You are on page 1of 14

ΥΠΟΒΟΗΘΗΣΗ ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΜΕ

ΒΙΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
Το 1978, η χρονιά που γεννήθηκε στην Αγγλία το πρώτο παιδί με εξωσωματική
γονιμοποίηση, αποτέλεσε ορόσημο για χιλιάδες ζευγάρια που δεν μπορούσαν να
πραγματοποιήσουν το όνειρο της ολοκλήρωσης της οικογένειάς τους. Έκτοτε, η
επιστημονική εξέλιξη στον τομέα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής υπήρξε
αλματώδης, ενώ το ίδιο συναρπαστική προμηνύεται και η συνέχεια, με την έρευνα
να φωτίζει όλο και περισσότερες άγνωστες πτυχές του θαύματος της ανθρώπινης
αναπαραγωγής και να υπόσχεται την ολοένα αποδοτικότερη αντιμετώπιση της
υπογονιμότητας. Υποβοηθούμενη αναπαραγωγή δεν σημαίνει κατ' ανάγκη και
εξωσωματική γονιμοποίηση. Θα μπορούσαμε σχηματικά να περιγράψουμε τρία
επίπεδα υποβοήθησης, προοδευτικά αυξανόμενης παρεμβατικότητας: απλή
πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας και προγραμματισμός σεξουαλικής επαφής,
πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας και συνδυασμός της με σπερματέγχυση, και τέλος
εφαρμογή μεθόδων εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας

Η πρόκληση της ωοθυλακιορρηξίας αποτελεί μια σχετικά απλή μέθοδο


υποβοήθησης η οποία υιοθετείται όταν το αίτιο της υπογονιμότητας εντοπίζεται
στην αδυναμία της γυναίκας να απελευθερώνει ωάρια κάθε μήνα (παρά το γεγονός
ότι αυτά υπάρχουν στις ωοθήκες της). Τυπικό παραδείγμα γυναικών που μπορεί να
ωφεληθούν από αυτή την μέθοδο είναι εκείνες που πάσχουν από το σύνδρομο των
πολυκυστικών ωοθηκών. Η φαρμακευτική ουσία που συνήθως χρησιμοποιείται ως
πρώτη επιλογή για την πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας είναι η κιτρική κλομιφένη η
οποία δρά με σχετικά πολύπλοκο τρόπο έχοντας σαν τελικό αποτέλεσμα μια ήπια
διέγερση των ωοθηκών. Η ουσία αυτή χορηγείται με την μορφή χαπιών από το
στόμα, τα οποία η γυναίκα τα παίρνει για 5 συνεχόμενες ημέρες στην αρχή του
κύκλου της (συνήθως από την 2η ή 3η ημέρα έως και την 6η ή 7η ημέρα). Η
κλομιφένη κυκλοφορεί σε δισκία των 50mg και η αγωγή ξεκινά με μικρές δόσεις.
Λίγες ημέρες μετά την λήψη του τελευταίου χαπιού η γυναίκα αρχίζει να
υποβάλλεται σε διαδοχικό υπερηχογραφικό έλεγχο όπου παρακολουθείται η
ανάπτυξη του ή των ωοθυλακίων στις ωοθήκες της και εκτιμάται το πάχος του
ενδομητρίου. Στη συνέχεια, όταν τα ωοθυλάκια έχουν φθάσει σε ικανοποιητικό
μέγεθος, η ημέρα της επερχόμενης ωοθυλακιορρηξίας μπορεί είτε να προβλεφθεί
με την διαπίστωση μιας αιφνίδιας αύξησης των επιπέδων της ωχρινοτρόπου
ορμόνης (LH) στο αίμα η οποία συμβαίνει κάποιες ώρες πριν, είτε να
οριστικοποιηθεί με την χορήγηση χοριακής γοναδοτροπίνης υπό μορφή ενέσεως η
οποία προκαλεί την τελική ωρίμανση των ωοθυλακίων και την ωοθυλακιορρηξία.
Στην συνέχεια το ζευγάρι καθοδηγείται ώστε να έχει σεξουαλική επαφή κατά την
προβλεπόμενη ημέρα ωοθυλακιορρηξίας. Εάν οι ωοθήκες δεν ανταποκριθούν στην
αρχική δόση κλομιφένης, η δόση αυτή αυξάνεται σταδιακά στους επόμενους
κύκλους με μέγιστο τα 200-250mg ημερησίως. Αντιθέτως, εάν η ωοθηκική
ανταπόκριση είναι υπερβολική με μια συγκεκριμένη δόση κλομιφένης,
αναπτυχθούν δηλαδή πολλά ωοθυλάκια, η σεξουαλική επαφή κατά τις επικίνδυνες
ημέρες αποθαρρύνεται (για τον φόβο πολυδύμης κύησης), και η δόση ελαττώνεται
στον επόμενο κύκλο. Η κλομιφένη δεν προκαλεί σοβαρές παρενέργειες, και οι πιο
συχνά αναφερόμενες είναι παροδικές διαταραχές της όρασης, εξάψεις, ναυτία,
φούσκωμα στην κοιλιά και πονοκέφαλος. Επί εμφάνισης κάποιας εκ των ανωτερώ
παρενεργειών η γυναίκα θα πρέπει να ενημερώσει τον θεράποντα ιατρό της.

