You are on page 1of 11

Στυλιανόσ Τςομπανίδθσ

Αν. Κακθγθτισ
Τμιματοσ Θεολογίασ ΑΠΘ

Ορθοδοξία και Οικουμζνη ςτον 21ο αιώνα:


η “εκκληςιολογική πρόκληςη” μετά την
Αγία και Μεγάλη Σφνοδο τησ Ορθοδόξου Εκκληςίασ ςτην Κρήτη (2016)

«Οδθγοφμενοι από το Πνεφμα πρζπει να αναηθτοφμε όχι τισ δυςκολίεσ ςτισ δυνατότθτεσ,
αλλά κυρίωσ τισ δυνατότθτεσ ςτισ δυςκολίεσ τθσ προςζγγιςισ μασ»
(Μθτρ. Αδριανουπόλεωσ Δαμαςκθνόσ Παπανδρζου)

«Η Οικουμενικι Κίνθςθ είναι… το μζγιςτο και πολυτιμότατο εκκλθςιαςτικό


κεκτθμζνο του περαςμζνου αιϊνα∙ θ δε τιρθςθ, θ εμβάκυνςθ, ο εμπλουτιςμόσ και
θ ςτερζωςι του ςυνιςτοφν το κυρίωσ οφειλόμενο των χριςτιανϊν, πρϊτιςτα των
θγετϊν και ποιμζνων αυτϊν, κακϊσ και των πάςθσ φφςεωσ κεολογικϊν Σχολϊν και
Ιδρυμάτων κατά τον τρζχοντα 21ο αιϊνα». Τα παραπάνω λόγια του Αλζξανδρου
Παπαδεροφ, προςϊπου καταξιωμζνου μζςα από τθν πολφχρονθ δράςθ του ςτον
οικουμενικό διάλογο, δθλϊνουν ακριβϊσ αυτό που αποτζλεςε και το ζργο τθσ Αγίασ
και Μεγάλθσ Συνόδου τθσ Ορκόδοξθσ Εκκλθςίασ όςον αφορά ςτο οικουμενικό
κακικον. Περιλαμβάνεται δε ςτουσ βαςικοφσ ςτόχουσ του 8ου Συνεδρίου
Ορκοδόξου Θεολογίασ.

Α΄

Η απόφαςθ τθσ Αγίασ και Μεγάλθσ Συνόδου ςτθν Κριτθ για τισ «Σχζςεισ τθσ
Ορκοδόξου Εκκλθςίασ προσ τον λοιπόν χριςτιανικόν κόςμον» (ςτο εξισ κα
αναφζρεται και ωσ «εκκλθςιολογικό κείμενο») είναι ιςτορικι και ςθμαντικι, γιατί:
-επιςιμωσ επικυρϊνει και εμπεδϊνει, υπό τθν επιτυχι προεδρία του
Οικουμενικοφ Πατριάρχθ Βαρκολομαίου και παρά τουσ ομολογιακοφσ
παροξυςμοφσ οριςμζνων παραδοςιαρχικϊν κφκλων και τα πυκνά «ςφννεφα» που
μαηεφτθκαν πάνω από τθν Oικουμενικι Κίνθςθ τελευταία 25 χρόνια, τθ βοφλθςθ
τθσ ςυνζχιςθσ τθσ ενεργοφ ςυμμετοχισ τθσ ςτθν Οικουμενικι Κίνθςθ, κακϊσ επίςθσ
και τθν υποχρζωςθ τθσ Ορκοδοξίασ να διαλζγεται με τον «άλλον», με ανκρϊπουσ
άλλων πολιτιςμϊν και άλλων κρθςκευτικϊν πεποικιςεων.

1
-δεν υιοκετεί, παρά τισ ανάλογεσ προτάςεισ, το μοντζλο τθσ «οικουμενικότθτασ
τθσ επιςτροφισ» ςτουσ διαλόγουσ και προςκαλεί τουσ άλλουσ χριςτιανοφσ, όπωσ
ζκανε πάντοτε, να τοποκετθκοφν ςτθν κακολικι προοπτικι που είχε θ Εκκλθςία
κατά τθν πρϊτθ χιλιετία. Αντιλαμβάνεται, δθλαδι, τθν επιςτροφι ωσ επιςυναγωγι
όλων των χριςτιανϊν ςτθν ενιαία πίςτθ των αποςτόλων, των Πατζρων και των
Οικουμενικϊν Συνόδων.
-όχι μόνο αποφεφγει να κατατάξει τθ Χριςτιανοςφνθ ςε αιρετικζσ και
ςχιςματικζσ κοινότθτεσ που απειλοφν τθν Ορκοδοξία, αλλά και υπενκυμίηει ότι θ
Ορκόδοξθ Εκκλθςία πρωτοςτάτθςε ςτθ ςφγχρονθ αναηιτθςθ τθσ ενότθτασ μαηί
τουσ και ότι μετείχε ςτθν Οικουμενικι Κίνθςθ αφοφ αυτι, όπωσ δθλϊνεται ρθτά,
«οὐδόλωσ τυγχάνει ξζνθ πρόσ τιν φφςιν καί τθν ἱςτορίαν τῆσ Ὀρκοδόξου Ἐκκλθςίασ,
ἀλλ’ ἀποτελεῖ ςυνεπῆ ἔκφραςιν τῆσ ἀποςτολικῆσ πίςτεωσ καί παραδόςεωσ, ἐντόσ
νζων ἱςτορικῶν ςυνκθκῶν» («Σχζςεισ τθσ Ορκοδόξου Εκκλθςίασ…», § 4).
-κατζδειξε ότι θ ςυνζχιςθ και ανάπτυξθ των ςχζςεων με τον λοιπό χριςτιανικό
κόςμο μζςω του διαλόγου ενιςχφεται από τθν προςευχι προσ τον Χριςτό:
«Δεόμεκα ὅπωσ οἱ Χριςτιανοί ἐργαςκῶςιν ἀπό κοινοῦ, ὥςτε νά ἀποβῇ ἐγγφσ ἡ
ἡμζρα, κακ’ ἥν ὁ Κφριοσ κά ἐκπλθρϊςῃ τιν ἐλπίδα τῶν Ὀρκοδόξων Ἐκκλθςιῶν καί
‘γενιςεται μία ποίμνθ, εἷσ ποιμιν’ (Ἰω. 10,16)» («Σχζςεισ τθσ Ορκοδόξου
Εκκλθςίασ…», τελικι φράςθ).
Είναι ςίγουρο ότι ςτθ Σφνοδο ψθλαφείται κακαρά θ Ορκοδοξία που είναι
διαλεγόμενθ και προςφζρεται. Διαβάηοντασ κανείσ τισ αποφάςεισ τθσ
Συνόδουαντιλαμβάνεται ότι ο διάλογοσ ανικει ςτθν ταυτότθτα και τθν ουςία τθσ
Εκκλθςίασ. Αυτι είναι θ ευκφνθ τθσ Ορκοδοξίασ μζςα ςτο χϊρο και το χρόνο
(«Μινυμα», § 12) και περιγράφεταιωσ μαρτυρία εν διαλόγω («Εγκφκλιοσ», § 20).Ωσ
κεμζλιό τθσζχει τθ μεγάλθ αλικεια ότι θ Εκκλθςία δεν ηει για τον εαυτό τθσ
(«Εγκφκλιοσ», Πρόλογοσ, πρβλ. «Μινυμα», Πρόλογοσ και Οικουμενικοφ Πατριάρχθ
Βαρκολομαίου, «Ειςθγθτικι ομιλία» ). Αυτι θ οπτικι ςυμβαδίηει με τθν κατανόθςθ
του διαλόγου όχι μόνο ωσ διαλογικισ μαρτυρίασ αλλά και ωσ λειτουργικισ
διακονίασ, ωσ «λειτουργίασ μετά τθ Λειτουργία» («Εγκφκλιοσ», § 6, «Μινυμủ 2),
υπογραμμίηοντασ τθν κοινωνικοθκικι και ποιμαντικι του αναγκαιότθτα και
προεκτάςεισ.

