ΤΑ ΜΗΛΑ ΡΟΔΙΖΟΥΝ ΣΤΟ ΛΙΟΠΥΡΙ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η πόρτα που ανοίγει και κλείνει πίσω του, οι φωνές που στοιχειώνουν το σπίτι. Τα δάκρυά του
έπαψαν να συγκινούν, το αντίπαλο κορμί δεν πτοήθηκε. Το φίλτρο της μητέρας δεν ήταν τόσο
ισχυρό για τον προστατεύσει. Το σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή, προμελετημένο χρόνια, βασισμένο
σε μια μονάχα στιγμή, ικανή να σημάνει την έναρξη, να ορίσει το σημείο εκκίνησης απ’ που θα
ξεκινήσει προς τον άξονα της γης. Ο ερχομός του φθινοπωρινού καλοκαιριού, η νύχτα που τον
σημάδεψε, από τότε δεν ξανάκλεισε ποτέ το φως. Η αδημονή, ο λεπτοδείκτης στους παρά, το
ανεμοδαρμένο γεφύρι πλάι στην καιόμενη σόμπα. Ασύμμετρη απειλή. Ο νέος με το κονδύλι στο
χέρι θα περιγράψει την απόπειρα. Ήλθε η ώρα της κορύφωσης. Η φωνή από καιρό ακούρδιστη
αρκείται στο να χειρονομεί. Ακολουθία βημάτων. Τέλεση μυστηρίου. Εκδίκαση νεκρώσιμου
εγγράφου.
Φρούριο ακυβέρνητο, τρέχει το κουφάρι καταπόδας να σώσει ότι απέμεινε από την καύση της
Περμίνης. Στις φλόγες τυλίγεται το πέτρινο, που αγέρας να φυσήξει, άπνοια. Μόνος μες τα
χαλάσματα, στην κατοχή του το κόσμημα, στάθηκε η αφορμή για το πέρασμα.
Ακολουθούν οι μέρες της πλήρους αποσύνθεσης, της αυτοεξορίας του από τα κοινά κι ανωφελή.
Υπό την επήρεια εξαρτησιογόνων ουσιών ανακαλύπτει κρυφές πτυχές, συνδιαλέγεται με τον εαυτό
του, έρχεται αντιμέτωπος με θηρία του παρελθόντος που ενδελεχώς προσπαθεί να τους ξεφύγει.
Για πρώτη φορά και κάτω από πίεση τ’ αναγνωρίζει, μόνο τότε θα είναι σε θέση και να τα
εξοντώσει. Πέφτει σε παραλήρημα, χίμαιρα συναισθημάτων, η σκοτεινή πλευρά μιας μισητής
αλήθειας φέρνει στο προσκήνιο μυστικά και πάθη. Το σώμα του δεν υπακούει στα λόγια γι’ αυτό
και εξανεμίζονται οι ελπίδες, στην περίπτωση του δεν υπήρξαν παρά μονάχα αισθησιασμοί,
ψευδαισθήσεις, προκαλώντας στο μυαλό του ήρωα εγωκεντρισμούς κι επιθυμίες.
Μέσα σ’ όλα αυτά κι ο έρωτάς του με μια γυναίκα. Σαγηνευτική φιγούρα, πηγαία ωσάν ιδέα,
κατατρέχει τον ήδη πειραγμένο νου προσδοκώντας να τον δελεάσει δίδοντας του ως αντάλλαγμα
του πάθους τη σταλαγμίδα. Η ερωτική φαντασίωση, η αρπαγή της Νεφέλης, σκηνή μονόπρακτου.
Η εξόρυξη του ορυκτού απ’ τα εδάφη του χάους. Δεν κράτησε πολύ, οι δρόμοι τους χωρίστηκαν
όταν….
Ψυχρολουσία, ανάγκη στην πεποίθηση της βίας φθονεί την υπόσχεση για πίστη, ξεσπά κι η μάχη
αναγάγεται σε πλήρη υποταγή. Οι γυμνοί λογισμοί μες του παράξενου τη ζάλη ουρλιάζουν με
κραυγή λυτρωτική ζητώντας τον εγκλεισμό του στους θολωτούς της αιώνιας λήθης.
Ο αέρας τελειώνει, μισοθαμμένος να τρέφεται απ’ τη σκιά του, με το’ να μάτι να κλειστό, τ ’άλλο
ν’ αγρυπνά και το τρίτο να πετά παραγάδι στον ουρανό για τις μέρες που φεύγουνε, για τις μέρες
που δε γεύτηκε.

Κανείς τριγύρω δεν υπήρχε, σκέφθηκα να τραπώ σε φυγή, το κοντινότερο αυτί απείχε μακριά κι
αυτό κατά φήμη δεν πολύ άκουγε, μεσήλικο με δυο κόρες κι ένα παιδί.
Έμεινα πίσω ώσπου να πέσει η αυλαία, έτριβα τις παλάμες να συνηθίσουν, όσο πιο δυνατά
ν' ακουστεί το χειροκρότημα. Στάθηκα όρθιος ρίχνοντας ένα τελευταίο βλέμμα, χαράχθηκε για
πάντα στη μνήμη η εικόνα της υπόκλισης.
Το δοκάρι που καρφώνεται με μανία στο ξύλινο συρτάρι, η πεσμένη πέργολα πλεγμένη απ’ τους
ξερούς ανθούς της μποκαμβίλιας, το ραϊσμένο γυαλί στην κόψη σκονισμένο απ’ την στάχτη, το
καμίνι το χτιστό που ζέσταινε το σίδερο με τη βαριά ο αγέρας να το γκρεμίζει . Το θρύψαλο
απ’ αγιορείτικο πιθάρι πλάι στο μουσκεμένο με ιδρώτα πανί, το πάλαι ποτέ μύρτιλο στεφάνι
καμωμένο απ’ της πούλιας τον εργώ μαδημένο, ζαλισμένο απ’ της οργής τ’ απόσταγμα εβρέθη να
χάσκει στο μαρμάρινο σκαλοπάτι. Το σπουργίτι που ξεμύτισε από τη φωλιά του, βόλτες φέρνει,
κάνει με το ράμφος του ν’ αρπάξει ένα σκουλήκι μα προτού το γραπώσει νεκρό πέφτει στην
Υψικάμινο. Της αράχνης ο ιστός που πλέχτηκε στην αιώρα, το θήραμα μ’ ευχαριστεί αφότου
ξέφυγε, η πεταλούδα που μόλις βγαίνει απ ’το κουκούλι, πάει να πετάξει μα τα φτερά της είναι
υγρά, κουτσαίνοντας φθάνει ως το λουλούδι, τα πέταλά του ενώνει και στο νέκταρ του πνίγεται.
Tο μπολιασμένο απ’ τα σκεπάσματα ντιβάνι να πετά σπίθες, σε κόκκινο βαμμένο το πλούμινο
σεντόνι σφιχταγκαλιάζει τις δυο σάρκες, αντιστέκονται, κουρελιασμένες απ’ τα πηγάδια νερό
φέρνουν, έρπονται ως εκεί βαστώντας στους ώμους τα πήλινα. Παλεύουν να γλιτώσουν απ’ τις
πύρινες γλώσσες που αβυσσαλέα γλύφουν τα κορμιά τους. Το μπιτόνι με το πετρέλαιο, το λίγο
οξυγόνο που απομένει, η φλόγα που κάθε τόσο αναζωπυρώνει. Εύφλεκτο υλικό η μάζα τους
παραδίνεται στο τρίγωνο της φωτιάς.
Την προσοχή μου αποσπούσε κείνο το πνιχτό μούγκρισμα, ο πόνος αβάσταχτος, σφαδάζουν, οι
ενοχές αφόρητες, εκλιπαρούν το έλεος μου ζητώντας άφεση αμαρτιών. Το μελάνι τελείωσε, δεν
έχω με τι να υπογράψω συγχωροχάρτι. Φιμώνω των μαρτύρων τις κραυγές, περιθάλπω τις πληγές
με γάζες από αλάτι και οινόπνευμα, σαπίζουν αργά και βασανιστικά κάτω από το παχύ στρώμα της
αιτιότητας. Πλαγιάζει η μνήμη στη ραχοκοκαλιά της αμαρτίας.
Γι’ όλα εκείνοι ευθύνονται, γι’ όλα.
Η ύπαρξή τους εξαϋλώθηκε, αφήνοντας πίσω την ευτελή τους σωρό σε δισκοπότηρο αναδοχής.
Κι είχαμε κι ένα σκύλο, κάηκε κι είχαμε και μια γάτα, ψόφησε.
Το σκαλιστό δρύινο κηδείο εις τους αιώνες θα παραμείνει άδειο, επέζησα να δω, εκείνοι οι δύο
στο λάκκο θάφτηκαν, τροφή φαύλων.
Αμετακίνητος για ώρες, έτσι με βρήκαν, στο ίδιο μέρος να συλλέγω αποτυπώματα. Άργησε να
καταφθάσει τ’ ασθενοφόρο, φταίει η κίνηση, εγώ τους τηλεφώνησα, είπα «ελάτε όσο πιο
γρήγορα». Το τηλέφωνο νεκρό ,η γραμμή κατειλημμένη. Τυχαία βρέθηκε στο χέρι μου το
καλώδιο, η πρίζα κοντά στο έπιπλο, το’ χα περάσει με βερνίκι ,στο κέδρο χαρακιές κι απ’ να της
ψυχής απομεινάρι. Δείχνει τόσο όμορφο, τι κρίμα. Από φόβο δεν πλησίασα, αν άγγιζα θα
λερωνόμουν, αν έσκυβα το ρεύμα θα με τίναζε.

