You are on page 1of 17

Οργανωτική Εισήγηση

στην 4η Συνδιάσκεψη του ΝΑΡ

ΓΙΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ,
ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟ∆ΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΝΑΡ

Η συγκρότηση του επαναστατικού πολιτικού υποκειµένου αναδείχτηκε σε όλη τη
δεκάχρονη πορεία του ΝΑΡ, σε κοµβικό στοιχείο των προσπαθειών µας.
Η επαναστατική οργάνωση υπάγεται στις προτεραιότητες της πάλης για την επανάσταση.
∆εν αποτελεί ένα ανεξάρτητο πεδίο, δηλαδή κάποιου τύπου ενότητα των κοµµουνιστών που όµως
είναι ανεξάρτητη ή χαλαρά συνδεδεµένη µε τις απαιτήσεις της ταξικής πάλης. Η επαναστατική
οργάνωση υπερκαθορίζεται από τις απαιτήσεις της επαναστατικής πολιτικής. Ταυτόχρονα, όµως,
αποτελεί ένα αναγκαίο αποκρυστάλλωµα και σε µεγάλο βαθµό καταλύτη της τελευταίας. Η
επαναστατική πάλη είναι ουσιαστικά αναποτελεσµατική για την εργατική τάξη χωρίς τη δηµιουργία
συγκροτηµένων συλλογικοτήτων που θα συνθέτουν τις ατοµικές στάσεις και επιλογές σε µία
ευρύτερη δύναµη ικανή να αλλάξει την κοινωνία.
Αποτελεί µία από τις βασικότερες συνεισφορές του Μαρξισµού και του κοµµουνιστικού
ρεύµατος στο εργατικό κίνηµα -σε διάκριση από άλλα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύµατα- η άποψή
του για την ανάγκη της οργανωµένης πάλης και µάλιστα µε τη µορφή του κόµµατος. Σε αντίθεση
µε τους σοσιαλδηµοκρατικούς οµίλους συζήτησης και προπαγάνδας ή µε τις αναρχικές και
αναρχοσυνδικαλιστικές οργανώσεις, η κοµµουνιστική οργάνωση έχει µία σειρά ανώτερα ποιοτικά
χαρακτηριστικά. Πρέπει να βασίζεται σε µία ενότητα τριών πεδίων:
1) Ιδεολογική συµφωνία, που όµως να µην πνίγει τη θεωρητική συζήτηση και αντιπαράθεση,
2) Προγραµµατική πολιτική συµφωνία, που να απορρέει από την προηγούµενη και ταυτόχρονα να
χαράζει στρατηγική και τακτική πάντα υπό την ηγεµονία της πρώτης, δηλαδή να θέτει τα
βραχυπρόθεσµα ζητήµατα υπό την οπτική των µακροπρόθεσµων συµφερόντων της επανάστασης
και της εργατικής τάξης
3) Μάχιµη µαζική παρέµβαση και πάλη, σε διάκριση τόσο από τις λέσχες συζήτησης και
προπαγάνδας όσο και από τη µυωπική άµεση δράση του αυθορµητισµού-κινηµατισµού. Για το
κοµµουνιστικό ρεύµα η µαζική παρέµβαση πρέπει να κάνει την ιδεολογική και προγραµµατική
συµφωνία µάχιµη µέσα στους κοινωνικούς χώρους και τους αγώνες. Επίσης η µαζική
παρέµβαση πρέπει να συνδέει το άµεσο µε το µακροπρόθεσµο και το ειδικό µε το γενικό.
Συγχρόνως όµως, όπως έχει δείξει η ιστορική εµπειρία του κοµµουνιστικού κινήµατος, η
οργάνωση µπορεί να γίνει πεδίο επικίνδυνων και αντεπαναστατικών στρεβλώσεων είτε σε
συνθήκες καπιταλισµού είτε σε µεταβατικές περιόδους. Η θεσµοποίηση -που ενυπάρχει σε κάθε
µορφή οργάνωσης- σε συνδυασµό µε γενικότερες ιδεολογικές και πολιτικές τάσεις παραίτησης από
την επαναστατική πάλη, µετέτρεψαν πολλές φορές το κόµµα από επαναστατική πρωτοπορία της
τάξης σε «πολιορκητικό κριό» των τάσεων υποταγής και ενσωµάτωσης. Η επικράτηση των
αντεπαναστατικών τάσεων συνδυάστηκε µε τη διαστρέβλωση της εσωτερικής δηµοκρατίας και τη
δογµατική και αυταρχική οργάνωση της κοµµατικής ζωής.
Από όλα τα παραπάνω γίνεται προφανές ότι το οργανωτικό ζήτηµα αποτελεί ένα αναγκαίο
αλλά και κρίσιµο ζήτηµα του επαναστατικού εγχειρήµατος. Τόσο η µακρόχρονη εµπειρία του
κοµµουνιστικού κινήµατος όσο και η ιδιαίτερη 10χρονη εµπειρία του ΝΑΡ το έχουν αποδείξει
περίτρανα και πολλές φορές αρκετά επώδυνα. Ιδιαίτερα σε φάσεις κρίσης της Αριστεράς και του
εργατικού κινήµατος, όπως η σηµερινή, το οργανωτικό ζήτηµα επανέρχεται συστηµατικά και από
πολλές πλευρές στο προσκήνιο. Σήµερα, µετά την ήττα του εργατικού κινήµατος στη ∆ύση και την
κατάρρευση του ψευδούς σοσιαλισµού της Ανατολικής Ευρώπης, δύο αντιλήψεις φαίνεται να
κερδίζουν έδαφος µέσα στην Αριστερά.
Από τη µία, είναι οι απόψεις που προσχωρούν πλήρως στην αστική ηγεµονία και
υποστηρίζουν το τέλος του κεντρικού ρόλου της εργατικής τάξης στην απελευθερωτική πάλη και
στο τέλος της ανάγκης ενός επαναστατικού κόµµατος. Οι αντιλήψεις αυτές προσφεύγουν στα
λεγόµενα «νέα κοινωνικά κινήµατα» και προτείνουν µια χαλαρή οργανωτική συγκρότησή τους µε
τη µορφή κοµµάτων-οµοσπονδιών, χαλαρών δικτύων κ.λπ. Συνήθως οι απόψεις αυτές συνδυάζουν
την άµεση δράση του κινηµατισµού µε τον πιο κραυγαλέο εκλογικισµό-κοινοβουλευτισµό. Στο
πρώτο επίπεδο υπάρχει µόνο η δράση για τα συγκεκριµένα, η οποία εξαρτάται άµεσα και
αφοπλιστικά από επιµέρους κοινωνικούς χώρους, µε αποτέλεσµα συντεχνιακού τύπου δεσµεύσεις
και όρια. Όταν αυτές οι επιµέρους δράσεις πρέπει να αποκτήσουν ένα στίγµα στην κοινωνία, τότε
δεν συγκροτούνται ιδεολογικές και προγραµµατικές ενότητες, αλλά χαλαρά εκλογικά σχήµατα. Οι
αντιλήψεις αυτές έλκουν την ιδεολογική καταγωγή τους από την πασίγνωστη ρήση του Μπερνστάιν
ότι «ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα, το κίνηµα είναι το παν», που αποτέλεσε την ιδεολογική
πλατφόρµα του κλασικού σοσιαλδηµοκρατικού ρεφορµισµού. Τα πράσινα κόµµατα, οι διάφορες
παραλλαγές του «κοκκινο-πράσινου», αλλά και διάφορα κόµµατα του παλιού σοσιαλδηµοκρατικού
ρεφορµισµού είτε του κοµµουνιστικού ρεφορµισµού µετά την «κατάρρευση» των «σοσιαλιστικών»
χωρών ανήκουν σε αυτό το ρεύµα. Στην Ελλάδα τέτοιες απόψεις κυκλοφορούν στο ΣΥΝ, στην
ΑΚΟΑ αλλά και σε κοµµάτια της παλιάς εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.
Από την άλλη, µια σειρά ρεύµατα οχυρώνονται στο δογµατισµό και στην αντίληψη της
«οργάνωσης-κάστρο» του κοµµουνιστικού ρεφορµισµού. Το µοντέλο αυτό στηρίζεται στη
γραφειοκρατική και αυταρχική παραµόρφωση του δηµοκρατικού συγκεντρωτισµού, έτσι όπως
αυτή εδραιώθηκε στα κοµµουνιστικά κόµµατα. Μπροστά σε συνθήκες ήττας -και συχνά υπό την
επιρροή κατεστηµένων συµφερόντων-, η αντίληψη αυτή µπορεί να συγκρατήσει ενωµένο και
σχετικά αποτελεσµατικό ένα δυναµικό. Ο συνδυασµός µιας «θρησκευτικού τύπου» πίστης σε
ορισµένα «επαναστατικά ευαγγέλια» -λες και µπορούν να υπάρξουν τέτοια- µε τη µαχητική
ρεφορµιστική παρέµβαση στους µαζικούς αγώνες µπορεί να φέρει κάποια αποτελέσµατα. Σίγουρα
όµως δεν µπορεί να αµφισβητήσει -όπως άλλωστε δεν µπόρεσε και στο παρελθόν- την αστική
κυριαρχία, ιδιαίτερα στις σηµερινές συνθήκες.
Η πρώτη αντίληψη θεωρεί ότι τα κοινωνικά κινήµατα δρουν και η πολιτική ενοποίηση
µπορεί να είναι µόνο αθροιστική και εν τέλει εκλογικού τύπου. Η δεύτερη αντίληψη θεωρεί ότι οι
ταξικοί αγώνες και οι στοιχειακές µορφές πάλης και οργάνωσης της εργατικής τάξης δεν µπορεί
παρά να είναι απλά συνδικαλιστικοί και ότι πολιτική µπορεί να κάνει µόνο το κόµµα. Απόρροια
αυτής της αντίληψης είναι η ιδιόµορφη επιστροφή στον κοινοβουλευτισµό, καθώς οι αγώνες πρέπει
να υποτάσσονται στο κόµµα και στις ανάγκες του. Η αντίληψη του κινηµατισµού-αυθορµητισµού
οδηγεί σε οργανωτικά µοντέλα όπου στη βάση κυριαρχεί ο φιλελευθερισµός, ενώ στην κορυφή οι
πιο χυδαίες µορφές γραφειοκρατικού συγκεντρωτισµού και ατοµικών παιχνιδιών εξουσίας.
Αντίθετα, η αντίληψη της «οργάνωσης-κάστρο» καλλιεργεί τον αυταρχισµό και τη
γραφειοκρατικοποίηση της οργάνωσης, ενώ την ξεκόβει από τις πιό ζωντανές και πρωτοπόρες
δυνάµεις της τάξης.
Το ΝΑΡ, στη 10χρονη πορεία του τοποθετήθηκε ενάντια και στις δύο αυτές λογικές,
έχοντας ως σταθερή αφετηρία την άποψη ότι ο επαναστατικός αγώνας, η αντικαπιταλιστική
επανάσταση και η κοµµουνιστική απελευθέρωση δεν µπορούν να πραγµατοποιηθούν χωρίς
την πρωταρχική επίδραση των οργανωµένων πρωτοπόρων δυνάµεων της επαναστατικής
πολιτικής, χωρίς την αλληλοδιαπλοκή αυτών των δυνάµεων µε την καθοριστική
αντικαπιταλιστική κίνηση της εργατικής τάξης. Με άλλα λόγια, αναδεικνύουµε τόσο τον
καθοριστικό ρόλο των ίδιων των εργατικών µαζών στον επαναστατικό αγώνα, όσο και τον
πρωταρχικό ρόλο των συνειδητών και οργανωµένων δυνάµεων κοµµουνιστικής αναφοράς σ΄ αυτόν
τον αγώνα.