Β΄

Ενϊ όμωσ θ Αγία και Μεγάλθ Σφνοδοσ αποτελεί ζνα μεγάλο βιμα ωσ προσ τθν
εδραίωςθ του οικουμενικοφ διαλόγου, το βιμα αυτό ζμεινε μετζωρο. Δεν μπόρεςε
να εξθγιςει ςε αυτοφσ με τουσ οποίουσ διαλζγεται πϊσ βιϊνει θ Ορκοδοξία τθ
ςχζςθ τθσ μαηί τουσ και τι είναι αυτοί για τθν Ορκοδοξία.Το ηιτθμα αυτό αποτελεί
τθ λεγόμενθ «εκκλθςιολογικι πρόκλθςθ».Υπάρχει ζνα ζλλειμμα, όχι ωσ προσ τθν

2
κατανόθςθ τθσ αυτοςυνειδθςίασ τθσ Ορκόδοξθσ Εκκλθςίασ, αλλά ωσ προσ το πϊσ
τθν υποςτθρίηει, πράγμα που επθρεάηει τθ κεϊρθςθ τθσ εκκλθςιαςτικισ
κατάςταςθσ των χριςτιανϊν με τουσ οποίουσ εδϊ και πολλζσ δεκαετίεσ διαλζγεται.
Το κζμα αυτό προκάλεςε τισ περιςςότερεσ και πιο ζντονεσ ςυηθτιςεισ πριν και κατά
τθ διάρκεια των εργαςιϊν τθσ Συνόδου και είναι ςίγουρο ότι κα ςυνεχίςει να
απαςχολεί και τθ μεταςυνοδικι πορεία.
Εβδομιντα χρόνια μετά από τθν επίςθμθ ζναρξθ τθσ Οικουμενικισ Κίνθςθσ
αποδεικνφεται ότι θ εκκλθςιολογικι κεϊρθςθ τθν άλλων χριςτιανικϊν Ομολογιϊν
είναι ζνα άλυτο πρόβλθμα και ασ ρωτικθκαν ξανά οι Ορκόδοξοι από τθν Ειδικι
Επιτροπι του ΠΣΕ πριν από περίπου 15 χρόνια, με ζνα ςυγκεκριμζνο ερϊτθμα που
άγγιηε το εκκλθςιολογικό τουσ νεφρο: «Υπάρχει χώροσ για άλλεσ Εκκλθςίεσ ςτθν
ορκόδοξθ εκκλθςιολογία; Πώσ μπορεί να περιγραφεί αυτόσ ο χώροσ και τα όριά
του;».
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ιδθ από τθ δεκαετία του 1990, αναφερόμενο
ςτθν «εκκλθςιολογικι πρόκλθςθ» μπροςτά ςτθν οποία κζτειτισ Εκκλθςίεσ θ
ςυμμετοχι τουσ ςτθν Οικουμενικι Κίνθςθ και θ φπαρξθ του ΠΣΕ ωσ «κοινωνίασ
Εκκλθςιϊν», είχε επιςθμάνει τθν ανάγκθ να διευκρινίςουν οι Εκκλθςίεσ-μζλθ τθν
ζννοια και τθν ζκταςθ τθσ κοινωνίασ που βιϊνουν ςτο Συμβοφλιο, κακϊσ επίςθσ και
τθν εκκλθςιολογικι ςθμαςία τθσ κοινωνίασ, που είναι ο ςτόχοσ του Συμβουλίου και
όχι μία δεδομζνθ πραγματικότθτα.Μζςα ςτισ κατά τόπουσ Ορκόδοξεσ Εκκλθςίεσ και
μεταξφ τουσ υπάρχει αςυμφωνία και οι τοποκετιςεισ είναι αμφιταλαντευόμενεσ
και αςυνεπείσ, με αρνθτικότατα αποτελζςματα όχι μόνο ςτθν κατάκεςθ μαρτυρίασ
προσ τον ζξω κόςμο αλλά και ςτθ ςυμφωνία με τα ίδια τα λόγια και τισ πράξεισ
τουσ.
Μετά από πολλά χρόνια διαλόγου και επαφϊν ζχει καταςτεί ςαφζσ, το
επιβεβαίωςαν επίςθσ τα γεγονότα και ο προβλθματιςμόσ πριν και μετά τθ Σφνοδο,
ότι για να επιτευχκεί πρόοδοσ ςτθν πορεία για πλιρθ και αμοιβαία αναγνϊριςθ και
κοινωνία, πρζπει οι Εκκλθςίεσ να απαντιςουν ςτο ερϊτθμα πϊσ κατανοοφν και
υποςτθρίηουν τθν εκκλθςιαςτικι τουσ ταυτότθτα και πϊσ κεωροφν τθν
εκκλθςιαςτικι κατάςταςθ άλλων Εκκλθςιϊν και άλλων χριςτιανϊν. Γι’ αυτό είναι
επιτακτικι ανάγκθ και οφείλει ςφνολθ θ Ορκοδοξία να δϊςει μια απάντθςθ ςτουσ
άλλουσ αλλά και ςτον ίδιο τον εαυτό τθσ.
Η απάντθςθ ςτο ερϊτθμα αυτό επθρεάηει αναμφιςβιτθτα όχι μόνο τον τρόπο
με τον οποίο ςχετίηονται οι Ορκόδοξεσ Εκκλθςίεσ με τισ άλλεσ Εκκλθςίεσ, αλλά και
τθν κατανόθςθ τθσ αναγκαιότθτασ του ςτόχου τθσ Οικουμενικισ Κίνθςθσ και τθ
ςυμμετοχι τουσ ςε αυτι, όπωσ επίςθσ και τθ μζκοδο που πρζπει να ακολουκθκεί
από τουσ χριςτιανοφσ για τθν αποκατάςταςθ τθσ εκκλθςιαςτικισ ενότθτασ. Ακόμθ,
από τθν απάντθςθ του ερωτιματοσ αυτοφ, κακορίηεται ουςιαςτικά και ο τρόποσ με
τον οποίο οι Εκκλθςίεσ αντιμετωπίηουν τισ άλλεσ κρθςκείεσ και φαίνεται κατά πόςο

