής από τους ανανεωτές κληρικούς ήταν ο Αλεξάντερ Βεντένσκι, ο οποίος είιχε
την αντίληψη ότι για την παρακμή της Εκκλησίας, ευθύνεται ο αντιδραστικός κλήρος και η
απόρριψη από την Εκκλησία της επιστήμης. Ο στόχος του ήταν να ανανεώσει την εκκλησία
έτσι ώστε να εκλείψουν οι αιτίες που γεννούσαν τον συντηρητισμό του κλήρου. Ήδη από τη
πρώτη στιγμή που χειροτονήθηκε ιερέας το 1914, άρχισε να εφαρμόζει διάφορες
λειτουργικές καινοτομίες , με στόχο την αναζωογόνηση της ενοριακής ζωής , μέσω της
μεγαλύτερης συμμετοχής των απλών πιστών στις λειτουργίες. Σε παρόμοιο τόνο ο
Μποιάρσκι, ιερέας και φίλος του Βεντένσκι, ενδιαφέρθηκε για τα δεινά των εργοστασιακών
εργατών και ριζοσπαστικοποίιηθηκε ακόμα περισσότερο-και δημιούργησε ένα κράμμα
Χριστιανικού ηθικισμού και των ιδανικών των αναδυόμενων σοσιαλιστικών κινημάτων.

Οι ανανεωτές προώθησαν τα συμφέροντά τους μετά την παραίτηση του Τσάρου , όταν ο
Βλαδίμηρος Λβοφ ανέλαβε τη θέση του επικεφαλής της Συνόδου που ήλεγχε την Εκκλησία
και εκδίιωξε έναν αριθμό συντηρητικών επισκόπων , βάζοντας τα θεμέλια για ένα
εκκλησιαστικό συμβούλιο που θα έσωζε την εκκλησία απο τη στασιμότητα και την
οπισθοδρόμηση που της είχε φέρει η μεταρρύθμιση του Μεγάλου Πέτρου. Το Μάρτιο του
1917, ο ριζοσπαστικός κλήρος της Αγίας Πετρούπολης δημιούργησε την Παρρωσική Ενωση
του Ορθόδοξου Δημοκρατικού Κλήρου και του Λαού – μια οργάνωση που είχε σοσιαλιστικό
χαρακτήρα, ήταν ενάντια στην παλινόρθωση της μοναρχίας και προωθούσε το χωρισμό
Εκκλησίας- κράτους.

Μετά την επανάσταση του Φλεβάρη του 1917, οι ανανεωτές παρέμειναν σε μια κατάσταση
αναμονής. Οι αλλαγές που τόσο καιρό ανέμεναν δεν γινόντουσαν αρκετά γρήγορα και το
μέλλον της Εκκλησίιας ήταν αβέβαιο. Μόνο μετά το πέρας της Οκτωβριανής επανάστασης
οι ανανεωτές θα έβρισκαν τη θέση τους στη νεα Σοβιετική κοινωνία , με τη μορφή της
Ζώσας Εκκλησίας, όπως προείπαμε. Αρχικά οι Μπολσεβίκοι ήταν επιφυλακτικοί απέναντι
στους ανανεωτές , αλλά το 1921 προσπάθησαν να τους χρησιμοποιήσουν σαν σφήνα
απέναντι στην συντηρητική επίσημη Εκκλησία.

Από το Φλεβάρη του 1917 και μετά έχουμε μια σειρά παλινδρομήσεων από τη πλευρά της
Εκκλησίας , καθώς προσπαθούσε να βρεί τη θέση της σε να νέο κόσμο που είχε αρχίσει να
αναδύεται. Τον Αύγουστο του 1917 έγινε Σύνοδος για την επανίδρυση του Πατριαρχείου
και την παροχή της πολυπόθητης αυτονομίας αλλά με διατήρηση των προνομίων.

