You are on page 1of 11

Η μεγάλη καλύβα της Κούγκας

ΤΟ ΚΡΥΟ, εκείνο το Δεκέμβριο, ήταν δυνατό. Η διαμονή στη Λίμνη των Γιαννιτσών,
δύσκολη πάντα, είχε γίνει για τους αντάρτες οδυνηρή. Οι καλύβες με τους
καλαμένιους τοίχους και σκεπή, και το καλαμένιο πάτωμα, δεν μπορούσαν να τους
προφυλάξουν απο το κρύο. Όταν άναβαν φωτιά οι άντρες μέσα στην καλύβα, ο
καπνός, που δεν είχε απο πού να φύγει, τους έπνιγε. Αν άνοιγαν την πόρτα, πάγωνε η
καλύβα. Αναγκάζουνταν λοιπόν οι άντρες να κάθονται χαμηλά ή να ξαπλώνονται
χάμω, γύρω στη φωτιά, χαμηλότερα από τον καπνό για ν' αναπνεύσουν.

Ο αγώνας εν τούτοις εξακολουθούσε, άγριος, αμείλικτος, μεταξύ Ελλήνων και
Βουλγάρων, ποιος να εκτοπίσει τον άλλο.

Η ψηλή καλύβα της Κούγκας έβαζε τους Έλληνες σε μειονεκτική θέση, γιατί
φαίνουνταν απο μακριά. Και οι Βούλγαροι, χωρίς να πλησιάζουν με τις πλάβες τους
ώστε να γίνονται αντιληπτοί, τραβούσαν ομοβροντίες απο μακριά, και οι σφαίρες τους
τρυπούσαν τα καλάμια, έβρισκαν τους άντρες που τύχαινε να είναι όρθιοι μες στην
καλύβα, τους πλήγωναν ή και τους σκότωναν.

Οι Έλληνες έβγαιναν και αυτοί, έκαναν αιφνιδιασμούς στις βουλγάρικες καλύβες. Μα
αυτές ήταν χαμηλές, δε φαίνουνταν μες στα καλάμια, έπρεπε να πλησιάσουν οι πλάβες
πολύ κοντά πριν τις βρουν. Και τοτε o αιφνιδιασμός ήταν πιο επικίνδυνος για κείνον
που πρόσβαλλε, παρά για κείνον που δέχουνταν την επίθεση. Και οι Βούλγαροι
προφυλάγουνταν. Είχαν καραούλια παντού. Και συχνά, εξελίσσουνταν οι αιφνιδιασμοί
σε ξαφνικές μάχες, χέρια με χέρια, μεταξύ περιπολίας ελληνικής και άλλης
βουλγάρικης.

Οι αρχηγοί, Άγρας και Νικηφόρος, είχαν χτίσει και άλλες μικρές καλύβες δώθε και
κείθε της Κούγκας, και είχαν βάλει παντού σκοπούς, που έμεναν εκτεθειμένοι στο
κρύο και μες στα νερά, περιμένοντας κάθε στιγμή καινούρια επίθεση του εχθρού.

Ήταν τόσο εκνευριστική αυτή η ακινησία και η αναμονή ανάμεσα στα καλάμια, ώστε
αναγκάζουνταν οι αρχηγοί κάθε ώρα ν' αλλάζουν τους σκοπούς αυτούς. Και μέσα στις
καλύβες όμως εκνευρίζουνταν οι άντρες, περιμένοντας κάθε στιγμή βουλγαρικό
αιφνιδιασμό. Οι υπαρχηγοί ήταν αδιάκοπα στο πόδι, για να επιτηρούν τους άντρες
τους, και πάντα ένας από τους δυο αρχηγούς διαδοχικά έμενε ξυπνητός τη νύχτα και
φύλαγε.