3
θ Ορκοδοξία επικυμεί το διάλογο και τθ ςυνεργαςία όχι μόνο με τουσ
εκκλθςιαςτικοφσ και τουσ κρθςκευτικοφσ, αλλά και με κοινωνικοφσ εταίρουσ για τθν
προάςπιςθ των ανκρωπίνων δικαιωμάτων, τθσ ειρινθσ και τθσ δικαιοςφνθσ. Αφορά
δθλαδι ςτθν όλθ παρουςία και μαρτυρία τθσ Εκκλθςίασ ςτον κόςμο.
Πριν από τθ Σφνοδο υπιρχε ςυμφωνία ςε πανορκόδοξο επίπεδο ςτο ότι πρζπει
να ξεκινιςει μια διαδικαςία μελζτθσ του καυτοφ αυτοφ κζματοσ, προκειμζνου να
εξαςφαλιςτεί μεγαλφτερθ ςαφινεια και ςυμφωνία, λαμβανομζνων υπόψθ και των
προκλιςεων που αντιμετωπίηουν οι Εκκλθςίεσ μζςα ςε ζνα πλουραλιςτικό και
πολυκρθςκευτικό περιβάλλον.
Εξάλλου, από τθν αρχι τθσ προςυνοδικισ πορείασ είχε τεκεί ωσ ςτόχοσ, για τθν
καλι διεξαγωγι του διαλόγου και για μια ουςιαςτικι ορκόδοξθ ςυμβολι ςτθν
υπόκεςθ τθσ χριςτιανικισ ενότθτασ, να αποςαφθνιςτοφν οι εκκλθςιολογικζσ αρχζσ
και θ εκκλθςιολογικι βάςθ τθσ Ορκόδοξθσ Εκκλθςίασ αναφορικά με τθ ςυμμετοχι
τθσ ςτθν Οικουμενικι Κίνθςθ.
Η Σφνοδοσ όχι μόνο δεν ζλυςε το πρόβλθμα, αλλά πιγε κατά κάποιον τρόπο
και πιο πίςω από τθν πιο επίςθμθ, ζωσ τθ ςφγκλθςι τθσ, ςε πανορκόδοξο επίπεδο
τοποκζτθςθ για το ηιτθμα τθσ ςχζςθσ τθσ Ορκόδοξθσ Εκκλθςίασ προσ τα εκτόσ των
ορίων αυτισ υφιςτάμενα χριςτιανικά ςϊματα που ζγινε το 1986 ςτθν Γϋ
Προςυνοδικι Διάςκεψθ με τα κείμενα «Ορκόδοξθ Εκκλθςία και Οικουμενικι
Κίνθςθ» και «Σχζςεισ τθσ Ορκόδοξθσ Εκκλθςίασ προσ τον λοιπόν χριςτιανικόν κό-
ςμον».
Η Γϋ Προςυνοδικι ιταν αυτι που αςχολικθκε πολφ ςοβαρά με το επίμαχο
κζμα αν οι ετερόδοξοι μποροφν να ονομαςτοφν Εκκλθςίεσ. Μετά από ζναν γόνιμο
προβλθματιςμό θ Διάςκεψθ διλωςε ομόφωνα: «Η Ορκόδοξοσ Εκκλθςία, ωσ οφςα θ
μία, αγία, κακολικι και αποςτολικι Εκκλθςία, ζχει πλιρθ ςυνείδθςιν τθσ ευκφνθσ
αυτισ δια τθν ενότθτα του χριςτιανικοφ κόςμου, αναγνωρίηει τθν πραγματικιν φ-
παρξιν όλων των χριςτιανικών Εκκλθςιών και Ομολογιών» («Σχζςεισ τθσ Ορκόδοξθσ
Εκκλθςίασ…», § 2).
Η ςυγκεκριμζνθ παράγραφοσ μαηί με τθν 1θ παράγραφο του κειμζνου-
απόφαςθ «Ορκόδοξθ Εκκλθςία και Οικουμενικι Κίνθςθ» που αναφζρει ότι θ
Ορκόδοξθ Εκκλθςία ζχει τθ βακιά πεποίκθςθ και τθν εκκλθςιαςτικι
αυτοςυνειδθςία ότι «αποτελεί τον φορζα» και δίνει μαρτυρία τθσ πίςτεωσ και τθσ
παραδόςεωσ τθσ Μίασ, Αγίασ, Κακολικισ και Αποςτολικισ Εκκλθςίασαποτζλεςαν
τθν πιο βακιά εκκλθςιολογικι κεμελίωςθ τθσ ορκόδοξθσ ςυμμετοχισ ςτθν
Οικουμενικι Κίνθςθ που είχε γίνει μζχρι εκείνθ τθ ςτιγμι. Βεβαίωσ, δεν ζδινε
ευκεία και τελειωτικι απάντθςθ ςτο ερϊτθμα, όμωσ, εξζφραηε μια ολόκλθρθ εποχι
κατά τθν οποία θ ορκόδοξθ εκκλθςιολογία είχε αποκτιςει ζναν δυναμικό
χαρακτιρα και είχε αφιςει πίςω τθσ τθν ομολογιακι και ιδρυματικι αντίλθψθ τθσ

4
Εκκλθςίασ, θ οποία διακατζχεται από τθν απόλυτθ ςιγουριά για τθν φπαρξθ ιδθ
από τϊρα τθσ «ecclesiatriumphans».
Όπωσ είναι γνωςτό τα δφο κείμενα-αποφάςεισ του 1986 δεν ζφταςαν αυτοφςια
ςτθ Σφνοδο. Μετά από ζντονεσ ςυηθτιςεισ και πολλζσ προτακείςεσ τροπολογίεσ ςτο
λεγόμενο εκκλθςιολογικό κείμενο που ζγινε αποδεκτό και υπεγράφθ από τθ μεγάλθ
πλειοψθφία των μελϊν τθσ Συνόδου απαλείφκθκε ο όροσ «Εκκλθςίαι» (πρβλ. π.χ.
§§ 19, 20 και 21)1 για τον χαρακτθριςμό των άλλων χριςτιανικϊν ολοτιτων και
εταίρων ςτον οικουμενικό διάλογο και θ φράςθ ςτθν επίμαχθ παράγραφο 6 ζγινε:
«ἡ Ὀρκόδοξοσ Ἐκκλθςία ἀποδζχεται *αντί: αναγνωρίηει+ τιν ἱςτορικιν ὀνομαςίαν
[αντί: φπαρξιν] τῶν μι εὑριςκομζνων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆσ ἄλλων *προςτζκθκε+
ἑτεροδόξωνχριςτιανικῶν Ἐκκλθςιῶν καί Ὁμολογιῶν» (θ υπογράμμιςθ δικι μου). Η
εγκρικείςα αυτι φράςθ κεωρικθκε αςαφισ και ανοικτι ςε ποικίλεσ ερμθνείεσ.
Ζνασ αιςιόδοξοσ αναγνϊςτθσ με οικουμενικι προοπτικι κα μποροφςε να
ιςχυριςτεί ότι θ φράςθ αυτι εκφράηει αυτό που χρόνια ορκόδοξοι κλθρικοί και
ιεράρχεσ πράττουν ςτθν Οικουμενικι Κίνθςθ. Χρθςιμοποιοφν τθ λζξθ ωσ τεχνικό
όρο, «εν τω κοινϊ λόγω», ςυμβατικά και κατ’ οικονομίαν, για να δθλϊςουν τθν
αναντίρρθτθ φπαρξθ μζςα ςτο χριςτιανικό κόςμο άλλων Εκκλθςιϊν και Ομολογιϊν,
χωρίσ αυτό να ςθμαίνει αναγνϊριςθ τθσ ορκότθτασ τθσ πίςτθσ τουσ. Τελικά, ίςωσ
εκφράηει αυτό που είναι ξεκάκαρο από τα πρϊτα βιματα τθσ οικουμενικισ
προςπάκειασ, ότι δθλαδι θ Ορκοδοξία «απορρίπτει τθ ςχετικιςτικι κζςθ εκείνων