Η φωτιά φούντωνε, πρόχειρες κατσαρόλες δε βρήκα κι όσο κι αν φύσηξα αρκετός αέρας δε βγήκε
απ’ τα πνευμόνια. Απ’ το παράθυρο πήδηξα, στο κενό βρέθηκα. Aπό πότε το κενό έχει αγκάθια,
ποικίλο χρώμα, άρωμα ευωδιαστό και δωρίζεται από αγάπη; Έπεσα πάνω σε μια τριανταφυλλιά,
να δες, έχω αμυχές στο μάγουλο, να δες, σημάδι στο δεξί μου γόνατο και τον αστράγαλο
στραμπούλιξα. Είμαι εκτός των άλλων υψοφοβικός, για μια στιγμή δείλιασα, μα απ ’τις
αναθυμιάσεις λιγόστευε η ανάσα.
Το υπνοστέγαστρο απ ’των ανέμων τις εντάσεις ξέστρωτο, γυμνό δίχως κάλυμμα, οι σιδερένιες
του αρματωσιές ξεκλείδωτες κι από καιρό τα κάγκελά του σκουριασμένα. Είχα ζητήσει κρεβάτι
μ’ ουρανό κι ανθεκτικό στρώμα, αντί γι’ αυτό μου πήραν τενεκεδένιο, τις νύχτες τρίζει σα να’
χουν πάρει φόρα οι σομιέδες.
Το σώμα μπρούμυτα τραντάζεται, ασελγούν εις βάρος του των πατρώων τα ένστικτα. Βουλημικά
ορμούν στο γαλακτερό κρέας, τίποτε παρά κόκαλα αφήσαν στην πιατέλα, αδηφάγα η όρεξή τους,
ποιο στομάχι να χορτάσει από δω και πέρα μ’ αποφάγια; Το πρόσωπο στραμμένο στη λάμπα που
χρωματίζει με φως την ξύλινη σκεπή. Σε λίγο ξημερώνει, να ’ταν καλοκαίρι ν’ ακούσω το πρώτο
τριζόνι, να δω απ’ το πρεβάζι πως απλώνουν το μούσκιο στην Αχώνη. Να ’ταν χειμώνας, κρίνο και
μετάξι να βλασταίνουν κι οι νιφάδες σα λεχώνες μ’ ευλάβεια να θηλάζουν τα φύλλα των δέντρων
στην εξοχή. Δυο ρούχα στη βαλίτσα κατηφορίζοντας στο σταθμό να επιβιβαστώ σ ’ένα βαγόνι και
να βρεθώ σε μέρος μυθικό.
Αυτά ευχόμουν κι έμπηγα τα νύχια στις παλάμες. Οι ταύλες άθικτες κι εγώ πάνω τους
ψυχορραγούσα, σε οριζόντια στάση τον αυχένα στερέωνα, όλοι μου’ λεγαν πως καμπούριαζα.
Ασήκωτο φορτίο, την πλάτη μου λυγίζει, όσο περνούν τα χρόνια τόσο και ασχημαίνει γύρω μου η
πλάση.
Στο βάθος ακούγονται σειρήνες, μέσα σε δευτερόλεπτα απέκτησα παρέα, γείτονες με λάστιχα στα
χέρια, αστυνομικούς να ρωτούν και να παίρνουν καταθέσεις, τραυματιοφορείς να ψάχνουν για
ζωντανούς μες τα συντρίμμια, φωτογράφους ν’ αποθανατίζουν την εικόνα της οδύνης με κοντινές
λήψεις, δημοσιογράφους να καταγράφουν τα γεγονότα παίρνοντας για μέρες υλικό, μικρά παιδιά,
αποκούμπι τον γονιών κάποια να τρομάζουν απ’ το θέαμα μια στάλα, κάποια να παίζουν κουτσό
στοιχηματίζοντας κολατσιό κι άλλα ν’ αναζητούν χαμένο θησαυρό μες τα ερείπια.
Απαρατήρητος δεν πέρασα, σάλιωσα τα μάτια να φανεί πως τρέχουν δάκρυα κι έδωσα στα μέλη
αλέγκρο ρυθμό, στα χείλη τη μιλιά να φωνάξουν λέξεις οδυρμού κι έπειτα να κλέψω την
παράσταση αφήνοντας για κείνη τη μέρα την τελευταία μου πνοή πέφτοντας στο έδαφος
ημιλιπόθυμος.
Όλοι τους άργησαν, χρόνο είχα να σκεφτώ, τρόπους να μηχανευτώ, να καλλιεργήσω
συναισθήματα, προκείμενου να τους πείσω πως από τύχη γλίτωσα κι αναγκαστικά δίχως γονείς θα
πρέπει να συνεχίσω να ζω.

Τι ξεστόμισα πάλι; Μέχρι κι από μένα γίνομαι πιστευτός «θα πρέπει να συνεχίσω να ζω».
Ποιος εκείνος που σε μένα το επέβαλε; Σε ποιον οφείλω να υποταχθώ;
Αμφισβητώ τη λέξη ζω, δεν είναι η ρίζα, ούτε και ρήμα, είναι πρόθεση. Το ζω δεν είναι ρήμα,
είναι διάθεση, το πως αντιμετωπίζεις τη ζωή, δεν κλείνει με τελεία μα με θαυμαστικό.
Το’ χα φιλοσοφήσει μία νύχτα που ’χε κίτρινο σ’ απόχρωση ουρανό, μαύρα σύννεφα κι ελικοειδές
σε σχήμα φεγγάρι. Η πλατεία είχε ερημώσει, περασμένη η ώρα, το μέρος επικίνδυνο για βόλτα.
Στο φανάρι το πράσινο ν’ αναβοσβήνει ,ένας νέγρος μιλά στο κινητό, κάνει δυο προσπάθειες να
περάσει στην απέναντι οδό μα ένα αμάξι με ιλιγγιώδη ταχύτητα τον παρασέρνει αφήνοντας τον
αιμόφυρτο στη μέση. Μια γυναίκα φορώντας τζιν και γκρι παλτό σπεύδει να βοηθήσει, τον βλέπει
αναίσθητο, του μετρά το σφυγμό, είχε χάσει τη μάχη. Φεύγοντας πετά την κάρτα απ ’το κινητό και
βάζει στη τσάντα της τη συσκευή και το πορτοφόλι.
Την επομένη περαστικοί σχημάτισαν γύρω του κλοιό, θα’ ταν ορισμένοι που πέταξαν στη μνήμη
του ένα λουλούδι κι άλλοι που ορέγονταν ν’ αρπάξουν το χρυσό σταυρό που φορούσε στο λαιμό.
Ένας τα κατάφερε. Όταν η γυναίκα έφυγε σηκώθηκα απ’ το παγκάκι κι έτρεξα προς τα εκεί,
κοίταξα δεξιά κι αριστερά μήπως κανείς με παρακολουθεί, γονάτισα, ψέλλισα μια προσευχή που
μου ’χαν μάθει στην τάξη κι έπειτα σηκώνοντας του προσεχτικά το κεφάλι του το αφαίρεσα.
Γυρνώντας πίσω μου’ χαν πιάσει τη θέση. Κι αναρωτιέμαι, δίχως λεφτά και δίχως σταυρό αν τον
δεχτήκαν στον παράδεισο.
Για τρεις μήνες δε χρειάστηκε να κουβαλήσω σακί με πατάτες, βρήκαν άλλον ν’ αναλάβει τη
δουλειά. Είχα εξασφαλίσει το ψωμί και τη δόση , όσο για νερό έπινα της βρύσης απ’ τα δημόσια
ουρητήρια .Δε λέω κρύο, μα περίμενα στην ουρά κι όταν ερχόταν η σειρά μου απ’ τη δίψα
πνιγόμουν, ξεχνούσα να πλυθώ, οι πίσω μου φώναζαν από βιασύνη. Ώσπου αγόρασα μπουκάλι με
πάτο στρογγυλό, έσκισα την ετικέτα κι έσφιξα το καπάκι.
Θυμάμαι η τελευταία φορά που ήπια νερό σε ποτήρι, ήταν τότε που έμενα σε ίδρυμα ορφανών.
Θηλιά στο λαιμό ήταν, την ανάσα μέχρι και σήμερα κουμπώνει. Τους είχα ξεμείνει, μεγάλος
ήμουν ηλικίας 12 ετών για μένα δεν υπήρχε θετή αγκαλιά και σε όσους με γνώριζαν η πόρτα τους
με το καλημέρα είχε κλείσει. Δεν παραπονέθηκα, την όποια ζεστασιά χρειαζόμουν την έβρισκα.
Στη γαβάθα ο χυλός, τα ρούχα απλωμένα στην καρέκλα, στο κρεβάτι πάντα υπήρχε μια καθαρή
κουβέρτα κι ήξερα πως το πόμολο της πόρτας δε θα γυρίσει το βράδυ, κοιμόμουν ανάσκελα δίχως
φόβο κι άλλοτε μ’ εσώρουχο διπλό, το ’χε συστήσει ο γιατρός όταν μ’ εξέτασε κι έβγαλε το
πόρισμα.
Έκανα μπάνιο δυο φορές την εβδομάδα, μικρός κάθε μέρα, με το ζόρι με τραβούσε η μάνα μου
στην μπανιέρα. Πόσα φερμουάρ είχαν χαλάσει, πόσα παντελόνια είχα βρέξει. Μ ’έτριβε για ώρες
με το σφουγγάρι, με τόσο αφρό το δέρμα μου είχε ασπρίσει.
Μάνα, όσο καυτό κι αν ήταν, όσο σκληρό κι αν ήταν η βρωμιά στο σώμα έμεινε.