Αρχηγοί και άντρες είχαν αγριέψει στην όψη, τα μαλλιά τους είχαν μακρύνει, όλοι
τώρα είχαν γένια, η εμφάνισή τους ήταν ατημέλητη, τα ρούχα τους τριμμένα,

είχε καθίσει κοντά στην αναμμένη φωτιά. και την επαύριο άλλη ομοβροντία. τον φώναξε κοντά του. τον ατρόμητο. Κι έμενε μερικές ώρες ξαπλωμένος στο πάτωμα και πάλι σηκώνουνταν το άλλο πρωί και ξανάρχιζε τη δουλειά. ένας απο τους πιο αγαπημένους του Άγρα. θα μπορέσεις να δουλέψεις καλύτερα. -Να φύγεις! Να φύγεις! του έλεγε και του ξανάλεγε ο Νικηφόρος. Ενώ αν πας και γιατρευθείς. Είδε ο παπάς τον πληγωμένον κι έσκυψε πάνω του. καθώς μπήκε μέσα ο παπάς με το νεκρό. αρχηγοί και άντρες. Ήρχουνταν λέει ο παπάς απο το χωριό Νησί. Όλοι ήταν άθυμοι. . Μόνοι ο Νικηφόρος και o καπετάν Παντελής κατόρθωναν ακόμη να κρατούν παρουσιαστικό κάπως πιο περιποιημένο. Ο Άγρας όμως. Η ζωή αυτή ήταν σκληρή για όλους. Μα είχε αρχίσει να εκνευρίζεται κι εκείνος. με όλη τους την ανταρτική γενειάδα. Ώσπου να πει την ευχή ο παπάς. και. πλήγωσε θανάσιμα άλλον ένα. να μου συγχωρεθούν οι αμαρτίες μου. το παλικάρι είχε ξεψυχήσει. για να γνωρίσει τους αρχηγούς.παλιωμένα. είδε το ράσο. Άνοιξε αυτός τα μάτια. Μια ομοβροντία τού είχε σκοτώσει έναν εύζωνο μια μέρα. όταν κατέφθασε άλλη πλάβα. Ο Αντώνης ήταν απο τα καλύτερα παλικάρια. μ' ένα χωρικό κι έναν παπά. έκανε με κόπο το σταυρό του και μουρμούρισε: -Πες μιαν ευχή. απο μες απο τα καλάμια. με τις κακοκλεισμένες του πληγές και τους συνεχείς πυρετούς. Τυλιγμένος ώς τ' αυτιά. φθαρμένα. Τον ξανανέβασαν στο πάτωμα και τον ξάπλωσαν χάμω μες στην καλύβα. παπά μου. τον ανεκτίμητο Αντώνη. οπου θα τον έβλεπε ο γιατρός. Εδώ δε θα γίνεις ποτέ καλά. Γελούσε ο Άγρας κι έπαιρνε το τουφέκι και πήγαινε σε περιπολίες και ξαναγύριζε με σαράντα βαθμούς πυρετό. είχε εξαντληθεί ολότελα. μέσα στην κάπα του. Εκείνο το πρωί είχε ξυπνήσει με πυρετό ο Άγρας. Τον είχαν ξαπλώσει σε μια πλάβα κι ετοιμάζουνταν να τον στείλουν στου Βαγγέλη την καλύβα.