Ένας άλλος τρόπος διέγερσης των ωοθηκών για πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας, είναι
η χορήγηση φαρμακευτικών ουσιών που λέγονται γοναδοτροπίνες (θυλακιοτρόπος
ορμόνη-FSH, ωχρινοτρόπος ορμόνη-LH), και δεν είναι άλλες από τις ουσίες εκείνες
που εκλύονται από την ίδια την υπόφυση κάθε γυναίκας, δρουν στα ωοθυλάκιά της
προκαλώντας την ανάπτυξη και ωρίμανσή τους και ουσιαστικά ρυθμίζουν τον κύκλο
της και εξασφαλίζουν την απελευθέρωση του ωαρίου της κάθε μήνα. Η διέγερση με
την μέθοδο αυτή εφαρμόζεται σε γυναίκες που δεν έχουν ωοθυλακιορρηξία λόγω
έλλειψης των δικών τους υποφυσιακών γοναδοτροπινών και σε γυναίκες στις
οποίες η πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας με κλομιφένη δεν οδήγησε σε ικανοποιητικά
αποτελέσματα ή συνδέθηκε με παρενέργειες. Οι γοναδοτροπίνες χορηγούνται
καθημερινά με την μορφή ενέσεων (σε μικρές σύριγγες τύπου ινσουλίνης ή σε
προγεμισμένες πένες) ξεκινώντας από την 2η συνήθως ημέρα του κύκλου σε μικρές
δόσεις. Ανάλογα με το πρωτόκολλο που έχει επιλεγεί οι ενέσεις συνεχίζονται για
πέντε ημέρες (όπως και στην διέγερση με κλομιφένη) ή μέχρι να προσδιορισθεί η
ημέρα της ωοθυλακιορρηξίας (με μέτρηση LH ή χορήγηση χοριακής γοναδοτροπίνης)
Όταν χρησιμοποιούμε τις γοναδοτροπίνες για πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας η
παρακολούθηση της γυναίκας με διαδοχικά υπερηχογραφήματα και μέτρηση των
οιστρογόνων στο αίμα θα πρέπει να είναι ιδιαιτέρως σχολαστική και να γίνεται από
έμπειρους ιατρούς ώστε να αποφευχθούν κίνδυνοι που προκύπτουν από την
υπερβολική απάντηση των ωοθηκών (όπως το σύνδρομο υπερδιέγερσης ωοθηκών
και οι πολύδυμες κυήσεις).

Σπερματέγχυση

Η σπερματέγχυση αποτελεί μια αρκετά συχνά εφαρμοζόμενη μέθοδο


υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, μέτριας παρέμβασης, κατά την οποία γίνεται
τοποθέτηση του (επεξεργασμένου) σπέρματος στην μήτρα της γυναίκας. Η μέθοδος
αυτή υιοθετείται ως πρώτη γραμμή αντιμετώπισης σε ζευγάρια όπου το σπέρμα
παρουσιάζει ήπιες/μέτριες διαταραχές, ή όπου η υπογονιμότητα χαρακτηρίζεται ως
ανεξήγητη. Άλλες ενδείξεις υιοθέτησης της μεθόδου είναι η υπόνοια τραχηλικού
παράγοντα υπογονιμότητας (εφόσον το σπέρμα τοποθετείται στην ενδομητρική
κοιλότητα, παρακάμπτεται ο τράχηλος της γυναίκας), καθώς και οι περιπτώσεις
αζωτοσπερμίας όπου αποκλείεται η ανεύρεση σπερματοζωαρίων ακόμα και με
χειρουργική παρέμβαση στους όρχεις, οπότε και επιλέγεται η χρησιμοποίηση
σπέρματος δότη (ετερόλογος σπερματέγχυση).Η σπερματέγχυση, αν και μπορεί να
πραγματοποιηθεί στον φυσικό κύκλο της γυναίκας (με απλή παρακολούθηση του
καταμήνιου ωοθυλακίου της), συνήθως συνδυάζεται για καλύτερα αποτελέσματα
με ήπια διέγερση ωοθηκών και πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας. Η τελευταία
πραγματοποιείται με τους τρόπους που περιγράφθηκαν στην παράγραφο
'πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας'. Κατά την προβλεπόμενη ή προγραμματισμένη
ημέρα της ωοθυλακιορρηξίας, το ζευγάρι προσέρχεται στην Μονάδα Εξωσωματικής,
ο σύζυγος δίνει σπέρμα το οποίο υφίσταται κατάλληλη, ειδική επεξεργασία στο
εργαστήριο. Στην συνέχεια μια ποσότητα του επεξεργασμένου και βελτιωμένου
σπέρματος τοποθετείται με την βοήθεια ειδικών λεπτών καθετήρων που περνούν
δια μέσω του τραχήλου της μήτρας στην ενδομητρική κοιλότητα. Η τεχνική είναι
σχεδόν ανώδυνος για την γυναίκα και δεν απαιτείται η χορήγηση ουδεμίας
αναισθησίας. Η γυναίκα αφού παραμείνει για λίγα λεπτά κλινήρης φεύγει και
ακολουθεί την συνήθη δραστηριότητά της. Σχετικά με τις πιθανότητες επίτευξης
κύησης έπειτα από σπερματέγχυση, αυτές εξαρτώνται βέβαια από την βαρύτητα
του προβλήματος και την τελική, μετά την επεξεργασία, κατάσταση του σπέρματος,
θα πρέπει όμως να τονισθεί ότι δεν ξεπερνούν στην καλύτερη περίπτωση το 18-20%
ανά προσπάθεια. Επίσης, οι περισσότερες μελέτες συμφωνούν ότι αν μετά από 3-4
σπερματεγχύσεις δεν έχει επιτευχθεί κύηση, καλύτερα θα είναι να προχωρούμε σε
εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Εξωσωματική γονιμοποίηση

Η εξωσωματική γονιμοποίηση αποτελεί την πλέον εξελιγμένη μέθοδο


υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, κατά την οποία η γονιμοποίηση και τα πρώτα
βήματα της ανάπτυξης του γονιμοποιημένου ωαρίου πραγματοποιούνται έξω από
το γεννητικό σύστημα της γυναίκας, στο εμβρυολογικό εργαστήριο. Ζευγάρια
υποψήφια για εξωσωματική γονιμοποίηση είναι αυτά όπου: οι σάλπιγγες της
γυναίκας είναι φραγμένες ή καταστραμμένες, το σπέρμα του άνδρα παρουσιάζει
σοβαρές διαταραχές, η εφαρμογή απλούστερων μεθόδων υποβοηθούμενης
αναπαραγωγής απέτυχε κατ' επανάληψη, η ηλικία της γυναίκας είναι προχωρημένη
και απαιτείται η υποβοήθηση με τις μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας, ή τέλος
επιθυμείται η πραγματοποίηση προεμφυτευτικής γενετικής διάγνωσης ή η επίτευξη
κύησης με παρένθετη μήτρα. Κάτω από την ομπρέλα της εξωσωματικής
γονιμοποίησης περιλαμβάνεται μια σειρά από τεχνικές που αποσκοπούν στην
βελτιστοποίηση του αποτελέσματος. Τα βασικά στάδια της κλασσικής
εξωσωματικής γονιμοποίησης είναι τα ακόλουθα:

Ελεγχόμενη διέγερση των ωοθηκών:

Για να αυξηθεί η αποδοτικότητα της εξωσωματικής γονιμοποίησης ως


μεθόδου, επιδιώκουμε (εφόσον είναι εφικτό ή δεν αντενδείκνυται) να
έχουμε περισσότερα από ένα ωάρια της γυναίκας σε κάθε προσπάθεια και
τούτο διότι: κάποιο ή κάποια από τα ωάρια είναι πιθανόν να μην
γονιμοποιηθούν εξωσωματικά, κάποιο ή κάποια από τα προκύπτοντα
γονιμοποιημένα ωάρια είναι πιθανόν να μην συνεχίσουν την ανάπτυξή τους,
επιθυμούμε να χρησιμοποιήσουμε κατά την εμβρυομεταφορά τα καλύτερα
ποιοτικώς έμβρυα οπότε θέλουμε να έχουμε την δυνατότητα επιλογής, και
επιθυμούμε να υπάρξουν κάποια πλεονάζοντα έμβρυα τα οποία θα
καταψυχθούν ώστε να χρησιμοποιηθούν επί αποτυχίας ή επί επιθυμίας για
δεύτερο παιδί χωρίς η γυναίκα να υποβληθεί εκ νέου σε φαρμακευτική
διέγερση ωοθηκών.

Η φαρμακευτική διέγερση των ωοθηκών θα πρέπει να γίνεται με


εξατομικευμένο τρόπο για κάθε ζευγάρι, ώστε να επιτευχθεί το καλύτερο
δυνατό αποτέλεσμα και να αποφευχθούν οι επιπλοκές. Για τον λόγο αυτόν,
ο χειρισμός των γυναικών που υποβάλονται σε διέγερση ωοθηκών θα
πρέπει να γίνεται αυστηρά από έμπειρους ιατρούς που είναι εξειδικευμένοι
στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Οι γυναίκες που ακολουθούν
πρόγραμμα διέγερσης μπορούν να συνεχίζουν τις συνήθεις δραστηριότητές
τους, θα πρέπει όμως να αφιερώνουν λίγο από τον χρόνο τους για στενή
παρακολούθηση, όποτε το απαιτεί ο ειδικός που τις παρακολουθεί. Η
ελεγχόμενη διέγερση των ωοθηκών επιτυγχάνεται με την εφαρμογή κάποιου
πρωτοκόλλου διέγερσης η επιλογή του οποίου εξατομικεύεται ανάλογα με
την περίπτωση. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στα πρωτόκολλα
διέγερσης των ωοθηκών είναι:

o Οι γοναδοτροπίνες, οι οποίες διεγείρουν τις ωοθήκες, χορηγούνται


με την μορφή ενέσεων (συνήθως υποδορίως, δηλαδή στην κοιλιά ή
στον μηρό με μικρή βελόνα τύπου ινσουλίνης ή με την εύκολη χρήση
ειδικής πένας), πρέπει να γίνονται την ίδια περίπου ώρα σε
καθημερινή βάση, ενώ η δόση τους (πόσες 'μονάδες' δηλαδή θα
χορηγηθούν) ρυθμίζεται ανάλογα με την γυναίκα και
αναπροσαρμόζεται ανάλογα με την εξέλιξη του κύκλου. Υπάρχουν
διάφορα σκευάσματα γοναδοτροπινών που διαφέρουν ανάλογα με
το ποίες ορμόνες περιέχουν (FSH, LH, ή συνδυασμό τους) και με την
προέλευσή τους (όπως ανασυνδυασμένες ή ανθρώπειες
κεκαθαρμένες)
o Τα ανάλογα τηςυποθαλαμικής ορμόνης που διεγείρει την έκλυση
των γοναδοτροπινών: Η χορήγηση των ουσιών αυτών επιτυγχάνει την
καταστολή της παραγωγής των ενδογενών γοναδοτροπινών της
γυναίκας, αυτών δηλαδή που η ίδια παράγει. Η καταστολή αυτή είναι
σημαντική στα πρωτόκολλα διέγερσης γιατί αφενός μας επιτρέπει να
έχουμε τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης (αφού εμείς ρυθμίζουμε
την διέγερση με τις ενέσεις γοναδοτροπινών), και αφετέρου μας
εξασφαλίζει ότι δεν θα συμβεί μια αιφνίδια αύξηση της ενδογενούς
LH που θα έχει σαν αποτέλεσμα την άκαιρη ωοθυλακιορρηξία και την
αναπόφευκτη ακύρωση της προσπάθειας. Υπάρχουν δύο βασικοί
τύποι αναλόγων (οι αγωνιστές και οι ανταγωνιστές), που διαφέρουν
ως προς το χρονικό διάστημα που χρειάζονται για να επιτύχουν την
επιζητούμενη καταστολή. Τα ανάλογα χορηγούνται σε καθημερινή
βάση και την ίδια περίπου ώρα, με την μορφή υποδορίων ενέσεων ή
σπανιότερα με την μορφή εισπνοών από την μύτη.
o Η χοριακή γοναδοτροπίνη (ανθρώπειος ή ανασυνδυασμένη), η
οποία χορηγείται εφάπαξ σε ενέσιμη μορφή την κατάλληλη χρονική
στιγμή (ανάλογα με την ανάπτυξη των ωοθυλακίων και την
προβλεπόμενη ώρα της ωοληψίας) και προκαλεί την τελική
ωρίμανση των ωοθυλακίων και την ωοθυλακιορρηξία.

Υπάρχουν διάφορα πρωτόκολλα ελεγχόμενης διέγερσης των ωοθηκών που


βασικά διαφέρουν στο πότε θα ξεκινήσει η καταστολή με την χορήγηση των
αναλόγων. Στο επίμηκες (μακρύ) πρωτόκολλο, ξεκινάμε την καθημερινή
ένεση του αναλόγου από τον προηγούμενο της διέγερσης κύκλο (γύρω στις
επτά ημέρες πριν από την αναμενόμενη πρώτη ημέρα περιόδου), και μετά
την έναρξη της περιόδου και εφόσον τεκμηριωθεί η επιτυχία της καταστολής
με μέτρηση της οιστραδιόλης στο αίμα ξεκινάμε την διέγερση των ωοθηκών
με την χορήγηση γοναδοτροπινών. Στο βραχύ (κοντό) πρωτόκολλο, ξεκινάμε
τις ενέσεις του αναλόγου την 2η ημέρα της περιόδου και την επομένη
(δηλαδή την 3η ημέρα της περιόδου) ξεκινάμε και τις ενέσεις
γοναδοτροπινών. Τέλος, στο πρωτόκολλο ανταγωνιστή ξεκινάμε πρώτα τις
ενέσεις γοναδοτροπινών την 2η ημέρα της
περιόδου και προσθέτουμε τις ενέσεις
ανταγωνιστή όταν τα αναπτυσσόμενα
ωοθυλάκια έχουν μέση διάμετρο 14-15
χιλιοστά, δηλαδή περίπου κατά την 6η-7η
ημέρα διέγερσης.