Η προσωρινή κυβέρνηση όμως προχώρησε στην υπαγωγή του ενός τρίτου των 37.000
ενοριακών σχολείων στο Υπουργείο Παιδείας , ενώ έκανε προαιρετικά και τα θρησκευτικά.
Η Εκκλησία αντέδρασε υποστηρίζοντας το πραξικόπημα του Κορνίλοφ. Μετά την
επανάσταση του Οκτώβρη ψηφίζονται οι πρώτοι νόμοι χωρισμού Εκκλησίας -πολιτείας και
Εκκλησίας –σχολείου. Ο Πατριάρχης Τύχωνας καταδικάζει αυτές τις αλλαγές, όπως και
οποιαδήποτε ενέργεια του νεαρού Σοβιετικού κράτους, ακόμα και αυτές που θεωρούσε
εθνικά μειοδοτικές , όπως η συνθήκη Μπρεστ -Λιτοφσκ. Μέχρι το 1921 πάντως δείχνει
μετριοπάθεια παρά την υποστήριξη του στρατού των Λευκών.

Ο λιμός του 1921 αποτέλεσε την κατάλληλη αφορμή για την επίθεση στην Εκκλησία. Οι
μπολσεβίικοι κατέσχεσαν οτιδήποτε περιείχε πολύτιμα μέταλλα από την Εκκλησιαστική
περιουσία και τα μοναστήρια σε μια προσπάθεια να αμβλύνει τις συνέπειες του λιμού.
Αυτή η κατάσχεση του πλούτου της Εκκλησίας την αποδυνάμωσε και άνοιξε το δρόμο έτσι
ώστε το 1922 οι ανανεωτές ,με τη συμβολήτων μπολσεβίκων, να πάρουν τον έλεγχο της
Εκκλησίας. Ο στόχος φυσικά των μπολσεβίκων δεν ήταν να παρουσιάσουν μια
ενναλλακτική αντίληψη της θρησκείας στη Ρωσία, αλλά να διασπάσουν και να
καταστρέψουν την Εκκλησία ολοκληρωτικά. Οι ανανεωτές λοπόν δημιούργησαν τη δική
τους Εκκλησιαστική διοίκηση που αντικατέστησε την προηγούμενη. Οι απλοί πιστοί
πάντως θεώρησαν τους ανανεωτές προδότες που κατήργησαν τη νόμιμη εκκλησιαστική
εξουσία και εκδίωξαν το νόμιμο Πατριάρχη Τύχωνα, ο οποίος κατηγορήθηκε για σαμποτάζ
και τέθηκε σε κατοίκον περιορισμό στο μοναστήρι του Ντονσκόι κατά τη διάρκεια του
λιμού. Στο πρώτο συνέδριο της Ζώσας Εκκλησίας το 1922 συζητήθηκαν στόχοι όπως η
απομάκρυνση των αντιδραστικών εκκλησιαστικών ηγετών, το κλείσιμο των μοναστηριών
και η άδεια στους επισκόπους να παντρεύονται – στόχοι που είχαν θέσει ένας ικανός
αριθμός προοδευτικών ιερέων και πριν την επανάσταση. Οι ιεράρχες της Ζώσας Εκκλησίας
επιδίιωξαν τη συνεργασία με το Σοβιετικό κράτος για την εφαρμογή αυτών των μέτρων ,
λόγω της σφοδρής αντίθεσης από τα συντηρητικά κομμάτια της Εκκλησίας. Σε αυτό το
σημείο υπήρξε μια διάσπαση στους κόλπους των ανανεωτών , επειδή κάποιοι θεωρούσαν
τα μέτρα πολύ ριζοσπαστικά. Το 1923 ο Πατριάρχης Τύχωνας απελευθερώνεται απο τον
κατ’ οίκον περιορισμό και καθαιρείται απο το συμβούλιο της Ζώσας Εκκλησίας.
Αναγνωρίζει την νέα εξουσία. Οι απλοί πιστοίι όμως τον υποστήριξαν , απορρίπτωντας τα
διατάγματα της Ζώσας Εκκλησίας. Ετσι σιγά-σιγά, άρχισε να τελειώνει η σύντομη
περίοδος κατά την οποία η Ζώσα Εκκλησία ήταν η πρωτοπόρα δύναμη στη Ρωσική
Εκκλησιαστική ζωή. Εβρισκόμενη ανάμεσα στο μίσος των απλών πιστών από τη μια και την
καχυποψία των Σοβιετικών αρχών από την άλλη , έμειναν χωρίς υποστήριξη.
Μετά τη Ζώσα Εκκλησία