έκανε o παπάς. -Κάθισε λοιπόν παπα-Γιάννη. με χίλια βασανιστήρια. -Δεν ξέρεις τον Μανόλη το Στενημαχίτη. Δεν κάνει να φύγουν τώρα. -Παπα-Γιάννη. παπά μου. Και ξέρεις με τι αγριότητα τους έσφαξαν. να φας μαζί μας. και τη νύχτα θα τον θάψουν τα παιδιά. στο Νησί όπου θα σε συνοδέψουν. ρώτησε ο καπετάν Τυλιγάδης. Και καλά έκαναν και τον εξουδετέρωσαν. -Και βέβαια θα τ' άκουσες. Πώς σε λένε. καπετάν Άγρα. Είναι ένας από τους δολοφόνους που σφάξανε τους Τεχοβίτες. Εγώ του είχα χαρίσει τη ζωή και την ελευθερία! -Άσχημα έκανες. και με μαχαίρια τους άνοιξαν στήθος. Ύστερα του διαβάζεις τη νεκρώσιμη ακολουθία. έκανε ο Άγρας. Πήγε κι ήρθε o κόσμος! Αυτός ο Σταυράκης ήταν Βούλγαρος που έκανε το φίλο μας. που βαστούσε ένα χάνι στο χωριό Τρία Χάνια. αποκρίθηκε ο παπάς. ρώτησε ο καπετάν Νικηφόρος. -Τον σκότωσαν! αναφώνησε ο Άγρας.-Κάθισε. -Για πες. . -Ποιος τον σκότωσε. εκεί που διασταυρώνεται ο .Ένας φίλος του καπετάν Μανόλη. Οκτώ παλικάρια από τα γενναιότερα του Τέχοβου. που γύρευε ν' αλλάξει ομιλία και να ξεσηκώσει το ηθικό των αντρών. .Όχι. του Μανόλη του Στενημαχίτη. -Του Μανόλη του Κατσαρού. τα καλύτερα του χωριού! Τα πήγαν στο βουνό. ρώτησε ο Άγρας. Έκανες άσχημα να του χαρίσεις τη ζωή. -Τι ειδήσεις μας φέρνετε. Σα να 'κουσα κάτι. ρώτησε ξαφνισμένος ο Νικηφόρος. με το φως της ημέρας.. είπε ο παπα-Γιάννης. και τους θανάτωσαν λίγο λίγο. τα έδεσαν πισθάγκωνα σε δέντρα. είπε δύσθυμα. Σκότωσαν τον Τόμαν Παζαρέντζε από το Ζερβοχώρι. Βαστούσε ένα χάνι. Ήταν από τους χειρότερους κομιτατζήδες του Αποστόλ Πέτκωφ. τον καημένο μου τον Αντώνη. -Και καλές και κακές. Έρχομαι από το Νησί.. σαν ήμουν στη Θεσσαλονίκη. κοιλιές και σάρκες. -Ποιος είναι αυτός. Εδώ στο Βάλτο δεν ακούσατε για ένα Σταυράκη.

. -Μυστήριο! Δεν το λέει και ο Στενημαχίτης. -Και πώς το ξέρεις. παπά μου. δυνατός. τον αξιωματικό που σου λέγω. ρώτησε ο Άγρας.. Κρύφθηκε σ' ένα σπίτι κι έφυγε νύχτα και πήγε στο σώμα του καπετάν Γκόνου. δεν τον σκότωσαν τον περασμένο Οκτώβριο. σιδερόκορμος. Και πήγαν στο Ζερβοχώρι μαζί οι δυό τους.Τι πήγαν να κάνουν.δρόμος της Βέρροιας-Πολυχώρι-Γιαλατζίκ. και μυστικά μάλιστα. γλίτωσε! Ήταν γρήγορος κι επιτήδειος. στο Βάλτο. -Και πώς γλίτωσε. Στέκεται κολόνα. διέκοψε ο καπετάν Νικηφόρος. . θα 'λεγες είναι και από ένα «Εμπρός! Μαρς!» Οι δυο αρχηγοί γέλασαν. -Να. Εκεί είναι το χωριό Τρία Χάνια. που ήθελε καλά και σώνει να ξεπαστρέψει τον Παζαρέντζε. Κάπου. στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.. Και το 'ξερε ο Σταυράκης. ρώτησε ο Νικηφόρος. Τον σκότωσε αυτός. νομίζω σε κάποια κηδεία. δεν ξέρω καλά. στην κηδεία της Χατζηλαζάρου.. πως είναι αξιωματικός. με το δρόμο που πάει Θεσσαλονίκη- Γιαννιτσά. πού να κάνεις πως δεν ακούς! Κάθε του λέξη.Πώς τον λεν το φίλο του τον αξιωματικό. σα βεβαιώθηκε πως μας πρόδιδε ο Σταυράκης. Τα μάτια του φωτιές βγάνουν! Και η φωνή του σαν προστάζει. μέρα μεσημέρι. . Εκεί περνούν πολλά δικά μας παλικάρια.. λιγνός. -Μα αυτόν. στην Πρίσνα ή σε άλλη καλύβα. ανταμώθηκε με κάποιον παλιό ή καινούριο του φίλο. ο Μανόλης ο Στενημαχίτης. το κεφάλι έτσι ψηλά.. Πήγε από αλληλεγγύη με το φίλο του. -Αυτός κανένα. με τον Παζαρέντζε από το Ζερβοχώρι. -Μάλιστα. -Τι λογαριασμούς μπορούσε να έχει ο Μανολης απο τη Στενήμαχο. και μέσα σε πλήθος κόσμου. -Να ξεκαθαρίσουν.. κάτω απο την Καμάρα. Είναι ψηλός. λέει. έναν αξιωματικό νομίζω. -Του φαίνεται. παλιούς λογαριασμούς. έκανε πάλι ο Άγρας.