Η στενή παρακολούθηση της γυναίκας που


υποβάλλεται σε φαρμακευτική διέγερση είναι επιβεβλημένη, με διαδοχικά
υπερηχογραφήματα και μετρήσεις των οιστρογόνων στο αίμα. Στα βραχέα
πρωτόκολλα, καλό θα είναι να γίνεται υπερηχογράφημα ή και
ορμονολογικός έλεγχος πριν την έναρξη των ενέσεων, ενώ στα επιμήκη
πρωτόκολλα καλό θα είναι να τεκμηριώνεται η επιτυχία της καταστολής με
ορμονολογικό έλεγχο και στην συνέχεια να ξεκινούν οι ενέσεις διέγερσης.
Την 5η-7η ημέρα διέγερσης γίνεται η πρώτη υπερηχογραφική εκτίμηση της
απάντησης των ωοθηκών στην αγωγή, και ακολούθως η εκτίμηση
επαναλαμβάνεται ανά 48 ώρες ή και καθημερινά. Τελικά, όποιο πρωτόκολλο
και αν ακολουθεί η γυναίκα, όταν τα ωοθυλάκια έχουν μεγαλώσει
ικανοποιητικά σε μέγεθος και παράγουν ικανοποιητικά επίπεδα
οιστραδιόλης, θα της ζητηθεί να κάνει την ένεση χοριακής γοναδοτροπίνης
συνήθως κάποια βραδυνή ώρα (32 -36 ώρες πριν την προγραμματισμένη)
ωοληψία. Ακολουθεί μια ημέρα χωρίς ενέσεις και την επομένη
προγραμματίζεται η ωοληψία.

 Ωοληψία
Η ωοληψία, δηλαδή η συλλογή των ωαρίων που περιέχονται εντός των
ωοθυλακίων που αναπτύχθηκαν στις ωοθήκες με την φαρμακευτική
διέγερση, γίνεται 32-36 ώρες μετά την ένεση της χοριακής γοναδοτροπίνης.
Η γυναίκα προσέρχεται στην Μονάδα εξωσωματικής νηστική (χωρίς να έχει
φάει ή πιεί τίποτε για τουλάχιστον 8 ώρες) διότι θα της χορηγηθεί ελαφρά
μέθη ώστε να μην πονάει. Για να γίνει η ωοληψία, προσαρμόζεται ένας
οδηγός στην διακολπική κεφαλή του υπερηχοτομογράφου, δια μέσου του
οποίου διέρχεται μια βελόνα που συνδέεται με σύστημα αναρρόφησης. Υπό
την άμεση υπερηχογραφική καθοδήγηση, η βελόνα προωθείται δια των
κολπικών τοιχωμάτων στις ωοθήκες, παρακεντώνται τα ωοθυλάκια και
αναρροφείται το υγρό που περιέχουν. Το υγρό αυτό εξετάζεται στο
μικροσκόπιο από τον εμβρυολόγο και ανευρίσκονται τα ωάρια που
περιέχονται σε αυτό. Μετά την παρακέντηση όλων των ωοθυλακίων, η
ωοληψία τελειώνει, η γυναίκα ξυπνάει, και 1-2 ώρες μετά είναι έτοιμη να
φύγει από την Μονάδα, έχοντας λάβει τις απαραίτητες οδηγίες. Στο μεταξύ,
και ενώ επιβεβαιωθεί η επιτυχία της ωοληψίας με την ανεύρεση ωαρίων, ο
σύζυγος καλείται να δώσει σπέρμα για να ακολουθήσει η εξωσωματική
γονιμοποίηση. Από την ημέρα της ωοληψίας η γυναίκα θα πρέπει να
ξεκινήσει κατάλληλη υποστηρικτική αγωγή (που βασικά περιλαμβάνει την
χορήγηση προγεστερόνης υπό μορφή κολπικού gel ή υποθέτων, μικρής
δόσης ασπιρίνης και κορτιζόνης, αντιβίωσης και ενίοτε δισκίων οιστρογόνων)
που αποσκοπεί στην προετοιμασία του ενδομητρίου ώστε να δεχθεί το
γονιμοποιημένο ωάριο και να επιτευχθεί η κύηση.

 Εξωσωματική γονιμοποίηση

 Μετά την συλλογή των ωαρίων και του σπέρματος, ακολουθεί την ίδια
ημέρα η γονιμοποίηση στο εργαστήριο. Ωάρια και σπερματοζωάρια
τοποθετούνται σε ειδικό καλλιεργητικό περιβάλλον, και εφόσον δεν υπάρχει
πρόβλημα στα σπερματοζωάρια, αυτά γονιμοποιούν τα ωάρια. Την επομένη
ημέρα, ελέγχεται η επιτυχία της γονιμοποίησης (πόσα, δηλαδή, έμβρυα
υπάρχουν), το ζευγάρι ενημερώνεται για το αποτέλεσμα και οργανώνεται η
ημέρα της εμβρυομεταφοράς. Μέχρι την ημέρα αυτή, τα έμβρυα
παραμένουν εντός των καταλλήλων καλλιεργητικών υλικών και
αναπτύσσονται με αλλεπάλληλους πολλαπλασιασμούς των κυττάρων τους.