Ακολουθώντας την πτώση της Ζώσας Εκκλησίας , η νεαρά Σοβιετική εξουσία ανέβασε την
ένταση των διώξεων της θρησκευτικής δραστηριότητας. Σε αυτό βοήθησε και η δημιουργία
της οργάνωσης Ενωση Μαχητικών Αθεϊστών το 1929. Την ίδια χρονιά νόμοι απαγόρεψαν
κάθε μορφή θεολογικών και βιβλικών σεμιναρίων, και περιόρισαν τη δραστηριότητα της
Εκκλησίας στην επιτέλεση της Λειτουργίας.Μέχρι το 1930 έκλεισαν όλα τα μοναστήρια.
Αυτό οδήγησε σε ένα υπόγειο δίκτυο πιστών που συναντιόντουσαν κρυφά για να
προσυχηθούν και σε πολλές περιπτώσεις μοναχοί και μοναχές συνέχισαν να ζουν ως
τέτοιοι, αλλά μέσα στον κόσμο. Στα χρόνια που ακολούθησαν ήταν επαγγελματική και
κοινωνική αυτοκτονία αν κάποιος γινόταν αντιληπτό οτι εισερχόταν σε χώρο λατρείας.

Αυτές οι επιθέσεις κόστισαν σε μεγάλο βαθμό την υποστήριξη μεγάλου αριθμού αγροτών
κατά τη διάρκεια της βίαιης κολλεκτιβοποίησης του Στάλιν, οι οποίοι αντί να δουν τις
Σοβιετικές αρχές σαν απελευθερωτές, τους έβλεπαν με σχεδόν αποκαλυπτικούς όρους, σαν
μαχητικούς αθεϊστές οι οποίοι κατέστρεφαν την παραδοσιακή κουλτούρα τους. Οι αγρότες
της Ουκρανίας, του Βόλγα, του Βορείου Καυκάσου και άλλων περιοχών , αντιστάθηκαν
στην πολιτική της κολλεκτιβοποίησης, ενώθηκαν σαν στρώμα – οι αγρότες ενάντια στο
κράτος -, για να υπερασπιστούν τις παραδόσεις τους . Οι αγρότες δεν καταλάβαιναν την
κρατική παρέμβαση σαν οιονομική πολιτική , αλλά σαν ενα πολιτισμικό πόλεμο απο μια
αντιχριστιανική δύναμη . Η αντιμετώπιση της Εκκλησίας κατά την πρώτη δεκαετία της
επανάστασης, έδινε κάθε λόγο στους παραδοσιακά θρησκευόμενους αγρότες να βλέπουν
με καχυποψία κάθε πολιτική του Σοβιετικού κράτους. Και μπορεί ο στόχος του Σοβιετικού
κράτους να ήταν η καταπολέμμηση των εκμεταλλευτών Κουλάκων, αλλά επίσης επιδίωκαν
την εξάλειψη της κουλτούρας και της τοπικής οκονομικής μονάδας της προνεωτερικής
αγροτιάς. Φήμες για επιστροφή στη δουλοπαροικία , σε συνδυασμό με φήμες για σφαγές
αγροτών , οδήγησαν σε ενα παράλογο φόβο για τον ερχομό του αντίχριστου όπως έλεγαν
οι αγρότες. Οι αγρότες ταύτισαν το σοσιαλισμό με τον αθεϊσμό και αντέδρασαν. Οι
προσπάθειες κολλεκτιβοποίησης αντιμετωπίστηκαν με μιας μορφής αγροτικού λουδισμού–
καταστροφή σιτηρών , ζωντανών και μηχανών – οδηγώντας στο πυρετό του Μαρτίου του
1930 και μια μαζική αγροτική εξέγερση. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας η κολλεκτιβοποίηση
είχε επικρατήσει και η αντίσταση πήρε πιο ήπιες μορφές -.σαμποτάζ, άρνηση εργασίας και
καθυστερήσεις.