τον ζήτησε λέει να τον βρει. το κατέστρεψαν οι κομιτατζήδες για να εκδικηθούν αυτόν τον Βασίλη. Ίσως και άλλους. που ήταν και φίλος του Βασίλη Αντρεάδη... Μα πού! Θηρίο στη δύναμη. -Να τον ρωτήσω. που είχε πάγει. -Μα τι λογαριασμούς είχε με τον Παζαρέντζε. Δεν τον ρωτούσες καλύτερα τι είναι. τρελάθηκε. παπα-Γιάννη. Μα ποιος τα βγάζει πέρα με το φίλο αυτό τον άγνωστο του Μανόλη του Στενημαχίτη! Έτρεξαν γείτονες του Παζαρέντζε να τον πιάσουν. δεν τον ρωτούσες. λέει.. δεν τον ρωτά κανείς τίποτα! Ρώτησα το Μανόλη το Στενημαχίτη.. σου είπα. ο φίλος του Μανόλη! Τον έπιασε απο το λαιμό. ως εκεί πάνω άντρακλας... -Στο Νησί. Σαν το 'μαθε. Δεκατέσσερις κομιτατζήδες ξεπάστρεψαν οι δικοί μας. Πού κοτά κανείς να ρωτήσει! Σε κοιτάζει. Και πήγε ο μυστικός φίλος του Στενημαχίτη να σκοτώσει τον Παζαρέντζε.... Μου είπε πως ο μυστικός αυτός φίλος του εκδίκησε κάποιον Βασίλη Αντρεάδη από το Ασπροχώρι. Πού να ρωτήσεις τίποτα! -Πού τον είδες εσύ. Εσύ κείνο. Θηρίο και αυτός. Το Ασπροχώρι ήταν ένα χωριουδάκι μεταξύ Νιάουσας και Βάλτου. o μυστικός αυτός φίλος του Στενημαχίτη.. και είχε πολεμήσει με τον καπετάν Ζέζα. -Ναι. και ώσπου να πεις τρία. Και o κρυφός φίλος του Στενημαχίτη σκότωσε τον Παζαρέντζε. Εσύ σκότωσες τις γυναίκες του Βασίλη απο το Ασπροχώρι. και του κλέψανε ένα παιδάκι που είχε. πέθανε δεν ξέρω. φώναξε έξω τον Παζαρέντζε και του είπε: «Εσύ σκότωσες τον τάδε και τον τάδε απο το Τέχοβο. Μια σπρωξιά στον ένα. πήγε ώς την πλάβα οπου τον περίμενε ο Μανόλης ο Στενημαχίτης.Άλλος Γαρέφης! θαύμασε ο καπετάν Τυλιγάδης. Κάτι ξεπαστρέματα είχαν γίνει. και τα μάτια του λες ξεγυμνώνουν την ψυχή σου. σ' ένα καφενείο γεμάτο Βουλγάρους. κρυφό-ο-ος!. σου λέγω. έκανε ανυπόμονα ο Άγρας. όρμησε στο Βάλτο.. 1 Του σκότωσαν μητέρα και γυναίκα. Εσύ τούτο. Αυτός όμως.» Ο άλλος γύρεψε να βγάλει μαχαίρι... έκανε κοροϊδευτικά ο Άγρας.. Δεν υπάρχει πια. Καπετάνιε μου. άνοιξε δρόμο. -Αυτόν.. που χάλασε λέει το σπίτι του Βασίλη Αντρεάδη. λέει. μια γροθιά στον άλλο. άλλος Γαρέφηςl.. Πέρασε μια νύχτα στο κελί μου με τον Στενημαχίτη. Μα χάθηκε αυτός. . Και να 'ταν λέει τιποτένιος ο Παζαρέντζε.. χώθηκε στα καλάμια. Πήγε ίσια στο Ζερβοχώρι. Οκτώ Τεχοβίτες κατακρεούργησαν οι Βούλγαροι..Έτσι γνωρίζεται ένας αξιωματικός.. τον έπνιξε σαν κοτόπουλο. ύστερα από καιρό. και .