'Εμβρυο σταδίου 2
Ωάριο σε Μετάφαση ΙΙ Στάδιο 2 Προπυρηνίων
Κυττάρων

'Εμβρυο σταδίου 4 'Εμβρυο σταδίου 8


Μορίδιο
Κυττάρων Κυττάρων

 Εμβρυομεταφορά
Η εμβρυομεταφορά, η τοποθέτηση δηλαδή των γονιμοποιημένων ωαρίων
που προέκυψαν από την εξωσωματική γονιμοποίηση στην μήτρα της
γυναίκας, πραγματοποιείται συνήθως την 2η ή 3η ημέρα μετά την ωοληψία.
Σε κάποιες περιπτώσεις η εμβρυομεταφορά μπορεί να πραγματοποιηθεί την
5η ή 6η ημέρα, στο στάδιο των βλαστοκύστεων. Η γυναίκα προσέρχεται στην
Μονάδα κατά την προγραμματισμένη ώρα, χωρίς να χρειάζεται να είναι
νηστική (αφού δεν θα λάβει αναισθησία), και με μια απλή διαδικασία (που
δεν είναι πιο επώδυνη από την λήψη ενός τεστ Παπανικολάου) γίνεται η
εμβρυομεταφορά: από τα διαθέσιμα έμβρυα επιλέγονται εκείνα που με
βάση κάποια μορφολογικά κριτήρια χαρακτηρίζονται ως τα 'καλύτερα', το(α)
έμβρυο(α) προς μεταφορά τοποθετείται σε ειδική σύριγγα με λίγο
καλλιεργητικό υγρό και δια μέσου ενός λεπτότατου καθετήρα που ο ιατρός
έχει περάσει δια του τραχήλου της μήτρας, προωθείται στην ενδομητρική
κοιλότητα. Η γυναίκα παραμένει κλινήρης για λίγη ώρα και στην συνέχεια
μπορεί να αποχωρήσει από την Μονάδα. Ο αριθμός των εμβρύων που
τοποθετούνται σε κάθε εμβρυομεταφορά, καθορίζεται μεν από παράγοντες
όπως είναι η ηλικία της γυναίκας και η ποιότητα των διαθέσιμων εμβρύων,
υπόκεινται όμως σε περιορισμό ώστε να αποφευχθούν οι πολύδυμες
κυήσεις (οι οποίες αποτελούν το κυριότερο αίτιο γέννησης προώρων
νεογνών, με όποιες δυσμενείς συνέπειες αυτό συνεπάγεται). Στην Ελλάδα,
με βάση τις επίσημες οδηγίες της Αρχής που διέπει την εφαρμογή
Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής στην χώρα μας, ο αριθμός αυτός δεν
πρέπει να υπερβαίνει τα τρία έμβρυα για γυναίκες έως 40 ετών και τα
τέσσερα έμβρυα για γυναίκες άνω των 40 ετών.
 Tο διάστημα μετά την εμβρυομεταφορά
Το διάστημα μετά την εμβρυομεταφορά, αποτελεί δίχως αμφιβολία το πιο
ψυχοφθόρο όλης της διαδικασίας. Η γυναίκα θα πρέπει να ακολουθήσει τις
οδηγίες για την φαρμακευτική αγωγή με σχολαστικότητα, και να μην πάρει
ουδεμία πρωτοβουλία τροποποίησης της αγωγής αν πρώτα δεν ενημερώσει
την Μονάδα. Η παραμονή στο κρεββάτι για όλο το διάστημα αυτό είναι
άσκοπη, και δεν συστήνεται (το μόνο διάστημα κλινοστατισμού που ίσως
έχει κάποια αξία είναι οι πρώτες 2-3 ημέρες μετά την εμβρυομεταφορά). Η
γυναίκα μπορεί να συνεχίσει την συνήθη δραστηριότητα ή εργασία της,
εφόσον δεν είναι υπερβολικά κοπιαστική). Η τεκμηρίωση της επίτευξης
εγκυμοσύνης γίνεται με μέτρηση των επιπέδων της β-χοριακής
γοναδοτροπίνης στο αίμα (και όχι με τεστ κύησης ούρων) κατά την 14η
ημέρα μετά την εμβρυομεταφορά. Ακόμα και αν η γυναίκα έχει δει αίμα την
ημέρα που είναι να κάνει την εξέταση, θα πρέπει να την κάνει και να μην
διακόψει την φαρμακευτική αγωγή μέχρι να βγεί το αποτέλεσμα. Επί
θετικού αποτέλεσματος, η γυναίκα θα πρέπει να επικοινωνήσει με την
Μονάδα για να λάβει τις απαραίτητες οδηγίες ως προς την συνέχιση της
υποστηρικτικής αγωγής.

Δορυφόρες τεχνικές εξωσωματικής γονιμοποίησης:


Πέραν της κλασσικής εξωσωματικής γονιμοποίησης, υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία
δορυφόρων τεχνικών που πραγματοποιούνται ανάλογα με την περίπτωση και
εφόσον υπάρχει ειδική ένδειξη

 Μικρογονιμοποιήση - ICSI (μικρογονιμοποίηση, intracytoplasmic sperm


injection)

Η εφαρμογή της τεχνικής αυτής είναι σωτήρια για ζευγάρια


όπου το σπέρμα του άνδρα έχει σοβαρές διαταραχές. Και
τούτο, διότι στις περιπτώσεις αυτές τα σπερματοζωάρια
ίσως να μην μπορέσουν να γονιμοποιήσουν τα ωάρια στην
εξωσωματική καλλιέργεια. Ετσι με την βοήθεια ειδικών
μικροχειριστηρίων διανοίγουμε μια μικρή οπό στο ωάριο
και τοποθετούμε εντός αυτού ένα σπερματοζωάριο, εξασφαλίζοντας με
μεγάλη πιθανότητα την γονιμοποίησή του. Η τεχνική ICSI, θα πρέπει να
εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται αναγκαία, αφού
συνεπάγεται μεγαλύτερο βαθμό παρέμβασης.

 Υποβοηθούμενη Εκκόλαψη (Assisted Hatching)


Το έμβρυο, κατά τις πρώτες ημέρες της ανάπτυξής του
περιβάλλεται από ένα κέλυφος, την διαφανή ζώνη και
για να εμφυτευθεί θα πρέπει να βγεί από το κέλυφος
αυτό. Αν η διαφανής ζώνη είναι πολύ παχιά ή σκληρή
(όπως μπορεί να συμβαίνει σε έμβρυα γυναικών
προχωρημένης ηλικίας), ίσως να υπάρχει δυσκολία στην έξοδο του εμβρύου
και να εμποδιστεί έτσι η εμφύτευση. Με την τεχνική της Υποβοηθούμενης
Εκκόλαψης ανοίγουμε (με διάφορους τρόπους) μια οπή στην διαφανή ζώνη
των εμβρύων λίγο πρίν κάνουμε την εμβρυομεταφορά, ελπίζοντας ότι αυτό
θα διευκολύνει την εμφύτευσή τους.