1
Είναι ςθμαντικό εδϊ να ςθμειωκεί, λαμβάνοντασ υπόψθ και τισ ςθμαντικζσ παρατθριςεισ του
κακθγθτι Γ. Μαρτηζλου ςτο άρκρο του «Το κείμενο τθσ Εϋ Προςυνοδικισ Πανορκοδόξου
Διαςκζψεωσ για τισ ‘Σχζςεισ τθσ Ορκοδόξου Εκκλθςίασ προσ τον λοιπόν χριςτιανικόν κόςμον’ και θ
Αγία και Μεγάλθ Σφνοδοσ», ότι για να καταςιγάςουν οι ακραίεσ φωνζσ που ακοφγονταν μζςα ςτα
πλαίςια των τοπικϊν αυτοκεφάλων Εκκλθςιϊν ςχετικά με τον χαρακτθριςμό των ετεροδόξων
χριςτιανικϊν κοινοτιτων ωσ «ετεροδόξων Εκκλθςιϊν και Ομολογιϊν» ςε διάφοραςθμεία όπου
γινόταν λόγοσ για άλλεσ χριςτιανικζσ «Εκκλθςίεσ και Ομολογίεσ», θ φράςθ αυτι διαγράφθκε. Αντ’
αυτισ γίνεται πλζον λόγοσ ςτο εκκλθςιολογικό κείμενο για «λοιποφσ χριςτιανοφσ» (§ 6), για «όςουσ
πιςτεφουν εισ τον Κφριον Ιθςοφν Χριςτόν ωσ Θεόν και Σωτιρα» (§19) και για «λοιπόν χριςτιανικόν
κόςμον» (§ 20). Παρόμοιεσ τοποκετιςεισ ςυναντϊνται και ςτο «Μινυμα» και ςτθν «Εγκφκλιο». Ζτςι,
δθμιουργοφνται ςοβαρά προβλιματα ςχετικά με το πλαίςιο των ςχζςεων τθσ Ορκοδόξου Εκκλθςίασ
με τον λοιπό χριςτιανικό κόςμο, γιατί δίνεται θ εντφπωςθ ότι θ Ορκόδοξθ Εκκλθςία διαλζγεται
κεολογικά με τουσ χριςτιανοφσ ωσ μεμονωμζνα άτομα και όχι με τισ ετερόδοξεσ Εκκλθςίεσ και
Ομολογίεσ. Αυτό φανερϊνει ότι δεν ελιφκθςαν ςοβαρά υπόψθ οφτε τα παραδείγματα
προγενεςτζρων μεγάλων Πατζρων τθσ Εκκλθςίασ που αντιμετϊπιςαν παρόμοιασ φφςεωσ
προβλιματα, αναφερόμενοι ςε Χριςτιανοφσ αποκομμζνουσ από τθν κοινωνία τθσ «μιασ, αγίασ,
κακολικισ και αποςτολικισ Εκκλθςίασ», οφτε θ διαχρονικϊσ πάγια χριςθ του όρου ςτα πλαίςια τθσ
Οικουμενικισ Κίνθςθσ, οφτε θ μακρόχρονθ κυοφορία του εν λόγω κειμζνου που αφορά ςτισ ςχζςεισ
με τον λοιπό χριςτιανικό κόςμο επί μία περίπου πεντθκονταετία.

5
που κα κεωροφςαν όλεσ τισ Εκκλθςίεσ ωσ εξίςου ζγκυρεσ εκφράςεισ τθσ μιασ
αόρατθσ Εκκλθςίασ, κακϊσ και τθν ανελαςτικι ςτάςθ εκείνων που αρνοφνται το
δικαίωμα ςε οποιεςδιποτε άλλεσ εκτόσ από τθ δικι τουσ Εκκλθςία να
αυτοαποκαλοφνται Εκκλθςίεσ του Χριςτοφ»
Από τθν άλλθ πλευρά, εάν διαβάςει κανείσ τθ φράςθ μαηί με άλλεσ προτάςεισ
που προςτζκθκαν ι τροποποιικθκαν, δθλαδι μζςα ςτθν όλθ ςυνάφεια του
κειμζνου, εφκολα μπορεί να διαπιςτϊςει ότι θ φράςθ υπονοεί κάποιου είδουσ
εκκλθςιολογικι αποκλειςτικότθτα με ςκοπό να κακθςυχάςει τισ ανθςυχίεσ των
αντιδρϊντων εντόσ των κατά τόπουσ Ορκοδόξων Εκκλθςιϊν για τουσ
ςυνεχιηόμενουσ διμερείσ και πολυμερείσ κεολογικοφσ διαλόγουσ.
Πάντωσ, όπωσ και αν κεωρθκεί θ τροποποίθςθ ςτθν παράγραφο 6,το ερϊτθμα
για το πϊσ εκλαμβάνονται οι ετερόδοξοι από τθν Αγία και Μεγάλθ Σφνοδο, κακϊσ
και ο βακμόσ τθσ ςχζςθσ τουσ με τθν Ορκόδοξθ Εκκλθςία παραμζνουν
αδιευκρίνιςτα. Ακόμθ και ςιμερα δεν ζχουν παφςει οι αμφίρροπεσ ερμθνείεσ,
αξιολογιςεισ και αναφορζσ ςτο κζμα αυτό, όπωσ είχαν οραματιςτεί οι πρωτεργάτεσ
τθσ προςυνοδικισ πορείασ, και δεν ζχει εκλείψει και ο «διχαςμόσ» ςε
«ςυντθρθτικοφσ» και «νεωτεριςτζσ», ςε «παραδοςιακοφσ» και «οικουμενιςτζσ», ςε
«πλειοδότεσ» και «μειοδότεσ» τθσ ορκοδοξίασ, ςε πιςτοφσ και ςε λιγότερο πιςτοφσ
ςτθν Εκκλθςία και ςτθ διδαςκαλία τθσ.Ιςχφει ςτο ακζραιο θ προτροπι,ιδθ από τθ
δεκαετία του ’80,του «Πατριάρχθ των Διαλόγων» του Παρκζνιου του Γϋ (του
μακαριςτοφ Πάπα και Πατριάρχθ Αλεξανδρείασ και πάςθσ Αφρικισ): «Χρειάηεται να
ποφμε ειλικρινά, με κάρροσ και τόλμθ, και ςτουσ εαυτοφσ μασ και ςε όςουσ
διαλζγονται μαηί μασ, πϊσ τουσ βλζπομε, πϊσ τουσ νοιϊκουμε, τι είναι για μασ.
Παραδεχόμεκα ότι είναι και αυτοί Εκκλθςία; Δεν χρειάηεται θ απάντθςισ να είναι
‘ιξεισ αφιξεισ’, ίςωσ, εάν, και τα παρόμοια. Είναι ζξω από τθν Εκκλθςίαν; Είναι
μζςα εισ τθν Εκκλθςίαν; Να το ποφμε ολοκάκαρα. Δεν χρειάηεται να μασ πουν οι
άλλοι τι ςκζπτονται για μασ. Για μασ θ αλικεια και θ αγάπθ ηθτεί να ποφμε εμείσ
ποια ςτάςθ ζχομε, και πϊσ τουσ βλζπομε, χωρίσ φόβο και πάκοσ. Η απάντθςθ κα
βοθκιςθ τον διάλογο, είτε είναι κετικι, είτε είναι αρνθτικι».
Επιςτρζφοντασ τϊρα ςτθ κριτικι των κειμζνων και για να γίνουμεπιο
ςυγκεκριμζνοι, αξίηει να ςθμειϊςουμε ότι ο αναγνϊςτθσ πολφ εφκολα διακρίνει
ζναν απολογθτικό τόνο ςτθν εναγϊνια προςπάκεια τθσ Συνόδου να καταςιγαςτοφν
οι πολλζσ και ζντονεσ, καλόπιςτεσ ι κακόπιςτεσ, ανθςυχίεσ όςων αντιδροφν ςτουσ
διαλόγουσ με τθ ςυνεχι διαβεβαίωςθ και ςτο εκκλθςιολογικό κείμενο και ςτο
«Μινυμα» και «ςτθν «Εγκφκλιο» ότι οι διάλογοι δεν αποτελοφν ςυμβιβαςμό ςε
ηθτιματα πίςτεωσ.
Επίςθσ, ο πλεοναςτικόσ και τραχφσ τρόποσ ζκφραςθσ τθσ προςκικθσ ςτθν
παράγραφο 21 του εκκλθςιολογικοφ κειμζνου ότι όςον αφορά ςτα κεολογικά
κείμενα των οικουμενικϊν διαλόγων «ἡ Ὀρκόδοξοσ Ἐκκλθςία διατθρεῖ ἐπιφυλάξεισ