Τη μυρίζουν τα ρουθούνια, τι κι αν πασπαλίστηκα με κανέλα κι αν μάσησα δυόσμο κι αν έγλυψα
κάθε λογής καραμέλα, κι αν αρωματίστηκα με λεβάντα κι αν ξύπνησα από ύπνο βαθύ μ’ αιθέρα .
Με τα χρόνια τη συνήθισα, τη μύτη δε την ενοχλούσε μοναχά τους άλλους κι εγώ απ’ τους άλλους,
μυρίζουν ότι νοιώθουν κι ότι αγοράζουν σε δοχείο περιωπής.
Σαν ενηλικιώθηκα μ’ απέλασαν, χώρος δεν υπήρχε πια για μένα, η μόνη λύση η εξορία, αφότου
παραστώ στην αναγνώριση. Όχι πως το απέφυγα, φυσική εξέλιξη. Το ανθρώπινο λογικό αρνείται
να την παραδεχτεί, γνωστοποιώντας στο δημιουργό πως η διεκδίκηση θ’ αφορά ύλη κι ούτε καν
μπαίνει στον κόπο ν’ αναρωτηθεί τ’ όνομα αυτού, κατά καιρούς του αποδίδει χαρακτηρισμούς που
λίγο πολύ του φέρνουν, μ ’αυτό τον τρόπο εξυπηρετεί προσωπικά του ιδανικά.
Λύστε μου τα χέρια, έχοντάς τα δεμένα πως θα τα φέρω στο πρόσωπο τάχα μου από έκπληξη; Ένα
βήμα εμπρός, ούτε λεπτό μην κλείσω τα μάτια, το θέαμα μακάβριο, για σήμερα θ’ απολογηθώ
στον εαυτό μου. Του κάνω νόημα να ξεκινήσει, ένα δίστιχο για πρόλογο και λύθηκε ο χρησμός.
Σπρώχνομαι από την έλλειψη, δεν είναι το δικό μου χέρι αυτό που ξεσκεπάζει το νεκρό.
Ξάφνου με κοιτά ζητώντας να του πω ένα ψέμα, ξεσπά σε γέλια σαν του λέω πως δε μπορώ, με
κοιτά αγριεμένα, ανοιγοκλείνει το στόμα του τρίζοντας τα δόντια, μου ζητά χτένα, ψάχνει στο
κεφάλι για μαλλιά, του δίνω μια τρίχα, με ρωτά ποιανού είναι, του λέω δική σου και σαν τι χρώμα
έχει; Αποκρίθηκε. Ξανθιά του λέω, κρατώντας τη απ’ τα άκρα τη τεντώνει, λέγοντάς μου, πως
αυτή είναι μακριά. Παίρνω ψαλίδι που να κόβει, του λέω να, παρ’ το, δαγκώνει τα χείλη από
ντροπή, την αφήνει στην άκρη και πιάνει μια απ’ τα δικά του, έπειτα παίρνει και τις δυο και τις
ενώνει ρίχνοντας τες χάμω. Μου ζητά καθρέφτη, του λέω πως έχω μαντήλι να κρύψει τα βλέφαρά
του, κι εγώ τσεκούρι, άμα δε μ ’αρέσω θα τον σπάσω μου απαντά. Κάνω πίσω, ποιος ξέρει
αν απ ’το θυμό του δε σκοτώσει κι εμένα, δε μας χωρίζει αρκετή απόσταση.
Ντύνεται με ύφος σοβαρού, θυμωμένου, γελαστού, μελαγχολικού, σε κάθε μία απ ’τις εκφράσεις η
όψη του δεν αλλοιώνεται, η αντίδραση ίδια. Το πρόσωπο έπαψε να νοιώθει. Πέταξε το τσεκούρι
και κάθισε ανακούρκουδα, από μόνος του μπήκε στη φορμόλη. Περνά αντικριστά στα πόδια του
την αλυσίδα, άλλες χάρες δε ζητά. Φεύγοντας φράξε την είσοδο και μην αφήσεις κανέναν, άσε κι
έναν πιστό να με φυλά και ποτέ μην ξανάρθεις, θα τον βάλω να σε δέσει πιστάγκωνα και ν’
αρχίσει να σε χτυπά, είπε χύνοντας ένα δάκρυ.
Αυτός είμαι, εγώ ο νυχτερινός επισκέπτης, εγώ το πτώμα, εγώ η ανάμνηση του νεαρού , εγώ ο
ευεργέτης. Από τότε δεν ξαναπήγα, από τότε δε με ξεμονάχιασα σε καμιά κρυφή γωνιά για να
μάθω την αλήθεια, την είδα μπροστά μου, δύσμορφη, μισητή, να παγώνει το αίμα και να καίει τα
σωθικά μου. Αυτός, τρεμουλιαστά το είμαι να συλλαβίζω το βράδυ, το κάθε βράδυ που βαραίνει ο
νους, θολωμένος απ’ τις σκέψεις τραμπαλίζεται. Σηκώνω τα μανίκια, με λύσσα καρφώνω τη
φλέβα, δύναμη δεν έχω στα τέσσερα περπατώ, ζαλισμένος από την πέτρα που μου’ ριξαν, στο
μέτωπο με βρήκε.

Βαθιές ανάσες εισπνέω υγραέριο, μπουκώνω την αρτηρία ωσότου σπάσει. Φυλάξου και μάθε πως
και η σκόνη δε σου τάζει εσύ τις τάζεις μέχρι ν 'αποκαλυφθεί ότι μπορεί και παραμορφώνει ότι
σαπίζει, ότι χρηματίζεται και ότι ξαπλώνει. Στα γόνατα, στα γόνατα κάπως αρχίζεις και
ομορφαίνεις με τους κρίκους, σ' αλυσόδεσαν με τα μαλλιά στο πρόσωπο να κρύψουν την ασχήμια,
όσο κι αν γλύφω τις πληγές με την αλμυρά τη μούχλα της ψυχής μου κατασπαράζουν του
παρελθόντος το θηρία. Δεν είναι πως έχουν δόντια αιχμηρά, ούτε πιο γρήγορα πόδια, είναι που
’χουν δημιουργήσει μια ολόκληρη κτίση μες την εξαθλίωση και τη βαναυσότητα, είναι που
οργιάζουν ασύστολα τεκνοποιώντας απογόνους με τέτοια πρότυπα, είναι που έδωσαν στα ένστικτά
τους μυαλό εν στύση. Απ ’αυτά προσπαθώ να ξεφύγω, ν’ αδράξω την ευκαιρία και ν’ αποδράσω.
Ανοίξτε, κλείστηκα μέσα, ξύνω με τα νύχια τους σοβάδες ψάχνοντας να βρω ανθρώπους, ανοίξτε.
Παραλήρημα, τιτίβισμα τρόμου,o βόμβος της ανάμνησης, το εγχείρημα ναυάγησε.
Είπα πολλές φορές πως θα το κόψω ,μα η στέρηση τσακίζει τα νεύρα. Έκανα στα ψέματα πως
έκρυβα την πρέζα σε ντουλάπια ,ένα μικρό φακελάκι με ζάχαρη, να την απλώνω στο τραπέζι και
να σχηματίζω με τα χέρια τοιχώματα μήπως σκορπιστεί και τη χάσω. Υπολόγιζα τους κόκκους με
προσοχή μήπως αφαιρεθώ στο μέτρημα, τηλεκάρτα δεν είχα, με την ταυτότητα τους έκοβα στη
μέση να χω και γι’ αύριο. Να που χρειάστηκε, κακώς την είχα παρατημένη, φέρει την υπογραφή
μα όχι το δικό μου όνομα ,άλλοι το επέλεξαν για τα υπόλοιπα φταίνε οι συγκυρίες. Προχωρούσα
στην άκρη του πεζοδρομίου κι αν έβλεπα κάποιον αστυνομικό παρίστανα τον αμέριμνο παίζοντας
κομπολόι. Έβαφα με μαύρο μολύβι το κάτω μέρος απ ’τα μάτια για να με κοιτώ και
να ’χω την εντύπωση πως είχα κάνει κεφάλι ή πνιγόμουν στο πιοτό στραγγίζοντας το γυάλινο
μπουκάλι, νερώνοντας το αίμα με αλκοόλ.
Δεν άντεξα κι ούτε μια δικαιολογία δεν είμαι σε θέση να προφασιστώ.
Η θέληση νικήθηκε από τον εθισμό.
Συνάντηση σε μισή ώρα στην υπόγεια διάβαση, σε μένα σκόντο, τακτικός πελάτης, την πέτυχα σε
τιμή ευκαιρίας. Το σύνθημα γνωστό, από στόμα σε στόμα παραφρασμένο. Το ’χω σημειωμένο
σ ’ένα απόκομμα, χαρτονόμισμα απ ’την εποχή των δραχμών. Μου το’ δωσε η μάνα μου ένα
απόγευμα για ν ’αγοράσω παγωτό, της είπα δήθεν πως το έφαγα καθώς ερχόμουν. Ότι χρήματα
μου έδιναν τα κρατούσα, εξαγόραζαν στο ακέραιο την ηθική μου. Τα ’κρυβα κάτω από τις σόλες
των παπουτσιών, μ ’αυτά σχεδίαζα να φτιάξω έναν δικό μου κόσμο. Πόσο λάθος ήμουν, αν τον
έφτιαχνα με χρήματα θα ’ταν υλικός , γεμάτος νούμερα κι ανακυκλώσιμα αισθήματα.
Συνήθλα, όσα για χρόνια οχύρωνα σε μια στιγμή αμφέβαλα αν έχτιζα πόλη ή μνήμα.
Είχε αργοπορήσει, έκοβα βόλτες, ο νους μου συνέχεια στο ρολόι, συντροφιά μου κρατούσαν δυο
τρία ποντίκια, φαινόντουσαν πεινασμένα μα το μέρος που επέλεξαν να ψάξουν τροφή δεν έχει
μόνο κάτι κοντέινερ με εμπορεύματα και χρησιμοποιημένα προφυλακτικά.
Τον είδα να ’ρχεται λαχανιασμένος, τον είχαν πάρει στο κατόπι κάτι ανήλικα κλεφτρόνια, τους
φόβισε βγάζοντας σουγιά. Τώρα που τον κοιτώ καλύτερα δεν είναι παλιός γνώριμος, καινούργια
φάτσα στα λημέρια, τελευταία σα να μαζευτήκαμε πολλοί δε νομίζεις; Πολλοί.