-Γιατί δεν ήλθαν εδώ. που έσφαξε τους οκτώ Τεχοβίτες.. -Μήπως λέγει. Εξατμίστηκαν θα 'λεγες.δρόμο! Νύχτα πια έφθασαν στο σπίτι μου στο Νησί. αναφώνησε ο Άγρας. ρώτησε ο Άγρας. και απο κει τους οδήγησαν σε μένα. ρώτησε ο Νικηφόρος. είτε είναι παρών είτε δεν είναι ο Πέτκωφ... Δε λες και πώς ήλθαν σε μένα! Βρήκαν κάποιο άγνωστο μονοπάτι. -Υπάρχει. στην Αγια-Μαρίνα νομίζω. και πήρε στα χέρια του ο άγνωστος την πλάβα. θηρίο. -Πού να τον πιάσουν αυτόν! έκανε συλλογισμένος o παπάς. Το πρωί σαν ξύπνησα. -Ίσως. είπε ο Άγρας. βάζουν γράμμα του με την υπογραφή του στα πτώματα. Δεν εκτίθεται αυτός. Βγήκε από τη μέση ένας σύνεργος. Ο φόνος του Παζαρέντζε πού καταλογίζεται. Και σα σφάξουν οι δικοί του. Μα για να φθάσουν στο κρυφό αυτό μονοπάτι. που βγαίνει στη Γιάντσιστα. Είναι και αυτός τρόπος να . Πάω να πιστέψω πως είναι φάντασμα πως δεν υπάρχει. -Δε θα 'ξεραν το δρόμο ίσως .ποιος ξέρει. μπήκαν στο νερό. Τους έστρωσα να κοιμηθούν.. -Το μονοπάτι του καπετάν Παναγιώτη. Το φαγί ήταν έτοιμο. Τον είδε και του μίλησε ένα δικο μας παιδί.. -Στις καλές βέβαια. σ' εμάς. -Τον Αποστολ Πέτκωφ όμως δεν τον έπιασαν! είπε ο καπετάν Τυλιγάδης. -Είπες πως μας φέρνεις και καλές και κακές ειδήσεις. είχαν φύγει. όπου δεν περνούσε αυτή με το κουπί. Απο κει πήγαν στις ελληνικές καλύβες. παπα-Γιάννη.. χεροδύναμος ο σύντροφος του Μανόλη! -Και τώρα πού είναι. Κανένας δεν τους είχε δει. Έφυγαν όπως ήλθαν και οι δυο ξαφνικά. του Αποστόλ Πέτκωφ. είπε ο καπετάν Νικηφόρος. Δεν ξέρω. απο τους χειρότερους. Ηρακλής. σου λέω. τι τράβηξαν! Πέρασαν μες τα καλάμια. Κάθισαν οι καπεταναίοι γύρω στη φωτιά κι έβαλαν μεταξύ τους τον παπα-Γιάννη. τάχα πως ειναι αυτός o πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Μα ξέρει και κρύβεται.