 Καλλιέργεια βλαστοκύστεων
Κατά την διαδικασία της ανθρώπινης αναπαραγωγής η
εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου στο ενδομήτριο
πραγματοποιείται όταν αυτό έχει φθάσει στο στάδιο της
βλαστοκύστης, τουτέστιν την 5η-6η ημέρα μετά την
γονιμοποίηση και όχι την 2η ή 3η ημέρα. Τέθηκε λοιπόν το
ερώτημα μήπως μεταφέροντας κατά την εφαρμογή
εξωσωματικής γονιμοποίησης έμβρυα 2-3 ημερών δυσχεραίνουμε τον
απαραίτητο για την επιτυχή εμφύτευση συγχρονισμό ‘ηλικίας’ εμβρύου –
υποδεκτικού ενδομητρίου. Επιπλέον, εκφράσθηκε η θεωρία ότι μόνο τα
έμβρυα καλής δυναμικής θα καταφέρουν να αναπτυχθούν στο στάδιο της
βλαστοκύστης, αντικατοπτρίζοντας μεγαλύτερες πιθανότητας εμφύτευσης.
Η εξωσωματική καλλιέργεια βλαστοκύστεων κατέστη δυνατή με την διάθεση
νέων, καταλλήλων καλλιεργητικών υλικών.Αν αναλύσουμε κριτικά τα διεθνή
αποτελεσματα εξωσωματικής, όπως αυτά δημοσιεύονται στην ιατρική
βιβλιογραφία, η κατά ρουτίνα υιοθέτηση της καλλιέργειας και μεταφοράς
βλαστοκύστεων δεν φαίνεται να υπερτερεί της παραδοσιακής μεταφοράς
εμβρύων 2ης ή 3ης ημέρας. Συν τοις άλλοις, μεγάλος αριθμός των
διαθεσίμων εμβρύων δεν κατορθώνει να εξελιχθεί σε βλαστοκύστεις
εξωσωματικά, χωρίς κανείς να μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ότι αυτά
τα έμβρυα δεν θα αναπτύσσονταν εντός της μήτρας της γυναίκας, με
αποτέλεσμα να περιορίζεται ο αριθμός των εμβρύων που περισσεύουν για
κρυοσυντήρηση ή ακόμα και να ακυρώνεται ο κύκλος λόγω έλλειψης
εμβρύων για μεταφορά. Ετσι, η σύγχρονη άποψη είναι ότι η εφαρμογή της
καλλιέργειας βλαστοκύστεων θα πρέπει να συζητάται μόνο για ζευγάρια με
πολλές (πάνω από τρεις) προηγούμενες αποτυχημένες εμφυτεύσεις, και
εφόσον υπάρχει μεγάλος αριθμός διαθεσίμων εμβρύων.
 Κρυοσυντήρηση εμβρύων - Εμβρυομεταφορά αποψυχθέντων εμβρύων

Τα έμβρυα που πιθανώς περισσεύουν μετά την εμβρυομεταφορά σε


κύκλους ωοθηκικής διέγερσης - εξωσωματικής γονιμοποίησης μπορούν να
κρυοσυντηρηθούν σε εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες (-196 ºC) και να
διατηρηθούν αναλλοίωτα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η κρυοσυντήρηση
μπορεί να πραγματοποιηθεί σε έμβρυα 1ης ημέρας (στάδιο προπυρηνίων) ή
και αργότερα σε εμβρυα 2ης-3ης ημέρας. Στην συνέχεια, και όποτε το
ζευγάρι επιθυμεί, μπορεί να οργανωθεί η απόψυξη των κρυοσυντηρημένων
εμβρύων, κατά την οποία έως και 80% αυτών συνήθως επιβιώνει, και να
σχεδιασθεί ένας κύκλος εμβρυομεταφοράς αποψυχθέντων εμβρύων με
πολύ ικανοποιητικές πιθανότητες επίτευξης κύησης. Οι κύκλοι απόψυξης
σχεδιάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να συγχρονισθούν τα αποψυχθέντα
έμβρυα όσον αφορά το στάδιο ανάπτυξής τους με το ενδομήτριο όσον
αφορά την υποδεκτικότητά του. Ο κύκλος απόψυξης μπορεί να είναι τελείως
'φυσικός', δηλαδή απλά να παρακολουθείται η ανάπτυξη του αναμενόμενου
ωοθυλακίου ενός κύκλου της γυναίκας, να υπολογίζεται πότε το ενδομήτριό
της γίνεται υποδεκτικό για το έμβρυο, οπότε και πραγματοποιείται η
εμβρυομεταφορά, ή να είναι 'τεχνητός', οπότε καταστέλλουμε τον φυσικό
κύκλο της γυναίκας και χορηγούμε εμείς τα απαραίτητα οιστρογόνα και την
προγεστερόνη ώστε να καταστήσουμε το ενδομήτριό της υποδεκτικό και να
πραγματοποιήσουμε την εμβρυομεταφορά. Θα πρέπει να τονισθεί ότι η
χρήση κατεψυχθέντων εμβρύων δεν έχει συνδεθεί με οποιοδήποτε κίνδυνο
για ανωμαλίες των παιδιών που θα προκύψουν από αυτά.

 Κρυοσυντήρηση ωαρίων

Αποτελεί σωτήρια επιλογή για γυναίκες που πρόκειται να λάβουν


χημειοθεραπεία η οποία μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στις
ωοθήκες τους. Επίσης ολοένα και περισσότερες γυναίκες που για
κοινωνικούς ή προσωπικούς λόγους δεν σκοπεύουν να κάνουν οικογένεια
στο εγγύς μέλλον, ζητούν πληροφορίες για την δυνατότητα αυτή. Η
ανάπτυξη σύγχρονων τεχνικών κρυοσυντήρησης επιτρέπει πλέον την
κατάψυξη των ωαρίων με πολύ ικανοποιητικά ποσοστά επιβίωσής τους κατά
την μελλοντική απόψυξη. Θα πρέπει όμως να τονισθεί ότι σύμφωνα με τις
πλέον πρόσφατες (2008) κατευθυντήριες οδηγίες της Αμερικανικής
Εταιρείας Αναπαραγωγικής Ιατρικής (ASRM), οι γυναίκες που καταφεύγουν
στην μέθοδο αυτή θα πρέπει να ενημερώνονται ότι οι πιθανότητες γέννησης
παιδιού ανέρχονται σε περίπου 2% ανά κρυοσυντηρημένο ωάριο, οπότε
καλό θα είναι να υπάρχουν άφθονα διαθέσιμα ωάρια που λαμβάνονται με
την χορήγηση πρωτοκόλλων διέγερσης ωοθηκών όπως και στην
εξωσωματική γονιμοποίηση.