Μετρημένες κουβέντες, τον ρωτώ πώς τον λένε.
-Γιούση, μου απαντά.
-εσένα;
-Νάκο. Ο μόνος δίχως ψευδώνυμο.
Στα γρήγορα η ανταλλαγή, δοκιμάζω με το δάχτυλο, μυρίζω τον καπνό, μοιράζω στις τσέπες τη
δόση, φετινή παραλαβή. Βγάζω ν’ ανάψω ένα τσιγάρο, ξέμεινα από σπίρτα, του ζητώ αναπτήρα
μου λέει άστο, έλα μαζί, έχουμε μαζευτεί στο σπίτι του Σίλα. Παρατσούκλι, τ ’ονόματά μας για
κείνες τις στιγμές τα ξεχνούσαμε, ότι μας πονούσε το αφήναμε πίσω, το καταπίναμε κι ύστερα σε
λεκάνες το ξερνούσαμε.
Και τα περισσότερα παιδιά, οι παλιοί, τα επίτιμα μέλη φορώντας κουστούμια κι άλλες νυφικά
είχαν αποσυρθεί σε δωμάτια ατομικά, με ξύλινο ταβάνι. Δεν ήταν μόνο η επιλογή τους που τους τα
’χτισε μα οι γύρω, πρόθυμοι στο να κρεμούν ταμπέλες. Άφησαν πίσω τους τη φήμη, αυτή που τους
στιγμάτισε, αυτή και τους οδήγησε. Μα αυτά είναι παιδιά και πριν προλάβετε να τους
τα χτίσετε, πριν λέω, κρεμάστε τη γλώσσα σας σε σχοινιά.
Το σπίτι του Σίλα στο επόμενο στενό, μια φορά είχε τύχει να πάω όταν από υπερβολική δόση τον
μετέφεραν στο νοσοκομείο. Την προηγούμενη μου’ χε δώσει τα κλειδιά όταν του είπα πως
μου’ καναν έξωση και δεν είχα που να κοιμηθώ. Από βδομάδα θα’ ψαχνα για λεφτά και σπίτι με
φθηνό νοίκι.
Όπως τότε έτσι και τώρα, ασυμμάζευτο, κουτιά μπύρας πεταμένα από δω κι από κει, οι τοίχοι
μαυρισμένοι με μόνη αφίσα εκείνη του John Lennon, η κουρτίνα από την καύτρα του τσιγάρου
μισοκαμμένη, σκόρπιες στο πάτωμα σελίδες, το κάλυμμα του καναπέ ζαρωμένο απ ’τα πολλά
τραβήγματα, το χαλί λεκιασμένο, το πόδι της καρέκλας στην οποία κούρνιαζε ο Γλάρος, έτσι
φώναζε το κουνέλι του σπασμένο, στο σύνθετο σκονισμένες φωτογραφίες, το τζάμι ετοιμόρροπο,
γύρω απ ’το παράθυρο κολλημένες ταινίες, στο πάγκο μια στοίβα από πιάτα άπλυτα, το καζανάκι
στην τουαλέτα χαλασμένο, ο νιπτήρας γεμάτος φλέματα κι εμετικό απ’ τις καταχρήσεις κι η
γλάστρα στη μέση, με το φυτό μαραμένο και με σπόρους που σε ζαλίζουν σαν τους καπνίσεις.
Εκεί μέσα τα ’κρυβε, όλοι σε κύκλο παίρνοντας ότι αναλογεί στον καθένα.
Με το που έμπαινες μύριζε ψοφίμι κι αλβανικό. Τους χαιρέτησα κι έκατσα σε μια γωνιά μακριά
τους. Μ’ αρέσει να τους παρατηρώ, πως με τέχνη στρίβουν το τσιγάρο, πως σαλιώνουν το χαρτί,
πως αριθμούν στο πόσοι θα κάνουν κάθε φορά, πως τσακώνονται αν κάποιος ρουφήξει παραπάνω,
πως στήνονται με τα χείλη σουφρωμένα για να τους κάνει ο δίπλα τ’ ανάποδο και κοφτό, πως
ξαπλώνουν ο ένας με στρώμα τον άλλον σαν τελειώσει η παρτίδα κι αρχίζουν τ ’αστεία, τις ρίμες,
τα γέλια, ν’ υποδύονται ανθρώπους που μισούν, να μιλούν για τα περασμένα, ν ’ομολογούν δικά
τους αμαρτήματα, να μασουλάν μαστίχες, πλάκες σοκολάτας και να ρωτά ο ένας τον άλλον αν
είναι καλά μ’ ένα χαστούκι στο μάγουλο. Όλο το βράδυ να ρωτούν μήπως και κάποιος δεν
ξυπνήσει. Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς. Μερικοί να κοιμούνται με το στόμα ανοιχτό χάνοντας
το θέαμα κι ένας γνωστός ως ο Αμερικάνος λόγω καταγωγής κρατώντας στο χέρι μια ροζ κορδέλα
να κλαίει απαρηγόρητος. Είχε πριν κανα χρόνο που’ χασε γυναίκα και γιο σε τροχαίο.
Όλοι τους εδώ μέσα αφήναν κι από έναν εσωτερικό αναστεναγμό ,για τους έξω τίποτε παρά λύπης
μειδίασμα. Όσο περνά ο καιρός τα τραύματα φαντάζουν κύματα σ’ έναν μαύρο ωκεανό.