Το Σοβιετικό κράτος δεν κατάφερε να ξεριζώσει το θρησκευτικό συναίσθημα – απλά αυτό


εκφραζόταν υπόγεια και όποτε ήταν προωθητικό για τους σκοπούς του, το κατηύθυνε
αναλογα, όπως για παράδειγμα η ανασύσταση του κανονικού Πατριαρχείου Μόσχας το
1943 απο το Στάλιν, με την προοπτική της ανακούφισης του λαούκαι της τόνωσης του
ηθικού και εθνικού αισθήματος. Έντεκα ημέρες μετά την εισβολήτων Ναζί στη Σοβιετική
Ένωση ο Στάλιν απευθύνθηκε στο λαό. Αφού απευθύνθηκε στο πλήθος με το συνηθισμένο
«σύντροφοι», η γλώσσα άλλαξε , χρησιμοποιώντας μια φράση γνωστή και ανακουφιστική
αλλά παράξενη. Απευθύνθηκε στο κόσμο οχι μόνο ως σύντροφοι αλλά σαν αδελφούς και
αδελφές, δηλαδήμε τον τρόπο απεύθυνσης της Εκκληίας πριν από ένα κήρυγμα, δίνοντας
τον τόνο της αλλαγής πολιτικής .

Η Ρωσική Σοβιετική εμπειρία σαν οδηγός


Κάποιος μπορείνα αναρωτηθεί εαν μια διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα της
θρησκείας στη Ρωσία – και άρα και πιο ειδικά στον αντιδραστικόχαρακτήρα της Ρωσικής
Ορθόδοξης Εκκλησίας – θα είχε οδηγήσει σε κάτι διαφορετικό στην εξέλιξη του Σοβιετικού
πειράματος. Αν και πολλοί Εκκλησιαστικοί ηγέτες ήταν φανατικοί μοναρχικοί και Εκκλησία
γενικά υπηρετούσε σαν ανάχωμα απέναντι στις σοσιαλιστικές αντιλήψεις για την κοινωνία
και την ηθική, πολλοί προοδευτικοί και επαναστάτες ακόμα ακομα ιερείς και λαϊκοί
μοιραζόντουσαν κοινούς στόχους με τους επαναστάτες σοσιαλιστες του 1917. Ίσως μια
διαφορετική επαναστατική διαδικασία να ήταν σε εξέλιξη εαν το θρησκευτικό συναίσθημα
γινόαν κατανοητό σαν σύμμαχος στη οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Αντιθέτως
παραδοσιακές δομές της θρησκευτικής ζωής πολεμήθηκαν και η θρησκετική ζωή
θεωρήθηκε αντιθετική προς το Μαρξισμό. Παρόλα αυτά , ο Λένιν , εστιάζοντας στις υλικές
συνθήκες του θρησκευτικού αισθήματος, έγραφε : ‘’ Την πάλη κατά της θρησκείας...
πρέπει να τη συνδέσουμε με τη συγκεκριμένη πρακτική του ταξικού
κινήματος που αποβλέπει στην εξάλειψη των κοινωνικών ριζών της
θρησκείας”

Και συνεχιζει : ‘’ Κανένα διαφωτιστικό βιβλίο δεν πρόκειται να ξεριζώσει τη


θρησκεία από τις μάζες που καταπιέζονται από το καπιταλιστικό κάτεργο
και που εξαρτιόνται από τις τυφλές καταστροφικές δυνάμεις του
καπιταλισμού, όσο αυτές οι μάζες δεν θα μάθουν μόνες τους ν' αγωνίζονται
ενωμένες, οργανωμένα, συστηματικά, συνειδητά ενάντια σ' αυτή τη ρίζα
της θρησκείας, ενάντια στην κυριαρχία του κεφαλαίου σ' όλες τις μορφές.