2
Όµως η γενική τοποθέτηση δεν σήµαινε αυτόµατα ότι δεν υπήρξαν προβλήµατα είτε προς
την µία είτε προς την άλλη κατεύθυνση.

1. Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΜΑΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Παρότι επαναλαµβάναµε διαρκώς αυτή τη θέση, τα πραγµατικά βήµατα που έχουν γίνει
στην οργανωτική συγκρότηση, ανάπτυξη και λειτουργία του ΝΑΡ είναι λίγα. Σ΄ αυτά
µπορούµε να καταγράψουµε: την εργατοπαραγωγική συγκρότηση στην Αθήνα, τα Γραφεία
Περιοχών και τις Συνδιασκέψεις στην επαρχία, την εκλογή Γραφείου στις οργανώσεις, την ίδρυση
της νεολαίας Κοµµουνιστική Απελευθέρωση, τις συνδροµές, τις πρώτες εντάξεις νέων µελών, τις
δυνατότητες για συγκρότηση νέων οργανώσεων.
Ωστόσο, η οργανωτική µας κατάσταση είναι τροµακτικά πίσω από τις ανάγκες και από
την επιδίωξη να µετατραπούµε σε µια σύγχρονη κοµµουνιστική οργάνωση, ικανή να
συµβάλλει στους µεγάλους στόχους της αντικαπιταλιστικής επανάστασης–κοµµουνιστικής
απελευθέρωσης. Είναι πίσω και από τις νέες δυνατότητες και προκλήσεις που διαµορφώνουν η
τάση επαναδραστηριοποίησης αρκετών σ/φων που διαφοροποιήθηκαν µαζί µας από το ΚΚΕ και
την ΚΝΕ το 1989, οι τάσεις νέας πολιτικοποίησης αρκετών αριστερών και νέων, τα αγωνιστικά
σκιρτήµατα της εργατικής τάξης, οι ανώτεροι δεσµοί που κατακτάµε µε αρκετά πρωτοπόρα
στοιχεία του εργατικού κινήµατος.
Αυτή η υστέρηση εκφράζεται σε πολλές πλευρές: στην αδύνατη πολιτική λειτουργία των
οργανώσεων, στη λειψή πολιτική-ιδεολογική-οργανωτική στήριξη των µελών µας, στους
αδύνατους δεσµούς µας µε τους εργαζόµενους, στο µη µαχητικό προσανατολισµό των
οργανώσεων, στην αναιµική ένταξη νέων µελών, στην υποβάθµιση της ιδεολογικής δουλειάς, στην
απουσία µιας σχεδιασµένης προσπάθειας να γίνονται συλλογικό κτήµα όλων οι πολιτικές και
ιδεολογικές κατακτήσεις µας, στην έλλειψη συλλογικότητας, απολογισµού και ουσιαστικής
αυτοκριτικής, στην απόσταση των οργάνων του ΝΑΡ από τις οργανώσεις και τα µέλη του ΝΑΡ,
στη χαλαρή οργανωτική µας συγκρότηση, στη φτωχή εθελοντική στράτευση και πειθαρχία στα
συλλογικά καθήκοντα κ.λπ.
Κάποια απ’ αυτά τα προβλήµατα οξύνθηκαν µετά το 1ο Συνέδριο του ΝΑΡ. Μπορούµε
να ξεχωρίσουµε δυο βασικούς παράγοντες που ώθησαν σε αυτή την όξυνση: Πρώτον, εντάθηκαν
οι προβληµατισµοί γύρω από τις επεξεργασίες και την προγραµµατική φυσιογνωµία του ΝΑΡ, ως
αποτέλεσµα και της λειψής συζήτησης που είχε γίνει πριν από το Συνέδριο (παρέµεινε και µετά
λειψή) και των ερωτηµάτων που δηµιουργούσαν η µη υλοποίησή της, οι δυσκολίες είτε
στρεβλώσεις στην υλοποίησή της ή τα αναιµικά αποτελέσµατά της. Ο προβληµατισµός αυτός είναι
φυσικό να εντείνεται καθώς, ενώ διανύουµε περίοδο σοβαρών εξελίξεων (πόλεµος, αγωνιστικές
εξάρσεις κ.λπ.), όχι µόνο δεν ενισχύουµε τους πολιτικούς µας δεσµούς µε πρωτοπόρες µάζες,
αλλά πολλές φορές υπάρχει και υποχώρηση της πολιτικής µας επίδρασης. Η υπάρχουσα
οργανωτική δοµή και ιδιαίτερα η Πολιτική Επιτροπή και το Γραφείο της, δεν κατάφεραν να
υποδεχτούν δηµιουργικά αυτή την τάση και κυρίως να λύσουν δηµιουργικά και προωθητικά αυτή
την αντίφαση. ∆εύτερον, µετά από µια φάση στοιχειώδους οργανωτικής ανασύνταξης,
συγκρότησης των οργανώσεων και ένταξης των µελών σε αυτές, ιδιαίτερα στο δίχρονο 1997-1998,
το οργανωτικό µοντέλο λειτουργίας που στην πράξη διαµορφώθηκε, δεν αποδείχθηκε ικανό να
εξασφαλίσει µια µαζική πολιτική λειτουργία και παρέµβαση που να στηρίζεται στο σύνολο των
µελών και την ενιαία και σχεδιασµένη δράση τους.
Αυτά τα προβλήµατα δεν αντιµετωπίστηκαν µε τον καλύτερο τρόπο. Το Γραφείο της
Π.Ε δεν στάθηκε στο ύψος των κρίσιµων περιστάσεων. ∆εν µπόρεσε να συνθέσει προωθητικά τις
δηµιουργικές πλευρές όλων των απόψεων που διατυπώνονταν, να στηρίξει τη βασική οργανωτική
µας δοµή (εργατοπαραγωγικές οργανώσεις, ενιαίος καθοδηγητικός ιστός κ.λπ.), να «υποδεχτεί» τη
διάθεση οργανωµένης προσφοράς κάποιων σ/φων, να εξασφαλίσει την ανοιχτή, συντροφική,

3
γόνιµη και δηµιουργική συζήτηση, να εξασφαλίσει τη συλλογική µαχητική και ενιαία στράτευση
στις κορυφαίες µάχες που δόθηκαν.
Ξανασυζητάµε λοιπόν στη Συνδιάσκεψη βασικές πλευρές γύρω από το οργανωτικό ζήτηµα,
πριν απ’ όλα γιατί στην πράξη αποδείχτηκε ότι:
♦ ∆εν καταφέραµε να προωθήσουµε ουσιαστικά την ενότητα επαναστατικής αντίληψης και
δράσης του ΝΑΡ στη βάση των θεµελιακών αποφάσεων του Συνεδρίου.
♦ ∆εν καταφέραµε ουσιαστικά βήµατα στην αποτελεσµατική δράση του ΝΑΡ, στα βασικά
πολιτικά µέτωπα προς τα έξω.
♦ ∆εν δώσαµε ικανοποιητικά δείγµατα γραφής στη συγκρότηση της οργάνωσης, που
χρειαζόµαστε και θέλουµε.

2. ΟΙ ΒΑΘΥΤΕΡΕΣ ΑΙΤΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΜΑΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Πίσω από τη σηµερινή οργανωτική µας κατάσταση και τη 10χρονη πορεία του ΝΑΡ (η
οποία είχε αναλυτικά περιγραφεί στα προσυνεδριακά κείµενα και στην ίδια την εισήγηση του 1ου
Συνεδρίου) βρίσκεται ένα σύµπλεγµα αιτιών: 
Πρώτον: Τα προβλήµατα στην ωρίµανση και τη συλλογική κατάκτηση της στρατηγικής
προγραµµατικής µας φυσιογνωµίας, που εντοπίστηκαν στην Πολιτική Εισήγηση. 
∆εύτερον: Τα αντικειµενικά όρια που θέτουν στην προσπάθειά µας οι αρνητικοί πολιτικοί
συσχετισµοί, η απουσία διεθνών αναφορών, η έλλειψη ανάλογου ιστορικού παραδείγµατος, η
κοινωνική µας σύνθεση, οι αδύνατοι κοινωνικο-πολιτικοί µας δεσµοί µε τους εργαζόµενους, η
απουσία µας από βασικούς χώρους. 
Τρίτον: Οι αρνητικές πλευρές της πολιτικής και οργανωτικής διαδροµής του ΝΑΡ από την
ίδρυση του µέχρις σήµερα βαραίνουν αποφασιστικά στη σηµερινή κατάσταση. Συνοπτικά εδώ
επισηµαίνονται: Η πορεία και ο τρόπος διαµόρφωσης της αριστερής τάσης µέσα στο ΚΚΕ. Η
διαδικασία και η ουσιαστική καθυστέρηση στη συζήτηση των θεµελιακών προγραµµατικών
ζητηµάτων. Η σοβαρή υποτίµηση, ειδικά στην πρώτη περίοδο, για στρατηγική προγραµµατική
ενοποίηση. Οι παλινωδίες στα θέµατα της πολιτικής γραµµής, µε την απουσία µιας σταθερής
εργατικής επαναστατικής πολιτικής ανατροπής των πολιτικών συσχετισµών στην Αριστερά και την
εργατική τάξη. Οι απογοητεύσεις από την οργανωτική παραλυσία ειδικά στην πρώτη περίοδο. Η
έλλειψη µιας κοινής εκτίµησης για όλα αυτά τα προβλήµατα επιτείνει τις δυσκολίες. 
Τέταρτον: Η υποτίµηση του ζητήµατος της οργάνωσης, των θεωρητικών επεξεργασιών και των
ουσιαστικών βηµάτων γύρω απ΄ αυτό, η αντιµετώπισή του ως οργανωτικίστικου και όχι ως βαθιά
πολιτικού στρατηγικού προβλήµατος. Έτσι, δεν µπορέσαµε να κατακτήσουµε συλλογικά µια
συνεκτική και ποιοτική λογική, που θα αποτελούσε µια επαναστατική υπέρβαση όλων των
χρεοκοπηµένων «οργανωτικών µοντέλων» (παραδοσιακά Κ.Κ., θεωρητικές σέχτες,
πολυσυλλεκτικά κινήµατα, θεµατικές ή κινηµατικές οργανώσεις, όµιλοι παραγωγής ιδεών κ.λπ.)
και πορευόµαστε ευάλωτοι (συλλογικά και ατοµικά) σε διάφορες πλευρές (συχνά
αντιφατικές) αυτών των µοντέλων.
Αν δεν ξεπεραστούν αυτές οι βαθύτερες αιτίες –τουλάχιστον όποιες απ΄ αυτές οφείλονται
σε µας– δεν θα µπορέσουµε να κάνουµε σταθερά και µόνιµα βήµατα προς τα µπρος.

3. ΒΑΣΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΨΗΣ ΤΟΥ ΝΑΡ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ
ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
4
Από την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του 1993 και πιο ολοκληρωµένα στο 1ο Συνέδριο του
ΝΑΡ έχουµε διατυπώσει την άποψη ότι το επαναστατικό πολιτικό υποκείµενο αποτελείται από την
διαλεκτική ενότητα και αλληλεπίδραση της κοµµουνιστικής οργάνωσης, του Μετώπου της
Εργατικής Πολιτικής και της αντικαπιταλιστικής τάσης-πτέρυγας του εργατικού κινήµατος.
Ταυτόχρονα, έχουµε περιγράψει σε γενικές γραµµές τον ιδιαίτερο ρόλο καθεµιάς απ΄ αυτές
τις µορφές, αναδεικνύοντας την κοµµουνιστική οργάνωση σε πρωταρχικό κρίκο για τη
συνολική συγκρότηση του επαναστατικού πολιτικού υποκειµένου και για την ηγεµονία των
επαναστατικών ιδεών και πρακτικών στη δράση της ίδιας της εργατικής τάξης.
Το καινούριο σ΄ αυτή µας την άποψη είναι η λογική για τη σχέση επαναστατικής
πρωτοπορίας και εργατικής τάξης, για το ποιος παράγει και ασκεί την εργατική πολιτική, για τη
σχέση οικονοµικού και πολιτικού αγώνα, για την επανάσταση ως έργο των ίδιων των εργατών και
τον καθοριστικό ρόλο της επαναστατικής δράσης της ίδιας της τάξης, για την υπέρβαση του
διαχωρισµού θεωρίας και πράξης, για την τοποθέτηση στο κέντρο κάθε επαναστατικής διαδικασίας
της ανάπτυξης του κοινωνικού ανθρώπου.
Ειδικά στα ζητήµατα της σχέσης τάξης-πρωτοπορίας και της µάχης για την ηγεµονία των
επαναστατικών αντιλήψεων, είναι ανάγκη να βαθύνουµε την συζήτηση.
Βασική αφετηρία της δικής µας προσέγγισης, που αποτυπώθηκε και στη σχετική απόφαση του
1ου Συνεδρίου του ΝΑΡ, είναι ότι η τάση χειραφέτησης και η επαναστατική πράξη της
εργατικής τάξης ενάντια στο κεφάλαιο δεν αναπτύσσονται ισόµετρα στα τµήµατά της.
Αναπτύσσονται µε άνισους τρόπους και µε ποικιλία µορφών, που οφείλονται στις συγκεκριµένες
συνθήκες της κοινωνίας, των διαφορετικών τάξεων, των τµηµάτων των τάξεων στις ξεχωριστές
περιστάσεις µέσα από τις οποίες αναπτύσσεται η αυτενέργεια και η προσωπικότητα του κοινωνικού
ανθρώπου.
Απ’ αυτόν το γενικό «νόµο» της κοινωνικής εξέλιξης προσδιορίζεται η γενική σηµασία
της «πρωτοπορίας» ως αναγκαίας µορφής κίνησης της κοινωνικής πραγµατικότητας. Με αυτή
την έννοια, η καθοριστική σηµασία που έχει η αντικαπιταλιστική πάλη της ίδιας της εργατικής
τάξης και η ηγεµονία των επαναστατικών ιδεών και πρακτικών µέσα στο εργατικό κίνηµα έχει ως
«µέσο» ανάπτυξής της την προτεραιότητα της ηγεµονίας των επαναστατικών ιδεών, µέσα από τη
δράση της κοµµουνιστικής οργάνωσης.
Από την άλλη, είναι καθαρό για µας, ότι ο ρόλος των πρωτοποριών είναι πάντα σχετικός.
Έχουµε «πρωτοπορίες» βασικές και δευτερεύουσες, του ενός ή του άλλου επιπέδου, της µιας ή της
άλλης σφαίρας δράσης (πολιτικής, ιδεολογικής, κινηµατικής κ.λπ.). Το κύριο στοιχείο τους,
ωστόσο, είναι η ποιοτική προτεραιότητα, όσον αφορά την κατανόηση και την παρέµβαση
στην συνολική κοινωνική πραγµατικότητα, το µετασχηµατισµό της σε ανώτερο επίπεδο, σε
αντικαπιταλιστική, επαναστατική και κοµµουνιστική κατεύθυνση.
Εποµένως, η συγκρότηση του επαναστατικού πολιτικού υποκειµένου µιας ιστορικής φάσης,
και γενικότερα του ιστορικού πολιτικού υποκειµένου που καταργεί όλη την υπάρχουσα κατάσταση
πραγµάτων, είναι µια διαδικασία που αγκαλιάζει τα πιο πρωτοπόρα τµήµατα της εργατικής τάξης
µε τέτοιο τρόπο, ώστε τα πρωτοπόρα τµήµατα και η ίδια η τάξη να αλληλεπιδρούν, ως το
σηµείο συγκρότησης του ιστορικού πολιτικού υποκειµένου µε την πλήρη έννοια.
Η σχέση, εποµένως, ανάµεσα στο συγκεκριµένο κάθε φορά επίπεδο ανάπτυξης της
επαναστατικής πολιτικής πράξης και στη µορφή οργάνωσής της µε την επαναστατική τάση και
δράση των ίδιων των εργατών εξελίσσεται διαρκώς ποιοτικά. Μετασχηµατίζεται ριζικά στη φάση
της επαναστατικής κρίσης, της ίδιας της επανάστασης, ενώ µπορούµε να µιλήσουµε για τάση
ενοποίησης και σταδιακής κατάργησης στην περίοδο της κοµµουνιστικής µετάβασης.
Με βάση τα παραπάνω, η διαδικασία συγκρότησης και ανάπτυξης του ιστορικού πολιτικού
επαναστατικού υποκειµένου δεν είναι γενικά «αυθόρµητη» και αφηρηµένη, αλλά απαιτεί και
περιέχει την συγκεκριµένη κάθε φορά, σε κάθε φάση, συνειδητή ιδεολογικοπολιτική και
οργανωτική επαναστατική δράση των ειδικών θεωρητικών-ιδεολογικοπολιτικών πρωτοποριών, των
επαναστατικών εργατικών κοµµάτων. Χωρίς αυτή τη δράση, δεν µπορεί να εκφραστεί και να
αναπτυχθεί η κίνηση ενός µέρους -και στην πορεία της πλειονότητας- των εργαζοµένων ως το
5
επίπεδο της εργατικής επαναστατικής πολιτικής και της ανατροπής της αστικής
εξουσίας-κυριαρχίας.
Σ΄ αυτή τη βάση επιδιώκουµε τα βήµατα στην οργανωτική συγκρότηση του ΝΑΡ να
συνδυάζονται µε ανάλογα βήµατα στη συγκρότηση τόσο των µετωπικών σχηµάτων της
εργατικής πολιτικής και της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής Αριστεράς (αριστερές
κινήσεις, κινήσεις πόλης, Κέντρο Εργατικής Παρέµβασης, Μέτωπο Ριζοσπαστικής Αριστεράς
κ.λπ.) όσο και της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας του εργατικού κινήµατος
(πολιτικοσυνδικαλιστικές συσπειρώσεις, ΕΑΑΚ, επιτροπές αγώνα σε κάποιες µάχες). Χωρίς
έναν τέτοιο γόνιµο συνδυασµό, η οργανωτική µας προσπάθεια δεν θα έχει µέλλον. Γιατί τόσο οι
οργανώσεις του ΝΑΡ που δεν ασχολούνται ή δεν καταφέρνουν να προωθήσουν αυτές τις
καθοριστικές µορφές αντικαπιταλιστικής συσπείρωσης της τάξης, όσο και αυτές οι µετωπικές
µορφές συσπείρωσης που δεν καταφέρνουν να αποκτήσουν συνειδητό εργατικό,
αντικαπιταλιστικό προσανατολισµό είναι καταδικασµένες να αποτύχουν.

4. ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΜΑΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ
Η σηµερινή οργανωτική µας κατάσταση δεν µπορεί να συνεχιστεί. Χρειαζόµαστε
επειγόντως µέτρα ουσιαστικά, σχεδιασµένα και ριζικά, που θα αλλάζουν αυτή την κατάσταση
και θα µετατρέπουν το ΝΑΡ σε σύγχρονη κοµµουνιστική οργάνωση, ικανή να κάνει πράξη
τους µεγάλους στόχους που επαγγέλλεται. ∆εν µας αρκεί, δηλαδή, µια απλή «οργανωτική
τακτοποίηση», ούτε χρειαζόµαστε µια «εκβιαστική» µετονοµασία του ΝΑΡ σε «εργατικό κόµµα».
Αυτή η προσπάθεια θα έχει σταθερό και µετρήσιµο αποτέλεσµα αν στηριχτεί σε ποιοτικές
και σταθερές βάσεις. Τέτοιες βάσεις είναι:
4.1 Η βαθύτερη και συλλογική κατάκτηση, από το σύνολο των µελών του ΝΑΡ και της
ν.Κ.Α., των στρατηγικών, προγραµµατικών µας απόψεων και της άµεσης πολιτικής
µας γραµµής.
Αφετηρία και εργαλείο για την ανάπτυξη των στρατηγικών προγραµµατικών προσεγγίσεών
µας αποτελεί ο επαναστατικός µαρξισµός, τον οποίο αντιµετωπίζουµε µε επαναστατικό διαλεκτικό
τρόπο και όχι σαν «θρησκευτική ανάγνωση». Σ’ αυτή τη βάση ιεραρχούµε και την ανάγκη για
δηµιουργική ανάπτυξη της θεωρίας, τη σχέση της µε την πράξη, σε συνδυασµό πάντα µε τις
εξελίξεις στην ανάπτυξη του καπιταλισµού και την ταξική πάλη.
Μιλάµε εδώ κυρίως για την ανάλυσή µας για τον ολοκληρωτικό καπιταλισµό, για την
ιστορική αποτίµηση του «υπαρκτού σοσιαλισµού» και των Κ.Κ. της ∆ύσης, για τις σχέσεις
στρατηγικής και τακτικής και τον επαναστατικό δρόµο, για το Μέτωπο Εργατικής Πολιτικής και
την αντικαπιταλιστική επανάσταση και την κοµµουνιστική απελευθέρωση, για τη λογική του Νέου
Εργατικού Κινήµατος, για την άποψή µας για το επαναστατικό πολιτικό υποκείµενο. Εννοείται ότι
η βαθύτερη πολιτική ενοποίηση των µελών µας γύρω από τα θεµελιακά στοιχεία της
προγραµµατικής µας φυσιογνωµίας, δεν καταχτιέται µόνο µε ιδεολογικά µαθήµατα (που και
αυτά απουσίασαν παντελώς, αν και ήταν εξαιρετικά αναγκαία) ή µε συζητήσεις στο εσωτερικό µας,
αλλά και µε την πρακτική δοκιµασία των απόψεών µας µέσα στους ίδιους τους εργαζόµενους.
4.2 Η διαρκής συζήτηση γύρω από αυτό καθαυτό το ζήτηµα της οργάνωσης και η ανάδειξή
του σε στρατηγικό πολιτικό ζήτηµα.
Μέχρι σήµερα αυτή η συζήτηση ήταν υποτιµηµένη και το οργανωτικό ζήτηµα
αντιµετωπιζόταν ως δευτερεύον ή οργανωτικίστικο. Η προγραµµατική µας πρόταση για την
αντικαπιταλιστική επανάσταση-κοµµουνιστική απελευθέρωση, δεν αντιµετωπίστηκε ως ενότητα
σκοπών και µέσων. Οι όποιες επεξεργασίες είχαµε για το επαναστατικό πολιτικό υποκείµενο,
συζητήθηκαν λειψά, ενώ η έννοια της µεταβατικότητας συχνά κακοποιήθηκε, στην πράξη σήµαινε
αναβολή και µαταίωση των άµεσων και ώριµων οργανωτικών καθηκόντων Όλα αυτά πρέπει να

6
πάρουν τέλος και η συζήτηση για το οργανωτικό χρειάζεται να πάρει τη στρατηγική θέση και το
περιεχόµενο που της αξίζει.
4.3 Η προώθηση πρακτικών βηµάτων στην οργανωτική συγκρότηση και λειτουργία που
απηχούν λίγο-πολύ τη λογική µας.
Η σταθερή προσήλωση στην προώθηση τέτοιων βηµάτων –έστω µε τη µορφή της
δοκιµασίας– έλειψε, κι αυτό µας κόστισε. Εννοείται ότι η προώθηση τέτοιων πρακτικών βηµάτων
χρειάζεται να συνδυάζεται µε τη διαρκή αξιολόγηση και τον απολογισµό των αποτελεσµάτων τους,
µιας και το οργανωτικό µοντέλο που αναζητούµε ούτε δοκιµασµένο είναι, ούτε έτοιµο.