6
διά κεφαλαιϊδθ ηθτιματα πίςτεωσ καί τάξεωσ, διότι αἱ μι Ὀρκόδοξοι Ἐκκλθςίαι καί
Ὁμολογίαι παρεξζκλιναν ἐκ τῆσ ἀλθκοῦσ πίςτεωσ τῆσ μιᾶσ, ἁγίασ, κακολικῆσ καί
ἀποςτολικῆσ Ἐκκλθςίασ» (θ υπογράμμιςθ δικι μου), μπορεί να κατανοθκεί, όχι
εςφαλμζνα, ωσ παραχϊρθςθ προσ τουσ αντιπάλουσ του οικουμενικοφ διαλόγου
εντόσ τθσ Ορκόδοξθσ Εκκλθςίασ. Εάν θ πρόταςθ διαβαςτεί μαηί με εκφράςεισ όπωσ
λόγου χάρθ: θ Ορκόδοξθ Εκκλθςία «επιδεικνφει ευαιςκθςίαν ζναντι εκείνων, οι
οποίοι διζκοψαν τθν μετ’ αυτισ κοινωνίαν» («Εγκφκλιοσ» § 20), δθμιουργείται θ
εντφπωςθ ότι οι χωριςμοί οφείλονται αποκλειςτικά ςε λάκθ των άλλων που
απομακρφνκθκαν. Ζτςι, υποςτθρίηεται ζνα είδοσ πατερναλιςμοφ, επάρκειασ και
«αυτάρκειασ κακολικότθτασ», νοοτροπίασ ξζνθσ προσ τθ δυναμικι εκκλθςιολογία
που ανζπτυξε θ Ορκοδοξία από τθν ζναρξθ τθσ προςυνοδικισ πορείασ τθ δεκαετία
του 1960. Η εντφπωςθ αυτι επιτείνεται από τθν επαναλαμβανόμενθ ςτα κείμενα
επωδό περί «μαρτυρίασ τθσ Ορκοδοξίασ», θ οποία κατανοείται ωσ μία μονόδρομθ
κίνθςθ προσ τα ζξω, χωρίσ ετοιμότθτα αντίδοςθσ, αλλθλοπλουτιςμοφ και
αλλθλοπεριχϊρθςθσ. Αυτό το πνεφμα δεν ζχει καμία ςχζςθ με τισ δθλϊςεισ π.χ. τθσ
Αϋ Προςυνοδικισ Πανορκόδοξθσ Διάςκεψθσ ςτο Σαμπεηφ το 1976 που
υπογράμμιηαν ότι θ μαρτυρία τθσ Ορκοδοξίασ είναι «διπλισ ωφελείασ», είναι
μετάδοςθ και λιψθ.

Γ΄

Παρ’ όλα αυτά θ Αγία και Μεγάλθ Σφνοδοσ ανοίγει μεγάλεσ δυνατότθτεσ για
τθν αντιμετϊπιςθ τθσ εκκλθςιολογικισ πρόκλθςθσ κατά τθ μεταςυνοδικι πορεία.
1.Είναι ιδιαίτερα αξιοπρόςεκτο το γεγονόσ ότι ςτο πρϊτο κεφάλαιο τθσ
«Εγκυκλίου» που καταπιάνεται με τθν Εκκλθςιολογία και ςκιαγραφεί ςε γενικζσ
γραμμζσ πϊσ αυτοκατανοείται ςιμερα θ Ορκόδοξθ Εκκλθςία υπάρχει θ
διατφπωςθ:«Ἡ Ὀρκόδοξοσ Ἐκκλθςία, πιςτι εἰσ τιν ὁμόφωνον ταφτθν ἀποςτολικιν
παράδοςιν καί μυςτθριακιν ἐμπειρίαν, ἀποτελεῖ τιν αὐκεντικιν ςυνζχειαν τῆσμιᾶσ,
ἁγίασ, κακολικῆσ καί ἀποςτολικῆσ Ἐκκλθςίασ, ὡσ αὕτθ ὁμολογεῖται εἰσ το Σφμβολον
τῆσ πίςτεωσ καί βεβαιοῦται διά τῆσ διδαςκαλίασ τῶν Πατζρων τῆσ Ἐκκλθςίασ»
(πρβλ. «Μινυμα» § 1, θ υπογράμμιςθ δικι μου).
Η ζκφραςθ «αυκεντικι ςυνζχεια» υπερβαίνει τθν αποκλειςτικι, ομολογιακι
αυτοςυνειδθςία τθσ Ορκόδοξθσ Εκκλθςίασ. Θα μποροφςε να ιςχυριςτεί κανείσ ότι
αυτι θ επιλογι τθσ ζκφραςθσ, χωρίσ να υπερτιμάται, κινείται ςτθν κατεφκυνςθ τθσ
Γϋ Προςυνοδικισ και κα μποροφςε να αποτελζςει ζνα βιμα για τθν αποςαφινιςθ
του όλου εκκλθςιολογικοφ κζματοσ. Με τθν ζκφραςθ «αποτελεί τθν αυκεντικι
ςυνζχεια» -«αποτελεί τον φορζα» ανζφερε θ Γϋ Προςυνοδικι- θ κεμελιϊδθσ αξίωςθ
τθσ Ορκόδοξθσ Εκκλθςίασ ότι ταυτίηεται με τθ Μία, αλθκινι Εκκλθςία γίνεται πιο
ευρφχωρθμθν εμποδίηοντασ τθν αποδοχι τθσ πραγματικότθτασ ότι και άλλα μζλθ