πρόσθεσε ο Άγρας. παιδιά. και ο Μιχάλης παρουσιάστηκε στην είσοδο της καλύβας. -Κάτσε κει. Έβαλαν φωτιά στα ελληνικά σπίτια. Και απογοητευμένοι.2 Το είχαν καλά οργανώσει. -Ποιος αέρας σ' έφερε. ανήγγειλε. να δολοφονήσουν τον Χρυσόστομο. Τέσσερις γυναίκες σκότωσαν! Σα γύρευαν οι δύστυχες να ξεφύγουν από τις φλόγες. και ο Αποστόλης μπήκε στην καλύβα. Τα γοργά μάτια του Αποστόλη είχαν σταθεί στο πλαγιασμένο παράμερα σώμα του . Κομιτατζήδες πήγαν. ένα μωρό δυο χρόνων.. -Καλώς τον! -Καλώς όρισες! αναφώνησαν μαζί οι δυο αρχηγοί. Είχαν δυναμίτη μαζί τους.. παπά. και θα τον σκότωναν. πλάι στον παπα-Γιάννη. το δάσκαλο. Και κάνοντάς του θέση. αγριεμένοι. ένα γέρο Βουζίκη. ξαπλώθηκε κείνος πιο κοντά ακομα στη φλόγα... το μουσαφίρη μας. -Ο μικρός. -Ο Αποστόλης ο οδηγός ήλθε. την κόρη του παπα-Βαγγέλη. τις πετούσαν πίσω και τις σούβλιζαν με τις ξιφολόγχες τους. Μήπως απο δω τίποτα. οι δολοφόνοι εκδικήθηκαν τον άοπλο πληθυσμό της Κλεπούσνας όπου κατέφυγαν. -Ποιες είναι οι κακές σου ειδήσεις. τον Άγιο Δράμας. Μα έτυχε να φύγει ο Δεσπότης σε περιοδεία. ρώτησε πάλι ο Νικηφόρος.τρομοκρατεί τα χωριά. Όλη τους η λύσσα ήταν πως δε βρήκαν και δε σκότωσαν τον Άγιο Δράμας. είναι απο τον καζά Ζίχνας. . σκότωσαν άντρες. και πλησίασε όσο μπορούσε στη φωτιά που έκαιε στη μέση του κύκλου τους. ενενήντα χρόνων. Παραμέρισε ο Μιχάλης. είπε ο Άγρας. μα τα δόντια του χτυπούσαν από τον πυρετό.Όχι. Ας έλθει μέσα! Ας ορίσει στο τραπέζι μας. απο την Κλεπούσνα. Ομιλίες και βήματα ακούστηκαν στο πάτωμα έξω. γυναίκες. σταλμένοι απο το κέντρο της Σόφιας. Προσπάθησε να γελάσει και να ειρωνευθεί τάχα το ανύπαρκτο τραπέζι τους. Μεγάλο κακό έκαναν στην Κλεπούσνα! Και τι τους έφταιγε το χωριο. τη γυναίκα του.