5. Η ΛΟΓΙΚΗ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ
ΒΑΣΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΝΑΡ
Σ΄ αυτή τη βάση µπορούµε να αναδείξουµε ορισµένες βασικές πλευρές της οργανωτικής
µας συγκρότησης:

α. Στρατηγική ενοποίηση και επαναστατικές στοχεύσεις
Με βάση όσα αναλύθηκαν, το ζήτηµα αυτό τοποθετείται στο κέντρο των οργανωτικών µας
προσπαθειών. Κι αυτό είναι λογικό, µιας και η επαναστατική οργάνωση, είναι θεµελιακό µέσο
για την απελευθερωτική πάλη του εργατικού κινήµατος. Συνεπώς, απαιτείται ένας διαρκής
έλεγχος, µε κριτήριο την επαναστατική πράξη: Για το αν και πώς συνενώνει τα µέλη της πάνω σε
επαναστατικούς προγραµµατικούς στόχους, ώστε να κυριαρχούν στις γραµµές της οι
επαναστατικές ιδέες και πρακτικές. Για το αν και κατά πόσο αυτή η οργάνωση υπηρετεί και
προωθεί τους στόχους της αντικαπιταλιστικής επανάστασης–κοµµουνιστικής απελευθέρωσης και
µετατρέπεται η ίδια σε σκοπό και φορέα που αναπτύσσει την κίνηση της τάξης και δεν
αυτοαναγορεύεται σε πρωτοπορία, υποταγµένη στην αστική πολιτική και καταδικασµένη στο
περιθώριο. Για το πώς συµβάλλει στη συλλογική επεξεργασία, παραγωγή και ανάπτυξη των
επαναστατικών ιδεών και πρακτικών. Για το πώς διαπαιδαγωγεί τα µέλη της ως πρωτοπόρους
επαναστάτες αγωνιστές, ως συνολικές επαναστατικές προσωπικότητες. Για το αν και κατά πόσο
ενισχύει την αυτοτελή πολιτική δράση της ίδιας της τάξης και τη µετατροπή της σε «τάξη για τον
εαυτό της» ή αυτονοµείται από την τάξη και ασκεί πολιτική στο όνοµά της. Για το αν αναδεικνύει
και πριµοδοτεί τα επαναστατικά στοιχεία στη δράση και τους συλλογισµούς των πρωτοπόρων
εργατών ή τα µετατρέπει σε γραφειοκρατικοποιηµένη «ουρά» της «επίσηµης» πολιτικής.
β. Ενότητα επαναστατικής αντίληψης και δράσης
Η ενότητα επαναστατικής αντίληψης και η ενιαία δράση για την προώθησή της είναι
θεµελιακή οργανωτική αρχή του ΝΑΡ. Θέλουµε µια οργάνωση ικανή να προωθεί µε ενιαίο,
συντεταγµένο τρόπο την πολιτική µας, να τη δοκιµάζει µέσα στους ίδιους τους εργαζόµενους, να
επικοινωνεί µε τα µαχόµενα τµήµατα της εργατικής τάξης, να αναπτύσσει αγωνιστικούς δεσµούς,
να λειτουργεί η ίδια σαν «πυροδότης» αγώνων, να παρεµβαίνει στα µέτωπα της
ιδεολογικο-πολιτικής αντιπαράθεσης, να συγκροτεί σε αυτοτελή βάση τις αντικαπιταλιστικές τάσεις
της εργατικής τάξης, να χρησιµοποιεί –τελικά– ως µέτρο και κριτήριο των απόψεών της την
επαναστατική πρακτική µέσα και µαζί µε την εργατική τάξη και τα πρωτοπόρα τµήµατά της.
Αυτό το κριτήριο, µας διαχωρίζει από πρακτικές που εκφυλίζουν την οργάνωση σε εργαστήρι
πολιτικών απόψεων, όµιλο θεωρητικών αναζητήσεων, περιχαρακωµένη «επαναστατική» σέχτα,
πολυσυλλεκτικό µόρφωµα ή κινηµατικό σχήµα.
Εννοείται ότι το καθοριστικό κριτήριο της επαναστατικής πράξης (µε βάση το σύνολο
των προγραµµατικών και πολιτικοϊδεολογικών µας καθηκόντων και όχι µε βάση έναν κακώς
εννοούµενο ακτιβισµό) πρέπει να γίνει κριτήριο και για τη δράση του κάθε µέλους (και
στελέχους) του ΝΑΡ.

7
γ. Εργατοπαραγωγική συγκρότηση
Βασική επιλογή µας είναι η εργατοπαραγωγική συγκρότηση του συνόλου των
δυνάµεών µας. Αυτή η µορφή συγκρότησής µας ωθεί σε µια ουσιαστική αλληλοδιαπλοκή µε την
ίδια την εργατική τάξη, µας περιφρουρεί από τη γραφειοκρατικοποίηση, διευκολύνει την ανάπτυξη
πολιτικών δεσµών µε τις µάζες, αποτελεί προνοµιακή βάση για να δοκιµαστούν οι ιδέες µας, να
αλλάξουν οι συσχετισµοί και να κατακτηθεί στην πράξη ο πρωτοποριακός µας ρόλος. Ωστόσο,
αυτή η µορφή, για να είναι αποτελεσµατική, χρειάζεται να υπερβαίνει την τάση κυριαρχίας του
οικονοµισµού και τοπικισµού πάνω στην πολιτικοποίηση και γενίκευση και να οδηγεί σε
οργανώσεις που θα είναι υπεύθυνες όχι µόνο για την υλοποίηση της πολιτικής µας στο χώρο τους,
αλλά κυρίως για τη δηµιουργία και προώθηση της πολιτικής µας γραµµής.
Ο εργατικός προσανατολισµός της οργανωτικής µας πολιτικής απαιτεί επιπλέον: µέτρα
ουσιαστικής στήριξης των εργατοπαραγωγικών οργανώσεων που συγκροτούµε και των σ/φων που
είναι κοινωνικά ενταγµένοι στην παραγωγή, ανάδειξη αυτών των οργανώσεων και σ/φων σε
«κέντρο βάρους» και «ατµοµηχανή» της προσπάθειάς µας, µέτρα για τη βελτίωση της κοινωνικής
σύνθεσης του ΝΑΡ και των οργάνων του, οικοδόµηση σε κρίσιµους κοινωνικούς χώρους,
αλληλοδιαπλοκή µε την αγωνιστική κίνηση της εργατικής τάξης. Και κυρίως, να σφραγίσει η
εργατική, λαϊκή φυσιογνωµία το σύνολο των προσπαθειών µας, των επεξεργασιών και των
δραστηριοτήτων µας.
Αυτή η βασική οργανωτική επιλογή πρέπει να συνδυάζεται δηµιουργικά µε τη
συγκρότηση οργανώσεων και στις συνοικίες. Από άποψη µορφής, κύριο εδώ δεν είναι το πώς
ορισµένα µέλη του ΝΑΡ που ανήκουν στις εργατοπαραγωγικές οργανώσεις θα λειτουργούν µε
«διπλή ιδιότητα», δρώντας και στη συνοικία, αλλά το πώς θα ξεχωρίζει σε κάθε γειτονιά ένας
βασικός και συγκροτηµένος κορµός σ/φων του ΝΑΡ και της ν.Κ.Α. που θα οργανώνει την
παρουσία και δράση του ΝΑΡ στους τόπους κατοικίας. Από άποψη περιεχοµένου, το κύριο δεν
είναι να αντικαταστήσουµε τον «εργασιακό οικονοµισµό» µε έναν «τοπικιστικό οικονοµισµό».
Αλλά να κατακτήσουµε µια ουσιαστική πολιτική παρέµβαση για τα καίρια εργατικά, λαϊκά
προβλήµατα (µισθοί, ανεργία, εργασιακές σχέσεις, παιδεία, περιβάλλον, υγεία, πόλεµος, πολιτισµός
κ.λπ.), πέρα από τους χώρους παραγωγής και στους χώρους αναπαραγωγής και κατοικίας.
δ. Κέντρο της οργάνωσης το µέλος του ΝΑΡ
Θέλουµε να κατακτήσουµε µια µορφή συγκρότησης και λειτουργίας που να έχει ως
επίκεντρό της το µέλος του ΝΑΡ: τη στήριξή του, την ανάπτυξη της συνολικής επαναστατικής
προσωπικότητας και των επαναστατικών του ικανοτήτων, την εξασφάλιση της δυνατότητάς του να
παράγει θεωρία και πολιτική (όχι να «καταναλώνει» ή να εφαρµόζει απλώς), να δρα
αποτελεσµατικά στο χώρο και συνολικά, να κατακτά επαναστατικούς δεσµούς µε τις µάζες, να
λειτουργεί συλλογικά στα πλαίσια µιας οργάνωσης ισότιµων επαναστατικών
προσωπικοτήτων-οµοϊδεατών, να αναλαµβάνει συνολικές ευθύνες, να λειτουργεί, µε άλλα λόγια,
ως πρωτοπόρος αγωνιστής ικανός να προωθεί την πολιτική µας.
Ταυτόχρονα, όπως υπογραµµίζαµε και στο Συνέδριο, θέλουµε το µέλος του ΝΑΡ να
καταχτά ένα διπλό ρόλο: Από τη µια, ως µέλος µιας ιδεολογικής και πολιτικής πρωτοπορίας,
θέλουµε να δρα µέσα στην εργατική τάξη και τις ριζοσπαστικές ή αντικαπιταλιστικές της
συσπειρώσεις «αντιπροσωπεύοντας» και προσπαθώντας να κερδίζουν έδαφος οι συλλογικές και
συνολικές µας προσεγγίσεις για την ταξική πάλη. Από την άλλη, ως εργαζόµενος µε συγκεκριµένα
συµφέροντα και ως αγωνιστής του εργατικού κινήµατος µε συγκεκριµένους στόχους και αρχές,
θέλουµε να «αντιπροσωπεύει» µέσα στο ΝΑΡ αυτές τις ανάγκες, να ενισχύει τα εργατικά, ταξικά
του χαρακτηριστικά, να αναπτύσσει την επαναστατική του φυσιογνωµία.