Το βλέμμα μου σκάλωσε, είναι από κείνα που ψάχνονται, τριγυρνούν, παρατηρούν συμπεριφορές,
φτιάχνουν σχήματα, ακολουθούν ίχνη, προσβάλλουν τη σύσταση, χαρακώνουν την έκφραση,
εκμαιεύουν τη δύναμη, προμηθεύουν στην αλήθεια τη μύηση.
Δε σταμάτησε να κοιτά την κορδέλα, του έκανε εντύπωση ο τρόπος που γυρνά, τα δάχτυλα που
ενώνονται για χάρη της κίνησης. Τα χείλη του ερμητικά κλειστά, πότε πότε τ’ ανοίγει σα βήχει.
Κουράγιο δεν έχει, δεν καταπίνει τον καπνό, τον φυλακίζει. Πόσες λέξεις; Φτάνει στ ’αυτιά μου ο
αχός. Μιλά για κείνη, της εξομολογείτε τον καημό. Παύση, αρχίζει το νανούρισμα, ένας χρόνος ην
αυτός, το πρώτο δόντι, το μεγάλωμα, η ερώτηση, η απάντηση στην απορία, το χάσμα, η μελέτη, η
αφετηρία. Σηκώνεται, ακουμπά στην πλάτη του καναπέ, βγάζει τη ζώνη, κρατά στη χούφτα το
ενθύμιο. Τον βρήκε το πρωί κατάχαμα. Βίωνε τη δίκη του μοναξιά κι εγώ μες του μυαλού μου το
βυθό να φλερτάρω μ’ αυταπάτες. Έχω χάσει τη φαντασία μου, τον ύπνο μου, ξαπλώνω και προτού
κλείσω τα μάτια τινάζομαι πανικόβλητος.
Ήμουν παρών δες της μίλησα, την είδα.
Η μοναξιά δεν είναι γυναικά της μιας βραδιάς, είναι απ ’αυτές που φιγουράρουν ως μόνιμες, στην
ουσία σε κανέναν δεν ανήκει. Φθηνή σάρκα στην αγορά. Άλλοι την πολιορκούν και σ’ άλλους
ρίχνεται. Ξέρει κόλπα περίεργα, από τη μία σου φέρεται τρυφερά, παρήγορα κι απ ’την άλλη
βίαια, σαρκαστικά. Το κορμί σου μουδιάζει και τη λογική σου νεκρώνει. Η μοναξιά σιωπά, δε
φεύγει μέχρι να σε δει να τελειώνεις κι ύστερα στα δίνει να τα φας. Έχει λαιμό που γυρίζει και
πρόσωπα δύο. Για να σε δελεάσει σου δείχνει τ ’όμορφο κι όταν σε κάνει υποχείριο της σε τρίτους
ξεμπροστιάζεται. Στην αρχή σου κανονίζει ραντεβού την ίδια ώρα, όσο τη συνηθίζεις σου
φορτώνεται, τη βλέπεις να κοιμάται, να ξυπνά, να πλένεται, να τρώει, να πηγαίνει στη δουλειά, να
μεγαλώνει, μέρα με τη μέρα να μεγαλώνει. Δεν πεθαίνει ,πρώτος εσύ, ούτε τότε απελευθερώνεσαι
από τα δεσμά της. Κλούβιο σώμα, άχαρη τέφρα. Μην απορείς τι σου λιμπίστηκε, δε σε βρήκε από
μόνη της, τη μοναξιά στην κληροδότησαν τ ’όνειρά σου.
Αρκετά ξενύχτια αναζητώντας αντιστάσεις προκειμένου ν’ αποδεσμευτώ απ’ της μοίρας την
επιταγή. Το πρόσωπο λόγω συνήθειας πωλείται ως αντίκα. Ενοικιαζόμενος ο χώρος της ψυχής.
Άκαιρο παιχνίδι η παντομίμα. Μετείχα στα δρώμενα ,χειροπιαστό εν ζωή λάθος, το προσπερνώ
αβίαστα. Κρατούμενος στα ύστερα ο χρόνος, έχουν τόση ισχύ που η ισόβια κάθειρξη στην οποία
καταδικάστηκε η κατώτερη φυλή να φαντάζει στιγμιαία.
Σκέψεις συγκεχυμένες, αναπόδεικτες εικασίες, αποχή από τα τετριμμένα. Φρένο και επί τόπου
στροφή καταργώντας την ευθύνη. Ακρωτηριασμένες οι αφίξεις απ ’το χθες, στο άγονο τοπίο της
θλίψης μαινάδες κατασπαράζουν διψασμένα κορμιά. Ερυθρές κηλίδες με πλημμύρισαν. Στο
σκηνικό της σφαγής, άλλοι ημέρευσαν τη στάχτη κι άλλοι πάλεψαν με τη σιωπή. Ακροβατούν
ωσάν αθύρματα στου λογικού το παραπέτασμα τα επίγεια λόγια μ’ αδυνατούν.
Εγώ στους πρώτους, έπαψα ν’ αποτελώ ιδιοκτησία, ανεπηρέαστος από σύνορα βαδίζω στο
ανερυθρίαστο της ψυχικής μετουσίωσης με το αδέσμευτο πνεύμα, αρωγός ενέργειας υπό τη μορφή
διαύγειας.

Ανάβω το τρίτο κατά σειρά, κάτι είχε απομείνει στη γλάστρα, ξέρω πως κανείς δε θα ξυπνήσει
ζητώντας μου τα ρέστα. Πήρα όσα έδωσα όχι όσα πλήρωσα. Απ ’το μέσα δωμάτιο ακούγονται
βογγητά, το ζευγαράκι της παρέας η Μόνα και ο Τίμος από τι φαίνεται έχουν ορέξεις. Δεν
ακούμπησαν, δε ζήτησαν, έρχονται μόνο για να βρουν άνετο κρεβάτι, κουράστηκαν στ’ αμάξι και
στα πάρκα.
Μισής ώρας η λεγόμενη διαδικασία ανασκαφής, μετακινούν μετά κόπου την πέτρα, στο φως
ένστικτα αρχέγονα. Σκέφτηκα πως δε θα απασχολήσουν την ηρεμία μου για πολύ. Χρονομετρώ,
κράτησε λιγότερο απ ’όσο περίμενα, ήταν τέτοια η ανάγκη που δεν αρκέστηκε στη μία φορά, στην
κατ’ εξακολούθηση.
Η ένταση στη φωνή δυναμώνει, τα ένθερμα λόγια, ο πόνος που λυτρώνει ,η ολοκλήρωση ως
αντίδραση του οργανισμού απέναντι στο φαινόμενο της ένωσης. Αφήνω στο χερούλι της πόρτας
μια πετσέτα που βρήκα πρόχειρη στο μπάνιο και βγαίνω στον ακάλυπτο.
Το κρύο τσουχτερό, το βαρέλι άδειο, το ξύλο νοτισμένο, έβρεξε. Πεδιάδα της γης μου το σκοτάδι,
αναζητώ ουρανό, βρίσκω της Ίριδος το ποτάμι, ύφασμα ραμμένο σε ζωηρά χρώματα, το κουβάρι
ξετυλίγεται, η τελευταία διπλοβελονιά. Γύρω μου θάμνοι, καλύπτω το κάτω μέρος με φύλλο
συκιάς, σα να με καταδιώκουν, σιωπηλός αντιλαμβάνομαι το φύσημα, τη γλώσσα που κεντράρει.
Αναλαμπή, η σήμανση. Ο συνειρμός υπαινίσσεται πως είναι πολύ κοντά, η αγωνία εντείνεται,
νοιώθω ήδη τη γάμπα μου να πονά, την ουρά να ελίσσεται. Το υποσυνείδητο βάλλεται από το
ακράτητο, αιφνιδιάζω το φόβο, εξυπηρετεί συναισθηματικούς κανιβαλισμούς ώστε η ήττα
ν ’αποτελέσει το αναμενόμενο.
Επαναλαμβανόμενοι ψίθυροι, τα τεκμήρια, το στομάχι άδειο, το ζουμερό εκχύλισμα, η σάρκα η
ομοαίματη, η ατιμωρησία από τους προβοκάτορες της εξουσίας. Η γεύση στο στόμα έμεινε, το
κουκούτσι τραυμάτισε τον κυνόδοντα, το κτήνος έρεψε. Η παλάμη χαϊδεύει το άγγιγμα, απαλά με
ζεσταίνει, ακινητοποιώ το χέρι, δε μοιάζει ξένο, είναι εκείνη, εξισώσω τη στιγμή της συνάντησης
με τη διάρκεια της αιωνιότητας.
Πλησιάζοντάς με νοερά ένιωσα την αύρα της, δε σερνόταν στα ανθρώπινα δάπεδα, μυρωδάτος ο
βασιλικός που είχε ως ρίζα το φιλί της. Διέκρινα πως το πηγούνι της δεν ήταν λασπωμένο,
στ ’αυλάκια καθόταν πίνοντας οίνο απ’ τον ανθό ενός κάκτου.
Τη ρωτώ πως τη λένε, Βιλελμίνη τ ’όνομά της.
Το δέρμα της λευκό, το πρόσωπό της αλαβάστρινο, το βλέμμα της θαρρείς φαντό, ανθοστόλιστο
απ ’της μοίρας το κάνιστρο. Τα μαύρα της μαλλιά σκεπάζουν τον ουρανό, ήλιο δε βλέπω, ο ήλιος
μες τα μάτια της, άλλος κανείς δεν τα’ δε. Μάτια Αλισβερίσια ,σπινθόδειρα απ 'του έρωτος το λίβα,
ιερόγλυφα με του κάλλους τα περίσσια, προς το θάμπος της Πολύμνιας ορμήσια, στοιχειωμένα
απ 'του λυκόφως τη σαΐτα, μελωμένα απ 'του πάθους την αλήτρα. Μάτια φερμένα απ 'άνεμο.
Φορά χιτώνα μακρύ, στους γοφούς τυλιγμένο ένα ιμάτιο, οι ώμοι της ελεύθεροι, κολλημένος στο
σώμα της, δίνει την εντύπωση βρεγμένου ρούχου, ζωσμένος κάτω από το στήθος με το αριστερό
της χέρι να κρατά το κέρας της Αμάλθειας γεμάτο καρπούς και στάχυα. Πλάι της δύο γενειοφόροι
δράκοι, φλόγες πετούν αν κάποιος την πλησιάσει. Τους δίνω τροφή και νερό, σα χορτάσουν τη
λύρα άφησα να παίζει ν ’αποκοιμηθούν.