Εάαν είναι οι υλικές συνθήκες και η εκμετάλλευση οι σάπιες ρίζες που γεννούν τις
θρησκείες, τότε αυτές πρέπει να καταπολεμηθούν πρωτίστως. Η συνεχιζόμενη ύπαρξη
θρησκευτικού αισθήματος στα σοσιαλιστικά κράτη παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον ζήτημα
για τον υλιστή ο οποίος περιμένει το μαρασμό της θρησκείας όταν οι συνθήκες που τη
γεννούν αλλάξουν. Σε ενα παρόμοιο τόνο ο Μαρξ έγραφε : ΄΄ Η θρησκευτική καχεξία
είναι, κατά ένα μέρος, η έκφραση της πραγματικής καχεξίας και, κατά ένα άλλο, η
διαμαρτυρία ενάντια στην πραγματική καχεξία. Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του
καταπιεζόμενου πλάσματος, η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου, είναι το πνεύμα
ενός κόσμου απ’ όπου το πνεύμα έχει λείψει.’’. Εαν η θρησκεία είναι ο στεναγμός του
καταπιεζόμενου, τότε οι Μαρξιστές , δεν πρέπει να πακλεύουν τη θρησκεία με όρους
ιδεολογίας , αλλά να αντιμετωπίσουν τις ρίζες της καταπίεσης που γεννούν το θρησκευτικό
αίισθημα. Αλλά τι γίνεται όταν μετά την επανάσταση ο λαός συνεχίζει να στενάζει ?

Οι μπολσεβίκοι με βάση το διαλεκτικό υλισμό, θεωρούσαν ότι μετά την επανάσταση , με


τον καιρό η θρησκεία θα μαραζώσει. Μια, θα λέγαμε δογματική προσήλωση σε αυτή την
πεποίθησή τους , με βάση έναν οικονομιστικό και χυδαίο μαρξισμό, οδήγησε να επιτεθούν
όχι μόνο στα πιο αντιδραστικά στοιχεία της Εκκλησίας, αλλά να επιτεθούν σε κάθε έκφραση
του θρησκευτικού αισθήματος, λες και τα δυο ταυτίζονται απόλυτα. Ο επαναστατικός
μαρξισμός πρέπει να ξαναπιάσει το νήμα των αναλύσεων του Ένγκελς αν θέλει όχι μόνο να
ερμηνεύσει αλλά και να είναι ενα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια των καταπιεσμένων για
αλλαγή του κόσμου. Ο Ένγκελς δεν θεωρούσε τον κλήρο ομογενοποιημένο αλλά οτι
χωριζόταν ανάλογα με την ταξικήτου σύνθεση και άρα κομμάτια του μπορούσαν να
παίιξουν προωθητικό ρόλο στα επαναστατικά κινήματα, όπως φάνηκε και στο παράδειγμα
της Ρωσίας. Επίσης πρέπει να συνδεθεί με τα πιο προοδευτικά κομμάτια της θρησκευτικής
διανόησης.

Ο θεολόγος και φιλόσοφος Νικολάι Μπερντιάεφ, μαρξιστής στα φοιτητικά του χρόνια ,
γράφει : <<Ο χριστιανισμός πρέπει να ταχθεί με την εργατική τάξη, εν ονόματι της
αξιοπρέπειας του εργάτη , του ανθρωπίνου δικαιώματός του που έχει συντριβεί από τον
καπιταλισμό. Οφείιλει να καταδικάσει την καταπίεση και την εκμετάλλευση ανθρώπου από
άνθρωπο . Οφείλει να προωθεί την αναζήτηση ενός πιο δίκαιου και πιο ανθρώπινου
κοινωνικού συστήματος και να εμπιστευθεί την πρωτοβουλία, την δραστηριότητα και την
ελευθερία του ανθρώπου, στη πάλη για ένα καλύτερο μέλλον .

Η μελλοντική κοινωνία θα είναι εργατική... Η Εκκλησία οφείλει να είναι με τον εργαζόμενο


λαό που θα είναι νικητής σε κοινωνικό επίπεδο.>>

Βιβλιογραφια

Βλαντιμίρ Λένιν

Σοσιαλισμός και θρησκεία, εκδ. Συγχρονη Εποχη , 2015

Μαρξ: Κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου,

εκδ. Παπαζησης ,1978

Εκκλησιαστική ιστορία της Ρωσίας 988-1988, εκδ. Αποστολικη Διακονια , 2011

Συγγραφείς: Βλάσιος Φειδάς

Red Priests

Renovationism, Russian Orthodoxy, and Revolution, 1905-1946

Edward E. Roslof , Indiana University Press, 2002

Νικολαι Μπερντιαεφ, Ο Χριστιανισμός και πάλη των τάξεων, εκδ. Καστανιωτης, 2000