 Δωρεά ωαρίων
Η πραγματοποίηση εξωσωματικής γονιμοποίησης με την χρήση ωαρίων
δότριας αποτελεί μια επιλογή που μπορεί να βοηθήσει συγκεκριμένες
κατηγορίες ζευγαριών. Σε ζευγάρια όπου η γυναίκα παρουσιάζει πρώιμη
έκπτωση της ωοθηκικής λειτουργίας της, πρώιμη εμμηνόπαυση, ή έχει
αφαιρέσει τις ωοθήκες της, καθώς και ζευγάρια που έχουν πολλαπλές
αποτυχίες εξωσωματικής, πολλαπλές αποβολές ανεξηγήτου αιτιολογίας, ή
παράγουν κατ' επανάληψη έμβρυα πολύ κακής ποιότητας, θα πρέπει να
συζητείται η δυνατότητα χρησιμοποίησης ωαρίων δότριας και η
γονιμοποίηση τους με το σπέρμα του συζύγου. Σύμφωνα με την ισχύουσα
νομοθεσία στην Ελλάδα, η δότρια θα πρέπει να είναι ανώνυμη, να είναι
δηλαδή κάποια από τις γυναίκες που υποβάλλονται για δικό τους λόγο σε
εξωσωματική γονιμοποίηση, να μην αποκαλύπτεται η ταυτότητά της στην
δέκτρια και το αντίστροφο, να μην δωρίζει τα ωάριά της με οποιοδήποτε
οικονομικό δέλεαρ, να είναι κάτω των 35 ετών και να υπογράφει η ίδια
καθώς και ο σύζυγός της έγγραφη συγκατάθεση για την δωρεά. Αντίστοιχη
συγκατάθεση αποδοχής ωαρίων δότριας υπογράφει και το ζευγάρι που θα
τα χρησιμοποιήσει.

Την ημέρα που θα βρεθούν τα ωάρια δότριας γίνεται η γονιμοποίηση με το


σπέρμα του συζύγου του ζευγαριού-δέκτη, και αν μεν η δέκτρια είναι
συγχρονισμένη στον συγκεκριμένο κύκλο της ακολουθεί η εμβρυομεταφορά,
αν όχι τα προκύπτοντα έμβρυα κρυοσυντηρούνται και τοποθετούνται σε
επόμενο, κατάλληλα προετοιμασμένο κύκλο. Αξίζει να σημειωθεί πως η
εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης με την χρήση ωαρίων δότριας,
αυξάνει θεαματικά τις πιθανότητες επίτευξης κύησης για τα ζευγάρια που
πραγματικά έχουν ένδειξη. Τέλος, σε ειδικές περιπτώσεις, είναι δυνατή η
χρησιμοποίηση εμβρύων ζευγαριού-δότη, που διέπεται από ανάλογους
ιατρικούς/νομικούς κανόνες.

 GIFT, ZIFT: Ενδοσαλπιγγική μεταφορά γαμετών ή ζυγώτη (gamete or zygote


intrafallopian transfer)

Οι τεχνικές αυτές αποτελούν παραλλαγές της κλασσικής εξωσωματικής


γονιμοποίησης, που όμως καθώς περνούν τα χρόνια εφαρμόζονται ολοένα
και λιγότερο, μια και τα αποτελέσματα από την εφαρμογή τους δεν
υπερτερούν της κλασσικής μεθόδου. Η γυναίκα ακολουθεί το τυπικό
πρόγραμμα της ελεγχόμενης ωοθηκικής διέγερσης, πραγματοποιείται η
ωοληψία, και στην μεν τεχνική GIFT υποβάλλεται λίγες ώρες αργότερα σε
λαπαροσκόπηση κατά την οποία με ειδικούς μικροκαθετήρες τοποθετούνται
ωάρια και σπερματοζωάρια μέσα στον αυλό της σάλπιγγάς της ώστε να γίνει
η γονιμοποίηση εντός αυτής, στην δε τεχνική ZIFT, γίνεται η εξωσωματική
γονιμοποίηση στο εργαστήριο και η γυναίκα υποβάλλεται στην
λαπαροσκόπηση την επομένη ημέρα οπότε και τοποθετούνται στη σάλπιγγα
έμβρυα πρώτης ημέρας. Οι τεχνικές αυτές παλαιότερα εφαρμόζονταν σε
γυναίκες με ενδομητρίωση, σήμερα όμως οι μόνες ουσιαστικές ενδείξεις για
την εφαρμογή τους είναι αν για κάποιο λόγο θέλουμε να κάνουμε και
διαγνωστική λαπαροσκόπηση στη γυναίκα κατά τον ίδιο χρόνο με την
εξωσωματική, ή σε ζευγάρια με θρησκευτικού τύπου αναστολές για
εξωσωματική γονιμοποίηση (στο GIFT η γονιμοποίηση, αν πραγματοποιηθεί,
είναι 'ενδοσωματική').

 Μικροχειρουργική λήψη σπερματοζωαρίων

Σε επιλεγμένες περιπτώσεις ανδρών με αζωοσπερμία, είναι δυνατή η λήψη


σπερματοζωαρίων με μικροχειρουργικές τεχνικές και στη συνέχεια η
γονιμοποίηση με ICSI των ωαρίων που έχουν ληφθεί από την γυναίκα. Οι πιο
συχνά εφαρμοζόμενες τεχνικές είναι η μικροχειρουργική αναρρόφηση
σπέρματος από την επιδιδυμίδα (MESA, microsurgical epididymidal sperm
aspiration), η ανοιχτή βιοψία όρχεων (TESE, testicular sperm extraction), και
η αναρρόφηση με βελόνα σπέρματος από τους όρχεις (TESE, testicular sperm
aspiration). Οι τεχνικές αυτές έχουν δώσει θεαματικά αποτελέσματα και
επιτυχίες σε περιπτώσεις αζωοσπερμικών ανδρών που σε άλλες εποχές θα
έπρεπε να καταφύγουν στην χρησιμοποίηση σπέρματος δότη.

 Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση (PGD, preimplantation genetic


diagnosis)

Η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση (PGD) αποτελεί μια


σχετικά πρόσφατη ιατρική εξέλιξη που συνδυάζεται πάντα
με εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης. Ενδειξη για
PGD έχουν ζευγάρια που ο ένας σύντροφος νοσεί από
κάποια γενετική νόσο ή που και οι δύο σύντροφοι φέρουν
το στίγμα της, οπότε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να
μεταβιβάσουν την νόσο αυτήν στο παιδί τους. Παλαιότερα, τα ζευγάρια
αυτά αφού επιτύγχαναν εγκυμοσύνη, ελέγχονταν με διενέργεια
αμνιοπαρακέντησης στο 2ο τρίμηνο της κύησης, και εφόσον το έμβρυο
εβρίσκετο να πάσχει από την νόσο προχωρούσαν σε διακοπή της
(προχωρημένης πλέον) κύησης, μια εμπειρία τραυματική και όχι άμοιρη
κινδύνων. Σήμερα, τα ζευγάρια αυτά, μπορούν να υποβληθούν σε τυπικό
πρόγραμμα εξωσωματικής γονιμοποίησης και από τα προκύπτοντα έμβρυα
να αφαιρεθούν με λεπτούς χειρισμούς 1-2 κύτταρα κατά την 3η (συνήθως)
ημέρα ανάπτυξής τους. Από τα κύτταρα αυτά, με την χρήση προηγμένων
τεχνικών, είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν το συγκεκριμένο έμβρυο από το
οποίο ελήφθησαν πάσχει από την νόσο ή όχι. 'Ετσι, σε σύντομο χρονικό
διάστημα (1-2 ημέρες) γνωρίζουμε ποιά από τα έμβρυα είναι υγιή, και
προχωρούμε στην εμβρυομεταφορά αυτών και μόνο. Η πιο συχνή ένδειξη
για PGD στην Ελλάδα, είναι τα ζευγάρια εκείνα που και οι δύο γονείς είναι
είτε φορείς της β-μεσογειακής αναιμίας, οπότε και έχουν 25% πιθανότητα να
αποκτήσουν παιδί που θα πάσχει από την νόσο, είτε φορείς της κυστικής
ίνωσης.
Τέλος, τα τελευταία χρόνια, γίνεται μεγάλη συζήτηση διεθνώς, για το αν η
PGD θα πρέπει να προτείνεται και σε ζευγάρια με ιστορικό πολλαπλών
αποτυχημένων προσπαθειών εξωσωματικής γονιμοποίησης ή πολλαπλών
αποβολών ανεξηγήτου αιτιολογίας, με το σκεπτικό ότι το αίτιο μπορεί να
εντοπίζεται στην δημιουργία (από τα συγκεκριμένα ζευγάρια) εμβρύων με
χρωμοσωμικές ανωμαλίες που δεν μπορούν να εμφυτευφθούν ή
αποβάλλονται. Η γνώση αυτή μπορεί να είναι πολύτιμη για τα συγκεκριμένα
ζευγάρια μια και θα μπορούν να λάβουν την πλέον κατάλληλη γενετική
συμβουλή για το αναπαραγωγικό τους μέλλον.

Παρένθετες Μητέρες

Ως παρένθετη μητέρα ορίζεται η γυναίκα που κυοφορεί βρέφος το οποίο


προορίζεται για άτεκνο ζευγάρι που δεν έχει τη δυνατότητα τεκνοποίησης.Αν και
δεν υπάρχουν ακόμη επίσημα στοιχεία, εκτιμάται στις αρχές του 2007 ότι οι
παρένθετες μητέρες φτάνουν τις 500 κάθε χρόνο σε ολόκληρο τον κόσμο. Στην
παρένθετη κύηση (γνωστή και ως η μέθοδος υποδοχής) η παρένθετη μητέρα μένει
έγκυος μέσω εμβρυομεταφοράς, οπότε και δεν θεωρείται βιολογική μητέραΗ
παρένθετη μητρότητα αποτελεί σήμερα απαγορευμένη πρακτική στην Ιταλία, την
Αυστραλία, την Ισπανία και την Κίνα, ενώ επιτρέπεται υπό περιορισμούς στις ΗΠΑ,
τη Γαλλία και τη Γερμανία.Στη Ελλάδα, όπως και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη,
αποτρέπεται το εμπόριο τέτοιου είδους, καθώς υφίσταται σαφής νομοθεσία που
επιτρέπει την παρένθετη μητρότητα και καθορίζει το πλαίσιο βάσει του οποίου
μπορεί να διενεργηθεί. Η παρένθετη μητρότητα υφίσταται από το 2005 στην
Ελλάδα, όποτε και μπήκε σε εφαρμογή η σχετική νομοθεσία του υπουργείου Υγείας.
Ο νόμος προβλέπει τον τρόπο εφαρμογής αυτής της πρακτικής όσον αφορά το
πλαίσιο που θα γίνονται αυτές οι επεμβάσεις, τις τεχνικές που θα χρησιμοποιηθούν,
τις προδιαγραφές των μονάδων κλπ. Πρακτικά, το ενδιαφερόμενο ζευγάρι πρέπει
να καταφύγει στο πρωτοδικείο με το αίτημα να κυοφορήσει μια άλλη γυναίκα το
γενετικό υλικό τους. Όπως ορίζει ο νόμος, η παρένθετη μητέρα δεν μπορεί να
προέρχεται από άλλη χώρα με σκοπό να αποκλειστεί τέτοιου είδους αθέμιτη
επιχειρηματική εκμετάλλευση. Στη συνέχεια, μπορεί να προχωρήσει η διαδικασία
της επέμβασης, εφόσον η δικαστική πράξη κάνει δεκτή την κυοφορία του γενετικού
υλικού.Η αποτελεσματικότητα και η πιθανότητα επιτυχίας αυτής της πρακτικής
εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την ηλικία της γυναίκας στην οποία ανήκει το ωάριο

Ποσοστά Επιτυχίας με Δωρεά Ωαρίων

Ποσοστό επιτυχίας
Κλινικές
Έτη Εμβρυομεταφορές (κλινική εγκυμοσύνη ανά
εγκυμοσύνες
εμβρυομεταφορά)

2014 608 395 65%

2013 510 360 70,588%

2012 490 338 69%


2011 503 350 70%

2010 449 291 65%

2009 358 243 68%

Η παρένθετη μητρότητα είναι μια διαδικασία που βασίζεται στην ηθική αρχή του
αλτουισμού μέσω της οποίας μπορούν να αποκτήσουν παιδί γυναίκες με σοβαρό
πρόβλημα υγείας.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν Βικιπαίδια, EMBIO, Έμβριο ΑΡΤ

ΟΜΑΔΑ

Παρχαρίδου Μαρία

Ρουσιάδου Παναγιώτα