ε. Πολιτική συγκρότηση και λειτουργία
8
Θέλουµε οργάνωση µε µόνιµη και πλούσια πολιτική και ιδεολογική λειτουργία, µε
αναβαθµισµένη θεωρητική πρακτική, που θα εξοπλίζει επαρκώς τα µέλη της και θα τα κάνει
υποκείµενα και παραγωγούς της επαναστατικής πολιτικής. Απ΄ αυτό το στόχο απέχουµε αρκετά
σήµερα. Λείπει η διαρκής και σε βάθος πολιτική συζήτηση. Στόχος µας είναι η διαµόρφωση
οργανώσεων και µελών ικανών για µαζική πολιτική δράση, πράγµα που απαιτεί συνολικά µια νέα
κουλτούρα µε το ανάλογο ιστορικό, φιλοσοφικό και πολιτικό βάθος. ∆εν µας ικανοποιεί, ούτε έχει
µέλλον η τυποποιηµένη εσωτερική οργανωτική λειτουργία χωρίς πολιτικό νεύρο, η
διανοουµενίστικη φλυαρία ή η στεγνή πολιτική πρακτική. Στο ΝΑΡ δεν υπάρχει σήµερα µια µόνιµη
συστηµατική πολιτική ή ιδεολογική θεµατολογία που να βοηθά στη συγκρότηση και ανάπτυξη των
οργανώσεων. Τα κεντρικά ζητήµατα της πολιτικής µας συζητιούνται µόνο µετά από κάποια
απόφαση της Π.Ε. ή στο πλαίσιο κάποιας εκλογικής µάχης. Στη λειτουργία των οργανώσεων
εκδηλώνεται µια αδυναµία να ασχοληθούµε µε το «εφ΄ όλης της ύλης» και αναπτύσσεται ένας
ιδιόµορφος οικονοµισµός, που αποσυνδέει την καθηµερινή πρακτική από τους συνολικούς µας
στόχους.
στ. Νέου τύπου στράτευση, προσφορά και πειθαρχία
Θέλουµε µια οργάνωση που θα δίνει νέο επαναστατικό περιεχόµενο στις έννοιες της
κοµµουνιστικής στράτευσης, της εθελοντικής συλλογικής πειθαρχίας, της προσφοράς στον
κοινό αγώνα. Ασφαλής βάση για κάτι τέτοιο είναι η διαµόρφωση επαναστατικών προσωπικοτήτων
ικανών να δρουν αποτελεσµατικά σε όλα τα επίπεδα της ταξικής πάλης και να συνδυάζουν τα
θεωρητικά, πολιτικά, κινηµατικά και οργανωτικά καθήκοντα του επαναστατικού αγώνα. Είναι
ακόµα η ανάπτυξη της συλλογικότητας, της ατοµικής ευθύνης, της δηµοκρατικής συζήτησης, των
ισχυρών συµφωνιών στα στρατηγικά ζητήµατα, των συλλογικών και ατοµικών δεσµεύσεων. Όλες
αυτές οι προϋποθέσεις, στο βαθµό που θα εκπληρώνονται, θα µετατρέπουν τη στράτευση σε
συνειδητή αυτοδέσµευση, σε ελεύθερη και δηµιουργική συνένωση και προσφορά για τους κοινούς
στρατηγικούς στόχους και θα ελαχιστοποιούν τα όποια στοιχεία καταναγκασµού έχει αυτή η
συλλογική στράτευση (έστω για επαναστατικό σκοπό) σε µια ταξική κοινωνία.
Αυτή η λογική για την εθελοντική αυτοδέσµευση, τη συνειδητή στράτευση και την
προσφορά, απαιτεί πολύ περισσότερα πράγµατα από τη ζωή, τη σκέψη, την κοινωνική πρακτική, το
χρόνο και τη φαντασία µας από το να δηλώνουµε απλώς ότι «είµαστε µέλη του ΝΑΡ», να
πληρώνουµε συνδροµή (κι αυτό όχι δεδοµένο), να δραστηριοποιούµαστε σε κάποιες εκλογικές
µάχες ή αγώνες του χώρου. Και προπαντός απαιτεί να ανατρέψουµε την αρχή της «ελεύθερης
επιλογής», σύµφωνα µε την οποία ο καθένας διαλέγει τους ανθρώπους, το περιεχόµενο, τις
ιεραρχήσεις, τις µορφές, την κατεύθυνση, τα πεδία στα οποία θα δραστηριοποιηθεί κατά
προτίµηση – χωρίς καµιά έννοια συλλογικού προγραµµατισµού και δέσµευσης.
ζ. Οργάνωση - «µικρογραφία» της εργατικής δηµοκρατίας που επιδιώκουµε
Θέλουµε µια οργάνωση που θα κατακτά µια βαθιά δηµοκρατική λειτουργία, θα εξασφαλίζει
την ελεύθερη και ανοιχτή συζήτηση, θα αναπτύσσει το ρόλο του κάθε µέλους και τη δυνατότητά
του να έχει άποψη, θα εγκαθιδρύει τον καθοριστικό ρόλο της συλλογικότητας, θα εξασφαλίζει την
ισότιµη συµµετοχή στη θεωρητική και πολιτική παραγωγή, θα καταπολεµά το διαχωρισµό θεωρίας
και πράξης, παραγωγών και εκτελεστών της πολιτικής µας. Όλα αυτά τα στοιχεία θα
εξασφαλίζουν µια ανώτερη στρατηγική πολιτική ενοποίηση και µια αποτελεσµατικότερη
ενότητα στη δράση, στηριγµένη ακριβώς στη βαθιά δηµοκρατική λειτουργία.
Παράλληλα, θέλουµε µια οργάνωση µε αναπτυγµένα τα στοιχεία της αυτοκριτικής
(συλλογικής ή ατοµικής), του ελέγχου, του πολιτικού απολογισµού, της δηµιουργικής κριτικής.
Θέλουµε, επίσης, µια οργάνωση µε αµοιβαία επαναστατική αλληλεγγύη ανάµεσα στα µέλη της, µε
κλίµα συντροφικού αλληλοσεβασµού, απαλλαγµένη από την ιδιοτέλεια, την υποκρισία, τον
ανταγωνισµό, τον αστικό εγωισµό και ατοµισµό.
η. Πανελλαδική συγκρότηση

9
Θέλουµε µια οργάνωση µε ουσιαστική κι όχι τυπική πανελλαδική συγκρότηση. Την
πανελλαδική συγκρότηση τη βλέπουµε πολλαπλά: 
Πρώτον, στη δυνατότητα των οργάνων (Γραφείο Π.Ε., Π.Ε., Εργατική Επιτροπή κ.λπ.) να
βοηθούν επί της ουσίας όλες τις οργανώσεις και ιδιαίτερα τις επαρχιακές, να συγκεντρώνουν την
εµπειρία και τους προβληµατισµούς, να χαράζουν και να εξειδικεύουν καθήκοντα για το σύνολο
των δυνάµεών µας. 
∆εύτερον, στη βαθύτερη ενοποίηση γύρω από τη στρατηγική προγραµµατική µας φυσιογνωµία
και στη διαµόρφωση κοινών στόχων, µετώπων και πρωτοβουλιών πανελλαδικά. 
Τρίτον, στην ανάγκη οι επαρχιακές, οι εργατοπαραγωγικές, αλλά και οι συνοικιακές
οργανώσεις να «δουν» ουσιαστικότερα το ρόλο τους ως οργανικό και αναπόσπαστο τµήµα µιας
συλλογικής πανελλαδικής προσπάθειας και όχι ως «αυτόνοµη κοµµουνιστική οργάνωση».
θ. Οργάνωση µε σαφή διεθνιστική αναφορά
ι. Οργάνωση µε αναπτυσσόµενο χαρακτήρα
Θέλουµε µια οργάνωση που θα αναπτύσσει διαρκώς, µε βάση τις απαιτήσεις της
ταξικής πάλης, τα εργατικά και κοµµουνιστικά της χαρακτηριστικά, ώστε να συµβάλλει στον
αναγκαίο στρατηγικό στόχο της οικοδόµησης ενός σύγχρονου επαναστατικού εργατικού
κόµµατος. Αυτός ο στόχος ανεβάζει τον πήχυ των οργανωτικών µας απαιτήσεων. Γνωρίζουµε,
βέβαια, ότι κάτι τέτοιο δεν εξαρτάται µόνο από εµάς, ούτε από τις όποιες αναγκαίες βελτιώσεις στη
συγκρότησή µας. Συνδέεται στενά µε την ανάπτυξη της χειραφετητικής τάσης των εργαζοµένων, µε
τη συνεισφορά υπαρκτών ή υπό διαµόρφωση επαναστατικών συλλογικοτήτων ή αγωνιστών της
ελληνικής κοινωνίας, µε ανάλογα διεθνή βήµατα. Ωστόσο, αυτό δεν σηµαίνει ότι εµείς ως ΝΑΡ και
ν.Κ.Α. δεν πρέπει να κάνουµε τα µέγιστα δυνατά για τη συµβολή µας στον παραπάνω στόχο.
κ. Οικονοµική αυτοτέλεια - ανεξαρτησία από την αστική πολιτική
Η οικονοµική ανεξαρτησία της οργάνωσής µας είναι όρος για την πολιτική της ανεξαρτησία
από την αστική πολιτική, για την αξιοπρεπή έκδοση του ΠΡΙΝ, για την πολιτική δράση του ΝΑΡ
και την ίδια την ύπαρξή του ως πολιτικού οργανισµού. Ωστόσο τα πράγµατα εδώ είναι άσχηµα.
Η διατύπωση της βασικής µας λογικής για τη συγκρότηση της οργάνωσης (που
προηγήθηκε) καθώς και των συγκεκριµένων µέτρων και στόχων για την επόµενη περίοδο (που
ακολουθούν) ακριβώς αυτό το στόχο υπηρετούν. Μάλιστα, στην «καρδιά» τους δεν βρίσκεται η
στατική προσπάθεια να διατάξουµε κάποιες έτοιµες δυνάµεις, αλλά η δυναµική προσπάθεια να
«συναντηθούµε» πολιτικά και οργανωτικά µε τους πρωτοπόρους αγωνιστές της κοινωνικής και
πολιτικής πάλης, να τους εντάξουµε στις διαδικασίες της κοµµουνιστικής ανασυγκρότησης (και πιο
ειδικά στις γραµµές του ΝΑΡ). Το στοιχείο, λοιπόν, της οικοδόµησης και της ανάπτυξης και όχι
απλά της διάταξης και της τακτοποίησης δυνάµεων (παρότι υπάρχουν και τέτοια προβλήµατα)
πρέπει να καθορίσει κυρίως τις οργανωτικές µας προσπάθειες το επόµενο διάστηµα.

5. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΝΑΡ
Η βελτίωση της οργανωτικής µας κατάστασης, πρέπει να στηριχτεί, παράλληλα, σε µια
βαθύτερη και συλλογική κατάκτηση των αρχών και κανόνων λειτουργίας που απαιτούν ο
χαρακτήρας, η φυσιογνωµία και οι σκοποί της οργάνωσης που επιχειρούµε να
οικοδοµήσουµε.
Το ζητούµενο εδώ είναι ένα πλαίσιο κανόνων λειτουργίας που θα βαθαίνει την
προγραµµατική ενότητα των δυνάµεών µας, θα εξασφαλίζει τη µεγαλύτερη ελευθερία στη
συζήτηση και τις δυνατότητες να έχει ο κάθε σ/φος ουσιαστική γνώµη, θα αποκαθιστά την
ενότητα θεωρίας και πράξης, θα προωθεί αποφασιστικά την ενότητα δράσης.
Πιο συγκεκριµένα:
10
α. Η ιδιότητα του µέλους του ΝΑΡ
Μέλος του ΝΑΡ θεωρείται, µετά από αίτησή του, πρόταση συντρόφων και τελικά
απόφαση της οργάνωσης, κάθε πρωτοπόρος αγωνιστής που:
• Συµφωνεί µε τα καίρια σηµεία της προγραµµατικής µας φυσιογνωµίας (ανάλυση του
καπιταλισµού της εποχής, κριτική αποτίµηση της ιστορικής διαδροµής του εργατικού κινήµατος
σε Ανατολή και ∆ύση, επαναστατικός δρόµος – νέα σχέση στρατηγικής και τακτικής –
αντικαπιταλιστική επανάσταση και κοµµουνιστική απελευθέρωση, εργατική πολιτική, µετωπική
δράση, άποψη για το επαναστατικό υποκείµενο και τη σχέση πρωτοπορίας και µαζών, Νέο
Εργατικό Κίνηµα).
• Θέλει να δουλέψει οργανωµένα µέσα από κάποια οργάνωση του ΝΑΡ (εργατοπαραγωγική,
συνοικίας ή άλλη) και έχει έµπρακτη συµβολή στα θεωρητικά, πολιτικά, οργανωτικά και
κινηµατικά καθήκοντα που προωθεί η οργάνωση που ανήκει.
• «Λειτουργεί» στην πράξη µέσα στην οργάνωση µε τους κανόνες λειτουργίας της.
• Πληρώνει τακτικά τη µηνιάτικη συνδροµή του.
Το µέλος του ΝΑΡ ανήκει σε µια οργάνωση (κατά προτεραιότητα την
εργατοπαραγωγική). Σ΄ αυτή έχει όλα τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις του µέλους του ΝΑΡ.
Ταυτόχρονα, το µέλος του ΝΑΡ µπορεί να συµµετέχει, όταν κρίνεται αναγκαίο, και σε άλλη
οργάνωση (συνοικίας ή µετώπου). Εκεί έχει τα ίδια δικαιώµατα και υποχρεώσεις, εκτός απ΄ αυτά
του «εκλέγειν και εκλέγεσθαι», της συνδροµής, της ψηφοφορίας για ευρύτερα ζητήµατα της
πολιτικής του ΝΑΡ (εννοείται ότι τη γνώµη του θα την πει, απλώς δεν ψηφίζει, γιατί αυτό το κάνει
στη βασική του οργάνωση).
Η ιδιότητα του µέλους του ΝΑΡ παύει να ισχύει, µε απόφαση της οργάνωσης, όταν
κάποιος αγωνιστής δεν εκπληρώνει τους παραπάνω όρους.
Η απόφαση για την ένταξη ενός µέλους στο ΝΑΡ πρέπει να εγκρίνεται από το 50%
τουλάχιστον, ενώ η άρση της ιδιότητας του µέλους (διαγραφή) από τα 2/3 του συνόλου των µελών
της συνέλευσης.
β. ∆ικαιώµατα και υποχρεώσεις του µέλους του ΝΑΡ
Το µέλος του ΝΑΡ έχει δικαίωµα να συµµετέχει ισότιµα σε όλες τις δραστηριότητες της
οργάνωσης, να διατυπώνει ελεύθερα τη γνώµη του, να πληροφορείται για τις απόψεις που
υπάρχουν στην οργάνωση, να προβάλλει τις απόψεις του στην οργάνωση µε ίσους όρους, να είναι
παρόν σε συζητήσεις για θέµατα που το αφορούν προσωπικά, να αναπτύσσει τις
πολιτικοθεωρητικές του ικανότητες, να συναποφασίζει ουσιαστικά για τα ζητήµατα του χώρου και
για τα συνολικά, να ελέγχει τα όργανα, να εκλέγει τα καθοδηγητικά όργανα του ΝΑΡ και να
εκλέγεται σε αυτά. Η λειτουργία του ΝΑΡ διαπνέεται από τις αρχές της άµεσης δηµοκρατίας, που
έχουν ως πρότυπό τους όχι τον αστικό φιλελευθερισµό, αλλά την εργατική δηµοκρατία.
Εξασφαλίζει τη δηµιουργική συµµετοχή και τον ουσιαστικό ρόλο όλων των σ/φων στο σύνολο των
καθηκόντων µας (θεωρητικά, πολιτικά, κινηµατικά, οργανωτικά). Ενισχύει τη δυνατότητα όλων
των µελών να έχουν ουσιαστική γνώµη και να συναποφασίζουν για κάθε ζήτηµα που αφορά την
οργάνωσή τους και το ΝΑΡ συνολικά, κατά το δυνατό µε µορφές άµεσης δηµοκρατίας.
Ταυτόχρονα, το µέλος του ΝΑΡ αναλαµβάνει, µε πνεύµα εθελοντικής και συνειδητής συλλογικής
πειθαρχίας, όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητα του µέλους του ΝΑΡ: σταθερή
συµµετοχή σε µια οργάνωση, ανάπτυξη των πολιτικών και θεωρητικών ικανοτήτων του, καταβολή
της συνδροµής, πρακτική συµµετοχή στη δράση, ευθύνη για την προώθηση της πολιτικής του ΝΑΡ
συνολικά και στο χώρο, ένταξη νέων µελών, συλλογική προσπάθεια και ενότητα δράσης,
συντροφικό κλίµα και πνεύµα επαναστατικής αλληλεγγύης.
Ως ΝΑΡ, αντιµετωπίζουµε τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις του µέλους του ΝΑΡ στην
επαναστατική ενότητα και αλληλοδιαπλοκή τους και µε βάση το νέο περιεχόµενο που αποκτούν
στα πλαίσια της ενιαίας στάσης και δράσης του επαναστάτη αγωνιστή, και όχι στην αντιπαράθεση
11
κάποιων «αστικοφιλελεύθερων» δικαιωµάτων µε κάποιες «στρατιωτικού» ή γραφειοκρατικού
τύπου υποχρεώσεις.

γ. Οι οργανώσεις του ΝΑΡ
Οι οργανώσεις του ΝΑΡ είναι πολιτικές οργανώσεις µε πλήρη δικαιώµατα και ευθύνες για
το χώρο δράσης τους και για το σύνολο των καθηκόντων µας.
Συγκροτούνται όπου υπάρχουν τουλάχιστον 3 µέλη του ΝΑΡ (µε απόφαση του αντίστοιχου
καθοδηγητικού οργάνου) κατά προτεραιότητα σε εργατοπαραγωγική βάση. Ταυτόχρονα
λειτουργούν και οργανώσεις συνοικιών, πόλεων ή µετώπων. Αν η οργάνωση έχει πάνω από 10
µέλη εκλέγει Γραφείο, διαφορετικά εκλέγει συντονιστή.
Οι οργανώσεις του ΝΑΡ οργανώνουν την παρέµβασή τους στα θεωρητικά, πολιτικά και
κοινωνικά µέτωπα µε βάση τις στρατηγικές και τις τρέχουσες πολιτικές προτεραιότητες του ΝΑΡ,
εργάζονται για τη διεύρυνση της επιρροής του ΝΑΡ και την ένταξη νέων µελών σ΄ αυτό.
Οι οργανώσεις συνεδριάζουν τακτικά, τουλάχιστον κάθε 15 µέρες, είτε ολοµελειακά είτε
κατά τµήµατα (αν υπάρχουν). Ανώτερο όργανο της οργάνωσης είναι η συνέλευση, που πρέπει να
συγκαλείται µια φορά το µήνα.
Οι οργανώσεις του ΝΑΡ αναπτύσσουν τον ελεύθερο συντροφικό καταµερισµό καθηκόντων
και ευθυνών ανάµεσα στα µέλη τους, µε κριτήριο τις κλίσεις και τις ανάγκες τους, αλλά και µε
βάση τις ανάγκες της επαναστατικής συλλογικότητας που συγκροτούµε. Ανάλογος καταµερισµός
ευθυνών και καθηκόντων γίνεται και συνολικά.

δ. ∆ηµοκρατική ενότητα δράσης
Το ΝΑΡ λειτουργεί και αποφασίζει κατά πλειοψηφία και δρα µε βάση την αρχή της
δηµοκρατικής ενότητας δράσης.
Με αυτόν τον τρόπο, η οργάνωση προωθεί και δοκιµάζει στην πράξη τις επιλογές της.
Ταυτόχρονα, τα όργανα της οργάνωσης, έχουν την υποχρέωση να διευκολύνουν
οποιεσδήποτε τυχόν µειοψηφούσες απόψεις να επικοινωνούν µε το σύνολο της οργάνωσης
(µέσω χωριστών εισηγήσεων, εσωτερικού δελτίου κ.λπ.), δίνοντάς τους έτσι τη δυνατότητα να
µετατραπούν σε πλειοψηφούσες. Επίσης, κάθε µέλος του ΝΑΡ ή κάθε οµάδα µελών που έχει µια
διαφορετική αντίληψη για οποιοδήποτε θέµα έχει το δικαίωµα –και η οργάνωση πρέπει να το
εξασφαλίζει– να την προβάλλει σε όλα τα µέλη µε ίσους όρους.
Το ΝΑΡ, συνεπώς, επιχειρεί να υλοποιήσει την αρχή της δηµοκρατικής συζήτησης και
ενότητας δράσης µε ουσιαστικό και δυναµικό τρόπο, και όχι µε όρους ακινησίας και
επιβολής. Αυτό, άλλωστε, επιβάλλει η πραγµατικότητα της οργάνωσης, όπου συνήθως δεν
υπάρχουν σταθερές πλειοψηφίες και µειοψηφίες, αλλά πάσχουµε από έλλειψη απόψεων, και από
έλλειψη των προϋποθέσεων για έκφραση γνώµης από την πλειονότητα των µελών και όχι µόνο των
στελεχών. Ας µην ξεχνάµε ότι αυτό που κυρίως εκδηλώνεται είναι µια πολυµορφία και
ευµεταβλητότητα των γνωµών, σπάνια αποφασίζουµε µε ψηφοφορία, πολλές φορές αρκούµαστε σε
επιφανειακές συµφωνίες, δεν «φιλτράρουµε» τις γνώµες µε βάση τη δοκιµασία της πράξης,
απουσιάζουν η τόλµη και ο πειραµατισµός, ο απολογισµός και η αυτοκριτική, που τόσο έχει
ανάγκη το ξεδίπλωµα της λογικής µας. Εννοείται ότι στη δηµιουργική υλοποίηση αυτής της αρχής
δεν «χωρούν» αποφάσεις µε ψηφοφορία για θέµατα θεωρητικής αναζήτησης.
Σ΄ αυτά τα πλαίσια, το ΝΑΡ ευνοεί την συντροφική και ανοιχτή αντιπαράθεση αρχών, χωρίς
φράξιες και υπονοµευτική δουλειά. Παράλληλα, «υποχρεώνει» όλες τις δυνάµεις του ΝΑΡ να
εµβαθύνουν σε όλες τις απόψεις χωρίς καµιά υποτίµηση, ώστε να αναπτύσσονται προωθητικά και
οι ίδιες οι απόψεις και το επίπεδο ενότητας και αντιπαράθεσης.
Το ΝΑΡ οργανώνει και προωθεί τη σύνθεση των απόψεων και την ενότητα δράσης
των µελών του για το σύνολο των καθηκόντων. Πυρήνας αυτής της οργανωτικής, πολιτικής
αρχής είναι η ουσιαστική προγραµµατική και πολιτικοθεωρητική οµογενοποίηση των µελών του
ΝΑΡ, η ικανότητα της πολιτικής γραµµής του να εµπνέει και να συνενώνει, το αναπτυγµένο
αίσθηµα συλλογικότητας, ατοµικής υπευθυνότητας και εθελοντικής στράτευσης, η σαφήνεια ως
12
προς τα καθήκοντα που πρέπει να υλοποιηθούν. Η κατάκτηση της συνειδητής εθελοντικής
πειθαρχίας και η ενιαία σχεδιασµένη δράση (στηριγµένες σε µια συνεκτική-ενιαία οργανωτική
δοµή και σε ένα καθοδηγητικό κέντρο της οργάνωσης) είναι εκτός των άλλων και απαίτηση των
εξαιρετικά δύσκολων συνθηκών της ταξικής πάλης στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισµού.
Με ιδιαίτερη φροντίδα και προσοχή πρέπει να εξασφαλίζεται η ενότητας δράσης όταν
υπάρχουν αντικρουόµενες απόψεις (που δεν µπορεί να γίνει σύνθεσή τους) και οι αποφάσεις
παίρνονται κατά πλειοψηφία. Σ΄ αυτή την περίπτωση, η οργάνωση δρα, όπως είναι φυσικό,
µε βάση την πλειοψηφούσα άποψη. Ωστόσο, όλα τα µέλη, στελέχη, οργανώσεις και
καθοδηγητικά όργανα του ΝΑΡ, σε κάθε περίπτωση, επαγρυπνούν για την αποτελεσµατικότητα
της αντίληψης που προβάλλεται προς τα έξω, και έχουν την ετοιµότητα τροποποίησης ή αναίρεσής
της (µέρους ή και του συνόλου της), όταν η εφαρµογή της εµφανίζει στοιχεία απόρριψης από
πρωτοπόρους αγωνιστές της εργατικής τάξης. Φροντίζουν να λαµβάνουν πάντα υπόψη τους την
γνώµη τέτοιων αγωνιστών πριν την οριστική κατάληξη σε κάποιες αποφάσεις.
Το ΝΑΡ θεωρεί ότι ο καθοριστικός έλεγχος για τις επιλογές και τις αντιλήψεις µας δεν
γίνεται µόνο από τα µέλη του, αλλά και από τα πρωτοπόρα τµήµατα της εργατικής τάξης. Ωστόσο
αυτό το βαθύ ταξικό κριτήριο (όπως και το βαθύ αίσθηµα της δηµοκρατίας) δεν πρέπει στην πράξη
να αναιρεί την ενιαία πολιτική έκφραση του ΝΑΡ ούτε να ακυρώνει την πρακτική δράση µε βάση
την πλειοψηφούσα άποψη. Το ΝΑΡ, καλλιεργεί στα µέλη του το αυξηµένο αίσθηµα ευθύνης για
τις επαναστατικές µας στοχεύσεις, έτσι ώστε αυτά να µπορούν να διαχωριστούν ανοιχτά και
δηµόσια όταν οι προγραµµατικές µας στοχεύσεις ακυρώνονται ή αναιρούνται. Σε µια τέτοια
περίπτωση φυσικά, χρειάζεται να υπάρχει ξεχωριστή ευαισθησία από µεριάς της οργάνωσης και
ετοιµότητα για άµεση οργάνωση διαλόγου µέσα στην οργάνωση ώστε να συζητιούνται οι
αντιτιθέµενες απόψεις (π.χ. έκτακτο προγραµµατικό συνέδριο, έκτακτες συνδιασκέψεις κ.α.).
Το ΝΑΡ, τέλος, θεσπίζει για την καλύτερη οργάνωση της συζήτησης στις γραµµές του
ειδικές περιόδους δηµόσιου διαλόγου (προσυνδιασκεψιακές ή µη). Εκεί υπάρχει η δυνατότητα και
η υποχρέωση υπεύθυνης, ανοιχτής και ελεύθερης διατύπωσης της κάθε άποψης. Στο µεσοδιάστηµα,
η δηµοσιοποίηση διαφορετικών απόψεων συζητιέται και δροµολογείται µέσω της οργάνωσης, ενώ,
όταν οι εν λόγω απόψεις δηµοσιεύονται στο ΠΡΙΝ, πρέπει να διασφαλίζεται η διάκρισή τους από
τις συλλογικές αποφάσεις και προσεγγίσεις που έχει κάνει η οργάνωση.