. δεν ήξερες απο πού. ο παπάς είχε ξεψυχήσει. του είπε o καπετάν Τυλιγάδης. έπρεπε σκυφτοί να περπατούν. αναφώνησε ο Αποστόλης. Σκότωσαν τον Παζαρέντζε. Μα όταν του διηγήθηκε ο παπα-Γιάννης τη σχέση του Στενημαχίτη μ' ένα σύντροφό του άγνωστο. η μεγάλη καλύβα τους ήταν στόχος.. και. και αμέσως δεύτερη. ναι. έριξαν κι εκείνοι μπαταριές. πάνω απο τους ώμους των καθισμένων καπεταναίων. είχαν περάσει αντίκρυ.Κάποιος φίλος του καπετάν Μανόλη του Στενημαχίτη. σκεπασμένο με μια κάπα. Η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να εξακολουθήσει. οπως είχε πάρει τον κακομοίρη τον . Μεμιάς η καλύβα βρέθηκε στο πόδι. -Ήλθα να πάρω νέα σας. μην τους έλθει καμιά σφαίρα. κατά το μέρος απ' όπου είχαν έλθει οι σφαίρες. Και ο παπάς έπεσε πίσω. ρώτησε λαχταριστά. Και κάθησε σταυροπόδι πλάι στον παπά. οι άντρες εκνευρίζουνταν. είπε επιφυλακτικά. Δεν είχαν δει τίποτα. γύρισαν άπραχτες. και γύρισαν ερευνητικά στον άγνωστο παπά. Τ' όνομα ξύπνησε την περιέργεια του Αποστόλη. μες στα καλάμια. 'Ολοι ήταν μαραμένοι. και μια είχε βρει τον παπα-Γιάννη στο κεφάλι. -Τα 'μαθες. Οι σφαίρες είχαν τρυπήσει τους καλαμένιους τοίχους της καλύβας. δεν είχαν ακούσει τίποτα.. Ποιος. Ποιος ήταν και τι ζητούσε κει ο παπάς. Αρχηγοί και άντρες βγήκαν στο πάτωμα. ούτε ακούστηκε τίποτα. που γύρευε να εκδικήσει φίλο του που είχε χάσει το παιδί του. Στο μεταξύ. -Πού. στα τυφλά.Αντώνη. -Αυτουνού που σκότωσε. -Τον Σταυράκη. Μα κανένας δεν αποκρίθηκε. -Το λέγανε Τάκη το χαμένο παιδί. σα λαγωνικό όρτσωσε ο Αποστόλης τ' αφτιά του.. Μα δεν πρόφθασε ο παπάς ν' αποκριθεί. Μια ομοβροντία έσχισε τον αέρα. μπρούμυτα πεσμένοι πίσω απο το χαμηλό οχύρωμα. Και δυο πλάβες που βγήκαν με τον Τυλιγάδη να ερευνήσουν. .

. Έτσι άρρωστος και με τέτοιο κρύο. . -Δε θα πας εσύ με τους νεκρούς. Μα γι' αυτό πρέπει να έχει φύγει ο άρρωστος Αρχηγός.. -Τι είναι. του είπε.. Ο καπετάν Νικηφόρος πήρε παράμερα τον Τυλιγάδη. λέγω να φύγεις μαζί. Θα σε παν στην Τούμπα της Τερχοβίστας.. δεν μπορεί πια να μείνει εδώ. -Εγώ. έκανε ο Άγρας που ήταν ζαλισμένος από τον πολύ πυρετό. -Δε θα δεχθεί να φύγει. είπε ο Νικηφόρος. είπε τρυφερά.. Η καλύβα μας είναι κράχτης. -Με το φως δεν μπορούμε να κινηθούμε.. Θα οδηγήσει τις πλάβες με τους νεκρούς. τον τύλιγαν στο ράσο του και τον πλάγιαζαν δίπλα στον πεθαμένο Αντώνη.. Γιατί. Αμίλητος κοίταζε ο Άγρας τους άντρες του. που έπλεναν το ματωμένο πρόσωπο του παπά.....παπα-Γιάννη.. Με τους νεκρούς. ο Τυλιγάδης. επανέλαβε. κι εμείς δε θα ξέρομε από πού μας έρχονται οι σφαίρες...... πλαγιασμένος στη ράχη. είπε ο Νικηφόρος. να οδηγήσει ο Αποστόλης τις πλάβες με τους νεκρούς στις Κάτω Καλύβες. -Τέλο. και μαζί να πάρει και τον Αρχηγό. Πλάι στη φωτιά. Είχε δυσφορία μεγάλη και βογγούσε σιγά σιγά.. ρώτησε.. -Θα του μιλήσω εγώ...Θα φύγει ο Αποστόλης σε λίγο. . Μα μόλις σουρουπώσει. Ο Άγρας άνοιξε τα μάτια. Ο Νικηφόρος ακούμπησε το χέρι στο καυτό του μέτωπο. ο Άγρας είχε κλειστά τα μάτια κι έτρεμε από πυρετό. -Δεν μπορεί να εξακολουθήσει αυτή η κατάσταση. Πρέπει απόψε να ρίξομε την καλύβα και να την ξαναχτίσομε χαμηλή. είπε ο Νικηφόρος. -Δεν θα θελήσει να φύγει! αποκρίθηχε ο καπετάν Τυλιγάδης. Θα εξακολουθούν να μας σκοτώνουν.