7
μποροφν να προβάλλουν τθν κοινι αυτοςυνειδθςία ότι ςυνεχίηουν να είναι μζλθ
τθσ Εκκλθςίασ.
Αυτι θ αντίλθψθ ςτθρίηεται ςτθ βαςικι εκκλθςιολογικι κζςθ ότι θ Εκκλθςία
του Χριςτοφ ςτθ φάςθ τθσ επί γθσ ςτράτευςθσ ζχει τθν αλικεια «εν οςτρακίνοισ
ςκεφεςιν» (Βϋ Κορ. 4,7), δεν κατζχει τθν αλικεια, αλλά μετζχει ςε αυτι. Αφινει δε
ουςιαςτικά περικϊρια για ςοβαρι αντίδοςθ και αμοιβαίο εμπλουτιςμό. Στθν
πρόταςθ αυτι εντοπίηονται οι δφο βαςικζσ όψεισ τθσ Ορκόδοξθσ Εκκλθςιολογίασ
εναρμονιςμζνεσ επιτυχϊσ. Κινείται ςτθ διαλεκτικι τθσ αυςτθρότθτασ τθσ
«ακρίβειασ» και ςτθν ευαιςκθςία τθσ «οικονομίασ», ςτθ διάκριςθ των ορίων τθσ
Εκκλθςίασ ςε κανονικά και χαριςματικά, που δεν ςυμπίπτουν πάντοτε.
2. Η Ορκόδοξθ Εκκλθςία, δίνοντασ χϊρο ςτον «άλλο» και κάνοντασ κακ’ όλθ τθ
διάρκεια τθσ οικουμενικισ πορείασ χριςθ του όρου «Εκκλθςία» ωσ τεχνικοφ όρου,
ςυμβατικά και κατ’ οικονομίαν ηει με τθν ελπίδα ότι τα ςτοιχεία τθσ αλικειασ ι τα
«εκκλθςιαςτικά ςτοιχεία» («elementaecclesiae») που αναγνωρίηει τϊρα ςτισ άλλεσ
Εκκλθςίεσ κα οδθγιςουν ςτθν αναγνϊριςθ τθσ όλθσ αλικειασ και ςτθν ενότθτα που
κα βαςίηεται πάνω ςε αυτι τθν αλικεια. Αυτό είναι ςφμφωνο με τισ
εκκλθςιολογικζσ προχποκζςεισ τθσ γνωςτισ «Διλωςθσ του Τορόντο» (1950), θ
οποία κεωρείται από τθν Ορκόδοξθ Εκκλθςία ωσ «βαςικόσ χάρτθσ» και
προχπόκεςθ για τθ ςυνεχι ςυμμετοχι τουσ ςτο Συμβοφλιο, όπωσ επιβεβαιϊκθκε
και ςτθν Αγία και Μεγάλθ Σφνοδο («Σχζςεισ τθσ Ορκοδόξου Εκκλθςίασ…», § 19).
Σε ςχζςθ με αυτό, 3. είναι άκρωσ κετικό το γεγονόσ ότι οι Ορκόδοξεσ Εκκλθςίεσ
αντιλαμβάνονται ςιμερα πωσ ςτα πλαίςια του εκκλθςιολογικοφ διαλόγου τθσ
Επιτροπισ «Πίςτθ και Τάξθ» ζχει διανυκεί πολφσ δρόμοσ και ότι είναι αξιόλογθ θ
ςφγκλιςθ που παρατθρείται ςτθν πορεία από το Κείμενο τθσ Λίμα (ι ΒΕΜ=Baptism,
Eucharist, Ministry) ζωσ το πρόςφατο κείμενο «Εκκλθςία: προσ ζνα κοινό όραμα».
Γι’ αυτό και ςτο κείμενο «Σχζςεισ τθσ Ορκοδόξου Εκκλθςίασ προσ τον λοιπόν
χριςτιανικόν κόςμον» αναφζρεται ρθτά -παρά τισ επιφυλάξεισ ςε κεφαλαιϊδθ
ηθτιματα πίςτθσ και τάξθσ- ότι εκτιμϊνται κετικά τα κεολογικά κείμενα τθσ
Επιτροπισ «Πίςτθ και Τάξθ» και κεωροφνται ότι αποτελοφν αξιόλογο βιμα ςτθν
Οικουμενικι Κίνθςθ για τθν προςζγγιςθ των χριςτιανϊν (§ 21).
Μζςα ςε αυτι τθ νζα οικουμενικι πραγματικότθτα λοιπόν δθμιουργοφνται
νζεσ δυνατότθτεσ για τθν Ορκόδοξθ Εκκλθςία προκειμζνου να προχωριςει πιο πζρα
από τον λεγόμενο «εκκλθςιολογικό αγνωςτικιςμό», που πρεςβεφει: «γνωρίηουμε
ποφ είναι θ Εκκλθςία, δεν μποροφμε όμωσ να ποφμε ποφ δεν είναι θ Εκκλθςία» και
να γίνει πιο «καταφατικι» ςε ςχζςθ με το ερϊτθμα πϊσ βλζπει το εκκλθςιολογικό
status των Χριςτιανϊν που βρίςκονται εκτόσ των κανονικϊν ορίων τθσ Ορκοδοξίασ.
Παρ’ ότι θ Ορκόδοξθ Εκκλθςία δεν αναγνωρίηει εαυτιν ςτθν πίςτθ και τθν
πράξθ των άλλων Εκκλθςιϊν οφτε ςχετικοποιεί τα υφιςτάμενα όρια και τισ
διαφορζσ, δεν παραβλζπει ότι ο βακμόσ τθσ αμοιβαίασ αναγνϊριςθσ που υπάρχει