Άρωμα δεν έχω, στο πέτο έσταξα λίγο κονιάκ με μια μονάχα ρουφηξιά να τη μεθύσω θέλω κι
ομολογώ πως απείραχτη θα ξυπνήσει τ’ άλλο πρωί στην αγκάλη μου. Δειλά την προσκαλώ σε
χορό, περνώ το χέρι μου γύρω, φέρνω το κεφάλι της στον ώμο, κυλά ένα δάκρυ, σταλάζει στα
ρόδινα σαν το ρετσίνι. Με θέρμη την ασπάστηκα σα γεύση από κίτρου ώριμου ανάερη ειμαρμένη.
Δεν πονώ πια, παρακαλώ το χρόνο να σταματήσει. Συνοδοιπόρος του ουράνιου αστέρα που
κατοικεί στις κόρες ενός πολυταξιδεμένου μου καιρού. Η ψυχή πλημμύρισε από αισθήματα
αναδυόμενα από τις πιο κρυφές εσοχές του εαυτού, τρέφονται από την ανάγκη και ξεδιψούν από
τη μαρτυρία, σέρνονται στο βρεγμένο χώμα των αισθήσεων αποζητώντας την ανοσία απέναντι σε
κάθε σφαλλόμενη πληγή της πνευματικής και σαρκικής ελευθερίας η οποία και προσβλήθηκε από
το δέσμιο φύλακα των παθών.
Κρατώ τη μέση της σφιχτά, απ ’το δάχτυλο κόσμημα δε λείπει, η πέτρα στενεύει ,χώρο κάνει ν’
απλωθεί η άμμος η παχιά. Στης λίμνης την πόα στρώνω πέπλο ιλαρό να ξημερωθώ στο πλάι της
μ ’ανάσα θολωμένη.
Τη θαύμασα, υπέκυψα στο κάλεσμά της, βυθίστηκα στην άβυσσο του ερωτισμού μαγεμένος από
τους στίχους ενός μελοποιημένου ποιήματος που γράφτηκε με πένα το κορμί της.
Το απαγορευμένο ούτε στιγμή δε δίστασα να μοιραστώ με κείνη. Με την πρώτη δαγκωνιά
ξεχείλισε η πλάση από ηδονίζων αερικά, γονάτισαν προσκυνώντας τη θεία της χάρη.
Γυμνοί κατηφορίσαμε προς τον Άδη κρατώντας στα χέρια τις περγαμηνές για το αλάθητο, στην
ψυχή αναγράφονται ως νομοί, στη σχισμή ως λαβές. Μαζί της θα καίγομαι στο ίδιο καζάνι.
Το πεπρωμένο νικά το θάνατο.
Πέρασε καιρός από τότε, να’ ταν άραγε αλήθεια ή αποκύημα της φαντασίας μου;
Στην πραγματικότητα ήταν μια νύχτα άγριου έρωτος με μία πληρωμένη. Η ωραιότερη νύχτα της
ζωής μου, η γνωριμία με τον έρωτα στο πρόσωπο μίας γυναίκας. Τ’ όνομα της όντως αυτό, οι
πελάτες τη φωνάζαν Μήνα, μόνο σε μένα αποκάλυψε το βαπτιστικό ,έλεγε πως απ ’το δικό μου
στόμα ακούγεται τόσο όμορφα.
Δεν ξέρω αν τελικά ο νέγρος πήγε στον παράδεισο, εγώ όμως μ’ αυτά τα χρήματα που μου ’χαν
απομείνει πήγα, όαση ο παράδεισος κι οι αναστεναγμοί της κόλαση.
Κίνησα ένα βράδυ ρέστος από τσιγάρα κι από ελπίδες να την ψάξω, βαστώντας στα χέρια δυο
κλαδιά κι έχοντας τη μυρωδιά του γράσου περπάτησα σ’ υπόγειες στοές και χαλάσματα μήπως το
φως της βρω κι απ’ το χώμα το ξεθάψω, μάταια σκαλίζω τη σκόνη.
Την επομένη έμαθα πως την είχαν δολοφονήσει.
Επιστροφή στον τόπο του εγκλήματος, όχι όμως το δικό μου χέρι αυτό του φονιά, εγώ μέρος της
εκδίκησης. Χλώμιασα, εκπυρσοκρότησε τη σφαίρα, στ’ άδυτα ακούστηκε ο απόηχός της.
Πέρασε στο αντίπαλο στρατόπεδο, καιρός μου να καθαρίσω την κάνη.
Ο κρότος, το λαξεμένο αστέρι, το συθέμελο πάθος, το γράμμα απ ’τ’ Αλγέρι, το σκυθρωπό
θάμπος, το θρυμματισμένο κοχύλι, τ ’αλαφιασμένο περιστέρι, οι αποχαιρετιστήριες λέξεις,
τ’ άλικο δείλι, το τρομαγμένο αγρίμι, ξαπλώνει στη χλόη, στα λυτά της μαλλιά.
Σα να μου παρών, τα χέρια μου την κράτησαν στην αγκαλιά τους, το αίμα και τα δάκρυα γίναν ένα
δημιουργώντας μια θάλασσα από λόγια, όσα λόγια δεν πρόλαβα να της πω.

Θα τραβώ κουπί μέχρι να βρω στεριά, πεινασμένος, αφυδατωμένος, μα η αλμύρα θα με θρέφει.
Προσμένω καρτερικά να νυχτώσει, στον ήλιο η πυξίδα δείχνει δύση μα για μένα κείνη ήταν η
ανατολή. Θα ρίξω την άγκυρα σ’ απόμερο λιμάνι πλάι σε κάτι στοιχειωμένα και τα σχοινιά θα
τραβήξω, ο απόπλους της ψυχής μου εξέδωσε φιρμάνι να εγκαταλείψω τα εγκόσμια νερά και
ν ’αποικήσω στο νησί της. Μαζί θα κατευθυνθούμε προς τον ιερό βωμό κείνου του πολιούχου
ερημίτη που θυσιάζοντας τα βέλτιστα άγγιξε το στέρνο της μνημοσύνης.
Κατάκοπος να κατεβαίνω απ ’την ψηλότερη κορφή, νοσταλγώντας τη, να περπατώ σε μονοπάτια
στενά, παχύς ο ίσκιος, μου κρύβει τη θέα. Βρίσκω ράγες, πάνω τους διαμελισμένα κορμιά, στα
μπράτσα χαραγμένα αρχικά, ενθύμια πολέμου, τρένα σταματημένα, παντού αποσκευές.
Τα στήνω σε σειρά, ένα κοντάρι περασμένο στη μέση για το καθένα και μένει όρθιο.
Βγάζω απ ’τη βαλίτσα τα ρούχα που ’χα πάρει γι’ αλλαξιά, κάρβουνο στο βαγόνι, το πόδι
πατημένο στο συμπλέκτη, ανάβω τη μηχανή, σε ευθεία πορεία το τιμόνι. Ο μοναδικός επιβάτης με
σημαδεμένο εισιτήριο. Η ημερομηνία σε έτος δίσεκτο, ζυγός ο αριθμός κυκλοφορίας.
Προσπερνώντας τα με ταχύτητα τ’ απογυμνώνω από τι το περιττό, σα ντόμινο πέφτουν, σε κάθε
μια στάση ανθρώπινα οστά, ο χνώτος ζεστός, το νύχι μπερδεύεται στη ρόδα, τη γνάθο παρέσυρε ο
συρμός, διακεκομμένα τόξα, πορεία δίχως χάρτη και οδό.
Αχνοφένεται στον ορίζοντα το μέρος, η ευχή πραγματοποιήθηκε.
Μόλις που είχε γυρίσει προς τη μεριά της πόρτας κι έδενε στη φόρμα του τα κορδόνια, η στιγμή
που έγειρα στο μέτωπό της, διαδεχόταν η μέρα τη χάση.
Για μήνες βυθισμένος στη σιωπή, να μιλώ στους άλλους σε γλώσσα ξένη, δε σκεφτόμουν λογικά,
αισθανόμουν. Όταν αισθάνεσαι δε σταματάς να σκέφτεσαι, σκέφτεσαι συναισθηματικά, λιγότερο
νοητικά περισσότερο ουσιαστικά συνήθως όταν αυτά εκδηλώνονται. Συμπεριφέρεσαι με τρόπο
διαλλακτικό. Ελέγχεις μα δεν αυτοελέγχεσαι. Όλα είναι θέμα τακτικής κι ακολουθίας, από ποιο
παίρνεις τι και με τι το ενώνεις. Αν επιτευχθεί η συγκόλληση τότε μαθαίνεις να περπατάς, να
ισορροπείς, τότε μαθαίνεις να μιλάς μες απ ’τη σιωπή. Ποιος είπε ότι η σιωπή δεν έχει φωνή;
Η σιωπή εκφράζει τις πιο ανομολόγητες σκέψεις, θορυβεί περιέργως οδηγώντας το νου σε
σύγχυση. Ποιος είπε ότι δε μιλά; Μιλά ακατάπαυστα για ώρες, μέρες, χρόνια.
Κανείς δεν είναι σε θέση να την περιορίσει, τελείες δεν έχει, σε περιόδους δε χωρίζεται και στις
λέξεις όλες τις συλλαβές τονίζει. Μέτρο δεν ακολουθεί, τη γλώσσα δε μεταχειρίζεται, τα
αισθήματα απλοποιεί σε αθύρματα της ψυχικής ακοής κι απ ’το έλλειμμα απομυζά. Προκαλεί και
προκαλείται. Όταν σωπαίνεις δεν παύεις να μιλάς, όταν μιλάς παύεις να σωπαίνεις.
Aπ ’τη σιωπή που βίωνα ζητούσα απαντήσεις σε ερωτήσεις που δεν επιδέχονταν απάντηση.
Αναζητώ ακόμη το γιατί με τρόπο ρητορικό που δε θα εξαρτάται από τη σημασία του πρέπει μα
από του αγνώστου το ανεξάρτητο δυνατό. Η απάντηση δε χρίζει μαθηματικής σκέψης αλλά μιας
γεωμετρικής ευρεσιτεχνίας που θα σχεδιάσει στο φαύλο κύκλο της ζωής ορθές γωνίες με άξονες
δύο ίσες αποστάσεις από το πριν και το τώρα. Το κάποτε είναι αμβλεία γωνία και σχετίζεται με τις
τετραγωνικές ρίζες της νοητικής ηλικίας προς τη μεταβλητή της μαζικής νοοτροπίας, οπότε δεν
αποτελεί έναν σίγουρο παράγοντα που θα επέτρεπε το προφητικό χάρισμα.