ε. Σχέση οργάνων και οργάνωσης
Τα καθοδηγητικά όργανα του ΝΑΡ είναι τα γραφεία των οργανώσεων, τα γραφεία
περιοχών, η Επιτροπή Πόλης και το Γραφείο της Αθήνας, η Πολιτική Επιτροπή και το
Γραφείο της, οι επιτροπές της Π.Ε. (Εργατική Επιτροπή, Οργανωτικό Γραφείο, Ιδεολογική
Επιτροπή, Επιτροπή Πολιτικών Μετώπων).
Τα όργανα του ΝΑΡ είναι αιρετά, λογοδοτούντα και ανακλητά. Εκλέγονται από τις
οργανώσεις (το Γραφείο), τις Συνδιασκέψεις Πόλεων ή Περιοχών (τα γραφεία ή οι επιτροπές
πόλεων και περιοχών) είτε από Πανελλαδική Συνδιάσκεψη ή Συνέδριο (η Πολιτική Επιτροπή). Οι
Επιτροπές Πόλεων ή Περιοχών και η Πολιτική Επιτροπή εκλέγουν το Γραφείο και το Συντονιστή
τους, ενώ η Π.Ε. ορίζει, µε βάση τη συνολική διάταξη των δυνάµεών µας, τις «βοηθητικές»
επιτροπές και τα µέλη του ΝΑΡ που θα συµµετέχουν στην Σ.Ε. του ΠΡΙΝ. Η θητεία των οργάνων
είναι ετήσια για τα γραφεία των οργανώσεων, διετής για τα υπόλοιπα ή τριετής για την Π.Ε. (αν και
όταν κρίνεται αναγκαίο, µπορεί να γίνει εκλογή νέων οργάνων και νωρίτερα). Ο τρόπος εκλογής
των οργάνων πρέπει να είναι τέτοιος ώστε να αποτρέπει την αντιπροσώπευση µόνο κάποιας
συγκροτηµένης πλειοψηφίας και τον αποκλεισµό άλλων απόψεων. Σε κάθε περίπτωση, κριτήριο
για την εκλογή στα όργανα δεν είναι οι απόψεις αλλά η συνολική προσφορά κάθε σ/φου.
Τα καθοδηγητικά όργανα είναι οργανωτικά και πολιτικά όργανα µε την πλήρη έννοια
του όρου. Είναι σηµαντικός κρίκος για την ύπαρξη της οργανωµένης δηµοκρατίας στο ΝΑΡ.
∆ιευκολύνουν την οριζόντια επικοινωνία των οργανώσεων.
Οργανώνουν τη συζήτηση, τη δράση, την οικοδόµηση και ανάπτυξη της οργάνωσης, την
επαναστατική δουλειά στην ενότητά της (πολιτική, θεωρητική, κινηµατική, οργανωτική). Από αυτή

13
την άποψη, τα όργανα (όπως και οι οργανώσεις) έχουν ταυτόχρονα καθοδηγητικό και εκτελεστικό
ρόλο και κυρίως πολιτικο-στρατηγικό. ∆εν αποτελούν πηγή εξουσίας, αλλά ουσιαστικών
υποχρεώσεων. ∆εν αναπαράγουν, αλλά τείνουν να καταργήσουν τη διάκριση διευθυντών–
διευθυνόµενων, «παραγωγών» πολιτικής και θεωρίας – εκτελεστών, «εφαρµοστών» της,
θεωρίας-πράξης, δηλαδή να καταργήσει στο εσωτερικό του ΝΑΡ (και στη σχέση του ΝΑΡ µε την
εργατική τάξη) τα όποια στοιχεία του αστικού καταµερισµού εργασίας εµφανίζονται (όσο είναι
δυνατόν σε µια ταξική κοινωνία).
Τα όργανα του ΝΑΡ αντλούν το κύρος και το ρόλο τους από την ίδια την οργάνωση και από
την ικανότητά τους να διευκολύνουν αποτελεσµατικά τη λειτουργία και τη δράση της. Είναι «µέσα»
στην οργάνωση, συµµετέχουν στη δράση της (και ως σύνολο και το κάθε στέλεχος), έχουν σταθερή
επαφή µε το βηµατισµό και τους προβληµατισµούς της, τη βοηθούν µε την έµπρακτη παρουσία
τους.
Τα όργανα του ΝΑΡ είναι εργαζόµενα σώµατα, στα οποία επιδιώκουµε να συµµετέχουν και
να αναλαµβάνουν ευθύνες όσο το δυνατόν περισσότεροι σύντροφοι (ειδικά παραγωγικά
εργαζόµενοι εργάτες).

στ. Τα σώµατα του ΝΑΡ
Ανώτατο σώµα του ΝΑΡ είναι το Συνέδριο. Τακτικό Συνέδριο πραγµατοποιείται κάθε 3
χρόνια. Σ΄ αυτό συµµετέχουν ισότιµα και µε ενιαίο τρόπο αντιπροσώπευσης εκλεγµένοι σύντροφοι
από όλες τις οργανώσεις ή πυρήνες του ΝΑΡ και της ν.Κ.Α. Στην πορεία προς το Συνέδριο
συµµετέχει στη συζήτηση όλο το δυναµικό του ΝΑΡ και της ν.Κ.Α., ενώ οι εργασίες του είναι
ανοιχτές σε όλα τα µέλη. Το Συνέδριο αποφασίζει για το πρόγραµµα και την πολιτική µας και
εκλέγει Πολιτική Επιτροπή. Ανάµεσα σε δύο συνέδρια ανώτατο όργανο του ΝΑΡ είναι η Π.Ε.
Έκτακτο Συνέδριο µπορεί να γίνει για κάποιο σηµαντικό ζήτηµα, που απαιτεί συνολική
πολιτική τοποθέτηση, ή αν το ζητήσει το 1/3 των οργανώσεων ή των µελών µας.
Ανάµεσα στα δύο συνέδρια µπορούν να γίνονται πανελλαδικές συνδιασκέψεις (µε τις ίδιες
αρχές και αποφασιστικό ρόλο) για συνολικά ή ειδικότερα θέµατα.
Επίσης µπορούν να γίνονται έκτακτα πανελλαδικά σώµατα για κάποιο θεωρητικό ζήτηµα
(π.χ. «υπαρκτός σοσιαλισµός»), για κάποιο πολιτικό πρόβληµα (π.χ. πόλεµος), για µια οµάδα
οργανώσεων (π.χ. εκπαίδευση) ή για κάποιο συνολικό ζήτηµα του ΝΑΡ (π.χ. εργατικό κίνηµα).
Ως σώµατα του ΝΑΡ θεωρούνται και οι Συνδιασκέψεις Περιοχών ή Πόλεων, που
επιδιώκουµε να συνέρχονται κάθε χρόνο.

ζ. Ατοµική υπευθυνότητα – συλλογικός έλεγχος
Το ΝΑΡ αναπτύσσει την ατοµική υπευθυνότητα και την προσωπικότητα των µελών του, του
κάθε συγκεκριµένου κοινωνικού επαναστάτη, προωθεί την ανάληψη επιµέρους και συνολικών
καθηκόντων και ευθυνών, διασφαλίζει την ικανότητά τους να έχουν αποφασιστικό και ουσιαστικό
ρόλο στο σύνολο των επαναστατικών καθηκόντων, αναδεικνύει ως καθοριστικό το κριτήριο της
έµπρακτης προσφοράς του καθενός.
Ταυτόχρονα το ΝΑΡ προωθεί την εθελοντική συλλογική πειθαρχία, την ατοµική προσφορά
στον κοινό αγώνα, τη συλλογικότητα στην απόφαση, τη συζήτηση και τον έλεγχο, τη συνειδητή και
δηµιουργική συµµετοχή και δράση.
Σ΄ αυτά τα πλαίσια το ΝΑΡ θεωρεί ως αναπόσπαστο στοιχείο της λειτουργίας του τον
πολιτικό απολογισµό, τη δηµιουργική αυτοκριτική, τον ουσιαστικό έλεγχο, τη συντροφική κριτική.

η. Κατεύθυνση οικοδόµησης
Τα µέλη του ΝΑΡ συµβάλλουν στην οικοδόµηση όλων των πολιτικών µορφών του
επαναστατικού υποκειµένου και πρωταρχικά στην οικοδόµηση – ανάπτυξη του ίδιου του ΝΑΡ.
Πρωταρχικό πεδίο οικοδόµησης είναι οι παραγωγικά εργαζόµενοι µισθωτοί, οι κρίσιµοι εργασιακοί
χώροι, ο κόσµος της εργασιακής περιπλάνησης και ανεργίας, η µισθωτή διανόηση (λόγω των
14
ιστορικών δεσµών µας) κ.λ.π. Πεδία οικοδόµησης οργανώσεων του ΝΑΡ είναι επίσης η συνοικία
και η πόλη. Επιδιώκουµε η κατεύθυνση της οικοδόµησης και της ανάπτυξης να µετριέται
καθηµερινά και πρακτικά και να µην εκφυλίζεται σε γενικόλογο σύνθηµα.