8
ςιμερα επιτρζπει ςτισ Εκκλθςίεσ, χωρίσ να εξαλείφουν τα εμπόδια, να απαντοφν
μαηί ςε μεγάλο αρικμό οικουμενικϊν ερωτιςεων.Αυτό γίνεται αντιλθπτό από τθ
Σφνοδο, γι’ αυτό πολφ ςωςτά ςτο εκκλθςιολογικό κείμενο αναφζρεται ότι οι ςχζςεισ
τθσ Ορκόδοξθσ Εκκλθςίασ προσ τισ άλλεσ ετερόδοξεσ Εκκλθςίεσ και Ομολογίεσ
πρζπει νά ςτθρίηονταιςτθν όςο το δυνατό ταχφτερθ καί
αντικειμενικότερθαποςαφινιςθ τοῦ ὅλου ἐκκλθςιολογικοῦ κζματοσ (§ 6). Θα ιταν
ιδιαίτερα ςθμαντικό και αποτελεςματικό εάν θ Ορκόδοξθ Εκκλθςία κατζβαλε
προςπάκεια ςυνεννόθςθσ και ερχόταν ακόμθ πιο κοντά με τισ πλθςιζςτερα ςε
αυτιν Εκκλθςίεσ, με αυτζσ ςτισ οποίεσ αναγνωρίηει περιςςότερα ςτοιχεία τθσ
αλθκοφσ Εκκλθςίασ του Χριςτοφ, πράγμα που κα διευκόλυνε τθ γενικι πορεία προσ
τθν ενότθτα των Εκκλθςιϊν ςτο μζλλον. Αυτι θ μζκοδοσ είναι παλιά και ζχει
προτακεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο προζτρεπε δια ςτόματοσ του
κακθγθτι Αμ. Αλιβιηάτου ιδθ το 1920 να καταβλθκεί προςπάκεια ϊςτε να
ςυρραφκοφν «πρϊτα τα προσ άλλθλα ςυγγενι και πλθςιζςτερα τεμάχια τοφ ποτε
αράφου χιτϊνοσ του Χριςτοφ».
4.Για μια πιο ςυγκεκριμζνθ απάντθςθ ςτο ερϊτθμα πϊσ βλζπει θ Ορκόδοξθ
Εκκλθςία τισ άλλεσ Εκκλθςίεσ και Ομολογίεσ μπορεί κατά τθ μεταςυνοδικι πορεία
να χρθςιμεφςει εκτόσ από τθν ερμθνεία τθσ περιγραφισ τθσ αυτοςυνειδθςίασ τθσ
Ορκόδοξθσ Εκκλθςίασ ωσ «αυκεντικισ ςυνζχειασ» τθσ UnaSancta και θ ερμθνεία τθσ
παραγράφου 20 του εκκλθςιολογικοφ κειμζνου: «αἱ προοπτικαί τῶν κεολογικῶν
διαλόγων τῆσ Ὀρκοδόξου Ἐκκλθςίασ μετά τοῦ λοιποῦ χριςτιανικοῦ κόςμου
προςδιορίηονται πάντοτε ἐπί τῇ βάςει τῶν ἀρχῶν τῆσ ὀρκοδόξου ἐκκλθςιολογίασ
καί τῶν κανονικῶν κριτθρίων τῆσ ἤδθ διαμεμορφωμζνθσ ἐκκλθςιαςτικῆσ
παραδόςεωσ».
Χρειάηεται να αναηθτθκεί ο «νουσ» και ο ςκοπόσ τθσ προγενζςτερθσ κανονικισ
παράδοςθσ και να γίνει αναλογικι κατ’ οικονομίαν εφαρμογι του πνεφματοσ των
κανόνων μζςα ςτθ νζα πραγματικότθτα τθσ ςφγχρονθσ Οικουμενικισ Κίνθςθσ, των
ειρθνικϊν διαλόγων και των κετικϊν καρπϊν τουσ. Για τθν αναλογικι εφαρμογι του
πνεφματοσ κανόνων πρζπει, ςε κάκε περίπτωςθ, να λθφκεί ςιμερα υπόψθ ότι ο
λοιπόσ χριςτιανικόσ κόςμοσ οφτε τισ βαρφτατεσ κακοδοξίεσ των αιρετικϊν τθσ
εποχισ των Οικουμενικϊν Συνόδων αςπάηεται, οφτε εχκρικϊσ προσ τθν Ορκόδοξθ
Εκκλθςία διάκειται, οφτε προςθλυτιςμό αςκεί, οφτε ζχει καταδικαςτεί ςυνοδικά.
Ζχει μάλιςτα ιδιαίτερθ ςθμαςία ότι τα μζλθ τουσ βαπτίηονται ςτο όνομα τθσ Αγίασ
Τριάδασ.Το εκκλθςιολογικό κείμενο δίνει αφορμι για τθ ςκζψθ ότι θ αναλογικι
εφαρμογι του πνεφματοσ κανόνων -όπωσ οι 7 τθσ Βϋ και 95 τθσ Πενκζκτθσ
Οικουμενικϊν Συνόδων, που αναφζρονται ςτθν παράγραφο 20 τθσ Εϋ
Προςυνοδικισ, κακϊσ και ςτθν αγγλικι και ρωςικι διατφπωςθ του κειμζνου-
απόφαςθ τθσ Συνόδου- ςτθ νζα πραγματικότθτα τθσ ςφγχρονθσ Οικουμενικισ
Κίνθςθσ και των ειρθνικϊν διαλόγων, ςυνεπάγεται τθν αναγνϊριςθ του