Τα φύλλα του ευκαλύπτου άρχισαν να παίρνουν χρώμα, φαβώδης ανάμνηση σε δικότυλο σώμα.
Ξημέρωσε, το τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα, η φωνή βραχνιασμένη, το στέρεο από μέσα ακούγεται
στη διαπασών. Η παρέα το ’χε διαλύσει, μόνος ο Σίλας τραβούσε ακόμη λίγο καπνό.
Επέστρεφα σπίτι, βγήκα στον περιφερειακό, έκανα σήμα σ ’ένα ταξί να σταματήσει, δε με πήρε,
μάλλον ο οδηγός του φοβήθηκε, η ώρα ήταν τέτοια, εγώ φαινόμουν κάπως, η εποχή μια απ’ τα ίδια
επόμενο κι έφυγε.
Περπατούσα δίχως σκοπό, δε μ ’ενδιέφερε τι ώρα θα φτάσω, άλλωστε κανείς δε με περίμενε.
Σταματώ σ’ ένα ταχυφαγείο να πάρω κάτι πρόχειρο, μέρες νηστικός. Ο μαγαζάτορας με κοιτά
λοξά, με ρωτά τι θέλω, του απαντώ με τα λίγα ελληνικά που ήξερα εκείνη τη στιγμή ένα από τα
σάντουιτς που είχε στη βιτρίνα. Δείξε μου τα χρήματα πρώτα, μου λέει, τα βγάζω απ ’την τσέπη
του μπουφάν και του δίνω, τα μετρά να δει αν είναι σωστά. Το παίρνω και φεύγω. Ποιος μπαίνει
να κλέψει επτά το πρωί; Ποιος με τα χέρια άδεια; Ποιος δίχως δόντια έχει δύναμη να δαγκώσει το
ψωμί;
Καθιστός σε μια κούνια κάθε μπουκιά κι από μία ώρα, άκεφα κέφια, απλανές βλέμμα, φριχτός
πονοκέφαλος, κουρασμένο το σώμα, άνευρο κλίμα, στρίμωγμα σκέψεων, το μυαλό σε ντελίριο,
αλησμόνητα αισθήματα. Με την κίνηση πέφτει η χαρτοπετσέτα σκύβω, ένα παιδί που έπαιζε εκεί
γύρω τρέχει και μου πατά το χέρι πριν την πιάσω, μια γυναίκα του φωνάζει κι ένας άνδρας
παρκάρει το αυτοκίνητο. Όλα γύρω μου σκοτείνιασαν, βρέθηκα με το κεφάλι κάτω, νόμιζα πως
έχασα το φως μου ώσπου….
Ξύπνησα εδώ, ρώτησα το πώς και ποιος μ’ έφερε, με βρήκαν λέει στο δρόμο να φωνάζω
βγάζοντας απ’ το στόμα αφρούς, είχα μόλις επιτεθεί σ ’έναν άνδρα, είχα παρενοχλήσει μια
γυναίκα κι είχα κλέψει το παγωτό από’ να μωρό. Του έμοιαζε, είχε τα μάτια της, ήταν όπως τότε,
τάχα μου δροσερό γλασαρισμένο με γεύση από λεμόνι.
Δεν ξέρω κι εγώ που βρήκα το λοστό, ίσως δίπλα από κάνα χτυπημένο ζώο ή ως σημάδι στο
θώρακα κάποιου φίλου που το φως της κολώνας τον πρόδωσε κι έγινε αντιληπτός. Πλησίασε προς
το μέρος του, λέγοντάς του κοροϊδευτικά « ωραίος καιρός » και μέχρι να το πάρει είδηση του ’χε
φορτώσει δύο αδικήματα στην τιμή του ενός. Τον έσυρε ως το τμήμα και δέχτηκε επαίνους για το
κατόρθωμα.
Το κομπολόι έσπασε οι χάνδρες του σκορπίστηκαν, δεν έχω με τι ν’ απασχολώ το χέρι.
Ένας μήνας εδώ, μες αυτό το κρύο κελί έχοντας στο ενεργητικό μου δύο απόπειρες και μία
συμμετοχή σε ομαδική απόδραση. Του παρελθόντος το αδίκημα παραγράφτηκε.
Καταδικάστηκα, ο άνδρας υπέκυψε στα τραύματα. Στην ομολογία μου κατέθεσα πως δεν ήμουν
εγώ, μια άλογη δύναμη ώθησε το χέρι να πράξει. Η κίνηση του προσώπου, η εξωτερίκευση του
ενστίκτου που τη δεδομένη στιγμή δεν παράγει, νοσεί. Το κορμί κρατείτε πίσω από τα κάγκελα μα
η σκέψη είναι πιο επικίνδυνη δε χειραγωγείτε. Είναι ουτοπικό να ομιλούμε για ισόβια κάθειρξη
εφόσον η σάρκα με την πάροδο του χρόνου φθείρεται, γίνεται ένα με το χώμα, δεν εκτίει την
ποινή. Αν ήταν δυνατόν οι αρχές ας έφτιαχναν φυλακές για το πνεύμα, μα το πνεύμα δε
φυλακίζεται, αέναο στο χώρο-χρόνο.
Ο άνθρωπος παραμένει ελεύθερος, μονάχα εκείνος που ασπάζεται την ύλη της ύπαρξής του
φυλακίζεται. Ολόσωμο το δικαστήριο αναφώνησε, ένοχος ο κατηγορούμενος