παράβγαιναν οι άντρες ποιος να πρωτοβοηθήσει. -Σε τέτοια χάλια που είναι. Θα τον κουβαλήσομε σε μια πλάβα και θα τον συνοδέψουν δυο άντρες. δεν τον σταματούσαν τα εμπόδια και οι δυσκολίες. τριάντα άντρες κατέβασαν καλάμια.τι κι αν του έλεγε o σύντροφός του δεν απαντούσε πια. Δεν ήταν εύκολο να κατεδαφίσουν στα σκοτεινά. για να το πλησιάσουν στη χαμηλή τους καλύβα. Η δουλειά ήταν δύσκολη. σε μια νύχτα μέσα. χωρίς εργαλεία. Το κρύο είχε πετρώσει τη λάσπη με την οποία ήταν χτισμένο. Και σε ό. στάθηκε αδύνατο. και να ξαναχτίσουν άλλη. πόνους και κόπους.ποιος να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια να εκτελέσουν το σκοπό τους. Μα όταν αποφάσιζε κάτι ο καπετάν Νικηφόρος. σε μια νύχτα.. ραγάζια. ούτε θα καταλάβει. στη δουλειά! είπε του Τυλιγάδη που τον είχε ακολουθήσει. και με μεγάλες πατημασιές μπήκε στην καλύβα. πολύωρη κι επίμονη. πλάι στον πιστό Τυλιγάδη.. Χωρίς κρότο. όταν σηκωτό τον έβαλαν σε μια πλάβα. όρθιος στο έξω πάτωμα. ώς τη μεγάλη Τούμπα. λύνοντας με τα χέρια του καλάμια και δοκάρια. αμίλητος. Δεν είχε ο Άγρας ούτε τη δύναμη. Ύστερα γύρισε. Μαζί τους δούλευε και ο Νικηφόρος. μουρμούρισε. με τέτοιο δυνατό κρύο. κοίταζε ο Νικηφόρος τις πλάβες που απομακρύνουνταν στο παγωμένο σκοτάδι. χαμηλή. Σκυθρωπός. δοκάρια. -Δε φεύγω από δω. Και βλέποντας τον Αρχηγό τους πρώτο στη δουλειά. τίναξε τους ώμους του σαν να ήθελε να βγάλει απο πάνω του ένα βάρος. στέγες και τοίχους... μια μεγάλη καλύβα. αψηφώντας κούραση. χωρίς φως. Μα όταν θέλησαν να χαλάσουν το πρόχωμα. που το ύψος της να μην περνά τα καλάμια. -Και τώρα. Κι έτσι έγινε. Μα δε μίλησε πια.Ο Άγρας είχε γείρει το κεφάλι του στο πλάι και ξανάκλεισε τα μάτια του. ούτε τη θέληση ν' αντισταθεί. είπε ο Νικηφόρος του Τυλιγάδη. και με τα ίδια υλικά ξανάχτισαν καινούρια καλύβα. θα χρειάζουνταν αξίνες για να το σπάσουν. και το κυριότερο στοιχείο για να .

πλαγιασμένοι πλάγι πλάγι στην ταπεινή τους καλυβούλα. Το πρωί. στα 1922. λασπωμένοι. Τον σκότωσαν μαρτυρικά οι Τούρκοι στην καταστροφή της Σμύρνης. μα ήσυχοι πια. 14ου κεφ. άντρες και αρχηγός μπόρεσαν να κοιμηθούν ύπνο όπως δεν τον είχαν γευθεί από καιρό. Καπετάν-Ζέζας: Κοίταζε «Μάγκα» της ίδιας συγγραφέως. 2.επιτύχει o σκοπός τους ηταν η σιωπή. τον κατακρεούργησε στους δρόμους ο όχλος. Χρυσόστομος: Άγιος Δράμας· αργότερα: Άγιος Σμύρνης. σαν ξημέρωσε. MYRIOBIBLOS HOME | TOP OF PAGE . βρώμικοι. εξαντλημένοι. 1. ______________________ Σημ. μουσκεμένοι.