9
«υποςτατοφ» ι και του «εγκφρου» του Βαπτίςματοσ. Η ςκζψθ αυτι αποφεφγεται
και ασ ζχει προβλθκεί το βάπτιςμα από τθ Γενικι Συνζλευςθ του ΠΣΕ ςτο Πόρτο
Αλζγκρε ωσ βαςικό εκκλθςιολογικό κριτιριο για μία ςυνεπι κεολογικι προςζγγιςθ
του ηθτιματοσ τθσ ενότθτασ τθσ Εκκλθςίασ και για μία υπεφκυνθ και παραδεκτι
ςφγκλιςθ των εκκλθςιολογιϊν. Αυτό είχε ςυηθτθκεί άλλωςτε και ςε ενδοορκόδοξο
πλαίςιο ςτθ Διάςκεψθ τθσ Σόφιασ το 1981, θ οποία κατζκεςε για πρϊτθ φορά
κωδικοποιθμζνα τα ορκόδοξα αιτιματα (desiderata) και ηθτοφςε να ςυμπεριλθφκεί
το βάπτιςμα ςτθ «Βάςθ» του ΠΣΕ ι τουλάχιςτον ςτα κριτιρια για τθν αποδοχι νζων
μελϊν. Πάντωσ θ αμοιβαία αναγνϊριςθ του βαπτίςματοσ κα είχε ςθμαντικζσ
ςυνζπειεσ για τθ κεϊρθςθ τθσ εκκλθςιαςτικισ κατάςταςθσ άλλων Εκκλθςιϊν και
άλλων Χριςτιανϊν. Θα εξάλειφε ζνα κεμελιϊδεσ εμπόδιο ςτθν πορεία προσ τθν
ενότθτα. Βεβαίωσ, δεν κα ςιμαινε ακόμθ ότι υπάρχει πλιρθσ ενότθτα ςτθν πίςτθ,
προχπόκεςθ μεγάλθσ ςθμαςίασ για τθν αποκατάςταςθ τθσ κοινωνίασ ςτο ποτιριο
τθσ Ευχαριςτίασ.
5.Εκτόσ από τα παραπάνω ευαίςκθτα κεολογικά-δογματικά κζματα ςτθν
εκκλθςιολογικιπρόκλθςθ ανικει επίςθσ θ αντιμετϊπιςθ του ςοβαρότατου
κινδφνου από τθν αναρρίπιςθ του φονταμενταλιςμοφ εντόσ τθσ Ορκόδοξθσ
Εκκλθςίασ, με κφριο χαρακτθριςτικό τον αντιοικουμενιςμό, κακϊσ και τθσ
ςυνακόλουκθσ ευκφνθσ τθσ να περιφρουριςει τθν ενότθτά τθσ, προλαμβάνοντασ
αυτοφσ που καραδοκοφν να καταφζρουν πλιγματα ςτο ςϊμα τθσ. Πολφ ςωςτά θ
Σφνοδοσ προβάλει το ςοβαρό αυτό πρόβλθμα και το καταδικάηει («Σχζςεισ τθσ
Ορκοδόξου Εκκλθςίασ…», § 22, πρβλ. «Εγκφκλιοσ». § 17, «Μινυμα», § 4). Η
ομόφωνθ καταδίκθ από τθ Αγία και Μεγάλθ Σφνοδο των ςεκταριςτικϊν αντι-
οικουμενικϊν ομάδων καταδεικνφει όχι μόνο τθν επιβεβαίωςθ για τθ ςυνζχιςθ τθσ
ενεργοφ ςυμμετοχισ τθσ Ορκόδοξθσ Εκκλθςίασ ςτθν Οικουμενικι Κίνθςθ αλλά και
τθ βοφλθςθ να μθν επιτρζψει τθ μετατροπι τθσ από «κακολικι» και «κατά τθν
οικουμζνθν» Εκκλθςία που είναι, ςε μία εςωςτρεφι και αυτάρεςκθ ομάδα, ςε ζνα
«γκζτο» ςτο περικϊριο τθσ ιςτορίασ, ξζνου προσ τουσ αγωνιϊδεισ
προβλθματιςμοφσ του ςφγχρονου κόςμου και αδιάφορου να δείξει ςε αυτόν το
αλθκινό μινυμα του Ευαγγελίου.
Το κζμα αυτό,που αποτελεί από τισ πιο ςοβαρζσ προκλιςεισ που πρζπει να
αντιμετωπίςει ςφνολθ θ Ορκοδοξία,ςυνδζεται με τθν ζλλειψθ επαρκοφσ και
απροκατάλθπτθσ ενθμζρωςθσ του πλθρϊματοσ τθσ Εκκλθςίασ, κλιρου και λαοφ, για
τα ηθτιματα τθσ Οικουμενικισ Κίνθςθσ. Επανειλθμμζνα ζχει επιςθμανκεί ςε
διορκόδοξο επίπεδο ότι οποιαδιποτε προςπάκεια αναηιτθςθσ τθσ χριςτιανικισ
ενότθτασ και καταλλαγισ δεν κα ζχει αποτελζςματα, εάν δεν ξεκινάει από τθ
«βάςθ». Η ςυμβολι τθσ Ορκόδοξθσ Εκκλθςίασ ςτο οικουμενικό όραμα μπορεί να
διαρκρωκεί και να εκπλθρωκεί μόνο όταν αυτι ςυμμετζχει ςτθ «βάςθ». Η
ςυμμετοχι τθσ μάλιςτα κα ιταν περιςςότερο αποτελεςματικι εάν δινόταν

10
μεγαλφτερθ προςοχι ςτον καταρτιςμό κλθρικϊν και λαϊκϊν, ανδρϊν και γυναικϊν,
ςτα οικουμενικά κζματα. Η παράκαμψθ μεγάλου μζρουσ του λαοφ και του κλιρου
και θ ζλλειψθ ενθμζρωςισ του είναι οι κυριότεροι λόγοι που οδθγοφν ςτθν
αδιαφορία και τθν άρνθςθ τθσ Οικουμενικισ Κίνθςθσ. Σε αυτό οφείλεται και θ
παράλυςθ κάκε προςπάκειασ για δράςθ και εφαρμογι αυτϊν που
αποφαςίηονται.Είναι ευκαιρία κατά τθ μεταςυνοδικι πορεία να αλλάξουν τα
πράγματα και να γίνουν αυτοδιορκωτικζσ κινιςεισ και ςτο κζμα αυτό.
Γενικό ςυμπζραςμα: ςτθν Αγία και Μεγάλθ Σφνοδο επαλθκεφτθκε θ άποψθ ότι
«θ Ορκόδοξθ Εκκλθςία βρίςκεται ςε μια δυναμικι εκκλθςιολογικι διαδικαςία» και
ότι «θ κεολογία περί Εκκλθςίασ ευρίςκεται ακόμθ ‘im Werden’», όπωσ ζλεγε ο
πρφτανθσ τθσ ορκόδοξθσ κεολογίασ του 20οφ αιϊνα π. Γεϊργιοσ Φλωρόφςκυ. Για
να αντιμετωπίςει θ Ορκόδοξθ Εκκλθςία τθν «εκκλθςιολογικι πρόκλθςθ» κατά τον
21ο αιϊνα οφείλει να βαδίςει ςτο δρόμο που άνοιξε θ Αγία και Μεγάλθ Σφνοδοσ και
να ςυνεχίςει τθν πορεία προσ τθν ανακαίνιςι τθσ, προσ μια ςυνεχι εμβάκυνςθ ςτθν
ουςία τθσ Ορκοδοξίασ. Οι Ορκόδοξοι οφείλουν να κυμθκοφν τθν πρϊτθ
προχπόκεςθ για μια αξιόπιςτθ μαρτυρία ςτο ςφγχρονθ οικουμζνθ που οι ίδιοι με
άλλθ ευκαιρία ζχουν επιςθμάνει, ότι δθλαδι «πρζπει να μεταςτρζφονται με ολοζνα
και περιςςότερθ πλθρότθτα ςτθν πίςτθ τουσ και ςε μια ηωι που να ανταποκρίνεται
ςτθν κλιςθ του Θεοφ: ‘ίνα πάντεσ ζν ϊςιν’ (Ιω 17,21)». Ή όπωσ με απαράμιλλο
τρόπο υπογραμμίςτθκε ςτθν Ζκκεςθ τθσ Διορκοδόξου Συςκζψεωσ Ορκοδόξων και
Ορκοδόξων μθ Χαλκθδονίων Εκκλθςιϊν (Σαμπεηφ, 1991): «… μία θυξθμζνθ
Ορκόδοξοσ ςυμμετοχι εισ τθν οικουμενικιν αναηιτθςιν τθσ ενότθτοσ των
Χριςτιανϊν εισ τρόπον ϊςτε θ μαρτυρία θμϊν προσ τον κόςμον να αποβι
αξιόπιςτοσ, απαιτεί μίαν αδιάκοπον μεταςτροφιν των Ορκοδόξων προσ μίαν
ςυνεχϊσ εξαγνιηομζνθν Ορκοδοξίαν».

11