θ. Αρχή της οικονοµικής συνδροµής
Το ΝΑΡ στηρίζεται αποκλειστικά και µόνο σε δικούς του πόρους: στις συνδροµές των
µελών του, στις ενισχύσεις των φίλων του, στις τακτικές ή έκτακτες οικονοµικές εξορµήσεις που
κηρύσσει. Επιδιώκει να κατακτά την οικονοµική ανεξαρτησία του, ως όρο για την πολιτική του
ανεξαρτησία από την αστική πολιτική και για την ύπαρξη και δράση του.
Βασικό στοιχείο των οικονοµικών πόρων του ΝΑΡ είναι η µηνιάτικη συνδροµή των µελών
του, που αποτελεί µια ελάχιστη πολιτική και οικονοµική σχέση, δέσµευση και συνεισφορά στους
κοινούς επαναστατικούς µας σκοπούς. Το κατώτατο όριό της καθορίζεται από την Π.Ε. Κάθε
οργάνωση ή σ/φος µπορεί να την αναπροσαρµόζει προς τα πάνω.
Σηµαντική σηµασία έχει και η πάγια οικονοµική δουλειά των µελών του ΝΑΡ, ως δείγµα
της κατάκτησης ανώτερων πολιτικών δεσµών µε έναν ευρύτερο κύκλο αγωνιστών.
Η διαχείριση των οικονοµικών του ΝΑΡ γίνεται µε ευθύνη της Οικονοµικής Επιτροπής της
Π.Ε. Η Οικονοµική Επιτροπή παρουσιάζει οικονοµικό απολογισµό σε κάθε Συνέδριο ή αν ζητηθεί
από το 1/3 των οργανώσεων.

ι. Οι σχέσεις ΝΑΡ - νεολαίας Κοµµουνιστική Απελευθέρωση
Η νεολαία Κοµµουνιστική Απελευθέρωση είναι µια σηµαντική κατάκτηση του
ρεύµατός µας. ΝΑΡ και ν.Κ.Α. επιδιώκουν, και γενικά σήµερα κινούνται στην ίδια
προγραµµατική πολιτική κατεύθυνση. Αυτό δείχνει τη δυνατότητα των επαναστατικών
απόψεων, να κερδίζουν συνειδήσεις, τροφοδοτεί µε νέες δυνάµεις το εγχείρηµά µας.
Προφανώς η ν.Κ.Α. δρα και λειτουργεί αυτοτελώς, ως νεολαιίστικη κοµµουνιστική
οργάνωση µε τους δικούς της τρόπους και µορφές. Το ΝΑΡ, ωστόσο, επιδιώκει να τη βοηθά
πολιτικά, ιδεολογικά, πρακτικά. Αυτή η ουσιαστική βοήθεια δεν έχει ωστόσο κατακτηθεί. Και εδώ
απαιτούνται πολύ πιο ουσιαστικές σχέσεις από µια απλή παρακολούθηση των διαδικασιών της ν.
Κ.Α. από στελέχη του ΝΑΡ.
Από την πλευρά της η ν.Κ.Α. επιδιώκει να συµβάλλει µε το δικό της πρωτότυπο τρόπο
(και όχι µε τη µέθοδο του νεανικού «αναµεταδότη») στη θεωρητική, πολιτική αναζήτηση και δράση
του ΝΑΡ, στην οικοδόµηση και την ανάπτυξή του. Τα µέλη της ν.Κ.Α., συµµετέχουν µε ισότιµους
όρους στα πανελλαδικά σώµατα, συνέδρια ή συνδιασκέψεις του ΝΑΡ. Πριν φύγουν από τη
δουλειά της νεολαίας, µπορούν και πρέπει να συµµετέχουν και δρουν στις οργανώσεις του ΝΑΡ
(εργατοπαραγωγικές ή συνοικιακές). Σε αυτήν την περίπτωση βέβαια προτεραιότητα έχει η δράση
στην νεολαία, εκτός από ειδικές περιπτώσεις ειδικής χρέωσης συντρόφων που θα καθορίζεται
µετά από συνεννόηση του γραφείου της ΠΕ του ΝΑΡ µε το γραφείο του ΚΣ της ν.Κ.Α.
Αντικειµενικό έδαφος γι΄ αυτή την ανάπτυξη των σχέσεων ν.Κ.Α. και ΝΑΡ και την
ουσιαστικότερη συστράτευσή τους είναι οι κοινές προγραµµατικές και πολιτικές τους θέσεις για
τον καπιταλισµό της εποχής, την επαναστατική πολιτική, το πολιτικό υποκείµενο της επανάστασης

7. ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΟΙ ΜΑΣ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΠΕΡΙΟ∆Ο
Με βάση όσα αναφέρθηκαν, οι στόχοι µας για την επόµενη περίοδο είναι οι εξής:
α. Ένταξη όσων δηλώνουν ότι είναι ΝΑΡ, συµφωνούν µε το πρόγραµµα και την πολιτική του και
θέλουν να δουλέψουν µέσα από κάποια οργάνωση του ΝΑΡ. Αυτός ο κόσµος είναι αρκετός (σ/φοι

15
που έφυγαν από το ΚΚΕ το ΄89, σ/φοι απόφοιτοι ΑΕΙ και ΤΕΙ, απολυµένοι φαντάροι, νέοι
αγωνιστές που προσεγγίζουν το ΝΑΡ κ.λ.π.).
β. Συγκρότηση εργατοπαραγωγικών οργανώσεων
Ο πρώτος στόχος εδώ είναι να ενταχθεί κάθε σ/φος πρώτα απ΄ όλα στην
εργατοπαραγωγική οργάνωση που ανήκει.
Ο δεύτερος στόχος αφορά τη συγκρότηση νέων εργατο-παραγωγικών οργανώσεων, µε
κριτήριο κάποιες ήδη υπαρκτές διάσπαρτες δυνάµεις και τη στρατηγική σηµασία ορισµένων
χώρων.
γ. Συγκρότηση συνοικιακών οργανώσεων
Ο στόχος αυτός - εξίσου ουσιώδης και όχι συµπληρωµατικός – θα προχωρεί µε
σταθερότητα και συνέπεια στο βαθµό που οι συνοικιακές οργανώσεις κατακτούν τη µορφή και το
περιεχόµενο που σκιαγραφήσαµε πιο πάνω. Οι πρόσφατες δηµοτικές εκλογές έδειξαν τις µεγάλες
δυνατότητες που υπάρχουν για ανάπτυξη της δουλειάς του ΝΑΡ στην συνοικία.
Σηµαντική βοήθεια στη δουλειά στις συνοικίες θα δώσει η συγκρότηση, στα πλαίσια της
Επιτροπής Πόλης της Αθήνας, και σταθερή λειτουργία του Γραφείου Συνοικιών.
δ. Συγκρότηση στις επαρχιακές πόλεις
Στις µεγάλες επαρχιακές πόλεις, άµεσος στόχος είναι ο χωρισµός τους µε βάση την
εργατοπαραγωγική λογική συγκρότησης.
Στις µικρότερες επαρχιακές πόλεις, επιδιώκουµε να συγκροτήσουµε οργανώσεις ή να
διαµορφώσουµε πολιτικούς πυρήνες του ΝΑΡ.
Η ευθύνη για την καθοδήγηση αυτών των οργανώσεων επιδιώκουµε να ανήκει κατά
προτεραιότητα στα Γραφεία Περιοχής. Άµεσος στόχος: η βοήθεια από την Π.Ε. στα Γραφεία
Περιοχής ώστε να παίξουν στην πράξη τον καθοδηγητικό τους ρόλο και η συγκρότηση Γραφείων
Περιοχής επιπλέον, σε περιοχές που δεν υπάρχουν.
ε. Ένταξη νέων µελών
Έγινε ήδη λόγος για τις δυνατότητες που έχουν αναδειχτεί. Εδώ, βέβαια, δεν αρκούν µόνο
οι στόχοι. χρειάζεται η ένταξη νέων µελών, η «στρατολογία», να γίνει θεµελιακή πλευρά της
δράσης της οργάνωσης και κάθε σ/φου.
• ∆εύτερος άµεσος στόχος είναι να διαµορφώσει κάθε οργάνωση έναν πυρήνα αγωνιστών µε τον
οποίο επιδιώκει να έχει σταθερή πολιτική σχέση και δεσµούς (οικονοµική ενίσχυση, συµµετοχή σε
συσκέψεις κάθε δίµηνο, συµµετοχή σε πολιτικές µάχες κ.λ.π.).
στ. Εκλογή γραφείων στις οργανώσεις
Έχουν γίνει αρκετά βήµατα, ειδικά στην Αθήνα. Άµεσοι στόχοι ως το ∆εκέµβρη: η
εκλογή υπευθύνου και γραφείου σε όλες τις οργανώσεις – η ουσιαστική δράση των γραφείων
(ακόµα παραµένουν συντονιστικά και µηχανισµός ειδοποίησης, χωρίς να έχουν γίνει
αποτελεσµατικά πολιτικά όργανα).
ζ. Αναβάθµιση της πολιτικής και ιδεολογικής λειτουργίας
Συνολικά αλλά και στο πλαίσιο κάθε οργάνωσης, είναι ανάγκη να διαµορφώνεται µια
θεµατολογία πολιτικής θεωρητικής συζήτησης, µε βάση τις ανάγκες συγκρότησης και πολιτικής
δράσης. Σ΄ αυτά τα πλαίσια ξεχωρίζουν:
• Η προώθηση, µε ευθύνη της Π.Ε και της Ιδεολογικής Επιτροπής, ενός σχεδίου συζητήσεων
µέχρι το ∆εκέµβρη για βασικές πλευρές της στρατηγικής και της φυσιογνωµίας µας.

16
• Η βελτίωση της πολιτικής αρθρογραφίας του ΠΡΙΝ και ειδικά αυτής που «ξεφεύγει» από το
τρέχον και αναπτύσσει πλευρές της αντίληψής µας (π.χ. «Το θέµα»).
• Η συζήτηση στην οργάνωση των Αριστερών Προγραµµάτων Πάλης.
• Η διαρκής και σε βάθος συζήτηση για τις πολιτικές εξελίξεις, για τα καυτά ζητήµατα της
ταξικής πάλης, για τις άµεσες αιχµές της ιδεολογικο-πολιτικής αντιπαράθεσης, είτε µε αφορµή
κάποιο ζήτηµα που προκύπτει, είτε µε βάση ένα αυτοτελές σχέδιο κάθε οργάνωσης.
• Η οργάνωση της διαρκούς και αυτοτελούς πολιτικής παρέµβασης και δράσης κάθε οργάνωσης
του ΝΑΡ (προκηρύξεις, εκδηλώσεις, συσκέψεις, εξορµήσεις, διακίνηση ΠΡΙΝ, οικονοµική
ενίσχυση κ.λ.π.).
η. Η οικονοµική αυτοτέλεια του ΝΑΡ και του ΠΡΙΝ
Χρειάζεται να ενταθούν οι προσπάθειες την κατάκτηση της οικονοµικής αυτοτέλειας στην δράση
του ΝΑΡ. Αυτή η µάχη αφορά όλα τα µέλη του ΝΑΡ και της νεολαίας ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ
ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ, αλλά είναι και υπόθεση ενός ευρύτατου δυναµικού της αντικαπιταλιστικής
αριστεράς. Σε αυτήν την κατεύθυνση, ειδική πολιτική σηµασία έχει η ενίσχυση του
συνδροµητικού δικτύου του ΠΡΙΝ.

Οκτώβρης 1999

17