Το αίμα πήζει, τα χρήματα τα ξόδεψα, σ’ άλλους δίνουν όσα παίρνουν σε μένα τίποτα παρά ένα
σαπούνι, ούτε τόσο δα να ξεγελάσω τον εαυτό μου. Τα ουρλιαχτά μου δεν άντεξαν από την
απομόνωση με μετέφεραν στη νοσοκομειακή μονάδα του ιδρύματος που λειτουργεί και ως κέντρο
απεξάρτησης. Με τάιζαν ελαφρά, με κοίμιζαν σχεδόν όλη μέρα χορηγώντας μου αναλγητικά χάπια
και μου παρείχαν ψυχολογική υποστήριξη για τις ώρες που είχα τα ματιά ανοιχτά και καταλάβαινα
το τι συμβαίνει γύρω μου, το τι συμβαίνει μέσα μου.
Νεαρής ηλικίας η ψυχολόγος κοντά στα 27 μικροκαμωμένη με μια ελιά στο κούτελο.
Με επισκεπτόταν τα απογεύματα, μια ώρα και ο χρόνος τελειώνει πάντα στους παρά. Αρνιόμουν
να την κοιτάξω στα μάτια, της μιλούσα και δε πίστευε, καλούσε συνέχεια το γιατρό και ο γιατρός
την ασφάλεια και η ασφάλεια….. Εγώ παρακαλούσα το θεό να με πιστέψει, τα λόγια μου δεν
πρόσεχε, της έλεγα τ’ ακούς; Το σκύλο που τις νύχτες νιαουρίζει τον ακούς; Τις καμπάνες που
χτυπούσα στο ξωκλήσι τις ακούς; Εποχή κυνηγιού, να μαζευτούν όλοι γύρω απ’ το σπίτι. Βλέπεις;
Στα έξι μέτρα τους εκτελούν. Τις μύτες που ματώσαν τις βλέπεις; Η ευχή δεν πραγματοποιήθηκε,
μόλις κατέβηκα συνάντησα ωχρούς κι η γη ξέρανε. Τους δράκους που ξυπνήσαν τους ακούς; Τον
πυροβολισμό και την κραυγή της γυναικάς τ’ ακούς; Τις σκιές που περιφέρονται; Τους νεκρούς
μες απ’ τις φλόγες ν ’ανασταίνονται τους βλέπεις; Τους δικούς μου νεκρούς.
Τ ’ακούς; Τις έλεγα. Τα βλέπεις; Όσο εκείνη έφευγε.
Έμεινα μόνος, απέναντι μου εγώ, ν’ ακούω όσα βλέπω, να βλέπω όσα ακούω.
Το δαιμόνιο ξύπνησε, καιρό τώρα με κατασκοπεύει, παραμονεύει πίσω απ’ την κουρτίνα. Η
επιμονή του με φοβίζει σαν κάτι να ψάχνει που το ’χω εγώ. Παύει για λίγο το παραμιλητό,
αναζητώ μέρος να κρυφτώ όσο κι αν τρέξω θα με πιάσει, ότι κινούν πόδια δύο, εύκολη λεία.
Λησμόνησα, οικία μανδρωμένη εδώ που είμαι, απ’ όπου κι αν κοιτάξει θέση δε θα βρει, έθαψα
πρώτος. Ένα δεν είναι, μπορεί και γεννά. Μου έκλεισαν την είσοδο με δόλιο τρόπο, ισχυρίστηκαν
πως ο χώρος ην ιερός κι όταν ο νους μου σκαρφάλωσε δεκάδες ήσαν τ’ αγκάθια, τα πέρασα σα
στέμμα στο κεφάλι, τους κροτάφους με τ’ ακροδάχτυλα πίεσα και σφάλισα τα χείλη να μην
ακουστεί η φωνή.
Εισήλθα από παράθυρο που ο αγέρας τ ’άφησε ανοιχτό κι ο χρόνος το μεγάλωσε. Με τ ’ανάσκελα
μπήκα, ακόνισα τα ούλα, μ ’αυτά έγδαρα την ψευδοροφή. Δε μόλυνε η παρουσία το χώρο, ο χώρος
ήδη είχε μολυνθεί από την απουσία, έτη φωτός μακριά .Δε θέλησα να φύγω από μόνος, συνήθισα,
ωραίο που ην το σπιτικό μου, τι κι αν δεν είχα σε κάποιον να πω το συχώριο, εκεί στα σκοτεινά μ’
απίθωνα.
Με βρήκαν σε αναμφίβολη τροχιά ,βρέφος σε ημίαιμη αυγή. Στο λευκόσωμο ον ορμούν
μανιωδώς, απέσταξαν απ ’το φλεβίσιο το καθάριο αίμα, κόρωσαν την πείνα τους με ότι το παχυλό.
Τα εδάφη της αλήθειας ανακηρύχθηκαν σε φέουδα, σπέρνουν στο άγονο τοπίο τα εσκαμμένα.
Μοιρολογούν στις Αχαρνές, σωπαίνω, γελούν οι ηδονές, σε κορμί με καλουπώνω, ξεχνούν οι
άνθρωποι, αργά σαπίζω.

Η νύχτα είναι μακρά, το ουρλιαχτό όσο πάει και δυναμώνει, αιμοβόρο πλάσμα, με πόσους ακόμη
θα είσαι ευχαριστημένο; Κι αυτών οι φωνές μιλούν μα δεν είναι τόσο ηχηρές. Κουρελήδες
δεκάρες στο τρύπιο πετούν, ξεθάρρεψαν. Τ’ ακούς; Ο νέγρος γελά, η γυναίκα ευγνωμονεί το θεό
που δεν το πήρε, οι δύο που μου’ πιασαν τη θέση γρονθοκοπούν μια γριά που τους πούλησε
ακριβά χαρτομάντιλα, το πλήθος θυμιατίζει το νεκρό, ο ουρανός παίρνει χρώμα κυανό, τα
σύννεφα ζωγραφίζονται από βαμβάκι και το φεγγάρι παίρνοντας βόλους απ’ το γιαλό παίζει
πάνω στο παγκάκι. Ακούς; Βλέπεις;
Χαμογελώ, αντίκρυ μου εκείνη, κάθεται στην πρύμνη του καραβιού, ένδυμα υφαίνει, το ντύμα της
αγάπης, το φορετό του έρωτα. Ολόγιομη, γλυκόπιοτη, τα άκρα με λυγμούς μυρώνει, στα χέρια
φυλά την ασημένια σκόνη. Απλώνει χέρια σαν πανιά, μαζεύει του πελάου τη γύρη, ταξίδι δίχως
ναύλα με συνοδοιπόρο της σκέψης το εσύ, ούτε ο κανείς δεν ξέρει το που πατούν τα βήματα, σκιές
που θρέφουν τα μνημονικά, επιθήλιο δίδαγμα το γνώρισμα της προσφοράς προς τ ’αδύναμα μέλη
που κινούν τα νήματα.
Περνά στη στεριά, ο θόρυβος απ’ το κατρακύλημα της πέτρας εκκωφαντικός. Το χάδι βλέμμα
στενάχωρο, καρπός απ’ της βέργας το χτύπημα στα δυο κομμένος.
Για καιρό εσήκωνες στους ώμους τη συγκομιδή μιας ολάκερης ζωής, ο χρόνος μαντατοφόρος
προαναγγέλλει με σήμα τις εποχικές διόδους πως ασφάλτωσε δρόμο. Με το κατάλληλο βύσμα
χώρος άπλετος.
Συνοφρυωμένα τα κύματα, δίχτυ έριξε τ ’αγέρι, απολαλιές. Βοώντας τ’ αφροδίσια με όρκισαν να
λύσω τις σπονδές. Ο άνθρωπος θ’ ανταμωθεί με τον άνθρωπο, μασώντας μια φλούδα, τ’ άλλο θα
γίνει μισό.
Όση δύναμη μου περισσεύει αγγίζω ότι το ξένο πάνω από το χώμα σαλεύει, απόκρυφο στης
παλάμης τη ρογμή. Τραβώ την κουρτίνα, απ ’τη σπιρτάδα της ματιάς μου παίρνει φωτιά, απέμεινε
η στάχτη στα τσιμέντα.
Διαβαίνω την πύλη μακαρίζοντας. Η ανάσταση πατήρ ήλθε, ουχί απ’ τον σωτήρα τοιούτο
βλάσφημα, στη θέση αυτού ο νεανίας απόγονος της μητέρας ενοχής. Θανατώθηκε τη μέρα που οι
χτύποι κώφοσαν τη μνήμη. Δεν άντεξε, εστράτευσε τη θλίψη και αναλήφθηκε εκ των πονηρών,
ντυμένος στα ταπεινά. Στο σκαμνί της ζερβού δοκού εκάθισε, πλάι στον εσταυρωμένο.

.
Πρωί Σαββάτου, ώρα εννέα και πρώτα λεπτά, η νοσοκόμα περνά στα βιβλία τη λογοδοσία,
ετοιμάζει τις ηρεμιστικές ενέσεις και επισκέπτεται τους θαλάμους. Ελέγχει ένα προς ένα τα
δωμάτια, τελευταίο αφήνει αυτό του Νάκου. Οι φωνές της ξυπνούν τους ασθενείς, καλεί το γιατρό
και επόπτη του ορόφου. Όλοι σπεύδουν να δουν τι συνέβη, το θέαμα αποτρόπαιο. Ο Νάκος
αιμόφυρτος στο πάτωμα με το σώμα του γεμάτο τρύπες, το κουτάλι λυγισμένο, μ’ αυτό τις άνοιγε
σαν κάρφωνε τη βελόνα όσο περισσότερο αίμα να χυθεί. Ο γιατρός απευθυνόμενος στη νοσοκόμα
τη ρωτά αν τον πρόλαβε ζωντανό και αν της μίλησε. Αναστατωμένη του απαντά ναι.
Zεστός ακόμη της είπε «ΜΗ ΜΟΥ ΦΟΡΕΣΕΤΕ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙ » .
Στην κηδεία παρέστη μόνο ο Σίλας, του το χρωστούσε. Απ’ τη μάστιγα ξέφυγε, γύρισε στο
πατρικό του στη Λέρο όπου και ζει μέχρι σήμερα με παρέα το Γλάρο και τη σύντροφό του
Βδέλλα, έτσι την ονόμασε, δεν ξεκολλούσε από πάνω του. Ο Γιούσης έκανε καριέρα ως βαποράκι,
η γνωριμία του με τα μεγάλα κεφάλια δεν τον ωφέλησε, έβγαλε αρκετά χρήματα, τα σκόρπισε.
Τώρα θα τον δει κανείς να ζητιανεύει παριστάνοντας το τυφλό μετανάστη.
Το ζευγαράκι της παρέας χώρισε. Η Μόνα μετά από χρόνια παντρεύτηκε κι έκανε δύο παιδιά.
Ο Τίμος δεν την ξεπέρασε ποτέ, δουλεύει το πρωί στην οικοδομή και τα βράδια κάνει αρπαχτές ως
ντελιβεράς.
Τον Αμερικάνο τον βρήκαν μαχαιρωμένο στην ντουλάπα μετά από εφτά μέρες. Στην αστυνομία
τηλεφώνησε η αδελφή του, είχε χάσει τα ίχνη του. Το άρωμα στην κορδέλα ξεθύμανε, οι κλωστές
ξέφτισαν. Το μαχαίρι δεν έφερε τα δικά του δαχτυλικά αποτυπώματα, της το ζήτησε και το’ κάνε.
Η μοναξιά του τον σκότωσε.

ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΝ ΟΛΑ